Page 1

εξορύξεις και Λατινική Αμερική

O

ικοτριβές Ιανουάριος 2014, τ. 10

2014: αγώνες για τη γη και την ελευθερία, το γέλιο των φτωχών Στo «Κωμικό Μυστήριο» του Ντάριο Φο, στη Γέννηση του Γελωτοποιού, μαθαίνουμε την ιστορία ενός φτωχού ακτήμονα αγρότη που δούλευε όπου μπορούσε στα χωράφια άλλων. Μια μέρα περνώντας από ένα άδειο βουνό γεμάτο βράχους ρώτησε κι έμαθε πως το βουνό αυτό δεν ήταν ιδιοκτησία κανενός. Με ιδρώτα, εργασία και αγώνα ο αγρότης μαζί με τα παιδιά του και τη γυναίκα του έσκαψαν τη γη, βρήκαν νερό και σιγά σιγά όλα τα είδη των δέντρων και των φυτών άρχισαν να φυτρώνουν. Κάποια στιγμή πέρασε από το βουνό ο άρχοντας της κοιλάδας ο οποίος, ακούγοντας ότι το βουνό «δεν άνηκε σε κανέναν», γε-

λώντας, βροντοφώναξε πως όλη αυτή η γη, μαζί και τα δέντρα και οι καρποί της ήταν δικά του. Ζήτησε λοιπόν από τον αγρότη να φύγει. Μαζί και ο παπάς και ο δικηγόρος του χωριού ζητούσαν από τον αγρότη να συμμορφωθεί στις υποδείξεις του άρχοντα. Μετά από μέρες, οι στρατιώτες του άρχοντα κατέστρεψαν τη γη, έκοψαν τα δέντρα και βίασαν τη γυναίκα. Τα παιδιά του πέθαναν και η γυναίκα του εξαφανίστηκε από τη ντροπή. Ο αγρότης αποφασισμένος κρέμασε ένα σκοινί στην καλύβα του και ετοιμάστηκε να αυτοκτονήσει. Τελευταία στιγμή, τον έσωσε ένας κύριος (έμοιαζε κάπως με τον Ιησού), ο οποίος

τον έκανε ικανό να μιλάει για την ιστορία του κάνοντας τους ανθρώπους να γελούν. Έτσι γεννήθηκε ο γελωτοποιός – αυτός που γυρνάει από χωριό σε χωριό και μιλά ενάντια στους άρχοντες, ενάντια στις εξουσίες και στα δεινά που αυτές προκαλούν. Αυτός που μιλά για την αξιοπρέπεια και για την ανάγκη να αντιστέκονται. Γιατί «μέσω του γέλιου μπορούν οι άρχοντες να συντριβούν». Αυτή είναι και η ιστορία της συσσώρευσης διά της υφαρπαγής, των πολλαπλών μεθόδων με τις οποίες το κεφάλαιο ενορχηστρώνει τις κλίμακες των πολιτικών εξουσιών ώστε να περιφράξει πεδία της ζωής, τη

γη, την ενέργεια, το νερό, την υγεία και να εξασφαλίσει τον κύκλο της αναπαραγωγής του. Οι πρόσφατες εξελίξεις με την επιδιωκόμενη ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ, του νερού, του ΟΣΕ, των εταιρειών διαχείρισης φυσικού αερίου αλλά και οι προωθούμενες μεταρρυθμίσεις στο χωροταξικό σχεδιασμό ώστε να θεσμοθετηθούν παρεμβάσεις του ιδιωτικού τομέα στο δημόσιο και κοινό πλούτο της κοινωνίας δεν είναι παρά η σημερινή φωνή του άρχοντα της κοιλάδας. Οι ιδιωτικοποιήσεις που προωθούνται είτε μέσω της πώλησης υποδομών, είτε μέσω συνέχεια στη σελ. 2


O

02

ικοτριβές

της απονομής τίτλων ιδιοκτησίας/χρήσης σε πεδία που μέχρι σήμερα «δεν ανήκαν σε κανέναν», είτε μέσω της πλήρους απαξίωσης και εγκατάλειψης παραγωγικών δομών, απαιτούν τη μετατροπή όλων μας σε γελωτοποιούς. Η απώλεια πεδίων της ζω-

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

ής μας από τον κοινό και δημόσιο έλεγχο καθιστά τον αγώνα αυτό αγώνα ενάντια στον κατεξοχήν πυρήνα του σύγχρονου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: τη βίαιη υφαρπαγή των μέσων επιβίωσης και αναπαραγωγής της κοινωνίας που εξασφαλίζει

τη μετατροπή της σε μια θάλασσα προλετάριων που σκέφτονται να κρεμάσουν τη θηλιά στην καλύβα τους. Το 2014 ξεκινά με αγώνες για τη γη και την ελευθερία. Ας τελειώσει με το γέλιο μας που θα συντρίψει το πλέγμα πολιτικής και

οικονομικής εξουσίας που μας στερεί την αξιοπρέπεια και την ίδια τη ζωή.

βάλλον - και στις πόλεις της αιθαλομίχλης και στους (ιστορικά επιβαρυμένους) τόπους της ηλεκτροπαραγωγής. Στον αντίποδα των μνημονιακών αδιεξόδων, η αριστερά και πολλοί κοινωνικοί φορείς έχουν καταθέσει σειρά προτάσεων που συγκλίνουν αρχικά στην ανάγκη μείωσης του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης, ώστε να ξαναδοθεί η δυνατότητα σε χιλιάδες νοικοκυριά να ζεστάνουν τα σπίτια τους όπως και πριν την αύξηση (που συν τοις άλλοις δεν είχε και θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα). Αυτό αποτελεί προφανώς αυτονόητη μέριμνα και συνιστά μέρος του σχεδίου συνολικής αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης που αποτελεί προτεραιότητα: η θέρμανση είναι, όπως το ρεύμα και το νερό, θεμελιώδες αγαθό πρώτης ανάγκης που η εγγύησή του είναι στοιχείο αξιοπρέπειας για την κοινωνία - και ιδιαίτερα όσους έχουν πληγεί ιδιαίτερα από την μνημονιακή αναδιάρθρωση. Όμως, για να οργανώσουμε μια πιο στρατηγική παρέμβαση, χρειάζεται να συνυπολογίσουμε και ορισμένες αντικειμενικές συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί και επιταχύνονται σήμερα: τα συστήματα κοινόχρηστης θέρμανσης στις λαϊκές πολυκατοικίες των αστικών κέντρων έχουν καταρρεύσει, αρκετά διαμερίσματα παραμένουν άδεια ενώ τα περισσότερα νοικοκυριά έχουν υποστεί τεράστια μείωση εισοδήματος. Συνεπώς από μόνη της η μείωση του φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο στα προηγούμενα επίπεδα είναι αναγκαίο μέτρο άμεσης ανακούφισης, αλλά δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα σε βάθος χρόνου - και σίγουρα δεν συνιστά “αλλαγή υποδείγματος” στο πως οργανώνουμε συλλογικά σαν κοινωνία την κάλυψη των

ενεργειακών αναγκών. Μια συνολικότερη προσέγγιση για την καταπολέμηση και της ενεργειακής φτώχειας και την περιβαλλοντικής υποβάθμισης θα πρέπει επίσης να διευρύνει την επιδότηση θέρμανσης ώστε να αφορά περισσότερους/ες που το έχουν ανάγκη και με πιο στοχευμένο τρόπο, αλλά και να παρέχει κίνητρα για την ενίσχυση και προώθηση οικονομικότερων και οικολογικότερων τρόπων θέρμανσης των σπιτιών (π.χ. λέβητες φυσικού αερίου, αντλίες θερμότητας, λέβητες pellet). Και επίσης –και σημαντικότερο- προγράμματα για εκτεταμένες επεμβάσεις στο γερασμένο και ενεργοβόρο οικιστικό απόθεμα των πόλεων - σε συνδυασμό με τη δημόσια προνοιακή πολιτική για τη στέγη και την κατοικία. Είναι τεκμηριωμένες οι θετικές επιδράσεις ενός τέτοιου σχεδίου στην απασχόληση και την οικονομία, σε τομείς του σχεδιασμού, της οικοδομής και των υλικών όπου υπάρχει

σοβαρή τεχνογνωσία και δυναμικό που θα μπορούσε να (ανα)διοργανωθεί σε πιο συνεργατική βάση. Το σχέδιο μάς (και) για την κάλυψη των ζωτικών ενεργειακών αναγκών ιδιαίτερα όσων έχουν κατεξοχήν πληγεί από την νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση που επιχειρείται τα τελευταία χρόνια, καλείται να συμπυκνώσει με έναν παραδειγματικό τρόπο και στοιχεία μιας άλλης αντίληψης για το πως γίνονται κατανοητά και πως αντιμετωπίζονται στρατηγικά τα προβλήματα που θέτει η “κρίση”. Και το πως θα φανταστούμε και θα οργανώσουμε το ενεργειακό μας μέλλον σε πιο αλληλέγγυα, ισότιμη και ορθολογική βάση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του προγράμματος ανασυγκρότησης και μετασχηματισμού με ταξικό και οικολογικό πρόσημο που προτείνει η αριστερά στην κοινωνία – και μόνο έτσι μπορεί να ειδωθεί.

Η συντακτική ομάδα

το σχόλιο του μήνα Διανύουμε το δεύτερο χειμώνα μετά την αύξηση του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης τον Οκτώβρη του 2012. Κι αν πέρυσι είχαν αρχίσει να φαίνονται οι συνέπειες του μνημονιακού αυτού μέτρου για την κοινωνία -ιδιαίτερα τους φτωχούς- και το περιβάλλον των πόλεων, φέτος από πολλές απόψεις τα πράγματα είναι δυσμενέστερα. Στοιχεία δείχνουν ότι περίπου τα μισά νοικοκυριά που χρησιμοποιούσαν πετρέλαιο αναζήτησαν άλλους τρόπους θέρμανσης – με ρεύμα (ηλεκτρικά σώματα, κλιματιστικά), φυσικό αέριο, τζάκια και σόμπες. Τα τελευταία προκαλούν τρομακτική επιβάρυνση και μεγάλους κινδύνους για τους κατοίκους των πόλεων. Έγκυροι επιστημονικοί φορείς και οικολογικές οργανώσεις έχουν αναφερθεί στις σοβαρές επιπτώσεις της αιθαλομίχλης στην υγεία των ανθρώπων που είναι μακροπρόθεσμες, αλλά και άμεσες - ιδιαίτερα για τις ευπαθείς ομάδες. Μετά τη φετινή (πρώτη) κρίση αιθαλομίχλης στην Αθήνα αλλά και σε άλλα αστικά κέντρα της χώρας το ΥΠΕΚΑ ανακοίνωσε με φοβερά ταρατατζούμ “έκτακτα” μέτρα όπως η παροχή δωρεάν ρεύματος τις μέρες της ρύπανσης… Οι εξαγγελίες δίκαια χαρακτηρίστηκαν κοροϊδία και τα μέτρα αποδομήθηκαν δεόντως και ως επί της ουσίας ανεφάρμοστα από πολλές απόψεις. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση κάνει συστηματικά τα αντίθετα: Κατεβάζει τα όρια λήψης μέτρων για τη ρύπανση, δεν κάνει σοβαρούς ελέγχους και μετρήσεις, αποκρύπτει στοιχεία (ενώ υποτίθεται οι πολίτες πρέπει να προφυλαχθούν από την αιθαλομίχλη). Τα “έκτακτα μέτρα” είναι η απόλυτη απάτη: δεν βοηθούν καθόλου την κοινωνία και μάλλον βλάπτουν περισσότερο το περι-

Χ.Κ. – Α.Χ.

περιεχόμενα μηνιαίο ένθετο στην «Αυγή» της Κυριακής Συντακτική ομάδα: Φερενίκη Βαταβάλη, Γιώργος Βελεγράκης, Παναγιώτης Δήμας, Κώστας Ζαχαριάδης, Ιωάννα Θεοδοσίου, Ορέστης Κολοκούρης, Χάρης Κωνσταντάτος, Γιάννης Μάργαρης, Πέτρος Μαρκόπουλος, Ινώ Σιώζιου, Δήμητρα Σπαθαρίδου, Δημήτρης Τσούχλης, Αλέξης Χαρίτσης, Τάσος Χοβαρδάς, Μαίρη Χριστιανού, Πέτρος Ψαρρέας Σχεδιασμός, σελιδοποίηση: Μυρτώ Μπολώτα email: oikotrives@gmail.com oikotrives.wordpress.com

3 πρόληψη ή καταστολή των καταστροφών; 4 ο δρόμος για την ενεργειακή Ιθάκη 5 δημόσια δίκτυα ενέργειας 6 κίνημα χωρίς μεσάζοντες 7 λιτότητα και κακή διατροφή 8 ο οικολογικός φόρος και οι κόκκινοι σκούφοι 9 η πράσινη ανάπτυξη στην ΕΕ ξεθωριάζει 10 σιδηρόδρομοι και μετασχηματισμός 11-14 ΑΦΙΕΡΩΜΑ: εξορύξεις και λατινική Αμερική 15 Σκύρος και σχεδιασμός των ΑΠΕ 16-17 το ΡΣΑ ως πολίτικο διακύβευμα 18-19 ανατρέποντας το παρόν 20 πρωτόκολλο της Ναγκόγια 21 Ηλεία: προσεχώς ΤΑΙΠΕΔ... 22 αυθαίρετα στην Αλβανία 23 ιδέες και θεωρία: Π. Πετρίδης - σκιαγραφώντας την έννοια της αποανάπτυξης 24 είδαμε...


O

03

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

στην Ελλάδα της κρίσης ΠΡΟΛΗΨΗ Ή ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ; Η διακινδύνευση αποτελεί εγγενές στοιχείο των σύγχρονων κοινωνιών. Μάλιστα θεωρείται ότι η ίδια η τεχνολογική εξέλιξη και η οικονομική μεγέθυνση παράγει διακινδύνευση 1. Η διακινδύνευση που συνδέεται με κινδύνους, παλιούς και νέους, θα είναι λοιπόν παρούσα. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι θα συμβαίνουν καταστροφές. Οι καταστροφές μπορεί να προληφθούν ή τουλάχιστον να μειωθεί η πιθανότητα να συμβούν. Με τον όρο «πρόληψη» εννοούνται οι πολιτικές και τα μέτρα που αποσκοπούν στη μείωση της πιθανότητας να συμβεί καταστροφή, ακόμη και αν ένας κίνδυνος εκδηλωθεί. Έτσι λοιπόν, π.χ. η πρόληψη πλημμύρας περιλαμβάνει όλες εκείνες τις πολιτικές και τα μέτρα που έχουν ως σκοπό μείωση της πιθανότητας να συμβεί καταστροφική πλημμύρα, ακόμη και αν η βροχόπτωση είναι ακραία. Πολιτικές και μέτρα που λαμβάνονται πριν την εκδήλωση ενός κινδύνου και αποσκοπούν στην καλύτερη διαχείριση της κατάστασης αφού συμβεί μια καταστροφή, αποκαλούνται συνήθως «ετοιμότητα». Συχνή είναι η σύγχυση μεταξύ κινδύνου και καταστροφής, καθώς και μεταξύ πρόληψης και ετοιμότητας. Είναι μια σύγχυση εννοιολογική που παρατηρείται ακόμη και σε επίσημα κείμενα. Ταυτόχρονα όμως υποκρύπτει την αντίληψη ότι άπαξ και εκδηλωθεί ο κίνδυνος –δηλαδή συμβεί ένα δυνάμει επικίνδυνο φαινόμενο ή γεγονός (φυσικό, τεχνολογικό ή ακόμη και από πρόθεση)– η καταστροφή είναι αναπότρεπτη. Αυτονόητη γίνεται λοιπόν έτσι η επικέντρωση στην αντιμετώπιση της κατάστασης, αφού η καταστροφή συμβεί. Η ίδια η έννοια της καταστροφής επιδέχεται διαφορετικών προσεγγίσεων που οδηγούν σε διαφορετικές πολιτικές και δράσεις 2. • Η καταστροφή ως ανάλογο του πολέμου: H καταστροφή αποδίδεται σε έναν εξωτερικό παράγοντα και οι ανθρώπινες κοινότητες είναι οντότητες που αντιδρούν συνολικά σε μια «εισβολή». • Η καταστροφή ως έκφραση κοινωνικής τρωτότητας: Η καταστροφή είναι προϊόν εσωτερικών κοινωνικών και οικονομικών διαδικασιών που παράγουν συνθήκες ευπάθειας.

Η προσέγγιση που επικρατεί σήμερα στη χώρα μας αποκαλύπτεται από φράσεις όπως «καταστολή», «θωράκιση», «θεομηνία». Όλες αυτές υπονοούν ότι η καταστροφή είναι συνέπεια μιας εξωτερικής απειλής, πέρα και έξω από το δικό μας έλεγχο. Για να αντιμετωπιστεί απαιτούνται μέσα αντίστοιχα αυτών που αναφέρονται σε πολεμική απειλή, δηλαδή ιεραρχικά σχήματα, έλεγχος, ειδικές δυνάμεις και ειδικές δομές, εξωτερική βοήθεια. • Η καταστροφή ως μετάβαση σε μια κατάσταση αβεβαιότητας: Η καταστροφή συνδέεται στενά με την αδυναμία να εννοήσουμε πραγματικούς και υποθετικούς κινδύνους, ιδίως δε μετά την ανατροπή των πλαισίων που ερμηνεύουν την πραγματικότητα. Ποια είναι όμως η προσέγγιση που επικρατεί σήμερα στη χώρα μας; Αποκαλύπτεται από φράσεις που ακούμε συχνά από επίσημα χείλη, όπως «καταστολή», «θωράκιση», «θεομηνία». Όλες αυτές υπονοούν ότι η καταστροφή είναι συνέπεια μιας εξωτερικής απειλής, πέρα και έξω από το δικό μας έλεγχο. Για να αντιμετωπιστεί απαιτούνται μέσα αντίστοιχα αυτών που αναφέρονται σε πολεμική απειλή, δηλαδή ιεραρχικά σχήματα, έλεγχος, ειδικές δυνάμεις και ειδικές δομές, εξωτερική βοήθεια. Σε κάθε περίπτωση, όχι σπάνια μια μεγάλη καταστροφή ξεπερνά τις ικανότητες και δυνατότητες αντιμετώπισής της και επομένως μοιάζει απολύτως δικαιολογημένη η αδυναμία να αντιμετωπιστεί εκ των υστέρων. Η επιστροφή σε μια αντίληψη πολιτικής άμυνας είναι εμφανής. Η πρόληψη των καταστροφών καλεί για μια άλλη αντίληψη. Στη θεώρηση ότι για να προκύψουν επιπτώσεις που υπερβαίνουν την ικανότητα της κοινωνίας να τις αντιμετωπίσει, πρέπει να συναντηθεί η εκδήλωση ενός κινδύνου (σεισμού, βροχόπτωσης, καύσωνα, ισχυρών ανέμων) με συνθήκες ευπάθειας στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον και την κοινωνία. Οι επιπτώσεις και επομένως η πρόληψη των καταστροφών, συνδέονται με την έκθεση στον κίνδυνο και την τρωτότητα 3. Οι καταστροφές λοιπόν δεν είναι προϊόν μερικών ωρών. Οι θεμελιώδεις αιτίες που υποθάλπουν μια καταστροφή υποβόσκουν

πολύ πριν αυτή συμβεί και κατά κανόνα συνεχίζουν και μετά να καλλιεργούν τις συνθήκες για μια μελλοντική καταστροφή. Ο «εχθρός» δεν είναι «από έξω» ώστε να χρειάζεται να θωρακιστούμε από αυτόν, όπως ο τόσο συχνά χρησιμοποιούμενος όρος «αντισεισμική θωράκιση» υπονοεί. Οι καταστροφές απορρέουν από προτεραιότητες και επιλογές σε ατομικό, οικογενειακό, συλλογικό και οικονομικο-κοινωνικό επίπεδο. Εδράζονται σε μακροχρόνιες διαδικασίες συσσώρευσης τρωτότητας και οι δράσεις που οδηγούν σε μείωση της πιθανότητας καταστροφής αναφέρονται ακριβώς σε αυτές. Εδώ λοιπόν είναι η δυσκολία της πρόληψης έναντι της ετοιμότητας και της «καταστολής». Η πρόληψη των καταστροφών καλεί για μια ολοκληρωμένη θεώρηση της ανάπτυξης που να λαμβάνει υπόψη τη διακινδύνευση. Απαιτεί ενσωμάτωση πολιτικών πρόληψης σε όλες τις τομεακές και χωρικές πολιτικές. Προϋποθέτει συνδυασμένες πολιτικές και δράσεις σε όλα τα επίπεδα διοίκησης και συνέργεια του ιδιωτικού με το δημόσιο τομέα. Χρειάζεται μακροπρόθεσμη προσπάθεια και κρύβεται σε διαδικασίες ρουρτίνας όπως οι έλεγχοι και οι αδειοδοτήσεις. Μάλιστα, σε αντίθεση με την ηρωική και προβαλλόμενη αντιμετώπιση των αναγκών αφού η καταστροφή συμβεί, όταν οι προσπάθειες για πρόληψη είναι επιτυχείς και η καταστροφή αποτραπεί, κανείς δεν πιστώνεται την επιτυχία. Είναι αναμενόμενο ότι η πρόληψη των καταστροφών συναντά αντιστάσεις και δυσκολίες. Πολλές φορές έρχεται σε αντίθεση με το ιδιωτικό συμφέρον όπως αυτό προσλαμβάνεται βραχυπρόθεσμα ή με ατομικές επιδιώξεις. Γενιές ολόκληρες συσσωρεύουν

τρωτότητα και μετακυλύουν διακινδύνευση στο μέλλον ή στους «άλλους». Η πρόληψη καλεί για περιορισμούς και επενδύσεις τώρα για να μη συμβεί κάποτε μια καταστροφή ή για να μην καταστραφεί κάποιος άλλος τόπος 4 και κάποιοι άλλοι άνθρωποι. Μήπως λοιπόν η πρόληψη των καταστροφών αποτελεί πολυτέλεια στις σημερινές συνθήκες της κρίσης; Μήπως χρειάζεται να προταχθεί η ανάγκη να προσελκυθούν επενδύσεις, να αναπτυχθεί ο κατασκευαστικός τομέας, να υπάρξει ανοχή στην τήρηση των κανόνων ώστε να περισταλούν οι δαπάνες των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων; Εδώ λοιπόν τίθεται ένα ζήτημα συλλογικής απόφασης. Θα δεχτούμε ως κοινωνία μελλοντικές απώλειες και επιπτώσεις, ανεξέλεγκτες στο χώρο και το χρόνο; Αποδεχόμαστε να έχουμε θύματα, άστεγους, βλάβες, ζημιά, αποδιοργάνωση και διάλυση; Θεωρούμε ότι αντέχουμε ως κοινωνία να υποστούμε καταστροφές που θα μας σπρώξουν ακόμη πιο κάτω; Αν ναι, ας επικεντρωθούμε στην «καταστολή», την παροχή βοήθειας και την ανακούφιση εκ των υστέρων. Αν όχι, τότε χρειάζεται να διεκδικηθεί η συνεκτίμηση της διακινδύνευσης στις τομεακές και διατομεακές πολιτικές, καθώς και μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που να αντιμετωπίζει όλο το φάσμα διαχείρισης της διακινδύνευσης μέσα στο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο στο οποίο αυτή παράγεται. Εντέλει η πρόληψη των καταστροφών συνδέεται άρρηκτα με τις προσπάθειες για μια βιώσιμη ανάπτυξη για όλους και με την ποιότητα ζωής. Μόνο που αυτές καθόλου ηρωικές και καθόλου προβαλλόμενες δεν είναι. Είναι απλώς ουσιαστικές. ΕΙΔΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ σε θέματα κινδύνων και καταστροφών (τα στοιχεία της συγγραφέως είναι στη διάθεση των Ο/τ)

1. Beck, U. (1999). World Risk Society. Cambridge: Polity Press. 2. Gilbert, Claude. 1998. “Studying Disaster – Changes in the Main Conceptual Tools.” Chapter 2 in What Is A Disaster? E.L. Quarantelli (ed.). London and New York: Routledge. 3. Ας μην ξεχνάμε ότι ο μύθος της «άσειστης» Αθήνας κατέρρευσε όταν ο σεισμός του 1999 έπληξε περιοχές που ήταν κάποτε ακατοίκητες. 4. Η οικοδομόμηση στα ρέματα που οδηγεί σε πλημμύρα στα ανάντι είναι ακριβώς η οπτικοποίηση της μετακύλησης της διακινδύνευσης.


O

04

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΙΘΑΚΗ Πριν λίγες ημέρες, στο πλαίσιο της επεξεργασίας από τη Βουλή της κύρωσης της συμφωνίας για τον αγωγό φυσικού αερίου TAP, ο υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής Γιάννης Μανιάτης επιχείρησε να αποτυπώσει τις εξελίξεις σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο στον τομέα της ενέργειας. Αναφέρθηκε στη «μάχη των μαχών», η οποία θα δοθεί τους επόμενους μήνες, μεταξύ μεμονωμένων κρατών, βορείων και νοτίων, της ενεργοβόρου βιομηχανίας και της βιομηχανίας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κ.ο.κ. Πράγματι, το σκηνικό το οποίο έχει στηθεί είναι εξαιρετικά ρευστό, εξαρτάται από πολλούς αστάθμητους παράγοντες, ενώ οι όποιες εξελίξεις έχουν σαφή αντίκτυπο σε ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, της οικονομίας και του φυσικού περιβάλλοντος.

Η κατάσταση στην Ελλάδα Μερικά μόνο από τα κομμάτια που συναποτελούν σήμερα το παζλ της ενέργειας στη χώρα μας είναι η κατακόρυφη πτώση της ζήτησης ενέργειας, η μη-αποδοτική χρήση της, η υπερ-επάρκεια ισχύος συμβατικών σταθμών, το ντόμινο χρεών σε όλο το φάσμα της αγοράς, η στρεβλή λειτουργία της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού, η έλλειψη ρευστότητας και πολλά ακόμα. Η οριακή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε ακολουθεί ασφαλώς την πορεία των υπόλοιπων τομέων της οικονομίας, με την ιδιαιτερότητα πως ο συγκεκριμένος προβάλλεται ως το πλέον πρόσφορο όχημα εξόδου από την κρίση. Εδώ εμφανίζεται μια παράδοξη ευφορία. Στο «σκοτεινό» ενεργειακό παρόν αντιπαρατίθεται το λαμπρό μέλλον που μας επιφυλάσσει ο εγχώριος πλούτος των ορυκτών καυσίμων και οι πολλά υποσχόμενες δυνατότητες ανάπτυξής τους – λιγνίτης στη Δυτική Μακεδονία, σχιστολιθικό αέριο στη Θράκη, υδρογονάνθρακες στη θάλασσα (Ιόνιο, Κρήτη, Χαλκιδική, Πατραϊκός κ.ο.κ.). Ενδεικτικό του ενθουσιασμού που επικρατεί είναι το μήνυμα του υπουργού πως «δεν θα αφήσουμε ανεξερεύνητη ούτε σπιθαμή γης, είτε στην ξηρά είτε στη θάλασσα». Έχοντας αυτό κατά νου, μια σειρά από περαιτέρω αντιφάσεις μπορούν να εξηγηθούν.

Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα Πέρυσι, και εξαιτίας της απερίσκεπτης αύξησης του ειδικού φόρου κατανάλω-

σης στο πετρέλαιο θέρμανσης (γνωστή από το 2011 τουλάχιστον...), ήρθε στην επιφάνεια ένα πρόβλημα θεμελιωμένο στη χρόνια απραξία της Πολιτείας και σε εγγενείς αδυναμίες του ελληνικού κτιριακού αποθέματος. Το φαινόμενο της αιθαλομίχλης, η αδυναμία θέρμανσης των νοικοκυριών, οι κομμένες συνδέσεις ρεύματος είναι οι πιο γνωστές συνέπειές του. Η λύση την οποία επέλεξε το ΥΠΕΚΑ συνίσταται στην παροχή επιδομάτων, είτε αυτά αφορούν την κάλυψη εξόδων για πετρέλαιο θέρμανσης είτε το «δωρεάν ρεύμα» σε ευπαθείς ομάδες. Ρυθμίσεις που έρχονται πολύ αργά και όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν την ουσία του προβλήματος αλλά συμβάλλουν στη διαιώνισή του, ενώ είναι εξαιρετικά δύσκολες στην εφαρμογή τους. Εν ολίγοις, πρόκειται για ρυθμίσεις-πυροτεχνήματα. Έτσι, καταλήξαμε να επιδοτούμε, μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, το πετρέλαιο θέρμανσης με περίπου 300 εκ. €, δηλαδή μισό «Εξοικονόμηση Κατ’ Οίκον», κάθε χρόνο. Στον αντίποδα, οι λιγοστοί –συγκριτικά– πόροι που επενδύουμε σε εργασίες αναβάθμισης του κτιριακού μας αποθέματος (μέσω του ανεπαρκούς και προβληματικού στην εφαρμογή «Εξοικονόμηση Κατ’ Οίκον»), προσφέρουν πολλαπλά οφέλη στην εγχώρια οικονομία και τον κατασκευαστικό κλάδο, ενώ μπορούν να λύσουν μια για πάντα το πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας. Άλλο παραδειγμα του αλλοπρόσαλλου ενεργειακού σχεδιασμού (εάν δεχτούμε πως αυτός πράγματι υπάρχει), είναι η στρατηγική επιλογή επένδυσης σε νέες μονάδες

λιγνίτη στη Δυτική Μακεδονία και μαζούτ στα νησιά. Τα δύο τελευταία «περιβαλλοντικά φιλικά» καμάρια της ΔΕΗ, η Πτολεμαΐδα-5 και ο νέος σταθμός μαζούτ στη Ρόδο, θα κοστίσουν περίπου 1,4 δις € και 200 εκ. € αντίστοιχα. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια επένδυση η οποία, όχι μόνο θα υπονομεύσει την κλιματική πολιτική της χώρας με τα εκατομμύρια τόνους CO 2 που θα εκλύει κατά τη διάρκεια της ζωής της, αλλά παράλληλα θα προκαλέσει χιλιάδες πρόωρους θανάτους σε όλη την Ελλάδα εξαιτίας της ρύπανσης. Επιπλέον, χωρίς κάποιας μορφής κρατική υποστήριξη, σύντομα θα αποδειχθεί μη-βιώσιμη με καθαρά οικονομικούς όρους, ενώ ήδη μπορούμε να μιλάμε για χαμένες ευκαιρίες εισροής κεφαλαίων, μετά και την απόφαση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων να μη στηρίξει το έργο. Από την άλλη, η διαιώνιση της εξάρτησης των νησιών από εισαγόμενα καύσιμα συνοδεύεται και από το αντίστοιχο οικονομικό τίμημα – η ΔΕΗ πληρώνει ετησίως κάτι λιγότερο από 1 δις € για αγορές υγρών καυσίμων, ένα τεράστιο ποσό το μεγαλύτερο μέρος του οποίου (περίπου 700 εκ.) χρεώνεται σε όλους μας μέσω των λογαριασμών ρεύματος (ΥΚΩ). Είναι ενδεικτικό πως για να μπουν σε εγρήγορση τα αρμόδια Υπουργεία ΠΕΚΑ και Ανάπτυξης και να προωθήσουν την υποβρύχια διασύνδεση Κυκλάδων και Κρήτης έπρεπε να προηγηθεί το διεθνούς εμβέλειας μπλακ άουτ στη Σαντορίνη το περασμένο καλοκαίρι. Αυτά είναι τα έργα για τα οποία θα έπρεπε η κυβέρνηση και η ΔΕΗ, μέσω

των θυγατρικών της, να διεκδικούν ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Είναι ωστόσο σημαντικό να σημειώσουμε πως λόγω του υψηλού βαθμού δυσκολίας, τα έργα διασύνδεσης δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο πρόχειρο και βιαστικό. Την ίδια όμως στιγμή κανένας δεν μπορεί να αγνοεί το γεγονός πως το έργο διασύνδεσης θα χρειαζόταν μόλις δύο περίπου χρόνια για να αποσβεστεί! Την ίδια απερισκεψία συνοδεύουν οι κινήσεις της κυβέρνησης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, ζήτημα το οποίο έχει θέσει ως προτεραιότητα ο υπουργός ΠΕΚΑ και ενόψει της ελληνικής προεδρίας στο Συμβούλιο της ΕΕ. Η ελληνική απάντηση στο, πράγματι σημαντικό, πρόβλημα της βιομηχανίας είναι «παγωμένα» τιμολόγια ρεύματος, μειωμένες επιβαρύνσεις από το τέλος ΑΠΕ, μάχη μέχρις εσχάτων για την κατάρρευση του Συστήματος Εμπορίας Ρύπων και, πρόσφατα, η «Υπηρεσία Διακοπτόμενου Φορτίου» (ωραίο όνομα στη θέση του απλούστερου «φθηνότερα τιμολόγια για τη βιομηχανία»). Όλα έχουν ως κοινό παρανομαστή τη μετακύλιση κόστους που αναλογεί στην ενεργοβόρο βιομηχανία στους υπόλοιπους καταναλωτές και ιδιαίτερα στα νοικοκυριά. Η εναλλακτική, εντούτοις, είναι γνωστή και άμεσα εφαρμόσιμη. Πρόσφατη μελέτη της τράπεζας KfW συνέκρινε την επίδραση που έχουν οι αυξημένες τιμές ενέργειας στη βιομηχανία της Γερμανίας σε σχέ-


Ιανουάριος 2014 - τ. 10

ση με τις αντίστοιχες στις ΗΠΑ. Παρά την πτώση κατά 30% (2010-2013) στο κόστος του φυσικού αερίου για την αμερικάνικη βιομηχανία, η γερμανική κατάφερε, περιορίζοντας τη συμμετοχή της ενέργειας στο τελικό κόστος παραγωγής, να μην απολέσει ανταγωνιστικότητα, παρά τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων (15% στο ίδιο διάστημα). Έχοντας δώσει προτεραιότητα στην αποδοτική χρήση ενέργειας και όχι στην αξιοποίηση κοιτασμάτων ορυκτών καυσίμων, η Γερμανία έχει θωρακιστεί σημαντικά από τις απρόβλεπτες διακυμάνσεις τιμών καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας.

Η εύκολη δικαιολογία Όσο εμείς θα καταφεύγουμε στην οικονομική κρίση για να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα, τα νέα από τις ανατολικές ακτές του Ατλαντικού μόνο θλίψη θα μας φέρνουν. Αντιμετωπίζοντας παρόμοια ενεργειακά διλήμματα, ακόμα και υπό την επίβλεψη της Τρόικα, η Πορτογαλία έχει επιλέξει την επιβολή ειδικού τέλους στα ορυκτά καύσιμα και στα μεγάλα υδροηλεκτρικά, αναπτύσσει εδώ και μερικά χρόνια τη δική της τεχνογνωσία και ένα υποδειγματικό δίκτυο υποστήριξης της ηλεκτροκίνησης, θεωρείται από τις πρωτοπόρες χώρες στην Ευρώπη στην εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, ενώ με το «πείραμα» αυτονομίας στο νησί Graciosa στη μέση του ωκεανού (δημιουργία ενός υβριδικού συστήματος αιολικών, φωτοβολταϊκών, μονάδων βιομάζας και μπαταριών 2,7MW), θέτει ψηλά τον πήχη για την ενεργειακή αυτονομία ακόμα και των πλέον απομακρυσμένων περιοχών. Το αποτέλεσμα; Η Πορτογαλία κατέλαβε φέτος την 6η θέση παγκοσμίως σε αξιολόγηση των κλιματικών της πολιτικών – δημοσιευμένη από την οργάνωση Germanwatch και το δίκτυο CAN-Europe. Παράλληλα, εκσυγχρονίζει την οικονομία της και βελτιώνει την ανταγωνιστικότητά της δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας σε ένα ευρύ φάσμα της οικονομίας. Η Πορτογαλία επιλέγει να βγει από την κρίση επενδύοντας στην καινοτομία και επιλέγοντας σύγχρονες και καθαρές λύσεις. Εμείς χαράζουμε τη δική μας πορεία ενός ποταμού που γυρίζει πίσω. Τα αποκαλυπτήρια για το ενεργειακό hub που οραματίζεται ο σημερινός υπουργός ΠΕΚΑ θα έρθουν σύντομα με τη δημοσίευση του «αναθεωρημένου ενεργειακού σχεδιασμού», ο οποίος, λένε οι δημοσιογραφικές πληροφορίες, θα είναι απαλλαγμένος από ταμπού – έπειτα από χρόνια έρχονται ξανά στο προσκήνιο ο εισαγόμενος λιθάνθρακας και, πιθανόν, η πυρηνική ενέργεια. ΤΑΚΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Υπεύθυνος εκστρατείας για θέματα ενέργειας και κλιματικών αλλαγών - Ελληνικό Γραφείο Greenpeace

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ Υπεύθυνος ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής - WWF Ελλάς

O

ικοτριβές

Δημόσια δίκτυα ενέργειας: αναγκαία συνθήκη για τον κοινωνικο-οικολογικό μετασχηματισμό

Πρόσφατα (Οκτώβριος 2013), το Κοινοβούλιο της Ολλανδίας ενέκρινε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Από το πρόγραμμα εξαιρέθηκε το δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, γιατί όπως εξήγησε σε επιστολή του προς τους βουλευτές ο Υπουργός Οικονομικών και επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, “το δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας εξαιρείται από το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων γιατί θεωρείται στρατηγικής σημασίας για την ανάπτυξη της χώρας”1. Αυτό που αναγνωρίζει ακόμα και ο θεσμικότερος των ευρωπαίων νεοφιλελεύθερων Ντάισεμπλουμ, τη στρατηγική δηλαδή σημασία των δικτύων και την ανάγκη διατήρησης του δημόσιου ελέγχου τους, φαίνεται να αποτελεί “ψιλά γράμματα” για τους εγχώριους μαθητευόμενους μάγους του νεοφιλελευθερισμού. Αναιρώντας τις ίδιες τις προγραμματικές δεσμεύσεις της2, η κυβέρνηση Σαμαρά προχωρά στην εκποίηση του 66% του διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (ΑΔΜΗΕ). Κατά τη συνήθη αυταρχική πρακτική της κυβέρνησης μάλιστα, η σχετική κοινοβουλευτική διαδικασία πραγματοποιείται με διαδικασίες εξπρές, χωρίς καμία ουσιαστική συζήτηση με τους εμπλεκόμενους φορείς και την κοινωνία. Από την άλλη πλευρά, η επιχειρούμενη ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ λειτουργεί ως στοιχείο συσπείρωσης για τον κατακερματισμένο συνδικαλιστικό χώρο στη ΔΕΗ που υπερβαίνοντας χρόνιες παθογένειες και οργανωτικές αδυναμίες καταφέρνει να συγκροτήσει ενιαίο μέτωπο κατά της κυβέρνησης. Σε πολιτικό επίπεδο, ο ΣΥΡΙΖΑ σωστά επιλέγει να μετατρέψει την κοινοβουλευτική αυτή αντιπαράθεση σε κεντρική πολιτική μάχη. Πολλά σημαντικά σημεία σχετικά με την ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ (ευτελές αντίτιμο πώλησης, προπομπός ιδιωτικοποίησης ΔΕΗ, επιδείνωση εργασιακών σχέσεων) έχουν ήδη επισημανθεί στη δημόσια συζήτηση και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε εδώ. Αυτό που πρέπει εμφατικά όμως να τονιστεί είναι ότι η εκχώρηση του ΑΔΜΗΕ δεν είναι μια ιδιωτικοποίηση όπως όλες οι άλλες. Χωρίς βεβαίως να υποτιμούμε τη σημασία άλλων δημόσιων υποδομών, επιχειρήσεων και οργανισμών που εκποιούνται από τις μνημονιακές κυβερνήσεις, το δίκτυο μεταφοράς έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που το καθιστούν υποδομή στρατηγικής σημασίας σε ενεργειακό, οικονομικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό, ακόμα και γεωστρατηγικό επίπεδο. Η τεχνική υποδομή του ΑΔΜΗΕ περιλαμβάνει γραμμές μεταφοράς, κέντρα υπερυψηλής τάσης, υποσταθμούς, υποβρύχιες γραμμές διασύνδεσης νησιών, κέντρα ελέγχου. Πρόκειται δηλαδή για πανάκριβες, τεχνικά πολύπλοκες υποδομές που έχουν κατασκευασθεί σε βάθος δεκαετιών με την τεχνογνωσία των εργαζομένων της ΔΕΗ και του ΑΔΜΗΕ και κεφάλαια των πολιτών. Οι αντίστοιχες εκτάσεις γης, που διατρέχουν το σύνολο της ηπειρωτικής επικράτειας και αποτελούν δημόσια περιουσία, με την ιδιωτικοποίηση θα παραχωρηθούν στον ιδιώτη επενδυτή, γεγονός που αλλάζει τα δεδομένα χωροταξικής πολιτικής και ιδιοκτησίας της γης σε ολόκληρη τη χώρα.

05 Το σύστημα μεταφοράς εκτείνεται σε όλη την επικράτεια και αποτελεί το εργαλείο άσκησης εθνικής ενεργειακής πολιτικής, το κατεξοχήν εργαλείο ελέγχου στα ζητήματα λειτουργίας και αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας. Το κίνητρο για οποιονδήποτε ιδιώτη επενδυτή για την εξαγορά του ΑΔΜΗΕ δεν είναι το κέρδος που θα αποκομίσει από το δίκτυο καθ’αυτό αλλά η κεντρική θέση που θα αποκτήσει στην αγορά ηλεκ. ενέργειας και η δυνατότητα που αποκτά να έχει σημαίνοντα ρόλο στην εσωτερική καθημερινή λειτουργία του συστήματος. Σύμφωνα μάλιστα με τις προβλέψεις του Τρίτου Πακέτου νομοθετικών παρεμβάσεων της Ε.Ε.3 για τη δημιουργία ενιαίας, πλήρως απελευθερωμένης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι προκλήσεις για κάθε εθνικό ενεργειακό σύστημα γίνονται ακόμα υψηλότερες. Τα εθνικά ηλεκτρικά συστήματα εντάσσονται σε περιφερειακές ζώνες με τους διαχειριστές δικτύων να υπερβαίνουν τα όρια της χώρας τους και να εμπλέκονται στη διαχείριση μιας διακρατικής, περιφερειακής αγοράς ενέργειας. Η εκπροσώπηση του ελληνικού ενεργειακού συστήματος στην Ευρωπαϊκή αγορά από έναν ιδιώτη επενδυτή θα υποβαθμίσει την εξυπηρέτηση των στόχων ενός εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού και τον ρόλο του δημοσίου σε αυτόν. Βεβαίως, για ενεργειακή δημοκρατία, εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και για αντιμετώπιση της ενέργειας ως κοινωνικό αγαθό, ούτε λόγος δεν θα μπορεί να γίνει πλέον... Ιστορικά, ο τρόπος σχεδιασμού και ανάπτυξης του δίκτυο μεταφοράς αποτέλεσε για δεκαετίες βασικό πυλώνα του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας. Η επέκταση του ηλεκτρικού συστήματος, η δυνατότητα φτηνής πρόσβασης σε αυτό από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η απρόσκοπτη λειτουργία του συστήματος, αποτέλεσαν σε μεγάλο βαθμό επίτευγμα του δημόσιου δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Κατ’ αναλογία, η μετάβαση σε ένα νέο ενεργειακό μοντέλο σταδιακής απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, προώθησης της αποκεντρωμένης, κατανεμημένης ηλεκτροπαραγωγής, ενίσχυσης των ανανεώσιμων πηγών, ανάπτυξης ευφυών δικτύων και διασύνδεσης, όπου χρειάζεται και είναι εφικτό, των νησιωτικών περιοχών με το ηπειρωτικό σύστημα, θα βασιστεί και πάλι στο δίκτυο μεταφοράς, διατηρώντας, ενισχύοντας και μετασχηματίζοντας σταδιακά το υπάρχον. Αν τα παραπάνω είναι σωστά, ο αγώνας που δίνεται σήμερα από όλους όσοι αντιτίθενται στην ιδιωτικοποίηση του δικτύου (συνδικαλιστικοί φορείς, αριστερά, τοπικά κινήματα, κινήσεις καταναλωτών και περιβαλλοντικές οργανώσεις) δεν μπορεί να είναι αμυντικός, αλλά πρέπει να αποκτάει σαφές προωθητικό περιεχόμενο. Για εμάς, η υπεράσπιση της δημόσιας ιδιοκτησίας και η διεκδίκηση ουσιαστικού κοινωνικού ελέγχου του δικτύου μεταφοράς δεν είναι μια μάχη οπισθοφυλακής για την υπεράσπιση του υπάρχοντος μοντέλου, αλλά αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση του αναπτυξιακού σχεδίου για τον κοινωνικο-οικολογικό μετασχηματισμό. ΑΛΕΞΗΣ ΧΑΡΙΤΣΗΣ 1. http://www.snam.it/en/Media/energy-morning/news-upload612.html 2. Δηλώσεις κυβερνητικού εκπροσώπου Σ. Κεδίκογλου, 18/10/2012: http://www.energypress.gr/news/admie/Hrthe-h-wra-gia-ton-idiokthsiakodiahwrismo-toy-ADMHE 3. http://ec.europa.eu/energy/gas_electricity/legislation/third_legislative_ package_en.htm


O

06

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

ΚΙΝΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΣΑΖΟΝΤΕΣ προκλήσεις και προοπτικές Νέες συνθήκες Η χώρα μας, τις τελευταίες δεκαετίες ακολούθησε με γοργούς ρυθμούς τα μοντέλα οργάνωσης των δικτύων διάθεσης και εμπορίας τροφίμων των ανεπτυγμένων βιομηχανικών χωρών. Παρότι οι κάτοικοι των αστικών κέντρων εξακολουθούν να διατηρούν κάποιους δεσμούς με την πρωτογενή αγροτική παραγωγή (μέσω π.χ. συγγενών στην επαρχία ή απλώς επειδή υπάρχει κάποιο χωράφι στο χωριό), ο μεγάλος όγκος των αναγκών καλύπτεται από προϊόντα που «φυτρώνουν» στα ράφια των σουπερμάρκετ (ή έστω στους πάγκους της λαϊκής) και τα οποία, έχουν περάσει από μια σύνθετη διαδρομή μέχρι να φτάσουν στο πιάτο μας (συγκέντρωση, μεταφορά από μακρινούς τόπους, αποθήκευση, διατήρηση κ.λπ.). Μια διαδρομή που αποκόπτοντας τους καταναλωτές από βασικές μέχρι πρότινος γνώσεις για το πώς παράγονται τα αγροτικά προϊόντα (πόσοι π.χ. γνωρίζουν σήμερα ποια είναι εκτός εποχής ή τι είδους επεξεργασία έχει απαιτηθεί για τη διατήρησή τους;) τα έχει μετατρέψει σε ένα ακόμη «τεχνητό» εμπόρευμα και έχει γιγαντώσει το ρόλο των χονδρεμπόρων και των μεσαζόντων. Στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης η παγιωμένη αυτή προσέγγιση της παραγωγής, της εμπορίας και της κατανάλωσης τροφίμων φαίνεται πως έχει ταρακουνηθεί και υπό προϋποθέσεις μπορεί να ταρακουνηθεί ακόμα περισσότερο. Η δεινή οικονομική κατάσταση της πλειονότητας των πολιτών, η αργοπορία αποπληρωμής των παραγωγών από τους χονδρέμπορους και η πίεση των τιμών προς τα κάτω (με αφορμή την πραγματική ή τεχνητή έλλειψη ρευστότητας), η μεγάλη αύξηση των τιμών των γεωργικών φαρμάκων και η διάθεση αυτοοργάνωσης του κόσμου οδήγησαν στην ανάδυση του κινήματος «χωρίς μεσάζοντες». Σύντομα το κίνημα αυτό, που περιλαμβάνει ομάδες με διαφορετικές αντιλήψεις, οι οποίες ακολουθούν ποικίλα μοντέλα οργάνωσης της δράσης τους, βρέθηκε αντιμέτωπο με νέα ερωτήματα, πέραν του πρωταρχικού «πώς μπορούν να φτάσουν φτηνά προϊόντα στους καταναλωτές».

Πρωτοβουλίες και προβληματισμοί Έτσι, ενώ οι πρώτες ομάδες (π.χ. Πιερία) εξακολουθούν και δουλεύουν πάνω στο μοντέλο της συλλογικής κατανάλωσης (και φέτος πειραματίστηκαν με επιτυχία με μια μορφή συμβολαιακής γεωργίας), άλλες φαίνεται να το απορρίπτουν και να εστιάζουν στη δημιουργία αυτοοργανωμένων «αγορών για παραγωγούς». Κάποιοι επενδύουν κυρίως στη συμβολική διάσταση του εγχειρήματος, ενώ άλλοι επιδιώκουν να δημιουργήσουν ένα δίκτυο τακτικής τροφοδοσίας των καταναλωτών με τρόφιμα. Κάποιες ομάδες ενδιαφέρονται πρωτίστως για την επίτευξη της χαμηλότερης δυνατής τιμής προς όφελος του καταναλωτή, ενώ άλλες μιλάνε για δίκαιη τιμή για τον παραγωγό και τον καταναλωτή. Και βέβαια μια σειρά από ζητήματα παραμένουν υπό διερεύνηση, όπως το πώς στην εξίσωση θα μπορούσε να περιληφθούν δύο ακόμη διαστάσεις: της εργασίας και της φιλικής προς το περιβάλλον παραγωγής.

Φυσικά τα παραπάνω ζητήματα δεν είναι καινοφανή, αλλά αντίθετα έχει επιχειρηθεί να απαντηθούν από ομάδες και κινήματα στο παρελθόν. Παρότι όμως πολλοί από τους ανθρώπους που εμπλέκονταν σε αυτά παραμένουν δραστήριοι, η αίσθηση που δημιούργησε η κρίση ότι τα πάντα ξεκινάνε από το μηδέν δεν έχει βοηθήσει στην πλήρη αξιοποίηση της συσσωρευμένης εμπειρίας. Αντίστοιχα αδύναμη είναι η αξιοποίηση και κινητοποίηση των νέων γνώσεων και δυνατοτήτων του σήμερα (π.χ. οργανωτικά μοντέλα, νέες τεχνολογίες, σύγχρονες γεωργικές μέθοδοι) για να δοθούν καινοτόμες και δυναμικές απάντηση σε νέα και παλιά ερωτήματα.

Το δίκαιο εμπόριο Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το κίνημα του «δίκαιου εμπορίου», ένας όρος που χρησιμοποιείται διεθνώς εδώ και δεκαετίες χαρακτηρίζοντας προϊόντα (τα οποία συχνά πιστοποιούνται από διεθνείς οργανισμούς) τα οποία: α) προέρχονται από χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου (Αφρική, Ασία, Παλαιστίνη κ.ά.), β) παράγονται με πρακτικές φιλικές προς το περιβάλλον (ολοκληρωμένη ή βιολογική γεωργία), γ) ακολουθούν συγκεκριμένο πλαίσιο είτε παράγονται με μισθωτή εργασία (π.χ. απαγορεύεται η παιδική εργασία), είτε από ομάδες παραγωγών ή συνεταιρισμούς (π.χ. δημοκρατική λήψη αποφάσεων, μία ψήφος ανά παραγωγό άσχετα με την παραγωγή που συνεισφέρει στον συνεταιρισμό κ.λπ.) δ) έχουν καθορισμένη από την αρχή της παραγωγικής διαδικασίας «δίκαιη τιμή» , η οποία εξασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση των παραγωγών τους και τη μελλοντική βιωσιμότητα της γεωργικής τους δραστηριότητας. Χωρίς να υποτιμάμε τις αντιφάσεις που έχουν προκύψει στα χρόνια κατά τα οποία αναπτύχθηκε το κίνημα του δίκαιου εμπορίου (π.χ. με την είσοδο πολυεθνικών εταιρειών όπως η Στάρμπακς και η Νεστλέ) δεν παύει να αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη ίσως προσπάθεια να οριοθετηθούν με ενιαίο τρόπο και τα τρία επίπεδα της αλυσίδας παραγωγής και κατανάλωσης: φιλική στο περιβάλλον παραγωγή,

αξιοπρεπείς εργασιακές σχέσεις και τιμή. Μπορούν άραγε (με δεδομένο μάλιστα ότι υπάρχουν ελληνικές ομάδες με σημαντική γνώση και πείρα πάνω στο δίκαιο εμπόριο) ιδέες και επεξεργασίες από αυτό το κίνημα να αποτελέσουν έμπνευση για απαντήσεις στα ερωτήματα που έχει μπροστά του το «Χωρίς μεσάζοντες»;

Το τρίπτυχο «Περιβάλλον Εργασιακές σχέσεις - Τιμή» Για να οριστεί μια «δίκαιη τιμή» και για τις δύο πλευρές θα πρέπει να γίνεται ανά προϊόν μια οικονομοτεχνική ανάλυση και να ορίζεται ένα βιώσιμο κέρδος για τον παραγωγό, περιλαμβάνοντας και τα προβλήματα που μπορεί να έχει η γεωργική παραγωγή σε συγκεκριμένες χρονιές. Όσο –από τη μια μεριά– σημαντικό κομμάτι του αγροτικού πληθυσμού δεν εξοικειώνεται με τέτοιες προσεγγίσεις και βασίζεται σε εμπειρικές εκτιμήσεις για το αντικείμενο της δουλειάς του, και –από την άλλη– η πολιτεία, οι αγροτικές συνδικαλιστικές ενώσεις ή τα κινήματα δεν αναπτύσσουν τέτοιου τύπου απαιτήσεις και τα ανάλογα εργαλεία, είναι λογικό οι διαθέσεις προϊόντων χωρίς μεσάζοντες να βρίσκονται μπροστά σε ένα αδιέξοδο και σε πολλαπλούς κινδύνους εκφυλισμού. Κι όμως ένας συνδυασμός απλών κανόνων και νέων μεθόδων μπορεί να ανοίξει ένα μονοπάτι προς αυτή την κατεύθυνση: π.χ. δημιουργία μηχανισμού κεντρικής καταγραφής των τιμών χονδρικής, απαίτηση από τους συμμετέχοντες παραγωγούς να έχουν «ανοιχτά βιβλία», ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση των προμηθειών και των αγοραπωλησιών τους, καθώς και των γεωργικών φαρμάκων που χρησιμοποιούν. Μέχρι να γίνει εφικτή η υλοποίηση αυτών, ο ορισμός της «δίκαιης τιμής» θα μπορούσε να καθοριστεί στο μέσο της πραγματικής τιμής χονδρικής και της τιμής λιανικής (ίσως και πιο κοντά στην τιμή χονδρικής), Με αντίστοιχη λογική μπορούν οι ομάδες «Χωρίς μεσάζοντες» να διερευνήσουν και τις άλλες πτυχές, όπως τη φιλική προς το περιβάλλον παραγωγή και τη διασφάλιση αξιοπρεπών όρων εργασίας, για έλληνες και μετανάστες


O

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

Στροφή της τοπικής αυτοδιοίκησης Η τοπική αυτοδιοίκηση αναζητά, υπό το βάρος της κρίσης, μια νέα ταυτότητα. Οι δυνάμεις του κυρίαρχου συστήματος τη θέλουν να μετασχηματίζεται σε επιτελικό όργανο που θα αγοράζει υπηρεσίες από ιδιώτες (αποκομιδή απορριμμάτων, βοήθεια στο σπίτι, παιδικοί σταθμοί κ.λπ.), ενώ η αριστερά εστιάζει στον προνοιακό χαρακτήρα της με δημιουργία δομών αλληλεγγύης. Συχνά σε όλη αυτή τη συζήτηση χάνεται ο αναπτυξιακός και προωθητικός ρόλος που μπορούν να παίξουν οι δήμοι, αφήνοντας βέβαια στην άκρη τη συνήθη πατερναλιστική λογική του κράτους. Τα ερωτήματα και οι δυνατότητες που έχουν αναδυθεί γύρω από το κίνημα «Χωρίς μεσάζοντες» κινούνται ακριβώς σε αυτόν τον τομέα, χωρίς ταυτόχρονα να είναι αδιάφορα από τη σκοπιά της κοινωνικής αλληλεγγύης. Οι δήμοι μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην ωρίμανση των διαδικασιών που προτείνει το κίνημα και στη δυναμική ανάδυση ενός νέου προτύπου συλλογικής παραγωγής και κατανάλωσης (κάτι που θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας και σε παράπλευρους τομείς), με πρωτοβουλίες όπως: 1. Δημιουργία τεχνολογικής υποδομής για ανοιχτά πρότυπα, οργανωμένη τιμολόγηση, παρακολούθηση των τιμών χονδρικής (και μάλιστα με την αξιοποίηση εργαλείων ανοιχτού λογισμικού). 2. Στήριξη της συγκρότησης αγροτικών συνεταιρισμών, συνεργατικών παντοπωλείων, ανοιχτών αγορών που θα σέβονται το τρίπτυχο «Περιβάλλον - Εργασιακές σχέσεις - Τιμή». 3. Κάλυψη της ανάγκης για ελέγχους υπολειμμάτων και ποιοτικές διασφαλίσεις. 4. Δημιουργία οργανισμών κατάρτισης, πιστοποίησης, τυποποίησης, προώθησης προϊόντων, μέσω υπερτοπικής συνεργασίας δήμων και συλλογικοτήτων. 5. Προμήθεια των λαχανικών και φρούτων που χρησιμοποιούνται στα γεύματα των παιδικών σταθμών απευθείας από συνεταιρισμούς βιολογικών αγροτών. 6. Δημιουργία αστικών λαχανόκηπων και σεμιναρίων καλλιέργειας.

εργάτες γης. Σήμερα, η ελπίδα ότι το κίνημα χωρίς μεσάζοντες θα συσπείρωνε αυθορμήτως παραγωγούς μεταξύ τους, όπως έκανε με τους καταναλωτές, έχει εξανεμιστεί και ο κατακερματισμός είναι παραπάνω από εμφανής. Πρέπει άραγε να γίνει καθολική απαίτηση η συμμετοχή μόνο συνεταιρισμών αγροτών που θα δεσμεύονται και θα αποδεικνύουν μέσα από ανοιχτές πλατφόρμες ότι πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις; Αντίστοιχα πρέπει να προωθηθεί η δημιουργία σταθερών αγορών (υπαίθριων ή σε συνεταιριστικά καταστήματα) τα οποία επίσης θα σέβονται και θα προωθούν αποτελεσματικά τις παραπάνω αρχές; Κάτι τέτοιο εκτός από το να καλλιεργεί μια νέα επιχειρηματική/πολιτική κουλτούρα θα δημιουργούσε έναν διακριτό ποιοτικό χώρο αγροτικής παραγωγής και εργασίας, ο οποίος θα μπορούσε να στηρίξει υψηλότερου επιπέδου ελέγχους (π.χ. χημικούς, ποιοτικούς, τυποποίησης) με αντάλλαγμα τη βιωσιμότητα που θα του παρέχουν οι καταναλωτές.

