Page 1

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ

Μαντάμ Σουσού


ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ Θωμάς Τρικούκης Σωτήρης Χατζάκης ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Άννα Σταυρακοπούλου ΜΕΛΗ Τζένη Αρσένη Καίτη Ιμπροχώρη Άννα Η. Ιωακειμίδου Γιώργος Σώχος Γιάννης Χρυσούλης

Το ΚΘΒΕ εποπτεύεται και επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού Το ΚΘΒΕ είναι μέλος της Ένωσης των Θεάτρων της Ευρώπης


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ

Μαντάμ Σουσού Πρώτη παράσταση Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012 Βασιλικό Θέατρο Θεατρική περίοδος 2011-2012


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ

Μαντάμ Σουσού Διανομή (με αλφαβητική σειρά) Σκηνοθεσία: Γιώργος Αρμένης

Κατερίνα Γεωργούση .................... Καμαριέρα

Σκηνικά-κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ

Βασίλης Ευταξόπουλος ................. Μηνάς Καντακουζηνός

Μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης

Παντελής Καλπάκογλου ................ Μάγειρας

Χορογραφία: Αλεξάνδρα Τσοτανίδου

Δημήτρης Καρτόκης ...................... Κοκός, Αρχαιολόγος, Ζωρζ, Ταχυδρόμος

Φωτισμοί: Τάσος Δαηλίδης

Έφη Λιάλιου .................................. Αλεπούδη

Βοηθός σκηνοθέτις: Αγγελική Κίτρινη

Λευτέρης Λιθαρής ......................... Σωφέρ, Αρχαιολόγος

Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος

Κατερίνα Λύκου ............................. Ζαφειρίου Φωτεινή Μπαξεβάνη ..................... Μαντάμ Σουσού Χρήστος Παπαδημητρίου .............. Αρχαιολόγος, Άλεξ, Τζων Μαριάννα Παπασάββα .................. Κιτσομήτρου Κώστας Σαντάς ............................. Παναγιωτάκης Δημήτρης Σιακάρας ....................... Λεό Θάλεια Σκαρλάτου ......................... Κυρά Κατίνα Στέργιος Τζαφέρης ........................ Τεό Χρύσα Τουμανίδου ........................ Σοφούλα Κωνσταντίνος Χατζησάββας ......... Σταθόπουλος

Μεταξύ α΄ και β΄ μέρους διάλειμμα 10΄

Συμμετέχουν επίσης οι σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ: Δήμητρα Βήττα, Μαρία-Ελισάβετ Κοτίνη, Ηρόδοτος Μιλτιάδους, Χριστίνα Ράπτη, Τάσος Ροδοβίτης, Δήμητρα Τσισμαλίδου

Η μουσική της παράστασης ηχογραφήθηκε στο studio Nickelodeon, στη Θεσσαλονίκη. Έπαιξαν οι μουσικοί: Φώτης Σιώτας (βιολί, βιόλα), Κυριάκος Γκουβέντας (βιολί), Παντελής Στόικος (τρομπέτα), Γιώργος Αβραμίδης (τρομπέτα), Γιάννης Μαρίνος (τρομπόνι), Βασίλης Μπαχαρίδης (τύμπανα, κρουστά), Κώστας Τσούγκρας (ακορντεόν), Χρήστος Μητρέντζης (μπουζούκι), Γιώργος Χριστιανάκης (πιάνο, πλήκτρα, κρουστά, μαντολίνο)


Σημείωμα σκηνοθέτη Είχε ήλιο. Η Θεσσαλονίκη ήταν χαρούμενη, γεμάτη φως, και σαν κοριτσάκι με άσπρα καλτσάκια και μαύρα λουστρινένια παπούτσια, άφησε το λάπτοπ κι έπαιζε κουτσό, σχοινάκι, γύρω-γύρω όλοι και νά ’το - νά ’το το δαχτυλίδι. Τι ομορφιά… Τι ευγένεια, τι σκέρτσο και καμάρι, τι παιδική αθωότητα. Πήγαινα να συναντήσω τον Σωτήρη, τον φίλο μου, τον Διευθυντή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Έπινε τον καφέ του μαζί με την αγαπημένη μας Έρση Δρίνη στον «Ρωμιό». Κάθισα μαζί τους, αφού βέβαια προηγήθηκαν τα τρία σταυρωτά φιλιά του Σωτήρη και οι τρελές αγκαλιές της Έρσης μου. – Λοιπόν Γιώργο, θα μου κάνεις ένα έργο του Ψαθά; – Ποιο απ’ όλα, ρώτησα. – Τη Μαντάμ Σουσού. – Α μπα, όχι, δεν μου αρέσει. – Το έχεις διαβάσει; – Όχι. – Ε, διάβασέ το και τα λέμε. Και νά ’μαι την άλλη μέρα στο γραφείο του Διευθυντή, να μιλάμε για τη Μαντάμ Σουσού. Για τις Σουσούδες του σήμερα, για τους νεόπλουτους που αυτοπροβάλλονται με το εγώ τους, υποτιμώντας τους άλλους, πιστεύοντας ότι οι ίδιοι ανήκουν σε μια ανώτερη τάξη, περιφρονώντας ό,τι δεν προέρχεται από αυτή. Τι ανοησία, τι κουφιοκεφαλιά, να αρνείσαι την τάξη σου, τη λαϊκή σου καταγωγή, τα ήθη και τα έθιμα του λαού σου, τι απέραντη βλακεία… Να ξοδευόμαστε για πρόσκαιρη εξουσία, ψευτοαξιώματα πασπαλισμένα με χρυσόσκονη και σαν φτιασιδωμένες μαϊμούδες να χοροπηδάμε κάνοντας τούμπες στα περσικά χαλιά των σαλονιών, παίζοντας με τις ηθικές αξίες, την Ιστορία και τον πολιτισμό μας. Κάπου εδώ είπα το ναι. Ναι, θα ανεβάσω το έργο του μεγάλου μας κωμωδιογράφου Δημήτρη Ψαθά και αυτό γιατί το ταλέντο του διαισθάνθηκε τον κίνδυνο του νεοέλληνα, τη ροπή του στο δήθεν, στο σνομπ, σε μια χρονολογία που η χώρα έβγαινε από έναν φασιστικό πόλεμο και από έναν εμφύλιο, από τον ερχομό των αμερικάνων με το σχέδιο Μάρσαλ και την Ούνρα, που γέμισε την επαρχία με παρδαλά βρακιά, γάλα σκόνη και αλμυρό φυστικοβούτυρο. Πολλά είπα, αλλά δεν σας κρύβω ότι με πνίγει το δήθεν, το παρεμπιπτόντως και η ξιπασιά μας. Ας δούμε το κοριτσάκι με τα άσπρα καλτσάκια, τα λουστρινένια παπούτσια, να παίζει ανέμελο, πλημμυρισμένο στο φως και ας υποκλιθούμε, δίνοντας όρκο ότι θα προστατεύσουμε την όμορφη εικόνα. Ευχαριστώ πρώτα απ’ όλα, τον Διευθυντή και το ΔΣ του ΚΘΒΕ, τη βοηθό σκηνοθέτη Αγγελική Κίτρινη, τη χορογράφο Αλεξάνδρα Τσοτανίδου, τους συναδέλφους μου ηθοποιούς, τους τεχνικούς και όσους μόχθησαν γι’ αυτό το ανέβασμα. Πάνω απ’ όλα, την κυρία Φωτεινή Μπαξεβάνη, τον Κώστα Σαντά, τον Βασίλη Ευταξόπουλο, τον Δημήτρη Σιακάρα και τη Μαριάννα Παπασάββα. Κλείνοντας, θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον σκηνογράφο μας Γιάννη Μετζικώφ και βέβαια στον σπουδαίο μουσικό της χώρας μας Γιώργο Χριστιανάκη. Καλή διασκέδαση. Με αγάπη, Γιώργος Αρμένης


Φ. Μπαξεβάνη


Κ. Σαντάς, Φ. Μπαξεβάνη

8


Κ. Σαντάς, Θ. Σκαρλάτου

Χ. Παπαδημητρίου, Κ. Χατζησάββας, Β. Ευταξόπουλος

Φ. Μπαξεβάνη Β. Ευταξόπουλος

9


Χ. Τουμανίδου, Δ. Καρτόκης

Δ. Σιακάρας, Κ. Σαντάς, Π. Καλπάκογλου

Σ. Τζαφέρης, Μ. Παπασάββα, Δ. Σιακάρας, Κ. Λύκου, Β. Ευταξόπουλος, Έ. Λιάλιου, Φ. Μπαξεβάνη


Χ. Παπαδημητρίου, Δ. Καρτόκης, Κ. Λύκου, Έ. Λιάλιου, Λ. Λιθαρής

Δ. Σιακάρας, Φ. Μπαξεβάνη, Μ.Ε. Κοτίνη, Δ. Τσισμαλίδου, Σ. Τζαφέρης, Λ. Λιθαρής, Π. Καλπάκογλου, Κ. Γεωργούση, Δ. Βήττα, Χ. Τουμανίδου, Η. Μιλτιάδους, Χ. Ράπτη, Τ. Ροδοβίτης

11


Κ. Χατζησάββας, Β. Ευταξόπουλος

Φ. Μπαξεβάνη

Δ. Σιακάρας, Κ. Σαντάς

12


Θ. Σκαρλάτου, Χ. Τουμανίδου, Κ. Σαντάς

Δ. Καρτόκης , Κ. Λύκου, Χ. Παπαδημητρίου

Δ. Σιακάρας, Φ. Μπαξεβάνη, Μ.Ε. Κοτίνη, Δ. Τσισμαλίδου, Σ. Τζαφέρης, Χ. Τουμανίδου

13


Φ. Μπαξεβάνη, Κ. Σαντάς

Β. Ευταξόπουλος, Φ. Μπαξεβάνη

14


Δημήτρης Ψαθάς (1907-1979) Εργοβιογραφία Από τη Λένα Νίτσου

1907 Γεννιέται στην Τραπεζούντα του Πόντου, γιος του οινοπαραγωγού Ιωάννη Ψαθά από την Τένεδο και της γυναίκας του Μαρίας από την Τραπεζούντα. 1923

Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Καταστροφής εγκαθίσταται στην Αθήνα, πρόσφυγας με τη χήρα μητέρα του και τις τέσσερις αδερφές του, όπου ολοκληρώνει τις σπουδές του και αφιερώνεται στη δημοσιογραφία, την ευθυμογραφία και το θέατρο. 1925 Ξεκινάει τα πρώτα δημοσιογραφικά του βήματα μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας «Ελεύθερον Βήμα». 1933 Σε ηλικία 26 ετών γνωρίζει στην εφημερίδα «Ελληνική» την αγαπημένη του σύζυγο Αγγελική Οικονομίδου, πολύτιμη σύντροφο και συμπαραστάτρια ως το τέλος της ζωής του, με την οποία θα παντρευτούν το 1937 και θα αποκτήσουν αργότερα δύο κόρες, τη Μαρία και τη Ρίτα και τρία εγγόνια, τον Οδυσσέα, τη Λένα και τη Λίζα. 1935 Γράφει στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» στιγμιότυπα από τα δικαστήρια με το ψευδώνυμο «Ο μάρτυς». 1937 Αναλαμβάνει το χρονογράφημα στην ίδια εφημερίδα (που μετά την Κατοχή μετονομάστηκε «Τα Νέα»), όπου παρέμεινε για σαράντα περίπου χρόνια, δίνοντας με πάθος την καθημερινή του δυναμική παρουσία μέσα από τη στήλη του μαχητικού του χρονογραφήματος «Εύθυμα και σοβαρά» που δέσποζε στην πρώτη σελίδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ψαθάς, αντίθετα με τους προκατόχους του, ήταν ο πρώτος που καθιέρωσε το πολιτικό χρονογράφημα. 1937 Κυκλοφορεί το πρώτο χιουμοριστικό του βιβλίο «Η Θέμις έχει κέφια», με θέμα τα ευτράπελα των δικαστηρίων. Η πρώτη έκδοση εξαντλείται προτού καν προλάβει να παρουσιαστεί, ενώ η δεύτερη 16


Στο γραφείο του στην εφημερίδα «Τα Νέα» μπροστά από τα γράμματα των αγανακτισμένων πολιτών, (1959).

Με τη Μαρίκα Κοτοπούλη («Ζητείται ψεύτης», 1953).

Με τον Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Φρέντυ Γερμανό και την κόρη του Μαρία Ψαθά, σε δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο (24.7.1975).

συγκεντρώνει τους επαίνους των μεγαλύτερων λογίων της εποχής, Σπύρου Μελά, Παύλου Νιρβάνα, Γρηγορίου Ξενόπουλου, Αιμίλιου Χουρμούζιου. 1938 Κυκλοφορεί το δεύτερο best-seller του «Η Θέμις έχει νεύρα». 1939-40 Παρουσιάζει σε συνέχειες στο περιοδικό «Θησαυρός» τη θρυλική «Μαντάμ Σουσού», σε μορφή ευθυμογραφήματος, με τίτλο: «Βίος και πολιτεία της Μαντάμ Σουσούς». 1940 Το πρώτο θεατρικό του έργο «Το Στραβόξυλο» ανεβαίνει στο θέατρο «Αργυροπούλου», με τον κορυφαίο κωμικό της εποχής Βασίλη Αργυρόπουλο, γνωρίζοντας θριαμβευτική επιτυχία. Μέσα στην κήρυξη του Ελληνο-ιταλικού πολέμου κυκλοφορεί σε βιβλίο η «Μαντάμ Σουσού» σε 4.000 αντίτυπα, όλα εξαντλημένα από τις πρώτες εβδομάδες κυκλοφορίας. 1941-42 Η κωμωδία του «Ο Εαυτούλης μου» ανεβαίνει από τον θίασο Κοτοπούλη, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη. 1942 Η «Μαντάμ Σουσού» ανεβαίνει στο θέατρο «Κατερίνα», με τη μεγάλη κυρία του θεάτρου Κατερίνα Ανδρεάδη (Σουσού) και τον κορυφαίο Αιμίλιο Βεάκη (Παναγιωτάκη). Ο τύπος της εποχής μιλάει για πρωτοφανή προσέλευση κοινού! 1942-43 Γράφει τα μονόπρακτα: «Ο νευρικός κύριος» (γνωστό ως «Η τσάντα και το τσαντάκι»), «Η γαλάζια χελώνα» και «Ιφιγένεια εν… Μαύροις» για τον «Φανό των συντακτών», που παρουσιάζονται μέσα στην Κατοχή από τον θίασο Κώστα Μαυρέα-Μαρίκας Νέζερ. Γράφει, επίσης, για τη 40χρονη καλλιτεχνική σταδιοδρομία του Αιμίλιου Βεάκη, το μονόπρακτο «Ο Κηφισοφών», στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Βεάκης στο θέατρο «Κατερίνα». 1943 Η κωμωδία «Οι Ελαφρόμυαλοι» παρουσιάζεται από τον θίασο Κοτοπούλη, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη. 1945 Γράφει τα βιβλία «Χειμώνας του ’41», «Αντίσταση» και «Το χιούμορ μιας εποχής», όπου απεικονίζεται με τον δικό του χιουμοριστικό τρόπο, η δραματική περίοδος της Ιταλογερμανικής κατοχής. 1946 Τον Απρίλη του ’46 (όταν ήταν ακόμα πολύ νωπά τα «Δεκεμβριανά» και άρχιζε ο μεγάλος εμφύλιος του 1946-49) ανεβαίνει από τον θίασο των «Ηνωμένων Καλλιτεχνών» η κωμωδία του «Φον Δημητράκης», με τους Αιμίλιο Βεάκη και Αντώνη Γιαννίδη, σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη. Το έργο αυτό αποτελεί ύμνο στην Εθνική Αντίσταση. 1948 Κινηματογραφική μεταφορά της «Μαντάμ Σουσούς» από τη ΜΕΓΑ ΦΙΛΜ, σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη, με τους Μαρίκα Νέζερ (Σουσού), Βασίλη Λογοθετίδη (Παναγιωτάκη), Γιώργο Παππά (Καντακουζηνό), Ντίνο Ηλιόπουλο, Μίμη Φωτόπουλο, Χρήστο Τσαγανέα και Ελένη Χατζηαργύρη. 1950-51 Ταξιδεύει στην Αμερική, Αγγλία, Γαλλία, Τουρκία, Αίγυπτο και περιλαμβάνει τις εύθυμες ταξιδιωτικές του εντυπώσεις σε τρία βιβλία: «Κάτω απ’ τους ουρανοξύστες», «Στη χώρα των μυλόρδων» και «Παρίσι, Σταμπούλ και άλλα εύθυμα ταξίδια». Ανεβαίνουν στην Κωνσταντινούπολη από τον θίασο Άννας και Μαρίας Καλουτά17


Με την Άννα Συνοδινού, τον Ντίνο Ηλιόπουλο και τον Δημήτρη Βεάκη στην 151ή πανηγυρική παράσταση του «Ζητείται ψεύτης», (1953).

Αναμνηστική φωτογραφία στο υπερωκεάνιο «Ολυμπία», από την περιοδεία σε Αμερική και Καναδά του «Ένας βλάκας και μισός», το1957. Ο συγγραφέας διακρίνεται δεύτερος, κάτω δεξιά με τον Βασίλη Λογοθετίδη, την Ίλια Λιβυκού και την σύζυγό του.

