Page 1

143 × 210  SPINE: 18  FLAPS: 80

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Τ

ο 1999 δεν μπήκε με τους καλύτερους οιωνούς για τον σαραντάχρονο Κοσμά από τη Θεσσαλονίκη, που ξέμεινε στο Βελιγράδι από τα φοιτητικά του χρόνια, κάνοντας «μπίζνες» στα Βαλκάνια. Η κομπίνα που έστησε μ’ έναν Τούρκο πήγε καρφωτή και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε στις φυλακές της Φιλιππούπολης. Η απόδρασή του επεισοδιακή, όπως και όλη του η ζωή, δίπλα στη Σέρβα σύντροφό του, που ύστερα από είκοσι χρόνια τρικυμιώδους συμβίωσης αποφάσισε να την παντρευτεί τη μέρα που το ΝΑΤΟ βομβάρδιζε το Βελιγράδι. Μια αληθινή ιστορία με φόντο τη μεγάλη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και της αυτοδιαχείρισης από το 1979 ως το 1999, μέσα από την περιπετειώδη ζωή ενός αιώνιου φοιτητή της Ιατρικής, ποντιακής καταγωγής, που κυνηγούσε χίμαιρες. Η ταραχώδης ζωή του ήρωα γίνεται αφορμή να ταξιδέψει ο αναγνώστης στα Βαλκάνια του υπαρκτού σοσιαλισμού, στις μέρες μετά την κατάρρευσή του, αλλά και στις νύχτες της Θεσσαλονίκης του 1980, πάντα μέσα σ’ ένα πυκνό σύννεφο ομίχλης. Ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας τον καμβά του κλασικού νουάρ, κατορθώνει να παντρέψει εύστοχα, ιστορικά γεγονότα, ήχους, εικόνες, μυρωδιές κι αισθήσεις, κωμικά και απρόοπτα, Βαλκάνια και Πόντο, «μπίζνες» και μαφία, Καζαντζίδη και Μπρέγκοβιτς, αγωνία και δράση, πολιτική και ίντριγκες, όλα όσα χαρακτηρίζουν από παλιά τη βαλκανική μας νοοτροπία και συνείδηση.

Ο Γιάννης Καραγιάννης γεννήθηκε στα Γιάννενα, σπούδασε Οικονομικά στη Θεσσαλονίκη, το Ρότερνταμ και το Λονδίνο, και εργάζεται ως Σύμβουλος Επιχειρήσεων σε θέματα ανάπτυξης και εξαγωγών. Έχει εργαστεί για πολλά χρόνια στον ιδιωτικό τομέα ως διευθυντικό στέλεχος μάρκετινγκ και εξαγωγών, και σήμερα είναι Βουλευτής Ιωαννίνων του ΣΥΡΙΖΑ. Αρθρογραφεί τακτικά σε περιοδικά και εφημερίδες. Το 2010 κυκλοφόρησε το πρώτο του νουάρ μυθιστόρημα «Η ομίχλη έπεσε νωρίς στην Οδησσό».

ISBN 978-960-564-745-2

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


ΤΙΤΛΟΣ

ZASTAVA ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΦΡΕΝΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Ιωάννης Καραγιάννης ΣΕΙΡΑ

Λογοτεχνία [1358] 0319/05 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Όλγα Παλαμήδη LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2019 Ιωάννης Καραγιάννης ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αθήνα, Μάρτιος 2019 ISBN 978-960-564-745-2

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ:

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ.: 210 6431108 ocelotos@ocelotos.gr www.ocelotos.gr


