Page 1

ZZ

170 × 240  SPINE: 6.7  FLAPS: 70

μύρτιλο ΔΙΑ ΤΙΘ

120 × 172

FLAPS: 70

ΝΙΝΑ ΚΟΥΛΕΤΑΚΗ

© ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΑΜΒΡΟΥΛΑΣ

μύρτι λ ο

Είναι η Νίνα Κουλετάκη. Απαντάται μεταξύ Αθήνας και Αρχαίας Επιδαύρου. Αντιφασίστρια από κούνια, περήφανη μητέρα διδύμων ξωτικών, πρώην εκπαιδευτικός, συνταξιούχος αντιρρησίας δημόσιος υπάλληλος, εν

περσεφόνη

καθημερινής ζωής Ελλάδα των αρχών ντάχρονο κοριτσάκι κατοίκηση γονιών σπίτι, οικογενειακά συγγενικά πρόβατα, μαζί με τα γεγονότα υν το πρόσωπο (οι βασιλικοί γάμοι, ασης, η Χούντα κ.ά.), με τα οποία κεντά πόν, η Περσεφόνη αστάσεις γύρω της και ς ιδιαίτερο τρόπο, αντικά για τη ζωή της ορφιά, στο εφικτό οναδικές ερμηνείες.

SPINE: 13.8

ISBN 978-960-564-192-4

έχει φυτέψει νάρκες.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσελότος

15/9/2014 4:40:03 μμ

Μέσα από τα περιστατικά της καθημερινής ζωής της Περσεφόνης, ξεδιπλώνεται η Ελλάδα των αρχών του ’60, όπως την βιώνει ένα πεντάχρονο κοριτσάκι μεσοαστικής οικογένειας: συγκατοίκηση γονιών και παππούδων στο μεγάλο σπίτι, οικογενειακά προβλήματα, μαύρα κι άσπρα συγγενικά πρόβατα, πολιτικές αντιπαραθέσεις. Αυτά, μαζί με τα γεγονόταπου συμβαίνουν και αλλάζουν το πρόσωπο και τον χαρακτήρα της Ελλάδας (οι βασιλικοί γάμοι, τα Ιουλιανά, η έλευση της τηλεόρασης, η Χούντα κ.ά.), είναι τα πολύχρωμα νήματα με τα οποία κεντά τον καμβά της. Παρατηρεί, λοιπόν, η Περσεφόνη πρόσωπα, συμπεριφορές και καταστάσεις γύρω της και με τον προσωπικό της, εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, καταλήγει σε συμπεράσματα σημαντικά για τη ζωή της δίνοντας στην αγάπη, στην ομορφιά, στο εφικτό και το ανέφικτο τις δικές της, μοναδικές ερμηνείες.

6 | ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015

ΡΕ

ΑΝ

Επισκεφθείτε το βιβλιοπωλείο του

Οσελότου στα Ιωάννινα

ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΣΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΣΑΣ

Λογοτεχνικό περιοδικό «Μύρτιλο» Το βιβλίο της Νίνας Κουλετάκη κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Οσελότος.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

ΔΩ

Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Κ Ο Π Ε Ρ Ι Ο Δ Ι Κ Ο • Τ Ε ΥΧΟ Σ 6 • Χ Ε Ι Μ Ω ΝΑ Σ 2 0 1 5

ενεργεία συγγραφέας, μανιώδης αναγνώστρια, άθλια ποιήτρια, άπληστη συλλέκτρια παιχνιδιών, ερασιτέχνης φωτογράφος, ηθοποιός ελευθέρας βοσκής, φρικτή μουσικός, υποφερτή τραγουδίστρια, εξαιρετική ακροάτρια, ιδιοφυής ψεύτρα, εύγλωττη ομιλήτρια, προκλητικά αθυρόστομη, φανατική ταξιδιώτισσα, ακτιβίστρια ερωμένη. Αηδιαστικά έξυπνη, επίσης. Αυτή είναι η παιδική της χαρά. Βαδίζετε με προσοχή, ενδέχεται να

ΕΤ ΑΙ

ISSN: 2241-3685

Χατζηκώστα 5, Ιωάννινα

2651 306456

ocelotos.ioannina@gmail.com

00_myrtilo6_cover.indd 1

29/12/2014 3:09:34 μμ



Z

170 × 240

SPINE: 6.7

FLAPS: 70

μύρτιλο ΔΙΑ ΤΙΘ

120 × 172

FLAPS: 70

ΝΙΝΑ ΚΟΥΛΕΤΑΚΗ

© ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΑΜΒΡΟΥΛΑΣ

Είναι η Νίνα Κουλετάκη. Απαντάται μεταξύ Αθήνας και

ειμωνιάτικο Μύρτιλο, στις αρχές της νέας χρονιάς, φέρνει κείμενα-αστραπή για κοντινές διαδρομές στην πόλη με τρένα, τρόλεϊ, τραμ και λεωφορεία. Φέρνει και κείμενα πιο εκτενή για τις μοναχικές βραδιές στο σπίτι. Στο #6 ήρθε και σφήνωσε ο Χρόνος, καθιστώντας το τεύχος ρετρό, φτιαγμένο με δικά του χρονικά υλικά: παλιά σινεμά, επέτειοι, Ιστορία, μνήμες θανόντων, οικογενειακά μυστικά, μύθοι αγίων, έντυπα και λογοτέχνες από το παρελθόν, άλλα δίνουν στο τεύχος ύφος παλιακό και άλλα χτίζουν γέφυρες με το παρόν. Δεν λείπει, βέβαια, η φρέσκια ποίηση, κοφτερή και κάπως bitter, ούτε και ο πειραματισμός. Ενδεικτικά στο Μύρτιλο #6 θα βρείτε: •• τον ποιητή της στέπας, Αμπάι, από τον μακρινό δέκατο ένατο αιώνα και την καρδιά της Ασίας •• τον Θύμιο Ξανθόπουλο, από την Αλεξάνδρεια της καβαφικής εποχής •• ένα κείμενο με αφορμή τον αγαπημένο Νίκο Καββαδία. Επίσης, παρόντες είναι: ο Γιακουμάκης με τα ποιήματα-ποταμούς και ο Τσαπαλιάρης της ιδιαίτερης ευαισθησίας. Μεταξύ άλλων, εκπρόσωποι της σύγχρονης ποιητικής –Κούλη, Πέτρα, Ταβουλάρης– του διηγήματος –Βάββα, Κουλετάκη, Λουδάρου– και της νέας γενιάς – Τσούκα, Δαμουλιάνος, Κατηφόρης, Κορνηλιάδης. Ευχαριστούμε όλους τους ποιητές και πεζογράφους για την ιδιαίτερη συμβολή τους στο κολάζ του νέου τεύχους, καθώς και τον φωτογράφο Γιώργο Κόκκιο για τη συνομιλία γραφής και φωτο-γραφής. Ευχόμαστε μέρες ζεστές και νέο έτος με υγεία, περισσότερη ανεκτικότητα και αποδοχή του διαφορετικού, με ενσυναίσθηση και κεραίες προσανατολισμένες στο δίκαιο και τον ανθρωπισμό. Ας είμαστε την καινούργια χρονιά λιγότερο αδιάφοροι και αδρανείς. Ας γίνουμε ενδιαφερόμενοι, ενδιαφέροντες και διαφορετικοί! Αρχαίας Επιδαύρου. Αντιφασίστρια από κούνια, περήφανη μητέρα διδύμων

περσεφόνη

Ιστολόγια Ν.Κ.:

ιγ’ ι’

ξωτικών, πρώην εκπαιδευτικός, συνταξιούχος αντιρρησίας δημόσιος υπάλληλος, εν

ενεργεία συγγραφέας, μανιώδης αναγνώστρια, άθλια ποιήτρια,

άπληστη συλλέκτρια παιχνιδιών, ερασιτέχνης φωτογράφος, ηθοποιός ελευθέρας βοσκής, φρικτή μουσικός, υποφερτή

αθυρόστομη, φανατική

ταξιδιώτισσα, ακτιβίστρια ερωμένη.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ

ninac-cd.tumblr.com

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108

e-mail: nina.couletaki@gmail.com

ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr

ΔΩ

ΡΕ

ΑΝ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ 6 | ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ – ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015

Επισκεφθείτε το βιβλιοπωλείο του

Οσελότου

Αηδιαστικά έξυπνη, επίσης. Αυτή είναι η παιδική της χαρά.

στα Ιωάννινα

Βαδίζετε με προσοχή, ενδέχεται να έχει φυτέψει νάρκες.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσελότος

0_cover_persefoni.indd 1

15/9/2014 4:40:03 μμ

Μέσα από τα περιστατικά της καθημερινής ζωής της Περσεφόνης, ξεδιπλώνεται η Ελλάδα των αρχών του ’60, όπως την βιώνει ένα πεντάχρονο κοριτσάκι μεσοαστικής οικογένειας: συγκατοίκηση γονιών και παππούδων στο μεγάλο σπίτι, οικογενειακά προβλήματα, μαύρα κι άσπρα συγγενικά πρόβατα, πολιτικές αντιπαραθέσεις. Αυτά, μαζί με τα γεγονόταπου συμβαίνουν και αλλάζουν το πρόσωπο και τον χαρακτήρα της Ελλάδας (οι βασιλικοί γάμοι, τα Ιουλιανά, η έλευση της τηλεόρασης, η Χούντα κ.ά.), είναι τα πολύχρωμα νήματα με τα οποία κεντά τον καμβά της. Παρατηρεί, λοιπόν, η Περσεφόνη πρόσωπα, συμπεριφορές και καταστάσεις γύρω της και με τον προσωπικό της, εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, καταλήγει σε συμπεράσματα σημαντικά για τη ζωή της δίνοντας στην αγάπη, στην ομορφιά, στο εφικτό και το ανέφικτο τις δικές της, μοναδικές ερμηνείες.

ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΣΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΣΑΣ

Λογοτεχνικό περιοδικό «Μύρτιλο»

Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Κ Ο Π Ε Ρ Ι Ο Δ Ι Κ Ο • Τ Ε ΥΧΟ Σ 6 • Φ Θ Ι Ν Ο Π Ω Ρ Ο – Χ Ε Ι Μ Ω ΝΑ Σ 2 0 1 5

Έγκλημα και Τιμωρία

eglima.wordpress.com

soycd

ΕΤ ΑΙ

τραγουδίστρια, εξαιρετική

ακροάτρια, ιδιοφυής ψεύτρα, εύγλωττη ομιλήτρια, προκλητικά

ISBN 978-960-564-192-4

ninacouletaki.wordpress.com

μύρτι λ ο

Χ

Μέσα από τα περιστατικά της καθημερινής ζωής της Περσεφόνης, ξεδιπλώνεται η Ελλάδα των αρχών του ’60, όπως την βιώνει ένα πεντάχρονο κοριτσάκι μεσοαστικής οικογένειας: συγκατοίκηση γονιών και παππούδων στο μεγάλο σπίτι, οικογενειακά προβλήματα, μαύρα κι άσπρα συγγενικά πρόβατα, πολιτικές αντιπαραθέσεις. Αυτά, μαζί με τα γεγονότα που συμβαίνουν και αλλάζουν το πρόσωπο και τον χαρακτήρα της Ελλάδας (οι βασιλικοί γάμοι, τα Ιουλιανά, η έλευση της τηλεόρασης, η Χούντα κ.ά.), είναι τα πολύχρωμα νήματα με τα οποία κεντά τον καμβά της. Παρατηρεί, λοιπόν, η Περσεφόνη πρόσωπα, συμπεριφορές και καταστάσεις γύρω της και με τον προσωπικό της, εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, καταλήγει σε συμπεράσματα σημαντικά για τη ζωή της δίνοντας στην αγάπη, στην ομορφιά, στο εφικτό και το ανέφικτο τις δικές της, μοναδικές ερμηνείες.

SPINE: 13.8

ISSN: 2241-3685

Χατζηκώστα 5, Ιωάννινα

Το βιβλίο της Νίνας Κουλετάκη κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Οσελότος.

00_myrtilo6_cover.indd 1

2651 306456

ocelotos.ioannina@gmail.com

Μύρτιλο Λογοτεχνικό Περιοδικό ISSN: 2241-3685 Τεύχος 6ο Χειμώνας 2015 ΙΔΙΟΚΤΉΤΗΣ

Ελένη Λ. Παντοπούλου Εκδόσεις Οσελότος ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ

Αιμιλία Σκουφάκη Κωνσταντίνα Σαρρή ΣΧΕΔΙΑΣΜΌΣ

Ocelotos Publishing ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Δεκάλογος ΕΠΕ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΊΑ :

  210 6431108 periodiko.myrtilo@gmail.com FACEBOOK

Λογοτεχνικό Περιοδικό Μύρτιλο ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ

http://www.ocelotos.gr ΔΙΕΎΘΥΝΣΗ

Βατάτζη 55, 11473 – Αθήνα To περιοδικό Μύρτιλο διατίθεται ΔΩΡΕΑΝ στα βιβλιοπωλεία και ηλεκτρονικά στο www.ocelotos.gr

Οι συγγραφείς φέρουν την αποκλειστική ευθύνη για την πρωτοτυπία των άρθρων τους που δημοσιεύονται στο παρόν τεύχος του Μύρτιλου.

Book 1.indb 1

29/12/2014 2:36:01 μμ

22/12/2014 12:06:11 πμ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Μαρία Κούλη

4

5

Βίκυ Βάββα

6

Δεν αντέχω… Καλοντυμένοι Ψαλιδίζω τις ρίζες… Ζωή αποφόρι φαρδύ… Επιπλέοντες φόβοι… Μας ξέρετε… Το χρέος

Άννα Ρουσσομουστακάκη 9 Αναμνηστικά Θύμιος Ξανθόπουλος 10 Τό νέο τραγούδι Γαβριέλλα Τσακατούρα 14 Στροβιλίζοντας Αννίτα Λουδάρου 15 Το τοιχάκι Μανόλης Γιακουμάκης 16 Χειρουργεία (καθ’ ον χρόνον)

19

Ροδοδάκτυλος Ηώς

Νέκτη Σταμέλου

22

Σημεία στίξης Απέφευγε Una storia grande Αφτιά και γλώσσες

Αλέξανδρος Μηλιορίδης 23 Οι χρονιές Δέσποινα Λουλουδάκη 24 Ο διπλός χρόνος Στέλιος Μπένος 26 Είδα Σοφία Αγραπίδη 28 Φεγγαρένιο μονοπάτι Αγγέλα Πέτρα 29 Άτιτλο Νίκος Αντ. Πουλινάκης 30 Τούτη την ώρα Βασίλης Τσαπαλιάρης 32 Γραμμή Ρέουσα

33 Αρχίγραμμα

Book 1.indb 2

Αλεξία Αθανασίου Γιώργος Τσαμίλης

35

Διπλή Ζωή

36

Nήσος Σαλαμίνα Η εκκλησία του οσίου Λαυρέντιου και η αφορμή της κτίσης του

29/12/2014 2:36:03 μμ


Αμπάι (Ιμπραήμ) Κουνανμπάγεβ 41

Της απάνεμης νύχτας το φεγγάρι λαμπρό 45 Λόγος

Δημήτρης Σταδάς

46

47

Αλέξανδρος Δαμουλιάνος 51 Άτιτλος άνθρωπος Αθηνά Βορρίση 52 Κάποιος… κάπου… τον είδε Γιώργης Παπανικολάου 55 Φλεβάρης Adagio

Έφη Κώτση-Δεληγιάννη

56

57

Δυο ιστορίες για τον Καββαδία Ιστορία πρώτη: «Ερωτευμένο μαραμπού» Ιστορία δεύτερη: «Ο θερμαστής»

Τραγικό αδιέξοδο Εις μάτην Σε χρόνο μέλλοντα Σε ρε ελάσσονα

Βασιλική Τσούκα 58 Σώμα Ντόρα Λεονταρίδου 60 Έδεσα τον λαιμό μου κόμπο Θεόδωρος Ταβουλάρης 62 Έπεα πτερόεντα Τάσος Πατρώνης 63 Αυτόπτης Δωρεάν Ποίηση

Γιωργής Αλεξάνδρου – Κορνηλιάδης 64

Η αμφίβιος λαθρεπιβασία – Εκταφή

Σπύρος Κ ατηφόρης

Μαίρη Πίσια 67 Πέτρος Νίνα Κουλετάκη 72 Στο Σινεάκ Έλσα Παντοπούλου 74 Νεομαρξιστικό sci-fi

66

ψίθυρος της αναμονής όνειρο ετοιμοθάνατο

Ο Μίνως ζογκλέρ Επάγγελμα για κλάματα 75 Η φίλη μου η Γαζία 76 Εξόριστοι

Book 1.indb 3

Μαρία Αντωνίου

77

Δίπλα στον τοίχο

29/12/2014 2:36:06 μμ


4

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Μαρία Κούλη Δεν αντέχω…

Καλοντυμένοι… Πρωί επτάμιση όπως τότε Περνούν δήθεν τυχαία Παλιό γραφείο καφενείο Χρηματιστήρια ερώτων Κοιτάνε δεξιά αριστερά Τους βλέπει άραγε κανείς; Αναστενάζουνε λιγάκι Θυμούνται Και μετά σπίτι πάλι

Καιρός βάρβαρος Σκιά ονείρου Αγάπη επικουρική Λυγίζω πια Δεν αντέχω σου λέω Τον ψίθυρό σου αποκαμωμένο Γυμνό στο διαδίκτυο

Ψαλιδίζω τις ρίζες… Στα μέτρα μου Μην πιάνω χώρο Τέτοιο παιδί-μπονσάι στολίδι όμορφο Αγγελάκι χωρίς περιττά, καταλαβαίνεις Πρότυπο φροϊδικής τεκνογονίας Καμάρι εγώ να δεις Κλαις καημένε; Το συνηθίζεις Έτσι ξεκινήσαμε όλοι

� Η Μαρία Κούλη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη κυκλοφορεί η πέμπτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Αθώοι αμνοί» απ’ όπου και τα ποιήματα του παρόντος τεύχους.

Book 1.indb 4

29/12/2014 2:36:09 μμ


Μαρία Κούλη

5

Ζωή αποφόρι φαρδύ… Ξεθωριασμένο Περιφερόμενο παράπονο Αν αλλάζαμε διαστάσεις Σπουδαιότητα κύρος Χαμόγελο όροφο φορολογική κλίμακα Ύφος αναπνοή Αισθάνεσαι καλύτερα;

Επιπλέοντες φόβοι… Κολυμπάμε Στο ίδιο ποτάμι Γαντζωνόμαστε στα χείλη του άλλου Μπας και γλιτώσουμε Ενώ βρέχει ψευδαισθήσεις Με το τσουβάλι Φυλάξου.

Μας ξέρετε… Βαδίζουμε στα τέσσερα Άμορφη μάζα συμπαγής Ανάσα χνότα θολούρα Αναποφάσιστοι Που λένε Αχάριστοι ελεήμονες ευχάριστοι Τα βράδια ροχαλίζουμε αθώοι αμνοί Λύκοι παρεπιδημούντες Κυβερνεία ανεύθυνα Μεσαίος χώρος Σε πολιτεία ευνομούμενη Έτσι δε λένε;

Book 1.indb 5

29/12/2014 2:36:12 μμ


6

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Βίκυ Βάββα Το χρέος

Τ

έταρτη φορά του άλλαζε σεντόνια. Τι σεντόνια δηλαδή; Της τέλειωσαν πια τα σεντόνια και άπλωσε μια σειρά από πετσέτες και ό,τι άλλο βρήκε μέσα στο ημίφως, που να μπορεί να απορροφήσει τόσον ιδρώτα. Το παιδί, κοτζάμ παλικάρι, ήταν πολύ άσχημα. Δυο μέτρα μπόι κι έδειχνε βρέφος έτσι όπως είχε κουρνιάσει στο κρεβάτι. Οι άλλοι κοιμόντουσαν, μα η μάνα εκεί, δίπλα. Μια κομπρέσες, μια κουβέρτες. Τι διάολος είναι αυτή η αρρώστια που ήρθε και τον κυρίεψε; Και μωρό σαν ήταν, λιγότερο την χρειάστηκε θαρρείς. Μα τούτη τη βδομάδα, πάει, γύρισε πίσω δεκάξι χρόνια και κρεμάστηκε απ’ την ανάγκη της μάνας του. Έφτασε επιτέλους το ξημέρωμα. Λίγο φως του Θεού να μπει και να απαλύνει τις σκιές. Όλα τη νύχτα γιγαντώνονται, κι ο έρωτας κι ο θάνατος. Αυτή τον πρώτο δεν τον είχε γνωρίσει, μα τον δεύτερο τον είχε χορτάσει. Άνοιξε λίγο την πόρτα και τα παράθυρα να αεριστεί ο χώρος. Σάμπως ήξερε κι αν είναι μεταδοτικό το χτικιό; Πήγε και σκούντησε τον άντρα της. «Σύρε να φέρεις τον Ρώσση, τον γιατρό», του σιγομίλησε. «Το χάνουμε το παιδί, σύρε να τον φωνάξεις!» συνέχισε πιο επιτακτικά. Ο γιατρός έβγαλε τα ακουστικά, άνοιξε το δερμάτινο τσαντάκι του και είπε, χωρίς να τους κοιτάξει: «Ο νεαρός πεθαίνει. Η μόνη ελπίδα –χωρίς εγγυημένο αποτέλεσμα– είναι μια ένεση που θα πρέπει να παραγγείλουμε απ’ την πόλη. Αλλά… κοστίζει». Στο κατώφλι τον έπιασε ο πατέρας που ξεμαρμάρωσε πρώτος και είχε ήδη αποφασίσει. «Έχω άλλα πέντε στόματα να θρέψω, γιατρέ, δεν έχω μόνο τον Γιάννη. Έχω φαμίλια κι εσύ μου λες να ξεπουλήσω ζωντανά, το βιός μου όλο, για να πάρω μια ένεση που δεν ξέρουμε καν αν θα έχει αποτέλεσμα. Παιδί μου είναι και τ’ αγαπώ, μα και τ’ άλλα παιδιά μου είναι και θα πεινάσουν». Η μάνα άκουγε χωρίς να ακούει. Ήξερε τον άντρα της κι ένιωσε την απόφαση να αιωρείται πάνω απ’ τα κεφάλια τους μέσα στο ασφυκτικό δωμάτιο. Κι είχε μια λογική η απόφασή του αυτή, είχε ένα δίκιο. Μα ο πόνος αυτός ο απερίγραπτος, που της τρύπαγε τα σπλάχνα δέκα φορές σαν τον πόνο της γέννας, δεν καταλάβαινε από λογι� Η Βίκυ Βάββα είναι δραματοθεραπεύτρια, σύμβουλος ψυχικής υγείας και παιδαγωγός θεάτρου και θεατρικού παιχνιδιού. Από τον Ιούλιο του 2013 ζει και εργάζεται στα Ιωάννινα, ως υπεύθυνη διοργάνωσης εκδηλώσεων στο οικογενειακό βιβλιοπωλείο «Οσελότος» και ως συντονίστρια θεραπευτικών και εκπαιδευτικών δράσεων στο εργαστήρι δραματοθεραπείας και συμβουλευτικής «Ανοιχτό Παράθυρο». Το παραμύθι της με τίτλο «Η Πουπουλένια» έχει εκδοθεί στον συλλογικό τόμο «Τα παραμύθια του Οσελότου ΙΙ», καθώς επίσης και δύο διηγήματα στο λογοτεχνικό περιοδικό Μύρτιλο. Ένα τρίτο διήγημα επιλέχθηκε σε διαγωνισμό των εκδόσεων i-write και θα συμπεριληφθεί σε συλλογικό τόμο διηγημάτων με θέμα «Ιστορίες του τόπου μας – Ιωάννινα». Blog: www.anoixto-parathiro.blogspot.gr

Book 1.indb 6

29/12/2014 2:36:14 μμ


7

Βίκυ Βάββα

κές και δίκια. Μόνο το άδικο του Γιάννη της που σπαρταράει την νοιάζει. Τον σκεπάζει –αχ, ξανανεβαίνει ο πυρετός– και φεύγει μ’ ένα σάλι ριγμένο στην πλάτη. Τραβάει ντουγρού για το σπίτι του κυρίου Λεωνίδα, φωνάζει, βγαίνει η γυναίκα του, έχει φύγει λέει, πάει στο καφενείο. Από κοντά η μάνα, με τις κάλτσες με τα κομμένα λάστιχα να χορεύουν παράταιρα στα ποδάρια, με τα μάτια υγρά και κόκκινα, σαν μια τρελή που το ‘βαλε στόχο να του την φέρει του θανάτου ετούτη τη φορά. Φτάνει. Κοιτάζει απ’ την τζαμαρία. Νάτος, εκεί, ο κύριος Λεωνίδας με τον ελληνικό καφέ και την εφημερίδα του. Με γιλέκο και ρολόι τσέπης, με παπούτσι από τα ξένα, με έναν άλλον αέρα, δεν θύμιζε σε τίποτα ντόπιο και χωριάτη. Αν ρώταγες τη γυναίκα του, βέβαια, θα σου ‘λεγε τα χειρότερα και πουθενά δεν θα ‘βλεπε αυτόν τον άλλον αέρα. Τον αέρα τον κοπανιστό, μπορεί. Σκληρό και άξεστο τον ανέβαζε, τσιγκούνη και άτιμο τον κατέβαζε. Μάνα και κόρη τα ίδια λόγια, τα ίδια αισθήματα. Είχε ατιμάσει τον γάμο του, λέγανε, εκεί στα ξένα που έλειπε με τους χρόνους. Κι είχε κι ένα σεντούκι, λέγανε κάποιοι άλλοι, γεμάτο με λίρες. Και το κλειδί του πάντα κρεμασμένο στον λαιμό. Κι όσο κι αν παρακάλαγαν αυτές, μάνα και κόρη, για μια λίρα, για ένα φαΐ διαφορετικό πάνω στο τραπέζι, για μιαν ανάγκη, τίποτα αυτός. Δεκάρα τσακιστή. Κι όπως με τις λίρες, έτσι και με τα χάδια. Μα η μάνα του Γιάννη είχε άλλη γνώμη κι ούτε την ένοιαζε τι κάνει ο πάσα ένας μέσα στα ντουβάρια του σπιτιού του. Ντράπηκε για μια στιγμή. Μετά θυμήθηκε τον γιατρό, ένιωσε να την διαπερνάει αυτό το μη βλέμμα, αυτό το βλέμμα που της χρώσταγε ο αγύρτης – πώς λες ότι πεθαίνει ένα παιδί κοιτώντας μονάχα τον εαυτό σου; Μπαίνει μέσα, τον πλησιάζει, ζητάει συγγνώμη. Μήπως θα μπορούσε να του μιλήσει για λίγο έξω από το καφενείο; Ναι, βεβαίως. Διπλώνει προσεκτικά κι απορημένα την εφημερίδα –πού τον θυμήθηκε η Αγνή μετά από τόσα χρόνια;– την βάζει κάτω απ’ τη μασχάλη και την ακολουθεί. Του εξηγεί. Πήγε σ’ αυτόν γιατί έχει τη δυνατότητα. Και θα του τα επιστρέψει ακόμα κι αν χρειαστεί να πληρώσει με τη ζωή της, τις τρεις λίρες θα τις πάρει πίσω. Πήγε σ’ αυτόν και γι’ άλλον λόγο. Για εκείνο το χρέος που δεν γράφτηκε ποτέ, μόνο χαράχτηκε στα άρρητα. Ξέρει αυτός. Πάνε μαζί κάτω απ’ το σπίτι του. Της λέει να περιμένει, μην το κουνήσει ρούπι. Σε πέντε λεπτά γύρισε – η μάνα είχε ασπρίσει σάμπως είχαν περάσει δέκα χρόνια. Της έβαλε στο χέρι ένα κομμάτι απ’ την εφημερίδα, χιλιοτυλιγμένο και σκληρό. Εκεί μέσα ήταν. Τρία χρυσά νομίσματα. Να κάνει αυτό που πρέπει και τ’ άλλα θα τα βρούνε. Προέχει τώρα το παιδί. Η ένεση ήρθε σε δυο μέρες. Ο γιατρός ήρθε και έπραξε το καθήκον του. Έδωσε ζωή με την ίδια ψύχρα που είχε προαναγγείλει τον θάνατο. Ουδέτερο πρόσωπο, η μάσκα της επιστήμης. Ο πατέρας λούφαξε κι άρχισε να βουλιάζει μέσα στην αδυναμία του. Κανείς δεν ξαναμίλησε γι’ αυτό. Ο Γιάννης μόνο, ένα παράξενο πράγμα, όσο μεγάλωνε τόσο άρχισε να μοιάζει στον σωτήρα του. Κάτι η κορμοστασιά του, κάτι το βλέμμα του το ευθύ και καθαρό, κάτι η αγάπη του για το υγρό στοιχείο, παρά τη βουνίσια καταγωγή – μέσα σε τόσα χρόνια, δυο ναυτικούς έβγαλε το χωριό, τον Λεωνίδα και τον Γιάννη. Κι ενώ ο πατέρας του έγερνε όλο και χαμηλότερα προς το χώμα, λυγίζοντας υπό το βάρος του χρέους και των τύψεων, τόσο αυτός, ο Γιάννης, όργωνε τις θάλασσες και γνώριζε τα λιμάνια του

Book 1.indb 7

29/12/2014 2:36:17 μμ


8

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

photo by Giorgos Kokkios

κόσμου όλου, μαζεύοντας εμπειρίες που θρέφουν την ψυχή, αυλακιές με αλμύρα στο πρόσωπο και κομπόδεμα γερό στην τσέπη. Ο πατέρας βάρυνε τόσο που, τελικά, γέρος στην όψη σαν χέρσα γη και άνυδρη, χώθηκε μια Κυριακή στην τελευταία του κατοικία και ησύχασε. Ο Γιάννης έλειπε σε ταξίδι τότε. Έμαθε την απώλεια μετά από μήνες. Την είχε βιώσει πριν από χρόνια, όμως, οπότε συναντήθηκαν κι έκλεισαν οι κύκλοι. Αμέσως μετά, αραίωσε τα ταξίδια του, δεν φλεγόταν να φεύγει πια. Μεγαλοπαντρεύτηκε, να ‘χει κι αυτός μια οικογένεια δική του κι εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του στην πόλη. Η μάνα έζησε πολύ, μέσα σε μιαν επίμονη σιωπή… Ώρες ώρες την ξεκούφαινε ο θόρυβος που έκαναν όλα τα ανείπωτα, μα βάστηξε μέχρι τέλους. Μονάχα όταν κατάλαβε ότι το κεράκι της αργοσβήνει, έπιασε τον Γιάννη που την είχε επισκεφθεί και του μίλησε. Του θύμισε. Του εξήγησε. Να ξέρει. Να συγχωρέσει. Να ξεχρεώσει. Ο κυρ-Λεωνίδας είχε πεθάνει κι αυτός, κάπου ανάμεσα απ’ τον πατέρα και τη μάνα του, όπως ανάμεσά τους είχε βρεθεί και εν ζωή. Η γυναίκα του, όμως, όχι. Αυτή, που ανάστησε ολομόναχη δυο παιδιά σύμφωνα με τα λεγόμενά της, είχε πιάσει τα ενενήντα και συνέχιζε ακάθεκτη. Την είχαν πάρει στην πόλη κι έμενε στο σπίτι της κόρης της, με εγγόνια και δισέγγονα. Μια Κυριακή, κουστουμαρίστηκε και πήγε. Χτύπησε το κουδούνι –εντάξει, χωριανός είναι, δεν είναι και κάνας ξένος– και ζήτησε να την δει. Τη γριά την Τζαβέλαινα, ναι, σωστά κατάλαβαν. Έναν ελληνικό βαρύ γλυκό θα πιει. Και λίγο νεράκι, να ξεκολλήσει το στόμα του. Δεν είχε και πολλά να πει. Τόσα χρόνια πού να χωρέσουν σε μια Κυριακή πρωί; Της άφησε πάνω στη μαύρη της ποδιά μια εφημερίδα τσαλακωμένη με περιεχόμενο βαρύ. Η γριά δεν πτοούνταν από κάτι τέτοια. Τον κοίταξε αγέρωχη. Νικήτρια. «Να φύγει το χρέος από πάνω μου», της είπε.

Book 1.indb 8

29/12/2014 2:36:18 μμ


9

Άννα Ρουσσομουστακάκη

Άννα Ρουσσομουστακάκη Αναμνηστικά Σκέψεις. Το μυαλό μακριά τις διώχνει. Το αίμα ρέει. Τις γραπώνει. Βασανιστικά τεχνάσματα αναμνηστικών ονείρων. Δώρα αναμνηστικά να στολίζουν το κομοδίνο σου. Άχρηστα. Αδύνατον να τ’ αποχωριστείς. Σκονισμένα. Φθαρμένα μα απαραίτητα. Για του μυαλού τις πτήσεις, τις ώρες της σιωπής. Σε εκείνα τα ταξίδια σάκος με τ’ αναγκαία γίνονται. Σου λεν να τα πετάξεις. Μα εσύ εκεί. Στολίδι απ’ το παρελθόν για το παρόν. Στέκεις και τα κοιτάς. Κι οι συνειρμοί φέρνουν σιμά σου εκείνη τη στιγμή που τ’ άγγιξες. Την πρώτη εκείνη επαφή αναβιώνεις. Μα οι άνθρωποί τους χάθηκαν ολότελα. Τι νόημα να τα φυλάσσεις στου καναπέ την άκρη; Τι νόημα οι επισκέπτες σου να σε ρωτούν πώς τάχα τα απέκτησες; Ήσουν ο παραλήπτης τους. Τώρα μονάχα χώρο να γεμίζουν, για να ‘χεις ν’ απαντάς για την προέλευσή τους. Ο αποστολέας τους είναι πια ένας ξένος. Καιρός να αδειάσεις χώρο απ’ την καρδιά σου.

ZZ Η Άννα Ρουσσομουστακάκη γεννήθηκε, κατοικεί και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και διαθέτει κατάρτιση στην Ειδική Αγωγή. Αυτό το διάστημα κάνει μεταπτυχιακές σπουδές Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Της έχουν απονεμηθεί ποιητικοί έπαινοι από λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, τους οποίους διεξήγαγαν τα περιοδικά Τέχνης, Δευκαλίων ο Θεσσαλός και Κελαινώ.