Λιτότητα και κακή διατροφή Αφού δεν μπορούν να διαθέσουν περισσότερα χρήματα, ας τους αφήσουμε να τρώνε junk! Η κονσερβοποιία Princes, μια εταιρεία με βάση το Λίβερπουλ της Αγγλίας, παρουσίασε ρεκόρ κερδών για το τελευταίο έτος. Η εταιρεία παράγει κρέας, ψάρι και έτοιμα γεύματα σε κονσέρβα. Οι πωλήσεις της αυξήθηκαν κατά 15% στο εσωτερικό και κατά 25% στο εξωτερικό. Από μελέτες στη Μ. Βρετανία και διεθνώς καταδεικνύεται ότι η αυξανόμενη ανεργία και οι μειώσεις των μισθών ωθούν τους πολίτες να στραφούν προς το πρόχειρο, φτωχό σε διατροφική αξία φαγητό. Το βιβλίο της Felicity Lawrence “Not on the label: What really goes into your food in your plate” επανακυκλοφόρησε πρόσφατα με την προσθήκη ενός κεφαλαίου αφιερωμένο στο σκάνδαλο με το αλογίσιο κρέας. Σ’ αυτό, η Felicity Lawrence υπογραμμίζει τις πολιτικές επιλογές που δρουν υποστηρικτικά προς τη βιομηχανία, από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και τις συνέπειες και προεκτάσεις αυτών των επιλογών. Το σκάνδαλο του αλογίσιου κρέατος ερμηνεύεται ως σημάδι αποτυχίας του τρόπου λειτουργίας του παγκόσμιου συστήματος της βιομηχανίας τροφίμων. Τα τεράστια υπερκέρδη της βιομηχανίας τροφίμων τις τελευταίες δεκαετίες βασίστηκαν στο φτηνό πετρέλαιο, αγνοώντας τις δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η εποχή που διανύουμε συνεπάγεται αρκετά υψηλό ενεργειακό κόστος για τους μεταποιητές κρέατος. Παράλληλα οι πολιτικές λιτότητας που έχουν τεθεί σε εφαρμογή από τις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις έχουν αυξήσει την ανεργία και έχουν μειώσει την αγοραστική δύναμη των πολιτών ακόμη και σε βασικά είδη διατροφής. Από την άλλη, οι αλυσίδες των σούπερ μάρκετ πρέπει και αυτές να αντιμετωπίσουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος και παράλληλα να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των μετόχων τους για συνεχώς αυξανόμενο κέρδος. Γίνεται εμφανές ότι αυτό το σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει πια. Στην προσπάθεια λοιπόν να μειωθούν οι απώλειες κέρδους για τους μετόχους των σούπερ μάρκετ, οι τιμές των φθηνών επεξεργασμένων κρεάτων τίθενται υπό διαπραγμάτευση κάθε δώδεκα εβδομάδες. Το γεγονός αυτό πιέζει τα περιθώρια κέρδους για τους μεταποιητές κρέατος – με τελικό αποτέλεσμα την απάτη προς τους καταναλωτές, όπως ακριβώς συνέβη με το σκάνδαλο του αλογίσιου κρέατος. Αυτό που πρέπει να υπογραμμιστεί εδώ είναι ο καίριος ρόλος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που προηγήθηκαν της οικονομικής ύφεσης και της λιτότητας και οδήγησαν σε σωρεία απορρυθμίσεων. Η ιδεολογική βάση της απορρύθμισης εδράζεται στην αντίληψη ότι η αγορά και οι βιομηχανίες πρέπει να αφήνονται ελεύθερες να αυτορυθμίζονται και ότι ο έλεγχος από το κράτος πρέπει να μειωθεί. Όπως είναι λογικό, το δημόσιο συμφέρον για την ασφάλεια των τροφίμων έρχεται σε σύγκρουση με το ιδιωτικό συμφέρον της βιομηχανίας τροφίμων για κέρδος, και το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του ρίσκου όσον αφορά την υγεία των καταναλωτών. Η πιθανότητες ρίσκου φυσικά έχουν καθαρά ταξικό χαρακτήρα. Τα φθηνά έτοιμα γεύματα και τα προϊόντα επεξεργασμένου κρέατος απευθύνονται σε πολίτες με χαμηλό εισόδημα. Είναι οι πολίτες που δεν έχουν τη δυνατότητα να διαθέσουν χρήματα για προϊόντα με υψηλή διατροφική αξία. Ένα ακόμη πολύ σοβαρό ζήτημα που προκύπτει από την γενικευμένη απορρύθμιση είναι το ζήτημα της περιστασιακής εργασίας στον τομέα των τροφίμων που αποτελεί μία νέα μορφή δουλείας για τους εργαζόμενους σε αυτές τις θέσεις. Οι μεγάλες αλυσίδες σουπερ μάρκετ έχοντας ως στόχο να μειώσουν το ρίσκο απώλειας κέρδους και σπατάλης των προϊόντων τους, εφαρμόζουν ένα σύστημα παραγγελιών που βασίζεται σε στοιχεία της κατανάλωσης που ενημερώνονται διαρκώς. Για να ανταπεξέλθουν στην μεταβαλλόμενη ζήτηση, οι προμηθευτές πρέπει να διαθέτουν πλεονάζον διαθέσιμο εργατικό δυναμικό. Οι θέσεις περιστασιακής εργασίας που δημιουργούνται είναι πολύ επισφαλείς για τους εργαζόμενους που εργάζονται για όσες ώρες και όποτε υπάρχει ανάγκη. Υπάρχουν φυσικά σοβαρές καταστρατηγήσεις εργασιακών δικαιωμάτων και σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ οι θέσεις συνήθως καλύπτονται από οικονομικούς μετανάστες. Υπάρχει όμως διέξοδος από αυτό το κλειστό σύστημα ή είμαστε καταδικασμένοι να τρεφόμαστε με ότι μεγιστοποιεί το κέρδος των μονοπωλίων της βιομηχανίας τροφίμων και τα bonus των στελεχών των μεγάλων αλυσίδων των σούπερ μάρκετ; Οι νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν επιθυμούν την αλλαγή του συστήματος αλλά το σύστημα ήδη τρίζει: Υπάρχει διέξοδος μέσα από κινήσεις και πρωτοβουλίες όπως είναι τα εναλλακτικά δίκτυα τροφής, οι αγορές τροφίμων χωρίς μεσάζοντες και οι συνεταιριστικές πρωτοβουλίες στον τομέα των τροφίμων. Όλες αυτές οι κινήσεις αντιστέκονται στην κυριαρχία της βιομηχανίας τροφίμων και μπορούν να φέρουν τον σπόρο της αλλαγής του συστήματος και της ανατροπής του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος.

ΠαναγιΩτης ΠΑντος πολιτικός επιστήμονας

ΠαναγιΩτης ΣκοτειδΑκης γεωπόνος μέλη Δημοτικής κίνησης «Στροφή Νέας Σμύρνης»

07

ΙΝΩ ΣΙΩΖΙΟΥ Πηγή: συνέντευξη της Felicity Lawrence στο transitionnetwork.org (Νοέμβριος 2013)


O

08

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

Ο ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΚΚΙΝΟΙ ΣΚΟΥΦΟΙ Μολονότι εμφανίζεται μετριοπαθής και δυναμική, η χερσόνησος της Βρετάνης έζησε ένα περιπετειώδες φθινόπωρο. Τι συνέβη όμως ώστε οι Βρετόνοι, που υποστήριξαν ευρέως την υποψηφιότητα του σοσιαλιστή Ολάντ, να διαδηλώνουν κατά εκατοντάδες χιλιάδες, να καταστρέφουν τα σημεία ελέγχου και στο τέλος να επιτυγχάνουν την υποχώρηση της κυβέρνησης ως προς αυτόν τον περιβόητο φόρο ρύπανσης;

Ο βρετονικός αγροτοδιατροφικός τομέας σε κρίση Οι επιλογές της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) και των κυβερνήσεων που τις στηρίζουν διαμόρφωσαν τη Βρετάνη. Υπερεξειδεικευμένη στην επιδοτούμενη εξαγωγή βιομηχανικής παραγωγής χοιρινού ή τεμαχισμένων κοτόπουλων, αυτή η περιοχή υφίσταται σήμερα καταστροφικές συνέπειες. Εκατομμύρια ευρώ ενίσχυσαν τον τομέα παραγωγής, όπως για παράδειγμα τις πτηνοτροφικές επιχειρήσεις Doux και Tilly Sabco ώστε να καταφέρουν να πουλούν φτηνά κυρίως στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή ο όμιλος Doux αγόρασε πτηνοτροφεία στη Βραζιλία, ανταγωνιστικά αυτών της Βρετάνης, τα οποία για να αντέξουν τον ανταγωνισμό, κατέφυγαν σε απολύσεις εργαζομένων. Για δεκάδες χρόνια αυτή η πολιτική ανάγκασε τους αγρότες να επεκταθούν και να εργάζονται ως συμβασιούχοι ώστε να μειώσουν το κόστος παραγωγής. Έπρεπε να παράγουν περισσότερο, δεν έχει σημασία πώς, θυσιάζοντας την υγεία τους, την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος και το περιβάλλον. Η γαλλική αγροτοδιατροφική βιομηχανία, μία από τις σημαντικότερες στον κόσμο, απασχολεί σχεδόν 500.000 εργάτες. Οι συνθήκες εργασίας είναι επισφαλείς και κοπιαστικές στα σφαγεία, στα εργαστήρια τεμαχισμού και συσκευασίας. Αντιμέτωπη με τον ανταγωνισμό από δεξαμενές παραγωγής λιγότερο δαπανηρές (όπως η Βραζιλία ή η Γερμανία όπου οι εργάτες εί-

ναι κακοπληρωμένοι), η βιομηχανία αυτή βρίσκεται στα όριά της. Σε μια προσπάθεια να διασωθεί ο τομέας, προσλαμβάνει «περιστασιακά εργαζόμενους» που συχνά προέρχονται από την Ανατολική Ευρώπη. Η κρίση που πλήττει αυτό το βρετονικό αγροτοδιατροφικό μοντέλο προκάλεσε χιλιάδες απολύσεις, μετεγκαταστάσεις και διαδοχικό κλείσιμο εργοστασίων.

Ο οικολογικός φόρος: η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι Αυτό το ιδιαίτερο τοπικό περιβάλλον αυξάνει τη βαθιά δυσπιστία προς τη σημερινή γαλλική κυβέρνηση. Στη Βρετάνη, η απόρριψη της ακολουθούμενης πολιτικής παίρνει τη μορφή απόρριψης του οικολογικού φόρου που επινόησε το «Grenelle de l’Environnement — Πολυμερής Διάλογος για το Περιβάλλον» ώστε να χρηματοδοτήσει τις απαραίτητες υποδομές για τον περιορισμό της οδικής μεταφοράς των εμπορευμάτων. Οι μεταφορείς πρέπει να πληρώνουν αυτόν το φόρο στη βάση του «ο ρυπαίνων πληρώνει». Και παρότι έπρεπε να βοηθήσει εξίσου στον αναπροσανατολισμό της οδικής διακίνησης προς την πλωτή εμπορευματική μεταφορά, αυτός ο φόρος έτσι όπως αποφασίστηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση και επικυρώθηκε από την κυβέρνηση του Ολάντ αυξάνει τα προβλήματα και τις ανακολουθίες. Κατ’ αρχάς, δεν εφαρμόζεται στους αυτοκινητόδρομους με διόδια, με αποτέλεσμα να αυξάνεται πολύ η κίνηση. Επίσης, καθώς δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στις μετα-

φορές με φορτηγά στη Βρετάνη, πώς λοιπόν θα γίνει ο αναπροσανατολισμός; Και το χειρότερο, είναι ο πρώτος ως προς την είσπραξη φόρων: η κυβέρνηση υπέγραψε σύμπραξη ιδιωτών-δημοσίου με την Ecomouv (είδος κοινοπραξίας επιχειρήσεων, στις οποίες βρίσκει κανείς την SNCF αλλά και την Goldman Sachs). Πραγματικά σκάνδαλο: το 20% του φόρου που εισπράττεται επιστρέφει σ’ αυτή την επιχείρηση που εγκατέστησε πολύ ακριβά σημεία ελέγχου για τα φορτηγά. Για όλους αυτούς τους λόγους, ετούτη η οικολογική φορολογία μοιάζει τιμωρητική, καθιστώντας ευπαθή έναν εξαγωγικό αγροτοδιατροφικό τομέα που ήδη αντιμετωπίζει δυσκολίες, χωρίς να προσφέρει πραγματικές προοπτικές οικολογικής αλλαγής.

Κόκκινοι Σκούφοι για να εκφράσουν την ανησυχία τους Η κρίση του αγροτοδιατροφικού τομέα, οι οικονομικές και κοινωνικές εντάσεις στους αγρότες και στους εμπόρους, το αίσθημα φορολογικής επίθεσης, οι μαζικές απολύσεις εργατών αλλά και η κατάργηση της ενίσχυσης των εξαγωγών περιγράφουν ετούτο το ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον. Σ’ αυτούς τους παράγοντες προστίθεται μια κάποια οικολογική αμφισβήτηση του περιβόητου βρετονικού αγροτοδιατροφικού μοντέλου ως συνέπεια του σκανδάλου των πράσινων φυκιών στις βρετονικές ακτές που οφείλονται στην αυξημένη χρήση νιτρικών από την εντατική γεωργία και ιδιαίτερα από την εκτροφή χοίρων. Εξάλλου,

τα υγειονομικά σκάνδαλα και τα σκάνδαλα νοθείας που πλήττουν την αγροτοδιατροφική βιομηχανία ενίσχυσαν τα ερωτηματικά των καταναλωτών ως προς την ποιότητα των «low-cost» τροφίμων. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε το κίνημα που έχει ως διακριτικό τον κόκκινο σκούφο, κάνοντας αναφορά στην επανάσταση κατά τον 16ο αιώνα των Βρετόνων αγροτών ενάντια στις αυξήσεις των φόρων που επιβλήθηκαν από την τοπική αριστοκρατία και τον βασιλιά. Αγνοώντας τον ταξικό χαρακτήρα αυτών των περασμένων εξεγέρσεων, οι τοπικοί ηγέτες των Κόκκινων Σκούφων έδωσαν στις πρόσφατες κινητοποιήσεις τους έναν τοπικιστικό χαρακτήρα, αντιπαραθέτοντας τη Βρετάνη-τόπο εργασίας στο Παρίσι-τόπο εξουσίας. Οι Κόκκινοι Σκούφοι επωφελούνται έτσι της βρετονικής τοπικιστικής παράδοσης και ανεξαρτησίας. Η πρώτη τους δράση ήταν να καταστρέψουν τους σταθμούς ελέγχου που χρησίμευαν για την είσπραξη του οικολογικού φόρου. Ακολούθησαν σημαντικές διαδηλώσεις, όπως για παράδειγμα εκείνη των 30.000 ατόμων στο Κεμπέρ. Αυτό το ετερόκλητο κίνημα αποτελούνταν από γεωργούς που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της FDSEA, όπως και από κάποιους επιχειρηματίες (ιδρυτές μεγάλων αγροτοβιομηχανικών ομίλων). Η FDSEA και η MEDEF διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στον οικολογικό φόρο, στην ανάλγητη φορολογία και για τη συνέχιση της ενίσχυσης του εξαγωγικού εμπορίου. Από την άλλη, οι απολυμένοι εργάτες του GAD (σφαγεία) και άλλων αγροτοδιατροφικών εργοστασί-


O

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

ων συναντήθηκαν εκεί για να υπερασπιστούν την εργασία τους, ανταποκρινόμενοι κυρίως στο κάλεσμα της Force Ouvrière, συνδικάτο ιδιαίτερα δραστήριο σ’ αυτό τον τομέα. Αλλά και οι πολιτικοί υποστηρικτές αυτής της ένωσης είναι ετερόκλητοι, από την άκρα Αριστερά στη Δεξιά και στο Εθνικό Μέτωπο του Λε Πεν, μέχρι τις ακροδεξιές επιθετικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες. Το δίδυμο των εκπροσώπων αυτού του κινήματος είναι επίσης περίεργο: από τη μια ο δήμαρχος του Καραί, τοπικιστής, χωρίς να έχει χαρακτηριστεί αλλά περισσότερο τοποθετημένος προς τ’ αριστερά και, από την άλλη, ο ηγέτης της FDSEA, καταγεγραμμένος στη Δεξιά.

Αναμορφώνοντας τη διατροφική κυριαρχία Πλάι σ’ αυτή την κινητοποίηση για να διασωθεί ο βρετονικός αγροτοδιατροφικός τομέας, μερικά εργατικά συνδικάτα, η Αγροτική Ομοσπονδία και ορισμένες αριστερές δυνάμεις (το Αριστερό Μέτωπο, οι Πράσινοι Ευρώπη-Οικολογία) δοκίμασαν να αναπροσανατολίσουν τη συζήτηση. Προσπάθησαν, για παράδειγμα, να υπενθυμίσουν ότι στο κέντρο του αισθήματος της φορολογικής αδικίας βρίσκεται η μεταφορά σημαντικών ποσών προς το κεφάλαιο. Έτσι, μακράν των προεκλογικών υποσχέσεων του Φρανσουά Ολάντ περί προοδευτικής φορολόγησης, οι προσπάθειες γίνονται από τους λιγότερο εύπορους. Αυτές οι δυνάμεις επιχείρησαν να καταγγείλουν την ανεπαρκή και άδικη αγροτική πολιτική που επιδοτεί τον αγροτοδιατροφικό τομέα ο οποίος βασίζεται σε άθλιες συνθήκες εργασίας (για τους αγρότες ή τους εργάτες), είναι ενεργοβόρος και ιδιαίτερα ρυπογόνος και παράγει τρόφιμα χαμηλής ποιότητας. Αλλά στην πραγματικότητα οι συνδικαλιστικές ή πολιτικές διαδηλώσεις που οργανώθηκαν δεν επέτρεψαν να εστιαστεί ξανά η συζήτηση: κανένα από τα σημαντικά θέματα, όπως η φορολογική αδικία, το σκάνδαλο των ενισχύσεων των εξαγωγών ή η αναποτελεσματικότητα αυτού του οικολογικού φόρου δεν κατέστη δυνατό να διαφανεί εμπρός στις ετερόκλητες διεκδικήσεις των Κόκκινων Σκούφων. Εντούτοις, η κυβέρνηση Ολάντ που επιθυμεί τη στήριξη της Αριστεράς θα μπορούσε να προτείνει μια επαρκή οικολογική και κοινωνική πολιτική. Για να προστατέψει την απασχόληση βραχυπρόθεσμα, θα έπρεπε να υποστηριχτούν η ανάκαμψη και η ανα-

διάρθρωση. Για τις επιχειρήσεις που είχαν τις περισσότερες δυσκολίες στον αναπροσανατολισμό της παραγωγής τους, η εθνικοποίηση είναι μια λύση ανάγκης. Για τις άλλες, θα μπορούσε να υποστηριχτεί η ανανέωση με τη μορφή συνεταιρισμού: η Fralib ή η Pulpa στη Γαλλία μας δείχνουν ότι είναι δυνατό! Κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, οπότε έγινε η διαπραγμάτευση της ΚΑΠ, η Γαλλία θα μπορούσε να προτείνει τον αναπροσανατολισμό των ενισχύσεων στα μικρά αγροκτήματα και να μην επαναλάβει τα παλιά λάθη, δηλαδή τον προσανατολισμό προς τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις ή τον αγροτοδιατροφικό τομέα. Παράλληλα, θα έπρεπε να καταρτιστεί μεσοπρόθεσμα ένα ευρύ σχέδιο ριζικής μετατροπής της εξαγωγικής και χαμηλής ποιότητας γεωργίας προς μια ποιοτική παραγωγή με περιορισμό των μεσαζόντων. Επίσης, με σκοπό να χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη των μη οδικών (πλωτών) μεταφορικών υποδομών από τους πλέον εύπορους, πρέπει να αποκατασταθεί η προοδευτική φορολόγηση. Επιπλέον, πρέπει να προταχθεί μια πραγματικά οικολογική φορολόγηση, που θα φορολογεί ρυπογόνα, ενεργοβόρα ή ανωφελή προϊόντα. Για να είμαστε κοινωνικά και οικολογικά δίκαιοι, αυτή η πολιτική θα παρεμποδίζει την υπέρμετρη συσσώρευση τόσο διαφορετικών συμφερόντων, όπως των μισθωτών και των εργοδοτών ή των μικρών και μεγάλων καλλιεργητών. Στην Ευρώπη της κρίσης όπου οι κοινωνικές εντάσεις εκφράζονται με τρόπο πολύπλοκο, οι Κόκκινοι Σκούφοι επέβαλαν στη σοσιαλιστική κυβέρνηση να παγώσει τον οικολογικό φόρο και να ενισχύσει με ποσό ύψους 20 δισ. ευρώ τη Βρετάνη. Αυτό το κίνημα κατάφερε να αποδυναμώσει την αξιοπιστία της οικολογικής πολιτικής, καλύπτοντας έτσι την αναγκαιότητα του αναπροσανατολισμού του βρετονικού αγροτοδιατροφικού μοντέλου και της δράσης όσον αφορά την κλιματική αλλαγή. Ενάντια στους φόρους αλλά υπέρ των επιδοτήσεων, οι Κόκκινοι Σκούφοι έκαμψαν την κυβέρνηση, ενώνοντας εργοδότες, βιοτέχνες και εργάτες, μικρούς και μεγάλους καλλιεργητές σε μια μάχη όπου μόνο οι πρώτοι βγαίνουν νικητές. ΡΩΞΑΝΗ ΜΗΤΡΑΛΙΑ μέλος του Αγροτικού Αριστερού Μετώπου (Γαλλία)

GaΕl Blanc αγρότης, συνδικαλιστής της Αγροτικής Ομοσπονδίας.

09

Η πράσινη ανάπτυξη στην ΕΕ ξεθωριάζει Η φήμη της ΕΕ ως πρωτοπόρας στην περιβαλλοντική υπευθυνότητα μπορεί σύντομα να αποτελεί παρελθόν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλει να παραιτηθεί από τους φιλόδοξους στόχους προστασίας του κλίματος και να ανοίξει το δρόμο για το σχιστολιθικό αέριο. Όπως αναφέρει πρόσφατο ρεπορτάζ της Süddeutsche Zeitung, πηγές της Κομισιόν υπονοούν εδώ και καιρό ότι η Επιτροπή σκοπεύει να απομακρυνθεί από τους φιλόδοξους στόχους προστασίας του κλίματος. Μετά από αίτημα του Προέδρου της Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν θα λαμβάνουν συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αν και ο δηλωμένος στόχος για αύξηση του μεριδίου της πράσινης ενέργειας στην ΕΕ έως και στο 27% θα παραμείνει. Έως το 2020 όμως το αργότερο –όταν η τωρινή δέσμευση για περαιτέρω αύξηση του μεριδίου της πράσινης ενέργειας λήγει- η προστασία του κλίματος θα επιδιώκεται στην ΕΕ σε εθελοντική βάση. Με αυτή την πολιτική, η Ευρωπαϊκή Ένωση διακινδυνεύει σοβαρά το ρόλο της ως κινητήρια δύναμη στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής. Το 2007, όταν η Γερμανία είχε την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η Επιτροπή πήρε απόφαση για ένα νομοθετικό πακέτο σε σχέση με το κλίμα και την ενέργεια, γνωστό ως «Στόχοι 20-20-20» με στόχο την υλοποίησή τους το 2020. Αυτά περιλάμβαναν: • 20% μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της ΕΕ • αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών στην ενέργεια της ΕΕ στο 20% • 20% βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας στην ΕΕ Όλοι οι στόχοι αναφέρονται στα επίπεδα του 1990 και θα μπορούσαν να υλοποιηθούν. Όμως στο μέλλον η ευρωπαϊκή κλιματική και ενεργειακή πολιτική μπορεί να περιοριστεί σε ένα μόνο στόχο: τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου. Στις 22 Ιανουαρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα δημοσιεύσει ένα νέο σχέδιο πολιτικών για το κλίμα και την ενέργεια με προτεινόμενους στόχους για το 2030 σχετικά με τη μείωση των εκπομπών άνθρακα και αύξησης του μεριδίου της ανανεώσιμης ενέργειας. Τα σχέδια της Κομισιόν δεν θέτουν νέους δεσμευτικούς στόχους για την ενεργειακή αποδοτικότητα. Επιπλέον, η Επιτροπή θέλει να ανοίξει το δρόμο στην ΕΕ για την «υδρορωγμάτωση» (fracking), μια ιδιαίτερα επιβαρυντική περιβαλλοντικά μέθοδο για την εξόρυξη του σχιστολιθικού αερίου (χώρες όπως η Βουλγαρία και η Γαλλία την έχουν απαγορεύσει). Το Ευρωκοινοβούλιο δεν αναμένεται να ικανοποιηθεί με τα σχέδια της Κομισιόν. Μόλις στις αρχές Ιανουαρίου μια ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία ψήφισε τη μείωση εκπομπών άνθρακα σε επίπεδο ΕΕ κατά 40% έως το 2030 και αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών σε τουλάχιστον 30% της ενεργειακής κατανάλωσης. Σύμφωνα με το Spiegel, η κίνηση της Κομισιόν απομονώνει τη Γερμανία. Η κυβέρνηση της Μέρκελ επιδιώκει να αυξήσει το μερίδιο των ανανεώσιμων στο ενεργειακό μείγμα της χώρας στο 60% έως το 2036. Ο Sigmar Gabriel, πρόεδρος του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και υπουργός ενέργειας και οικονομικών, πρόσφατα κάλεσε τους Επιτρόπους Κλίματος και Ενέργειας να προωθήσουν υποχρεωτικούς στόχους επέκτασης της ανανεώσιμης ενέργειας στην ΕΕ το 2030. Όμως, εντός της Επιτροπής το φιλόδοξο σχέδιο είναι αμφιλεγόμενο εδώ και καιρό, ενώ το ίδιο ισχύει και για κράτη-μέλη της ΕΕ. Πριν τα Χριστούγεννα υπουργοί οκτώ χωρών μελών, μεταξύ των οποίων η Γερμανία και η Γαλλία, κάλεσαν με μία επιστολή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να θέσει «στόχο για ανανεώσιμη ενέργεια». Όμως μερικές χώρες, όπως η Γαλλία, συμμετείχαν στην έκκληση διστακτικά. Το Παρίσι μπορεί να προτιμά να βασιστεί στην πυρηνική ενέργεια για να πιάσει τους αυστηρούς στόχους εκπομπών άνθρακα. Αλλά και ο Επίτροπος Ενέργειας Günther Oettinger, Γερμανός του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, επίσης δείχνει απροθυμία για τον ορισμό ξεκάθαρων στόχων για το μερίδιο των ανανεώσιμων και προτιμά να προσδιοριστούν στόχοι μόνο για τη μείωση εκπομπών άνθρακα. ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΟΥΡΑΚΗΣ


10

O

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

σιδηρόδρομοι και μετασχηματισμός πέρα από τον κεντρικό σχεδιασμό και τις ιδιωτικοποιήσεις

Η κατάσταση σήμερα Ανατρέχοντας στην επίθεση που έχει διεξαχθεί στους δημόσιους φορείς το τελευταίο διάστημα με γνώμονα την απόσπαση εσόδων με κάθε μέσο και κόστος, ιδιαίτερα κομβικό ρόλο κατέχει η λογική ιδιωτικοποίησης των σιδηροδρόμων θυμίζοντας όλο το πλέγμα επιθέσεων του νεοφιλελευθερισμού ενάντια στα κοινά όπως έχει διεξαχθεί εδώ και είκοσι χρόνια στη Βρετανία. Μετά την ιδιωτικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και της Rosco που ήταν υπεύθυνες για τις μεταφορές (επιβατών και εμπορευματικού υλικού) και τη συντήρηση των γραμμών, η κυβέρνηση προχώρησε και σε νέες Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) με στόχο την παραχώρηση και άλλων δικτύων σε νέους αναδόχους οι οποίοι είναι συνήθως μεγάλες κατασκευαστικές εταιρίες. Οι ανάδοχοι αυτοί αναλαμβάνουν πλήρως τη συντήρηση των κομματιών που τους παραχωρούνται, ενώ ο ΟΣΕ διατηρεί μόνο τυπικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα χωρίς καμία δυνατότητα ελέγχου του έργου τους. Σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση μάλιστα της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σιδηροδρομικών, στα τρία χρόνια της μνημονιακής πολιτικής καταργήθηκε περίπου το 30% του σιδηροδρομικού δικτύου με τη σημερινή του έκταση να υπολογίζεται στα 2000 km περίπου. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα της επίθεσης στα δικαιώματα των εργαζόμενων στους σιδηροδρόμους με μειώσεις εισφορών και παροχών κοντά στο 60-70%, αντανακλώντας την υποβάθμιση των οργανισμών (ΟΣΕ, ΤΡΑΙΝΟΣΕ, ΕΡΓΟΣΕ) ως σύνολο.

Η βρετανική περίπτωση Αν δούμε τα εγχειρήματα των ιδιωτικοποιήσεων σιδηροδρόμων διεθνώς, εμβληματικό ρόλο κατέχει η Βρετανία αποτελώντας μάλιστα και παράδειγμα για τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ως προς την ιδιωτικοποίηση και στην ελληνική περίπτωση. Όμως, στη Βρετανία έχουμε άλλη μια τραγική υπενθύμιση της παταγώδους αποτυχίας τέτοιων εγχειρημάτων. Μετά την ιδιωτικοποίησή του στις αρχές της δεκαετίας του 1990 το βρετανικό σιδηροδρομικό δίκτυο εισήλθε σε μία καθοδική πορεία απαξίωσης και σταδιακής υποβάθμισης.

Η ελλειμματική συντήρηση του δικτύου οδήγησε σε τρία τραγικά δυστυχήματα τις χρονιές 1997, 1999 και 2000 (Σάουθχολ, Λάντμπρουκ Γκρόουβ και Χάτφιλντ) με συνολικά 41 νεκρούς. Έτσι η κυβέρνηση εξαναγκάστηκε στην επανακρατικοποίηση της ιδιωτικής Railtrack και τη δημιουργία της δημόσιας Network Rail με αποκλειστική ευθύνη τη συντήρηση του δικτύου. Όμως, ένα ακόμη κομβικό λάθος ήταν ο διαχωρισμός της λειτουργίας από τη συντήρηση μέσω της κατάτμησης των αντίστοιχων φορέων: η λειτουργία εξακολούθησε να δίνεται εργολαβικά σε ιδιωτικές εταιρίες με άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση στη συχνότητα των δρομολογίων και την ραγδαία υποβάθμιση του συνόλου των υπηρεσιών με ακριβότερα εισιτήρια, τιμολογιακή πολιτική που καθιστά τους φτωχότερους περισσότερο ευάλωτους και αυξημένα φορολογικά βάρη για τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα.

