Page 1


ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΜΟΥΣΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥΣ

Ε

ίναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό το γεγονός ότι οι προοπτικές για τη δημιουργία μουσείων τεχνολογίας στην Ελλάδα πληθαίνουν, και ακόμη πιο ενθαρρυντικό ότι όλο και περισσότεροι φορείς, από εκείνους που τα υλοποιούν, συνειδητοποιούν ότι, για να δημιουργηθεί ένα μουσείο, δεν αρκεί το μεράκι του συλλέκτη τεκμηρίων του υλικού πολιτισμού. Αυτός ο «κοινός τόπος», που έμοιαζε «ουτοπία» στην Ελλάδα, άρχισε να κερδίζει έδαφος στον τόπο μας την τελευταία δεκαετία (βλ. Στ. Παπαδόπουλος. «Ο ρόλος του μουσειολόγου». Αρχαιολογία και Τέχνες 71 (1999), 44-47). Οι προβληματισμοί που αναδύθηκαν γύρω από το θέμα κατά τη διάρκεια ημερίδων και συνεδρίων (π.χ. συνέδρια του TICCIH ή του Τεχνολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης) ή κατατέθηκαν σε διάφορα δημοσιεύματα (όπως τα σχετικά αφιερώματα του περιοδικού Αρχαιολογία) συνέβαλαν στη συνειδητοποίηση ορισμένων προφανών προϋποθέσεων (όπως του συντονισμού και της συνεργασίας των ερευνητικών ομάδων με μουσειολόγους. αρχιτέκτονες, φωτογράφους, μακετίστες κ.ά.) για τη δημιουργία αυτών των μουσείων. Από τη συνειδητοποίηση, όμως. έως την πράξη, την εφαρμογή δηλαδή, μεσολαβεί πολύς και δύσκολος δρόμος. Το δρόμο αυτόν τον άνοιξε πρώτος, κόντρα στην επιτίμηση για ουτοπική αντιμετώπιση, ο κύριος Στέλιος Παπαδόπουλος, δημιουργώντας γύρω του κάτι πιο πολύτιμο από τα μουσεία του: ένα φυτώριο επιστημόνων, που όχι μόνον διδάχθηκαν και διδάσκονται κοντά του πώς η θεωρία γίνεται πράξη, αλλά κυρίως συνειδητοποίησαν ότι αυτός ο τρόπος της δουλειάς είναι μονόδρομος. Το τεχνολογικό μουσείο της προβιομηχανικής και βιομηχανικής περιόδου, περισσότερο από κάθε άλλου είδους μουσείο, οφείλει να δημιουργηθεί με βάση την αρχή της διεπιστημονικής συνεργασίας. Το μουσείο αυτό. όμως. διαφοροποιείται από τα άλλα μουσεία, γιατί δεν έχει, και δεν πρέπει να έχει, ως κεντρικό άξονα τη συλλογή των αντικειμένων που θα εκτεθούν. Εδώ οι κεντρικοί άξονες είναι αφενός η έρευνα και η πλήρης καταγραφή της εξέλιξης της τεχνολογίας και αφετέρου ο μουσειοδιδακτικός τρόπος με τον οποίο θα επιτευχθεί η εκφορά αυτής της κεκτημένης γνώσης, τρόπος εύληπτος και ευχάριστος, γιατί αλλιώς γίνεται κουραστική. Αν δεν τηρηθούν αυτές οι προϋποθέσεις, είναι προφανές ότι η προσφερόμενη γνώση είναι προτιμότερο να αναζητηθεί στις σελίδες ενός βιβλίου, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος θα την κατακτήσει τουλάχιστον καθήμενος. Το ίδιο το έκθεμα, η μηχανή, το εργαλείο, η πρώτη ύλη, το προϊόν, είναι σημαντικά και απαραίτητα, αλλά σαφώς στοιχεία επικουρικά στην υπηρεσία του στόχου της διάσωσης και της διδαχής. Η απόκτηση τους είναι αναγκαία, αφού όμως η γνώση του αντικειμένου, δηλαδή της τεχνολογίας, θα είναι δεδομένη. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σημερινά μουσεία τεχνολογίας δεν οφείλουν πολλά στους συλλέκτες, που σε ανύποπτο χρόνο συγκέντρωσαν με τις όποιες δυνάμεις τους συλλογές-τεκμήρια του υλικού πολιτισμού, χωρίς μουσειολογικούς στόχους, ίσως όμως με μουσειακές φιλοδοξίες. Αρκεί οι συλλέκτες αυτοί, δημιουργοί τις περισσότερες φορές «λαογραφικών μουσείων», να συνειδητοποιήσουν ότι η διαφύλαξη των εργαλείων και των μηχανισμών, που περιέχονται -όταν περιέχονται- στις συλλογές τους. είναι η μέγιστη προσφορά τους και ότι ήρθε η ώρα τμήματα της συλλογής τους να ενσωματωθούν στα ορθώς σχεδιασμένα τεχνολογικά μουσεία. Αρχίζει, λοιπόν, να γίνεται κοινός τόπος και στην Ελλάδα ότι για να δημιουργηθεί ένα τεχνολογικό μουσείο κατ' αρχήν πρέπει να προηγηθεί το έργο μιας ερευνητικής ομάδας (εθνολόγων, κοινωνιολόγων, ιστορικών, μηχανικών κ.ά.), που θα καταγράψει τις φάσεις και τα μέσα της παραγωγής του προϊόντος και των παραγώγων του, τις επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνία του στενού και του ευρύτερου χώρου, τις διάφορες χρήσεις του. Όταν μάλιστα στόχος του μουσείου είναι να περιλαμβάνει τη διαχρονική εξέλιξη του θέματος από την αρχαιότητα ως και τη βιομηχανική κοινωνία (π.χ. Μουσείο της Ελιάς στη Σπάρτη), τότε οι ερευνητικές ομάδες (αρχαιολόγοι, ιστορικοί κ.λπ.) είναι περισσότερες και ο ρόλος του συντονιστή δυσκολότερος. Το έργο της έρευνας ολοκληρώνεται με τη συστηματική φωτογράφιση των τεκμηρίων, την ακριβή αποτύπωση τους και, τέλος, ει δυνατόν, την απόκτηση τους για να εκτεθούν στο μουσείο. Το επόμενο στάδιο είναι αυτό του σχεδιασμού του μουσείου, που δεν μπορεί να προκύψει παρά από την αγαστή και δημιουργική συνεργασία του συντονιστή της έρευνας, του αρχιτέκτονα και του μουσειολόγου. Αποτέλεσμα αυτής της βασικής και απαραίτητης συνεργασίας είναι η ενεργοποίηση όλων των ειδικών που θα συμβάλουν στην επεξεργασία και την ανάδειξη του τεκμηριωτικού υλικού (μελετητές φωτισμού, μακετίστες. σχεδιαστές, γραφίστες, χαρτογράφοι, κατασκευαστές εκθετικών ενοτήτων, φωτογράφοι, κινηματογραφιστές, παραγωγοί CD-ROM κ.ά.).


Η συνεργασία και ο συντονισμός όλων αυτών των ειδικών είναι ο μόνος εγγυητής της ποιότητας των τεχνολογικών μουσείων. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ελλοχεύει είναι αυτός της υποκατάστασης του ειδικού από άλλον με παρεμφερή ειδικότητα ή, ακόμη χειρότερα, της σύγχυσης του ρόλου που αναλαμβάνει ο καθένας μέσα σε αυτήν τη μεγάλη ομάδα, η οποία δουλεύει σαν το μελίσσι γύρω από το συντονιστή, του οποίου ο ρόλος είναι αποφασιστικής σημασίας. Τα μουσεία που έχουν σχεδιαστεί ή σχεδιάζονται με αυτές τις αρχές στην Ελλάδα είναι ευάριθμα. Ακόμη λιγότερα είναι αυτά που είναι γνωστά. Η συντακτική επιτροπή του περιοδικού Τεχνολογία έκρινε ότι η κτηθείσα εμπειρία κατά τη δημιουργία τους είναι πολύτιμη, προκειμένου να καθιερωθεί μια σωστή μεθοδολογία για την ίδρυση ενός τεχνικού μουσείου. Έτσι αποφάσισε το αφιέρωμα του παρόντος τεύχους να έχει θέμα «Τεχνολογικά μουσεία: προβλήματα και στάδια εργασίας κατά τη δημιουργία τους». Τα άρθρα που παρουσιάζονται στο αφιέρωμα έχουν γραφεί από ειδικούς που έχουν δοκιμαστεί στην αντιμετώπιση των «κοινών τόπων» που προαναφέραμε. Σε αυτά εκθέτουν τα προβλήματα που αντιμετώπισαν ή αντιμετωπίζουν από τη θεωρία στην πράξη (π.χ. συγκέντρωση τεράστιου ερευνητικού υλικού, τελική επιλογή για το μουσείο), την επιλογή των λύσεων που υιοθέτησαν για την αντιμετώπιση τους και παρουσιάζουν συνοπτικά το σκεπτικό και τη διαδικασία ίδρυσης και υλοποίησης του μουσείου που δημιούργησαν. Επειδή γνωρίζουμε ότι η συστηματική δουλειά προς αυτήν την κατεύθυνση αντιμετωπίζεται ακόμη από πολλούς φορείς ως ουτοπικό φαινόμενο, πιστεύουμε ότι το αφιέρωμα τούτο θα συμβάλει στη συστηματοποίηση και την αποδοχή των διακριτών, αλλά και αλληλοεπικαλυπτόμενων φάσεων της δύσκολης αυτής εργασίας, με την οποία καταπιάνονται όλο και περισσότεροι φορείς στον τόπο μας. Η ίδρυση και το στήσιμο τέτοιων μουσείων είναι όντως ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα με επισφαλή αποτελέσματα που εξαρτώνται από πολλές παραμέτρους, οι περισσότερες από τις οποίες αναφέρονται στα άρθρα αυτού του τεύχους. Η διαχείριση, η λειτουργία και η συντήρηση της ποιότητας αυτών των μουσείων, ωστόσο, είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα πολύ πιο δύσκολο και περίπλοκο εγχείρημα. Για το λόγο αυτό η συντακτική επιτροπή του περιοδικού αποφάσισε η θεματική ενότητα του επόμενου τεύχους της Τεχνολογίας να έχει τον τίτλο «Θεματικά μουσεία: προβλήματα διαχείρισης και λειτουργίας». ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΟΥΒΗ Διευθύντρια ΠΤΙ ΕΤΒΑ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΝΑΤΕΝΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ Η μουσειολογία, αναδυόμενη επιστήμη στη χώρα μας, αντιμετωπίζει και αυτή τις, καθιερωμένες πια, δυσχέρειες κάθε καινοτόμου προσπάθειας. Η επισήμανση τους αποτελεί καθημερινό θέμα του Τύπου. Μια από αυτές και η απουσία γενικού πλαισίου έγκυρης αναφοράς: α) επαρκούς κρατικού προγραμματισμού και μηχανισμού, στο πολιτικοδιοικητικό επίπεδο, β) ανώτερης εκπαίδευσης και ειδικών βιβλιοθηκών, στο παιδευτικό επίπεδο, γ) γενικών θεωρήσεων που θα επιτρέπουν, στο επιχειρησιακό επίπεδο, να εγγράφονται οι όποιες δημιουργικές προσπάθειες στις σύγχρονες αντιλήψεις. Το σύντομο κείμενο που ακολουθεί στοχεύει σε μια συνοπτική παρουσίαση των τελευταίων, καθοριστικών για το σχεδιασμό των σύγχρονων τεχνικών μουσείων. Από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (1945) ως τη δύση του αιώνα μας οι αλλαγές στη ζωή μας είναι ταχύρρυθμες, σαρωτικές, συχνά απειλητικές: δημογραφική έκρηξη, κυριαρχία της πληροφορικής, παγκοσμιοποίηση της αγοράς, καταστροφή του περιβάλλοντος, περιθωριοποίηση ευρύτατων στρωμάτων πληθυσμού της γης. Στο χώρο της κουλτούρας, η πιο εμφανής αλλαγή είναι η ομοιογενοποίηση ή αμερικανοποίηση της παγκόσμιας πολιτισμικής αγοράς, απειλητική για τους εθνικούς πολιτισμούς και τον κοινωνικό ιστό τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στο πλαίσιο αυτό, στο χώρο των μουσείων,

επιτελείται η μετάβαση από την αισθητική ενατένιση στην ερμηνευτική προσέγγιση, όχι βέβαια με τους ίδιους ρυθμούς παντού, αφού σε πολλά κράτη και για πολλούς προϋπολογισμούς η κουλτούρα, τα μουσεία, θεωρούνται πολυτέλεια. (Είμαστε ένα global village με πολλές ανισότητες από συνοικία σε συνοικία). Οπωσδήποτε, εκεί όπου οι συνθήκες υπαγορεύουν ή και επιβάλλουν τις αλλαγές, περνάμε από τα παραδοσιακά στα οικομουσεία και από αυτά στα σύγχρονα. Τα πρώτα, που υπερτερούν σε αριθμό, κυρίως αρχαιολογικά και τέχνης, ασχολούνται με την αξιοποίηση των συλλογών τους (έρευνα, συλλογή, συντήρηση, κοινοποίηση) και στηρίζονται σε μια προσέγγιση αισθητική. Τα οικομουσεία, ένα είδος απάντησης στην υπεραστικοποίηση, βγαίνουν από τα μουσεία-ναούς, απλώνονται στο χώρο, διευρύνουν την έρευνα του πρόσφατου χθες, υπηρετούν τη μνήμη, κυρίως την αγροτική, και έχουν μια αντιμετώπιση του θέματος τους έντονα συγκινησιακή, κάπως νοσταλγική. Τα σύγχρονα μουσεία, καρποί των τελευταίων 30 ετών στις αγγλόφωνες κυρίως χώρες, εγγράφονται δυναμικά στη σύγχρονη επιστήμη (επιστημονικά και τεχνικά μουσεία) και την κοινωνική προβληματική, χρησιμοποιούν ποικίλα επικοινωνιακά μέσα. στοχεύουν στην κριτική σύνθεση, συχνά διαπολιτισμική, στην ερμηνεία με την επανένταξη των πολλαπλών όψεων της πραγ-

ματικότητας στα μεγάλα συστήματα που διέπουν τη μοίρα μας (λ.χ. το σώμα, η ύλη, η κοινωνία, η γλώσσα...). Τα παραδοσιακά μουσεία είναι γνωστά στους περισσότερους. Εστιάζω στα σύγχρονα, επισημαίνοντας τις διαφορές προς τα παλαιότερα. Είναι πολλές και σημαντικές. Πρώτη, θεμελιακή αλλαγή, στις μουσειολογικές αντιλήψεις και πρακτικές, είναι η μετάθεση του κέντρου βάρους από τα πράγματα (τη συλλογή) στους ανθρώπους (το κοινό). Οι συλλογές μπαίνουν στην υπηρεσία των δραστηριοτήτων του μουσείου, εγγράφονται στο σκεπτικό της έκθεσης για να εικονογραφήσουν διαφορές κατασκευής, χρήσης, βίων, για να προκαλέσουν εκπλήξεις, απορίες, παρατηρήσεις, συγκρίσεις, συγκινήσεις. Η φροντίδα γι' αυτά (έρευνα, συλλογή, συντήρηση, μελέτη) παραμένει, αλλά δεν βρίσκεται πια στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Αυτό το έχει καταλάβει το κοινό. Το κοινό έχει αλλάξει ποσοτικά και διαφοροποιηθεί ποιοτικά και αντίστοιχα αλλάζουν οι υπηρεσίες που του παρέχονται. Την παλιά, ολιγάριθμη élite των επισκεπτών (ένα 3% του πληθυσμού) διαδέχθηκαν οι εκατοντάδες χιλιάδες των τουριστών, μαθητών, συνταξιούχων, ομάδες με διαφορετικές δυνατότητες, ανάγκες, συνήθειες και απαιτήσεις που θεωρούνται και αντιμετωπίζονται ως προσκεκλημένοι, φιλοξενούμενοι, φίλοι του (και σημαντική οικονομική πηγή του). Για


το σύγχρονο μουσείο, το κοινό -το μεγάλο, ικανοποιημένο, πιστό κοινό- είναι conditio sine qua non της δημόσιας εικόνας του, της ύπαρξης του. Και σε άμεση, συνεχή αναφορά προς αυτό αναπροσαρμόζει εκθέσεις και παράλληλες τους δραστηριότητες, δημόσιες σχέσεις και υπηρεσίες (κυλικείο, πωλητήριο), το ανθρώπινο δυναμικό του, διαμορφώνει έναν ριζικά διαφορετικό ρόλο στην πολιτιστική και κοινωνική καθημερινότητα. Στην αντίληψη αυτού του ρόλου συντελείται η δεύτερη, θεμελιακή αλλαγή. Αφετηρία της πολιτιστικής δραστηριότητας του μουσείου δεν είναι πλέον, δεν είναι κυρίως, το ενδιαφέρον του ειδικού να παρουσιάσει μιαν ορισμένη ομάδα έργων (σας θυμίζω την τυπική παράταξη πινάκων, αγγείων ή γλυπτών, με σύντομες λεζάντες, σε χρονική ή στυλιστική σχέση) αλλά της μουσειολογικής ομάδας να συμβάλει, με τους δικούς της τρόπους, στα μεγάλα επίκαιρα θέματα συναξιοποιώντας τη συλλογή του μουσείου και πολλά άλλα. Τα αγγεία λ.χ. αποτελούν συλλογή, η διατροφή επιστημονικό θέμα, η πείνα στον σημερινό κόσμο επίκαιρο πρόβλημα και θέμα έκθεσης. Το σύγχρονο μουσείο υπερβαίνει την ακαδημαϊκή ουδετερότητα της αναπαραγωγής των καθιερωμένων. Αισθάνεται, λειτουργεί ως ένας κοινωνικός πρωταγωνιστής, σε συνεχή διάλογο με το κοινό του για τα θέματα που το απασχολούν, για τα οποία αποζητεί πληροφορίες, απόψεις, απαντήσεις. Το σύγχρονο μουσείο είναι ένα παράθυρο στον κόσμο, ο οποίος αλλάζει συνεχώς (όχι πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση) και θέτει διαρκώς κρίσιμα ερωτήματα. Το να τα αγνοήσει κανείς σημαίνει να αυτοπεριθωριοποιηθεί. Και το φαινόμενο αυτό δεν είναι σπάνιο. Η διαφορετική αντίληψη του σύγχρονου μουσείου για τον κοινωνικό του ρόλο εκφράζεται κυρίως, αλλά όχι μόνον, στις εκθέσεις του, στους τρόπους που συλλαμβάνονται, σχεδιάζονται, κατασκευάζονται και παρουσιάζονται από ομάδες ειδικών που εργάζονται μεθοδικά επί μακρό χρονικό διάστημα για να ανταποκριθούν στις ανάγκες ενός μεγάλου, ποικίλου κοινού. Η αισθητική βέβαια ενατένιση, η μέθεξη στη γοητεία των αριστουργημάτων, δεν καταργείται. Αντίθετα, το σύγχρονο μουσείο γνωρίζει να προετοιμάζει και βοηθάει αυτή τη συνάντηση επισκέπτη και έργου τέχνης ή τεχνικής, που εξαρτάται κύρια από το βάθος της καλλιέργειας και την ωριμότητα του επισκέπτη (δεν τον εγκαταλείπει με το σωσίβιο της δίγραμμης λεζάντας). Δεν παραλείπει επίσης -κάθε άλλο μάλιστα- τον συγκινησιακό παράγοντα που ενεργοποιείται και από την αναφορά σε βιώματα ιδιαίτερα φορτισμένα. Στηρίζεται όμως κύρια στην ερμηνευτική προσέγγιση του θέματος. Και αυτή είναι η τρίτη βασική αλλαγή. Αυτή επικεντρώνεται στον άνθρωπο, στην κοινωνική και πολιτισμική του περιπέτεια, τις ανάγκες, τις αγωνίες και τις επιδιώξεις του, του ανθρώπου του τότε (ως θέμα της έκθεσης) σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες του ανθρώπου του σήμερα (του επισκέπτη). Χρησιμοποιεί τα αντικείμενα ως μέσα, ως τεκμήρια της ζωής, της καθημερινότητας και της ιστο-

ρίας του χρήστη τους, αξιοποιώντας όλες τις δυνατότητες τους (λειτουργικές, αισθητικές, συμβολικές, ονειρικές) για να τα εγγράψει αποτελεσματικά στο θέμα, στο τότε ιστορικό τους πλαίσιο και στις σημερινές αναζητήσεις του κοινού. Η έκθεση στα σύγχρονα μουσεία έχει έντονο παιδευτικό χαρακτήρα, δομείται, ως κλειστό σύστημα, με θέσεις και μηνύματα που στοχεύουν να πληροφορήσουν, να ευαισθητοποιήσουν, να θέσουν ουσιώδη ερωτήματα, να ανοίξουν ή να υποσημάνουν νέους δρόμους, να σπείρουν κάποτε γόνιμες αμφιβολίες. Και για να το επιτύχει χρησιμοποιεί πολλές γλώσσες (multicommunicationnelle) και πολλές συγκριτικές προσεγγίσεις άλλων πολιτισμών (multiculturelle) και έναν τρόπο παρουσίασης που επιδιώκει να συναρπάσει τον επισκέπτη. Η έκθεση στο σύγχρονο μουσείο είναι ένας μικρόκοσμος που μας καθρεφτίζει, που μεγεθύνει ή επικεντρώνει σε ορισμένα στοιχεία, αναβιώνει πρόσωπα και πράγματα, μας βοηθάει να κατανοήσουμε περισσότερες όψεις του κόσμου, την οργάνωση, τους κανόνες, την ιεραρχία του, τις κορυφώσεις και τα αδιέξοδα του. Έχει. και αναζητεί, διαφορετικές μορφές, ρυθμούς, στόχους. Ως έκθεση-γνώση παρουσιάζει τις επιπτώσεις των επιστημονικών και τεχνικών προόδων στη ζωή μας, βέβαιες, επίκαιρες ή προς διερεύνηση. Ως έκθεση-ανακάλυψη εστιάζει σε κόσμους διαφορετικούς, ως έκθεση-στοχασμός επιχειρεί την αναθεώρηση συμπεριφορών και νοοτροπιών μας, τέλος ως έκθεση-πείραμα τη βελτίωση των μεθόδων παραγωγής των εκθέσεων. Μια τέταρτη σημαντική αλλαγή της πεντηκονταετίας που ζούμε είναι ότι οι εκθέσεις δεν αποτελούν πλέον το μόνο μέσο επικοινωνίας των μουσείων. Υπό την πίεση των νέων φορέων και μορφών επικοινωνίας που πολλαπλασιάζονται, αναδιαμορφώνουν την πολιτισμική αγορά και αναδιανέμουν την πελατεία της εις βάρος των παλαιών, τα σύγχρονα μουσεία εμπλούτισαν την πρακτική τους με πολιτιστικές και παιδευσιακές δραστηριότητες, τα τεχνικά τους μέσα (οπτικοακουστικά, ηλεκτρονικά μέσα, ντιζάιν, σκηνογραφία), τις «γλώσσες» επικοινωνίας τους (γραφή, εικόνα, σχέδιο, ήχος). Οι πολιτιστικές δραστηριότητες, παράλληλες και συμπληρωματικές της έκθεσης, περιλαμβάνουν συνέδρια, σεμινάρια, διαλέξεις, φιλμς, θεατρικές παρουσιάσεις, χορό. μουσική, συνεργασίες με συγγενείς φορείς της πόλης. Επιχειρούν να προκαλέσουν διάλογο, σύγκριση ή σύγκρουση απόψεων, ξεπέρασμα της μοναξιάς του επισκέπτη, να προσφέρουν διαφορετικού τύπου «αναγνώσεις» στις διαφορετικές κατηγορίες κοινού για να πλησιάσουν διαφορετικά τα θέματα, να κατανοήσουν λ.χ. τις συνθήκες που τα δημιουργούν, τους μηχανισμούς που τα κινούν, τις αλλαγές που υφίστανται. Παράλληλες είναι και οι παιδευτικές δραστηριότητεςτ) παιδευτική προσέγγιση είναι βασική σε κάθε μουσειακή δραστηριότητα. Υπαγορεύει ορισμένους τρόπους επιλογής και θεώρησης των θεμάτων και καθοδήγησης του κοινού, σημαντικό τμήμα του οποί-

ου είναι το σχολικό. Παρουσιάζει θέματα γενικού ενδιαφέροντος (η γέννηση, ο θάνατος, οι αξίες, ο χώρος, ο χρόνος, η εξέλιξη, η μνήμη, οι «ρίζες») πολυεπιστημονικά και συγκριτικά, με αξιοποίηση της προβληματικής και των συμπερασμάτων των επιστημών της φύσης, της κοινωνίας, του ανθρώπου. Υπαγορεύει επικοινωνία σε ατμόσφαιρα θερμή, σε ειδικά εξοπλισμένους χώρους, με ποικιλία μεθόδων και μέσων. Πρωταγωνιστές εδώ είναι προικισμένοι ξεναγοί υψηλής παιδείας με συνεχή μετεκπαίδευση στις τεχνικές επικοινωνίας και τη θεματολογία των εκθέσεων. Αυτοί βοηθούν τους επισκέπτες να προσεγγίσουν την πολυδιάστατη πληροφόρηση υποδεικνύοντας διαφορετικά επίπεδα ή οπτικές σύμφωνα με τις δυνατότητες κάθε ομάδας. Για τα σχολεία, η φροντίδα είναι ξεχωριστή σε μια εποχή μάλιστα που εντείνεται σε αυτά η εξειδίκευση και δημιουργείται η ανάγκη για χώρους πλατιών σύνθετων θεωρήσεων συνεχώς ανανεούμενων, που να μπορούν να ενισχύσουν και να συμπληρώσουν την προσφορά της εκπαίδευσης. Εργαστήρια, αίθουσες ανακαλύψεων, περίπατοι, ειδικά έντυπα υπηρετούν αυτές τις δραστηριότητες. Το σύγχρονο μουσείο γίνεται χάρη στις παιδευτικές και τις πολιτιστικές του δραστηριότητες ένας χώρος ανοικτός, προσιτός, πολυδιάστατος, που καλλιεργεί το διάλογο και τη συμμετοχή. Ένα τρίτο συμπληρωματικό των εκθέσεων μέσο είναι οι εκδόσεις του μουσείου πολλών μορφών για τις διαφορετικές κατηγορίες των επισκεπτών. Μικροέντυπα, εφημερίδες, κατάλογοι, οδηγοί, εκλαϊκευτικές εκδόσεις, τετράδια για τους δασκάλους, επιστημονικά περιοδικά βοηθούν στην εμβάθυνση, ανασυνθέτουν σημαντικές όψεις του κόσμου που αγνοεί η εγκύκλιο παιδεία ή κατακερματίζουν τα άλλα μέσα επικοινωνίας. Τα βιβλιοπωλεία των σύγχρονων μουσείων είναι μικροί παράδεισοι για όλους. Έκτη αλλαγή, η σημαντικότερη για τον κλάδο μας, είναι η εμφάνιση και η εδραίωση, στην πεντηκονταετία μας, της μουσειολογικής επιστήμης που, αντλώντας από τις συγγενείς επιστήμες και την πείρα, συνέθεσε σε ένα δυναμικό σύστημα προβληματική, μεθόδους και πρακτικές μας. Αυτή καθιστά εφικτή τη συγκρότηση, από ειδικούς πλέον επιστήμονες, των επιτελείων διαχείρισης των σύγχρονων μουσείων με τις σύνθετες δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν για να ανταποκριθούν στις ανάγκες των καιρών μας. Σε αυτές βέβαια περιλαμβάνονται και οι καθιερωμένες από παλαιά πρακτικές: ο εμπλουτισμός και η οργάνωση των συλλογών, ανοικτών τώρα και στο κοινό, η φροντίδα για τις βέλτιστες συνθήκες κλιματισμού και ασφαλείας τους, η συντήρηση κτιρίων και εξοπλισμού, η έρευνα για τις συλλογές, για την οργάνωση των εκθέσεων, για δημοσιεύσεις, ή διοικητική και οικονομική διαχείριση. Στη μουσειολογία όμως οφείλονται και άλλες, σχεδόν άγνωστες παλαιότερα, πρακτικές των σύγχρονων μουσείων: οι δημόσιες σχέσεις, οι συνεργασίες με άλλους πολιτιστικούς φορείς, η συνεχής κριτική επανεκτίμηση του έργου μας. Οι δημόσιες σχέσεις αξιοποιούν όλα τα


μέσα (έντυπα, τηλεόραση, αφίσες) για να ενημερώνουν και να προσελκύουν το κοινό και να δημιουργούν μέσα στο μουσείο τη θερμή ατμόσφαιρα φιλίας και γιορτής, βασικό στοιχείο για την επιτυχία των δραστηριοτήτων του. Οι συνεργασίες με τους «φίλους του μουσείου», την εκπαίδευση, τις βιβλιοθήκες, τα αρχεία, τα άλλα μουσεία και τους διεθνείς οργανισμούς παρέχουν τη δυνατότητα για την ανταλλαγή απόψεων και εμπειριών με σεμινάρια, συνέδρια, αποστολές, ανταλλαγές ή συμπαραγωγές εκθέσεων και διασφαλίζουν τον πολλαπλασιασμό της αποτελεσματικότητας και. κυρίως, την υπέρβαση του επικίνδυνου για την εποχή της παγκοσμιοποίησης επαρχιωτισμού.

Η επανεκτίμηση, τέλος, του έργου του μουσείου, της απήχησης του στο κοινό και στον Τύπο, επιτρέπει στο μουσείο να αναθεωρεί τις θέσεις και τις πρακτικές του, να παραμένει σε ανοικτό διάλογο με το κοινό και την εποχή του. Ας ανακεφαλαιώσουμε. Το σύγχρονο μουσείο μεταθέτει το ενδιαφέρον του από τις συλλογές στο κοινό του, εφαρμόζει στις εκθέσεις του την ερμηνευτική προσέγγιση, χωρίς να παρορά την αισθητική, πολλαπλασιάζει τις παράλληλες δραστηριότητες του (πολιτιστικές, παιδευτικές, εκδοτικές), αναπτύσσει τις δημόσιες και θεσμικές του σχέσεις, επανεκτιμά, συστηματικά, τη δραστηριότητα του. αξιοποιεί δεκάδες ειδικοτήτων

στο προσωπικό του. επιδιώκει να είναι πρωταγωνιστής ή ενεργός συμπράττων στην πολιτιστική ζωή. Είμαστε πια εμπρός σε νέες πραγματικότητες: νέα μεγέθη κτιρίων (ορισμένα σύγχρονα μουσεία είναι μνημεία του αιώνα μας), κοινού, σχέσεων, προϋπολογισμών, έργων, ανθρώπινου δυναμικού. Και μέσα σε πολύ πιεστικές συνθήκες, από πολλές κατευθύνσεις. Το ερώτημα, η πρόκληση για τον επόμενο αιώνα είναι αν ο εκσυγχρονισμός, συνεχώς αναθεωρούμενος, θα επικρατήσει. Αυτός πάντως είναι μια conditio sine qua non. ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΣ ΠΟΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΕΟΤΕΡΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ; ΜΟΥΣΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ Η δημιουργία στην Ελλάδα μουσείων προσανατολισμένων στην προβολή και την ανάδειξη στοιχείων του τεχνικού πολιτισμού σηματοδότησε τα τελευταία χρόνια τη γένεση ενός νέου είδους μουσείου στη χώρα μας. όπου η έως τώρα εμπειρία αφορούσε κυρίως τα αρχαιολογικά είτε τα εθνογραφικά-λαογραφικά ή και τα μουσεία λαϊκής και μοντέρνας τέχνης. Η νέα αυτή εποχή συμπίπτει με τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα αν συμπεριλάβει κανείς και την περίοδο των προβληματισμών και των προσχεδίων δημιουργίας των αντίστοιχων μουσείων. Δεν είναι τυχαίο, βέβαια, ότι οι δύο αυτές δεκαετίες χαρακτηρίζονται από ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Στον τομέα της παραγωγής οι αλλαγές αυτές έχουν ήδη προκαλέσει δραματική ρήξη με τις έως τώρα γνωστές διαδικασίες και μεθόδους σε σημείο που να γίνεται πλέον λόγος για πέρασμα σε μια νέα εποχή: τη «μεταβιομηχανική» εποχή. Τις αδυναμίες παρακολούθησης των τεχνολογικών αλλαγών ακολούθησε πολύ συχνά αναστολή παραγωγής και κλείσιμο βιομηχανικών μονάδων. Το πέρασμα από τα βιομηχανικά κτίρια και σύνολα στα συγκροτήματα -σύμβολα της βιομηχανικής κληρονομιάς- ήρθε ως φυσικό σχεδόν επακόλουθο. Όμως δεν υπήρχε η ετοιμότητα για την αναγνώριση της κληρονομιάς αυτής. Το μεγαλύτερο πρόβλημα αποτελεί το γεγονός ότι η κληρονομιά αυτή δεν γίνεται αποδεκτή μέχρι και σήμερα από τους περισσότερους Έλληνες ως βασικό στοιχείο της ταυτότητας τους. αν και τους είναι εξαιρετικά οικεία, καθώς ακόμη τα κτίρια και οι εγκαταστάσεις καλύπτουν τεράστιες περιοχές των αστικών κέντρων και της υπαίθρου, οι θόρυβοι από τις μηχανές στοιχειώνουν τα αυτιά όσων έζησαν και εργάστηκαν σε αυτά. οι οσμές πλανώνται ακόμη στον αέρα και οι ονομασίες των επιχειρήσεων σφραγίζουν για γενιές ολόκληρες τις γειτονιές. Γιατί άραγε δεν είμαστε περήφανοι και γι' αυτή μας την κληρονομιά; Γιατί άραγε δεν αναγνωρίζουμε στις

μνήμες τις συνδεδεμένες με αυτά τα κτίρια και με αυτές τις μηχανές τα προοδευτικά και απελευθερωτικά μηνύματα των αγώνων για ισότητα και δημοκρατία, όπως οι Σκοτσέζοι, οι Καταλανοί και οι Σουηδοί συμπολίτες μας; Ισως γιατί δεν τα έχουμε ερμηνεύσει όπως τους άξιζε και δεν έχουμε καταφέρει να συνθέσουμε εκείνη τη συνταγή για τη μετάγγιση των μηνυμάτων των μνημείων της εργασίας και της τεχνικής έμπνευσης σε όσους από τους νεότερους δεν είχαν την τύχη να ζήσουν αυτόν τον κόσμο της εργασίας. Τα μουσεία του τεχνικού πολιτισμού αναδεικνύονται, λοιπόν, εκ των πραγμάτων ιδανικοί χώροι για το ταξίδι που επιτρέπει αυτή τη μαγική πορεία «πίσω προς το μέλλον». Τα πρώτα βήματα Δειλά τα πρώτα βήματα έγιναν από εκείνους που αγάπησαν τις μηχανές και τις βίωσαν σαν ένα τμήμα του εαυτού τους: τους σιδηροδρομικούς. Στην Αθήνα δημιουργήθηκε το πρώτο μικρό μουσείο σιδηροδρόμων και στον Βόλο αναβίωσε το τρενάκι του Πηλίου. Στη Θεσσαλονίκη οι «φίλοι του Σιδηρόδρομου» δραστηριοποιήθηκαν από το 1986 για τη διάσωση του παλιού σταθμού και τη δημιουργία ενός ακόμη μουσείου. Στη Θεσσαλονίκη επίσης, για πρώτη φορά ένα σωματείο ενεργών πολιτών ξεκινάει από τη δεκαετία του 1980 το φιλόδοξο σχέδιο για τη δημιουργία ενός τεχνικού μουσείου συγκεντρώνοντας παροπλισμένο τεχνολογικό εξοπλισμό από επιστημονικά εργαστήρια, τηλεπικοινωνιακά κέντρα, εγκαταστάσεις εκτύπωσης εφημερίδων, παλιά εργοστάσια. Το νεαρό σωματείο του Ελληνικού Τμήματος του TICCIH ( 1992) αφιέρωσε την πρώτη πανελλήνια συνάντηση των μελών του το 1994 στη Θεσσαλονίκη στα μουσεία τεχνικού πολιτισμού. Εδώ για πρώτη φορά ανακοινώθηκαν οι πρωτόγνωρες για τα ελληνικά δεδομένα προσπάθειες της δημιουργίας του Μουσείου Τηλεπικοινωνιών του ΟΤΕ και του Μουσείου και Αρχείου της ΕΡΤ. του εκθετηρίου του Πάρκου των Σιδηροδρόμων της Καλαμάτας, του Μουσείου Μετάξης του ΠΤΙ

ΕΤΒΑ στο Σουφλί καθώς και η προσπάθεια για τη δημιουργία του Μουσείου Υδρευσης Θεσσαλονίκης. Όσοι οργανώσαμε και όσοι παρακολουθήσαμε τότε αυτό το πρωτότυπο συνέδριο συνειδητοποιήσαμε τη δυναμική του νέου αυτού είδους μουσείου, που μπορεί να παρουσίαζε ελλείψεις και ανισότητες σε απασχόληση ειδικών επιστημόνων και μεθοδολογίες σχεδιασμού από τα υπάρχοντα μουσεία, αλλά είχε γοητεία και ελκυστικότητα ως προς τα θέματα του και συγκινητική ζωντάνια και μεράκι ως κίνητρο των εμπνευστών του. Πολύ σύντομα διαπιστώσαμε, όσοι από μας συνεχίσαμε τις προσπάθειες, ότι η ζωντάνια και το μεράκι διατηρούνται μόνο στο περιβάλλον ενός συγκεκριμένου πλαισίου στόχων και ενός καλοστημένου σχεδίου ανάπτυξης, χρηματοδότησης και διαχείρισης. Είναι αλήθεια ότι κερδήθηκαν στο διάστημα αυτό πολλές πρωτιές. Χωρίς τη διεπιστημονική προσέγγιση και την ευαισθησία προς τον παραδοσιακό και τον νεότερο τεχνικό πολιτισμό -και μάλιστα σε απομακρυσμένες από το εθνικό διοικητικό κέντρο περιοχές- που επέδειξε επί χρόνια το ΠΤΙ ΕΤΒΑ δεν θα ήταν δυνατός ο σχεδιασμός και η υλοποίηση μέσα σε μια δεκαετία δυο σημαντικών περιφερειακών ειδικών τεχνικών μουσείων, όπως το Μουσείο Μετάξης στο Σουφλί και το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης στη Δημητσάνα. Χωρίς την ωρίμανση του γενικού προβληματισμού, τη μακρά ερευνητική δουλειά και τις επίπονες προσπάθειες ιστορικών του ΚΝΕ/ΕΙΕ, πανεπιστημιακών ερευνητών της τοπικής ιστορίας και τοπικών υπευθύνων των Γενικών Αρχείων του Κράτους δεν θα φθάναμε να χαιρετίσουμε τον Μάιο του 2000 την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του πρωτοπόρου Βιομηχανικού Μουσείου και Κέντρου Τεχνικού Πολιτισμού στην Ερμούπολη της Σύρου. Χωρίς την αναγνώριση της σημασίας της διατήρησης των τεχνικών μνημείων με τον μηχανολογικό τους εξοπλισμό από το Υπουργείο Πολιτισμού και τις περιφερειακές του υπηρεσίες δεν θα φθάναμε στην υλοποίηση


του πρώτου ελληνικού Μουσείου Ύδρευσης στη Θεσσαλονίκη. Ο δρόμος μπροστά μας μένει ακόμη μακρύς και την υποδομή για την ολοκλήρωση των μεμονωμένων προσπαθειών μπορεί να ενισχύσει ένα μελλοντικό σχέδιο δικτύωσης όλων των συγγενών προγραμμάτων, στόχος που τέθηκε και στο πρόσφατο Πανελλήνιο Συνέδριο του Ελληνικού Τμήματος του TICCIH στην Ερμούπολη (Οκτώβριος 2000). Ο γενικός σχεδιασμός και τα στάδια υλοποίησης. Χρηματοδοτήσεις - φορείς διαχείρισης Τα πρώτα ολοκληρωμένα σχέδια υλοποίησης μουσείων τεχνικού πολιτισμού στην Ελλάδα μελετήθηκαν στο πλαίσιο των σχετικά πρόσφατων αναπτυξιακών προγραμμάτων, που παρείχαν και τα απαραίτητα κονδύλια υλοποίησης. Είναι ενδεικτικό ότι τόσο η αποκατάσταση των κτιρίων των ιστορικών μεταλλευτικών εταιρειών στο Λαύριο (Τεχνολογικό Πάρκο και Μουσείο), μέχρι στιγμής το μεγαλύτερο σχέδιο αποκατάστασης ιστορικού βιομηχανικού συνόλου, αλλά και το Βιομηχανικό Μουσείο της Ερμούπολης και το Μουσείο Ύδρευσης Θεσσαλονίκης είναι σχέδια που εντάχθηκαν και χρηματοδοτήθηκαν από το Β Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης ( 1994-1999). Οι αφετηρίες του σχεδιασμού ποικίλλουν καθώς και οι επιμέρους στόχοι και οι φορείς υλοποίησης, αλλά ως ένα σημείο συγκλίνει ο γενικός σχεδιαστικός στόχος, καθώς περιλαμβάνει συγχρόνως την αποκατάσταση ιστορικών βιομηχανικών κτισμάτων και την ένταξη σε αυτά μουσειακών χώρων, προσανατολισμένων στην προστασία και την ανάδειξη των τόπων και της ιστορίας της λειτουργίας τους. Άλλες προσπάθειες ξεκίνησαν από τη διαπίστωση της ανάγκης προστασίας ιστορικού τεχνολογικού υλικού είτε από φωτισμένους υπαλλήλους εταιρειών του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟΤΕ, ΕΡΤ, ΟΣΕ) είτε από ενώσεις ιδιωτών (όπως η περίπτωση του Τεχνικού Μουσείου Θεσσαλονίκης). Υπήρξαν προσπάθειες σημαντικές που ξεκίνησαν από την Τοπική (πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια) Αυτοδιοίκηση ως φωτεινά παραδείγματα και συνεχίστηκαν με τη στήριξη πανεπιστημιακών, κρατικών ή και ιδιωτικών φορέων, όπως οι περιπτώσεις του Υπαίθριου Μουσείου Νερού της Έδεσσας και του Μουσείου της Σαπωνοποιίας στο Πλωμάρι της Λέσβου. Μοναδική περίπτωση χρηματοπιστωτικού φορέα που προσανατολίζεται σταθερά στη μελέτη, το σχεδιασμό, τη δημιουργία και τη διαχείριση ιστορικών χώρων και μουσείων τεχνικού πολιτισμού αποτελεί εδώ και 15 περίπου χρόνια η ΕΤΒΑ με το Πολιτιστικό Τεχνολογικό της Ίδρυμα (Μουσείο Μετάξης στο Σουφλί, Μουσείο Υδροκίνησης στη Δημητσάνα, σχεδιασμός Μουσείου Ελιάς στη Σπάρτη, Μουσείου Αντιμονίου στη Σέριφο). Ο τομέας που είναι ακόμη εξαιρετικά αδύναμος και επηρεάζει την ομαλή συνέχιση των προσπαθειών και των έργων είναι εκείνος της διαχείρισης. Σε καμία από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις δεν υπάρχει ένα σαφές περίγραμμα οργανωμένου φορέα

διαχείρισης με σαφή συνολική αναπτυξιακή προοπτική και πολιτική. Στο θέμα αυτό αναφερόμαστε και στο τελευταίο κεφάλαιο. Η διεπιστημονικότητα της προσέγγισης: επαγγελματισμός εναντίον ερασιτεχνισμού Όσο οι εμπειρίες στο σχεδιασμό μουσείων και κέντρων τεχνικού πολιτισμού αυξάνουν και στην Ελλάδα τόσο εγκαταλείπεται το σχήμα του μουσείου «του ενός ανδρός» (ή γυναικός κατά περίπτωση) και ακολουθείται η διεπιστημονική προσέγγιση του σχεδιασμού. Σύμφωνα με τη μεθοδολογική και οργανωτική αυτή αρχή, παρουσιάζεται ως ουσιαστική και καθοριστική η συμμετοχή επιστημόνων από νέους κλάδους, όπως οι μουσειολόγοι, οι μουσειοπαιδαγωγοί, οι μηχανολόγοι-μηχανικοί ειδικοί στην τεκμηρίωση του ιστορικού μηχανολογικού εξοπλισμού, αλλά και οι αρχιτέκτονες ειδικοί της ιστορίας των βιομηχανικών κτιρίων και των τόπων, οι ιστορικοί ειδικοί στην καταγραφή προφορικών μαρτυριών σχετικών με τη βιομηχανική εργασία και πρόσφατα οι ηλεκτρολόγοι-ηλεκτρονικοί μηχανικοί ειδικοί για την ένταξη στα μουσεία των νέων τεχνολογιών εφαρμογής πολυμέσων και για την επεξεργασία και την προβολή μέσω αυτών του αρχειακού υλικού. Το αποτέλεσμα της νέας αυτής αντιμετώπισης εμφανίζεται εμπλουτισμένο σε σχέση με τα έως τώρα παραδεδομένα πρότυπα ως προς τις αξίες των ιστορικών-μουσειακών χώρων και αντικειμένων, που αναγνωρίζονται και μεταφέρονται στον επισκέπτη ερμηνευμένες κατά τρόπο περισσότερο ευρύ και σφαιρικό. Το τελικό προϊόν της εναρκτήριας έκθεσης του Βιομηχανικού Μουσείου της Ερμούπολης αποτελεί πρότυπο διεπιστημονικής προσέγγισης, καθώς ενσωματώνει και καθιστά προσιτή στους επισκέπτες την ιστορική έρευνα και την εξαιρετικά επιμελή αποκατάσταση ιστορικού μηχανολογικού εξοπλισμού. Η κατανόηση της σημασίας και της λειτουργίας των κτιρίων καθώς και του συνόλου της βιομηχανικής δραστηριότητας στην Ερμούπολη δεν θα ήταν εφικτή εάν δεν προϋπήρχε εκτενής και σε βάθος ιστορική έρευνα. Η τεκμηρίωση και η ερμηνεία των τεχνολογιών της βιομηχανικής παραγωγής δεν θα ήταν τόσο ζωντανή χωρίς την πρότυπη και πρωτότυπη καταγραφή της προφορικής ιστορίας από ειδικούς ιστορικούς. Η αποκατάσταση των κτιρίων του Κεντρικού Αντλιοστασίου του Οργανισμού Υδρευσης της Θεσσαλονίκης δεν θα ήταν ποτέ ολοκληρωμένη χωρίς τη ζωντανή λειτουργική αποκατάσταση των ιστορικών εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και των παλαιών αντλητικών συγκροτημάτων. Η ανακατασκευή, εξάλλου, του εσωτερικού του παλαιού λεβητοστασίου δίνει τη μοναδική ευκαιρία της πρότυπης εκπαιδευτικήςμουσειακής επανάχρησης ιστορικού βιομηχανικού κτιρίου. Η οργάνωση των συλλογών και η συντήρηση μηχανημάτων Σε πολλά από τα πρόσφατα παραδείγματα δημιουργίας τεχνικών μουσείων, παράλληλα με τις εργασίες αποκατάστασης των κτι-

ρίων -τεχνικών μνημείων- διεξαγόταν και όλη η απαραίτητη έρευνα για τη συμπληρωματική τεκμηρίωση της ιστορίας των κτιρίων και του μηχανολογικού τους εξοπλισμού. Το έργο της καταγραφής, της ταύτισης και της αξιολόγησης καθώς και οι εργασίες συντήρησης των ιστορικών μηχανημάτων έχουν αναδειχθεί ως ένας από τους πλέον καίριους τομείς ενασχόλησης των μουσείων τεχνικού πολιτισμού, που απαιτούν εξειδίκευση και ικανή εμπειρία ενασχόλησης ώστε να αποδώσουν αξιόπιστα αποτελέσματα. Στον τομέα αυτόν υπάρχει σοβαρότατη έλλειψη εξειδικευμένων επιστημόνων και τεχνικού προσωπικού. Η μερική απασχόληση τεχνιτών από άλλους παραγωγικούς τομείς στον τομέα των επισκευών μόνο περιστασιακά μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Μόνο η λειτουργία προγραμμάτων εξειδίκευσης σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες θα μπορούσε στο μέλλον να προσφέρει εκείνους τους ειδικούς που απαιτεί το έργο της δημιουργίας και της λειτουργίας των τεχνικών μουσείων. Ιδανική περίπτωση είναι η απασχόληση ανέργων από κλάδους παραγωγής συναφείς με το αντικείμενο των τεχνικών μουσείων, που μπορεί να καλύψει και ένα μέρος των προβλημάτων εργασίας σε περιοχές με υποχώρηση της βιομηχανικής παράγωγης. Η δημιουργία συλλογών μηχανημάτων και εργαλειομηχανών αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία του συνολικού έργου και απαιτεί εκτός από εξειδικευμένο προσωπικό και ικανό χώρο αποθήκευσης και συντήρησης. Τις περισσότερες φορές οι χώροι αυτοί είναι οι πρώτοι που χρειάζονται οργάνωση κατά τη δημιουργία του μουσείου. Μπορούν όμως παράλληλα να αποτελέσουν και χώρους επίσκεψης πρώτης τάξεως, όπου θα ήταν δυνατόν να απασχοληθούν εθελοντές κάθε ηλικίας, όπως αποδεικνύουν τα παραδείγματα αντίστοιχων μουσείων της υπόλοιπης Ευρώπης. Κατά τις εργασίες δημιουργίας του Μουσείου Ύδρευσης Θεσσαλονίκης ιδιαίτερο βάρος δόθηκε αφενός στην τεκμηρίωση του εγκατεστημένου ιστορικού μηχανολογικού εξοπλισμού και αφετέρου στην προστασία και την τεκμηρίωση ιστορικών εργαλείων, εργαλειομηχανών και εξαρτημάτων διαφόρων φάσεων, που είχαν διασωθεί σε διάφορα σημεία και αποθήκες υλικού του Γενικού Συνεργείου Επισκευών με τη δημιουργία των πρώτων νέων συλλογών του μουσείου. Μεταξύ άλλων συντηρήθηκαν σειρά ιστορικών υδρομέτρων και μετρητών καθώς και τμήμα του Αρχείου Σχεδίων του Οργανισμού Ύδρευσης και μάλιστα ένα σημαντικό τμήμα του που αφορά το Αρχείο Σχεδίων του Γενικού Συνεργείου Επισκευών με σειρά κατασκευαστικών σχεδίων τμημάτων του δικτύου ύδρευσης, σημαντικότατο για την τεκμηρίωση της ιστορίας των έργων ύδρευσης της πόλης της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ο εντοπισμός όλου αυτού του υλικού, καθώς και η προοπτική εντοπισμού και άλλου, που θα αξιολογείται και θα συγκεντρώνεται, υπέβαλε στο σχεδιασμό του καθορισμού των νέων χρήσεων της παλιάς κατοικίας του διευθυντή την ένταξη χώρων για τη φύλαξη αρχείου σχεδίων και φω-


τογραφιών, καθώς και χώρου βιβλιοθήκηςαναγνωστηρίου. Προς μια φιλοσοφία της χωρικής ένταξης ενός μουσείου τεχνικού πολιτισμού: προστασία και ανάδειξη του περιεχομένου με το περιέχον ή διάσωση ύστερα από ρήξη και απομάκρυνση; Κέρδη και απώλειες Αν «εν αρχή ην ο λόγος» για τη δημιουργία του σύμπαντος, για ένα μουσείο τεχνικού πολιτισμού θα έπρεπε να ισχύει το «εν αρχή ήσαν οι μηχανές». Δεν μπορεί να υπάρξει ένα τεχνικό μουσείο χωρίς μηχανήματα-εκθέματα. Τα ερωτήματα που τίθενται είναι αν και κατά πόσον επηρεάζεται η αξία διατήρησης των μηχανημάτων, όταν αυτά έχουν στερηθεί τον αρχικό τους χώρο, και αν συμβάλλει στην αντιληπτική ικανότητα του κοινού που επισκέπτεται το μουσείο η δυνατότητα να εντάσσονται τα μηχανήματα-εκθέματα στον αυθεντικό τους χώρο αντί σε παρεμφερή -ιστορικό βιομηχανικό- ή και σε εντελώς νέο χώρο. Η έως τώρα διεθνής εμπειρία έχει δώσει θετικές απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα και η προσπάθεια που γίνεται διεθνώς είναι η κατά το δυνατόν συνδυαστική δράση της προστασίας του κελύφους με διατήρηση του συνόλου (σπάνια) ή τμήματος (συνήθως) του εσωτερικού μηχανολογικού εξοπλισμού. Μόνο στις περιπτώσεις που αυτός έχει καταστραφεί πλήρως, τότε οι προσπάθειες αναβίωσης στηρίζονται σε αναπλήρωση της απώλειας με αντίγραφα, προπλάσματα, σχέδια, παλιές φωτογραφίες είτε, πρόσφατα, με ηλεκτρονικά μέσα και μέσω εικονικής πραγματικότητας. Η διατήρηση των αυθεντικών μηχανημάτων στο αρχι-

κό τους περιβάλλον αυξάνει πολλαπλασιαστικά την ιστορική αξία του συνόλου και αντίστοιχα την αντιληπτική ικανότητα του επισκέπτη για τη σημασία του μνημείου και των ιστορικών αντικειμένων. Η απόφαση της ένταξης ενός μουσείου τεχνικού πολιτισμού σε ιστορικό βιομηχανικό μνημείο προκαθορίζεται και επηρεάζεται από μια σειρά συνθηκών από τις οποίες ως προεξάρχουσες παρουσιάζονται η ιδιοκτησία, η οικονομική βάση του εγχειρήματος και η σύνθεση του φορέα υλοποίησης και διαχείρισης. Αντιμετωπίζοντας τη λογική της προσέγγισης του προβλήματος «όλα τα ιστορικά βιομηχανικά κτίρια μπορούν να μετατραπούν σε μουσεία τεχνολογίας;» μπορούμε να προτείνουμε ως κεντρικά σημεία της φιλοσοφίας προς μια πολιτική διατήρησης και διαχείρισης του βιομηχανικού και τεχνολογικού πολιτισμού εφικτή για το μέλλον τα εξής: Α. Την ένταξη ενός εξειδικευμένου περιφερειακού τεχνικού μουσείου σε ένα από τα ομοειδή ενδεχομένως κτίρια συνόλων, που απαντώνται σε περιφερειακά ιστορικά βιομηχανικά κέντρα (για παράδειγμα Μουσείο Καπνού στην Καβάλα, Κλωστοϋφαντουργίας στη Νάουσα), τα οποία θα μπορούν να συνυπάρχουν και να συνεργάζονται σε δίκτυο με κομβικό σημείο ένα κέντρο τεκμηρίωσης και διαχείρισης βιομηχανικής κληρονομιάς ανά περιφέρεια. Β. Την ένταξη σε κάθε σημαντικό μνημείο της βιομηχανίας και της τεχνολογίας, που αποκαθίσταται με αλλαγή της αρχικής του χρήσης, ενός χώρου-κέντρου προβολής και ανάδειξης της ιστορίας του.

Η δημιουργία μουσείων τεχνικού πολιτισμού ως μοχλός ανάπτυξης. Βιομηχανικός και τεχνολογικός τουρισμός Η φιλοσοφία που αναπτύχθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο εκτιμάται ότι αποτελεί τη βάση για την αναπτυξιακή θεώρηση του όλου αποθέματος της βιομηχανικής κληρονομιάς στη χώρα μας και για τη συμβολή στη δημιουργία ενός μεσογειακού προτύπου προστασίας και διαχείρισης της, παρεμφερούς με το πρότυπο που έχει υλοποιηθεί για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό επίπεδο με το Σύστημα Μουσείων του Εθνικού Μουσείου Επιστήμης και Τεχνολογίας της Καταλονίας (Ισπανία). Είναι μια γενική θεώρηση, η οποία αυτή τη στιγμή για τη χώρα μας αποτελεί απλώς απώτερο στόχο, έχει όμως τη δυναμική να προσδώσει στα μεμονωμένα περιφερειακά εγχειρήματα το απαιτούμενο πλαίσιο ενός συνολικού προγραμματισμού. Ένας τέτοιος προγραμματισμός μπορεί να ανταποκριθεί σε μια σύγχρονη αντίληψη προσφοράς χώρων πολιτισμού ειδικού προορισμού στη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση εναλλακτικών μορφών τουρισμού, προτείνοντας μουσειακούς χώρους βιομηχανικού και τεχνολογικού τουρισμού. Ένα πανευρωπαϊκό δίκτυο έχει αρχίσει ήδη να μορφώνεται με τις πρωτοβουλίες κεντρικών εθνικών και περιφερειακών μουσείων τεχνολογίας. Τα ελληνικά μουσεία τεχνικού πολιτισμού μπορούν να βρουν στο δίκτυο αυτό το ευνοϊκό πλαίσιο ένταξης τους ως ισότιμοι εταίροι. ΟΛΓΑ ΤΡΑΓΑΝΟΥ-ΔΕΛΗΠΑΝΝΗ

ΕΝΑ ΜΟΥΣΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ Το Μουσείο που πρόκειται να παρουσιάσουμε είναι το Μουσείο της Ελιάς και του ελληνικού λαδιού (στο εξής ΜΕΕΛ) στη Σπάρτη (Λακωνία, Πελοπόννησος) και είναι το τρίτο' μουσείο τεχνικού πολιτισμού που ιδρύεται από το Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα της ΕΤΒΑ. εντασσόμενο στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός δικτύου προβιομηχανικών και βιομηχανικών μουσείων τεχνικού πολιτισμού. Στην Ελλάδα είναι σχετικά πρόσφατη η προσπάθεια για δημιουργία τέτοιων μουσειακών μονάδων που έχουν τη μορφή είτε κλειστών, κλασικών, μουσείων είτε ανοικτών με τη μορφή των υπαίθριων και των οικομουσείων. Στα μουσεία αυτά παρουσιάζεται ο υλικός πολιτισμός μιας κοινότητας ή μιας ευρύτερης περιοχής που στοχεύει όμως στην παρουσίαση του πολιτισμού τους ως «καθολικού φαινομένου». Στην Ελλάδα, όπου υπάρχει ένας αρκετά σημαντικός αριθμός λαογραφικών μουσείων και συλλογών (περίπου 400) και διασώζεται πολύτιμο υλικό από εργαλεία, αντικείμενα, μηχανήματα κ.ά., η μελέτη, η συλλογή και η παρουσίαση του υλι-

κού πολιτισμού έγινε με τρόπο περιγραφικό και όχι ερμηνευτικό και τα αντικείμενα απομονώθηκαν από το γενικότερο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο και αποσυνδέθηκαν από την παραγωγή και τη λειτουργία τους. Στα δύο λειτουργούντα τοπικά μουσεία (Μουσείο Μετάξης και Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης) στόχος ήταν να παρουσιαστεί μουσειογραφικά η προβιομηχανική τεχνολογία παραγωγής ορισμένων προϊόντων (μετάξι, αλεύρι, δέρμα, μπαρούτη) με μια σύντομη διαχρονική «ματιά», όπου αυτό κρίθηκε αναγκαίο (μετάξι, μπαρούτη, δέρμα). Ο στόχος της μουσειακής αυτής παρέμβασης ήταν η «αναπαράσταση» μιας κοινωνίας, ενός πολιτισμού σε τοπικό, κυρίως, επίπεδο. Στο ΜΕΕΛ , ο στόχος αυτός διευρύνεται και το μουσείο αποκτά έναν υπερτοπικό χαρακτήρα. Επιχειρείται για πρώτη φορά μια ισότιμη παρουσίαση της διαχρονικότητας του πολιτισμού της ελιάς και της τεχνολογίας παραγωγής του ελαιόλαδου. Η διαχρονικότητα αυτή έχει, κατά συνέπεια, και μια χωρική εξάπλωση στο χώρο της Μεσογείου που

υπήρξε, από την πρώτη εμφάνιση της ελιάς μέχρι σήμερα, ο κατ' εξοχήν χώρος καλ4 λιέργειας και εμπορίου . Το ερευνητικό πρόγραμμα όσο και η μουσειολογική του εκφορά στο ΜΕΕΛ στηρίχθηκαν στη μελέτη και την παρουσίαση της τεχνολογικής εξέλιξης της ελαιοκαλλιέργειας και της παραγωγής του ελαιόλαδου από την πρώιμη αρχαιότητα έως τη βιομηχανική περίοδο, ενταγμένων στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτισμικό και ιδεολογικό πλαίσιο. Το ΜΕΕΛ, όπως επισημαίνεται στην προκαταρκτική έκθεση', «αποσκοπεί κυρίως να προβάλει και να αναδείξει τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές διαστάσεις που είχε και έχει η καλλιέργεια της ελιάς και η παραγωγή του ελαιόλαδου τόσο για την περιοχή της Πελοποννήσου όσο και για τον ελλαδικό χώρο και τον ευρύτερο μεσογειακό, μέσα από μια διαχρονική και συγχρονική παρουσίαση του θέματος». Η καθολική αυτή παρουσίαση του πολιτισμού της ελιάς απαιτούσε ένα νέο, ουδέτερο ως προς την προηγούμενη χρήση του.


Εσωτερικό του υπόγειου εκθεσιακού χώρου του ΜΕΕΛ στη Σπάρτη (ρεαλιστική αναπαράσταση).

αρχιτεκτονικό κέλυφος. Έτσι επιλέχθηκε η κατασκευή ενός νέου κτιρίου με χαρακτήρα βιομηχανικό, γεγονός που οδήγησε στην επιλογή της παλιάς Ηλεκτρικής Εταιρείας Σπάρτης, κτίριο του Μεσοπολέμου ( 1927), από το οποίο διατηρήθηκε τελικά μόνο η πρόσοψη. Στόχος του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, ο οποίος τέθηκε εξ υπαρχής, ήταν η δημιουργία ενός ευχάριστου και συνάμα λειτουργικού συνόλου, το οποίο θα έχει «εξωστρεφή χαρακτήρα, τόσο ως προς την αρχιτεκτονική του μορφή και την ένταξη του στο φυσικό περιβάλλον όσο και ως προς τη γενικότερη μουσειολογική μορφή και λειτουργία 6 του» . Το ΜΕΕΛ συνδυάζει κλειστούς και ανοικτούς εκθεσιακούς χώρους. Στους κλειστούς χώρους (συνολικού εμβαδού 600 τ.μ.) περιλαμβάνονται οι κύριοι εκθεσιακοί χώροι κατανεμημένοι σε δύο στάθμες (εμβαδόν α ' στάθμης 225 τ.μ. και β' 300 τ.μ.), οι χώροι υποδοχής, διοίκησης του μουσείου, οι λειτουργικοί και χώροι υγιεινής καθώς και χώρος εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Οι ανοικτοί χώροι διακρίνονται στους υπαίθριους ή ημιυπαίθριους εκθεσιακούς και στον αύλειο χώρο περιπάτου και αναψυχής. Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση του ΜΕΕΛ, όπως και των άλλων μουσειακών μονάδων του ΠΤΙ ΕΤΒΑ. στηρίζονται στο αφετηριακό τρίπτυχο έρευνα-έκθεση-έκδοση. Το ερευνητικό πρόγραμμα οργανώθηκε στη βάση μιας διεπιστημονικής προσέγγισης του θέματος, το οποίο διεξήγαγε μια πολυάνθρωπη ερευνητική ομάδα από επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων (αρχαιολόγοι, ιστορικοί, κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, γεωπόνοι). Το πρόγραμμα αυτό κάλυψε έναν ευρύ χρονικό ορίζοντα από την πρώιμη αρχαιότητα έως την πρόσφατη βιομηχανική εποχή, άλλα και μια ευρύτερη έκταση, εστιάζοντας στην περιοχή της Νότιας Πελοποννήσου αλλά και στον ευρύτερο ελλαδικό και μεσογει-

ακό χώρο, ιδιαίτερα για την περίοδο της πρώιμης και ύστερης αρχαιότητας. Το ερευνητικό πρόγραμμα αναπτύχθηκε πάνω σε ένα κοινό πλέγμα θεματικών ενοτήτων που είναι: οι τρόποι καλλιέργειας της ελιάς, οι τεχνολογικές καινοτομίες στην παραγωγή του ελαιόλαδου και οι αντίστοιχες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές που συντελέστηκαν, η αποθήκευση, η διακίνηση και το εμπόριο του λαδιού, οι χρήσεις, η πολιτισμική και συμβολική διάσταση της ελιάς και του ελαιόλαδου στην κοινωνία κάθε ιστορικής περιόδου. Το ΜΕΕΛ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα μουσείο τεχνικού πολιτισμού ή τεχνολογικό, χαρακτηρισμό που οφείλει στην αναλυτική και τυπολογική παρουσίαση των τεχνικών παραγωγής του ελαιόλαδου από την προϊστορία μέχρι σήμερα. Το τμήμα αυτό του μουσείου αποτέλεσε και το δυσκολότερο κομμάτι του ερευνητικού προγράμματος τόσο στην καταγραφή και την ταύτιση των διαφόρων τεχνολογικών σταδίων και φάσεων της παραγωγής του ελαιόλαδου όσο και στην ανεύρεση των σχετικών τεκμηρίων. Για το θέμα αυτό εδραιώθηκε ένας συνεχής και γόνιμος διάλογος ανάμεσα στην αρχαιολογία και την εθνολογία που οδήγησε στην αναγνώριση τεχνικών, φάσεων και σταδίων καθώς και στην ταύτιση αντικειμένων και εργαλείων από την παραγωγή του λαδιού, η οποία χαρακτηρίζεται από τη μακρά διάρκεια. Για κάθε ιστορική περίοδο υπήρξαν δυσκολίες στην τεκμηρίωση και την εξεύρεση του αναγκαίου εκθεσιακού τεχνολογικού υλικού, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία αντιγράφων, μακετών σχεδίων κ.λπ. Σε ό,τι αφορά την τεχνολογία, προβλήματα υπήρξαν και για τη νεότερη περίοδο, διότι: α) η εθνογραφική έρευνα αδυνατεί να προχωρήσει σε ιστορικό βάθος μεγαλύτερο των τριών γενεών, β) ειδικότερα σε ό,τι αφορά τεχνικές και διαδικασίες είναι πολύ περιορισμέ-

νος ο αριθμός των πληροφορητών που είναι σε θέση να δώσουν ακριβείς και σωστές πληροφορίες, γ) ένας σημαντικός αριθμός των τεκμηρίων του υλικού πολιτισμού έχουν οδηγηθεί στην εξαφάνιση, πωλούμενα ως αντίκες, και δ) τα αντικείμενα αυτά αποτελούν στοιχεία της πολιτισμικής ταυτότητας του τόπου και των κατοίκων οι οποίοι τα χρησιμοποίησαν, με αποτέλεσμα να τα κρατούν ως έχουν ή να τα ενσωματώνουν ως παλιά οικοδομικά υλικά σε νέα κτίρια. Το εθνογραφικό υλικό, το οποίο συγκεντρώθηκε από επιτόπια έρευνα κυρίως στην περιοχή της Λακωνίας, αλλά και από άλλες περιοχές της Ελλάδας, αποτέλεσε τον καμβά πάνω στον οποίο «υφάνθηκε» ο διάλογος με τις άλλες ιστορικές επιστήμες σε ό.τι αφορά την υλική και πολιτισμική διάσταση της ελιάς και του ελαιόλαδου. Το ΜΕΕΛ μέσα από τα εκθέματα του και τον μουσειογραφικό τρόπο παρουσίασης έχει χαρακτήρα τόσο αρχαιολογικό όσο και εθνογραφικό' ο τελευταίος μάλιστα προσπαθεί να «αναπαραστήσει» τη λακωνική κοινωνία της οποίας ο πολιτισμός παρουσιάζεται σε αυτό. Όπως επισημαίνει και ο γάλλος μουσειολόγος Georges-Henri Rivière, «τα εθνογραφικά μουσεία είναι ο καθρέφτης όπου μια κοινότητα μπορεί να αναγνωστεί συνδέοντας την καταγωγή της, την ταυτότητα της, το μέλλον της». Στο ΜΕΕΛ κύριος στόχος είναι να παρουσιαστεί η τεχνολογική εξέλιξη και ο πολιτισμός της ελιάς με εκθέματα που προέρχονται από το χώρο της Νότιας Πελοποννήσου. Μεγάλη προσπάθεια γίνεται για την απόκτηση τεκμηριωτικού υλικού από την Πελοπόννησο και για τις άλλες ιστορικές περιόδους, πράγμα που προσκρούει σε εξαιρετικά μεγάλες δυσκολίες και οδηγεί στην επιλογή εκθεμάτων από άλλες περιοχές και στην παραγωγή πιστών αντιγράφων. Ένα σημαντικό θέμα τίθεται με τη συντήρηση και τη λειτουργική αποκατάσταση μηχανισμών, δεδομένου ότι η ταχύρυθμη αντικατάσταση τους έχει συντείνει στην απώλεια της απαραίτητης τεχνογνωσίας και την εξαφάνιση σημαντικών εξαρτημάτων. Τελειώνοντας, αν θέλαμε να δώσουμε ένα χαρακτηρισμό για το ΜΕΕΛ θα το ορίζαμε ως ένα μουσείο της κοινωνίας, του οποίου στόχος είναι να βρίσκεται σε μια συνεχή διαλεκτική σχέση με το φυσικό και το ανθρωπογενές περιβάλλον, να παρακολουθεί και να παρεμβαίνει στα γεγονότα και να αποτελεί ένα ζωντανό κομμάτι της τοπικής κοινωνίας. ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

1. Αναφερόμαστε στα άλλα δύο μουσεία του ΠΤΙ ΕΤΒΑ, το Μουσείο Μετάξης στο Σουφλί ( 1990) και το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης στη Δημητσάνα (1997), τα οποία έχουν παρουσιαστεί σε διάφορα άρθρα: Βλ. Γιάννης Κίζης, «Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης» Τεχνολογία 2 ( 1988), 11'Ανδρομάχη Οικονόμου. «Ένα μουσείο για το νερό. Το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης». Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης -Το νερό πηγή ζωής. κίνησης και καθαρμού··. Αθήνα 1999, 257-262' Στ.


Παπαδόπουλος. «Η οργάνωση της έκθεσης», στο Π. Γκαγκούλια - Α. Λούβη - Μ. Οικονόμου - Στ. Παπαδόπουλος - Μ. Ρηγίνος. Η σηροτροψία στο Σουφλί. Αθήνα 1992. 126-141. 2. Για το σχεδιασμό των μουσείων του ΠΤΙ ΕΤΒΑ. βλ. Ασπασία Λούβη «Τεχνολογικά μουσεία», εφημ. Καθημερινή (7.1. 2001 ), 28-30. 3. Παρουσίαση του ΜΕΕΛ έχει γίνει σε δύο συνέδρια με θεματική την ελιά. Βλ. Ανδρομάχη Οικονόμου «Το Μουσείο της Ελιάς: από την έρευνα στη δημιουργία του μουσείου». Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου -Ή ελιά στο παρελθόν και στο μέλλον». Άνδρος 29/6-2/7/1999 (υπό έκδοση) και η ίδια, « Όροι επισημάνσεις και προβλήματα από τη δημι-

ουργία ενός μουσείου για την ελιά». Πρακτικά του Συμποσίου "Η ελιά και το λάδι στο χώρο και το χρόνο-. Πρέβεζα 24-26/11/2000 (υπό έκδοση). 4. Φερ. Μπρωντέλ. Μεσόγειος. Ο ρόλος του περίγυρου. Α (μτφρ. Κλ. Μητσοτάκη). ΜΙΕΤ. Αθήνα 1991.289. 5. Δημ. Διαμαντόπουλος - Ειρ. Νάκου. Προκαταρκτική έκθεση για το Μουσείο της Ελιάς στην Σπάρτη Λακωνίας. Απρίλιος 1998 (πολυγρ.), ΠΤΙ ΕΤΒΑ, 2.

6. Ο.π.. 59.

7. Αρχαιολόγοι: Σοφοκλής Χατζησάββας. Ιωάννης Πίκουλας, Χρήστος Μπουλώτης. Ευαγγελία Ελευθερίου. Δημήτρης Κουρκουμέλης. Μιμίκα Γιαν-

νοπούλου. Στέλλα Δεμέστιχα. Βυζαντινολόγοι: Ηλίας Αναγνωστάκης, Ασπασία Λούβη. Αφέντρα Μουτζαλη. Ανθή Παπαγιαννάκη. Ιστορικοί: Αννα Ματθαίου. Ευαγγελία Μπαλτά. Νίκος Καραπιδάκης. Αγγελική Πανοπουλου. Αννα Λαμπροπούλου. Ιόλη Βιγγοπούλου. Μαρινέλλα Κατσιλιέρη. Κοινωνικοί ανθρωπολόγοι: Ανδρομάχη Οικονόμου. Παναγιώτα Μπαγετάκου. Γεωπόνος: Κωνσταντίνος Ποντικής. Η αρχιτεκτονική μελέτη εκπονήθηκε από το αρχιτεκτονικό γραφείο του Δημήτρη Διαμαντόπουλου, η μουσειολογική προμελέτη εκπονήθηκε από την Ειρήνη Νάκου και η μουσειολογική-μουσειογραφική μελέτη εκπονείται από την Ελένη Κατσανίκα.

ΕΝΑ ΜΟΥΣΕΙΟ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ Στο προηγούμενο τεύχος της Τεχνολογίας δημοσιεύθηκε το άρθρο «Κέντρο Τεχνικού Πολιτισμού-Βιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης», στο οποίο παρουσιάστηκε αυτό το σημαντικό για την Ερμούπολη έργο, όπως εξελισσόταν στις αρχές του 1999. Στο άρθρο αναλύθηκαν αρκετά η προϊστορία της ιδέας, η συμμετοχή των φορέων, η όλη προσπάθεια, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, μέχρι τη στιγμή που άρχιζαν οι πρώτες κατασκευές να δίνουν σάρκα και οστά στα σχέδια επί χάρτου - και να κρίνονται. Είναι πράγματα που πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να γραφτούν δεύτερη φορά. Αντίθετα, οι φιλόξενες σελίδες της Τεχνολογίας δίνουν τη δυνατότητα σήμερα να παρουσιαστεί το έργο όπως εξελίχθηκε και κυρίως να συμπληρωθούν όσα συνέβησαν από τότε ως τα εγκαίνια του Μουσείου, τον Μάιο του 2000, και κατά τους έξι πρώτους μήνες της λειτουργίας του. Συνοπτικά θυμίζουμε ότι η ιδέα ενός μουσείου για τη βιομηχανία στην Ερμούπολη γεννήθηκε περί το 1980. Η συστηματική συλλογή των υπολειμμάτων των εργοστασίων της πόλης, τα περισσότερα από τα οποία έκλεισαν εκείνη τη δεκαετία, άρχισε περί το 1985. Οι πρώτες σκέψεις για ένα μουσείο, στο οποίο θα μπορούσε να συγκεντρωθεί η μνήμη της ερμουπολίτικης βιομηχανίας, μετασχηματίστηκαν κατά την πορεία και στις αρχές της δεκαετίας του '90 πέρασαν σε ένα άλλο επίπεδο. Αρχισε να συζητιέται η ιδέα της δημιουργίας ενός Κέντρου για τον Τεχνικό Πολιτισμό. Ένα από τα ωραιότερα κτίρια της βιομηχανικής ζώνης, ερείπιο, του οποίου είχαν καταρρεύσει η στέγη και ο πύργος, το χρωματουργείο Κατσιμαντή του 1888, διατέθηκε από τον Δήμο της Ερμούπολης γι' αυτόν το σκοπό. Αργότερα, με αγορές, πάλι από τον Δήμο της Ερμούπολης, στο δυναμικό του Κέντρου προστέθηκαν το διπλανό σκαγιοποιείο Αναιρούση του 1889 και στη συνέχεια το βυρσοδεψείο Κορνηλάκη, κτισμένο περί το 1881 και επίσης μισογκρεμισμένο από αρκετά χρόνια. Πρόσφατα, στο σχεδιασμό του Κέντρου εντάχθηκε και τμήμα του υφαντουργείου Βελισαρρόπουλου, κατασκευής του 1905. Έτσι. λοιπόν, αν και η συλλογή του βιομηχανικού εξοπλισμού είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα, ο βασικός σχεδιασμός για τη δη-

μιουργία του «Κέντρου Τεχνικού ΠολιτισμούΒιομηχανικού Μουσείου Ερμούπολης» ξεκίνησε επίσημα περί το 1994, με τη σύνταξη των πρώτων μελετών και την ένταξη του σε ευρωπαϊκά προγράμματα. Σήμερα, τα δύο πρώτα κτίρια, το χρωματουργείο Κατσιμαντή και το σκαγιοποιείο Αναιρούση, έχουν ολοκληρωθεί. Η αποκατάσταση-ανακατασκευή του τρίτου, του βυρσοδεψείου Κορνηλάκη, βρίσκεται σε εξέλιξη με διετή ορίζοντα υλοποίησης. Βασικοί συντελεστές του έργου ήταν από την πρώτη στιγμή, και είναι μέχρι σήμερα, η ομάδα των ιστορικών του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και ο Δήμος της Ερμούπολης με τη Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης. Ο επιχειρησιακός σχεδιασμός Η όλη σύλληψη περιέχει δύο σημαντικές καινοτομίες για τα ελληνικά δεδομένα. Η πρώτη καινοτομία αφορά την ανάπτυξη του Μουσείου και του Κέντρου, όχι σε ένα κτίριο ή συγκρότημα κτιρίων όπως έχουμε μάθει μέχρι σήμερα, αλλά σε ένα δίκτυο χώρων οι οποίοι απλώνονται σε όλη την έκταση της βιομηχανικής ζώνης της πόλης. Το σύστημα αυτό κτιρίων και εγκαταστάσεων, το οποίο στην τελική του μορφή θα καταλαμβάνει επιφάνειες κτιστού χώρου 4300 τ.μ. απλώνεται σε επτά κτιριακές μονάδες των τεσσάρων εργοστασίων που αναφέρθηκαν. Οι μονάδες αυτές πλαισιώνονται από ένα παράλληλο δίκτυο ενεργών και επισκέψιμων σημείων της βιομηχανικής ζώνης του λιμανιού και της νεοκλασικής πόλης. Με αυτόν το σχεδιασμό το Μουσείο φιλοδοξεί να παίξει ένα ρόλο κεντρικού πόλου ή καλύτερα μιας ραχοκοκαλιάς που εν τέλει διαπερνά ένα ελκυστικό και αναγνώσιμο ιστορικό τοπίο μη μουσειοποιημένο. Είναι ένα ρεαλιστικό σχέδιο, δεδομένου ότι όλοι οι χώροι οι οποίοι αναφέρθηκαν είναι ενεργοί και φιλοξενούν τις καθημερινές χρήσεις της πόλης. Είναι επίσης ένα δύσκολο σχέδιο, δεδομένου ότι οι χώροι οφείλουν να αναδειχθούν και να αποκατασταθούν, διατηρώντας τις χρήσεις τους. ενώ ταυτόχρονα θα είναι επισκέψιμοι για το κοινό. Ο Δήμος Ερμούπολης, τα τελευταία χρόνια, υλοποίησε εκτεταμένες αναπλάσεις των δημόσιων κτιρίων και των οδών της πό-

λης, παρασύροντας έτσι και ιδιώτες ή φορείς οι οποίοι προχώρησαν σε αποκαταστάσεις των κτιρίων τους. Αυτές οι επεμβάσεις φέρνουν ακόμη πιο κοντά την πιθανότητα επιτυχίας του συνολικού σχεδιασμού για το Κέντρο Τεχνικού Πολιτισμού. Η δεύτερη καινοτομία αφορά την κατανομή και την ανάμιξη των αμιγώς μουσειακών λειτουργιών με άλλες λειτουργίες μέσα στο ίδιο το Κέντρο Τεχνικού Πολιτισμού. Συνοπτικά αναφέρω ότι για τις μόνιμες και τις περιοδικές εκθέσεις αφιερώνεται μόνο το 38% των επιφανειών των διαθέσιμων κτιρίων, δηλαδή 1660 τ.μ. Δύο συγκροτήματα, τα οποία διασώθηκαν με τον εξοπλισμό τους στο σύνολο του in situ, το σκαγιοποιείο Αναιρούση με τον χαρακτηριστικό πύργο ψύξης του μολύβδου, μοναδικό στο είδος του για τον ελληνικό χώρο, και τμήμα του βυρσοδεψείου Κορνηλάκη με τη σειρά των μηχανών και των εγκαταστάσεων για την επεξεργασία των δερμάτων, αποκαταστάθηκαν ήδη ή αποκαθίστανται ως αυτόνομα μόνιμα εκθέματα με ελαχιστοποιημένες αρχιτεκτονικές ή στατικές επεμβάσεις. Το πρώην χρωματουργείο Κατσιμαντή αποκαταστάθηκε στην αρχική του μορφή εξωτερικά και παρέλαβε χώρους εκθέσεων στο ισόγειο, διοίκησης και εργαστηρίων στους ορόφους. Το κεντρικό κτίριο του βυρσοδεψείου Κορνηλάκη, το οποίο είχε καταρρεύσει κατά τα 2/3, ξανακτίζεται με την ίδια μορφή και όγκο για να δεχθεί τις μόνιμες μουσειακές εκθέσεις. Αλλα τρία κτίρια του συγκροτήματος, τα οποία σώζονται σε καλύτερη κατάσταση, πρόκειται να αποκατασταθούν για εκπαιδευτικές χρήσεις και χρήσεις εργαστηρίων. Ίδιες χρήσεις πρόκειται να έχει και το δυτικό τμήμα του υφαντουργείου Βελισσαρόπουλου. το οποίο σήμερα λειτουργεί ως μουσειακή αποθήκη. Εκτός από το Μουσείο, το οποίο καλύπτει την ιστορία της βιομηχανίας, της ναυτιλίας και της πόλης, μια σειρά μονάδων και εργαστηρίων επεκτείνουν το οργανόγραμμα του Κέντρου και φέρνουν στην Ερμούπολη νέες δράσεις μαζί με τη φιλοδοξία της δημιουργίας ενός πόλου για τον τεχνικό πολιτισμό, που θα υπερβεί τα ελληνικά σύνορα. Πρόκειται για τις μονάδες τεκμηρίωσης και πιστοποίησης, εργαστηρίων, υποδοχής εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων καθώς και


ηλεκτρονικών και δικτυακών δράσεων. Από τα παραπάνω, άλλα έχουν ήδη ξεκινήσει και άλλα σχεδιάζονται. Συγκεκριμένα, η μονάδα τεκμηρίωσης και τα εργαστήρια έχουν να παρουσιάσουν πλούσιο έργο με την τεκμηρίωση του βιομηχανικού εξοπλισμού της συλλογής, τη συντήρηση μηχανών, εργαλείων και χαρτιού, όπως και με τη συγκρότηση του αρχείου προφορικών μαρτυριών. Τρεις συνεργασίες με πανεπιστημιακά ιδρύματα, δύο από την Ελλάδα και ένα από τις ΗΠΑ. οι οποίες είχαν ως προϊόν εκπαιδευτικά εργαστήρια στο Κέντρο Τεχνικού Πολιτισμού στην Ερμούπολη, έχουν θέσει τις βάσεις για την ανάπτυξη της μονάδας υποδοχής ερευνητικών και ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων. Η ανάπτυξη του «επιστημονικού τουρισμού», βασική ιδέα στο σχεδιασμό και τη συγκρότηση του Μουσείου, προωθήθηκε με τη συμμετοχή σε μια σειρά επιστημονικές συναντήσεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στη Σύρο. Πρόκειται για την 1η Συνάντηση Πολιτισμού-Τουρισμού με τίτλο «Θεματικά μουσεία στο νησιωτικό χώρο του Αιγαίου», την οποία διοργάνωσε το Υπουργείο Αιγαίου, την Πανελλήνια Συνάντηση του TICCIH για τα Βιομηχανικά Αρχεία με συνδιοργανωτή το Βιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης και τα καλοκαιρινά Σεμινάρια της Ερμούπολης του ΚΝΕ/ΕΙΕ. Η έκθεση του Βιομηχανικού Μουσείου Πριν από δέκα μήνες το Βιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης άνοιξε τις πύλες του στο κοινό. Είναι ένα μουσείο που οδηγεί τον επισκέπτη του. μέσα από μια διαδρομή ενάμιση περίπου αιώνα, από τις στιγμές του ερχομού των προσφύγων από τις ακτές του Αιγαίου και το κτίσιμο της πρώτης πόλης στα χρόνια της Επανάστασης, στη σημερινή αναβίωση των ερειπίων της βιομηχανικής ζώνης της Ερμούπολης. Η πρώτη έκθεση αποφασίστηκε να έχει τον τίτλο « Ένα μουσείο γεννιέται » και να δίνει μια πρόγευση των μελλοντικών εκθέσεων και της λειτουργίας του Μουσείου μέσα από μια συνολική εικόνα της ιστορικής εξέλιξης της Ερμούπολης. Η έκθεση δομήθηκε πάνω στο τρίπτυχο πόλη-ναυτιλία-βιομηχανία. Στήθηκε με έμφαση σε τρεις βασικές παραμέτρους της ιστορίας, τις τεχνικές, το χώρο και τους ανθρώπους. Οι μηχανές της συλλογής του Μουσείου και τα έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου αποτέλεσαν τον βασικό σκελετό της έκθεσης. Συμπληρωμένη από σημαντικά δάνεια του Μουσείου Μπενάκη, του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, δημόσιων και ιδωτικών συλλογών φορέων, όπως και από πολλές δωρεές, η έκθεση αναπτύχθηκε στις 6 ισόγειες αίθουσες του πρώην χρωματουργείου Κατσιμαντή, σε μια επιφάνεια 400 τ.μ. περίπου. Ο σχεδιασμός της έκθεσης στόχευε στη δυνατότητα πολλαπλών επιπέδων ανάγνωσης από διαφορετικές ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες. Ο στόχος αυτός υλοποιήθηκε με την προσεκτικά διαβαθμισμένη παρουσίαση των 307 εκθεμάτων του καταλόγου. Η ιδιομορφία της ανάδειξης μηχανών, συσκευών και εργαλείων, τα οποία είναι ταυτισμένα με άλλους χώρους και άλλες μνήμες -με μια ξεχασμένη καθημερινότητα- και το πάντρεμα

τους με ζωγραφικούς πίνακες, περίτεχνα σχέδια ή δυσανάγνωστα έγγραφα ήταν το δύσκολο έργο της επιστημονικής και αρχιτεκτονικής επιμέλειας. Η συνεχής συνεκτική ιστορία και η τεκμηρίωση της με έγγραφα, εικόνες, φωτογραφίες, σχέδια ακολουθήθηκε από την αναβάθμιση και του φαινομενικά πιο «ασήμαντου» εργαλείου σε έργο τέχνης και την ανάλογη διαμόρφωση των χώρων για να υποδεχθούν αυτό το περιεχόμενο. Οι 4500 επισκέπτες των πρώτων μηνών, στους οποίους περιλαμβάνονται οι μέσοι έλληνες και ξένοι τουρίστες, τα ντόπια σχολεία και η παλιά φρουρά της ερμουπολίτικης βιομηχανίας, φοιτητές και πανεπιστημιακοί, στάθηκαν κριτές αυτού του εγχειρήματος. Η γέννηση της πόλης, ο ερχομός των προσφύγων στην «ουδέτερη» Σύρο από τις επαναστατημένες ακτές του Αιγαίου, τα ιστορικά γεγονότα που προκάλεσαν ή επιτάχυναν

Το βυρσοδεψείο Κορνηλάκη / Δενδρινού και Κούτση κατασκευάστηκε περί το 1880. Το μεγαλύτερο τμήμα του κεντρικού του κτιρίου κατέρρευσε κατά τη δεκαετία του 1880. Το συγκρότημα σήμερα ανακατασκευάζεται προκειμένου να στεγάσει τον δεύτερο πόλο του Κέντρου Τεχνικού Πολιτισμού-Βιομηχανικού Μουσείου Ερμούπολης.

αυτόν τον ερχομό, όπως οι καταστροφές της Χίου και των Ψαρών, εισάγουν τον επισκέπτη στην έκθεση. Το κτίσιμο της νεοκλασικής πόλης, ο πολεοδομικός σχεδιασμός και οι υποδομές της. κυριαρχούν στη συνέχεια και προσδίδουν στην ανάγνωση της έκθεσης έναν ιδιαίτερο και πρωτότυπο τόνο. Χάρτες του νησιού και της πόλης, λίγα από τα διάσημα και δημοσιευμένα αρχιτεκτονικά σχέδια των μνημειακών δημόσιων κτιρίων και πολλά από τα άγνωστα σχέδια και έγγραφα της διαδικασίας που κρύβεται πίσω από τις λαμπρές όψεις των δρόμων και των πλατειών του 19ου αιώνα καλύπτουν τους τοίχους και τις βιτρίνες της πρώτης αίθουσας μαζί με έγγραφα δημοπρατήσεων, διανοίξεις ρυμοτομίας, σχέδια υπονόμων και αγωγών ύδρευσης. Παράλληλα με την οικοδομική διάσταση, η άλλη διάσταση, της πνευματικής ζωής.


Μηχανικός αργαλειός από τα Πλεκτήρια Α. Κωνσταντινόπουλου - Γ. Ζησιμάτου της Σύρου, ο οποίος κατασκευάστηκε από την αγγλική Richardson Tuer& Co. Ltd. περί το 1920-1925. Αποτελεί ένα από τα μόνιμα εκθέματα των αιθουσών βιομηχανίας του Μουσείου.

Το Χρωματουργείο Κατσιμαντή χτίστηκε το 1885 και αρχικά λειτούργησε ως εργοστάσιο σκαγιών και καρφοβελονών από τους Γιαμαλάκη - Βρατσάνο. Στη συνέχεια λειτούργησε ως χρωματουργείο των αδελφών Κατσιμαντή, Ο μεγάλος πύργος ψύξης, της παραγωγής σκαγιών, είχε καταρρεύσει παρασύροντας την τετράρριχτη στέγη του κτιρίου και τμήμα της νότιας όψης. Το κτίριο αποκαταστάθηκε και από τον Μάιο 2001 στεγάζει το Βιομηχανικό Μουσείο και τη διοίκηση του Κέντρου Τεχνικού Πολιτισμού.

εκπροσωπείται με ερμουπολίτικες εκδόσεις, έντυπα του θεάτρου και της καλλιτεχνικής κίνησης, ζωγραφικούς πίνακες με προσωπογραφίες, οι οποίες ταυτόχρονα φέρνουν στην επιφάνεια πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας και στιγμές των εκφράσεων της μέσω της ζωγραφικής. Μια αποκατεστημένη τυπογραφική πρέσα του 1875, η οποία κυριαρχεί στο μέσον της πρώτης εισαγωγικής ενότητας, εικονογραφεί την τεχνική διάσταση των πιο πάνω. Από την πόλη περνά κανείς στο χώρο και τα πρόσωπα του λιμανιού. Στους συνεχείς μετασχηματισμούς του λιμανιού της Ερμούπολης αποτυπώνονται οι εξελίξεις στις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου. Ο όρμος με τις αμμώδεις ακτές και το δάσος των καταρτιών των ιστιοφόρων μέσα σε μισό αιώνα γίνεται ένα λιμάνι με λιθόκτιστα κρηπιδώματα και πλήρες μέτωπο εμπορικών καταστημάτων και αποθηκών, τα οποία μόλις και διακρίνονται πίσω από τη σειρά των σιδερένιων ατμόπλοιων. Οι διαδοχικές εικόνες δείχνουν ανάγλυφα αυτή την εξέλιξη. Μαζί με τα πορτρέτα των εμπόρων και τη σκηνογραφία με την πλάστιγγα και το ξύλινο με μεταλλικά ελάσματα και κεφαλωμένα καρφιά χρηματοκιβώτιο συνθέτουν την εικόνα του λιμανιού προτού ο επισκέπτης εισέλθει στις κυρίως αίθουσες, οι οποίες είναι αφιερωμένες στη ναυτιλία. Τα ομοιώματα των πλοίων, από τα ιστιοφόρα των μέσων 19ου αιώνα, μεταξύ των οποίων ένα βραβευμένο στη διεθνή ναυτική έκθεση του Bordeaux του 1907, μέχρι τα πετρελαιοκίνητα φορτηγά των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα, είναι ίσως τα πιο παραστατικά και ευανάγνωστα εκθέματα των αιθουσών της ναυτιλίας. Δεν υστερούν όμως καθόλου σε αξία τα γειτονικά τους πρωτότυπα κατασκευαστικά σκίτσα καϊκιών του συριανού ταρσανά, φτιαγμένα από το χέρι ενός ονομαστού εμπειροτέχνη καραβομαραγκού. Οι αποκατεστημένες diesel μηχανές θαλάσσης, τα πριόνια του ταρσανά και οι φωτοτυπίες των ναυπηγικών σχεδίων, συνοδευόμενα από την προβολή σε οθόνη των καρτ ποστάλ του λιμανιού του 1900, συμπληρώνουν την εικόνα της ναυτικής Ερμούπολης. Η ιστορία της ανάπτυξης του τηλεγραφικού δικτύου στην Ανατολή συνδέεται άμεσα με τη Σύρο. Το καλώδιο του τηλεγράφου, βυθισμένο από τις ακτές της βρετανικής Κορνουάλης, περιέτρεχε τις δυτικές ακτές της Ευρώπης και μέσω του Γιβραλτάρ και της Μάλτας έφθανε στην Αλεξάνδρεια για να φύγει προς τη Μέση Ανατολή και τις Ινδίες. Κόμβος σε αυτή την πορεία γύρω από τη γήινη σφαίρα, υπήρξε η Ερμούπολη. Το καλώδιο έφθανε στη βόρεια ακτή του λιμανιού της για να ξαναβυθιστεί από εδώ και να στείλει τα σήματα μορς στο Σούνιο και στην ηπειρωτική Ελλάδα, στην Κωνσταντινούπολη και τον Εύξεινο Πόντο. Ένας παγκόσμιος χάρτης της τηλεγραφικής εταιρείας Eastern Telegraph Co, όπου απεικονίζονται τα δίκτυα και οι παγκόσμιοι κόμβοι, μαζί με τις φωτογραφίες του προσωπικού του σταθμού της Ερμούπολης στα 1920 και του πλοίου πόντισης του τηλεγραφικού καλωδίου στο λιμάνι περιγράφουν αυτή τη γοητευτική ιστορία των δικτύων και της επικοινωνίας. Η τύχη έφερε

να σώζονται τόσο το κτίριο του τηλεγραφείου, το οποίο κτίστηκε το 1880 και λειτούργησε ως το 1925. όσο και η λιμενική αποθήκη των καλωδίων, σε μια μορφή σχεδόν ίδια με αυτήν που έχει αποτυπωθεί στις φωτογραφίες. Περνώντας από τις αίθουσες τις αφιερωμένες στην πόλη και το λιμάνι στις αίθουσες τις αφιερωμένες στη βιομηχανία αρχίζουν να ξεδιπλώνονται τα μυστικά του «τεχνικού πολιτισμού» της Σύρου. Η απίστευτη ανάπτυξη, μέσα σε δυο τρεις δεκαετίες, της βιομηχανίας σε ένα ξερονήσι των Κυκλάδων, χωρίς πρώτες ύλες και χωρίς βιομηχανική παράδοση, βασίστηκε στην ευρηματικότητα και το πάθος των νέων εποικιστών. Ναυπηγεία, μηχανουργεία, κλωστοϋφαντουργεία, βυρσοδεψεία, χρωματουργείο. υαλουργείο ξεπήδησαν στις έρημες εκτάσεις του όρμου της Ερμούπολης και λειτούργησαν χωρίς διακοπή μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Το ναυπηγείο του Νεωρίου, η αρχαιότερη εν λειτουργία επιχείρηση του νησιού με 140 χρόνια ζωής, λειτούργησε και λειτουργεί μέχρι σήμερα ως ατμομηχανή της βιομηχανικής παραγωγής για τη Σύρο. Πέρα από τις βασικές βαριές ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες τις οποίες εκτελούσε το ίδιο το Νεώριο, ένας ολόκληρος κόσμος εργαστηρίων μετάλλου, μηχανουργείων και μηχανοκατασκευών ζούσε και ζει σε συνάρτηση με αυτό. Στην έκθεση, το Νεώριο παρουσιάζεται σε αυτόνομη αίθουσα. Ιστορικά έγγραφα, σχέδια των επεκτάσεων των εγκαταστάσεων του και χαρακτηριστικές φωτογραφίες της εξέλιξης του είναι το αρχειακό υλικό το οποίο εκτίθεται. Το ομοίωμα του ρυμουλκού «φοίνιξ», ενεργού ακόμη στο ναυπηγείο, το οποίο κατασκευάστηκε στη Λισαβόνα το 1953, ταξίδεψε στον Ατλαντικό και αγοράστηκε από το Νεώριο στις αρχές της δεκαετίας του 1970. όπως και ολόκληρη η πρύμνη ενός παλαιότερου κατεστραμμένου ρυμουλκού, είναι δύο από τα εντυπωσιακά εκθέματα της αίθουσας. Ο πλωτός γερανός «Μαμούθ» κατασκευάστηκε το 1929-1931 στην Αγγλία και εξυπηρετούσε τις αποβάθρες του Τάμεση μέχρι να αγοραστεί από το Νεώριο γύρω στο 1972. Από τότε είναι ενταγμένο στις βοηθητικές εγκαταστάσεις των πλωτών δεξαμενών του Νεωρίου. Το ατμοκίνητο πηδάλιο του γερανού, το οποίο πριν από λίγα χρόνια αχρηστεύτηκε λόγω της ηλεκτροκίνησης του. διασώθηκε από το Μουσείο και σήμερα εκτίθεται με μια ενδιαφέρουσα αποκατάσταση του κατά το ήμισυ, αφήνοντας τον επισκέπτη να αντιπαραβάλει το συντηρημένο τμήμα με το υπόλοιπο όπως είναι πατιναρισμένο από τα γράσα και τους επάλληλους χρωματισμούς της ιστορικής πορείας του. Αυτή η τεχνική, της επιδεικτικής συντήρησης-αποκατάστασης. ακολουθήθηκε και σε άλλες μηχανές που εκτίθενται. Το πρώτο έκθεμα της αίθουσας για τη βιομηχανία, ένας τυπικός τόρνος μηχανουργείου, διασώθηκε με απώλειες κάποιων τμημάτων του. Η μουσειολογική ομάδα επέλεξε να αποκαταστήσει τα απωλεσθέντα μεταλλικά γρανάζια, τα καπάκια και την «κουκουβάγια», ένα βασικό εξάρτημα του μηχανισμού, με ακριβή αντίγραφα από ξύλο. Με αυτή την επιλογή δια-


κρίνεται αμέσως η νεότερη επέμβαση στο μηχάνημα, ενώ ταυτόχρονα έχει επιτευχθεί η πλήρης αποκατάσταση της μορφής. Ένας αργαλειός κλωστοϋφαντουργίας πάνω στον οποίο είναι αποτυπωμένες επεμβάσεις περίπου 80 χρόνων, αποτέλεσμα των κατά καιρούς επισκευών του, δεσπόζει στην αίθουσα της βιομηχανίας. Στην ελαφρά οθόνη που κρέμεται από πάνω του προβάλλεται ένα ενδιαφέρον κολάζ εικόνων και ήχων. στηριγμένο στις συνεντεύξεις παλαιών εργατριών του κλάδου, από το αρχείο προφορικών μαρτυριών του Μουσείου. Δύο δίδυμες πρέσες του υαλουργείου της Σύρου στην αίθουσα της βιομηχανίας αποκαλύπτουν την ιδιότυπη ιστορία της παραβατικότητας η οποία συνόδευε τις αυτοκατασκευές. τις πατέντες και τα άλλα ευρήματα των τεχνιτών της ελληνικής βιομηχανίας. Η πρώτη πρέσα, φερμένη από το Μάντσεστερ για τις ανάγκες του υαλουργείου, λύθηκε, αντιγράφηκε και από αυτή χύθηκε ένα νέο πανομοιότυπο αντίγραφο στο ντόπιο μηχανουργείο Μπαρμπέτα. Μόνο που ο δημιουργός του δεν συγκρατήθηκε, αλλά περήφανος για το έργο του σκάλισε στο καλούπι, στη θέση του κλεψίτυπου αγγλικού λογότυπου, τον νέο λογότυπο «Υαλουργείον Σύρου 1915». Το Βιομηχανικό Μουσείο έχει την τύχη να διαθέτει και να εκθέτει και τις δύο πρέσες τη μητρική και το πιστό αντίγραφο. Οι καλτσομηχανές, οι λαστιχομηχανές. οι μηχανές δεματιάσματος, οι μικρές diesel μηχανές των χωραφιών -επίσης συριανής παραγωγής-, όπως και τα προϊόντα ή τα εργαλεία της βιομηχανικής παραγωγής, υαλουργικά καλλιτεχνήματα, πορσελάνινοι μονωτήρες, νήματα, δειγματολόγια υφασμάτων, «κόκαλα» βυρσοδεψίας για τους αργαλειούς κ.ά. ολοκληρώνουν την έκθεση στην αίθουσα της βιομηχανίας. Η διαδρομή του επισκέπτη κλείνει με το πέρασμα στον τελευταίο χώρο, όπου επιχειρείται η ενδεικτική παρουσίαση των έργων και των μουσειακών ή ερευνητικών δράσεων του Κέντρου Τεχνικού Πολιτισμού. Εδώ κυριαρχούν οι μακέτες και τα σχέδια των μελετών για τα κτίρια του Μουσείου και του Κέντρου, μαζί με στοιχεία της ιστορικής τους τεκμηρίωσης, φωτογραφίες-πορτρέτα των πρώτων κτητόρων, στοιχεία για την ευρύτερη βιομηχανική περιοχή της Ερμούπολης κ.ά. Στην ίδια αίθουσα επιδεικνύεται μια πρότυπα αποκατεστημένη εμβολοφόρος αντλία νερού, κατασκευασμένη στη Σύρο, για τις ανάγκες ενός βαφείου. Η αντλία εκτίθεται με το πλήρες μητρώο αποκατάστασης της. όπου φαίνεται η τεκμηρίωση της επέμβασης και φάσεις καθαρισμού και συντήρησης. Στον ίδιο χώρο προβάλλεται σε οθόνη το επιδείξιμο για το κοινό ολιγόλεπτο βίντεο του αρχείου προφορικών μαρτυριών παλαιών εργατριών και εργατών της Σύρου. Το πολύωρο βασικό υλικό των συνεντεύξεων σε κασέτες ήχου και εικόνας είναι διαθέσιμο για τους ερευνητές σε ειδικό χώρο του Μουσείου με ανάλογο εξοπλισμό. Τέλος, σε άλλες μικρές ενότητες της τελευταίας αίθουσας παρουσιάζονται οι ενδεικτικές αποτυπώσεις σημαντικών τόπων της βιομηχανικής κληρονομιάς στις Κυκλάδες και

συγκεκριμένα οι μεγάλες μεταλλευτικές εγκαταστάσεις των νησιών. Στις βιτρίνες εκτίθενται οι αποτυπώσεις των ορυχείων σμύριδας της Νάξου, των θειωρυχείων της Μήλου και των μεταλλείων σιδήρου της Σερίφου, μαζί με τις συλλογές των ορυκτών τους. Ακόμη, η ιστοσελίδα της εικονικής συλλογής επιστημονικών οργάνων του ΚΝΕ/ΕΙΕ ανοίγει στην οθόνη του Η/Υ, ενώ δίπλα εκτίθενται δύο πρωτότυπα από τα εκθέματα της συλλογής, ένας ναυτικός εξάντας και ένας τοπογραφικός χωροβάτης του 19ου αιώνα, εισάγοντας στην ιδέα της εικονικής συλλογής. Η συλλογή και η αποκατάσταση μηχανών και εργαλείων Το Βιομηχανικό Μουσείο διαθέτει ήδη μια μεγάλη συλλογή μηχανών του 19ου και 20ού αιώνα. Λίγες από αυτές σήμερα εκτίθενται συντηρημένες, σύμφωνα με τις διεθνείς μουσειολογικές προδιαγραφές. Η συγκέντρωση του υλικού, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ξεκίνησε πριν από μια δεκαπενταετία. Το αποτέλεσμα αυτής της μακροχρόνιας και συστηματικής δράσης ήταν πρώτα απ' όλα η διάσωση εξοπλισμού μονάδων που δεν υπάρχουν σήμερα ή μηχανών που θα είχαν καταστραφεί στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού των εργοστασίων που τις χρησιμοποιούσαν. Το σύνολο των κλάδων της συριανής βιομηχανίας εκπροσωπείται πλέον με πληρότητα στη συλλογή. Το υλικό καταγράφεται συστηματικά σε πλήρες μητρώο, το οποίο περιλαμβάνει και στοιχεία της τεκμηρίωσης του, από το φθινόπωρο του 1998. Το μητρώο έδωσε τη δυνατότητα χάραξης νέων στόχων και μιας συνολικής πολιτικής για τις συλλογές του Μουσείου. Η ανάγκη για την ολοκλήρωση των έργων του Μουσείου, τα εγκαίνια της πρώτης έκθεσης και η επαφή της επιστημονικής ομάδας με τον κόσμο της Ερμούπολης μέσω των διαφόρων δράσεων των τελευταίων δύο χρόνων οδήγησαν στην επιτάχυνση αυτής της διαδικασίας. Έχει αρχίσει πλέον να γίνεται συνείδηση στην τοπική κοινωνία ότι ένα παλιό μηχάνημα, μια μικρή προσωπική συλλογή φωτογραφιών ή σχεδίων, ένας πάγκος με εργαλεία των γηραιότερων μελών μιας οικογένειας πρωτίστως προορίζονται για το Μουσείο και όχι για τον παλιατζή ή τα σκουπίδια όπως παλαιότερα. Η συλλογή έχει υπερβεί σήμερα τα 400 αντικείμενα και περιλαμβάνει από τόρνους και μηχανές πολλών τόνων μέχρι ευαίσθητα μικρά εργαλεία. Η αποκατάσταση και η έκθεση τους έχει γίνει μέχρι τώρα με συντηρητικό τρόπο. Από τα εκατοντάδες αυτά μηχανήματα και εργαλεία επελέγη να εκτεθούν σε πρώτη φάση μόλις 22 κομμάτια. Η τυπογραφική πρέσα, η μηχανή θαλάσσης, ο μηχανουργικός τόρνος, η εμβολοφόρος αντλία, οι δίδυμες υαλουργικές πρέσες και μια μικρή diesel μηχανή πηγαδιού αποκαταστάθηκαν λειτουργικά. Η διαδικασία αποκατάστασης έπαιξε το ρόλο πιλοτικού έργου για τη μελλοντική αντιμετώπιση της συλλογής ως εργαλείου εκθέσεων αλλά και έρευνας. Δοκιμάστηκαν διαφορετικές τεχνικές και μέθοδοι για την επέμβαση. Και το κυριότερο, δοκιμάστηκαν με εξαιρετικά αποτελέσματα οι δυνατότητες συ-

Το σκαγιοποιείο Αναιρούση. τυπικό σκαγιοποιείο του 1889. που διασώθηκε ακέραιο με τον εξοπλισμό παραγωγής, έχει στερεωθεί και ανήκει στο δίκτυο κτιρίων του Κέντρου Τεχνικού Πολιτισμού. Στο σκαγιοποιείο έχουν γίνει μόνο έργα στερέωσης του κτιρίου και συντήρησης του μηχανολογικού εξοπλισμού του.