Book 1.indb 9

29/12/2014 2:36:21 μμ


10

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Θύμιος Ξανθόπουλος Τό νέο τραγούδι (Πηγή: «Αργώ», Περίοδος Α΄, 1923. Τεῦχος 1ο, σελ. 5-8) Ἡ χορεύτρια γονατιστή ἔστελνε σ᾿ ὅλους φιλιά· μὰ τὸ κοινὸ οὔρλιαζε: — Μπράβο, Ρόζα!... Ἀκόμα!... Ἀκόμα!... Τότε ἐκείνη σηκώθηκε, ἔκανε πῶς θἄρχιζε ἄλλον χορὸ καὶ σὲ μιὰ κίνηση βρέθηκε στὸ βάθος τῆς σκηνῆς. Εκεῖ ὑποκλίθηκε καὶ χάθηκε στὰ παρασκήνια. Τώρα ἡ αὐλαία, ἕνα παννὶ χοντροβαμένο, σκέπαζε τὴν σκηνή. Κἄτι λιγοστὰ χειροκροτήματα, στερνὰ κύματα τῆς τρικυμίας τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ἀκούστηκαν ἀκόμα. Ὕστερα τὸ καζίνο γέμισε ἀπ᾿ τὴν βοή του τὴν συνειθισμένη: κουβέντες πελατῶν, φωνὲς καὶ πήγαιν᾿-ἔλα τῶν γκαρσονιῶν· ἀπ’ἔξω κάτι σὰν μουγκρητὸ ἔφτανε κἄπου-κἄπου, ἡ αἰώνια φωνή τῆς θάλασσας ... Ἤτανε τὸ καλύτερο νούμερο ἡ Ρόζα κι’ ἀρκετοὶ σηκώθηκαν νὰ φύγουν· ἤξεραν πῶς δὲν θἄβλεπαν στὴς ἄλλες ἀρτίστες ἕνα κορμὶ τόσο ὤμορφο, ποῦ νὰ τοὺς φέρνει κόσμους ὁλόκληρους ἀπὸ ἐπιθυμίες ... Ξαπλωμένη στὴς μπροστινὲς καρέκλες, ἡ παρέα τοῦ Μήτσου κουβέντιαζε: — ... Φωτιὰ αὐτὴ ἡ γυναῖκα! ἔλεγε ὁ Μήτσος. — Σῶμα! ... ἔκαν’ ὁ Μανώλης κοιτάζοντας τὸ ταβάνι. Νὰ σοῦ πῶ, δὲν εἶδα κι’ οὔτε θὰ δῶ ποτέ μου τέτοιο σπαρταριστὸ κορμί! Στἄλλα τραπέζια, ἀνάμεσα στὰ σιωπηλὰ γεροντοπαλλήκαρα καὶ στοὺς δειλοὺς νέους τῶν οἰκογενειῶν, ὁ ἴδιος ἐνθουσιασμὸς φανερώνουνταν στὴς ἀναμμένες τους ματιές. Σὲ λίγο ἡ μουσικὴ -πιάνο, βιολὶ καὶ γκρὰν-κάσσα- ἄρχιζε θορυβώδικα, — Ἡ καρακάξα πάλι! τοὺς ἔκανε ὁ Μήτσος. Στὴν μέση τῆς σκηνῆς, μία γυναῖκα μεσόκοπη, μἔνα χτυπητὸ κόκκινο φόρεμα στέκουνταν. Δυὸ γάμπες χοντρές, δίχως φόρμα καὶ σἕνα πρόσωπο καταφτιασιδωμένο τὰ σημάδια μιᾶς ζωῆς πολυτάραχης, κουρασμένης πιά. Καὶ τὸ ἠλεχτρικὸ φώτιζεν ἀπότομα δυὸ μάτια ἄτονα ποῦ κοίταζαν ἀδιάφορα τὸν κόσμο ποῦ σὰν δαιμονισμένος οὔρλιαζε. ZZ Θύμιος Ξανθόπουλος (1902-1988). Από το βιβλίο «Η Ειρωνεία της φαντασίας», με επιμέλεια Κωνσταντίνου Ξανθόπουλου: βιογραφικό και λογοτεχνικό «ταξίδι» ενός λησμονημένου πεζογράφου από την Αργώ της Αλεξάνδρειας και εκείθεν.

Book 1.indb 10

29/12/2014 2:36:24 μμ


11

Θύμιος Ξανθόπουλος

— Καρακάξα! ... Καρακάξα! ... Σὰν νὰ μὴν ἄκουγε τίποτε ... Ἡ ματιά της πῆγε τώρα στὸ βάθος, στὴν μαύρη θάλασσα ποῦ φιλοῦσε πέρα τὴν ἄμμο ... ῞Οταν ὅλα ἡσύχασαν μέσα στὴν σάλα, φάνηκε πῶς ξυπνοῦσε· τέντωσε τὸ κορμί, ἅπλωσε τὰ χέρια κι’ ἄρχισε: «Θὰ κόψω ρόδα μυρωμένα ... Κι’ ἡ φωνή της ἁπλώθηκε παράτονη, σὰν νἄβγαινε ἀπὸ κἄτι τὸ τόσο σκουριασμένο! Κανεὶς δὲν τὴν πρόσεχε. Τὴν μισοῦσαν ὅλοι αὐτὴν τὴν ἄσχημη κι’ ἀδιάφορη γυναῖκα ποῦ τόσο πολὺ ἀψηφοῦσε τὴν γνώμη τοῦ κοινοῦ. Καὶ τὴν μισοῦσαν στὰ γερά, μελετῶντας νὰ πάθει κἄτι γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦνε τὰ βράδυα τὴν ἄνοστη φωνή της. Κάθε βράδυ, εἶταν ἡ ἴδια κρυφὴ μάχη: Ὁ κόσμος σκληρός, ὑβριστικός, μἕναν ἄγριο πόθο νὰ τὴν δεῖ νικημένη, συντριμμένη· κι’ ἐκείνη ἀτάραχη, σὰν νὰ ζοῦσε ἀλλοῦ ... — Μωρὲ χαρὰ στὴν φωνή! ἔκανε εἰρωνικὰ ὁ Μανώλης γιὰ νὰ ξεσπάσῃ κἄπου. Τί τὴν κρατάει ἀκόμα αὐτὸς ὁ ... κι’ ἔδειξε πίσω ἀπ’ τὸ ταμεῖο τὴν χοντρὴ μορφὴ τοῦ ἰδιοχτήτη. — Καὶ ποῦ θέλεις νὰ πάει; φώναξ’ ὁ Μανώλης μὲ περιφρόνηση ... Ἄς εἴμαστε καλὰ ἐμεῖς, τα ζωντόβολα! ... δὲν τὴν μαξιλαρώνουμε! παρὰ καθούμαστε καὶ τὴν ἀκοῦμε! ... Ὁ Γιώργης ἔσκυψε κι’ ἄρχισε τώρα νὰ τοὺς δηγιέται γιὰ τὸν Μάρκο τὸν κωμικό· αὐτὸς βεβαίωνε πῶς, τὴν πρώτη βραδυά, τὴν βρῆκε στὰ παρασκήνια νὰ κλαίει μὲ κεφάλι κρυμένο στὴν φοῦστα της. — ... Ἔκανε νὰ τὴν πλησιάσει, μὰ κείνη σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸ καμαρίνι της ... — Δὲν βαριέσαι! φώναξε ὁ Μήτσος ... Μὴ τὸν πιστεὺετε! ... Αὐτὴ νὰ κλάψει! ... Ἕνα ζῶο μονάχο, ἐκεῖ! ..., Και τὴν ἔδειξε στοὺς ἄλλους. Κι’ ἐκείνη τραγουδοῦσε πάντα: ... Κι’ ἄλλα λουλούδια θὲ νἀρθοῦνε ... — Δὲν βγαίνουμ’ ἔξω, βρὲ παιδιά! ἔκαν’ ὁ Στάθης ... Θὰ μᾶς πεθάνει μὲ τὴ φωνή της! ... Βγῆκαν. Στὴν βεράντα ἐρημία. Ἡ ἀπέραντη θάλασσα βούϊζε πάντα σὰν ἕνας κόσμος ποῦ, βουτηγμένος στὸ σκοτάδι, ἀγκομαχάει. Σκοτεινὴ καὶ παράξενη, ἔζωνε τὸ καζῖνο, φιλοῦσε τὰ ξύλα του, καὶ κἄποτε, παιχνιδιάρα, ὑψώνουνταν ὥς ἀπάνου, στὴν βεράντα, σὰν τὴν ἐρωμένη ποῦ ξεσηκώνεται ἕτοιμη γι’ ἀπειλές. Μὰ σὲ λίγο ξανάπεφτε μὲ μουγκρητό· κι’ ὁ ἁφρός της ἔσκαζε σὰν γέλοιο. Ἡ μουσική της, μιὰ μουσική παράξενα παθητικιά, γέμιζε ὅλη τὴν σιωπὴ τῆς νυχτιᾶς ἐκείνης. Ἀπ’ τὴ σάλα ἔρχουνταν κἄπου-κἄπου τἀδύνατο τραγούδι τῆς ἀρτίστας ... Μέσα, τὰ γκαρσόνια τρέχανε μὲ τὰ σερβίτσια. Καὶ στὰ τραπέζια ὁ συνηθισμένος κόσμος: γέροι ποῦ διαβάζανε ἐφημερίδες, δύο-τρεῖς οἰκογένειες καὶ παρέες ἀπὸ νέους ποῦ ξαφνικὰ ξεσποῦσαν σὲ χοντρὰ ἀστεῖα ... Τὸ τραγούδι εἶχε τελειώσει. Μιὰ θύελλα απὸ φωνὲς καὶ χειροκροτήματα ξέσπασε: — Μπράβο, καρακάξα! ... Κι’ ἄλλο! ... Ἀκόμα ... ἀκόμα ... Ἡ παρέα μπῆκε· ἄρχισαν κι’ ἐκεῖνοι: — Γιάσου, καρακάξα! ... Νὰ μᾶς ζήσεις! ... Κι’ ἄλλο! ... Θέλουμε κι’ ἄλλο! ...

Book 1.indb 11

29/12/2014 2:36:27 μμ


12

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Ἐκείνη ἔκαμε νὰ μπεῖ· δὲν ἤθελε· ἤξερε ἀπ’ τὶς ἄλλες βραδιὲς τὶ τὴν περίμενε. Μὰ ἡ μουσικὴ εἶχε τώρα ἀρχίσει τἄλλο τὸ τραγούδι της. Τότε γύρισεν ἐκείνη στὴ μέση τῆς σκηνῆς κι’ ἔκανε τῆς μουσικῆς νὰ πάψει. Θὰ τραγουδοῦσε ἕνα ἄλλο, ἄγνωστο. Τὸ κοινὸ σώπασε, φχαριστημένο ποῦ ἔβγαινε νικητής. Καὶ γιὰ πρώτη φορά, στὴν καπνισμένη ἐκείνη σάλα ἀκούστηκε τὸ Νέο Τραγούδι: Στὸ δάσος σκορπίστηκε ὁ Ἥλιος τῆς Ζωῆς. Ἀνεβασμένος στὸ πιὸ ψηλὸ κλαρί, ὁ κορυδαλλὸς ξεχύνει μελωδίες ἀτέλειωτες στὸ θεῖο του φῶς ποῦ πάλλεται ἀπὸ μιὰ χαρὰ ἀσύλληπτη. Ξανοίγωντας μεθυσμένες φτερούγες γοργοπλέουνε τἄλλα πουλιὰ μέσα στὸ ἄϋλο ποτάμι ποῦ κυλάει πάνω απ’ ὅλα. Στὸ δάσος, τὰ δέντρα ποῦ στὸ σκοτάδι μὲ μαζεμμένα τὰ κλαριὰ ψιθύριζαν λόγια τρόμου το ἕνα στἄλλο, τώρα ὑψώνονται σὰν χέρια τῆς Γῆς τεντωμένα ἀπ’ τὸ χιλιόμορφο κορμί της σέ μιὰ δέηση ἐκστατικὴ στὸ φῶς. Ἡ σκόνη, ἡ ἄσημη σκόνη, σηκώνεται κι’αὐτή· καὶ τὰ ψιλά της μόρια χοροπηδᾶνε σὰν ἕνας φωτοστέφανος γύρω ἀπ’ τὸ φὼς. Ἔτσι στὸ δάσος χαιρετᾶνε τὸ φῶς. Κι’ οἱ ἄνθρωποι; Οἱ ἄνθρωποι περνᾶν σκυμένοι ἔξω ἀπ’ τὸ δάσος καὶ βιαστικὰ γιὰ τὴς μικροδουλειές τους. Ἡ ψυχή τους κοιμᾶται κι’ εἶναι σὰν ἕνα κουτὶ κλεισμένο· μέσα στὸ κουτὶ αὐτὸ τρέχει ἀπάνω-κάτω ἡ ἀνησυχία, σὰν τὸ ποντίκι μέσα στὴν κλειστὴ φάκα. Κανένας δὲν σηκώνει τἀνήμπορα φτωχά του χέρια στὸ φῶς· μερικοὶ μόνο στέκουνται παράμερα μὲ τὸ μέτωπο ὑψωμένο στὸν Ἥλιο σὰν νὰ πίνουν τὸ φῶς του. Μὲ τὶς ψυχὲς κλεισμένες, προχωροῦν οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔξω ἀπ’ τὸ δάσος, ἀδιάφοροι στὸ φῶς. Ὦ! πότε θὰ φτάσει καὶ στὶς ψυχές τους τὸ ὑπέροχο τραγούδι τοῦ Φωτός; Αὐτὸ ἦταν τὸ Νέο Τραγούδι. Κι’ ἡ φωνὴ ποῦ τὸ τραγουδοῦσε ἤτανε μιὰ φωνὴ καινούργια, σὰν ἀπόκοσμη· ξεχύνουνταν ὁρμητικὴ στὴν σάλα κι’ ἄλλοτε περνοῦσε σιγανὴ πάνω ἀπό ὅλους, σὰν χάδι καὶ σὰν ἀνατριχίλα. Κι’ ὅταν τὸ παννὶ κατέβηκε κανένας δὲν φώναξε. Φαντάζουνταν ὅλοι τὸ Φῶς, αὐτὸ ποῦ κάθε μέρα σκορπιοῦνταν καὶ ποῦ τόσοι λίγοι τὸ ἔνοιωθαν! Αὔριο ὅμως θἄπλωναν ὅλοι «τἀνήμπορα φτωχά τους χέρια» στὸ ζεστὸ Φῶς παρακαλῶντας «νὰ φτάσει καὶ στὴς κλεισμένες ψυχές τους τὸ ὑπέροχο τραγούδι του.» Αὔριο; ... Σήμερα ὅμως εἴτανε ἔξω τὸ σκοτάδι! Καὶ ξαφνικά, στὴν σιωπὴ ὅλων μπῆκε κἄτι σὰν σίφουνας χαλασμοῦ. Ἦταν ἡ θάλασσα! Στὸ σκοτάδι, γελοῦσεν ἡ θάλασσα μἕνα γέλοιο πλατύστομο, ἀκράτητο, τραντάζωντας τῆς Νύχτας τὴν ἱερὰ σιγή ... Καὶ πέρασε ὁ ἄνεμος, σαλπίζωντας μέσα σὲ ἄγρια βούκινα τὸν θρίαμβο τοῦ σκοταδιοῦ! ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΥΚΟΣ1 [ἐτῶν 21] 1 Ψευδώνυμο ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Θύμιος Ξανθόπουλος κατά την Α’ Περίοδο της συγγραφικῆς συμμετοχῆς του στὴν Ἀργώ. Σχετική «Δήλωση» στα Τεύχη 1ο- 2ο της Περιόδου Β΄, σελ. 64, αναφέρει: «Ὁ συνεργάτης μας Θανάσης Πεῦκος ὑπογράφεται σἀὐτὸ τὸ φυλλάδιο μὲ τ’ ἀληθινό του ὄνομα Θ. Ξανθόπουλος».

Book 1.indb 12

29/12/2014 2:36:27 μμ


13

Θύμιος Ξανθόπουλος

Λίγα λόγια για τον Θύμιο Ξανθόπουλο Ο Θύμιος Ξανθόπουλος υπήρξε λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα ελάχιστα γνωστός στις μέρες μας, αλλά ιδιαίτερα γοητευτική προσωπικότητα όπως αποκαλύπτεται μέσα από τα διηγήματά του και την ενδιαφέρουσα βιογραφία του. Γεννημένος το 1902 στην Κωνσταντινούπολη και μεγαλωμένος στην Αλεξάνδρεια, έχασε νωρίς τον πατέρα του. Για την απώλεια αυτή έγραψε σε ηλικία δεκαέξι ετών το πρώτο του διήγημα, που δημοσιεύθηκε στο Αιγυπτιακό Λεύκωμα με τίτλο «Όταν πέθανε...» τραβώντας τα βλέμματα της κριτικής. Μαζί με άλλους νέους της Ελληνικής Ένωσης συμμετείχε το 1923 στην ίδρυση της Αργώς, λογοτεχνικού περιοδικού που κυκλοφόρησε στην Αλεξάνδρεια για τέσσερα έτη από το ’23 έως το ’27. Τα συναρπαστικά χρόνια στην Αργώ, η κυκλοφορία του περιοδικού παρά τις οικονομικές δυσκολίες, η πνευματική κίνηση της Αλεξάνδρειας του Καβάφη, η γνωριμία και η συναναστροφή με τον αλεξανδρινό ποιητή, η προσήλωση της νεανικής συντακτικής συντροφιάς στην υπηρεσία της Τέχνης για την Τέχνη, και στη γνήσια λαϊκή εκδοχή της γλώσσας, τη δημοτική, η επαφή με τα λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας, η πηγαία προάσπιση των κοινωνικά αδύναμων και η απαίτηση για πνευματική ανανέωση ενάντια στον συντηρητισμό, ήταν οι καλύτερες συνθήκες για την επώαση του καλλιτέχνη Θύμιου Ξανθόπουλου, που δημοσίευσε σταδιακά στην Αργώ, κατά τα τέσσερα χρόνια κυκλοφορίας της, μια σειρά λεπταίσθητων διηγημάτων. Αυτά συνιστούν τον σημαντικό κορμό της λογοτεχνικής του παραγωγής και εξαίρετο παράδειγμα έργων υψηλής καλλιτεχνικής αξίας από ελάσσονα δημιουργό. Επαγγελματικοί λόγοι ανάγκασαν τον Θύμιο Ξανθόπουλο να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια και να ταξιδέψει το 1929 στο κέντρο της Αφρικής, στο βελγικό Κογκό, όπου έμεινε και εργάστηκε για πολλά χρόνια ως λογιστής και μεταφραστής. Προοίμιο του ξενιτεμού του είναι το διήγημα με τίτλο «Η ορμή του ταξιδιού». Το ’42 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια για να παντρευτεί. Έπειτα από μερικά χρόνια γύρισε και πάλι στο Κογκό, ενώ το 1968 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Πέρα από κάποιες ταξιδιωτικές εντυπώσεις και απόπειρες διηγημάτων, η μεγάλη αυτή περίοδος ήταν λογοτεχνικά άγονη. Συνέχισε να εργάζεται μέχρι το 1979, οπότε και αποφάσισε να ξαναπιάσει τη γραφίδα μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1988. Ο γιος του, Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος, σταχυολόγησε από τα τεύχη του περιοδικού Αργώ τα κείμενα του πατέρα του, διηγήματα, μεταφράσεις, κριτικά σημειώματα και βιβλιοπαρουσιάσεις. Επίσης από το προσωπικό του αρχείο επέλεξε μέρος της αλληλογραφίας του, τα μεταγενέστερα διηγήματα, σημειώσεις του και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Ο ίδιος ο λογοτέχνης δεν προσπάθησε ποτέ να εκδώσει αυτά τα κείμενα. Ο Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος, αρχιτέκτονας στο επάγγελμα, αλλά με εξαιρετικό φιλολογικό ένστικτο, έκανε τη σχετική έρευνα, σχολίασε και τελικά εξέδωσε τη συλλογή των κειμένων σε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «Θύμιος Ξανθόπουλος, Η ειρωνεία της φαντασίας» (Οσελότος, 2014), απ’ όπου και το διήγημα του παρόντος τεύχους.

Book 1.indb 13

29/12/2014 2:36:27 μμ


14

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Γαβριέλλα Τσακατούρα Στροβιλίζοντας Και βάλαμε το βινύλιο να παίζει. Και στροβιλίστηκαν οι φωτογραφικές μορφές γύρω και γύρω. Και άρπαξε η φυγόκεντρος τα τσαλακωμένα τζιν και τις άσπρες γόβες και τα μαύρα μπλουζάκια με τη στάμπα των Iron Maiden. Και έλυσε τα κορδελάκια απ’ τα ατημέλητα σγουρά μαλλιά. Και ξερίζωσε τα οιστρογονολούλουδα απ’ τα πρόσωπα. Και αποτίναξε τα πειρακτικά χάχανα για το τίποτα, ωδή στη χαρά της ζωής. Και έμειναν να στροβιλίζονται οι μορφές γύρω και γύρω. Με τα καλοταιριασμένα χρώματα και τα κρουαζέ φουστάνια και τα λουστρίν παπούτσια. Με μαλλιά αψεγάδιαστα, με νωπή ακόμα τη μυρωδιά από πιστολάκι και βαφή. Με τα πορσελάνινα πρόσωπα, τα ζωγραφισμένα με ακριβοπληρωμένες πινελιές ρουζ και πούδρας. Με καθωσπρεπίστικα χαμόγελα σε κεφάλια γυρισμένα στο καλό τους προφίλ. Και μετά από 45 στροφές είναι που ξεπηδά η ευχή-κραυγή. Γύρω και γύρω να συνεχίσει το στροβίλισμα, να γυμνωθούν οι μορφές απ’ τα φτιασίδια και να φανούν. Στο αδέκαστο πρωινό φως, με την τσαλακωμένη απ’ τα ονείρατα μακό πιτζάμα. Στο μισάνοιχτο παράθυρο, με το αεράκι να λικνίζει τις μελανινολιπείς φύτρες. Στο μικρό μεγεθυντικό καθρεφτάκι χαρτογράφο που προσμετρά τις καινούργιες διαδρομές στο ανάγλυφο του προσώπου. Στον καναπέ εκεί μπροστά στην τηλεόραση με τα άτσαλα γέλια και άλλοτε κλάματα. Να φανεί η γήινη ομορφιά της ασχήμιας.

ZZ H Γαβριέλλα Τσακατούρα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Από την ηλικία των δεκαέξι σπούδασε και εργάστηκε σε διάφορες πόλεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τώρα ζει στην Αγγλία όπου ασκεί την οδοντιατρική. Ακούει μουσικές, κάνει γιόγκα, φωτογραφίζει, διαβάζει, «το φιλοσοφεί» με φίλους, γράφει στο blog «Γραφενείο» και της λείπει η Ελλάδα.

Book 1.indb 14

29/12/2014 2:36:29 μμ


15

Αννίτα Λουδάρου

Αννίτα Λουδάρου Το τοιχάκι

Λ

photo by Giorgos Kokkios

ίγο πριν τον φωτογραφίσω, καθότανε χάμω στο πεζοδρόμιο και ένα σωρό μαστορικά τριγύρω του και ανάμεσα στα πόδια του ριγμένη μια καρέκλα. Ήσυχος, ήσυχος, μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα, την επιδιόρθωνε, της έπλεκε την ψάθα. Με ωραίες κινήσεις, σαν να της χάιδευε τα μαλλιά. Λίγο πιο κει, εκείνη. Τον κοίταζε καλά καλά στη δουλειά του συγκεντρωμένος όπως ήταν. Ναι, σκέφτηκε. Αν είχα γκρεμίσει τότε επιτόπου εκείνο το τοιχάκι που ύψωνε και που για να το χτίσει καταπατούσε, έτρωγε χώρο από τον χώρο μου, να τον γνωρίσω, θα μετέφραζα εύκολα όλα αυτά τα σινιάλα και τα κελαηδίσματα που μου στέλνει τώρα, σαν να είμαι άγνωστη, λαθραία μεταφράστρια. Στέκει ώρα τώρα και τον κοιτάζει. Εξετάζει τη μόνη ξεκάθαρη λέξη που της αφήνει για να τον πλησιάσει: «σιγανά». Και με αυτή να ανακαλύψει τα θορυβώδη ατοπήματα, να κατευνάσει τις υπερβολές και τις υπερφίαλες εξισώσεις. Και ας μην καταλαβαίνει. Και ας συλλέγει τα ακατανόητα. Με προσοχή, παρακαλώντας αυτό το σιγανά να μην είναι τόσο βιαστικό και παταγώδες, για να της αφήσει τη χαρά της δίγλωσσης έκδοσης.

ZZ Η Αννίτα Λουδάρου (Ανν Λου) πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια στο Τόκιο. Σπούδασε Γεωλογία, Χρηματοοικονομικά και Ψυχανάλυση, στην Πάτρα, στο Λονδίνο και στην Αθήνα, όπου τώρα ζει και εργάζεται. Της αρέσει το λικεράκι μαστίχα γιατί της θυμίζει το νησί της. Από το 2012 διατηρεί την προσωπική της ιστοσελίδα στη διεύθυνση ann-lou.blogspot.com και τα κείμενά της έχουν ταξιδέψει διαδικτυακά χωρίς διαβατήριο. Από τις εκδόσεις Απόπειρα κυκλοφορεί το βιβλίο της με τίτλο «Τράνζιτ» (διηγήματα, 2014) απ’ όπου και το κείμενο του παρόντος τεύχους.

Book 1.indb 15

29/12/2014 2:36:32 μμ


16

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Μανόλης Γιακουμάκης Χειρουργεία (καθ’ ον χρόνον) α΄ Θα ’τανε άνοιξη, όταν σου χειρουργούσα τους μαστούς τους κρεμαστούς σου κήπους, το βαβυλώνιο άνθος αποτιτάνωσα τις ρίζες των μαστών σου στη σιωπή ψηλαφητό μου φως στα παραθύρια των θηλών κεχριμπαρένιο ω! μαλακό μου όνειρο, ευσυγκίνητο τώρα θα εξοντώσω το σκυλί, το μαύρο φίδι του θανάτου, τους νυχτικούς σου αδένες κρατώ μια αίρεση βροχής στα δάχτυλά μου τα δίνω όλα για τον μίσχο της αγάπης, αγάπη που σε είπαν σκοτεινή και κατοικούσες στις ουράνιες εκλάμψεις. Τ’ ανέμου είσαι ψυχούλα μου, σαν ξαστερώνει την αυγή το χελιδόνι φεγγίτης είσαι που καρτέρεψε τα γκέμια των βλεφάρων εφτάζυμα τα μήκη των χορδών σου, δεν έχω δει ομορφότερες γραμμές – των βλεφαρίδων σου οι γραμμές όταν κοιμάσαι και ξυπνάς στην αγκαλιά μου.

β΄ Ω θεία εξίσωση τα κλονισμένα στήθη σου, είχανε ξύσμα λεμονιού το γλύκισμά τους κι ένας βαθύς ο ουρανός τα τραύματά τους. Ευρύστερνη, χαλκοκινηματούσα και το γεράκι μου για σένανε εποπτική αντηλιά φώλιαζα στους χιτώνες σου κάτω από το φως των αστεριών χάζευα πώς παρέλυαν οι λαγόνες σου στα χέρια μου σφιχτοδεμένες με αφοσίωση, στα τρικάταρτα νερά μου το άμυλο της λεκάνης σου, τι νηολόγια θεέ μου, ανέμελο κορμάκι σε θρούλησα παξιμαδάκι ολικής στα πετρογέφυρά μου, ZZ Ο Μανόλης Γιακουμάκης γεννήθηκε στην ανατολική Κρήτη το 1951. Ζει στην Αθήνα από το 1963. Εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος και συνταξιοδοτήθηκε το 2009. Συνεργάστηκε με τον Ηλία Λάγιο στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Ωλήν (1981-1983). Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: «Η επίδραση του ευρωπαϊκού αμπαζούρ», Αθήνα (1979), «Απελάτες στο Αιγαίο» εκδόσεις Ωλήν (1981), «Μικρή καθοδήγηση» εκδόσεις Ωλήν (1984), «Μεταναστεύσεις» εκδόσεις Οσελότος (2012), «Ισχαιμικό Επεισόδιο – Ρωτώντας βαδίζουμε, υποδιοικητά» εκδόσεις Εκάτη (2014).

Book 1.indb 16

29/12/2014 2:36:35 μμ


17

Μανόλης Γιακουμάκης

ασύλληπτη αγάπη μοσχοβολούσε ο άτλας σου νυχτούλες φορτωμένες τράνταζε ο ωκεανός τα πάθη μας και λύνονταν τα ξάρτια ώσπου μου παρεκτράπησαν τα μυθικά σου όρια πολυεστιακά αλέθοντας στα ρήγματα σε κασετίνες σκουπιδιών την κακοσύνη, απορημένα μου τσαμπιά παράλληλα στην πλάτη μοναξιάς μουχλιάζουν· σε ποια εγκοπή της Ιστορίας να κρατήσω τ’ όνειρό μου σταθερό, εσπερινέ μου πόνε όταν σου απαγγέλλω την κρύα απουσία λόφοι μου πολυμίλητοι παραδομένοι στο μαχαίρι. Μα εγώ που τη φροντίδα μου εξάντλησα να σε κρατώ στα χέρια μου πάνω απ’ το κύμα του καιρού και να σε προστατεύω από τη βία των στροβίλων και το μυαλό μου έχανα στους κρεμαστούς σου κήπους και με τα βελονάκια του σταχυού στα πλάγια εδάφη, το δέρμα σου κεντούσα σπαρτάραγε το σώμα σου κι ανέβαινε σαν μαλακό ζυμάρι στόμα αγριμάκι μου που χόρτασε το κριθαρένιο σου ψωμάκι στο γόνιμο κρεβάτι μας πελεκημένο από τους κλώνους της ελιάς για να φουντώσει πάλι η φλόγα στο λυχνάρι μας να ξαναπλημμυρίσει γέρικοι κλώνοι με τη φρόνηση στο τζάκι του χειμώνα και τα λεπτόφυλλα μαλάματα τροφή στα δίχηλά μας σκληρά κλωνάρια για κουπιά, οι τεθλασμένες βραχνάδες του νερού να ταξιδεύουμε γύρω από εύκρατους σταθμούς, τα επιδέξια σωθικά των ποταμών, τιθασευμένα πάθη μεταλαβιές κρατάει το σούσουρο, τυφλό μου αμπελάκι, υγροποιός ο άνεμος στην κουπαστή και το κεφάλι σου στον ώμο μου να γέρνει, πώς εποικήσαν στα μποστάνια μας τόσες παρασιτώσεις σαν κεφαλαίου καρκινώματα, που όλη τη φύτρα του κακού πρέπει να ξεπαστρέψεις; Τώρα χειρουργικό χρυσάφι στα στήθη σου θα λάμψουν οι αστέρες δάκρυ καυτό, δυο έτοιμες σταγόνες. Το γιασεμάκι μου στη ρίζα θα ποτίζω για να μοσχοβολά στο δειλινό και τ’ απογεύματά μου, ούτε και το μελίσσι σου τις νύχτες δεν θ’ αφήνω να ησυχάζει –γλυκός ο βόμβος σταθερός, τον έχω συνηθίσει– ο άνεμος των έπιπλων ανακουφιστικός πυκνογραμμένη των πλευρών γεννήθηκες σελήνη

Book 1.indb 17

29/12/2014 2:36:38 μμ


18

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

γλυκά τα πέλματά σου γύρω από το τραπέζι εσύ, μέσα στο άστρο του ονείρου προφυλαγμένη σ’ έχω τα γηρατειά μαζί σου, είναι του Πάουντ ο παράδεισος επί της γης. Αχ τρυφερό μου ρίγος μετά το χειρουργείο η αγκαλιά μου είναι ζεστή και σ’ αγαπώ κρατώ το θέλημά Σου ω φυτικό μετάξι ανοιχτό, ω Κηφισσίδα αγάπη.

γ΄ Πέρασε ο χρόνος που αγκύλωσε ο πλαστικός χειρούργος· οι αφαιρετικοί σου κρύσταλλοι, πέτρα και νερό, δεν θα ξανακαρπίσουν δεν θα ξανασκιρτούν τ’ ανθάκια των θηλών σου μόνο η αστρική σου βεβαιότητα κι η σμίλη των κυμάτων θα κοπιάζουν τις νύχτες της αγάπης μας ευρύστερνοι αποδέκτες στα ριζικά σου σύμπαντα. Ω! τα χρυσά γεννήματα, εργατικό σκουλήκι αρχαίο φίδι και φτερό στο ειρηνικό καλύβι. Θάλασσα από αλμυρό ψαθί και άγριο λινάρι στο μόλο σκαν ανεμικές που διακλαδίζονται στα ερέβη των στροβίλων λειχήνες, φύκια κι αμμοχάλικα και κέδρινα κλαράκια στο δέρμα που αγάπησα, γυμνούλια λαφονήσια κι εκείνα τα πνιχτά φωνήεντα – α! μήκος του Θεριστή, ζάλη του Αλωνάρη – οι συλλαβές των στίχων μου, αφρός στα δάχτυλά σου σε ταξιδεύουν τα ποιήματα που γράφονται για σένα οι νύχτες σφίγγουν το κορμί και χαλαρώνουν με φαρμάκι τι απαλά που συσκευάζουνε τον ύπνο μας πώς ανασαίνεις κι ονειρεύεσαι πηγούλα μου και ψηλαφείς μέσα στο αίμα μου, το άλλο στόμα της σιωπής. Έξω οι δρόμοι απομακρύνονται κι αδειάζουν τα κορμιά τ’ αποτυπώματά τους.

δ΄ Τα στήθη σου ήταν λόφοι της γαρδένιας –άσπροι κόμποι ασβεστίου στις πλαγιές της Ιωλκού– σκόπελοι αστρολάλητοι στα χέρια μου παιδάκια ανυπάκουα τις νύχτες της αγάπης έγιναν όταν άλλαξαν το προζύμι σου και σου ΄ραψαν το αίμα. Μενεξελιά είναι τα στήθη σου απάνω σε κλαράκι ματοχτισμένα φτέρουγα, μεσ’ απ’ το δέρμα τους μοιράστηκαν την πούλια σαν φεγγαράκια κροσσωτά λάμπουνε οι ραφούλες δυο κέρματα ολόφρεσκα τα πλούτη μου πλατύχωρα στις χούφτες μου προσέχω.

Book 1.indb 18

29/12/2014 2:36:38 μμ


19

Μανόλης Γιακουμάκης

Αχ νούφαρό μου εσύ, που τη λευκότητά σου πάτησα στο ήρεμο νερό. Νότιες θάλασσες στο στρώμα μου, οι αρμονικοί σου τόμοι κι εγώ το καναλάκι σου με το γλυκό του σταλαγμό λύνω τα γόνατα, στριφογυρίζω μες στο σώμα σου να χτίσω τη φωλιά μου. Για πάντα μες στο σώμα σου έκτισα τη φωλιά μου.

Ροδοδάκτυλος Ηώς (Στην Κερασία της Ροδούλας – ονόματα ονείρου) Στην Κερασία Σαμαρά, τ’ άστρο τ’ ανέμου που αχνοφέγγει και γλιστρά στην οικειότητα κι η φωνή της απαλά, σαν μελάκι θυμαριού επιστρώνει τη σελήνη και πώς λάμπει τ’ ανοιχτό μαργαριτάρι στους καλύμνιους βυθούς της πώς λυτρώνει στο σανίδι από κάτω όταν στάζουνε τα πάθη των θεών και των ανθρώπων πόσο γρήγορο σκοτάδι κατοικείται σ’ ένα σώμα πόσο ξύλο των δασών και του πελάγους αρμενίζει στη σκηνή.