Προβληματισμοί γύρω από τις εναλλακτικές Ωστόσο, συνυπολογίζοντας τα παραπάνω ακόμη και μια ενδεχόμενη κρατικοποίηση δε μοιάζει να αποτελεί ιδανική λύση χωρίς προβληματικές και δύσκολα μονοπάτια. Στη Βρετανία, μετά την αποτυχία των ιδιωτικοποιήσεων πολλές επιμέρους περιφέρειες (όπως η Σκωτία, αλλά και κάποιες άλλες τοπικές αρχές στα Βόρεια) έχουν προχωρήσει στη σύσταση δικών τους φορέων για την κατασκευή, διαχείριση και λειτουργία των σιδηροδρόμων προχωρώντας και σε επενδύσεις μέσω του ανοίγματος παλαιών και αδρανοποιημένων γραμμών, την επέ-

κταση σε νέες περιοχές και την ανανέωση του «στόλου» των συρμών. Μια κρατικοποίηση που θα επανέφερε έναν αμιγώς κεντρικό σχεδιασμό θα καθιστούσε τέτοιου τύπου αποκεντρωμένες μορφές οργάνωσης περισσότερο ομογενοποιημένες, δυσχεραίνοντας την ανάπτυξη μιας περιφερειακής πολιτικής στη βάση της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης. Περιπτώσεις τοπικών επιχειρήσεων όπως η Merseytravel, η Scotrail και οι Μεταφορές του Λονδίνου αναδεικνύουν τις αποκεντρωμένες μορφές διοίκησης ως πεδίο που καθιστά ευκολότερο το δημοκρατικό έλεγχο, την εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών στο σχεδιασμό και τη στενή επαφή με τα καθημερινά προβλήματα μέσω της διευρυμένης συμμετοχής των επιβατών στους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους οικονομικούς και διαχειριστικούς σχεδιασμούς. Στα πλαίσια της παραπάνω διάσπασης και του καταμερισμού της ευθύνης των σιδηροδρόμων σε πολλούς διαφορετικούς φορείς, μια σκέψη είναι πως μια κεντρικοποίηση του σχεδιασμού υπό έναν ενιαίο φορέα θα κατέστρεφε τα πλεονεκτήματα που παρέχουν οι περισσότερο τοπικοποιημένες μορφές που ήδη έχουν εφαρμοστεί με σχετική επιτυχία. Για το λόγο αυτό μια καλή ιδέα που έχει προκύψει τον τελευταίο καιρό στη Βρετανία (με την περίπτωση της Rail in the North) είναι η διαμόρφωση εταιριών διαχείρισης συνεταιριστικού και συνδιαχειριστικού τύπου που θα συμπυκνώνουν το σχεδιασμό των διαφόρων εγχειρημάτων σε επίπεδο περιφέρειας, έχοντας παράλληλα την ευθύνη του συντονισμού των τοπικών διοικήσεων και την κατασκευή περισσότε-

ρο μακροπρόθεσμων πλάνων. Η λογική αυτή ακολουθήθηκε λόγω της πολιτικής της χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) που εφαρμόζεται στη Βρετανία με τις τράπεζες να κατέχουν μεγάλο μέρος των συρμών και να τους νοικιάζουν στους εκάστοτε φορείς υποσκάπτοντας όποια πολιτική κρατικοποίησης, προτάσσοντας το ζήτημα του αρχικού κόστους που συνήθως μετακινείται στους φορολογούμενους. Για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο υπάρχει ανάγκη για την επιβολή ενός ανώτατου ορίου στο ποσοστό κέρδους που προκύπτει από τη μίσθωση.

Ένα μικρό συμπέρασμα Φαίνεται από τα παραπάνω σημεία πως κάθε ασκούμενη πολιτική στο ζήτημα των σιδηροδρόμων δεν είναι σε καμία περίπτωση μια απλή υπόθεση που έχει να κάνει μόνο με το σχεδιασμό που εκπονείται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Κάθε μετάβαση όπως δείχνει το αγγλικό παράδειγμα έχει νικητές και χαμένους, που δεν αποτελούν απλά ενδιαφερόμενα μέρη αλλά επιδρούν με τη σειρά τους στον τρόπο που οργανώνεται όλο το κοινωνικοοικονομικό πλέγμα σχέσεων και τρόπων άσκησης πολιτικής σε κάθε γεωγραφικό επίπεδο. Μια πολιτική πάνω σε αυτά τα ζητήματα δε μπορεί παρά να εξερευνά όλες τις πιθανές διαδρομές ενός μετασχηματισμού, μελετώντας τις πολυπλοκότητες και τις παραδοχές του. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜΑΣ


O

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

11

εξορύξεις και Λατινική Αμερική Οι περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής βρίσκονται τα τελευταία αρκετά χρόνια σε μια διαδικασία οικονομικού, κοινωνικού και οικολογικού μετασχηματισμού. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο γνωστός Πορτογάλος πανεπιστημιακός Μποαβεντούρα Ντε Σόουζα Σάντος «[Στη Λατινική Αμερική] πλέον κυριαρχούν έννοιες και ιδέες που δεν υπήρχαν μόλις δέκα χρόνια πριν: Έννοιες όπως Buen Vivir, Pachamama, πρακτικές για τα δικαιώματα της φύσης και κυρίως νομοθετικές ρυθμίσεις για τα δικαιώματα των ιθαγενών στην (κοινή) γη τους. Η ιδέα ότι η γη δεν μπορεί να είναι μόνο δημόσια ή ιδιωτική αλλά και κοινοτική είναι μια μεγάλη κατάκτηση και παρακαταθήκη. Αντίστοιχα η ιδέα, που προέρχεται από τη Βολιβία τα τελευταία χρόνια, ότι έχουμε πλέον τρεις μορφές δημοκρατίας: την αντιπροσωπευτική, τη συμμετοχική και την κοινοτική, σε συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ τους, δείχνει ότι έχουμε νέα μέσα και όπλα για μια μεγάλη ιδεολογική μάχη που ήδη συμβαίνει». Από την άλλη βέβαια, μάλλον όλες οι προοδευτικές και αριστερές κυβερνήσεις της ηπείρου με πρώτες τη Βενεζουέλα, τη Βολιβία και το Εκουαδόρ, εμφανίζουν εσωτερικές αντιφάσεις και αδυναμίες (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) να ενσωματώσουν τα αιτήματα των κινημάτων. Οι μεγάλες χωροκοινωνικές συγκρούσεις όπως αυτές που ξέσπασαν στο Εκουαδόρ ως συνέπεια του νόμου για τις εξορύξεις και το νερό του 2009 ή στη Βολιβία ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης για αυτοκινητόδρομο που θα διασχίζει το εθνικό πάρκο TIPNIS αποτυπώνουν τις αντιφάσεις και τα πολλές φορές αδιέξοδα των κυβερνήσεων εν μέσω ενός ευρύτερου λόγου περί «κοινωνικής ανατροπής». Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ οι οικονομίες των χωρών αυτών συνεχίζουν να εξαρτώνται κατά πολύ από τις εξορύξεις και την εκμετάλλευση των πλούσιων κοιτασμάτων τους σε πετρέλαιο και ορυκτά. Σε αυτό το πλαίσιο παρόλες τις τεράστιες θεσμικές, συνταγματικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, οι αριστερές κυβερνήσεις στη Λατινική Αμερική συνεχίζουν να πιέζονται οικονομικά για διεύρυνση του τομέα, τόσο στο εσωτερικό τους όσο και στις εξωτερικές τους σχέσεις. Μια τέτοια πρακτική όμως τις φέρνει συνεχώς αντιμέτωπες με τα κοινωνικά στρώματα που της στήριξαν και της υποστηρίζουν καθώς αυτά είναι που βιώνουν κυρίως τις συνέπειες αυτών των δραστηριοτήτων. Και μόνο για τους παραπάνω λόγους κρίνεται αναγκαίο να κάνουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα για τη Λατινική Αμερική προκειμένου να απαντήσουμε (πάντα μερικώς) σε ερωτήματα που ανακύπτουν από το σύμπλεγμα «εξορύξεις-αριστερές κυβερνήσεις-οικολογία-κοινωνικά κινήματα» και μάλιστα σε καθεστώς πλήρους διεθνοποίησης της οικονομίας και σφοδρής κρίσης. Την ίδια στιγμή αναζητούμε αντιστοιχίες (και σε καμία περίπτωση ομοιότητες) με την περίπτωση της Ελλάδας όπου ο «εξορυκτισμός» ως (μάλλον εύκολη) απάντηση στο χρέος της χώρας φαίνεται να κερδίζει χώρο στο δημόσιο λόγο κυρίως από την πλευρά της δεξιάς αλλά και στην αριστερά. ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΕΓΡΑΚΗΣ

Περού

Η πρώτη χώρα της Λατινικής Αμερικής που βάφτισε το “νέο” μοντέλο εξορύξεων ως “την κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης και της εξόδου από τη φτώχεια” ήταν το Περού καθώς η μεταλλευτική παράδοση της χώρας το παρουσίασε ως φυσική επιλογή. Σήμερα, παρά το γεγονός ότι η χώρα επαινείται από διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που επιτυγχάνει, κυρίως λόγω της εξαγωγής ορυκτών, η κοινωνική ανισότητα και τα ποσοστά φτώχειας βρίσκονται και αυτά ανοδική πορεία. Επιπλέον, η εκτεταμένη καταστολή που εφαρμόζεται για να προχωρήσουν τα έργα έχει οδηγήσει τους ακτιβιστές στο Περού να μιλούν για ληστρικό εξορυκτισμό, ο οποίος εφαρμόζεται ευλαβικά τόσο από τους προηγούμενους νεοφιλελεύθερους προέδρους Fujimori και Alan Garcia όσο και από τον τωρινό αριστερό πρόεδρο Ollanta Humala. Δικαίως λοιπόν, το Περού θεωρείται η πρωτεύουσα των συγκρούσεων και των κοινωνικών αντιπαραθέσεων για τις εξορύξεις στη Λατινική Αμερική. Τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, ο αντίστοιχος Συνήγορος του Πολίτη της χώρας κατέγραψε 223 κοινωνικές συγκρούσεις, από τις οποίες περισσότερες από τα δύο τρίτα συνδέονται με τις εξορύξεις που πραγματοποιούνται στη χώρα. Η έκθεση αυτή επιπλέον καταμέτρησε 196 νεκρούς και 2.369 τραυματίες από το 2006 έως το 2011 ως άμεσο αποτέλεσμα των συγκρούσεων που οφείλονται στον έλεγχο των φυσικών πόρων της χώρας. Ένας από τους πιο γνωστούς χρόνιους αγώνες στη χώρα είναι ενάντια στα μεταλλεία Conga στην περιοχή της Cajamarca στο βόρειο Περού, αγώνας ο οποίος έχει αφήσει πολλούς νεκρούς και έχει οδηγήσει πολλάκις στον αποκλεισμό της περιοχής και την κήρυξη καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Παρόλο που η περιοχή έχει μακρά μεταλλευτική δραστηριότητα, από τα χρόνια του ισπανού κατακτητή Francisco Pizarro, το έργο Conga προβλέπεται να είναι το μεγαλύτερο έργο εξόρυξης στην ιστορία του Περού. Η περιγραφή του έργου θυμίζει κατά πολύ τις δικές μας Σκουριές: πολυεθνική εταιρία σε συνεργασία με ντόπιο μεγαλοεπενδυτή αγόρασε για ψίχουλα 3.069 εκτάρια γης με σκοπό την εξόρυξη του χρυσού και του χαλκού της περιοχής, για την οποία απαιτείται η “αξιοποίηση” των τοπικών υδάτινων πόρων. Μάλιστα, η ίδια η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων της εταιρίας Yanacocha αναφέρει τη μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα της περιοχής καθώς το έργο προβλέπεται να παράγει κατά μέσο όρο 90.000 τόνους τοξικών αποβλήτων

ανά ημέρα, κάθε μέρα για 17 χρόνια. Οι κάτοικοι της περιοχής, ιθαγενείς στην πλειοψηφία τους, μαζί με περιβαλλοντικές οργανώσεις και κινήματα έχουν ξεκινήσει αγώνες ενάντια στο έργο από το 2010, όταν και εγκρίθηκε. Η εκλογή του Humala το 2011 δεν άλλαξε πολλά καθώς, ενώ είχε υποσχεθεί διάλογο και όχι καταστολή, μόνο μέσα στον πρώτο χρόνο της θητείας του 17 άτομα σκοτώθηκαν σε διαδηλώσεις ενάντια στα μεταλλεία Conga. Όμως, όπως δικαιολογήθηκε στα εθνικά μέσα ενημέρωσης, η καταστολή ήταν αναγκαία για την πρόοδο του περουβιανού λαού και τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις για την παροχή δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών καθώς το έργο θα έφερνε άμεσα 300 εκ. δολάρια στα ταμεία του κράτους. Οι αιματηροί όμως αγώνες των κατοίκων της περιοχής ανάγκασαν τον πρόεδρο Humala να αναστείλει τις εργασίες στα μεταλλεία Conga, μετά την ακύρωση του άλλου έργου παρόμοιου βεληνεκούς και αγώνων Tia Maria, όπου πολλοί αγωνιστές είχαν σκοτωθεί σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Για να αποφασιστεί η αναστολή του έργου, 5 διαδηλωτές δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ, ανάμεσα τους και ένας 16χρονος, ενώ είχε προηγηθεί η κήρυξη καθεστώτος έκτακτης ανάγκης στην περιοχή συνολικά για 8 μήνες. Μετά όμως από ένα χρόνο μερικού εφησυχασμού των αγωνιστών, η κυβέρνηση του Humala ανακοίνωσε τον περασμένο Νοέμβριο την επανεκκίνηση των δύο έργων (μεταλλεία Conga και Tia Maria) για το 2015 καθώς θεωρεί τις εξορύξεις αυτές κομβικές για την ευημερία του λαού του Περού. Σε συνεργασία με το εθνικό συνδικάτο των μεταλλωρύχων, δημοσίευσαν στατιστικά κατά τα οποία, το ένα τρίτο των 30 εκ. κατοίκων του Περού εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από τις εξορυξεις καθώς και το 57% των εξαγωγών της χώρας οφείλεται στις εξορύξεις. Έτσι, όπως υποστήριξε η κυβέρνηση, οι εξορύξεις είναι εθνική υπόθεση και δεν απαιτείται πλέον η συναίνεση των τοπικών κοινοτήτων καθώς η αριστερή αυτή κυβέρνηση είναι ικανή να διασφαλίσει τις ευνοϊκές περιβαλλοντικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για να πραγματοποιηθούν τα έργα. Ήδη οι κάτοικοι της Cajamarca κατήγγειλαν στα τέλη Δεκεμβρίου τη στρατιωτικοποίηση της περιοχής και κατέβασαν την περουβιανή σημαία, υψώνοντας την εμβληματική κίτρινη σημαία «Conga no va» (το Conga δεν θα περάσει) και μαζεύοντας δυνάμεις για τις επερχόμενες συγκρούσεις. ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΠΑΘΑΡΙΔΟΥ


12 Βραζιλία Μπορεί το Περού να είναι η πρωτεύουσα των κοινωνικών συγκρούσεων που έχουν ως αφετηρία τις εξορύξεις στη Λατινική Αμερική, η Βραζιλία όμως είναι ο αδιαμφισβήτος βασιλιάς του ίδιου του εξορυκτισμού στην ήπειρο. Ενδεικτικά, η Βραζιλία εξάγει σχεδόν τρεις φορές το σύνολο όλων των άλλων χωρών της Νότιας Αμερικής μαζί, ενώ συγκεκριμένα το 2011 εξήγαγε περίπου 410 εκ. τόνους των κύριων μεταλλευμάτων της σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ηπείρου μαζί, που εξήγαγαν λίγο λιγότερο από 147 εκ. τόνους. Ο εξορυκτισμός στη Βραζιλία όμως προχωράει πέρα από τις παραδοσιακές εξορύξεις μεταλλευμάτων και πρωτοστατεί και στην ενέργεια και συγκεκριμένα στους υδρογονάνθρακες και το ουράνιο. Ενώ η Βραζιλία σήμερα κατέχει την τρίτη θέση στη Λατινική Αμερική στην παραγωγή πετρελαίου, που απευθύνεται κυρίως για κατανάλωση στην εγχώρια αγορά, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να εκμεταλλευτεί τα σημαντικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων στο θαλάσσιο χώρο. Τα κοιτάσματα αυτά όμως βρίσκονται σε μεγάλα βάθη και η άντλησή τους ενέχει τον κίνδυνο διαρροών με καταστροφικά αποτελέσματα, όπως αποδείχθηκε σε παρόμοια κατάσταση στον Κόλπο του Μεξικού το 2010. Παρά τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τους κινδύνους αυτούς, η συζήτηση στην κοινωνία της Βραζιλίας επικεντρώνεται στα κέρδη από την άντληση πετρελαίου και τη διανομή τους και οι όποιες αντιρρήσεις από τα περιβαλλοντικά κινήματα υπάρχουν, παρουσιάζονται ως “δυτικές”, αντι-αναπτυξιακές και περιθωριοποιημένες. Διαφορετική τελείως αντιμετώπιση όμως λαμβάνουν οι διάφορες κοινότητες του Αμαζονίου, όπου η εμπειρία των κατοίκων εκεί που έχουν υποστεί σαφείς κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις από εξορυκτικά έργα, τους έχει κάνει απρόθυμους να δεχθούν μεγάλες οικονομικές αποζημιώσεις και να σταματήσουν τους αγώνες τους. Συγκεκριμένα για την ενέργεια, εμβληματικός είναι ο αγώνας της κοινότητας Caetité, στην περιοχή της Bahia, στο κέντρο περίπου της χώρας. Εκεί, από το 2000, η κρατική εταιρεία “Πυρηνικές Βιομηχανίες της Βραζιλίας“ (INB) έχει αναλάβει την εξερεύνηση του ουρανίου στην περιοχή και τα δύο ορυχεία που λειτουργούν παρέχουν καύσιμα σε δύο σταθμούς πυρηνικής ενέργειας στη χώρα. Κύριος μέτοχος της INB είναι η Εθνική Επιτροπή Πυρηνικής Ενέργειας (CNEN), η οποία είναι και η ρυθμιστική αρχή στη χώρα για τις δραστηριότητες και τις επιπτώσεις από την πυρηνική ενέργεια. Η εξόρυξη ουρανίου γίνεται σε ανοιχτό ορυ-

O

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

χείο (open pit mining) και από τότε που το ορυχείο άρχισε να λειτουργεί, η τοπική κοινωνία μαζί με κινήματα διαμαρτύρονται σχετικά με τους κινδύνους και τις επιπτώσεις που σχετίζονται με τις δραστηριότητες της INB στην υγεία τους και το περιβάλλον. Ο ντόπιος πληθυσμός υποστηρίζει ότι υπάρχει έλλειψη επαρκούς πληροφορίες σχετικά με την έκθεση τους σε διαφορετικά επίπεδα ραδιενέργειας και πιθανές επιπτώσεις στην υγεία τους (π.χ. καρκίνος). Οι τοπικοί υδροφόροι ορίζοντες έχουν κριθεί ακατάλληλοι για πόση, ενώ έχουν καταγραφεί αρκετά εργατικά ατυχήματα και διαρροές ραδιενέργειας. Από το 2011 και έπειτα ο αγώνας έχει οξυνθεί με πολλές πορείες, μπλόκα δρόμων και καταλήψεις κτιρίων, ενώ η καταστολή ήταν σκληρή και πολλοί αγωνιστές δέχτηκαν ανώνυμα τηλεφωνήματα με απειλές για τη ζωή τους. Το έργο όμως είναι πολύ σημαντικό για να παρέχει ενέργεια στην αναδυόμενη οικονομία της Βραζιλίας και γίνονται και περαιτέρω έρευνες για νέα ανοιχτά ορυχεία. Αντίθετα, η νέα πρόεδρος Dilma Rousseff ακολουθεί το δρόμο των οικονομικών ανταλλαγμάτων και παρουσίασε νέο νομοσχέδιο για

το μεταλλευτικό κώδικα, που αναμένεται να εγκριθεί το 2014. Το νεο νομοσχέδιο σκοπεύει να διπλασιάσει τα κέρδη που η τοπική αυτοδιοίκηση λαμβάνει από τις εξορύξεις και να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας μέσα από την εντατικοποίηση των εξορύξεων στη χώρα. Επιπλέον, η Rousseff ακολουθεί την παράδοση των δύο θητειών της κυβέρνησης Lula και στοχεύει στην ανάπτυξη μέσα από τις εξορύξεις και εξαγωγές πρώτων υλών εις βάρος των επενδύσεων για εκβιομηχάνιση. Δεν είναι τυχαίο που αυτή η υποστήριξη των κυβερνήσεων της Βραζιλίας στον εξορυκτισμό, η εμμονή στις εξαγωγές και στο νέο ιμπεριαλισμό καθώς και η καταστολή των κοινωνικών συγκρούσεων παρουσιάζεται επανειλημμένα ως παράδειγμα προς μίμηση στο περιοδικό The Economist ή στο φόρουμ του Νταβός. Η νέα υπερδύναμη όμως του 21ου αιώνα δεν έχει περιορίσει τις κοινωνικές της ανισότητες και οι συμμαχίες μεταξύ των ιθαγενικών κινημάτων με τα κινήματα πόλης κατά της φτωχοποίησης των Βραζιλιάνων ολοένα και ενδυναμώνουν. Δ. ΣΠ.

Εκουαδόρ

Η διαμάχη για τον εξορυκτισμό έχει ανάψει για τα καλά στο Εκουαδόρ μετά την απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει στην εξόρυξη των τεράστιων αποθεμάτων πετρελαίου της χώρας, θεωρώντας πως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης μακριά από το πετρέλαιο. Ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, η συμμαχία μεταξύ κυβέρνησης και κοινωνικών κινημάτων έχει διαρρηχθεί καθώς στα τέλη Δεκεμβρίου, το Υπουργείο Περιβάλλοντος διέταξε το κλείσιμο του ιδρύματος Πατσαμάμα (Fundacion Pachamama), έναμ από τους πιο μάχιμους Μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς ενάντια στην αξιοποίηση των πλούσιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας. Συγκεκριμένα, στις 4 Δεκεμβρίου, αστυνομικοί εισέβαλαν στα κεντρικά γραφεία του ιδρύματος στο Κίτο και προχώρησαν στο κλείσιμο των εγκαταστάσεων, μετά από εντολή του Υπουργείου Περιβάλλοντος. Η βίαιη αυτή διάλυση της οργάνωσης διετάχθη με την αιτιολογία της «παρέμβασης στη δημόσια πολιτική» και «απειλής για την εσωτερική ασφάλεια και την ειρήνη” της χώρας. Ο πρόεδρος της χώρας Ραφαέλ Κορρέα κατηγόρησε μέλη του ιδρύματος Πατσαμάμα πως “επιτέθηκαν σωματικά και λεκτικά” κατά του πρέσβη της Χιλής στο Εκουαδόρ και αντιπροσώπων πετρελαϊκών εταιριών κατά τη διάρκεια διαδήλωσης μπροστά από το Υπουργείο Υδρογονανθράκων. Εκπρόσωποι του ιδρύματος αρνούνται οποιαδήποτε ανάμειξη σε βίαιες ενέργειες και κατηγορούν την κυβέρνηση πως προσπαθεί να φιμώσει οργανώσεις και κινήματα που αντιδρούν στα εξορυκτικά σχέδια της κυβέρνησης. Το ίδρυμα Πατσαμάμα συμμετείχε μαζί με άλλες περιβαλλοντικές οργανώσεις, κοινωνικά κινήματα και ιθαγενικές κοινότητες στις μαζικές διαδηλώσεις στα τέλη Νοεμβρίου του 2013 ενάντια στις διαπραγματεύσεις για αδειοδοτήσεις για νέες γεωτρήσεις πετρελαίου στο εθνικό πάρκο Yasuni στην αμαζόνεια ζούγκλα του Εκουαδόρ. Η δημοπρασία έλαβε μόνο τρεις προσφορές και ευρέως θεωρήθηκε ως αποτυχία.


O

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

13

Βολιβία Kοινωνικά κινήματα, αριστεροί διανοούμενοι, το ιθαγένικο κίνημα αλλά και διάφορες ΜΚΟ –όλοι αυτοί υποστηρικτές του Μοράλες το προηγούμενο διάστημαασκούν μια δριμιά κριτική στο κυβερνών κόμμα του MAS (Movimiento Al Socialismo) και στον ίδιο τον Εβο Μοράλες και τον Αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Αλβάρο Γκαρσία Λινέρα πάνω στον τρόπο που αποφάσισε η κυβέρνηση την «ανάπτυξη» της χώρας. Η Βολιβία μια καθαρά εξορυκτική οικονομία όλα τα χρόνια της αποικιοκρατίας και του άγριου καπιταλισμού μοιάζει να μην θέλει να ξεφύγει από αυτό το πλήρως νεοφιλελεύθερο, στην καλύτερη περίπτωση, μοντέλο ανάπτυξης, -όπως ισχυρίζονται οι επικριτές του Μοράλες-, αντιθέτως το επεκτείνει με το επιχείρημα των εσόδων για το κοινό καλό συνοδεύοντάς το με μια σειρά έργα τεραστίων διαστάσεων (όπως ο τεράστιος αυτοκινητόδρομος της Αμαζονίας) που θίγουν ιθαγενικούς πληθυσμούς, παραδοσιακές δραστηριότητες, κουλτούρες και προστατευόμενες περιοχές χωρίς καμιά διαβούλευση, πράγμα που τους ενοχλεί περισσότερο απ’ όλα. Στα τέλη Δεκέμβριου μάλιστα η σύγκρουση έφτασε στα άκρα συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα La Paz με το CONAMAQ που είναι το συμβούλιο τον ιθαγενικών λαών της Βολιβίας. To κτίριο του συμβουλίου, κατελήφθη από την αστυνομία(!) που δεν τους επέτρεπε να μπουν στο κτίριο τους γιατί όπως λένε οι ίδιοι δεν αρέσει στον Πρόεδρο της χώρας που όλοι οι εκλεγμένοι του Συμβουλίου στις τελευταίες εκλογές είναι πολύ κριτικοί στην κυβέρνηση πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Πολύ περιληπτικά η άποψη των επικριτών της κυβέρνησης είναι ότι η κυβέρνηση έχει παρά πολλά χρήματα που προέρχονται από τα καλά συμβόλαια που υπέγραψε ο Μοράλες με τις πολυεθνικές του πετρελαίου- κυρίως-, μέρος των χρημάτων ναι μεν πάει σε κοινωνικό έργο (παιδεία, υγεία) αλλά εκεί τελειώνουν όλα, χωρίς αυτό το έργο να αντιμετωπίζει την πραγματική διάσταση των προβλημάτων. Χωρίς καμιά προσπάθεια εθνικοποίησης, καμιά αμφισβήτηση των ληστρικών τρόπων εκμετάλλευσης του περιβάλλοντος και των ανθρώπων, και ταυτόχρονα πλήρης αδιαφορία για τους πληθυσμούς που κατοικούν στις συγκεκριμένες περιοχές. Στα χρόνια αυτής της κυβέρνησης παραχωρήθηκε στις πολυεθνικές γη που κανείς πρωτύτερα δεν είχε τολμήσει να παραχωρήσει.

“Δεν μπορούμε όμως να είμαστε ζητιάνοι ενώ καθόμαστε πάνω σε χρυσό”, δήλωσε ο Κορρέα, εξηγώντας πως η εξόρυξη στον Αμαζόνιο θα προχωρήσει καθώς το κράτος χρειάζεται έσοδα για να εφαρμόσει κοινωνικές πολιτικές και να βγάλει το λαό από τη φτώχεια. Παράλληλα, ο Κορρέα κατηγόρησε το ίδρυμα Πατσαμάμα πως χρηματοδοτείται από ΜΚΟ στις Ηνωμένες Πολιτείες και πως το κλείσιμο του ιδρύματος συνδέεται με την εθνική κυριαρχία της χώρας ενάντια στην ανάμειξη ξένων οργανώσεων που υποστηρίζουν αμερικανικά συμφέροντα. Όσον αφορά τα δικαιώματα της φύσης τα οποία προστατεύονται από το Σύνταγμα του Εκουαδόρ, ο Κορρέα μίλησε για εξορύξεις φιλικές προς το περιβάλλον και τόνισε την απογοήτευση της κυβέρνησης του Εκουαδόρ για την αποτυχία της Πρωτοβουλίας Yasuni ITT, αποτυχία που οφείλεται αποκλειστικά στις “ανεύθυνες” δυτικές κυβερνήσεις. Θυμίζουμε πως μέσα από την Πρωτοβουλία Yasuni ITT η κυβέρνηση του Εκουαδόρ ζητούσε από τη διεθνή κοινότητα

οικονομική στήριξη για να αντισταθμίσει την απώλεια των εσόδων από την ακύρωση των εξορυκτικών τους σχεδίων και τη συμβολή του λαού του Εκουαδόρ για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Το αμφιλεγόμενο αυτό σχέδιο απέτυχε να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα κεφάλαια και έτσι, ο Κορρέα αποφάσισε να προχωρήσει με τις εξορύξεις. Το κίνημα όμως διαμαρτυρίας ενάντια στην εξόρυξη πετρελαίου είναι ισχυρό καθώς είναι νωπές οι μνήμες στη χώρα από την καταστροφή που άφησε πίσω της η Chevron Texaco και την άρνηση της εταιρίας να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη αποζημίωσης. Για τους αντιδρώντες στην εξόρυξη πετρελαίου, το μήνυμα που έστειλε ο Κορρέα με το κλείσιμο του ιδρύματος είναι ο περιορισμός των νόμιμων δικαιωμάτων τους να διαφωνούν με τις πολιτικές της κυβέρνησης. Επίσης, το Σύνταγμα αναγνωρίζει το δικαίωμα των ιθαγενών να αποφασίσουν για τη γη τους και τα κινήματα καταγγέλλουν την κυβέρνηση για στημένες διαδικασίες διαβού-

Μιλάνε για αύξηση της παραχωρειθήσας γης κατά 250%! Το χειρότερο ίσως είναι ο τρόπος που προσπαθεί η κυβέρνηση να επιβάλλει τις αποφάσεις της ο οποίος περιλαμβάνει συντεταγμένες προσπάθειες διάλυσης των «από κάτω» και δημιουργίας ψευδών διαχωρισμών (πολύ αριστεροί ακτιβιστές θεωρούν αυτή την τακτική ως το χειρότερο φάουλ που καταλογίζουν στην κυβέρνηση), αρκετή καταστολή και κατασυκοφάντηση έως φυλάκιση όσων αντιστέκονται, οι οποίοι κατηγορούνται δημοσίως (έργο που έχει αναλάβει ο Αντιπρόεδρος) εμμέσως… αλλά και ξεκάθαρα κάποιες φορές ως πράκτορες ή βλάκες που τους χειρίζονται οι αποικιοκράτες και οι ξένες δυνάμεις! Είναι χαρακτηριστική η ορολογία που χρησιμοποιεί ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης στο βιβλίο του “Geopolitics of the Amazon, Landed Hereditary Power and Capitalist Accumulation, 2012” προκειμένου να χτυπήσει αυτή την κριτική και να δικαιολογήσει την καταστολή. Μιλώντας... σε άπταιστη μαρξιστική, λέει πως όσοι κάνουν αυτή την κριτική (ενάντια στις εξορύξεις και το συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης) και τις αντίστοιχες διαδηλώσεις είναι όργανα του εξωεδαφικού περιβαλλοντισμού (“extraterritorial environmentalism”), που είναι η υλοποίηση της «περιβαλλοντικής καπιταλιστικής συσσώρευσης» (“environmental capitalist accumulation”). Επιπλέον όμως της μη αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας των πολυεθνικών όλος ο προσανατολισμός της κυβέρνησης είναι καθαρά εξορυκτικός με σχέδιο, κατά δήλωση των ίδιων, να αποσπούν και να επεξεργάζονται τους φυσικούς πόρους, ώστε τίποτα να μη φεύγει από τη χώρα χωρίς προστιθέμενη αξία, από τους υδρογονάνθρακες ως το λίθιο και από την ουρία ως την αμμωνία, ώστε να δημιουργείται πλούτος που θα μοιράζεται στην κοινωνία. Όλο αυτό το σχέδιο δεν αρέσει σε αυτούς και αυτές που ήλπισαν σε μια εναλλακτική στον εξορυκτικό καπιταλισμό (κρατικό ή ιδιωτικό) και στήριξαν το MAS, και οι οποίοι/ ες στη Βολιβία είναι πολλοί και πολλές. Υπάρχουν βεβαίως και ουκ ολίγες φωνές που λένε ότι υπάρχει μια διαδικασία η οποία οδηγείται από τον Μοράλες σε καλά μονοπάτια, που μπορεί να είναι αργή και να μη φαίνονται τα αποτελέσματά της αλλά υπάρχει και είναι προς την σωστή κατεύθυνση, της κοινωνικής δικαιοσύνης κ.λπ. Οι αντιφάσεις πολλές και αναμενόμενες. Ίσως δεν γίνεται και διαφορετικά όταν στον καπιταλισμό εκλέγεται μια κυβέρνηση κατ’ αρχήν φιλολαϊκή. Και ίσως οι απαντήσεις να προκύψουν μέσα από μια επίπονη και συγκρουσιακή διαδικασία. Στην καταστολή όμως που εφαρμόζεται και στη φίμωση και κατασυκοφάντηση κινημάτων και αντικαπιταλιστών καμιά αριστερή απάντηση δεν υπάρχει… και αυτό πολύ μας στεναχώρησε και μας προσγείωσε ανώμαλα κατά την επίσκεψή μας στη Βολιβία

λευσης και για κατασκευασμένη διχόνοια των αυτόχθονων πληθυσμών που αποβλέπει στην αποσταθεροποίηση του συμπαγούς κινήματος ενάντια στην εξόρυξη στο εθνικό πάρκο Yasuni. Όσον αφορά τα επιχειρήματα της κυβέρνησης για εθνική κυριαρχία, οι ακτιβιστές ανταπαντούν: “Πώς είναι δυνατόν να επικαλούνται την εθνική κυριαρχία όταν τα έσοδα του κράτους θα εξαρτώνται από πολυεθνικές εταιρίες και πετροδολ-

ΚυριακΗ ΚλοκΙτη

λάρια; Πώς είναι δυνατόν να μιλούν για δημοκρατία όταν για να προωθήσουν την ανάπτυξη χρησιμοποιούν βία και καταστολή;” Μετά από αυτή τη διαμάχη, οι ελπίδες και τα όνειρα που είχε δημιουργήσει η εκλογή του Κορρέα για υπέρβαση της εξορυκτικής οικονομίας μάλλον έχουν εξανεμιστεί. Δ. ΣΠ.


