Page 1

i


Πανεπιστήμιο Πατρών Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Ακαδημαϊκό έτος 2016-2017

Πάτρα, 26 Οκτωβρίου 2017

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο: Από την Αστική Διάχυση στα Κυψελοειδή Αυτόματα

Καλαϊτζάκη Μαρία ΑΜ.:1407

Επιβλέπουσα καθηγήτρια: Λιάπη Αικατερίνη

ii


στους γονείς μου

iii


_Ευχαριστίες

Θα ήθελα να ευχαριστήσω την επιβλέπουσα καθηγήτρια μου, κα Αικατερίνη Λιάπη για τις συμβουλές, την καθοδήγηση και την άριστη συνεργασία που είχαμε κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών αλλά και για τη βοήθεια που μου πρόσφερε για την εκπόνηση της παρούσας ερευνητικής εργασίας. Ακόμη, ευχαριστώ την οικογένεια μου και τους φίλους μου, που με βοηθούν να παραμένω συγκεντρωμένη, ενώ ευχαριστώ ιδιαίτερα τις συμφοιτήτριες και φίλες Θεοδώρα και Χαρά για τις χρήσιμες παρατηρήσεις τους.

Μαρία Καλαϊτζάκη

iv


_Περίληψη Η παρούσα ερευνητική εργασία, έχει ως σκοπό να διερευνήσει τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να μελετηθεί, να αποτυπωθεί και να προβλεφθεί, η εξέλιξη των πόλεων ως δυναμικά, χωροχρονικά αποτυπώματα, από τη γέννηση τους, έως μία πιθανολογικά εκτιμώμενη μελλοντική τους κατάσταση. Έτσι, αρχικά παρουσιάζονται ορισμοί της πόλης με βάση ποικίλους αστικούς συντελεστές. Στη συνέχεια, γίνεται αναφορά στις μορφές που μπορεί να πάρει το αποτύπωμα της πόλης καθώς και οι κατηγορίες και τύποι που αναφέρονται στη βιβλιογραφία. Γίνεται επίσης αναφορά στο φαινόμενο της αστικής διάχυσης, η οποία σχετίζεται με τη δραστική αλλαγή του αποτυπώματος της πόλης. Η αστική διάχυση, αφορά κυρίως την επέκταση της πόλης και των προαστίων της σε αγροτικό έδαφος στην περιφέρεια της. Για την κατανόηση του φαινομένου αυτού, διερευνώνται τα χαρακτηριστικά του, οι αιτίες που το προκαλούν, καθώς επίσης και οι θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις του φαινομένου. Στην εργασία δίνεται έμφαση στην παρουσίαση των μοντέλων που έχουν αναπτυχθεί μέχρι σήμερα και εφαρμόζονται για την πρόβλεψη και τη ρύθμιση της αστικής διάχυσης και ερευνώνται περαιτέρω τα Κυψελοειδή Αυτόματα (Cellular Automata), και αστικά μοντέλα που προκύπτουν από αυτά. Τέλος, γίνεται αναφορά σε εφαρμογές μοντέλων σε περιοχές με διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικά χαρακτηριστικά, ούτως ώστε να κατανοηθεί ο τρόπος λειτουργίας τους.

v


This research study aims to explore ways in which the evolution of the cities can be studied, mapped and predicted as dynamic, spatio-temporal imprints from their beginning to a probable estimation of their future condition. Initially, definitions of the city are presented, based on various urban coefficients. Then, reference is made to the forms that the city’s imprint can take, as well as to the categories and types mentioned in bibliography. Furthermore, the study refers to the phenomenon of urban sprawl, which is related to the sharp change in the city’s imprint. Urban sprawl mainly refers to the expansion of the city and its suburbs into agricultural land along its periphery. In order to understand this phenomenon, its characteristics and its causes, as well as its effects, both positive and negative, are investigated. Emphasis is placed on the presentation of the models that have been developed so far, and are applied in to predict and regulate urban sprawl. Cellular Automata are further investigated, and derivative models are extracted. Eventually, reference is made to model applications in areas with different needs and characteristics, in order to understand their operational protocols.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

_Abstract

vi


_Περιεχόμενα Περίληψη Εισαγωγή 1_Ορισμοί της πόλης και αστικοί συντελεστές

vii

1

2_Η πόλη ως αποτύπωμα

12

15 28

2.1. Χαρακτηρισμοί αποτυπωμάτων και τυπολογίες 2.2. Στοιχεία σύνθεσης του αποτυπώματος