Έχουν γλύκα του λαιμού σου τα στενά έχουν νύχτα και βελούδο και Ροδούλα φιλημένη από ρίζωμα βαθύ πριν κινήσεις το ταξίδι, ξάφνου, πάνω σου όλα αλλάζουν κι ως το χέρι σου σηκώνεις, ή τ’ αστέρια κατεβαίνουν, ή το όνειρο ψηλώνει θηλυκώνει και κουμπώνει κι έτσι χάνεται η σκιά μου μες στο φως σου είναι ο αγέρας της φωνής σου καθαρός χορταστικός είναι ο αγέρας ο καμπίσιος στο καρτέρι του θανάτου σε αναπάντητες σκηνές μυριστικές, πάθη σύμπλοκα σ’ αυλές αλλοτινές, πώς πληθαίνει στις παλάμες σου ο άρτος του φτωχού πώς τα έργα που ανεβάζεις στις σκηνές σου τρεμοφέγγουν στα λιμάνια παίρνουν άπειρες μορφές τόσοι πόθοι τρεχαντήρια, τόσα πλοία απελπισμένα πολυκύμαντα νερά σ’ άγρια σκότη Είναι ο λόγος σου γλυκός από μέλι θυμαρίσιο και φασκόμηλο ανθισμένο η θρεπτική ανάσα σου, τα γόνιμα φιλιά ταξινομούνε τη σιωπή μεταβάλλουν τη μελαγχολία του έρημου τοπίου και οι πύλες σου ανοιχτές, με απορροφούν στο δεχτικό σου αποσπερίτη ο τρίτος ήχος για τη μάνα του Χριστού το βλέμμα σου πυρρό στα κύτταρά μου σε μια φλούδα, μια διφθέρα αγαπημένη δακτυλικός εξάμετρος καπνός, η λυγερή σου ασπράδα

Book 1.indb 19

29/12/2014 2:36:38 μμ


20

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

οι νεκροί μας ανταριάζουν, βγαίνουν πάλι στο βουνό, οι άλλοι κλώνοι του πολέμου ησυχάζουν, πίσω από τη φλόγα, σ’ ένα θέατρο σκιών και τίποτ’ άλλο. Ήτανε μόνο είκοσι χρονώ, καλή ώρα σαν και τώρα κι ο έρωτάς τους έτριζε πολύ απάνω στο σανίδι. Αυτά τα μάτια τα πρησμένα είναι ανθοί γεωμετρίας είναι ασκήσεων το αίμα, είναι κρίκοι από μέταλλο οπλισμένο αψηλά κυπαρισσάκια, γληγορότερες ευθείες στα ουράνια. Ποιοι στο έγκλημα στεγνώνουν το κορμί τους ποιοι τυπώνουν φονικά στη διάλεκτό τους το φιλί τους έχει λήξει και μυρίζει πώς ο δήμιος λαχανιάζει όλη νύχτα στο πλευρό μας και στο φέγγος τουφεκίζει τα όνειρά μας ο λαιμός τους είναι τρόμος ζαφειρένιος είναι πόνος και χολή μες στο καβούκι. Τούτοι θέσπισαν το ξίφος στο πλευρό Του. Αγαπώ τα δάκρυά σου όταν στήνεις στα μαρτύρια των σπηλαίων τους δικούς μου σταλαγμίτες και διδάσκουν στ’ ανεκτέλεστα της νιότης χειρουργεία τις βαθύτερες αιτίες των συγκρούσεων της αγάπης απ’ τα δάση των μαλλιών σου παίρνει η νύχτα τη μορφή της απ’ τα κρίνα των χειλιών σου στάζει δρόσος διαμαντένια και στο κόχλασμα του ήλιου ζουζουνίζουν τ’ αγγελούδια της ημέρας, μπρος στη γύρη των ματιών σου, το σεισμόπνευστό σου θρόισμα των ώμων. Τέτοια πάθη δεν τα ξέρουν, τα φοβούνται. Νεκρός πλούτος τα κορμιά τους, νεκρός πλούτος πολύς θάνατος κακός το τρίχωμά τους ετοιμόρροπη συνθήκη. Αυτοί δεν έχουν ποιητές, που οι στίχοι τους, να φυτρώνουν στα υπόγεια δωμάτια, στον ακάλυπτο στα φυλλώματα κουρνιάζουνε φωλιές· εκεί μεστώνουνε τ’ αμάλλιαγα πουλάκια. Αν τα κρατήσεις στην παλάμη σου σε διαπερνά μια τρυφερή ανατριχίλα· στα στήθη τους φουσκώνουνε τα ηφαίστεια των καιρών. Οι στίχοι μας, τ’ αφτέρουγα ορφανά, είναι τα μάτια των νεκρών μας, που μας δείχνουνε το μέλλον, που φροντίζουν τα όνειρά μας.

Book 1.indb 20

29/12/2014 2:36:38 μμ


Μανόλης Γιακουμάκης

21

Αυτοί δεν ξέρουν πώς κυμαίνονται στη σφαίρα επιρροής σου, οι ορφικοί σου ανέμοι και πώς στων ποταμών σου τα μηνίγγια ακμάζουν οι λαοί όταν με τη γλώσσα των νερών κατεβάζεις τα φορτία στην αλμύρα των σκηνών σου στα ερέβη σου γλιστράμε μες στο λάμδα του Ομήρου κι ο καθένας μας στα βύθια της ψυχής του ξαναζεί τα περασμένα έρχονται όλοι, ένας ένας στα προάστια του μυαλού μας σκοτωμένοι, ξορισμένοι, με το στίγμα, καλή ώρα σαν και τώρα πολύς θάνατος κακός το τρίχωμά τους· το ταξίδι, ένας μαύρος ουρανός. Όταν ξεσπάσει για τα καλά η καταιγίδα και καταστρέψει τα παλιά μας προσωπεία και τα πρόσωπα και ο ένας τον άλλο πια δεν θα αναγνωρίζει, κι απ’ άκρη σ’ άκρη θα απλώνεται βαριά η μελαγχολία του έρημου τοπίου,

photo by Giorgos Kokkios

ας υπάρχει ένα χέρι, το δικό μας ένα χάδι σαν ψιθύρισμα τ’ ανέμου ένα θαύμα μια μικρή περισπωμένη της αγάπης.

Book 1.indb 21

29/12/2014 2:36:38 μμ


22

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Νέκτη Σταμέλου Σημεία στίξης Ένα πρωινό του Νοέμβρη είχε ξαφνικά την ιδέα να αντικαταστήσει την τελεία με το ερωτηματικό. Από τότε σταμάτησε να πιστεύει και άρχισε να νομίζει.

Απέφευγε Απέφευγε να αντικρίσει τα αδιέξοδά του. Το ‘χε βλέπεις για μεγάλο έξοδο να παρατήσει την άβολη βολή του. Τελικά τον παράτησε εκείνη με τρόπο αγενή και εκδικητικό.

Una storia grande Ήταν πολύ στριμωγμένος στο βαγόνι. Έξω από το παράθυρο περνούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα κάτι θολό. Ήταν η άνοιξη. Όταν κατέβηκε από το τρένο βρήκε μεγάλη άπλα. Αλλά είχε φτάσει πια ο χειμώνας.

Αφτιά και γλώσσες Τον έχουν για ντροπαλό επειδή δεν μιλάει πολύ στις παρέες. Εκείνον δεν τον νοιάζει. Διασκεδάζει παρατηρώντας τους ανθρώπους. Ακούνε αυτά που θέλουν ν’ ακούσουν και απαντούν μιλώντας στον εαυτό τους.

ZZ Η Νέκτη Σταμέλου είναι τελειόφοιτη ψυχοθεραπεύτρια της Ελληνικής Εταιρείας Αναλυτικής Ομαδικής & Οικογενειακής Θεραπείας. Νιώθει τυχερή και ευγνώμων για τους πολύτιμους φίλους της, για τα ομαδικά ταξίδια της Ομάδας Αερόστατο, για τα ‘’κλικ’’ της φωτογραφικής της μηχανής και για πολλά άλλα. Σχετικά πρόσφατα ανακάλυψε τη χαρά της έκφρασης μέσω της γραφής. www.grafeneio.wordpress.com www.omada-aerostato.com

Book 1.indb 22

29/12/2014 2:36:41 μμ


23

Αλέξανδρος Μηλιορίδης

Αλέξανδρος Μηλιορίδης Οι χρονιές Τις σελίδες κρατούσε η εποχή του κόσμου: κι από εδώ, η οσμή του ανέμου θηλυκή, με υγρασία να ακουμπά στον φανοστάτη του δαίμονα και να βλέπω, τις προσομοιώσεις που αλλάζουν θεούς, παίρνουν σπέρμα και μουσκεύουν τον γαλαξία με πίστη, έτσι ήταν το στήθος χωρίς λέξεις: κολυμπούσα στον αέρα πριν την πατημασιά, παράξενο και το χέρι που έτριβε το τζάμι του φεγγαριού, εκπαιδευμένο για ζωντανές αναλήψεις: το αγκίστρι έχει στις γυάλινες χούφτες μου και αρπάζει τις μνήμες.

ZZ Ο Αλέξανδρος Μηλιορίδης (Alexmil) ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη όπου ασκεί το επάγγελμα του αρχιτέκτονα. Η ποίηση είναι μια από τις μεγάλες του αγάπες. Μέσα από τις λέξεις προσπαθεί να δώσει στους στίχους νοήματα και μύθους για την ύπαρξη, τη ζωή, τα αισθήματα, τις κοινωνικές καταστάσεις.

Book 1.indb 23

29/12/2014 2:36:43 μμ


24

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Δέσποινα Λουλουδάκη Ο διπλός χρόνος

Α

γαπημένε μου ανιψιέ Θωμά, σήμερα θα σου μιλήσω για τον χρόνο και πως τον αντιλαμβάνομαι τελευταία. Αλλά δεν θα απευθύνομαι σε σένα, να το ξέρεις. Θέλω ν’ ακούς, κι ας κάνω καιρό να σε δω, έτσι από μια μεριά να ακούς, να αντιλαμβάνεσαι και να ενημερώνεσαι για τα σώψυχά μου. Πάντα σου μιλάω και πάντα σου απευθύνομαι, όταν απευθύνομαι σε μένα, μα έχει μπει ανάμεσά μας κι άλλος, εκείνος που του γράφω, ξέρεις εσύ, και μ’ έχει τόσο μπερδέψει, τόσο πολύ τον αφήνω, κουβάρι να γίνομαι, κουβάρι ανθρωπινό. Καθώς κυλούν οι μέρες και οι παράλληλες διαθέσεις μας, καθώς μπερδεύεται το όνειρο με όλα αυτά που μένουν πίσω, ο ένας άνθρωπος γίνεται δύο, σκέφτεται για δύο, παρατηρεί για δύο. Επειδή όλα θα μπορούσαν να είναι κι αλλιώς. Τεχνηέντως και από την άλλη πλευρά την ανέγγιχτη, αυτή που με δέος δεν αγγίζουμε λες και θα έρθει του κόσμου η καταστροφή. Αυτή που ευτυχεί στο μέλλον με μια μοναδική προοπτική και στο παρόν μένει στα αζήτητα. Χωρίς μοναξιές και αμφιβολίες, χωρίς πονεμένα όνειρα και ματαιώσεις, χωρίς στιγμιαία ανακουφιστικές ελπίδες, που κρατούν όσο μιας ώρας παρουσία και τα απόνερά της, ό,τι μένει τέλος πάντων από μια τελευταία εικόνα, πριν φύγεις σαν αέρας και σαν ψέμα αληθινό. Ό,τι μένει απ’ το χαμόγελο, τον τόνο της φωνής, το βλέμμα, προς ανάλυση του τίποτα, του απόλυτου τίποτα. Τότε ο χρόνος μεταπηδάει εκεί που είσαι εσύ. Στις δικές σου μυρωδιές και χρώματα. Στα καθαρά σεντόνια που ακουμπάς και ξεκουράζεσαι. Στον αέρα που αναπνέεις. Στα παράθυρά σου, στα πεύκα σου, στους ανθρώπους τους δικούς σου. Το εκεί και το εδώ, το τώρα και το ποτέ. Ο δικός μου και ο ξένος. Και ο χρόνος συνεχίζει να κυλά χωρίς σημασία πια. Τρέχει καρφωμένος. Θα μου πεις, πώς γίνεται αυτό; Και όμως γίνεται. Όλα γίνονται πια εις διπλούν. Δυο άνθρωποι είμαι πια. Ο κουρασμένος και ο ξεκούραστος. Ο χαρούμενος και ο θλιμμένος. Ο υπομονετικός και ο αγανακτισμένος. Και όλα αυτά ταυτόχρονα. Και συ να μην καταλαβαίνεις. Να μη σε αφήνω να καταλάβεις, άλλος κόπος κι αυτός, για να μη σου κακοφανεί. Μια πραγματικότητα και μια παράλληλή της. Και πότε ο χρόνος παίρνει μπρος και πότε κάνει πίσω, σαν ούτε κι αυτός να μη μ’ αντέχει. Μέχρι και τον χρόνο μου κούρασα και δεν ξέρω τι να τον κάνω, πώς να τον παρηγορήσω, πώς να τον κάνω λίγο φυσιολογικό κι αυτόν τον κακομοίρη. Δυο ζωές, δυο χρόνοι, ένας άνθρωπος. Ένα πινγκ-πονγκ, ένα τικ-τακ του ρολογιού, πολλά τσιγάρα, πολλά τραγούδια, βλέμματα στον ουρανό, αναστεναγμοί,

ZZ Η Δέσποινα Λουλουδάκη είναι γενικός οικογενειακός γιατρός. Ζει και εργάζεται στη Σαλαμίνα ως ιδιώτης γιατρός. Παράλληλα ασχολείται με τη συγγραφή. Κείμενά της θα βρείτε στην ιστοσελίδα της «www.grammatastothoma.gr».

Book 1.indb 24

29/12/2014 2:36:46 μμ


25

Δέσποινα Λουλουδάκη

photo by Giorgos Kokkios

πολλά γιατί αναπάντητα, πολλά δάκρυα κρυμμένα, χαμόγελα και κυρίως ψυχραιμία. Αχ αυτά τα καταστροφικά χαμόγελα της ανεμελιάς, της φιλίας, τα τυραννικά χαμόγελα της κρυμμένης θλίψης. Και η συνέχεια, γκρίζα, ίδια ισοπεδωτική, γνώριμη πια, με σύμμαχο μια δύσκολη, κουραστική ζωή. Αυτά, Θωμά μου, με αυτό το γράμμα που δεν ήτανε για σένα κι ίσως ούτε για μένα ήτανε κι ακόμα αμφιβάλλω αν αξίζει κι ο πραγματικός του παραλήπτης. Και πάλι σ’ ευχαριστώ που όπως πάντα μ’ άκουσες.

Book 1.indb 25

29/12/2014 2:36:50 μμ


26

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Στέλιος Μπένος Είδα Σε Αυτόν που κάθε μέρα μετράω την απουσία του και στα τρία κορίτσια μου με την ελπίδα να μάθουν και να μην ξεχάσουν…

Στον αιώνα σου, άγνωστε ποιητή, πες μου, τι βλέπεις; Είδα λευκό το φως στα τσακισμένα κάγκελα σαν στάθηκα εμπρός, ξανά. Τα κόκκινα σημάδια στα μάρμαρα της πύλης Άσβεστα, σιωπηλοί μάρτυρες της ιστορίας. Στη λήθη του χρόνου γκρίζα τα σύννεφα να σβήσουν τα σημάδια πολεμούν. Είδα με μάτια άλλα κορίτσι με άσπρο φόρεμα σαν άνοιξη μες στον Νοέμβρη. Δυο κόκκινα γαρύφαλλα τα χέρια της κεριά άσβεστα φωτεινοί μάρτυρες του μέλλοντος. Είδα το δάκρυ των μικρών που δεν ξέρουν αλήθεια να μυρίζει τ’ αύριο. Μάτια αγνά και φλόγα κόκκινη η Ελπίδα. ZZ Ο Στέλιος Μπένος γεννήθηκε αρχές ενός περίεργου καλοκαιριού το ’67 στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει φωτογραφία, σκηνοθεσία, computer graphics animation & video production. Έχει δουλέψει στη διαφήμιση και στον κινηματογράφο, αλλά για πολλά χρόνια τον κέρδισαν τα δίκτυα υπολογιστών ως τεχνικό. Σε μια ακόμα «στροφή» της ζωής του άλλαξε τόπο κατοικίας, απαρνούμενος την πλανεύτρα Αθήνα για τα όμορφα Ιωάννινα. Γράφει κατά διαστήματα όταν δεν μπορεί να κρατήσει άλλο τις σκέψεις και τη λύπη μέσα του, μα είναι η πρώτη φορά που τις δημοσιεύει… και τις δύο.

Book 1.indb 26

29/12/2014 2:36:52 μμ


Στέλιος Μπένος

27

Είδα το γέλιο των μεγάλων που ξέρουν ψέμα να γεμίζει τ’ αύριο. Γέλιο ψυχρό, χωρίς ντροπή εμπρός στα κόκκινα σημάδια. Ίσως οι μικροί που δεν ξέρουν αγνότητα γεμάτοι να θυμώσουν Έτσι το αύριο να ανθίσει. Είδα βαθιά στην ψυχή μου κορίτσι με άσπρο νυφικό σαν άνοιξη μες στον Νοέμβρη. Δυο κόκκινα γαρύφαλλα τα χέρια μου κεριά άσβεστα φωτεινοί μάρτυρες του μέλλοντος. Στα τσακισμένα κάγκελα σαν στάθηκα εμπρός, ξανά, Άφησα.

photo by Giorgos Kokkios

ΖΕΙ

Book 1.indb 27

29/12/2014 2:36:56 μμ


28

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Σοφία Αγραπίδη Φεγγαρένιο μονοπάτι

photo by Giorgos Kokkios

Βεγγερίζοντας απόψε στο φεγγαρένιο μονοπάτι με την μπουκαμβίλια, το γιασεμί, τα κρίνα, ατενίζοντας το παιχνίδισμα των αστεριών, τα απερίτεχνα κομμάτια της ψυχής σου μάχομαι να διανθίσω με ηρανθούς του κόσμου. Με ευωδιές απ’ τα βουνίσια σπάρτα που πάνω τους οι μέλισσες στήνουν χορό θ’ ασκήσω βέτο στη δεινοπάθεια των παιδικών σου χρόνων, στα ανύπαρκτα πώς, γιατί, στα χαμένα όνειρά σου, στην απυρπόλητη ελπίδα που στέκει σαν λαμπάδα αναμμένη σε ξωκλήσι. Απιθώνοντας κύβους αγάπης, φλόγες κεριών λαμπρής πανδαισίας στης φεγγαροβραδιάς την αχνοφεγγιά, ίσως ανθόστρωτη να γίνει η ζωή σου.

ZZ Η Σοφία Δ. Αγραπίδη γεννήθηκε το 1968 στην Ανδραβίδα Ηλείας όπου και μεγάλωσε. Υπηρέτησε στον Στρατό Ξηράς ως Υπαξιωματικός για είκοσι έξι χρόνια. Με την ποίηση και τη λογοτεχνία ασχολείται από μικρή ηλικία. Το περιοδικό Μύρτιλο φιλοξενεί τις πρώτες δημοσιεύσεις της.

Book 1.indb 28

29/12/2014 2:36:59 μμ


29

Αγγέλα Πέτρα

Αγγέλα Πέτρα Εθνικό Μουσείο 723

Μονάχα καθιστή χωρά η Πολυξένη στη μακρόστενη επιτύμβια στήλη Mέσα στην απουσία τους μεγαλώνουν οι νεκροί Μεγάλη οδύνη άφησε σε γονείς και σύζυγο πληροφορεί μισοσβησμένη επιγραφή Σκύβει με χείλη τοξωτά από θλίψη στο μικρό αγόρι που στηρίζεται πάνω της Τα δάχτυλά της άψυχα στην πλάτη του Κρατάει σφιχτά στη χούφτα ένα τόπι το παιδί Τo βλέμμα του στραμμένο ψηλά την αναπολεί Ένα κενό ανάμεσα στο σώμα του και στην ασώματη μορφή της μητέρας Πολυξένη και η φίλη που χάσαμε πρόσφατα Την αποχαιρετίσαμε μ’ ένα «Χαίρε» χαραγμένο σε στήλη απέριττη Την αναζητάμε καθημερινά Από αίθουσα σε αίθουσα Ανάμεσα σε αντικείμενα που αγάπησε Πίσω από οικείους ήχους τακουνιών Θυμίζουν τα δικά της Το άσβεστο χαμόγελό της μας συνοδεύει ως την έξοδο Βράδιασε Ώρα να φύγουμε από το μουσείο

ZZ Η Αγγέλα Πέτρα έχει σπουδάσει αρχαιογνωσία. Τα τελευταία δώδεκα χρόνια διδάσκει σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Στο περιοδικό Μύρτιλο φιλοξενούνται οι πρώτες δημοσιεύ­σεις ποιημάτων της.

Book 1.indb 29

29/12/2014 2:37:02 μμ


30

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Νίκος Αντ. Πουλινάκης Τούτη την ώρα

Τ

ούτη την ώρα, λοιπόν, σκέφτομαι τους χιλιάδες ανέργους και ανασφάλιστους γονείς που δεν έχουν τη δυνατότητα να υποστηρίξουν με συνέπεια τα προγράμματα εμβολιασμού των παιδιών τους. Τούτη την ώρα, σκέφτομαι τα υποσιτισμένα, τα ορφανά, τα εγκαταλελειμμένα, καθώς και τα εκατοντάδες παιδιά που δεν πηγαίνουν σχολείο. Παιδιά δίχως χαμόγελα, δίχως χάρακες, δίχως κασετίνες, δίχως τετράδια, δίχως βιβλία, δίχως σχολικές τσάντες, δίχως μαρκαδόρους, δίχως ξυλομπογιές, δίχως μολύβια, δίχως μπλοκ ζωγραφικής, δίχως πλαστελίνη, δίχως ξύστρες, δίχως γόμες. Παιδιά που αναγκάζονται στην πιο τρυφερή ηλικία να βγουν στη βιοπάλη κάτω από ιδιαίτερα βλαβερές συνθήκες για την υγεία και την ανάπτυξή τους, αντικρύζοντας κατάματα την εκμετάλλευση, την κακομεταχείριση και την καταπίεση των ενηλίκων εργοδοτών τους. Τούτα τα παιδιά στερούνται την αθωότητα, την ξεγνοιασιά, το φιλί, την αγκαλιά, το χάδι, το βλέμμα και τη μυρωδιά της μάνας. Τούτη την ώρα σκέφτομαι τους χαμηλόμισθους που τους πνίγει η θηλιά των κόκκινων δανείων και τους χαμηλοσυνταξιούχους που γυρεύουν απεγνωσμένα φάρμακα, ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη. Ε ναι, λοιπόν, τούτη την ώρα σκέφτομαι τους αστέγους που σαν τρομαγμένα και κυνηγημένα περιστέρια αναζητούν προσωρινό καταφύγιο στη γωνιά κάποιου δρόμου. Αχ... Αχ... Αχ... Σκέφτομαι τους χρονίως πάσχοντες δίχως ηλεκτρικό ρεύμα, τους πολύτεκνους, τους απόρους, τους γέροντες, τις γερόντισσες με επιβαρυμένη κατάσταση υγείας που ζουν σε ορεινές και νησιωτικές και ακριτικές περιοχές, δίχως λίγη παρέα, δίχως ζεστασιά, δίχως φροντίδα. Το λοιπόν, σκέφτομαι... σκέφτομαι τους ανήμπορους ανθρώπους και ειλικρινά δεν μπορώ να ησυχάσω. Κι έτσι στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου και δεν μου κολλάει ύπνος. Κι ενώ η έγνοια μου για τους ανυπεράσπιστους ανθρώπους έχει αρχίσει να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο, μιλάω στη νύχτα που δειλά δειλά ξεπροβάλλει μέσα από χιλιάδες άστρα! Μ’ ακούς... Μ’ ακούς, νύχτα ξελογιάστρα; Μ’ ακούς; Εδώ είμαι! Έλα να λογαριαστούμε, γιατί έχω ράμματα για

Z

- 7 -

Τα

μαγ

ικά γυαλ

- 15 -

- 117 -

- 74 -

- 61 -

Πλησιάζει ο Άστρο-Βέγα, παλιό αστέρι του ουρανού, κατεβάζει τα γυαλιά του και τη ρωτάει: «Γιατί καθαρίζεις το αστέρι σου; Τι ετοιμάζεις πάλι; Έλα να καθίσουμε μαζί να δούμε τους πλανήτες που αλλάζουν θέσεις». «Αχ, Άστρο-Βέγα, θέλω να καθαρίσω καλά το αστέρι μου, γιατί περιμένω τους μικρούς αστερίσκους... Θα κάνω πάρτι για τα γενέθλιά μου!» «Ώωω! Πολύ ωραία!!! Θα περιμένουμε με αγωνία εκείνη τη βραδιά!» φωνάζουν όλα τα αστέρια από μακριά. «Θα είναι ξεχωριστή αυτή η νύχτα, μπορεί να δούμε και βεγγαλικά!»

ιά

- 143 -

- 24 -

Ο

μικρός οσελότος φέρνει στο ελληνικό παιδικό αναγνωστικό κοινό τον πρώτο τόμο με παραμύθια. Είκοσι σύγχρονοι Έλληνες παραμυθάδες ζωντανεύουν με την πένα τους τις περιπέτειές του και έξι εικονογράφοι δίνουν χρώμα με τα πινέλα τους στις σκηνές που ονειρεύεται ο μικρός οσελότος, καθώς ταξιδεύει σε φανταστικούς τόπους, παίρνει μαθήματα αγάπης, αλληλεγγύης, σεβασμού και ανθρωπιάς, ανακαλύπτοντας έτσι τον εαυτό του και τον κόσμο. Μία φρέσκια συλλογή παραμυθιών για παιδιά 3-5, 5-8 και 8-12 χρονών. - 33 -

- 181 -

- 168 -

- 71 -

- 99 -

- 114 -

αφού κατάφεραν να σκοτώσουν όλα τα θαλάσσια τέρατα. Έτσι, με τη βοήθεια των σπαθιών, ο Κίμωνας Κύκλος και το δελφίνι κατάφεραν να πάρουν το μπλε πετράδι. Μόλις το άγγιξε, το δελφίνι μεταμορφώθηκε αμέσως σε ένα χαριτωμένο και πανέμορφο αγόρι. Ήταν ευτυχισμένο που κατάφερε να ξαναγίνει ακριβώς όπως ήταν πριν το μαγέψει ο μπλε δράκος της θάλασσας και το κάνει δελφίνι. Ο Κίμωνας Κύκλος και το αγόρι βγήκαν γρήγορα από τον γυάλινο πύργο. Συνάντησαν τη θαλάσσια χελώνα που τους περίμενε έξω. Εκείνη χάρηκε πολύ όταν είδε πως το δελφίνι είχε καταφέρει να λύσει τα μάγια. Την ευχαΤα μάτια του Ελληνικού, ρίστησαν για τη βοήθεια που τους είχε όμως, γέμισαν Η σφυρί- το μπλε προσφέρει γιαδάκρυα. να εντοπίσουν δα το αντιλήφθηκε και του είπε: πετράδι και την αποχαιρέτησαν. «Δεν κλαίμε για τα καλά που περιμένουμε να έρθουν, αλλά χαμογελάμε! Είναι χαρά μας που γνωριστήκαμε και η αγάπη, καλέ μου Ελληνικέ, δεν χρειάζεται μάτια, αλλά χτύπους καρδιάς – κι η δική μας καρδιά θα χτυπά πάντα για σένα!» Άνοιξε τότε την αγκαλιά της, τον έσφιξε δυνατά για να μείνει η ανάμνησή του βαθιά μες στην καρδιά της και τον αποχαιρέτησε με ένα γλυκύτατο φιλί. Ο Ελληνικός ανέβηκε στη ράχη της φώκιας και ετοιμάστηκαν για το ταξίδι της ανόδου. Τα ψαράκια με τα χέρια ψηλά αποχαιρετούσαν τον αγαπημένο τους φιλαράκο και με μια φωνή έλεγαν: «Γεια και χαρά σου, Ελληνικέ μας!»

- 157 -

τούσαν καλοδιπλωµένη µέσα στη βαλίτσα τους, µια ιστορία-δώρο για τον πλατανάκο τους. Και τώρα ποιος τον φτάνει τον πλάτανο! Ταξιδεύει παντού, τρέχει σε χωριά και πολιτείες, σε σχολεία και σε πολυκαταστήµατα, σε βουνά χιονοσκέπαστα, σε παραλίες, σε ορυζώνες και ελαιώνες! Ψηλά στο βασίλειο του Ήλιου ανεβαίνει, µα και κάτω στις υπόγειες σπηλιές κατεβαίνει. Έτσι τα έµαθε, λοιπόν, ο γερο-πλάτανος τα παραµύθια και τις ιστορίες του, µε το ταξίδι της αγάπης και της φιλίας. Κι έµαθε πράµατα και - 100 θάµατα, σαν να έζησε εκατό ζωές! Είδε κι άκουσε πολλά. Πέρασαν κι άλλα χρόνια και δεκαετίες ολόκληρες και κάποια φορά τ’ αποφάσισε πως τούτο τον πλούτο έπρεπε να

- 186 -

- 46 -

- 90 -

ISBN 978-960-564-009-5 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΕΛΟΤΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα Τηλ. : 210 6431108, 210 6431137 e-mail: ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσελότος

Book 1.indb 30

236 × 227

SPiNe: 20

FlaPS: 0

ZZ Ο Νίκος Πουλινάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Εργάζεται ως τραπεζικός υπάλληλος. Είναι μέλος του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα – ΙΒΒΥ. Επίσης, είναι μέλος του περιβαλλοντικού μη κερδοσκοπικού σωματείου «Οι φίλοι του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή» και του ελληνικού παραρτήματος της UNICEF. Το πρώτο του βιβλίο για παιδιά έχει τίτλο «Τα χνότα των ονείρων του Αστρομποϊλή και οι ξυπόλυτες νότες». Το 2011 και το 2012 διακρίθηκε στο φεστιβάλ InterArtia και, πιο συγκεκριμένα, στην κατηγορία παιδικού παραμυθιού. Επίσης το 2012 συμμετείχε στον συλλογικό τόμο «Τα παραμύθια του Οσελότου, τόμος Ι», Διατηρεί προσωπική ιστοσελίδα στην τοποθεσία http://www.poulinakis.gr

29/12/2014 2:37:10 μμ


31

Νίκος Αντ. Πουλινάκης

photo by Giorgos Kokkios

τη γούνα σου! Αχ... Αχ... Αχ... Νύχτα καμωματού, χαμήλωσε και μη σκιάζεσαι! Άκουσέ με, το λοιπόν, προσεχτικά! Μη μου στέλνεις γεννόσημα όνειρα, γιατί μου προκαλούν δύσπνοιες, αλλεργίες και επιπεφυκίτιδες! Νύχτα, θυμήσου! Τα δικά μου όνειρα είναι πρωτότυπα και αυθεντικά δίχως ημερομηνία λήξης. Γιατί τα όνειρα τα δικά μου προέρχονται από σπόρο με πολύ καλή βλαστικότητα. Θυμήσου! Νύχτα, θυμήσου! Η γενετική προέλευση του σπόρου των ονείρων μου δεν έχει εξερευνηθεί ακόμη κι έτσι δεν είναι ευπρόσβλητος από κάθε λογής «μύκητες», «μικρόβια», «σκουλήκια» και «έντομα». Θυμήσου! Νύχτα, θυμήσου! Τούτος ο σπόρος αναπτύσσεται ταχύτατα, ενώ παράγει όνειρα με πολύχρωμους, γλυκούς, εύγευστους, χυμώδεις και σαρκώδεις καρπούς! Και τώρα, νύχτα, ντύσου, στολίσου και ξαμολήσου τρέχοντας να αφυπνίσεις το φεγγάρι και πες του να αρχίζει να στάζει λάδι και μέλι και ελπίδα στις πληγές των πικραμένων ανθρώπων μέχρι να ξημερώσει! Άλλωστε, αύριο –ποιος ξέρει άραγε;– μπορεί να ξημερώσει μια καινούργια μέρα και να ανατείλει ένας μπαγάσας ήλιος που δεν θα αποστρέφει το βλέμμα του από την εκκωφαντική σιωπή της ηθικής και πνευματικής χρεοκοπίας που πλημμύρισε τούτη τη δίσεκτη εποχή! Μ’ ακούς; Μ’ ακούς, νύχτα πλανεύτρα; Μ’ ακούς; Έχω ράμματα, πολλά ράμματα για τη γούνα σου!

Book 1.indb 31

29/12/2014 2:37:13 μμ


32

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Βασίλης Τσαπαλιάρης Γραμμή ρέουσα Μνήμη Γιάννη Κουτσοχέρα

Έφυγες για να ολοκληρώσεις τον κύκλο της κραυγής απ’ την ασίγαστη βουή της θάλασσας, που ανέβαζε το μεσονύχτι στο μπαλκόνι σου κυματισμούς τους στίχους από ιώδιο και φωσφόρο, σκύβοντας κάθε τόσο στα χειρόγραφά σου να βρεις να μας διαβάσεις την επόμενη σελίδα. Θυμάμαι, προχωρημένη νύχτα, τον στίχο: «Γραμμή ρέουσα και περιρρέουσα της Στοκχόλμης». Σε ποια σελίδα τελείωσες; Δεν θυμάμαι. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα κι ο φίλος βιαζόταν να πετάξει τα χαράματα στο Σίδνεϊ. Κι εσύ είχες κουράγιο να τραβήξεις τη νύχτα, στίχο τον στίχο, μέχρι την αυγή. Έφυγες ψάχνοντας τα δίκαια των λαών ως τους βυθούς των θαλασσών. Σαν να ‘πρεπε να επιστρέψεις εκεί που το ασίγαστο πάθος της θάλασσας μπορεί να κρατάει εν εγρηγόρσει τις αγωνίες σου και μετά θάνατον ως κληρονομιά των αιώνων.

ZZ Ο Βασίλης Τσαπαλιάρης σπούδασε κοινωνιολογία και πολιτικές επιστήμες. Εργάστηκε ως ειδικός επιστήμονας για θέματα Μετανάστευσης/Διασποράς. Έχει δημοσιεύσει σχετικές μελέτες σε πανεπιστημιακούς συλλογικούς τόμους. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνοαυστραλιανά έντυπα στις αρχές της δεκαετίας του 1970, και την τρέχουσα περίοδο στο περιοδικό Μύρτιλο.