18

Μαρίκας Νέζερ-Βασίλη Αυλωνίτη-Ορέστη Μακρή-Λάμπρου Κωνσταντάρα τα σκετς «Κηφισοφών», «Τρελλοί της εποχής», «Ο νευρικός κύριος», «Μαντάμ Σουσού». 1953 Κινηματογραφική μεταφορά της κωμωδίας «Το Στραβόξυλο» από τη Σπέντζος Φιλμ, σε σενάριο και σκηνοθεσία Χρήστου Αποστόλου, με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Αργυρόπουλο και τους Μαρίκα Νέζερ, Γεωργία Βασιλειάδου και Γιάννη Γκιωνάκη. 1953-54 Τον Αύγουστο του ’53 ανεβαίνει από τον θίασο Κοτοπούλη η κωμωδία «Ζητείται ψεύτης», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυράτ, με τους Άννα Συνοδινού, Ντίνο Ηλιόπουλο και Παντελή Ζερβό. Το «Ζητείται ψεύτης», η πολιτική σάτιρα που μαστιγώνει αλύπητα την υποκρισία και το ψέμα των πολιτικών, μεταφράστηκε και παίχτηκε σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, χαρίζοντας στον συγγραφέα διεθνή αναγνώριση. 1954 Οι «Μικροί Φαρισαίοι» παρουσιάζονται από τον θίασο Ντίνου Ηλιόπουλου-Μίμη Φωτόπουλου-Άννας Συνοδινού, σε σκηνοθεσία Πέλου Κατσέλη. 1956 Κυκλοφορεί το βιβλίο του «Οικογένεια Βλαμένου». 1956-57 Ανεβαίνει ένα έργο θρύλος, η κωμωδία του «Ένας βλάκας και μισός» από τον θίασο Βασίλη Λογοθετίδη, αγγίζοντας τις 450 παραστάσεις − θρίαμβος και ρεκόρ για την εποχή εκείνη! Με την κωμωδία αυτή, σε παραγωγή Θόδωρου Κρίτα, ο θίασος Λογοθετίδη (Ίλια Λιβυκού, Σμάρω Στεφανίδου, Ευάγγελος Πρωτοπαππάς, Βύρων Πάλλης) περιόδευσε με μία άνευ προηγουμένου επιτυχία στις ΗΠΑ και Καναδά. Τον θίασο συνόδευσε και ο συγγραφέας με τη σύζυγό του, δίνοντας και δύο διαλέξεις «Περί χιούμορ» στη Νέα Υόρκη και το Σικάγο. Ασφυκτικά γεμάτο το 3.000 θέσεων θέατρο «Κάρνεγκι Χωλ» της Νέας Υόρκης, με εξαντλημένα τα εισιτήρια μέρες πριν την πρεμιέρα, καθώς και η ανάλογης χωρητικότητας «Στίβικ Όπερα» του Σικάγου, δύο από τα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου την εποχή εκείνη. Διθυραμβικές οι κριτικές των Αμερικανικών εφημερίδων. Οι «New York Times» σε άρθρο τους στις 25.5.1957 εξαίρουν τον συγγραφέα και τον αποκαλούν «Noel Coward της Ελλάδας!». 1957 Τον Αύγουστο του ’57 ο Λογοθετίδης ανεβάζει τη νέα του κωμωδία «Προς Θεού μεταξύ μας», μια σάτιρα του κουτσομπολιού και των επιπτώσεών του, στο θέατρο «Παρκ», σε καλλιτεχνική διεύθυνση Θόδωρου Κρίτα. 1958 Ανεβαίνει η πολιτική σάτιρα «Φωνάζει ο κλέφτης» από τον θίασο Μαίρης Αρώνη-Ντίνου ΗλιόπουλουΔιονύση Παπαγιαννόπουλου, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της εποχής. 1959 Η κωμωδία «Εταιρία θαυμάτων» ανεβαίνει από τον θίασο Δημήτρη Χορν, με πρωταγωνιστή τον ίδιο και τη Βέρα Ζαβιτσιάνου. 1959-60 Παρουσιάζεται η κινηματογραφική μεταφορά της κωμωδίας «Ένας βλάκας και μισός» από την εταιρία Αφοί Ρουσσόπουλοι-Λαζαρίδης-Σαρρής-Ψαρράς, σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη, με τους Χρήστο Ευθυμίου, Ρίκα Διαλυνά, Διονύση


Με την Ίλια Λιβυκού και τον Βασίλη Λογοθετίδη, κατά την περιοδεία σε Αμερική και Καναδά («Ένας βλάκας και μισός», 1957).

Με τη Βέρα Ζαβιτσιάνου και τον Δημήτρη Χορν («Εταιρεία θαυμάτων», 1959).

Με τον Πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου («Ξύπνα Βασίλη»,1965).

Παπαγιαννόπουλο, καθώς και η κινηματογραφική μεταφορά της κωμωδίας «Μικροί Φαρισαίοι» με τίτλο «Να πεθερός... να μάλαμα», σε σκηνοθεσία Μάριου Νούσια, με τους Ντίνο Ηλιόπουλο, Βασίλη Διαμαντόπουλο, Κάκια Αναλυτή. 1960 Η κωμωδία «Η Μαίρη τα λέει όλα» παρουσιάζεται από τον θίασο Μαίρης Αρώνη-Μίμη Φωτόπουλου. 1960-61 Η κωμωδία «Εξοχικόν Κέντρον ο Έρως» ανεβαίνει από τον θίασο Ντίνου Ηλιόπουλου-Κάκιας Αναλυτή, στο θέατρο «Ρεξ», με τεράστια επιτυχία. 1961 Η Φίνος Φιλμ, σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη, παρουσιάζει την κινηματογραφική μεταφορά της κωμωδίας «Ζητείται ψεύτης», με τους Ντίνο Ηλιόπουλο, Άννα Κυριακού, Παντελή Ζερβό, Θανάση Βέγγο, καθώς και τη μεταφορά της κωμωδίας «Εξοχικόν Κέντρον ο Έρως» με τίτλο «Ο Ατσίδας», με τους Ντίνο Ηλιόπουλο, Ζωή Λάσκαρη, Παντελή Ζερβό. 1962 Ανεβαίνει η κωμωδία «Εμπρός να γδυθούμε» από τον θίασο Κατερίνας Ανδρεάδη. Παρουσιάζεται η κινηματογραφική μεταφορά της κωμωδίας του «Εταιρία θαυμάτων» σε παραγωγή Τζέιμς Πάρις, σενάριο-σκηνοθεσία Στέφανου Στρατηγού, με τους Δημήτρη Παπαμιχαήλ και Γκέλυ Μαυροπούλου. 1963 Ανεβαίνει ένα ακόμη έργο-θρύλος, «Η Χαρτοπαίχτρα» από τον θίασο Κατερίνας Ανδρεάδη (Κατερίνα Ανδρεάδη, Σαπφώ Νοταρά, Σπύρος Μουσούρης, Γιώργος Κωνσταντίνου, Έλλη Φωτίου, Στέφανος Ληναίος), αγγίζοντας τις 740 παραστάσεις, σε 4 συνεχείς σεζόν, σημειώνοντας ρεκόρ παραμονής έργου στην ελληνική σκηνή! 1964 Παρουσιάζεται η κινηματογραφική μεταφορά της κωμωδίας «Ο εαυτούλης μου» από τη Νόβακ Φιλμ, σε σενάριο-σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου, με τους Λάμπρο Κωνσταντάρα, Μπεάτα Ασημακοπούλου. 1964-65 Κινηματογραφική μεταφορά της «Χαρτοπαίχτρας» από τη Φίνος Φιλμ, σε σενάριοσκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη, με τους Ρένα Βλαχοπούλου, Λάμπρο Κωνσταντάρα, Κώστα Βουτσά και Σαπφώ Νοταρά. 1965 Κινηματογραφική μεταφορά του «Φωνάζει ο κλέφτης» από τη Φίνος Φιλμ, σε σενάριο-σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη, με τους Ντίνο Ηλιόπουλο, Ρένα Βλαχοπούλου, Διονύση Παπαγιαννόπουλο. 1965-67 Η πολιτική σάτιρα «Ξύπνα Βασίλη», με την οποία ο Ψαθάς καυτηριάζει τις πολιτικές ιδεολογίες που υπόκεινται σε μεταστροφές, ανεβαίνει από τον θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου. 1966 Ο Ψαθάς σε ηλικία ώριμη, αναγνωρισμένος ως απαράμιλλος ευθυμογράφος, αλλάζει θέμα και ύφος γραφής και σκύβοντας κατανυκτικά στη μοίρα των ανθρώπων της ιδιαίτερης πατρίδας του, συγγράφει το βιβλίο του «Γη του Πόντου». Ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο από τη ζωή, τους διωγμούς και την αντίσταση των αγωνιστών του Πόντου, 500 σελίδων, με χαρακτήρα αυτοβιογραφικό. 1967 Κινηματογραφική μεταφορά της κωμωδίας «Ο Αχόρταγος», σε παραγωγή Διονύση Κουρουνιώτη, σκηνοθεσία Ντίμη Δαδήρα, με τους Γιάννη Γκιωνάκη, Διονύση 19


Με τη Μαίρη Αρώνη και τον Μίμη Φωτόπουλο («Η Μαίρη τα λέει όλα», 1960).

Με τον Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον πρωταγωνιστή της κωμωδίας «Εταιρεία θαυμάτων» Δημήτρη Χορν, στην 100ή πανηγυρική παράσταση του έργου, (14.2.1960).

20

Παπαγιαννόπουλο, Μάρω Κοντού. 1967-70 Το καθημερινό μαχητικό χρονογράφημα του Ψαθά στην εφημερίδα «Τα Νέα», όπου στη στήλη «Εύθυμα και Σοβαρά», με ήθος, μαχητικότητα και θάρρος, καυτηριάζει τα κακώς κείμενα του δημόσιου βίου, προκαλεί την οργή του δικτατορικού καθεστώτος και οδηγεί στη σύλληψή του μαζί με κορυφαίους παράγοντες της πολιτικής ζωής του τόπου, μεταξύ αυτών ο Γέρος της Δημοκρατίας, Γεώργιος Παπανδρέου. Όταν αφήνεται ελεύθερος, τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό, ενώ τα «Νέα» κυκλοφορούν υπό καθεστώς σκληρής λογοκρισίας, τα όργανα της οποίας απαιτούσαν να συνεχίσει να υπάρχει το χρονογράφημα του Ψαθά στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, απειλώντας πως διαφορετικά θα την έκλειναν. Μην μπορώντας να αγνοήσει την τύχη τόσων άλλων συναδέλφων του, ο Ψαθάς συνέχισε να γράφει. Τα δύο επόμενα χρόνια ωστόσο (1968-70), ως ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στη δικτατορία και την αυστηρή λογοκρισία που επέβαλε, σταματάει να γράφει το χρονογράφημά του στα «Νέα». 1968 Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας, στρέφεται σε πιο ανώδυνα θέματα στο θέατρο και παρουσιάζει την κωμωδία «Προίκα μου αγαπημένη», από τον θίασο της Σμαρούλας Γιούλη-Γιώργου Πάντζα-Γιάννη Βογιατζή, σε σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη. 1969 Κινηματογραφική μεταφορά της κωμωδίας «Ξύπνα Βασίλη» από τη Φίνος Φιλμ, σε σενάριο-σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη, με τους Ντίνο Ηλιόπουλο, Γιώργο Κωνσταντίνου, Έλενα Ναθαναήλ, Αλέκο Αλεξανδράκη, Τασσώ Καββαδία. 1969-70 «Το Στραβόξυλο» στον κινηματογράφο, σε σενάριο-σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου, με τους Γιάννη Γκιωνάκη, Ανδρέα Μπάρκουλη, Κατερίνα Γιουλάκη. 1970 Η κωμωδία «Οι Ατίθασοι» παρουσιάζεται από τον θίασο Νίκου Ρίζου-Κώστα ΒουτσάΜάρως Κοντού. 1972 Η πρώτη τηλεοπτική μεταφορά της «Μαντάμ Σουσούς» πραγματοποιείται σε σενάριο του ιδίου και σκηνοθεσία Μήτσου Λυγίζου. Η σειρά προβλήθηκε σε ασπρόμαυρο σήριαλ 65 επεισοδίων από την ΥΕΝΕΔ, σε παραγωγή Γιώργου Ράλλη. Στον ρόλο της Σουσούς η αξέχαστη Άννα Παϊταζή, με Παναγιωτάκη τον Ιάκωβο Ψαρρά και Καντακουζηνό τον Δημήτρη Καλλιβωκά. Η σειρά δυστυχώς δεν σώζεται μέχρι σήμερα. Το 1982-83 ακολουθεί μία δεύτερη εξίσου επιτυχημένη τηλεοπτική μεταφορά της Σουσούς από την ΕΤ2, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, σε 26 έγχρωμα επεισόδια. Στον ρόλο της θρυλικής «πυργοδέσποινας του Βούθουλα» η Άννα Παναγιωτοπούλου, Παναγιωτάκης ο Θανάσης Παπαγεωργίου, Καντακουζηνός ο Άγγελος Αντωνόπουλος. 1973 Ο Γιάννης Γκιωνάκης ανεβάζει την κωμωδία «Ο Αφελής». 1974 Η τελευταία κωμωδία του «Το Ανθρωπάκι» ανεβαίνει από τον θίασο του Γιάννη Γκιωνάκη, σε σκηνοθεσία Μήτσου Λυγίζου. 1976 Στις αρχές του έτους ο Ψαθάς μεταπηδά από τα «Νέα» στη


Από αριστερά ο Δημήτρης Ψαθάς στην πανηγυρική 100ή παράσταση της κωμωδίας του «Ένας βλάκας και μισός» με τη Χριστίνα Σύλβα, τον Αλέκο Σακελλάριο και τον πρωταγωνιστή του έργου Γιάννη Γκιωνάκη, (1968).

νεοσύστατη εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Η μεταγραφή του θεωρήθηκε ως η μεγαλύτερη μεταγραφή που έγινε ποτέ στον Ελληνικό τύπο! (Παρέμεινε στις επάλξεις ως τον αναπάντεχο θάνατό του, δίνοντας με το χρονογράφημά του τη μάχη του με τα «κακώς κείμενα». Κι όταν έφυγε ξαφνικά από καρδιακή προσβολή (13.11.1979) έχοντας δώσει και το τελευταίο του χρονογράφημα, το τέλος του σήμανε και το τέλος του πολιτικού χρονογραφήματος). 1977 Υπογράφει το σενάριο για την τηλεοπτική μεταφορά των best-sellers του «Η Θέμις έχει κέφια» και «Η Θέμις έχει νεύρα» που τον καθιέρωσαν στο λογοτεχνικό στερέωμα το 1937. Η σειρά προβάλλεται από την ΕΡΤ κάθε Σάββατο, σε σκηνοθεσία Μήτσου Λυγίζου, με τον αξέχαστο Τάκη Μηλιάδη στον ρόλο του προέδρου του δικαστηρίου και σπουδαίους ηθοποιούς στον ρόλο των κατηγορουμένων, όπως η αξέχαστη Μαρίκα Νέζερ. 1978 Ο κρατικός εκδοτικός οίκος της Ρουμανίας μεταφράζει και εκδίδει τη «Μαντάμ Σουσού». Η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε σε 60.000 αντίτυπα, σημειώνοντας τεράστια απήχηση στο Ρουμανικό αναγνωστικό κοινό. 1979 Ο Θύμιος Καρακατσάνης ιδρύει τη «Νέα Ελληνική Σκηνή» και ανεβάζει το αριστούργημα του Ψαθά «Φον Δημητράκης», στο θέατρο «Αλάμπρα», σε σκηνοθεσία Κώστα Μπάκα. Μαζί του ένα λαμπρό επιτελείο ηθοποιών: Ηλίας Λογοθέτης, Τίμος Περλέγκας, Μάρθα Βούρτση, Τιτίκα Βλαχοπούλου, Αθηνά Ζαφόλια. Πανηγυρική πρεμιέρα ορίζεται η 10η Οκτωβρίου 1979, αφιερωμένη στην «Αντίσταση». Σύσσωμος ο πολιτικός και ο πνευματικός κόσμος δίνει το παρόν σε μία κατάμεστη πλατεία που αποθεώνει τον Δημήτρη Ψαθά. Έναν μήνα περίπου μετά, στις 13 Νοεμβρίου του 1979 ο Ψαθάς πεθαίνει ξαφνικά από καρδιακή προσβολή ακριβώς τη χρονική στιγμή που γνώρισε τη μεγαλύτερη αναγνώριση μαζί με τη λατρεία του κοινού του. Η Ελλάδα θρηνεί τον χαμό του…

Σημείωση: Με τον Νίκο Σταυρίδη, πρωταγωνιστή της κωμωδίας του «Ο εαυτούλης μου» στην πανηγυρική 100ή παράσταση του έργου. Δίπλα τους η Ζωή Φυτούση (αριστερά) και η Μπεάτα Ασημακοπούλου (δεξιά), (30.6.1961).

Μετά τον θάνατο του συγγραφέα κυκλοφόρησαν σε τρεις τόμους τα χρονογραφήματά του με τίτλους «Στο καρφί και στο πέταλο» (1999), «Στου κουφού την πόρτα» (2000) και «Το εύθυμο καρνέ» (2001).

