Issuu on Google+

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ

Εμμανουέλα Κακαβιά

ΕΚ∆ΟΣΕΙΣ

οσ ελότος


Τιτλος Συγγραφέας Σειρα Εικονογραφηση

Παραμύθια της νονάς Άβα Ρόζου Παιδική λογοτεχνία Εμμανουέλα Κακαβιά

Copyright© 2010 Άβα Ρόζου

Πρώτη έκδοση Αθήνα, Δεκέμβριος 2010 ISBN 978-960-9499-24-8 Η επιμέλεια της έκδοσης έγινε από τις εκδόσεις οσελότος

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η κατ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα Τηλ. : 210 6431108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com, ocelotos@otenet.gr www. ocelotos. gr

e-mail:


Μια ελπίδα που δεν χάθηκε ποτέ άποτε, πριν από πάρα πολλά χρόνια, ζούσε ένα μικρό αγόρι σ’ ένα ψαροχώρι, δίπλα στον μεγάλο ωκεανό. Ο πατέρας του ήτανε ναυτικός και ταξίδευε σε χώρες μακρινές μ’ ένα πολύ μεγάλο καράβι. Κάθε τόσο έστελνε καρτ-ποστάλ απ’ τα εξωτικά μέρη που έπιανε το καράβι του. Αυτές, τις μάζευε το μικρό αγόρι, τις φύλαγε κάτω από το στρώμα του και τα βράδια πριν κοιμηθεί διάβαζε ξανά και ξανά τα λίγα λόγια που του είχε γράψει ο πατέρας του. Η αλήθεια είναι ότι του έλειπε υπερβολικά. Παρόλο που ζούσε με την μητέρα του και τον μεγάλο του αδερφό, ένιωθε πολύ έντονα την απουσία του.

3


Τα πρωινά καθότανε δίπλα στο κύμα και βοηθούσε τον αδερφό του να καθαρίσει τα δίχτυα. Το μυαλό του όμως πετούσε μακριά και το βλέμμα του χανόταν στον απέραντο ορίζοντα της θάλασσας. Δεν τράβαγε καθόλου το βλέμμα του από πάνω της, μήπως και εμφανιστεί το καράβι, που θα έφερνε πίσω τον πατέρα του. Έτσι περνούσαν οι μέρες και το μικρό αγόρι μεγάλωνε και μαζί του μεγάλωνε και η στενοχώρια του. Η οικογένειά του πέρασε πολλές δυσκολίες και κάποιες μέρες δεν υπήρχε αρκετό φαγητό για όλους. Έβλεπε συχνά τη μητέρα του να δακρύζει στα κρυφά, γιατί ο κόσμος έλεγε πως ο πατέρας τούς είχε εγκαταλείψει και πως έπρεπε να δουλεύουν τα παιδιά για να ζήσουν. Το μικρό αγόρι ήξερε όμως, ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι, γιατί ο πατέρας του μάζευε λεφτά για να τα φέρει στην οικογένειά του. Κάποιοι άλλοι πίστευαν ότι χάθηκε στη θάλασσα ή πως ξέμεινε σε κάποια χώρα με εξωτικά λουλούδια και ζεστό καιρό. Με τα χρόνια, η στεναχώρια του μικρού έγινε νοσταλγία. Καλά καλά δε θυμόταν πια το πρόσωπο του πατέρα του. Όμως καθημερινά προσευχόταν να ξαναγυρίσει κοντά τους και έδινε ελπίδα και στους άλλους, οι οποίοι φαινόταν να είχαν πια απογοητευτεί. Κάποια μέρα όμως οι προσευχές του μικρού έγιναν πραγματικότητα. Μεγάλη φασαρία έγινε στο λιμάνι όταν έπιασε ένα μεγάλο πλοίο. Ναύτες ντόπιοι και ξένοι, άσπροι και μαύροι, με γένια και με περίεργα ρούχα ανεβοκατέβαιναν στο πλοίο. Ανάμεσά τους κι ένας άντρας με ηλιοκαμένο πρόσωπο και λευκά γένια. Τα μάτια του, σκοτεινά σαν τον συννεφιασμένο ουρανό, έψαχναν ανάμεσα στο πλήθος για κάποιο

4


γνωστό πρόσωπο. Μετά από τόσα χρόνια απουσίας δεν γνώριζε πια κανέναν. Τράβηξε προς το σπίτι του. Ήλπιζε πως αυτό τουλάχιστον δεν θα είχε αλλάξει. Όταν αντίκρισε την οικογένειά του έπεσε στην αγκαλιά τους με δάκρυα στα μάτια. Είχαν όλοι πιστέψει πως δε θα τον ξανάβλεπαν. Μόνο το μικρό αγόρι, που τώρα ήταν ένα ψηλό παλικάρι, δεν έπαψε ποτέ να ελπίζει δίχως να επηρεάζεται από τα λόγια των άλλων. Κι αυτή η δύναμη της ψυχής του, κράτησε την ελπίδα ζωντανή. Γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπει κανείς αυτό που του υπαγορεύει η καρδιά του, γιατί κάποτε οι ευχές του, αν πιστεύει σ’ αυτές, θα βγουν αληθινές.

