Skip to main content

Σσς

Page 1

140 × 210

SPINE: 24.5

FLAPS: 85

ΡΟΔΟΚΛΕΙΑ ΚΑΝΑΡΗ

Έργα της ίδιας:

Σσς ! Τα διηγήματα της Καλύμνου

ISBN 978-618-205-781-0

9 786182 057810

Σσς

Αχ, Κάλυμνος, πόσες και πόσες φορές ξεπροβόδισες τα παιδιά σου, πόσες φορές κράτησες σαν κοράλλι στα σπλάχνα σου τη λαχτάρα τους, πόσες φορές, Καλύμνια κόρη, έκρυψες το δάκρυ σου στην πέτρινη θωριά σου.

ΡΟΔΟΚΛΕΙΑ ΚΑΝΑΡΗ

Κι αν μες στους λαϊκούς ξανοιχτείς και ψάξεις πού θα ’βρεις μνήμη θανάτου, της Καλύμνου τα τέκνα να ρωτήσεις, αν δε βαστάς ν’ αφουγκραστείς τα πέλαγα.

Ιερά Μονή Αγίων Πάντων Καλύμνου

Είμαι, σβόλος χώματος, με μόνη παιδεία,Πνοή, Θεού Ζώντος.


Σσς


Τιτλος

Σσς Συγγραφέας

Ροδόκλεια Κανάρη Επιmελεια - Διορθωση

Μερκούριος Βολονάκης Φιλόλογος-Λαογράφος ΕΡΓΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

Γεώργιος Γενοβέζος Αρχιτέκτων — Λάδι σε καμβά (35×45) ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Μιχαήλ Πάου Εκπαιδευτικός-Φωτογράφος ΕΜΠΝΕΥΣΤΗΣ

Μικές Κουλλιάς Layout - Design Myrtilo, Λένα Παντοπούλου Copyright© 2025 Ροδόκλεια Κανάρη Πρώτη Εκδοση

Αθήνα, Ιούνιος 2025 ISBN 978-618-205-781-0

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | Τηλ.: 210 64 31 108

ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.


ΡΟΔΟΚΛΕΙΑ ΚΑΝΑΡΗ

Σσς

— ΑΘΗΝΑ 2025 —


Καστρομονάστηρο Παναγιάς Κυραψηλής Βαθύ Καλύμνου


Στην Άνασσα Δέσποινα


Θυμάσαι τη σημαία στους βράχους; Είν’ από ’κείνους, Που ζωγράφισαν την καρδιά τους!


Σ

τάθηκα στου Αιγαίου μιαν άκρη, είδα τους νιούς με σηκωμένα μανίκια και τ’ όνειρο στα φουσκωμένα τους μπράτσα, είδα τις κόρες με ξέπλεκα μαλλιά κι αμολητές τις μαντήλες να στέλνουν σινιάλο στα πέλαγα. Είδα γέροντες και γερόντισσες να κρατούν τις κολόνες της ζήσης, μην τύχει και λαθέψουν οι Ανατολές. Πήρα το πικροσφούγγαρο, κείνο που κούρσεψαν απ’ τα γαλανά περβόλια κι έπιασα να μαζεύω στάλα στάλα το αρχέγονο δάκρυ. Σιμά, και σταυραδελφομένοι, Άγιοι, Ιστορία, λαϊκοί ήρωες και Παράδοση. Ευλαβικά, αφήνω μια στοίβη αγριορίγανη, θυμίαμα, στη γη των ακριτών που τολμούν, ΚΑΛΥΔΝΑ, Τη Σημαία και τον Σταυρό σου, Να σηκώσουν.