14

O

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

ΝΕΟΕΞΟΡΥΚΤΙΣΜΟΣ: μια σύγχρονη εκδοχή του εξορυκτισμού Από τότε που ιδρύθηκαν, οι δημοκρατίες της Λατινικής Αμερικής που βασίζονται κυρίως στις εξαγωγές δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα τους επιτρέψει να ξεφύγουν από τις παγίδες της φτώχειας και του ολοκληρωτισμού. Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο: πρόκειται για χώρες πολύ πλούσιες σε φυσικούς πόρους, οι οποίες μπορεί ακόμη και να λαμβάνουν σημαντικές ποσότητες εσόδων σε μετρητά, αλλά δεν έχουν καταφέρει ακόμη να θέσουν τις βάσεις για την ανάπτυξή τους και εξακολουθούν να είναι φτωχές. Και είναι φτωχές επειδή ακριβώς είναι πλούσιες σε φυσικούς πόρους, επειδή έχουν θέσει ως προτεραιότητα την εξόρυξη αυτού του φυσικού πλούτου για την παγκόσμια αγορά ενώ παράλληλα έχουν αφήσει στο περιθώριο άλλες μορφές δημιουργίας αξίας που βασίζονται περισσότερο στην ανθρώπινη εργασία και προσπάθεια και όχι στην ανελέητη εκμετάλλευση της Φύσης. Τα τελευταία χρόνια, αρκετές από τις χώρες της περιοχής με προοδευτικές κυβερνήσεις έχουν συνειδητοποιήσει μερικά από τα δεινά που περιγράφονται παραπάνω και έχουν γίνει κάποιες σημαντικές αλλαγές σε ορισμένα στοιχεία του εξορυκτικού μοντέλου. Πέρα από τις επίσημες διακηρύξεις και τα σχέδια, ωστόσο, δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ότι πράγματι επιδιώκουν να ξεπεραστεί αυτή η κατάσταση της συσσώρευσης. Κάνοντας αυτές τις προσπάθειες ελπίζουν να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν πολλές από τις κοινωνικές απαιτήσεις που έχουν επί χρόνια αναβληθεί και, φυσικά, να εδραιωθούν στην εξουσία με την προσφυγή σε πελατειακές και -πολλές φορές- αυταρχικές πρακτικές. Όπως επισημαίνει ο Eduardo Gudynas, “η σημασία της εξορυκτικής βιομηχανίας παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος των πολιτικών ανάπτυξης” για τις προοδευτικές κυβερνήσεις στη Νότια Αμερική. Ο Gudynas συνεχίζει επισημαίνοντας ότι αν και οι προοδευτικές κυβερνήσεις της Νότιας Αμερικής “δημιουργούν ένα νέο τύπο εξορυκτισμού, τόσο όσον αφορά ορισμένες από τις συνιστώσες του, όσο και στο συνδυασμό των παλαιών και των νέων χαρακτηριστικών”, δεν υπάρχουν ουσιαστικές αλλαγές στην τρέχουσα δομή της συσσώρευσης. Έτσι, ο νεοεξορυκτισμός διατηρεί “συμμετοχή στη διεθνή αγορά σε υποδεέστερη θέση, που εξυπηρετεί την παγκοσμιοποίηση” του διεθνούς καπιταλισμού. Έτσι, όχι μόνο διατηρεί αλλά και αυξάνει “τον κατακερματισμό των εδαφών, με υποβαθμισμένες περιοχές και εξορυκτικούς θύλακες που συνδέονται με τις παγκόσμιες αγορές.” Οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις των εξορυκτικών βιομηχανιών παραμένουν αναλλοίωτες, και “σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν οδηγήσει σε ακόμα χειρότερες επιπτώσεις.” Παραμένοντας στον Gudynas: “πέρα από την κυριότητα των πόρων, οι κανόνες και οι πράξεις των παραγωγικών διαδικασιών που εστιάζουν στην ανταγωνιστικότητα, την αποτελεσματικότητα, τη μεγιστοποίηση των κερδών και την εξωτερίκευση των επιπτώσεων είναι ίδιοι με την πρότερη κατάσταση.” Ένα από τα αξιοσημείωτα στοιχεία είναι “η αυξημένη παρουσία και ο περισσότερο ενεργός ρόλος του κράτους, τόσο με άμεσες όσο και με έμμεσες δράσεις.” Αυτό που το εκάστοτε εθνικό κράτος προσπαθεί κατά κύριο λόγο να επιτύχει είναι η μεγαλύ-

τερη κρατική πρόσβαση και ο εντονότερος έλεγχος των φυσικών πόρων με παράλληλη σύνδεση με τα οφέλη που παράγει η εξόρυξή τους. Από αυτή την άποψη, ο έλεγχος των φυσικών πόρων από διεθνείς εταιρίες είναι αυτό που επικρίνεται, παραβλέποντας την ίδια την εξόρυξη. Κάποια καταστροφή στο περιβάλλον, ακόμη και κάποιες σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις είναι αποδεκτές ως η τιμή που πρέπει να καταβληθεί για τα οφέλη που προκύπτουν για τον πληθυσμό στο σύνολό του. Για να επιτευχθεί αυτό, “το κράτος συλλέγει (ή προσπαθεί να συλλέξει) μεγαλύτερο ποσοστό του πλεονάσματος που δημιουργείται από τις εξορυκτικές βιομηχανίες”. Επιπλέον, “ορισμένα από αυτά τα έσοδα χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση σημαντικών μαζικών κοινωνικών προγραμμάτων, εξασφαλίζοντας έτσι νέες πηγές της κοινωνικής νομιμοποίησης.” Ο εξορυκτισμός θεωρείται με αυτό τον τρόπο απαραίτητος για την καταπολέμηση της φτώχειας και την προώθηση της ανάπτυξης. Χάρη στο πετρέλαιο ή τις εξορύξεις, ή μάλλον χάρη στα σημαντικά έσοδα που παράγονται από την εξαγωγή αυτών των πόρων, οι προοδευτικές κυβερνήσεις συχνά υποθέτουν ότι εκφράζουν τη λαϊκή βούληση και προσπαθούν να επιταχύνουν το άλμα προς τα εμπρός για την πολυπόθητη νεωτερικότητα. Σύμφωνα με τα λόγια του Fernando Coronil , αυτό που ευδοκιμεί στις οικονομίες αυτού του τύπου είναι ένα “μαγικό κράτος” με τη δυνατότητα να αναπτύσσει την “κουλτούρα των θαυμάτων.” Αυτό είναι ακριβώς ό,τι έχουμε δει στην Βενεζουέλα, το Εκουαδόρ και τη Βολιβία κατά τα τελευταία χρόνια. Στις χώρες αυτές, το κράτος έχει ανακτήσει τη δύναμή του. Αντί για το μινιμαλιστικό Κράτος της νεοφιλελεύθερης εποχής, γίνονται προσπάθειες - και δικαιολογημένα - για την ανοικοδόμηση και την επέκταση της παρουσίας και των δράσεων της πολιτείας. Αλλά, προς το παρόν, οι χώρες αυτές δεν δείχνουν σοβαρά σημάδια για τη θέληση εισαγωγής βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών. Οι δομές και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της παραγωγής και των εξαγωγών παραμένουν αμετάβλητα. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ισχυροί τομείς επιχειρηματικής δραστηριότητας, παρά το γεγονός ότι δέχονται επίθεση από τις “επαναστατικές ομιλίες”, δεν έχουν πάψει να συμμετέχουν στα τεράστια κέρδη από την αξιοποίηση αυτού του ανανεωμένου εξορυκτισμού. Σε αυτές τις χώρες με προοδευτικές κυβερνήσεις που έχουν θεσπίσει ρυθμίσεις νεοεξορυκτισμού, τα παραδοσιακά αποκλεισμένα τμήματα του πληθυσμού έχουν μέχρι στιγμής βιώσει μια σχετική βελτίωση στην κατάστασή τους χάρη στην καλύτερη κατανομή του αυξανόμενου εισοδήματος από το πετρέλαιο και τα ορυχεία. Αυτό που δεν έχει γίνει, όμως, είναι μια ριζική αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου. Η κατάσταση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από το πόσο σχετικά εύκολο είναι να αποκομίσουμε κέρδη από τη γενναιοδωρία της φύσης, χωρίς να εμπλακούμε σε κοινωνικά και πολιτικά πολύπλοκες διαδικασίες αναδιανομής. Όπως και στο παρελθόν, η μερίδα του λέοντος από τα οφέλη αυτού του οικονομικού προσανατολισμού πηγαίνει προς τις πλούσιες χώρες, τους εισαγωγείς της Φύσης,

οι οποίοι κερδίζουν ακόμη περισσότερο με την επεξεργασία και την πώλησή της με τη μορφή των τελικών προϊόντων. Εν τω μεταξύ, οι χώρες που εξάγουν πρώτες ύλες λαμβάνουν μόνο ένα μικρό ποσοστό των εσόδων από την εξόρυξη ή το πετρέλαιο, αλλά είναι αυτές που πρέπει να φέρουν το βάρος των περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων. Με την απουσία κατάλληλων θεσμικών δομών για την αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού, κοινωνικού και πολιτικού κόστους που εμπλέκονται στις συγκρούσεις γύρω από τις εξορυκτικές δραστηριότητες, ακόμη και το οικονομικό κόστος του ελέγχου δυνητικών διαμαρτυριών μέσω της ανάπτυξης των δυνάμεων ασφαλείας δεν είναι καθόλου αμελητέο. Εκτός από αυτό, θα πρέπει να εξεταστεί το αποτέλεσμα αυτής της σχεδόν αναπόφευκτης κοινωνικής αστάθειας σε άλλες παραγωγικές δραστηριότητες στους τομείς επιρροής των εξορυκτικών βιομηχανιών, όπως, για παράδειγμα, όταν η εξόρυξη οδηγεί μικροκαλλιεργητές μακριά από την πληγείσα περιοχή. Είναι σαφές ότι, αν το οικονομικό κόστος των κοινωνικών, περιβαλλοντικών και παραγωγικών επιπτώσεων της εξόρυξης πετρελαίου ή μεταλλευμάτων υπολογιζόταν, πολλά από τα οικονομικά οφέλη από τις δραστηριότητες αυτές θα εξαφανίζονταν. Αλλά, όπως είπαμε και πριν, αυτό το κόστος δεν υπολογίζεται από τις διάφορες προοδευτικές κυβερνήσεις, λόγω της τυφλής πίστης τους στα οφέλη των πρωτογενών εξαγωγικών βιομηχανιών. Alberto Acosta Οικονομολόγος. Λέκτορας και ερευνητής στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών της Λατινικής Αμερικής. Πρώην υπουργός Ενέργειας και Ορυχείων του Ισημερινού. Πρώην μέλος και πρόεδρος της Συντακτικής Συνέλευσης.

Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Βελεγράκης, Παναγιώτης Δήμας

Απόσπασμα από το άρθρο «Extractivism and neoextractivism: two sides of the same curse» του βιβλίου «Beyond Development» του TNI και του RLS: http://rosalux-europa.info/userfiles/ file/Beyond_Development_RLS_TNI_2013.pdf


O

15

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΥΡΟ για το σχεδιασμό των έργων ΑΠΕ Ας ξεκινήσουμε με έναν απλουστευμένο συλλογισμό: υπάρχουν έννοιες που είναι χρωματισμένες με ένα συγκεκριμένο πρόσημο στον κοινό λόγο. Τα φάρμακα, ας πούμε, είναι «καλά». Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις όπου ο τρόπος με τον οποίο χορηγούνται μπορεί να είναι αρνητικός (π.χ. πολυφαρμακία, συχνή και επιπόλαιη χρήση αντιβιοτικών) και να φέρει ακόμη και τα αντίθετα αποτελέσματα. Αν κάποιος επισημάνει αυτό το γεγονός δύσκολα θα επικριθεί ως… απορρίπτων συνολικά τη Φαρμακευτική επιστήμη – και είναι μάλλον απίθανο να βρεθεί κανείς να τον κατηγορήσει ότι αδιαφορεί για την εξάπλωση των ασθενειών! Παρομοίως, η παραγωγή ενέργειας από Ανανεώσιμές Πηγές (ΑΠΕ) είναι «καλή». Αρκετά συχνά, πάντως, ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζονται και προωθούνται τα έργα ΑΠΕ προξενεί σοβαρά περιβαλλοντικά και κοινωνικά προβλήματα (π.χ. μεγάλης κλίμακας και όχλησης εφαρμογές σε προστατευόμενες και υψηλής οικολογικής αξίας περιοχές, πλήρης έλλειψη ενημέρωσης και συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών). Κι όμως, όταν αυτό επισημαίνεται, υπάρχουν πάντοτε καλοθελητές που έχουν πρόχειρες τις κατηγορίες «είστε πολέμιοι των ΑΠΕ, αδιαφορείτε για την κλιματική αλλαγή!».

Λογικό; Λίγο από όλα τα παραπάνω συνδυάζει η περίπτωση του αιολικού σταθμού των 111 ανεμογεννητριών στη νότια Σκύρο, μία από τις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις προβληματικού και βλαπτικού σχεδιασμού εγκατάστασης έργου ΑΠΕ. Ένας σχεδιασμός που «έμπαζε» από παντού: εμφανίζεται εν μία νυκτί μία εταιρεία εγκατάστασης αιολικών σταθμών να έχει συνάψει συμφωνία με τη μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος (φερόμενη ως ιδιοκτήτης μεγάλης έκτασης στη Σκύρο), με πλήρη άγνοια των κατοίκων του νησιού και να τους ανακοινώνει: «Τόσες ανεμογεννήτριες, εκεί θα τις βάλουμε και εσείς θα έχετε πλούσια ανταποδοτικά οφέλη». Χωρίς να έχει προηγηθεί η παραμικρή διαδικασία εξέτασης του πώς εμπλέκεται η τοπική κοινωνία και οι ανάγκες της στο σχεδιασμό αυτό ή στο πώς αυτός θα προσαρμοστεί με την πραγματικότητα των παραγωγικών τομέων της τοπικής οικονομίας και πώς θα συμβάδιζε με τη μοναδική οικολογική, πολιτιστική,

κοινωνική ταυτότητα του νησιού. Και φυσικά χωρίς να εξεταστεί πώς θα μπορούσε να είναι συμβατή η εγκατάσταση 111 ανεμογεννητριών των 3 MW (ύψους άνω των 120 μέτρων έκαστη) και η διάνοιξη 60 χιλιομέτρων νέων δρόμων στην πλέον οικολογικά σημαντική και προστατευόμενη περιοχή του νησιού. Χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι η περιοχή φιλοξενεί μία πολύ μεγάλη –τη μεγαλύτερη παγκοσμίως, όπως καταγράφηκε– αποικία του μαυροπετρίτη (ενός σημαντικού είδους γερακιού, του οποίου το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού αναπαράγεται στην Ελλάδα!) και κατά συνέπεια χωρίς να σταθμιστούν οι σοβαρότατες συνέπειες που θα έχει η εγκατάσταση αυτού του «δάσους» ανεμογεννητριών στους χιλιάδες μαυροπετρίτες που τρέφονται και φωλιάζουν στην περιοχή και στα ακόμη περισσότερα πουλιά που διέρχονται από εκεί κατά τη μετανάστευση, καθώς η Σκύρος αποτελεί επιβεβαιωμένα μεγάλης σημασίας μεταναστευτικό πέρασμα. Όλα τα παραπάνω έκαναν ξεκάθαρη την επιλογή των τοπικών φορέων, της δημοτικής αρχής και των περιβαλλοντικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται ερευνητικά στο νησί, της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας και της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού: να δοθεί ένας ειλικρινής και καθαρός αγώνας να μην υλοποιηθεί μία επένδυση που προμηνυόταν πολλαπλώς προβληματική. Μία προσπάθεια διαρκούς ενημέρωσης εντός και εκτός Σκύρου για τις συνέπειες του έργου και αντίστοιχης ανάδειξης της οικολογικής αξίας του νησιού. Αυτή η συνεπής, μακρόχρονη, υπερεπαρκώς τεκμηριωμέ-

νη και συντονισμένη κινητοποίηση, που εκφράστηκε με τον καλύτερο τρόπο στην παράσταση διαμαρτυρίας έξω από το ΥΠΕΚΑ στις 25/10/2013, φάνηκε επιτέλους να αποδίδει και πολιτικά: ο υπουργός ΠΕΚΑ κ. Μανιάτης, αξιολογώντας τα δεδομένα, δηλώνει ότι δεν υπογράφει την αδειοδότηση του έργου. Αυτό, φυσικά, πέρα από τους επενδυτές, δεν άρεσε και σε πολλούς άλλους: από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Αιολικής Ενέργειας (EWEA), που έστειλε επιστολή στον υπουργό ΠΕΚΑ ειδικά για την επένδυση της Σκύρου ζητώντας την έγκρισή της, έως έναν πολύ συγκεκριμένο δημοσιογραφικό κύκλο, που κατά καιρούς είχε ασχοληθεί με το θέμα της Σκύρου για να «ενημερώσει» περί… σαθρών επιχειρημάτων εναντίωσης, λαϊκισμού και επιλεκτικών ευαισθησιών. Έτσι, μετά τη δημοσιοποίηση της δήλωσης του κ. Μανιάτη, η ειρωνεία, η συκοφαντία και το τσουβάλιασμα πήραν και νέες διαστάσεις: διαβάσαμε για «ταγάρια που νικούν τις επενδύσεις», για «δήθεν περιβαλλοντικές ευαισθησίες και λογική Νέο-έλληνα», για «εμπόδια στην ανάπτυξη» (μία απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο πιστοποιεί τα παραπάνω). Φυσικά ούτε κουβέντα κριτικής για το γεγονός πως όσο τα έργα ΑΠΕ συνεχίζουν να σχεδιάζονται με την ίδια επιπόλαια μέθοδο, τόσο μεγαλύτερη εμπλοκή θα συναντούν. Ποια είναι τα επόμενα βήματα για τη Σκύρο; Πρώτον, κανένας εφησυχασμός. Τα

συμφέροντα είναι τεράστια για να υποχωρήσουν έτσι εύκολα και η αδειοδότηση μεγάλων αιολικών μονάδων είναι υπό αναμονή. Αν υπάρχει μία μέθοδος που μπορεί να αποδειχτεί αποτελεσματική (για όλες τις τοπικές κοινωνίες) είναι το αντιπαράδειγμα: να προωθηθεί προς υλοποίηση η ώριμη, πλέον, πρόταση περιβαλλοντικών φορέων του νησιού, όπως η Ένωση Πολιτών Σκύρου για το Περιβάλλον, για τη δημιουργία συστήματος ηλεκτροδότησης του νησιού που θα ενσωματώνει μικρές, συμβατές με την κλίμακα του νησιού εφαρμογές ΑΠΕ. Παράλληλα, η σκυριανή κοινωνία επιβάλλεται να διαφυλάξει το πολύτιμο φυσικό περιβάλλον από παντός είδους απειλές και να μην αλληθωρίζει στην τοπική περιβαλλοντική παρανομία, ενώ θα πρέπει να προωθήσει και να υποστηρίξει προγράμματα διατήρησης και ανάδειξης της οικολογικής αξίας του νησιού, με τρόπο που να διαμορφώνονται συνθήκες ενίσχυσης του φυσιολατρικού τουρισμού, ο οποίος και την τουριστική περίοδο διευρύνει και φέρει ισχυρά θετικό πρόσημο βιωσιμότητας. Με αυτόν τον τρόπο θα θωρακιστεί η φυσική κληρονομιά της Σκύρου από ενδεχόμενους νέους άστοχους αναπτυξιακούς σχεδιασμούς, αλλά και η τοπική κοινωνία από τις συκοφαντίες των κάθε λογής καλοθελητών. ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΚΑΛΤΣΗΣ Πρόεδρος Δ.Σ. Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας Μέλος της Ένωσης Πολιτών Σκύρου για το Περιβάλλον


O

16

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ με αφορμή την κατάθεση νέου «Ρυθμιστικού Σχεδίου για την Αθήνα-Αττική 2021» Χρονικό προτάσεων «νέου» Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας – Αττικής Δημοσιεύτηκε πρόσφατα (κείμενο 8ος/13, χάρτες 10ος/13) και συζητήθηκε σε κοινή συνεδρίαση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Παραγωγής – Εμπορίου και Προστασίας Περιβάλλοντος (27/11/13) ένα νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο «Αθήνα – Αττική 2021». Αυτό το Σχέδιο αποτελεί τροποποίηση εκείνου που βρισκόταν σε ανάλογες διαδικασίες δύο χρόνια πριν (10ος/2011 – 1ος/2012), και ερχόταν με τη σειρά του, σε συνέχεια άλλων ατελέσφορων τελικά, προσπαθειών σύνταξης και θεσμοθέτησης «Νέου Ρυθμιστικού Σχεδίου για την Αθήνα – Αττική». Τέτοια σχέδια εκπονούνται με αρκετή συστηματικότητα από τουλάχιστον το 1996: Δηλαδή, οι φάσεις τόσο της έντονης ανάπτυξης (1996-2006) όσο και της μετέπειτα ύφεσης μέχρι την έντονη κρίση, συνοδεύονται από συνεχείς και ατελέσφορες προσπάθειες σύνταξης/θεσμοθέτησης Νέου Ρυθμιστικού Σχεδίου για την Αθήνα – Αττική. Στόχος είναι, βέβαια, η αντικατάσταση του μοναδικού στην ως τώρα ιστορία, θεσμοθετημένου το 1983, επί υπουργίας Αντώνη Τρίτση, Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας (Ρ.Σ.Α.), που … δεν έχει πάψει ποτέ να ισχύει, αφού η αντικατάστασή του αποδείχτηκε ως τώρα αδύνατη. Αυτό το Ρ.Σ.Α. όμως, με σημαντική θέση στο επίπεδο του χωρικού σχεδιασμού, λειτουργεί παράλληλα με τις εντελώς διαφορετικής κατεύθυνσης χωρικές πολιτικές, που συνοδεύουν αυτήν την, με μεγάλες μεταλλαγές και κλυδωνισμούς εποχή, από το 1983 ως σήμερα! Η εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενη εξουδετέρωση των αρχικών στοχεύσεων του Ρ.Σ.A. 1983 και οι τροποποιήσεις του για να συμπεριλάβει τις, πολύ διαφορετικών κατευθύνσεων, χωρικές πολιτικές, σε όλο αυτό το διάστημα, πραγματοποιήθηκαν με νομικές επεμβάσεις ad hoc, ασύμβατες με μια ευδιάκριτη, διαφανή - και γι’ αυτό αποτελεσματική - διαχείριση των χωρικών ζητημάτων. Αυτό βέβαια είναι μια διαπίστωση αρκετά κοινότοπη για τη λειτουργία του νομικού οικοδομήματος στη χώρα μας. Είναι όμως χρήσιμη στην κατεύθυνση της χαρτογράφησης παραγόντων που έχουν τη δική τους σημασία και στην κατανόηση πλευρών της γενεαλογίας της κρίσης. Και εάν ο κρατικός σχεδιασμός κάνει, σε σχέση με τη θεσμοθέτηση του Ρ.Σ.Α., βήματα μπρος-πίσω, η επιστημονική κοινότητα και οι δυνάμεις της κοινωνίας αντιμετωπίζουν αυτόν τον δύσκολο «τοκετό» με αυξανόμενη αμηχανία, που μειώνει και το, αναμφισβήτητα μεγάλο, κύρος που συνόδευε την έννοια του Ρ.Σ. σε όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Με το σημείωμα αυτό θα ήθελα να καταθέσω κάποιες σκέψεις για τη γενεαλογία, τον ρόλο, αλλά και τα ερωτήματα που βοηθάει να διαμορφώσουμε, στη σημερινή θολή συγκυρία, ο προβληματισμός γύρω από το Ρυθμιστικό Σχέδιο.