Ιωάννης Καραγιάννης

ZASTAVA

ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΦΡΕΝΑ


Στους γονείς μου


1

Η

βουλγάρικη νταλίκα με τις σιδερόβεργες και τις σπασμένες αλυσίδες για το χιόνι τον πήγαινε καροτσάκι από την Κρίβα Παλάγκα. Ο δρόμος για τα σύνορα μακρύς. Το πειραγμένο «Γκολφ» με τα θαμπά φώτα ομίχλης τα είχε φτύσει κι ο Κοσμάς κατέβαζε καντήλια. Το χιόνι κολλούσε στο παρμπρίζ κι ο βοριάς ξεδίπλωνε παγωμένες γάζες ομίχλης από τους ορεινούς όγκους της δύσβατης μεθοριακής γραμμής FYROM-Βουλγαρίας, στο Γκούσεβο – ένα φιδωτό πέρασμα, στο φρύδι γκρεμού, με απόκρημνους γρανιτένιους βράχους, παγωμένα ρυάκια και ρίζες από καμένα δέντρα. Τόπος άγριος, αφιλόξενος, ψυχεδελικός. Εξομολογητικός. Έξυνε παλιές πληγές κι έσφιγγε σαν μέγκενη την καρδιά. Κι όσο ανέβαινε με την ψυχή στο στόμα, τόσο το μάγκωμα δυνάμωνε και το σαλιωμένο τσιγαριλίκι δεν μπορούσε να καταλαγιάσει τους δαίμονες που τρώγονταν από ώρα μέσα του. Ένα τσούρμο αλήτες κι αποβράσματα. Με τη φάτσα του για προσωπίδα, να του ζητάνε με το μαχαίρι στον λαιμό ρέστα και δανεικά από παλιούς λογαριασμούς κι αλισβερίσια – άλλα γραμμένα κι άλλα άγραφτα. Τα περιθώρια στενά. Οι ελιγμοί δύσκολοι μέσα από τους παραμορφωτικούς καθρέφτες των ανθρώπινων αντοχών. Εκεί που τα όρια συναντούν τη φρίκη και την τρέλα. Κι όσο η λάμα άγγιζε την καρωτίδα, ο τρόμος γινότανε λύτρωση

—7—


ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

και τα μάτια του ψάχνανε θάλασσες για να κρυφτούν. Να σβήσουν την οργή και τον πόνο τους. Απειλές, εκβιασμοί, ουρλιαχτά, γεύση από αίμα. Ο πόνος εναλλασσόταν με πόνο και οι μώλωπες στο ισχνό του κορμί με τις γαλάζιες φλέβες θέλανε τον χρόνο τους για να υποχωρήσουν. Το παιγνίδι όμως γνώριμο και βασανιστικό. Οδηγούσε συνήθως στον συμβιβασμό και στην αναβολή. Άλλη επιλογή δεν είχε. Το ίδιο έκανε και την ώρα εκείνη. Παρέμεινε ψύχραιμος, με την πλάτη καρφωμένη στο στενό μπάκετ κάθισμα και την καύτρα να του καίει τα ξεραμένα του χείλη. Οι δαίμονες, μεταμορφωμένοι σε κλώνους, του την κάνανε διακριτικά, αφήνοντας υπονοούμενα για την επόμενη φορά που θα τον βρίσκανε μπόσικο. Βγάζανε τις μάσκες και χάνονταν με άναρθρες κραυγές και ουρλιαχτά στην πυκνή ομίχλη. Δεν ήταν εύκολος αντίπαλος για κανέναν και το ήξερε. Ούτε δεδομένος ήτανε, ούτε αναλώσιμος. Κι όποιοι ποντάρανε σ’ αυτά τα δυο, την είχανε πατήσει. Ο θόρυβος από τις διπλές εξατμίσεις εκκωφαντικός, μόλις μισό μέτρο από το κοκκινόμαυρο πανί που κρεμόταν από μια σκουριασμένη σιδερόβεργα. Ήταν μια αλβανική σημαία. Η ατμόσφαιρα στο αμάξι βαριά, αποπνικτική, έπρεπε όμως να παραμείνει ψύχραιμος. Αυτό επαναλάμβανε διαρκώς στον εαυτό του, με τα μάτια φωτιά απ’ το ξενύχτι και το στόμα φαρμάκι από τα στριφτά. Στο τέλος ήξερε ότι θα έβγαινε νικητής, έστω λαβωμένος. Τότε έσκαγε μύτη εκείνο το γνωστό, ανεπαίσθητο μειδίαμά του, που τον μεταμόρφωνε σε ήρωα από φιλμ νουάρ. Ήταν η υπογραφή στους δικολαβισμούς της δικής του υπερασπιστικής γραμμής – όσοι τουλάχιστον του είχανε απομείνει. Έτσι, οι απειλές και οι εκβιασμοί δίνανε τη θέση τους στην αυτοκριτική, κι αυτή με τη σειρά της στις δικαι—8—