Εισαγωγή

Ω

ς έρθει η ώρα που αρχινά το μελάνι να κοινωνεί γεγονότα και στιγμές αναμετάξυ μας, δεν είναι τούτο απ’ την ανάγκη του λόγου, μα είναι από κείνο το ξεχείλισμα της ψυχής, που βασταμό δε βρίσκει, μήτε στο καλύτερο οχύρωμα του κόσμου τούτου. Ευλόγησε ο Θεός να ’μαι μερίς των πολυτέκνων και από πολύτεκνη οικογένεια και πολύτεκνη μητέρα, μάνα τεσσάρων τέκνων, στη γη του Ομήρου και του Κολοκοτρώνη. Κι αν κρατάτε μυστικό, αφήστε με να σας ’μπιστευθώ: «Η πολυτεκνία δεν είναι μόνο ευλογία, είναι ακατάπαυστος θαυματουργία». Στις ιστόρισες αιώνων κι ανθρώπων, μύριες οι στιγμές, που η οικονομία γίνεται το ασφαλέστερο όπλο εξόντωσης και χειραγώγησης μικρών και μεγάλων, εθνών και υφηλίου, ποια να ’μαι τάχατες εγώ, που τούτου του ποτηρίου, του μεστού κάθε πόνου, θα απέφευγα; Μα ’κει κοντά στ’ αδιέξοδα, έρχονται οι Κυρηναίοι στη ζωή μας, που πέμπει ο Ζωοδότης και μεταμορφώνεται η έρημος σε έφορο γη. Έτσι, κατά το έτος 2021, βρέθηκα σε μια τέτοια έφορη γη, σπαρμένη πέτρα κι αλμύρα και ζυμωμένη με πίστη, Ελλάδα κι αγριορίγανη, στην Κάλυμνο των Ελλήνων! Τούτο το γέννημα, μόνο μικρό δε στάθηκε, σμίλεψε τα βράχοι του με σημαίες, στόλισε τις ακροθαλασσιές του με γαλανόλευκες κι έσυρε μεγάλη φωνή, μέσα απ’ τ’ αλμυρά σπλάχνα της, να μαρτυ-

— 11 —


ΡΟΔΟΚ ΛΕΙΑ Κ ΑΝΑΡΗ

ρά, ’κει απέναντι απ’ του Βυζαντίου τα μέρη, πως «οι λύχνοι», μένουν σβηστοί, όμως θάρσου, ψυχή, ’Κείνος που νίκησε τον κόσμο, στέκει εκεί, μες τις Εκκλησίες της Αποκάλυψης, που καρτερούν τ’ άγιο τ’ άναμμα, τ’ άγιο λαμπάδιασμα της πλάσης. Σαν μ’ έφερε ο Θεός στης Καλύμνου τα μέρη, λιγώθηκε η ψυχή, ορθώθηκαν μπρος μου, βούνοι, σπόγγοι και τα Δωδεκανήσια πλάτια κι έσυρα ως λόγο τον καημό μου: «Πού ’σαι κυρ-Αλέξανδρε (Παπαδιαμάντη), να σεργιανίσεις τις ακροθαλασσιές τους, ν’ ανέβεις τα βράχοι τους, να μας ταξιδέψεις στους πόνους της αγάπης και του ψωμιού τους; Πού ’σαι, μωρέ, κυρΑλέξανδρε; Πόσο μου λείπεις, πόσο μας λείπεις! Σαλή εγώ, μπροστά στα ύψη και τα βάθη π’ αντάμωσα, αρπάχτηκα απ’ του λόγου τ’ αδράχτι κι αντί για κλωστή, μελωδίες άρχισαν να υφαίνονται στ’ άγραφο χαρτί και ’κει κοπιάσαν κι οι λόγοι της μοναχής Ισιδώρας, της μονής της Αγίας Αικατερίνης Καλύμνου: «Η ζωή έχει επτά χορδές, οι έξι είναι πόνος, η μία χαρά». Σσς... Σσς... Σιώπησα, ν’ ακούσω τον ρυθμό του πόνου, ν’ ακούσω την αναστάσιμη αγάπη. Κάλυμνος, αγιοτόπι, Αγίων και Ηρώων. Σχωρνάτε με ακρίτες Καλύμνιοι, σαν πάτησα τη γη σας, τι γη κι αυτή; ... Γη της θρύμπης, τ’ άγριου μελιού, των παλικαριών και της αλμύρας... Ένιωσα το ριζάρι του πόνου σας να σπαρταρά στην ψυχή μου. Μ’ έπιασα απ’ τ’ αυτί και μ’ έσυρα με το καλό, γιατί ήμουν πρόθυμη να πάγω στη θέση σας και να