ριανών συνεργείων να πραγματοποιήσουν τις πρωτόγνωρες αυτές εργασίες συντήρησης. Μια δεύτερη ενότητα μηχανών εκτέθηκε σε ενδιάμεσα στάδια αποκατάστασης. Ο μηχανικός αργαλειός, το ατμοκίνητο πηδάλιο του πλωτού γερανού, μια δεύτερη μικρή diesel μηχανή έχουν συντηρηθεί κατά τμήματα. Δίνεται έτσι η δυνατότητα στο κοινό να παρακολουθεί δίπλα δίπλα, τόσο τις αυθεντικές μορφές μηχανών, οι οποίες πάρα τη χρήση τους για πολλές δεκαετίες σήμερα εκτίθενται όπως βγήκαν «από το κουτί» τους, όσο και τις φθαρμένες από το χρόνο και τη βαριά χρήση τους αντίστοιχες ημιαποκατεστημένες. Η συνεργασία με στελέχη του Science Museum του Λονδίνου και του Trevithick Trust της Κορνουάλης, η μεταφορά τεχνογνωσίας από την Αγγλία όπως και η ανταλλαγή εμπειρίας με έλληνες ειδικούς των αντίστοιχων κλάδων βοήθησαν στην υποδειγματική, κατά τη γνώμη μας, εκθεσιακή χρήση του μηχανολογικού εξοπλισμού της συλλογής. Με βάση αυτή την εμπειρία προγραμματίζεται η έκθεση στους υπό κατασκευή χώρους του συγκροτήματος Κορνηλάκη νέων τμημάτων της συλλογής, με έμφαση στα βαριά και ογκώδη εκθέματα της ναυπηγικής, της βυρσοδεψίας και των μηχανοκατασκευών. Η συντήρηση και η έκθεση ιστορικών τεκμηρίων από χαρτί Το έγγραφο υλικό που εκτίθεται σήμερα στο Βιομηχανικό Μουσείο προέρχεται κυρίως από το Ιστορικό Αρχείο της πόλης, από δάνεια και από δωρεές προς το Μουσείο. Περιλαμβάνει ιστορικά έγγραφα, βιβλία, χάρτες, σχέδια και φωτογραφίες. Το Ιστορικό Αρχείο Ερμούπολης-ΓΑΚ Νομού Κυκλάδων με το δανεισμό δεκάδων εγγράφων, σχεδίων και βιβλίων στήριξε στον μέγιστο βαθμό τις ανάγκες της έκθεσης. Το υλικό όμως αυτό. σημαντικό τμήμα του οποίου έβγαινε για πρώτη φορά στο φως. όπως και το ιδιαίτερα ταλαιπωρημένο υλικό προσωπικών συλλογών το οποίο παραχωρήθηκε, απαιτούσαν ειδική μεταχείριση. Αποφασίστηκε να μην εκτεθεί οτιδήποτε αν δεν έχει προηγηθεί η συστηματική αποκατάσταση του από παλαιότερες άστοχες επεμβάσεις και συντήρηση. Η δημιουργία εκ του μηδενός ενός μικρού εργαστηρίου συντήρησης χαρτιού στην Ερμούπολη, για τις ανάγκες του Μουσείου, κάλυψε αυτόν το στόχο. Το εργαστήριο στήθηκε από έμπειρη συντηρήτρια των αθηναϊκών μουσείων. Η συνεργασία με μια μικρή ντόπια βιοτεχνία κορνιζών, αφού προηγήθηκε η εκπαίδευση των δύο ανθρώπων που δουλεύουν σε αυτήν, συμπλήρωσε τις ανάγκες του. Το ριψοκίνδυνο, αλλά εν τέλει αποτελεσματικό αυτό σενάριο, είχε ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα έκθεσης άνω των 200 χάρτινων ιστορικών τεκμηρίων, τα οποία δεν χρειάστηκε καν να απομακρυνθούν από τη Σύρο για τη συντήρηση τους. Το επιτυχέστερο ίσως προϊόν αυτής της δράσης ήταν ένα μεγάλων διαστάσεων κομματιασμένο σχέδιο με κάρβουνο, το οποίο, αφού αποκαταστάθηκε και συντηρήθηκε, αποκάλυψε το δημιουργό του. Είναι ένα κατασκευαστικό σχέδιο λεπτομερειών της όψης του Δημαρχεί-

ου, σχεδιασμένο και υπογεγραμμένο από τον Ερνέστο Τσίλερ. Το αρχείο προφορικών μαρτυριών Από το φθινόπωρο του 1999 το Μουσείο ξεκίνησε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα καταγραφής προφορικών μαρτυριών εργατριών και εργατών της συριανής βιομηχανίας. Τρεις ιστορικοί, με ένα σκηνοθέτη και το συνεργείο του. το οποίο στήθηκε από νέους ανέργους της πόλης, πλαισιώθηκαν από έναν αρχικό πυρήνα ηλικιωμένων εργατών και εργατριών. Αυτοί αναζήτησαν, εντόπισαν και κατέγραψαν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα μαρτυ-

ριών για τη βιομηχανία της Σύρου. Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, το οποίο στηρίχθηκε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κυκλάδων, ερευνήθηκαν περίπου 100 περιπτώσεις και καταγράφηκαν 25 συνεντεύξεις με ήχο και εικόνα βίντεο. Παράλληλα, καταγράφηκαν στην εικόνα του βίντεο μοναδικά τεκμήρια τεχνικών που χάνονται, με επιδείξεις των πρωταγωνιστών τεχνιτών ή εργατών στους χώρους τους οποίους εργάστηκαν. Η σημασία και το ενδιαφέρον της δουλειάς αυτής είναι προφανή. Σημειώνεται ότι μοναδικές στο είδος τους καταγραφές έχουν καλύψει τους κλάδους της κλωστουφαντουρ-

Ταρσανάς και Νεώριον Σύρου. Η διαφορά στην κλίμακα, τις εποχές και την τεχνολογία αποτυπώνονται στις δύο φωτογραφίες. Ο καραβομαραγκός του παλιού ταρσανά επισκευάζει μια μικρή ψαράδικη βάρκα. Ο χειριστής του πλευρικού γερανού της μεγάλης δεξαμενής του Νεωρίου παρακολουθεί το δεξαμενισμό ενός τάνκερ. Οι λήψεις έχουν γίνει στην Ερμούπολη του 2000 κατά τη διάρκεια των κινηματογραφήσεων για το «Αρχείο Προφορικών Μαρτυρίων» του Κέντρου Τεχνικού Πολιτισμού.


Η αποθήκη του υποβρυχίου τηλεγραφικού καλωδίου είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα του πλούτου της ερμουπολίτικης βιομηχανικής κληρονομιάς. Βρίσκεται στη νότια ακτή του λιμανιού και σώζεται ακέραιο με τον εξοπλισμό του. Λειτούργησε αρχικά ως παράκτιο προσάρτημα του Λοιμοκαθαρτηρίου και στη συνέχεια μετασκευάστηκε για να λειτουργήσει ως αποθήκη και σημείο φόρτωσης των καλωδίων. Ας σημειωθεί ότι η Ερμούπολη κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν σημαντικός κόμβος του τηλεγραφικού δικτύου της Ανατολικής Μεσογείου. Ο τοπικός σταθμός της, τον οποίο λειτουργούσε η Eastern Telegraph Co.. συνδεόταν με τον αντίστοιχο της Μάλτας και διένειμε τα καλώδια υπο βρυχίως προς τη δυτική και την ανατολική ακτή του Αιγαίου, την Προποντίδα και τη Μαύρη Θάλασσα.

γίας, της βυρσοδεψίας, των μηχανουργείων και της ναυπηγικής, της παραγωγής σκαγιών όπως και της επεξεργασίας-συσκευασίας ειδών διατροφής. Το πρώτο αυτό υλικό των μαρτυριών, το οποίο συνεχώς εμπλουτίζεται, συγκροτεί σήμερα ένα ολοκληρωμένο οπτικοακουαστικό αρχείο διαθέσιμο στους ερευνητές. Ένα επιδείξιμο τμήμα λήψεων προβάλλεται στους χώρους της έκθεσης του Μουσείου. Ίσως θα έπρεπε να σημειωθεί εδώ μια παράμετρος, απρόβλεπτη κατ' αρχάς αλλά καταλυτική στην πορεία, του στησίματος του Μουσείου. Ήταν η γνωριμία μέσω του προγράμματος με μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες εργατικής καταγωγής της Ερμούπολης και της Άνω Σύρου, η οποία προκλήθηκε μέσω ενός ιδιότυπου συνδυασμού. Η διάθεση κυρίως των συνταξιούχων εργατριών, οι οποίες είχαν όρεξη να τα διηγηθούν όλα και να κερνάνε κυκλαδίτικα ηδύποτα, δέθηκε με την κατ'ανάγκη «αντιακαδημαική» συμπεριφορά της επιστημονικής ομάδας του Μουσείου, η οποία αρκετές φορές προτίμησε να βάλει τα ερωτηματολόγια στην άκρη και να ακολουθήσει τις προτροπές στα κεράσματα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μέσα σε λίγους μήνες αποκτήθηκε μια σπάνιας ποιότητας επαφή με τμήματα της κοινωνικής βάσης της πόλης, πολύτιμη για την παραπέρα ανάπτυξη του Μουσείου. Η αποκατάσταση του σκαγιοποιείου Αναιρούση Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί και ενα νέο δημιούργημα του Μουσείου. Σε μικρή απόσταση από το κυρίως κτίριο (χρωματουργείο Κατσιμαντή), έχει σωθεί το πρώην σκαγιοποιείο Αναιρούση. Το μικρό αυτό συγκρότημα αγοράστηκε πριν από λίγα χρόνια από τον Δήμο της Ερμούπολης και ενοποιήθηκε μέσω του περιβάλλοντος χώρου του με το υπόλοιπο Μουσείο. Η μεθοδολογία της επέμβασης που ακολουθήθηκε εδώ ήταν τελείως διαφορετική. Η έρευνα και η καταγραφή, που άρχισαν το 1999. κάπου τριάντα χρόνια με

τά τη διακοπή της λειτουργίας της μονάδας, αποκάλυψαν ότι κάτω από τα μπάζα και τους σωρούς των σκουπιδιών σωζόταν σχεδόν το σύνολο του εξοπλισμού λειτουργίας του εργοστασίου. Αποφασίστηκε η πλήρης ανασύσταση της φθαρμένης από το χρόνο εικόνας του εσωτερικού του σκαγιοποιείου. Στο κτίριο πραγματοποιήθηκαν οι ελάχιστες απαιτούμενες επεμβάσεις στερέωσης και καθαρισμού. Οι στέγες αντικαταστάθηκαν με τον ίδιο ευτελή τσίγκο, με μια ειδική γαλβανισμένη κατασκευή που περιέλαβε στεγάνωση και θερμομόνωση. Τα ξύλινα τμήματα της κατασκευής απλώς εμποτίστηκαν με μυκητοκτόνα και αντικαταστάθηκαν μόνο τα σάπια φέροντα δοκάρια. Αρμολογήθηκαν οι απολήξεις των τοίχων στις στέψεις του κτιρίου. Τα επιχρίσματα και τα χρώματα διατηρήθηκαν στην ίδια αποσαθρωμένη μορφή που βρέθηκαν. Ενισχύθηκε η ανεμόσκαλα που οδηγεί στον πύργο ψύξης, ύψους 17 μ. Στην κορυφή του πύργου, ενισχύθηκε το δάπεδο του παταριού και ξανακτίστηκε ο φούρνος τήξης του μολύβδου, ο οποίος βρισκόταν γκρεμισμένος εκεί. Η επέμβαση περιορίστηκε στον καθαρισμό και την επανατοποθέτηση του εξοπλισμού. Η συστηματική τεκμηρίωση μέσα από τη διεθνή βιβλιογραφία, τις προφορικές μαρτυρίες ελάχιστων επιζώντων που θυμούνται τη λειτουργία του και την έρευνα σε δύο άλλα σωζόμενα ελληνικά σκαγιοποιεία έδωσαν τη δυνατότητα να ανασυσταθεί πλήρως η παραγωγική διαδικασία και να γίνει κατανοητός ο ρόλος του εξοπλισμού. Έτσι, το μικρό σκαγιοποιείο Αναιρούση στη Σύρο, που λειτούργησε από το 1889, αποτελεί πλέον ένα έκθεμα του εαυτού του, δίπλα στο Βιομηχανικό Μουσείο. Οι συντελεστές του έργου Όλη αυτή η υπόθεση σχεδιάστηκε και οργανώθηκε από μια πολυμελή ομάδα υπό την επιστημονική εποπτεία του Βασίλη Παναγιωτόπουλου. Από το 1998. ο γράφων ανέλαβε το συντονισμό του έργου. Η μουσειολογική μελέτη έγινε με την επιστημονική ευθύνη της

Χριστίνας Αγριαντώνη, η οποία επιμελήθηκε και την έκθεση «Ένα μουσείο γεννιέται». Στην επιμέλεια της έκθεσης συνεργάστηκαν η Αγγελική Φενερλή και ο Αντώνης Πλυτάς. ο οποίος έχει την ευθύνη της συλλογής μηχανών και της αποκατάστασης τους. Στην τεκμηρίωση του υλικού της συλλογής και της έκθεσης εργάστηκαν οι Μαρία Μαυροειδή και Λήδα Παπαστεφανάκη, οι οποίες ανέλαβαν και τη συγκρότηση του οπτικοακουστικού αρχείου. Την αρχιτεκτονική επιμέλεια των χωρών της έκθεσης είχαν οι Σόνια Χαραλαμπίδου-Διβάνη, Ειρήνη Χαραλαμπίδου και Κριστιάν Λασκαρίδης. Η παραγωγή του οπτικοακουστικού υλικού σκηνοθετήθηκε και υλοποιήθηκε από τον Νίκο Ελληνικάκη. Τη συντήρηση των χάρτινων ιστορικών τεκμηρίων ανέλαβε η Γιούλη Ζουμπούλη. Στο σχεδιασμό και την υλοποίηση του Μουσείου συμμετείχαν ως σύμβουλοι οι Χρήστος Λούκος, Stuart Smith και Τέτη Χατζηνικολάου. Σε επιμέρους τομείς της έκθεσης συμμετείχαν ως ειδικοί σύμβουλοι οι Α.Ζ. Φραγκίσκος (ΕΜΠ), Ούμιος Νικολαΐδης (ΚΝΕ/ΕΙΕ) και το Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος ΕΜΠ. Τη διαχείριση της αποκατάστασης των κτιρίων έχει η Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Ερμούπολης (προϊστάμενος Παναγιώτης Καρακατσάνης) και η Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Ερμούπολης (διευθυντής Γιώργος Αδαμόπουλος). Η αποκατάσταση του χρωματουργείου Κατσιμαντή σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες Γιώργο Ευριπιώτη (προμελέτη). Διονύση Βασιλόπουλο και Ουρανία Δούση (οριστική μελέτη). Η αποκατάσταση του βυρσοδεψείου Κορνηλάκη σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες Παναγιώτη Γραμματόπουλο. Γιάννη Κίζη, Κωνσταντίνο Μυλωνά, Χρήστο Πανουσάκη (προμελέτη) και Γιώργο Χατζηνικολάου (οριστική μελέτη). Επίλογος Για μια πόλη σαν την Ερμούπολη, που βρίσκεται στην καρδιά ενός τουριστικού και συνεχώς αναπτυσσόμενου Αιγαίου, η οποία βίωσε πριν από λίγα χρόνια την οδυνηρή οικονομική κρίση με την κατάρρευση της βιομηχανίας της, η υπόθεση του Κέντρου Τεχνικού Πολιτισμού μπορεί να φαίνεται προχωρημένη πολυτέλεια. Ομως της αναλογεί και της δίνει τη δυνατότητα σχεδιασμού ενός ευρύτερου οράματος που θα διαφέρει από το σημερινό αναπτυξιακό όραμα το οποίο κυριαρχεί στο Αιγαίο. Η κατάρα της αποβιομηχάνισης και των ρημαγμένων εγκαταστάσεων, η καθυστέρηση στην τουριστική της ανάπτυξη λόγω της βιομηχανικής δραστηριότητας και κατά συνέπεια η υστέρηση στην αλλοίωση του οικιστικού πλούτου ίσως μετατραπούν σε ευλογία. Η αναστροφή που συντελείται τα τελευταία χρόνια κάνει σήμερα την Ερμούπολη να προβάλει ως μια εξαιρετικά πλούσια ως προς την ποιότητα του χώρου και ως προς το διατηρημένο ιστορικό της περιβάλλον νησιωτική πολιτεία. Το Κέντρο Τεχνικού ΠολιτισμούΒιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης φαίνεται ότι έχει συμβάλει σε αυτό. ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΑΒΙΛΑΣ


ΜΟΥΣΕΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΣΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΜΟΥΣΕΙΑ: ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΡΜΑΡΟΥ ΤΗΝΟΥ Αφετηρία για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου αποτέλεσε το Μουσείο Μαρμάρου Τήνου, του οποίου η μουσειολογική προμελέτη εκπονήθηκε για λογαριασμό του ΠΤΙ ΕΤΒΑ από τη γράφουσα σε συνεργασία με τους αρχιτέκτονες Ι. Καβαλίνη και Ν. Βενιανάκη και τον εθνολόγο Α. Φλωράκη'. Το άρθρο αυτό σκοπό έχει να παρουσιάσει κάποιες από τις παραμέτρους που επηρεάζουν το σχεδιασμό, την εκτέλεση και τη λειτουργία ενός σύγχρονου τεχνολογικού μουσείου και να δείξει πώς αυτές λήφθηκαν υπόψη στην προμελέτη του Μουσείου Μαρμάρου. Έμφαση έχει δοθεί στους μουσειολογικούς προβληματισμούς και όχι στις μουσειογραφικές επιλογές και τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά το χρόνο που υλοποιείται η έκθεση (επιλογή συγκεκριμένων υλικών, προθηκών κ.λπ.). Το «τεχνολογικό» μουσείο Ο όρος «τεχνολογικό» αναφέρεται συνήθως σε μουσεία που στεγάζουν συλλογές και εκθέσεις για την προβιομηχανική και τη βιομηχανική τεχνολογία. Στο εξωτερικό, σε αντίθεση με την Ελλάδα . το ενδιαφέρον για την τεχνολογία και την κληρονομιά της ξεκινά από τον 19ο αιώνα' και αντιπαρατίθεται στο ενδιαφέρον για την «επιστήμη». Η τελευταία αναφέρεται σε ιδέες, ενώ η τεχνολογία σε αντικείμενα και διαδικασίες, στην υλοποίηση δηλαδή των ιδεών. Από αυτή τη διάκριση προκύπτει και το έντονο ενδιαφέρον των μουσείων για την τεχνολογία, η οποία, λόγω ακριβώς της άμεσης σχέσης της με υλικά αποτελέσματα, προσφέρεται περισσότερο για μουσειακή «εκμετάλλευση», σε αντίθεση με τις ιδέες και τις θεωρίες της επιστήμης. Ωστόσο, τα περισσότερα από τα τεχνολογικά μουσεία του εξωτερικού συνδυάζουν στον τίτλο και το περιεχόμενο τους και τους δύο όρους - τεχνολογία και επιστήμη' -. έστω και αν η έμφαση δίνεται σαφώς στον πρώτο όρο ή αν τους χρησιμοποιούν αδιάκριτα, σχεδόν ως συνώνυμους. Ο τρόπος έκθεσης στα τεχνολογικά μουσεία ποικίλλει αισθητά. Οι κυριότερες κατηγορίες εκθέσεων είναι οι εξής: 1. Εκθέσεις συλλογών αντικειμένων (επιστημονικών εργαλείων ή προϊόντων της τεχνολογίας). Οι εκθέσεις αυτές αντικατοπτρίζουν μια αντικειμενοκεντρική προσέγγιση που προσπαθεί να παρακολουθήσει τις μορφολογικές αλλαγές των αντικειμένων. Αυτή εστιάζει στη θεώρηση της μορφής αντί για την (επι)κοινωνία πληροφοριών, αντιμετωπίζει τα αντικείμενα ως έργα τέχνης που «μιλούν από μόνα τους» σε «ειδικούς» και «γνωστές» και συνδέεται κυρίως με το ενδιαφέρον μεμονωμένων συλλεκτών' ή επιμελητών. Όσοι δεν ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες αναμένεται να «θαυμάσουν», να «απορήσουν» και να καταγράψουν(ενδεχομένως) στη μνήμη τους τις μορφές όσων βλέπουν, όχι όμως και να γίνουν κοινωνοί της γνώσης τους.

2. Ιστορικές εκθέσεις που παρουσιάζουν με πανηγυρικό συχνά τόνο τα «κατορθώματα» του παρελθόντος, δίνοντας έμφαση στις ανακαλύψεις σπουδαίων ερευνητών και επιστημόνων. Οι εκθέσεις αυτές έχουν μια ηρωοκεντρική προσέγγιση, όπου η επιστήμη και η τεχνολογία γίνονται αντιληπτές ως σειρά αλμάτων που εκτελούνται από χαρισματικά άτομα, χωρίς καμιά αναφορά στο κοινωνικό πλαίσιο και στους ανώνυμους που συμβάλλουν με μικρά βήματα στην εκτέλεση των αλμάτων. 3. Εκθέσεις που αναπαράγουν, στεγνά, τεχνολογικά «επιτεύγματα» και «αντικειμενικά δεδομένα», χωρίς καμιά αναφορά σε πρόσωπα, θεσμούς, κοινωνικά, οικονομικά και άλλα πλαίσια παράγωγης. Αυτή η κατηγορία αποκαλύπτει μια μονομερή προσέγγιση που επιλέγει να αγνοεί ότι η τεχνολογία, όπως και κάθε τι άλλο. δεν αναπτύσσεται in vacuum, αλλά μέσα σε ένα σύνθετο πλέγμα σχέσεων, και ότι αποτελεί επιλογή, συνειδητή ή ασύνειδη κατά περίπτωση, και εκφράζει ιδέες και αντιλήψεις μιας ολόκληρης εποχής· Αυτοί οι τρόποι έκθεσης εκφράζουν μια στατική και παρωχημένη αντίληψη για την τεχνολογία και το τεχνολογικό μουσείο. Παρουσιάζουν την τεχνολογία ως κάτι απόμακρο και διαφορετικό, προσπελάσιμο μόνο μέσω κάποιων εντυπωσιακών, πλην όμως ακατανόητων, υλικών καταλοίπων. Ο ρόλος του μουσείου περιορίζεται στη στείρα διατήρηση της μνήμης του παρελθόντος και τα όρια του ενδιαφέροντος του σε καθορισμένες χρονικές περιόδους. Συνήθως αυτά ορίζονται «από την αρχαιότητα» ως τα μέσα της δεκαετίας του '50. ή και μια δυο δεκαετίες αργότερα, σε ειδικές περιπτώσεις - ένα τεράστιο χρονικό διάστημα, που όμως δεν περιλαμβάνει το κοντινό παρελθόν και το παρόν, όπου έχουν συμβεί πολλές και επαναστατικές ως προς τα αποτελέσματα τους αλλαγές. Ως προς τα γεωγραφικά πλαίσια, παρατηρείται ότι τα περισσότερα τεχνολογικά μουσεία παρουσιάζουν την εξέλιξη της τεχνολογίας στα όρια της πατρίδας ή της ανθρωπότητας. Τα τελευταία μόλις χρόνια τα τεχνολογικά μουσεία άρχισαν να επανεξετάζουν τα παραπάνω δεδομένα και να θέτουν νέους διαφορετικούς στόχους, που αναθεωρούν τους χρονικούς περιορισμούς και τις διαστάσεις του χώρου και, κατ' επέκταση, επηρεάζουν το περιεχόμενο, το θέμα και τους τρόπους έκθεσης. Τα σύγχρονα τεχνολογικά μουσεία θέτουν πλέον έναν ή και όλους από τους παρακάτω στόχους: (α) να μεταδώσουν στο κοινό γνώσεις που σχετίζονται με επιστημονικές και τεχνολογικές ανακαλύψεις και διαδικασίες και είναι θεμελιώδους σημασίας για τη σύγχρονη κοινωνία. Αυτός ο στόχος συνήθως συνδέεται με την επιθυμία να (β) δημιουργήσουν στους επισκέπτες μια θετική εικόνα για την τεχνολογία, κυρίως τη σύγ-

χρονη, τέτοια ώστε να κεντρίσει το ενδιαφέρον των νεότερων κυρίως επισκεπτών, και να εξοικειώσουν με την έννοια «τεχνολογία» όσους την αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό και φόβο. Και όταν αποφασίζουν να λειτουργήσουν σε καθαρά ιστορικό επίπεδο, τα τεχνολογικά μουσεία στόχο έχουν (γ) να καταγράψουν, να διασώσουν τις τεχνολογικές μνήμες (υλικές ή μη) και να ενισχύσουν την αίσθηση της ταυτότητας και της υπερηφάνειας όσων εργάζονταν ή σχετίζονται με εργαζομένους σε παραδοσιακές μορφές τεχνολογίας και συνήθως (δ) να κατευθύνουν σε νέους χώρους, κυρίως στην τουριστική ανάπτυξη, την οικονομική δραστηριότητα συγκεκριμένων περιοχών που η (προβιομηχανική τους παράδοση έχει πλέον περιέλθει σε παρακμή. Οι στόχοι αυτοί δημιουργούν μια νέα αντίληψη για την έκθεση της τεχνολογίας'. Το γεγονός αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε διεύρυνση του θέματος και του αντικειμένου: τα σύγχρονα' τεχνολογικά μουσεία επεκτείνουν τη θεματολογία τους και τη συλλεκτική τους δράση, για να καλύψουν τομείς όπως η ψηφιακή τεχνολογία, η πυρηνική ενέργεια, η βιοτεχνολογία κ.ά., δηλαδή μορφές τεχνολογίας που σχετίζονται με τη μεταβιομηχανική εξέλιξη, με τις σύγχρονες επιστημονικές και τεχνολογικές επαναστάσεις. Οδηγεί, επίσης, στην αναζήτηση νέων τρόπων έκθεσης και επικοινωνίας από τα παραδοσιακά τεχνολογικά μουσεία. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια, αναπτύσσονται νέες μορφές τεχνολογικών μουσείων, τα «Κέντρα Επιστήμης» (Science Centers) στην Αμερική και την Ευρώπη' , που παρουσιάζουν τις επιστήμες και την τεχνολογία αποκλειστικά σχεδόν μέσα από διαδραστικά εκθέματα. Σε αυτό το άρθρο το ενδιαφέρον εστιάζεται στα «ιστορικά» τεχνολογικά μουσεία και στις αλλαγές που συντελούνται στους κόλπους τους. Με γνώμονα τις παραπάνω σκέψεις και εξελίξεις στο χώρο των τεχνολογικών μουσείων, ως στόχος του Μουσείου Μαρμάρου Τήνου ορίστηκε (α) η καταγραφή, η συλλογή, η συντήρηση και η ανάδειξη των μέσων, των πρακτικών και των μεθόδων της μαρμαροτεχνίας, έτσι ώστε (β) να ενισχυθεί η επαγγελματική τοπική συνείδηση και υπερηφάνεια των άμεσα σχετιζομένων με το αντικείμενο αυτό. (γ) να ενισχυθεί το ενδιαφέρον και να εμπλουτιστούν οι γνώσεις όσων είναι ήδη πληροφορημένοι για το θέμα, (δ) να προκληθεί ενδιαφέρον από νέο κοινό και (ε) να αναζωογονηθεί η τέχνη σε επίπεδο πελατών και τεχνιτών, (στ) να ενισχυθεί η τουριστική κίνηση και, συνεπώς, (ζ) να προωθηθεί η οικονομία. Η νέα εκθετική αντίληψη για το (ιστορικό) τεχνολογικό μουσείο: μουσειολογικές προκλήσεις Ο όρος «ιστορία» χρησιμοποιείται ευρέως όταν γίνεται λόγος για τεχνολογικά μουσεία. Όλα σχεδόν τα μουσεία της κατηγορίας αυ-


τής αναφέρουν τη συμβολή τους στη διάσωση της ιστορίας και τονίζουν με έμφαση την ιστορική τους διάσταση. Τις περισσότερες όμως φορές η λέξη ιστορία αναφέρεται στην «ιστορία της τεχνολογίας» και αντικατοπτρίζει παρωχημένες, θετικιστικές απόψεις. Είναι σαφές ότι το σύγχρονο τεχνολογικό μουσείο δεν ενδιαφέρεται μόνον για την «ιστορία της τεχνολογίας» (μιας συγκεκριμένης ή περισσοτέρων) -το ενδιαφέρον/άλλοθι σχεδόν κάθε προσπάθειας στον ελλαδικό χώρο-, αλλά για τη διαπλοκή του ανθρώπου με την τεχνολογία, την αλληλεπίδραση τεχνολογίας και ανθρώπινου παράγοντα. Δεν αρκεί, λοιπόν, η διατήρηση ιστορικών τεκμηρίων, χρειάζεται και η ερμηνεία τους με βάση την κοινωνική τους διάσταση, τον άνθρωπο και τις ιστορικές συγκυρίες. Η «νέα μουσειολογία» ανταποκρίνεται σε αυτή την αντίληψη με εκθέσεις της τεχνολογίας ως κοινωνικής, ανθρωποκεντρικής, ιστορίας και ως άρνησης των τρόπων έκθεσης που αναφέρθηκαν παραπάνω. Τα εκθέματα έχουν ξεπεράσει τα όρια της επιθυμίας να καταδειχθεί μια συγκεκριμένη εξέλιξη στην ιστορία της τεχνολογίας και έχουν επεκταθεί στην κατάδειξη της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην τεχνολογία και άλλες βασικές διαστάσεις της κοινωνίας. Νέα εκθέματα τείνουν να οργανώνονται γύρω από κοινωνικά θέματα και όχι απλές ενότητες εξέλιξης της βιομηχανίας/τεχνολογίας, με βάση ερωτήματα που δεν συμπεριλαμβάνονταν καθόλου στους προβληματισμούς των προηγούμενων ετών. Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας είναι η έμφαση σε εθνικά και τοπικά θέματα και όχι στη διεθνή υπόσταση της τεχνολογίας. Αυτό εμφανίζεται ιδιαίτερα σε βιομηχανικά μουσεία που δημιουργούνται in situ και οικομουσεία. Η νέα αντίληψη εκφράζεται στο θεματικό (προ)βιομηχανικό μουσείο, που επιδιώκει τη σύνδεση της ιστορικής διάστασης της τεχνολογίας με το παρόν και το μέλλον συγκεκριμένων κοινοτήτων, φορέων και θεσμών. Το σύγχρονο (ιστορικό) τεχνολογικό μουσείο είναι, επομένως, ένας χώρος δυναμικός, που δεν περιορίζεται στη στατική αναφορά στο παρελθόν, αλλά διεκδικεί ενεργό ρολό στη διαμόρφωση του παρόντος και του μέλλοντος. Μνήμη και ανάμνηση μπαίνουν στην υπηρεσία των σημερινών αναγκών και των νέων δεδομένων. Μια ενεργός ερμηνευτική διαδικασία αποσκοπεί στην ικανοποίηση των στόχων που αναφέρθηκαν παραπάνω και υπερβαίνει την απλή -καταγραφική- συλλογή και έκθεση αντικειμένων. Το ενδιαφέρον έχει πάψει πια να εστιάζεται στο προϊόν της τεχνολογίας. Αντίθετα, με αφετηρία αυτό το προϊόν παρουσιάζονται οι παραγωγικές διαδικασίες που οδήγησαν στη δημιουργία του και οι λοιπές κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν την παραγωγή: κοινωνικές δομές, ιστορικές συγκυρίες, οικονομικά δεδομένα, ακόμη και προσωπικές αποφάσεις και επιλογές. Η τεχνολογία γίνεται αντιληπτή μέσα από μια συνολική και κριτική θεώρηση. Είναι αρκετά συνηθισμένο τα (ιστορικά) τεχνολογικά μουσεία να αντιμετωπίζουν την πορεία

της τεχνολογίας ως διαδικασία συνεχούς «ανόδου»/βελτίωσης ή αντίθετα να ηρωοποιούν το παρελθόν και τις πρακτικές του προβάλλοντας το μέσα από ένα φίλτρο εξιδανίκευσης έναντι της σύγχρονης επιστήμης και των μεθόδων της. Το σύγχρονο τεχνολογικό μουσείο καλείται να υιοθετήσει μια ισορροπημένη στάση και να τοποθετηθεί κριτικά απέναντι και στις δύο αυτές τάσεις χωρίς ακρότητες. Στόχος του τεχνολογικού μουσείου είναι επίσης να καταδείξει ότι η «τεχνολογία» δεν είναι κάτι ξένο προς τον άνθρωπο και την καθημερινή του ζωή. Απεναντίας, η έννοια συμπεριλαμβάνει όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και ο όρος αφορά εξίσου στους ανθρώπους και τα μέσα/χρήσεις του περασμένου αιώνα, όσο και στα πλέον σύγχρονα δεδομένα που διαμορφώνουν τη σημερινή κοινωνία (το ψάθινο πανέρι αφορά στην τεχνολογία όσο και η πλαστική λεκάνη, και τα δύο απαραίτητα στα νοικοκυριά των αντίστοιχων εποχών). Κατά τον προγραμματισμό οργάνωσης ενός τεχνολογικού μουσείου θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι και η ίδια η παρουσίαση της τεχνολογίας μέσα στο μουσείο εντάσσεται σε συγκεκριμένο γνωστικό πλαίσιο, δεν είναι κάτι εξωκοινωνικό και ουδέτερο. Προκύπτει ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών και δεδομένων (κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών αδιάκριτα) και σε καμιά περίπτωση δεν είναι κάτι αυτόνομο και αυθύπαρκτο, «καθαρή γνώση»". Με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να καταδεικνύεται η σχέση αιτίας-αποτελέσματος που υπάρχει μεταξύ της τεχνολογίας και της εξέλιξης της και των κοινωνικών δομών που δημιουργούνται εξαιτίας της. Όχι μόνο δηλαδή η τεχνολογία επηρεάζεται από την κοινωνία, αλλά με τη σειρά της την επηρεάζει. Πρόκειται για μια συνεχή και διαρκώς μεταβαλλόμενη αλληλεπίδραση. Τέλος, το ενδιαφέρον για τη βιομηχανική κληρονομιά σχετίζεται άμεσα και με το παρόν, γιατί ενισχύει την αίσθηση της συνέχειας και της ταυτότητας σε κοινωνικές ομάδες ή κοινότητες που χάνουν την πατροπαράδοτη οικονομική τους βάση, και, κατ' επέκταση, την ταυτότητα τους. Το τεχνολογικό μουσείο, λοιπόν, αποσκοπεί στο να ενισχύσει αυτή την ταυτότητα και να βοηθήσει στον αναπροσανατολισμό της κοινότητας και στην αποκατάσταση του αισθήματος ασφαλείας της. Η προμελέτη για το Μουσείο Μαρμάρου Τήνου φιλοδοξεί να αποτελέσει μια προσπάθεια προς τις κατευθύνσεις που περιγράφηκαν παραπάνω. Πρόκειται για ένα θεματικό μουσείο αφιερωμένο στην προ-βιομηχανική τεχνολογία της μαρμαροτεχνίας στο νησί. που δεν θα περιορίζεται σε μια στείρα, ιστορική προσέγγιση, αλλά θα θέτει σε πρώτο επίπεδο τον άνθρωπο, την οικογένεια, την κοινότητα. Ο παράγοντας «άνθρωπος» θα είναι παρών σε όλες τις εκθετικές ενότητες, και ο υλικός πολιτισμός δεν θα παρουσιάζεται σε καμιά περίπτωση απομονωμένος, ως έργο τέχνης ή τεχνικής δεξιότητας, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το δημιουργό του και ως αποτέλεσμα διαπλοκής του ατό-

μου, της κοινότητας και της κοινωνίας. Το αποτέλεσμα, το προϊόν, θα αποτελεί την αφετηρία με βάση την οποία ο επισκέπτης του μουσείου θα καλείται να γνωρίσει τους παράγοντες που επηρέασαν την παραγωγή και οδήγησαν σε αυτή. Παράλληλα, θα υπάρχει ενότητα ειδικά αφιερωμένη στον τεχνίτη, που θα έχει έντονα συναισθηματικό και προσωπικό τόνο. με την παρουσίαση αντικειμένων που σχετίζονται με συγκεκριμένους τεχνίτες και τις οικογένειες τους, σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί με απτά μέσα η συνέχεια του παρελθόντος στον συγκεκριμένο χώρο. η προσωπική, βιωματική σχέση της κοινότητας με την τέχνη, και να τονιστεί ο προσωπικός παράγοντας και η σημασία του σε όλα τα επίπεδα εξέλιξης της. Η νέα εκθετική αντίληψη για το (ιστορικό) τεχνολογικό μουσείο: πρακτικές εφαρμογές Οι παραπάνω προκλήσεις/αλλαγές σε ιδεολογικό επίπεδο θα πρέπει επιπλέον να μετατραπούν σε συγκεκριμένες μουσειολογικές επιλογές. Κατ' αρχάς, εκ του αντικειμένου τους, τα τεχνολογικά μουσεία καλούνται να είναι πιο τολμηρά στην επιλογή θεμάτων και ερμηνευτικών μέσων. Αντιμετωπίζουν την πρόκληση ότι θα πρέπει να γίνονται αντιληπτά ως χώροι όχι νεκρής και ξεπερασμένης γνώσης, την οποία ο επισκέπτης καλείται να γνωρίσει για εκπαιδευτικούς λόγους, αλλά ως χώροι δυναμικοί όπου το παρόν εμπνέεται από το παρελθόν, με την ουμανιστική αλλά και την επιστημονική έννοια. Η γνώση πρέπει να συνδυαστεί με την ευχάριστη εμπειρία. Ο επισκέπτης πρέπει να καλείται να εμπλακεί άμεσα στη δημιουργία της γνώσης, με τη συμμέτοχη σε προγράμματα, εργαστήρια και δραστηριότητες, και τη χρήση διαδραστικών εκθετικών μέσων, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να είναι ακριβά, πρέπει όμως να προκύπτουν από το ενδιαφέρον και την επένδυση έργου από την πλευρά του μουσείου. Η ιδιαιτερότητα και η δυσκολία των θεμάτων των τεχνολογικών μουσείων επιβάλλουν μια ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο το μουσείο απευθύνεται στον επισκέπτη. Η πρακτική του ειδικού που χειρίζεται μια δυσπρόσιτη και πολλές φορές συνθηματική γλώσσα, χωρίς προσπάθεια να παρουσιαστούν με τρόπο κατανοητό διαδικασίες και έννοιες, επηρεάζει άμεσα την αντίληψη που αποκομίζει ο επισκέπτης και για την τεχνολογία και για το μουσείο*. Σε πρακτικό επίπεδο, ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε κατά τη δημιουργία ενός σύγχρονου τεχνολογικού μουσείου, ιδιαίτερα όταν η έρευνα εστιάζει σε θέματα κοινωνικής ιστορίας, είναι η έλλειψη στοιχείων. Είναι επομένως κορυφαίας σημασίας η οργάνωση επαρκούς πρωτογενούς έρευνας. Παρ' ότι αυτή μπορεί να αυξήσει το κόστος της δημιουργίας ενός μουσείου και να καθυστερήσει το χρονοδιάγραμμα του, είναι απαραίτητη, γιατί μόνον έτσι μπορεί να τεκμηριωθεί η τεχνολογία και η ιστορία της και να προκύψουν εκθέσεις με τις προδιαγραφές που προαναφέρθηκαν. Η έρευνα φυσικά θα πρέπει να διαπνέεται από σύγχρο-


νες επιστημονικές αντιλήψεις και να χρησιμοποιεί τα πλέον σύγχρονα εργαλεία, μεθοδολογικά κ.ά., και να επιτελείται από εξειδικευμένους επιστήμονες σε συνεργασία με το μουσειολόγο που έχει αναλάβει την οργάνωση του μουσείου/έκθεσης και τους οργανωτές/διαχειριστές του έργου. Παράλληλα με την έρευνα, και ως κλάδος της. θα πρέπει να αναπτύσσεται η συλλογή υλικού (εποπτικού, φωτογραφικού, και ενδεχομένως αντικειμένων). Για το λόγο αυτό, πέρα από τη βιβλιογραφική έρευνα και τη μελέτη στη βιβλιοθήκη, επιβάλλεται η συνεργασία των ειδικών με τους φορείς της τεχνολογίας ή/και τους απογόνους/κληρονόμους τους, στην περίπτωση που οι ίδιοι δεν ζουν πια. Μια δυσκολία που αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα είναι ότι, επειδή η πρωτογενής έρευνα σε θέματα τεχνολογίας έχει καθυστερήσει υπερβολικά, κινδυνεύουμε να χάσουμε την απευθείας επικοινωνία με τους φορείς και τους δημιουργούς αυτής της γνώσης. Παρ' όλα αυτά η πληροφόρηση θα πρέπει να αναζητείται σε σχέση πάντα και σε συνεργασία με τους ανθρώπους-φορείς της. Αυτό. άλλωστε, αποτελεί ένα από τα πλεονεκτήματα των τεχνολογικών μουσείων, σε αντίθεση με άλλα μουσεία, π.χ. τα αρχαιολογικά, στα οποία οι φορείς της γνώσης έχουν σιγήσει για πάντα. Η συνεργασία με τους ανθρώπους που σχετίζονται με το θέμα μπορεί να προσφέρει όχι μόνο πολύτιμες πληροφορίες, στις οποίες συχνά δεν μπορούμε να φτάσουμε με άλλο τρόπο, άλλα και να οδηγήσει στη δυνατότητα χρήσης νέων μουσειογραφικών μέσων (π.χ. ακουστικά για να ακούγεται η φωνή και ο ιδιωματικός συχνά λόγος των τεχνιτών, κινηματογράφηση, αντικείμενα φορτισμένα με προσωπικές μνήμες και αναμνήσεις, που μπορούν να παρουσιάζονται παράλληλα για να εντείνουν τη συναισθηματική διάσταση της έκθεσης κ.λπ.). Η πορεία αυτής της έρευνας θα οδηγήσει στη συνεχή αναθεώρηση και βελτίωση των μουσειολογικών και μουσειογραφικών μελετών. Το πλεονέκτημα της νέας «κοινωνικής» προσέγγισης των τεχνολογικών μουσείων είναι ότι ενθαρρύνει τη συλλογή και άλλων μορφών αποδείξεων, πέρα από τα παραδοσιακά αντικείμενα -σε αυτές συμπεριλαμβάνεται και η προφορική ιστορία- και ότι με αυτό τον τρόπο μπορεί να απευθυνθεί και σε 3 διαφορετικά είδη κοινού' , και κυρίως στις γυναίκες και σε ομάδες που αποφεύγουν την επιστήμη και την τεχνολογία. Στο πλαίσιο αυτής της διαφορετικής εκθετικής αντίληψης συμπεριλαμβάνεται και η χρήση ήχου. που συνήθως παραμελείται στα τεχνολογικά μουσεία (εκτός από τις περιπτώσεις που ακούγονται ήχοι μηχανής ως υπόκρουση). Η συλλογή στοιχείων από προφορικές μαρτυρίες επιτρέπει εναλλακτικές και ενδιαφέρουσες χρήσεις ήχων. και το ίδιο συμβαίνει και με το βίντεο. Φυσικά, στα πρακτικά θέματα ισχύουν και εδώ όσα ισχύουν και για τα άλλα μουσεία: ενδιαφέρον για το κοινό για το οποίο εξασφαλίζονται συνθήκες πρόσβασης, τόσο σε φυσικό επίπεδο όσο και σε πνευματικό, οργάνωση της παρεχόμενης γνώσης, σύγχρονα μουσειογραφικά μέσα. ευελιξία, οργά-

νωση ποικίλων εκδηλώσεων και προγραμμάτων κ.λπ. Έχει αποδειχθεί ότι ο επισκέπτης δεν αρκείται πια σε παραδοσιακές, στατικές εκθέσεις, αλλά απολαμβάνει αυτές στις οποίες βίντεο και άλλα οπτικοακουστικά μέσα συνδυάζονται με την αμεσότητα των πρωτότυπων αντικειμένων και των τρισδιάστατων αναπαραστάσεων (μοντέλα, μηχανές σε λειτουργία κ.ά.). την ενεργό εμπλοκή του με αυτά (hands-on) και την επικοινωνία με το προσωπικό του μουσείου, συνήθως εκπαιδευμένους εθελοντές (interaction). Ο επισκέπτης αποκομίζει έτσι μια ευχάριστη εμπειρία, παράλληλα με τη γνώση που κατακτά ανεπίσημα, σε περιβάλλον που δεν συνδέεται με την εκπαίδευση (με την ακαδημαϊκή έννοια), αλλά κυρίως με την ψυχαγωγία. Ο συνδυασμός αυτών των δύο είναι ό,τι αναζητούν τα σημερινά, σύγχρονα, μουσεία. Στην προμελέτη του Μουσείου Μαρμάρου Τήνου έχει γίνει προσπάθεια να αντιμετωπιστούν όλες οι παραπάνω προκλήσεις και να επιλεγούν εφαρμογές που επιτρέπουν τη μέγιστη αξιοποίηση των δυνατοτήτων του θέματος και την ικανοποίηση των επισκεπτών. Στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του κτιρίου έχει γίνει προσπάθεια να κατανεμηθεί ο χώρος, έτσι ώστε να μεγιστοποιείται το ποσοστό που αποδίδεται στους επισκέπτες του μουσείου, έναντι του ποσοστού που χρησιμοποιείται για τις διοικητικές λειτουργίες. Αυτό αποτέλεσε συνειδητή επιλογή της ομάδας προμελέτης, με στόχο να τονιστεί η σημασία του επισκέπτη στο νέο αυτό μουσείο και να μεγιστοποιηθεί η συμμετοχή του στα δρώμενα του. Για τον ίδιο λόγο έχει προβλεφθεί χώρος εργαστηρίου, όπου θα εκτελούνται εκπαιδευτικά προγράμματα και άλλες δημιουργικές εκδηλώσεις για παιδιά αλλά και ενήλικες. Στο Μουσείο θα γίνεται προσπάθεια να συνδυαστεί η γνώση με την ευχάριστη εμπειρία. Η δομή της έκθεσης είναι γραμμική, εστιασμένη στην εκπαιδευτική διαδικασία. Παράλληλα, όμως. η ποικιλία των ερμηνευτικών μέσων αποσκοπεί στο να κάνει την επίσκεψη εκτός από διδακτική και εξαιρετικά ευχάριστη. Τα αντικείμενα, λοιπόν, θα συνδυάζονται με πλούσιο εποπτικό υλικό (χάρτες, κείμενα, επεξηγηματικά σχέδια κ.λπ.) και στις δέκα ενότητες που έχουν προβλεφθεί, βίντεο και άλλα οπτικοακουστικά μέσα (π.χ. ενότητες 5 και 8. «οι μεταφορές» και «οι τεχνικές διαδικασίες» αντίστοιχα), αναπαραστάσεις και διοράματα (ενότητες 4 και 9, «το λατομείο» και «το εργαστήριο» αντίστοιχα). Η συνεργασία των ερευνητών με τους φορείς της γνώσης, τους ίδιους τους μαρμαροτεχνίτες και τις οικογένειες τους, θα αποτελέσει βασική μέθοδο συγκέντρωσης του υλικού για την πιο προσωπική προσέγγιση του θέματος και την εφαρμογή ερμηνευτικών μέσων, όπως τα ακουστικά μέσω των οποίων η φωνή των τεχνιτών και ο λόγος τους θα φτάνει στους επισκέπτες του μουσείου (ενότητα 9. «το εργαστήριο»). Οι επισκέπτες θα ενθαρρύνονται να συμμετέχουν πιο ενεργά στην παραγωγή γνώσης από ειδικά εκπαιδευμένους ντόπιους εθελοντές, που θα βρίσκονται στο χώρο κατά τους μήνες αιχμής (π.χ. ενότητα 4. «το λατομείο»), και με διαδραστικά εκθέματα, τα οποία θα τους

επιτρέπουν να αγγίζουν αντικείμενα και να διερευνούν τη φύση των υλικών (π.χ. ενότητα 3. «τα εργαλειακά σύνολα»). Η δημιουργία ενός σύγχρονου τεχνολογικού μουσείου είναι διαδικασία χρονοβόρα και απαιτητική. Στηρίζεται σε ουσιαστικό προβληματισμό και μεγάλη προσπάθεια. Όλες οι παράμετροι που αναφέρθηκαν παραπάνω ως καθοριστικές για τον ορισμό του συγχρόνου τεχνολογικού μουσείου λήφθηκαν υπόψη κατά τη σύνταξη της προμελέτης για το Μουσείο Μαρμάρου Τήνου, έτσι ώστε ο σχεδιασμός του μουσείου να είναι από την αρχή ο βέλτιστος δυνατός και να δημιουργηθεί ένας χώρος σύγχρονος, που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κοινού του και θα λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο των επιταγών της σύγχρονης μουσειολογικής επιστήμης. Τόσο ο σχεδιασμός του κτιρίου όσο και τα μουσειολογικά/μουσειογραφικά χαρακτηριστικά στοχεύουν σε ένα πρότυπο τεχνολογικό μουσείο ευρωπαϊκού επιπέδου. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΟΥΝΙΑ

1. Η προμελέτη βασίστηκε σε προηγούμενη που είχε εκπονηθεί το 1985 από τους Στέλιο Παπαδόπουλο και Αλέκο Φλωράκη. 2. Οι λόγοι για τους οποίους δεν δόθηκε σημασία στον τομέα αυτό στην Ελλάδα σχετίζονται με την ανάπτυξη και την ιστορία της βιομηχανίας στη χώρα. αλλά και με το μειωμένο ενδιαφέρον για την πρόσφατη ιστορία, γεγονός που οφείλεται σε μια παράδοση ενασχόλησης με το κλασικό και μόνο παρελθόν, η οποία για αρκετά χρόνια δεν άφησε να αναπτυχθεί κανένα ενδιαφέρον για οτιδήποτε μεταγενέστερο της ρωμαιοκρατίας. 3. S. Butler. Science and Technology Museums, Leicester University Press, Leicester/London 1992, 4 κ.ε.' J. Alfrey - T. Putnam. Η βιομηχανική κληρονομιά. ΠΤΙ ΕΤΒΑ. Αθήνα 1996.52. 4. Δεν αναφερόμαστε εδώ στα Μουσεία Φυσικής Ιστορίας, παρ' ότι είναι και αυτά μουσεία επιστημονικά - ανήκουν όμως σε μια ξεχωριστή επιστημονική αντίληψη με τις δικές ιδιαιτερότητες. Χρήζουν, λοιπόν, ειδικής ανάλυσης και μελέτης. 5. Για παράδειγμα, το Museum of the History of Science. Oxford (L. Fitzgerald. «Hard men, hard facts and heavy metal: making histories of technology», στο G. Kavanagh (επιμ.). Making Histories in Museums. Leicester University Press. Leicester 1996, 118(116-130). 6. Σχετικά με τις ιστορίες που λένε τα αντικείμενα, και τη δυνατότητα κατασκευής διαφορετικών αφηγήσεων με βάση τα ίδια αντικείμενα, καθώς και τις αφηγήσεις των αντικειμένων στο πλαίσιο συλλογών και τις δυνατότητες που συνεπάγονται για τους μουσειολόγους και επιμελητές συλλογών, υπάρχει τεράστια βιβλιογραφία (ενδεικτικά όπου και βιβλιογραφία. S.M. Pearce. Museums. Objects and Collections. Leicester University Press Leicester 1992' Μ. Μούλιου - Α. Μπουνιά, «Μουσειακές εκθέσεις: Ερμηνευτικές προσεγγίσεις στη μουσειακή θεωρία και πρακτική». Αρχαιολογία και Τεχνες70 (1999). 53-58' Α. Μπούνια. «Ενα αντικείμενο, πολλές προσεγγίσεις: η περίπτωση του Vasa Museum της Στοκχόλμης». Corpus 6 ( 1999), 8-12). Το θέμα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και αξίζει ιδιαίτερη ανάλυση. Στην ελληνική πραγματικότητα τα αντικείμενα αυτά καλούνται να λειτουργήσουν συνήθως μέσα στο χώρο που επιστημολογικά ορίζεται ως λαογραφία. 7.0 ορός «σύγχρονο» αναφέρεται σε μια κοινωνία «όπου η οικονομία της αγοράς και η προηγ-


μένη τεχνολογία παντρεύονται με τους δημοκρατικούς πολιτικούς θεσμούς εξασφαλίζοντας πολιτικές ελευθερίες, κοινωνική δικαιοσύνη και πολιτισμικό πλουραλισμό» (Γκ. Ιγκερς. Η ιστοριογραφία στον20όαι.. Νεφέλη, Αθήνα 1999.134). Μπορούμε να ορίσουμε την έννοια «σύγχρονο μουσείο» σε άμεση σχέση με τον παραπάνω ορισμό και να διεκρινισουμε ότι πολλές από τις αντιλήψεις και τις τομές της μουσειολογίας τα τελευταία χρονιά οφείλονται σε παραδοχές που ενυπάρχουν σε αυτόν. 8. Η βιομηχανική αρχαιολογία και η σχέση της με τη μουσειολογία και τα τεχνολογικό μουσεία είναι θέμα που χρειάζεται ειδική διαπραγμάτευση.

Για τη βιομηχανική αρχαιολογία, βλ. αφιέρωμα περιοδικού Αρχαιολογία (1986)· J. Pinard, Η βιομηχανική αρχαιολογία, ΠΤΙ ΕΤΒΑ. Αθήνα 1992· R. Slotta. Εισαγωγή στη βιομηχανική αρχαιολογία. ΠΤΙ ΕΤΒΑ. Αθήνα 1992. 9. Για την έννοια «Σύγχρονο μουσείο» έχουν γραφεί πολλά. Βλ. ενδεικτικά. Στ. Παπαδόπουλος. «Ο ρόλος του μουσειολόγου». Αρχαιολογία και Τέχνες 71 (1999). 44-47. και άρθρο του ίδιου στο παρόν τεύχος της Τεχνολογίας. 10. S. Grinell. A New Place for Learning Science: Starting and Running a Science Center, Association of Science and Technology Centers. Washington D.C.

1992' L.J. Rennie - T.R McClaflerty, «Science centres and science learning». Studies in Science Education 27 (1996), 53-98. 11. Μούλιου - Μπούνια, ό.π. 12. Και αυτό και άλλα μουσειολογικα θέματα που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο δεν αφορούν αποκλειστικά στα τεχνολογικά μουσεία, αλλά μπορούν να βρουν εφαρμογή και σε μουσεία με άλλο αντικείμενο. 13. Συνήθως το κοινό των τεχνολογικών μουσείων περιγράφεται ως άνδρες με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα επιστημονικά και τα τεχνολογικά επιτεύγματα.

ΤΟ ΥΠΑΙΘΡΙΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΝΕΡΟΥ ΤΗΣ ΕΔΕΣΣΑΣ Η παλαιά βιομηχανική ζώνη της Έδεσσας. στην περιοχή των καταρρακτών, αποτελεί μια ενιαία, μοναδική για τα ελληνικά και διεθνή δεδομένα, ιστορική και αρχιτεκτονική ενότητα, όπου διαβάζεται η ιστορία της βιομηχανίας της πόλης με τη διαχρονική τεχνολογική εξέλιξη της υδροκίνησης, από τα προβιομηχανικά εργαστήρια ως τα πρώτα υδροκίνητα εργοστάσια των αρχών του 20ού αιώνα, ενώ παράλληλα αναγνωρίζονται οι φάσεις εκσυγχρονισμού στον Μεσοπόλεμο. Είναι ένα υπαίθριο μουσείο νερού, όπου τα υδροκίνητα εργαστήρια και εργοστάσια με τον μηχανολογικό εξοπλισμό τους αποτελούν τα κύρια εκθέματα. Η αφθονία των νερών του Εδεσσαίου ποταμού και η μορφολογία του εδάφους (έντονες κλίσεις) έδωσαν τη δυνατότητα, από πολύ νωρίς, για εκμετάλλευση και αξιοποίηση της υδροκίνησης ως πηγής ενέργειας με σκοπό την παραγωγή έργου. Τα προβιομηχανι-

κά υδροκίνητα εργαστήρια (μπατάνια. βυρσοδεψεία, σησαμοτριβεία, αλευρόμυλοι) οργανώθηκαν στην άκρη του πλατώματος του βράχου, όπου είναι κτισμένη η πόλη της Έδεσσας. Στην ίδια περιοχή κτίστηκαν και τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας: κάθε εργοστάσιο εκμεταλλεύεται και έναν καταρράκτη. Το νηματουργείο Γρηγ. Τσίτση και Σία είναι το πρώτο υδροκίνητο εργοστάσιο που οργανώνεται στην Έδεσσα. το 1895. Δύο άλλα εργοστάσια συναποτελούν την επιχείρηση «Ενωση βιομηχανικών επιχειρήσεων Εστία ΑΕ». Το πρώτο, γνωστό ως «Κάτω Εστία» (1907), είναι βαμβακοκλωστήριο και το δεύτερο, η «Άνω Εστία» (1926), κλωστοϋφαντουργείο. Ένα κανναβουργείο, που ιδρύεται το 19081909, αρχίζει να λειτουργεί το 1913 και παράγει κυρίως σπάγκο και σχοινιά. Αργότερα, στην περίοδο (1929-1930), ιδρύεται η εριοβιομηχανία ΣΕΦΕ.ΚΟ (Σεφερτζή-Κοκκίνου και Σία). Η ακμή των εργοστασίων αυτών

τοποθετείται στον Μεσοπόλεμο. Η Έδεσσα, το 1940, σε σύνολο 15.000 κατοίκων έχει 2500 βιομηχανικούς εργάτες. Ωστόσο, το 1954, τα εργοστάσια πωλούν τα υδατικά τους δικαιώματα στη ΔΕΗ για τη δημιουργία του υδροηλεκτρικού εργοστασίου του Άγρα. Καθώς χάνεται η δωρεάν κίνηση και οι μέτοχοι (απόγονοι των αρχικών ιδιοκτητών) αυξάνονται ιδιαίτερα, δημιουργούνται προβλήματα στη λειτουργία των εργοστασίων αυτών, που έχουν ανάγκη εκσυγχρονισμού για να συναγωνιστούν εκείνα της Θεσσαλονίκης, της Αθήνας και του Πειραιά. Έτσι ξεκινάει η παρακμή τους, που οδηγεί στο κλείσιμο τους από το 1962 και μετά. Η διατήρηση των υδροκίνητων εργαστηρίων και εργοστασίων της Έδεσσας εξασφαλίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού με το χαρακτηρισμό τους ως ιστορικών βιομηχανικών μνημείων, ενώ ο Δήμος Έδεσσας ενεργοποιήθηκε με ενδιαφέρον για την ανάδει-

Έδεσσα. Υπαίθριο Μουσείο Νερού. Τοπογραφικό διάγραμμα (ερευνητικό πρόγραμμα ΑΠΘ. πρόταση). Μύλοι: 1. αλευρόμυλος. 2. σησαμοτριβείο. 3. αλευρόμυλος-σησαμοτριβείο, 4. βυρσοδεψείο. 5. σησαμοτριβείο. 6. αλευρόμυλος. 7. μύλος ερειπωμένος. 8. μύλος κατεστραμμένος. 9. μπατάνι. W. σησαμοτριβείο. Κανναβουργείο: 11. κτήριο παράγωγης. 12. κτήριο συσκευασίας. 13. μηχανουργείο. 14. πλάτωμα συγκέντρωσης εργατών. Εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας -Ανω Εστία»: 15. κτήριο παράγωγης.


Γενική άποψη της περιοχής των «μύλων» πριν από την υλοποίηση των έργων ανάπλασης και μετά τις εργασίες αποκατάστασης των υδροκίνητων εργαστηρίων (πάνω και αριστερά). Το μπατάνι με το σησαμοτριβείο πριν και μετά τις εργασίες αποκατάστασης (δεξιά πάνω και κάτω).

ξη και την αξιοποίηση τους. Ειδικότερα, τον Ιούνιο του 1991, ανέθεσε στον καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γ. Βελένη την εκπόνηση ερευνητικού προγράμματος* με θέμα «Μελέτη επανάχρησης ιστορικών (βιομηχανικών) κτηρίων στη ζώνη των καταρρακτών της Έδεσσας». Το πρόγραμμα, με αντικείμενο την περιοχή των «μύλων», το κανναβουργείο και το εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας «Άνω Εστία», ολοκληρώθηκε το 1994. Στόχος του προγράμματος, στο πλαίσιο ανάδειξης της παλαιάς βιομηχανικής ζώνης της πόλης, είναι η δημιουργία ενός υπαίθριου μουσείου νερού με πολλαπλές δυνατότητες, όπου θα κυριαρχούν τα βιομηχανικά κτήρια, το νερό και η φύση (βλ. κάτοψη). Η περιοχή των «μύλων» ταυτίζεται με το χώρο όπου ήταν συγκεντρωμένα τα περισσότερα υδροκίνητα εργαστήρια. Βρίσκεται στη συνέχεια της διατηρητέας συνοικίας Βαρόσι, της πρώτης χριστιανικής συνοικίας

της πόλης, η οποία αποτελεί εξέλιξη του βυζαντινού πυρήνα που αναπτύχθηκε στο χώρο της ακρόπολης της αρχαίας Έδεσσας. Από τα υδροκίνητα εργαστήρια της περιοχής των «μύλων» διατηρούνται οκτώ: τρεις αλευρόμυλοι (1,3,6), ένα βυρσοδεψείο (4), τρία σησαμοτριβεία (2, 5, 10) και ένα μπατάνι (9). Οι περισσότεροι όμως μύλοι έχουν καταστραφεί και διατηρούνται τμήματα τους κάτω από μεταγενέστερες επιχωματώσεις ή τα θεμέλια τους στο υπέδαφος. Οι νερόμυλοι αυτοί χρονολογούνται από τα μέσα έως και τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ διακρίνονται παλαιότερες φάσεις, που ανάγονται στη βυζαντινή περίοδο, αλλά και μεταγενέστερες που οφείλονται στον εκσυγχρονισμό των μύλων ή την αλλαγή της αρχικής χρήσης, όπως η μετατροπή ενός αλευρόμυλου σε σησαμοτριβείο, χωρίς να αποκλείεται και η συστέγαση των δύο χρήσεων. Ελάχιστα από τα εργαστήρια που διασώθηκαν διατηρούν τον μηχανολογικό εξοπλισμό τους. Οι φτερωτές

του συστήματος υδροκίνησης είναι οριζόντιες (ελληνικού ή ανατολικού τύπου), άλλα εντοπίστηκαν και κάθετοι τροχοί (ρωμαϊκού τύπου) από τη νεότερη φάση των μύλων. Η αρχιτεκτονική των νερόμυλων χαρακτηρίζεται κυρίως από κλειστούς κεραμοσκεπείς ορθογώνιους όγκους, ισόγειους ή διώροφους, και την παραδοσιακή κατασκευαστική δομή των κτισμάτων αυτής της περιόδου, ενώ μεταγενέστερες φάσεις σηματοδοτούνται από τη χρήση νεότερων υλικών. Ειδικότερα: Αλευρόμυλος ( 1 ) : Προϋπήρχε του 1901. Στο κτίσμα που σώζεται, συνυπάρχουν δύο φάσεις του νερόμυλου, όπου ο αρχικά διώροφος πυρήνας διατηρήθηκε ως προς το ένα τμήμα, ενώ το υπόλοιπο, προς την πρόσοψη, ανακατασκευάστηκε στο επίπεδο του ορόφου με μεγαλύτερο ύψος για να δεχθεί τον νέο μηχανολογικό εξοπλισμό από την ανακαίνιση του μύλου το 1924. Ο κάθετος τροχός υδροκίνησης από τη φάση αυτή εκσυγχρονισμού του μύλου, που αντικατέστησε την οριζόντια φτερωτή, βρίσκεται σήμερα σε νερόμυλο του χωριού Νησί και λειτουργεί ως οδηγός για την ανακατασκευή της φτερωτής, που βρίσκεται σε εξέλιξη. Αλευρόμυλος-σησαμοτριβείο (2): Πετρόκτιστο κεραμοσκεπές ισόγειο κτίσμα, το οποίο διασώζει τόσο το μηχανισμό υδροκίνησης όσο και τον αλεστικό μηχανισμό, καθώς και το σύνολο του εξοπλισμού του σησαμοτριβείου. Πιθανόν η χρονολογία (1921) του φούρνου να είναι καθοριστική για το χρόνο λειτουργίας του σησαμοτριβείου. Αλευρόμυλος-σησαμοτριβείο (3): Από το αρχικό εργαστήριο διατηρήθηκε το πέτρινο ορθογωνικό κέλυφος (χωρίς τη στέγη), τμή-


μα του μηχανολογικού εξοπλισμού στο εσωτερικό και το σύστημα παροχής νερού και υδροκίνησης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η δεξαμενή παροχής νερού με το μυλαύλακα, τον υδατόπυργο και τον κεκλιμένο σωλήνα (πηγάδι) της υδατόπτωσης, που κινεί την οριζόντια φτερωτή, η οποία διατηρείται κάτω από το επίπεδο του δαπέδου του εργαστηρίου. Το σύστημα αυτό παροχής νερού και υδροκίνησης αντιστοιχεί στη βυζαντινή φάση του νερόμυλου και αποτελεί μαρτυρία ύπαρξης υδροκίνητων εργαστηρίων στο χώρο ήδη από τη βυζαντινή περίοδο. Εδώ έχουμε άλλη μια περίπτωση συστέγασης εργαστηρίων, ενός αλευρόμυλου και ενός σησαμοτριβείου. Από τον εξοπλισμό του σησαμοτριβείου διατηρούνται οι γούρνες, ο φούρνος, οι πρέσες, ενώ ο εξοπλισμός του αλευρόμυλου είναι διασκορπισμένος στο χώρο. Χαρακτηριστική είναι η διατήρηση στον εξωτερικό χώρο, δίπλα στο μύλο, μηχανήματος για την παραγωγή κιμωλίας.

Αλευρόμυλος «μετά τεσσάρων πετρών» (6): Κτίστηκε πριν από το 1908. Σήμερα εμφανίζεται ενσωματωμένος στην κατοικία του ιδιοκτήτη, ο οποίος αυθαίρετα την κατασκεύασε δίπλα στο μύλο. Πρόκειται για ισόγειο πετρόκτιστο μύλο, ο οποίος διασώζει τμήμα του αρχικού αλεστικού μηχανισμού (μυλόπετρες) και το μηχάνημα με τα κόσκινα του ηλεκτρικού κυλινδρόμυλου, ο οποίος αντικατέστησε τον παραδοσιακό μηχανισμό στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού του μύλου το 1963. Στην άκρη της περιοχής των «μύλων» και στην πορεία προς το κανναβουργείο, διασώζονται ένα μπατάνι (9) και ένα σησαμοτρ/βε/ο (10). Από τα αρχικά διώροφα εργαστήρια διατηρήθηκαν μόνο τα πέτρινα ισόγεια με τον ενιαίο εργαστηριακό χώρο και τμήματα από τον μηχανολογικό εξοπλισμό. Τα κτήρια των εργαστηρίων αυτών, που διασώζουν τον μηχανολογικό εξοπλισμό τους, αποκαθίστανται με στόχο την επαναλειτουργία τους, ώστε να είναι εποπτική και

κατανοητή στον επισκέπτη η διαδικασία της παραγωγής του προϊόντος, μεθοδολογία που εφαρμόζεται διεθνώς στην οργάνωση και τη λειτουργία των βιομηχανικών μουσείων. Με το ίδιο πνεύμα προγραμματίζεται η ανακατασκευή σε φυσικό μέγεθος του υδροκίνητου μηχανισμού ενός μπατανιού, ο οποίος έχει καταστραφεί. Παράλληλα, στην περίπτωση του αλευρόμυλου (6), μετά την κατεδάφιση του αυθαίρετου κτίσματος και την αποκατάσταση του αλευρόμυλου, προβλέπεται η κατασκευή μεγάλης υπόσκαφης αίθουσας πολλαπλών χρήσεων, χωρητικότητας 500 ατόμων, οι κοινόχρηστοι χώροι της οποίας συνδέονται άμεσα με το χώρο του εργαστηρίου. Από το αρχικά διώροφο βυρσοδεψείο (4), διατηρήθηκε μόνο το ισόγειο πέτρινο περίβλημα, ενώ δεν διασώθηκε τίποτα από τον αρχικό εξοπλισμό. Στην ίδια περίπτωση ανήκει ο αλευρόμυλος-σησαμοτριβείο «εκ τεσσάρων πετρών» (5), που κτίστηκε πριν από το 1910. Από το αρχικό εργαστήριο διατηρούνται τμήματα από το εξωτερικό πέτρινο περίβλημα και ίχνη από τρεις παροχές νερού. Το κτήριο αυτό αποκαλύφθηκε ύστερα από τον καθαρισμό των επιχωματώσεων του χώρου, που έγινε από τον Δήμο Έδεσσας. Τα εργαστήρια αυτά, που σώζονται σε ερειπιώδη κατάσταση, συντηρούνται ως προς το τμήμα που έχει διασωθεί και αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ελευθερία, καθώς προσαρμόζονται στις νέες χρήσεις: τουριστικό γραφείο ενημέρωσης του Δήμου το βυρσοδεψείο (4) και μικρά καταστήματα ο αλευρόμυλος-σησαμοτριβείο (5). Στη θέση παλαιού νερόμυλου (7), ο οποίος σώζεται μόνο στο επίπεδο των θεμελίων, σχεδιάζεται ένα αναψυκτήριο, περιγράφοντας το αρχικό κτήριο, ενώ ένα τμήμα του κλείνει για τη διαμόρφωση του χώρου με τα μηχανήματα του υπαίθριου κινηματογράφου (8), που οργανώνεται σε χαμηλότερο επίπεδο. Ο ημιυπαίθριος χώρος του αναψυκτηρίου επεκτείνεται με διαμορφώσεις και στο τμήμα νερόμυλου που βρίσκεται στη συνέχεια, ο οποίος δεν διασώθηκε ούτε σε επίπεδο θεμελίων, αλλά είναι γνωστή η θέση και το περίγραμμα του από αεροφωτογραφία της πόλης του 1933. Μια σύνθεση με διάτρητο τοιχοπέτασμα σηματοδοτεί το περίγραμμα του αρχικού νερόμυλου, ενώ η χρήση του νερού (κανάλια-μικρή τεχνητή λίμνη) καθώς και η ανακατασκευή της φτερωτής στην αρχική της θέση συμπληρώνουν την οργάνωση του χώρου. Στα εκθέματα του Υπαίθριου Μουσείου Νερού της Έδεσσας, σημαντική θέση κατέχει ο χώρος του κανναβουργείου, ο οποίος ξεκινάει από την περιοχή των «μύλων», αναπτύσσεται αμφιθεατρικά και φθάνει μέχρι τις κτηριακές εγκαταστάσεις του συγκροτήματος με τη χαρακτηριστική αρχιτεκτονική των βιομηχανικών κτηρίων αυτής της περιόδου. Οι όγκοι εμφανίζονται ορθογωνικοί σε κάτοψη με όψεις επίπεδες, απλές, διάτρητες από μεγάλα ανοίγματα «εν σειρά», ενώ η κάλυψη με τις επιμέρους δικλινείς στέγες δημιουργεί τα γνωστά τριγωνικά αετώματα απόληξης. Ως υλικό κατασκευής χρησιμοποιήθηκε πωρόλιθος από το τοπικό λατομείο του


Γενική άποψη του κτηρίου παραγωγής του κανναβουργείου και του εσωτερικού χώρου του.

Το εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας -Άνω Εστία» μετά τις εργασίες αποκατάστασης του εξωτερικού κελύφους. Δεξιά, η μακέτα της πρότασης επανάχρησης (ερευνητικό πρόγραμμα ΑΠΘ).

χώρου του κανναβουργείου. Στον κυρίαρχο όγκο του εργοστασίου (κτήριο παραγωγής [11]) προβλέπονται χρήσεις μουσειακές, ενώ στα συμπληρωματικά κτίσματα και τους χώρους του βιομηχανικού συγκροτήματος (κτήριο συσκευασίας [12], μηχανουργείο [13], πλάτωμα συγκέντρωσης εργατών [14]) οργανώνονται χρήσεις αναψυχής. Ειδικότερα, προβλέπεται η αποκατάσταση και η επαναλειτουργία μιας σειράς μηχανημάτων και του συστήματος υδροκίνησης της τουρμπίνας του κτηρίου παραγωγής, για λόγους καθαρά εκπαιδευτικούς. Στον ίδιο χώρο οργανώνεται μόνιμη έκθεση με την ιστορία του εργοστασίου. Παράλληλα, στον εξωτερικό χώρο του κανναβουργείου, δημιουργούνται δύο ζώνες λειτουργίας του Υπαίθριου Μουσείου Νερού, εμπλουτισμένες με συμμετοχικά εκθέματα (exploratorium): σχηματοποιημένες συσκευές-μηχανήματα σε μικροκλίμακα. που μπορούν να χρησιμοποιούνται και από τα παιδιά, για την καλύτερη κατανόηση της χρήσης του νερού ως πηγής ενέργειας. Οι χώροι όπου προβλέπονται χρήσεις αναψυχής έχουν νοικιαστεί το 1994 από τον Δήμο Έδεσσας σε ιδιώτη για 25 χρόνια, με

υποχρέωση την αποκατάσταση των αντίστοιχων κτισμάτων. Στη λειτουργία του Υπαίθριου Μουσείου Νερού εντάσσεται και το εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας «Άνω Εστία», καθώς αναπτύσσεται δίπλα στο πάρκο των καταρρακτών ( 15). Το αρχικό συγκρότημα αποτελούσαν ένας υπερυψωμένος διώροφος επιμήκης ορθογωνικός όγκος, που στέγαζε το κλωστήριο και το υφαντήριο, ενσωματωμένος στην κλίση του εδάφους, δίπλα το λεβητοστάσιο και σε μικρή απόσταση και σε χαμηλότερη στάθμη η κολλαρίστρα. Το 1989 το εργοστάσιο καταστράφηκε σε μεγάλο ποσοστό από πυρκαγιά. Από τον κύριο όγκο του συγκροτήματος διασώθηκαν μόνο οι τρεις πέτρινοι τοίχοι του κελύφους και όχι σε όλο το ύψος τους. Σύμφωνα με το ερευνητικό πρόγραμμα, προβλέπεται η αποκατάσταση του κελύφους και η αλλαγή της αρχικής του χρήσης με την οργάνωση ξενοδοχείου 85 κλινών και συνεδριακού κέντρου. Στο άμεσο περιβάλλον του εργοστασίου οργανώνεται το κέντρο πληροφόρησης και η είσοδος στο ανοικτό βιομηχανικό μουσείο της Έδεσσας. Οι μελέτες εφαρμογής του όλου εγχει-

ρήματος εκτελούνται από τον Δήμο Έδεσσας, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την υλοποίηση του έργου, η εποπτεία των εργασιών γίνεται από την 4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού", ενώ οι οικονομικοί πόροι προέρχονται κυρίως από ευρωπαϊκά προγράμματα. Τα βιομηχανικά μνημεία της ζώνης των καταρρακτών της Έδεσσας, εκθέματα του Υπαίθριου Μουσείου Νερού, είναι πλέον αναγνωρίσιμα και επισκέψιμα. Ο υπαίθριος κινηματογράφος και το αναψυκτήριο στην περιοχή των «μύλων» είναι σε χρήση εδώ και τέσσερα χρόνια, εκθέσεις οργανώνονται στα αναστηλωμένα υδροκίνητα εργαστήρια, το μπατάνι λειτουργεί ως χώρος δημιουργικής απασχόλησης για παιδιά, καθώς και για την οργάνωση εκπαιδευτικών προγραμμάτων του Μουσείου, ενώ τα μικρά καταστήματα και το τουριστικό γραφείο ενημέρωσης είναι έτοιμα για χρήση. Παράλληλα, ο υπαίθριος χώρος της περιοχής των «μύλων» χρησιμοποιείται για διάφορες εκδηλώσεις πολιτισμού και ψυχαγωγίας. Ακόμη, στο κανναβουργείο και ειδικότερα στο πλάτωμα συγκέντρωσης των εργατών, λειτουργεί χώρος ψυχαγωγίας


και πολιτιστικών δραστηριοτήτων από το 1995 και το εστιατόριο στο κτήριο παραγωγής εδώ και δύο χρόνια, ενώ ο Δήμος έχει προχωρήσει στη διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου σε επίπεδο λειτουργικό (ασανσέρ και λιθόστρωτα). Τέλος, το κέλυφος του εργοστασίου «Άνω Εστία» έχει αποκατασταθεί, ενώ το συνεδριακό κέντρο που οργανώνεται στη χαμηλότερη στάθμη, ολοκληρώνεται σύντομα. Ο Δήμος Έδεσσας, σε συνεργασία με την 4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, διερευνά, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος Raphael, το μοντέλο του φορέα διαχείρισης του Μουσείου. Το Υπαίθριο Μουσείου Νερού της Έδεσσας είναι ένα μουσείο πρωτοποριακό, οργανωμένο σε ένα χώρο ιδιαίτερα προνομιούχο, όπου η έντονη παρουσία του νερού συνδυάζεται με την παροχή άμεσης τεχνολογικής γνώσης στον τομέα της υδροκίνησης. Ωστόσο, καθώς το μουσείο οργανώνεται και εξελίσσεται, προσανατολίζεται στην έρευνα και την προβολή της χρήσης του νερού ως πη-

γής ζωής και ενέργειας μέσα στο πνεύμα της «αειφόρου» ανάπτυξης. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΑΡΚΑΔΑ-ΠΙΣΤΙΟΛΗ * Στο ερευνητικό πρόγραμμα, που ολοκληρώθηκε το 1994, συμμετείχε και η 4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού με την αρχιτέκτονα Χ. Ζαρκάδα. Την ομάδα μελέτης αποτέλεσαν οι αρχιτέκτονες: Αθ. Πιστιόλης. Δαν. Βλάχου. Ευστ. Βόρη. Μιχ. Κορρεας. Claudio Connena, Δ. Καλλιγά, Αλ Σααγιάχ Ζάχι. Αν. Βαλαβανίδου. Σ. Μπαγιούκ, Χ. Πυρπασοπούλου. Ε. Δημητρακοπούλου, οι τοπογράφοι: Ι. Γκάτσιος. Κυρ. Σαββίδης, ο μηχανολόγος: Αθ. Χατζηγώγας. Η φωτογραφική τεκμηρίωση έγινε από τον Γ. Κατσάγγελο. επίκουρο καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών. * * Ειδικότερα οι μελέτες εφαρμογής αξιοποίησης των βιομηχανικών κτηρίων της Έδεσσας, έχοντας ως οδηγό το ερευνητικό πρόγραμμα του ΑΠΘ. εκτελούνται από τον αρχιτέκτονα Αθ. Πιστιόλη. συνεργάτη του Δήμου Έδεσσας. ο οποίος ήταν και ο υπεύθυνος της πρότασης στο ερευνητικό πρόγραμμα του ΑΠΘ. Τα έργα υλοποιούνται με ανάθεση σε εργολάβους κατασκευαστές, ύστερα από δημόσιους μειοδοτικούς διαγωνισμούς που οργα-

νώνει η Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου με επιβλέπουσα την αρχιτέκτονα Έφη Ουρούμη. ενώ το όλο πρόγραμμα εφαρμογής εποπτεύει η 4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων με την αρχιτέκτονα Χρ. Ζαρκάδα. Για την αποκατάσταση του μηχανολογικού εξοπλισμού των νερόμυλων, ο Δήμος συνεργάστηκε περιορισμένα με το μηχανολόγο Αθ. Χατζηγωγα. ενώ είναι σε εξέλιξη η συνεργασία με τους μηχανολόγους Αθ. Αήγγη και Μιχ. Κεσίσογλου. Βιβλιογραφία-πηγές X. Ζαρκάδα-Πιστιόλη, «Εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας στην Εδεσσα». Αρχαιολογία 18 (1986). 37-47. Ερευνητικό πρόγραμμα ΑΠΘ 2611 (1991-1994): «Μελέτη επανάχρησης ιστορικών (βιομηχανικών) κτηρίων στη ζώνη των καταρρακτών της Έδεσσας». επιστημονικός υπεύθυνος καθ. Γ. Βελένης. X. Ζαρκάδα-Πιστιόλη. «Η υδροκίνηση από τις προβιομηχανικές εγκαταστάσεις στα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας στην Έδεσσα. Πρόγραμμα προστασίας και ανάπλασης». Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης « Το νερό πηγή ζωής. κίνησης και καθαρμού". Αθήνα 12-14 Δεκεμβρίου 1997. Αθήνα 1999.296-305.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΟΙΚΟΜΟΥΣΕΙΟΥ ΣΤΑ ΔΙΠΟΤΑΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΥ Η ποταμιά Διποτάματα, στο νοτιοανατολικό τμήμα της Άνδρου, χωρίζει ή ενώνει την περιοχή της Χώρας και αυτήν του Κορθίου. Ξεκινάει από τα δυτικά του χωριού Μέσα Βουνί, περνάει βόρεια από το Γιαννισαίο, κάτω από το Έξω Βουνί, βορειοδυτικά από το Κοχύλου. και, τέλος, κάτω από το Συνετί, στον όρμο του οποίου και εκβάλλει. Το όνομα της οφείλεται στην ένωση του κύριου ποταμού με ένα χείμαρρο στο μέσον περίπου του μήκους της. που φτάνει τα 7 χλμ. Έως τα μέσα του 20ού αιώνα το νερό ήταν άφθονο, αναφέρονται μάλιστα πλημμύρες με απρόβλεπτα κάποτε αποτελέσματα. Σήμερα το νερό έχει λιγοστέψει, αλλά δεν σταματάει ποτέ, ακόμη και σε περιόδους ανομβρίας. Η ποταμιά αρχικά έχει τη μορφή στενής κοιλάδας που πλαταίνει πλησιάζοντας το Έξω Βουνί. Την πλαισιώνουν καλλιεργημένα βαθμιδωτά χωράφια, παραβολές και αιμασιές. Τα καλλιεργημένα χωράφια συνεχίζουν, αν και η κοιλάδα στενεύει πολύ μετά το Έξω Βουνί, ώσπου οι πλαγιές πίσω από το Κοχύλου γίνονται τόσο απόκρημνες που η καλλιέργεια τους δεν είναι δυνατή. Στη συνέχεια, η ρεματιά μετατρέπεται σε άβατο φαράγγι και, τέλος, λίγο πριν από το Συνετί, ξαναπλαταινει και εμφανίζονται πάλι αφασίες που καλλιεργούνται ακόμη. Στην κοιλάδα άλλοτε λειτουργούσαν νερόμυλοι (έχουν καταγραφεί 27 υδατόπυργοι σε 24 κτίσματα) που εξυπηρετούσαν τα γύ-

Χαρακτηριστικό συγκρότημα αγροτικών κτισμάτων κάτω από το Μέσα Βουνί. Στο βάθος αριστερά, μία οπό τις Γερακώνες.


ρω χωριά. Σώζονται πολλά υδραυλικά έργα τεράστιας σημασίας και έκτασης για την εποχή εκείνη και το τεχνολογικό της επίπεδο, τα οποία τροφοδοτούσαν τους νερόμυλους και τις καλλιεργημένες εκτάσεις. Ανάμεσα τους ας αναφέρουμε τις μπαστουνιές, αναλημματικούς τοίχους διαμόρφωσης της κοίτης του ποταμού, τις υπόγειες δεξαμενές με υδρομαστεύσεις, τις ποτίστρες, τις μπήλες (φράγματα), τους νηχτούς ή νεραύλακα, τις ανοιχτές δεξαμενές ή χαμολάκκες. τους υδατόπυργους. Στη ρεματιά σώζονται επίσης πλήθος αγροτικών κτισμάτων -αγροικίες, μαντριά, αλώνια, περιστεριώνες- και μεγάλο μέρος από ένα πυκνό δίκτυο μονοπατιών και γεφυριών που συνέδεε τους οικισμούς με τους νερόμυλους, τα χωράφια και, παράλληλα, τα χωριά της περιοχής με τη Χώρα. Τέλος, σώζονται δείγματα από τον τρόπο οριοθέτησης των ιδιοκτησιών, ένα σύστημα περιφράξεων, κυρίως με στήματα. Το ιδιαίτερο τοπίο των Διποταμάτων, λοιπόν, απαρτίζεται από ένα μεγάλο αριθμό κατασκευών, ταπεινών στην πλειονότητα τους, οι οποίες, εργονομικά εγκατεστημένες στις συγκεκριμένες θέσεις, εξυπηρετούσαν τις απαραίτητες παραγωγικές διαδικασίες. Στερημένες από το αντικείμενο για το οποίο δημιουργήθηκαν, υφίστανται σήμερα την εγκατάλειψη, την αλλοίωση, τη φθορά και την κατάρρευση. Συνοψίζοντας, επισημαίνουμε ότι τα Διποτάματα είναι ένας από τους άλλοτε ζωντανούς, ενεργούς και παραγωγικούς τόπους που σήμερα, λόγω της τεχνολογικής ανανέωσης και των αλλαγών στην οικονομική οργάνωση της κοινωνίας με συνέπεια και τη μείωση των κατοίκων των γύρω χωριών, έχουν εγκαταλειφθεί. Διαμορφωμένη από τη φύση αλλά και από το ανθρώπινο χέρι, η αγροτική αυτή τοποθεσία διασώζει σήμερα μεγάλο αριθμό στοιχείων που την καθιστούν ιστορικό μνημείο ενός πολιτισμού με ιδιαίτερο

εθνολογικό ενδιαφέρον, ο οποίος έσβησε στα μέσα του 20ού αιώνα. Η πρόταση μας, η οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1987', έχει αποκρυσταλλωθεί πλέον στην προκαταρκτική μελέτη' για τη δημιουργία ενός οικομουσείου, υπαίθριου και στεγασμένου, και αφορά στη διάσωση, την προστασία και την ελεγχόμενη αξιοποίηση της ποταμιάς των Διποταμάτων. Στόχος της είναι η ανάδειξη των 24 ερειπωμένων νερόμυλων και των πιο σημαντικών αγροτικών κτισμάτων που σώζονται στη ρεματιά σε μήκος περίπου 4,5 χλμ. και αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα δείγματα συστηματικής εκμετάλλευσης του νερού για παραγωγή αλευριού στις προβιομηχανικές Κυκλάδες. Στόχο, εξάλλου, αποτελεί και η προβολή του τοπίου, είτε φυσικού, εξαιρετικής ομορφιάς με συνεχείς εναλλαγές, είτε ανθρωπογενούς, έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε στο πέρασμα των αιώνων από την τοπική αγροτική κοινωνία. Από τα κτίσματα που βρίσκονται μέσα στην περιοχή τού υπό ίδρυση οικομουσείου έχουν ήδη χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία από το ΥΠΠΟ 22 νερόμυλοι και έχουν καθοριστεί περιφερειακές ζώνες προστασίας. Διατηρητέα έχουν χαρακτηριστεί επίσης έξι καλντερίμια του δικτύου των Διποταμάτων και ένα πετρόκτιστο γεφύρι, ενώ στην περιοχή του Συνετίου έχει θεσμοθετηθεί το Μόνιμο Καταφύγιο Άγριας Ζωής με έκταση 250 εκταρίων. Η ποταμιά των Διποταμάτων, από τις Γερακώνες (λόφοι με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά) έως την ακρογιαλιά του Συνετίου, έχει προταθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ να χαρακτηριστεί τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους. Επίσης, έχει εγκριθεί η ειδική περιβαλλοντική 3 μελέτη . Από τους γύρω οικισμούς έχουν κηρυχθεί παραδοσιακοί το Γιαννισαίο (Σταυρός)

Το πέτρινο γεφύρι που έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο από το Υπουργείο Πολιτισμού.

και το Έξω Βουνί. Τέλος, ο σημαντικότερος θεσμοθετημένος αρχαιολογικός χώρος στην περιοχή είναι το ενετικό κάστρο της φανερωμένης (Γριάς). Σκοπός της δημιουργίας του προτεινόμενου οικομουσείου είναι η αναβίωση και η ένταξη του συνόλου αυτού σε μια νέα μορφή ζωής με δύο συνιστώσες: τη διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερων αυθεντικών στοιχείων και τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών για την εξυπηρέτηση των νέων λειτουργιών. Στόχος του οικομουσείου είναι να αναδείξει και όχι να υποκαταστήσει τον βασικό πρωταγωνιστή, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η εξαιρετικού φυσικού κάλλους και ιδιαίτερης πολιτισμικής σημασίας περιοχή των Διποταμάτων, ώστε: - να παρουσιάσει τη στεριανή ζωή του νησιού σε όλες τις εκφάνσεις της του τέλους του 19ου αιώνα, - να οδηγήσει τον επισκέπτη να κατανοήσει και να βιώσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του χώρου που τον φιλοξενεί, στενότερου αλλά και ευρύτερου, - να βοηθήσει στην αποκατάσταση της διαταραγμένης ισορροπίας στη σχέση του προστατευόμενου χώρου και των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, - να ευαισθητοποιήσει τους νεότερους σε ζητήματα γνωριμίας και προστασίας του ιδιαίτερου χαρακτήρα, φυσικού, ιστορικού, κοινωνικοοικονομικού, τεχνολογικού, πολιτισμικού, της περιοχής τους. Αντικείμενο του οικομουσείου θα αποτελεί αφενός το φυσικό περιβάλλον της ρεματιάς αλλά και του νησιού γενικότερα, αφετέρου το ανθρωπογενές περιβάλλον, τα κτίσματα, οι χρήσεις και οι χρήστες του χώρου. Στόχος του μουσειολογικού σχεδιασμού είναι η δημιουργία ενός ευέλικτου και δυναμικού σχήματος, προσαρμοσμένου στις ανάγκες του χώρου και τα ενδιαφέροντα των επισκεπτών του. Παρά το γεγονός ότι ο τελικός καθορισμός κι ο αναλυτικός προσδιορισμός των εκθετικών ενοτήτων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί (αποτελεί αντικείμενο της οριστικής μελέτης), ενδεικτικά παραθέτουμε τις παρακάτω: Εισαγωγή-προσανοτολισμός στο οικομουσείο (μουσειακές μονάδες και θεματικές ενότητες) και στο χώρο (σύνδεση των Διποταμάτων με την περιοχή Κορθίου και την Ανδρο γενικότερα και του οικομουσείου με άλλους χώρους οικολογικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος του νησιού). Ο χώρος 1. Ο φυσικός χώρος. α. Χλωρίδα: παρουσίαση γενικών κατηγοριών βλάστησης, αυτοφυούς και καλλιεργούμενης, σημαντικών χαρακτηριστικών φυτών της περιοχής και των ιδιαιτεροτήτων τους, στοιχεία προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος με έμφαση στα απειλούμενα είδη, δυνατότητα προσέγγισης ή επίσκεψης παραποτάμιων χωραφιών με χαρακτηριστικές καλλιέργειες. β. Πανίδα: παρουσίαση γενικών κατηγοριών ζώων, άγριων και εξημερωμένων, σημαντικών χαρακτηριστικών ειδών της περιοχής και των ιδιαιτεροτήτων τους, στοιχεία


Ένας από τους νερόμυλους των Διποταμάτων με ψηλό (υδατό)πυργο.