Book 1.indb 32

29/12/2014 2:37:16 μμ


33

Βασίλης Τσαπαλιάρης

Κρατάω τώρα ανά χείρας εκείνο το βιβλίο: «Σιγή και κραυγή της θάλασσας». Επανέρχομαι στα γραπτά σου κι αναζητάω τ’ απόκοσμο κείνης της τρυφερής στιγμής με τους κυματισμούς της ίδιας θάλασσας κι έπειτα το ζητούμενο: τα δίκαια των λαών. Που οι ισχυροί ολιγωρούν, που αν έβρισκαν στον ήλιο μοίρα, υπέρμαχους ήρωες και νεομάρτυρες, εσύ θα γύριζες αυθημερόν στην Πλατεία Συντάγματος, να καταθέσεις ένα επίγραμμα. (Αθήνα, 1994)

Αρχίγραμμα Στους φίλους μου

Γύρισα να ξεβραχίσω ακόμα μια φορά τις μνήμες μου, αποσυνάγωγος, γεμάτος πληγές, να δω τους φίλους μου και να αναπνεύσω με το ανοικτό ράμφος του γλάρου που ξέρει τα ρεύματα πίσω από τη σημειολογία του ανέμου και τις αμφισημίες της θάλασσας, όταν αυλακώνουν οι πληγές τη σκέψη και αυτή γίνεται αιτία ενός κύκλου που δεν τελειώνει. Σχέσεις αιτίας-αιτιατού που εναλλάσσονται, ήχοι και απόηχοι ομόηχοι που φεύγουν κι επιστρέφουν. Σημείο νόστου και ξανά αποδημίας, μοιράζοντας, σχισματικός, τις εκδοχές της πατρίδας, να χωρέσει σε πολλά φωτεινά τετράγωνα μετοικεσίας, γης και σκέψης, αποδημίες και νόστους. Για να βρω ξανά ένα σημείο αφετηρίας, ένα χέρι υποδοχής ή ένα επίγραμμα γρίφου να θυμάμαι να επιστρέφω

Book 1.indb 33

29/12/2014 2:37:19 μμ


34

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

από κει που ξεκίνησα. Χωρίς ιστορικό δακρύων γιατί έφυγα και γιατί επιστρέφω, χωρίς να αποφασίζω να μείνω. Ιδεασμένος πως κάθε αποδημία επιστρέφει, όπως σ’ ένα χελιδόνι, το ένστικτο και την επιθυμία του νόστου κι αντίστροφα. Όπως σ’ έναν κύκλο, που δεν τελειώνει παρά στους επάλληλους κύκλους, που μπορεί να διασταυρώνεται, να συμπλέκεται και να συμπλέει μαζί τους, και ο χρόνος να κλονίζεται, να ξαναρχίζει μέσα σου από την αρχή, και είναι αυτό που χρειάζεσαι για να μπορείς να έχεις ένα μέτρο ελευθερίας. Να ζεις ελεύθερος, χωρίς εξαναγκασμούς, δεσμά και κύκλους του σκέπτεσθαι και του συνανήκειν, κενούς περιεχομένου νεωτερισμούς, πρωτοπορίες και μείζονες σχολές σκέψης. Όπως ένα αρχίγραμμα σε ένα χωρίο της Βίβλου που δεν δεσμεύεται από κανέναν δαίμονα ή θεό ούτε πια από το χέρι του αντιγραφέα, που γράφτηκε κι αποχωρίστηκε για να υπάρχει.

photo by Giorgos Kokkios

(Αθήνα, 2014)

Book 1.indb 34

29/12/2014 2:37:20 μμ


35

Αλεξία Αθανασίου

Αλεξία Αθανασίου Διπλή Ζωή Γνωρίστηκαν σαν δυο ψυχές που πάντα γνωριζόνταν. «Σε θέλω δίπλα μου διαρκώς, γυναίκα μου» της είπε. «Έχω μια κράση αδύνατη και το ξενύχτι ακόμη με σκοτώνει» του εκμυστηρεύτηκε. «Θα σε προσέχω κι απ’ του σούρουπου το ρίγος». Παντρεύτηκαν, σύντομ’ απέκτησαν μωρό, ενώ Νωρίς πάντα κοιμόντουσαν κι απ’ της Αγάπης το μεθύσι Αγκαλιαστούς τους έβρισκε η Αυγή. Μα ήλθε βραδιά που αυτός στο μέσο της εξύπνησε∙ δίπλα του το κρεβάτ’ ήταν κενό κι ενστικτωδώς κοίταξε πέρ’ απ’ τ΄ανοιχτό παράθυρο. Στον κήπο μια Βελανιδιά φερμένη από το πουθενά τραγούδαγε στον Ουρανό το Σύμπαν ανασαίνοντας κι άστρα κουρνιάζανε πουλιά μες στα κλαδιά της καθώς μωρό νανούριζε φεγγάρι τρυφερά. Λίγο την κοίταξε κι έγειρε χαμογελαστός ξανά να κοιμηθεί. Η Αποδοχή σου Ανθεί σαν Αγαπάς.

ZZ Η Αλεξία Αθανασίου γεννήθηκε και ζει στην Κέρκυρα. Έχει ασχοληθεί με τη Λογιστική κι εργαστεί στον τουριστικό τομέα. Αγαπά τη φύση, τον αθλητισμό και διαθέτει μαύρη ζώνη στο Shotokan karate-Do. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας και δημοσιεύσει δεκάδες διηγήματα σε περιοδικά του φανταστικού.

Book 1.indb 35

29/12/2014 2:37:23 μμ


36

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Γιώργος Τσαμίλης Nήσος Σαλαμίνα Η εκκλησία του οσίου Λαυρέντιου και η αφορμή της κτίσης του

Η

ιερότητα σε έναν τόπο αποδίδεται όταν κατασταλάζει στη συνείδηση των ανθρώπων του. Η ιστορία του οσίου Λαυρέντιου (16271-1707), έχει καταγραφεί ως εξέχουσα και σημαντική για το νησί της Σαλαμίνας. Η καταγωγή του ανθρώπου αυτού και εν μέρει ο βίος του συνδέονται με τα Μέγαρα Αττικής. Ωστόσο η ιεροσύνη και το έργο του καταγράφηκαν στο νησί. Ο Λάμπρος Καννέλος, μετέπειτα ως μοναχός «Λαυρέντιος», συνδέει την παρουσία και το έργο του με την ανακαίνιση της Μονής Παναγίας Φανερωμένης στα δυτικά της Σαλαμίνας. Η θρυλική τούτη μονή, κτισμένη από τον 13ο αιώνα, οφείλει τη σημερινή παρουσία της και κατ’ επέκταση την ιστορία της σε αυτόν τον άνθρωπο. Κατά την παράδοση, ο Λάμπρος Καννέλος οδηγήθηκε με θεϊκή παρότρυνση στη Σαλαμίνα από τον τόπο γεννήσεως του, τα Μέγαρα. Εγκαταστάθηκε στο ερειπωμένο μοναστήρι, όπου με ακάματη εργασία ετών το αναστήλωσε και ανακαίνισε. Εκεί έγινε μοναχός και ασκήθηκε πνευματικά. Στο τέλος της ζωής του, αφού είχε σχεδόν ολοκληρώσει το έργο του στο μοναστήρι, απομονώθηκε στον λόφο πίσω από αυτό. Έκτισε ένα μικρό ασκητήριο (σώζεται μέχρι σήμερα) κι αναζήτησε εκεί την ηρεμία και τη γαλήνη της προσευχής μέχρι εσχάτης αναπνοής του. Πέρασαν σχεδόν δύο αιώνες από τον θάνατό του μέχρι να αναγερθεί εκκλησία αφιερωμένη στη μνήμη και στο έργο του. Και δεν γνωρίζουμε αν θα κτιζόταν ποτέ, εάν δεν συνέβαινε το ακόλουθο γεγονός, όπως θα αναφερθεί παρακάτω2.

1. Η ημερομηνία γεννήσεώς του δεν προκύπτει από κάποιο έγγραφο παρά από προφορική μαρτυρία συγγενή του οσίου. 2. Η μεταφορά της ιστορίας για την αφορμή της έγερσης του ναού έχει φτάσει στις νεότερες γενιές με τον προφορικό λόγο. Συνεπώς οι απόψεις στις λεπτομέρειες διίστανται, χωρίς φυσικά να χάνεται ως ουσία το πραγματικό γεγονός.

ZZ Ο Γιώργος Τσαμίλης γεννήθηκε το 1973 στη Σαλαμίνα. Σπούδασε μηχανικός και εργάστηκε στο εμπορικό ναυτικό. Έχει εκδώσει τα εξής έργα: «Ο δρόμος των ορίων», νουβέλα, εκδόσεις Όμβρος, 1997. «Με την ελπίδα πεθαίνω τελευταίος», νουβέλα, εκδόσεις Publibook, 2010. «Εξωκκλήσια & μικροί ναοί της νήσου Σαλαμίνας», λαογραφία, εκδόσεις Ολόγραμμα, 2010. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα και μελέτες στον περιοδικό τύπο της Σαλαμίνας και της Αθήνας. Επικοινωνία: fiodor_55@hotmail.com

Book 1.indb 36

29/12/2014 2:37:26 μμ


37

Γιώργος Τσαμίλης

Ο ναός του οσίου Λαυρέντιου βρίσκεται σε διαφορετικό σημείο από τον τόπο όπου ο ίδιος έδρασε στο νησί. Συγκεκριμένα βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του, στην περιοχή Παλούκια. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο σε μέγεθος ναό του νησιού. Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του ανήκει στη μεγάλου μεγέθους κατασκευή, σχήματος εγγεγραμμένου σταυρού με τρούλο. Η κατασκευή είναι σύγχρονη και πήρε τη θέση του παλαιότερου αρχικού ναού, ο οποίος κατεδαφίστηκε. Στο ανατολικό σημείο της εκκλησίας υψώνεται το καμπαναριό. Επιβλητικό σε ύψος, είναι ορατό ακόμα κι από το Πέραμα Αττικής. Πρόκειται για ένα πραγματικό αριστούργημα! Η παρουσία του ναού κρίνεται σπουδαία για το νησί της Σαλαμίνας. Τι οδήγησε του κτήτορες του, στις αρχές του 20ου αιώνα, να οικοδομήσουν έναν ναό και να τον αφιερώσουν στο όνομα ενός ανθρώπου που ασκήτεψε και έφτασε τα όρια της οσιότητας; Κι ακόμα, γιατί κτίστηκε στο συγκεκριμένο σημείο, ενώ ο όσιος έδρασε πολλά χιλιόμετρα μακριά, στην ακριβώς αντίθετη πλευρά του νησιού; Για να ξετυλίξουμε το κουβάρι της ιστορίας αυτής θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το απόγευμα της 9ης Μαΐου, παραμονή της εορτής της αγίας κάρας (λείψανο κεφαλής εντός λειψανοθήκης) του οσίου Λαυρέντιου. Εκείνο το απόγευμα, λοιπόν, αν βρεθούμε στο νησί, θα δούμε να μεταφέρεται η αγία κάρα του οσίου από τη μονή Παναγίας Φανερωμένης, όπου φυλάσσεται, στην αφιερωμένη στο όνομά του εκκλησία. Περί τα δέκα χιλιόμετρα απόσταση. Το τελετουργικό, που χρονολογείται από τις αρχές του 20ου αιώνα, έχει ως εξής: Η αγία κάρα μεταφέρεται με όχημα από το μοναστήρι μέχρι το κεντρικό παραλιακό σημείο του νησιού, το Βουρκάρι3. Από εκεί με τη συνοδεία αγήματος του Πολεμικού Ναυτικού, της φιλαρμονικής ορχήστρας, των μοναχών, του πλήρους ιερατείου του νησιού και πλήθους κόσμου, μεταφέρεται με πεζή πομπή μέχρι τον ναό του οσίου Λαυρέντιου. Σε όλη αυτή τη διαδρομή των τριών χιλιομέτρων περίπου, στα πλαϊνά του δρόμου υπάρχει κόσμος στεκούμενος να αποδίδει τιμές, ραίνοντας την ιερά πομπή με ροδοπέταλα. Η διαδρομή περνά μπροστά από μαγαζιά, υπαίθριες αγορές, αλλά και σπίτια. Τα πάντα εκείνη την ώρα σταματούν κι όλοι στρέφονται προς την πομπή. Κόσμος στέκεται έξω από τα εμπορικά καταστήματα. Πεζοί σταματούν να κοιτάξουν. Τα οχήματα έχουν προ πολλού ακινητοποιηθεί. Ο μισός και πλέον οδικός άξονας του νησιού είναι κλειστός. Είναι η ώρα που μια φορά τον χρόνο, ο όσιος «περπατά» τον δρόμο προς τον ναό του. Από τα σπίτια αναδίδονται καπνοί από θυμιατά και μοσχολίβανα. Ο ουρανός ευωδιάζει και τα ροδοπέταλα που ρίχνονται από τα ψηλά μπαλκόνια χαρίζουν στον θεατή έναν πολύχρωμο καμβά. Το στίγμα που αφήνει πίσω της η πομπή είναι τα ροδοπέταλα που έχουν πέσει στον δρόμο. Σαν καράβι, που αφήνει πίσω το λευκό σημάδι της πορείας του στον ωκεανό… Ακόμα όμως στην ερώτησή μας δεν έχουμε πάρει απάντηση. Προς τι όλα τούτα; Τι ακριβώς σημαίνει η γραφική πομπή από το ένα σημείο του νησιού στο άλλο; Τι στάθηκε αφορμή για όλα αυτά;

3. Τα τελευταία χρόνια η διαδρομή της πομπής έχει μικρύνει και έχει αλλάξει το σημείο εκκίνησης. Το κείμενο αναφέρεται στην αρχική διαδρομή της πομπής, με την ευχή να επαναφερθεί η πρώτιστη αίγλη της.

Book 1.indb 37

29/12/2014 2:37:28 μμ


38

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Μεταφερόμαστε στο έτος 1896, σε μια Σαλαμίνα εντελώς διαφορετική από τη σημερινή, στο λιμάνι των Παλουκίων, έναν απλό τότε όρμο με πασσάλους (δηλαδή παλούκια, εξ’ ου και το τοπωνύμιο) σπαρμένους σε όλη την έκτασή του. Εκεί έδεναν τα καΐκια τους οι ψαράδες. Κάποια σπίτια αραιά, εδώ και εκεί. Ένας λοφίσκος γεμάτος σπαρτά, αμπέλια και λίγες αγροικίες χωρίζουν τον όρμο από την κυρίως πόλη. Μοναδικό πέρασμα ένας χωματένιος καρόδρομος. Στα πλάγια του δρόμου, μυρωδάτοι ευκάλυπτοι. Απέραντοι αγροί κι αγκαθώνες. Στην αντίθετη πλευρά του νησιού βρίσκεται η περιοχή του μοναστηριού της Παναγίας Φανερωμένης, μια μεγάλη έκταση πευκοδάσους. Το ήρεμο κύμα φτάνει στις κοντινές όχθες του περάσματος Σαλαμίνας-Νέας Περάμου. Είναι ένα ζεστό μαγιάτικο βράδυ. Η άνοιξη στο αποκορύφωμά της. Μέσα στη γαλήνη του μοναστηριού, κάποιοι προσποιούμενοι τους προσκυνητές εισέρχονται στον χώρο όπου φυλάσσεται η κάρα του οσίου και την αποσπούν. Έπειτα από ώρες, αφού έχουν αποσυρθεί στα κελιά τους οι μοναχοί, εκείνοι όντας κρυμμένοι με το κλεμμένο λάφυρό τους εξέρχονται του μοναστηριού. Απαρατήρητοι, απομακρύνονται με ταχείς ρυθμούς. Όπως θα περίμενε κανείς, δεν έφυγαν προς τα Μέγαρα, που ήταν το πιο κοντινό σημείο διαφυγής, παρά τους περίμενε βάρκα στην άλλη πλευρά του νησιού, στα Παλούκια, που θα τους μετέφερε στον Πειραιά. Στόχος τους ήταν να πουλήσουν –προφανώς στην Αθήνα– ό,τι πολύτιμο έφερε πάνω της η λειψανοθήκη που φύλασσε την κεφαλή του οσίου. Μέσα στη νύχτα διένυσαν πολλά χιλιόμετρα στο κακοτράχαλο έδαφος του νησιού. Με τις ώρες κατάφεραν να φτάσουν κοντά στον όρμο των Παλουκίων. Καθώς έτρεχαν, σταμάτησαν ασθμαίνοντας καταϊδρωμένοι στον λοφίσκο λίγο πριν τα Παλούκια. Έπαιρνε να ξημερώσει. Στα ανατολικά, μικρό ξεθάρρεμα μπλε ουρανού κατά τον Πειραιά. Χάραζε ελπίδα φωτός στο βαθύ σκοτάδι, αλλά ακόμα όλα ήταν σκοτεινά. Ερημιά παντού. Νόμιζαν πως τα είχαν καταφέρει. Στάθηκαν σε ένα σημείο του αγρού κι εκεί αποφάσισαν να αποσπάσουν τις πολύτιμες πέτρες, τα τάματα και τις δωρεές από ευγενή μέταλλα, που ήταν τοποθετημένα πάνω στη λειψανοθήκη, μα κυρίως το ασημόχρυσο περίβλημα στο εσωτερικό της, που αγκάλιαζε το λείψανο της κεφαλής του οσίου. Πήραν πέτρες κι άρχισαν με μανία να χτυπάνε το λάφυρό τους. Ο πραγματικός θόρυβος της πράξης αυτής δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει το ένα χιλιόμετρο σε εμβέλεια. Κι όμως, πολλοί ξύπνησαν από την πόλη της Σαλαμίνας (Κούλουρη), χιλιόμετρα μακριά από το σημείο δράσης των κλεφτών. Ξύπνησαν ακούγοντας βροντές και κρότους μετάλλου! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά μέσα στο σκοτάδι είδαν στην περιοχή του λόφου προς τα Παλούκια («Τζούμπα» το ονόμαζαν τότε) μια αιχμή έντονης λάμψης... Πήραν είδηση πως κάτι περίεργο γινόταν και μη ξέροντας τι, πολλοί άνδρες ντύθηκαν και ξεκίνησαν από τα σπίτια τους να δουν τι ακριβώς συμβαίνει. Στη θέα και το ποδοβολητό των αντρών από μακριά, οι κλέφτες δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να αφήσουν καταγής την στραπατσαρισμένη λειψανοθήκη και να το βάλουν στα πόδια. Διέφυγαν τελικά προς τον λόφο «Αράπη», εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο ναύσταθμος της Σαλαμίνας. Όσο συνέβαιναν όλα αυτά, εκεί κοντά σε μια αγροικία, μια γυναίκα είχε σηκωθεί από τα άγρια μεσάνυχτα για να ζυμώσει ψωμί. Είχε ανάψει τη λάμπα της κι αφού

Book 1.indb 38

29/12/2014 2:37:28 μμ


39

Γιώργος Τσαμίλης

προσευχήθηκε για το «καλό ποιείν» στο έργο της, ξεκίνησε το ζύμωμα στην ξύλινη σκάφη. Τα χέρια της γροθιά, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, ακούραστα σαν καλολαδωμένη μηχανή. Για ώρα πάλευε με το αλεύρι τη μαγιά και το νερό μέχρι να γίνει η ζύμη. Έδωσε η ώρα και τα κατάφερε. Την σταύρωσε κι έβγαλε μια πνοή ανακούφισης. Για άλλη μια μέρα η οικογένειά της θα είχε ψωμί στο τραπέζι. Πάνω που είχε τοποθετήσει στη σκάφη τη ζύμη και με τα χέρια της ακόμα αλευρωμένα, ακούει την οχλοβοή έξω από το σπίτι της4. Ξεμυτίζει από την αυλόπορτα και με γρήγορα βήματα, σαν ζαρκάδι, κατευθύνεται στο σημείο όπου οι κλέφτες μόλις είχαν παρατήσει τη λαβωμένη λειψανοθήκη και το είχαν βάλει στα πόδια. Από πίσω της έφταναν και οι άνδρες από την Κούλουρη. Όλο το νησί στο πόδι! Η γυναίκα εντόπισε πρώτη από όλους τη λειψανοθήκη. Με τα αλευρωμένα χέρια της σήκωσε μέσα από τα χορτάρια το λαβωμένο κουτί με την κεφαλή του οσίου. Οι άντρες, μόλις αντίκρισαν τη λειψανοθήκη στα χέρια της γυναίκας, έβγαλαν τα καπέλα τους και την προσκύνησαν ένας προς έναν. «Πώς βρέθηκε εδώ πέρα ο άγιος;» αναρωτήθηκαν. Επικράτησε σούσουρο μεταξύ τους. Αλλά δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. «Ο άγιος έσωσε την τίμια κεφαλή του από χέρια κλεφτών!» αναφώνησε κάποιος. Η γυναίκα με τα πουδραρισμένα χέρια από το αλεύρι, κρατά για λίγη ώρα ακόμα την κάρα. Έπειτα την φιλά και την παραδίδει στους άντρες. Επιστρέφει στο φτωχικό της. Η ζύμη θα είχε «έρθει» κι έπρεπε να βάλει ξύλα στον φούρνο, να την φουρνίσει. Το μπουλούκι του κόσμου με πομπή και φωνές ξεκίνησαν να επιστρέψουν τη λειψανοθήκη στο μοναστήρι. Είχε πλέον φέξει για τα καλά. Δεν πρόλαβαν να φτάσουν στη μισή διαδρομή, νά ’σου και συναντούν έναν μοναχό να τρέχει από μακριά αλαφιασμένος για να μηνύσει την κλοπή της κεφαλής του οσίου. Έκπληκτος είδε τους νησιώτες να κρατούν τη λειψανοθήκη στα χέρια τους μετά βροντών και προσευχών! Χάρη σε εκείνη τη γυναίκα, που με τα αλευρωμένα χέρια της έπιασε τη λειψανοθήκη, ο όσιος Λαυρέντιος είναι από τότε ο προστάτης των αρτοποιών. Δύο χρόνια μετά από το γεγονός, το 1898, ιδρύθηκε ο Σύλλογος «Αδελφότης Τεχνιτών και Λαού Σαλαμίνος ο Άγιος Λαυρέντιος», με κύριο σκοπό την ανέγερση του ιερού ναού, αφιερωμένου στο θαύμα της εύρεσης της κεφαλής του οσίου στην περιοχή αυτή. Το 1899 τοποθετήθηκε ο θεμέλιος λίθος του ναού. Στα τέλη του 1905 προς αρχές του 1906, περατώθηκαν οι εργασίες κι ο ναός ξεκίνησε να λειτουργεί. Δεκαετίες μετά, το 1976, αναδείχθηκε επίσημα σε ενορία. Στον ισχυρό σεισμό του 1981 ο παλιός αυτός ναός, κατασκευασμένος από πέτρα, έπαθε ανεπανόρθωτες ζημιές και λίγο αργότερα κατεδαφίστηκε εξ’ ολοκλήρου. Αποφασίστηκε η κτίση, στο ίδιο σημείο, του νεότερου ναού που σήμερα βλέπουμε τη μεγαλοπρέπειά του. Tα εγκαίνια του νέου ναού έγιναν το 1989. Αξίζει να σημειωθεί πως στο μεταβατικό χρονικό διάστημα από την κατεδάφιση του παλαιού ναού μέχρι την ανέγερση του νεότερου, είχε στηθεί σε παράπλευρο σημείο μικρός, προκατασκευασμένος από ξύλο ναΐσκος, όπου εξακολουθούσε να λειτουργεί αδιάλειπτα για τους ανθρώπους της πε4. Μια άλλη πηγή αναφοράς μας λέει πως η γυναίκα ήταν φουρνάρισσα κατ’ επάγγελμα και πως το προηγούμενο βράδυ είχε δει σε όνειρο τον όσιο να του χτυπούν το κεφάλι κι εκείνος να την καλεί σε βοήθεια.

Book 1.indb 39

29/12/2014 2:37:28 μμ


40

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

ριοχής. Η ξύλινη τούτη κατασκευή, σε σχήμα μακρόστενης βασιλικής, αποξηλώθηκε μετά το πέρας των εργασιών του μεγάλου ναού. Εν τέλει, η απόπειρα κλοπής της λειψανοθήκης του οσίου στάθηκε αφορμή να ανεγερθεί ένα ιδιαίτερο μνημείο για το νησί της Σαλαμίνας. Ο ναός στέκεται εκεί, μεγαλοπρεπής, όπως αρμόζει στη ζωή και τη μνήμη του οσίου Λαυρέντιου. Παρά τα εμπόδια και τις δυσχέρειες, το έθιμο τούτο διατηρείται σχεδόν αναλλοίωτο έως τις ημέρες μας. Η ημέρα εορτασμού του θαύματος, η 10η Μαΐου, μας θυμίζει κάθε χρόνο, πέρα από το πραγματικό γεγονός, την άσβεστη ελπίδα πως μέσα από το σκοτάδι μπορεί και είναι εφικτό να δημιουργηθεί φως.

Βιβλιογραφία

photo by Giorgos Kokkios

«Λαυρέντιος ο Μεγαρεύς και το Μοναστήρι της Φανερωμένης Σαλαμίνας», Ευγενία ΣοφράΜάθεση, Εκδόσεις «Ευεργέτης», Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Μαζίου Μεγάρων. Α’ έκδοση, Μέγαρα, 2007. «Το Ιστορικό της Εκκλησίας του Αγίου Λαυρέντιου», Νίκος Ι. Σαλτάρης. Εκτενές άρθρο στην εφημερίδα «Σαλαμίνα» τεύχος 210, Μάρτιος 1976. «Ο Άγιος Λαυρέντιος Σαλαμίνος», Θεοφανώ Α. Παντελή. Αυτοέκδοση. Αθήνα 2003. «Κτίσε μου την εκκλησία – Η ζωή και τα θαύματα του Οσίου Λαυρέντιου της Σαλαμίνας», Κανάβου Θεόφιλου, Επισκόπου Γόρτυνος & Μεγαλουπόλεως. Εκδόσεις «Ι. Μ. Φανερωμένης Σαλαμίνος», Σαλαμίνα, 1987.

Book 1.indb 40

29/12/2014 2:37:29 μμ


41

Αμπάι (Ιμπραήμ) Κουνανμπάγεβ

Αμπάι (Ιμπραήμ) Κουνανμπάγεβ Δες βαθιά μες στην ψυχή σου και τους λόγους μου στοχάσου Το πρόσωπο, η ποίησή μου, αίνιγμα για την καρδιά σου Μόνο αγώνες η ζωή μου – χίλιους οχτρούς ενίκησα Να ’σαι μαζί μου επιεικής – για σένα εγώ προμήνυσα

Της απάνεμης νύχτας το φεγγάρι λαμπρό Της απάνεμης νύχτας το φεγγάρι λαμπρό σεληνόφως στο νερό τρεμοφέγγει. Στο φαράγγι εκεί σιμά στο χωριό, το ποτάμι ψηλώνει, αγριεύει. Και στο δέντρο επάνω η πυκνή φυλλωσιά στον εαυτό της μιλά, ψιθυρίζει – πόσο ωραία το χώμα δεν φαίνεται πια και στην όψη η γη πρασινίζει.

Λόγος 45 (από «Το βιβλίο των Λόγων» [Qara sözder]) Απόδειξη της ύπαρξης ενός Θεού, μοναδικού και παντοδύναμου, είναι ότι, ενώ για χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι μιλούν για τον Θεό σε τόσες διαφορετικές γλώσσες και υπάρχουν τόσες διαφορετικές θρησκείες, όλες θεωρούν ως ιδιότητες του Θεού την αγάπη και τη δικαιοσύνη. Δεν είμαστε δημιουργοί, αλλά θνητοί, που γνωρίζουν τον κόσμο μέσα από τη Θεία Δημιουργία. Είμαστε υπηρέτες της αγάπης και της δικαιοσύνης. Και διαφέρουμε ο ένας από τον άλλον μόνο ως προς το πόσο καλά κατανοούμε τα δημιουργήματα του Ανώτατου Όντος. Επειδή πιστεύουμε και θαυμάζουμε, δεν πρέπει να θεωρούμε πως μπορούμε να αναγκάσουμε και άλλους να πιστέψουν και να θαυμάσουν. Πηγή της ανθρωπότητας είναι η αγάπη και η δικαιοσύνη. Αυτές είναι πανταχού παρούσες και ορίζουν τα πάντα. Είναι η κορυφή της Θείας Δημιουργίας. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο το άτι κατακτά τη φοράδα αποτελεί εκδήλωση αγάπης. Σοφός και μορφωμένος είναι εκείνος που διακατέχεται από αίσθημα αγάπης και δικαιοσύνης. Ανίκανοι καθώς είμαστε να επινοήσουμε την ίδια τη γνώση και την επιστήμη, για εμάς η θέαση και η σύλληψη της δημιουργίας και η κατανόηση της αρμονίας της μπορεί να έρθει μόνο μέσα από τη λογική.

Book 1.indb 41

29/12/2014 2:37:32 μμ


42

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Λίγα λόγια για τη ζωή και το έργο του Ο Abai Kunanbaev υπήρξε μεγάλη προσωπικότητα, ποιητής, συγγραφέας και αναμορφωτής της κουλτούρας των Καζάκων προς την κατεύθυνση της προσέγγισης με τον ρωσικό και ευρωπαϊκό πολιτισμό. Θεωρείται πατέρας της λογοτεχνίας του Καζακστάν, καθώς ήταν ο πρώτος που έγραψε ποίηση – μέχρι τότε η ποίηση των Καζάκων ήταν κυρίως προφορική και ταυτιζόταν με την ποιητική παράδοση των νομάδων της στέπας. Ποιητής, φιλόσοφος και συνθέτης, ο Αμπάι γεννήθηκε το 1845 στο σημερινό Καραούλ (πρώην Σινγκίτς-τάου, στην ορεινή επαρχία του ανατολικού Καζακστάν, νότια της πόλης Σεμέι που παλιότερα λεγόταν Σεμιπαλατίνσκ). Τόπος εξορίας για την Τσαρική Ρωσία τότε (αλλά και για τη μετέπειτα Σοβιετική Ένωση) η καζάκικη επαρχία διοικείται από τους μπαΐδες*. Ο Αμπάι ήταν γιος μιας εκ των τεσσάρων συζύγων του αυστηρού δικαστή Κουνάνμπαϊ. Η οικογένεια του ήταν αριστοκρατική: ο προπάππους και ο παππούς του ήταν τοπικοί άρχοντες. Ήταν πολύ τυχερός, καθώς στο σπίτι κυριαρχούσε ζεστασιά και στοργή εκπορευόμενη κυρίως από τη μητέρα του και τη γιαγιά του, που ήταν και οι δύο χαρισματικές και προικισμένες φύσεις. Το όνομα που του είχε δώσει ο πατέρας του (Ιμπραήμ) σύντομα αντικαταστάθηκε από το υποκοριστικό «Αμπάι» που του έδωσε η μητέρα του και σημαίνει «προσεκτικός, προνοητικός». Με αυτό το όνομα ο ποιητής έζησε τη ζωή του και έμεινε στην ιστορία. Αφού ο μικρός Αμπάι εκπαιδεύτηκε σύμφωνα με τις προφορικές παραδόσεις της φυλής του, ο πατέρας του, θεωρώντας πως ο γιος του έπρεπε και μπορούσε να μορ* πλούσιοι φεουδάρχες

Book 1.indb 42

29/12/2014 2:37:34 μμ


43

Αμπάι (Ιμπραήμ) Κουνανμπάγεβ

φωθεί, τον στέλνει τόσο σε ισλαμικό σχολείο (μαντρασά), αλλά και σε ρωσικό σχολείο (σκόλα) στην πόλη Σεμιπαλατίνσκ (όπου αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια εποχή βρισκόταν εξόριστος ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι) ενώ, από την ηλικία των δεκατριών, ο πατέρας συνήθιζε να τον παίρνει μαζί του σε διάφορες διοικητικές δραστηριότητες προετοιμάζοντάς τον για υψηλά καθήκοντα. Η θητεία στο ρωσικό σχολείο υπήρξε καθοριστική και βοήθησε τον Αμπάι να συλλάβει το πνεύμα της εποχής, διευρύνοντας το γνωστικό του σύμπαν που μέχρι τότε περιοριζόταν στους μεγάλους Πέρσες ποιητές και στοχαστές: Φερντοζί (935-1020), Νιζαμί (1141-1209), Σααντί (1213-1292) και Αλί-σερ Ναβόι (1441-1501). Στο τέλος της φοίτησής του άρχισε να γράφει ποιήματα. Έδειχνε επίσης να κατανοεί πλήρως την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, μέσα από την οποία πείστηκε ότι θα άξιζε τον κόπο να αναμορφώσει τις αντιλήψεις και τον τρόπο ζωής των Καζάκων. Η ζωή του Αμπάι έγινε αντικείμενο δύο μεγάλων έργων του συγγραφέα Μουχτάρ Αουέζοβ (1897-1961) με τίτλους «Αμπάι» (1942-1947) και «Το μονοπάτι του Αμπάι» (1952-1956), τα οποία εξετάζουν τη ζωή του ποιητή καθώς και τις ιστορικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τις ζωές των συγχρόνων του. Η σάγκα ξεκινά με τον Αμπάι αγόρι να επιστρέφει στο χωριό του από το Σεμιπαλατίνσκ. Εκεί γίνεται μάρτυρας της εκτέλεσης ενός άντρα και μιας γυναίκας που βρέθηκαν ένοχοι σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, τη Σαρία. Συγκλονισμένος από την υποψία ότι ο πατέρας του είναι το όργανο επιβολής της τιμωρίας αυτής, αποφασίζει ότι εδώ και τώρα οι Καζάκοι πρέπει να εκπολιτιστούν. Όπως μπορεί κανείς εύκολα να μαντέψει, ο Αμπάι δεν ακολούθησε επακριβώς ούτε τα βήματα ούτε και τις βλέψεις του πατέρα του, που θα ήθελε οι γιοι του να διασφαλίσουν την υψηλή θέση της οικογένειας στην κοινότητα. Ωστόσο, θα γινόταν εξαίρετος στα νομικά, πολύ δημοφιλής ρήτορας, και οι άνθρωποι έσπευδαν από παντού να ζητήσουν τη συμβουλή του. Πάντως, ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι μιλούσε άπταιστα περσικά, αραβικά και ρώσικα, πίστευε (όπως και ο βιογράφος του, Αουέζοφ) πως η παιδεία του δεν ήταν επαρκής. Πίστευε πως θα μπορούσε να είχε καλλιεργηθεί περισσότερο και να ήταν πιο συγκεντρωμένος στη μόρφωσή του, αντί στην επίλυση διαφορών, πολλές φορές μικροπρεπών και ανούσιων, και την ανάμιξή του σε ίντριγκες όπου τον είχε σύρει κυρίως η φιλοδοξία του πατέρα του. Μέσω του συγγραφικού έργου του άσκησε έντονη κριτική κατά της καταπίεσης και της τυραννίας των μπαΐδων. (Τα έργα του «Kulembaiu» (1888), «Ευτυχώς έγινα κι εγώ κυβερνήτης» (1889) και «Απολαύσεις των μπαΐδων στην εξουσία» (1889) είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα της στάσης του αυτής). Υπήρξε ακόμα κριτικός και καυστικός εναντίον της κουτοπονηριάς, της ματαιοδοξίας, της αμορφωσιάς και της αδικίας που έβλεπε να επικρατούν μεταξύ των συγχρόνων του. Στο σημαντικότερο ίσως, φιλοσοφικό κυρίως, έργο του, «Το βιβλίο των Λόγων» (Qara sözder), προτρέπει τους Καζάκους να εναγκαλιστούν την παιδεία και μια ανώτερη ηθική, με σκοπό να γλυτώσουν από τη φτώχεια, την τυραννία και τη διαφθορά. Παρόλο που υποστήριξε τη ρωσική παιδεία και τον πολιτισμό, έγραψε στην καθομιλουμένη γλώσσα του λαού του, χρησιμοποιώντας ως ποιητικά μοτίβα κλασικά θέματα από τη ζωή στη στέπα. Υπήρξε αρκετά επινοητικός και εισήγαγε για πρώτη φορά οκτάβες και σεξτέτα στην καζάκικη ποίηση. Ο χειρισμός των τεσσάρων εποχών του