21


Δημήτρης Ψαθάς

ένας μύθος της πένας του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη

Ο κόσμος σήμερα, ειδικά οι νεότερες γενιές, μπορεί να διασκεδάζει με τη «Χαρτοπαίχτρα», το «Στραβόξυλο», με το «Ένας βλάκας και μισός», τη «Μαντάμ Σουσού», το «Ξύπνα Βασίλη», το «Φωνάζει ο κλέφτης» ή το «Ζητείται ψεύτης», μπορεί οι πιο ψαγμένοι να απολαμβάνουν τη «Γη του Πόντου», το πολυσέλιδο βιβλίο που έγραψε για την πατρογονική του Γη ο Δημήτρης Ψαθάς, μπορεί να απολαμβάνουν την πένα του Δημήτρη Ψαθά και τις περιπέτειές της πάνω στη σκηνή του θεάτρου, αλλά είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι δύναμη είχε η πένα του στα κοινωνικοπολιτικά πράγματα της Ελλάδας τα τελευταία σαράντα χρόνια της ζωής του. Ο Δημήτρης Ψαθάς γεννήθηκε το 1907 στην Τραπεζούντα του Πόντου και το 1923, ήρθε στην Αθήνα πρόσφυγας, όπου σπούδασε και ασχολήθηκε πρώτα με τη δημοσιογραφία, μετά με το χρονογράφημα και το ευθυμογράφημα και τέλος με το θέατρο. Το 1937 ήταν που κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, έναν τόμο με ευθυμογραφήματα και τίτλο «Η Θέμις έχει κέφια» και τον επόμενο χρόνο ήρθε η σειρά του «Η Θέμις έχει νεύρα», ενός ακόμη τόμου, λόγω της μεγάλης επιτυχίας του πρώτου. Εύθυμες στιγμές από τα δικαστικά έδρανα μέσα από τη μοναδική του γραφή. Δεκαετίες μετά έγιναν, τηλεοπτική σειρά. Κατόπιν μπήκε στη ζωή του και στη ζωή όλων μας η «Μαντάμ Σουσού». Το 1945 ο Δημήτρης Ψαθάς με τα βιβλία του «Χειμώνας του ’41» και «Αντίσταση» κατέθεσε τη δική του εμπειρία από την Κατοχή, όπως έγινε το ίδιο και το 1946 με το βιβλίο του «Το χιούμορ μιας εποχής». Στα βιβλία του «Κάτω από τους ουρανοξύστες» το 1950, «Στη χώρα μυλόρδων» το 1951, «Παρίσι, Σταμπούλ και άλλα εύθυμα ταξίδια» το 1951, έγραψε τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις από την Αμερική, την Αγγλία, τη Γαλλία και την Τουρκία. Ας μην ξεχάσουμε τα βιβλία του «Οικογένεια Βλαμένου» το 1956 και το «Παρ’ ολίγον να γελάσουμε» το 1960, καθώς και τα βιβλία του «Από την εύθυμη πλευρά», «Στο καρφί και το πέταλο» και «Πέρα βρέχει», που περιλαμβάνουν μια επιλογή από τα δημοφιλή χρονογραφήματά του… 22


1

2

3

1. Παντελής Ζερβός, Άννα Συνοδινού, Γιώργος Ασημακόπουλος, Ντίνος Ηλιόπουλος, Δημήτρης Μυράτ, Μαρίκα Κοτοπούλη, Δημήτρης Ψαθάς, Βούλα Ζουμπουλάκη, Μελίνα Μερκούρη. (Από την πανηγυρική 100ή παράσταση της κωμωδίας «Ζητείται ψεύτης», 1953). | 2. Ο Χρήστος Ευθυμίου, ο Δημήτρης Ψαθάς και ο Γιάννης Δαλιανίδης στην ανάγνωση του σεναρίου για την κινηματογραφική μεταφορά της κωμωδίας «Ένας βλάκας και μισός», (1959). | 3. Με τη Μαίρη Αρώνη, πρωταγωνίστρια της κωμωδίας «Φωνάζει ο κλέφτης», (1958).

Ξεκίνησε να γράφει θέατρο το 1940 με «Το Στραβόξυλο» που έκανε πάταγο και τον καθιέρωσε αμέσως και ανάμεσα στις μεγαλύτερες επιτυχίες του περιλαμβάνονται «Ο εαυτούλης μου» το 1941, η «Μαντάμ Σουσού» βέβαια το 1942, ο τραγικός όσο και κωμικός «Φον Δημητράκης» το 1946, ένας ύμνος στην Αντίσταση που έγραψε ο προοδευτικών αντιλήψεων Ψαθάς με τον κατεξοχήν αντι-ήρωά του, και βέβαια οι μεγάλες του επιτυχίες σαν το «Ζητείται ψεύτης» το 1953, από τις μεγάλες επιτυχίες του Θεάτρου Κοτοπούλη με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, «Μικροί Φαρισαίοι» το 1954, το «Ένας βλάκας και μισός» το 1956, που ήταν από τις πολύ μεγάλες επιτυχίες του Βασίλη Λογοθετίδη, το «Φωνάζει ο κλέφτης» το 1958, η «Εταιρεία θαυμάτων» το 1959, η τεραστίων διαστάσεων επιτυχία της «Χαρτοπαίχτρας» το 1963 με τον θίασο της Κυρίας Κατερίνας, το «Ξύπνα Βασίλη» το 1965, «Ο Αφελής» το 1973 και «Το Ανθρωπάκι» το 1974, είναι μερικά μόνο από τα πασίγνωστα και πολυαγαπημένα θεατρικά του έργα που ανεβαίνουν και ξανανεβαίνουν μέχρι σήμερα με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο, ενώ οι ταινίες που στηρίχτηκαν σε κάποια από αυτά εξακολουθούν να προβάλλονται με αμείωτη επιτυχία.

Ξεκίνησε να γράφει θέατρο το 1940 με «Το Στραβόξυλο» που έκανε πάταγο και τον καθιέρωσε αμέσως. Τις καλύτερες από αυτές –«Ζητείται ψεύτης», «Ο Ατσίδας» από το θεατρικό του «Εξοχικόν κέντρον ο Έρως», «Η Χαρτοπαίχτρα», «Φωνάζει ο κλέφτης» και «Ξύπνα Βασίλη»– τις γύρισε σε ταινία ο Γιάννης Δαλιανίδης στη Φίνος Φιλμ, εκτός από το «Ένας βλάκας και μισός», το οποίο το γύρισε για την εταιρία Αφοι Ρουσσόπουλοι-Γ. ΛαζαρίδηςΣαρρής-Ψαρράς… 23


Ο Δημήτρης Ψαθάς ήταν από τους λίγους αν όχι ο μόνος από τους μεγάλους συγγραφείς κωμωδιών που έγραψε μόνος του. Δεν είχε ποτέ συγγραφικό δίδυμο, όπως οι περισσότεροι της εποχής του. Σήμερα μπορεί να ξέρουμε τα περισσότερα από τα θεατρικά του και τις ταινίες που βασίζονται σε αυτά και η πένα του Ψαθά να θεωρείται ασυναγώνιστη, όμως δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος τη δύναμη που είχε το χρονογράφημα-ευθυμογράφημα του Δημήτρη Ψαθά στην πρώτη σελίδα των «Νέων» για πολλές δεκαετίες, για την ακρίβεια μέχρι το 1975 οπότε, με μια κίνηση που άφησε τους πάντες άλαλους, ο Ψαθάς μετακόμισε στην πρώτη σελίδα της καινούργιας τότε «Ελευθεροτυπίας», όπου και παρέμεινε έως τον θάνατό του, το 1979, στα 72 του χρόνια.

Ο Δημήτρης Ψαθάς δεν είχε ποτέ συγγραφικό δίδυμο, όπως οι περισσότεροι της εποχής του. Υπήρχαν άνθρωποι που αγόραζαν τα «Νέα» μόνο και μόνο για να διαβάσουν το χρονογράφημά του στην πρώτη σελίδα. Και δεν ήταν ένα απλό ανάλαφρο χρονογράφημα-ευθυμογράφημα, γιατί ο Ψαθάς ήταν βαθιά πολιτικοποιημένος άνθρωπος, με οξύτατη ματιά πάνω σε κάθε είδους θέμα, πολιτικό, κοινωνικό, καλλιτεχνικό κλπ, και με ακόμα πιο αιχμηρή πένα, που έφερνε πολλούς σε πάρα πολύ δύσκολη θέση. Ένα σημείωμα του Ψαθά στην πρώτη σελίδα των «Νέων» τότε είχε αμέσως αντίκτυπο και ποτέ δεν περνούσε απαρατήρητο. Αυτή η πλευρά του Ψαθά είναι από τις λιγότερο γνωστές στις νεότερες γενιές, γιατί βέβαια για τους παλαιότερους ήταν μέρος της καθημερινής τους ζωής. Ο Δημήτρης Ψαθάς στα 72 χρόνια της ζωής του άφησε ένα πλούσιο θεατρικό και συγγραφικό έργο που είναι αρκετό για να του εξασφαλίσει μια θέση στην αθανασία, αλλά ο «οργισμένος» τρόπος γραφής του σαν χρονογράφου απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία του έδινε μια άλλη αίγλη και μια διαφορετική λαϊκή αποδοχή. Γι’ αυτό και οι πολιτικοί της εποχής σεβόντουσαν έως έτρεμαν την πένα του… Έζησε μια ήρεμη οικογενειακή ζωή με την αγαπημένη του γυναίκα Αγγελική, τις κόρες του και τα εγγόνια του και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν γνώρισε ποτέ αυτό που λέμε παρακμή. Ευτυχισμένος, όσο και οργισμένος άνθρωπος που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του. Και μια και αυτό είναι ένα θεατρικό πρόγραμμα αξίζει να προσθέσουμε εδώ ένα –ευφυέστατο– κομμάτι από το προλογικό του σημείωμα για το θεατρικό του έργο «Ο Αχόρταγος» το 1966 όπου με πολύ χιούμορ αλλά και διαύγεια βάζει τα πράγματα στη θέση τους για τον –κάθε– συγγραφέα του έργου του, τους κριτικούς και το κοινό βέβαια…

Ο Ψαθάς ήταν βαθιά πολιτικοποιημένος άνθρωπος, με οξύτατη ματιά πάνω σε κάθε είδους θέμα. «Είναι, βλέπετε, ανάγκη να γράψει στο πρόγραμμα ο συγγραφέας μερικά λόγια για το έργο του. Κι αν δεν είναι ανάγκη, όμως, έχει τόσο καθιερωθεί η τέτοια συνήθεια, ώστε η αποφυγή της «πεπατημένης» θα μπορούσε να σημειωθεί σαν μια παράλειψη ή ιδιοτροπία. Μοιραία λοιπόν ο κάθε συγγραφέας προβάλλει πρώτος και καλύτερος –μετά της σχετικής φωτογραφίας– για να διαφωτίσει το κοινό και να εξηγήσει το πώς και γιατί του ήρθε να γράψει το παιζόμενο, και τι σπουδαία διανοήματα είχε να πει και κατάφερε εντέλει ή δεν κατάφερε να κρύψει επιμελώς μέσα στις συναρπαστικές στιγμές του έργου του. 24


1

2

3

1. Από την πανηγυρική 100ή παράσταση της κωμωδίας «Εταιρία θαυμάτων». Ο συγγραφέας (δεξιά) με τον πρωταγωνιστή της παράστασης Δημήτρη Χορν και την ομιλήτρια της βραδιάς, Μελίνα Μερκούρη, (14.2.1960). | 2. Με την Κυρία Κατερίνα (Ανδρεάδη) στην 450ή πανηγυρική παράσταση της θρυλικής «Χαρτοπαίχτρας», (Δεκέμβριος 1964). | 3. Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Γιάννη Γκιωνάκη, πρωταγωνιστή της κωμωδίας «Ο Αχόρταγος», (12.1.1967).

Αλλά είναι γνωστό ότι ο μόνος ακατάλληλος για να μιλήσει για ένα έργο είναι ο ίδιος ο συγγραφέας του, επειδή συμβαίνει, κατά κανόνα, να το νομίζει σπουδαίο, άσχετα αν τις περισσότερες φορές υποκρίνεται τον ταπεινόφρονα και με πολλή δόση μετριοφροσύνης βεβαιώνει ότι, τέλος πάντων, δεν έγραψε ένα αριστούργημα, αλλά, πρώτα ο Θεός, κάτι κατάφερε. Η κοινή πείρα, όμως, λέει ότι κακό του κεφαλιού του κάνει ο συγγραφέας, μιλώντας για το έργο του, επειδή οι μόνοι που συζητάνε τα λόγια του είναι οι κριτικοί, που αρπάζονται απ’ αυτά κι αρχίζουν τα δικά τους: «Μας λέει ο συγγραφέας ότι ήθελε να πλάσει ανθρώπους αλλά είναι αστείο να γίνεται τέτοια συζήτηση για το κατασκεύασμα που είδαμε». Κι από κει και πέρα… δωσ’ του να καταλάβει! Πιο πονηροί οι συγγραφείς κωμωδιών –ή πιο ειλικρινείς– προσπαθούν συνήθως ν’ αποφεύγουν τα κατατόπια και λένε τα γνωστά περί δυσκόλου της εποχής, περί βασάνων και δυσθυμίας του κόσμου και περί της ανάγκης να δοθούν «δύο ώρες ευχάριστες» στο κατατυραννισμένο απ’ τις αγωνίες και τα άγχη του αιώνα μας, νοήμον κοινόν. Σαν συγγραφέας κωμωδιών δεν μπορώ να πω ότι στερούμαι εντελώς μιας τέτοιας πονηριάς και πολύ θα ήθελα ν’ αποφύγω τα κατατόπια με καλύτερο ακόμα τρόπο, δηλαδή, κανένα πρόλογο...». Και ας κλείσουμε πάλι με Ψαθά: «Σε μέρες άλλωστε, τόσο χαλεπές κι ανήσυχες, ας ξεχαστούμε για λίγη ώρα, μιλώντας για τις ωραιότερες στιγμές του ανθρώπου, τις πιο κεφάτες, τις στιγμές που ο άνθρωπος γίνεται πιο άνθρωπος, τις στιγμές που ο άνθρωπος γελά...».

25


Το παραμύθι της Μαντάμ Σουσούς του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη

Υπάρχουν δημιουργοί που ανεξάρτητα από τη μικρή ή μεγάλη επιτυχία που έχει το έργο τους, καλλιτεχνική ή σε σχέση με την απήχηση στο κοινό –ή κι απ’ τα δύο–, ανεξάρτητα από το πόσο γνωστό κι αγαπημένο είναι στο σύνολό του αυτό το έργο, φτιάχνουν κάποια στιγμή κάτι, αυτό το «κάτι», το τόσο πολύ ξεχωριστό, μοναδικό κι ενδιαφέρον που ξεπερνάει κατά πολύ όχι απλώς το υπόλοιπο έργο, αλλά καμιά φορά και τον ίδιο τον δημιουργό του. Πολύ συχνά ο δημιουργός από την κεφαλή του έργου του βρίσκεται στην «ουρά» του ή και πολύ συχνά το δημιούργημα αποκτά δική του ζωή, βγαίνει στον δρόμο, γίνεται κτήμα του κόσμου, σύμβολο κεντημένο με τον μανδύα του θρύλου…

Η «Μαντάμ Σουσού» μοιάζει σαν να ξεπέρασε όχι μόνο τον ίδιο τον δημιουργό της αλλά και καθετί ανάλογο που φτιάχτηκε στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Ο Δημήτρης Ψαθάς έχει γράψει πολλά κι επιτυχημένα θεατρικά έργα, τα περισσότερα από τα οποία, αν όχι όλα, βασίζονται σε ανθρώπινους τύπους. Η «Χαρτοπαίχτρα», ο «Αχόρταγος», το «Στραβόξυλο», «Ένας βλάκας και μισός», ο «Φον Δημητράκης», κι όμως η «Μαντάμ Σουσού» που δημιούργησε το μυαλό και η πένα του σε μια λαμπρή στιγμή, όπου προφανώς όλα τα άστρα του ουρανού τον φώτιζαν και τον οδηγούσαν, μοιάζει σαν να ξεπέρασε όχι μόνο τον ίδιο τον δημιουργό της αλλά και καθετί ανάλογο που φτιάχτηκε στην Ελλάδα του 20ου αιώνα· δεν ήταν πια ρόλος, δεν είναι πια τύπος, δεν είναι έργο, είναι ένα πρότυπο, είναι ένα μοντέλο, έστω και… προς αποφυγή, είναι ένας «…ισμός», ο «σουσουδισμός».

26


Σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη για τη Μαντάμ Σουσού. Το πρώτο αριστερά, φιλοτεχνημένο στον πόλεμο του ’40 κυκλοφόρησε σε έγχρωμη καρτ ποστάλ και έκανε τον γύρο του κόσμου! Η Μαντάμ Σουσού κοιτάζει περιφρονητικά τον Μουσολίνι λέγοντάς του: «–Πτωχέ άνθρωπε!».

Άλλωστε και ο ίδιος ο Ψαθάς σε μια από τις πολλές εκδόσεις του βιβλίου της «Μαντάμ Σουσούς», το 1977, σημειώνει στον πρόλογο: «Επί χρόνια και χρόνια η Μαντάμ Σουσού στάθηκε... περίπου ένα βάσανο για μένα. Από την ώρα που πρωτοφάνηκε στις σελίδες ενός περιοδικού με τον γενικό τίτλο «Βίος και Πολιτεία της Μαντάμ Σου­σούς» απέκτησε δική της υπόσταση και τόσο έντονη προσωπικότητα, ώστε να ξεφύγει σχεδόν εντελώς από τα χέρια μου και να κάνει ό,τι θέλει. Κάποτε τη βαρέθηκα και την πέθανα, περιγράφοντας και τη σχετική κηδεία της. Φρόντισα, για μεγαλύτερη σιγουριά, να της κάνω κι επιτύμβιο. Ακούστε τον:

Η ηρωίδα μου, χειραφετημένη απόλυτα, είχε αποκτήσει τόσο δυνατή προσωπικότητα, ώστε έκανε του κεφαλιού της... Ενθάδε κείται η Σουσού / αριστοκράτις και λουσού κυρία καθωσπρέπει. / Διαβάτα, στάσου ευλαβώς και υποκλίσου ευγενώς / Γιατί του τάφου τούτου η πλαξ μπορεί να σου φωνάξει: Βλαξ! Νόμιζα ότι είχα κι εγώ το δικαίωμα ζωής και θανάτου για την ηρωίδα μου, όπως το έχουν όλοι οι συγγραφείς. Αμ δε! Οι διαμαρτυρίες των αναγνωστών και η αγανάκτησή τους στάθηκαν τόσο θυελλώδεις, ώστε αναγκάστηκα κάτω απ’ την οργή και την πίεση των φίλων της, να θεωρήσω τον θάνατό της σαν μια ψεύτικη πληροφόρηση. Τη Σουσού τη θεωρούσαν οι αναγνώστες τόσο ζωντανή, ώστε κινδύνεψα να κατηγορηθώ για φόνο εκ προμελέτης. Έτσι ομολόγησα δημοσία το λάθος μου και την ανέστησα εκ νεκρών, για να συνεχίσει τη θριαμβευτική καριέρα της. 27


Αυτό δείχνει ότι η ηρωίδα μου, χειραφετημένη απόλυτα, είχε αποκτήσει τόσο δυνατή προσωπικότητα, ώστε έκανε του κεφαλιού της. Όχι, δεν θα τελείωνα ποτέ με τη Μαντάμ Σουσού Παναγιώτου του μεγαλέμπορου ή διευθυντού Τραπέζης ή εισαγωγέως, κόρη του ιατρού Ευθυβούλου με το όνομα. Τυπώθηκε στην Κατοχή, τυπώνεται τώρα στο 1977 και ξέρω ότι ο κόσμος δεν θα σταματήσει να διασκεδάζει με τους άθλους της στον Βούθουλα και στο Κολωνάκι. Ο συγγραφέας δεν έχει καμιά ευθύνη και ζητά μόνο απ’ την ατίθαση ηρωίδα του να τον αφήσει επιτέλους ήσυχο».

