Issuu on Google+

Χριστούγεννα 2010

1Ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΓΑΖΙΟΥ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΌ ΤΟ Β2

Συνθέτουμε τις δικές μας ιστορίες με δοσμένες λέξεις Επιμέλεια: Μαριλία Κωστάκη


Το σπουργιτάκι Μια φορά ζούσε ένας σπουργίτης στην κορφή ενός δέντρου. Το δέντρο είχε λεπτό κορμό. Ο καιρός ήταν πολύ άγριος και έριχνε πολλή βροχή. Το σπουργιτάκι πεινούσε πολύ και πήγε στο φούρνο. Εκεί είδε μια μεγάλη φραντζόλα ψωμί! Μετά είδε στο δρόμο ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο με πολλές κορδέλες και γιρλάντες! Ξαφνικά είδε ένα χρυσό έλκηθρο ψηλά στον ουρανό. Ήταν πολύ χαρούμενο γιατί ήταν Χριστούγεννα! Γιώργος Τζαγκαράκης Β2 2010-1011

[2]


Ο καλός φούρναρης Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φούρναρης. Είχε το μεγαλύτερο φούρνο του χωριού. Ήταν Χριστούγεννα. Είχε στολίσει τη βιτρίνα του με γιρλάντες, κορδέλες και φραντζόλες. Ο φούρναρης ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Καθόλου άγριος. Ήθελε να βοηθάει τους άλλους γύρω του. Αγαπούσε πολύ τα ζώα. Εκείνες τις γιορτές δούλευε μέχρι αργά το βράδυ. Ήταν παραμονή τις αρχιμηνιάς. Του είχαν τελειώσει τα κάρβουνα. Βγήκε στο δρόμο για να πάρει ξύλα να τα ρίξει στο φούρνο. Εκεί όμως που στεκόταν όρθιος μες στη βροχή, είδε ένα σπουργίτι που είχε χαθεί. Το λυπήθηκε και του έδωσε ψωμάκι να φάει. Σε μια γωνίτσα του έβαλε ένα μικρό κορμό για να κάθεται εκεί. Όταν τέλειωσε τις δουλειές του πήρε το έλκηθρό του και πήγε στο σπίτι του για να περάσει τις γιορτές με την οικογένειά του. Το μικρό σπουργίτι, αντί να το αφήσει έξω στο κρύο, το άφησε μέσα στο φούρνο, για να είναι στη ζεστασιά. Την άλλη μέρα πάνω στην κορφή του κορμού βρισκόταν ένα κομμάτι χρυσού. Το είχε αφήσει το πουλάκι, για να ευχαριστήσει τον καλό φούρναρη για τη ζεστασιά και το φαΐ που του πρόσφερε. Μαρίνα Μελικώνη Β2 2010-1011

[3]


Περιμένοντας τον Αϊ-Βασίλη Παραμονή Χριστουγέννων! Έξω έπεφτε άγρια βροχή. Στο σπίτι του Γιαννάκη υπήρχε πολλή ζέστη. Ο μπαμπάς του είχε βάλει στο τζάκι έναν κορμό και σιγοέκαιγε, ενώ η μητέρα του έψηνε μια φρατζόλα ψωμί στο φούρνο. Ο Γιαννάκης με την αδελφή του, τη Στεφανία, στόλιζαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο με γιρλάντες και κορδέλες. Στην κορφή του δέντρου έβαλαν ένα χρυσό αστέρι. «Τι είναι αυτό έξω απ’ το παράθυρο; Μήπως είναι ο Αϊ-Βασίλης με το έλκηθρό του;», ρώτησε η Στεφανία. «Όχι. Είναι ένα σπουργίτι που έκατσε για να προφυλαχτεί απ’ τη βροχή», είπε ο Γιαννάκης. «Ο Αϊ-Βασίλης θα έρθει την Πρωτοχρονιά», τους είπε ο μπαμπάς τους. Αριέτα Μιχαλίτση Β2 2010-1011

[4]


Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία Ήταν αρχιμηνιά. Απ’ την κορφή του βουνού κατέβαινε ένα έλκηθρο με ταχύτητα. Ο δρόμος ήταν στολισμένος με χρυσές κορδέλες και γιρλάντες. Ένα σπουργίτι ήταν όρθιο, πάνω σ’ ένα κορμό δέντρου, όταν ξεκίνησε μια άγρια βροχή. Ο φούρνος στη γωνία έκαιγε κάρβουνο κι εγώ πήρα μια φρατζόλα ψωμί και τάιζα με ψίχουλα το σπουργίτι. Ράνια Τζαγκαράκη Β2 2010-1011

[5]


Παραμονή Πρωτοχρονιάς Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς κάναμε μια βόλτα με τους γονείς μου στο κέντρο της πόλης. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα. Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά… Τα μαγαζιά είχαν στολίσει δέντρα με χρυσούς κορμούς, κορδέλες και γιρλάντες. Έξω από τους φούρνους μύριζαν οι φραντζόλες και τα γλυκά. Ξαφνικά, ο καιρός χάλασε, έπιασε μία απότομη βροχή και οι άνθρωποι έτρεχαν σαν τα σπουργίτια για να μη βραχούν. Νίκη Σταυρακάκη Β2 2010-1011

[6]


Η ημέρα των Χριστουγέννων Φέτος τα Χριστούγεννα περάσαμε πάρα πολύ ωραία! Το χιόνι σκέπαζε το δρόμο και τα σπουργιτάκια έψαχναν για τροφή. Εγώ έπαιζα με το έλκηθρο στο χιονισμένο δρόμο μέχρι που άρχισε η βροχή. Μπήκαμε μέσα και αρχίσαμε να στολίζουμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Βάλαμε γιρλάντες και κορδέλες και στην κορφή ένα χρυσό αστέρι. Η γιαγιά μου με τη μαμά έψηναν στο φούρνο φρατζόλες και κουραμπιέδες, αλλά ψήσαμε και τα καλύτερα μελομακάρονα που μου αρέσουν πάρα πολύ. Ειρήνη Τσαφαντάκη Β2 2010-1011

[7]


Το σπουργίτι Πήγα μια μέρα στο φούρνο και πήρα μια φρατζόλα, όταν, ξαφνικά, ανεβαίνοντας στην κορφή του δρόμου, άρχισε άγρια βροχή. Έφτασα κοντά στο σπίτι μου και είδα ένα σπουργίτι, όρθιο, πάνω σ’ ένα κορμό δέντρου που είχε γίνει κάρβουνο. Έτρεξα να το πω στον αδερφό μου που ήταν μέσα στο σπίτι και έπαιζε με το έλκηθρο με τη χρυσή γιρλάντα. Του είπα: «Τρέξε, Δημητράκη μου, να δεις ένα πουλάκι!». Εκείνος μου απάντησε: «Πιάσ’ το, σε παρακαλώ! Το θέλω για δώρο». Το έπιασα, λοιπόν, το έβαλα σ’ ένα κλουβί με μια κόκκινη κορδέλα, το κράτησα και του το ‘δωσα την αρχιμηνιά. Φιλία Χριστοδουλάκη Β2 2010-1011

[8]


Ο Αϊ-Βασίλης και το σπουργιτάκι Την παραμονή των Χριστουγέννων ο Αϊ-Βασίλης σταμάτησε με το έλκηθρό του στη σκεπή ενός σπιτιού. Καθώς κατέβαινε να αφήσει τα δώρα των παιδιών, μπέρδεψε σε μια γιρλάντα με φωτάκια και έπεσε στα κεραμίδια. Άκουσε τότε ένα πεινασμένο σπουργίτι να φωνάζει μέσα στη βροχή. Τότε ο Αϊ-Βασίλης σηκώθηκε όρθιος και έβγαλε μέσα από το σάκο του μια φρατζόλα! «Έλα, σπουργιτάκι μου, να πάρεις το δώρο σου. Αυτή τη φρατζόλα την έψησε η γυναίκα μου σε ένα χρυσό, μαγικό φούρνο και δεν τελειώνει ποτέ! Χρόνια σου πολλά, μικρό μου!», είπε ο Αϊ-Βασίλης και γλίστρησε στην καμινάδα. Γωγώ Παναγιωτάκη Β2 2010-1011

[9]


Η καλή πράξη του Λουκά Το χριστουγεννιάτικο δέντρο που ήταν δίπλα στο παράθυρο είχε ένα χρυσό κορμό, ήταν στολισμένο με γιρλάντες και κορδέλες και στην κορφή του είχε ένα ολόλαμπρο αστέρι. Ο Λουκάς στεκόταν όρθιος μπροστά στο παράθυρο και κοιτούσε το δρόμο. Ο καιρός ήταν πολύ άγριος και η βροχή πολύ δυνατή. Ξαφνικά, ένας σπουργίτης εμφανίστηκε στο παράθυρο. Φαινόταν πολύ πεινασμένος. Ο Λουκάς άνοιξε το φούρνο, έβγαλε μια ζεστή φρατζόλα ψωμί και τάισε το μικρό σπουργιτάκι. Λουκάς Νταής Β2 2010-1011

[10]


Χριστουγεννιάτικα ψώνια Λίγο πριν αρχίσουν τα Χριστούγεννα η μητέρα μου κι εγώ κατεβάσαμε απ’ το πατάρι το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Φτιάχνοντας το χριστουγεννιάτικο δέντρο η μαμά μού είπε ότι στην κορφή θα βάζαμε ένα χρυσό αστέρι. Την επόμενη μέρα πήραμε το δρόμο για τα μαγαζιά και συναντήσαμε ένα άγριο σκύλο. Αγοράσαμε τα δώρα μας που ήταν τώρα τυλιγμένα με πολύχρωμες κορδέλες. Περνώντας από το φούρνο πήραμε μια φρατζόλα ψωμί. Μπήκαμε στο λεωφορείο που ήταν γεμάτο επιβάτες και σε όλη τη διαδρομή ήμαστε όρθιοι. Γυρίζοντας στο σπίτι μάς έπιασε βροχή και τα σπουργίτια έτρεχαν να κρυφτούν. Αργύρης Σαριδάκης Β2 2010-1011

[11]


Ο σπουργίτης και ο φούρναρης Κάποτε ήταν ένας σπουργίτης. Κάθε πρωί πήγαινε σ’ ένα δέντρο που ήταν κοντά σ’ ένα φούρνο. Ο φούρναρης ήταν καλός άνθρωπος και άφηνε ψιχουλάκια στο παράθυρο για να τρώει το σπουργίτι. Ένα πρωί ο φούρναρης δεν πήγε στο φούρνο και το σπουργίτι ανησύχησε πολύ. Άρχισε να πετάει από γειτονιά σε γειτονιά για να τον βρει. Ξαφνικά σταμάτησε σ’ ένα σπίτι που η αυλή του ήταν στολισμένη με χρυσές γιρλάντες. Ο φούρναρης είδε το σπουργίτη απ’ το παράθυρο και βγήκε να του δώσει λίγο ψωμάκι. Τον πλησίασε και του είπε: «Σήμερα είναι αρχιμηνιά και έχω το φούρνο κλειστό, καλέ μου φίλε! Καλή χρονιά, σπουργιτάκι μου!». Από τότε το σπουργίτι, όταν δε βρίσκει το φούρναρη στο φούρνο, πηγαίνει αμέσως ως το σπίτι του και του κάνει συντροφιά.

Μαρία Μπαγκέρη Β2 2010-1011

[12]


Ένα ανέλπιστο δώρο Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας σπουργίτης που στεκόταν στην κορφή ενός δέντρου, στην άκρη του δρόμου. Από ‘κεί είδε μια φρατζόλα ψωμί, η οποία είχε πέσει κάτω από ένα κορμό δέντρου. Έτρεξε, όλο χαρά, να ειδοποιήσει την οικογένειά του να έρθουν όλοι μαζί για να φάνε τη φραντζόλα. Ήταν Χειμώνας, η βροχή έπεφτε άγρια και δεν ήταν εύκολο να βρει κανείς φαγητό. Ο σπουργίτης ευχαριστούσε το Θεό για το δώρο που του έστειλε. Τότε θυμήθηκε ότι ήταν αρχιμηνιά και κοίταξε τον ουρανό. Του φάνηκε ότι είδε τον Αϊ-Βασίλη με το έλκηθρό του γεμάτο κορδέλες, γιρλάντες και δώρα για όλο τον κόσμο. Αγκάλιασε τότε τα σπουργιτάκια του και σκέφτηκε πως το ψωμί αυτό ήταν το καλύτερο δώρο γι’ αυτόν και την οικογένειά του.

Βαλάντης Μπαλούρδος Β2 2010-1011

[13]


Νύχτα Χριστουγέννων Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια οικογένεια με τρία παιδιά: τη Μαρίνα, την Κατερίνα και το Χρίστο. Ήταν Χριστούγεννα και έξω ο δρόμος είχε καλυφθεί από χιόνι. Μέσα η μαμά μαγείρευε μια νόστιμη γαλοπούλα και είχε μυρίσει όλο το σπίτι. Ο μπαμπάς έφερνε ξύλα και κάρβουνα για να ανάψουν το τζάκι. Τα παιδιά ήταν στο δωμάτιό τους και έπαιζαν με διάφορα παιχνίδια. Ήταν ώρα να ανοίξουν τα δώρα τους. Ο Χρίστος ήθελε ένα κινητό, η Μαρίνα μια κούκλα και η Κατερίνα ένα βιβλίο, μια και της άρεσε το διάβασμα. Ξετύλιξαν μία μία την κορδέλα των δώρων τους και έπαιζαν με τις γιρλάντες. Έπειτα, χαρούμενα, κάθισαν στο τραπέζι για να φάνε το φαγητό τους. Στο τέλος, υπήρχε λαχταριστός κορμός για επιδόρπιο. Μετά από λίγη ώρα η Μαρίνα, η μικρότερη της οικογένειας, είδα μια λάμψη από το παράθυρο και σηκώθηκε για να δει τι ήταν. Αντίκρισε ένα έλκηθρο δίπλα στην κορφή ενός πολύ ψηλού βουνού. Μέσα καθόταν ο Αϊ-Βασίλης και κρατούσε κάτι χρυσό στα χέρια του. Η Μαρίνα δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της! Ξαφνικά το έλκηθρο εξαφανίστηκε και ξέσπασε μια φοβερή βροχή. Ένα σπουργιτάκι ήταν στο παράθυρο και προσπαθούσε να βρει ένα μέρος για να προστατευτεί απ’ τη βροχή. Ο μπαμπάς, όρθιος, είπε στη Μαρίνα να γυρίσει στο τραπέζι. Εκείνη, παραξενεμένη, άφησε το παράθυρο και κάθισε κοντά στην οικογένειά της για να συνεχίσει το φαγητό της. Έτσι, πέρασε το βράδυ των Χριστουγέν��ων με τη Μαρίνα να ονειρεύεται τον Αϊ-Βασίλη. Ρίτσα Λουλουδάκη Β2 2010-1011

[14]


[15]


Το αστέρι της κορυφής

10/1/11

Κορφή – δρόμος – αρχιμηνιά – κορδέλα – κάρβουνο – έλκηθρο – γιρλάντα – άγριος – βροχή – σπουργίτης – χρυσός – κορμός – φρατζόλα – όρθιος – φούρνος

Μόλις ακουστεί το πρώτο μελωδικό «αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά», οι γιρλάντες και οι χρυσές κορδέλες, τα πολύχρωμα και χρυσοσκονισμένα χριστουγεννιάτικα στολίδια πέφτουν σε βαθιά μελαγχολία. Οι μέρες της δόξας τους τελειώνουν. Δε θα αργήσει η ώρα που θα μπουν πάλι στα κουτιά και θα ξεχαστούν σε κάποιο πατάρι ως την επόμενη χρονιά, ως τις επόμενες γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τα δικά μου χριστουγεννιάτικα στολίδια. Με βαριά καρδιά και τεμπελιά μεγάλη αποφάσισα να ξεστολίσω το δέντρο που γέμιζε χρώμα και ελπίδες τη ζωή μου τις προηγούμενες μέρες. Πρώτα η… αποκαθήλωση του αστεριού της κορφής! Πόσο το ‘βλεπα να καμαρώνει τις προάλλες! Πόσο γυάλιζε και κορδωνόταν σε κάθε φλας που άστραφτε αυτές τις μέρες! Και πόσο θλιμμένο και κακόκεφο φάνταζε τώρα τυλιγμένο στις γκρίζες εφημερίδες του! -Εμ, έτσι είναι, καλό μου! Οι γιορτές πέρασαν και από σήμερα… κάθε κατεργάρης στον πάγκο του! μονολόγησα. Και τότε εξεπλάγην τόσο όσο ποτέ στη ζωή μου! -Ναι, αλλά εσύ θα επιστρέψεις στη δουλειά σου, στο σχολείο. Θα δεις τους μαθητές σου που τόσο σου ‘λειψαν, θα μάθεις νέα τους, θα συζητήσετε πώς περάσατε, θα παίξετε και θα ζωγραφίσετε, θα ξαναδείς τους συναδέλφους σου και θα περάσεις όμορφα κι αυτό θα γίνεται κάθε μέρα! Ενώ εγώ… θα κρυφτώ σ’ αυτό το χαρτόκουτο, θα τυλιχτώ την γκρίζα εφημερίδα μου για να μην κρυώνω και θα εξαφανιστώ για ένα ολόκληρο χρόνο μέσα σ’ αυτό το ψηλό πατάρι, μαζί με τα άλλα στολίδια και τα παλιά, άχρηστα αντικείμενα που ‘χεις καταχωνιάσει εκεί μέσα. Για εσάς τους ανθρώπους η ζωή συνεχίζεται, ενώ για εμάς τα στολίδια, όλα τελειώνουν μετά από μερικές μόνο μέρες χαράς. Και άντε πάλι να ‘ρθει ο επόμενος Χειμώνας και τα επόμενα Χριστούγεννα για να ξαναζήσουμε και να ξαναχαρούμε! Είχα χάσει τη μιλιά μου! Η πρώτη έκπληξη ήταν γιατί άκουγα να μιλάει το αστέρι της κορυφής του χριστουγεννιάτικου έλατου και η δεύτερη γιατί… έλεγε αλήθειες που έκρυβαν πολύ πόνο και πολλή θλίψη. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και οι χρυσαφιές γιρλάντες μπορεί να αισθάνονται, να μιλάνε και να εκφράζουν ό,τι νιώθουν: χαρά ή λύπη, ευχαρίστηση, εγκατάλειψη, προσφορά ή εκμετάλλευση. Έμεινα να κοιτάζω μια το τυλιγμένο αστέρι στον πάτο του χαρτόκουτου και μια τα υπόλοιπα στολίδια στο δέντρο. Δεν ήξερα τι να πω! [16]