Γενεαλογία και ρόλος των Ρυθμιστικών Σχεδίων Τα Ρ.Σ. ως νομικά εργαλεία με καθοριστική σημασία για τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό του χώρου, εισάγονται μετά

τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και θα λέγαμε ότι έχουν σημαντικό ρόλο σε όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Η αρχική προώθησή τους συμπίπτει με την περίοδο όπου οι νωπές εμπειρίες της κρίσης του 1929, του πολέμου και των επιτυχιών του «Σοσιαλιστικού κόσμου» ωθούν τις πολιτικές του «Δυτικού κόσμου» σε σύγκλιση προς το κεϊνσιανικό οικονομικό πρότυπο και στην εγκαθίδρυση ενός τύπου «Κοινωνικού κράτους» με τις ιδιαιτερότητες των επιμέρους μορφών και πολιτικών του. Μέσα στο φιλοσοφικό / ιδεολογικό κλίμα του μοντερνισμού της εποχής, κυριαρχεί η πίστη ότι Επιστήμη και Τεχνική, σε συνδυασμό, μπορούν να οδηγήσουν συντεταγμένα τις κοινωνίες σε οικονομική ανάπτυξη, συνυφασμένη με πρόοδο και ευημερία «για όλους». Σ’ αυτό το πλαίσιο ο σχεδιασμός του χώρου ανάγεται σε βασικό συμπλήρωμα του «ενδεικτικού προγραμματισμού» της οικονομίας. Μεταξύ δε των εργαλείων που τότε διαμορφώνονται, τα Ρ.Σ. ανάγονται σε προνομιακό επίπεδο προβληματισμού, σε σχέση με τις προκλήσεις που θέτει ο σχεδιασμός του μέλλοντος και φορτίζονται με ιδιαίτερο κύρος. Πρόταγμα τους γίνεται η υπέρβαση άμεσων προβλημάτων ή συμφερόντων και η καθοδήγηση των χωρικών διαστάσεων, όχι μόνο της ανάπτυξης ευρύτερων αστικών περιοχών, αλλά και των κοινωνικών της παραμέτρων Μπορούμε έτσι να πούμε ότι τα Ρ.Σ., κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο συντονίζονται με μια σοσιαλδημοκρατική πολιτική στόχευση για «εξημέρωση» του καπιταλισμού, με απομείωση των αντιθέσεων και συνοχή, παρά τη δεδομένη κοινωνική ανισότητα. Σ’ αυτόν τον ρόλο δε, που τους αποδίδεται με άνισους και διαφοροποιημένους τρόπους, θεωρούμε ότι οφείλουν, σε μεγάλο βαθμό, το κύρος τους στον λόγο και το φαντασιακό του σχεδιασμού ακόμη και μέχρι σήμερα. Είναι γεγονός ότι Ρ.Σ. που συντάχτηκαν σε συγκεκριμένες συγκυρίες, συνέβαλαν στη διαμόρφωση εργαλείων αστικής πολιτικής που απέκτησαν μεγάλη και διεθνοποιημένη απήχηση. Είναι όμως, επίσης γεγονός ότι τόσο τα ίδια τα Ρ.Σ. όσο και το πολιτικό / ιδεολογικό τους υπόβαθρο έχουν αποτελέσει αντικείμενο έντονης κριτικής από πολλές, και συχνά διαμετρικά αντίθετες απόψεις. Εν τούτοις, και παρά τις ιστορικές ανατροπές της περιόδου, τα Ρ.Σ. κρατάνε μέχρι σήμερα κύρος και τον στρατηγικό τους ρόλο, όπως ενδεικτικά μπορούμε να δούμε σε χαρακτηριστικές περιπτώσεις. • Από τα μέσα της 10ετίας του 1990, οι σαρωτικές μεταλλαγές στην τεχνολογία, την οικονομία, την παραγωγή, με την εγκαθίδρυση του νεοφιλελευθερισμού, την αποβιομηχάνιση, την παγκοσμιοποίηση, κ.ο.κ., μεταβάλλουν ριζικά τον ρόλο και τη λειτουργία των πόλεων. Η αστική ανάπτυξη με τη δραστηριότητα της οικοδομής, την «ανάπτυξη» / εκμετάλλευση της γης, την κατασκευή έργων υποδομής και εξοπλισμού μεγάλου κόστους (που σήμερα χαρακτηρίζονται στον κριτικό λόγο ως «φαραωνικά έργα»), τις μεγάλες αναπλάσεις περιοχών κ.ο.κ., συντονίζεται συστηματικά με το Χρηματιστήριο και βρίσκεται στο επίκεντρο των μεταλλαγών αυτών, με ιδεολογικό άξονα και στόχο τον «ανταγωνισμό των πόλεων». Τα Ρ.Σ. κρατούν, και σε αυτό το πλαίσιο, στρατηγική

σημασία για την προσέλκυση κεφαλαίων και δραστηριοτήτων. Βέβαια οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές στοχεύσεις αποτελούν, όπως είδαμε, παραδοσιακά παραμέτρους των Ρ.Σ. Σχετικοποιούνται, όμως, μέσα από την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη οπτική, η οποία επιδιώκει τη θεσμοθέτησή τους, κυρίως για να εξασφαλιστεί ένα κλίμα συναίνεσης και ασφάλεια δικαίου για τις επενδύσεις που θα γίνουν. • Οι πόλεις, που πρωταγωνιστούν στην Οικονομία σ’ αυτό το διάστημα των ανατροπών στις διαδικασίες αστικής ανάπτυξης, πρωταγωνιστούν επίσης και στην περιβαλλοντική κρίση και κλιματική αλλαγή, αφού όλες οι σοβαρές έρευνες ενοχοποιούν, για την επιδείνωση των σχετικών δεικτών, τους τρόπους λειτουργίας και τις διαδικασίες ανάπτυξής τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σημαντικές πόλεις (ενδεικτικά το Παρίσι και το Λονδίνο, αλλά με διαφοροποιημένους τρόπους και πολλές άλλες) έχουν αναγάγει σε κύρια πρόκληση της επεξεργασίας των ρυθμιστικών τους την εξοικονόμηση ενέργειας και την προσαρμογή των διαδικασιών ανάπτυξης και λειτουργίας τους στα δεδομένα της «μετα-το-Κυότο» εποχής – για να επαναλάβουμε τη διατύπωση που προβάλλεται στο πλαίσιο του διαγωνισμού και ερευνών για το «Μεγάλο Παρίσι – Πρόκληση». Οι πολιτικές που αναφέρονται στη μείωση του οικολογικού αποτυπώματος, στη βιοποικιλότητα και διαφύλαξη κρίσιμων φυσικών περιοχών, στην εξοικονόμηση και παραγωγή πράσινης ενέργειας, κ.ο.κ. ανάγονται σε μεγάλες προκλήσεις για την επεξεργασία των σύγχρονων Ρ.Σ. Μέσα στο νεοφιλελεύθερο αναπτυξιακό κλίμα όμως, πρέπει συγχρόνως οι πολιτικές που προωθούνται να ευνοήσουν την προσέλκυση δραστηριοτήτων και «νέας επιχειρηματικότητας». Βλέπουμε λοιπόν, ότι τα Ρ.Σ. σήμερα χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις και πολυσημία. Οι στοχεύσεις τους δηλαδή, μέσα βέβαια στο γενικότερο κλίμα, δεν έχουν δεδομένο πολιτικό πρόσημο. Εξαρτώνται και από τις δυνάμεις που κυριαρχούν, κάθε φορά. Ισχυριζόμαστε ότι αυτή η πολιτική πολυσημία, σε συνδυασμό με τον «παραδοσιακό» στρατηγικό τους ρόλο, καθιστά τα Ρ.Σ. ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, από πολιτική άποψη, στη σημερινή συγκυρία. Η επεξεργασία τους δηλαδή μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο ένα συγκροτημένο πεδίο για τη συνειδητοποίηση των επιπτώσεων των χωρικών πολιτικών, αλλά και αρένα για τη διαμόρφωση ώριμων και στρατηγικών διεκδικήσεων. Ενδογενές, βέβαια, πρόβλημα στη συζήτηση των Ρ.Σ. αποτελεί η συνθετότητα των θεμάτων που επεξεργάζονται και η δυσκολία να κατανοηθούν από όσους δεν έχουν σχετική εμπειρία και γνώση. Γι’ αυτό, πολύ συχνά, οι συζητήσεις για τα Ρ.Σ. μένουν ουσιαστικά «μέσα στο παλάτι» του πολιτικού προσωπικού που βρίσκεται κοντά στην εξουσία και ωθεί τον σχεδιασμό προς τις προοπτικές της. Εν τούτοις, στη σημερινή συγκυρία, που οι πολιτικές οριοθετήσεις είναι εύθραυστες και το κοινωνικό / οικονομικό τοπίο, αχαρτογράφητο, η επιστημονική κοινότητα και η κοινωνία των πολιτών έχουν δυνατότητες να αξιοποιήσουν το πεδίο αυτό για τη συνειδητοποίηση των προβλημάτων και προκλήσεων, αλλά και για τη διεύρυνση της σχετικής δημόσιας συζήτησης. Με την οπτική αυτή,


Ιανουάριος 2014 - τ. 10

O

ικοτριβές

17

το ίδιο το Ρ.Σ. και η επεξεργασία του, μπορεί να αποτελέσει πολιτικό διακύβευμα.

Σχεδιασμός και κρίση Από τη δεκαετία του 2000, και με μεγάλη επιτάχυνση μετά το 2008, οι χωρικές επιπτώσεις της κρίσης δανεισμού, που πλήττει κράτη, πόλεις και άτομα αποσπασματικά και άνισα είναι ήδη πολύ αισθητές. Στο πολεοδομικό λεξιλόγιο συναντιούνται με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα όροι όπως «συρρικνούμενες» πόλεις, πολεοδομία «της λιτότητας» (δηλ. της περικοπής και στέρησης). Αναδεικνύεται σε διάφορες περιπτώσεις πόλεων και περιοχών η αιτιώδης σχέση μεγάλων «φαραωνικών» έργων / δανείων / κρίσης χρέους. Προωθούνται, ανάλογα με τα τοπικά δεδομένα, πολιτικές «μνημονιακού τύπου» με διαφοροποιήσεις, αλλά κοινή κατεύθυνση: υποτίμηση της εργασίας, της γης, των κτηρίων, πλειστηριασμοί, αρπαγή των «κοινών» και της δημόσιας περιουσίας, υποτίμηση ή/και αρπαγή της ιδιωτικής περιουσίας κ.ο.κ. Οι «μνημονιακές πολιτικές» εφαρμόζονται με απορρύθμιση και επεμβάσεις προσαρμοσμένες στο υφιστάμενο, σε κάθε περίπτωση, νομικό πλαίσιο, και υπακούουν σε μια κοινή αρχή: περιορισμός της εμβέλειας των κρατικών λειτουργιών και παρεμβάσεων σε όφελος της ελευθερίας δράσης της επιχειρηματικότητας. Έχει ονομαστεί «το παράδοξο του φιλελευθερισμού», γιατί εφαρμόζεται με έντονες κρατικές παρεμβάσεις – συχνά οριακές ως προς το κοινοβουλευτικό κεκτημένο – που στοχεύουν στη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία και διεύρυνση των πεδίων δράσης του ιδιωτικού τομέα και ειδικότερα του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου: της επιχειρηματικότητας δηλαδή που θα βασιστεί στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και των «κοινών», στην απαξίωση της ιδιωτικής περιουσίας, στη συρρίκνωση προϋφιστάμενων οικονομικών δραστηριοτήτων, στην υποτίμηση της εργασίας. Αυτές οι αστικές πολιτικές της κρίσης, που συνυφαίνονται με ύφεση και αστική συρρίκνωση, δεν συμβαδίζουν με την ως τώρα παράδοση σύνταξης Ρ.Σ., που είναι συνυφασμένη με την ανάπτυξη της δυναμικής περιοχών και πόλεων. Επιπλέον, οι καθιερωμένες για τη σύνταξη και θεσμοθέτηση Ρ.Σ. διαδικασίες διαβούλευσης είναι δύσκολο να επικυρώσουν τις πολιτικές ανατροπής του πολεοδομικού και περιβαλλοντικού κεκτημένου, που εισάγονται με τα «μνημόνια». Φυσικά, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί η προσπάθεια προώθησης κάποιου τύπου «συνολικού» σχεδιασμού, που να κατοχυρώνει την ασφάλεια δικαίου πολιτικών απορρύθμισης. Αλλά τέτοια παραδείγματα δεν έχουμε: ΟΙ νέοι τύποι ρυθμίσεων και επιχειρηματικότητας που αναδύονται στις πόλεις της κρίσης, δεν επικαλούνται μια πολυδιάστατη στρατηγική για το μέλλον, αλλά την ανάγκη να αντιμετωπισθούν άμεσα πιεστικά προβλήματα. Ισχυριζόμαστε έτσι ότι στη συγκυρία της κρίσης ο στρατηγικός ρόλος των Ρ.Σ. ευνοεί την ανάδειξή τους ως προνομιακών πεδίων για τη μελέτη των αχαρτογράφητων αντιφάσεων και προβλημάτων που συνδέονται με τις μνημονιακές πολιτικές και τα ανάγει σε πολιτικό διακύβευμα.

Ερωτήματα για το Ρυθμιστικό Σχέδιο ΑθήναςΑττικής στη συγκυρία της κρίσης Η Ελλάδα σήμερα αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση εκδήλωσης της κρίσης και βίαιης ανατροπής των κεκτημένων σε όλους τους τομείς. Η βιαιότητα των ανατροπών είναι ιδιαίτερα αισθητή στα θέματα του χώρου.

Είναι γεγονός ότι η αστική ανάπτυξη – με διαδικασίες διαφοροποιημένες σε σχέση με τις κυρίαρχες στον ευρωπαϊκό χώρο – αποτέλεσε στην Ελλάδα προνομιακό πεδίο της όλης αναπτυξιακής δυναμικής και της κοινωνικής συγκρότησης και συνοχής. Και αυτό εξηγεί βέβαια τη βιαιότητα των σημερινών ανατροπών. Πρέπει, όμως, να επισημάνουμε ότι οι μεγάλες μεταλλαγές στον τομέα της αστικής ανάπτυξης – από τη 10ετία του 1950 με την εξάπλωση της αντιπαροχής, μέχρι τη φάση της έντονης μεγέθυνσης με τα Ολυμπιακά έργα και τη μετέπειτα ύφεση και κρίση – πραγματοποιήθηκαν βασικά με δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές. Σε κάθε περίπτωση οι χωρικές πολιτικές ακολουθούσαν, αντιμετωπίζοντας με ad hoc λύσεις τις καταστάσεις που διαμορφώνονταν. Δεν είναι τυχαία, επομένως, η αμηχανία σε σχέση με τη σύνταξη / θεσμοθέτηση Ρ.Σ. και η «περιπέτεια» του Ρ.Σ.Α. του 1983, που κλήθηκε να αντιμετωπίσει με ad hoc τροποποιήσεις τις σαρωτικές μεταλλαγές της αστικής ανάπτυξης, για να προσφέρει κάποιου τύπου ασφάλεια δικαίου. Ποιοι παράγοντες έβαλαν σε κίνηση τις ρυθμίσεις που, κάθε φορά, ανέτρεπαν τα δεδομένα της αστικής ανάπτυξης, κρατώντας, όμως, σχετικά σταθερά όσα αφορούσαν στη δομή της έγγειας ιδιοκτησίας; Και τι σημαίνουν οι σημερινές ανατροπές που αφορούν, ίσως κυρίως, στα δεδομένα της έγγειας ιδιοκτησίας; Τι συνεπάγεται αυτός ο εντελώς νέος και θεμελιακός παράγοντας για τις αναπλάσεις, για τα κέντρα των πόλεων, για την αστική διάχυση, την πολεοδομική και κοινωνική συγκρότηση της πόλης, την οικοδομική βιομηχανία; Πώς μπορούμε να συζητήσουμε για μια νέα φάση χωρικών πολιτικών, μέσα στα νέα δεδομένα; Πώς αντανακλώνται τα ερωτήματα αυτά στο Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο «Αθήνα – Αττική 2021» που συζητήθηκε πρόσφατα στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή της Βουλής; Πώς συντονίζονται με αυτό οι χωρικές ρυθ-

μίσεις των μνημονίων; Ποιες είναι οι διαφορές αυτής της πρότασης Ρ.Σ., που συμπίπτει με την ένταση της κρίσης, από τις προηγούμενες; Η αμηχανία στη συζήτηση της Βουλής, μήπως αντανακλά την επανάληψη της ιστορίας: «αχαρτογράφητες» δυνάμεις από τον χώρο της οικονομίας προωθούν τις έντονες μεταλλαγές της αστικής ανάπτυξης σε κάθε συγκυρία ανατροπών, ενώ οι χωρικές πολιτικές προχωρούν με ad hoc προσαρμογές; Αυτό, όμως, προδιαγράφει και το μέλλον του συγκεκριμένου Ρ.Σ.! Δεν θα μας απασχολήσουν εδώ τα ερωτήματα αυτού του τύπου, που πάντως θεωρούμε ότι αξίζει να συζητηθούν. Ισχυριζόμαστε όμως, ότι στην πραγματικότητα οι συζητήσεις για τα αλλεπάλληλα Ρ.Σ. έχουν ουσιαστικά διεξαχθεί «μέσα στο παλάτι» του πολιτικού προσωπικού και έχουν λίγο και επιφανειακά απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα. Η αδυναμία θεσμοθέτησης Ρ.Σ. οφείλεται σε πολώσεις του πολιτικού προσωπικού που βρίσκεται κοντά στην εξουσία; Και πώς η κοινωνία των πολιτών θα μπει στους δαιδάλους του Ρ.Σ. για να αποκρυπτογραφήσει τα πολιτικά διακυβεύματα και, ίσως, και όψεις / πλευρές της κρίσης; ΜΑΡΙΑ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΥ Ομότιμη Καθηγήτρια ΕΜΠ

ΥΓ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε το Δεκέμβριο του 2013. Στις 15/1/2014 ανακοινώθηκε συγχρόνως ότι μέχρι τις 28/2/2014 α) θα έχει ψηφιστεί από τη Βουλή το νέο ΡΣ Θεσσαλονίκης και σύντομα της Αθήνας και β) θα πραγματοποιηθεί η κατάργηση και μεταφορά αρμοδιοτήτων του ΟΡΣΑ και του ΟΡΣΘ. Οι «αχαρτογράφητες» δυνάμεις που καθορίζουν τα θέματα του χώρου κατοικούν στο ίδιο «παλάτι»;


18

O

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

διεκδικούμε το μέλλον

ΑΝΑΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΟΝ Η περιβαλλοντική υποβάθμιση μεμονωμένων οικοσυστημάτων και η περιβαλλοντική πίεση που ανέκαθεν ασκούσε ο μετασχηματισμός του βιοφυσικού περιβάλλοντος κατά την παραγωγική δραστηριότητα, αποτελούσε στοιχείο κάθε ιστορικού τρόπου παραγωγής. Το ειδοποιό χαρακτηριστικό της οικολογικής κρίσης, με προεξάρχουσα την κλιματική αλλαγή, είναι ότι, στον σύγχρονο καπιταλισμό, ο ρυθμός μετασχηματισμού του βιοφυσικού περιβάλλοντος ευθέως ανταγωνίζεται τις βασικές βιογεωχημικές διεργασίες του πλανήτη, μεταβάλλοντας εκείνες τις ισορροπίες της οικόσφαιρας που επέτρεψαν την εξέλιξη του ανθρώπου και άλλων ειδών που συνδέονται στενά ως βιοεξελικτικές διαδρομές. Το στοιχείο αυτό χαρακτηρίζει ειδικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (Κ.Τ.Π) αποτελώντας σύγχρονη αντίφασή του, που απειλεί όχι γενικά τον πλανήτη ή τη φύση, αλλά το παρόν και το μέλλον των κοινωνιών.

Στοιχεία παρούσας κατάστασης Τις προηγούμενες ημέρες η συγκέντρωση CO 2 στην ατμόσφαιρα έφθασε για πρώτη φορά στις ιστορικές καταγραφές δεδομένων τα 400 ppm 1, [προβιομηχανικά επίπεδα (1750) περίπου 277 ppm]. Τον Σεπτέμβρη δημοσιεύτηκε η 5η έκθεση 2 της πρώτης ομάδας εργασίας της Διακυβερνητικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC). Οι εκθέσεις της IPCC θεωρούνται έγκυρες με σημαντικό πολιτικό αντίκτυπο, πλην όμως συντηρητικές, αφού εδράζονται στη συναίνεση (ελάχιστο κοινό παρονομαστή) της επιστημονικής κοινότητας. Σταχυολογώντας ορισμένα στοιχεία σημειώνουμε ότι: α) η ανθρώπινη επίδραση αποτελεί κυρίαρχη αιτία ανόδου της θερμοκρασίας σε ποσοστό βεβαιότητας 95-100%, β) τα παγκόσμια θερμοκρασιακά δεδομένα καταγράφουν μέση άνοδο της θερμοκρασίας 0,85ο C (1880 – 2012) με ελάχιστη συμβολή των φυσικών παραγόντων (μεταξύ 0,1 ο C και + 0,1 ο C) και γ) οι ατμοσφαιρικές συγκεντρώσεις, διοξειδίου του άνθρακα (CO 2), μεθανίου (CH 4) και υποξειδίου του αζώτου (N 2O), έχουν αυξηθεί σε πρωτοφανή επίπεδα για τα προηγούμενα 800.000 χρόνια, με ποσοστά αύξησης σχετικά με τα

προβιομηχανικά επίπεδα (1750), 40%, 150% και 20% αντίστοιχα. Οι συνολικές ανθρωπογενείς εκπομπές CO 2 από το 1750 έως το 2011 ανέρχονται στους 545 GtC 3 με το μεγαλύτερο ποσοστό να προέρχεται από την καύση ορυκτών καυσίμων (365 GtC). Στην έκθεση αναπτύσσονται τέσσερα σενάρια (RCPs) βάσει των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα μέχρι το 2100 4. Το πρώτο (RCP2.6) ανταποκρίνεται στον περιορισμό ανόδου της θερμοκρασίας κάτω από 2 0 C. Στην κατεύθυνση που κινούμαστε σήμερα - σενάριο RCP8.5, «business as usual» - η άνοδος μπορεί να φθάσει έως και τους 5,30 C, με μέσο όρο τους 4,30 C. Στο σενάριο RCP2.6, οι σωρευτικές εκπομπές CO2 επιβάλλεται να περιοριστούν στους 800 GtC. Εάν αφαιρέσουμε αυτές που έχουν ήδη ιστορικά «δαπανηθεί», «απομένουν» συνολικά 270 GtC προκειμένου να μην υπερβούμε το σωρευτικό ισοζύγιο άνθρακα. Καταναλώνοντας τα ήδη γνωστά και οικονομικά εκμεταλλεύσιμα αποθέματα ορυκτών καυσίμων, θα εκλύαμε στην ατμόσφαιρα πάνω από 800 GtC. Συνεπώς, πάνω από 66% αυτών επιβάλλεται να παραμείνουν στο έδαφος. Υπέρβαση του κατωφλίου των 2ο C οδηγεί στην καλπάζουσα κλιματική αλλαγή ενεργοποιώντας μηχανισμούς θετικής ανάδρασης, «αυτοτροφοδότησης», όπως η απελευθέρωση μεθανίου από τον Αρκτικό ωκεανό ή το μόνιμα παγωμένο έδαφος. Άνοδος μεταξύ 2.7 - 3o C θα διαταράξει τον κύκλο του άνθρακα, μετατρέποντας τα χερσαία οικοσυστήματα σε καθαρή πηγή έκλυσης CO 25. Συνεπώς, στο πλαίσιο των επιταγών του IPCC, (διάγραμμα) οι εκπομπές σε παγκόσμιο επίπεδο πρέπει να αρχίσουν δραστικά να μειώνονται μετά το 2020. Ταυτόχρονα, βάσει της αρχής των κοινών αλλά διαφοροποιημένων ευθυνών, επιβάλλεται η απεξάρτηση των οικονομιών από τον άνθρακα μέχρι το 2050 για τις αναπτυγμένες χώρες και το 2070 σε παγκόσμια κλίμακα.

Ενδεικτικά: παρούσες τάσεις και συνέπειες Ενώ ήδη βαδίζουμε προς την καλπάζουσα κλιματική αλλαγή, οι παγκόσμιες εκπομπές CO 2 από την καύση ορυκτών καυσίμων καταγράφουν ρεκόρ υψηλού, 36 δις τόνοι (2013), 61% πάνω από τα επίπεδα του 1990 7.

Σχήμα: απεικονίζονται τα σενάρια (RCPs) βάσει της εξέλιξης των συνολικών ετήσιων εκπομπών CO2 (κάθετος άξονας) - από το 1980-2100 (οριζόντιος). Παράλληλα, απεικονίζεται η εξέλιξη των εκπομπών μέχρι σήμερα (κουκίδες), που δείχνουν καθαρά ότι βαδίζουμε στο χειρότερο σενάριο, ενώ αποτυπώνονται και οι κόμβοι των πολιτικών για την κλιματική αλλαγή6.

Η αντίδραση του συμπλέγματος των μεγάλων πολυεθνικών εταιριών ορυκτών καυσίμων απέναντι στην αύξηση των τιμών των υδρογονανθράκων, αλλά ιδιαίτερα λόγω του αγώνα ανταγωνιστικότητας για επανεκκίνηση της ανάπτυξης (μεγέθυνσης) και ανάταξη της κερδοφορίας, οδήγησε σε τάση ενίσχυσης των ορυκτών καύσιμων και ιδιαίτερα των μη συμβατικών, με προσανατολισμό στις αντλήσεις βαθέων υδάτων, στο σχιστολιθικό πετρέλαιο, στις πισσώδεις άμμους, στις μεθόδους υδραυλικής διάρρηξης για εκμετάλλευση του σχιστολιθικού αερίου (shale gas) κ.α. Σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας 2012 «[…] τα ορυκτά καύσιμα παραμένουν κυρίαρχα στο παγκόσμιο ενεργειακό μίγμα, υποστηριζόμενα από επιδοτήσεις οι οποίες ανήλθαν στα 523 δις $ το 2011 αυξημένες κατά 30% σε σχέση με το 2010, έξι φορές περισσότερες από τις επιδοτήσεις στις ανανεώσιμες» 8. Πρόσφατη μελέτη (2013) καταγράφει ότι οι πολυεθνικές ορυκτών καυσίμων δαπάνησαν 674 δις $ για την ανεύρεση νέων κοιτασμάτων, ενώ

η αξία των 100 μεγαλύτερων εταιριών άνθρακα και πετρελαίου αποτιμάται στα 7,42 τρις $ 9. Καθίσταται επομένως σαφές ότι το παρόν ενεργειακό μοντέλο εδράζεται σε ένα σύμπλεγμα του μεγάλου κεφαλαίου με τεράστια πολιτική και οικονομική ισχύ και απαιτήσεις απόδοσης επενδυμένων κεφαλαίων τρισεκατομμυρίων, τις οποίες δεν διατίθεται να εγκαταλείψει απλά και οικειοθελώς! Οι συστημικές τεχνικές λύσεις εισαγωγής τεχνολογικής καινοτομίας και αύξησης της ενεργειακής αποδοτικότητας υπερκαλύπτονται από τη δυναμική της καπιταλιστικής μεγέθυνσης, φαινόμενο γνωστό στην πολιτική οικονομία από το 1865, όπως άλλωστε αποδεικνύουν τα απόλυτα μεγέθη: «παρά τα οφέλη της ενεργειακής αποδοτικότητας, οι εκπομπές που συνδέονται με τη βιομηχανία και την ενέργεια προβλέπεται να υπερδιπλασιαστούν το 2050 σε σχέση με τα επίπεδα του 1990»10. Ταυτόχρονα, το κυρίαρχο μοντέλο του πράσινου εκσυγχρονισμού που προωθήθηκε (και σε ένα βαθμό υλοποιείται) στο πλαίσιο του νεοφιλελευ-


O

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

θερισμού και της αγοράς, με επίκεντρο το άτομο - καταναλωτή, το οποίο θα χρηματοδοτούσε η κοινωνία και το δημόσιο, αλλά θα υλοποιούνταν, κυρίως, από τον ιδιωτικό τομέα, στοχεύοντας στην αναθέρμανση της ανάπτυξης και τη δημιουργία κερδοφόρων ιδιωτικών επενδυτικών ευκαιριών, πέρα από τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές του συνέπειες, έχει πενιχρά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του R. York, οι «Α.Π.Ε» εντάχθηκαν, κυρίως, ως συμπληρωματικές μορφές ενέργειας (κάλυψη αύξησης κατανάλωσης), παρά ως εκείνες που θα εκτοπίσουν (υποκαταστήσουν) τα ορυκτά καύσιμα, προκαλώντας καθαρές μειώσεις στις εκπομπές11. Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής πλήττουν με μεγαλύτερη ένταση τα δις των φτωχών του παγκόσμιου Νότου που ευθύνονται συντριπτικά λιγότερο για την πρόκλησή της, καθώς επίσης και τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα του Βορρά, λόγω των λιγότερων μέσων που διαθέτουν για να τις αντιμετωπίσουν, αλλά και των παραγωγικών δραστηριοτήτων τους που συνδέονται οργανικά με το τοπικό περιβάλλον, που αποτελεί και τόπο μόνιμης διαβίωσής τους. Σύμφωνα με την αρχή των κοινών αλλά διαφοροποιημένων ευθυνών (ΟΗΕ) το 75% της κλιματικής αλλαγής οφείλεται στις «αναπτυγμένες» χώρες. Ενδεικτικά, βάσει των σημερινών τάσεων, η λειψυδρία θα πλήξει το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού ή 3,9 δις μέχρι το 2050. Το κόστος των ζημιών λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων που συνδέονται με διαταραχές του κύκλου του νερού κυμάνθηκε μεταξύ 50-100 δις $ από το 1980-2009, ενώ μέχρι το 2050 εκτιμάται ότι θα απειλούνται 1,6 δις και περιουσιακά στοιχεία αξίας 45 τρις. $. Αξίζει να σημειώσουμε ότι, ενώ δεν παρατηρείται σημαντική διαφοροποίηση στη χωρική κατανομή των ακραίων καιρικών φαινομένων, τα θύματα (95%) βρίσκονται εκτός χωρών ΟΟΣΑ, ενώ οι οικονομικές απώλειες εντός (66%)12. Άνοδος της θερμοκρασίας μεταξύ 3-4 ο C θα έχει ως συνέπεια 330 εκατ. να εκτοπιστούν λόγω πλημμυρών. Άνοδος 3 ο C θα θέσει προ απειλής εξαφάνισης το 20-30% των χερσαίων ειδών, θα προκαλέσει έκρηξη των επιδημιών με επιπλέον 220-400 εκατ. να εκτίθενται στη μαλάρια, ενώ επιπρόσθετα 600 εκατ. θα αντιμετωπίσουν το φάσμα του υποσιτισμού έως το 2080 13.