προστασίας τους με έμφαση στα απειλούμενα είδη. γ. Υπέδαφος: παρουσίαση των βασικών ορυκτών και της εξόρυξης τους, με έμφαση στη σχιστόπλακα και τις χρήσεις της, τους πετράδες, την εργασία και τα εργαλεία τους. 2. Ο ιστορικός χώρος: παρουσίαση του νησιού και ιδιαίτερα της συγκεκριμένης περιοχής με στοιχεία ιστορικά, πληθυσμιακά, αρχιτεκτονικά, πολιτισμικά. Η Άνδρος χθες, σήμερα, αύριο. Η αγροτική οικονομία: καλλιέργειες (είδη, συστήματα, αιμασιές, πότισμα, προϊόντα και διάθεση τους), κτηνοτροφία, ζωή και κατανάλωση (διατροφικές συνήθειες, παρα-

σκευάσματα), αποκατάσταση χαρακτηριστικών επισκέψιμων κτισμάτων (νερόμυλοι, αγροικίες, αγροτικές αποθήκες, στάβλοι, αλώνια, περιστεριώνες, φούρνοι κ.ά.). Τα υδραυλικά έργα: συγκέντρωση, μεταφορά, αποθήκευση, διοχέτευση νερού. Οι μύλοι: είδη ανδριώτικων μύλων (ανεμόμυλοι, νερόμυλοι με οριζόντια και κατακόρυφη φτερωτή, οριζόντιοι ταβλόμυλοι). Οι άνθρωποι και οι μύλοι: ιδιοκτήτες, κατασκευαστές, μυλωνάδες, πελάτες Οι νερόμυλοι: παρουσίαση συνόλων νερόμυλων στην Άνδρο και χωροταξική τους κατανομή, ένταξη νερόμυλων σε οικιστικό πλέγμα, ιστορικά στοιχεία (κατασκευή, τροποποιήσεις, προσθήκες, συντήρηση,μεταβίβαση), είδη-τυπολογία. τρόπος λειτουργίας. Αποκατάσταση μερικών διαδοχικών νερόμυλων με τις υδραυλικές εγκαταστάσεις και τους μηχανισμούς τους. Κατοικία μυλωνά πλάι σε νερόμυλο (εξωτερική και εσωτερική αποκατάσταση κτίσματος). Προϊόντα. Η επικοινωνία: κυκλοφορία (καλντερίμια, μονοπάτια, γεφύρια και τρόποι κατασκευής τους), μεταφορές προϊόντων και μετακινήσεις ανθρώπων ανά εποχή. Η πολιτισμική αξία των Διποταμάτων - και η γοητεία τους - έγκειται στην αναγκαία επέμβαση των προβιομηχανικών κοινοτήτων πάνω στο φυσικό περιβάλλον, το αποτέλεσμα της οποίας, πατιναρισμένο από το χρόνο και τη διαρκή επενέργεια των φυσικών φαινομένων, είναι μοναδικό. Έτσι, ένας μη εξοικειωμένος επισκέπτης θα χρειαστεί χρόνο και συγκεκριμένες υποδείξεις, ώστε να μπορέσει να διακρίνει το φυσικό από το ανθρωπογενές περιβάλλον μέσα στην ποταμιά. Είμαστε οι πρώτοι που θα ευχόμασταν η εικόνα αυτή να μην αλλάξει. Ούτε προς το «κακό» ούτε προς το «καλό». Το «κακό» είναι η φθορά από την εγκατάλειψη και τη γήρανση υλικών και κατασκευών. Το «καλό» είναι ο

εξωραϊσμός, η υπέρβαση του μέτρου, η αλλαγή του ύφους και του ήθους του τόπου προκειμένου να πλησιάσει την κοσμοαντίληψη του σημερινού επισκέπτη, η προσπάθεια να προσδοθεί περισσή «γραφικότητα». Το στήσιμο των εκθέσεων, η ένταξη του μουσειοδιδακτικού και εποπτικού υλικού, οι εγκαταστάσεις που προορίζονται για την κάλυψη των αναγκών του κοινού δεν πρέπει να ακυρώνουν την υπόσταση των κτισμάτων ούτε να τραυματίζουν τη γνησιότητα του χώρου. Αντίθετα, θα πρέπει να οργανώνονται εκεί που προσφέρεται ο τόπος, με μινιμαλιστικές και αναστρέψιμες κατασκευές. Ουσιαστικά όλες οι εκθέσεις θα στεγαστούν και θα προσαρμοστούν στα υπάρχοντα κτίσματα (αγροτικά και νερόμυλους) κι όχι τα κτίσματα στις εκθέσεις, οι επισκέπτες θα προσαρμοστούν στον τόπο κι όχι ο τόπος στις συνήθειες τους. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΝΟΜΙΚΟΣ ΕΛΕΝΗ ΤΣΕΝΟΓΛΟΥ

1. Βλ. Ελένη Τσενόγλου - Στέφανος Νομικός. «Διποτάματα Άνδρου. Πρόταση για ένα Οικομουσείο Υδροκινησης». Εθνογραφικό.6 (Ναύπλιο 1989). Επίσης βλ. Νέλλη Τσενόγλου - Στέφανος Νομικός. «Οι υδροκίνητοι αλευρόμυλοι στις Κυκλάδες. Με αφορμή μια έρευνα στην Άνδρο». Τεχνολογία2 (1988). 2. Η μελέτη βάσει πενταμερούς συμβάσεως μεταξύ Κοινότητας Παλαιοκάστρου Άνδρου (Δήμος Κορθίου πλέον) - ΕΤΒΑ - ΠΤΙ ETBA - ΒΙΠΕΤΒΑ - Καιρείου Βιβλιοθήκης Άνδρου έχει ανατεθεί στην ΒΙΠΕΤΒΑ. Στη σύνταξη της προκαταρκτικής μελέτης (master plan), η οποία βρίσκεται στο στάδιο της έγκρισης, εκτός από τους υπογράφοντες το άρθρο αυτό. έχουν συνεργαστεί και οι Δημήτρης Λεβέντης. Όλγα Λεκού. Ισαβέλλα Παπαμαντέλλου, αρχιτέκτονες-αναστηλωτές, και Γιώργος Ντάλας, ηλεκτρολογος-μηχανολογος μηχανικός. 3. Η ειδική περιβαλλοντική μελέτη έχει συνταχθεί από την «Οίκος ΕΠΕ - Διαχείριση φυσικού περιβάλλοντος».

ΝΑΥΤΙΚΑ ΜΟΥΣΕΙΑ - ΤΕΧΝΙΚΑ ΜΟΥΣΕΙΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ (Όπως και να τα πούμε τα προβλήματα μας παραμένουν τα ίδια) Μια ξεχωριστή ενότητα μουσείων, η οποία πιστεύουμε ότι αποτελεί παρακλάδι των τεχνολογικών, είναι τα ναυτικά μουσεία. Χωρίς να παραβλέπουμε τον ιστορικό ή λαογραφικό προσανατολισμό που έχουν αρκετά από αυτά, δεν πρέπει να αγνοήσουμε την τεχνική τους διάσταση, δεδομένου ότι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τον κυρίαρχο ρόλο της τεχνολογίας σε όλο σχεδόν το φάσμα της σχέσης του ανθρώπου με τη θάλασσα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το πλοίο, που κυριαρχεί σε όλα τα ναυτικά μουσεία, είναι ένα από τα κορυφαία τεχνολογικά δημιουργήματα στην ιστορία του ανθρώπου. Συνεπώς, κάθε ναυτικό μουσείο είναι από τη φύση του ένα μουσείο με τεχνολογικό περιεχόμενο. Αν οι δημιουργοί αυτών των μουσείων έχουν αποδεχθεί και αξιοποιήσει αυτήν την παραδοχή είναι ένα ζήτημα που θα

διερευνήσουμε εν συντομία, δίνοντας ίσως το έναυσμα για περαιτέρω συζήτηση. Συγκρίνοντας τα διάφορα είδη μουσείων στην Ελλάδα, διαπιστώνουμε ότι μετά τα αρχαιολογικά και τα εθνολογικά ή λαογραφικά (τα οποία συχνά δύσκολα μπορούν να διαφοροποιηθούν ως προς το περιεχόμενο τους) τα ναυτικά μουσεία συγκροτούν την τρίτη μεγάλη ομάδα μουσείων: σε μια ενδεικτική καταγραφή θα μπορούσαμε να αναφέρουμε δεκατέσσερα αμιγώς ναυτικά μουσεία. Στην υπό ίδρυση μάλιστα « Ένωση Ελληνικών Ναυτικών Μουσείων και Ιδρυμάτων», υπάρχουν δεκαοκτώ υποψήφιοι εταίροι, «ναυτικά μουσεία ή ιδρύματα με παρόμοιους σκοπούς». Είναι φανερό ότι, αν στην ομάδα των αμιγώς ναυτικών μουσείων προσθέσουμε και αυτά στων οποίων τα εκθέματα περιλαμβάνεται μια συγκροτημένη συλλογή που

αναφέρεται σε κάποια ναυτική δραστηριότητα (π.χ. ναυτική συλλογή του Πολεμικού Μουσείου, ενότητα Νεωρίου στο Βιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης, ενότητα Αλιείας στο Μουσείο Κρητικής Εθνολογίας στους Βώρους Μεσαράς), όπως επίσης και κάποιες ιδιωτικές ναυτικές συλλογές ανοιχτές στο κοινό (π.χ. συλλογή Μ. Μεθενίτη στη Γλυφάδα, συλλογή Ν. Χριστόπουλου στα Πευκάκια Βόλου), τότε ο κύκλος διευρύνεται και αγκαλιάζει έναν μεγάλο αριθμό μουσείων και συλλογών. Στον κύκλο αυτόν διεκδικούν επίσης θέση, δικαίως πιστεύουμε, και οι φορείς που κατέχουν κάποιο ιστορικό πλοίο ή χαρακτηρισμένο παραδοσιακό σκάφος, ξεκινώντας από το πιο εντυπωσιακό και γνωστό, το θωρηκτό «Αβέρωφ», και καταλήγοντας στα λιγότερα γνωστά παραδείγματα, όπως είναι η συλλογή αλιευτικών σκαφών της


Νομαρχίας Χίου («Άγιος Ιωάννης», «Άγιος Δημήτριος» και «Ευτυχία»), του Πνευματικού Ιδρύματος Σάμου «Νικόλαος Δημητρίου» («Καλή Τύχη». «Μεταμόρφωση Σωτήρος»), του Δήμου Πρέβεζας («Αγία Αικατερίνη» και «Ελευθερία») ή οι φορείς που κατέχουν από ένα μόνο σκάφος (π.χ. πολιτιστικός σύλλογος Ν. Μαρμαρά. Λιμενικό Ταμείο Ηρακλείου. Δήμος Σκοπέλου. Δήμος Περάματος). Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα θέματα τεχνολογικού ενδιαφέροντος, που άπτονται της ναυτικής πολιτιστικής κληρονομιάς, είναι από τα βασικότερα στο χώρο των ελληνικών μουσείων. Η διαπίστωση αυτή, μάλιστα, δεν προκύπτει από μεμονωμένα εκθέματα ναυτικού ενδιαφέροντος, που λόγω της φύσης της χώρας υπάρχουν σχεδόν σε κάθε μουσείο, αλλά από συγκροτημένες συλλογές, που αποτελούν το σύνολο ή τμήματα αρκετών μουσείων. Η ανάλυση των χαρακτηριστικών αλλά και των προβλημάτων που έχουν τα μουσεία και οι συλλογές αυτές είναι απόλυτα επίκαιρη για δύο λόγους: πρώτον, τα ίδια τα ναυτικά μουσεία έχουν εκφράσει επανειλημμένα έναν τέτοιο προβληματισμό κατά τη διάρκεια των τριών Πανελλήνιων Συνεδρίων Ναυτικών Μουσείων που έλαβαν χώρα τα τελευταία χρόνια, και δεύτερον, σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις και δημοσιεύσεις, δημιουργούνται άλλα δέκα τουλάχιστον νέα τοπικά ναυτικά μουσεία, που προγραμματίζουν να ανοίξουν τις πύλες τους στο κοινό τα επόμενα χρόνια. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι όχι μόνο πρέπει να καταγραφεί και να αναλυθεί η εμπειρία των παλαιότερων ναυτικών μουσείων, αλλά πρέπει να διερευνηθεί ο ρόλος και οι προοπτικές των νέων ναυτικών μουσείων πριν από τη διαδικασία δημιουργίας τους. Για την πληρέστερη εξέταση και αντιμετώπιση των προβλημάτων των ναυτικών μουσείων και συλλογών, είναι ανάγκη αυτά να ομαδοποιηθούν και να ταξινομηθούν. Μια τέτοια ταξινόμηση θα μπορούσε να βασιστεί σε διαφόρων ειδών κριτήρια, όπως το διαχειριστικό μοντέλο τους, τη γεωγραφική κατανομή τους, το μέγεθος ή το χρόνο έναρξης της λειτουργίας τους, τις παράλληλες δραστηριότητες τους κ.λπ. Βασικά, ωστόσο, κριτήρια, τα οποία μπορούν να προδιαγράψουν και το προφίλ του κάθε μουσείου, είναι αυτά που αναφέρονται στο περιεχόμενο των συλλογών τους. Έτσι, η ταξινόμηση που υιοθετούμε στη συνέχεια αναφέρεται στο περιεχόμενο και τη μουσειολογική δομή των εκθέσεων των μουσείων ή των συλλογών και τα προσδιορίζει ως προς την κεντρική θεματική τους ενότητα και τον γεωγραφικό χώρο που θέλουν να καλύψουν. Τα μουσεία και οι συλλογές ναυτικού περιεχομένου μπορούν να ταξινομηθούν σε πέντε ομάδες ως εξής: /. Γενικά ναυτικά μουσεία και συλλογές (εθνικής κλίμακας). Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα ναυτικά μουσεία των οποίων ο μουσειολογικός σχεδιασμός δεν περιορίζεται σε μια κεντρική ναυτική θεματολογία (τοπικής κλίμακας ή ειδικού ναυτικού

Ακρόπρωρο στο Μουσείο Γαλαξιδίου.

Πρέσα για τη συμπίεση των σφουγγαριών στο Ναυτικό Μουσείο Καλύμνου.

θέματος), αλλά αναφέρεται διαχρονικά στο σύνολο της ελληνικής ναυτιλίας, όπως, για παράδειγμα, το Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος στον Πειραιά και το Ναυτικό Μουσείο Κρήτης στα Χανιά. Τα μουσεία αυτά ακολουθούν το κλασικό μοντέλο παρουσίασης των εκθεμάτων, δηλαδή με χρονολογική σειρά, ξεκινώντας συνήθως από την προϊστορική εποχή και καταλήγοντας στη σύγχρονη ελληνική ναυτιλία και τη χρήση της υψηλής τεχνολογίας. Είναι προφανές ότι στα μουσεία αυτής της κατηγορίας σημαντικό ρόλο παίζει ο χώρος που διαθέτουν, ώστε να υπάρχει δυνατότητα πλήρους και ισοδύναμης παρουσίασης όλων των περιόδων της ελληνικής ναυτιλίας. Στα δύο μουσεία αυτού του τύπου, που ήδη αναφέρθηκαν, υπάρχει χώρος για πλήρη παρουσίαση του θέματος, αν και πάντα δημιουργούνται νέες ανάγκες. Το πρόβλημα του χώρου, ωστόσο, είναι σοβαρό για τα υπόλοιπα μουσεία που έχουν επιλέξει ή πρόκειται να επιλέξουν μια γενική και εθνική θεματολογία, όπως το Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου στη Μύκονο και το Ναυτικό Μουσείου Επτανήσου στη Ζάκυνθο. Ο βασικός κίνδυνος στην περίπτωση αυτή είναι να υπάρξει αδυναμία κάλυψης, με την ίδια βαρύτητα, όλων των περιόδων της ελληνικής ναυτιλίας. Μια λύση για το πρόβλημα αυτό θα ήταν φυσικά η εκμετάλλευση της σύγχρονης τεχνολογίας, ώστε να καλυφθούν «εικονικά» τα κενά. Βασικά θέματα, τα οποία αδικούνται από τη συλλογή του μουσείου, θα μπορούσαν να καλύπτονται από ειδικές προβολές (CD ή video) σε οθόνες τοποθετημένες στη σωστή θέση ως προς την «αφηγηματική σειρά» που ακολουθεί ή έκθεση του μουσείου. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των μουσείων αυτής της κατηγορίας είναι ο μικρός αριθμός αυθεντικών ιστορικών εκθεμάτων και ο μεγάλος αριθμός, αντίστοιχα, σύγχρονων ομοιωμάτων ή αναπαραστάσεων από πλοία, ναυπηγεία, νεώρια, λιμάνια κ.ά. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν υποβαθμίζει τη σημασία αυτών των μουσείων, αντίθετα τους προσδίδει έναν ιδιαίτερο μουσειοδιδακτικό χαρακτήρα. Από τη στιγμή μάλιστα που εκπονούνται σε αυτά και εκπαιδευτικά προγράμματα για σχολεία (π.χ. Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, Ναυτικό Μουσείο Κρήτης), είναι φανερό ότι ο πολιτισμικός ρόλος αυτών των μουσείων είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Κατά τη γνώμη μας. τα εκπαιδευτικά προγράμματα πρέπει να αποτελούν κεντρικό στόχο της λειτουργίας των γενικών ναυτικών μουσείων, εφόσον όμως πληρούν τις εξής προϋποθέσεις: • Τα σύγχρονα ομοιώματα ή αναπαραστάσεις, που αποτελούν και την πλειονότητα των εκθεμάτων, πρέπει να έχουν κατασκευαστεί ύστερα από ανάλογη έρευνα και τεκμηρίωση, που θα εγγυώνται την ορθότητα των πληροφοριών τις οποίες αυτά μεταδίδουν στον επισκέπτη του μουσείου. Η κατασκευή τέτοιων έργων χωρίς τη συνεργασία του κατασκευαστή με τον ειδικό ερευνητή που έχει μελετήσει το θέμα και είναι σε θέση να παράσχει ιστορική και τεχνική τεκμηρίωση του νέου εκθέματος, συχνά καταλήγει σε αλλοίωση της ιστορίας του αντικειμένου. Μερικές φορές μάλιστα, ανάλογα με την πολύ-


πλοκότητα του θέματος, η συνεργασία αυτή πρέπει να γίνεται με ομάδα ειδικών (ιστορικός, αρχιτέκτονας, ναυπηγός, κ.λπ). • Οι παιδαγωγοί-δημιουργοί των εκπαιδευτικών προγραμμάτων πρέπει να συνεργάζονται με τους ειδικούς, που γνωρίζουν σε βάθος τις θεματικές ενότητες του μουσείου (ιστορικοί, αρχαιολόγοι, εθνολόγοι, τεχνικοί, ναυτικοί, ιχθυολόγοι κ.ά.). Με τη συνεργασία αυτή διασφαλίζεται, όσο είναι δυνατόν, η σαφήνεια, η πληρότητα και φυσικά η ορθότητα του περιεχομένου των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Τα γενικά ναυτικά μουσεία εθνικής κλίμακας, για να είναι σε θέση να ανταποκριθούν σωστά στον βασικό μουσειοδιδακτικό ρόλο τους. απαιτούν δαπανηρές εγκαταστάσεις και ανάλογο ειδικευμένο προσωπικό. Για το λόγο αυτό πιστεύουμε ότι το ενδιαφέρον πρέπει μάλλον να στραφεί στην καλύτερη οργάνωση και τη βελτίωση των ήδη υπαρχόντων μουσείων, πάρα στη δημιουργία νέων. Τμήματα των υπαρχόντων μουσείων ή και το σύνολο των μικρότερων μουσείων αυτής της ομάδας πρέπει να επανασχεδιαστούν, με διεπιστημονική συμμετοχή, ώστε να επιτευχθούν οι αναγκαίες διορθώσεις τυχόν σφαλμάτων ή να σχεδιαστεί η καλύτερη μουσειοδιδακτική τους λειτουργία. 2. Γενικό ναυτικό μουσεία και συλλογές τοπικής κλίμακας. Στην ενότητα αυτή περιλαμβάνονται τα μουσεία που δεν έχουν μια γενική ναυτική θεματολογία, αλλά αναφέρονται σε μια ορισμένη περιοχή ή έναν ναυτικό τόπο. Τα μουσεία αυτά συνήθως δεν ακολουθούν χρονολογική σειρά στον τρόπο παρουσίασης των εκθεμάτων τους, γιατί η περίοδος που καλύπτουν είναι μικρή: σχεδόν πάντα από τα μέσα του 18ου έως τα μέσα ή τα τέλη του 20ού αιώνα. Μόνο το Μουσείο της Ύδρας κάνει τον ενδεικτικό διαχωρισμό μεταξύ των κειμηλίων του 18ου-19ου αιώνα και αυτών από τους Βαλκανικούς πολέμους και μετά. Τα περισσότερα μουσεία αυτής της ομάδας παρουσιάζουν τα εκθέματα τους χωρίς να ακολουθούν κάποιο αφηγηματικό σενάριο, αλλά συχνά με βάση την κοινή πηγή προέλευσης των εκθεμάτων, που μπορεί να είναι δωρεές (αίθουσα ΠΕΚΕΒ στο Ναυτικό Μουσείο Χίου) ή τα κοινά εικαστικά τους χαρακτηριστικά (πορτρέτα καραβιών στο Μουσείο Γαλαξιδίου, πίνακες του Α. Γλύκα στο Ναυτικό Μουσείο Οινουσσών. μεταλλικά εξαρτήματα ή ομοιώματα του Α. Πολιά στο Μουσείο Ναυτικής Τέχνης στη Σύμη). Είναι, λοιπόν, προφανής η έλλειψη μιας μουσειολογικής οργάνωσης που θα κάλυπτε την ανάγκη μιας συστηματικής- αφηγηματικής σειράς των εκθέσεων τους, πλαισιωμένων με το απαραίτητο εποπτικό υλικό. Τα ναυτικά μουσεία γενικής θεματολογίας και τοπικής κλίμακας έχουν συνήθως μια σημαντική διαφορά με αυτά της προηγούμενης ομάδας, η οποία αλλάζει εντελώς το χαρακτήρα και το ρόλο τους: σε αυτά κυριαρχούν τα αυθεντικά ιστορικά εκθέματα, ενώ ο αριθμός των ομοιωμάτων ή των αναπαραστάσεων είναι σχετικά μικρός. Το στοιχείο αυτό αναβαθμίζει αισθητά την ερευνητική αξία των συλλογών τους, αλλά περιορί-

ζει τη μουσειοδιδακτική τους ικανότητα. Τα μουσεία αυτά είναι συνήθως ακούραστοι φύλακες, με πενιχρά μέσα. τοπικών τεκμηρίων και κειμηλίων, σε ιστορικές ναυτικές πολιτείες, όπως στο Γαλαξίδι, την Ύδρα. τη Χίο. την Οία. τη Σύμη κ.α. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε μια ιδιόρρυθμη περίπτωση τέτοιου μουσείου, το Ναυτικό Μουσείο Οινουσσών. Η ιδιορρυθμία του οφείλεται στον τρόπο δημιουργίας του (από δωρεές), που έχει ως αποτέλεσμα τα σημαντικότερα εκθέματα του να μην έχουν άμεση σχέση με την τοπική ναυτική ιστορία (π.χ. Αίθουσα «Αντώνιου Σ. Λεμού», με κοκάλινα ομοιώματα πλοίων, έργα γάλλων αιχμαλώτων των Ναπολεόντειων πολέμων, ομολογουμένως μοναδικής τέχνης).

Φόρεμα, σκάφανδρο και εξοπλισμός δύτη στο Ναυτικό Μουσείο Καλύμνου.

Τα μουσεία αυτής της ομάδας υποφέρουν, επίσης, από έλλειψη χώρου, γιατί συνήθως στεγάζονται σε μικρά κτίρια, ενώ τα πολυάριθμα κειμήλια που διασώζουν χρειάζονται πολλαπλάσιο χώρο για να εκτεθούν. Η μόνη λύση γι' αυτό το πρόβλημα, η οποία θα συνέβαλλε ταυτόχρονα και στην αναβάθμιση της μουσειοδιδακτικής τους λειτουργίας, θα ήταν η χρήση νέων τεχνολογιών στον εκθεσιακό χώρο τους. Στην περίπτωση αυτή, αρκετά εκθέματα μπορούν να αποθηκευτούν και να παρουσιάζονται βιντεοσκοπημένα σε οθόνες μέσα από κατάλληλα σχεδιασμένα προγράμματα στο χώρο της έκθεσης του μουσείου. Το κόστος μιας τέ-

τοιας ανάπλασης του χώρου και της δομής των μουσείων είναι αναμφίβολα μεγάλο και συχνά απαγορευτικό για τις οικονομικές δυνατότητες των περισσότερων τοπικών μουσείων, αλλά θα τους επιτρέψει να βγουν από την αφάνεια και να παίξουν τον εκπαιδευτικό τους ρόλο, ενώ θα τους αποφέρει και πολλαπλάσια έσοδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Μουσείο Ναυτικής Τέχνης στη Σύμη, το οποίο έχει μεγάλες δυνατότητες, αλλά βρίσκεται στην αφάνεια λόγω της κακής οργάνωσης του. Βασικό μειονέκτημα και αυτών των μουσείων είναι συχνά η απουσία σωστής τεκμηρίωσης των εκθεμάτων, η οποία λόγω της ποικιλίας τους πρέπει να στηρίζεται σε μελέτη και έρευνα διεπιστημονικής ομάδας ειδικών συνεργατών. Μια νέα προσπάθεια δημιουργίας ενός μουσείου βρίσκεται σήμερα κοντά στο στόχο της με την ολοκλήρωση του κτιριολογικού έργου. Πρόκειται για το Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης και Σπογγαλιείας στη Νέα Κούταλη της Λήμνου. Το μουσείο αυτό θα στεγάσει κυρίως μια συλλογή, που ξεκίνησε να συγκροτείται το 1963 από το δάσκαλο του χωριού και περιλαμβάνει εξοπλισμό των σφουγγαράδων και ευρήματα από το βυθό της θάλασσας. Η έκθεση του μουσείου ακολουθεί ένα μουσειοδιδακτικό σενάριο και έχει τα χαρακτηριστικά που θα του επιτρέψουν να παίξει ουσιαστικό ρόλο στην πολιτιστική ζωή του νησιού. Ωστόσο, στο σχεδιασμό της έκθεσης του μουσείου δεν έχει προβλεφθεί η χρήση νέων τεχνολογιών για έναν πολύ απλό λόγο: η μελέτη για την παρουσίαση της έκθεσης ολοκληρώθηκε πριν από έξι χρόνια, όταν δεν είχε διαδοθεί η χρήση της τεχνολογίας των ηλεκτρονικών παρουσιάσεων (CD-ROM). Σημαντικό, λοιπόν, πρόβλημα για τα μικρά αυτά μουσεία και τη σχεδίαση τους είναι η ραγδαία εξέλιξη της σύγχρονης τεχνολογίας, την οποία αδυνατούν να παρακολουθήσουν. Με τα δεδομένα των ελληνικών μουσείων, η οποιαδήποτε μετατροπή ή εκσυγχρονισμός τους χρειάζεται συχνά 5 έως 10 χρόνια για να ολοκληρωθεί, με αποτέλεσμα να έχει ξεπεραστεί πριν καν φτάσει στο τελικό στάδιο. 3. Θεματικό ναυτικό μουσεία και συλλογές τοπικής κλίμακας. Στην ομάδα αυτή ανήκουν τα μουσεία και οι συλλογές των οποίων η έκθεση παρουσιάζει μια ειδική ναυτική θεματολογία (ναυσιπλοία, ναυπηγική, σπογγαλιεία, αλιεία) και αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Η παρουσίαση των εκθεμάτων τους δεν ακολουθεί χρονολογική σειρά, αφενός γιατί η χρονική περίοδος στην οποία αναφέρονται είναι ιδιαίτερα περιορισμένη και αφετέρου γιατί και ο χώρος του μουσείου είναι επίσης περιορισμένος (π.χ. Ναυτικό Μουσείο Καλύμνου, συλλογή Ν. Χριστόπουλου). Τα μουσεία αυτά είναι ομολογουμένως αρκετά εξειδικευμένα και περιλαμβάνουν άλλοτε το έργο ενός ανθρώπου (συλλογή Ν. Χριστόπουλου), άλλοτε τα κειμήλια μιας επιχείρησης (Νεώριο στο Βιομηχανικό Μουσείο Σύρου) και άλλοτε τα τεκμήρια της σημαντικότερης παραγωγικής δραστηριότητας ενός τόπου (Ναυτικό Μουσείο


Καλύμνου). Σε αυτά κυριαρχούν τα αυθεντικά ιστορικά εκθέματα, όπως και στην προηγούμενη κατηγορία, και η ερευνητική τους αξία είναι εξίσου αναβαθμισμένη, αλλά έχουν, πιστεύουμε, μεγαλύτερες εκπαιδευτικές δυνατότητες. Η τελευταία διαπίστωση βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι η θεματολογία τους είναι περιορισμένη επιτρέποντας την εμβάθυνση και τη σφαιρική προσέγγιση του ιδιαίτερου θέματος. Για παράδειγμα, ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για παιδιά έχει δυνατότητες να είναι πιο ελκυστικό και ζωντανό όταν αναφέρεται με λεπτομέρειες στους καλύμνιους σφουγγαράδες παρά στη ναυτική παράδοση της Καλύμνου γενικά και διαχρονικά. Μια πρόταση, που φαίνεται να κερδίζει υποστηρικτές τα τελευταία χρόνια, είναι η προσαρμογή κάποιων γενικών μουσείων σε θεματικά ναυτικά μουσεία. Η διερεύνηση έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια για το Μουσείο Ναυτικής Τέχνης στη Σύμη. Ο κυρίαρχος ρόλος της ναυπηγικής και της σπογγαλιείας στο νησί αυτό, έως τα μέσα του 20ού αιώνα, μπορεί άνετα να αποτελέσει το κεντρικό θέμα του μουσείου, ώστε αυτό να μετατραπεί σε ένα σύγχρονο θεματικό τοπικό μουσείο. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να υποστηριχθεί και για το Μουσείο Γαλαξιδίου, δεδομένου ότι σε αυτό κυριαρχούν τα όργανα ναυσιπλοίας και τα πορτρέτα καραβιών. Η πρόταση εξειδίκευσης των γενικών ναυτικών μουσείων τοπικής κλίμακας είναι σαφώς εποικοδομητική και μπορεί να δώσει νέα πνοή στη λειτουργία τους και στις εκπαιδευτικές τους δραστηριότητες αλλά και να αυξήσει την ελκυστικότητα τους για το ευρύτερο κοινό. 4. Θεματικά ναυτικά μουσεία και συλλογές εθνικής κλίμακας. Στην ομάδα αυτή ανήκουν τα μουσεία και οι συλλογές των οποίων η έκθεση παρουσιάζει μια ειδική ναυτική θεματολογία (π.χ. ναυσιπλοία, ναυπηγική, σπογγαλιεία, αλιεία) και προσπαθεί να καλύψει το θέμα σε εθνική κλίμακα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι τα θεματικά μουσεία «δεύτερης γενιάς». Αν και έχει εξαγγελθεί εδώ και χρόνια η δημιουργία τέτοιων μουσείων, στα τέλη του 2000, όταν δηλαδή γράφεται αυτό το κείμενο, δεν έχει λειτουργήσει ακόμη κανένα από αυτά (Μουσείο Εμπορικής Ναυτιλίας στον Πειραιά, Μουσείο Ναυπηγικής στο Πέραμα, Μουσεία αλιευτικών σκαφών και εργαλείων). Η ομάδα αυτών των μουσείων έχει προφανώς τη μεγαλύτερη ανάγκη ειδικής επιστημονικής υποστήριξης, γιατί αναφέρεται σε ιδιαίτερα εξειδικευμένη θεματολογία -εθνικής κλίμακας-, που κάνει απαραίτητη τη συνδρομή επιστημόνων με ανάλογη ειδίκευση και γνώσεις. Είναι προφανές ότι η πρόκληση για τη σωστή οργάνωση και λειτουργία αυτών των μουσείων είναι μεγάλη. Ο εκπαιδευτικός και ερευνητικός ρόλος τους είναι πολύ σημαντικός και η θεματολογία τους ιδιαίτερα ελκυστική, όχι μόνο για το ευρύτερο κοινό αλλά και για τα σχολεία και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που αναμφίβολα θα επιδιώξουν συνεργασία μαζί τους. Οι ενδείξεις, ωστόσο, που έχουμε για τη σοβαρότητα με την οποία

αντιμετωπίζουν οι φορείς-δημιουργοί αυτών των μουσείων τα ζητήματα σχεδιασμού και λειτουργίας τους δεν είναι ενθαρρυντικές. Κορυφαίο παράδειγμα η προκήρυξη χρηματοδότησης ενός μουσείου αλιείας από το υπουργείο Γεωργίας στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος «Pesca» στις αρχές του 1999: αντί να επιλεγεί η προκήρυξη ενός μουσείου με το απαιτούμενο εύρος προϋπολογισμού που θα κάλυπτε τις υψηλές απαιτή-

Ομοιώματα συμιακής σκάφης (πάνω) και γυαλάδικης βάρκας (κάτω) κατασκευασμένα από τον Αντώνη Πολιό για το Μουσείο Ναυτικής Τέχνης στη Σύμη.

σεις της διάσωσης και της διδαχής των τεχνικών χαρακτηριστικών της αλιείας, επιλέχθηκε ένας συρρικνωμένος προϋπολογισμός, για ένα μόνο μουσείο, αποκλείοντας ουσιαστικά κάθε σοβαρή υποβολή πρότασης. Το εύρος του προϋπολογισμού αποφασίστηκε γιατί δεν υπήρχαν περισσότερα διαθέσιμα κονδύλια. Ωστόσο, στη συνέχεια εγκρίθηκαν επτά σχέδια δημιουργίας μουσείων αλιείας, αντί ενός, όλα με παρόμοιους προϋπολογισμούς και προδιαγραφές. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα τρία από τα εγκεκριμένα σχέδια δεν προχώρησαν ούτε καν στις τυπικές διαδικασίες αποδοχής της επιχορήγησης τους, γιατί γρήγορα οι φορείς που τα υπέβαλαν διαπίστωσαν ότι δεν ήταν σε θέση να τα υλοποιήσουν. Τα υπόλοιπα τέσσερα προσπαθούν, ακόμη, να προσαρμόσουν τα εγκεκριμένα σχέδια τους σε λύσεις «εφικτές», διαπραγματευόμενα τους χρόνους, τους όρους και το κόστος δημιουργίας τους, σε βάρος πάντα της ποιότητας του αποτελέσματος. Όλα αυτά θα μπορούσαν να μην έχουν συμβεί, αν γινόταν από την αρχή σωστός σχεδιασμός της προκήρυξης που θα έδινε τη δυνατότητα δημιουργίας ενός σύγχρονου και ολοκληρωμένου μουσείου αλιείας. Μια άλλη σημαντική προσπάθεια ξεκί-

νησε από τον Δήμο Περάματος με τη δημιουργία του Μουσείου Ναυπηγικής, με διαχρονικό και εθνικής εμβέλειας περιεχόμενο. Το εγχείρημα έχει όλες τις προϋποθέσεις για να αναδειχθεί το μουσείο σε τεχνικό μουσείο διεθνούς ενδιαφέροντος, μιας και η ελληνική ναυπηγική έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο έως και τη βυζαντινή περίοδο. Ωστόσο, μετά την εκπόνηση της προμελέτης σκοπιμότητας και οργάνωσης του μουσείου, το θέμα παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμο για πάνω από μια πενταετία. Σημαντικό ρόλο στη δημιουργία αυτού του τέλματος έπαιξαν, αναμφίβολα, ο καιροσκοπισμός και η διαμάχη συμφερόντων που αναπτύσσονται, σχεδόν πάντα, πίσω από τη χρηματοδότηση έργων τέτοιας κλίμακας. Στον αντίποδα αυτής της κατάστασης, ο Δήμος Περάματος, δείχνοντας σταθερή επιμονή στην προσπάθεια ίδρυσης του Μουσείου Ναυπηγικής, εξασφάλισε πρόσφατα νέους κοινοτικούς πόρους για την υλοποίηση του έργου. Όπως και στα μουσεία της πρώτης ομάδας, έτσι και για τη δημιουργία ειδικών ναυτικών μουσείων εθνικής κλίμακας πρέπει να προβλέπονται εξειδικευμένες εγκαταστάσεις, επαρκής χώρος και σωστή στελέχωση σε προσωπικό. Είναι σαφές ότι δεν υπάρχει χώρος για περισσότερα από ένα ολοκληρωμένα μουσεία ναυπηγικής ή ένα σωστό μουσείο αλιείας, τα οποία θα παρουσιάζουν διαχρονικά και σε εθνική κλίμακα το θέμα τους. Είναι επίσης σαφές ότι το σωστό περιεχόμενο και οι ολοκληρωμένες λειτουργίες πρέπει να εξασφαλίζονται από την αρχή, κυρίως ως προς το οικονομικό τους αντίκρισμα. Το διαστροφικό κουσούρι των περικοπών, «για να γίνει τελικά το έργο», μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την τεκμηριωμένη και αναλυτική περιγραφή και κοστολόγηση κάθε εργασίας. Το μόνο σίγουρο όπλο ενάντια στον ερασιτεχνισμό και την προχειρότητα είναι ο καλώς εννοούμενος επαγγελματισμός και η μείωση στο ελάχιστο δυνατό της σχετικότητας των προϋπολογισμών, έτσι ώστε να μην αφήνουν περιθώρια κουτσουρέματος. Ωστόσο, αν η προχειρότητα μπορεί να αντιμετωπιστεί, αυτό που δεν μπορεί σίγουρα να αντιμετωπιστεί είναι ο καιροσκοπισμός και η διαμάχη συμφερόντων που συχνά ενδημούν σε αυτές τις προσπάθειες. Τότε το μόνο που απομένει είναι ο καταμερισμός των ευθυνών και η απλή συσσώρευση εμπειρίας που θα χρησιμεύσει στην επόμενη ανάλογη προσπάθεια. Όπως και να εξελίσσονται, όμως, οι επιμέρους απόπειρες, τα μουσεία αυτής της ομάδας έχουν τις μεγαλύτερες δυνατότητες ανάπτυξης ολοκληρωμένων προτάσεων για την επίτευξη του διπλού τους στόχου: την εκ παραλλήλου δηλαδή διάσωση και καταγραφή των τεχνικών και τη σφαιρική παρουσίαση της εξέλιξης που είχε η παραγωγική διαδικασία του κλάδου διά μέσου των αιώνων. 5. Μουσειακά σκάφη. Η τελευταία αυτή ομάδα θα μπορούσε φυσικά να αποτελέσει παρακλάδι της ομάδας των ειδικών - τοπικής κλίμακας - ναυτικών μουσείων. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όμως, της διάσωσης, της αποκατάστασης και της συντήρησης μου-


σειακών σκαφών, όπως και ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των σκαφών που αντιμετωπίζονται ως μουσειακά εκθέματα (υπάρχουν ήδη 24 τέτοια σκάφη στην Ελλάδα), μας επιβάλλουν να τα εξετάσουμε ως ξεχωριστή ομάδα. Τα μουσειακά σκάφη μπορούν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Στην πρώτη περιλαμβάνονται τα μεγάλα σιδερένια πλοία με μουσειακή αξία, που έχουν ναυπηγηθεί στο εξωτερικό (θωρηκτό «Αβέρωφ», «Ευγένιος Ευγενίδης», «Θαλής ο Μιλήσιος»). Στη δεύτερη ανήκουν τα μικρότερα παραδοσιακά ξύλινα σκάφη, ελληνικής κατασκευής, που έχουν υιοθετηθεί ή αγοραστεί από διάφορους φορείς από όλη την Ελλάδα και αρκετά από αυτά έχουν χαρακτηριστεί ήδη ως διατηρητέα μνημεία από το Υπουργείο Πολιτισμού. Στην πρώτη κατηγορία, το μόνο σκάφος που λειτουργεί ως ανεξάρτητο ναυτικό μουσείο είναι το θωρηκτό «Αβέρωφ», το οποίο ανήκει στο Πολεμικό Ναυτικό. Στο σκάφος έχουν γίνει επιμελημένες εργασίες αποκατάστασης και θα πρέπει να αναφερθεί η συστηματική προσπάθεια εμπλουτισμού των εκπαιδευτικών του λειτουργιών. Με CD-ROM για την ξενάγηση, τις εργασίες αποκατάστασης και την ιστορία του πλοίου και με οργανωμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, το «Αβέρωφ» διεκδικεί σήμερα τα πρωτεία ως προς την αναβαθμισμένη προβολή του στο ευρύτερο κοινό, σε σχέση με όλα τα άλλα ναυτικά μουσεία. Τα άλλα δύο σκάφη της κατηγορίας αυτής είναι αρκετά πιο πίσω σε εργασίες, με σημαντικά προβλήματα στη συντήρηση και την αποκατάσταση τους και με υποτυπώδη μουσειοδιδακτική λειτουργία, που στην καλύτερη περίπτωση περιορίζεται σε απλές ξεναγήσεις («Θαλής ο Μιλήσιος»). Τα σκάφη της δεύτερης κατηγορίας είναι πολυάριθμα: δεκαοκτώ χαρακτηρισμένα από το Υπουργείο Πολιτισμού ή είκοσι ένα αν υπολογίσουμε όσα ανήκουν σε δημόσιους ή μη κερδοσκοπικούς πολιτιστικούς φο-

ρείς. Για κάποια γίνονται προσπάθειες να συντηρηθούν και να αποκατασταθούν, χωρίς ωστόσο πάντα την ανάλογη επιτυχία. Αναμφίβολα η κατάσταση τους είναι προβληματική, αφού από τα είκοσι ένα μόνο δύο μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι σε καλή κατάσταση διατήρησης, ενώ εννέα είναι σε πολύ κακή κατάσταση. Βασικό πρόβλημα είναι το κόστος επισκευής και αποκατάστασης, το οποίο συμπαρασύρει και όλες τις εργασίες πάνω στα σκάφη, που χαρακτηρίζονται στις περισσότερες περιπτώσεις από ερασιτεχνισμό, εμπειρισμό και έλλειψη τεκμηρίωσης. Το κόστος αυτό είναι αναμφίβολα μεγάλο, αλλά θα πρέπει φυσικά να συγκρίνεται μόνο με το κόστος των οικοδομικών εργασιών σε διατηρητέα κτήρια αντίστοιχου μεγέθους και παρόμοιας κατάστασης διατήρησης, γιατί θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι μιλάμε για εργασίες ανάλογης κλίμακας. Σε κανένα από τα σκάφη αυτής της κατηγορίας δεν έχει λειτουργήσει εκπαιδευτικό πρόγραμμα, αν και η κατασκευή τους, το μέγεθος και ο εξοπλισμός τους θα μπορούσαν να εμπνεύσουν ένα ιδιαίτερα ελκυστικό σενάριο εκπαιδευτικού προγράμματος. Ακόμη, η διδακτική τους λειτουργία θα μπορούσε να συμπληρωθεί με τη χρήση νέων τεχνολογιών, με προβολή κατάλληλου υλικού, που θα παρουσιάζει την κατασκευή τους, τη χρήση τους ως εμπορικών ή αλιευτικών και κυρίως τη ζωή των ναυτικών πάνω σε τέτοια σκάφη. Πιστεύουμε ότι τα σκάφη αυτά μπορούν να παίξουν ιδιαίτερο μουσειοδιδακτικό ρόλο, στο πλαίσιο των τεχνικών και ναυτικών μουσείων, αρκεί να αξιοποιηθούν με κατάλληλο τρόπο και να αναζητηθούν οι γνώσεις των ειδικών που θα συμβάλουν στην ολοκλήρωση του έργου. Με ιδιαίτερη προοπτική ως προς αυτήν την κατεύθυνση μπορούν να είναι οι προσπάθειες φορέων που έχουν πλέον μικρό στολίσκο από τέτοια σκάφη, όπως η Νομαρχία Χίου και ο Δήμος Καλύμνου, που διαθέτουν από τρία σκάφη ο καθένας, και το Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου

«Νικόλαος Δημητρίου», ο Δήμος Πρέβεζας και το Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου, που διαθέτουν από δύο. Μεγάλη προσοχή στην κατηγορία αυτή πρέπει να δίνεται στις σωστές και τεκμηριωμένες εργασίες αποκατάστασης, ώστε να μη διολισθαίνουν σε «ωραιοποιήσεις» ή κακώς εννοούμενες «αναπαλαιώσεις» των σκαφών. Έχουμε τη γνώμη ότι ο πολιτιστικός ρόλος που θα παίξουν τα μουσειακά σκάφη στα επόμενα χρόνια θα είναι πολυσήμαντος, όχι μόνο σε ερευνητικό και εκπαιδευτικό επίπεδο, αλλά και σε άλλους τομείς, όπως η αναψυχή ή ακόμη και η κατασκευή, αναβιώνοντας παραδοσιακά πρότυπα στα τουριστικά σκάφη (κάτι αντίστοιχο έχει ήδη συμβεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες). Πρόκειται για την επανάληψη (σε σκάφη αυτή τη φορά) της διαδικασίας που έλαβε χώρα πριν από δύο δεκαετίες στον τόπο μας με την αναπαραγωγή αρκετών παραδοσιακών προτύπων σε αρχιτεκτονικά κελύφη κτηρίων, τα οποία κατασκευάστηκαν κυρίως στα τουριστικά νησιά. Ελπίζουμε, λοιπόν, οι φορείς που κατέχουν αυτά τα σκάφη να διδαχθούν από την εμπειρία παλαιότερων πρακτικών στην αρχιτεκτονική πολιτιστική κληρονομιά και να φανούν αντάξιοι του σημαντικού πολιτιστικού ρόλου που έχουν επωμιστεί. Αναμφίβολα, τα περισσότερα προβλήματα των ναυτικών μουσείων αποτελούν εξειδικεύσεις των γενικότερων προβλημάτων που έχουν όλα τα μουσεία, τεχνικά ή μη, στη χώρα μας. Η λύση, όμως, για το καθένα από αυτά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την επίμονη διεκδίκηση της και κυρίως την αναλυτική και ολοκληρωμένη τεκμηρίωση, που δεν θα αφήνει περιθώρια όχι μόνο για την αναίρεση αλλά ούτε καν για την επιλογή «ενδιάμεσης» λύσης. Κ.Α. ΔΑΜΙΑΝΙΔΗΣ * Οι φωτογραφίες του άρθρου είναι λήψεις του συγγραφέα.

ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΚΕΡΑΜΙΚΗΣ: ΣΤΑΔΙΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΛΥΣΕΙΣ Το Κέντρο Μελέτης Νεώτερης Κεραμικής Ίδρυμα Οικογενείας Γεωργίου Ψαροπούλου (ΚΜΝΚ) είναι ένας μουσειακός, ερευνητικός και εκπαιδευτικός οργανισμός, αφιερωμένος στην έρευνα, τη διαφύλαξη και την προβολή της ελληνικής χρηστικής κεραμικής των νεότερων χρόνων (αρχές 19ου-μέσα 20ού αιώνα). Ιδρύθηκε το 1987, με πυρήνα τη συλλογή αντικειμένων και πληροφοριών που συγκέντρωσε η Μπέτυ Ψαροπούλου στη διάρκεια του ερευνητικού οδοιπορικού της στον ελλαδικό χώρο. Για δώδεκα χρόνια ( 1987-1999) στεγαζόταν σε ιδιόκτητο νεοκλασικό κτίριο στην οδό Ηπίτου 8 στην Πλάκα. Στον πρώτο όροφο, σε τρία μικρά δωμάτια, υπήρχαν: α. σκηνική αναπαράσταση του εργαστηρίου κατα-

σκευής αγγείων σε ποδοκίνητο τροχό, β. μερική αναπαράσταση του κρητικού εργαστηρίου κατασκευής αγγείων στο «τροχί» (είδος χειροκίνητου τροχού) και γ. παρουσίαση του μεσσηνιακού εργαστηρίου κατασκευής αγγείων χωρίς τη χρήση τροχού σε μακέτα" όλα ήταν πλαισιωμένα με εποπτικό υλικό (φωτογραφίες, σύντομα κείμενα, σχέδια, χάρτες). Στο ισόγειο συγκεντρώθηκαν 4500 χρηστικά αντικείμενα από όλο τον ελλαδικό χώρο (πιάτα, κανάτες, στάμνες, τσουκάλια, πιθάρια, μελισσοκούρουπα και άλλα σκεύη καθημερινής χρήσης, καθώς και αγγεία για την τέλεση εθιμικών και θρησκευτικών πράξεων) και εργαλεία για την κατεργασία των πρώτων υλών, την κατασκευή των κεραμικών, την προετοιμασία του μολυβιού

και την εφυάλωση. Η μεγάλη αυτή συλλογή παραμένει και σήμερα αποθηκευμένη στο ισόγειο του κτιρίου της οδού Ηπίτου. Από το 1987 η Μπέτυ Ψαροπούλου συνέστησε ομάδες για την καταγραφή των συλλογών (σε αυτές συμμετείχαν η γράφουσα, η Ειρήνη Γρατσία και, από το 1992, η Ελένη Παπαθωμά, επιμελήτριες σήμερα του ΚΜΝΚ). αποτελούμενες από φοιτητές του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα ξεκίνησε η συγκρότηση φωτογραφικού αρχείου και βιβλιοθήκης. Το 1988 συγκροτήθηκε μια μικρή ερευνητική ομάδα με επικεφαλής την Μπέτυ Ψαροπούλου και αντικείμενο έρευνας τα εργαστήρια κεραμικής της περιοχής Μανταμάδου Λέσβου. Με το πέρασμα των χρόνων οι έρευ-


νες πύκνωναν, τα αρχεία μεγάλωναν και το σωστικό και ερευνητικό έργο του ΚΜΝΚ γινόταν γνωστό και απαραίτητο στην επιστημονική κοινότητα. Το 1993 το ΚΜΝΚ έγινε ίδρυμα. Από τότε και μέχρι σήμερα διοικείται από πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο με πρόεδρο την Μπέτυ Ψαροπούλου, αντιπρόεδρο την Ασπασία Λούβη, διευθύντρια του ΠΤΙ ΕΤΒΑ. ταμία τον Νικόλαο Κονσόλα, οικονομολόγο, καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου, γραμματέα τη Σόνια Καλοπίση, καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας, και μέλος τον Πόνο Βαλαβάνη. καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας. Τη μόνιμη πλέον επιστημονική ομάδα του Ιδρύματος αποτελούν οι αρχαιολόγοι Μιμίκα Γιαννόπουλου και Ειρήνη Γρατσία και η ιστορικός Ελένη Παπαθωμά. Το ΚΜΝΚ λειτουργούσε ως ιδιωτική συλλογή ανοικτή σε κάθε ενδιαφερόμενο, με μόνιμες εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Η μεγάλη αύξηση τόσο των δραστηριοτήτων του όσο και του όγκου των συλλογών του έκανε επιτακτική την ανάγκη μεταστέγασης σε μεγαλύτερο κτίριο και αναδιάρθρωσης των εκθέσεων του. Η εντατική αναζήτηση κτιρίου με την υποβολή αιτημάτων προς το Υπουργείο Πολιτισμού ευοδώθηκε το 1996, όταν το ΥΠΠΟ παραχώρησε στο Ίδρυμα ένα νεοκλασικό κτίριο στην οδό Μελιδώνη 4-6 στον Κεραμεικό. Στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμη η συνοπτική παρουσίαση των τομέων δραστηριοποίησης του Ιδρύματος, διότι αυτοί αποτέλεσαν το υπόβαθρο για τη δημιουργία του Μουσείου και διαμόρφωσαν το χαρακτήρα του. Εξάλλου, το Μουσείο Νεώτερης Κεραμικής αποτελεί μέρος -βασικό βέβαια- ενός κατ' εξοχήν ερευνητικού οργανισμού, το έργο του οποίου αναπτύσσεται στους εξής τομείς: - Συλλογή, συντήρηση και μελέτη αντικειμένων και εργαλείων της νεοελληνικής κεραμικής. - Πραγματοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων σε διάφορες περιοχές του ελλαδικού χώρου, με σκοπό τον εντοπισμό, την καταγραφή και τη διάσωση όλων των πληροφοριών που αφορούν την κεραμική τέχνη και τεχνολογία των δυόμισι τελευταίων αιώνων, αλλά και την ανάδειξη των κοινωνικοοικονομικών δομών που υπήρχαν. Στο πλαίσιο αρκετών ερευνητικών προγραμμάτων ενθαρρύνεται η αναβίωση παραδοσιακών τεχνικών και γίνεται καταγραφή τους με χρήση οπτικοακουστικών μέσων. Από τέτοιου είδους υλικό έχουν ήδη παραχθεί τέσσερις ταινίες: α. «Τζάρες: Τα χειροποίητα αγγεία του Μεσσηνιακού Κόλπου», παραγωγής 1997 (τιμήθηκε με το βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο 2ο φεστιβάλ Αρχαιολογικής Ταινίας του Μεσογειακού Χώρου, Ρέθυμνο 1998), β. «Βεντέμα», με θέμα την κατασκευή αγγείων σε χειροκίνητο τροχό, παραγωγής 1999, γ) «Τροχός», παραγωγής 1999, και δ. «Από χώμα», παραγωγής 2000. - Συγκέντρωση, τεκμηρίωση και αξιοποίηση ποικίλου πληροφοριακού υλικού, σε ειδικά οργανωμένα αρχεία και σε βάσεις δεδομένων στον Η/Υ. - Εκπαιδευτικές δραστηριότητες:

α. σχεδιασμός και πραγματοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων για σχολικές ομάδες και ομάδες ειδικής αγωγής, καθώς και ειδικών προγραμμάτων για σχολεία της επαρχίας, κυρίως σε περιοχές όπου υπήρχε αγγειοπλαστική παράδοση' β. σεμινάριο κεραμικής, που εστιάζει σε θέματα τεχνολογίας, απευθύνεται σε φοιτητές και απόφοιτους Αρχαιολογίας και περιλαμβάνει διδασκαλία των τεχνικών, πειραματικές εφαρμογές, διαλέξεις για την ιστορία της κεραμικής διαχρονικά και εκπαιδευτικές εκδρομές. - Παρουσίαση περιοδικών εκθέσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό: «Με αφορμή μια στάμνα» (Αθήνα 1997, Χίος και Λέσβος 1997), «Τροχός και αγγεία» (Γαλλία 1996, Κόρινθος 2000, Βεργίνα 2000). - Δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των ερευνών του, τόσο με ειδικές εκδόσεις Τελευταίοι τσουκαλάδες του Ανατολικού Αιγαίου (βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 1986), Η κεραμική του χθες στα Κύθηρα και την Κύθνο ( 1991 ), Τσ'καλαριά: Τα αγγειοπλαστικά εργαστήρια της περιοχής Μανταμάδου Λέσβου ( 1997), Με αφορμή μια στάμνα ( 1999), Μια πήλινη χούφτα ( 1996)-, όσο και με ανακοινώσεις σε συνέδρια και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά. -Συνεργασία με πανεπιστήμια, κρατικές υπηρεσίες και φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, για την προστασία και την αξιοποίηση των υλικών καταλοίπων της κεραμικής, την εκπόνηση ερευνών, τη διοργάνωση τοπικών εκθέσεων, την έκδοση βιβλίων και την παραγωγή CD-ROM. Εκτός από τις παραπάνω δραστηριότητες, το Ίδρυμα διαθέτει οργανωμένη βιβλιοθήκη, η οποία περιλαμβάνει 2000 τίτλους (μονογραφίες, περιοδικά κ.ά.) που αφορούν κυρίως την κεραμική και την τεχνολογία της. αλλά και την αρχαιολογία, την ιστορία, την εθνολογία, τη λαογραφία, τη γεωλογία και την ορυκτολογία. Υπάρχουν ακόμη: α. Φωτοθήκη, με έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες, διαφάνειες, παλιές φωτογραφίες και καρτ-ποστάλ, β. Αρχείο προφορικών μαρτυριών, γ. Ταινιοθήκη, με ταινίες από έρευνες του ΚΜΝΚ, ξένα και ελληνικά ντοκιμαντέρ για την κεραμική κ.ά., δ. Αρχείο χαρτών, με γεωγραφικούς και γεωλογικούς χάρτες, τοπογραφικά διαγράμματα, αεροφωτογραφίες κ.ά., ε. Σχεδιοθήκη, με αποτυπώσεις εργαστηρίων, κεραμικών κλιβάνων, αγγείων και εργαλείων, στ. Αρχείο δειγμάτων πρώτων υλών, και ζ. Αρχείο οστράκων. Υστέρα από τη συνοπτική αυτή παρουσίαση του χαρακτήρα και του έργου του ΚΜΝΚ. γίνεται σαφές ότι οι νέοι χώροι στην οδό Μελιδώνη 4-6 έπρεπε να στεγάσουν όχι μόνο το Μουσείο Νεώτερης Κεραμικής, αλλά και όλες τις παραπάνω δραστηριότητες και τις διοικητικές υπηρεσίες του Ιδρύματος. Η προσπάθεια αντιμετώπισης της ανάγκης αυτής, την οποία υπαγόρευε η ίδια η φύση του οργανισμού, συνάντησε εξαρχής ποικίλα προβλήματα. Το πρώτο ήταν η αρχιτεκτονική δομή του κτιρίου. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα κτιριακό σύμπλεγμα, αποτελούμενο από: α. ένα βασικό επίμηκες οικοδόμημα, με υπόγειο, ημιόροφο και έναν όρο-

φο (στο εξής, για λόγους ευκολίας, θα χαρακτηρίζεται «ζώνη Α»), β. ένα κτίσμα, με υπόγειο και ισόγειο («ζώνη Β»), το οποίο σχηματίζει Γ με το κτίριο της ζώνης Α, ενώ και τα δύο «βλέπουν» σε μια μεγάλη κεντρική αυλή, και γ. ένα επίμηκες ισόγειο κτίσμα, χωρισμένο σε μικρά δωμάτια που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους και «βλέπουν» σε μια αυτόνομη στενόμακρη αυλή («ζώνη Γ»). Το σύνολο έχει κάτοψη σχήματος Π. με δύο αύλειους χώρους (έναν κεντρικό και έναν παράπλευρο). Το κτιριακό αυτό συγκρότημα, χτισμένο το 1875 από την οικογένεια Πετροπούλου, χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οπότε απαλλοτριώθηκε από το ΥΠΠΟ. Μετά την απόφαση παραχώρησης του κτιρίου στο ΚΜΝΚ το 1996, ξεκίνησαν οι εργασίες αναστήλωσης από τη Διεύθυνση Πολιτιστικών Κτιρίων και Αναστήλωσης Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟ, με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η μελέτη αναστήλωσης έλαβε υπόψη της δύο βασικές παραμέτρους: α. την αποκατάσταση και τη διατήρηση -κατά το δυνατόν- της αρχικής μορφής του κτιρίου, και β. τη νέα του χρήση ως μουσείου. Ετσι, σε πολλά σημεία διατηρήθηκαν τα μικρά επάλληλα δωμάτια, σε άλλα σημεία καθαιρέθηκαν τοίχοι για να επιτευχθεί η διαμόρφωση ενιαίων χώρων, απαραίτητων στο μουσείο (π.χ. αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων, βιβλιοθήκη-αναγνωστήριο), σε περιπτώσεις όπου η καθαίρεση τοίχων δεν ήταν εφικτή αλλά η επικοινωνία απαραίτητη, έγινε διάνοιξη νέων εισόδων (π.χ. χώρος περιοδικών εκθέσεων, γραφεία), οι οροφογραφίες, παρούσες σε όλα σχεδόν τα δωμάτια του συγκροτήματος (ακόμη και στα υπόγεια), αποκαλύφθηκαν πλήρως και συντηρήθηκαν, η εξωτερική μορφή του κτιρίου αποκαταστάθηκε εξ ολοκλήρου, οι τοίχοι ενισχύθηκαν με πλέγματα και τσιμέντο κ.ο.κ. Η διαδικασία ένταξης του μουσείου και των ποικίλων δραστηριοτήτων του στον νέο χώρο επηρεάστηκε αποφασιστικά από τις προδιαγραφές που είχαν διαμορφωθεί, τους περιορισμούς -από άποψη χωρητικότητας, στατικότητας, αισθητικής κ.λπ.- που αναγκαστικά το κτίριο έθετε, την αναγκαιότητα να αναδειχθεί η ιστορικότητα και η ιδιαιτερότητα του κτιρίου αυτού χωρίς να αναιρείται ή να επισκιάζεται το εκτιθέμενο αντικείμενο: η νεοελληνική χρηστική κεραμική. Η βασική ομάδα, που από την αρχή εργαζόταν στην επίβλεψη του έργου και στο σχεδιασμό του νέου Μουσείου, απαρτίστηκε από την Πρόεδρο και τις επιμελήτριες του Ιδρύματος, ενώ πλαισιώθηκε και από την αρχαιολόγο Χριστίνα Δημητροπούλου, που είχε τη διαχείριση του φωτογραφικού αρχείου, και τη Λίτσα Παπαδαντωνάκη, που ανέλαβε το βαρύ έργο της γραμματειακής υποστήριξης και της διεκπεραίωσης γραφειοκρατικών διαδικασιών. Σε αλλεπάλληλες συζητήσεις, εξετάσαμε τις δυνατότητες διευθέτησης των χώρων και το ύφος που επιθυμούσαμε να έχει το νέο Μουσείο, καταλήγοντας εν τέλει στη διατύπωση προτάσεων για επεμβάσεις στη διάρθρωση του κτιρίου, όπου, βεβαίως, αυτό ήταν εφικτό. Έπρεπε,


λοιπόν, να σκεφτούμε και να αποφασίσουμε γρήγορα όχι πώς θα θέλαμε να διαμορφωθεί ένας χώρος κατάλληλος για να στεγάσει ένα Μουσείο Νεώτερης Κεραμικής, αλλά πώς θα διαμορφωθεί ένα τέτοιο Μουσείο μέσα σε έναν ήδη υπάρχοντα χώρο. Εξαρχής είχαμε θεωρήσει δεδομένο ότι: - Το Μουσείο Νεώτερης Κεραμικής δεν θα είναι απλώς «άλλο ένα μουσείο», αλλά ένα μουσείο ανοιχτό και οικείο στον επισκέπτη, με πληροφόρηση συνοπτική, εύληπτη και επιστημονικά τεκμηριωμένη. - Η εικόνα του αστικού νεοκλασικού κτιρίου πρέπει να διατηρηθεί, αφού αυτό συνιστά από μόνο του ένα μνημείο ιστορίας και πολιτισμού' μέσα σε αυτό το «κέλυφος» θα εκτεθεί η ιστορία ενός παραδοσιακού επαγγέλματος, της αγγειοπλαστικής. - Οι βασικές προδιαγραφές λειτουργίας ενός μουσείου επιβάλλουν την ύπαρξη μόνιμων εκθεσιακών χώρων αλλά και χώρου περιοδικών εκθέσεων, αυτόνομου χώρου εκπαιδευτικών προγραμμάτων, αίθουσας πολλαπλών εκδηλώσεων, βιβλιοθήκης, διοικητικών και αποθηκευτικών χώρων, φυλακείου και καφενείου. - Η στενότητα του χώρου καθιστούσε αδύνατη την ταυτόχρονη έκθεση των αγγείων της τεράστιας συλλογής του ΚΜΝΚ και της τεχνολογικής πλευράς της κεραμικής. Το Μουσείο θα έπρεπε να επιλέξει. Η επιλογή της παρουσίασης των εργαστηριακών τύπων και της τεχνολογίας της κεραμικής, με παράλληλη παρουσίαση στοιχείων κοινωνιολογικού και ανθρωπολογικού περιεχομένου, επικράτησε εξαρχής, δεδομένου ότι η κατεύθυνση αυτή είχε διαμορφωθεί ήδη μέσα από το ερευνητικό έργο του ΚΜΝΚ και τον τρόπο μελέτης του υλικού. Η παρουσίαση του πλούσιου υλικού των συλλογών του ΚΜΝΚ αποφασίστηκε να γίνεται τμηματικά, μέσα από περιοδικές εκθέσεις και με ανάλογο εποπτικό υλικό. - Για τη μουσειακή παρουσίαση των εργαστηρίων κρίθηκε απαραίτητη η διαμόρφωση σκηνικών αναπαραστάσεων, πρακτική που αφενός είχε δοκιμαστεί με επιτυχία στο παρελθόν, στους εκθεσιακούς χώρους της οδού Ηπίτου, και αφετέρου η μουσειολογική πρακτική έχει καταδείξει ως την πλέον κατάλληλη για την παρουσίαση τεχνολογικών θεμάτων. - Η τεκμηρίωση των εκθεμάτων απαιτούσε πλαισίωση με εποπτικό και οπτικοακουστικό υλικό. Το υλικό που έχει συγκεντρωθεί ως αποτέλεσμα της χρήσης οπτικοακουστικών μέσων καταγραφής στα ερευ-

Ζώνη Γ. αίθουσα Α. -Εισαγωγή στη νεοελληνική κεραμική» (πάνω). Ζώνη Γ. αίθουσα Β. «Εργαστήριο κατασκευής αγγείων χωρίς τη χρήση τροχού» (στο κέντρο). Ζώνη Γ. αίθουσα Γ, «Εργαστήριο κατασκευής αγγείων με ποδοκίνητο τροχό» (κάτω).


νητικά προγράμματα του ΚΜΝΚ τα τελευταία χρόνια αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία τριών σύντομων βιντεοταινιών, η προβολή των οποίων συμπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο την παροχή πληροφόρησης σχετικά με την κεραμική τέχνη, μιας και μόνον έτσι επιτυγχάνεται η παρουσίαση της κίνησης που κυριαρχεί στην κατασκευαστική διαδικασία της κεραμικής και η αμεσότητα της ανθρώπινης μαρτυρίας. Το εποπτικό υλικό έπρεπε να είναι σαφές, σύντομο και να παρέχει ολοκληρωμένη επιστημονική τεκμηρίωση στο θέμα. -Τα οικονομικά δεδομένα του Ιδρύματος γι' αυτό το έργο ήταν εξαιρετικά περιορισμένα' επομένως, κάθε ιδέα και λύση έπρεπε να συμβαδίζει με αυτή την πραγματικότητα. - Η διαμόρφωση του Μουσείου έπρεπε να ολοκληρωθεί μέσα σε χρονικό διάστημα ενός χρόνου από τη στιγμή εγκατάστασης μας στο κτίριο, σύμφωνα με τη δέσμευση του Ιδρύματος προς το ΥΠΠΟ. Θα πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι το Μουσείο αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την πολύτιμη, ηθική και υλική, συμπαράσταση του Υπουργείου Πολιτισμού, και ειδικά της Διεύθυνσης Πολιτιστικών Κτιρίων και Αναστήλωσης Νεωτέρων Μνημείων και της Διεύθυνσης Λαϊκού Πολιτισμού, που έχουν σταθεί αρωγοί σε όλες τις προσπάθειες μας. Η ύπαρξη χρονικής δέσμευσης επιτάχυνε τους ρυθμούς σκέψης, ενώ η πολύ καλή γνώση του αντικειμένου προς έκθεση και η μεγάλη εμπειρία της Προέδρου στη δημιουργία μουσείων έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διευθέτηση των χώρων. Έτσι, καταλήξαμε στην εξής διαρρύθμιση: τα δωμάτια και ο αύλειος χώρος της ζώνης Γ φιλοξένησαν τους μόνιμους εκθεσιακούς χώρους του Μουσείου, το πωλητήριο και το καφενείο· ο όροφος της ζώνης Α στέγασε τις διοικητικές υπηρεσίες, ο ημιόροφος της ίδιας ζώνης αποτέλεσε χώρο περιοδικών εκθέσεων, ενώ τα μικρά δωμάτια του υπογείου της στέγασαν τη βιβλιοθήκη, τα αρχεία και τις αποθήκες. Το ισόγειο της ζώνης Β διαμορφώθηκε σε αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων, ενώ το υπόγειο της ίδιας ζώνης αποτέλεσε το χώρο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του Μουσείου. Με βάση αυτόν το σχεδιασμό και χάρη στην αγαστή συνεργασία που αναπτύχθηκε με τους υπεύθυνους για το έργο, τόσο από την πλευρά της Διεύθυνσης Πολιτιστικών Κτιρίων και Αναστήλωσης Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟ όσο και από την πλευρά της αναδόχου εταιρείας, έγιναν οι εξής επεμβάσεις στο κτίριο: α. στεγάστηκε ο αύλειος χώρος της ζώνης Γ, για να προστατευτεί ο εκθεσιακός χώρος που θα διαμορφωνόταν εκεί και για να διευκολύνεται η μετάβαση των επισκεπτών από το ένα δωμάτιο στο άλλο, καθώς αυτά δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, β. στον ημιόροφο της ζώνης Α καθαιρέθηκαν δύο τοίχοι και δημιουργήθηκε άνοιγμα σε άλλον έναν, έτσι ώστε να επιτευχθεί κατά το δυνατόν η ενοποίηση του χώρου, απαραίτητη για έναν χώρο περιοδικών εκθέσεων, γ. στο υπόγειο της ζώνης Α, καθαιρέθηκε τοίχος έτσι ώστε δύο μικρά δωμάτια να αποτελέσουν ένα μεγάλο για τη διαμόρφωση χώρου

βιβλιοθήκης-αναγνωστηρίου, δ. στο ισόγειο της ζώνης Β καθαιρέθηκαν δύο τοίχοι, με αποτέλεσμα τα τρία δωμάτια να ενωθούν και να δημιουργηθεί μια μεγάλη αίθουσα, που μπορεί να διαμορφωθεί σε αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων, ε. στο ισόγειο της ζώνης Γ καθαιρέθηκαν τοίχοι σε δύο σημεία, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο αρκετά ευρύχωρα δωμάτια που διαμορφώθηκαν σε εκθεσιακούς χώρους, ε. καλύφθηκαν με γυψοσανίδες αρκετές εσοχές σε όλα τα δωμάτια, στ. διαμορφώθηκε επικλινής διάδρομος (ράμπα) στην κεντρική αυλή για τη διευκόλυνση της πρόσβασης ατόμων με ειδικές ανάγκες στην αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων και στο ειδικά διαρρυθμισμένο WC. ζ. διαμορφώθηκε επικλινές δάπεδο στη δίοδο επικοινωνίας μεταξύ της ζώνης Α και της ζώνης Γ, για τη διευκόλυνση της πρόσβασης των ατόμων με ειδικές ανάγκες στους εκθεσιακούς χώρους του Μουσείου, η. εγκαταστάθηκε ανελκυστήρας για τη διευκόλυνση πρόσβασης στον ημιόροφο της ζώνης Α (χώρος περιοδικών εκθέσεων) και στον όροφο (διοικητικές υπηρεσίες). Στη συνέχεια, οι μελέτες για την ηλεκτρολογική και μηχανολογική εγκατάσταση, τα συστήματα ασφαλείας, πυρασφάλειας και κλιματισμού έλαβαν σε μεγάλο βαθμό υπόψη τους τον παραπάνω σχεδιασμό. Καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών, η συνεργασία ανάμεσα στο ΚΜΝΚ και τους υπεύθυνους του ΥΠΠΟ, τους μηχανικούς και τους αρχιτέκτονες της αναδόχου εταιρείας ήταν ιδιαίτερα στενή. Ευτύχημα αποτέλεσε και η απόφαση του ΥΠΠΟ να αναθέσει στο Ίδρυμα τη διαχείριση των κονδυλίων που είχαν προβλεφθεί για όλους τους εξοπλισμούς (φωτιστικά, συστήματα ασφαλείας, ηλεκτρονικός εξοπλισμός, ηχητικά συστήματα), βάσει των δικών του αναγκών. Στο στάδιο αυτό, το ΚΜΝΚ «χρησιμοποίησε» τις δωρεάν συμβουλές φίλων μηχανικών και αρχιτεκτόνων για τα θέματα των εξοπλισμών, διότι η οικονομική κατάσταση του Ιδρύματος και ο περιορισμένος χρόνος δεν επέτρεπαν τη σύσταση ειδικής ομάδας μελέτης για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Τη διοικητική και οικονομική επίβλεψη των έργων ανέλαβε η γράφουσα, σε στενή συνεργασία με την Πρόεδρο και το ΔΣ του Ιδρύματος. Όταν αποσαφηνίστηκε ο χαρακτήρας του νέου Μουσείου και ενώ οι εργασίες αποκατάστασης πλησίαζαν στο τέλος τους, δημιουργήθηκε η ανάγκη χωροθέτησης των εκθεμάτων και ακριβούς σχεδιασμού της παρουσίασης τους. Για το σκοπό αυτό προσκλήθηκε στην ομάδα η αρχαιολόγος Αλεξάνδρα Λέκκα, η οποία, βάσει των γενικών οδηγιών για τη διευθέτηση των χώρων, κατέθεσε, με σχέδια, τις μουσειογραφικές προτάσεις της για τους εκθεσιακούς χώρους του Μουσείου. Για την υλοποίηση των προτάσεων αυτών, κρίθηκε απαραίτητη η συνεργασία με αρχιτέκτονα και διακοσμητή, προκειμένου να εξευρεθούν πρακτικές λύσεις για το μείζον πρόβλημα που προκλήθηκε από αυτόν το σχεδιασμό, δηλαδή τη δημιουργία τριών «επιπέδων» παρουσίασης, τα οποία προέκυπταν από α. την ιστορικότητα του ίδιου του κτιρίου, β. τις σκηνικές αναπαραστάσεις των βασικών

τύπων εργαστηρίων αγγειοπλαστικής, και γ. τη διευθέτηση του εποπτικού και πληροφοριακού υλικού, και τα οποία έπρεπε να διαχωρίζονται σαφώς μεταξύ τους. Άλυτο παρέμενε, επίσης, το ζήτημα των υλικών που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν καθώς και του είδους του φωτισμού που θα ήταν κατάλληλος για τέτοιου τύπου εκθέματα. Για τις εργασίες αυτές, ύστερα από αρκετή αναζήτηση και συναντήσεις με ανθρώπους που έχουν εργαστεί στη δημιουργία μουσείων, επιλέχθηκαν δύο νέοι άνθρωποι, ο αρχιτέκτονας εσωτερικών χώρων Γιώργος Κυριαζής και ο διακοσμητής Σταύρος Παπαγιάννης, οι οποίοι δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία στη δημιουργία μουσείων, με αποτέλεσμα να μην έχουν έτοιμες ιδέες και λύσεις, είχαν όμως άριστη γνώση των νέων υλικών και των νέων τρόπων παρουσίασης. Οι προτάσεις τους για τη χρήση μοντέρνων υλικών στην παρουσίαση του πληροφοριακού υλικού (πίνακες αλουμινίου, φωτισμένες επιφάνειες, πλεξιγκλάς κ.λπ.) και για το χρωματισμό των εσωτερικών τοίχων με σκούρα χρώματα επιλεγμένα από την οροφογραφία κάθε δωματίου, συνέβαλαν στην επίτευξη του στόχου για τον σαφή διαχωρισμό των τριών επιπέδων παρουσίασης. Η ομάδα αυτή δούλεψε για αρκετούς μήνες μαζί με την ομάδα του Ιδρύματος, έτσι ώστε ο σχεδιασμός να είναι απόλυτα λεπτομερής και η εκτέλεση άψογη και πιστή στον δεδομένο προϋπολογισμό. Για κάθε ιδέα και πρόταση ετοίμαζαν λεπτομερή σχέδια, παρουσίαζαν δείγματα υλικών με ακριβείς προδιαγραφές, κατάρτιζαν το κοστολόγιο τους και ενημέρωναν για τις τυχόν δυσκολίες και το εκτιμώμενο χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους. Παράλληλα, οι επιμελήτριες του Ιδρύματος συνέταξαν τα κείμενα των εκθεσιακών χώρων, ενώ, μαζί με την Πρόεδρο, επέλεξαν το φωτογραφικό υλικό και συνεργάστηκαν με τους γραφίστες και τον αρχιτέκτονα για την αισθητική διαμόρφωση των εποπτικών πινάκων όπου θα γινόταν η σύνθεση των κειμένων και των φωτογραφιών. Οι ίδιες επιμελήθηκαν τους εκτιθέμενους χάρτες, με εξαίρεση τον γεωλογικό χάρτη της αίθουσας εισαγωγής, για τον οποίο τον πρώτο λόγο είχε ο γεωλόγος Παναγιώτης Τσόμπος, ο οποίος εργάστηκε αφιλοκερδώς για την υλοποίηση του. Τις τρεις σκηνικές αναπαραστάσεις των εργαστηρίων επιμελήθηκε η Μπέτυ Ψαροπούλου, ενώ για την αναπαράσταση του υπαίθριου εργαστηρίου κατασκευής αγγείων σε χειροκίνητο τροχό κλήθηκε από την Κρήτη ο παλιός θραψανιώτης μάστορας Κωστής Κελλαράκης, ο οποίος παρέμεινε για δύο εβδομάδες στην Αθήνα, προκειμένου να στήσει τα «τροχιά» σε λάκκο που είχε ήδη ανοιχτεί στον αύλειο χώρο της ζώνης Γ και να χτίσει ανοιχτό παραδοσιακό κεραμικό κλίβανο. Η διαδικασία αυτή αποτέλεσε παράλληλα αντικείμενο οπτικοακουστικής τεκμηρίωσης, δεδομένου ότι δεν είχε ποτέ στο παρελθόν καταγραφεί το χτίσιμο ενός κλιβάνου τέτοιου τύπου. Ο ίδιος «έστησε» και τους ποδοκίνητους τροχούς στις άλλες αναπαραστάσεις εργαστηρίων. Είναι παραπάνω από αλήθεια το γεγο-


νός ότι η υλοποίηση ευφάνταστων ιδεών με χαμηλό κόστος έγινε ύστερα από τρομακτική ανάλωση προσωπικού χρόνου, αλλεπάλληλες συζητήσεις και συνδυασμούς και προσεκτική επιλογή των προμηθευτών και των εταιρειών που ανέλαβαν τελικά να κατασκευάσουν τους εποπτικούς πίνακες, τους χάρτες, τις ξύλινες και αλουμινένιες εφαρμογές κ.λπ. Το νομικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το Ίδρυμα -νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (νόμος 2039)- επέτρεψε σε μεγάλο βαθμό τη γρήγορη διεξαγωγή των διαγωνισμών για τα επιμέρους έργα, με αποτέλεσμα να αποφευχθούν οι καθυστερήσεις που παρουσιάζονται σε αντίστοιχα δημόσια έργα και αναθέσεις. Στην εξοικονόμηση χρημάτων συνέβα-

λαν αφενός η κατανόηση, από μέρους των εξωτερικών συνεργατών, του όλου εγχειρήματος και αφετέρου η άψογη συνεργασία με την ομάδα του Ιδρύματος, στοιχεία που είχαν ως αποτέλεσμα να θεωρήσουν τελικά το Μουσείο προσωπική τους υπόθεση όλοι όσοι εργάστηκαν γι' αυτό. Το κλίμα αυτό βοήθησε να ξεπεραστούν αναρίθμητες δυσκολίες που προέκυπταν κατά τη διαδικασία υλοποίησης των επιμέρους έργων. Κατόπιν όλων αυτών, το Μουσείο Νεώτερης Κεραμικής διαμορφώθηκε ως εξής: στο ισόγειο της ζώνης Γ υπάρχουν τέσσερις μόνιμοι εκθεσιακοί χώροι αφιερωμένοι κυρίως στην τεχνολογία της νεότερης κεραμικής. Ο πρώτος έχει τον τίτλο «Εισαγωγή στη νεοελληνική κεραμική». Εδώ ο επισκέπτης ενη-

μερώνεται για όλες τις βασικές παραμέτρους της νεοελληνικής χρηστικής κεραμικής μέσα από πληροφοριακό υλικό, δύο μεγάλους χάρτες -έναν γεωλογικό, πλαισιωμένο με δείγματα οστράκων και αργίλων, και έναν χάρτη της Ελλάδας όπου έχουν επισημανθεί όλα τα εργαστήρια παραγωγής κεραμικών- και ένα μικροσκόπιο για τη μελέτη κεραμικών θραυσμάτων. Ο δεύτερος είναι το «Εργαστήριο κατασκευής αγγείων χωρίς τη χρήση τροχού». Ο χώρος αυτός παρουσιάζει έναν ιδιαίτερο τύπο εργαστηρίου, που λειτούργησε ως το 1960 στην περιοχή του Μεσσηνιακού Κόλπου, και την τεχνική που εφαρμοζόταν εκεί για την κατασκευή μεγάλων αποθηκευτικών αγγείων χωρίς τη χρήση τροχού ή άλλου εργαλείου. Στο μισό του χώρου έγινε σκηνική αναπαράσταση του εργαστηρίου, αποτελούμενη από έναν πάγκο κατασκευασμένο από αργιλόχωμα για την τοποθέτηση του πηλού, καλαμωτή οροφή και ημίεργα αγγείων που δηλώνουν τα κατασκευαστικά στάδια. Τον υπόλοιπο χώρο καταλαμβάνουν οι εποπτικοί πίνακες με πληροφοριακό υλικό, χάρτη και αρχιτεκτονικά σχέδια, ενώ υπάρχει ακόμη τηλεόραση όπου προβάλλεται ανάλογη βιντεοταινία. Στο τρίτο δωμάτιο παρουσιάζεται το «Εργαστήριο κατασκευής αγγείων με ποδοκίνητο τροχό». Πρόκειται για τον συνηθέστερο τύπο εργαστηρίου κατασκευής αγγείων. Η σκηνική αναπαράσταση περιλαμβάνει τον ποδοκίνητο τροχό, τα ράφια για το στέγνωμα των αγγείων, όπου έχουν τοποθετηθεί άψητα πήλινα, τον πάγκο για το ζύμωμα του πηλού, ενώ από την καλαμωτή οροφή κρεμάστηκαν ψημένα αγγεία, όπως συνηθιζόταν στα εργαστήρια. Στον υπόλοιπο χώρο τοποθετήθηκαν οι εποπτικοί πίνακες, καθώς και μια προθήκη με βασικά είδη τροχήλατων αγγείων και τηλεόραση για την προβολή ανάλογης βιντεοταινίας. Στον αύλειο χώρο της ζώνης Γ, παρουσιάζεται το «Υπαίθριο εργαστήριο κατασκευής αγγείων με χειροκίνητο τροχό». Πρόκειται για τύπο εργαστηρίου που λειτούργησε στην Κρήτη, για την κατασκευή πιθαριών με τη χρήση χειροκίνητου τροχού. Εκτίθεται σκηνική αναπαράσταση του εργαστηρίου με τον λάκκο και εφτά χειροκίνητους τροχούς. Ο παραδοσιακός κεραμικός κλίβανος από πλίθρες και πηλό βρίσκεται στο ένα άκρο της αυλής. Η αναπαράσταση πλαισιώνεται με εποπτικούς πίνακες, κατόψεις, γραπτές μαρτυρίες λειτουργίας της «βεντέμας», πιθάρι με επιγραφή για τη λειτουργία της «βεντέμας» και τηλεόραση όπου προβάλλεται βιντεοταινία. Δίπλα από τον εκθεσιακό χώρο με το «Εργαστήριο κατασκευής αγγείων με ποδοκίνητο τροχό» βρίσκεται το πωλητήριο. Εδώ διατίθενται αυθεντικά κεραμικά αντικείμενα κατασκευασμένα από τους τελευταίους παραδοσιακούς τεχνίτες της Λέσβου, της Σάμου, της Κρήτης, της Σίφνου και άλλων περιοχών, καθώς και έργα σημαντικών σύγχρονων κεραμιστριών, όπως της Ρένας Στεφάνου, της Βούλας Γουνελά, της Μυρτώς Μαγκανάρη και της Βέρας Σιατερλή. Στο πωλητήριο υπάρχουν επίσης όλες οι εκδόσεις


του ΚΜΝΚ, το περιοδικό «Κεραμική τέχνη», καρτ-ποστάλ και η βιντεοταινία «Τζάρες». Το τελευταίο δωμάτιο της ζώνης Γ διαμορφώθηκε σε καφενείο, το οποίο φροντίσαμε να είναι ζεστό και φιλόξενο, κατάλληλο για κάποιον που θέλει να απολαύσει έναν καφέ και παράλληλα να ενημερωθεί για βιβλία και περιοδικά σχετικά με την κεραμική. Τα δύο δωμάτια του υπογείου της ζώνης Β φιλοξενούν το χώρο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Το πρώτο δωμάτιο διαμορφώθηκε σαν εργαστήριο κατασκευής αγγείων με ποδοκίνητο τροχό, που περιλαμβάνει σκηνική αναπαράσταση και εποπτικό υλικό, ενώ στο δεύτερο, που είναι πιο ευρύχωρο, γίνεται η προβολή των διαφανειών, το παιχνίδι με τον πηλό και όλες οι δραστηριότητες του εκπαιδευτικού προγράμματος. Υπάρχουν ακόμη μεγάλοι πίνακες ανακοινώσεων, στους οποίους έχουν ήδη εκτεθεί έργα ζωγραφικής παιδιών που συμμετείχαν στα εκπαιδευτικά προγράμματα. Το χώρο σχεδίασε και επιμελήθηκε η Ειρήνη Γρατσία, ενώ την είσοδο του διαμόρφωσε εικαστικά ο Αλέξης Κυριτσόπουλος. Το ισόγειο της ζώνης Β έγινε αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων. Η αίθουσα διαθέτει Η/Υ, ηχητικό σύστημα βίντεο-προβολέα κ.ά., για την πραγματοποίηση διαλέξεων, προβολών ντοκιμαντέρ, μικρών θεματικών εκθέσεων κ.λπ. Τη λειτουργία της αίθουσας εγκαινίασε ο κύκλος διαλέξεων του επιστημονικού συλλόγου «Περίαπτον», που ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2000. Θα ακολουθήσει τρίμηνος κύκλος προβολών ελληνικών και ξένων ταινιών ντοκιμαντέρ από τη Βιντεοθήκη του ΚΜΝΚ με θέμα «Παραδοσιακές τεχνικές κεραμικής». Δίπλα από την αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων υπάρχουν τουαλέτες, από τις οποίες η μία είναι για ανθρώπους με ειδικές ανάγκες. Στην είσοδο της κεντρικής αυλής βρίσκεται το φυλάκειο, όπου γίνεται η κοπή των εισιτηρίων και η ενημέρωση των επισκεπτών. Τους εκθεσιακούς χώρους του Μουσείου συμπληρώνει ο χώρος περιοδικών εκθέσεων στον ημιόροφο της ζώνης Α, ο οποίος αποτελείται από τρεις μεγάλες αίθουσες και δίνει τη δυνατότητα περιοδικής παρουσίασης τμημάτων της συλλογής του Μουσείου

και διαφόρων θεμάτων της παραδοσιακής κεραμικής, καθώς και φιλοξενίας εκθέσεων σε συνεργασία με άλλους φορείς. Η πρώτη περιοδική έκθεση που φιλοξενείται εδώ έχει τίτλο «Με αφορμή μια στάμνα» και περιλαμβάνει ενενήντα στάμνες από όλο τον ελλαδικό χώρο, δείγματα αργίλων, εργαλεία διακόσμησης, χάρτη με τα εργαστήρια και την τυπολογία των σταμνών, γιγαντοφωτογραφίες, εποπτικό υλικό και μια ηλεκτρονική μονάδα πληροφόρησης κοινού (σύστημα touchscreen). Στην πρώτη αίθουσα του υπογείου της ζώνης Α φιλοξενείται η βιβλιοθήκη του Μουσείου, η οποία λειτουργεί καθημερινά και ως αναγνωστήριο για οποιονδήποτε θέλει να τη συμβουλευθεί. Παράλληλα, λειτουργεί η «μικρή βιβλιοθήκη» για παιδιά, η οποία είναι και δανειστική. Στο δεύτερο υπόγειο δωμάτιο της ζώνης Α φιλοξενείται αρχειακό υλικό του ΚΜΝΚ, ενώ τα άλλα δύο υπόγεια δωμάτια χρησιμεύουν για αποθήκευση. Στον όροφο της ζώνης Α λειτουργούν οι διοικητικοί χώροι του Ιδρύματος. Το Μουσείο Νεώτερης Κεραμικής εγκαινιάστηκε στις 18 Μαΐου 2000 από τον Υπουργό Πολιτισμού κύριο Θεόδωρο Πάγκαλο, παρουσία πολλών ανθρώπων από το χώρο του πολιτισμού και πολλών αγγειοπλαστών από διάφορα μέρη της Ελλάδας, στους οποίους είναι αφιερωμένο. Ειδικά για την εκδήλωση των εγκαινίων έγινε η παραγωγή της ταινίας «Από χώμα», η οποία παρουσιάζει μερικούς από τους τελευταίους εν ζωή παραδοσιακούς αγγειοπλάστες, έχει σκηνοθετηθεί από τον Νίκο Αναγνωστόπουλο και είναι αποτέλεσμα έρευνας της γράφουσας. Η εμπειρία μας από την οργάνωση και τη δημιουργία του Μουσείου Νεώτερης Κεραμικής μάς οδήγησε στις εξής διαπιστώσεις: 1. Ένα θεματικό τεχνολογικό μουσείο έχει τη δυνατότητα ολοκληρωμένης και τεκμηριωμένης παρουσίασης ενός αντικειμένου από πολλές διαφορετικές πλευρές. 2. Η ομάδα εργασίας για τη δημιουργία ενός μουσείου πρέπει να περιλαμβάνει επιστήμονες με ειδική κατάρτιση και εμπειρία στο αντικείμενο του μουσείου, αρχιτέκτονες, μουσειολόγο. μηχανικούς και ανθρώπους με γνώσεις ηλεκτρονικών συστημάτων.

3. Η ορθή τεκμηρίωση ενός εκθέματος απαιτεί πλαισίωση με υλικό που έχει προκύψει από συστηματική επιτόπια έρευνα και βαθιά μελέτη. Το Μουσείο Νεώτερης Κεραμικής σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα, επειδή όλο το πληροφοριακό και εποπτικό υλικό προϋπήρχε, ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων επιτόπιων ερευνών, και επειδή η συστηματική μελέτη του είχε οδηγήσει σε πολύ καλή γνώση τού προς έκθεση αντικειμένου. 4. Οι επικεφαλής των έργων οφείλουν να γνωρίζουν σε βάθος τα διοικητικά ζητήματα, διότι τα διαδικαστικά προβλήματα που προκύπτουν σε τέτοια έργα είναι μεγάλα και πολλές φορές μπορούν να καθυστερήσουν ή ακόμη και να παρεμποδίσουν την υλοποίηση του. 5. Είναι σημαντικό η βασική ομάδα εργασίας για τη διαμόρφωση ενός μουσείου να πείσει τους εξωτερικούς της συνεργάτες για τη σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα του εγχειρήματος. Ένα καλό μουσείο μπορεί να δημιουργηθεί εφόσον οι άνθρωποι που δουλεύουν γι' αυτό το αγαπήσουν και κατανοήσουν το σκοπό ύπαρξης του. Ο προσανατολισμός αυτός βέβαια απορρέει από τη συνοχή και την αρμονική συνεργασία της βασικής ομάδας εργασίας. 6. Η χρήση οπτικοακουστικών μέσων στους εκθεσιακούς χώρους ενός μουσείου βοηθάει στη σαφέστερη παρουσίαση των τεχνολογικών ζητημάτων και στην πιο εύληπτη μετάδοση της πληροφορίας. Το Μουσείο Νεώτερης Κεραμικής δημιουργήθηκε, ύστερα από αρκετές δυσκολίες, με πολλή συλλογική εργασία, λίγα οικονομικά μέσα και πολλή αγάπη για τον πολιτισμό. Σήμερα, «αγωνιά», όπως και οι περισσότεροι πολιτιστικοί οργανισμοί, για την οικονομική βιωσιμότητα του και για το αν θα μπορέσει να υπηρετήσει το σκοπό της δημιουργίας του: να είναι ένα μουσείο με ερευνητικό, παιδευτικό και κοινωνικό χαρακτήρα. ΜΙΜΙΚΑ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ * Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τη συνάδελφο ιστορικό Ελένη Παπαθωμά για την πολύτιμη συμβολή της στη σύνταξη αυτού του κειμένου.

ΜΟΥΣΕΙΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ: ΟΙ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Απαραίτητο στοιχείο στην οργάνωση οποιασδήποτε μουσειακής δραστηριότητας αποτελεί η διάγνωση των χαρακτηριστικών του κοινού στο οποίο απευθύνεται. Το Τεχνικό Μουσείο Θεσσαλονίκης πραγματοποίησε από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 2000 μια έρευνα αξιολόγησης', με στόχο την ανίχνευση των επιθυμιών, των ενδιαφερόντων, των προτιμήσεων και των αναγκών συγκεκριμένων ομάδων επισκεπτών. Από την έρευνα αυτή προέκυψαν στοιχεία που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο των εργασιών της

προκαταρκτικής μουσειολογικής και μουσειοπαιδαγωγικής μελέτης για το νέο Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας. Το νέο αυτό πρότυπο κέντρο έχει στόχο να προσελκύσει όχι μόνον όσους ενδιαφέρονται για τις επιστήμες και την τεχνολογία, αλλά και αυτούς που έχουν κλίση προς τις τέχνες ή αναζητούν εναλλακτικές μορφές ψυχαγωγίας και προβλέπεται να καλύψει τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες και προσδοκίες της χώρας αλλά και των Βαλκανίων γενικότερα. Θα είναι ένα κέντρο με ποι-

κίλους προσανατολισμούς ενδιαφερόντων, που θα απευθύνεται σε ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού. Οι προσφερόμενες εκπαιδευτικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες -σχεδιασμένες για την οικογένεια, τον ενήλικο, αλλά και το παιδί- θα στοχεύουν σε ποίκιλα ενδιαφέροντα διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Υστέρα από πρόταση του ΤΜΘ στο ΥΠΕΘΟ και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, έχει εγκριθεί και έχει ήδη υπογραφεί η σχετική σύμβαση και το έργο βρίσκεται πλέον στο στάδιο της υλοποίησης.


- Ο μεγάλος όγκος του κοινού ενδιαφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία επηρέασε τον παγκόσμιο πολιτισμό. Το ποσοστό αυτό κυμαίνεται στο 35% περίπου των επισκεπτών. - Το 20% των επισκεπτών δείχνει εξίσου ενδιαφέρον για την τεχνολογία στην καθημερινή μας ζωή και για τις σύγχρονες εξελίξεις στην τεχνολογία και την επιστήμη. - Τέλος, διαπιστώνεται έλλειψη ενδιαφέροντος σε ό.τι αφορά την τεχνολογική ιστορία του τόπου, η οποία κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από την κοινή διαπίστωση ότι η υψηλή τεχνολογία ουσιαστικά εισάγεται στην Ελλάδα και δεν παράγεται εδώ.

Το Τεχνοπάρκο του Τεχνικού Μουσείου Θεσσαλονίκης (φωτ. Γ. Βουτυρόκης).

Για την πραγματοποίηση του έργου συγκροτήθηκε μια διεπιστημονική ομάδα από το προσωπικό του μουσείου, η οποία ανέλαβε το σχεδιασμό, τη διεξαγωγή, την επεξεργασία και την αποτίμηση των αποτελεσμάτων. Στην ομάδα αυτή συμμετείχαν όλοι όσοι εμπλέκονταν άμεσα με θέματα που ερευνήθηκαν κατά την αξιολόγηση (μουσειολόγος. μουσειοπαιδαγωγός, υπεύθυνος συμμετοχικών εκθεμάτων, υπεύθυνος πολυμέσων). Η ομάδα συνεργάστηκε στενά με πολλά μέλη του προσωπικού του μουσείου. Η έρευνα αξιολόγησης απευθύνθηκε σε μαθητές, εκπαιδευτικούς και μεμονωμένους επισκέπτες, για τους οποίους διαμορφώθηκαν τρία διαφορετικού τύπου ερωτηματολόγια . Κοινό ερευνητικό αντικείμενο της αξιολόγησης ήταν η παιδαγωγική και ψυχαγωγική ποιότητα της ίδιας της εκθεσιακής διαμόρφωσης και η διερεύνηση στάσεων και προτιμήσεων. Η έρευνα των μαθητών και των «ελεύθερων» επισκεπτών ασχολήθηκε κυρίως με το εκθετήριο, ενώ στην έρευνα των εκπαιδευτικών δόθηκε έμφαση στις συμπληρωματικές δραστηριότητες που μπορούν να υλοποιηθούν στο μουσείο και απευθύνονται σε σχολικές ομάδες . Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν με τα ερωτηματολόγια κωδικοποιήθηκαν και καταχωρίστηκαν σε μια βάση δεδομένων, ώστε να καταστεί δυνατή η επεξεργασία τους και ή διατύπωση ποσοτικών και ποιοτικών αποτελεσμάτων". Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης παρέχουν χρήσιμα στοιχεία για τη διατύπωση προτάσεων σχετικά με την επιλογή των θεματικών του νέου μουσείου και τη διαμόρφωση των χώρων του, την επιλογή και τους τρόπους παρουσίασης των συμμετοχικών εκθεμάτων, τις χρήσεις πολυμέσων, καθώς και τις εκπαιδευτικές δυνατότητες και την αποτελεσματικότητα επικοινωνιακών μεθόδων

του μουσείου για οργανωμένες ομάδες επισκεπτών. Παρουσίαση των αποτελεσμάτων της μουσειολογικής αξιολόγησης Τα χαρακτηριστικό του κοινού Από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο Τεχνικό Μουσείο Θεσσαλονίκης δεν διαφαίνεται κάποια διαφοροποίηση στο κοινό που να σχετίζεται με το φύλο. Υπάρχει εμφανής έλλειψη επισκεπτών στην ηλικιακή ομάδα 18-35. δηλαδή φοιτητών ή νέων εργαζομένων -οι οποίοι φαίνεται να κάνουν άλλες επιλογές για τη διασκέδαση και την επιμόρφωση τους- καθώς και γονέων με μικρά παιδιά, που συνιστούν ένα σημαντικό ποσοστό στα target groups των μουσείων τεχνολογίας και κέντρων επιστημών του εξωτερικού . Τέλος, μόλις το 20% των επισκεπτών έρχεται για επαναληπτική επίσκεψη, καθώς επιδρούν παράγοντες όπως η μεγάλη απόσταση του μουσείου από την πόλη, η έλλειψη ικανοποιητικής πληροφόρησης και το άβολο σχετικά ωράριο του μουσείου ως προς τους ελεύθερους επισκέπτες. Προσδοκίες του κοινού από ένα Μουσείο Τεχνολογίας Το 25% των επισκεπτών αναζητεί μόνο επιμόρφωση στο μουσείο. Ένα ακόμη 25% αναζητεί επιμόρφωση κυρίως σε συνδυασμό με ψυχαγωγία. Τέλος, ένα 36% αναζητεί εξίσου επιμόρφωση και ψυχαγωγία. Τα ποσοστά αυτά μας δίνουν ένα 86% των επισκεπτών της έρευνας να θεωρεί ως κυρίαρχο στοιχείο της επίσκεψης του στο Τεχνικό Μουσείο την επιμόρφωση συνδυαζόμενη ή όχι με την ψυχαγωγία. Η αξιολόγηση των προσδοκιών του κοινού σχετικά με τον τρόπο παρουσίασης της τεχνολογίας μας δίνει τα παρακάτω κυρίαρχα χαρακτηριστικά:

Αισθητικές, γνωστικές και συναισθηματικές προσδοκίες του κοινού στο Τεχνικό Μουσείο Θεσσαλονίκης Ένα σημαντικό κομμάτι της αξιολόγησης αφορούσε στα υπάρχοντα εκθετήρια και τη διαμόρφωση τους. Καθώς ήταν αδύνατο να συμμετάσχουν στην αξιολόγηση όλα τα εκθετήρια του μουσείου ταυτόχρονα, έγινε μια επιλογή με βάση τα εξής κριτήρια: - ο τρόπος παρουσίασης των αντικειμένων-εκθεμάτων, - ο τρόπος ταξινόμησης και κατηγοριοποίησης των αντικειμένων-εκθεμάτων. - η παρουσία ή μη συνοδευτικού εποπτικού υλικού, - η παρουσία ή μη στο εκθετήριο διαδραστικών εκθεμάτων και multimedia σχετικών με τη θεματολογία του εκθετηρίου και. τέλος, - η ίδια η θεματολογία του εκθετηρίου. Τα εκθετήρια που συμμετείχαν τελικά στην αξιολόγηση ήταν τα: 1) «Αρχαία ελληνική τεχνολογία» 2) «Σιδηρόδρομοι» 3) «Τηλεπικοινωνίες» και 4) «φωτογραφία» Από την ανάλυση των στατιστικών δεδομένων προέκυψαν τα παρακάτω: - Επιβεβαιώθηκε η λειτουργία του μουσείου ως χώρου φύλαξης και προστασίας σημαντικών ιστορικών αντικειμένων καθώς και το αυξημένο ενδιαφέρον του κοινού για αυθεντικά ιστορικά αντικείμενα που σχετίζο6 νται με την τεχνολογία . - Κύριο χαρακτηριστικό των προσδοκιών του κοινού κατά την επίσκεψη του στο Τεχνικό Μουσείο, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή, είναι η επιμόρφωση. Υπογραμμίζεται ότι σημαντικά στοιχεία αυτής της προσδοκίας είναι η ενημέρωση για τις σύγχρονες εξελίξεις σε συνδυασμό με την πολιτισμική και την ιστορική διάσταση του τεχνολογικού πολιτισμού. Οι τρεις αυτές παράμετροι περιγράφουν το πλαίσιο της αναμενόμενης επιμόρφωσης στο μουσείο. - Παρά το γεγονός ότι το κοινό δήλωσε εξίσου ενδιαφέρον για ταξινομικές και σκηνογραφικές παρουσιάσεις, η αποτελεσματικότητα των σκηνογραφικών αποδείχθηκε από τα υψηλά ποσοστά κατανόησης του τρόπου χρήσης και λειτουργίας των εκθεμάτων και της σημαντικά αυξημένης γνωστικής αποτελεσματικότητας του ενός εκθετηρίου που συμμετείχε και που είναι οργανωμένο σκηνογραφικά.