Η Μαντάμ Σουσού έχει μεγάλη ιστορία, μεγαλύτερη από κάθε άλλον τύπο που δημιουργήθηκε από το χέρι συγγραφέα στη νεότερη Ελλάδα. Το τι είναι ακριβώς βέβαια η Σουσού είναι λίγο δύσκολο να το αναλύσουμε, γιατί πολύ συχνά μια λέξη ή ένα όνομα σημαίνουν τόσα πολλά που μετά χρειάζονται εκατοντάδες λέξεις για να εξηγήσουν τι σημαίνει αυτό το «κάτι». Όλοι καταλαβαίνουμε τι σημαίνει όταν λέμε για κάποια ότι είναι «Σουσού» ή ότι «σουσουδίζει». Αλλά αν ρωτήσουμε κάποιον τι ακριβώς είναι η Σουσού μπορεί και να δυσκολευτεί να πει τι είναι ακριβώς. Είναι μια φαντασμένη; Είναι μια ποιητική προσωπικότητα; Είναι μια δυστυχισμένη που προσπάθησε με κάθε τρόπο να κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα; Είναι μια φτωχή που παριστάνει την πλούσια; Είναι μια χαζή που επιμένει να ζει σε έναν άλλο κόσμο; Είναι μια Ελληνίδα Μπλανς Ντιμπουά γραμμένη μια δεκαετία πριν ο Τένεσι Ουίλιαμς συλλάβει τη Μπλανς Ντιμπουά που όπως και η Αμερικάνα ξαδέρφη της «δεν την ενδιαφέρει ο ρεαλισμός αλλά η γοητεία» και της αρέσει «να φτιάχνει τα πράγματα καλύτερα απ’ ό,τι είναι»; Είναι μια τρελή για δέσιμο; Είναι μια γυναίκα που έπαιξε κι έχασε; Είναι μια ονειροπόλα ψυχή που αρνείται να προσγειωθεί στην πεζή πραγματικότητα; Όλα αυτά είναι η Μαντάμ Σουσού και ακόμα παραπάνω κι ο καθένας κρατάει στο μυαλό του αυτά που προτιμά, αυτά που γουστάρει, αυτά που του ταιριάζουν περισσότερο. Κι αυτά που εισπράττει βέβαια από την προσωπικότητα που αντιμετωπίζει είτε στις σελίδες ενός βιβλίου, είτε σε μια θεατρική σκηνή, είτε στην οθόνη, μεγάλη ή μικρή… Η Μαντάμ Σουσού που για άλλη μια φορά θα δει να πέφτουν πάνω της τα φώτα της ράμπας και της δημοσιότητας, έχει μεγάλη ιστορία, μεγαλύτερη από κάθε άλλον τύπο που δημιουργήθηκε από το χέρι συγγραφέα στη νεότερη Ελλάδα κι ενώ πολύς κόσμος δεν το έχει συνειδητοποιήσει είναι γιατί η Σουσού τα τελευταία 70 χρόνια εμφανίζεται συνεχώς μπροστά του με άλλη μορφή και με την ίδια πάντα επιτυχία. Κι επειδή η Ελλάδα δεν είναι Αμερική, Γαλλία ή Αγγλία, όπου οι άνθρωποι σέβονται, εκτιμούν κι αναμετρούν συνεχώς το παρελθόν τους γιατί διδάσκονται από αυτό, επειδή στην Ελλάδα υπάρχουν μνημεία αλλά όχι μνήμη κι επειδή στην Ελλάδα κυριαρχεί το «δος υμίν σήμερον», η ασταμάτητη μετάλλαξη της Σουσούς μας κάνει να ξεχνάμε την ιστορία της και μας συστήνεται κάθε φορά από την αρχή, σαν κάτι καινούργιο… Σε διαφήμιση του περιοδικού «Θησαυρός», στο τεύχος της 2ας Απριλίου 1939, μπορούμε σήμερα να διαβάσουμε το εξής κείμενο: «Από το ερχόμενο πανηγυρικό τεύχος του «Θησαυ­ρού», ένας νέος σπαρταριστός τύπος, που θα σκορπίσει γέλιο και ευθυμία: ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΤΑΜ ΣΟΥΣΟΥΣ. Τον γράφει ο άσσος των ευθυμογραφημάτων μας ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ».

28


Πώς ξεκίνησε όμως η Σουσού; Ο Δημήτρης Ψαθάς σε συνέντευξή του σε περιοδικό εκείνης της εποχής αναφέρει με τον δικό του, χαριτωμένο τρόπο τη δημιουργία της: «Δεν είναι η πρώτη φορά που μου υποβάλλεται το ερώτημα: Πώς ήταν κ. Ψαθά και γράψατε τη «Μαντάμ Σουσού»; Πώς τη «συνελάβατε»; Υπήρχε η Μαντάμ Σουσού; Είχατε κανένα πρότυπο; Πώς σας ήλθε η ιδέα; Και φυσικά τα ερωτήματα αυτά δεν με ενθουσιάζουν ιδιαίτερα γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής δεν είναι μόνο η πυργοδέσποινα του Βούθουλα που έχω... εις βάρος μου, στα τόσα χρόνια που επιδίδομαι ευφροσύνως στο σπορ του γρατζουνίσματος του αθώου χάρτου. Κι όμως, επί χρόνια και χρόνια με κυνηγά αυτός ο τίτλος... Ο συγγραφεύς της «Μαντάμ Σουσούς»... Πώς, λοιπόν, ήταν και την πρωτόγραψα; Πώς μου ήλθε η ιδέα; Κατ’ αρχήν –για να πω και του στραβού το δίκιο– το ερώτημα ή τα ερωτήματα γύρω από τη γέννηση της ανεκδιήγητης ηρωίδας δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητα, αφού πρόκειται για έναν τύπο, η αλήθεια του οποίου –παρά την έντονη γελοιογράφησή του– τον έκανε γνωστό και δημοφιλέστατο όχι μονάχα στα πέρατα της Ελλάδας, αλλά και του έξω ελληνισμού. Το όνομα Σουσού και το επίθετο «σου­σουδισμός» πολιτογραφήθηκαν ως γνωστόν στη γλώσσα μας και προβάλλουν ακόμα και στα γραφτά δημοσιογράφων και συγγραφέων, στις περιπτώσεις που χρειάζονται να υπογραμμισθούν θέματα μεγαλομανίας...».

Το όνομα Σουσού και το επίθετο «σου­σουδισμός» πολιτογραφήθηκαν ως γνωστόν στη γλώσσα μας και προβάλλουν ακόμα και στα γραφτά δημοσιογράφων και συγγραφέων, στις περιπτώσεις που χρειάζονται να υπογραμμισθούν θέματα μεγαλομανίας... Και ο Ψαθάς συνέχιζε: «Όπως γίνεται με όλες τις μεγάλες επιτυχίες, εντελώς... άδοξος είναι και ο τρόπος που «συνελήφθη» και πρωτογράφτηκε, για ν’ αρχίσει και να συνεχίσει την απίθανη καριέρα της. Έγραφα, τότε, διάφορους «τύπους» στον «Θησαυρό» –ένα είδος «σήριαλ», με τον ίδιο πάντα κεντρικό ήρωα, γύρω από τον χαρακτήρα του οποίου πλεκόντουσαν τα επεισόδια– όταν είχα τελειώσει τον «Αριστείδη τον Ατυχή», αν θυμάμαι καλά, έτος σωτήριον 1938. Έπρεπε, λοιπόν ν’ αρχίσω άλλον. Αρχισυντάκτης του περιοδικού ήταν ο Απόστολος Μαγγανάρης, που με κυνηγούσε: – Έλα, τι θα μας γράψεις παρακάτω; Πρέπει να έχω εγκαίρως τον καινούργιο τύπο σου, γιατί σου κρατώ τη σελίδα. Απαντούσα ότι είχα μπαφιάσει να γράφω, ας μην έμπαινε συνεργασία μου σε μερικά φύλλα, αλλά ο Απόστολος ήταν αδιάλλακτος: – Αδύνατον! Αύριο το θέλω το κομμάτι σου!... – Αύριο; Είσαι τρελός; Αφού δεν έχω τίποτα υπόψη μου. – Άμα καθήσεις κάτω, θα βρεις! Μην το συζητάς. Η σελίδα σου είναι ανοιχτή. Περιμένει κι ο σκιτσογράφος για τη ρουμπρίκα και το σκίτσο. Έφερα όσες ακόμα αντιρρήσεις, αλλά δεν γινόταν τίποτα: Στο διάβολο!... είπα, τι να γράψω; Και κάθησα καταγανακτισμένος στο γραφείο μου για να μουτζουρώσω μερικά χειρόγραφα και να τα στείλω – να γλυτώσω από το κυνήγι. Ουφφφ!.. 29


Σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη, στενού φίλου του Δημήτρη Ψαθά. Η Μαντάμ Σουσού στο φτωχικό σπίτι της στον Βούθουλα (αριστερά) και στιγμιότυπο απο τον μεγαλοπρεπή γάμο με τον Καντακουζηνό στο Κολωνάκι (δεξιά).


Έναν «τύπο» έπρεπε να γράψω, έτσι; Ο προηγούμενος ήταν άντρας, θα έπρεπε, λοιπόν, για ποικιλία, να γράψω τώρα για μια γυναίκα. Τι είδος γυναίκα όμως; Φλύαρη; Δεν ήταν κωμική, θα ήταν κουραστική. Κουτσομπόλα; Θα ήταν πολύ κοινοτοπική. Επιπόλαια; Γκαφατζού; Δεν μου άρεσαν τόσο πολύ οι ιδέες – πολύ αργότερα έγραψα ένα άλλο «σήριαλ», στον «Ταχυ­δρόμο» με τον τίτλο «Ζοζώ η γκαφατζού». Άξαφνα θυμήθηκα μια γειτόνισσά μας ήταν τύπος γυναίκας μεγαλομανούς: Αυτή είναι... είπα.

Έναν «τύπο» έπρεπε να γράψω. Τι είδος γυναίκα όμως; Άξαφνα θυμήθηκα μια γειτόνισσά μας ήταν τύπος γυναίκας μεγαλομανούς. Σκιτσάρισα στα γρήγορα τον τύπο –βιαζόμουν να τελειώσω για να βγάλω από πάνω μου την υποχρέωση– συμπλήρωσα το γραφτό μου με το πρώτο επεισόδιο, πήρα τα χειρόγραφά μου αμέσως και έτρεξα στον Μαγγανάρη: – Πάρ’ τα και άφησε με ήσυχο. – Εντάξει! Δεν σου έλεγα ότι άμα καθήσεις κάτω, θα γράψεις; Να μ’ ακούς εμένα! Πώς τον λες τον τύπο σου; – Μαντάμ Σουσού! – Α, γυναίκα. Είναι καλός ο τύπος; Αν θυμάμαι καλά, είπα τn λέξη του Καμπρόν. – Μπράβο, είπε ο Μαγγανάρης. Θα πάει γούρι...» Κάποια στιγμή, στην πρώτη έκδοση του βιβλίου «Μαντάμ Σουσού» από τις εκδόσεις «Κασταλία» το 1940, ο Ψαθάς είχε γράψει και μια αφιέρωση: «Στην παλιά μου γειτόνισσα που μου ενέπνευσε τον τύπο της ΜΑΝΤΑΜ ΣΟΥΣΟΥΣ ΑΦΙΕΡΩΝΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥΤΟ σαν ένα μικρό δείγμα ευγνωμοσύνης για τις ωραίες στιγμές κεφιού που μου χάρισε δίχως να το υποπτευθεί ποτέ. Από τον τύπο της έφτιαξα τον μικρό αυτό καθρέφτη που τον χαρίζω ολόψυχα ΣΤΙΣ ΑΠΕΙΡΕΣ ΣΟΥΣΟΥΔΕΣ που γνώρισα από τότε, σε όποια γειτονιά κι αν έκα­τσα, πιστεύοντας ότι προσφέρω δώρο ευπρόσδεκτο στον κάθε αναγνώστη, αλλά μαζί ΔΩΡΟ ΩΦΕΛΙΜΟ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΟ για εκείνες που θα δουν κάτι από τον εαυτό τους μέσα στις σελίδες του».

Σουλούπι σπαρταριστό. Ύφος επιβλητικό. Μύτη λίγο στριφτή προς τα πάνω. Πόζα. Καπελάκι στην κορφή του κεφαλιού μ’ ένα κόκκινο φτερό που τινάζεται στα ύψη σαν πρόκληση στο σύμπαν. Ο ίδιος ο Ψαθάς περιγράφει την ηρωίδα που έφτιαξε μέσα στην πίεση και στο τρέξιμο της δουλειάς, χωρίς να σκεφτεί πως εκείνη την ώρα έγραφε ιστορία, μια πολύ σαφή περιγραφή του πώς είναι τελικά αυτή η Μαντάμ Σουσού: «Σουλούπι σπαρταριστό. Ύφος επιβλητικό. Μύτη λίγο στριφτή προς τα πάνω. Πόζα. Καπελάκι στην κορφή του κεφαλιού μ’ ένα κόκκινο φτερό που τινάζεται στα ύψη σαν πρόκληση στο σύμπαν. Ψηλή, ξερακιανή. Γυναίκα ή φαινόμενο; Κεφάλι προς τα πίσω. Το πηγούνι της ψηλά, η μύτη της ψηλότερα, το μάτι της στο χάος. Όποιος στέκεται μπροστά της νιώθει τον εαυτό του μέρμηγκα. Το βλέμμα της μόλις καταδέχεται να εγγίσει τα ορατά πράγματα του ταπεινού μας κόσμου κι όταν το κάνει παίρνει τόνους συγκατάβασης... Φτωχιά; Πρέπει να την προσέξεις από πολύ κοντά για να το δεις. Το ύφος της, 31


που βγαίνει από μια ψυχή δυναμική, σκορπάει και διώχνει την εντύπωση της φτώχειας – ένα κορμί τεζαρισμένο διαρκώς μαχητικά κατά της ίδιας της φτώχειας, λες που αγωνίζεται κάθε στιγμή να τη νικήσει και το καταφέρνει θριαμβευτικά. Κρατάει στο χέρι ένα ζευγάρι σκουριασμένα φασαμέν, σηκώνει το χέρι με αργό ρυθμό, σηκώνει τα φρύδια με αργότερο, πηγαίνει πιο πίσω το κεφάλι και κοιτάζει απ’ τα δυσθεώρητα εκείνα ύψη μιας ακλόνητης αυτοπεποίθησης τα φτωχά πλάσματα του Θεού που συμβαίνει να κυκλοφορούν ολόγυρά της…». Έτσι περιγράφει ο Ψαθάς την ηρωίδα του στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του. Το παρατσούκλι της ήταν «πυργοδέσποινα του Βού­θουλα», μια και ο ημιυπόγειος «πύργος» της βρισκόταν στη γειτονιά του Βούθουλα, όπως λεγόταν τότε η περιοχή Ακαδημίας Πλάτωνος. Η ίδια όμως προτιμούσε να την αποκαλεί «Μπύθουλα». «Βούθουλας. Κακόηχη της φαινόταν η λέξη. Δύο «ου» στη σειρά έδιναν λαϊκή απήχηση στο όνομα που άγγιζε τα όρια του χυδαίου μ’ εκείνο το βάρβαρο βήτα στην αρχή. Το «μπυ» της πήγαινε καλύτερα. Ήταν πιο σικ, πιο αριστοκρατικό. Είχε έστω και μια ελαφριά ανάμνηση από την αξιαγάπητη πατρίδα του Ρακίνα Μπύθουλας! Έτσι τον προτιμούσε η Σουσού. Και της φαινόταν πως με τη μικρή αυτή λεκτική διόρθωση γινόταν πιο ευπρόσωπη η αθλιότητα της γειτονιάς όπου γεννήθηκε και ζούσε...».