— 12 —


Εισ αγωγή

ιδώ με τα δικά σας μάτια. Το φίδι που σιγαναθρέψατε στο στήθος, για να βρουν ψωμί και προσφάι τα παιδιά σας, κατζιά τα κορίτσια σας, καλόριζο τα σερνικά σας. «Κάμε ότι θες, μα σκάφανδρο μη μου φοράς», μου έτεινε ο εαυτός μου. Τίναξα λόγια και ρούχα χάμω. Μες στους «γυμνούς» αφήστε με να λογιστώ, μα συχωρνάτε με ξανά φίλοι Δωριείς, γιατί στα δικά σας ύψη και βάθη δεν δύναμαι να πάγω. ... γη των ακριτών που τολμούν, Καλύδνα, τη Σημαία και τον Σταυρό σου να σηκώσουν. Κι ενώ λευτερωμένη η ψυχή είχε πιάσει το εύλαλο μονοπάτι, σήμανε πάλι σιωπή. Σσς... Κι έμεινα πάλι να θωρώ τα πριν και τ’ αφανέρωτα, να ’ρχονται να μ’ ανταμώνουν ανεξήγητα. Τον Θεό και τους καθ’ ομοίωσίν Του, δεν σου «ανακαλύπτονται», αλλά σου «αποκαλύπτονται». Χρόνια πίσω και κατά το έτος 2015, βρέθηκα να μελετώ την Ιστορία και τη ζωή του Μεγάλου Κωσταντίνου και σαν να μην έφτανε αυτό, σαλή ούσα, έλαβα τόλμημα να κάνω ένα ιστορικό διήγημα για τον, κυριολεκτικά, «Μέγα Άγιο», που στα καθ’ ημάς, τα χοϊκά, πήρε την Ορθοδοξία απ’ τη γης και την ανέβασε στα ουράνια, ’κει που αντάμωσε κι ο ίδιος, το αέναο «εν τούτω νίκα». Ήταν καλοκαίρι του 2016, παραθέριζα με την οικογένειά μου στην Ακράτα του νομού Αχαΐας, όταν σκέψη και ψυχή μαζί πήραν ν’ ανεβαίνουν βουνούς, από-

— 13 —


ΡΟΔΟΚ ΛΕΙΑ Κ ΑΝΑΡΗ

τομες ξερολιθιές, γκρεμά και πλάτια που βρίσκονταν απέναντι του Βυζαντίου. Παιχνίδια του μυαλού πιάστηκαν μέσα μου κι αρχινήσαν να ζυμώνονται, μ’ αληθινή, πέρα ως πέρα αληθινή, ιστορία. Έγραφα και περιέγραφα ένα ξωκλήσι του Αγίου Κωσταντίνου, ψηλά στα βράχια, ως να ’μουνα εκεί, γνωρίζοντας καλά, πως ψηλά στους βράχους ανταμώνουμε Προφήτη Ηλία, άντε και Ιωάννη Πρόδρομο, Άγιο Κωσταντίνο, ψηλά στα γκρέμνα κι απέναντι στις Πατρίδας μου τα μέρη, της Μικρασίας τα ευλογημένα χώματα, που μήτε είχα δει, μήτε και γνώριζα. Ανέβαινα και κατέβαινα, έμπαινα στους σπήλιους και στις χαράδρες του, στεκόμουν στις κουμούλες του, έμπαινα στο ξωκλήσι του Αγίου, πρόσπεφτα στο εικόνισμα του, λιβάνιζα, έβγαινα στο πέτρινο κατώφλι του, έβαζα να χτυπά η καρδιά και τα παθήματα των ηρώων, όσα η ψυχή μαρτύραγε, ανάσανα κι αγνάντευα παρμένη Πατρίδα, με συγκεκριμένη οπτική, με συγκεκριμένη αίσθητα. Κύλησαν τα χρόνια, ’φτάσαν και στάθηκαν στο Μάη του 2022, παραμονή του Αγίου Κωσταντίνου, ω Θεέ μου, τι ήταν αυτό που είδα να ξεπροβάλει μπρος μου δια μέσου του διαδικτύου; Τι ήταν τούτος ο μαργαρίτης π’ άνοιγε μπρος τα μάτια μου; Έκαμα τον σταυρό μου απ’ τ’ αναπάντεχα που μ’ είχαν βρει. Προς τιμήν του Αγίου Κωσταντίνου, στην Κάλυμνο, είχαν πάρει ν’ ανεβαίνουν τις πλαγιές της Τέλενδου, που ’χαν καμωμένο ένα ξωκλήσι της χάρης του, κρατώντας εικονίσματα και ξαπτέρυγα. Η ανάσα έγινε γοργή, έβλεπα μέρη που ’χα ανέβει, χωρίς ποτέ μου