- Ποσοστό 50% του κοινού χρησιμοποιεί τα συμμετοχικό εκθέματα που συνοδεύουν τα ιστορικά εκθέματα. - Σχεδόν το 75% του κοινού ενδιαφέρεται να μάθει τις σχέσεις κάθε θεματικής ενότητας με άλλα παρεμφερή θέματα, αποδεικνύοντας την ανάγκη για εγκάρσιες ιστορικές τομές στις παρουσιάσεις μας. Έτσι. το κοινό ενδιαφέρεται να μάθει για τη φωτογραφία και τη σχέση της με τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, ακολουθεί η επιθυμία να γνωρίσει τη σχέση της με τους νόμους της οπτικής και στη συνέχεια με μικρή διαφορά κρίνεται ως ενδιαφέρουσα η συσχέτιση της με την κοινωνία των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ποσοστό 24% των επισκεπτών ενδιαφέρονται να μάθουν για τις τηλεπικοινωνίες από την καθαρά τεχνική τους σκοπιά (λειτουργικές τομές μηχανισμών κ.λπ.). ποσοστό 23% ενδιαφέρεται για τη σχέση τηλεπικοινωνιών και κυβερνοχώρου και ένα ποσοστό 20% θέλει να ενημερωθεί για το ρόλο των τηλεπικοινωνιών ως παράγοντα κοινωνικών αλλαγών. Τέλος, ποσοστό 35% των επισκεπτών θέλει να δει το σιδηρόδρομο και τη σχέση του με τα άλλα μέσα μαζικής συγκοινωνίας, 41% να μάθει για το σιδηρόδρομο και τη θέση του στην ιστορία των μέσων συγκοινωνίας και 36% να ενημερωθεί για το ρόλο του στην κοινωνική εξέλιξη. Αποτελέσματα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών Η αξιολόγηση του ΤΜΘ θεωρήθηκε σκόπιμο να ασχοληθεί και με τις στάσεις και τις απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με τα τεχνικά μουσεία, καθώς οι σχολικές τάξεις αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό των επισκεπτών του μουσείου. Οι εκπαιδευτικοί παίζουν καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία των μουσειοπαιδαγωγικών δραστηριοτήτων που απευθύνονται σε σχολικές τάξεις και γι' αυτό η διαδικασία της αξιολόγησης στόχευε να ανιχνεύσει τις προτιμήσεις τους. τα ενδιαφέροντα τους, τις προθέσεις και τις προσδοκίες τους από το Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας, ώστε να ληφθούν υπόψη στην οργάνωση της εκπαιδευτικής του πολιτικής . Διαμορφώθηκε ένα ερωτηματολόγιο με βάση το οποίο συγκεντρώθηκαν στοιχεία που αφορούν τους τρόπους ενημέρωσης, τα είδη εκπαιδευτικών προσφορών που οι εκπαιδευτικοί θεωρούν πιο ουσιαστικά για την προσέγγιση μουσείων τεχνολογίας, το ρόλο που επιθυμούν να έχουν κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, αλλά και τις προτιμήσεις τους σχετικά με τα εκθετήρια και τις δυνατότητες διασύνδεσης των θεματικών του μουσείου με το σχολικό αναλυτικό πρόγραμμα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης το μουσείο δεν θα πρέπει να περιοριστεί όσον αφορά τους τρόπους ενημέρωσης των σχολείων μόνο στην κοινοποίηση των προσφερόμενων δραστηριοτήτων στις αρμόδιες διευθύνσεις πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (11%) και στη κοινοποίηση στα σχολεία (19%), αλλά θα πρέπει να προχωρήσει σε πιο άμεσες μορφές επικοινωνίας, όπως είναι η αποστολή ενημερωτικού υλικού στο σχολείο (34%), η

Από την αξιολόγηση στο Τεχνικό Μουσείο Θεσσαλονίκης (φωτ. Γ. Βουτυρόκης).

αποστολή ενημερωτικού υλικού στον εκπαιδευτικό (23%) καθώς και η διοργάνωση ενημερωτικών συναντήσεων με εκπαιδευτικούς (13%). Διαφαίνεται η επιθυμία για μια πιο στενή συνεργασία και πιο ολοκληρωμένη ενημέρωση των εκπαιδευτικών και η τάση για μια πιο συνειδητή στάση των εκπαιδευτικών στη μουσειακή επίσκεψη, η οποία μπορεί να αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία θα δομηθεί μια πιο μόνιμη και ουσιαστική σχέση ανάμεσα στην εκπαιδευτική κοινότητα και το μουσείο. Στόχος ενός μουσείου τεχνολογίας πρέπει να είναι η ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών για τη σημασία που έχει η συμμετοχή τους σε ενημερωτικές συναντήσεις, κυρίως με έμφαση στις δυνατότητες παρέμβασης τους στη διαμόρφωση των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων και στην ανταπόκριση των δραστηριοτήτων αυτών στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των σχολικών τους τμημάτων. Οι εκπαιδευτικοί δείχνουν προθυμία να συμμετέχουν στο σχεδιασμό των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων του μουσείου (71 %). Το ποσοστό αυτό αποτελεί μια πολύ ικανοποιητική βάση για την ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών σχετικά με το ρόλο τους και τη δημιουργία ομάδων εργασίας στις οποίες μπορούν να συμμετέχουν, ώστε να εμπλέκονται πιο ουσιαστικά στην εκπαιδευτική διαδικασία που ακολουθείται στο μουσείο και να χρησιμοποιούν τις μουσειακές συλλογές για τις ανάγκες των μαθημάτων τους. Παρ' όλη την προθυμία των εκπαιδευτικών να χρησιμοποιούν το μουσείο ως χώρο μάθησης, δεν φαίνεται να θεωρούν ότι είναι σε θέση να αναλάβουν την επεξεργασία των μουσειακών ενοτήτων μόνοι τους. καθώς μόνο ένα 2% πιστεύει ότι μπορεί να αναλάβει

μόνο του την εκπαιδευτική διαδικασία στο μουσείο. Το 62% επιθυμεί να αναλαμβάνει την εκπαιδευτική διαδικασία το προσωπικό του μουσείου ' και ένα 36% επιθυμεί η εκπαιδευτική διαδικασία να διεξάγεται σε συνεργασία των εκπαιδευτικών με το μουσείο και θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να είναι ενημερωμένοι, ώστε να νιώθουν σίγουροι για το τι θα συμβεί στο μουσείο. Από τα διαφορετικά είδη εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων το 42% επιλέγει τα εκπαιδευτικά προγράμματα, 21 % τις ξεναγήσεις. 21% τα ενημερωτικά πακέτα και το 14% τις μουσειοσκευές. Είναι φανερή η προτίμηση στα εκπαιδευτικά προγράμματα, που είναι μια μορφή οργανωμένης εκπαιδευτικής διαδικασίας, συγκριτικά με τις ξεναγήσεις, οι οποίες παρέχουν μόνο μια γενική άποψη για τα μουσειακά εκθέματα. Ένα 35% των εκπαιδευτικών δηλώνουν πρόθυμοι να αναλάβουν την ευθύνη της διεξαγωγής εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, με κατάλληλη καθοδήγηση και οργάνωση από την πλευρά του μουσείου, είτε με τη μορφή μουσειοσκευών, είτε με τα ενημερωτικά πακέτα για τον εκπαιδευτικό. Ως πρώτη προτίμηση ανάμεσα στα εκθετήρια εμφανίζεται το εκθετήριο της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας με 52%, δεύτερο των Η/Υ με 26% και τρίτο της Παραδοσιακής Τεχνολογίας με 22%'°. Το εκθετήριο της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας επιλέγεται, επειδή αφορά μια όχι και τόσο γνωστή θεματική για τα ελληνικά μουσειακά δεδομένα, αλλά και επειδή παρουσιάζει έναν διαφοροποιημένο τρόπο έκθεσης με λεζάντες και μοντέλα, που. ενδεχομένως, να θεωρείται πιο εποπτικός και ελ-


κυστικός από τη συγκεκριμένη ομάδα κοινού. Το εκθετήριο των Η/Υ δεν έχει να επιδείξει Μουσειογραφικά κάποια ιδιαιτερότητα, αλλά παρουσιάζει ένα πολύ επίκαιρο θέμα, το οποίο οι εκπαιδευτικοί καλούνται να προσεγγίσουν άμεσα (μάθημα πληροφορικής) ή έμμεσα στη σχολική τάξη. εφόσον αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ζωής των μαθητών τους. Η επιλογή της παραδοσιακής τεχνολογίας αντανακλά την πιο παραδοσιακή άποψη για τα μουσεία, πιθανότατα ταυτίζεται με τα λαογραφικά μουσεία, καθώς μάλιστα δεν μπορεί να συνδεθεί άμεσα με μαθήματα του αναλυτικού προγράμματος. Οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι ένα μουσείο τεχνολογίας παρέχει ουσιαστικές δυνατότητες διασύνδεσης των θεματικών των εκθετηρίων με το αναλυτικό σχολικό πρόγραμμα (90%). Αυτή η στάση μπορεί να οδηγήσει στον προσανατολισμό του προγραμματισμού των εκπαιδευτικών προσφορών του μουσείου σε θεματικές επιλογές, οι οποίες να συνδέονται με το αναλυτικό σχολικό πρόγραμμα και να προχωρήσει σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς για τη διαμόρφωση των διασυνδέσεων αυτών. Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται μια μεγάλη ποικιλία γνωστικών αντικειμένων του αναλυτικού προγράμματος με τα οποία μπορεί να συνδεθούν τα εκθετήρια του μουσείου: η Φυσική (24%), η Ιστορία (21%), η Πληροφορική (17%), η Μελέτη του Περιβάλλοντος (16%). Τέλος, η Γλώσσα (8%), τα Μαθηματικά (7%), η Χημεία (5%) και η Ελληνική Γραμματεία (2%) αποδεικνύουν την ποικιλία των διαφόρων γνωστικών αντικειμένων διασύνδεσης των εκθεσιακών ενοτήτων και. ταυτόχρονα, υπογραμμίζουν τις δυνατότητες διεπιστημονικής προσέγγισης τους. Ένα μουσείο τεχνολογίας πρέπει να φρο-

ντίσει να προωθήσει διάφορες μορφές πιο στενής συνεργασίας με τους εκπαιδευτικούς και να παρέχει διαφορετικών ειδών εκπαιδευτικές δραστηριότητες και δυνατότητες διασύνδεσης των περιεχομένων του μουσείου με το αναλυτικό πρόγραμμα, ώστε να αποτελέσει έναν ποιοτικό εξωσχολικό χώρο μάθησης. Α. ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΟΥ - ΚΑ. ΝΙΚΟΝΑΝΟΥ

1. Βλ. σχετικά R. Miles - G. Giles. «Setting off on the right foot: front-end evaluation», στο American Association of Museums (εκδ.). Introduction to Museum Evaluation, Washington 1999.52-57- S. Bitgood H. Shettel. «The classification of the exhibit evaluation», στο ίδιο. 69-74 και M. Korenic-Y. lien. «Summative evaluation: Determing an exhibit or program's effectiveness: What works. What doesn't. What are you doing right?», στο ίδιο. 70-86· Θ. Μουσούρη. « Έρευνα κοινού και αξιολόγηση στα μουσεία». Αρχαιολογία και τέχνες 72 (1999), 56-61' R. Miles. The Design of Educational Exhibits. London 1988.127-168. 2. S. Taylor (επιμ.). Try it! Improving Exhibits through Formative Evaluation, New York 1991 ■ G. Brinks - D. Uzzell, «Monitoring and evaluation: the techniques», στο Ε. Hooper-Grennhill (επιμ.), The Educational Role of the Museum. Routledge. London 1994,298-301 και P. Bull. «A Beginner's guide to evaluation», στο ίδιο. 295-297. 3. Η παρούσα δημοσίευση αναφέρεται στα αποτελέσματα της έρευνας για τους «ελεύθερους» επισκέπτες και τους εκπαιδευτικούς. 4. R. Korn. «Coding and how to do it», στο American Association of Museums (εκδ.). ό.π.. 26-29 και «Analyzing the data», στο ίδιο. 30-34. 5. M. Borum - M. Chambers - A. Gleghorn. « Families are learning in Science Museums». Curator 39/2 (1996), 151-167 και P. McManus. «Families in Museums», στο M. Roger. L. Zavala (επιμ.). Towards the Museum of the Future. Routledge. London 1994,68-82.

6. Ποσοστό 79% κρίνει σημαντική την παρουσία αυθεντικών αντικείμενων, ενώ το ίδιο ποσοστό θεωρεί ικανοποιητική την παρουσίαση σχετικών θεμάτων, έστω και μέσα από μακέτες και ανακατασκευές. 7. Στην αξιολόγηση συμμετείχαν 70 εκπαιδευτικοί-συνοδοι σχολικών τμημάτων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Οι 30 από αυτούς εργάζονται σε σχολεία της Θεσσαλονίκης (43%) και οι 37 σε σχολεία εκτός Θεσσαλονίκης (53%). Τρεις εκπαιδευτικοί δεν απάντησαν. Συγκεκριμένα το 70%. 49 εκπαιδευτικοί, προέρχονταν από δημοτικό σχολεία. 17%. ^εκπαιδευτικοί, από γυμνάσια και 9%, 6 εκπαιδευτικοί, από λύκεια. Τρεις εκπαιδευτικοί δεν απάντησαν. 8. Βλ. και Ε. Hooper-Grennhill. Museum and Gallery Education, Leicester University Press. Leicester /London/New York 1994.65-131 και Ε. Hooper-Grennhill, Improving Museum Learning, East Midlands Museums Service. Nottingham 1996. 9. To γεγονός ότι το 62% θεωρεί τη διεξαγωγή θέμα του προσωπικού των μουσείων οφείλεται στις μέχρι τώρα εφαρμοσμένες πρακτικές των ελληνικών μουσείων, οι οποίες περιορίζουν ως επί το πλείστον το ρόλο του εκπαιδευτικού σε αυτόν του συνοδού και τηρητή της τάξης και επισημαίνει την ανάγκη ευαισθητοποίησης των εκπαιδευτικών για τη διεξαγωγή εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων από τους ίδιους. Το 37% που δηλώνει πρόθυμο να συνεργαστεί στη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων αποτελεί μια ικανοποιητική βάση. η οποία πρέπει να αυξηθεί με κατάλληλες δράσεις. 10. Στην ανάλυση των αποτελεσμάτων της δεύτερης προτεραιότητας εναλλάσσονται τα ίδια εκθετήρια με διαφορετικά ποσοστά: οι Η/Υ με 41%, η Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία με 33% και η Πα ραδοσιακή Τεχνολογία με 26%. Δεν παρουσιάζο νται διαφοροποιήσεις όσον αφορά τις επιλεγόμε νες θεματικές των εκθετηρίων και ως δεύτερη επι λογή, ενώ υπάρχουν μόνο μικρές μετατοπίσεις των ποσοστών μεταξύ των ίδιων εκθετηρίων. Ως τρίτη επιλογή οι προτιμήσεις είναι περισσότερο μοιρα σμένες και εμφανίζονται και άλλες θεματικές προ τιμήσεις, όπως η Φωτογραφία, το Διάστημα, οι Τηλεπικοινωνίες και η Τυπογραφία.

ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ Το Πανεπιστήμιο Πατρών προχωρεί στην υλοποίηση του Μουσείου Επιστημών και Τεχνολογίας, το οποίο έχει στόχο την απόκτηση, τη συντήρηση και τη μελέτη (καταγραφή, τεκμηρίωση, αξιολόγηση) των τεκμηρίων των επιστημών και της τεχνολογίας που αφορούν κατ' αρχήν τα υπάρχοντα στο Πανεπιστήμιο Τμήματα. Τα τεκμήρια αυτά, αφού μελετηθούν και συνδυαστούν, θα εκτεθούν ή θα αποθηκευτούν, με σκοπό την έρευνα, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία, σύμφωνα με τον ορισμό του Μουσείου που δίνεται στο άρθρο 2, παρ. 1 του καταστατικού του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM). Οι ερευνητικές, εκπαιδευτικές και άλλες δραστηριότητες του Μουσείου θα πραγματοποιούνται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες δραστηριότητες του Πανεπιστημίου. Οι στόχοι του Μουσείου Επιστημών και Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών ειI. Να διαδώσει την επιστήμη σε όσο το δυνατόν περισσότερα επίπεδα.

2. Να φέρει σε επαφή το κοινό του με την πρόοδο της επιστήμης και τα τελευταία επιτεύγματα της. 3. Να κάνει το κοινό να κατανοήσει θέματα της επιστήμης και της τεχνολογίας με

τα οποία είναι καθημερινά σε επαφή και τα αγνοεί η θα ήθελε να μάθει περισσότερα γι' αυτά. 4. Να αποτελέσει ένα σημαντικό εκπαιδευτικό εργαλείο για τη διδασκαλία της Ιστορίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας σε όλα τα εκπαιδευτικά επίπεδα δίνοντας τη δυνατότητα στο κοινό να αποκτήσει βιώματα σε σχετικά θέματα. 5. Να καλύψει την έλλειψη τεχνικών μουσείων στην Ελλάδα και κυρίως στη Δυτική Ελλάδα. Το Μουσείο Επιστημών και Τεχνολογίας του Πανεπισημίου Πατρών θα απευθύνεται σε όλες τις πιθανές ομάδες κοινού, όπως μαθητές των σχολείων όλων των βαθμίδων, φοιτητές, επιστήμονες, ερευνητές κ.ά. Στο Μουσείο θα παρουσιάζονται οι επιστήμες που εντάσσονται στις παρακάτω ενότητες: 1. Θετικές επιστήμες. 2. Εφαρμοσμένες επιστήμες και τεχνολογία.


α. Επιστήμες υγείας, β. Τεχνολογία. 3. Επιστήμες του ανθρώπου / Επιστήμες της αγωγής ή της εκπαίδευσης, με έμφαση στην ιστορία και την εξέλιξη των παραπάνω στην πόλη της Πάτρας και την ευρύτερη περιοχή της. Η υλοποίηση του Μουσείου Το Πανεπιστήμιο αντιμετωπίζει παράλληλα το Μουσείο Επιστημών και Τεχνολογίας όσον αφορά: 1. Το κτίριο. 2. Την οργάνωση του τρόπου λειτουργίας του. 3. Τη συγκρότηση των συλλογών του και την τεκμηρίωση τους. 1. Το κτίριο Ένα μουσειολογικό και κτιριολογικό πρόγραμμα αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τα Τμήματα του Πανεπιστημίου Πατρών. Για την ολοκλήρωση του τεύχους μελετήθηκε η σχετική βιβλιογραφία και οι αντίστοιχες πήγες στο Internet, ενώ έγιναν επαφές με σχετικές επιστημονικές επιτροπές του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM), ώστε να ληφθεί υπόψη η υπάρχουσα διεθνής εμπειρία. Με τον τρόπο αυτό καθορίστηκε το πλαίσιο του Μουσείου, καταγράφηκαν οι ιδιαίτερες ανάγκες του για την παρουσίαση των διαφόρων επιστημών και παρουσιάστηκαν στο τεύχος. Η φιλοσοφία που θα διέπει τον μόνιμο εκθεσιακό χώρο του Μουσείου καθορίζεται από: α. την παρουσίαση των παραπάνω επιστημών και της τεχνολογίας, β. την παρουσίαση της εξέλιξης τους μέσα στο χρόνο (κυρίως από τον 19ο αι. έως σήμερα, με πιθανές αναφορές στην αρχαία Ελλάδα), γ. την παρουσίαση των σχέσεων μεταξύ των διαφόρων επιστημών, μεταξύ των επιστημών και της τεχνολογίας και των διαφορετικών μορφών τεχνολογίας μεταξύ τους. καθώς και δ. το διαχωρισμό αλλά και τη σχέση ανάμεσα σε θετικές επιστήμες, σε εφαρμοσμέ-

νες επιστήμες και τεχνολογία καθώς και σε επιστήμες της αγωγής ή της εκπαίδευσης, που πρέπει να είναι εμφανείς. Η αναφορά στην ιστορία των επιστημών και της τεχνολογίας στην αρχαία Ελλάδα είναι πιθανόν να γίνει για κάθε επιστήμη χωριστά ή συνολικά σε έναν εισαγωγικό χώρο. Το Μουσείο θα τοποθετηθεί στο κέντρο της Πανεπιστημιούπολης, βορειοδυτικά του Πάρκου της Ειρήνης (καφέ-εστιατόριο) και απέναντι από το συνεδριακό κέντρο. Η θέση αυτή επιβεβαιώνει το ρόλο που το Μουσείο μπορεί να παίξει στο πλαίσιο του Πανεπιστημίου, ώστε να αποτελέσει έναν σημαντικό σύνδεσμο ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο αφενός και την πόλη και την περιοχή αφετέρου. Το κτίριο του Μουσείου θα έχει έκταση 3500 τ.μ. Τον Ιούλιο του 1998 το Πανεπιστήμιο Πατρών ανακοίνωσε «Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος μελετητών ή ομάδων μελετητών» για τη μελέτη του κτιρίου του MET. Επτά συμπράττοντα γραφεία εκδήλωσαν ενδιαφέρον στα τέλη Σεπτεμβρίου 1998. Η «Επιτροπή Επιλογής Μελετητή Εκπόνησης Μελέτης - Μουσείο Επιστημών και Τεχνολογίας», αφού ήλεγξε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των γραφείων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον, αποφάσισε τον Μάρτιο του 1999 να αναθέσει σε όλα τα συμπράττοντα γραφεία την υλοποίηση «Ειδικής προκαταρκτικής μελέτης» για το Μουσείο, με βάση τις απαιτήσεις και τις προδιαγραφές του μουσειολογικού και κτιριολογικού προγράμματος. Τρία από τα συμπράττοντα γραφεία παρουσίασαν τελικά την ειδική προκαταρκτική μελέτη έως την καταληκτική ημερομηνία 22 Ιουνίου 1999. οπότε η Επιτροπή, αφού εξέτασε σε βάθος τα τρία έργα. αποφάσισε να δώσει το πρώτο βραβείο στα συμπράττοντα γραφεία: Ιωάννης Βεντουράκης. ΟΜΕΤΕ ΑΕ. Κων/νος Κωτσογιάννης. Ελένη Κατσαδωράκη. Γ. Καραβοκύρης και Συνεργάτες Σύμβουλοι ΕΠΕ. Η παραπάνω ομάδα συμπραττόντων γραφείων υπέγραψε σύμβαση με το Πανεπιστήμιο Πατρών, ώστε να προχωρήσει στην

Σχέδιο του Μουσείου Επιστημών και Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

υλοποίηση της προμελέτης, της οριστικής μελέτης και της μελέτης εφαρμογής του κτιρίου του Μουσείου. Όταν η μελέτη εφαρμογής θα είναι έτοιμη, το Πανεπιστήμιο θα προχωρήσει στη διαδικασία έναρξης της κατασκευής του Μουσείου. 2. Διαδικασία οργάνωσης του τρόπου λειτουργίας του Μουσείου Το Μουσείο λειτουργεί ως άτυπη υπηρεσία του Πανεπιστημίου Πατρών μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες θεσμοθέτησης του. οπότε θα αποτελέσει αυτοτελή υπηρεσία του. Θα εποπτεύεται από πενταμελή επιτροπή μελών ΔΕΠ και θα διοικείται από διευθυντή. Η λειτουργία του στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συνεργασία με τα συμμετέχοντα τμήματα του Πανεπιστημίου, τα οποία πρέπει να υποστηρίζουν τις δραστηριότητες του Μουσείου, που είναι: • η συλλογή, •η τεκμηρίωση, • η συντήρηση. • η οργάνωση του μόνιμου εκθεσιακού χώρου. • η οργάνωση περιοδικών εκθέσεων, • ο σχεδιασμός και η υλοποίηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. • η οργάνωση άλλων εκδηλώσεων και δραστηριοτήτων, ορίζοντας ένα ή περισσότερα άτομα για συνεργασία με το προσωπικό του. Για την καλύτερη λειτουργία του Μουσείου έχουν μελετηθεί καταστατικά και άλλο υλικό που αφορά τη λειτουργία συναφών μουσείων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 3. Συγκρότηση των συλλογών και τεκμηρίωση τους Σε πολλά Τμήματα, Τομείς ή Εργαστήρια του Πανεπιστημίου υπάρχουν διάφορες συλλογές ή παλαιός εξοπλισμός που χρησιμοποιούνταν σε αυτά. υλικό που αυτά έχουν συλλέξει επί τόπου ή άλλου είδους συλλογές, όπως οι συλλογές των Εργαστηρίων του Τμήματος Φυσικής, του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας Υπολογιστών, του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχα-


νικών και Αεροναυπηγικής κ.λπ. Στο Τμήμα Βιολογίας υπάρχουν ήδη το Βοτανικό και Ζωολογικό Μουσείο, που έχουν συλλογές δειγμάτων φυτών και ζώων αντίστοιχα. Τα παραπάνω μουσεία θα συνεχίσουν να λειτουργούν ανεξάρτητα για τις ανάγκες του Τμήματος Βιολογίας, χωρίς να επηρεάσουν την παρουσίαση της Ιστορίας της Επιστήμης της Βιολογίας στο Μουσείο Επιστημών και Τεχνολογίας. Έτσι αποφασίστηκε να αρχίσει η συγκρότηση των συλλογών του Μουσείου με τη συγκέντρωση κατ' αρχάς των υπαρχόντων στο Πανεπιστήμιο αντικειμένων, καθώς και κάθε συνοδευτικού υλικού (βιβλία, κάρτες, φωτογραφίες κ.ά.) σε έναν ενιαίο χώρο. ώστε να καταγραφούν, να τεκμηριωθούν και να αξιολογηθούν. Παράλληλα αποφασίστηκε να αναζητηθεί υλικό που αφορά την ιστορία των επιστημών και της τεχνολογίας εκτός του Πανεπιστημίου Πατρών, κυρίως από την Πάτρα και τη Δυτική Ελλάδα, αλλά και από την υπόλοιπη Ελλάδα. Για το λόγο αυτό κρίθηκαν αναγκαίες: 1. η γνωστοποίηση της προετοιμασίας του Μουσείου με κάθε δυνατό τρόπο, 2. η συνεργασία με τα Τμήματα του Πανεπιστημίου και 3. η συνεργασία με σχετικούς φορείς για την αναζήτηση υλικού εκτός Πανεπιστημίου. Για την υλοποίηση των παραπάνω, το Πανεπιστήμιο ετοίμασε ένα έντυπο, το οποίο έστειλε στα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας και θα αποστείλει σε όλους τους φορείς ή άτομα που μπορούν να υποστηρίξουν τη συγκρότηση των συλλογών του Μουσείου, δημιουργεί τη σελίδα του Μουσείου στο Internet, συμμετέχει σε κάθε σχετική εκδήλωση (συνέδρια, ημερίδες κ.λπ.) και πρόκειται να οργανώσει σειρά σχετικών εκδηλώσεων. Όσον αφορά τη συνεργασία του Μουσείου με τα Τμήματα του Πανεπιστημίου, ο πρύτανης ζήτησε επίσημα να ορίσουν τον εκπρόσωπο τους για το Μουσείο. Ο ρόλος του κάθε εκπροσώπου είναι να υποστηρίξει τον εντοπισμό και τη συλλογή σχετικού υλικού εντός και εκτός Πανεπιστημίου, καθώς και την καταγραφή του υλικού, την ανάπτυ-

ξη της φιλοσοφίας του μόνιμου εκθεσιακού χώρου που αφορά την κάθε επιστήμη και τη λειτουργία του Μουσείου. Τα περισσότερα Τμήματα έχουν ήδη ορίσει τον εκπρόσωπο τους για το Μουσείο και έχουν γίνει οι πρώτες επαφές για τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσει η συγκρότηση των συλλογών. Το Πανεπιστήμιο παραχώρησε επίσης χώρο 300 τ.μ. για να αρχίσει η συγκέντρωση του υλικού και η τεκμηρίωση του. Ο χώρος αυτός προετοιμάζεται, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις και να παρέχει τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη συγκρότηση και την τεκμηρίωση των συλλογών. Ταυτόχρονα μελετήθηκαν οι διαδικασίες τεκμηρίωσης και οι προδιαγραφές καταγραφής μουσειακών δεδομένων που έχουν αναπτυχθεί και προτείνονται από διάφορους διεθνείς και εθνικούς οργανισμούς, όπως CIDOC/ICOM (Επιτροπή Τεκμηρίωσης του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων), MDA (Ενωση Μουσείων για την Τεκμηρίωση της Μ. Βρετανίας) κ.ά.. καθώς και τα υπάρχοντα συστήματα ταξινόμησης των αντίστοιχων μουσείων, όπως το Science Museum στο Λονδίνο, και αποφασίστηκε το σύστημα τεκμηρίωσης που θα χρησιμοποιεί το MET. με σκοπό να αναπτυχθεί στη συνέχεια το ηλεκτρονικό σύστημα τεκμηρίωσης. Η αναζήτηση των αντικειμένων που θα συγκροτήσουν τις συλλογές του Μουσείου έχει αρχίσει και παράλληλα συλλέγονται τα αντικείμενα εκείνα των οποίων η απόκτηση κρίνεται άκρως επείγουσα. Η πραγματική διαδικασία της συγκρότησης των συλλογών θα αρχίσει σε λίγο καιρό, όταν ο χώρος που επισκευάζεται για το σκοπό αυτό θα είναι έτοιμος. Το υλικό το οποίο θα συγκροτήσει και θα εμπλουτίσει τις συλλογές του Μουσείου είναι : -σκεύη, - εργαλεία, -μηχανήματα, - τεχνολογικός κ.ά. εξοπλισμός συνόλων (εργαστηρίων, φαρμακείων, βιοτεχνιών, βιομηχανιών κ.λπ.), - δείγματα φυτών, ζώων, πετρωμάτων κ.λπ.. - αρχειακό υλικό,

- φωτογραφικό υλικό, - χάρτες, - βιβλία και - άλλο συνοδευτικό υλικό που σχετίζονται κατ' αρχήν με το αντικείμενο των Τμημάτων του Πανεπιστημίου, με έμφαση στην ιστορία και την εξέλιξη τους στην Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή. Το περιεχόμενο όμως των συλλογών του Μουσείου θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των αντίστοιχων Τμημάτων που θα συμμετάσχουν ενεργά στη συγκρότηση των συλλογών και την ποικιλία των τεκμηρίων που θα συγκροτήσουν τις συλλογές. Τα παραπάνω θα επηρεάσουν οπωσδήποτε και τη μουσειολογική μελέτη εφαρμογής και φυσικά την τελική μορφή των μόνιμων εκθεσιακών χωρών. Το Πανεπιστήμιο Πατρών καλεί όλους τους φορείς και τα άτομα, που έχουν στην κατοχή τους ή γνωρίζουν την ύπαρξη σχετικού υλικού που αφορά την ιστορία και την εξέλιξη των επιστημών και της τεχνολογίας, να συμβάλουν στον εμπλουτισμό των συλλογών του. Ο εμπλουτισμός των συλλογών θα έχει ως αποτέλεσμα το Μουσείο να αποτελέσει ένα σημαντικό εκπαιδευτικό εργαλείο για την κατανόηση των επιστημών και της τεχνολογίας σε όλα τα επίπεδα. Η διαδικασία της προετοιμασίας και της οργάνωσης του Μουσείου Επιστημών και Τεχνολογίας θα είναι μακρά και επίπονη. Στο μεταξύ είναι πιθανόν να οργανωθούν μικρές θεματικές εκθέσεις και σχετικές εκδηλώσεις, με σκοπό να ευαισθητοποιήσουν το κοινό στην προετοιμασία του Μουσείου. Σε μερικά χρόνια το Πανεπιστήμιο Πατρών ελπίζει να προσφέρει στην πόλη της Πάτρας ένα πολύ σύγχρονο Μουσείο -μια και προσπαθεί να ωφεληθεί από την υπάρχουσα εμπειρία και να σεβαστεί τις υπάρχουσες προδιαγραφές που δίνονται Από το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων- το οποίο θα αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο για τη διδασκαλία της ιστορίας των επιστημών και της τεχνολογίας σε όλα τα εκπαιδευτικά επίπεδα, με έμφαση σε αυτή που αφορά την πόλη της Πάτρας και την Αχαΐα. ΠΕΝΥ ΘΕΟΛΟΓΗ-ΓΚΟΥΤΗ

ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ Η Θεσσαλονίκη από την ίδρυση της αποτελεί ένα ιστορικό σταυροδρόμι και κόμβο μεταξύ Βορρά και Νότου. Δύσης και Ανατολής. Είναι η κύρια διέξοδος των Βαλκανίων προς τη Μεσόγειο και της Ευρώπης προς την Ανατολή. Από την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή εποχή είναι κόμβος και σημείο αναφοράς, όχι μόνο για την οικονομία και το εμπόριο. αλλά εξίσου για τον πολιτισμό, τις ιδέες, την επικοινωνία, την αλληλοκατανόηση και τη συναδέλφωση των λαών. Ο ερχομός του σιδηροδρόμου δημιούργησε νέες συνθήκες για ανάπτυξη και πρόοδο στην ευρύτερη περιοχή, αφού μίκρυνε τις αποστάσεις μέσα στην τεράστια βαλκα-

νική ενδοχώρα και την ένωσε με την Κεντρική Ευρώπη και την Κωνσταντινούπολη. Στα εκατό και πλέον χρονιά παρουσίας του σιδηροδρόμου στη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα, η ιστορία έχει καταγράψει, εκτός από την ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των πόλεων και των περιοχών που συνέδεσε, και ένα πλήθος από γεγονότα και μνήμες δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνέδεσαν τη ζωή τους με το σιδηρόδρομο. Όλα αυτά τα ιστορικά στοιχεία αποτελούν αναπόσπαστο πλέον μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, ενώ, χάρη στην ιδιαίτερη σχέση του σιδηροδρόμου με την τεχνολογία και την τεχνο-

λογική εξέλιξη, αποτελούν και ένα εξαίρετο υλικό αξιοποιήσιμο σε παιδευτικούς σκοπούς. Αντίστοιχες διαπιστώσεις στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και την Αμερική έχουν οδηγήσει από χρόνια στη δημιουργία μεγάλων σιδηροδρομικών μουσείων. Αυτά τα μουσεία λειτουργούν είτε ως τελείως αυτόνομα μουσεία, όπως το Σιδηροδρομικό Μουσείο στην Αθήνα, στο Αμβούργο κ.ά., είτε ως τμήματα μεγαλύτερων τεχνολογικών μουσείων, όπως το μουσείο στο Μόναχο και το Μουσείο Επιστημών στο Λονδίνο, ή ακόμη στο πλαίσιο διαφόρων μουσείων των μεταφορών. Το κύριο σημείο εκκίνησης για τη δημι-


Η Στρατιωτική Στάση Θεσσαλονίκης.

ουργία ενός σιδηροδρομικού μουσείου είναι το υλικό το οποίο αποσύρεται από την κυκλοφορία ή τη χρήση και κρίνεται άξιο να προστατευθεί και να διατηρηθεί, όπως οχήματα, μονάδες έλξης, υλικό γραμμής και σημαφόροι. Το άψυχο αυτό υλικό συνοδεύουν ιστορικές μνήμες και τεκμήρια, προσωπικά αντικείμενα και αναμνήσεις πολλών ανθρώπων, που πολύ συχνά αποτελούν σημεία-σταθμούς στην εθνική, κοινωνική, οικονομική και τεχνολογική εξέλιξη της χώρας ή της περιοχής. Πρόκειται δηλαδή για έναν πραγματικό πλούτο που δεν χρειάζεται φανταστικές ιστορίες και παραμύθια για να προβληθεί και να «γεμίσει» ένα μουσείο, αλλά μόνο ιστορική και τεχνική έρευνα και ορθολογιστική, λιτή παρουσίαση. Ο ΟΣΕ διαθέτει σήμερα έναν ιστορικότεχνολογικό και κειμηλιακό πλούτο που αποτελείται από μεγάλο αριθμό ατμαμαξών. ποικίλο τροχαίο υλικό και υλικό γραμμής και πλήθος μικρών αντικειμένων, καθώς και τα υπέροχα ιστορικά κτίρια του συγκροτήματος του Παλαιού Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης-Διαλογής. Υπάρχουν δηλαδή όλα τα συστατικά για τη δημιουργία ενός πολύ σημαντικού ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού μουσείου. Η δημιουργία του σιδηροδρομικού μουσείου θα έχει και άλλες ευνοϊκές επιδράσεις πέρα από τη διατήρηση και την προβολή της ιστορίας του σιδηροδρόμου. Το διατηρητέο κτίριο του μουσείου θα αποτελέσει πόλο έλξης και χώρο για δημιουργικές δραστηριότητες για τα παιδιά και τους νέους, που πάντα θα μαγεύει το τρένο. Ακόμη, η Θεσσαλονίκη και η Ελλάδα γενικότερα θα γίνουν περισσότερο γνωστές στους αμέτρητους «φίλους του Σιδηροδρόμου», που ίδρυσαν από δεκαετίες συλλόγους σε κάθε μεγάλη πόλη της Ευρώπης και της Αμερικής. Ο κύριος φορέας που αγωνίζεται για τη διάσωση της σιδηροδρομικής κληρονομιάς της Βόρειας Ελλάδας και τη δημιουργία του Σιδηροδρομικού Μουσείου Θεσσαλονίκης είναι ο σύλλογος «φίλοι του Σιδηροδρόμου

Θεσσαλονίκης». Ο Σύλλογος ιδρύθηκε το 1986 από μια ομάδα σιδηροδρομικών και φίλων του σιδηροδρόμου, ύστερα από μια σειρά γεγονότων καταστροφής ή εκποίησης ιστορικού σιδηροδρομικού υλικού από τον ΟΣΕ. Σήμερα αριθμεί περισσότερα από 150 μέλη από όλους τους επαγγελματικούς και κοινωνικούς χώρους και έχει στο ενεργητικό του αρκετές δραστηριότητες και σημαντικές επιτυχίες. Στόχοι του συλλόγου είναι η προσπάθεια για τη διατήρηση και την ανάδειξη της σιδηροδρομικής παράδοσης και ιστορίας. Παράλληλα, ο σύλλογος προσπαθεί να διαδώσει την αγάπη για το σιδηρόδρομο (περασμένο και σύγχρονο) και να υποστηρίξει κάθε πρωτοβουλία για εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη των ελληνικών σιδηροδρόμων. Οι «Φίλοι του Σιδηροδρόμου» πιστεύουν ότι η επίτευξη αυτών των στόχων θα εξασφαλιστεί μονό με την έναρξη λειτουργίας του Σιδηροδρομικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Ως τέτοιο Μουσείο δεν οραματίζονται ένα απλό εκθεσιακό χώρο με στατικά εκθέματα αλλά ένα σύμπλεγμα χώρων, διατηρητέων κτιρίων, διαδρομών και εκθεμάτων, στατικών και σε κίνηση, δηλαδή ένα μουσείο που θα παρουσιάζει την «ιστορία σε κίνηση». Συγκεκριμένα επιδιώκεται η δημιουργία: 1. Σιδηροδρομικού Μουσείου Θεσσαλονίκης στα διατηρητέα κτίρια του μουσείου και του ΣΟΜ (Συνεργείο Οχημάτων-Μηχανών). 2. Αρχείου σιδηροδρομικής ιστορίας και τεχνικής στη Μακεδονία και τη Οράκη στο διατηρητέο κτίριο του Β ' Τμήματος Γραμμής (που πρόσφατα διασώθηκε με μεταφορά). 3. Παιδικού τρένου στη δυτική Θεσσαλονίκη και συρμού ντεκοβίλ (γραμμής 60 εκ.) στο χώρο της Στρατιωτικής Στάσης Θεσσαλονίκης. 4. Σύνδεση των δραστηριοτήτων του Μουσείου με τις σύγχρονες δραστηριότητες του ΟΣΕ, με την ανάπλαση του Παλαιού Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης (που καταστράφηκε κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο), ως εναλλακτικού επιβατικού σταθμού

για τη Θεσσαλονίκη και τη λειτουργία σε μόνιμη βάση τουριστικών και παραδοσιακών συρμών. Ακόμη, διευρύνοντας την ιδέα του αυστηρά σημειακού μουσείου, επιδιώκεται η διάσωση, η ανάπλαση και η αποκατάσταση στην αρχική τους μορφή πολλών κτιρίων και εγκαταστάσεων του σιδηροδρόμου στη Βόρεια Ελλάδα και η δημιουργία δικτύου χώρων και θεσμοθετημένων εκδηλώσεων, όπως αρμόζει σε ένα μέσο που μεταφέρει ιδέες και ενώνει ανθρώπους. Οι μέχρι τώρα επιτυχίες του Συλλόγου προς την κατεύθυνση του μουσείου συνοψίζονται σε: 1. Συμβολή στη διάσωση με μεταφορά υλικού και στην αποκατάσταση του ιστορικού και διατηρητέου κτιρίου του Β Τμήματος Γραμμής. 2. Διάσωση και αποκατάσταση του ιστορικού και διατηρητέου κτιρίου της «Στρατιωτικής Στάσης Θεσσαλονίκης», που στεγάζει τα γραφεία του Συλλόγου και μικρό εκθετήριο. Η Στρατιωτική Στάση αποτελεί σήμερα τον πρώτο υπαρκτό πυρήνα του Μουσείου. 3. Συμβολή στη διάσωση και την αποκατάσταση πολλών ατμαμαξών. 4. Διάσωση ποικίλου «μικρού» και κινητού υλικού. 5. Διάσωση και αποκατάσταση τεσσάρων χειροκίνητων δραιζινών. 6. Δημιουργία του σιδηροδρομικού εκθετηρίου στο Τεχνικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. 7. Πολλές επετειακές εκδόσεις, εκδόσεις ημερολογίων και καρτών με καλλιτεχνικό-συλλεκτικό χαρακτήρα. Σε όλες τις παραπάνω δραστηριότητες, ο Σύλλογος Φίλων του Σιδηροδρόμου ήταν ο παράγοντας που ενεργοποίησε και καθοδήγησε τους εμπλεκόμενους φορείς, ενώ μέλη του εργάστηκαν σε ποσοστό μέχρι και

Η αποκατεστημένη ατμάμαξα Λβ 962.


100% του συνολικού κάθε φορά έργου και. τέλος, σε πολλές περιπτώσεις, χρηματοδότησε σχετικές δαπάνες ή συνέβαλε στην ανεύρεση πόρων. Η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία του Συλλόγου είναι η αφύπνιση και η ενεργοποίηση του ΟΣΕ. των δήμων της μείζονος Θεσσαλονίκης και πολλών πόλεων της Βόρειας Ελλάδας, του Τεχνικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, του Υπουργείου Πολιτισμού, του Υπουργείου Μεταφορών και πολλών ιδιωτικών και κρατικών εταιριών που είναι πλέον ενεργοί αρωγοί και συμπαραστάτες σε όλες τις προσπάθειες του. Το υλικό που έχει ήδη συγκεντρωθεί και προρίζεται να αποτελέσει το κύριο εκθεσιακό υλικό του μουσείου είναι πλούσιο και πολυποίκιλο. Απαρτίζεται από: -διατηρητέα κτίρια. δεκαπέντε παλιές ατμάμαξες. -πολλά επιβατηγά και εμπορικά οχήμα τα διαφόρων τύπων και ηλικίας, - χειροκίνητα οχήματα υπηρεσίας (δραιζίνες). - σύγχρονα οχήματα και μονάδες έλξης (ντίζελ, αυτοκινητάμαξες). - ειδικά μηχανήματα κατασκευής και συντήρησης της γραμμής, - σταθερά συστήματα μεγάλων διατάσεων (γέφυρες, γερανοί, γερανογέφυρες κ.λπ.). - υλικό γραμμής (ράγια, αλλαγές κ.λπ.). - υλικό σηματοδότησης (σημαφόροι, σήματα), - υλικό εξυπηρέτησης (υδατόπυργοι, γερανοί ύδρευσης), - μικρό υλικό (φανοί, πλάκες ταυτότη-

τας οχημάτων και μηχανών, συσκευές εκδοτηρίων κ.λπ.), - φωτογραφικό υλικό. - κατασκευαστικά σχέδια, οδηγίες, κανονισμοί, παλαιό εκπαιδευτικό υλικό. - μοντέλα υπό κλίμακα οχημάτων και μηχανών έλξης. - μοντέλα υπό κλίμακα κτιρίων και κατασκευών πολιτικού μηχανικού (γέφυρες, τούνελ κ.λπ.), - διοράματα και μοντέλα για την επεξήγηση των τεχνικών κατασκευής διαφόρων έργων. - συστήματα τηλεπικοινωνιών (τηλέγραφοι, τηλέφωνα κ.λπ.). - συστήματα διοίκησης και ελέγχου και αυτοματισμοί. - εργαλεία και εργαλειομηχανές. - στολές, έντυπα, πινακίδες, - υλικό από τη ζωή και την εργασία του προσωπικού των σιδηροδρόμων. - ήχοι και κινούμενες εικόνες. - ηλεκτρικά μοντέλα τρένων (σε λειτουργία), - μικροί πραγματικοί συρμοί (ντεκοβίλ) ή και πραγματικοί συρμοί σε κλειστές ή περιορισμένες διαδρομές. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σιδηροδρομικού μουσείου, όπως: - ο μεγάλος όγκος και το μεγάλο βάρος των κύριων εκθεμάτων. - η μεγάλη ποικιλία εκθεμάτων (κατασκευές, οχήματα, μικρό υλικό, αρχειακό υλικό κ.λπ.), - τα κτίρια που στεγάζουν το μουσείο και είναι και τα ίδια «εκθέματα». - η απαίτηση για στεγασμένο και υπαί-

θριο χώρο μεγάλων διαστάσεων ή η δημιουργία εξ ολοκλήρου υπαίθριου μουσείου (Καλαμάτα), - η βαριά τεχνική υποστήριξη για τη συντήρηση των εκθεμάτων. - η εξειδικευμένη και υψηλής τεχνολογίας υποστήριξη για τη λειτουργία των σύγχρονων αυτοματισμών και κινούμενων μοντέλων. - η εξάρτηση από τον ΟΣΕ που είναι ιδιοκτήτης του τροχαίου υλικού και των κτιρίων. - η εξάρτηση από περισσότερα του ενός υπουργεία: Υπουργείο Μεταφορών. Υπουργείο Πολιτισμού. Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Υπουργείο Ανάπτυξης. Υπουργείο Παιδείας, - το αρχειακό υλικό που βρίσκεται στα χέρια «συλλεκτών» που επιζητούν ακραία εκμετάλλευση του. αποτελούν ισάριθμα προβλήματα που επιβραδύνουν και παρεμποδίζουν προσωρινά την επίτευξη του στόχου της δημιουργίας του Μουσείου. Υστέρα από τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι το σιδηροδρομικό μουσείο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα μεγάλο έργο και όχι ως μια τοπική προσπάθεια περιορισμένης εμβέλειας κάποιων «ερασιτεχνών». Θα πρέπει να αποτελέσει τελικά έναν σοβαρό και ανεξάρτητο φορέα, που με τη σωστή αρχική οργάνωση και τις απαραίτητες επενδύσεις θα μπορέσει στη συνέχεια να αυτοσυντηρηθεί και να αναπτυχθεί. παρέχοντας στην κοινωνία όλα τα οφέλη που προαναφέρθηκαν. ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ

ΕΝΑ ΜΟΥΣΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΑΠΩΝΟΠΟΙΙΑΣ ΣΤΗ ΛΕΣΒΟ Στο Πλωμάρι της Λέσβου, μια παραθαλάσσια κωμόπολη που δημιουργήθηκε μετά το 1840 για να αξιοποιήσει τις δυνατότητες ανάπτυξης που πρόσφερε η θάλασσα, εγκαινιάστηκε τον Αύγουστο του 2000 το Μουσείο Σαπωνοποιίας, στο παλαιό τριώροφο σαπουνάδικο του Ιωάννη Πούλια. Το κτίριο, που βρίσκεται σήμερα σε κεντρικό σημείο του οικισμού, δίπλα στο χείμαρρο Σεδούντα. υπήρξε ένα από τα πρώτα βιομηχανικά κτίρια που αποκαταστάθηκαν στη Λέσβο, με φροντίδα της Νομαρχίας και με χρηματοδότηση από τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, και στη συνέχεια αποδόθηκαν στους δήμους και τις κοινότητες και μετατράπηκαν σε Κέντρα Πολλαπλών Χρήσεων, για να φιλοξενούν πολιτιστικές και συνεδριακές δράσεις του δήμου Πλωμαρίου. Το Μουσείο Σαπωνοποιίας. που στεγάζεται σε μέρος του ισογείου και του πρώτου ορόφου του σαπωνοποιείου Ι. Πούλια, προσφέρει ένα πανόραμα πληροφοριών για την παράδοση της σαπωνοποιίας στη Λέσβο, από την ύστερη οθωμανική περίοδο ως τον Μεσοπόλεμο. Τεκμηριώνει τον τρόπο παραγωγής του σαπουνιού, με τη μέθοδο του ψησίματος Τής σαπωνόμαζας σε μεγάλα καζάνια. Τα σα-

πουνοκάζανα βρίσκονται in situ, καθώς και όλα τα εργαλεία και τα μηχανήματα που χρησίμευαν στο ψήσιμο, το στρώσιμο, το κόψιμο, το σφράγισμα και τη συσκευασία του σαπουνιού. Σε καλά οργανωμένες προθήκες υπάρχουν σφραγίδες και ετικέτες των σημαντικότερων εργοστασίων του Πλωμαρίου καθώς και μια σειρά ξύλινων σφραγίδων της οθωμανικής περιόδου. Δείγματα σαπουνιών της εποχής, κοινού και αρωματικού τύπου, εκτίθενται στο χώρο του ισογείου, στον οποίο υπάρχει και το χτιστό πηγάδι για την άντληση του νερού κατά τη διαδικασία της σαπωνοποίησης. Αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το σύνολο του κτιρίου, γιατί αποτελεί μοναδικό σωζόμενο δείγμα των μεγάλων τριώροφων σαπωνοποιείων που κατέκλυσαν τη Λέσβο στο γύρισμα του αιώνα, με σκοπό τη μαζική παραγωγή σαπουνιού για τις μικρασιατικές και μαυροθαλασσίτικες αγορές. Η παραγωγική αυτή δραστηριότητα υπέστη σοβαρά πλήγματα μετά το 1912. με την ένωση της Λέσβου με το νέο ελληνικό κράτος και με το κλείσιμο των μικρασιατικών αγορών μετά το 1922.

Τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά είναι ευδιάκριτα: τα μεγάλα ανοίγματα στον δεύτερο και τρίτο όροφο του κτιρίου που χρησίμευε ως ξηραντήριο. το ξύλινο δάπεδο του ίδιου χώρου και η ξύλινη δίκλινης στέγη από αδραμυττινή ξυλεία. Τα κτίρια αυτά. που ομόλογα τους βρίσκονται στο Πέραμα και τη Σκάλα Πολυχνίτου. εντυπωσιάζουν με τον όγκο τους. Έχουν μήκος 28-30 μ. και πλάτος ΙΟ-Ι2 μ. Στην αίθουσα του ξηραντηρίου του τρίτου ορόφου, που έχει μετατραπεί σήμερα σε αίθουσα συνεδρίων, διακρίνονται σε μέρος του τοίχου τα ξύλινα ζευκτά σε σχήμα χι. που προέρχονται από την παλαιά τοιχοποιία, τον «τσατμα». Επρόκειτο για μεικτή κατασκευή από ξύλο. πέτρα και κονίαμα, που περιείχε θραύσματα κεραμιδιών όπου προσέθεταν άχυρο ή τρίχες αιγοπροβάτων. Στον πρώτο όροφο του κτιρίου βρίσκονται οι απολήξεις από τις χοάνες των καζανιών. Τα εκθέματα προέρχονται από συμπληρωματικές προς τη βιομηχανία δραστηριότητες, την ιστιοφόρα ναυτιλία, που επέτρεπε τη διάθεση της μαζικής παραγωγής του σαπουνιού. Πληροφοριακό υλικό προέρχεται από το αρχείο του σαπωνοποιείου και αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και


τον τρόπο ζωής της οικογένειας Πούλια. Τα εκθέματα αποτελούν προσωπικές δωρεές των οικογενειών Παπουτσάνη, Αλεπουδελλη, Κίμωνα Μιχαλέλλη, Αλκαίου και Φρίξου Μεταξά. Χ. Βουλαλά κ.ά. Οι περισσότερες από αυτές είναι φορείς μακράς παράδοσης στη σαπωνοποιία και συνδέθηκαν με τις ομώνυμες επιχειρήσεις στη Μυτιλήνη, την Κρήτη και τον Πειραιά. Το μουσείο πρόκει-

ται να συμπληρωθεί και με οπτικοακουστικά ντοκουμέντα που μεταφέρουν με ζωντανό τρόπο τις προφορικές μαρτυρίες για ένα επάγγελμα που είχε περισσότερο το χαρακτήρα και την τέχνη της μυστικής συνταγής παρά μιας τυποποιημένης βιομηχανικής δραστηριότητας. Φορέας υλοποίησης του έργου ήταν η αστική μη κερδοσκοπική εταιρία «Αρχιπέλα-

γος». Την ιστορική επιμέλεια είχε η γράφουσα, ερευνήτρια του ΚΝΕ ΕΙΕ. που είναι και η συγγραφέας του λευκώματος Άρωμα σαπουνιού, ετικέτες, σφραγίδες και κασετίνες σαπουνιών από σαπωνοποιεία της Λέσβου 1890-1950. Αθήνα 2000 (σελ. 80). ΕΥΡΙΔΙΚΗ ΣΙΦΝΑΙΟΥ

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΤΙ ΕΤΒΑ «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ, 15ος-20ός αι.» ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ Τα ελληνικά βιβλία κατά τους αιώνες της ξένης κυριαρχίας τυπώθηκαν κυρίως σε ευρωπαϊκές πόλεις, σε τυπογραφεία ξένης ή ελληνικής ιδιοκτησίας, και η τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε είναι εκείνη της χώρας όπου κάθε τυπογραφείο είχε την έδρα του. Η τεχνολογία αυτή αναζητείται με το συνδυασμό των γνώσεων για την τεχνολογία κάθε χωράς και της τεχνολογίας που απαιτήθηκε για την έκδοση των συγκεκριμένων ελληνικών βιβλίων, όπως το μαρτυρούν αυτά τα ίδια. αλλά και άλλες πληροφορίες των ιστορικών πηγών. Η ιστορία της τεχνολογίας της ελληνικής τυπογραφίας είναι αναγκαστικά ιστορία της ξένης τεχνολογίας, άλλα μόνο εκείνης που χρησιμοποιήθηκε από τους τυπογράφους των ελληνικών βιβλίων και μάλιστα χρονολογημένης, ώστε να διαπιστώνονται οι χρονικές αποκλίσεις στη χρησιμοποίηση της. Για τα τυπογραφεία που ιδρύθηκαν ως το 1821 στον ελληνικό χώρο χρειάζεται ιδιαίτερη ερευνητική προσπάθεια, αφού δεν είναι πάντα γνωστή η χώρα προέλευσης της τεχνολογίας, ενώ η δραστηριότητα των τυπογραφείων είναι βραχύβια και η παραγωγή μικρή. Ο στοιχειώδης εξοπλισμός και η απόσταση από τα κέντρα παραγωγής της τεχνολογίας μάς οδηγούν στην αναζήτηση της υψηλής τεχνογνωσίας, που πρέπει να αποκτήθηκε με όξυνση της ευρηματικότητας των τυπογράφων, ώστε να βρίσκονται λύσεις στα προβλήματα λειτουργίας των τυπογραφείων. Το ερευνητικό πεδίο είναι πιο βατό όσον αφορά την τεχνολογία της τυπογραφίας στο ελληνικό κράτος από το 1821 και ύστερα. Ο όγκος και η ποιότητα των πληροφοριών που δίνουν οι ιστορικές πηγές επιτρέπουν ακριβέστερες προσεγγίσεις, οι απεικονίσεις της τεχνολογίας υπάρχουν και η βιβλιογραφία επιτρέπει την καλύτερη διερεύνηση της τυπογραφικής τεχνολογίας στις χώρες προέλευσης. Ο χρόνος εισαγωγής της στην Ελλάδα μπορεί να προσδιοριστεί ευκολότερα, ενώ η σύνδεση της υπάρχουσας τεχνολογίας με τα παραγόμενα τυπογραφικά αποτελέσματα αποδεικνύει ότι στην εισαγωγή της νέας τεχνολογίας παρατηρείται σπουδή. Πολλές φορές η διαθέσιμη τεχνολογία χρησιμοποιείται με διάφορες επινοήσεις των έμπειρων τεχνιτών, με αποτελέσματα τεχνικά και αι-

σθητικά ανώτερα των προδιαγραφών της υπάρχουσας τεχνολογίας. Καλό παράδειγμα είναι οι διαδοχικές προσπάθειες για την εκτύπωση χρωμάτων από τα τέλη του 19ου αιώνα και η άμεση παρακολούθηση των διαδοχικών κατακτήσεων στον τομέα αυτόν από την ελληνική τυπογραφία ως τις μέρες μας. Η ιστορία της τεχνολογίας της ελληνικής τυπογραφίας, καλείται να ερευνήσει και να αναδείξει τις προσπάθειες των τυπογράφων για συνεχή εκσυγχρονισμό, με την εισαγωγή νέας τεχνολογίας, για τη μείωση του κόστους παραγωγής του βιβλίου, αφού η αγορά του ήταν μικρή, με το άπλωμα των επιχειρήσεων στους συναφείς κλάδους, όπως η χύτευση στοιχείων και η καθετοποίηση της παραγωγής και της εμπορίας του βιβλίου. Ορισμοί και συντεταγμένες: το βιβλίο, η τυπογραφία και η τεχνολογία Η εφεύρεση και η ευρύτερη χρήση της τυπογραφίας και οι αλλαγές στους τρόπους απογραφής, μεταβίβασης και διάδοσης της

γνώσης. Η πορεία από το χειρόγραφο στο έντυπο και η συνύπαρξη τους. Τα έντυπα βιβλία, τα μονόφυλλα, τα φυλλάδια, οι εικόνες, τα περιοδικά και οι εφημερίδες, τελικά προϊόντα της τυπογραφίας, ανταποκρίνονται στις ανάγκες των κοινωνιών στην ιστορική τους πορεία. Οι πνευματικές κατακτήσεις και η αύξηση της συγγραφής βιβλίων, ρυθμιστές των επιπέδων παραγωγής εντύπων και της εξέλιξης της μορφής τους. Αντίστοιχες αναβαθμίσεις της τυπογραφικής τεχνολογίας και τεχνογνωσίας. Τις αέναες αυτές αλληλεπιδράσεις παρουσιάζει η Ιστορία της Τεχνολογίας της Ελληνικής Τυπογραφίας και αναδεικνύει το Μουσείο της. Θεματικοί άξονες του προγράμματος 1. Χάραξη και χύτευση ελληνικών στοιχείων και κοσμημάτων. Χαράκτες, γραμματοσειρές, χυτήρια, λινοτυπία, μονοτυπία. Οι ανάγκες των ανθρώπων της Αναγέννησης, άλλα και των μεταγενέστερων εποχών, για τυπωμένα αρχαία ελληνικά κείμενα, εξασφάλισαν χάραξη και χύτευση ελληνικών στοιχείων σε όλο τον κόσμο και σε όλες τις εποχές. 2. Στοιχειοθεσία και σελιδοποίηση. Χειροστοιχειοθεσία. λινοτυπία, μονοτυπία. 3. Ξυλογραφία, χαλκογραφία, λιθογραφία, χρωμολιθογραφία. τσιγκογραφία. 4. Εκτυπωτικές μηχανές. - Ξύλινα πιεστήρια, ξύλινα με μεταλλικά εξαρτήματα, μεταλλικά πιεστήρια. - Χειροκίνητα, ατμοκίνητα, ηλεκτροκίνητα πιεστήρια. - Επίπεδα, κάθετα, κυλινδρικά πιεστήρια. Η ελληνική τυπογραφία κατά χώρες άσκησης και προέλευσης της τεχνολογίας Ιταλία ( 15ος-19ος αι.). - Γερμανόφωνος χώρος (18ος-19οςαι.) -Γαλλία (16ος-19ος αι.). - Αγγλία-Αμερική (τέλη 18ου-20ός αι.). Ελληνικά τυπογραφεία στην Ανατολή (1627-1821) Η τυπογραφία στο ελληνικό κράτος (1821-2000)

Το πρώτο πιεστήριο του Εθνικού Τυπογραφείου.

Το ερευνητικό πρόγραμμα του ΠΤΙ ΕΤΒΑ ξεκίνησε το 2000 με συντονιστή τον Τριαντάφυλλο Ε. Σκλαβενίτη, ιστορικό, διευθυντή Ερευνών στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευ-


νων του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και στο τέλος του 2000 παραδόθηκαν οι δύο πρώτες συμβολές: Χριστίνα Μπάνου. Σχεδιασμός, χάραξη και χρήση τυπογραφικών στοιχείων στα ελληνικά αρχέτυπα και τα παλαίτυπα του 16ου αιώνα. Τυπογραφικές μηχανές και Δημήτρης Παυλόπουλος. Η λιθογραφία στην

Ελλάδα(19ος-20ός αιώνας). Τεχνολογία, τεχνογνωσία, εγκαταστάσεις. Το 2001 ανατέθηκαν επτά συμβολές και ο σχεδιασμός προβλέπει την ολοκλήρωση του προγράμματος το 2002. Τ. Ε. ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ

ΓΡΑΠΤΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΠΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΥΔΡΟΚΙΝΗΤΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ «Η ανίχνευση του χώρου μπορεί να αποτελέσει μια ασφαλή εισαγωγή του ερευνητή 1 σε μια κοινωνία » και από τη μελέτη των προβιομηχανικών υδροκίνητων εγκατάσεων μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για το είδος των τοπικών παραγωγικών δραστηριοτήτων και την τοπική οικονομία. Μέσα από τη μελέτη της προεπαναστατικής Αρκαδίας (1458-1821), κυρίως της περιφέρειας της Τριπολιτσάς. μας δόθηκε η ευκαιρία να σταχυολογήσουμε πληροφορίες που διευκολύνουν την επισήμανση, την καταγραφή και τη χρονολόγηση των μνημείων της προεπαναστατικής εποχής και να σχηματίσουμε πληρέστερη άποψη για τις εφαρμογές της υδροκίνησης στον τομέα της μεταποίησης (μύλοι, μαντάνια. νεροτριβές. ελαιοτριβεία) και την κατασκευή υδραυλικών έργων στον αρκαδικό χώρο (υδραγωγεία). Έναυσμα για τη συγγραφή της εργασίας αυτής αποτέλεσε η ερευνητική δραστηριότητα του Στέφανου Νομικού για την καταγραφή των υδροκίνητων εγκαταστάσεων στην Αρκαδία (405 νερόμυλοι σε σύνολο 500 περίπου υδροκί2 νητων εγκαταστάσεων ). Με την επισήμανση των γραπτών μαρτυριών καθίσταται ευκολότερος ο εντοπισμός των περιοχών που διαθέτουν μύλους και νεροτριβές και ευχερέστερη η χρονολόγηση τους. Διαπιστώνεται επίσης μια αύξηση τέτοιων εγκαταστάσεων καθώς πλησιάζουμε στα χρόνια της Επανάστασης. Τα τεκμήρια αυτά. εξαιτίας της έλλειψης εκδεδομένων οθωμανικών πηγών, είναι: το Βενετικό Κτηματολόγιο (συντάχθηκε το 1699 και περιλαμβάνει την περιοχή Μαντινείας και 3 Ορχομενού ) . η απογραφή του Ρήγα 4 Παλαμήδη (1828) για την περιουσία των μωαμεθανών και των χριστιανών της περιφέρειας της Τριπολιτσάς τις παραμονές του 1821. οι απογραφές της εκκλησιαστικής περιουσίας (1696-1700. 5 1829) . το εκδεδομένο αρχειακό υλικό διαφόρων μοναστηριών και η προσωπική επιτόπια έρευνα. Κυριότεροι μυλότοποι Δυρράχι. Σε μια ρεματιά με πλούσια βλάστηση που προσφέρει τις απαιτούμενες κλιθείς, υπάρχουν επτά νερόμυλοι, σε σχετικά κοντινή απόσταση μεταξύ τους, οι οποίοι λειτουργούσαν με το νερό που έπαιρνε ο κάθε μύλος από την έξοδο του προηγούμενου. Ο Χαμηλότερος σε αυτή τη ρεματιά και πλησιέστερος προς το χωριό του Δυρραχίου είναι ο μύλος των αδελφών Πελεκάση, η κα-

τοχή του οποίου χρονολογείται από το 1679 (έτος Εγίρας 1090). σύμφωνα με το χοτζετι. επικυρωτικό έγγραφο κυριότητας που διαθέτει ακόμη η ίδια οικογένεια. Αυτός ο μύλος αποτέλεσε το 1679 αντικείμενο αγοραπωλησίας και μπορούμε επομένως να θέσουμε ένα terminus ante quern της κατασκευής του. Σήμερα, μόνον αυτός ο μύλος παραμένει ακόμη σε λειτουργία. Πρόκειται για μια σπάνια περίπτωση διαρκούς άσκησης του επαγγέλματος του μυλωνά από την ίδια οικογένεια και καταδεικνύεται ότι το επάγγελμα αυτό ήταν προσοδοφόρο, αλλά απαιτούσε δεξιότητα και τέχνη που μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά στην οικογένεια. Τσακωνιά. Ο βενετός καταστιχωτής Marin Michiel αναφέρει ( 1691 ) ότι η περιοχή αυτή είχε μεγάλο αριθμό νερόμυλων: «abbondante d'acqua che servono al lavoro di molti molini». Στην περιοχή του Μάριου, σύμφωνα με την εκκλησιαστική απογραφή (1696-1700). οι πλησιόχωρες μονές κατείχαν μεγάλο αριθμό μύλων. Βούρβουρα. Στη διαδρομή του ποταμού Σαρανταπόταμου (Αλφειός) από τα Κούτρουφα προς τα Βούρβουρα υπάρχει μεγάλος αριθμός νερόμυλων. Η ύπαρξη τους τεκμαίρεται και από την απογραφή του Ρ. Παλαμήδη ( 1828). καθώς καταγράφονται πέντε νερόμυλοι και μία νεροτριβή. Βλαχοκερασιά. Οι μύλοι της Βλαχοκερασιάς εξυπηρετούσαν και τις ανάγκες των κατοίκων της Τεγέας. Σύμφωνα με την απογραφή του Ρ. Παλαμήδη καταγράφονται εννέα νεροτριβές και δεκατέσσερις μύλοι. Παλλάντιο. Η απογραφή του Ρήγα Παλαμήδη αναφέρει ότι στην περιοχή του Παλλαντίου το 1828 υπήρχαν, στο χωριό Μπερμπάτι (Εύανδρος), δύο ερειπωμένοι μύλοι τουρκικής ιδιοκτησίας στη θέση Αγία Παρασκευή (η ακρόπολη του αρχαίου Παλλαντίου)" στην ίδια θέση έως πρόσφατα λειτουργούσε ο μύλος του Πέτρινου. Στο πλησιοχωρο Θάνα. στο οποίο ο Ρήγας Παλαμήδης δεν καταγράφει κάποιο μύλο το 1828. λειτούργησε μετεπαναστατικά και έως τον τελευταίο πόλεμο ο ανεμόμυλος του Δάλμαρη. Αχλαδόκαμπος - Μουχλί. Η ύπαρξη μύλων στην περιοχή Μουχλί-Αχλαδόκαμπος ανάγεται στην υστεροβυζαντινή περίοδο όταν το κάστρο του Μουχλιού αποτελούσε σημαντικό αστικό κέντρο της Πελοποννήσου. Για μύλους στην περιοχή κάνουν λόγο οι περιηγητές Benjamin Brue και Κωνσταντί6 νος Διοικητής το 1715 . Οι μύλοι αυτοί εξυ-

πηρετούσαν τις ανάγκες της ευρύτερης περιοχής και, όπως προκύπτει από την απογραφή του 1828, ήταν ιδιοκτησία των κατοίκων του χωριού Αγιωργίτικα και της μονής Βαρσών. Στο πλησιόχωρο Στενό το 1828 απογράφονται δυο μύλοι. Πρόκειται προφανώς για τους δύο ανεμόμυλους τα ερείπια των οποίων σώζονται και ίσως είναι οι μοναδικοί ανεμόμυλοι που λειτουργούσαν προεπαναστατικά στο οροπέδιο της Τρίπολης. Δολιανά. Το ρέμα του Δολιανίτη κινούσε αρκετούς μύλους. Το 1828 υπήρχαν οκτώ νερόμυλοι, στους οποίους ενδεχομένως να συμπεριλαμβάνονταν οι τρεις μύλοι που έως πρόσφατα λειτουργούσαν στη θέση «στο χάνι του Κούβλη» με το νερό που έπαιρνε ο κά7 θε μύλος από την έξοδο του προηγούμενου . Φάλανθος. Στα χωριά του Φαλάνθου (Σιλίμνα. Δαβιά. Πιάνα) εντοπίζονται πολλοί μύλοι που κινούνται από τα νερά του ποταμού Ελισσώνα (Μπαρμπουτσάνα). οι οποίοι έως πρόσφατα εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κατοίκων του οροπεδίου της Τρίπολης. Ο Ιμπραήμ στη διάρκεια της Επανάστασης θεωρούσε ζωτικής σημασίας τον έλεγχο των μύλων της περιοχής, προκειμένου να εξασφαλίσει την τροφοδοσία του στρατού του. και η πρώτη στρατιωτική του ενέργεια, όταν εγκαταστάθηκε στην Τριπολιτσά, ήταν να επιτεθεί στα Τρίκορφα (Ιούνιος 1825) . Οι μύλοι του παλαιοτέρου προεπαναστατικού υδραγωγείου της Τριπολιτσάς. Συχνά υπάρχουν μύλοι στην πορεία των υδραγωγείων. Από τον υδραγωγό του παλαιότερου υδραγωγείου της Τρίπολης, της « Μάνας του Νερού», λειτουργούσαν τρεις μύλοι. Σώζεται ο μύλος κάτω από το ταμπούρι που αναφέρει ο Φωτάκος. ο λεγόμενος «μύλος του βράχου ή ακριανός μύλος». Συνολικά λειτουργούσαν, έως τα τέλη του 19ου αιώνα, τρεις νερόμυλοι, ο ένας από τους οποίους πολύ κοντά στη σημερινή δεξαμενή, μέσα στο τείχος 9 της πόλης . Η λειτουργία των τριών μύλων είναι βεβαιωμένη από το τέλος της Τουρκοκρατίας, καθώς άνηκαν στο τζαμί της « Ώρας» και αργότερα ( 1823) στο Αλληλοδιδακτικό Σχο10 λείο Τριπολιτσάς . Στο τοπογραφικό σκαρίφημα της Τριπολιτσας που έφτιαξε ο Barbie de Bocage (αρχές του 1800). κατ' εντολήν του Ε Pouqueville. αποτυπώνονται τέσσερις μύλοι, οι δύο μέσα στο κάστρο (βόρεια πλευρά, κοντά στη Μεγάλη Ντάπια, στο ύψος των σημερινών οδών Χρονά και Τρικόρφων. σημείο εισόδου του παλαιού υδραγωγείου στην πόλη) και οι δύο έξω από το κάστρο, αν και οι πηγές με σαφήνεια αναφέρουν συνολικά τρεις νερόμυλους. Ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματα του αναφέρει ότι στην προεπαναστατική Τριπολιτσά «κάθε σπίτι [...] είχε δύο. τρεις χειρόμυλους. διά να αλέθουν, υπήρχαν δε και αλογομυλοι». Ο Ρήγας Παλαμήδης το 1828 καταγράφει στην Τριπολιτσά μόνον έναν αλογόμυλο που λειτουργούσε και αργότερα (1868). Τα προεπαναστατικά υδραγωγεία της Τριπολιτσάς. Τα αξιόλογα αυτά κτίσματα αποτελούν το παλαιότερο υδραγωγείο της «Μάνας του Νερού» με δίτοξη υδατογέφυρα και το μεταγενέστερης κατασκευής «των Κήπων του Βαλτετσίου» με τρίτοξη υδατο-


γέφυρα. Σώζεται μεγάλο μέρος των υδραγωγών και των δύο υδραγωγείων, χωρίς όμως κάποια επιγραφή που να βοηθάει στη χρονολόγηση τους. Οι υδραγωγοί είναι υπέργειοι, λιθόκτιστοι, σκεπαστοί και η αύλακα εσωτερικά επενδεδυμένη με κουρασάνι. Για οποιοδήποτε σημαντικό αστικό κέντρο η ύπαρξη υδραγωγείου θεωρείται sine qua non. και η Τρυπίτσα ήταν ένα ακμάζον πόλισμα. ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα. Η μαρτυρία του περιηγητή Evliya Celebi ( 1668) για την ύπαρξη λουτρού και τζαμιού (χορηγία του Ιμπραήμ 1656-7, ίσως το μετέπειτα της «Ώρας») με υδατοδεξαμενη-κρήνη βοηθούν στην ασφαλή χρονολόγηση, τουλάχιστον, του ενός υδραγωγείου". Το 1715 ο Κωνσταντίνος Διοικητής περιγράφει τη μεταφορά του νερού με σωλήνες που συλλέγεται στις πέτρινες βρύσες της πόλης, αλλά δεν διασαφηνίζει τον αριθμό των υδραγωγείων' . Σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα Αργύρη Πετρονώτη. το υδραγωγείο «των Κήπων του Βαλτετσίου» είναι πιθανότατα έργο της όψιμης Βενετοκρατίας και ιταλών μηχανικών (λίγο πριν από το 1715). Το συμπέρασμα προκύπτει από την υψηλών προδιαγραφών κατασκευή της τρίτοξης υδατογέφυρας. Το τοπογραφικό σκαρίφημα του Barbie de Bocage απεικονίζει την πορεία των δύο υδραγωγείων που διέρχονται την πόλη από διαφορετικά σημεία εισόδου' στην πορεία του ενός υδραγωγείου κοντά στο τείχος, ο Βελή πάσας είχε οικοδομήσει το κιόσκι του με αξιόλογα υδραυλικά έργα'. Ακολουθήσαμε με τον Αργύρη Πετρονώτη. τον Παναγιώτη Βέμο και τον Σπύρο Καλδή την πορεία των δύο υδραγωγών, όμως δεν φαίνεται να υπάρχει ένωση τους. μολονότι οι μηχανικοί του Καποδίστρια κάνουν λόγο για ένωση των δύο υδραγωγείων'. Την επισκευή των υδραγωγείων αυτών το 1830 δεν ανέλαβαν ηπειρώτες μαστόροι, αλλά καρπάθιοι' . Αργότερα, στον ύστερο 19ο αιώνα, στη θέση «Σμιγμένα Νερά» κατασκευάστηκε κτίριο που χρησίμευε ως διυλιστήριο, μόνο για το παλιό υδραγωγείο . Μύλοι που καταγράφονται στο βενετικό κτηματολόγιο της Τριπολιτσάς ( 1699). Σε αυτό καταγράφονται αναλυτικά οι πλουτοπαραγωγικές πηγές και τα κτίσματα κάθε οικισμού. Οι αναφορές για υδροκίνητες εγκαταστάσεις στους απογραφόμενους οικισμούς αποτελούν μια καλή ευκαιρία για να συγκρίνουμε τον αριθμό των ανάλογων εγκαταστάσεων που περιλαμβάνονται στην αξιόπιστη και λεπτομερή απογραφή που διενεργεί στην ίδια περιοχή το 1828 ο Ρήγας Παλαμήδης: Μπεζενίκο (Βλαχέρνα): 1 μύλος γκρεμισμένος, Χωτούσα: 1 μύλος γκρεμισμένος, Νούδημος: 1 καλός μύλος, 3 γκρεμισμένοι. Καμενίτσα: 2 γκρεμισμένοι, Πικέρνι: 1 γκρεμισμένος, Πουγκάκι: 1 γκρεμισμένος. Στο κτηματολόγιο περιλαμβάνονται και οι παρακάτω οικισμοί στους οποίους όμως δεν απογράφεται κάποιος μύλος ή νεροτριβή: Σάγκα. Κακούρι (Αρτεμίσιο), Σιμιαδες. Μικρό Μπεντένι (Σκοπή). Περθώρι. Μποντιά (Παλαιόπυργος), Αγάλι, Μεγάλο Μπεντένι (Διακόπι). Γκιούσι (Παναγίτσα). Πλέσσα. Ρούσι. Μύλοι και νεροτριβές που αναφέρονται στην απογραφή Ρήγα Παλαμήδη για την πε-

ριφέρεια της Τριπολιτσάς (1828). Οικισμοί που αναφέρονται και στο βενετικό κτηματολόγιο 1699: Καλπάκι: 1 μύλος, Νούδημος: 1 μύλος. Καμενίτσα: 1 μύλος (τουρκικής ιδιοκτησίας), Αγάλι: 1 μύλος (τουρκικής ιδιοκτησίας, ερείπιο προ πολλού), Μποντιά (Παλαιόπυργος): 1 μύλος (τουρκικής ιδιοκτησίας, ερείπιο προ πολλού). Πικέρνι: 3 μύλοι (το 1699 απογράφεται μόνον ένας μύλος" οι μύλοι της περιοχής λειτουργούσαν με τα νερά της πηγής των Μελιαστών στο Τριπήχι). Υπόλοιποι οικισμοί που δεν αναφέρονται στο βενετικό κτηματολόγιο του 1699: Σιλίμνα: 3 μύλοι (τουρκικής ιδιοκτησίας). Δαρα: 1 μύλος (τουρκικής ιδιοκτησίας), Κανδήλα: 4 μύλοι, 1 νεροτριβή (όχι σε λειτουργία), Αγιωργίτικα: 3 μύλοι (ερειπωμένοι στο Παλιόμουχλι), Αλεποχώρι: 1 μύλος, Καπαρέλι (Μανθυρέα): 1 μύλος (χριστιανικής ιδιοκτησίας), 1 μύλος (ερείπιο, τουρκικής ιδιοκτησίας), Μπερμπάτι (Εύανδρος): 2 μύλοι (τουρκικοί, ερείπια), Βούρβουρα: 5 μύλοι, 1 νεροτριβή, Βλαχοκερασιά: 9 νεροτριβές (2 τουρκικές). 14 μύλοι (6 'h μερίδια τουρκικά). Περιφέρεια Αγιου Πέτρου. Μονή Βαρσων: 2 μύλοι (στην περιοχή Αχλαδόκαμπου). Στενό: 2 μύλοι (πιθανότατα ανεμόμυλοι). Αχλαδόκαμπος: 1 μύλος, Πλάτανος : 5 νεροτριβές, 4 μύλοι, Δολιανά: 8 μύλοι, Καστρί: 15 μύλοι. Αγιος Πέτρος: 5 μύλοι. Αγιος Ιωάν νης: 4 μύλοι. Η φορολόγηση των υδροκίνητων εγκαταστάσεων Η φορολόγηση από την οθωμανική διοίκηση Οι οθωμανικοί φοροτεχνικοί κώδικες (κανουνναμέδες) ρυθμίζουν τον τρόπο φορολόγησης και των υδροκίνητων παραγωγικών εγκαταστάσεων. Σε αυτά τα κείμενα καταγράφονται τοπικές κανονικότητες και εξάγονται συμπεράσματα για τα είδη των αγροτικών εγκαταστάσεων. Στον φοροτεχνικό κώδικα που εκδίδει για την Πελοπόννησο στα μέσα του 16ου αιώνα ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ορίζεται να πληρώνουν 60 άσπρα οι μύλοι που λειτουργούν όλη τη χρονιά και 30 άσπρα αυτοί που λειτουργούν 6 μήνες. Στον ίδιο κώδικα καθορίζεται επίσης ο ετήσιος φόρος των ριζόμυλων (30 άσπρα), των γναφείων ( 15 άσπρα), των ελαιοτριβείων (20 άσπρα), των κεραμοποιείων (30 άσπρα), των μηχανών αποπήνισης του μεταξιού (30 άσπρα), των πιεστηρίων λινών υφασμάτων (15 άσπρα) και των υδροκίνητων εκκοκκιστηρίων βάμβακος ( 10 άσπρα) ".Το ποσό του φόρου για τις εγκαταστάσεις αυτές, σύμφωνα με τον φοροτεχνικό κώδικα του 1716 για τον Μοριά, διπλασιάζεται: οι μύλοι που λειτουργούν όλο το χρόνο πληρώνουν 120 άσπρα, οι μύλοι με εξάμηνη λειτουργία 60 άσπρα και οι μύλοι με τρίμηνη λειτουργία 30 άσπρα, τα ελαιοτριβεία και οι μηχανές του μεταξιού πληρώνουν 50 άσπρα, τα ασβεστοκάμινο 60 άσπρα, τα κεραμοποιεία και τα αγγειοπλαστεία 30 άσπρα. Από τις αναφορές αυτές δεν μπορεί να προκύψει κάποιος, κατά προσέγγιση, συνολικός αριθμός των εγκαταστάσεων αυτών στον Μοριά. Πάντως, σε σχέση με τη βενετική διοίκηση του Μοριά ( 1685-1715) η οθωμανική διοίκηση φορολογεί λιγότερο αυτές τις εγκαταστάσεις, τις

οποίες και ταξινομεί ανάλογα με τη δυνατότητα της χρονικής τους λειτουργίας. Η φορολόγηση από τη βενετική διοίκηση (1685-1715) Το φοροτεχνικό σύστημα της βενετικής διοίκησης καθόριζε ένα συνολικό ετήσιο ποσό για όλες μαζί τις υδροκίνητες και μεταποιητικές εγκαταστάσεις, το οποίο εκμίσθωνε στον πλειοδότη, και δεν τις ταξινομούσε με κριτήριο τη δυνατότητα της χρονικής τους λειτουργίας' μελετώντας τα κατάστιχα εσόδων της δεκαετίας του 1700 το ποσό αυτό δεν ξεπερνούσε τα 2500 ρεάλια. Οι διαπραγματεύσεις του επίδοξου εκμισθωτή αυτών των εγκαταστάσεων το 1700 Ιωάννη Λαπήρη από την Καστάνιτσα διαφωτίζουν καλύτερα τον τρόπο φορολόγησης τους. Αρχικά προσφέρει": «τα μυληάτικα και νεροτριβαίς και μανκανηάτηκα του μεταξηού και λητρήβηα (...) να εμπορό να πέρνο από τους μηλους οπού είναι αφηταρισμένει ρηάλλια δίω τον κάθαι χρόνω και από ταις νεροτριβαίς ρηάλλια δίω τον κάθε χρόνω και από τους χαρησμένους μήλους και χρηστηανηκούς από ρηάλλια τρήα τον κάθαι χρόνω και από τα λητρούβια ταίσαρα ρηάλλια κάθε δίω χρόνους οπού βγάνουνε εληαίς ος καθός αποφάσισες (...) και ως το κάθε μανκάνει όπου βγάννει μετάξει δουκάτο ένα προς λήτραις ε ενέα-σολλδία δίω και βάλλο σε αυτά ρηάλλια χείλλια πεντακόσια πενήντα τον κάθε χρόνω», ενώ λίγο καιρό αργότερα καταθέτει νέα βελτιωμένη πρόταση (1670 ρεάλια μόνο για μύλους, νεροτριβές και μαγκάνια του μεταξιού) ': «τα μηληάτηκα και μαγγαννηάτηκα και νεροτρηβές ολονού του ρενήου του μορέος (...) όσι μήλη δεν ήνε αφηταρησμένη να πλερόνουνέ τον κάθε χρόνο από ρηάληα τρήα και η αφηταρησμένη να πληρόνουνε από ρηάληα δήο και η νεροτρηβές από ρηάληα δήο και τα μαγγάνηα από δουκάτο ένα (...) τον κάθε χρόνον ρηάληα χήληα εξακόσια εβδομήντα». ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΙΑΚΩΤΟΣ

1. Βασίλης Γ. Νιτσιάκος. Παραδοσιακές κοινωνικές δομές. εκδ. Οδυσσέας. Αθήνα 1991,37. 2. Στέφανος Νομικός, «Ερευνα εντοπισμού, καταγραφή και αξιολόγηση υδροκίνητων εγκαταστάσεων στο Νομό Αρκαδίας ». Τεχνολογία 9 ( 1999). 20-22. 3. Archivio di Stato di Venezia (ASV). Sindici Inquisitori in Levantem. φόκ. 81. φφ. 294r-379r. 4. Γενικό Αρχεία του Κρότους. Συλλογή Βλαχογιάννη. Πα (Περιφέρεια Τριπολιτσός) και Π β (Περιφέρεια Αγίου Πέτρου, Κυνουρία). Τα δεδομένα της απογραφής των χωρίων της Τριπολιτσός παρουσιάζονται συνοπτικό στο Τάσος Αθ. Γριτσοπουλος. Ιστορία της Τριπολιτσάς. Α . Αθήνα 1972, 379-389 και ο ίδιος. «Στατιστικοί ειδήσεις περί Πελοποννήσου» , Πελοποννησιακά8 {1971 ). 419-423 και 427-430 (τα απογραφικό στοιχεία της περιφέρειας του Αγίου Πέτρου). 5. Οι εκκλησιαστικές απογραφές δεν πρέπει να θεωρούνται ακριβείς. Για την απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας των αρκαδικών μονών την περίοδο 1696-1700. βλ. Κωνσταντίνος Ντόκος. «Η εν Πελοποννήσω εκκλησιαστική περιουσία κατά την Β Ενετοκρατίαν». Byzantinisch-Neugriechische Jahrbucher2\ (1972). 101-106. 112-114. 123-124


και στο ίδιο22 (1977-1984). 355-364 (πρόκειται για τις μονές Κυνουρίας και Τσακωνιάς). Την ίδια περίοδο τα τρία μεγάλα μοναστήρια της Δημητσάνας κατέχουν στην περιοχή του Λούσιου τέσσερις μύλους και τέσσερις νεροτριβές. βλ. Στάθης Τσοτσορος. Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715-1828), Αθήνα 1986, 72-74. Στην πρώτη οθωμανική απογραφή του Μοριά (1461) καταγράφονται στη Δημητσάνα έξι υδρόμυλοι, βλ. John Alexander, «φοροαπαλλαγές και διάδοση κατασκευής της μπαρούτης στην Πελοπόννησο τον 16ο αιώνα. Ο καζάς της Καρύταινας και η περίπτωση της Δημητσάνας», Πρακτικά Ε Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών. Δ ( 1996-97), 211. σημ. 50. Στην ανέκδοτη καταγραφή των μονών της Τριπολιτσάς ( 1700) δεν αναφέρεται κατοχή μύλων ή νεροτριβών. μολονότι η μονή Τσιπιανων κατείχε, ήδη το 1536, δύο μύλους και μια νεροτριβή. βλ. Ιωάννα Γιανναροπουλου. «Ο υπ' αριθμ. 1917 κώδιξ της Εθνικής Βιβλιοθήκης (μονής Τσιπιανων Αρκαδίας)». Πρακτικά Α Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών. Γ ( 1976-78). 283. Για τις απογραφές των αρκαδικών μονών κατά την καποδιστριακη περίοδο, βλ. Ελένη Μπελιά, «Στατιστικά στοιχεία περί των μοναστηριών Αρκαδίας κατά την καποδιστριακην περίοδον (1829)», Πρακτικά Α Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών. Τρίπολις 14-15 Δεκεμβρίου 1974. Αθήνα 1977, 129141, και η ίδια. «Μοναστηριακά Λακωνίας», ΛακωνικοίΣπουδαΠ (1972), 352-355. 6. Benjamin Brue, Journal de la campagne que le Grand Vesir Ali pacha a laite en 1715 pour la conquête de la Morèe. Paris 1870.37 και Chronique de Γ expedition des Turcs en Morèe 1715 attribue a Constantin Dioiketes et publiée par Nicolas lorga. Bucarest 1913. 183. 7. Μνεία για την εκχώρηση δύο νερόμυλων στα Δολιανά το 1699, βλ. Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Τμήμα χειρογράφων και ομοιότυπων, φακ. 3924. φ. 369. Σε αυτόν το μυλότοπο σώζεται μια οθωμανική κρήνη που διατηρεί το μικρό τυφλό αψίδωμά της και οθωμανική επιγραφή του 1759 (σύμφωνα με τον τουρκολόγο Ι.Χ. Αλεξανδρόπουλο), βλ. Αργύρης Πετρονώτης. «Ροοκρήνες Αρκαδίας», στο Τιμητικός τόμος στον καθηγητή Δ. Α. Φατουρο. Β . Θεσσαλονίκη 1999.295,315. 8. Η αναφορά του εφημερίου της Πιάνας αποτελεί την παλαιότερη γνωστή γραπτή μαρτυρία για υδροκίνητες εγκαταστάσεις στην περιοχή. Το ερειπωμένο μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Πιάνα κατείχε από παλιά, ίσως από τη βυζαντινή περίοδο, νερόμυλο και νεροτριβή: «η οποία ήτον παλλαιώθεν μοναστήρι και τόρα ερημομένη (...) είχεν και ένα μίλον εις του φράγκου το νερόν και νεροτριβή εκεί κοντά και οι δυό παλλαιώθεν δεν τους θυμάται τινάς φτιασμένους μόνο τους έχουν παράδοσιν παλλαιά». βλ. ASV. Archivio Grimani dai Servi, φάκ. 54, υποφάκ. 157, φ. 470' [20.4.1699]. Ο Γεώργιος Κανέλλος του Ιωάννου από την Πιάνα μας υπέδειξε στις πηγές του Ελισσώνα. νότια της Πιάνας. 3 νεροτριβές και 7 νερόμυλους στις θέσεις «Αλιάκας». «Γιοφύρι», «στου φράγκου το νερό», «στου Καλόγερου», «στο Μπετρέικο» και δύο μύλους «στου Κρεντηρα». Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το 1704 στη Δαβιά εκχωρούνται πέντε νερόμυλοι τουρκικής ιδιοκτησίας σε χριστιανούς, βλ. Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Τμήμα χειρογράφων και ομοιότυπων, φάκ. 3925. φφ. 301 '. 302'. Για κάθε στράτευμα δεν αρκούσε μόνον η επάρκεια σιτηρών, αλλά χρειάζονταν και τα μέσα άλεσης τους, προφανώς γιατί οι χειρομυλοι δεν ήταν τόσο αποδοτικοί. Στον πόλεμο του Μοριά το 1695 συλλαμβάνονται στην Καρύταινα Τούρκοι, οι οποίοι προσπαθούσαν να βρουν χειρόμυλους για να αλέσουν το σιτάρι «per procurer di trovar molini da mano per condur nell" essercito a macinar il formento», βλ. ASV. Proweditori da Terra e da Mar, filza 847. dispaccio 3 [6 Ιουνίου 1695]. 9. Τάσος Αθ. Γριτσοπουλος. Ιστορία της Τριπολιτσας. Β2. Αθήνα 1976, 399-400.

10. «Ενας μύλος ένδον του κάστρου, και δύο έξωθεν τούτου εθνικοί», βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, εκδ. της Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων. 16. Αθήνα 1999, 146-147. 11. Εβλιά Τσελεμπί. Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671). επιμ. Δημήτρης Λούπης. εκδ. Εκάτη, Αθήνα 1994.92 και Περί υδάτων. Το νερό στο Βυζάντιο, έκδ. Υπουργείο Πολιτισμού/Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, Αθήνα 2000, 70-71.76-77. 12. Chronique de l'expédition des Turcs en Morèe 1715 attribue à Constantin Dioiketes. ό.π.. 185: «Et l'eau qui vient ici, dans la ville, est amenée d'en haut, de la montagne, par des tuyaux, et elle descend dans des fontaines de pierre ». Σύμφωνα με τον Ε vliya Celebi το 1668 υπήρχαν στην Τριπολιτσά 14 βρύσες, βλ. Εβλιά Τσελεμπί. ό.π.. 92 και Θανάσης Π. Κωστάκης. «Ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο». Πελοποννησιακά 14 (1980-81). 279. Ο Ρήγας Παλαμήδης αναφέρει (1828) ότι προεπαναστατικά στην πόλη υπήρχαν 22 βρύσες. 13. Οι συνοδοί του Λόρδου Guilford αναφέρουν [19Ιουνίου 1810]: «and ten pipes on the other letting out water into basins, which is afterwards carried off by a straight canal», βλ. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαρακη. Τα ταξίδια του Λόρδου Guilford στην Ανατολική Μεσόγειο, εκδ. Ακαδημίας Αθηνών. Αθήνα 2000.112. 14. Το θέμα της ένωσης των δυο υδραγωγείων απαιτεί επιπλέον επιτόπια έρευνα. Για την ανοι-

κοδομηση του υδραγωγείου το 1830 και πληροφορίες για τη λειτουργία του κατά την Τουρκοκρατία, που διασώζουν οι μηχανικοί της καποδιστριακής περιόδου, βλ. Σπύρος Λουκατος. «Η ανοικοδόμηση των ερειπωμένων πόλεων στην ελεύθερη Ελλάδα επί Ιωάννου Καποδίστρια», στο Ετος Καποδίστρια. Διακόσια χρονιά από τη γέννηση του. έκδ. Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Αθήνα 1978, 203-204. 15. Για τη συμφωνία ανάληψης του έργου από τον πρωτομάστορα της Κάρπαθου, βλ. ΓΑΚ. Γενική Γραμματεία, φάκ. 252. έγγρ. 25 [23 Σεπτ. 1830]. πληροφορία καθ' υπόδειξη του Σπύρου Λουκάτου. τον οποίο και ευχαριστώ. Αυτό το έργο των καρπάθιων μαστόρων αποτελεί ταυτόχρονα και την πρώτη γνωστή μαρτυρία για την οικοδομική τους δραστηριότητα στην Αρκαδία. Για τα οικοδομικά εργαστήρια στην περιοχή, βλ. Χρήστος Γ. Κωνσταντινοπουλος. Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου. Ιστορική και λαογραφική μελέτη. Μέλισσα. Αθήνα 1983 και Αργύρης Πετρονωτης. «Τα τοπικά οικοδομικά εργαστήρια της νεοελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής στην Πελοπόννησο». Αρμολόι 10 (1980). 53-62. φημισμένοι κατασκευαστές υδραγωγείων ήταν οι κάτοικοι από περιοχές της Αλβανίας: «να γνωρίζωσιν εντελέστατα την ποσότητα και ποιότητα των υδάτων να μεταφέρωσιν το νερό λίαν ευστόχως από τόπου εις τόπον και να κατευθύνωσι τους οχετούς και υδραγωγούς των υδάτων εντελέστερον από κάθε επιστήμονα γεωμέτρην. Πάντες οι υδραγωγοί, οι περί την Κωνσταντινούπολιν εισίν εργόχειρα μόνον εδικά τους. τα οποία ότι εισί θαυμάσιου κατασκευής τις ο αμφιβάλλων:», βλ. Αθανασίου Κομνηνού Υψηλάντου. Εκκλησιαστικών και πολιτικών των εις δώδεκα, βιβλίον Η Θ και Ι ήτοι τα μετά την Αλωσιν (14531789). εκδ. αρχιμανδρίτη Γερμανού Αφθονίδου. Κωνσταντινούπολη 1870.776-777. 16. Τ. Αθ. Γριτσόπουλος. Β2. ο.π.. 530. Το κτίσμα αυτό χρονολογείται από τον Α. Πετρονώτη στο β μισό του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τους Σπύρο Καλδη και Παναγιώτη Βέμο. ύστερα από έντονες βροχοπτώσεις η πηγή του παλιού υδραγωγείου κατεβάζει θολό νερό και ίσως και για το λόγο αυτό να κατασκευάστηκε αυτό το κτίσμα-δεξαμενή. 17. Ευαγγελία Μπαλτά. «Οι κανουνναμέδες του Μοριά». /στωρ6(1993).44.Το 1 γρόσι (gurus) αντιστοιχούσε σε 80 άσπρα (akce) μετά τη νομισματική προσαρμογή του 1641, βλ. Σπύρος Ασδραχας. Οικονομία και νοοτροπίες. Ερμης. Αθήνα 1988, 146-161 . 18. ASV. Archivio Grimani dai Servi, φάκ. 19. φ. 686 [16 Μαίου 1700παλ. ημερ.]. Από το συνολικό ποσό φορολογίας και από το ποσό που καθορίζεται για την καθεμιά εγκατάσταση μπορεί να εξαχθεί, έστω και αυθαίρετα, ένας πρόχειρος αριθμός των εγκαταστάσεων αυτών στις αρχές του 18ου αι. στην Πελοπόννησο. Το ρεαλι (reale) την εποχή αυτή είναι ισοδύναμο με το τουρκικό γρόσι. 1 ρεάλι ισοδυναμεί με 20 λίρες (lire) ή 200 σολδία (soldi), επομένως εδώ το δουκάτο αντιστοιχεί σχεδόν με μισό ρεαλι η γρόσι. 19. ASV, Archivio Grimani dai Servi, φάκ. 19. φ. 595 [ 18 Ιουνίου 1700 παλ. ημερ.]. Το 1702 όταν ο Λαπηρης εκμίσθωσε τις εγκαταστάσεις αυτές, ορίστηκε να πληρώσει για τα μαγκάνια ενα δουκάτο, για δημόσιους μύλους και νεροτριβές δύο ρεάλια, για χαρισμένους μύλους τρία ρεάλια και με νεροτριβές δύο ρεάλια. για τα ενοικιασμένα ελαιοτριβεία τέσσερα ρεάλια και για τα δημοσία δυο ρεάλια, βλ. Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Τμήμα χειρογράφων και ομοιότυπων, φακ. 3919. φ. 209. «Χαρισμένοι» μύλοι (in concessione) είναι αυτοί που ο δικαιούχος έχει με χαριστική παραχώρηση από το δημόσιο, ενώ οι «αφιταρισμένοι» μύλοι (in aflitto) είναι κτήμα του δημοσίου, ενοικιασμένοι πρόσκαιρα από δικαιούχο, βλ. Κωνσταντίνος Ντοκος - Γεώργιος Παναγοπουλος. Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας. έκδ. Μορφωτικό Ινστιτούτο Αγροτικής Τράπεζας. Αθήνα 1993. LXVI-LXVII.


ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΜΟΛΥΒΔΟΥ, ΨΕΥΔΑΡΓΥΡΟΥ, ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗ ΣΤΗΝ ΚΙΡΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ: ΕΞΟΡΥΞΗ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΟΣ Το μεταλλείο Κίρκη βρίσκεται στο ομώνυμο χωριό, 5 χλμ. βόρεια του σιδηροδρομικού σταθμού Κίρκης, στη γραμμή ΘεσσαλονίκηΑλεξανδρούπολη και σε απόσταση 20 χλμ. από την τελευταία. Η Αποστολή της υΝΡΡΑαναφέρει στην έκθεση της ότι το μεταλλείο περιλαμβάνει θειούχα μικτά μεταλλεύματα με τρία κύρια κοιτάσματα: Το κοίτασμα «Αγίου Φιλίππου», με φλέβα πάχους από λίγα εκατοστά μέχρι και 3 μ., το οποίο εξερευνήθηκε με τρεις κύριες στοές κατά τη διεύθυνση του κοιτάσματος, μήκους 400 μ. και βάθους μέχρι και 125 μ. (σε αυτό προστίθεται και ένα κεκλιμένο εσωτερικό φρεάτιο βάθους 75 μ.). Ακολουθούν τα κοιτάσματα «Βασιλεύς Αρθούρος» και «Ελένη», τα οποία εξερευνήθηκαν με κεντρικές και εγκάρσιες στοές και διάφορα φρεάτια. Από μια δημοσιογραφική έρευνα της εφημερίδας Πανθρακική αντλούμε τα στοιχεία για τα πρώτα βήματα του μεταλλείου. Επί Τουρκοκρατίας υπήρχε στην περιφέρεια του χωριού Καρά Καγιά (σήμερα Μαυροπετρα). στην κοινότητα Αισύμη, ένα μεταλλείο αργυρούχου μολύβδου και θειούχου ψευδαργύρου με σημαντική περιεκτικότητα σε χαλκό με τη μορφή θειούχου χαλκού ή χαλκοπυρίτη και εν μέρει σιδηροπυρίτη. Το μεταλλείο αυτό παραχωρήθηκε με φιρμάνι στον Αδόλφο Βηξ. Γενικό Πρόξενο της Αυστροουγγαρίας στην Καβάλα και στον Ελληνα από την Ξάνθη Πέτρο Μυστακόπουλο. ο οποίος αναφέρεται ως ένας ακάματος ερευνητής μεταλλείων. Υπό την καθοδήγηση του Βήξ έγιναν σημαντικά έργα και εξορύχθηκαν σημαντικές ποσότητες μεταλλεύματος, το οποίο όμως κρίθηκε μη εμπορεύσιμο. Με τα τότε μέσα η επεξεργασία και ο τρόπος διαχωρισμού δεν

μπορούσαν να δώσουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Έτσι, παρά τις μεγάλες δαπάνες, το μεταλλείο δεν προόδευσε, ενώ τα μεταλλεύματα που είχαν εξορυχθεί για εξαγωγή, περίπου 500 τόνοι, χρησιμοποιήθηκαν σαν σκύρα στους δρόμους της πόλης. Μετά την ενσωμάτωση της Θράκης στο ελληνικό κράτος και την εφαρμογή το 1925 της ελληνικής μεταλλευτικής νομοθεσίας, το ελληνικό δημόσιο κήρυξε το χώρο κρατικό, μέσα στον οποίο δεν επιτρέπονταν διεκδικήσεις από ιδιώτες. Στο χώρο αυτό, έκτασης 100.000 στρεμμάτων περίπου, υπήρχε και το ιδιωτικό μεταλλείο Καρά Καγιά. Το 1928, δυνάμει της Συνθήκης της Λοζάνης, το ελληνικό κράτος αναγνώρισε τα δικαιώματα των Βηξ και Μυστακόπουλου στο παραπάνω λατομείο και έτσι από τότε συνυπήρχαν στην περιοχή δύο μεταλλεία, το κρατικό με το όνομα «Δημόσιο Μεταλλείο Κίρκης» και το ιδιωτικό μεταλλείο Καρά Καγιά, το οποίο καταγράφηκε στους πίνακες παραχωρήσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (Υπουργείο Βιομηχανίας αργότερα), με τον αύξοντα αριθμό 3 του νομού Έβρου. Ο κρατικός χώρος ενοικιάστηκε από την αγγλική εταιρεία του λόρδου Κρόνσφιλδ για δέκα περίπου χρόνια, η οποία και χαρτογράφησε το χώρο και άνοιξε και τα πρώτα ορύγματα. Το 1938 όμως η εταιρεία πτώχευσε. Αργότερα εμφανίστηκαν διαφωνίες σχετικά με τα όρια του ιδιωτικού μεταλλείου (στο βόρειο τμήμα του) και ύστερα από κρατική απόφαση αποκόπηκε από αυτό έκταση 2000 στρεμμάτων περίπου, μέσα στην οποία υπήρχε ένα ουσιώδες τμήμα του μεταλλευτικού κοιτάσματος. Με αυτόν τον τρόπο κόπηκαν στα δύο οι φλέβες των μεταλλείων και μοιράστηκαν με τρόπο που δεν συνέφερε κα-

Οι εγκαταστάσεις του μεταλλείου στην Κίρκη Αλεξανδρούπολης.

