Issuu on Google+


αγάπη σε όλα


Τιτλος Αγάπη σε όλα Συγγραφέας Βαγγέλης Δελέγκος Σειρα Ελληνική Λογοτεχνία [1358]0511/12 Σχειδιασmοσ – Καλλιτεχνικη Επιmελεια Εύα Παπαγιάννη Copyright© 2011 Βαγγέλης Δελέγκος Πρώτη Εκδοση Αθήνα, Μάιος 2011 ISBN 978-960-9499-69-9

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η κατ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

Βατατζή 55, 114 73 Αθήνα Τηλ. : 210 6431108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com, ocelotos@otenet.gr www. ocelotos. gr

e-mail:


Βαγγέλης Δελέγκος

αγάπη σε όλα Διηγήματα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


Στον Ιάσονα...


Ο φύλακας των ψυχών

Τ

ο ακρωτήρι όπου δέσποζε ο νεόκτιστος και βαρύς σαν φρούριο φάρος, ψηλός, πανύψηλος και πέτρινος, στεριωμένο και αυτό όπως μια γιγάντια αιχμή του δόρατος κυκλωμένη από θάλασσα, ήταν η πρώτη εικόνα που αντίκρισε ο Ιάσονας, στιγμές αφότου αποχωρίστηκε από τα ζεστά σπλάχνα της μάνας του της Αρετής. Προτού καλά καλά προλάβει η μαμή και η βοηθός της να ετοιμάσουν το νεογέννητο, ο Νικόλας, στοργικά και σίγουρα, το πήρε τυλιγμένο στην αγκαλιά του και πέρασε από το κατώφλι της μικρής κάμαρας του φάρου έξω στο φως. Ήθελε, συμβολικά πάνω από όλα, ετούτο το φαντασμαγορικό τοπίο να είναι η πρώτη παράσταση του κόσμου που θα αντίκριζαν τα ανέτοιμα ακόμα μάτια του πρώτου του παιδιού. Εξήντα μέτρα πελώριων κάθετων βράχων, με το άλλο 9


τους μισό αποκολλημένο και βυθισμένο στα σκούρα νερά, εκατομμύρια χρόνια πριν, πρότειναν τα κατάλευκα στήθη τους στον λαμπερό και ζεστό απριλιάτικο ήλιο. Η λάμψη τους έδινε την αίσθηση πως το ήρεμο κύμα, που μετά βίας ακουμπούσε τη βάση τους, ήτανε θαρρείς ο προπομπός για την τρομακτική άβυσσο που κρυβόταν ακριβώς από κάτω. Ένα επικίνδυνο παιχνίδι φωτός και σκιάς, ιδανικά συμπληρωμένο από το ασημένιο λαμπύρισμα του ήλιου στην επιφάνεια… Το απαλό δροσερό αεράκι ήταν όπως πάντα αρκετό για τους γλάρους και τα θαλασσοπούλια που, με ελάχιστο κόπο και μονίμως απλωμένα τα φτερά, ξεκούραστα και ειρωνικά προς την καταραμένη τους βαρύτητα, εκμεταλλεύονταν με μαεστρία τα ρεύματα για να παραμένουν σε πτήση σαν να επρόκειτο απλώς για την καθημερινή τους διασκέδαση. Έσκουζαν και αντάλλασσαν φωνές, σαν να χαιρετούσαν και αυτό το μεσημέρι τον αγαπημένο τους φαροφύλακα, καλωσορίζοντας εδώ, στο τέρμα του δημιουργημένου κόσμου, το βλαστάρι του. Ο Νικόλας, στρέφοντας με αφέλεια το φασκιωμένο βρέφος προς τα βορεινά του ακρωτηρίου, εκεί που η φύση έστρωνε ένα μονοκόμματο χαλί από χαμηλή βλάστηση και πουρνάρια επάνω στην πλάτη των βράχων και ακόμα πιο πίσω στην απέραντη στεριά, σάρωσε και αυτός με τη ματιά του την απεραντοσύνη σαν να ένιωθε γεμάτος ευγνωμοσύνη για ετούτη τη μέρα και όσες άλλες θα ακολουθούσαν. Ύστερα, βιαστικά αλλά προσεκτικά, επέστρεψε με το μωρό πίσω στην ασφάλεια και τη ζεστασιά της κάμαρας στο φάρο… Καιρό πριν ο Ιάσονας μπουσουλήσει και διαβεί ξανά, 10