Ο Βούθουλας ή «Μπύθουλας» όπως το λέει η Μαντάμ Σουσού, ήταν η Ακαδημία Πλάτωνος, μια λαϊκή γειτονιά, που έκρυβε κάτω από τα φτωχικά σπίτια της ένα μεγάλο κομμάτι της αρχαίας Αθήνας. Θα έπρεπε όμως εδώ, στο ξεκίνημα στη γέννηση της Μαντάμ Σουσούς, θα έπρεπε να κοιτάξουμε και γύρω, τον κοινωνικό περίγυρο στον οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο συγκεκριμένος χαρακτήρας. Η Ελλάδα, η Αθήνα στο φινάλε του μεσοπολέμου, εκεί λίγο πριν την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν ήταν βέβαια ούτε ειδυλλιακή, ούτε ξένοιαστη, αντίθετα με ότ,ι προσπαθούν να μας πείσουν οι ταινίες, τα βιβλία, οι καρτ-ποστάλ, τα τραγούδια, ακόμη και οι αναμνήσεις ανθρώπων εκείνης της εποχής. Η Ελλάδα ήταν υπό τη δικτατορία του Μεταξά από το 1936, δύο εκατομμύρια σχεδόν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία είχαν κατακλύσει από άκρη σε άκρη τη χώρα από το 1922 και το 1938 ακόμα τα πράγματα ήταν δύσκολα γι’ αυτούς, υπήρχε απίστευτο άνοιγμα ψαλίδας μεταξύ φτώχιας και πλούτου. Ο μύθος του Κολωνακίου, όπου μένει ο καλός κόσμος, εκεί στον μεσοπόλεμο άρχισε να δημιουργείται και οι άνθρωποι που ήταν πλούσιοι θεωρούνταν και «αριστοκράτες». Ο Βούθουλας ή «Μπύθουλας» όπως το λέει η Μαντάμ Σουσού, ήταν η Ακαδημία Πλάτωνος, μια λαϊκή γειτονιά, που έκρυβε κάτω από τα φτωχικά σπίτια της ένα μεγάλο κομμάτι της αρχαίας Αθήνας. Στο Κολωνάκι οι άνθρωποι ήταν πλούσιοι και αριστοκράτες και στον Βούθουλα ήταν φτωχοί. Μπορεί σήμερα να ακούγεται κακόηχη η λέξη Βούθουλας, αλλά προπολεμικά υπήρχαν περιοχές με τέτοια ονόματα – δεν είναι δουλειά αυτού του κομματιού να ασχοληθεί με αυτό το θέμα όμως… Επίσης να τονίσουμε ότι το όνομα Σουσού –πού να ξανατολμήσει βέβαια να το χρησιμοποιήσει άνθρωπος μετά το 1939– ανήκει μάλλον στην κατηγορία των ονομάτων, ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα του μεσοπολέμου που ανεξάρτητα από το επίθετό τους, που μπορεί μερικές φορές να ακούγονταν κακόηχο, να ήταν πολύ ελληνικό ή και… τουρκομερίτικο όσον αφορά στους πρόσφυγες, αλλά το μικρό τους όνομα μπορεί να ήταν… Ριρής, Ντιντής, Ντορέτ, Σουσού, για να θυμίζει κάτι γαλλικό, μια και η γαλλική κουλτούρα ήταν τότε της μόδας. 32


Η Μαντάμ Σουσού είναι ένα παιδί της εποχής της. Όταν η φτώχεια είναι μεγάλη και η απόσταση για μια καλύτερη ζωή καλύπτεται μόνο σε σκάλα από λεφτά, άμα δεν αντέχεις ή δεν θες αυτό που ζεις και θες κάτι καλύτερο, αν η μιζέρια σε πνίγει, αν η φτώχεια στραγγαλίζει το όνειρο, ή αν είσαι απλώς φαντασμένος ή φαντασμένη, τότε ιδού η Μαντάμ Σουσού, σαν πρότυπο μιας κατάσταση και μιας εποχής. Μιας εποχής; Απ’ ό,τι απέδειξε η διάρκεια της Σουσούς όχι μόνο μιας εποχής, αλλά για να κατακτήσεις την αιωνιότητα στην τέχνη, πρέπει καταρχάς να εκφράσεις την εποχή σου.

Η διαδρομή της Σουσούς από το 1939 που δημοσιεύτηκε στον «Θησαυρό» μέχρι σήμερα. Ας δούμε όμως λοιπόν ποια ήταν η διαδρομή της Σουσούς από το 1939 που δημοσιεύτηκε στον «Θησαυρό» μέχρι σήμερα. Και πριν από αυτό να πούμε τι ακριβώς ήταν αυτός ο «Θησαυρός» στα σπλάχνα του οποίου γεννήθηκε η Σουσού για την προπολεμική Ελλάδα. Σε μια «φτωχή, πλην τίμια» προπολεμική Ελλάδα με λίγες εφημερίδες, σαν τα «Αθηναϊκά Νέα» και το «Ελεύθερον Βήμα» του Δημητρίου Λαμπράκη, την «Καθημερινή» του Γεωργίου Βλάχου, την «Εστία» των αδελφών Κύρου, το «Έθνος», το «Ελληνικόν Μέλλον» ή την «Ακρόπολιν» και βέβαια τη θρυλική «Μακεδονία» του Βελλίδη, όλες εφημερίδες με πολιτικό κύρος και δύναμη αλλά μικρή σχετικά κυκλοφορία, υπήρχαν λίγα αλλά οικογενειακά περιοδικά, τα οποία φιλοξενούσαν στις σελίδες τους από δημοσιογράφους μέχρι λογοτέχνες και από γελοιογράφους μέχρι θεατρικούς συγγραφείς. Μια έντυπη ψυχαγωγία μιας εβδομάδας για όλη την οικογένεια σε περιοδικά σαν το «Μπουκέτο», το «Ρομάντσο», το «Κινηματογραφικός Αστήρ» που ασχολείτο κυρίως με το σινεμά, και βέβαια ο «Θησαυρός» που για πολλές δεκαετίες ήταν ένα περιοδικό θρύλος. Το περιοδικό «Οικογενειακός Θησαυρός» που κυκλοφόρησε πολλά χρόνια μετά σαν συνέχεια του «Θησαυρού» δεν είχε καμία σχέση με εκείνον, τον παλιό «Θησαυρό» και τη δύναμη που είχε στην καθημερινή ζωή, στη γυναίκα και στην οικογένεια. Ένα χρηστικό και ψυχαγωγικό φτηνό περιοδικό. Εκεί λοιπόν γεννήθηκε η Σουσού, σε ένα περιοδικό που διάβαζε μετά μανίας όλη η Ελλάδα και προσέξτε τώρα τη διαδρομή της…

Ο κορυφαίος έλληνας γελοιογράφος Φωκίων Δημητριάδης έφτιαξε το σκίτσο της Μαντάμ Σουσούς. Το 1940, το καλοκαίρι, στην επιθεώρηση «Η πεντάμορφη» των Γιαννουκάκη-Ευαγγελίδη που ανέβηκε στο θέατρο «Αθήναιον» στην οδό Πατησίων εμφανίζεται για πρώτη φορά η Σουσού σαν νούμερο, με τη μεγάλη πρωταγωνίστρια Μαρίκα Νέζερ στον ομώνυμο ρόλο και τον Σταύρο Ιατρίδη, έναν επίσης σπουδαίο καρατερίστα της επιθεώρησης ως Παναγιωτάκη. Θα είναι η πρώτη από μια σειρά επιθεωρήσεων και στην Κατοχή αλλά και μετά, όπου η Σουσού θα υπάρξει σαν πρωταρχικό νούμερο. Την ίδια χρονιά, το 1940, το τραγουδάκι της Μαντάμ Σουσούς, σε μουσική Λεό Ραπίτη και στίχους Μάνεση-Ρηγόπουλου, κυκλοφορεί σε δίσκο, όπου το τραγουδούν ο Νίκος Γούναρης, ο Ρένος Τάλμας και ο Μπέμπης Βουγάς και κάνει πάταγο. Εκεί, στα 1940 ο κορυφαίος έλληνας γελοιογράφος Φωκίων Δημητριάδης που ήταν και συνάδελφος του Ψαθά στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» έφτιαξε το σκίτσο της Μαντάμ Σουσούς και το χρησιμοποιούσε στις γελοιογραφίες του. Μάλιστα στα χρόνια του ελληνο-ιταλικού πολέμου η συγκεκριμένη γελοιογραφία έκανε πάταγο και μια καρτ-ποστάλ με 33


1

2

1. Αιμίλιος Βεάκης, Κυρία Κατερίνα (Ανδρεάδη), (Θίασος Κατερίνας, 1942). | 2. Ο Δημήτρης Ψαθάς υποκλίνεται στην πρεμιέρα της παράστασης, 13.7.1942. Αριστερά διακρίνεται η Κυρία Κατερίνα στον ρόλο της Μαντάμ Σουσούς.

αυτήν στα ελληνικά και στα αγγλικά, κυκλοφόρησε και στο εξωτερικό όπου είχε τεράστια επιτυχία. Μάλιστα σε μία από αυτές η Σουσού με το γνωστό ύφος, το σκυλάκι και τα φασαμέν, λέει στον πιστό της υπηρέτη Λεό, κοιτώντας αφ’ υψηλού έναν πεσμένο ιταλό στρατιώτη –ή στον Ντούτσε, δεν θυμάμαι καλά–: «Λεό, φέρε σε παρακαλώ χαβιαράκι και σαμπάνια για τον πτωχό Ιταλό…».

Θέλω να παίξω τη... Μαντάμ Σουσού. Εμβρόντητος εγώ: Εσείς κ. Βεάκη; Εγώ θα παίξω τον Παναγιωτάκη. Σε εκείνο τον φοβερό χειμώνα του 1940-41 που υπήρχε πόλεμος, αλλά υπήρχε και εθνική ανάταση ο Ψαθάς κυκλοφορεί σε βιβλίο τα χρονογραφήματα με τη Σουσού, δίνοντάς τους μια ολοκληρωμένη λογοτεχνική μορφή, και παρά τον πόλεμο το βιβλίο ξεπουλάει αμέσως, πουλώντας 4.000 αντίτυπα, τρομακτικός αριθμός για την εποχή, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει πάψει να αποτελεί το best-seller του. Σε χρονογράφημά του στα «Νέα» στις 17.2.1972 ο Ψαθάς θυμόταν για την πρόταση που του είχε κάνει ο Αιμίλιος Βεάκης το 1942: «Θέλω να παίξω τη... Μαντάμ Σουσού. Εμβρόντητος εγώ: Εσείς κ. Βεάκη; Εγώ θα παίξω τον Παναγιωτάκη. Τη Σουσού θα την κάνει η Κατερίνα». Έτσι, ενώ πολλοί θίασοι και πολλές πρωταγωνίστριες ζητούν από τον Ψαθά μια θεατρική μεταφορά της Σουσούς –ακόμα και η Μαρίκα Κοτοπούλη– και δεδομένου ότι ο Ψαθάς είχε ήδη το πρώτο του θεατρικό έργο, «Το Στραβόξυλο», να γνωρίζει τεράστια επιτυχία στο θέατρο, η Κυρία Κατερίνα με τον κορυφαίο Αιμίλιο Βεάκη στον ρόλο του Παναγιωτάκη 34


και τον Σπύρο Μουσούρη ως Καντακουζηνό, ανεβάζει τελικά τη «Μαντάμ Σουσού» στο θέατρο, το καλοκαίρι του 1942, γραμμένη από τον Ψαθά, στο θερινό θέατρο «Κατερίνας», στην πλατεία Βικτορίας και γίνεται χαλασμός. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Γιαννούλης Σαραντίδης και τα σκηνικά ο Γιώργος Βακαλό. Εκτός από την Κατερίνα, τον Βεάκη και τον Μουσούρη, τους υπόλοιπους ρόλους ερμηνεύουν: Χριστίνα Καλογερίδου (Κυρά Κατίνα), Τίτος Βανδής (Σωφέρ), Νίκος Χατζίσκος (Κοκό), Ασπασία Παπαθανασίου (Μια κυρία του Κολωνακίου), Δήμος Σταρένιος (Λεό), Θόδωρος Μορίδης (Σταθόπουλος), Τζόλυ Γαρμπή (Κυρία Ζαφειρίου), Τίτος Φαρμάκης (Αρχαιολόγος), Σμαράγδα Βεάκη (Κυρία Αλεπούδη), Κώστας Οικονομίδης (Τεό), Νίκος Ζωγράφος (Τζων Τριφύλλης) κ.ά. Σε ένα γράμμα του, ο κορυφαίος Έλληνας ηθοποιός του 20ου αιώνα, Αιμίλιος Βεάκης, προς τον Δημήτρη Ψαθά, στις 10.7.1941 σημειώνει: «Αυτή η τραγική ύπαρξη, η Σουσού σου, αυτός ο θηλυκός Δον Κιχώτης, ο καθάρια Ρωμαίικος, είν’ ένα τεράστιο κωμικοτραγικό σύμβολο της μικροαστι­κής μεγαλομανίας του λαού μας, μεγαλομανίας που περικλείνει όλες τις αιτίες και τις βαθύτερες αφορμές της τραγικής του μοίρας. Και ακόμα το μπάσιμο της Σουσούς μέσα στη λεγόμενη αριστοκρατία μας, που, κατά το πλείστο, από Σουσούδες αρσενικές ή θηλυκές αποτελείται, μα με ψυχή κατώτερη πολύ απ’ τη δική της, είναι μέσα στο υπέροχο βιβλίο σου η κλασικότερη σάτιρα, που θα μπορούσε να γραφτεί για τη γελοία και δυστυχισμένη αυτή τάξη, που το σάρωμά της κάποτε θα σημάνει τη δόξα εκείνων που τη γνώρισαν τόσο βαθιά και τόσο σοφά τη σατίρισαν όπως εσύ. Γράφεις στον πρόλογό σου να προσέξουν το γνώρισμα του εαυτού τους οι αναγνώστριές σου. Γιατί όχι κι οι αναγνώστες σου; Πόσους αρσενικούς Σουσούδες δεν βλέπουμε τάχα κάθε μέρα ακόμα και σ’ αυτούς τους καλλιτεχνοφιλολογικούς κύκλους μας; Εγώ υπόφερα τραγικά από έναν τέτοιο αρσενικό Σουσού ως τα προχτές: αν αντικαταστήσεις τα φασαμέν με μιαν εγγλέζικη πίπα, δεν έχεις τάχα μπρος σου τον... Μπαστουνόπουλον, και μαζί μ’ αυτόν ολόκληρο το κράτος της 4ης Αυγούστου;».

Αυτή η τραγική ύπαρξη, η Σουσού σου, είν’ ένα τεράστιο κωμικοτραγικό σύμβολο της μεγαλομανίας του λαού μας που περικλείνει όλες τις αιτίες της τραγικής του μοίρας. Η τεράστια βέβαια επιτυχίας της Κυρίας Κατερίνας με τη «Μαντάμ Σουσού» και μάλιστα στην καρδιά της Κατοχής, έκανε πολλές πρωταγωνίστριες να θέλουν να ενσαρκώσουν τη θρυλική πυργοδέσποινα του «Μπύθουλα» κι εκτός από την Κυρία Κατερίνα που ξανάπαιξε κυρίως σε περιοδείες πολλές φορές τη Σουσού, θα έπρεπε να σημειώσουμε τη Μαίρη Αρώνη, που έπαιξε πολλές φορές τον ρόλο σε περιοδείες, να πούμε για τα ανεβάσματα του έργου στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο –τότε που υπήρχε ακμάζων Ελληνισμός στην Αίγυπτο– αλλά και στις ΗΠΑ. Η τελευταία Μαντάμ Σουσού στο θέατρο είχε τη μορφή της Άννας Παναγιωτοπούλου (έως την παρούσα παράσταση του ΚΘΒΕ) το 1998 στο Θέατρο Βρετάνια, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και μουσική Διονύση Τσακνή, με τον Σταύρο Παράβα ως Παναγιωτάκη και τον Νίκο Γαλανό ως Μηνά Καντακουζηνό… Το 1948 ο, σε βρεφική ηλικία ακόμα, ελληνικός κινηματογράφος, απευθύνθηκε επίσης στη «Μαντάμ Σουσού» για να προσελκύσει το λιγοστό ακόμα τότε κοινό του και μια ταινία σε παραγωγή της ΜΕΓΑ ΦΙΛΜ και σκηνοθεσία –για πρώτη και τελευταία φορά στο σινεμά– του εξαιρετικού θεατρικού σκηνοθέτη Τάκη Μουζενίδη και με το ιδανικότερο ίσως καστ για τη Σουσού, όλων των εποχών: Μαρίκα Νέζερ ως Σουσού, Βασίλης Λογοθετίδης ως Παναγιωτάκης και Γιώργος Παππάς ως Καντακουζηνός. Δίπλα τους μερικοί νέοι τότε ηθοποιοί όπως ο Μίμης Φωτόπουλος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος και η Ελένη 35


1

2

3

1. Σταύρος Παράβας, Άννα Παναγιωτοπούλου, Νίκος Γαλανός (Θέατρο Βρετάνια, 1998). | 2. Γιώργος Παππάς, Μαρίκα Νέζερ, Χρήστος Τσαγανέας (στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου από τη ΜΕΓΑ ΦΙΛΜ, το 1948). | 3. Μίμης Φωτόπουλος, Λέλα Πατρικίου, Λαυρέντης Διανέλος, Βασίλης Λογοθετίδης, Μαρίκα Νέζερ (από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου, το 1948).

Χατζηαργύρη, ενώ τη μουσική υπέγραφε ο Κώστας Γιαννίδης και το σενάριο ο Νίκος Τσιφόρος. Ήταν μια καλή παραγωγή για τα μέτρα της εποχής, είχε κι επιτυχία για τα μέτρα πάλι της εποχής, αλλά δυστυχώς η ίδια η εποχή με την πρωτόγονη ακόμη τεχνική της στο ελληνικό σινεμά μάλλον την αδίκησε. Το 1950 το ραδιόφωνο είχε πολύ περισσότερη δύναμη από αυτή που έχει σήμερα η τηλεόραση κι έχει ήδη αρχίσει η συνήθεια των ραδιοφωνικών σήριαλ, τα οποία συνήθως προσέφεραν διαφημιστικές εταιρείες. Ένα από αυτά τα ραδιοφωνικά σήριαλ ήταν και η «Μαντάμ Σουσού» σε ραδιοσκηνοθεσία του Μήτσου Λυγίζου και με εξαιρετική Σουσού τη Γεωργία Βασιλειάδου.