5


Η αχάριστη πέτρα

Θα γυρίσει γρήγορα η Aσπρούλα στο σπίτι της ή θα περιπλανιέται για πάντα στους δρόμους της πόλης; Θα ερωτευτεί ο ξυλοκόπος άλλη νεράιδα; Θα αναγνωριστεί το ταλέντο του τζίτζικα; ξαναδεί τονήτανε άγγελό ο Τζόνι; ια φοράΘα κι έναν καιρό, μιατου μεγάλη άσπρη γυαλιστε-

ρή πέτρα. Στεκόταν στην ακτή, εκεί ακριβώς που έσκαγε από παραμύθια το Μια κύμασυλλογή της θάλασσας. Κάθε μέραεμπνευσμένα τη χάιδευε ο αφρός κι από τονκαι αιθέρα του δάσουσ, τηντον αύρα εκείνη καθαρή γυαλιστερή κοιτούσε ήλιοτησ καιθάλασσασ λαμπύριζε από τηκρυφτεί βουή τησ χαρά. Όταν πάλι ο ήλιοςκαι είχε κι πόλησ. ο ουρανός ήταν μολυβένιος από τα σύννεφα, η πέτρα άλλαζε χρώμα. Γινόταν κι αυτή γκρίζα, ένα με. το τοπίο. Όταν έπεφτε πάνω της η χειμωνιάτικη βροχή, ένιωθε το γλυκό νερό να τρέχει στις επιφάνειες και στα αυλάκια της και να ανακατεύεται με την αλμύρα της θάλασσας. Τι ωραία αίσθηση! Το κρύο δεν την ενοχλούσε, τη ζέστη δεν την ένιωθε. Τα ψάρια έβγαζαν το κεφάλι τους έξω από το νερό και της μουρμούριζαν όλα τα νέα της θάλασσας. Τα καβούρια σκαρφάλωναν στην πλάτη της και τη γαργαλούσαν με τις δαγκάνες τους. Οι γλάροι, που προσγειώνονταν δίπλα της, της κουτσομπόλευαν όλα τα νέα του κόσμου. Κι όμως, η πέτρα είχε έναν μεγάλο καημό. Ένιωθε μεγάλη στεναχώρια, έτσι που ήταν ακίνητη στην ακτή, ενώ όλοι οι άλλοι μπορούσαν να ταξιδέψουν. Το κύμα πήγαινε κι ερχόταν με καινούρια όψη κάθε φορά. Τα ψάρια κολυμπούσαν, τα πουλιά πετούσαν, τα σύννεφα έτρεχαν στον ουρανό. Μόνο εκείνη έμενε στο ίδιο μέρος. Μια μέρα πήρε την μεγάλη απόφαση. Παρακάλεσε το κύμα να τη βοηθήσει να φύγει. «Αν πέσεις πάνω μου με φόρα, θα μπορέσω να ξεκολλήσω ISBN 978-960-9499-24-8 από εδώ» του είπε. Κι έτσι το κύμα έπε6


σε επάνω της με δύναμη πολλές φορές κι έσκαψε λίγο λίγο την άμμο που την συγκρατούσε. Τότε ένα μεγάλο κύμα την παρέσυρε. Η πέτρα ένιωσε ένα τράνταγμα κι αμέσως άρχισε να κυλάει προς την θάλασσα. Μια χοροπήδαγε μες το νερό, μια κολυμπούσε. Τι ωραία αίσθηση ήταν αυτή! Ένιωθε ζαλισμένη από την τρελή της πορεία. Σκόνταφτε πάνω σε κατακόκκινα κοράλλια, αναπαυόταν μαλακά πάνω σε βελούδινα φύκια και μετά ξανάρχιζε τον ξέφρενο χορό της. Τα ψάρια της κουνούσαν τα πτερύγιά τους και της φώναζαν «Καλώς ήλθες κοντά μας. Αυτός είναι ο κόσμος μας. Ελπίζουμε να σ’ αρέσει». Μετά από κάμποση διαδρομή η πέτρα έφτασε στα βαθιά. Ακούμπησε απαλά στον βυθό. Από εκεί το κύμα δεν μπορούσε πια να την κουνήσει. Άρχισε να χαζεύει τον καινούριο της κόσμο. Πόσα χρώματα τριγύρω της! Και πόσοι καινούριοι φίλοι! Ένας αστερίας την πλησίασε και την χάιδεψε με τα μακριά του πόδια. Πλάσματα που δεν είχε ξαναδεί της έγνεφαν από μακριά. Ήταν μια παρέα από ροδαλές γαρίδες και αρματωμένους αστακούς. Κοπάδια από ασημένια ψάρια κολυ7


Παραμύθια της Νονάς