μόνος του αυτή τη φορά, το κατώφλι του σπιτιού του, ο πατέρας του, ικανός μάστορας και προνοητικός καθώς φαίνεται γονιός, με προσοχή, επιμέλεια και επιμονή, φρόντισε να κατασκευάσει έναν γερό ξύλινο φράχτη που ακολουθούσε και αγκάλιαζε μελετημένα όλη την πορεία του χωμάτινου πλατώματος μπροστά από το κτίσμα στα νότια και περισσότερο στα δυτικά. Αυτή ήταν η πλευρά με τον πελώριο γκρεμό και την θέα που σου έκοβε την ανάσα, κάνοντας να ανατριχιάσει κάθε σπιθαμή του κορμιού σου, όχι μόνο τις ανταριασμένες χειμωνιάτικες μέρες αλλά και τις άλλες, εκείνες τις ήρεμες και γλυκιές που ένιωθες τον ήλιο να σου ζεσταίνει στοργικά το πρόσωπο. Δεν ήταν όμως να αστειεύεται κανείς, όσο γερά και να πίστευε πως θα πατούσε προσεγγίζοντας το χάος. Ένα ξαφνικό γύρισμα του αέρα, μία του αναπάντεχη σπρωξιά και θα μπορούσε να στείλει, ακόμα και έναν ψηλό γεροδεμένο άντρα σαν αυτόν, έξω, στην σύντομη πτήση προς τον κενό θάνατο. Πάντα υπό το άγρυπνο και αυστηρό βλέμμα της Αρετής, φρόντιζε να δουλεύει τις μέρες όπου κόπαζε ο άνεμος και έμπηγε τους γερούς χοντρούς πασσάλους τουλάχιστον ένα μέτρο πιο μέσα από το χείλος του γκρεμού. «Να προσέχεις!» του έλεγε κάθε τρεις και λίγο, «κακομοίρη μου!»… Και δεν ήταν μικρή η φοβέρα της. Ψηλή, σχεδόν όσο και αυτός, με μακριά πυκνά κυματιστά μαλλιά και αρχαιοελληνική αγριάδα, όταν έστρεφε τα αμυγδαλωτά της μάτια επάνω του όφειλε να συνετιστεί για να μην έχει μπλεξίματα. Όπως και να έχει, πότε με κόπο, πότε με φοβέρες και πειράγματα αλλά πάντα με χαρά και καμάρι για τον γιο, ο Νικόλας ολοκλήρωσε την περίφραξη και η αλήθεια είναι 11


πως το ξύλινο του κατασκεύασμα όχι μόνο έδειχνε αλλά και ήταν εξαιρετικά αξιόπιστο και ακλόνητο. Με φροντίδα, νουθεσία και προσοχή, τα εξήντα μέτρα βράχου δεν θα αποτελούσαν ποτέ πραγματικό κίνδυνο για τα πρώτα χρόνια περιέργειας του παιδιού. Από την άλλη, στα ανατολικά, πίσω από τα δωμάτια του φάρου, το επίπεδο έπαιρνε μιαν ελαφριά κατηφορική κλίση και, περνώντας από τον μικρό στάβλο με το άλογο και το μουλάρι, μίκραινε και έκανε μια στροφή γύρω από τον φραγμένο χώρο με τις κότες και τις δυο κατσίκες. Από εκεί ξεκινούσε το φιδίσιο μονοπάτι που, κατεβαίνοντας αρχικά ακόμα χαμηλότερα, όταν έπαιρνε να κατευθύνεται προς τα βόρεια έφτανε στην απέναντι πλαγιά, σχεδόν στο ίδιο ύψος με το σπίτι και το φάρο, και μετά χανόταν πίσω από πουρνάρια και λιγοστές ελιές. Ήταν ο μοναδικός δρόμος για τη Χώρα, το μεγάλο χωριό στην καρδιά ενός μικρού κάμπου. Ο φαροφύλακας και η γυναίκα του είχαν το πρόγραμμα τους για τις επισκέψεις τους εκεί. Μια φορά μέσα στην εβδομάδα για προμήθειες, τρόφιμα και πετρέλαιο για τον φάρο, και χαλαρή βόλτα τα κυριακάτικα πρωινά μετά την εκκλησία, αν ποτέ την προλάβαιναν. Σχεδόν όλοι τούς ήξεραν και τούς χαιρετούσαν εγκάρδια μιας και όχι μόνο δεν είχαν δώσει ποτέ δικαιώματα αλλά διακρίνονταν για μια ανεπιτήδευτη ευγένεια που αυθόρμητα πήγαζε και ακτινοβολούσε από μέσα τους, χωρίς ίχνος αδιακρισίας και περιέργειας για τις ζωές και τα κουσούρια των άλλων. Φτωχοί, ντυμένοι απλά και πεντακάθαρα, απέπνεαν ζηλευτή αρχοντιά και αξιοπρέπεια, δίνοντας έτσι, από την πρώτη στιγμή που ο Νικόλας εμφανίστηκε για να αναλάβει καθήκοντα, τροφή 12