Book 1.indb 43

29/12/2014 2:37:35 μμ


44

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

χρόνου στα αντίστοιχα ποιήματα, «Άνοιξη» (1890), «Καλοκαίρι» (1886), Φθινόπωρο (1889) και «Χειμώνας» (1888), περιλαμβάνει διάφορα καινοτόμα ποιητικά χαρακτηριστικά. Επίσης, έγραψε έναν σημαντικό αριθμό από παραδοσιακές μπαλάντες αφιερωμένες σε γνωστά ανατολίτικα και δυτικά θέματα. Απ’ αυτές ξεχωρίζουν τα μακροσκελή ποιήματα «Μασούντ» (1887), «ο Μύθος του Αζίμ» και «Αλέξανδρος». Την καθομιλουμένη γλώσσα υιοθέτησε και για να εκφράσει τις προοδευτικές όψεις των λογοτεχνιών της Δύσης και της Ανατολής, κατορθώνοντας επιδέξια να αποδώσει αρκετά έργα με μεγάλη επιτυχία τόσο στη γλώσσα, αλλά κυρίως στο πνεύμα και τη νοοτροπία των Καζάκων. Στις μεταφράσεις του περιλαμβάνονται ποιήματα του Μιχαήλ Λερμόντοφ (1814-1841), του Γκέτε, του Μπάυρον, ο «Ευγένιος Ονιέγκιν» του Αλεξάντρ Πούσκιν (1799-1837) και οι «Μύθοι» του Ιβάν Κρίλοφ (1769-1844). Μετέφρασε ακόμη φιλοσοφικά έργα, εξάλλου βιοποριζόταν ως μεταφραστής, καθώς επίσης και ως ανταποκριτής σε ρωσική εφημερίδα. Υπήρξε ακόμη μουσικός και επένδυσε με μουσική κάποια από τα λυρικά του ποιήματα, τιμώντας έτσι και συνεχίζοντας την παραδοσιακή κουλτούρα των ανθρώπων της στέπας. Η πολυσχιδής του προσωπικότητα και το πνεύμα του άγγιξε τη νεολαία κι έγινε εξαιρετικά δημοφιλής μεταξύ των νέων καλλιτεχνών που συνέρρεαν διαρκώς γύρω του. Με τη βοήθειά τους, άνοιξε τον δρόμο για την ήπια μετάβαση του νομαδικού αυτού λαού προς μια κοινωνική συνύπαρξη βασιζόμενη στο Δίκαιο. Κατά τη διάρκεια της ζωής του έλαβαν χώρα σημαντικές κοινωνικοπολιτικές και κοινωνικοοικονομικές αλλαγές. Η ρωσική επιρροή στο Καζακστάν συνέχιζε να μεγαλώνει, ανοίγοντας νέες προοπτικές παιδείας αλλά και επαφής με διαφορετικές φιλοσοφίες, τόσο δυτικές όσο και ασιατικές. Ο Αμπάι βαπτίστηκε μέσα σ’ αυτό το ποτάμι της αλλαγής και με αυτή την έννοια η ποιητική του επηρέασε τη φιλοσοφική σκέψη των μορφωμένων Καζάκων. Οι ηγέτες του κινήματος της Αλάς Ορντά τον θεώρησαν εμπνευστή τους και πνευματικό τους προκάτοχο. Η μοίρα τού επιφύλασσε να ζήσει τον χαμό πρώτα του γιου του Αμπτραχμάν και στη συνέχεια του γιου του Μαγκαβία. Σύντομα έπειτα από τον θάνατο και του δεύτερου γιου, ο Αμπάι αρρώστησε και δεν δέχθηκε θεραπεία, καταδικάζοντας έτσι τον εαυτό του σε θάνατο. Πέθανε το 1904 και τάφηκε στην κοιλάδα Ζιντεμπάι κοντά στα βουνά της γενέτειράς του Σινγκίτς-τάου. Η βαθιά κριτική απέναντι στους συγχρόνους του και κυρίως απέναντι στην άπληστη εξουσία των μπαΐδων, η προσπάθειά του να εξιδανικεύσει τους ευγενείς φύλαρχους της προηγούμενης από τη δική του εποχής, η προσέγγισή του στη ρωσική κουλτούρα, η πίστη του στην παράδοση αλλά και στη δύναμη των νέων, όλες αυτές οι διαφορετικές όψεις του στοχασμού του, που προκάλεσαν συχνά τον φθόνο, αλλά και την οργή στην εποχή του (κυρίως τον μισούσαν οι αμόρφωτοι μουλάδες και οι χότζες) αποτελούν δείγματα αναζήτησης μιας χρυσής τομής μεταξύ παλιού και νέου, μεταξύ συντήρησης και νεωτερικότητας, μεταξύ παράδοσης και εκσυγχρονισμού, που αποτέλεσε ζητούμενο στη μετέπειτα ιστορική πορεία του Καζακστάν. Η ακτινοβόλα φυσιογνωμία του Αμπάι τον καθιστά επίκαιρο ακόμη και σήμερα, καθώς εγείρει διαφωνίες και συζητήσεις μεταξύ των νέων Καζάκων και αποτελεί γι’ αυτούς πηγή έμπνευσης,

Book 1.indb 44

29/12/2014 2:37:35 μμ


45

Αμπάι (Ιμπραήμ) Κουνανμπάγεβ

όπως υποδηλώνουν τα γκράφιτι της φιγούρας του ποιητή στους δρόμους της παλιάς πρωτεύουσας του Καζακστάν, Αλματί. Την εμβέλεια της ποιητικής του προσωπικότητας αποδεικνύει και η ύπαρξη μνημείων αφιερωμένων στον Αμπάι σε μεγάλες πόλεις του κόσμου όπως η Μόσχα και η Άγκυρα.

Χρήσιμες πηγές Το άρθρο του Iraj Bashiri στην Encyclopedia of World Literature in the 20th Century (http://www.angelfire. com/rnb/bashiri/Authors/Abai.html) Λήμμα «Abai Qunanbaiuli» στην αγγλική wikipedia (http://en.m.wikipedia.org/wiki/Abai_Qunanbaiuli) Ιστοσελίδα για τον Αμπάι Κουνάνμπαγεβ της Εθνικής Ακαδημαϊκής Βιβλιοθήκης της Δημοκρατίας του Καζακστάν και της Βιβλιοθήκης του Σεμιπαλατίνσκ (http://www.abay.nabrk.kz/index.php?lang=en) Το άρθρο του Christopher Schwartz, «Abai – Strauss on the steppe» στο Registan.net (http://registan. net/2012/03/21/abai-strauss-on-the-steppe/) Το άρθρο του M. Auezov, «Abai Kunanbaev» στη σελίδα του Ινστιτούτου Αμπάι (http://abai-inst.kz/ eng/?p=22) Το άρθρο του K. Iskakov, «life of Abai (Ibragim) Kunanbaev» στη σελίδα του Ινστιτούτου Αμπάι (http:// abai-inst.kz/eng/?p=59) Το άρθρο του A. Bukeihanov, «Abai (Ibrahim) Kunanbayev» στη σελίδα του Ινστιτούτου Αμπάι (http://abaiinst.kz/eng/?p=26#more-26)

Book 1.indb 45

29/12/2014 2:37:35 μμ


46

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Δημήτρης Σταδάς Δυο ιστορίες για τον Καββαδία Λένε γι’ αυτόν τον ποιητή, όπου ήτανε μαρκόνης-πειρατής, πως με γυναίκα δεν θέλησε ποτέ να γίνει εραστής, πως άδειο προτιμούσε το κρεβάτι, πως φίλο δεν είχε άλλο, παρά μόνο το αλάτι, πως ο Καββαδίας ήτανε μονάχα ένα τομάρι, πως τάχα δεν αγάπησε, δεν είχε καμιά χάρη. Λένε και άλλα πράγματα φριχτά, τάχα πως είναι αλήθεια, ψέματα πάρα πολλά και χίλια παραμύθια. Μα δυο ιστορίες τώρα ‘γω θα διηγηθώ, μέσα από τη ζωή του, για τη μεγάλη του καρδιά, για να χαρεί η ψυχή του…

Ο Νίκος Καββαδίας δεν είχε για φίλους του μονάχα δυο παπαγάλους και μια μαϊμού που έψαχνε πάντα τα ρούχα του και που αντάλλαξε κάποτε μια γραβάτα του για να την αγοράσει κι έπειτα την εκπαίδευσε ο ίδιος, αλλά είχε κι έναν μεγάλο έρωτα και έναν αδελφικό φίλο. Γι’ αυτούς τους δύο μιλούν οι παρακάτω ιστορίες, που μόνον ο αναγνώστης θα μπορέσει να κρίνει αν είναι φανταστικές ή πραγματικές…

Ιστορία πρώτη: «Ερωτευμένο μαραμπού» Ο ποιητής-πειρατής, όταν δούλευε δόκιμος στη γραμμή Αίγυπτος-Νότια Γαλλία στο πλοίο «Aspasia»1, γνώρισε μια γυναίκα που τάραξε τη δόλια του ψυχή. Ήταν μια γυναίκα αριστοκρατική και μελαγχολική με σπάνια ομορφιά, κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου που είχε αυτοκτονήσει. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, ξεκίνησε αυτό το ταξίδι για την Ελβετία με τους δικούς της – για να βρεθούν μακριά απ’ όσα τους έθλιβαν και για να κάνουν μια νέα αρχή. Εκείνη ήταν πάντα θλιμμένη και κοίταζε τη θάλασσα αδιάφορα, αλλά το ταξίδι ήταν μακρύ και να που τελικά τους συνέδεσε μια αδελφική φιλία. Όσο περνούσαν τα λιμάνια, αυτοί οι δύο έρχονταν όλο και πιο κοντά κι έτσι, μια φωτογραφία της κατέληξε στο πορτοφόλι του δόκιμου – ένα μεγάλο πορτοφόλι, δώρο από εκείνη. Αλλά κι αυτός της είχε χαρίσει έναν σταυρό – τον είχε ο ίδιος μάλιστα περάσει στον λαιμό της. Ένα βράδυ, κοντά στο Στρόμπολι, είπε γελαστή μ’ έναν τόνο αστείου: «Πώς μοιάζει τ’ άρρωστο κορμί μου καθώς καίγεται, με την κορφή τη φλε140 × 210

SPINE: 11

FLAPS: 80

ν θα παρατηρήσεις το μέτωπο του ηθοποιού πάνω στο σανίδι, πίσω από την κάμερα, θα δεις καυτό ιδρώτα να χύνεται από εκεί σαν να ήταν καυτό αίμα. Είναι το αποτέλεσμα πολλών ωρών δουλειάς. Όμως θα πρέπει να είσαι πολύ προσεχτικός, γιατί δεν θα το διακρίνεις από πουθενά αλλού επειδή αυτές τις στιγμές ο ηθοποιός θα δείχνει μόνο τα συναισθήματα που του υπαγορεύει το έργο. Σε αυτούς τους ανθρώπους είναι αφιερωμένο αυτή η συλλογή με θεατρικά έργα και σενάρια που έγραψα ο ίδιος, με πολύ αγάπη και μεράκι…. Δημήτρης Σταδάς

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ

ISBN 978-960-564-141-2

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΔΑΣ

Α

Θεατρικά Σφηνάκια

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΔΑΣ

ZZ Ο Δημήτρης Σταδάς ο κατά κόσμον Διονύσης Μαζίτσος, είναι συγγραφέας θεατρικών έργων και διηγημάτων. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία και έχει συμμετάσχει στους δύο συλλογικούς τόμους «Τα παραμύθια του οσελότου». Eπίσης, έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής.

Ο «Δημήτρης Σταδάς», ή κατά κόσμον Μαζίτσος Διονύσιος, είναι και συγγραφέας θεατρικών έργων, διηγημάτων και παραμυθιών. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα όπου γεννήθηκε, (κατά σατανική σύμπτωση την ημέρα της άλωσης της «Πόλης»). Έχει εκδώσει τρία βιβλία και έχει συμμετάσχει σε δύο ομαδικές εκδόσεις παραμυθιών. Είναι επίσης μέλος του συλλόγου Εικαστικών Καλλιτεχνών Ελλάδος «Ο ΑΠΕΛΛΗΣ», και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής.

Θεατρικά Σφηνάκια ΘΕΑΤΡΟ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσ ελότος 0_cover_theatrika sfinakia.indd 1

3/17/2014 4:36:27 AM

Book 1.indb 46

29/12/2014 2:37:40 μμ


47

Δημήτρης Σταδάς

γόμενη του ηφαιστείου!» Όμως, ήρθε η ώρα που έφτασαν στη Μαρσίλια2, το τελευταίο λιμάνι του ταξιδιού. Αυτή κατέβηκε χωρίς να κοιτάξει πίσω – από κει θα συνέχιζε μάλλον με τρένο το ταξίδι για την Ελβετία. Ένιωθε ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης καθώς την έβλεπε να κατεβαίνει απ’ το καράβι κι έλεγε μέσα του ότι εκτός από την υγρή απέραντη θάλασσα θα μπορούσε κι εκείνη να την είχε αγαπήσει, χωρίς να ξέρει πως ήδη το είχε κάνει. Με τη φωτογραφία στο πορτοφόλι, λοιπόν, άλλαζε τα φορτηγά και πέρναγαν τα χρόνια. Η ιστορία θα τελείωνε εδώ, όμως… μια βραδιά σε πόρτο γαλλικό –στο λιμάνι της Μασσαλίας άραγε;– είχε μεθύσει όπως συνηθίζουν οι ναυτικοί και καθώς πέρναγε απ’ τα χαμόσπιτα του δρόμου, δυο χέρια γυναικεία του αρπάζουν το καπέλο, «παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών». Ακολούθησε τη γυναίκα σε μια κάμαρη στενή. Γρήγορα γρήγορα έσβησαν το φως για να ενώσουν στα σκοτάδια τα κορμιά τους. Την επομένη, σαν την αντίκρισε πάλι στο φως της αυγής, ένιωσε έναν αλλόκοτο φόβο κι έβγαλε αμέσως να πληρώσει «δώδεκα φράγκα γαλλικά». Τότε, η κοινή γυναίκα, με μάτια που κοιτούσαν πότε αυτόν και πότε το μεγάλο πορτοφόλι, έβγαλε μια κραυγή. Μα κι αυτός σαν είδε έναν γνώριμο σταυρό πάνω της, μια ζάλη ένιωσε ξαφνική κι έφυγε ξεχνώντας το καπέλο. Έτσι, σαν από την προηγούμενη νύχτα ακόμα μεθυσμένος, τρικλίζοντας, πήρε τον δρόμο για το λιμάνι. Ποτέ δεν μίλησε σε κανέναν για το περιστατικό. Ο ίδιος πάντως λέει πως συχνά ένιωθε σαν το πουλί το μαραμπού, που στέκει μόνο και κοιτά ολόκληρες ώρες σαν ηλίθιο. Ίσως, πάλι, η γυναίκα που τελικά ερωτεύτηκε3 να ήταν κάποια άλλη, ίσως να ήταν εκείνη που όπως αναφέρει στο ποίημά του «Το πούσι» ήρθε απρόσμενα να τον δει, αλλά αυτός πικραμένος την έδιωξε ευγενικά. Ίσως αυτό συνέβη λίγο μετά τα γεγονότα της παραπάνω ιστορίας. Αυτό θα το γνώριζε σίγουρα ο θερμαστής του πλοίου που ήταν φίλος και παρακολουθούσε τα γεγονότα από κοντά. Ποιο είναι το όνομα της μελαγχολικής κοπέλας όμως; Ίσως να είναι «Gabrielle Didot»4 –ή αυτό να ήταν το επαγγελματικό της παρατσούκλι– η οποία αναφέρεται στο ομότιτλο ποίημα και περιγράφεται ως μελαγχολική κοινή γυναίκα που προσπαθούσε μάταια να θυμηθεί με πόσους είχε κοιμηθεί, αλλά βαθιά μέσα στα μάτια της θα διέκρινε κανείς τις τύψεις να δαγκώνουν σαν το σκυλί που έστεκε πάντα πλάι της… Στον έρωτα της ιστορίας μας πάντως αναφέρονται επιβεβαιωμένα τα ποιήματα: «Μαραμπού» και «À bord de l’ “Aspasia”».

Ιστορία δεύτερη: «Ο θερμαστής» Ο ποιητής-πειρατής είχε έναν φίλο αδελφικό, τον William George Allum, που ήταν μαύρος θερμαστής Εγγλέζος, αλλά με καταγωγή από το Τζιμπουτί. Είχε τατουάζ παντού πάνω στο μυώδες γιγάντιο σώμα του και διπλά σκουλαρίκια περασμένα στ’ αφτιά. Φορούσε φανέλα με ρίγες. Πότε πότε κρατούσε ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι στο χέρι. Άλλοτε μάσαγε καφέ κι άλλοτε κάπνιζε μια πίπα σκαλιστή. Στο σώμα του τα τατουάζ ήταν σταυροί και στα μπράτσα του σπαθιά. Μια μπαλαρίνα ήταν ζωγραφι-

Book 1.indb 47

29/12/2014 2:37:42 μμ


48

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

σμένη στην κοιλιά του και στο μέρος της καρδιάς υπήρχε η αγαπημένη του άγρια καλλονή, ένα τατουάζ που είχε κάνει στο Ανάμ. Όσοι είχανε μαζί του εργαστεί έλεγαν ότι ποτέ δεν μίλαγε και μήτε φίλους είχε. Μα όταν τον γνώρισε ο ποιητής, έγινε ο ίδιος φίλος του και τον άκουγε στην καμπίνα τους να μιλάει για ώρες με έναν λόγο κοφτερό και γελώντας τρανταχτά. Έλεγαν ακόμα οι ναυτικοί για το χασίσι που συνήθιζε να καπνίζει και πώς το καπνίζουν στο Αλγέρι και πώς πίνουν στο Άντεν την άσπρη σκόνη, για μέρη ξωτικά και για άλλα παρόμοια παράξενα πράματα. Ο πειρατής μας του χάριζε λάμες ξυραφιών και γλυκά και του έλεγε να σταματήσει το χασίς, αλλά αυτός, αντί για απάντηση, γελούσε και τον σήκωνε ψηλά με τα δυο του χέρια. Μια τέτοια φορά τού εξομολογήθηκε ο θερμαστής ότι κάποτε είχε αγαπήσει μια εξωτική όμορφη γυναίκα, την Katherine, αλλά αυτή έφυγε με έναν άλλον ναύτη Αφρικανό κι έτσι, για να την ξεχάσει, εξάλειψε ό,τι δικό της είχε εκτός από το τατουάζ στο μέρος της καρδιάς. Όλοι το ξέρανε ότι κάποιες νυχτιές έτριβε με βότανα και έκαιγε το τατουάζ για να το εξαφανίσει, αλλά δεν το κατάφερε ποτέ. Ο William είχε αθώα καρδιά. Μια φορά, κάποια νυχτιά στο μπαρ «Ρετσίνα» στη Μασσαλία, έφαγε μια αδειανή μποτίλια στο κεφάλι για να προφυλάξει τον ποιητή από έναν Ισπανό. Τέτοιος φίλος ήταν. Μια άλλη φορά στην Άπω Ανατολή, τον άφησαν πίσω να ψήνεται στον πυρετό, μα δεν ήταν γραφτό του να πεθάνει έτσι. Όταν έγινε καλά, βρέθηκαν ξανά στο ίδιο πλοίο5. Άλλη φορά πάλι, στην Bomballa, αγόρασε έναν περσικό γάτο, που όμως αρρώστησε απ’ αυτήν την αρρώστια που παθαίνουν μερικές φορές οι γάτοι στα πλοία6 κι έτσι αναγκάστηκαν να πετάξουν το γατί στη θάλασσα. Σε κάποια άλλη περίσταση ο θερμαστής εμφανίζεται να κάνει «μάθημα πορείας νυχτερινό» τρεις μήνες στη σειρά με του καπετάνιου τη μιγάδα… Κάποτε ωστόσο, σε ένα μαγαζί του Nossi Be, έδωσε ο θερμαστής δυο σελήνια και πήρε ένα μαχαίρι. Αργότερα, μια μέρα-μεσημέρι στη γραμμή του ισημερινού, έμπηξε μια μαχαιριά στο μέρος της καρδιάς όπου είχε το κούλικο7 τατού. (Άραγε, όταν αναφέρει στο ομώνυμο ποίημά του για το μαχαίρι που αγόρασε στο Αλγέρι ότι φοβάται τάχα μην καμιά φορά το στρέψει στον εαυτό του, να θυμόταν τον χαμό του φίλου του; Να φοβόταν άραγε μην τον βρει το ίδιο τέλος;) Καθώς περνάγανε, λοιπόν, από τον κόλπο του Bisky, στο κεφάλι της Ευρώπης, βρήκανε οι ναύτες το νεκρό μαχαιρωμένο κορμί και τότε ο πλοίαρχος είπε… «θέλησε το στίγμα του να σβήσει» και διέταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευτεί. Όταν φτάσανε έπειτα στο λιμάνι του Gabes, στις ακτές της Αφρικής, ενώ όλη τη νύχτα η Εσμεράλδα –μάλλον το όνομα της μιγάδας του καπετάνιου– είχε ποτίσει το σώμα του με το «κρασί του Μίδα»8, δηλαδή πολύ καλής ποιότητας αρωματικό κρασί, ρίξανε το πτώμα του θερμαστή στη θάλασσα9 με όλες τις τιμές. Ο ποιητής ένιωσε πως διέπρατταν κάποια προδοσία, έτσι καθώς γύρναγε η προπέλα και το πλοίο έφευγε μακριά. Μάταια στα χρόνια που περνούσαν τον περίμενε να τυλίξει την μπαρκέτα10 ή να φανεί στην ανεμόσκαλα... Αναφέρονται στον θερμαστή επιβεβαιωμένα τα ποιήματα: «William George Allum», «Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί», «Σταυρός του Νότου», «Καραντί», «Θαλάσσια πανίς» και «Εσμεράλδα».

Book 1.indb 48

29/12/2014 2:37:42 μμ


49

Δημήτρης Σταδάς

Επίλογος Στις 10 Φλεβάρη του 1975 έσβησε ξαφνικά όπως φοβόταν, «εν όρμω», ο ποιητής που σ’ όλη του τη ζωή ονειρεύτηκε έναν γαλάζιο τάφο. Έγινε μια κηδεία «σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες». Πάντοτε όμως, θα τον φαντάζομαι να πλέει με μια βαρκούλα στο γαλάζιο του ουρανού, να φτερουγίζουν γύρω του αγγέλοι, να ταξιδεύει πάνω από τις πολιτείες «τις πιο απομακρυσμένες» και σαν άλλος Άι Νικόλας να προστατεύει τα πλοία της θάλασσας που θα ‘χουν ξεμακρύνει…

Σημειώσεις 1 Στο ποίημα «À bord de l’ “Aspasia”» μαθαίνουμε ότι ήταν δόκιμος στο πλοίο αυτό. 2 Μασσαλία 3 Ο Καββαδίας έλεγε ότι ο έρωτας δεν θα χτυπήσει ποτέ την πόρτα του. Όμως, προς το τέλος της ζωής του τελικά αγάπησε μια γυναίκα, τη Θεανώ Σούνα, για την οποία έχουν σωθεί ερωτικά γράμματά του. 4 Στην Αργεντινή γνώρισε ο Καββαδίας μια Ελληνίδα που την είχαν «σκλαβώσει» σε οίκο ανοχής. Μαζί με πέντε ναύτες την απήγαγε και πλήρωσε τα εισιτήριά της για να επιστρέψει στην Ελλάδα (ίσως επειδή είχε το ανεξίτηλο σημάδι στην καρδιά εξαιτίας της περιπέτειας που αναφέρεται στην πρώτη ιστορία). Μετά από λίγα χρόνια, η κοπέλα συνάντησε τον Καββαδία σε μια δεξίωση του Καραγάτση. Προσποιήθηκε ότι δεν τον γνώριζε και άρχισε να τον συκοφαντεί. Ο Καββαδίας δεν αποκάλυψε ποτέ την ταυτότητά της. Άραγε, να είναι αυτή η «Gabrielle Didot» και όχι η κοπέλα της πρώτης ιστορίας; 5 Για το πλοίο που εργάστηκε μαζί με τον πραγματικό ή φανταστικό φίλο του, τον Γουίλλιαμ τον θερμαστή (και ίσως με τη φαντασία μας υποθέτουμε ότι ήταν το πλοίο που εργάστηκε τον περισσότερο καιρό της ζωής του): Στο ποίημα «Θαλάσσια Πανίς» λέει σ’ έναν στίχο «Το “Union jack” και το σπασμένο τουρκετί…» Με μια πρώτη ανάγνωση θα συμπεραίναμε ότι «Union jack» είναι τα όνομα του πλοίου, όμως με περαιτέρω έρευνα βρίσκουμε ότι «τουρκετί» είναι το πλωριό κατάρτι –τριγωνικό πανί του λοξού ιστού πλώρης– και ότι το «Union jack» είναι η σημαία του Ηνωμένου Βασιλείου. Στα ποιήματα του Καββαδία βρίσκουμε αναφορές όπως: «μα στης γοργόνας το φτερό η αιώνια τσάρκα», «η πλωριά γοργόνα μια βραδιά», «η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε γοργόνα», «περαστική τώρα η γοργόνα η τροπική». Πρόκειται για χαρακτηριστικό διακοσμητικό στοιχείο της πλώρης των παλαιών ιστιοφόρων. Καθώς το ιστιοφόρο ανεβοκατεβαίνει στο νερό, η γοργόνα δίνει την εντύπωση ότι «βουτά» ή ότι «παίρνει παράξενες ανάσες», σαν να ζωντανεύει παραδόξως. Ενώ η ξύλινη γοργόνα που «μας πρόδωσε» αποτελεί μια ακόμη υπόσταση του φευγαλέου αντικειμένου του πόθου. Στα ποιήματα του Καββαδία βρίσκουμε αναφορές όπως: «του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι», «του Κολόμβου ξύπνησαν οι ναύτες», «όπως και τότε απ’ του Κολόμβου την κουκέτα». Ίσως λοιπόν και στη «Βάρδια», το πεζογράφημά του, όταν γράφει «Δεν θυμάμαι. Δεν έχω ζυγώσει άλλον άντρα. Όμως απόψε... Όχι γιατί μ’ αρέσεις. Είμαι μονάχα περίεργη. Πάμε. Αύριο, στο Colombo», να μην εννοεί το Colombo, την πρωτεύουσα της Σρι Λάνκα, αλλά το όνομα του πλοίου. Με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε (με λίγη φαντασία) ότι το πλοίο που εργάστηκε μαζί με τον φίλο του, τον Γουίλλιαμ τον θερμαστή, λεγόταν «Κολόμβος» και ήταν αγγλικό ιστιοφόρο με ανάγλυφη γοργόνα στην πλώρη. Το στερνό καράβι του Καββαδία ήταν το «Υδροχόος». 6 Η γάτα του καραβιού κινδυνεύει από την «αρρώστια του σιδήρου». Είναι μια ασθένεια, που κατά τους ναυτικούς, προσβάλλει τις γάτες, όταν μένουν για πολύ καιρό μέσα σ’ ένα πλοίο και βλέπουν συνέχεια σίδερο. Αρχικά, το βλέμμα τους χάνει τη γρηγοράδα και την κινητικότητά του και κατόπιν τρελαίνονται. Οι ναυτικοί προσπαθούν να προφυλάξουν τη γάτα απ’ αυτόν τον αργό θάνατο, φορώντας της ένα φυλαχτό. Συνήθως όμως δεν καταφέρνουν να γλιτώσουν από την αρρώστια κι έτσι η γάτα καταλήγει στη θάλασσα. Φυσικά, μετά απ’ αυτήν την πράξη, κάθε ναυτικός απομονώνεται για να θρηνήσει τον χαμό της.

Book 1.indb 49

29/12/2014 2:37:42 μμ


50

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Ανάμεσα στους ναύτες υπάρχει η φήμη ότι οι γάτες αρρωσταίνουν πάνω στα καράβια λόγω του στατικού ηλεκτρισμού. «Όταν είναι μήνες πάνω σε λαμαρίνες, δεν γειώνονται και δεν φεύγει από πάνω τους ο στατικός ηλεκτρισμός. Αυτό σταδιακά οδηγεί σε κάτι σαν λύσσα». Όμως, αυτό είναι μόνο φήμη, γιατί «τη στιγμή που πατάς σε λαμαρίνα βαποριού το οποίο είναι στη θάλασσα, οποιοδήποτε ηλεκτρικό φορτίο έχεις πάνω σου γειώνεται», όπως αναφέρει ένας ηλεκτρονικός πλοίων. Λένε επίσης ότι οι γάτες παθαίνουν επιληπτικές κρίσεις από την εισπνοή ιωδίου, το οποίο διαταράσσει τη λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα, όμως η εισπνοή ιωδίου, σύμφωνα με ιατρικές έρευνες στον άνθρωπο, είναι αντίθετα ωφέλιμη για τον οργανισμό. Σύμφωνα με τη γνώμη κτηνιάτρων, «δεν υπάρχει σχετική βιβλιογραφία και ίσως τα φαινόμενο αυτό να οφείλεται σε κακή διατροφή ή απλά σε ψυχολογικούς λόγους και όχι σε κάποια ασθένεια». Ο Καββαδίας αναφέρεται στην «αρρώστια του σιδήρου» στο ποίημα: «Οι Γάτες των φορτηγών».

7 Κινέζικο. Κούληδες: Πρόκειται για τους Ασιάτες, απόγονους των φτωχών εργατών της Ινδοκίνας που εργάζονταν από το 1860 στις περιοχές του Μαδράς και της Καλκούτα, κυρίως σε φυτείες ζαχαροκάλαμων στο Νατάλ. Αντιπροσώπευαν τη δεκαετία του ‘50 λιγότερο από το 3% του πληθυσμού της περιοχής. Αργότερα ονομάστηκαν έτσι οι Ασιάτες που ήταν στις αγγλικές αποικίες μεταφορείς, που είχαν ένα κάρο δίτροχο, το έσερναν και σου έδιναν και μία βίτσα να τους χτυπάς για να τρέχουν. Αυτοί ήταν συνήθως Κινέζοι και συναντούσες πολλούς τέτοιους κυρίως στα λιμάνια αυτών των αποικιών. Από εκεί καθιερώθηκε στην ναυτική γλώσσα να λένε κούληδες τους Κινέζους. 8 Ο Ηρόδοτος γράφει για τον Μίδα ότι είχε έναν κήπο στην κοιλάδα κάτω από το όρος Βέρμιο, με εξηντάφυλλα τριαντάφυλλα εξαιρετικής ευωδιάς και μια πηγή με δροσερό τρεχούμενο νερό, το οποίο ο Μίδας ανακάτεψε με κρασί και το πρόσφερε στον Σιληνό, θεότητα του κρασιού και συγγενή του Διονύσου, που τον φιλοξενούσε επί δέκα μέρες. Ήθελε να τον μεθύσει για να μάθει τα μυστικά της σοφίας του. Οι Φρύγες έχουν έναν παρόμοιο μύθο του Διονύσου, όπου η πηγή τοποθετείται στο Θύμβριο της Φρυγίας, αναφέρουν δε ότι όταν ο Σιληνός αποκάλυψε τα μυστικά του στον Μίδα, εκείνος την ενδέκατη μέρα τον οδήγησε κοντά στον Διόνυσο. Ευχαριστημένος ο θεός του είπε ότι μπορούσε να ζητήσει οποιαδήποτε ανταμοιβή. Ο Μίδας ζήτησε να μετατρέπεται σε χρυσάφι οτιδήποτε άγγιζε. Αρχικά ο Μίδας απέκτησε μεγάλη δύναμη από την ικανότητά του αυτή, αργότερα όμως κατανόησε τη λανθασμένη επιλογή του, αφού ακόμα και το φαγητό που έτρωγε γινότανε χρυσάφι. Έτσι, παρακάλεσε τον Διόνυσο να τον απαλλάξει. Ακολουθώντας τη συμβουλή του θεού, ο Μίδας πήγε στον ποταμό Πακτωλό και με το που άγγιξε τα νερά, η δύναμή του πέρασε στον ποταμό και από τότε ο ποταμός Πακτωλός ανέβλυζε χρυσάφι. 9 Όταν πεθαίνει κάποιος στη θάλασσα, τον ράβουνε σε δυο μέτρα καραβόπανο και του δένουνε ένα σίδερο στα πόδια για να βουλιάξει. Έπειτα, κάνουν «αριστερά τιμόνι» για να μην πάρει το σώμα η προπέλα, γιατί το πλοίο κάνει έναν γύρο εκεί που έπεσε ο νεκρός ως αποχαιρετισμό.

photo by Giorgos Kokkios

10. Μικρή βαρκούλα.

Book 1.indb 50

29/12/2014 2:37:43 μμ


51

Αλέξανδρος Δαμουλιάνος

Αλέξανδρος Δαμουλιάνος Άτιτλος άνθρωπος Η αλήθεια σιγά σιγά βρίσκει τον εαυτό της μέσα απ’ τα λάθη της. Μες στα σκοτάδια περιπλανιέται μονάχη της η ελευθερία διδάσκοντας στο αύριο τη γλώσσα των ελπίδων. Μα το αύριο παίζει με τον φόβο στα χαρτιά την τύχη του. Η σιωπή ξορκίζει από την ψυχή της το μίσος.

photo by Giorgos Kokkios

Τον μπαλτά της ακονίζει η ιστορία και τα ψέματα βελάζουν σαν αμνοί αθώοι μες στο μαντρί της δικαιοσύνης.

ZZ Ο Αλέξανδρος Δαμουλιάνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1990. Είναι φιλόλογος. Έχει δημοσιεύσει έως τώρα πέντε ποιητικές συλλογές. Έχει υπογράψει το σενάριο της, προβεβλημένης εντός και εκτός Ελλάδας, μικρού μήκους ταινίας «Θεός στον ορίζοντα». Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, συλλογικά έργα και λογοτεχνικά περιοδικά. Επίσης έχει συμμετάσχει στο διεθνές συνέδριο ΤΕDx ATHENS 2010.

