1
Η
βουλγάρικη νταλίκα με τις σιδερόβεργες και τις σπασμένες αλυσίδες για το χιόνι τον πήγαινε καροτσάκι από την Κρίβα Παλάγκα. Ο δρόμος για τα σύνορα μακρύς. Το πειραγμένο «Γκολφ» με τα θαμπά φώτα ομίχλης τα είχε φτύσει κι ο Κοσμάς κατέβαζε καντήλια. Το χιόνι κολλούσε στο παρμπρίζ κι ο βοριάς ξεδίπλωνε παγωμένες γάζες ομίχλης από τους ορεινούς όγκους της δύσβατης μεθοριακής γραμμής FYROM-Βουλγαρίας, στο Γκούσεβο – ένα φιδωτό πέρασμα, στο φρύδι γκρεμού, με απόκρημνους γρανιτένιους βράχους, παγωμένα ρυάκια και ρίζες από καμένα δέντρα. Τόπος άγριος, αφιλόξενος, ψυχεδελικός. Εξομολογητικός. Έξυνε παλιές πληγές κι έσφιγγε σαν μέγκενη την καρδιά. Κι όσο ανέβαινε με την ψυχή στο στόμα, τόσο το μάγκωμα δυνάμωνε και το σαλιωμένο τσιγαριλίκι δεν μπορούσε να καταλαγιάσει τους δαίμονες που τρώγονταν από ώρα μέσα του. Ένα τσούρμο αλήτες κι αποβράσματα. Με τη φάτσα του για προσωπίδα, να του ζητάνε με το μαχαίρι στον λαιμό ρέστα και δανεικά από παλιούς λογαριασμούς κι αλισβερίσια – άλλα γραμμένα κι άλλα άγραφτα. Τα περιθώρια στενά. Οι ελιγμοί δύσκολοι μέσα από τους παραμορφωτικούς καθρέφτες των ανθρώπινων αντοχών. Εκεί που τα όρια συναντούν τη φρίκη και την τρέλα. Κι όσο η λάμα άγγιζε την καρωτίδα, ο τρόμος γινότανε λύτρωση
—7—