νένα από τα δυο μέρη η εκμετάλλευση του. Μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο το ελληνικό δημόσιο μισθώνει το δημόσιο μεταλλείο Κίρκης στη Γενική Εταιρεία Μεταλλευτικών Έργων, η οποία όμως λόγω έλλειψης κεφαλαίων και του μικρού χρονικού διαστήματος εκμετάλλευσης, λόγω έναρξης του Πολέμου, δεν εκτέλεσε κανένα έργο. Το 1939 η γερμανοβουλγαρική εταιρεία Τράζισε Μπερκβέρκς ΑΕ, στηριζόμενη τους βουλγαρικούς νομούς οι οποίοι ίσχυαν τότε στην Θράκη, ενοποιεί τα δύο τμήματα του μεταλλευτικού κοιτάσματος. Μερικές από τις εγκαταστάσεις, όπως το εργοστάσιο διαχωρισμού και εμπλουτισμού των μεταλλευμάτων, γίνονται σε περιοχή κοινή και των δύο μεταλλείων (δημόσιου και ιδιωτικού), δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή για λόγους σκοπιμότητας, και το έργο παρουσιάζει επιτυχία απασχολώντας πάνω από 2000 εργάτες. Οι υπάρχουσες, λοιπόν, εγκαταστάσεις κατασκευάστηκαν επί γερμανικής κατοχής, οπότε και προωθήθηκαν από τους Γερμανούς ερευνητικές εργασίες για τη διάνοιξη τριών στοών συνολικού μήκους 85 μ. περίπου στο κοίτασμα Αγίου Φιλίππου. Όπως αναφέρεται στην έκθεση της UNRRA για τα ορυχεία στην Ελλάδα, οι Γερμανοί έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον και προέβησαν στη δημιουργία εγκαταστάσεων. «Αι εγκαταστάσεις αύται αποτελούνται από κεντρικόν ηλεκτρικόν σταθμόν 490 HP μετά δύο αεροσυμπιεστών και δεξαμενής πεπιεσμένου αέρος χωρητικότητος 12 κυβικών μέτρων δια την λειτουργίαν των διατρητικών μηχανημάτων εξορύξεως, ως και από πλήρη εγκατάστασιν εμπλουτισμού δι' επιπλεύσεως προς επεξεργασίαν 1001 μεταλλεύματος ημερησίως, με ίδιον ηλεκτρικόν σταθμόν ισχύος 650 HP. μετά γεννήτριας και όλων των εξαρτημάτων και των αναγκαίων υδραυλικών εγκαταστάσεων. Επίσης εγένετο εγκατάστασις εναερίου σιδηροδρόμου δύο καλωδίων μήκους 5 km μεταξύ του μεταλλείου και του εργοστασίου εμπλουτισμού ως και φράγματος προς εναποθήκευσιν της απαιτουμένης ποσότητος ύδατος δια την λειτουργίαν της εγκαταστάσεως επιπλεύσεως κατά τους θερινούς μήνας. Τέλος κατεσκευάσθησαν αμαξιτή οδός 7 km μήκους και 3 μ. πλάτους μεταξύ μεταλλείου και εργοστασίου εμπλουτισμού και διάφορα οικήματα. Η αξία των εγκαταστάσεων υπολογίζεται εις 170.000.000 δραχμάς του 1938». Μετά την απελευθέρωση, το μεταλλείο πέρασε στα χέρια του δημοσίου και ακολούθησε το δρόμο της υπενοικίασης σε διάφορους ιδιώτες (ένας από αυτούς ήταν και η εταιρεία Mines Incorporated, η οποία αφού έκανε κάποιες έρευνες αποχώρησε λόγω της μη συμφέρουσας εκμετάλλευσης). Η διαμάχη για τη διεκδίκηση του ιδιωτικού μεταλλείου και για τα όρια των δύο μεταλλείων συνεχίστηκε. Στο Δελτίο για τη μεταλλευτική κίνηση της Ελλάδος του 1975 εμφανίζεται το μεταλλείο υπό τη διεύθυνση του Μίνωα Κυπριάδη, με κεντρικά γραφεία στη Λεωφόρο Γαλατσίου 11 α, στην Αθήνα, ενώ στον σχετικό φάκελο του υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης υπάρχει μόνο η υπουργική


απόφαση (ΦΕΚ 266/1955) της κατάργησης της μεταλλειοκτησίας τού με αριθμό 3 μεταλλείου του νομού Έβρου. Σήμερα τα δύο τμήματα του μεταλλείου, το επάνω μεταλλείο (χώρος εξόρυξης) και το κάτω μεταλλείο (χώρος επεξεργασίας και εμπλουτισμού) έχουν εγκαταλειφθεί. Το κάτω μεταλλείο με τα δύο ψηλά κτίρια και τον σκεπαστό ταινιόδρομο που τα συνδέει φαίνονται από το τρένο, όπως και ο εναέριος με τα βαγονάκια που κρέμονται φορτωμένα με υλικό. Μέσα στα κτίρια υπάρχει ο τεράστιος θραυστήρας και η μονάδα της επίπλευσης με τις μυρωδιές και τις σιδερένιες μπάλες να κυριαρχούν παντού. Λίγα μέτρα πιο πέρα και στο ψηλότερο σημείο της περιοχής δεσπόζει σε επίλεκτη θέση το κτίριο της διοίκησης, με καταπληκτική θέα του κάμπου που απλώνεται μπροστά. Τριγύρω τα κτίρια των εργατών, το χημείο και οι αποθήκες με τα εργαλεία σε «αναμονή». Στο δρόμο που οδηγεί από αυτά τα κτίρια στο χώρο της εξόρυξης συναντά κανείς τεχνητές λίμνες-φράγματα για τη συγκράτηση του νερού. Ο χώρος της εξόρυξης είναι το ίδιο εντυπωσιακός με τον προηγούμενο, όχι μόνο για τις κτιριακές του εγκαταστάσεις αλλά και για τον περιβάλλοντα χώρο. Εδώ υπάρχει η «σκεπαστή» -η αποβάθρα- όπου στάθμευαν τα βαγονέτα, το κτίριο με τον υποσταθμό και τα βοηθητικά κτίρια-αποθήκες υλικού, τα οποία είναι γεμάτα από κιβώτια για τα μεταλλευτικά δείγματα των εξορύξεων. Πιο πέρα βρίσκεται το ξυλουργείο για την κατασκευή των κιβωτίων, όπου τακτοποιούνταν τα εκατοντάδες κυλινδρικά δείγματα από τις εκάστοτε γεωτρήσεις. Σήμερα μπορεί να διακρίνει κανείς στο χώρο του ξυλουργείου μια πλάνη και μια κορδέλα να σκουριάζουν. Εμφανείς είναι επίσης και οι είσοδοι για τις σήραγγες εξόρυξης του μετάλλου, για την οποία είχε κατασκευαστεί ένα τέλειο λειτουργικό δίκτυο Zentral: Υπήρχε ένα κεντρικό σημείο σύνδεσης με μια κύρια γαλαρίασήραγγα. με άνοιγμα στομίου τεσσάρων σιδηροτροχιών για τα βαγονέτα. Αυτή η κύρια σήραγγα διακλαδιζόταν οριζόντια σε άλλες πολυδαίδαλες διακλαδώσεις και αυτές με τη σειρά τους επικοινωνούσαν μέσα από ένα κάθετο πηγάδι βάθους 100 μ. περίπου με άλλες σήραγγες που έφερναν το μετάλλευμα στη βάση του πηγαδιού. Από κει γινόταν η ανάσυρσή του με βαρούλκα και η μεταφορά του με τα βαγονέτα στην αποβάθρα. Όλες οι στοές είναι σήμερα καλυμμένες από τη βλάστηση, όχι μονό λόγω της εγκατάλειψης αλλά και λόγω της μεθόδου της επιφανειακής εξόρυξης με μπουλντόζες και εκσκαφείς που επέλεξαν οι διάφοροι ενοικιαστές του μεταλλείου, καταστρέφοντας τες. Στο χώρο του επάνω μεταλλείου βρίσκονται εγκαταλελειμμένες δυο ντηζελομηχανές και ένα μικρό βαγόνι που έσερνε τα βαγονέτα. Λίγο πιο πέρα. σε μια πανέμορφη θέση. υπάρχει άλλο ένα εντυπωσιακό κτίριο για τη διεύθυνση, τα «ανάκτορα», όπως τα αποκαλούν οι χωρικοί. Ο χώρος και του επάνω και του κάτω μεταλλείου εντάσσεται σε μια τοποθεσία ζηλευτή και ονομαστή για τους κατοίκους των

Διεύθυνση των Ηνωμένων Εθνών για την Προστασία και την Αποκατάσταση (UNRRA). Αποστολή Ελλάδος. Ο ορυκτός πλούτος της Ελλάδος. πρόλογος Buell. F. Maben. αρχηγού της εν

Ελλάδι Αποστολής της UNRRA. και Ι.Γ. Ζίγδη, οικονομικού συμβούλου Αποστολής της UNRRA. Αθήναι 1947 (αναφορά για το μεταλλείο της Κίρκης υπάρχει στις σελίδες 120-126). Ν. Λιάτσικας. «Αι γεωλογικοί και κοιτασματολογικαί συνθήκαι της περιοχής του μεταλλείου μολύβδου και ψευδαργύρου παρά την Κίρκην της Δυτ. Θράκης» (αναφέρεται ως αδημοσίευτη μελέτη στη βιβλιογραφία του παραπάνω βιβλίου). Χρήστος Α. Καζαντζής. «Κίρκη-μεταλλεια». ΘρηικιοςΑνεμος3-5 (Αλεξανδρούπολη 1997). Υποθηκοφυλακείο Αλεξανδρούπολης, αριθμός μερίδας 291, Δημόσιο Μεταλλείο Κίρκης. «Ο υπόγειος πλούτος της χώρας μας. Τα μεταλλεία Κίρκης··, εφημ. Πανθρακική. 8 Δεκεμβρίου 1954. Ν. Λιατσικας. «Γενικός γεωτεκτονικός και μεταλλευτικός χάρτης της Ελλάδος». Αθήναι 1946. Εκτύπωση Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στράτου (περιέχεται στο βιβλίο της UNRRA).

Στην εργασία αυτή εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο, κάτω από τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που δημιουργούν ο μορφολογικός χαρακτήρας του εδάφους του νησιού -πρόκειται για κρατήρα ηφαιστείου' που υψώνεται 700 μ. περίπου πάνω από από τη στάθμη της θάλασσας- και η έντονη σεισμική δραστηριότητα, ο κάτοικος της Νισύρου δημιούργησε το αγρόκτημα του. Ένα αγρόκτημα μέσα στο οποίο αφενός λάμβανε χώρα όλη η διαδικασία της παραγωγής και αφετέρου υπήρχαν όλοι οι αναγκαίοι χώροι με τις ανάλογες χρήσεις. Ο νισυριος αγρότης μετέτρεψε την έντονη κλίση του εδάφους σε μικρά επίπεδα κτήματα, τις τάβλες, κτίζοντας ξερολιθιές ως τοίχους αντιστήριξης, τα βαστάδια. Πολλές φορές σε κάποιο τμήμα του χωραφιού, αντί να γίνει πλήρωση της κλίσης με χώμα. χτιζόταν το αγροτικό σπίτι, το δώμα του οποίου αποτελούσε λειτουργικό μέρος του αγροκτήματος (σχ. 2). Εκεί φτιαχνόταν το αλώνι ή το πατητήρι. Το αγροτικό αυτό σπίτι λεγόταν «σπηλάδι». επειδή ακριβώς είναι σαν σπηλιά, φτιαγμένο μέσα στο χώμα χωρίς φωτισμό και χωρίς καμία άνεση. Άλλες φορές τα σπηλάδια ήταν πιο απλά στην κατασκευή τους στηριγμένα σε κάποιο βράχο, ο οποίος συμπληρωνόταν πρόχειρα με πέτρες και στεγαζόταν για να φιλοξενήσει τον αγρότη τις ημέρες που έπρεπε να παραμείνει εκεί (συνήθως για μια εβδομάδα). Τέλος, από τη σύντομη έρευνα που έγινε, ξεχωρίζει ένας τρίτος τύπος, το σπηλάδι που είναι χτισμένο εξ ολοκλήρου πάνω από την επιφάνεια του εδάφους και απαντάται κυρίως στο βάθος της καλδέρας. το μοναδικό μεγάλο επίπεδο τμήμα του νησιού. Το σπηλάδι που περιγράφουμε εδώ ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα του νησιού, πάνω στο δρόμο που οδηγεί στον κρατήρα του ηφαιστείου, και συνορεύει από τα νοτιοδυτικά με το πα-

λιό λιθόστρωτο μονοπάτι για τον Εμπορείο. Το κτήμα, όπως φαίνεται και στο σχέδιο 1. αποτελείται από το σπηλάδι με την αυλή. για την παραμονή των ζώων. τη βιστέρνα (στέρνα), την κρεφτή (χώρος ζύμωσης και παραγωγής του κρασιού ). το κρεμάρι (κρύπτη για τα κιούπια και τα γεωργικά εργαλεία) και τη σποριά (χώρος για καλλιέργεια). Δεν στάθηκε δυνατόν να εντοπιστεί λόγω χρονιάς εγκατάλειψης ο ληνός (δεξαμενή για το πάτημα των σταφυλιών). Πάνω στο δώμα του σπηλαδιού υπάρχει το αλώνι. Η είσοδος στο κτήμα γίνεται από το μονοπάτι. Από την αμπατή. την είσοδο, μπαίνει κανείς σε μια μικρή αυλή και από αυτήν στο σπηλάδι ή στο υπόλοιπο κτήμα. Οι διαστάσεις του σπηλαδιού είναι 8x5 μ. περίπου. Η τοιχοποιία του είναι από μικρές και μεγαλύτερες πέτρες χωρίς κονίαμα (λόγω έλλειψης νερού) και έχει πάχος περίπου 60 εκ. Η είσοδος γίνεται από τον νοτιανατολικό τοίχο μέσω ενός μεγάλου ανοίγματος που σχηματίζει καμάρα. Με καμάρες επιτυγχάνεται και η στέγαση του μονόχωρου αυτού κτίσματος. Εδώ η εφευρετικότητα του λαϊκού τεχνίτη είναι αξιοθαύμαστη, γιατί καταφέρνει να στεγάσει έναν μεγάλο σχετικά χώρο χωρίς να χρησιμοποιήσει ξυλεία. Ο φέρων οργανισμός της στέγης αποτελείται από πέντε καμάρες ανά 80-90 εκ. Τα ποδαρικά τους είναι χτισμένα από πέτρα χωρίς κονίαμα και εδράζονται σε μεγάλους λαξευμένους λίθους, ενώ το τόξο αποτελείται από λαξευτούς θολίτες κατασκευασμένους από κομμάτια μαλακής λάβας. Πάνω στις καμάρες τοποθετούσαν μεγάλες σχιστόπλακες που γεφύρωναν το άνοιγμα μεταξύ τους. Στη συνέχεια τοποθετούσαν ακισήρα (κίσηρη) για στεγάνωση και. τέλος, χώμα (σχ. 2-3). Οι τοίχοι υψώνονταν περίπου 15 εκ. πάνω από την τελική επιφάνεια του δώματος για να συγκρατούν το χώμα. Μέσα από τα μικρά κενά που άφηναν οι πέτρες μπορούσε να φύγει το νερό και να «στραγγίσει»

κοντινών πόλεων (Αλεξανδρούπολη. Κομοτηνή) και διαθέτει το προνόμιο να συνορεύει με ένα ιδιόκτητο πάρκο ζώων. το οποίο επισκέπτονται πολλά σχολεία της περιοχής. Η παραπάνω παρουσίαση είναι ελλιπής (λείπουν για παράδειγμα πληροφορίες από τους εργάτες που είχαν δουλέψει στο χώρο, στοιχεία από το Υπουργείο Βιομηχανίας κ.ά.)' αποτελεί όμως το πρώτο βήμα για μια πληρέστερη προσέγγιση. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ Βιβλιογραφία


1. Σπηλάδι. 2. αυλή, 3. βιστέρνα. 4. κρεφτή. 5. κρεμάρι. 6. σποριά. 7. μονοπάτι προς Εμπορεία. 8. τάβλα. 9. δώμα-αλώνι. 10. καμάρες. 11. αμπατή.

το χώμα. Εσωτερικά το σπηλάδι ήταν σκοτεινό, χωρίς ανοίγματα. Ο φωτισμός εξασφαλιζόταν μόνο από το άνοιγμα της εισόδου. Το μεγάλο πάχος των εξωτερικών τοίχων παρείχε δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα με τη βοήθεια της εστίας. Το δάπεδο ήταν από χώμα. Το σπηλάδι ήταν ταυτόχρονα χώρος διαμονής, παραγωγής και φύλαξης της σοδειάς. Όπως φαίνεται και στο σχέδιο 2, ο νοτιοανατολικός τοίχος του σπηλαδιού είναι ταυτόχρονα και ο τοίχος αντιστήριξης της υπερκείμενης τάβλας, γι' αυτό είναι και πιο παχύς από τους υπόλοιπους. Στη συνέχεια του, έξω από το σπηλάδι υπάρχουν δύο εσοχές που σχηματίζουν την κρεφτή και το κρεμάρι. Σε επαφή με τον βορειοδυτικό τοίχο της αυλής βρίσκεται η στέρνα, απαραίτητη για κάθε κτήμα. Το βάθος της εδώ είναι 5 μ., στενή στο πάνω άκρο και πολύ φαρδιά προς τον πάτο της (σχ. 2). Ο τράχηλος, το στόμιο της. είναι στογγυλό και πάνω του εδράζεται μια μεγάλη στρογγυλή πέτρα διαμέτρου 70 εκ. με τετράγωνο άνοιγμα περίπου 25x25 εκ. Για την κατασκευή της βιστέρνας χρειαζόταν ειδικός τεχνίτης, επάγγελμα που στη Νίσυρο υπάρχει ακόμη και σήμερα. Η εργασία αυτή αποτελεί μικρό μέρος των όσων μπορούν να μελετηθούν και να καταγραφούν τόσο για την ιστορία της διαδικασίας παραγωγής όσο και για τη λαϊκή αρχιτεκτονική της Νισύρου, που αποτελεί και αυτή ένα τμήμα του τοπικού πολιτισμού μας, της οργάνωσης, οικονομικής και κοινωνικής, ένα πεδίο με μεγάλο ενδιαφέρον που ελάχιστα έχει ερευνηθεί. ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ 1. Γ.Ε. Βουγιουκαλάκης. Στα γαλάζια ηφαίστεια. Νίσυρος, έκδ. του Συμβουλίου Περιοχής Νισύρου. 1998. 2. Η νισύρικη ορολογία είναι από το βιβλίο του Μιχάλη Εμμ. Αρφαρα. Το δίπατο λαϊκό νισύρικο σπίτι. εκδ. Α. Παπασωτηρίου. Αθήνα 1982. Οι πληροφορίες για τη λειτουργία του νισύρικου αγροκτήματος καθώς και μέρος της ορολογίας δόθηκαν από τις κυρίες Μαρία Κορωναίου και Βάσω Παπαθανασίου. τις οποίες ευχαριστώ

θερμά. Ευχαριστώ τη σύζυγο μου Κωνσταντίνο που με βοήθησε στην αποτύπωση του συγκροτήματος. 3. Οι Νισύριοι έκαναν εξαγωγή κρασιού και

άλλων προϊόντων σε άλλα νησιά, όπως φαίνεται από τούρκικο έγγραφο του 1827· Νίκος Ι. Χαρτοφύλης. Η Δωδεκάνησος στην Επανάσταση του 1821. Ρόδος 1997. 79.

«ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΑΝΕΜΟΜΥΛΩΝ ΤΟΥ ΛΑΣΙΘΙΟΥ»* Η εισαγωγή του αντλητικού ανεμόμυλου στο οροπέδιο του Λασιθίου στα τέλη του 19ου αιώνα αποτελεί συνάρτηση της τοπικής παράδοσης σε ό.τι αφορά την αξιοποίηση της αιολικής ενέργειας αλλά και της γεωμορφολογικής σύστασης του οροπεδίου, με τον πλούσιο υπόγειο υδάτινο ορίζοντα. Το εφευρετικό και ανήσυχο πνεύμα ενός ξυλουργού, του Εμμ. Παπαδάκη ή Σπιρτοκούτη από το Ψυχρό, ο οποίος συνδύασε τον κινητικό μηχανισμό του ανεμόμυλου(ορθά, φτερωτή, αξόνι) με την κλασική αναρροφητική αντλία, οδήγησε στη σταδιακή αντικατάσταση της παραδοσιακής μεθόδου άντλησης του νερού με το γεράνι. Οι πρώτοι αντλητικοί ανεμόμυλοι ήταν αρχικά ξύλινοι και μονόκαιροι, ενω ο Σπιρτοκουτης εισήγαγε επίσης τις κουλούρες, τον βοηθητικό μηχανισμό περιστροφής του άξονα του μύλου προς την κατεύθυνση του ανέμου. Ο εκσυγχρονισμός και η εξέλιξη τους αποδίδεται σε έναν μαθητευόμενο τεχνίτη του, τον Στέφανο Μαρκάκη από το χωριό Φαρσάρω, γνωστό και ως Μαρκοστεφανή. Οι καινοτομίες που εισήγαγε αφορούσαν στα υλικά δομής του σώματος και της φτερωτής του αντλητικού ανεμόμυλου, στην προσθήκη του τιμονιού (που τον διατηρεί αυτόματα και σταθερά προς την κατεύθυνση του ανέμου) και στην κατασκευή δικής του αναρροφητικής αντλίας από κάλυκες οβίδας, μεγαλύτερου διαμετρήματος από την αμερικάνικου τύπου, που εισάγονταν ως τότε. Αναλυτικά ο αντλητικός ανεμόμυλος του Μαρκοστεφανή συνίστατο από τον πυλώνα (ορθά. σε σχήμα τετραγωνικής πυραμίδας, ύψους 5-8 μ.), τα ιστία (φτερωτή, διαμέτρου 8 μ.), τον στροφαλοφόρο άξονα, το πηδάλιο, τη στεφάνη οριζόντιας περιστροφής (κουλούρα) και την

αντλία. Δευτερεύοντα βοηθητικά μηχανικά στοιχεία, όπως οι λέοντες και ο διωστήρ, συμπλήρωναν τον κινητικό μηχανισμό. Ο στροφαλοφόρος άξονας συνδεόταν με το διωστήρα και μετέδιδε τη μηχανική κίνηση στην αντλία, ενώ στηριζόταν στους λέοντες, οι οποίοι καταλήγοντας στο πηδάλιο μέσω της στεφάνης περιστροφής προσανατόλιζαν τη φτερωτή προς την κατεύθυνση του ανέμου. Η αντλία αποτελούνταν από κάλυκα οβίδος 115 χλστ., από τον οποίο είχε αφαιρεθεί η κάψουλα, το έμβολο, το οποίο κινούνταν παλινδρομικώς. καθώς δεχόταν τη μηχανική ενέργεια μέσω του διωστήρα και του σωλήνα αναρρόφησης. Ο κάλυκας στερεωνόταν πάνω στο στόμιο του σωλήνα αναρρόφησης με σιδηρένιους συνδετήρες, οι οποίοι ήταν τοποθετημένοι σε ξύλινο σταθερό υποστήριγμα (κορμό δέντρου) στο στόμιο του πηγαδιού. Η στεγανότητα επιτυγχανόταν με δέρμα, το οποίο λειτουργούσε ως αναρροφητική αντλία. Το νερό. αντλούμενο από βάθος 8-9 μ. αποθηκευόταν σε κτιστή παρακείμενη δεξαμενή. Το «θαύμα των ανεμόμυλων του Λασιθίου» απασχόλησε τον ημερήσιο Τύπο και τα επιστημονικά περιοδικά των αρχών του αιώνα, δίνοντας έμφαση στη δυνατότητα εκμετάλλευσης των ήπιων μορφών ενέργειας σε μεγάλη κλίμακα για την κάλυψη άλλων αναγκών (ηλεκτροφωτισμό, αποξήρανση ελών, άρδευση κ.ά.) και συγκρίνοντας το Λασίθι με αντίστοιχα παραδείγματα της Ολλανδίας. Οι αριθμοί και οι υπολογισμοί που παρατίθενται στα 1928 μεταφέρουν το μέγεθος και τη σημασία του «αιολικού πάρκου»: «Εάν λάβωμεν ως μέσην ετήσιαν ταχύτητα του ανέμου 4 μέτρα ανά δευτερόλεπτον και θεωρήσωμεν τας 6000 αιολικός αντλίας της Ανατολι-


κής Κρήτης λειτουργούσας νυχθημερόν. με μηχανικήν απόδοσιν 15%, συνάγομεν ευκόλως ότι η ισχύς όλων ομού των αντλιών θα είναι ικανή να ανυψώσει περί τας 18.000 χιλιόγραμμα ύδατος, εις ύψος πλέον των 50 μέτρων υπέρ την επιφάνειαν του ύδατος, εντός ενός δευτερολέπτου. Ητοι θα είναι ίση προς 12.000 ίππους». Αντλητικοί ανεμόμυλοι στην Κρήτη έχουν εντοπιστεί στον Αγιο Νικόλαο, τις Λίμνες Νεαπόλεως. τα Μάλια, τις Μοίρες, την Παχιά Αμμο, το Παλαίκαστρο. τη Σητεία κ.α. Εκτός από την Κρήτη έχει διαπιστωθεί η χρήση τους και στη Ρόδο. με κοινό χαρακτηριστικό (μεταλλικός σκελετός, υιοθέτηση του αμερικάνικου ανεμοκίνητου αντλητικού μηχανισμού), αλλά και ουσιαστικές διαφορές σε ό.τι αφορά τον προσανατολισμό της φτερωτής (προς μια μόνο κατεύθυνση στη Ρόδο) και τις τεχνικές βελτιώσεις του κρητικού αντλητικού ανεμόμυλου (ελαφρά γωνιακή κλίση στροφαλοφόρου άξονα, προέκταση του τελευταίου με τον ξάρτη, ύψωση του πυλώνα κ.ά.). Στα πλεονεκτήματα του κρητικού ανεμόμυλου επισημαίνεται η μεγάλη ισχύς που ανα-

πτύσσει λόγω της μεγάλης διαμέτρου των πτερυγίων, η υψηλή αδράνεια του, η οποία του επιτρέπει την απρόσκοπτη λειτουργία του σε ισχυρούς ανέμους, και το χαμηλό κόστος κατασκευής. Σήμερα οι πρώτες αυτές ανεμοκίνητες αντλίες παραμένουν ανενεργές. Η σημασία τους για την ανάδειξη της προβιομηχανικής τεχνολογίας επιβάλλει την ανάληψη πρωτοβουλιών και δράσεων για την ανασυγκρότηση του πολιτισμικού τοπίου. Ωστόσο, οποιαδήποτε παρέμβαση θα πρέπει να εξισορροπεί αφενός τη συντήρηση και την προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς και αφετέρου την ανάπτυξη της περιοχής στο πλαίσιο της αειφορίας. Οι διάσπαρτες αρχαιολογικές θέσεις (Δικταίον άντρο, σπήλαιο της Τράπεζας, θέση Καρφί), τα ανενεργά μυλοτόπια στο Ζάρωμα και το Ασφεντάμι κ.ά. θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναν αξιόλογο πολιτιστικό πόρο. ΜΑΝΟΣ ΜΙΚΕΛΑΚΗΣ

ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΕΙΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ILARION ROUX ET CIE ΣΤΟ ΛΑΥΡΙΟ (1865-1873) Χωροθέτηση, οι κάμινοι ανάτηξης των σκωριών

Τα μεταλλεία, είτε εν λειτουργία είτε εν παύσει, είναι αυτά που πρώτιστα καθόρισαν την ιστορική μοίρα του Λαυρίου για 5000 χρόνια, από το 3000 π.Χ. μέχρι σήμερα. Οι δομές της φύσης, έργο του μακρότατου γεωλογικού χρόνου, η γεωγραφική θέση και η μεταλλοφορία. όπως και στα αρχαία χρόνια, αποτελούν και στον 19ο αιώνα πλουτοπαραγωγική πηγή. στην οποία πρέπει να προσθέσουμε τα ανθρώπινα έργα των προχριστιανικών αιώνων και τα τεράστια μεταλλευτικά και μεταλλουργικά κατάλοιπα τους. τις εκβολάδες και τις σκωρίες. Αυτά, σε συνδυασμό ασφαλώς με τις συγκυρίες, στα μέσα του 19ου αιώνα (πολιτικές, οικονομικές, τεχνολογικές, εθνικές και διεθνείς) είναι που συνέβαλαν στην ιστορική αφύπνιση του Λαυρίου από την ερημιά και τη σιγή των 1250 χρόνων περίπου (7ος μ.Χ. αι. - 1865). Η ισχνή βιβλιογραφία του νεότερου μεταλλευτικού-μεταλλουργικού Λαυρίου περιλαμβάνει κυρίως τη διαμάχη μεταξύ της εταιρείας llarion Roux et Cie και του ελληνικού δημοσίου από την άποψη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των σκωριών και των εκβολάδων και των συνεπειών τους, ιδιαίτερα του δεύτερου -των εκβολάδων-, γνωστού ως «λαυρεωτικού ζητήματος», το οποίο όντως έλαβε πανελλήνιες και πανευρωπαϊκές διαστάσεις ως νομικό, διπλωματικό και πολιτικό θέμα. Ο προσανατολισμός αυτός στα «μεγάλα» γεγονότα της ιστορίας, συνειδητά ή ασυνείδητα στο πνεύμα της γερμανικής θετικιστικής σχολής, παραγνώρισε την «υπόγεια», εξίσου όμως σημαντική, ιστορική κίνηση στο επίπεδο της παραγωγικής διαδικασίας

της εν λόγω εταιρείας και πολύ περισσότερο των εταιρειών που προέκυψαν από εκείνη μετά τη λύση του λαυρεωτικού ζητήματος το 1873. της ελληνικής ( 1873-1917) και της γαλλικής (1875-1981). Με τη λήξη του λαυρεωτικού ζητήματος σχεδόν τελειώνει και το ιστοριογραφικό ενδιαφέρον, ενώ στην πραγματικότητα τότε ανοίγει στην Ελλάδα ένα σπουδαίο κεφάλαιο, αυτά της μεταλλευτικής-μεταλλουργικής βιομηχανίας με ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Γενικότερα τα μεταλλευτικά-μεταλλουργικά μνημεία, αρχαία και νεότερα, τα αρχεία της νεότερης περιόδου, οι ζώντες μεταλλευτές και μεταλλουργοί καθιστούν το Λαύριο προνομιακό πεδίο της βιομηχανικής αρχαιολογίας των μεταλλείων. Και όχι μόνον. Αυτή η μακρά διάρκεια της ιστορίας του Λαυρίου είναι συντελεστής και της σημερινής του εξέλιξης. «Δημιούργημα» της είναι η μετεξέλιξη της γαλλικής εταιρείας σε Τεχνολογικό Πάρκο -με την ευθύνη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου- και σε Μεταλλευτικό-Μεταλλουργικό Μουσείο (Μουσείο Τεχνολογίας), ένα έργο που ξεκίνησε το 1994 (η πρώτη ιδέα διατυπώνεται το 1977) με βάση το σχέδιο του Κ. Παναγοπουλου. καθηγητή του ΕΜΠ, την καθοριστική συμβολή των φορέων του Λαυρίου και άλλων παραγόντων και ευρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Πρόκειται για μια ευτυχή συνάντηση της βιομηχανικής αρχαιολογίας και των τεχνολογικών καινοτομιών, για ένα έργο ευρωπαϊκής εμβέλειας. Ο χώρος αποτελεί το τέρμα μιας μεταλλευτικής-μεταλλουργικής ιστορίας 5000 χρόνων, ο οποίος εμπεριέχει όλο το παρελθόν, αλλά ήδη έχει αδράξει και το

μέλλον, αφού αναπτύσσονται εκεί τεχνολογίες αιχμής από διάφορες επιχειρήσεις με εξαιρετική επιτυχία. Και βέβαια δεν πρόκειται για μια μεταλλευτική-μεταλλουργική συνέχεια, με την κλασική σημασία, άλλα για μια ιστορική συνέχεια της τεχνολογίας και του πολιτισμού. Χωροθέτηση Η επιλογή του χώρου εγγύς και δυτικά του λιμανιού των Εργαστηρίων για την τοποθέτηση των εγκαταστάσεων μεταλλουργίας της εταιρείας llarion Roux et Cie οφείλεται, πρώτα πρώτα, ακριβώς στην ύπαρξη αυτού του ασφαλούς λιμανιού, απαραίτητου για την εκφόρτωση από τα πλοία των καύσιμων υλών και τη φόρτωση του μεταλλουργικού προϊόντος της για τις αγορές της Ευρώπης. Ταυτόχρονα αυτό συνδυαζόταν θαυμάσια με την απόθεση εκεί από τους αρχαίους καμινευτές μιας μεγάλης ποσότητας σκωριών. 322.793 τόνων, και άλλων 113.743 τόνων σε μικρή απόσταση στη θέση Κυπριανός, οπότε η εταιρεία, έχοντας προ των ποδών την προς χώνευσιν ύλη, επιβαρυνόταν με ελάχιστα έξοδα μεταφοράς, και τούτο ήταν μια άριστη προϋπόθεση για την έναρξη των εργασιών και για μια γρήγορη απόκτηση κέρδους, το οποίο επανεπενδυόμενο θα διεύρυνε τις εργασίες της εταιρείας, με δεδομένο το σχετικά μη υψηλό αρχικό κεφάλαιο. Οι κάμινοι Σε αυτόν τον χώρο εγκατέστησαν τις καμίνους ανάτηξης των σκωριών που αποτελούσαν φυσικά το κέντρο της παραγωγικής διαδικασίας. Κατασκευάσθηκαν στην αρχή έξι (στο χρονικό διάστημα από 6/1864 - 5/1865 ). Στις 6.5.1865 έγινε η έναρξη των εργασιών

Ισπανικές κάμινοι ανάτηξης των αρχαίων σκωριών του Λαυρίου, συστήματος Καστιλιάνο.


της ανακαμίνευσης των σκωριών και έως τον Δεκέμβριο του 1865 σε συνεχή καμινευτική λειτουργία ήταν δύο. Σε αυτό το εξάμηνο κατασκευάσθηκαν ακόμη έξι. Επίσης κατασκευάσθηκαν και άλλες έξι το 1866 . συνολικά δεκαοκτώ κάμινοι και σε συνεχή επί 24ώρου βάσεως λειτουργία. Έως το τέλος του 1866 ήδη ήταν έντεκα και τους πρώτους μήνες του 1867 δώδεκα". Αυτή η σχέση 12:18 ίσχυσε -αφού άλλες κάμινοι δεν κατασκευάσθηκαν- μέχρι τέλους της λειτουργίας (Φεβρουάριος 1873) της εταιρείας Marion Roux et Cie. H σταδιακή κατασκευή και λειτουργία των καμίνων δεν αντιφάσκει καθόλου με το σίγουρο κέρδος το οποίο προσδοκάτο. λόγω του ότι δεν επρόκειτο περί μεταλλεύματος, που πρέπει κατ' αρχάς να εξορυχθεί, να μεταφερθεί και μπορεί να παρουσιάσει δυσκολίες στην τήξη με αβέβαια αποτελέσματα, αλλά περί σκωριών και μάλιστα εγγύτατα του μεταλλουργείου ευρισκομένων, με γνώση της περιεκτικότητας τους σε αργυρούχο μόλυβδο και σχετικά όχι δύσκολη καμίνευση. Τούτο εξηγείται κατά πρώτο και κύριο λόγο από το. όπως αναφέρθηκε, όχι μεγάλο αρχικό κεφάλαιο, που δεν επέτρεπε εύρος εργασιών εξαρχής με λειτουργία δώδεκα καμίνων εξαιτίας του παραγωγικού κόστους (κατασκευή καμίνων. εργατικά, ατμομηχανές και προ παντός αγορά και μεταφορά από την Αγγλία της καύσιμης ύλης, του μεταλλουργικού κοκ για τις καμίνους και των λιθανθράκων για τις ατμομηχανές, και άλλες πολύ απαραίτητες αρχικές δαπάνες), οπότε με την απόκτηση των πρώτων κερδών θα γινόταν η παραγωγική επανεπένδυση τους, και οπωσδήποτε έπρεπε να αποδειχθούν σαφή παραγωγικά πρακτικά αποτελέσματα σε μικρή κλίμακα, για να υπάρξει στη συνέχεια επέκταση των καμινευτικων έργων.

Το μεταλλουργείο της llarion Roux et Cie στο Λαύριο.

Κατά δεύτερο λόγο. η μη συνεχής λειτουργία όσων καμίνων κατασκευάζονταν οφείλεται στον τύπο τους. Οι κάμινοι αυτού του τύπου χρειάζονταν, κατά τακτά χρονικά διαστήματα επιδιορθώσεις, πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε ορισμένες από αυτές να παύσουν να λειτουργούν. Οι κάμινοι ήταν τύπου Καστιλιάνο (Homo Castellano). ήδη σε λειτουργία πριν από το 1825' στην Καρθαγένη, γι'αυτό ονομάζονταν και ισπανικές, στις οποίες όμως ο Γάλλος Marion Roux, γενικός διευθυντής της εταιρείας του Λαυρίου -αντιπρόσωπος της ήταν ο δεινός, άλλα ηγεμονικής νοοτροπίας, επιχειρηματίας Ιταλός J.Β. Serpieri-, είχε επιφέρει αργότερα σοβαρές τροποποιήσεις στο μεταλλουργείο που διέθετε εκεί. και φυοικώ τω λόγω η μεταφορά στο Λαύριο, και για πρώτη φορά στην Ελλάδα, της μεταλλουργικής τεχνολογίας ήταν αυτού του συστήματος. Αυτές οι κάμινοι. σχήματος κυλινδρικού, ήταν χαμηλές, ύψους περί τα 2 μ.", κατασκευασμένες εν σειρά ανα έξι, καλυπτόμενες σε τρία προς τούτο ανεγερθέντα υπόστεγα. Για την κατασκευή τους απαιτήθηκαν το ειδικό χώμα της Σαντορίνης, χαλίκια για τη θεμελίωση και άλλα υλικά, όλα μεταφερμένα από τη Μασσαλία. Αυτά ήταν πυράντοχες πλίνθοι που χρησιμοποιήθηκαν στις πρώτες καμίνους -στη συνέχεια για την κατασκευή και την επιδιόρθωση τους έγινε χρήση του εξίσου πυρομάχου κρυσταλλοειδούς σχιστολίθου της μαρμαρυγής, εξορυσσομένου στο Λαύριο με ετήσια κατανάλωση 1500 κ.μ. - πυρόχωμα. πλάκες χυτοσιδήρου για τη βάση της καμίνου, ειδικό ανθρακόμειγμα με λειοτριμμένο κοκ και πυρόχωμα για τον μυχό της. σιδερένιες στήλες με στρόφιγγες, πλάκες χυτοσιδήρου με στρόφιγγες, σιδερένια ελάσματα (στεφάνια) δεσίματος των καμίνων για τις διαστολές και τις συστολές

από τη θερμοκρασία, σιδερένια καλύμματα, οι καπνοδόχοι τους για την απαγωγή των καπνών στο πάνω μέρος των καμίνων, σιδερένιοι αγωγοί για την απόληψη του αργυρούχου μολύβδου και οι τύποι (moules) χύτευσης του (χελώνες, saumons). Στο ύψος του στομίου των καμίνων είχε κατασκευασθεί ξύλινη γέφυρα για τη γόμωση τους με το κοκ και τις σκωρίες, μπροστά δε σε καθεμία είχε ανοιχθεί λιθόκτιστο, και αργότερα από σιδερένιες πλάκες, αυλάκι για την εκροή της νέας σκωρίας (gatcha στην ορολογία των Ισπανών καμινευτών). αφού θα είχε ήδη κατακαθίσει ως βαρύτερος στο κάτω μέρος της καμίνου. στη χοάνη, ο αποχωρισθείς από αυτήν αργυρούχος μόλυβδος. Για την επιτυχή λειτουργία της ανάτηξης των σκωριών στις δώδεκα καμίνους γινόταν τροφοδοσία με αέρα εισερχόμενο από τρεις σωλήνες-φυσητήρες (manche), διαμέτρου 10-12 εκ., διοχετευόμενο μέσα από υπόγειο αεραγωγό και παραγόμενο από ανεμιστήρες τριών ατμομηχανών, 22 η πρώτη και 30 ίππων οι άλλες δύο. Γι' αυτό και οι ισπανικές αυτές κάμινοι ονομάζονταν «αέριες» (Fours à manche) '. Κατά το 1867 από το σύνολο της ισχύος των 291 ίππων των 22 ατμοκίνητων εργοστασίων της χώρας οι 82 παρήγοντο από τη μεταλλουργική εταιρεία του Λαυρίου, δηλαδή κατά τι παραπάνω από το ένα τέταρτο. Έως την έναρξη της ανακαμίνευσης είχε τοποθετηθεί η πρώτη ατμομηχανή των 22 ίππων και στη συνέχεια κατά το 1866 και οι άλλες δύο. η δε κατασκευή τους είχε γίνει στα μηχανουργεία Fraissynet της Μασσαλίας. Αρκετά δε εξαρτήματα του αρχικού μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου είχαν κατασκευασθεί στο Μηχανουργείο Βασιλειάδη στον Πειραιά, μάλιστα και η βλάβη της πρώτης ατμομηχανής στην αρχή των εργασιών (1865) είχε επιδιορθωθεί εκεί. Οι κάμινοι Καστιλιάνο ήταν κατάλληλες για εύτηκτες σκωρίες, όπως του Λαυρίου, αναχώνευαν μεγάλη ποσότητα σκωριών και διατηρούσαν σχετικά περισσότερο την πορεία της καμίνευσης. Στην αρχή έγιναν δοκιμές, για να υπάρξει καλύτερο παραγωγικό αποτέλεσμα, με προσθήκη σε μικρές ποσότητες σιδηρούχων και μολυβδούχων συλλιπασμάτων. μεταφερμένων από την Αμερική, την Ισπανία και τη Βόρειο Αφρική. Αποδείχθηκε όμως ότι κάτι τέτοιο συντελούσε στην πτώχεια της καμινευτικής γόμωσης (lit de fusion) εξαιτίας της ιδιαίτερης σύστασης των λαυρεωτικών σκωριών. Οι δώδεκα κάμινοι συνεχούς λειτουργίας καμίνευαν ημερησίως 300-330 τόνους σκωρίας -η καθεμία επομένως 25-27.5 τόνους και σε ετήσια βάση 110.000-120.000 τόνους, η δε αναλογία του μεταλλουργικού κοκ ήταν 17%. ποσοστό σχετικά μεγάλο λόγω της τροφοδοσίας της τήξης με αέρα, αλλά αναγκαίο διότι έτσι ανακαμινευόταν μεγαλύτερη ποσότητα σκωριών και υπήρχε μεγαλύτερη απόδοση σε αργυρούχο μόλυβδο παρά αν γινόταν η ανάτηξη των σκωριών σε άλλο τύπο καμίνων. των «ατμοσφαιρικών» (Horno de gran tiro). Οι τελευταίες εν χρήσει στην Καρθαγένη ήταν κατάλληλες μόνον για την τήξη πολύ εύτηκτων μολυβδούχων μεταλλευ-


μάτων ιδιαίτερης σύστασης και σε καμία περίπτωση για την τήξη σκωριών. Παραγωγή Τα παραγόμενα προϊόντα από την ανάτηξη των λαυρεωτικών σκωριων ήταν: α. ο σκληρός αργυρούχος μόλυβδος, ο οποίος, αφού χυνόταν σε τύπους σχήματος χελώνας, βάρους η καθεμία 60 κιλών και με την επιγραφή «ΕΛΛΑΣ» -σώζεται και εκτίθεται στο Ορυκτολογικό Μουσείο Λαυρίου μια τέτοια χελώνα μολύβδου-, διετίθετο σχεδόν όλος στην αγορά της Αγγλίας, όπου με περαιτέρω διαχωρισμό ελαμβάνετο ο λίαν καθαρός μόλυβδος και ο άργυρος, β. ο μολυβδίτης λίθος, ο οποίος περιέχοντας ακόμη μόλυβδο με προσμίξεις αντιμονίου, σιδήρου, ψευδαργύρου, αρσενικού ανακαμινεύεται για περαιτέρω απόληψη του εμπεριεχομένου μολύβδου. γ. οι μολυβδούχοι καπνοί, ένα μέρος των οποίων ξέφευγε στην ατμόσφαιρα και ένα άλλο, περιεκτικότητας 30-40% σε μόλυβδο, κατεκρατείτο ψυχόμενο στον καπναγωγό από τον οποίο συλλεγόμενο και μορφοποιούμενο με ασβέστη σε πλίνθους ανακαμινευόταν. Μάλιστα, στα πρώτα χρόνια έως το 1868. το μικρό μήκος και ο τρόπος κατασκευής του καπναγωγού που συνέδεε τις καμίνους επέφεραν μεγάλες απώλειες σε μολυβδούχους καπνούς, οι οποίες ελαττώθηκαν από την κατασκευή εκείνο το έτος τελειοποιημένου λιθόκτιστου καπναγωγού μήκους 1200 μ., εσωτερικού κενού 12.000 κ.μ., και ο οποίος κατέληγε σε μια επίσης λιθόκτιστη καπνοδόχο, ύψους 30 μ. πάνω στον νότιο λόφο του λιμανιού, ύψους 40 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, μετριάζοντας κατά κάποιο τρόπο και τις επιπτώσεις των δηλητηριωδών μολυβδούχων-αρσενικούχων καπνών πάνω στους εργαζομένους και στη νεοσχηματιζόμενη πόλη, δ. η νέα σκωρία (gatcha), περιέχουσα ακόμη 2-4,5% μόλυβδο' . η οποία απορριπτόταν ως στείρο πλέον υλικό της τήξης. Σώζονται η τετράγωνη βάση -το εσωτερικό της έχει σχήμα οκταγώνου- της καπνοδόχου και τμήμα του λιθόκτιστου καπναγωγού με τα χαρακτηριστικά πυλίδια για την αφαίρεση των ψυχθέντων μολυβδούχων καπνών από τους εργάτες, στον νότιο λόφο του λιμανιού, όπως και οι σωροί των σκωριών, που τις θεωρούμε ως ιδιαίτερα σημαντικό τεχνικό μνημείο της περιοχής από ιστορική, τεχνολογική και αισθητική άποψη (όλα κηρυγμένα ιστορικά διατηρητέα μνημεία από το ΥΠΠΟ, ΦΕΚ 491/Β/1.6.1995). Οι μεγάλες απώλειες σε αργυρούχο μόλυβδο, κυρίως στις σκωρίες. οφείλονταν στον τύπο των καμίνων Καστιλιανο. οπωσδήποτε καταλληλότερων από αυτόν των «ατμοσφαιρικών», όπως αναφέρθηκε, αλλά υπολειπομένων σαφώς εκείνων του συστήματος Pilz του Freiberg της Σαξονίας' . που εφαρμόσθηκε αργότερα στην ελληνική αντικατέστησε τις Καστιλιάνο- και στη γαλλική εταιρεία. Η μη αντικατάσταση τους και από την Marion Roux et Cie έχει σχέση με την αποκτημένη πείρα των Ισπανών καμινευτών της στα μεταλλουργεία των καμίνων Καστιλια-

νο του Ι. Roux στην Καρθαγένη, που μπορούσε να μεταδοθεί και στους πιο επιδέξιους νέους εργάτες της -μια αλλαγή σε εκείνη τη φάση της τεχνολογίας θα δυσκόλευε τα πράγματα- αλλά πρώτα και πάνω από όλα οφείλεται στον εκτατικό τρόπο παραγωγής που χαρακτήριζε αυτήν την εταιρεία, η οποία, παρά τις εν γνώσει της απώλειες αλλά και τα πολλά έξοδα από τη μεγάλη κατανάλωση κοκ, και με αυτές τις καμίνους είχε ικανά κέρδη και φυσικά δεν θα ήθελε να υποβληθεί σε νέες. τέτοιου μεγέθους, δαπάνες. Άλλωστε γι' αυτόν τον λόγο δεν προέβη και στην κοκκοποίηση της εξερχόμενης από τις καμίνους σκωρίας με σύστημα ψυχρού νερού, ύστερα από πρόταση, το 1867. του Α. Κορδέλλα -ήδη αρχιμηχανικού παραγωγής της εταιρείας από το 1865-, διότι κατ' αυτόν «η αφθονία των τότε πρώτων υλών και αι μεγάλαι περιεκτικότητες συνετέλεσαν εις την αναβολήν της πραγματοποιήσεως τοιούτου οικονομικού μεν συστήματος εν τη εκμεταλλευθεί, πλην δαπανηρού εν τη πρώτει αυ,? τού εγκατασταθεί» . Οι κάμινοι τήξης τύπου Pilz που είχαν εν χρήσει η ελληνική και η γαλλική εταιρεία ήταν φρεατώδεις. κυλινδρικές, ύψους 6.10 μ. και χωρητικότητας 14-16 κ.μ., καμινεύοντας 2530 τόνους το 24ωρο. Ήταν κατασκευασμένες από πυρίμαχες πλίνθους (rèfractaires), το άνω τμήμα τους περιβαλλόταν από σιδερένιες πλάκες, στηρίζονταν δε σε τέσσερις σιδερένιες στήλες· διέθεταν επίσης τέσσερα ακροφύσια για την παροχή του αέρα, μέσω των τεσσάρων φυσητήρων, τον οποίο παρήγαν οι ανεμιστήρες κινούμενοι από τις ατμομηχανές που χρησίμευαν επιπροσθέτως για την ανύψωση του νερού του διερχομένου διά των φυσητήρων για την ψύξη τους. Η δε διάμετρος των καμίνων στο επίπεδο των φυσητήρων ήταν 1,40 μ. Σταδιακά από το 1893 η ελληνική εταιρεία τροποποίησε τις καμίνους συστήματος Pilz κατά το ίδιο σχήμα των καμίνων Pilz του Freiberg της Σαξονίας, δηλαδή με πέντε φυσητήρες και διάμετρο 1,60 μ., καμινεύοντας 55 τόνους το 24ωρο. Φυσικά με την ολοένα αποκτώμενη πείρα γινόταν συνεχής προσπάθεια για μείωση της δαπάνης παραγωγής (prix de revient), μικρότερες απώλειες και μεγαλύτερες αποδόσεις. Αργότερα, το 1906, η γαλλική εταιρεία, αφού κατήργησε τις καμίνους τύπου Pilz, που ήταν όπως αυτές της πρώτης περιόδου της ελληνικής, εγκατέστησε την αμερικανική κάμινο Water Jacket, στην πρωτοπορία της καμινευτικής τεχνικής, η οποία και σώζεται in situ στο μεταλλουργείο της. Κατά το 1869 και το 1870 η εταιρεία χρησιμοποίησε και ιδιαίτερο τύπο καμίνων (Four à réverbère) κάθαρσης του σκληρού αργυρούχου μολύβδου, που είχε παραχθεί από τις Καστιλιάνο. για την παραγωγή καθαρού ή μαλακού μολύβδου, μια εργασία όντως δύσκολη και δαπανηρή, διότι ο σκληρός μόλυβδος έπρεπε να παραμείνει σε αυτές τις καμίνους επί πολύ χρόνο και σε υψηλή θερμοκρασία, και από τη διαδικασία της καμίνευσης οι κάμινοι καθίσταντο άχρηστες και χρειαζόταν να επιδιορθωθούν ή να ανακατασκευασθούν. Τα παραγόμενα προϊόντα της κάθαρσης

του σκληρού μολύβδου ήταν ο καθαρός ή μαλακός μόλυβδος, χυνόμενος σε τύπους χελώνας με την επιγραφή «ΦΩΣ», και τα μολυβδουχα ξαφρίσματα. περιεκτικότητας 5060% σε μόλυβδο, τα οποία ανακαμινεύονταν σε μια μικρή ιδιαίτερη κάμινο και παραγόταν πάλι σκληρός μόλυβδος, που υφίστατο την ίδια διαδικασία της κάθαρσης. Η ετήσια μέση παραγωγή της εταιρείας σε μεταλλικό αργυρούχο μόλυβδο ήταν 7000-8000 τόνοι, μετά δε το 1869, στην ακμή των έργων της, η ετήσια παραγωγή θα φθάσει τις 8000-10.000 τόνους, κοντά στο ήμισυ της συνολικής παραγωγής της Γαλλίας . Συνολικά δε στα οκτώ χρόνια της λειτουργίας της ( 1865-1873), παρήγαγε 60.000 τόνους με 500 γρ. άργυρο κατά τόνο περιεχομένου μολύβδου και κατανάλωσε καύσιμη ύλη λιθάνθρακα 60.000 τόνους και 125.000 τόνους μεταλλουργικού κοκ. το οποίο εισήγε από την Αγγλία \ Πάντως η παραγωγή αργυρούχου μολύβδου σε αυτά τα οκτώ χρόνια από την εταιρεία θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερη. Η απόκρυψη μέρους της συνδεόταν με θέματα φορολογίας, αν λάβουμε υπόψη μας τις συγκρούσεις που είχε με το ελληνικό κράτος σχετικά με τις σκωρίες και τις εκβολάδες. Το Λαύριο είχε ξαναγεννηθεί' το κύμα της θάλασσας, μονός σχεδόν φίλος για αιώνες των έρημων ακτών του Λαυρίου είχε δώσει τη θέση του σε ένα άλλο κύμα, αυτό της βιομηχανικής επανάστασης που είχε φθάσει τελικά και στο Λαύριο, όχι απλώς να το μεταμορφώσει, όπως αλλού, ανατρέποντας παλαιά οικονομικά, κοινωνικά, οικιστικά δεδομένα, άλλα στην κυριολεξία να του εμφυσήσει ζωοποιό δύναμη. Οι φυσητήρες παρέχοντας αέρα στις καμίνους. παραγόμενο από τους ανεμιστήρες της ατμομηχανής -« μέρα και νύχτα δεν σταματά να ακούγεται το υπόκωφο βουητό»-.οι λάμπουσες φωτιές των καμίνων. έδιναν πνοή και φως στη ναρκωμένη και συσκοτισμένη από την ερημιά των αιώνων Λαυρεωτική. Η ατμομηχανή, αυτή η νέα Εργάνη Αθηνά του σύγχρονου κόσμου, στις πρώτες ήμερες των δοκιμών των καμίνων -αρχές Μαΐου 1865-. πριν από τα επίσημα εγκαίνια των εργασιών, θα συγκεντρώσει την προσοχή τους: «απέσπα πάντων τα βλέμματα· αύτη έμελλε ν' αναστήση όλον εκείνον τον βιομηχανικόν κόσμον εύδηλον λοιπόν μετά πόσης αγωνίας ανεμένομεν πάντες. Και επί τέλους η ατμομηχανή ήρξατο λειτουργούσα και παράγουσα άφθονον πεπιεσμένον αέρα. οι κάμινοι επληρώθησαν σκωριών και οπτανθράκων...» . Στις 5 Μαΐου 1865 γίνονται τα επίσημα εγκαίνια των εργασιών της εταιρείας «ότε διεγέλα μεν η ημέρα εκ των πρώτων του ηλίου ακτινών, διεγέλων δε τα πρόσωπα ημών εκ της φαιδρότητος. ήλθεν ο σεβασμιώτατος και αείμνηστος μητροπολίτης Θεόφιλος περιβεβλημένος την απαστράπτουσαν αρχιερατικήν στολήν ιστάμενος δε παρά τας καμίνους ηυλόγει και ηγιάζεν αυτάς 6 ως και τον παραχθέντα μόλυβδον»' . Η 5η Μαΐου 1865 είναι η γενέθλιος ημέρα του νεότερου Λαυρίου, αλλά όχι μόνον η τομή αυτή στην ιστορία του Λαυρίου και η περιγραφόμενη παραπάνω συγκίνηση είναι.


πιστεύουμε, η τομή και η συγκίνηση από την αυγή μιας νέας εποχής, της βιομηχανικής, που κάνει την παρουσία της και στην Ελλάδα, όχι μόνον γιατί τις επόμενες δεκαετίες το Λαύριο θα μετεξελιχθεί σε ένα σπουδαίο μεταλλευτικό-μεταλλουργικό βιομηχανικό κέντρο, αλλά και επειδή έκτοτε αρχίζει να παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις το βιομηχανικό φαινόμενο και στην υπόλοιπη χώρα, το οποίο στη δεκαετία του 1870 θα οριστικοποιηθεί, με την όποια έκταση και ένταση του βέβαια, που ασφαλώς είναι συζητήσιμη. Στο Λαύριο έως το τέλος της δεκαετίας του 1860 τα σημάδια της βιομηχανικής αναστάτωσης, της νέας εποχής του άνθρακα και του σιδήρου είναι ορατά: ατμομηχανές, μεταλλουργικές κάμινοι, συγκέντρωση εργατών από τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, βιομηχανικός ατμοσιδηρόδρομος, με προεξάρχον έμβλημα βιομηχανικής αισιοδοξίας τη μεγάλη καπνοδόχο στον νότιο λόφο του βιομηχανικού πλέον λιμανιού, στο οποίο κατέπλεαν μεγάλα ιστιοφόρα και ατμόπλοια. Είναι μεγάλη χαρά για τον υποφαινόμενο να δημοσιεύει αυτό το κείμενο στο περιοδικό Τεχνολογία, του ΠΤΙ ΕΤΒΑ, ένα ίδρυμα και ένα περιοδικό που έχει πρωτοστατήσει στα θέματα της βιομηχανικής αρχαιολογίας στην Ελλάδα -ενός επιστημονικού κλάδου που δυστυχώς ακόμη στη χώρα μας είναι στις απαρχές- με σχετικές εκδόσεις και ίδρυση τεχνολογικών μουσείων από αυτήν τη δραστηριότητα πολύ ωφελήθηκε ο γράφων και ελπίζω αυτή η δημοσίευση να είναι ένα μικρό αντί-δωρο. Το παρόν κείμενο είναι ειλημμένο -προσαρμοσμένο στις ανάγκες αυτής της δημοσίευσης- από τη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα στο Τμήμα Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης της Σχολής της Φιλοσοφίας και των Γραμμάτων του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβαίν: « L archéologie industrielle des sociétés minières et métallurgiques du Laurion (1860-1917)». ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΔΕΡΜΑΤΗΣ 1. Εκθεσις περί των εν Λαυρίω αρχαίων σκωριών και της προσδοκώμενης εκ της ανακαμινευσεως αυτών προσόδου συνταχθείσα υπό της επί τούτω συστηθείσης επιτροπής συγκειμένης εκ των κ.κ. Π. Βουγιούκα, θ. Ηπίτου. Ι. Ροδίου. Δ. Παπαγεωργίου. Α. Χρηστομάνου. 2/14 Νοεμβρίου 1865. πίνακας Ι. χ.τ..χ.χ. 2. Σ. Βοβολίνης, Μέγα Βιογραψικόν Λεξικόν. 2, Αθήναι 1958. λήμμα Α. Κορδέλλας. 44-66, όπου παρατίθενται ασχολίαστα μεγάλα αποσπάσματα από τις ανέκδοτες «Εντυπώσεις του μηχανικού-μεταλλειολογου Α. Κορδελλα». 3. Δ. Χαραλάμπης. Προς το επι των Οικονομικών Υπουργείον. περί των υπό της εταιρίας Ιλ. Ρου και Σας ανακαμινευθεισών σκωριών του Λαυρίου. 14.2.1867. χ.τ.. χ.χ.. 5. 4. Εκθεσις περί της καθαρός προσόδου των εν Λαυρίω σκωριών. 20.2.1867. Η επιτροπή. Γ. Χρυσιδης. Δ. Ιγγλεσης. Δ. Σκαλιστήρης. Ι. Σεχος. Γ. Ιωάννου. Α. Βουσακης. χ.τ.. χ.χ.. 3. 5. Α. Cordelias. Le Launum. Marseille 1869 (μτφρ. Α. Κανατούρης. Λαύριο 1993.52-53)· Α. Κορδελλας. Συνοπτική περιγραφή διαφόρων μεταλλουργικών και μεταλλευτικών προϊόντων του Λαυ-

ρίου, εκτεθέντων κατά την Β περίοδον των Ολυμπίων. Αθήναι 1870, 24· Ch. Ledoux, «Le Laurium et les mines d'argent en Grèce», Revue des deux mondes (1.2.1872), 566' Ε. Δεληγεώργης. Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου, Εκθεσις προς το ΥπουργικόνΣυμβούλιον. 26.8.1872. Εν Αθήναις 1872.38- Η Εκθεσις του κ. Ansted διευθυντού των εν Λαυρίω μεταλλουργικών έργων μετά της προς την κυβέρνησιν αναφοράς του Διοικητικού Συμβουλίου των Μεταλλουργείων Λαυρίου. Αθηνησιν 1874.9, όπου αναφέρεται ότι και κατά το 1874 η διαδεχθείσα, το 1873. την Manon Roux et Cie, στις ίδιες εγκαταστάσεις. Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου είχε σε πλήρη ενέργεια αυτές τις 12 καμίνους. 6. G. Chastagnaret «Le secteur minier dans Γ économie espagnole au XIXe siècle». Thèse Dactylographiée. Université de Provence, Aix-en-Provence, 1985. 297· T. Καλόγρη. «H συμβολή της εταιρείας των Μεταλλουργείων του Λαυρίου στη δημιουργία και την ανάπτυξη της πόλης του Λαυρίου». Πρακτικά Ε Επιστημονικής Συνάντησης ΝΑ Αττικής, Παιανία 1994,308 σημ. 9. 7. Α. Κορδέλλας. Περί των σκωριών και της μεταλλουργικής βιομηχανίας εν Ελλάδι. Εν Αθήναις 1865, 16. 8. Α. Κορδέλλας. Η Ελλάς εξεταζόμενη γεωλογικώς και ορυκτολογικώς. Αθηνησιν 1878, 134, σημ. 1. και Ch. Ledoux, ο.π.. 565. 9. J.Β. Serpieri, Προσθήκη εις το προς την Βουλην απευθυνθεν υπόμνημα (σ.σ. της φορολογίας των σκωριών), 3/15.1.1866, χ.τ., χ.χ., 5. 10. Α. Κορδέλλας, Συνοπτική περιγραφή, ό.π.. 26-27 και ο ίδιος. Εκθέσεις και υπομνήματα περί

της καταστάσεως της εταιρείας των μεταλλουργείων και περί γενικής διαρρυθμίσεως των έργων αυτής. Εν Αθήναις 1890, 36. 11. Οι ισπανικές κάμινοι Καστιλιάνο. «επινοηθείσαι εν τοις χωνευτηρίοις του Roux de Fraissynet, διευθυντού των εν τω όρμω του Escombrerar της μεσημβρινής Ισπανίας μεταλλουργείων», ήταν εν χρήσει και στο μεταλλουργείο του Alport παρά το Bakewell στο Derbyshire. Πολλές δοκιμές στα μεταλλουργεία της Αγγλίας και της Ουαλίας είχαν αποδείξει ότι ήταν μεν κατάλληλες για εύτηκτες και πτωχές σκωρίες. αλλά ακατάλληλες για πλούσιες, όπως του Λαυρίου, λόγω των μεγάλων απωλειών βλ. Κ. Μητσόπουλος, Περί του αν επικερδείς ή ζημιώδεις αι ισπανικοί κάμινοι των μεταλλουργείων Λαυρίου. Αθηνησιν 1877,8-17. 12. Α. Κορδέλλας. «Προσλαλιά κατά την ΣΤ' επιστημονικήν εκδρομήν του Πολυτεχνικού Συλλόγου Αθηνών εις Λαυρειον». Αρχιμήδης Ζ/3. Αθήναι. Ιούλιος 1906. 6 σημ. 1. 13. Ch. Ledoux, ό.π.. 566' Α. Κορδέλλας, Συνοπτική περιγραφή, ό.π., 24· ο ίδιος. Περιγραφή διαφόρων μεταλλευτικών προϊόντων του Λαυρίου και Ωρωπού κατά την Γ περίοδον των Ολυμπίων, Εν Αθήναις 1875,43. 14. Α. Κορδελλας, Ο μεταλλευτικός πλούτος και αι αλυκαί της Ελλάδος. Εν Αθήναις 1902, 4950. πίν. 3 και 4. 15. Α. Κορδέλλας. «Το Λαύριον και ο ελληνικός άργυρος, ανεγνώσθη εν τω συλλόγω (σ.σ. Παρνασσός) τη 29 Ιανουαρίου 1890», ΠαρνασσόςΓ (1895). 73-74. 16. Α. Κορδέλλας. «Το Λαύριον και ο ελληνικός άργυρος», ό.π.. 74.

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΡΧΑΙΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ Η εμφάνιση του νομίσματος (από την αρχαία λέξη νόμος) με τη σημερινή του έννοια, δηλαδή του μεταλλικού κέρματος με καθορισμένο βάρος και αξία, κοινής αποδοχής, με τη σφραγίδα της αρχής που το εξέδωσε (πόλη, άρχοντας), τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. στο χώρο της Ιωνίας και της Λυδίας. Η επινόηση αυτή ήταν η φυσική εξέλιξη μακροχρόνιων προσπαθειών για απλοποίηση των εμπορικών συναλλαγών και αποτέλεσε μεγάλη τομή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η πρώτη μορφή εμπορίου ήταν οι ανταλλαγές σε είδος (ανταλλαγή πλεοναζόντων αγαθών), που περιελάμβανε από αγαθά καθημερινής χρήσης, όπως γεωργικά προϊόντα, ζώα, ρούχα, αλάτι, όστρακα της θάλασσας κ.ά., έως πολυτελή αντικείμενα. Η εγκατάσταση των ανθρώπων μόνιμα σε κάποιο τόπο και η ενασχόληση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία καθιέρωσαν τα βοσκήματα, κυρίως τα πρόβατα και τα βόδια, ως μέσον συναλλαγής. Για μεγαλύτερη διευκόλυνση, τα ζώα αντικαταστάθηκαν σιγά σιγά από μέταλλα (περίπου την 3η χιλιετία π.Χ.), υλικό πιο ανθεκτικό, εύχρηστο, που εύκολα διαιρείται, μεταφέρεται, φυλάσσεται και δεν χρειάζεται συντήρηση και διατήρηση όπως τα ζώα. Στην αρχή χρησιμοποιήθηκαν κομμάτια μετάλλων -συνήθως από σπασμένα κοσμήματα-, ράβδοι και αργότερα λέβητες, όπλα, τρίποδες, πελέκεις (τάλαντα) και οβελοί, οι οποίοι θεωρούνται και πρό-

δρόμοι του νομίσματος. Η χρήση των οβελών ήταν καθημερινή και διαδεδομένη, γΓ αυτό χρησιμοποιήθηκαν ως μέσον συναλλαγής. Η επινόηση αυτή τοποθετείται στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. ή λίγο αργότερα (στο Αργός από το βασιλιά Φείδωνα κατά ορισμένους μελετητές), η χρήση τους όμως συνεχίστηκε και αργότερα παρά την εμφάνιση του νομίσματος. Η λέξη «οβολός» για τον προσδιορισμό της νομισματικής μονάδας προέρχεται από το οβελός (σούβλα) και η «δραχμή» από το δράττω-δραξ. Οβολός και οβελός θεωρούνται ίσης αξίας. Η δραχμή ισοδυναμούσε με έξι οβελούς. δηλαδή με όσους, κατά μια θεωρία, μπορούσε να κρατήσει ένα χέρι. Οι πολιτισμοί της αρχαιότητας, που αντιλήφθηκαν τη σπουδαιότητα του νομίσματος και το χρησιμοποίησαν στις εμπορικές τους συναλλαγές, ήταν τρεις: ο κινεζικός, η νομισματοκοπία του οποίου δεν δέχθηκε καθόλου εξωτερικές επιρροές, ο ινδικός, ο οποίος δέχθηκε πολλές (ελληνικές, ρωμαϊκές, ισλαμικές), ώστε δύσκολα διακρίνει κανείς τον δικό του χαρακτήρα, και ο ελληνικός στον οποίο οφείλεται η μεγάλη ανάπτυξη της νομισματοκοπίας. Οι Ελληνες ήταν αυτοί που διέδωσαν γρήγορα τη χρήση του νομίσματος τόσο προς Ανατολάς (ινδικός, ισλαμικός πολιτισμός) όσο και προς Δυσμάς ώστε να θεωρούνται οι πρόδρομοι της δυτικής νομισματοκοπίας. Το εξαιρετικό όμως χαρακτηριστικό της ανάπτυξης αυτής είναι το υψηλό


αισθητικό επίπεδο που κατέκτησε το νόμισμα, κυρίως χάρη στην ικανότητα των Ελλήνων να δίνουν μορφή στο ιδεατό. Τα πρώτα νομίσματα ήταν κατασκευασμένα από ήλεκτρο, ένα φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου που βρισκόταν στις όχθες του Έρμου και του Πακτωλού ποταμού.

Μήτρα για την κοπή αθηναϊκών τετραδράχμων (5ος αι. π. Χ.) από το TelelAthnb της Αιγύπτου. Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.

Σχεδιαστική αναπαράσταση κοπής αρχαίου νομίσματος: 1. Σφυρί, «σφύρα». 2. Πάνω μήτρα, «χαρακτήρας». 3. Άμορφη μάζα μέταλλου, «πέταλο». 4. Κάτω μήτρα η «ακμονισκος» (από το βιβλίο του François Rebuffade: La Monnaie dans L ' antiquité).

Οι απαρχές της νομισματοκοπίας τοποθετούνται στην περιοχή της Ιωνίας και της Λυδίας, όπως ήδη αναφέραμε, και η ανασκαφική μαρτυρία προέρχεται από το ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο, στα θεμέλια του οποίου βρέθηκαν 87 νομίσματα από ήλεκτρο. Τα θέματα των πρώτων νομισμάτων έχουν έντονη την επίδραση της Ανατολής με μεγάλη ποικιλία ζώων στον εμπροσθότυπο, ενώ ο χαρακτηριστικός τύπος του οπισθότυπου είναι το έγκοιλο τετράγωνο. Στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. οι ιωνικές πόλεις αρχίζουν να τοποθετούν στα νομίσματα τους παραστάσεις-σύμβολα των πόλεων και των θεών που τις προστατεύουν (ρόδο στης Ρόδου, σέλινο στου Σελινούντος, μήλο στης Μήλου κ.ά.). Στα μέσα όμως περίπου του ίδιου αιώνα συντελείται η επανάσταση της νομισματοκοπίας: στη Λυδία, ο Κροίσος αντικαθιστά τα νομίσματα από ήλεκτρο με κοπές σε άργυρο και χρυσό, ενώ την ίδια περίπου εποχή οι πόλεις Αθήνα, Αίγινα και Κόρινθος στην Κεντρική Ελλάδα, Σύβαρις και Μεταπόντιο στην Ιταλία αρχίζουν να κόβουν νομίσματα, χρησιμοποιώντας όλες ως μέταλλο τον άργυρο. Τα χάλκινα νομίσματα εμφανίζονται για πρώτη φορά στη Σικελία τον 5ο αιώνα π.Χ., αλλά η χρήση τους γενικεύεται κυρίως τον 4ο αιώνα π.Χ. στην Αθήνα και τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Αντιπροσώπευαν υποδιαιρέσεις μικρότερης αξίας και χρησίμευαν για καθημερινές και τοπικές συναλλαγές.

Η τεχνική της παραγωγής αρχαίων νομισμάτων ήταν απλή και απαιτούσε ελάχιστα εργαλεία. Ο τεχνίτης θέρμαινε την άμορφη μάζα μετάλλου, το «πέταλο», σε καμίνι με ξυλοκάρβουνο και το τοποθετούσε με μια λαβίδα στην κάτω μήτρα, τον «ακμονίσκο», στην επιφάνεια της οποίας ήταν χαραγμένος εσώγλυφος ο εμπροσθότυπος. Από πάνω κρατούσε σε μικρή απόσταση την πάνω μήτρα, το «χαρακτήρα», όπου ήταν χαραγμένος εσώγλυφος ο οπισθότυπος. Κατόπιν χτυπούσε με βαρύ σφυρί, τη «σφύρα», την πάνω μήτρα πάνω στο άμορφο κέρμα, το «πέταλο», στον οποίο αποτυπώνονταν με αυτό τον τρόπο συγχρόνως ο εμπροσθότυπος και ο οπισθότυπος. Υστερα το νόμισμα τοποθετούνταν σε νερό για να σκληρύνει το μέταλλο. Οι σφραγίδες (μήτρες) κοπής των νομισμάτων ήταν κατασκευασμένες από κράμα χαλκού και κασσίτερου (ο τελευταίος σε υψηλό ποσοστό, πάνω από 10%), ο οποίος προσέδιδε σε αυτές την απαραίτητη σκληρότητα (το κράμα των σφραγίδων των αθηναϊκών

νομισμάτων του 5ου αιώνα π.Χ. περιείχε 2025% κασσίτερο), ή από σίδηρο, αλλά ενδεχομένως οι περισσότερες μήτρες κατασκευάζονταν από κράμα χαλκού. Το σχέδιο στις επιφάνειες των σφραγίδων ήταν έγγλυφο και το πιθανότερο είναι ότι χαραζόταν απευθείας σε αυτές, τεχνική που είχε χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν με μεγάλη επιτυχία στους λίθους και τα κοσμήματα. Μια άλλη, λιγότερο πιθανή, εκδοχή είναι ότι το σχέδιο κατασκευαζόταν σε ανάγλυφο, όπως θα ήταν το τελικό νόμισμα, πάνω σε σφραγίδα (θετικό), με την οποία αποτυπωνόταν ύστερα στην επιφάνεια των σφραγίδων κοπής των νομισμάτων, εσώγλυφο (αρνητικό). Τη σφραγίδα αυτή μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν για την εύκολη παραγωγή μητρών. Δεν υπάρχει όμως καμία απόδειξη για τη χρήση της τεχνικής αυτής στα ελληνικά νομίσματα, τα οποία είναι σχεδόν βέβαιο ότι κόπηκαν με μήτρες της πρώτης τεχνικής. Οι μήτρες των νομισμάτων ήταν ικανές να παράγουν χιλιάδες νομίσματα, αν και η πάνω, του οπισθότυπου, εκείνη που δεχόταν το χτύπημα του σφυριού, φθειρόταν γρηγορότερα από την κάτω, η οποία ήταν στερεωμένη και καλά προστατευμένη μέσα σε αμόνι. Το σχήμα και το πάχος των νομισμάτων, που ποικίλλει κατά εποχές, οφείλεται στην τεχνική παραγωγής και επηρεαζόταν από τις εκάστοτε τεχνοτροπικές αντιλήψεις. Η απλή αυτή τεχνική της κοπής νομισμάτων διατηρήθηκε κατά βάση ίδια, με παραλλαγές κατά εποχές και νομισματοκοπεία, έως τον 16ο αιώνα, οπότε άρχισαν να χρησιμοποιούνται μηχανήματα. Η τεχνική κατασκευής νομισμάτων με χύτευση σε ειδικά διαμορφωμένα καλούπια, χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα (Κίνα, Ινδία, Ισπανία, Ιταλία). Η ποιότητα των νομισμάτων αυτών ήταν πολύ κατώτερη από εκείνη των χτυπητών.


Δισκόμορφη πλάκα με κοίλες υποδοχές για τη χύτευση μετάλλου προς παραγωγή πετάλων. Σώζονται ακόμη στη θέση τους δύο ενωμένα μεταξύ τους πέταλα. Πάφος. Κύπρος (Κ. Nicolaou -Discovery of a Ptolemaic Mint at Nea Paphos». Πρακτικά του Πρώτου Διεθνούς Κυπρολογικού Συνεδρίου. Λευκωσία 1972).

Πολλές και ποικίλες ήταν οι μέθοδοι παρασκευής άμορφων πετάλων μετάλλου, οι οποίες διέφεραν κατά εποχές και νομισματοκοπεία. Η πιο διαδεδομένη μέθοδος ήταν με χύτευση σε ειδικά διαμορφωμένα καλούπια διαφόρων τύπων (κλειστά, ανοιχτά, κατασκευασμένα από ψημένο πηλό ή πέτρα κ.ά.). Άλλη πολύ γνωστή μέθοδος παρασκευής πετάλων ήταν με κοπή από κυλινδρική ράβδο καθώς και από φύλλα ή λωρίδες μετάλλου. Τα μέταλλα που χρησιμοποιήθηκαν στη νομισματοκοπία είναι το ήλεκτρο, ο χρυσός, ο άργυρος, ο χαλκός και σπανιότατα ο σίδηρος. Το ήλεκτρο, φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου που χρησιμοποιήθηκε στα πρώτα νομίσματα, περιείχε πάνω από 60% χρυσό. Αργότερα, όταν άρχισαν να το παρασκευάζουν τεχνητά, πρόσθεταν και ένα ποσοστό χαλκού (6% περίπου). Ο χρυσός χρησιμοποιήθηκε τόσο σε μεγάλη καθαρότητα όσο και αναμεμιγμένος με άργυρο. Σε μερικές περιπτώσεις περιείχε και χαλκό. Ο άργυρος τους πρώτους αιώνες ήταν μεγάλης καθαρότητας, ενώ αργότερα αναμιγνύεται με άλλα μέταλλα, κυρίως με χαλκό, για να αποκτήσει σκληρότητα, αλλά και για λόγους οικονομικούς. Η μεγάλη υποβάθμιση του αργύρου άρχισε μετά τα πρώτα χρόνια της ρωμαιοκρατίας και συνεχίστηκε. Ο χαλκός χρη-

σιμοποιήθηκε κυρίως σε κράματα αναμεμιγμένος με κασσίτερο πρώτα και αργότερα με μόλυβδο, ενώ ο ψευδάργυρος χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα τη ρωμαϊκή περίοδο. Σε εποχές οικονομικών δυσχερειών ή κρίσεων, η υποβάθμιση του νομίσματος γινόταν είτε με την προσθήκη μεγάλου ποσοστού ευτελέστερου μετάλλου στο κράμα είτε με τη χρήση ευτελέστερου μετάλλου στον πυρήνα (χαλκού ή κράματος χαλκού συνήθως) και την επίστρωση του ευγενέστερου στην επιφάνεια. Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο κοπής επάργυρων (υπόχαλκων) νομισμάτων σε διάφορες εποχές. Οι τεχνικές είναι πολλές και ποικίλες. Η παλαιότερη μέθοδος επαργύρωσης ήταν εκείνη της κάλυψης του χάλκινου πυρήνα με φύλλο αργύρου, το οποίο είχε την ίδια σύσταση με τα αργυρά νομίσματα που ήθελε να μιμηθεί. Χρησιμοποιήθηκε κατά τους ελληνιστικούς αλλά και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η συγκόλληση του φύλλου με τον πυρήνα επιτυγχανόταν είτε με απλή θέρμανση, η οποία δημιουργούσε διάχυση των ατόμων των δύο μετάλλων -χαλκού και αργύρου- είτε με τη χρήση συγκολλητικού κράματος (solder) ανάμεσα στο φύλλο και τον πυρήνα. Το σημείο τήξης του κράματος αυτού (συνήθως κράμα χαλκού και αργύρου) ήταν χαμηλότερο από αυτό του φύλλου αργύρου ή του χάλκινου πυρήνα. Έτσι, όταν θερμαινόταν στην κατάλληλη θερμοκρασία έλιωνε και ο πυρήνας κολλούσε με τα φύλλα αργύρου. Το πάχος των φύλλων αυτών ήταν πολύ μεγαλύτερο από τις επιστρώσεις αργύρου των μεταγενέστερων περιόδων. Μια άλλη μέθοδος ήταν της εμβάπτισης του υπερθερμασμένου χάλκινου πυρήνα σε τηγμένο άργυρο. Παραμένουν όμως για τους μελετητές μερικά ερωτήματα πρακτικής φύσης με κυριότερο το πώς κατόρθωναν να διατηρούν τη θερμοκρασία του λουτρού αρκετά υψηλή ώστε να κρατάει τηγμένο τον άργυρο όταν εμβάπτιζαν το νόμισμα, αλλά και αρκετά χαμηλή ώστε να προστατεύουν τον χάλκινο πυρήνα από τήξη. Μια εναλλακτική μέθοδος είναι η κάλυψη του χάλκινου πυρήνα με σκόνη κράματος αργύρου με χαλκό, η οποία θερμαίνεται και λιώνει, επιμεταλλώνοντας έτσι με το κράμα τον χάλκινο πυρήνα. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται μερικά από τα προβλήματα της εμβάπτισης. Νομίσματα της τεχνικής αυτής δεν εμφανίζονται πριν από τον 1 ο αιώνα π.Χ. Κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας του

Νέρωνα έως και τα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. (63-260 μ.Χ.), η υποβάθμιση του νομίσματος (για λόγους οικονομικούς) ήταν συνήθης πρακτική. Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ήταν ο εμπλουτισμός της επιφάνειας με άργυρο. Εφαρμοζόταν σε κράματα με χαμηλό ποσοστό αργύρου, που μπορεί να έφθανε και το 1218%' η επιφάνεια των νομισμάτων αυτών εμπλουτιζόταν με άργυρο με την αφαίρεση του χαλκού. Το πέταλο θερμαινόταν για να οξειδωθεί ο χαλκός, ο οποίος μετά απομακρυνόταν με φυσικά οξέα. όπως το ξίδι ή ο χυμός λεμονιού. Τέλος, για να αναδειχθεί ο άργυρος, θέρμαιναν και χτυπούσαν το νόμισμα, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται ένα λεπτό, συνεχόμενο στρώμα αργύρου στην επιφάνεια. Η μέθοδος επαργύρωσης με αμάλγαμα αργύρου χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα, όπως φαίνεται, τον 13ο αιώνα μ.Χ., αν και έχει βρεθεί ένα μεμονωμένο παράδειγμα από τον 8ο αιώνα μ.Χ. Αμάλγαμα αργύρου με υδράργυρο απλωνόταν στην επιφάνεια καλά προετοιμασμένου χάλκινου πυρήνα ή κράματος χαλκού και ύστερα θερμαινόταν για να εξατμιστεί ο υδράργυρος. Το τελικό στάδιο περιλάμβανε στίλβωμα της επιφάνειας. Το πλεονέκτημα της μεθόδου αυτής είναι ότι το στρώμα του αργύρου που σχηματίζεται στην επιφάνεια είναι ομοιόμορφο, δεν παρουσιάζει ενώσεις και μπορούσε να έχει το επιθυμητό πάχος, ανάλογα με τα στρώματα. Η τεχνική της επαργύρωσης με σύγχρονες πάστες διαλύματος αργύρου με νιτρικά άλατα ή άλατα αμμωνίου δεν είναι γνωστό πότε χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά. Τα συστατικά και η τεχνολογία που απαιτούνται είναι πιθανόν να ήταν γνωστά στην αρχαιότητα. Το εύθραυστο του λεπτού στρώματος αργύρου που σχηματίζεται δεν ευνοεί τη διατήρηση του. Οι πάστες αυτές παρασκευάζονται με διάλυμα αργύρου και νιτρικά άλατα ή άλατα αμμωνίου σε υδατικά διαλύματα. Η πύκνωση του διαλύματος γίνεται με εξάτμιση και την προσθήκη ενός άλατος, όπως η στύψη ή το όξινο τρυγικό κάλιο. Η πάστα απλώνεται σε καθαρισμένη επιφάνεια χάλκινου πυρήνα για να σχηματίσει ένα εξαιρετικά λεπτό στρώμα αργύρου. Ο μηχανισμός της αντίδρασης που πραγματοποιείται είναι ηλεκτροχημικός, χωρίς τη χρήση εξωτερικής πηγής ηλεκτρικού ρεύματος. Έχει υποστηριχθεί ότι η μέθοδος χρησιμοποιήθηκε για την κοπή υποβαθμισμένων νομισμάτων της υστερορωμαΐκής περιόδου (silver washed coinage).


Αριστερά: Αθηναϊκό τετρόδραχμο 5ου αι. π.Χ., επάργυρο, με χάλκινο πυρήνα. Δεξιό: Στατήρ Μ. Αλεξάνδρου, π. 330-320 π.Χ., επίχρυσος, με αργυρό πυρήνα. Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.

Σε σύγκριση με τα επάργυρα, τα επίχρυσα νομίσματα είναι σπανιότερα. Στα σποραδικά παραδείγματα, διαφόρων εποχών, που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, η επιχρύσωση γίνεται κυρίως σε χάλκινο (ή κράματος χαλκού) αλλά και σε αργυρό πυρήνα μετάλλου. Από τις κυριότερες τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν είναι η επιχρύσωση με φύλλο χρυσού. Το φύλλο τοποθετείται στον πυρήνα με τη μορφή δύο δισκαρίων που οι άκρες τους διπλώνονται γύρω από την περιφέρεια του. Ύστερα, με στίλβωση και ελαφρό χτύπημα επιτυγχάνεται η καλύτερη επαφή τους με τη σκόπιμα αδρή επιφάνεια του πυρήνα. Η συγκόλληση του φύλλου με τον πυρήνα είναι πιθανόν να επιτυγχανόταν με θέρμανση, η οποία δημιουργούσε διάχυση των ατόμων των δύο μετάλλων (χρυσού και χαλκού ή αργύρου). Μια άλλη μέθοδος είναι η επιχρύσωση με αμάλγαμα χρυσού (fire gilding). Αμάλγαμα χρυσού με υδράργυρο απλώνεται στην επιφάνεια του χάλκινου ή αργυρού πυρήνα και ύστερα θερμαίνεται για να εξατμιστεί ο υδράργυρος. Το στρώμα που σχηματίζεται είναι πολύ καλά συνδεδεμένο με τον πυρήνα και αντέχει τη διαδικασία του χτυπήματος. Η μέθοδος μπορεί να επαναληφθεί όσες φορές χρειάζεται για να αποκτήσει το στρώμα το επιθυμητό πάχος. Αν και η μέθοδος ήταν γνωστή από τον 4ο και τον 3ο αιώνα π.Χ., στη Μεσόγειο δεν είναι σαφές πότε χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στη νομισματοκοπία. Η τεχνολογία των αρχαίων νομισμάτων παρέχει στους μελετητές ένα πλούσιο πεδίο έρευνας. Το άρθρο είναι μόνο μια μικρή εισαγωγή στο μεγάλο αυτό θέμα. ΜΑΡΙΝΑ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΕΤΡΟΥ

Επιλεγμένη βιβλιογραφία Μάντω Οικονομίδου, Αρχαία νομίσματα. Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα 1996. Υπουργείο Πολιτισμού - Νομισματικό Μουσείο. Νομίσματα και νομισματική. Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα 1996. Coins. The Hamlyn Publishing Group Ltd.. London 1980. G.K. Jenkins, Ancient Greek Coins. Seaby, London 1990. D.R. Cooper, The Art and Craft of Coinmaking. A History of Minting Technology. Spink and Son. London 1988.

Η αρχαιολογία έχει πλέον απομακρυνθεί από την παραδοσιακή θεώρηση του παρελθόντος. Δεν αρκείται μόνο στη μελέτη των μνημείων αλλά αναλύει κάθε εύρημα που θα μπορούσε να φωτίσει την ιστορία του ανθρώπου, είτε πρόκειται για περιβαλλοντικά κατάλοιπα είτε για κάποιο ένδοξο αρχιτεκτονικό μνημείο. Στη θεώρηση αυτή σπουδαίο ρόλο έχει παίξει η ανάπτυξη νέων τεχνικών καθώς και νέων κλάδων, ένας από τους οποίους είναι η καρπολογία. Η καρπολογία αποτελεί έναν συναρπαστικό τομέα της περιβαλλοντικής αρχαιολογίας. Μπορεί να διαφωτίσει πολλές πλευρές της καθημερινής ζωής των προγόνων μας και να απαντήσει σε βασικά ερωτήματα γύρω από το παρελθόν. Επομένως, είναι βασική για την αρχαιολογική έρευνα και οι σπόροι και οι καρποί ως αρχαιοπεριβαλλοντικά ευρήματα είναι ίσης αξίας με τα συνήθη αρχαιολογικά ευρήματα, όπως όστρακα κεραμικής, εργαλεία κ.λπ. Τα τελευταία χρόνια, οι νέες τεχνικές συλλογής των φυτικών καταλοίπων έχουν συμβάλει σημαντικά στον εμπλουτισμό των γνώσεων μας γύρω από τη χρήση του φυτικού κόσμου από τον άνθρωπο. Η μελέτη όμως των καταλοίπων αυτών -και κυρίως των καρπών και των σπόρων που θα μας απασχολήσουν εδώ- παρουσιάζει δυσκολίες, διότι απαιτεί μεγάλη εξειδίκευση και εμπειρία. Χρειάζεται επίσης ιδιαίτερη προσοχή κατά τη συλλογή και την ανάλυση των δειγμάτων, ώστε να μπορούμε να έχουμε αξιόπιστα και χρήσιμα συμπεράσματα. Σκοπός του παρόντος κειμένου δεν είναι η παρουσίαση των ήδη γνωστών μεθόδων δειγματοληψίας, αλλά η πρόταση ενός πρωτοκόλλου με βάση τόσο τις βιβλιογραφικές έρευνες όσο και την προσωπική μας εμπειρία. Η αναφορά στις μεθόδους θα είναι επιγραμματική παραπέμποντας πάντα στην αντίστοιχη βιβλιογραφία, κι αυτό γιατί πρόκειται για τομέα γνωστό στον σύγχρονο επιστημονικό κόσμο. Γίνεται επίσης προσπάθεια αποσαφήνισης της ορολογίας, ενώ παράλληλα προτείνεται μια διαφορετική ονομασία του κλάδου εξηγώντας τους λόγους της νέας επιλογής.

L.H. Cope, «Surface-silvered ancient coins. Methods of chemical and metallurgical investigation of ancient coinage». RNS. Special Publication no 8. London 1972.261-278. S. La Niece - P. Craddok (επιμ.). Metal Plating and Patination, Butterworth. Heinemann Ltd.. Oxford 1993. S. La Niece. «Thechnology of silver-plated forgeries». Metallurgy in Numismatics 3 ( 1993). 227-239. W.A. Oddy - M.R. Cowell. «The technology of gilded coin forgeries». Metallurgy in Numismatics3 (1993). 199-226. B. Wells. «Macedonian plated gold staters. Italiam Fato Profygi. Hesperinaque venerunt litora». Numismatic Studies Dedicated to Vladimir and Elvira Eliza Clain-Stefanelli. Louvain/La-Neuve

1996.341-348.