Book 1.indb 51

29/12/2014 2:37:47 μμ


52

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Αθηνά Βορρίση Κάποιος… κάπου… τον είδε

Ή

ταν χειμώνας όταν οι ελληνικές μεραρχίες στα βουνά της Αλβανίας προσπαθούσαν να αναμετρηθούν με τις ιταλικές φασιστικές δυνάμεις του Μουσολίνι, όταν αυτά τα παιδιά με θάρρος και ανδρεία ρίχτηκαν στη μάχη, για να προασπίσουν τα ιδανικά τους. Αυτά που διδάχτηκαν από τις οικογένειές τους, από τους δασκάλους τους και από τη φτώχεια του μεσοπολέμου. Τα ίδια ιδανικά, που κάποιοι Έλληνες, άλλες εποχές, με τον ίδιο τρόπο υπηρέτησαν. Αρκετοί απ’ αυτούς είχαν πολεμήσει και στον πρώτο παγκόσμιο. Άλλοι είχαν μεγαλώσει μέσα στη μιζέρια και την εξαθλίωση που ακολουθεί τον πόλεμο. Και τώρα, πριν προλάβουν να ζήσουν, ένας ακόμη πόλεμος! Όμως, δεν δίστασαν ούτε για μια στιγμή. Τίποτα δεν τους εμπόδισε να εκδηλώσουν την αγάπη τους για την πατρίδα, την ουτοπική επιδίωξή τους: να νικήσουν τους Ιταλούς. Έφτασε μια ειδοποίηση στο σπίτι της οκταμελούς οικογένειας, εκεί όπου ζούσαν πέντε αγόρια, ένα κορίτσι και οι γονείς. Από πολύ νέος, ο πατέρας δοκιμάζεται. Νωρίς, έχοντας μόλις φέρει στη ζωή τα τέσσερα από τα παιδιά του, έχασε τη γυναίκα του, τη συνοδοιπόρο, τη σύντροφό του. Πώς θα μεγαλώσει μόνος του τα ορφανά; Ποιος θα του σταθεί τις κρύες νύχτες του χειμώνα; Ποιος θα ετοιμάσει το φαΐ για τα παιδιά του; Ποιος θα τα ξεπροβοδίσει με τον καλό του λόγο, για να απαλύνει τα βάσανα της ζωής, της μιζέριας και της εξαθλίωσης του μεσοπολέμου; Μόνος δεν τα μπορούσε όλα αυτά... Σύντομα μια άλλη σύζυγος πήρε τη θέση της πρώτης στην οικογένεια και άλλα δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, ήρθαν στη ζωή, για να πληθύνει έτσι η οικογένεια και να χαράξει την πορεία της μέσα στον χρόνο, με όλα τα βάσανα προχωρώντας, όπως οι περισσότερες πολυμελείς οικογένειες της εποχής. Άρχισε ο πατέρας να γλυκαίνει, να γίνεται υπομονετικός, ανεκτικός στην καθημερινότητα της ζωής, καλή ή λιγότερο καλή. Τα τέσσερα αγόρια έφτασαν τα δεκαοκτώ, δεκαεννέα, είκοσι ένα και είκοσι δύο χρόνια. Η Ιταλία του Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα του Μεταξά. Η επιστράτευση κηρύχτηκε αμέσως και μαζί με όλα τα παιδιά που πανηγύριζαν σαν να πήγαιναν σε γιορτή, κατέβηκαν στο λιμάνι και τα παιδιά του κυρ-Δημήτρη. Τα τέσσερα μεγάλα παιδιά μπήκαν στις βάρκες για να φτάσουν στο μεγάλο πλοίο, που είχε αράξει στα βαθιά νερά του όμορφου νησιού τους και έφυγαν για τον πόλεμο. Τα δύο μικρότερα επέστρεψαν στο σπίτι χωρίς να καταλαβαίνουν αυτό που ζούσαν. ZZ Η Αθηνά Χ. Βορρίση είναι φιλόλογος και υπηρετεί στην εκπαίδευση από το 1989 μέχρι σήμερα. Ασχολείται με τη λογοτεχνία, την έρευνα στην ιστορία και στην εκπαίδευση. Είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών, υλοποιεί πολιτιστικά προγράμματα, εκθέσεις βιβλίων και πειραματικές διδασκαλίες στο σχολείο της, ενώ παράλληλα συμμετέχει σε επιστημονικά συνέδρια με ανακοινώσεις και δημοσιεύσεις άρθρων της.

Book 1.indb 52

29/12/2014 2:37:50 μμ


53

Αθηνά Βορρίση

Οι μέρες περνούσαν. Όλο και κάποιο νέο είχε ο πατέρας για τα παιδιά του. Ήρθε ο χειμώνας στα βουνά της Αλβανίας. Τα παιδιά επιβιώνουν, βρίσκονται όμως σε διαφορετικές μονάδες. Στον τόπο τους ποτέ δεν είχαν τόσο βαρύ χειμώνα. Ο ήλιος συνήθως έλαμπε κι η θάλασσα ήταν καταγάλανη. Σπάνια φυσούσε δυνατός βοριάς. Ελάχιστες φορές τον χρόνο μπορούσες να δεις φουρτουνιασμένη τη θάλασσα. Περνούσε ο χειμώνας και τους ζέσταινε το δυνατό φως του ήλιου, η ζεστή αγκαλιά του σπιτιού τους κι η αγάπη που είχαν μεταξύ τους. Όμως, εδώ, στα άγρια, παγωμένα βουνά, με τις σφαίρες να έρχονται από παντού, ν’ ακούγονται τόσο δυνατά, τόσο κοντά, δίπλα τους... νόμιζες πως είχες χτυπηθεί κι ας περνούσαν οι σφαίρες ξυστά κι ας είχαν τελικά σκοτώσει τον διπλανό σου. Εδώ ο χρόνος φαίνεται να μην κυλά, σιγοπερπατάει μόνο ανάμεσα στα νεκρά ξαπλωμένα κορμιά νέων ανθρώπων. Εδώ ο θάνατος σου σιγοτραγουδά... Ο άγριος χειμώνας περνούσε, ο καιρός ηρεμούσε, όμως οι καρδιές των ανθρώπων πάγωναν, το μυαλό τους θόλωνε από τις φρικτές εικόνες του πολέμου και η σκέψη τους άφηνε τη γαλήνη της φύσης κι έτρεχε εκεί στη μάχη, εκεί που είχαν αφήσει πίσω τους, άλλος το πόδι, άλλος το χέρι κι άλλοι τον διπλανό, τον φίλο, τον αδερφό να κείτεται χάμω! Ο πατέρας έτρεξε στο τηλεγραφείο να μάθει νέα. Ευτυχώς, ήταν και τα τέσσερα αγόρια του καλά. Στάθηκαν τυχεροί μέχρι τώρα, άντεξαν! Άντεξε κι η καρδιά του κυρΔημήτρη. Δύο παιδιά στην ηλικία του Τάσου είχαν σκοτωθεί κι άλλα δύο γύρισαν πίσω σακατεμένα... Έτρεξε να συμπαρασταθεί στις οικογένειες που έχασαν τα παιδιά τους και προσπάθησε να βρει λόγια παρηγοριάς. Ύστερα, όταν οι γερμανικές δυνάμεις μπήκαν στην Ελλάδα και ο ελληνικός στρατός οπισθοχώρησε φεύγοντας κακήν-κακώς από το μέτωπο, δεν ήταν εύκολη η επιστροφή όσων απέμειναν. Ο πατέρας έτρεξε ξανά να μάθει νέα για τα παιδιά του – μόλις είχαν επιστρέψει κάποιοι φαντάροι, χιλιόμετρα μακριά σε κάποιο χωριό. Μετά από ώρες πεζοπορίας έφτασε στο Νιοχωράκι. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, δυνάμωναν οι χτύποι καθώς προχωρούσε όλο και πιο γρήγορα, νόμιζε πως θα σπάσει... Στην οπισθοχώρηση τους είδαν. Ο Γιάννης, ο ψηλός μελαχρινός – αυτός δεν ήταν ο ένας; Ο Τάσος ο πονηρός, ο κυνηγός, που κοίταζε να φυλάγεται, αλλά προφύλασσε και τους άλλους. Ο Κώστας, ο γαλανομάτης... Αυτός πια νοιαζόταν μόνο για τους άλλους: μοίραζε ό,τι είχε, ακόμη και το λιγοστό φαγητό του – προτιμούσε να πεινάει εκείνος παρά οι σύντροφοί του. Και ο Διονύσης, ο σοβαρός με το καλλίγραμμο μουστάκι – πώς το διατηρούσε έτσι; Όλοι απορούσαν. Αυτός ήταν πάντα λιγομίλητος. Δόξα τω Θεώ! Τα παιδιά του ήταν καλά. Σε λίγες μέρες θα επέστρεφαν. Θα γέμιζε το σπίτι ξανά. Τα δυο μικρότερα αδέλφια τούς περίμεναν. Η μητριά σκεφτόταν πώς έπρεπε να τους καλωσορίσει, να βρει τον τρόπο να τους κάνει να χαρούν, να τους δείξει ότι έλειψαν από το σπίτι τους, πως δεν έκλεψε κανείς απ’ την αγάπη του πατέρα τους για εκείνους, πως όλοι τούς ευχαριστούν και θα τους βοηθήσουν να ξεχάσουν αυτά που έζησαν εκεί. Αυτά που έκαναν τα νέα παιδιά στην αρχή, φεύγοντας για το μέτωπο, περήφανα και χαρούμενα, αργότερα σκεφτικά και προσεκτικά, κι έπειτα αμίλητα και σκυθρωπά κι απελπισμένα.

Book 1.indb 53

29/12/2014 2:37:52 μμ


54

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Οι μέρες περνούσαν και μόνο τα δυο από τα τέσσερα παιδιά του κυρ-Δημήτρη είχαν επιστρέψει. Τα άλλα δύο, ο Τάσος και ο Γιάννης, έμαθαν πως έρχονταν, όμως αργούσαν να φανούν. Ο πατέρας είχε μια θέση έξω απ’ το σπίτι, σ’ ένα ύψωμα, στη ρίζα μιας ελιάς. Εκεί μπορούσε να βλέπει ως το βάθος του δρόμου. Η γέρικη ελιά είχε απλώσει τις ρίζες της στο χώμα και καθώς με τον χρόνο το χώμα υποχωρούσε, ένα τμήμα της ρίζας είχε πάρει τη μορφή χαμηλού καθίσματος. Μια κουρελού, αντί για μαξιλάρι, έντυνε το ξύλο όπου καθόταν κάθε μέρα ο πατέρας, από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Εδώ έμενε μέρες πολλές περιμένοντας τα δυο παιδιά του. Είναι Κυριακή μεσημέρι. Ο πατέρας βρίσκεται στη «θέση» του, τη θέση όπου κάθεται για ενάμιση μήνα τώρα, πολλές φορές και τα βράδια ακόμα, όταν δεν μπορεί να κλείσει μάτι. Η μάνα φωνάζει, ο καιρός έχει κρυώσει, το φαγητό είναι έτοιμο – συνήθως έτρωγε εκεί, μα σήμερα κάνει παγωνιά, ίσως και να βρέξει. Αυτός δεν έλεγε να μπει μέσα. Κάτι του ‘λεγε: Σήμερα θα ’ρθουν! Πέρα μακριά, απ’ το μονοπάτι κι όχι απ’ τον δρόμο που έρχεται από το λιμάνι, μια μορφή σκελετωμένη, άγρια, με μακριά, ακατάστατα, ανακατεμένα γένια και ρούχα κολλημένα πάνω στο σώμα, περπατούσε με δυσκολία πλησιάζοντας προς το μέρος του... Ήθελε να φωνάξει «πατέρα», αλλά δεν πρόλαβε «πα...» και σωριάστηκε στο έδαφος. Ο πατέρας έτρεξε κοντά του, έπεσε πάνω του και τον ανασήκωσε λίγο από το έδαφος. Έβαλε το μισό σώμα στην αγκαλιά του και τον ρώτησε: «Πού είναι ο αδερφός σου, ο Γιάννης;» «Στην οπισθοχώρηση κάποιος... κάπου... τον είδε...»

photo by Giorgos Kokkios

Κάθε μέρα, από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, από τότε μέχρι σήμερα και για πάντα, ο πατέρας περιμένει τον Γιάννη στο ίδιο μέρος, κάτω από την ίδια ελιά...

Book 1.indb 54

29/12/2014 2:37:53 μμ


55

Γιώργης Παπανικολάου

Γιώργης Παπανικολάου Φλεβάρης Ο Φλεβάρης δίνει το σύνθημα για να ξυπνήσουν οι μαγικοί χυμοί στις φλέβες της γης. Κι έτσι, σιγά-σιγά, ν’ αρχίσει το πανηγύρι
 των χρωμάτων, των αισθήσεων και των συναισθήσεων. Για την ώρα
 βρισκόμαστε ακόμα στον τόπο των παραισθήσεων. Απόδειξη γι’ αυτό τα λουλούδια της μυγδαλιάς, που λικνίζονται στο πρώτο φως, νομίζοντας πως ήρθε η Άνοιξη!

Adagio Μια αυγή χαράζει σήμερα
 που φέρνει προσδοκία Άνοιξης στης νύχτας την πνοή. Στου Φλεβάρη το σβήσιμο ακούγονται μουσικές χρωμάτων και φέγγουν εικόνες αρωμάτων. Είν’ έτσι π’ αρχίζει της αναγέννησης ο χρόνος ή μήπως είν’ μόνο τ’ ανθρώπου η αποθυμιά; Σίγουρο πάντως είναι το άκουσμα
 της τελευταίας είδησης απ’ την επιστήμη, πως και στο σκοτάδι υπάρχει φως. ZZ Ο Γιώργης Παπανικολάου γεννήθηκε στο Αγρίνιο, όπου και βίωσε τα μαθητικά του χρόνια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικές και παιδαγωγικές επιστήμες, ενώ παράλληλα ασχολιόταν με το γράψιμο και τη ζωγραφική. Η ποιητική του συλλογή με γενικό τίτλο «Φεγγαρόπετρες», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Οσελότος», περιλαμβάνει και ζωγραφικά του έργα.

Book 1.indb 55

29/12/2014 2:37:56 μμ


56

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Έφη Κώτση-Δεληγιάννη Τραγικό αδιέξοδο Μεγάλη απαίτηση ή μεγάλη προσδοκία; Το τίμημα βαρύ. Πικρή η ειλικρίνεια εύκολη η υποκρισία. Ξοδεύεις για το δίλημμα. Το μέτρο των σοφών εδώ καθόλου δεν αρμόζει· όλα ή τίποτα. Αλάνθαστο (;) κριτήριο. Σίγουρο αδιέξοδο. Κι όμως κι αν τη ζωή σου την εχάλασες (;) η φύση σου πάντα σε οδήγησε κοντά στην προσδοκία.

Εις μάτην Ήτανε κακός ο σπόρος ή μάλλον χέρσος ο αγρός. Εις μάτην. Η μοναξιά αγγίζεται. Έχει άρωμα έχει χρώμα. Η μοναξιά μπορεί και να σε θρέψει. ZZ Η Έφη Κώτση-Δεληγιάννη γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1956. Πατρίδα της θεωρεί τον Βόλο, όπου έζησε τα παιδικά και μαθητικά της χρόνια. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου παρακολούθησε το Ιστορικό-Αρχαιολογικό Tμήμα. Εργάστηκε ως καθηγήτρια φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση επί τριάντα έτη. Τα είκοσι τρία από αυτά δίδαξε στο 39ο Λύκειο Αθήνας, στην Άνω Κυψέλη. Σήμερα είναι συνταξιούχος. Η ποιητική συλλογή «Ονειρεύομαι μια θάλασσα πλατιά» είναι το πρώτο της βιβλίο. Τα ποιήματα του παρόντος τεύχους δημοσιεύονται για πρώτη φορά.

Book 1.indb 56

29/12/2014 2:37:59 μμ


Έφη Κώτση-Δεληγιάννη

57

Σε χρόνο μέλλοντα Θα σε πάρω απ’ το χέρι στην άδεια πολιτεία να σεργιανίσουμε. Θα σε κρατώ τρυφερά, το φεγγάρι θα σου ασημίζει τα μαλλιά. Μη σε σκεπάζει η συννεφιά. Οι δυο μας μόνοι θα διαβούμε. Οι δυο μας μέσα στη νυχτιά κι ας είναι γύρω σκοτεινά. Γύρε επάνω μου κι ας πάμε σε λίγο κοίτα ξημερώνει. Ένας ήλιος λαμπρός από ψηλά την πάχνη και την παγωνιά, αγάπη μου, θα λιώνει.

Σε ρε ελάσσονα Έχω ένα βιολί ένα χαρτί και σένα. Τα μάτια σου δοξάρι στο βιολί βγαίνουν οι νότες στο χαρτί για μένα. Ζήσε για να μου δίνεις την πνοή έχω ανάγκη το βιολί και σένα. Και όταν μας εύρει η αυγή θα ακούγεται η μουσική μόνο για σένα και για μένα.

Book 1.indb 57

29/12/2014 2:38:01 μμ


58

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Βασιλική Τσούκα Σώμα

Ό

λο το βράδυ τα χείλη σου σκεφτόμουν να φιλήσω, να γευτώ με χάρη τα κάλλη σου και μέσα σου να χαθώ για να σταματήσω επιτέλους να υπάρχω. Είσαι η αιώνια επιστροφή μου, ο υπερθετικός μου. Μπορεί και να σε μισώ, αγάπη μου, αλλά σε χρειάζομαι. Μπορεί να μη χρειάζομαι καν εσένα, μα το μίσος να λαχταρώ. Το μίσος σου να βλέπω να φτιάχνει κορυφές με λάσπη, να με φτύνει για να με γδέρνει και έπειτα τρυφερά να με αγκαλιάζει φέρε τον καθρέφτη. Σπασ’ τον. Τα κομμάτια του, θρύψαλα, δώρισέ τα στο κορμί μου και από το αίμα μου, σταγόνες και ποταμός, πιες. Θέλω τα κομμάτια σου, σπινθηροβόλα να μπήξω το σημάδι μου μέσα και από μέσα στάλα στάλα το παρθένο κόκκινο να πιω αχ, τα χείλη σου θέλω να φιλήσω απόψε και τα μάτια σου να γευτώ, βρόμα το βλέμμα, άνθος μαύρου. Έχεις γνωρίσει ποτέ εκείνον που απαλά σε σέρνει στο χείλος; Ύπουλα και ανθρώπινα, της συνείδησης εμφάνιση, υπερκόσμια συνάντηση πάνω σε μπεζ αποχρώσεις για να γίνει, να επιτελεστεί μεταθανάτια σύγκρουση τα ακροδάχτυλά σου να έλιωνα, ένα να γίνονταν με το πρόσωπό μου, να έφτανε ως το στόμα μου και τις λέξεις μου μία μία συλλαβιστά να πρόφερε, τι μας ενώνει, τι μας χωρίζει, μορφή να γινόταν, να έκοβε, να συνέθλιβε τα ονόματά μας, ακατανόητα πλέον να εμφανίζονταν μήπως και μήπως και αλλά χρειάζομαι τα σπλάχνα σου να φάω, να σε διαλύσω, τα κόκκαλα να σου σπάσω και έτσι ο πολτός όπως θα χύνεται να καλύπτει μελωδικά το κορμί μου, να με αρωματίσει με το χάδι του μίσους μας, του αγγέλου μας, της αγάπης μας και έπειτα όταν η σειρά μου θα έρθει λουλούδια να μου χαρίζεις όταν οι χαρακιές θα στιγματίζουν το κορμί μου με φιλιά να με χαϊδεύεις τρυφερά και την αγάπη σου να την κάνεις μαχαίρι που θα ξεσκίσει την καρδιά μου να σε γρατσουνίσω ποθώ με νύχια από τέρας, το τέρας μου να νιώσεις να σε κατασπαράζει, τις τρίχες σου να αφαιρεί μία προς μία, να φτάσει ως τον λαιμό σου και εκεί, εκεί να χαράξει την χαραματιά μου να την έχεις να την διαχειρίζεσαι, σημείο σου να γίνει, από εκεί να ξεκινούν όλα και όλα εκεί να επιστρέφουν, ηλιοφώτιστα και ολόγυρα, ολωσδιόλου να λεπτοποιηθούν δίχως λεπτού σιγή καμιά, στρόβιλος τα σήματά σου σ’ εμένα να γέρνουν καστρόπορτας κοντάρι βαθιά κεντραρισμένο δονούμενο αρκούντως. Πέτρα να γίνω, λίθος να ριζώσω σιγανά μέσα σου από μέσα σου να ξεκινώ και μέσα σου να επιστρέφω ZZ Η Βασιλική Τσούκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1989. Είναι φοιτήτρια του Τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ασχολείται με τον χώρο των τεχνών και έχει αρθρογραφήσει κατά καιρούς σε πολιτιστικά έντυπα. Γράφει ποιήματα και πεζά.

Book 1.indb 58

29/12/2014 2:38:04 μμ


59

Βασιλική Τσούκα

μέσα σου να μπω, να ρημάξω τα όργανά σου, κάθε νερό σου να γαληνέψω με όνειρα άσπρα, μέσα σου να βυθιστώ από την πύλη σου, από το ρήγμα σου να διαφεντεύω άρχοντας του κόκκινου με τον πυλώνα μου οργασμούς να σου παραδίδω και έτσι όπως με τα ρίγη σου θα διασκορπίζεσαι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα με τα χέρια μου να σε πνίγω για να ποτιστείς με το βλέμμα του νοσηρού, αγγέλους να ονειρεύεσαι μαύρους πανέμορφους να σε χαϊδεύουν, να σε διαπερνούν και ένα κουβάρι κενό να σε αφήνουν να χύνεσαι στην αγκαλιά μου να μετανοείς κάθε που θα εκλιπαρείς για επιστροφή ποιο είναι το σημείο του έρωτα στο οποίο από ένα γινόμαστε δύο;

photo by Giorgos Kokkios

μία από αυτές τις μέρες θα ονομάσω αυτήν τη γραφή αειθαλή. Τα ακρο-γράμματά της θα πετούν, όμως όχι για να πέσουν κάτω, μα / εσύ το νόημα να δείχνεις όχι με νόημα σφυροκοπημένο αμιγώς / διαστέλλεται καθώς είναι φυλακισμένο / απείρως / διαπερνάται από χρόνους και από χώρους / γεωμετρίες και α-γεω-μέτρητα τα λόγια μοναχά και μοναχικά / μόνα τους δημιουργούν / νοήματα / νόηση και λογική και ο / Λόγος / παντοδύναμος / και όμορφος σαν θεός / όχι Απόλλωνας, μα Διόνυσος / κάποιος / τον έθρεψε σαν θεό όμορφο και αδίστακτο / όχι / μόνα τους δημιουργούν νοήματα / α-λογο και α-λεκτο / βαθύτατα αληθινό / το σώμα / μόνο αυτό / με τις χιλιάδες νευρώσεις του / παραλύουν τα μέλη / παύεις να υπάρχεις / κινείσαι με τροχό εγκεφαλικό / λέω να προτιμήσω το σκοτάδι κλείνοντας όλα τα βιβλία και ξεχνώντας κάθε συλλαβή που έχει διαβαστεί / παίζοντας μοναδικά αυτό το παιχνίδι θα απαντώ κάθε φορά διαφορετικά σε ίδιες ερωτήσεις αεικίνητα γυρνώντας στην πρώιμη πρωτόγονη ασφάλεια.

Book 1.indb 59

29/12/2014 2:38:09 μμ


60

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Ντόρα Λεονταρίδου Έδεσα τον λαιμό μου κόμπο Έδεσα τον λαιμό μου κόμπο για να μπορούν από τα χείλη μου να ξεμυτίσουν κόσμια μόνον γεννήματα του νου που μόρφωσα καλλιέργησα κι εκπαίδευσα να ζει πολιτισμένα. Έδεσα τον λαιμό μου κόμπο ώστε οι κραυγές και τα ουρλιαχτά του λαβωμένου ζώου που μέσα μου λυσσομανά μην ανεβούν ποτέ ως το λαρύγγι μου και βάλουν σε κίνηση αέναη –φοβάμαι– τις φωνητικές χορδές. Έδεσα τον λαιμό μου κόμπο για να φράξω αποφασιστικά οριστικά τον δρόμο διαφυγής. Μην ξεμυτίσουν λόγια ανεπεξέργαστα, ίσως ανάρμοστα για τις στιγμές, ίσως αδιάφορα για τη βιασύνη της ζωής.

ZZ Η Ντόρα Λεονταρίδου είναι διδάκτωρ λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, Paris III. Διηγήματά της έχουν βραβευτεί στον 30ό Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, στον 2ο λογοτεχνικό διαγωνισμό «Αντώνης Σαμαράκης», στον 1ο λογοτεχνικό διαγωνισμό του περιοδικού Ως3 και στον 3ο Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πνευματικής και Ολυμπιακής Στέγης Δ.Βικέλα». Επίσης έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Οδός Πανός και Πανδώρα. Λογοτεχνικά έργα της που έχουν εκδοθεί είναι : «Το παιδί που ονειρευόταν μελωδίες» και «Του έρωτα, του θανάτου και του ανέμου» από τις εκδόσεις Οσελότος.

Book 1.indb 60

29/12/2014 2:38:12 μμ


Ντόρα Λεονταρίδου

61

Μια που το συναίσθημα ίσως κι αυτό χρειάζεται ένα μέτρο. Γιατί καμιά φορά μπορεί να είναι βάρος περιττό· ή ίσως απλά σε λάθος αποδέκτη χαρισμένο. Ο χρόνος πάντως είναι σίγουρα πολύτιμος. Έδεσα τον λαιμό μου κόμπο σφιχτά, πολύ σφιχτά πετυχημένα. Για να σφαλίσει και να συγκρατεί καλά την οιμωγή τον θρήνο κι άλλα πολλά γεννήματα του πόνου και της οδύνης. Αφού πρέπει επιτακτικά –καταλαβαίνω– να ζω πολιτισμένα· να λέω αυτά που πρέπει, όταν πρέπει. Τα υπόλοιπα δεν αφορούν κανέναν. Γι’ αυτό έδεσα τον λαιμό μου κόμπο ασφυκτικά που τίποτα ανοίκειο μην κατορθώσει να περάσει και δίχως έλεγχο του νου, αμεσολάβητα εντελώς να μετακινηθεί απ’ την ψυχή στα χείλη. Κι αν κάποια μέρα, η θλίψη μου ογκωθεί εκρηκτικά κι επίφοβα πολιορκήσει τον δόλιο μου λαιμό, ούτε και τότε να πετύχει να τον λύσει. Αν όμως η ορμή της είναι τόση που αδύνατο σταθεί να την αναχαιτίσει ελπίζω –νομίζω– ενδόμυχα να καταφέρει να τον ξεκολλήσει. Τότε θα μείνω ένα κορμί χωρίς κεφάλι που μόρφωσα κι εκπαίδευσα με τόσο κόπο και του ’μαθα να ζει πολιτισμένα.

Book 1.indb 61

29/12/2014 2:38:14 μμ


62

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Èåüäùñïò ÔáâïõëÜñçò Έπεα πτερόεντα Λόγος είναι ο Βοριάς, ο Νοτιάς, ο Μαΐστρος που λάμνοντας στο κορμί του πελάγους μεταφέρουν μια οργισμένη τρικυμία που βρυχάται θέλοντας να της ξεδιαλύνει όνειρα μυστικά.

Λόγος είναι ο αέρας που θροΐζει τις αναμνήσεις, που λυγίζει τη λυγαριά από ευτυχία καθώς φτερουγίζει νοσταλγικά… γίνεται αρμενάκι, της ερημιάς πουλί πέλαγο τρικυμισμένο του έρωτα. Λόγος είναι τα όλβια όνειρα που ‘μειναν ανεκπλήρωτα για μπάρκο φορτώνουν την καρδιά κι άρμενα συγκίνησης τα ξάρτια. Ασίγαστα του άνεμου τα σωθικά, υμνολογούν το θάρρος των πουλιών που δοκιμάζουν τα μαλακά φτερά τους, κάποιοι άλλοι φλοίσβοι… τραγουδούν στο αίμα μου. Ναι! Δεν είναι η σκληρή της λήθης αντηλιά, είναι οι άνεμοι που θέλουν να κουρνιάσουν στους ύπερους της φωτιάς πόσα μηνύματα μεταφέρουν με τα λόγια τους; Νανούρισε αυτό το σθένος είναι ολόκληρη η αίσθηση της ζωής μέσα από τα λόγια τους… ZZ Ο Θεόδωρος Ταβουλάρης γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι μέλος της Διεθνούς Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: α) «Στο ρεύμα της καρδιάς μου», 1998 και β) «Με τα φτερά της όστριας», 2002, εκδόσεις «ΔΩΔΩΝΗ», καθώς και τρία ποιητικά δοκίμια από τις εκδόσεις «ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ», τα οποία έχουν τους τίτλους: «Οδοιπόρος στην γραφή του πάθους μέσ’ την έρημο της μοναξιάς» το 2004, «Παρτιτούρες με λέξεις για νότες … στη σκοτεινή ρίζα της κραυγής» το 2005 και «Φωτίζοντας τα Άνθεια που περιμένουν μέσ’ την βροχή» το 2006. Το παρόν ποίημα είναι ανέκδοτο και θα περιλαμβάνεται στην υπό έκδοση ποιητική του συλλογή με τίτλο «Αρπυίες».

Book 1.indb 62

29/12/2014 2:38:17 μμ


63

Τάσος Πατρώνης

Τάσος Πατρώνης Αυτόπτης Fermez-vous! Fermez-vous! (…) Grands yeux qui redoutez la véritable nuit! Paul Valéry

Άρχισαν. Απ’ τη μια μουσικές xρώματα κίτρινα, κόκκινα, μοβ, βυσσινί (το στρίβει ο ποιητής). Απ’ την άλλη μη λες − πολιτικοί με ράσο προστάτες οροθετικοί οροθετικές με πλάτες γυμνές. Ακαδημαϊκή έρευνα στην πιάτσα εγώ αυτόπτης εσύ πληροφορητής.

Δωρεάν Ποίηση

Στον αστερισμό της Απόλυτης Επιφάνειας αξίζει μόνον ό,τι έχει εμβαδόν. Το δωρεάν είναι μια λίστα σκέτη, δεν αξίζει τίποτα λοιπόν. Η ποίηση είναι πλέον δωρεάν, επομένως δεν αξίζει ως προϊόν διάνοιας. Μπορείς να λες, να γράφεις oτιδήποτε όμως εγώ σ’ εξορκίζω, μην το κάνεις!

ZZ Ο Τάσος Πατρώνης ασχολείται πολλά χρόνια με την Παιδαγωγική των Μαθηματικών, πάντα όμως… ερωτοτροπώντας και με τη λογοτεχνία. Η σχέση αυτή καρποφόρησε, εν μέρει τουλάχιστον, στα βιβλία του «Θεμελιώδεις Μαθηματικές Έννοιες και Παιδική Σκέψη», «Περί Σκοτεινών Φόνων και άλλων Προβληματικών Καταστάσεων» και σε μερικά από τα άρθρα του, δημοσιευμένα σε περιοδικά όπως ο Ιχνευτής και το Διαβάζω. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πάτρας.

Book 1.indb 63

29/12/2014 2:38:19 μμ


64

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Γιωργής Αλεξάνδρου – Κορνηλιάδης Η αμφίβιος λαθρεπιβασία – Εκταφή «Αναβάλλετε, αναβάλλετε» χιλιοπαρακαλούσε τρεμοσβήνοντας η Λογική οφθαλμοφανώς παροπλισμένη πια· κυριολεκτώντας ενώπιον της φρεναπάτης Συνυποδήλωσής της, κοπίαζε με την αντίκλητη ανειλικρίνεια της διψαλέας της περίνοιας «Είναι η γητεία του Μέλλοντος η κρυψιβουλία, προικώο του η απαράφραστη ημιμάθειά του. Ο Θάνατος είναι ο στέφανος εξ ακανθών στο γεγυμνωμένο κρανίο της Ποίησης: ο πυροκροτητής, ο σκηπτούχος εντολέας της Σταύρωσής της, ο Δήμιος της ταυτοπάθειας του μαζοχιστικού της ξυλοδαρμού» εξήγησε καθικετεύοντας την αναπεπταμένη παντιέρα της φαραγγώδους μου Οιμωγής «κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται· ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι».1 «Άλλωστε –σε διαβεβαιώ περί τούτου, και να μη σου κακοφαίνεται– η Μνήμη ανέκαθεν διατελούσε επαΐουσα σφυγμομέτρις και ταξιθέτρια της Απώλειας, μυσταγωγός πυροτεχνουργός της αναπόδραστης κοινοκτημοσύνης του Θανάτου. Εκείνη η σαφρακιασμένη γεροντοκόρη, η Απελπισία, είναι που υπεισέρχεται vi et armis·

1. Κανών τῆς Καινῆς Διαθήκης, Α’ Καθολικὴ Ἐπιστολὴ Πέτρου, 1: 15-16.

ZZ Ο Γιωργής Αλεξάνδρου - Κορνηλιάδης γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1989 και μεγάλωσε στον Βόλο. Σπούδασε παιδαγωγικά κι εξειδικεύτηκε στην εκπαίδευση παιδιών και εφήβων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Γράφει ποιήματα, διηγήματα και παραμύθια. Το παρόν ποίημα αποτελεί προδημοσίευση από την υπό έκδοση ποιητική του συλλογή: «Εμού του Ιδίου: Τα Ευπώλητα της Εβδομάδος». Επικοινωνία: giorgio7_cool@hotmail.com.

Book 1.indb 64

29/12/2014 2:38:22 μμ


65

Γιωργής Αλεξάνδρου – Κορνηλιάδης

καρπώνεται προεξοφλώντας αδαώς την καταδίκη σε Ελπίδα, όταν πλέον κάθιδρος σύγκειται η βραδύγλωσσος, αγελαία μεταμέλειά της: ο συντελεστής απόσβεσης που εξομοιώνει ψυχρηλατώντας τα Ετερώνυμα, ενυφαίνοντας τ’ αντιδικούντα κλώσματα των πανταχόθεν ενθυμήσεων ή των σφαγίων φρονηματισμών τους. Κι όταν, πάλι, κάποιες αναμνήσεις εκπέσουν παραδόξως κατακρεουργημένες κι απαραμύθητες από τον συρματόπλεκτο Μετανιωμό, θα τις περιμαζέψει η Λήθη περιθάλποντάς τες στον παροιμιώδη οίκο ευγηρίας της· εκεί, ex abrupto θ’ αφαλατώσει τις πληγές τους, τακτοποιώντας κατά μέρος και κατά τα ειωθότα εναρχειώνοντας την παρηκμασμένη πλέον, επαίσχυντη, πικρή επίγευσή τους. Ντρέπεσαι, αλήθεια, την εθελόκακη διγαμία της Στιγμής· καταβοάς την αμφίβιό της λαθρεπιβασία, στερρώς την ποδοκροτείς. Πράγματι, σε κατακερματίζει ο εκατέρωθεν νοσηρός της προσηλυτισμός, ο μεταιχμιακός ψευδερμαφροδιτισμός της: είναι απαράδεκτο· εξίσου η τυμβωρυχία της και η αργυραμοιβός της». Κατάλαβα· το μοναστικό καταφύγιο της ανεστίου Συγκυρίας κατέληξε άδοξα στο μελανότερο ενδιαίτημά της. «Δέξου, λοιπόν, ευγνώμων τα πλήγματα της Καθαίρεσης ανάσυρε βαθύτατα από την πηχυαία απάθεια της κατησχυμένης, επιστολιμαίας καταβαράθρωσής σου και σφυρηλάτησε δίκοπο το ψευδεπίγραφο κεντράδι της ικτερικής παραίσθησής της» δημηγόρησε άπαξ έτι η Συνείδηση (ανεπιφυλάκτως παραμυθιάζει το Προσωρινό περί ανέσπερων, άλκιμων αιωνιοτήτων καταβαυκαλίζοντάς το – όπως ακριβώς ξαποστέλνεις την ανεπιθύμητη γριά συγγένισσα: μ’ ένα αυθαίρετο, φιλόστοργο «Εις το επανειδείν» την αποστρέφεσαι, μήπως τυχόν και καταπραΰνεις το ακρογωνιαίο Μορμολύκειό της, στραγγαλίζοντας το οψιφανές φόβητρο του «Τέλους Εποχής» που διαμηνύει τοις πάσι κάθε ανεπιστρεπτί απελθόν της Λυκαυγές) «Πάντοτε εμμανείς και αδιέξοδοι ήσαν οι παρακαμπτήριες οδοί των υπεκφυγών Υπεκφυγές δειλές, πολύλογες καταχράστριες του Ανερμήνευτου».