για σχόλια και εικασίες σχετικά με την ανεξακρίβωτη καταγωγή του. Ο ίδιος δεν μιλούσε για τον εαυτό του αλλά έτσι και αλλιώς η «ετυμηγορία» είχε βγει από τον πρώτο καιρό. Οι μισοί στον καφενέ τον ήθελαν να έχει έρθει στην Ελλάδα από τα υπόδουλα ακόμα Γιάννενα, και οι υπόλοιποι έβαζαν το χέρι τους στη φωτιά πως κρατούσε από ξεπεσμένη και παρηκμασμένη εύπορη οικογένεια των Κυθήρων. Το σχετικό σούσουρο πρέπει να ξεκίνησε από τους δύο χωριανούς που, γεμάτοι περιέργεια αλλά και ειλικρινή διάθεση να προστρέξουν τους ξενόφερτους, έβαλαν ένα χεράκι στο ξεφόρτωμα του νοικοκυριού και στο συγύρισμα των δωματίων του φάρου. Σχεδόν ρακένδυτοι αγρότες, με ζωηράδα στη ματιά και βροντερές φωνές, έχασαν τη λαλιά τους αντικρίζοντας τους περισσότερους από εκατό διαφορετικούς δερματόδετους τόμους βιβλίων που ο Νικόλας ακουμπούσε λίγους λίγους ευλαβικά στο προηγούμενα καθαρισμένο τραπέζι. Με την περιέργεια που ένας ιθαγενής θα έπιανε για πρώτη φορά στα χέρια του το καθρεφτάκι ή τις χάντρες του δυτικού πολέμαρχου, αρκέστηκαν στο να θαυμάσουν κάποιες γκραβούρες και χαρακτικά στο εσωτερικό αυτών που αναπαύονταν από το ταξίδι πάνω πάνω. Όντας παντελώς αναλφάβητοι, αλίμονο και αν θα κατάφερναν ποτέ να αποκωδικοποιήσουν εκείνα τα περίεργα σύμβολα στις όμορφες ράχες των βιβλίων. Ανάθεμα και αν είχαν ακουστά για τον Πλούταρχο, τον Αριστοφάνη, τον ανυπέρβλητο Όμηρο. Το μελάνι στο χαρτί δεν θα τους έδινε ποτέ ψωμί να φάνε… Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Νικόλας, μάλλον για να δώσει μια τελευταία φιτιλιά στην έξαψη της απλο13