Με τον όρο καρπολογία περιγράφεται ο τομέας που μελετάει σπόρους και καρπούς προερχόμενους από αρχαιολογικά περιβάλλοντα. Η χρήση αυτής της ονομασίας στο κείμενο δεν είναι τυχαία, αλλά επιδιώχθηκε στην προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί ένας όρος όσο γίνεται πιο περιγραφικός. Η διεθνής ορολογία διαφέρει ανάλογα με τη χώρα προέλευσης των ερευνητών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να συναντάμε διάφορες ονομασίες, όπως «εθνοβοτανική», «παλαιοεθνοβοτανική». «καρπολογία». «αρχαιοβοτανική.» «παλαιοβοτανική» κ.ά.. που πιθανόν δημιουργούν σύγχυση και δυσκολεύουν την κατανόηση μιας αρχαιολογικής μελέτης, καθώς και τη συνεννόηση μεταξύ ειδικών και μη. Η διεπιστημονική όμως συνεργασία απαιτεί έναν κώδικα επικοινωνίας, τη χρήση δηλαδή μιας ορολογίας κοινής και συγκεκριμένης ώστε να διευκολύνονται οι σχετικές μελέτες (Καραλή 1998). Ως «παλαιοβοτανική» ορίζεται η επιστήμη που μελετά τα κατάλοιπα της χλωρίδας του παρελθόντος. Συχνά ταυτίζεται με την αρχαιοβοτανική. χωρίς όμως να έχει σχέση με αυτή (Καραλή 1998). Η παλαιοβοτανική ασχολείται με υλικό που δεν συνδέεται με τις ανθρώπινες δραστηριότητες, ενώ αντίθετα, η αρχαιοβοτανική μελετά βοτανικά κατάλοιπα προερχόμενα από αρχαιολογικούς χώρους (Καραλή 1998). Η Deborah Pearsal το 1989. στο βιβλίο της Paleoethnobotany. A Handbook of Procedures, παρουσιάζει μια εμπεριστατωμένη ανάλυση καθώς και ένα ιστορικό της ορολογίας που συνηθίζεται στον επιστημονικό κόσμο για να περιγραφεί η μελέτη των φυτικών καταλοίπων. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο ο όρος «εθνοβοτανική» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1895 από τον J. W. Harshberger. για να προσδιορίσει τη χρήση των φυτών από τους Αβορίγινες της Αυστραλίας. Ο όρος όμως «παλαιοεθνοβοτανική» που εισήχθη το 1959 αφορά σε κλάδο της εθνοβοτανικής, που έχει ως αντικείμενο μελέτης τη σχέση του ανθρώπου και του φυτικού κόσμου μέσω των αρχαιολογικών βοτανικών καταλοίπων (Pearsal 1989). Εξετάζει τα κατάλοιπα φυτών που ο άνθρωπος καλ-


λιέργησε ή συνέλεξε, χρησιμοποιώντας τα στη διατροφή, την καλαθοπλεκτική, τη στέγαση κ.α. (Καραλή 1998). Ο Richard Ford (1979) ορίζει την παλαιοεθνοβοτανική ως τη μελέτη και την ερμηνεία των σχέσεων φυτών και ανθρώπων με όποιο τρόπο και μορφή χρησιμοποιήθηκαν αυτά. Ο όρος αυτός περιλαμβάνει όλα τα βοτανικά κατάλοιπα: γύρη, καρπούς και σπόρους, ξυλάνθρακα. Σύμφωνα με τον ορισμό του J. Barrau, η εθνοβοτανική επιτρέπει να κατανοήσουμε την πρωταρχική θέση των φυτών στη ζωή, τη σκέψη και την ιστορία των ανθρώπων. Η μελέτη, όμως, των αρχαιολογικών σπόρων και καρπών είναι εξειδικευμένος κλάδος, αποτελεί μέρος της παλαιοεθνοβοτανικής και δεν καλύπτεται από τη γενική ορολογία. Επομένως, είναι απαραίτητη η χρήση ενός συγκεκριμένου και μοναδικού όρου, ο οποίος να αναφέρεται αποκλειστικά στην ανάλυση των παραπάνω φυτικών καταλοίπων δηλαδή των σπόρων και των καρπών. Στη γαλλική βιβλιογραφία -αλλά και την ισπανική-συναντάμε μια άλλη ονομασία, την ελληνική λέξη «καρπολογία». Ο όρος καρπολογία χρησιμοποιόταν στη Γαλλία τον 19ο αιώνα για να περιγράψει την ανάλυση απολιθωμένων σπόρων και καρπών των γεωλογικών περιόδων. Επανήλθε σε χρήση το 1984 από τους M.P. Ruas και Ph. Marinval, οι οποίοι, σε μια προσπάθεια να βρεθεί ένας όρος πιο συγκεκριμένος, πρότειναν την ελληνική και πιο εξειδικευμένη ονομασία (Marinval 1999). Καρπός ονομάζεται το όργανο του φυτού που περικλείει τα σπέρματα του ώσπου να ωριμάσουν, ενώ σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιείται για τη διασπορά του φυτού. Αποτελεί σπουδαίο και χαρακτηριστικό γνώρισμα και θεωρείται αξιόλογο διαγνωστικό στοιχείο για τη συστηματική κατάταξη των οικογενειών και των γενεών. Βασικό στάδιο της δουλειάς του ειδικού επιστήμονα -του καρπολόγου- αποτελεί εξάλλου η αναγνώριση και η κατάταξη των αρχαιολογικών σπόρων και καρπών προκειμένου να ερμηνεύσει σωστά τα δεδομένα του. Η λέξη καρπολογία προέρχεται από το ρήμα «καρπολογώ», δηλαδή μαζεύω τους καρπούς. Το δεύτερο συνθετικό της λέξης είναι το ρήμα «λέγω» και έχει την έννοια του «συλλέγω», «συναθροίζω» (Σταματάκος Ι., Λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, 1972, 571 ). Η γαλλική μετάφραση carpologie προέρχεται από το λατινικό ρήμα «carpo-carpere» που μια από τις έννοιες του είναι «δρέπω», «κόβω άνθη» (ΚουμανούδηςΣ., Λεξικόν λατινοελληνικόν, 1972, 106). Επομένως, και ετυμολογικά ο όρος φαίνεται να περιγράφει με ακρίβεια τον ειδικό αυτό κλάδο. Το ίδιο γενικός είναι και ο όρος «μακροφυτικά ή φυτικά κατάλοιπα», που χρησιμοποιείται για να δηλώσει το αντικείμενο μελέτης του κλάδου, δηλαδή τους σπόρους και τους καρπούς (Hansen 1985' Καραλή 1990). Ως μακροφυτικά κατάλοιπα μπορούν να οριστούν όλα τα βοτανικά ευρήματα που είναι ορατά με γυμνό μάτι. Αυτά μπορεί να είναι ένας σπόρος, ένας καρπός αλλά και κομμάτια ξυλάνθρακα ή ακόμη και ένας κορμός δέν-

δρου. Γίνεται, λοιπόν, κατανοητό ότι πρόκειται για όρο ευρύ και αρκετά αφηρημένο. Ο όρος «καρπολογικά κατάλοιπα» ή «καρποκατάλοιπα» (carporestes) φαίνεται να ορίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια το γνωστικό αντικείμενο της καρπολογίας. Ως καρπολογία, λοιπόν, ορίζεται ο κλάδος της αρχαιοβοτανικής που έχει ως αντικείμενο σπουδής την ανάλυση των προερχόμενων από αρχαιολογικούς χώρους σπόρων και καρπών. Διακρίνονται τέσσερα γνωστικά στάδια στα οποία συμβάλλει η καρπολογία (Marinval 1999, 105): 1. Καθίσταται δυνατή η μελέτη της φυτικής διατροφής των πληθυσμών με βάση τόσο τα είδη -ήμερα ή άγρια- που καταναλώθηκαν όσο και τις πρακτικές μαγειρέματος. 2. Επιτρέπει στον ερευνητή να παρακολουθήσει όχι μόνο την εξέλιξη της γεωργίας αλλά και τις αλλαγές που σημειώθηκαν στα φυτά κατά την εξημέρωση τους, καθώς και το πότε έλαβε χώρα η τελευταία. 3. Συμβάλλει στις γνώσεις μας σχετικά με τον περιβάλλοντα χώρο των οικισμών και το πώς αυτός αξιοποιήθηκε από τους κατοίκους του. Στην αποκατάσταση αυτή συνήθως χρησιμοποιείται η μελέτη της γύρης. Καθώς όμως είναι γνωστές οι δυσκολίες διατήρησης της γύρης στα μεσογειακά κλίματα, η ανάλυση των καρποκαταλοίπων -μαζί με τη μελέτη του ξυλάνθρακα- αποτελεί την καλύτερη εναλλακτική λύση ( Hansen 1985' Καραλή 1990) 4. Βοηθάει στη μελέτη ορισμένων πολιτιστικών συνηθειών, όπως είναι, για παράδειγμα, τα νεκρικά δείπνα και οι προσφορές των ναών. Οι τρόποι διατήρησης των καρπολογικών καταλοίπων και η δειγματοληψία τους είναι αρκετά γνωστοί και υπάρχει γι' αυτά πλούσια βιβλιογραφία. Επομένως θα αναφερθούμε μόνο περιληπτικά χωρίς να εμβαθύνουμε στα επιμέρους προβλήματα. Υπάρχουν τέσσερις κύριες μορφές διατήρησης των καρπολογικών καταλοίπων: η απανθράκωση, ο εμποτισμός (κατάλοιπα προ-

ερχόμενα από υγρά περιβάλλοντα), η ορυκτοποίηση και οι αποτυπώσεις. Τις περισσότερες φορές και κυρίως σε περιοχές με σχετικά ξηρό κλίμα -όπως είναι η Ελλάδα- ο κυριότερος τρόπος διατήρησης είναι η απανθράκωση (Kober-Grohne 1991). Με τον όρο αυτό εννοείται η καύση των υλικών που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της περιεκτικότητας τους σε άνθρακα και την αντικατάσταση των οργανικών τους στοιχείων από αυτόν (Καραλή 1998). Εφόσον, λοιπόν, αποτελεί τον συνηθέστερο τρόπο διατήρησης στην Ελλάδα, πρέπει και η συλλογή των καταλοίπων να προσαρμόζεται σε αυτόν. Οι πιο διαδεδομένοι τρόποι συλλογής των καρπολογικών καταλοίπων είναι το υγρό και το ξηρό κοσκίνισμα καθώς και η επίπλευση (Renfrew 1973· Marinval 1988 1999· Pearsal 1989' Wagner 1988). Η τελευταία μπορεί να γίνει είτε με το χέρι είτε με τη βοήθεια ειδικού μηχανήματος και αποτελεί την καλύτερη απάντηση στο πρόβλημα της συλλογής των καρπολογικών καταλοίπων (Pearsal 1989). Η επίπλευση στηρίζεται στην αρχή της διαφορετικής πυκνότητας, η οποία προκαλείται από την απανθράκωση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επιπλέουν οι απανθρακωμένοι σπόροι (Renfrew 1973' Marinval 1988· 1999). Συνοπτικά, κατά την απλή επίπλευση το δείγμα χώματος τοποθετείται σε δοχείο μέσα στο οποίο ρίχνουμε αργά νερό και το αναταράσσουμε. Ρίχνουμε έπειτα το υγρό μαζί με τα επιπλέοντα κατάλοιπα σε σειρά από κόσκινα (σχ. 1). Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται έως ότου δεν επιπλέουν άλλα υλικά (Marinval 1988, 1999· Pearsal 1989" Wagner 1988). Στην Ελλάδα, πρώτη η Jane Renfrew εισήγαγε την απλή επίπλευση για τη συλλογή υλικού από τον Σάλιαγκο, κοντά στην Αντίπαρο (Renfrew 1968). Η μηχανική επίπλευση γίνεται με τη βοήθεια ενός συστήματος που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αγγλία στις αρχές του 1970. Στον ελληνικό χώρο, τέτοιο μηχάνημα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στο σπήλαιο Φράγχθι, το 1971 (Diamant 1979·


Hansen 1985). Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές του συστήματος αυτού, η βασική του αρχή είναι όμως ίδια (σχ. 2). Το δείγμα του χώματος τοποθετείται στο δίχτυ και διαλύεται με ήπια αναταραχή. Στη συνέχεια καθιζάνουν τα βαρύτερα στοιχεία και επιπλέουν τα ελαφρύτερα, τα οποία παρασύρονται με το νερό μέσα στη σειρά από κόσκινα (Wagner 1988· Pearsal 1989* Marinval 1988, 1999" Καραλή 1998). Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην επιλογή του κόσκινου που θα χρησιμοποιηθεί, καθώς το μέγεθος της σήτας του αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη σωστή συλλογή του υλικού. Το ιδανικότερο είναι η χρήση σειράς από κόσκινα με μέγεθος οπών 0,25 ως 2 χιλ. Με αυτό τον τρόπο καθίσταται δυ-

νατή η συλλογή ακόμη και των μικροσκοπικών σπόρων -όπως της παπαρούνας (Papaver rhoeas)-, που θα ξέφευγαν από ένα μεγαλύτερου μεγέθους κόσκινο. Αξίζει να σημειωθεί ότι και στις δύο περιπτώσεις χρειάζεται μεγάλη προσοχή κατά την επαφή του υλικού με το νερό. Μια άμεση επαφή των σπόρων με το νερό μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες βλάβες που δεν θα επιτρέψουν την περαιτέρω αναγνώριση του είδους, καθώς μπορεί να χαθούν βασικά μορφολογικά γνωρίσματα. Για να αποφευχθεί αυτό, είναι απαραίτητη μια πρώτη και σταδιακή ύγρανση του υλικού πριν από την επίπλευση, όπως για παράδειγμα με ένα ποτιστήρι. Η μηχανική επίπλευση συνήθως χρησιμοποιείται σε οργανωμένη ανασκαφή και όταν

υπάρχει μεγάλη ποσότητα χώματος, του οποίου η απλή επίπλευση είναι χρονοβόρα και δύσκολη. Βέβαια, ακόμη και σε αυτή τη περίπτωση, καλό είναι τα υπολείμματα του κόσκινου να επανεξετάζονται, αφού ορισμένα υλικά δεν επιπλέουν. Αυτό ισχύει για ορισμένα είδη οσπρίων, των οποίων η πυκνότητα είναι μεγαλύτερη του νερού με αποτέλεσμα να καθιζάνουν. Τέτοια είδη. είναι η φάβα (Vicia faba), το λαθούρι (Lathyrus sp.) και το μπιζέλι (Pisum sativum) (Marinval 1988' 1999). Το ίδιο πρόβλημα παρατηρείται και σε σπόρους εγκλωβισμένους σε αργιλώδη ιζήματα. Στην περίπτωση αυτή ενδείκνυται η χρήση ενός διαλυτικού, όπως είναι η χλωρίνη, η οποία έχει το πλεονέκτημα ότι είναι οικονομική και βρίσκεται σε οποιοδήποτε χώρο. Αλλο χαρακτηριστικό της μηχανικής επίπλευσης είναι η μεγάλη ποσότητα νερού που απαιτείται κατά τη χρήση της. Αυτό, σε περιοχές με λιγοστά αποθέματα νερού όπως είναι οι Κυκλάδες, μπορεί να προκαλέσει προβλήματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις η μέθοδος διαφοροποιείται και εφαρμόζεται η πιο πρόσφορη λύση. Μια τέτοια είναι η χρήση του θαλασσινού νερού, ιδίως όταν η ανασκαφή βρίσκεται στη θάλασσα. Ένα τέτοιο πρόβλημα παρουσιάστηκε, για παράδειγμα, κατά την επίπλευση του καρπολογικού υλικού από τη φτελιά Μυκόνου, όπου λόγω της έλλειψης γλυκού νερού αποφασίστηκε η χρήση θαλασσινού. Ας σημειωθεί ότι το αλάτι δεν καταστρέφει τους σπόρους, αλλά μπορεί να αυξήσει την ικανότητα τους να επιπλέουν (Wagner 1988· Pearsal 1989). Στη συνέχεια ένα απλό ξέβγαλμα του υλικού με γλυκό νερό πριν ακόμη στεγνώσει, το απαλλάσσει από τα μόρια του αλατιού. Ένα άλλο θέμα που προέκυψε στη Φτελιά Μυκόνου ήταν η έκθεση της θέσης σε ανέμους, γεγονός που καθιστούσε προβληματική τη μηχανική επίπλευση. Ο αέρας παρασύρει το νερό μαζί με τα τυχόν υπολείμματα, γι' αυτό καλύτερα να αποφεύγεται η μηχανική επίπλευση σε περιοχές με δυνατό άνεμο. Καθώς η μεταφορά του μηχανήματος δεν ήταν δυνατή σε ασφαλές μέρος, προτιμήθηκε η μεταφορά του χώματος στο μουσείο και η απλή επίπλευση με τη μέθοδο που αναφέρθηκε παραπάνω. Με αυτό τον τρόπο κατέστη δυνατή η συλλογή υλικού με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι σε κάθε περίπτωση, τόσο κατά την απλή όσο και κατά τη μηχανική επίπλευση, οφείλουμε πάντα να ελέγχουμε τα υπολείμματα του κόσκινου για επιπλέον υλικά. Απαραίτητο είναι επίσης να επαληθεύεται κάθε φορά η ύπαρξη ή η απουσία απολιθωμένων σπόρων. Σε περίπτωση που παρατηρηθούν τέτοιου είδους ευρήματα ενδείκνυται η χρήση του υγρού κόσκινου αντί της επίπλευσης, καθώς πρόκειται για κατάλοιπα που δεν επιπλέουν. Μετά την επίπλευση, το υλικό τοποθετείται σε απορροφητικό ύφασμα και αφήνεται να στεγνώσει μακριά από τον ήλιο και τον αέρα. Το άπλωμα του υλικού σε εφημερίδα ή άλλου είδους χαρτί καλό είναι να αποφεύγεται, διότι αυτό σκίζεται και δυσκολεύει τη διαχείριση του υλικού. Αφού στεγνώσει το υλικό, καλό είναι να τοποθετείται σε ειδικά


σακουλάκια ή μικρά κουτιά που κλείνουν ερμητικά και δεν επιτρέπουν τη διαρροή του. Ως τέτοια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και απλά δοχεία, όπως για παράδειγμα άδεια μπουκαλάκια χαπιών. Από τα παραπάνω φαίνεται ότι η επιλογή της μεθόδου που θα χρησιμοποιηθεί για τη συλλογή του καρπολογικού υλικού βρίσκεται πάντα σε συνάρτηση με το γενικότερο πλαίσιο της ανασκαφής. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η ποσότητα του δείγματος, οι ικανότητες και η εμπειρία του ειδικού, οι κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής. Ένα άλλο βασικό στάδιο της μελέτης των καρπολογικών καταλοίπων αποτελεί το δελτίο δειγματοληψίας και η σωστή σημείωση των στοιχείων της ανασκαφής. Δυστυχώς, δεν είναι λίγες οι φορές που δείγματα σπόρων αχρηστεύτηκαν και πετάχτηκαν λόγω έλλειψης στοιχείων. Διότι όσο προσεκτικά και αν συλλεχθεί το δείγμα, όσο καλά και με κάθε προφύλαξη αποθηκευτεί, ελάχιστα μπορεί να συμβάλει στην έρευνα και να μελετηθεί, αν δεν γνωρίζουμε πλήρως τα στοιχεία του. Γι'αυτό πρέπει να πραγματοποιείται σημείωση σε διπλή ετικέτα: μια εσωτερική και μια εξωτερική. Η εσωτερική πρέπει να είναι από αδιάβροχο χαρτί και τα στοιχεία πάνω της γραμμένα με ανεξίτηλο μαρκαδόρο. Στο εξωτερικό του δείγματος μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις απλές ετικέτες από πλαστικό, που χρησιμοποιούνται στην κηπουρική. Αυτή η εξωτερική ετικέτα επιτρέπει την εξοικονόμηση χρόνου και την καλύτερη διαχείριση των δειγμάτων, διαβάζοντας απευθείας το εξωτερικό της σακούλας και γνωρίζοντας την ακριβή προέλευση τους. Σημαντικό αλλά και πολύ πρακτικό βοήθημα για τον ερευνητή αποτελεί το δελτίο δειγματοληψίας. Πρόκειται για ειδικό δελτίο πάνω στο οποίο σημειώνονται πληροφορίες σχετικά με το δείγμα που συλλέχθηκε. Ένα καλό δελτίο περιλαμβάνει όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα στην αναγνώριση των δειγμάτων και στην ερμηνεία του εσωτερικού τους. Παρακάτω προτείνεται ένα δελτίο το οποίο είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες των ελληνικών ανασκαφών. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επιδέχεται συμπληρώσεις ή βελτιώσεις. Πρώτα σημειώνονται τα στοιχεία που οριοθετούν το χώρο της ανασκαφής (βλ. δελτίο). Αυτά αφορούν σε πληροφορίες σχετικά με τη θέση που ανασκάφηκε, την τομή, τα τετράγωνα, τη στρωματογραφία. Εκτός από την απόλυτη χρονολόγηση -εάν είναι γνωστή-αναφέρεται και η πολιτιστική φάση στην οποία ανήκει το δείγμα για να καταστεί δυνατή μια σχετική χρονολόγηση του υλικού. Σημειώνεται επίσης στο δελτίο η μέθοδος συλλογής που χρησιμοποιήθηκε (κόσκινο, επίπλευση), το μέγεθος του κόσκινου, ο όγκος σε λίτρα καθώς και οι παρατηρήσεις ή τα τυχόν προβλήματα που παρουσιάστηκαν κατά τη συλλογή. Καλό είναι επίσης να αναφέρεται και όποια άλλη δειγματοληψία (άνθρακας, οστά, μαλάκια κ.λπ.) έχει γίνει στον ίδιο χώρο σε περίπτωση που ο ερευνητής χρειαστεί πληροφορίες από τις έρευνες άλλων ειδικών. Εξάλλου, στην ανασυγκρότη-

ση της σχέσης ανθρώπου-περιβάλλοντος στο παρελθόν, οι γνώσεις από άλλες επιστήμες, που σχετίζονται είτε με τον άνθρωπο είτε με το περιβάλλον είναι απαραίτητες (Καραλή 1998). Τέλος, σε χωριστό σημείο αναγράφονται στοιχεία από το αρχαιολογικό περιβάλλον του δείγματος (κατασκευές, διάφορα ευρήματα, όπως κεραμική ή εργαλεία), τα οποία βοηθούν σημαντικά στην ερμηνεία και την εξαγωγή ολοκληρωμένων συμπερασμάτων. Το δελτίο πρέπει να είναι συγκεντρωτικό και πρακτικό για να μπορεί να συμπληρωθεί εύκολα. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στον ερευνητή να έχει όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται, για όλες τις φάσεις της δειγματοληψίας. Για το λόγο αυτό πρέπει πάντα να αναγράφονται τα στοιχεία εκείνου που πραγματοποίησε τη δειγματοληψία ώστε να μπορεί ο ερευνητής να έρχεται σε επαφή μαζί του για τυχόν διευκρινίσεις. Τα τελευταία χρόνια ο κλάδος της καρπολογίας αναπτύσσεται και στην Ελλάδα με τη δημοσίευση μελετών από ελληνικές θέσεις τόσο από ξένους όσο και από έλληνες ερευνητές". Ακόμη όμως η υποστήριξη και η διάδοση του είναι μικρή. Οι μελέτες αφορούν στην πλειονότητα τους σε προϊστορικές θέσεις, ενώ απουσιάζουν εργασίες για την κλασική ή την ελληνιστική περίοδο. Οι τελευταίες γίνονται σχεδόν στο σύνολο τους με βάση τα αρχαία κείμενα και όχι τα καρπολογικά κατάλοιπα των ανασκαφών, με αποτέλεσμα να γνωρίζουμε ελάχιστα για περιοχές στις οποίες δεν αναφέρονται οι αρχαίοι συγγραφείς. Χρειάζονται επομένως πολλά βήματα και κυρίως αξιόλογες εργασίες για να γίνει κατανοητό πόσο σημαντική είναι η παρουσία του ειδικού στην καρπολογία επιστήμονα στο χώρο της ανασκαφής. Αν και οι μελέτες γύρω από τα φυτικά κατάλοιπα έχουν πολλαπλασιαστεί και γνωρίζουμε πλέον τα βασικά είδη που καλλιεργούνταν στον ελληνικό χώρο. πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν μόνο τις γεωργικές πρακτικές και τις σχέσεις παραγωγής αλλά και άλλα θέματα, όπως είναι οι απαρχές της εξημέρωσης ορισμένων ειδών. Η καρπολογία μπορεί να απαντήσει σε αυτά και να αποσαφηνίσει σε μεγάλο βαθμό τις γνώσεις μας γύρω από τον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον. Άλλωστε η αρχαιολογία δεν είναι μια επιστήμη στατική. Επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις και πολύ συχνά ανατρέπει δεδομένα και αναθεωρεί πάγιες απόψεις. Λ. ΚΑΡΑΛΗ - Φ. ΜΕΓΑΛΟΥΔΗ P. MARINVAL ' Οι σημαντικότεροι ερευνητές οι οποίοι ασχολήθηκαν διεξοδικά με τη μελέτη των καρποκαταλοϊπων είναι οι: J. Renfrew, M. Hopf. Η. «roll. J. Hansen. W. van Zeist, οι οποίοι είναι και οι πρωτοπόροι στη μελέτη καταλοίπων από ελληνικές θέσεις. Ακολούθησαν οι: G. Jones, Α. Σαρπάκη, Ρ. Marinval. D. Kucan. Κ. Flint-Hamilton. T. Βαλαμώτη, η εκλιπούσα Μ. Μαγκαφά. η οποία άφησε μεγάλο έργο. Επίσης, καρπολογικό κατάλοιπα ελληνικών θέσεων έχουν μελετήσει και οι: R.N.L.B. Hubbard. Ι. Cerceau, G. Willkox και στη συνέχεια μεταπτυχιακοί φοιτητές και υποψήφιοι διδάκτορες, δηλα-

δή η γενιά των νέων ερευνητών στους οποίους ανήκουν η Ε. Μαργαρίτη και η μία από τις συγγραφείς του παρόντος άρθρου φ. Μεγαλούδη. Στο χώρο της βιβλιογραφίας αξιόλογη προσπάθεια αποτελεί το Λεξικό περιβαλλοντικών όρων της Λ. Καραλή. Πρόκειται για λεξικό μοναδικό στην παγκοσμία βιβλιογραφία που συγκεντρώνει όλες τις νέες ορολογίες και έχει τύχει θερμής υποδοχής όχι μόνο από τον επιστημονικό κόσμο άλλα και από τους φοιτητές στους οποίους κυρίως απευθύνεται. Βιβλιογραφία Barrau J. 1975. «Écologie», στο Cresswell R. - Colin Α. (επιμ.), Éléments d'ethnologie. 2. Six approches. Paris, 7-43. Diamants. 1979. «A short history of archaeological sieving at Franchti Cave. Greece», Journal of Archaeological Science 6,203-217. FordR. 1979. « Paleoethnobotany in American Archaeology » , στο Schiffer Μ. (επιμ.). Advances in Archaeological Method and Theory. 2. Academic Press. New York, 286-336. Hansen J. 1985. «Palaeoethnobotany in Greece: past, present and future», στο Wilkie N.C. - Coulson (επιμ.). Contribution to Aegean Archaeology: Studies in Honor of William A. Mac Donald. Minneapolis. 171-183. Καραλή Λ. 1990. 1991. Εισαγωγή στην περιβαλλοντική αρχαιολογία (πανεπιστημιακές παραδόσεις). Αθήνα. Καραλή Λ. και συνεργάτες 1995, « Περιβάλλον και αρχαιολογία». Αρχαιολογία 56,64-73. Καραλή Λ. 1998, Λεξικό αρχαιολογικών και περιβαλλοντικών ορών. Ελληνικά Γράμματα. Αθήνα. Korber-Gronhe U. 1991, «Identification methods». στο Van Zeist W. - Wasylikowa Κ. - Behre Κ.Ε.. Progress in Old World Palaeoethnobotany. Rotterdam. 3-24. Marinval P. 1985. «La paléocarpologie, ses approches, les problèmes d'acquisition des données et l'avancement de la recherche en France», στο Renault-Miskovsky J. - Bui Thi Mai - Girard M. (επιμ.), Palynologie archéologique. Actes des journées des 25-26-27janv. 1984. CNRS. Paris. 117-132. Marinval P. 1988,Cue///efte. agriculture et alimentation végétale de l'Epipaleolithique jusq'au 2ème Age du Fer en France Méridionale: Apports paleoethnographiques de la carpologie. Ε HESS. Thèse du nouveau doctorat. Paris. Marinval P. 1999. «Les graines et les fruits: La carpologie». στο Ferdiére Α. (επιμ.), La Botanique. Collection «Archéologiques». Éditions Errance. Paris, 105-137. Pearsall M.D. 1989. Paleoethnobotany. A Handbook ol Procedures. Academic Press. Renfrew M.J. 1968. «Appendix X: The cereal remains», στο Renfrew C. - Evans J.D.: Excavations at Saliagos near Antiparos. Oxford. Renfrew M.J. 1973. Palaeoethnobotany. The Prehistoric Food Plants of the Near East and Europe. Columbia University Press. New York. Toll S.M.. 1988. «Flotation sampling: Problems and some solutions, with examples from the American Southwest», στο Hastorf C.A. - Popper VS.. Current Paleoethnobotany. Analytical Methods and Cultural Interpretations of Archaeological Plant Remains, The University of Chicago Press. Chicago. 36-52. WagnerG.E., 1988. «Comparability among recovery techniques», στο Hastorf C.A. - Popper VS.. Current Paleoethnobotany. Analytical Methods and Cultural Interpretations of Archaeological Plant Remains. The University of Chicago Press. Chicago. 17-35. Zohary D. - Hoph M. 1994. Domestication of Plants in the Old World. Clarendon Press. Oxford.


ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ, ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΣΒΕΣΤΟΧΩΡΙΟΥ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Επισκόπηση της εξέλιξης των ασβεστοκαμίνων Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, διακρίνονται οι παρακάτω κατηγορίες ασβεστοκαμίνων: • Αρχέγονες «ασβεστοκάμινοι» ή ασβεστουργικοί σωροί: ακάλυπτη σωροκάμινος ή αρχαϊκή «ασβεστοκάμινος» (uncovered archaic kiln)· καλυπτόμενη σωροκάμινος (covered heap)· θολωτή σωροκάμινος (domed kiln)· ασβεστουργικός λάκκος (pit and beach kiln). • Προβιομηχανικές και πρωτοβιομηχανικές ασβεστοκάμινοι, διακεκομμένης ή συνεχούς λειτουργίας, συνεχούς ή εναλλασσόμενης φόρτισης: φρεατοειδείς ασβεστοκάμινοι διακεκομμένης λειτουργίας, συνεχούς φόρτισης ή κάμινοι «μακράς φλογός» πρώτης γενιάς (flare kilns)· φρεατοειδείς ασβεστοκάμινοι διακεκομμένης λειτουργίας, συνεχούς φόρτισης ή κάμινοι «μακράς φλογός» δεύτερης γενιάς (pot kilns)· φρεατοειδείς ασβεστοκάμινοι διακεκομμένης λειτουργίας.

εναλλασσόμενης φόρτισης ή κάμινοι «βραχείας φλογός» (intermittently fired mixed feed kilns)' φρεατοειδείς ασβεστοκάμινοι συνεχούς λειτουργίας, εναλλασσόμενης φόρτισης ή κάμινοι «βραχείας φλογός» (running kilns ή draw kilns). • Βιομηχανικές ασβεστοκάμινοι (εξελιγμένες κάμινοι «βραχείας φλογός»): φρεατοειδείς ασβεστοκάμινοι συνεχούς λειτουργίας, εναλασσόμενης φόρτισης ή θερμαινόμενες από πλάγιες πυροστιές (τύπος γνωστός στην Ελλάδα ως «πάτα-τράβα». vertical shaft kiln)· οριζόντια δακτυλιωτη κάμινος Hoffman συνεχούς λειτουργίας, κυκλική ή ελλειψοειδής (ring kiln). • Σύγχρονες ασβεστοκάμινοι υψηλής τεχνολογίας. Ιστορικά στοιχεία περιοχής Ασθεστοχωρίου Ο πρώτος οικισμός, που αρχικά ονομάστηκε Νεοχώρι. ιδρύθηκε γύρω στα 1580-1600 ύστερα από σουλτανικό διάταγμα, στο μέ-

σον της δυσπρόσιτης περιοχής μεταξύ Θεσσαλονίκης και Χορτιάτη, με σκοπό τη φύλαξη των υδραγωγείων που ύδρευαν τη Θεσσαλονίκη και του ταχυδρομείου, με το οποίο διενεργούνταν και σημαντικές χρηματαποστολές από Δυρράχιο προς Κωνσταντινούπολη. Οι πρώτοι του κάτοικοι ζούσαν με το μισθό του φύλακα και σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες κατάγονταν από την «παλιά Ελλάδα» (από τη Μάνη) και άλλοι από εξόριστους από τη Μ. Ασία αρματωλούς. Αργότερα, εγκαταστάθηκαν και διωχθείσες οικογένειες από τη γύρω περιοχή, τη Θεσσαλία, την Πίνδο και τα Άγραφα. Γραπτές μαρτυρίες τεκμηριώνουν ότι ήδη από τα 1680-1700 περίπου μέρος του πληθυσμού στράφηκε στην παραγωγή άσβεστου, χωρίς όμως να είναι γνωστό πώς αποκτήθηκε η απαραίτητη τεχνογνωσία. Έτσι. οι Τούρκοι μετονόμασαν το Νεοχώρι σε Κιρέτσ-Κιόι δηλαδή Ασβεστοχώρι. Μετά το 1780, που οι φύλακες απολύθηκαν ύστερα από ληστεία που οι ίδιοι έκαναν στο ταχυδρομείο, η πλειονότητα των κατοίκων στράφηκε προς την παραγωγή άσβεστου, καθώς στην περιοχή υπήρχαν άφθονες πρώτες ύλες. δηλαδή ασβεστολιθικά πετρώματα και χαμόκλαδα και πουρνάρια ως καύσιμο υλικό. Σταδιακή εξέλιξη της παραγωγής άσβεστου στην περιοχή έρευνας Πριν από τη σύνδεση της πόλης της Θεσσαλονίκης με το ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο δεν υπήρχε δυνατότητα να μεταφερθεί η παραγόμενη άσβεστος σε μεγάλες αποστάσεις και κατά συνέπεια κύρια αγορά κατανάλωσης της ήταν η Θεσσαλονίκη. Ο μεγάλος ανταγωνισμός όμως που υπήρχε, λόγω της μικρής ζήτησης άσβεστου και της μεγάλης προσφοράς εργατικών χεριών, ώθησε ομάδες ασβεστοπαραγωγών και ασβεστεμπόρων να περιοδεύουν πεζοί ή έφιπποι τα Βαλκάνια μέχρι και τον Δούναβη, ενώ διά θαλάσσης έφταναν στα παράλια της Μ. Ασίας (κυρίως στη Σμύρνη), στα νησιά του Αιγαίου, τον Βόλο και την Αθήνα. Μετά την έλευση του σιδηροδρόμου και την παράλληλη ανάπτυξη των θαλάσσιων συγκοινωνιών, έφταναν μέχρι τη Ρωσία (κυρίως στην Οδησσό).


τη Σερβία, την Ουγγαρία, την Αυστρία και τη Ρουμανία. Τελικά, στα 1924-1925. κατάφεραν να συνεταιριστούν και να ιδρύσουν την πρώτη εταιρεία με την ονομασία « Ενωσις Ασβεστοποιίας». ιδρύοντας παράλληλα και εργοστάσιο σύγχρονης για την εποχή τεχνολογίας (τύπου Hoffman). Η οικονομική επιτυχία του πρώτου συνεταιρισμού ήταν τόσο μεγάλη, ώστε σύντομα η «Ενωσις» έχτισε δεύτερο εργοστάσιο στο Ασβεστοχώρι και τρίτο στην Αθήνα. Τη δεκαετία του 1950 προστέθηκαν στο δυναμικό της και δύο φρεατοειδείς κάμινοι, που σταδιακά δέχθηκαν μικρές βελτιώσεις. Το 1930 συστήθηκε η δεύτερη εταιρεία ασβεστοπαραγωγής, η «Ομόνοια», που ίδρυσε εργοστάσιο ίδιου τύπου. Κατά την περίοδο 1945-1950, δημιουργήθηκε η τρίτη ασβεστοπαραγωγική εταιρεία, η «Πρόοδος», η οποία εισήγαγε πρώτη την εξελιγμένη τεχνολογία της φρεατοειδούς ασβεστοκαμίνου συνεχούς λειτουργίας (τύπος «πάτα-τράβα»), που λειτουργούσε με υγρά καύσιμα. Την ίδια περίοδο ιδρύθηκαν και δύο ιδιωτικά εργοστάσια ασβεστοπαραγωγής ίδιας τεχνολογίας, του Γρηγορίου Ρουσίδη και του Κωνσταντίνου Βρελλα το 1948. Κατά τη δεκαετία του 1960, το εργοστάσιο του Βρέλλα κατεδαφίστηκε και τη θέση του πήραν δύο φρεατοειδείς ασβεστοκάμινοι με μεταλλικό περίβλημα γερμανικής τεχνολογίας. Το 1953, ιδρύθηκε η τέταρτη εταιρεία, ο «Ερμής», που χρησιμοποιούσε την ίδια τεχνολογία, αλλά με στερεά καύσιμα. Τη δεκαετία του 1960, ιδρύθηκε ο «Εργασιακός παραγωγικός συνεταιρισμός Ασβεστοχωρίου Ή Κυψέλη"», αρχικά ως εταιρεία παραγωγής και διάθεσης αδρανών, που εξακολουθούσαν να υπάρχουν σε αφθονία στην περιοχή, και από τη δεκαετία του 1970 επέκτεινε τη δραστηριότητα του και στην παραγωγή καμένης άσβεστου. Το 1992 μετατράπηκε, με νέο καταστατικό, σε ΣΥΝ.ΠΕ. και επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο εγκαθιστώντας μονάδα παραγωγής υδρασβέστου σε πολτό. Στην ίδια περιοχή υπάρχει ανενεργός φρεατοειδής ασβεστοκάμινος, πρώην ιδιοκτησίας Ρουσίδη, η οποία σήμερα ανήκει στη «Μακεδόνικη Ασβεστοποιία "TITAN" ΑΕ», εταιρεία που ιδρύθηκε στη θέση που αναπτύσσεται και σήμερα (6ο χλμ. της οδού Λαγκαδά). Το 1969 ιδρύθηκε η ασβεστοποιία Τάνη. η οποία επεκτάθηκε το 1976 με δύο φρεατοειδείς ασβεστοκάμινους συνεχούς λειτουργίας. Στην ευρύτερη περιοχή αναπτύσσονται και άλλες ασβεστοβιομηχανίες, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα φάση της καταγραφής. Καταγραφή ασβεστοκαμίνων ιστορικού και τεχνολογικού ενδιαφέροντος Προβιομηχανικές ασβεστοκάμινοι Από την έρευνα πεδίου που έγινε στην περιοχή με την αποσπασματική έστω συνεργασία με την Κοινότητα (σήμερα Δήμος Χορτιάτη) και κατοίκους του Ασβεστοχωρίου. καταγράφηκαν δύο ομάδες ανάπτυξης και δρα-

Ομαδα Β. καμινος 2/3 (πάνω) και ομάδα Α. κάμινος 6 (κάτω). Σχεδίαση Harold Gosmey.

στηριότητας των προβιομηχανικών ασβεστοκαμίνων, που σχετίζονται άμεσα με τις περιοχές εξόρυξης «Ομόνοια» και «Αργυρό». Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία για την εξέλιξη των ασβεστοκαμίνων που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις προφορικές και γραπτές μαρτυρίες και την επιτόπια έρευνα, οι προβιομηχανικές ασβεστοκάμινοι και των δύο ομάδων ανήκουν τυπολογικά και λειτουργικά στην κατηγορία των φρεατοειδών ασβεστοκαμίνων διακεκομμένης λειτουργίας συνεχούς φόρτισης. Ειδικότερα: Ομάδα καταγραφής Α: Πρόκειται για την περιοχή στα ανατολικά του οικισμού του Ασβεστοχωρίου και στις παρυφές του. κάτω από το μη ενεργό σήμερα λατομείο «Ομόνοια». Ολες οι ασβεστοκάμινοι που διασώζονται ανήκουν τυπολογικά, λειτουργικά και κατασκευαστικά στις καμίνους δεύτερης γενιάς και αντιπροσωπεύουν το πρώτο στάδιο ανάπτυξης πολύ κοντά στον οικισμό, κατά τον 18ο-19ο αιώνα. Είναι δομημένες σε πλαγιά λόφου για ευκολία, από αργολιθοδομή πάχους κατά μέσο όρο 1 μ., διευρυνόμενη αισθητά στη βάση, με ξυλοδεσιές και ειδικό πηλοκονίαμα από το κοντινό νταμάρι «Ομόνοια». Εσωτερικά είναι κυλινδρικής διατομής, με διάμετρο 2-2,5 μ. περίπου. Δεν σώζεται η απόληξη σε καμιά ασβεστοκάμινο, όλα όμως τα στοιχεία συγκλίνουν ότι το σχήμα του κυλίνδρου στένευε σταδιακά προς τα πάνω. με παράθεση των τελευταίων σειρών

λίθων κατά το εκφορικό σύστημα. Δεν αποκλείεται όμως μετά την ολοκλήρωση του στοιβάγματος να καλύπτονταν το πάνω μέρος των ασβεστόλιθων με πηλό, αφήνοντας κατάλληλες διόδους απαγωγής των αερίων. Κατασκευαστικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος διάταξης των λίθων που σχηματίζουν την είσοδο στην κάμινο 6, με τη δημιουργία επάλληλων τόξων προς το εσωτερικό, σταδιακά χαμηλότερου ύψους, ικανών να παραλάβουν τα υπερκείμενα φορτία. Σε αυτή την ελεύθερη πλευρά, η αργολιθοδομή αναπτύσσει το μεγαλύτερο πάχος της, ώστε να είναι ικανή να παραλάβει τις ωθήσεις που αναπτύσσονται, όταν το εσωτερικό γεμίσει με αργό υλικό. Σαφέστερη διαμόρφωση αντηρίδων συναντάται στην κάμινο 4. Η έναρξη και η ανατροφοδότηση της φωτιάς γινόταν από την είσοδο, καθώς επίσης και η αποφόρτιση της καμένης άσβεστου. Στη βάση της καμίνου 6 διακρίνεται μπαζωμένος λάκκος, για την ευκολότερη τροφοδότηση της καύσιμης ύλης. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, ήταν γνωστή η κατασκευή του «κλειδιού», του θόλου δηλαδή στήριξης του αργού υλικού, πριν από το στοίβαγμα για την όπτησή του. Ως καύσιμη ύλη χρησιμοποιούνταν χαμόκλαδα και πουρνάρια, που δημιύ ά ή λό


στην ευρύτερη περιοχή νότια του λατομείου «Αργυρό». ΒΔ του οικισμού (μεταξύ του οικισμού και των ενεργών σήμερα λατομείων και ασβεστοβιομηχανιών). Οι ασβεστοκάμινοι αυτές αποτελούν το δεύτερο στάδιο ανάπτυξης, κατά το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, και ανήκουν στις φρεατοειδείς καμίνους δεύτερης γενιάς. Αντιπροσωπεύουν την παραλλαγή των ασβεστοκαμίνων που υποσκάπτονται από τις τρεις πλευρές μέσα σε βράχο, με δομημένες μόνο την είσοδο και τους τοίχους αντιστήριξης. Έχουν καταγραφεί επίσης υπόσκαψες στο σύνολο τους κάμινοι, όπου και η είσοδος είναι τμήμα του βράχου. Κατασκευαστική καινοτομία, σε σχέση με την ομάδα Α, εμφανίζεται στη διαμόρφωση της εισόδου, όπου τα επάλληλα τόξα αντικαθίστανται από μεταλλικές δοκούς στήριξης, υλικό νέο για την εποχή και πολλά υποσχόμενο στην ανάληψη κατακόρυφων φορτίων. Μορφολογικά η απόληξη αποτελεί πλήρως διακριτό τμήμα, τουλάχιστον όπως σαφέστατα διασώζεται στην κάμινο 2. Στη βάση δημιουργείται σκαλοπάτι στο πάχος της τοιχοποιίας, ώστε να χτίζεται ευκολότερα το «κλειδί», πριν από το στοίβαγμα για την όπτησή του. Ως καύσιμη ύλη χρησιμοποιούνταν πάντα χαμόκλαδα και πουρνάρια. Βιομηχανικές ασβεστοκάμινοι Το 19241925, η πρώτη εταιρεία, η «Ενωσις Ασβεστοποιίας», εισήγαγε τη σύγχρονη για την εποχή τεχνολογία της οριζόντιας λειτουργίας καμίνου Hoffman, κατασκευάζοντας σύντομα και δεύτερη κάμινο ακριβώς δίπλα της. Εργοστάσιο ίδιας τεχνολογίας κατασκεύασε το 1930 και η επόμενη εταιρεία ασβεστοπαραγωγής, η «Ομόνοια». Σήμερα σώζονται μόνο οι δύο ασβεστοκάμινοι της εταιρείας « Ενωσις Ασβεστοποιίας» (από το 1995 φέρει την εμπορική ονομασία «Δίας») με ανέπαφες τις αυθεντικές καπνοδόχους της, ενώ έχουν υποστεί σημαντικές επισκευές και ανακατασκευές τα οριζόντια ελλειψοειδή τμήματα. Το εργοστάσιο της «Ομό-

νοιας» κατεδαφίστηκε, ως «επικινδύνως ετοιμόρροπο», την προηγούμενη δεκαετία. Στην περιοχή βρίσκονται σήμερα σε λειτουργία τα εργοστάσια ασβεστοπαραγωγής του Βρέλλα ('60). της «Κυψέλη ΣΥΝ.ΠΕ» (70), και των Τάνη και Παστρουματζή (70), με τις βοηθητικές τους εγκαταστάσεις, τις μονάδες σβέσης και τα γραφεία. Η εταιρεία «Ενωσις Ασβεστοποιίας» (ή «Δίας») το 1997 σταμάτησε τη λειτουργία και της τελευταίας ενεργού φρεατοειδούς καμίνου της. Ανενεργός είναι και η διασωθείσα ασβεστοκάμινος του Ρουσίδη (όχι η αρχική). Οι ασβεστοκάμινοι των εταιρειών «Πρόοδος» και «Ερμής» έχουν εγκαταλειφθεί, ενώ η «Μακεδόνικη Ασβεστοποιία "TITAN" ΑΕ», που δεν δραστηριοποιείται πια στην περιοχή, επένδυσε το 1992 σε υψηλής τεχνολογίας κατακόρυφη ασβεστοκάμινο δύο παράλληλων φρεάτων. Αξιολόγηση του ιστορικού συνόλου Η ευρύτερη περιοχή του Ασβεστοχωρίου αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και σπάνιο ιστορικό και τεχνολογικό σύνολο, που περιγράφει με σαφήνεια την εξέλιξη της παγκόσμιας ιστορίας παραγωγής άσβεστου, για δύο κυρίως λόγους: α. συγκεντρώνει σε μικρή σχετικά περιοχή αντιπροσωπευτικά, αλλά και σπάνια προβιομηχανικά και βιομηχανικά δείγματα της παγκόσμιας ιστορίας παραγωγής άσβεστου (π.χ. καμινάδες Hoffman), β. ανέπτυξε/αναπτύσσει πλήρη καθετοποίηση στην παραγωγή, από την εξόρυξη μέχρι και το τελικό προϊόν. Ειδικότερα, και με δεδομένο ότι σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, ο σχεδιασμός και η λειτουργία των καμίνων διατηρήθηκαν σχεδόν απαράλλαχτα ως το τέλος του 19ου αιώνα, οι διασωθείσες προβιομηχανικές ασβεστοκάμινοι μαζί με τα αντίστοιχα λατομεία εξόρυξης στην ευρύτερη περιοχή καλύπτουν την προβιομηχανική φάση. Αλλά και οι ασβεστοκάμινοι τύπου Hoffman με ανέπαφες τις αυθεντικές καμινάδες τους απο-

τελούν σπάνιες μαρτυρίες μιας πρώιμης βιομηχανικής τεχνολογίας, από τα ελάχιστα διασωθέντα δείγματα σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο -στην Αγγλία και τη Γερμανία έχουν όλα κατεδαφιστεί-, κατασκευασμένα αποκλειστικά για παραγωγή άσβεστου. Οι υπόλοιπες ενεργές σήμερα ασβεστοβιομηχανίες αντιμετωπίζουν με αμηχανία το γεγονός της βραχυπρόθεσμης πλέον λατόμευσης από την ιστορικά λατομική ζώνη της περιοχής. Οι πρώτες ύλες εξαντλήθηκαν πρώτα η καύσιμη ύλη, τώρα τα ασβεστολιθικά πετρώματα. Μακροπρόθεσμα, αν όχι μεσοπρόθεσμα, λοιπόν, θα πρέπει και αυτές να συμπεριληφθούν στα υπό προστασία μνημεία της πρώιμης βιομηχανικής και βιομηχανικής μας κληρονομιάς, για την ολιστική προσέγγιση και την αντιμετώπιση του συνόλου. Προοπτικές • Κήρυξη της περιοχής ως ιστορικού συνόλου. • Δημιουργία τεχνολογικού πάρκου. • Αποκαταστάσεις περιβαλλοντικές, κτιριακές και εξοπλισμού. • Διερεύνηση της δυνατότητας πειραματικής καμίνευσης των διασωθέντων ασβεστοκαμίνων. • Δημιουργία κέντρου διάσωσης και διάδοσης παραδοσιακών εφαρμοσμένων τεχνών και τεχνικών. Διασυνδέσεις με αντίστοιχα κέντρα του εξωτερικού, που θα εξασφαλίσουν μεταφορά τεχνογνωσίας και συνεργασίες σε κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα. ΓΕΩΡΓΙΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

' Η έρευνα για την καταγραφή των ιστορικών ασβεστοκαμίνων της περιοχής Ασβεστοχωρίου άρχισε την περίοδο 1992-1993 και από το 1996-1997 υποστηρίζεται από το Πρόγραμμα ΥΠΕΡ (ΓΓΕΤ, ΑΠΘ, 4η ΕΝΜ), στο γενικό πλαίσιο εκπόνησης διδακτορικής διατριβής προσανατολισμένης έρευνας της υπογράφουσας.

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ RAPHAEL 1998-1999 «DE RE INDUSTRIAE 2000» Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Raphael 19981999 με τίτλο «De re industriae 2000» αφορούσε βιομηχανικά συγκροτήματα που ήταν σε λειτουργία τον 19ο αιώνα. Στόχους είχε την καταγραφή μεθοδολογιών αρχειοθέτησης των ιστορικών, τεχνικών και κοινωνιολογικών στοιχείων που συνδέονται με αυτά καθώς και προτάσεις αναστήλωσης και επανάχρησής τους, σύμφωνα με τις σημερινές προδιαγραφές και ανάγκες των περιοχών που βρίσκονται. Εγκαταλελειμμένα, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21 ου αιώνα, αποτελούν σημαντικές ιστορικές αναφορές της μετάβασης από την προβιομηχανική στη βιομηχανική περίο-

δο. ενώ παράλληλα προσφέρουν σήμερα κτίρια και χώρους με δυνατότητες στέγασης ποικίλων δραστηριοτήτων και ανάδειξης των αρχικών μορφολογικών και λειτουργικών στοιχείων τους. Α. Η φινλανδική συμμετοχή στο πρόγραμμα Το συγκρότημα που επεξεργαζόταν σίδηρο και ατσάλι στο Aminnefors της νότιας Φινλανδίας, δυτικά του Ελσίνκι, ιδρύθηκε το 1875. Δύο ανεξάρτητες μονάδες, το συγκρότημα επεξεργασίας μετάλλων και ο μύλος κοπής ξύλων με υδροκίνηση, λειτούργησαν ως το 1996. Το 1890 η εταιρεία συνδέθηκε με την αντίστοιχη εταιρεία στο Fiskars (ονομαστά είναι τα μεταλλικά χρηστικά αντικείμενα

Fiskars. κυρίως μαχαίρια και ψαλίδια, που ως σήμερα εξάγονται ευρέως). Σήμερα ο βιομηχανικός οικισμός στο Fiskars -βιομηχανικές μονάδες, νεροπρίονα. κατοικίες, χώροι αναψυχής, εμπορικά καταστήματα- έχει συντηρηθεί και αποτελεί πρότυπο επανάχρησης των παλαιών κτισμάτων με παράλληλη βιομηχανική παραγωγή. Μουσειακές, εκθεσιακές και εμπορικές χρήσεις φιλοξενούνται στα παλιά κτίσματα, μερικά από τα οποία έχουν μετατραπεί σε εργαστήρια-πωλητήρια, ενοικιασμένα από νέους καλλιτέχνες (κεραμικής, κατασκευής μικροαντικειμένων κ.ά.). Οι κατοικίες των εργαζομένων στο Aminnefors, πολύ κοντά στο κεντρικό συγκρότη-


Μύλος κοπής ξύλων με υδροκίνηση στο Aminnelors της Φινλανδίας.

μα, είναι οργανωμένες σε οικισμό με δύο σχολεία, σάουνα και καταστήματα γύρω από την υδροκίνητη μονάδα ηλεκτροδότησης της περιοχής. Η κοινωνιολόγος Katia Bask συγκέντρωσε στο πλαίσιο του προγράμματος συνεντεύξεις των κατοίκων του οικισμού, ηλικίας από 40 έως 89 ετών. Στο πρόγραμμα για τη μελέτη του βιομηχανικού συγκροτήματος στο Aminnefors και την καταγραφή προτάσεων αξιοποίησης του συμμετείχε το φινλανδικό Υπουργείο Εκπαίδευσης, το Εθνικό Συμβούλιο Αρχαιοτήτων (Αρχιτέκτων Erki Harro), το Συμβούλιο της Επαρχίας Unsimaa. το Σουηδικό Λαογραφικό και Πολιτιστικό Αρχείο, το Μουσείο Tammisaari (σύνολο αναστηλωμένων και επιπλωμένων οικιών διαφόρων εποχών, καταστημάτων και εργαστηρίων παραδοσιακών επαγγελμάτων) και η εταιρεία μπετόν της περιοχής Fundia. Συντονιστής ήταν το Δημαρχείο της Ροhja. στη δικαιοδοσία του οποίου ανήκουν τα βιομηχανικά και οικιστικά συγκροτήματα του Aminnefors. Υπεύθυνη του προγράμματος ήταν η Anne Kuvaja. Β. Η ισπανική συμμετοχή στο πρόγραμμα Οι δραστηριότητες, τα συγκροτήματα επεξεργασίας σιδήρου, παραγωγής και διακίνησης κάρβουνου, οι κατοικίες των εργαζομένων και ο περιβάλλων χώρος των συγκροτημάτων στην ευρύτερη περιοχή στο Legazpi. 60 χλμ. νοτιοανατολικά του Bilbao, στη χώρα των Βάσκων, στην Ισπανία, είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση. Η περιοχή, πλούσια σε μεταλλεύματα, είναι γνωστή ως «κοιλάδα του σιδήρου». Τα μεταλλεία και οι φούρνοι φρύξεως των μεταλλευμάτων σχετίζονται με τις πρώτες εγκαταστάσεις υδροκίνητων μύλων (σιδηρόμυλων) για την επεξεργασία σιδήρου από τον 11ο αιώνα. Τον 14ο αιώνα ένας μεγάλος αριθμός υδροκίνητων εργαστηρίων, σιδηρόμυλοι. αλευρόμυλοι κ.ά.. χτίστηκαν στις όχθες του ποταμού Urola Garaia και των παραπόταμων του που διασχίζουν την κοιλάδα και τις πόλεις που ιδρύθηκαν στις όχθες τους. Σώζονται πέντε νερόμυλοι που λειτουργούσαν ως τον 19ο αιώνα. Σήμερα οι σιδηρόμυλοι λειτουργούν καθημερινά με συγκεκριμένο ωράριο, για την

επεξεργασία σιδηρών αντικειμένων, με τον ίδιο τρόπο όπως τον Μεσαίωνα, για εκπαιδευτικούς και τουριστικούς λόγους. Το 1908 ο Patricio Etxeverria ίδρυσε ένα νέο εργοστάσιο παραγωγής καρφιών που έγινε ιδιαίτερα γνωστό στην περιοχή. Εχτισε κατοικίες για το προσωπικό, σχολείο, εκκλησία, καταστήματα, μια ολόκληρη πόλη γύρω από τα βιομηχανικά συγκροτήματα της εταιρείας. Την πολιτιστική διαχείριση αυτών των προβιομηχανικών αλλά και των νεότερων συγκροτημάτων των κατοικιών των εργατών και των χώρων των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων της περιοχής έχει αναλάβει σήμερα το ίδρυμα Lenbur (Legazpi, Natura eta Burdina) που ιδρύθηκε το 1907. Στη βιομηχανική περιοχή του συγκροτήματος Etxeverria στο Legazpi σχεδιάζεται το Μουσείο του Σιδήρου. Στις κατοικίες των εργαζομένων, κοντά στο παλιό κεντρικό συγκρότημα, που αποτελείται από το εργοστάσιο επεξεργασίας μετάλλων και το μύλο χαρτιού, στα πλαίσιο του προγράμματος, το Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης του Ιδρύματος Lenbur συγκέντρωσε αντικείμενα και στοιχεία της καθημερινής ζωής των εργατών από τη δεκαετία 1940-1950. Το ίδρυμα Lenbur. θεωρώντας ότι το πρόγραμμα «De re industriae 2000» συμβάλλει στην προαγωγή της ιστορίας της χώρας των Βάσκων, παρουσίασε προτάσεις για την ανάδειξη της ζωής των εργατών, του κόσμου των εργαζομένων της βασκικής βιομηχανίας. Γ. Η ελληνική συμμετοχή στο πρόγραμμα Τα έργα αποξήρανσης και εκμετάλλευσης της λίμνης της Κωπαΐδας, στη Βοιωτία, τον 19ο αιώνα, από την Lake Copais Co LTD προσέφεραν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος 280.000 περίπου στρέμματα καλλιεργήσιμης γης· Το σύστημα που εφάρμοσε με επιτυχία η αγγλική εταιρεία ( 1887-1954) είχε ως βάση τα έργα αποξήρανσης της λίμνης, που έγιναν τον 14ο αιώνα π.Χ. και αποδίδονται στους προϊστορικούς Μινύες του Ορχομενού. Τα νερά συγκεντρώνονται με κανάλια σε τάφρους με ογκώδη αναχώματα και διοχετεύονται στις περιμετρικές φυσικές καταβόθρες και σήραγγες στη λίμνη Υλίκη και στον Ευβοϊκό Κόλπο. Η Lake Copais Co LTD εξαγοράστηκε το 1954 και τα έργα συντήρησης

και διαχείρισης των νερών της λίμνης ανέλαβε ο Οργανισμός Κωπαΐδος, ο οποίος μοίρασε στους αγρότες της περιοχής το κτήμα. Οι εγκαταστάσεις της αγγλικής εταιρείας στο κωπαΐδικό πεδίο (τεχνικά έργα. βιομηχανικά και βοηθητικά κτίρια, κατοικίες του προσωπικού και μεταλλικές καλύβες των εργατών, μηχανολογικός εξοπλισμός, νερόμυλοι και υδροηλεκτρικό εργοστάσιο) έχουν χαρακτηριστεί με τον περιβάλλοντα χώρο τους από το ΥΠΠΟ. με τον Ν. 1469/50. ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία (υπουργικές αποφάσεις: ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/1789/1229/8.1.91 και ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/89/1255/8.1.91 οι οποίες δημοσιεύθηκαν στο ΟΕΚ 33/Β 28.1.1991). Η 1η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων με τη συνεργασία του Δήμου Αλιάρτου και του Οργανισμού Κωπαΐδος έχει ξεκινήσει από το 1994 ένα πρόγραμμα αποκατάστασης και αξιοποίησης των διατηρητέων κτισμάτων και χώρων που ανήκουν στον Οργανισμό Κωπαΐδος. καθώς και συντήρησης του μηχανολογικού και βοηθητικού εξοπλισμού και του αρχειακού υλικού του 19ου αιώνα. Η ολοκλήρωση του προγράμματος προβλέπει τη χάραξη διαδρομών στο κωπαΐδικό

Μεταλλεία σίδηρου στο Legazpi της Ισπανίας.

Νερόμυλος-μπαρ στην Κωπαΐδα.


πεδίο, με σταθμούς στα τεχνικά έργα, προϊστορικά και νεότερα, και στα μνημεία, αρχαία, χριστιανικά και βιομηχανικά με σκοπό την ανάδειξη και την προβολή της ιστορίας της Κωπαΐδας ανά τους αιώνες στον ευρύτερο χώρο της λίμνης. Στο πρόγραμμα «De re industriae 2000», για τα μνημεία της Κωπαΐδας συνεργάστηκαν η 1η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων (ΕΝΜ), η Θ ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (ΕΠΚΑ). ο Οργανισμός Πολιτιστικής και Τουριστικής Ανάπτυξης της Νομαρχίας Βοιωτίας, το Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων (ΙτΕΜ) και το Ινστιτούτο Μελέτης Τοπικής Ιστορίας και Ιστορίας των Επιχειρήσεων. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται οι εργασίες: 1. Καταγραφή του αρχείου και των κινητών, μουσειακών πλέον, αντικείμενων του Οργανισμού Κωπαίδος. 2. Μελέτη και συντήρηση σιδηρών αντικειμένων της Lake Copais Co (σιδερένια βάρκα καθαρισμού των καναλιών της λίμνης, γεωργικά μηχανήματα του 19ου-αρχές 20ού αι.). 3. Συντήρηση και επανατοποθέτηση της μεταλλικής καλύβας (κατοικία των εργατών της αγγλικής εταιρείας). 4. Μελέτη και ανάδειξη με αναστηλωτικές επεμβάσεις του νερόμυλου του Οργανισμού Κωπαίδος (τέλη του 19ου αι.). 5. Αναστηλωτικές εργασίες στο κτίριο κατοικίας του πρώην διευθυντή της αγγλικής εταιρείας, προκειμένου να εγκατασταθεί το Κέντρο Βοιωτικών Μελετών. 6. Σύνταξη ιστορικού οδηγού της Κωπαΐδας. Στο διάστημα από τον Αύγουστο του 1998 έως τον Δεκέμβριο του 1999 πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος: • Επιστημονική συνάντηση με θέμα «Κωπαίδα: προβληματισμοί και προοπτικές ανάδειξης των μνημείων της». Αλίαρτος και Ορχομενός 11-13 Σεπτεμβρίου 1998. • Τα εγκαίνια της αποκατάστασης του κτιρίου του επόπτη της αγγλικής εταιρείας, στην είσοδο των κήπων του Οργανισμού Κωπαίδος. που ήδη στεγάζει Τμήμα του Ιστορικού Αρχείου του Οργανισμού. • Ξεκίνησαν οι εργασίες αποκατάστασης του κτιρίου της κατοικίας του διευθυντή της αγγλικής εταιρείας. Ήδη έγινε αντικατάσταση της στέγης, δαπάνης 4.000.000 δρχ., στο διάστημα Ιούνιος-Αύγουστος 1999. Οι εργασίες διαμόρφωσης συνεχίζονται στον εσωτερικό χώρο για τις πολιτιστικές χρήσεις του Κέντρου Βοιωτικών Μελετών, σύμφωνα με τη μελέτη των μηχανικών της 1ης ΕΝΜ Μ. Γρυπάρη. Β. Οικονόμου. Ε. Παπακωνσταντίνου και Γ. Καράντζαλη. • Στο πλαίσιο του εορτασμού των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς για το 1999. με θέμα «Το αθάνατο νερό», οργανώθηκε από το ΙτΕΜ και την 1 η ΕΝΜ στον αναστηλωμένο νερόμυλο του Δήμου Λιβαδειάς, στην πηγή της Κρύας, έκθεση με τίτλο «Το νερό στη Βοιωτία» (Μ. Γρυπάρη, Α. Ψωμά. Γ. Κοπανιάς). • Συντάχθηκε ιστορικός οδηγός της Κωπαΐδας (Μ. Γρυπάρη αρχιτέκτων στην 1η ΕΝΜ. Ε. Κουντούρη, αρχαιολόγος στην Ο

ΕΠΚΑ. Μ. Μελιος. ιστορικός. Χ. Κοιλακου, αρχαιολόγος στην 1 η ΕΒΑ και Α. Παπαδόπουλος, οικονομολόγος), που περιλαμβάνει τα μνημεία της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου και των νεότερων χρονών (19ος αι.) με ιδιαίτερη μνεία στα έργα αποστράγγισης της λίμνης τον 14ο αιώνα π.Χ. και τον 19ο αιώνα από την αγγλική εταιρεία Lake Copais Co. Τα μνημεία και τα ίχνη των τεχνικών έργων σημειώνονται σε χάρτη που θα συνοδεύει την έκδοση (έκδοση Dian). • Εκδόθηκε το Ιστορικό Αρχείο Κωπαΐδας (συνοπτικός οδηγός) των Ν. Μέλιου και Α.

Παπαδοπούλου. ΙΜΤΙ και ΙΕ, Πειραιάς 1999. • Εκδόθηκε η μονογραφία Οι νερόμυλοι της Αγγλικής Εταιρείας της λίμνης Κωπαΐδας των Μ. Γρυπάρη, Στ. Μουζάκη. ΙτΕΜ, Αθήνα 1999. • Από τον Δήμο Pohja της Φινλανδίας εκδόθηκε περίληψη των εργασιών των τριών εταίρων που είχαν αναλάβει το πρόγραμμα «De re industriae 2000 - Finland. Greece. Spain» με τη γενική επιμέλεια της Anne Kuvaja. Pohja 1999. ΜΑΡΙΑ ΓΡΥΠΑΡΗ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΛΙΜΕΝΙΣΜΟΥ ΠΛΟΙΩΝ Το θέμα του ελλιμενισμού και της αποκατάστασης πλοίων που μπορούν να υπαχθούν στην κατηγορία των μνημείων της ναυπηγικής και να χαρακτηριστούν ως διατηρητέα είναι αλληλένδετο με το ευρύτερο θέμα της διαχείρισης και της προστασίας των μνημείων της ναυτικής πολιτιστικής κληρονομιάς'. Πρώτο βήμα για τη διατύπωση ενός προγράμματος είναι αφενός ο ορισμός, η καταγραφή και η κατηγοριοποίηση του αντικείμενου και αφετέρου η διατύπωση ενός πλαισίου αρχών για τη διαχείριση, από τις οποί3 ες πρέπει να διέπεται το πρόγραμμα . Ως μνημεία της ναυπηγικής νοούνται τα ιστορικά, παραδοσιακά και εξαιρετικής ναυπηγικής τέχνης πλοία και ομοιώματα. Τα μνημεία της ναυπηγικής, μαζί με τα μνημεία της ναυτικής ιστορίας, της αρχιτεκτονικής και της τεχνολογίας (κτίρια, εγκαταστάσεις, κατασκευές, έργα ναυτικής αμυντικής αρχιτεκτονικής, χώροι, λιμενικές ζώνες, τεχνικά έργα. καρνάγια και ναυπηγεία, νεώρια, μηχανές, εργαλεία, κειμήλια κ.λπ.) και τις παραδοσιακές τέχνες και τεχνικές της ναυτικής κληρονομιάς ως τμήμα της δρώσας ναυτικής πολιτιστικής παράδοσης, αποτελούν το αντικείμενο της ναυτικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Είναι εμφανής η διάκριση της ενότητας των ιστορικών μνημείων της ναυτικής κληρονομιάς (κινητών, όπως ιστορικά κειμήλια και αντικείμενα, και ακινήτων, όπως χώροι, τόποι, κτήρια, εγκαταστάσεις, έργα. κατασκευές κ.λπ.) και των ιστορικών πλοίων, από τα λοιπά μνημεία της ναυτικής κληρονομιάς που εντάσσονται από τη φύση τους στην ευρύτερη ενότητα των μνημείων του τεχνικού πολιτισμού. Προϋπόθεση για την προστασία των διατηρητέων πλοίων αποτελεί η εξασφάλιση συνθηκών ασφαλούς ελλιμενισμού και δυνατοτήτων διαρκούς συντήρησης από ειδικευμένο προσωπικό καθώς και επιστημονικά τεκμηριωμένης αποκατάστασης. Επομένως, ένα πρόγραμμα για την προστασία τους συνεπάγεται την παρέμβαση στους άλλους δύο τομείς των μνημείων της ναυτικής κληρονομιάς για την εξασφάλιση των αναγκαίων προϋποθέσεων. Η αξιοποίηση της εμπειρίας άλλων χωρών' στην κατεύθυνση αυτή αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο, αρκεί να ληφθούν

υπόψη οι ιδιαιτερότητες του αντικειμένου στην Ελλάδα. Η μορφολογία του ελλαδικού νησιωτικού χώρου και οι ιστορικές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ευνόησαν την ανάπτυξη τοπικών φαινομένων με ιδιαίτερο χαρακτήρα, με αποτέλεσμα τη διασπορά του αντικειμένου στον ελληνικό χώρο. Επιπλέον, ο ιστορικά και παραδοσιακά ναυτικός χαρακτήρας ορισμένων τοπικών κοινωνιών, θεμελιώδες στοιχείο της πολιτιστικής τους ταυτότητας, δημιούργησε την αναγκαιότητα προβολής του ναυτικού τους ρόλου, που εκφράστηκε με την πρωτοβουλία ίδρυσης ναυτικών μουσείων με κύρια κατεύθυνση την τοπική ναυτική ιστορία και παράδοση. Ο ρόλος αυτών των μουσείων στη συνειδητοποίηση της πολιτιστικής ταυτότητας και ιδιαιτερότητας σε τοπικό επίπεδο είναι ευρύτερος, ισχυρός συγκριτικά με το μέγεθος τους και δεν είναι δυνατόν να αντικατασταθεί από ένα κεντρικό ναυτικό μουσείο με πληρέστερη οργάνωση, αλλά με γενική, αναγκαστικά, θεματολογία. Ενδεικτικά αναφέρεται η πολιτιστική σημασία σε τοπικό επίπεδο του σχεδιαζόμενου Μουσείου Ναυπηγικής στο Πέραμα και η σημασία του Ναυστάθμου και της παρουσίας του Πολεμικού Ναυτικού στον Πόρο ως στοιχείων της ιστορικής και πολιτιστικής ταυτότητας του νησιού. Από τα παραπάνω διαφαίνεται ότι μια παρέμβαση οργάνωσης όλων των τοπικών μουσείων σε ένα δίκτυο, στο οποίο ένα κεντρικό ναυτικό μουσείο θα έχει αφενός τον συντονιστικό ρολό. αφετέρου θα αποσκοπεί στην ανάδειξη της ναυτικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς σε εθνικό επίπεδο, θα επιτρέψει την καλύτερη κάλυψη των ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού χώρου, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα αρτιότερη επιστημονική και λειτουργική οργάνωση των μουσείων, οικονομία δυνάμεων και πόρων και δυνατότητες ένταξης των μικρότερων μουσείων της περιφέρειας σε ευρύτερα πολιτιστικά και οικονομικά προγράμματα. Η μέχρι σήμερα πρακτική στην προστασία των μνημείων της ναυτικής κληρονομιάς στην Ελλάδα προέρχεται κυρίως από τα ναυτικά μουσεία' με σημαντική συμμετοχή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, και έχει προσανα-


Το «Ευγένιος Ευγενίδης» στο χώρο του πολιτιστικού ιδρύματος «Άλσος Ναυτικής Παράδοσης» στον Φλοίσβο Παλαιού Φαλήρου (φωτ. Μ. Μανούδη. 2001).

τολιστεί κυρίως στην ενότητα των ιστορικών μνημείων. Η σημαντικότερη ενέργεια είναι η ίδρυση του κοινωφελούς πολιτιστικού ιδρύματος «Άλσος Ελληνικής Ναυτικής Παράδοσης» , που τελεί υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Στους στόχους του ιδρύματος είναι η δημιουργία ενός κεντρικού ναυτικού μουσείου στο χώρο του Φλοίσβου , που θα περιλαμβάνει τη διαμόρφωση κατάλληλων εγκαταστάσεων ελλιμενισμού και προστασίας ιστορικών πλοίων. Ειδικότερα, όσον αφορά τα πλοία, ιδιαίτερα σημαντική είναι η πρωτοβουλία του Πολεμικού Ναυτικού για τη συντήρηση και τη διαμόρφωση σε μουσεία των δύο ιστορικών πλοίων του «Αβέρωφ» και του «Βέλος» και η κατασκευή της τριήρους «Ολυμπιάς» σε συνεργασία με το ΕΙΠΝΠ". Τα τρία αυτά πλοία και το «Ευγένιος Ευγενίδης», που ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού (ΥΠΠΟ) και έχει παραχωρηθεί στο Ναυτικό Μουσείο Ελλάδας, θα ελλιμενιστούν μόνιμα στο χώρο του Άλσους όπου σήμερα φιλοξενούνται ακόμη το πλοίο του ΟΤΕ «Θαλής ο Μιλήσιος». το πέραμα «Ευαγγελίστρια», που ανήκει στο Ναυτικό Μουσείο Αγαίου, και το ομοίωμα του αρχαίου πλοίου «Κυρήνεια II». Είναι προφανές ότι ο μουσειακός χαρακτήρας της παρέμβασης σε συνάρτηση με το πολύ μεγάλο κόστος συντήρησης των πλοίων και την αναγκαιότητα κατασκευής νέων εγκαταστάσεων ελλιμενισμού εκ των πραγμάτων περιορίζουν τον αριθμό των πλοίων που μπορούν να ενταχθούν. Η παράλληλη αξιοποίηση των εγκαταστάσεων ελλιμενισμού του 1ου Ναυστάθμου του Πολεμικού Ναυτικού στον Πόρο, που έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία με το Ν. 1469/50, στο πλαίσιο λειτουργίας του Ιδρύματος ως «ανοιχτού μουσείου», αφενός θα διεύρυνε τις δυνατότητες, αφετέρου θα συνέβαλε στην ολοκληρωμένη προβολή της ιστορίας του Πολεμικού Ναυτικού και του 1ου Ναυ-

στάθμου της ελεύθερης Ελλάδας. Άλλωστε, στο χώρο αυτό έχει ελλιμενιστεί επί σειρά ετών το «Αβέρωφ» και σήμερα ελλιμενίζεται το «Βέλος». Για τα ιστορικά πολεμικά πλοία, όπως και για τα ιστορικά μνημεία του Πολεμικού Ναυτικού (π.χ. εγκαταστάσεις του 1 ου Ναυστάθμου), η αποκατάσταση και η προβολή τους στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος από το οποίο διέπονται, κρίνεται απαραίτητη για λόγους ιστορικούς, ως απότιση φόρου τιμής, ακόμη και όταν έχουν πάψει να υφίστανται λειτουργικοί λόγοι. Η θεσμοθέτηση ειδικής κατηγορίας εν ενεργεία πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού, των «ιστορικών πλοίων» , ως τιμητικής διάκρισης (ένα είδος «επίτιμων» πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού), θα εξασφάλιζε την προστασία και τη συντήρηση τους. Για τους ίδιους λόγους κρίνεται σημαντικός και ο ελλιμενισμός τιμής ένεκεν ιστορικών πλοίων στο χώρο του Ιστορικού Ναυστάθμου του Πολεμικού Ναυτικού στον Πόρο - άλλωστε αναδεικνύονται με τρόπο μοναδικό στον φυσικό τους. ιστορικά φορτισμένο, χώρο. Η πρόβλεψη ενός προγράμματος διερεύνησης των δυνατοτήτων ανέλκυσης και αποκατάστασης σημαντικών ιστορικών πλοίων ή τμημάτων τους με την υποστήριξη του Πολεμικού Ναυτικού και του ΥΠΠΟ. όπως του «Άρης» του Τσαμαδού, του ενδοξότερου πλοίου του Αγώνα, που βυθίστηκε «τιμητικά» στη νησίδα Κυρά της Σαλαμίνας, ελλείψει μέσων συντήρησης, της φρεγάτας «Ελλάς», που ανατινάχτηκε και βυθίστηκε στο λιμάνι του Πόρου το 1831, και της φρεγάτας «Έλλη», που βυθίστηκε στην Τήνο, θα συμπλήρωνε στον τομέα των ιστορικών πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού την προσπάθεια. Πρόσφατα αποφασίστηκε η μεταφορά του «Βέλος» στο χώρο του «Άλσος Ναυτικής Παράδοσης», όπου προβλέπεται να ελλιμενιστεί μόνιμα, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, δίπλα στο «Αβέρωφ». Λαμβάνοντας

υπόψη ότι τα δύο αυτά πλοία από άποψη τυπολογίας, κλίμακας και ως μνημεία της ναυτικής ιστορίας του 20ού αιώνα ομαδοποιούνται ως εκθέματα στο χώρο του μουσείου, το «Ευγένιος Ευγενίδης», ως το μοναδικό ιστιοφόρο-εκπαιδευτικό πλοίο που διασώζεται στην Ελλάδα, θα μπορούσε να ελλιμενιστεί μόνιμα στον Ναύσταθμο, το Προγυμναστήριο του Πολεμικού Ναυτικού '. Το τριίστιο ιστιοφόρο «Ευγένιος Ευγενίδης» (έτος ναυπήγησης 1929), που κατέχει τη 10η θέση στην παγκόσμια επετηρίδα ιστιοφόρων εκπαιδευτικών πλοίων, ένα από τα τρία στο είδος του σε παγκόσμια κλίμακα που διασώζεται, θα μπορούσε, μετά από σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Πολιτισμού, του Πολεμικού Ναυτικού και του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος, να αποκατασταθεί λειτουργικά και να χρησιμοποιηθεί ως ιστορικό-εκπαιδευτικο πλοίο από το Πολεμικό Ναυτικό, για λόγους πολιτιστικούς και προβολής. Ο θεματικός προσανατολισμός του μουσείου «Άλσος Ναυτικής Παράδοσης» στη ναυτική ιστορία (του Πολεμικού και του Εμπορικού Ναυτικού), την αρχαιολογία και την παράδοση, η κλίμακα και το είδος των εκτιθέμενων πλοίων και ο χώρος δεν μπορούν να καλύψουν θεματικά και να αναδείξουν την ενότητα των μνημείων της ναυτικής κληρονομιάς. Ο απολογισμός στο χώρο αυτό είναι θλιβερός. Ο αριθμός των παραδοσιακών ελληνικών σκαριών μειώνεται κατακόρυφα". Ορισμένα τελευταία σωζόμενα δείγματα της παραδοσιακής ναυπηγικής τέχνης, μοναδικά στον διεθνή χώρο, όσα γλίτωσαν από το «μαχαίρι» της κοινοτικής επιδότησης, αργοπεθαίνουν σαπίζοντας, λόγω αδυναμίας ή ασύμφορης συντήρησης τους. Εξίσου θλιβερός είναι ο απολογισμός για άλλα πλοία εξαιρετικής ναυπηγικής τέχνης, όπως τα ιστιοφόρα σκάφη αναψυχής, που άλλοτε στόλιζαν τα λιμάνια και τις ελληνικές θάλασσες. Έχουν αντικατασταθεί από πλαστικά ως επί το πλείστον ταχύπλοα (cruiser), που έχουν μικρότερο κόστος συντήρησης και ανταποκρίνονται καλύτερα στον σημερινό τρόπο ζωής. Ας θυμηθούμε μερικά που μένουν ακόμη, όπως το «Αετός», το «Marylou» και το «Ευγένιος Ευγενίδης», και μερικά που έφυγαν, όπως το «Κρεολή», ή αλλοιώθηκαν από μετασκευές, όπως το «Buschido», ή βυθίστηκαν όπως το «Καίτη-Ιωάννα». Εκφράζεται η ελπίδα ότι το μεράκι των ελλήνων εφοπλιστών θα οδηγήσει και στην ανασύσταση ενός στόλου εξαιρετικής ναυπηγικής τέχνης παλαιών σκαφών υπό την ελληνική σημαία, εφάμιλλου του στόλου της εμπορικής ναυτιλίας και της ναυτικής μας παράδοσης. Η καταγραφή των πλοίων αυτών σε ειδικό μητρώο ως αναγνώριση της αυθεντικότητας τους, με την προϋπόθεση της επιστημονικά τεκμηριωμένης συντήρησης και αποκατάστασης τους, και η υπαγωγή τους υπό ελληνική σημαία με ευνοϊκούς όρους θα ενίσχυαν την πρωτοβουλία. Η συρρίκνωση του δυναμικού των ξύλινων σκαφών αναπόφευκτα οδηγεί στο σταδιακό κλείσιμο των παραδοσιακών ναυπηγείων κατασκευής και συντήρησης τους και στην εξαφάνιση της σχετικής τεχνογνωσίας και εμπειρίας. Τα τελευταία ξυλοναυπηγεία έχουν περιοριστεί σε εργασίες συντήρησης


και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας ". Το «μονοπώλιο» της τουριστικής αξιοποίησης των παράλιων απειλεί πολλούς από τους χώρους εγκατάστασης με την αλλαγή χρήσης. Προσπάθειες όπως αυτή του Δήμου Περάματος για τη δημιουργία ενός Μουσείου Ναυπηγικής' ' με ναυπηγοεπισκευαστικές δυνατότητες και καταφύγιο ιστορικών και παραδοσιακών σκαφών και η δραστηριοποίηση του Ναυτικού Μουσείου Αιγαίου (Μύκονος) στη διάσωση και την ένταξη στο δυναμικό του δύο πλοίων, του «Θαλής ο Μιλήσιος» και του περάματος «Ευαγγελίστρια», είναι ιδιαίτερα αξιόλογες αλλά τοπικής εμβέλειας. Ο χαρακτηρισμός, τα τελευταία χρόνια, σκαφών και ναυπηγείων ως διατηρητέων, με το Ν. 1469/50, είναι ενδεικτικός της κρατικής ευαισθητοποίησης, αλλά «αδύναμος» να επιτύχει το στόχο της προστασίας τους, εφόσον τα κύρια προβλήματα είναι η βιωσιμότητα τους, η έλλειψη τεχνογνωσίας και ειδικών χώρων ελλιμενισμού και συντήρησης. Ουσιαστικότερη είναι η συμβολή του νόμου αυτού στην προστασία των απειλούμενων από τουριστική αξιοποίηση χώρων είτε ως προϋπόθεση για την ένταξη σε επιδοτούμενα προγράμματα. Ένα πρόγραμμα προστασίας σε εθνικό επίπεδο στον τομέα αυτό κρίνεται ζωτικής σημασίας και πρέπει αφενός να ανταποκρίνεται στην ιδιαιτερότητα, την πολυμορφία και τη διασπορά του αντικειμένου στον ελλαδικό χώρο και αφετέρου να αξιοποιεί στο έπακρο το υπάρχον δυναμικό, υλικό και έμψυχο, αλλά και τις προσπάθειες που έχουν γίνει στην κατεύθυνση αυτή. Το ιδιωτικό ιδιοκτησιακό καθεστώς και η κλίμακα του κόστους οδηγούν στην επιλογή της «ενεργού» προστασίας ως μόνης εφικτής λύσης, με τη διερεύνηση δυνατοτήτων και μορφών αναβίωσης, επανένταξης και προπαντός με την ευαισθητοποίηση και τη δραστηριοποίηση του ιδιωτικού τομέα, διά μέσου της αναζήτησης μορφών συμμετοχής του. Μέχρι σήμερα, εκτός από το «Ευγένιος Ευγενίδης», έχουν χαρακτηριστεί ή βρίσκονται στη διαδικασία χαρακτηρισμού ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία είκοσι περίπου πλοία, στην πλειονότητα τους αντιπροσωπευτικά δείγματα της παραδοσιακής ναυπηγικής. Προτείνεται η ίδρυση και η οργάνωση ενός «Ανοιχτού Μουσείου Ναυπηγικής Τέχνης», με δυνατότητες ναυπηγοεπισκευαστικές και ελλιμενισμού διατηρητέων πλοίων, ένας «ζωντανός οργανισμός» με τη μορφή δικτύου γύρω από ένα κεντρικό μουσείοπυρηνα, που θα αποσκοπεί στην καταγραφή και την προβολή της ιστορίας και της εξέλιξης της ναυπηγικής τέχνης σε εθνικό επίπεδο, στη διάσωση και την αξιοποίηση μοναδικών παραδοσιακών εγκαταστάσεων που είναι καταδικασμένες να καταστραφούν, στην αναβίωση παλαιότερων ναυτικών τεχνών και τεχνικών, στη διάσωση και τον ελλιμενισμό αξιόλογων σκαφών που χάνονται και στην παροχή των απαιτούμενων για τη συντήρηση τους μέσων και τεχνογνωσίας. Στο δίκτυο αυτό προτείνεται να μπορούν να ενταχθούν: 1. Περιφερειακά μουσεία συναφούς θεματολογίας, τοπικής εμβέλειας. 2. Διατηρητέα κτίρια και λιμενικές εγκα-

Το πλοίο-μουσείο του αντιδικτατορικού αγώνα «Βέλος» στις εγκαταστάσεις του ιστορικού 1ου Ναυστάθμου του Πολεμικού Ναυτικού στον Πόρο (φωτ. Μ. Μανούδη, 2000).

ταστάσεις της ναυτικής κληρονομιάς, που θα αξιοποιηθούν για τις λειτουργικές ανάγκες του μουσείου. 3. Παραδοσιακές εγκαταστάσεις και ερ γαστήρια ναυπηγικής που τείνουν να εκλεί ψουν. Γι' αυτά πρέπει να αναζητηθούν μου σειακές λύσεις ή η λειτουργική αποκατά σταση τους σε «χώρους πειραματικής επα νάληψης παλαιότερων ναυτικών τεχνών και τεχνικών» (παλαιά νεώρια, νεώσοικοι, καρνάγια και σχετικά με τη ναυπηγική τέχνη ερ γαστήρια). Για να είναι εφικτή η ένταξη ιδιωτικών εργαστηρίων πρέπει να αναζητηθεί μια ιδιότυπη σχέση, που θα εξασφαλίζει αφενός τη βιωσιμότητα τους, διά μέσου της παροχής οικονομοτεχνικής και διοικητικής υποστήριξης (για την ένταξη σε χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα του μουσείου ως άλλη μορφή επιδότησης), αφετέρου θα επιβάλει ένα πλαίσιο λειτουργικών προδιαγραφών συμβατών με την ιδιότητα τους ως στοιχείων της «δρώσας» ναυτικής πολιτιστικής παράδοσης. 4. Διατηρητέα παραδοσιακά και εξαιρε τικής ναυπηγικής τέχνης και τεχνικής πλοία και ομοιώματα. Η αναζήτηση μιας ιδιότυπης σχέσης για τα ιδιωτικά πλοία μπορεί να επι βάλει ένα σύνολο αυστηρών ποιοτικών προ διαγραφών στην αποκατάσταση τους έναντι παροχών, όπως ο επιδοτούμενος ελλιμενι σμός στους χαρακτηρισμένους χώρους ελ λιμενισμού του «Ανοιχτού Μουσείου» και η δυνατότητα εκτέλεσης εργασιών με ευνοϊ κούς οικονομικούς όρους στα ενταγμένα στο «Ανοιχτό Μουσείο» εργαστήρια. Ο χαρακτηρισμός αξιόλογων παραδοσιακών αλιευτικών σκαφών ως διατηρητέων μνημείων, με τη συνταγματικά επιβεβλημένη προστασία τους, και η υπαγωγή τους στο φορέα του «Ανοιχτού Μουσείου» μπορούν ενδεχομένως να λύσουν το πρόβλημα της διάσωσης τους, χωρίς να στερήσουν από τους ιδιο-

κτήτες τους το δικαίωμα της κοινοτικής επιχορήγησης. Η περαιτέρω νομική διερεύνηση του θέματος κρίνεται απαραίτητη. 5. Ειδικοί χώροι μόνιμου ελλιμενισμού διατηρητέων πλοίων-εκθεμάτων ως «μουσείων-λιμανιών». Ο περαιτέρω προσδιορισμός και χαρακτηρισμός, σε συνεργασία με το Λιμενικό Ταμείο, «ειδικών χώρων φιλοξενίας διατηρητέων πλοίων» που ανήκουν σε ιδιώτες, με ευνοϊκούς όρους, σε παραδοσιακούς χώρους ελλιμενισμού που υπάγονται στις διατάξεις περί προστασίας του Ν. 1469/50, όπως π.χ. το λιμάνι της Νάουσας Πάρου, το παλιό λιμάνι της Λήμνου, ο λιμένας του Πώγωνα στον Πόρο, πάλαι ποτέ Ναύσταθμος κ.λπ., έναντι της δυνατότητας επίσκεψης τους ορισμένες ώρες από το κοινό, δίνει τη δυνατότητα έκθεσης των διατηρητέων πλοίων στον φυσικό τους χώρο με τη μορφή «κινητής έκθεσης» και μπορεί να υπαχθεί σε σχετικό προγραμματισμό. Ένας από τους κύριους στόχους του μουσείου θα είναι η οργάνωση «Προγραμμάτων ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης και καλλιέργειας της ιδιωτικής πρωτοβουλίας»: - με την ενθάρρυνση της δημιουργίας συλλογών με συναφείς σκοπούς και την παραχώρηση σε αυτούς ή και σε ναυτικούς ομίλους της χρήσης χώρων ή και σκαφών, υπό την εποπτεία του μουσείου, - με την οργάνωση διαγωνισμών ναυπηγικού ομοιώματος (μοντέλου), επισκευής παλαιών σκαφών, πειραματικής επανάληψης παλαιότερων τρόπων ναυπηγικής και ναυσιπλοίας (σε συνεργασία με το ΕΙΠΝΠ) και τη θέσπιση ειδικών βραβείων, - με την οργάνωση εκπαιδευτικών και ερευνητικών προγραμμάτων με τα ανωτέρω θέματα. Ο όρος «Ανοιχτό Μουσείο»'' προτείνεται, διότι αποδίδει στα ελληνικά την πρωτοποριακή δυναμική του μουσείου από άποψη μουσειολογική και λειτουργική ως «ζωντα-


νοϋ» οργανισμού παρέμβασης, τη διοικητική δομή και τη γεωγραφική μορφή του ως δικτύου, αλλά και την ιδιαιτερότητα των πλοίων ως «κινούμενων εκθεμάτων». Η οργάνωση του «Ανοιχτού Μουσείου Ναυπηγικής Τέχνης» ως δικτύου έχει τα ακόλουθα πλεονεκτήματα: - Αξιοποιεί το υπάρχον δυναμικό, υλικό και έμψυχο, της ναυτικής πολιτιστικής κληρονομιάς, προβάλλει τα μνημεία στον φυσικό τους χώρο και εξασφαλίζει στον επισκέπτη τη βιωματική επαφή με το αντικείμενο. - Η επίσκεψη στο μουσείο μπορεί να αποκτήσει τη μορφή «πολιτιστικών διαδρομών», με επισκέψεις στους προαναφερόμενους χώρους-εργαστήρια αλλά και εκπαιδευτικά ταξίδια με διατηρητέα πλοία, ως μια μορφή εναλλακτικού τουρισμού με εκπαιδευτικό περιεχόμενο (μια άλλη μορφή εκπαιδευτικών προγραμμάτων). Η δυνατότητα συμμετοχής των διατηρητέων σκαφών στα προγράμματα πολιτιστικών διαδρομών του «Ανοιχτού Μουσείου» δίνει στην προσπάθεια διάσωσης τους τη διάσταση της αναβίωσης και ανοίγει προοπτικές επανάχρησης και αυτοχρηματοδότησης της συντήρησης και της αποκατάστασης τους. Η συνεργασία με ναυτικούς ομίλους μπορεί να αποβεί επωφελής. - Επιτρέπει την υπέρβαση των ορίων της παραδοσιακής μουσειακής συντήρησης με την αξιοποίηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, στο μεράκι της οποίας οφείλεται η συντήρηση πολλών αξιόλογων σκαφών, επιβάλλοντας προδιαγραφές που θα εγγυώνται ένα ποιοτικά και επιστημονικά ελεγμένο αποτέλεσμα. - Επιτρέπει την ένταξη της όλης προσπάθειας στο πλαίσιο μιας εθνικής πολιτικής για την προστασία και την προβολή της ναυτικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα διατηρητέα πλοία είναι από τη φύση τους «κινούμενα εκθέματα» και έχει αναγνωριστεί ο ιστορικός τους ρόλος ως «πρέσβεων πολιτισμού», στη «λειτουργική αποκατάσταση» τους μπορεί να συμβάλουν οι παρακάτω ενέργειες: - Η θέσπιση του θεσμού του «ιστορικού λιμανιού» στο πνεύμα του «δικτύου πόλεων και χώρων ελλιμενισμού που διακρίθηκαν ιστορικά», που θα διαθέτουν ειδικούς χώρους φιλοξενίας διατηρητέων πλοίων. - Η διοργάνωση «εκδηλώσεων για τα ιστορικά, παραδοσιακά και εξαιρετικής ναυπηγικής τέχνης και τεχνικής σκάφη και ομοιώματα». - Η επεξεργασία του θεσμικού πλαισίου που θα καταστήσει την ελληνική σημαία «σημαία προστασίας» για τα διατηρητέα πλοίαμνημεία της ναυπηγικής τέχνης και τον ελληνικό θαλάσσιο χώρο ένα «ανοιχτό μουσείο», ανάλογο της ιστορίας και της γεωμορφολογίας του. ΜΑΡΙΑ ΜΑΝΟΥΔΗ

1. Για την ταξινόμηση των μνημείων της ναυτικής πολιτιστικής κληρονομιάς και τις σχετικές με την προστασία και τη διαχείριση τους προτάσεις, βλ. Μ. Μανούδη. «Πόρος 19οςαι. Ναύσταθμος και λίκνον του Πολεμικού Ναυτικού. Πρόταση για τη

διαχείριση των μνημείων της ναυτικής κληρονομιάς». 10ο Διεθνές Συνέδριο του TICCHI -Τεχνολογίες της θάλασσας". Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1997. Πρακτικά. Αθήνα 2000.79-84. 2. Η διαδικασία της καταγραφής είναι επίπο-

νη. Ωστόσο, η γνώση του χώρου μπορεί να οδηγήσει σε μια πρώτη κατηγοριοποίηση βάσει της οποίας θα μεθοδευτεί η καταγραφή και η προστασία. 3. Τα θέματα αυτά πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο συλλογικού προβληματισμού και συνεργασίας των αρμόδιων φορέων καθώς και επιστημόνων που έχουν ασχοληθεί με το θέμα. Η διατύπωση των απόψεων που ακολουθούν αποτελεί μικρή συμβολή στην κατεύθυνση αυτή. 4. Bruno Ballerin. «Un Museo sul Mare» (Cesenatico). Emilia romagna, Mensile di Informazione. gennaio 1990' «Ecomuseu Camara Municipal do Seixal». Nucleo Naval Historico, Estaleiro Artesanal da Arrentela, Portugal, διαφημιστικό έντυπο- «Oude schepen weer teuyg in Rotterdam», «Sichting Opelucht Binnenvaartmuseum». Rotterdam, διαφημιστικό έντυπο. Ευχαριστώ τον κ. Κώστα Δαμιανίδη. δρα αρχιτέκτονα μηχανικό της ιστορίας της Ναυπηγικής, για την επισήμανση της σχετικής βιβλιογραφίας. 5. Π.χ. η μεγάλη ναυτική παράδοση της Υδρας, των Σπετσών, της Σύρας. της Ανδρου, των Οινουσσων κ.λπ. 6. Για τα ναυτικά μουσεία και τις δραστηριότητες τους. βλ. «Ναυτική Παράδοση και Μουσεία», αφιέρωμα εφημερίδας Καθημερινή. Επτά Ημέρες. 19.12.1993. 7. Υπουργείο Εθνικής Αμυνας, ΓΕΝ/ Γ4, «Νέο Ναυτικό Μουσείο Ελλάδας». Αρχιτεκτονική προμελέτη. Ανάδοχος, συνεργαζόμενα γραφεία, Γιάννης Πατρώνης αρχιτέκτων. Ηρω Κοτρωτσου-Τσιμώνου πολ. μηχανικός, Γιάννης Οικονόμου - Α. Δ. Μαΐστρος μηχ. ηλεκτρολόγοι. Αθήνα. Ιούνιος 1992. 8. Για το «Ελληνικό Ινστιτούτο Προστασίας Ναυτικής Παράδοσης» (ΕΙΝΠ). βλ. εφημ. Καθημερινή, ό.π. 9. Παράδειγμα παρόμοιας χωροθέτησης ιστορικών πλοίων έχουμε κατά μήκος του Τάμεση στην Αγγλία. Στο Greenwich, ιστορικό χώρο του Αγγλικού Ναυτικού, ελλιμενίζεται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο το ιστιοφόρο πλοίο-μουσείο «Cutty Sark» (έτος ναυπήγησης 1869). το τελευταίο σωζόμενο από τα clippers τσαγιού, ενώ το πλοίο-μουσείο HMS «Belfast» (έτος ναυπήγησης 1939), δεσπόζει δεμένο σε ειδική προβλήτα, μεταξύ της London Bridge και της Tower Bridge, δίνοντας το στίγμα της ναυτικής ιστορίας του 20ού αι. της χώρας. 10. Βλ. την απο 22.4.98 εισήγηση για το χαρακτηρισμό του πλοίου ως διατηρητέου μνημείου με το Ν. 1469/50 (συντάκτης Μ. Ζάννος). Χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με την ΥΑ/ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/2574/39549/22.7.98. 11. Για τα αίτια της καταστροφής τους. βλ. Κ. Δαμιανίδης, «Προστασία των παραδοσιακών σκάφων (ανάγκη θεσμικού πλαισίου και δυνατότητες ένταξης σε προγράμματα πολιτιστικού τουρισμού», ανακοίνωση, TEE-ICOMOS, « Τουρισμός και μνημεία-. 10-11 Δεκεμβρίου 1993. 12. Για τη συρρίκνωση της παραδοσιακής ξυλοναυπηγικης. βλ. Κ. Δαμιανίδης. «Ελληνική παραδοσιακή ξυλοναυπηγικη (ιστορική ανασκόπηση, σημερινή κατάσταση και προοπτικές)», περ. Πυρφόρος (2000). 63-68. 13. Κ. Δαμιανίδης, «Μουσείο Ναυπηγικής και καταφύγιο ιστορικών και παραδοσιακών σκαφών», ενημερωτικό τεύχος. Δήμος Περάματος. 1996. 14. Το προτεινόμενο μουσείο θεματολογικά τείνει στα «οικολογικά μουσεία» η «οικομουσεία» (προβληματική μετάφραση του όρου «ecomuseum»). Οι όροι αυτοί στα ελληνικά δημιουργούν διαφορετικούς συνειρμούς από τη μορφή και το περιεχόμενο των ομώνυμων μουσείων στο εξωτερικό. Ο ορός «υπαίθριο μουσείο», μετάφραση του «open air», κρίνεται ιδιαίτερα περιοριστικός. Για την οργάνωση των «υπαίθριων μουσείων» και των «οικολογικών μουσείων» ή «οικομουσείων». βλ. Σ. Ξενόπουλου, σημειώσεις του κατ' επιλογήν μαθήματος «Στέγαση μουσείων σε μνημεία» του ΔΠΜΣ του ΕΜΠ «Προστασία Μνημείων, Α κατεύθυνση» ακαδ. έτος 1999-2000.


ΜΟΥΣΕΙΟ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Το Μουσείο Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας ανήκει στη Σχολή Θετικών Επιστημών και στο Τμήμα Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και προϋπήρχε ως Μουσειακή Συλλογή από το 1838 με την ονομασία Ταμείον Οργάνων. Την 20ή Δεκεμβρίου 1996 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών ενέκρινε τον οργανισμό του Μουσείου. Το ιστορικό της κατασκευής. Το έτος 1869 ο καθηγητής της Χημείας Αναστάσιος Χρηστομάνος, ύστερα από ένα μακρό και επίπονο αγώνα, ίδρυσε το Εθνικό Χημείο. Το κτίριο του Παλαιού Χημείου θεμελιώθηκε την 6η Ιουνίου 1887 από τον πρύτανη Καραμήτσα, ο οποίος στα θεμέλια τοποθέτησε υάλινο κύλινδρο που περιείχε χρυσό ελληνικό νόμισμα και μεμβράνη με την επιγραφή: Αφιερούται τη Επιστημονική Εργασία η δε τη Πατρίδι. Ειδικά χαρακτηριστικά. Το οικοδόμημα κτίστηκε σύμφωνα με τα σχέδια του γερμανού αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ. σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα του βερολίνειου χημείου Zarstrau και με την έγκριση του διάσημου χημικού Hofmann. και η επίσημη έναρξη των μαθημάτων έγινε τη 18η Ιανουαρίου 1890. Το μεγάλο αμφιθέατρο του, το πρώτο που κατασκευάσθηκε στην Ελλάδα από οπλισμένο σκυρόδεμα, είναι θαύμα ακουστικής, χωρητικότητας τριακοσίων πενήντα θέσεων με κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή για την εκτέλεση πειραμάτων από έδρας. Το κτίριο του Παλαιού Χημείου είναι το μοναδικό κτίριο στη χώρα μας που συνδέεται άρρηκτα με την εξέλιξη των φυσικών επιστημών και αποτελεί έναν ζωντανό, λειτουργικό μουσειακό χώρο, με πολύτιμο φορτίο τόσο αρχιτεκτονικά και ιστορικά όσο και επιστημονικά. Λόγω δε της μοναδικότητας της υλικοτεχνικής του υποδομής είναι ο άριστος φυσικός χώρος για τη λειτουργία του Μουσείου Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας που στεγάζεται σε αυτό. Ένα ακόμη μικρότερο αμφιθέατρο και μια αίθουσα διδασκαλίας ολοκληρώνουν τη λειτουργικότητα του Μουσείου. Χρήση του κτιρίου. Το κτίριο του Παλαιού Χημείου, εκτός από τον εκπαιδευτικό του ρόλο, στέγασε παλαιότερα το Εθνικό Χημείο, το Γενικό Χημείο του Κράτους, το Εθνικό Γραφείο Μέτρων και Σταθμών, τη Γεωδαιτική Επιτροπή, τη Θαλασσογραφική Εταιρεία, τη Φυσιοδιφική Εταιρεία, το Βοτανικό Μουσείο και την Ελληνική Αστροναυτική Εταιρεία. Σε αυτό το κτίριο λειτούργησε το πρώτο πανεπιστημιακό οινοποιείο και η πρώτη γεννήτρια ακτινών Roentgen το 1897. Στα αμφιθέατρα του δίδαξαν μεγάλες προσωπικότητες των θετικών επιστημών, όπως ο ιδρυτής του Χημείου Αναστάσιος Χρηστομάνος, ο διδάσκαλος του Einstein και οργανωτής του Πανεπιστημίου Σμύρνης διάσημος μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής, ο θεμελιωτής του νεοτέρου Εργαστηρίου Φυσικής Γεώργιος Αθανασιάδης, ο συνεργάτης του Sommerfeld Δημήτριος Χονδρός, ο συνεργάτης και συνερευνητής του Fischer Λεωνίδας Ζέρβας, τέλος δε ο καθηγητής Καίσαρ Αλεξόπουλος.

Ήδη στο κτίριο λειτουργεί ακόμη τμήμα του Εργαστηρίου Φυσικής και το ερευνητικό κέντρο του διεθνούς προγράμματος «Νέστωρ», μελέτης νετρίνων στον υποθαλάσσιο χώρο της Πύλου. Σωζόμενο υλικό, εκθέματα και ιστορικό υλικό. Στο Μουσείο περιέχονται όργανα του Εθνικού Γραφείου Μέτρων και Σταθμών, πρότυπα μεγέθη, η πρώτη γεννήτρια ακτινών Roentgen στην Ελλάδα από το 1897, η γεννήτρια Alexanderson του ασυρμάτου, οι μυστικοί πομποί της Κατοχής, η μηχανή Ramsden, που παρόμοια της περιγράφει ο Ρήγας Φεραίος στο Απάνθισμα Φυσικής το 1790. και χιλιάδες όργανα και συσκευές φυσικής και χημείας, το προσωπικό αρχείο και ο φοριαμός του Κων. Καραθεοδωρή από την «Υπάτη Αρμοστεία Ελλάδος» και όργανα από το Πανεπιστήμιο Σμύρνης, καθώς και τα παραβολικά κάτοπτρα αφής της ολυμπιακής φλόγας, από τα οποία το ένα ευρίσκεται μόνιμα στην Αρχαία Ολυμπία. Βιβλιοθήκη του Μουσείου. Περιέχει τουλάχιστον 20.000 τόμους από σπάνια βιβλία και επιστημονικά περιοδικά, έως και τριών αιώνων, στα οποία περιλαμβάνονται βιβλία του Πανεπιστημίου Σμύρνης. Χώρος Ιστορικής Εθνικής Μνήμης. Στο Παλαιό Χημείο λειτούργησε πρώιμος πομπός ασυρμάτου πριν από το 1911,0 οποίος εξελίχθηκε σε πομπό ραδιοφωνικού σταθμού του Πανεπιστημίου. Με το σταθμό ασυρμάτου κατορθώθηκε επαφή με τη στρατιά της Μικρός Ασίας. Το 1926 δημιουργήθηκε στο Χημείο ο Όμιλος Φίλων Ασυρμάτου (ΟΦΑ). Ο ραδιοφωνικός σταθμός του Παλαιού Χημείου, με πλήθος συσκευών λειτούργησε παράνομα κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, συνέδεε την υπόδουλη πατρίδα με

την ελεύθερη ηγεσία του έθνους και μετέδωσε το μήνυμα της απελευθέρωσης. Στο μεγάλο αμφιθέατρο έγινε την 25η Μαρτίου 1942 η πρώτη μεγάλη παμφοιτητική αντικατοχική συγκέντρωση, η οποία κατέληξε στο πρώτο παμφοιτητικό και πανεργατικό συλλαλητήριο κατά των κατακτητών, στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Στον ίδιο χώρο έγιναν οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για την αγγλική κατοχή της Κύπρου και από εκεί ξεκίνησαν πολλά συλλαλητήρια για την Κύπρο. Στόχοι του Μουσείου. • Η διάσωση του συνόλου του ιστορικού επιστημονικού υλικού των φυσικών επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, που αριθμεί περισσότερα από 7000 εκθέματα και 20.000 περίπου σπάνια βιβλία. • Η οργάνωση, η λειτουργία, η συνεχής ανάπτυξη και βελτίωση των εκθετηρίων, οπού με σύγχρονη παροχή εκπαίδευσης παρουσιάζεται και προβάλλεται η ιστορική εξέλιξη των φυσικών επιστημών και της τεχνολογίας από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας. • Η διοργάνωση και η στήριξη πολιτιστικών και εν γένει κοινωνικών εκδηλώσεων στο χώρο του Μουσείου. Το Μουσείο Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας που στεγάζεται στο Παλαιό Χημείο είναι αρμονικά δεμένο με τον φυσικό και ιστορικό επιστημονικό του χώρο και θα αποτελέσει ένα λαμπρό κόσμημα για το Πανεπιστήμιο, έναν πόλο έλξης για την πόλη των Αθηνών αλλά και ένα επίτευγμα για ολόκληρη την Ελλάδα. Παρούσα κατάσταση. Με αναγνωρισμένη την κορυφαία ιστορική αξία του. το κτίριο του Χημείου, έργο ενός από τους κύριους εκπροσώπους του ωρίμου νεοκλασικισμού στην Ελλάδα, έχει χαρακτηριστεί: α. διατηρητέο απότοΥΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 1196/17.11.1994), β. έργο τέχνης και ιστορικό διατηρητέο μνη-


μείο από το ΥΠΠΟ (ΦΕΚ 631/30.7.1996. γ. ιστορικό διατηρητέο μνημείο ο εξοπλισμός του από το ΥΠΠΟ (ΦΕΚ 47/ 28.1.1998). δ. η χρήση του κτιρίου ως χώρου του Μουσείου, εκπαιδευτική και πολιτιστική από το ΥΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 995/11.12.1998). Πάρα τις προαναφερθείσες αποφάσεις, με την εκπονούμενη μελέτη «επισκευής» επιχειρείται ουσιαστικό αλλοίωση του κτιρίου (κατατμήσεις, κατεδαφίσεις, κατάργηση λει-

τουργικών χώρων του Μουσείου), με σκοπό την αλλοτρίωση και τη δημιουργία βιβλιοθήκης άλλης πανεπιστημιακής σχολής. Γι' αυτό το σκοπό εκδικάζεται στις 17.1.2001 προσφυγή στο Συμβούλιο Επικρατείας εις βάρος της απόφασης του ΥΠΕΧΩΔΕ περί καθορισμού χρήσης ως μουσείου. Συμπερασματικά, απειλείται το ανεκτίμητης ιστορικής αξίας τέμενος των Φυσικών Επιστημών, το οποίο με το ιστορικής αξίας

επιστημονικό υλικό θα αποδεικνύει το αδιάσειστο της συνέχειας της επιστήμης στην Ελλάδα. Το Μουσείο λειτουργεί με πενιχρούς πόρους από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και για τη στήριξη του έχει ιδρυθεί η «Εταιρεία Φίλων του Μουσείου Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας».