ZASTAVA ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΦΡΕΝΑ

ολογίες, μέχρι να κατακάτσει η σκόνη μέσα του. Μεγάλο μπέρδεμα. Όσο όμως περνούσανε τα χρόνια, τόσο ο πόλεμος αγρίευε και τα φτηνά επιχειρήματα δεν βοηθούσανε την κατάσταση. Το άλλοθι της νεότητας είχε καταπέσει προ πολλού. Έβρισκε όμως τη δύναμη και το κουράγιο να παλεύει με τις Ερινύες του. Κατά βάθος το γούσταρε. Σαν τζογαδόρος, από μικρός γνώριζε τους κανόνες του παιγνιδιού και πότε να πάει πάσο στα δύσκολα. Η πόκα και το μπαρμπούτι τον είχανε οπλίσει με περίσσια υπομονή και ψυχραιμία. Αυτό βοηθούσε στο ρεφάρισμα, με τους αποκαμωμένους συμπαίκτες του να τρέχουνε για δανεικά στους τοκογλύφους που γυροφέρνανε τα τραπέζια όπως η μύγα το σκατό. Κάποιες άλλες φορές το τραβούσε στ’ άκρα για να τεστάρει τις αντοχές και τα πάθη του. Κι όποτε το πράμα έφτανε στο αμήν, έβαζε το κεφάλι στην άμμο σαν τη στρουθοκάμηλο, ελπίζοντας να τη βγάλει καθαρή. Και την έβγαζε. Έπιασε από τη θέση του συνοδηγού το μπουκάλι με το ρακί, αρχίζοντας τα γαμωσταυρίδια και τις χριστοπαναγίες. Έτσι έκανε πάντα για να ξορκίσει τη γλωσσοφαγιά και το κακό το μάτι. Την γκαντεμιά. Δεν τον άφηνε να σηκώσει κεφάλι και να δει άσπρη μέρα. Ιδίως τα τελευταία χρόνια. Όλα τού πήγαιναν στραβά κι ανάποδα, λες και τον είχανε φτύσει. Και να σου τώρα να κόβει φλέβες, πίσω από το σαράβαλο, στο κέρατο του βοδιού, στο πουθενά. Το οινόπνευμα του έκαψε τα σωθικά και το λασπωμένο «Γκολφ» κόντευε να καρφωθεί πίσω από την νταλίκα, στο άγχος του να την προσπεράσει. Τα κίτρινα φώτα του αυτοκινήτου ξεθάβανε μπροστά του φαντάσματα και ξωτικά από παλιά βαλκανικά τραγούδια και ιστορίες· κατεβαίνανε το βουνό σαν σκιάχτρα στα χωράφια. Ένιωθε να τον αγγίζουν μ’ εκείνη την αέρινη σκιά θανάτου π’ ακολουθεί το διά—9—


ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

βα της μοναξιάς. Παγίδα της στιγμής τη λες, που κοστίζει ακριβά στον αφελή και τον ξερόλα. Η παγωμένη σιωπή έσπαγε μονάχα από την αργόσυρτη κίνηση των υαλοκαθαριστήρων – γδέρνανε ανατριχιαστικά το παρμπρίζ. Ο ιδρώτας κυλούσε στη ραχοκοκαλιά σαν φίδι και τα βελονιασμένα μάτια του ψάχνανε τη στιγμή διαφυγής. Μάταια… Ένιωθε φυλακισμένος. Το μαρτύριο συνεχιζότανε χωρίς φως στον ορίζοντα. Το ανηφορικό πέρασμα, ανάμεσα στα μαύρα βουνά, στένευε ακόμη πιο πολύ. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να προσπεράσει. Τα χιλιόμετρα ατέλειωτα και τα νεύρα του κρόσσια, κουρελού. Άρχισε να τα παίζει, φρίκαρε. Ασυναίσθητα έπιασε το κινητό. Μια στιγμιαία κίνηση λύτρωσης, χωρίς όμως περιεχόμενο, λόγω έλλειψης σήματος. Παρ’ όλα αυτά, η προσδοκία επικοινωνίας γέννησε κάποιες ελπίδες, που τον οδηγήσανε σιγά σιγά στην άκρη του δρόμου. Σταμάτησε να συμμαζέψει τα κομμάτια του και να συγκεντρωθεί. Δεν ήταν πρωτάρης στα δύσκολα. Στη ζωή του τα είχε δει και τα είχε κάνει όλα. «Μια ζωή μέσα στους δρόμους και στις νύχτες», που λέει και το τραγούδι· λες και γράφτηκε για κείνον. Το χόρευε ξημερώματα παραγγελιά, με τα πιάτα βουνά, φωτιές στην πίστα και τα γκαρσόνια ν’ ανοίγουνε σαμπάνιες «Καΐρ». Έτσι επέβαλλε παλιά το ιεροτελεστικό της παραγγελιάς και το πρωτόκολλο της νύχτας, που έδινε συγχωροχάρτι στα μπακούρια και στους καψουρεμένους. Ο Κοσμάς, πότε το ένα και πότε το άλλο. Και πάντα πρώτο τραπέζι πίστα, σαν τη Μεγάλη Παρασκευή. Τη μια για μια χυλόπιτα, την άλλη για μια στραβή, και τις περισσότερες, όταν έχανε ο ΠΑΟΚ μέσα στην Τούμπα. Αυτό κι αν δεν ήτανε αιτία κι αφορμή να κλάψει τον «Δικέφαλο» με ζεμπεκιές βαριές και μπόμπες δωδεκάρια. Μετά τις ζημιές — 10 —


ZASTAVA ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΦΡΕΝΑ

έβρισκε παρηγοριά στην αγκαλιά κάποιας δευτεράντζας φίρμας, που έλεγε στην αρχή δυο τραγουδάκια κι έπειτα έκανε κονσομασιόν. «Πώς τη λένε;» «Ποια;» «Τι “ποια”; Την γκόμενα, ρε παιδάκι μου, που σ’ έριξε στην καψούρα. Σωστά;» «Α, δεν παίζει τέτοια φάση». «Τότε;» «Άσ’ το…» «Καλά, όπως γουστάρεις… Το ονοματάκι σου;» «Κοσμάς». «Ωραίο όνομα, όμορφε… Σαλονικιός;» «Ναι». «Εμένα με λένε Ματίνα… Προχτές ήρθα από Λάρισα, για λίγες μέρες». «Ζόρικα στον κάμπο;» «Καλά ήτανε, μωρέ, αλλά πολύ χωριό, καταλαβαίνεις…» «Καταλαβαίνω…» «Να παραγγείλω ποτάκι ή να την κάνω;» «Με ρέγουλα, δεν είμαι στις καλές μου σήμερα». «Καλά, μωρέ, χαλάρωσε…» «Μη με ξενερώσεις όμως με κλάψες και παραμύθια, δεν γουστάρω τέτοια». «Λάθος μ’ έκοψες». «Έτσι μπράβο, τώρα συνεννοηθήκαμε». «Γιατί, ρε μεγάλε, είσαι τσιτωμένος;» «Έτσι…» «Καλά, αν δεν κάνεις κέφι, μη μιλάς. Αλλά να ξέρεις, είναι κακό να τρώγεσαι με τα ρούχα σου, είναι γρουσουζιά». «Το ξέρω». «Κι εγώ, η αλήθεια, έτσι είμαι…» — 11 —