ϊκής φαντασίας τους, ξετύλιξε και τους έδωσε να κρατήσουν το καμάρι της συλλογής του. Έναν όμορφα κορνιζαρισμένο χάρτη του Ορτέλιους, με άψογα διατηρημένα τα χρώματα του, που αναπαριστούσε τη Θράκη. Έμειναν να τον θαυμάζουν, μισοκαταλαβαίνοντας την όποια αξία του. «Ξέρετε από πότε είναι ο χάρτης που κρατάτε;» διέκοψε τη μόνιμη διαδρομή των έκθαμβων ματιών τους. «Από το χίλια πεντακόσια ογδόντα πέντε» συμπλήρωσε θριαμβευτικά. «Μωρέ μπράβο!» αναφώνησε ο ένας εκ των δύο κουβαλητών. «Και έμεινε έτσι καλός για τρακόσια και βάλε χρόνια; Θαυμαστό πράμα βρε Νικόλα…». Πάει τελείωσε, ο νεοφερμένος φαροφύλακας όφειλε να είναι τουλάχιστον έκπτωτος γαλαζοαίματος… Μέχρι τα πρώτα γενέθλια του παιδιού, αυτό και η μητέρα του παρέμεναν στη ζεστασιά του φάρου, αφήνοντας τον νοικοκύρη να εκτελεί μόνος του τα τακτικά δρομολόγια στον πολιτισμό. Δεν ήταν και λίγη ταλαιπωρία να μεταφέρεις επί δύο ώρες ένα βρέφος επάνω στο μικρό σμπαραλιασμένο κάρο με τις ετοιμόρροπες ρόδες που έτριζαν ή να το κρατάς επίφοβα καβάλα στο νεαρό μουλάρι. Οι άλλες δύο, του γυρισμού, συνοδεύονταν και από την κούραση της ημέρας και της συναναστροφής με τους ανθρώπους. Γιατί, κακά τα ψέματα, ο Νικόλας και η Αρετή δεν τους χρειάζονταν τους ανθρώπους. Είχαν γυρέψει και είχαν βρει την πληρότητα ο ένας στον άλλο και οι δυο μαζί στην απομόνωση του φάρου. Με το παιδί όμως ήταν διαφορετικά. Όφειλαν να του προσφέρουν αυτό το κάτι παραπάνω που βρισκόταν μόνο στο παιχνίδι με τα άλλα παιδιά στην πλα14


τεία ή στο μαγαζί με τα λουκούμια και τις σβούρες. Να προσπαθούν ώστε να μην χορταίνουν να βλέπουν το χαμόγελο ζωγραφισμένο στα ευχαριστημένα χειλάκια του. Ένα καθάριο παιδικό χαμόγελο που κόπηκε απότομα όταν η Αρετή έλιωσε στον πυρετό και πέθανε ένα βροχερό πρωινό, ενώ ο Ιάσονας κόντευε να κλείσει τα οχτώ του χρόνια. Ο καιρός έμελλε να κυλάει στο εξής διαφορετικά για την κουτσουρεμένη οικογένεια στην άκρη του κόσμου. Οι διαδρομές στο χωριό λιγόστεψαν και το χαμόγελο κρυβόταν καλά πίσω από μαύρα βαθουλωμένα μάτια που χάνονταν για ώρες στο άπειρο. Πολλές βραδιές, ο μικρός Ιάσονας πεταγόταν από το κρεβάτι του, ακούγοντας τον πατέρα του να κλαίει από εκεί ψηλά στο χώρο όπου βρισκόταν ο μηχανισμός και η μεγάλη λυχνία. Έτρεχε τότε, ανέβαινε τα απότομα σκαλιά και έπεφτε με φόρα επάνω του, αγκαλιάζοντας τον με όση δύναμη έκρυβε το κορμάκι του. Λυνόταν τότε ο Νικόλας, παραδινόταν στην αγάπη του παιδιού και ξέσπαγε από μέσα του η λύπη μέχρι τα πέρατα του υγρού ορίζοντα. «Αχ καμάρι μου» έλεγε με αναφιλητά, «πώς θα γίνει ξανά πρωί χωρίς εσένα;». «Πώς να φωτίζω εγώ τον κόσμο όλο, με σένα στο σκοτάδι;» Γρήγορα όμως τραβούσε τον εαυτό του από την στεναχώρια και στρεφόταν στο βουρκωμένο παιδί. «Εμείς όμως θα τα καταφέρουμε Ιάσονα μου έτσι; Να μας βλέπει η μανούλα από εκεί ψηλά και να χαίρεται και αυτή μαζί μας!» «Ναι πατέρα», έλεγε εκείνος με προσποιητό θάρρος και κούρνιαζε αναπαυτικότερα στην αγκαλιά του φαροφύλακα ώσπου αποκοιμιόταν βαθειά. Με το πρώτο χάραμα βρισκόταν ζεστά χωμένος πίσω στο παιδικό του κρεβατάκι… 15