Book 1.indb 65

29/12/2014 2:38:24 μμ


66

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Σπύρος Κατηφόρης ψίθυρος της αναμονής βαριανασαίνεις μέσα στο κάδρο ενώ έξω ο κόσμος κοιμάται γκρεμισμένος όπως στο όνειρο δε φωνάζεις ψιθυρίζεις όλα ψιθυρίζουν πριν και αφότου χαθούν ψιθυριστά σωπαίνουν όπως η χορεύτρια με την πικρή της σαγήνη χωμένη στις ρωγμές του τοίχου θυμάται εκείνον και περιμένει

όνειρο ετοιμοθάνατο νοσώ σαν τις λέξεις που χαλάσανε ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες προσπαθώντας να αποφύγω τις νάρκες που είχα φυλάξει στον υποθετικό ουρανό για το ενδεχόμενο της υπονόμευσης του ονείρου που είχαμε μοιραστεί πριν το βρουν πριν μας βρουν

ZZ Ο Σπύρος Κατηφόρης γεννήθηκε στις 5 Μαρτίου 1984 στην Αθήνα. Έχει κάνει σπουδές πληροφορικής και εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα. Σπούδασε πιάνο στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών. Πρωτοέγραψε ποίηση την άνοιξη του 1998. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Στο θόρυβο της μνήμης» κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2013. Η δεύτερη ποιητική του συλλογή έχει τίτλο «Ομίχλη από φωνές».

Book 1.indb 66

29/12/2014 2:38:27 μμ


67

Μαίρη Πίσια

Μαίρη Πίσια Πέτρος

«Π

οιητής! Θέλεις να γίνεις ποιητής! Ε, δεν θα ’μαστε καλά», φώναξε ο μελαχρινός άντρας έξαλλος προς τη μεριά του νεαρού που τον κοιτούσε σαν να εκλιπαρούσε για λίγη κατανόηση. «Πατέρα, προσπάθησε να με καταλάβεις, δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Εσύ ζεις για τις επιχειρήσεις σου, δικαιώνεσαι μέσα απ’ αυτές, εγώ δεν έχω τίποτα κοινό με όλα αυτά». «Θα βρεις, θα γλυκαθείς και θ’ αλλάξει το μυαλό σου». «Η ψυχή μου, πατέρα...» αντέτεινε ο Πέτρος. «Τι αηδίες είναι αυτές; Δεν ακούω κουβέντα. Θα γίνει αυτό που λέω εγώ, τέρμα και τελείωσε». «Πατέρα, θέλω να σπουδάσω, να ταξιδέψω, ν’ απλώσω τα φτερά μου». «Δούλεψε πρώτα, να δεις πώς βγαίνουν τα ναύλα σου και μετά πήγαινε όπου θες», γέλασε ειρωνικά εκείνος. Μια ριπή έσκισε τον ουρανό απλώνοντας μια υπόκωφη σιωπή πριν από την καταιγίδα. «Θα αποτύχω πατέρα». «Δεν θα σ’ αφήσω εγώ να αποτύχεις». «Δεν τ’ αγαπώ, δεν μπορώ να ζήσω μ’ αυτό που μου ζητάς». «Ίδιος η μάνα σου!» «Ίσως, δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω, πρέπει να μοιάζαμε όμως σε πολλά. Να, κοίταξε, βρήκα αυτά...» και του πρότεινε κάποια παλιά πυκνογραμμένα τετράδια. Ο πατέρας του, ο Ιάσονας Καστοριάδης, σαν να σκοτείνιασε ξαφνικά, τα πήρε απ’ το χέρι του με θυμό και σφίγγοντάς τα, τα έσκισε στα δυο επιδεικνύοντας τη δύναμή του. «Μη! Πατέρα!» όρμησε πάνω του και μετά έσκυψε μπροστά του να μαζέψει τα κομμάτια της μάνας που είχε χάσει τόσο νωρίς. «Κι αυτά, όλα αυτά, χαρτιά, αερολογίες σωρό». Ο πατέρας του χίμηξε στο μικρό γραφείο του Πέτρου και βούτηξε με θυμό τα χειρόγραφα του γιου του. Εκείνος σηκώθηκε και προσπάθησε να τον εμποδίσει.

ZZ Η Μαίρη Πίσια γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός σε δημόσιο σχολείο. Από τις εκδόσεις Οσελότος κυκλοφορούν τα βιβλία της «Τρεις δράκοι, μα τι δράκοι» (παιδικό, 2013) και «Ζωή σε δέκα καρέ» (διηγήματα, 2014).

Book 1.indb 67

29/12/2014 2:38:30 μμ


68

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

«Μα τι σε έπιασε, δεν καταλαβαίνω. Μη, σε παρακαλώ, τι κάνεις;» Με μια σπρωξιά βρέθηκε αιφνιδιασμένος στο πάτωμα, ενώ ο πατέρας του βάδισε ανεξέλεγκτος προς το παράθυρο. Το άνοιξε διάπλατα κι η δροσιά απ’ τη βροχή που έπεφτε δυνατά, εισέβαλε στο δωμάτιο. «Λόγια του αέρα», του πέταξε κι ο γιος του δεν πρόλαβε να τον σταματήσει. Τα φύλλα σκόρπισαν επιδεικτικά στον δρόμο κι εκείνος κρεμάστηκε στο παράθυρο, για να τα σώσει. Απογοητευμένος με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι, ρώτησε: «Γιατί;» «Θα γίνει αυτό που λέω εγώ και κοίτα να λογικευτείς», του κούνησε το δάχτυλο και γύρισε να φύγει. «Όχι», του πέταξε και μόνο όταν άστραψε στο αναψοκοκκινισμένο του μάγουλο το χαστούκι, κατάλαβε πως ο πόλεμος είχε αρχίσει. Άφωνος έμεινε να κοιτά την πόρτα που έκλεινε. «Στον διάολο», είπε δυνατά και παίρνοντας το βαρύ πανωφόρι του έτρεξε να συναντήσει τα νοτισμένα χειρόγραφά του που κυλούσαν προς το λιμάνι μαζί με το νερό της βροχής. Πλησίασε στο παράθυρο ο Στράτος. Τίποτα δεν φαινόταν στο βάθος, το λιμάνι είχε καλυφθεί από την πυκνή ομίχλη. Σαν να στέρεψαν τα καλοκαίρια σε αυτόν τον τόπο. Κι εκείνος εκεί στη γωνιά του νησιού, μακριά απ’ όλα όσα τον είχαν πληγώσει, να τα κοιτά με τα μάτια του που είχαν ακόμα τη λάμψη του κεχριμπαριού, μα γέμιζαν δάκρυα συχνά στην επαφή με τις αναμνήσεις. Ζούσε με το ψάρεμα, από κείνη τη μαύρη μέρα που γύρισε από τα καράβια και τα ταξίδια τελείωσαν γι’ αυτόν. Η καρδιά του δεν άντεχε άλλη θάλασσα, απόκαμε, ένιωσε γέρος ξαφνικά κι έχτισε εκεί την άδεια ζωή του. Η καλύβα του μικρή, ίσα να τον χωρά, ένα μικρό περιβόλι στα πόδια της ακρογιαλιάς και η βάρκα του, η «Ισιδώρα» του, να τον περιμένει. Έτσι και τώρα, τον περίμενε δεμένη στην προβλήτα, αφημένη στον βοριά που όλο και την ανεβοκατέβαζε με μανία. «Θα βγάλει καιρό, πρέπει να μαζέψω την Ισιδώρα, θα της τσακίσει τα πλευρά το κύμα». Κι έτρεξε, φουριόζος την έβγαλε στη στεριά, την κουκούλωσε να ’ναι στεγνή. Σαν παιδί του τη φρόντιζε, σαν αγαπημένη. Σάμπως είχε κι άλλον; Μπήκε τρεχάτος στο σπίτι κι έκλεισε την πόρτα. Κάθισε κοντά στο θαμπό από τα χνώτα τζάμι και πήρε αγκαλιά τα δίχτυα του. Να τα μπαλώσει, να είναι έτοιμα για την επόμενη ψαριά. Μια αστραπή φώτισε απόκοσμα τον χώρο. Ασυναίσθητα το βλέμμα του έκανε έναν γύρο και σταμάτησε, λες κι αναζητούσε συντροφιά στη φωτογραφία ενός κοριτσιού που τον κοιτούσε σαν να κρύωνε μονάχο του πάνω στο πρεβάζι του τζακιού. Σηκώθηκε, την έφερε κοντά του να τη ζεστάνει. Κι εκεί που μπάλωνε, τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν, δεν έβλεπε πια. Βόλεψε τα δίχτυα και πήρε την νταμιτζάνα με το κρασί. Του την ξεφόρτωσε προχθές στο λιμάνι πεσκέσι ένας μαγαζάτορας Κρητικός. Γέμισε ένα ποτήρι και κάθισε βαρύς στο τραπέζι. Έστησε τη φωτογραφία μπροστά του και σήκωσε το ποτήρι. Το ένα έφερε το άλλο, αντάριασε η ψυχή του όπως ο καιρός και παραδόθηκε στο ποτό. Με τη ζάλη στα μηνίγγια και τον θυμωμένο άνεμο να βουίζει αποκοιμήθηκε πάνω στο τραπέζι με το κρασί να ’χει ποτίσει κόκκινο δάκρυ το τραπεζομάντιλο.

Book 1.indb 68

29/12/2014 2:38:33 μμ


69

Μαίρη Πίσια

Ο ύπνος του μια κοσμοχαλασιά, έτρεμε, τιναζόταν μούσκεμα στον ιδρώτα, σαν να φλεγόταν από υψηλό πυρετό. Κάποια στιγμή μέσα στο σκοτάδι ρίχτηκε βαρύς στο κρεβάτι. Και τότε, απρόσκλητη ήρθε στο όνειρό του εκείνη. Όμορφη, όπως την είχε γνωρίσει, τότε παιδούλα, πριν χρόνια στο νησί. Παιδιά κι οι δυο είχαν ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή. Μια μέρα, στην ακρογιαλιά που εκείνος ξεψάριζε τα δίχτυα του κι η κοπέλα διασκέδαζε με τους φίλους της, η μπάλα της έπεσε στα βαθιά κι ο Στράτος, που κάτω από τα σγουρά του μαλλιά την κοίταζε ώρα με συστολή, βούτηξε και της την έφερε πίσω. Τα χέρια τους άγγιξαν το ένα το άλλο. Αυτό ήταν. Η κόρη του Ερμόλαου Σαρρή, μεγαλεμπόρου στο νησί, παράφορα δοσμένη στον έρωτα ενός ψαρά. Γέμισε καλοκαίρι η ζωή του, η θάλασσα έγινε πια ηδονή γι’ αυτόν, γιατί δεν έφερνε μόνο τα ψάρια του που τον ζούσαν, αλλά και την αγαπημένη του που κάθε φορά που την έσφιγγε στην αγκαλιά του ένιωθε βασιλιάς, τρανός. Μια μέρα, εκεί που την κρατούσε αγκαλιά δίπλα στο κύμα, βαριά σιωπή τους κύκλωσε. «Τι έχεις;» τη ρώτησε. «Φοβάμαι», του είπε εκείνη. «Τι φοβάσαι, αφού είμαι δίπλα σου εγώ;» «Σε θέλω, σ’ αγαπώ, αλλά τρέμω όταν το μάθουν. Τι θα γίνει, Στράτο; Τον πατέρα μου δεν τον σκέφτεσαι;» Βαριά συλλογή τού πήρε κάθε χαρά από τότε. Θύμωνε με το παραμικρό, ακόμα και μαζί της τα έβαζε. Την αγαπούσε τόσο, την ένιωθε γυναίκα του, κι ας μην της είχε αγγίξει το κορμί της το μελένιο που τόσο ποθούσε, για να μην την τρομάξει. Πάσχιζε να σκεφτεί μια λύση κι όλο να μην ανησυχεί της έλεγε, αλλά εκείνος μάτι δεν έκλεινε κάθε βράδυ κι είχε σκοτεινιάσει το κεχριμπαρένιο του βλέμμα από τη θλίψη. Πήγε και ζήτησε δουλειά στη χώρα και μετά στο λιμάνι. Βρήκε στο πιο μεγάλο ψαράδικο του νησιού, ξαλάφρωσε λίγο η καρδιά του. «Σε λίγες βδομάδες θα ’ρθω στον πατέρα σου, θα του μιλήσει και το αφεντικό, μ’ έχει εκτιμήσει», της έλεγε κι έκλαιγαν κι οι δυο απ’ τη χαρά. Έκανε οικονομίες, αγόρασε δυο καινούρια φτηνά ρουχαλάκια για να παρουσιαστεί στους γονείς της αγαπημένης του κι όλα τα υπόλοιπα χρήματα τα ξόδεψε για το δαχτυλίδι των αρραβώνων τους. Κίνησε ένα σούρουπο με την ελπίδα στα μάτια να ζητήσει την αγάπη του. Έφτασε στο αρχοντικό τους με καρδιοχτύπι, αλλά και με μια κρυφή ηδονή πως τα είχε επιτέλους καταφέρει. Βγήκε λίγα λεπτά αργότερα. Τον είχε υποδεχτεί μονάχος ο πατέρας της. Και τον έδιωξε... Τρόμαξε ο Στράτος από τη σκληρότητα αυτού του ανθρώπου. Τι να ’κανε; Από τότε δεν την ξαναείδε, μαράζωσε, μαύρισε η ψυχή του, σε άνθρωπο δε μιλούσε πια, κανέναν δεν ήθελε να δει. «Ρε Στράτο, πες μας και μια καλημέρα, όλο δουλειά, νισάφι πια», του έλεγε το αφεντικό του. Μια μέρα του άνοιξε την καρδιά του, όλα του τα ’πε. Συννέφιασε κι εκείνος. Μα πιο πολύ νύχτωσε στην ψυχή του Στράτου, όταν έμαθε πως ο Σαρρής προξένευε την αγαπημένη του σε έναν τοκογλύφο.

Book 1.indb 69

29/12/2014 2:38:33 μμ


70

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

«Πρέπει να την διεκδικήσεις, σου λέω, θα σε βοηθήσω κι εγώ, ό,τι θέλεις, άμα είναι την κλέβουμε κιόλας», τον έκανε επιτέλους να γελάσει το αφεντικό. Πήρε λίγο τα πάνω του ο Στράτος, παραμόνεψε μια δυο, την είδε, της έγνεψε, τίποτα. Έπιασε δυο ψάρια, τα έδωσε στη μαγείρισσα. «Να τ’ ανοίξει η μικρή σου κυρά, πρόσεξε», της είπε, «αλλιώς πάμε χαμένοι κι οι δυο». Έτσι κι έγινε, η κοπέλα βρήκε το μήνυμα, το βράδυ με ξέπλεκα μαλλιά κι ένα αραχνοΰφαντο νυχτικό κατέβηκε στην ακρογιαλιά. «Στράτο», έπεσε στην αγκαλιά του. «Αγάπη μου, φως μου, ζωή μου», την έσφιξε κι άρχισε να τη φιλά, δεν κατάλαβε με πόση απελπισία και πόθο. Αλλά κι εκείνη, παραδόθηκε στην πρώτη ηδονή της ζωής της. Του αφέθηκε, τον αγάπησε, του παραδόθηκε, με έρωτα και ενοχές μαζί. «Μια ζωή θα σε κρατώ το ίδιο σφιχτά», της υποσχέθηκε, κρατώντας την γυμνή σχεδόν στην αγκαλιά του μετά τον θυελλώδη έρωτά τους. «Παντρεύομαι, Στράτο», του είπε στεγνά, χωρίς οίκτο, μια στιγμή μετά μαρμαρώνοντάς τον. «Τι λες; Ξέρεις τι λες;» της φώναξε. «Τότε, γιατί όλα αυτά;» είπε έξαλλος. «Γιατί σ’ αγαπώ και πάντα θα είμαι μόνο δική σου», απάντησε εκείνη κλαίγοντας, «γι’ αυτό». Και κίνησε να φύγει. «Έλα να φύγουμε μαζί, απόψε», την άρπαξε μετανιωμένος. «Δεν γίνεται, θα μας κυνηγήσουν κι εσένα δεν θα σ’ αφήσουν σε ησυχία». «Δεν με νοιάζει, μόνο εσύ με νοιάζεις», πέταξε ο Στράτος. «Και πώς θα ζήσουμε;» «Εγώ δεν φοβάμαι, γιατί σε αγαπώ, έχε μου εμπιστοσύνη. Να, κοίταξε...» έβγαλε από την τσέπη του και της έδωσε το δαχτυλίδι των αρραβώνων τους. «Εδώ και τόσον καιρό παλεύεις και δεν μπορείς», είπε συντετριμμένη κρατώντας το βελούδινο κουτί κι εκείνος κατάλαβε πως δεν φοβόταν μόνο τον πατέρα της αλλά κι εκείνον, μα περισσότερο τον ίδιο της τον εαυτό. «Δεν πιστεύεις σε μένα», είπε πικραμένος, «κι όμως θα έκανα τα πάντα, αρκεί να ήμασταν μαζί». «Το ξέρω», έσκυψε το κεφάλι εκείνη, «ξέρω όμως πως αγαπάς τη θάλασσα και το νησί σου. Αν τα απαρνηθείς για χάρη μου...» λύθηκε σε κλάματα. «Μα...» προσπάθησε να τη συνεφέρει. «Δεν μπορώ Στράτο, φοβάμαι» κι έτρεξε σαν τρελή μακριά του πετώντας του το δαχτυλίδι. Κείνο το βράδυ γύριζε σαν δαιμονισμένος και δεν είχε λυτρωμό. Ξημέρωμα έφτιαξε έναν μπόγο με τα πράγματά του και πήγε να χαιρετήσει το αφεντικό του. Κούνησε το κεφάλι εκείνος σαν τον είδε, κατάλαβε. «Κάνε μου μια χάρη» είπε. «Δώσε αυτό στην Ισιδώρα από μένα» και του έδωσε ένα μικρό κουτί. Έσφιξαν τα χέρια κι ο Στράτος πήρε τον πικρό δρόμο για τα μεγάλα λιμάνια. Μπάρκαρε. Πού και πού έγραφε στο αφεντικό του, δεν ρωτούσε ποτέ όμως. Εκείνος του ’γραψε κάποτε πως η Ισιδώρα παντρεύτηκε. Του ζήτησε να μην του ξαναγράψει νέα της, ρώτησε μόνο αν είχε δει να φοράει την καδένα της μάνας του με

Book 1.indb 70

29/12/2014 2:38:33 μμ


71

Μαίρη Πίσια

τα αρχικά του: «Σ.Ι.». Τίποτε άλλο. Κάποια στιγμή έπαψαν και τα γράμματα, το αφεντικό του το ’φαγε το μαύρο κύμα, έχασε τον μόνο δικό του άνθρωπο, λύγισε, θέλησε να γυρίσει πίσω. Ένα βαρύ ξημέρωμα πάτησε ξανά το πόδι του στο νησί. Ρώτησε για το σπίτι της. Σε μια σκιά απέναντί του αποκοιμήθηκε. Όλη μέρα περίμενε να τη δει. Ένα παιδί –άραγε το παιδί της;– έπαιζε στον κήπο του σπιτιού και μια κοπέλα τού κρατούσε συντροφιά. Άλλος κανείς. Απελπισμένος ρώτησε κάποιον απ’ τη γειτονιά. Μακάρι να τον κατάπινε κι αυτόν το μαύρο κύμα. Η αγαπημένη του είχε πεθάνει στη γέννα. Και ναι, αυτός ήταν ο μονάκριβος γιος της. Τον λύγισε ο πόνος, σύρθηκε στην ακρογιαλιά κι έμεινε μόνος ώρες, μέρες. Μια έκλαιγε και μια γελούσε, έκλαιγε πικραμένος που δεν άξιζε η θυσία της αγάπης τους, γελούσε με την ηδονή πως πια ήταν μόνο δική του. Κι έτσι την κράτησε, δική του, μόνασε στην καλύβα του, έχτισε τη βάρκα του από την αρχή, της έδωσε το όνομά της και την αγάπησε ξανά, όπως τότε που ήταν κορίτσι, άφτιαχτο, ανέμελο, το κορίτσι του. «Κορίτσι μου», ψιθύρισε κι άπλωσε τα χέρια να την ψάξει δίπλα του... Ξύπνησε έντρομος κι η μοναξιά του τον βάρυνε με χρόνια. Μια αλλόκοτη γαλήνη επικρατούσε μετά την καταιγίδα. Ωστόσο, ο καιρός δεν είχε καθαρίσει. Σηκώθηκε με κόπο, έριξε νερό στο πρόσωπό του και πλησίασε στο νοτισμένο τζάμι. Η «Ισιδώρα» του εκεί, σκεπασμένη, τον καρτερούσε. Το κύμα έσκαγε αδύναμο στην ακτή, τα σύννεφα στον ουρανό έπαιρναν να πυκνώνουν ξανά. Τα μάτια του τον γελούσαν; Τι ήταν αυτό που κυλούσε ρυθμικά με τον παφλασμό των κυμάτων πάνω στα βότσαλα της ακτής; Ξύπνησε, πετάχτηκε έξω και έτρεξε. Ένα άψυχο αντρικό σώμα είχε παραδοθεί στο παιχνίδι των νερών, ανήμπορο ν’ αντιδράσει. Με το πρόσωπο στην άμμο κι ένα βαρύ πανωφόρι που δεν μπορούσε πια να πολεμήσει το κρύο. Το γύρισε με προσπάθεια. Η ομορφιά του προσώπου του που έμοιαζε πια κερί σβησμένο από τον βοριά, τα χείλη τα σφαλισμένα που θα μπορούσαν να γεμίσουν με ήχους ηδονής μια ζωή, τα σγουρά μαλλιά που ’χαν γίνει ένα με την αρμύρα, τον έκαναν ν’ ανατριχιάσει. Ήταν νέος, παιδί, με όψη ευγενική σαν αυτή των ποιητών. Τον χάιδεψε. Η επαφή με το ξυλιασμένο δέρμα τον ηλέκτρισε, τινάχτηκε κι έκανε τον σταυρό του. Έπρεπε να τον τραβήξει. Ξανάσκυψε πάνω του. Κανένας χτύπος, ανάσα ανύπαρκτη, ανασήκωσε τα βλέφαρά του. Μια διεσταλμένη κόρη στο χρώμα του κεχριμπαριού παγωμένη για πάντα, του έφερε τρεμούλα. Τον έπιασε από τις μασχάλες. Τον βάραινε πολύ το πανωφόρι. Το ξεκούμπωσε κι όπως έσερνε τον νέο, πετάχτηκε από το στέρνο του μια χρυσή καδένα. Γονάτισε κι ακούμπησε το παιδί στα πόδια του. Στην καδένα χαραγμένα δύο αρχικά «Σ.Ι.» και δίπλα περασμένη μια Παναγιά. Έσφιξε την καδένα και κράτησε το αγόρι σαν να το νανούριζε στην αγκαλιά του. «Γιατί;» ούρλιαξε. «Όλα μου τα πήρες, ζωή, όλα, πουθενά δρόμος, κανένα λιμάνι, σου αρέσει να χανόμαστε, αυτή είναι η ηδονή σου, μας παίζεις...» κι έκλαψε ώρα σφίγγοντας τον γιο του. Έσυρε τη βάρκα του, βόλεψε το χαμένο του παιδί στην αγκαλιά της «Ισιδώρας» του και μαζί τους ανοίχτηκε για το πιο όμορφο ταξίδι του αποχαιρετώντας όσα είχε για πάντα στερηθεί. Το επόμενο πρωί οι εφημερίδες του νησιού ανακοίνωναν την εξαφάνιση του Πέτρου Καστοριάδη, που δεν έγινε ποτέ ποιητής.

Book 1.indb 71

29/12/2014 2:38:33 μμ


72

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Νίνα Κουλετάκη Στο Σινεάκ

Ε

μένα το σινεμά πολύ μ’ αρέσει και πάω συχνά –όχι μόνη μου, καλέ, μικρό παιδάκι είμαι!– με τη Μαμά ή τη Γιαγιά τη Φόνη και, πιο πολύ, με την Τασία. Πάμε και βλέπουμε ταινίες που τις λένε «ελληνικές κωμωδίες δι’ όλην την οικογένειαν», αλλά εμείς δεν πάμε «όλη η οικογένεια», μόνο η Τασία κι εγώ. Όταν κάνει καλοκαίρι κι είμαστε στην εξοχή, πάμε σε κάτι σινεμά που τα λένε «θερινά». Αυτά δεν είναι σαν σπίτια, όπως τα άλλα, μόνο μέσα σε μια αυλή είναι, με χαλικάκια κάτω, και το σινεμά το βλέπουμε σ’ έναν μεγάλο άσπρο τοίχο. Γύρω γύρω, στη σινεμαδένια αυλή, έχει λουλούδια που το βράδυ μυρίζουν πολύ και σου κάνουν παρέα όσο εσύ βλέπεις την ταινία. Σε τέτοια σινεμά έχω δει πολλές ταινίες με την Αλίκη: την Αλίκη στο Ναυτικό και τη Σοφερίνα και το Ξύλο που βγήκε από τον Παράδεισο και την άλλη την ταινία, που η Αλίκη πήγαινε πάλι σχολείο, αλλά όχι στο ίδιο, και την λέγανε Λίζα Πετροβασίλη και όχι Λίζα Παπασταύρου. Όταν κάνει διάλειμμα, η Τασία μου αγοράζει πατατάκια και ταμ ταμ να έχω για μετά. Όση ώρα βλέπω την ταινία κάνω τα πεδιλάκια μου φτυαράκια και παίζω με τα χαλικάκια, αλλά στο τέλος όλο και κάποιο από αυτά ξεμένει στο παπούτσι και με πονάει όταν περπατάω, καθώς γυρίζουμε σπίτι. Τότε σταματάμε και η Τασία μου βγάζει το πεδιλάκι και μου σκουπίζει την πατούσα με το χέρι της. Το χαλικάκι φεύγει και δεν με πονάει πια. Όταν κάνει χειμώνα κι είμαστε στην Αθήνα-Ελλάδα, δεν πάμε σε τέτοια σινεμά. Πάμε στο Σινεάκ. Και το Σινεάκ σινεμά είναι, μόνο που έχει καπάκι κι είναι σαν σπίτι. Εκεί βλέπουμε κι άλλες ταινίες, που τις λένε «κινούμενα σχέδια» και τον Σαρλό και τον Άλφα Άλφα με την παρέα του και τον Χοντρό με τον Λιγνό, που πολύ μ’ αρέσουν και πιο πολύ αγαπάω τον Λιγνό, γιατί δεν τα καταφέρνει πολύ καλά, κι ο Χοντρός όλο τον μαλώνει και τον κοπανάει. Στα σινεμά του καλοκαιριού πας όταν βραδιάσει, αλλά στο Σινεάκ μπορείς να πας ό,τι ώρα θέλεις. Πριν μερικές μέρες, πήγα με τη Μαμά στο Σινεάκ να δούμε τη Μαίρη Πόπινς. Μαζί μας ήταν κι η Ζωζώκα, που δεν την χωνεύω καθόλου, με τη δική της τη μαμά, που την

ZZ Η Νίνα Κουλετάκη γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα, ενώ τα τελευταία χρόνια ζει στην Επίδαυρο. Ταξιδεύει διαβάζει και γράφει πολύ (κυρίως διηγήματα). Έχει συμμετάσχει στις συλλογικές εκδόσεις αστυνομικού διηγήματος: «Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα», Εκδόσεις Καστανιώτη (2012) και «Είσοδος κινδύνου», (2011) Μεταίχμιο. Το 2014 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οσελότος το πρώτο προσωπικό βιβλίο της με τίτλο «Περσεφόνη». Διατηρεί το true crime blog «Έγκλημα και τιμωρία»: http://eglima. wordpress.com/

Book 1.indb 72

29/12/2014 2:38:35 μμ


73

Νίνα Κουλετάκη

photo by Giorgos Kokkios

χωνεύω λίγο. Αυτή η Μαίρη Πόπινς είναι κάτι σαν την Τασία, μόνο που φοράει περίεργα ρούχα κι έχει τα μαλλιά της κότσο. Έχει και μια λουλουδάτη τσάντα, που χωράει ένα σωρό πράγματα, αλλά εσύ νομίζεις πως δεν τα χωράει, κι όμως, αυτά βρίσκονται όλα μέσα. Εκτός από τη λουλουδάτη τσάντα, η Μαίρη Πόπινς έχει και δυο παιδάκια που τα προσέχει, την Τζένι και τον Μάικλ, αλλά δεν τους φτιάχνει μπιφτεκάκια με πουρέ, όπως εμένα η Τασία­, μόνο φάρμακο τους δίνει. Κι έχει κι έναν θείο, όπως έχω εγώ τον θείο Περικλή, που τον λένε θείο Άλμπερτ κι είναι πολύ διασκεδαστικός, γιατί όταν τον πιάνουν τα γέλια, μπορεί και πετάει στο ταβάνι, ενώ ο θείος Περικλής καθόλου δεν πετάει, ούτε μέχρι τη μέση του τοίχου. Αλλά το πιο ωραίο που έχει η Μαίρη Πόπινς είναι η ομπρέλα της. Είναι μια μαγική ομπρέλα αυτή, που όταν την ανοίγει μπορεί και πετάει και πάει όπου θέλει. Αλλά κι όταν είναι κλειστή, η ομπρέλα αυτή πάλι μαγική είναι: η Μαίρη Πόπινς σφίγγει το χερούλι της, που είναι σαν μούρη παπαγάλου και μπορεί και μιλάει, και μετά πηδάει μέσα σε μια ζωγραφιά. Κι η ζωγραφιά ζωντανεύει και περνάνε όλοι υπέροχα! Όταν τελείωσε η ταινία, πήγαμε με τη Ζωζώκα και τη μαμά της στο ΡΩΣΙΚΟΝ, να φάμε τυρόπιτες τα παιδιά και να πιούνε καφέ οι μαμάδες. Η Ζωζώκα μου είπε ότι θα της πάρουν κι αυτηνής μια νταντά σαν τη Μαίρη Πόπινς να την προσέχει και θα περνάει κι εκείνη πολύ ωραία, όπως τα παιδιά στην ταινία. Και μετά είπε ότι η Τασία δεν είναι μαγική και καθόλου πλάκα δεν έχει κι εγώ δεν θα ’χω Μαίρη Πόπινς που να σκάσω από τη ζήλια μου. Κι εγώ θύμωσα που είπε ότι η Τασία δεν έχει πλάκα, γιατί πολύ γελάμε μαζί και παίζουμε και περνάμε ωραία και είπα ότι εγώ ποτέ, π ο τ έ, ΠΟΤΕ δεν θα την αποχωριστώ, γιατί φτιάχνει τα καλύτερα μπιφτεκάκια με πουρέ στον κόσμο. Κι έπειτα, εμένα η Τασία μου κάνει αγκαλιές και φιλιά και με παίρνει μαζί της παντού. Και μ’ αγαπάει πολύ πολύ, γιατί μου σκουπίζει την πατούσα, χωρίς να σιχαίνεται που είναι βρόμικα τα πόδια μου. Πρέπει πολύ πολύ να σ’ αγαπάει κάποιος για να σου σκουπίζει τη βρόμικη πατούσα, ναι;

Book 1.indb 73

29/12/2014 2:38:39 μμ


74

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Έλσα Παντοπούλου Νεομαρξιστικό sci-fi Ο Μίνως ζογκλέρ

Τ

Τι γίνεται σ’ αυτήν την πόλη, στις κατ’ ιδίαν σχέσεις των ανθρώπων της; Τι υποπίπτει στην αντίληψή µας και τι όχι; Τι οµολογείται και τι όχι; Τι είναι όνειρο και τι πραγµατικότητα, τι ζωή και τι φαντασία, τι παρόν και τι µέλλον; Ένα πλέγµα από στιγµές και εικόνες όπως αποτυπώνονται από µια παρέα που γράφει και συν-γράφει στο ισόγειο της οδού Μασσαλίας.

Σ ΥΛ Λ Ο Γ Η Δ Ι Η Γ Η Μ ΑΤ Ω Ν

ον Ιούλιο του 2020, ο κοινωνικοοικονομικός αποκλεισμός εναντίον των καλλιτεχνών είχε οδηγήσει τους ζογκλέρ και γενικώς όσους ασχολούνταν με τα θεάματα, όπως ακροβάτες, σχοινοβάτες, θηριοδαμαστές, ανατολίτες που καταπίναν σπαθιά, και άλλους συναφείς επαγγελματίες, σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Ο Μίνως, γνωστός ζογκλεριστής και μοναδικός στο είδος του, αφού το νούμερό του γινόταν μέσα σε μια γυάλα με πολύ νερό και λίγα ψαράκια πιράνχας, σε μια τελευταία απόπειρα να θρέψει τα τρία του παιδιά των οποίων η πορεία του σωματικού βάρους είχε πάρει εδώ και καιρό την κατιούσα, έστησε τη γυάλα έξω από το κτήριο της επιτροπής για την αειφόρο διαχείριση. Εκεί μπαινοβγαίναν καθημερινά τα πλέον πρωτοκλασάτα στελέχη, οι κατ’ εξοχήν ματσωμένοι του χρεοκοπημένου καπιταλισμού. Επί ώρες ο Μίνως εκτελούσε το νούμερό του μέσα στη γυάλα, αδιαφορώντας για τα αμέτρητα τσιμπήματα που εκμηδένιζαν τις σάρκες του λεπτό προς λεπτό. Το βλέμμα του είχε στυλωθεί στο ακαταμάχητο θέαμα του καπέλου που γέμιζε δίφραγκο δίφραγκο από τους περαστικούς, εξασφαλίζοντας το μηνιάτικο της οικογένειας. Η τελευταία εικόνα του νικημένου από την αιμορραγία Μίνωα ήταν ο τροφαντός γιος του προέδρου της παραεπιτροπής ελέγχου, που τρώγοντας με λαιμαργία μια λαχταριστή τρούφα κόστους χιλίων πληθωριστικών ευρώ, κοίταζε αποσβολωμένος το θέαμα. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε πιράνχας. Μετά την κατατοπιστική εξήγηση του πατέρα του για το αιμοβόρο αυτό είδος, ζήτησε άλλη μία τρούφα μπήγοντας τα κλάματα. Ως φίλη, διεκπεραίωσα το άχαρο καθήκον, όπως ακριβώς του είχα υποσχεθεί, να παραδώσω τα χρήματα στην οικογένεια. Είπα στη γυναίκα του πως τον είχαν συλλάβει και να περίμενε: σύντομα θα γυρνούσε.