0 Κωνσταντίνος Παππάς. που φέρεται να έχει έρθει στη Λάρισα από την Ήπειρο (περιοχή Αργυροκάστρου ). ιδρύει το 1893 μαζί με τους Δημητριάδη και Σκαλιωρα το μύλο, που έχει ως κινητήρια δύναμη τον ατμό. Από την αρχική φάση λειτουργίας ως ατμόμυλου, σήμερα διασώζεται μόνον η βάση της καμινάδας στη βορειοδυτική πλευρά πίσω από το κτίριο. Ο μύλος αρχικά αλέθει με μυλόπετρες, που παίρνουν κίνηση από την ατμομηχανή όπως και όλα τα υπόλοιπα μηχανήματα (περιστροφικά κόσκινα, τριέρια κ.λπ.). Στην Ευρώπη εμφανίζονται ήδη από το 1840 οι πρώτοι κυλινδρόμυλοι, που εξαπλώνονται έως το 1880. Η νέα τεχνολογία άλεσης εμφανίζεται στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα , ενώ γενίκευση στη χρήση κυλινδρομηχανών παρατηρείται στους πειραϊκούς αλευρόμυλους μετά το 1910. Αυτή την εξέλιξη παρακολουθούν από πολύ κοντό οι αλευρόμυλοι της Θεσσαλίας και ανάμεσα τους βέβαια ο μεγάλος αλευρόμυλος του Παππά. Η πρώτη φάση λειτουργίας του κλεί-

νει το 1920, οπότε ο μύλος καταστρέφεται από πυρκαγιά.

τόματος, κατασκευασμένος από υλικά εκλεκτά, ξυλείαν επίσης εκλεκτήν (πιτς πάιν) μηδέ των πατωμάτων εξαιρουμένων, με εγκατάστασιν ηλεκτροφωτισμού, με εγκατάστασιν αλεξικέραυνων, δικτύου κατά της πυρκαιάς και εν γένει παντός ό,τι απαιτεί η σημερινή επιστήμη». Η διάταξη της γραμμής παραγωγής αποτέλεσε τη βάση για τη λειτουργία του μύλου ως τις μέρες μας με όλες τις επεκτάσεις και τις προσθήκες μηχανημάτων που έγιναν κατά καιρούς. Παράλληλα με τα νέα μηχανήματα του μύλου, στη θέση της ατμομηχανής για την κεντρική κίνηση εγκαθίσταται πετρελαιομηχανή, κατακόρυφου τύπου με δύο κυλίνδρους και αεροσυμπιεστή, του εργοστασίου KRUPP, ισχύος 140 ίππων. Εκτός από την κίνηση των μηχανημάτων η πετρελαιομηχανή δίνει κίνηση σε δύο γεννήτριες ηλεκτρικού ρεύματος. Το έτος 1937 η πετρελαιομηχανή αντικαθίσταται με νεότερη, μεγαλύτερης ισχύος. 310 ίππων. Τα σύγχρονα μηχανήματα δίνουν μεγάλες δυνατότητες παραγωγής άριστης ποιότητας αλεύρων και σιμιγδαλιού για τη μακαρονοποιία και ο μύλος γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη. Ο Β ' Παγκόσμιος Πόλεμος σταματάει την πετυχημένη πορεία της επιχείρησης. Την ύστατη στιγμή αποφεύγεται η ανατίναξη του μύλου από τους αντάρτες' και αμέσως μετά γίνεται δυνατή η ανασυγκρότηση της παραγωγής.

Νέα φάση λειτουργίας: κυλινδρομηχανές και πετρελαιοκίνηση Το 1926-27 ήταν χρονιά ριζικού εκσυγχρονισμού όλων των εγκαταστάσεων του μύλου. Για το σκοπό αυτό ανατίθεται στον γερμανικό οίκο κατασκευής μηχανημάτων μύλων AMME-LUTHER η μελέτη και η σχεδίαση όλης της γραμμής παραγωγής ενός σύγχρονου μύλου. Στις εγκαταστάσεις του νέου εξοπλισμού του μύλου περιλαμβάνονται τα πλέον σύγχρονα μηχανήματα σε τρία διακεκριμένα τμήματα: τμήμα καθαριστήριου του σίτου, τμήμα άλεσης και τμήμα αποθήκευσης-ανάμιξης αλεύρων με μεγάλα αμπάρια και σύστημα συσκευασίας-φόρτωσης. Οι νέες εγκαταστάσεις αναπτύσσονται σε ύψος μεγαλύτερο από το αρχικό του μύλου, γι' αυτό έχουμε προσθήκη ορόφων, που διαμορφώνουν τη σημερινή τελική όψη του κτιρίου. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά σε έκθεση της 4.2.1930': «Ο μύλος είνε αυ-

ΧΡΥΣΟΛΕΩΝ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ

Αύξηση παραγωγικότητας-ηλεκτροκίνηση Το 1950 προστίθενται στα υπάρχοντα μηχανήματα δύο ακόμη κυλινδρομηχανές του αγγλικού εργοστασίου SIMON και διάφορα βοηθητικά μηχανήματα, όπως μηχάνημα ΕΥΡΗΚΑ, βούρτσα σίτου, ανεμιστήρες, τριφτήρες αλεύρων κ.λπ. έως το 1956, χρονιά κατά την οποία έχουμε ριζικότερες αλλαγές: • Προσθήκη 4 ακόμη κυλινδρομηχανών του γερμανικού εργοστασίου Buhler. • Προσθήκη 2 οριζόντιων κόσκινων (Plansichter) του εργοστασίου Buhler. • Βούρτσα σίτου και πιτύρων, κόσκινο σίτου, τριφτήρες του εργοστασίου Buhler. • Γενική ηλεκτροδότηση της κίνησης των μηχανημάτων του μύλου. • Αμέσως μετά (1958) γίνεται εγκατάσταση συγκροτήματος θερμικής επεξεργασίας σίτου (Konditioner) του εργοστασίου Buhler. Αξίζει να σημειωθεί ότι έχουμε προμή-


ρισας), ενώ η πετρελαιομηχανή παραμένει σε εφεδρεία. Η ηλεκτροδότηση γίνεται με ολοκληρωμένη σχεδίαση, όπως φανερώνει η σωζόμενη επιμελημένη ηλεκτρολογική εγκατάσταση του κτιρίου. Οι ηλεκτροκινητήρες που τοποθετήθηκαν στην περίοδο 1954-58 χωρίζονται σε δύο ομάδες: - οι μικρότερης ισχύος ηλεκτροκινητήρες (μέχρι 12 HP) είναι ελληνικής κατασκευής, του εργοστασίου ΕΛΒΗΜΑ. - οι ηλεκτροκινητήρες μεγαλύτερης ισχύος είναι του αυστριακού εργοστασίου ELIN. Σε περίοδο ακμής ο μύλος είχε απόδοση 70-90 τόνους/24ωρο, σε τρεις βάρδιες και προσωπικό 70 άτομα (εργατοτεχνίτες και προσωπικό γραφείων). Μετά το 1974 απελευθερώθηκε το καθεστώς που ρύθμιζε τη λειτουργία των αλευρόμυλων και μειώθηκε σημαντικά η παραγωγή του μύλου, που τώρα πια απασχολούσε γύρω στα 35 άτομα. Στη συνέχεια η πορεία είναι φθίνουσα, για να καταλήξει σε οριστικό κλείσιμο του μύλου τον Μάιο του 1983. Αυτόματος ζυγός αλεύρων, κατασκευής 1926 του εργοστασίου CHRONOS.

Αυτόματος ζυγός σίτου με χοάνη τροφοδοσίας 150 κιλών, κατασκευής 1926. του εργοστασίου CHRONOS.

θεια και τοποθέτηση μηχανημάτων και από έλληνες κατασκευαστές, όπως πλυντήριο σίτου και φίλτρο αλεύρων της εταιρείας ΛΙΝΟΣ ΑΕ και ψεκαστήρα αλεύρων της εταιρείας ΤΕΜΕΑ. Τα μηχανήματα αυτό είναι απλής κατασκευής χωρίς πολλούς μηχανισμούς κίνησης και αυτοματισμούς. Το 1958 ηλεκτροδοτούνται συνολικό όλα τα μηχανήματα του μύλου, από την ΕΥΗΛ (Εταιρεία Υδρευσης, Ηλεκτροφωτισμού Λά-

Τα μηχανήματα του μύλου Ο εξοπλισμός του μύλου είναι διατεταγμένος ως εξής: 1. Τμήμα καθαριστηρίου. Περιλαμβάνει τα εξής μηχανήματα: Αναβατόρια, κυψέλες σίτου (αποθήκες, αμπάρια, κασόνια), καθαριστική μηχανή, μαγνήτη, κοσκίνες σίτου, τριέρια, πλυντήριο/στεγνωτήριο σίτου, βούρτσα σίτου - ΕΥΡΗΚΑ (σμιρίγδι), ανεμιστήρες. Konditioner. 2. Τμήμα άλεσης. Τα μηχανήματα που απαρτίζουν το τμήμα άλεσης είναι: Ζυγός σίτου, αναβατόρια, κυλινδρομηχανές, μηχανή λείανσης (τροχιστική), βούρτσα πιτύρων. οριζόντια κόσκινα (Plansichter), τριφτήρες, σεμιγδαλίστρες, φίλτρο αλεύρων-ανεμιστηρες. ανελκυστήρας φορτίων, νεότερο φίλτρο αλεύρων-υγραντήρας αλεύρων, ζυγοί αλεύρων. 3. Τμήμα αποθήκευσης - ομογενοποίησης των αλεύρων. Αποτελείται από τις ξύλινες κυψέλες, τη μηχανή ανάμειξης, τα αναβατόρια και τη μηχανή καθαρισμού σάκκων. Αξιολόγηση Ο μύλος του Παππά ανήκει στην κατηγορία των βιομηχανικών μύλων που έφεραν από την Ευρώπη τη νέα τεχνολογία της άλεσης με κυλινδρομηχανές. Στα εκατό και πλέον χρόνια ύπαρξης του παρουσιάζει μοναδική πληρότητα των τεχνικών εξελίξεων που εμφανίστηκαν στον τομέα της αλευροβιομηχανίας: Ξεκίνησε ως ατμόμυλος με μυλόπετρες, μετατράπηκε σε κυλινδρόμυλο, απέκτησε πετρελαιοκίνηση και αργότερα ηλεκτροκίνηση, εξοπλίστηκε με τα πιο σύγχρονα μηχανήματα της εποχής του για την παραγωγή αλεύρων και επέκτεινε τις εγκαταστάσεις του φτάνοντας σε επίπεδο παραγωγής 90 τόνους/24ωρο. Ο μύλος του Παππά είναι από τους ελάχιστους παλιούς βιομηχανικούς μύλους που διασώζονται μαζί με τον εξοπλισμό τους. Στο κτίριο διατηρούνται σχεδόν όλες οι μόνιμες εγκαταστάσεις και μεγάλος αριθμός μηχα-

νημάτων που αποτέλεσαν τον εξοπλισμό της περιόδου ανακαίνισης 1926-28. Πολλά μηχανήματα της νεότερης φάσης (μετά το 1950) έχουν πουληθεί και βρίσκονται σε άλλους μύλους της ευρύτερης περιοχής. Αυτά που έχουν παραμείνει στο κτίριο, όπως αναφέρθηκε, είναι παλαιότερης τεχνολογίας και επομένως μεγαλύτερης ιστορικής αξίας. Με βάση τη σχετική μελέτη του ιστορικού εξοπλισμού έγινε η πλήρης τεκμηρίωση τους και ολοκληρωμένη περιγραφή του τρόπου λειτουργίας και της θέσης τους στην παραγωγική διαδικασία, ώστε να χρησιμεύσουν στη νέα χρήση του κτιρίου ως Μουσείου του Μύλου. 6

Ανάδειξη του Μύλου Το 1988 ο μύλος αγοράζεται από τον Δήμο Λάρισας και τον επόμενο χρόνο χαρακτηρίζεται από το ΥΠΠΟ διατηρητέο μνημείο μαζί με τον εξοπλισμό του. Το 1996 ο Δήμος αναθέτει τη μελέτη «Συντήρηση, αναστήλωση και αναπαλαίωση του μύλου Παππά για επανάχρησή του ως πολιτιστικού κέντρου» στη μελετητική ομάδα των Δημ. Λαγού, Χρ. Γρουσόπουλου, Γ. Παπαντωνίου (αρχιτέκτονες). Αναστ. Μοντέλου (πολιτικός μηχανικός) και Γ. Στεφανάκη (ηλεκρολόγος-μηχανικός, αντικαταστάτης του Λ. Ντζιαχρήστου). Συγχρόνως ανατέθηκαν και εκπονήθηκαν ειδικές μελέτες για εδαφοτεχνική έρευνα.αντοχές, παθολογία και χαρακτηριστικά των ξύλινων κατασκευών καθώς και μελέτη τεκμηρίωσης του μηχανολογικού εξοπλισμού. Η Α φάση της οριστικής μελέτης του έργου, που προβλέπει τις λειτουργίες μουσείου του μύλου και της πόλης, κέντρου νεότητας, βιβλιοθήκης, χώρων συνεδρίων και λοιπών πολιτιστικών εκδηλώσεων και εμπορικών παραδοσιακών δραστηριοτήτων, εγκρίθηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και ακολούθως από το Δημοτικό Συμβούλιο της Λάρισας. Στη συνέχεια εκπονήθηκε η Α' φάση μουσειολογικής μελέτης', που αφορά τον ιστορικό εξοπλισμό του μύλου, ενώ εκκρεμεί η Β' φάση της, καθώς επίσης και η ολοκλήρωση των μελετών εφαρμογής της Β φάσης για τη δημοπράτηση του έργου, συνολικού προϋπολογισμού 2 δισ. δραχμών. Η υλοποίηση της μελέτης επανάχρησης θα αναδείξει ένα χαρακτηριστικό δείγμα βιομηχανικής κληρονομιάς με ιδιαίτερη ιστορική σημασία για την πόλη της Λάρισας. ΑΘ. ΧΑΤΖΗΓΩΓΑΣ

1. Το κείμενο βασίζεται στη μελέτη που ανέθεσε ο Δήμος Λάρισας στον μηχανολόγο Αθ. Χατζηγωγα με θέμα: «Ιστορική τεκμηρίωση του μηχανολογικού εξοπλισμού του μύλου Παππα». 2. Χριστίνα Αγριαντώνη. «Τεχνικές εξέλιξης στη θεσσαλική αλευροβιομηχανία. 1880-1920». «Ό άρτος ημών". Από το σιτάρι στο ψωμί". Γ Τριήμερο Εργασίας. Πήλιο 10-12 Απριλίου 1992. ΠΤΙ ΕΤΒΑ, Αθήνα 1994.318.320. 3.0 Μύλος Αλλατίνι στη Θεσσαλονίκη πριν από το 1890, ο μύλος Ζαρζάμπα στον Βόλο (1900), οι μύλοι Σεφερλή, Σκλαβούνου-Σημίτη στον Πειραιά


πριν από το 18904 βλ. και Χρ. Αγριαντώνη. ο.π., 322. 4. Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, κατάσταση μηχανημάτων του μύλου Παππά. 4.2.1930. 5. Προφορική μαρτυρία του Γ. Παπαχρηστου. τελευταίου μυλωνά στο μύλο Παππά, έως το 1983.

6. Κείμενο: Δημ. Λαγός, αρχιτέκτων μελέτης επανάχρησης του Μύλου Παππα. 7. Α. Χατζηγώγας: «Α φάση μουσειολογικης μελέτης για την ανάδειξη του ιστορικού εξοπλισμού του μύλου Παππα··. Ανάθεση του Δήμου Λάρισας. Νοέμβριος 1999.

ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ Η «ΧΡΥΣΑΛΛΙΣ» ΣΤΗ ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΧΡΗΣΗ Η μεταξοβιομηχανία στην Ελλάδα και το εργοστάσιο η «Χρυσαλλίς» Η σηροτροφία και η μεταξουργία απέκτησαν ιδιαίτερη ανάπτυξη κατά τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η οποία οφειλόταν κατά κύριο λόγο στις νέες μεθόδους προστασίας των μεταξόσπορων από διάφορες αρρώστιες, με αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγής, και εν μέρει στις νέες «σηροτροφικές» περιοχές (Μακεδονία-Θράκη) που εντάχθηκαν στο τότε ελληνικό κράτος. Εξίσου σημαντικά ενίσχυσαν την προσπάθεια αυτή τα εξειδικευμένα στη μεταξουργία εργατικά χέρια των προσφύγων , που εγκαταστάθηκαν στη χώρα κατά τις πληθυσμιακές μετακινήσεις τον καιρό εκείνο. Ετσι, το 1930 υπήρχαν συνολικά 30 μεταξουργεία . Την περίοδο εκείνη ιδρύεται μια από τις μεγαλύτερες εταιρίες, με σκοπό την κατεργασία και την εμπορία μετάξης, με την επωνυμία «Χρυσαλλίς». Η γρήγορη ανάπτυξη και η ευημερία της μεταξοβιομηχανίας βοήθησαν στην επέκταση της εταιρίας και στην ίδρυση μονάδων στον Πειραιά (1898), στο Νέο Φάληρο ( 1906). στον Ποδονίφτη ( 1925) και, τέλος, στη Γουμένισσα ( 1930)'. Η σχέση των εγκαταστάσεων της Χρυσαλλίδας με το σύνολο των εγκαταστάσεων των τότε μεταξοβιομηχανιών στην Ελλάδα ήταν ως προς το αναπηνιστήριο 17%. ως προς το υφαντήριο 19%, ενώ η παραγωγή βρισκόταν σε αναλογία προς τη συνολική παραγωγή στην 4 Ελλάδα . Η μονάδα στη Γουμένισσα κατασκευάστηκε κατά την περίοδο 1928-1930 από την ανώνυμη εταιρεία «Μεταξουφαντουργείον η Χρυσαλλίς Στυλ. Η. Παπαδόπουλου ΑΕ» σε οικόπεδο έκτασης 12.628 τ.μ., που προέκυψε από την αγορά και τη συνένωση οικοπέδων διαφόρων ιδιοκτητών . Η απόσταση του από τα τελευταία σπίτια του τότε οικισμού ήταν περίπου 60 μ. Από την ίδρυση του ως και το 1937 περίπου παρουσίαζε ανοδική πορεία, με αποτέλεσμα την κτιριακή του επέκταση και την προσθήκη μηχανημάτων. Έτσι, έφτασε να απασχολεί περίπου 400 άτομα -όχι μόνο από τον οικισμό της Γουμένισσας, αλλά και από τη γύρω περιοχή- και να διαθέτει 174 αναπηνιστικές λεκάνες, 3 ηλεκτρικούς κινητήρες και μία ατμομηχανή. Όμως η δυσανάλογα με την κατανάλωση μεγάλη παραγωγή, το απόθεμα που είχε ήδη δημιουργηθεί, οι περιοριστικοί όροι των διαφόρων κρατών για την εισαγωγή μετάξης καθώς και οι ιδιαίτερες συνθήκες κατά την περίοδο του Β ' Παγκοσμίου Πολέμου οδήγησαν στην αναστολή της λειτουργίας του εργοστασίου έως τα μέσα της δεκαετίας του '50.

Το 1956 οι εγκαταστάσεις πουλήθηκαν στον Ηλία Μιχαηλίδη, ενώ το 1958 η εταιρία ΕΓΑΒΕ (Εμπορικοί. Αγροτικοί και Βιομηχανικοί Επιχειρήσεις ΑΕ) αγόρασε από τον Η. Μιχαηλίδη το μεταξουφαντουργείο, για να αγοραστεί, τελικά, το 1960 από τους αδελφούς Ιωάννη και Γεώργιο Αθανασιάδη, βιομήχανο-μεταξουργό και έμπορο αντίστοιχα. Το 1964 το εργοστάσιο πέρασε στην κυριότητα του Γεωργίου, ο οποίος ίδρυσε ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «Αναπηνιστήριον Μετάξης η Χρυσαλλίς Γ.Μ. Αθανασιάδης και Υιός ΟΕ» με έδρα την Αθήνα και με σκοπό τη «βιομηχανική επεξεργασία κουκουλιών, την αναπήνισιν αυτών εις μέταξαν. την αγοραπωλησίαν κουκουλιών και πάσαν συναφή με αυτά εργασίαν. η οποία θα συντελείται αποκλειστικώς και μόνον διά της εκμεταλλεύσεως του εν Γουμενίσση Μακεδονίας εργοστασίου»'. Διευθυντής της εταιρίας ήταν ο Γεώργιος Αθανασιάδης, ενώ ο γιος του Μελέτιος ανέλαβε τη διεύθυνση του εργοστασίου της Γουμένισσας. Η «Χρυσαλλίς» λειτούργησε κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970 κανονικά και από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και έως τον θάνατο του Μελέτη Αθανασιάδη, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, εποχικά. Το 1981 αναστέλλεται η λειτουργία του. Ιδιοκτήτρια του

Άποψη του συγκροτήματος από ΒΑ.

εργοστασίου είναι σήμερα η Ελένη Αθανασιάδη, κόρη του Γεωργίου και αδελφή του Μελέτη Γ. Αθανασιάδη, που κατοικεί στο εξωτερικό. Οι εγκαταστάσεις Το εργοστάσιο χωροθετείται στην ανατολική είσοδο του οικισμού, επί του κεντρικού οδικού άξονα Γουμένισσας-Θεσσαλονίκης. Σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση και αποτελεί ένα αξιόλογο βιομηχανικό κτίριο των αρχών του αιώνα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από αρχιτεκτονικής και ιστορικής πλευράς. Το κτίριο αποτελείται από τρεις πτέρυγες που ενώνονται μεταξύ τους σε μορφή ασύμμετρου Π με τη νότια πτέρυγα μεγαλύτερη ( 110 μ. μήκος). Σε αυτήν την πτέρυγα -όλη μονώροφη, εκτός από τη δυτική γωνία της που έχει υπερυψωμένη κεραμοσκεπή στέγη με μεταλλικούς φεγγίτες- βρίσκεται το αναπηνιστήριο, όπου ξετυλιγόταν η κλωστή από το κουκούλι. Στη βόρεια πτέρυγα, η οποία ήταν διώροφη με ξύλινο δάπεδο, υπήρχαν κρεβάτια για στο στέγνωμα των κουκουλιών, κατάλληλοι αργαλειοί για την ύφανση του μεταξιού και αποθηκευτικοί χώροι. Στη δυτική πτέρυγα, όπου βρισκόταν η κεντρική είσοδος του συγκροτήματος, υπήρχαν γραφεία, χώροι όπου φιλοξενούνταν οικογένειες εργατών και η κατοικία του τελευταίου ιδιοκτήτη. Οι τρεις αυτές πτέρυγες σχηματίζουν εσωτερική αυλή, στη νότια πλευρά της οποίας υπάρχουν κτίσματα μονώροφα που στεγάζουν το μηχανοστάσιο και το λεβητοστάσιο του εργοστασίου. Κοντά στην κεντρική είσοδο του οικοπέδου υπάρχει πηγάδι, από όπου γινόταν με ειδικό μηχανισμό η άντληση του νερού για όλο το συγκρότημα, και στην εκ διαμέτρου αντίθετη γωνία, ψηλότερα, βρίσκεται η δεξαμενή που τροφοδοτούσε το εργοστάσιο με νερό. Τέλος, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο μηχανολογικός εξοπλισμός του εργο-


Αποτύπωση κάτοψης ισογείου (πάνω) και πρόταση (τοπογραφικό).

στασίου, καθώς αποτελείται από μοναδικά στον ελλαδικό χώρο δείγματα τα οποία μπορούν εν μέρει να λειτουργήσουν. Ανάμεσα σε αυτά σώζεται μεγάλος αριθμός αναπηνιστικών λεκανών από χυτοσίδηρο και αντίστοιχος αριθμός από ανέμες, κατασκευής προ του 1935. μία ατμομηχανή προ του 1930, ένας βελγικός ατμολέβητας (Λουίς και Ναζέρ Βιλλεμπρέκ) του 1907. ένας αμερικάνικος λέβητας ατμάμαξας (The Houston Stanwood and Camble Co., Cincinatti) προ του 1930, μηχάνημα διαλογής κουκουλιών, ξηραντήριο σκωλήκων και πέντε μεταλλικοί αργαλειοί. Για όλους τους παραπάνω λόγους και υστέρα από εισήγηση της 4ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων το 1985, το συγκρότημα κηρύχθηκε διατηρητέο μαζί με όλο τον εξοπλισμό του και με ζώνη προστασίας 20 μ. γύρω από αυτό. Φάσεις του κτιρίου Από το είδος και τον τρόπο των διαφόρων κατασκευών καθώς και από την έρευνα σε σχετικά έγγραφα που έχουν διασωθεί στο Τμήμα Βιομηχανίας της Νομαρχίας Κιλκίς έγινε εφικτή η καταγραφή και η χρονολόγηση των διαφόρων φάσεων του κτιρίου. Στην πρώτη φάση, που χρονολογείται το 1933. παρουσιάζονται μικρές κατασκευαστικές αλλαγές, όπως το κλείσιμο-συμπλήρωση των χώρων που βρίσκονται ανάμεσα στην αίθουσα του αναπηνιστηρίου και του

λεβητοστασίου. Οι καινούριοι τοίχοι και τα ανοίγματα διατηρούν την ίδια μορφολογία με τα υπάρχοντα. Η επόμενη περίοδος περιλαμβάνει όλες τις μετατροπές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των ετών 1933-1961 και δεν μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς χρονολογικά. Τότε παρατηρείται η αλλαγή της στέγης του αναπηνιστηρίου από απλή δίρριχτη σε δίρριχτη με μεταλλικούς φεγγίτες και η προσθήκη υπόστεγου στο άκρο της βόρειας πτέρυγας. Το 1934 κτίζεται νέα πτέρυγα σε συνέχεια της αρχικής νότιας, απλούστερης μορφολογίας και διαφορετικής κατασκευαστικής λογικής με τον φέροντα οργανισμό της από σκυρόδεμα. Κατά την περίοδο 1935-1937 γίνονται μικρές αλλαγές στο εσωτερικό του κτιρίου, όπως προσθήκη διαχωριστικών τοίχων, αλλαγές κουφωμάτων κ.ά. Από το 1980 γίνονται επίσης μικρές αλλαγές στην προσθήκη του 1934 λόγω αλλαγής χρήσης, όπως προσθήκη κλιμακοστασίων, χωρισμάτων κ.ά. Τέλος, το 1999 καταστρέφεται σχεδόν ολοσχερώς η βόρεια πτέρυγα από πυρκαγιά - έμειναν μόνο οι τοίχοι. Υλικά κατασκευής, φθορές και τρόποι αντιμετώπισης Οι εξωτερικοί τοίχοι, οι οποίοι είναι και φέροντες, αποτελούν μεικτή κατασκευή από

πέτρα και συμπαγές τούβλο. Στο κάτω μέρος υπάρχει ζώνη αμιγούς λιθοδομής, η οποία ξεχωρίζει από τη μεικτή κατασκευή με ένα πέτρινο περιμετρικό γείσο. Στη δυτική πτέρυγα μόνο εμφανίζεται και σκελετός από οπλισμένο σκυρόδεμα (πλάκες, δοκάρια, υποστυλώματα). Ζωνάρια από σκυρόδεμα τρέχουν πάνω από τα ανοίγματα και, κατά διαστήματα, ζωνάρια από τούβλα. Οι τοίχοι είναι επιχρισμένοι, εκτός από το τμήμα της αμιγούς λιθοδομής, και βρίσκονται σε καλή κατάσταση, καθώς δεν εμφανίζουν ρωγμές, ούτε ίχνη υγρασίας. Όλα τα επιχρίσματα που είναι ασβεστοκονία παρουσιάζουν εκτεταμένες φθορές. Κρίνεται απαραίτητη η αντικατάσταση τους με νέα παρόμοιας κοκκομετρικής σύνθεσης, ώστε να υπάρχει συνοχή υλικού. Στις όψεις, περιμετρικά από τα ανοίγματα, υπάρχουν διακοσμητικές ταινίες από ασβεστοκονίαμα που παρουσιάζουν τις ίδιες φθορές με τα επιχρίσματα και θα αντιμετωπιστούν ανάλογα. Οι εσωτερικοί τοίχοι είναι αμιγής οπτοπλινθοδομή και είναι επιχρισμένοι με ασβεστοκονίαμα. Οι μεταγενέστεροι εμφανίζουν ρωγμές στις ενώσεις με τους αρχικούς. Η φέρουσα κατασκευή στα δάπεδα του ισογείου είναι από σκυρόδεμα, ενώ στα δάπεδα του ορόφου εκτός από σκυρόδεμα εμφανίζεται και ξύλο. Η στατική λειτουργία τους κρίνεται επαρκής. Το υλικό πλήρωσης στο ισόγειο διαφοροποιείται ανάλογα με τη


7. Υπαίθριο θέατρο. 8. Προσβάσεις-Υπαίθριος χώρος. Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω χρήσεις και καταλήγοντας στον τρόπο επέμβασης, ορίστηκαν οι ακόλουθες αρχές σχεδιασμού της πρότασης: - ανάδειξη του κτιρίου και των «χωρικών» λεπτομερειών του, - προσπελασιμότητα και εν μέρει κατευθυνόμενη προσέγγιση για τη συνολική προβολή του κτιρίου, - σύνδεση των διαφόρων ενοτήτων μεταξύ τους, - επιλογή δραστηριοτήτων από τους επισκέπτες, αλλά και ώθηση τους προς επίσκεψη όλων των χώρων, - επεμβάσεις αντιστρέψιμες και διακριτές, - αρμονική ένταξη των επεμβάσεων στο κέλυφος και τον περιβάλλοντα χώρο του συγκροτήματος. Ο τρόπος αντιμετώπισης και μελέτης των παραπάνω ενοτήτων των χώρων, σε συνδυασμό με τις αρχές σχεδιασμού που τέθηκαν αναλύονται ως εξής: Αναπηνιστήριο.

χρήση του χώρου. Έτσι, υπάρχει σκυρόδεμα (μηχανοστάσιο, αποθηκευτικοί χώροι), μωσαϊκό (κατοικία) και συμπαγές τούβλο ( 10x22 εκ.) σε σειρά (αναπηνιστήριο). Αντίθετα, στον όροφο το υλικό πλήρωσης είναι πάντα ξύλινες σανίδες. Όλα όμως χρήζουν αποκατάστασης. Ο ψεκασμός των σανίδων για την εξαφάνιση των μικροοργανισμών, και το λουστράρισμα τους κρίνονται απαραίτητα. Στα λίγα σημεία όπου δεν υπάρχει υλικό θα γίνει συμπλήρωση με νέο. Η στέγη φέρεται είτε σε ξύλινα ζευκτά με μεταλλικούς ελκυστήρες με κυκλική διατομή είτε σε μεταλλικά ζευκτά διατομής διπλού Γ. όπου υπάρχουν φεγγίτες (αναπηνιστήριο). Η όλη κατασκευή πατάει σε εσοχή των εξωτερικών τοίχων. Το υλικό πλήρωσης είναι γαλλικά πτυχωτά κεραμίδια από το εργοστάσιο Αλλατίνη της Θεσσαλονίκης. Οι στέγες είναι εμφανείς από το εσωτερικό του κτιρίου (δεν υπάρχουν οροφές) σε όλες τις πτέρυγες εκτός από το μηχανοστάσιο και τη δυτική πτέρυγα, όπου υπάρχουν οροφές από σκυρόδεμα με μπουντρέλια και μπαγδατί αντίστοιχα. Η στέγη του αναπηνιστηρίου χρειάζεται ανακατασκευή, ενώ οι υπόλοιπες στέγες θέλουν συντήρηση των ξύλινων φερόντων στοιχείων και αντικατάσταση κεραμιδιών τοπικά. Οι οροφές από μπαγδατί θα αντικατασταθούν με καινούρια κατασκευή από μπαγδατοσανίδες ίδιας διατομής και με επίχρισμα παρόμοιας κοκκομετρικής σύνθεσης με ίνες πολυεστέρα. Τα κουφώματα της πτέρυγας του ξενώνα είναι ξύλινα και του υπόλοιπου κτιρίου μεταλλικά' όλα έχουν αποτυπωθεί λεπτομερώς. Αυτά που λείπουν θα αντικατασταθούν με νέα. τα οποία θα συμφωνούν με τα αρχικά, και στα παλιά θα γίνουν εργασίες συντήρησης (τρίψιμο και βάψιμο). Θα αποκατασταθούν τα αρχικά χρώματα των επιχρισμάτων και των κουφωμάτων.

Επίσης θα γίνουν νέες ηλεκτρικές, υδραυλικές, αποχετευτικές και μηχανολογικές εγκαταστάσεις. Αρχές πρότασης και σχεδιασμού Λόγω της σπουδαιότητας του εργοστασίου ως σημαντικού βιομηχανικού και οικονομικού παράγοντα της περιοχής κατά την περίοδο της λειτουργίας του και ως μοναδικού δείγματος της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, κρίνεται σκόπιμη η αξιοποίηση και η ανάδειξη του. Η πρόταση για τις νέες χρήσεις βασίστηκε στα παραπάνω αλλά και στις σύγχρονες ανάγκες της περιοχής και κατέληξε στις παρακάτω αρχές: -οικονομική και πολιτιστική αναζωογόνηση της περιοχής με τη δημιουργία πόλου διαφόρων δραστηριοτήτων, - κάλυψη μέρους των άμεσων αναγκών της περιοχής, - ανάδειξη της ιστορίας της σηροτροφίας και της μεταξουφαντουργίας της περιοχής και του ρόλου του εργοστασίου, - οικονομική αυτοσυντήρηση του συγκροτήματος, - σύνδεση του συγκροτήματος με άλλες δραστηριότητες ανάπτυξης της περιοχής (αγροτοτουρισμός στο Πάικο). Οι αρχές αυτές αποτέλεσαν τις βάσεις για τις νέες χρήσεις, οι οποίες επιλέχθηκαν σύμφωνα με τους διαθέσιμους χώρους και σέβονται κυρίως το χαρακτήρα του κτιρίου. Στην πρόταση, λοιπόν, περιλαμβάνονται οι ακόλουθες ενότητες χώρων: 1. Μουσείο μεταξιού και αρχείο εργοστασίου. 2. Ξενώνας. 3. Εκθεσιακοί χώροι. 4. Αίθουσα προβολών και πολλαπλών χρήσεων. 5. Εστιατόριο. 6. Πωλητήριο παραδοσιακών προϊόντων.

Μουσείο μεταξιού - αρχείο εργοστασίου Οι χώροι του μουσείου καταλαμβάνουν το αριστερό τμήμα της νότιας πτέρυγας, το λεβητοστάσιο και το μηχανοστάσιο του εργοστασίου, αφού εκεί βρίσκονται και τα περισσότερα μηχανήματα του συγκροτήματος. Η είσοδος της πτέρυγας διαμορφώνεται με χώρο υποδοχής-πληροφοριών, βεστιάριο και την κλίμακα ανόδου. Στο κύριο τμήμα της πτέρυγας βρίσκονται οι υπάρχουσες αναπηνιστικές μηχανές, οι οποίες μπορούν, μετά την ανάλογη επιδιόρθωση, να τεθούν σε λειτουργία και να παράγουν μικρή ποσότητα μεταξιού, αρχικά για εκπαιδευτικούς κυρίως λόγους, με δυνατότητα όμως επέκτασης, εφόσον οι συνθήκες της αγοράς φανούν ευνοϊκές. Δίπλα στις μηχανές αναπήνισης τοποθετούνται οι αργαλειοί, ώστε ο επισκέπτης να έχει ολοκληρωμένη εικόνα της επεξεργασίας και της ύφανσης του μεταξιού. Το λεβητοστάσιο ενώνεται με την πτέρυγα αυτή μέσω ενός «λαιμού» απ' όπου περνούσαν οι ιμάντες που έδιναν κίνηση στις μηχανές. Οι ιμάντες ξεκινούσαν από το λεβητοστάσιο, όπου σώζονται οι λέβητες και η ατμομηχανή. Ο χώρος είναι επισκέψιμος και επικοινωνεί με το αναψυκτήριο του μουσείου, που τοποθετείται στο παλιό μηχανουργείο. Στην ανατολική πλευρά του λεβητοστασίου βρίσκονται οι υγροί χώροι και το νέο μηχανουργείο. Στην ανατολική πλευρά και στη γωνία που σχηματίζουν το λεβητοστάσιο με το μηχανοστάσιο κατασκευάζεται τοίχος από εμφανές σκυρόδεμα με ανοίγματα και γυάλινη οροφή. Ανάμεσα στον καινούριο τοίχο και τον προϋπάρχοντα τοποθετούνται σαν σε μεγάλη προθήκη μηχανήματα που σχετίζονται με την επεξεργασία του κουκουλιού. Η θέαση τους γίνεται μέσω των ανοιγμάτων και η γυάλινη οροφή επιτρέπει τον φυσικό φωτισμό. Στον όροφο της νότιας πτέρυγας διατάσσεται το φωτογραφικό και επεξηγηματι-


κό υλικό για τη διαδικασία εκτροφής του μεταξοσκώληκα, παραγωγής του μεταξιού και επεξεργασίας του. Δύο -αναρτημένες από την οροφή- ράμπες, εκατέρωθεν των τοίχων του αναπηνιστηρίου, τοποθετούνται σε συνέχεια του ορόφου, απ' όπου ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα παρατήρησης από ψηλά των αναπηνιστικών μηχανών που βρίσκονται στο ισόγειο, χωρίς να διατρέχει κίνδυνο από τη λειτουργία των μηχανών και χωρίς να εμποδίζει την παραγωγή. Πωλητήριο παραδοσιακών προϊόντων Στο κατάστημα οδηγείται κανείς από δύο προσβάσεις: από το ισόγειο και από τη ράμπα που διατρέχει το μουσείο και το καθιστά στην ουσία συνέχεια του. Είναι διώροφο, αποτελείται από μεταλλικό φέροντα οργανισμό και ξύλινο δάπεδο. Τα παραδοσιακά προϊόντα θα τα προμηθεύεται από παραγωγούς της περιοχής, αλλά και από τη μικρή παραγωγή του εργοστασίου. Ξενώνας Η δυτική πτέρυγα του κτιρίου, όπου βρίσκεται και η κύρια είσοδος του συγκροτήματος, θεωρήθηκε η καταλληλότερη, καθώς διαθέτει χώρους που με λίγες σχετικά επεμβάσεις και μετατροπές μπορούν να εξυπηρετήσουν έναν ξενώνα. Στον όροφο της πτέρυγας και προς την πλευρά του κήπου της εισόδου διαρθρώνονται τα υπνοδωμάτια, ενώ προς το εσωτερικό αίθριο οι κοινόχρηστοι χώροι (καθιστικά). Στο ισόγειο της πτέρυγας, το οποίο χωρίζεται από τη στοά της εισόδου σε δύο μέρη (βόρειο και νότιο), τοποθετείται η υποδοχή και τα γραφεία του ξενώνα και η σημερινή κατοικία της ιδιοκτήτριας αντίστοιχα. Αίθουσα πολλαπλών χρήσεων και εκθεσιακοί χώροι Θα φιλοξενηθεί στη βόρεια πτέρυγα του συγκροτήματος, η οποία κάηκε πρόσφατα και από την οποία έχουν διασωθεί μόνο οι τοίχοι. Είναι μια εξ ολοκλήρου νέα κατασκευή με μεταλλικό φέροντα οργανισμό και ξύλινο δάπεδο, η οποία τοποθετείται δίπλα στους υπάρχοντες τοίχους, για να λειτουργεί και ως στοιχείο σύνδεσης και στήριξης τους. Στο ισόγειο υπάρχει ο χώρος υποδοχής και η «πλατεία» της αίθουσας, η οποία είναι επίπεδη. Στον όροφο εκτείνεται εκθεσιακός χώρος για περιοδικές εκθέσεις και ο εξώστης της αίθουσας προβολών. Η χρήση της αίθουσας θα μετατρέπεται σύμφωνα με τις ανάγκες της πόλης. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί ως αίθουσα διαλέξεων, παραστάσεων και προβολών κινηματογραφικών ταινιών. Είτε από το χώρο υποδοχής είτε από εξωτερική είσοδο υπάρχει πρόσβαση στη μόνιμη έκθεση του αρχείου του περιοδικού Εργόχειρο, μητρών καμβάδων και σχετικών μηχανημάτων. Το υλικό αυτό, που βρίσκεται ήδη στο εργοστάσιο, διαθέτει η ιδιοκτήτρια του εργοστασίου, η οποία ήταν η εκδότρια του περιοδικού. Εστιατόριο Η μεταγενέστερη επέκταση της νότιας πτέρυγας φιλοξενεί το εστιατόριο, το οποίο έχει

προσβάσεις και από τις τρεις πλευρές του κτιρίου. Διατηρείται το μεγάλο ύψος της πτέρυγας με τους φεγγίτες στη στέγη. Οι υγροί χώροι, οι οποίοι σχηματίζουν έναν κύβο από σκυρόδεμα σε πολύ χαμηλότερο ύψος από το κτίριο, μαζί με μια υαλοκατασκευή χωρίζουν το εστιατόριο στο χώρο της κουζίνας και στο χώρο της τραπεζαρίας. Υπαίθριο θέατρο Βορειοανατολικά του συγκροτήματος, λόγω της φυσικής κλίσης του εδάφους τοποθετείται ένα υπαίθριο θέατρο. Η χωρητικότητα του είναι περίπου 400 άτομα και μπορεί να φιλοξενεί παραστάσεις και μουσικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται στη Γουμένισσα κυρίως το καλοκαίρι. Το θέατρο, που διατάσσεται ημικυκλικά, διαθέτει πίσω από την ορχήστρα υπερυψωμένη εξέδρα για σκηνικά, μουσικούς κ.λπ., κάτω από την οποία βρίσκονται τα ημιυπόγεια καμαρίνια και οι αποθηκευτικοί χώροι. Προσβάσεις - υπαίθριος χώρος Η αρχική πρόσβαση του συγκροτήματος από δυτικά διατηρείται με έναν πλάγιο άξονα, ώστε να αναπτύσσεται όλη η πρόσοψη μπροστά στον επισκέπτη. Το πηγάδι που βρίσκεται δίπλα στην είσοδο προστατεύεται από νέο στέγαστρο, ενώ λίγο πιο πάνω κατασκευάζεται ένα κιόσκι ίδιας περίπου λογικής. Στη βορειοανατολική πλευρά του οικοπέδου φυτεύεται μορεώνας ως ανάμνηση του παλιού. Ο άξονας της εισόδου οδηγεί -περνώντας μέσα από τα εσωτερικά αίθρια και δίπλα από όλες τις δραστηριότητες του συγκροτήματος- στο υπαίθριο θέατρο. Στόχος είναι η παρουσίαση των συνολικών εγκαταστάσεων και χρήσεων σε όλους τους επισκέπτες καθώς κατευθύνονται προς το τμήμα που τους ενδιαφέρουν. Η δυτική πρόσβαση του συγκροτήματος που δημιουργείται είναι δευτερεύουσας σημασίας, καθώς δεν παρέχει προοπτικά την εικόνα του συγκροτήματος της κυρίας εισόδου. Δίπλα δημιουργείται χώρος στάθμευ-

σης για IX αυτοκίνητα και τουριστικά λεωφορεία. Βόρεια και στο ψηλότερο σημείο του εδάφους κατασκευάζεται ενυδρείο στη θέση της παλιάς δεξαμενής. Η νότια όψη του κτιρίου αναδεικνύεται με την καθαίρεση των ευτελών στοιχείων περίφραξης και τη συνέχιση του αρχικού χαμηλού λιθόκτιστου τοίχου που υπάρχει σε ένα τμήμα της περίφραξης. Ο τοίχος αυτός, του οποίου το ύψος κυμαίνεται ανάλογα με την κλίση του εδάφους, χρησιμεύει και ως καθιστικό για τους περαστικούς. Σήμερα ενδιαφέρονται για το κτίριο -για την αποκατάσταση και την εκμετάλλευση του- τόσο η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟ όσο και ο Δήμος Γουμένισσας. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι η περιοχή με το «νόμο Καποδίστρια» προωθείται αγροτοτουριστικά και σε συνδυασμό με την πλούσια πολιτιστική και αρχιτεκτονική κληρονομιά που διαθέτει προσφέρει τη δυνατότητα μεγάλης ανάπτυξης. ΚΟΡΝΗΛΙΑ ΚΑΚΑΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΧΟΙΝΑ - ΑΝΝΑ ΤΖΑΚΟΥ

1. Π. Γκαγκούλια - Α. Λούβη - Μ. Οικονόμου Στ. Παπαδόπουλος - Μ. Ρηγινος. Ησηροτροψία στο Σουφλί, ΠΤΙ ΕΤΒΑ. Αθήνα 1992. 2. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας. Η ελληνική βιομηχανία. Εκθέσεις και πορίσματα. Αθήναι 1931. 168. 3. ΕΜΠ και ΕΙΕ. Ιστορικός βιομηχανικός εξοπλισμός στην Ελλάδα· Ολγα Τραγανού - Δεληγιάννη. Μεταξουψαντουργείο «Η Χρυσαλλις> στη Γουμένισσα. Αθήνα 1998,218. 4. Ιστορικόν Μεταξουφαντουργείου η ·>Χρυσαλλις» Στυλιανού Η. Παπαδόπουλου Α.Ε.. Αθήναι. Ιούνιος 1940.35. 5. Η συνολική έκταση του οικοπέδου προέκυψε από τη συνένωση των εκτάσεων μεμονωμένων αγροτεμαχίων που αγοράστηκαν (Υποθηκοφυλακείο Γουμένισσας, συμβόλαια πώλησης αριθμοί 2195-7. 2199. 2202. 2224-5. 2238. 2323-4. 2376). ΣΤΟ Ιστορικόν. 14 αναφέρεται ότι το οικόπεδο το 1940 ήταν 51.000 τ.μ., ενώ σήμερα είναι 15.642 τ.μ. 6. Εταιρικόν συμβόλαιον, Αθήναι 15.5.1964.

«ΣΟΦΙΑ ΣΤΑΡ» ΕΝΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΕΝΟ ΞΥΛΙΝΟ ΣΚΑΦΟΣ ΤΥΠΟΥ ΛΙΜΠΕΡΤΙ Το 1955 ο Γεώργιος Εμμανουήλ Ψαρρός. ναυπηγός, κάτοικος Πειραιώς, κατασκευάζει κατά παραγγελία του Ιωάννη Ευάγγελου Σταθάκη. ναυτικού, κατοίκου Πειραιώς, ένα ξύλινο αλιευτικό σκάφος τύπου λίμπερτι στο ναυπηγείο του στο Πέραμα. Το σκάφος, σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχονται στο συμβόλαιο παράδοσης του (αριθμός 8775 του 1955 του συμβολαιογράφου Ιωάννου Π. Σίμου). κατασκεύασε ο βετεράνος ναυπηγός Ψαρρός «δι' εργατών και τεχνητών του [...], εκ ξυλείας πεύκης» και είχε μήκος «από στουπί σε στουπί» 20,50 μ., πλάτος 6,50 μ. καιυψος3μ. Στο σκάφος δόθηκε το όνομα «Βαγγέλης» και παραδόθηκε στον ιδιοκτήτη του στις 24 Σεπτεμβρίου 1955 έναντι 40.000 δρχ. Στις

27 Σεπτεμβρίου 1955, το σκάφος ενεγράφη για πρώτη φορά στο νηολόγιο Πειραιώς ως «αλιευτικόν ιστιοφόρον» (αύξων αριθμός νηολογήσεως 1508). Έκτοτε άλλαξε διάφορους ιδιοκτήτες και εκτός από την αλιεία χρησιμοποιήθηκε και στο διαμετακομιστικό εμπόριο, από λιμάνια της Βόρειας Αφρικής στον Πειραιά, για να καταλήξει στις 15 Σεπτεμβρίου του έτους 1983 στους αλιείς Ισίδωρο Β. Κισσουρα και Βασίλειο Ι. Κισσουρά. αφού μετονομάστηκε σε «Παναγία Τήνος». Οι νέοι ιδιοκτήτες του το χρησιμοποίησαν ως ανεμότρατα έως και τον Ιούνιο του 1995 οπότε και ετοίμασαν τα απαραίτητα έγγραφα, προκειμένου να το εντάξουν στο αντίστοιχο πρόγραμμα της ΕΟΚ που προέβλεπε την απόσυρση των αλιευτικών σκαφών ένα-


Στα ανοιχτά της Βεγγάζης το 1956.

Το -Σοφία Σταρ » σήμερα.

ντι γενναίας αποζημίωσης, με στόχο τη μείωση του ελληνικού αλιευτικού στόλου. Την ίδια εποχή, δηλαδή τον Ιούλιο του 1995. εμφανίζεται στους ιδιοκτήτες του ο καπετάνιος Νικόλας Παπανδρέου από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος διαπραγματεύεται την αγορά του σκάφους με στόχο τη διάσωση του από την καταστροφή, στην οποία δρομολόγησε σχεδόν όλα τα παραδοσιακά σκάφη η οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι. λοιπόν, στις 22 Σεπτεμβρίου του 1995 το σκάφος μεταβιβάζεται στον καπετάν Νικόλα, διαγράφεται από τα νηολόγια Πειραιώς και εγγράφεται στα νηολόγια Α' κλάσης του Κεντρικού Λιμεναρχείου Θεσσαλονίκης στις 28 Σεπτεμβρίου, με το όνομα «Σοφία Σταρ» Ν.Θ. 787. Επί δύο συναπτά χρόνια, ο νέος ιδιοκτήτης του ασχολήθηκε με την αναπαλαίωση του σκάφους, δίχως καμία επιχορήγηση η άλλη κρατική βοήθεια, προσπαθώντας να διατηρήσει το ύφος και τη φιλοσοφία, όπως ακριβώς τη σμίλεψε ο κατασκευαστής του.

πριν από μισό αιώνα. Η αποκατάσταση του σκάφους πραγματοποιήθηκε στο Τρίκερι ως προς το κατωκάικο και στο Μικρολίμανο του Πειραιά ως προς το πανωκάικο, δηλαδή την υπερκατασκευή του. Τύπος σκάφους - Ναυπήγηση Αξιολόγηση Στον τύπο λίμπερτι. ανήκουν, σύμφωνα με τον ιστορικό της ξυλοναυπηγικής Κώστα Δαμιανίδη. τα σκάφη με έντονη κυρτότητα της πρύμνης, που συγκλινει στο ποδόσταμα και πρόκειται για έναν συνηθισμένο τύπο γάστρας που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στα ελληνικά ξυλοναυπηγεία. Το ολικό μήκος του μπορεί να είναι από 8 ως και 30 μ., γεγονός που κάνει το «Σοφία Σταρ» ένα από τα μεγαλύτερα σκάφη του τύπου του. Ο τύπος αυτός σκαφών καθιερώθηκε στα ελληνικά ναυπηγεία μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και η ονομασία του προέρχεται από τα σκάφη τύπου λίμπερτι που κατασκευάστηκαν μαζικά στη Βόρεια Αφρική, προκει-

μένου να καλύψουν τις ανάγκες της ευρωπαϊκής ναυτιλίας στον πόλεμο. Μερικά χαρακτηριστικά της γάστρας του λίμπερτι υπήρχαν και σε παλαιότερους τύπους, πριν δηλαδή από την εισαγωγή του ως τύπου ξύλινου σκάφους. Στο «Σοφία Σταρ» μετά την αποκατάσταση και την αλλαγή χρήσης δεν έχουν επανατοποθετηθεί ακόμη τα πανιά, μολονότι υπάρχει όλη η υποδομή για την τοποθέτηση τους. Η εποχή κατά την οποία ναυπηγήθηκε το σκάφος είναι η εποχή των τελευταίων αναλαμπών της ξυλοναυπηγικής στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Κώστα Δαμιανίδη. το ναυπηγείο του Γιώργου Ψαρρού. στο οποίο ναυπηγήθηκε το αλιευτικό «Βαγγέλης» (τώρα «Σοφία Σταρ»), ήταν στη δεκαετία 1950-1960 το βασικό ναυπηγείο ξύλινων σκαφών σε όλη την Ελλάδα. Όσοι τεχνίτες μαθήτευσαν και δούλεψαν σε αυτό το αποκαλούσαν «πανεπιστήμιο». Τη δεκαετία του 1980 σταμάτησε να λειτουργεί ως κατασκευαστική μονάδα και λειτουργεί πλέον ως επισκευαστική. Σήμερα στο Πέραμα δεν κατασκευάζονται πια ξύλινα σκάφη αυτού του τύπου. Εξακολουθούν να κατασκευάζονται, διαφορετικής όμως τεχνολογίας και ποιότητας, μόνο στα ναυπηγεία της Ιερισσού, της Κοιλάδας στην Αργολίδα, της Ρόδου και της Σύρου όχι όμως αλιευτικά, αλλά τουριστικά. Το «Σοφία Σταρ» αποτελεί ένα από τα τελευταία σωζόμενα (όχι πάνω από είκοσι σε ολη την Ελλάδα) ξύλινα αλιευτικά σκάφη του πιο φημισμένου ναυπηγείου ξύλινων σκαφών της μεταπολεμικής εποχής στην Ελλάδα. Διατηρείται σε άριστη κατάσταση, έχει αποκατασταθεί υποδειγματικά από τον τελευταίο του ιδιοκτήτη και έχει πλέον πολιτιστική χρήση. Εκπροσωπεί έναν από τους αξιόλογους τύπους ξύλινων σκαφών της νεότερης εποχής στην Ελλάδα, της εποχής περάσματος από την ανεμοκίνηση στη μηχανοκίνηση, και μάλιστα είναι από τα μεγαλύτερα σκάφη του τύπου λίμπερτι. Έτσι, λοιπόν, σήμερα, μετά την ολοκλήρωση και των τελευταίων λεπτομερειών αποκατάστασης του, το αποτέλεσμα δικαίωσε την προσπάθεια, την οποία αντάμειψε με το χαρακτηρισμό του η ομόφωνη γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου (απόφαση 31/16.12.1999. ΦΕΚ 635/Β/16.5.2000). Η προβολή του από τα τηλεοπτικά μέσα. αλλά και από τον Τύπο είχε ως αποτέλεσμα να γίνει γνωστό και έξω από τη χώρα μας ως πολιτιστικό σημείο αναφοράς και να δημιουργήσει έναν πόλο έλξης για τη μελέτη της ξυλοναυπηγικής μας παράδοσης. Η χρήση του σήμερα, προκειμένου να αντιμετωπίσει ένα μέρος των σοβαρών εξόδων συντήρησης, έχει σχέση με πολιτιστικές εκδηλώσεις διαφόρων φορέων π.χ. εκθέσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, εκθέσεις για την προστασία των ελληνικών ακτών, δειγματοληψίες για τη μελέτη του ρύπου και του φυτοπλαγκτού στις ελληνικές θάλασσες, ξεναγήσεις σε υγροβιότοπους κ.ά. Είναι εφοδιασμένο με όλα τα σύγχρονα σωστικά, πυροσβεστικά, επικοινωνιακά και ναυτιλιακά όργανα και διαθέτει


τηλεκατευθυνόμενο χειρισμό των μηχανών από το χώρο διακυβέρνησης. Μπορεί να φιλοξενήσει -εκτός από πλήρωμα του- δέκα άτομα για πολυήμερα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων και 180 άτομα για ημερήσιους περιηγητικούς πλόες. Πλωτό μουσείο και πρέσβη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς χαρακτήρισε ο Μίκης Θεοδωράκης το «Σοφία Σταρ». Σήμερα πρέπει όλοι να γνωρίζουμε την ξυλοναυπηγική μας παράδοση και κληρονομιά, όπως και το ρόλο που καλείται να παίξει

στον ελληνικό πολιτισμό, ο οποίος με τέτοια σαν και αυτό «εργαλεία» διαδόθηκε ανά τον κόσμο και κατέστησε τους Έλληνες πρωτοπόρους στην κατάκτηση των θαλασσών. Για το λόγο αυτό καλούμε όλους τους φορείς να συμπαρασταθούν στο ιστορικό αυτό διατηρητέο μνημείο, που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 1469/50. όπως ορίζει η απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού.

Η Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρεία Χαρτοποιίας ιδρύθηκε το 1924 με έδρα τον Πειραιά. Το 1926 λαμβάνει άδεια ίδρυσης μονάδας οτο Αίγιο, στη θέση Μυρτιά, λόγω των εδαφικών πλεονεκτημάτων της και της αφθονίας νερού. Το έγγραφο για την απαλλοτρίωση των κτημάτων αναφέρει: «η εταιρεία σκοπεί την ίδρυση βιομηχανίας αρκετά σημαντικής αποσκοπούσης να πλήρωση κενόν αισθητόν εν τη Ελληνική Βιομηχανία». Από την ημερομηνία ίδρυσης της Εταιρείας το 1924 έως τις αρχές του 1927 διήρκεσαν τα έργα οικοδόμησης και εγκατάστασης των μηχανημάτων, οπότε και άρχισε κανονικά να λειτουργεί το εργοστάσιο με δύο λέβητες, έναν ατμοστρόβιλο και με δύο χαρτοποιητικές μηχανές. Το 1933 αγοράζεται η τρίτη μηχανή (παραγωγής χάρτου περιτύλιξης) και το 1965 η τέταρτη και η πλέον αξιόλογη μέχρι και σήμερα. Παράλληλα, το 1930 ιδρύεται και η Χαρτοβιομηχανία Αιγίου ΑΕ. η οποία συστε-

γάζεται με την Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρεία Χαρτοποιίας. Έως το 1966 η Χαρτοποιία λειτουργούσε άριστα. Έκτοτε άρχισαν να παρουσιάζονται τα προβλήματα. Το πλεονάζον προσωπικό λόγω αθρόων προσλήψεων, οι έριδες μεταξύ του ανώτατου προσωπικού στις οποίες ενέπλεξαν και το κατώτερο, η μη ανανέωση του μηχανολογικού εξοπλισμού και ο κακός συνδικαλισμός είχαν ως αποτέλεσμα η χαρτοποιία πρώτα να πωληθεί στον Λαδόπουλο, μετά να περιέλθει στην Εθνική Τράπεζα και τέλος να παύσει να λειτουργεί οριστικά το 1986. Το 1997 η υπηρεσία μας (Γενικά Αρχεία του Κράτους-Τοπικό Αρχείο Αιγίου) επειδή είχε υποχρέωση να αποκτήσει και να διατηρήσει το αρχειακό υλικό της Χαρτοποιίας, με παρέμβαση της στην Εθνική Κεφαλαίου, κάτω από άθλιες κτιριακές και κλιματολογικές συνθήκες κατόρθωσε να το συλλέξει και να το διαφυλάξει. Όμως. κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας η προσοχή μας στράφηκε σε ορισμένα τμήματα και μηχανήματα του κτιρίου, τα οποία κατά την ταπεινή μας γνώμη (δεν ήμαστε ειδικοί ) έπρεπε να διατηρηθούν τόσο για την πόλη μας όσο και για την ιστορία της βιομηχανίας. Με αίτηση μας (24.11.97 ) ζητήσαμε από το ΥΠΠΟ να χαρακτηρίσει διατηρητέα τουλάχιστον το λεβητοστάσιο-θερμαστήριο (μαζί με τα μηχανήματα τους) και τους κήπους. Ακόμη και τώρα δε γνωρίζουμε εάν πρέπει να χαρακτηριστούν (αυτό θα το κρίνουν οι ειδικοί) και οι παλαιότερες χαρτοποιητικές μηχανές. Για την ιστορία, το θερμαστήριο τετραώροφο κτίριο (χωρίς ενδιάμεσα χωρίσματα) κατασκευάστηκε το 1925 από σκελετό και πλάκα μπετόν αρμέ (μονομπλόκ) και οπτοπλινθοδομή. Έχει μεγάλα παράθυρα που καταλαμβάνουν όλο το ύψος του κτιρίου. Σημειωτέον ότι ο καταστρεπτικός σεισμός του 1995 άφησε ανέπαφο το κτίριο. Μέσα σε αυτό υπάρχουν τέσσερις ατμολέβητες. Οι τρεις είναι κατασκευής του έτους 1925 και ο τέταρτος του 1938. Η τροφοδοσία τους γινόταν με κάρβουνο. Αφού ξεπεράσαμε πολλά προβλήματα (οι αρχιτέκτονες του ΥΠΠΟ εισήλθαν λάθρα στο κτίριο, διότι δεν μας το επέτρεπαν οι ιδιοκτήτες), η σχετική εισήγηση της αρμόδιας

ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

Ατμολέβητας Denagier υδραυλικός τριών διάδρομων καυσαερίων με σχάρα περιστρεφόμενη, μαντεμένια. Δυνατότητα παραγωγής 6 κυβικών ατμού ανά ώρα με πίεση 14 ατμόσφαιρες. Στο πίσω μέρος του ατμολέβητα υπάρχει προθερμαντής ατμού. Λειτουργεί με κάρβουνο. Βελγική προέλευση και έτος κατασκευής 1925.

Μοτέρ στο πίσω μέρος του ατμολέβητα Dun με ανεμιστήρα που τραβάει τον καπνό και τον οδηγεί στην καμινάδα.

Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων Πατρών Πατρών απεστάλη διά μέσου της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΠΠΟ στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων για λήψη απόφασης χαρακτηρισμού. Κατά τη διάρκεια όμως αυτής της διαδικασίας το εργοστάσιο πουλήθηκε στον Δήμο Αιγίου, ο οποίος αυτό που ήθελε και θέλει είναι να εκποιήσει τη Χαρτοποιία, για να εξοικονομήσει το ποσόν


Ατμολέβητας Durr ή Durrwerke υδραυλικός με περιστρεφόμενη σχάρα μαντεμένια. Δυνατότητα παράγωγης 14 κυβικών ατμού ανά ώρα με πίεση 24 ατμόσφαιρες. Λειτουργεί και αυτός με κάρβουνο. Προέλευση γερμανική, έτος κατασκευής 1938.

των 600.000.000 δρχ. που δανείστηκε για να την αγοράσει. Στην πρόθεση αυτή του Δήμου εμείς αντιτάξαμε ότι μπορεί να πωλήσει τα υπόλοιπα, εκτός από τους κήπους και το θερμαστήριο. Αυτό, αφού επισκευαστεί και αναπαλαιωθεί, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βιομηχανικό μουσείο. Επιπλέον, εκεί μπορούν να συγκεντρωθούν τα παλαιά μηχανήματα διαλογής σταφίδας που «ρημάζουν» μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο σταφιδεργοστάσιο. Ο κ. Δήμαρχος όχι μόνον δεν δέχθηκε συζήτηση, αλλά ξεκίνησε έναν πόλεμο εναντίον μας, απειλώντας μας. Επειδή αντιληφθήκαμε ότι μόνοι μας. χωρίς συμμάχους, ήταν αδύνατον να αντιμετωπίσουμε αυτό το θέμα, ενημερώσαμε όλα τα τοπικά μέσα μαζικής ενημέρωσης καλώντας τα σε προβολή μιας ταινίας, την οποία είχαμε βιντεοσκοπήσει κρυφά ενώ συλλέγαμε το αρχειακό υλικό. Όλοι έδειξαν κατανόηση στο πρόβλημα μας αλλά για πολύ λίγο. Γρήγορα το ξέχασαν και έτσι μόνοι μας ξεκινήσαμε πάλι τον αγώνα μας. Στην απελπισία μας, ψάχνοντας για βοήθεια, απευθυνθήκαμε στο TICCIH το οποίο πράγματι παρενέβη στο ΥΠΠΟ υποστηρίζοντας ότι το συγκρότημα είναι ένα από τα σημαντικότερα μνημεία βιομηχανικής κληρονομιάς στον τόπο μας και ότι επιθυμεί να συμβάλει έμπρακτα στη διάσωση του. Στις 11 Μαρτίου 1999 κληθήκαμε να παραστούμε στη συζήτηση του θέματος ενώπιον του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων. Παρόντες ήταν ο κ. Δήμαρχος, ο κ. Αντιδήμαρχος, δύο υπάλληλοι της υπηρεσίας μας (ένας φιλόλογος και ένας ηλεκτρονικός) και ο κ. Θωμάς (πρώην ΓΓ του ΥΠΠΟ). που προσκλήθηκε μάλλον από τον κ. Δήμαρχο για να ενισχύσει τη θέση του. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης συμπεράναμε ότι τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου

λαν να προβούν και σε αυτοψία του κτιρίου, πρότειναν να επισκεφθούν το εργοστάσιο και μετά να αποφασίσουν. Έκτοτε δεν γνωρίζουμε εάν ήλθαν και τι απέγινε. Ο κ. Δήμαρχος εξακολουθεί να προβαίνει σε συνεχείς πλειστηριασμούς του εργοστασίου παρά τις από μέρους του ΥΠΠΟ απαγορεύσεις, τη στιγμή που υπάρχει σε εκκρεμότητα η απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου. Τελευταία προσπαθήσαμε να επικοινωνήσουμε τηλεφωνικά με αρμοδίους του ΥΠΠΟ (διευθυντή, προϊσταμένους) χωρίς αποτέλεσμα. Η φράση «δεν είναι εδώ» ήταν η απάντηση τους. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης και της ταλαιπωρίας μας. αυτή τη στιγμή κατεχόμαστε από συναισθήματα αγανάκτησης και οργής και αναρωτιόμαστε. Αξίζει άραγε να αγωνιζόμαστε για κάτι για το οποίο είμαστε οι πλέον αναρμόδιοι προσπαθώντας να πείσουμε τους αρμοδίους ότι αυτό επιτάσσει το συμφέρον της πόλης και της ιστορίας: Ας ελπίσουμε ότι κάποτε αυτοί θα «ξυπνήσουν» και θα πράξουν το καθήκον τους, πριν πωληθεί η Χαρτοποιία και κατεδαφιστεί το ωραιότατο κτίριο του θερμαστηρίου, διότι στο Αίγιο, μετά το σεισμό του 1995, είδαμε χαρακτηρισμένα κτίρια να γκρεμίζονται σε μια νύχτα και τον ιδιοκτήτη και υπαίτιο να οδηγείται στα δικαστήρια (και τι έγινε:).

υπήρξαν θετικότατα για το χαρακτηρισμό του θερμαστηρίου, των κήπων και διαφόρων εργαστηρίων (μηχανουργείο, ξυλουργείο, χυτήριο) ως διατηρητέων. Όμως, επειδή ήθε-

Για τους υπαλλήλους του τοπικού Αρχείου Αιγίου Μ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΑΡΑΦΩΤΙΑ

Προκειμένου να συνταχθεί η μελέτη για τη δημιουργία του οικομουσείου στα Διποτάματα της Άνδρου (βλ. σχετικό άρθρο στη σελ. 23), τους μελετητές απασχόλησαν οι βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν τη μεθοδολογία της αναστήλωσης ή της επισκευής

των κατασκευών που βρίσκονται στην ποταμιά και θα ενσωματωθούν στο μουσείο, δηλαδή των αγροτικών κτισμάτων, του δικτύου των μονοπατιών, των υδραυλικών έργων, αλλά κυρίως των νερόμυλων, που είναι οι πιο σημαντικές.


Νερόμυλος Κοινότητας Παλαιοκάστρου Άνδρου, τομή κατά πλάτος. 1. Είσοδος. 2. Παράθυρο. 3. Ντουλαπάκια. 4. Φυσικός βράχος. 5. Προβολές εκφορικού συστήματος. 6. Μεγάλες σχιστόπλακες κάλυψης. 7. Μικρές σχιστόπλάκες κάλυψης αρμών. 8. Μπηλιασμένο χώμα. 9. Κάπασοι. 10. Γείσο. 11. Προεξοχή στέψης τοιχοποιίας. 12. Είσοδος ζωριου, 13.Ζωριο. 14. Βάση κοφινίδας. 15. Κρέμαση. 16. Κάναλος. 17. Στόμιο εκτίναξης νερού. 18. Μικρός νηχτός. 19. Βουλωτήρα. 20. Χαβούζα (στέρνα). 21. Πλάκες παρειάς χαβούζας. 22. Πλάκες κάλυψης κρέμασης.

Από την αρχή είχε διατυπωθεί η άποψη οτι πρέπει να ακολουθηθούν οι παλαιές τοπικές τεχνικές και να αποφευχθεί η χρήση σύγχρονων υλικών στα ορατά τουλάχιστον σημεία. Τα προβλήματα που θα ανέκυπταν ήταν πολλά, επιπλέον δε όλο σχεδόν το σύγχρονο τεχνικό δυναμικό του νησιού αγνοεί τις παραδοσιακές τεχνικές (αλλά και δεν τις εμπιστεύεται) και ασχολείται με κατασκευές από σκυρόδεμα. Συμπτωματικά, την εποχή των προβληματισμών, ο ιδιοκτήτης ενός νερόμυλου στο Έξω Βουνί, απόγονος οικογένειας μυλωνάδων, ο οποίος ζει στην Αμερική, αποφάσισε να τον δωρίσει στην Κοινότητα Παλαιοκάστρου (που έχει πια ενταχθεί στον σημερινό Δήμο Κορθιου) υπό τον αδιαπραγμάτευτο ορο να αναστηλωθεί και να λειτουργήσει παράγοντας αλεύρι μέσα σε μια τριετία. Η μελέτη ολοκληρώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα και εγκρίθηκε από την αρμόδια 1η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟ, ενώ από το Γραφείο Πολεδομίας Άνδρου εκδόθηκε η άδεια επισκευής. Οι εργασίες που έπρεπε να γίνουν χωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες: - Επισκευή (και σε ορισμένα σημεία ανακατασκευή) των υδραυλικών έργων συγκέντρωσης (νεροκράτα στην κοίτη), μεταφοράς (νεραύλακο)και αποθήκευσης(χαβούζα) του νερού για τη λειτουργία του κινητικού μηχανισμού του μύλου. - Αποκατάσταση του κτίσματος και σε ορισμένα σημεία συμπλήρωση του με νέες κατασκευές που δεν υπήρχαν (π.χ. πλακόστρωση του δαπέδου). - Ανακατασκευή τόσο του κινητικού όσο και του αλεστικού μηχανισμού από τους οποίους σώζονταν μόνο ο σιδερένιος σκελετός της φτερωτής και οι δύο μυλόπετρες. - Διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, η οποία αποφασίστηκε τελικά να γίνει αργότερα μαζί με τη γενική διαμόρφωση των υπαίθριων χώρων του οικομουσείου. Η αποκατάσταση του πρώτου νερόμυλου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πι-

λοτική. Η αντιμετώπιση στο κατασκευαστικό στάδιο των προβλημάτων που έπρεπε να επιλυθούν, τόσο στις οικοδομικές εργασίες όσο και στην ανακατασκευή του μηχανισμού του μύλου, βοήθησε σημαντικό τους μελετητές του οικομουσείου στην απόκτηση εμπειρίας, η οποία θα φανεί πολύ χρήσιμη κατά τη σύνταξη των οριστικών μελετών επισκευής των υπόλοιπων κτισμάτων (οι οποίες ελπίζουμε ότι θα συνταχθούν χωρίς την ίδια πίεση χρόνου). Σημαντική ήταν η προσφορά του παλιού μυλωνά-μυλοκατασκευαστή Δημήτρη Σκόρδου, ο οποίος με κάλυψη μόνο των εξόδων από την Κοινότητα ανέλαβε το σύνολο των εργασιών θέλοντας να δει ένα νερόμυλο να αλέθει και πάλι. Ετσι. οι μελετητές μαθήτευσαν καταγράφοντας τις λύσεις και τις παραδοσιακές μεθόδους που σε κάθε σημείο εφάρμοζε ο μυλοκατασκευαστής και παρενέβαιναν μόνο όπου έκριναν ότι πρέπει να βελτιωθεί η κατασκευή (π.χ. τοποθέτηση μη ορατής μεμβράνης για υγρομόνωση κάτω από το μπηλιασμένο [κυλινδρωμένο] χώμα στο δώμα, για στεγάνωση της πέτρινης εκφορικά κατασκευασμένης οροφής από σχιστόπλακες ή την αλλαγή του υλικού του εξωτερικού αρμολογήματος που παλιά γινόταν από χωματόλασπη μόνο). Οι οικοδομικές εργασίες που έγιναν αλλά δεν έχουν ολοκληρωθεί είναι οι εξής: - Επισκευή του μονοπατιού επικοινωνίας με την επαρχιακή οδό Χώρας-Κορθίου με το σύστημα που έχει εφαρμοστεί σε όλα τα καλντερίμια της ποταμιάς, δηλαδή βαθμίδες και στρώσεις με σχιστόπλακες μικρού μεγέθους καρφωμένες όρθιες στο έδαφος. - Καλό καθάρισμα και τοπικές μικροεπισκευές του νηχτού (νεραύλακου) που φέρνει το νερό από τη νεροκράτα μέχρι τη χαβούζα του μύλου. - Συμπλήρωση των παρειών της χαβούζας με μεγάλες όρθιες σχιστόπλακες μισοχωμένες στο έδαφος, με αρμολόγημα των αρμών με υδραυλική κονία (μπρουτσαλιάνα), ώστε να μη χάνεται η παραμικρή ποσότητα νερού.

- Καλό καθάρισμα με αιχμηρό εργαλείο εσωτερικά και εξωτερικά των αρμών της τοιχοποιίας, ώστε να φύγουν τα χώματα, και στη συνέχεια αρμολόγημα. - Σκάψιμο του δαπέδου, επιχωμένου από φερτά υλικά και κοπριές, ώστε να βρεθεί η αρχική του στάθμη, και ισοπέδωση με διατήρηση όσων εσωτερικών βαθμίδων χαμηλού ύψους βρέθηκαν. - Άδειασμα της οροφής από το μπηλιασμενο χώμα ώσπου να αποκαλυφθεί η πάνω επιφάνεια των πλακών κάλυψης, διάστρωση μονωτικής μεμβράνης μεγάλου πλάτους σε όλη την επιφάνεια, ώστε να είναι μονοκόμματη χωρίς αρμούς και ενώσεις και ξαναγέμισμα με χώμα, το οποίο μπηλιάστηκε με τον παραδοσιακό τρόπο της κυλίνδρωσης. - Συμπλήρωση του πεζουλιού του εσωτερικού πάγκου καθίσματος με μικρές σχιστόπλακες και πλακόστρωση της πάνω επιφάνειας με μεγάλες σταθερού πλάτους. - Πλακόστρωση του δαπέδου με μέτριου μεγέθους σχιστόπλακες και αρμολόγημα, κατά το σύστημα που εφαρμόζεται στο εσωτερικό των σπιτιών της περιοχής. - Συμπλήρωση της περιφερειακής στέψης της τοιχοποιίας με χοντρές σχιστόπλακες στη θέση όσων λείπουν, αφού αφαιρέθηκαν όσες από αυτές ήταν σπασμένες ή φθαρμένες στις άκρες τους. - Καλό καθάρισμα της ορατής εσωτερικής επιφάνειας των μεγάλων πλακών καλύψεως του εκφορικου συστήματος που ήταν λερωμένες από χρώματα και υγρασίες. - Επισκευή του τζακιού με τοποθέτηση καμινάδας εσωτερικά και όρθιας μεγάλης σχιστόπλακας στην επιφάνεια της πρόσοψης, κομμένης ημικυκλικά, κατά το σύστημα κατασκευής όλων των τζακιών των μύλων της περιοχής. - Τοποθέτηση ξύλινων κουφωμάτων στην εξώθυρα και το μοναδικό παράθυρο όπως και ξύλινου καπακιού στην αλευροθηκη. Η κατασκευή τους είναι απλή από κατακόρυφες τάβλες με οριζόντιες τραβέρσες, όπως είναι κατασκευασμένες όλες οι θύρες των μύλων στα Διποτάματα. Οι κάσες τοποθετήθηκαν στις πατούρες που υπάρχουν στις σχιστάπλακες των λαμπάδων. Το ίδιο θα γίνει με το θυρόφυλλο του ντουλαπιού όπου ο μυλωνάς τοποθετούσε το φαγητό του. - Γενικό άσπρισμα του εσωτερικού του μύλου με το παραδοσιακό ανδριώτικο σύστημα για λόγους καθαριότητας, αλλά και φωτισμού. - Καλό καθάρισμα του εσωτερικού του καναλου του υδατόπυργου (κρέμασης)με ξύσιμο και αφαίρεση όλων των φθαρμένων τμημάτων της μπρουτσαλιανας και συμπλήρωση της με υδραυλική κονία από θηραική γη για λόγους στεγανότητας. Τα εγκαίνια του αναστηλωμένου νερόμυλου έγιναν στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Δήμου Κορθιου για τον εορτασμό των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς τον Σεπτέμβριο του 1999 και στη συνέχεια οι τοπικοί ξυλόφουρνοι έψησαν, ύστερα από πολλές δεκαετίες, ψωμί κριθαρένιο ζυμωμένο με το πρώτο αλεύρι που βγήκε. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΝΟΜΙΚΟΣ


Στην Άνδρο, όπως και στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας, αναπτύχθηκε η γνωστή από τους αρχαίους χρόνους ασχολία της συγκομιδής και της επεξεργασίας του καρπού της ελιάς. Με την εμπειρία που δημιουργεί ο χρόνος γινόταν το λιομάζωμα και στη συνέχεια, στις λεγόμενες στην τοπική διάλεκτο «βίδες», δηλαδή τα λιοτρίβια, γινόταν η επεξεργασία του καρπού. Επεξεργασία που πέρασε από γενιά σε γενιά, μέσα στους αιώνες, και διατηρείται ακόμη έως σήμερα. Γιατί και σήμερα από αυτές τις ίδιες βίδες βγαίνει λάδι με την ίδια γεύση όπως εκείνο που γεύονταν και οι πρόγονοι μας. Σεβόμενοι την παράδοση και θέλοντας να τη διατηρήσουμε για τις επερχόμενες γενιές, σκεφτήκαμε, εμείς στην Άνδρο, να βρούμε τρόπο να αποκαταστήσουμε δύο από αυτές τις βίδες, οι οποίες κινδυνεύουν να εξαφανιστούν, κυρίως λόγω της μεγάλης ανοικοδόμησης που ωθεί τους ιδιοκτήτες τους να τις γκρεμίζουν ή να αλλάζουν τη χρήση τους. δημιουργώντας στους χώρους τους αποθήκες, γκαράζ κ.λπ. Με το σκεπτικό αυτό, λοιπόν, το φθινόπωρο του 1997 συντάχθηκε πρόταση αποκατάστασης δύο λιοτριβιών της Άνδρου και υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ενωση, στη Γενική Διεύθυνση Χ. στο πλαίσιο του προγράμματος Raphael, το οποίο ενισχύει σχέδια ευρωπαϊκής διάστασης στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς. Το πρόγραμμα, που ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2000. αφορούσε τα εξής: 1. Αποκατάσταση δύο παλαιών ελαιοτριβείων στην Άνδρο, το ένα στην περιοχή του Πιτροφού και το άλλο στην περιοχή Ρέματα και τη δημιουργία χώρων έκθεσης (μουσεία). 2. Ερευνητική μελέτη για την αξιοποίηση των ελαιοτριβείων και τη διαμόρφωση τους σε χώρους επισκέψιμους (μουσεία). Η μελέτη αυτή, που εκπονήθηκε από συνεργάτες του προγράμματος, περιλαμβάνει σχέδια για τη διαμόρφωση των χώρων των μουσείων και προτάσεις προβολής της λειτουργίας τους (τοποθέτηση φωτισμού, ενημερωτικών πινακίδων, οπτικών και ηχητικών εφέ. διαμόρφωση εξωτερικών χώρων κ.λπ.). 3. Ενέργειες δημοσιοποίησης που περιλαμβάνουν τη δημιουργία σελίδας πληροφοριών στο Διαδίκτυο, την οργάνωση διεθνούς συνεδρίου σχετικά με την ιστορία των ελαιοτριβείων στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς και την έκδοση ενημερωτικών εντύπων. Τα ελαιοτριβεία Η βίδα του Δημήτρη Χέλμη στον Πιτροψό Το ελαιοτριβείο του Δημήτρη Χελμη βρίσκεται στο χωριό Πιτροφός και στεγάζεται στο ισόγειο ενός διώροφου πέτρινου σπιτιού, συνολικής έκτασης 280 τ.μ. Το ελαιοτριβείο αυτό ξεχωρίζει από τα τυπικά της Άνδρου (είναι συνήθως μονόχωρα). γιατί έχει ξεχωριστούς χώρους για το βώλι. όπου γινόταν το άλεσμα του καρπού της ελιάς, για τον «ερ-

γάτη» ή τη βίδα, όπου συμπιεζόταν ο πολτός και έβγαινε το λάδι. για την αποθήκευση του λαδιού, όπου και διατηρούνται τα αυθεντικά πιθάρια. Επίσης, υπάρχουν χώροι όπου έτρωγαν οι εργάτες, τζάκια για το ζέσταμα του νερού και το ψήσιμο φαγητού, δεξαμενή νερού (χρησίμευε στη διαδικασία παράγωγης του λαδιού) καθώς και φούρνος όπου έψηναν ψωμί για τους εργάτες. Σύμφωνα με τα συμβόλαια πώλησης το ελαιοτριβείο αυτό υπάρχει από το 1857. ενώ κάποιες προφορικές μαρτυρίες θέλουν να προϋπάρχει κατά πολύ αυτής της χρονολογίας. Το λιοτρίβι σώζει τα τυπικά αρχιτεκτονι-

κά στοιχεία των σπιτιών της Άνδρου: πέτρινοι τοίχοι, ταβάνια με ξύλα και πέτρα. Η θολωτή οροφή, με δοκάρια από κορμούς δέντρων και πλάκες, η επιμελημένη λιθοδομή και τα μικρά παράθυρα ανακατασκευάστηκαν με σεβασμό προς την αισθητική των ανωνύμων αλλά άξιων χτιστάδων των παλαιών οικοδομημάτων της αγροτικής Άνδρου. Στο χώρο συμπίεσης, μέσα στο λιοτρίβι, σώζεται μια καλοχτισμένη πέτρινη καμάρα που χρησιμεύει ως στήριγμα του επάνω ορόφου. Υπάρχει ακόμη στέρνα καμαροσκέπαστη, μια τεχνική που χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα από την αρχαιότητα. Γενικά, μέσα στο κτίριο διατηρούνται όλα τα στοιχεία της αρχιτεκτονικής παράδοσης του νησιού, κατασκευές με απλά υλικά, ξύλο και πέτρα. Το δάπεδο του λιοτριβιού. όπως και του υπόλοιπου ισόγειου χώρου, διατηρείται στην αρχική του μορφή: είναι από πατημένο χώμα, μείγμα από χώμα και αμούργα (πυρηνόξυλο), που προέρχεται από τη διαδικασία λιοτρίβισης. 1οςχώρος: Το άλεσμα του καρπού. Το άλεσμα του καρπού γινόταν σε μια στρογγυλή πέτρα, το βώλι, όπου επάνω της υπάρχει προσαρμοσμένο ένα κωνικό λιθάρι, ο τρίφτης. Το μεγάλο κυκλικό ακίνητο και οριζόντιο βώλι, από ντόπια πέτρα (χόχλακα), διαμέτρου 2 μ., πατάει επάνω σε παλαιότερο. Προφανώς, όταν η πρώτη πέτρα κρίθηκε ακατάλληλη, αντικαταστάθηκε με νέα που τοποθετήθηκε επάνω της, στοιχείο που πιστοποιεί την παλαιότητα του ελαιόμυλου. Ένας εργάτης, «τηςαελάδας» όπως τον έλεγαν, τροφοδοτούσε περιοδικά το βώλι με ελιές και φρόντιζε για την αδιάκοπη περιφορά της αγελάδας, που ήταν ζεμένη στον ξύλινο οριζόντιο μηχανισμό κίνησης του τρίφτη (τη βαριά κολουροκωνική πέτρα). Καθώς περιστρεφόταν ο τρίφτης με τη βοήθεια της κυκλικής κίνησης του ζώου. οι ελιές πιέζονταν και συνθλίβονταν ανάμεσα στις δύο πέτρινες επιφάνειες και γίνονταν χαμούρι ή ζυμάρι (ρευστός πολτός). Ο βιδάτορας. ιδιοκτήτης της βίδας και επιστάτης της λιοτρίβισης, γέμιζε με ελαιοπολτό την ξύλινη σκάφη και τη μετέφερε στον διπλανό χώρο. της συμπίεσης. 2ος χώρος: Η συμπίεση του καρπού. Ο εξοπλισμός του χώρου αποτελείται από: α. τη βίδα με τη μανέλα της: τον κοχλία συμπίεσης με τον μοχλό του, β. τον εργάτη με το μανελάκι του: την κάθετη ξύλινη δοκό που τέμνεται από μικρότερη οριζόντια στα μισά του ύψους της (με την περιστροφή της περιστρέφει τον εργάτη). γ. το καζάνι (δίπλα στον μηχανισμό συμπίεσης), για το θέρμισμα (ζέσταμα) του νερού που χρησιμοποιούσαν για να καταβρέχουν τις τσαντίλες (ελαιόσακους) με τον ελαιοπολτό. δ. την ξύλινη σκάφη για τη μεταφορά του ελαιοπολτού από το βώλι στο χώρο συμπίεσης, ε. το τραπέζι όπου άπλωναν τις τσαντίλες, τις γέμιζαν με ελαιοπολτό και τις τύλιγαν για να τις τοποθετήσουν στη βίδα.


στ. τη σκάφη από κορμό δέντρου όπου έπεφτε το λάδι. κατακαθόταν και διαχωριζόταν από το νερό. Η σκάλα που υπάρχει στο χώρο οδηγούσε μέσω γκλαβανής (καταπακτής) στην κατοικία του βιδάτορα. επάνω από το λιοτρίβια. Τα κατώγια, ο φούρνος, οι αυλές και η στέρνα χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για τις ανάγκες διαβίωσης και αποθήκευσης αγαθών της οικογένειας των ιδιοκτήτων και μόνο εποχιακά ως ελαιοτριβείο. Ήταν. λοιπόν, απαραίτητη η εξασφάλιση άμεσης σύνδεσης του εσωτερικού της κατοικίας με τους χώρους αυτούς. Δίπλα στη σκάλα και πλάι στη λιθόκτιστη καμάρα κυκλαδίτικου τύπου σώζεται το πέτρινο πεζούλι, όπου στα σύντομα διαλείμματα κάθονταν να ξαποστάσουν οι εργάτες και να απολαύσουν την κουμπάνια, το κολατσό που είχαν φέρει από το σπίτι τους. Η παροχή νερού. Για την καλή παροχή νερού

στη βίδα είχε χτιστεί μια ευρύχωρη υπόγεια στέρνα με θολωτή οροφή, η οποία βρίσκεται στην αυλή. κοντά στο χώρο συμπίεσης. Δίπλα στη στέρνα, στο καζάνι, έβραζαν το νερό. Παλαιότερα το μετέφεραν μέσα σε άλλο καζάνι στο εσωτερικό του χώρου συμπίεσης για να θερμίσουν τις τσαντίλες. Αργότερα, συνέδεσαν τα δύο καζάνια με μεταλλικό σωλήνα ώστε να αυτοματοποιηθεί η παροχή ζεστού νερού και προσέθεσαν αντλία στη στέρνα ώστε να διευκολυνθεί η άντληση του. Τη στέρνα τροφοδοτούσε με νερό η πηγή του χωριού. Τα παλιά λιοτρίβια της Ανδρου βρίσκονται πάντοτε σε κοντινή απόσταση από τις φυσικές πήγες νερού. Το κτίριο παρουσίασε φθορές κυρίως λόγω της διάβρωσης από τις βροχές, δεδομένου ότι δεν συντηρήθηκε τα τελευταία χρονιά. Οι εργασίες αποκατάστασης του προχωρούν κανονικά και σύντομα ο χώρος θα καταστεί επισκέψιμος.

Η βίδα του Δημήτρη Λεμπέση στα Ρέματα Το ελαιοτριβείο στα Ρέματα είναι μέρος ενός συγκροτήματος που χτίστηκε πριν από το 1800. Αποτελείται από το λιοτρίβι, την κατοικία του ιδιοκτήτη, τους αποθηκευτικούς χώρους και το νερόμυλο. Το σπίτι και το λιοτρίβι βρίσκονται σε μια παραμυθένια περιοχή δίπλα στο ποτάμι, τα Ρέματα. Η περιοχή αυτή. όπως μαρτυρεί και το όνομα της. χαρακτηρίζεται από τα πολλά της νερά. Εδώ χτίστηκαν απο παλιά αρκετοί νερόμυλοι και λειτούργησαν λιοτρίβια. Πρόκειται για τυπικό ανδριώτικο λιοτρίβι, μονόχωρο. 45 περίπου τ.μ., οπού στον ίδιο χώρο βρίσκεται το βώλι. η βίδα και ο εργάτης, το τζάκι για το ζέσταμα του νερού καθώς και εξαρτήματα της ελαιοπαραγωγής, ο χώρος αποθήκευσης της ελιάς πριν εισαχθεί στο βωλι. σκάφες για το πλύσιμο του καρπού, πιθάρια για αποθήκευση του λαδιού. Εχουν επίσης σωθεί οι αυθεντικές τσαντίλες (από τρίχα γίδας), όπου έβαζαν τον πολτό από το βώλι και αφού τις τοποθετούσαν τη μία πάνω στην άλλη, τις πίεζαν στη βίδα για να βγει το πρώτο λάδι. Στη συνέχεια, τις περιέχυναν με καυτό νερό για να βγει το υπόλοιπο. Το ελαιοτριβείο του Λεμπέση ήταν ζωοκίνητο και λειτουργούσε έως το 1955. Εχουν σωθεί όλα τα αυθεντικά του μηχανήματα. Το λιοτρίβι του Λεμπέση ήταν κακοποιημένο από οικοδομικές επεμβάσεις και ελάχιστα από τα στοιχεία του ήταν σε λειτουργία. Υπήρχε η παλιά βίδα και το βώλι με τον τρίφτη. Στις εργασίες αποκατάστασης εντάχθηκαν και τα μηχανήματα της βίδας. Η οροφή και το τζάκι φτιάχτηκαν από την αρχή. η βίδα επιδιορθώθηκε και ο εργάτης ξαναστήθηκε. Το σύστημα για να γυρίζει ο τρίφτης στο βώλι επισκευάστηκε. Ο χώρος είναι αποκατεστημένος και επισκέψιμος. Το άλεσμα του καρπού στα λιοτρίβια της Ανδρου γινόταν κατά κύριο λόγο με αγελάδα και λιγότερο με γάιδαρο. Εδώ δεν λειτούργησε ποτέ υδροκίνητο λιοτρίβι. Η εξήγηση που μου δόθηκε ήταν ότι η παραγωγή ελιάς του νησιού δεν δικαιολογούσε το μεγάλο κόστος κατασκευής υδροκίνητου ελαιοτριβείου. Αυτός ήταν και ένας λόγος που η Άνδρος δεν πέρασε στο στάδιο της «βιομηχανικής» επεξεργασίας της ελιάς, όπως έγινε σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Η παραγωγή λαδιού στην Άνδρο κάλυπτε τις ανάγκες του νησιού και δεν περίσσευε πολύ λάδι για εξαγωγή. Διεθνές Συνέδριο με τίτλο «Η ελιά στο παρελθόν και στο μέλλον» Στο πλαίσιο του προγράμματος Raphael, διοργανώθηκε στην Άνδρο τον Ιούνιο του 1999 συνέδριο με τίτλο «Η ελιά στο παρελθόν και στο μέλλον». Το Συνέδριο αφορούσε στην ιστορία του δέντρου της ελιάς και στην παραγωγή λαδιού κατά την προβιομηχανική περίοδο και προέβαλλε τη σημασία που είχαν στην πολιτιστική και επιστημονική εξέλιξη της Ευρώπης. Τα πρακτικά του Συνεδρίου είναι στη διαδικασία της έκδοσης. ΕΡΡΙΕΤΤΑ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ


ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ Το Συμβούλιο της Ευρώπης θέσπισε επίσημα το 1991 τον εορτασμό των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 1984 από την Γαλλία με τίτλο «Ανοιχτές μέρες σε ιστορικά μνημεία» και στόχο το άνοιγμα προς το πλατύ κοινό μνημείων και χώρων δύσκολα προσβάσιμων τον υπόλοιπο χρόνο. Ο αρχικός στόχος των εκδηλώσεων δεν άλλαξε, αλλά διευρύνθηκε. Έτσι σήμερα οι Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς έχουν στόχο: • τη συνειδητοποίηση της κοινής ευρω-

παικής ταυτότητας σε πολιτιστικό, κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό επίπεδο, μέσα από τις ιδιαιτερότητες κάθε λαού, • τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με το παρελθόν για να προχωρήσουμε στο μέλλον. • τη γνωριμία και την εξοικείωση με το Άλλο και την αναζήτηση της συλλογικής μας μνήμης ως ευρωπαίων πολιτών. • την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσα από τη συνεργασία δημοσίων και ιδιωτικών φορέων. Οι βασικές αρχές του εορτασμού μπο-

ρούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα σημεία: • επιλογή μνημείων που συνήθως είναι κλειστά στο κοινό. • στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μπαίνει η σχέση του ανθρώπου με το καθημερινό του περιβάλλον και όχι πια μόνο το μνημείο απομονωμένο από το περιβάλλον, • συνέχιση θεμάτων εορτασμού για πάνω από μια χρονιά, προσπάθεια για μια πιο συνειδητή συμμετοχή του κοινού, • έμφαση στην ποιότητα της προσφερόμενης πληροφορίας, • έμφαση στο νεανικό κοινό (θεσμοθέτηση της Διεθνούς Φωτογραφικής Εμπειρίας Μνημείων), • συνεργασία χωρών (απονομή βραβείων διασυνοριακών προγραμμάτων). Οι εκδηλώσεις πραγματοποιούνται ένα Σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου. Η Ελλάδα συμμετέχει στον εορτασμό των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς από το 1994. Από το 1998 μια ομάδα εργασίας που αποτελείται από αρχαιολόγους και αρχιτέκτονες του Υπουργείου Πολιτισμού και δημοσιογράφους θέτει τις κατευθυντήριες γραμμές του εορτασμού. Τη διοργάνωση των εκδηλώσεων και το συντονισμό των φορέων που συμμετέχουν έχει αναλάβει το Τμήμα Βυζαντινών Μουσείων της Διεύθυνσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού. Μέσα από τη διοργάνωση των εκδηλώσεων επιδιώκεται: • η αναζωογόνηση των μνημείων, • η εξοικείωση των κατοίκων με τα μνημεία της περιοχής τους, • η ένταξη των μνημείων στην κοινωνική ζωή κάθε τόπου, • η προσέγγιση της τοπικής κοινωνίας και της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, • η προβολή του έργου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, • η κινητοποίηση και η συνεργασία διαφορετικών φορέων και ατόμων. Με προεδρικό διάταγμα του 1996, το Υπουργείο Πολιτισμού επιτρέπει την ελεύθερη είσοδο στα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους όλης της χώρας το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου, για διευκόλυνση των επισκεπτών κατά τη διάρκεια του εορτασμού. Οι εκδηλώσεις για το 2000 πραγματοποιήθηκαν από τις 22 έως τις 24 Σεπτεμβρίου. Το θέμα του εορτασμού ήταν για δεύτερη χρονιά «Το αθάνατο νερό». Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ποίκιλλαν ως προς το είδος και το περιεχόμενο: ξεναγήσεις, εκπαιδευτικές δραστηριότητες, εκθέσεις, ημερίδες, διαλέξεις, συνέδρια, συναυλίες, μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις, προβολές ταινιών, αφηγήσεις παραμυθιών, θεατρικές παραστάσεις, επισήμανση άγνωστων μνημείων. Το Υπουργείο Πολιτισμού συνεργάστηκε με τη ΔΕΗ, την τοπική αυτοδιοίκηση, οργανισμούς, τοπικούς συλλόγους, ιδιωτικά μουσεία και πνευματικά κέντρα και διοργάνωσε εκδηλώσεις σε 56 σημεία της χώρας.


85 φορείς συνεργάστηκαν και 131.269 άνθρωποι συμμετείχαν στον εορτασμό, παρακολουθώντας τις εκδηλώσεις, επισκεπτόμενοι μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους. Αξίζει να σημειώσουμε ότι: • οργανώθηκαν 28 εκθέσεις, εκδόθηκαν 10 έντυπα και 17 ενημερωτικά φυλλάδια, και πραγματοποιήθηκαν ξεναγήσεις σε 18 χώρους που σχετίζονται με το νερό (αρχαιολογικοί χώροι, μνημεία, εγκαταστάσεις)· • οργανώθηκαν 4 ημερίδες, δόθηκαν 9 διαλέξεις, προβλήθηκαν 9 ντοκιμαντέρ και πραγματοποιήθηκαν 10 μουσικές εκδηλώσεις • σχεδιάστηκαν και πραγματοποιήθηκαν εκπαιδευτικές δραστηριότητες για νέους, σχολικές ομάδες και οικογένειες σε 8 σημεία εκδηλώσεων • 48 οργανωμένες ομάδες κοινού συμμετείχαν σε εκδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα. Πρόκειται κυρίως για σχολικές, αλλά και φοιτητικές και επιστημονικές ομάδες, καθώς και ομάδες μελών ερευνητικών ινστιτούτων, συνδέσμων με περιβαλλοντικό ενδιαφέρον και «φίλων μουσείων»' • πραγματοποιήθηκε μια ελληνο-ολλανδική συνεργασία (από την ελληνική πλευρά: η 1 η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων και το Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων) με τη μορφή ανταλλαγής εκθέσεων με θέμα τους νερόμυλους. Το ΠΤΙ ΕΤΒΑ διοργάνωσε σειρά εκδηλώσεων στη Δημητσάνα: • το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης στη Δημητσάνα (ΥΜΥ) αδελφοποιήθηκε με το Mu sée de l'Eau et de la Fontaine της Βαλονίας, εγκαινιάστηκε το έργο της αποκατάστασης των μονοπατιών του Λούσιου ποταμού, πα ρουσία της Γενικής Γραμματέως του Υπουρ γείου Πολιτισμού, και παρουσιάστηκε εκ-

Κρήνη που κατασκευάστηκε με αφορμή τον εορτασμό των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς στη Μακρινίτσα Πηλίου.