Εκεί στο άγριο ακρωτήρι, ο καιρός κυλούσε με μια διαφορετική αίσθηση του χρόνου, αλλά πάντως κυλούσε. Το παιδί μεγάλωνε και ο Νικόλας έβαζε τα δυνατά του να είναι καλός πατέρας διατηρώντας πάντα την ίδια προσοχή και μεράκι για την εργασία του. Με θρησκευτική ευλάβεια, οι δυο τους πλέον, ο ένας προσηλωμένος στο ιερό καθήκον και ο άλλος πιότερο σαν περιπετειώδες παιχνίδι, με τη δύση του ήλιου μεταμορφώνονταν σε δυνατούς και ακοίμητους φρουρούς για κάθε πλεούμενο στην θαλασσινή τους επικράτεια. Στην εφηβεία, ο Ιάσονας ήξερε πλέον τα πάντα για το κούρδισμα του μηχανισμού κάθε τρεισήμισι ώρες, για την διαδικασία πυρακτώσεως και την εφεδρική λυχνία. Τις λιγοστές φορές που ο πατέρας του αισθανόταν αδιαθεσία, παρέμενε εκείνος στο πόστο του μέχρι το πρωί έχοντας για ανεκτίμητη συντροφιά του τα βιβλία τους και μερικά άλλα που είχαν καταφέρει να εντοπίσουν από παλιούς ναυτικούς και εμπόρους πίσω στο χωριό. Σχολείο δεν υπήρχε στην περιοχή, όμως ο φαροφύλακας, καιρό πριν τον χαμό της Αρετής, είχε ξεκινήσει το δικό του μικρό και ταπεινό πρόγραμμα διαπαιδαγώγησης του γιου του. Γραφή, ανάγνωση, γεωγραφία, ιστορία, λογοτεχνία και αριθμητική, πράγματα που τα περισσότερα παιδιά της Χώρας δεν θα γνώριζαν ποτέ, εδώ, στην άκρη των γκρεμών ήταν σχεδόν καθημερινή ρουτίνα. Ευχάριστη και καλοδεχούμενη από τον μαθητή αν και συχνά πυκνά έδειχνε στα ψέματα να δυσανασχετεί. «Πατέρα» ρωτούσε, «τί θα με ωφελήσουν τα γράμματα εδώ που ζούμε; Εγώ φαροφύλακας θα γίνω και την δουλειά μου καλύτερα δεν θα την κάνω με τα 16


διαβάσματα!». «Θα γίνεις όμως καλύτερος άνθρωπος σε όλα σου!» απαντούσε όσο αυστηρά χρειαζόταν εκείνος. Καθημερινή καθαριότητα του χώρου, αγροτικές δουλειές στο μικρό μποστάνι και στον περιφραγμένο τόπο με τα ζώα, όμως παντού και πάντα διαθέσιμος χρόνος για το ζωηρό και πανέξυπνο παιδί. Για να μεγαλώσει γερά και καλά, για να μην του λείψει τίποτα. Μαζί δούλευαν, μαζί έτρωγαν, μαζί μελετούσαν. Όμως στον τάφο της Αρετούλας κατηφόριζε ο καθένας κατά πως ένιωθε κρυφά μέσα στην καρδιά του. Ο σύζυγος της είχε επιλέξει το ιδανικότερο σημείο του απέναντι υψώματος, εκεί που μπορούσες να έχεις την καλύτερη θέα στο πέλαγος, προφυλαγμένος από τον αέρα και τα στοιχεία της φύσης, με τον βοριά κόντρα σε μεγάλο σκιερό βράχο. Δεν έστεκε σταυρός στο μνήμα, δεν την διάβασε κανείς παπάς στην τελευταία της κατοικία. «Η θέση της είναι στο νεκροταφείο, στον οίκο του θεού!» φώναζε και λύσσαγε ο παπα-Γιάννης στην εκκλησία, στο καφενείο, στην πλατεία του χωριού. «Η θέση της είναι στο σπίτι με την οικογένεια της» ανταπάντησε μια και μοναδική χαμηλόφωνη φορά ο Νικόλας και του γύρισε την πλάτη για πάντα. Τώρα, κάθε Άνοιξη, αναρίθμητα μπλε και κίτρινα λουλουδάκια την σκέπαζαν συνωστισμένα θαρρείς επάνω από το χώμα της, αδιαφορώντας για τις απαγορεύσεις και τις προσταγές της εκκλησίας. Η μεγάλη μάνα, η φύση, τρέφει απέραντη αγάπη για όλη της την πλάση, χωρίς όρους και δέκα εντολές… Στην πορεία της πρώτης μοναξιάς, οι δύο άντρες αποκατέστησαν πλήρως τις σχέσεις τους με τον οικισμό των 17


Αγάπη σε όλα