Ο ελληνικός κινηματογράφος, απευθύνθηκε στη «Μαντάμ Σουσού» για να προσελκύσει το λιγοστό ακόμα τότε κοινό του με το ιδανικότερο ίσως καστ για τη Σουσού, όλων των εποχών. Το 1972 η «Μαντάμ Σουσού» πήρε την άγουσα για την, νέα ακόμα, ελληνική τηλεόραση κι ένα σίριαλ 65 επεισοδίων για την τότε ΥΕΝΕΔ σε σενάριο του ίδιου του Ψαθά, που έκανε και την επιλογή των ηθοποιών και παραγωγή του έμπειρου στο είδος Γιώργου Ράλλη, είχε πολύ μεγάλη επιτυχία με Σουσού την Άννα Παϊταζή, Παναγιωτάκη τον Ιάκωβο Ψαρά και Καντακουζηνό τον Δημήτρη Καλλιβωκά. Σε μια συνέντευξή του τότε στον «Ταχυδρόμο», στον Νίκο Αναστασόπουλο, ο Μήτσος Λυγίζος, σκηνοθέτης της σειράς, δήλωνε: «Η Μαντάμ Σουσού δεν είναι μια αστεία καρικατούρα όπως ορισμένοι είχαν επιχειρήσει να την ερμηνεύσουν, παρασυρμένοι ίσως από τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη. Είναι 36


1

2

1. Άννα Παϊταζή, Δημήτρης Καλλιβωκάς (από την πρώτη τηλεοπτική μεταφορά του έργου το 1972). | 2. Θανάσης Παπαγεωργίου, Άννα Παναγιωτοπούλου, Άγγελος Αντωνόπουλος (από την τηλεοπτική μεταφορά του έργου, το 1986).

χαρακτήρας πολύπλευρος, δραματικός ίσως στη θεληματική απομόνωσή του, αναγκασμένος να ζει μέσα στον κυκεώνα των ψευδαισθήσεών του. Ο Ψαθάς δεν ήθελε να τη διακωμωδήσει. Την αγαπούσε και την κατανοούσε, όπως και όλους άλλωστε τους ήρωές του. Γι’ αυτό και ήταν απόλυτα ικανοποιημένος από την τηλεοπτική ερμηνεία του έργου του». Και βέβαια το 1982 στην ΕΤ2 η Μαντάμ Σουσού πήρε σάρκα και οστά από την Άννα Παναγιωτοπούλου, σε σκηνοθεσία του Θανάση Παπαγεωργίου, ο οποίος έπαιξε και τον Παναγιωτάκη, και τον Άγγελο Αντωνόπουλο ως Καντακουζηνό. Η σειρά δεν είναι μόνο ότι είχε πολύ μεγάλη επιτυχία, είναι και ότι ευτυχώς διασώθηκε και παίχθηκε και παίζεται συχνότατα από το κρατικό μας κανάλι. Γι’ αυτή τη δουλειά του ο έμπειρος Θανάσης Παπαγεωργίου είχε δηλώσει: «Ο χαρακτήρας της Σουσούς είναι γεμάτος ανασφάλεια μια που την ασφάλεια την έχει τοποθετήσει στον πλούτο. Ονειρεύεται το Κολωνάκι, όχι για να καλοπεράσει, αλλά για να σιγουρευτεί, για να καταξιωθεί κοινωνικά. Η Σουσού είναι για μένα πάντοτε επίκαιρη. Σουσουδισμός υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει στην κοινωνία μας».

Η Σουσού είναι για μένα πάντοτε επίκαιρη. Σουσουδισμός υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει στην κοινωνία μας. Αντίθετα με πολλά έργα των ανθρώπων που υπηρετούσαν τότε το λεγόμενο «ελαφρό» θέαμα, που μόνο ελαφρό δεν ήταν βέβαια, η «Σουσού» γνώρισε πολύ μεγάλη αποδοχή και από κριτικούς και πνευματικούς ανθρώπους. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος: «Αν όχι και μοναδικό, τουλάχιστον σπανιότατο, Η «Μαντάμ Σουσού» του κ. Δ. Ψαθά πρωτοδημοσιεύτηκε σ’ ένα εβδομαδιαίο περιοδικό, κι είχε τέτοια επιτυχία κι έκανε τέτοια φήμη, ώστε κατόπιν που βγήκε και σε βιβλίο έγινε ανάρπαστο. Σήμερα, η ηρωίδα του κ. Ψαθά είναι πασίγνωστη και δημοφιλέστατη. Την ξέρουν, την αναφέρουν ακόμα κι 37


εκείνοι που δεν εδιάβασαν το μυθιστόρημά της. Κι εγώ τό ’χα καύχημα πως ζωντάνεψαν μερικά πρόσωπα από βιβλία μου, κι εγώ νόμιζα πως άκουγα συχνά «είναι τύπος Φωτεινής Σάντρη» ή «είναι τύπος Παναγή Βιολάντη». Αλλά, ήταν αυταπάτη! Μόνο τη Μαντάμ Σουσού ακούω αληθινά κάθε μέρα, κάθε ώρα, κι από κάθε λογής ανθρώπους. Ένα πρωί, στο Ζάππειο –γεγο­νός– εμφανίστηκε κάποιο ζευγάρι. Η κυρία φορούσε μικρό καπελάκι με φτερό κι είχε τη μύτη λιγάκι σηκωμένη. Την είδαν κάτι παιδιά που ηλιάζονταν στους πάγκους κι εφώναξαν με γέλια «Να η Μαντάμ Σουσού!». Η κυρία τότε είπε: «Για μένα το λένε!». Και πιάνοντας τον άντρα απ’ το μπράτσο, απομακρύνθηκε γελώντας κι η ίδια. Τέτοια δημοτικότητα δεν την αξιώθηκε ποτέ δικό μου πρόσωπο, ούτε άλλο συγχρόνου συγγραφέα. Το βιβλίο είχε όλη την έκτακτη αυτή επιτυχία γιατί ο τύπος της ηρωίδας του είναι γενικός, καθολικός. Δεν υπάρχει ίσως γυναίκα που να μην έχει μέσα της πολλή ή λίγη Μαντάμ Σουσού!... Ο αναγνώστης του κ. Ψαθά αναγνωρίζει την ηρωίδα του σε όλες σχεδόν τις γυναικείες γνωριμίες του...».

Ο Ψαθάς επέτυχε κάτι, που ελάχιστοι μέχρι στιγμής, όχι μονάχα ευθυμογράφοι, γενικότερα κατάφεραν στη χώρα μας: Να πλουτίσει τη λογοτεχνία μας μ’ έναν ζωντανό ανθρώπινο τύπο. Ο έγκυρος κριτικός του «Βήματος» Βάσος Βαρίκας, έγραφε στις 3 Νοεμβρίου του 1950: «Ο Ψαθάς επέτυχε κάτι, που ελάχιστοι μέχρι στιγμής, όχι μονάχα ευθυμογράφοι, γενικότερα κατάφεραν στη χώρα μας: Να πλουτίσει τη λογοτεχνία μας μ’ έναν ζωντανό ανθρώπινο τύπο. Και μονάχα η σύλληψη και η δημιουργία της «Μαντάμ Σουσούς» αρκεί, νομίζω, να εξαφανίσει οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με την αξία του πεζογραφικού ταλέντου που διαθέτει ο κ. Ψαθάς».

Ο Ψαθάς έδωσε μέσα στη θολή προπολεμική ατμόσφαιρα το πρώτο ράπισμα σε μια πάσχουσα τάξη, με τη βεντάλια της πυργοδέσποινας του Βούθουλα. Ενώ ο Γιώργος Χατζίνης στη «Νέα Εστία» τον Απρίλιο του 1947 σημειώνει: «Η Μαντάμ Σουσού δεν είναι μία συνισταμένη των τάσεων και των αδυναμιών μιας σημαντικής μερίδας της κοινωνίας, τραβηγμένη ως το κωμικό, το εκπληκτικό και το παράδοξο... Ο τύπος αυτός είναι τόσο γεμάτος από ζωή, ώστε όλη η γενναία δόση υπερβολής με την οποία προβάλλεται, ν’ απορροφιέται χωρίς κόπο και να μετουσιώνεται σε δημιουργία…». Ο Γ. Μακρής στον «Νεολόγο Πατρών» στις 29.7.1951 δίνει τη δική εκδοχή για την πυργοδέσποινα του Βούθουλα: «Με τη Μαντάμ Σουσού ο Ψαθάς έδωσε μέσα στη θολή προπολεμική ατμόσφαιρα το πρώτο ράπισμα σε μια πάσχουσα τάξη, με τη βεντάλια της πυργοδέσποινας του Βούθουλα». Και φυσικά μην ξεχάσουμε, σε αυτή τη μικρή επιλογή από τα άπειρα κομμάτια που έχουν γραφτεί για την αθάνατη ηρωίδα του Ψαθά, αυτά που έγραψε ο πρύτανης των Ελλήνων χρονογράφων, Παύλος Παλαιολόγος στο «Ελεύθερον Βήμα» στις 21.6.1942, σε ένα κομμάτι του με τίτλο «Το μυστικό της Σουσούς»: «Σε τι οφείλει την τόση συρροή θεατών αυτή η Σου­σού, που μέσα σε λίγα χρόνια έγινε μορφή πανελ­λήνια; Τρομάζετε να βρείτε μια καρέκλα. Κόσμος πάσης μορφής. Και δεν είναι μόνο η τάξη στην οποία την κατήντησε ο πλούτος της. Καθυστερημένος θεατής της κωμωδίας του 38


1

2

3

1. Η πρώτη έκδοση της «Μαντάμ Σουσούς» σε βιβλίο σε δύο τόμους (εκδόσεις Κασταλία, 1941), με εξώφυλλο του Φωκίωνα Δημητριάδη. | 2. Η τελική έκδοση του βιβλίου σε έναν τόμο (εκδόσεις Μαρή, 1977). | 3. Εξώφυλλο του βιβλίου από τον κρατικό εκδοτικό οίκο της Ρουμανίας, (1978).

κ. Ψαθά προσπαθώ να λύσω το μυστήριο της εφόδου στο ταμείο του θεάτρου της Πλατείας Κυριακού. Είναι η εξαιρετική δημοτικότης που απέκτησε η μαντάμ του Μπύθουλα; Είναι το χοντρό γέλιο με το οποίο, στον τόπο αυτό της θλίψεως, ευεργετεί ο κ. Ψαθάς τους θεατές και τους αναγνώστες του; Είναι η περιέργεια του κοινού να δει την Κυρία Κατερίνα σε μια κωμωδία πλούσιου γέλιου, στην οποία για πρώτη, νομίζω, φορά δοκιμάζει τις πολύμορφες δυνάμεις της; Είναι η επιθυμία να γνωρίσουν έναν καλλιτέχνη του αναστήματος του Βεάκη, τραγικό βασιλέα των Θηβών χτες, Παναγιωτάκη στη συνοικιακή αυλή σήμερα; Θα είναι κι αυτά. Υπάρχει όμως κι ένας ακόμα παράγων πολύ ισχυρότερος. Ο κράχτης που συγκεντρώνει τα πλήθη βρίσκεται σ’ εμάς τους ίδιους. Σε κοινωνία νεοσύστατη όπως η δική μας, που μέσα σ’ εκατόν είκοσι χρόνια εδημιούργησε τόσο τεράστιες αποστάσεις, ώστε νά ’χει τον Βούθουλα και το Κολωνάκι της, πώς μπορούσε να μην σχηματιστεί ατμόσφαιρα Σουσουδισμού; Κάποια Σουσού κατά έναν τρόπο όλο και θα κρύβεται μέσα μας. Μια Σουσού που, όταν βρίσκεται στην αφετηρία της –υπόγειο, τσόκαρο και κρεμμύδι– ατενίζει το τέρμα των ονείρων της κι όσο δεν φτάνει σ’ αυτό, το λαχταρά, αλλά συγχρόνως το δυσφημεί και το ειρωνεύεται. Όταν δε η μοίρα την ευνοήσει, όπως η μοίρα ευνόησε τη Σου­σού, τότε είτε το θέλει είτε όχι, οι σκέψεις, οι αναμνήσεις, οι φόβοι, οι νοσταλγίες, κάποτε στρέφονται προς το σημείο της εκκίνησης. Αν εξαιρέσετε, είκοσι, τριάντα, πενήντα ονόματα που έχουν να επιδείξουν παλιές περγαμηνές ευγενείας, σε κάποιο Βούθουλα πρέπει ν’ αναζητήσετε το λίκνο της λοιπής αριστοκρατίας. Κάντε πως ξύνετε λίγο τον καλό μας κόσμο. Πριν φτάσετε στην τρίτη γενιά, θα προσκρούσετε στη γκλίτσα και στο τσαρούχι του προπάτορος. Σ’ αυτό αποδίδω τη συρροή των θεατών. Όσοι μεν δεν τα κατάφεραν να ξεφύγουν από την αυλή βλέπουν με χαιρεκακία τη γελοιοποίηση της Σουσούς και ευφραίνονται. Όσοι πάλι έχουν αποκτήσει φράκο, μέγαρο, λιμουζίνα –τι άλλο χρειάζεται για να μπείτε στη χορεία των εγχωρίων αριστοκρατών– πηγαίνουν στο θέαμα με την υποσυνείδητη διάθεση να ανατρέξουν στις παλιές σελίδες της προσωπικής τους ιστορίας... Γιατί να κρυβόμαστε; Η Σουσουδοπληξία αποτελεί κατάσταση. Σουσουδοφέρνει κατά έναν 39


τρόπο το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού μας κι έρχεται –αλίμονο– ώρα, ώρα κακιά, που «πριν αλέκτωρ φωνήση» απαρνούμαστε το παρελθόν και αγωνιούμε από τον φόβο μήπως αποκαλυφθεί η ταπεινή μας Βηθλεέμ, όπου είδαμε το φως της ζωής, και είμαστε έτοιμοι να κατεδαφίσουμε τον Μπύθουλα για να μην αποκαλυφθεί το επάγγελμα του μπαμπά, και κρύβουμε από τους ξένους μας τον παππού για να μην προδώσει η εμφάνισή του τα περασμένα, και δασκαλεύουμε τη μαμά για να μην μας εκθέσει η φλυαρία της στον κόσμο των καλεσμένων μας...».

Σε κοινωνία νεοσύστατη όπως η δική μας, που μέσα σ’ εκατόν είκοσι χρόνια εδημιούργησε τόσο τεράστιες αποστάσεις, ώστε νά ’χει τον Βούθουλα και το Κολωνάκι της, πώς μπορούσε να μην σχηματιστεί ατμόσφαιρα Σουσουδισμού; Όμως όσο κι αν ασχολήθηκαν σημαντικοί άνθρωποι με αυτόν τον χαρακτήρα-φαινόμενο, το θέμα είναι ότι ένας ολόκληρος λαός, εδώ κι 73 χρόνια, ασχολείται, αγαπάει, σχολιάζει, διασκεδάζει, γελάει, συμπονάει αλλά και συγχρόνως απεύχεται στο να της μοιάσει και αυτό τελικά είναι το πιο σημαντικό, αυτή είναι η δύναμη κι επιτυχία της αγέραστης Σουσούς. Αυτή είναι η δύναμη κι η επιτυχία του Δημήτρη Ψαθά. Τόσες δεκαετίες, στο πέρασμα των οποίων ο κόσμος έχει αλλάξει, κι όχι μόνο μία φορά, αποδεικνύεται περίτρανα πως μπορεί οι αποστάσεις να μίκρυναν, οι άνθρωποι να άλλαξαν, το χρήμα να άλλαξε πολλές φορές χέρια και τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις των ανθρώπων να έχουν εξελιχθεί, ακόμα και σήμερα που ο κόσμος αλλάζει με αστραπιαία ταχύτητα και καταρρέουν όλα όσα θεωρούσαμε σίγουρα και σταθερά…, ακόμα και σήμερα υπάρχει μια θέση για τη Μαντάμ Σουσού, και θα υπάρχει όσο θα υπάρχει η τεράστια απόσταση μεταξύ Βούθουλα και Κολωνακίου…

Μαντάμ Σουσού Εζούσε πρώτα φτωχικά με κάτι υπόγεια αρχοντικά με τον κυρ-Παναγιώτη· στον Μπύθουλα πολύ γνωστή στα σουαρέ κι απρέ μιντί ερχόταν πάντα πρώτη· κι όλοι ρωτούν: ποια νάν’ αυτή; Είναι η Σουσού η ξακουστή! Σουσού, Σουσού με τις παραξενιές σου ο κόσμος πώς γελά τα Γαλλικά σαν λες τα παρδαλά· Σουσού, Σουσού Γλεντάμε με το «βλαξ» «πτωχέ», «ζαργάνα» και «γλωσσού». Κι όλοι τα χάνουμε Μαντάμ Σουσού! Σαν πήρε μια κληρονομιά ο Πάνος έπαθε ζημιά γιατί μ’ αυτόν χωρίζει· σ’ οκέλλα μένει τώρα σικ ντυμένη πάντα εξαντρίκ και με πακάρ γυρίζει· κι όλοι ρωτούν: ποια νάν’ αυτή; Είναι η Σουσού η ξακουστή! Μια μέρα το βολάν κρατά και κάποιο φουκαρά πατά με τ’ αυτοκίνητό της· το πρώτο θύμα της αυτό ήταν της μοίρας της γραφτό να είναι’ ο Παναγιώτης· κι όλοι ρωτούν: ποια νάν’ αυτή; Είναι η Σουσού η ξακουστή!

Στίχοι των Μάνεση-Ρηγόπουλου από το τραγούδι της Σουσούς, σε μουσική Λεό Ραπίτη (1940).