143 × 210  SPINE: 18  FLAPS: 80

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Τ

ο 1999 δεν μπήκε με τους καλύτερους οιωνούς για τον σαραντάχρονο Κοσμά από τη Θεσσαλονίκη, που ξέμεινε στο Βελιγράδι από τα φοιτητικά του χρόνια, κάνοντας «μπίζνες» στα Βαλκάνια. Η κομπίνα που έστησε μ’ έναν Τούρκο πήγε καρφωτή και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε στις φυλακές της Φιλιππούπολης. Η απόδρασή του επεισοδιακή, όπως και όλη του η ζωή, δίπλα στη Σέρβα σύντροφό του, που ύστερα από είκοσι χρόνια τρικυμιώδους συμβίωσης αποφάσισε να την παντρευτεί τη μέρα που το ΝΑΤΟ βομβάρδιζε το Βελιγράδι. Μια αληθινή ιστορία με φόντο τη μεγάλη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και της αυτοδιαχείρισης από το 1979 ως το 1999, μέσα από την περιπετειώδη ζωή ενός αιώνιου φοιτητή της Ιατρικής, ποντιακής καταγωγής, που κυνηγούσε χίμαιρες. Η ταραχώδης ζωή του ήρωα γίνεται αφορμή να ταξιδέψει ο αναγνώστης στα Βαλκάνια του υπαρκτού σοσιαλισμού, στις μέρες μετά την κατάρρευσή του, αλλά και στις νύχτες της Θεσσαλονίκης του 1980, πάντα μέσα σ’ ένα πυκνό σύννεφο ομίχλης. Ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας τον καμβά του κλασικού νουάρ, κατορθώνει να παντρέψει εύστοχα, ιστορικά γεγονότα, ήχους, εικόνες, μυρωδιές κι αισθήσεις, κωμικά και απρόοπτα, Βαλκάνια και Πόντο, «μπίζνες» και μαφία, Καζαντζίδη και Μπρέγκοβιτς, αγωνία και δράση, πολιτική και ίντριγκες, όλα όσα χαρακτηρίζουν από παλιά τη βαλκανική μας νοοτροπία και συνείδηση.

Ο Γιάννης Καραγιάννης γεννήθηκε στα Γιάννενα, σπούδασε Οικονομικά στη Θεσσαλονίκη, το Ρότερνταμ και το Λονδίνο, και εργάζεται ως Σύμβουλος Επιχειρήσεων σε θέματα ανάπτυξης και εξαγωγών. Έχει εργαστεί για πολλά χρόνια στον ιδιωτικό τομέα ως διευθυντικό στέλεχος μάρκετινγκ και εξαγωγών, και σήμερα είναι Βουλευτής Ιωαννίνων του ΣΥΡΙΖΑ. Αρθρογραφεί τακτικά σε περιοδικά και εφημερίδες. Το 2010 κυκλοφόρησε το πρώτο του νουάρ μυθιστόρημα «Η ομίχλη έπεσε νωρίς στην Οδησσό».

ISBN 978-960-564-745-2

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

Profile for Εκδόσεις Οσελότος

ZASTAVA ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΦΡΕΝΑ  

Το 1999 δεν μπήκε με τους καλύτερους οιωνούς για τον σαραντάχρονο Κοσμά από τη Θεσσαλονίκη, που ξέμεινε στο Βελιγράδι από τα φοιτητικά του χ...

ZASTAVA ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΦΡΕΝΑ  

Το 1999 δεν μπήκε με τους καλύτερους οιωνούς για τον σαραντάχρονο Κοσμά από τη Θεσσαλονίκη, που ξέμεινε στο Βελιγράδι από τα φοιτητικά του χ...

Profile for ocelotos