— 14 —


Εισ αγωγή

να ’χω βρεθεί εκεί, έβλεπα γωνιές που στάθηκαν οι ήρωες μου, έβλεπα το ξωκλήσι που ’χε ξεπροβάλει μέσα απ’ την πένα μου, να στέκεται εμπρός μου. «Ο πέτρινος θρόνος» του Αγίου Κωσταντίνου που βρισκόταν μέσα στην αδημοσίευτη συλλογή μου, αριθμεί, πλέον, ένα από τα διηγήματα της Καλύμνου. Τούτο το διήγημα στάθηκε η Αποκάλυψη του Αγίου στην εμεί ελαχιστότητα. Το ξωκλήσι, που γίνεται λόγος, βρίσκεται σε μια κρημνώδη, πολύ ψηλή πλαγιά, σ’ ένα μικρό νησί της Καλύμνου, που κοσμείται από ’να μονόπετρο βράχο αντικρύ του Βυζαντίου. Εξ ίσου εντυπωσιακό είναι ότι όταν επισκέφτηκα το νησί της Καλύμνου, εν πλήρει αγνοία μου, βρέθηκα να κατοικώ στο τουριστικό θέρετρο «Μασούρι», κι απ’ το μπαλκόνι αντίκριζα τον βράχο της Τελένδου. Στη νοητή ευθεία απ’ το σημείο που κατοικούσα, βρισκόταν και φαίνονταν ακριβώς το ξωκλήσι του Αγίου Κωσταντίνου. Άγιε μου, Μέγα Άγιε Κωνσταντίνε, δέξου το ευχαριστώ μου και το ευχαριστώ ολάκερης της Ορθοδοξίας. Μας αφαίρεσες την πίσσα, μας κατέβασες απ’ τους στύλους, μας έβγαλες απ’ τις αρένες με τ’ άγρια θηρία και μας μετέλαβες της θείας κοινωνίας της Θεοσημείας: «Εν τούτω νίκα». Σε ευχαριστούμε.

— 15 —


Της μηχανής το φόρεμα, Ναυτικό μουσείο Καλύμνου


Τα άσπρα πέδιλα Σσς... Σσς... Σσς... Ο βράχος έκαιγε, η θρύμπη πίκραινε το πλεμόνι, ίσαμε το κατάβαθό του. Σσς... Σσς... Σσς... μόνο με σιωπή διαβάζεται ο ουρανός, μόνο με σιωπή φυλλομετριέται η πλάση, μόνο με σιωπή η αγγισιά στον άνθρωπο δεν τον τρομάζει. Δυο σκανταλιάρικα κατσικοποδαράκια χοροπήδαγαν, αθόρυβα, απ’ τη μια πέτρα στην άλλη. Σίγαζαν ως και τα πουρνάρια λες και θέλαν κι αυτά να ρουφήξουν λίγη από την ζωντάνια του χοροπηδηχτού επισκέπτη. Τα γκρίζα πέδιλα, που ξεπρόβαλαν τεράστια κάτω από τις καλαμένιες γαμπούλες λευκά ήντουσταν κάποτε, αλλά απ’ τους πολλούς ιδιοκτήτες είχαν χάσει και χρώμα και στολίδια, μόνο πατημασιά δεν είχανε αλλάξει και ριζικό, ο ένας στ’ αχνάρια τ’ άλλου ίδια κι απαράλλαχτα. Τρεις ξαδελφάδες μεγάλωσαν με τούτα και τώρα εκείνη τέταρτη στην σειρά. Ακριβά τα ’χε παρμένα ο θειός της, ο Παντελιός, απ’ τα μεγάλα λιμάνια που ταξίδευε, είχε τρεις κόρες, έτσι σκέφτηκε με ένα σμπάρο τρία τρυγόνια, με ένα ζευγάρι πέδιλα θα βολεύονταν και τα τρία κορίτσια του, όποια βέβαια προλάβαινε κι έβαζε μέσα το ποδάρι. Έτσι στην πληρωσιά του χρόνου, ήρθε κι η σειρά της Θεμελίνας. Τι κι αν ήταν ανιψοκόρη; Δύσκολοι καιροί, όπως τόσοι και τόσοι που πέρασε τούτος ο τόπος, η φτώχεια κι οι φόροι γονάτιζαν τον Έλληνα, να βγάλει τη «μαχτού», τον ετήσιο φόρο που

— 17 —


140 × 210

SPINE: 24.5

FLAPS: 85

ΡΟΔΟΚΛΕΙΑ ΚΑΝΑΡΗ

Έργα της ίδιας:

Σσς ! Τα διηγήματα της Καλύμνου

ISBN 978-618-205-781-0

9 786182 057810

Σσς

Αχ, Κάλυμνος, πόσες και πόσες φορές ξεπροβόδισες τα παιδιά σου, πόσες φορές κράτησες σαν κοράλλι στα σπλάχνα σου τη λαχτάρα τους, πόσες φορές, Καλύμνια κόρη, έκρυψες το δάκρυ σου στην πέτρινη θωριά σου.

ΡΟΔΟΚΛΕΙΑ ΚΑΝΑΡΗ

Κι αν μες στους λαϊκούς ξανοιχτείς και ψάξεις πού θα ’βρεις μνήμη θανάτου, της Καλύμνου τα τέκνα να ρωτήσεις, αν δε βαστάς ν’ αφουγκραστείς τα πέλαγα.

Ιερά Μονή Αγίων Πάντων Καλύμνου

Είμαι, σβόλος χώματος, με μόνη παιδεία,Πνοή, Θεού Ζώντος.


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Σσς by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu