Page 1

Η ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ


Η ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΑΛΙΚΗΣ Α. ΜΠΕΪΛΗ Μύηση, Ανθρώπινη και Ηλιακή Επιστολές επί του Αποκρυφιστικού Διαλογισμού Η Συνείδηση του Ατόμου Πραγματεία επί του Κοσμικού Πυρός Το Φως της Ψυχής Η Ψυχή και ο Μηχανισμός της Από τη Διανόηση στην Ενόραση Πραγματεία επί της Λευκής Μαγείας Από τη Βηθλεέμ στο Γολγοθά Μαθητεία στη Νέα Εποχή – Τόμος Ι Μαθητεία στη Νέα Εποχή – Τόμος ΙΙ Τα Προβλήματα της Ανθρωπότητας Η Επανεμφάνιση του Χριστού Το Πεπρωμένο των Εθνών Γοητεία: Ένα Παγκόσμιο Πρόβλημα Τηλεπάθεια και ο Αιθερικός Φορέας Η Ατελείωτη Αυτοβιογραφία Εκπαίδευση στη Νέα Εποχή Η Εξωτερίκευση της Ιεραρχίας Πραγματεία επί των Επτά Ακτίνων: Τόμος Ι – Εσωτερική Ψυχολογία Τόμος ΙΙ – Εσωτερική Ψυχολογία Τόμος ΙΙΙ – Εσωτερική Αστρολογία Τόμος IV – Εσωτερική Θεραπευτική Tόμος V – Oι Ακτίνες και οι Μυήσεις


Η ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΛΙΚΗΣ Α. ΜΠΕΪΛΗ

LUCIS PUBLISHING COMPANY 113 University Place, 11th Floor P.O. Box 722 Cooper Station New York, N.Y. U.S.A. 10276 LUCIS PRESS LTD. Suite 54 3 Whitehall Court


London SW1A 2EF U.K.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ


COPYRIGHT BY LUCIS TRUST, 1951

©

Πρώτη Αγγλική Έκδοση, 1951 Δεύτερη Αγγλική Έκδοση, 1970 Τέταρτη Αγγλική Έκδοση, 1976

Η έκδοση αυτού του βιβλίου χρηματοδοτήθηκε από το Κεφάλαιο των Βιβλίων του Θιβετανού, που συστάθηκε για τη συνεχή διάδοση της διδασκαλίας του Θιβετανού και της Αλίκης Α. Μπέϊλη. Αυτό το κεφάλαιο ελέγχεται από τη Lucis Trust, που είναι ένα πνευματικό, εκπαιδευτικό ίδρυμα, απαλλαγμένο φορολογίας. Η Lucis Press Ltd. είναι μη-κερδοσκοπικός οργανισμός που ανήκει στη Lucis Trust. Για το βιβλίο αυτό δεν πληρώνονται συγγραφικά δικαιώματα.

Το βιβλίο αυτό έχει επίσης εκδοθεί στα Ολλανδικά, Ισπανικά, Γερμανικά, Ελληνικά και Ιταλικά. Η μετάφρασή του σε άλλες γλώσσες συνεχίζεται. Η πρώτη μετάφρασή του στα Ελληνικά έγινε το 1964.

Τίτλος πρωτοτύπου: «The Unfinished Autobiography», by Alice A. Bailey


Lucis Press Ltd., London 1976


Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΚΛΗΣΗ Από την εστία του Φωτός μέσα από τη Διάνοια του Θεού Ας διαχυθεί φως μέσα στις διάνοιες των ανθρώπων. Το Φως ας κατέλθει στη Γη. Από την εστία της Αγάπης μέσα από την Καρδιά του Θεού Ας διαχυθεί αγάπη μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Είθε ο Χριστός να γυρίσει στη Γη. Από το κέντρο όπου η Θέληση του Θεού είναι γνωστή O σκοπός ας καθοδηγεί τις μικρές θελήσεις των ανθρώπων – O σκοπός που οι Διδάσκαλοι γνωρίζουν και υπηρετούν. Από το κέντρο που ονομάζουμε φυλή των ανθρώπων Το Σχέδιο της Αγάπης και του Φωτός ας πραγματοποιηθεί Και είθε να σφραγίσει την πύλη του κακού. Το Φως, η Αγάπη και η Δύναμη ας αποκαταστήσουν το Σχέδιο πάνω στη Γη.

«Η παραπάνω Επίκληση ή Προσευχή δεν ανήκει σε κάποιο πρόσωπο ή όμιλο, αλλά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Το κάλλος και η ισχύς της Επίκλησης αυτής βρίσκονται στην απλότητά της και στην έκφραση από μέρους της ορισμένων κεντρικών αληθειών τις οποίες αποδέχονται ενδόμυχα και φυσικά όλοι οι άνθρωποι – την αλήθεια για την ύπαρξη μιας θεμελιώδους Νοημοσύνης στην οποία προσδίδουμε αόριστα το όνομα Θεός· την αλήθεια ότι πίσω από όλη την εξωτερική φαινομενικότητα, κινητήρια δύναμη του σύμπαντος είναι η Αγάπη· την αλήθεια ότι ήρθε στη γη μια μεγάλη Ατομικότητα – που ονομάστηκε από τους Χριστιανούς, Χριστός – και ενσωμάτωσε αυτή την αγάπη ώστε να μπορέσουμε να την κατανοήσουμε· την αλήθεια ότι τόσο η αγάπη όσο και η νοημοσύνη είναι αποτελέσματα εκείνου που αποκαλούμε Θέληση του Θεού· και τέλος, την αυταπόδεικτη αλήθεια ότι μόνο μέσω της ίδιας της ανθρωπότητας μπορεί να πραγματοποιηθεί το Θείο Σχέδιο.» ALICE A. BAILEY


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ..............................................................................................................11 ΕΙΣΑΓΩΓΗ...............................................................................................................13 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι...........................................................................................................19 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ..........................................................................................................43 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ.........................................................................................................77 ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV........................................................................................................97 ΚΕΦΑΛΑΙΟ V........................................................................................................123 ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI......................................................................................................147 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ.........................................................................................................165 ΤΟ ΕΡΓΟ ΜΟΥ.................................................................................................167 ΜΕΘΟΔΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΣΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΗΣ “ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΙΚΟΥ ΠΥΡΟΣ”.........................................179 ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ...................................................................181 ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΑΡΚΕΗΝ....................................................................197 Η ΣΧΟΛΗ ΑΡΚΕΗΝ – Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ...........................................................................................211


ΠΡOΛOΓOΣ

Τ

πρώτα τέσσερα κεφάλαια αυτής της Αυτοβιογραφίας γράφηκαν το 1945. Τα κεφάλαια πέντε και έξι γράφηκαν το 1947. Οι χρονολογίες αυτές είναι σημαντικές σε σχέση με τα παγκόσμια γεγονότα εκείνης της εποχής. Το πρώτο δακτυλογραφημένο κείμενο ξαναγράφηκε το 1948. Στο πλήρες κείμενο έγιναν από την κ. Μπέϊλη ορισμένες διορθώσεις. Διάφορα πρόσωπα εργάσθηκαν κατά καιρούς με την κ. Μπέϊλη στο κείμενο και αντίγραφα αποσπασμάτων δόθηκαν σε μερικά πρόσωπα για σχολιασμό. Σε μερικές περιπτώσεις δεν επιστράφηκαν, αλλά σ’ όλες τις περιπτώσεις είναι ατελή, ανακριβή σε ορισμένα σημεία και τελικά δεν εγκρίθηκαν απ’ την ίδια. Σχεδιάσθηκαν τέσσερα ακόμη τμήματα αυτής της Αυτοβιογραφίας αλλά ποτέ δε γράφηκαν. Η αυξημένη πίεση στο παγκόσμιο, οργανωμένο έργο για το οποίο ήταν υπεύθυνη η κ. Μπέϊλη, η συγκεχυμένη και τεταμένη κατάσταση της ανθρωπότητας με την οποία ήταν ευαίσθητα συντονισμένη, η αίσθηση της ματαιότητας κι επομένως της αρνητικότητας των ανθρώπων καλής θέλησης παντού, την οποία επίμονα προσπαθούσε να εξουδετερώσει, η στενοχώρια της ανεπαρκούς χρηματοδότησης για τη διεύρυνση του παγκόσμιου έργου και η διάψευση και η απογοήτευση απ’ την ανικανότητα να ικανοποιήσει την ανάγκη και συχνά την ανικανότητα να επωφεληθεί μιας ευκαιρίας λόγω της απλής έλλειψης δολλαρίων – ήταν ένα μέρος των πιέσεων που συνδυάσθηκαν για να δημιουργήσουν μια κατάσταση πλήρους εξάντλησης. Ο φυσικός φορέας δε γνώριζε ανάπαυλα. Η κατάσταση της καρδιάς και του αίματος χειροτέρευε διαρκώς. Στη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών της ζωής της πάλεψε εναντίον κάθε πίεσης και κατάστασης με αληθινά σιδερένια θέληση. Η πρώτη ακτινική προσωπικότητά της υψώθηκε σε μια τελική προσπάθεια να ανταποκριθεί στο αίτημα της ψυχής της. Ήταν το 1946 όταν πήρε την απόφαση να αρνηθεί τη χρόνια αρρώστια. Κάθε μέρα λοιπόν, όπως ήταν η συνήθεια της ζωής της, εργαζόταν μέχρι τα όρια της φυσικής αντοχής, αγνοώντας την κούραση ή τον πόνο. Διάλεξε να φύγει εργαζόμενη δραστήρια και πάνω στο έργο. Έτσι κι έγινε. Ακόμη και τις τελευταίες μέρες στο νοσοκομείο στη Νέα Υόρκη, το 1949, δεχόταν επισκέψεις, συσκεπτόταν με τα ανώτερα στελέχη και αλληλογραφούσε. Όταν έφτασε η ώρα του θανάτου, ο Διδάσκαλός της Κ.Χ. ήρθε όπως της είχε υποσχεθεί από καιρό. Το επόμενο πρωί μετά το θάνατό της έστειλα την ακόλουθη επιστολή στους χιλιάδες σπουδαστές και φίλους της ανά τον κόσμο: Α

Αγαπητέ φίλε, Αυτή η επιστολή σου φέρνει την είδηση του τέλους ενός κύκλου και της αρχής ενός άλλου πιο


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

13

χρήσιμου και λιγότερο περιοριστικού κύκλου για την αληθινή φίλη σου και δική μου Αλίκη Α. Μπέϊλη. Λυτρώθηκε ειρηνικά κι ευτυχισμένα το απόγευμα της Πέμπτης 15 Δεκεμβρίου 1949. Καθώς συνομιλούσαμε το τελευταίο αυτό απόγευμα, μου είπε: “Είμαι πολύ ευχαριστημένη από πολλά. Είχα μια πλούσια και γεμάτη ζωή. Πολλοί άνθρωποι σ’ όλο τον κόσμο στάθηκαν τόσο καλοί μαζί μου”. Από καιρό ήθελε να φύγει και την κρατούσε μόνο η ισχυρή της θέληση να τελειώσει το έργο της και η φλογερή της επιθυμία να συμπληρώσει τις διευθετήσεις για το μέλλον της Σχολής Αρκέην που θα μας βοηθούσε, εσάς κι εμένα, να υπηρετήσουμε καλύτερα τους συνανθρώπους μας. Είχε διαμορφώσει και διαπλάσσει το πρότυπο της Σχολής μας στη διάρκεια των χρόνων με ακρίβεια και οξύνοια και το είχε γεμίσει με τη μαγνητική δύναμη της μεγάλης πολυβασανισμένης καρδιάς της. Μερικοί ρωτούσαν γιατί έπρεπε να υποφέρει – γιατί πράγματι υπέφερε νοητικά και συναισθηματικά καθώς και φυσικά. Μόνο εγώ ξέρω πόσο θριαμβευτικά ανοίχθηκε για να δεχθεί την κρούση πολλών τύπων καταστροφικών δυνάμεων τόσο αχαλίνωτων αυτή την εποχή της παγκόσμιας αναταραχής και πόσο εκπληκτικά τις μετουσίωσε, προφυλάσσοντας έτσι όλους τους σκληρά πιεζόμενους, αγωνιζόμενους ζηλωτές και νεότερους μαθητές που είχαν καταφύγει σ’ αυτή και στη Σχολή της διαμέσου των χρόνων. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου της ζωής της υπήρξε πάντοτε υποκειμενικό. Είδαμε τα εξωτερικά αποτελέσματα, παρακολουθήσαμε τις εξωτερικές μετακινήσεις, τη βοηθήσαμε και την αγαπήσαμε και μερικές φορές την κρίναμε, αλλά πάντα βαδίσαμε μαζί της κι εξαιτίας της, όμως λίγο ψηλότερα και λίγο καλύτερα απ’ ό,τι θα συνέβαινε διαφορετικά. Είμαστε όλοι πολύ ανθρώπινοι κι αυτή ήταν επίσης πολύ ανθρώπινη. Γιατί υπέφερε; Γιατί ο δρόμος που διάλεξε βρίσκεται στη γραμμή των Παγκόσμιων Σωτήρων. Γύρισε πίσω στο Διδάσκαλό της Κ.Χ. για μια ακόμη πιο τολμηρή εργασία μαζί Του για τον Χριστό. Μας ζητεί να κρατήσουμε τη Σχολή Αρκέην λαμπρή και φωτεινή όπως είναι τώρα, να την κρατήσουμε γεμάτη από τη λυτρωτική δύναμη μιας παγκόσμιας συγκέντρωσης στοργικών καρδιών όπως συμβαίνει τώρα και να φροντίσουμε να την υπηρετούμε αληθινά. Ειλικρινά δικός σας, ΦΟΣΤΕΡ ΜΠΕΪΛΗ Νέα Υόρκη 16 Δεκεμβρίου 1949


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Α

που τελικά μ’ έκανε να αποφασίσω να γράψω για τη ζωή μου ήταν ένα γράμμα που πήρα το 1941 από ένα φίλο μου από τη Σκωτία, ο οποίος μου είπε πως ένιωθε ότι θα πρόσφερα μια πραγματική υπηρεσία αν μπορούσα να δείξω στους ανθρώπους πώς έγινα αυτό που είμαι απ’ αυτό που ήμουν. Θα ήταν χρήσιμο να ξέρουν πώς ένας φανατικός, ορθόδοξος Χριστιανός εργάτης μπορούσε να γίνει πασίγνωστος δάσκαλος του αποκρυφισμού. Οι άνθρωποι θα μάθαιναν πολλά, ανακαλύπτοντας πώς ένας θεολογικά σκεπτόμενος σπουδαστής της Βίβλου μπορεί να οδηγηθεί στη σταθερή πεποίθηση ότι οι διδασκαλίες της Ανατολής και της Δύσης έπρεπε να συγχωνευθούν και να σμίξουν προτού εμφανισθεί στη γη η αληθινή και παγκόσμια θρησκεία – που περιμένει ο κόσμος. Αξίζει να ξέρουν πως η αγάπη του Θεού είναι προγενέστερη του Χριστιανισμού και δε γνωρίζει σύνορα. Αυτό ήταν το πρώτο και δυσκολότερο μάθημα που έπρεπε να μάθω και μου πήρε πολύ καιρό. Χρειάζεται πολύς καιρός για να μάθουν όλοι οι φονταμενταλιστές ότι ο Θεός είναι αγάπη. Το ισχυρίζονται αλλά δεν το πιστεύουν στην πράξη, εννοώ στην πράξη του Θεού. Θα ήθελα μεταξύ άλλων να δείξω πώς ο κόσμος των ανθρώπινων όντων ανοίχθηκε σε μια Αγγλίδα με έντονη ταξική συνείδηση και πώς ο κόσμος των πνευματικών αξιών με την άμεση, εσώτερη, πνευματική του κυβέρνηση έγινε αποδειγμένο γεγονός σε μια πολύ στενόμυαλη Χριστιανή. Δοξάζω το όνομα του Χριστιανισμού, αλλά τώρα ανήκω στο περιεκτικό είδος κι όχι στο αποκλειστικό. Ένα από τα πράγματα που ζητώ να κομίσω σ’ αυτή την ιστορία είναι το γεγονός της εσώτερης διεύθυνσης των παγκόσμιων υποθέσεων και να εξοικειώσω περισσότερους ανθρώπους με το παράλληλο γεγονός της ύπαρξης Εκείνων που ευθύνονται (πίσω από τη σκηνή) για την πνευματική καθοδήγηση της ανθρωπότητας και για το έργο να οδηγήσουν το ανθρώπινο γένος απ’ το σκοτάδι στο Φως, απ’ το απατηλό στο Πραγματικό και απ’ το θάνατο στην Αθανασία. Θέλω να καταστήσω τους Μαθητές του Χριστού, που είναι οι Διδάσκαλοι της Σοφίας, πραγματικούς για τους ανθρώπους, τόσο πραγματικούς όσο είναι σε μένα και σε πολλές χιλιάδες στον κόσμο. Δεν εννοώ μια υποθετική πραγματικότητα (αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τέτοια φράση) ή ένα ζήτημα πίστης και πεποίθησης. Θέλω να Τους δείξω όπως είναι – Μαθητές του Χριστού, ζώντες ανθρώπους και πάντα παρόντες παράγοντες των ανθρώπινων υποθέσεων. Αυτά είναι που έχουν σημασία κι όχι οι γήινες εμπειρίες, τα γεγονότα και συμβάντα της ζωής ενός από τους εργάτες Τους. Έζησα πολλές ενσαρκώσεις σε μία. Προχώρησα σταθερά αλλά με εξαιρετική δυσκολία (ψυχολογική και υλική) σ’ ένα διαρκώς διευρυνόμενο πεδίο χρησιμότητας. Θέλω να δείξω ότι σε κάθε κύκλο εμπειρίας προσπαθούσα ειλικρινά να ακολουθήσω ΥΤΟ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

15

μια καθοδήγηση που ερχόταν από μέσα κι ότι όταν το έκανα, σήμαινε πάντα ένα ακόμη βήμα στην κατανόηση και συνεπώς στη μεγαλύτερη ικανότητα να βοηθώ. Το αποτέλεσμα της φαινομενικά τυφλής αυτής πορείας (όπως όταν παντρεύθηκα και πήγα στις Η.Π.Α.) ήταν μια πλατιά ευκαιρία. Έπαιξα πολλούς ρόλους στη ζωή μου. Υπήρξα ένα δυστυχισμένο, υπερβολικά ενοχλητικό μικρό κορίτσι, μια κοσμική νέα στη εύθυμη δεκαετία του ενενήντα (που δεν την έβρισκα τόσο εύθυμη) και αργότερα μια ευαγγελίστρια τύπου “Μπίλυ Σάντεϊ” και μια κοινωνική εργάτρια. Πάλι – όχι τόσο εύθυμη, μόνο που ήμουν νέα και είχα τρομακτικό ενδιαφέρον για καθετί. Αργότερα παντρεύθηκα τον Ουώλτερ Έβανς και βρέθηκα να λειτουργώ ως σύζυγος ενός εφημέριου της Προτεσταντικής Επισκοπικής Εκκλησίας της Καλιφόρνιας και μητέρα τριών κοριτσιών. Αυτή η ποικίλη εμπειρία της ζωής και της εργασίας στη Μεγάλη Βρετανία, Ευρώπη, Ασία και Αμερική οδήγησε σε βασικές αλλαγές της στάσης μου στη ζωή και τους ανθρώπους. Η στατικότητα σε μια άποψη μου φαίνεται ανοησία. Σημαίνει ότι έρχεται ένα σημείο στην εξέλιξη όπου σταματάμε να μαθαίνουμε, αποτυγχάνουμε ν’ αντλήσουμε την έννοια των γεγονότων, των σχολών σκέψης και των περιστάσεων και μένουμε νοητικά απαθείς απέναντι στη ζωή. Αυτό είναι καταστροφή. Είναι κακό. Είναι ασφαλώς το νόημα της κόλασης. Η φρίκη της κόλασης (στην οποία δεν πιστεύω με την ορθόδοξη άποψη) πρέπει να βρίσκεται σε μια “διαρκή” ομοιότητα, σε μια αναγκαστική ανικανότητα ν’ αλλάξουμε καταστάσεις. Έπειτα έγινα σπουδάστρια του αποκρυφισμού, συγγραφέας βιβλίων που είχαν πλατιά και συνεχή κυκλοφορία και μεταφράσθηκαν σε πολλές γλώσσες. Βρέθηκα επικεφαλής μιας εσωτερικής σχολής – εντελώς απερίσκεπτα και χωρίς σχεδιασμένη πρόθεση – και οργανώτρια, μαζί με τον Φόστερ Μπέϊλη, ενός Διεθνούς Κινήματος Καλής Θέλησης (όχι κινήματος ειρήνης) που αποδείχθηκε τόσο πετυχημένο, ώστε είχαμε κέντρα σε δεκαεννέα χώρες όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 1939. Δεν υπήρξα λοιπόν άχρηστη όσον αφορά την παγκόσμια υπηρεσία, αλλά δε θέλω ούτε μπορώ να ισχυριστώ ότι η επιτυχία μου οφειλόταν μόνο στις προσωπικές μου προσπάθειες. Είχα πάντα την ευλογία να βρίσκω θαυμάσιους φίλους και βοηθούς οι οποίοι – στη διάρκεια των χρόνων – παρέμειναν φίλοι μου ό,τι κι αν τους είχα κάνει. Είχα πολλούς τέτοιους φίλους και λίγους – εκπληκτικά λίγους – εχθρούς. Οι τελευταίοι δε μου έκαναν πραγματικό κακό, ίσως γιατί δεν μπόρεσα ποτέ να τους αντιπαθήσω και μπορούσα πάντα να καταλάβω γιατί με αντιπαθούσαν Ο άντρας μου, Φόστερ Μπέϊλη, έκανε εφικτό το έργο μου για περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια. Χωρίς αυτόν νιώθω ότι θα είχα επιτελέσει πολύ λίγα. Όταν υπάρχει βαθιά και διαρκής αγάπη και κατανόηση, σεβασμός κι άθραυστη συντροφικότητα, είναι κανείς αληθινά πλούσιος. Ήταν για μένα ένας πύργος δύναμης και “η σκιά ενός μεγάλου βράχου σε μια διψασμένη γη”. Υπάρχουν πράγματα που καταστρέφονται όταν τα εκφράσεις με λόγια και που ηχούν χωρίς νόημα όταν τα γράψεις. Η σχέση μας είναι ένα απ’ αυτά. Για πολλές ζωές πρέπει να ζήσαμε και να εργασθήκαμε μαζί και προσβλέπουμε σε πολλές περισσότερες. Δεν έχω να πω άλλα γι’ αυτό το ζήτημα. Τι θα είχα άραγε κάνει,


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

16

διερωτώμαι συχνά, χωρίς την κατανοούσα φιλία, τη στοργή και την πιστή συνεργασία των πολλών φίλων και συνεργατών μου οι οποίοι για χρόνια στάθηκαν πλάι μου; Δεν μπορώ να τους αναφέρω, αλλά είναι οι άνθρωποι που ευθύνονται ουσιαστικά για την επιτυχία του έργου που – σαν ομάδα – κάναμε. Ο λόγος λοιπόν αυτής της αυτοβιογραφίας είναι τριπλός, γιατί θέλω να τονίσω τρία πράγματα κι ελπίζω να γίνουν σαφή. Πρώτα απ’ όλα το γεγονός των Διδασκάλων της Σοφίας, που εργάζονται υπό την καθοδήγηση του Χριστού. Θέλω να καταστήσω σαφή τη φύση του έργου Τους. Θέλω να Τους παρουσιάσω στον κόσμο όπως προσωπικά Τους γνωρίζω, γιατί στα χρόνια που έρχονται όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα πιστοποιήσουν την ύπαρξή Τους και θα ήθελα να κάνω το δρόμο τους ευκολότερο. Θα επεκταθώ σ’ αυτό αργότερα και θα δείξω πώς έφτασα προσωπικά να γνωρίσω την ύπαρξή Τους. Στο βίο του καθενός υπάρχουν μερικοί πειστικοί παράγοντες που κάνουν τη ζωή υποφερτή. Τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει την εσώτερη πίστη μας. Για μένα οι Διδάσκαλοι είναι ένας τέτοιος παράγοντας και η γνώση αυτή δημιούργησε ένα σταθεροποιητικό σημείο στη ζωή μου. Το δεύτερο πράγμα που θέλω να κάνω είναι να υποδείξω μερικές από τις νέες τάσεις στον κόσμο σήμερα, που επηρεάζουν σαφώς το ανθρώπινο γένος κι ανυψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση. Θέλω να τονίσω μερικές από τις νεότερες ιδέες που προβάλλουν στον κόσμο της ανθρώπινης σκέψης από την εσώτερη ομάδα των Διδασκάλων και εισάγουν ένα νέο πολιτισμό και κουλτούρα και – παρεμπιπτόντως από τη σκοπιά της αιωνιότητας – καταστρέφουν πολλές παλιές κι αγαπημένες μορφές. Στη ζωή μου είδα, όπως κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος, τον αφανισμό πολλών πραγμάτων χωρίς αξία στο πεδίο της θρησκείας, της παιδείας και της κοινωνικής τάξης. Κι αυτό είναι πολύ καλό. Κοιτάζοντας πίσω δεν μπορώ να φαντασθώ τίποτε πιο τρομακτικό απ’ τη συνέχιση, λόγου χάρη, της Βικτωριανής εποχής με την ασχήμια, την υπεροψία και την υπερβολική άνεση των (λεγόμενων) ανώτερων τάξεων και τη φριχτή κατάσταση στην οποία αγωνιζόταν η εργατική τάξη. Σ’ αυτό το μαλθακό, αμέριμνο κι άνετο κόσμο ζούσα όταν ήμουν κορίτσι. Δεν μπορώ να φαντασθώ τίποτε πιο καταστροφικό για το ανθρώπινο πνεύμα απ’ τη θεολογία του παρελθόντος με την έμφαση σ’ ένα Θεό που σώζει τους υπεροπτικούς λίγους και καταδικάζει τους πολλούς στον όλεθρο. Δεν μπορώ να φαντασθώ τίποτε που να συντελεί περισσότερο σε αναταραχή, ταξικό πόλεμο, μίσος κι εκφυλισμό απ’ την οικονομική κατάσταση του κόσμου τότε και για πολλές δεκαετίες – μια κατάσταση υπεύθυνη κυρίως για τον τωρινό παγκόσμιο πόλεμο (1914-1945). Δόξα τω Θεώ βρισκόμαστε στο δρόμο για καλύτερα πράγματα. Η ομάδα που συμμερίσθηκε το έργο μας – μαζί με πολλές άλλες που ανταποκρίθηκαν στην ίδια έμπνευση της αγάπης για την ανθρωπότητα – έπαιξε τον ελάχιστο ρόλο μας στην πρόκληση πολλών αναγκαίων αλλαγών. Η παγκόσμια τάση για ομοσπονδία, για κατανόηση και συνεργασία και για ό,τι θα ωφελήσει όλους κι όχι μόνο λίγους εκλεκτούς, έχει ενθαρρυντική σημασία. Βρισκόμαστε στο δρόμο για την αδελφοσύνη, Το τρίτο πράγμα που θέλω να κάνω είναι να δείξω πόσο θαυμάσια είναι τα ανθρώπινα όντα. Έζησα σε τρεις ηπείρους και σε πολλά έθνη. Γνώρισα τους πολύ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

17

πλούσιους και τους πολύ φτωχούς, προσωπικά και απ’ τη σκοπιά της στενής φιλίας· υπήρξαν φίλοι μου οι πιο μεγάλοι κι οι πιο ταπεινοί του κόσμου· και σε κάθε τάξη, έθνος και φυλή βρήκα την ίδια ανθρωπιά, την ίδια ομορφιά της σκέψης, την ίδια αυτοθυσία και την ίδια αγάπη στους άλλους, τις ίδιες αμαρτίες κι αδυναμίες, την ίδια υπερηφάνεια και ιδιοτέλεια, την ίδια έφεση και πνευματικούς σκοπούς και την ίδια επιθυμία για υπηρεσία. Αν καταφέρω να τα δείξω όλα αυτά με σαφήνεια και δύναμη, τότε αυτό μόνο θα έχει δικαιώσει το βιβλίο. Στη μακρά σειρά της ανθρώπινης ιστορίας και δίπλα στις μεγάλες Μορφές του κόσμου ποια είναι άραγε η Αλίκη Ανν Μπέϊλη; Μια εντελώς ασήμαντη γυναίκα που αναγκάσθηκε (συχνά παρά τη θέλησή της) απ’ τις περιστάσεις, από μια έντονα οχληρή συνείδηση και απ’ τη γνώση εκείνου που ο Διδάσκαλός της ήθελε να γίνει, ν’ αναλάβει ορισμένα έργα. Μια γυναίκα που ήταν πάντα φοβισμένη από τη ζωή (ίσως εξαιτίας μιας υπερπροστατευμένης παιδικής ηλικίας), που είναι τόσο έμφυτα ντροπαλή ώστε ακόμη και σήμερα, όταν πρέπει να πάει σε κάποιο γεύμα, πρέπει να βρει το θάρρος να χτυπήσει το κουδούνι· που είναι πολύ του σπιτιού και της αρέσει να μαγειρεύει και να πλένει (και ο Θεός ξέρει πως έκανε όλο το μερτικό της σ’ αυτό) και σιχαίνεται τη δημοσιότητα. Ποτέ δεν υπήρξα ρωμαλέα, αλλά έχω τρομακτική ζωτικότητα. Σ’ όλη μου τη ζωή αναγκάσθηκα να περνώ εβδομάδες και μερικές φορές μήνες στο κρεβάτι. Τα τελευταία οκτώ χρόνια κρατήθηκα στη ζωή από την ιατρική επιστήμη, αλλά – κι αυτό είναι κάτι για το οποίο μπορώ να πω ότι είμαι υπερήφανη – συνέχισα να προχωρώ σε πείσμα όλων αυτών. Έβρισκα τη ζωή πολύ ωραία, ακόμη κι όταν μου συνέβαιναν πράγματα που οι περισσότεροι άνθρωποι θα τα θεωρούσαν φρικτά. Είχα πάντα τόσα πολλά να κάνω, τόσους πολλούς ανθρώπους να γνωρίσω. Έχω μόνο μια βασική γκρίνια κι αυτή είναι ότι πάντα ήμουν πολύ κουρασμένη. Σ’ ένα παλιό νεκροταφείο στην Αγγλία υπάρχει μια ταφόπλακα που έχει πάνω της κάποια λόγια τα οποία μπορώ να καταλάβω πλήρως: Εδώ κοιμάται μια φτωχή γυναίκα που ήταν πάντα κουρασμένη. Έζησε σ’ έναν κόσμο που απαιτούσε πάρα πολλά. Μην κλαίτε για μένα φίλοι· στη χώρα που πηγαίνω Δεν υπάρχει ξεσκόνισμα ούτε σκούπισμα ούτε ράψιμο. Μην κλαίτε για μένα φίλοι, αν και μας χωρίζει ο θάνατος. Δε θα κάνω τίποτε πια για πάντα.

Βέβαια αυτό θα ήταν αληθινή κόλαση και δε θα ήθελα να πάω εκεί. Θέλω να πάρω ένα νέο και καλύτερο σώμα και να γυρίσω για να μαζέψω τα παλιά νήματα, να βρω την ίδια ομάδα εργατών και να συνεχίσω το έργο. Αν η ιστορία της ζωής μου ενθαρρύνει κάποιο άλλο συνηθισμένο άτομο να τραβήξει μπροστά, αυτό το βιβλίο θ’ αξίζει κάτι· αν οδηγήσει κάποιο πρόσωπο με έφεση να ορμήσει μπροστά υπακούοντας σε πνευματική ώθηση, θα έχει κερδηθεί κάτι κι αν μπορέσω να δώσω δύναμη και θάρρος και μια αίσθηση της πραγματικότητας σε άλλους εργάτες και μαθητές, θα είναι καλό. Μπορείτε λοιπόν να δείτε ότι σαν ιστορία μιας ζωής η δική μου δεν έχει μεγάλη σημασία. Όμως σαν μέσον απόδειξης ορισμένων γεγονότων τα οποία ξέρω ότι είναι


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

18

ουσιώδη για τη μελλοντική ευτυχία και πρόοδο της ανθρωπότητας – του γεγονότος των Διδασκάλων, του εκδιπλούμενου μέλλοντος για το οποίο ο πόλεμος (που μόλις τελείωσε) δεν είναι παρά ένα προπαρασκευαστικό στάδιο και της δυνατότητας των τηλεπαθητικών και άμεσων πνευματικών επαφών και γνώσης – ό,τι λέω μπορεί να φανεί χρήσιμο. Πολλοί μοναχικοί μυστικιστές, μαθητές και ανατείνοντες άνδρες και γυναίκες ανά τους αιώνες, τα ήξεραν αυτά. Ήρθε πια ο καιρός που πρέπει να τα μάθουν οι μάζες των ανθρώπων παντού. Αυτή είναι η ιστορία της ζωής μου. Μην την παρεξηγείτε. Δεν είναι μια βαθιά θρησκευτική μαρτυρία. Είμαι ένα επιπόλαιο και εύθυμο άτομο και σχεδόν οδυνηρά πρόθυμο να βλέπω την αστεία πλευρά των πραγμάτων. Μεταξύ μας, το βαθύ ενδιαφέρον των ανθρώπων για τον εαυτό τους και την ψυχή τους κι όλες οι περίπλοκες σχετικές εμπειρίες με κλονίζουν. Θα ήθελα να τους ταρακουνήσω και να τους πω: “Βγείτε και βρείτε την ψυχή σας στους άλλους ανθρώπους κι έτσι ανακαλύψτε τη δική σας”. Ό,τι γίνεται στο νου και τις καρδιές των ανθρώπων κι ό,τι συμβαίνει στον κόσμο των ανθρώπων έχει βασικό ενδιαφέρον. Η πλατιά κίνηση της ανθρώπινης προόδου από τον πρωτογονισμό στην αυγή του ερχόμενου νέου πολιτισμού έχει ενδιαφέρον και πνευματική σημασία. Οι αποκαλύψεις των μυστικιστών των μεσαιωνικών χρόνων έχουν τη θέση τους αλλά ανήκουν στο παρελθόν· οι επιτεύξεις της σύγχρονης επιστήμης (παρότι ο άνθρωπος δε χρησιμοποιεί αυτές τις αποκαλύψεις) είναι ένας μεγάλος σύγχρονος πνευματικός παράγοντας· η συνεχιζόμενη πάλη μεταξύ πολιτικών ιδεολογιών, μεταξύ κεφαλαίου κι εργασίας και η συντριβή των παλιών εκπαιδευτικών συστημάτων, όλα είναι ενδεικτικά μιας θείας και πνευματικής ζύμωσης που φουσκώνει την ανθρωπότητα. Κι όμως ο μυστικιστικός δρόμος της ενδοσκόπησης και της θείας ένωσης πρέπει να προηγηθεί του αποκρυφιστικού δρόμου της διανοητικής αντίληψης και της θείας σύλληψης. Έτσι γίνεται πάντα στη ζωή του ατόμου και της ανθρωπότητας σαν σύνολο. Η μυστικιστική και η αποκρυφιστική οδός, η οδός της καρδιάς και της κεφαλής, πρέπει να συγχωνευθούν και να σμίξουν και τότε η ανθρωπότητα θα γνωρίσει το Θεό κι όχι μόνο “θα Τον νιώσει αν τύχει να Τον συναντήσει”. Όμως η προσωπική αυτή γνώση του Θεού θα έρθει με μια ζωή κανονική κι όσο το δυνατό πιο όμορφη, με την υπηρεσία και το ενδιαφέρον για τους άλλους και συνεπώς με την αποκέντρωση. Θα έρθει με την αναγνώριση της καλής ζωής και του καλού σε όλους τους λαούς, με την ευτυχία και τη νοήμονα εκτίμηση της ευκαιρίας – της δικής μας καθώς και των άλλων ανθρώπων. Έρχεται με τη γεμάτη και πλήρη ζωή. Στο Αγγλικό νεκροταφείο όπου είναι θαμμένοι οι γονείς μου υπάρχει μια ταφόπετρα (η πρώτη που βλέπει κανείς καθώς περνά τις πύλες) και πάνω της τα λόγια: “Έκανε ό,τι μπορούσε”. Αυτό μου φαινόταν πάντα τόσο αξιοθρήνητο – ο επιτάφιος μιας αποτυχίας. Λυπάμαι που δεν έκανα όλα όσα μπορούσα, αλλά πάντα έκανα ό,τι καλύτερο νόμιζα κάθε φορά. Εργάσθηκα. Έκανα λάθη. Ένιωσα αγωνία κι αγαλλίαση. Πέρασα μια θαυμάσια ζωή και δεν πρόκειται να περάσω άσχημα πεθαίνοντας!


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Κ

πίσω στην παιδική μου ηλικία, δοκιμάζω ένα αίσθημα μεγάλης δυσαρέσκειας για όλα. Αυτή βέβαια είναι μια κακή δήλωση για ν’ αρχίσει κανείς την ιστορία της ζωής του. Είναι αυτό που η μεταφυσική ονομάζει αρνητική δήλωση. Αλλά η δήλωση είναι αληθινή. Δε μ’ αρέσουν πολλά απ’ όσα θυμάμαι για την παιδική μου ηλικία, παρότι πολλοί από τους πιθανούς αναγνώστες μου μπορεί να σκεφθούν ότι ήταν θαυμάσια σε σύγκριση με τα πρώτα χρόνια αμέτρητων χιλιάδων ανθρώπων. Πολλοί λένε ότι η παιδική ηλικία είναι η ευτυχέστερη περίοδος στη ζωή ενός προσώπου. Ούτε για μια στιγμή δεν μπορώ να το πιστέψω. Ήταν για μένα χρόνια πολύ μεγάλης φυσικής άνεσης και πολυτέλειας· ήταν χρόνια ελευθερίας από κάθε υλική αγωνία, αλλά ήταν συγχρόνως χρόνια θλιβερής αμφιβολίας, απογοήτευσης, δυστυχισμένων αποκαλύψεων και μοναξιάς. Όμως καθώς γράφω γι’ αυτά, έχω συνείδηση του γεγονότος ότι οι δυστυχίες της παιδικής ηλικίας (και ίσως ν’ αληθεύει για όλη τη ζωή σαν σύνολο) προβάλλουν υπερβολικά μεγάλες και φαίνονται πιο τρομακτικές απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Υπάρχει ένα περίεργο χαρακτηριστικό στην ανθρώπινη φύση που της αρέσει να καταγράφει και να τονίζει τις δυστυχείς στιγμές και τις τραγωδίες αλλά να παραβλέπει τις στιγμές της ευθυμίας και της χαράς και της ανέμελης ειρήνης κι ευτυχίας. Οι στιγμές της έντασης και της πίεσης φαίνεται να επηρεάζουν τη συνείδησή μας (τον περίεργο αυτό πράκτορα καταγραφής όλων των συμβάντων) πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι ανείπωτες ώρες της συνήθους ζωής. Αν μπορούσαμε να το αντιληφθούμε, αυτές οι γαλήνιες, απερίσπαστες ώρες σε τελευταία ανάλυση πάντα επικρατούν. Είναι οι ώρες, ημέρες, εβδομάδες και μήνες όπου διαπλάθεται ο χαρακτήρας, σταθεροποιείται και γίνεται διαθέσιμος για χρήση στις κρίσεις – πραγματικές, αντικειμενικές και συχνά σημαντικές – τις οποίες αντιμετωπίζουμε κατά διαστήματα στη διάρκεια των ετών. Τότε αυτό που αναπτύξαμε σαν χαρακτήρα είτε αντέχει στη δοκιμασία και υποδεικνύει μια διέξοδο, είτε αποτυγχάνει και λυγίζουμε, τουλάχιστον προσωρινά. Αυτός είναι ο τρόπος που αναγκαζόμαστε να συνεχίσουμε να μαθαίνουμε. Καθώς κοιτάζω πίσω στην παιδική μου ηλικία, δεν είναι οι αμέτρητες ώρες της ήρεμης ευτυχίας, οι στιγμές του ειρηνικού ρυθμού και οι εβδομάδες που τίποτε δε με τάραζε, οι οποίες έμειναν στη μνήμη μου, αλλά οι στιγμές της κρίσης και οι ώρες της έσχατης δυστυχίας και οι φορές που η ζωή φαινόταν να τελειώνει και τίποτε άξιο δε βρισκόταν μπροστά. Θυμάμαι τη μεγαλύτερη κόρη μου σε μια τέτοια στιγμή, όταν ήταν μόλις είκοσι ετών. Ένιωθε πως δεν άξιζε να ζει κι ότι η ζωή ήταν μια μονότονη έρημος. Γιατί η ζωή ήταν τόσο ανούσια; Γιατί να γεννηθεί; Μην ξέροντας τι να πω, στηρίχθηκα στην εμπειρία μου και θυμάμαι ότι της είπα: “Ε, λοιπόν αγαπητή μου, ένα πράγμα μπορώ να ΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

20

σου πω. Ποτέ δεν ξέρεις τι βρίσκεται πίσω απ’ τη γωνία”. Ποτέ δεν πίστεψα ότι η θρησκεία ή οι κοινότοπες ανοησίες – που συνήθως σερβίρονται – βοηθούν σε μια περίοδο κρίσης. Ό,τι βρισκόταν γι’ αυτήν πίσω από τη γωνία ήταν ο άνδρας που παντρεύθηκε, με τον οποίο αρραβωνιάστηκε σε μια βδομάδα και με τον οποίο ζει ευτυχισμένη από τότε. Χρειάζεται κανείς να καλλιεργεί τη γνώση των χαρούμενων κι ευτυχισμένων πραγμάτων κι όχι να καταγράφει μόνο τα θλιβερά και δύσκολα πράγματα. Το καλό και το κακό είναι ένα σύνολο που ενδιαφέρει και δικαιολογεί την ανάμνηση. Το πρώτο μας επιτρέπει να διατηρούμε την πίστη μας στην αγάπη του Θεού. Το δεύτερο μας φέρνει πειθαρχία και τρέφει την έφεσή μας. Οι μαγικές στιγμές που ένα ηλιοβασίλεμα αιχμαλωτίζει την εκστατική προσοχή μας, ή η βαθιά κι αδιάκοπη σιωπή των βάλτων και της εξοχής που αγκαλιάζει το πνεύμα – αυτά είναι σημεία ανάμνησης· ένα κομμάτι ουρανού ή ένα όργιο χρωμάτων στον κήπο που μας απορροφά αποκλειστικά· ο φίλος που καλεί το φίλο του κι ακολουθεί μια ώρα επικοινωνίας και ικανοποιητικής επαφής· η ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής καθώς προβάλλει θριαμβευτικά μπροστά στις δυσκολίες – αυτά είναι πράγματα που δεν πρέπει να περνούν απαρατήρητα. Αποτελούν τους μεγάλους ρυθμιστικούς παράγοντες της ζωής. Υποδηλώνουν το θείο. Γιατί συμβαίνει να λησμονούνται τόσο συχνά, ενώ τα δυσάρεστα, θλιβερά ή τρομερά πράγματα μένουν μόνιμα στο νου μας; Δεν ξέρω. Φαίνεται πως στον ιδιόρρυθμο πλανήτη μας η δυστυχία καταγράφεται εντονότερα απ’ την ευτυχία και φαίνεται διαρκέστερη σε αποτέλεσμα. Ίσως ακόμη να φοβόμαστε την ευτυχία και να τη διώχνουμε κάτω απ’ την επιρροή του εξέχοντος ανθρώπινου χαρακτηριστικού – του ΦΟΒΟΥ. Στους εσωτερικούς κύκλους γίνεται εμπεριστατωμένη συζήτηση για το Νόμο του Κάρμα, που δεν είναι παρά το Ανατολικό όνομα του μεγάλου Νόμου του Αιτίου και Αποτελέσματος· η έμφαση είναι πάντα στο κακό κάρμα και πώς να το αποφύγουμε. Ωστόσο θα ήθελα να διαβεβαιώσω ότι σ’ όλη του την έκταση υπάρχει πολύ περισσότερο καλό κάρμα παρά κακό· το λέω παρά τον παγκόσμιο πόλεμο, την ανείπωτη φρίκη στην οποία ζήσαμε και από την οποία ακόμη περιβαλλόμαστε και παρά την αληθινή γνώση των πραγμάτων με τα οποία συνεχώς ασχολούνται όλοι οι κοινωνικοί εργάτες. Το κακό και η αθλιότητα θα περάσουν αλλά η ευτυχία θα μείνει· πάνω απ’ όλα θα έρθει η αντίληψη πως ό,τι δομήσαμε τόσο άσχημα πρέπει να εξαφανισθεί κι ότι είναι δική μας η ευκαιρία να δομήσουμε ένα νέο και καλύτερο κόσμο. Αυτό αληθεύει γιατί ο Θεός είναι αγαθός, η ζωή και η εμπειρία είναι καλές και η θέληση-για-το-καλό είναι αιώνια παρούσα. Πάντα μας προσφέρεται η ευκαιρία να διορθώσουμε τα λάθη που κάναμε και να ισιώσουμε τα στραβά για τα οποία είμαστε υπεύθυνοι. Οι λεπτομέρειες της δυστυχίας μου είναι τόσο μακρινές ώστε δεν μπορώ να τις προσδιορίσω κι ούτε θέλω να σας κουράσω με όσες θυμάμαι. Πολλές απ’ τις αιτίες βρίσκονται μέσα μου, γι’ αυτό είμαι βέβαιη. Από την εγκόσμια σκοπιά δεν είχα λόγο να είμαι δυστυχισμένη και η οικογένεια κι οι φίλοι μου θα ήταν κατάπληκτοι αν ήξεραν τις


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

21

αντιδράσεις μου. Δεν έχετε άραγε απορήσει πολλές φορές στη ζωή σας για ό,τι συμβαίνει στο νου ενός παιδιού; Τα παιδιά έχουν σαφείς ιδέες για τη ζωή και τις περιστάσεις και είναι στραμμένα στον εαυτό τους μ’ έναν τρόπο που κανείς δεν μπορεί να επέμβει, αλλά σπάνια αναγνωρίζεται. Δεν μπορώ να θυμηθώ την εποχή που δε σκεφτόμουν ούτε απορούσα ή ρωτούσα, ούτε επαναστατούσα ή ήλπιζα. Ωστόσο ήμουν 35 ετών όταν ανακάλυψα ότι είχα ένα νου κι ότι ήταν κάτι που μπορούσα να χρησιμοποιήσω. Ως εκείνη την εποχή ήμουν ένας σωρός συναισθημάτων κι αισθημάτων· ο νους μου – ό,τι υπήρχε απ’ αυτόν – με χρησιμοποιούσε, δεν τον χρησιμοποιούσα. Όμως ήμουν βαθιά δυστυχισμένη ώσπου αποφάσισα να ζήσω τη ζωή μου, σε ηλικία περίπου 22 ετών. Στα πρώτα εκείνα χρόνια περιβαλλόμουν από ομορφιά· η ζωή μου ήταν γεμάτη ποικιλία και συνάντησα πολλούς ενδιαφέροντες ανθρώπους. Ποτέ δεν ήξερα τι είναι να θέλεις κάτι. Ανατράφηκα με τη συνήθη πολυτέλεια του καιρού και της τάξης μου· με πρόσεχαν με τη μεγαλύτερη φροντίδα – αλλά μέσα μου τα μισούσα όλα. Γεννήθηκα στις 16 Ιουνίου 1880 στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, όπου ο πατέρας μου ήταν απασχολημένος μ’ ένα τεχνικό έργο σχετικό με την επιχείρηση του πατέρα του – μιας από τις σημαντικότερες στη Μεγάλη Βρετανία. Γεννήθηκα λοιπόν στο ζώδιο των Διδύμων. Αυτό σημαίνει πάντα διαμάχη μεταξύ των ζευγών των αντιθέτων – φτώχειας και πλούτου, ύψη ευτυχίας και βάθη θλίψης, έλξη μεταξύ ψυχής και προσωπικότητας ή μεταξύ ανώτερου εαυτού και κατώτερης φύσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Λονδίνο διέπονται απ’ τους Διδύμους και συνεπώς σ’ αυτή τη χώρα και τη Μεγάλη Βρετανία θα λυθεί η μεγάλη διαμάχη μεταξύ κεφαλαίου κι εργασίας· δύο ομάδων που περιλαμβάνουν τα συμφέροντα των πολύ πλουσίων και των πολύ φτωχών. Ως το 1908 δεν ήθελα τίποτε· ποτέ δε σκέφθηκα το χρήμα· έκανα και πήγαινα όπου ήθελα. Αλλά από τότε γνώρισα τα βάθη της φτώχειας. Κάποτε έζησα για τρεις βδομάδες με τσάι (χωρίς γάλα ή ζάχαρη) και με ξερό ψωμί, για να μπορέσουν τα τρία παιδιά μου να έχουν τα απολύτως αναγκαία. Σαν κορίτσι με φιλοξενούσαν σε μέγαρα για βδομάδες κάθε φορά· όμως δούλεψα σαν εργάτρια για να συντηρήσω τα παιδιά. Ήταν ένα κονσερβοποιείο σαρδέλας κι ως τώρα δεν μπορώ να δω σαρδέλα στα μάτια μου. Οι φίλοι μου (και χρησιμοποιώ τη λέξη με την αληθινή της έννοια) ανήκαν σ’ όλες τις τάξεις από τον πιο ταπεινό τύπο μέχρι ανθρώπους όπως ο Μεγάλος Δούκας Αλέξανδρος, ο κουνιάδος του τελευταίου Τσάρου της Ρωσσίας. Ποτέ δεν έμεινα πολύ καιρό στον ίδιο τόπο, γιατί το άτομο των Διδύμων είναι πάντα σε κίνηση. Ο μικρός εγγονός μου (που κι αυτός είναι γνήσιος Δίδυμος) διέσχισε τον Ατλαντικό δύο φορές και πέρασε τη διώρυγα του Παναμά άλλες δύο προτού γίνει τεσσάρων ετών. Από την άλλη μεριά, αν δεν επιτηρούσα τον εαυτό μου με τη μεγαλύτερη προσοχή, θα ήμουν πάντα σε ύψη ευτυχίας και φαιδρότητας ή θα βρισκόμουν σε απελπισία και σε βάθη κατάθλιψης. Σαν αποτέλεσμα εμπειρίας έμαθα ν’ αποφεύγω τα άκρα και να προσπαθώ να ζω σε ηρεμία. Δεν το πέτυχα εντελώς. Η κύρια σύγκρουση της ζωής μου ήταν η μάχη μεταξύ ψυχής και προσωπικότητας, που ακόμη συνεχίζεται. Καθώς γράφω, αναλογίζομαι μια συγκέντρωση κάποιου


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

22

“Ομαδικού Κινήματος” απ’ το οποίο δελεάσθηκα το 1935 στη Γενεύη της Ελβετίας. Μια υπεροπτική, αυστηρή, με “επαγγελματικό” χαμόγελο ομαδάρχισσα, παρίστανε την αρχηγό και υπήρχε ένα σωρό κόσμος που ανυπομονούσε να μιλήσει για την κακία του και τη λυτρωτική δύναμη του Χριστού, δίνοντας την εντύπωση ότι ο Θεός ενδιαφερόταν προσωπικά (όπως δήλωσε κάποια) αν είχε ζητήσει συγγνώμη απ’ τη μαγείρισσά της επειδή την αποπήρε. Για μένα επαρκές κίνητρο θα ήταν οι καλοί τρόποι κι όχι ο Θεός. Ωστόσο σηκώθηκε μια συμπαθητική γυναίκα – ηλικιωμένη, κομψή και με σπινθηροβόλο πνεύμα. “Είμαι βέβαιη ότι θα έχετε να κάνετε κάποια σπουδαία διαπίστωση”, είπε η αρχηγός. “Όχι”, απάντησε η κυρία, “η μάχη μεταξύ εμού και του Χριστού συνεχίζεται ακόμη και είναι πολύ αμφίβολο ποιος θα είναι ο νικητής”. Η μάχη αυτή συνεχίζεται πάντα και στην περίπτωση ενός άγρυπνου και υπηρετούντος Διδύμου είναι ένα πολύ ζωτικό και μάλλον προσωπικό ζήτημα. Τα άτομα των Διδύμων θεωρούνται ότι έχουν φύση χαμαιλέοντα με ευμετάβλητη ποιότητα και είναι συχνά διπρόσωπα. Δεν είμαι τίποτε απ’ αυτά παρά τα πολλά λάθη και ίσως ό,τι με σώζει να είναι ο ωροσκόπος μου. Κορυφαίοι αστρολόγοι, προς μεγάλη μου διασκέδαση, προσδιορίζουν διάφορα ζώδια σαν ωροσκόπο μου – την Παρθένο, γιατί αγαπώ τα παιδιά και το μαγείρεμα και είμαι η “μάνα” μιας οργάνωσης· το Λέοντα, επειδή είμαι πολύ ατομική (εννοώντας ότι είμαι δύσκολη κι αυταρχική) και πολύ αυτοσυνείδητη· και τους Ιχθείς, επειδή αυτό το ζώδιο είναι το ζώδιο του μεσάζοντα και του μεσολαβητή. Εγώ κλίνω προς τους Ιχθείς, επειδή ο άντρας μου είναι στους Ιχθείς κι επειδή η πολυαγαπημένη μου μεγάλη κόρη γεννήθηκε στο ίδιο ζώδιο και πάντα καταλαβαίνουμε η μια την άλλη τόσο καλά ώστε συχνά μαλώνουμε. Επίσης έδρασα σαν μεσολαβητής με την έννοια ότι ορισμένες διδασκαλίες τις οποίες η Ιεραρχία των Διδασκάλων ήθελε να δοθούν στον κόσμο στη διάρκεια του αιώνα μας, περιλαμβάνονται στα βιβλία για τα οποία είμαι υπεύθυνη. Ωστόσο ανεξάρτητα απ’ τον ωροσκόπο μου είμαι γνήσιος Δίδυμος κι αυτό το ζώδιο ρύθμισε προφανώς τη ζωή μου και τις περιστάσεις της. Η γενική και μάλλον ακαθόριστη δυστυχία των παιδικών μου χρόνων βασιζόταν σε διάφορα πράγματα. Ήμουν η ασχημότερη σε μια υπερβολικά όμορφη οικογένεια κι όμως δεν είμαι άσχημη. Πάντα με θεωρούσαν στο σχολείο μάλλον κουτή και σαν τη λιγότερο έξυπνη μιας έξυπνης οικογένειας. Η αδελφή μου ήταν ένα απ’ τα ωραιότερα κορίτσια που έχω δει και είχε ένα εκπληκτικό μυαλό. Της ήμουν πάντα αφοσιωμένη παρότι δε με πολυεκτιμούσε, γιατί ήταν πολύ ορθόδοξη Χριστιανή και είχε πολύ άσχημη ιδέα για όσους είχαν την κακοτυχία να πάρουν διαζύγιο. Είναι γιατρός και μια από τις πρώτες γυναίκες στη μακρά ιστορία του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου που πήρε διάκριση και μάλιστα – αν θυμάμαι καλά – δύο φορές. Ήταν πολύ νέα όταν δημοσίευσε τρεις ποιητικές συλλογές και διάβασα μια κριτική στη φιλολογική στήλη των Τάιμς του Λονδίνου που την χαιρέτιζε σαν μια από τις μεγαλύτερες ζωντανές ποιήτριες της Αγγλίας. Ένα βιβλίο της στη Βιολογία κι ένα άλλο στις Τροπικές Ασθένειες θεωρήθηκαν, νομίζω, σαν πρότυπα εγχειρίδια.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

23

Παντρεύθηκε τον πρώτο μου ξάδερφο, τον Λώρενς Πάρσον, που είναι εξέχον κληρικός της Αγγλικής Εκκλησίας και ήταν κάποτε Αρχιμανδρίτης της Αποικίας του Ακρωτηρίου. Η μητέρα του ήταν κηδεμόνας, διορισμένη απ’ το Δικαστήριο του Τσάνσερυ, της αδελφής μου και δική μου. Ήταν η μικρότερη αδελφή του πατέρα μου και ο Λώρενς ήταν ένα από τα έξι αγόρια της με τα οποία περάσαμε μεγάλο μέρος της παιδικής μας ηλικίας. Ο άντρας της, ο θείος Κλαίρ, ένας κάπως τραχύς κι αυστηρός άντρας, ήταν αδελφός του Λόρδου Ρος και γιος του γνωστού Λόρδου Ρος των τηλεσκοπίων, που αναφέρεται στη Μυστική Δοξασία. Σαν παιδί τον έτρεμα, όμως πριν πεθάνει μου έδειξε μια άλλη πλευρά της φύσης του που δεν είναι πολύ γνωστή. Ποτέ δε θα ξεχάσω την εξαιρετική καλοσύνη του στη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου όταν ξέμεινα πάμπτωχη στην Αμερική. Μου έγραφε παρήγορα και γεμάτα κατανόηση γράμματα και μ’ έκανε να νιώθω ότι υπήρχαν στη Μεγάλη Βρετανία άνθρωποι που δε με είχαν λησμονήσει. Θέλω να το αναφέρω εδώ γιατί δεν πιστεύω ότι η οικογένειά του ή η νύφη του, η αδελφή μου, είχαν την παραμικρή ιδέα για το φιλικό και ευτυχισμένο δεσμό που υπήρχε ανάμεσα σε μένα και το θείο μου προς το τέλος της ζωής του. Ποτέ δεν το ανέφερε, είμαι βέβαιη, αλλά ούτε κι εγώ μέχρι τώρα. Η αδελφή μου άρχισε αργότερα έρευνες στον καρκίνο κι απέκτησε λαμπρό όνομα στο πεδίο του πολύ αναγκαίου αυτού έργου. Είμαι πολύ υπερήφανη γι’ αυτή. Ποτέ δεν άλλαξαν τα αισθήματά μου απέναντί της και θέλω να το ξέρει αν κάποτε διαβάσει αυτή την αυτοβιογραφία. Ευτυχώς πιστεύω στο μεγάλο Νόμο της Επαναγέννησης και κάποια μέρα αυτή κι εγώ θα διαμορφώσουμε πιο ικανοποιητικά τη συγκεκριμένη σχέση μας. Υποθέτω ότι το μεγαλύτερο μειονέκτημα στη ζωή ενός παιδιού είναι να μην έχει πραγματικό σπιτικό. Η έλλειψή του επηρέασε σαφώς την αδελφή μου και μένα. Και οι δύο γονείς μου πέθαναν από φυματίωση (τότε λεγόταν φθίση) πριν γίνω εννιά ετών. Ο φόβος της φυματίωσης απλωνόταν σαν άμεση απειλή πάνω κι απ’ τις δύο στα πρώτα μας χρόνια κι επίσης η μνησικακία του πατέρα μας για την ύπαρξή μας, ειδικά τη δική μου για κάποιο λόγο. Πίστευε μάλλον ότι η μητέρα μου θα ζούσε αν η γέννηση δύο παιδιών δεν αποστράγγιζε τις φυσικές της δυνάμεις. Ο πατέρας μου λεγόταν Φρέντερικ Φόστερ Λα Τρομπ-Μπαίητμαν και η μητέρα μου Άλις Χόλλινσεντ. Και οι δύο κατάγονταν από πολύ παλιά γενιά – η οικογένεια του πατέρα μου χρονολογείται αιώνες πίσω, πριν τις Σταυροφορίες και οι πρόγονοι της μητέρας μου απ’ τον Χόλλινσεντ, το “Χρονικογράφο”, απ’ τον οποίο λέγεται ότι ο Σαίξπηρ πήρε πολλές απ’ τις ιστορίες του. Τα οικογενειακά δένδρα και οι γενεαλογίες ποτέ δε μου φάνηκαν να έχουν πραγματική σημασία. Όλοι έχουν· μόνο που μερικές οικογένειες κρατούν αρχεία. Απ’ όσο ξέρω κανείς απ’ τους προγόνους μου δεν έκανε κάτι ιδιαίτερα αξιόλογο. Ήταν άξιοι άνθρωποι αλλά προφανώς πληκτικοί. Όπως είπε κάποτε η αδελφή μου, “κάθονταν ανάμεσα στα λάχανά τους για αιώνες”. Ήταν ένα καλό, καθαρό και καλλιεργημένο σόι, αλλά κανένας δε γνώρισε κάποια ένδοξη ή ατιμωτική δημοσιότητα. Ωστόσο το οικογενειακό μας έμβλημα είναι πολύ ενδιαφέρον και απ’ τη σκοπιά του εσωτερικού συμβολισμού εξαιρετικής σημασίας. Δεν ξέρω από οικόσημα, ούτε να τα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

24

περιγράψω με τους σωστούς όρους. Αποτελείται από ένα ραβδί μ’ ένα φτερό σε κάθε άκρη και μεταξύ των δύο φτερών διακρίνεται ο πεντάκτινος αστέρας και η ημισέληνος. Η τελευταία αναφέρεται βέβαια στις Σταυροφορίες στις οποίες κάποιος πρόγονός μου προφανώς συμμετείχε, αλλά μου αρέσει να θεωρώ ότι το έμβλημα συμβολίζει τα φτερά της έφεσης, τη Ράβδο της Μύησης κι ότι απεικονίζει το στόχο και τα μέσα, τον αντικειμενικό σκοπό της εξέλιξης και το κίνητρο που μας ωθεί όλους στην τελειότητα – μια τελειότητα που τελικά δέχεται την απονομή της αναγνώρισης μέσω της Ράβδου. Στη γλώσσα του συμβολισμού ο πεντάκτινος αστέρας δηλώνει πάντα τον τέλειο άνθρωπο και η ημισέληνος υποτίθεται ότι κυβερνά την κατώτερη ή μορφική φύση. Είναι το αλφάβητο του αποκρυφιστικού συμβολισμού, αλλά μ’ ενδιαφέρει να τα βρίσκω όλα μαζί στο οικογενειακό μας έμβλημα. Ο παππούς μου ήταν ο Τζων Φρέντερικ Λα Τρομπ-Μπαίητμαν. Ήταν πολύ γνωστός μηχανικός, σύμβουλος της Βρετανικής Κυβέρνησης και υπεύθυνος στον καιρό του για πολλά δημοτικά αρδευτικά έργα στη Μεγάλη Βρετανία. Είχε μια μεγάλη οικογένεια. Η μεγαλύτερη κόρη του, η θεία μου Ντόρα, παντρεύθηκε τον Μπράιαν Μπάρτελοτ, αδελφό του σερ Ουώλτερ Μπάρτελοτ του Στόφαμ Παρκ, Πάλμπορω, Σάσσεξ και καθώς είχε διοριστεί κηδεμόνας μας μετά το θάνατο του παππού μας, τη βλέπαμε πολύ συχνά με τα τέσσερα παιδιά της. Δύο απ’ αυτά τα ξαδέρφια παρέμειναν στενοί μου φίλοι σ’ όλη μου τη ζωή. Ήταν αρκετά μεγαλύτεροι από μένα, αλλά συμπαθούσαμε και καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλο. Ο Μπράιαν (ναύαρχος σερ Μπράιαν Μπάρτελοτ) έφυγε πριν δύο χρόνια κι αυτό ήταν μεγάλη απώλεια για μένα και το σύζυγό μου Φόστερ Μπέϊλη. Είμασταν τρεις στενοί φίλοι και τα τακτικά του γράμματα μας λείπουν πολύ. Μια άλλη θεία, η Μάργκαρετ Μάξουελ, ήταν ίσως για μένα πάνω από κάθε συγγενή στον κόσμο κι έχω πολλούς. Δεν ήταν ποτέ κηδεμόνας μου, αλλά η αδελφή μου κι εγώ περνούσαμε για χρόνια τα καλοκαίρια στο σπίτι της στη Σκωτία και μέχρι να πεθάνει (πάνω από 80 ετών) μου έγραφε τακτικά τουλάχιστον μια φορά το μήνα. Ήταν μια από τις μεγάλες καλλονές της εποχής της και το πορτραίτο της που βρίσκεται σήμερα στον Πύργο του Κάρντονες στο Κερκαντμπράιτσαρ, δείχνει μια απ’ τις πιο αξιολάτρευτες γυναίκες που μπορεί κανείς να φαντασθεί. Παντρεύθηκε το “νεότερο των Κάρντονες” (όπως καλείται συχνά ο διάδοχος στη Σκωτία), το μεγαλύτερο γιο του σερ Ουίλλιαμ Μάξουελ, αλλά ο άντρας της, ο θείος μου Ντέιβιντ, πέθανε πριν τον πατέρα του και συνεπώς δεν κληρονόμησε ποτέ τον τίτλο. Σ’ αυτήν οφείλω περισσότερα απ’ όσα θα μπορέσω ποτέ να ξεπληρώσω. Με προσανατόλισε πνευματικά και μολονότι η θεολογία της ήταν πολύ στενή, η ίδια ήταν πολύ πλατιά. Μου έδωσε ορισμένους βασικούς τόνους της πνευματικής ζωής, οι οποίοι ποτέ δε με απογοήτευσαν και μέχρι το τέλος η ίδια δε με απογοήτευσε ποτέ. Όταν άρχισα να ενδιαφέρομαι για τα εσωτερικά ζητήματα κι έπαψα να είμαι μια ορθόδοξη, θεολογικά σκεπτόμενη Χριστιανή, μου έγραψε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει, αλλά βέβαια μπορούσε να μου έχει εμπιστοσύνη, γιατί ήξερε ότι είχα βαθιά αγάπη για τον Χριστό κι ότι όποιο δόγμα κι αν απαρνιόμουν, ήξερε ότι ποτέ δε θα Τον απαρνιόμουν. Ήταν αλήθεια. Ήταν όμορφη, αξιολάτρευτη και καλή. Η


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

25

επιρροή της είχε απλωθεί στα Βρετανικά Νησιά. Είχε χτίσει ένα δικό της εξοχικό νοσοκομείο που επιχορηγούσε· συντηρούσε ιεραπόστολους στις ειδωλολατρικές χώρες και ήταν πρόεδρος της Χ.Ε.Ν. στη Σκωτία. Αν φάνηκα κάπως χρήσιμη στους συνανθρώπους μου κι αν έκανα κάτι για να οδηγήσω μερικούς ανθρώπους σε κάποιο βαθμό πνευματικής αντίληψης, ήταν επειδή μ’ αγάπησε αρκετά για να μου δώσει μια σωστή αρχή. Ήταν απ’ τους λίγους ανθρώπους που νοιάζονταν για μένα περισσότερο απ’ ό,τι νοιάζονταν για την αδελφή μου. Υπήρχε ένας δεσμός μεταξύ μας που παραμένει άθραυστος και θα μένει για πάντα άθραυστος. Ανέφερα ήδη τη μικρότερη αδελφή του πατέρα μου, την Αγνή Πάρσονς. Υπήρχαν δύο ακόμη· η Γερτρούδη, που παντρεύθηκε κάποιον Γκέρνυ Λήθαμ κι ο μικρότερος αδελφός του πατέρα μου, Λη Λα Τρομπ-Μπαίητμαν, που είναι κι ο μόνος που ζει ακόμη. Η γιαγιά μου ήταν η Αν Φαίρμπαιρν, κόρη του σερ Ουΐλλιαμ Φαίρμπαιρν και ανιψιά του σερ Πήτερ Φαίρμπαιρν. Ο προπάππος μου, σερ Ουίλλιαμ, ήταν νομίζω συνέταιρος του Βαττ (των ατμομηχανών) κι ένας από τους πρώτους κατασκευαστές σιδηροδρόμων της Βικτωριανής εποχής. Απ’ τη μητέρα της γιαγιάς μου (που το όνομά της ήταν Λα Τρομπ) κατάγομαι από Γάλλους Ουγενότους και οι Λα Τρομπ της Βαλτιμόρης είναι συνεπώς συγγενείς μου, παρότι δεν τους είδα ποτέ. Ο Κάρολος Λα Τρομπ, ο αδελφός της, ήταν ένας απ’ τους πρώτους κυβερνήτες της Αυστραλίας κι ένας άλλος Λα Τρομπ ήταν ο πρώτος κυβερνήτης του Μαίρυλαντ. Ο Εδουάρδος Λα Τρομπ, ένας άλλος αδελφός, ήταν αρχιτέκτων πολύ γνωστός στην Ουάσιγκτον και τη Μεγάλη Βρετανία. Οι Φαίρμπαιρν δεν ανήκαν στη λεγόμενη οικογενειακή αριστοκρατία που τόσο πολύ εκτιμάται. Ίσως αυτή να ήταν η σωτηρία της γενιάς των Μπαίητμαν-Χόλλινσεντ-Λα Τρομπ. Ανήκαν στην αριστοκρατία του νου κι αυτή έχει μεγαλύτερη σημασία στους τωρινούς δημοκρατικούς καιρούς. Τόσο ο Ουίλλιαμ όσο και ο Πήτερ Φαίρμπαιρν ήρθαν στη ζωή σαν γιοί ενός φτωχού Σκωτσέζου αγρότη το 18ο αιώνα. Κι οι δύο πέθαναν πλούσιοι κι απέκτησαν τίτλους. Θα βρείτε το όνομα του σερ Ουίλλιαμ Φαίρμπαιρν στο Λεξικό του Ουέμπστερ και η μνήμη του σερ Πήτερ διαιωνίζεται μ’ ένα άγαλμα σε μια πλατεία του Ληντς στην Αγγλία. Θυμάμαι ότι πριν λίγα χρόνια πήγα στο Ληντς για να δώσω μια διάλεξη. Καθώς το ταξί διέσχιζε μια πλατεία, μου φάνηκε πως είδα το άγαλμα ενός άσχημου γέρου με γενειάδα. Την επόμενη μέρα ο άνδρας μου πήγε να το δει κι έτσι ανακάλυψα ότι είχα κακολογήσει το μακρινό μου θείο! Η Μεγάλη Βρετανία ήταν δημοκρατική ακόμη και τις παλιές αυτές μέρες και οι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία ν’ ανεβούν αν είχαν μέσα τους κάτι που το δικαιολογούσε. Ίσως η πρόσμειξη πληβείου αίματος να ευθύνεται για το γεγονός ότι πολλά από τα ξαδέρφια μου και τα παιδιά τους υπήρξαν αξιοσημείωτοι άνδρες ή όμορφες γυναίκες. Ο πατέρας μου δεν ενδιαφερόταν για μένα κι όταν βλέπω την εικόνα μου όταν ήμουν μικρή, δεν απορώ και πολύ – ξερακιανή, φοβισμένη και με τρομαγμένη ματιά. Δε θυμάμαι τη μητέρα μου, γιατί πέθανε 29 ετών, όταν ήμουν μόλις έξι χρόνων. Θυμάμαι τα όμορφα χρυσά της μαλλιά και τη χάρη της και τίποτε άλλο. Θυμάμαι επίσης την κηδεία της στο Τόρκαιη του Ντεβονσάιρ, γιατί η μεγαλύτερη αντίδρασή μου


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

26

στο γεγονός είχε συνοψισθεί στα λόγια που είπα στην ξαδέρφη μου Μαίρη Μπάρτελοτ: “Δες, μακριές μαύρες κάλτσες και ‘σπατάλες’” – οι πρώτες που είχα φορέσει. Είχα προαχθεί από το στάδιο της κοντής κάλτσας. Φαίνεται ότι τα ρούχα πάντα ενδιαφέρουν, ανεξάρτητα απ’ την ηλικία ή την περίσταση. Είχα μια μεγάλη ασημένια θήκη με μια μινιατούρα που ο πατέρας μου την κουβαλούσε πάντα μαζί του και ήταν το μόνο πορτραίτο που είχα της μητέρας μου. Το 1928, αφού είχα γυρίσει όλο τον κόσμο μαζί του, μου το έκλεψαν ένα καλοκαίρι που έλειπα απ’ το σπίτι μας στο Στάμφορντ του Κοννέκτικατ, όπου μέναμε τότε και μαζί του πήραν τη Βίβλο μου και μια σπασμένη κουνιστή πολυθρόνα. Ήταν η πιο παράξενη επιλογή κλεμμένων αντικειμένων που άκουσα ποτέ. Η Βίβλος ήταν η μεγαλύτερη προσωπική απώλεια. Ήταν μοναδική Βίβλος και υπήρξε επί είκοσι χρόνια το πιο αγαπημένο μου απόκτημα. Μου την είχε χαρίσει μια στενή παιδική μου φίλη, η Κάθριν Ρόουν-Χάμιλτον και ήταν τυπωμένη σε λεπτό χαρτί με πλατιά περιθώρια για σημειώσεις. Τα περιθώρια είχαν περίπου δύο ίντσες πλάτος και πάνω τους θα βρίσκατε γραμμένη με μικροσκοπικά γράμματα (χαραγμένα με πέννα) την πνευματική μου ιστορία. Είχα μικροσκοπικές φωτογραφίες στενών φίλων και αυτόγραφα πνευματικών συντρόφων μου στο Δρόμο. Θα ήθελα να την είχα τώρα, γιατί θα μου έλεγε πολλά, θα μου θύμιζε πρόσωπα και περιστατικά και θα με βοηθούσε να εξιστορήσω την πνευματική μου ανέλιξη – την ανέλιξη ενός εργάτη. Όταν ήμουν λίγων μηνών με πήγαν στο Μόντρεαλ του Καναδά, όπου ο πατέρας μου ήταν ένας απ’ τους μηχανικούς που κατασκεύαζαν τη γέφυρα της Βικτωρίας στον ποταμό Σαιντ Λώρενς. Εκεί γεννήθηκε η μοναδική μου αδελφή. Έχω δύο μόνο ζωντανές αναμνήσεις εκείνου του καιρού. Η μια ήταν όταν βρέθηκα σε μεγάλο μπελά απ’ τους γονείς μου, γιατί έπεισα τη μικρή μου αδελφή να μπούμε σ’ ένα πελώριο μπαούλο όπου ήταν φυλαγμένα τα πολλά παιχνίδια μας. Μας είχαν χάσει για αρκετή ώρα και σχεδόν είχαμε πάθει ασφυξία, γιατί είχε κλείσει το καπάκι. Η δεύτερη ήταν η πρώτη μου απόπειρα ν’ αυτοκτονήσω! Δεν έβρισκα ότι άξιζε να ζω. Η πείρα των πέντε μου χρόνων μ’ έκανε να νιώθω ότι όλα ήταν μάταια, ώστε αποφάσισα ότι αν κατρακυλούσα στην πέτρινη σκάλα της κουζίνας από πάνω ως κάτω (και ήταν πολύ απότομη) μάλλον θα πέθαινα στο τέλος. Δεν πέτυχα. Η Μπριγκίτα, η μαγείρισσα, με σήκωσε και με ανέβασε πάνω (χτυπημένη και μωλωπισμένη) όπου βρήκα πολλή περιποίηση – αλλά καμιά κατανόηση. Καθώς περνούσε η ζωή, έκανα άλλες δύο απόπειρες να βάλω τέλος, μόνο για ν’ ανακαλύψω ότι είναι πολύ δύσκολο πράγμα η αυτοκτονία. Όλες αυτές οι απόπειρες έγιναν προτού κλείσω τα δεκαπέντε. Αποπειράθηκα να πνιγώ με άμμο όταν ήμουν γύρω στα ένδεκα, αλλά η άμμος στο στόμα, τη μύτη και τα μάτια δεν είναι ευχάριστη, γι’ αυτό αποφάσισα ν’ αναβάλω την ευτυχή μέρα. Την τελευταία φορά προσπάθησα να πνιγώ σ’ ένα ποτάμι στη Σκωτία. Αλλά πάλι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ήταν πολύ δυνατό. Από τότε δεν ενδιαφέρθηκα για την αυτοκτονία, μολονότι κατανοούσα πάντα την παρόρμηση. Αυτή η συνεχώς επανερχόμενη δυστυχία ήταν ίσως η πρώτη ένδειξη της


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

27

μυστικιστικής τάσης στη ζωή μου, που αργότερα υποκίνησε κάθε σκέψη και δραστηριότητά μου. Οι μυστικιστές είναι άτομα με τρομερή αίσθηση δυαδισμού. Πάντα αναζητούν, έχοντας επίγνωση εκείνου που πρέπει να αναζητηθεί· είναι πάντα οι εραστές που ψάχνουν για κάτι αντάξιο της αγάπης τους· έχουν πάντα συνείδηση εκείνου με το οποίο θα επιδιώξουν την ενότητα. Διέπονται απ’ την καρδιά και το αίσθημα. Εκείνη την εποχή δε μ’ άρεσε η “αίσθηση” της ζωής. Δεν εκτιμούσα αυτό που φαινόταν να είναι ο κόσμος ή αυτό που είχε να προσφέρει. Ήμουν βέβαιη ότι αλλού υπήρχαν καλύτερα πράγματα. Ήμουν ασθενική, γεμάτη αυτο-οικτιρμό λόγω μοναξιάς, υπερβολικά ενδοστρεφής (που ακούγεται καλύτερα απ’ το εγωκεντρική) και σίγουρη ότι δε με συμπαθούσε κανείς. Κοιτάζοντας πίσω, γιατί άραγε θα έπρεπε; Δεν μπορώ να τους κατηγορήσω. Δεν τους έδινα τίποτε από μένα. Ήμουν συνεχώς απασχολημένη με την αντίδρασή μου στους ανθρώπους και τις περιστάσεις. Ήμουν το δυστυχισμένο, δραματοποιημένο κέντρο του μικρού κόσμου μου. Η αίσθηση αυτή για κάτι καλύτερο κάπου αλλού και η ικανότητα να “νιώθω” τους ανθρώπους και τις περιστάσεις και να γνωρίζω συχνά τι σκέπτονταν ή βίωναν, ήταν η απαρχή της μυστικιστικής φάσης της ζωής μου και απ’ αυτή προέκυψε το καλό που αργότερα βρήκα. Έτσι άρχισα συνειδητά την αιώνια αναζήτηση για τον κόσμο της έννοιας που πρέπει να βρεθεί, αν πρόκειται να ανακαλυφθεί κάποια απάντηση στις περιπλοκές της ζωής και στις θλίψεις της ανθρωπότητας. Η πρόοδος είναι ριζωμένη στη μυστικιστική συνείδηση. Ένας καλός αποκρυφιστής πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι δρων μυστικιστής (ή πρακτικός μυστικιστής – ή ίσως και τα δύο) και η ανάπτυξη της καρδιακής ανταπόκρισης και της δύναμης να νιώθεις (και να νιώθεις σωστά) πρέπει φυσικά και κανονικά να προηγηθεί της νοητικής προσέγγισης και της δύναμης να γνωρίζεις. Ασφαλώς το πνευματικό ένστικτο πρέπει να προηγηθεί της πνευματικής γνώσης, όπως ακριβώς το ένστικτο του ζώου, του παιδιού και του υπανάπτυκτου προσώπου προηγείται πάντα της διανοητικής αντίληψης. Ασφαλώς το όραμα πρέπει να έρθει πριν κυριαρχηθεί ο τρόπος να κάνουμε το όραμα πραγματικότητα. Ασφαλώς η έρευνα και η τυφλή αίσθηση του Θεού πρέπει να προηγηθεί της συνειδητής διάνυσης της “Οδού” που οδηγεί στην αποκάλυψη. Ίσως έρθει ο καιρός που τα αγόρια και κορίτσια θα έχουν κάποια προσοχή πάνω στις γραμμές της αξιοποίησης των κανονικών μυστικιστικών τους τάσεων. Αυτές οι τάσεις συχνά απορρίπτονται σαν εφηβικές φαντασιώσεις που τελικά ξεπερνιούνται. Για μένα υποδηλώνουν οικογενειακές κι εκπαιδευτικές ευκαιρίες. Η περίοδος αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με πιο εποικοδομητικό, κατευθυνόμενο τρόπο. Ο προσανατολισμός της ζωής θα μπορούσε να προσδιορισθεί και πολλές μεταγενέστερες δυστυχίες να εξοβελισθούν, αν η αιτία κι ο σκοπός της αναρώτησης, των ανέκφραστων επιθυμιών και των ονειροπόλων εφέσεων μπορούσε να συλληφθεί από τους υπεύθυνους για τη νεολαία. Θα μπορούσαν να τους εξηγήσουν ότι επιτελείται μέσα τους μια διαδικασία που είναι κανονική και σωστή, που είναι αποτέλεσμα της εμπειρίας περασμένων ζωών, η οποία υποδεικνύει ότι η νοητική πλευρά της φύσης τους πρέπει να γίνει αντικείμενο


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

28

προσοχής. Πάνω απ’ όλα πρέπει να καταδειχθεί ότι η ψυχή, ο εσώτερος πνευματικός άνθρωπος, επιδιώκει να κάνει αισθητή την παρουσία του. Πρέπει να τονισθεί η καθολικότητα της διαδικασίας, για ν’ αποφευχθεί έτσι η μοναξιά και η απατηλή αίσθηση της απομόνωσης και της ιδιορρυθμίας που είναι τόσο ενοχλητικά χαρακτηριστικά της εμπειρίας. Πιστεύω ότι αυτή η μέθοδος της αξιοποίησης των εφηβικών παρορμήσεων και ονείρων θα τύχει στο μέλλον μεγαλύτερης προσοχής. Θεωρώ τις ανόητες νεανικές δυστυχίες από τις οποίες πέρασα, απλώς σαν την έναρξη της μυστικιστικής φάσης της ζωής μου η οποία – με τον καιρό – έδωσε τη θέση της στην αποκρυφιστική φάση με τη μεγαλύτερη σιγουριά της, την κατανόησή της και τις αναλλοίωτες πεποιθήσεις της. Όταν φύγαμε από τον Καναδά η μητέρα μου αρρώστησε σοβαρά και πήγαμε στο Νταβός της Ελβετίας, όπου μείναμε αρκετούς μήνες ώσπου ο πατέρας μου την έφερε πίσω στην Αγγλία για να πεθάνει. Μετά το θάνατό της πήγαμε όλοι να μείνουμε στο σπίτι του παππού μου, στο Μουρ Παρκ του Σάρρεη. Η υγεία του πατέρα μου είχε χειροτερέψει πολύ εκείνη την εποχή. Η ζωή στην Αγγλία δεν τον βοήθησε κι έτσι λίγο πριν το θάνατό του πήγαμε μαζί του στο Πω των Πυρηναίων. Ήμουν τότε οκτώ ετών και η αδελφή μου έξι. Όμως η αρρώστια ήταν πολύ προχωρημένη κι έτσι ξαναγυρίσαμε στο Μουρ Παρκ, όπου μείναμε εκεί ενώ ο πατέρας μου (μαζί μ’ ένα νοσοκόμο) έφυγε για ένα μακρινό θαλάσσιο ταξίδι στην Αυστραλία. Δεν τον ξαναείδαμε ποτέ πια γιατί πέθανε στο δρόμο απ’ την Αυστραλία στην Τασμανία. Θυμάμαι καλά την ημέρα που έφτασε η είδηση του θανάτου του στον παππού μου και θυμάμαι επίσης όταν έφτασε αργότερα ο υπηρέτης του με τα πράγματά του και τα τιμαλφή του. Είναι περίεργο πόσο μερικές ασήμαντες λεπτομέρειες μένουν στη μνήμη, όπως η εικόνα αυτού του ανθρώπου καθώς έδινε στη γιαγιά μου το ρολόι του πατέρα μου, ενώ πράγματα μεγαλύτερης σημασίας μοιάζουν να ξεχνιούνται. Διερωτάται κανείς τι είναι αυτό που ρυθμίζει έτσι τη μνήμη· γιατί κάποια πράγματα καταγράφονται κι άλλα όχι; Το Μουρ Παρκ ήταν ένα από εκείνα τα μεγάλα Αγγλικά σπίτια που θα έπρεπε να είναι παγερά κι όμως καταφέρνουν να μην είναι. Δεν ήταν και τόσο παλιό, αφού είχε κτισθεί στον καιρό της Βασίλισσας Άννας απ’ τον σερ Ουίλλιαμ Τέμπλ. Ήταν εκείνος που είχε φέρει τις τουλίπες στην Αγγλία. Η καρδιά του – κλεισμένη σε μια ασημένια θήκη – θάφτηκε κάτω απ’ το ηλιακό ρολόι στο κέντρο του κήπου έξω απ’ τα παράθυρα της βιβλιοθήκης. Με τον τρόπο του το Μουρ Παρκ ήταν ένα αξιοθέατο και μερικές Κυριακές άνοιγε στο κοινό. Έχω δύο αναμνήσεις απ’ αυτή τη βιβλιοθήκη. Θυμάμαι να στέκομαι σ’ ένα απ’ τα παράθυρά της και να προσπαθώ να ζωγραφίσω τη σκηνή όπως θα την έβλεπε ο σερ Ουΐλλιαμ Τέμπλ – με τους κήπους και τους εξώστες γεμάτους από μεγάλους άρχοντες και αρχόντισσες ντυμένους με τα ρούχα της εποχής. Κι έπειτα μια άλλη σκηνή, όχι φανταστική αυτή τη φορά· έβλεπα το φέρετρο του παππού μου, καθώς ήταν ξαπλωμένος μεγαλόπρεπα, με ένα μόνο μεγάλο στεφάνι πάνω του, σταλμένο από τη Βασίλισσα Βικτωρία. Η ζωή της αδελφής μου και η δική μου στο Μουρ Παρκ (όπου ζήσαμε ως τα δεκατρία μου χρόνια) ήταν πολύ πειθαρχημένη. Είχαμε ζήσει ως τότε μια ζωή ταξιδιών


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

29

και αλλαγής και ασφαλώς είχαμε ανάγκη από πειθαρχία. Οι διάφορες γκουβερνάντες μας την εφάρμοσαν. Η μοναδική που θυμάμαι τα πρώτα αυτά χρόνια είχε το περίεργο όνομα μις Μίλλιτσαπ. Είχε θαυμάσια μαλλιά, άσχημο πρόσωπο, φορούσε σεμνότυφα φορέματα, κουμπωμένα ερμητικά απ’ τον ποδόγυρο ως το λαιμό και ήταν πάντα ερωτευμένη με τον εκάστοτε εφημέριο· αγάπη χωρίς ελπίδα γιατί δεν παντρεύθηκε κανέναν τους. Είχαμε ένα απέραντο σπουδαστήριο στο επάνω πάτωμα του σπιτιού, όπου μια γκουβερνάντα, μια παιδαγωγός και μια καμαριέρα φρόντιζαν τις δυο μας. Η πειθαρχία που εφαρμόσθηκε τότε, συνεχίσθηκε ώσπου μεγάλωσα και κοιτώντας πίσω αντιλαμβάνομαι τώρα πόσο τρομερά αυστηρή ήταν. Κάθε ημίωρο της ζωής μας ήταν κανονισμένο και μέχρι σήμερα βλέπω ακόμη το πρόγραμμα που καθόριζε το επόμενο καθήκον, κρεμασμένο στον τοίχο του σπουδαστηρίου. Πόσο καλά θυμάμαι που πήγαινα κοντά του κι αναρωτιόμουν: “Τι έχουμε τώρα;” Ξύπνημα στις 6 το πρωί, καλοκαίρι ή χειμώνα, με βροχή ή ήλιο· εξάσκηση στις κλίμακες επί μία ώρα ή προετοιμασία του μαθήματος της ημέρας, αν ήταν η σειρά της αδελφής μου στο πιάνο· πρόγευμα στις 8 ακριβώς στο σπουδαστήριο και μετά στην τραπεζαρία στις 9 για την οικογενειακή προσευχή. Έπρεπε να αρχίσουμε την ημέρα με τη σκέψη του Θεού και παρά την αυστηρότητα της οικογενειακής πίστης, νομίζω ότι ήταν μια καλή συνήθεια. Ο αρχηγός της οικογένειας καθόταν με τη Βίβλο μπροστά του και η οικογένεια και οι καλεσμένοι μαζεύονταν γύρω του· έπειτα παρατάσσονταν οι υπηρέτες ανάλογα με τα καθήκοντα και την τάξη τους – η οικονόμος, η μαγείρισσα, οι καμαριέρες των κυριών, η αρχικαμαριέρα και οι κατώτερες καμαριέρες, το κορίτσι της κουζίνας, το κορίτσι του πλυσταριού, οι υπηρέτες και ο μπάτλερ που έκλεινε την πόρτα. Υπήρχε πραγματική κατάνυξη αλλά κι αρκετή αντίδραση, αληθινή έφεση κι έντονη πλήξη, γιατί έτσι είναι η ζωή. Το γενικό αποτέλεσμα ήταν ωστόσο καλό και λίγη περισσότερη θρησκευτική προσήλωση ήταν απαραίτητη εκείνο τον καιρό. Απ’ τις 9:30 ως το μεσημέρι μελετούσαμε τα μαθήματά μας με την γκουβερνάντα και μετά κάναμε έναν περίπατο. Μας επέτρεπαν να γευματίζουμε στην τραπεζαρία αλλά μας απαγορευόταν να μιλούμε και το ανήσυχο βλέμμα της γκουβερνάντας παρακολουθούσε την καλή μας συμπεριφορά και τη σιωπή μας. Μέχρι σήμερα θυμάμαι που κάποτε ονειροπολούσα ή ρέμβαζα (όπως όλα τα παιδιά) με τον αγκώνα μου πάνω στο τραπέζι, κοιτάζοντας έξω απ’ το παράθυρο. Επέστρεψα απότομα στην πραγματικότητα ακούγοντας τη γιαγιά μου να λέει σ’ έναν απ’ τους υπηρέτες που σερβίριζαν: “Τζαίημς, φέρε σε παρακαλώ δύο πιατάκια και βάλε μέσα τους αγκώνες της μις Άλις”. Ο Τζαίημς υπάκουσε και οι αγκώνες μου έμειναν σ’ αυτή τη θέση για όλο το υπόλοιπο γεύμα. Ποτέ δεν ξέχασα αυτή την ταπείνωση κι ακόμη και σήμερα, έπειτα από πενήντα χρόνια, έχω την εντύπωση ότι παραβαίνω τους κανόνες αν βάλω τους αγκώνες μου πάνω στο τραπέζι – γιατί τους βάζω. Μετά το γεύμα έπρεπε να ξαπλώσουμε πάνω σε μια επίπεδη κατηφορική σανίδα επί μια ώρα, ενώ η γκουβερνάντα μας διάβαζε μεγαλόφωνα κάποιο ωφέλιμο βιβλίο κι έπειτα ακολουθούσε νέος περίπατος μετά από τον οποίο μελετούσαμε ως τις πέντε. Αυτή την ώρα έπρεπε να πάμε στην κρεβατοκάμαρα όπου η καμαριέρα ή η


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

30

γκουβερνάντα μας έντυνε για να κατεβούμε στο σαλόνι. Άσπρα φορέματα, χρωματιστές ζώνες, μεταξωτές κάλτσες και καλοβουρτσισμένα μαλλιά ήταν η διαταγή κι έπειτα χέρι-χέρι έπρεπε να πάμε στο σαλόνι όπου συγκεντρωνόταν όλη η οικογένεια για το τσάι. Εκεί στεκόμασταν στην πόρτα, υποκλινόμασταν και κατόπιν υπομέναμε τη δυστυχία να μας μιλούν και να μας επιθεωρούν ως την ώρα που η γκουβερνάντα ερχόταν να μας πάρει. Δειπνούσαμε στο σπουδαστήριο στις 6:30 κι όταν τελειώναμε μελετούσαμε ξανά ως τις 8 που ήταν η ώρα για ύπνο. Δεν υπήρχε ποτέ καιρός εκείνες τις Βικτωριανές μέρες για να κάνουμε κάτι που θα θέλαμε σαν άτομα. Ήταν μια ζωή πειθαρχίας, ρυθμού και υπακοής, που ποίκιλλε κατά καιρούς από εκρήξεις εξέγερσης κι επακόλουθης τιμωρίας. Καθώς παρακολουθούσα τη ζωή των τριών κοριτσιών μου στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου γεννήθηκαν κι έζησαν ως τα δεκαοκτώ τους και καθώς τα έβλεπα να φοιτούν στα δημόσια σχολεία της χώρας, αναρωτιόμουν πώς θα τους φαινόταν η στρατιωτική ζωή που ζήσαμε η αδελφή μου κι εγώ. Με επιτυχία ή όχι προσπάθησα να προσφέρω στις κόρες μου μια ευτυχισμένη ζωή κι όταν γκρίνιαζαν για τα βάσανα της ζωής – όπως είναι φυσικό να κάνουν όλοι οι νέοι – ήμουν υποχρεωμένη ν’ αναγνωρίσω πόσο θαυμάσια περνούσαν σε σύγκριση με τα κορίτσια της δικής μου γενιάς και του κοινωνικού επιπέδου. Ως τα είκοσι χρόνια μου ζούσα κάτω απ’ την πλήρη πειθαρχία των προσώπων και των κοινωνικών συμβάσεων της εποχής. Δεν έπρεπε να κάνω αυτό· δεν έπρεπε να κάνω εκείνο· αυτή η στάση ήταν απρεπής· τι θα σκεφθεί ή θα πει ο κόσμος; Θα σε σχολιάσουν αν κάνεις αυτό ή εκείνο· αυτό το πρόσωπο δεν πρέπει να το γνωρίσεις· μη μιλάς σ’ αυτό τον άνδρα ή τη γυναίκα· ο καλός κόσμος δε μιλά ούτε σκέφτεται έτσι· δεν πρέπει να χασμουριέσαι ή να φτερνίζεσαι δημόσια· δεν πρέπει να μιλάς όταν δε σου μιλούν και πολλά άλλα. Η ζωή ήταν ασφυκτικά περιχαρακωμένη από απαγορευμένα πράγματα και κατευθυνόταν από τους πιο λεπτολόγους κανόνες που ρύθμιζαν κάθε περίπτωση. Δύο άλλα πράγματα ξεχωρίζουν στη μνήμη μου. Από πολύ νωρίς μάθαμε να φροντίζουμε τους φτωχούς και τους αρρώστους και ν’ αντιλαμβανόμαστε ότι οι προνομιούχες καταστάσεις συνεπάγονται ευθύνες. Πολλές φορές την εβδομάδα, την ώρα που πηγαίναμε περίπατο, έπρεπε να περάσουμε απ’ το δωμάτιο της οικονόμου για να πάρουμε πηχτή και σούπα για κάποιον άρρωστο στο κτήμα, ή μωρουδίστικα για το νεογέννητο κάποιου υποτακτικού, ή βιβλία για να διαβάσει κάποιος που ήταν κλεισμένος στο σπίτι. Μπορεί να είναι παράδειγμα του πατερναλισμού και του φεουδαλισμού της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά είχε τα καλά του σημεία. Ίσως είναι καλό που εξέλειπε – προσωπικά το πιστεύω – όμως ήταν η καλλιέργεια της αίσθησης της ευθύνης και του καθήκοντος προς τους άλλους μεταξύ των πλουσίων αυτής της χώρας. Μας δίδασκε ότι το χρήμα και η θέση συνεπάγεται ορισμένες υποχρεώσεις κι ότι οι υποχρεώσεις αυτές έπρεπε να εκπληρωθούν. Το άλλο πράγμα που θυμάμαι ζωηρά ήταν η ομορφιά της υπαίθρου και τα ανθισμένα δρομάκια και τα πολλά δάση ανάμεσα στα οποία η αδελφή μου κι εγώ


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

31

οδηγούσαμε το μικρό μας αμαξάκι με το πόνεϋ. Αυτό το αμαξάκι το έλεγαν τότε “αμαξάκι της γκουβερνάντας” και ήταν, υποθέτω, ειδικά σχεδιασμένο για μικρά παιδιά. Τις καλοκαιρινές μέρες η αδελφή μου κι εγώ βγαίναμε περίπατο μ’ αυτό, συνοδευόμενες από ένα μικρό ακόλουθο με στολή, κουμπιά και καπέλο με κονκάρδα, που στεκόταν στο πλάι. Αναρωτιέμαι καμιά φορά αν η αδελφή μου θυμάται εκείνες τις μέρες. Μετά το θάνατο του παππού μου το Μουρ Παρκ πουλήθηκε και για λίγο πήγαμε να μείνουμε με τη γιαγιά μας στο Λονδίνο. Η μεγαλύτερη ανάμνησή μου απ’ αυτή την εποχή ήταν οι βόλτες μαζί της γύρω στο πάρκο με μια Βικτώρια (όπως τις έλεγαν τότε) με δύο άλογα, αμαξά και λακέ με στολή. Πόσο πληκτικά και μονότονα ήταν. Έπειτα έγιναν άλλα σχέδια για μας, αλλά ως το θάνατό της η αδελφή μου κι εγώ μέναμε πολύ καιρό μαζί της. Ήταν τότε πολύ γριά, αλλά διατηρούσε ακόμη τα ίχνη μιας παλιάς ομορφιάς· θα έπρεπε να ήταν πολύ όμορφη στον καιρό της, όπως δείχνει ένα πορτραίτο της ζωγραφισμένο την εποχή του γάμου της, στις αρχές του 19ου αιώνα. Τη δεύτερη φορά που πήγα στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά την επίσκεψή μου στην πατρίδα, όπου είχα πάει με τη μεγαλύτερη κόρη μου, μωρό τότε, για να τη γνωρίσουν οι συγγενείς, έφθασα στη Νέα Υόρκη κουρασμένη, άρρωστη, δυστυχισμένη και γεμάτη νοσταλγία. Πήγα στο Γκόθαμ Οτέλ στην Πέμπτη Λεωφόρο για να γευματίσω. Καθώς καθόμουν στο σαλόνι, πολύ καταπονημένη και θλιμμένη, πήρα ένα εικονογραφημένο περιοδικό. Ανοίγοντάς το βαριεστημένα είδα με έκπληξη να με κοιτάζουν τα πορτραίτα της γιαγιάς μου, του παππού μου και του προπάππου μου. Ήταν τόση η έκπληξη ώστε άρχισα να κλαίω, αλλά μετά απ’ αυτό έπαψα να νιώθω τόσο πολύ μακριά τους. Απ’ την ημέρα που άφησα το Λονδίνο (γύρω στα δεκατρία μου) μέχρι την ημέρα που υποτίθεται ότι συμπληρώθηκε η εκπαίδευσή μου, η ζωή μου ήταν μια συνεχής αλλαγή και μετακίνηση. Ούτε η δική μου υγεία ούτε της αδελφής μου ήταν πολύ καλή και γιαυτό περνούσαμε αρκετούς χειμώνες στο εξωτερικό, στη Γαλλική Ριβιέρα, όπου είχε αγορασθεί για μας μια μικρή βίλα, κοντά στη μεγαλύτερη ενός θείου μου. Εκεί είχαμε Γάλλους δασκάλους καθώς και μια συνοδό γκουβερνάντα κι όλα τα μαθήματά μας γίνονταν στα Γαλλικά. Περνούσαμε τα καλοκαίρια στο σπίτι μιας άλλης θείας, στη νότια Σκωτία, κάνοντας διάφορες επισκέψεις σε άλλους συγγενείς και φίλους στο Γκαλλογουαίη. Τώρα αντιλαμβάνομαι πόσο πλούσια ζωή επαφών ήταν· υπήρχε πολλή αργόσχολη ομορφιά εκείνες τις μέρες και πραγματική κουλτούρα. Υπήρχε καιρός για διάβασμα κι ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Το φθινόπωρο πηγαίναμε στο Ντεβονσάιρ, συνοδευόμενες από μια γκουβερνάντα, τη μις Γκοντμπάυ, που προσλήφθηκε όταν ήμουν δώδεκα ετών και έμεινε μαζί μας ώσπου πήγα σε ανώτερο σχολείο στο Λονδίνο, σε ηλικία δέκα οκτώ ετών. Ήταν το μόνο πρόσωπο με το οποίο ένιωθα “δεμένη”. Μου έδινε μια αίσθηση ότι “ανήκω κάπου” και ήταν απ’ τους λίγους ανθρώπους στη ζωή μου εκείνου του καιρού, που ένιωθα ότι μ’ αγαπούσε αληθινά και πίστευε σε μένα. Τρία πρόσωπα εκείνη την εποχή μου έδιναν αυτό το αίσθημα εμπιστοσύνης. Ένα απ’ αυτά ήταν η θεία μου Μάξουελ του Κάστραμοντ, για την οποία μίλησα νωρίτερα. Περνούσαμε κάθε καλοκαίρι μαζί της και ήταν – αναλογίζομαι – μια απ’ τις βασικές,


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

32

ρυθμιστικές δυνάμεις της ζωής μου. Έδωσε το βασικό τόνο στη ζωή μου, έτσι ώστε ακόμη και σήμερα νιώθω πως αν κατόρθωσα κάτι, οφειλόταν στη βαθιά πνευματική επιρροή της. Μέχρι που πέθανε διατηρούσε στενή επαφή μαζί μου, μολονότι είχα να τη δω είκοσι χρόνια πριν το θάνατό της. Το άλλο πρόσωπο που μου έδειχνε πάντα κατανόηση ήταν ο σερ Ουΐλλιαμ Γκόρντον του Έρλστον. Δεν ήταν συγγενής εξ αίματος αλλά εξ αγχιστείας και ήταν για όλους μας ο “θείος Μπίλυ”. Ήταν ένας από εκείνους – νεαρός ανθυπολοχαγός τότε – που ηγήθηκε της “επέλασης της Ελαφράς Ταξιαρχίας” στην Μπαλακλάβα και η φήμη έλεγε ότι ήταν ο μόνος άνδρας που γλίτωσε απ’ την επέλαση “κρατώντας το κεφάλι του κάτω απ’ τη μασχάλη του”. Συχνά, όταν ήμουν παιδί, ψαχούλευα τα χρυσά καρφιά που η χειρουργική εκείνου του καιρού είχε βάλει στο κρανίο του. Ωστόσο πάντα έπαιρνε το μέρος μου και μου φαίνεται σαν να τον ακούω να λέει (όπως συνήθιζε): “Βασίζομαι σε σένα Άλις. Τράβα το δρόμο σου. Ό,τι κάνεις θα είναι σωστό”. Το τρίτο πρόσωπο ήταν η γκουβερνάντα για την οποία σας μίλησα. Πάντα διατηρούσα επαφή μαζί της και την είδα λίγο πριν πεθάνει γύρω στα 1934. Ήταν τότε μια γριά κυρία, αλλά εμένα μου φάνηκε ίδια. Δύο πράγματα την ενδιέφεραν τότε. Ρώτησε τον άνδρα μου αν πίστευα ακόμη στον Χριστό και φάνηκε ν’ ανακουφίζεται βαθιά όταν της είπε πως και βέβαια πίστευα. Το άλλο ζήτημα που έθιξε αφορούσε ένα ανόητο επεισόδιο της ζωής μου. Ήθελε να μάθει αν θυμόμουν ότι όταν ήμουν περίπου δεκατεσσάρων ετών, είχα ρίξει ένα πρωί όλα της τα κοσμήματα στην τουαλέτα κι είχα τραβήξει το καζανάκι. Φυσικά το θυμόμουν. Ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα. Ήμουν θυμωμένη μαζί της για κάτι που δε θυμάμαι καθόλου. Πήγα στην κάμαρά της· μάζεψα όλα τα πολύτιμα πράγματα που είχε – ρολόι του χεριού, καρφίτσες, δαχτυλίδια κ.λπ. και τα εξαφάνισα οριστικά. Νόμιζα πως δεν ήταν δυνατό να μάθει ότι το έκανα εγώ. Αλλά ανακάλυψα ότι έδινε μεγαλύτερη σημασία σε μένα και στην ανατροφή μου παρά στα πράγματά της. Δεν ήμουν, όπως βλέπετε, καλό παιδί. Δεν ήμουν μόνο ευερέθιστη, αλλά ήθελα να ξέρω πάντα τι ήταν αυτό που έσπρωχνε τους ανθρώπους να ενεργούν και να συμπεριφέρονται έτσι. Η μις Γκοντμπάυ είχε τη συνήθεια να κρατά ένα ημερολόγιο στο οποίο κάθε βράδυ σημείωνε τις καθημερινές της αποτυχίες κι ανέλυε κάπως νοσηρά (για την τωρινή μου στάση) τα λόγια και τις πράξεις της με την ερώτηση: “Τι θα είχε κάνει ο Ιησούς στη θέση μου;” Ανακάλυψα αυτό το βιβλίο μια μέρα καθώς γυρόφερνα ψάχνοντας και το διάβασα προσεχτικά. Έτσι ανακάλυψα πως ήξερε ότι της είχα πάρει όλα τα κοσμήματα και τα είχα καταστρέψει αλλά – σαν ένδειξη αυτοπειθαρχίας και για να με βοηθήσει – ήταν αποφασισμένη να μη μου πει ούτε λέξη μέχρις ότου η συνείδησή μου με σπρώξει στην εξομολόγηση. Ήξερε ότι θα ομολογούσα αναπόφευκτα, αφού μου είχε εμπιστοσύνη – δεν μπορώ να φαντασθώ γιατί. Μετά από τρεις μέρες πήγα και της είπα τι είχα κάνει, μόνο για ν’ ανακαλύψω ότι στενοχωρήθηκε περισσότερο που είχα διαβάσει τα προσωπικά της χαρτιά παρά που είχα καταστρέψει τα κοσμήματά της. Καταλαβαίνετε ότι εξομολογήθηκα τα πάντα. Η αντίδρασή της μου έδωσε μια νέα αίσθηση αξιών. Μ’ έβαλε σε βαθιές σκέψεις, πράγμα καλό για την ψυχή μου. Για


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

33

πρώτη φορά άρχισα να ξεχωρίζω τις πνευματικές από τις υλικές αξίες. Γι’ αυτήν ήταν μεγαλύτερη αμαρτία ν’ ατιμασθεί κανείς διαβάζοντας ιδιωτικές σημειώσεις παρά καταστρέφοντας υλικά πράγματα. Μου έδωσε την ώθηση για το πρώτο μου μεγάλο μάθημα αποκρυφισμού· να διακρίνω μεταξύ του Εαυτού και του μη-Εαυτού και μεταξύ των απτών και των άψαυστων αξιών. Στο διάστημα που ήταν μαζί μας κληρονόμησε κάποια χρήματα – όχι κανένα μεγάλο ποσό, αλλά αρκετό για να ελευθερωθεί από την ανάγκη να κερδίζει το ψωμί της. Όμως αρνήθηκε να μας εγκαταλείψει, νιώθοντας (όπως μου είπε αργότερα, όταν μεγάλωσα) ότι χρειαζόμουν προσωπικά τη φροντίδα και την κατανόησή της. Ήμουν τυχερή στις σχέσεις μου και κυρίως γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο αξιαγάπητοι, καλοί και γεμάτοι κατανόηση. Θέλω να τονίσω ότι αυτή κι η θεία μου Μάργκαρετ μου έδωσαν κάτι με τόση αληθινή πνευματική σημασία, ώστε μέχρι σήμερα προσπαθώ να ζω με τον τόνο που αυτές έκρουσαν. Διέφεραν πολύ μεταξύ τους. Η μις Γκοντμπάυ ήταν άσχημη, τελείως συνηθισμένη από κάθε άποψη, αλλά ήταν σοβαρή και γλυκιά. Η θεία μου ήταν εξαιρετικά ωραία, πασίγνωστη για τις φιλανθρωπικές και θρησκευτικές της απόψεις κι εξίσου σοβαρή και γλυκιά. Στα 18 μου μ’ έστειλαν σ’ ένα σχολείο στο Λονδίνο για να τελειώσω τις σπουδές μου, ενώ η αδελφή μου ξαναπήγε στη νότια Γαλλία με μια γκουβερνάντα. Ήταν η πρώτη φορά που χωριστήκαμε και η πρώτη φορά που έμεινα μόνη μου. Δε νομίζω ότι είχα μεγάλη επιτυχία στο σχολείο· ήμουν καλή στην ιστορία και τη φιλολογία, πραγματικά πολύ καλή. Είχα πάρει μια καλή κλασσική παιδεία και πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για την εντατική και ιδιωτική εκπαίδευση που παίρνει ένα παιδί όταν έχει έναν καλό και καλλιεργημένο δάσκαλο. Αλλά στα μαθηματικά, ακόμη και στην απλή αριθμητική, ήμουν απελπιστικά κακή – τόσο κακή, ώστε σ’ αυτό το σχολείο εξαιρέθηκαν τελείως από το πρόγραμμά μου, γιατί σκέφθηκαν ότι δεν ήταν δυνατό να επιτρέψουν σ’ ένα ψηλό κορίτσι 18 ετών να κάνει προσθέσεις με δωδεκάχρονα. Ίσως να με θυμούνται (που είναι αμφίβολο) σαν το κορίτσι που μάζευε όλα τα πουπουλένια μαξιλάρια και τα έριχνε από το τρίτο πάτωμα στα κεφάλια των καλεσμένων της Διευθύντριας, καθώς προχωρούσαν επίσημα για την τραπεζαρία του ισογείου. Κι αυτό γινόταν ανάμεσα στα ψιθυρίσματα θαυμασμού των άλλων κοριτσιών. Έπειτα ακολούθησε μια διακοπή δύο χρόνων μιας πολύ μονότονης κοινής ζωής. Ο κηδεμόνας μας μας νοίκιασε ένα μικρό σπίτι σε μια μικρή πόλη του Χερτφορντσάιρ κοντά στο Σαιντ Άλμπανς, μας εγκατέστησε εκεί με μια συνοδό και μας άφησε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν ν’ αγοράσουμε τα καλύτερα ποδήλατα που μπορούσαν τότε να βρεθούν και ν’ αρχίσουμε την εξερεύνηση της περιοχής. Μέχρι σήμερα θυμάμαι την έντονη υπερδιέγερσή μας όταν έφθασαν τα δύο δέματα και ξεπακετάραμε τα δύο γυαλιστερά μηχανήματα. Πηγαίναμε παντού και περνούσαμε ωραία. Εξερευνούσαμε την περιοχή που τότε ήταν καθαρά εξοχική κι όχι το αστικό προάστιο που είναι σήμερα. Νομίζω ότι εκείνη την εποχή απέκτησα την κλίση μου για το μυστήριο, που αργότερα εξελίχθηκε σε μεγάλο πάθος για τις


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

34

αστυνομικές και μυστηριώδεις ιστορίες. Ένα ηλιόλουστο πρωί καθώς ανεβάζαμε τα ποδήλατά μας σ’ έναν πολύ ανηφορικό λόφο, δύο άνδρες με ποδήλατα πέρασαν δίπλα μας, κατεβαίνοντας το λόφο. Καθώς πήγαιναν, ο ένας απ’ τους δύο είπε στο σύντροφό του: “Μα σε βεβαιώνω, φίλε, στεκόταν στο ένα πόδι και πήγαινε σαν το διάβολο”. Μέχρι σήμερα αναρωτιέμαι γι’ αυτό το μυστήριο κι ακόμη δεν μπορώ να βρω λύση. Εκείνη την εποχή έκανα την πρώτη μου απόπειρα να διδάξω. Ανέλαβα μια τάξη αγοριών στο Κατηχητικό Σχολείο. Ήταν κάτω από είκοσι ετών και φημίζονταν ότι ήταν εντελώς ατίθασα. Συμφώνησα να τους κάνω μάθημα σε μια άδεια αίθουσα κοντά στην εκκλησία κι όχι στο Κατηχητικό Σχολείο· έτσι θα ήμουν μόνη. Περάσαμε συνταρακτικές ώρες. Αρχίσαμε με οχλαγωγία και κλάματα από μέρους μου, αλλά μετά από τρεις μήνες είμαστε μια ομάδα στενών φίλων. Τι δίδαξα και πώς το δίδαξα έχει τελείως ξεχασθεί. Ό,τι θυμάμαι είναι ατελείωτα γέλια, φασαρία και πολλή φιλία. Μπορεί να έκανα κάτι καλό· δεν ξέρω· ξέρω μόνο ότι τους κρατούσα μακριά από αταξίες για δύο ώρες κάθε Κυριακή πρωί. Εκείνες τις μέρες και μέχρι να κλείσω τα 22 και να γίνω κάτοχος ενός μικρού εισοδήματος (όπως κι η αδελφή μου) ζούσαμε τη ζωή των κοσμικών κοριτσιών· είχαμε τις λεγόμενες τρεις “Λονδρέζικες εποχές”, συμμετέχοντας στα συνηθισμένα γκάρντεν πάρτι, τσάγια και δείπνα κι είχαμε πλέον βγει στο νυφοπάζαρο. Ήμουν τότε πολύ θρήσκα, αλλά έπρεπε να πηγαίνω στους χορούς, γιατί δεν ήθελα να πηγαίνει η αδελφή μου σ’ αυτά τα διεφθαρμένα πράγματα χωρίς εμένα. Πώς με ανέχονταν οι άνθρωποι που συναντούσα εκεί, δεν ξέρω. Ήμουν τόσο θρησκόληπτη και τόσο ποτισμένη από μυστικιστική συνείδηση και η συνείδησή μου ήταν τόσο νοσηρά ευαίσθητη, ώστε μου ήταν αδύνατο να χορέψω μ’ έναν άνδρα ή να καθίσω στο δείπνο δίπλα σε κάποιο πρόσωπο χωρίς πρώτα να βεβαιωθώ αν είχε “σωθεί” ή όχι. Νομίζω πως το μόνο πράγμα που μ’ έσωζε από την πλήρη απέχθεια και τη σφοδρή αντιπάθεια ήταν η ειλικρίνειά μου κι η φανερή μου έχθρα να κάνω ανάκριση. Επίσης ήμουν πολύ νέα, πολύ ανόητη, πάρα πολύ νόστιμη και καλοντυμένη και σε πείσμα της επιδεικτικής μου αγιότητας, ήμουν κομψή, πνευματώδης, καλοαναθρεμμένη και μερικές φορές ενδιαφέρουσα. Είχα έναν κρυφό αυτοσεβασμό, γιατί θυμάμαι ότι ήμουν τόσο οδυνηρά ντροπαλή και σιωπηλή, ώστε υπέφερα ανείπωτες αγωνίες καθώς πιεζόμουν να εκφράσω ενδιαφέρον για τις ψυχές ξένων. Εκτός απ’ το γεγονός ότι η θεία μου και η γκουβερνάντα μου ήταν πολύ θρήσκες, τι ήταν αυτό που μ’ έκανε να είμαι τόσο προσκολλημένη στην πνευματική μου έφεση και στην απόφασή μου να είμαι απαρέγκλιτα ενάρετη; Ότι η απόφαση αυτή χρωματιζόταν απ’ το θρησκευτικό μου περιβάλλον δε συζητιέται· δεν ήξερα άλλο τρόπο να εκφράσω την πνευματικότητά μου παρά να παρακολουθώ, αν ήταν δυνατό κάθε πρωί, τη λειτουργία του όρθρου και να προσπαθώ να σώσω τους ανθρώπους. Η ιδιαίτερη αυτή έκφραση θρησκευτικής υπηρεσίας και δράσης ήταν αδύνατο να εμποδισθεί και τελικά έφτασε στην υπερβολή. Ποιος ήταν όμως ο παράγοντας που άλλαξε σε εργάτη και – πρόσκαιρα – σε φανατικό το δύσθυμο, μάλλον ματαιόδοξο κι αργόσχολο νεαρό


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

35

κορίτσι; Στις 30 Ιουνίου 1895 είχα μια εμπειρία που μ’ έκανε να μην ξεχνάω ποτέ αυτή την ημερομηνία και να τη θυμάμαι πάντα. Για μήνες βρισκόμουν στις αγωνίες της εφηβικής δυστυχίας. Η ζωή δεν άξιζε να τη ζει κανείς. Δεν υπήρχε παρά θλίψη και βάσανα. Δεν είχα ζητήσει να έρθω στον κόσμο, όμως βρισκόμουν εδώ. Ήμουν μόλις 15 ετών. Κανένας δε μ’ αγαπούσε κι ήξερα πως είχα εριστική διάθεση κι έτσι δε με παραξένευε που η ζωή ήταν τόσο δύσκολη. Δεν υπήρχε μπροστά μου άλλο μέλλον εκτός από το γάμο και την πληκτική ζωή της τάξης και της σειράς μου. Μισούσα τους πάντες (εκτός από δύο ή τρία πρόσωπα) και ζήλευα την αδελφή μου, το μυαλό της και την ομορφιά της. Είχα διδαχθεί το στενότερο είδος Χριστιανισμού· αν οι άνθρωποι σκέφτονταν σαν εμένα δε θα μπορούσαν να σωθούν. Η Εκκλησία της Αγγλίας ήταν διαιρεμένη στο Ανώτερο Εκκλησιαστικό κόμμα που ήταν σχεδόν Αγγλοκαθολικό και στο Κατώτερο Εκκλησιαστικό κόμμα που πίστευε σε μια κόλαση για όσους δε δέχονταν ορισμένα δόγματα και σ’ έναν παράδεισο για όσους το έκαναν. Ανήκα έξι μήνες το χρόνο στο ένα κόμμα κι έξι μήνες το χρόνο (όταν δεν ήμουν στη Σκωτία υπό την επιρροή της θείας μου) στο άλλο. Παράδερνα μεταξύ της ομορφιάς του τελετουργικού και της στενότητας του δόγματος. Και οι δύο πλευρές σφυροκοπούσαν τη συνείδησή μου για το ιεραποστολικό έργο. Ο κόσμος ήταν διαιρεμένος σ’ όσους ήταν Χριστιανοί κι εργάζονταν σκληρά για να σώσουν ψυχές και σ’ όσους ήταν ειδωλολάτρες και προσκυνούσαν πέτρινα είδωλα και τα λάτρευαν. Ο Βούδδας ήταν ένα πέτρινο είδωλο· ουδέποτε σκέφθηκα τότε ότι οι εικόνες του Βούδδα ήταν ίδιες με τις εικόνες και τα αγάλματα του Χριστού στις Χριστιανικές εκκλησίες με τις οποίες είχα τόσο εξοικειωθεί στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Βρισκόμουν σε μια πυκνή ομίχλη. Και τότε – στο κορύφωμα της δυστυχίας μου και ανάμεσα στα διλήμματα και τις αμφιβολίες μου – ήρθε ένας απ’ τους Διδασκάλους της Σοφίας. Τον καιρό που συνέβη και για πολλά χρόνια μετά δεν είχα την παραμικρή ιδέα ποιος ήταν. Ήμουν κατατρομαγμένη με το γεγονός. Αν και πολύ νέα, ήμουν αρκετά έξυπνη ώστε να ξέρω κάτι για τον εφηβικό μυστικισμό και τη θρησκευτική υστερία· είχα ακούσει θρησκευτικούς εργάτες να μιλούν γι’ αυτή. Είχα παρακολουθήσει πολλές αναγεννητικές συγκεντρώσεις και είχα δει ανθρώπους να “χάνουν τον έλεγχο”, όπως έλεγα. Δεν ανέφερα λοιπόν σε κανένα την εμπειρία μου από φόβο μήπως χαρακτηρισθώ σαν “διανοητική περίπτωση” και σαν κάποιος που έχει ανάγκη προσεκτικής παρακολούθησης και μεταχείρισης. Είχα μια έντονη πνευματική ζωντάνια. Είχα επίγνωση των σφαλμάτων μου σε ανώμαλο βαθμό. Έμενα με τη θεία μου Μάργκαρετ στο Κάστραμοντ του Κερκαντμπραϊτσάιρ εκείνη την εποχή και η ατμόσφαιρα ήταν σωστή. Ήταν Κυριακή πρωί. Την προηγούμενη Κυριακή είχα ακούσει ένα κήρυγμα που είχε ξεσηκώσει την έφεσή μου. Αυτή την Κυριακή, για κάποιο λόγο, δεν είχα πάει στην εκκλησία. Όλη η υπόλοιπη οικογένεια είχε πάει και δε βρισκόταν στο σπίτι άλλος από μένα και τους υπηρέτες. Καθόμουν στο σαλόνι και διάβαζα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ένας ψηλός άνδρας ντυμένος με Ευρωπαϊκά ρούχα (πολύ καλοραμμένα, θυμάμαι),


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

36

αλλά μ’ ένα τουρμπάνι στο κεφάλι. Μπήκε και κάθισε πλάι μου. Είχα τόσο πετρώσει στη θέα του τουρμπανιού, ώστε δεν μπορούσα να βγάλω άχνα και να ρωτήσω τι γύρευε εκεί. Τότε άρχισε να μιλά. Μου είπε ότι είχε σχεδιασθεί να κάνω κάποια εργασία στον κόσμο, αλλά προϋπέθετε μια σημαντική αλλαγή του χαρακτήρα μου· έπρεπε να πάψω να είμαι ένα τόσο δυσάρεστο μικρό κορίτσι και να δοκιμάσω ν’ αποκτήσω κάποιο μέτρο αυτοελέγχου. Η μελλοντική μου χρησιμότητα γι’ Αυτόν και τον κόσμο θα εξαρτιόταν απ’ το πώς θα χειριζόμουν τον εαυτό μου και απ’ τις αλλαγές που θα κατάφερνα να κάνω. Είπε πως αν πετύχαινα πραγματικό αυτοέλεγχο, θα μπορούσα τότε να είμαι άξια εμπιστοσύνης και να ταξιδέψω σ’ όλο τον κόσμο και να επισκεφθώ πολλές χώρες, “κάνοντας συνεχώς το έργο του Διδασκάλου σου”. Αυτά τα λόγια αντηχούν στα αυτιά μου από τότε. Τόνισε ότι όλα εξαρτώνταν από μένα κι απ’ ό,τι θα έκανα κι έπρεπε να κάνω αμέσως. Πρόσθεσε ότι θα ερχόταν σ’ επαφή μαζί μου κατά διαστήματα αρκετών χρόνων. Η συνέντευξη ήταν πολύ σύντομη. Δεν έλεγα τίποτε παρά μόνο άκουγα καθώς μιλούσε με μεγάλη έμφαση. Αφού είπε ό,τι είχε έρθει να πει, σηκώθηκε κι έφυγε, σταματώντας για λίγο στην πόρτα και ρίχνοντάς μου μια ματιά που τη θυμάμαι πολύ καθαρά μέχρι σήμερα. Δεν ήξερα τι να σκεφθώ για όλα αυτά. Όταν συνήλθα απ’ το σοκ, ένιωσα πρώτα τρόμο και νόμισα ότι άρχισα να τρελαίνομαι ή ότι είχα αποκοιμηθεί και ονειρευόμουν κι έπειτα αντέδρασα μ’ ένα αίσθημα αυτάρεσκης ικανοποίησης. Ένιωθα ότι ήμουν σαν την Ζαν ντ’ Αρκ (την ηρωίδα μου εκείνης της εποχής) κι ότι έβλεπα, όπως κι εκείνη, πνευματικά οράματα και συνεπώς είχα επιλεγεί για μεγάλα έργα. Ποια ήταν δεν μπορούσα να φαντασθώ, αλλά έβλεπα τον εαυτό μου σαν το δραματικό και θαυμαστό δάσκαλο χιλιάδων. Είναι ένα πολύ συνηθισμένο λάθος από μέρους των αρχαρίων και βλέπω σήμερα ένα σωρό τέτοια σε διάφορες αποκρυφιστικές ομάδες. Ο ζήλος και η έφεση των ανθρώπων κατορθώνει να τους φέρει κάποια εσώτερη, πνευματική επαφή που την ερμηνεύουν κατόπιν με όρους προσωπικής επιτυχίας και σπουδαιότητας. Μια αντίδραση υπερδιέγερσης. Την αντίδραση αυτή διαδέχθηκε εκείνη στην οποία η κριτική Του για μένα έγινε κυρίαρχη στο νου μου. Αποφάσισα ότι ίσως να μην ήμουν σαν την Ζαν ντ’ Αρκ, αλλά απλά κάποια που θα μπορούσε να γίνει καλύτερη απ’ ό,τι ήταν και θα μπορούσε να αρχίσει να ελέγχει μια μάλλον βίαιη ιδιοσυγκρασία. Αυτό άρχισα να κάνω. Προσπάθησα να μην είμαι τόσο δύστροπη και να συγκρατώ τη γλώσσα μου και για ένα διάστημα έγινα τόσο εμφανώς καλή, ώστε η οικογένειά μου αναστατώθηκε· αναρωτιόνταν μήπως ήμουν άρρωστη και σχεδόν με ικέτευαν να ξαναρχίσω τις εκρηκτικές μου επιδείξεις. Είχα γίνει ευχάριστη, γλυκιά κι ευαίσθητη. Με την πάροδο των χρόνων διαπίστωσα ότι κάθε επτά χρόνια (ώσπου έγινα τριάντα πέντε ετών) είχα δείγματα της εποπτείας και του ενδιαφέροντος αυτού του ατόμου. Έπειτα, το 1915, ανακάλυψα ποιος ήταν κι ότι Τον γνώριζαν κι άλλοι. Από τότε η σχέση μας έγινε στενότερη ώσπου σήμερα μπορώ να έρχομαι κατά βούληση σ’ επαφή μαζί Του. Αυτή η προθυμία από μέρους ενός Διδασκάλου είναι δυνατή μόνον όταν ο μαθητής είναι επίσης πρόθυμος να μην επωφεληθεί ποτέ απ’ την ευκαιρία, εκτός από


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

37

στιγμές πραγματικής ανάγκης για την παγκόσμια υπηρεσία. Διαπίστωσα ότι ο επισκέπτης ήταν ο Διδάσκαλος Κ.Χ., ο Διδάσκαλος Κουτ Χούμι, ένας Διδάσκαλος που είναι πολύ κοντά στον Χριστό, βρίσκεται στη γραμμή της διδασκαλίας και είναι εξέχων εκφραστής της αγάπης-σοφίας της οποίας πλήρης έκφραση είναι ο Χριστός. Η πραγματική αξία αυτής της εμπειρίας δε βρίσκεται στο γεγονός ότι εγώ, ένα μικρό κορίτσι που ονομαζόταν Άλις Λα Τρομπ-Μπαίητμαν, είχα μια συνέντευξη μ’ ένα Διδάσκαλο, αλλά στο γεγονός ότι χωρίς να ξέρω τίποτε για την ύπαρξή Τους, συνάντησα έναν απ’ Αυτούς και μίλησα μαζί Του. Η αξία βρίσκεται επίσης στο γεγονός πως ό,τι μου είπε αποδείχθηκε αληθινό (έπειτα από σκληρές προσπάθειες να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις) και γιατί ανακάλυψα πως δεν ήταν ο Διδάσκαλος Ιησούς, όπως ήταν φυσικό να υποθέσω, αλλά ένας Διδάσκαλος που δεν μπορούσα να έχω ακουστά και μου ήταν τελείως άγνωστος. Ωστόσο ο Διδάσκαλος Κ.Χ. είναι ο Διδάσκαλός μου, αγαπημένος κι αληθινός. Εργάζομαι γι’ Αυτόν από τότε που ήμουν δεκαπέντε ετών κι είμαι τώρα μια απ’ τις πρεσβύτερες μαθήτριες της ομάδας Του ή – όπως λέγεται εσωτερικά – του Άσραμ Του. Κάνω αυτή τη δήλωση έχοντας υπόψη ένα συγκεκριμένο σκοπό. Τόσες πολλές ανοησίες έχουν ειπωθεί και τόσες πολλές αξιώσεις έχουν γίνει από εκείνους που δεν έχουν την εμπειρία και τον απαιτούμενο νοητικό και πνευματικό προσανατολισμό, ώστε οι αληθινοί μαθητές ντρέπονται ν’ αναφέρουν το έργο και τη θέση τους. Θέλω να διευκολύνω τέτοιους μαθητές στο μέλλον και να “ξεσκεπάσω” τις ανοησίες που διατυπώθηκαν από πολλές εσωτερικές (λεγόμενες) σχολές σκέψης. Η αξίωση για μαθητεία είναι πάντα θεμιτή· δεν αφαιρεί τίποτε και φέρνει μόνο βάρος όταν υποστηριχθεί από μια ζωή υπηρεσίας. Η αξίωση ότι είναι κάποιος μυημένος ορισμένου βαθμού δεν είναι ποτέ επιτρεπτή παρά μόνο μεταξύ εκείνων του ίδιου βαθμού και τότε είναι περιττή. Ο κόσμος είναι γεμάτος μαθητές. Ας το αναγνωρίσουν. Ας σταθούν μαζί με τα δεσμά της μαθητείας κι ας διευκολύνουν τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Έτσι θ’ αποδειχθεί η ύπαρξη των Διδασκάλων και θ’ αποδειχθεί με το σωστό τρόπο – με τη ζωή και τη μαρτυρία εκείνων που εκπαιδεύουν. Ένα άλλο γεγονός περίπου την ίδια εποχή μου έδωσε την πεποίθηση για έναν άλλο κόσμο γεγονότων. Είναι κάτι που – τον καιρό που έγινε – δε θα μπορούσα να το φαντασθώ, μην έχοντας καμιά ένδειξη ότι ένα τέτοιο συμβάν ήταν δυνατό. Δύο φορές είδα ένα όνειρο με πλήρη εγρήγορση συνείδησης. Το ονομάζω όνειρο, γιατί ήταν αδύνατο να φαντασθώ εκείνο τον καιρό τι άλλο θα μπορούσε να ήταν. Τώρα ξέρω ότι συμμετείχα σε κάτι που πραγματικά συνέβη. Εκείνη την εποχή των δύο περιστατικών αυτή η γνώση βρισκόταν έξω απ’ το πεδίο της συνηθισμένης αναγνώρισής μου. Κι εδώ βρίσκεται η αξία του συμβάντος. Δεν υπήρχε έδαφος για αυθυποβολή, ευσεβείς πόθους ή υπερτροφική φαντασία. Δύο φορές έλαβα μέρος (ενώ ζούσα κι εργαζόμουν στη Μεγάλη Βρετανία) σε μια εξαιρετική τελετή, αλλά μόνο έπειτα από δύο σχεδόν δεκαετίες μετά τη συμμετοχή μου ανακάλυψα περί τίνος επρόκειτο. Ανακάλυψα τελικά ότι η τελετή στην οποία έλαβα μέρος γίνεται κάθε χρόνο στην “Πανσέληνο του Μαΐου”. Είναι η πανσέληνος του μήνα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

38

Βαϊσάκα (Ταύρος) του Ινδικού ημερολογίου με το αρχαίο του όνομα. Αυτός ο μήνας έχει ζωτική σημασία για όλους τους Βουδδιστές και η πρώτη μέρα του είναι εθνική γιορτή, γνωστή σαν Ινδική Πρωτοχρονιά. Το συνταρακτικό αυτό γεγονός συμβαίνει κάθε χρόνο στα Ιμαλάια. Γίνεται σε μια κοιλάδα και δεν είναι ένα μυθικό, υποσυνείδητο γεγονός, αλλά ένα πραγματικό συμβάν στο φυσικό πεδίο. Βρέθηκα (εντελώς ξυπνητή) σ’ αυτή την κοιλάδα, αποτελώντας μέρος ενός τεράστιου, οργανωμένου πλήθους – κυρίως Ανατολικού αλλά με σημαντική συμμετοχή ανθρώπων της Δύσης. Ήξερα ακριβώς πού στεκόμουν μέσα σ’ αυτό το πλήθος και αντιλαμβανόμουν ότι αυτή ήταν η σωστή μου θέση που υποδείκνυε την πνευματική μου κατάσταση. Η κοιλάδα ήταν εκτεταμένη και ωοειδής, βραχώδης και περιτριγυρισμένη από ψηλά βουνά. Οι άνθρωποι που πλημμύριζαν την κοιλάδα ήταν στραμμένοι στην Ανατολή και σ’ ένα στενό πέρασμα που έμοιαζε με λαιμό μπουκαλιού. Μπροστά ακριβώς στο κωνοειδές αυτό πέρασμα υψωνόταν ένας πελώριος βράχος που εξείχε απ’ το έδαφος της κοιλάδας σαν ένα μεγάλο τραπέζι και στην κορυφή του υπήρχε ένα μεγάλο κρυστάλλινο κύπελλο που φαινόταν να έχει διάμετρο περίπου ένα μέτρο. Αυτό το κύπελλο ήταν γεμάτο νερό. Μπροστά απ’ το πλήθος και μπροστά απ’ το βράχο στέκονταν τρεις Μορφές. Σχημάτιζαν ένα τρίγωνο και με έκπληξή μου η μια κορυφή του τριγώνου μου φάνηκε ότι ήταν ο Χριστός. Το πλήθος που περίμενε, φαινόταν να βρίσκεται σε συνεχή κίνηση και σε κάθε κίνηση σχημάτιζε μεγάλα και γνώριμα σύμβολα – το Σταυρό στις διάφορες μορφές του, τον κύκλο με το σημείο στο κέντρο, τον πεντάκτινο αστέρα και διάφορα συμπλέγματα τριγώνων. Έμοιαζε σχεδόν σαν ένας επιβλητικός ρυθμικός χορός, πολύ αργός κι επίσημος αλλά τελείως αθόρυβος. Ξαφνικά οι τρεις Μορφές μπροστά στο βράχο άπλωσαν τα χέρια τους στον ουρανό. Το πλήθος πάγωσε ακίνητο. Στην πιο μακρινή άκρη του λαιμού μπουκαλιού μια Μορφή φάνηκε στον ουρανό, αιωρούμενη πάνω απ’ το πέρασμα και προσεγγίζοντας αργά το βράχο. Ήξερα με κάποιο υποκειμενικό και σίγουρο τρόπο ότι ήταν ο Βούδδας. Είχα μια αίσθηση αναγνώρισης. Ήξερα συγχρόνως ότι με κανένα τρόπο δεν υποβιβαζόταν ο Χριστός μας. Είχα μια αναλαμπή της ενότητας και του Σχεδίου στο οποίο ο Χριστός, ο Βούδδας κι όλοι οι Διδάσκαλοι είναι αιώνια αφιερωμένοι. Για πρώτη φορά κατάλαβα, αν και μ’ ένα αμυδρό κι αβέβαιο τρόπο, την ενότητα όλης της εκδήλωσης κι ότι κάθε ύπαρξη – ο υλικός κόσμος, το πνευματικό βασίλειο, ο ανατείνων μαθητής, το εξελισσόμενο ζώο και η ομορφιά του φυτικού και ορυκτού βασιλείου – αποτελεί ένα θείο και ζωντανό σύνολο που κινείται στην εκδήλωση της δόξας του Κυρίου. Συνέλαβα – αμυδρά – ότι τα ανθρώπινα όντα χρειάζονται τον Χριστό και τον Βούδδα κι όλα τα Μέλη της πλανητικής Ιεραρχίας κι ότι υπήρχαν γεγονότα και συμβάντα πολύ μεγαλύτερης σημασίας για την πρόοδο της φυλής απ’ αυτά που καταγράφονται στην ιστορία. Έμεινα σαστισμένη, γιατί για μένα (εκείνο τον καιρό) ο ειδωλολάτρης ήταν ειδωλολάτρης και ήμουν Χριστιανή. Βαθιές και θεμελιώδεις αμφιβολίες έμειναν στο νου μου. Από κει και πέρα η ζωή μου χρωματίσθηκε (κι εξακολουθεί σήμερα) από τη γνώση ότι υπήρχαν Διδάσκαλοι και υποκειμενικά γεγονότα στα εσώτερα πνευματικά


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

39

πεδία και στον κόσμο της έννοιας, που είναι τμήμα της ίδιας της ζωής, ίσως το πιο σημαντικό τμήμα. Πώς θα μπορούσα να ταιριάξω αυτά τα πράγματα με την περιορισμένη θεολογία μου και την καθημερινή μου ζωή; Δεν ήξερα. Λένε ότι οι πιο βαθιές και πιο προσωπικές πνευματικές μας εμπειρίες δεν πρέπει ποτέ να συζητούνται ή ν’ αναφέρονται. Είναι μια θεμελιώδης αλήθεια και κανείς “βιώσας” αληθινά δεν ενδιαφέρεται για τέτοιες συζητήσεις. Όσο βαθύτερη και ζωτικότερη είναι η εμπειρία τόσο μικρότερος είναι ο πειρασμός να την πει. Μόνο οι αρχάριοι που έχουν στη συνείδησή τους θεωρητικά, φανταστικά γεγονότα, διεκδικούν τέτοιες εμπειρίες. Εσκεμμένα όμως ανέφερα τα δύο υποκειμενικά αυτά συμβάντα (ήταν το πρώτο υποκειμενικό;) γιατί είναι καιρός άνθρωποι με κάποια θέση και αναγνωρισμένη σύνεση και νοημοσύνη να προσθέσουν τη μαρτυρία τους σ’ εκείνη του συχνά δυσφημούμενου μυστικιστή και αποκρυφιστή. Έχω μια καλή θέση σαν έξυπνη και κανονική γυναίκα, σαν δραστήριο στέλεχος και δημιουργική συγγραφέας κι αποφάσισα να προσθέσω τη γνώση και την πεποίθησή μου στη μαρτυρία πολλών άλλων ανά τους αιώνες. Όλο αυτό τον καιρό είχα επιδοθεί σε καλά έργα. Ήμουν μια φλογερή εργάτρια της Χ.Ε.Ν. Παρευρισκόμουν (με ανοχή, λόγω της νεαρής μου ηλικίας) στις συγκεντρώσεις των αρχηγών της οργάνωσης, γιατί πρόεδρος ήταν η θεία μου. Δαπανούσα πολύ χρόνο επισκεπτόμενη πολυπληθείς συγκεντρώσεις, όπου ήμουν ευπρόσδεκτη γιατί ήμουν η Άλις Λα Τρομπ-Μπαίητμαν και όπου πάλευα με τις ψυχές των συγχρόνων μου για να τις σώσω. Ήμουν πολύ καλή στο να σώζω ψυχές, αλλά αναρωτιέμαι τώρα – απ’ τη σκοπιά της εγκόσμιας σοφίας – μήπως σώζονταν πολύ γρήγορα για να με ξεφορτωθούν, τόσο πιεστική κι ένθερμη ήμουν. Συγχρόνως η μυστικιστική τάση της ζωής μου βάθαινε σταθερά· ο Χριστός ήταν για μένα μια συνεχώς παρούσα πραγματικότητα. Πήγαινα στα έλη της Σκωτίας ή περιπλανιόμουν μονάχη στους πορτοκαλεώνες της Μαντόν στη νότια Γαλλία ή στους λόφους του Μοντρέ στη λίμνη της Γενεύης και προσπαθούσα να νιώσω το Θεό. Ξάπλωνα σ’ ένα χωράφι ή δίπλα σ’ ένα βράχο και προσπαθούσα ν’ ακούσω τη σιωπή γύρω μου και ν’ ακούσω τη Φωνή – αφού είχαν σιγήσει οι πολλές φωνές της φύσης και μέσα μου. Ήξερα ότι πίσω από καθετί που μπορούσα να δω και ν’ αγγίξω, υπήρχε Κάτι που δεν μπορούσα να δω αλλά μπορούσα να νιώσω και που ήταν πιο πραγματικό και πιο ουσιαστικά αληθινό απ’ το απτό. Είχα ανατραφεί με την πίστη σ’ έναν Υπερβατικό Θεό, έξω απ’ τον κόσμο που δημιούργησε, ανεξιχνίαστο, απρόβλεπτο, συχνά σκληρό (αν κρίνω απ’ όσα αναφέρει η Παλαιά Διαθήκη), που αγαπούσε μόνο όσους Τον αναγνώριζαν και Τον δέχονταν και που σκότωσε το μοναδικό Του Υιό για να μπορέσουν να σωθούν και να μη χαθούν για πάντα άνθρωποι σαν εμένα. Έμφυτα κατέκρινα αυτή την παρουσίαση ενός στοργικού Θεού, αλλά αυτόματα τη δεχόμουν. Όμως Αυτός ήταν πολύ μακριά, απλησίαστος και απροσπέλαστος. Όμως συνεχώς κάτι μέσα μου, αόριστο κι απροσδιόριστο, προσέγγιζε τον Ενυπάρχοντα Θεό, ένα Θεό πίσω από κάθε μορφή, που μπορούσε να βρεθεί παντού και να προσεγγισθεί και να γίνει γνωστός πραγματικά, που αγαπούσε αληθινά όλα τα όντα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

40

– καλά και κακά – που τα κατανοούσε μαζί με τις ατέλειες και τις δυσκολίες τους. Αυτός ο Θεός δεν ήταν καθόλου η τρομακτική και φοβερή Θεότητα μπροστά στην οποία υποκλινόταν, όπως ήξερα, η Χριστιανική Εκκλησία. Όμως θεολογικά δεν υπήρχε τέτοιο ον. Υπήρχε μόνο ένας Θεός που έπρεπε να εξευμενίζεται· που ήταν ζηλότυπος για τα δικαιώματά Του· που μπορούσε να δολοφονήσει το μοναδικό Υιό Του σ’ ένα παράλογο σχέδιο σωτηρίας του ανθρώπινου γένους και που δεν ήταν καλός ούτε όσο ένας μέσος γονιός για το παιδί του. Αυτές ήταν οι σκέψεις που έσπευδα να τις αποδιώξω σαν φαύλες και ψεύτικες, αλλά ανεπαίσθητα τρύπωναν πίσω απ’ τη σκηνή. Όμως υπήρχε πάντα ο Χριστός. Τον ήξερα· αγωνιζόταν και λαχταρούσε για την ανθρωπότητα· αγωνιούσε να τους σώσει, αλλά φαινόταν τελείως αδύνατο να τους σώσει σε μεγάλη κλίμακα κι έτσι έπρεπε να στέκει και να τους βλέπει να πηγαίνουν στην κόλαση. Δεν κατάφερνα τότε να τα διατυπώσω όλα αυτά καθαρά· εγώ είχα σωθεί και ήμουν ευτυχισμένη που είχα σωθεί. Εργαζόμουν σκληρά να σώσω κι άλλους και ήταν πολύ άσχημο που ο Θεός είχε δημιουργήσει την κόλαση, αλλά φυσικά δεχόμουν πως ήξερε τι έκανε και – στο κάτω-κάτω – κανένας πραγματικός Χριστιανός δε ρωτούσε το Θεό: απλά δεχόταν ό,τι του είχαν πει πως ήταν η απόφαση του Θεού κι αυτό ήταν όλο. Αυτό ήταν το πνευματικό μου υπόβαθρο και το πεδίο της σκέψης μου. Απ’ την εγκόσμια σκοπιά τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα. Η αδελφή μου κι εγώ δεν είχαμε παντρευθεί παρά τις ευκαιρίες, την καλή κοινωνική θέση και τις πολλές προσωπικές επαφές. Νομίζω ότι ήταν αληθινή ανακούφιση για τους θείους και τις θείες μας όταν ενηλικιωθήκαμε, έληξε η επιτροπεία από το Δικαστήριο του Τσάνσερυ και βρεθήκαμε μόνες. Στην πραγματικότητα αυτό συνέβη όταν η μικρότερη αδελφή μου έγινε είκοσι ενός ετών. Ένας νέος κύκλος άρχισε τότε για μας. Η καθεμιά πήρε το δρόμο της. Τα ενδιαφέροντά μας ήταν τελείως διαφορετικά κι εμφανίσθηκε το πρώτο σχίσμα μεταξύ μας. Η αδελφή μου αποφάσισε να πάρει πτυχίο ιατρικής και μετά από μερικούς μήνες προγύμνασης πήγε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, όπου είχε μια λαμπρή καριέρα. Όσο για μένα δεν ήξερα εκείνο τον καιρό τι ακριβώς να κάνω. Είχα μια εξαίρετη κλασσική παιδεία· μιλούσα με ευχέρεια Γαλλικά και λίγα Ιταλικά· είχα αρκετά λεφτά για να ζήσω πολύ άνετα σ’ εκείνες τις άνετες και σχετικά ανέξοδες μέρες. Είχα μια σταθερή πίστη στον Χριστό, γιατί ανήκα στους εκλεκτούς· πίστευα σ’ έναν παράδεισο ευτυχίας για όσους σκέφτονταν όπως εγώ και σε μια κόλαση για όσους δε σκέφτονταν· παρότι προσπαθούσα να μην τους σκέφτομαι πολύ, εφόσον έκανα ό,τι μπορούσα για να σώσω την ψυχή τους. Είχα μια αληθινά βαθιά γνώση της Βίβλου, καλό γούστο στα ρούχα, πραγματικά καλή εμφάνιση και μια βαθύτατη και πλήρη άγνοια των γεγονότων της ζωής. Δε μου είχαν πει απολύτως τίποτε για τις διαδικασίες της ζωής κι αυτό ήταν η βάση πολλών απογοητεύσεων με την πάροδο των χρόνων και – εκείνο τον καιρό – φαίνεται πως είχα μια πολύ περίεργη “προστασία” στην ιδιόρρυθμη και ασυνήθιστη εργασία που διάλεξα να κάνω στον επόμενο κύκλο της ζωής μου απ’ τα είκοσι ένα ως τα είκοσι οκτώ. Είχα ζήσει μια εντελώς προστατευμένη ζωή και δεν είχα πάει πουθενά


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

41

ασυνόδευτη από κάποια συνοδό, συγγενή ή καμαριέρα. Ήμουν τόσο αθώα, ώστε για κάποιο λόγο ήμουν προφανώς τελείως ασφαλής. Το αποδεικνύει μια περίεργη ιστορία όταν ήμουν γύρω στα δεκαεννιά. Είχα πάει να μείνω σ’ ένα από τα μεγάλα σπίτια της Αγγλίας και είχα πάρει μαζί μου την καμαριέρα μου. Περιττό να πω ότι δεν μπορώ να καθορίσω όνομα και τόπο. Ήμουν το μόνο πρόσωπο χωρίς τίτλο ανάμεσα στην πολυπληθή αυτή συντροφιά. Την πρώτη νύχτα εκεί παρατήρησα ότι η καμαριέρα μου ετοιμαζόταν να κοιμηθεί στο σαλονάκι που ήταν δίπλα στην κρεβατοκάμαρά μου κι όταν εξέφρασα έκπληξη, μου απάντησε ότι δε σκόπευε να μ’ αφήσει μόνη είτε το ήθελα είτε όχι. Δεν κατάλαβα περισσότερα απ’ όσα είχα καταλάβει απ’ τις κουβέντες στο δείπνο. Το πλήθος των καλεσμένων, είμαι βέβαιη, είχε πλήξει μαζί μου· με θεωρούσαν εντελώς ηλίθια. Τα υπονοούμενα κι η σημασία που κρυβόταν στα λόγια τους μ’ άφηναν γεμάτη ερωτηματικά και με την αίσθηση ότι ήμουν βλάκας. Η μόνη παρηγοριά ήταν ότι ήμουν καλοντυμένη, κομψή και ήξερα να χορεύω. Έπειτα από δύο μέρες, ένα πρωί μετά το πρόγευμα, ένας πολύ γνωστός άνδρας – ελκυστικός, γοητευτικός, ωραίος, αλλά με καθόλου καλή φήμη – ζήτησε να μου μιλήσει. Πήγαμε σ’ αυτό που ονόμαζαν κόκκινο σαλόνι κι όταν μείναμε μόνοι μου είπε: “Είπα στην οικοδέσποινα ότι φεύγετε σήμερα το πρωί με το τραίνο των 10:30· το αμάξι θα είναι εδώ εγκαίρως για να σας πάει στο σταθμό και η καμαριέρα σας έχει ήδη εντολή να μαζέψει τα πράγματά σας”. Τον ρώτησα τι στην ευχή είχα κάνει. Με χτύπησε στον ώμο και απάντησε: “Θα σας αναφέρω δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι καταστρέφετε το παιχνίδι κατά την άποψη πολλών ανθρώπων εδώ, αν κι όχι τη δική μου, γιατί πάντα φαίνεστε απορημένη ή έκπληκτη. Ο άλλος είναι ότι μερικές φορές δε φαίνεστε έκπληκτη ενώ θα έπρεπε. Αυτό είναι πραγματικά σοβαρό. Αποφάσισα ότι έχετε πλήρη άγνοια κι ότι καλά θα κάνω να σας φροντίσω”. Έφυγα όπως είχε κανονίσει, μην ξέροντας αν έπρεπε να κολακευθώ ή να πληγωθώ. Το επεισόδιο όμως μαρτυρεί όχι μόνο την ανοησία και την άγνοια των κοριτσιών της τάξης μου σ’ εκείνη τη Βικτωριανή εποχή, αλλά και το γεγονός ότι μερικοί πολύ άσωτοι άνδρες είναι πολύ καλοί κι έχουν κατανόηση. Μ’ αυτό το υπόβαθρο κι αυτό τον εξοπλισμό και με την ακλόνητη απόφαση να σώσω χαμένες ψυχές, ξεκίνησα να κάνω κάτι που πίστευα πως θα ήταν χρήσιμο. Εννοούσα όμως να είμαι ελεύθερη με κάθε τίμημα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Ε

τελείωσε το ξένοιαστο, σχετικά ανεύθυνο κι εύκολο μέρος της ζωής μου. Κράτησε 22 χρόνια κι ήταν η μόνη εποχή σ’ ολόκληρη τη ζωή μου που αποτελούσα μέλος μιας οικογένειας και είχα το περιβάλλον, το γόητρο και την ασφάλεια που συνεπάγεται. Πέρασα καλά· συνάντησα πολύ κόσμο· ταξίδεψα πολύ. Ξεχνώ πόσες φορές πέρασα τη Μάγχη για την Ευρώπη κι αντίθετα, γιατί την περνούσα πολύ συχνά. Ευτυχώς που είμαι πρώτης τάξης ναύτης κι αγαπώ τη θάλασσα όσο φουρτουνιασμένη κι αν είναι. Δε θυμάμαι στενές φίλες εκτός από μία με την οποία συνδέομαι ακόμη κι έχω αλληλογραφία. Συναντηθήκαμε στην Ελβετία και μάθαμε μαζί να πλέκουμε Ιρλανδέζικες δαντέλες. Ήμουν πάντα περήφανη γι’ αυτό το κατόρθωμα και ειδικά γιατί κάποτε πούλησα δύο γυάρδες προς $30 τη γυάρδα κι έστειλα τις εισπράξεις στην Εκκλησιαστική Ιεραποστολική Εταιρεία, γιατί εκείνο τον καιρό δεν είχα ανάγκη χρημάτων. Αλλά είχε πια έρθει ο καιρός που ένιωθα την ανάγκη να κάνω κάτι χρήσιμο στον κόσμο και να δικαιολογήσω την ύπαρξή μου. Εκείνες τις μέρες διατύπωνα αυτή την παρόρμηση με τη φράση “ο Ιησούς ός διήλθεν ευεργετών” κι εγώ, σαν οπαδός Του, έπρεπε να κάνω το ίδιο. Έτσι άρχισα με μανία και φανατισμό να “ευεργετώ”. Έγινα ευαγγελίστρια στο Βρετανικό στρατό. Αναπολώντας τον καιρό που εργαζόμουν σαν ευαγγελίστρια στο Βρετανικό στρατό, διαπιστώνω ότι ήταν η ευτυχέστερη και ικανοποιητικότερη περίοδος της ζωής μου. Ήμουν ευχαριστημένη απ’ τον εαυτό μου και απ’ ό,τι με αφορούσε. Έκανα ό,τι ήθελα να κάνω κι είχα μεγάλη επιτυχία. Δεν είχα καμιά φροντίδα (εκτός απ’ τη σφαίρα της εργασίας μου) και δεν είχα την παραμικρή ευθύνη. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι ήταν ένας σημαντικός κύκλος στη ζωή μου κι ότι άλλαξε εντελώς όλη τη στάση μου. Δεν καταλάβαινα τότε τι μου συνέβαινε εκείνη την περίοδο, όμως μεγάλες αλλαγές γίνονταν μέσα μου. Ήμουν ωστόσο τόσο εξωστρεφής στις σκέψεις μου και τις δραστηριότητές μου, ώστε δεν είχα επίγνωση όλων αυτών. Είχα αποσχισθεί από την οικογένειά μου κι είχα βάλει τέλος στη ζωή μου σαν κοσμικού κοριτσιού. Όταν λέω “αποσχισθεί” δεν εννοώ ότι είχα διακόψει κάθε σχέση. Διατηρώ πάντα επαφή με την οικογένειά μου ως τώρα, αλλά οι δρόμοι μας είχαν χωρίσει τελείως, τα ενδιαφέροντά μας ήταν και είναι εντελώς διαφορετικά κι οι σχέσεις μας είναι πια σχέσεις φίλων κι όχι εξαδέλφων κ.ά. Όπως κι αν το πάρω, πιστεύω ότι η ζωή μου ήταν πιο ενδιαφέρουσα και συναρπαστική από τη δική τους. Ποτέ δεν ένιωσα ότι οι φυσικοί δεσμοί αίματος είναι σημαντικοί. Για ποιο λόγο πρέπει οι άνθρωποι ν’ αγαπιούνται και να μένουν προσκολλημένοι επειδή – ευτυχώς ή δυστυχώς – έτυχε να έχουν τους ίδιους παππούδες; Δε φαίνεται λογικό και νομίζω ότι έχει οδηγήσει σε πολλά προβλήματα. ΤΣΙ


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

43

Είναι ωραίο όταν συμπίπτει η φιλία και η συγγένεια, αλλά για μένα η φιλία, τα αμοιβαία ενδιαφέροντα και οι παρόμοιες στάσεις στη ζωή είναι πολύ σημαντικότερα απ’ τους δεσμούς αίματος. Θέλω οι κόρες μου να μ’ αγαπούν επειδή είμαι φίλη τους και τους έχω αποδείξει ότι είμαι φίλη τους κι αξίζω τη στοργή τους. Δε θέλω την εμπιστοσύνη και τη στοργή τους επειδή είμαι μητέρα τους. Εγώ η ίδια τις αγαπώ γι’ αυτές τις ίδιες κι όχι επειδή είναι παιδιά μου. Νομίζω πως οι γονείς, όταν δεν είναι πια απαραίτητη η φυσική φροντίδα για τα μικρά παιδιά, θα έκαναν καλά να καλλιεργούν την πλευρά της φιλίας. Ήμουν απολύτως βέβαιη (πόσο θαυμάσιο μου φαίνεται σήμερα και πόσο απολαυστικά νεανικό) για καθετί – το Θεό, το δόγμα, την ικανότητά μου να κάνω πράγματα, τη βεβαιότητα για τη γνώση μου και για το αλάνθαστο κάθε συμβουλής που έδινα. Είχα μια απάντηση για καθετί και ήξερα τι ακριβώς έπρεπε να γίνει. Αντιμετώπιζα εκείνο τον καιρό τη ζωή και τις περιστάσεις με τη σιγουριά της πλήρους απειρίας και η απάντησή μου σε κάθε πρόβλημα και η θεραπεία μου για κάθε νόσο βρισκόταν πάντα στην απάντηση στο μοναδικό ερώτημα: “Τι θα έκανε ο Ιησούς σε μια τέτοια περίπτωση;” Αφού αποφάσιζα τι θα έκανε (αναρωτιέμαι πώς το ήξερα) προχωρούσα και το έκανα ή συμβούλευα τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Συγχρόνως, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι και να το εκφράζω, άρχισα να βάζω ερωτήματα, αν και αρνιόμουν να τα απαντήσω και κάτω απ’ όλη τη βεβαιότητα και το δογματισμό συνέβαιναν μεγάλες αλλαγές. Ξέρω ότι αυτή την εποχή έκανα ένα οριστικό βήμα πάνω στην Ατραπό. Αργά και χωρίς να το ξέρω στην εγκεφαλική μου συνείδηση, περνούσα απ’ την αυθεντία στην εμπειρία κι απ’ τη στενή θεολογική πίστη στη λεκτική έμπνευση των Γραφών και τις ερμηνείες της ιδιαίτερης σχολής θρησκευτικής πίστης σε μια σίγουρη και βέβαιη γνώση των πνευματικών αληθειών για τις οποίες οι μυστικιστές όλων των εποχών έχουν προσφέρει μαρτυρίες και για τις οποίες υπέφεραν και πέθαναν. Βρέθηκα τελικά κάτοχος μιας γνώσης που άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου και της δυσχέρειας, ενώ η προγενέστερη πίστη μου όχι. Είναι μια γνώση που μου αποκαλύπτει σταθερά και συνεχώς πόσα πολλά, πόσα πάρα πολλά χρειάζομαι ακόμη να μάθω. Η πραγματική γνώση δεν είναι ποτέ στατική· είναι μια θύρα που οδηγεί σε απέραντες εκτάσεις σοφίας, επίτευξης και κατανόησης. Είναι μια διαδικασία ζωντανής ανάπτυξης. Η γνώση πρέπει να οδηγεί από τη μια ανέλιξη στην άλλη. Είναι σαν να έχει κανείς ανέβει μια βουνοκορφή και – τη στιγμή που φτάνει στην κορυφή – βλέπει ξαφνικά ν’ απλώνεται μπροστά του η γη της επαγγελίας στην οποία πρέπει αναπόφευκτα να βαδίσει· αλλά (ανάμεσα στη γη της επαγγελίας και πέρα μακριά) βλέπει να προβάλλει μια άλλη κορυφή που κρύβει ακόμη πλατύτερες εκτάσεις. Κάποια εποχή της ζωής μου συνήθιζα να κοιτάζω απ’ το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς μου το καταπληκτικό βουνό Κιντσενγκούγκα, μια από τις ψηλότερες κορυφές των Ιμαλαΐων. Φαινόταν τόσο κοντά, σχεδόν σαν να μπορούσε μιας μέρας πορεία να με φέρει στους πρόποδές του κι όμως ήξερα ότι για να φτάσει εκεί ένας σκληραγωγημένος ορειβάτης χρειαζόταν τουλάχιστον δώδεκα εβδομάδες σκληρή πορεία κι έπειτα μια τρομακτική αναρρίχηση ως την κορυφή – ένας άθλος που σπάνια


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

44

γινόταν. Έτσι είναι και με τη γνώση. Ό,τι αξίζει να έχεις, σπάνια κατακτάται εύκολα και καθαυτή δεν αποτελεί παρά θεμέλιο για μεγαλύτερη γνώση. Οι άνθρωποι που με γεμίζουν μ’ ένα αίσθημα οίκτου και την αναγνώριση της ανάγκης για υπομονή είναι εκείνοι που νομίζουν πως ξέρουν κι έχουν όλες τις απαντήσεις. Αυτή ήταν η κατάστασή μου εκείνα τα πρώτα χρόνια και δεν είχα τότε την αίσθηση να γελάσω με τον εαυτό μου. Ήμουνα θανάσιμα σοβαρή. Σήμερα μπορώ να γελώ και είμαι εντελώς βέβαιη ότι δεν μπορώ να έχω όλες τις απαντήσεις. Μου έμειναν λίγοι, αν έμειναν, δογματισμοί. Είμαι βέβαιη για την ύπαρξη του Χριστού και των Διδασκάλων που είναι μαθητές Του. Είμαι βέβαιη ότι υπάρχει ένα σχέδιο που προσπαθούν να πραγματοποιήσουν στη γη και πιστεύω ότι Αυτοί είναι η απάντηση και η εγγύηση της υπέρτατης επίτευξης του ανθρώπου κι ότι όπως είναι Αυτοί, έτσι θα γίνουμε κι εμείς μια μέρα. Δεν μπορώ πια να υποστηρίξω με βεβαιότητα και σιγουριά τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι. Συνεπώς σπάνια δίνω συμβουλές. Φυσικά ποτέ δεν ισχυρίζομαι ότι ερμηνεύω το νου του Θεού και δε λέω τι θέλει ο Θεός, όπως οι θεολόγοι του κόσμου. Στην πορεία της ζωής μου υποθέτω ότι χιλιάδες άνθρωποι ήρθαν σε μένα για ερμηνεία, για συμβουλή και υπόδειξη τι έπρεπε να κάνουν. Υπήρξε μια περίοδος όπου η γραμματέας μου έκλεινε ραντεβού κάθε είκοσι λεπτά. Υποθέτω πως ένας λόγος που είχα τόσα πολλά ραντεβού ήταν ότι ποτέ δε χρέωνα τίποτε γι’ αυτά και οι άνθρωποι αγαπούν κάτι που δεν κοστίζει τίποτε. Μερικές φορές μπορούσα να φανώ χρήσιμη όταν το πρόσωπο ήταν ανοιχτόμυαλο και πρόθυμο ν’ ακούσει, αλλά οι περισσότεροι ήθελαν μόνο να μιλήσουν και να προετοιμάσουν το έδαφος για να δικαιολογήσουν τις προκαταλήψεις τους· ξέρουν από πριν τι θα τους πεις. Η τακτική μου ήταν συνήθως ν’ αφήνω τους ανθρώπους να μιλούν για τον εαυτό τους κι ώσπου να τελειώσουν είχαν συνήθως βρει μόνοι τους την απάντηση και τη λύση στα προβλήματά τους, πράγμα που είναι πάντα πολύ υγιές κι οδηγεί σε αποτελεσματική δράση. Αν όμως ήθελαν ν’ ακούσουν μόνο τη φωνή τους και ήξεραν τα πάντα, τότε ήμουν ανίκανη να τους βοηθήσω και συχνά φοβόμουν. Αδιαφορώ αν οι άνθρωποι συμφωνούν ή όχι με τον ιδιαίτερό μου τύπο γνώσης ή διατύπωσης της αλήθειας (γιατί όλοι πρέπει να έχουμε μια τέτοια), αλλά είναι αδύνατο να τους βοηθήσω αν είναι πλήρως ικανοποιημένοι με τη δική τους. Για μένα η έσχατη κόλαση (αν υπάρχει κόλαση, που πολύ αμφιβάλλω) είναι μια κατάσταση πλήρους ικανοποίησης για τις απόψεις μας κι επομένως μια στατική κατάσταση στην οποία κάθε εξέλιξη στη σκέψη και κάθε πρόοδος θα σταματούσε μόνιμα. Ευτυχώς ξέρω ότι η εξέλιξη είναι μακρά και βαίνει σταθερά· η ιστορία κι ο πολιτισμός το αποδεικνύουν. Ξέρω επίσης ότι πίσω από κάθε νοήμονα διαδικασία στέκει μια μεγάλη Νοημοσύνη κι ότι η στατική κατάσταση είναι αδύνατη. Αλλά εκείνη την εποχή για την οποία γράφω ήμουν μια βαμμένη φονταμενταλίστρια. Ξεκίνησα την καριέρα μου εντελώς βέβαιη ότι μερικές θεμελιώδεις θεολογικές δοξασίες, όπως τις εκφράζουν ηγετικοί κληρικοί, ήταν σύνοψη της θείας αλήθειας. Ήξερα τι ακριβώς ήθελε ο Θεός και (λόγω της πλήρους άγνοιάς μου) ήμουν


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

45

έτοιμη να συζητήσω κάθε ζήτημα, ξέροντας ότι η άποψή μου θα ήταν σωστή. Σήμερα νιώθω συχνά ότι μπορεί η διάγνωση και η συνταγή μου να είναι λανθασμένες. Έχω επίσης μια ακλόνητη πίστη στο γεγονός της ανθρώπινης ψυχής και της ικανότητάς της να οδηγήσει τον άνθρωπο “απ’ το σκοτάδι στο φως και απ’ το απατηλό στο Πραγματικό” – για ν’ αναφέρω την αρχαιότερη προσευχή του κόσμου. Έπρεπε να μάθω εκείνη την εποχή ότι “η αγάπη του Θεού είναι μεγαλύτερη από το μέτρο της ανθρώπινης διάνοιας κι ότι η Καρδιά του Αιώνιου είναι θαυμαστά αγαθή”. Αλλά ο Θεός που διακήρυσσα δεν ήταν πραγματικά αγαθός. Ο Θεός ήταν αγαθός για μένα, γιατί είχε ανοίξει τα μάτια μου και τα μάτια εκείνων ποτ σκέφτονταν σαν εμένα, αλλά ήταν έτοιμος να στείλει στην κόλαση τον υπόλοιπο αμετανόητο κόσμο. Έτσι έλεγε η Βίβλος και η Βίβλος είχε πάντα δίκιο. Δεν ήταν δυνατό να κάνει λάθος. Συμφωνούσα τότε με τη διακήρυξη ενός περίφημου Βιβλικού Ινστιτούτου των Η.Π.Α. ότι “στήριζε τις θέσεις του στα πρωτότυπα αυθεντικά χειρόγραφα της Βίβλου”. Πόσο θα ήθελα να τους ρωτήσω σήμερα πού βρίσκονται τα αυθεντικά αυτά χειρόγραφα. Πίστευα στην λεκτική έμπνευση των Γραφών και δεν ήξερα τίποτε για τις περιπέτειες και τις βασανιστικές έρευνες στις οποίες υποβάλλεται κάθε έντιμος μεταφραστής βιβλίων και πόσο σχετικά προσεγγίζει την έννοια του πρωτοτύπου. Μόνο τα τελευταία χρόνια όταν τα δικά μου βιβλία μεταφράζονταν σε διάφορες γλώσσες κατέληξα στην πλήρη αδυναμία της λεκτική έμπνευσης. Αν ο Θεός είχε μιλήσει στα Αγγλικά, αν ο Χριστός είχε κηρύξει στα Αγγλικά, ίσως τότε να είμασταν πιο σίγουροι για την ακρίβεια της παρουσίασης. Αλλά δε συνέβη αυτό. Θυμάμαι κάποτε που οκτώ ή εννιά άνθρωποι (όλοι διαφορετικών εθνικοτήτων) και μαζί ο άντρας μου κι εγώ καθόμασταν γύρω από ένα τραπέζι στην όχθη της Λίμνης Ματζιόρε της Ιταλίας και προσπαθούσαμε να βρούμε το Γερμανικό ισοδύναμο της Αγγλοσαξωνικής λέξης “mind”. Κάποιο απ’ τα βιβλία μου μεταφραζόταν στα Γερμανικά κι έτσι προέκυψε το ζήτημα. Τα παράτησαν απελπισμένοι, γιατί δεν υπάρχει αληθινό ισοδύναμο γι’ αυτό που εννοούμε όταν μιλάμε για “mind”. Η λέξη “intellect” δεν είναι το ίδιο. Υποστήριζαν ότι η γερμανική λέξη “geist” δεν ανταποκρινόταν στα πράγματα και μολονότι ψάχναμε παντού για μια λέξη που να εκφράζει την ίδια ιδέα, μας διέφευγε. Κι όμως Γερμανοί καθηγητές πάσχιζαν να βρουν τη λέξη παράλληλα με μας. Ίσως μέρος του προβλήματος της Γερμανίας να βρίσκεται εδώ ακριβώς. Τότε κατάλαβα πόσο έντονα δύσκολο είναι να μεταφράσει κανείς σωστά. Μια απ’ τις λέξεις που συχνά συναντώνται στα αποκρυφιστικά βιβλία είναι η λέξη “Path” που σημαίνει την Οδό προς την Πηγή μας, το Θεό και το πνευματικό κέντρο κάθε ζωής. Για να τη μεταφράσουμε στα Γαλλικά ποια λέξη πρέπει να χρησιμοποιήσουμε: “le chemin”, “la rue”, “le sentier”; Όταν λοιπόν προσπαθείτε να μεταφράσετε στα Αγγλικά ένα βιβλίο τόσο αρχαίο όσο η Καινή Διαθήκη, πώς μπορεί να υπάρχει λεκτική έμπνευση; Ό,τι πιθανόν έχετε είναι μια αρχαία μετάφραση απ’ τα Αραμαϊκά ή τα Εβραϊκά στα αρχαία Ελληνικά κι απ’ τα Ελληνικά στα Λατινικά κι απ’ τα Λατινικά στα παλιά Αγγλικά κι από εκεί πολύ μεταγενέστερα στη στερεότυπη έκδοση του Σαιντ Τζέημς. Το ίδιο ισχύει για όλες τις βιβλικές μεταφράσεις στις πολλές


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

46

γλώσσες. Μου είχαν πει ότι όταν η Καινή Διαθήκη μεταφραζόταν στα Γαλλικά πριν μερικές δεκαετίες, έφτασαν στα λόγια του Χριστού: “εγώ ειμί το ύδωρ της ζωής”. Μετέφρασαν περιχαρείς “eau de vie” και προχώρησαν στη δημοσίευση. Τότε αντιλήφθηκαν ότι οι τρεις αυτές λέξεις είναι το Γαλλικό όνομα του μπράντυ κι έτσι ξανατύπωσαν τη μετάφραση σαν “eau vivante” που δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Οι μεταφράσεις της Βίβλου πέρασαν από πολλά χέρια· είναι αποτέλεσμα της θεολογικής σκέψης πολλών μοναχών και μεταφραστών. Απ’ όπου και οι ατέλειωτες διαφωνίες των θεολόγων για σημασίες κι έννοιες. Απ’ όπου και η μάλλον ανακριβής μετάφραση πολλών αρχαίων όρων καθώς και η καλοπροαίρετη αλλά ωμή παρεμβολή των πρώτων Χριστιανών μοναχών που προσπάθησαν ν’ αποδώσουν στη μητρική τους γλώσσα τις αρχαίες αυτές γραφές. Τα αντιλαμβάνομαι όλα αυτά τώρα, όμως εκείνη την εποχή η Αγγλική Βίβλος ήταν αλάνθαστα ακριβής και δεν ήξερα τίποτε για τις μεταφραστικές δυσκολίες. Αυτή ήταν η κατάσταση του νου μου όταν έλαβε χώρα στη ζωή μου μια μεγάλη αλλαγή. Η αδελφή μου ανήγγειλε την πρόθεσή της να πάει στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου για να σπουδάσει ιατρική κι έτσι αμέσως αντιμετώπισα το πρόβλημα τι θα έκανα εγώ. Δεν ήθελα να ζήσω μόνη ή να περνώ τον καιρό μου ταξιδεύοντας και διασκεδάζοντας. Περιέργως δεν ήθελα να γίνω ιεραπόστολος. Προοριζόμουν για καλά έργα, αλλά ποια καλά έργα ακριβώς; Χρωστώ πολλά σ’ έναν κληρικό που με ήξερε καλά εκείνη την εποχή και μου πρότεινε να γίνω ευαγγελίστρια. Δεν ενθουσιάσθηκα ιδιαίτερα. Οι ευαγγελιστές που είχα συναντήσει (και ήταν πολλοί) δε μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Έμοιαζαν με μια ομάδα απαίδευτων ανθρώπων· φορούσαν φθηνά και κακοραμμένα ρούχα και τα μαλλιά τους έδειχναν να χρειάζονται χτένισμα· ήταν πολύ καλοί για να είναι περιποιημένοι. Δεν μπορούσα να φαντασθώ τον εαυτό μου να κραυγάζει και να μιλά με στόμφο στις πλατείες, όπως έκαναν εκείνοι κι όπως φαίνεται ν’ απαιτούσαν οι συνθήκες των εξεγερμένων ανθρώπων. Δίσταζα κι αναρωτιόμουν και συζητούσα με τη θεία μου που κι αυτή δίσταζε κι αναρωτιόταν. Άλλωστε τα κορίτσια της τάξης μου δεν έκαναν τέτοιου είδους πράγματα. Τα ρούχα, το ύφος, το χτένισμα και τα κοσμήματα δε θα προσέλκυαν το είδος των ανθρώπων που σύχναζαν στις αναγεννητικές συγκεντρώσεις, γυρεύοντας τη σωτηρία. Δεν ήταν κατάλληλα. Αλλά προσευχόμουν και περίμενα και πίστευα ότι κάποια μέρα θα έπαιρνα την “κλήση” και θα ήξερα τι να κάνω. Για να γεμίσω το κενό διασκέδαζα με το να ερωτευθώ (έτσι νόμιζα) έναν κληρικό, τον Ρόμπερτς. Ήταν θανάσιμα πληκτικός και τρομερά ντροπαλός και πολλά χρόνια μεγαλύτερός μου και δεν κατέληξα πουθενά μαζί του, έτσι χαμογέλασα και αποσύρθηκα κι έτσι βλέπετε πόσο βαθύ ήταν το αίσθημά μου. Τότε εντελώς απροσδόκητα σκέφθηκα ότι έπρεπε να πάω να επισκεφθώ το Σπίτι του Στρατιώτη της Σάντις στην Ιρλανδία κι αφού εγκατέστησα την αδελφή μου στο σπίτι της στο Εδιμβούργο, πήγα στην Ιρλανδία να ζητήσω πληροφορίες. Ανακάλυψα ότι αυτά τα Σπίτια του Στρατιώτη ήταν εντελώς μοναδικά κι ότι η ίδια η Ελίζα Σάντις ήταν μια εξαίρετη, γοητευτική και καλλιεργημένη γυναίκα. Οι συνεργάτιδές της ήταν όλες


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

47

κορίτσια και γυναίκες της ίδιας κοινωνικής τάξης με μένα. Η μις Σάντις είχε δώσει όλη τη ζωή της στην προσπάθεια να βελτιώσει την τύχη των “Τόμμυ Άτκινς” και λειτουργούσε τα σπίτια της σε πολύ διαφορετικές γραμμές από εκείνες που συνήθως απαντώνται σε στρατόπεδα και διαφορετικές από το συνηθισμένο ευαγγελικό έργο στις πόλεις μας. Είχε πολλά σπίτια στην Ιρλανδία και αρκετά στην Ινδία. Μεταξύ όσων εργάζονταν σ’ αυτά τα σπίτια ήταν πολλές που έγιναν φίλες μου και με βοήθησαν πολύ να προσαρμοσθώ στο καινούργιο περιβάλλον – η Έντιθ Άρμπαθνοτ-Χόλμς, η Εύα Μαγκουάιρ, η Τζόαν Κάιναν, η Κάθριν Ρόουν-Χάμιλτον κι άλλες. Η πρώτη μου εμπειρία ήταν η εργασία στο Σπίτι του Μπέλφαστ. Όλα αυτά τα σπίτια ήταν εξοπλισμένα με μεγάλες καντίνες όπου εκατοντάδες άνδρες έβρισκαν τροφή τη νύχτα σε τιμές κόστους. Υπήρχαν αίθουσες όπου μπορούσαν να γράψουν γράμματα, να παίξουν παιχνίδια, να καθίσουν γύρω στη φωτιά και να διαβάσουν τις καθημερινές εφημερίδες, να παίξουν σκάκι και ντάμα και να συζητήσουν μαζί μας αν ένιωθαν μοναξιά, πλήξη ή νοσταλγία. Είμασταν συνήθως δύο κυρίες σε κάθε σπίτι και είχαμε εκεί το δικό μας κατάλυμα. Υπήρχε συνήθως ένα μεγάλο υπνωτήριο όπου περαστικοί στρατιώτες και ναύτες μπορούσαν να μείνουν τη νύχτα κι επίσης μια αίθουσα προσευχής, εξοπλισμένη με αρμόνιο, βιβλία ύμνων, Βίβλους και καθίσματα και κάποιος που μπορούσε να ερμηνεύει τις Γραφές και να συνηγορεί με τους άνδρες για τη σωτηρία της ψυχής τους. Έπρεπε να μάθω όλες τις όψεις της εργασίας και ήταν σκληρή εργασία, παρότι έβρισκα ότι μου άρεσε κάθε τμήμα της. Οι πρώτοι μήνες ήταν οι σκληρότεροι. Δεν ήταν εύκολο πράγμα για ένα ντροπαλό κορίτσι (και ήμουν αφύσικα ντροπαλή) να πηγαινοέρχεται σε μια αίθουσα που υπήρχαν ίσως τριακόσιοι άνδρες και καμιά άλλη γυναίκα παρούσα και να πιάνει φιλίες μαζί τους· να πηγαίνει και να κάθεται δίπλα τους και να παίζει ντάμα· να είναι ευγενική μαζί τους, να μένει ουδέτερη και συγχρόνως να δίνει την εντύπωση ότι ενδιαφέρεται γι’ αυτούς και θέλει να τους βοηθήσει. Δε θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη μου ευαγγελική συγκέντρωση. Είχα συνηθίσει με τη δική μου μικρή Βιβλική τάξη και μπορούσα να εκφράζομαι σε συγκεντρώσεις προσευχής χωρίς να νιώθω καμιά ταραχή. Ήμουν σίγουρη ότι θα τα κατάφερνα. Ήταν πολύ ευκολότερο απ’ το να γνωρίσω ένα στρατιώτη, να μάθω το όνομά του, να καθίσω να παίξω μαζί του ρωτώντας τον για το σπίτι του και βαθμιαία οδηγώντας τον στο σοβαρό ζήτημα της ψυχής του. Συνεπώς ήμουν εντελώς έτοιμη να αντιμετωπίσω τη συγκέντρωση. Βρέθηκα μια Κυριακή απόγευμα σε μια εξέδρα μιας μεγάλης αίθουσας απέναντι σε διακόσιους στρατιώτες και μερικά μέλη της Βασιλικής Ιρλανδικής Αστυνομίας. Ξεκίνησα με ευφράδεια, κόμπιασα, έπαθα τρακ, τους έριξα μια ματιά, ξέσπασα σε δάκρυα κι έφυγα τρεχάτη απ’ την εξέδρα. Ορκιζόμουν ότι ούτε άγρια άλογα δε θα κατάφερναν να με γυρίσουν πίσω, αλλά έπειτα από λίγο και σ’ απάντηση στο διαρκές ερώτημά μου, “Τι ήθελε ο Ιησούς να κάνω;” σύρθηκα πίσω. Αλλά το γελοίο ήταν ότι έχοντας καταλήξει σ’ αυτή την οριστική απόφαση πήγα την επόμενη νύχτα στην αίθουσα συγκεντρώσεων, ετοιμάσθηκα και προχώρησα ν’ ανάψω το γκάζι. Σχεδόν


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

48

τινάχθηκα στην άλλη άκρη της αίθουσας και καψάλισα τα μαλλιά μου κι έτσι δεν μπόρεσα να μιλήσω στη συγκέντρωση εκείνο το βράδυ. Η έκρηξη έβαλε τελεία. Μερικές εβδομάδες αργότερα επέστρεψα. Αυτή τη φορά είχα αποστηθίσει το λόγο μου κι η προσπάθειά μου προχωρούσε καλά, ώσπου στα μισά έφτασα σ’ ένα σημείο όπου είχα αποφασίσει να απαγγείλω κάποιο ποίημα για να δώσω χάρη και ποικιλία στο θέμα μου. Είχα κάνει πρόβες στον καθρέφτη μου για ν’ αποδώσω το ποίημα ζωντανά. Οι δύο πρώτοι στίχοι πήγαν καλά αλλά μετά κόλλησα· αδύνατο να θυμηθώ τη συνέχεια. Αναγκάσθηκα να σταματήσω κόκκινη ως τις ρίζες των μαλλιών μου και τρέμοντας. Τότε μια φωνή ήρθε απ’ το βάθος της αίθουσας: “Μη στενοχωριέστε δεσποινίς. Θα το τελειώσω εγώ κι έτσι θα βρείτε το χρόνο να σκεφθείτε τι θα πείτε παρακάτω”. Αλλά είχα κιόλας εξαφανισθεί από την εξέδρα κι έλιωνα στο κλάμα στην κάμαρά μου. Είχαμε αποτύχει εγώ κι ο Ιησούς και ήταν καλύτερα να τα παρατήσω. Έμεινα άγρυπνη θρηνώντας όλη τη νύχτα κι αρνούμενη ν’ ανοίξω την πόρτα σε μια απ’ τις συνεργάτιδές μου που ήθελε να με παρηγορήσει. Ωστόσο επέμεινα· η υπερηφάνεια μου δε μου επέτρεπε ν’ αρνηθώ να μιλήσω στην εξέδρα και βαθμιαία συνήθισα να κηρύσσω τη Βίβλο σ’ ένα πλήθος από άνδρες. Όμως η διαδικασία ήταν οδυνηρή. Έμενα άγρυπνη όλη την προηγούμενη νύχτα της ομιλίας, διερωτώμενη τι στην ευχή να τους πω κι έπειτα έμενα άγρυπνη όλη την επόμενη νύχτα, γεμάτη φρίκη για τον τρομερό τρόπο που τα είπα. Αυτός ο γελοίος ρυθμός συνεχίσθηκε ώσπου μια νύχτα αντιμετώπισα τον εαυτό μου κι επέμεινα μέχρι που ανακάλυψα τι δεν πήγαινε καλά σε μένα. Αποφάνθηκα ότι έπασχα από καθαρή ιδιοτέλεια κι εγωκεντρικότητα· ενδιαφερόμουν υπερβολικά γι’ αυτό που οι άνθρωποι σκέφτονταν για μένα. Η πρώιμη εκπαίδευσή μου δεχόταν το πρώτο σκληρό της χτύπημα. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αν ενδιαφερόμουν αληθινά για το θέμα μου, αν αγαπούσα πραγματικά το ακροατήριο μου κι όχι την Άλις Λα Τρόμπ-Μπαίητμαν κι αν μπορούσα να φτάσω στο σημείο να μη δίνω δεκάρα (δε χρησιμοποιούσα αυτή την έκφραση τότε), μπορεί να τα κατάφερνα και να γίνω πραγματικά χρήσιμη. Περιέργως δεν ξανάνιωσα ταραχή από εκείνη τη νύχτα. Συνήθισα να μπαίνω σε γεμάτες αίθουσες στην Ινδία, με τετρακόσιους και πεντακόσιους ίσως στρατιώτες, να σκαρφαλώνω σ’ ένα τραπέζι, να τραβώ την προσοχή τους και το σπουδαιότερο να την κρατώ. Έγινα καλή ομιλήτρια κι έμαθα ν’ αγαπώ να μιλώ, έτσι ώστε σήμερα είμαι πραγματικά πιο ευτυχισμένη πάνω σε μια εξέδρα παρά οπουδήποτε αλλού. Το Μπέλφαστ με είδε ν’ απελευθερώνομαι σ’ αυτό το ζήτημα. Θυμάμαι ότι κάποτε κολακεύθηκα ειλικρινά από την τρομακτική επιτυχία της Βιβλικής μου τάξης τα βράδια των Κυριακών στο Λάκνοου της Ινδίας μερικά χρόνια αργότερα. Ένα πλήθος στρατιωτικών δασκάλων είχε αποκτήσει τη συνήθεια να έρχεται κάθε Κυριακή να μ’ ακούσει (πάντα με αρκετές εκατοντάδες άνδρες) κι είχαν αρχίσει να φουσκώνουν τα μυαλά μου. Έβγαλα το συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να ήμουν πραγματικά καλή, αφού τόσο έξυπνοι άνδρες έρχονταν κάθε Κυριακή για να μ’ ακούσουν. Είχα αρχίσει να το παίρνω πάνω μου. Στο τέλος της σειράς των ομιλιών μου έκαναν μια εκδήλωση. Ο πρεσβύτερος άνδρας ήρθε στο τέλος της διάλεξής μου και


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

49

μου έδωσε μια περγαμηνή, σχεδόν μια γυάρδα μήκος, δεμένη με φαρδιά γαλάζια κορδέλα και μου έκανε μια ωραία προσφώνηση. Ήμουν πολύ ντροπαλή ακόμη και τότε για να ξετυλίξω την περγαμηνή εκεί μπροστά τους, αλλά όταν επέστρεψα στο δωμάτιο μου εκείνη τη νύχτα κι έλυσα την κορδέλα, βρήκα – γραμμένα με θαυμαστή καλλιγραφία – όλα τα γραμματικά λάθη και τα αποτυχημένα σχήματα λόγου που είχα κάνει στη διάρκεια της σειράς. Θεώρησα ότι είχα γιατρευθεί κι απελευθερωθεί οριστικά όταν διαπίστωσα ότι το αποτέλεσμα ήταν να γελάσω μέχρι που άρχισαν να κυλούν δάκρυα στο πρόσωπό μου. Όπως πολλοί καλοί ομιλητές που χρησιμοποιούν μόνο σύντομες σημειώσεις και κυρίως αυτοσχεδιάζουν, αφήνοντας το ακροατήριο ν’ αντλήσει τις αναγκαίες σκέψεις, έτσι κι εγώ δεν ικανοποιούμαι απ’ το στενογραφημένο κείμενο. Κοιτάζω τις αναφορές και αναρωτιέμαι: “Θα μπορούσα άραγε να το πω έτσι;” Είμαι βέβαιη ότι το μυστικό της καλής ομιλίας, με την προϋπόθεση ότι έχετε κάποια αίσθηση των λέξεων, είναι να συμπαθείτε το ακροατήριο σας κι έπειτα να το ηρεμείτε με το να είσθε απλώς ανθρώπινος. Ποτέ δεν επιχείρησα να κάνω διάλεξη. Μιλώ σ’ ένα ακροατήριο όπως θα μιλούσα σ’ έναν άνθρωπο. Τους κάνω εκμυστηρεύσεις. Δεν ποζάρω ποτέ σαν παντογνώστρια. Λέω: “Έτσι το βλέπω τώρα· αν το δω διαφορετικά θα σας το πω”. Ποτέ δεν παρουσιάζω την αλήθεια (όπως τη βλέπω) με δογματικό τρόπο. Λέω συχνά: “Μετά από πέντε χιλιάδες χρόνια αυτή η λεγόμενη προχωρημένη διδασκαλία θα είναι αλφαβητάριο για μικρά παιδιά, πράγμα που αποδεικνύει πόσο νήπια είμαστε σήμερα”. Όταν έρθει η ώρα των ερωτήσεων στο τέλος μιας ομιλίας – μια ώρα που πάντα απολαμβάνω – δε με νοιάζει να παραδεχθώ ότι δεν ξέρω κάτι όταν δεν το ξέρω κι αυτό συμβαίνει πολύ συχνά. Όσοι ομιλητές νομίζουν ότι μειώνεται το γόητρό τους αν παραδεχθούν μια έλλειψη γνώσης κι έτσι γίνονται αόριστοι και πομπώδεις, έχουν πολλά να μάθουν. Το ακροατήριο αγαπά τον ομιλητή που το κοιτάζει και λέει: “Πραγματικά δεν έχω την παραμικρή ιδέα”. Ας ξαναγυρίσουμε στο Μπέλφαστ. Οι ανώτεροί μου ανακάλυψαν ότι είχα μεγάλη άνεση στη σωτηρία ψυχών και τα κατάφερνα τόσο καλά ώστε η μις Σάντις με κάλεσε να πάω κοντά της στο Πεδίο Ασκήσεων Πυροβολικού στην κεντρική Ιρλανδία, για να πάρω μια πραγματική εκπαίδευση. Ήταν μια όμορφη πράσινη χώρα και ποτέ δε θα ξεχάσω τη μέρα που πρωτοπήγα. Ωστόσο παρά την ομορφιά της τη μεγαλύτερη εντύπωση μου έκαναν τα αυγά. Αυγά παντού. Υπήρχαν αυγά στο μπάνιο· αυγά σε κάθε καλάθι· αυγά στα συρτάρια της τουαλέτας· αυγά σε κουτιά κάτω απ’ το κρεβάτι μου. Αν θυμάμαι καλά υπήρχαν εκατό χιλιάδες αυγά στο σπίτι κι έπρεπε κάπου να χωρέσουν. Διαπίστωσα ότι χρησιμοποιούσαμε εβδομήντα δύο ντουζίνες αυγά στην καντίνα του Σπιτιού του Στρατιώτη κάθε βράδυ και καθώς υπήρχαν τρία σπίτια στην περιφέρεια που υπηρετούσαμε, χρησιμοποιούσαμε αναρίθμητα αυγά. Συνεπώς τα αυγά είχαν το προβάδισμα σ’ όλα – εκτός απ’ το Ευαγγέλιο. Η πρώτη μου δουλειά κάθε πρωί, μετά από μια ώρα ησυχίας με τη Βίβλο μου κάτω από ένα δένδρο στους αγρούς, ήταν να ψήνω γλυκά – εκατοντάδες γλυκά – κι ύστερα να τα φορτώνω συχνά σ’ ένα αμαξάκι με πόνυ (μόνο που το πόνυ ήταν γάιδαρος) και


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

50

να τα πηγαίνω στα παραπήγματα όπου συγκεντρώνονταν οι άνδρες τη νύχτα. Μια μέρα ο γάιδαρος με ταπείνωσε πολύ. Πήγαινα χαρούμενη σ’ έναν εξοχικό δρόμο, φορτωμένη με γλυκά, όταν άκουσα μια πυροβολαρχία να έρχεται προς το μέρος μου. Προσπάθησα βιαστικά να τραβηχτώ στην άκρη του δρόμου, αλλά ο γάιδαρος στύλωσε τα πόδια του στο χώμα και αρνιόταν να κουνηθεί. Χάδια και χτυπήματα στάθηκαν ανώφελα. Η πυροβολαρχία σταμάτησε λίγα βήματα μακρύτερα. Οι αξιωματικοί μου φώναζαν να φύγω. Αδύνατο. Τέλος μερικοί άντρες προχώρησαν, έπιασαν εμένα, το κάρο και το γάιδαρο και μας πέταξαν στο χαντάκι κι έτσι η πυροβολαρχία συνέχισε το δρόμο της. Ποτέ δεν έμαθα το τέλος του επεισοδίου απ’ τους άνδρες του πυροβολικού. Διέδωσαν ότι τα γλυκά μου ήταν τόσο βαριά ώστε ο φουκαράς ο γάιδαρος δεν μπορούσε να κουνηθεί κι έρχονταν κουτσαίνοντας στο παράπηγμά μου για να μου πουν πως ένα ψίχουλο απ’ τα γλυκά μου είχε πέσει στο πόδι τους. Συνήθισα τον κρότο των κανονιών και το γεγονός ότι οι άνδρες ήταν κουφοί τις μέρες που τα κανόνια τους πυροβολούσαν. Συνήθισα τους μεθυσμένους κι έμαθα να μη με νοιάζει το μεθύσι τους κι έμαθα επίσης πώς να τους χειρίζομαι, αλλά ποτέ δε συνήθισα τα τηγανητά αυγά και μάλιστα όταν συνοδεύονταν από κακάο. Φαντάζομαι πως έχω πουλήσει περισσότερα αυγά, τσιγάρα και κακάο από κάθε άλλον. Εκείνες ήταν ευτυχισμένες, πολυάσχολες μέρες. Λάτρευα τη μις Σάντις, αλλά ποιος δεν το έκανε; Την αγαπούσα για την ομορφιά της, τη νοητική της δύναμη, τη γνώση της στη Βίβλο, την κατανόησή της για τους ανθρώπους κι επίσης για τη σπαρταριστή της αίσθηση του χιούμορ. Την αγαπούσα περισσότερο, νομίζω, γιατί ανακάλυψα πως μ’ αγαπούσε πραγματικά. Μοιραζόμουν το δωμάτιο της στο αστείο μικρό σπίτι που μέναμε και μου φαίνεται σαν να τη βλέπω αυτή τη στιγμή να κοιμάται στο φως της αυγής με μια μαύρη κάλτσα στα μάτια της, για να μην ενοχλείται απ’ το φως. Ήταν ανώτερη και με πλατύτερες απόψεις απ’ όλες τις συνεργάτιδές της. Θυμάμαι τις ματιές της χωρίς να λέει λέξη. Εργαζόμασταν όλες πολύ σκληρά για τη σωτηρία των ψυχών και μας επέβλεπε και μας ευχόταν να πετύχουμε και συχνά έβρισκε τα κατάλληλα λόγια· όμως ξέρω ότι συχνά μας παρακολουθούσε, διασκεδάζοντας που αγωνιζόμασταν και μοχθούσαμε έτσι. Κάποτε με συντάραξε πραγματικά και πιστεύω ότι στάθηκε η αφετηρία του κύκλου της ενδόμυχης έρευνας που με οδήγησε αργότερα έξω απ’ το θεολογικό μου τέλμα. Επί τρεις βδομάδες πάλευα να σώσω την ψυχή ενός απόλυτα ελεεινού, βρωμερού στρατιωτάκου. Ήταν αυτό που λένε στην Αγγλία “ρυπαρό κατασκεύασμα” – ένας κακός στρατιώτης κι ένας κακός άνθρωπος. Έπαιζα ντάμα μαζί του κάθε νύχτα (που του άρεσε) για να τον καλοπιάσω να έρθει στις ευαγγελικές συγκεντρώσεις – κάτι που ανεχόταν. Τον ικέτευα να σωθεί χωρίς αποτέλεσμα. Η Ελίζα Σάντις με κοίταζε με θυμηδία, ώσπου κατέληξε προφανώς στο συμπέρασμα ότι το πράγμα παρατραβούσε. Ένα βράδυ λοιπόν με φώναξε εκεί που στεκόταν πλάι στο πιάνο, σ’ ένα παράπηγμα γεμάτο άνδρες κι ακολούθησε η εξής συζήτηση: “Άλις, τον βλέπεις εκείνον εκεί πέρα;” και μου έδειξε το πρόβλημά μου. “Ναι”, είπα, “εννοείτε τον άνδρα που έπαιζα ντάμα μαζί του;”


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

51

“Λοιπόν, αγαπητή μου, θέλεις να κοιτάξεις το μέτωπό του;” Κοίταξα και της είπα ότι φαινόταν πολύ χαμηλό. Ένευσε καταφατικά. “Τώρα κοίτα τα μάτια του. Τι δεν είναι εντάξει σ’ αυτά;” “Φαίνονται μάλλον πολύ κοντά το ένα στο άλλο”, απάντησα. “Ακριβώς. Και τι γνώμη έχεις για το σαγόνι και το σχήμα του κεφαλιού του;” “Μα δεν έχει σαγόνι και το κεφάλι του είναι πολύ μικρό και ολοστρόγγυλο”, είπα με απορία. “Τότε λοιπόν, Άλις χρυσή μου, γιατί δεν τον αφήνεις στο Θεό;” Κι απομακρύνθηκε. Από τότε άφησα πολύ κόσμο στο Θεό. Τώρα ας συνεχίσω την καταγραφή κι ας πω ότι τότε πίστευα στον προσηλυτισμό κι εξακολουθώ να πιστεύω και τώρα. Πίστευα τότε στη δύναμη του Χριστού να σώζει κι εξακολουθώ να πιστεύω σ’ αυτή χίλιες φορές περισσότερο. Ξέρω ότι οι άνθρωποι μπορούν να μεταστραφούν από τα λάθη τους και τους έχω δει συχνά να βρίσκουν μέσα τους εκείνη την πραγματικότητα που ο Απ. Παύλος ονομάζει “ο Χριστός εν υμίν, η ελπίς της δόξης”. Πάνω σ’ αυτή τη γνώση στοιχηματίζω την αιώνια σωτηρία μου και τη σωτηρία όλου του ανθρώπινου γένους. Ξέρω ότι ο Χριστός ζει κι ότι ζούμε μέσα Του και ξέρω ότι ο Θεός είναι ο Πατέρας μας κι ότι κάτω απ’ το μεγάλο Σχέδιο του Θεού όλες οι ψυχές βρίσκουν τελικά το δρόμο τους σ’ Αυτόν. Ξέρω ότι η Χριστική ζωή στην ανθρώπινη καρδιά μπορεί να οδηγήσει όλους τους ανθρώπους απ’ το θάνατο στην αθανασία. Ξέρω ότι επειδή ζει ο Χριστός θα ζήσουμε κι εμείς κι ότι η ζωή Του είναι η σωτηρία μας. Αλλά αμφισβητώ πολύ συχνά τις ανθρώπινες τεχνικές μας και πιστεύω ότι ο δρόμος του Θεού είναι συχνά ο καλύτερος κι ότι συχνά μας αφήνει να βρούμε το δικό μας δρόμο για το σπίτι, ξέροντας ότι σ’ όλους μας υπάρχει κάτι απ’ Αυτόν που είναι θείο, που ποτέ δεν πεθαίνει και που φθάνει στη γνώση. Ξέρω ότι τίποτε στον Ουρανό ή στην κόλαση δεν μπορεί να μπει ανάμεσα στην αγάπη του Θεού για τα τέκνα Του. Ξέρω ότι στέκει άγρυπνος φρουρός “ώσπου κι ο τελευταίος κουρασμένος προσκυνητής να βρει το δρόμο του για το σπίτι”. Ξέρω ότι όλα τα πράγματα συνεργάζονται για το καλό όσων αγαπούν το Θεό κι αυτό σημαίνει ότι δεν αγαπούμε κάποια μακρινή, αφηρημένη Θεότητα, αλλά αγαπούμε τους συνανθρώπους μας. Η αγάπη των συνανθρώπων μας φανερώνει – ίσως ακαθόριστα, αλλά σίγουρα – ότι αγαπούμε το Θεό. Η Ελίζα Σάντις μου το δίδαξε αυτό με τη ζωή της και την αγάπη της, το πνεύμα και την κατανόησή της. Η παραμονή μου στην Ιρλανδία δεν κράτησε πολύ, αλλά ήταν θαυμάσια. Ποτέ δεν είχα ξαναπάει στην Ιρλανδία κι ένα μεγάλο μέρος του χρόνου μου το πέρασα στο Δουβλίνο και στο στρατόπεδο Κάρατς, όχι μακριά απ’ το Κίλνταρ. Όταν ήμουν στο Κάρατς έκανα μια ιδιαίτερη εργασία, μια εργασία που θα προξενούσε τρόμο στους δικούς μου αν την ήξεραν. Δεν ξέρω αν θα τους κατηγορούσα. Θυμηθείτε ότι τα κορίτσια δεν είχαν την ελευθερία που έχουν τώρα κι ότι στο κάτω-κάτω ήμουν μόλις είκοσι δύο ετών. Μια απ’ τις πυροβολαρχίες του Έφιππου Βασιλικού Πυροβολικού στάθμευε εκείνο τον καιρό στον καταυλισμό του Νιούμπριτζ και οι άνδρες της πυροβολαρχίας (που τους


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

52

είχα συναντήσει στο πεδίο ασκήσεων το καλοκαίρι) μου ζήτησαν να πηγαίνω κάθε βράδυ στην αίθουσα αποχής από οινοπνευματώδη ποτά. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να φτάνω εκεί στις 6 μ.μ. και να γυρίζω αργά τη νύχτα, γιατί είχαν πάρει την άδεια να τους οργανώνω ευαγγελικές συγκεντρώσεις στην αίθουσα μετά το κλείσιμο της καντίνας. Μετά από σχετική συζήτηση αποφασίσαμε ότι έπρεπε να δεχθώ κι έτσι κάθε βράδυ πήγαινα με το ποδήλατο έπειτα απ’ το απαίσιο Βρετανικό δείπνο που λέγεται “πλήρες τσάι”. Επέστρεφα κάθε νύχτα μεταξύ 11 μ.μ. και μεσάνυχτα, συνοδευόμενη από δύο στρατιώτες τους οποίους όριζαν οι άνδρες της πυροβολαρχίας και τους εφοδίαζαν με την αναγκαία άδεια. Ποτέ δεν έμαθα αν ο συνοδός μου ήταν καλός κι έμπιστος Χριστιανός στρατιώτης ή αχρείος. Πιστεύω ότι έριχναν κλήρο για το ποιος θα με συνόδευε σπίτι κι όταν ο κλήρος έπεφτε σε κανένα μέθυσο, οι συνάδελφοί του τον εμπόδιζαν να επισκεφθεί την καντίνα εκείνη την ημέρα. Ωστόσο φαντασθείτε ένα νεαρό κορίτσι με το δικό μου τρομερά προστατευτικό Βικτωριανό παρελθόν, να τρέχει με το ποδήλατο κάθε νύχτα μαζί με δύο Τόμμηδες για τους οποίους δεν ήξερε τίποτε. Όμως ποτέ δεν ειπώθηκε ούτε μια λέξη που θα μπορούσε να προσβάλει και την πιο πουριτανή γεροντοκόρη και πολύ το χαιρόμουν αυτό! Οι θαμώνες της καντίνας συνήθιζαν να έρχονται κάθε βράδυ στην αίθουσα για να με δουν. Δεν επιχειρούσα να τους τραβήξω στη συγκέντρωση, αλλά τα πηγαίναμε καλά. Εκεί έμαθα να ξεχωρίζω τους διάφορους τύπους μεθυσμένων. Υπάρχει φυσικά ο καβγατζής μεθυσμένος και μπήκα σε πολλές τέτοιες φασαρίες – χωρίς ποτέ να με χτυπήσουν, παρότι είμαι βέβαιη ότι με θεωρούσαν ενοχλητική. Αυτός ο τύπος ποτέ δε μ’ ενόχλησε και ποτέ δεν υπέφερα απ’ την παρέμβασή μου. Η Στρατιωτική Αστυνομία καλοδεχόταν τη βοήθειά μου για να ηρεμήσει τους άνδρες. Έγινα πολύ ειδική. Υπάρχει κατόπιν ο τρυφερός μεθυσμένος κι αυτός με τρομοκρατούσε ειλικρινά. Ποτέ δεν ήξερα τι θα έκανε ή θα έλεγε, αλλά είχα μάθει να έχω πάντα μια καρέκλα ή ένα τραπέζι ανάμεσά μας. Οι θηριοδαμαστές έχουν βρει ότι μια γερή καρέκλα ανάμεσα σ’ αυτούς και σε κάποιο δύστροπο λιοντάρι είναι πολύ χρήσιμη και μπορώ να τη συστήσω ανεπιφύλακτα στην περίπτωση ενός τρυφερού μεθυσμένου. Ο δύσθυμος μεθυσμένος είναι πολύ πιο δύσκολος αλλά όχι πολύ συνηθισμένος. Μαθαίνει επίσης κανείς να διακρίνει μεταξύ εκείνων που το μεθύσι τους χτυπάει στα πόδια κι εκείνων που τους χτυπάει στο κεφάλι κι η τεχνική που εφαρμόζεται στην κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Συχνά όταν εργαζόμουν με τους στρατιώτες η Στρατιωτική Αστυνομία μου ζητούσε να τη βοηθήσω να μεταφέρει ήσυχα στο κατάλυμά του ένα μεθυσμένο στρατιώτη. Έμενε αφανής αλλά ήταν πάντα κοντά και μπορούσε να δει κανείς το θέαμα που παρουσιάζαμε εγώ κι ο μεθυσμένος στρατιώτης κάνοντας ζιγκ-ζαγκ πάνω στο δρόμο. Μπορείτε ίσως να φαντασθείτε τη φρίκη της θείας μου, αν ποτέ έβλεπε αυτή την εκκεντρική πορεία, αλλά τα έκανα όλα αυτά “για χάρη του Ιησού” και ποτέ κανείς στρατιώτης δε δοκίμασε να φανεί πρόστυχος. Ωστόσο δε θα ήθελα ασφαλώς να έβλεπα μια απ’ τις κόρες μου σ’ αυτή τη θέση κι αισθάνομαι πως ό,τι είναι καλό για τη χήνα δεν είναι πάντα καλό για το χηνάκι. Η δουλειά μου ήταν ποικίλη: να κρατώ λογαριασμούς, να τακτοποιώ τα λουλούδια


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

53

στα αναγνωστήρια, να γράφω τα γράμματα των στρατιωτών, να αναλαμβάνω ατέλειωτες ευαγγελικές συγκεντρώσεις, να προΐσταμαι σε ημερήσιες συγκεντρώσεις προσευχής, να μελετώ επισταμένως τη Βίβλο μου και να είμαι καλή, πολύ καλή. Αγόραζα όλων των ειδών τα βιβλία που θα με βοηθούσαν να κάνω καλύτερο κήρυγμα, όπως Στήριγμα για Ιεροκήρυκες, Ομιλίες για Δασκάλους, Λόγοι για Μαθητές, Περιγραφές για Εργάτες (είχα βιβλία με τους τέσσερις αυτούς τίτλους) κι άλλα με εξίσου σκανδαλιστικούς παρηχητικούς τίτλους. Συχνά ένιωθα κι εγώ τον πειρασμό να δημοσιεύσω ένα βιβλίο με τίτλο Ιδέες για Ανόητους και μάλιστα έκανα μια αρχή, αλλά ποτέ δεν υλοποιήθηκε. Απ’ ό,τι ξέρω τα πήγαινα καλά με τις συνεργάτιδές μου. Το ισχυρό σύμπλεγμα κατωτερότητάς μου μ’ έκανε πάντα να τις θαυμάζω κι αυτό έκοβε κάθε διάθεση για ζήλια. Ένα πρωί η Ελίζα Σάντις πήρε ένα γράμμα που όπως είδα την τάραξε πολύ. Η αρχηγός του έργου στην Ινδία, Θεοδώρα Σόφιλντ, ήταν άρρωστη κι έπρεπε να γυρίσει στην πατρίδα να αναπαυθεί. Αλλά φαίνεται πως δεν υπήρχε διαθέσιμο πρόσωπο να την αντικαταστήσει. Η ίδια άρχιζε να γερνάει κι η Εύα Μαγκουάιρ δεν ήταν διαθέσιμη. Η μις Σάντις με τη συνηθισμένη της ευθύτητα είπε ότι θα έστελνε εμένα αν είχε χρήματα, γιατί “ακόμη κι αν δεν είσαι πολύ καλή, θα είσαι μάλλον καλύτερη από καμιά”. Το ταξίδι στην Ινδία ήταν πολυδάπανο εκείνο τον καιρό κι η μις Σάντις έπρεπε να καταβάλει τα έξοδα για την επιστροφή της Θεοδώρας. Με τη συνηθισμένη μου αυτάρεσκη θρησκευτική αντίδραση είπα: “Αν θέλει ο Θεός να πάω, θα στείλει τα χρήματα”. Με κοίταξε αλλά δεν είπε τίποτε. Δύο ή τρεις μέρες αργότερα, όταν παίρναμε το πρωινό, την άκουσα ν’ αναφωνεί καθώς άνοιγε ένα γράμμα. Ύστερα μου έδωσε το φάκελο. Δεν υπήρχε γράμμα ούτε ένδειξη αποστολέα. Υπήρχε όμως μια επιταγή πεντακοσίων λιρών με τις λέξεις “Για το έργο στην Ινδία”, γραμμένες διαγωνίως. Καμιά μας δεν ήξερε από πού ερχόταν η επιταγή, αλλά τη δεχθήκαμε σαν να ερχόταν κατευθείαν απ’ το Θεό. Το πρόβλημα της μετάβασης είχε συνεπώς λυθεί και με ρώτησε αν θα πήγαινα αμέσως στην Ινδία αντί για την ίδια, τονίζοντας ότι δεν ήμουν βέβαια πολύ κατάλληλη, αλλά δεν είχε καμιά άλλη να στείλει αυτή τη στιγμή. Καμιά φορά αναρωτιέμαι μήπως τα χρήματα τα είχε στείλει ο Διδάσκαλός μου. Ήταν ουσιώδες να πάω στην Ινδία για να μάθω κάποια μαθήματα και να βάλω τις βάσεις για το έργο που χρόνια πριν μου είχε πει πως θα μπορούσα να κάνω γι’ Αυτόν. Δεν ξέρω και ποτέ δεν Τον ρώτησα, γιατί δεν ήταν κάτι που είχε σημασία. Έγραψα στους δικούς μου για να τους ρωτήσω αν μπορούσα να πάω – εννοώντας ότι θα πάω οπωσδήποτε, αλλά θέλοντας να κρατήσω τους τύπους και να φανώ τουλάχιστον ευγενική. Η θεία μου Κλαίρη Πάρσονς μου έγραψε ότι συναινούσε εφόσον θα είχα εισιτήριο μετ’ επιστροφής – έτσι πήρα ένα εισιτήριο μετ’ επιστροφής. Έπειτα πήγα στο Λονδίνο να κάνω τα ψώνια για την Ινδία και καθώς εκείνο τον καιρό δεν είχα οικονομικούς περιορισμούς, αγόρασα ό,τι ήθελα και το χάρηκα. Ασφαλώς “ξετινάχτηκα”. Παρεμπιπτόντως όταν τα μπαούλα που περιείχαν όλα τα καινούργια μου πράγματα έφτασαν στην Κουέττα του Βελουχιστάν, ανακάλυψα ότι όλο το περιεχόμενο είχε κλαπεί κι είχε αντικατασταθεί με ρυπαρά, βρωμερά κουρέλια.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

54

Ευτυχώς είχα πάρει πολλά πράγματα μαζί μου, αλλά αυτό ήταν το πρώτο μου σπουδαίο μάθημα για το εφήμερο των πραγμάτων. Επειδή όμως μου άρεσαν τα φορέματα κι ακόμη μου αρέσουν, παρήγγειλα να μου στείλουν άλλα. Η αδελφή μου και η θεία μου με αποχαιρέτησαν στην προκυμαία Τίλμπιουρυ και πρέπει να παραδεχθώ ότι ποτέ δε χάρηκα κάτι τόσο πολύ όσο τις τρεις αυτές εβδομάδες ταξίδι για τη Βομβάη. Πάντα μου άρεσε να ταξιδεύω (όπως όλοι οι Δίδυμοι) και καθώς ήμουν εκείνη την εποχή μια φρικτή μικρή σνομπ, μεθούσα στη σκέψη ότι η πολυθρόνα μου στο κατάστρωμα (που μου την είχε νοικιάσει ένας θείος) είχε πάνω της έναν τίτλο. Τα μικρά πράγματα αρέσουν στα μικρά μυαλά και το μυαλό μου ήταν πολύ μικρό εκείνο τον καιρό – πρακτικά κοιμόταν. Θυμάμαι καλά το πρώτο αυτό ταξίδι. Στην τραπεζαρία στο ίδιο τραπέζι με μένα ήταν άλλες δύο γυναίκες και πέντε προφανώς πλούσιοι και πολύ μοντέρνοι άνδρες. Ήταν φανερό πως τους αρέσαμε και οι τρεις μας, αλλά εγώ ήμουν φοβερά σοκαρισμένη μαζί τους. Μιλούσαν για στοιχήματα και κούρσες· έπιναν ένα σωρό ποτά, έπαιζαν χαρτιά και – το χειρότερο απ’ όλα – δεν έλεγαν ποτέ προσευχή στο τραπέζι. Το πρώτο γεύμα με άφησε εμβρόντητη. Μετά το φαγητό πήγα στην καμπίνα μου και προσευχήθηκα βαθιά για να βρω τη δύναμη να κάνω το σωστό. Στο δείπνο το θάρρος μου μ’ εγκατέλειψε κι έτσι χρειάσθηκε να προσευχηθώ περισσότερο. Το αποτέλεσμα ήταν πως το επόμενο πρωί στο πρόγευμα έβγαλα ένα λόγο, φροντίζοντας να είμαι στην τραπεζαρία πριν έρθουν τα δύο άλλα κορίτσια, ενώ ήταν παρόντες οι πέντε άνδρες. Ήμουν αφάνταστα τρομοκρατημένη κι ένιωθα καταντροπιασμένη αλλά έκανα αυτό που νόμιζα ότι ήθελε ο Ιησούς από μένα. Κοίταξα τους άνδρες και είπα νευρικά και γρήγορα: “Δεν πίνω και δε χορεύω· δεν παίζω χαρτιά και δεν πηγαίνω στο θέατρο και ξέρω πως θα με αντιπαθήσετε και νομίζω πως το καλύτερο είναι να βρω ένα άλλο τραπέζι”. Μια νεκρική σιγή απλώθηκε. Ένας απ’ τους άνδρες (μ’ ένα πολύ γνωστό όνομα, γιαυτό δε θα το αναφέρω) σηκώθηκε, έσκυψε πάνω απ’ το τραπέζι, άπλωσε το χέρι του και είπε: “Δώστε μου το χέρι σας. Αν μείνετε μαζί μας, θα μείνουμε κι εμείς μαζί σας και θα βάλουμε τα δυνατά μας να γίνουμε καλοί”. Έκανα το πιο απολαυστικό ταξίδι. Αυτοί οι άνδρες ήταν απίστευτα καλοί σε μένα και τους αναπολώ με στοργή κι ευγνωμοσύνη. Ήταν το ωραιότερο ταξίδι μου κι έχω κάνει το ταξίδι Λονδίνο-Βομβάη έξι φορές σε πέντε χρόνια κι έτσι έχω κάποια πείρα. Αν αυτοί πέρασαν καλά είναι άλλο ζήτημα, αλλά πάντα φρόντιζαν να είναι καλοί μαζί μου. Ένας απ’ αυτούς μου έστειλε αργότερα ένα σωρό θρησκευτικά βιβλία για ένα από τα Σπίτια του Στρατιώτη. Ένας άλλος έστειλε ένα γενναιόδωρο τσεκ κι ένας άλλος ακόμη, ένας ανώτερος σιδηροδρομικός, μου έστειλε ένα διαρκές ελευθέρας για τους Σιδηροδρόμους της Μεγάλης Ινδικής Χερσονήσου, που το χρησιμοποιούσα στο διάστημα που ήμουν στην Ινδία. Λογάριαζα ότι φθάνοντας στη Βομβάη θ’ άλλαζα πλοίο και θα έπαιρνα το πλοίο των Βρετανικών Ινδιών για το Καράτσι και την Κουέττα του Βελουχιστάν. Αλλά δεν επρόκειτο να γίνει έτσι τότε, αν κι έκανα το ταξίδι αυτό αργότερα. Βρήκα ένα τηλεγράφημα που με περίμενε κι έλεγε να πάρω την ταχεία απ’ τη Βομβάη για το


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

55

Μεερούτ που βρισκόταν στην κεντρική Ινδία. Τρόμαξα. Ποτέ πριν δεν είχα ταξιδέψει μόνη. Είχα έρθει σε μια ήπειρο όπου δε γνώριζα κανέναν κι έπρεπε ν’ αλλάξω όχι μόνο το ατμοπλοϊκό μου εισιτήριο για το Καράτσι, αλλά να πάρω και σιδηροδρομικό εισιτήριο για το Μεερούτ. Σαν ταξιδιωτικό περιστέρι πέταξα στη Χ.Ε.Ν., όπου όλοι μου έδειξαν μεγάλη καλοσύνη και φρόντισαν για όλες τις λεπτομέρειες. Θυμηθείτε ότι ήμουν νέα, όμορφη κι ότι τα κορίτσια δεν έκαναν αυτό που έκανα εγώ. Στο σιδηροδρομικό σταθμό της Βομβάης είχα μια πολύ ανθρώπινη και διδακτική εμπειρία. Η εμπειρία αυτή δείχνει πόσο θαυμαστά είναι τα ανθρώπινα όντα, κάτι που θα δείτε πως θ’ αποδείξω σ’ αυτό το βιβλίο. Ήμουν, όπως θα έχετε αντιληφθεί, μια καλοπροαίρετη ψηλομύτα. Ήμουν σχεδόν πολύ καλή γι’ αυτή τη ζωή και φυσικά αρκετά άγια για να γίνομαι μισητή. Δεν έπαιρνα μέρος στην καθημερινή ζωή του πλοίου, αλλά βάδιζα αλαζονικά στο κατάστρωμα με την ογκώδη Βίβλο μου κάτω απ’ τη μασχάλη μου. Στο πλοίο ήταν ένας άνδρας που ήταν η απέχθειά μου από τότε που άφησα το Λονδίνο. Ήταν η ζωή του πλοίου· έκανε τις καθημερινές κληρώσεις· διοργάνωνε τους χορούς και τις θεατρικές παραστάσεις· έπαιζε χαρτιά και ήξερα πως έπινε υπερβολικές ποσότητες ουίσκι με σόδα. Το ταξίδι κρατούσε τότε τρεις βδομάδες και τον παρατηρούσα συνεχώς με περιφρόνηση. Κατά την άποψή μου ήταν ο διάβολος. Μου είχε μιλήσει μια ή δυο φορές, αλλά του είχα δείξει φανερά πως δεν ήθελα καμιά σχέση μαζί του. Καθώς περίμενα το τραίνο εκείνη την ημέρα στον πελώριο σιδηροδρομικό σταθμό της Βομβάης, κατατρομαγμένη και με την ενδόμυχη επιθυμία να μην είχα έρθει ποτέ, αυτός ο άνδρας ήρθε κοντά μου και είπε: “Νεαρή μου κυρία δε με συμπαθείτε και δε μου το κρύψατε, αλλά έχω μια κόρη στην ηλικία σας κι ο διάβολος να με πάρει αν θα ήθελα να τη δω να ταξιδεύει μόνη στην Ινδία. Είτε το θέλετε είτε όχι θα μου δείξετε το βαγόνι σας. Θέλω να δω το συνεπιβάτη σας και θα κάνετε ό,τι αποφασίσω. Επίσης θα σας συνοδεύω στα γεύματα στους σταθμούς που θα βγαίνουμε για φαγητό”. Δεν ξέρω τι μου ήρθε, αλλά τον κοίταξα κατάματα και του είπα: “Είμαι πολύ φοβισμένη. Σας παρακαλώ φροντίστε για μένα”. Με φρόντισε με το παραπάνω και η τελευταία φορά που τον είδα ήταν σε μια διασταύρωση τα μεσάνυχτα με τη ρόμπα και τις πυτζάμες του, καθώς φιλοδωρούσε ένα φύλακα να με προσέχει, γιατί δε θα συνέχιζε το ταξίδι του στην ίδια κατεύθυνση με μένα. Τρία χρόνια αργότερα είχα πάει στο Ρανικέτ στα Ιμαλάια για να ιδρύσω εκεί ένα νέο Σπίτι του Στρατιώτη. Ένας ταχυδρόμος ήρθε από μια μακρινή περιοχή, φέρνοντας ένα σημείωμα από ένα φίλο αυτού του ανθρώπου που με παρακαλούσε να πάω να τον δω γιατί του έμενε πολύ λίγη ζωή και χρειαζόταν πνευματική βοήθεια. Με είχε ζητήσει. Η συνεργάτιδά μου αρνήθηκε να μ’ αφήσει να πάω· με είχε αναλάβει υπό την προστασία της και είχε σοκαριστεί τρομερά. Δεν πήγα και πέθανε μόνος. Ποτέ δε συγχώρησα τον εαυτό μου – αλλά τι μπορούσα να κάνω; Η παράδοση, τα έθιμα και η γυναίκα που ήταν υπεύθυνη για μένα, είχαν συμμαχήσει εναντίον μου κι ένιωθα δυστυχής κι αβοήθητη. Στο δρόμο απ’ τη Βομβάη στο Μεερούτ μου είχε πει απότομα ένα βράδυ στο δείπνο ότι δεν ήμουν καθόλου τόσο υπεροπτική και αγία όσο έδειχνα κι ότι είχε την ιδέα πως κάποια μέρα θα ανακάλυπτα πως ήμουν ένα ανθρώπινο ον. Ήταν πνιγμένος στα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

56

βάσανα εκείνο τον καιρό και θα προσπαθούσα άραγε να τον βοηθήσω; Επέστρεφε απ’ την Αγγλία όπου είχε βάλει τη γυναίκα του σε ψυχιατρείο· ο γιός του είχε μόλις σκοτωθεί και η κόρη του το είχε σκάσει μ’ έναν παντρεμένο. Δεν είχε κανέναν. Δεν ήθελε τίποτε από μένα παρά έναν καλό λόγο. Αυτή τη χάρη του την έκανα, γιατί τον είχα συμπαθήσει σιγά-σιγά. Όταν ήρθε η στερνή του ώρα έστειλε και με ζήτησε. Δεν πήγα και θλίβομαι γι’ αυτό. Απ’ αυτή την εποχή η ζωή μου έγινε πυρετώδης. Υποτίθεται ότι (κατά την απουσία της μις Σόφιλντ) ήμουν υπεύθυνη για αρκετά Σπίτια του Στρατιώτη – Κουέττα, Μεερούτ, Λάκνοου, Τσακράτα – και για δύο Σπίτια που βοήθησα να ιδρυθούν – Ουμπάλλα και Ρανικέτ – στα Ιμαλάια, όχι πολύ μακριά απ’ την Αλμόρα. Η Τσακράτα και το Ρανικέτ ήταν σε πρόποδες λόφων σε πέντε ή έξι χιλιάδες πόδια υψόμετρο και ήταν φυσικά θέρετρα. Από το Μάη ως το Σεπτέμβρη γινόμασταν “παπαγάλοι των λόφων”. Υπήρχε ακόμη ένα Σπίτι στο Ραβαλπίντι, αλλά δεν ήταν της δικαιοδοσίας μου, εκτός από μια φορά που πήγα για ένα μήνα, για ν’ αντικαταστήσω τη μις Ας που ήταν η υπεύθυνη. Σε καθένα απ’ αυτά τα σπίτια υπήρχαν δύο κυρίες και δύο διαχειριστές που ήταν υπεύθυνοι για το κυλικείο και τη γενική συντήρηση του χώρου. Ήταν συνήθως απόστρατοι κι έχω την καλύτερη ανάμνηση για την καλοσύνη και την προθυμία τους. Ήμουν πολύ νέα και άπειρη· δε γνώριζα κανέναν σ’ ολόκληρη την Ασιατική ήπειρο· χρειαζόμουν μεγαλύτερη προστασία απ’ όση μπορούσα να φαντασθώ εκείνη την εποχή· ήμουν επιρρεπής στα πιο ηλίθια πράγματα, απλά γιατί δεν ήξερα κανένα κακό και δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι μπορεί να συμβεί σ’ ένα κορίτσι. Κάποτε, για παράδειγμα, υπέφερα από βασανιστικό πονόδοντο κι έφθασα στο σημείο να μην αντέχω άλλο. Δεν υπήρχε τότε τακτικός οδοντίατρος στην κατασκήνωση που εργαζόμουν, αλλά περνούσε περιστασιακά ένας πλανόδιος οδοντίατρος (συνήθως Αμερικανός), έστηνε το ιατρείο του στο αναπαυτήριο κι έκανε την εργασία που έπρεπε να γίνει. Άκουσα ότι κάποιος βρισκόταν τότε στην πόλη κι έτσι πήγα ολομόναχη χωρίς να πω λέξη στη συνεργάτιδά μου. Βρήκα ένα νεαρό Αμερικανό και το βοηθό του. Το δόντι δεν πήγαινε καλά κι έπρεπε να βγει, τον παρακάλεσα λοιπόν να με κοιμίσει και να το βγάλει. Με κοίταξε με έναν τρόπο μάλλον παράξενο, αλλά έκανε ό,τι του ζήτησα. Όταν συνήλθα απ’ τη νάρκωση, μου έψαλλε τον εξάψαλμο λέγοντάς μου ότι δεν μπορούσα να ξέρω αν ήταν καθώς πρέπει άνθρωπος, ότι όσο βρισκόμουν υπό την επήρεια του ναρκωτικού ήμουν εντελώς στη διάθεσή του κι ότι είχε διαπιστώσει πως διάφοροι που περιφέρονταν στην Ινδία δεν ήταν αυτό που έπρεπε να είναι. Πριν φύγω μου απέσπασε την υπόσχεση ότι θα είμαι πιο προσεκτική στο μέλλον. Γενικά ήμουν πάντα προσεκτική, αλλά τον θυμάμαι με ευγνωμοσύνη, αν κι έχω ξεχάσει το όνομά του. Εκείνο τον καιρό ήμουν άφοβη· δεν ήξερα από τι έπρεπε να φοβάμαι. Η αφοβία μου οφειλόταν σε έμφυτη απερισκεψία και σε άγνοια κι ακόμη στη βεβαιότητα ότι ο Θεός θα με προστάτευε. Προφανώς το έκανε, φαντάζομαι με την έννοια ότι οι μεθυσμένοι, τα παιδιά και οι ανόητοι είναι ανεύθυνοι και πρέπει να τους προσέχουν. Το πρώτο μέρος λοιπόν που πήγα ήταν το Μεερούτ, όπου έκανα τη γνωριμία της μις Σόφηλντ κι έμαθα μερικά πράγματα που έπρεπε να ξέρω για το διάστημα που θα την


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

57

αντικαθιστούσα. Η μεγαλύτερη σκοτούρα μου ήταν πως ήμουν πολύ νέα για μια τέτοια ευθύνη. Όλα με απασχολούσαν πάρα πολύ. Δεν είχα πείρα και συνεπώς αίσθηση της σχετικότητας των αξιών. Ασήμαντα πράγματα μου φαίνονταν φοβερά, ενώ πραγματικά σοβαρά γεγονότα δεν μου έκαναν καμιά εντύπωση. Αναπολώντας εκείνα τα χρόνια και κρίνοντας την κατάσταση γενικά, δε νομίζω ότι τα κατάφερα και πολύ άσχημα. Στην αρχή είχα θαμπωθεί απ’ τα θαυμάσια της Ανατολής. Όλα ήταν τόσο καινούργια, τόσο παράξενα, τόσο πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι είχα φαντασθεί. Χρώμα, ωραία κτίρια, βρωμιά κι εκφυλισμός, φοινικόδενδρα και μπαμπού, όμορφα παιδάκια και γυναίκες που (εκείνο τον καιρό) κουβαλούσαν στάμνες στο κεφάλι· νεροβούβαλοι κι αλλόκοτα αμάξια, όπως τα γκάρι και τα έκα (αναρωτιέμαι αν υπάρχουν και τώρα), κοσμοβριθή παζάρια και δρόμοι με ντόπια μαγαζιά, ασημικά κι ωραία χαλιά, ξυπόλυτοι ιθαγενείς, Μουσουλμάνοι, Ινδοί, Σίκχ, Ράζπουτ, Γκούρκα, ιθαγενείς στρατιώτες κι αστυνομικοί, πότε-πότε κανένας ελέφαντας με το μαχούτ του, παράξενες μυρωδιές, άγνωστη γλώσσα και πάντα ο ήλιος, εκτός απ’ τη περίοδο των μουσώνων – και πάντα ζέστη. Αυτές είναι μερικές απ’ τις αναμνήσεις εκείνης της εποχής. Αγαπούσα την Ινδία. Πάντα έλπιζα να ξαναγυρίσω, αλλά φοβάμαι πως δε θα το κατορθώσω σ’ αυτή τη ζωή. Έχω πολλούς φίλους στην Ινδία και μεταξύ των Ινδών που ζουν σε άλλες χώρες. Κάτι ξέρω για το πρόβλημα της Ινδίας, τη λαχτάρα της για ανεξαρτησία, την εσωτερική της πάλη και διαμάχη, τις πολλές γλώσσες και φυλές, το μεγάλο πληθυσμό και τις πολλές πίστεις. Δεν το γνωρίζω κατά βάθος, γιατί έζησα εκεί μόνο λίγα χρόνια, όμως αγαπούσα τους ανθρώπους. Ο κόσμος εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν ξέρει τίποτε για το πρόβλημα κι αυτός είναι ο λόγος που συμβουλεύει τη Μεγάλη Βρετανία τι πρέπει να κάνει. Οι λυσσώδεις ομιλίες των παρεπιδημούντων εδώ Ινδών έχουν μεγαλύτερη απήχηση απ’ τις ήρεμες διαβεβαιώσεις του Βρετανού Ράτζα ότι μόλις λύσουν τις διαφορές τους οι Ινδοί και οι Μουσουλμάνοι, η Ινδία θα μπορέσει να αποκτήσει αυτοδιάθεση ή πλήρη ανεξαρτησία. Επανειλημμένα έγιναν απόπειρες να καταλήξουν σ’ ένα σύνταγμα με το οποίο οι Μουσουλμάνοι (η ισχυρή, πλούσια και φιλοπόλεμη μειονότητα – μια μειονότητα εβδομήντα εκατομμυρίων) και οι Ινδοί θα μπορούν να συνυπάρχουν· ένα σύνταγμα που θα ικανοποιεί και τις δύο παρατάξεις, καθώς και τα Ινδικά πριγκιπάτα και τα εκατομμύρια ανθρώπων που δεν αναγνωρίζουν ή δε συμμετέχουν στο κόμμα του Ινδικού Κογκρέσου. Ρώτησα έναν εξέχοντα Ινδό πριν λίγα χρόνια τι νόμιζε πως θα συμβεί αν η Βρετανία απέσυρε όλα τα στρατεύματά της κι έπαυε να ενδιαφέρεται για την Ινδία. Ζητούσα μια ειλικρινή απάντηση κι όχι προπαγάνδα. Δίστασε και είπε: “Ταραχές, εμφύλιος πόλεμος, λεηλασίες και σφαγές χιλιάδων ειρηνόφιλων Ινδών από τους Μουσουλμάνους”. Παρατήρησα ότι θα ήταν τότε φρονιμότερη η βραδύτερη μέθοδος της παιδείας. Σήκωσε τους ώμους του κι ύστερα γύρισε και μου είπε: “Τι δουλειά έχεις σ’ ένα Βρετανικό σώμα, Άλις Μπέϊλη; Είσαι μια μετενσάρκωση Ινδής και είχες Ινδικό σώμα για πολλές ζωές”. “Το πιστεύω πως είχα”, απάντησα κι ύστερα συζητήσαμε το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η Ινδία και η Μεγάλη Βρετανία είναι στενά συνδεμένες κι έχουν πολύ


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

58

κάρμα να πραγματώσουν και πρέπει κάποτε να το πραγματώσουν κι ότι το κάρμα δεν είναι όλο Βρετανικό. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στη διάρκεια του τελευταίου πολέμου το σύστημα στρατολόγησης δεν εφαρμόσθηκε ποτέ στην Ινδία, αλλά αρκετά εκατομμύρια κατατάχθηκαν εθελοντικά, ενώ πολύ λίγοι συνεργάσθηκαν με τους Ιάπωνες από έναν πληθυσμό στην Ινδία και την Μπούρμα πάνω από 550 εκατομμύρια. Η Ινδία πρέπει και θα γίνει ανεξάρτητη, αλλά αυτό πρέπει να γίνει με το σωστό τρόπο. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μεταξύ των Βρετανών και του Ινδικού πληθυσμού, αλλά μεταξύ των Μουσουλμάνων που κατέκτησαν την Ινδία και των Ινδών. Όταν το εσωτερικό αυτό πρόβλημα λυθεί, η Ινδία θα είναι ελεύθερη. Κάποια μέρα θα είμαστε όλοι ελεύθεροι. Το φυλετικό μίσος θα σβήσει· τα πολιτικά δικαιώματα είναι σημαντικά, αλλά η ανθρωπότητα σαν σύνολο είναι σημαντικότερη. Τα σύνορα και τα εδάφη θα πάρουν τη σωστή τους θέση στην ανθρώπινη σκέψη, αλλά η καλή θέληση και η διεθνής κατανόηση θα έχουν μεγαλύτερη σημασία. Οι θρησκευτικές διαφορές και οι αιρετικές αντιπάθειες πρέπει τελικά να εξαφανισθούν και ν’ αναγνωρισθεί “είς Θεός και πατήρ πάντων, ο επί πάντων και δια πάντων και εν πάσιν ημίν”. Δεν είναι μάταια και φανταστικά όνειρα. Είναι γεγονότα που προβάλλουν βραδέως. Θα προβάλλουν ταχύτερα όταν οι ορθές εκπαιδευτικές διαδικασίες ρυθμίσουν τις ερχόμενες γενιές· όταν οι εκκλησίες αφυπνισθούν στον Χριστό – όχι στις θεολογικές ερμηνείες – κι όταν το χρήμα και τα προϊόντα της γης θεωρηθούν σαν αγαθά που πρέπει να μοιράζονται. Τότε τα κρίσιμα αυτά διεθνή προβλήματα θα πάρουν τη σωστή τους θέση κι ο κόσμος των ανθρώπων θα προχωρήσει με ειρήνη και ασφάλεια σε μια νέα κουλτούρα και στον πολιτισμό του μέλλοντος. Ίσως οι προφητείες μου να μη σας ενδιαφέρουν. Αλλά αυτά τα ζητήματα ενδιαφέρουν εμένα κι όλους όσους αγαπούν τους συνανθρώπους τους. Έχω αμυδρή ανάμνηση για ό,τι ιδιαίτερο συνέβη τις πρώτες αυτές εβδομάδες στο Μεερούτ, αλλά η πραγματική μου εμπειρία άρχισε στην Κουέττα. Η εργασία μου στο Σπίτι του Στρατιώτη της Κουέττα έρχεται στο νου μου σαν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φάσεις του έργου. Μ’ αρέσει η Κουέττα. Είναι σε υψόμετρο 5000 ποδιών και είναι πολύ ζεστή και ξερή το καλοκαίρι και 45° υπό το μηδέν το χειμώνα. Όμως τότε, ακόμη και στο πιο δριμύ κρύο, έπρεπε να φορούμε κάσκες για τον ήλιο. Μαθαίνω ότι σήμερα δεν πολυφορούν κάσκες και δύο απ’ τις κόρες μου που έμειναν χρόνια στην Ινδία με τους άνδρες τους, σπάνια φορούσαν και γελούσαν με τις ιδέες μου. Αλλά στον καιρό μου ήταν απαραίτητες. Η Κουέττα είναι η μεγαλύτερη πόλη του Βελουχιστάν και το Βελουχιστάν είναι ένα είδος ουδέτερης ζώνης μεταξύ Ινδίας και Αφγανιστάν. Έμεινα σχεδόν δύο χρόνια εκεί, αν και κατέβηκα στην Ινδία αρκετές φορές, διασχίζοντας την έρημο Σιντ πέντε φορές. Εκτός από ένα είδος κέδρου η βλάστηση είναι πολύ λίγη στο Βελουχιστάν, μέχρι ν’ αρδευθεί η γη οπότε θα μπορέσει να φυτρώσει οτιδήποτε. Σπάνια έχω ξαναδεί τριαντάφυλλα σαν του Βελουχιστάν και στις μέρες μου αστραποβολούσαν όλοι οι κήποι. Την άνοιξη στην εξοχή οργιάζει η φύση κι έπειτα έρχονται τα ηλιοτρόπια. Έχω


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

59

μια ιστορία γι’ αυτά. Ένα απόγευμα μιλούσα στην Κυριακάτικη Βιβλική τάξη μου στην Κουέττα κι έλεγα στους στρατιώτες πώς το ανθρώπινο ον φυσικά και κανονικά στρέφεται στο Θεό. Χρησιμοποίησα το ηλιοτρόπιο σαν παράδειγμα, τονίζοντας ότι ονομάζεται ηλιοτρόπιο γιατί ακολουθεί τον ήλιο στον ουρανό. Το επόμενο πρωί ένας στρατιώτης ήρθε στην πόρτα του σαλονιού μας με σκυθρωπή έκφραση και με ρώτησε αν μπορούσα να έρθω για λίγο στον κήπο. Τον ακολούθησα κι αυτός δίχως λέξη έδειξε τα ηλιοτρόπια. Όλα τους χωρίς εξαίρεση και ήταν εκατοντάδες, είχαν στραμμένη τη ράχη τους στον ήλιο. Η Κουέττα ήταν το μέρος όπου για πρώτη φορά επωμίσθηκα ευθύνες κι ήμουν λίγο ή πολύ μονάχη, μολονότι η μις Κλάρα Σω ήταν μαζί μου. Τα στρατεύματα στην Κουέττα είχαν καταλάβει τα Σπίτια του Στρατιώτη σε τέτοια έκταση, ώστε ήταν σοβαρά εκτός ελέγχου. Η υπεύθυνη φαντάζομαι ότι θα είχε τρομάξει, αν κι όχι τόσο πολύ όσο εγώ. Μια συμμορία στρατιωτών διασκέδαζε κάθε νύχτα προσπαθώντας να σπάσει τα πάντα. Καμιά εικοσαριά απ’ αυτούς έρχονταν μαζί απ’ τις κατασκηνώσεις. Πήγαιναν στο κυλικείο, παράγγελναν κακάο και τηγανητά αυγά κι ύστερα περνούσαν την υπόλοιπη βραδιά εκσφενδονίζοντας κύπελλα με κακάο και τηγανητά αυγά στους τοίχους. Το αποτέλεσμα δεν είναι δύσκολο να το φαντασθείτε. Η ακαταστασία ήταν αποτρόπαιη και η διαγωγή τους ήταν χειρότερη. Έτσι μ’ έστειλαν να δω τι μπορούσε να γίνει. Ήμουν κυριολεκτικά τρομοκρατημένη και δεν ήξερα τι να κάνω. Πέρασα τις πρώτες βραδιές μπαινοβγαίνοντας στο κυλικείο και στα αναγνωστήρια για να διαπιστώσω απλά ότι η παρουσία μου τους έκανε χειρότερους. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι ήμουν ένα σκληρό νεαρό πλάσμα κι ότι ήμουν ικανή να τους αναφέρω στις αρχές. Θα μου έδειχναν λοιπόν. Όταν επιτέλους ανακάλυψα ποιοι ήταν και ποιους είχαν επικεφαλής, έστειλα ένα πρωί μήνυμα στο στρατόπεδο και παρακαλούσα όσους δεν είχαν υπηρεσία να έρθουν μια ορισμένη ώρα στο Σπίτι του Στρατιώτη. Κατά σύμπτωση κανείς τους δεν είχε υπηρεσία κι ήρθαν όλοι από καθαρή περιέργεια. Όταν έφτασαν τους φόρτωσα σε ντόπια κάρα (τα γκάρι), έβαλα μέσα όλα τα απαραίτητα για ένα πικ νικ και τραβήξαμε για ένα μέρος που ονομαζόταν τότε Γούντκοκ Σπίνυ. Ήταν μια όμορφη, ζεστή, ηλιόλουστη μέρα και το γεγονός ότι το μέρος εκείνο ήταν τότε γεμάτο φίδια (κράιτς, θανατηφόρα και μικρά) δε φαινόταν να μας ενοχλεί. Φτιάξαμε τσάι κι είπαμε αστείες ιστορίες· λέγαμε αινίγματα και δε μιλήσαμε ούτε στιγμή για θρησκεία, ούτε κι έκανα νύξη για τις απρέπειές τους κι έπειτα, όταν νύχτωσε, γυρίσαμε σπίτι. Δεν είχα πει ούτε μια λέξη κριτικής ή κατηγόριας, παράκλησης ή συνηγορίας. Ήταν ασφαλώς μια παράξενη παρέα. Δεν είπα τίποτε όλη τη βραδιά κι έτσι γεμάτοι απορία ξαναγύρισαν στο στρατόπεδο. Το επόμενο απόγευμα ένας απ’ τους διαχειριστές του κυλικείου με φώναξε και με ρώτησε αν ήθελα να πάω στο κυλικείο για λίγο. Πήγα και είδα όλους εκείνους τους στρατιώτες να καθαρίζουν και να βάφουν τους τοίχους, να σφουγγαρίζουν το πάτωμα και να κάνουν το μέρος πολύ καθαρότερο απ’ όσο ήταν ποτέ. Το ερώτημα που μένει στο νου μου είναι: ήμουν άραγε πολύ τρομοκρατημένη για να συζητήσω το ζήτημα ή μήπως πολύ έξυπνη; Το πράγμα ήρθε μόνο του· δεν το είχα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

60

προσχεδιάσει. Πήρα τότε ένα μεγάλο μάθημα. Απέδειξα στον εαυτό μου προς μεγάλη έκπληξη ότι η κατανόηση και η αγάπη έχουν μεγαλύτερη πέραση στους ανθρώπους, εκεί που οι κατηγορίες και οι ποινές αποτυγχάνουν. Ποτέ δε με ξαναενόχλησε αυτή η συμμορία. Ένας τους είναι ακόμη φίλος μου, αλλά έχω χάσει τα ίχνη όλων των άλλων στα σαράντα χρόνια που πέρασαν από τότε. Ο άνθρωπος αυτός ήρθε και με είδε όταν ήμουν στο Λονδίνο το 1934 και μιλήσαμε για εκείνη τη μακρινή εποχή. Ήταν καλά. Όμως έκανα μια συνταρακτική ανακάλυψη. Οι άνδρες εκείνοι στράφηκαν σε καλύτερα πράγματα, όχι από κανένα εύγλωττο κήρυγμα, ούτε απ’ την έμφαση στη θεολογική διδαχή ότι το αίμα του Χριστού θα μπορούσε να τους σώσει, αλλά μόνο από τη στοργική κατανόηση. Δεν πίστευα ότι ήταν δυνατό. Είχα ακόμη να μάθω ότι η αγάπη είναι ο βασικός τόνος της διδασκαλίας του Χριστού κι ότι εκείνο που σώζει είναι η αγάπη και η ζωή Του κι όχι οι βίαιες θεολογικές εξαγγελίες για το φόβο της κόλασης. Πολλά τέτοια μικροπεριστατικά που αναφέρονται στη ζωή μου στην Ινδία θα μπορούσα ν’ αφηγηθώ, αλλά μάλλον είναι πιο ενδιαφέροντα για μένα παρά για τους άλλους. Πήγαινα απ’ το ένα Σπίτι στο άλλο, παρακολουθώντας τους λογαριασμούς, συζητώντας με τους διαχειριστές, οργανώνοντας ατέλειωτες ευαγγελικές συγκεντρώσεις, μιλώντας στους στρατιώτες για την ψυχή τους ή τις οικογένειές τους, επισκεπτόμενη τα στρατιωτικά νοσοκομεία και χειριζόμενη τα πολλά προβλήματα που προκύπτουν φυσικά όταν εκατοντάδες άνδρες στρατοπεδεύουν μακριά απ’ την πατρίδα τους κι αντιμετωπίζουν προβλήματα σ’ ένα θερμό κλίμα και σ’ έναν ξένο πολιτισμό. Έγινα πασίγνωστη σε πολλά συντάγματα. Κάποτε άθροισα τα συντάγματα στα οποία είχα εργασθεί στην Ιρλανδία και την Ινδία και είδα ότι είχα εργασθεί σε σαράντα. Πολλά απ’ αυτά μου είχαν βγάλει κι από ένα παρατσούκλι. Ένα περίφημο σύνταγμα ιππικού μ’ έλεγε “Γιαγιά”. Ένα άλλο της φρουράς για κάποιο άγνωστο λόγο με φώναζε πάντα “Κίνα”. Ένα πολύ γνωστό σύνταγμα πεζικού με ονόμαζε προφορικά ή γραπτά “Φ.Γ.Κ.” που σήμαινε “Φιλάνθρωπη Γηραιά Κυρία”. Η πλειοψηφία των ανδρών μ’ έλεγε απλά “Μητέρα”, επειδή προφανώς ήμουν πολύ νέα. Η αλληλογραφία μου όλο και μεγάλωνε και κατάφερα να μάθω τη νοοτροπία του στρατιώτη πολύ καλά και ποτέ δε διαπίστωσα ότι μιλούσαν όπως περιγράφει ο Ράντυαρ Κίπλινγκ. Στην πραγματικότητα ο μέσος Τόμμυ Άτκινς φέρει βαριά αυτή την περιγραφή. Έπαιξα χιλιάδες παρτίδες ντάμας κι έγινα πολύ καλή σ’ αυτό το παιχνίδι, όχι επειδή το παίζω επιστημονικά, αλλά γιατί έχω ένα μυστηριώδη τρόπο να μαντεύω τι κίνηση θα κάνει ο αντίπαλός μου. Η μυρωδιά του κακάο και των τηγανητών αυγών ήταν διαρκώς στα ρουθούνια μου. Συνήθισα να “αυτοσχεδιάζω”, όπως λένε, τα γνωστά τραγούδια της εποχής στο πιάνο του αναγνωστηρίου, μέχρι που απηύδησα ν’ ακούω τους άνδρες να βρυχώνται “Σαν τον κισσό θα σκαρφαλώσω πάνω σου” κ.λπ. ή “Όλα τα προσωπάκια των πανσέδων με κοιτάζουν να χαμογελώ”, που ήταν τότε της μόδας. Οι άνδρες είχαν όμως τη δική τους παραλλαγή στους στίχους, που προσπαθούσα να μην την ακούω για να μη χρειασθεί να επέμβω. Έπαιζα ύμνους στο αρμόνιο επί ώρες κι αυτούς μπορούσα να τους παίζω σχεδόν απέξω. Είχα μια πολύ καλή φωνή μέτζο


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

61

σοπράνο εκείνο τον καιρό, με εύρος κι εξαιρετική καλλιέργεια. Την έχασα τραγουδώντας σε γεμάτες καπνό αίθουσες. Φαντάζομαι ότι έχω πουλήσει περισσότερα πακέτα τσιγάρα από μια αποθήκη καπνού. Διασκέδαζα διευθύνοντας τους ύμνους στις συγκεντρώσεις. Οι στρατιώτες είναι ασεβείς και δεν πέρασε πολύς καιρός ώσπου να μάθω ότι όταν ξεφώνιζαν για τον “ύμνο του κοτόπουλου”, εννοούσαν “Εγώ το ορνίθι πετώ στην πηγή” κ.λπ. κι ότι ο ύμνος που σχετιζόταν με το “παιδί που έφερε”, αναφερόταν στο στίχο “Μπορεί να σταματήσει η τρυφερή φροντίδα μιας γυναίκας για το παιδί που έφερε”. Χρησιμοποιούσαμε το βιβλίο ύμνων των Μούντυ και Σάνκυ, που απ’ την άποψη των χαριτωμένων ζωηρών μελωδιών του ήταν καλό, αλλά σαν λογοτεχνία και ποίηση ήταν φοβερό. Θυμάμαι μια νύχτα στην Τσακράτα όταν είχα αναγγείλει τον ύμνο, “Θα μαζευτούμε στο ποτάμι”, που επιμένει να μας διαβεβαιώνει ότι αν το κάνουμε θα είμαστε ευτυχισμένοι για πάντα. Είχα πει με δυνατή φωνή “Τώρα παιδιά θα τραγουδήσουμε τον ύμνο ‘όταν μαζευτούμε στο ποτάμι θα είμαστε ευτυχισμένοι για πίντα’ ή ‘όταν μαζευτούμε στο πιτάμι θα είμαστε ευτυχισμένοι για πάντα’.” Σήκωσα το κεφάλι κι εκεί στο βάθος της αίθουσας είδα ένα στρατηγό με τον υπασπιστή και το επιτελείο του, που είχε έρθει να επιθεωρήσει το Σπίτι και να δει τι κάναμε. Ανακάλυψαν κατάπληκτοι μια κάπως ασεβή νεαρή με άσπρο φόρεμα και γαλάζια ζώνη, που δεν έμοιαζε με τους ευαγγελιστές όπως τους φαντάζονταν. Θα ήθελα ν’ αναφέρω εδώ ότι πάντα συνάντησα ατέλειωτη καλοσύνη απ’ τους αξιωματικούς στα διάφορα συντάγματα και πιστεύω πως οι στιγμές της ζωής μου (πολύ μακρινές σήμερα) που ένιωσα την πιο παράλογη έπαρση, ήταν όταν έβγαινα απ’ την εκκλησία μετά από κάποια επίσημη τελετή και με χαιρετούσαν οι αξιωματικοί και οι άνδρες. Η συγκίνηση που δοκίμαζα ζει ακόμη μέσα μου. Η ζωή μου πέρασε εκείνα τα χρόνια της διαμόρφωσης σχεδόν ολοκληρωτικά με άνδρες. Έκανα συχνά ολόκληρες βδομάδες να μιλήσω σε γυναίκα εκτός απ’ τη συνεργάτιδά μου και την εκάστοτε συνοδό. Αναγνωρίζω με ειλικρίνεια ότι ακόμη και σήμερα δεν καταλαβαίνω το γυναικείο νου. Είναι βέβαια μια γενίκευση και σαν όλες τις γενικεύσεις είναι κάπως ανακριβής. Έχω φίλες γυναίκες και τους είμαι αφοσιωμένη, αλλά κατά γενικό κανόνα προτιμώ τον ανδρικό νου. Ένας άνδρας μπορεί κάποτε να σας προξενήσει σοβαρό πρόβλημα· μια γυναίκα θα σας προξενεί συνεχώς ένα σωρό ανόητα μικροπροβλήματα και δε μ’ αρέσει να με σκοτίζουν. Δε νομίζω ότι είμαι φεμινίστρια, όμως ξέρω ότι όταν οι γυναίκες είναι ειλικρινείς κι έξυπνες μπορούν να φτάσουν ψηλά. Τα πρωινά μου ήταν αφιερωμένα στη μελέτη της Βίβλου, γιατί είχα κατά μέσο όρο δεκαπέντε συγκεντρώσεις τη βδομάδα, στην τρέχουσα αλληλογραφία, στις συσκέψεις με τους διαχειριστές και στο μαλλιοτράβηγμα με τους λογαριασμούς, γιατί ποτέ δεν είχα την παραμικρή κλίση στα νούμερα. Διατρέφαμε κάθε βράδυ πεντακόσιους ή εξακόσιους άνδρες σε κάθε κυλικείο κι αυτό σήμαινε πολλές αγορές και πωλήσεις. Τα απογεύματά μου τα περνούσα σ’ ένα νοσοκομείο, συνήθως της φρουράς, όπου δεν υπήρχαν γυναίκες νοσοκόμοι, γιατί εκεί παρουσιαζόταν η μεγαλύτερη ανάγκη. Πήγαινα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

62

από περίπτερο σε περίπτερο στα μεγάλα αυτά στρατιωτικά νοσοκομεία, με χαρτιά, φυλλάδια και βιβλία και φορτωμένη με ηθικοθρησκευτικά τεύχη. Μόνο δύο απ’ αυτά καταφέρνω να θυμηθώ σήμερα. Το ένα ονομαζόταν “Γιατί η Μέλισσα Τσίμπησε τη Μητέρα” (και ποτέ δεν ανακάλυψα γιατί) και το άλλο λεγόταν “Απλές Κουβέντες για Απλούς Ανθρώπους” και πάντα απορούσα γιατί εξαιρούνταν όσοι δεν είναι απλοί. Έγινα πασίγνωστη στα νοσοκομεία και οι ιερείς όλων των δογμάτων συνήθιζαν να με καλούν στο προσκέφαλο των παιδιών που πέθαιναν και παρότι δεν μπορούσα να προσφέρω καμιά βοήθεια, τουλάχιστον μπορούσε ο ετοιμοθάνατος να μου κρατά το χέρι. Έμαθα κάτι σημαντικό καθώς καθόμουν κοντά σ’ αυτούς τους ανθρώπους και τους παρατηρούσα να περνούν στην άλλη πλευρά κι αυτό ήταν ότι η φύση ή ο Θεός φροντίζει τους ανθρώπους αυτές τις στιγμές και συνήθως πεθαίνουν τελείως άφοβα και είναι συχνά πολύ ευχαριστημένοι που φεύγουν. Ή είναι σε κώμα και δε νιώθουν φυσικά τίποτε. Μόνο δύο άντρες που βρισκόμουν κοντά τους όταν πέθαιναν, φέρθηκαν διαφορετικά. Ο ένας, στο Λάκνοου, πέθανε βρίζοντας το Θεό και τη μητέρα του και χλευάζοντας τη ζωή κι ο άλλος ήταν μια φρικτή περίπτωση υδροφοβίας. Ο θάνατος δεν είναι τόσο φοβερός όταν τον αντικρίζουμε. Συχνά μου φάνηκε σαν καλός φίλος και ποτέ δεν είχα την παραμικρή αίσθηση ότι τελειώνει κάτι πραγματικό και ζωτικό. Δεν ήξερα τίποτε για τις ψυχικές έρευνες ή για το νόμο της επαναγέννησης κι όμως ακόμη κι εκείνες τις μέρες της ορθοδοξίας μου, ήμουν βέβαιη ότι ήταν ένα πέρασμα σε μια άλλη εργασία. Υποσυνείδητα ποτέ δεν είχα πιστέψει πραγματικά στην κόλαση κι ότι ένα σωρό άνθρωποι, ορθόδοξοι απ’ τη Χριστιανική σκοπιά, έπρεπε να πάνε εκεί. Δε σκοπεύω να κάνω μελέτη για το θάνατο, αλλά θα ήθελα να δώσω εδώ έναν ορισμό του θανάτου που μου φαινόταν πάντα ικανοποιητικός. Ο θάνατος είναι “ένα άγγιγμα της Ψυχής, που είναι πολύ δυνατό για το σώμα”· είναι ένα κάλεσμα της θειότητας, που δεν επιδέχεται άρνηση· είναι η φωνή της εσώτερης Πνευματικής Ταυτότητας που λέει: Ξαναγύρισε στο κέντρο ή την πηγή σου για λίγο και σκέψου τις εμπειρίες που υπέστης και τα μαθήματα που πήρες, μέχρι να έρθει ο καιρός να ξαναγυρίσεις στη γη για έναν ακόμη κύκλο μάθησης, προόδου κι εμπλουτισμού. Έτσι με απορροφούσε ο ρυθμός και το ενδιαφέρον της δουλειάς κι αγαπούσα κάθε λεπτό της παρά το γεγονός ότι η υγεία μου δεν ήταν ποτέ καλή κι υπέφερα από φοβερές ημικρανίες. Με κατέβαλαν για μέρες κάθε φορά, αλλά πάντα σηκωνόμουν παραπατώντας κι έκανα ό,τι έπρεπε να γίνει. Καταπιανόμουν με προβλήματα για τα οποία (όπως είπα παραπάνω) ήμουν τελείως ακατάλληλη και μερικά απ’ αυτά ήταν τραγικά. Είχα τόσο λίγη αληθινή εμπειρία της ζωής ώστε όταν έπαιρνα κάποια απόφαση ποτέ δεν ήμουν σίγουρη ότι ήταν η καλύτερη ή η σωστή. Αντιμετώπιζα ζητήματα που, κοιτώντας πίσω, δε θα ήθελα να τα αντιμετωπίσω ακόμη και σήμερα. Κάποτε ένας φονιάς που μόλις είχε πυροβολήσει το σύντροφό του, κατέφυγε σε μένα κι ήμουν υποχρεωμένη να τον παραδώσω στη δικαιοσύνη όταν ήρθε η αστυνομία και μου ζήτησε να τον φέρω. Κάποτε ένας απ’ τους διαχειριστές μας το έσκασε από ένα σπίτι, παίρνοντας μαζί του όλα τα χρήματα και πέρασα όλη τη νύχτα κυνηγώντας τον στα τραίνα. Θα ήθελα να θυμάστε ότι αυτά τα πράγματα δε γίνονταν στην ηλικία μου κι ότι


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

63

η διαγωγή μου ήταν αποτρόπαιη απ’ τη σκοπιά της κας Γκράντυ. Κάποτε στο Λάκνοου ξύπνησα ένα πρωί με την ισχυρή εντύπωση ότι έπρεπε να φύγω αμέσως για το Μεερούτ. Είχα ένα διαρκές ελευθέρας πρώτης θέσης για τους Σιδηροδρόμους της Μεγάλης Ινδικής Χερσονήσου και μπορούσα να πηγαίνω όπου ήθελα στη βόρεια Ινδία. Η συνεργάτιδά μου προσπάθησε να με πείσει να μη φύγω, αλλά εγώ ένιωθα πως με χρειάζονταν. Όταν έφτασα στο Μεερούτ, έμαθα πως ένας απ’ τους διαχειριστές είχε πάθει ηλίαση, είχε χτυπήσει το κεφάλι του σ’ ένα δοκάρι και είχε τρελαθεί. Βρήκα τη νεαρή του σύζυγο και το παιδί τους σε μεγάλη ψυχική αγωνία. Είχε εκδηλώσει μανία αυτοκτονίας κι ο γιατρός με προειδοποίησε ότι ήταν πιθανό να εξελιχθεί σε τάση ανθρωποκτονίας. Η νεαρή του σύζυγος κι εγώ τον περιποιηθήκαμε επί δέκα ημέρες, ώσπου κατόρθωσα να κανονίσω την επιστροφή του στη Μεγάλη Βρετανία, όπου τελικά θεραπεύθηκε. Ένας άλλος διαχειριστής έπαθε κατάθλιψη κι απειλούσε ότι θ’ αυτοκτονήσει. Τον παρακολούθησα για ένα διάστημα ώσπου βαρέθηκα τις συνεχείς απειλές του κι έτσι μια μέρα έφερα το μαχαίρι της κουζίνας και τον παρακάλεσα ν’ αφήσει τα λόγια και να το κάνει. Όταν είδε το μαχαίρι φοβήθηκε και τότε του πρόσφερα ένα εισιτήριο για την Αγγλία. Ήταν άνδρες που καταβάλλονταν απ’ το κλίμα, τη μοναξιά και τη γενικά δύσκολη ζωή στην Ινδία εκείνο τον καιρό. Ξέραμε τότε λίγα από ψυχολογία και δε γίνονταν πολλά για να χειρισθούμε τους άνδρες από την πλευρά των νοητικών προβλημάτων τους. Αυτές ήταν μερικές μόνο από τις καταστάσεις που αντιμετώπιζα παρότι ήμουν τελείως ακατάλληλη. Αυτό το συνεχές ρεύμα των έκτακτων περιστατικών στο τέλος με τσάκισε. Παράλληλα τα γεγονότα αυτά είχαν ωραίες στιγμές. Κατόρθωσα να κρατώ τους άνδρες στα Σπίτια και να τους απομακρύνω απ’ τις κακόφημες περιοχές. Συνήθιζα να το αποδίδω στη βαθιά πνευματική μου δύναμη και στην ευγλωττία μου πάνω στο βήμα. Τώρα έχω την ιδέα ότι το κατόρθωσα γιατί ήμουν νέα κι εύθυμη και δεν είχα συναγωνισμό. Δεν υπήρχε κανείς άλλος για να κουβεντιάσουν οι στρατιώτες εκτός απ’ τις κυρίες των Σπιτιών του Στρατιώτη. Νομίζω επίσης ότι είχα κάποιο ταλέντο να κάνω τους άνδρες να νιώθουν ότι τους συμπαθώ, πράγμα που αλήθευε. Επέστρεψα στην Αγγλία τρεις φορές κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην Ινδία, γιατί είχε θεωρηθεί ότι το τριών εβδομάδων θαλασσινό ταξίδι με ωφελούσε. Είμαι πρώτης τάξης θαλασσοπόρος και πάντα αισθάνομαι στη θάλασσα σαν στο σπίτι μου. Κάποτε έκανα τρεις βδομάδες για τη Μεγάλη Βρετανία κι έπειτα πήγα μια βδομάδα στην Ιρλανδία, μια βδομάδα στη Σκωτία, μια βδομάδα στην Αγγλία και μετά ξαναπήρα το πλοίο για την Ινδία. Έχω περάσει πολλές μέρες και μήνες στον ωκεανό. Έχω χάσει το λογαριασμό πόσες φορές διέσχισα τον Ατλαντικό. Όλο αυτό τον καιρό κήρυττα σταθερά και με πίστη την παλιά μου θρησκεία. Παρέμενα φοβερά ορθόδοξη ή μάλλον – για να χρησιμοποιήσουμε μια πιο μοντέρνα έκφραση – μια άσκεφτη φονταμενταλίστρια, γιατί κανένας φονταμενταλιστής δε χρησιμοποιεί το νου του. Είχα πολλές συζητήσεις με φιλελεύθερους στρατιώτες και αξιωματικούς, αλλά είχα προσκολληθεί με δογματική σταθερότητα στην δοξασία ότι


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

64

κανένας δεν μπορούσε να σωθεί και να πάει στον ουρανό αν δεν πίστευε πως ο Ιησούς πέθανε για τις αμαρτίες του, για να εξευμενίσει κάποιον οργισμένο Θεό, ή αν δε μετανοούσε, δηλαδή αν δεν εξομολογείτο τις αμαρτίες του και δεν απαρνιόταν όλα όσα του άρεσε να κάνει. Δεν έπρεπε πια να πίνει, να παίζει χαρτιά, να βλαστημάει ή να πηγαίνει στο θέατρο και φυσικά δεν έπρεπε να έχει σχέσεις με γυναίκες. Αν δεν άλλαζε έτσι τη ζωή του, πήγαινε αναπόφευκτα μετά το θάνατο στην κόλαση, όπου θα καιγόταν αιώνια σε λίμνη φωτιάς και ασβέστου. Όμως σιγά-σιγά άρχισαν να γλιστρούν αμφιβολίες στο νου μου και τρία επεισόδια της ζωής μου άρχισαν ν’ απασχολούν σοβαρά τη σκέψη μου. Τα επακόλουθά τους με τριβέλιζαν κι ευθύνονταν σε μεγάλο βαθμό για την τελική αλλαγή της στάσης μου απέναντι στο Θεό και στο πρόβλημα της αιώνιας σωτηρίας. Θα σας τα αναφέρω και θα δείτε την αλληλουχία της εσωτερικής αναταραχής μου. Χρόνια πριν, όταν βρισκόμουν στα δεκαέξι μου, η θεία μου στη Σκωτία είχε μια μαγείρισσα που την έλεγαν Τζέσση Ντάνκαν. Είμαστε πολύ φίλες απ’ τον καιρό που ήμουν κοριτσάκι και συχνά το έσκαζα για την κουζίνα, ξέροντας ότι πάντα με περίμενε ένα κομμάτι κέικ. Στη διάρκεια της μέρας ήταν υπόδειγμα υπηρέτριας, σηκωνόταν όταν έμπαινα στην κουζίνα, ποτέ δεν καθόταν μπροστά μου, μιλούσε μονάχα όταν της μιλούσαν και ήταν απολύτως εντάξει στις σχέσεις της με μένα και με κάθε άλλον. Αλλά τα βράδια, όταν τέλειωνε τις δουλειές της, ερχόταν στην κάμαρά μου, καθόταν στην άκρη του κρεβατιού μου κι αρχίζαμε το κουβεντολόι. Ήταν πολύ καλή Χριστιανή. Με αγαπούσε και παρακολουθούσε να μεγαλώνω με πολύ ενδιαφέρον. Ήταν στενή μου φίλη και με απόπαιρνε όταν νόμιζε ότι το απαιτούσε η περίσταση. Αν δεν της άρεζε ο τρόπος που φερνόμουν, μου το έλεγε. Αν έφταναν στην κουζίνα φήμες για την κακή συμπεριφορά μου στο σπίτι, το μάθαινα απ’ αυτή. Αν ήταν ευχαριστημένη απ’ τη γενική διαγωγή μου, πάλι μου το έλεγε. Δε νομίζω ότι πολύς κόσμος στην Αμερική αντιλαμβάνεται ή εκτιμά το είδος της φιλίας και της σχέσης που μπορεί ν’ αναπτυχθεί μεταξύ των λεγόμενων ανώτερων τάξεων και των παλιών υπηρετών τους. Είναι μια κατάσταση πραγματικής φιλίας και βαθιάς στοργής κι απ’ τις δύο πλευρές. Ένα βράδυ η Τζέσση ανέβηκε να με δει. Είχα μιλήσει το απόγευμα σε μια ευαγγελική συγκέντρωση στη μικρή αίθουσα του χωριού και νόμιζα ότι είχα εκφρασθεί εξαιρετικά καλά. Ήμουν τρομερά ευχαριστημένη απ’ τον εαυτό μου. Η Τζέσση είχε έρθει μαζί με τους άλλους υπηρέτες και όπως διαπίστωσα, με είχε ακούσει πολύ κριτικά και χωρίς ευχαρίστηση. Συζητούσαμε για τη συγκέντρωση, όταν ξαφνικά έσκυψε προς το μέρος μου, μ’ έπιασε απ’ τον ώμο και με κούνησε απαλά για να τονίσει αυτό που ήθελε να πει: “Θα μάθετε κάποτε μις Άλις ότι υπάρχουν δώδεκα πύλες στην Ιερή Πόλη κι όλοι οι άνθρωποι θα μπουν από κάποια. Θα συναντηθούν όλοι στην αγορά, αλλά δε θα έχουν μπει όλοι απ’ τη δική σου πύλη”. Δεν μπορούσα να φαντασθώ τότε τι εννοούσε κι ήταν αρκετά φρόνιμη για να μην πει περισσότερα. Ποτέ δεν ξέχασα τα λόγια της. Μου είχε δώσει ένα απ’ τα πρώτα μου μαθήματα για το πλάτος του οραματισμού και την απέραντη αγάπη του Θεού και την προπαρασκευή του Θεού για το λαό Του. Δε φανταζόταν τότε πως τα λόγια της θα ακούγονταν από χιλιάδες


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

65

ανθρώπους στις δημόσιες διαλέξεις μου. Η επόμενη φάση του μαθήματος παρουσιάσθηκε στην Ινδία. Είχα πάει στην Ουμπάλλα να εγκαινιάσω το Σπίτι του Στρατιώτη κι είχα πάρει τον προσωπικό μου αχθοφόρο, έναν ιθαγενή που λεγόταν Μπουγκαλού. Υποθέτω ότι δε λέω σωστά το όνομά του, αλλά δεν έχει σημασία. Πιστεύω ότι μ’ αγαπούσε πραγματικά. Ήταν ένας αρχαίος τζέντλεμαν με μακριά άσπρη γενειάδα και ποτέ δεν άφηνε κανέναν να κάνει κάτι για μένα όταν ήταν παρών· με φρόντιζε με την πιο λεπτολόγο προσοχή, ταξίδευε παντού μαζί μου φροντίζοντας το δωμάτιο και φέρνοντας το πρόγευμα κάθε μέρα. Στεκόμουν μια μέρα στη βεράντα του καταλύματός μας στη Μουμπάλλα, κοιτάζοντας στο δρόμο τις αναρίθμητες ορδές των ιθαγενών – Ινδών, Μωαμεθανών, Παθάνων, Σίκχ, Γκούρκας, Ράζπουτ καθώς και των μπαμπού, καθαριστών, αντρών, γυναικών και παιδιών που περνούσαν ακατάπαυστα. Περπατούσαν κουρασμένα κι αθόρυβα – έρχονταν από κάπου, πήγαιναν κάπου, σκέφτονταν κάτι και το όνομά τους ήταν λεγεών. Ξάφνου ο γέρο Μπουγκαλού ήρθε κοντά μου κι έβαλε το χέρι του στο μπράτσο μου (κάτι που κανένας Ινδός υπηρέτης δεν κάνει ποτέ) και με σκούντησε ελαφρά για να τραβήξει την προσοχή μου. Ύστερα είπε με τα περίεργα Αγγλικά του: “Μίσσι Μπάμπα, άκου. Εκατομμύρια κόσμος εδώ. Εκατομμύρια όλο τον καιρό πριν έρθετε οι Άγγλοι. Ο ίδιος Θεός με αγαπά που σε αγαπά”. Από τότε απορούσα συχνά ποιος να ήταν κι αναρωτιόμουνα μήπως ο Διδάσκαλός μου Κ.Χ. τον είχε χρησιμοποιήσει για να σπάσει το κέλυφος του φορμαλισμού μου. Ο γέρος αυτός αχθοφόρος φαινόταν και φερόταν σαν άγιος και πιθανόν ήταν μαθητής. Πάλι αντιμετώπιζα το ίδιο πρόβλημα που μου είχε βάλει η Τζέσση Ντάνκαν – το πρόβλημα της αγάπης του Θεού. Τι έκανε ο Θεός με τα εκατομμύρια ανθρώπων ανά τους αιώνες σ’ ολόκληρο τον κόσμο πριν έρθει ο Χριστός; Είχαν πεθάνει όλοι αλύτρωτοι κι είχαν πάει στην κόλαση; Ήξερα το τετριμμένο επιχείρημα ότι ο Χριστός κατά την τριήμερη παραμονή του σώματός Του στον τάφο πήγε και “τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν”, δηλαδή στην κόλαση, αλλά αυτό δε μου φαίνεται δίκαιο. Γιατί να τους δοθεί μόνο μια μικρή ευκαιρία τριών ημερών, μετά από χιλιάδες χρόνια στην κόλαση, επειδή έτυχε να ζήσουν πριν έρθει ο Χριστός; Μπορείτε λοιπόν να δείτε πώς λίγο-λίγο οι ενδόμυχες αυτές απορίες βροντούσαν στα πνευματικά μου αυτιά. Το επόμενο επεισόδιο συνέβη στην Κουέττα. Αποφάσισα ότι για την ηρεμία του νου μου και το καλό των στρατιωτών ήταν απόλυτη ανάγκη να κάνω μια ομιλία για την κόλαση. Όλα μου τα χρόνια σαν ευαγγελίστρια δεν το είχα κάνει ποτέ. Είχα αποφύγει το πρόβλημα. Είχα παρακάμψει το ζήτημα. Ποτέ δεν είχα αποφανθεί οριστικά ότι υπήρχε κόλαση κι ότι πίστευα σ’ αυτή. Δεν ήμουν καθόλου βέβαιη για την κόλαση. Το μόνο πράγμα για το οποίο ήμουν βέβαιη ήταν ότι εγώ είχα σωθεί και δε θα πήγαινα εκεί. Ασφαλώς, αν υπήρχε, έπρεπε να συζητηθεί, ιδιαίτερα αφού ο Θεός τη χρησιμοποιούσε τόσο πολύ για να στείλει τους ανεπιθύμητους. Έτσι αποφάσισα να διαβάσω για την κόλαση και να κατατοπισθώ περισσότερο γι’ αυτή. Μελετούσα το θέμα επί ένα μήνα και διάβασα ιδιαίτερα τα έργα του δυσάρεστου εκείνου θεολόγου Ιωνάθαν Έντουαρντς. Έχετε άραγε ιδέα πόσο αποτρόπαια είναι μερικά απ’ τα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

66

κηρύγματά του; Είναι εντελώς θηριώδη και δείχνουν μια σαδιστική φύση. Σ’ ένα σημείο, λόγου χάρη, μιλά για τα βρέφη που πεθαίνουν αβάφτιστα και τα αποκαλεί “μικρές έχιδνες” που καίγονται στη φωτιά της κόλασης. Αυτό μου φαινόταν πραγματικά άδικο. Δεν είχαν ζητήσει να γεννηθούν· δεν ήταν αρκετά μεγάλα για να ξέρουν κάτι για τον Χριστό, γιατί λοιπόν έπρεπε να καίγονται σ’ όλη την αιωνιότητα; Ποτίστηκα με τη σκέψη της κόλασης και φλεγόμενη από γνώσεις και ξεχνώντας πως ποτέ κανείς δε γύρισε απ’ αυτή για να μας πει αν ήταν αλήθεια ή όχι, ανέβηκα εκείνο το απόγευμα στο βήμα μπροστά σε πεντακόσιους άνδρες, έτοιμη να τους τρομοκρατήσω με τα δικαστήρια των ουρανών. Ήταν μια αχανής αίθουσα με μεγάλες μπαλκονόπορτες που έβλεπαν σ’ έναν κήπο με τριανταφυλλιές και τα τριαντάφυλλα ήταν εκείνη την εποχή σε πλήρη άνθιση. Μιλούσα με στόμφο υπογραμμίζοντας με κραυγαλέα απαγγελία την τρομερή ανάγκη του ακροατηρίου μου. Είχα παρασυρθεί απ’ το θέμα μου· ξέχασα το περιβάλλον στη σκέψη της κόλασης. Ξαφνικά, ύστερα από μισή ώρα, ανακάλυψα πως δεν είχα ακροατήριο. Είχαν ξεγλιστρήσει ένας-ένας απ’ τις μπαλκονόπορτες. Με άκουσαν ώσπου δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν περισσότερο και μαζεύτηκαν ανάμεσα στα τριαντάφυλλα για να γελάσουν σε βάρος της κακόμοιρης μικρής ανόητης. Είχα μείνει με μια χούφτα θρησκόληπτους στρατιώτες (τους οποίους οι συνάδελφοί τους αποκαλούσαν ασεβέστατα “κόπανους της Βίβλου”). Ήταν μέλη της ομάδας των συγκεντρώσεων προσευχής και σιωπηλά, καρτερικά κι ευγενικά με περίμεναν να τελειώσω. Αφού τελείωσα με κάποιο αναιμικό συμπέρασμα, ένας λοχίας με πλησίασε με ένα βλέμμα οίκτου στα μάτια του και είπε, “Λοιπόν, μις, όταν μας λέτε την αλήθεια καθόμαστε κι ακούμε ό,τι έχετε να μας πείτε, το ξέρετε αυτό, αλλά απ’ τη στιγμή που θ’ αρχίσετε να λέτε ψευτιές, οι περισσότεροι θα σηκωνόμαστε και θα φεύγουμε. Αυτό κάναμε”. Ήταν ένα δραστικό και βίαιο μάθημα που δεν το κατάλαβα αμέσως. Πίστευα πως η Βίβλος δίδασκε το γεγονός της κόλασης και τώρα όλες οι αξίες μου είχαν κλονισθεί. Αν η διδασκαλία για την κόλαση ήταν ψέμα, τι άλλο ήταν επίσης ψέμα; Τα τρία αυτά επεισόδια έριξαν το νου μου στις πιο βίαιες απορίες και τελικά μου προξένησαν νευρική κατάπτωση. Ήμουν λοιπόν τελείως λάθος; Υπήρχαν κάποια πράγματα που έπρεπε να μάθω; Υπήρχαν κι άλλες απόψεις που μπορεί να ήταν σωστές; Ήξερα ότι υπήρχαν ένα σωρό ωραίοι άνθρωποι που δε σκέφτονταν όπως εγώ κι ως τώρα τους λυπόμουν. Ήταν άραγε ο Θεός όπως ακριβώς Τον είχα φαντασθεί και (φοβερή σκέψη) αν ο Θεός ήταν όπως Τον είχα φαντασθεί κι αν πραγματικά είχα καταλάβει το Θεό και το θέλημά Του, θα ήταν άραγε Θεός – γιατί (αφού μπορούσα να Τον καταλάβω) θα έπρεπε να είναι τόσο πεπερασμένος όσο κι εγώ; Υπήρχε άραγε κόλαση κι αν υπήρχε, γιατί έστελνε ο Θεός ανθρώπους εκεί, αφού ήταν ένας τόσο δυσάρεστος τόπος κι Αυτός ήταν ένας Θεός αγάπης; Ξέρω πως εγώ δε θα μπορούσα να το κάνω. Ξέρω πως θα έλεγα στους ανθρώπους: “Λοιπόν, αφού δεν μπορείτε να πιστέψετε σε Μένα είναι κακό, γιατί είμαι πραγματικά άξιος να πιστέψετε, αλλά δεν μπορώ ούτε θέλω να σας τιμωρήσω γι’ αυτό. Ίσως να μην μπορείτε να κάνετε αλλιώς, ίσως να μην ακούσατε τίποτε για Μένα ή ίσως να μάθατε λάθος πράγματα για Μένα”.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

67

Γιατί θα έπρεπε εγώ να είμαι πιο αγαθή απ’ το Θεό; Μήπως ήξερα περισσότερα για την αγάπη απ’ το Θεό; Κι αν ήξερα, τότε πώς μπορούσε ο Θεός να είναι Θεός, αφού θα ήμουν μεγαλύτερη απ’ Αυτόν σε κάποιο σημείο; Ήξερα τι έκανα; Πώς θα μπορούσα να συνεχίσω τα κηρύγματα; Και πολλά άλλα. Άρχισε να εκδηλώνεται μια αλλαγή στις απόψεις και τη στάση μου. Άρχισε μια ανεπαίσθητη ζύμωση που ήταν βασική στα αποτελέσματά της και αγωνιώδης στην εφαρμογή της. Ήμουν πολύ στενοχωρημένη και δύσκολα μπορούσα να κοιμηθώ. Δεν μπορούσα να σκεφθώ καθαρά και δεν τολμούσα να ρωτήσω κανένα. Το 1906 άρχισα να καταρρέω φυσικά. Οι πονοκέφαλοι που είχα πάντα, αυξήθηκαν κι είχα αρχίσει να λιώνω. Τρία πράγματα ευθύνονταν γι’ αυτή την κατάπτωση. Πρώτο, είχα επωμισθεί πολλές ευθύνες για την ηλικία μου και δεύτερο, υπέφερα από οξεία ψυχική διαταραχή. Όταν υπήρχαν αναποδιές και δυσκολίες σχετικά με το έργο, μεμφόμουν τον εαυτό μου. Είχα ακόμη να μάθω το μάθημα ότι η μόνη αληθινή αποτυχία είναι η ήττα και συνεπώς η αδυναμία να συνεχίσεις. Αλλά αυτό που μ’ ενδιέφερε περισσότερο ήταν ότι η εσώτερη δομή της ζωής μου φαινόταν πως είχε αρχίσει να θρυμματίζεται. Είχα διακυβεύσει ολόκληρη τη ζωή μου στη φράση του Απ. Παύλου: “Οίδα γαρ ώ πεπίστευκα και πέπεισμαι ότι δυνατός εστί την παραθήκην μου φυλάξαι εις εκείνην την ημέραν”. Αλλά δεν ήμουν πια βέβαιη ότι θα υπήρχε ημέρα κρίσης· δεν ήμουν καθόλου βέβαιη τι είχα δώσει στον Χριστό· αμφέβαλα για όλα τα γεγονότα για τα οποία είχα πεισθεί. Το μόνο γεγονός για το οποίο ποτέ δεν αμφέβαλα και για το οποίο είμαι αιώνια βέβαιη είναι το γεγονός του ίδιου του Χριστού. Ξέρω ποιον πίστεψα. Το γεγονός αυτό άντεξε στη δοκιμασία και δε βασίζεται στην πίστη αλλά στη γνώση. Ο Χριστός ΥΠΑΡΧΕΙ. Στέκει – “Διδάσκαλος όλων των Διδασκάλων και Δάσκαλος αγγέλων και ανθρώπων”. Πέρα όμως απ’ αυτό το αναλλοίωτο γεγονός, η όλη νοητική δομή της ζωής μου κι η στάση μου απέναντι στην τετριμμένη θεολογία των συνεργατών μου είχε κλονισθεί συνθέμελα. Έμεινε κλονισμένη ως το 1915. Δυστυχώς για μένα και δίνοντας το τρίτο αίτιο της φυσικής μου κατάρρευσης, ερωτεύθηκα για πρώτη φορά έναν βαθμοφόρο (όπως λέγονταν) ενός συντάγματος Ουσσάρων. Πολλές φορές είχα νομίσει ότι ήμουν ερωτευμένη. Θυμάμαι καλά έναν ταγματάρχη σε κάποιο σύνταγμα (διάσημο στρατηγό τώρα) που ήθελε να με παντρευθεί. Ήταν μια νόστιμη ιστορία. Είχα βγάλει ιλαρά όταν βρισκόμουν σε κάποιο στρατόπεδο στην Ινδία κι είχα πάει σ’ ένα ντόπιο νοσοκομείο που το διεύθυναν Άγγλοι γιατροί. Έγινε η διάγνωση και με απομόνωσαν σ’ ένα σπιτάκι του στρατοπέδου – με τον υπηρέτη μου που κοιμόταν τη νύχτα στην πόρτα μου. Δεν μπορούσα να έχω καλύτερο συνοδό. Τρεις γιατροί κι αυτός ο ταγματάρχης περνούσαν τα βράδια μαζί μου και μου φαίνεται σαν να μας βλέπω καθισμένους γύρω από ένα τραπέζι με μια λάμπα πετρελαίου, γιατί ήταν χειμώνας, το γιατρό Χ με τα πόδια στο τζάκι να διαβάζει εφημερίδα, τον άλλο γιατρό και τον ταγματάρχη να παίζουν σκάκι κι εμένα να ράβω γεμάτη σπυριά. Τον ταγματάρχη μου τον έκλεψε τελικά μια μικρή γκουβερνάντα καθόλου θελκτική κι ο ένας απ’ τους γιατρούς έτρεφε χρόνια μια απέλπιδα αγάπη για μένα. Μάλιστα με ακολούθησε στο σπίτι απ’ την Ινδία στη Σκωτία,


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

68

προς μεγάλη μου φρίκη και τρομάρα και προς έκπληξη της οικογένειας που δεν μπορούσε να εξηγήσει μια τέτοια αφοσίωση. Υπήρξαν κι άλλοι ενδιαφέροντες άνδρες, αλλά ούτε μια φορά δε συγκινήθηκα ώσπου συνάντησα τον Ουώλτερ Έβανς. Ήταν εξαιρετικά ωραίος. Είχε ένα λαμπερό μυαλό, ήταν πολύ καλλιεργημένος κι έγινε πολύ θρήσκος κάτω απ’ την καθοδήγησή μου. Αν δεν έκανα την εργασία που έκανα δε θα υπήρχαν προβλήματα πλην του οικονομικού, αλλά η δυσκολία που αντιμετώπιζα ήταν ότι οι κυρίες που εργάζονταν στα Σπίτια του Στρατιώτη της Σάντις, θεωρούνταν ότι είχαν τόσο αριστοκρατικές σχέσεις (και πραγματικά είχαν) ώστε η πιθανότητα ενός γάμου μ’ ένα στρατιώτη ήταν έξω από κάθε συζήτηση. Το σαφές ταξικό σύστημα της Μεγάλης Βρετανίας βοηθούσε την κατάσταση. Δεν έπρεπε, δεν μπορούσαν και συνήθως δεν ερωτεύονταν ένα στρατιώτη. Είχα λοιπόν ν’ αντιμετωπίσω όχι μόνο το δικό μου προσωπικό πρόβλημα, γιατί ο Ουώλτερ Έβανς δεν ήταν της σειράς μου, αλλά εγκατέλειπα το έργο κι έκανα την κατάσταση σχεδόν αφόρητα δύσκολη για τις συνεργάτιδές μου. Ήμουν σαν τρελή. Ένιωθα σαν προδότης. Η καρδιά μου μ’ έσπρωχνε σε μια κατεύθυνση και το μυαλό μου βροντοφώναζε “όχι” και ήμουν τόσο απηυδισμένη κι άρρωστη ώστε ήταν αδύνατο να σκεφθώ καθαρά. Πόσο σιχαίνομαι να μιλήσω γι’ αυτή την περίοδο της ζωής μου και πόσο αντιπαθητικό μου φαίνεται να σκαλίσω τη στάχτη των λίγων ετών που ακολούθησαν. Είχα μάθει να ζω σε μια αξιοπρεπή σιωπή· η εργασία μου στα Σπίτια του Στρατιώτη της Σάντις μου είχε διδάξει να μη μιλώ για τον εαυτό μου. Σε κάθε περίπτωση δε μ’ αρέσει να μιλώ για μένα, ιδιαίτερα για πράγματα όπως η ζωή μου με τον Ουώλτερ Έβανς. Μεγάλο μέρος της ζωής μου τα τελευταία είκοσι χρόνια το πέρασα ακούγοντας τις εκμυστηρεύσεις βασανισμένων και δοκιμασμένων ανθρώπων. Έμενα κατάπληκτη για τις κρυφές λεπτομέρειες που μου αράδιαζαν και μάλιστα με ευχαρίστηση. Ποτέ δεν κατάλαβα αυτή τη χαλάρωση των κανόνων της προσωπικής ακριτομύθιας – απ’ όπου και η δυσκολία που συναντώ καθώς γράφω αυτή την αυτοβιογραφία. Μια ζεστή νύχτα στο Λάκνοου δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Περπατούσα στην κάμαρά μου νιώθοντας τρομερά μόνη. Βγήκα στη μεγάλη βεράντα, σκεπασμένη με ανθισμένες μπουκανβίλλιες, αλλά δε βρήκα παρά κουνούπια. Ξαναγύρισα στην κάμαρά μου και στάθηκα για λίγο στην τουαλέτα μου. Ξαφνικά μια πλατιά λεπίδα λαμπρού φωτός χτύπησε την κάμαρά μου και η φωνή του Διδασκάλου που είχε έρθει σε μένα όταν ήμουν δεκαπέντε ετών, μου μίλησε. Δεν Τον είδα αυτή τη φορά, αλλά στάθηκα στη μέση της κάμαρας κι άκουγα όσα είχε να μου πει. Μου είπε να μη βασανίζομαι άδικα· ότι ήμουν υπό επιτήρηση κι ότι έκανα αυτό που ήθελε να κάνω. Μου είπε ότι υπήρχαν σχέδια κι ότι το έργο της ζωής μου, που μου είχε περιγράψει νωρίτερα, ήταν έτοιμο ν’ αρχίσει αλλά μ’ έναν τρόπο που δε θα αντιλαμβανόμουν. Δε μου πρόσφερε λύση για κανένα απ’ τα προβλήματά μου και δε μου είπε τι να κάνω. Οι Διδάσκαλοι ποτέ δεν το κάνουν. Ποτέ δε λένε σ’ ένα μαθητή τι να κάνει ή πού να πάει και πώς να χειρισθεί μια κατάσταση, παρά τις ανοησίες που λένε οι αγαθοί, καλοπροαίρετοι οπαδοί. Ο Διδάσκαλος είναι ένας πολυάσχολος εκτελεστής και το έργο Του είναι η παγκόσμια διεύθυνση. Ποτέ δεν τρέχει εδώ κι εκεί λέγοντας γλυκανάλατες κοινοτοπίες


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

69

σε μέτριους ανθρώπους των οποίων η επιρροή είναι μηδαμινή και η δύναμη υπηρεσίας υπανάπτυκτη. Το αναφέρω αυτό, γιατί είναι ένα απ’ τα πράγματα που δεν πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται μ’ ελαφρότητα κι έχουν παραπλανήσει πολλούς καλούς ανθρώπους. Μαθαίνουμε να γινόμαστε Διδάσκαλοι, κυριαρχώντας τα προβλήματά μας, διορθώνοντας τα λάθη μας, σηκώνοντας μερικά απ’ τα φορτία της ανθρωπότητας και ξεχνώντας τον εαυτό μας. Ο Διδάσκαλος δε με παρηγόρησε εκείνη τη νύχτα, δε μου είπε επαίνους ή ευγενικές κοινοτοπίες. Είπε στην πραγματικότητα ότι το έργο πρέπει να συνεχισθεί. Μην το ξεχνάς. Ετοιμάσου για το έργο. Μην ξεγελιέσαι απ’ τις περιστάσεις. Για να είμαστε δίκαιοι ο Ουώλτερ Έβανς φέρθηκε πολύ καλά. Εκτίμησε την κατάσταση κι έκανε ό,τι μπορούσε για να μείνει στο περιθώριο και να κάνει τα πράγματα ευκολότερα για μένα. Όταν άρχισαν οι ζέστες πήγα στο Ρανικέτ με τη μις Σόφηλντ κι εκεί η όλη υπόθεση ανάμεσα σε μένα και τον Ουώλτερ Έβανς έφτασε σε αποφασιστική καμπή. Ήταν ένα σκληρό καλοκαίρι. Είχαμε εγκαινιάσει το νέο Σπίτι κι όλο το διάστημα δεν ήμουν καλά. Ο Ουώλτερ Έβανς είχε έρθει με το σύνταγμά του και (καθώς ήταν σύνταγμα ιππικού) αυτός και μερικοί απ’ τους άνδρες ανέλαβαν να μου μάθουν να ιππεύω καλύτερα. Η μις Σόφηλντ είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε. Αυτή κι εγώ είχαμε πολύ στενή σχέση κι ήμουν τυχερή που την είχα φίλη εκείνη την εποχή. Με ήξερε καλά και μου είχε πλήρη εμπιστοσύνη. Μια μέρα προς το τέλος του καλοκαιριού κι όταν είχαν σταματήσει οι μουσώνες, μου είπε ότι το Σπίτι θα έκλεινε σε μια εβδομάδα κι ότι θα μ’ άφηνε εκεί να το κλείσω κι αυτό παρά το γεγονός ότι ήξερε πως ο Ουώλτερ Έβανς ήταν εκεί κι ότι θα ήμουν τελείως μόνη στο Σπίτι. Μια μέρα πριν αφήσω το Ρανικέτ τον φώναξα και του είπα ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτε, ότι δε θα τον ξανάβλεπα ποτέ κι ότι έπρεπε να πούμε αντίο για πάντα. Δέχθηκε την απόφασή μου και γύρισα στην πεδιάδα. Όταν έφθασα εκεί κατέρρευσα πλήρως. Ήμουν εξαντλημένη από την πολλή εργασία, τις συνεχείς ημικρανίες του χείριστου είδους και το κορύφωμα της ερωτικής μου ιστορίας. Δεν μπορούσα να το πάρω ελαφρά. Ποτέ δεν μπορούσα παρά την πραγματική αίσθηση χιούμορ που συχνά μου είχε σώσει τη ζωή. Πάντα έπαιρνα τη ζωή και τις περιστάσεις πολύ σοβαρά και ζούσα μια πολύ έντονη διανοητική ζωή. Έχω την ιδέα ότι σε κάποια προγενέστερη ζωή προξένησα σοβαρές αποτυχίες στους Διδασκάλους. Δε θυμάμαι τίποτε, αλλά έχω πάντα ένα βαθύ αίσθημα ότι σ’ αυτή τη ζωή δεν πρέπει ν’ αποτύχω και πρέπει να κάνω το καλό. Πώς απέτυχα στο παρελθόν δεν έχει σημασία, αλλά σήμερα δεν πρέπει ν’ αποτύχω. Πάντα μ’ ενοχλούσαν οι ανοησίες που λένε οι άνθρωποι για την “ανάκτηση των περασμένων ενσαρκώσεών τους”. Έχω βαθιές αμφιβολίες γι’ αυτή την ανάκτηση. Πιστεύω ότι τα διάφορα βιβλία που εκδόθηκαν και αναφέρουν με λεπτομέρειες τις περασμένες ζωές εξέχοντων αποκρυφιστών, είναι αποτέλεσμα ζωηρής φαντασίας, είναι αναληθή και παραπλανούν το κοινό. Στηρίζω αυτή την πίστη στο γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας μου δωδεκάδες Μαρίες Μαγδαληνές και Ιούλιοι Καίσαρες κι άλλα σπουδαία πρόσωπα μου εξομολογήθηκαν πομπωδώς ποιοι ήταν· όμως σ’ αυτή τη


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

70

ζωή είναι κοινότατα και χωρίς ενδιαφέρον πρόσωπα. Τα διάσημα αυτά πρόσωπα φαίνεται να έχουν χειροτερέψει θλιβερά απ’ την τελευταία τους ενσάρκωση κι αυτό γεννά στο νου μου κάποια απορία για την εξέλιξη. Δεν πιστεύω επίσης ότι η ψυχή στο μακρύ κύκλο της εμπειρίας της θυμάται ή νοιάζεται για τη μορφή που είχε ή για ό,τι έκανε δύο χιλιάδες ή οκτώ χιλιάδες ή εκατό χρόνια πριν, περισσότερο απ’ όσο η τωρινή μου προσωπικότητα θυμάται ή ενδιαφέρεται, έστω κι αμυδρά, για ό,τι έκανε στις 3:15 το απόγευμα της 17 Νοεμβρίου 1903. Πιθανόν μια ζωή δεν έχει για την ψυχή μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο έχουν για μένα δεκαπέντε λεπτά το 1903. Βέβαια θα υπάρχουν περιστασιακά ζωές που θα ξεχωρίζουν στην ανάμνηση της ψυχής, όπως ακριβώς υπάρχουν μέρες στην τωρινή μας ζωή που είναι αξέχαστες, αλλά αυτές είναι λίγες κι απομακρυσμένες μεταξύ τους. Ξέρω ότι είμαι σήμερα αυτό που μ’ έκαναν πάρα πολλές ζωές εμπειρίας και πικρών μαθημάτων. Είμαι βέβαιη ότι η ψυχή μπορεί – αν ήθελε να σπαταλήσει χρόνο – ν’ ανακτήσει τις περασμένες ενσαρκώσεις της, γιατί η ψυχή είναι παντογνώστρια· αλλά ποιο θα ήταν το όφελος; Θα ήταν μόνο μια άλλη μορφή εγωκεντρισμού. Θα ήταν επίσης μια θλιβερή ιστορία. Αν έχω κάποια σοφία σήμερα κι αν μερικοί από μας κατορθώνουν να αποφεύγουν τα μεγαλύτερα λάθη της ζωής, είναι γιατί μάθαμε με το σκληρότερο τρόπο εμπειρίας να μην κάνουμε τέτοια πράγματα. Η περασμένη μας ιστορία – απ’ την τωρινή μας πνευματική σκοπιά – είναι πιθανόν τελείως επαίσχυντη. Δολοφονήσαμε στο παρελθόν· κλέψαμε· δυσφημισθήκαμε και υπήρξαμε ιδιοτελείς· υπήρξαμε διεφθαρμένοι στις δοσοληψίες μας με τους άλλους ανθρώπους· υπήρξαμε λάγνοι, εξαπατήσαμε και φανήκαμε ανέντιμοι. Αλλά πληρώσαμε το τίμημα, γιατί ο μεγάλος νόμος που αναφέρει ο Απ. Παύλος “ό γαρ εάν σπείρη άνθρωπος, τούτο και θερίσει”, λειτουργεί· λειτουργεί αιώνια. Έτσι δεν κάνουμε σήμερα αυτά τα πράγματα, γιατί δε μας αρέσει το τίμημα που πληρώνουμε – και πληρώσαμε. Νομίζω ότι οι ηλίθιοι που σπαταλούν τόσο χρόνο στην προσπάθεια ν’ ανακτήσουν τις περασμένες τους ενσαρκώσεις, αν έβλεπαν μια φορά τον εαυτό τους όπως ήταν εκείνο τον καιρό, θα σώπαιναν για πάντα. Ξέρω πως ό,τι κι αν ήμουν κι ό,τι κι αν έκανα σε μια προηγούμενη ζωή, έχω αποτύχει. Οι λεπτομέρειες είναι ασήμαντες, αλλά ο φόβος της αποτυχίας είναι ανεξίτηλος κι έμφυτος στη ζωή μου. Απ’ όπου και το έντονο σύμπλεγμα κατωτερότητας απ’ το οποίο πάσχω και το οποίο προσπαθώ να κρύψω χάρη του έργου. Έτσι με μεγάλη αποφασιστικότητα και μ’ ένα αίσθημα εσώτερου ηρωισμού υποσχέθηκα στον εαυτό μου μια ζωή γεροντοκόρης και προσπάθησα να συνεχίσω το έργο. Δεν αρκούσαν ωστόσο οι καλές μου προθέσεις για να συνεχίσω. Ήμουν πολύ άρρωστη. Συνεπώς η μις Σόφηλντ αποφάσισε να με πάει πίσω στην Ιρλανδία και να δει τι θ’ αποφάσιζε η Ελίζα Σάντις. Ήμουν πολύ άρρωστη για να διαμαρτυρηθώ κι είχα φτάσει στο σημείο να μη νοιάζομαι αν θα ζούσα ή θα πέθαινα. Είχα κλείσει το Σπίτι του Στρατιώτη στο Ρανικέτ κι απ’ ό,τι ήξερα οι λογαριασμοί ήταν εντάξει. Προσπάθησα να συνεχίσω τις συνηθισμένες ευαγγελικές συγκεντρώσεις μέχρι τέλους,


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

71

αλλά μου φαινόταν ότι είχα χάσει την πυγμή μου. Ό,τι θυμάμαι είναι η μεγάλη καλοσύνη κάποιου συνταγματάρχη Λέσλι που επέβλεψε τη μεταφορά μου απ’ το Ρανικέτ στην πεδιάδα. Έπρεπε να πάω με κάρο· ύστερα να διασχίσω έναν ορμητικό χείμαρρο στη ράχη ενός άνδρα· έπρεπε να με κουβαλήσουν με φορείο πολλά μίλια και μετά να ξαναπάρω άλλη άμαξα μέχρι να φθάσω στο μέρος που θα μπορούσα να πάρω το τραίνο για το Δελχί. Το Νέο Δελχί δεν υπήρχε τότε. Αυτός διευθέτησε τα πάντα – μαξιλάρια, διάφορες ανέσεις, φαγητό κι ό,τι θα χρειαζόταν. Ο προσωπικός μου νταρζί ή ράφτης αποφάσισε να φύγει μαζί μου, πληρώνοντας τα έξοδά του ως τη Βομβάη κι αυτό γιατί με συμπαθούσε πολύ. Αυτός κι ο αχθοφόρος μου με φρόντιζαν και ποτέ δε θα ξεχάσω την καλοσύνη τους και την ευγενική τους βοήθεια. Όταν έφτασα στο Δελχί, ο σταθμάρχης ήρθε και με ειδοποίησε ότι μια ιδιωτική άμαξα είχε σταλεί για μένα απ’ τη Βομβάη εκ μέρους του Γενικού Διευθυντή. Πώς ήξερε ότι ήμουν άρρωστη, δεν ξέρω, αλλά ήταν ένας απ’ τους πέντε άνδρες που έχω ήδη αναφέρει σχετικά με το πρώτο μου ταξίδι. Ποτέ δεν τον ευχαρίστησα αλλά του είμαι πολύ ευγνώμων. Δεν έχω αναμνήσεις απ’ το ταξίδι μου στην Ιρλανδία απ’ την Ινδία, εκτός από δύο πράγματα. Το ένα είναι η άφιξή μου στη Βομβάη, στο ξενοδοχείο. Θυμάμαι ότι πήγα στο δωμάτιο μου και ξάπλωσα στο κρεβάτι, πολύ κουρασμένη ν’ ανοίξω τις βαλίτσες, ακόμη και να πλυθώ. Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι πως ξύπνησα δεκαεπτά ώρες αργότερα για να αντικρίσω τη μις Σόφηλντ απ’ τη μια πλευρά του κρεβατιού μου και το γιατρό απ’ την άλλη. Έχω κοιμηθεί έτσι μόνο μία ή δύο φορές στη ζωή μου, όταν ήμουν πολύ εξαντλημένη. Το δεύτερο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι μ’ ανέβασαν στο κατάστρωμα του πλοίου της Ρ. & Ο., όπου με μεγάλη μου φρίκη και ντροπή και μόνο από αδυναμία και εξάντληση έβαλα τα κλάματα. Έκλαιγα σ’ όλο το δρόμο απ’ τη Βομβάη στην Ιρλανδία. Έκλαιγα στο πλοίο· έκλαιγα στα γεύματα· έκλαιγα στο κατάστρωμα· ξεμπαρκάρισα στη Μασσαλία με τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά μου. Έκλαιγα στο τραίνο για το Παρίσι. Έκλαιγα στο ξενοδοχείο· έκλαιγα στο τραίνο για το Καλαί και στο πλοίο για την Αγγλία. Έκλαιγα ασταμάτητα κι απελπισμένα και μου ήταν αδύνατο να σταματήσω όσο κι αν πάσχιζα. Θυμάμαι ότι γέλασα μόνο δύο φορές και τότε γέλασα πραγματικά. Σταματήσαμε στην Αβινιόν για φαγητό και πήγαμε στο ρεστωράν. Ήρθε ένα πολύ νευρικό γκαρσόν. Μου έριξε μια ματιά και του έπεσαν απ’ τα χέρια τρεις ντουζίνες πιάτα – πιστεύω ειλικρινά επειδή με είδε να κάθομαι εκεί και να κλαίω. Το άλλο πράγμα που μ’ έκανε να γελάσω συνέβη σ’ ένα μικρό σταθμό στη Γαλλία, όπου το τραίνο σταμάτησε για δέκα λεπτά. Μια κυρία απ’ το διαμέρισμά μας κατέβηκε απ’ το τραίνο για να πάει στην τουαλέτα. Τα τραίνα τότε δεν ήταν τόσο άνετα όσο σήμερα και τους έλειπαν πολλές ανέσεις. Συνηθίζαμε ν’ αποκαλούμε την τουαλέτα W.C. Η κυρία γύρισε στο τραίνο διπλωμένη στα δύο απ’ τα γέλια και μου είπε όταν μπόρεσε να πάρει ανάσα: “Αγαπητή μου, όπως ξέρετε, πήγα στο Wesleyan Chapel (Μεθοδικό παρεκκλήσι). Ήταν πολύ ακάθαρτο και άσχημο, αλλά πάντα περιμένει κανείς να είναι άσχημα. Εκείνο που μ’ έκανε άνω-κάτω ήταν ότι αυτός ο αστείος Γάλλος θυρωρός στεκόταν ανυπόμονα έξω απ’ την πόρτα για να μου δώσει τα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

72

φύλλα των ύμνων”. Σταμάτησα το κλάμα για λίγα λεπτά, για να γελάσω σε σημείο που η μις Σόφηλντ νόμισε πως είχα πάθει υστερία. Τέλος φτάσαμε στην Ιρλανδία και ξαναβρέθηκα με την αγαπημένη μου μις Σάντις. Θυμάμαι την ανακούφιση που ένιωσα και το αίσθημα ότι τέλειωσαν πια όλα τα βάσανά μου. Αυτή τουλάχιστον θα καταλάβαινε την κατάσταση και θα εκτιμούσε ό,τι είχα κάνει. Προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι όλη η γενναιόφρων θυσία μου θεωρήθηκε από μέρους της σαν μια τελείως άχρηστη χειρονομία. Με εξέλαβε και ίσως σωστά, σαν ένα σαστισμένο νήπιο που καταφεύγει σε δράματα. Ήταν βέβαια βαθιά απογοητευμένη μαζί μου. Είχα κάνει το μόνο πράγμα που ποτέ δεν έκαναν τα κορίτσια της. Είχε υπολογίσει στη βοήθειά μου για το μέλλον και σκόπευε μάλιστα να με κάνει, αν και τόσο νέα, επίτροπο στο έργο της. Πίστευε πως μπορούσα να συνεχίσω, γιατί όπως μου είπε, συμπαθούσε την αίσθηση του χιούμορ μου, αναγνώριζε τη βασική μου ακεραιότητα κι ό,τι ονόμαζε “πνευματική ευστάθεια” κι ήξερε ότι ήμουν βαθιά ειλικρινής. Το γεγονός είναι, μου είπε κάποτε καθώς περπατούσαμε σ’ έναν εξοχικό δρόμο στην Ιρλανδία, ότι η ειλικρίνειά μου με έβαζε σε μπελάδες και καλύτερα θα ήταν να μάθω ότι δεν είναι απαραίτητο να λέω πάντα την αλήθεια απότομα. Η σιωπή μπορεί καμιά φορά να είναι πιο χρήσιμη. Είχα λοιπόν απ’ τη δική μου σκοπιά εγκαταλείψει το έργο και τη μις Σάντις. Για την ώρα είχα σταματήσει το κλάμα και ήμουν ευχαριστημένη να είμαι μαζί της. Ξαναβλέπω το σαλονάκι της πανσιόν στη μικρή παραλιακή πόλη κοντά στο Δουβλίνο, όπου είχε έρθει να συναντήσει τη Θεοδώρα Σόφηλντ και μένα. Είχε ακούσει την αφήγηση της Θεοδώρας κι η Θεοδώρα μ’ αγαπούσε. Είχε ακούσει τη δική μου ιστορία – την ιστορία μιας σαστισμένης μαρτυρικής αγίας· έτσι τουλάχιστον θεωρούσα τον εαυτό μου τότε. Μ’ έστειλε να κοιμηθώ εκείνο το βράδυ και μου είπε ότι θα με έβλεπε το επόμενο πρωί. Μετά το πρόγευμα μου είπε πως δεν έβλεπε γιατί, αν ήθελα να παντρευθώ, δεν έπρεπε να το κάνω, φτάνει να χειριζόμουν την όλη υπόθεση με διακριτικότητα. Η κατάσταση απαιτούσε αυτό που μια παλιά Ινδική γραφή, η Μπαγκαβάτ Γκίτα, ονομάζει “επιδεξιότητα στη δράση”. Μ’ αγαπούσε και με καλόπιανε και μου έλεγε να μη στενοχωριέμαι. Όμως ήμουν πολύ κουρασμένη για να ενδιαφερθώ για οτιδήποτε και φυσικά για να σκεφθώ την επιδεξιότητα στη δράση. Ήμουν έντρομη κι αντιλαμβανόμουν ότι η θαυμαστή, ηρωική, πνευματική αυτοθυσία μου για χάρη του έργου είχε κριθεί τελείως άχρηστη. Ένιωσα να ξεπέφτω. Αντιμετώπιζα μια μεγάλη υποβάθμιση. Όλη τη μέρα ήμουν σε μια τρομερή κατάσταση· ένιωθα ανόητη ή ηλίθια. Άφησα τις δύο αγαπημένες μου ηλικιωμένες κυρίες να συζητήσουν για μένα και τα σχέδια μου και πήγα να περπατήσω στον ψυχρό νυκτερινό αέρα. Ήμουν τόσο μπουχτισμένη, τόσο αποθαρρημένη, τόσο άρρωστη στην καρδιά, ώστε το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι με μάζεψε ένας πόλισμαν. Μ’ έστησε στα πόδια μου και με τράνταξε (φαίνεται ότι όλοι με τράνταζαν) και κοιτάζοντας με βαθιά υποψία είπε: “Μη λιποθυμάτε σε μέρη σαν αυτό. Είναι εννιά το βράδυ κι είστε τυχερή που σας είδα. Τώρα πηγαίνετε σπίτι”. Σύρθηκα πίσω παγωμένη και μουσκεμένη ως το κόκαλο απ’ τη βροχή και το κύμα που σάρωνε την προβλήτα, όπου προφανώς ήμουν πεσμένη για


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

73

αρκετή ώρα. Διηγήθηκα την περιπέτειά μου στην Ελίζα και τη Θεοδώρα, που μ’ έβαλαν στοργικά στο κρεβάτι. Νομίζω πως απέκτησα κάποια αίσθηση αναλογίας κι επίσης τη γνώση πόσο τραγικά φαίνονται τα συμβάντα της ζωής στους νέους και πόσο υπερβολική είναι η φυσική αντίδραση της νεότητας. Την επόμενη μέρα πήγα στο Εδιμβούργο, στην αγαπημένη μου θεία Μάργκαρετ Μάξουελ. Εκεί τα προβλήματά μου μπερδεύτηκαν περισσότερο, όχι μόνο απ’ την ανησυχία της, αλλά και απ’ την άφιξη ενός πολύ γοητευτικού κι ελκυστικού άνδρα που με είχε ακολουθήσει απ’ την Ινδία για να μου ζητήσει να τον παντρευθώ. Σ’ αυτό το μπέρδεμα ήρθε και κάτι άλλο. Πήρα το άλλο πρωί ένα γράμμα από έναν αξιωματικό που μου έλεγε ότι ήταν στο Λονδίνο και με παρακαλούσε να τον παντρευθώ αμέσως. Έτσι λοιπόν βρισκόμουν με μια θεία γεμάτη έννοια, δύο εξαιρετικά ανήσυχες συνεργάτιδες και τρεις άνδρες στην πλάτη. Μπορούσα να μιλήσω στη θεία μου για τον Ουώλτερ Έβανς και το έκανα, εκθέτοντας την κατάσταση με ειλικρίνεια. Δεν τόλμησα όμως ν’ αναφέρω τους άλλους δύο, γιατί με τη συντηρητική της στάση θα νόμιζε ότι έκανα κάποιο σοβαρό λάθος, αν είχα ενθαρρύνει τρεις άνδρες συγχρόνως – πράγμα που δεν είχα κάνει. Για να πούμε την αλήθεια, δεν είχα ποτέ μου ούτε φλερτ. Είχα μόνο μια βδομάδα παραμονής στο Εδιμβούργο πριν φύγω για το Λονδίνο, γιατί η επιστροφή μου στη Βομβάη είχε ορισθεί πριν φύγω απ’ την Ινδία. Το πρόβλημά μου ήταν: σε ποιον μπορούσα να καταφύγω για συμβουλή; Δεν ήταν εύκολο ν’ απαντήσω. Πήγα στη Διακονία του Εδιμβούργου να δω την αρχηγό της Διακονίας της Σκωτικής Εκκλησίας. Ήταν αδελφή του σερ Ουΐλλιαμ Μάξουελ του Κάστρου του Κάρντονες και κουνιάδα της θείας που με φιλοξενούσε. Για μένα ήταν πάντα η “θεία Άλις” και τη λάτρευα γιατί δεν ήταν στενοκέφαλη κι ανόητη. Μου φαίνεται σαν να τη βλέπω – ψηλή κι ευθυτενή, στη σκούρα στολή της διακονίας, να έρχεται να με καλωσορίσει στο χαριτωμένο της σαλόνι. Οι στολές της ήταν φτιαγμένες από βαρύ, χοντρόκλωνο, σκούρο μετάξι και φορούσε συνήθως γιακά και μανσέτες από αληθινή δαντέλα που είχα πλέξει για χάρη της. Είχα μια εξαιρετική ικανότητα να πλέκω δαντέλες. Είχα μάθει να πλέκω Ιρλανδέζικες δαντέλες με βελόνα από μικρό κορίτσι κι ήταν πραγματικά όμορφες. Για πολλά χρόνια της έφτιαχνα γιακάδες και μανσέτες από ευγνωμοσύνη που με καταλάβαινε πάντα. Δεν είχε παντρευθεί ποτέ, αλλά ήξερε τη ζωή κι αγαπούσε τους ανθρώπους. Της είπα την ιστορία με τον Ουώλτερ Έβανς, τον ταγματάρχη του Λονδίνου και τον ανόητο, πλούσιο βλάκα που με πήρε ξοπίσω και μάλιστα στεκόταν αυτή τη στιγμή έξω απ’ το σπίτι. Σαν να τη βλέπω να πηγαίνει στο παράθυρο, να κρυφοκοιτάει απ’ τη δαντελένια κουρτίνα και να γελάει. Μιλήσαμε για δύο ώρες και μου είπε να της αφήσω το ζήτημα κι ότι θα σκεφτόταν και θα προσευχόταν για το τι έπρεπε να κάνει. Μου είπε ότι θα έκανε ό,τι έπρεπε για να λύσει το πρόβλημά μου, αφού ήμουν πολύ άρρωστη για να έχω κρίση ή κοινή λογική. Χαλάρωσα απ’ τον επιδέξιο χειρισμό της κι επέστρεψα στη θεία μου νιώθοντας καλύτερα. Σε λίγες μέρες πήγα στο Λονδίνο και πήρα το πλοίο για την Ινδία, συνοδευόμενη απ’ τη Γερτρούδη Νταίηβις-Κόλλυ που ανέλαβε να μένει μαζί μου και να με προσέχει, γιατί ήταν φανερό πως ήμουν πολύ άρρωστη για να μείνω μονάχη.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

74

Έτσι ξαναγύρισα στη δουλειά μου, μην έχοντας την παραμικρή ιδέα τι θα γινόταν στη ζωή μου· έχοντας αποφασίσει να ζω την κάθε μέρα και να μην κοιτάζω το μέλλον. Είχα εμπιστοσύνη στον Κύριο και στους φίλους μου και περίμενα. Στο μεταξύ η “θεία Άλις” ήρθε σε επαφή με τον Ουώλτερ Έβανς. Η θητεία του πλησίαζε να τελειώσει κι επρόκειτο να φύγει απ’ την Ινδία. Πλήρωσε τα έξοδα της μετάβασής του στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον βοήθησε να γραφεί σε μια θεολογική σχολή για να γίνει κληρικός της Επισκοπικής Εκκλησίας που είναι το Αμερικανικό αντίστοιχο της Εκκλησίας της Αγγλίας. Το έκανε για να του δώσει μια κοινωνική οντότητα που θα διευκόλυνε τελικά το γάμο μου μαζί του. Έκανε τα πάντα απόλυτα φανερά, κρατώντας με ενήμερη για το κάθε βήμα της και γνωστοποιώντας στη μις Σάντις τις ενέργειές της. Η όλη υπόθεση πήρε ήσυχα το δρόμο της όσον αφορά εμένα και την εργασία μου στο στρατό και (όταν τελικά έφυγα απ’ την Ινδία για να παντρευθώ) μαθεύτηκε ότι επέστρεψα για να παντρευθώ έναν κληρικό. Επέστρεψα στην Ουμπάλλα κι έβγαλα όλη τη δουλειά του χειμώνα κι ύστερα το καλοκαίρι πήγα στην Τσακράτα για να διευθύνω το Σπίτι του Στρατιώτη εκεί. Η υγεία μου όλο και χειροτέρευε κι οι ημικρανίες γίνονταν όλο και πιο συχνές. Η δουλειά ήταν πολύ βαριά και θυμάμαι με ευγνωμοσύνη την καλοσύνη και την ευγένεια δύο ανδρών που έκαναν πολλά για μένα και συχνά αναρωτιέμαι αν θα ήμουν σήμερα ζωντανή χωρίς αυτούς. Ο ένας ήταν ο συνταγματάρχης Λέσλι του οποίου οι κόρες ήταν συνομήλικες και φίλες μου. Πήγαινα συχνά σπίτι του και με φρόντιζε με συγκινητικό τρόπο. Ο άλλος ήταν ο συνταγματάρχης Σουόν που ήταν αξιωματικός του υγειονομικού κλάδου στο στρατό εκείνης της περιοχής και στον οποίο πήγαινα για θεραπεία. Έκανε ό,τι μπορούσε για μένα, ξαγρυπνώντας πολλές φορές επί ώρες για να με φροντίζει, αλλά ήμουν τόσο άρρωστη ώστε οι δύο άνδρες πήραν τελικά την υπόθεση στα χέρια τους και τηλεγράφησαν στους δικούς μου και στη μις Σάντις ότι μ’ έστελναν στην Αγγλία με το πρώτο πλοίο. Όταν επέστρεψα στο Λονδίνο πήγα να δω το σερ Άλφρεντ Σόφηλντ, αδελφό της Θεοδώρας Σόφηλντ, έναν απ’ τους κορυφαίους νευρολόγους του Λονδίνου εκείνο τον καιρό. Αφέθηκα στα χέρια του. Ήταν ένας έξοχος άνθρωπος και μου έδειξε κατανόηση. Πήγα σ’ αυτόν τρομοκρατημένη απ’ τους πονοκεφάλους μου. Είχα την ιδέα πως είχα όγκο στον εγκέφαλο ή ότι επρόκειτο να τρελαθώ ή κάτι εξίσου ανόητο κι ήμουν πολύ καταβεβλημένη φυσικά για να καταπολεμήσω με επιτυχία αυτές τις φοβίες. Αφού μου μίλησε για λίγο, σηκώθηκε απ’ το γραφείο του και πήγε στη βιβλιοθήκη απ’ όπου πήρε ένα μεγάλο και βαρύ τόμο. Τον άνοιξε, μου έδειξε κάποια παράγραφο και μου είπε, “Νεαρή μου κυρία, διαβάστε αυτές τις τέσσερις ή πέντε γραμμές και λυτρωθείτε απ’ τους φόβους σας”. Διάβασα ότι η ημικρανία δεν είναι ποτέ μοιραία· δεν προσβάλλει τη νόηση του ατόμου και τα θύματά της είναι συνήθως άνθρωποι καλής νοητικής ισορροπίας κι εγκεφαλικής ισχύος. Ήταν αρκετά σοφός για να διαβάσει τους μυστικούς φόβους μου και το αναφέρω αυτό εδώ προς όφελος κι άλλων πασχόντων. Έπειτα με έστειλε στο κρεβάτι για έξι μήνες και μου είπε να ράβω συνεχώς. Έτσι πήγα στο Κάστραμοντ, στη θεία μου Μάργκαρετ, πίσω στην παλιά κρεβατοκάμαρα όπου είχα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

75

μείνει τόσα πολλά χρόνια κι άρχισα να ετοιμάζω για την αδελφή μου μια ολόκληρη προίκα από εσώρουχα – μεσοφόρια με φραμπαλάδες, όλα κεντημένα και με δαντέλες γύρω-γύρω· παντελονάκια με φραμπαλάδες (που δεν τα αναφέραμε ποτέ εκείνες τις μέρες) και κορσέδες που δεν υπάρχουν πουθενά σήμερα και είναι τόσο απηρχαιωμένοι όσο κι η διδώ. Ένα πράγμα έχω να πω για μένα: ήμουν πρώτης τάξης μοδίστρα. Κάθε μέρα σηκωνόμουν, πήγαινα περίπατο στους βάλτους και κάθε βδομάδα γινόμουν καλύτερα. Έπαιρνα συχνά γράμματα απ’ τον Ουώλτερ Έβανς και είχα τακτικά ειδήσεις του από τότε που πήγε στην Αμερική.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Ε

πολύ δύσκολο να γράψω για τα λίγα χρόνια που ακολούθησαν και δεν ξέρω πώς να πραγματευθώ την επόμενη φάση της ζωής μου. Κοιτάζοντας πίσω, διαπιστώνω ότι η αίσθηση του χιούμορ μου με είχε πρόσκαιρα εγκαταλείψει κι όταν αυτό συμβαίνει σε κάποιον που συνήθως γελάει με τη ζωή και τις περιστάσεις, είναι πολύ τρομερό. Όταν λέω “χιούμορ” δεν εννοώ το αίσθημα του αστείου, αλλά μια ικανότητα να γελάς με τον εαυτό σου και τα γεγονότα και τις περιστάσεις όπως φαίνονται σε σχέση με το περιβάλλον και τον εξοπλισμό σου. Δε νομίζω ότι έχω πραγματική αίσθηση του αστείου· δεν καταλαβαίνω τα “κόμικς” των Κυριακάτικων εφημερίδων και δεν μπορώ ποτέ να θυμηθώ ένα ανέκδοτο· αλλά έχω αίσθηση του χιούμορ και δε δυσκολεύομαι καθόλου να κάνω ένα ακροατήριο – μεγάλο ή μικρό – να σκάει στα γέλια. Μπορώ επίσης να γελώ πάντα με τον εαυτό μου. Δε βρίσκω όμως τίποτε διασκεδαστικό στα επόμενα λίγα χρόνια της ζωής μου και το πρόβλημά μου είναι πώς να καλύψω αυτό τον κύκλο, χωρίς να γίνω θανάσιμα ανιαρή ή να παρουσιάσω τη θλιβερή εικόνα μιας δυστυχισμένης γυναίκας. Γιατί αυτό ήμουν. Πρέπει να προχωρήσω στην εξιστόρηση με τις θλίψεις, τον πόνο και την αγωνία της όσο καλύτερα μπορώ, ζητώντας σας να κάνετε υπομονή. Ήταν μόνο ένα διάλειμμα μεταξύ είκοσι οκτώ κι άλλων είκοσι οκτώ ευτυχισμένων χρόνων – χρόνων που κυλούν ακόμη ευτυχισμένα. Ως το 1907 είχα τις σκοτούρες και τις στενοχώριες μου, αλλά ήταν βασικά επιπόλαιες. Έκανα μια δουλειά που την αγαπούσα κι είχα επιτύχει σ’ αυτή. Περιτριγυριζόμουν από ανθρώπους που με συμπαθούσαν και μ’ εκτιμούσαν κι απ’ ό,τι ξέρω δεν υπήρχε κανένα απολύτως πρόβλημα ανάμεσα σ’ εμένα και τους συνεργάτες μου. Δεν ήξερα τι θα πει οικονομική δυσχέρεια. Μπορούσα να ταξιδεύω όπου ήθελα στην Ινδία και να επιστρέφω όποτε ήθελα στη Μεγάλη Βρετανία, χωρίς την παραμικρή σκέψη. Πραγματικά δεν είχα ν’ αντιμετωπίσω προσωπικές δυσκολίες. Αλλά ερχόμαστε τώρα σ’ έναν κύκλο επτά ετών της ζωής μου, στη διάρκεια των οποίων γνώρισα μόνο βάσανα που δεν άφησαν άθικτο κανένα μέρος της φύσης μου. Έμπαινα σε μια περίοδο μεγάλης νοητικής αγωνίας· επρόκειτο ν’ αντιμετωπίσω καταστάσεις που απαιτούσαν και το τελευταίο μόριο συναισθηματικής αντίδρασης για το οποίο ήμουν ικανή και η ζωή μου έγινε φυσικά εξαιρετικά σκληρή. Πιστεύω ότι αυτές οι περίοδοι είναι αναγκαίες στη ζωή όλων των ενεργών μαθητών. Είναι σκληρές, αλλά είμαι σαφώς πεπεισμένη ότι όταν συνοδεύονται απ’ την πλήρη γνώση και αποφασιστικότητα της ψυχής, η δύναμη να κυριαρχήσουμε τις καταστάσεις είναι αναπόφευκτα παρούσα. Το αποτέλεσμα είναι τότε πάντα (στην περίπτωσή μου και στην περίπτωση όσων προσπαθούν να εργασθούν πνευματικά) μια μεγαλύτερη ικανότητα να ΙΝΑΙ


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

77

ικανοποιούμε την ανθρώπινη ανάγκη και να γίνουμε “ένα δυνατό χέρι στο σκοτάδι” για τους άλλους συνοδοιπόρους μας. Είχα σταθεί κοντά σε μια απ’ τις κόρες μου όταν περνούσε μια τρομερή εμπειρία και την παρακολούθησα – σαν αποτέλεσμα πέντε χρόνων υπομονετικής αντοχής – να βγαίνει μ’ ένα μέτρο χρησιμότητας που διαφορετικά θα ήταν αδύνατο κι είναι ακόμη νέα μ’ ένα χρήσιμο κι εποικοδομητικό μέλλον μπροστά της. Δε θα μπορούσα να το κάνω αν δεν είχα περάσει η ίδια από τη φωτιά. Όταν οι έξι μήνες του επαναπατρισμού μου τέλειωσαν, άρχισαν οι ετοιμασίες για το γάμο μου. Τα λίγα χρήματα που είχα, τοποθετήθηκαν σ’ ένα καταπίστευμα, ώστε να μην μπορεί να τα αγγίξει ο Ουώλτερ Έβανς, ακόμη κι αν το ήθελε. Η “θεία Άλις” του έστειλε χρήματα για να ντυθεί και να έρθει στη Σκωτία να με παραλάβει. Έμενα τότε με τη θεία μου Μάξουελ του Κάστραμοντ. Παντρεύθηκα σ’ ένα ιδιωτικό παρεκκλήσι ενός φιλικού σπιτιού, από τον κ. Μπόυντ-Κάρπεντερ. Ο μεγαλύτερος αδελφός του πατέρα μου, Ουίλλιαμ Λα Τρομπ-Μπαίητμαν (κληρικός επίσης) με παρέδωσε στο γαμπρό. Πήγα αμέσως μετά το γάμο να επισκεφθώ τους συγγενείς του Ουώλτερ Έβανς στη βόρεια Αγγλία. Μια συγγενής μου εξ αγχιστείας, που ήταν στο γάμο και συγγένευε με τη μισή Αγγλία, με πήρε κατά μέρος όταν έφευγα και μου είπε, “Τώρα Άλις παντρεύτηκες αυτό τον άνθρωπο και πας να επισκεφθείς τους συγγενείς του. Θα βρεις ότι δεν είναι της τάξης σου αλλά το καθήκον σου είναι να τους κάνεις να νιώσουν πως πιστεύεις ότι είναι. Για όνομα του Θεού μη φανείς σνομπ”. Μ’ αυτά τα λόγια μ’ έβαλε σε μια περίοδο της ζωής μου όπου άφησα πίσω την τάξη και την κοινωνική θέση και ανακάλυψα ξαφνικά την ανθρωπότητα. Δεν είμαι απ’ αυτούς που πιστεύουν ότι μόνο οι προλετάριοι είναι καλοί και δίκαιοι ή ότι οι μεσαίες τάξεις είναι το άλας της γης, ενώ η αριστοκρατία είναι εντελώς άχρηστη και πρέπει να την ξεφορτωθούμε. Ούτε δέχομαι την άποψη ότι μόνο η ιντελλιγκέντσια μπορεί να σώσει τον κόσμο, παρότι αυτή είναι μια υγιέστερη θέση γιατί η ιντελλιγκέντσια προέρχεται απ’ όλες τις τάξεις. Έχω συναντήσει φοβερούς σνομπ μεταξύ των λεγόμενων κατώτερων τάξεων. Έχω επίσης συναντήσει το ίδιο νοσηρό είδος και στην αριστοκρατία. Η σεμνοτυφία κι ο συντηρητισμός των μεσαίων τάξεων είναι μια μεγάλη εξισορροπητική δύναμη σε κάθε έθνος. Η ορμή και η επαναστατικότητα των κατώτερων τάξεων προάγει την ανάπτυξη ενός λαού, ενώ η παράδοση, η κουλτούρα και το ευγενές χρέος της αριστοκρατίας είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο για το έθνος που την έχει. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν μια σωστή και βαθιά χρησιμότητα, αλλά μπορούν εξίσου να χρησιμοποιηθούν άσχημα. Ο συντηρητισμός μπορεί να γίνει επικίνδυνα αντιδραστικός· μια δίκαιη εξέγερση μπορεί να γίνει φανατική ανταρσία κι ένα αίσθημα ευθύνης και ανωτερότητας που συχνά παρατηρείται στις “ανώτερες τάξεις”, μπορεί να εκφυλισθεί σε αποβλακωτικό πατερναλισμό. Δεν υπάρχει έθνος χωρίς τις ταξικές διακρίσεις του. Μπορεί να υπάρχει μια αριστοκρατία αίματος στη Μεγάλη Βρετανία, αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει μια αριστοκρατία χρήματος εξίσου απρόσιτη, αποκλειστική και άτεγκτη στους


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

78

φραγμούς της. Ποιοι θ’ αποφανθούν ποιος είναι καλύτερος ή χειρότερος; Είχα ανατραφεί μ’ ένα αυστηρό ταξικό σύστημα και τίποτε στη ζωή μου δεν έτεινε να με εξομοιώσει με όσους δεν ήταν της τάξης μου. Έπρεπε ακόμη να μάθω ότι πίσω απ’ όλες τις ταξικές διακρίσεις της Δύσης και τις ταξικές διακρίσεις της Ανατολής υπάρχει μια μεγάλη οντότητα που την αποκαλούμε Ανθρωπότητα. Πάντως με τα ωραία μου φορέματα, τα αγαπημένα μου κοσμήματα, την καλλιεργημένη μου φωνή και τους κοινωνικούς μου τρόπους μπήκα απερίσκεπτα και χωρίς να εκτιμήσω την κατάσταση στην οικογένεια του Ουώλτερ Έβανς. Ακόμη κι οι παλιοί οικογενειακοί υπηρέτες δεν έβλεπαν την κατάσταση με καλό μάτι. Ο Πότερ, ο γέρος αμαξάς, οδήγησε τον Ουώλτερ Έβανς και μένα στο σταθμό μετά το γάμο. Τον βλέπω ακόμη με τη στολή του και την κονκάρδα στο καπέλο του. Με ήξερε από τότε που ήμουν μια σταλιά κοριτσάκι κι όταν φτάσαμε στο σταθμό, κατέβηκε, πήρε το χέρι μου και είπε: “Μις Άλις, δεν τον συμπαθώ και δε μ’ αρέσει που σας το λέω, αλλά αν δε σας φερθεί καλά, να γυρίσετε αμέσως κοντά μας. Μια λεξούλα να μου στείλετε και θα έρθω να σας βρω στο σταθμό”. Έπειτα απομακρύνθηκε χωρίς άλλη λέξη. Ο σταθμάρχης της μικρής πόλης της Σκωτίας μας είχε βρει μια άμαξα μέχρι το Καρλάυλ. Την ώρα που με βοηθούσε ν’ ανέβω, με κοίταξε στα μάτια και είπε: “Δεν είναι αυτός που θα διάλεγα για σας μις Άλις, αλλά ελπίζω να είσθε ευτυχισμένη”. Τίποτε απ’ αυτά δε μου έκανε την παραμικρή εντύπωση. Καταλαβαίνω τώρα ότι είχα αφήσει πίσω μου ένα σωρό ανήσυχους συγγενείς, φίλους και υπηρέτες. Αλλά τότε το ξεχνούσα τελείως. Είχα κάνει αυτό που πίστευα σωστό, είχα θυσιάσει τα πάντα και τώρα έδρεπα την αμοιβή μου. Το παρελθόν ήταν πίσω μου. Το έργο με τους στρατιώτες είχε τελειώσει. Μπροστά μου απλωνόταν ένα θαυμάσιο μέλλον με τον άντρα που νόμιζα πως λάτρευα, σε μια νέα και θαυμάσια χώρα, γιατί βρισκόμαστε στο δρόμο για την Αμερική. Πριν πάμε στο Λίβερπουλ σταματήσαμε στην οικογένεια του συζύγου μου κι εκεί βρέθηκα σε μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση. Ήταν συμπαθητικοί, καλοί κι άξιοι άνθρωποι, αλλά δεν είχα ποτέ φάει με τέτοιου είδους κόσμο ή κοιμηθεί σε τέτοιου είδους σπίτι ή δειπνήσει σε μια “σάλα” ή ζήσει σε σπίτι χωρίς υπηρέτες. Ήμουν τρομοκρατημένη μαζί τους κι αυτοί πιο τρομοκρατημένοι μαζί μου μολονότι ένιωθαν υπερηφάνεια που ο Ουώλτερ τα είχε καταφέρει τόσο καλά. Από δικαιοσύνη προς τον Ουώλτερ Έβανς νομίζω ότι πρέπει να πω πως όταν μετά το χωρισμό μας πήγε σ’ ένα απ’ τα μεγάλα πανεπιστήμια μας για μετεκπαίδευση, πήρα ένα γράμμα απ’ τον πρύτανη που με παρακαλούσε να ξαναγυρίσω στον Ουώλτερ. Συνηγορούσε (με την ηλικία και την πείρα του) να επιστρέψω στο σύζυγό μου, γιατί, όπως έλεγε, στο διάστημα της μακράς πείρας του με χιλιάδες νέους δεν είχε συναντήσει έναν άνδρα τόσο προικισμένο – πνευματικά, φυσικά και νοητικά – όπως ο Ουώλτερ Έβανς. Δεν ήταν λοιπόν εκπληκτικό που τον είχα ερωτευθεί και τον είχα παντρευθεί. Όλες οι ενδείξεις ήταν καλές εκτός από την κοινωνική του θέση και την έλλειψη χρημάτων, αλλά αφού πήγαινα να ζήσω στην Αμερική κι επρόκειτο σύντομα να χειροτονηθεί στην Επισκοπική Εκκλησία, δε φαινόταν να έχει μεγάλη σημασία. Θα τα καταφέρναμε με το μισθό του και το μικρό μου εισόδημα.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

79

Πήγαμε κατ’ ευθείαν από την Αγγλία στο Σινσιννάτι του Οχάιο όπου ο σύζυγός μου σπούδαζε στη Θεολογική Σχολή Λαίην. Εγκαταστάθηκα αμέσως κι άρχισα να παρακολουθώ μαζί του τα διάφορα μαθήματα, ενώ τα χρήματά μου συντηρούσαν και τους δύο και πλήρωναν όλα τα έξοδα. Διαπίστωσα όταν μπήκα στις λεπτομέρειες της συζυγικής ζωής, ότι δεν είχα κανένα απολύτως κοινό με το σύζυγό μου εκτός από τις θρησκευτικές αντιλήψεις. Δεν ήξερε πραγματικά τίποτε για το παρελθόν μου κι εγώ ακόμη λιγότερα για το δικό του. Και οι δύο προσπαθούσαμε εκείνο τον καιρό να πετύχει ο γάμος μας, αλλά ήταν μια αποτυχία. Πιστεύω ότι θα είχα πεθάνει απ’ τη δυστυχία και την απελπισία χωρίς την έγχρωμη γυναίκα που διηύθυνε το οικοτροφείο δίπλα στο σεμινάριο, στο τελευταίο πάτωμα του οποίου είχαμε ένα δωμάτιο. Το όνομά της ήταν κυρία Σνάιντερ και με υιοθέτησε με την πρώτη ματιά. Με περιποιόταν, με χάιδευε και με πρόσεχε· με μάλωνε κι έκανε καυγάδες για χάρη μου και για κάποιο λόγο μισούσε τον Ουώλτερ Έβανς κι ευχαριστιόταν να του το λέει. Φρόντιζε να μου προσφέρει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Την αγαπούσα κι ήταν η έμπιστή μου. Τότε ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το φυλετικό πρόβλημα. Δεν είχα τίποτε εναντίον των Νέγρων, εκτός απ’ το ότι δεν πίστευα στο γάμο μεταξύ εγχρώμων και λευκών, γιατί δε φαινόταν να φέρνει ευτυχία και στις δύο πλευρές. Ανακάλυψα με τρόμο ότι απ’ το Αμερικανικό σύνταγμα είμαστε όλοι ίσοι, αλλά (με το φόρο και την κακή εκπαίδευση) φροντίσαμε ο Νέγρος να μην είναι ίσος. Τα πράγματα είναι καλύτερα στο βορρά παρά στο νότο, ωστόσο το πρόβλημα των Νέγρων πρέπει να επιλυθεί απ’ τον Αμερικανικό λαό. Το Σύνταγμα το έχει ήδη λύσει. Θυμάμαι στη Θεολογική Σχολή Λαίην ότι ένας Νέγρος καθηγητής, ο Δρ. Φράνκλιν, είχε κληθεί να προσφωνήσει τους τελειόφοιτους. Όταν βγήκαμε απ’ το παρεκκλήσι, στεκόμουν με τον άνδρα μου και δύο καθηγητές, συζητώντας για την ωραία προσφώνηση, όταν ο Δρ. Φράνκλιν πέρασε δίπλα μας. Ένας απ’ τους καθηγητές τον σταμάτησε και του έδωσε χρήματα ν’ αγοράσει το φαγητό του. Δεν τον θεωρούσαν άξιο να φάει μαζί μας, μολονότι μπορούσε να μας μιλήσει για τις πνευματικές αξίες. Ένιωσα τόση φρίκη ώστε έτρεξα με τη συνηθισμένη μου ορμητικότητα σ’ ένα γνωστό μου καθηγητή και τη σύζυγό του και τους τα διηγήθηκα όλα. Γύρισαν πίσω μαζί μου και πήραν τον Δρ. Φράνκλιν στο σπίτι τους για φαγητό. Η ανακάλυψη του αντινεγρικού αισθήματος ήταν σαν την ανακάλυψη μιας ανοιχτής θύρας στο μεγάλο σπίτι της ανθρωπότητας. Ήταν ένα μεγάλο τμήμα συνανθρώπων μου στους οποίους αρνιόνταν τα δικαιώματα του Συντάγματος κάτω απ’ το οποίο είχαν γεννηθεί. Από τότε έχω σκεφθεί, διαβάσει και μιλήσει γι’ αυτό το πρόβλημα των μειονοτήτων. Έχω πολλούς φίλους Νέγρους και είμαι σε θέση να δηλώσω ότι καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Έχω συναντήσει Νέγρους το ίδιο μορφωμένους, ιδιότροπους και υγιείς στη σκέψη τους με πολλούς απ’ τους λευκούς φίλους μου. Έχω συζητήσει το πρόβλημα μαζί τους και γνωρίζω ότι αυτό που ζητούν είναι η ισότητα στις ευκαιρίες, την παιδεία, την εργασία και τις συνθήκες ζωής. Ποτέ δε συνάντησα κάποιον που να ζητά κοινωνική ισότητα, παρότι έρχεται ο καιρός που πρέπει και θα την έχουν. Έχω διαπιστώσει ότι η στάση των καλλιεργημένων και μορφωμένων Νέγρων απέναντι στα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

80

υπανάπτυκτα μέλη της φυλής τους έχει λογική και βάθος κι όπως μου είπε κάποτε ένας εξέχων Νέγρος δικηγόρος: “Οι περισσότεροι από μας, ιδιαίτερα στο νότο, είναι παιδιά και χρειάζονται αγάπη κι ανατροφή όπως τα παιδιά”. Λίγα χρόνια πριν στο Λονδίνο πήρα ένα γράμμα από έναν επιστήμονα, τον Δρ. Τζαστ, που με παρακαλούσε να του παραχωρήσω μια συνέντευξη, γιατί είχε διαβάσει μερικά πράγματα που είχα γράψει και ήθελε να μου μιλήσει. Τον κάλεσα σε γεύμα στη λέσχη μου κι όταν έφθασε είδα πως ήταν Νέγρος και μάλιστα πολύ μαύρος Νέγρος. Ήταν ένας ελκυστικός και ενδιαφέρων κύριος κι επέστρεφε στην Ουάσιγκτον μετά από διαλέξεις που είχε δώσει στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Ήταν ένας απ’ τους κορυφαίους βιολόγους σ’ όλο τον κόσμο. Ο άνδρας μου κι εγώ τον πήραμε στο σπίτι μας στο Τάνμπριτζ Ουέλλς για δύο νύχτες και η επίσκεψή του μας ήταν πολύ απολαυστική. Μια απ’ τις κόρες μου τον ρώτησε αν ήταν παντρεμένος. Τον θυμάμαι καλά καθώς στράφηκε και είπε: “Αγαπητή μου νεαρή κυρία, δε θα μου περνούσε ποτέ απ’ το νου να ζητήσω σε γάμο ένα κορίτσι της φυλής σας και να υποστώ έτσι τον αναπόφευκτο εξοστρακισμό κι ούτε έχω συναντήσει κορίτσι της φυλής μου που θα μπορούσε να μου προσφέρει τη νοητική συντροφιά που επιθυμώ. Όχι, δεν παντρεύθηκα ποτέ”. Πέθανε στο μεταξύ και λυπήθηκα πολύ· είχα ελπίσει σε μια στενότερη φιλία μ’ αυτό το θαυμάσιο άνθρωπο. Όλο και περισσότερο στη διάρκεια των τριάντα έξι ετών που πέρασα σ’ αυτή τη χώρα, ένιωθα σοκαρισμένη, κατάπληκτη και τρομαγμένη απ’ τη στάση πολλών Αμερικανών στους συμπατριώτες τους, τη Νέγρικη μειονότητα. Το πρόβλημα πρέπει να λυθεί και να δοθεί θέση για τους Νέγρους στην εθνική ζωή. Δεν μπορούν να μένουν χαμηλά κι ούτε πρέπει. Πρέπει ν’ αποδείξουν ότι είναι αυτό που ισχυρίζονται ότι είναι κι όλοι εμείς να δούμε ότι το κάνουν και οι αποτρόπαιοι λόγοι και το δηλητηριώδες μίσος ανθρώπων σαν το γερουσιαστή Μπίλμπο – κι είναι πολλοί σαν αυτόν – πρέπει να καταπνιγούν. Πάλι αναφέρω την πίστη μου ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί σήμερα (δεν κάνω προφητείες για το μέλλον) με μικτούς γάμους. Πρέπει να λυθεί από μια άφοβη δικαιοσύνη, την παραδοχή του γεγονότος ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια κι ότι αν οι Νέγροι είναι πρόβλημα, είναι δικό μας λάθος. Αν είναι αμαθείς κι ελλιπώς εκπαιδευμένοι στα πολιτικά δικαιώματα, είναι πάλι δικό μας λάθος. Είναι καιρός οι εξέχοντες λευκοί και γερουσιαστές των δύο Βουλών και κομμάτων να πάψουν να ουρλιάζουν για δημοκρατία και ελεύθερες εκλογές στα Βαλκάνια κι αλλού και να εφαρμόσουν τις αρχές αυτές στις δικές τους νότιες Πολιτείες. Συγχωρείστε μου αυτή τη δημηγορία, αλλά νιώθω έντονα αυτό το ζήτημα, όπως βλέπετε. Αυτή η έγχρωμη γυναίκα, η κυρία Σνάιντερ, με φρόντιζε σαν μάνα επί μήνες ως την ημέρα που γεννήθηκε η μεγαλύτερη κόρη μου, φέρνοντας το δικό της γιατρό που δεν ήταν έγχρωμος αλλά ούτε ιδιαίτερα καλός γιατρός κι έτσι δεν είχα την επιδέξια φροντίδα που έπρεπε να έχω. Δεν έφταιγε αυτή, γιατί έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. Υπήρξα περίεργα άτυχη στη γέννηση των τριών παιδιών μου και μόνο μια φορά είχα μια νοσοκόμα κοντά μου. Πάντως όταν γεννήθηκε το πρώτο μου παιδί, δεν είχα έμπειρη φροντίδα. Ο Ουώλτερ Έβανς ήταν συνεχώς σε υστερία, απασχολώντας την


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

81

προσοχή του γιατρού, αλλά η κυρία Σνάιντερ ήταν σαν ένα προπύργιο δύναμης και δε θα την ξεχάσω ποτέ. Αργότερα ο γιατρός μας έστειλε μια πρακτική νοσοκόμα, αλλά ήταν τόσο ανίκανη που υπέφερα σοβαρά στα χέρια της και πέρασα τρεις μήνες μεγάλης δυσφορίας και αγωνίας. Έπειτα φύγαμε απ’ το σεμινάριο και πήγαμε σ’ άλλη γειτονιά. Πιάσαμε ένα μικρό διαμέρισμα, όπου για πρώτη φορά έμεινα μόνη μ’ ένα νεογέννητο κι όλο το νοικοκυριό στην πλάτη μου. Ως τότε δεν είχα πλύνει ούτε ένα μαντήλι, δεν είχα βράσει ούτε ένα αυγό και δεν είχα φτιάξει ούτε ένα φλυτζάνι τσάι κι ήμουν μια εντελώς ανίκανη νεαρή γυναίκα. Η πείρα μου στο νοικοκυριό έγινε τέτοια ώστε φρόντισα τα τρία μου κορίτσια να μάθουν όλα όσα είναι απαραίτητα για να κρατήσουν ένα σπίτι. Έχουν τέλεια κατάρτιση. Είμαι απόλυτα βέβαιη ότι δεν καλοπερνούσε ο Ουώλτερ Έβανς και τότε ήταν που ανακάλυψα – ζώντας μόνη μαζί του σ’ ένα σπίτι όπου κανείς δεν μπορούσε να μας ακούσει – ότι είχε αρχίσει να δείχνει έναν τρομερό χαρακτήρα. Το Βατερλώ μου ήταν η εβδομαδιαία πλύση. Πήγαινα στο υπόγειο που ήταν εξοπλισμένο με τα συνηθισμένα μέσα κι έπλενα. Είχα φέρει μαζί μου όλα τα δικά μου μωρουδιακά, ωραιότατα, γυάρδες μακριές φανέλες, αληθινές αντρεντέδες, σχεδόν ανεκτίμητες – μια ντουζίνα απ’ το καθένα – και το πώς κατάντησα αυτά τα ρούχα ήταν θλιβερό να το βλέπεις. Την ώρα που τα έπλενα φαίνονταν πολύ περίεργα. Ένα πρωί άκουσα ένα χτύπημα στην πόρτα μου κι ανοίγοντάς την είδα μια γυναίκα που έμενε στο κάτω πάτωμα. Με κοίταξε με στενοχώρια και είπε: “Ακούστε, κυρία Έβανς, είναι Δευτέρα πρωί και δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Είμαι μια Αγγλίδα υπηρέτρια κι εσείς είστε μια Αγγλίδα κυρία κι έχω αρκετό μυαλό για να το καταλάβω. Είναι πράγματα που εγώ τα ξέρω κι εσείς όχι, γιαυτό θα έρχεσθε κάτω μαζί μου κάθε Δευτέρα πρωί ώσπου να σας πω ότι δε μ’ έχετε πια ανάγκη και θα σας μάθω πώς να πλένετε”. Τα είπε όλα αυτά σαν να τα είχε αποστηθίσει κι άξιζε όσο και τα λόγια της. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτε από πλύσιμο που να μην το ξέρω κι αυτό το οφείλω στην κυρία Σούμπερτ. Είναι ένα άλλο παράδειγμα ενός προσώπου για το οποίο δεν είχα κάνει τίποτε, αλλά είχε πολλή ανθρωπιά και καλοσύνη κι έτσι κρυφοκοίταξα ακόμη μια φορά στο σπίτι της ανθρωπότητας. Αυτή κι εγώ γίναμε καλές φίλες κι αναλάμβανε την υπεράσπισή μου όταν ο Ουώλτερ Έβανς ήταν οργισμένος. Επανειλημμένως είχα βρει καταφύγιο στο μικρό της διαμέρισμα. Αναρωτιέμαι αν αυτή κι η κυρία Σνάιντερ ζουν. Φαντάζομαι όχι· ήταν πολύ ηλικιωμένες. Όταν η Ντόροθυ έγινε έξι μηνών, ξαναγύρισα στη Μεγάλη Βρετανία να δω τους δικούς μου, αφήνοντας τον άνδρα μου να τελειώσει τη θεολογική του εκπαίδευση και να χειροτονηθεί. Αυτή ήταν η τελευταία μου επίσκεψη στην Αγγλία για είκοσι χρόνια και δεν έχω ιδιαίτερα ευχάριστες αναμνήσεις απ’ αυτή. Δεν μπορούσα να τους πω πως δεν ήμουν ευτυχισμένη και πως είχα κάνει λάθος. Η περηφάνεια μου δεν το επέτρεπε, αλλά χωρίς αμφιβολία το μάντεψαν αν και δε με ρώτησαν τίποτε. Η αδελφή μου παντρεύθηκε όταν ήμουν εκεί, με τον εξάδελφό μου Λώρενς Πάρσον. Ακολούθησε η συνηθισμένη οικογενειακή συγκέντρωση στο σπίτι κάποιου θείου. Έμεινα μόνο λίγους μήνες στην Αγγλία και μετά επέστρεψα στην Αμερική. Στο μεταξύ ο άνδρας μου είχε


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

82

αποφοιτήσει απ’ το σεμινάριο, είχε χειροτονηθεί κι είχε διορισθεί στην Επισκοπή του Αγίου Ιωακείμ στην Καλιφόρνια. Αυτό ήταν κάτι θαυμάσιο για μένα, γιατί ο Επίσκοπος κι η γυναίκα του έγιναν στενοί μου φίλοι. Μαθαίνω ακόμη νέα της. Η νεότερη κόρη μου έχει το όνομά της κι είναι απ’ τους ανθρώπους που αγαπώ πραγματικά, αλλά θα σας μιλήσω αργότερα γι’ αυτή. Ξαναγύρισα στην Αμερική μ’ ένα μικρό πλοίο που έπιανε στη Βοστόνη. Ήταν το φοβερότερο ταξίδι που είχα κάνει ποτέ – μικρό, βρώμικο πλοίο, τέσσερις σε μια καμπίνα και γεύματα σε μακριά τραπέζια όπου οι άνδρες φορούσαν τα καπέλα τους. Το θυμάμαι σαν εφιάλτη. Αλλά όπως όλα τα άσχημα πράγματα τέλειωσε και φτάσαμε στη Βοστόνη με κατακλυσμιαία βροχή και ήμουν τελείως απελπισμένη. Είχα ένα φοβερό πονοκέφαλο· τη βαλίτσα μου μ’ όλα τα ασημένια πράγματα που ανήκαν στη μητέρα μου την είχαν κλέψει και η Ντόροθυ που ήταν περίπου ενός έτους, ήταν πολύ βαριά για να τη σηκώνω. Ταξίδευα με εισιτήριο του πρακτορείου Κουκ και στο πλοίο ήταν ο πράκτοράς τους. Με συνόδεψε στο σταθμό όπου έπρεπε να περιμένω ως τα μεσάνυχτα κι αφού μου έδωσε τις απαραίτητες οδηγίες κι ένα φλιτζάνι δυνατό καφέ, μ’ άφησε κι έφυγε. Κάθισα βαριεστημένη όλη τη μέρα στο σταθμό, προσπαθώντας να ηρεμήσω ένα ανήσυχο μωρό. Όσο πλησίαζε η ώρα για το τραίνο αναρωτιόμουν πώς θα τα κατάφερνα, όταν ξαφνικά είδα τον πράκτορα των Κουκ χωρίς στολή να στέκεται δίπλα μου. “Είχα την έγνοια σας σήμερα το πρωί κι όλη τη μέρα”, μου είπε “κι αποφάσισα ότι το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να σας βάλω ο ίδιος στο τραίνο”. Πήρε λοιπόν το μωρό, φώναξε έναν αχθοφόρο και μ’ εγκατέστησε όσο μπορούσε πιο άνετα στο τραίνο για την Καλιφόρνια. Τα τουριστικά βαγκονλί δεν ήταν εκείνο τον καιρό όσο άνετα είναι σήμερα. Βρήκα πάλι καλοσύνη που δεν την άξιζα από κάποιον για τον οποίο δεν είχα κάνει τίποτε. Σας παρακαλώ να μη νομίσετε ότι υπονοώ πως υπήρχε πάνω μου κάτι τόσο θελκτικό κι ευχάριστο που έκανε τον κόσμο να με βοηθά με τόση φυσικότητα. Ήμουν μάλλον “ψηλομύτα”, πολύ σιωπηλή, σχεδόν μέχρι μουγγαμάρας και τρομερά Βρετανίδα. Όχι, δεν ήταν αυτό, αλλά απλά ο μέσος άνθρωπος είναι αγαθός και του αρέσει να βοηθάει. Μην ξεχνάτε ότι η απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι ένας απ’ τους σκοπούς της ιστορίας μου. Δεν κατασκευάζω παραδείγματα, αλλά αναφέρω πραγματικά περιστατικά. Στην αρχή ο άνδρας μου ήταν εφημέριος σε μια μικρή εκκλησία του Ρ… κι εκεί έμαθα τα καθήκοντα της συζύγου ενός κληρικού και τις ατέλειωτες υποχρεώσεις της. Με σύστησαν στην αυστηρά γυναικεία πλευρά του εκκλησιάσματος. Έπρεπε να παρακολουθώ τη φιλανθρωπία των κυριών. Έπρεπε να διοργανώνω τις συγκεντρώσεις των μητέρων, να πηγαίνω πάντα στην εκκλησία και ν’ ακούω αδιάκοπα κι ατέλειωτα τα κηρύγματα του Ουώλτερ. Όπως όλοι οι κληρικοί κι οι οικογένειές τους σ’ εκείνες τις ιεραποστολικές περιοχές ζούσαμε κυρίως με κοτόπουλα κι έτσι έμαθα γιατί το κοτόπουλο είναι ιερό πουλί – γιατί πολλά απ’ αυτά εισέρχονται στον κλήρο. Αυτή η περίοδος σημάδεψε μια άλλη φάση στη διεύρυνση της συνείδησής μου. Δεν είχα ποτέ σ’ όλη μου τη ζωή βρεθεί σε μια κοινότητα σαν τη μικρή αυτή πόλη. Είχε μόνο χίλιους πεντακόσιους κατοίκους, αλλά υπήρχαν ένδεκα εκκλησίες, η καθεμιά μ’


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

83

ένα μικρό εκκλησίασμα. Μεταξύ των κτηματιών υπήρχαν άνδρες και γυναίκες που ήταν καλλιεργημένοι κι είχαν ταξιδέψει και διαβάσει και τους οποίους συναντούσα μερικές φορές. Αλλά ο κύριος όγκος ήταν μικρέμποροι, σιδηροδρομικοί, υδραυλικοί, εργάτες στα αμπέλια ή στα περιβόλια και δάσκαλοι. Το σπίτι του εφημέριου ήταν ένα μικρό περίπτερο έξι δωματίων, ανάμεσα σε δύο μεγαλύτερα σπίτια που το ένα στέγαζε δώδεκα παιδιά και τους γονείς τους, οπότε ζούσα σε μια συνεχή οχλαγωγία από παιδικές φωνές. Η μικρή πόλη ήταν τυπική – ψεύτικες προθήκες, σταθμοί για κάθε είδους άμαξες (γιατί τα αυτοκίνητα ήταν ακόμη σπάνια) και το ταχυδρομείο του χωριού απ’ όπου εκπορευόταν όλο το κουτσομπολιό. Το κλίμα ήταν πραγματικά θαυμάσιο, μολονότι πολύ ζεστό και ξηρό το καλοκαίρι. Όμως ένιωθα τελείως απομονωμένη, μορφωτικά, νοητικά και πνευματικά. Μου φαινόταν πως δεν υπήρχε κανείς για να μιλήσω. Κανείς δεν είχε δει τίποτε, ούτε διαβάσει τίποτε και το μόνο θέμα συζήτησης φαινόταν να περιστρέφεται γύρω απ’ τα παιδιά, τα γεννήματα, το φαγητό και το τοπικό κουτσομπολιό. Για μήνες κρατούσα ψηλά την περιφρονητική μου μυτούλα και είχα αποφασίσει πως δεν υπήρχε κανείς αρκετά καλός για να συνδεθώ μαζί του. Βέβαια έκανα το καθήκον μου σαν σύζυγος του εφημέριου κι είμαι βέβαιη πως ήμουν αρκετά καλή κι ευγενική, αλλά πάντα ένιωθα ένα φραγμό. Δεν ήθελα να έχω πολλά με τους ενορίτες και τους άφησα να το καταλάβουν. Ωστόσο άνοιξα μια βιβλική τάξη που αποδείχθηκε πελώρια επιτυχία. Αριθμητικά ξεπερνούσε το Κυριακάτικο εκκλησίασμα του συζύγου μου, κάτι που συνέβαλε στη δυσαρμονία η οποία χειροτέρευε σταθερά. Σύχναζαν μέλη όλων των εκκλησιών πλην της Καθολικής και ήταν το μόνο φωτεινό σημείο όλης της εβδομάδας, κυρίως γιατί με συνέδεε με το παρελθόν. Η ψυχική διάθεση του συζύγου μου είχε ξεπεράσει κάθε όριο και ζούσα με το συνεχή τρόμο ότι τα μέλη του εκκλησιάσματος θα το ανακάλυπταν και θα έχανε τη θέση του. Σαν κληρικός άρεσε πολύ κι ήταν μια εντυπωσιακή μορφή με τα άμφια και το ράσο του. Ήταν πολύ καλός ιεροκήρυκας. Ειλικρινά δε νομίζω ότι ήταν τόσο αξιοκατάκριτος. Εξακολουθούσα να βασίζω τη ζωή μου στον αφορισμό “Τι θα ήθελε ο Ιησούς να κάνω;” Δεν ήμουν δύστροπη ή οξύθυμη, αλλά νομίζω ότι η σιωπή κι η υπομονή μου χειροτέρευαν την κατάσταση. Τίποτε όμως απ’ όσα έκανα δεν τον ευχαριστούσε κι αφού κατέστρεψε όλες τις φωτογραφίες και τα βιβλία που νόμιζε ότι μπορεί να μ’ άρεσαν, άρχισε να με χτυπάει αν και ποτέ δεν άγγιζε την Ντόροθυ. Πάντα ήταν θαυμάσιος με τα παιδιά. Η κόρη μου Μίλντρεντ γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1912 και τότε αντιλήφθηκα το καταπληκτικό γεγονός ότι δεν ήταν οι κάτοικοι της πόλης που ήταν λάθος αλλά εγώ. Ήμουν τόσο απορροφημένη απ’ τα προβλήματα της Άλις Λα Τρομπ-Μπαίητμαν που είχε κάνει έναν άτυχο κατά τα φαινόμενα γάμο, ώστε είχα ξεχάσει ότι ήμουν η Άλις Έβανς, ένα ανθρώπινο πλάσμα. Όταν γεννήθηκε η Μίλντρεντ ήμουν πολύ άρρωστη και τότε ήταν που ανακάλυψα τον κόσμο της μικρής πόλης. Η Μίλντρεντ γεννήθηκε με δέκα μέρες καθυστέρηση· η θερμοκρασία στη βεράντα μου ήταν 112° και τα δώδεκα παιδιά του γειτονικού σπιτιού έκαναν φοβερή φασαρία· ήμουν πολύ άρρωστη για


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

84

μέρες· και τότε συνέβη το επεισόδιο με το βόθρο. Φαντάσθηκα την Ντόροθυ που ήταν τότε δυόμισι ετών, να τρέχει πάνω κάτω και να πέφτει στο βόθρο. Ο Ουώλτερ δεν μου πρόσφερε καμιά βοήθεια. Είχε εξαφανισθεί με τα ενοριακά του καθήκοντα. Είχα μια καλή, μικρή Εβραία νοσοκόμα που φοβόταν για μένα και τηλεφωνούσε συνέχεια στο γιατρό που ανέβαλε συνεχώς την άφιξή του. Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά χωρίς να χτυπήσει και η γυναίκα του μπάρμαν μπήκε μέσα. Μου έριξε μια ματιά κι ύστερα έτρεξε στο τηλέφωνο κι έψαξε το γιατρό από σπίτι σε σπίτι μέχρι που τον βρήκε και τον διέταξε να έρθει αμέσως. Ύστερα πήρε τη Ντόροθυ κάτω απ’ τη μασχάλη, μου έκανε ένα νεύμα και με βεβαίωσε ότι η Ντόροθυ θα ήταν καλά μαζί της κι εξαφανίσθηκε. Δεν είδα την Ντόροθυ για τρεις μέρες. Δεν μ’ ένοιαζε και πολύ· ήμουν πάρα πολύ άρρωστη. Η Μίλντρεντ γεννήθηκε με επέμβαση κι είχα σοβαρές αιμορραγίες. Χάρη στην καλή περίθαλψη τα έβγαλα πέρα. Είχε μαθευτεί το χάλι μου και μου έστειλαν τόσα πολλά ωραία πράγματα και μου έδειξαν τόση καλοσύνη, ώστε τους είμαι αιώνια ευγνώμων. Έβρεχε κρέμες, πίτες, κρασί πορτό, φρέσκα φρούτα. Γυναίκες έρχονταν κάθε πρωί να πλύνουν, να ξεσκονίσουν, να σκουπίσουν, να κάτσουν μαζί μου, να ράψουν και να μαντάρουν. Ανακούφιζαν τη νοσοκόμα φροντίζοντάς με. Καλούσαν τον άνδρα μου στα σπίτια τους για να μην είναι στα πόδια μας και ξαφνικά αντιλήφθηκα το γεγονός ότι ο κόσμος ήταν γεμάτος αξιαγάπητους ανθρώπους κι ότι ήμουν τυφλή σ’ όλη μου τη ζωή. Είχα προχωρήσει βαθύτερα στο σπίτι της ανθρωπότητας. Τότε όμως άρχισε το πραγματικό πρόβλημα. Ο κόσμος άρχισε να ανακαλύπτει ποιος ήταν πραγματικά ο Ουώλτερ Έβανς. Την ένατη μέρα απ’ τη γέννηση της Μίλντρεντ σηκώθηκα και δεν είχα ούτε νοσοκόμα ούτε κάποια βοήθεια. Η γυναίκα του νεωκόρου ανακάλυψε με μεγάλη της φρίκη εκείνη τη μέρα να πλένω και ξέροντας ότι παραλίγο να πεθάνω πριν δέκα μέρες, βρήκε τον Ουώλτερ Έβανς και του έψαλε τον εξάψαλμο. Δεν ωφέλησε σε τίποτε αλλά την έβαλε σε υποψία κι άρχισε να με παρακολουθεί στενότερα και να είναι φιλικότερη μαζί μου. Η δυσθυμία του έπαιρνε σοβαρές διαστάσεις, αλλά το περίεργο μ’ αυτόν (εκτός από έναν άγριο κι αχαλίνωτο θυμό) ήταν ότι δεν είχε κανενός είδους ελάττωμα. Ποτέ δεν έπινε· ποτέ δε βλαστημούσε· ποτέ δεν έπαιζε χαρτιά. Ήμουν η μόνη γυναίκα για την οποία ενδιαφέρθηκε ποτέ κι η μόνη που είχε φιλήσει και νομίζω πως αυτό κράτησε μέχρι που πέθανε πριν λίγα χρόνια. Ωστόσο ήταν αδύνατο να ζήσω μαζί του και τελικά η συγκατοίκηση έγινε επικίνδυνη. Η γυναίκα του νεωκόρου ήρθε μια μέρα και με βρήκε με το πρόσωπο άσχημα μωλωπισμένο. Ήμουν τόσο άρρωστη και κουρασμένη κι ήταν τόσο καλή κι ευγενική ώστε της ομολόγησα ότι ο άνδρας μου μου είχε πετάξει μια λίμπρα τυρί που με βρήκε στο πρόσωπο. Γύρισε σπίτι της κι έπειτα από λίγο κατέφθασε ο Επίσκοπος. Θα ήθελα να μπορούσα να μεταφέρω σ’ αυτές τις σελίδες την ευγένεια, την καλοσύνη και την κατανόηση του Επίσκοπου Σάνφορντ. Την πρώτη φορά που τον συνάντησα είχε έρθει για να βεβαιωθεί. Είχα σερβίρει το δείπνο κι ύστερα είχα πάει στην κουζίνα να πλύνω τα πιάτα. Ξαφνικά άκουσα κάποιον που σκούπιζε τα πιάτα πίσω μου, αλλά δε γύρισα νομίζοντας πως θα ήταν κάποια απ’ τις γυναίκες της εκκλησίας. Με μεγάλη μου έκπληξη είδα ότι ήταν ο Επίσκοπος κι αυτή η πράξη του ταίριαζε εντελώς. Ακολούθησε


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

85

μεγάλη συζήτηση και τελικά προσφέρθηκε ακόμη μια ευκαιρία στον Ουώλτερ να διορθωθεί. Μετατέθηκε αμέσως σε άλλη ενορία. Αυτό με ευχαρίστησε πολύ, γιατί η κατοικία ήταν ωραιότερη. Η κοινότητα ήταν μεγαλύτερη κι ήμουν πιο κοντά στην Άλισον Σάνφορντ, μια απ’ τις πιο αξιαγάπητες υπάρξεις και τις ειλικρινέστερες φίλες που είχα. Η γενική μου υγεία βελτιωνόταν και παρά τα συνεχή ξεσπάσματα μανίας του Έβανς η ζωή άρχισε να παίρνει λίγο περισσότερο χρώμα. Ήμουν πιο κοντά στην πόλη που έμενε ο Επίσκοπος κι η γυναίκα του και τους έβλεπα πιο συχνά. Βρήκα αρκετό κόσμο στην ενορία που είχε τη δική μου νοοτροπία, αλλά ήταν μια άσχημη εποχή από πολλές απόψεις και στο τέλος του φθινοπώρου αρρώστησα πάλι. Η μικρότερη κόρη μου, η Έλισον, θα γεννιόταν τον Ιανουάριο, αλλά σ’ έναν απ’ τους παροξυσμούς του ο άνδρας μου μ’ έριξε απ’ τη σκάλα, πράγμα που είχε ολέθριο αποτέλεσμα για το παιδί. Γεννήθηκε πολύ ασθενικό, αυτό που συνήθως ονομάζουμε “γαλάζιο μωρό”, με διαρροή καρδιακής βαλβίδας και για χρόνια πίστευαν πως θα ήταν αδύνατο να το μεγαλώσω. Αλλά τα κατάφερα και σήμερα είναι το υγιέστερο απ’ τα τρία κορίτσια. Ύστερα απ’ αυτό τα πράγματα πήγαιναν απ’ το κακό στο χειρότερο. Όλοι ήξεραν πως τίποτε δεν πήγαινε καλά στο σπίτι του εφημέριου κι όλοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να με βοηθήσουν. Ένα θαυμάσιο κορίτσι προσφέρθηκε να έρθει να μείνει οικότροφος για να έχω κάποιον στο σπίτι, αλλά γρήγορα κατατρόμαξε, μολονότι εξακολούθησε να μένει μαζί μου. Το χωράφι δίπλα στο σπίτι οργωνόταν συνεχώς κι όταν (από περιέργεια) ρώτησα αυτόν που όργωνε, γιατί το έκανε καθημερινά, μου απάντησε ότι μια ομάδα είχε αποφασίσει ότι έπρεπε να υπάρχει κάποιος εδώ γύρω, γιαυτό όργωναν με τη σειρά. Οι τηλεφωνήτριες ανακάλυψαν την κατάσταση κι είχαν εφαρμόσει την τακτική να με καλούν κατά διαστήματα στο τηλέφωνο για να δουν αν ήμουν καλά. Ο γιατρός που με είχε περιποιηθεί όταν γεννήθηκε η Έλισον, ήταν πολύ ανήσυχος και μ’ έβαλε να υποσχεθώ ότι κάθε νύχτα θα έκρυβα κάτω απ’ το στρώμα τον μπαλτά και το μαχαίρι της κουζίνας. Είχε κυκλοφορήσει η εντύπωση ότι ο Ουώλτερ Έβανς δεν ήταν στα λογικά του. Θυμάμαι ότι μια νύχτα ξύπνησα, ακούγοντας κάποιον να βγαίνει τρεχάτος απ’ την κάμαρά μου. Ήταν ο γιατρός που είχε έρθει να δει αν ήμουν καλά. Όπως βλέπετε ήμουν πάλι τριγυρισμένη από καλοσύνη. Ωστόσο ένιωθα βαθιά ταπεινωμένη κι η περηφάνεια μου ήταν φρικτά πληγωμένη. Ένα πρωί μια φίλη μου μου τηλεφώνησε να πάω με τα τρία παιδιά να περάσουμε τη μέρα σπίτι της, λέγοντας πως θα ερχόταν να με πάρει. Πήγαμε και περάσαμε όλοι πολύ ωραία. Όταν όμως γύρισα σπίτι έμαθα ότι ο Ουώλτερ Έβανς είχε σταλεί στο Σαν Φραντσίσκο και βρισκόταν υπό παρατήρηση από έναν παθολόγο κι έναν ψυχίατρο για να διαπιστωθεί αν ήταν διανοητικά υγιής. Ευτυχώς για μένα ο γιατρός αποφάνθηκε ότι ήταν κακός κι όχι τρελός κι ότι δεν υπέφερε παρά από μια εντελώς ανεξέλεγκτη οργή. Στο μεταξύ η Έλισον είχε προσβληθεί από “παιδική χολέρα” και δεν υπήρχε ελπίδα να γίνει καλά. Θυμάμαι καλά μια εκτυφλωτική ζεστή μέρα, η Έλισον κειτόταν σ’ ένα στρώμα στο πάτωμα, πολύ άρρωστη, ενώ τ’ άλλα παιδιά έπαιζαν σε μια γειτονική αυλή. Ο γιατρός μας κατέφθασε στο σπίτι μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά, ακολουθούμενος


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

86

από μια ψηλή, ωραία γυναίκα που φαινόταν ότι είχε ανάγκη από νοσοκομείο. Είπε πως είχε φέρει το μωρό για να το περιποιηθώ και μήπως θα ήθελα να βάλω τη γυναίκα στο κρεβάτι και να την περιποιηθώ; Βεβαίως και ήθελα κι έτσι για τρεις μέρες είχα δύο άρρωστα μωρά και μια άρρωστη γυναίκα – πολύ άρρωστη και καταβεβλημένη για να μπορεί να κοιτάξει το παιδί της. Έκανα ό,τι μπόρεσα αλλά το παιδί πέθανε στην αγκαλιά μου. Τίποτε δεν μπόρεσε να τη γλιτώσει, παρότι ο γιατρός ήταν πολύ έμπειρος κι εγώ μια ικανή νοσοκόμα. Αυτός ο γιατρός ήταν πολύ σοφός άνθρωπος· ήξερε ότι είχα οικογενειακά βάσανα, αλλά ήθελε να μου δείξει ότι δεν υπέφερα μόνο εγώ κι ότι κι άλλοι είχαν τις ίδιες σκοτούρες κι ότι διέθετα πολύ μεγαλύτερο απόθεμα ενεργητικότητας απ’ όσο πίστευα. Η σύνεση κι η βαθιά ψυχολογική γνώση ενός γιατρού μιας μικρής πόλης είναι για μένα εντελώς αξιοθαύμαστη. Γνωρίζουν τους ανθρώπους· ζουν μια ζωή αυτοθυσίας· έχουν μεγάλη επιδεξιότητα λόγω πείρας· χειρίζονται τις επείγουσες καταστάσεις με ταχύτητα κι επάρκεια, γιατί δεν έχουν να βασισθούν παρά μόνο στον εαυτό του. Προσωπικά είμαι βαθιά ευγνώμων στους γιατρούς – στις πόλεις και στα χωριά – που υπήρξαν φίλοι μου όσο και γιατροί μου. Με συμβούλεψαν να πάω την Έλισον στο Σαν Φραντσίσκο, στο Νοσοκομείο Παίδων και να κοιτάξω αν μπορούσε να γίνει τίποτε. Η Άλισον Σάνφορντ πήρε τα δύο άλλα παιδιά, παρόλο που είχε τέσσερα δικά της κι εγώ πήγα στο βορρά με το μωρό. Οι γιατροί στο νοσοκομείο μου είπαν πως θα ήταν αδύνατο να ζήσει κι έτσι αναγκάσθηκα να την αφήσω εκεί και να γυρίσω να φροντίσω τα δύο άλλα παιδιά. Δε θα μακρηγορήσω στο δύσκολο αυτό επεισόδιο. Όσοι έχουν παιδιά θα καταλάβουν. Δεν περίμενα να την ξαναδώ, αλλά σαν από θαύμα έγινε καλά και μου την έφερε πίσω ο πατέρας της που είχε βγει κι αυτός απ’ το νοσοκομείο με λευκό πιστοποιητικό υγείας. Δεν υπάρχει τίποτε αστείο σ’ αυτή την υπόθεση, έτσι δεν είναι; Ούτε μου φαίνεται αστείο να μιλώ γι’ αυτή. Ένας πολύ παράξενος και δύσκολος χρόνος μας περίμενε τώρα. Ήταν αδύνατο για τον Επίσκοπο να δώσει δουλειά στον Ουώλτερ Έβανς. Τα λίγα κεφάλαια εξαντλήθηκαν γρήγορα και το μικρό μου εισόδημα, εξαιτίας του παγκόσμιου πόλεμου, είχε σχεδόν εξανεμισθεί. Όταν ο Ουώλτερ πήγε στο Σαν Φραντσίσκο, έμεινα με τρία παιδιά κι ένα σωρό λογαριασμούς. Δεν είχε συναίσθηση του χρήματος· ό,τι χρήματα του έδινα ή προέρχονταν απ’ το μισθό του για να πληρώσει τους λογαριασμούς, τα ξόδευε σε περιττές πολυτέλειες. Έφευγε απ’ το σπίτι για να πληρώσει το λογαριασμό του μπακάλη και γύριζε μ’ ένα γραμμόφωνο. Δε θα ξεχάσω σ’ όλη μου τη ζωή την εξαιρετική καλοσύνη του ιδιοκτήτη του καταστήματος τροφίμων της μικρής πόλης που μέναμε κι όπου ο Ουώλτερ Έβανς είχε διορισθεί τελευταία στην Επισκοπή του Αγίου Ιωακείμ. Χρωστούσαμε διακόσια δολλάρια για τρόφιμα, χωρίς να το ξέρω. Φυσικά η ιστορία μου είχε μαθευτεί στο χωριό. Την επόμενη μέρα της αναχώρησης του άνδρα μου για το Σαν Φραντσίσκο με ζήτησαν στο τηλέφωνο απ’ το κατάστημα τροφίμων. Ο ιδιοκτήτης ήταν ένας Εβραίος, ένας πολύ συνηθισμένος Εβραίος. Δεν είχα κάνει ποτέ τίποτε γι’ αυτόν, εκτός από μια ευγενική συμπεριφορά απέναντί του και σαν Βρετανίδα είχα δείξει καθαρά πως δεν


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

87

είχα αντισημιτικά αισθήματα. Ποτέ δεν υπήρξε αντισημιτισμός στη Μεγάλη Βρετανία, ιδιαίτερα τον καιρό που ήμουν νέα. Μερικοί απ’ τους μεγαλύτερους άνδρες μας ήταν Εβραίοι, όπως ο λόρδος Ρέντιγκ, αντιβασιλιάς των Ινδιών κι άλλοι. Ο άνθρωπος αυτός με ρώτησε στο τηλέφωνο για την παραγγελία μου. Τον ρώτησα πόσα του χρωστούσαμε και μου είπε: “Πάνω από διακόσια δολλάρια”, αλλά δε σκοτιζόταν γιατί ήξερε ότι θα πληρωνόταν έστω κι αν περνούσαν πέντε χρόνια. Έπειτα πρόσθεσε: “Αν δε μου δώσετε την παραγγελία σας, θ’ αναγκαστώ να σας στείλω ό,τι εγώ νομίζω πως χρειάζεστε κι αυτό δε θα το θέλατε, δεν είναι έτσι;” Έτσι έδωσα μια παραγγελία. Όταν ήρθαν τα τρόφιμα στο σπίτι εκείνο το πρωί, βρήκα ένα φάκελο με δέκα δολλάρια που τα είχε στείλει στην περίπτωση που δε θα είχα πρόχειρα λεφτά και τα είχε βάλει στο λογαριασμό γιατί ήξερε ότι δε θα δεχόμουν ελεημοσύνη. Ζήτησε επίσης το κλειδί του γραμματοκιβωτίου μας για να φροντίζει για το ταχυδρομείο μου. Ένιωθα κι ακόμη νιώθω ένα βαθύ χρέος απέναντί του. Χρειάσθηκα δύο χρόνια για να ξοφλήσω το λογαριασμό, αλλά τον ξόφλησα και κάθε φορά που του έστελνα πέντε δολλάρια, έπαιρνα ένα γράμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη σαν να του είχα κάνει κάποια ευεργεσία. Εκτός που είχα ανατραφεί στην Αγγλία όπου δεν επικρατούσαν αντισημιτικά αισθήματα κι όπου το πρόβλημα των Νέγρων έβρισκε μεγαλύτερη κατανόηση απ’ τις Ηνωμένες Πολιτείες, είχα ένα βαθύ χρέος απέναντι ορισμένων μελών των δύο αυτών βασανισμένων μειονοτήτων. Το πρόβλημα των Νέγρων μου φαινόταν πολύ απλούστερο απ’ των Εβραίων και πιο εύκολο στη λύση του. Το πρόβλημα των Εβραίων μου φαινόταν σχεδόν άλυτο. Δεν έβλεπα τότε διέξοδο εκτός από μια αργή εξελικτική πρόοδο και μια σχεδιασμένη εκστρατεία διαφώτισης. Δεν είχα αντισημιτικά αισθήματα· μερικοί απ’ τους πιο αγαπημένους μου φίλους, όπως ο Δρ. Ασσατζιόλι, η Ρεγγίνα Κέλλερ κι ο Βίκτωρ Φοξ, που τους αγαπούσα με αφοσίωση και το ήξεραν, ήταν Εβραίοι. Πολύ λίγοι άνθρωποι στον κόσμο μου είναι τόσο προσφιλείς όσο αυτοί, καταφεύγω σ’ αυτούς για συμβουλή και κατανόηση και δε με απογοήτευσαν ποτέ. Ήμουν επίσημα στη “μαύρη βίβλο” του Χίτλερ, γιατί υπερασπιζόμουν τους Εβραίους στις διαλέξεις μου στη Δυτική Ευρώπη. Όμως παρά την πλήρη μου επίγνωση των θαυμαστών ιδιοτήτων των Εβραίων, της συμβολής τους στο Δυτικό πολιτισμό και γνώση και των θαυμάσιων προσόντων τους στις δημιουργικές τέχνες, εξακολουθώ να μην μπορώ να δω καμιά άμεση λύση στο κρίσιμο και φοβερό πρόβλημά τους. Υπάρχουν λάθη κι απ’ τις δύο πλευρές. Δεν αναφέρομαι στα λάθη ή μάλλον στην τρομερή εγκληματικότητα των Γερμανών και των Πολωνών έναντι των Εβραίων συμπολιτών τους. Αναφέρομαι σ’ όλους τους λαούς που είναι υπέρ των Εβραίων κι όχι εναντίον τους. Εμείς, οι Χριστιανοί, δεν έχουμε ακόμη βρει τι πρέπει να κάνουμε για να λυτρώσουμε τους Εβραίους απ’ το διωγμό – ένα διωγμό που χρονολογείται από πολλούς αιώνες πριν. Οι Αιγύπτιοι, στις πρώτες φάσεις της ιστορίας της Βίβλου, καταδίωξαν τους Εβραίους και η καταδίωξη ήταν η ιστορία τους ανά τους αιώνες. Διστάζω ν’ αναφέρω τα συμπεράσματά μου, αλλά θα το κάνω με την ελπίδα ότι μπορεί να βοηθήσουν. Μπορώ όμως να θίξω σύντομα ένα ή δύο σημεία κι αυτό φυσικά δεν


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

88

είναι αρκετό. Πρέπει να υπάρχει κάποια βασική αιτία γι’ αυτή τη συνεχή κι ασταμάτητη δίωξη, κάποιος λόγος που δε συμπαθεί ο κόσμος τους Εβραίους. Ποιος άραγε; Η βασική αιτία βρίσκεται μάλλον βαθιά ριζωμένη σε μερικά φυλετικά χαρακτηριστικά. Ο κόσμος παραπονιέται (και συχνά είναι αλήθεια) ότι οι Εβραίοι υποβιβάζουν την ατμόσφαιρα της περιοχής όπου ζουν. Κρεμούν τα στρωσίδια και τα ρούχα τους έξω απ’ τα παράθυρα. Περνούν τον καιρό τους στους δρόμους καθισμένοι μπουλούκια στα πεζοδρόμια. Αλλά επί αιώνες οι Εβραίοι ήταν σκηνόβιοι κι ήταν αναγκασμένοι να ζουν έτσι και μπορεί ακόμη να αντιδρούν στις κληρονομικές τους ποιότητες. Λέγεται ότι αν επιτρέψεις σ’ έναν Εβραίο να μπει σε μια ομάδα ή δουλειά, πριν περάσει λίγος καιρός θα μπουν σ’ αυτή οι αδερφές του, οι ανιψιοί του, οι θείοι του και οι θείες του. Αλλά οι Εβραίοι είναι αναγκασμένοι να συσπειρώνονται για να αντιμετωπίσουν αιώνες διωγμών. Λένε ότι οι Εβραίοι είναι τρομερά υλιστές, ότι το παντοδύναμο δολλάριο έχει γι’ αυτούς μεγαλύτερη σημασία απ’ τις ηθικές αξίες κι ότι είναι έμπειροι στην εκμετάλλευση των Χριστιανών. Αλλά η Εβραϊκή θρησκεία δεν ασχολείται με την αθανασία ή τη μετά θάνατο ζωή κι αυτό είναι αλήθεια γιατί έχω συζητήσει το θέμα με Εβραίους σπουδαστές της θεολογίας. Γιατί λοιπόν να μην πάρουν απ’ τη ζωή όσο περισσότερα υλικά αγαθά μπορέσουν; Ας φάμε κι ας πιούμε κι ας αποκτήσουμε τα καλά του κόσμου, γιατί αύριο θα πεθάνουμε. Όλα αυτά είναι ευεξήγητα αλλά δε δημιουργούν αγαθές σχέσεις. Απ’ όσα διάβασα, σκέφθηκα και ρώτησα, ορισμένα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει στο νου μου και είναι – για μένα – μέρος της απάντησης. Οι Εβραίοι εξαρτώνται από μια θρησκεία που είναι βασικά απηρχαιωμένη. Αναρωτιόμουν εδώ και λίγες μέρες ποιο μέρος της Παλαιάς Διαθήκης αξίζει να διατηρηθεί. Πολλά σ’ αυτή είναι φοβερά και σκληρά και μόνο απ’ τη λογοτεχνική αξία της Βίβλου περνούν τους ταχυδρομικούς κανονισμούς. Κατέληξα στη γνώμη ότι οι δέκα εντολές πρέπει να διατηρηθούν και μια ή δύο απ’ τις ιστορίες της Βίβλου, όπως η αγάπη του Δαυίδ και του Ιωνάθαν, ο 23ος και ο 91ος Ψαλμός και μερικοί άλλοι, καθώς και τέσσερα κεφάλαια απ’ το Βιβλίο του Ησαΐα. Όλα τα άλλα είναι άχρηστα ή ανεπιθύμητα και πολλά απ’ όσα έμειναν τρέφουν την υπερηφάνεια και τον εθνικισμό του λαού. Αυτό που στέκεται μεταξύ του ορθόδοξου Εβραίου και της μάζας των Χριστιανών είναι τα θρησκευτικά ταμπού, γιατί η Εβραϊκή πίστη είναι μια θρησκεία του “Ου...” Αυτό που ρυθμίζει τη Χριστιανική σκέψη αναφορικά με τον ανορθόδοξο και νεότερο Εβραίο είναι ο υλισμός του, του οποίου ο Σάυλωκ είναι ένα σύμβολο. Καθώς γράφω αυτά τα λόγια αντιλαμβάνομαι την ανεπάρκειά τους και την έλλειψη απόλυτης δικαιοσύνης, όμως από τη σκοπιά μιας πλατιάς γενίκευσης είναι εντελώς αληθινά – παρότι από τη σκοπιά του Εβραίου είναι φοβερά άδικα. Υπάρχουν πολλά κοινά στους Εβραίους και τους Γερμανούς. Ο Γερμανός αυτοθεωρείται μέλος της “υπερφυλής”, ενώ οι ορθόδοξοι Εβραίοι αυτοθεωρούνται εκλεκτός λαός. Ο Γερμανός τονίζει τη “φυλετική καθαρότητα” και το ίδιο έκαναν οι Εβραίοι ανά τους αιώνες. Ο Εβραίος ποτέ δεν αφομοιώνεται. Έχω συναντήσει Εβραίους στην Ασία, την Ινδία, την


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

89

Ευρώπη κι εδώ και παραμένουν Εβραίοι και παρά την υπηκοότητα είναι αποξενωμένοι απ’ το έθνος στο οποίο ζουν. Δε συμβαίνει το ίδιο στη Μεγάλη Βρετανία ή την Ολλανδία. Οι Χριστιανοί μεταχειρίσθηκαν συχνά τους Εβραίους φριχτά και πολλοί από μας λυπούμαστε γι’ αυτό κι εργαζόμαστε σκληρά για να βοηθήσουμε. Ένα εμπόδιο έρχεται σήμερα απ’ τους ίδιους τους Εβραίους. Προσωπικά ποτέ ως τώρα δε συνάντησα Εβραίο που να έχει παραδεχθεί ότι μπορεί να υπήρξαν λάθη ή προκλήσεις από μέρους τους. Πάντα παίρνουν τη στάση του εκμεταλλευμένου και λένε ότι το όλο πρόβλημα μπορεί να λυθεί απ’ τους Χριστιανούς με την από μέρους τους ανάληψη ορθής δράσης. Πολλοί από μας, χιλιάδες από μας, προσπαθούν να αναλάβουν ορθή δράση, αλλά δε βρίσκουμε συνεργασία από τους Εβραίους. Συγχωρήστε μου αυτή την παρέκβαση, αλλά η ανάμνηση του κ. Ιακώβ Βάινμπεργκ που τόσο φιλικά μου παραστάθηκε, μ’ έκανε ν’ ασχοληθώ μ’ ένα θέμα που με ενδιαφέρει πολύ. Το πρόβλημα λοιπόν που αντιμετωπίζαμε ο Ουώλτερ κι εγώ ήταν: τι έπρεπε να γίνει; Καταλάβαινα ότι η μοίρα του Ουώλτερ βρισκόταν κυρίως στα χέρια μου. Αν κατάφερνα να τον κάνω να μου συμπεριφέρεται και να με μεταχειρίζεται με τυπική ευπρέπεια, τελικά ο Επίσκοπος θα προσπαθούσε να του εξασφαλίσει μια άλλη θέση σε άλλη Επισκοπή, όπου δε θα εμποδιζόταν απ’ το παρελθόν του, παρότι ο Επίσκοπος αυτής της περιοχής θα έπρεπε βέβαια να μάθει τις λεπτομέρειες. Θυμάμαι καθαρά τη βραδιά που εξέθεσα την κατάσταση στον Ουώλτερ έπειτα από μια μακρά συνομιλία που είχα με τον Επίσκοπο. Του έδωσα να καταλάβει ότι η τύχη του βρισκόταν στα χέρια μου κι ότι θα έδειχνε μεγάλη σύνεση αν έπαυε να με χτυπάει. Του είπα ότι μπορούσα ανά πάσα στιγμή να πάρω διαζύγιο με μόνη τη μαρτυρία του γιατρού που με περιποιήθηκε όταν γεννήθηκε η Έλισον και με είχε δει με μώλωπες σ’ όλο μου το σώμα. Αυτή η απειλή απ’ την πλευρά της Επισκοπικής Εκκλησίας ήταν πανίσχυρη. Η καριέρα του ως ιερέα θα τελείωνε. Ήταν περήφανος άνδρας και (σοκαρισμένος βαθιά απ’ τη δημοσιότητα) από εκείνη τη μέρα δε σήκωσε ούτε δάχτυλο πάνω μου. Ήταν σκυθρωπός και δε μιλούσε για μέρες, άφησε πάνω μου όλες τις φροντίδες, αλλά δεν είχα πια λόγο να τον φοβάμαι. Νοικιάσαμε ένα καλύβι τριών δωματίων στα βάθη μιας άγριας περιοχής όχι μακριά απ’ το Πασίφικ Γκρόουβ κι άρχισα να τρέφω κότες και να κερδίζω μερικά χρήματα πουλώντας τα αυγά τους. Κατάλαβα πολύ γρήγορα πως αν δεν έχεις μεγάλο ορνιθοτροφείο (που προϋποθέτει κεφάλαια) δεν κερδίζεις πολλά λεφτά. Οι κότες είναι ηλίθια όντα· έχουν ηλίθιες φάτσες· έχουν βλακώδεις συνήθειες· τους λείπει τελείως η εξυπνάδα· το μόνο ενδιαφέρον σημείο της ορνιθοτροφίας είναι το κυνήγι των αυγών κι αυτό είναι βρώμικη δουλειά. Αλλά κατάφερνα να συντηρώ την οικογένεια και το καλύβι είχε μόνο $8 το μήνα κι ούτε τα άξιζε. Η ζωή μου εκείνη την εποχή ήταν εντελώς μονότονη – φρόντιζα τρία μωρά, ένα στρυφνό άνδρα κι αρκετές εκατοντάδες χαζές κότες. Δεν είχαμε μπάνιο ούτε εσωτερική τουαλέτα. Ακόμη και το να κρατήσεις τα παιδιά και το σπίτι καθαρά, ήταν πρόβλημα.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

90

Πρακτικά δεν είχαμε λεφτά και μέρος απ’ το λογαριασμό του μπακάλη πληρωνόταν σε αυγά τα οποία έπαιρνε πάντα ο μπακάλης, γιατί ήταν φίλος μου. Πήγαινα στα γύρω δάση μ’ ένα χειραμάξι, τα παιδιά ξοπίσω μου και μάζευα ξύλα για τη φωτιά. Δεν μπορώ λοιπόν να πω πως ήταν μια ευχάριστη κατάσταση. Δε νιώθω χιούμορ γι’ αυτή. Ήταν σαν μια εντελώς νέα ενσάρκωση και η αντίθεση μεταξύ της μονότονης ζωής της νοικοκυράς και μητέρας, ορνιθοτρόφου και κηπουρού και της πλούσιας ζωής μου ως κοριτσιού και της γεμάτης ζωής μου ως ευαγγελίστριας τελικά με κατέβαλε. Ένιωθα ότι ήμουν άχρηστη· ότι κάποτε θα είχα παρεκκλίνει απ’ την ευθεία, αλλιώς δε θα βρισκόμουν σ’ αυτή τη θέση. Το παλιό Χριστιανικό σύμπλεγμα ότι ήμουν μια “άθλια αμαρτωλή” με κατακυρίευσε. Η συνείδησή μου, νοσηρά επηρεασμένη απ’ τη φονταμενταλιστική θεολογία, επέμενε να μου λέει ότι πλήρωνα την τιμωρία για τις αμφιβολίες μου κι ότι αν είχα μείνει ακλόνητη στην κοριτσίστικη πίστη μου και βεβαιότητα δε θα βρισκόμουν τώρα σ’ αυτή τη σαλαμούρα. Η εκκλησία με είχε απογοητεύσει, γιατί ο Ουώλτερ ήταν παπάς κι οι άλλοι παπάδες που είχα γνωρίσει φαίνονταν μέτριοι, με μόνη εξαίρεση τον Επίσκοπο. Ήταν ένας άγιος, αλλά, έλεγα, θα ήταν άγιος ακόμη κι αν ήταν υδραυλικός ή χρηματιστής. Γνώριζα αρκετά από θεολογία για να έχω χάσει την πίστη μου στις θεολογικές ερμηνείες κι ένιωθα ότι δε μου έμενε τίποτε εκτός από μια αόριστη πίστη στον Χριστό ο Οποίος αυτή την εποχή φαινόταν πολύ μακριά. Ένιωθα εγκαταλειμμένη απ’ το Θεό κι απ’ τους ανθρώπους. Επιτρέψτε μου να σας πω εδώ πως δεν έχω αμφιβολία ότι η εκκλησία παίζει ένα χαμένο παιχνίδι, αν δεν αλλάξει τακτική. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι κληρικοί δεν ακολουθούν το χρόνο. Κάθε εξελικτική πρόοδος σ’ όλους τους τομείς είναι μια έκφραση του θείου κι οι στατικοί όροι της θεολογικής ερμηνείας είναι αντίθετοι με το μεγάλο νόμο του σύμπαντος, την εξέλιξη. Τελικά η θεολογία δεν είναι παρά η ερμηνεία κι η αντίληψη του ανθρώπου σ’ ό,τι νομίζει ότι είναι ο Θεός. Αλλά είναι το ανθρώπινο, πεπερασμένο μυαλό που σκέφτεται κι έχει σκεφθεί ανά τους αιώνες. Συνεπώς μπορεί να εμφανισθούν άλλα ανθρώπινα και πεπερασμένα μυαλά και να δώσουν άλλες, βαθύτερες, σημαντικότερες ή ευρύτερες ερμηνείες και να θεμελιώσουν έτσι μια πιο προοδευτική θεολογία. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι δε θα έχουν κι αυτοί δίκιο όπως οι κληρικοί του παρελθόντος; Αν οι εκκλησίες δε διευρύνουν το όραμά τους, αν δεν αφήσουν τους καυγάδες σε ασήμαντες λεπτομέρειες για να διακηρύξουν ένα Χριστό αναστάντα, ζώντα και γεμάτο αγάπη κι όχι ένα Χριστό νεκρό, μαρτυρικό και θυσιασμένο σ’ έναν άγριο Θεό, θα χάσουν την πίστη των επερχόμενων γενιών – και δικαίως. Ο Χριστός ζει, θριαμβευτής και πάντα παρών. Η ζωή Του είναι η σωτηρία μας. Μπορούμε να πεθάνουμε κι εμείς σαν Αυτόν – θριαμβευτικά – έτσι λέει η Βίβλος. Οι εκκλησίες πρέπει να αρχίσουν απ’ τις θεολογικές σχολές τους. Έχω πάρει θεολογική εκπαίδευση και ξέρω τι λέω. Οι έξυπνοι νέοι δε θα φοιτούν πια όταν έρθουν αντιμέτωποι με αρχαίες έννοιες για ό,τι αντιλαμβάνονται σαν ζωντανές αλήθειες. Δεν ενδιαφέρονται για την Παρθενογένεση – ενδιαφέρονται για το γεγονός του Χριστού. Γνωρίζουν πάρα πολλά για να δεχθούν τη λεκτική έμπνευση των Γραφών· αλλά είναι έτοιμοι να πιστέψουν στο Λόγο του Θεού. Η ζωή είναι σήμερα τόσο γεμάτη από


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

91

κίνηση, από ήρωες, από ομορφιά, τραγωδίες και κατακλυσμούς, από πραγματικότητα κι ένδοξη ευκαιρία, ώστε αυτή η γενιά δεν έχει καιρό για τα παιδιαρίσματα της θεολογίας. Ευτυχώς υπάρχουν στην εκκλησία μερικοί άνθρωποι με όραμα, που τελικά θ’ αλλάξουν την αντιδραστική στάση, αλλά αυτό θ’ αργήσει. Στο μεταξύ οι λατρείες κι οι “ισμοί” θα καταπίνουν τους λαούς. Αυτό δε θα γινόταν αν η εκκλησία ξυπνούσε και πρόσφερε σε μια ανυπόμονη και δεινοπαθούσα ανθρωπότητα αυτό που χρειάζεται – όχι ναρκωτικά, όχι αυταρχικότητα, όχι γλυκιές κοινοτοπίες – αλλά το ζώντα Χριστό. Έπειτα από έξι μήνες τέτοιας ζωής, αν θυμάμαι καλά, είδα πάλι τον Επίσκοπο και του είπα ότι ο Ουώλτερ είχε διορθωθεί. Τότε ο Επίσκοπος με μεγάλη καλοσύνη άρχισε να φροντίζει να βρει ένα μέρος όπου ο Ουώλτερ θα μπορούσε να ξαναρχίσει την εκκλησιαστική του εργασία. Τελικά βρήκε μια μικρή θέση σ’ ένα χωριό μεταλλωρύχων στη Μοντάνα, με τη συμφωνία ότι θα μου έστελνε κάθε μήνα ένα μέρος του μισθού του. Στο μεταξύ μετακόμισα σ’ ένα μικρό σπιτάκι τριών δωματίων σε μια πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή του Πασίφικ Γκρόουβ. Αυτό συνέβη το 1915 κι ήταν η τελευταία φορά που είδα τον Ουώλτερ Έβανς. Πρακτικά δε μου έστειλε ποτέ κάτι απ’ το μισθό του και τα γράμματά του γίνονταν όλο και πιο προσβλητικά. Ήταν γεμάτα απειλές και υπονοούμενα. Δε μου έμενε πια τίποτε και κατάλαβα ότι έπρεπε μόνη να χειρισθώ τη ζωή μου και να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για τα τρία κοριτσάκια. Ο πόλεμος στην Ευρώπη ήταν αμφίρροπος. Όλοι μου οι συγγενείς είχαν επιστρατευθεί. Το μικρό μου εισόδημα ερχόταν μετά από περιπλανήσεις. Είχε βαριά φορολογία και ήταν φορές που η επιταγή δεν έφθανε καθόλου γιατί το πλοίο που μετέφερε το ταχυδρομείο είχε βουλιάξει. Βρισκόμουν σε πολύ δύσκολη θέση· χωρίς ένα συγγενή σ’ αυτό τον τόπο, για να καταφύγω και (εκτός απ’ τον Επίσκοπο και τη γυναίκα του) χωρίς φίλους για να απευθυνθώ. Ωστόσο περιστοιχιζόμουν από καλούς κι ευγενικούς φίλους, αλλά κανένας τους δεν ήταν σε θέση να κάνει κάτι για μένα κι αναπολώντας όλα αυτά, αναρωτιέμαι αν τους άφησα ποτέ να καταλάβουν πόσο σοβαρή ήταν η κατάστασή μου. Ο Επίσκοπος ήθελε να γράψει στους δικούς μου και να τους εκθέσει την κατάσταση, αλλά δεν τον άφηνα. Πίστευα πάντα στην παροιμία “όπως στρώσεις, θα κοιμηθείς” και δεν πιστεύω καθόλου στα παράπονα, τις κλάψες και τη μουρμούρα στους φίλους. Ήξερα πως “ο Θεός βοηθά εκείνους που βοηθούν τον εαυτό τους”, αλλά παραδέχομαι ότι εκείνη την εποχή μου φαινόταν πως με είχε εγκαταλείψει κι ο Θεός και δεν μπορούσα ούτε σ’ Αυτόν να τσιρίξω. Έτρεχα εδώ κι εκεί για κάτι που θα μπορούσε να μου φέρει λίγα χρήματα, μόνο για ν’ ανακαλύψω πως ήμουν ένα τελείως άχρηστο πλάσμα. Ήξερα να φτιάχνω ωραίες δαντέλες, αλλά κανένας δεν ήθελε δαντέλες κι ούτε μπορούσα να βρω στην Αμερική υλικά για να τις φτιάξω. Δεν είχα ειδικά προσόντα· δεν ήξερα γραφομηχανή· δεν μπορούσα να διδάξω· δεν ήξερα τι να κάνω. Μόνο μια βιομηχανία υπήρχε στην περιοχή κι αυτή ήταν μια βιομηχανία σαρδέλας, αλλά προκειμένου ν’ αφήσω τα παιδιά να πεθάνουν της πείνας, αποφάσισα να γίνω εργάτρια στη συσκευασία σαρδέλας. Θυμάμαι την κρίση που πέρασα παίρνοντας αυτή την απόφαση. Ήταν μια μεγάλη πνευματική κρίση. Όπως είπα νωρίτερα, είχα έρθει στην Αμερική με πολλές αμφιβολίες


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

92

στο νου μου σχετικά με τις πνευματικές αλήθειες που μπορούσε κανείς να πιστεύει. Τα θεολογικά μαθήματα που είχα πάρει κατά την άφιξή μου στην Αμερική, δε με βοήθησαν καθόλου. Όλα τα θεολογικά μαθήματα υπονομεύουν την πίστη του ανθρώπου, αν είναι αρκετά έξυπνος για να ρωτάει και δεν ανήκει στη κατηγορία όσων δέχονται τυφλά αυτά που λένε οι παπάδες. Τα σχόλια που διάβαζα στη θεολογική βιβλιοθήκη μου φαίνονταν κούφια, κακογραμμένα και κοινότοπα. Δεν απαντούσαν σε καμιά απορία· αφορούσαν αοριστίες· απέφευγαν την πραγματικότητα, ακόμη κι όταν ισχυρίζονταν ότι ήξεραν τι ακριβώς ήθελε κι επεδίωκε ο Θεός και προσπαθούσαν να λύσουν όλα τα προβλήματα αναφέροντας τον Άγιο Αυγουστίνο, τον Θωμά Ακινάτη και τους αγίους του Μεσαίωνα. Οι θεολόγοι ποτέ δε φαίνονταν ν’ αντιμετωπίζουν τα βασικά ζητήματα· καταφεύγουν στην τετριμμένη δήλωση ότι “ο Θεός είπε”. Αλλά ίσως να μην είπε· ίσως η μετάφραση να είναι λάθος· ίσως η σχετική φράση να είναι παρεμβολή – υπάρχουν πολλές τέτοιες στη Βίβλο. Έπειτα ήρθε στο νου μου το ερώτημα: Γιατί ο Θεός μίλησε μόνο στους Εβραίους; Δεν ήξερα τίποτε για τις άλλες Γραφές στον κόσμο κι αν ήξερα δε θα τις θεωρούσα Γραφές. Υπήρχαν σημεία στην Παλαιά Διαθήκη που με σοκάριζαν και σημεία που μ’ έκαναν συχνά ν’ απορώ πώς περνούσαν απ’ το ταχυδρομείο. Σ’ ένα συνηθισμένο βιβλίο θα είχαν θεωρηθεί άσεμνα, αλλά στη Βίβλο ήταν καλά. Άρχισα να διερωτώμαι μήπως οι ερμηνείες μου δεν ήταν τόσο σωστές όπως των άλλων. Θυμάμαι μια μέρα που μελετούσα ένα στίχο της Βίβλου, “υμών δε και αι τρίχες της κεφαλής πάσαι ηριθμημέναι εισί”. Μου φάνηκε σαν να κρατούσε ο Θεός ένα σωρό στατιστικές. Συμβουλεύθηκα ένα θεολόγο της σχολής και μου απάντησε πως η Βιβλική αυτή φράση αποδείκνυε ότι ο Θεός δε ρυθμίζεται απ’ το χρόνο. Έπειτα ανακάλυψα πως ο σταυρός δεν ήταν ένα Χριστιανικό σύμβολο αλλά είχε προηγηθεί του Χριστιανισμού κι αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Ήμουν λοιπόν απογοητευμένη απ’ τη ζωή, απ’ τη θρησκεία με την ορθόδοξη παρουσίασή της κι απ’ τους ανθρώπους, ιδιαίτερα απ’ το σύζυγό μου που τον είχα εξιδανικεύσει. Κανείς δε με χρειαζόταν εκτός από τρία μωρά κι είχα συνηθίσει να είμαι απαραίτητη σε εκατοντάδες και χιλιάδες. Μόνο μια χούφτα άνθρωποι μέσα στην πολυάσχολη ζωή τους νοιάζονταν για ό,τι μου συνέβαινε κι είχα συνηθίσει να νοιάζεται για μένα ένα σωρό κόσμος. Έμοιαζα να έχω φτάσει στο σημείο να είμαι εντελώς άχρηστη, κάνοντας μόνο τις μικροδουλειές και τη συνηθισμένη ρουτίνα μιας μικρής πόλης, που εκατοντάδες γυναίκες με λιγότερη κατάρτιση, ανατροφή και μυαλό, θα έκαναν σίγουρα καλύτερα από μένα. Είχα κουραστεί να πλένω πάνες και να κόβω φέτες ψωμί με βούτυρο. Γνώρισα τη σημασία της τέλειας απόγνωσης. Η μόνη μου παρηγοριά ήταν τα παιδιά κι ήταν τόσο μικρά, ώστε η γιατρειά που μου έδιναν βρισκόταν στο ότι δεν καταλάβαιναν. Το κορύφωμα ήρθε μια μέρα που ήμουν τελείως απελπισμένη, οπότε άφησα τα παιδιά σε μια γειτόνισσα και πήγα στο δάσος μόνη. Για ώρες ήμουν πεσμένη μπρούμυτα, παλεύοντας με τα προβλήματά μου κι έπειτα στάθηκα κάτω από ένα μεγάλο δένδρο που μάλλον θα μπορούσα να ξαναβρώ αν το μέρος δεν είχε χτιστεί και είπα στο Θεό ότι ήμουν τελείως απελπισμένη κι ότι θα τραβούσα όλα όσα έμελλε να


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

93

τραβήξω, αρκεί να έβρισκα τη λύτρωση σε μια πιο χρήσιμη ζωή. Του είπα ότι είχα εξαντλήσει όλα τα περιθώρια να κάνω “καθετί για χάρη του Ιησού”· ότι έκανα όσο μπορούσα τα πάντα για χάρη Του· ότι σκούπισα, ξεσκόνισα, μαγείρεψα, έβαλα μπουγάδα και ντάντεψα τα μωρά όσο μπορούσα καλύτερα. Θυμάμαι πολύ καθαρά το βάθος της απελπισίας μου όταν δεν πήρα καμιά απάντηση. Ήμουν τόσο βέβαιη πως θα έπαιρνα απάντηση αφού ήμουν τόσο απελπισμένη· ότι θα έβλεπα πάλι κάποιο όραμα ή ότι θ’ άκουγα κάποια φωνή όπως είχα ακούσει κι άλλοτε, που θα μου έλεγε τι να κάνω. Αλλά δεν είδα κανένα όραμα· δεν άκουσα καμιά φωνή· κι έτσι τράβηξα για το σπίτι να ετοιμάσω το δείπνο. Όμως όλη την ώρα με άκουγαν χωρίς να το ξέρω. Όλη την ώρα γίνονταν σχέδια για τη λύτρωσή μου, για τα οποία ήμουν τελείως ανύποπτη. Χωρίς να μπορώ να τη δω, μια πόρτα άνοιγε και παρότι δεν το είχα αντιληφθεί, αντίκριζα το ευτυχέστερο και πλουσιότερο τμήμα της ζωής μου. Όπως έλεγα στην κόρη μου, ύστερα από χρόνια, “Ποτέ δεν ξέρουμε τι υπάρχει στη γωνία”. Το επόμενο πρωί πήγα σ’ ένα απ’ τα μεγάλα εργοστάσια συσκευασίας σαρδέλας και ζήτησα δουλειά. Μου έδωσαν γιατί ήταν η εποχή της και χρειάζονταν χέρια. Συνεννοήθηκα με μια γειτόνισσα να φροντίζει τα παιδιά, πληρώνοντας τα μισά απ’ τα κέρδη μου, όσα κι αν ήταν. Η δουλειά ήταν κατ’ αποκοπή κι ήξερα πως ήμουν γρήγορη κι έλπιζα να κερδίσω αρκετά, όπως κι έγινε. Πήγαινα κάθε πρωί στις 7 και γύριζα σπίτι στις 4 το απόγευμα. Τις πρώτες τρεις μέρες ο θόρυβος, η μυρωδιά, το ξένο περιβάλλον κι ο μακρύς δρόμος στο εργοστάσιο και πίσω στο σπίτι με κατέβαλαν τόσο πολύ, ώστε μόλις έφτανα στο σπίτι έπεφτα ξερή. Αλλά συνήθισα γιατί η φύση είναι πολύ προσαρμοστική και θεωρώ αυτή την περίοδο σαν μια απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες της ζωής μου. Ήμουν ανάμεσα στον κόσμο· δεν ήμουν τίποτε απολύτως, ενώ πάντα φανταζόμουν πως ήμουν κάτι. Έκανα μια δουλειά που μπορούσε να την κάνει ο καθένας. Ήταν ανειδίκευτη εργασία. Στην αρχή πήγα στο τμήμα που κολλούσαν ετικέτες στις μεγάλες στρογγυλές κονσέρβες με σαρδέλες Ντελ Μόντε· αλλά δεν μπορούσα να κερδίσω αρκετά χρήματα εκεί, παρόλη την προσπάθειά μου. Βρήκα πολύ καλούς ανθρώπους σ’ αυτό το τμήμα. Νομίζω πως όλοι κατάλαβαν ότι ήμουν φοβισμένη, γιατί μια μέρα ο άνθρωπος που έφερνε τις κονσέρβες στο τραπέζι για να βάλουμε ετικέτες, με σκούντησε στο πλευρό και είπε: “Άκου, ανακάλυψα ποια είσαι. Η αδελφή της γυναίκας μου είναι από το Ρ… και μου είπε για σένα. Αν χρειασθείς κανέναν να σε προστατεύει και να βάζει στη θέση του όποιον σου φερθεί άσχημα, θυμήσου πως είμαι εδώ”. Ποτέ δεν ανακατεύθηκε ξανά, αλλά με πρόσεχε πάντα. Μου έφερνε πάντα κονσέρβες για να βάζω ετικέτες και του είμαι πολύ ευγνώμων. Με συμβούλεψαν να πάω στο τμήμα συσκευασίας κι έτσι έκανα. Οι εργάτες εκεί ήταν πολύ τραχύτεροι – μάλλον άξεστες γυναίκες, Μεξικάνοι και μερικοί τύποι που ποτέ πριν δεν είχα συναντήσει, ακόμη και στο κοινωνικό έργο. Όταν πρωτοπήγα σ’ αυτό το τμήμα με δυσκόλεψαν κοροϊδεύοντάς με. Προφανώς δεν ήμουν σαν αυτούς. Ήμουν ολοφάνερα πολύ ενάρετη και φυσικά πολύ καθώς πρέπει και δεν ήξεραν πώς να


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

94

φερθούν. Μια παρέα συγκεντρωνόταν στην είσοδο του εργοστασίου κι όταν μ’ έβλεπαν από μακριά άρχιζαν να ψέλνουν “Πλησίον σου Θεέ μου”. Στην αρχή δε μου άρεσε καθόλου κι ανατρίχιαζα στην ιδέα ότι θα περνούσα απ’ την πύλη, αλλά είχα μεγάλη πείρα να τα βγάζω πέρα με άνδρες και σιγά-σιγά τους κέρδισα ώστε πραγματικά πέρασα καλά. Ποτέ δε μου έλειψαν τα ψάρια για συσκευασία. Μια καθαρή εφημερίδα βρισκόταν μυστηριωδώς στο σκαμνί μου. Με πρόσεχαν με κάθε τρόπο και θέλω να ξαναπώ ότι όλα αυτά δεν είχαν καμιά σχέση μ’ εμένα. Δεν ήξερα τα ονόματά τους. Ποτέ δεν τους είχα κάνει κάτι καλό στη ζωή μου, αλλά ήταν απλά καλοί μαζί μου και δεν το ξέχασα ποτέ. Τους συμπάθησα πολύ και γίναμε καλοί φίλοι. Ποτέ όμως δεν κατάφερα να συμπαθήσω τις σαρδέλες. Το πήρα απόφαση πως αν γινόμουν συσκευάστρια θα έπρεπε να βγάλω χρήματα. Χρειαζόμουν χρήματα για τα παιδιά, έτσι συγκεντρώθηκα στο πρόβλημα της συσκευασίας. Παρακολούθησα τους άλλους συσκευαστές. Μελέτησα κάθε κίνηση ώστε να μην πηγαίνει χαμένη η παραμικρή προσπάθεια και μέσα σε τρεις βδομάδες έγινα υπόδειγμα συσκευάστριας. Περνούσαν απ’ τα χέρια μου δέκα χιλιάδες σαρδέλες τη μέρα κατά μέσο όρο και συσκεύαζα εκατοντάδες κονσέρβες. Έφερναν τους επισκέπτες του εργοστασίου να με δουν και τότε πλήρωνα το τίμημα της καλής μου δουλειάς, καθώς ήμουν αναγκασμένη ν’ ακούω σχόλια όπως: “Τι γυρεύει μια γυναίκα σαν αυτή σ’ ένα εργοστάσιο;” και “Φαίνεται πολύ καθώς πρέπει για μια τέτοια δουλειά, αλλά μάλλον δε θα είναι”. “Κάτι θα έχει κάνει για να καταλήξει σ’ αυτή τη δουλειά.” “Καλύτερα να μην κρίνει κανείς απ’ την εμφάνιση, καλό τσανάκι θα είναι του λόγου της.” Τα αναφέρω κατά γράμμα. Θυμάμαι κάποτε έναν επιστάτη του εργοστασίου που στεκόταν δίπλα ακούγοντας μια συντροφιά να μιλά μ’ αυτό τον τρόπο για μένα και που με παρακολουθούσε καθώς αγωνιούσα. Τα σχόλια ήταν ιδιαίτερα πρόστυχα και τα χέρια μου έτρεμαν από θυμό. Όταν έφυγαν ήρθε κοντά μου και μου είπε με την πιο μεγάλη καλοσύνη στο πρόσωπό του. “Μη σας νοιάζει κυρία Έβανς, όλοι εδώ σας λέμε ‘το διαμάντι που χάθηκε στο βούρκο’.” Αυτό μου φάνηκε τέλεια ανταμοιβή για όλα όσα είχα ακούσει. Είναι λοιπόν ν’ απορεί κανείς, που τρέφω μια αναλλοίωτη κι ακλόνητη πίστη στην ομορφιά και τη θειότητα της ανθρωπότητας; Αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μου είχαν κάποια υποχρέωση το πράγμα θ’ άλλαζε, αλλά όλα αυτά εξέφραζαν την αυθόρμητη καλοσύνη της ανθρώπινης ψυχής για όσους είχαν παρόμοιες δυσκολίες. Οι φτωχοί είναι συνήθως καλοί με τους φτωχούς. Ας σας πω ακόμη μια ιστορία που εκφράζει πιο τέλεια την ανθρώπινη αυτή καλοσύνη. Μια μέρα όταν χτύπησε το κουδούνι για το γεύμα, ήρθε ένας πελώριος, βρώμικος γέρος – που η εμφάνισή του ήταν τρομερή και βρωμούσε ως τον ουρανό – και μου είπε: “Έλα ως τη γωνιά μαζί μου. Έχω να σου πω”. Ποτέ δεν είχα φοβηθεί τους άνδρες και πήγα ως τη γωνία μαζί του. Έχωσε το χέρι του στο τζην και τράβηξε έξω ένα μισολερωμένο άσπρο πανί. Είπε: “Κοίτα δω μις, το έκλεψα αυτό απ’ τη γυναίκα μου σήμερα το πρωί και θα το κρεμάσω σ’ ένα καρφί εδώ πέρα. Δε μ’ αρέσει να σε βλέπω να σκουπίζεις τα χέρια σου στο βρωμοκούρελο που είναι στην αίθουσα των γυναικών. Πήρα και το άλλο μισό και θα το βάλω στη θέση του όταν αυτό λερωθεί”. Έκανε μεταβολή πριν προλάβω να τον ευχαριστήσω και δε μου ξαναμίλησε ποτέ, αλλά


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

95

πάντα υπήρχε ένα καθαρό κουρέλι για να σκουπίζω τα χέρια μου. Είμαι απόλυτα βέβαιη ότι παίρνουμε στη ζωή αυτό που δίνουμε. Είχα μάθει να μην είμαι υπεροπτική· να μην κάνω κήρυγμα· προσπαθούσα να είμαι ευγενική και καλή και φυσικά έβρισκα ευγένεια και καλοσύνη απ’ τους άλλους κι ο καθένας μπορεί να κάνει το ίδιο – αυτό είναι το συμπέρασμα της ιστορίας μου. Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια μια γυναίκα που ήρθε να με συμβουλευθεί στο γραφείο μου στη Νέα Υόρκη. Το βάρος της ιστορίας της ήταν πως ήταν πολύ δυστυχισμένη· όλοι την κακολογούσαν· δεν ήξερε πώς να το σταματήσει. Έκλαιγε και οδυρόταν· ο κόσμος ήταν σκληρός με τα λόγια του και παρακαλούσε να τη βοηθήσω. Δίχως να την έχω ξαναδεί και μην ξέροντας τα γεγονότα, έκανα ό,τι μπόρεσα. Αρκετά περίεργα, λίγες μέρες αργότερα, πήγα με τον άνδρα μου, τον Φόστερ Μπέϊλη, σ’ ένα ρεστωράν. Στο διπλανό χώρισμα είδα αυτή τη γυναίκα, χωρίς να μ’ έχει δει. Ήταν με μια φίλη της και μιλούσε με μια δυνατή, καθαρή φωνή, ώστε μπορούσα ν’ ακούω κάθε λέξη που έλεγε. Ήταν απίστευτο ό,τι είπε για τους φίλους της. Ούτε ένας καλός λόγος δεν ακούσθηκε απ’ το στόμα της. Έδινε στη φίλη της ό,τι κοινώς λέμε “λάσπη” για όλες τις γνωριμίες της. Ακούγοντάς την έλυσα το πρόβλημά της κι όταν ήρθε να με δει της το είπα, ίσως απερίσκεπτα γιατί δεν την ξαναείδα από τότε. Προφανώς δεν της άρεσα κι ασφαλώς δεν της άρεσε και η αλήθεια. Αυτή η εργασία στο εργοστάσιο κράτησε αρκετούς μήνες. Ο Ουώλτερ Έβανς είχε φύγει στο μεταξύ απ’ τη Μοντάνα κι είχε πάει για μεταπτυχιακές σπουδές σ’ ένα πανεπιστήμιο ανατολικά. Σπάνια έπαιρνα ειδήσεις του. Δε μου έστελνε χρήματα και το 1916 συμβουλεύθηκα ένα δικηγόρο για να πάρω διαζύγιο. Δεν μπορούσα ν’ αντιμετωπίσω την προοπτική να ξαναγυρίσω κοντά του ή να εκθέσω τα παιδιά στους θυμούς και τις παραφορές του. Δεν είχε δώσει σημεία ότι είχε μάθει κάτι ούτε έδειξε αίσθηση ευθύνης σ’ ό,τι αφορούσε εμένα και τα παιδιά. Το 1917, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν στον πόλεμο, πήγε στη Γαλλία με τη Χ.Α.Ν. κι έμεινε εκεί σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Διακρίθηκε πολύ και πήρε τον πολεμικό σταυρό. Έτσι ακύρωσα τις διαδικασίες για το διαζύγιο, γιατί υπήρχε ισχυρή προκατάληψη εναντίον των γυναικών που έπαιρναν διαζύγιο όταν οι άνδρες τους ήταν στο μέτωπο. Δεν το θεώρησα ποτέ λογικό, γιατί ο άνδρας στο μέτωπο κι ο άνδρας στο σπίτι είναι ακριβώς ο ίδιος άνθρωπος. Ποτέ δεν κατάλαβα επίσης γιατί κάθε στρατιώτης στο μέτωπο θεωρείται ήρωας. Μάλλον τον είχαν στείλει και δεν είχε καμιά επιλογή. Γνωρίζω τους στρατιώτες πολύ καλά και ξέρω πόσο σιχαίνονται τις κουβέντες των εφημερίδων και του κοινού για τους “ήρωες”. Είχα σταματήσει να του γράφω κι είχα αρχίσει να νιώθω μεγάλη ανακούφιση που ήταν τόσο μακριά. Τα παιδιά ήταν καλά και χαρούμενα κι εγώ ήμουν πολύ καλά, παρότι ζύγιζα μόνο 99 λίμπρες. Είχα καταφέρει να τα συντηρήσω και φαινόταν ότι σιγά-σιγά κυβερνούσα τη θύελλα. Πνευματικά ήμουν ακόμη στο σκοτάδι, αλλά ήμουν τόσο απασχολημένη να κερδίζω χρήματα και να φροντίζω τα τρία κορίτσια μου, ώστε δεν είχα καιρό να σκεφθώ την ψυχή μου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Ο

Ουώλτερ Έβανς μ’ άφησε όταν έγινα τριανταπέντε ετών. Πολλές παρατηρήσεις μου έδειξαν ότι τα τριανταπέντε είναι συχνά ένα σημείο καμπής σε πολλές ζωές. Αν πρόκειται κανείς να βρει το έργο της ζωής του, αν πρόκειται ν’ αποκτήσει στη ζωή κάποιο βαθμό σιγουριάς και χρησιμότητας, θα συμβεί σ’ αυτή την ηλικία. Οι αριθμολόγοι βεβαιώνουν ότι ο λόγος είναι το 7×5=35· όπου το 7 σημαίνει έναν τελειωμένο κύκλο, μια πληρότητα και το άνοιγμα μιας θύρας σε νέες εμπειρίες, ενώ το 5 είναι ο αριθμός του νου και του νοήμονος πλάσματος που αποκαλούμε άνθρωπο. Δεν ξέρω. Είμαι βέβαιη πως υπάρχει κάτι στην αριθμολογία, γιατί ο Θεός, μας λένε, εργάζεται με αριθμούς και σχήματα αλλά ποτέ δεν εντυπωσιάσθηκα από αριθμολογικά συμπεράσματα. Ωστόσο παραμένει γεγονός ότι το 1915 με είδε να μπαίνω σ’ έναν εντελώς νέο κύκλο και ν’ ανακαλύπτω για πρώτη φορά ότι είχα ένα νου που άρχισα να χρησιμοποιώ, ν’ ανακαλύπτω την ελαστικότητα και τη δυνατότητά του, να τον χρησιμοποιώ σαν “προβολέα” στις υποθέσεις και τις ιδέες μου, στον κόσμο των υποθέσεων που με περιστοίχιζαν και στο βασίλειο των ανακαλύψεων το οποίο αποκαλούμε πνευματικό – τον κόσμο που ο αρχαίος Ινδός δάσκαλος Πατάντζαλι ονομάζει “το νέφος των επιστητών πραγμάτων”. Ήταν τότε που περνούσα τις δύσκολες μέρες σαν εργάτρια, όταν ήρθα σ’ επαφή με τη Θεοσοφία. Δε μ’ αρέσει η λέξη παρά την ωραία της σημασία και νόημα. Στέκεται στην κοινή αντίληψη σαν κάτι πολύ μεγάλο, που ουσιαστικά δεν είναι. Ελπίζω να δείξω, αν μπορέσω, τι πραγματικά είναι. Αυτό σημάδεψε την αρχή μιας νέας πνευματικής εποχής στη ζωή μου. Ζούσαν τότε στο Πασίφικ Γκρόουβ δύο Αγγλίδες, που στη Μεγάλη Βρετανία ανήκαν στην ίδια κοινωνική τάξη με μένα. Ποτέ δεν τις είχα συναντήσει, αν και το ήθελα κυρίως λόγω της μοναξιάς μου. Θα χαιρόμουν να συναντούσα κάποιον απ’ την πατρίδα και τις είχα δει που πηγαινοέρχονταν στους δρόμους της μικρής πόλης. Είχα ακούσει ότι είχαν μια αίθουσα συγκεντρώσεων για κάποιο περίεργο θέμα κι ένας κοινός φίλος κατάφερε να μου βρει μια πρόσκληση. Τα κίνητρά μου λοιπόν να πάω δεν ήταν και τόσο υψηλά. Δεν πήγα για ν’ ακούσω κάτι νέο ή ενδιαφέρον ή να βοηθηθώ. Πήγα γιατί ήθελα να συναντήσω τις δύο αυτές γυναίκες. Βρήκα τη διάλεξη πολύ ανιαρή και τον ομιλητή πολύ φτωχό. Δεν μπορώ να φαντασθώ χειρότερο ομιλητή. Άρχισε την ομιλία του με την ανούσια φράση “Εδώ και δέκα εννέα εκατομμύρια χρόνια οι Κύριοι της Φλόγας ήρθαν απ’ την Αφροδίτη και φύτεψαν το σπόρο του νου στον άνθρωπο”. Εκτός απ’ τους παρευρισκόμενους Θεοσοφιστές, δε νομίζω ότι κανένας άλλος στην αίθουσα ήξερε για τι πράγμα μιλούσε.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

97

Τίποτε απ’ όσα έλεγε δεν είχε νόημα για μένα. Ένας λόγος ήταν γιατί εκείνο τον καιρό αντλούσα τη χρονολογία του εξελικτικού κύκλου απ’ τη Βίβλο και η Βίβλος τοποθετεί τη χρονολογία της δημιουργίας στο 4004 π.Χ. Ήμουν πολύ απασχολημένη με τις βιοτικές και μητρικές φροντίδες και δεν είχα καιρό να διαβάσω τα καινούργια βιβλία για την εξέλιξη. Δεν είμαι βέβαιη πως πίστευα στην εξέλιξη και θυμάμαι ότι διάβαζα τον Δαρβίνο και τον Χέρμπερτ Σπένσερ μ’ ένα αίσθημα ενοχής κι ανυπακοής στο Θεό. Η ιδέα ότι ο κόσμος είχε ηλικία δέκα εννέα εκατομμυρίων χρόνων ήταν ανήκουστη βλασφημία. Ο ομιλητής περιπλανιόταν στον κόσμο της σκέψης. Είπε στο ακροατήριο ότι ο καθένας έχει ένα αιτιώδες σώμα και ότι φυσικά το αιτιώδες αυτό σώμα κατοικείται από έναν Αγκνισβάττα. Μου φάνηκε τέλεια ανοησία κι αμφιβάλλω αν ένα τέτοιο είδος διάλεξης μπορεί να βοηθήσει ποτέ κανένα. Αποφάσισα τότε πως αν ποτέ έδινα διάλεξη, θα προσπαθούσα να είμαι ό,τι δεν ήταν αυτός ο Θεοσοφιστής ομιλητής. Αλλά είχα κερδίσει κάτι – τη φιλία των δύο εκείνων γυναικών. Με πήραν αμέσως κοντά τους, μου έδωσαν να διαβάσω βιβλία και μπαινόβγαινα στο σπίτι τους συζητώντας και ρωτώντας όλη την ώρα. Οι μέρες μου τότε έγιναν πολύ μακριές. Ξυπνούσα το πρωί στις 4. Καθάριζα το σπίτι, ετοίμαζα το φαγητό για τα τρία παιδιά και στις 6 τους έδινα το πρωινό, αφού τα έπλενα και τα έντυνα. Ύστερα στις 6:30 τα πήγαινα στη γυναίκα δίπλα και μετά πήγαινα στο εργοστάσιο όπου συσκεύαζα τις καταραμένες σαρδέλες. Το μεσημέρι, όταν η μέρα ήταν ωραία, γευμάτιζα στην ακρογιαλιά. Συνήθως στις 4 ή 4:30 το απόγευμα ήμουν πίσω. Αν ήταν χειμώνας έπαιζα με τα παιδιά μέσα στο σπίτι ή τους διάβαζα. Αν ήταν καλοκαίρι τα πήγαινα στην ακρογιαλιά. Στις 7 είμασταν σπίτι για το δείπνο κι έπειτα και τα τρία αγκαλιάζονταν στο κρεβάτι. Αφού έβαζα τα ρούχα να μουσκέψουν ή το ψωμί να φουσκώσει, γλιστρούσα στο κρεβάτι και διάβαζα συνέχεια ως τα μεσάνυχτα. Ήμουν πάντα απ’ αυτούς που από ιδιοσυγκρασία χρειάζονται πολύ λίγο ύπνο. Όταν ήμουν πολύ νέα ένας γιατρός μου είχε πει (και με ήξερε πολύ καλά) ότι δεν χρειαζόμουν περισσότερο από τέσσερις ώρες ύπνο τη νύχτα κι είχε απόλυτο δίκιο. Μέχρι σήμερα σηκώνομαι συνήθως στις 4:30 π.μ. και (αφού πάρω το πρωινό μου) γράφω κι εργάζομαι ως τις 7. Αυτός ήταν πάντα ο ρυθμός της ζωής μου κι ίσως αυτός να είναι ένας απ’ τους λόγους που μπόρεσα να κατορθώσω τόσα πολλά. Ένας άλλος λόγος που με βοήθησε να εργάζομαι σκληρά ήταν η εξαιρετικά τυπική πειθαρχία της κοριτσίστικης ζωής μου. Είχε αναπτύξει μέσα μου την αδυναμία να μένω αργόσχολη. Ποτέ δε μου επέτρεψαν να τεμπελιάζω κι έτσι ποτέ δεν τεμπελιάζω. Ο τρίτος λόγος νομίζω ότι θα είναι χρήσιμος σε πολύ κόσμο. Ήταν τόσο πολλά αυτά που ήθελα να μάθω, ώστε έπρεπε να εξοικονομήσω χρόνο γι’ αυτά και συγχρόνως να μην παραμελώ τα παιδιά μου. Ποτέ δεν παραμέλησα τα παιδιά, αλλά αυτό χρειάσθηκε σχεδιασμό, προγραμματισμό και πειθαρχία. Έμαθα να σιδερώνω μ’ ένα βιβλίο μπροστά μου και μέχρι σήμερα μπορώ να διαβάζω και να σιδερώνω συγχρόνως χωρίς να καίω τα ρούχα. Έμαθα να καθαρίζω πατάτες διαβάζοντας, χωρίς να κόβω τα δάχτυλά μου και


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

98

μπορώ να ξεφλουδίζω μπιζέλια και να καθαρίζω φασόλια μ’ ένα βιβλίο μπροστά μου. Πάντα διαβάζω την ώρα που ράβω ή μπαλώνω. Αυτό έγινε γιατί το ήθελα και πολλές γυναίκες μπορούν να κάνουν το ίδιο, αν πραγματικά ενδιαφέρονται για γνώση. Το κακό είναι ότι πολλές δεν ενδιαφέρονται αρκετά. Επίσης διαβάζω πολύ γρήγορα, αρπάζοντας ολόκληρες παραγράφους και σελίδες τόσο γρήγορα όσο άλλοι διαβάζουν μια φράση. Ξεχνώ ποιο είναι το τεχνικό όνομα αυτής της οπτικής ικανότητας. Πολύς κόσμος το κάνει και θα το έκαναν περισσότεροι αν προσπαθούσαν. Ήρθα σε συνεννόηση με την ίδια μου τη συνείδηση σχετικά με το καθήκον μου σαν μητέρας και νοικοκυράς. Είχα παρακολουθήσει μια γνωστή μου που είχε πέντε παιδιά. Φαίνεται πως είχε κλήση απ’ το Θεό να πάει και να διδάξει και πήγαινε και δίδασκε – σε βάρος των παιδιών που τα άφηνε στις φροντίδες της μεγαλύτερης κόρης, ηλικίας δεκαπέντε ετών. Το παιδί έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά η φροντίδα τεσσάρων παιδιών δεν είναι αστείο. Όλοι μας έπρεπε να βοηθήσουμε να φάνε και να πλυθούν και στην ανάγκη να πειθαρχήσουν. Ήταν ένα μάθημα κι ένα φριχτό παράδειγμα για το τι δεν έπρεπε να κάνω. Έτσι αποφάσισα ότι ώσπου να φτάσουν τα κορίτσια στα δεκατρία, θα έδινα σ’ αυτά και στο σπίτι όλο μου το χρόνο. Όταν έφτασαν τα δεκατρία και μπορούσαν να είναι χρήσιμες, αποφάσισα να μοιράζω το χρόνο μου. Γύρω στα 1930, όταν όλες είχαν πρακτικά μεγαλώσει, τους είπα ότι είμαι εδώ σαν σύμβουλος και σαν μητέρα, αλλά αφού τους πρόσφερα πρακτικά είκοσι χρόνια, από τώρα και μπρος θα έβαζα πρώτα το δημόσιο έργο μου κι ύστερα αυτές. Τους ζήτησα να θυμούνται ότι ήμουν πάντα κοντά τους και νομίζω ότι το θυμούνται ή θα το θυμηθούν όταν φύγω. Διάβαζα λοιπόν και μελετούσα και σκεπτόμουν. Ο νους μου ξύπνησε καθώς αγωνιζόμουν με τις παρουσιαζόμενες ιδέες και προσπαθούσα να ταιριάξω τις πεποιθήσεις μου με τις νέες αντιλήψεις. Τότε γνώρισα δύο ηλικιωμένες κυρίες που ζούσαν σε δύο γειτονικά σπίτια – απαραίτητες η μια στην άλλη και σε συνεχή καυγά μεταξύ τους. Ήταν και οι δύο τους προσωπικές μαθήτριες της Ε.Π. Μπλαβάτσκυ. Είχαν εκπαιδευθεί και σπουδάσει μαζί της. Είχα μόλις διαβάσει το μεγάλο έργο της Μυστική Δοξασία. Ήμουν σκανδαλισμένη και τελείως σαστισμένη. Δεν μπορούσα να βρω ούτε αρχή ούτε τέλος. Είναι ένα δύσκολο βιβλίο για αρχάριους, γιατί είναι άσχημα διευθετημένο και του λείπει η συνοχή. Η Ε.Π.Μπ. αρχίζει με ένα θέμα, περνά σ’ ένα άλλο, ασχολείται μ’ ένα τρίτο και – αν ψάξετε – θα δείτε ότι επανέρχεται στο αρχικό θέμα εξήντα ή εβδομήντα σελίδες πιο κάτω. Ο Κλωντ Φωλ Ράιτ που ήταν ο γραμματέας της Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, μου είπε πως όταν έγραφε το μνημειώδες αυτό έργο (γιατί τέτοιο είναι), η Ε.Π.Μπ. έγραφε τη μια σελίδα μετά την άλλη χωρίς να τις αριθμεί ποτέ και όταν τέλειωνε, τις έριχνε δίπλα της στο πάτωμα. Όταν τελείωνε το γράψιμο της μέρας, ο κ. Ράιτ κι οι άλλοι βοηθοί της μάζευαν τα φύλλα και προσπαθούσαν να τα βάλουν σ’ ένα είδος τάξης και όπως έλεγε ο κ. Ράιτ, είναι ν’ απορεί κανείς πώς το βιβλίο είναι τόσο σαφές όσο είναι. Ωστόσο η έκδοσή του ήταν ένα μεγάλο παγκόσμιο γεγονός και η διδασκαλία που περιέχει έφερε


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

99

επανάσταση στην ανθρώπινη σκέψη, όσο λίγο κι αν το αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι. Θεωρώ τις ώρες της μελέτης που πέρασα σ’ αυτό σαν μερικές απ’ τις πιο αξιόλογες της ζωής μου και το υπόβαθρο και η γνώση που μου πρόσφερε, διευκόλυναν το καλύτερο μέρος της εργασίας μου σχετικά με τον αποκρυφισμό. Καθόμουν τη νύχτα στο κρεβάτι διαβάζοντας τη Μυστική Δοξασία κι άρχισα να παραμελώ τη Βίβλο μου που πάντα συνήθιζα να διαβάζω. Μου άρεσε το βιβλίο και συγχρόνως το αντιπαθούσα μ’ όλη μου την καρδιά. Το έβρισκα πολύ κακογραμμένο, ανακριβές κι ασυνάρτητο αλλά δεν μπορούσα να το αποχωριστώ. Τότε με παρέλαβαν οι δύο αυτές γριές κυρίες. Μέρα με τη μέρα και για βδομάδες μου έκαναν διδασκαλία. Μετακόμισα σ’ ένα μικρό σπίτι για να είμαι κοντά τους. Το μέρος ήταν ασφαλές για τα παιδιά, δέντρα για να σκαρφαλώνουν, κήπος για να καλλιεργούμε και κανένας λόγος για ν’ ανησυχώ. Έτσι ενώ έπαιζαν, καθόμουν στη βεράντα του ενός ή του άλλου σπιτιού και συζητούσα κι άκουγα. Πολλές απ’ τις προσωπικές μαθήτριες της Ε.Π.Μπ. με είχαν βοηθήσει κι είχαν προσωπικά ενδιαφερθεί να διαπιστώσουν αν καταλάβαινα τι συνέβαινε στην ανθρώπινη σκέψη με την έκδοση της Μυστικής Δοξασίας. Έχω γελάσει συχνά με τους ορθόδοξους Θεοσοφιστές που αποδοκίμασαν την από μέρους μου παρουσίαση των θεοσοφικών αληθειών. Πολύ λίγοι, αν όχι κανένας, είχαν το προνόμιο να διδαχθούν από προσωπικές μαθήτριες της Ε.Π.Μπ. για εβδομάδες και μήνες κι είμαι απόλυτα βέβαιη ότι χάρη στις δύο αυτές ηλικιωμένες σπουδάστριες έχω μια σαφέστερη αντίληψη από πολλούς γι’ αυτό που η Μυστική Δοξασία είχε την πρόθεση να μεταδώσει. Γιατί δε θα είχα; Διδάχθηκα καλά κι είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Πήγα στη Θεοσοφική Στοά του Πασίφικ Γκρόουβ κι άρχισα να διδάσκω και ν’ αναλαμβάνω τάξεις. Θυμάμαι το πρώτο βιβλίο που ερμήνευσα. Ήταν το μεγάλο εκείνο έργο της κυρίας Μπέζαντ Μελέτη της Συνείδησης. Δεν ήξερα τίποτε για τη συνείδηση κι ήταν αδύνατο να την ορίσω, αλλά διάβαζα πάντα έξι σελίδες παραπάνω από κάθε μάθημα κι έτσι κατάφερα να τα βγάλω πέρα. Ποτέ δεν ανακάλυψαν πόσο λίγα ήξερα. Ξέρω ότι ανεξάρτητα με τι έμαθε η τάξη, εγώ έμαθα πολλά. Τι ήταν αυτό που έμαθα το οποίο είχε αρχίσει να ικανοποιεί τον απορημένο νου μου και την ταραγμένη καρδιά μου; Είχα αφεθεί να παρασυρθώ σε απροσμέτρητη δυσαρέσκεια. Μόνο για δύο πράγματα ήμουν βέβαιη εκείνο τον καιρό· για το γεγονός του Χριστού και για κάποιες εσώτερες επαφές που μου ήταν αδύνατο ν’ αρνηθώ και να ξεγελάσω τον εαυτό μου, παρότι δεν μπορούσα να τις εξηγήσω. Τώρα, προς μεγάλη μου έκπληξη, έβλεπα πως άρχιζε ν’ ανατέλλει κάποιο φως. Ανακάλυψα τρεις νέες (για μένα) βασικές ιδέες που τελικά προσαρμόσθηκαν στο γενικό πρόγραμμα της πνευματικής μου ζωής και μου έδωσαν κάποια νύξη για τα παγκόσμια ζητήματα. Μην ξεχνάτε ότι η πρώτη φάση του παγκόσμιου πολέμου (1914-1918) είχε αρχίσει· γράφω τις γραμμές αυτές μετά τη λήξη της δεύτερης φάσης (1939-1945). Ανακάλυψα πρώτα απ’ όλα πως υπάρχει ένα μεγάλο και θείο Σχέδιο. Ανακάλυψα ότι το σύμπαν μας δεν είναι μια “τυχαία σύμπτωση ατόμων” αλλά η πραγμάτωση ενός μεγάλου σχεδίου ή προτύπου για τη δόξα του Θεού. Ανακάλυψα ότι πλήθος φυλές


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

100

ανθρώπινων όντων εμφανίσθηκαν κι εξαφανίσθηκαν απ’ τον πλανήτη μας κι ότι κάθε πολιτισμός και κουλτούρα είδε την ανθρωπότητα να προχωρεί λίγο μακρύτερα στην ατραπό της επιστροφής στο Θεό. Ανακάλυψα κατόπιν την ύπαρξη Εκείνων που ευθύνονται για την πραγμάτωση αυτού του Σχεδίου και οι Οποίοι βήμα με βήμα και στάδιο με στάδιο οδήγησαν το ανθρώπινο γένος ανά τους αιώνες. Έκανα την εκπληκτική ανακάλυψη, εκπληκτική για μένα που ήξερα τόσο λίγα, ότι η διδασκαλία γι’ αυτή την Ατραπό ή αυτό το Σχέδιο ήταν ενιαία, αδιάφορο αν παρουσιάσθηκε στη Δύση ή την Ανατολή, ή αν προηγήθηκε ή ακολούθησε την έλευση του Χριστού. Ανακάλυψα ότι ο Αρχηγός αυτής της Ιεραρχίας των πνευματικών Οδηγών ήταν ο Χριστός κι όταν φωτίσθηκα απ’ αυτή την ανακάλυψη, ένιωσα ότι Τον ξαναβρήκα πιο κοντά και πιο στενά. Ανακάλυψα πως ήταν “ο Διδάσκαλος των Διδασκάλων και ο Δάσκαλος αγγέλων και ανθρώπων”. Ανακάλυψα ότι οι Διδάσκαλοι της Σοφίας ήταν μαθητές Του, όπως ακριβώς άνθρωποι σαν εμένα ήταν μαθητές κάποιου Διδασκάλου. Έμαθα ότι όταν στις μέρες της ορθοδοξίας μου μιλούσα για τον Χριστό και την Εκκλησία Του, μιλούσα στην πραγματικότητα για τον Χριστό και την πλανητική Ιεραρχία. Ανακάλυψα ότι η εσωτερική παρουσίαση της αλήθειας δε μείωνε καθόλου τον Χριστό. Ήταν πράγματι ο Υιός του Θεού, ο Πρωτογενής μέσα σε μια μεγάλη οικογένεια αδελφών, όπως είπε ο Απ. Παύλος και μια εγγύηση της δικής μας θειότητας. Το τρίτο δίδαγμα που πήρα και στο οποίο παρουσίαζα ελλείψεις για πολύ καιρό, ήταν η διπλή πίστη στο νόμο της επαναγέννησης και στο νόμο του αιτίου και αποτελέσματος, οι οποίοι ονομάζονται Κάρμα και Μετενσάρκωση απ’ τους Θεοσοφιστές που τόσο συχνά αρέσκονται να δείχνουν πολυμαθείς. Προσωπικά πιστεύω ότι όλη αυτή η αναγκαιότατη διδασκαλία θα είχε κάνει πολύ ταχύτερη πρόοδο αν οι Θεοσοφιστές δεν είχαν υποβληθεί και γοητευθεί τόσο πολύ από τους Σανσκριτικούς όρους. Αν είχαν διδάξει το νόμο της επαναγέννησης αντί για τη δοξασία της μετενσάρκωσης κι αν είχαν παρουσιάσει το Νόμο του Αιτίου και Αποτελέσματος αντί για το Νόμο του Κάρμα, θα είχαμε μια γενικότερη αναγνώριση της αλήθειας. Δεν το λέω με πνεύμα κριτικής, γιατί κι εγώ υπέκυψα στην ίδια γοητεία. Αναπολώντας τώρα τις πρώτες μου τάξεις και διαλέξεις, γελάω και διασκεδάζω με τη βαθυστόχαστη χρήση μου των τεχνικών Σανσκριτικών φράσεων και των λεπτομερών εννοιών της Προαιώνιας Σοφίας. Βρίσκω ότι γίνομαι απλούστερη καθώς γερνάω και ίσως λιγάκι πιο σοφή. Με την ανακάλυψη της ύπαρξης του νόμου της επαναγέννησης βρήκα ότι πολλά απ’ τα προσωπικά και ατομικά μου προβλήματα μπορούσαν να λυθούν. Πολλοί απ’ όσους μελετούν την Προαιώνια Σοφία δυσκολεύονται στην αρχή ν’ αποδεχθούν το γεγονός του Νόμου της Επαναγέννησης. Φαίνεται τόσο επαναστατικός· τείνει στη δημιουργία ενός πνεύματος ανίας και πνευματικής κόπωσης. Μία ζωή φαίνεται αρκετά σκληρή δίχως να λογαριάσουμε πολλές ζωές μπροστά και πίσω μας. Όμως αν μελετήσει κανείς τις εναλλακτικές θεωρίες, φαίνεται μάλλον η καλύτερη και η πιο βάσιμη. Υπάρχουν μόνο δύο άλλες θεωρίες που πραγματικά δικαιολογούν την προσοχή μας. Η μια είναι η “μηχανική” θέση που θεωρεί ότι ο άνθρωπος είναι καθαρά υλικός, άψυχος κι εφήμερος,


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

101

έτσι ώστε (όταν πεθάνει) διαλύεται ξανά στο χώμα απ’ το οποίο προήλθε· η σκέψη, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, είναι απλά μια έκκριση του εγκεφάλου και της δραστηριότητάς του, όπως ακριβώς άλλα όργανα παράγουν τη δική τους έκκριση και συνεπώς δεν υπάρχει σκοπός ούτε αίτιο για την ύπαρξη του ανθρώπου. Αυτό δε θα μπορούσα να το δεχθώ, ούτε είναι πλατιά αποδεκτό πουθενά. Έπειτα είναι η θεωρία της “μίας δημιουργίας” των ορθόδοξων Χριστιανών, την οποία πίστευα χωρίς να εξετάσω την αλήθεια της. Προϋποθέτει έναν ανεξιχνίαστο Θεό που στέλνει ανθρώπινες ψυχές να ενσαρκωθούν για μία μόνο ζωή και ανάλογα με τις πράξεις και τις σκέψεις τους σ’ αυτή τη ζωή θα κριθεί το αιώνιο μέλλον τους. Δεν προικίζει τον άνθρωπο με παρελθόν, αλλά μόνο με ένα σημαντικό παρόν κι ένα ατέλειωτο μέλλον – ένα μέλλον εξαρτημένο απ’ τις αποφάσεις μιας ζωής. Τι κυβερνά τις αποφάσεις του Θεού σχετικά με τη θέση, το υπόβαθρο και τον εξοπλισμό ενός ανθρώπου παραμένει άγνωστο. Δε φαίνεται να υπάρχει εξήγηση για ό,τι κάνει ο Θεός υπό το σχέδιο της “μίας δημιουργίας”. Είχα βασανισθεί πολύ μ’ αυτή τη φανερή αδικία του Θεού. Γιατί να έχω γεννηθεί σε τόσο καλές περιστάσεις, με χρήματα, ομορφιά, ευκαιρίες και τις τόσο ενδιαφέρουσες εμπειρίες που μου έφερε η ζωή; Γιατί να υπάρχουν άνθρωποι σαν εκείνο τον ελεεινό στρατιωτάκο απ’ τον οποίο μ’ έσωσε η μις Σάντις, που είχε γεννηθεί χωρίς προσόντα, χωρίς υπόβαθρο, χωρίς χρήματα και χωρίς ικανότητες σ’ αυτή τη ζωή για κάποιου είδους επιτυχία; Ήξερα τώρα γιατί έπρεπε να τον αφήσω στο Θεό· γιατί και οι δύο, αυτός κι εγώ, στις χωριστές μας θέσεις θα συνεχίζαμε να σκαρφαλώνουμε στην κλίμακα της εξέλιξης από ζωή σε ζωή, ώσπου μια μέρα θα επαληθευόταν και για τους δύο μας “ότι καθώς εκείνος εστί και ημείς εσμέν εν τω κόσμω τούτω”. Μου φαινόταν λογικό ότι “ό γαρ εάν σπείρη άνθρωπος, τούτο και θερίσει” κι ήταν χαρά για μένα η ανακάλυψη ότι θα μπορούσα να αναφέρομαι στον Απ. Παύλο και στον ίδιο τον Χριστό για την υποστήριξη αυτών των διδασκαλιών. Ένα διαυγές φως άρχισε να πέφτει στην παλιά θεολογία. Ανακάλυπτα ότι το μόνο σφάλμα ήταν οι ανθρώπινες ερμηνείες της αλήθειας και για πρώτη φορά κατάλαβα πόσο ανόητο ήταν να δεχόμαστε κάτι, επειδή κάποιος μορφωμένος ιεροκήρυκας ή ακαδημαϊκός υποστήριξε ότι ο Θεός εννοούσε εκείνο ή το άλλο. Μπορεί να είχε δίκιο κι αν είχε θα το ξέραμε ενορατικά· αλλά η ενόραση δε λειτουργεί όταν ο νους δεν είναι αναπτυγμένος κι αυτό είναι ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος. Η μάζα των ανθρώπων δε σκέφτεται κι ο ορθόδοξος θεολόγος πάντα έχει οπαδούς, ανεξάρτητα τι λέει. Με τις καλύτερες προθέσεις του κόσμου εκμεταλλεύεται το μη σκεπτόμενο. Κατάλαβα επίσης ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος, επειδή κάποιος παπάς ή δάσκαλος ερμήνευσε τη Βίβλο πριν εξακόσια χρόνια με κάποιο τρόπο (πιθανόν κατάλληλο για την εποχή και τον καιρό του), να γίνει αποδεκτός τώρα σε μια διαφορετική εποχή, σ’ ένα διαφορετικό πολιτισμό και με εντελώς διαφορετικά προβλήματα. Αν η αλήθεια του Θεού είναι αλήθεια, τότε θα είναι πλατιά και περιεκτική κι όχι αντιδραστική κι αποκλειστική. Αν ο Θεός είναι Θεός, τότε η θειότητά του θα προσαρμόζεται στην αναδυόμενη θειότητα των υιών του Θεού κι ένας υιός του Θεού μπορεί σήμερα να είναι μια πολύ διαφορετική έκφραση της θειότητας


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

102

από έναν υιό του Θεού πριν πέντε χιλιάδες χρόνια. Βλέπετε λοιπόν πώς ολόκληρος ο πνευματικός μου ορίζοντας άρχισε ν’ ανοίγει. Είδα φως στον ουρανό και δεν ήμουν πια μια απομονωμένη, έρημη, αγωνιζόμενη μαθήτρια χωρίς καμιά βεβαιότητα και δραστηριότητα. Άρχισα ν’ αντιλαμβάνομαι ότι ήμουν μέρος μιας μεγάλης συντροφιάς αδελφών. Άρχισε να γίνεται σαφές ότι θα μπορούσα να συνεργασθώ με το Σχέδιο, αν το ήθελα, να βρω εκείνους που είχαν εργασθεί μαζί μου σ’ άλλες ζωές, να φροντίσω ώστε ό,τι θα έσπερνα να ήταν καλό και να βρω τη θέση μου στο έργο του Χριστού. Μπορούσα να δοκιμάσω να προσεγγίσω περισσότερο αυτή την πνευματική Ιεραρχία, που υποσυνείδητα ήξερα πάντα ότι υπήρχε και φαινόταν να χρειάζεται εργάτες. Αυτά ήταν τα πράγματα που βαθμιαία ξετυλίγονταν στη συνείδησή μου το 1916 και το 1917. Δεν πρόβαλαν σαν σαφείς, διατυπωμένες ιδέες, αλλά σαν αλήθειες που τις αναγνώριζα βραδέως, στις οποίες προσαρμοζόμουν βαθμιαία και τις οποίες έπρεπε να εφαρμόσω. Παρακολουθούσα την ίδια τη ζωή μου. Μελετούσα τα τρία κορίτσια και το έβρισκα πολύ διαφωτιστικό. Ανακάλυψα ότι το κάρμα μου με τη μικρότερη κόρη μου Έλισον είναι κυρίως φυσικό. Είχα σώσει τη ζωή της με την πιο επίμονη φροντίδα χρόνο με το χρόνο. Επί οκτώ χρόνια κοιμόταν μαζί μου κατ’ εντολή των γιατρών για να μπορέσει ν’ απορροφήσει τη ζωτικότητά μου. Μέρα με τη μέρα με την προσεκτική παρακολούθηση, με το να μην την αφήνω να κάνει βίαιες ασκήσεις ή να σκαρφαλώνει λόφους ή ν’ ανεβαίνει σκάλες, κατανίκησα την καρδιακή της ανωμαλία, έτσι ώστε σήμερα είναι το υγιέστερο μέλος της οικογένειας. Η Έλισον δε φαίνεται να με χρειάζεται σήμερα. Είναι ευτυχισμένη στο γάμο της, ζει στην Ινδία κι έχει δύο παιδιά. Είμαι βέβαιη ότι είναι περήφανη για μένα, αλλά η σχέση μας ανάγεται στο παρελθόν. Ο δεσμός με τη μεγαλύτερη κόρη μου είναι εξαιρετικά στενός κι αυτός είναι μάλλον ο λόγος για τους φοβερούς καυγάδες μας. Υπάρχει μια πολύ ισχυρή εσώτερη προσκόλληση και μολονότι τη βλέπω πια σπάνια, είμαι βέβαιη γι’ αυτή κι αυτή για μένα. Η δεύτερη κόρη μου, η Μίλντρεντ, έχει ένα πολύ στενό κάρμα μαζί μου. Είμαστε ιδιαίτερα προσκολλημένες κι όμως ξέρω ότι νιώθει εντελώς ελεύθερη. Παρότι παντρεύθηκε δύο φορές, είμασταν πάντα μαζί κάτω απ’ τις πιο περίεργες συνθήκες και είμαι ευγνώμων για την αγάπη της και πάνω απ’ όλα για τη φιλία της. Θα ήταν πολύ καλό αν οι μητέρες κι οι κόρες, οι πατέρες κι οι γιοί εκτιμούσαν λίγο περισσότερο τη φιλία στις σχέσεις τους. Είμαι βέβαιη πως αν μπορούσα να κοιτάξω πίσω στις περασμένες μας σχέσεις κάτω απ’ το Νόμο της Επαναγέννησης, η τωρινή πραγματικά ευτυχισμένη κατάσταση ανάμεσα στα τρία κορίτσια και σε μένα θα μπορούσε να εξηγηθεί καθαρά. Μη συμπεράνετε απ’ αυτό ότι τα πηγαίναμε πάντα καλά. Έχουν γίνει θυελλώδεις σκηνές και παρεξηγήσεις. Δε με καταλάβαιναν πάντα και συχνά αγωνιούσα γι’ αυτές και ήθελα αλλαγές κι έλπιζα ότι θα έκαναν κάτι άλλο κ.λπ. Κατά το τέλος του 1917 ο Ουώλτερ Έβανς πήγε με τη Χ.Α.Ν. στη Γαλλία κι ο φίλος μου ο Επίσκοπος κανόνισε να παίρνω ένα επίδομα εκατό δολλαρίων το μήνα απ’ το μισθό του. Το έπαιρνα απευθείας απ’ τη Χ.Α.Ν. ως τη μέρα που η εργασία του σταμάτησε. Τα χρήματα αυτά μαζί με το μικρό μου εισόδημα (που είχε αρχίσει να


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

103

έρχεται πιο τακτικά) μου επέτρεψαν να παρατήσω τη δουλειά μου στη συσκευασία σαρδέλας και να κάνω άλλα σχέδια. Η εργασία μου στη Θεοσοφική Στοά του Πασίφικ Γκρόουβ είχε φέρει αποτέλεσμα κι είχα αρχίσει να γίνομαι λίγο περισσότερο γνωστή σαν σπουδάστρια. Μου πρότειναν ότι αφού τα οικονομικά μου είχαν κάπως σταθεροποιηθεί, θα ήταν καλό να πάω στο Χόλλυγουντ όπου ήταν το επιτελείο της Θεοσοφικής Εταιρείας στην Κρότονα. Αποφάσισα να πάω και στα τέλη του 1917 μετακομίσαμε. Βρήκα ένα μικρό σπίτι κοντά στα γραφεία της Θ.Ε. κι εγκαταστάθηκα εκεί με τα παιδιά σ’ ένα εξοχικό σπίτι στο Μπήτσγουντ Ντράιβ. Το Χόλλυγουντ δεν είχε ακόμη χαλάσει εντελώς. Φυσικά ο κινηματογράφος ήταν η μεγαλύτερη βιομηχανία, αλλά η πόλη ήταν ακόμη τότε εντελώς απλή. Όλοι οι κεντρικοί δρόμοι ήταν φυτεμένοι με πιπεριές και δεν υπήρχε η αποπνικτικότητα, η ξέφρενη βιασύνη, η ψεύτικη λαμπρότητα και η λάμψη του σημερινού μοντέρνου Χόλλυγουντ. Ήταν τότε ένας πιο ευγενικός και γλυκός τόπος. Θα ήθελα να μιλήσω για την τελευταία εντύπωση που είχα φεύγοντας απ’ την πόλη, για το βάθος, την ευγένεια, τη διαχυτικότητα και την κατανόηση των πρωταγωνιστών του κινηματογράφου. Συνάντησα πολλούς ηθοποιούς κι είναι ένας κόσμος μεγάλος κι ανθρώπινος. Βέβαια υπάρχουν κακά στοιχεία, αλλά θα ήθελα να ξέρω σε ποιο τμήμα της ανθρώπινης κοινωνίας δε θα βρείτε κακά στοιχεία; Υπάρχουν κακοί άνθρωποι σ’ όλες τις ομάδες, τις κοινότητες, τα ιδρύματα και τις οργανώσεις. Υπάρχουν επίσης εξαιρετικά καλοί άνθρωποι, όπως κι απελπιστικά μέτριοι που δεν έχουν αρκετή ανάπτυξη για να είναι ούτε καλοί ούτε κακοί. Πριν λίγα χρόνια κατέβαινα μ’ ένα ταξί την Πέμπτη Λεωφόρο, όταν ο οδηγός γύρισε και μου είπε: “Πέστε μου κυρία έχετε γνωρίσει ποτέ έναν καλό Εβραίο;” Απάντησα πως ασφαλώς και είχα κι ότι μερικοί απ’ τους στενότερους φίλους μου ήταν Εβραίοι. Τότε με ρώτησε αν είχα γνωρίσει κανένα κακό Εβραίο και του απάντησα ότι είχα γνωρίσει ένα σωρό από δαύτους. Ύστερα συνέχισε ρωτώντας με αν είχα ποτέ γνωρίσει έναν καλό Χριστιανό και φυσικά του απάντησα, “Και βέβαια. Μάλιστα νομίζω ότι ανήκω κι εγώ σ’ αυτούς”. Έπειτα με ρώτησε αν είχα γνωρίσει κακούς Χριστιανούς κι έδωσα την ίδια απάντηση. “Λοιπόν κυρία τι βλέπετε να μένει; Μόνο άνθρωποι.” Κι αυτή ήταν η εμπειρία μου παντού. Άσχετα με τη φυλή ή το έθνος είμαστε βασικά όμοιοι. Έχουμε τα ίδια ελαττώματα κι ελλείψεις, τις ίδιες παρορμήσεις κι εφέσεις, τους ίδιους στόχους κι επιθυμίες και πιστεύω ότι πρέπει να το αντιληφθούμε αυτό πιο έντονα και πρακτικά. Πρέπει επίσης ν’ απαλλαγούμε απ’ την εντύπωση που η ιστορία κι οι αποκρυσταλλωμένοι εθνικισμοί έχουν αφήσει πάνω μας. Η περασμένη ιστορία κάθε έθνους είναι μια θλιβερή ιστορία, αλλά ρυθμίζει τις σκέψεις μας. Μεγάλες εθνικές σκεπτομορφές διέπουν τη δραστηριότητα κάθε έθνους και πρέπει ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτές. Μπορούμε να τις δούμε εύκολα αν κοιτάξουμε μερικά απ’ τα ηγετικά έθνη και τα χαρακτηριστικά τους. Πάρτε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Πίλγκριμ έβαλαν τη σφραγίδα τους σ’ αυτή τη χώρα, αλλά πρέπει να συμφωνήσω μ’ ένα φίλο μου που


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

104

παρατήρησε ότι οι πραγματικοί ιδρυτές της Αμερικής ήταν οι γενναίες μητέρες που κατάφεραν να ζήσουν με τους Πίλγκριμ, γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένας θηλυκός πολιτισμός. Οι Πίλγκριμ πρέπει να υπήρξαν μια πολύ στενοκέφαλη, σκληροτράχηλη, ανώτερη ράτσα ανθρώπων και πολύ δύσκολη στη συμβίωση, γιατί είχε πάντα δίκιο. Η επιφυλακτικότητα, η αποσιώπηση και το αίσθημα ανωτερότητας των Βρετανών είναι κάτι που πρέπει ν’ αποβληθεί, καθώς και να υπερνικηθεί η βεβαιότητα των Γάλλων ότι πρέπει για το καλό της Ευρώπης να αποκατασταθεί η δόξα που λέγεται Γαλλία και που την είχε κάνει ηγέτιδα στο Μεσαίωνα. Κάθε έθνος έχει τα εξέχοντα λάθη του κι αυτά τα αντιλαμβάνονται περισσότερο από τις αρετές τα άλλα έθνη. Η ζωντάνια της Αμερικής ξεχνιέται απ’ τον ερεθισμό που προκαλεί ο στομφώδης κομπασμός της. Η έμφυτη δικαιοσύνη των Βρετανών παραβλέπεται απ’ την άρνησή τους να δώσουν εξηγήσεις. Η λάμψη της Γαλλικής διανόησης δεν τονίζεται από εκείνους που έχουν αντιληφθεί την πλήρη έλλειψη διεθνούς συνείδησης της Γαλλίας. Και σήμερα η Αμερική με τη νεανική της πληθωρικότητα, την υποσχόμενη σιγουριά της και τη νεανική της ικανότητα να τακτοποιεί όλα τα προβλήματα, τα δικά της και του υπόλοιπου κόσμου, πραγματώνει αυτή την κληρονομιά για ένα μέλλον θαύματος, χρησιμότητας κι απαράμιλλης ομορφιάς. Η ίδια κριτική κι οι ίδιες αναγνωρίσεις της αρετής ισχύουν για όλα τα έθνη και το ίδιο συμβαίνει για τους ανθρώπους. Έχουμε όλοι εξέχοντα ελαττώματα που κραυγάζουν τόσο δυνατά στον κόσμο, ώστε οι εξίσου εξέχουσες αρετές μας ξεχνιούνται. Ένα απ’ τα πράγματα που με προβλημάτισαν όταν άρχισα να γράφω αυτή την αυτοβιογραφία, ήταν ο φόβος μήπως ασυνείδητα και χωρίς εσκεμμένη πρόθεση εξύψωνα τον εαυτό μου. Έχω καλά σημεία· δεν κλονίζομαι απ’ το σκοπό μου· αγαπώ πραγματικά τους ανθρώπους· δεν είμαι καθόλου περήφανη. Έχω τη φήμη της περήφανης, αλλά νομίζω ότι αυτό οφείλεται κυρίως στη στάση μου. Περπατώ ίσια με το κεφάλι ψηλά και το ίδιο θα κάνατε κι εσείς, αν (στα μαθητικά σας χρόνια) σας υποχρέωναν να μαθαίνετε το μάθημά σας κρατώντας τρία βιβλία στην κορυφή του κεφαλιού κι ένα κλωνάρι πουρναριού κάτω απ’ το σαγόνι σας. Δε νομίζω ότι είμαι ιδιοτελής και δε σκέφτομαι υπερβολικά την υγεία μου και νομίζω πως μπορώ να πω με ειλικρίνεια ότι δεν είμαι γεμάτη αυτοοικτιρμό. Είμαι συντηρητική και συνήθιζα να ασκώ αυστηρή κριτική, αλλά δεν το κάνω πια, γιατί μπορώ να διακρίνω γιατί οι άνθρωποι είναι όπως είναι· όποια κι αν είναι τα σφάλματά τους, η στάση μου απέναντί τους δεν αλλάζει. Δεν κρατώ μνησικακία, ίσως γιατί δεν έχω καιρό για σκοτούρες και γιατί δε θέλω να έχω μια δηλητηριώδη φλεγμονή στο νου μου. Είμαι ευερέθιστη και ξέρω ότι δύσκολα μπορεί να κάνει κανείς μαζί μου, γιατί παρασύρομαι και παρασύρω και τους άλλους, αλλά το εξέχον ελάττωμά μου κι αυτό που πάντα με βασάνιζε περισσότερο στη ζωή μου, είναι ο φόβος. Το αναφέρω σκόπιμα γιατί διαπίστωσα ότι όταν οι φίλοι μου κι οι σπουδαστές ανακάλυψαν ότι υπήρξα θύμα του φόβου σ’ όλη τη ζωή μου, ανακουφίσθηκαν και βοηθήθηκαν πολύ. Φοβόμουν μήπως αποτύχω, φοβόμουν ότι είχα ελαττώματα,


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

105

φοβόμουν για το τι σκεφτόταν ο κόσμος για μένα, φοβόμουν όταν με κοίταζαν. Πάντα θεωρούσα επιζήμιο να σε βάζουν σ’ ένα βάθρο και να σε κοιτούν. Συμφωνώ με την Κινέζικη παροιμία που λέει: “Αυτός που στέκει σε βάθρο, δεν έχει μέρος να περπατήσει παρά στο κενό”. Βρίσκω τη στάση του μέσου αρχηγού μιας ομάδας ή του αποκρυφιστή δασκάλου και πολλών ιερέων και κληρικών πολύ εξοργιστική. Ποζάρουν σαν να έχουν πραγματικά χρισθεί απ’ τον Κύριο· σαν να διαφέρουν απ’ τους άλλους και σαν να μην είναι ανθρώπινα όντα που προσπαθούν με απλότητα να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους. Σαν αποτέλεσμα του παρελθόντος και της ανατροφής μου φοβόμουν πολύ τι θα έλεγε ο κόσμος. Σήμερα δε σκοτίζομαι, γιατί ξέρω ότι, σωστά ή λάθος, πάντα θα έχεις λάθος για ορισμένες μερίδες του κοινού. Πολλοί απ’ τους φόβους μου αφορούν τους άλλους – τον άνδρα μου και τα παιδιά μου – αλλά έχω έναν προσωπικό φόβο που ποτέ δε φανέρωσα, αλλά με ακολουθεί παντού· φοβάμαι τη νύχτα στο σκοτάδι, όταν είμαι μόνη στο σπίτι ή στο διαμέρισμα. Ποτέ δεν είχα δοκιμάσει αυτό το φόβο πριν εργασθώ στο Σπίτι του Στρατιώτη, στην Κουέττα. Ανέθρεψα τα τρία κορίτσια μου χωρίς το φόβο του σκοταδιού, αλλά είχα τότε μια εμπειρία που άφησε κάτι μέσα μου και μολονότι δεν της επέτρεψα ποτέ να επηρεάσει τις πράξεις μου, έπρεπε πάντα να την πολεμώ. Η συνεργάτιδά μου είχε αρρωστήσει βαριά από τύφο. Την είχα νοσηλεύσει όσο είχε κρατήσει η κρίση κι ύστερα τη μετέφεραν στο νοσοκομείο κι έτσι έμεινα μόνη στο πελώριο Σπίτι του Στρατιώτη και καθώς ήμουν πολύ νέα και πολύ ενάρετη, δεν ήθελα να επιτρέψω στους δύο (απόστρατους) Εγγλέζους διαχειριστές να κοιμηθούν στο κτίριο, γιατί νόμιζα ότι αυτό μπορούσε να γίνει αιτία για συζητήσεις και κουτσομπολιά. Έτσι κάθε βράδυ όταν έφευγαν οι στρατιώτες, ένας απ’ αυτούς με συνόδευε κατά τις 11:30 μ.μ. στο δωμάτιο μου, κοίταζε στο μπάνιο και στις ντουλάπες, έριχνε μια ματιά κάτω απ’ το κρεβάτι και μετά κλείδωνε όλες τις πόρτες της κρεβατοκάμαράς μου. Τον άκουγα καθώς πήγαινε στα άλλα δωμάτια. Το δωμάτιο μου είχε τέσσερις πόρτες, μια στη βεράντα, μια στο σαλόνι, μια άλλη στο δωμάτιο της συναδέλφου μου και μια στο μπάνιο. Ποτέ δεν είχα την παραμικρή ανησυχία κι όλες αυτές οι έρευνες στο διαμέρισμά μου ήταν μια προφύλαξη εκ μέρους του διαχειριστή. Το κρεβάτι ήταν στη μέση της κάμαρας με τα πόδια του σε βαθιά πιατάκια λόγω των εντόμων. Εκείνο τον καιρό στην Ινδία κοιμόμασταν πάντα με μια αναμμένη λάμπα στο δωμάτιο. Ξύπνησα κατά τις δύο το πρωί από ένα θόρυβο στο σαλόνι κι είδα το χερούλι της πόρτας να στρίβει. Ευτυχώς ήταν κλειδωμένη. Ήξερα πως ήταν αδύνατο να είναι οι διαχειριστές και δεν μπορούσα να δω ή ν’ ακούσω το φύλακα κι έτσι σκέφθηκα ότι θα ήταν κάποιος ορεσίβιος ή κλέφτης που προσπαθούσε να φτάσει το χρηματοκιβώτιο στο σαλόνι. Πολλές εκατοντάδες ρουπίες φυλάγονταν στο χρηματοκιβώτιο κάθε βράδυ. Ήταν η εποχή του έτους που επιτρεπόταν στις ορεινές φυλές να κατεβαίνουν στην κατασκήνωση. Όλες οι φρουρές είχαν διπλασιαστεί και είχε ληφθεί κάθε φροντίδα να είναι υπό επιτήρηση, γιατί το μέτωπο περνούσε άσχημες μέρες. Ήξερα ότι αν κατάφερναν να μπουν στην κάμαρά μου, θα ήταν το τέλος μου, γιατί ήταν μεγάλη αρετή να σκοτώσεις λευκή γυναίκα. Αυτό σήμαινε ένα μαχαίρι στην καρδιά μου. Επί


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

106

σαράντα πέντε λεπτά καθόμουν στο κρεβάτι μου, παρακολουθώντας την προσπάθειά τους να σπάσουν τις γερές εκείνες πόρτες. Δεν τολμούσαν να πάνε απ’ την πόρτα της βεράντας, γιατί φοβούνταν μην τους δουν και για να φτάσουν ως εμένα μέσα απ’ το μπάνιο ή την άλλη κρεβατοκάμαρα σήμαινε ότι έπρεπε να σπάσουν δύο πόρτες κι ο κίνδυνος του θορύβου ήταν πολύ μεγάλος. Είδα τότε ότι ο φόβος φθάνει σ’ ένα σημείο όπου νιώθουμε τόσο απελπισμένοι ώστε μπορούμε να ριψοκινδυνέψουμε καθετί. Διέσχισα το δωμάτιο κι άνοιξα την πόρτα για να βρεθώ μπροστά στους δύο διαχειριστές που δεν ήξεραν αν ζούσα ή πέθανα κι αναρωτιόνταν αν έπρεπε να χτυπήσουν την πόρτα και να με ξυπνήσουν. Κοιμόνταν σε σκηνές στον κήπο κι είχαν πιάσει δύο ορεσίβιους, αλλά είχαν την ανοησία να μη χτυπήσουν δυνατά την πόρτα μου και να με φωνάξουν, πράγμα που θα με γλίτωνε απ’ την τρομάρα. Από εκείνη τη νύχτα ο υπηρέτης μου, ο γέρο Μπουγκαλού, κοιμόταν έξω στη βεράντα και μπορούσα να τον φωνάξω εύκολα. Δύο ή τρεις μήνες αργότερα επέστρεψα στην πατρίδα κι έμεινα μερικές βδομάδες στο παλιό Σκωτσέζικο σπίτι όπου πήγαινα κάθε χρόνο όταν ήμουν παιδί. Φιλοξενούσαν μια μεγάλη συντροφιά, κάπου δεκαοκτώ ανθρώπους και κατά λάθος (γιατί η κάμαρά του ήταν δίπλα στη δική μου) ο ωραιότερος άνδρας της παρέας μπήκε ένα βράδυ στο δωμάτιο μου. Διάβαζε κάτω ως αργά κι ο αέρας καθώς ανέβαινε είχε σβήσει το κερί του, ανοίγοντας ταυτόχρονα την πόρτα μου. Έλπιζε πως θα μπορούσε να βρει εύκολα το δωμάτιο του, σέρνοντας το χέρι του κατά μήκος του τοίχου, γιατί η πόρτα του ήταν δίπλα στη δική μου. Βρίσκοντας μια πόρτα ανοικτή νόμισε φυσικά ότι ήταν το δωμάτιο του. Στο μεταξύ ο αέρας με είχε ξυπνήσει και καθώς πήδηξα απ’ το κρεβάτι για να κλείσω το παράθυρο, έπεσα πάνω του. Αυτό πια, που ήρθε μετά την εμπειρία μου πριν λίγους μήνες, δε βοήθησε κι έβαλε τις βάσεις για μια κατάσταση φόβου που δεν κατόρθωσα ποτέ να υπερνικήσω. Έχω δύο ακόμη τρομάρες στη ζωή μου όταν είμαι μόνη στο σπίτι κι έτσι δεν μπορώ να ισχυρισθώ πως έχω θάρρος, εκτός ότι δεν επιτρέπω στο φόβο να κατευθύνει τις πράξεις μου κι όταν είναι ανάγκη μένω μόνη. Τρομάζω μην πάθουν τίποτε τα κορίτσια και καθώς η φαντασία μου τρέχει πάντα, μπορώ να πω ότι πέρασα μεγάλο μέρος της ζωής μου ανησυχώντας για πράγματα που δεν έγιναν ποτέ. Ο φόβος είναι το βασικό χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας. Όλοι φοβούνται κι όλοι έχουν κάποιο μικρό φόβο. Αν μου πει κανείς πως δε φοβάται ποτέ, ξέρω ότι λέει ψέματα. Κάπου φοβάται κάτι. Ο φόβος δεν είναι κάτι που πρέπει να μας κάνει να ντρεπόμαστε και πολύ συχνά όσο πιο εξελιγμένοι κι ευαίσθητοι είμαστε, τόσο πιο πολλούς φόβους πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε. Εκτός απ’ τις μικρές φοβίες και τρομάρες που νιώθει κανείς, οι ευαίσθητοι άνθρωποι έχουν την τάση να συντονίζονται με τους φόβους, την κατάθλιψη και τις τρομάρες των άλλων. Αφομοιώνουν συνεπώς φόβους που δεν είναι δικοί τους, αλλά δεν μπορούν να τους ξεχωρίσουν από τους δικούς τους έμφυτους φόβους. Αυτό είναι τρομακτικά αληθινό σήμερα. Ο φόβος και η φρίκη κυβερνούν τον κόσμο κι είναι πολύ εύκολο να νικηθούν οι άνθρωποι από το φόβο. Ο πόλεμος γεννά το φόβο και η Γερμανία με την τρομοκρατική τακτική της επωφελήθηκε


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

107

κι έκανε ό,τι μπορούσε για ν’ αυξήσει τον παγκόσμιο τρόμο. Θα χρειασθεί πολύς καιρός για να ξεριζώσουμε το φόβο, αλλά οι συζητήσεις κι οι προσπάθειες για ασφάλεια αποτελούν ένα βήμα γι’ αυτό το στόχο. Υπάρχουν σχολές σκέψης που διδάσκουν ότι ο φόβος, αν του παραδοθούμε, υλοποιεί αυτό που φοβόμαστε. Προσωπικά δεν το πιστεύω γιατί πέρασα όλη μου τη ζωή μέσα στο φόβο για ένα σωρό πράγματα που ποτέ δε συνέβησαν και καθώς είμαι ένας μάλλον ισχυρός στοχαστής, θα έπρεπε ασφαλώς να είχα υλοποιήσει κάτι, αν ήταν δυνατό. Το ζήτημα είναι πώς μπορεί κανείς να πολεμήσει το φόβο; Λοιπόν, το μόνο που μπορώ να πω είναι ό,τι εγώ βρήκα αποτελεσματικό. Ποτέ δεν επιχειρώ να πολεμήσω το φόβο. Παίρνω τη θετική στάση ότι θα ζήσω αναγκαστικά με τους φόβους μου κι ότι δε θα τους δίνω καμιά προσοχή. Δεν τους πολεμώ· δεν επιχειρηματολογώ μέσα μου· απλά αναγνωρίζω τους φόβους μου για ό,τι είναι και τους προσπερνώ. Νομίζω ότι όλοι πρέπει να μάθουν να δέχονται πιο υπομονετικά αυτό που είναι και να μη χάνουν χρόνο παλεύοντας με τον εαυτό τους για τα ατομικά τους προβλήματα. Τα προβλήματα των άλλων είναι πιο εποικοδομητικά απ’ τη σκοπιά της γενικής χρησιμότητας. Η συγκέντρωση στην υπηρεσία μπορεί και οδηγεί στην αυτοπαραγνώριση. Επίσης αναρωτιέμαι, γιατί άραγε να μη φοβάμαι; Όλος ο κόσμος φοβάται και ποια είμαι εγώ που πρέπει να εξαιρεθώ απ’ την κοινή μοίρα; Κι αυτό το επιχείρημα εφαρμόζεται σε πολλά πράγματα. Οι σχολές σκέψης που λένε στο κοινό ότι επειδή έχει θεία προέλευση πρέπει να εξαιρεθεί από τη θλίψη, την κακή υγεία και τη φτώχεια, το παραπλανούν. Στην πλειονότητά τους είναι βέβαια εντελώς ειλικρινείς, αλλά η έμφασή τους είναι λανθασμένη. Οδηγούν τον κόσμο να νομίζει ότι η υλική ευημερία κι ευφορία είναι κάτι ύψιστης σημασίας κι ότι τα δικαιούμαστε και θα τα αποκτήσουμε αν βεβαιώσουμε τη θειότητά μας – μια θειότητα που είναι παρούσα, αλλά δεν είμαστε ακόμη αρκετά εξελιγμένοι για να την εκφράσουμε. Γιατί θα έπρεπε να εξαιρεθώ απ’ αυτά τα πράγματα, όταν ολόκληρη η ανθρωπότητα υποφέρει απ’ αυτά; Ποια είμαι εγώ που θα έπρεπε να είμαι πλούσια, αφού ούτε η φτώχεια ούτε τα πλούτη έχουν πραγματική σημασία; Ποια είμαι εγώ που θα έπρεπε να έχω τέλεια υγεία, όταν η μοίρα της ανθρωπότητας αυτή την εποχή φαίνεται να δείχνει κάτι άλλο; Πιστεύω σταθερά ότι όταν μπορέσω με την πρόοδο της εξέλιξης να εκφράσω πλήρως τη θειότητά μου, θα έχω τέλεια υγεία. Δε με νοιάζει αν θα είμαι πλούσια ή φτωχιά κι αν θα είμαι δημοφιλής στις άλλες προσωπικότητες. Τα αναφέρω με έμφαση, γιατί οι παραπλανητικές αυτές δοξασίες παρασύρουν την κοινή γνώμη και την οδηγούν τελικά σε απογοήτευση. Θα έρθει ο καιρός που θα λυτρωθούμε απ’ όλα τα δεινά της σάρκας, αλλά όταν έρθει θα έχουμε μάθει μια διαφορετική αίσθηση αξιών και δε θα χρησιμοποιούμε τις θείες δυνάμεις μας για ν’ αποκτήσουμε υλικά αγαθά. Όλα τα αγαθά έρχονται σ’ όσους ζουν με αβλάβεια, είναι ευγενικοί και διακριτικοί. Αλλά η αβλάβεια είναι το κλειδί και σας αφήνω ν’ ανακαλύψετε μόνοι σας πόσο δύσκολο είναι να είναι κανείς αβλαβής στα λόγια, στις πράξεις και στις σκέψεις.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

108

Η ζωή στο Χόλλυγουντ μου ήταν πια ευκολότερη. Τα παιδιά ήταν αρκετά μεγάλα και πήγαιναν στο σχολείο ή στο νηπιαγωγείο. Είχα πολλούς φίλους και η Κροτόνα, όπου ήταν το Θεοσοφικό Κέντρο, ήταν εξαίσια. Η Κροτόνα ήταν μια κοινότητα πεντακοσίων περίπου ανθρώπων που κάποιοι ζούσαν εκεί κι άλλοι στο Χόλλυγουντ ή το Λος Άντζελες. Υπήρχαν αίθουσες διαλέξεων, αίθουσες μαθημάτων, μια αίθουσα βωμού όπου συναντιόνταν τα μέλη του Εσωτερικού Τομέα κι ένα εστιατόριο για να τρώει ο κόσμος. Το μέρος ήταν ωραία τακτοποιημένο κι όταν πρωτοπήγα μου φάνηκε σαν επίγειος παράδεισος. Όλοι μου φαίνονταν ότι είχαν μια βαθιά πνευματικότητα. Νόμιζα πως οι αρχηγοί κι οι δάσκαλοι ήταν τουλάχιστον μυημένοι υψηλού βαθμού. Παρακολουθούσα συγκεντρώσεις και μαθήματα και μάθαινα ένα σωρό πράγματα για τα οποία είμαι πολύ ευγνώμων. Λίγο καιρό μετά την άφιξή μου μου ζήτησαν ν’ αναλάβω το εστιατόριο και – με την μακαριότητα της άγνοιας – δέχθηκα με χαρά την ευθύνη. Ήταν βέβαια αυστηρά χορτοφαγικό κι εγώ ήμουν χορτοφάγος από τότε που ήρθα σ’ επαφή με τη Θεοσοφική διδασκαλία. Τα παιδιά μου δε δοκίμασαν ποτέ κρέας, κοτόπουλο ή ψάρι κι έπασχα απ’ το φυσιολογικό σύμπλεγμα ανωτερότητας που είναι συχνά το εξέχον χαρακτηριστικό του χορτοφάγου. Είμαι πεπεισμένη ότι έρχεται μια φάση στην ζωή όλων των μαθητών που πρέπει να είναι χορτοφάγοι. Πρέπει επίσης να έρχεται μια ζωή όπου ένας άνδρας ή μια γυναίκα πρέπει να είναι άγαμοι. Αυτό πρέπει να γίνει για να φανεί ότι έμαθαν να ελέγχουν τη φυσική φύση. Όταν μάθουν αυτό τον έλεγχο και δεν κλονίζονται πια απ’ τις ορέξεις της σάρκας, μπορούν να παντρευθούν ή να μην παντρευθούν, μπορούν να φάνε ή να μη φάνε κρέας κατά την κρίση τους ή ανάλογα με τι υποδεικνύει το κάρμα τους ή υπαγορεύουν οι περιστάσεις. Όταν αυτό αποδειχθεί, η κατάσταση μεταβάλλεται. Οι φυσικές πειθαρχίες είναι μια φάση εκπαίδευσης και δε χρειάζονται πια όταν το μάθημα έχει μαθευτεί. Το επιχείρημα της φυτοφαγίας, που βασίζεται στη σκληρότητα να τρως ζώα, ίσως να μην είναι τόσο σωστό όσο φαίνεται στους ευσυγκίνητους και συναισθηματικούς τύπους. Βασανίστηκα μ’ αυτό αρκετά, γιατί αγαπώ τα ζώα. Θα ήθελα να κάνω εδώ δύο εισηγήσεις που τις βρήκα χρήσιμες. Υπάρχει ένας νόμος της θυσίας που κυβερνά την εξελικτική διαδικασία. Το φυτικό βασίλειο αντλεί την ύπαρξή του απ’ το ορυκτό, γιατί οι ρίζες του είναι στο ορυκτό βασίλειο. Το ζωικό βασίλειο σε μεγάλη κλίμακα αντλεί την ύπαρξή του απ’ το φυτικό βασίλειο και ζει απ’ τη ζωή αυτού του βασιλείου. Μερικά απ’ τα ανώτερα ζώα είναι σαρκοφάγα και υπό το νόμο της εξέλιξης κυνηγούν το ένα το άλλο, αλλά δεν ορμώνται σ’ αυτό από τη σκέψη των ανθρώπων, όπως ισχυρίζονται μερικοί φανατικοί. Επομένως το ανθρώπινο βασίλειο μπορεί να θεωρηθεί ότι αντλεί την ύπαρξή του απ’ το ζωικό βασίλειο κι επειδή ο άνθρωπος είναι ο μακρόκοσμος και των τριών κατώτερων βασιλείων, θα μπορούσε να θεωρηθεί φυσιολογικά ότι αντλεί την ύπαρξή του κι απ’ τα τρία, όπως και κάνει. Στις αρχαίες γραφές της Ανατολής τονίζεται ότι το ανθρώπινο βασίλειο είναι “η τροφή των θεών” και μ’ αυτή τη δήλωση συμπληρώνεται η μεγάλη “αλυσίδα της θυσίας”. Η δεύτερη


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

109

εισήγησή μου αναφέρεται στο νόμο αιτίου και αποτελέσματος ή Κάρμα, όπως τον ονομάζουν οι Θεοσοφιστές. Στις πρώτες μέρες του πρωτογονισμού οι άνθρωποι ήταν τα θύματα του ζωικού βασιλείου και ήταν εντελώς ανυπεράσπιστοι. Τα άγρια ζώα του παρελθόντος κυνηγούσαν τα ανθρώπινα όντα. Σ’ όλα τα βασίλεια λειτουργεί ο Νόμος της Ανταπόδοσης. Είναι πιθανό να οφείλεται σ’ αυτό το νόμο η τάση της ανθρωπότητας για κρεοφαγία. Το συνειδητοποίησα με τον καιρό, αλλά όχι γρήγορα. Ανέλαβα το εστιατόριο κι έγινα μια καλή μαγείρισσα χορτοφαγίας. Η πρώτη μου δουλειά στην Κροτόνα ήταν ν’ αδειάζω τους σκουπιδοντενεκέδες, δηλαδή άρχισα απ’ τα χαμηλά και παρακολουθούσα τους άλλους – άγνωστους σε μένα – με μεγάλο ενδιαφέρον. Συμπαθούσα πολύ πολλούς απ’ αυτούς. Αντιπαθούσα μερικούς με την καρδιά μου. Έβγαλα δύο συμπεράσματα· ότι παρά τις συζητήσεις για μια ισορροπημένη δίαιτα δεν ήταν ιδιαίτερα υγιείς και διαπίστωσα επίσης ότι όσο πιο άκαμπτη και φανατική ήταν η προσέγγιση στη χορτοφαγία, τόσο πιο επικριτικοί και ανώτεροι φαίνονταν. Υπήρχαν στην Κροτόνα χορτοφάγοι που δεν έτρωγαν ούτε τυρί, ούτε γάλα, ούτε αυγά, γιατί είναι ζωικά προϊόντα κι ένιωθαν πως ήταν πάρα πολύ καλοί και σε καλό δρόμο για πνευματική διαφώτιση. Αλλά κανενός η υπόληψη δεν ήταν ασφαλής στα χέρια τους. Απορούσα γι’ αυτό και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι είναι καλύτερα να τρως μπιφτέκι και να έχεις ευγενική γλώσσα παρά να είσαι αυστηρός χορτοφάγος και να κοιτάς τον κόσμο απ’ το βάθρο της ανωτερότητάς σου. Πάλι θα τονίσω ότι οι γενικεύσεις είναι ανακριβείς. Γνώρισα πολλούς χορτοφάγους που ήταν αξιαγάπητοι, γλυκομίλητοι, ευγενικοί και καλοί. Αυτή τη χρονιά, το 1918, ανακάλυψα για πρώτη φορά ποιος ήταν εκείνος που με είχε επισκεφθεί στη Σκωτία όταν ήμουν κοριτσάκι δεκαπέντε ετών. Είχα γίνει δεκτή στον Εσωτερικό Τομέα (Ε.Τ.) της Θεοσοφικής Εταιρείας και παρακολουθούσα τις συγκεντρώσεις. Την πρώτη φορά που μπήκα στην Αίθουσα του Βωμού είδα τις συνηθισμένες εικόνες του Χριστού και των Διδασκάλων της Σοφίας, όπως Τους ονομάζουν οι Θεοσοφιστές. Έκπληκτη είδα εκεί την εικόνα του επισκέπτη μου να με κοιτάζει κατάματα. Δεν έκανα λάθος. Ήταν ο άνδρας που είχε μπει στο σαλόνι της θείας μου και δεν ήταν ο Διδάσκαλος Ιησούς. Ήμουν τότε άπειρη κι όρμησα σ’ ένα απ’ τα πρεσβύτερα στελέχη της Κροτόνα και ρώτησα το όνομα αυτού του Διδασκάλου. Μου είπε ότι ήταν ο Διδάσκαλος Κ.Χ. και τότε έκανα ένα βασικό σφάλμα που το πληρώνω ακόμη. Νομίζοντας πως θα τον ευχαριστούσα και μην έχοντας την παραμικρή πρόθεση να καυχηθώ, είπα με κάθε αθωότητα, “Ω, τότε πρέπει να είναι ο Διδάσκαλός μου, γιατί έχω μιλήσει μαζί Του κι είμαι από τότε υπό την καθοδήγησή Του”. Το πρόσωπο εκείνο με κοίταξε και είπε με παγερή διάθεση: “Πρέπει να συμπεράνω ότι θεωρείτε τον εαυτό σας μαθήτρια;” Για πρώτη φορά στη ζωή μου ήρθα αντιμέτωπη με την ανταγωνιστική μέθοδο της Θεοσοφικής Εταιρείας. Ήταν όμως ένα καλό μάθημα για μένα κι επωφελήθηκα απ’ αυτό. Το να μάθεις να κρατάς τη γλώσσα σου είναι ουσιώδες στην ομαδική εργασία κι ένα απ’ τα πρώτα μαθήματα που πρέπει να μάθουν όσοι σχετίζονται με την Ιεραρχία. Όλο αυτό τον καιρό τα παιδιά μεγάλωναν και μορφώνονταν κι ήταν μια αυξανόμενη


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

110

απόλαυση για μένα. Τίποτε στα αραιά, σύντομα γράμματα του Ουώλτερ Έβανς δεν έδειχνε αλλαγή στα αισθήματά του κι άρχισα πάλι να εξετάζω την ανάγκη να πάρω διαζύγιο. Καθώς πλησίαζε το τέλος του πολέμου, συμβουλεύθηκα ένα δικηγόρο και μου είπε ότι δε θα έβρισκα δυσκολίες. Τον Ιανουάριο του 1919 γνώρισα τον Φόστερ Μπέϊλη κι αργότερα, όταν βγήκε το διαζύγιο μου, αρραβωνιαστήκαμε. Τα διαβήματα για το διαζύγιο είχαν αρχίσει προτού τον συναντήσω. Έτρεμα τη δίκη για το διαζύγιο, αλλά ήταν πολύ απλή. Οι μαρτυρίες ήταν συντριπτικές και οι μάρτυρες πολύ ευυπόληπτοι. Μια παλιά μου φίλη, η κ. Τζων Ουέδερχεντ, ήρθε μαζί μου στο δικαστήριο. Ορκίστηκα· ο δικαστής μου έκανε μία ή δύο ερωτήσεις σχετικά με την κατοικία μου και την ηλικία των παιδιών μου κι έπειτα είπε: “Διάβασα τις καταθέσεις των μαρτύρων σας κυρία Έβανς, πάρτε το διαζύγιο και την κηδεμονία των παιδιών. Χαίρετε – ο επόμενος”. Έτσι τελείωσε αυτός ο κύκλος. Ήμουν ελεύθερη και ήξερα ότι είχα κάνει το καλύτερο για τα παιδιά. Η Καλιφόρνια είναι από τις δυσκολότερες πολιτείες για την έκδοση διαζυγίου και η ταχύτητα της δίκης του διαζυγίου μου πιστοποιεί το δίκαιο της υπόθεσής μου και την ακρίβεια της μαρτυρίας μου. Ο Ουώλτερ Έβανς δεν έφερε αντίρρηση. Στη διάρκεια του 1919 ο Φόστερ Μπέϊλη κι εγώ γίναμε πολύ δραστήριοι στο Θεοσοφικό έργο και είχαμε συνδεθεί στενά με το Δρ. Γούντραφ Σέφερντ. Έμενα τότε στο Μπήτσγουντ Ντράιβ με τα τρία παιδιά κι ο Φόστερ Μπέϊλη ζούσε σε μια σκηνή στην Κροτόνα. Είχε αποστρατευθεί μετά την ανακωχή, αλλά είχε αναρρωτική άδεια για μήνες γιατί είχε πέσει με το αεροπλάνο του καθώς εκπαίδευε στρατιωτικούς παρατηρητές. Με είχε συστήσει σ’ αυτόν η Ντοτ Ουέδερχεντ μετά από μια διάλεξη που είχα δώσει στην Κροτόνα και η ίδια με είχε εισαγάγει στην αποκρυφιστική αλήθεια και στην Κροτόνα. Η ανάμνηση του Φόστερ απ’ αυτή τη σύσταση συνοψίζεται στα λόγια: “Ό,τι είδα ήταν ένας σωρός μαλλιά και μια κοκκαλιάρα!” Πάντα είχα πολλά μαλλιά. Είναι οικογενειακό μας και τα τρία μου κορίτσια έχουν πλούσια και ωραία μαλλιά. Ποτέ δε θα ξεχάσω μια παρατήρηση της μεγαλύτερης κόρης μου, της Ντόροθυ (που είναι ονομαστή για τις διφορούμενες παρατηρήσεις της). Μια μέρα στην Αγγλία είχα λούσει τα μαλλιά μου και καθόμουν στον κήπο στο Όσπριντζ Πλέις του Φαίηβερσαμ για να στεγνώσω. Η Ντόροθυ κοίταξε απ’ το παράθυρο και φώναξε: “Μητέρα, αν γύριζες μόνο την πλάτη σου στον κόσμο κι έβλεπε μόνο τα θαυμάσια μαλλιά σου, κανείς δε θα μάντευε πόσο ηλικιωμένη είσαι!” Προς το τέλος του 1919 ο κ. Μπέϊλη έγινε Εθνικός Γραμματέας της Θεοσοφικής Εταιρείας. Ο Δρ. Σέφερντ έγινε Διευθυντής Τύπου κι εγώ εκδότης του περιοδικού Αγγελιαφόρος και πρόεδρος της επιτροπής που διηύθυνε την Κροτόνα. Όλες οι φάσεις του έργου κι όλες οι διάφορες πολιτικές κι αρχές που κατεύθυναν τη διοίκηση ήταν λοιπόν ανοιχτές για μας. Ο Γενικός Γραμματέας, ο κ. Α.Π. Ουώρριγκτον, ήταν στενός φίλος κι όλα τα πρεσβύτερα στελέχη ήταν φίλοι και φαινόταν να υπάρχει μεγάλη αρμονία κι ένα αληθινό πνεύμα συνεργασίας. Σιγά-σιγά όμως ανακαλύψαμε πόσο τεχνητή ήταν αυτή η αρμονία. Σιγά-σιγά μπήκαμε σε μια πολύ δύσκολη και αγωνιώδη περίοδο. Είχαμε στοργή και προσωπική αφοσίωση για τους φίλους και τους συνεργάτες


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

111

μας, αλλά το αίσθημα της δικαιοσύνης και η προσκόλλησή μας στις διέπουσες αρχές παραβιαζόταν συνεχώς. Η αλήθεια είναι ότι η διαχείριση της Θεοσοφικής Εταιρείας στις Ηνωμένες Πολιτείες και κυρίως στο Αντυάρ (το διεθνές κέντρο) ήταν εκείνο τον καιρό αντιδραστική κι αναχρονιστική, ενώ η νέα προσέγγιση στη ζωή και την αλήθεια, η ελευθερία της ερμηνείας και η απροσωπεία ήταν τα χαρακτηριστικά που έπρεπε να διέπουν τις πολιτικές και τις μεθόδους της, πράγμα που δε συνέβαινε. Η εταιρεία είχε ιδρυθεί για την εδραίωση της παγκόσμιας αδελφότητας, αλλά είχε εκφυλισθεί σε μια χωριστική ομάδα που ενδιαφερόταν περισσότερο να ιδρύει και να συντηρεί στοές και ν’ αυξάνει τα μέλη της παρά να πλησιάζει το πλατύ κοινό με τις αλήθειες της Προαιώνιας Σοφίας. Η πολιτική τους να μη δέχονται κανένα στον Ε.Τ. για πνευματική διδασκαλία, αν δεν ήταν επί δύο χρόνια μέλος της Θ.Ε., το αποδεικνύει. Γιατί έπρεπε ν’ αποσιωπηθεί επί δύο χρόνια η πνευματική διδασκαλία, ώσπου να αποδείξει κάποιο πρόσωπο την αφοσίωσή του σε μια οργάνωση; Γιατί να απαιτούν απ’ τους ανθρώπους ν’ αποκόψουν το δεσμό τους με άλλες ομάδες και οργανώσεις και να εγγυηθούν την αφοσίωσή τους σ’ ό,τι αποκαλείται “Εξωτερικός Αρχηγός” του Ε.Τ., όταν η μόνη αφοσίωση που έπρεπε να απαιτηθεί είναι η αφιέρωση στην υπηρεσία των συνανθρώπων μας, στην πνευματική Ιεραρχία και πάνω απ’ όλα στην ίδια την ψυχή μας; Καμιά προσωπικότητα δεν έχει το δικαίωμα να ζητά πνευματικές δεσμεύσεις από άλλες προσωπικότητες. Η μόνη δέσμευση που ένα ανθρώπινο ον πρέπει να δώσει είναι πρώτα απ’ όλα στη δική του εσώτερη θειότητα, την Ψυχή κι αργότερα στο Διδάσκαλο υπό την καθοδήγηση του Οποίου θα μπορέσει να υπηρετήσει επαρκέστερα τους συνανθρώπους του. Θυμάμαι σε μια απ’ τις πρώτες συγκεντρώσεις του Ε.Τ. που άκουσα τη μις Πουτζ η οποία ήταν τότε γραμματέας του Ε.Τ., να κάνει την εξωφρενική δήλωση ότι κανένας στον κόσμο δε θα μπορούσε να είναι μαθητής των Διδασκάλων της Σοφίας, αν δεν του είχε αναγγελθεί απ’ την κ. Μπέζαντ. Αυτή η παρατήρηση διέλυσε τη γοητεία μου, μολονότι δε μίλησα τότε γι’ αυτό παρά μόνο στον Φόστερ Μπέϊλη. Ήξερα ότι ήμουν μαθήτρια του Διδασκάλου Κ.Χ. κι απ’ ό,τι θυμάμαι ήμουν πάντα. Η κ. Μπέζαντ προφανώς με παρέβλεψε. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί οι Διδάσκαλοι, που υποτίθεται ότι είχαν μια παγκόσμια συνείδηση, θα έπρεπε να ψάχνουν για μαθητές μόνο στις τάξεις της Θ.Ε. Ήξερα πως δεν μπορούσε να είναι έτσι. Ήξερα πως δεν ήταν δυνατό να έχουν τόσο περιορισμένη συνείδηση κι αργότερα γνώρισα πολλούς που ήταν μαθητές των Διδασκάλων και δεν είχαν έρθει ποτέ σ’ επαφή με τη Θ.Ε. ούτε και είχαν ακούσει γι’ αυτή. Όταν νόμισα ότι είχα βρει ένα κέντρο πνευματικού φωτός και κατανόησης, ανακάλυψα ότι περιπλανιόμουν σε μια άλλη λατρεία. Ανακαλύψαμε πως ο Ε.Τ. εξουσίαζε πλήρως τη Θ.Ε. Τα μέλη ήταν καλά μέλη μόνο όταν δέχονταν την εξουσία του Ε.Τ. Αν συμφωνούσαν μ’ όλες τις διακηρύξεις του Εξωτερικού Αρχηγού κι αν πρόσφεραν την αφοσίωσή τους σ’ όσους οι αρχηγοί του Ε.Τ. αναγνώριζαν σε κάθε χώρα. Μερικές απ’ τις διακηρύξεις τους φαίνονταν γελοίες. Πολλοί απ’ τους ευνοούμενους ήταν μέτριοι στη νιοστή δύναμη. Πολλοί που θεωρούνταν μυημένοι, δεν ήταν ιδιαίτερα νοήμονες ή στοργικοί και η αγάπη και η


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

112

νοημοσύνη σε πλήρες μέτρο είναι το σημάδι του μυημένου. Ανάμεσα στα προχωρημένα μέλη υπήρχε ανταγωνισμός και αξιώσεις και φυσικά συνεχής πόλεμος μεταξύ προσωπικοτήτων – πόλεμος που δεν περιοριζόταν μόνο σε λογομαχίες, αλλά εύρισκε διέξοδο σε άρθρα περιοδικών. Δε θα ξεχάσω ποτέ τη φρίκη μου μια μέρα στο Λος Άντζελες όταν κάποιος μου είπε: “Αν θέλετε να μάθετε τι δεν είναι αδελφότητα, πηγαίνετε να ζήσετε στην Κροτόνα”. Δεν ήξερε ότι έμενα εκεί. Η όλη κατάσταση ήταν τόσο σοβαρή και το σχίσμα στον τομέα τόσο μεγάλο ανάμεσα σ’ όσους μάχονταν για αδελφότητα, απροσωπεία, κατάργηση των αξιώσεων και αφιέρωση στην υπηρεσία της ανθρωπότητας, ώστε ο Φόστερ τηλεγράφησε στην κ. Μπέζαντ ότι αν ο Ε.Τ. δε σταματούσε να εξουσιάζει τη Θ.Ε., τότε θα δεχόταν σύντομα πολύ σοβαρή επίθεση. Τότε η κ. Μπέζαντ έστειλε τον Β.Π. Βάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες να ερευνήσει και να εξακριβώσει τι συνέβαινε κι επακολούθησαν επίσημες συγκεντρώσεις υπό τη διαιτησία του Βάντια. Ο Φόστερ, ο Δρ. Σέφερντ κι εγώ μαζί με πολλούς άλλους αντιπροσωπεύαμε τη δημοκρατική πλευρά· ο κ. Ουώρριγκτον, η μις Πουτζ κι όσοι παρατάχθηκαν μαζί τους αντιπροσώπευαν την πλευρά της αυταρχικότητας και της κυριαρχίας του Ε.Τ. Ποτέ πριν στη ζωή μου δεν είχα ανακατευθεί σε συλλογικές φασαρίες και δε μου άρεσε καθόλου εκείνη η περίοδος. Αγαπούσα μερικά απ’ τα πρόσωπα της αντίθετης παράταξης κι αυτό με βασάνιζε φοβερά. Η φασαρία σε λίγο επεκτάθηκε σ’ όλο τον Τομέα και τα μέλη άρχισαν να παραιτούνται. Στο μεταξύ εργαζόμασταν σκληρά στις δικές μας αρμοδιότητες στη Θ.Ε.· τα παιδιά ήταν καλά· σχεδιάζαμε να παντρευθούμε μόλις τα πράγματα εξομαλύνονταν κάπως. Το εισόδημά μας είχε μειωθεί σοβαρά. Οι μισθοί στην Κροτόνα ήταν δέκα δολλάρια τη βδομάδα. Τα λεφτά του Ουώλτερ Έβανς έπαψαν να έρχονται μετά το διαζύγιο. Ο Φόστερ δεν είχε τίποτε τότε. Με τον πόλεμο είχε εγκαταλείψει τη νομική του άσκηση, παρότι λογάριαζε να την επαναλάβει. Ήταν μια παλιά οικογενειακή απασχόληση και στην ηλικία των είκοσι οκτώ ετών είχε ένα σεβαστό εισόδημα το χρόνο. Τα παράτησε όμως τελείως για να με βοηθά στο έργο που διαμορφωνόταν βαθμιαία κι έπρεπε να κάνουμε – ήταν μια απ’ τις πολλές θυσίες που έκανε όταν αποφάσισε να ενώσει την τύχη του με τη δική μου. Τα παιδιά τον λάτρευαν κι εξακολουθούν να τον λατρεύουν και η σχέση τους ήταν σχέση βαθιάς στοργής κι από μέρους του μεγάλης θυσίας. Τον δέχθηκαν απ’ την αρχή. Γνώρισε τη Ντόροθυ, τη μεγαλύτερη, όταν ήταν εννιά ετών, καθώς ερχόταν στο Μπήτσγουντ Ντράιβ να με δει. Άκουσε κραυγές και ξεφωνητά από ένα δένδρο μπροστά του. Όταν έτρεξε προς τα εκεί είδε ένα κοριτσάκι να κρέμεται με τα γόνατα από ένα κλαδί. Την κοίταξε και της είπε απλά: “Πέσε” κι έπεσε στην αγκαλιά του κι όπως συχνά λέει συμβολικά, από τότε βρίσκεται εκεί. Η Μίλντρεντ ήταν βαριά άρρωστη όταν την πρωτοείδε. Ήταν μια περίπτωση λανθάνουσας ιλαράς κι είχε 106° πυρετό, αλλά τότε δεν ξέραμε τι ήταν. Είναι βασικά βαθιά εσωστρεφής και της αρκούσε να ξέρει ότι έχει “λανθάνουσα” ιλαρά. Προσπαθούσαμε να βρούμε έναν ειδικό και στο μεταξύ η φίλη μου κυρία Κόπλι Ένος κι εγώ περνούσαμε την ημέρα τυλίγοντάς την σε κρύα σεντόνια για να ρίξουμε τον


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

113

πυρετό. Ο Φόστερ μπήκε κι έτρεξε να μας βοηθήσει. Η Μίλντρεντ του έριξε μια ματιά κι από τότε έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Η παρουσίαση στην Έλισον είχε σαν αποτέλεσμα τη φιλία μ’ ένα παχύ και καταβρώμικο παιδί που έφτιαχνε πίτες από λάσπη στην πίσω αυλή. Η ζωή του Φόστερ κι η δική μου περνούσε λοιπόν με το κοινό δημόσιο έργο και με τα σχέδια και τις φροντίδες για το μέλλον. Η κατάσταση στη Θ.Ε. γινόταν όλο και πιο δύσκολη κι είχαν αρχίσει να γίνονται ήδη σχέδια για τη συνέλευση του 1920, οπότε η όλη υπόθεση τινάχθηκε στον αέρα. Μιλώντας από τη δική μου εσωτερική εμπειρία είχα απογοητευθεί απ’ τη Θ.Ε. όπως κι από τον ορθόδοξο Χριστιανισμό, όμως η κατάσταση δεν ήταν τόσο οξεία, γιατί μεγάλες και βασικές αλήθειες είχαν αποκτήσει κάποιο νόημα για μένα και δεν ήμουν μόνη, γιατί ο Φόστερ κι εγώ σχεδιάζαμε ήδη να παντρευθούμε. Έρχομαι τώρα σ’ ένα συμβάν της ζωής μου για το οποίο διστάζω να μιλήσω. Αφορά την εργασία που έκανα τα τελευταία είκοσι επτά χρόνια. Αυτή η εργασία βρήκε παγκόσμια αναγνώριση και προκάλεσε παγκόσμια περιέργεια. Μου έφερε επίσης κάποιες ειρωνείες και υποψίες, αλλά εκπληκτικά λίγες που μπορούσα να τις δικαιολογήσω γιατί εγώ η ίδια ήμουν καχύποπτη στην αρχή. Αναρωτιέμαι γιατί επιχειρώ να ανακινήσω το ζήτημα και δε συνεχίζω απλά την ως τώρα σταθερή τακτική μου ν’ αφήνω το έργο και τα βιβλία μου να μιλήσουν μόνα τους και ν’ αποδειχθούν οι καλύτεροι υπερασπιστές. Νομίζω ότι έχω δύο λόγους. Θέλω πρώτα απ’ όλα να τονίσω τη στενότητα του δεσμού που εδραιώνει με τους ανθρώπους η εσώτερη Ιεραρχία των Διδασκάλων και θέλω να καταστήσω ευκολότερο αυτό το είδος έργου για τους άλλους, υπό την προϋπόθεση ότι είναι το ίδιο είδος έργου. Υπάρχουν πολλές όψεις των λεγόμενων ψυχικών γραπτών. Οι άνθρωποι τείνουν να μην ξεχωρίζουν εκείνο που είναι έκφραση ευσεβούς πόθου, ή προβολή ενός καλού, ήρεμου, καλοπροαίρετου, Χριστιανικού υποσυνείδητου, ή αυτόματη γραφή, άγγιγμα ρευμάτων σκέψης (που όλοι κάνουμε πάντα), ή καθαρή απάτη· κι εκείνων των γραπτών που είναι αποτέλεσμα μιας ισχυρής υποκειμενικής τηλεπαθητικής επικοινωνίας και μιας ανταπόκρισης σε εντύπωση που έρχεται από ορισμένες υψηλές Πνευματικές Πηγές. Συνεχώς επανέρχονται στη Βίβλο τα λόγια “και είπεν ο Κύριος”, όπου κάποιος προφήτης ή μάντης κατέγραψε ό,τι ειπώθηκε. Πολλά απ’ αυτά είναι ωραία και με πνευματική σημασία. Πολλά όμως έχουν την υπογραφή της ασταθούς ανθρωπότητας που εκφράζει τις ιδέες της για το Θεό, τη ζήλια Του, το εκδικητικό Του πνεύμα κι ένα μεγάλο βαθμός αιμοβορίας. Μας λένε ότι οι μεγάλοι μουσικοί ακούν τις συμφωνίες και τα ορατόρια τους μ’ ένα εσωτερικό αυτί κι έπειτα τα μεταφέρουν στο πεντάγραμμο. Από πού αντλούν οι μέγιστοι ποιητές και καλλιτέχνες μας την έμπνευσή τους ανά τους αιώνες; Όλοι από κάποια εσώτερη πηγή κάλλους. Το όλο ζήτημα έχει γίνει δύσκολο εξαιτίας του πλήθους των μεταφυσικών και πνευματιστικών γραπτών που είναι τόσο χαμηλής νοημοσύνης κι έχουν τόσο κοινό και μέτριο περιεχόμενο ώστε κάνουν τους μορφωμένους ανθρώπους να γελούν μαζί τους και να μην ανέχονται να τα διαβάσουν. Θέλω να δείξω λοιπόν ότι υπάρχει ένα άλλο είδος εντύπωσης κι έμπνευσης που μπορεί να καταλήξει σε κείμενα πολύ πάνω απ’ το


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

114

μέσο όρο και που μεταδίδουν την αναγκαία διδασκαλία για τις ερχόμενες γενιές. Το λέω αυτό με κάθε ταπεινότητα, γιατί είμαι μόνο μια πέννα ή ένα μολύβι, μια στενογράφος κι ένας διαβιβαστής της διδασκαλίας κάποιου που σέβομαι και τιμώ και είμαι ευτυχής να υπηρετώ. Η πρώτη μου επαφή με το Θιβετανό έγινε το Νοέμβριο του 1919. Είχα στείλει τα παιδιά στο σχολείο και σκέφθηκα να ξεκλέψω λίγα λεπτά για μένα και πήγα προς το λόφο που ήταν κοντά στο σπίτι. Κάθισα κι άρχισα να σκέφτομαι και τότε ξαφνικά έμεινα έκπληκτη και γεμάτη προσοχή. Άκουσα κάτι σαν καθαρό μουσικό φθόγγο που ερχόταν απ’ τον ουρανό δια του λόφου σ’ εμένα. Τότε άκουσα μια φωνή που έλεγε, “Υπάρχουν κάποια βιβλία που είναι επιθυμητό να γραφούν για το κοινό. Μπορείς να τα γράψεις. Θα το κάνεις;” Χωρίς να διστάσω στιγμή απάντησα, “Και βέβαια όχι. Δεν είμαι καταραμένη ψυχικιά και δε θέλω ν’ ανακατευθώ με κάτι τέτοιο”. Ξαφνιάστηκα ακούγοντας τον εαυτό μου να μιλάει δυνατά. Η φωνή συνέχισε να λέει ότι οι φρόνιμοι άνθρωποι δεν κάνουν βιαστικές κρίσεις, ότι είχα ένα ιδιαίτερο χάρισμα ανώτερης τηλεπάθειας κι ότι αυτό που μου ζητούσαν να κάνω δεν είχε καμιά σχέση με τον κατώτερο ψυχισμό. Απάντησα ότι δε μ’ ένοιαζε, ότι δε με ενδιέφερε καθόλου οποιαδήποτε εργασία ψυχικής φύσης. Το αόρατο πρόσωπο που μου μιλούσε τόσο καθαρά και άμεσα είπε τότε ότι θα μου έδινε χρόνο να σκεφθώ· ότι δε θα μου ζητούσε ν’ απαντήσω τώρα κι ότι θα ξαναρχόταν ακριβώς σε τρεις βδομάδες να μάθει τι σκόπευα να κάνω. Τότε τινάχθηκα σαν να ξυπνούσα από όνειρο, πήγα σπίτι και ξέχασα εντελώς το ζήτημα. Δεν το ξανασκέφθηκα πια και δεν το ανέφερα ούτε στον Φόστερ. Όλο το διάστημα δεν το ξαναθυμήθηκα, αλλά ύστερα από τρεις εβδομάδες μου μίλησαν πάλι ένα βράδυ που καθόμουν στο σαλονάκι μου αφού είχαν πάει τα παιδιά να κοιμηθούν. Πάλι αρνήθηκα, αλλά ο ομιλητής με παρακάλεσε να το ξανασκεφθώ κι έπειτα από δύο βδομάδες τουλάχιστον να δω τι θα μπορούσα να κάνω. Αυτή τη φορά άρχισα να νιώθω περιέργεια, αλλά δεν είχα καθόλου πεισθεί. Θα δοκίμαζα για δύο βδομάδες ή ένα μήνα κι έπειτα θα αποφάσιζα τι θα έκανα. Σ’ αυτές τις λίγες εβδομάδες έγραψα τα πρώτα κεφάλαια της Μύησης, Ανθρώπινης και Ηλιακής. Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι η εργασία που κάνω δεν έχει καμιά σχέση με την αυτόματη γραφή. Η αυτόματη γραφή, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις (και δυστυχώς πολλοί νομίζουν ότι η περίπτωσή τους είναι σπάνια εξαίρεση) είναι πολύ επικίνδυνη. Ο ζηλωτής ή ο μαθητής υποτίθεται πως δεν είναι ποτέ αυτόματο. Υποτίθεται ότι ποτέ δεν αφήνει ένα τμήμα του εξοπλισμού του έξω απ’ το συνειδητό του έλεγχο. Όταν το κάνει, μπαίνει σε μια κατάσταση επικίνδυνης αρνητικότητας. Τότε είναι φυσικό να είναι μέτριο το υλικό που δέχεται. Δεν υπάρχει τίποτε νέο σ’ αυτό και συχνά χειροτερεύει με την πάροδο του χρόνου. Πολλές φορές η αρνητικότητα του υποκειμένου επιτρέπει την είσοδο μιας δεύτερης δύναμης η οποία για κάποιο ιδιάζοντα λόγο δεν είναι ποτέ του ίδιου υψηλού επιπέδου όπως η πρώτη. Ύστερα έρχεται ο κίνδυνος της κατάληψης. Αναγκασθήκαμε ν’ αντιμετωπίσουμε πολλές περιπτώσεις κατάληψης σαν αποτέλεσμα της αυτόματης γραφής.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

115

Στην εργασία που κάνω δεν υπάρχει αρνητικότητα, αλλά έχω μια στάση έντονης, θετικής προσοχής. Έχω πλήρη έλεγχο όλων των αισθητήριων αντιλήψεων και δεν υπάρχει τίποτε αυτόματο σ’ ό,τι κάνω. Απλά ακούω και καταγράφω τις λέξεις που ακούω και τις σκέψεις που σταλάζουν μια-μια στο μυαλό μου. Δεν κάνω καμιά αλλαγή σ’ ό,τι δίνεται στο κοινό απ’ ό,τι δίνεται σε μένα, εκτός όταν διορθώνω τα Αγγλικά ή αντικαθιστώ μια ασυνήθιστη λέξη με μια άλλη σαφέστερη, φροντίζοντας πάντα να διατηρώ το νόημα όπως δόθηκε. Ποτέ δεν άλλαξα κάτι απ’ όσα μου έδωσε ο Θιβετανός. Αν το έκανα έστω και μια φορά, δε θα μου υπαγόρευε ξανά. Αυτό θέλω να το ξεκαθαρίσω τελείως. Δεν καταλαβαίνω πάντα τι μου δίνει. Δε συμφωνώ πάντα. Αλλά τα καταγράφω όλα με ευσυνειδησία κι έπειτα ανακαλύπτω ότι έχουν νόημα κι εφελκύουν την ενορατική ανταπόκριση. Αυτή η εργασία του Θιβετανού έχει σκανδαλίσει πολύ τον κόσμο και τους ψυχολόγους παντού. Συζητούν για την αιτία του φαινομένου και ισχυρίζονται πως ό,τι γράφω προέρχεται μάλλον απ’ το υποσυνείδητό μου. Άκουσα ότι ο Γιούνγκ υποστηρίζει ότι ο Θιβετανός είναι η προσωποποίηση του ανώτερου εαυτού μου και η Άλις Α. Μπέϊλη είναι ο κατώτερος εαυτός. Κάποτε θα τον ρωτήσω (αν έχω την ευχαρίστηση να τον συναντήσω) πώς συμβαίνει η προσωποποίηση του ανώτερου εαυτού μου να μπορεί να μου στέλνει δέματα απ’ την Ινδία, γιατί αυτό ακριβώς έκανε. Πριν λίγα χρόνια ένας πολύ αγαπητός φίλος που συνδεόταν πολύ με τον Φόστερ και μένα απ’ την αρχή του έργου μας – ο κ. Χένρυ Κάρπεντερ – πήγε στην Ινδία για να προσπαθήσει να πλησιάσει τους Διδασκάλους στο Σιγκατσέ, μια μικρή ντόπια πόλη στα Ιμαλάια, ακριβώς μετά τα σύνορα του Θιβέτ. Έκανε τρεις φορές αυτή την προσπάθεια παρόλο που του έλεγα ότι θα μπορούσε να βρει το Διδάσκαλο εδώ στη Νέα Υόρκη, αν έκανε ό,τι χρειαζόταν κι αν η στιγμή ήταν ώριμη. Ήθελε να πει στους Διδασκάλους, προς μεγάλη μου διασκέδαση, ότι είχα πολλές σκοτούρες κι ότι έπρεπε να κάνουν κάτι γι’ αυτό. Καθώς ήταν προσωπικός φίλος του Λόρδου Ρέντιγκ, άλλοτε αντιβασιλέα της Ινδίας, του δόθηκε κάθε μέσον για να φθάσει στον προορισμό του, αλλά ο Δαλάι Λάμα δεν του επέτρεψε να περάσει τα σύνορα. Στο δεύτερο ταξίδι του στην Ινδία άκουσε στο Γκιάντσε (το πιο απομακρυσμένο σημείο που μπόρεσε να φτάσει κοντά στα σύνορα) μια μεγάλη οχλοβοή στον οικισμό των μπαγκαλόου. Πήγε να δει τι ήταν και βρήκε ένα λάμα πάνω σ’ ένα γάιδαρο, τη στιγμή που έμπαινε στον οικισμό. Τον ακολουθούσαν τέσσερις λάμα κι όλοι οι ιθαγενείς του οικισμού τον τριγύριζαν και υποκλίνονταν. Ο κ. Κάρπεντερ ρώτησε με το διερμηνέα του τι συνέβαινε και του είπαν ότι ο λάμα ήταν ο ηγούμενος ενός μοναστηριού στα σύνορα του Θιβέτ κι είχε κατέβει ειδικά για να του μιλήσει. Ο ηγούμενος του είπε ότι ενδιαφερόταν για το έργο που κάναμε και τον ρώτησε για μένα. Ρώτησε για τη Σχολή Αρκέην και του έδωσε δύο μεγάλα δέματα λιβάνι για μένα. Αργότερα ο κ. Κάρπεντερ είδε το στρατηγό Λέηντεν Λα στο Νταρτζήλιγκ. Ο στρατηγός ήταν Θιβετανός που είχε σπουδάσει στη Μεγάλη Βρετανία σε κρατικό σχολείο και πανεπιστήμιο κι είχε επιφορτισθεί με μυστική υπηρεσία στα σύνορα του Θιβέτ. Τώρα έχει πεθάνει αλλά ήταν ένας μεγάλος και καλός άνθρωπος. Ο κ.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

116

Κάρπεντερ του είπε για την εμπειρία του με το λάμα και ότι ήταν ο ηγούμενος κάποιου μοναστηριού. Ο στρατηγός αρνήθηκε απόλυτα ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Είπε ότι ο ηγούμενος ήταν ένας πολύ μεγάλος κι άγιος άνθρωπος και ποτέ δεν είχε γίνει γνωστό ότι πέρασε τα σύνορα ή ότι επισκέφθηκε ένα Δυτικό. Όταν όμως ο κ. Κάρπεντερ επέστρεψε τον επόμενο χρόνο, ο στρατηγός Λέηντεν Λα παραδέχτηκε ότι είχε κάνει λάθος· ότι ο ηγούμενος είχε κατέβει για να τον δει. Αφού έγραψα σχεδόν ένα μήνα για το Θιβετανό, ήμουν τελείως τρομοκρατημένη κι αρνήθηκα απόλυτα να συνεχίσω την εργασία. Είπα στο Θιβετανό ότι τα τρία κοριτσάκια είχαν μόνο εμένα να τα φροντίσει, ότι αν αρρώσταινα ή τρελαινόμουν (όπως πολλοί ψυχικοί το παθαίνουν) θα έμεναν ολομόναχα κι αυτό δεν μπορούσα να το διακινδυνέψω. Δέχθηκε την απόφασή μου, αλλά μου είπε να προσπαθήσω να έρθω σ’ επαφή με το Διδάσκαλό μου Κ.Χ. και να κουβεντιάσω το ζήτημα μαζί Του. Αφού το σκέφθηκα για μια βδομάδα περίπου, αποφάσισα να έρθω σ’ επαφή με τον Κ.Χ. και το έκανα ακολουθώντας την πολύ συγκεκριμένη τεχνική που μου είχε διδάξει. Όταν είχα την ευκαιρία μιας συνέντευξης με τον Κ.Χ., συζητήσαμε διεξοδικά το ζήτημα. Με βεβαίωσε ότι δε διέτρεχα κανένα κίνδυνο, φυσικό ή νοητικό κι ότι είχα την ευκαιρία να κάνω ένα πολύτιμο έργο. Μου είπε ότι Αυτός είχε προτείνει να βοηθήσω το Θιβετανό· ότι δε θα με μετέφερε στο άσραμ (ή πνευματική ομάδα) του Θιβετανού, αλλά επιθυμούσε να εργασθώ μαζί Του. Συμμορφώθηκα λοιπόν με την επιθυμία του Κ.Χ. και είπα στο Θιβετανό ότι θα εργαζόμουν μαζί Του. Υπήρξα αυστηρά η γραφέας και η γραμματέας του κι όχι μέλος της ομάδας Του. Ποτέ δεν αναμίχθηκε στην προσωπική μου εργασία ή εκπαίδευση. Την άνοιξη του 1920 μπήκα σε μια πολύ ευτυχισμένη περίοδο συνεργασίας μαζί Του, ενώ εργαζόμουν σαν πρεσβύτερη μαθήτρια στο άσραμ του δικού μου Διδασκάλου. Έγραψα από τότε πολλά βιβλία για το Θιβετανό. Αφού τελείωσα τα πρώτα κεφάλαια της Μύησης, Ανθρώπινης και Ηλιακής, έδειξα το χειρόγραφο στον Β.Π. Βάντια. Αναστατώθηκε και μου είπε πως θα δημοσίευε ό,τι θα “προερχόταν απ’ αυτή την πηγή” και τύπωσε τα πρώτα κεφάλαια στο Θεοσοφιστή που εκδιδόταν στο Αντυάρ της Ινδίας. Τότε εκδηλώθηκε η συνηθισμένη θεοσοφική αντιζηλία κι αντιδραστική στάση και δεν τυπώθηκε τίποτε πια. Το ύφος του Θιβετανού βελτιωνόταν με τα χρόνια. Στην αρχή υπαγόρευε σε φορτικά, φτωχά Αγγλικά, αλλά κατορθώσαμε να δώσουμε ένα ύφος και μια παρουσίαση που ταίριαζε στις μεγάλες αλήθειες τις οποίες ο ρόλος Του ήταν ν’ αποκαλύψει κι ο δικός μου και του συζύγου μου να φέρουμε στην προσοχή του κοινού. Τον πρώτο καιρό που έγραφα για το Θιβετανό, έπρεπε να γράφω σε τακτές ώρες και ήταν μια καθαρή, σύντομη και σαφής υπαγόρευση. Μου δινόταν λέξη προς λέξη με τέτοιο τρόπο ώστε μπορώ να ισχυρισθώ πως άκουγα σαφώς μια φωνή. Μπορεί λοιπόν να λεχθεί ότι ξεκίνησα με μια ψυχακουστική τεχνική, αλλά σύντομα διαπίστωσα, καθώς οι διάνοιές μας συγχρονίζονταν, ότι αυτή δεν ήταν αναγκαία κι ότι αν συγκεντρωνόμουν αρκετά και η προσοχή μου ήταν επαρκώς εστιασμένη, θα μπορούσα ν’ αποτυπώσω και να καταγράψω τις σκέψεις του Θιβετανού (τις προσεκτικά


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

117

διατυπωμένες κι εκφρασμένες ιδέες Του) όπως τις ενστάλαζε στο νου μου. Αυτό συνεπάγεται την επίτευξη και διατήρηση ενός έντονου, εστιασμένου σημείου προσοχής. Είναι σχεδόν σαν την ικανότητα που μπορεί να επιδείξει ο προχωρημένος σπουδαστής του διαλογισμού, να συγκρατεί το επιτευχθέν σημείο πνευματικής προσοχής στο ανώτατο δυνατό σημείο. Μπορεί να είναι κουραστικό στην αρχή, όταν προσπαθεί κανείς σκληρά να επιτύχει, αλλά αργότερα είναι ευχερές κι έχει σαν αποτέλεσμα διαύγεια σκέψης και μια διέγερση που έχει ένα σαφώς καλό φυσικό επακόλουθο. Σήμερα σαν αποτέλεσμα της 27ετούς εργασίας μου με το Θιβετανό μπορώ να έρθω σε τηλεπαθητική σχέση μαζί Του χωρίς την παραμικρή δυσκολία. Μπορώ και διατηρώ τη νοητική μου ακεραιότητα όλη την ώρα και μπορώ πάντα να διαφωνώ μαζί Του όταν μου φαίνεται καμιά φορά πως – σαν Δυτικός – μπορεί να ξέρω καλύτερα απ’ Αυτόν ό,τι αφορά ορισμένα σημεία διατύπωσης. Όταν έχουμε καμιά διαφωνία σε κάποια γραμμή, γράφω ανελλιπώς το κείμενο όπως το θέλει, μολονότι μπορεί να τροποποιήσει την έκφρασή Του ύστερα από μια συζήτηση μαζί μου. Αν δεν αλλάξει τη διατύπωση και την άποψή Του, δεν αλλάζω τίποτε απ’ ό,τι είπε. Άλλωστε τα βιβλία είναι δικά Του, όχι δικά μου και βασικά η ευθύνη είναι δική Του. Δε μου επιτρέπει να κάνω λάθη και παρακολουθεί το τελικό δοκίμιο με μεγάλη φροντίδα. Δεν είναι μόνο να καταγράψω την υπαγόρευσή Του κι έπειτα να Του την υποβάλω δακτυλογραφημένη. Είναι η προσεκτική Του επιθεώρηση του τελικού δοκιμίου. Το αναφέρω εσκεμμένα γιατί πολύ λίγοι όταν ο Θιβετανός λέει κάτι που δεν τους βρίσκει προσωπικά σύμφωνους, θεωρούν ότι το σημείο της διαφωνίας παρεμβλήθηκε από μένα. Αυτό δε συνέβη ποτέ, ακόμη κι όταν δε συμφωνώ πάντα ή δεν καταλαβαίνω και θέλω να επαναλάβω – δημοσίευσα ακριβώς αυτά που είπε ο Θιβετανός. Σ’ αυτό το σημείο επιμένω. Επίσης μερικοί σπουδαστές όταν δεν καταλαβαίνουν οι ίδιοι τι εννοεί ο Θιβετανός, ισχυρίζονται ότι οι λεγόμενες ασάφειές Του οφείλονται στην από μέρους μου εσφαλμένη διατύπωση των λεγομένων Του. Όπου υπάρχουν ασάφειες και υπάρχουν αρκετές στα βιβλία Του, οφείλονται στο γεγονός ότι δεν μπορεί ο ίδιος να γίνει σαφέστερος, εξαιτίας των περιορισμών των αναγνωστών Του και της δυσκολίας να βρει λέξεις ικανές να εκφράσουν τις νεότερες αλήθειες και τις ενορατικές αντιλήψεις που αιωρούνται ακόμη στα σύνορα της ανελισσόμενης συνείδησης των ανθρώπων. Τα βιβλία που έγραψε ο Θιβετανός θεωρούνται σημαντικά απ’ τους Δασκάλους που ευθύνονται για τη διάδοση των νέων αληθειών τις οποίες χρειάζεται η ανθρωπότητα. Δίνεται επίσης μια νέα διδασκαλία πάνω στη γραμμή της πνευματικής εκπαίδευσης και της προετοιμασίας των ζηλωτών για τη μαθητεία. Μεγάλες αλλαγές γίνονται στις μεθόδους και τεχνικές και γιαυτό ο Θιβετανός πρόσεξε ιδιαίτερα να μην κάνω λάθη. Στην περίοδο της δεύτερης φάσης του Παγκόσμιου Πολέμου, η οποία άρχισε το 1939, πολλοί ειρηνιστές και καλοπροαίρετοι αν και απερίσκεπτοι άνθρωποι μεταξύ των σπουδαστών της Σχολής Αρκέην και του γενικού κοινού, τους οποίους είχαμε κατορθώσει να πλησιάσουμε, υποστήριξαν ότι εγώ είχα γράψει τα φυλλάδια και τα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

118

κείμενα που επιδοκίμαζαν τα Ηνωμένα Έθνη και την ανάγκη της ήττας των Δυνάμεων του Άξονα κι ότι ο Θιβετανός δεν ήταν υπεύθυνος για τις αντιναζιστικές απόψεις αυτών των άρθρων. Κι αυτό επίσης δεν είναι αλήθεια. Οι ειρηνιστές πήραν την ορθόδοξη και ιδεαλιστική άποψη ότι επειδή ο Θεός είναι αγάπη, θα Του ήταν αδύνατο να είναι εναντίον των Γερμανών ή των Ιαπώνων. Επειδή ο Θεός είναι αγάπη, δεν είχε άλλη δυνατότητα, ούτε η Ιεραρχία που εργάζεται υπό τον Χριστό, παρά να σταθεί σταθερά στο πλευρό εκείνων που ζητούσαν να ελευθερώσουν την ανθρωπότητα απ’ τη σκλαβιά, το κακό, την επιθετικότητα και τη διαφθορά. Ποτέ δεν ήταν αληθινότερα τα λόγια του Χριστού, “Ο μη ών μετ’ εμού κατ’ εμού εστί”. Ο Θιβετανός στα κείμενά του εκείνης της περιόδου πήρε μια σταθερή κι ακλόνητη θέση και σήμερα (1945) μπροστά στις ακατονόμαστες θηριωδίες, τις σκληρότητες και την πολιτική εξανδραποδισμού των εθνών του Άξονα η θέση Του έχει δικαιωθεί. Όλο αυτό τον καιρό η κατάσταση στην Κροτόνα γινόταν οξύτερη. Ο Βάντια είχε έρθει στην Κροτόνα (ως εκπρόσωπος της κ. Μπέζαντ) κι αγωνιζόταν κι εμείς συνεργαζόμασταν μαζί του για να επαναφέρουμε τη Θεοσοφική Εταιρεία στο αρχικό της κίνητρο της παγκόσμιας αδελφότητας. Συνεργαζόμασταν γιατί εκείνη την εποχή ο Βάντια φαινόταν σοβαρός και ειλικρινής και είχε το συμφέρον της εταιρείας στην καρδιά του. Το σχίσμα στην εταιρεία πλάταινε σταθερά και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ εκείνων που υποστήριζαν τη δημοκρατική άποψη κι εκείνων που υποστήριζαν την πνευματική εξουσία και τον πλήρη έλεγχο της Θεοσοφικής Εταιρείας απ’ τον Εσωτερικό Τομέα μεγάλωνε γοργά. Η αρχική βάση της Θ.Ε. στηριζόταν στην αυτονομία των στοών στους διάφορους εθνικούς τομείς, αλλά την εποχή που ο Φόστερ Μπέϊλη κι εγώ μπήκαμε στο έργο η όλη κατάσταση είχε αλλάξει ριζικά. Αξιώματα στις στοές έπαιρναν μόνο εκείνοι που ήταν μέλη του Ε.Τ. και μέσω αυτών η κ. Μπέζαντ και οι αρχηγοί στο Αντυάρ έλεγχαν κάθε τομέα και κάθε στοά. Αν δε δεχόταν κάποιος τους ισχυρισμούς των μελών του Ε.Τ. κάθε στοάς, έπεφτε σε δυσμένεια και συνεπώς του ήταν σχεδόν αδύνατο να εργασθεί στη Στοά. Τα περιοδικά των τομέων και το διεθνές περιοδικό Θεοσοφιστής ασχολούνταν με τους προσωπικούς καυγάδες. Δημοσίευαν άρθρα επιθετικά ή υπερασπιστικά κάποιου ατόμου. Μια ισχυρή φάση ψυχισμού σάρωνε την εταιρεία λόγω των ψυχιστικών κηρυγμάτων του κ. Λεντμπήτερ και του υπερβολικού ελέγχου που ασκούσε στην κ. Μπέζαντ. Τα επακόλουθα του σκανδάλου Λεντμπήτερ προκαλούν ακόμη πολλές συζητήσεις. Οι διακηρύξεις της κ. Μπέζαντ για τον Κρισναμούρτι δίχασαν εντελώς την εταιρεία. Έρχονταν διαταγές απ’ το Αντυάρ, βασισμένες σε δήθεν εντολές ενός Διδασκάλου προς τον Εξωτερικό Αρχηγό ότι κάθε μέλος της Θ.Ε. έπρεπε να στρέψει τα ενδιαφέροντά του σε μία ή και στις τρεις μορφές έργου – το Τεκτονικό Τάγμα, το Τάγμα Υπηρεσίας και το εκπαιδευτικό κίνημα. Αν δεν το κάνατε, σας θεωρούσαν ανέντιμο, αδιάφορο στα αιτήματα των Διδασκάλων και κακό Θεοσοφιστή. Δημοσιεύθηκαν στο Αντυάρ βιβλία του κ. Λεντμπήτερ, που ήταν ψυχιστικά στα συμπεράσματά τους και ήταν αδύνατο να επαληθευθούν, τα οποία μετέδιδαν μια έντονη χροιά αστρισμού. Ένα απ’ τα κύρια έργα του, Ο Άνθρωπος: Πόθεν, Πώς και


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

119

Πού, ήταν ένα βιβλίο που θεμελίωσε τη βασική μου δυσπιστία σ’ ό,τι έγραφε ο κ. Λεντμπήτερ. Είναι ένα βιβλίο που σκιαγραφεί το μέλλον και το έργο της Ιεραρχίας στο μέλλον, αλλά εκείνο που μου φάνηκε περίεργο κι ενδιαφέρον ήταν ότι η πλειοψηφία όσων θα έπαιρναν υψηλά αξιώματα στην Ιεραρχία και στο μελλοντικό πολιτισμό ήταν προσωπικοί φίλοι του κ. Λεντμπήτερ. Γνώριζα μερικούς απ’ αυτούς – αξιότιμοι, ευγενικοί και μέτριοι, κανένας τους δεν ήταν γίγαντας της διανόησης και πολλοί απ’ αυτούς ήταν εντελώς ασήμαντοι. Είχα ταξιδέψει τόσο πολύ κι είχα γνωρίσει τόσους πολλούς ανθρώπους τους οποίους ήξερα ότι είναι πιο κατάλληλοι στην παγκόσμια υπηρεσία, πιο νοήμονες στην υπηρεσία του Χριστού και πιο αληθινοί ερμηνευτές της αδελφότητας, ώστε τα μάτια μου είχαν ανοίξει στη ματαιότητα και την έλλειψη χρησιμότητας αυτού του είδους της λογοτεχνίας. Εξαιτίας όλων αυτών πολλοί άνθρωποι εγκατέλειπαν τη Θεοσοφική Εταιρεία με αηδία και αμηχανία. Συχνά αναρωτιόμουν ποια θα ήταν η τύχη της Θ.Ε. αν είχαν το θάρρος να μείνουν, αν είχαν αρνηθεί να εκτοπισθούν κι αν είχαν αγωνισθεί για την πνευματική βάση του κινήματος. Αλλά δεν το έκαναν κι ένας μεγάλος αριθμός άξιων ανθρώπων έφυγε, γιατί ένιωθαν πως είχαν εξαπατηθεί, παρεμποδισθεί και καταστεί ανίκανοι να εργασθούν. Δεν παραιτήθηκα ποτέ από την εταιρεία και μόνο τα τελευταία χρόνια σταμάτησα να πληρώνω τη συνδρομή μου. Μακρηγορώ κάπως για όλα αυτά, επειδή αυτή η κατάσταση ή το περιβάλλον έκανε αναγκαίες τις αλλαγές κι απ’ αυτές σχηματοποιήθηκε το έργο μας στα επόμενα είκοσι χρόνια. Οι μαθητές όλων των Διδασκάλων είναι παντού στον κόσμο, εργαζόμενοι σε πολλές διαφορετικές γραμμές για να οδηγήσουν την ανθρωπότητα στο φως και να υλοποιήσουν τη βασιλεία του Θεού στη γη και η στάση της Θεοσοφικής Εταιρείας που θεωρεί ότι είναι ο μοναδικός αγωγός και η άρνησή της ν’ αναγνωρίσει άλλες ομάδες και οργανώσεις σαν ακέραια κι εξίσου σημαντικά τμήματα της Θεοσοφικής Κίνησης (όχι της Θεοσοφικής Εταιρείας) στον κόσμο, είναι κυρίως υπεύθυνη για την απώλεια του γοήτρου της. Είναι κάπως αργά πια για τη Θ.Ε. να βελτιώσει τους τρόπους της και να βγει από την απομόνωση και τη χωριστικότητα και να αποτελέσει μέρος της μεγάλης Θεοσοφικής Κίνησης που σαρώνει σήμερα τον κόσμο. Η κίνηση αυτή δεν εκφράζεται μόνο με τα διάφορα αποκρυφιστικά κι εσωτερικά σώματα, αλλά και με τις εργατικές ενώσεις, τα σχέδια για την παγκόσμια ενότητα και τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση, με το νέο όραμα στο πολιτικό πεδίο και με την αναγνώριση των αναγκών της ανθρωπότητας παντού. Ο εκφυλισμός του αρχικού, ωραίου κινήτρου αποτελεί σπαραγμό για όσους από μας αγάπησαν τις αρχές και τις αλήθειες τις οποίες εκπροσωπούσε αρχικά η Θεοσοφία. Ας μη γελιόμαστε, το κίνημα που εγκαινίασε η Έλενα Πέτροβνα Μπλαβάτσκυ, ήταν ένα ακέραιο τμήμα ενός Ιεραρχικού σχεδίου. Πάντα υπήρχαν θεοσοφικές εταιρείες ανά τους αιώνες – το όνομα του κινήματος δεν είναι νέο – αλλά η Ε.Π.Μπ. του έδωσε μια λάμψη και μια δημοσιότητα που έδωσε μια νέα νότα κι έφερε στο φως μια αγνοημένη κι ως τώρα κάπως μυστική ομάδα και κατέστησε προσιτή για το κοινό την πανάρχαιη αυτή διδασκαλία. Το παγκόσμιο χρέος προς την κ. Μπέζαντ για το έργο που έκανε,


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

120

φέρνοντας τις βασικές αρχές της διδασκαλίας της Θ.Ε. στη διάθεση των μαζών όλων των χωρών, είναι κάτι που ποτέ δεν μπορεί να ξεπληρωθεί. Δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να παραγνωρισθεί η καταπληκτική, μεγαλειώδης εργασία που έκανε για τους Διδασκάλους και την ανθρωπότητα. Εκείνοι που στα τελευταία πέντε χρόνια της επιτέθηκαν με τόση βιαιότητα, μου φαίνονται σαν τους ψύλλους που επιτίθενται εναντίον ενός ελέφαντα. Το 1920 η όλη κατάσταση έφτασε στο αποκορύφωμά της. Το σχίσμα μεταξύ των οπαδών του αυταρχισμού του Ε.Τ. και των δημοκρατικότερων διανοιών της Θ.Ε. όλο και μεγάλωνε. Στην Αμερική ο κ. Ουώρριγκτον κι όλοι οι αρχηγοί κι εκπρόσωποι του Ε.Τ. αντιπροσώπευαν τη μια ομάδα και η άλλη ομάδα είχε επικεφαλής εκείνη την εποχή τον Φόστερ Μπέϊλη και τον Β.Π. Βάντια. Αυτή ήταν η κατάσταση όταν έγινε στο Σικάγο η περίφημη συνέλευση του θέρους του 1920. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα παραστεί σε συνέλευση και θα είναι λίγο να πω ότι απογοητεύθηκα, αηδίασα και προσβλήθηκα. Είχε συγκεντρωθεί ένα πλήθος ανδρών και γυναικών από όλα τα μέρη των Η.Π.Α., που υποθετικά ασχολούνταν με τη διδασκαλία και την εξάπλωση της αδελφότητας. Το μίσος και η μνησικακία, η προσωπική έχθρα κι ο πολιτικός χειρισμός ήταν τόσο αποτρόπαια και συνταρακτικά, ώστε ορκίστηκα να μην παρακολουθήσω ποτέ πια στη ζωή μου Θεοσοφική Συνέλευση. Μετά τον κ. Ουώρριγκτον είμασταν οι ανώτεροι αξιωματούχοι της Θ.Ε., αλλά αποτελούσαμε μια μικρή μειοψηφία. Ήταν φανερό από τις πρώτες στιγμές της συνέλευσης ότι ο Ε.Τ. είχε τον έλεγχο κι ότι όσοι υποστήριζαν την αδελφότητα και τη δημοκρατία ήταν απελπιστικά λιγότεροι και συνεπώς ηττημένοι. Υπήρχαν Θεοσοφιστές στην πλευρά των υποστηρικτών του αυταρχισμού, που ήταν καταπικραμένοι. Δέχονταν τον έλεγχο του Ε.Τ. αλλά ένιωθαν ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνταν ήταν επιλήψιμες. Πολλοί απ’ αυτούς έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μας δείξουν σαν άτομα ένα φιλικό πνεύμα. Μερικοί προς το τέλος της συνέλευσης είχαν πεισθεί για την ορθότητα της θέσης μας και μας το είπαν. Άλλοι που είχαν έρθει στη συνέλευση με ευρύτητα αντίληψης, έριξαν το βάρος του ενδιαφέροντός τους υποστηρίζοντας την πλευρά μας. Παρόλα αυτά όμως ηττηθήκαμε τελειωτικά κι ο Ε.Τ. θριάμβευσε επιθετικά. Δε μας έμενε άλλο παρά να επιστρέψουμε στην Κροτόνα κι η κατάσταση ήταν τέτοια ώστε τελικά ο κ. Ουώρριγκτον αναγκάστηκε να παραιτηθεί από αρχηγός της Θεοσοφικής Εταιρείας της Αμερικής, μολονότι διατήρησε τη θέση του στον Ε.Τ. Τον διαδέχθηκε ο κ. Ρότζερς που μας αντιπολιτευόταν φαρμακερά και ήταν πολύ πιο προσωπικός στην αντιπολίτευσή του απ’ τον κ. Ουώρριγκτον. Ο τελευταίος αντιλαμβανόταν την ειλικρίνειά μας και πέρα από τις οργανωτικές διαφορές μας υπήρχε μια δυνατή στοργή μεταξύ του κ. Ουώρριγκτον, του Φόστερ κι εμένα. Η εμβέλεια του κ. Ρότζερς ήταν πολύ μικρότερη και μας πέταξε απ’ τις θέσεις μας μόλις κατέλαβε την αρχή. Έτσι τελείωσε η διαμονή μας στην Κροτόνα και η πολύ πραγματική μας προσπάθεια να υπηρετήσουμε τη Θεοσοφική Εταιρεία.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

T

κεφάλαιο αυτό αποτελεί μια πλήρη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον κόσμο που ανήκα και στον κόσμο που ανήκω τώρα (1947). Ένας εντελώς νέος κύκλος αρχίζει. Ως τώρα ήμουν απλά η Άλις Μπέϊλη, κοινωνική εργάτρια, μητέρα και θρησκευτική εργάτρια· ο χρόνος μου ήταν δικός μου· κανείς δεν ήξερε τίποτε για μένα· μπορούσα να κανονίζω τις μέρες μου όπως με βόλευε, εκτός σ’ ό,τι αφορούσε τα παιδιά· κανείς δε μου ζητούσε ραντεβού· δεν υπήρχαν τυπογραφικά δοκίμια να διαβάσω· δεν ήμουν υποχρεωμένη να δίνω διαλέξεις· και πάνω απ’ όλα δεν υπήρχε ατέλειωτη αλληλογραφία κι επιστολές που απαιτούσαν την προσοχή μου. Αναρωτιέμαι καμιά φορά αν το κοινό έχει την παραμικρή ιδέα για τον κυριολεκτικά τρομαχτικό αριθμό επιστολών που δέχομαι και υπαγορεύω. Δεν υπερβάλλω όταν λέω ότι υπήρξαν χρονιές που υπαγόρευσα πάνω από 10.000 επιστολές και κάποτε που χρονομέτρησα την τρέχουσα αλληλογραφία μιας ημέρας, μου πήρε σαράντα οκτώ λεπτά μόνο για ν’ ανοίξω τους φακέλους χωρίς να βγάλω τα γράμματα. Όταν συμβαίνει αυτό κι όταν πρέπει να προστεθούν οι χιλιάδες επίσημες επιστολές που έχω υπογράψει συν αυτές που έχω γράψει στους τοπικούς ομίλους (τις οποίες δεν υπέγραψα η ίδια) μπορείτε να καταλάβετε γιατί μια μέρα είπα στον άνδρα μου ότι πάνω στην ταφόπετρά μου έπρεπε να γραφούν τα λόγια: “Πέθανε πνιγμένη στα χαρτιά”. Σήμερα το ρεκόρ μου είναι 6.000 γράμματα το χρόνο, γιατί έχω παραχωρήσει μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας μου σε άνδρες και γυναίκες που μπορούν ν’ αφιερώσουν περισσότερη σκέψη, χρόνο κι ενδιαφέρον στην απάντηση της αλληλογραφίας μου. Καμιά φορά υπογράφω αυτά τα γράμματα· καμιά φορά όχι και θα ήθελα στο σημείο αυτό να δώσω τις ευγνώμονες ευχαριστίες μου ιδιαίτερα στον κ. Βίκτωρ Φοξ και σε έναν ή δύο άλλους που έχουν γράψει για λογαριασμό μου θαυμάσια γράμματα (γράμματα για τα οποία πήρα θερμές ευχαριστίες) ενώ οι ίδιοι δεν κέρδισαν τίποτε. Αυτό είναι που ονομάζω ανιδιοτελή υπηρεσία – να γράψεις ένα γράμμα που δεν το υπογράφεις και για το οποίο δέχεται κάποιος άλλος ευχαριστίες. Η εξιστόρηση αυτού του τμήματος της ζωής μου (1921-1931) είναι σχετικά ανιαρή. Μου είναι δύσκολο να δώσω χρώμα ή οτιδήποτε θα μπορούσε να αφαιρέσει τη μονοτονία του μαγκανοπήγαδου στο οποίο μπήκα αυτά τα χρόνια. Ούτε ο Φόστερ Μπέϊλη ούτε εγώ είχαμε σχεδιάσει τέτοια ζωή και συχνά λέγαμε ότι αν ξέραμε τι μας επιφύλασσε το μέλλον, δε θα αρχίζαμε ποτέ αυτά που αναλάβαμε. Είναι μια εξαιρετική περίπτωση επαλήθευσης της παροιμίας ότι “η άγνοια είναι ευτυχία”. Ύστερα από εκείνη τη σκανδαλώδη ετήσια συνέλευση της Θ.Ε. στο Σικάγο, ο Φόστερ κι εγώ επιστρέψαμε στην Κροτόνα τελείως απογοητευμένοι και βαθιά πεισμένοι ότι η Θ.Ε. διευθυνόταν από αυστηρά προσωπικές αντιλήψεις που τόνιζαν O


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

122

προσωπικές καταστάσεις, προσωπικές φιλίες, προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες κι επέβαλαν προσωπικές αποφάσεις σε μια μάζα από προσωπικούς οπαδούς. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε ή ποια γραμμή να ακολουθήσουμε. Ο κ. Ουώρριγκτον δεν ήταν πια πρόεδρος της εταιρείας κι ο κ. Λ.Β. Ρότζερς τον διαδέχθηκε. Ο άνδρας μου ήταν ακόμη εθνικός γραμματέας κι εγώ εκδότρια του εθνικού περιοδικού και πρόεδρος της επιτροπής στην Κροτόνα. Ποτέ δε θα ξεχάσω το πρωί που εγκαταστάθηκε ο κ. Ρότζερς, μετά την ανάληψη του αξιώματός του, όταν πήγαμε να του δηλώσουμε την επιθυμία μας να συνεχίσουμε να υπηρετούμε τη Θ.Ε. Μας κοίταξε και μας ρώτησε: “Νομίζετε πως υπάρχει τρόπος να με υπηρετήσετε;” Νά ’μαστε λοιπόν χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά, χωρίς μέλλον, με τρία παιδιά και τελείως αβέβαιοι για το τι θέλαμε να κάνουμε. Άρχισε μια κίνηση εξοστρακισμού μας απ’ την Κροτόνα, αλλά ο Φόστερ τηλεγράφησε στην κ. Μπέζαντ που σταμάτησε αμέσως την προσπάθεια. Ήταν κάπως πολύ νωρίς. Ήταν μια πολύ δύσκολη εποχή. Δεν είμασταν παντρεμένοι κι ο Φόστερ έμενε σε μια σκηνή στην περιοχή της Κροτόνα. Καθώς ήμουν μια πολύ προσεκτική Αγγλίδα, είχα μια κυρία που ζούσε μαζί μου και χρησίμευε σαν συνοδός κι εμπόδιζε τα βρώμικα κουτσομπολιά. Ένα απ’ τα πράγματα που προσπάθησα να κάνω και νομίζω μ’ επιτυχία ήταν ν’ απαλλάξω τον αποκρυφισμό απ’ τη δυσφήμηση. Είχα προσπαθήσει να καταστήσω την κλίση των αποκρυφιστών σεβαστή κι είχα εκπληκτική επιτυχία. Ενόσω ήμουν ανύπανδρη και τα παιδιά ήταν πολύ μικρά, είχα πάντα μια ηλικιωμένη φίλη μαζί μου. Μετά το γάμο ο άνδρας μου και τα παιδιά ήταν αρκετή προστασία. Ο ένας λόγος ήταν γιατί ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα γι’ άλλον άνδρα εκτός απ’ το σύζυγό μου, τον Φόστερ Μπέϊλη κι ο άλλος γιατί καμιά πραγματικά αξιοπρεπής και σεβαστή γυναίκα δε θα μπορούσε να κάνει μια ζωή για την οποία τα παιδιά της θα την κατηγορούσαν όταν μεγάλωναν. Αυτό ήταν καλό για το αποκρυφιστικό κίνημα, γιατί σήμερα ο παγκόσμιος αποκρυφισμός αναφέρεται με σεβασμό κι ένα πλήθος αξιόλογων ανθρώπων είναι πρόθυμοι να θεωρηθούν απ’ τον κόσμο αποκρυφιστές. Νιώθω ότι είναι ένα απ’ τα πράγματα που ήταν η μοίρα μου να βοηθήσω στην πραγμάτωσή του και δεν πιστεύω πια να ξαναπέσει ο αποκρυφισμός στην ανυποληψία που είχε απ’ το 1850 ως σήμερα. Ακόμη γράφονται βιβλία που δυσφημούν την Ε.Π.Μπ. και την κ. Μπέζαντ και διερωτάται κανείς τι ελπίζουν να πετύχουν οι συγγραφείς τους. Απ’ ό,τι μπορώ να βεβαιώσω η σύγχρονη γενιά των ερευνητών σπουδαστών ενδιαφέρεται ελάχιστα για τα υπέρ και τα κατά του χαρακτήρα τους. Τους είναι εντελώς αδιάφορο αν κάποιος επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει την καθεμιά τους. Ό,τι τους ενδιαφέρει είναι η διδασκαλία και η αλήθεια. Αυτό είναι υγιές και σωστό. Θα ήθελα ν’ αντιληφθούν οι σύγχρονοι αυτοί συγγραφείς που ξοδεύουν μήνες σκαλίζοντας τη λάσπη, προσπαθώντας ν’ αποδείξουν τη φαυλότητα κάποιου, πόσο ηλίθια είναι η δραστηριότητά τους. Δεν αγγίζουν την αλήθεια· δεν κλονίζουν την αφοσίωση όσων ξέρουν· δεν αλλάζουν την τάση προς την αποκρυφιστική αντίληψη και δεν πληγώνουν κανένα εκτός απ’ τους ίδιους. Η ζωή στο μεταπολεμικό κόσμο είναι πολύ σημαντική για κάθε άνδρα ή γυναίκα για


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

123

ν’ ασχολείται με τη δυσφήμηση και την καταρράκωση ανθρώπων που έχουν πεθάνει πριν δεκαετίες. Σήμερα υπάρχει δουλειά που πρέπει να γίνει· υπάρχει αλήθεια που πρέπει ν’ αναγνωρισθεί και να διακηρυχθεί και δεν υπάρχει χώρος για το σκάλισμα της κοπριάς και για τις προσωπικές συκοφαντίες όσων θέλουν να βγάλουν μερικές εκατοντάδες δολλάρια απ’ τους εχθρούς μιας διδασκαλίας. Ένας απ’ τους λόγους που γράφω αυτή τη αυτοβιογραφία είναι κι αυτός. Τα γεγονότα είναι εδώ. Στις πρώτες εκείνες μέρες για τις οποίες γράφω, κανείς δε θα πίστευε ότι θα ερχόταν εποχή όπου η διδασκαλία που μόλις άρχιζα να δίνω και το έργο στο οποίο ο Φόστερ κι εγώ αφιερωθήκαμε θα έπαιρνε τέτοιες διαστάσεις ώστε οι διάφοροι κλάδοι του ν’ αναγνωρίζονται σήμερα διεθνώς κι ότι η διδασκαλία θα βοηθούσε τόσες εκατοντάδες χιλιάδες. Είχαμε μείνει μόνοι με ίσως μερικούς άγνωστους οπαδούς απέναντι σ’ ένα από τα ισχυρότερα αποκρυφιστικά λεγόμενα σώματα του κόσμου. Δεν είχαμε χρήματα και δε βλέπαμε μέλλον μπροστά μας. Τα οικονομικά και των δύο την ημέρα που καθίσαμε για να εξετάσουμε την κατάσταση και να κάνουμε σχέδια για το μέλλον ήταν ακριβώς $1.85.Ήταν τέλος του μήνα, χρωστούσαμε το νοίκι, ο λογαριασμός του μπακάλη του περασμένου μήνα ήταν απλήρωτος, καθώς και το γκάζι, το φως κι ο γαλατάς. Αφού δεν είμασταν παντρεμένοι, ο Φόστερ δεν ευθυνόταν γι’ αυτά, αλλά ακόμη και τότε μοιραζόταν τα πάντα μαζί μου. Δεν παίρναμε μισθό από τη Θ.Ε. και το μικρό μου εισόδημα δεν ήταν διαθέσιμο. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε. Μολονότι θεωρούμαι σ’ όλο τον κόσμο δάσκαλος του διαλογισμού, δεν έχω ποτέ εγκαταλείψει προσωπικά τη συνήθεια να προσεύχομαι. Πιστεύω ότι ο γνήσιος αποκρυφιστής χρησιμοποιεί την προσευχή και το διαλογισμό εναλλακτικά ανάλογα με την ανάγκη κι ότι και τα δύο είναι εξίσου σημαντικά στην πνευματική ζωή. Το κακό με την προσευχή είναι ότι ο μέσος άνθρωπος τη μεταβάλλει σε ιδιοτελή υπόθεση και σ’ ένα μέσον για ν’ αποκτήσει πράγματα για το χωριστό εαυτό. Η αληθινή προσευχή δε ζητά τίποτε για το χωριστό εαυτό, αλλά χρησιμοποιείται πάντα απ’ όσους ζητούν να βοηθήσουν τους άλλους. Μερικοί νομίζουν ότι είναι πολύ ανώτεροι για να προσεύχονται και θεωρούν το διαλογισμό πολύ πιο ανυψωτικό και ταιριαστό στο υψηλό σημείο της εξέλιξής τους. Για μένα ήταν πάντα αρκετό που ο Χριστός όχι μόνο προσευχόταν αλλά μας δίδαξε την Κυριακή Προσευχή. Για μένα επίσης ο διαλογισμός είναι μια νοητική διαδικασία με την οποία μπορούμε να αποκτήσουμε καθαρή γνώση της θειότητας κι επίγνωση του βασιλείου των ψυχών ή της βασιλείας του Θεού. Είναι ο τρόπος της κεφαλής και του νου και χρειάζεται πολύ στους μη σκεπτόμενους ανθρώπους του κόσμου. Η προσευχή ανήκει στη συναισθηματική φύση και την καρδιά και χρησιμοποιείται παγκόσμια για την ικανοποίηση της επιθυμίας. Και τα δύο πρέπει να χρησιμοποιούνται απ’ τους ανατείνοντες μαθητές του κόσμου. Αργότερα θα θίξω την Επίκληση που είναι η σύνθεση των δύο. Πάντως εκείνη την εποχή της υλικής ανάγκης – όπως συνήθως – προσκολλήθηκα στην προσευχή και το ίδιο βράδυ προσευχήθηκα. Το άλλο πρωί όταν βγήκα στη βεράντα βρήκα εκεί τα λεφτά που χρειαζόμουν και σε μία ή δύο μέρες ο Φόστερ Μπέϊλη πήρε ένα γράμμα απ’ τον κ. Έρνεστ Σάφερν που του πρόσφερε μια θέση στη


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

124

Νέα Υόρκη, σχετική με τη Θ.Ε. της πόλης, με μισθό $300 το μήνα. Επίσης προσφέρθηκε να μας αγοράσει ένα σπίτι σ’ ένα μικρό προάστιο στο Χάντσον. Ο Φόστερ δέχθηκε την προσφορά κι έφυγε για τη Νέα Υόρκη, ενώ εγώ έμεινα πίσω να δω τι θα γινότανε και να φροντίσω τα παιδιά. Εκείνο τον καιρό έμενε μαζί μου η Αυγούστα Κραίγκ που τη λέγαμε “Κραίγκι” όσοι τη γνωρίζαμε και την αγαπούσαμε. Έμενε μαζί μας χρόνια και την αγαπούσαμε εγώ και τα παιδιά. Ήταν μοναδικός άνθρωπος και σπινθηροβολούσε ευφυία κι αντίληψη. Ποτέ δεν προσέγγιζε ένα πρόβλημα με τον κοινό τρόπο ή απ’ τη συνηθισμένη πλευρά. Ίσως να γινόταν γιατί είχε παντρευθεί τέσσερις φορές κι είχε μεγάλη πείρα των ανθρώπων και των πραγμάτων. Ήταν ένα απ’ τα λίγα πρόσωπα στα οποία κατέφευγα για συμβουλή, γιατί καταλαβαίναμε απόλυτα η μια την άλλη. Είχε καυστική γλώσσα κι όμως ήταν τόσο ακαταμάχητη ώστε όπου πηγαίναμε, ο ταχυδρόμος, ο γαλατάς κι ο παγοπώλης, αν ήταν ανύπαντροι, προσπαθούσαν να μου την πάρουν. Αλλά δεν ήθελε κανένα. Είχε αποφασίσει ότι η ζωή μαζί μου είχε αρκετό ενδιαφέρον και προσκολλήθηκε σε μένα μέχρι λίγα χρόνια πριν το θάνατό της, οπότε πήγε σ’ ένα ίδρυμα για γριές κυρίες στην Καλιφόρνια, κυρίως, όπως μου είπε, γιατί δεν την χρειάζονταν οι γριές κυρίες. Ωστόσο καθώς ήταν πάνω από 70 όταν με άφησε, πίστευε ότι θα μπορούσε να τους ήταν χρήσιμη με την πείρα της. Δε μου φαίνεται να της άρεσαν πολύ, όμως πίστευε ότι ήταν καλή μαζί τους κι αυτό το εγγυώμαι. Ήταν πάντα πολύ καλή μαζί μου. Έφτασε η μέρα που ο Φόστερ, κατά το τέλος του 1920, μου έγραψε να πάω να τον βρω στη Νέα Υόρκη κι άφησα τα παιδιά στην Κραίγκι, ξέροντας πως θα έβρισκαν κοντά της ασφάλεια, φροντίδα κι αγάπη. Πήγα στη Νέα Υόρκη όπου ο Φόστερ με περίμενε και με πήγε σ’ ένα διαμέρισμα στο Γιόνκερς, όχι μακριά από εκεί που έμενε. Παντρευθήκαμε πολύ σύντομα· πήγαμε ένα πρωί στο Δημαρχείο, πήραμε μια άδεια γάμου, ζητήσαμε να μας συστήσουν έναν παπά για την τελετή και παντρευθήκαμε αμέσως. Επιστρέψαμε αμέσως στο γραφείο για την απογευματινή εργασία κι απ’ τη στιγμή εκείνη συνεχίζουμε επί 26 χρόνια. Η επόμενη φροντίδα μας ήταν να επιπλώσουμε το σπίτι που μας αγόρασε ο κ. Σάφερν στο Ρίτζφηλντ Παρκ του Νιού Τζέρσεϋ κι ύστερα να πάει ο Φόστερ στη Δύση να φέρει τα παιδιά. Έμεινα πίσω να συγυρίσω, να φτιάξω κουρτίνες, να εφοδιάσω το σπίτι με τα απαραίτητα – που τα περισσότερα τα προμήθεψε ο κ. Σάφερν – και περίμενα με αγωνία την επιστροφή του συζύγου μου με τα τρία κορίτσια. Η Κραίγκι δεν ήρθε μαζί τους· θα ερχόταν αργότερα. Ποτέ δε θα ξεχάσω την άφιξή τους στον Κεντρικό Σταθμό. Ποτέ δεν είδα πιο κουρασμένο κι εξαντλημένο άνθρωπο απ’ τον Φόστερ Μπέϊλη. Εμφανίσθηκαν και οι τέσσερις, ο Φόστερ με την Έλλι στην αγκαλιά του και η Ντόροθυ κι η Μίλντρεντ κρεμασμένες στο πανωφόρι του και πόσο ευχαριστημένοι είμασταν όλοι όταν εγκατασταθήκαμε στο καινούργιο σπίτι. Ήταν η πρώτη φορά που τα παιδιά ήρθαν στην Ανατολή. Δεν είχαν δει ποτέ χιόνι και σπάνια φορούσαν παπούτσια κι αυτά ήταν για τα κορίτσια ένα εντελώς νέο πείραμα πολιτισμού. Πώς τα κατάφερε δεν ξέρω και νομίζω


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

125

ότι μου δίνεται η ευκαιρία να τονίσω πόσο θαυμάσιος πατριός ήταν για τα παιδιά. Ποτέ όσο ήταν μικρά δεν τα άφησε να καταλάβουν ότι δεν ήταν δικά του παιδιά και το χρέος τους απέναντί του είναι πολύ μεγάλο. Πιστεύω πως του είναι αφοσιωμένα και το αξίζει πολύ. Αυτός ο εντελώς νέος κύκλος ζωής σήμανε την προσαρμογή όλων μας σε πολλές αλλαγές. Για πρώτη φορά δεν ήταν μόνο η έντονη πίεση του έργου που έπρεπε να γίνει για τον κόσμο και τους Διδασκάλους, αλλά έπρεπε να συνδυασθεί με τις οικογενειακές φροντίδες και τη διεύθυνση του σπιτιού, την ανατροφή των παιδιών και – το δυσκολότερο – την αυξανόμενη δημοσιότητα. Ποτέ δεν αγαπούσα τη δημοσιότητα. Ποτέ δε μου άρεσε η αδιακρισία του κοινού, ή το αίσθημα ότι αφού γράφεις βιβλία και δίνεις δημόσιες διαλέξεις δεν πρέπει να έχεις ιδιωτική ζωή. Φαίνεται να νομίζουν πως ό,τι κάνεις τους αφορά και πως πρέπει να λες ό,τι θέλουν και να παρουσιάζεσαι όπως νομίζουν ότι πρέπει να είσαι. Ποτέ δε θα ξεχάσω μια μέρα στη Νέα Υόρκη, που έλεγα σ’ ένα ακροατήριο 800 ανθρώπων ότι όλοι θα μπορούσαν να επιτύχουν κάποιο μέτρο πνευματικής αντίληψης, αν ενδιαφέρονταν αρκετά, αλλά θ’ απαιτούσε θυσίες όπως συνέβη στη δική μου ζωή. Τους είπα ότι είχα μάθει να σιδερώνω τα ρούχα των παιδιών, διαβάζοντας συγχρόνως ένα βιβλίο για πνευματικά ή αποκρυφιστικά ζητήματα χωρίς να καίω τα ρούχα. Τους είπα ότι μπορούσαν να ρυθμίσουν τη σκέψη τους και να μάθουν τη νοητική συγκέντρωση και τον πνευματικό προσανατολισμό καθαρίζοντας πατάτες και ξεφλουδίζοντας μπιζέλια, όπως έκανα κι εγώ, γιατί δεν πιστεύω ότι πρέπει να θυσιάσεις την οικογένεια και την ευημερία της στις πνευματικές επιδιώξεις. Στο τέλος της διάλεξης σηκώθηκε μια γυναίκα απ’ το ακροατήριο και με μέμφθηκε δημόσια για την ομολογία στο κοινό τέτοιων τετριμμένων ζητημάτων. Της απάντησα ότι η ευημερία της οικογένειας δε μου φαινόταν τετριμμένο ζήτημα κι ότι είχα πάντα κατά νου την περίπτωση μιας γυναίκας που ήταν διάσημη ομιλήτρια και δασκάλα αλλά η οικογένεια και τα έξι της παιδιά ποτέ δεν την έβλεπαν και η ευθύνη για τη φροντίδα τους αφηνόταν σ’ όποιον ενδιαφερόταν. Προσωπικά δεν τρέφω καμιά εκτίμηση για όσους προωθούν μια πνευματική επίτευξη σε βάρος της οικογένειας ή των φίλων τους. Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν πολλές σ’ όλες τις αποκρυφιστικές ομάδες. Όσοι έρχονται και μου λένε ότι οι οικογένειές τους δε συμπαθούν την πνευματική τους έφεση, τους κάνω τις εξής ερωτήσεις: “Αφήνετε τα αποκρυφιστικά σας βιβλία όπου τύχει, ενοχλώντας τους άλλους; Απαιτείτε απόλυτη σιωπή στο σπίτι όταν κάνετε τον πρωινό σας διαλογισμό; Δεν τους επιτρέπετε να φάνε όσο παρακολουθείτε κάποια συγκέντρωση;” Με τέτοιες ανοησίες οι σπουδαστές του αποκρυφισμού γελοιοποιούνται και δυσφημούν το ζήτημα του αποκρυφισμού. Η πνευματική ζωή δεν είναι κάτι που ζεις σε βάρος των άλλων κι αν υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν γιατί θέλετε να πάτε στον παράδεισο, αυτό είναι κακό. Αν υπάρχει ένα πρόσωπο στον κόσμο που το βαριέμαι, με κουράζει και με αρρωσταίνει είναι ο ακαδημαϊκός, τεχνικός αποκρυφιστής. Η άλλη ομάδα που με


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

126

κουράζει είναι οι ανόητοι που νομίζουν ότι είναι σ’ επαφή με τους Διδασκάλους και μιλούν με μυστήριο για τις ανακοινώσεις που έλαβαν απ’ Αυτούς. Η στάση μου σ’ όλες αυτές τις ανακοινώσεις είναι: “Πιστεύω ότι αυτό λέει ο Διδάσκαλος· πιστεύω ότι έτσι είναι η διδασκαλία· αλλά χρησιμοποιήστε την ενόρασή σας· μπορεί να μην είναι έτσι”. Μπορεί να φαίνεται ότι γλιστρώ σαν χέλι, αλλά αφήνω τον κόσμο ελεύθερο. Αυτή η επαφή με το κοινό άρχισε το 1921 κι εγκαινίασε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής μου. Πάντα ένιωθα ότι θα έπρεπε να έχω ωροσκόπο Καρκίνο, γιατί μ’ αρέσει να κρύβομαι και να μη με βλέπουν κι ο στίχος της Βίβλου που πάντα μου φαινόταν σημαντικός είναι “ως ίσκιος βράχου εν γη διψώση”. Πολλοί απ’ τους κορυφαίους αστρολόγους με διασκέδασαν, προσπαθώντας να καταστρώσουν το ωροσκόπιο μου. Οι περισσότεροι μου έδωσαν ωροσκόπο το Λέοντα, γιατί με θεωρούν ατομίστρια. Μόνο ένας μου έδωσε τον Καρκίνο, γιατί είχε διαίσθηση και συμπάθεια για το πρόβλημά μου της δημοσιότητας και νομίζω ότι γιαυτό μου έδωσε ωροσκόπο τον Καρκίνο. Ωστόσο πιστεύω ότι ωροσκόπος μου είναι οι Ιχθείς. Ο άνδρας μου και η μία κόρη μου ανήκουν στους Ιχθείς που είναι το ζώδιο του μέντιουμ ή του μεσολαβητή. Δεν είμαι μέντιουμ, αλλά υπήρξα ένα είδος “μεσολαβητή” μεταξύ της Ιεραρχίας και του μεγάλου κοινού. Θα ήθελα να σημειώσετε ότι λέω μεγάλου κοινού κι όχι αποκρυφιστικών ομάδων. Ξέρω και πιστεύω ότι το μεγάλο κοινό είναι πιο επιδεκτικό σε μια υγιή γνώση των Διδασκάλων και πιο έτοιμο για μια φυσιολογική κι ευαίσθητη ερμηνεία της απόκρυφης αλήθειας απ’ τα μέλη ενός μέσου αποκρυφιστικού ομίλου. Τα παιδιά πλησίαζαν την ηλικία όπου η κανονική υλική φροντίδα που απορροφά την προσοχή της μέσης μητέρας, δίνει τη θέση της σε συναισθηματικές απαιτήσεις. Αυτός ο κύκλος που διαρκεί στην εφηβεία, είναι εξαιρετικά δύσκολος – δύσκολος για τα παιδιά και τρομερά δύσκολος για τις μητέρες. Δεν είμαι καθόλου βέβαιη ότι αντέδρασα σωστά ή ότι έδρασα συνετά και ίσως να είναι απλά η καλή μου τύχη που οι κόρες μου δείχνουν σήμερα ότι με συμπαθούν. Όλες τους μεγάλωσαν πολύ πιο φυσιολογικά από μένα που με είχαν αφήσει σε ξένους, γκουβερνάντες και δασκάλους κι αυτό ίσως με δυσκόλεψε να τις καταλάβω. Είχα μια πολύ υψηλή αντίληψη για τις σχέσεις μητέρας και παιδιών. Αυτά δεν είχαν τέτοια αντίληψη. Ήμουν ένα πρόσωπο απ’ το οποίο περίμεναν φροντίδες, αλλά επίσης κι εμπόδιο στις θελήσεις τους. Έμαθα πολλά στη διάρκεια του σύντομου αυτού χρονικού κύκλου και μου χρησίμευσαν πολύ όταν χρειάσθηκε να βοηθήσω άλλες μητέρες στο χειρισμό των προβλημάτων τους. Αναπολώντας εκείνο τον καιρό πιστεύω ειλικρινά ότι τα παιδιά μου δεν είχαν πολλές αφορμές διαφωνίας μαζί μου, γιατί προσπάθησα έντιμα να τα καταλάβω και να τους συμπαρασταθώ, αλλά – για να πάρουμε το ζήτημα γενικότερα – είμαι κάπως αηδιασμένη με τους μέσους γονείς της χώρας αυτής καθώς και της Μεγάλης Βρετανίας. Εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες είμαστε τόσο ελαστικοί κι επιεικείς με τα παιδιά μας, ώστε αποκτούν ελάχιστη αίσθηση ευθύνης κι αυτοπειθαρχίας, ενώ στη Μεγάλη Βρετανία η πειθαρχία κι οι απαιτήσεις, η επίβλεψη κι ο έλεγχος των γονιών αναγκάζουν


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

127

όλα τα παιδιά να επαναστατούν. Και στις δύο χώρες το αποτέλεσμα είναι ίδιο – η ανταρσία. Σήμερα η Βρετανική νεολαία μου φαίνεται, απ’ όσα μπόρεσα να συγκεντρώσω, ότι βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους σύγχυσης για το τι θέλει να κάνει και τι πρέπει να εκπροσωπεί στον κόσμο, ενώ η σκανδαλώδης συμπεριφορά των φαντάρων του Αμερικανικού στρατού στην Ευρώπη κι αλλού προκάλεσε σοβαρή ζημιά στο γόητρο των Η.Π.Α. σ’ όλο τον κόσμο. Δε μέμφομαι τα Αμερικανόπουλα, μέμφομαι τις μητέρες τους, τους πατέρες τους, τους δασκάλους και τους αξιωματικούς που δεν τους έδωσαν κατεύθυνση, αίσθημα ευθύνης κι αληθινά πρότυπα ζωής. Βέβαια δεν είναι λάθος των παιδιών που τόσα πολλά πήγαν ανερμάτιστα στον πόλεμο και στο εξωτερικό. Όταν ήμουν στην Ευρώπη και στη Μεγάλη Βρετανία το καλοκαίρι του 1946, πήρα άμεσες πληροφορίες απ’ τις εθνικές υπηρεσίες πολλών χωρών για τη διαγωγή τους· για τις δεκάδες χιλιάδες παράνομων παιδιών που άφησαν πίσω τους απροστάτευτα και δίχως αναγνώριση και για τις εκατοντάδες των κοριτσιών που τα παντρεύθηκαν και τα εγκατέλειψαν. Ένα απ’ τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα ήταν ότι ανακάλυψα τη μεγάλη εκτίμηση που είχαν οι νέγροι στρατιώτες για την ευγένεια και την καλοσύνη τους στα κορίτσια κι ότι δεν επωφελούνταν απ’ αυτά εκτός αν τα ίδια ήταν πρόθυμα. Όταν κάνω αυτή την κριτική για τα Αμερικανόπουλα, που ισχύει και για τα πιο πειθαρχημένα Βρετανικά στρατεύματα, αναγνωρίζω, όπως πολλές φορές είπα στην Αγγλία σε ανθρώπους που κατηγορούσαν τους Αμερικανούς φαντάρους: “Σύμφωνοι, είμαι έτοιμη να παραδεχθώ ότι τα Αμερικανόπουλα είναι όπως λέτε, αλλά τι γίνεται με τις μικρές βρωμιάρες Αγγλίδες, Γαλλίδες κι Ολλανδέζες, αφού αυτό το παιχνίδι παίζεται με δύο;” Αν και τα παιδιά μας είχαν πολλά λεφτά και τους έλεγαν οι αξιωματικοί να “είναι σοβαροί” όταν ήταν σε υπηρεσία, ωστόσο τα κορίτσια των άλλων εθνικοτήτων πρέπει επίσης να θεωρηθούν υπεύθυνα. Είναι κατανοητό που τα πεινασμένα και υποσιτισμένα αυτά κορίτσια διάλεγαν να πάνε με Αμερικανούς στρατιώτες, όταν αυτό σήμαινε κοτόπουλο και ψωμί για το σπίτι τους. Δεν το λέω για να τις δικαιολογήσω, αλλά πρέπει να το πω γιατί είναι μια δήλωση γεγονότος. Το όλο πρόβλημα του σεξ και της σχέσης των φύλων είναι ίσως ένα απ’ τα παγκόσμια προβλήματα που θα λυθούν τον επόμενο αιώνα. Πώς θα λυθεί δεν ανήκει σε μένα να το πω. Υποθέτω ότι είναι κυρίως ζήτημα ορθής εκπαίδευσης κι ενστάλαξης στους εφήβους ότι η πληρωμή της αμαρτίας είναι ο θάνατος. Ένας απ’ τους πιο ενάρετους άνδρες που γνώρισα ποτέ και που ποτέ στη ζωή του δεν παραστράτησε, όπως λένε οι πουριτανοί, μου είπε ότι ο μόνος λόγος ήταν ότι στα δεκαεννιά του τον πήγε ο πατέρας του σ’ ένα ιατρικό μουσείο και του έδειξε μερικά απ’ τα αποτελέσματα της ασωτίας. Δεν είμαι οπαδός της χρήσης του φόβου στη βελτίωση της διαγωγής και της αδυναμίας, αλλά είναι πιθανό η υλική απόδειξη του υλικού σφάλματος να έχει την αξία της. Δεν έχω την πρόθεση να μακρηγορήσω σ’ αυτό το ζήτημα, αλλά έχει τη σημασία του στο πρόβλημα που έπρεπε ν’ αντιμετωπίσω όταν εγκατασταθήκαμε στο σπίτι του Ρίτζφηλντ Παρκ. Έπρεπε να στείλω τα παιδιά μου στο δημόσιο σχολείο του Νιού


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

128

Τζέρσεϋ. Είχα συνηθίσει την ιδέα της μεικτής εκπαίδευσης, αλλά μόνο στην περίπτωση που τα παιδιά ήταν κάτω των δέκα ετών. Εγώ δεν είχα φοιτήσει σε μεικτά σχολεία και δεν ήμουν καθόλου βέβαιη ότι μου άρεσε το σύστημα για παιδιά που πλησίαζαν την εφηβεία, αλλά δεν είχα εναλλακτική λύση κι έπρεπε ν’ αντιμετωπίσω το ζήτημα. Αν έχουμε μια σωστή οικογένεια και μια καλή επίδραση των γονέων, δε νομίζω να υπάρχει καλύτερο σύστημα απ’ τη μεικτή εκπαίδευση. Η έκπληξη των κοριτσιών μου όταν πρωτοπήγαν στην Αγγλία και είδαν πώς έβλεπαν οι Αγγλιδούλες τα αγόρια, ήταν σχεδόν κωμική. Έβρισκαν ότι τα κορίτσια υπερεκτιμούσαν τα αγόρια, γεμάτα απ’ το μυστήριο του σεξ και χωρίς να ξέρουν καθόλου πώς να φερθούν στα αγόρια· ενώ τα κορίτσια της Αμερικής, αναθρεμμένα καθημερινά με αγόρια, στην ίδια τάξη μ’ αυτά, τρώγοντας μαζί το μεσημέρι, πηγαίνοντας μαζί στο σχολείο, παίζοντας μαζί αθλητικά παιγνίδια, έχουν πολύ καλύτερη και υγιεινότερη στάση. Ελπίζω ότι σύντομα θα εφαρμοσθεί το μεικτό εκπαιδευτικό σύστημα σ’ όλες τις χώρες του κόσμου. Αλλά πίσω απ’ αυτά τα συστήματα πρέπει να στέκει το σπίτι, συμπληρώνοντας κι αντισταθμίζοντας τις σχολικές ελλείψεις. Η διδασκαλία στα αγόρια και στα κορίτσια της ορθής σχέσης και των αμοιβαίων ευθυνών και η παραχώρηση πολλής ελευθερίας στα πλαίσια των ασφαλών, αμοιβαία κατανοητών ορίων – μια ελευθερία βασισμένη στην εμπιστοσύνη – είναι ουσιώδης. Τα τρία κορίτσια άρχισαν να πηγαίνουν στο δημόσιο σχολείο. Δεν μπορώ να πω ότι διακρίθηκαν ποτέ. Κάθε χρόνο προβιβάζονταν αλλά ποτέ δε θυμάμαι να ήρθαν πρώτες ή να πήραν βραβεία. Δε θεωρώ ότι αυτό τις μείωνε. Όλες είχαν θαυμάσια μυαλά κι αποδείχθηκαν πολύ έξυπνες· απλά δεν τις ενδιέφερε το σχολείο. Θυμάμαι την Ντόροθυ που μου έφερε ένα κύριο άρθρο των Τάιμς της Νέας Υόρκης όταν πήγαινε στο Γυμνάσιο. Το άρθρο πραγματευόταν το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα και τόνιζε τη χρησιμότητά του για τις μάζες. Ωστόσο συνέχιζε με την υπόδειξη ότι το σύστημα ήταν ολέθριο για τα υπερβολικά έξυπνα, δημιουργικά και προικισμένα παιδιά. “Και τέτοια”, είπε η κόρη μου, “είμαστε εμείς και γιαυτό δεν παίρνουμε καλύτερους βαθμούς στο σχολείο”. Μάλλον είχε δίκιο αλλά φρόντισα να μην την αφήσω να το καταλάβει. Το κακό με τη μαζική μεικτή εκπαίδευση είναι ότι οι δάσκαλοι έχουν πολύ μεγάλες τάξεις κι έτσι κανένα παιδί δεν έχει την κατάλληλη προσοχή. Θυμάμαι που ρώτησα την Μίλντρεντ μια μέρα γιατί δε μελετούσε. “Γιατί μητέρα”, μου απάντησε, “έχω λογαριάσει ότι αφού είμαστε 60 παιδιά στην τάξη, θα περάσουν τρεις εβδομάδες πριν ξανάρθει η σειρά μου και δε χρειάζεται να κάνω τίποτε από τώρα”. Ωστόσο σιγόβραζαν στο σχολείο, περνούσαν κάθε τάξη και αποφοίτησαν κανονικά κι αυτό ήταν όλο. Διάβαζαν όμως πολύ. Συναντούσαν συνεχώς ενδιαφέροντες ανθρώπους, παρακολουθούσαν ενδιαφέρουσες συζητήσεις και βρίσκονταν σ’ επαφή μέσω του Φόστερ κι εμένα με διεθνείς προσωπικότητες, συνεπώς η μόρφωσή τους ήταν πραγματικά πλατιά. Εκείνη την εποχή ο Φόστερ εργαζόταν σαν γραμματέας του Θεοσοφικού Συνδέσμου της Νέας Υόρκης – μιας ανεπίσημης ανεξάρτητης οργάνωσης – κι εγώ μαγείρευα, έραβα, έκανα το νοικοκυριό κι έγραφα βιβλία στο σπίτι. Κάθε Δευτέρα πρωί ο Φόστερ


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

129

κι εγώ σηκωνόμασταν στις 5 και κάναμε την εβδομαδιαία μπουγάδα, γιατί τα λεφτά ήταν λίγα και μόνο τον τελευταίο χρόνο της ζωής μου απαλλάχθηκα από ένα μέρος του νοικοκυριού. Ο Φόστερ οργάνωνε τότε την Επιτροπή των 1400 – μια επιτροπή αφιερωμένη στην προσπάθεια της επαναφοράς της Θεοσοφικής Εταιρείας στις αρχικές της αρχές. Η επιτροπή αυτή ήταν σε μικρογραφία ένα πανομοιότυπο του μεγάλου παγκόσμιου σχίσματος που κορυφώθηκε το 1939 με τον Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν ουσιαστικά μια μάχη μεταξύ των αντιδραστικών, συντηρητικών δυνάμεων της Εταιρείας και των νέων φιλελεύθερων δυνάμεων που εργάζονταν για την αναστύλωση των αρχικών αρχών της Εταιρείας. Ήταν μια μάχη μεταξύ μιας εκλεκτικής, απομονωτικής, ανώτερης ομάδας που θεωρούσε ότι ήταν σοφότερη και πνευματικότερη απ’ τα υπόλοιπα μέλη κι εκείνων που αγαπούσαν τους συνανθρώπους τους και πίστευαν στην πρόοδο και στην παγκοσμιότητα της αλήθειας. Ήταν μια μάχη μεταξύ μιας εκλεκτικής φατρίας και μιας περιεκτικής ομάδας. Δεν ήταν μάχη δοξασιών· ήταν μάχη αρχών κι ο Φόστερ περνούσε πολύ καιρό για να την οργανώσει. Ο Β.Π. Βάντια επέστρεψε απ’ την Ινδία κι ελπίσαμε στην αρχή ότι θα ενίσχυε τις προσπάθειές μας. Όμως διαπιστώσαμε ότι σχεδίαζε να καταλάβει, αν μπορούσε, την προεδρία της Θ.Ε. της χώρας με τη βοήθεια του Φόστερ και της Επιτροπής των 1400. Ο Φόστερ όμως δεν εργαζόταν για να βάλει στην εξουσία έναν άνθρωπο που θα εκπροσωπούσε την επιτροπή. Η επιτροπή είχε οργανωθεί για να παρουσιάσει στα μέλη της Θ.Ε. τα ζητήματα και τις διακυβευόμενες αρχές. Όταν ο Βάντια είδε πώς είχαν τα πράγματα, απείλησε να ρίξει το βάρος και το ενδιαφέρον του στην Ενωμένη Στοά των Θεοσοφιστών, μια αντίζηλη και πιο αιρετική οργάνωση. Αντιπροσώπευε τη φονταμενταλιστική στάση της Θ.Ε. μαζί με μία ή δύο άλλες Θεοσοφικές ομάδες που αντιπροσώπευαν την άποψη των ορθόδοξων θεολόγων που υποστήριζαν ότι η τελευταία λέξη ειπώθηκε από την Ε.Π.Μπ., ότι δεν υπήρχε τίποτε άλλο να δοθεί κι ότι αν δε γινόταν δεκτή η δική τους ερμηνεία για τα όσα είπε κι εννοούσε η Ε.Π.Μπ., δεν μπορούσε να είναι κανείς καλός Θεοσοφιστής. Ίσως αυτή να ήταν η αιτία που όλες αυτές οι φονταμενταλιστικές ομάδες παρέμειναν τόσο μικρές. Η Επιτροπή των 1400 προχώρησε στο έργο της. Έγινε η επόμενη εκλογή, τα μέλη εξέφρασαν την προτίμησή τους (ή μάλλον η Θ.Ε. υπαγόρευσε την προτίμησή της) κι έτσι το έργο της Επιτροπής τελείωσε. Ο Βάντια έριξε το βάρος του, όπως το είχε πει, στην Ενωμένη Στοά των Θεοσοφιστών και τελικά επέστρεψε στην Ινδία όπου εξέδωσε ένα απ’ τα καλύτερα περιοδικά σχετικά με τον αποκρυφισμό σήμερα. Ονομάζεται Η Αρεία Ατραπός κι είναι εξαιρετικά καλό. Η λέξη Αρεία δεν έχει εδώ καμιά σχέση με τη χρήση της απ’ τον Χίτλερ. Αφορά την Αρεία μέθοδο πνευματικής εξύψωσης και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν την πραγματικότητα οι άνθρωποι που ανήκουν στην Πέμπτη Φυλετική Ρίζα. Εγώ στο μεταξύ είχα οργανώσει μια τάξη Μυστικής Δοξασίας κι είχα νοικιάσει μια αίθουσα στη Μάντισον Άβενιου όπου μπορούσαμε να δίνουμε μαθήματα και να βλέπουμε ανθρώπους με ραντεβού. Αυτή η τάξη άρχισε το 1921 και είχε μεγάλη


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

130

προσέλευση. Ερχόταν τακτικά κόσμος απ’ τις διάφορες Θεοσοφικές εταιρείες κι αποκρυφιστικές ομάδες. Ο κ. Ρίτσαρντ Πρέητερ, ένας παλιός σύντροφος του Β.Κ. Τζατζ και μαθητής της Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, ήρθε μια μέρα στην τάξη μου και την επόμενη εβδομάδα μου ανέθεσε ολόκληρη τη δική του τάξη Μυστικής Δοξασίας. Το αναφέρω προς γνώση της Ενωμένης Στοάς των Θεοσοφιστών κι όσων ισχυρίζονται ότι η αληθινή Θεοσοφική διαδοχή ξεκινά απ’ την Ε.Π.Μπ. μέσω του Β.Κ. Τζατζ. Είχα διδαχθεί όλη τη Θεοσοφία από προσωπικούς φίλους και μαθητές της Ε.Π.Μπ. κι ο κ. Πρέητερ το αναγνώριζε. Αργότερα μου έδωσε τις οδηγίες στον εσωτερικό τομέα, όπως του της έδωσε η Ε.Π.Μπ. Ήταν ίδιες μ’ εκείνες που είχα δει όταν ήμουν στον Ε.Τ. αλλά μου δόθηκαν χωρίς δεσμεύσεις κι ήμουν ελεύθερη να τις χρησιμοποιήσω οποτεδήποτε, όπως κι έκανα. Όταν πέθανε πριν πολλά χρόνια, η Θεοσοφική του βιβλιοθήκη ήλθε στα χέρια μας, μαζί μ’ όλα τα παλιά τεύχη του Εωσφόρου κι όλες τις παλιές εκδόσεις του Θεοσοφιστή συν όλα τα εσωτερικά έγγραφα που είχε λάβει απ’ την Ε.Π.Μπ. Ανάμεσα στα κείμενα που μου έδωσε ήταν ένα στο οποίο η Ε.Π.Μπ. εξέφραζε την επιθυμία να ονομασθεί ο εσωτερικός τομέας Σχολή Αρκέην. Δεν είχε γίνει τίποτε κι αποφάσισα ότι η ευχή της γηραιάς κυρίας έπρεπε να εισακουσθεί κι έτσι απέκτησε το όνομά της η σχολή. Θεωρώ τη γνωριμία του κ. Πρέητερ μεγάλο προνόμιο κι ευτυχία. Μια άλλη μαθήτρια της μαντάμ Μπλαβάτσκυ και του συνταγματάρχη Όλκοττ, η μις Σάρα Τζέικομπς, μου έδωσε τις φωτογραφικές πλάκες των εικόνων των Διδασκάλων, που της τις είχε δώσει ο συνταγματάρχης Όλκοττ, έτσι ώστε είχα το χαρούμενο αίσθημα ότι οι προσωπικοί μαθητές και φίλοι της Ε.Π. Μπλαβάτσκυ επιδοκίμαζαν ό,τι σχεδίαζα να κάνω. Είχα τη συγκατάθεση και τη βοήθειά τους ως την ημέρα που πέρασαν στην άλλη πλευρά. Φυσικά ήταν όλοι ηλικιωμένοι όταν τους γνώρισα. Η στάση των τωρινών Θεοσοφιστών αρχηγών και μελών μ’ έκανε πάντα να διασκεδάζω. Ποτέ δεν επιδοκίμασαν τη διδασκαλία μου κι όμως ό,τι δίδασκα ερχόταν απευθείας από μαθητές εκπαιδευμένους προσωπικά απ’ την Ε.Π.Μπ. κι ήταν μάλλον ορθότερο απ’ ό,τι ερχόταν απ’ όσους δεν τη γνώρισαν ποτέ. Το αναφέρω γιατί θα ήθελα για χάρη του έργου να αναγνωρισθούν οι πηγές του. Απ’ την τάξη της Μυστικής Δοξασίας προέκυψαν ομάδες σπουδαστών σ’ όλη τη χώρα, που έπαιρναν τα περιληπτικά μαθήματα τα οποία έδινα στην τάξη της Μάντισον Άβενιου. Οι τάξεις αυτές μεγάλωναν κι ευδοκιμούσαν, ώσπου ξεσήκωσαν το Θεοσοφικό ανταγωνισμό κι ο Δρ. Ιακώβ Μπόνγκρεν με προειδοποίησε ότι οι τάξεις θα δέχονταν επίθεση. Ήταν παλιός μαθητής της Ε.Π.Μπ. και τα κείμενά του βρίσκονται στα αρχικά περιοδικά και είμαι πολύ περήφανη που στάθηκε δίπλα μου στις πρώτες εκείνες μέρες. Το 1921 σχηματίσαμε ένα μικρό όμιλο διαλογισμού από πέντε άνδρες, το σύζυγό μου κι εμένα και μαζευόμασταν κάθε Τρίτη απόγευμα μετά τις εργάσιμες ώρες για να συζητήσουμε τα σημαντικά θέματα, να μιλήσουμε για το Σχέδιο των Διδασκάλων της Σοφίας και να διαλογιστούμε για λίγο το ρόλο μας σ’ αυτό. Ο όμιλος αυτός συγκεντρωνόταν σταθερά απ’ το καλοκαίρι του 1922 ως το καλοκαίρι του 1923. Στο


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

131

μεταξύ συνέχιζα να γράφω για το Θιβετανό κι είχα τυπώσει τη Μύηση, Ανθρώπινη και Ηλιακή, τις Επιστολές επί του Αποκρυφιστικού Διαλογισμού και τη Συνείδηση του Ατόμου. Πολλοί νομίζουν ότι όταν γράφεις ένα βιβλίο για κάποιο τεχνικό θέμα όπως ο διαλογισμός, ξέρεις καθετί γι’ αυτό. Άρχισα να παίρνω γράμματα απ’ όλο τον κόσμο, που μου ζητούσαν να τους διδάξω διαλογισμό ή να τους φέρω σ’ επαφή με τους Διδασκάλους της Σοφίας. Η τελευταία αξίωση με διασκέδαζε πάντα. Δεν ανήκω σ’ εκείνους τους αποκρυφιστές δασκάλους που ισχυρίζονται ότι ξέρουν ακριβώς τι θέλει ο Διδάσκαλος ή ότι έχουν το δικαίωμα να συστήνουν τους περίεργους και τους ηλίθιους στους Διδασκάλους. Οι Διδάσκαλοι δεν προσεγγίζονται μ’ αυτό τον τρόπο. Δεν είναι αντικείμενο της περιέργειας του ερευνητή, του εύπιστου ή του ανόητου. Μπορεί να τους βρει ο ανιδιοτελής υπηρέτης της φυλής κι ο νοήμων ερμηνευτής της αλήθειας, αλλά κανείς άλλος. Έδωσα τη διδασκαλία όπως μου την υπαγόρευσε ο Θιβετανός, αλλά η ευθύνη είναι δική Του. Ως Διδάσκαλος της Σοφίας γνωρίζει ό,τι δεν ξέρω εγώ κι έχει πρόσβαση σε αρχεία κι αλήθειες που είναι σφραγισμένες για μένα. Η υπόθεση πως ξέρω όλα όσα περιέχονται στα βιβλία Του είναι ψευδής. Σαν εκπαιδευμένος μαθητής γνωρίζω περισσότερα απ’ το μέσο αναγνώστη, αλλά δεν έχω τη γνώση του Θιβετανού. Έχει απέραντη γνώση και συχνά γελώ όταν ακούω κανένα ανταγωνιστικό Θεοσοφιστή (θα μπορούσα να αναφέρω ονόματα αλλά δεν το κάνω) να με περιγράφει σαν “την ιδιόρρυθμη κυρία που κολλάει το αυτί της στην κλειδαρότρυπα της Σαμπάλλα”. Θα περάσει πολύς καιρός πριν κερδίσω το δικαίωμα να εισέλθω εκεί όπου “η Θέληση του Θεού είναι γνωστή” κι όταν γίνει δε θα χρειασθώ κλειδαρότρυπα. Το καλοκαίρι του 1922 πήγα με την οικογένεια για τρεις μήνες στο Αμάγκανσετ του Λογκ Άιλαντ κι ανέλαβα να γράφω ένα γράμμα τη βδομάδα στον όμιλο των ανδρών για να διαλογίζεται και να διαβάζει στο διάστημα της απουσίας μας. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό το γράμμα φαινόταν κατάλληλο για όσους ρωτούσαν για το διαλογισμό, την οδό προς το Θεό και το πνευματικό σχέδιο για την ανθρωπότητα κι έτσι τους στέλναμε αντίγραφα αυτών των επιστολών όπως είχαν γραφεί. Όταν γυρίσαμε στη Νέα Υόρκη, το Σεπτέμβριο του 1922, ήταν ανάγκη να εξετάσουμε με ποιο τρόπο θα μπορούσαμε να χειρισθούμε την αλληλογραφία που συσσωρευόταν σαν αποτέλεσμα της αυξανόμενης πώλησης των βιβλίων, πώς να ικανοποιήσουμε τις αιτήσεις για τις τάξεις της Μυστικής Δοξασίας και πώς ν’ απαντήσουμε στις εκκλήσεις για βοήθεια σε πνευματικές γραμμές, τις οποίες αντιμετωπίζαμε. Οργανώσαμε λοιπόν τον Απρίλιο του 1923 τη Σχολή Αρκέην. Οι τέσσερις ή πέντε άνδρες που συνδέονταν με τον άνδρα μου και μένα στην τάξη του απογεύματος της Τρίτης, συσπειρώθηκαν γύρω μας. Δύο απ’ αυτούς εξακολουθούν μετά από είκοσι τέσσερα χρόνια να συνεργάζονται μαζί μας κι άλλοι δύο έχουν περάσει στην άλλη πλευρά. Δεν είχαμε την παραμικρή ιδέα πώς να χειρισθούμε ένα τέτοιο έργο. Κανένας μας – με μία εξαίρεση – δεν ανήκε ποτέ σε σχολή αλληλογραφίας ούτε ήξερε να καθοδηγεί ανθρώπους δι’ αλληλογραφίας. Όλοι είχαμε καλές προθέσεις, μια


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

132

φλογερή επιθυμία να βοηθήσουμε και τρία βιβλία για αποκρυφιστικά θέματα. Από τότε 30.000 άνθρωποι πέρασαν απ’ τη σχολή. Πολλές εκατοντάδες που ήρθαν στη σχολή δέκα, δώδεκα, ή δέκα οκτώ χρόνια πριν, εξακολουθούν να είναι μαζί μας και το έργο της Σχολής Αρκέην είναι γνωστό κι αναγνωρισμένο σ’ όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, πλην της Ρωσσίας κι άλλων τεσσάρων χωρών. Αν είχαμε την ελάχιστη ένδειξη για την έκταση και τις απαιτήσεις της εργασίας που μας περίμενε, αμφιβάλλω πολύ αν θα είχαμε ποτέ το θάρρος να ξεκινήσουμε. Αν είχα αναμετρήσει τους πονοκεφάλους και τις αγωνίες που θα επακολουθούσαν και τις ευθύνες που κάθε εσωτερική σχολή πρέπει να επωμίζεται, ξέρω πως δε θα επιχειρούσα αυτό το έργο· αλλά οι ανόητοι ορμούν εκεί που οι άγγελοι φοβούνται να πατήσουν και όρμησα. Δε θα μπορούσα να κάνω τίποτε απ’ αυτά χωρίς τη συμπαράσταση και τη σοφία του συζύγου μου. Ανατριχιάζω όταν σκέφτομαι τα λάθη που θα μπορούσα να είχα κάνει, τις εσφαλμένες κρίσεις για τις οποίες ήμουν ικανή και τις νομικές περιπλοκές στις οποίες θα βρισκόμουν μπλεγμένη. Το καθαρό νομικό μυαλό του, η απροσωπία του κι η συνεχής ψυχραιμία του όταν νόμιζα πως θα έπρεπε να εξοργιστεί, με είχαν σώσει επανειλημμένα από τον ίδιο τον εαυτό μου. Δεν είναι εύκολο πράγμα να διευθύνετε μια εσωτερική σχολή. Δεν είναι καθόλου εύκολο να διδάξετε στον κόσμο τον αληθινό διαλογισμό. Είναι δύσκολο να βαδίσετε τη στενή σαν κόψη ξυραφιού ατραπό που οδηγεί μεταξύ του ανώτερου ψυχισμού ή πνευματικής αντίληψης και του κατώτερου ψυχισμού που πολύς κόσμος μοιράζεται με τα σκυλιά και τις γάτες. Δεν είναι καθόλου εύκολο να διακρίνετε ανάμεσα σε μια ψυχιστική ώθηση και σε μια ενορατική αντίληψη κι ύστερα να κρατήσετε πνευματικά τις ζωές των ανθρώπων και να τους δώσετε ό,τι χρειάζονται, όταν θεληματικά αφήνονται στα χέρια σας για εκπαίδευση. Τίποτε απ’ αυτά δε θα ήταν δυνατό για μένα στην έκταση που έγινε, αν δεν είχα την αξιοθαύμαστη βοήθεια που μου έδωσαν οι εργάτες των Κέντρων και οι γραμματείς των κατά τόπους σπουδαστών. Ξεκινήσαμε με μια αίθουσα. Τώρα (1947) έχουμε δύο ορόφους στο Νο. 11 της Δυτικής 42ας οδού με πολυάριθμο προσωπικό και Κέντρα στην Αγγλία, Ολλανδία, Ιταλία και Ελβετία. Σήμερα εκτός απ’ το προσωπικό των Κέντρων έχουμε μια ομάδα 140 γραμματέων, πρεσβύτερων σπουδαστών που βοηθούν στην καθοδήγηση των άλλων σπουδαστών. Αυτοί οι γραμματείς είναι διάσπαρτοι σ’ όλο τον κόσμο και στην ανιδιοτελή κι εθελοντική συνεχή προσφορά τους όλα τα χρόνια οφείλεται η ικανότητά μας να συνεχίσουμε το έργο. Όταν άρχισε το έργο υπήρχαν ορισμένες βασικές αρχές που αποφασίσαμε ότι έπρεπε να διέπουν όλη τη δραστηριότητα αυτού του ομίλου. Επιθυμώ να το ξεκαθαρίσω γιατί νομίζω πως είναι θεμελιώδεις και πρέπει να διέπουν όλες τις εσωτερικές σχολές και γιατί θα ήθελα μετά το θάνατό μου να νιώθω πως αυτές οι αρχές εξακολουθούν να καθορίζουν την πολιτική μας. Η βασική εκπαίδευση που δίνεται απ’ τη Σχολή Αρκέην είναι ίδια μ’ εκείνη που δινόταν στους μαθητές ανά τους αιώνες. Συνεπώς η Σχολή Αρκέην, αν επιτύχει, δε θα έχει πολλά μέλη τουλάχιστον στον αιώνα μας. Όσοι είναι


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

133

έτοιμοι να εκπαιδευθούν στους πνευματικούς νόμους που διέπουν όλους τους μαθητές, είναι πράγματι σπάνιοι, αν και προσβλέπουμε σ’ ένα μεγαλύτερο αριθμό. Η Σχολή Αρκέην δεν είναι σχολή για δόκιμους μαθητές. Προορίζεται να είναι μια σχολή για όσους μπορούν να εκπαιδευθούν και να δράσουν άμεσα και συνειδητά κάτω απ’ τους Διδασκάλους της Σοφίας. Υπάρχουν σήμερα στον κόσμο πολλές σχολές για δόκιμους και προσφέρουν μεγάλο, ευγενές και απαραίτητο έργο. Για πολύ καιρό ήταν για μένα αιτία μεγάλης απορίας γιατί η Θ.Ε. και ιδιαίτερα τα μέλη του Ε.Τ. ήταν τόσο δυσάρεστα ανταγωνιστικά στο έργο που επιχειρούσα να κάνω. Ήξερα ότι δεν οφειλόταν στην προγενέστερη δραστηριότητά μας στην εταιρεία κι ότι βασιζόταν σε κάτι άλλο κι αυτό με προβλημάτιζε. Πίστευα και πιστεύω ακόμη ότι υπάρχει σήμερα στον κόσμο θέση για εκατοντάδες αληθινές εσωτερικές σχολές κι ότι όλες πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους, συμπληρώνοντας και βοηθώντας η μια την άλλη. Προβληματιζόμουν για πολύ καιρό, ώσπου κάποτε στις αρχές του 1930, στο Παρίσι, ρώτησα τον κ. Μαρκώ, αρχηγό τότε της Θ.Ε. της Γαλλίας, γιατί συνέβαινε αυτό. Με κοίταξε κατάπληκτος κι είπε πως είχαν φυσικά ενοχληθεί που δεν έβαζα τον κόσμο στον Ε.Τ. αντί για τη δική μου ομάδα. Τον κοίταξα κι εγώ με την ίδια έκπληξη και του είπα ότι στη Σχολή Αρκέην είχαμε τέσσερις διαφορετικούς κλάδους Θεοσοφιστών, τέσσερα διαφορετικά είδη Ροδόσταυρων κι ότι κανείς τους δεν ήθελε να πάει στη Θ.Ε. στην οποία αυτός κι εγώ είμασταν μέλη. Του υπενθύμισα ότι κανείς δε γινόταν δεκτός στον Ε.Τ. αν δεν ήταν επί δύο χρόνια μέλος της Θ.Ε. και τον ρώτησα γιατί όσοι ήταν έτοιμοι για εσωτερική εκπαίδευση έπρεπε να περιμένουν δύο χρόνια σε μια καθαρά εξωτερική ομάδα. Δεν είχε απάντηση και μεγάλωσα την αμηχανία του, τονίζοντας (που τώρα βλέπω ότι δεν ήταν λεπτό από μέρους μου) ότι ήταν κρίμα που η Σχολή Αρκέην κι ο εσωτερικός τομέας δεν μπορούσαν να συνεργασθούν ειρηνικά. Τόνισα ότι ο Ε.Τ. ήταν η καλύτερη σχολή στον κόσμο για δόκιμους, αφού έτρεφε τα πυρά της έφεσης και γαλουχούσε την αφοσίωση στα μέλη του, αλλά εμείς είμασταν μια σχολή εκπαίδευσης ανθρώπων για να γίνουν “αποδεγμένοι μαθητές” – δηλαδή όσων βρίσκονταν στα τελευταία στάδια της δοκιμαστικής ατραπού κι ότι η έμφασή μας ήταν η απροσωπία και η νοητική ανάπτυξη. Πρόσθεσα ότι καταστήσαμε την εργασία μας εσκεμμένα δύσκολη για να κρατήσουμε μόνο εκείνους που πραγματικά θα εργάζονταν σκληρά και θα έδειχναν σημάδια αληθινής νοητικής καλλιέργειας. Του είπα ότι απορρίψαμε εκατοντάδες που ανήκαν στο συναισθηματικό, ευλαβικό τύπο κι ότι αν συνεργαζόμασταν θα μπορούσαμε να στείλουμε πολλούς απ’ αυτούς στον Ε.Τ. Δεν εντυπωσιάσθηκε ούτε ευχαριστήθηκε και δεν μπορώ να πω ότι τον μέμφομαι. Δεν είχα την πρόθεση να φανώ υποτιμητική με τη δήλωσή μου, γιατί έχω τη γνώμη ότι και οι δύο ομάδες είναι εξίσου αναγκαίες· και οι δύο μπορούν να υπηρετήσουν έναν πνευματικό σκοπό και είτε είναι κανείς δόκιμος είτε μαθητής, εξακολουθεί να είναι ένα πνευματικά προσανατολισμένο ανθρώπινο ον που χρειάζεται εκπαίδευση και πειθαρχία. Αυτή η ιδέα της περιωπής και της θέσης ήταν η κατάρα της Θ.Ε. και πολλών αποκρυφιστικών ομάδων. Πολλές φορές είπα στους γραμματείς της σχολής πως το


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

134

γεγονός ότι είναι παλιοί στη Σ.Α. δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη ένδειξη πνευματικής ανάπτυξης κι ότι μπορεί να έχουν στην ομάδα των σπουδαστών τους κάποιον αρχάριο που να είναι πολύ μπροστά τους στην Ατραπό της Μαθητείας. Γιατί ο κόσμος πιστεύει ότι ένα ευσυγκίνητο, έντονα συναισθηματικό, ευαίσθητο, δεκτικό πρόσωπο είναι λιγότερο σημαντικό από ένα νοητικό τύπο, είναι κάτι που πάντα με έκανε ν’ απορώ. Κανένας δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την καρδιά του ή το κεφάλι του κι ο αληθινός αποκρυφιστής σπουδαστής είναι συνδυασμός και των δύο. Οι αρχηγοί της Θ.Ε. δεν επιτρέπουν σε κανένα μέλος της Σχολής Αρκέην να συμμετέχει στον Ε.Τ., αν πρώτα δεν εγκαταλείψει κάθε σχέση μαζί μας. Αυτό είναι μεγάλο σφάλμα και μέρος της μεγάλης αίρεσης της χωριστικότητας. Δεν απαιτούμε τέτοιο χωρισμό και λέμε στους σπουδαστές ότι αν η Σχολή επιτύχει να βαθύνει την πνευματική τους ζωή, να διευρύνει τον ορίζοντά τους και ν’ αυξήσει τη νοητική τους αντίληψη, εναπόκειται σ’ αυτούς να το εφαρμόσουν στην εκκλησία, την κοινωνία, την οργάνωση ή την ομάδα, το σπίτι ή την κοινότητα που τους έριξε η μοίρα. Γιαυτό έχουμε δραστήριους σπουδαστές που είναι μέλη διαφόρων θεοσοφικών οργανώσεων που η καθεμιά πιστεύει ότι είναι η μόνη αληθινή. Έχουμε σπουδαστές που ανήκουν σε τέσσερις διαφορετικές ομάδες Ροδόσταυρων. Έχουμε μέλη εκκλησιών, Καθολικούς και Προτεστάντες, Χριστιανούς Επιστήμονες, Ενωτιστές και μέλη όλων σχεδόν των οργανώσεων που έχουν κάποια πνευματική ή θρησκευτική βάση. Δεχόμαστε ανθρώπους που δεν έχουν καμιά πίστη, αλλά είναι πρόθυμοι να δεχθούν μια υπόθεση και να προσπαθήσουν να αποδείξουν την αξία της. Συνεπώς η Σχολή Αρκέην δεν είναι χωριστική ούτε πολιτική, αλλά βαθιά διεθνιστική στη θεωρία της. Η υπηρεσία είναι ο βασικός της τόνος. Τα μέλη της μπορούν να εργασθούν σε κάθε λατρεία και σε κάθε πολιτικό κόμμα, αρκεί να θυμούνται πως όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο Θεό και να κυβερνά τη σκέψη τους η ευημερία της μίας ανθρωπότητας. Πάνω απ’ όλα είναι μια σχολή που διδάσκει στο σπουδαστή ότι οι ψυχές των ανθρώπων είναι ένα. Θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι είναι μια σχολή όπου διδάσκεται επιστημονικά η πίστη στην πνευματική Ιεραρχία του πλανήτη μας, όχι σαν δόγμα αλλά σαν υπαρκτό και καταδείξιμο βασίλειο της φύσης. Υπήρξε πολλή εκκλησιαστική διδασκαλία για τη βασιλεία του Θεού και το βασίλειο των ψυχών. Δεν είναι παρά όροι της παραπάνω φράσης, της Πνευματικής Ιεραρχίας του πλανήτη. Είναι μια σχολή στην οποία αναπτύσσεται η αληθινή αποκρυφιστική υπακοή. Η αποκρυφιστική αυτή υπακοή δεν προϋποθέτει υπακοή σε μένα ή σε κάθε άλλο αρχηγό της Σχολής ή σε κάποιο ανθρώπινο ον. Δε ζητάμε ούτε απαιτούμε όρκους υποταγής ή προσωπικές δεσμεύσεις απ’ τους σπουδαστές της Σχολής Αρκέην. Διδάσκονται όμως να υπακούουν πρόθυμα στις υπαγορεύσεις της ψυχής τους. Καθώς η φωνή της ψυχής τους θα γίνεται όλο και πιο γνώριμη, θα τους καταστήσει τελικά μέλη της Βασιλείας του Θεού και θα τους φέρει πρόσωπο με πρόσωπο με τον Χριστό. Έτσι το 1923 ιδρύσαμε μια σχολή που δεν ήταν δογματική και χωριστική αλλά βασιζόταν στην Προαιώνια Σοφία που έφτασε ως εμάς απ’ τη βαθιά νύχτα του χρόνου. Ξεκινήσαμε μια σχολή που είχε ένα συγκεκριμένο σκοπό κι ένα ειδικό αντικείμενο –


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

135

μια σχολή που ήταν περιεκτική κι όχι αποκλειστική και προσανατόλιζε τους σπουδαστές της σε μια ζωή υπηρεσίας σαν το δρόμο προσέγγισης της Ιεραρχίας, αντί το δρόμο της ιδιοτελούς, πνευματικής αυτοκαλλιέργειας. Αποφασίσαμε ότι το έργο έπρεπε να είναι σκληρό, άκαμπτο και δύσκολο, έτσι ώστε οι μη νοήμονες ν’ απομακρύνονται. Ένα απ’ τα ευκολότερα πράγματα στον κόσμο είναι να ιδρύσεις μια ιδιοτελή αποκρυφιστική σχολή κι αυτό συμβαίνει συνεχώς, αλλά εμείς δε θέλαμε κάτι τέτοιο. Σιγά-σιγά μάθαμε πώς να οργανώνουμε την εργασία, πώς να εκπαιδεύουμε το προσωπικό και πώς να συστηματοποιούμε τις εγγραφές και να εφαρμόζουμε τις επιχειρηματικές εκείνες μεθόδους που θα εξασφάλιζαν στους σπουδαστές μας μια γρήγορη εξυπηρέτηση. Κρατήσαμε τη σχολή σε εθελοντική οικονομική βάση και δε χρεώναμε για το έργο. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν έχουμε καμιά οικονομική υποχρέωση στους σπουδαστές και νιώθω ελεύθερη να απορρίψω οποτεδήποτε ένα σπουδαστή αν δεν επωφελείται απ’ αυτό που κάνουμε. Δεν υπάρχει “άγγελος” πίσω απ’ το έργο ούτε κανείς μεγάλος ευεργέτης. Το έργο συντηρείται απ’ τις μικρές συνδρομές των πολλών, κάτι που είναι πιο υγιές και αξιόπιστο. Νομίζω ότι αυτά είναι όσα πρέπει να πω για την έναρξη της σχολής και τη λειτουργία της. Είναι η καρδιά του όλου έργου μας. Υπάρχει σήμερα Βρετανικό τμήμα, Ολλανδικό, Ιταλικό, Ελβετικό και Νοτιοαμερικάνικο, καθώς κι οργανωμένο έργο στην Τουρκία και τη δυτική Αφρική και μέλη σκορπισμένα σε πολλές άλλες χώρες. Τα κείμενα της σχολής εκδίδονται σε πολλές γλώσσες και οι σπουδαστές των διαφόρων χωρών αναλαμβάνονται από γραμματείς που γνωρίζουν τη γλώσσα τους. Οι δράσεις υπηρεσίας εκτείνονται σ’ ένα πολύ πλατύτερο πεδίο και δε θα επιχειρήσω ν’ ασχοληθώ μαζί τους εδώ. Τα επόμενα χρόνια, απ’ το 1924 ως το 1930, είναι κάπως μονότονα. Καθώς τα αναπολώ, έχω τη βαθιά συνείδηση ενός κύκλου όπου μέρα με τη μέρα, βδομάδα με τη βδομάδα, μήνα με το μήνα έκανα τα ίδια πράγματα καθώς συνέχιζα ν’ αναπτύσσω τη Σχολή Αρκέην. Έγραφα συνεχώς άρθρα και κείμενα για τη σχολή. Έβλεπα συνεχώς ανθρώπους με ραντεβού και το 1928 έφτασα να βλέπω ανθρώπους κάθε είκοσι λεπτά. Ποτέ δεν κολακεύθηκα ότι αυτό συνέβαινε επειδή ήμουν σημαντικό πρόσωπο. Συνέβαινε κυρίως γιατί δεν έπαιρνα χρήματα. Ήταν χρόνια όπου κάθε είδους ψυχολόγος έδινε διαλέξεις σ’ όλη τη χώρα. Κάθε τύπος ψυχαναλυτή είχε ραντεβού και τα χρέωνε ακριβά. Ποτέ δε χρέωσα χρήματα και οι μέρες μου ήταν γεμάτες από ανθρώπους που είχαν κάποιο πρόβλημα κι έλπιζαν ότι θα μπορούσα να το λύσω. Υπήρχε τότε στη Νέα Υόρκη μια γυναίκα που χρέωνε $500 για μια ημίωρη συνέντευξη και είχε λίστα αναμονής. Εγγυώμαι ότι ποτέ δεν έδωσε τόσο χρήσιμες συμβουλές σαν αυτές που έδινα δωρεάν. Ένα απ’ τα μυστήρια της ανθρώπινης φύσης πρόβαλε καθαρά εκείνο τον καιρό στη συνείδησή μου. Ανακάλυψα ότι οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να μιλούν για τις πιο προσωπικές υποθέσεις της καθημερινής τους ζωής, αποκαλύπτοντας τις σεξουαλικές συζυγικές τους σχέσεις – σε μένα, μια εντελώς ξένη. Υποθέτω ότι η αντίδρασή μου σ’


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

136

αυτό οφειλόταν στη Βρετανική μου προέλευση, γιατί εδώ στην Αμερική μιλούν πάντα πιο ελεύθερα στους ξένους απ’ ό,τι συνηθίζει το άλλο μισό της Αγγλοσαξωνικής φυλής. Ομολογώ ότι αυτό ποτέ δε μου άρεζε. Υπάρχει μια διακριτικότητα που είναι σωστή και χρήσιμη κι έχω αντιληφθεί ότι όταν οι άνθρωποι είναι πολύ ειλικρινείς μαζί σας κι αφεθούν σε πολύ προσωπικές εκμυστηρεύσεις, καταλήγουν στο τέλος να σας μισήσουν – ένα είδος αδικαιολόγητου μίσους που δεν το αξίζετε. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα για τις σεξουαλικές σχέσεις των ανθρώπων, αλλά αντιλαμβάνομαι ότι είναι μεγάλος παράγοντας στην αρμονία του ατόμου. Το όλο ζήτημα του σεξ βρίσκεται σήμερα σε ρευστή κατάσταση. Εγώ η ίδια είμαι μια συντηρητική Βρετανίδα, νιώθω φρίκη για το διαζύγιο και αντιπάθεια για τις σεξουαλικές συζητήσεις, αλλά ξέρω ότι η νέα γενιά δεν έχει εντελώς λάθος. Ξέρω ότι η Βικτωριανή στάση ήταν σάπια κι ολέθρια. Η μυστικότητα και το μυστήριο που όρθωναν στο όλο σεξουαλικό πρόβλημα ήταν κάτι επικίνδυνο για μια αθώα ομάδα νέων με δημιουργική φυσική ζωή. Οι ψίθυροι, τα μυστικά, οι κουβέντες πίσω από κλειδωμένες πόρτες προκαλούσαν απορίες στους νέους και ρύπαιναν τη σκέψη τους κι αυτό είναι δύσκολο να συγχωρεθεί στους Βικτωριανούς γονείς. Σήμερα πάσχουμε απ’ την αντίδραση σ’ όλα αυτά. Ίσως οι νέοι ξέρουν πάρα πολλά, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι είναι μια ασφαλέστερη κατάσταση από εκείνη στην οποία ανατράφηκα. Δεν ξέρω ποια είναι η λύση του σεξουαλικού προβλήματος των φυλών. Ξέρω ότι σε ξένες χώρες υπό το Βρετανικό νόμο και ίσως τον Ολλανδικό και άλλους νόμους ένας Μωαμεθανός μπορεί να έχει πολλές γυναίκες. Οι άνδρες κάθε έθνους, Αμερικανοί, Βρετανοί κι άλλοι είχαν πάντα πολλές επαφές. Απ’ όλο αυτό το σμίξιμο κι όλη αυτή την αναζήτηση μιας απάντησης, θα προκύψει τελικά κάποια αληθινή λύση. Οι Γάλλοι δεν την έχουν, γιατί στο Γαλλικό έθνος αποδεικνύεται ότι “ο νους είναι ο σφαγέας του πραγματικού”. Είναι τόσο ρεαλιστές ώστε το ωραίο, το πνευματικό, το υποκειμενικό συχνά λησμονείται κι αυτό δείχνει μια μεγάλη έλλειψη στον εξοπλισμό των Γάλλων. Η Γερουσία τους συνεδριάζει χωρίς την αναγνώριση Θεότητας· τα Τεκτονικά τους τάγματα είναι εκτός νόμου απ’ τις Μεγάλες Στοές των άλλων χωρών γιατί δεν αναγνωρίζουν το Μεγάλο Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος κι οι παγιωμένες σεξουαλικές τους σχέσεις βασίζονται σε μια καθαρά ωφελιμιστική αντίληψη που είναι βασικά υγιής υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο εκτός απ’ την υλική ζωή. Σήμερα, το 1947, ο κόσμος είναι σε σεξουαλική παραφροσύνη. Η Μεγάλη Βρετανία, οι Η.Π.Α. κι όλες οι άλλες χώρες προβληματίζονται απ’ τις αιτήσεις διαζυγίων· οι νέοι παντρεύονται στη βάση ότι αν η ένωση δεν είναι ευτυχισμένη, θα τη διαλύσουν και ποιος θα πει πως έχουν άδικο; Νόθα παιδιά σαν αποτέλεσμα της πολεμικής ψύχωσης όλων των χωρών είναι σχεδόν ο κανόνας κι όχι η εξαίρεση. Όπου περάσουν στρατεύματα, το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες νόθα παιδιά. Η εκκλησία εξαπολύει μύδρους εναντίον της σύγχρονης αντίληψης για το γάμο και την απογύμνωσή του, αλλά δεν προτείνει λύση κι οι δύο εκκλησίες των Η.Π.Α. και της Μεγάλης Βρετανίας, η Καθολική και η Επισκοπική, υποστηρίζουν την άποψη ότι μετά το διαζύγιο κάθε νέος γάμος είναι μοιχεία.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

137

Σχετικά μ’ αυτό θυμάμαι καλά που μια μέρα ήθελα να παρακολουθήσω την πρωινή λειτουργία της μετάληψης σε μια μικρή εκκλησία του Τάνμπριτζ Ουέλς, που ήταν κοντά στα γραφεία μας. Πήγα στον εφημέριο και του ζήτησα την άδεια, γιατί η Αγγλία είναι μικρή χώρα κι οι δικοί μου είναι πολύ γνωστοί. Ο εφημέριος μου είπε ότι έπρεπε να πάρει άδεια απ’ τον Επίσκοπο, αλλά την αρνήθηκαν κι έτσι ήρθε να μου πει ότι δεν μπορούσα να κοινωνήσω. Τον κοίταξα για λίγα λεπτά κι ύστερα του είπα: “Θα μπορούσα να είχα έρθει σ’ αυτή την πόλη απ’ την Αμερική και να ήμουν μια αλκοολική, χαρτοπαίκτρια κι άσωτη γυναίκα με μισή ντουζίνα εραστές και θα μπορούσα να μεταλάβω γιατί δε θα είχα πάρει διαζύγιο. Πριν είκοσι χρόνια πήρα διαζύγιο με την πλήρη συγκατάθεση του Επισκόπου και του κλήρου, γιατί ήξεραν τα γεγονότα, όμως δεν μπορώ να μεταλάβω – εγώ που ζήτησα να υπηρετήσω τον Χριστό απ’ τα δεκαπέντε μου”. Υπάρχει κάτι βασικά λανθασμένο στην Εκκλησία της Αγγλίας. Υπάρχει κάτι εξίσου λανθασμένο στην εδώ Επισκοπική Εκκλησία, γιατί κάποιος Επίσκοπος αυτής της εκκλησίας μου είπε κάποτε, “Μη μου πείτε ποτέ ότι κάποιος είναι χωρισμένος γιατί ό,τι δεν ξέρω δεν πειράζει κανένα, αν όμως ξέρω, τότε πρέπει ν’ αρνηθώ να τους κοινωνήσω”. Δε χρειάζονται σχόλια. Βρισκόμαστε στο δρόμο για τη λύση του σεξουαλικού προβλήματος. Ποια θα είναι δεν ξέρω, αλλά έχω εμπιστοσύνη στη ενδόμυχη υγεία της ανθρωπότητας και στον ανελισσόμενο σκοπό του Θεού. Ίσως η λύση να έλθει από την ορθή αγωγή στα σχολεία μας και τη σωστή στάση των γονέων απέναντι στα νεαρά αγόρια και κορίτσια τους. Η τωρινή στάση βασίζεται στο φόβο, την άγνοια και την αποσιώπηση. Πρέπει να έλθει ο καιρός που γονείς και παιδαγωγοί θα μιλούν ανοιχτά και ίσια με τους νέους για τα γεγονότα της ζωής και τη σχέση των φύλων και βλέπω αυτή τη μέρα να έρχεται γοργά. Οι νέοι είναι πολύ υγιείς, αλλά η άγνοιά τους τους οδηγεί συχνά σε δυσχέρειες. Αν ξέρουν τα γεγονότα – τα ωμά, γυμνά γεγονότα – θα ξέρουν και τι να κάνουν. Όλες αυτές οι ανόητες κουβέντες για λουλούδια και σπόρια και μωρά που τα φέρνει ο πελαργός και παρόμοιες προσεγγίσεις στο σεξουαλικό πρόβλημα και είναι πολλές, αποτελούν προσβολή στην ανθρώπινη νοημοσύνη και οι νέοι μας είναι πολύ ευφυείς. Προσωπικά θα ήθελα να δω όλα τα αγόρια και τα κορίτσια της εφηβικής ηλικίας να τα πηγαίνουν σ’ ένα γιατρό με κατανόηση για να τους πει τη γυμνή αλήθεια. Θα ήθελα να γεννηθεί στη νεότερη γενιά ένας σεβασμός για τη λειτουργία τους σαν μελλοντικών γονέων της επόμενης γενιάς και θα ήθελα οι σημερινοί πατέρες και μητέρες (κι εδώ γενικεύω) να αφήνουν τους νέους πιο ελεύθερους να λύσουν τα προβλήματά τους. Η πείρα μου έδειξε ότι μπορούμε να τους εμπιστευθούμε όταν γνωρίζουν. Το μέσο αγόρι και κορίτσι δεν είναι φυσικά έκφυλο και δεν πρόκειται να ριψοκινδυνέψει όταν ξέρει πως υπάρχει κίνδυνος. Θα ήθελα ο γιατρός, όταν του φέρνουν τα αγόρια και τα κορίτσια, να προσεγγίζει το σεξουαλικό πρόβλημα απ’ τη σκοπιά του γονιού, απ’ την άποψη των κινδύνων των ελεύθερων σχέσεων και να τα προειδοποιεί για την ομοφυλοφιλία που είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες απειλές που αντιμετωπίζουν τα σημερινά αγόρια και κορίτσια. Μ’ αυτά τα δεδομένα και με μια καθαρή εικόνα μπορούμε γενικά να έχουμε εμπιστοσύνη στη νεολαία, αλλά ειλικρινά δεν


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

138

εμπιστεύομαι τους γονείς, γιατί είναι γεμάτοι φόβο και δεν εμπιστεύονται τα παιδιά τους. Όλα αυτά είναι προκαταρκτικά, γιατί έπειτα από λίγα χρόνια έπρεπε φυσικά ν’ αντιμετωπίσω το πρόβλημα των αγοριών και των κοριτσιών. Έχω τρεις πολύ ελκυστικές κόρες και τα αγόρια άρχισαν να μαζεύονται τριγύρω, έτσι ώστε δεν είχα μόνο στο γραφείο συνεχώς κόσμο, κόσμο, κόσμο, αλλά και αγόρια, αγόρια, αγόρια συνεχώς στο σπίτι κι έτσι έμαθα να κατανοώ και να συμπαθώ και τις δύο ομάδες. Σέβομαι, συμπαθώ κι εμπιστεύομαι τη νέα γενιά. Περίπου την ίδια εποχή μετακομίσαμε απ’ το Ρήτζφιλντ Παρκ στο Στάμφορντ του Κοννέκτικατ. Ένας φίλος μας, ο κ. Γκράχαμ Φελπς-Στόουκς, είχε ένα άδειο σπίτι στο Λογκ Άιλαντ Σάουντ και μας το παραχώρησε δωρεάν για αρκετά χρόνια. Ήταν πολύ μεγαλύτερο κι ωραιότερο απ’ αυτό που είχαμε στο Ρήτζφιλντ Παρκ και το αγάπησα πολύ. Πάντα θυμάμαι τα πρωινά εκεί. Υπήρχε μια πτέρυγα με ένα μεγάλο δωμάτιο πάνω από τα διαμερίσματα του προσωπικού. Είχε παράθυρα στις τρεις πλευρές κι εκεί ζούσα κι εργαζόμουν. Η Κραίγκι ήταν μαζί μας και παρότι η δουλειά του νοικοκυριού ήταν τρομακτική σε όγκο, τα κορίτσια είχαν μεγαλώσει και βοηθούσαν περισσότερο στο σπίτι. Ο Φόστερ κι εγώ κατεβαίναμε στη Νέα Υόρκη τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας κι η Κραίγκι φρόντιζε τα κορίτσια. Ήταν όλες στην εφηβεία κι εξαιρετικά όμορφες και μας ήταν εντελώς αδύνατο να τις στείλουμε σε δημόσιο σχολείο. Ο πληθυσμός του Στάμφορντ είχε τότε πολλούς ξένους και τρία όμορφα ξανθά κορίτσια ασκούσαν ακαταμάχητη σχεδόν έλξη στα παιδιά των Ιταλών που τις ακολουθούσαν παντού. Έθεσα το πρόβλημα σε μια πλούσια φίλη μου η οποία πλήρωσε τα δίδακτρά τους για το Λύκειο Χαίηγουωρντ. Ήταν ένα ανώτερης τάξης ιδιωτικό σχολείο για κορίτσια και το παρακολουθούσαν καθημερινά μέχρι να φύγουμε απ’ το Στάμφορντ. Δεν μπορώ να θυμηθώ τα διάφορα αγόρια που τις τριγύριζαν. Δύο απ’ αυτά είναι ακόμη φίλοι μας και μας επισκέπτονται κατά καιρούς μολονότι είναι παντρεμένοι κι έχουν οικογένειες. Έρχονται κατά διαστήματα και υπάρχει πάντα η ευτυχισμένη και βαθιά ριζωμένη εκείνη σχέση που εξαλείφει κάθε πίεση και μας επιτρέπει να ξαναμαζεύουμε τα νήματα μιας στενής φιλίας, αδιάφορο πόσος καιρός πέρασε απ’ την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε. Τους άλλους, τους ξεχνώ. Έρχονταν κι έφευγαν. Μια ζωντανή ανάμνηση για μένα είναι ότι καθόμουν τη νύχτα στην κάμαρά μου με τις τρεις πλευρές παράθυρα, περιμένοντας να δω τα φώτα αυτοκινήτου που φανέρωναν ότι ένα αγόρι συνοδεύει ένα κορίτσι στο σπίτι του. Αυτό συνήθως ενοχλούσε φοβερά τις κόρες μου, αλλά πάντα ένιωθα ότι είχε καλή ψυχολογική επίδραση. Η μητέρα ήταν πάντα ενήμερη πού ήταν τα κορίτσια της, ποιοι ήταν μαζί τους και τι ώρα γύριζαν στο σπίτι και ποτέ δε μετάνιωσα γι’ αυτή την επιμονή μου. Αλλά συχνά λυπάμαι για τις χαμένες ώρες ύπνου. Τα τρία κορίτσια ποτέ δε μου προκάλεσαν πραγματική ανησυχία και ποτέ δεν έγιναν αιτία να μην τους έχω εμπιστοσύνη, αλλά θέλω να επωφεληθώ της ευκαιρίας, τώρα που είναι όλες παντρεμένες και ζουν τη δική τους ζωή, για να τονίσω πόσο καλές ήταν, πόσο δυνατές, ευαίσθητες και απόλυτα αξιοπρεπείς. Έτσι κυλούσαν τα χρόνια. Απ’ το 1925 ως το 1930 ήταν χρόνια προσαρμογής,


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

139

δυσκολίας, χαράς κι ανάπτυξης. Πολύ λίγα έχω να πω. Ήταν απλά συνηθισμένα χρόνια – χρόνια εργασίας, εδραίωσης και σταθεροποίησης της Σχολής Αρκέην, δημοσίευσης των βιβλίων του Θιβετανού και συγκέντρωσης γύρω μας μιας ομάδας ανδρών και γυναικών που δεν ήταν μόνο πιστοί φίλοι και συνεργάτες μας μέχρι σήμερα, αλλά και ειλικρινά αφοσιωμένοι στην υπηρεσία της ανθρωπότητας. Σπάνια παραθερίζαμε αλλού το καλοκαίρι, γιατί το σπίτι ήταν στο Σάουντ κι είχε τη δική του ακρογιαλιά, όπου τα κορίτσια κολυμπούσαν και μάζευαν όστρακα. Έμαθα να φτιάχνω πολύ καλή σούπα από μύδια. Χάρη στην καλοσύνη ενός φίλου είχαμε ένα αυτοκίνητο και μπορούσαμε να πηγαίνουμε στη Νέα Υόρκη ή όπου αλλού θέλαμε. Κάθε Κυριακή είχαμε πρακτικά στο σπίτι φίλους και καλεσμένους και συχνά είχαμε 20 ή 30 ανθρώπους. Τους ανακατεύαμε όλους όπως-όπως, νέους και γέρους, καλής κοινωνικής θέσης ή καμιάς θέσης και πιστεύω ότι όλοι περνούσαμε ωραία. Σερβίραμε κέικ και ποντς, τσάι και καφέ κι άσχετα με τη θέση του καθενός έπρεπε όλοι ν’ ανασκουμπωθούν, να πλύνουν τα πιάτα και να συγυρίσουν το σαλόνι όταν τέλειωνε η μέρα. Είχαμε ένα γάτο κι ένα σκύλο που ήταν εξαιρετικά άτομα. Ο σκύλος ήταν ένα αστυνομικό σκυλί, εγγονός του Ριν Τιν Τιν και πολύ άξιος. Υποτίθεται ότι ήταν προστάτης μας και φόβητρο των αλητών και των παλιανθρώπων, αλλά στην πραγματικότητα δεν προστάτευε τίποτε. Αγαπούσε όλο τον κόσμο και υποδεχόταν κάθε αλήτη που πλησίαζε το σπίτι. Ήταν πολύ καλοαναθρεμμένος, πολύ ευαίσθητος και με λεπτά νεύρα κι έπρεπε να παίρνει διαρκώς βρωμιούχα για να κρατά τη νευρική του ισορροπία. Δεν υπήρχε ίχνος κακίας μέσα του κι όλοι τον λατρεύαμε. Το γάτο δεν τον λάτρευε κανένας, γιατί λάτρευε μόνο εμένα. Ήταν ένας πελώριος, μεγαλοπρεπής κεραμιδόγατος που τον βρήκαμε αδέσποτο όταν ήταν νεογέννητο γατάκι. Μόνο εμένα ήθελε. Μόνο από μένα δεχόταν τροφή. Αρνιόταν να μπει στο σπίτι αν δεν κατέβαινα κάτω, έτσι ώστε ο Φόστερ έφτιαξε μια σκάλα απ’ τον κήπο ως το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς μου κι άνοιξε μια τρύπα στο τζάμι για να μπορεί να μπαίνει στην κάμαρά μου κι από εκείνη τη στιγμή ήταν τέλεια ευτυχισμένος, αφού δε χρησιμοποιούσε ποτέ την πόρτα, αλλά πηδούσε κατευθείαν απ’ τη σκάλα στο κρεβάτι μου. Το έργο προχωρούσε γοργά εκείνα τα χρόνια. Ο άνδρας μου είχε ιδρύσει το περιοδικό Πυρσός που κάλυπτε μια επιτακτική ανάγκη, όπως και σήμερα. Συνήθως έδινα 6 ή 8 δημόσιες διαλέξεις το χρόνο κι εφόσον η είσοδος ήταν δωρεάν, μπορούσα εύκολα να συγκεντρώσω 1.000 ακροατές. Με τον καιρό όμως καταλήξαμε ότι πολλοί απ’ αυτούς που έπιαναν τις καρέκλες στις διαλέξεις ήταν αυτό που ονομαζόταν στη Νέα Υόρκη φελλοί. Σέρνονταν εδώ κι εκεί σ’ όλες τις δωρεάν διαλέξεις όποιο κι αν ήταν το θέμα και ποτέ δεν επωφελούνταν απ’ όσα άκουγαν. Ήρθε λοιπόν ο καιρός που αποφασίσαμε να ζητάμε εισιτήριο στις διαλέξεις, έστω και για 25 σεντ. Το ακροατήριο μειώθηκε αμέσως στο μισό κι αυτό μας ευχαρίστησε πολύ. Όσοι έρχονταν, το έκαναν γιατί ήθελαν ν’ ακούσουν και να μάθουν κι άξιζε τον κόπο να τους μιλήσεις. Πάντα μου άρεσε να δίνω διαλέξεις και τα είκοσι τελευταία χρόνια ποτέ δεν ένιωσα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

140

νευρική στην εξέδρα. Αγαπώ τον κόσμο και τον εμπιστεύομαι και το ακροατήριο είναι μόνο ένα αξιαγάπητο πρόσωπο. Υποθέτω πως οι διαλέξεις είναι ό,τι απολαμβάνω περισσότερο στον κόσμο και σήμερα που μ’ εμποδίζει η υγεία μου, είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες στερήσεις. Ο γιατρός μου δεν τις εγκρίνει κι ο άνδρας μου ανησυχεί πολύ, έτσι δίνω τώρα μόνο μια διάλεξη στις ετήσιες διασκέψεις. Στην αρχή αυτής της περιόδου απέκτησα μια φιλία που σήμαινε για μένα περισσότερα από καθετί στον κόσμο εκτός απ’ το γάμο μου με τον Φόστερ Μπέϊλη. Η φίλη αυτή ήταν ένας συνδυασμός απλότητας, γλυκύτητας κι ανιδιοτέλειας κι έφερε έναν πλούτο και μια ομορφιά στη ζωή μου, που ποτέ δεν ονειρεύθηκα. Δεκαεπτά χρόνια βαδίσαμε μαζί στην πνευματική οδό. Της αφιέρωνα όλο τον ελεύθερο χρόνο μου κι ήμουν συνεχώς στο σπίτι της. Μας διασκέδαζαν τα ίδια πράγματα· μας ενδιέφεραν οι ίδιες αξίες και ιδέες. Δεν είχαμε μυστικά μεταξύ μας και ήξερα όλα όσα ένιωθε για τα πρόσωπα και τα περιστατικά του περιβάλλοντός της. Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι στα τελευταία δεκαεπτά χρόνια της μοναχικής ζωής της δεν ήταν εντελώς μόνη. Το να την καταλαβαίνω, να της συμπαραστέκομαι, να την αφήνω να μου μιλά ελεύθερα και να νιώθει ασφαλής κάνοντάς το, ήταν η μοναδική ανταμοιβή που μπορούσα να της προσφέρω για την ατέλειωτη καλοσύνη της σε μένα. Επί δεκαεπτά χρόνια μ’ έντυνε κι ως το θάνατό της, το 1940, δεν αγόρασα ποτέ κανένα ρούχο. Ακόμη φορώ τα φορέματα που μου έδινε. Όλα τα κοσμήματα που έχω μου τα έδωσε αυτή. Είχα φέρει μαζί μου στην Αμερική ωραίες δαντέλες και κοσμήματα, αλλά όλα πουλήθηκαν για να πληρωθούν οι λογαριασμοί του μπακάλη κι εκείνη φρόντισε να αντικαταστήσει μερικά απ’ αυτά. Έβαλε τα κορίτσια στο σχολείο και πλήρωνε πάντα όλα τα έξοδα μετάβασής μας στην Ευρώπη και τη Μεγάλη Βρετανία. Είμασταν τόσο αγαπημένες, ώστε όταν αρρώσταινα το γνώριζε αυτόματα. Θυμάμαι μια φορά που αρρώστησα στη Μεγάλη Βρετανία πριν μερικά χρόνια και μέσα σε λίγες ώρες μου τηλεγράφησε £500 γιατί ήξερε πως ήμουν άρρωστη και μπορεί να τα χρειαζόμουν. Η τηλεπαθητική σχέση μας ήταν καταπληκτική και συνεχίσθηκε ακόμη και μετά το θάνατό της. Όταν συνέβαινε κάτι στην οικογένειά της μετά το θάνατό της, το συζητούσε μαζί μου τηλεπαθητικά. Παρότι δεν είχα τρόπο να τα γνωρίζω, ανακάλυπτα αργότερα όλα τα σχετικά και συχνά ακόμη και σήμερα είμαι σ’ επαφή μαζί της. Είχε μια βαθιά κι εμβριθή γνώση της Προαιώνιας Σοφίας, αλλά φοβόταν τους ανθρώπους· φοβόταν μην παρεξηγηθεί· φοβόταν ότι οι άνθρωποι την αγαπούσαν για τα λεφτά της και βασικά και βαθιά φοβόταν τη ζωή. Νομίζω πως της ήμουν χρήσιμη σ’ αυτό το σημείο, γιατί σεβόταν την κρίση μου κι έβρισκε ότι συχνά συμφωνούσε με τη δική της. Ενεργούσα σαν ασφαλιστική δικλείδα. Ήξερε ότι μπορούσε να μου πει τα πάντα. Ακόμη κι όταν πέθαινε με είχε στο νου της και λίγες μόνο μέρες πριν το θάνατό της πήρα ένα γράμμα της που με δυσκολία μπόρεσα να διαβάσω, όπου μου μιλούσε για τον εαυτό της. Το γράμμα είχε ταχυδρομηθεί από κάποιον άλλον. Ένα απ’ τα πράγματα που προσδοκώ όταν περάσω στην άλλη πλευρά, είναι να τη βρω να με περιμένει, όπως μου είχε υποσχεθεί. Περάσαμε θαυμάσια μαζί όσο ήταν στη γη. Γελούσαμε και διασκεδάζαμε με τα ίδια πράγματα. Αγαπούσαμε τα ίδια χρώματα και συχνά απορούσα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

141

τι είχα κάνει στο παρελθόν για να μου αξίζει σήμερα μια τέτοια φίλη. Δύο φορές το χρόνο πήγαινε σ’ ένα μαγαζί και μου αγόραζε οκτώ ή εννέα φορέματα, ξέροντας ακριβώς τι μου άρεζε και τα χρώματα που μου πήγαιναν και δύο φορές το χρόνο, μόλις έπαιρνα τα κουτιά με τα όμορφα εκείνα ρούχα, πήγαινα στη ντουλάπα μου κι έβγαζα τα φορέματα της περασμένης χρονιάς και τα έστελνα σε φίλες μου που ήξερα ότι περνούσαν δύσκολα. Δεν πιστεύω στη συσσώρευση πραγμάτων και ξέρω τι θα πει να χρειάζεσαι ένα φόρεμα ή ένα παλτό και να μην μπορείς να το αποκτήσεις. Η φτώχεια των ανθρώπων της καλής τάξης που πρέπει να διατηρούν μια ορισμένη εμφάνιση, είναι πολύ πικρότερη εμπειρία από πολλούς άλλους τύπους φτώχειας. Δεν τους αρέσει να δέχονται ελεημοσύνη και δεν μπορούν να τριγυρνούν και να ζητιανεύουν, αλλά μπορούν να δεχθούν ό,τι χρειάζονται από κάποιον που θα έγραφε και θα μιλούσε, λόγου χάρη, όπως εγώ: “Πήρα δώρο ένα σωρό καινούργια φουστάνια και φυσικά δεν μπορώ να φορώ όλα όσα έχω. Θα ένιωθα άπληστη αν τα κρατούσα όλα, γιαυτό σου στέλνω δύο απ’ αυτά και θα με βοηθούσες αν τα δεχόσουν”. Όλη αυτή η χαρά που μπορούν να δώσουν τα καινούργια και ωραία ρούχα πρέπει λοιπόν να αποδοθεί στη φίλη μου κι όχι σε μένα. Μου είναι δύσκολο να μιλήσω όπως θα ήθελα για όσους μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο. Το νιώθω ιδιαίτερα σ’ αυτή την περίπτωση και πάνω απ’ όλα στην περίπτωση του Φόστερ Μπέϊλη, του συζύγου μου. Συζητήσαμε το θέμα κι αποφασίσαμε πως δεν ήταν δυνατό να βάλω σε μια αυτοβιογραφία όλα όσα θα ήθελα να πω. Μια άλλη ενδιαφέρουσα φιλία ήρθε στο δρόμο μας κι είχε μερικά σημαντικά επακόλουθα – επακόλουθα που μάλλον θα πραγματωθούν στην επόμενη ζωή παρά σ’ αυτή. Υπάρχει μια λέσχη στη Νέα Υόρκη, που ονομάζεται Λέσχη Ευγενείας. Μια μέρα ένα μέλος της λέσχης με κάλεσε να πάω και ν’ ακούσω μια ομιλία του Μεγάλου Δούκα Αλεξάνδρου. Ήταν γιος ενός απ’ τους Τσάρους της Ρωσσίας και κουνιάδος του τελευταίου Τσάρου Νικολάου. Πήγα μάλλον από περιέργεια παρά για άλλο λόγο και μπήκα σε μια συνωστισμένη αίθουσα γεμάτη απ’ την ελίτ της αριστοκρατίας και των βασιλικών προσωπικοτήτων που βρίσκονταν τότε στη Νέα Υόρκη. Σε λίγο σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι όταν ο Μέγας Δούκας μπήκε και κάθισε σε μια πολυθρόνα στην εξέδρα. Όταν ξανακαθίσαμε μας κοίταξε με μεγάλη σοβαρότητα και είπε: “Διερωτώμαι αν θα μπορέσετε για ένα λεπτό να ξεχάσετε ότι είμαι Μέγας Δούκας, γιατί θέλω να σας μιλήσω για την ψυχή σας”. Ανακάθισα ξαφνιασμένη κι ευχαριστημένη και στο τέλος της ομιλίας γύρισα στη φίλη μου, Βαρώνη … και της είπα: “Πόσο θα ήθελα να φέρω σ’ επαφή το Μέγα Δούκα με ανθρώπους αυτής της χώρας, που δε νοιάζονται αν είναι Μέγας Δούκας ή όχι, αλλά που θα τον αγαπούσαν για τον ίδιο και το μήνυμά του”. Αυτό ήταν όλο και δεν το ξανασκέφθηκα πια. Το επόμενο πρωί χτύπησε το τηλέφωνο του γραφείου μου και μια φωνή είπε: “Η Αυτοκρατορική του Υψηλότητα θα ευχαριστηθεί αν η κ. Μπέϊλη έρθει στο Ρίτζ στις 11”. Έτσι η κ. Μπέϊλη πήγε στο Ρίτζ στις 11. Συναντήθηκα στο φουαγιέ με το γραμματέα του Μεγάλου Δούκα. Καθίσαμε, με κοίταξε επίσημα και μου είπε: “Τι


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

142

θέλετε απ’ το Μεγάλο Δούκα κυρία Μπέϊλη;” Τον κοίταξα κατάπληκτη και είπα: “Τίποτε. Δεν μπορώ να φαντασθώ γιατί είμαι εδώ”. “Αλλά”, είπε ο κ. Ρουμανώφ, “ο Μέγας Δούκας είπε ότι θέλετε να τον δείτε”. Τότε του εξήγησα ότι δεν είχα κάνει κανένα διάβημα για να δω το Μεγάλο Δούκα και δεν μπορούσα να φαντασθώ τι με ήθελε. Του είπα ότι ήμουν στη διάλεξη του Μεγάλου Δούκα το προηγούμενο απόγευμα και είχα εκφράσει σε μια φίλη μου την ευχή ότι θα έπρεπε να συναντήσει μερικούς ανθρώπους. Ο κ. Ρουμανώφ με οδήγησε τότε στη σουίτα του Μεγάλου Δούκα κι αφού υποκλίθηκα και κάθισα, με ρώτησε τι μπορούσε να κάνει για μένα. “Τίποτε”, απάντησα. Ύστερα άρχισα να του λέω ότι στην Αμερική υπήρχαν πρόσωπα, όπως η κ. Ντυπόν-Ορτίζ, που σκέφτονταν σαν κι αυτόν, είχαν ωραία σπίτια και σπάνια πήγαιναν σε διαλέξεις κι έλπιζα ότι ίσως θα ήθελε να τα συναντήσει. Με βεβαίωσε πως θα έκανε ό,τι του ζητούσα και είπε: “Ας μιλήσουμε τώρα για τα σημαντικά θέματα”. Περάσαμε περίπου μια ώρα μιλώντας για πνευματικά θέματα και την ανάγκη της αγάπης στον κόσμο. Μόλις είχε εκδώσει ένα βιβλίο με τίτλο Η Θρησκεία της Αγάπης κι ανυπομονούσε να το δει να διαβάζεται απ’ το πλατύ κοινό. Όταν επέστρεψα στο γραφείο πήρα στο τηλέφωνο την Αλίς Ορτίζ και της είπα να έρθει στη Νέα Υόρκη και να οργανώσει ένα πρόγευμα για το Μεγάλο Δούκα στο ξενοδοχείο Αμπάσσαντορ. Αρνήθηκε αμέσως. Τέλος την κατάφερα να δεχθεί. Ήρθε κι έδωσε ένα γεύμα. Στο μέσο του γεύματος ο κ Ρουμανώφ γύρισε και μου είπε: “Ποια είσθε κ. Μπέϊλη; Δεν μπορούμε ν’ ανακαλύψουμε τίποτε για σας”. Τον βεβαίωσα ότι δε με εξέπληττε γιατί δεν ήμουν τίποτε – μόνο μια Αμερικανίδα πολίτις με Βρετανική προέλευση. Κούνησε το κεφάλι του και φάνηκε πολύ σαστισμένος, λέγοντάς μου πως ο Μέγας Δούκας είχε πει ότι θα έκανε ό,τι του ζητούσα. Αυτή ήταν η αρχή μιας ειλικρινέστατης φιλίας που κράτησε μέχρι το θάνατο του Μεγάλου Δούκα και μετά. Πήγαινε τακτικά για λίγες μέρες στο Βαλμύ με τον Φόστερ και μένα. Και οι τρεις μας είχαμε μακρές, ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Ένα απ’ τα πράγματα που νιώθω πως διαπιστώναμε σ’ αυτή τη φιλία ήταν ότι κάτω απ’ την επιδερμίδα είμαστε όλοι ίδιοι και είτε καταγόμαστε από βασιλικό αίμα είτε ανήκουμε κοινωνικά στο χαμηλότερο τύπο ανθρώπου, έχουμε τις ίδιες προτιμήσεις κι αντιπάθειες, τις ίδιες λύπες κι οδύνες, τις ίδιες πηγές χαράς και την ίδια παρόρμηση να προοδεύσουμε πνευματικά. Ο Μέγας Δούκας ήταν έμπειρος πνευματιστής και συνηθίζαμε να περνάμε ευχάριστα διοργανώνοντας μικρές σεάνς στο πελώριο λίβιγκρουμ της Αλίς. Ένα απόγευμα ο κ. Ρουμανώφ τηλεφώνησε στον άνδρα μου για να τον ρωτήσει αν είμασταν ελεύθεροι το βράδυ κι αν ναι, αν θα μπορούσαμε ν’ αναλάβουμε την ευθύνη να συνοδέψουμε το Μεγάλο Δούκα σε δύο μέρη όπου είχε να μιλήσει. Θα το κάναμε με μεγάλη χαρά και τον συνοδέψαμε όπου είχε να πάει και στο πέρας της ομιλίας του τον γλιτώσαμε απ’ τους κυνηγούς αυτογράφων. Στο δρόμο για το ξενοδοχείο ο Μέγας Δούκας γύρισε ξαφνικά προς το μέρος μου και είπε: “Κα Μπέϊλη, αν σας έλεγα ότι κι εγώ γνωρίζω το Θιβετανό, θα σήμαινε τίποτε για σας;” “Μάλιστα Υψηλότατε”, απάντησα, “θα σήμαινε πολλά”. “Λοιπόν”, συνέχισε ο Μέγας Δούκας, “καταλαβαίνετε


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

143

τώρα το τρίγωνο, εσείς, ο Φόστερ κι εγώ”. Αυτή νομίζω ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Σε λίγο έφυγε για τη νότια Γαλλία κι εμείς για την Αγγλία. Δύο χρόνια αργότερα καθόμουν ένα πρωί στις 6:30 στο κρεβάτι, όταν προς μεγάλη μου έκπληξη μπήκε ο Μέγας Δούκας φορώντας τις σκούρες μπλε πυτζάμες που φορούσε συχνά. Με κοίταξε, χαμογέλασε, κούνησε το χέρι του και χάθηκε. Πήγα στον Φόστερ και του είπα ότι ο Μέγας Δούκας πέθανε. Κι έτσι ήταν. Είδα τη νεκρώσιμη αγγελία την επόμενη μέρα στις εφημερίδες. Πριν φύγει απ’ την Αμερική μου είχε δώσει μια φωτογραφία του με ιδιόχειρη αφιέρωση και μετά από ένα χρόνο την έχασα. Δεν μπόρεσα να τη βρω πουθενά και καθώς δε ζούσε πια λυπήθηκα βαθιά, αλλά ήμουν βέβαιη ότι κάποιος κυνηγός αυτογράφων θα την είχε κλέψει. Αρκετά χρόνια αργότερα, στη Νέα Υόρκη, κατεβαίνοντας την 43η οδό, είδα ξαφνικά το Μεγάλο Δούκα να έρχεται προς το μέρος μου. Χαμογέλασε και προσπέρασε κι όταν πήγα στο γραφείο μου βρήκα τη χαμένη φωτογραφία πάνω στο τραπέζι μου. Προφανώς υπήρχε ένας πολύ στενός δεσμός πνευματικού επιπέδου μεταξύ του Μεγάλου Δούκα, του Φόστερ Μπέϊλη κι εμένα. Σε μεταγενέστερη ζωή θα μάθουμε το λόγο αυτής της επαφής στην παρούσα ζωή, καθώς και της φιλίας και της κατανόησης που αναπτύξαμε. Μια ζωή δεν πρέπει να ιδωθεί σαν μεμονωμένο γεγονός, αλλά σαν επεισόδιο μιας σειράς ζωών. Ό,τι επιτελούμε σήμερα, οι φίλοι και η οικογένειά μας και η ποιότητα, ο χαρακτήρας και η ιδιοσυγκρασία μας δείχνουν απλά το σύνολο του παρελθόντος. Ό,τι θα γίνουμε στην επόμενη ζωή μας προκύπτει απ’ αυτό που είμαστε και κάνουμε στην τωρινή. Τα χρόνια εκείνα ήταν πολυάσχολα. Τα κορίτσια μεγάλωναν και τα αγόρια τριγύριζαν. Η Σχολή αναπτυσσόταν συνεχώς και μέσα μου εδραιωνόταν μια αίσθηση βεβαιότητας και μια αναγνώριση ότι είχα βρει το έργο για το οποίο μου είχε μιλήσει ο Κ.Χ. το 1895. Οι δοξασίες της μετενσάρκωσης κι ο νόμος του αιτίου και αποτελέσματος είχαν λύσει τα προβλήματα του απορημένου νου μου. Η Ιεραρχία μου ήταν γνωστή. Μου είχε δοθεί το προνόμιο να έρχομαι σ’ επαφή με τον Κ.Χ. όποτε ήθελα, γιατί τώρα μ’ εμπιστεύονταν ότι μπορούσα να κρατήσω τις προσωπικές μου υποθέσεις έξω απ’ το Άσραμ Του και προχωρούσα σε μεγαλύτερη χρησιμότητα στο Άσραμ Του και συνεπώς στον κόσμο. Η αναγνώριση των βιβλίων του Θιβετανού σ’ όλο τον κόσμο αυξανόταν σταθερά. Η ίδια είχα γράψει μερικά βιβλία που είχαν βρει καλή υποδοχή και τα έγραψα για ν’ αποδείξω ότι μπορεί κανείς να κάνει τη λεγόμενη ψυχική εργασία όπως αυτή που έκανα με το Θιβετανό και να εξακολουθεί να έχει το μυαλό του και να είναι ένα ευφυές ανθρώπινο ον. Μέσω των βιβλίων και των αυξανόμενων μελών της Σχολής ο Φόστερ κι εγώ ερχόμασταν σε συνεχή επαφή με ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο. Από παντού έρχονταν βροχή τα γράμματα που μας ζητούσαν συμβουλές ή βοήθεια ή απαιτούσαν να ιδρύσουμε έναν όμιλο στη μια ή την άλλη χώρα. Πάντα υποστήριζα τη θεωρία πως οι βαθύτερες και οι πιο εσωτερικές αλήθειες μπορούσαν να διακηρυχθούν φανερά στο πλατύ κοινό κι αν δεν υπήρχε ένας εσώτερος μηχανισμός πνευματικής αναγνώρισης, δε θα προέκυπτε καμιά ζημιά. Συνεπώς οι


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

144

δεσμεύσεις για μυστικότητα δεν είχαν νόημα. Δεν υπάρχουν μυστικά. Υπάρχει μόνο η παρουσίαση της αλήθειας και η κατανόησή της. Υπήρχε στο νου του κοινού μια μεγάλη σύγχυση μεταξύ εσωτερισμού και μαγείας. Η μαγεία είναι ένας τρόπος εργασίας στο φυσικό πεδίο, που σχετίζει την ουσία και την ύλη, την ενέργεια και τη δύναμη, προκειμένου να δημιουργήσει μορφές δια των οποίων θα εκφρασθεί η ζωή. Αυτή η εργασία καθώς ασχολείται με στοιχειακές δυνάμεις, είναι επικίνδυνη κι ακόμη οι καθαροί στην καρδιά χρειάζονται προστασία. Ο εσωτερισμός είναι στην πραγματικότητα η επιστήμη της ψυχής. Αφορά τη ζωντανή, πνευματική, ζωτική αρχή που βρίσκεται σε κάθε μορφή. Εδραιώνει μια ενότητα στο χρόνο και το χώρο. Υποκινεί κι εφαρμόζει το Σχέδιο απ’ τη σκοπιά του ζηλωτή κι είναι η επιστήμη της Ατραπού και διδάσκει στον άνθρωπο την τεχνική του ερχόμενου υπερανθρώπου κι έτσι τον βοηθά να βάλει τα πόδια του στην Ατραπό της ανώτερης εξέλιξης. Το πρόγραμμα της Σχολής εξελισσόταν βαθμιαία. Διατηρήσαμε κι εξακολουθούμε να διατηρούμε το έργο ρευστό σε μια προσπάθεια ν’ ανταποκριθούμε στις μεταβαλλόμενες ανάγκες κι αποκτήσαμε σταδιακά ένα επιτελείο εκπαιδευμένων ανθρώπων που επέβλεπαν το έργο. Πριν δεκαπέντε χρόνια (το 1928) μεταφερθήκαμε στη σημερινή μας έδρα και σήμερα ο 31ος κι ο 32ος όροφος αποτελούν το κέντρο της Σχολής Αρκέην, της Λούσις Τραστ, της Παγκόσμιας Καλής Θέλησης και της Εκδοτικής Εταιρείας Λούσις. Ξεκινώντας με μια χούφτα σπουδαστών, έχουμε πια ένα πλήθος πνευματικών σχεδίων που όλα αφορούν την υπηρεσία της ανθρωπότητας, όλα είναι αφιλοκερδή και παγκόσμια κι όλα είναι εφικτά στους σπουδαστές της Σχολής Αρκέην.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Τ

1930 σημαδεύει τον τελευταίο χρόνο εκείνου που αποκαλώ φυσιολογική ζωή. Από τότε απορροφήθηκα στο έργο στην Ευρώπη και τη Μεγάλη Βρετανία και τις Η.Π.Α. καθώς και στους αρραβώνες και τους γάμους των κοριτσιών, οι οποίοι περίεργα μου αφαίρεσαν ένα μεγάλο μέρος του συναισθηματισμού μου. Ο κάπως φυσιολογικός ρυθμός της ζωής μου απ’ το 1924 ως το 1930 διακόπηκε οριστικά το 1931. Τα έξι αυτά χρόνια ήταν από πολλές απόψεις χρόνια μονότονου ρυθμού και ρουτίνας – ξυπνούσα το πρωί, εργαζόμουν για το Θιβετανό, φρόντιζα να σηκωθούν τα κορίτσια και να ετοιμασθούν για το σχολείο, ετοίμαζα το πρόγευμα, έδινα την παραγγελία του μπακάλη, έπαιρνα το τραίνο για τη Νέα Υόρκη για να είμαι στο γραφείο στις δέκα κι ύστερα ακολουθούσε η μονοτονία των συνεχών ραντεβού, η αλληλογραφία, η υπαγόρευση επιστολών, η λήψη αποφάσεων για το έργο της σχολής, η συζήτηση με τον Φόστερ για τα διάφορα προβλήματα και η έξοδος για το μεσημεριανό φαγητό. Αργά το απόγευμα είχα συχνά μαθήματα και αναπολώ εκείνο τον καιρό που δίδασκα τις βάσεις της Μυστικής Δοξασίας, σαν την πιο χρήσιμη και ικανοποιητική εποχή της ζωής μου. Από πολλές απόψεις το βιβλίο της Ε.Π.Μπ. Μυστική Δοξασία είναι σήμερα αναχρονιστικό και η προσέγγισή του στην Προαιώνια Σοφία έχει ελάχιστη έλξη στη νέα γενιά. Όμως όσοι από μας το μελέτησαν πραγματικά και μπόρεσαν να κατανοήσουν κάπως την εσώτερη σημασία του, έχουν μια βασική εκτίμηση της αλήθειας που δε φαίνεται να μεταδίδει κανένα άλλο βιβλίο. Η Ε.Π.Μπ. είπε ότι η επόμενη ερμηνεία της Προαιώνιας Σοφίας θα είναι μια ψυχολογική προσέγγιση και η Πραγματεία επί του Κοσμικού Πυρός που δημοσιεύθηκε το 1925, είναι το ψυχολογικό κλειδί της Μυστικής Δοξασίας. Κανένα απ’ τα βιβλία μου δε θα ήταν δυνατό αν δεν είχα μελετήσει στο παρελθόν τη Μυστική Δοξασία. Όταν αναπολώ την εφηβική μου ηλικία καθώς και των κοριτσιών μου, καταλαβαίνω τι δύσκολη περίοδος είναι η εφηβεία. Ήταν δυσκολότερη για μένα παρά για τα κορίτσια μου, γιατί κανείς ποτέ δε μου είχε πει τίποτε. Ήταν δύσκολη γι’ αυτές, αλλά ο Θεός ξέρει πόσο δυσκολότερη ήταν για μένα. Έπρεπε να στέκομαι και να βλέπω να τις κυνηγούν και να ελπίζω ότι δε θα τις πιάσουν· καμιά φορά τις έπιαναν. Υπέφερα στα χέρια τους, γιατί κάποτε με θεωρούσαν αναχρονιστική. Έπρεπε να υποταχθώ στην άποψη ότι οι ιδέες μου ήταν απηρχαιωμένες και να προσπαθήσω να θυμηθώ τον καιρό της δικής μου εξέγερσης. Είχα δει τόσα πολλά κι ήξερα τόσα πολλά για τα κακά του κόσμου, ώστε υπέφερα τρομερές αγωνίες εξαιτίας τους, που αποδείχτηκαν όλες τελείως άχρηστες, αλλά τότε ήταν πολύ δυσάρεστες. Έπρεπε να υποταχθώ στη νεανική τους πίστη ότι δεν ήξερα τίποτε για το σεξ, ότι δεν ήξερα πώς να χειρισθώ τους άνδρες, ότι Ο


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

146

κανείς δε με είχε ποτέ ερωτευθεί εκτός απ’ τους δύο άντρες που παντρεύθηκα. Η εμπειρία μου ήταν φυσικά ίδια με κάθε γονιού που βγάζει στον κόσμο έφηβους και μάλιστα κορίτσια. Τα αγόρια χειραφετούνται νωρίτερα και κρατούν το στόμα τους κλειστό και η μέση μητέρα δεν ξέρει τίποτε για τις υποθέσεις του γιού της. Τα επόμενα επτά ή οκτώ χρόνια ήταν λοιπόν δύσκολα για μένα και δεν είμαι καθόλου σίγουρη πως τα χειρίσθηκα με σύνεση. Ωστόσο όπως φαίνεται δεν έκανα μεγάλη ζημιά κι αυτό μου φτάνει. Το φθινόπωρο του 1930 έγινε φανερή η ανάπτυξη του έργου της σχολής στην Ευρώπη και τη Μεγάλη Βρετανία. Τα βιβλία που είχαμε εκδώσει έβρισκαν το δρόμο τους σ’ όλο τον κόσμο και μας έφερναν σ’ επαφή με ανθρώπους σε κάθε χώρα. Πολλοί απ’ αυτούς ήθελαν να γίνουν μέλη της Σχολής Αρκέην και οι περισσότεροι ήταν Αγγλόφωνοι. Δεν είχαμε τότε ξενόγλωσσους τομείς ούτε γλωσσομαθείς γραμματείς. Η γνώση για ό,τι κάναμε κι εκπροσωπούσαμε απλωνόταν σ’ όλο τον κόσμο κυρίως απ’ τα βιβλία κι απ’ όσους μας έγραφαν για το διαλογισμό ή για κάποιο πρόβλημα. Μέλη της Θεοσοφικής Εταιρείας που ήταν δυσαρεστημένα απ’ τη στενότητα της παρουσίασης, ήρθαν επίσης σε επαφή μαζί μας και πολλά απ’ αυτά προσχώρησαν στη Σχολή Αρκέην. Όταν έκαναν την αίτηση, τους τόνιζα πάντα ότι δεν είχαμε προσωπικά καμιά αντίρρηση για την εγγραφή τους, αλλά οι αρχηγοί του Ε.Τ. της εταιρείας ήταν σαφώς αντίθετοι. Σωστά ή λάθος τους τόνιζα πάντα ότι η ψυχή τους τους ανήκε κι ότι δε χρειάζονταν εντολές από κανέναν, ούτε από μένα ούτε απ’ τους αρχηγούς του Ε.Τ. Το αποτέλεσμα ήταν να έχουμε σήμερα στη Σχολή Αρκέην πολλά απ’ τα παλιότερα και καλύτερα μέλη του Ε.Τ., που δε βλέπουν καμιά αντίφαση στις δύο γραμμές προσέγγισης. Η γελοία θεωρία που διαδόθηκε απ’ τον Ε.Τ. ότι είναι επικίνδυνο να ακολουθεί κανείς δύο γραμμές διαλογισμού συγχρόνως, όχι μόνο μου προκαλούσε θυμηδία αλλά ήταν τελείως εσφαλμένη. Από μια άποψη η ίδια ποιότητα κι ο ίδιος κραδασμός διατρέχει τις δύο προσεγγίσεις, από μια άλλη, η διαλογιστική εργασία που έδινε ο Ε.Τ. ήταν τόσο στοιχειώδης ώστε είχε ασήμαντα αποτελέσματα στα κέντρα. Είναι όμως εξαιρετικά καλή για όσους βρίσκονται στην Ατραπό της Δοκιμασίας. Η Σχολή Αρκέην αναπτυσσόταν σταθερά, αλλά ήταν ακόμη σχετικά μικρή. Είχαμε μετακομίσει σ’ άλλο κτίριο εξαιτίας των τιμών των ενοικίων στη Νέα Υόρκη και τον Απρίλιο του 1928 ήρθαμε στα σημερινά μας γραφεία, στο Νο. 11 της Δυτικής 42ης Οδού. Είμασταν οι πρώτοι που ήρθαμε στο νέο αυτό κτίριο και είχαμε τον τελευταίο όροφο, τον 32ο. Σήμερα έχουμε και τον 31ο, αλλά είμαστε πολύ στριμωγμένοι και σύντομα πρέπει να επεκταθούμε. Για μικρό διάστημα διατηρούσα αλληλογραφία με μια Ελβετίδα που είχε αρκετές γνώσεις κι ενδιαφερόταν για ό,τι διδάσκαμε και για ό,τι κάναμε να προσεγγίσουμε τον κόσμο με την Προαιώνια Σοφία. Είχε ένα ωραίο σπίτι στη λίμνη Ματζιόρε στην Ελβετία, όπου είχε μια αίθουσα διαλέξεων και μια εξαίρετη βιβλιοθήκη. Μια νύχτα το φθινόπωρο του 1930 ήρθε στο σπίτι μας στο Στάμφορντ του Κοννέκτικατ κι έμεινε μαζί μας λίγο καιρό, μιλώντας για πολλά, εκθέτοντας τις ιδέες της, ακούγοντας τις


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

147

απόψεις μας και προσφέροντάς μας τη συνεργασία της. Πρότεινε ότι με τη βοήθειά μας θα μπορούσε να ιδρύσει ένα πνευματικό κέντρο στην Ασκόνα, κοντά στο Λοκάρνο στη λίμνη Ματζιόρε, το οποίο έπρεπε να είναι μη δογματικό, μη χωριστικό και ανοιχτό σε εσωτερικούς στοχαστές και αποκρυφιστές σπουδαστές όλων των ομάδων της Ευρώπης. Είχε εκείνο το ωραίο σπίτι, εκείνη την αίθουσα διαλέξεων κι εκείνο το ωραίο κτήμα που θ’ αποτελούσαν τη συνεισφορά της κι έπρεπε να πάμε εκεί ο Φόστερ κι εγώ να ξεκινήσουμε το σχέδιο, να δώσουμε διαλέξεις και να διδάξουμε. Προσφέρθηκε να μας φιλοξενήσει και δεχόταν να μας συνοδέψουν τα τρία κορίτσια αν πηγαίναμε στην Ασκόνα, προσφέροντας σ’ όλους μας στέγη και τροφή αλλά όχι τα έξοδα του ταξιδιού μας. Δεν μπορούσαμε φυσικά ν’ αποφασίσουμε ξαφνικά, αλλά της υποσχεθήκαμε ότι θα το σκεφτόμασταν προσεκτικά και θα την ειδοποιούσαμε αμέσως μετά την Πρωτοχρονιά του 1931. Υπήρχαν πολλά προβλήματα. Τα έξοδα ταξιδιού πέντε ανθρώπων δεν ήταν αμελητέο ποσό και δεν είμασταν σίγουροι ότι θέλαμε ν’ αναλάβουμε ένα τέτοιο εγχείρημα με τέτοιους όρους. Ζούσα είκοσι χρόνια στην Αμερική χωρίς να πάω στην Ευρώπη. Δεν μπορούσα να πάω στην Ευρώπη χωρίς να επισκεφθώ την πατρίδα μου κι έπρεπε να εξετάσουμε πολλά πριν καταλήξουμε στο σωστό. Η φίλη μου Αλίς Ορτίζ ήρθε τότε και με βρήκε με μια πρόταση που επέδρασε στην όλη κατάσταση. Χωρίς να ξέρει τίποτε για την πρόταση της Όλγας Φρέμπε, μου είπε μια μέρα: “Τι θα προτιμούσες για τα κορίτσια σου, να τα στείλω στο κολλέγιο για αρκετά χρόνια ή να τα στείλω ταξίδι στο εξωτερικό; Θα καλύψω όλα τα έξοδα, αλλά εσύ πρέπει να κρίνεις τι είναι καλύτερο για τα κορίτσια”. Το συζήτησα πολύ με τον Φόστερ κι αποφασίσαμε ότι ένα ταξίδι στο εξωτερικό ήταν πολύ πιο χρήσιμο και παιδαγωγικό για τα κορίτσια από οποιοδήποτε πτυχίο κολλεγίου. Ο καθένας μπορεί να πάει στο κολλέγιο, αλλά λίγοι μπορούν να κάνουν μεγάλα ταξίδια. Υποθέτω πως επηρεάσθηκα σ’ αυτή την απόφαση από το γεγονός ότι είχα ταξιδέψει πολύ και δεν είχα πάει σε κολλέγιο. Μόνο δύο φορές λυπήθηκα που δεν είχα πτυχίο. Τα πτυχία υπερτιμώνται τρομερά σ’ αυτή τη χώρα και παρότι δεν έχω πτυχίο, ξέρω ότι είμαι εξίσου μορφωμένη μ’ αυτούς που έχουν. Πριν μερικά χρόνια μου ζήτησαν να δώσω μια σειρά διαλέξεων στο Μεταπτυχιακό Κολλέγιο της Ουάσιγκτον. Θα μιλούσα για τη διανόηση και την ενόραση. Οι αγγελίες τυπώθηκαν και στάλθηκαν απ’ το κολλέγιο, αλλά όταν είδαν ότι το όνομά μου δε συνοδευόταν από διπλώματα, προτίμησαν να ακυρώσουν τις διαλέξεις. Αργότερα πήρα ένα γράμμα απ’ τον πρόεδρο του κολλεγίου που ανέφερε ότι η σχολή πίστευε ότι έγινε κάποιο λάθος, αλλά ήταν πολύ αργά για να γίνει οτιδήποτε. Λίγο αργότερα με κάλεσαν απ’ το Πανεπιστήμιο Κορνέλ να δω τους φοιτητές και να μιλήσω για τη σύγχρονη πνευματική προσέγγιση στην αλήθεια και να συζητήσω με μικρές ομάδες σπουδαστών. Κι αυτό επίσης ματαιώθηκε επειδή δεν είχα κολλεγιακό δίπλωμα. Πάντως η στάση μου ήταν ότι τα κορίτσια θα μάθαιναν να είναι πιο χρήσιμα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

148

πλάσματα, αν ήξεραν περισσότερα για τον κόσμο των άλλων ηπείρων, όχι επισκεπτόμενες μνημεία και πινακοθήκες αλλά γνωρίζοντας τους ίδιους τους ανθρώπους κι έτσι εγκαταλείψαμε κάθε ιδέα ακαδημαϊκής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης των κοριτσιών και τα ρίξαμε στο πανεπιστήμιο της ζωής. Καθώς αναλογίζομαι την απόφασή μας, δε μετανιώνω που τα κορίτσια δεν πήγαν σε κολλέγιο. Έμαθαν να γνωρίζουν τους ανθρώπους και να καταλαβαίνουν ότι οι Η.Π.Α. δεν είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο. Ανακάλυψαν ότι υπάρχουν χαριτωμένοι, έξυπνοι, καλοί και κακοί άνθρωποι στη Μεγάλη Βρετανία, Ελβετία, Γαλλία κ.λπ. όπως ακριβώς και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκείνο που πρέπει ν’ αναπτύξουμε σήμερα είναι ο παγκόσμιος πολίτης και να τερματίσουμε τον ωμό εθνικισμό που υπήρξε η πηγή τόσου παγκόσμιου μίσους. Δεν ξέρω τίποτε πιο ολέθριο απ’ το σύνθημα “η Αμερική για τους Αμερικανούς”. Δεν ξέρω τίποτε πιο απομονωτικό απ’ τη συνήθεια των Βρετανών να θεωρούν όλους τους άλλους ξένους ή την πίστη των Γάλλων ότι είναι οι πρωτοπόροι κάθε πολιτιστικής κίνησης. Όλα αυτά πρέπει να φύγουν. Βρίσκω τους ίδιους ανθρώπους σ’ όλες τις χώρες που έχω ζήσει. Μερικές χώρες μπορεί να είχαν περισσότερη υλική άνεση απ’ τις άλλες, όμως η ανθρωπότητα σ’ αυτές είναι η ίδια. Νομίζω ότι καθώς γύριζα τις πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ευρώπης κι άκουγα τι λένε οι κάτοικοί τους για τους άλλους και με ποιο τρόπο δυσφημούν, γελοιοποιούν και περιφρονούν τους άλλους, ξέρω περισσότερα από πολλούς άλλους για όλα αυτά, γιαυτό ήθελα τα κορίτσια να αποκτήσουν την αίσθηση της μίας ανθρωπότητας. Νομίζω ότι έχουν ευρύτερη σκοπιά απ’ το μέσο άνθρωπο που συναντούν κι αυτό το οφείλουν στον τρόπο που ταξίδεψαν όπως κι εγώ το οφείλω στον τρόπο που ταξίδεψα, όχι μόνο οριζόντια σε πολλές χώρες αλλά και κάθετα στην κοινωνική κλίμακα. Είναι μεγάλη μόρφωση ν’ αγαπάς τον κόσμο κι εγώ γεννήθηκα αγαπώντας τον κόσμο. Ένας απ’ τους καλύτερους ανθρώπους που γνώρισα και θεωρούσα φίλο ήταν γιος ενός αυτοκράτορα. Η πρώτη και προσφιλέστερη φίλη που είχα πριν τριανταπέντε χρόνια όταν ήρθα στις Η.Π.Α., ήταν μια νέγρα. Και οι δύο έχουν την ίδια σημασία στη συνείδησή μου και τους σκέπτομαι με την ίδια στοργή. Κάτι που διαπίστωσα ήταν ότι τα κορίτσια ήξεραν να σταθούν σε κάθε κατάσταση κι ας είχαν βγει απ’ τα δημόσια σχολεία της Αμερικής. Αν υπάρχει ικανότητα κι ένα σπίτι όπου εκτιμώνται τα ενδιαφέροντα πράγματα και τονίζονται οι ανθρώπινες αξίες, τότε δε βλέπω καλύτερο έδαφος εκπαίδευσης για τη νεολαία του κόσμου από τη δημόσια παιδεία όπως εφαρμόζεται στις Η.Π.Α. Την άνοιξη του 1931 αποφασίσαμε να δεχθούμε την πρόταση της Όλγας Φρέμπε και να πάμε στο σπίτι της στις Ιταλικές λίμνες για λίγους μήνες. Μπορείτε να φαντασθείτε την έξαψη των σχεδίων, την αγορά των αποσκευών, την τακτοποίηση των ρούχων και τους υπολογισμούς των κοριτσιών για τα πάντα. Ποτέ στη ζωή τους δεν είχαν φύγει απ’ τις Ηνωμένες Πολιτείες, με εξαίρεση τη μεγάλη μου κόρη Ντόροθυ που είχε πάει στη Χαβάη. Η Αλίς Ορτίζ ήρθε και με τη συνήθη γενναιοδωρία της φρόντισε να έχουμε τα σωστά ρούχα πέρα απ’ την πληρωμή των ταξιδιωτικών εξόδων.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

149

Διαλέξαμε ένα απ’ τα μικρότερα πλοία που πήγαιναν κατευθείαν απ’ τη Νέα Υόρκη στην Αμβέρσα του Βελγίου και παραδέχομαι ότι η ζωή στο πλοίο με τρία κορίτσια γεμάτα ζωή και ενεργητικότητα ήταν ελαφρά εξαντλητική. Δεν ήταν εύκολο να βρίσκεις τα ίχνη τους. Δεν ήταν επίσης εύκολο να τις στέλνεις κάθε βράδυ να κοιμηθούν. Δεν είναι καθόλου ευχάριστο για ένα κορίτσι την ώρα που χορεύει ευτυχισμένο με κάποιο αξιωματικό να βλέπει το γονιό να στέκει στη γωνία και να καταλαβαίνει ότι είναι ώρα για ύπνο. Ήταν εξαιρετικές αλλά σε μεγάλη έξαψη. Ήξεραν όλους στο πλοίο, ποιοι ήταν, από πού έρχονταν και πώς τους έλεγαν κι ήταν πολύ δημοφιλείς. Πριν λίγα χρόνια βρήκα ένα μεγάλο δέμα που όταν το άνοιξα είδα ότι ήταν τρία φανταιζί κοστούμια που είχα φτιάξει στο πλοίο για τα κορίτσια. Η ιδέα ήταν πολύ κοινή, γιατί τα κοστούμια είχαν άστρα και ραβδώσεις, σκούρες μπλε φούστες με άσπρες ραβδώσεις κι άσπρα κορσάζ, στολισμένα με κόκκινα πεντάκτινα άστρα. Αρνήθηκα να βάλω σαράντα οκτώ άστρα σε κάθε κορσάζ γιατί θα φορτωνόμουν πολύ ράψιμο, αλλά το σύνολο ήταν πολύ πατριωτικό και χαρούμενο. Ποτέ δε θα λησμονήσω τη μέρα που αρχίσαμε να πλέουμε στον ποταμό Σελτ και την απόβαση στην Αμβέρσα. Βέβαια τα κορίτσια δεν είχαν δει ποτέ μια ξένη πόλη. Καθετί τους φαινόταν καινούργιο και παράξενο, απ’ το αμάξι που μας πήγε στο ξενοδοχείο ως τα πουπουλένια παπλώματα των κρεβατιών. Πήγαμε στο ξενοδοχείο της Φλάνδρας και περάσαμε ωραία τις λίγες μέρες που μείναμε στην Αμβέρσα. Τα νταμωτά τραπεζομάντιλα στη Βαν Βιορντιναίρ, η ξένη κουζίνα κι ο καφές με γάλα, όλα ήταν γεμάτα ενδιαφέρον γι’ αυτές και αναμνήσεις για μένα. Μια φίλη είχε ταξιδέψει για να μείνει μαζί μας στην Ασκόνα, αλλά μας άφησε μετά από λίγες μέρες στην Αμβέρσα γιατί ήθελε να κατεβεί το Ρήνο με την κόρη της. Είχε εντελώς διαφορετική αντίληψη απ’ τον Φόστερ και μένα για το πώς ν’ απολαύσει μια ξένη χώρα. Κατέβαινε κάθε πρωί με την κόρη της στο ένα χέρι κι έναν τουριστικό οδηγό στο άλλο. “Τι θα δεις σήμερα Άλις;” μου έλεγε. “Υπάρχει ένα άγαλμα με τρία άστρα στον οδηγό, υπάρχουν Ρούμπενς στον καθεδρικό κι ένα σωρό άλλα. Τι απ’ όλα θα δεις πρώτο;” Προς μεγάλη της έκπληξη της έλεγα ότι δε θα βλέπαμε τίποτε απ’ αυτά, γιατί δε μας ενδιέφεραν τα αγάλματα των από καιρό πεθαμένων στρατιωτικών ή οι επισκέψεις σε κάθε εκκλησία. Της είπα ότι η κύρια ιδέα μου ήταν πως τα κορίτσια έπρεπε να διαποτισθούν απ’ την ατμόσφαιρα της χώρας, να δουν τους κατοίκους και να παρακολουθήσουν τον τρόπο ζωής τους όλες τις ώρες της μέρας. Έτσι θα πηγαίναμε να περπατήσουμε και να καθίσουμε στα καφενεδάκια κάτω απ’ τις τέντες και να πιούμε καφέ, μόνο για να καθίσουμε και να δούμε τον κόσμο και ν’ ακούσουμε τι λέει. Έτσι κάναμε, ενώ εκείνη πήγαινε σε διάφορα μέρη. Ποτέ δεν πήγα τα κορίτσια να δουν πινακοθήκες και να θαυμάσουν αγάλματα, δε μιλούσαμε για εκκλησίες, ούτε κάναμε ό,τι κάνει καθημερινά ο μέσος τουρίστας. Γυρνούσαμε στους δρόμους. Κοιτούσαμε τους κήπους. Περπατούσαμε στα προάστια. Έπειτα από λίγες μέρες τα κορίτσια είχαν απορροφήσει μια τεράστια ποσότητα γνώσης για την πόλη και τα περίχωρά της, τους κατοίκους και


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

150

την ιστορία της. Ποτέ δεν αγοράζαμε σουβενίρ, αλλά βγάζαμε φωτογραφίες, αγοράζαμε κάρτες κι ανακαλύπταμε ότι οι ξένοι έμοιαζαν πολύ με μας. Απ’ την Αμβέρσα πήγαμε στο Λοκάρνο της Ελβετίας, όπου σταματούσε το τραίνο κι όπου μας συνάντησε η Όλγα για να μας οδηγήσει στην υπέροχη βίλα της όπου μείναμε αρκετές εβδομάδες. Το ταξίδι με το τραίνο ήταν θαυμάσιο για τα κορίτσια, αλλά εξαντλητικό για μένα. Ταξιδέψαμε με το “Γαλάζιο τραίνο”, διασχίζοντας το Σεμπλόν και την κοιλάδα του Τσίντο. Μου είναι αδύνατο να επιχειρήσω να περιγράψω την ομορφιά των Ιταλικών λιμνών. Για μένα η λίμνη Ματζιόρε στην όχθη της οποίας βρίσκεται η βίλα της Όλγας, είναι μια απ’ τις ωραιότερες και μεγαλύτερες της Ιταλίας. Ένα τμήμα της βρίσκεται σε Ελβετικό έδαφος, στο καντόνι του Τιτσίνο, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της είναι στην Ιταλία. Η λίμνη είναι τόσο γαλάζια, τα χωριουδάκια τόσο γραφικά, καθώς σκαρφαλώνουν στις πλαγιές των λόφων που φθάνουν ως το νερό. Δεν ξέρω τίποτε πιο όμορφο απ’ τη θέα της λίμνης απ’ το Ρόνκο. Είναι περιττό να γράψω γι’ αυτή, γιατί δε βρίσκω τις λέξεις, αλλά την ομορφιά της κανείς μας δε θα την ξεχάσει ποτέ. Τέτοια πράγματα αναπολεί κανείς σε στιγμές κούρασης κι απογοήτευσης κι όμως πίσω απ’ όλη αυτή την ομορφιά υπήρχε διαφθορά και πανάρχαιο κακό. Η περιοχή ήταν κάποτε το κέντρο της Μαύρης Λειτουργίας της κεντρικής Ευρώπης και υπάρχουν ακόμη τεκμήρια στους εξοχικούς δρόμους. Τα γύρω χωριά είχαν εγκαταλειφθεί απ’ τους κατοίκους λόγω των οικονομικών συνθηκών κι είχαν αγορασθεί από ομάδες Γερμανών και Γάλλων των οποίων οι ιδέες και οι επιδιώξεις κάθε άλλο παρά αγνές ή ευγενικές ήταν. Τα λίγα χρόνια που προηγήθηκαν του πολέμου, ιδιαίτερα στη Γερμανία, ήταν ιδιαζόντως ειδεχθή. Καλλιεργούνταν όλων των ειδών τα βίτσια και οι κακίες κι ένα πλήθος απ’ όσους εφάρμοζαν τέτοιους ανεπιθύμητους τρόπους ζωής, κρύβονταν το καλοκαίρι στις Ιταλικές λίμνες. Κάποτε ο τόπος θα καθαρισθεί και θ’ αναπτυχθεί το αληθινό πνευματικό έργο. Ένα απ’ τα πράγματα που έπρεπε να πολεμήσουμε ήταν το πνεύμα του κακού που διαπότιζε τον τόπο κι ο παρηκμασμένος και ύποπτος κόσμος που ζούσε στην όχθη της λίμνης. Μόλις ανακάλυψα τι είδους μέρος ήταν κι ότι κάτω απ’ όλη την ομορφιά ενέδρευε το κακό, κάθισα και είπα στα κορίτσια τα πάντα. Αποφάσισα ότι δεν έπρεπε να είναι τόσο αθώες ώστε να κινδυνεύουν και τους έδειξα στους δρόμους τον τύπο των ανθρώπων που ανήκε φανερά στο ανεπιθύμητο είδος. Δεν έντυσα τις πληροφορίες μου με ωραία λόγια. Τους είπα ωμά και άμεσα περί τίνος επρόκειτο, καθώς και για τη διαστροφή και την ομοφυλοφιλία, έτσι ώστε πέρασαν αλώβητες από πολλά που θα μπορούσαν να τις είχαν βλάψει. Δεν κράτησα μυστικά ούτε ιδιάζουσες αμαρτίες και ανίερες πράξεις που να μην τους τις εξηγήσω. Τους έδειξα τον τύπο του ανθρώπου που εντρυφούσε σε τέτοιου είδους πράξεις κι ήταν όλοι τόσο χυδαία φανεροί, ώστε τα κορίτσια έμαθαν να τους ξεχωρίζουν. Ποτέ δεν πίστεψα ότι οι νέοι πρέπει να αγνοούν ό,τι είναι ανεπιθύμητο. Τους επέτρεπα να διαβάζουν ό,τι τους άρεσε, με την προϋπόθεση ότι αν ήταν ένα βιβλίο που καταλάβαινα πως ήταν ρυπαρογράφημα, τους το έλεγα και τις ρωτούσα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

151

γιατί ήθελαν να το διαβάσουν. Η πείρα με δίδαξε ότι αν ήμουν τελείως ειλικρινής κι επίσης τελείως πρόθυμη να τις αφήσω να διαβάσουν ακόμη κι αυτό που εγώ η ίδια έκρινα ότι ήταν άφρον, η φυσική τους αγνότητα και σοβαρότητα αποτελούσαν πλήρη προστασία. Ποτέ απ’ όσο ξέρω δεν είχαμε διαβάσματα κάτω απ’ τα σεντόνια, γιατί ήξεραν πως μπορούσαν να διαβάσουν ό,τι ήθελαν κι ότι θα εκφραζόμουν καθαρά. Πάντως τα κορίτσια πέρασαν τρία καλοκαίρια στην Ασκόνα και είδαν πολλά απ’ όσα γίνονταν χωρίς να πάθουν τίποτε. Το πρώτο καλοκαίρι στην Ασκόνα το περάσαμε με την Όλγα στο σπίτι της, αλλά μετά καθόμασταν σε μια μικρή βίλα πάνω απ’ τη λίμνη, χτισμένη στο κτήμα της Όλγας. Κοντά στο σπίτι μας είχε χτίσει μια ωραία αίθουσα διαλέξεων όπου γίνονταν συγκεντρώσεις πρωί κι απόγευμα. Το κτήμα ήταν θαυμάσιο. Το κολύμπι κι οι βαρκάδες ήταν ιδεώδεις και η περίπτωση μας φάνηκε στην αρχή ουρανόπεμπτη και γεμάτη υποσχέσεις για μεγάλες ευκαιρίες μελλοντικής εξάπλωσης. Τον πρώτο χρόνο της παραμονής μας ο όμιλος ήταν κάπως μικρός, αλλά τα δύο τελευταία χρόνια μεγάλωνε σταθερά και νομίζω πως μπορώ να πω ότι η εργασία είχε μεγάλη επιτυχία. Άνθρωποι όλων των εθνικοτήτων συγκεντρώνονταν εκεί και ζούσαμε μαζί επί εβδομάδες κι έτσι γνωριστήκαμε πολύ καλά μεταξύ μας. Τα εθνικά εμπόδια φαίνονταν ανύπαρκτα κι όλοι μιλούσαμε την ίδια πνευματική γλώσσα. Εκεί συναντήσαμε για πρώτη φορά τον Δρ. Ροβέρτο Ασσατζιόλι που ήταν για πολλά χρόνια εκπρόσωπός μας στην Ιταλία και η επαφή μας μαζί του και η μακρόχρονη συνεργασία μας αποτελούν έναν απ’ τους εξέχοντες παράγοντες ευτυχίας στη ζωή μας. Ήταν κάποτε πρωτοπόρος ειδικός στη Ρώμη κι όταν τον γνωρίσαμε αρχικά εθεωρείτο σαν ένας επιφανής Ευρωπαίος ψυχολόγος. Είναι άνθρωπος με σπάνιο χαρακτήρα. Δε γινόταν να μπει σ’ ένα δωμάτιο χωρίς να γίνει γνωστή η παρουσία του, λόγω των ουσιαστικών πνευματικών ποιοτήτων του. Ο Φρανκ Ντ. Βάντερλιπ στο βιβλίο του Τι θα Γίνει στην Ευρώπη κάνει ένα εκπληκτικό σχόλιο γι’ αυτόν. Τον αποκαλεί σύγχρονο Άγ. Φραγκίσκο της Ασσίζης και λέει ότι το πρωί που πέρασε με τον Ροβέρτο ήταν το πιο σημαντικό απ’ το ταξίδι του στην Ευρώπη. Ο Δρ. Ασσατζιόλι είναι Εβραίος. Τον καιρό που τον συναντήσαμε στην Ασκόνα κι αργότερα όταν τον επισκεφθήκαμε στην Ιταλία, οι Εβραίοι είχαν καλή μεταχείριση σ’ αυτή τη χώρα. Οι 30.000 περίπου Εβραίοι της Ιταλίας θεωρούνταν Ιταλοί πολίτες και δεν υπόκεινταν σε περιορισμούς ή διώξεις. Οι ομιλίες του Δρ. Ασσατζιόλι ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των διαλέξεων στην Ασκόνα. Έδινε διαλέξεις στα Γαλλικά, Ιταλικά και Αγγλικά και η πνευματική δύναμη που ξεχυνόταν απ’ αυτόν ήταν για πολλούς κίνητρο ν’ αφιερώσουν εκ νέου τη ζωή τους. Τα πρώτα δύο χρόνια αυτός κι εγώ σηκώσαμε όλο το βάρος των διαλέξεων παρότι υπήρχαν πολλοί ικανοί κι ενδιαφέροντες ομιλητές. Τον τελευταίο χρόνο της παραμονής μας εκεί συγκεντρώθηκαν Γερμανοί καθηγητές κι όλος ο τόνος και η ποιότητα του τόπου άλλαξε. Μερικοί ήταν πολύ ανεπιθύμητοι και η διδασκαλία μετατοπίσθηκε από ένα σχετικά υψηλό πνευματικό πεδίο σ’ εκείνο της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας και του νόθου εσωτερισμού. Το 1933 ήταν η τελευταία μας χρονιά εκεί. Ο δεύτερος χρόνος μας στην Ασκόνα είχε πραγματικό ενδιαφέρον. Ο Μέγας Δούκας


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

152

Αλέξανδρος μας συνάντησε εκεί κι έδωσε μερικές πολύ ενδιαφέρουσες ομιλίες κι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ήταν η άφιξη στην Ασκόνα της Βάιολετ Τουήντεηλ. Ήταν μια ξεχωριστή μέρα για μένα όταν έφθασε και είναι σαν να τη βλέπω τώρα να κατεβαίνει το λόφο με τον άνδρα της κι αμέσως με τη δύναμη της πνευματικής προσωπικότητάς της να κυριαρχεί σ’ ολόκληρο το κέντρο. Ήταν πολύ όμορφη, χαριτωμένη κι επιβλητική και η άφιξή της σημείωσε την απαρχή μιας ειλικρινούς φιλίας μεταξύ της ίδιας και του άντρα της, του Φόστερ κι εμένα. Αργότερα μέναμε συχνά μαζί τους στο ωραίο τους σπίτι στο Τόρκαιη στο νότιο Ντέβον κι όταν ήμουν κουρασμένη ή στενοχωρημένη πήγαινα να βρω την Βάιολετ και να μιλήσω μαζί της. Ήταν γόνιμη συγγραφέας. Έγραψε πολλά λαϊκά μυθιστορήματα και τα βιβλία της για τον ψυχισμό, βασισμένα στην προσωπική της πείρα, είναι βαθιά και περίπλοκα κι ένα απ’ τα τελευταία της βιβλία με τίτλο Ο Κοσμικός Χριστός είχε πλατιά κυκλοφορία. Ήταν μια απ’ τις λίγες ψυχικούς στον κόσμο, που μπορούσες να πιστέψεις απόλυτα. Ήταν πολύ έξυπνη· με έντονη αίσθηση του χιούμορ και πολύ αναπτυγμένο ερευνητικό πνεύμα. Διάβαζε πολύ τα βιβλία του Θιβετανού και της έστελνα ό,τι έγραφε μόλις το έγραφε. Ήταν φίλη στα μεγάλα και τα μικρά κι όταν πέθανε πριν λίγο, εκατοντάδες μαζί με τον άνδρα μου και μένα ένιωσαν μια ανεπανόρθωτη απώλεια. Η καρφίτσα που φορούσε, μου δόθηκε απ’ τον άνδρα της και τη φορώ διαρκώς και τη σκέφτομαι πάντα με βαθιά αγάπη και στοργή. Κάθε χρόνο μετά το ταξίδι μας επιστρέφαμε στις Ηνωμένες Πολιτείες για λίγους μήνες, αφήνοντας συνήθως τα κορίτσια στην Αγγλία, όπου νοικιάζαμε σπίτια όταν χρειαζόταν κι ένα απ’ αυτά, το Όσπριντζ Πλέης στο Κεντ, μας είχε ευγενικά παραχωρηθεί για δύο χρόνια από ένα φίλο και σπουδαστή της σχολής. Στο μεταξύ παντρεύθηκαν και τα τρία κορίτσια. Όπως είπα, η Ντόροθυ παντρεύθηκε το λοχαγό Μόρτον, έξι μήνες μεγαλύτερό της και θαυμαστά ταιριαστό της. Είναι ένας απ’ τους πραγματικά ευτυχισμένους γάμους που σε ικανοποιεί η θέα τους. Νομίζω ότι είναι και οι δύο τυχεροί. Ξέρω ότι ο Τέρενς είναι για τη Ντόροθυ ένας στο εκατομμύριο, ήρεμος, έξυπνος, ευγενικός και σταθερός όταν χρειάζεται και η Ντόροθυ είναι πνευματώδης, σπινθηροβόλα, πολύ στοχαστική και καλή ψυχολόγος, ζωηρή, πολύ καλλιτεχνική κι αφοσιωμένη στον άνδρα της. Αργότερα η Έλισον παντρεύθηκε ένα συνάδελφο του Τέρενς, τον Άρθουρ Λη. Και οι δύο είναι αυτή τη στιγμή συνταγματάρχες σε ενεργό υπηρεσία στο εξωτερικό. Μια χρονιά η δεύτερη κόρη μου, η Μίλντρεντ, ήρθε μαζί μας στις Ηνωμένες Πολιτείες κι εκεί παντρεύθηκε τον Μέρεντιθ Πιού. Ήταν ένας άτυχος γάμος, παρότι οι ενδείξεις έπειθαν για το αντίθετο. Τα πράγματα εξελίχθηκαν τόσο ραγδαία ώστε μέσα σε τέσσερις μήνες η Μίλντρεντ αρραβωνιάστηκε, παντρεύθηκε και χώρισε, ενώ ο μικρός της γιος ήταν ήδη στο δρόμο. Αυτός ο μικρούλης ήταν η καλύτερη ανταμοιβή της για ό,τι τράβηξε. Δεν είναι ανάγκη να αναφέρω όλες τις λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας. Από κάθε άποψη η Μίλντρεντ χειρίσθηκε μια δύσκολη κατάσταση με σταθερότητα, γαλήνη και σωφροσύνη. Όταν γύρισε κοντά μας στην Αγγλία, ξαφνιάστηκα απ’ την πλήρη έλλειψη μνησικακίας ή πνεύματος εκδίκησης κι ανταπόδοσης από μέρους της, αλλά επίσης ξαφνιάστηκα ότι


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

153

μπορεί κανείς να φαίνεται τόσο απελπιστικά άρρωστος κι όμως να εξακολουθεί να ζει. Όλα αυτά τα χρόνια όπου ο άνδρας μου κι εγώ περνούσαμε πέντε μήνες στην Ευρώπη και τη Μεγάλη Βρετανία κι επτά μήνες στις Ηνωμένες Πολιτείες, το έργο της σχολής μεγάλωνε σταθερά. Η εργασία που έγινε για τρία χρόνια στην Ασκόνα, είχε φέρει στη σχολή ένα πλήθος ανθρώπων διαφόρων εθνικοτήτων κι αυτοί μαζί με άλλους που είχαν γίνει μέλη απ’ την ανάγνωση των βιβλίων, είχαν δημιουργήσει έναν πυρήνα σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, πάνω στον οποίο θα μπορούσαμε να οικοδομήσουμε το μελλοντικό έργο. Το έργο στην Ισπανία, με τον Φραντσίσκο Μπρούλλα, προχωρούσε εξαίρετα και είχαμε ήδη αρκετές εκατοντάδες Ισπανούς σπουδαστές, κυρίως άνδρες. Επίσης προχωρούσε το έργο στη Μεγάλη Βρετανία. Μικροί όμιλοι σπουδαστών, διάσπαρτοι στον κόσμο, είχαν αρχίσει να συμμετέχουν στη σχολή σαν ένας όμιλος. Ένας τέτοιος όμιλος στην Ινδία μ’ ενδιέφερε πολύ. Υπήρχε μια οργάνωση στην Ινδία, που λεγόταν Σούδδα Ντάρμα Μαντάλα. Είχε ιδρυθεί απ’ τον σερ Σούμπρα Μάνιγερ. Ήταν ένα αποκρυφιστικό τάγμα, προφανώς πολύ εξελιγμένο. Είχε πέσει στα χέρια μου κάποιο βιβλίο που είχαν εκδώσει κι είχα ανακαλύψει ότι διάφοροι αρχηγοί της Θεοσοφικής Εταιρείας εργάζονταν στο τάγμα, έχοντας ξεπεράσει τον εσωτερικό τομέα της Θ.Ε. Δε συνηθίζω να συμμετέχω σε οργανώσεις, ωστόσο έγραψα στον αρχηγό του τάγματος και του ζήτησα να μου επιτρέψει τη συμμετοχή, αλλά δεν πήρα απάντηση. Τον επόμενο χρόνο, καθώς δεν είχα απάντηση, ξανάγραψα και παρήγγειλα κάποια βιβλία τους, εσωκλείοντας τη σχετική επιταγή. Δεν πήρα απάντηση ούτε μου έστειλαν τα βιβλία, αν και το τσεκ εξαργυρώθηκε. Ύστερα από λίγους μήνες έστειλα ένα αντίγραφο της προηγούμενης επιστολής μου, αλλά και πάλι δεν πήρα απάντηση. Παράτησα την προσπάθεια και συμπέρανα ότι επρόκειτο για μια απ’ αυτές τις ιδιόρρυθμες τυχοδιωκτικές οργανώσεις που παγιδεύουν τους ευκολόπιστους της Δύσης. Τρία χρόνια αργότερα πήγα στην Ουάσιγκτον να δώσω μια σειρά ομιλιών στο ξενοδοχείο Νιού Ουίλλαρντ. Στο τέλος μιας διάλεξης με πλησίασε ένας άνδρας με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι και είπε: “Έχω διαταγή απ’ τη Σούδδα Ντάρμα Μαντάλα να σας δώσω αυτά τα βιβλία”. Εκεί μέσα ήταν τα βιβλία που είχα ζητήσει και η εμπιστοσύνη μου στην τιμιότητα της οργάνωσης αποκαταστάθηκε. Δεν ξανάκουσα τίποτε γι’ αυτή για αρκετό καιρό ώσπου πήρα ένα γράμμα από ένα μέλος του ομίλου, που μου έλεγε ότι ο σερ Σούμπρα Μάνιγερ είχε πεθάνει κι ότι το βιβλίο μου Πραγματεία επί του Κοσμικού Πυρός ήταν ο σταθερός του σύντροφος κι ότι στο κρεβάτι του θανάτου του είχε ζητήσει απ’ τα επτά πρεσβύτερα μέλη της οργάνωσής του να εγγραφούν στη Σχολή Αρκέην και να μπουν υπό την καθοδήγησή μου. Έτσι κι έγινε και για χρόνια η πολύ ενδιαφέρουσα αυτή ομάδα γηραιών Ινδών σπουδαστών εργαζόταν μαζί μας. Όλοι αυτοί οι άνδρες ήταν ηλικιωμένοι και πέθαναν ο ένας μετά τον άλλο, έτσι ώστε σήμερα δεν έχω επαφή με κανέναν. Είχαν μεγάλο σεβασμό για την Ε.Π. Μπλαβάτσκυ και βρήκα την επαφή μαζί τους πολύ ενδιαφέρουσα. Ένας άλλος δεσμός με την Ε.Π.Μπ. εδραιώθηκε με τον ερχομό μιας μικρής ομάδας ανθρώπων του Σίννεττ στη Σχολή Αρκέην και η πρώτη απ’ αυτούς ήταν η φίλη μου Λένα Ρόουαν-Χάμιλτον. Έβαλαν στη ζωή της σχολής κάτι απ’ την παλιά παράδοση και


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

154

μια ισχυρή αίσθηση σχέσης με την πηγή της Προαιώνιας Σοφίας του 19ου αιώνα όταν το φως της κυλούσε στη Δύση. Μια απ’ τις ενδιαφέρουσες εξελίξεις στη σχολή υπήρξε και η σταθερή μας σκλήρυνση στις αιτήσεις για εγγραφή μελών. Αναγκαζόμασταν αδιάκοπα ν’ απορρίπτουμε σπουδαστές που ήταν αποκλειστικά συναισθηματικοί και τονίζαμε την ανάγκη κάποιας νοητικής εστίασης κι ανάπτυξης, για να δοθεί η πιο προχωρημένη εκπαίδευση των ανώτερων βαθμών. Καθώς τα χρόνια περνούν κι η ανάγκη του κόσμου γίνεται πιο κρίσιμη, η παράλληλη ανάγκη για εκπαιδευμένους μαθητές γίνεται εμφανέστερη. Ο κόσμος πρέπει να λυτρωθεί από εκείνους που έχουν νοημοσύνη κι αγάπη· η έφεση και η καλή πρόθεση δεν αρκούν. Στη διάρκεια των ταξιδιών μας συναντήσαμε πολλούς τύπους αποκρυφισμού στις διάφορες χώρες της Ευρώπης. Παντού μπορούσε να έρθει κανείς σε επαφή με μικρές ομάδες που τόνιζαν κάποιες όψεις της Προαιώνιας Σοφίας και κάποια παρουσίαση της εσωτερικής αλήθειας. Οι πρώτες ενδείξεις μιας ανερχόμενης πνευματικής παλίρροιας ήταν εμφανείς παντού, στη Ρουμανία και την Πολωνία, όπως στη Μεγάλη Βρετανία και την Αμερική. Ήταν σαν να είχε ανοίξει για την ανθρωπότητα η θύρα σε μια νέα πνευματική ζωή και ήταν σαν αυτό να προκαλούσε μια αντίστοιχη άνοδο των δυνάμεων του κακού, που κορυφώθηκε στον Παγκόσμιο Πόλεμο· δεν πιστεύω ότι αυτή η ανερχόμενη παλίρροια διακόπηκε απ’ τον πόλεμο. Είμαι βέβαιη πως θα οδηγήσει σε μια ένταση της πνευματικής παρόρμησης κι ότι όσοι από μας είναι εργάτες στον αμπελώνα των Διδασκάλων, θα έχουν τα μελλοντικά χρόνια πολλή φροντίδα στην οργάνωση, την ενθάρρυνση και την καθοδήγηση εκείνων που θα αφυπνισθούν πνευματικά. Ένας απ’ τους λόγους που μ’ ενεθάρρυναν να γράψω αυτή την αυτοβιογραφία ήταν ότι εγώ κι ο όμιλος που συνδεόταν μαζί μας, μπορούσε να παρακολουθεί και ν’ αναγνωρίζει διάφορες αναπτύξεις που έλαβαν χώρα στη γη υπό την καθοδήγηση και την επιρροή της Ιεραρχίας. Χρησιμοποιηθήκαμε για να εισαγάγουμε μέρος του έργου που προοριζόταν να εγκαινιάσει τη νέα εποχή και το μελλοντικό πολιτισμό, ιδιαίτερα απ’ την πνευματική του σκοπιά. Αναπολώντας αυτά τα χρόνια, βλέπουμε καθαρά όσα επιτέλεσε η Ιεραρχία έχοντας εμάς για όργανά της. Όταν το λέω αυτό δεν κομπάζω ούτε καμαρώνω. Είμαστε απλά ένας απ’ τους ομίλους δια των οποίων εργάζονται οι Διδάσκαλοι της Σοφίας και όποιος όμιλος το ξεχνά αυτό, κινδυνεύει να γίνει υπεροπτικά απομονωτικός και συνεπώς να καταρρεύσει. Μας επέτρεψαν να κάνουμε μερικά πράγματα. Άλλοι μαθητές και όμιλοι ήταν υπεύθυνοι για την εισαγωγή άλλων σχεδίων υπό την καθοδήγηση των δικών τους Διδασκάλων. Όλα αυτά τα σχέδια, αν προωθηθούν υπό Ιεραρχική έμπνευση και με πνεύμα αληθινής ταπεινοφροσύνης και κατανόησης, θα συμβάλλουν στους συντελεστές του μεγάλου πνευματικού εγχειρήματος που άρχισε η Ιεραρχία το 1925. Με μια από τις δραματικές αυτές εκφράσεις του Ιεραρχικού σκοπού θέλω να ασχοληθώ τώρα. Το 1932 στην Ασκόνα πήρα μια ανακοίνωση απ’ το Θιβετανό, που δημοσιεύθηκε το


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

155

φθινόπωρο σ’ ένα φυλλάδιο με τίτλο Ο Νέος Όμιλος Υπηρετών του Κόσμου. Άφησε εποχή για τη σημασία του, μολονότι πολύ λίγοι αντιλαμβάνονται το αληθινό του νόημα. Η θέση που πήρε η πνευματική Ιεραρχία του πλανήτη μας ήταν ότι ένας όμιλος βρισκόταν σε διαδικασία σχηματισμού, ότι περιείχε τον πυρήνα του επερχόμενου παγκόσμιου πολιτισμού και χαρακτηριζόταν απ’ τις ποιότητες που θα διέκριναν αυτό τον πολιτισμό κατά τα επόμενα 2.500 χρόνια. Αυτές οι ποιότητες είναι πρωτίστως ένα πνεύμα περιεκτικότητας, μια ισχυρή επιθυμία να υπηρετεί κανείς ανιδιοτελώς τους συνανθρώπους του συν μια συγκεκριμένη αίσθηση πνευματικής καθοδήγησης που εκπορεύεται απ’ την εσώτερη πλευρά της ζωής. Αυτός ο νέος όμιλος υπηρετών του κόσμου περιλαμβάνει δύο σαφείς διαιρέσεις. Το πρώτο τμήμα του ομίλου έχει στενή σχέση με την πνευματική Ιεραρχία. Αποτελείται από ζηλωτές που εργάζονται για τη μαθητεία υπό την καθοδήγηση κάποιου απ’ τους μαθητές των Διδασκάλων, οι οποίοι με τη σειρά τους διευθύνονται και καθοδηγούνται από λίγους παγκόσμιους μαθητές των οποίων το έργο είναι σε τόσο μεγάλη κλίμακα ώστε έχει διεθνή προοπτική. Αυτός ο όμιλος δρα σαν ένας συγκεκριμένος μεσολαβητής μεταξύ της πνευματικής Ιεραρχίας του πλανήτη μας και της μάζας της ανθρωπότητας. Μέσω αυτών οι Διδάσκαλοι της Σοφίας, υπό τη διεύθυνση του Χριστού, πραγματώνουν τα γιγαντιαία σχέδια της παγκόσμιας σωτηρίας. Αυτή η προσπάθεια να οδηγηθεί η ανθρωπότητα προς τα εμπρός, κατά μήκος νέων και πιο συγκεκριμένων γραμμών και σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα απ’ ότι ως τώρα, έγινε εφικτή από την έλευση της Υδροχοϊκής εποχής. Η Υδροχοϊκή αυτή εποχή έχει τόσο αστρονομική όσο και αστρολογική σημασία. Υπάρχει μια ισχυρή προκατάληψη στον κόσμο σήμερα για την αστρολογία κι αυτή είναι κατανοητή κι αποτελεί επίσης μια συγκεκριμένη προφύλαξη για τους εύπιστους και ανόητους. Η προγνωστική αστρολογία είναι κατά την προσωπική μου γνώμη μια απειλή κι ένα εμπόδιο. Όταν ένα πρόσωπο είναι πολύ αναπτυγμένο, αρχίζει να κυβερνά τα άστρα του. Δρα απρόβλεπτα και το ωροσκόπιο του αποδεικνύεται ανακριβές και χωρίς νόημα. Όταν ένα πρόσωπο είναι υπανάπτυκτο, τότε η πιθανότητα είναι ότι τα άστρα τον ρυθμίζουν πλήρως και συνεπώς το ωροσκόπιο του είναι απόλυτα ακριβές απ’ τη σκοπιά της πρόβλεψης. Όταν συμβαίνει αυτό και το πρόσωπο αποδέχεται την ετυμηγορία του ωροσκοπίου του, η ελεύθερη βούλησή του ανατρέπεται τελείως, εργάζεται πλήρως μέσα στα όρια του ωροσκοπίου του και το αποτέλεσμα είναι ότι αποτυγχάνει στην προσωπική του προσπάθεια ν’ απελευθερωθεί απ’ τους πιθανούς καθοριστικούς παράγοντες. Συχνά χαμογελώ όταν μερικοί καυχώνται και λένε ότι το ωροσκόπιο τους είναι εντελώς ακριβές και πως ό,τι τους συνέβη υπήρχε στο ωροσκόπιο. Ό,τι πραγματικά λένε ισοδυναμεί με τα εξής: “Είμαι ένα εντελώς μέτριο πρόσωπο· δεν έχω δική μου ελεύθερη βούληση· ρυθμίζομαι εντελώς απ’ τα άστρα μου κι επομένως δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να προοδεύσω σ’ αυτή τη ζωή”. Αυτός ο τύπος ωροσκοπίου είναι εκείνος που αποφεύγουν οι καλύτεροι αστρολόγοι. Οι καλύτεροι σ’ αυτό το πεδίο ενδιαφέρονται κυρίως με την απεικόνιση του χαρακτήρα, που είναι πολύ χρήσιμη και


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

156

με την προσπάθεια ν’ ανακαλύψουν με ποιο τρόπο μπορεί να καταστρωθεί το ωροσκόπιο της ψυχής, έτσι ώστε να διακριβωθεί ο σκοπός της ζωής του ενσαρκωμένου ατόμου και να γίνει συνεπώς μια σαφής διάκριση μεταξύ των τάσεων της προσωπικότητας, που εγκαθιδρύθηκαν από πολλές ενσαρκώσεις και του αναδυόμενου σκοπού και θέλησης της ψυχής. Όταν όμως εξετάσει κανείς τις αστρολογικές συνέπειες των αστρονομικών συμβάντων, η ιστορία είναι πολύ διαφορετική. Ο κόσμος ακούει ότι μεταβαίνουμε τώρα στο ζώδιο του Υδροχόου, που σημαίνει ότι απ’ τη σκοπιά του ζωδιακού ο οποίος είναι η φανταστική ατραπός του ηλίου στον ουρανό, ο ήλιος φαίνεται να διέρχεται απ’ τον αστερισμό του Υδροχόου. Είναι ένα αστρονομικό γεγονός αυτή την εποχή και δεν έχει καμιά σχέση με την αστρολογία. Η επιρροή όμως του ζωδίου δια του οποίου διέρχεται ο ήλιος σε κάποια ιδιαίτερη παγκόσμια περίοδο, είναι αναμφισβήτητη και μπορώ να σας το αποδείξω εδώ και τώρα. Πριν την Εβραϊκή διαθήκη, όταν ο Μωυσής οδηγούσε τα τέκνα του Ισραήλ έξω απ’ την Αίγυπτο, ο ήλιος βρισκόταν στο ζώδιο του Ταύρου. Διερχόταν από το ζώδιο του Ταύρου. Είχαμε τότε την εμφάνιση στη γη των Μιθραϊκών μυστηρίων που επικεντρώνονταν στη θυσία του ιερού ταύρου. Η αμαρτία των τέκνων του Ισραήλ στην έρημο, που τόσο πολύ προκάλεσε την οργή του Μωυσή όταν κατέβηκε απ’ το όρος του Κυρίου και τους βρήκε να προσκυνούν το χρυσό μόσχο, ήταν γιατί είχαν επιστρέψει σε μια παλιά και απηρχαιωμένη θρησκεία που έπρεπε να την αφήσουν πίσω τους. Η Εβραϊκή διαθήκη διεπόταν απ’ το ζώδιο του Κριού απ’ το οποίο θα περνούσε ο ήλιος τα επόμενα 2.000 χρόνια. Τότε είχαμε την εμφάνιση του αποδιοπομπαίου τράγου στην ιστορία των Εβραίων. Έχουμε τη Βιβλική ιστορία του κριού που πιάστηκε στη λόχμη κι όλα αυτά οφείλονταν στην επίδραση της διέλευσης του ηλίου απ’ το ζώδιο του Ταύρου και το ζώδιο του Κριού. Κάτι ξεχωριστό απ’ τις ανακαλύψεις της ακαδημαϊκής αστρολογίας, που ακόμη και σήμερα είναι προσιτές σε ελάχιστους ανθρώπους, προκάλεσε τις φυσικές αυτές αντιδράσεις. Κάποια επιρροή, απορρέουσα από τα ζώδια του Ταύρου και του Κριού, παρήγαγε το συμβολισμό που ρύθμισε τη θρησκευτική ζωή των λαών εκείνης της περιόδου. Αυτό έγινε ακόμη πιο φανερό όταν ο ήλιος μετακινήθηκε στον επόμενο αστερισμό, το ζώδιο των Ιχθύων. Τότε είχαμε την εμφάνιση του Χριστού και το συμβολισμό του ιχθύος, που διατρέχει χαρακτηριστικά όλη την ιστορία των Ευαγγελίων. Οι μαθητές Του ήταν κυρίως αλιείς. Έκανε τα θαύματα με τους ιχθείς κι έστειλε τους αποστόλους Του στον κόσμο μετά το θάνατό Του, υπό την ηγεσία του Αγ. Πέτρου, με την εντολή να γίνουν αλιείς ανθρώπων. Αυτός είναι ο λόγος που η μίτρα του Πάπα έχει το σχήμα στόματος ιχθύος. Σύμφωνα με την αστρονομία μεταβαίνουμε τώρα στο ζώδιο του Υδροχόου, το ζώδιο της παγκοσμιότητας, γιατί το νερό είναι παγκόσμιο σύμβολο. Πριν το θάνατό Του ο Χριστός έστειλε τους μαθητές Του να βρουν τον φέροντα υδρία ύδατος, που τους οδήγησε στο ανώγειο όπου θεσπίσθηκε η τελετή της μετάληψης. Όλα αυτά είναι ενδεικτικά της αναγνώρισης απ’ τον Χριστό της ερχόμενης νέας εποχής που θα


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

157

διαδεχθεί τη διαθήκη Του και στην οποία εισερχόμαστε τώρα. Ο μεγάλος πίνακας του Λεονάρδου ντα Βίντσι της μετάληψης στο ανώγειο είναι το μεγάλο σύμβολο της Υδροχοϊκής εποχής, γιατί θα καθίσουμε μαζί υπό τη στοργική καθοδήγηση του Χριστού, όταν εδραιωθεί η αδελφότητα και οι άνθρωποι συνδεθούν με τα δεσμά της θείας σχέσης. Οι παλιοί φραγμοί μεταξύ ανθρώπων και μεταξύ εθνών θα εξαφανισθούν βραδέως στα επόμενα 2.000 χρόνια. Για να εγκαινιάσει και να θεσπίσει αυτό το έργο ανήγγειλε η Ιεραρχία την εμφάνιση του Νέου Ομίλου Υπηρετών του Κόσμου στη γη, που κατευθύνεται και καθοδηγείται από μαθητές και πνευματικούς ζηλωτές που δε γνωρίζουν αίσθηση χωριστικότητας, που θεωρούν όλους τους ανθρώπους ίδιους, άσχετα με το χρώμα ή την πίστη και που έχουν δεσμευθεί να εργασθούν αδιάκοπα για την προώθηση της διεθνούς κατανόησης, του οικονομικού μερισμού και της θρησκευτικής ενότητας. Το δεύτερο τμήμα του ομίλου στην οργάνωση του Νέου Ομίλου Υπηρετών του Κόσμου αποτελείται από άνδρες και γυναίκες καλής θέλησης. Δεν είναι, μιλώντας κυριολεκτικά, πνευματικοί ζηλωτές. Δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το Σχέδιο κι έχουν ελάχιστη ή καμιά γνώση της πλανητικής Ιεραρχίας. Θέλουν όμως να δουν την εδραίωση ορθών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Θέλουν να δουν τη δικαιοσύνη και την καλοσύνη να επικρατεί στη γη. Υπό τη διεύθυνση των παγκόσμιων μαθητών και των βοηθών τους οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να εκπαιδευθούν σε πρακτικούς κι αποτελεσματικούς τρόπους έκφρασης της καλής θέλησης. Έτσι μπορούν να κάνουν βασικό και θεμελιώδες έργο, προετοιμάζοντας τον κόσμο για μια πληρέστερη έκφραση του πνευματικού σκοπού. Μπορούν να εξοικειώσουν το ανθρώπινο γένος με την ανάγκη των ορθών ανθρώπινων σχέσεων που θα εκφράζονται σε κάθε κοινότητα, σε κάθε έθνος και τελικά σε διεθνή κλίμακα. Η έκρηξη του τωρινού παγκόσμιου πόλεμου καθάρισε αποτελεσματικά τη σκηνή για όλα αυτά. Τα κακά των εσφαλμένων ανθρώπινων σχέσεων, η φαυλότητα της επιθετικότητας και της φυλετικής διάκρισης έγιναν τόσο φανερά ώστε μόνο οι ηλίθιοι και οι ανόητοι δε βλέπουν την ανάγκη για δραστήρια καλή θέληση. Πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι δέχονται θεωρητικά το γεγονός ότι ο Θεός είναι αγάπη κι ελπίζουν γεμάτοι μακαριότητα ότι θα κάνει αυτή την αγάπη φανερή στην ανθρωπότητα. Έτσι ο Νέος Όμιλος Υπηρετών του Κόσμου ήρθε στη συνείδηση της σύγχρονης ανθρωπότητας. Το φυλλάδιο που περιέγραφε αυτό το ιδεώδες γνώρισε ευρύτατη δημοσιότητα κι ακολούθησαν κι άλλα φυλλάδια με το ίδιο θέμα, γραμμένα απ’ το Θιβετανό, που διεύρυναν το βασικό θέμα του πνευματικού σκοπού και της καλής θέλησης. Ο Θιβετανός μας περιέγραψε σ’ αυτά τα φυλλάδια μια συγκεκριμένη διαδικασία που θα έπρεπε ν’ ακολουθήσουμε. Πρότεινε την κατάρτιση καταλόγων ανδρών και γυναικών καλής θέλησης στις διάφορες χώρες του κόσμου. Υπέδειξε την οργάνωση Μονάδων Υπηρεσίας, όπως τις αποκάλεσε, σε όσο το δυνατό περισσότερες χώρες. Μας περιέγραψε τη μορφή της διδασκαλίας που έπρεπε να πάρουν κι αμέσως σπεύσαμε να εκτελέσουμε αυτές τις υποδείξεις κι εντολές.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

158

Απ’ το 1933 ως το 1939 ασχοληθήκαμε με τη διάδοση της δοξασίας της καλής θέλησης, με την οργάνωση Μονάδων Υπηρεσίας σε δέκα εννέα διαφορετικές χώρες και με την αναζήτηση ανδρών και γυναικών που ανταποκρίνονταν στο όραμα του Θιβετανού κι ήταν πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα για να προωθήσουν τις ορθές ανθρώπινες σχέσεις και να διαδώσουν την ιδέα της καλής θέλησης μεταξύ των ανθρώπων. Ο Φόστερ κι εγώ δεν είμασταν ποτέ ικανοποιημένοι από την έμφαση που δινόταν στην ειρήνη. Για χρόνια οι ομάδες ειρήνης σε όλο τον κόσμο ασχολούνταν με τη διάδοση της ιδέας της ειρήνης, συμπληρώνοντας καταλόγους ανθρώπων που επιδοκίμαζαν την ιδέα της ειρήνης – και ποιος δεν το έκανε – και με την εξάπλωση σ’ όλο τον κόσμο του αιτήματος να γίνει η ειρήνη κάτι υποχρεωτικό. Πάντα νιώθαμε έντονα ότι αυτό ήταν σαν να βάζεις το κάρο μπροστά απ’ το άλογο. Τις μέρες της σφοδρής ειρηνόφιλης προπαγάνδας μεταξύ του Παγκόσμιου Πολέμου Ι και ΙΙ η ιδέα της ειρήνης έκανε μεγάλα άλματα. Εκατομμύρια ονόματα έκαναν την εμφάνισή τους σε καταλόγους που απαιτούσαν ειρήνη. Τα κράτη του Άξονα καλοδέχονταν την ιδέα της ειρηνόφιλης προπαγάνδας, γιατί αντιπροσώπευε μια κατάσταση νάρκωσης που απέτρεπε τα κράτη να εξοπλισθούν εναντίον των πιθανών εισβολέων. Το γεγονός ότι ο πόλεμος συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με σαθρές οικονομικές συνθήκες οδήγησε σε ελάχιστη δραστηριότητα για την αντιμετώπισή τους. Ο κόσμος συνέχισε να λιμοκτονεί· πολλοί συνέχισαν να αμείβονται ελάχιστα σ’ όλα τα μέρη του κόσμου· η παιδική εργασία δεν είχε εξαλειφθεί απ’ τις χώρες, μολονότι είχαν γίνει μεγάλες προσπάθειες· ο υπερπληθυσμός της γης αύξαινε σταθερά τις δυσχέρειες. Όλες οι συνθήκες που ευνοούσαν τον πόλεμο ήταν παρούσες παντού, ακόμη κι όταν υψωνόταν η κραυγή “επί γης ειρήνη”. Όταν οι άγγελοι έψαλαν στη Βηθλεέμ έλεγαν: “Δόξα εν υψίστοις Θεώ” – το τελικό επιστέγασμα και στόχο. Κατόπιν “επί γης ειρήνη” – όσον αφορά την ανθρωπότητα σαν σύνολο και σαν πρώτο και απόλυτα αναγκαίο βήμα: “εν ανθρώποις ευδοκία”. Η ευδοκία πρέπει να προηγηθεί αν πρόκειται να έρθει ειρήνη κι αυτό το έχουμε ξεχάσει. Οι άνθρωποι προσπάθησαν να εγκαινιάσουν μια περίοδο ειρήνης πριν υπάρξει οποιαδήποτε εκδήλωση καλής θέλησης. Δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη, αν η καλή θέληση δε γίνει ο ρυθμιστικός συντελεστής σ’ όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Όταν ο Θιβετανός υπαγόρευσε το περιεχόμενο της Πραγματείας επί του Κοσμικού Πυρός, έκανε και κάτι άλλο επαναστατικό. Σ’ αυτό το βιβλίο έδωσε ό,τι η Ε.Π.Μπ. είχε προφητεύσει ότι θα έδινε, το ψυχολογικό κλειδί της κοσμικής δημιουργίας. Η Ε.Π.Μπ. είχε πει ότι στον 20ο αιώνα θα ερχόταν ένας μαθητής που θα έδινε πληροφορίες σχετικά με τα τρία πυρά που αναφέρονται στη Μυστική Δοξασία: το ηλεκτρικό πυρ, το ηλιακό πυρ και το πυρ δια τριβής. Αυτή η προφητεία εκπληρώθηκε όταν κυκλοφόρησε η Πραγματεία επί του Κοσμικού Πυρός. Το βιβλίο αυτό αφορά το πυρ του αγνού πνεύματος ή ζωής· το πυρ του νου που ζωογονεί κάθε άτομο του ηλιακού συστήματος και δημιουργεί το μέσον δια του οποίου εξελίσσονται οι Υιοί του Θεού. Αφορά επίσης το πυρ της ύλης που παράγει εκείνη την έλξη και άπωση η οποία είναι ο βασικός νόμος


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

159

της εξέλιξης και συγκρατεί τις μορφές, έτσι ώστε να παρέχει φορείς για την εξελισσόμενη ζωή κι αργότερα, όταν θα έχουν εκπληρώσει το σκοπό τους, απωθεί τις μορφές αυτές, έτσι ώστε οι εξελισσόμενες ζωές να μπορούν να κινηθούν στο δρόμο τους για την ανώτερη εξέλιξη. Η αληθινή σημασία αυτού του βιβλίου θα εκτιμηθεί μόνο προς το τέλος του αιώνα μας. Έχει μια εμβρίθεια κι ένα βάθος τεχνικής γνώσης που βρίσκεται πέρα απ’ την κατανόηση του κοινού αναγνώστη. Είναι επίσης ένα γεφυρωτικό βιβλίο, γιατί παίρνει μερικές βασικές Ανατολικές ιδέες και φράσεις και τις εξηγεί στο Δυτικό σπουδαστή, ενώ συγχρόνως κάνει πρακτικές τις αόριστες, μεταφυσικές έννοιες της Ανατολής. Ένα τρίτο μοναδικό πράγμα που κατόρθωσε ο Θιβετανός κι αυτό μέσα στους λίγους τελευταίους μήνες, υπήρξε η παρουσίαση της πλατφόρμας κι ορισμένων οδηγιών για το τυπικό στο οποίο θα στηριζόταν η νέα παγκόσμια θρησκεία. Είχε προ πολλού γίνει φανερή η ανάγκη κάποιου σημείου επαφής ανάμεσα στις εξωτερικές θρησκείες της Δύσης και τις εσωτερικές πίστεις της Ανατολής. Στα επίπεδα της εσωτερικής ή πνευματικής προσέγγισης της θειότητας υπήρξε πάντα ομοιομορφία μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η τεχνική που ακολουθεί ο μυστικιστής αναζητητής του Θεού στη Δύση είναι η ίδια μ’ αυτή που ακολουθεί ο αναζητητής στην Ανατολή. Όλοι οι δρόμοι συναντώνται σ’ ένα σημείο της ατραπού της επιστροφής στο Θεό και τότε η διαδικασία είναι ενιαία για όλα τα επόμενα στάδια της προσέγγισης. Τα βήματα στο διαλογισμό είναι ταυτόσημα. Αυτό θα γίνει φανερό σε οποιονδήποτε μελετά τα έργα του Μάιστερ Έκχαρτ και τις Γιόγκα Σούτρα του Πατάντζαλι. Όλες οι μεγάλες διευρύνσεις της συνείδησης, όπως περιγράφονται στην Ινδική φιλοσοφία και η έκφραση των πέντε μεγάλων αυτών διευρύνσεων, όπως απεικονίζονται στις πέντε μεγάλες κρίσεις της ζωής του Χριστού, που αναφέρει η Καινή Διαθήκη, είναι επίσης ίδιες. Όταν ο άνθρωπος αρχίζει να αναζητά συνειδητά το Θεό και να χειραγωγείται μόνος του στην πειθαρχία και την αντοχή, γίνεται ένα με τους ερευνητές της Ανατολής και της Δύσης και με όσους έζησαν πριν έρθει ο Χριστός και με όσους ερευνούν σήμερα. Σε μια προσπάθειά μου να κάνω φανερή τη σχέση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, έγραψα το βιβλίο Το Φως της Ψυχής. Είναι ένα σχόλιο στις Γιόγκα Σούτρα του Πατάντζαλι που έζησε και δίδαξε πιθανόν 9.000 χρόνια προ Χριστού. Ο Θιβετανός μου έδωσε την απόδοση των αρχαίων Σανσκριτικών φράσεων, γιατί δεν ξέρω Σανσκριτικά, αλλά έγραψα τα σχόλια, γιατί ανυπομονούσα να παρουσιάσω μια ερμηνεία των Σούτρα, πιο προσαρμόσιμη στο Δυτικό τύπο διάνοιας και συνείδησης απ’ τη γνωστή Ανατολική παρουσίαση. Έγραψα επίσης το βιβλίο Από τη Βηθλεέμ στο Γολγοθά για ν’ ανιχνεύσω τη σημασία των πέντε κύριων επεισοδίων της ζωής του Χριστού – γέννηση, βάπτιση, μεταμόρφωση, σταύρωση και ανάσταση – και τη σχέση τους με τις πέντε μυήσεις, όπως περιγράφονται για το μαθητή της Ανατολής. Και τα δύο αυτά βιβλία έχουν μια συγκεκριμένη επιρροή στη νέα παγκόσμια θρησκεία. Θα έρθει ο καιρός που θα συγχωνευθεί το έργο του μεγάλου Διδασκάλου της Ανατολής, του Βούδδα, που ήρθε στη γη και πέτυχε τη φώτιση κι έγινε οδηγός και


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

160

δάσκαλος εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ανατολή, με το έργο του Χριστού που ήρθε σαν δάσκαλος και σωτήρας αναγνωρισμένος πρώτα απ’ τη Δύση. Δεν υπάρχει διαφωνία ή σύγκρουση στις διδασκαλίες Τους. Δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ Τους. Προβάλλουν σαν οι δύο μέγιστοι παγκόσμιοι δάσκαλοι και σωτήρες. Ο ένας έφερε πλησιέστερα στο Θεό την Ανατολή κι ο άλλος τη Δύση. Αυτό είναι το θέμα που αναλύει ο Θιβετανός στο φυλλάδιο Του Η Νέα Παγκόσμια Θρησκεία. Εξηγεί ότι το έργο του Βούδδα προετοίμασε τον κόσμο για την Ατραπό της Μαθητείας, ενώ το έργο του Χριστού προετοίμασε τον κόσμο για τη Μύηση. Έδειξε σ’ αυτό το φυλλάδιο ένα τυπικό κατά το οποίο η μεγάλη μέρα του Βούδδα, το Φεστιβάλ του Βεσάκ (η Γιορτή Βαϊσάκχα στην πανσέληνο του Μαΐου) και η Κυριακή του Πάσχα που καθορίζεται απ’ την πανσέληνο του Απριλίου, αφορούν το φωτισμένο Βούδδα και τον αναστάντα Χριστό, ενώ η πανσέληνος του Ιουνίου ήταν το Φεστιβάλ της Ανθρωπότητας που κάνει τη μεγάλη ετήσια προσέγγισή της στο Θεό υπό την καθοδήγηση του Χριστού. Οι άλλες πανσέληνοι των άλλων μηνών συνιστούν μικρότερες γιορτές στις οποίες εξετάζονται και τονίζονται ορισμένες πνευματικές ποιότητες απαραίτητες για την έκφραση της μαθητείας και της μύησης. Μια άλλη επαναστατική δραστηριότητα που ο Θιβετανός έθεσε υπόψη της ανθρωπότητας, υποδεικνύει τα πρώτα βήματα της Ιεραρχίας για να έρθει πλησιέστερα στην ανθρωπότητα, ν’ αποκαταστήσει τα αρχαία Μυστήρια και να εξωτερικεύσει και καταστήσει δυνατή την εκδήλωση επί του φυσικού πεδίου των Διδασκάλων και των ομάδων των μαθητών Τους που είναι συγκεντρωμένοι σ’ ό,τι αποκαλούμε τεχνικά Άσραμ. Σ’ αυτή την προσπάθεια βρίσκεται συνεπώς η σημασία της δεύτερης έλευσης του Χριστού. Θα έρθει φέρνοντας μαζί Του τους μαθητές Του. Οι Διδάσκαλοι θα είναι παρόντες μια μέρα στη γη, όπως ήταν πριν εκατομμύρια χρόνια στη νηπιακή ηλικία του ανθρώπινου γένους. Τότε μας άφησαν για λίγο κι εξαφανίσθηκαν πίσω απ’ το πέπλο που χωρίζει το ορατό απ’ το αόρατο. Το έκαναν για να δώσουν στον άνθρωπο το χρόνο ν’ αναπτύξει την ελεύθερη βούληση, να ενηλικιωθεί χρησιμοποιώντας το νου του, να παίρνει τις δικές του αποφάσεις, να προσανατολίζεται τελικά στη βασιλεία του Θεού και να προσπαθεί συνειδητά να βαδίσει την ατραπό της επιστροφής. Αυτό έγινε σε τόσο μεγάλη κλίμακα, ώστε τώρα φαίνεται εφικτό ότι στον ερχόμενο αιώνα οι Διδάσκαλοι θα προβάλουν απ’ τη σιωπή Τους και θα γίνουν πάλι γνωστοί μεταξύ των ανθρώπων. Γι’ αυτό το σκοπό εργάσθηκε ο Θιβετανός και πολλοί από μας συνεργάσθηκαν μαζί Του. Επίσης θέσπισε τους νέους κανόνες για μαθητές, που παρέχουν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία στο μαθητή ατομικά απ’ τους τόσο γνωστούς κανόνες του παρελθόντος. Δεν απαιτείται σήμερα υπακοή. Ο μαθητής θεωρείται σαν ένας νοήμων άνθρωπος κι αφήνεται ελεύθερος να εκπληρώσει τις απαιτήσεις όπως νομίζει καλύτερα. Δεν απαιτείται μυστικότητα, γιατί κανένας μαθητής δε γίνεται δεκτός σ’ ένα Άσραμ ή σ’ έναν τόπο μύησης, όσο υπάρχει κι ο παραμικρός κίνδυνος ότι μπορεί να μιλήσει. Οι μαθητές εκπαιδεύονται τώρα τηλεπαθητικά και η πραγματική φυσική παρουσία του


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

161

Διδασκάλου δεν είναι πια αναγκαία. Η παλιά προσωπική ανάπτυξη δεν τονίζεται πια. Η ανάγκη της ανθρωπότητας παρουσιάζεται σαν το κύριο κίνητρο για πνευματική ανάπτυξη. Οι μαθητές διδάσκονται σήμερα να εργάζονται σε ομάδες με την προοπτική της ομαδικής μύησης, μια τελείως νέα ιδέα και όραμα. Οι φυσικές πειθαρχίες δεν είναι πια υποχρεωτικές. Ο σύγχρονος μαθητής, νοήμων, στοργικός κι εξυπηρετικός, θεωρείται ότι δεν τις χρειάζεται. Πρέπει να έχει ξεπεράσει τις φυσικές του ορέξεις και να είναι πια ελεύθερος να υπηρετήσει. Πολλά απ’ αυτή τη διδασκαλία δίνονται στο βιβλίο Μαθητεία στην Νέα Εποχή, που περιέχει οδηγίες του Θιβετανού σ’ έναν όμιλο μαθητών Του στον κόσμο, που άλλους γνώριζα κι άλλους όχι. Αυτή είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Ιεραρχίας, απ’ όσο ξέρω, που δίνονται λεπτομερείς οδηγίες ενός Διδασκάλου στην ομάδα των μαθητών Του και περιέρχονται έτσι σε γνώση του κοινού. Επιχείρησα παραπάνω να περιγράψω με συντομία μερικές απ’ τις δραστηριότητες που εισήγαγε ο Θιβετανός σε μια παράλληλη προσπάθεια με άλλα μέλη της Ιεραρχίας να κρούσουν το βασικό τόνο της νέας εποχής κι αυτό ζητάμε να τονίσουμε στους ανώτερους βαθμούς της Σχολής Αρκέην. Μερικοί σπουδαστές έμειναν μαζί μας είκοσι χρόνια και πλέον. Εκτελούν το έργο τους πιστά και με θετικά αποτελέσματα. Αργότερα ελπίζουμε ν’ αναπτύξουμε μερικές ομάδες που θα χρησιμοποιήσουν κάποιες τεχνικές τις οποίες πραγματεύεται ο Θιβετανός στο κυριότερο έργο Του, την Πραγματεία επί των Επτά Ακτίνων. Πραγματεύεται σ’ αυτό μια νέα σχολή θεραπείας. Δίνει την τεχνική της δόμησης της ατραπού του Φωτός μεταξύ ψυχής και πνεύματος, όπως ακριβώς ο άνθρωπος δημιούργησε μια ατραπό ανάμεσα στον εαυτό του και την ψυχή. Τονίζει επίσης τη νέα εσωτερική αστρολογία που πραγματεύεται το σκοπό της ψυχής και το δρόμο που πρέπει να βαδίσει ο μαθητής. Δίνει επίσης τους δεκατέσσερις κανόνες που πρέπει ν’ ακολουθήσουν οι Μυημένοι και η πεντάτομη αυτή πραγματεία είναι συνεπώς μια πλήρης επιτομή της πνευματικής ζωής και παρουσιάζει τις νέες διατυπώσεις των αρχαίων αληθειών οι οποίες στην Υδροχοϊκή εποχή θα καθοδηγούν την ανθρωπότητα. Το 1934 αρχίσαμε να επισκεπτόμαστε άλλα μέρη της Ευρώπης. Στο διάστημα των επόμενων πέντε χρόνων πήγαμε κατά καιρούς στην Ολλανδία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και την Ιταλία και συνήθως όταν είμασταν στην Ευρώπη, πηγαίναμε και μέναμε για λίγο στη Γενεύη, τη Λωζάννη ή τη Ζυρίχη. Μας συναντούσαν εκεί πρόσωπα από διάφορα μέρη της Ευρώπης. Ήταν πολύ αποκαλυπτικό για μας, ύστερα από τόσα πολλά χρόνια εργασίας, να βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ακροατήριο στο Ρότερνταμ, το Μιλάνο, τη Γενεύη ή την Αμβέρσα και να ανακαλύπτουμε την ίδια ποιότητα ανθρώπων όπως στη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορούσαμε να τους πούμε τα ίδια πράγματα· το ίδιο όραμα της αδελφότητας και της μαθητείας. Οι αντιδράσεις τους ήταν οι ίδιες. Καταλάβαιναν και λαχταρούσαν την ίδια απελευθέρωση και τις ίδιες πνευματικές εμπειρίες. Έγινα πολύ ικανή σε διαλέξεις με διερμηνέα. Όταν μιλούσα στην Ιταλία, ο Δρ. Ασσατζιόλι έκανε το διερμηνέα μου και στην Ολλανδία ο επικεφαλής του έργου μας εκεί, ο Τζέραρντ Γιάνσεν (Τζέρρυ, όπως τον φωνάζαμε συνήθως όσοι τον


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

162

αγαπούσαμε) έκανε τη μετάφραση. Τον παρακολουθούσα μερικές φορές μέσα σ’ ένα κοσμοπολίτικο πλήθος και τον άκουγα να μεταπηδάει με την ίδια ευχέρεια σε μια ντουζίνα διαφορετικές γλώσσες. Πριν τον πόλεμο έκανε θαυμάσια εργασία στην Ολλανδία. Πρακτικά όλα τα κείμενα της σχολής είχαν μεταφρασθεί στα Ολλανδικά κι ο ίδιος κατεύθυνε ένα μεγάλο αριθμό ειλικρινών σπουδαστών. Το έργο στην Ολλανδία και την Ισπανία ήταν δύο λαμπρά σημεία και παρά τη διαφορά στην ιδιοσυγκρασία των δύο αυτών χωρών δεν υπήρχε διαφορά στην ειλικρίνειά τους. Στο σημείο αυτό τελειώνει το χειρόγραφο.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ


ΤΟ ΕΡΓΟ ΜΟΥ ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΙΒΕΤΑΝΟΥ

Το Νοέμβριο του 1919 ήλθα σ’ επαφή με την Α.Α.Μπ. (Αλίκη Α. Μπέϊλη) και της ζήτησα να γράψει κάτι για μένα κι επίσης ν’ αναλάβει την έκδοση ορισμένων βιβλίων τα οποία – κατά την προοδευτική παρουσίαση της αλήθειας – έπρεπε να εμφανισθούν. Αρνήθηκε αμέσως, γιατί δε συμπαθούσε την πληθώρα της λεγόμενης αποκρυφιστικής φιλολογίας που δινόταν στο κοινό από διάφορες αποκρυφιστικές ομάδες, γιατί δεν είχε καμιά πείρα στη συγγραφή βιβλίων για το κοινό και είχε επίσης βαθιά αντιπάθεια για κάθε μορφή ψυχικής γραφής και ψυχικού έργου. Αργότερα άλλαξε γνώμη όταν της εξήγησα ότι η τηλεπαθητική επικοινωνία ήταν ένα αποδειγμένο γεγονός και ζήτημα επιστημονικού ενδιαφέροντος, ότι δεν ήταν ψυχακουστική ή ψυχορατική και ποτέ δε θα ήταν κι ότι (πάνω απ’ όλα) η απόδειξη της αλήθειας ήταν η ίδια η αλήθεια. Της είπα ότι αν έγραφε επί ένα μήνα, το υλικό που θα κατέγραφε θα της αποδείκνυε αν περιείχε αλήθεια, αν εφέλκυε ενορατική κατανόηση κι αναγνώριση κι αν περιείχε κάτι που θ’ άξιζε για τη επικείμενη νέα πνευματική εποχή. Έτσι κατανίκησε την απέχθειά της γι’ αυτό το είδος εργασίας και για το πλήθος των αποκρυφιστικών παρουσιάσεων της αλήθειας που επικρατούσε. Παρατήρησε μόνο ότι τα κείμενα θα δίνονταν χωρίς καμιά αξίωση κι ότι η διδασκαλία θα στεκόταν ή θα έπεφτε ανάλογα με την αξία της. Τα Βιβλία Το πρώτο βιβλίο που δημοσιεύθηκε ήταν η Μύηση, Ανθρώπινη και Ηλιακή. Ήταν το αποτέλεσμα της πρώτης προσπάθειάς της να κάνει αυτό το είδος εργασίας. Έθεσε τις βάσεις όλων των επόμενων βιβλίων. Από τότε η Α.Α.Μπ. έγραφε για μένα επί είκοσι πέντε σχεδόν χρόνια. Τα βιβλία δόθηκαν σε ευθυγράμμιση με ένα βαθύ υποκείμενο σκοπό που θα σας ενδιέφερε να τον μάθετε και βρήκαν παγκόσμια αναγνώριση. Η Μύηση, Ανθρώπινη και Ηλιακή αποσκοπούσε να φέρει το γεγονός της Ιεραρχίας στην προσοχή του κοινού. Αυτό είχε γίνει απ’ την Ε.Π.Μπ. συμπερασματικά και πληροφοριακά αλλά όχι με συστηματική μορφή. Η Θεοσοφική Εταιρεία δίδαξε το γεγονός των Διδασκάλων, παρότι η Ε.Π.Μπ. (στις ανακοινώσεις της στον Εσωτερικό Τομέα) δήλωσε ότι το μετάνιωσε πικρά. Η διδασκαλία αυτή παρερμηνεύθηκε απ’ τους μεταγενέστερους θεοσοφικούς αρχηγούς που έκαναν μερικά βασικά λάθη. Οι Διδάσκαλοι που περιέγραφαν, χαρακτηρίζονταν από ένα ανέφικτο αλάθητο, επειδή και οι ίδιοι οι Διδάσκαλοι εξελίσσονται. Η διδασκαλία που δινόταν, υποστήριζε το αποκλειστικό ενδιαφέρον για την αυτοανάπτυξη και την έντονη εστίαση στην προσωπική ανέλιξη κι απελευθέρωση. Οι άνθρωποι που υποδεικνύονταν σαν μυημένοι και πρεσβύτεροι μαθητές ήταν εντελώς μέτριοι, χωρίς καμιά επιρροή έξω απ’ τη


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

165

Θεοσοφική Εταιρεία. Τονιζόταν επίσης η πλήρης αφοσίωση στους Διδασκάλους – αφοσίωση στην προσωπικότητά Τους – και οι Διδάσκαλοι εμφανίζονταν επίσης ότι παρενέβαιναν στην οργανωτική ζωή των διαφόρων αποκρυφιστικών ομάδων που ισχυρίζονταν ότι εργάζονταν υπό τη διεύθυνσή Τους. Τους καθιστούσαν υπεύθυνους για τα λάθη των αρχηγών των ομάδων, οι οποίοι κατέφευγαν σε δηλώσεις όπως: “Ο Διδάσκαλος μου έδωσε οδηγίες να πω… Ο Διδάσκαλος θέλει να γίνει αυτό ή το άλλο έργο… Ο Διδάσκαλος θέλει τα μέλη να κάνουν αυτό ή το άλλο…” Όσοι υπάκουαν θεωρούνταν καλά μέλη· όσοι αρνούνταν να ενδιαφερθούν και να υπακούσουν θεωρούνταν αποστάτες. Η ελευθερία του ατόμου παραβιαζόταν συνεχώς και οι αδυναμίες και φιλοδοξίες των αρχηγών δικαιολογούνταν. Η Α.Α.Μπ. που τα γνώριζε καλά όλα αυτά, αρνήθηκε να πάρει μέρος σε μια τέτοια επαναλαμβανόμενη δραστηριότητα, γιατί αυτή είναι πρακτικά η ιστορία όλων των γνωστών αποκρυφιστικών ομάδων που ελκύουν την προσοχή του κοινού. Ακόμη κι αν ήθελα να εργασθώ με τέτοιο τρόπο (που κανένας συνδεμένος με την Ιεραρχία δεν κάνει ποτέ) δε θα μπορούσα να εξασφαλίσω τη συνεργασία της. Ακολούθησαν έπειτα οι Επιστολές επί του Αποκρυφιστικού Διαλογισμού. Αυτές υποδεικνύουν μια κάπως νέα προσέγγιση στο διαλογισμό, που δε βασίζεται στην αφοσίωση στους Διδασκάλους, αλλά στην αναγνώριση της ψυχής σε κάθε πρόσωπο. Ακολούθησε η Πραγματεία επί του Κοσμικού Πυρός. Το βιβλίο αυτό ήταν μια επέκταση της διδασκαλίας που δόθηκε στη Μυστική Δοξασία για τα τρία πυρά – ηλεκτρικό πυρ, ηλιακό πυρ και πυρ δια τριβής – και ήταν μια αναμενόμενη συνέχεια. Παρουσίασε επίσης το ψυχολογικό κλειδί της Μυστικής Δοξασίας και αποσκοπούσε να προσφέρει μια μελέτη για τους μαθητές και μυημένους του τέλους αυτού του αιώνα και των αρχών του επόμενου έως το 2025 μ.Χ. Η Α.Α.Μπ. έκρινε αργότερα πως θα ωφελούσε εμένα και το έργο αν έγραφε μερικά βιβλία χρήσιμα για τους σπουδαστές, ξεχωριστά απ’ την καταγραφή των κειμένων και των σημειώσεών μου, αποδίδοντάς τα σε Αγγλικά που διεγείρουν τη σκέψη, τα οποία αναπτύξαμε από κοινού σαν ένα μέσον μετάδοσης των ιδεών που είναι το ντάρμα μου να καταστήσω δημόσιες. Ο μέσος ψυχικός και το μέντιουμ δεν έχουν συνήθως μεγάλη νοημοσύνη και η Α.Α.Μπ. επιθυμούσε να αποδείξει (για να βοηθήσει το μελλοντικό έργο) ότι μπορούσε κανείς να κάνει σαφώς ψυχικό έργο και να έχει πραγματική νοημοσύνη. Έγραψε λοιπόν τέσσερα βιβλία που είναι εντελώς δικά της: Η Συνείδηση του Ατόμου. Η Ψυχή και ο Μηχανισμός της. Από τη Διανόηση στην Ενόραση. Από τη Βηθλεέμ στο Γολγοθά. Έγραψε επίσης ένα βιβλίο σε συνεργασία μαζί μου με τίτλο Το Φως της Ψυχής· σ’ αυτό δίνω την Αγγλική παράφραση των Σούτρα του Πατάντζαλι απ’ τα Σανσκριτικά κι εκείνη συνεισφέρει τα σχόλια, προσφεύγοντας περιστασιακά σ’ εμένα για να βεβαιωθεί ως προς το νόημά τους. Ύστερα ακολούθησε η Πραγματεία επί της Λευκής Μαγείας. Αυτή γράφηκε πριν


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

166

χρόνια και καθώς γραφόταν δινόταν κατά κεφάλαια στους πρεσβύτερους σπουδαστές της Σχολής Αρκέην μόνο σαν υλικό ανάγνωσης. Είναι το πρώτο βιβλίο που δόθηκε ποτέ για την εκγύμναση και τον έλεγχο του αστρικού ή συναισθηματικού σώματος. Πολλά αποκρυφιστικά βιβλία έχουν γραφεί για το φυσικό σώμα και την εξάγνισή του και για το αιθερικό ή ζωτικό σώμα. Πολλά απ’ αυτά ήταν επιτομές άλλων βιβλίων, αρχαίων ή σύγχρονων. Το δικό μου όμως αποσκοπεί να εκγυμνάσει το σύγχρονο ζηλωτή στον έλεγχο του αστρικού του σώματος με τη βοήθεια του νου καθώς ο νους με τη σειρά του φωτίζεται απ’ την ψυχή. Το επόμενο βιβλίο ήταν η Πραγματεία επί των Επτά Ακτίνων. Είναι ένα μεγάλο βιβλίο που δεν ολοκληρώθηκε ακόμη. Θα αποτελείται από τέσσερις τόμους, δύο απ’ τους οποίους έχουν ήδη εκδοθεί, ένας είναι έτοιμος για έκδοση κι ο τελευταίος γράφεται. Οι Τόμοι Ι και ΙΙ πραγματεύονται τις επτά ακτίνες και τους επτά ψυχολογικούς τους τύπους κι έτσι βάζουν τα θεμέλια της νέας ψυχολογίας για την οποία η σύγχρονη ψυχολογία, έστω και υλιστική, έβαλε μια στέρεη βάση. Ο Τόμος ΙΙΙ είναι αφιερωμένος πλήρως στο θέμα της εσωτερικής αστρολογίας κι αποτελεί από μόνος του μια ενότητα. Αποσκοπεί να εγκαινιάσει τη νέα αστρολογία που βασίζεται στην ψυχή κι όχι στην προσωπικότητα. Η ορθόδοξη αστρολογία καταστρώνει ένα χάρτη που δίνει το πεπρωμένο και τη μοίρα της προσωπικότητας κι όταν η προσωπικότητα αυτή είναι υπανάπτυκτη ή μέσης ανάπτυξης, τότε μπορεί να είναι και συχνά είναι εκπληκτικά ακριβής. Όμως δεν είναι τόσο ακριβής στην περίπτωση πολύ αναπτυγμένων ανθρώπων, ζηλωτών, μαθητών και μυημένων που αρχίζουν να ελέγχουν τα άστρα τους και συνεπώς τις πράξεις τους· τότε τα περιστατικά και τα γεγονότα της ζωής τους είναι απρόβλεπτα. Η νέα και μελλοντική αστρολογία επιχειρεί να δώσει το κλειδί του ωροσκοπίου της ψυχής, όπως ρυθμίζεται από την ψυχική ακτίνα κι όχι απ’ την ακτίνα της προσωπικότητας. Έδωσα αρκετά για να μπορέσουν οι αστρολόγοι που ενδιαφέρονται για τη νέα τάση, να πραγματώσουν το μέλλον απ’ τη σκοπιά της νέας αυτής προσέγγισης. Η αστρολογία είναι μια θεμελιώδης και πολύ αναγκαία επιστήμη. Η Α.Α.Μπ. δεν ξέρει τίποτε από αστρολογία· δεν μπορεί να καταστρώσει ούτε ένα χάρτη κι ούτε θα μπορούσε να σας πει τα ονόματα των πλανητών και των οίκων που κυβερνούν. Είμαι συνεπώς ολοκληρωτικά υπεύθυνος για όσα περιλαμβάνονται σ’ όλα τα βιβλία μου, εκτός όπως εξήγησα πριν, για το βιβλίο Το Φως της Ψυχής. Ο Τόμος IV πραγματεύεται το θέμα της θεραπείας και της γεφύρωσης με την ανταχκάρανα του υφιστάμενου χάσματος μεταξύ Ενάδας και προσωπικότητας. Επίσης δίνει τους Δεκατέσσερις Κανόνες που πρέπει να κυριαρχήσουν όσοι εκγυμνάζονται για μύηση.• Θα επιστήσω πάλι την προσοχή σας στο τελευταίο αυτό θέμα, υπενθυμίζοντάς σας ότι ποτέ η Α.Α.Μπ. δεν ισχυρίσθηκε στο ελάχιστο, είτε ιδιωτικά είτε δημόσια, πως είναι μυημένη, ούτε θα το κάνει. Γνωρίζει πως είναι αντίθετο στον αποκρυφιστικό νόμο κι έχει δει πολλούς ανθρώπους χωρίς ιδιαίτερη πνευματική εστίαση ή διανοητική ικανότητα να διατυπώνουν τέτοιους ισχυρισμούς καθώς και τη ζημιά που 

Αποφασίστηκε αργότερα απ’ το Θιβετανό και την Α.Α.Μπ. η έκδοση αυτών των Κανόνων σε ιδιαίτερο τόμο. Θα εμφανισθούν λοιπόν σύντομα ως Τόμος V της Πραγματείας επί των Επτά Ακτίνων – Φόστερ Μπέϊλη.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

167

επακολούθησε και μείωσε την ιδέα της Ιεραρχίας και τη φύση της μύησης στα μάτια του κοινού. Είμαι λοιπόν απόλυτα υπεύθυνος για τους Δεκατέσσερις Κανόνες και την αποσαφήνιση κι εφαρμογή τους. Η Α.Α.Μπ. ποτέ δεν ισχυρίσθηκε ότι ήταν κάτι περισσότερο από ένας εργαζόμενος μαθητής που ασχολείται με παγκόσμιο έργο (που κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί) κι έχει επαναλάβει συχνά ότι η λέξη “μαθητής” είναι η νόμιμη κι αναμφισβήτητη λέξη (καθώς κι η αληθινή λέξη) που πρέπει να χρησιμοποιείται για όλες τις βαθμίδες των εργατών της Ιεραρχίας, απ’ το δόκιμο μαθητή που συνδέεται χαλαρά με ορισμένους μαθητές της Ιεραρχίας, μέχρι και τον ίδιο τον Χριστό, το Διδάσκαλο όλων των Διδασκάλων και Δάσκαλο Αγγέλων και ανθρώπων. Αντιτάχθηκε σταθερά, με την πλήρη συγκατάθεσή μου, στη νοσηρή περιέργεια για θέσεις και τίτλους, που είναι το σαράκι τόσων πολλών αποκρυφιστικών ομάδων κι οδηγεί στη δίνη του ανταγωνισμού, του φθόνου, της κριτικής και των αξιώσεων που χαρακτηρίζουν την πλειοψηφία των αποκρυφιστικών ομάδων και καθιστά μάταιες ένα σωρό δημοσιεύσεις κι εμποδίζει το μεγάλο κοινό να δεχθεί τη διδασκαλία στην καθαρότητα κι απλότητά της. Η θέση κι ο τίτλος, η σειρά και η τάξη δε μετρούν. Μόνο η διδασκαλία μετρά – η αλήθειά της και η ενορατική της έκκληση. Αυτό πρέπει να το έχετε διαρκώς κατά νου. Οι αποδεγμένοι μαθητές ενός Διδασκάλου, που φτάνουν στην αναγνώρισή Του εκ των έσω – μια αναγνώριση που μπορεί τότε να επιβεβαιωθεί απ’ τους συμμαθητές τους και να χρησιμοποιηθεί απ’ τον ίδιο το Διδάσκαλο σαν μια πραγματική κατάσταση – γνωρίζουν το Διδάσκαλό τους, δέχονται τη διδασκαλία Του και μιλούν μεταξύ τους γι’ Αυτόν όπως είναι, αλλά ποτέ στον έξω κόσμο. Τα βιβλία δίνονται συνεπώς σταθερά επί χρόνια κι όταν συμπληρωθεί η Πραγματεία επί των Επτά Ακτίνων, εκτυπωθεί ένα σύντομο βιβλίο για τη Γοητεία και δοθεί στο κοινό ένα άλλο για τη Μαθητεία στη Νέα Εποχή, το έργο της Α.Α.Μπ. για μένα θα έχει τελειώσει. Θα μπορέσει τότε να συνεχίσει το έργο της στο Άσραμ του δικού της Διδασκάλου – το έργο ενός μαθητή. Η Σχολή Η επόμενη φάση του έργου που επιζητούσα να δω την εκπλήρωσή του, είναι τώρα σε λειτουργία. Η επιθυμία μου (όπως και πολλών που συνδέονται με την Ιεραρχία) ήταν να δω την ίδρυση μιας εσωτερικής σχολής που θα άφηνε ελεύθερα τα μέλη της, δε θα τα δέσμευε με υποσχέσεις ή όρκους και – ενώ θα όριζε διαλογισμό και μελέτη και θα έδινε εσωτερική διδασκαλία – θα άφηνε τους μαθητές να κάνουν τις δικές τους προσαρμογές, να ερμηνεύσουν την αλήθεια όσο καλύτερα μπορούσαν, θα τους παρουσίαζε τις διάφορες απόψεις, ενώ συγχρόνως θα τους μετέδιδε τις βαθύτερες εσωτερικές αλήθειες τις οποίες θα μπορούσαν ν’ αναγνωρίσουν αν υπήρχε μέσα τους εκείνο που είναι αφυπνισμένο στα μυστήρια και οι οποίες ακόμη κι αν τις διάβαζαν ή τις άκουγαν, δε θα τους έβλαπταν, αν τους έλειπε η αντίληψη ν’ αναγνωρίσουν την αλήθεια όπως είναι. Η Α.Α.Μπ. εγκαινίασε μια τέτοια σχολή το 1923 με τη βοήθεια του Φ.Μπ. και ορισμένων σπουδαστών με όραμα και πνευματική κατανόηση. Έθεσε σαν όρο ότι δε θα αναμιγνυόμουν στη Σχολή Αρκέην κι ότι δε θα ασκούσα κανένα έλεγχο


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

168

στην πολιτική και το πρόγραμμά της. Αυτό που έκανε ήταν σωστό και φρόνιμο και επικροτώ απόλυτα τη θέση της. Ούτε τα βιβλία μου δε χρησιμοποιούνταν σαν εγχειρίδια και μόνο στη διάρκεια των τριών τελευταίων χρόνων ένα απ’ αυτά, η Πραγματεία επί της Λευκής Μαγείας, προσαρμόσθηκε σαν σειρά μελέτης κι αυτό έπειτα από θερμή παράκληση πολλών σπουδαστών. Επίσης κάποια διδασκαλία για την ανταχκάρανα (που θα εμφανισθεί σ’ ένα μεταγενέστερο τόμο της Πραγματείας επί των Επτά Ακτίνων) χρησιμοποιήθηκε επί δύο χρόνια σ’ ένα τμήμα του τέταρτου βαθμού. Η διδασκαλία για τη γοητεία δόθηκε σαν θέμα ανάγνωσης σ’ ένα άλλο τμήμα. Στη Σχολή Αρκέην δεν απαιτείται υπακοή, δεν τονίζεται η “υπακοή στο Διδάσκαλο”, γιατί κανείς Διδάσκαλος δε διευθύνει τη Σχολή. Δίνεται έμφαση στο Διδάσκαλο στην καρδιά, την ψυχή, τον αληθινό πνευματικό άνθρωπο μέσα σε κάθε ανθρώπινο ον. Δε διδάσκεται θεολογία κι ο σπουδαστής δεν υποχρεώνεται ν’ αποδεχθεί οποιαδήποτε ερμηνεία ή παρουσίαση της αλήθειας. Ένα μέλος της σχολής μπορεί να δεχθεί ή ν’ απορρίψει το γεγονός των Διδασκάλων, της Ιεραρχίας, της μετενσάρκωσης ή της ψυχής και να εξακολουθεί να παραμένει αναγνωρισμένο μέλος της Σχολής. Δεν αναμένεται ούτε απαιτείται υπακοή ούτε στη σχολή ούτε στην Α.Α.Μπ. Οι σπουδαστές μπορούν να εργάζονται σε οποιαδήποτε αποκρυφιστική, εσωτερική, μεταφυσική ή ορθόδοξη ομάδα κι εκκλησία και να εξακολουθούν να είναι μέλη της Σχολής Αρκέην. Τους ζητείται να θεωρούν τέτοιες δραστηριότητες σαν πεδία υπηρεσίας όπου θα μπορούν να εκφράσουν οποιαδήποτε πνευματική βοήθεια έχουν αποκτήσει με την εργασία τους στη σχολή. Αρχηγοί και πρεσβύτεροι εργάτες πολλών αποκρυφιστικών ομάδων εργάζονται επίσης στη Σχολή Αρκέην, αλλά είναι απόλυτα ελεύθεροι να διαθέσουν το χρόνο, την αφοσίωση και την υπηρεσία τους στις δικές τους ομάδες. Η Σχολή Αρκέην έχει βίο είκοσι χρόνων και εισέρχεται τώρα σ’ ένα νέο κύκλο ανάπτυξης και χρησιμότητας – μαζί με το σύνολο της ανθρωπότητας – και γι’ αυτό γίνεται η απαραίτητη προετοιμασία. Ο βασικός τόνος της σχολής είναι η υπηρεσία που βασίζεται στην αγάπη της ανθρωπότητας. Το διαλογιστικό έργο ισορροπείται και παραλληλίζεται με τη μελέτη και την προσπάθεια να διδαχθούν οι σπουδαστές να υπηρετούν. Ο Νέος Όμιλος Υπηρετών του Κόσμου Μια άλλη φάση του έργου μου ήρθε σε ύπαρξη πριν δέκα περίπου χρόνια όταν άρχισα να γράφω κάποια φυλλάδια για το μεγάλο κοινό, εφιστώντας την προσοχή στην παγκόσμια κατάσταση και το Νέο Όμιλο Υπηρετών του Κόσμου. Επιχείρησα έτσι να αγκυροβολήσω στη γη (αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τέτοια φράση) μια εξωτερίκευση ή ένα σύμβολο του έργου της Ιεραρχίας. Ήταν μια προσπάθεια να συνδέσω υποκειμενικά και – όπου ήταν δυνατό – αντικειμενικά όλους εκείνους τους ανθρώπους με πνευματικό σκοπό και βαθιά αγάπη για την ανθρωπότητα, που εργάζονταν δραστήρια σε πολλές χώρες, είτε σε οργανώσεις είτε μόνοι. Το όνομά τους είναι λεγεών. Μερικοί είναι γνωστοί στους εργάτες της Σχολής Αρκέην και στον Φ.Μπ. και την Α.Α.Μπ. Χιλιάδες μου είναι γνωστοί αλλά όχι σ’ αυτούς. Όλοι εργάζονται υπό την έμπνευση της Ιεραρχίας κι εκπληρώνουν συνειδητά ή ασυνείδητα τα καθήκοντα των


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

169

πρακτόρων των Διδασκάλων. Μαζί συνιστούν μια ομάδα ενωμένη στην εσώτερη πλευρά με πνευματική πρόθεση κι αγάπη. Μερικοί είναι αποκρυφιστές που εργάζονται στις διάφορες αποκρυφιστικές ομάδες· άλλοι είναι μυστικιστές που εργάζονται με όραμα και αγάπη· άλλοι ανήκουν στις ορθόδοξες θρησκείες και μερικοί δεν αναγνωρίζουν καθόλου τις λεγόμενες πνευματικές συγγένειες. Όλοι όμως εμψυχώνονται από ένα αίσθημα ευθύνης για την ανθρώπινη ευημερία κι έχουν ενδόμυχα αφιερωθεί στη βοήθεια των συνανθρώπων τους. Ο μεγάλος αυτός όμιλος αποτελεί τον παγκόσμιο Σωτήρα της εποχής μας και θα σώσει τον κόσμο και θα εγκαινιάσει τη νέα εποχή μετά τον πόλεμο. Τα φυλλάδια που έγραψα (που το πρώτο ονομάζεται τώρα Τα Τρία Επόμενα Χρόνια•) υποδεικνύουν τα σχέδια και τους σκοπούς τους· και προτείνουν τους τρόπους και τις μεθόδους συνεργασίας μ’ αυτό τον όμιλο των Παγκόσμιων Υπηρετών που ήδη υπάρχει και δρα σε πολλά πεδία. Αυτοί τους οποίους επηρεάζει ο Νέος Όμιλος Υπηρετών του Κόσμου και με τους οποίους επιζητεί να εργασθεί και οι οποίοι μπορούν να εργασθούν σαν πράκτορές του, ονομάζονται από μας άνδρες και γυναίκες καλής θέλησης. Έκανα μια προσπάθεια να προσεγγίσω αυτούς τους ανθρώπους το 1936, όταν υπήρχε μια αμυδρή πιθανότητα αποτροπής του πόλεμου έστω και την τελευταία στιγμή. Πολλοί θα θυμούνται αυτή την εκστρατεία και τη σχετική επιτυχία της. Προσεγγίσαμε εκατομμύρια με διαλέξεις και κείμενα και με το ραδιόφωνο, αλλά δεν υπήρχαν αρκετοί πνευματικά ενδιαφερόμενοι άνθρωποι για να κάνουν τα αναγκαία βήματα που θα αναχαίτιζαν την παλίρροια του μίσους, του κακού και της επιθετικότητας που απειλούσε να καταποντίσει τον κόσμο. Ο πόλεμος ξέσπασε το 1939 παρόλες τις προσπάθειες της Ιεραρχίας και των εργατών Της και το έργο της καλής θέλησης έμεινε φυσικά σε εκκρεμότητα. Αυτό το τμήμα του έργου στο οποίο είχαν ζητήσει να υπηρετήσουν μέλη της Σχολής Αρκέην και το οποίο οδήγησε στο σχηματισμό δεκαεννέα κέντρων υπηρεσίας σε ισάριθμες χώρες, έπρεπε να εγκαταλειφθεί προσωρινά – αλλά μόνο προσωρινά, αδελφοί μου, γιατί η καλή θέληση είναι η “σωτήρια δύναμη” και μια έκφραση της θέλησης-για-το-καλό που εμψυχώνει το Νέο Όμιλο Υπηρετών του Κόσμου. Θα ήθελα να τονίσω ότι το έργο της αγκυροβόλησης του Νέου Ομίλου Υπηρετών του Κόσμου και της οργάνωσης του έργου της καλής θέλησης δεν έχει καμιά σχέση με τη Σχολή Αρκέην, εκτός ότι δόθηκε στα μέλη της η ευκαιρία να βοηθήσουν το κίνημα. Αφέθηκαν τελείως ελεύθερα να κάνουν ό,τι ήθελαν κι ένα μεγάλο ποσοστό αγνόησε εντελώς την προσπάθεια, εκδηλώνοντας έτσι την ελευθερία που ένιωθαν και είχαν διδαχθεί. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος κι ολόκληρος ο κόσμος βυθίστηκε στο επακόλουθο χάος, τη φρίκη, την καταστροφή, το θάνατο και την αγωνία, πολλοί πνευματικά σκεπτόμενοι άνθρωποι επιθυμούσαν να μείνουν μακριά απ’ τον αγώνα. Δεν ήταν η πλειοψηφία, αλλά μια ισχυρή και θορυβώδης μειοψηφία. Θεωρούσαν κάθε στάση συμμετοχής σαν παραβίαση του νόμου της αδελφότητας κι ήταν πρόθυμοι να θυσιάσουν το καλό ολόκληρης της ανθρωπότητας σε μια συναισθηματική παρόρμηση αγάπης σ’ όλους 

Εκδόθηκε το 1932 με τον τίτλο Ο Νέος Όμιλος Υπηρετών του Κόσμου.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

170

τους ανθρώπους μ’ έναν τρόπο που δε θα απαιτούσε την ανάληψη εκ μέρους τους κανενός είδους δράσης ή απόφασης. Αντί “για την πατρίδα μου, σωστά ή λάθος” ήταν “για την ανθρωπότητα, σωστά ή λάθος”. Όταν έγραψα το φυλλάδιο Η Τωρινή Παγκόσμια Κρίση και τα κείμενα για την παγκόσμια κατάσταση, δήλωσα ότι η Ιεραρχία επιδοκίμαζε τη στάση και τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών που μάχονταν για την ελευθερία ολόκληρης της ανθρωπότητας και τη λύτρωση των ανθρώπων που υπέφεραν. Αυτό κατ’ ανάγκη έβαζε την Ιεραρχία σε θέση αποδοκιμασίας του Άξονα με κάθε τρόπο. Πολλοί που εργάζονταν στην καλή θέληση και λίγοι στη σχολή ερμήνευσαν αυτή τη στάση σαν πολιτικής σημασίας, πιστεύοντας προφανώς ότι μια στάση πλήρους ουδετερότητας σ’ ό,τι αφορούσε το καλό και το κακό ήταν αυτό που απαιτείται απ’ τους ανθρώπους με πνευματική κλίση. Πολλοί δεν καταφέρνουν να σκεφθούν καθαρά και συγχέουν την απροθυμία τους να πάρουν θέση με την αδελφική αγάπη, λησμονώντας τα λόγια του Χριστού ότι “ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί”. Ας επαναλάβω κάτι που έχω πει συχνά. Η Ιεραρχία και όλα τα μέλη της κι εγώ μαζί, αγαπούν την ανθρωπότητα, αλλά δεν επιδοκιμάζουν το κακό, την επίθεση, τη σκληρότητα και τη φυλάκιση της ανθρώπινης ψυχής. Προασπίζουν την ελευθερία, την ευκαιρία να προχωρήσουν όλοι στο δρόμο του φωτός, την ανθρώπινη ευημερία χωρίς διάκριση, την καλοσύνη και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να σκέφτεται για λογαριασμό του, να μιλά και να εργάζεται. Κατ’ ανάγκη δεν μπορούν λοιπόν να επιδοκιμάζουν τα έθνη ή τους ανθρώπους ενός έθνους που είναι αντίθετοι στην ανθρώπινη ελευθερία κι ευτυχία. Ξέρουν με την αγάπη τους και την αντίληψη των περιστάσεων ότι σε μια μεταγενέστερη ζωή ή ζωές η πλειοψηφία των σημερινών εχθρών της ανθρώπινης ελευθερίας θα ελευθερωθεί και θα βαδίσει στο φωτισμένο Δρόμο. Στο μεταξύ ολόκληρη η δύναμη της Ιεραρχίας έχει πέσει στην πλευρά των εθνών που μάχονται να ελευθερώσουν την ανθρωπότητα και στην πλευρά εκείνων που κάνουν το ίδιο σε κάθε έθνος. Αν το να είναι κανείς με το μέρος της καλοσύνης και της ελευθερίας θεωρείται επιζήμιο για τα πνευματικά ζητήματα, τότε η Ιεραρχία θα εργασθεί να αλλάξει τη στάση των ανθρώπων ως προς το τι είναι πνευματικό. Σαν υπεύθυνη για την καταγραφή των φυλλαδίων και μαζί με τον Φ.Μπ. για την εκτύπωση και τη διανομή τους, η Α.Α.Μπ. περιήλθε σε δύσκολη θέση κι έγινε στόχος επικρίσεων κι επιθέσεων. Ξέρει ωστόσο ότι ο χρόνος διευθετεί όλα τα πράγματα κι ότι το έργο που έγινε, αν υποκινείται σωστά, τελικά αποδεικνύεται. Ενδιαφέρθηκα λοιπόν για τρεις φάσεις του έργου: τα Βιβλία, τη Σχολή Αρκέην και το Νέο Όμιλο Υπηρετών του Κόσμου. Η κρούση που έγινε στον κόσμο από τις τρεις αυτές όψεις του έργου, ήταν σαφώς αποτελεσματική και χρήσιμη. Αυτό που μετρά είναι το σύνολο του χρήσιμου έργου που έγινε κι όχι οι επικρίσεις και οι παρανοήσεις εκείνων που ανήκουν βασικά στην παλιά τάξη, την Ιχθυακή εποχή και είναι συνεπώς ανίκανοι να δουν την εμφάνιση των νέων τρόπων ζωής και των νέων προσεγγίσεων στην αλήθεια. Όλο αυτό τον καιρό έμεινα στα παρασκήνια. Είμαι υπεύθυνος για τα βιβλία και τα φυλλάδια και φέρουν την αυθεντία της αλήθειας – αν υπάρχει αλήθεια σ’ αυτά – κι όχι


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

171

την αυθεντία του ονόματός μου ή οποιασδήποτε θέσης θα μπορούσα να ισχυρισθώ ή να ισχυρισθούν για μένα οι περίεργοι, οι ερευνητές και οι πιστοί. Η Α.Α.Μπ. είναι υπεύθυνη για τη Σχολή Αρκέην και δεν έχω υπαγορεύσει καμιά πολιτική της ούτε αναμίχθηκα στο πρόγραμμά της. Τα βιβλία μου και τα φυλλάδια είναι διαθέσιμα στους σπουδαστές της σχολής όπως και στο υπόλοιπο κοινό. Προσπάθησα να βοηθήσω το έργο της καλής θέλησης για το οποίο είναι υπεύθυνος ο Φ.Μπ., υπαγορεύοντας και υποδεικνύοντας ποιο είναι το έργο που επιδιώκει να κάνει ο Νέος Όμιλος Υπηρετών του Κόσμου, αλλά δεν προβλήθηκε καμιά αξίωση εξ ονόματός μου κι ούτε πρόκειται να προβληθεί ποτέ. Το σύνολο όλων αυτών των δραστηριοτήτων υπήρξε ωφέλιμο· οι παρανοήσεις ήταν λίγες και ήταν σύμφυτες με τον προσωπικό εξοπλισμό και τη στάση του επικριτή. Η κριτική είναι υγιής όταν δεν της επιτρέπεται να γίνει καταστρεπτική. Προσωπική Εκπαίδευση Παράλληλα με τις κύριες αυτές δραστηριότητες είχα αρχίσει απ’ το 1931 να εκπαιδεύω μια ομάδα ανδρών και γυναικών διασκορπισμένων σ’ όλο τον κόσμο, στις τεχνικές της αποδεγμένης μαθητείας, νοούμενης ακαδημαϊκά. Απ’ τους πολλούς πιθανούς νεόφυτους υπέδειξα στην Α.Α.Μπ. (απ’ το 1931 και μετά) μια ομάδα 45 περίπου προσώπων – άλλων γνωστών κι άλλων εντελώς άγνωστων σ’ αυτή – που είχαν επιδείξει προθυμία για εκπαίδευση και μπορούσαν να δοκιμασθούν αν ήταν κατάλληλοι για το ομαδικό έργο της νέας μαθητείας. Τα άτομα αυτά έπαιρναν άμεσες προσωπικές οδηγίες από μένα και ορισμένες γενικές οδηγίες που ενσωμάτωναν τη νέα προσέγγιση στην Ιεραρχία και την πνευματική ζωή, μολονότι βασίζονταν βέβαια στους αρχαίους κανόνες. Αυτές οι οδηγίες θα τεθούν στη διάθεση του μεγάλου κοινού πολύ σύντομα, αλλά δεν πρόκειται να δοθούν πληροφορίες για τα πρόσωπα που έλαβαν αυτή την εκπαίδευση· ονόματα, ημερομηνίες και κατοικίες θ’ αλλάξουν, παρότι η διδασκαλία θα παραμείνει όπως δόθηκε.• Κατ’ ανάγκη όλοι αυτοί οι άνθρωποι από την επαφή τους μαζί μου, έχουν εξακριβώσει την ταυτότητά μου. Ξέρουν από χρόνια ποιος είμαι. Αλλά αυτοί κι η Α.Α.Μπ. διαφύλαξαν την ανωνυμία μου με μεγάλη προσοχή και με μεγάλες δυσκολίες, λόγω του γεγονότος ότι εκατοντάδες άνθρωποι σχεδόν σε κάθε χώρα υπέθεταν την ταυτότητά μου και πολλοί την είχαν μαντέψει σωστά. Έτσι σήμερα παρά την προσπάθεια της Α.Α.Μπ. και των μαθητών μου είναι γενικά γνωστό ότι είμαι ένας Διδάσκαλος και μου έδωσαν κάποιο όνομα. Στην ομάδα των δικών μου ειδικά επιλεγμένων ζηλωτών έχω ανακοινώσει το όνομά μου, όταν οι ίδιοι κατέληξαν ενδόμυχα σ’ αυτό. Θα ήταν ανόητο και ψεύτικο να φερθώ διαφορετικά κι έτσι στις ανακοινώσεις μου σ’ αυτούς ή στη σύνταξη οδηγιών για τη νέα μαθητεία πήρα αναγκαστικά την πρέπουσα θέση μου. Μερικές απ’ αυτές τις οδηγίες θεωρήθηκαν από μένα και την Α.Α.Μπ. χρήσιμες και κατάλληλες για γενικότερη χρήση κι ενσωματώθηκαν σε μια σειρά κειμένων που εκδόθηκαν με το όνομά μου στον Πυρσό 

Οι οδηγίες αυτές είναι πλέον διαθέσιμες στο βιβλίο με τίτλο Μαθητεία στη Νέα Εποχή. Ο Τόμος ΙΙ του βιβλίου θα εκδοθεί σύντομα – Φόστερ Μπέϊλη.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

172

για τα Στάδια της Μαθητείας. Συντάσσονταν προσεκτικά απ’ την Α.Α.Μπ. πριν εκδοθούν, εκτός από ένα κείμενο πριν λίγους μήνες, όταν η Α.Α.Μπ. κάτω απ’ την πίεση της εργασίας παρέλειψε να διαγράψει μια παράγραφο στην οποία μιλούσα ως Διδάσκαλος. Η παράγραφος αυτή προς μεγάλη της στενοχώρια εμφανίσθηκε τον Ιούλιο του 1943 στον Πυρσό. Μετά από πολλά χρόνια προστασίας της ταυτότητάς μου έκανε αυτό το ολίσθημα κι έτσι κοινολογήθηκε ότι είμαι Διδάσκαλος. Σχετικά μ’ αυτό υπάρχουν τρία σημεία στα οποία θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας. Νωρίτερα – πολλά χρόνια πριν – ανέφερα στην Πραγματεία επί της Λευκής Μαγείας ότι ήμουν ένας μυημένος ορισμένου βαθμού, αλλά έπρεπε να διαφυλαχθεί η ανωνυμία μου. Έπειτα από χρόνια, λόγω αυτού του λάθους της Α.Α.Μπ., εμφανίζομαι να αντιφάσκω ή να κάνω το αντίθετο κι έτσι ν’ αλλάζω την πολιτική μου. Όμως δεν το κάνω πραγματικά. Η διάδοση της διδασκαλίας αλλάζει τις συνθήκες και η ανάγκη της ανθρωπότητας απαιτεί κατά καιρούς μια διαφορετική προσέγγιση. Τίποτε δεν είναι στατικό στην εξέλιξη της αλήθειας. Προ πολλού είχα την πρόθεση να κάνω ό,τι ήταν αναγκαίο για να φέρω το γεγονός της Ιεραρχίας και των μελών της σαφέστερα και με πιο έντονο τρόπο ενώπιον του κοινού. Πριν από χρόνια είχα πει σαφώς στην Α.Α.Μπ. (όπως κι ο Διδάσκαλός της) ότι το κύριο καθήκον της ως μαθήτριας ήταν να εξοικειώσει το κοινό με την αληθινή φύση των Διδασκάλων της Σοφίας και ν’ αντισταθμίσει την εσφαλμένη εντύπωση που έχει επικρατήσει. Το έκανε σε ορισμένο βαθμό, αλλά όχι στην πλήρη έκταση που αποσκοπούσαμε. Δίστασε στην προσπάθεια λόγω της κακής φήμης που είχε αποκτήσει το όλο ζήτημα εξαιτίας των ψευδών παρουσιάσεων που έδιναν διάφοροι δάσκαλοι και αποκρυφιστικές ομάδες συν τους γελοίους ισχυρισμούς που διατύπωναν διάφοροι αδαείς για μας. Η Ε.Π.Μπ., η προκάτοχός της, δήλωσε σε ορισμένες οδηγίες της στον Εσωτερικό Τομέα της Θεοσοφικής Εταιρείας πως είχε μετανιώσει πικρά που μίλησε για τους Διδασκάλους, τα ονόματα και το έργο Τους. Η Α.Α.Μπ. είχε την ίδια γνώμη. Οι Διδάσκαλοι, όπως περιγράφονται απ’ τη Θεοσοφική Εταιρεία, μοιάζουν αμυδρά με την πραγματικότητα και πολύ καλό έχει γίνει απ’ τη μαρτυρία για την ύπαρξή Τους και πολύ κακό απ’ τις ανόητες λεπτομέρειες που δόθηκαν κατά καιρούς. Αλλά δεν είναι όπως περιγράφονται· δε δίνουν διαταγές στους οπαδούς Τους (ή μάλλον πιστούς) για να κάνουν αυτό ή το άλλο, να σχηματίσουν εκείνη ή την άλλη οργάνωση, ούτε υποδεικνύουν ορισμένα πρόσωπα σε ενσάρκωση σαν εξαιρετικής σημασίας, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι μαθητές, οι μυημένοι και οι Διδάσκαλοι γίνονται γνωστοί απ’ τα έργα και τις πράξεις τους κι όχι απ’ τα λόγια τους κι ότι πρέπει ν’ αποδείξουν τη θέση τους απ’ το έργο που εκτέλεσαν. Οι Διδάσκαλοι εργάζονται δια των μαθητών Τους σε πολλές οργανώσεις, αλλά δεν απαιτούν μέσω αυτών των μαθητών την επακόλουθη υπακοή των μελών της οργάνωσης, ούτε αποκλείουν απ’ τη διδασκαλία εκείνους που διαφωνούν με την πολιτική της οργάνωσης ή τις ερμηνείες των αρχηγών. Δεν είναι χωριστικοί κι ανταγωνιστικοί στις ομάδες που εργάζονται κάτω από διάφορους μαθητές ή άλλους


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

173

Διδασκάλους και κάθε οργάνωση για την οποία ενδιαφέρονται οι Διδάσκαλοι είναι περιεκτική κι όχι αποκλειστική. Δε μάχονται για προσωπικότητες, επιδοκιμάζοντας τη μια ή απορρίπτοντας την άλλη, απλά γιατί η πολιτική ενός αρχηγού οργάνωσης υποστηρίζεται ή όχι. Δεν είναι οι θεαματικοί και κακοαναθρεμμένοι άνθρωποι που περιγράφονται απ’ τους μέτριους αρχηγούς πολλών ομάδων, ούτε διαλέγουν για δεσμευμένους μαθητές κι εξέχοντες εργάτες Τους άνδρες και γυναίκες που ακόμη και από την εγκόσμια άποψη είναι σημαντικά κατώτεροι ή ασχολούνται με τη διατύπωση ισχυρισμών και με την τέχνη να προσελκύουν την προσοχή. Για να γίνει κάποιος δόκιμος μαθητής πρέπει να είναι αφοσιωμένος και τότε μπορεί να δοθεί έμφαση στην εξάγνιση και την απόκτηση μιας νοήμονος κατανόησης της αδελφότητας και της ανθρώπινης ανάγκης. Για να γίνει αποδεγμένος μαθητής που εργάζεται άμεσα υπό τους Διδασκάλους με παγκόσμια δράση αυξανόμενης επιρροής, απαιτείται νοητική πόλωση, ανάπτυξη της καρδιάς και μια αίσθηση των πραγματικών αξιών. Οι Διδάσκαλοι που παρουσιάσθηκαν στο πλατύ κοινό από κινήσεις όπως η Ι ΑΜ, αποτελούν παρωδία της πραγματικότητας. Οι Διδάσκαλοι που περιγράφονται απ’ τα διάφορα θεοσοφικά κινήματα (απ’ την εποχή της Ε.Π.Μπ.) δε διακρίνονται από νοημοσύνη και δείχνουν ελάχιστη κρίση στην επιλογή εκείνων για τους οποίους οι οργανώσεις ισχυρίζονται ότι είναι μυημένοι ή σπουδαία μέλη της Ιεραρχίας. Γνωρίζοντας όλα αυτά κι έχοντας παρατηρήσει τα κακά αποτελέσματα της συνηθισμένης διδασκαλίας που δόθηκε για τους Διδασκάλους, η Α.Α.Μπ. έφτασε στα άκρα για να παρουσιάσει την αληθινή φύση της Ιεραρχίας, τους στόχους και το προσωπικό της και προσπάθησε να δώσει έμφαση – όπως κι η ίδια η Ιεραρχία – στην ανθρωπότητα και την παγκόσμια υπηρεσία κι όχι σε μια ομάδα δασκάλων οι οποίοι ακόμη κι αν ξεπέρασαν τα συνηθισμένα προβλήματα της προσωπικότητας και την εμπειρία των τριών κόσμων, εκπαιδεύονται και προετοιμάζονται (υπό την κηδεμονία του Χριστού) να βαδίσουν την οδό της ανώτερης εξέλιξης, όπως λέγεται. Το όνομα που μας έδωσαν μερικοί μαθητές του Θιβέτ, δίνει το κλειδί για το σημείο της επίτευξής μας. Ονομάζουν την Ιεραρχία “εταιρεία των οργανωμένων και φωτισμένων διανοιών” – φωτισμένων από αγάπη και κατανόηση, από βαθιά συμπόνια και περιεκτικότητα, φωτισμένων απ’ τη γνώση του σχεδίου και στοχεύοντας στην κατανόηση του σκοπού, θυσιάζοντας την άμεση πρόοδό τους για να βοηθήσουν την ανθρωπότητα. Αυτό είναι ο Διδάσκαλος. Το δεύτερο σημείο που θέλω να τονίσω έχει τη μορφή ερώτησης. Σε τι μπορεί να βλάψει αν κάποιος δείξει με το δάχτυλο ένα Διδάσκαλο και τον αναγνωρίσει ως τέτοιον, όταν το έργο του υποστηρίζει τη δήλωση και η επιρροή του είναι παγκόσμια; Αν με το απρόβλεπτο αυτό ολίσθημα η Α.Α.Μπ. έδειξε ότι είμαι Διδάσκαλος, τι ζημιά έγινε; Τα βιβλία μου που είναι φορείς της επιρροής μου, έφθασαν στα πέρατα της γης και παρέχουν αρωγή και βοήθεια· το έργο υπηρεσίας που υπέδειξα και το οποίο ο Φ.Μπ. πραγματοποίησε εθελοντικά, έφτασε κυριολεκτικά σε εκατομμύρια μέσω των φυλλαδίων και του ραδιοφώνου, με τη χρήση της Επίκλησης και με το έργο των Τριγώνων και τα λόγια και το παράδειγμα των ανδρών και γυναικών καλής θέλησης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

174

Η Α.Α.Μπ. στο έργο της των 25 χρόνων για μένα στο αποκρυφιστικό πεδίο δεν επωφελήθηκε απ’ το γεγονός ότι είμαι ένας απ’ τους πολλούς Διδασκάλους που αναγνωρίζονται σήμερα από χιλιάδες ανθρώπους. Δεν καλύφθηκε πίσω από μένα ή το δικό της Διδάσκαλο, καθιστώντας μας υπεύθυνους για τις πράξεις της, ούτε άρχισε και προώθησε το έργο της στη βάση ότι “ο Διδάσκαλος το διέταξε”. Ξέρει πως το έργο του Διδασκάλου είναι να φέρει το μαθητή σ’ επαφή με το σχέδιο κι ότι τότε ο μαθητής προχωρεί και με δική του πρωτοβουλία και με το μέτρο της δικής του σοφίας και αγάπης προσπαθεί να επωμισθεί με νοημοσύνη το μερίδιο του στην υλοποίηση του Σχεδίου. Κάνει λάθη όμως δεν καταφεύγει στο Διδάσκαλο γι’ αυτά, αλλά πληρώνει το τίμημα και μαθαίνει το μάθημά του. Σημειώνει επιτυχίες αλλά δεν τρέχει στο Διδάσκαλο για έπαινο, γνωρίζοντας ότι δε θα τον πάρει. Παλεύει με κακή υγεία, με τους φθόνους και τους ανταγωνισμούς εκείνων που εργάζονται με λιγότερη επιτυχία ή φοβούνται το συναγωνισμό, αλλά δεν προσφεύγει στο Διδάσκαλο για σθένος και σταθερότητα. Προσπαθεί να βαδίσει στο φως της ψυχής του και να σταθεί στη δύναμη της δικής του πνευματικής Ύπαρξης κι έτσι μαθαίνει να γίνεται Διδάσκαλος με την κυριαρχία. Το τρίτο σημείο που θέλω να φέρω στην προσοχή σας είναι ότι στο νέο κύκλο που θα έρθει με το τέλος του πολέμου, το γεγονός της Ιεραρχίας και του έργου των Διδασκάλων – μέσω των μαθητών Τους – πρέπει και θα έρθει αυξανόμενα στην προσοχή του κοινού. Μαθητές παντού θα παρουσιάζουν όλο και περισσότερο στον κόσμο το ιεραρχικό σχέδιο της αδελφότητας, της πνευματικής ζωής και της περιεκτικότητας. Αυτό δε θα γίνει με όρους (τόσο προσφιλείς στους ανόητους) ότι: “ο Διδάσκαλος με διάλεξε” ή “ο Διδάσκαλος στέκει πίσω απ’ τη προσπάθειά μου” ή “είμαι εκπρόσωπος της Ιεραρχίας”, αλλά με μια ζωή υπηρεσίας, με την υπόδειξη ότι οι Διδάσκαλοι υπάρχουν κι είναι γνωστοί παντού σε πολλούς ανθρώπους, ότι το Σχέδιο είναι ένα Σχέδιο εξελικτικής ανάπτυξης κι εκπαιδευτικής προόδου προς ένα νοήμονα πνευματικό στόχο· ότι η ανθρωπότητα δεν είναι μόνη, αλλά η Ιεραρχία στέκει, ότι ο Χριστός είναι με το λαό Του, ότι ο κόσμος είναι γεμάτος από άγνωστους μαθητές που εργάζονται αθόρυβα· ότι ο Νέος Όμιλος Υπηρετών του Κόσμου υπάρχει κι ότι άνδρες και γυναίκες καλής θέλησης υπάρχουν παντού· ότι οι Διδάσκαλοι δεν ενδιαφέρονται καθόλου για προσωπικότητες, αλλά χρησιμοποιούν άνδρες και γυναίκες κάθε στάσης, πίστης κι εθνικότητας, αρκεί να τους υποκινεί η αγάπη, να είναι νοήμονες και να έχουν εκπαιδευμένο νου και να έχουν επίσης μαγνητική και ακτινοβόλο επίδραση η οποία θα προσελκύει τον κόσμο στην αλήθεια και την αγαθότητα, αλλά όχι στο άτομο – Διδάσκαλο ή μαθητή. Δεν ενδιαφέρονται για προσωπική αφοσίωση, αλλά είναι αφιερωμένοι αποκλειστικά στην ανακούφιση της δυστυχίας και την προώθηση της εξέλιξης της ανθρωπότητας και την υπόδειξη των πνευματικών στόχων. Δεν επιδιώκουν αναγνώριση για το έργο Τους ή τον έπαινο των συγχρόνων Τους, αλλά μόνο την ανάπτυξη του φωτός μέσα στον κόσμο και την ανέλιξη της ανθρώπινης συνείδησης. Αύγουστος 1943


ΜΕΘΟΔΟΙ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΣΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΗΣ “ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΙΚΟΥ ΠΥΡΟΣ” Τέσσερις μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν για τη μετάδοση αυτής της διδασκαλίας από το Θιβετανό στο πλατύ κοινό: 1. Ψυχακοή. Στα πρώτα στάδια (τα πρώτα δύο χρόνια) ο Θιβετανός υπαγόρευε ψυχακουστικά στην κ. Μπέϊλη το υλικό που περιλαμβάνεται στα δύο πρώτα βιβλία. Ερχόταν σε καθορισμένες και συμφωνημένες ώρες σ’ επαφή μαζί της μέσω ενός κραδασμού που είχε μάθει ν’ αναγνωρίζει και τότε ακουγόταν καθαρή και διαυγής η φωνή του να υπαγορεύει λέξη προς λέξη. 2. Τηλεπάθεια. Όταν η κ. Μπέϊλη εξοικειώθηκε περισσότερο μ’ αυτή την εργασία κι όταν η πειθαρχία κι η απαιτούμενη δίαιτα άρχισαν να έχουν αποτέλεσμα, η εργασία άλλαξε βαθμιαία και τώρα η συγγραφή της Πραγματείας επί του Κοσμικού Πυρός είναι εντελώς τηλεπαθητική. Η κ. Μπέϊλη έρχεται σ’ επαφή με το Θιβετανό όταν το επιτρέπει ο χρόνος κι όταν είναι ελεύθερος και μπορεί να διαθέσει το χρόνο του επικοινωνεί μαζί της τηλεπαθητικά. Οι πληροφορίες δίνονται με μεγάλη ταχύτητα και η λεπτομερής διδασκαλία εντυπώνεται στη συνείδησή της με τέτοια διαύγεια, ώστε μπορεί να την καταγράψει χωρίς ν’ αλλάζει λέξη. Το βιβλίο τυπώθηκε όπως της μεταδόθηκε, εκτός από ασήμαντες αλλαγές στους χρόνους, γιατί τα Αγγλικά του Θιβετανού, όταν επιλέγει να χρησιμοποιήσει τα δικά του και να μην αφήσει την κ. Μπέϊλη να εκφράσει τις σκέψεις του (που είναι ο γενικός κανόνας), είναι κάπως αρχαϊκά και πομπώδη. Πριν μεταβιβασθεί και καταγραφεί ικανοποιητικά η πληροφορία, πρέπει να προηγηθεί μια ορισμένη διαλογιστική διαδικασία κατά την οποία τα ειδικά θέματα που θα διαπραγματευθεί είναι οι σπερματικές σκέψεις της διαλογιστικής προσπάθειας. Πρέπει να προηγηθεί η επίτευξη μιας συνθετικής σύλληψης όλων όσων είχαν γραφεί προηγουμένως σχετικά με το θέμα. Συνεπώς η νοητική ικανότητα ή σώμα πρέπει να είναι μεγάλη και πολύ οργανωμένη, πλήρως εξοπλισμένη με υλικό και κάτω από ικανοποιητικό έλεγχο. Με τέτοιες βάσεις μπορεί να μεταδοθεί με ασφάλεια γνώση που υπερβαίνει κατά πολύ την προσωπική πείρα ή την προγενέστερη γνώση του δέκτη. Αν αυτό ισχύει για το Θιβετανό και την κ. Μπέϊλη, είναι επίσης προφανές ότι η πλήρης αξία της Πραγματείας θα φανεί μόνο μετά από ανάλογη μελέτη και διαλογισμό και πολλή παράλληλη ανάγνωση. Όμως η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε είναι τόσο διαυγής και σαφής, η διευθέτηση του υλικού τόσο συνεπής κι η αιτιολόγηση γίνεται με τέτοια λογική ακρίβεια ώστε κάθε νοήμον πρόσωπο θα βρει ακόμη και με την πρώτη


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

176

ανάγνωση μια εμπνευσμένη εμπειρία που φωτίζει άγνωστες εκτάσεις της συνείδησης κι επιβάλλει μια εμβριθέστερη μελέτη που είναι τόσο πολύ επιθυμητή. Η Πραγματεία είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα πραγματικής τηλεπάθειας. Είναι φανερό απ’ την ανάγνωση των δεδομένων της Πραγματείας ότι δε θα μπορούσε η κ. Μπέϊλη να διατυπώσει μόνη της αυτή τη διδασκαλία, γιατί ασχολείται με κοσμικές διαδικασίες τις οποίες αγνοεί παντελώς. Η συμβολή της στο έργο ήταν ένα έντονο αρχικό ενδιαφέρον γι’ αυτά τα ζητήματα, πάνω από είκοσι χρόνια διαλογιστικής εργασίας, πολλά χρόνια μελέτης και σκέψης και ο χειρισμός μιας καθαρής και ρωμαλέας Αγγλικής γλώσσας. 3. Ψυχορατικός οραματισμός. Τα διάφορα σύμβολα των βιβλίων (και υπάρχουν πολλά) δείχθηκαν στην κ. Μπέϊλη κι ύστερα αντιγράφηκαν απ’ την ίδια. Αυτή η διαδικασία είναι εφικτή μόνο με τη βοήθεια ενός ισχυρού συνεργάτη. Ο Θιβετανός εντύπωνε το επιθυμητό σύμβολο ή ανάγλυφο σε μια απ’ τις λεπτοφυέστερες διαφοροποιήσεις του αιθέρα και με τη διατήρηση στο απαιτούμενο ύψος των κραδασμών των φορέων του μαθητή, οι εικόνες παρέμεναν τόσο καθαρές και τόσο τέλειες για μελέτη όσο και μερικές εξαίσιες ελαιογραφίες κρεμασμένες στον τοίχο μιας ιδιωτικής πινακοθήκης. Η εικόνα δεν μπορεί να αποκτηθεί, αλλά ο θεατής μπορεί να τη μελετήσει και να την περιγράψει κι ο καλλιτέχνης να την αντιγράψει, μολονότι το χρωματικό αποτέλεσμα είναι εντελώς πέρα από κάθε δυνατότητα πιστής αναπαράστασης σε πυκνή φυσική ύλη. Επίσης δείχθηκαν στην κ. Μπέϊλη επτά μεγάλες μορφές αγγέλων ή ντέβα των επτά σφαιρών της Γήινης αλύσου, οι οποίες ίσως ενσωματωθούν αργότερα στη δεύτερη έκδοση. Αποσπάσματα από αρχαία χειρόγραφα και η ανάγνωση ορισμένων στροφών και δεδομένων απ’ τα ιεραρχικά αρχεία δείχθηκαν επίσης στην κ. Μπέϊλη και μεταφράσθηκαν πρόχειρα απ’ την ίδια και διορθώθηκαν απ’ το Θιβετανό. Η γνώση των αρχαίων γλωσσών δεν είναι αναγκαία γι’ αυτή την εργασία, γιατί πολλά αρχαία χειρόγραφα είναι ιδεογραφικά και συμβολικά και – όταν υπάρχει επαρκής διέγερση – ο θεατής αποκτά επίγνωση της έννοιας και μπορεί να την καταγράψει. 4. Καταγραφή μετά τον ύπνο όσων είδαμε ή ακούσαμε ενόσω είμασταν εκτός φυσικού σώματος κατά τη νύχτα. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε για τις Στροφές στο τέλος του βιβλίου κι επίσης για τα διαγράμματα. Μερικοί ορισμοί που υπάρχουν στο βιβλίο μεταδόθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο. Αναδημοσίευση απ’ το περιοδικό Πυρσός, Ιούνιος 1925.


ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΥΠΟ ΑΛΙΚΗΣ Α. ΜΠΕΪΛΗ

Υπάρχουν σήμερα πολλές λεγόμενες εσωτερικές σχολές. Όλες είναι σχετικά σύγχρονες και ήλθαν σε ύπαρξη τα τελευταία εξήντα χρόνια. Δεν αναφέρομαι εδώ στην πάντα υφιστάμενη Εσωτερική Σχολή που είναι παρούσα σε κάθε μέρος του κόσμου, δεν έχει όνομα, δεν αντιπροσωπεύεται από καμιά εξωτερική οργάνωση και δεν έχει αναγνωρισμένους αρχηγούς. Αυτή η μόνη αληθινή Σχολή ανταποκρίθηκε αιώνια στις ανάγκες των ερευνητών οι οποίοι – ανά τους αιώνες – ζήτησαν να εισέλθουν στα Μυστήρια κι έγιναν δεκτοί αφού εκπλήρωσαν τις απαιτήσεις. Αναφέρομαι στα πολλά μυστικιστικά, μεταφυσικά, Θεοσοφικά, Ροδοσταυρικά και αποκρυφιστικά τάγματα τα οποία υπάρχουν παντού. Οι οργανώσεις αυτές αποτελούνται από ομάδες ανθρώπων με ευλαβική πνευματική πρόθεση, που εμψυχώνονται από μεγάλη έφεση και συγκεντρώνονται γύρω από κάποιο δάσκαλο ή σύστημα διδασκαλίας. Ο δάσκαλος τους δίνει με την προσωπική του ερμηνεία αποκρυφιστικές πληροφορίες, τονίζει την ανάγκη δόμησης χαρακτήρα και αγνότητας και υποδεικνύει την ανάγκη να διανύσουν την Ατραπό και (συνήθως) έχει τη θέση τελικής αυθεντίας. Η φάση αυτή στην ιστορία του εσωτερισμού ήταν μια καλή, προπαρασκευαστική εργασία. Έφερε στην προσοχή του κοινού τη φύση της μυστικής δοξασίας, της εσωτερικής διδασκαλίας και της εσώτερης διακυβέρνησης του κόσμου. Το γεγονός της ύπαρξης των Διδασκάλων της Σοφίας – καθώς εργάζονται στην πλανητική Ιεραρχία υπό τη διεύθυνση του Χριστού – παρουσιάσθηκε πλατιά, είτε με όρους της ορθόδοξης Θεοσοφίας, της Ινδικής μεταφυσικής θεώρησης είτε με τη Χριστιανική ορολογία. Μεταδόθηκε πολλή γνώση. Η περίπλοκη διαδικασία της θείας δημιουργίας και η επακόλουθη εκδήλωση του Θεού προκάλεσε μεγάλη νοητική διέγερση και νοητική ανέλιξη, αλλά συχνά μικρή πραγματική κατανόηση. Οι εσωτερικές σχολές ασχολούνται με την προαγωγή της ανάπτυξης της κατανόησης. Διαδόθηκαν επωφελώς ορισμένοι στοιχειώδεις κανόνες που αποσκοπούν κυρίως στην εξάγνιση της συναισθηματικήςεπιθυμητικής φύσης· συζητήθηκαν διεξοδικά τα πολλά πεδία, τα δημιουργικά πυρά και η διαφοροποίηση της ουσίας καθώς και οι διάφορες επτάδες οι οποίες ρυθμίζουν τη ζωή, τη συνείδηση και τη μορφή. Τίποτε απ’ αυτά δεν είναι εσωτερική διδασκαλία. Διδάχθηκε η αφοσίωση στους Διδασκάλους, αλλά οι ίδιοι παρουσιάσθηκαν ανεπαρκώς. Παρουσίασαν τους Διδασκάλους ότι ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το δάσκαλο της ομάδας και συχνά οι προσωπικοί φίλοι του δασκάλου πληροφορούνταν ότι έγιναν δεκτοί απ’ το Διδάσκαλο στις εσώτερες τάξεις των μαθητών Του. Δημιουργείται έτσι σ’ αυτές τις ομάδες, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, μια στενή συγκρότηση αφοσιωμένων οπαδών του δασκάλου· οι οπαδοί αυτοί εξαρτώνται και υπακούουν τυφλά στο δάσκαλο και τις


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

178

εντολές του Διδασκάλου, οι οποίες υποτίθεται ότι διαβιβάζονται απ’ το δάσκαλο, κατά παράβαση του απόκρυφου νόμου ότι κανένας Διδάσκαλος δε δίνει ποτέ εντολές ούτε αναμένει υπακοή. Σήμερα η μέση εσωτερική ομάδα είναι μια κλειστή οργάνωση, αποκλειστική στα μέλη της, υποθάλποντας μια μη υγιή αίσθηση μυστηρίου και παρουσιάζοντας μόνο τις μισές αλήθειες που εξυπηρετούν ένα σκοπό – να πιστοποιήσουν την ύπαρξη του πραγματικού. Είναι λοιπόν φανερό ότι καμιά αληθινή εσωτερική σχολή δεν έχει έρθει ακόμη σε ύπαρξη. Η εμφάνιση αυτών των σχολών παραμένει προς το παρόν μια ελπίδα που έφτασε όμως στο σημείο στο οποίο μπορεί να γίνει η δέουσα προετοιμασία για την εμφάνισή τους. Τα παραπάνω δεν αποτελούν καταδίκη της πολύ πιστής αν και μη εμπνευσμένης υπηρεσίας. Οι σπουδαστές πρέπει ν’ αναγνωρίσουν ότι οι σχολές με τις οποίες είναι εξοικειωμένοι, είναι μόνο προπαρασκευαστικής φύσης, γεμάτες λάθη, βασισμένες στην αδυναμία ή τη δύναμη του δασκάλου που τις ίδρυσε· είναι συνεπώς μολυσμένες από την έμφαση στην προσωπικότητα, απαιτούν υπακοή κι εφαρμόζουν κακώς και παρερμηνεύουν τη διδασκαλία. Ήταν όμως χρήσιμες σαν σημάδια για το μέλλον. Ο καιρός δεν είναι ώριμος για την εκδήλωση των αληθινών εσωτερικών σχολών. Η ανθρωπότητα δεν είναι έτοιμη. Σήμερα όμως υπάρχουν αρκετοί νοήμονες άνδρες και γυναίκες που εγγυώνται το σχηματισμό των πιο προχωρημένων σχολών εκγύμνασης. Θα θέσουν τα θεμέλια για τις μελλοντικές σχολές που θα εμφανισθούν υπό το Νόμο της Εξέλιξης. Οι εσωτερικές σχολές δεν αποτελούν εξαίρεση στην εξελικτική διαδικασία κι εμφανίζονται πάντα σε ανταπόκριση του αιτήματος του ανθρώπου κι όταν η νοητική του ανάπτυξη τις απαιτεί. Τα προσεχή εβδομήντα χρόνια θα δουν την ίδρυση των νέων σχολών. Αυτές που λειτουργούν σήμερα μπορούν ν’ αρχίσουν να καθαρίζουν το έδαφος, ν’ απορρίπτουν τα επουσιώδη και ν’ απομονώνουν τις αληθινά απόκρυφες αλήθειες και να οραματίζονται έτσι καθαρά το στόχο της εσωτερικής εκγύμνασης. Δεν το έχουν κάνει ακόμη. Πρέπει να κατανοηθεί η πειθαρχία στην οποία θα υποβάλλεται ο νεόφυτος στο μέλλον και να δοθεί η ορθή τεχνική· όλα αυτά πρέπει να μετατοπισθούν σ’ ένα ανώτερο επίπεδο απ’ το τωρινό. Η διδασκαλία πρέπει να διαχωρισθεί απ’ την τωρινή θεολογική της τάση και τον αυταρχικό τόνο. Για τις δογματικές αυτές διατυπώσεις υπήρξαν ολέθρια ένοχες οι πολλές αποκρυφιστικές κι εσώτερες σχολές καθώς και τα διάφορα εσωτερικά τμήματα. Θα εμφανισθούν αργότερα δάσκαλοι που θα έχουν αληθινή κατανόηση της πνευματικής φύσης της αυθεντίας. Δε θα βασίζεται σε ισχυρισμούς και μυστήριο, αλλά σε μια ζωή σύμφωνη με τα ανώτερα ιδανικά και στην παρουσίαση μιας διδασκαλίας που θα εφελκύει το σεβασμό και την ενορατική ανταπόκριση του μαθητή. Ο δάσκαλος του μέλλοντος θα υποδεικνύει απλά το Δρόμο, θα βαδίζει με το μαθητή το Δρόμο και θα τονίζει τους αρχαίους κανόνες αλλά με τις νέες ερμηνείες τους. Δε θα στέκει πια (όπως συμβαίνει συχνά σήμερα) μεταξύ της ομάδας και του φωτός ή μεταξύ του ζηλωτή και του Διδασκάλου.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

179

Οι προπαρασκευαστικές αυτές σχολές είναι ήδη σε διαδικασία σχηματισμού και η έναρξη της Σχολής Αρκέην το 1923 ήταν μέρος της πνευματικής αυτής προσπάθειας. Απ’ τις σχολές αυτές θα εμφανισθούν νωρίς τον επόμενο αιώνα οι πρώτες απ’ τις αληθινές Σχολές Μύησης. Μέχρι τώρα οι λεγόμενες εσωτερικές σχολές ασχολήθηκαν με ζηλωτές πάνω στην Ατραπό της Δοκιμασίας ή Εξάγνισης. Οι σχολές που σχηματίζονται τώρα, όπως η Σχολή Αρκέην, ασχολούνται με την εκγύμναση μαθητών και τους προετοιμάζουν να βαδίσουν την Ατραπό της Μαθητείας και να έλθουν – αργότερα – σε άμεση επαφή με τους Διδασκάλους. Οι νέες σχολές που θα εμφανισθούν τον επόμενο αιώνα, θα προετοιμάζουν μαθητές για να βαδίσουν την Ατραπό της Μύησης. Έτσι έχουμε μια βαθμιαία, ενωμένη προσπάθεια για την οποία οι Διδάσκαλοι είναι υπεύθυνοι. Οι σχολές που ήδη σχηματίζονται για να εκπαιδεύσουν μαθητές είναι ενδιάμεσης φύσης κι αποσκοπούν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ των εσωτερικών σχολών του παρελθόντος και των αληθινών σχολών που θα εμφανισθούν αργότερα. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: 1. Εσωτερικές Σχολές στο Παρελθόν. Είναι οι σχολές με τις οποίες είμαστε πιο εξοικειωμένοι, όπως οι εσώτερες σχολές των πολλών Θεοσοφικών ομίλων, των Ροδοσταυρικών ταγμάτων και αναρίθμητες μυστικιστικές και μεταφυσικές οργανώσεις. Έχουν σαφώς εξωτερική φύση αλλά είναι χρήσιμες γιατί προκαλούν το δημόσιο ενδιαφέρον. Μεταδίδουν πολλές χρήσιμες πληροφορίες για τους τρεις κόσμους της ανθρώπινης εξέλιξης – το φυσικό κόσμο, τον κόσμο των συναισθημάτων και το νοητικό κόσμο. Είναι κυρίως για νεόφυτους στην Ατραπό της Δοκιμασίας. Ενδιαφέρονται για την προσέγγιση στο Θεό με την καρδιά και το βαθύ ανθρώπινο ένστικτο, αν μπορέσει κατά τύχη ο άνθρωπος να Τον βρει. 2. Εσωτερικές Σχολές του Παρόντος. Οι σχολές αυτές που ήδη σχηματίζονται, έχουν περισσότερη εσωτερική γνώση· αυτή συσχετίζεται κι εφαρμόζεται. Πολλά παραμένουν θεωρητικά, αλλά πάντα η θεωρία πρέπει να προηγείται της πράξης. Οι σχολές αυτές θα προαγάγουν τη διδασκαλία πέρα απ’ το σημείο επίτευξης των προηγούμενων σχολών και θα τη μεταφέρουν απ’ τους τρεις κόσμους στο βασίλειο της ψυχής. Θα πραγματεύονται τον κόσμο των απόκρυφων αξιών και θα είναι νοητικής φύσης, τονίζοντας τη γνώση του Θεού κι όχι μόνο το αίσθημα μιας αισθητής θειότητας. Οι παλιές σχολές είχαν σαν καλύτερο αποτέλεσμα την ολοκλήρωση της προσωπικότητας και κατέστησαν πραγματικό τον ουσιώδη δυαδισμό του μυστικιστή. Οι νέες σχολές στοχεύουν σε μια ανώτερη συγχώνευση – εκείνη της ολοκληρωμένης προσωπικότητας και της ψυχής. Αποκαλύπτουν ότι πίσω από το δυαδισμό του μυστικιστή (ένα αναγκαίο στάδιο) υπάρχει το απόκρυφο γεγονός της ταύτισης με το θείο. 3. Εσωτερικές Σχολές στο Μέλλον. Οι σχολές αυτές θα είναι αληθινά εσωτερικές, γιατί η ανθρωπότητα θα είναι τότε έτοιμη. Θα εφελκύεται και θα εκγυμνάζεται η ανώτερη συνείδηση του μαθητή. Θα


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

180

διδάσκεται να εργάζεται συνειδητά στα πνευματικά επίπεδα και να δρα σαν ψυχή στους τρεις κόσμους της ανθρώπινης εξέλιξης μέσω μιας πολύ νοήμονος προσωπικότητας. Οι μαθητές θα ετοιμάζονται για μύηση και οι μυημένοι θα εκπαιδεύονται για να λάβουν τις ανώτερες μυήσεις. Θα τονίζεται ο ορθός χειρισμός των ενεργειών και δυνάμεων, η σοφία σαν αποτέλεσμα της εφαρμοσμένης γνώσης και το έργο και τα σχέδια της Ιεραρχίας. Θα αναπτύσσεται η ενόραση και θα επιτελείται μια ακόμη ανώτερη συγχώνευση – μεταξύ του πνευματικού ανθρώπου και του παγκόσμιου Ένα. Θα ήθελα να χωρίσω ό,τι έχω να πω για τις σχολές στα εξής τμήματα: Ι. Μερικοί ορισμοί του εσωτερισμού. II. Πώς σχηματίζεται μια εσωτερική σχολή. III. Οι θεμελιώδεις αλήθειες που διδάσκονται στις νέες σχολές. Μια μελέτη αυτών των θεμάτων θα μας βοηθήσει να γνωρίσουμε τι είναι η εσωτερική διδασκαλία και να εργασθούμε σαν εσωτεριστές, παίρνοντας την αναγκαία εκπαίδευση και μαθαίνοντας να βαδίζουμε ορθά την ΟΔΟ. Οι αρχηγοί και δάσκαλοι στις λεγόμενες εσωτερικές σχολές του παρόντος πρέπει ν’ αντικρίσουν τα γεγονότα – όσο σκληρά κι αν είναι. Αν είναι αληθινοί και ειλικρινείς, θα το κάνουν ευχαρίστως και θα προσαρμοσθούν στην ανάγκη των καιρών· θα εκτιμήσουν ορθά τη θέση τους στην κλίμακα της εξέλιξης κι έτσι θ’ αποφασίσουν πού πρέπει να κατευθύνουν την προσπάθειά τους. Τίποτε δεν μπορεί να σταματήσει τα ιεραρχικά σχέδια όπως τα περιγράψαμε παραπάνω. Όσοι δεν μπορούν ν’ αντικρίσουν τον εαυτό τους και να εκτιμήσουν την αληθινή αξία της εργασίας τους, θα δουν τη διάλυση των σχολών τους – κι αυτό συμβαίνει παντού σήμερα. Όσοι μπορούν ν’ αντιληφθούν την κατάσταση και μπορούν να καταγράψουν το όραμα του μέλλοντος, θα προχωρήσουν σε μεγαλύτερη χρησιμότητα, ζωτική ανοικοδόμηση και μεγαλύτερη υπηρεσία. Ι. Μερικοί Ορισμοί του Εσωτερισμού Οι λέξεις “εσωτερικός” και “απόκρυφος” σημαίνουν “εκείνο που είναι κρυμμένο”· υποδεικνύουν εκείνο που βρίσκεται πίσω απ’ την εξωτερική εμφάνιση και δείχνουν τα αίτια που προκαλούν την εμφάνιση και τα αποτελέσματα· αφορούν το λεπτοφυέστερο κόσμο των ενεργειών και δυνάμεων, τον οποίο συγκαλύπτουν και κρύβουν όλες οι εξωτερικές μορφές. Ασχολούνται με εκείνο που πρέπει να γίνει γνωστό πριν μπορέσει ν’ αναπτυχθεί η συνείδηση του μυημένου. Στο παρελθόν δόθηκε έμφαση στις υποκειμενικές αλλά υλικές δυνάμεις (κρυμμένες στο ανθρώπινο ον) και συχνά στις ψυχιστικές δυνάμεις, όπως η ψυχόραση και η ψυχακοή, τις οποίες ο άνθρωπος μοιράζεται από κοινού με τα ζώα. Στις παλιές σχολές δινόταν τεράστια έμφαση στη φυσική αγνότητα κι αφορούσε την κάθαρση των μορφών δια των οποίων πρέπει να εκδηλωθεί η ψυχή. Η κάθαρση αυτή δεν είναι εσωτερικής φύσης και δεν είναι σημάδι εσωτερικής ή πνευματικής ανέλιξης. Είναι μόνο ένα πολύ αναγκαίο προκαταρκτικό στάδιο· αν δεν αναληφθεί αυτή η κάθαρση, είναι αδύνατη η πιο προχωρημένη εργασία. Οι φυσικές πειθαρχίες είναι αναγκαίες και χρήσιμες και


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

181

πρέπει να βρουν τη θέση τους σ’ όλες τις σχολές για αρχάριους· μέσω αυτών ο νεόφυτος αποκτά συνήθειες αγνότητας και δομεί τον τύπο σώματος που χρειάζεται ο μαθητής όταν αρχίζει την αληθινή εσωτερική εργασία. Η στοιχειώδης αυτή εκγύμναση επιτρέπει στο νεόφυτο να μετατοπίσει τη συνείδησή του απ’ τον απτό κόσμο της καθημερινής ζωής στους λεπτοφυέστερους κόσμους των δυνάμεων της προσωπικότητάς του. Αποκτά επίγνωση των ενεργειών με τις οποίες πρέπει ν’ ασχοληθεί κι αισθάνεται αμυδρά εκείνο που βρίσκεται πίσω απ’ αυτές – την ψυχή στο δικό της κόσμο, τη Βασιλεία του Θεού. Οι νέες σχολές ασχολούνται με πιο εσωτερικές αξίες. Εκγυμνάζουν το μαθητή να εργάζεται σαν ψυχή στους τρεις κόσμους και τον προετοιμάζουν να εργασθεί στον όμιλο ενός Διδασκάλου σαν δεσμευμένος μαθητής. Πολλές από τις σχολές της παλιάς τάξης αγνοούσαν το στάδιο της ολοκλήρωσης της προσωπικότητας και της εξασκημένης γνώσης της ζωής στους τρεις κόσμους στους οποίους πρέπει να εκπαιδευθεί ο αρχάριος. Αντίθετα πρόσφεραν στον αρχάριο τη δελεαστική προοπτική της επαφής μ’ ένα Διδάσκαλο και τον όμιλο ενός Διδασκάλου κι αυτό πριν ακόμη αποβεί ένα συντονισμένο πρόσωπο, όταν μόλις του άξιζε η λέξη “νοήμων” και πριν αποκτήσει κάποια ψυχική επαφή. Δινόταν και δίνεται έμφαση στην αφοσίωση – αφοσίωση στο δάσκαλο σαν κέντρο του ομίλου, αφοσίωση στις αλήθειες που διακηρύσσει ο δάσκαλος, αφοσίωση στο Διδάσκαλο συν μια σταθερή απόφαση ν’ αποκτήσει τον τίτλο του “μαθητή” για να μπορεί κάποτε να πει “γνωρίζω αυτό το Διδάσκαλο ή τον άλλο”. Ταυτόχρονα δε δινόταν στον αρχάριο καμιά αληθινή ιδέα της μαθητείας ή των ευθυνών της. Οι νέες σχολές που τώρα σχηματίζονται, μεταδίδουν πολύ διαφορετικές ιδέες στους σπουδαστές τους και πολύ διαφορετικές τεχνικές εκπαίδευσης: 1. Εσωτερική σχολή είναι εκείνη στην οποία διδάσκεται η σχέση της ψυχής, του πνευματικού ανθρώπου, με την προσωπικότητα. Είναι η κύρια γραμμή προσέγγισης για το σπουδαστή και η ψυχική επαφή αποβαίνει η πρώτη μεγάλη του προσπάθεια. Αρχίζει να γνωρίζει τον εαυτό του κι αγωνίζεται να εργασθεί σαν συνειδητή ψυχή κι όχι μόνο σαν ενεργός προσωπικότητα. Μαθαίνει να ελέγχει και να διευθύνει την κατώτερη φύση του μέσω μιας τεχνικής κατανόησης της σύστασής της και να διαχέει απ’ αυτή το φως, την αγάπη και τη δύναμη της ψυχής. Μέσω ευθυγράμμισης, συγκέντρωσης και διαλογισμού εδραιώνει μια διαρκή επαφή με την εσώτερη πνευματική του ύπαρξη και είναι τότε στο δρόμο ν’ αποβεί ένας χρήσιμος υπηρέτης της ανθρωπότητας. 2. Η εσωτερική σχολή είναι επέκταση στο φυσικό εξωτερικό κόσμο του εσώτερου ομίλου η Άσραμ ενός Διδασκάλου. Όπως ακριβώς ο μαθητής ατομικά διδάσκεται να θεωρεί τον εαυτό του σαν αγωγό της ψυχής και σαν προφυλακή της συνείδησης του Διδασκάλου, έτσι και η αληθινή εσωτερική σχολή είναι η προφυλακή κάποιου υποκειμενικού πνευματικού ομίλου ή Άσραμ που ρυθμίζεται κι εντυπώνεται από το Διδάσκαλο, όπως κι ο μαθητής απ’ την ψυχή του. Ένας τέτοιος όμιλος βρίσκεται συνεπώς σε άμεση σχέση με την Ιεραρχία.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

182

3. Μια αληθινή εσωτερική σχολή εργάζεται σε τέσσερα επίπεδα υπηρεσίας κι εμπειρίας. Αυτό επιτρέπει στο μαθητή να προσεγγίσει πλήρως την ανθρωπότητα και να χρησιμοποιήσει όλο τον εξοπλισμό του. Στις αληθινές πνευματικές σχολές, όπως τις εγκρίνουν και τις αναγνωρίζουν οι Διδάσκαλοι, διδάσκεται η υπηρεσία της ανθρωπότητας κι όχι η ανάγκη του μαθητή να είναι σ’ επαφή με το Διδάσκαλο, όπως συμβαίνει στις περισσότερες εσωτερικές σχολές της παλιάς τάξης. Η επαφή με το Διδάσκαλο εξαρτάται απ’ το βαθμό και την ποιότητα της υπηρεσίας που δίνεται απ’ το μαθητή στους συνανθρώπους του. Το σημείο αυτό συχνά παραβλέπεται απ’ τους δασκάλους που τονίζουν την προσωπική επίτευξη του ατόμου και την ατομική τελειοποίηση. Οι νέες σχολές που ήδη σχηματίζονται, ασχολούνται με την εκγύμναση των ανθρώπων να ικανοποιούν την παγκόσμια ανάγκη και να υπηρετούν πνευματικά στα ακόλουθα τέσσερα επίπεδα συνειδητής δράσης: α. Εκείνο του εξωτερικού κόσμου. Ο μαθητής διδάσκεται να ζει κανονικά, πρακτικά, αποτελεσματικά και πνευματικά στον καθημερινό κόσμο. Δεν είναι παράξενος ή ιδιότροπος. β. Εκείνο του κόσμου της έννοιας. Ο μαθητής διδάσκεται το γιατί και το πόθεν των περιστάσεων και των γεγονότων – τόσο των ατομικών όσο και των παγκόσμιων. Εκπαιδεύεται έτσι να δρα σαν ερμηνευτής των γεγονότων και να λειτουργεί σαν κομιστής φωτός. γ. Εκείνο της ψυχής στο δικό της κόσμο. Αυτό καθιστά το μαθητή αγωγό της θείας αγάπης, γιατί η φύση της ψυχής είναι αγάπη. Θεραπεύει και φέρνει έμπνευση στον κόσμο. δ. Εκείνο του Άσραμ ή ομίλου του Διδασκάλου. Διδάσκεται να συνεργάζεται με το Ιεραρχικό σχέδιο όπως του αποκαλύπτεται βαθμιαία και ν’ αποκτά τη γνώση που θα του επιτρέψει να διευθύνει κάποιες ενέργειες που δημιουργούν παγκόσμια συμβάντα. Εκπληρώνει έτσι τους σκοπούς του εσώτερου ομίλου με τον οποίο συνδέεται. Υπό την έμπνευση του Διδασκάλου και της ομάδας των εργαζόμενων μαθητών και μυημένων Του φέρνει στην ανθρωπότητα συγκεκριμένη γνώση για την Ιεραρχία. 4. Η εσωτερική σχολή εκγυμνάζει το μαθητή στην ομαδική εργασία. Μαθαίνει να εγκαταλείπει τα σχέδια της προσωπικότητας για το συμφέρον του ομαδικού σκοπού – που πάντα κατευθύνεται στην υπηρεσία της ανθρωπότητας και της Ιεραρχίας. Σμίγει με τις ομαδικές δραστηριότητες και – χωρίς να χάνει την ατομικοποιημένη και ιδιαίτερη ταυτότητά του – είναι ένας αφιερωμένος συνεργάτης του Σχεδίου, χωρίς να ρυθμίζει τη σκέψη του ο χωριστός εαυτός. 5. Μια εσωτερική σχολή δε στηρίζεται στην αυθεντία ή την απαίτηση κάποιου δασκάλου για αναγνώριση και υπακοή. Δε βασίζεται στους ισχυρισμούς κάποιου συνήθως μέτριου προσώπου ότι είναι μυημένος και είναι εξαιτίας της θέσης του εξουσιοδοτημένος να μιλά με δογματική έμφαση. Η μόνη αυθεντία που αναγνωρίζεται είναι εκείνη της ίδιας της αλήθειας που νοείται ενορατικά κι έπειτα υποβάλλεται στη νοητική ανάλυση και την ερμηνεία του μαθητή. Ο μαθητής που


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

183

(καθώς εργάζεται κάτω από κάποιο Διδάσκαλο) ιδρύει μια εσωτερική σχολή, δεν έχει απολύτως καμιά αυθεντία εκτός από εκείνη της ζωής που διάγει όσο το δυνατό πλησιέστερα στην αλήθεια, συν το μέτρο της αλήθειας που μπορεί να παρουσιάσει στην ομάδα του. Η υπακοή που αναπτύσσεται στην ομάδα των σπουδαστών του, είναι εκείνη της αναγνώρισης κοινής ευθύνης, κοινής αφοσίωσης στην ομαδική πρόθεση και σκοπό, όπως υποδεικνύεται απ’ τον αρχηγό της ομάδας (ο οποίος την παρουσιάζει σαν εισήγηση κι όχι σαν εντολή). Η ύπαρξη δηλώσεων αυθεντίας που προέρχονται από το δάσκαλο της ομάδας, ή κάθε απαίτηση από μέρους του για αναγνώριση ή αναντίρρητη υπακοή και αφοσίωση των οπαδών του, τον σημαδεύουν σαν αρχάριο και απλώς σαν ζηλωτή – έντιμο και με καλές προθέσεις. Δείχνουν ότι δεν είναι μαθητής επιφορτισμένος με το έργο της Ιεραρχίας. 6. Εσωτερικός όμιλος είναι εκείνος στον οποίο δίνεται προσοχή στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη του μαθητή. Η δόμηση χαρακτήρα και η ανιδιοτελής έφεση θεωρούνται αναγκαστικά παρούσες, αλλά δε δίνεται μεγάλη έμφαση στις συνήθεις αρετές ή την αγνότητα της εξωτερικής ζωής ή την καλοσύνη, την καλή διάθεση και τη μετριοπάθεια. Οι ποιότητες αυτές θεωρούνται ουσιώδεις και παρούσες σε κάποιο βαθμό, αλλά η παραπέρα ανάπτυξή τους θεωρείται προσωπικό πρόβλημα του μαθητή κι όχι πρόβλημα του δασκάλου και της ομάδας. Τονίζεται η νοητική ανάπτυξη για ν’ αποβεί ο μαθητής νοήμων, αναλυτικός (όχι όμως επικριτικός) και κάτοχος ενός πλούσιου και καλά οργανωμένου νοητικού εξοπλισμού. Η κεφαλή και η καρδιά θεωρούνται ως ίσης σημασίας κι εξίσου θείες. Η Ιεραρχία εργάζεται με τις καταστάσεις συνείδησης όλων των ανθρώπων, κάθε τάξης, φυλής κι έθνους και οι μαθητές εκπαιδεύονται να εργάζονται με τον ίδιο τρόπο, αποβαίνοντας τελικά Διδάσκαλοι της Σοφίας. Το κατορθώνουν κυριαρχώντας όλα τα εμπόδια και τις δυσκολίες με τη δύναμη των ψυχών τους. Απαλλάσσουν έτσι κάποιο Διδάσκαλο που είναι ενεργός τώρα στον κόσμο, για ανώτερο και διαφορετικό έργο. 7. Η εσωτερική σχολή είναι συνεπώς το μέσον δια του οποίου εστία της ζωής του μαθητή αποβαίνει η ψυχή· ούτε ο φυσικός ούτε ο συναισθηματικός και νοητικός κόσμος δεν είναι πλέον γι’ αυτόν οι κύριες σφαίρες της δραστηριότητάς του. Είναι απλά το πεδίο της υπηρεσίας του και η προσωπικότητά του γίνεται το μέσον δια του οποίου υπηρετεί η ψυχή του. Μαθαίνει να εργάζεται ολοκληρωτικά από πνευματικά επίπεδα και η συνείδησή του επικεντρώνεται σταθερά στην ψυχή και στο Άσραμ του Διδασκάλου του. Η εσωτερική σχολή τον διδάσκει πώς να το επιτύχει, πώς να έρθει σ’ επαφή με την ψυχή του, πώς να ζει σαν ψυχή, πώς ν’ αναγνωρίζει το Διδάσκαλο και πώς να εργάζεται στον όμιλο ενός Διδασκάλου. Μαθαίνει τις τεχνικές με τις οποίες μπορεί να καταγράφει εντυπώσεις από το Διδάσκαλο και ν’ ανταποκρίνεται στην ομαδική πρόθεση κι έτσι να γίνεται αυξανόμενα ευαίσθητος στο Σχέδιο με το οποίο ο Διδάσκαλός του και το Άσραμ έχουν δεσμευθεί να συνεργάζονται. Διδάσκεται πώς να παίξει το ρόλο του στην εξύψωση της συνείδησης της φυλής· το κάνει με τη συνειδητή, κατευθυνόμενη χρήση του εξασκημένου νου, της ελεγχόμενης συναισθηματικής του φύσης και του ανταποκριτικού εγκεφάλου του.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

184

Γίνεται ειδήμων στο να παίζει το δύσκολο, διπλό ρόλο του μαθητή. Είναι να ζει σαν ψυχή στην καθημερινή ζωή και να εργάζεται συνειδητά σε σχέση με την Ιεραρχία. Υπάρχουν πολλοί άλλοι ορισμοί μιας εσωτερικής σχολής, αλλά διάλεξα τους απλούστερους κι εκείνους που πρέπει να συλληφθούν πρώτοι για να επιτελεσθεί ορθή πρόοδος. Ο μαθητής οδηγείται βήμα προς βήμα στην Ατραπό μέχρι να έλθει ο καιρός που θα είναι έτοιμος για τις μεγάλες εκείνες ανελίξεις της συνείδησης που αποκαλούμε “Μυήσεις”. Τότε μπορεί να βαδίσει συνειδητά την Ατραπό της Μύησης με την οποία θα εξοικειώσουν το ευρύ κοινό οι εσωτερικές σχολές του μέλλοντος. Με την προσπάθεια ν’ ανταποκριθεί στις επτά αυτές απαιτήσεις όλων των εσωτερικών σχολών ασχολείται η Σχολή Αρκέην. Δεν ασχολείται με την προετοιμασία μαθητών για μύηση και ποτέ δεν το έκανε. Επιχειρεί να εξασκήσει τους σπουδαστές της να κάνουν τις προκαταρκτικές επαφές και να εργάζονται σαν αληθινοί υπηρέτες στον κόσμο. Δεν υπάρχει σήμερα αληθινή εσωτερική σχολή που να δίνει εκγύμναση για μύηση. Όσοι ισχυρίζονται ότι το κάνουν, εξαπατούν το κοινό. Εκγύμναση στη ζωή της μαθητείας, νοούμενη ακαδημαϊκά, μπορεί να δοθεί. Η εκγύμναση στη ζωή του μυημένου πρέπει ακόμη να διακριβώνεται ατομικά και δια των επαφών με τον κόσμο της πνευματικής ύπαρξης. II. Πώς Σχηματίζεται μια Εσωτερική Σχολή Μια εσωτερική σχολή δε σχηματίζεται επειδή κάποιος Διδάσκαλος διατάζει ένα μαθητή να τη σχηματίσει. Ο μαθητής που ιδρύει μια τέτοια προπαρασκευαστική σχολή αποκρυφισμού το κάνει ολοκληρωτικά με τη δική του θέληση. Είναι το καθορισμένο έργο που ο ίδιος διάλεξε. Υπηρετεί όσο καλύτερα μπορεί το Άσραμ του Διδασκάλου του· γνωρίζει την παγκόσμια ανάγκη· αδημονεί διακαώς να είναι χρήσιμος κι έχει συνείδηση μιας συνεχούς μάθησης και των μεθόδων οι οποίες τον δίδαξαν και τον οδήγησαν στην Ατραπό. Είναι συνεπώς συνειδητός εργάτης, με επίγνωση του καθήκοντός του σαν μαθητή, σε επαφή με την ψυχή του κι αυξανόμενα ευαίσθητος στις εντυπώσεις του Διδασκάλου. Δε σχεδιάζει συνήθως να ιδρύσει εσωτερική σχολή· καμιά συγκεκριμένη και σχεδιασμένη οργάνωση δε σχηματοποιείται στο νου του. Ανυπομονεί απλώς να ικανοποιήσει τη γύρω του ανάγκη. Επειδή είναι σ’ επαφή με την ψυχή του και – στην περίπτωση των πιο προχωρημένων μαθητών – σ’ επαφή με το Διδάσκαλο και το Άσραμ, η καθημερινή του ζωή αποβαίνει μαγνητική, ακτινοβόλος και δυναμική και συνεπώς προσελκύει εκείνους που μπορεί να βοηθήσει και τους συναθροίζει γύρω του. Γίνεται το κεντρικό σημείο ζωής ενός ζωντανού οργανισμού κι όχι ο αρχηγός μιας οργάνωσης. Εδώ έγκειται η διαφορά μεταξύ του έργου ενός καλοπροαίρετου ζηλωτή και ενός εκπαιδευμένου μαθητή. Ο κόσμος είναι γεμάτος οργανώσεις με κάποιο πρόσωπο στην ηγεσία, του οποίου τα κίνητρα είναι συνήθως υγιή, αλλά οι μέθοδοι και η προσέγγισή του σ’ όσους επιζητεί να υπηρετήσει είναι εκείνες του επιχειρηματικού κόσμου· μπορεί να σχηματίσει μια χρήσιμη οργάνωση, αλλά δεν ιδρύει μια εσωτερική σχολή. Ένας μαθητής γίνεται το κέντρο μιας ζωτικής, ακτινοβόλου ομάδας που αυξάνει κι επιτυγχάνει το στόχο της εξαιτίας της ζωής στο κέντρο που αναπτύσσεται από μέσα προς τα έξω· είναι η δύναμη της ζωής του που εξασφαλίζει την επιτυχία της κι όχι


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

185

κάποιο σύστημα διαφήμισης ή διάφοροι ισχυρισμοί και σπάνια έχει, αν έχει, εμπορική επιτυχία. Οι άνθρωποι ανταποκρίνονται στον εκπεμπόμενο φθόγγο και τις διδασκόμενες αλήθειες και η επιρροή του ομίλου αυξάνει σταθερά ωσότου ο μαθητής βρεθεί υπεύθυνος για μια ομάδα ζηλωτών. Ανάλογα με το μέτρο της ψυχικής του επαφής, την ευαίσθητη ανταπόκρισή του στις εισηγήσεις του Διδασκάλου και την εντύπωση του Άσραμ με το οποίο συνδέεται θα είναι η ισχύς και η χρησιμότητα της ομάδας με την οποία εργάζεται. Θα συγκεντρώσει σιγά-σιγά γύρω του όσους μπορούν να βοηθήσουν στη διδασκαλία και η επιτυχία της υπηρεσίας του θα εξαρτηθεί κυρίως απ’ τη σοφία και τη διάκριση που θα δείξει στην επιλογή των βοηθών του. Δεν επιβάλλει αυθεντία στον όμιλο ή τους βοηθούς του, εκτός από την αυθεντία της μεγαλύτερης γνώσης, σοφίας και φωτός· αυτό τον καθιστά ένα ακλόνητο σημείο δύναμης στο οποίο θραύονται και καταρρέουν οι υποδεέστερες ερμηνείες και μέθοδοι. Διδάσκει ορισμένες αμετάβλητες απόκρυφες αρχές στις οποίες εκπαιδεύεται να εμμένει ολόκληρη η ομάδα, αλλά το κάνει εύκολα και χωρίς αμφισβήτηση. Είναι οι ίδιες αρχές που τους οδήγησαν στο έργο. Παρακολουθεί τους βοηθούς του για σημάδια πνευματικής ανέλιξης και τους προωθεί σε υπεύθυνες θέσεις όταν αυτά γίνουν καταφανή. Ζει συνεχώς μαζί τους σαν διδασκόμενος και συμμαθητής, βαδίζοντας την Οδό με όσους πρέπει να διδαχθούν. Η ταπεινότητα είναι ο βασικός τόνος του αληθινού εσωτερικού αρχηγού, επειδή η ταπεινότητα υποδεικνύει όραμα και μια αίσθηση αναλογίας. Αυτά τον διδάσκουν ότι κάθε βήμα στην πνευματική ζωή αποκαλύπτει ακόμη περισσότερα στάδια που πρέπει να κυριαρχηθούν. Η διαφορά μεταξύ του εξασκημένου μαθητή και του αρχάριου είναι ότι ο τελευταίος έχει μικρό όραμα και νομίζει ότι ο δρόμος είναι ευκολότερος απ’ ό,τι είναι. Υπερτιμά τότε τον εαυτό του. Όμως ο μαθητής βλέπει ένα απέραντο όραμα και γνωρίζει πόσα πρέπει να γίνουν πριν το όραμα αποβεί πραγματικότητα. Οι εσωτερικές σχολές μπορούν να υπαχθούν σε διάφορες κατηγορίες που εξαρτώνται απ’ το σημείο ανάπτυξης του δασκάλου. Αυτή η υποσυνείδητη αντίληψη οδηγεί το μέτριο αρχηγό να επιχειρεί να προωθήσει το έργο του και να ελκύσει την προσοχή στην προσπάθειά του με θορυβώδεις ισχυρισμούς, προσποιούμενος οικειότητα με το Διδάσκαλο και μερικές φορές με ολόκληρη την Ιεραρχία κι απαιτώντας έτσι την αναγνώρισή του. Όλα αυτά δείχνουν τον αρχάριο που χρειάζεται να μάθει ότι η αληθινή εσωτερική σχολή ιδρύεται πάντα από ένα μαθητή κι ότι αποτελεί την απόπειρά του να υπηρετήσει κι όχι το πεδίο έκφρασης ενός Διδασκάλου. Ο μαθητής – κι όχι ο Διδάσκαλος – είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την επιτυχία ή την αποτυχία της σχολής. Οι Διδάσκαλοι δεν είναι υπεύθυνοι για τις υφιστάμενες σχολές ή όσες σχηματίζονται. Δεν εγκαθιδρύουν πολιτικές ούτε καθορίζουν στόχους. Στο βαθμό που ο μαθητής-αρχηγός βρίσκεται συνειδητά και ταπεινά σ’ επαφή με το Διδάσκαλο και το Άσραμ Του, η δύναμη του εσώτερου ομίλου θα διαχύνεται στη σχολή· θα καταδεικνύεται σαν πνευματικό φως και σοφία και δε θα παίρνει τη μορφή συγκεκριμένης διεύθυνσης, εντολών και διαταγών ή μετατόπισης της ευθύνης από τον αρχηγό στο Διδάσκαλο. Ο μαθητής αποφασίζει μόνος, εκπαιδεύει τους βοηθούς του,


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

186

εξαγγέλλει την πολιτική του, ερμηνεύει την Προαιώνια Σοφία ανάλογα με το φως μέσα του και εποπτεύει την εκγύμναση των σπουδαστών. Όσο πιο προχωρημένος είναι ο μαθητής, τόσο λιγότερο μιλά για το Διδάσκαλό του και τόσο περισσότερο υποδεικνύει το δρόμο προς την Ιεραρχία· η έμφασή του είναι στην ατομική ευθύνη και τις βασικές απόκρυφες αρχές. Οι σχολές στον κόσμο σήμερα διαιρούνται σε τρεις ομάδες: 1. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός των λεγόμενων εσωτερικών σχολών που ιδρύθηκαν από ζηλωτές. Θέλουν να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους και παρακινούνται από αγάπη της διδασκαλίας, από κάποια αγάπη για την ανθρωπότητα και προσωπική φιλοδοξία. Οι μέθοδοί τους είναι σε τελική ανάλυση εξωτερικές· η εκπαίδευση που δίνουν βασίζεται σ’ ό,τι είναι ήδη γνωστό και κοινοποιημένο, γιατί δε διδάσκουν το νέο, αδιάφορο αν το ντύνουν με βαθμούς και μυστήριο. Χρησιμοποιούν τα συνήθη βιβλία του αποκρυφισμού ή συντάσσουν τα δικά τους εγχειρίδια απ’ όσα έχουν ήδη γραφεί, επιλέγοντας συχνά τις ασήμαντες και θεαματικές λεπτομέρειες και παραλείποντας ό,τι είναι πνευματικό και ουσιώδες. Διαφημίζουν τις σχολές τους με διάφορους τρόπους και συχνά τονίζουν την εμπορική σκοπιά. Απαιτούν υπακοή και βλέπουν με δυσφορία και κριτική τις άλλες σχολές, διδάσκοντας αποκλειστική πίστη στον αρχηγό και σεβασμό στην ερμηνεία της αλήθειας απ’ αυτό τον αρχηγό. Κάνουν χρήσιμο έργο μεταξύ των μαζών, γιατί τις εξοικειώνουν με το γεγονός των Διδασκάλων και την ύπαρξη της μυστικής δοξασίας και την τωρινή ευκαιρία για πνευματική ανάπτυξη. Έχουν σαφή θέση στο σχέδιο της Ιεραρχίας, αλλά δεν είναι εσωτερικές σχολές κι οι αρχηγοί τους δεν είναι μαθητές· είναι ζηλωτές στη Δοκιμαστική Ατραπό κι όχι προχωρημένοι. 2. Υπάρχει επίσης ορισμένος αριθμός εσωτερικών σχολών τις οποίες ίδρυσαν μαθητές που μαθαίνουν με την προσπάθειά τους να βοηθήσουν τον όμιλό τους πώς να διδάσκει και να υπηρετεί. Ο αριθμός των σχολών αυτών είναι μικρός σε σύγκριση μ’ εκείνο της πρώτης ομάδας και είναι αριθμητικά μικρότερες, γιατί ο αρχηγός είναι προσηλωμένος στους απόκρυφους κανόνες κι επιχειρεί να συμμορφωθεί με τις πνευματικές απαιτήσεις. Προσπαθεί να διδάξει ταπεινά και χωρίς ισχυρισμούς· έχει επίγνωση ότι προσεγγίζει βραδέως την ψυχική γνώση κι ότι η επαφή του με το Διδάσκαλο είναι αραιή. Παρουσιάζει συνήθως ακαδημαϊκά και θεολογικά την αλήθεια, αλλά όχι με προσωπική αυθεντία. Η επιρροή και η ακτινοβολία του δεν είναι ακόμη πολύ ισχυρές, αλλά επιτηρείται απ’ το Διδάσκαλο γιατί δυναμικά αποτελεί πλεονέκτημα και τον εμπιστεύονται ότι θα μάθει – συνήθως από τα λάθη του. Προσεγγίζει λιγότερο κόσμο απ’ τη θορυβώδη πρώτη ομάδα, αλλά δίνει υγιέστερη εκπαίδευση κι εδραιώνει στους αρχάριους τα θεμελιώδη της Προαιώνιας Σοφίας. Το έργο του βρίσκεται ανάμεσα στους ομίλους που ήδη σχηματίζονται και τους παλιούς ομίλους. 3. Κατόπιν έχουμε τώρα την εμφάνιση των νεότερων εσωτερικών σχολών. Αυτές ιδρύονται από πιο προχωρημένους μαθητές. Είναι αναγκαστικά έτσι, γιατί το έργο είναι δυσκολότερο κι απαιτεί την κρούση ενός διαυγούς φθόγγου, ώστε να φανεί


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

187

καθαρά η διάκριση μεταξύ του νέου και του παλιού και να δοθούν ορισμένες νέες αλήθειες κι ερμηνείες. Η νέα και πιο προχωρημένη αυτή παρουσίαση θα βασίζεται στις παλιές αλήθειες, αλλά αυτές θα ερμηνεύονται διαφορετικά και θα προκαλέσουν τον ανταγωνισμό των παλιών σχολών. Οι πιο προχωρημένοι αυτοί μαθητές έχουν ισχυρότερη ακτινοβολία και πολύ ευρύτερη επιρροή και το έργο τους αποβαίνει παγκόσμιο σε προοπτική. Δεν προκαλεί μόνο ανταγωνισμό κι απόρριψη απ’ τους παλιότερους ομίλους, αλλά θα προκαλέσει την ανταπόκριση πολλών σ’ αυτούς τους ομίλους, οι οποίοι ξέφυγαν απ’ τους παλιούς τρόπους και περιμένουν τη νέα προσέγγιση στο Θεό και είναι έτοιμοι για ένα πνευματικότερο κάλεσμα. Αυτοί θα γίνουν κατόπιν εστιακά σημεία πνευματικής δραστηριότητας μέσα στους παλιούς ομίλους και το περιβάλλον τους. Αυτό θα οδηγήσει σε τρία συμβάντα: α. Οι παλιοί όμιλοι θ’ απορρίψουν όσους ανταποκρίνονται στη νεότερη εσωτερική διδασκαλία και θα τους αναγκάσουν να παραιτηθούν απ’ τους ομίλους τους. β. Οι νέες σχολές θ’ αρχίσουν να σχηματίζονται απ’ τους απορριφθέντες οι οποίοι θ’ ανταποκριθούν στη διδασκαλία που δίνει ο ισχυρότερος και πιο ανιδιοτελής μαθητής. γ. Το κοινό θ’ αποκτήσει επίγνωση της νέας κίνησης κι έτσι θα προκύψει ένα πλατύ ενδιαφέρον για τα εσωτερικά ζητήματα που σχετίζονται με την Ιεραρχία. Οι μαθητές στους οποίους εμπιστεύθηκαν το δύσκολο έργο της προαγωγής των νέων σχολών είναι τεχνικά γνωστοί σαν παγκόσμιοι μαθητές. Η επιρροή τους εισδύει σε κάθε διεύθυνση, διασπώντας και διαταράσσοντας τις παλιές σχολές κι έτσι αποδεσμεύοντας εκείνους που είναι έτοιμοι για τη νεότερη διδασκαλία· δημιουργούν νέες σχολές που είναι ενδιάμεσες μεταξύ των παλιών και των μελλοντικών Σχολών Μύησης· εντυπώνουν τη συνείδηση των ανθρώπων παντού, διευρύνοντας τον ορίζοντα του κοινού και παρουσιάζοντας στην ανθρωπότητα νέες αντιλήψεις και καινούργιες ευκαιρίες. Αυτό συμβαίνει σήμερα. Συνεπώς οι ερευνητές πρέπει να μάθουν να διακρίνουν μεταξύ του έργου ενός καλοπροαίρετου ζηλωτή που ιδρύει μια σχολή εσωτερισμού για αρχάριους, του έργου ενός μαθητή που μαθαίνει να είναι δάσκαλος και του έργου των παγκόσμιων μαθητών που διασπούν τους παλιούς τρόπους και θεσπίζουν νέες και πιο κατάλληλες μεθόδους διδασκαλίας της απόκρυφης αλήθειας. Η Σχολή Αρκέην είναι μέρος της τελευταίας αυτής παγκόσμιας προσπάθειας. Υπάρχουν επίσης ορισμένες νόθες σχολές, αρκετά γνωστές και θεαματικές, που ελκύουν το μη νοήμονα και περίεργο· ευτυχώς έχουν πολύ σύντομο κύκλο επιρροής. Προξενούν προσωρινά μεγάλη βλάβη επειδή διαστρέφουν τη διδασκαλία και δίνουν ψευδείς ιδέες για τους Διδασκάλους και την Ατραπό, αλλά δεν έχουν καθόλου δύναμη διάρκειας. Οι άλλοι τρεις τύποι σχολών επιτελούν καλό έργο και ικανοποιούν τις ανάγκες εκείνων που ανταποκρίνονται στο φθόγγο τους. Οι παλιές ωστόσο σχολές εξαφανίζονται· εκείνες της δεύτερης ομάδας θα υπάρχουν για πολύ καιρό και θα δίνουν στοιχειώδη καθοδήγηση και θα εκγυμνάζουν μαθητές στις μεθόδους εργασίας και στο πώς να υπηρετούν. Ο τελευταίος και νεότερος τύπος σχολής θα αυξάνει σε ισχύ και θα προετοιμάζει τους μαθητές της Νέας Εποχής για τις μελλοντικές Σχολές Μύησης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

188

III. Οι Αλήθειες που Διδάσκονται στις Αληθινές Εσωτερικές Σχολές Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλές απ’ τις αλήθειες που μεταδίδονται ως τώρα με τον όρο “εσωτερικές”, είτε δεν είναι τέτοιες είτε είναι πλέον τελείως εξωτερικές. Οι εσωτερικές αλήθειες του παρελθόντος είναι οι εξωτερικές θεμελιώδεις αλήθειες του παρόντος. Στη διάρκεια των περασμένων εκατό χρόνων οι εσωτερικές δοξασίες και η μυστική διδασκαλία της Προαιώνιας Σοφίας – που συνήθως δίνονταν στο κοινό με τη δέσμευση της μυστικότητας – είναι πια κοινό κτήμα. Η φύση του ανθρώπου όπως διδασκόταν στις μυστηριακές σχολές του παρελθόντος, αναγνωρίζεται – με άλλα ονόματα – σαν σύγχρονη ψυχολογία. Τα μυστήρια του αστρικού, αιθερικού και νοητικού σώματος εξετάζονται σήμερα στα πανεπιστήμια μας στα μαθήματα της ψυχολογίας, που πραγματεύονται τη ζωτικότητα του ανθρώπινου όντος, τη συναισθηματική του φύση και το νου του. Η πίστη στους Διδασκάλους ήταν ένα στενά φρουρούμενο μυστικό· τώρα γίνεται δημόσια συζήτηση γι’ Αυτούς σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις. Ο τρόπος και οι τεχνικές του διαλογισμού ήταν περιφρουρούμενα ζητήματα και το κοινό διδασκόταν ότι τέτοιες διδασκαλίες ήταν επικίνδυνες· σήμερα αυτή η ιδέα έχει διαδοθεί και πλήθος ανθρώπων στον κόσμο διαλογίζεται, επιτυγχάνει την ευθυγράμμιση κι αποκτά επαφή και γνώση της ψυχής. Η αλήθεια επίσης συγκαλύφθηκε και κρύφτηκε από έναν όγκο δευτερεύουσας διδασκαλίας η οποία παρέσυρε το ενδιαφέρον του ερευνητή και τράβηξε την προσοχή του στη σημασία των φαινομένων. Η στάση, η χρήση αρχαίων τύπων, λέξεων και μάντραμ, οι αναπνευστικές ασκήσεις, οι μυστηριώδεις υπαινιγμοί για την άνοδο των κουνταλινικών πυρών, η αφύπνιση των κέντρων κι άλλες δελεαστικές όψεις του δευτερεύοντος αποκρυφισμού έκαναν τους ανθρώπους να παραβλέψουν το γεγονός ότι πολλά απ’ τα παραπάνω, επειδή ανήκουν στο βασίλειο των φαινομένων, αφορούν το φυσικό σώμα, την ορθή του προσαρμογή, τη ζωογόνηση κι ενεργοποίησή του κι ασχολούνται με αποτελέσματα κι όχι με τα ουσιώδη αίτια των αποτελεσμάτων. Τα φαινομενικά αυτά αποτελέσματα θα εκδηλωθούν κανονικά, με ασφάλεια και σύνεση καθώς και αυτόματα, όταν ο εσώτερος άνθρωπος – συναισθηματικός και νοητικός – βρίσκεται σε σχέση με τον πνευματικό κόσμο κι αρχίζει να λειτουργεί σαν πνευματικό ον. Η δευτερεύουσα αυτή προσέγγιση στην αλήθεια προξένησε μεγάλη βλάβη στην υπόθεση του πραγματικού αποκρυφισμού και τάραξε αρκετά τις καλύτερες διάνοιες στο πνευματικό πεδίο. Στις σχολές που σχηματίζονται τώρα, η έμφαση δίνεται στην ψυχική επίγνωση, την πνευματική γνώση και την κατανόηση των ανώτερων δυνάμεων, την άμεση κι απευθείας γνώση της πνευματικής Ιεραρχίας που διέπει τη ζωή του πλανήτη μας, την κατανόηση (που αναπτύσσεται προοδευτικά) της θείας φύσης και του Σχεδίου το οποίο, υπακούοντας στη θέληση του Θεού, ρυθμίζει αυξανόμενα τις παγκόσμιες υποθέσεις. Μελετώνται οι νόμοι που διέπουν το άτομο, την ανθρωπότητα και τα βασίλεια της φύσης και η όλη Επιστήμη των Σχέσεων (καθώς εκδιπλώνεται στον εξελισσόμενο κόσμο μας) αποτελεί το πρακτικό ενδιαφέρον του μαθητή. Καθώς εδραιώνει ορθές σχέσεις με τον εαυτό του, με τον κόσμο της πνευματικής ύπαρξης, τον κόσμο της ανθρώπινης ζωής και με όλες τις μορφές της θείας ζωής, θα συμβεί αυτόματα η


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

189

αφύπνιση της φύσης του, τα κέντρα του θ’ αποβούν ζωτικές πηγές πνευματικής δύναμης κι ολόκληρη η σύστασή του θα παρασυρθεί σε ρυθμική δραστηριότητα κι επακόλουθη χρησιμότητα. Όλα αυτά ωστόσο θα συμβούν λόγω της ορθής προσαρμογής του στο Θεό και τον άνθρωπο, της ανελισσόμενης κατανόησής του του θείου σκοπού και της γνώσης του των διαφόρων επιστημονικών τεχνικών και νόμων που ρυθμίζουν όλα τα φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου. Ανυπομονώ να το διευκρινίσω. Η Σχολή Αρκέην επειδή είναι μια από τις νεότερες ενδιάμεσες σχολές, πραγματεύεται τα συνήθη ουσιώδη της μυστικής δοξασίας, αλλά μόνο σαν βάση για τη νέα ανελισσόμενη διδασκαλία. Αναπνευστικές ασκήσεις δίνονται μόνο μετά από εργασία αρκετών ετών και δεν τονίζεται η σημασία τους, γιατί η ορθή αναπνοή (νοούμενη εσωτερικά) δεν εξαρτάται από τον έλεγχο των πνευμόνων και του αναπνευστικού συστήματος, αλλά από τον ορθό προσανατολισμό και τη ρυθμική προσαρμογή της ζωής στην πνευματική τάξη και περίσταση. Η ψυχολογία του εσώτερου ανθρώπου καθώς ρυθμίζει τα κέντρα στο ζωτικό σώμα, μελετάται επίσης· τονίζεται ωστόσο η ψυχολογική όψη κι όχι τα κέντρα· αυτά θα λειτουργούν ορθά όταν η σκέψη είναι υγιής κι ο άνθρωπος ζει με επιτυχία τη διπλή ζωή του μαθητή: την ορθή σχέση με τον κόσμο των ψυχών και την Ιεραρχία και τις ορθές σχέσεις με τους συνανθρώπους του στην καθημερινή ζωή. Μετά την προκαταρκτική εξοικείωση με τα συνήθη θεμελιώδη και μια περίοδο εξακρίβωσης του μέτρου κατανόησης που απέκτησε ο σπουδαστής συν κάποια βασική διδασκαλία για τη φύση του διαλογισμού, οι νέες σχολές θα διδάξουν τα ακόλουθα θέματα: 1. Την Επιστήμη της Εντύπωσης. Ο μαθητής διδάσκεται να είναι ευαίσθητος σε “εντυπώσεις” που έρχονται απ’ την ψυχή του κι αργότερα απ’ το Διδάσκαλο και το Άσραμ. Διδάσκεται να ερμηνεύει ορθά αυτές τις εντυπώσεις μέσω του εξασκημένου και φωτισμένου του νου· μαθαίνει να διακρίνει εκείνο που έρχεται απ’ τη δική του υποσυνείδητη φύση, εκείνο που καταγράφεται τηλεπαθητικά ως προερχόμενο απ’ τον κόσμο της σκέψης κι απ’ τις διάνοιες άλλων ανθρώπων κι εκείνο που έρχεται απ’ τον κόσμο της πνευματικής ύπαρξης. 2. Την Επιστήμη της Ενοποίησης. Μέσω αυτής ο μαθητής διδάσκεται την ολοκλήρωση και το συντονισμό, την επαφή και τη συγχώνευση μεταξύ ψυχής και προσωπικότητας κι αργότερα την άμεση σχέση μεταξύ της ανώτατης πνευματικής όψης και του προσωπικού του εαυτού. Οδηγεί με διαδοχική διαδικασία σε σταθερή ανέλιξη της συνείδησης και προετοιμάζει το σπουδαστή να επωφεληθεί απ’ τη διδασκαλία που θα δοθεί στις Σχολές Μύησης. Μελετάται επίσης η φύση της μύησης σαν έκφραση των μεγάλων διευρύνσεων της συνείδησης και σαν αποτέλεσμα αυτοκατευθυνόμενων ολοκληρώσεων. 3. Τη Φύση της Ιεραρχίας. Μαθαίνει ότι μπορεί κανείς να έρθει σε άμεση επαφή με την Ιεραρχία και να τη γνωρίσει, αν αναλάβει την αναγκαία εκγύμναση και υποβληθεί σε πειθαρχία. Αυτή πρέπει ν’ αυτοεπιβάλλεται και να προσαρμόζεται στη φύση και το σημείο ανάπτυξης του μαθητή ατομικά. Συζητούνται οι διάφοροι βαθμοί στην


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

4.

5.

6.

7.

8.

190

Ιεραρχία, διδάσκεται η φύση των λαμβανόμενων μυήσεων και μελετάται το έργο του Χριστού ως Αρχηγού της Ιεραρχίας. Έτσι ο μαθητής έχει μια καθαρή εικόνα του εσώτερου ομίλου που είναι ο στόχος του. Την Επιστήμη του Διαλογισμού. Αυτή με τις τεχνικές και τα διάφορα στάδια της (ευθυγράμμιση, συγκέντρωση, διαλογισμός, ενατένιση, φώτιση κι έμπνευση) κυριαρχείται βαθμιαία και μέσω αυτής διδάσκεται ο μαθητής την ορθή χρήση του νου, τον ορθό έλεγχο της σκέψης και την ορθή ερμηνεία των πνευματικών φαινομένων. Μαθαίνει την έννοια της φώτισης με τα επτά στάδια της κι αρχίζει (με αυξημένη αποτελεσματικότητα) να ζει την εμπνευσμένη ζωή ενός Υιού του Θεού. Οι Νόμοι του Πνευματικού Κόσμου μελετώνται και μαθαίνει ο μαθητής να εφαρμόζει τους νόμους στον εαυτό του, στις περιστάσεις, στον κόσμο και στην ανθρωπότητα. Μεταξύ πολλών άλλων οι Νόμοι αυτοί περιλαμβάνουν: α. Το Νόμο του Αιτίου και Αποτελέσματος. β. Το Νόμο της Επαναγέννησης. γ. Το Νόμο της Εξέλιξης. δ. Το Νόμο της Υγείας. Οι νόμοι αυτοί αφορούν την εκδήλωση του κόσμου των πνευματικών αξιών και τις ωθήσεις διαμέσου του κόσμου των υλικών φαινομένων. Το Σχέδιο του οποίου η Ιεραρχία είναι ο θεματοφύλακας και το οποίο υπόκειται σ’ όλα τα πλανητικά συμβάντα, προάγοντας το θείο σκοπό, φέρεται στην προσοχή των σπουδαστών· μελετάται η πραγματοποίησή του στο παρελθόν, που έφερε την ανθρωπότητα στο τωρινό σημείο ανάπτυξης· τα γεγονότα του παρόντος ερμηνεύονται με όρους του σχεδίου του Θεού κι ερευνώνται σαν προοίμιο του μέλλοντος· εξετάζεται επίσης σοβαρά το άμεσο βήμα προς τα εμπρός και προκαλείται η ενεργός συμμετοχή του σπουδαστή. Αργότερα, όταν ο μαθητής γίνει ένα ενεργό συνειδητό μέρος της Ιεραρχίας, εξοικειώνεται με τα γενικά περιγράμματα του θείου σκοπού και μπορεί με νοημοσύνη να συνεργασθεί με το άμεσο έργο. Οι Ενέργειες και Δυνάμεις που αποτελούν την καθαυτή ουσία της δημιουργίας, πρέπει να κατανοηθούν και τελικά να κυριαρχηθούν. Ο μαθητής μαθαίνει ότι καθετί που εκδηλώνεται μέσα και πάνω στον πλανήτη μας δεν είναι παρά άθροισμα δυνάμεων που παράγουν μορφές κι ότι όλα είναι κίνηση και ζωντάνια. Αρχίζει μαθαίνοντας τη φύση των δυνάμεων που τον κάνουν ό,τι είναι ως άνθρωπο· έπειτα μαθαίνει να εισαγάγει μια ανώτερη ενέργεια, εκείνη της ψυχής, για να ελέγξει αυτές τις δυνάμεις. Μελετά τη φύση του πνεύματος, της ψυχής και της ύλης, που τις ονομάζουμε συνήθως ζωή, συνείδηση και μορφή, ή ζωή, ποιότητα κι εμφάνιση κι έτσι αποκτά κάποια διόραση της φύσης της θείας Τριάδας και της ηλεκτρικής φύσης όλων των φαινομένων, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου όντος. Η Εσωτερική Ψυχολογία θεωρείται επίσης μεγάλης σημασίας. Σημαδεύει τη μετατόπιση της προσοχής από την πιο υλική παρουσίαση των παλιών σχολών εσωτερισμού, με την έμφασή τους στα πεδία, τις υλικές διαδικασίες δόμησης και τη


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

191

σύσταση των μορφών. Στις νέες σχολές η έμφαση θα είναι στη φύση της ψυχής μέσα στις μορφές και στο δημιουργικό εκείνο πράκτορα που εργάζεται επί κι εντός του υλικού κόσμου. Μελετώνται οι επτά κύριοι τύποι ανθρώπων· ερευνώνται τα χαρακτηριστικά τους συν η σχέση τους με τις επτά ομάδες στις οποίες διαιρείται η Ιεραρχία και τις επτά μεγάλες Ακτίνες ή Ενέργειες (τις εκπορεύσεις που η Βίβλος αποκαλεί “τα επτά πνεύματα ενώπιον του θρόνου του Θεού”). Έτσι γίνεται εμφανής η σύνθεση της όλης εκδήλωσης και μπορεί να ιδωθεί καθαρά η θέση του μέρους μέσα στο όλο. Υπάρχουν πολλές δευτερεύουσες μελέτες για τις οποίες ο μαθητής πρέπει να ξέρει κάτι πριν εισέλθει στις μελλοντικές Σχολές Μύησης, αλλά τα παραπάνω θα δείξουν το γενικό πρόγραμμα που θα ισχύει στις νεότερες σχολές. Η Σχολή Αρκέην προσπαθεί να δώσει μια γενική ενημέρωση στα βασικά αυτά θεμελιώδη, έτσι ώστε ο σπουδαστής να μπορεί να επωφεληθεί απ’ τον πλούτο της βιβλιογραφίας κι απ’ τη διδασκαλία που θα παραχθεί στο υπόλοιπο αυτού του αιώνα. Ο μαθητής πρέπει πρώτα απ’ όλα ν’ αποκτήσει μια γενική ιδέα της εσωτερικής διδασκαλίας· θα ξέρει τότε σε ποια απ’ τις πολλές γραμμές ο ίδιος σαν άτομο πρέπει να προχωρήσει· πρέπει να μάθει να εφαρμόζει με πρακτικό τρόπο τη διδασκαλία, μετουσιώνοντας τη θεωρία σε πράξη κι εκδηλώνοντας την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα να ενοικεί στον κόσμο της έννοιας. Τότε θ’ αναγνωρίσει τη σχέση όλων των γεγονότων, ατομικών, ανθρώπινων και πλανητικών και το γιατί και το πόθεν όλων των συμβάντων. Καθώς αποκτά μια γνώση της εσωτερικής ψυχολογίας και κυριαρχεί μερικές απ’ τις τεχνικές της διαλογιστικής διαδικασίας, θα του επιτραπεί να τοποθετηθεί στην ορθή βαθμίδα της κλίμακας της εξέλιξης· θα ξέρει τότε ποιο θα είναι το επόμενο άμεσο βήμα του και ο επόμενος στόχος του για ανέλιξη· θα ξέρει επίσης τι πρέπει να δώσει στην υπηρεσία της ανθρωπότητας και ποιον μπορεί να βοηθήσει. Αρχίζει να συμμετέχει συνειδητά στη μεγάλη σχολή της πνευματικής εμπειρίας· στη σχολή αυτή βρίσκει τελικά την απάντηση σ’ όλα τα ερωτήματά του και τη λύση σ’ όλα τα προβλήματά του. Ανακαλύπτει ότι η κύρια προαπαίτηση για επιτυχή εσωτερική εργασία είναι η υπομονή, η επίμονη προσπάθεια, το όραμα και η ορθή κρίση με διάκριση. Με αυτά συν μια αίσθηση του χιούμορ, έναν ανοιχτό νου και χωρίς φανατισμό ο μαθητής θα έχει γοργή πρόοδο πάνω στο “Φωτισμένο Δρόμο”, όπως συχνά ονομάζεται η Ατραπός. Θα βρεθεί τελικά μπροστά στη Θύρα της Μύησης πάνω στην οποία είναι γραμμένα τα λόγια του Χριστού: “Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν”. Ιανουάριος 1944


ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΑΡΚΕΗΝ ΥΠΟ ΑΛΙΚΗΣ Α. ΜΠΕΪΛΗ

Καθώς εισέρχεσθε στη Σχολή Αρκέην και γίνεσθε ενεργό μέρος αυτής της ομάδας, υπάρχουν ορισμένες θεμελιώδεις ιδέες ή διέπουσες αρχές τις οποίες θα θέλαμε να σας παρουσιάσουμε. Απ’ αυτές εξαρτάται η επιτυχία του έργου, του δικού σας και του δικού μας. Αναλαμβάνετε ένα έργο για το οποίο η ζωή σας κι όλες οι προηγούμενες ζωές (αν δέχεσθε το Νόμο της Επαναγέννησης και της νέας ευκαιρίας) σας έχουν προετοιμάσει. Το εγχείρημα στο οποίο εισέρχεσθε είναι τεράστιο· συνεπάγεται κατά πάσα πιθανότητα τον αναπροσανατολισμό της ζωής σας και των μεθόδων της ζωής σας· σημαίνει την εκμάθηση των κανόνων που διέπουν τη μεταφορά της προσπάθειας της ζωής σας απ’ το τέταρτο ή ανθρώπινο βασίλειο στο πέμπτο βασίλειο. Το βασίλειο αυτό είναι ένα από τα βασίλεια της φύσης, όπως είναι το ανθρώπινο ή το ζωικό βασίλειο· μερικές φορές ονομάζεται Βασιλεία του Θεού και μερικές φορές Πνευματική Ιεραρχία του πλανήτη μας. Οδηγεί επίσης στην προετοιμασί