Όχι «ουδέτερο» φαινόμενο, αλλά δομική συνέπεια του Κ.Τ.Π. Δύο στοιχεία είναι αποφασιστικής σημασίας για την Αριστερά τόσο για τη μαζική της απεύθυνση και τον αγώνα ηγεμονίας του μπλοκ των «από κάτω», όσο και για το εσωτερικό της: α) η ρήξη με τον μεθοδολογικό ατομικισμό και β) η ρήξη με μιας

μορφής «ουδετερότητα» της κλιματικής αλλαγής σε σχέση με τα περιεχόμενα της ταξικής πάλης. Ο μεθοδολογικός ατομικισμός, που αποτυπώνεται στη φράση του J. Bentham, «Η κοινωνία είναι ένα φανταστικό σώμα […] Το συμφέρον της κοινωνίας (είναι) […] το άθροισμα των συμφερόντων του αριθμού των μελών που τη συνθέτουν» 14 αποτελεί συστατικό στοιχείο συγκρότησης της αστικής κοινωνίας, της κυρίαρχης ιδεολογίας, της αγοράς, της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας και των εργαλείων της κ.ο.κ. Η μαζική πρόσληψη των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων με μονάδα ανάλυσης το άτομο, αδυνατεί να ενσωματώσει το πρόβλημα της οικολογικής κρίσης. Οι κλίμακες χρόνου, χώρου αλλά και οι βιοφυσικές λειτουργίες της οικόσφαιρας εκφεύγουν του ορίζοντα και της οπτικής του ατόμου. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει όταν στο επίκεντρο τίθεται το συλλογικό και οι κοινωνίες, που βρίσκονται σε συνεχή, όχι χωροχρονικά περιορισμένη, σχέση αλληλεξάρτησης με το φυσικό περιβάλλον. Η «ουδετερότητα» αφορά σε δύο αλληλένδετα στοιχεία: α) ερμηνευτική πρόσληψη των φαινομένων της κλιματικής αλλαγής και β) μια μορφή «οικονομισμού». Για την Αριστερά η οικονομική κρίση δεν είναι «φυσικό φαινόμενο». Είναι ενδογενές περιοδικό αποτέλεσμα της λειτουργίας του Κ.Τ.Π. Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται από την ύπαρξη της μαρξικής «θεωρίας» των κρίσεων. Αντίθετα η αστική τάξη δε διαθέτει σοβαρή θεωρία κρίσεων, αποδίδοντάς τη σε συγκυριακές δυσλειτουργίες της αγοράς, σε στρεβλώσεις και σε υποκειμενικά λάθη, αντιστοίχως και την οικολογική κρίση. Αναμενόμενο γεγονός αφού το κοινωνικό σύστημα θεωρείται η «φυσική κατάσταση» πραγμάτων, απόρροια της ίδιας της «φύσης» του ανθρώπου, αποτελώντας ταυτόχρονα κυρίαρχη μαζική ιδεολογία. Έτσι οι μεταβολές του κλίματος κ.λ.π. προσλαμβάνονται μαζικά είτε ως απλά φυσικά φαινόμενα, είτε αποκλειστικά ως αποτελέσματα λανθασμένων πολιτικών, είτε και ως συνέπειες, γενικά, της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά όχι ειδικά της λειτουργίας του Κ.Τ.Π. Εδώ εμπλέκεται το στοιχείο ενός ορισμένου «οικονομισμού». Για ποικίλους λόγους, ιστορικά, τμήματα της Αριστεράς επικεντρώθηκαν αποκλειστικά στο ζήτημα της διανομής, εστιάζοντας στον υλικό ταξικό συσχετισμό επί του κοινωνικά παραγόμενου προϊόντος. Υποτίμησαν το στοιχείο των παραγωγικών σχέσεων και το ζήτημα του δομικού παραγωγισμού που χαρακτηρίζει αποκλειστικά την καπιταλιστική ανάπτυξη, η οποία συμφύεται με την ταξική εκμετάλλευση, λαμβάνοντας τον υποχρεωτικό, μονοδιάστατο, ποσοτικό, χαρακτήρα της διαρκούς οικονομικής μεγέθυνσης (σε όρους ΑΕΠ) και της παραγωγής για τη συσσώρευση. Αντίθετα με παραδόσεις του εργατικού κινήματος

που αντιμετώπιζαν τις συνολικές συνθήκες διαβίωσης και κοινωνικής αναπαραγωγής των εκμεταλλευόμενων τάξεων, όπως άλλωστε αποτυπώνεται στους κλασικούς π.χ. στον Έγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» το 1845 και στον Μαρξ, ιδιαίτερα στο 3ο και 4ο μέρος του πρώτου τόμου του κεφαλαίου. Σχηματικά, η λειτουργία του Κ.Τ.Π. προσιδιάζει στο κύκλωμα που περιγράφει ο Αριστοτέλης Χ-Ε-Χ΄ (όπου Χ: χρήμα και Χ΄>Χ) το οποίο δεν έχει φυσικό τέρμα. «Το χρήμα είναι το σημείο αφετηρίας και ο σκοπός» 15. Στον καπιταλισμό παίρνει τη μορφή Χ Ε (=Μπ +Εδ) [-Πδ - Ε΄] - Χ΄ (Χ+ΔΧ), [όπου Χ: χρήμα (ως κεφάλαιο), Ε: εμπόρευμα, Μπ: μέσα παραγωγής, Εδ: εργασιακή δύναμη, Πδ: παραγωγική διαδικασία και ΔΧ=Χ΄- Χ : υπεραξία (υ)] . Έτσι, οι λειτουργίες της εκμετάλλευσης (απόσπασης υπεραξίας), της διαρκούς μεγέθυνσης (συσσώρευσης, την οποία νέμεται το 1%, αντιστρέφοντας το σλόγκαν του Occupy Wall Street) και αναπαραγωγής σε διευρυμένη κλίμακα (καπιταλιστική ανάπτυξη), συμφύονται σε μια ενιαία συστηματική διαδικασία. Η ληστρική εκμετάλλευση των φυσικών διαθεσίμων, σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα, με τη μετατροπή τους σε ρύπους και κάθε είδους απόβλητα, κατά τη διαδικασία διαρκούς μεγέθυνσης, που αποτελεί την κύρια αιτία της κλιματικής αλλαγής, συναρθρώνεται με την ταξική εκμετάλλευση, αφού εδράζονται στο κοινό υπόβαθρο και σκοπό του πυρήνα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής θέτει την ανατροπή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, με επίκεντρο τη μεγέθυνση, όχι τη διανομή του καθαρού προϊόντος. Ο συνεκτικός κινητήριος σκοπός του «ΔΧ» αμφισβητείται, το κύκλωμα σπάει, ζήτημα που αποτελεί casus belli, καθώς το «αεροπλάνο» καπιταλισμός είναι σχεδιασμένο να πηγαίνει μόνο προς τα μπρος, αλλιώς θα πέσει, όπως εύστοχα σημείωνε ο H. Daly το 1977. Από το παραπάνω προκύπτει και το συμπέρασμα ότι η ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής δεν είναι, πρωτίστως, θέμα πράσινων ατομικών καταναλωτικών επιλογών ή οικολογικής ευαισθησίας, αλλά αντίθετα κοινωνικής οργάνωσης της παραγωγής. Το βέλος της αιτιότητας έχει φορά από την παραγωγή προς την κατανάλωση. Στο επίκεντρο του κινήματος και της αριστεράς πρέπει να τεθεί η παραγωγή. Στην εποχή της συνδυασμένης οικονομικής – οικολογικής κρίσης η Αριστερά πρέπει να θέσει επί τάπητος το θέμα των παραγωγικών σχέσεων, του συλλογικού δημοκρατικού σχεδιασμού της παραγωγής, από τους εργαζόμενους και την κοινωνία. Της αποκέντρωσης, όχι μόνο χωρικής, αλλά και απέναντι στη συγκέντρωση του κεφα-

19 λαίου και των κοινωνικών- τεχνολογικών μορφών που τη συνοδεύουν, αναπαράγοντας την κεφαλαιακή σχέση. Σε αυτή την κατεύθυνση μπορεί να συναρθρωθούν οι διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος και ευρύτερα οι κοινωνικές ανάγκες, με την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής. Ταυτόχρονα, η ανατρεπτική μεταβατική πρόταση ενός προγράμματος κοινωνικού-οικολογικού μετασχηματισμού σε σοσιαλιστική κατεύθυνση (υπόδειγμα ενός σύγχρονου συλλογικού οράματος) αποτελεί για την ενδεχόμενη «Κυβέρνηση της Αριστεράς» δείγμα έμπρακτου διεθνισμού και αλληλεγγύης, πραγματικό «όπλο» διεθνούς απήχησης - στους «από κάτω» - και πολιτικής ισχύος. ΠΕτρος ΨαρρΕας

1. http://www.esrl.noaa.gov/gmd/ccgg/trends/ weekly.html 2.http://www.ipcc.ch/report/ar5/wg1/#. UmFJJhBMxGp 3. GtC: γιγατόνοι άνθρακα. Ένας γιγατόνος ισούται με ένα δισεκατομμύριο τόνους, (1Gt= 109 t) και ισοδυναμεί με 3,67 γιγατόνους CO 2 4. Τα τέσσερα αυτά σενάρια είναι τα RCP2.6, RCP4.5, RCP6.0 και RCP8.5 με μέσο σωρευτικών εκπομπών CO2 για την περίοδο 2012-2100, εκφρασμένο σε GtC, 270, 780, 1060, 1685 αντίστοιχα. 5. IPCC, Climate Change 2007: Synthesis Report, p., 51, http://www.ipcc.ch/pdf/ assessment-report/ar4/syr/ar4_syr.pdf 6. Πηγή: Andrew Jordan et al, (2013), Going beyond two degrees? The risks and opportunities of alternative options, Climate Policy, 13:6, p. 753, http://dx.doi.org/10.1 080/14693062.2013.835705 7. http://www.uea.ac.uk/mac/comm/media/ press/2013/November/global-carbonbudget-2013 8. International Energy Agency (IEA), World Energy Outlook, (2012), Executive Summary 9. Carbon Tracker and the Grantham Research Institute, London School of Economics, Unburnable Carbon 2012: Wasted Capital and Stranded Assets (2013), http://carbontracker. org 10. OECD Environmental Outlook to 2050, p.,80 11. Richard York, (2012), Do Alternative Energy Sources Displace Fossil Fuels?, Nature Climate Change 2, p. 441 12. OECD (2012), Environmental Outlook to 2050, p.,218-223 13. UNDP (2007), Human Development Report 2007/2008, Fighting climate change, pp., 8-10 14. Bentham J., (1948), The Principles of Morals and Legislation, New York, Hafner Press, p.3 15. Meikle S., (2000), Η οικονομική Σκέψη του Αριστοτέλη, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σ.83 16. Το αρχικό κεφάλαιο (Χ) μετατρέπεται στα εμπορεύματα (Ε), μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη, που καταναλώνονται παραγωγικά στην παραγωγική διαδικασία και παράγουν μια εκροή εμπορευμάτων Ε΄, της οποίας η αξία όταν πραγματοποιηθεί στην αγορά, μετατρέπεται σε ένα ποσό χρήματος Χ΄>Χ, στο οποίο εμπεριέχεται η αποσπασμένη υπεραξία, μέσω του οποίου συντελείται η συσσώρευση.


20 Το Πρωτόκολλο της Ναγκόγια υποχρεώνει τους υπογράφοντες να πάρουν μέτρα για την πρόσβαση στους γενετικούς πόρους, το διαμοιρασμό των ωφελειών από τη χρησιμοποίησή τους και τη συμμόρφωση στα συμφωνημένα.

Το πρωτόκολλο της Ναγκόγια ήρθε να συμπληρώσει τη Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα, αυτή τη συμφωνία-ορόσημο που ψηφίστηκε στην ιστορική σύνοδο κορυφής του Ρίο, το 1992. Τρεις είναι οι κεντρικοί στόχοι της Σύμβασης: η διατήρηση της βιολογικής ποικιλότητας, η αειφόρος χρήση των συνιστωσών της και ο δίκαιος και ισότιμος διαμοιρασμός των ωφελειών από τη χρησιμοποίηση των γενετικών πόρων. Ως απόκριση στις απαιτήσεις του πρώτου στόχου, δημιουργήθηκε στην Ευρώπη το δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 και αναλήφθηκαν παγκοσμίως σημαντικές πρωτοβουλίες για τη διατήρηση όλης της ποικιλίας μορφών ζωής στον πλανήτη, πολλές από αυτές απειλούμενες σε μεγάλο βαθμό σήμερα. Ως απόκριση στις απαιτήσεις του δεύτερου στόχου, προέκυψε το αίτημα για αειφορία σε έργα και δραστηριότητες, δίπλα στην ανάπτυξη προστέθηκε ο προσδιορισμός βιώσιμη κι έστω κι αν όσα γίνονται στο όνομά της δεν αντιστοιχούν πάντα στο περιεχόμενο του όρου, έχουν ληφθεί και εφαρμοστεί σημαντικές σχετικές αποφάσεις. Ο τρίτος στόχος που στην ουσία ζητάει να ωφελούνται και αυτοί που διαθέτουν τον γενετικό πόρο και που συνέβαλαν στη διατήρησή κι όχι μόνον εκείνοι που τον πήραν και τον μετέτρεψαν σε οικονομικό αγαθό, δεν είχε βγάλει πουθενά μέχρι πρόσφατα. Δεν είναι περίεργη αυτή η δυστοκία. Στον κόσμο μας, δεν είναι συνηθισμένοι οι νικητές να μοιράζονται τις απολαβές τους με τους άλλους. Όμως, οι εντάσεις που άρχισαν και να αυξάνονται και να μεγεθύνονται έπρεπε να διευθετηθούν και κανόνες δικαίου έπρεπε να εφαρμοστούν ώστε να υπάρξει ασφάλεια στις συναλλαγές. Μεσολάβησαν χρόνια προετοιμασιών και εντατικές διαπραγματεύσεις που δεν σταμάτησαν παρά την τελευταία στιγμή: αργά τη νύχτα, λίγο πριν εκπνεύσει ο χρόνος, λίγο πριν λήξει άπραγη και η 10η συνάντηση

O

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΗΣ ΝΑΓΚΟΓΙΑ

των μερών της Σύμβασης για τη Βιοποικιλότητα, στη Ναγκόγια της Ιαπωνίας, στις 29 Οκτωβρίου του 2010. Εκεί, σ’ αυτή τη μακρινή πόλη, την έδρα της αυτοκινητοβιομηχανίας Toyota, υπερψηφίστηκε τελικά το φερώνυμο Πρωτόκολλο από τα 193 κράτη-μέρη της Σύμβασης, 18 χρόνια μετά το Ρίο. Το έχουν υπογράψει 92 χώρες και μέχρι στιγμής έχει από πλευράς τους 26 επικυρώσεις. Για να αρχίσει να εφαρμόζεται, χρειάζονται άλλες 24 κι επιπλέον 90 ημέρες μετά την 50ή επικύρωση, πράγμα που αναμένεται να συμβεί κάπου μέσα στο 2014. Το Πρωτόκολλο εξειδικεύει τον τρίτο στόχο της Σύμβασης για τη Βιοποικιλότητα και αποτελεί το νομικό πλαίσιο πραγματοποίησής του. Κύρια υποχρέωση των μερών που το υπογράφουν είναι να πάρουν μέτρα για την πρόσβαση στους γενετικούς πόρους (πώς δηλαδή αυτή θα γίνεται νόμιμα και με αποδεκτό και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη τρόπο), το διαμοιρασμό των ωφελειών από τη χρησιμοποίησή τους (προβλέποντας χρήσεις και τύπους ωφελειών από καθεμιά, που από κοινού θα συμφωνηθούν) και τη συμμόρφωση στα συμφωνημένα (ώστε να ελέγχεται αν όλα βαίνουν καλώς). Οι ωφέλειες μπορεί να είναι χρηματικού ή άλλου τύπου, όπως πρόσβαση σε επιστημονική πληροφορία, μεταφορά τεχνογνωσίας κ.λπ. Λέξεις-κλειδιά που συνδέονται με τα

παραπάνω είναι οι PIC και MAT που στα ελληνικά θα μπορούσαν να αποδοθούν ως «Συνειδητή εκ των Προτέρων Συναίνεση» (Prior Informed Consent) και «Αμοιβαία Αποδεκτοί Όροι» (Mutually Agreed Terms) (ίσως, ΣΠΡΟΣ και ΑΜΑΟ, αντίστοιχα). Τέτοια προβλέπει το Πρωτόκολλο για τους γενετικούς πόρους – αυτούς όμως που προέρχονται από περιοχές εθνικής δικαιοδοσίας και όταν πηγή προέλευσης είναι μια χώρα. Για γενετικούς πόρους από διεθνείς περιοχές, όπως είναι τα διεθνή ύδατα, δεν υπάρχουν τέτοιες δεσμεύσεις. Ανάλογα προβλέπει και για γενετικούς πόρους που είναι στη δικαιοδοσία ιθαγενών ή τοπικών κοινοτήτων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό μπορεί να αποδειχθεί, όπως και για τη σχετική με τους γενετικούς πόρους παραδοσιακή γνώση που διαθέτουν τέτοιες κοινότητες, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει ούτε τι συνιστά παραδοσιακή γνώση ούτε τι συνιστά χρησιμοποίησή της. Αντίθετα, οι γενετικοί πόροι προσδιορίζονται με σαφήνεια. Ανάμεσά τους, δεν περιλαμβάνονται οι ανθρώπινοι. Γενετικός πόρος κατά το Πρωτόκολλο, είναι οποιοδήποτε υλικό βιολογικής προέλευσης, από φυτά ζώα ή μικρόβια, που διαθέτει λειτουργικές μονάδες κληρονομικότητας και έχει ή ενδεχομένως αποκτήσει (οικονομική) αξία, αλλά επιπλέον και οι βιοχημικές ουσίες που συνδέονται με αυτό. Αντίστοιχα, χρησιμοποίηση

γενετικών πόρων θεωρείται η έρευνα και η ανάπτυξη που στηρίζονται στη γενετική και βιοχημική σύσταση των γενετικών πόρων, όπως και η παραγωγή και περαιτέρω εμπορευματοποίηση προϊόντων που παράγονται με βιοτεχνολογικό τρόπο. Το Πρωτόκολλο αποτελεί προϊόν συμβιβασμού μεταξύ χωρών πλούσιων και χωρών φτωχών σε βιοποικιλότητα, που συνήθως είναι χώρες φτωχές και χώρες πλούσιες, αντίστοιχα, κατά τον κλασικό ορισμό. Οι πρώτες κυρίως παρέχουν γενετικούς πόρους, ενώ οι δεύτερες κυρίως τους χρησιμοποιούν – για έρευνα, για μετατροπή τους σε φάρμακα, καλλυντικά, αγροτικά και κηπευτικά προϊόντα, σε βιοτεχνολογικές εφαρμογές, κ.λπ. Ωστόσο, η ίδια χώρα μπορεί να έχει και τη μια και την άλλη ιδιότητα (για διαφορετικούς πόρους) και να προβεί ανάλογα στις σχετικές ρυθμίσεις από διαφορετική θέση κάθε φορά. Το Πρωτόκολλο κινείται ικανοποιητικά προς την κατεύθυνση εξαφάνισης της βιοπειρατείας, δηλαδή της χρησιμοποίηση των γενετικών πόρων χωρίς έγκριση από αυτούς που τους κατέχουν –χωρίς όμως να θίγει αυτήν που προηγήθηκε– αλλά όχι τόσο προς την κατεύθυνση υποχρέωσης των χρηστών να διασφαλίσουν το διαμοιρασμό των ωφελειών. Και σε θέματα διαδικασιών και δεσμεύσεων είναι συχνά σιωπηρό. Παρόλα αυτά, είναι ευτύχημα που επιτέλους υπάρχει.


O

Η Ελλάδα, ως «καυτό» σημείο βιοποικιλότητας, είναι πλούσια σε γενετικούς πόρους. Διαθέτει περίπου 1.400 ενδημικά είδη και υποείδη φυτών, περίπου 4.000 αντίστοιχα ζώων, και σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητο πλούτο άλλων μορφών ζωής, όπως μανιτάρια και άλλοι μύκητες, φύκη, αρχαία, βακτήρια, κ.λπ.

Ένα από τα σημεία που θέλουν μεγάλη προσοχή αφορά τον παροχέα γενετικού πόρου. Σύμφωνα με τον Πρωτόκολλο, δεν είναι μόνον η χώρα φυσικής εξάπλωσης ή προέλευσής του. Μπορεί να είναι και κάποια άλλη που τον προμηθεύτηκε από κάπου, κάποτε και τον έχει στη διάθεσή της κατά την έναρξη ισχύος του. Εδώ, έρχονται προφανώς στο προσκήνιο οι βοτανικοί κήποι και οι τράπεζες πολλαπλασιαστικού υλικού που διαθέτουν συλλογές (νόμιμες ή παράνομες) φυτών από όλο τον κόσμο. Για παράδειγμα, οι περίφημοι βοτανικοί κήποι Kew στην Αγγλία έχουν συγκεντρωμένο 10% της φυτικής βιοποικιλότητας ολόκληρου του πλανήτη. Έτσι, ενδημικοί γενετικοί πόροι των διαφόρων χωρών, δηλαδή γενετικοί πόροι που φυσιολογικά υπάρχουν μόνο σε αυτές και πουθενά αλλού, δεν είναι πια αποκλειστικά δικοί τους. Είναι και του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι και οποιασδήποτε άλλης χώρας που έχει ιδρύματα με τέτοιες συλλογές. Αυτό έχει τεράστια σημασία. Και για τη χώρα μας. Ένας λόγος είναι ότι το Πρωτόκολλο δεν έχει αναδρομική ισχύ. Ο άλλος είναι ότι ενδημικοί πόροι της βρίσκονται και φυλάσσονται προ πολλού και εκτός των συνόρων της. Πρόσφατη έρευνα που διεξάγαμε με τους συνεργάτες μου (Ν. Κρίγκα και Β. Μεντέλη) έδειξε ότι 179 ενδημικά φυτά της Ελλάδας βρίσκονται σε βοτανικούς κήπους της Ευρώπης και 134 σε βοτανικούς κήπους άλλων ηπείρων, ενώ διατηρούνται συλλογές 100 ενδημικών φυτών σε ευρωπαϊκές τράπεζες σπερμάτων. Εάν για οποιοδήποτε λόγο προκύψει ενδιαφέρον να χρησιμοποιηθούν τα φυτά αυτά, μάλλον δεν θα είναι η χώρα μας η ωφελημένη. Η Ελλάδα, ως «καυτό» σημείο βιοποικιλότητας, είναι πλούσια σε γενετικούς πόρους. Διαθέτει περίπου 1.400 ενδημικά είδη και υποείδη φυτών, περίπου 4.000 αντίστοιχα ζώων, και σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητο πλούτο άλλων μορφών ζωής, όπως μανιτάρια και άλλοι μύκητες, φύκη, αρχαία, βακτήρια, κ.λπ. Και διαρκώς έρχονται στο φως άγνωστες μορφές ζωής από τις στεριές ή τις θάλασσές της. Είναι χώρα ιδιαίτερα ετερογενής, με διαφορετικά περιβάλλοντα, από υποτροπικά μέχρι υποπολικά και με ακραία ανάμεσά τους, όπως ηφαίστεια, σπήλαια, θερμές πηγές, μεγάλα ύψη, πολύ μεγάλα θαλάσσια βάθη, δηλαδή περιβάλλοντα, όπου μόνον ιδιαίτερες μορφές ζωής μπορούν να υπάρξουν. Αυτή η ιδιαιτερότητα

21

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

έλκει το ενδιαφέρον, καταρχήν τουλάχιστον για έρευνα, καθώς μπορεί να αποκαλύψει κερδοφόρα υλικά και μηχανισμούς. Είναι σαφές πως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η θέση της Ελλάδας, όπως και μερικών άλλων χωρών του ευρωπαϊκού νότου, είναι πιο κοντά στις χώρες-παροχείς, σε αντίθεση με πολλές άλλες, τις ισχυρότερες, που είναι κυρίως χώρες-χρήστες γενετικών πόρων. Αυτό θα πρέπει πρώτα να το θυμόμαστε εμείς, μετά να το υπενθυμίζουμε όπου χρειάζεται και φυσικά να το υπερασπιζόμαστε διεκδικώντας. Το Πρωτόκολλο της Ναγκόγια μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ανάπτυξης για τη βιολογικά πλούσια χώρα μας. Για να ωφεληθεί όμως από αυτό και τις επιμέρους προβλέψεις του χρειάζεται προηγουμένως εντατική προετοιμασία. Χρειάζεται καταρχήν να γνωρίζει τι ακριβώς έχει από πλευράς γενετικών πόρων. Κι αν δεν το έχει έτοιμο, να δώσει προτεραιότητα στο να το μάθει. Χρειάζεται μετά δουλειά για την παραγωγή κατάλληλου εθνικού συστήματος πρόσβασης στους γενετικούς πόρους και για τη διαμόρφωση τύπων συμβάσεων, εξειδικευμένων κατά κατηγορία πόρων, που θα περιλαμβάνουν όσα πρέπει και δεν θα αφήνουν ανοιχτή την πόρτα να ξεφεύγουν ωφέλειες από χρήσεις που δεν προβλέφθηκαν εγκαίρως ή από άλλες παραλείψεις. Χρειάζεται επίσης η Ελλάδα να είναι συνεχώς παρούσα με εκπροσώπους της σε όλα τα fora που σχετίζονται με το Πρωτόκολλο και τις προβλέψεις του και να διεκδικεί, καθώς αρκετά θέματα παραμένουν ανοιχτά και είναι σίγουρο πως θα τεθούν ξανά στο τραπέζι. Αλλά για να επιτύχουν οι προσπάθειες, χρειάζεται καθαρή στόχευση, σοβαρότητα, καλή προετοιμασία, κατάλληλες συμμαχίες και συνεργασίες και κυρίως συνέχεια – σε στόχους, ενέργειες και πρόσωπα. Αν σωστά προσπαθήσουμε, είναι μεγάλη η πιθανότητα να αποκτήσουμε σημαντικά οφέλη από το βιολογικό πλούτο που διαθέτουμε. Και μέσω αυτών να συμβάλουμε δραστικά και στην επίτευξη των άλλων δύο σπουδαίων στόχων της Σύμβασης για τη Βιοποικιλότητα στη χώρα μας, δηλαδή τη διατήρηση του βιολογικού της πλούτου, όπως και την αειφόρο χρήση του.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΩΚΟΥ Καθηγήτρια Οικολογίας, Τμήματος Βιολογίας ΑΠΘ, μέλος της εθνικής αντιπροσωπείας στη Ναγκόγια

Ηλεία: προσεχώς ΤΑΙΠΕΔ...

Η ιστορία της αξιοποίησης περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους στην Ηλεία είναι πολύ παλιά. Από την εποχή του περιβόητου Τομ Πάπας επί δικτατορίας, μέχρι τις τελευταίες ημέρες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, γίνονταν προσπάθειες να παραδοθούν στο βωμό της περίφημης ανάπτυξης με κατασκευή φαραωνικών έργων τουρισμού και αναψυχής. Ευτυχώς και χάρη στην αντίδραση των τοπικών κοινωνιών και των οικολογικών οργανώσεων, οι περισσότερες απ’ αυτές τις περιοχές έως σήμερα γλύτωσαν από την επαγγελλόμενη ανάπτυξη. Γλύτωσαν; Γιατί ενώ ορισμένες μπήκαν σε καθεστώς προστασίας με το πρόγραμμα Natura ή λχ. η περιοχή Κοτυχίου - Στροφυλιάς ανακηρύχθηκε σε Εθνικό Πάρκο, η προστασία παρέμεινε στα χαρτιά και οι ευαίσθητες αυτές περιοχές αντιμετωπίζουν συνεχείς πιέσεις υποβάθμισης, με καταπατήσεις, ρύπανση και εγκατάλειψη. Η συνταγή άλλωστε είναι γνωστή: Αφήνουμε στην τύχη μια περιοχή και αφού υποβαθμιστεί πλήρως την βγάζουμε στο σφυρί. Τώρα μάλιστα με την κρίση, ποιός θα μπορέσει να αντιδράσει; Η περίπτωση των Αλυκών στα Λεχαινά είναι χαρακτηριστική. Αλυκές που λειτουργούσαν επί αιώνες και έδιναν δουλειά σε δεκάδες εργαζόμενους. Επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη η λειτουργία τους κρίθηκε ασύμφορη για το Δημόσιο και έκλεισαν. Έκτοτε άρχισε ένας αδυσώπητος αγώνας για την “αξιοποίησή” τους. Άλλοι ήθελαν να μετατραπούν σε ιχθυοτροφείο, κάποιοι δημοτικοί παράγοντες πίεζαν να μετατραπούν σε οικόπεδα. Όμως, η πίεση των οικολογικών οργανώσεων απέφερε την ένταξη των Αλυκών στην Α΄ Ζώνη προστασίας του Εθνικού Πάρκου Κοτυχίου Στροφυλιάς. Προηγουμένως μια μελέτη μετατροπής τους σε κέντρο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης με μερική επαναλειτουργία τους, καταχωνιάστηκε από τη γραφειοκρατία και την αδιαφορία της δημοτικής αρχής. Οι Αλυκές απέμειναν βορά στην ερήμωση και τις ορέξεις των αναπτυξιολάγνων… Και τότε ήρθε το ΤΑΙΠΕΔ. Μια νέα πραγματικότητα διαμορφώνεται με σκληρούς και αδιαπραγμάτευτους όρους. Οι Αλυκές των Λεχαινών (μια έκταση 400 περίπου στρεμμάτων τεράστιας οικολογικής σημασίας ) μαζί με πολλές άλλες περιοχές μεταβιβάζονται στο ΤΑΙΠΕΔ για περαιτέρω αξιοποίηση, πώληση κλπ. Μεταξύ αυτών, οι Ιαματικές Πηγές της Κυλλήνης, το Κτήμα Ζαχάρως έκτασης 432 στρ., περιοχές του Εθνικού Πάρκου Κοτυχίου - Στροφυλιάς, παραθαλάσσιες εκτάσεις στον Πύργο και στην Κυλλήνη κ.α. Συνολικά 26 δημόσια κτήματα στην Ηλεία οδεύουν προς αξιοποίηση. Δικαίως οι οικολογικές οργανώσεις ανησυχούν: «Σε καμία περίπτωση από τις περιοχές που έχουν παραχωρηθεί δεν αναγνωρίζεται ή αναφέρεται το καθεστώς προστασίας… Μάλιστα προκύπτει ότι το ΤΑΙΠΕΔ προωθεί την απομάκρυνση τυχόν περιορισμών σε συγκεκριμένα ακίνητα που του εκχωρούνται προς αξιοποίηση» λέει η υπεύθυνη πολιτικής του WWF Ελλάς Ιόλη Χριστοπούλου, που επισημαίνει επίσης ότι το ΤΑΙΠΕΔ θα πρέπει διευκολύνοντας τους ενδιαφερόμενους αγοραστές, «να γνωστοποιεί το καθεστώς προστασίας και να το λαμβάνει υπόψη κατά τη διαμόρφωση των επενδυτικών σχεδίων». Εξάλλου, σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1415-6/13), η διαδικασία μεταβίβασης στο ΤΑΙΠΕΔ δεν θίγει την περιβαλλοντική και πολεοδομική νομοθεσία και γενικότερα το προστατευτικό ή άλλο καθεστώς των περιοχών αυτών. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, η απαίτηση αυτή δεν αποτυπώνεται στους αρχικούς φακέλους περιοχών, παρά το γεγονός ότι η περιοχή έχει χαρακτηριστεί ως Natura 2000 και η αξιοποίησή της είναι δυνατή υπό προϋποθέσεις. Ανάμεσα στην εγκατάλειψη και την αξιοποίηση ο δρόμος είναι γεμάτος παγίδες. Η Ηλεία, περιοχή υποβαθμισμένη, αλλά πλούσια σε φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, έχει άλλους δρόμους να ακολουθήσει. ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΡΑΓΚΑΡΗΣ μέλος της ΠΚ Ηλείας των Ο.Π.


22

O

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ παγκόσμιοι παίκτες και η ιδιοκτησία της γης Στις αρχές του Αυγούστου, και προτού ακόμα αναλάβει την εξουσία, ο νέος πρωθυπουργός της Αλβανίας, Έντι Ράμα, δηλώνει στο twitter: «τα αυθαίρετα στα παράλια της χώρας είναι μία επιθετική μορφή καρκίνου. Χρειάζεται μία εκτεταμένη επιχείρηση για να εδραιωθεί το κράτος δικαίου. Είμαστε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης», δίνοντας το σύνθημα για να αναλάβουν (επιλεκτική) δουλειά οι μπουλντόζες. Μάλιστα η εκστρατεία του νέου πρωθυπουργού κατά των αυθαιρέτων στη χώρα υποστηρίζεται από την ιστοσελίδα StopRrënimit.com, όπου οι πολίτες μπορούν να ανεβάσουν φωτογραφίες και βίντεο κτιρίων που θεωρούν ότι είναι αυθαίρετα. Δεν είναι η πρώτη φορά που τα αυθαίρετα απασχολούν τον Ράμα. Στη διάρκεια της θητείας του ως δήμαρχος Τιράνων, προχώρησε σε επιλεκτικές κατεδαφίσεις πολλών αυθαίρετων καταστημάτων ή και κατοικιών στους κοινόχρηστους χώρους του κέντρου της πρωτεύουσας. Όμως το ζήτημα των αυθαιρέτων δεν περιορίζεται στα αλβανικά παράλια και στο κέντρο των Τιράνων. Είναι πολύ ευρύτερο και, σύμφωνα με το προεκλογικό πρόγραμμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος του οποίου ηγείται ο Ράμα, η νέα κυβέρνηση προτίθεται να δώσει «οριστική λύση» στο ζήτημα.