παιδευτικό πρόγραμμα στο ΥΜΥ, το οποίο παρακολούθησαν μαθητές της περιοχής • σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε αναμνηστική κασετίνα με σχέδια και φωτογραφίες των δημοτικών λουτρών «Γενί Χαμάμ» στη Ρόδο. καθώς και κρήνη αναμνηστική των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς στην είσοδο της Μακρυνίτσας Πηλίου • τοποθετήθηκαν πινακίδες οδικής σήμανσης σε σχετικά μνημεία και χώρους στο νομό Εύβοιας • χορηγοί στήριξαν οικονομικά αρκετές από τις φετινές εκδηλώσεις. Κάθε σημείο εκδηλώσεων έχει να επιδείξει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσον αφορά το είδος και την ποικιλία των εκδηλώσεων που διοργάνωσε, τους φορείς που συνεργάστηκαν, την εκδοτική δραστηριότητα, την προσέλευση του κοινού, την ερευνητική δουλειά που προηγήθηκε. Τη γενική προβολή των εκδηλώσεων

ανέλαβε η Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του ΥΠΠΟ με τους ακόλουθους τρόπους: (α) έκδοση προγράμματος-αφίσας με τίτλο Το αθάνατο νερό. στα ελληνικά και τα αγγλικά (β) έκδοση εντύπου με τίτλο Περί υδάτων: το νερό στο Βυζάντιο, στα ελληνικά και τα αγγλικά. Το έντυπο παρουσιάζει τις διαφορετικές χρήσεις του νερού στα βυζαντινά χρονιά (γ) συνέντευξη Τύπου, παρουσία του Υπουργού Πολιτισμού (δ) αποστολή δελτίων Τύπου (ε) προβολή των εκδηλώσεων στην ιστοσελίδα του ΥΠΠΟ ( www.culture.gr). Παράλληλα, οι φορείς ανέλαβαν να διαφημίσουν τις εκδηλώσεις στα τοπικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Για τη διετία 2001-2002 οι εκδηλώσεις των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς στην Ελλάδα έχουν τίτλο «Από τις ανταλλαγές των αγαθών στις συναλλαγές στο διαδίκτυο». Δ.Ε. - Ν.Ζ.

18 ΜΑΪΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΜΟΥΣΕΙΩΝ Εορτασμός κατά τα έτη 1999 και 2000

Η ίδρυση του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM) τον Νοέμβριο του 1946. λίγο μετά το τέλος του Β ' Παγκοσμίου Πολέμου, μαρτυρεί αφενός την αγωνία των ειδικών για την τύχη των μνημείων ύστερα από τις περιπέτειες που γνώρισαν στη διάρκεια του πολέμου και αφετέρου σηματοδοτεί την αρχή μια νέας εποχής, στη διάρκεια της οποίας τα μουσεία αναδιοργανώνονται και αναγνωρίζεται ο πολλαπλός τους ρόλος - καλλιτεχνικός, εκπαιδευτικός αλλά και κοινωνικός. Οι δραστηριότητες που ακολούθησαν, οι προβληματισμοί σχετικά με τη μορφή και τη λειτουργία των μουσείων και οι διάφορες αναζητήσεις κατέληξαν το 1977, εκτός των άλλων, και στην καθιέρωση της 18ης Μαΐου ως Διεθνούς Ημέρας των Μουσείων. Παράλληλα, το ICOM ενέτεινε τις προσπάθειες του για να γίνουν τα μουσεία προσιτά, όσο το δυνατόν περισσότερο, στο ευρύ κοινό. Ο σκοπός του εορτασμού της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων είναι η προβολή του έργου και της πολλαπλής προσφοράς των μουσείων. Πέρα από τη μουσειακή λειτουργία και την καλλιτεχνική και ιστορική αξία των συλλογών τους, τα μουσεία μπορούν και πρέπει να γίνουν φορείς πολιτιστικών σχέσεων και ανταλλαγών, με σκοπό την παιδεία, την αλληλοκατανόηση και τη συνεργασία των λαών. Η Διεθνής Ημέρα Μουσείων, που εορτάζεται σε όλο σχεδόν τον κόσμο και διοργανώνεται από τις κατά τόπους εθνικές επιτροπές του ICOM. αφιερώνεται κάθε χρόνο σε ένα συγκεκριμένο θέμα που ορίζεται από το κεντρικό Διοικητικό Συμβούλιο του ICOM. Κάθε χρόνο, στις 18 Μαΐου, τα μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι σε ολόκληρη την Ελλάδα παραμένουν ανοιχτοί, με ελεύθερη είσοδο για το κοινό. Κάθε χρόνο επίσης, ένα από τα μουσεία μας χαρακτηρίζεται ως «τιμώμενο» μουσείο της χρονιάς.

Το θέμα του εορτασμού της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων για το 1999 ήταν «Η χαρά της ανακάλυψης μέσα από τα εκθέματα των μουσείων». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα μουσεία, οποιοδήποτε κι αν είναι το περιεχόμενο τους. μπορούν να πείσουν τους επισκέπτες τους ότι, πέρα από γνώσεις, προσφέρουν ψυχαγωγία και τη χαρά της ανακάλυψης μέσα από τα εκθέματα και ό,τι αυτά σημαίνουν για τις αναζητήσεις του κάθε επισκέπτη. Σχετικά με το θέμα αυτό έγινε συζήτηση στρογγυλής τράπεζας στο αμφιθέατρο του Υπουργείου Πολιτισμού, στις 20 Μαΐου του 1999, με ομιλητές τον κύριο Χ. Κριτζά. διευθυντή του Επιγραφικού Μουσείου, τον κύριο Ι. Τουράτσογλου. διευθυντή του Νομισματικού Μουσείου, και τον κύριο Λ. Λιαβα. διευθυντή του Μουσείου Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων Φοίβου Ανωγειανάκη. Τιμώμενο μουσείο ήταν το Επιγραφικό και δόθηκε έτσι η ευκαιρία στους φίλους και στα μέλη του Ελληνικού Τμήματος του ICOM να επισκεφθούν τους χώρους του και να ξεναγηθούν από τους αρχαιολόγους του Μουσείου. Έγιναν επίσης ξεναγήσεις σε νέα μουσεία και σε επανεκθέσεις και διοργανώθηκαν διάφορες εκδηλώσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα σε μουσεία της Αθήνας και των επαρχιών. Σε ένα θέμα ιδιαίτερα σημαντικό για τον προορισμό των μουσείων αφιερώθηκε και η επέτειος του εορτασμού για το 2000: «Μουσεία για αρμονική και ειρηνική ανάπτυξη της κοινωνίας». Η επιλογή αυτού του θέματος συνδέεται και με την απόφαση των Ηνωμένων Εθνών να ανακηρυχθεί το 2000 ως «Διεθνές έτος για έναν πολιτισμό ειρήνης». Τα μουσεία μπορούν αναμφίβολα να συμβάλουν στην προώθηση αρμονικών σχέσεων μεταξύ των κοινωνιών και να βοηθήσουν διάφο-


ρες κοινωνικές ομάδες, με διαφορετικές καταβολές και πολιτιστικές παραδόσεις, να ζήσουν ειρηνικά η μια διπλό στην άλλη. Στη συζήτηση στρογγυλής τράπεζας, που διοργανώθηκε από το Ελληνικό Τμήμα του ICOM στις 18 Μαΐου 2000 στο κτίριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, ομιλητές ήταν η κυρία Ε. Κουρκουτίδου-Νικολαίδου. διευθύντρια του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης, ο κύριος Κ. Δόλλας. διδάκτορας Αρχαιολογίας και η κυρία Ειρ. Γρατσία. αρχαιολόγος στο Κέντρο Μελέτης Νεώτερης Κεραμεικης. Τιμώμενο μουσείο ήταν το Μουσείο Νεώτερης Κεραμεικής, που εγκαινιάστηκε την ημέρα εκείνη από τον Υπουργό

Πολιτισμού κύριο Θ. Πάγκαλο. Όπως κάθε χρόνο, μουσεία της Αθήνας και των επαρχιών διοργάνωσαν ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις με αναφορά στο θέμα του εορτασμού. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που δικαιολογημένα έχει χαρακτηριστεί ως «Μουσείο αρχαιοτήτων», ελπίζουμε ότι το μήνυμα του εορτασμού της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων για παιδεία και αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των λαών θα συνεχίσει, και στον καινούριο αιώνα που διανύουμε, να ευαισθητοποιεί τόσο την πολιτεία όσο και τους πολίτες της χωράς μας. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΚΚΟΥ

ΤΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ ΤΗΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ, 1999-2000 Το Επιστημονικό και Μορφωτικό Ίδρυμα Κυκλάδων (ΕΜΙΚ) οργάνωσε και φέτος, για δέκατο έκτο χρόνο, τα Σεμινάρια της Ερμούπολης. Κάθε χρόνο, τα Σεμινάρια διαρκούν περίπου δυο βδομάδες, τις δύο πρώτες του Ιουλίου, με μικρές αποκλίσεις. Στη διοργάνωση της 15ης και της 16ης περιόδου των Σεμιναρίων της Ερμούπολης συμμετείχαν, τα έτη 1999 και 2000. με επιστημονική και οικονομική υποστήριξη, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ), το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ). το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ) και το Centre National de la Recherche Scientifique (CNRS). Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων τα δύο αυτά έτη περιελάμβανε σεμινάρια εργασίας, σεμιναριακές διαλέξεις, ερευνητικές προτάσεις και ερευνητικούς απολογισμούς. Τα Σεμινάρια της Ερμούπολης 1999 και 2000 ενισχύθηκαν οικονομικά από το Υπουργείο Πολιτισμού, την Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων (ΤΕΔΚ) Νομού Κυκλάδων, τη Γενική Γραμματεία Ερευνάς και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ). την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και την Ελληνική Εταιρεία Εμφιαλώσεως ΑΕ. Οι διοργανωτές των Σεμιναρίων της Ερμούπολης ευχαριστούν θερμά την προϊσταμένη των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ)-Νομου Κυκλάδων, κυρία Αγγελική Ψιλοπουλου. για τη φιλοξενία και την αμέριστη συμπαράσταση της στη διεξαγωγή των Σεμιναρίων. Τα Σεμινάρια της Ερμούπολης χαρακτηρίζονται από πολυμορφία: ιστορικοί, φιλόλογοι, ανθρωπολόγοι, κοινωνιολόγοι, οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, οικολόγοι, ψυχολόγοι, ψυχίατροι, συνάδελφοι από διαφόρους κλάδους των θετικών επιστήμων, καλλιτέχνες κ.ά. συναντώνται, ανταλλάσσουν απόψεις, ιδέες, γνώσεις, οργανώνουν ερευνητικές συνεργασίες, στο απλό περιβάλλον των Σεμιναρίων. Στη συνέχεια, παραθέτουμε τα βασικά στοιχεία των προγραμμάτων των δύο τελευταίων ετών. Το 1999. οι θεματικές ενότητες των Σεμιναρίων ήταν οι ακόλουθες: • «Μίτος»: Η ειδική Τράπεζα Πληροφο-

ριών του ΕΚΚΕ. Η συμβολή της στην κοινωνική έρευνα (με τη συνεργασία του Γραφείου Διαμεσολάβησης του ΕΚΚΕ). • Διεθνής Συνάντηση: Τεχνολογία και Επιστήμες στη συγκρότηση του κράτους το 19ο αιώνα / Sciences. Technologie et constitution de l'État au 19e siècle (Ι. Ο αιώνας των μηχανικών. II. Ο αιώνας της επιστημονικής εκπαίδευσης. III. Ο αιώνας των εργαστηρίων. IV. Στρογγυλό τραπέζι). Συνδιοργανωτές: ΚΝΕ/ΕΙΕ - École Nationale des Ponts et Chaussées. • Επιχειρηματίας - Επιχείρηση - Επιχειρηματικότητα (Ι. Η μελέτη της ελληνικής επιχείρησης: σύγχρονες έρευνες και ιστορικές προσεγγίσεις. II. Η φυσιογνωμία του σύγχρονου έλληνα επιχειρηματία. III. Ζητήματα ιδιοκτησίας και διοίκησης στην ελληνική επιχείρηση. IV. Επιχειρήσεις «αφανείς πρωταθλητές». V. Οικογενειακές και εθνοτοπικές προϋποθέσεις της ελληνικής επιχείρησης: ιστορική προσέγγιση. VI. Η οικονομική θεωρία στη μελέτη της επιχείρησης και της επιχειρηματικότητας. VII. Επιχείρηση και τεχνολογία. VIII. Η διαμόρφωση μιας μελλοντικής ερευνητικής θεματολογίας: προϋποθέσεις διαλόγου, κοινές δράσεις). Συνδιοργανωτές: Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)/ΕΜΠ - ΚΝΕ.ΈΙΕ. • Η ανθρωπολογία σήμερα στα σταυροδρόμια των επιστημών (Ι. Η αλλαγή του παραδείγματος. II. Η ανθρωπολογία ως πολιτισμική κριτική. III. Επαναπατρισμοί 1 : Η ανθρωπολογική στροφή προς τον εαυτό. IV. Επαναπατρισμοί 2: Σώμα και ταυτότητα. V. Μετα/νεο/αποικιακοί προσανατολισμοί, πολυπολιτισμικές εκφράσεις). • Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνικής κριτικής: 19ος. 20ός αι. • Διήμερο εφηρμοσμένης ηθικής. Η ηθική στα MME (Ι. Το θεωρητικό πλαίσιο. II. Η πρακτική της ηθικής. III. Ειδικά προβλήματα). Με βάση τη θεματική ενότητα «Τεχνολογία και επιστήμες στη συγκρότηση του κράτους το 19ο αιώνα», εκδόθηκε από το ΚΝΕ Ι ΕΙΕ το 2000. με ενίσχυση από τη ΓΓΕΤ και το CNRS, θεματικός τόμος με τίτλο Science. Technology and the 19th century State.

ΠΕΤΡΟΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΜΑΛΟΥΚΟΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΟΤΕΧΝΙΑ Από τον 18ο στον 20ό αιώνα Η μεταλλοτεχνία στη μοναστική πολιτεία του Άθω, από τον 18ο ως τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα, παρουσιάζει πολύπλευρο ενδιαφέρον Η δραστηριότητα των διαφόρων τομέων της σχετίζεται άμεσα με τον καθημερινό βίο, την παράγωγη, εν γένει, στο ίδιο το Άγιον Όρος αλλά και στις περιοχές, κοντινές ή μακρινές με τις οποίες συνδέονταν ποικίλο-

τρόπως τα ιερά καθιδρύματά του. Σχετίζεται επίσης, σε μεγάλο βαθμό, με την τέχνη και την αρχιτεκτονική του αθωνικού χώρου, με τη διαμόρφωση, δηλαδή, της ίδιας της πολιτισμικής του ταυτότητας στα νεότερα χρόνια Το έργο αυτό. καρπός πολυετούς έρευνας, απογράφει και διασώζει τη μνήμη (κτίρια, εξοπλισμούς, τεχνίτες) δύο αιώνων δημιουργίας (οελ 336. εικ 429) ISBN 960-244-071-1


Το 2000 οι θεματικές ενότητες των Σεμιναρίων είχαν ως εξής: • Archives de la création. Réunion de travail autour de l'histoire des sciences et des techniques et de la création artistique et littéraire à partir du programme «Archives de la Création» du CNRS. • Οικολογικό εργαστήρι πάνω στην αρχή της προφύλαξης: η περίπτωση των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων (Ι. Αγροτική ανάπτυξη και γενετικά τροποποιημένα προϊόντα. II. Γενετικά τροποποιημένα προϊόντα: νομικά προβλήματα). • Αρχείο Προφορικής Ιστορίας στο Βιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης. Η βιομηχανία της Ερμούπολης - Ο κόσμος της εργασίας: οπτικοακουστικές καταγραφές. • Science, technology and the 19th century state: the role of the army. Συνδιοργανωτές:

ΚΝΕ/ΕΙΕ και Laboratoire Territoires, Techniques et Sociétés/Ecole Nationale des Ponts et Chaussées. • Αναζητώντας τα ίχνη της ελληνικής πεζογραφίας, 1830-1880. Έρευνα και προβληματισμοί ενός μεταπτυχιακού προγράμματος στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. • Ευστοχίες και αστοχίες της ελληνικής λογοτεχνικής κριτικής. • Η εκπαίδευση στη σημερινή κοινωνικοοικονομική και τεχνολογική συγκυρία. • Πορίσματα εμπειρικών ερευνών του ΕΚΚΕ για την εκπαίδευση. • Ηθική και έρευνα. Συντονιστής: Γιώργος Παπαγούνος (Πανεπιστήμιο Κρήτης). • Οι πολιτικές διαστάσεις της θρησκευτικής εμπειρίας στη μεσαιωνική και νεότερη Ευρώπη. ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΛΑΤΙ Συμπεράσματα με τα οποία έκλεισε το Η' Τριήμερο Εργασίας του ΠΤΙ ΕΤΒΑ Μυτιλήνη, 6-8 Νοεμβρίου 1998

Αγαπητοί συνάδελφοι, Ολοκληρώθηκε άλλο ένα Τριήμερο Εργασίας του Πολιτιστικού Τεχνολογικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ, το οποίο χάρη στη συμμετοχή σας πέτυχε το στόχο του: να συμβάλει δηλαδή στην καταγραφή της ιστορίας της παραγωγής και της χρήσης ενός βασικού προϊόντος διατροφής της ελληνικής κοινωνίας. Για μια ακόμη φορά μέσα από τα αρχαιολογικά δεδομένα και τις ιστορικές πηγές τεκμηριώθηκε ότι η τεχνολογία της παραγωγής, αλλά και οι πολλαπλές χρήσεις του προϊόντος, που κατακτήθηκαν από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, δεν μετεξελίχθηκαν αισθητά διά μέσου των αιώνων, ώστε να δημιουργηθούν τομές στην παραγωγή του τόπου μας, έως τα μέσα του 20ού αιώνα. Αλάθητο συμπέρασμα, λοιπόν, παραμένει ότι η καταγραφή και η ανάλυση της παραδοσιακής τεχνολογίας, που ευτυχώς ακόμη είναι εφικτές έστω και την ύστατη ώρα οτον τόπο μας, αποτελούν πολύτιμη πηγή για την ανάγνωση της μεσαιωνικής και της αρχαίας τεχνολογίας. Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τα συμπεράσματα κατά ενότητες και όχι με τη σειρά των ανακοινώσεων, η οποία προέκυψε λόγω κωλυμάτων ορισμένων ερευνητών. Τεκμηριώθηκαν οι πολλαπλές χρήσεις και η σημασία του αλατιού ήδη από τους μινωικούς χρόνους. Η συνεξέταση των φυσικών παραμέτρων του αλατιού και των ανασκαφικών δεδομένων στο φαράγγι των Λενικών της Ζάκρου οδήγησε στη σύνθεση πολιτιστικών πληροφοριών γι' αυτήν την ιστορική περίοδο (Κ. Κόπακα - Ν. Χανιωτακης). Καταδείχθηκε ότι η αρχαία Κύπρος δεν ήταν μόνον διάσημη για το χαλκό αλλά και για το αλάτι της. Η αξία του αλατιού για το νησί, που υπήρξε πρωταρχικό εμπορεύσιμο αγαθό όλου του αρχαίου κόσμου, τεκμηριώ-

θηκε από την ανακάλυψη του ιερού της θεάς του αλατιού στις ακτές της αλυκής της Λάρνακας (Σ. Χατζησάββας). Καταγράφηκαν οι θεραπευτικές εφαρμογές του αλατισμένου (θαλασσίου) ύδατος για να γίνει η αποτίμηση των θεραπευτικών εφαρμογών του στην αρχαιοελληνική ιατρική (Δ. Χριστοδούλου). Παρουσιάστηκε μια πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθεια για τον εντοπισμό των ιχνοστοιχείων του αλατιού στα αρχαία κεραμικά σκεύη, ώστε στο μέλλον να γίνει εφικτός ο εντοπισμός τους στα κεραμικά ευρήματα και να καταστεί δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων για τη χρήση, την κατανάλωση και τη διακίνηση του αλατιού στον αρχαίο κόσμο (Ε. Αλούπη - Α. Καρύδας - Θ. Παραδελλης Ι. Σιώτης). Αποδείχθηκε ότι οι συνταγές του Σωρανού για τη φροντίδα του νεογνού με αλάτι, που έχει θεραπευτικές ιδιότητες, επιβιώνουν στις παραδοσιακές κοινωνίες του τόπου μας (Μ. Παπαθανασίου). Από τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή συνταγογραφία τεκμηριώθηκαν οι θεραπευτικές χρήσεις του αλατιού (Ευαγ. Βαρέλλα). Παρουσιάστηκε η φυσική και μεταφυσική ιστορία του αλατιού σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, καθώς και οι ποικίλες και πολυάριθμες τεχνικές χρήσεις του στην ελληνιστική περίοδο, αλλά και μεταγενέστερα στην ύστερη αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα (Κ. Κανάβας). Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη προσπάθεια να αποδοθεί η γεωγραφική κατανομή της παραγωγής του άλατος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο έως τον 10ο μ.Χ. αιώνα κατέδειξε περίτρανα τη χρησιμότητα αυτών των διεπιστημονικών συναντήσεων: η τεχνολογία της παραγωγής, όσο και αν αυτή είναι απομακρυσμένη από τις σημερινές

γνώσεις, χρειάζεται να γίνεται από ειδικούς των θετικών επιστημών. Παρ' όλα αυτά κατέδειξε επίσης πόσο αναγκαία είναι η συνεργασία τους με τους ειδικούς των θεωρητικών επιστημών (Θ. Πετανίδου). Εξετάστηκε ο ρόλος της Εκκλησίας για την οργάνωση, την παραγωγή και τη διακίνηση του αλατιού στο Βυζάντιο, οι λίγο-πολύ γνωστές χρήσεις του. αλλά και η ιδιαίτερη σημασία του για την εξασφάλιση του ανεφοδιασμού του στρατού σε τρόφιμα (Μ. Γερολυμάτου - Π. Ανδρούδης - Κ. Καραπλή). Το Βυζάντιο μας έδωσε ακόμη την αφορμή να κάνουμε μια κριτική όσον αφορά τη χρήση των πηγών: πρέπει να χρησιμοποιούνται από τους μη ειδικούς, οι οποίοι εκ των πραγμάτων δεν έχουν εξαντλήσει τη σχετική βιβλιογραφία, με φειδώ. Ακολούθησε η ανάδειξη των αρχαιολογικών και ιστορικών δεδομένων για την παραγωγή του αλατιού στη Χαλκιδική (Ι. Παπάγγελος). Μέσα από την αξιοποίηση των πληροφοριών που εμπεριέχονται στα αρχεία αναδείχθηκε η συστηματική και αποτελεσματική οργάνωση των αλυκών κατά την Ενετοκρατία. Παρακολουθήσαμε δηλαδή την ιστορία του αλατιού στη Δυτική Ελλάδα: την παραγωγή, την επεξεργασία, τη διακίνηση του στη Μεσόγειο, την αξιοποίηση των αλυκών αυτής της περιοχής και τους ανταγωνισμούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων για τη μονοπώληση του εμπορίου του από τον 15ο ως τον 19ο αιώνα (Ε. Γιαννακοπούλου). Παρακολουθήσαμε επίσης την οργάνωση των αλυκών της Κρήτης από τα πρώτα χρόνια της Ενετοκρατίας, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ντόπιου πληθυσμού, αλλά και τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε η Σύγκλητος στα τέλη του 16ου αιώνα για να αυξήσουν οι αλυκές της Κρήτης την παραγωγή τους, προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανάγκες της Γαληνότατης, όταν η Κύπρος -που ήταν ο κύριος προμηθευτής της Βενετίας σε αλάτι- πέρασε στα χέρια των Τούρκων (Κ. Τσικνάκης). Η αξιοποίηση δύο πολύτιμων ανέκδοτων σχεδίων του 17ου αιώνα των αλυκών της Μεθώνης και της Κορώνης (Α. Πανοπούλου) συνέβαλαν στην καταγραφή των τεχνικών που εφαρμόζονται στις αλυκές της Πελοποννήσου αυτή την περίοδο. Και με αυτή την αφορμή καταδείχθηκε πόσο αναγκαία είναι η συνεργασία με ειδικούς των θετικών επιστημών. Η ανακοίνωση τμήματος των πληροφοριών που περιέχονται στο αρχείο των άρχων του 18ου αιώνα του εγκατεστημένου στη Βενετία μεγαλέμπορου Περούλη, μας έδωσαν μια εικόνα της δυναμικής δραστηριότητας της παραγωγής και της διακίνησης του λευκαδίτικου αλατιού, που αυτήν την περίοδο εκτείνεται έως τα ελβετικά καντόνια (Π. Μιχαηλάρης). Η αξιοποίηση των πηγών οδήγησε στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τη συλλογή, τη διάθεση και την εκμετάλλευση του αλατιού στο Αιγαίο και τα παράλια της Μ. Ασίας κατά την όψιμη οθωμανική περίοδο. Οι προσπάθειες εκμετάλλευσης των αλυκών της Λέσβου στα τέλη του 19ου αιώνα για την ανά-


πτύξη της βιομηχανίας της σαπωνοποιίας φαίνεται ότι υπήρξαν καθοριστικές για την εξέλιξη της (Ευρ. Σιφναίου). Πειστήκαμε από την κυρία Λ. ΤζεδάκηΑποστολάκη για τους σωστούς χειρισμούς της Κρητικής Εταιρείας Άλατος, προκείμενου να εξυπηρετηθεί το δημόσιο οθωμανικό χρέος από την Κρητική Πολιτεία στις αρχές του 20ού αιώνα. Η διεπιστημονική προσέγγιση των ερωτημάτων για την παρασκευή «τεθαλαττομένων οίνων» στην αρχαία Ελλάδα οδήγησε σε πειστικές ερμηνείες για την προσθήκη θαλασσινού νερού ή του αλατιού στον αρχαίο ελληνικό οίνο (Στ. Κουράκου-Δραγώνα). Σε συνάρτηση με το προηγούμενο θέμα, παρουσιάστηκε η αυξημένη περιεκτικότητα των σαντορινιών κρασιών σε νάτριο και χλώριο, που εξηγήθηκε από τη διείσδυση του θαλασσινού νερού στο έδαφος, όπου καλλιεργούνται αμπέλια (Ν. Μισοπολινός). Της επισκέψεως των συνέδρων στο χώρο των αλυκών της Καλλονής προηγήθηκαν δύο εξαιρετικά χρήσιμες και κατατοπιστικές εισηγήσεις των κυρίων Διονυσίου Ξένου και Νίκου Κοροβέση για τη λειτουργία και τη σημασία των αλυκών. Χρησιμότατες σε όλους για την ανάγνωση των πληροφοριών που ο καθένας έχει συγκεντρώσει για την έρευνα του. Βασισμένη στις ιστορικές πηγές παρουσιάστηκε η περιγραφή του ιδιοκτησιακού και εργασιακού καθεστώτος, καθώς και οι τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν στις αλυκές του Θερμαϊκού (Α. Χατζηγώγας). Οι τόποι και οι τρόποι συλλογής του αλατιού στη Μάνη ήταν προϊόν εθνολογικής έρευνας (Κ. Ζαρκιά και Γ. Σαίτας), που τεκμηριώθηκε από εξαιρετικά χρήσιμες αποτυπώσεις και μας παρέπεμψε στην ιδιότυπη κοινωνική δομή της περιοχής. Η αναλυτική παρουσίαση των οργανωμένων αλυκών στο Τηγάνι της Μάνης, που σημαίνει (κατά σύμπτωση βεβαίως) αλοπήγιο, κατέδειξε τη μεγάλη αξία τους για την αρχαιολογική και ιστορική έρευνα (Γ. Πίκουλας). Οι προβληματισμοί για τη χρονολόγηση τους μάλιστα τεκμηρίωσαν με τον καλύτερο τρόπο τη διαχρονική παραγωγή του προϊόντος, που κληθήκαμε να μελετήσουμε αυτές τις μέρες στη Μυτιλήνη. Η τεκμηρίωση της σημασίας του αλατιού στη ζωή και την οικονομία της Κύπρου δεν περιορίστηκε μόνον στην αρχαιότητα, αλλά με την παρουσίαση του ρόλου των αλυκών της Λάρνακας και της Λεμεσού κατά τον Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους συμπληρώθηκε η εικόνα του σπουδαιότατου αυτού εξαγώγιμου προϊόντος, έως τον 19ο αιώνα. Εξετάστηκε δε εκ παραλλήλου ο ρόλος του στην παραδοσιακή κοινωνία του νησιού (Ε. Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου). Η ανάλυση ενός τολμηρού εγχειρήματος, μικρής χρονικής διάρκειας, όπως αυτού της αυτοδιαχείρισης των αλυκών της Λευκάδας από τις αντιστασιακές οργανώσεις του τόπου, κατέδειξε τη σημασία της παραγωγής του αλατιού για την οικονομία και την κοινωνία μιας περιοχής (Θ. Καλαφάτης). Οι μαρτυρίες των γυναικών που εργάστηκαν τη δεκαετία του '50 στις αλυκές της

Κέρκυρας, της Λευκάδας και της Ζακύνθου μας μετέφεραν σε μια για πάντα χαμένη σκληρή πραγματικότητα, συσχετισμένη με τις δομές και τις συνήθειες της τοπικής κοινωνίας (Λ. Παπαγαλάνη-Καλαφάτη). Κατάφερε να μην κουράσει η επιλεκτική απαρίθμηση του σχετικού με το αλάτι γλωσσικού πλούτου. Είναι όμως απαραίτητη η συμπλήρωση της για την έρευνα, κυρίως όταν αυτή παρέχει τη βεβαιότητα ότι είναι πλήρης, στα Πρακτικά (Στ. Κατσουλέας). Οι σχετικές με τη συντήρηση των τροφίμων και τη μαγειρική ανακοινώσεις των κυριών Αικ. Καμηλάκη και Ζ. Παπαγεωργοπούλου, βασισμένες σε εθνολογική έρευνα και σε πηγές, συμπλήρωσαν την εικόνα για τις πολλαπλές χρήσεις του (ιστορικές και λαογραφικές πληροφορίες και προσωπικά βιώματα που αποδόθηκαν με εξαιρετική ευαισθησία). Ένα μικρό δείγμα των ατέλειωτων νεοελληνικών παροιμιών και παραμυθιών επελέγη και αξιολογήθηκε μέσα από τρεις ανακοινώσεις (Δ. Λουκάτου - Ευ. Βουτσινά και Ζ. Βαλάση), για να καταδείξει τις διαφορετικές χρήσεις και τη σημασία τους στην παραδοσιακή κοινωνία και τους συμβολισμούς που του απέδωσε η λαϊκή φαντασία. Ένα τελευταίο συμπέρασμα είναι ότι στη συνάντηση απαντήθηκαν πολλά ερωτήματα των ερευνητών. Τέθηκαν όμως ακόμη περισσότερα. Γι' αυτό νομίζω ότι το ΠΤΙ ΕΤΒΑ θα σπεύσει στην έκδοση των Πρακτικών. Ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάνω στην τιμή που μας έκανε ο κύριος Λουκάτος να δείξει το έμπρακτο ενδιαφέρον του για τις δραστηριότητες του Πολιτιστικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ, αποστέλλοντας μας την ανακοίνωση του. Αγαπητοί φίλοι, Πριν κλείσουμε, θα ήθελα να επαναλάβω τις ευχαριστίες μου προς το Υπουργείο Αιγαίου και την Υπουργό Αιγαίου κυρία Ελισάβετ Παπαζώη. Θα ήθελα όμως να ευχαριστήσω το Υπουργείο Αιγαίου και για έναν ακόμη λόγο:

για την επιλογή του να πραγματοποιηθεί αυτή η συνάντηση στη Μυτιλήνη. Τα αρχικά κριτήρια νομίζω ότι ήταν απλώς ορθολογιστικά (τεχνοοικονομικοί λόγοι και λόγοι υποδομής: αεροδρόμιο, ξενοδοχεία κ.λπ.). Σήμερα είμαστε όλοι πεπεισμένοι ότι το Υπουργείο Αιγαίου γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτός ο τόπος εκπέμπει μια απροσδιόριστη γοητεία και δίνει τη μοναδική ικανοποίηση στον επισκέπτη να βιώνει μια μυστική επικοινωνία με την αιολική γη. Αγαπητοί σύνεδροι, «Αλών και τραπέζης κεκοινωνηκότες», λοιπόν, στη Μυτιλήνη (φάγαμε μαζί ψωμί και αλάτι) συσφίξαμε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις μας, και «άλας και τράπεζαν μην παραβαίνοντες», εμείς του Πολιτιστικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ. ανανεώνουμε τη συνάντηση της καταγραφής των ελληνικών προϊόντων διατροφής. Σύντομα θα ανακοινωθεί η προγραμματισμένη για τον Μάιο του '99 συνάντηση, που θα αναφέρεται για μια ακόμη φορά στην καταγραφή της ιστορίας του ελληνικού κρασιού με θέμα: «Η τέχνη και η τεχνική στα αμπέλια και τους οινεώνες της Μακεδονίας και της Θράκης». Αλλά για να συμπληρωθεί ο κύκλος των προϊόντων διατροφής, προσβλέπουμε στην οργάνωση ενός Τριημέρου Εργασίας με θέμα την ελληνική κτηνοτροφία και αμέσως μετά την αλιεία. Μέσα από αυτή την επιστημονική συνάντηση, που μόλις ολοκληρώθηκε, μάθαμε πολλά για το αλάτι. Μάθαμε ακόμη ότι το άλας σήμαινε ανέκαθεν, μεταφορικώς, τη σοφία, ότι είναι το σύμβολο πάσης διανοητικής, ηθικής και φυσικής ουσίας της προσωπικότητας, και ότι για τους αρχαίους Ελληνες σήμαινε επιπροσθέτως την κομψότητα, τη χάρη και την ευφυΐα του προφορικού και γραπτού λόγου. Θέλω λοιπόν να σας ευχαριστήσω για το «άλας», που υπ'αυτές τις έννοιες προσκομίσατε στο Η Τριήμερο Εργασίας του Πολιτιστικού Τεχνολογικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ. ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΟΥΒΗ

Β’ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΜΟΥΣΕΙΩΝ Αθήνα, 13-14 Νοεμβρίου 1998 Το Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού (Διεύθυνση Λαϊκού Πολιτισμού) και το Ελληνικό Τμήμα του ICOM διοργάνωσε στις 13 και 14 Νοεμβρίου 1998 το Β Πανελλήνιο Συνέδριο Ναυτικών Μουσείων με θέμα «Προστασία, διάσωση και προβολή της ναυτικής κληρονομιάς της Ελλάδας». Το Συνέδριο, στο οποίο συμμετείχαν 19 ναυτικά μουσεία και φορείς από όλη την Ελλάδα, σκοπό είχε την ευρύτερη συνεργασία μεταξύ των μουσείων, τη διερεύνηση θεμάτων που σχετίζονται με τη ναυτική ιστορία και παράδοση καθώς και τη χάραξη μιας συγκεκριμένης πολιτικής για τη μελέτη, την προστασία, τη διάσωση και την προβολή της

ελληνικής ναυτικής κληρονομιάς. Δημιούργησε τις βάσεις για την ευρύτερη συνεργασία μεταξύ των υπευθύνων των μουσείων, των αρμόδιων φορέων, των αρχαιολόγων και όλων των επιστημόνων που ασχολούνται με τη ναυτική κληρονομιά και παράδοση. Τα θέματα που συζητήθηκαν ήταν τα εξής: 1. Ναυτική κληρονομιά: Ορισμός και θεσμικό πλαίσιο για την προστασία της. 2. Καταγραφή και τεκμηρίωση της ναυτικής κληρονομιάς. 3. Ναυτικά μουσεία. Λειτουργία και προοπτικές. 4. Σκάφη που ανήκουν σε μουσεία. Διάσωση, αποκατάσταση και συντήρηση. 5. Παραδοσιακή ναυπηγική. Ερευνα, κα-


ταγραφή, τεκμηρίωση, αποκατάσταση και συντήρηση των παραδοσιακών σκαφών. 6. Μνημεία ναυτικής κληρονομιάς: Λιμάνια, φάροι, νεώρια. 7. Εκπαιδευτικά προγράμματα για τη ναυτική παράδοση. 8. Διαδραστικά μέσα στην υπηρεσία της ναυτικής παράδοσης και κληρονομιάς. Στη διάρκεια των εργασιών του Συνεδρίου έγινε αντιληπτή η ανάγκη στελέχωσης των μουσείων από ειδικευμένο προσωπικό καθώς και η αναπροσαρμογή του ρόλου τους,

ώστε με την προσέγγιση ευρύτερων στρωμάτων του κοινωνικού συνόλου να συμβάλουν αυτά στην κοινωνική ανάπτυξη και την πρόοδο. Παράλληλα, αποφασίστηκε η δημιουργία Ένωσης Ελληνικών Ναυτικών Μουσείων με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων για την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία τους, τη συνδιοργάνωση εκθέσεων, συνεδρίων και άλλων εκδηλώσεων. ΡΟΥΛΑ ΧΑΪΔΟΥ

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΩΝ ΜΥΛΩΝ: 1η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ Αθήνα, 7-9 Μαΐου 1999 Με θέμα τα «Προβλήματα έρευνας και τεκμηρίωσης των ελληνικών μύλων», το ΙτΕΜ πραγματοποίησε από τις 7 έως τις 9 Μαΐου 1999 την 1η Επιστημονική Συνάντηση του, υπό την αιγίδα και με την υποστήριξη της 1ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων και χορηγούς το ΥΠΠΟ, την ΑΛΦΑ Μπετόν ΑΕΒΕ, την ΕΛΑΙΣ ΑΕ και την ΤΙΦΙΝ ΑΕ. Στις τρεις συνεδρίες που έγιναν στα γραφεία του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Ερμού 136, στην Αθήνα, παρουσιάστηκαν οι εισηγήσεις: «Τα κοινά προβλήματα στην καταγραφή των ελληνικών μύλων» από την Μ. Γρυπάρη, αρχιτέκτονα του ΥΠΠΟ, «Οι βενετσιάνικοι νερόμυλοι του νομού Χανίων» από την Μ. Αγγελάκη, αρχιτέκτονα του ΥΠΠΟ, «Οι νερόμυλοι της Ταμπάχνας» από την Α. Ψωμά, αρχιτέκτονα, και τον Γ. Κοπανιά, καθηγητή μαθηματικών, «Οι ανεμόμυλοι της Χαλκιδικής» από τον Ι. Παπάγγελο, αρχαιολόγο του ΥΠΠΟ, «Τα προβλήματα αποτύπωσης των παραδοσιακών ανεμόμυλων» από τον Κ. Καρατζόγλου, μηχανολόγο, καθηγητή πανεπιστημίου, «Τα υδροκίνητα εργαστήρια της Θεσσαλίας» από τους Π. Καμηλάκη - Αικ. Πολυμέρου-Καμηλάκη του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, «Η τέχνη του μυλωνά στον οριζόντιο ταβλόμυλο της Άνδρου» από τον Γ. Σπέη, πολιτικό μηχανικό, «Ο υδρόμυλος τον 10ο αιώνα στην αθωνική Λαύρα του Αγίου Αθανασίου» από τον Π. Φουντά, αρχιτέκτονα του ΚΕΔΑΚ, «Ο νερόμυλος της Μονής Αβύσσου στην Πρέβεζα και η αποκατάσταση του» από τον Στ. Μαμαλούκο, αρχιτέκτονα, «Το σύστημα υδρόμυλων Κρατήγου στη Λέσβο» από τον Μ. Αξιώνη, ιατρό-ερευνητή, «Η έρευνα και τεκμηρίωση του μηχανολογικού εξοπλισμού των νερόμυλων της Έδεσσας» από τον Αθανάσιο Χατζηγώγο, μηχανολόγο-μηχανικό, «Τα προβλήματα έρευνας της Κύπρου», από τη Φ. Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου, επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Κύπρου. Τέλος, παρουσιάστηκε το δελτίο του ΙτΕΜ για την καταγραφή των προβιομηχανικών εγκαταστάσεων, από τους Στ. Νομικό, αρχιτέκτονα, Κ. Κύρκο, σχεδιαστή του ΕΜΠ, και Στ. Μπουζάκη, πολιτικό μηχανικό.

Στο πλαίσιο της Συνάντησης υπήρχε έκθεση ηλεκτροκίνητων μακετών μύλων (ανεμόμυλος, νερόμυλος, νεροπρίονο, μαντάνι κ.ά.) των Μ. Μαλακού και Μ. Βλέσσα, αρχιτεκτόνων, καθώς και αναπαράσταση ανεμαντλίας της Ι. Παπαμαντέλου και της Ο. Λεκού, αρχιτεκτόνων. Επίσης, υπήρχε έκθεση σχεδίων και φωτογραφιών μύλων στη Βοιωτία (Λιβαδειά, Δαύλεια) των Α. Ψωμά, και Γ. Κοπανιά. Στον υπαίθριο χώρο διεξαγωγής της Συνάντησης, ο Σύλλογος Ψαραίων Γορτυνίας πρόσφερε παραδοσιακά εδέσματα στους παρευρισκομένους. Το Σάββατο 8 Μαΐου παρουσιάστηκε στο Ιστορικό Αρχείο της ΕΛΑΙΣ ΑΕ, Καραολή Δημητρίου και Οικονομίδου στο Ν. Φάληρο, έκθεση βιβλίου και για πρώτη φορά υπήρχαν εκεί συγκεντρωμένοι τίτλοι για τους ελληνικούς μύλους. Η Κυριακή, 9 Μαΐου, αφιερώθηκε σε επίσκεψη άγνωστων μύλων στην Αττική με ξεναγήσεις από τον Α. Λεβαντή, δήμαρχο Κερατέας και τους ιδιοκτήτες μύλων, Στ. Σίνη, στην Κερατέα, Κ. Κόλλια μηχανολόγο στον Μαραθώνα, καθώς και σε επίσκεψη σε ένα συγκρότημα παλιού αλογόμυλου, αργότερα παγοποιείου στο Μαρκόπουλο. Η 1 η Επιστημονική Συνάντηση του ΙτΕΜ κατέδειξε τα πολλά προβλήματα που υπάρχουν όχι μόνο στην καταγραφή των ελληνικών μύλων, στην τεκμηρίωση των στοιχείων που τους χαρακτηρίζουν και στη διάσωση τους για μουσειακή η άλλη χρήση, αλλά ακόμη και για την απλή διάσωση της μαρτυρίας της ύπαρξης τους, άμεσα συνδεδεμένης με την ιστορία, την οικονομία και την ιστορική γεωγραφία της περιοχής όπου λειτούργησαν. Η κρατική μέριμνα ως σήμερα δεν έχει κατορθώσει να βοηθήσει τα μνημεία αυτά. Λίγα είναι τα παραδείγματα των καλών προσπαθειών, όπως οι μύλοι της Κρύας, από τον Δήμο Λιβαδειάς, το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης στην Δημητσάνα του ΠΤΙ ΕΤΒΑ, τα συγκροτήματα του Δήμου Εδεσσας και του Δήμου Νάουσας, ο ανεμόμυλος στο λιμάνι του Γαλαξιδίου, ο ανεμόμυλος στην Αντιμάχεια της Κω. Λείπει η συστηματική καταγραφή των μονάδων αυτών στον ελλαδικό χώ-

ρο, κυρίως των υδροκίνητων, που υπολογίζεται πως φθάνουν τις 30.000, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν και πόλους έλξης τουριστών σε άγνωστα μέρη, να χαραχθούν διαδρομές που θα ενώσουν άγνωστες και γνωστές περιοχές αναδεικνύοντας μνημεία και μαγευτικά τοπία και θυμίζοντας τεχνολογικά επιτεύγματα και ξεχασμένα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και τεχνολογίας καταδικασμένα στη λήθη. Το ΙτΕΜ ανέλαβε την έρευνα (προγράμματα των Υπουργείων Αιγαίου και Μακεδονίας Οράκης) για τις υδροκίνητες εγκαταστάσεις στη Θράκη, το Αιγαίο και την Κύπρο ( 1998-2000). Επίσης, σε συνεργασία με την Καΐρειο Βιβλιοθήκη Άνδρου, το Πανεπιστήμιο Κύπρου και άλλους φορείς, συμμετείχε στον εορτασμό των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Συνεργάστηκε ακόμη για την ιστορία του νερού στη Βοιωτία με τους δήμους Θηβών, Λιβαδειάς, Ορχομενού, Δαύλειας, και με τους δήμους Κορθίου Άνδρου και Δικέας καθώς και με την 1η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων. Έχει λάβει μέρος στα δύο χρόνια λειτουργίας του στη διοργάνωση επιστημονικών συναντήσεων για το νερό (με το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης), για τα λιοτρίβια (με την Ελαΐς ΑΕ), για τα μνημεία της Κωπαΐδας (με την 1 η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, την Ο Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και το Ινστιτούτο Μελέτης Τοπικής Ιστορίας και Ιστορίας των Επιχειρήσεων). Συνεργάστηκε, τέλος, με τη Νομαρχία Βοιωτίας, στο πρόγραμμα Raphael 1998 «De re industriae 2000», για τη μελέτη αξιοποίησης των νερόμυλων στην Κωπαΐδα, και με τη Διεύθυνση Λαϊκού Πολιτισμού του ΥΠΠΟ για εκπαιδευτικό πρόγραμμα στα Δημοτικά σχολεία και τα Γυμνάσια της χώρας με θέμα τον ανεμόμυλο. Κάθε χρόνο οργανώνει κύκλο ομιλιών και εκδίδει σχετικό έντυπο. Δελτία καταγραφής μύλων συγκεντρώθηκαν στα γραφεία του Ινστιτούτου, στο διάστημα του ενάμιση χρόνου περίπου που πέρασε από την παρουσίαση του πρότυπου δελτίου καταγραφής στην 1η Επιστημονική Συνάντηση το 1999. Επίσης, πολλά δελτία συγκεντρώθηκαν μετά τα δύο αφιερώματα («Επτά Ημέρες» της εφημερίδας Καθημερινή), που επιμελήθηκαν μέλη του ΙτΕΜ για τον ανεμόμυλο, τον Ιούλιο 1999, και το νερόμυλο, τον Οκτώβριο 2000. Τέλος, μεγάλος αριθμός επιστολών για μύλους φθάνει στα γραφεία του Ινστιτούτου. Για κάθε τόπο ο μύλος, το μαντάνι, η νεροτριβή είναι ένα μέρος της ιστορίας του. Το υλικό αυτό αναμφισβήτητα αποτελεί την αρχή για τη δημιουργία Αρχείου και Κέντρου Τεκμηρίωσης των Ελληνικών Μύλων, που είναι από τους κύριους σκοπούς της ίδρυσης του ΙτΕΜ. Η 1 η Επιστημονική Συνάντηση έθεσε τις βάσεις και κατέδειξε τα προβλήματα για τη συστηματική καταγραφή των προβιομηχανικών τεχνολογικών μνημείων, όπως είναι οι μύλοι και τα συγγενή παραδοσιακά ενεργειακά συστήματα. Η υλοποίηση όμως ενός τέτοιου εγχειρήματος, άθλος ως σήμερα για ένα σωματείο εθελοντικής προσφοράς χρόνου από τα μέλη του, προυπο-


θέτει συστηματική εργασία και έξοδα για την ηλεκτρονική κάλυψη του, που είναι απαραίτητη. Οι προβληματισμοί του ΙτΕΜ για τις κινήσεις του είναι φυσικό να είναι πολλοί, διότι πρέπει πρωταρχικά να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία του ως υπεύθυνου επιστημονικού οργάνου στο χώρο της ιστορίας της τεχνολογίας.

Τα γραφεία του ΙτΕΜ, βρίσκονται στη λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου 28, στην Αθήνα (Τ.Κ. 116 35) και είναι ανοικτά, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, τις Τετάρτες, από τις 8 έως τις 10 μ.μ. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν στα τηλέφωνα: 72 14 381. 72 18 866, 72 52 535 (fax). ΜΑΡΙΑ ΓΡΥΠΑΡΗ

«ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΣΤΑ ΑΜΠΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΙΝΕΩΝΕΣ ΤΗΣ Β. ΕΛΛΑΔΟΣ» Συμπεράσματα από το Θ’ Τριήμερο Εργασίας του ΠΤΙ ΕΤΒΑ Αδριανή Δράμας, 25-27 Ιουνίου 1999

Αγαπητοί συνάδελφοι. Πριν αναφερθώ στα συμπεράσματα που κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να εξαγάγουμε από αυτό το τρίτο Τριήμερο Εργασίας για το κρασί, θα ήθελα να ευχαριστήσω εκείνους που μας έδωσαν τη δυνατότητα να το πραγματοποιήσουμε: Για μια ακόμη φορά τους ερευνητές και όλους όσοι συμμετείχαν σ' έναν καρποφόρο διάλογο κατά τις συζητήσεις. Την ΕΝΟΑΜ, γιατί έχοντας συμπεριλάβει στις δραστηριότητες της την καταγραφή της ιστορίας του κρασιού έγινε η αιτία να οργανωθεί ακόμη ένα Τριήμερο Εργασίας με θέμα το ελληνικό κρασί, αλλά και για τη φιλοξενία που μας παρέσχε ενεργοποιώντας τα μέλη της. Την Εταιρεία «Κτήμα Κώστα Λαζαρίδη» για την πλούσια και ζεστή φιλοξενία που μας πρόσφερε στους εντυπωσιακούς χώρους του οινοποιείου και έξω από αυτό. Ιδιαίτερα θα ήθελα να αναφερθώ στην εξαιρετική συνεργασία μας με τους κυρίους Παναγιώτη Γεωργιάδη και Γιώργο Ζάχαρη. Η προετοιμασία αυτού του συνεδρίου στηρίχθηκε στη μεθοδική δουλειά πολλών συναδέλφων στο Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα της ΕΤΒΑ: στην υπεύθυνη ερευνών και επιστημονικών εκδηλώσεων κυρία Νίκη Ζωγράφου, που ήρεμη, καρτερική και τελεσφόρα ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις όλων μας, οι οποίες ήταν πάντα πολλές και μερικές φορές απρόβλεπτες, στην κυρία Μάνουέλα Μπέρκι, υπεύθυνη των εκδόσεων του Πολιτιστικού Τεχνολογικού Ιδρύματος της ΕΤΒΑ. που έχει ήδη ξεκινήσει τον αγώνα για την έγκαιρη κατάθεση των κειμένων των ομιλητών για την έκδοση των Πρακτικών, στις κυρίες Μαρία Κανελλοπούλου και Σίσσυ Σουλήρα που εξασφάλισαν αθόρυβα τη γραμματειακή και πρακτική στήριξη του Τριημέρου Εργασίας. Από το πρώτο Τριήμερο Εργασίας για το κρασί, που οργανώθηκε το 1990 στη Σαντορίνη σε συνεργασία με την εταιρεία «Ι. Μπουτάρης & Υιός ΑΑΟΕ & ΑΕ», έχουν αλλάξει πολλά. Τότε είχε διαπιστωθεί η πενία της σχετικής βιβλιογραφίας για το θέμα. Σήμερα, χάρη στις πολύμορφες έρευνες, έχουν καλυφθεί πολλά κενά στο χώρο αυτό. Το συνέδριο που τελείωσε σήμερα έρχεται να ενισχύσει αυτή τη διαπίστωση με τις σοβαρό-

τατες πρωτότυπες ανακοινώσεις που παρουσιάστηκαν. Οι κυρίες Χάιδω Κουκούλη και Δήμητρα Μαλαμίδου μας παρουσίασαν ολοκληρωμένη την εργασία της πρόωρα χαμένης Μαρίας Μαγκαφά, η οποία είχε μελετήσει τους σπόρους και τα γίγαρτα που βρέθηκαν στην ανασκαφή του Ντικιλί-Τας. Βάσει μιας σειράς μετρήσεων η Μαρία Μαγκαφά είχε διαπιστώσει ότι επρόκειτο για γίγαρτα άγριας αμπέλου περιβεβλημένα από στέμφυλα. δηλαδή φλοιούς νωπών σταφυλιών (τσίπουρα), διαπίστωση που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι «αι σταφυλαί της αγρίας αμπέλου οινοποιούντο στην περιοχή» πριν από 7000 χρόνια. Η κυρία Στέλλα Δρούγου, αφού διασφάλισε τα ευρήματα του νέου ασύλητου τάφου, που μόλις αποκάλυψε στη Βεργίνα, μας ενημέρωσε για τους τρόπους ψύξης του κρασιού, δεδομένου ότι οι αρχαίοι το απολάμβαναν δροσερό, καθώς και για τα είδη των σκευών που εξασφάλιζαν τη μεταφορά και τη διατήρηση του χιονιού και του κρύου νερού, που διατηρούσαν το κρασί στην επιθυμητή θερμοκρασία κατά τα συμπόσια. Η κυρία Σταυρούλα Κουράκου, με τη γνωστή περί τα οινικά ευρυμάθεια της, αλλά και τη σπάνια ικανότητα της να προσεγγίζει, να χρησιμοποιεί και να αξιολογεί με προσοχή και σωστά τις πήγες, αναφέρθηκε στους δύο ομηρικούς επώνυμους οίνους, τον ισμαρικό και τον πράμνιο, και μας εξήγησε γιατί οι ραψωδοί περιέγραψαν λεπτομερώς τον σπάνιο γι' αυτούς ισμαρικό οίνο και δεν έκαναν το ίδιο για τον πράμνιο, που για τους Ιωνες ήταν οίνος κοινής κατανάλωσης. Η κυρία Κουράκου, αφού επεσήμανε τη σύγχυση που επικρατεί στις φιλολογικές πηγές σχετικά με τα είδη του πράμνιου οίνου (αυστηρός ή γλυκύς, ερυθρός ή λευκός), κατέδειξε ότι αυτός ο επώνυμος οίνος κατά την ομηρική εποχή παραγόταν στη Χερσόνησο της Ερυθραίας, απέναντι από τη Χίο, μεταξύ Σμύρνης και Εφέσου, ήταν ερυθρός και «αυστηρός», σε αντιδιαστολή με τον μεταγενέστερο γλυκύ πράμνιο οίνο, που ήταν λευκός λιαστός οίνος προερχόμενος από την ψιθία άμπελο, η οποία καλλιεργήθηκε στην περιοχή γύρω στον 2ο π.Χ. αιώνα. Η κυρία Χρύσα Καραδήμα παρουσίασε

και αξιολόγησε τα αρχαιολογικά ευρήματα σχετικά με το κρασί, θέτοντας για μια ακόμη φορά το ερώτημα εάν στις σφραγίδες που βρίσκουμε σε πίθους μεταφοράς του οίνου μαρτυρείται το όνομα του άρχοντα, του παραγωγού ή πρόκειται για τον φορολογικό έλεγχο του οίνου. Όπως και αν είναι, αυτά τα αρχαιολογικά δεδομένα συμβάλλουν στην τεκμηρίωση της οινικής παραγωγής στη Μακεδονία και τη Θράκη κατά την αρχαιότητα. Η κυρία Αντιγόνη Μαραγκού, αξιοποιώντας τα αρχαιολογικά ευρήματα αγγείων μεταφοράς οίνου της Μένδης. της Θάσου και άλλων οινοπαραγωγών κέντρων της περιοχής, τα οποία έχουν εντοπιστεί σε ναυάγια και ανασκαφές, μας έδωσε τους κύριους εμπορικούς δρόμους από τα κλασικά ως τα ελληνιστικά χρόνια στη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο. Κατέδειξε έτσι ότι μετά τη δημοσίευση των ευρημάτων υπάρχει πολύς δρόμος για την αξιοποίηση των πληροφοριών από σοβαρούς ερευνητές. Το «Τριώβολον» του κυρίου Γιάννη Πίκουλα για τον βορειοελλαδικό οίνο στηρίχθηκε στις επιγραφικές μαρτυρίες, στην αρχαία γραμματεία και στα αρχαιολογικά δεδομένα. Τα λατινικά οροθέσια στην οινοπαραγωγό περιοχή του νότιου Παγγαίου, που μας παρουσίασε, ίσως να οριοθετούσαν και αμπελοκαλλιέργειες. Η δημοσιοποίηση της υπόθεσης αναμένει τη διάψευση ή την επαλήθευση της. Η αξιοποίηση των επιγραφικών μαρτυριών σε συνδυασμό με τα ανασκαφικά δεδομένα εμπλούτισαν τις γνώσεις μας για τον τρόπο φύτευσης των αμπελιών στην ύστερη αρχαιότητα, η οποία γινόταν είτε με συνολική εκσκαφή του αγρού είτε σε τάφους ή σε οπές. Τέλος, ο κύριος Πίκουλας υποστήριξε ότι ο ασκός ήταν το κυρίαρχο μέσο μεταφοράς του οίνου διά θαλάσσης, σε αντίθεση με τους οξυπύθμενους αμφορείς στον χερσαίο χώρο. Οι κύριοι Θεόδωρος Ντόγκας και Ιωακείμ Παπάγγελος ανήγγειλαν την ανασκαφή ενός ληνού του 3ου π.Χ. αιώνα μαζί με τις βάσεις του πιθεώνα του, που ανακαλύφθηκε στο Κριαρίτσι της Συκιάς Χαλκιδικής. Πολύτιμη ήταν η επιβεβαίωση του κυρίου Θεοδώρου Παπαγγελή για την ένδεια των λογοτεχνικών λατινικών πηγών ως προς τις αναφορές τους στα ελληνικά κρασιά, για την οποία μας έδωσε πειστικότατες ερμηνείες. Εδώ θα πρέπει να επισημάνω ότι οι ανακοινώσεις των αρχαιολόγων της κλασικής περιόδου αποτελούν στα Τριήμερα Εργασίας του Ιδρύματος πρότυπο συστηματικής δουλειάς. Οι ερευνητές αυτοί πάντα έχουν να καταθέσουν νέο και αδημοσίευτο αρχαιολογικό υλικό, το οποίο αξιοποιούν υποδειγματικά με επιτυχείς προτάσεις και ερμηνείες. θα ήθελα, ωστόσο, να τονίσω την προσφορά των βυζαντινολόγων σε αυτό το Τριήμερο Εργασίας, η οποία δεν αξιολογήθηκε στη συζήτηση που ακολούθησε, θα πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι, σε αντίθεση με την αρχαιότητα, για τη βυζαντινή περίοδο δεν υπάρχει η παραμικρή αυτοτελής μελέτη για την εμπορία και την ιστορία της παράγωγης του κρασιού. Η κυρία Μαρία Γερολυμάτου, λοιπόν, αξιοποιώντας τις μαρτυρίες αυτοκρατορικών


εγγράφων, μας παρουσίασε την εμπορευματοποίηση του οίνου από τον 10ο έως τον 12ο αιώνα στη Μακεδονία και τη Θράκη. Πρόκειται για δραστηριότητα τεράστιας οικονομικής σημασίας, που δεν άφησε αδιάφορες τις μονές του Αγίου Όρους. Ο κύριος Πασχάλης Ανδρουδης μας παρουσίασε ένα πλήρες σύνολο παραγωγής και αποθήκευσης κρασιού και τσίπουρου στο βατοπεδινό κελί του Τροχαλά του Αγίου Όρους, σε συνδυασμό με σύγχρονες γραπτές πηγές και λαογραφικές πληροφορίες για την παρασκευή του κρασιού, και μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε για μια ακόμη φορά ότι ο μόνος τρόπος διάσωσης των προβιομηχανικών εργαστηρίων είναι η καταγραφή και η συστηματική αποτύπωση, την οποία, όμως, οφείλει να ολοκληρώσει και να δημοσιεύσει. Εδώ θα πρέπει να προσθέσω ότι επιλογή της Οργανωτικής Επιτροπής ήταν να μην περιληφθούν σε αυτό το συνέδριο αποτυπώσεις οινοποιείων και βαγεναρίων των μονών. 0 απολογισμός, όμως, της μοίρας των εργαστηρίων παραγωγής του παρελθόντος, που καταγράφηκαν και αποτυπώθηκαν κατά τη δεκαετή ιστορία των Τριημέρων Εργασίας του ΠΤΙ ΕΤΒΑ, κατέδειξε ότι ο μόνος τρόπος διάσωσης τους είναι, δυστυχώς, η καταγραφή. Θα πρέπει, λοιπόν, να εντείνουμε τις προσπάθειες μας προς αυτή την κατεύθυνση. Ο κύριος Tibor Zivkovic, αξιοποιώντας τις πηγές και δίνοντας μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία της διαθήκης του οσίου Νίκωνος, κατέδειξε πώς οι ζυθοπότες Σλάβοι εισήχθησαν αργά, αλλά σταθερά, στον πολιτισμό του κρασιού παράλληλα με τον εκχριστιανισμό τους κατά τον 9ο αιώνα. Ο κύριος Ηλίας Αναγνωστάκης, με τη γνωστή οξύτητα του πνεύματος του, μας έβαλε μπροστά στο δίλημμα: γεγονός ή μυθοπλασία τα περί βυζαντινό-βουλγαρικής σύγκρουσης Νικηφόρου Α και Κρούμου: Παρά το γεγονός ότι τα μυθοπλαστικά στοιχεία θα μπορούσαν να είναι αρχαιογνωστικά δάνεια, ο μύθος κρύβει πάντα μια δόση αληθείας. Ο κύριος Αναγνωστάκης μας πρότεινε πειστικές ερμηνείες για το περίφημο ποτήρι του Κρούμου από το κρανίο του βυζαντινού αυτοκράτορα. Η ιστορία του βορειοελλαδικού οίνου στα νεότερα ή και τα μεταβυζαντινά χρόνια αναδείχθηκε ποικιλοτρόπως από τους ερευνητές. Ο κύριος Ιωακείμ Παπάγγελος αξιοποίησε αρχειακό υλικό του 19ου αιώνα της Μονής Βατοπεδίου, για να μας περιγράψει την οργάνωση, τη διακίνηση και την κατανάλωση του οίνου, που φαίνεται ότι ήταν μια από τις βασικές μέριμνες της μονής κατά τη χιλιετή ιστορία της. Οι ποσότητες της κατανάλωσης που αναφέρθηκαν από τον κύριο Παπάγγελο προφανώς έχρηζαν αντιδότου και ιατροφαρμακευτικής αντιμετώπισης. Χημικός και θεολόγος η κυρία Ευαγγελία Βαρέλλα σχολίασε τις σχετικές συνταγές για την αντιμετώπιση της μέθης και τις συνέκρινε με τις αντίστοιχες συνταγές της αρχαίας και δυτικής θεραπευτικής. Η κυρία Ευαγγελία Μπαλτά, γνωρίζοντας όχι μόνον να διαβάζει τα κατάστιχα των οθωμανικών αρχείων, αλλά και να θέτει έξυ-

πνα και σωστά τα ερωτήματα που είναι δυνατόν να απαντηθούν από τις περιεχόμενες πληροφορίες, προσέγγισε τα εξής σοβαρά ερωτήματα που αναμένουν έγκυρες απαντήσεις: πόσες εκτάσεις καλλιεργούνταν με αμπέλια στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, πόσο ήταν το σύνολο των αμπελιών σε σχέση με το σύνολο των καλλιεργούμενων γαιών, ποια χωριά είχαν αμπέλια και ποια όχι, πόσο κρασί παρήγε η περιοχή. Η κυρία Μαρία Ευθυμίου-Χατζηλάκου ερμήνευσε την έντονη ενασχόληση των εβραίων της Θεσσαλονίκης με την εμπορία του κρασιού, από το γεγονός ότι το κρασί είναι επίσης ένα εβραϊκό «κοσέρ ή χοσέρ», δηλαδή ένα προϊόν του οποίου η παραγωγή και η διακίνηση πρέπει να ολοκληρωθεί μόνον από εβραϊκά χέρια. Η κυρία Παναγιώτα Ανδριανόπουλου μας παρουσίασε τα εβραϊκά σκεύη του οίνου και την τελετουργική ευλογία του στην Εβραϊκή Κοινότητα της Θεσσαλονίκης. Η εξαιρετική παρουσίαση της κυρίας Αθηνάς Γεωργαντά απέδειξε ότι η πολύπλευρη θεώρηση και αξιολόγηση των πληροφοριών που περιέχονται στα πολύτιμα συγγράμματα των ιατροφιλοσόφων, τα οποία εκδόθηκαν κατά την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, οδηγεί σε πολύτιμα συμπεράσματα, όπως π.χ. ότι στον τότε ενιαίο και επιστημονικό χώρο της ιατρικής και της διαιτητικής αρχίζουν να ανιχνεύονται τα πρώτα αποτυπώματα της τέχνης της γαστρονομίας. Ο κύριος Αγγελος Χοτζίδης. με βάση τα κείμενα των εκθέσεων των προξένων της Αυστροουγγαρίας στη Θεσσαλονίκη από το 1897 ως το 1909, μας έδωσε πληροφορίες για την καλλιέργεια της αμπέλου, τις αρρώστιες που την έπλητταν, τις εξαγωγές των σταφυλιών προς την Κεντρική Ευρώπη και την εμπορία του οίνου που υπερκάλυπτε τη μακεδόνικη αγορά, παρ' όλα τα προβλήματα στην καλλιέργεια της αμπέλου, την περίοδο αυτή. Ο κύριος Νίκος Μισοπολινός επικέντρωσε την προσοχή μας στις περιοχές του Αμυνταίου και της Νάουσας και βάσει μετρήσεων του Εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Εδαφολογίας του Τμήματος Γεωπονίας του ΑΠΘ μας εξήγησε πώς οι παράγοντες της θερμοκρασίας, της βροχόπτωσης και της εξατμισοδιαπνοής σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση διαφόρων μετάλλων στο υπέδαφος, επιδρούν αρνητικά τόσο στην παραγωγή όσο και στην ποιότητα του παραγόμενου οίνου. Η ομάδα των κυριών Μαρίας-Ιωάννας Σαλάχα, Χαρούλας Σπινθηροπούλου και Ειρήνης Τζούρου, αναδιφώντας την ιστορία της εισαγωγής, της καλλιέργειας, της απαγόρευσης και της εκρίζωσης του υβριδίου «τσάπουρνο», κατέδειξε ότι όχι μόνον το υβρίδιο συνεχίζει να καλλιεργείται παρανόμως στην περιοχή του Δήμου Αξιούπολης, αλλά προς δόξαν του ελληνικού δημοσίου η καλλιέργεια του επιδοτείται από το ελληνικό κράτος! Η κυρία Σταυρούλα Κουράκου-Δραγώνα για μια ακόμη φορά τίμησε αυτήν τη συνάντηση παρουσιάζοντας τα πολύτιμα συμπεράσματα των ερευνών της. Συνδυάζοντας τις φιλολογικές και οινολογικές της γνώσεις ήρε πάσαν παρεξήγηση ως προς τα χαρακτηριστικά του «ανθοσμία» και «σαπρία» οί-

νου εξηγώντας μας τι είναι ακριβώς το «άνθος» του οίνου παρά τοις αρχαίοις. Ανέπτυξε στη συνέχεια τη μεθοδολογία παρασκευής του ανθοσμία και τις επεξεργασίες που εφαρμόζονταν προς αποφυγήν αρνητικής εξέλιξης (ξίνισμα), όπως αυτές προκύπτουν από τις πηγές και φωτίζονται από τις γνώσεις της σύγχρονης οινολογικής επιστήμης. Ο κύριος Francois Lefort, προερχόμενος από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, μας παρουσίασε μια δουλειά ανάλογη αυτής που εκπονείται από την ομάδα του Εργαστηρίου Αμπελολογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία μας παρουσίασαν οι Μανόλης Σταυρακάκη, Κ. Μπινιάρης και χαρούλα Σπινθηροπούλου. Στις δύο αυτές ανακοινώσεις παρουσιάστηκαν μοριακές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για να προσδιοριστεί ο βαθμός γενετικής ομοιότητας μεταξύ των ποικιλιών και των παραλλαγών της ελληνικής αμπέλου. Διότι φαίνεται ότι αφενός υπάρχουν ποικιλίες με πολλά συνώνυμα, αφετέρου συχνά χρησιμοποιείται ένα όνομα για πολλές ποικιλίες. Οι μέθοδοι, λοιπόν, αυτές επιτρέπουν τη δημιουργία μιας τράπεζας δεδομένων, που είναι χρήσιμη όχι μόνον για τη σύγχρονη παραγωγή, αλλά και για την καταγραφή της ιστορίας της καλλιέργειας της αμπέλου. Η κυρία Ζετα Παπαγεωργοπούλου παρουσίασε μια εθνολογική προσέγγιση της καταγραφής του ετήσιου κύκλου του αμπελιού και του κρασιού στη Γουμένισσα, επιχειρώντας να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας για τις αμπελοοινικές τεχνικές με την ανθρώπινη μαρτυρία και ερμηνεία. Αναγνώστηκε η βασισμένη σε αγιορείτικα έγγραφα αλλά και μαρτυρίες ανακοίνωση του μοναχού Μωυσή για την αμπελοοινική τέχνη. Η κυρία Α. Μισοπολινού-Τσοσκούνογλου παρουσίασε το ρόλο της αμπέλου και του όξους στη βαφική τέχνη και μας έδειξε τα αποτελέσματα των φυτικών βαφών στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκθεση της. Ο κύριος Χρήστος Ζαφείρης μας παρουσίασε πώς παρήγαν και διατηρούσαν το κρασί στο οινοπαραγωγό Μελενικο, πριν από το 1913, μέσα στις τρυπητές, δηλαδή τις βραχώδεις δροσερές αποθήκες με βαρέλια, στους μπαχανάδες, στα πατητήρια, αλλά και τις όψιμες οδηγίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την καλλιέργεια της αμπέλου. Παρουσιάζοντας τον ποιητή Ιωάννη Κωνσταντινίδη η κυρία Αθηνά Γεωργαντά και ο κύριος Ηλίας Αναγνωστάκης ανίχνευσαν τις εμπορικές και πολιτικές δραστηριότητες ενός Κρητικού, εγκατεστημένου στην Καβάλα στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Κωνσταντινίδης παρίσταται και απαγγέλλει προπόσεις σε θεμελιώσεις κτιρίων, σε εγκαίνια συλλόγων και εταιρειών, και συμμετέχει έτσι με τον τρόπο του στο επαναστατικό και διαφωτιστικό κλίμα σε μια από τις πιο ευαίσθητες περιοχές της Μακεδονίας, την Καβάλα και τη Δράμα. Υστερα από αυτά μπορούμε να πούμε ότι σε αυτό το συνέδριο επιβεβαιώθηκε η άνθηση της έρευνας γύρω από το θέμα. Θα πρέπει να ομολογήσουμε, ωστόσο, ότι αυτή εξακολουθεί να γίνεται περιστασιακά. Εξαίρεση αποτελούν οι Γεωπονικές Σχολές Αθηνών


και Θεσσαλονίκης, οι οποίες όμως παρ' όλες τις συστηματικές τους έρευνες, επίσης περιστασιακά υπηρετούν την ιστορία του ελληνικού κρασιού. Γι' αυτό και ευχόμαστε την επαναδραστηριοποίηση του Ιδρύματος Στυλιανού και Φανής Μπουτάρη ή τη δημιουργία ανάλογων φορέων. Το σημαντικότερο όμως συμπέρασμα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι σήμερα η βιομηχανική παραγωγή μπορεί να εκμεταλλευτεί την καταγεγραμμένη ιστορία της για την προβολή του ελληνικού κρασιού στο εξωτερικό. Δεν αρκεί να χρησιμοποιεί κανείς τα δήθεν βυζαντινά γράμματα στην ετικέτα ενός μπουκαλιού για να καταδειχθεί η υψηλή καταγωγή και ποιότητα του ευλογημένου προϊόντος. Έχουμε συμμάχους τον Όμηρο, την ελληνική μυθολογία, τα Γεωπονικά, τα αρχαιολογικά ευρήματα, τους βυζαντινούς συγγραφείς, τους ιατροφιλοσόφους, την ελληνική παράδοση για να προβάλουμε το κρασί μας. Κυρίως, όμως, έχουμε σύμμαχο τη σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία, που έχει καταγράψει και αξιολογήσει τις μαρτυρίες. Εχουμε σύμμαχο την κυρία Σταυρούλα Κουράκου,

που γράφει, αρθρογραφεί και κατευθύνει την έρευνα για την ιστορία του κρασιού. Σήμερα έχει τεκμηριωθεί ότι η παραγωγή του κρασιού στην Ελλάδα επί 7000 χρόνια δεν παρουσιάζει καμία διακοπή. Για την προβολή της μοναδικότητας αυτής της ιστορίας δεν φτάνουν μόνον ο γραφίστας και ο διαφημιστής. Είναι απαραίτητος ένας επιστημονικός σύμβουλος για την έξυπνη προβολή της ελληνικής οινικής υπόθεσης. Οι Ιταλοί, στηριζόμενοι σε πολλά δάνεια από εμάς, έχουν εκμεταλλευτεί στο έπακρο την οινική ιστορία για την προβολή των κρασιών τους. Οι Ισπανοί παρουσιάζουν με ολοσέλιδα σε ευρωπαϊκές εφημερίδες τις προ πολλού χαμένες παραδοσιακές καλλιέργειες της ελιάς στις χασιέντες τους και πωλούν τα λάδια τους (που είναι αναμειγμένα με εσάνς από τη δική μας παραγωγή) ως σπάνια και εκλεκτά. Με δεδομένη τη σημερινή εξαιρετική ποιότητα του ελληνικού κρασιού, ας εκμεταλλευτούμε την ιστορία του. ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΟΥΒΗ

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ: «Η ΕΛΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ» Άνδρος, 29 Ιουνίου-2 Ιουλίου 1999

Τα χαρακτηριστικά μεσογειακά προϊόντα, κρασί, λάδι και σιτάρι, έχουν παρουσιαστεί κατά το παρελθόν είτε σε αυτοτελή, θεματικά συνέδρια' είτε ως ενότητες σε συνέδρια με ευρύτερο πεδίο αναφοράς. Το λάδι, ως κατ' εξοχήν μεσογειακό, άρα και ελληνικό, προϊόν αποτέλεσε αντικείμενο διεθνών επιστημονικών συνεδρίων, που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες μεσογειακές χώρες·. Τα τελευταία δύο χρόνια ( 1999 και 2000) έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα τρία συνέδρια με θέμα την καλλιέργεια της ελιάς και την παραγωγή ελαιόλαδου, με εισηγήσεις που αφορούν όλο τον ελλαδικό χώρο καθώς και παρουσιάσεις από ευρωπαίους ερευνητές, σε μια προσπάθεια διεπιστημονικής προσέγγισης του ελαιόλαδου με συγχρονική και διαχρονική διάσταση. Το διεθνές συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Άνδρο στις 29 Ιουνίου-2 Ιουλίου 1999 εντάσσεται στο πλαίσιο της υλοποίησης του ευρωπαϊκού προγράμματος Ραφαέλ, το οποίο αφορά και τη μουσειακή αξιοποίηση δύο ζωοκίνητων ελαιοτριβείων στην Άνδρο. Στη συνεδρία της πρώτης μέρας παρουσιάστηκαν τα εξής θέματα: «Το πρόγραμμα Ραφαέλ και οι προοπτικές του πέραν του 2000» (Βλ. Σφυρόερας. εκπρόσωπος Ευρωπαϊκής Επιτροπής), «Αποκατάσταση λιοτριβιών προβιομηχανικής εποχής στην Άνδρο και δημιουργία μουσείων» (Πάνος Γεωργίου), «Αποκατάσταση λιοτριβιών. Η παραδοσιακή ελαιοκομία στην Άνδρο» (Α. Καπόν Δ. Χέλμης - Δ. Λεμπέσης- Δ. Πολέμης - Μ. Χαλάς), «Καψαλιανά. Μουσείο της Ελιάς (Κρή-

τη)» (Μ. Τουπογιάννης), «Η ελιά και το λάδι στην ελληνική λαογραφική έρευνα» (Π. Καμηλάκης) και «Διαδρομές πολιτιστικού ενδιαφέροντος στις Κυκλάδες και ειδικότερα στην Άνδρο» (Τ. Αναστασίου). Η πρώτη αυτή συνεδρία συνόψισε τις προσπάθειες που γίνονται στο χώρο της μουσειακής και, ευρύτερα, της πολιτιστικής παρέμβασης στην Ελλάδα, η οποία βρίσκεται σε καλό δρόμο όπως φάνηκε από τις εισηγήσεις. Δηλαδή «κάτι αρχίζει να γίνεται» στο χώρο των μουσείων σε τοπικό επίπεδο, με στόχο την ανάδειξη του τοπικού παραδοσιακού υλικού πολιτισμού. Η δεύτερη μέρα στην πρωινή της συνεδρία είχε θέμα «Ο πολιτισμός της ελιάς», σε μια προσπάθεια διαχρονικής και πολύπλευρης παρουσίασης του τόσο σημαντικού, όσο και γενικού, θέματος που ονομάζεται «πολιτισμός της ελιάς». Σε αυτήν τη συνεδρία παρουσιάστηκαν οι παρακάτω ανακοινώσεις: «Μοναδικά ευρήματα απολιθωμάτων ελιάς στο χώρο του Αιγαίου. Ένα σπάνιο γεωλογικό μνημείο φύσης» (Ευ. Βελιτζέλος), «Η ελιά και το λάδι στην αρχαία και νεότερη λατρεία» (Ν. Ψιλάκης), «Ελιά και ελαιόλαδο σε κείμενα ξένων περιηγητών 15ος-19ος αι.» (Μ. Λαμπράκη), «Το έλαιον στις τεχνικές της ελληνικής αλχημείας» (Μ. Παπαθανασίου), «"Εγώ αγαπώ την ελιά γιατί κάνει το λάδι". Τα λιομαζώματα, οι ελιές και το λάδι στα εκπαιδευτικά προγράμματα ελληνικών μουσείων: η μουσειοσκευή του τοπικού μουσείου Μηλεών Πηλίου» (Λ. Καραπιδάκη), «Η ελιά και το λάδι στη λαϊκή παράδοση» (Ζ. Βαλάση), «Από τους λιόμυλους στα ελαιοτριβεία.

Οι τεχνολογικές αλλαγές και η ετοιμότητα των μηχανοκατασκευαστών» (Ευρ. Σιφναίου), «Προβλήματα στην προστασία και αξιοποίηση των παραδοσιακών λιοτριβιών» (Χρ. Βερούκη - Μ. Γρυπάρη - Α. Κωτσοβίλη), «Οι δρόμοι του ελαιόλαδου» (Β. Σαμπούνης), «Ειδικές χρήσεις του λαδιού και της ελιάς» (Ευ. Βουτσινά). Η απογευματινή συνεδρία της δεύτερης μέρας είχε θέμα τη «Διαχρονική εξέλιξη της τεχνολογίας παραγωγής ελαιόλαδου», με έμφαση στα τεχνολογικά μέσα και τους τρόπους με τους οποίους παραγόταν το ελαιόλαδο από την προϊστορία και την πρώιμη αρχαιότητα ως την προβιομηχανική εποχή. Παρουσιάστηκαν οι εξής ανακοινώσεις: « Εισαγωγή στην τεχνολογία παραγωγής ελαιολάδου από την προϊστορία ως την ύστερη αρχαιότητα» (Σ. Χατζησάββας). «The oil production in the Western Mediterranean during the Antiquity» (J.-P. Brun). «Σύντομο ιστορικό της προϊστορικής αρχαιολογικής έρευνας για το λάδι και το κρασί στην Κρήτη» (Κ. Κόπακα). «Η ελιά και η βιομηχανική εξέλιξη της Λέσβου στις αρχές του 20ού αι.» (Ν. Σηφουνάκης), «Μουσείο της Ελιάς (Σπάρτη-Πελοπόννησος): Από την έρευνα στη δημιουργία του μουσείου» (Α. Οικονόμου) και «Η παραγωγή ελαιολάδου και οι παραδοσιακοί ελιόμυλοι στην Κύπρο κατά τους νεότερους χρόνους» (Ευ. Φιούρη). Η τρίτη μέρα του συνεδρίου, τόσο στην πρωινή της συνεδρία με θέμα «Καλλιέργεια και οικονομία» όσο και στην απογευματινή με θέμα «Διατροφή και υγεία», ήταν αφιερωμένη στο παρόν και το μέλλον της καλλιέργειας της ελιάς καθώς και της παραγωγής και της χρήσης του ελαιόλαδου. Το λόγο στις δύο αυτές συνεδρίες είχαν κυρίως γεωπόνοι, οικονομολόγοι, χημικοί, γιατροί, διαιτολόγοι. Στην πρωινή συνεδρία παρουσιάστηκαν οι εξής ανακοινώσεις: «Bio-transformation of olive-oil mill residues and wastes into organic fertilizers» (Κ. Μπαλής), «Ελαιόλαδο, καταναλωτές και διατροφή» (Χρ. Παπανικολάου), «Εμπορία ελαιόλαδου και καταναλωτικό κοινό. Σύγχρονες τάσεις και προοπτικές» (Α. Γκορτζής), «Σύγχρονα προβλήματα στην παραγωγή και διάθεση ελαιόλαδου» (Ν. Μιχελάκης), «Τεχνοοικονομική διεύρυνση της καλλιέργειας της ελιάς στην Κρήτη» (Π. Σκυλουράκης), «L'olio di oliva extra vergine di qualita» (R.D. Carlo), «Διεύρυνση της αγοράς του ελληνικού ελαιόλαδου. Νέες στρατηγικές και προτεινόμενες πολιτικές» (Κ. Αποστολόπουλος), «Prospectives of associated producers of olive oil» (Fr. Amicone). Η σημασία του ελαιόλαδου στη διατροφή είναι ένα «φλέγον» θέμα που απασχολεί τόσο τους ειδικούς όσο και το καταναλωτικό κοινό. Στο πλαίσιο αυτό, στην απογευματινή συνεδρία, παρουσιάστηκαν οι παρακάτω ανακοινώσεις: «Το ελαιόλαδο στην ελληνική δίαιτα από τους αρχαίους χρόνους έως σήμερα» (Α. Ματάλα), «Το λάδι ως συντηρητικό τροφίμων» (Αικ. Πολυμέρου-Καμηλάκη), «Διατροφικές οδηγίες για την Ελλάδα: Ο ρόλος του ελαιόλαδου» (Α. Τριχοπούλου - Π. Λόγιου), «Παρασκευή με ελαιόλαδο παραδοσιακών ελληνικών τροφίμων» (Ε.


Βασιλοπούλου), «Βιολογική επίδραση του ελαιόλαδου στην υγεία» (Α. Καφάτος), «Χημικά συστατικά του ελαιόλαδου που το διαφοροποιούν από άλλες λιπαρές ύλες και η σημασία τους στη διατροφή» (Δ. Μπόσκου). «Μικροστοιχεία του ελαιολάδου και ο ρόλος τους στην υγεία» (Η. Καστανάς), «Ο ρόλος του ελαιόλαδου στην πρόληψη και αντιμετώπιση καρδιαγγειακών νοσημάτων» (Α. Ζαμπέλας). Τις κύριες εργασίες του συνεδρίου συμπλήρωσαν δύο εκθέσεις σχετικές με τον πολιτισμό της ελιάς και του λαδιού. Η μια ήταν έκθεση έντυπου υλικού και η άλλη έκθεση έργων ζωγραφικής και γλυπτικής νεοελλήνων καλλιτεχνών. Επίσης το πρόγραμμα περιλάμβανε ξεναγήσεις στα Μουσεία της Χώρας (Αρχαιολογικό Μουσείο και Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης) καθώς και σε λιοτρίβια (στα Ρέματα και τον Πιτροφό), τα οποία έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα Ραφαέλ και πρόκειται να λειτουργήσουν ως επισκέψιμοι εκθεσιακοί χώροι. Το συνέδριο αυτό έδειξε πως υπάρχει ζωηρό επιστημονικό ενδιαφέρον και ανοικτό πεδίο έρευνας για τον πολιτισμό της ελιάς και του λαδιού στον ελλαδικό χώρο τόσο από την πλευρά των κοινωνικών επιστημών (ιστορία, αρχαιολογία, εθνολογία, λαογραφία)

όσο και από την πλευρά των θετικών και εφαρμοσμένων επιστημών (ιατρική, γεωπονία, χημεία, διαιτολόγια κ.ά.). Τα συνέδρια που θα ακολουθήσουν, καθώς και άλλες δραστηριότητες σχετικές με την ελιά και το ελαιόλαδο δείχνουν το ενδιαφέρον και τη σημασία που έχει η μελέτη αυτών των θεμάτων τόσο για την επιστήμη όσο και για την κοινωνία. Τα Πρακτικά του Συνεδρίου πρόκειται να κυκλοφορήσουν σύντομα (πληροφορίες: Εριέττα Παπαιωάννου, τηλ. 67.17.989 και 0931-607.319). ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ 1. Υπενθυμίζω εδώ τα Τριήμερα Εργασίας που πραγματοποίησε το ΠΤΙ ΕΤΒΑ με θέματα βασικά προϊόντα της ελληνικής διατροφής «Ιστο ρία του ελληνικού κρασιού» (Σαντορίνη 1990), «Αμπελοοινική ιστορία στο χώρο της Μακεδο νίας και της Θράκης (Νάουσα 1993). «Η μέλισσα και τα προϊόντα της» (Νικητή 1996), «Ό άρτος ημών". Από το σιτάρι στο ψωμί» (Πήλιο 1992), «Ελιά και λάδι» (Καλαμάτα 1993) και τις αντί στοιχες εκδόσεις των Πρακτικών. 2. Διεθνές Συμπόσιο με θέμα «Η παράγωγη του κρασιού και του λαδιού στη Μεσόγειο. Από την εποχή του Χαλκού ως το τέλος του 16ου αιώ να». Aix-en-Provence-Toulon, 20-22 Νοεμβρίου 1991.

PEHG0 2000 Διεθνές συνέδριο για τη διατήρηση της τεχνικής κληρονομιάς στο ξεκίνημα της χιλιετίας Γκντανσκ, 7-10 Σεπτεμβρίου 1999

Το Πολυτεχνείο του Γκντανσκ (Technical University of Gdansk) της Πολωνίας έχει αναλάβει τα τελευταία χρόνια την πρωτοβουλία να προβάλλει ζητήματα ιστορίας και διατήρησης του τεχνικού πολιτισμού, τόσο στην ακαδημαϊκή κοινότητα όσο και στην κοινωνία γενικότερα. Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε το 1993 και υλοποιείται με μια σειρά διεθνών σεμιναρίων, συνεδρίων και εργαστηρίων. Το 1997 οι εκδηλώσεις αυτές συνδέθηκαν με τη χιλιετηρίδα του Γκντανσκ (997-1997), πόλης με σημαντική ιστορία, η οποία μάλιστα καταστράφηκε ολοσχερώς στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και ξαναχτίστηκε εκ βάθρων. Η πιο πρόσφατη εκδήλωση σε αυτόν τον κύκλο είναι το διεθνές συνέδριο Preservation of the Engineering Heritage-Gdansk Outlook 2000, που έγινε τον Σεπτέμβριο του 1999. Η έμφαση δόθηκε στη σημασία της ιστορίας στην εκπαίδευση του μηχανικού και στην προοπτική μιας πιο συνετής αντιμετώπισης της τεχνικής κληρονομιάς στο ξεκίνημα του νέου αιώνα. Πριν από την έναρξη του συνεδρίου, μία ημέρα αφιερώθηκε σε σειρά επισκέψεων που έδωσαν στους συνέδρους μια πρώτη εντύπωση του πλούτου των τεχνικών και ιστορικών μνημείων της περιοχής. Η περιήγηση ξεκίνησε από τον πολυσύχναστο πεζόδρομο Dluga, στην καρδιά της παλιάς πόλης του Γκντανσκ. Εκεί βρίσκεται το αρχοντικό Upha-

gen, σημαντικό αρχιτεκτονικά κτίριο, που σήμερα στεγάζει το Μουσείο Ιστορικών Εσωτερικών Χώρων. Στα περίχωρα της πόλης επισκεφθήκαμε δείγματα της υδροηλεκτρικής τεχνικής παράδοσης, όπως το σταθμό ηλεκτρικής ενέργειας, κανάλια, υδατοφράκτες, γέφυρες και άλλα συναφή έργα για τη διαχείριση των υδάτων του ποταμού Βιστούλα. Στη συνέχεια συζητήθηκαν τα προβλήματα συντήρησης και αποκατάστασης ξύλινων κατασκευών, με αφορμή την επίσκεψη στο φραγκισκανικό μοναστήρι της Αγίας Άννας, όπου η ξύλινη στέγη του ναού χρονολογείται από τα τέλη του 15ου αιώνα, καθώς και σε πενταώροφη αποθήκη σιτηρών με αξιοσημείωτες ξύλινες κατασκευές. Η πιο συναρπαστική όμως επίσκεψη της ημέρας ήταν αναμφισβήτητα στα περίφημα ναυπηγεία του Γκντανσκ. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι τα ναυπηγεία βρίσκονται σε απόσταση λίγων λεπτών από το ιστορικό κέντρο της πόλης, δημιουργώντας γόνιμους προβληματισμούς για τη συνύπαρξη φαινομενικά αντιφατικών στοιχείων του υλικού πολιτισμού. Στην είσοδο των ναυπηγείων βρίσκεται το μνημείο της Αλληλεγγύης, σύμβολο αγωνιστικότητας και συναδέλφωσης. Η μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων των ναυπηγείων φιλοξενεί σήμερα έκθεση ιστορικών ντοκουμέντων. Η επίσκεψη συνεχίστηκε στους αχανείς στεγασμένους χώρους

της παραγωγής και ακολούθησε περιήγηση με πλοιάριο διά μέσου των ναυπηγείων, με κατάληξη στον φρουριακής μορφής φάρο Wisloujscie, άλλοτε στρατώνα που ήλεγχε τα στενά του ποταμού Βιστούλα. Την πρώτη ημέρα του συνεδρίου, ο Alan Prasuhn (Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Lawrence, ΗΠΑ) επικεντρώθηκε σε τρεις βασικές προτεραιότητες: στην πραγματοποίηση προγραμμάτων προφορικής ιστορίας, στη διεθνή συνεργασία για δημιουργία ιστοσελίδων που αφορούν την τεχνική κληρονομιά και στη διάσωση πηγών και ντοκουμέντων σχετικά με ένα τεχνικό μνημείο, όταν για οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί το ίδιο το μνημείο. Ο Wieland Ramm (Πανεπιστήμιο Kaiserslautern, Γερμανία) παρουσίασε μια αναδρομή στην ιστορία της δομικής μηχανικής, σχολιάζοντας κατασκευαστικά ορόσημα, κυρίως γέφυρες, από όλη την Ευρώπη. Ο A.D.F. Streeten. εκπρόσωπος του οργανισμού English Heritage, συζήτησε τα ζητήματα προστασίας και αναζωογόνησης του αγγλικού δικτύου καναλιών, τονίζοντας ιδιαίτερα τη διάκριση μεταξύ φυσικής και διανοητικής πρόσβασης στους τόπους της τεχνικής κληρονομιάς. Στη συνέχεια, ο Maciej Bieniek (Πανεπιστήμιο Columbia, ΗΠΑ) έκανε μια τιμητική αναφορά στο έργο του Zbigniew Cywinski. απερχόμενου προέδρου του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου του Γκντανσκ. Ακολούθησαν τα εγκαίνια της έκθεσης Opus Caementitium, όπου παρουσιάστηκαν η τεχνολογία και οι εφαρμογές του ρωμαϊκού σκυροδέματος. Από την πρώτη συνεδρία, με τίτλο Engineering Heritage, ξεχωρίζουμε ορισμένες εισηγήσεις. Η Ida Koller (Εταιρεία Συμβούλων UVATERV, Ουγγαρία) παρουσίασε την ταξινόμηση των γεφυρών της πατρίδας της και σχολίασε τα προβλήματα συντήρησης και επανάχρησής τους. Η Άρτεμις Πάγκου (Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Ελλάδα) διατύπωσε την άποψη ότι τα ίδια τα βιομηχανικά προϊόντα, όπως για παράδειγμα οι ραδιοφωνικές συσκευές, συνιστούν μνημεία της βιομηχανικής κληρονομιάς και φορείς της τεχνολογικής γνώσης. Ο Zbigniew Cywinski (Πολυτεχνείο του Γκντανσκ, Πολωνία), με αφορμή την κατασκευή γεφυρών, έδωσε στην ομιλία του μια φιλοσοφική διάσταση, παρατηρώντας ότι «γεφυρώνω» σημαίνει συνδέω, επικοινωνώ. Οι γιαπωνέζικες γέφυρες, ειδικότερα, εκφράζουν την έννοια αυτή μέσα από τον αρμονικό συνδυασμό αισθητικής και κατασκευής. Ο Waldemar Affelt (Πολυτεχνείο του Γκντανσκ, Πολωνία) παρουσίασε, μέσα από μια περιήγηση στο ίδιο το κτίριο του Πολυτεχνείου, που χρονολογείται από τις αρχές του 20ού αιώνα, την εικονογραφία του «Ingenium». Ανάγλυφες αναπαραστάσεις εργαλείων, οργάνων μετρήσεων, γραναζιών, καθώς και ποικίλων μυθολογικών και μυστικιστικών συμβόλων διακοσμούν τα υπέρθυρα του Πολυτεχνείου και δημιουργούν ένα πλέγμα νοημάτων που δεν είναι εύκολο να αποκρυπτογραφηθούν. Ακολούθησε επίσκεψη και ξενάγηση στο Εργαστήριο Αντοχής των Υλικών του Πολυτεχνείου.


Τη δεύτερη μέρα. η συνεδρία με τίτλο Engineer and Conservator αφιερώθηκε σε ζητήματα συντήρησης και παρουσιάστηκαν μελέτες περιπτώσεων από διάφορες χώρες: οι υπόνομοι του Παρισιού, σιταποθήκες στην Πολωνία, γοτθικά μνημεία στη Βόρεια Κύπρο, χυτοσιδηρές γέφυρες στη Σκοτία κ.ά. Η δεύτερη τεχνική επίσκεψη πραγματοποιήθηκε στην εκκλησία της Παναγίας, όπου βρίσκεται το περίφημο μεσαιωνικό αστρονομικό ρολόι. Η κατασκευή μηχανισμών για τη μέτρηση του χρόνου ήταν μια σημαντική δραστηριότητα στο Γκντανσκ. το κέντρο της πολωνικής ωρολογοποιίας, με αποκορύφωμα τον 18ο αιώνα. Η επόμενη συνεδρία, με τίτλο Heritage Identity/Diversity είχε ως κεντρική ιδέα τη διαπλοκή ταυτότητας και ποικιλομορφίας. Ξεχωρίζουμε την ομιλία του JeanMarc Basyn (Καθολικό Πανεπιστήμιο του Leuven. Βέλγιο) με θέμα την προστασία των κτιρίων που προέκυψαν από στεγαστικά προγράμματα της λεγόμενης κοινωνικής αρχιτεκτονικής. Η τρίτη τεχνική επίσκεψη πραγματοποιήθηκε στο μουσείο των ρολογιών του πύργου της Αγίας Αικατερίνης, όπου βρίσκεται και λειτουργεί άλλος ένας περίπλοκος μηχανισμός (carillon), ένα σύνολο από καμπάνες συνδεδεμένες μεταξύ τους ώστε να παίζουν ένα σκοπό, είτε αυτόματα με κατάλληλη ρύθμιση είτε χειροκίνητα μέσω πλήκτρων. Το πρώτο carillon της εκκλησίας αυτής χρονολογείται από το 1578. Από τότε η εκκλησία έχει υποστεί επανειλημμένα σημαντικές ζημιές από φυσικές καταστροφές ή πολέμους, όμως συστηματικές προσπάθειες και συνεργασίες ιδιωτικών και δημόσιων φορέων συνέβαλαν στην αποκατάσταση και τη συντήρηση του carillon της Αγίας Αικατερίνης, που είναι σήμερα το μεγαλύτερο στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη και χρησιμοποιείται για συναυλίες. Οι εισηγήσεις της τρίτης μέρας πραγματοποιήθηκαν στο Μουσείο Τεχνικής Κληρονομιάς του ποταμού Βιστούλα, στην πόλη Tczew. Η μέρα ξεκίνησε με μια σύντομη ξενάγηση στα εκθέματα του μουσείου και ακολούθησε η συνεδρία Transportation Heritage, με θέμα τη συγκοινωνιακή τεχνική παράδοση. Οι εισηγήσεις των Wieland Ramm και Cristoph Groh (Πανεπιστήμιο Kaiserslautern. Γερμανία) είχαν ως θέμα τις γέφυρες του Βιστούλα στην περιοχή του Tczew, από ιστορική και τεχνική σκοπιά αντίστοιχα. Ο Hiroshi Awano (Πανεπιστήμιο Yamagata, Ιαπωνία) έθιξε γενικότερα ζητήματα προστασίας του σιδηροδρομικού δικτύου στην Ιαπωνία, με αφορμή την ιστορία και την τρέχουσα κατάσταση της σιδηροδρομικής γραμμής Itaya. Η γραμμή αυτή ιδρύθηκε το 1899 και συνδέει, μέσω του αυχένα Itaya σε υψόμετρο 750 μ., την ανατολική και τη δυτική πλευρά της οροσειράς Ου στη βόρεια Ιαπωνία. Εκπρόσωποι πολωνικών περιφερειακών φορέων και σωματείων αναφέρθηκαν σε περιπτώσεις σιδηροδρομικής τεχνικής κληρονομιάς της χώρας τους που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας. Η ενθουσιώδης παρέμβαση του Jacek Wesolowski (Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας της Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Λοτζ. Πολωνία) επικεντρώθηκε στην ανάγκη καταγραφής σε παγκόσμια κλίμακα και προ-

στασίας των στεγάστρων σιδηροδρομικών σταθμών. Συζητήθηκαν ο ρόλος τους ως στοιχείων της αρχιτεκτονικής των σταθμών και οι τρόποι με τους οποίους η κατασκευαστική και αισθητική εξέλιξη των στεγάστρων αντικατοπτρίζει τις διακυμάνσεις των αντιλήψεων του κοινού απέναντι στο σιδηροδρομικό μέσο. Ακολούθησε εκτεταμένη ξενάγηση στην ίδια την ιστορική γέφυρα του Tczew, που είχε για το σκοπό αυτό κλειστεί για την κυκλοφορία οχημάτων επί μερικές ώρες. Η γέφυρα αυτή, που η κατασκευή της ξεκίνησε στα μέσα του 19ου αιώνα, είχε προβλεφθεί για μεικτή οδική/σιδηροδρομική χρήση και βασίστηκε στο πρότυπο της σιδηροδρομικής γέφυρας Britannia που είχε κατασκευαστεί λίγα χρονιά νωρίτερα από τον Robert Stephenson στα στενά Menai της Ουαλίας. Την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, εκδηλώθηκε η γερμανική εισβολή στην Πολωνία με μια αιφνιδιαστική απόπειρα για κατάληψη της γέφυρας του Tczew, γεγονός που σή-

μανέ την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η γέφυρα ανατινάχτηκε από τους Πολωνούς στην προσπάθεια τους να αναχαιτίσουν τους Γερμανούς, οι οποίοι αργότερα την αποκατέστησαν αλλά και την ανατίναξαν ξανά κατά την υποχώρηση τους το 1945. Σήμερα το πολωνικό κράτος έχει πλήρως αποκαταστήσει τη γέφυρα, αναγνωρίζοντας την ιστορική και τεχνική κληρονομιά που αυτή εκφράζει. Στη συνέχεια, οι σύνεδροι επισκέφθηκαν το γειτονικό Malbork, όπου βρίσκεται το κάστρο των τευτόνων ιπποτών και ειδικοί επιστήμονες πραγματοποίησαν ξενάγηση και παρουσίαση των δομικών και γεωτεχνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν κατά τη συντήρηση και την αποκατάσταση του κάστρου. Το πρόγραμμα της ημέρας ολοκληρώθηκε με την επίσκεψη στην πόλη Pelplin. Το εκκλησιαστικό μουσείο της πόλης στεγάζει πολύτιμα λατρευτικά αντικείμενα, μεταξύ των οποίων ένα αντίγραφο της Βίβλου του Γουτεμβέργιου. Ο παλιός νερόμυλος, που βρίσκεται δίπλα στον καθεδρικό ναό του Pelplin, λειτουργεί και παρέχει δωρεάν στην πόλη ένα ποσοστό της αναγκαίας ηλεκτρικής ενέργειας, μειώνοντας έτσι σημαντικά το κόστος της ηλεκτροδότησης για τους κατοίκους. Ακολούθησε συναυλία εκκλησιαστικού οργάνου στον καθεδρικό ναό. Κατά την πέμπτη συνεδρία, με τίτλο Hydroengineering Heritage, η Michelle Addington (Πανεπιστήμιο Harvard. ΗΠΑ) έκανε μια ιστορική αναδρομή σχετικά με τα συστήματα θέρμανσης και κλιματισμού κτιρίων και επισήμανε την κυριαρχία του ομογενοποιημένου συστήματος το οποίο υπερισχύει και εξακολουθεί να προσελκύει ερευνητικό ενδιαφέρον, παρά το γεγονός ότι είναι τεχνικά απαρχαιωμένο και ασύμβατο με τις σημερινές ανάγκες. Οι Antonella Guida και Angelo Borelli (Πανεπιστήμιο Basilicata-Potenza, Ιταλία) παρουσίασαν τη μεθοδολογία διάσωσης, αποκατάστασης και επανάχρησης που υιοθετούν σε περιπτώσεις μνημείων βιομηχανικής κληρονο