-Τι θες να κάνω, καλό μου αστεράκι; Πώς μπορώ να απαλύνω τη στενοχώρια σου; ρώτησα το αστέρι γιατί το αισθάνθηκα σαν ένα δικό μου παλιό φίλο που περνούσε κάποια δύσκολη φάση της ζωής τους. Εξάλλου, το αστέρι αυτό ήταν από τα πιο παλιά στολίδια που είχα. Κοσμούσε την κορυφή του χριστουγεννιάτικου δέντρου μου αρκετά χρόνια τώρα, σχεδόν είκοσι πέντε! -Σίγουρα μπορείς να κάνεις κάτι για να μη νιώθουμε παραμελημένα και άχρηστα εμείς τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, είπε διστακτικά το αστέρι που, παρά τα χρονάκια του, ήταν ακόμα λαμπρότατο. Μπορείς να στολίσεις τη λεμονιά του κήπου σου μ’ εμάς. Τη βλέπω από το τζάμι του παραθύρου κάθε χρόνο, μόνη και μελαγχολική, αλλά ποτέ δεν τόλμησε να σου ζητήσει κορδέλες και λαμπιόνια. -Μα… τη λεμονιά; Στην αυλή; Όλη τη χρονιά; ρώτησα απανωτά το αστεράκι. -Ναι, τη λεμονιά! Ο κορμός της θα δείξει καλύτερος και πιο λαμπερός με μια σειρά χρυσαφιές γιρλάντας και κόκκινες κορδέλες! Τα κλαδιά της θα λυγίσουν από χαρά με μερικές χρωματιστές μπάλες και οι ρίζες της, αχ! οι ρίζες της θα απλωθούν με μεγάλη περηφάνια αν ακουμπήσεις εκεί το έλκηθρο με τον ακούραστο όρθιο τάρανδο! -Χμ, ναι! Γιατί όχι; ενθουσιάστηκα με την πρόταση του αστεριού. Κι έπειτα θα φτιάξω μια ταΐστρα για τους σπουργίτες μέσα στο έλκηθρο όπου θα βάζω κάθε μέρα μια φρέσκια φρατζόλα από το φούρνο της γειτονιάς! Έτσι τα κακόμοιρα τα πουλάκια θα βρίσκουν τροφή και θα ‘ρχονται να σας κάνουν παρέα στα κλαδιά! Τι λες; ρώτησα κατενθουσιασμένη το στολίδι μου. -Εξαιρετικά! Ο Χειμώνας είναι πολύ άγριος για κάτι πλασματάκια όπως αυτά τα μικροσκοπικά πουλιά και η βροχή, που είναι τόσο ευεργετική για τα φυτά, όταν πέφτει ορμητική, μπορεί να στερήσει τη ζωή στους φτερωτούς μας φίλους. Σηκώθηκα βιαστικά από τον καναπέ και σήκωσα μαζί το χαρτόκουτο όπου θα έβαζα τα στολίδια του χριστουγεννιάτικου έλατου. Ο δρόμος ήταν ακόμα βρεγμένος και οι σταγόνες της βροχής έκαναν τη λεμονιά του κήπου μου να φαίνεται σαν νύφη στολισμένη με αστραφτερά χαντράκια. Χαμογέλασα κι έμεινα να κοιτώ το όμορφο τοπίο, ώσπου μια μυρωδιά με άρπαξε από τη μύτη και με πέταξε στην πραγματικότητα: βρισκόμουν στο σαλόνι του σπιτιού μου, ανάμεσα σε χαρτόκουτα, εφημερίδες, γιρλάντες, μπάλες και μπροστά μου το δέντρο ήταν… μισοξεστόλιστο. «Παναγίτσα μου, το φαγητό!», είπα και έτρεξα στην κουζίνα. Ήταν πλέον πολύ αργά. Άνοιξα το φούρνο και ένα σύννεφο καπνού έτρεξε να μ’ αγκαλιάσει. «Οχ, όχι πάλι!», κλαψούρισα, «Όχι πάλι! Κάρβουνο έγινε κι αυτό το φαΐ με τις ιστορίες μου! Κάθε χρόνο τα ίδια! Τελικά, το ξεστόλισμα του δέντρου… δεν τρώγεται με τίποτα!»… Μαριλία Κωστάκη

[17]


[18]


[19]


[20]


[21]


Συγγραφείς και εικονογράφοι των ιστοριών Τα παιδιά του Β2 Ανδρουλάκης Στέλιος Ζενουνάι Άντζελα Ζουρίδη Βαγγελίτσα Καλλέργη Φωτεινή Καμάρης Αντώνης Κοτσίφης Γεώργιος Λουλουδάκη Ρίτσα Μελικώνη Μαρίνα Μιχαλίτση Αριέτα Μπαγκέρη Μαρία Μπαλούρδος Βαλάντης Μπλαναρίου Σέρτζιο Μπορμπαντωνάκης Σπύρος Νταής Λουκάς Παναγιωτάκη Γωγώ Σαριδάκης Αργύρης Σταυρακάκη Νίκη Στρατήγης Χρήστος Σφίγγα Κωνσταντίνα Τζαγκαράκη Ράνια Τζαγκαράκης Γιώργος Τσαφαντάκη Ειρήνη Χριστοδουλάκη Φιλία

[22]


[23]


[24]


[25]


[26]


[27]


Χριστουγεννιάτικες ιστορίες του Β2