Φωναχτά και άδυτα
τα λόγια ξεχασμένα
Δυο φορές αμάδητα
λουλούδια διψασμένα
Κοριτσάκια άγδυτα
που γδύθηκαν για σένα
Σαν τα χρόνια γέρασαν
μεγάλωσε κι εκείνη
Σ’ έναν κόσμο ξέρασαν
βαπόρια και καρκίνοι
Και σε σένα κέρασαν
καπνό κι ασετιλίνη
Ο αέρας φύσηξε
τα άσπρα τα φτερά της
Μια βραδιά την τύλιξε
γαλάζια τα πανιά της
Και γλυκά την φίλησε
στα ρόδια μάγουλά της
Άδη τα παλάτια
Στης λησμονιάς εκείνον τον καιρό, αγνάντεψα και είδα μία κόρη Της αρνησιάς να πίνει το νερό, ξεχνώντας ένα όμορφο αγόρι.
Του φεγγαριού δεν βλέπουν οι νεκροί, τεφρώδες φως της θάλασσας καράβια Μήτε και κάμπους, πράσινοι αγροί, μονάχα γκρι του Άδη τα παλάτια. Θα τον ξεχάσω λέει δεν μπορεί, στης Λήθης το θλιμμένο περιβόλι Κι αυτή ακούγοντάς την τη θωρεί, σαν ένα πικραμένο αηδόνι. Η θύμησή του θέλει να καεί, στου Άδη πια τα πύρινα καμίνια Σαν τον θυμάται, σαν τον νοσταλγεί, το νου της να αφήνει μες στη γύμνια. Κι ο νέος τώρα που τη λησμονεί, με δάκρυα τα χώματα ποτίζει Και μ’ ένα δάκρυ έχει προσμονή, των καμινιών τις φλόγες για να σβήσει.