40


2

1

3

4

5

Βιογραφικά σημειώματα 1. Γιώργος Αρμένης (σκηνοθεσία) Σπουδές: Δραματική Σχολή Θεάτρου Τέχνης-Κάρολος Κουν. Ερμήνευσε πολλά κλασικά και σύγχρονα έργα στα είκοσι δύο χρόνια συνεργασίας με το Θέατρο Τέχνης. Δίδαξε επί σειρά ετών αυτοσχεδιασμό και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Το 1999 ίδρυσε το «Νεοελληνικό Θέατρο» και τη Δραματική Σχολή, που ακόμα διευθύνει. Είναι και παραμένει ένας από τους κληρονόμους του Θεάτρου Τέχνης, που όρισε ο δάσκαλός του, Κάρολος Κουν. Τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ταινία του Π. Βούλγαρη Όλα είναι δρόμος και με το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Δράμας για την ταινία του Σ. Καλύβα Αμέρικα. Πήρε μέρος στην ταινία του Θ. Αγγελόπουλου Το λιβάδι που δακρύζει και στην ταινία Σκόνη του Τ. Ψαρρά. 2. Κατερίνα Γεωργούση (ηθοποιός) Σπουδές: Δραματική Σχολή Νέο Ελληνικό Θέατρο του Γ. Αρμένη. Μουσική (αρμόνιο) και ανώτερα θεωρητικά (Αρμονία). Έχει παρακολουθήσει τα σεμινάρια: «Εισαγωγή στο σωματικό θέατρο» με το Σ. Στρούμπο και «Πρόσφυγες, νομάδες και εξόριστοι» στην Ακαδημία Εθνικού Θεάτρου, με τους Σ. Χατζάκη, G. Vahler. Συμμετείχε στις παραστάσεις: Λολίτα (σκην. Β. Πλατάκη) και Ομήρου Ιλιάδα-Τρωικός Πόλεμος (σκην. Κ. Ρουγγέρη). 3. Τάσος Δαηλίδης (φωτισμοί) Σπουδές: Ηλεκτρολόγος ΕΗΕ. Εργάζεται στο ΚΘΒΕ από το 1997, ως ηλεκτρολόγος φωτιστής και χειριστής κονσόλας φωτισμού. Σε συνεργασία με τον Σ. Τζολόπουλο, σχεδίασε τους φωτισμούς για την παράσταση Η μνήμη των κύκνων (χορ. Κ. Ρήγος, Χοροθέατρο ΚΘΒΕ). Έκανε την επιμέλεια φωτισμού για την παράσταση Η ωραία κοιμωμένη (χορ. Κ. Ρήγος, Χοροθέατρο ΚΘΒΕ). Επίσης, σχεδίασε τους φωτισμούς στις παραστάσεις του ΚΘΒΕ Gόλfω! (σκην. Σ. Κακάλας) και Δάφνες και πικροδάφνες (σκην. Γ. Κιουρτσίδης). 4. Βασίλης Ευταξόπουλος (ηθοποιός) Σπουδές: Δραματική Σχολή Εθνικού Θεάτρου (αριστούχος απόφοιτος). Σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου. Τμήμα Ιταλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Περούτζια. Για μια δεκαετία ανήκε στο δυναμικό του Εθνικού Θεάτρου. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με θιάσους του ελεύθερου θεάτρου ερμηνεύοντας πρωταγωνιστικούς ρόλους του κλασικού και σύγχρονου παγκόσμιου ρεπερτορίου, όπως: Δωδέκατη νύχτα, Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας, Κοντραμπάσο, Έντα Γκάμπλερ, Παράξενο ιντερμέτζο, Η πόλη που ο πρίγκιπάς της ήταν ένα παιδί, Λαβδακίδαι, Η δολοφονία του Μαρά, Ένα καπέλο από ψάθα Ιταλίας, Σχολή σκανδάλων κ.ά. Συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες: Ν. Νανέρη, Δ. Μαυρίκιο, Κ. Δαμάτη, Γ. Ιορδανίδη, Κ. Μπάκα, Α. Μινωτή, Α. Σολομό, Γ. Νικολαΐδη, Κ. Ρουγγέρη, Β. Θεοδωρόπουλο, Σ. Φασουλή, Κ. Αρζόγλου, Σ. Τσακίρη, Π. Μιχαηλίδη, Β. Μαυρομάτη, Β. Νικολαΐδη, Γ. Κακλέα κ.ά. Συμμετείχε στις κινηματογραφικές ταινίες: Παραλάβατε διορισμόν (σκην. Μ. Αχουριώτης) και Πυθαγόρας (ΒΒC). Και (μεταξύ άλλων) στις τηλεοπτικές σειρές: Μπουλούκι (ΕΤ1), Εγκλήματα (Αnt1), Περί ανέμων και υδάτων, Σαββατογεννημένες, Ίχνη (Mega) κ.ά. 5. Παντελής Καλπάκογλου (ηθοποιός) Σπουδές: Σχολή Θεάτρου της Ρ. Πατεράκη. Ιερατική Σχολή Ξάνθης. Αμερικανική Γεωργική Σχολή


6

8

7

9

10

Θεσσαλονίκης. Τιμήθηκε με βραβείο σύνθεσης στο 2ο φεστιβάλ τζαζ και ποπ μουσικής. Απέσπασε το Βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Θεατρικό Φεστιβάλ της Ιθάκης. Συνεργάστηκε με το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας και, από το 1989 έως σήμερα, συνεργάζεται με το ΚΘΒΕ. Έχει συνεργαστεί με διάφορες ομάδες ως σκηνοθέτης και ως μουσικός επιμελητής. Από το 2007 συμμετέχει στη μουσική ομάδα «Κρουστόφωνο». 6. Δημήτρης Καρτόκης (ηθοποιός) Σπουδές: Δραματική Σχολή ΚΘΒΕ. Παρακολούθησε σεμινάρια των: Ποπόφσκι, Κοντούρη, Παπαβασιλείου. Συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες: Σ. Χατζάκη, Γ. Ρήγα, Γ. Καραντινάκη, Α. Βουτσινά, Δ. Κωνσταντινίδη, Μ. Σπυράτου, Θ. Τερζόπουλο, Α. Καραγιαννοπούλου, Λ. Βογιατζή, Α. Μπρούσκου, Χ. Λύγκα, Ν. Μαστοράκη, Γ. Παρασκευόπουλο, Α. Quick, sinequanon. Συμμετείχε στις παραστάσεις του ΚΘΒΕ: Καθαροί πια-Φιλονικία (σκην. Γ. Παρασκευόπουλος), Λωξάντρα (σκην. Σ. Χατζάκης), Μικρά Διονύσια (σκην. Γ. Ρήγας, Γ. Καραντινάκης), Τo Lose Lautrec (σκην.-χορ. sinequanon), Ελληνική Νομαρχία (σκην. Γ. Ρήγας). Στην τηλεόραση έχει συνεργαστεί με τον Τ. Ψαρρά και τον Γ. Λαπατά. 7. Αγγελική Κίτρινη (βοηθός σκηνοθέτις) Σπουδές: Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ με κατεύθυνση τη Λογοτεχνία. Πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Φιλοσοφίας του ΑΠΘ με κατεύθυνση τη Φιλοσοφία της Τέχνης. Φοίτησε 3 χρόνια στο θεατρικό εργαστήρι «Πανδαιμόνιο 7» με δάσκαλο τον Γιάννη Ρήγα. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα κίνησης, χορού, ορθοφωνίας και τραγουδιού. Συμμετείχε σε επαγγελματικές και ερασιτεχνικές παραστάσεις στην Θεσσαλονίκη. 8. Έφη Λιάλιου (ηθοποιός) Σπουδές: Psychology-Communication Studies στο πανεπιστήμιο του Kingston, στο Λονδίνο. Σχολή Θεάτρου «Τέχνης» Κάρολος Κουν. Συμμετείχε στις παραστάσεις: Θαΐς (σκην. A. Bernard, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών), The Game (σκην. Β. Χρυσανθόπουλος-Μ. Μπουτιούρη), Απόπειρες κατά της ζωής της (σκην. A. Καραγιαννοπούλου), Φρονίμη,  η πριγκίπισσα της Αξού,  9η Αναβίωση Αρχαίων και Εορτών (σκην. Π. Οικονομοπούλου, Λύκαιο Όρος), Ο ύμνος στους Θεούς ας πάει (Θέατρο Τέχνης). Κινηματογράφος: Παράδεισος (σκην. Π. Φαφούτης). Τηλεόραση: Η οικογένεια βλάπτει, Ο γητευτής, Ιωάννα της καρδιάς. 9. Λευτέρης Λιθαρής (ηθοποιός) Γεννήθηκε στην Πεντάπολη Σερρών. Σπουδές: Δραματική Σχολή ΚΘΒΕ. Από το 1980 συνεργάζεται ως ηθοποιός με το Εθνικό Θέατρο και το ΚΘΒΕ. Έχει συνεργαστεί, επίσης, με καταξιωμένους σκηνοθέτες, θιασάρχες, ηθοποιούς καθώς και με θεατρικά σχήματα και θεατρικούς οργανισμούς στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, παίζοντας μικρούς και μεγάλους κωμικούς ρόλους του κλασικού και του σύγχρονου ρεπερτορίου. Έχει εμφανιστεί σε πολλές τηλεοπτικές σειρές, εκπομπές, εκπαιδευτικά ντοκιμαντέρ κ.ά. καθώς και σε κινηματογραφικές ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους. Εργάστηκε επίσης, ως σεναριογράφος, συνεργάτης παραγωγών και παρουσιαστής τηλεοπτικού μάρκετινγκ. 10. Κατερίνα Λύκου (ηθοποιός) Σπουδές: Δραματική Σχολή ΚΘΒΕ. Συμμετείχε στις παραστάσεις: To Lose Lautrec (σκην.-χορ. sinequanon), Υπάρχει και φιλότιμο (σκην. Γ. Κιουρτσίδης),Ο Σιμιγδαλένιος


11

12

13

(σκην. Σ. Μιχαηλίδου), Go, go, go (σκην. Β. Μπακάκου), Happy Birthday (σκην. Γ. Παρασκευόπουλος), Underground (σκην. Λ. Κοταλακίδου), Η πεντάμορφη και το τέρας (σκην. Ε. Πίττα), Σταχτοπούτα, Οι τρεις σωματοφύλακες και Εκκλησιάζουσες (σκην. Κ. Ρουγγέρη). 11. Γιάννης Μετζικώφ (σκηνικά-κοστούμια) Σπουδές: Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (Ζωγραφική με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη και σκηνογραφία με τον Βασίλη Βασιλειάδη). Από το 1980, έχει λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής και performance στην Αθήνα, την Ισπανία, το Βέλγιο, τη Ρωσία κ.ά., ενώ παράλληλα συμμετείχε σε πολλές ομαδικές εκθέσεις σε διάφορες χώρες. Έχει σκηνογραφήσει θεατρικά έργα στο Εθνικό Θέατρο, στο ΚΘΒΕ, στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στο Μέγαρο Μουσικής, στο Θέατρο Τέχνης, στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου και σε πολλούς ιδιωτικούς θιάσους. 12. Φωτεινή Μπαξεβάνη (ηθοποιός) Σπουδές: Δραματική Σχολή Εθνικού Θεάτρου (αριστούχος απόφοιτος). Μουσική στο Εθνικό Ωδείο και στο Ωδείο Φ. Νάκας (πιάνο, κλασικό τραγούδι, σύνθεση για το θέατρο και τον κινηματογράφο). Από το 1992 έως σήμερα συμμετείχε στο θέατρο σε πάνω από σαράντα παραστάσεις ως ηθοποιός, συνθέτης, σκηνοθέτης. Υπήρξε βοηθός γνωστών συνθετών και σκηνοθετών. Επίσης, έχει παίξει στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση και έχει υπογράψει την πρωτότυπη μουσική ταινιών και σίριαλ. Το 2008 ίδρυσε τη δισκογραφική εταιρία faosmusic με σκοπό την έκδοση πρωτότυπης μουσικής για το θέατρο και τον κινηματογράφο και jazz. Πρόσφατες συνεργασίες: Το 2008 κυκλοφόρησε cd με τη μουσική της για την παράσταση του έργου του Ρ. Τομά Οκτώ γυναίκες (σκην. Ν. Καραθάνος). Το 2009 σκηνοθέτησε στη Νέα Υόρκη το έργο του Γ. Σκαραγκά Prime Numbers (υποψηφιότητα για τα Οff Broadway Awards) και εμφανίστηκε στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου στην παράσταση Το τερατώδες αριστούργημα (αφιέρωμα στον Γ. Ρίτσο, σκην. Δ. Μαυρίκιος), όπου συνυπέγραψε και τη μουσική επιμέλεια. Τη θεατρική περίοδο 2009–2010 σκηνοθέτησε τον Ντον Τζιοβάννι του Μότσαρτ (Όπερα Θεσσαλονίκης) και έπαιξε στο έργο Επισκέπτες (σκην. Π. Ζούλιας, Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη). Την περίοδο 2010–2011 έπαιξε στο ΚΘΒΕ τη Λωξάντρα της Μ. Ιορδανίδου σε θεατρική διασκευή Ά. Δήμου και σκηνοθεσία Σ. Χατζάκη, καθώς και στην παράσταση Μικρά Διονύσια σε σκηνοθεσία Γ. Ρήγα-Γ. Καραντινάκη. Σκηνοθέτησε το έργο της Ευ. Φακίνου Στη Ντενεκεδούπολη. Κινηματογράφος: Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι (σκην. Γ. Σμαραγδής), Zητείται ψεύτης (σκην. Ι. Μιχαηλίδης), Uranya (σκην. Κ. Καπάκας), Η χορωδία του Χαρίτωνα (σκην. Γ. Καραντινάκης), Λουκουμάδες με μέλι (σκην. Ό. Μαλέα), Το όνειρο του σκύλου (σκην. Α. Φραντζής), Θα το μετανιώσεις (σκην. Κ. Ευαγγελάκου), Το κλάμα βγήκε από τον παράδεισο (σκην. Θ. Παπαθανασίου-Μ. Ρέππας), Beautiful People και Αυτή η νύχτα μένει (σκην. Ν. Παναγιωτόπουλος) κ.ά. Ενδεικτικές συμμετοχές σε τηλεοπτικές σειρές: Απόστολος και μόνος, Γοργόνες, Το κόκκινο δωμάτιο, Φάε τη σοκολάτα σου, Είσαι πολύ αλήτης τελικά, Εγκλήματα, Εν Ιορδάνη, Mαμά και γιος κ.ά. 13. Χρήστος Παπαδημητρίου (ηθοποιός) Σπουδές: Τμήμα Θεάτρου της Σχολής


14

15

16

Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, με κατεύθυνση στην υποκριτική. Συνεργάστηκε με το ΚΘΒΕ στις παραστάσεις: Ελληνική Νομαρχία (σκην. Γ. Ρήγας), Μικρά Διονύσια (σκην. Γ. Ρήγας, Γ. Καραντινάκης), Ηλέκτρα και Το κορίτσι με τα μαύρα (σκην. Γ. Καραντινάκης), Βασιλιάς Ληρ (σκην. Σ. Λιβαθινός), Ο Προεστώς του χωριού (σκην. Γ. Κιουρτσίδης) και ΜΠΑΝΤΑ-ρισμένοι: Η ώρα της κρίσεως, P.I.G.S. και P.I.G.S. Reloaded και με την Πειραματική σκηνή της «Τέχνης» στις παραστάσεις: Θεσσαλονίκη σε πρώτο πρόσωπο (σκην. Κ. Χαρίτου), Βρικόλακες και Ο έμπορος της Βενετίας (σκην. Ν. Χουρμουζιάδης), Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας (σκην. Ν. Παπανδρέου), Ο κύριος Πούντιλα και ο άνθρωπός του, ο Μάττι (σκην. Ν. Αρμάος), Οικογένεια Νώε (σκην. Ε. Βασιλικιώτη), Τζιτζιμιτζιχοτζιριά (σκην. Σ. Μιχαηλίδου), Φιλονικία θεατρίνων (σκην. Δ. Χουμέτη). Σκηνοθέτησε την παράσταση ΜΠΑΝΤΑ-ρισμένοι-P.I.G.S. Συμμετείχε στο μιούζικαλ Annie (σκην. Μ. Τόλη). 14. Μαριάννα Παπασάββα (ηθοποιός) Σπουδές: Δραματική Σχολή Αρχή της Νέλλης Καρρά. Συμμετείχε στις παραστάσεις: Μικρά Διονύσια, Λωξάντρα, Κεντήματα, Η απόδραση, Η πεντάμορφη και το τέρας, Πολύ μακριά, Η μουσική του ήλιου και της σελήνης. Συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες: Γ. Ρήγα, Γ. Καραντινάκη, Σ. Χατζάκη, Ν. Διαμαντή, Γ. Καλαϊτζή, P. Gothar, Σ. Λιβαθινό, Γ. Σιούτη, Β. Γεωργιάδου, Π. Μιχαηλίδη. 15. Κώστας Σαντάς (ηθοποιός) Σπουδές: Δραματική Σχολή Εθνικού Θεάτρου (με υποτροφία). Μαθήματα σκηνοθεσίας και υποκριτικής στο Μιλάνο και τη Ρώμη. Συμμετείχε, ερμηνεύοντας τον κύριο ρόλο, στις παραστάσεις: Όρνιθες, Νεφέλες, Βάτραχοι, Πλούτος, Ειρήνη, Κύκλωπας, Σαμία, Το τάβλι, Δαιμονισμένοι, Ο Αρχοντοχωριάτης, Ντόλλυ!, Γύπαρης, Το ξύπνημα, Ο Επιθεωρητής, Περιμένοντας τον Γκοντό, Το φιόρο του λεβάντε, Το σακάκι που βελάζει, Έξω από την πόρτα, Οδυσσέα γύρισε σπίτι, Ο μπαμπάς ο πόλεμος, Γιατρός με το στανιό, Χαλί μπουχάρα, Στάση λεωφορείου, Ένα καπέλο από ψάθα Ιταλίας, Τα δημιουργημένα συμφέροντα, Οι εξετάσεις δεν τελειώνουν ποτέ, Συρανό ντε Μπερζεράκ, Ο κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο, Ο Προεστώς του χωριού, Η Ισαβέλλα, τρεις καραβέλες κι ένας παραμυθάς, Υπάρχει και φιλότιμο κ.ά. Είναι Διευθυντής και δάσκαλος υποκριτικής στην Ανώτερη Δραματική Σχολή Β. Διαμαντόπουλος Θεσσαλονίκης. Πρωταγωνίστησε στην ταινία Οι γενναίοι της Σαμοθράκης. 16. Δημήτρης Σιακάρας (ηθοποιός) Σπουδές: Δραματική Σχολή ΚΘΒΕ. Παρακολούθησε εργαστήρια με τους: T. Suzuki (Toga Mura-Ιαπωνία) και Eu. Barba (Βερολίνο). Συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες: Β. Αναστασίου, Α. Αντύπα, Β. Αρδίττη, Κ. Αρβανιτάκη, Ε. Βασιλικιώτη, Α. Βουτσινά, Σ. Βραχωρίτη, Γ. Διαμαντόπουλο, Ν. Διαμαντή, Γ. Καραχισαρίδη, Γ. Μαργαρίτη, Σ. Ντουφεξή, Μ. Πάσσαρη, Ε. Σωφρονιάδου, Θ. Τερζόπουλο, Σ. Τσακίρη, Κ. Φοντούκη, Ν. Χαραλάμπους, Σ. Χατζάκη, Χ. Χριστοφή, A. Serban, S. Schoenbohm κ.ά., ερμηνεύοντας βασικούς ρόλους του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Το 1995 συνεργάστηκε με τον B. Wilson στη Ν. Υόρκη στην παραγωγή Περσεφόνη. Πολλές από τις παραστάσεις που συμμετείχε παρουσιάστηκαν σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ και θεατρικές σκηνές: Berliner Ensemble, Schaubuhne,