Ροδούλα Ζορμπά Ελένη Καρακατσάνη Ελευθερία Μπαφαλούκα Έλσα Παντοπούλου Κίρκη Ραφαηλίδου Ρόη Σκάρα

7:30 μ.μ. στην οδό

Μασσαλίας

...Πάνω του καθόταν ο Μωυσής και έδινε στο Θεό – που έμοιαζε με το Σατανά – δέκα εντολές χαραγμένες σε πλάκα... ...Ο βαρύς του σκελετός και τα μεγάλα του ρουθούνια τον έκαναν να μοιάζει με νονό της νύχτας κι ας ήταν ένας απλός περιπτεράς... ..Όταν η κυρία Μυρσίνη πέταξε τα υπολείμματα από το φάρμακο και τη σύριγγα, έβαλε από ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και στους δυο τους... ...Δεν ξέρω ποιος τρόμαξε περισσότερο όταν εμφανίστηκε ξαφνικά από την μπαλκονόπορτα, εκείνη πάντως μίλησε πρώτη...

7:30 μ.μ. στην οδό Μασσαλίας

Σ ΥΛ Λ Ο Γ Η Δ Ι Η Γ Η Μ ΑΤ Ω Ν

ZZ Η Έλσα Παντοπούλου γράφει σύντομες ιστορίες. Διηγήματά της βρίσκονται στη συλλογή «7:30 στην οδό Μασσαλίας» (εκδ. Οσελότος, 2009) και στο περιοδικό Μύρτιλο.

...Ήταν νύχτα αργά όταν έφτασε ο Κ. Εσείς την ίδια στιγμή κολυμπούσατε στην ανυπαρξία του χρόνου... ...Με τη γεύση ενός υπέροχου επαγγελματικού φιλιού που δεν ανήκε σε μένα, γύρισα έντρομος να αντικρίσω την « Ώρα της Κρίσεως» εκφρασμένη στα μάτια της κόρης μου...

ISBN 978-960-98931-5-2

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσ ελότος ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσελότος

Book 1.indb 74

29/12/2014 2:38:43 μμ


75

Έλσα Παντοπούλου

Επάγγελμα για κλάματα

Ε

κείνη την εποχή είχα μείνει άνεργη και θα είχα καταφύγει από τότε στο συσσίτιο αλληλεγγύης όπως πολλοί άλλοι συγγραφείς, συντάκτες και κειμενογράφοι, αν δεν έβλεπα μία παράξενη αγγελία στη σχετική στήλη της Αγοράς Εργασίας: «Ζητούνται συντάκτες και επιμελητές επικήδειων λόγων και αυτόχειρων σημειωμάτων». Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα –κάπου στην οδό Αχέροντος ήταν η εταιρεία– σ’ έναν ημιώροφο γεμάτο γραφεία, όπου επιμελητές καθισμένοι μπροστά σε υπολογιστές διόρθωναν πυρετωδώς λόγους και σημειώματα. Με ρώτησαν τι θα μ’ ενδιέφερε περισσότερο κι εγώ διάλεξα επιμελήτρια, γιατί το άλλο μου φάνηκε πολύ μακάβριο, να γράφεις δηλαδή για λογαριασμό των πεθαμένων ή των ετοιμοθάνατων. Οι συντάκτες δεν δούλευαν μέσα, άλλα έστελναν τα σημειώματα με το ταχυδρομείο. Ο πιο καλός απ’ αυτούς ήταν ο Κωνσταντίνος Κ., ο Κάπα Κάπα όπως τον έλεγαν, που είχε και τις περισσότερες παραγγελίες. Τον προτιμούσαν ιδιαιτέρως οι αυτόχειρες, γιατί υπήρχε η φήμη ότι αυτοκτονούσε κανείς ευκολότερα διαβάζοντας το σημείωμά του. Πάντως εγώ δεν είχε τύχει να επιμεληθώ κείμενό του και, εδώ που τα λέμε, απέφευγα κιόλας. Στην εταιρεία αυτή έμεινα έξι μήνες και είχα αρκετά καλό μισθό για να πληρώνω νοίκι και φαγητό. Επέλεγαν, βλέπετε, οι άνθρωποι να πεθαίνουν προκειμένου να μην αφήνουν τα χρέη στα παιδιά τους. Αργότερα, όμως, ψηφίστηκε ένας νόμος που υποχρέωνε τα παιδιά να κληρονομούν τα χρέη και σύντομα η εταιρεία φαλίρισε. Έμεινα τότε πάλι χωρίς δουλειά κι αυτή τη φορά δεν το γλύτωσα το συσσίτιο.

Η φίλη μου η Γαζία

Κ

άτι ενδιαφέρον που μου έρχεται τώρα στο μυαλό από εκείνα τα χρόνια ήταν η ειρηνική παρέμβαση των εικαστικών. Έγινε μετά το κίνημα της ταράτσας που ήταν μια μαζική εγκατάσταση καλλιτεχνών σε ταράτσες κτηρίων έναντι ευτελούς ποσού. Αυτή έληξε άδοξα γιατί εκφυλίστηκε γρήγορα κι έτσι οι καλλιτέχνες σύντομα αποχώρησαν αθόρυβα στα υπόγεια. Αμέσως μετά έγινε η κίνηση των εικαστικών που βάλθηκαν να ζωγραφίζουν τις όψεις των κτηρίων κατά πώς αυτοί εύχονταν να είναι ο κόσμος. Απ’ αυτή την εξέγερση γεννήθηκε ένας αστικός μύθος σχετικά με τη φίλη μου, εικαστικό και ποιήτρια Γαζία, που εξαφανίστηκε. Η Γαζία έγραφε λέξεις και ποιήματα στον δεκαώροφο ουρανοξύστη της οδού Τρικυμίας. Είχε γεμίσει τους τοίχους στίχους και επίσης ζωγράφιζε λέξεις ανύπαρκτες που ακόμα δεν είχαν εφευρεθεί, αλλά το σχήμα τους έμοιαζε γνώριμο στον καθένα. Η Γαζία κατοικούσε πάνω στις σκαλωσιές και για να φαίνονται οι λέξεις της από μακριά έκανε επικίνδυνα πράγματα. Κάποτε, λοιπόν, εξαφανίστηκε μυστηριωδώς και ο μύθος λέει πως είδαν το σώμα της πεσμένο δίπλα στο κτήριο, πως το κεφάλι της είχε ανοίξει και μέσα μπορούσες να δεις λέξεις, έβλεπες μάλιστα και γράμματα σκόρπια τριγύρω, όπως βλέπεις σε άλλους σκόρπια μυαλά. Αυτά, όμως, δεν διασταυρώθηκαν ποτέ ούτε και εμφανίστηκε κανένας αυτόπτης. Έμειναν μόνο στην ιστορία για να τροφοδοτούν την υποτιθέμενη επανάσταση που ποτέ δεν ερχόταν.

Book 1.indb 75

29/12/2014 2:38:46 μμ


76

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 6

Εξόριστοι

Η

photo by Giorgos Kokkios

τελευταία φάση μου εκείνης της περιόδου ήταν στο τρελάδικο, στο νησί Λιακάδα. Τα ψυχιατρεία γενικώς υπολειτουργούσαν. Αν για παράδειγμα κάποιος έπασχε από σχιζοφρένεια, δεν μπορούσε να πάρει θεραπεία ούτε να δει ψυχίατρο. Τα ιδρύματα αυτά τα είχαν περισσότερο για φυλακές όσων θεωρούσαν επικίνδυνους ή αντιδραστικούς. Εγώ δεν ήμουν τίποτε από τα δύο, αλλά με έστειλαν δήθεν για να κρατάω το αρχείο των υποθέσεων και των ασθενών. Το ωραίο με το ψυχιατρείο ήταν ότι βρισκόταν στην ήσυχη νότια μεριά του νησιού, όπου φυσούσε φρέσκος δυτικός άνεμος και το νερό ήταν κρυστάλλινο, σχεδόν πόσιμο. Κάθε μέρα τις πρώτες βδομάδες έκανα πρωινή δέηση στον θεό της λέξης. Μη με ρωτάτε ποιος είναι αυτός – είναι κάποιος που τον καλούσα για να μου φέρει λέξεις όπως είχε φέρει και στη Γαζία. Κοιτούσα τη θάλασσα κι ευχόμουν ν’ αδειάσει η σκέψη μου και να γεμίσει λέξεις. Οι λέξεις θα έρθουν από τη θάλασσα, έτσι έλεγα. Και ήρθαν. Και γέμισαν τετράδια ολόκληρα για μήνες, απ’ όπου και αυτές οι αράδες που διαβάζετε. Εκεί, σχεδόν μας ξέχασαν – κάμποσο καιρό μετά δεν ζητούσαν πια ούτε αναφορές. Καταλάβαμε ότι όλα είχαν τελειώσει, όταν σταμάτησαν να φτάνουν νέοι «ασθενείς» και δειλά δειλά αρχίσαμε να επιστρέφουμε ο καθένας εκεί που θεωρούσε σπίτι του.

Book 1.indb 76

29/12/2014 2:38:47 μμ


77

Μαρία Αντωνίου

Μαρία Αντωνίου Δίπλα στον τοίχο Αχ μωρέ – είσαι τυχερός Γεννήθηκες στο κέντρο του κύκλου κι έχεις ελευθερία Κι ας είσαι μέσα στην αυλή με γύρω γύρω μάντρα Tόσο μεγάλη κι απλωτή που δυο ζωές να περπατάς τοίχο δεν θα γνωρίσεις Αχ μωρέ – είσαι άτυχος Μέσα στην ίδια την αυλή δίπλα στον τοίχο φύτρωσες γι’ αυτό είσαι μαντρωμένος Κι ας έχει τόσα για να δεις που δυο ζωές να περπατάς στη μέση δεν θα φτάσεις Όλα τα χρόνια ξόδεψες το πρόσωπο να στρέφεις σ’ αυτόν τον τοίχο που σου λέει πως κάτι έχει απ’ την άλλη

143 × 210

SPINE: 1

FLAPS: 80

ZZ Μαρία Αντωνίου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ, εργάστηκε για αρκετά χρόνια πάνω στο αντικείμενο των σπουδών της, ενώ παράλληλα από νεαρή ηλικία ασχολείται με τη μουσική, τη συγγραφή και τη ζωγραφική. Έργα της είναι: «Η μεγάλη απόφαση του Κούκου», μουσικό παραμύθι-CD, εκδ. Οσελότος 2010, «Στην άκρη του κύκλου», ποίηση, εκδ. Οσελότος 2013 και «Ο Βιόλης και η μουσικοπαρέα» παραμύθι, εκδ. Οσελότος 2014.

ISBN 978-960-564-116-0

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr

0_cover_marias.indd 1

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσ ελότος

2/10/2014 12:22:27 PM

Book 1.indb 77

29/12/2014 2:38:51 μμ


78

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 5

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΕΚ ΔΟΣΕΙΣ ΟΣΕΛΟΤΟΣ, ΤΗΛ. 2106431108 www.ocelotos.gr Κ Α Ι

Book 1.indb 78

Σ Ε

ΟΛ Α

ΤΑ

Κ Ε Ν Τ Ρ Ι Κ Α

Β Ι Β Λ Ι Ο Π Ω Λ Ε Ι Α

29/12/2014 2:38:54 μμ


143 × 210 SPINE: 2.88 FLAPS: 80

140 × 210

SPINE: 3

FLAPS: 80

Η Αικατερίνη Αλυσανδράτου γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς το 1956. Εργάστηκε ως εκτελωνίστρια. Το βιβλίο «Λέξεις- Σταγόνες» αποτελεί την πρώτη ποιητική της έκδοση.

H Ευαγγελία Λιοτσάκ θηκε στα Τοπόλια Χαν τα εφηβικά της χρόνια ραιά. Ως διπλωματούχ τηλεγραφήτρια, Α΄ Τά δεψε σε πολλά μέρη το Εκτός από την υπηρ θάλασσα, δίδαξε επί χρόνια στο «Δημόσιο Λύκειο Πειραιά» απ’ δόθηκε η αιτία να γράψ το της βιβλίο «Πενθήμ κή εκδρομή». Από τις εκδόσεις Οσε κλοφορούν τα βιβλία ριμία με τον Αμαζόνιο» το θεατρικό «Δύσκολο ανέμελος», 2014. Ζει με την οικογένειά Γλυφάδα.

Α Ι Κ ΑΤ Ε Ρ Ι Ν Η Α ΛΥ Σ Α Ν Δ Ρ ΑΤ Ο Υ

Το βιβλίο «Αξέχαστες και αξιοσημείωτες επισκέψεις» βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, σε ταξιδιωτικές εμπειρίες που είχαν κάτι να πουν και το είπαν. Το έργο μας ταξιδεύει και μας πληροφορεί.

Α Ξ Ε Χ Α Σ Τ Ε Σ Κ Α Ι Α Ξ Ι ΟΣ Η Μ Ε Ι Ω Τ Ε Σ Ε Π Ι Σ Κ Ε ΨΕ Ι Σ

Α Ι Κ ΑΤ Ε Ρ Ι Ν Η Α ΛΥ Σ Α Ν Δ ΡΑΤ ΟΥ

Ε ΥΑ Γ Γ Ε Λ ΙΑ Λ Ι Ο Τ Σ Α Κ Η

ΛΈΞΈΙΣ-ΣΤΑΓΌΝΈΣ

EYΑΓΓΕΛΙΑ ΛΙΟΤΣΑΚΗ

Λέξεις-Σταγόνες ΠΟΙΗΣΗ

ISBN 978-960-564-148-1

ISBN 978-960-564-212-9

Aξέχαστες και αξιοσημείωτες επισκέψεις

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com Ε Κ Δ Ο Σwww. Ε Ι Σ ocelotos. gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσ ελότος

ο σ ε λ ότ ο ς

5/5/2014 4:05:31 PM

0_cover_holywood.indd 1

120 × 180

SPINE: 3

ΕΛΕΝΗ ΚΑΛΑΓΚΙΑ

ΣΕ ΧΩΡΗΤΙΚΌΤΗΤΑ ΌΛΙΓΩΝ ΣΤΡΌΦΩΝ

λι στάζουν ποίημα άζουν

160 × 240 SPINE: 2.88 FLAPS: 80

FLAPS: 60

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΛΙΟΤΣΑΚΗ

Δύσκολο να γίνω ανέμελος

Σε χωρητικότητα ολίγων στροφών

Το κείμενο του «Δύσκολο να γίνω ανέμελος» γεννήθηκε από πραγματικά περιστατικά τόπου και χρόνου. Είναι βαθειά επηρεασμένο από όσα άκουσε, είδε και έζησε η συγγραφέας κατά το πρώτο διάστημα, της εισβολής στο νησί της Κύπρου. Είναι ένα μικρό δείγμα αγάπης, ενδιαφέροντος, συμπαράστασης και θαυμασμού στην Κύπρο διότι έχει βρει μπροστά της πολλές αδικίες που αγωνίζεται και τις αντιμετωπίζει και έτσι καταφέρνει να στέκεται όρθια.

ΕΛΕΝΗ ΚΑΛΑΓΚΙΑ

οί

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Η Ελένη Καλαγκιά γεννήθηκε στην Τασκένδη. Από το 1980 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Είναι Μηχανικός-Ηλεκτρολόγος. Από το 2000 ξεκίνησε να γράφει στίχους για τραγούδια και ποιήματα. Κάποια από αυτά δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά. Έως σήμερα έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: «Ερωτώ… Η εντελέχεια του έρωτα», εκδ. Βαρβάκη, 2009. «Ερωτώ… Όνειρα άλικα», εκδ. Βαρβάκη, 2009 και «Του φθινοπώρου η πικρή καντάδα», εκδ. Εντός, 2013.

ISBN 978-960-564-186-3

SBN 978-960-564-147-4 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108

H Ευαγγελία Λιοτσάκη γε θηκε στα Τοπόλια Χανίων. σε τα εφηβικά της χρόνια σ Πειραιά. Είναι κάτοχος διπ ματος ραδιοτηλεγραφήτ Α΄ Τάξεως (το πρώτο δίπλ που δόθηκε σε Ελληνίδα). Εκτός από την υπηρ στη θάλασσα δίδαξε επί καοκτώ χρόνια στο «Δη σιο Ναυτικό Λύκειο Πειρ απ’ όπου της δόθηκε η α να γράψει το πρώτο της βι «Πενθήμερη σχολική εκδ μή». Το δεύτερο βιβλίο τη τίτλο «Γνωρίζοντας τον Α ζόνιο» εκδόθηκε από τις εκ σεις Οσελότος το 2013. Αρθρογραφεί σε περιο Επίσης τύπο με θέματα τ διωτικά και ιστορικά. Ζει με την οικογένειά στη Γλυφάδα.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr

οσ ελότος

cover_11o.indd 1

7/20/2014 11

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς 4/23/2014 10:28:19 PM

Book 1.indb 79

29/12/2014 2:39:00 μμ


80

μύρτιλο • ΤΕΥΧΟΣ 5

Ε Ν Η Μ Ε Ρ Ω Σ Η Γ Ι Α Τ ΟΥ Σ Σ Υ Γ Γ ΡΑ Φ Ε Ι Σ Για αποστολή ύλης και σχολίων μπορείτε να απευθύνεστε στην ηλεκτρονική διεύθυνση του περιοδικού:

periodiko.myrtilo@gmail.com

Z

170 × 240 SPINE: 6.7

FLAPS: 70

Z

SPiNe: 7

Ποιός εἶναι ὁ Τσόρνιι Ντόν; Τί θά σηματοδοτήσει FlaPS: 60 γι’ αὐτόν ἡ γνωριμία του μ’ ἕναν λύκο, ὅπως καί μ’ἕναν

ἀπροσδιορίστου ἡλικίας ἄγνωστο ἄντρα στά πυκνά δάση τοῦ Καυκάσου; Θά καταφέρει νά βρεῖ ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματα πού τόν καῖνε; Πῶς θά ἐξελιχτεῖ ἡ ζωή του ἀπό τήν περιπέτειά του καί μετά;

5/11/2013 8:39:17 PM

Σ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ 4 | ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2013

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΕΛΟΤΟΣ, ΤΗΛ. 2106431108 www.ocelotos.gr ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ

ΑΝ

FLAPS: 70

μύρτιλο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ 5 | ΑΝΟΙΞΗ - ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2014

ISSN: 2241-3685

ΔΩ

ΡΕ

ΑΝ

Επισκεφθείτε το βλιοπωλείο του

Οσελότου στα Ιωάννινα

Χατζηκώστα 5, Ιωάννινα

Το βιβλίο του Δημήτρη Κοτζιά κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Οσελότος.

Λογοτεχνικό περιοδικό «Μύρτιλο»

ΕΤ ΑΙ

ΑΝΟΙΞΗ -ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2014

Το βιβλίο της Νατάσας Ζαχαροπούλου κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Οσελότος.

ΡΕ

ΤΕΥΧΟΣ 5

2013

μανία. Αφήνει πίσω του πρόσωπα και μέρη που αγάπησε, αναζητώντας κάτι το καινούργιο, κάτι το διαφορετικό σ’ έναν κόσμο άγνωστο γι’ αυτόν. Οι δεσμοί του με τα αγαπημένα του πρόσωπα και τον τόπο που μεγάλωσε είναι τόσο ισχυροί που δεν επιτρέπουν καμιά αμφιβολία για την απόφαση του μετά την ολοκλήρωση του στόχου του. Επιστροφή στην πατρίδα. Κι όμως τα πράγματα παίρνουν μια άλλη τροπή…

170 × 240 SPINE: 6.7

ΔΙΑ ΤΙΘ

Μια ιστορία παρόμοια με πολλές άλλες, αλλά και εντελώς διαφορετική γι’ αυτούς που βλέπουν έναν κόσμο χωρίς σύνορα και προσπαθούν να ξεφύγουν από το μικρόκοσμο που τους περιβάλλει, χαράζοντας μόνοι τον δρόμο τους για το μέλλον.

12/3/2012 11:45:24 AM

ISSN: 2241-3685

μύρτιλο

ΔΩ

το βιβλιοπωλείο που ε μια περίοδο ραγδαίων πουποστηρίζει τους λιτικών εξελίξεων και κοινωνικών ανακατατάξεων πρωτοεμφανιζόμενους στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, ένας νεαρός από την Αθήνα συγγραφείς φεύγει για να σπουδάσει στη Γερ-

έλου) 150 ς (ελ. βενιζ λεωφ. Θησέω ιθέα • αθήνα καλλ 176 76 • 1723 il.com τ. 213 026 iblio@gma anonymo.b

Z

ΕΤ ΑΙ

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Στό μυθιστόρημα «Πρόσωπα στό νερό» ἡ συγγραφέας παρακολουθεῖ τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ὥσπου νά κατακτήσει τήν ἀληθινή του ταυτότητα. Ἔτσι τό βιβλίο αὐτό θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ καί ὡς φυσική συνέχεια τοῦ προηγουμένου τῆς Ν.Ζ.: «Ἡ ζωή εἶναι ἐδῶ».

FLAPS: 70

ΤΕΥΧΟΣ 3

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2013

Μυθιστόρημα | Σελ. 256 | 14 × 21 ISBN 978-960-9607-95-7

ο σ ε λ ότ ο ς

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσ ελότος

Ο Θεός επιτέλους του χαμογέλασε. Ένιωθε ευτυχισμένος! Μέχρι που άξαφνα βρέθηκε μπροστά σε δύο προβλήματα. Το ύψος του! Για λίγους πόντους κινδύνευε να χάσει τη δουλειά του. Και ένα παιδί! Που δεν ερχόταν. Η σύντροφός του το ήθελε τόσο πολύ… Άραγε, στα εφιαλτικά του αδιέξοδα, ποιες απαντήσεις έκρυβε η ζωή;

οσ ελότος

Π

ΑΝ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσ ελότος

0_cover_prosopa sto nero.indd 1

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

2013

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Έργα της ίδιας:

«Μικρές Χίμαιρες», Ποιητική συλλογή «Αν τόνοιωθες», οιός εἶναι ὁ Τσόρνιι Ντόν; συλλογή Ποιητική Τί θά σηματοδοτήσει γι’ αὐτόν ἡ γνωριμία του Υπό μ’ ἕναν έκδοση: λύκο, ὅπως καί μ’ ἕναν ἀπροσ«Η μέρα μου, η νύχτα σου», διορίστου ἡλικίας ἄγνωστο Μυθιστόρημα ἄντρα στά πυκνά δάση τοῦ Καυκάσου; Θά καταφέρει νά βρεῖ ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματα πού τόν καῖνε; Πῶς θά ἐξελιχτεῖ ἡ ζωή του ἀπό τήν περιπέτειά του καί μετά; ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

ISBN 978-960-564-001-9

Τα τριαντάφυλλα είναι μαύρα

2 | ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2013

Τό βιβλίο: «Πρόσωπα στό νερό» εἶναι τό τρίτο της μυθιστόρημα. www.nzbooks.gr www.reikigokai.com www.natashazacharopoulou.blogspot.com

e-mail:

Ισμήνη, μ’ έναν παράξενο, μοιραίο τρόπο, θα

σει μ’ έναν περίεργο τρόπο. Δεν ήταν παρά μία φορά που τον είδε, κι όμως κάτι αόρατο τους συνέδεσε... Η γνωριμία της με τον δίδυμο αδελφό του, τον Στέφανο, θα γίνει στην ουσία το μέσον για να προσεγγίσει την προσωπικότητα αυτού του άνδρα που κρύβει ένα μυστικό. Ένα μυστικό που τον οδήγησε στην αυτοχειρία. Μέσα από κάποια κείμενα, η Ισμήνη κι ο Στέφανος θα προσπαθήσουν να λύσουν το μυστήριο της άγνωστης καλλονής που πέρασε από τη ζωή του Μύρωνα... Πού θα οδηγήσει αυτή η αναζήτηση; Τί είναι αυτό το παράξενο δέσιμο ανάμεσα στην κοπέλα και στα δυο αδέλφια;

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

Δημοσιεύσεις σέ ἔντυπα καί ἠλεκτρονικά περιοδικά: Νέα Σκέψη, Τριφυλλιακή Εστία, Ομπρέλα, Περίπλους, Ὕφος, Ανατολικός, Λογοτεχνικά Επίκαιρα, Βακχικόν, Στιχοδρόμιο, Joyfullife, Σοδειά, Φιλοσοφία και Παιδεία, Διάστιχο, κ.ἄ.

ΤΕΥΧΟΣ 3

Γιώργος Κιουρτίδης ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΡΕ

Η

ο σ ε λ ότ ο ς

Βιβλία της πού ἔχουν ἐκδοθεῖ: «Νά σ’ ἔχω», Ποιήματα, 1995 (Λύχνος) «Κι ἄς μέ ταξιδεύεις ὅπου», Διηγήματα, 1995 (Λύχνος) «Ἴχνος κραγιόν ἡ νύχτα», Μυθιστόρημα, 1996 (Ανατολικός) «Ὅπου ὁρίζει τό φιλί», Διηγήματα, 1999 (Ανατολικός) «Ἀτμός», Ποιήματα, 2008 (Ανατολικός) «Ἡ ζωή εἶναι ἐδῶ», Μυθιστόρημα, 2009 (Ανατολικός) «Ρέικι η Ατραπός της Καρδιάς», 2009 (Ανατολικός) 1η ἔκδοση: Δεκέμβριος 2009, 2η έκδοση: Σεπτέμβριος 2010

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα : 210 6431108, 210 6431137 ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr

Τηλ.

Διαβάστε το νέο μυθιστόρημα της Σοφίας Δημοπούλου-Πύρζα που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ωκεανός».

λάσσονται. γνωρίσει τον Μύρωνα, Μυθιστόρημα | Σελ. 456 | 14 × 21 Ο θεατρικός μονόλογος «Μαθήματα εκτός ύλης» φι-έναν εντυπωσιακό νέο που η ειISBN 978-960-9607-88-9 λοδοξεί να σας συναντήσει σε κάποιες εκτός ύλης δι-κόνα του θα αποτυπωθεί στην αδρομές σας. ψυχή της και θα την στοιχειώ-

ISSN: 2241-3685

μύρτιλο

170 × 240 SPINE: 6.7

ΔΙΑ ΤΙΘ

ΔΩ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

Το εκρηκτικό περιεχόμενο ενός κίτρινου φαΚαθηγήτρια για σαράκέλου οδηγεί την ηρωίδα σταΠανεπιστημίου απρόσμενα μονοπάτια μιας αποκάλυψης. πεθαίνει κα- περισσότερα ντα χρόνια,«Πώς διδάχτηκα νείς;» αναρωτιέται. Έρχεται έτσι αντιμέτωπη με απ’ όσα δίδαξα. δρόμοι της γνώσης τους μεγαλύτερους φόβους και τιςΟι ψευδαισθήσεις της, πουανοίγουν την οδηγούνορίζοντες στο πιο βαθύ και καιιερό προετοιμάζουν ταξίδι περιπλάνησης –συντροφιά με λίγα ζώα– διαδρομές. Από Δίνει το αγώνα Ε.Μ.Π. στη Σορσε έρημα δάση και γραφικά χωριά. επιβίωσης σωματικό, ψυχικό όσοΠανεπιστήμιο και πνευματιβόννη και στο Θεσσαλίκό. Παράλληλα εξερευνά τα όρια των δυνατοας, από τουέτσι ’68 στην Αθήνα τήτων που κρύβει μέσα το της, Παρίσι ξεδιπλώνοντας το πραγματικό νόημα μου της ζωής σε όλο το του 2012, οι διαδρομές εντός καιτουεκτός ύλης εναλμεγαλείο.

ISBN 978-960-564-058-3

Ἡ Νατάσα Ζαχαροπούλου γεννήθηκε στή Λειβαδιά, σπούδασε Δημοσιογραφία καί ἐργάζεται ὡς ἀσφαλίστρια. Εἶναι Reiki Teacher τοῦ Συστήματος Φυσικής Θεραπείας Usui Reiki.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσ ελότος

0_cover_ektos ylis_ΟΚ2.indd 1

Z

ΕΤ ΑΙ

μύρτι λ ο

120 × 150

FlaPS: 80

μύρτι λ ο

Z

SPiNe: 20

μυρτι λ ο

Δυό ὄνειρα μέ χρονική ἀπόσταση λίγων ἡμερῶν τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο στίς ἀρχές Μαρτίου τοῦ ‘09 γίνονται ἀφορμή ν’ ἀναποδογυρίσουν τά πάντα στή ζωή τοῦ Ντόν καί τῆς Μάργκοτ. Χάρη σ’ αὐτά ὁ κεντρικός ἥρωας ἀποφασίζει ἕνα ταξίδι, τό ὁποῖο ἐξελίσσεται ἀπρόβλεπτα.

Στό μυθιστόρημα «Πρόσωπα στό νερό» ἡ συγγραφέας παρακολουθεῖ τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ὥσπου νά κατακτήσει τήν ἀληθινή του ταυτότητα. Ἔτσι τό βιβλίο αὐτό θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ καί ὡς φυσική συνέχεια τοῦ προηγουμένου τῆς Ν.Ζ.: «Ἡ ζωή εἶναι ἐδῶ».

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα Τηλ. : 210 6431108 e-mail: ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr

Μαρίας Γιαννάκη α τα βιβλιοπωλεία σεις Οσελότος.

143 × 210

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

ραγματορό της και τη Γη για να από κοντά. το ταξίδι, του οποίου αγάπη, το κακό, γνωπρίγκιπες .. Άραγε όλα ρκετά για να υν για πάντα

ΑΝ

ΣΗΛΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ • ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ

1/7/2013 12:02:31 AM

ΡΕ

3 | ΑΝΟΙΞΗ 2013

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

ΟΣΕΙΣ

λ ότ ο ς

να ακούς από τη Γη ς στα σύνκρίζεις όταν μή την επι-

170 × 240 SPINE: 6.7 FLAPS: 70

ΔΙΑ ΤΙΘ

ΔΩ

Πρόσωπα στο νερό

μυρτι λ ο

Η Μαρία Γιαννάκη γεννήθηκε στην Παιανία και ασχολείται με τα ναυτιλιακά. Από μικρή ηλικία της άρεσε να γράφει παραμύθια. Στην αρχή τα διάβαζε στον μικρό της αδελφό, αργότερα στους φίλους της και τώρα με χαρά τα μοιράζεται με τους μικρούς αναγνώστες σε τούτο το πρώτο της βιβλίο.

ΕΤ ΑΙ

Νατάσα Ζαχαροπούλου

μύρτιλο ΔΙΑ ΤΙΘ

Λογοτεχνικό περιοδικό «Μύρτιλο»

2651 306456

ISSN: 2241-3685

ocelotos.ioannina@gmail.com

6/10/2013 9:52:56 PM

00_myrtilo2_cover.indd 1

00_myrtilo4_cover.indd 1

00_myrtilo5_cover.indd 1

3/7/2013 12:38:44 AM

11/24/2013 9:51:29 PM

6/3/2014 9:40:53 AM

Τα πέντε πρώτα τεύχη του «Μύρτιλου» έχουν εξαντληθεί. Ωστόσο διατίθενται διαδικτυακά στην ιστοσελίδα των εκδόσεων Οσελότος (www.ocelotos.gr), απ’ όπου μπορείτε να τα διαβάσετε ή να τα τυπώσετε.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 • 210 6431137 E-MAIL: ekdoseis.ocelotos@gmail.com

www. ocelotos. gr Book 1.indb 80

29/12/2014 2:39:15 μμ


ZZ

170 × 240  SPINE: 6.7  FLAPS: 70

μύρτιλο ΔΙΑ ΤΙΘ

120 × 172

FLAPS: 70

ΝΙΝΑ ΚΟΥΛΕΤΑΚΗ

© ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΑΜΒΡΟΥΛΑΣ

μύρτι λ ο

Είναι η Νίνα Κουλετάκη. Απαντάται μεταξύ Αθήνας και Αρχαίας Επιδαύρου. Αντιφασίστρια από κούνια, περήφανη μητέρα διδύμων ξωτικών, πρώην εκπαιδευτικός, συνταξιούχος αντιρρησίας δημόσιος υπάλληλος, εν

περσεφόνη

καθημερινής ζωής Ελλάδα των αρχών ντάχρονο κοριτσάκι κατοίκηση γονιών σπίτι, οικογενειακά συγγενικά πρόβατα, μαζί με τα γεγονότα υν το πρόσωπο (οι βασιλικοί γάμοι, ασης, η Χούντα κ.ά.), με τα οποία κεντά πόν, η Περσεφόνη αστάσεις γύρω της και ς ιδιαίτερο τρόπο, αντικά για τη ζωή της ορφιά, στο εφικτό οναδικές ερμηνείες.

SPINE: 13.8

ISBN 978-960-564-192-4

έχει φυτέψει νάρκες.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

οσελότος

15/9/2014 4:40:03 μμ

Μέσα από τα περιστατικά της καθημερινής ζωής της Περσεφόνης, ξεδιπλώνεται η Ελλάδα των αρχών του ’60, όπως την βιώνει ένα πεντάχρονο κοριτσάκι μεσοαστικής οικογένειας: συγκατοίκηση γονιών και παππούδων στο μεγάλο σπίτι, οικογενειακά προβλήματα, μαύρα κι άσπρα συγγενικά πρόβατα, πολιτικές αντιπαραθέσεις. Αυτά, μαζί με τα γεγονόταπου συμβαίνουν και αλλάζουν το πρόσωπο και τον χαρακτήρα της Ελλάδας (οι βασιλικοί γάμοι, τα Ιουλιανά, η έλευση της τηλεόρασης, η Χούντα κ.ά.), είναι τα πολύχρωμα νήματα με τα οποία κεντά τον καμβά της. Παρατηρεί, λοιπόν, η Περσεφόνη πρόσωπα, συμπεριφορές και καταστάσεις γύρω της και με τον προσωπικό της, εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, καταλήγει σε συμπεράσματα σημαντικά για τη ζωή της δίνοντας στην αγάπη, στην ομορφιά, στο εφικτό και το ανέφικτο τις δικές της, μοναδικές ερμηνείες.

6 | ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015

ΡΕ

ΑΝ

Επισκεφθείτε το βιβλιοπωλείο του

Οσελότου στα Ιωάννινα

ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΣΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΣΑΣ

Λογοτεχνικό περιοδικό «Μύρτιλο» Το βιβλίο της Νίνας Κουλετάκη κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Οσελότος.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

ΔΩ

Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Κ Ο Π Ε Ρ Ι Ο Δ Ι Κ Ο • Τ Ε ΥΧΟ Σ 6 • Χ Ε Ι Μ Ω ΝΑ Σ 2 0 1 5

ενεργεία συγγραφέας, μανιώδης αναγνώστρια, άθλια ποιήτρια, άπληστη συλλέκτρια παιχνιδιών, ερασιτέχνης φωτογράφος, ηθοποιός ελευθέρας βοσκής, φρικτή μουσικός, υποφερτή τραγουδίστρια, εξαιρετική ακροάτρια, ιδιοφυής ψεύτρα, εύγλωττη ομιλήτρια, προκλητικά αθυρόστομη, φανατική ταξιδιώτισσα, ακτιβίστρια ερωμένη. Αηδιαστικά έξυπνη, επίσης. Αυτή είναι η παιδική της χαρά. Βαδίζετε με προσοχή, ενδέχεται να

ΕΤ ΑΙ

ISSN: 2241-3685

Χατζηκώστα 5, Ιωάννινα

2651 306456

ocelotos.ioannina@gmail.com

00_myrtilo6_cover.indd 1

29/12/2014 3:09:34 μμ