Η αυθαίρετη δόμηση στην Αλβανία ως βασικός μηχανισμός στέγασης Το κύμα εσωτερικής μετανάστευσης και αστικοποίησης του αλβανικού πληθυσμού μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού δημιούργησαν τεράστια ζήτηση για κατοικία. Στο πλαίσιο μάλιστα της προσπάθειάς της να εγκαθιδρύσει την εξουσία της, η κεντρική κυβέρνηση υιοθέτησε μια πολιτική ανοχής και σιωπηλής ενθάρρυνσης της αυθαίρετης δόμησης. Εκτιμάται ότι περισσότερο από το 60% των κτιρίων που κατασκευάστηκαν μεταξύ 1992 και 1996 ήταν αυθαίρετα. Λαμβάνοντας υπόψη την πλήρη κατάρρευση των κρατικών στεγαστικών πολιτικών, την απουσία ελέγχου των διαδικασιών αστικής ανάπτυξης, τις δυσκολίες νόμιμης πρόσβασης σε γη για οικοδόμηση και την ασάφεια των αδειοδοτικών διαδικασιών, η αυθαίρετη δόμηση αποτέλεσε τη μοναδική δυνατότητα πρόσβασης σε κατοικία για ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Κατά μία έννοια, η αυθαίρετη δόμηση αποτέλεσε το βασικό μηχανισμό κάλυψης των στεγαστικών αναγκών και κεντρικό στοιχείο κοινωνικής ενσωμάτωσης στην Αλβανία

τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Σε αυτό το πλαίσιο, εκτεταμένες ζώνες αυθαιρέτων κατοικιών – συχνά αρκετά πολυτελείς– αναπτύχθηκαν στην περιφέρεια των πόλεων της κεντρικής Αλβανίας και κατά μήκος των ακτών, αξιοποιώντας κυρίως τα μεταναστευτικά εμβάσματα. Οι οικιστές των αυθαιρέτων απέκτησαν γη είτε με άτυπες μεταβιβάσεις και παράνομες κατατμήσεις, είτε καταλαμβάνοντας κρατικές εκτάσεις ή εκτάσεις με ασαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς. Αυθαιρεσίες έγιναν επίσης σε υφιστάμενα κτίρια, αλλά και σε νεόδμητα που υπερέβησαν τις εγκεκριμένες οικοδομικές άδειες. Έτσι, τόσο τα κατώτερα όσο και τα μεσαία στρώματα απέκτησαν πρόσβαση σε ικανοποιητικές συνθήκες κατοικίας, σε περιοχές που βρίσκονται αφενός εκτός της ακτίνας της κρατικής παρέμβασης, και αφετέρου εκτός της επίσημης κτηματαγοράς.

Οι παλινδρομήσεις των πολιτικών Οι πολιτικές της αλβανικής κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της αυθαίρετης δόμησης εξελίχθηκαν με αλλεπάλληλες παλινδρομήσεις και μέσα από την καθοριστική παρέμβαση παγκόσμιων οργανισμών, ξένων κυβερνήσεων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και διεθνών εμπειρογνωμόνων. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 η κατασταλτική προσέγγιση ενός αυστηρού νομικού πλαισίου με βασικό εργαλείο την «Αστυνομία Κατεδαφίσεων» συνυπήρχε με πιλοτικά προγράμματα παροχής αστικών υποδομών, που προωθούσαν διεθνείς οργανισμοί σε συνεργασία με τοπικές ΜΚΟ. Την περίοδο που ακολούθησε διεθνείς οργανισμοί ανέδειξαν την τακτοποίηση των αυθαιρέτων σε στόχο υψηλής προτεραιότητας. Εκθέσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας παρουσίαζαν τα «πλεονεκτήματα» της αυθαίρετης δόμησης, επισημαίνοντας ότι καλύπτει τη ζήτηση για κατοικία και εργασία χωρίς κρατική παρέμβαση. Ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν την αυθαίρετη δόμηση ως εμπόδιο για τη λειτουργία της αγοράς, απορώντας μάλιστα γιατί οι οικιστές των αυθαιρέτων «αρνούνται στους εαυτούς τους την ευκαιρία να επωφεληθούν από τον ενυπόθηκο δανεισμό και άλλα χρηματοδοτικά και επιχειρηματικά εργαλεία, που είναι διαθέσιμα σε άλλες οικονομίες». Παρόμοιο ήταν και το πνεύμα στο οποίο κινήθηκαν διεθνείς εμπειρογνώμονες όπως ο Περουβιανός οικονομολόγος Hernando de Soto, ο οποίος κλήθηκε από την αλβανική κυβέρνηση να συνεισφέρει στο σχεδιασμό μιας εθνικής πολιτικής για τα αυθαίρετα και την ακίνητη

ιδιοκτησία. Οι διεργασίες αυτές οδήγησαν τελικά στη δημιουργία ενός θεσμικού πλαισίου για την τακτοποίηση των αυθαιρέτων στα μέσα της δεκαετίας του 2000, το οποίο προσδιόρισε διαδικασίες, αρμοδιότητες και νέους φορείς. Το θεσμικό αυτό πλαίσιο στηρίχθηκε στη ρητορική της κυβέρνησης για προώθηση της «τάξης», της «νομιμότητας» και της οικονομικής ανάπτυξης. Οι προσπάθειες όμως να εφαρμοστεί στην πράξη βρέθηκαν σε αντίθεση με τις ευρύτερες μεταρρυθμίσεις στο σύστημα της ακίνητης ιδιοκτησίας και οδήγησαν συχνά σε συγκρούσεις συμφερόντων που συνδέονται είτε με τις δραστηριότητες τοπικών εργολάβων, είτε με μεγάλες επενδύσεις στους τομείς του εμπορίου και του τουρισμού. Κρίσιμα ζητήματα προέκυψαν σχετικά με την εφαρμογή πολεοδομικού σχεδιασμού, την ποιότητα του αστικού χώρου, την προστασία των φυσικών πόρων, τη διαχείριση των εσόδων, αλλά συχνά και την επιφυλακτικότητα ή την έλλειψη ενδιαφέροντος από τους οικιστές. Σήμερα, το ζήτημα των αυθαιρέτων παραμένει ανοιχτό: σημαντικός αριθμός κτισμάτων παραμένει αδήλωτος, πολλές υποθέσεις βρίσκονται στα δικαστήρια, ενώ έχουν προκύψει νέες γενιές αυθαιρέτων για εμπορική και τουριστική εκμετάλλευση.

Αυθαίρετη δόμηση και ο ρόλος των διεθνών οργανισμών: η μεγάλη εικόνα Οι πολιτικές των δύο τελευταίων δεκαετιών για τη διαχείριση του ζητήματος της αυθαίρετης δόμησης στην Αλβανία, όπως και σε άλλες χώρες, εντάσσονται στην ευρύτερη προσπάθεια ελέγχου της γης ως βασικού πεδίου καπιταλιστικής δραστηριότητας. Η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πολιτική σχετικά με την αυθαίρετη δόμηση εκφράζεται μέσα από τις κατευθύνσεις διεθνών οργανισμών (Παγκόσμια Τράπεζα, UN-HABITAT, UNECE), οι οποίοι επισημαίνουν τη σημασία της κατοχύρωσης ατομικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, ιδιαίτερα στις πόλεις του αποκαλούμενου αναπτυσσόμενου κόσμου

και της Ανατολικής Ευρώπης. Η αυθαίρετη δόμηση αναγνωρίζεται ως ένα πεδίο που δεν ελέγχεται από την κεντρική πολιτική εξουσία και βρίσκεται πέρα από τους κανόνες της επίσημης κτηματαγοράς, με αποτέλεσμα αφενός να εμποδίζει και αφετέρου να αποτελεί ένα πολλά υποσχόμενο πεδίο για την επέκταση της ελεύθερης αγοράς. Υπό αυτό το πρίσμα, οι πολιτικές που προωθούνται από τους διεθνείς οργανισμούς και υιοθετούνται από τα εθνικά κράτη δίνουν προτεραιότητα στην παραχώρηση τίτλων ιδιοκτησίας και στη νομιμοποίηση αυθαιρέτων. Με αυτές τις επιλογές επιδιώκεται να ενσωματωθούν τα αυθαίρετα στην επίσημη κτηματαγορά, συμμετέχοντας σε νόμιμες μεταβιβάσεις, στον ενυπόθηκο δανεισμό, στη φορολόγηση κ.λπ., κάτι που – όπως υποστηρίζεται – «θα μετατρέψει τη φτώχεια σε κεφάλαιο». Ταυτόχρονα, σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις, όπως η καταστροφή των υφιστάμενων μορφών κοινωνικής ζωής, η αύξηση της στεγαστικής επισφάλειας εξαιτίας των πρόσθετων οικονομικών επιβαρύνσεων και οι πιέσεις της αγοράς απέναντι στους οικιστές των αυθαιρέτων απλά αγνοούνται. Ανεξάρτητα από το εάν οι πρόσφατες κατεδαφίσεις αυθαιρέτων στα αλβανικά παράλια αποτελούν ένα νέο είδος γραφής ή απλά ένα πυροτέχνημα του νέου πρωθυπουργού, είναι σαφές ότι η διαχείριση της αυθαίρετης δόμησης στην Αλβανία, όπως και αλλού, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σημασία που αποδίδεται στη γη από το παγκοσμιοποιημένο επενδυτικό κεφάλαιο και τους διεθνείς οργανισμούς. Είναι κομμάτι ευρύτερων διαδικασιών «συσσώρευσης μέσω της αφαίρεσης πόρων από άλλους» με άξονα τον έλεγχο και την κατοχή της γης, που το τελευταίο διάστημα προωθούνται με κάθε τρόπο και στην Ελλάδα. Είναι όμως επίσης σαφές ότι τα κοινωνικά δίκτυα και οι διαδικασίες παραγωγής σε τοπικό επίπεδο υπονομεύουν στην πράξη πολιτικές επιλογές της κεντρικής εξουσίας και παγκόσμιων παικτών. ΦΕΡΕΝΙΚΗ ΒΑΤΑΒΑΛΗ ΛΟΥΚΑΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ


O

ικοτριβές

ιδέες & θεωρία

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

Σκιαγραφώντας την έννοια της αποανάπτυξης Κείμενο του Πάνου Πετρίδη (Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας, Βιέννη Alpen-Adria University) για τις Οικοτριβές

Όλο και περισσότεροι αναλυτές την παρουσιάζουν ως λίγο-πολύ αναπόφευκτη, δεδομένων των βιοφυσικών ορίων ενός πεπερασμένου πλανήτη. Ακτιβιστές από τη Γαλλία και άλλες Μεσογειακές χώρες ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας την χρησιμοποιούν ως σλόγκαν ενάντια στην τρέλα ενός συστήματος βασισμένο στη διαρκή μεγέθυνση και τον καταναλωτισμό. Στον σύγχρονο ακαδημαϊκό διάλογο περιγράφεται ως η διαδικασία μετάβασης, μέσω της σταδιακή μείωσης της παραγωγής και κατανάλωσης, προς μια ποσοτικά μικρότερη και ποιοτικά διαφορετική οικονομία, που θα σέβεται το περιβάλλον και θα στοχεύει στην κοινωνική ισότητα. Στο επίπεδο των κινημάτων, αποτελεί μια έννοια που προσπαθεί να νοηματοδοτήσει και να συγκεράσει την πληθώρα εναλλακτικών εγχειρημάτων αλληλέγγυας οικονομίας που αντιτίθενται στον καπιταλισμό και την κυρίαρχη λογική της συσσώρευσης, και βασίζονται στη συλλογική ιδιοκτησία, δεν απαιτούν μισθωτή εργασία και παράγουν αξίες χρήσης και όχι ανταλλαγής. Η αποανάπτυξη λοιπόν, με το να αποτελεί σημείο σύγκλισης διαφόρων ρευμάτων κριτικής σκέψης και πολιτικής δράσης και να προσφέρει το ερμηνευτικό πλαίσιο μιας σειράς πρωτοβουλιών βάσης, αποτελεί ταυτόχρονα μια κριτική, τη σκιαγράφηση μιας επιθυμητής διαδικασίας, ένα όραμα και ένα πολιτικό πρόταγμα. Οι προτάσεις της αποανάπτυξης έχουν κερδίσει έδαφος μέσα στην πολύπλευρη κρίση που βιώνουμε, και εν μέρει αποτελούν μια άμεση αντίδραση σε αυτήν. Ωστόσο, οι ιδέες που αυτή πρεσβεύει ακολουθούν τους στοχασμούς μιας μακράς λίστας διανοητών που εδώ και δεκαετίες αποδομούν τις έννοιες της γραμμικής προόδου και της ορθολογικής επιλογής, επιφυλάσσονται για

τα οφέλη του παραγωγισμού και της αποδοτικότητας, και επικρίνουν τη διαρκή οικονομική ανάπτυξη, η οποία από ένα σημείο και πέρα διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες και επιδεινώνει τα οικολογικά προβλήματα, ενώ βασίζεται σε υποθέσεις που αγνοούν ακόμα και τους θερμοδυναμικούς νόμους! Με απλά λόγια, η αποανάπτυξη ισχυρίζεται ότι, στις λεγόμενες πλούσιες χώρες της Δύσης, μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα με λιγότερα, δουλεύοντας λιγότερο και έχοντας μια αυξημένη ποιότητα ζωής, και ότι οι λόγοι που αυτό δεν συμβαίνει είναι σε μεγάλο βαθμό πολιτικοί και πολιτισμικοί. Σε ευρύτερο πλαίσιο λοιπόν, η αποανάπτυξη μας καλεί για μια οργανωμένη και εθελούσια έξοδο από την καπιταλιστική οικονομία της ανάπτυξης που έχει εξελιχθεί σε αυτοσκοπό. Έτσι, στο επίπεδο των αντιλήψεων, η αποανάπτυξη αντιτίθεται στην κυρίαρχη ιδεολογία του οικονομισμού, της ιδέας δηλαδή που θεωρεί την οικονομία ως ένα αυτόνομο σύστημα, ξεχωριστό από την κοινωνία και την πολιτική. Βλέποντας πέραν από την αύξηση του ΑΕΠ, η μεγέθυνση του οποίου μας παρουσιάζεται ως η ασφαλέστερη οδός για την κοινωνική ευημερία, στοχεύει στον επαναπροσδιορισμό των συλλογικών αξιών και των κεντρικών στόχων των δημόσιων πολιτικών. Ταυτόχρονα, μέσω της έρευνας, του πειραματισμού και της συμμετοχής σε έναν δημοκρατικό διάλογο αρχίζει να νοηματοδοτεί και να σκιαγραφεί μια ιδεατή μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Στο επίπεδο των θεσμών και των καθημερινών πρακτικών, οι ιδέες της αποανάπτυξης προσφέρουν ένα συνεκτικό και εννοιολογικό πλαίσιο για τις διάφορες προτάσεις και πρωτοβουλίες οι οποίες γεννούνται μέσα από κοινωνικά

κινήματα και εν μέρει βρίσκουν έκφραση στην οικολογική και τη ριζοσπαστική Αριστερά, όπως το βασικό εισόδημα, η μείωση της μισθωτής εργασίας, τα όρια στο εισόδημα και η αναδιανεμητική φορολογία, ο έλεγχος στα αποθεματικά των τραπεζών και η κοινωνικοποίησή τους, τα περιβαλλοντικά όρια, η στήριξη των συνεταιρισμών, οι μικρής κλίμακας ΑΠΕ, η προστασία και αναδημιουργία κοινών χώρων και υποδομών, οι καλλιέργειες μέσα και γύρω από την πόλη, οι οικοκοινότητες και η προώθηση βιολογικών προϊόντων, τα δίκτυα ανταλλαγής και τα τοπικά νομίσματα, τα μοντέλα συστέγασης και όλες οι άλλες εκφάνσεις της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Τα παραδείγματα αυτά που αποτελούν πεδία πειραματισμού περιέχουν σπέρματα μιας διαφορετικής κουλτούρας και ενός εναλλακτικού μοντέλου οικονομίας χαμηλής κλίμακας και κοινωνίας στην πράξη που, συνολικά, αποτελούν πολιτική πρόταση και όχι μια τυφλή επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν. Η βασική ιδέα είναι ότι μέσω της συμμετοχής σε τέτοιου είδους εγχειρήματα, δημιουργείται ένα νέο συλλογικό πολιτικό υποκείμενο. Η «δύναμη» της αποανάπτυξης λοιπόν βρίσκεται τόσο στην πληθώρα των θεωρητικών πηγών από τις οποίες αντλεί, όσο και στην ποικιλομορφία των στρατηγικών της, οι οποίες εκτείνονται από τον συγκρουσιακό ακτιβισμό μέχρι την ακαδημαϊκή έρευνα και από το χτίσιμο εναλλακτικών δομών μέχρι ρεφορμιστικές πολιτικές προτάσεις. Αυτό το πάντρεμα, για κάποιους οξύμωρο, πηγάζει από το γεγονός ότι μια «κοινωνία της αποανάπτυξης» θα πρέπει αναγκαστικά να γεννηθεί μέσα από το τωρινό, καπιταλιστικό σύστημα, κι έτσι ο μετασχηματισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει και βήματα «επα-

ναστατικού ρεφορμισμού», δηλαδή ενός ρεφορμισμού με σκοπό να αποσταθεροποιήσει ιεραρχικές δομές και να ανοίξει χώρους για νέες ριζοσπαστικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης να αναδυθούν, δημιουργώντας στην πορεία έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο. Για παράδειγμα, η σύσταση κοινωνικών συνεταιρισμών στα πρότυπα της κοινωνικής οικονομίας αποτελούν συγκεκριμένα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση. Επίσης, η μείωση των ωρών εργασίας, χωρίς τη μείωση του μισθού, με την παράλληλη διασφάλιση ενός επιπέδου ικανοποίησης αναγκών μέσω ενός βασικού εισοδήματος, μπορούν να απελευθερώσουν μέρος του χρόνου και της δημιουργικότητάς μας για πολιτική συμμετοχή και ενασχόληση με διάφορες μορφές αλληλέγγυας και οικολογικής οικονομίας. Στην Ελλάδα, η κρίση και η παρατεταμένη και γενικευμένη αποσταθεροποίηση, παρά τα τραγικά κοινωνικά επακόλουθα που περιλαμβάνει, μπορεί εν δυνάμει να αποτελέσει μια μοναδική ευκαιρία αλλαγής πορείας και αξιών, αρκεί να υπάρχει το όραμα της κατεύθυνσης την οποία θέλουμε να ακολουθήσουμε, συλλογικά ως κοινωνία. Την ώρα που η κριτική στον νεοφιλελευθερισμό είναι ευρέως διαδεδομένη, η αποανάπτυξη αναδεικνύεται ως ένα κατεξοχήν θετικό πρόταγμα με σαφές πολιτικό περιεχόμενο. Με άλλα λόγια, η αποανάπτυξη μας καλεί να υπερβούμε τόσο την παθητική στάση, όσο και την τυφλή αντίδραση, και να αρχίσουμε να ορίζουμε τον δημόσιο λόγο και τις προτεραιότητες μας. Το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμα προλάβει να «διαβρωθεί» σε βάθος από τη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική λογική όσο άλλες χώρες της Δύσης, αποτελεί ένα δυνητικό συγκριτικό πλεονέκτημα για τη μετάβαση

23 σε μια «κοινωνία αποανάπτυξης», αφού πολλές από τις ιδέες που αυτή πρεσβεύει δεν είναι καθόλου καινούργιες ή ξένες. Δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε περισσότερο από μια με δύο γενιές πίσω για να ξαναανακαλύψουμε τη σημασία της συνεργασίας, της αλληλεγγύης, της φιλοξενίας, και του ρόλου της συνοχής της κοινότητας για την κοινωνική ευημερία. Οι κοινωνίες του παρελθόντος εμπεριείχαν φυσικά και στοιχεία καταπίεσης και θα ήταν πολύ απλοϊκό να καλούμε σε μια ρομαντική επιστροφή σε μια εξιδανικευμένη επαρχία που δεν υπήρξε ποτέ. Η αποανάπτυξη μας καλεί απλά να μάθουμε από το παρελθόν και να επιλέξουμε τα στοιχεία εκείνα που αξίζει να διασωθούν και μπορούν να συνδιαμορφώσουν τους θεσμούς του σήμερα. Όσον αφορά την κεντρική πολιτική σκηνή, το ζητούμενο είναι αν οι ιδέες της αποανάπτυξης, συνεχίζοντας την παράδοση του ριζοσπαστικού οικολογικού κινήματος, μπορούν να τροφοδοτήσουν έναν νέο αριστερό λόγο και πολιτικό όραμα, καλώντας ουσιαστικά την ριζοσπαστική Αριστερά, αλλά και το ίδιο το οικολογικό κίνημα, να ξεφύγουν από τον οικονομισμό τον οποίο επικρίνουν αλλά εν τέλει αναπαράγουν. Η αποανάπτυξη προσφέρει μια νέα αφήγηση για το πού θέλουμε να πάμε, συλλογικά ως κοινωνία και προσφέρει ένα λεξιλόγιο, τόσο για να εκφράσουμε τη θεμελιώδη κριτική στην «κοινωνία της οικονομικής ανάπτυξης», όσο και για να αρχίσουμε να συνδέουμε και να νοηματοδοτούμε τα ψήγματα του «άλλου κόσμου» ο οποίος ξεπηδάει μέσα από τις στάχτες της κρίσης, ενός κόσμου απλότητας, αλληλεγγύης και συνεργασίας. Η αποανάπτυξη δεν προσφέρει μια έτοιμη συνταγή, ούτε προτείνει ένα διαχειριστικό πλάνο εξόδου από την κρίση και επιστροφής σε μια ακαθόριστη ευημερία, μέσω μιας απροσδιόριστης ανάπτυξης που θα λύσει όλα μας τα προβλήματα. Αντιθέτως, με το να αποτελεί ένα συλλογικό και συνεκτικό πολιτικό πρόταγμα, επιχειρεί να αλλάξει τα ίδια τα όνειρα και τους στόχους της κοινωνίας, και να πυροδοτήσει μια διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού, έτσι ώστε σταδιακά νέες δομές κοινωνικής οργάνωσης να μπορέσουν να αναδυθούν, να ριζώσουν και να ανθίσουν.


24

O

είδαμε... Ρουμανία – Επεισοδιακές διαδηλώσεις κατά fracking Εκατοντάδες ακτιβιστές έχουν κινητοποιηθεί κατά των έργων εκμετάλλευσης κοιτασμάτων σχιστολιθικού αερίου (Shale gas) της πετρελαϊκής εταιρείας Chevron στη βορειοανατολική Ρουμανία. Οι διαδηλωτές κατασκήνωσαν για δύο περίπου μήνες έξω από το χώρο διεξαγωγής των έργων. Στις 7 Δεκεμβρίου διέσπασαν τον αστυνομικό κλοιό και εισήλθαν στο χώρο διεξαγωγής των έργων. Ως αποτέλεσμα των κινητοποιήσεων, η Chevron ανέστειλε προσωρινά τις εργασίες στην περιοχή. Οι έρευνες για σχιστολιθικό αέριο ξαναξεκίνησαν μετά τη βίαιη απομάκρυνση των διαδηλωτών από τις ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της εταιρείας, στη Ρουμανία ενδέχεται να βρίσκονται 51 τρισ. κυβικά πόδια σχιστολιθικού αερίου. Από την πλευρά τους, οι κάτοικοι της περιοχής ισχυρίζονται ότι η μέθοδος της υδρορωγμάτωσης (fracking) που χρησιμοποιείται για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων θα δημιουργήσει τεράστια περιβαλλοντική καταστροφή στην περιοχή και θα βλάψει ανεπανόρθωτα την, αγροτική κατά κύριο λόγο, τοπική οικονομία. Ζητούν μάλιστα την παραίτηση του πρωθυπουργού της χώρας Βίκτορ Πόντα ο οποίος ενώ προεκλογικά ήταν αντίθετος στην πραγματοποίηση των έργων, μετά την εκλογή του μετατράπηκε σε θερμό υποστηρικτή του σχιστολιθικού αερίου.

Τα χημικά του Άσαντ καταλήγουν στη Μεσόγειο… Αφού οι αντιδράσεις στην Αλβανία απέτρεψαν τη μεταφορά των χημικών όπλων της Συρίας εκεί, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους επέλεξαν τα διεθνή ύδατα μεταξύ Ιταλίας-Ελλάδος ως χώρο για την καταστροφή τους. Επιστήμονες επισημαίνουν ότι οι κίνδυνοι για το θαλάσσιο περιβάλλον στο Λιβυκό και Κρητικό πέλαγος είναι μεγάλοι και αδιαμφισβήτητοι. Τα απόβλητα της διαδικασίας αυτής θα επηρεάσουν το κλειστό θαλάσσιο οικοσύστημα της Μεσογείου, με απρόβλεπτες επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία, αλλά και άλλες οικονομικές δραστηριότητες, όπως ο τουρισμός. Ήδη στην Ιταλία υπάρχουν αντιδράσεις από πολίτες και αυτοδιοικητικούς θεσμούς, ενώ μέχρι σήμερα, περίπου 9.000 πολίτες έχουν υπογράψει διαδικτυακή έκκληση (στο avaaz. org) προς την ελληνική κυβέρνηση για να αντιδράσει - πράγμα που δυστυχώς φαίνεται εξαιρετικά απίθανο...

ικοτριβές

Ιανουάριος 2014 - τ. 10

Ισημερινός – Δικαστική απόφαση κατά της Chevron Δικαστήριο του Καναδά δικαίωσε αγρότες και ψαράδες από τον Ισημερινό που προσέφυγαν κατά του πετρελαϊκού κολοσσού Chevron, κρίνοντας έγκυρη προηγούμενη απόφαση δικαστηρίου του Ισημερινού που είχε αποφανθεί ότι η Chevron ευθύνεται για τη ρύπανση στο έδαφος και το νερό που έχει προκληθεί εδώ και 3 δεκαετίες σε περιοχές κοντά σε πετρελαιοπηγές της εταιρίας. Από τότε τα θύματα της περιβαλλοντικής μόλυνσης αγωνίζονται για να λάβουν $18 δισ. ως αποζημίωση. Οι ιθαγενείς, σύμφωνα με το δικαστήριο του Οντάριο, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας στον Καναδά. Η Chevron είχε αντιδράσει στην αρχική απόφαση την οποία είχε χαρακτηρίσει αποτέλεσμα εκβιασμών και παραχάραξης των αποδεικτικών στοιχείων και προτίθεται να συνεχίσει τη δικαστική διαμάχη προσφεύγοντας με τη σειρά της σε δικαστήριο των ΗΠΑ.

Κολοράντο, ΗΠΑ - Νέα δημοτική επιχείρηση ενέργειας Στο Boulder του Colorado οι πολίτες ενέκριναν με μεγάλη πλειοψηφία (τα 2/3 των ψηφοφόρων) την πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής να τερματιστεί η συνεργασία τους με τον ενεργειακό κολοσσό Xcel Energy. Στη θέση της, ο Δήμος του Boulder θα δημιουργήσει μια τοπική, κοινωφελή εταιρία παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Στόχος της νέας εταιρίας θα είναι η μείωση των τιμολογίων και η ενίσχυση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών. Τα αναγκαία επενδυτικά κεφάλαια θα αντληθούν από την έκδοση δημοτικών ομολόγων και όχι από την επιβολή νέων φόρων. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της πρότασης, βασικό πλεονέκτημα του δημοτικού μοντέλου είναι ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται σε τοπικό επίπεδο από αξιωματούχους που λογοδοτούν στην τοπική κοινωνία. Εξάλλου, η τοπικότητα δίνει το πλεονέκτημα να προωθηθούν στόχοι τοπικού ενδιαφέροντος, όπως η ενίσχυση της εξοικονόμησης και η προώθηση καθαρών μορφών ενέργειας και τέλος οι επιχειρήσεις αυτές έχουν κοινωφελή χαρακτήρα αφού τα κέρδη επανεπενδύονται στην κοινότητα. Στις ΗΠΑ λειτουργούν περισσότερες από 1000 δημοτικές επιχειρήσεις ενέργειας που εξυπηρετούν περισσότερους από 50 εκατομμύρια πελάτες. Περισσότερα: http://truth-out.org/news/item/20564-the-transformation-of-americas-energyeconomy

Μελέτη του CAN Europe για τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην Ευρώπη Το Climate Actiom Network (CAN) Europe που αποτελεί το μεγαλύτερο δίκτυο περιβαλλοντικών οργανώσεων στην Ευρώπη, δημοσιοποίησε μελέτη για τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην Ευρώπη. Αξιοποιώντας δεκάδες επίσημες πηγές και αρχεία, η μελέτη παρουσιάσει τις τρέχουσες αλλά και τις αναμενόμενες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής ανά χώρα. Σύμφωνα με τη μελέτη, όλες οι περιοχές της Ευρώπης θα αντιμετωπίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη ζωή και την υγεία των ανθρώπων, στο περιβάλλον και την ευημερία των κοινωνιών. Η μελέτη παρακολουθεί τις συνέπειες από διαφορετικές σκοπιές, όπως την περιβαλλοντική, την ιατρική και τη διατροφική και επισημαίνει ότι οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής είναι ήδη υπαρκτές σε πολλές περιοχές της Ευρώπης. Η μελέτη του CAN Europe υπάρχει στον παρακάτω σύνδεσμο: http://www.caneurope.org/resources/latestpublications/636-this-is-climate-change-in-europe Στη σελίδα 32 παρουσιάζεται η κατάσταση στην Ελλάδα, ενώ η εικόνα εξωφύλλου της έκδοσης απεικονίζει πλημμύρα στη Θεσσαλονίκη.

Οικοτριβές #10  

Ιανουάριος 2014