17

18

19

Wiener Fest Buhne, Takanga, Φεστιβάλ της Οζάκα, Φεστιβάλ BITEF κ.ά. Έλαβε μέρος σε αρκετές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές. Την περίοδο 2002–2003, δίδαξε υποκριτική και αυτοσχεδιασμό στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ. 17. Θάλεια Σκαρλάτου (ηθοποιός) Σπουδές: Δραματική Σχολή ΚΘΒΕ. Έχει συνεργαστεί με την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», τα ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, Σερρών, Βορείου Αιγαίου, τη Θεατρική Λέσχη Βόλου και το ΚΘΒΕ. Έχει πάρει μέρος σε περισσότερες από 50 παραστάσεις ερμηνεύοντας ρόλους του κλασικού και μοντέρνου δραματολογίου, όπως Το κορίτσι με τα μαύρα (Φρόσω), Διαμάντια και μπλουζ (Ελένη), Δεύτερη ευκαιρία (Αναστασία), Λεωφορείο ο πόθος (Γιούνις), Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν (Σεν-τε), Νόρα (Νόρα), Ήταν όλοι τους παιδιά μου (Σου), Η αγριόπαπια (Γκίνα), Θείος Βάνιας (Έλενα), Φαύστα (Μαριάνθη), Τσικλιντάν (Κάτια), Ο Τρελαντώνης (Μις Ράις) κ.ά. Έχει συνεργαστεί με πολλούς σκηνοθέτες, όπως οι Ν. Χουρμουζιάδης, Μ. Λάνγκχοφ, Μ. Βολανάκης, Κ. Αρβανιτάκης, Δ. Χρονόπουλος, Γ. Καραντινάκης, Γ. Καλαϊτζή, Τ. Τζαμαριάς, Π. Δανελλάτος, Γ. Ρήγας, Τ. Ράτζος, Α. Καλογρίδης, Ν. Κοντούρη, Γ. Κακλέας κ.ά. Κατά διαστήματα συνεργάζεται με την ΕΤ3 σε εκπομπές λόγου. Διδάσκει υποκριτική. Έχει μεταφράσει τα έργα Νυχτερινό σχολείο του Χ. Πίντερ και Η τραπεζαρία του Ρ. Γκέρνυ. 18. Στέργιος Τζαφέρης (ηθοποιός) Σπουδές: Δραματική Σχολή ΚΘΒΕ. Συνεργάστηκε με το ΚΘΒΕ στις παραστάσεις: Κύκλωπας, Ιππείς, Αχαρνής, Γαλιλαίος, Θεοφανώ, Οθέλλος, Ερωφίλη, Ο διθύραμβος του ρόδου, Ο θάνατος του εμποράκου, Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, Ο Μορμόλης, Ο γενικός γραμματεύς, Του νεκρού αδελφού, Οι αλλοπαρμένοι, Λυτρωμένοι, Γερνάω επιτυχώς, Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν, Tο Κατερινάκι από το Χαϊλμπρόν, Τα ελάφια και οι κατάρες, Εφτά λογικές απαντήσεις, Τέλος καλό όλα καλά, Ειρήνη, Εφιάλτες, Ντόλλυ!, Machinal, Δεύτερη ευκαιρία, Βαβυλωνία, Αποστολή στον πλανήτη Γη, Μπαντα-ρισμένοι, Το Lose Lautrec, Λωξάντρα, Και το δικό μου τέλος ας συνοδεύει μουσική κ.ά. και με το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας στην παράσταση Πλούτος. Συμμετείχε σε θεατρικά μονόπρακτα στην ΕΤ 1 και στις ταινίες Ήσυχες μέρες του Αυγούστου και Όλα είναι δρόμος (σκην. Π. Βούλγαρης). 19. Χρύσα Τουμανίδου (ηθοποιός) Σπουδές: Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ (κατεύθυνση υποκριτικής). Σπουδάζει μονωδία στο ΚΩΘ. Πτυχίο πιάνου, ανώτερων θεωρητικών (Αρμονία) και δίπλωμα βυζαντινής μουσικής. Παρακολουθεί μαθήματα παραδοσιακών κρουστών. Παρακολούθησε σεμινάρια για το μικρασιατικό τραγούδι. Είναι μέλος της Χορωδίας Θεσσαλονίκης και του Μουσικού Πολύτροπου. Συμμετείχε στις παραστάσεις του ΚΘΒΕ: Μικρά Διονύσια (σκην. Γ. Ρήγας, Γ. Καραντινάκης), ΜΠΑΝΤΑ-ρισμένοι: Η ώρα της Κρίσης, P.I.G.S. και P.I.G.S. Reloaded, Ο χιονάνθρωπος και το κορίτσι (σκην. Γ. Παρασκευόπουλος), Ο Σιμιγδαλένιος (σκην. Σ. Μιχαηλίδου), Ο κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο (σκην. Σ. Χατζάκης), Ο γλάρος (σκην. Π. Ζηβανός), καθώς και στις παραστάσεις της Όπερας Θεσσαλονίκης Ο βαφτιστικός (σκην. Χ. Ρώμας) και Τραβιάτα (σκην. Μ. Ε.


20

21

22

Μexia). Έκανε τη μουσική προετοιμασία στις παραστάσεις Το όνειρο του Ρο (σκην. Σ. Μιχαηλίδου, Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης») και ΑριστοFUNης (σκην. Ν. Διαμαντής, ΚΘΒΕ). 20. Αλεξάνδρα Τσοτανίδου (χορογραφία) Σπουδές: Νομική Σχολή του ΑΠΘ. Ανώτερη Επαγγελματική Σχολή Χορού της Α. Καφαντάρη. Συνεργασίες: Ως κινησιολόγος με τον σκηνοθέτη Γιάννη Ρήγα στις παραστάσεις: Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα (ΚΘΒΕ), 1900 και Άγημα Τιμών. Ως βοηθός χορογράφου και σκηνοθέτη με το Νέο Θέατρο Θεσσαλονίκης. Ως χορεύτρια με την ομάδα χορού Δρώσα Μάζα (Biennale Νέων Καλλιτεχνών στα Σκόπια, 2009). Επίσης, ως χορεύτρια και χορογράφος σε projects ανεξάρτητων καλλιτεχνών (Θεσσαλονίκη-Άμστερνταμ). Υπήρξε μέλος της ομάδας καλλιτεχνών Sourliboom (2008-2011). Αυτήν την περίοδο, έχοντας ως βάση τη Θεσσαλονίκη, συνεργάζεται με τη χοροθεατρική ομάδα Ver Atraves (Θεσσαλονίκη), είναι μέλος του International Ensemble Σωματικού Θεάτρου “Duende” με καλλιτεχνικό διευθυντή τον John Britton με έδρα την Αγγλία και παρακολουθεί μεταπτυχιακές σπουδές πάνω στο σωματικό θέατρο (MA by research: Ensemble Physical Theatre) στο Πανεπιστήμιο του Huddersfield (Αγγλία). 21. ΚώΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Χατζησάββας (ηθοποιός) Σπουδές: Δραματική Σχολή Ωδείου Αθηνών. Απόφοιτος του Αμερικάνικου Κολλεγίου Ανατόλια. Συμμετείχε στις παραστάσεις: Déjà Vu (σκην. Τσ. Γκραουζίνις), Το όνειρο του Χάιμε (σκην. Γ. Ρήγας), Αχαρνής (σκην. Σ. Χατζάκης), Λόγος και σιγή, Ο Υμπύ βασιλιάς και Ελένη (σκην. Γ. Παρασκευόπουλος), Κάιν (σκην. Σ. Χατζηδάκη), Άνθρωποι και ζώα εφήμερα (σκην. Ε. Στιβανάκη), Valparaiso (σκην. Π. Νάκος), Το σκλαβί (σκην. Γ. Κακλέας), Πέερ Γκυντ και Ερωτόκριτος (σκην. Β. Νικολαΐδης). Συνεργάστηκε, επίσης, σε τηλεοπτικές σειρές με τους σκηνοθέτες: Κ. Κουτσομύτη, Α. Μπαφαλούκα, Ε. Χρονοπούλου, Λ. Χριστοδούλου κ.ά. 22. Γιώργος Χριστιανάκης (μουσική) Σπουδές: Νομική Σχολή. Κλασικό πιάνο. Από το 1982, ηχογραφεί και παίζει ζωντανά με πολλά γνωστά συγκροτήματα της ελληνικής μουσικής σκηνής, όπως: A Priori, Jazz, Quartet, Rodondo Rocks, Τρύπες κ.ά. Από το 1984, συνθέτει μουσική για τον κινηματογράφο, το θέατρο, για Video Art, για εικαστικές εγκαταστάσεις και για παραστάσεις χορού. Έχει γράψει μουσική για περισσότερες από εξήντα θεατρικές παραστάσεις. Συνεργάστηκε με τους: Γ. Καραντινάκη, Β. Παπαβασιλείου, Γ. Μιχαηλίδη, Σ. Ντουφεξή, Κ. Τσιάνο, Γ. Ιορδανίδη, Β. Θεοδωρόπουλο, Γ. Ρήγα, Φ. Σισκοπούλου, Ε. Πέγκα κ.ά. Το 2000 τιμήθηκε με βραβείο Μουσικής Θεάτρου, για τη μουσική της παράστασης Γέρμα στο Εθνικό Θέατρο. Οι προσωπικοί του δίσκοι Τέμπλο (1997), Ο θυρωρός (2001) και Παράξενες ιστορίες (2003), έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.


1

3

2

6

5

4

7

Υπεύθυνοι παράστασης 1. Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος 2. Οδηγός σκηνής: Γιάννης Παλαμιώτης 3. Μηχανικός σκηνής: Νίκος Τσίγκος 4. Χειριστής κονσόλας φωτισμού: Μιχάλης Ζίφτης 5. Χειριστής κονσόλας ήχου: Κλεοπάτρα Ασλανίδου 6. Φροντιστής: Νίκος Τσώνης 7. Ενδύτρια: Μαρία Σαρηγιάννη 8. Κατασκευή σκηνικών: Εργαστήρια ΚΘΒΕ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ & ΠΕΡΙΟΔΕΙΩΝ Συντονίστρια Βούλα Γεωργιάδου ΤΜΗΜΑ ΣΚΗΝΩΝ & ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ Προϊστάμενος Στέλιος Τζολόπουλος

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΣ ΓΡΑΦΕΙΩΝ Μηχανικών σκηνής Κώστας Παπαλεξανδρίδης Ηλεκτρολόγων Τάσος Δαηλίδης Ηχητικών Γιάννης Αμπατζόγλου Φροντιστών-κατασκευών φροντιστηριακού υλικού: Νίκος Συμεωνίδης Σκηνογραφικών εργαστηρίων Ζαχαρίας Παπαδόπουλος

Βεστιαρίου-ενδυτριών Ελένη Τσιλιγκαρίδου-Καρανικόλα Ραπτριών Ζωή Βλάχου Εργατών σκηνής-οδηγών Χάρης Πασχαλίδης ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΧΩΡΩΝ Χρήστος Αντωνιάδης Ανέστης Καραηλίας Γιώργος Κασσάρας Δημήτρης Μητσιάνης Περικλής Τράιος

8


ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ Γιάννης Ρήγας

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Προϊσταμένη Ιωάννα Καρτάση

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Προϊστάμενος Μιχάλης Χώρης

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΣ ΓΡΑΦΕΙΩΝ Ασφάλειας-Φύλαξης-Καθαριότητας Απόστολος Μπάκας

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΣ ΓΡΑΦΕΙΩΝ Μηχανογράφησης λογιστηρίου Κεντρικό ταμείο Στέργιος Κεχαγιάς

Συντήρησης εγκαταστάσεων Διαχείρισης κτιρίων (BMS)Τεχνικού ασφαλείας Γιώργος Χατζημιχάλης

Επεξεργασίας οικονομικών στοιχείων Αθανάσιος Τσολάκης Οικονομικής εκκαθάρισης εισπράξεων εισιτηρίων-προγραμμάτων Δημήτρης Μπίκας Προμηθειών-Διαχείρισης Υλικού Κατερίνα Καράγαλη

ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ Προϊσταμένη Ελπίδα Βιάννη ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΕΣ ΓΡΑΦΕΙΩΝ Διεθνών Σχέσεων Αμαλία Κοντογιάννη Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων Καρίνα Ιωαννίδου Αρχείου-Βιβλιοθήκης Δήμητρα Βαλεοντή


ÏāõĆ÷ýõĐÿăĉĆ þõýĐÿăýćĈăÛéÝä

... ôïõò ãíùñßæåôå; Åßóôå «öáí»; —ÍÐÊÑ¿ÏÂÚÕоƾÏÂʨÇÂÏ©ÕÉØÌÐÚÛ¾ÏÂØ ÕÉØÂÕοÔÇÂÊÓÂØÌÂÊÕÉØÆËÚÑÉÓ¼ÕÉÔÉØÕÐÚ˜¬…¤¬ ƒÆÏϾÐÊÊÑÑ¿ÕÆØÕÉØÔÕÓÐÈÈÚͽØ ÌÂÊÕÉØÕÆÕÓ¡È×ÏÉØ ÕÓÂѼÛÉØ ÚÑÉÓÆÕÐÁÏÑÊÔÕ¡ÕÐÏ¡ÓÕÐÌÂÊÕÂÖÆ¡ÎÂÕ —¾ÏÂÊ¿ÍÐÊÕÐÚؼÏÂØÌʼÏÂØ ¼ÏÂØÈÊ¿ÍÐÚØÌÂÊ¿ÍÐÊÔÕИ¬…¤

§ÔÊÓÐÈÊ¡ÏÏɆÆÚ̿؈ÁÓÈÐØ …ÆÔÔÂÍÐϾÌÉÕÉÍWHO Z Z Z  ] L W K R V  J U

ÕÉÍWHO ID[ ÕÉÍWHO VPV GHOLYHU\#]LWKRVJU

eyeQcreative

œÆÔÐÈÆÊÂÌ¡˜ÚÖÆÔÕÊÂÕ¿ÓÊ ›ÂÕÐÁÏɆÂÅ¡ÅÊÌ ÕÉÍ ]LWKRV#]LWKRVJU


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ

Μαντάμ Σουσού Θεατρική περίοδος 2011-2012 Αρ. δελτίου: 615 (211)

ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ Γραφείο Εκδόσεων Εκδοτική επιμέλεια Ελπίδα Βιάννη Επιμέλεια ύλης Αιμιλία Καρακόκκινου Γραφιστική επιμέλεια Σταύρος Καρανταγλής

Φωτογραφίες δοκιμών Γιώργος Χρυσοχοΐδης Παραγωγή εντύπου Σχήμα & Χρώμα

Το φωτογραφικό υλικό του προγράμματος προέρχεται από το αρχείο του Δημήτρη Ψαθά. Οι πληροφορίες για το ιστορικό της «Μαντάμ Σουσούς» προέρχονται από το αρχείο του Δημήτρη Ψαθά και από τον τύπο της εποχής, που συνέλεξε η εγγονή του συγγραφέα Λένα Νίτσου, καθώς και από το βιβλίο του Δημήτρη Ψαθά, «Μαντάμ Σουσού» (Εκδόσεις Μαρία Δ. Ψαθά, 2011). Ευχαριστούμε θερμά την κόρη του Δημήτρη Ψαθά, κυρία Μαρία Ψαθά και την εγγονή του, κυρία Λένα Νίτσου, για την ευγενική παραχώρηση του υλικού και τη γενικότερη συμβολή του στη διαμόρφωση της ύλης του προγράμματος, καθώς και τον κύριο Ιάσονα Τριανταφυλλίδη για τη συνεργασία του στο πρόγραμμα της παράστασης. Ευχαριστούμε, επίσης: • το Κέντρο Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου (Θεατρικό Μουσείο) • τις εταιρείες Pirakis Professional (Επαγγελματικά Προϊόντα Κομμωτηρίου, Ερμού 46, Τηλ. 2310 28 28 03) και ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ειδικό Οπτικό Εργαστήριο, Αριστοτέλους 12-14) για την ευγενική παραχώρηση φροντιστηριακού υλικού για τις ανάγκες της παράστασης. • τον κύριο Γιώργο Δάδη για τη βοήθειά του στην επιμέλεια των κομμώσεων της κυρίας Μπαξεβάνη.

Χορηγοί Επικοινωνίας

Με την υποστήριξη

Πληροφορίες-κρατήσεις: 2315 200 200 / www.ntng.gr / Ειδικές τιμές για ομαδικές κρατήσεις. Τηλέφωνο επικοινωνίας: 2315 200 011 Προπώληση εισιτηρίων: Ταμεία ΚΘΒΕ / Εκδοτήρια Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης (Αριστοτέλους) /

Θεσσαλονίκης


ΜΑΝΤΑΜ ΣΟΥΣΟΥ  

Το πρόγραμμα της παράστασης του έργου "Μαντάμ Σουσού" του Δημήτρη Ψαθά σε σκηνοθεσία Γιώργου Αρμένη, από το Κρατιό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (Β...