3_Το φαινόμενο της αστικής διάχυσης

41

47 58 68 73

3.1. Η έννοια της αστικής διάχυσης: ιστορικές αναφορές 3.2. Αιτίες εμφάνισης της αστικής διάχυσης 3.3. Επιπτώσεις της αστικής διάχυσης 3.4. Αποτυπώματα αστικής διάχυσης

4_Αστική διάχυση: Πρόβλεψη και προγραμματισμός

81

82 87

4.1. Σχεδιασμένη ανάπτυξη 4.2. Αστικά μοντέλα και μοντέλα πρόβλεψης αστικής διάχυσης

5_Κυψελοειδή Αυτόματα και αστικά μοντέλα

92

94

5.1. Κυψελοειδής χώρος


5.2.Αστική διάχυση και Κυψελοειδή Αυτόματα 5.3. Μοντέλα αστικής διάχυσης με βάση τα Κυψελοειδή Αυτόματα 5.3.1. Αριθμητικά και Δυαδικά Αστικά Κυψελοειδή Αυτόματα 5.3.2. Ασαφή Αστικά Κυψελοειδή Αυτόματα 5.3.3. Σύνθετα Μοντέλα

115 128 129

6_ Εφαρμογές

148

149

6.1. Η περίπτωση της περιοχής Península de Setúbal, Πορτογαλία, Μοντέλο Sleuth 6.2. Η περίπτωση της περιοχής Ardabil, Ιράν, Μοντέλο CA-Markov 6.3. Η περίπτωση της περιοχής του Σύδνεϋ, Αυστραλία, Μοντέλο Metronamica 6.4. Προσομοίωση μικρής κλίμακας

140 142

156 163 171

7_Συμπεράσματα και σύνοψη κεφαλαίων

176

Πηγές εικόνων

184

Βιβλιογραφία

186

viii


«Η Έρημη Χώρα»

«Ποιά είναι η πολιτεία πέρα απ’ τα βουνά Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στο μενεξεδένιο αέρα. Πύργοι πέφτουν, Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, Βιέννη, Λόντρα. Ανύπαρχτες.»

-T.S. Eliot, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη

ix


«Αρχικά η πόλη ήταν ο κόσμος όλος, ενώ σήμερα ο κόσμος όλος, σε πολλές πτυχές του, είναι η πόλη. - Lewis Mumford,1961»

Οι σύγχρονες χωροχρονικές μεταβολές στις περιαστικές ζώνες, οι οποίες αλληλεπιδρούν με τη δομή, τη μορφή και τη λειτουργία των πόλεων, είναι ένα φαινόμενο που έχει λάβει πρωτοφανή διάσταση στη σημερινή εποχή. Με το πέρασμα του χρόνου παρατηρείται χωρίς συνέχεια και χωρίς κάποια ορισμένη αναλογία αλλαγή στις χρήσεις γης των πόλεων και στη δομή αυτών. Ουσιαστικά πρόκειται για το φαινόμενο της «αστικής διάχυσης», η έρευνα και η κατανόηση του οποίου απασχολεί πολλούς διαφορετικούς κλάδους, όπως την Πολεοδομία, την Αρχιτεκτονική και την Κοινωνιολογία. Αυτό συμβαίνει γιατί το φαινόμενο αυτό επηρεάζει τη μορφή και τη δομή των πόλεων, την καθημερινότητα των κατοίκων, καθώς επίσης και μια σειρά διαφορετικών αστικών συντελεστών. Αντιλαμβάνεται, λοιπόν κανείς, ότι η πόλη στο σύνολο της αλλάζει ριζικά ενώ ταυτόχρονα αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος βιώνει την πόλη όπου κατοικεί. Η ύπαρξη και η δημιουργία των πόλεων και των ευρύτερων αστικών περιοχών έχει δημιουργήσει πολλά ερωτήματα γύρω από την προέλευση και την ανάπτυξη τους. Επιπλέον η μελέτη των φαινομένων και των δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια τους, έχει απασχολήσει ένα μεγάλο αριθμό επιστημόνων. Η αστική διάχυση είναι ένα φλέγον ζήτημα της σημερινής εποχής, που αν και δεν έκανε την εμφάνιση της τώρα, έχει λάβει μία άνευ προηγουμένου έκταση στην πλειοψηφία των πόλεων σε όλη την έκταση του πλανήτη. Το θέμα που πραγματεύεται αυτή η ερευνητική εργασία είναι η μελέτη του αστικού αποτυπώματος ως χωρικό φαινόμενο στο χρόνο. Το αποτύπωμα είναι ένα εργαλείο ικανό να παρέχει πολλές πληροφορίες για τη μελέτη της εκάστοτε πόλης. Συνεπώς η μελέτη και η κατανόηση της και των αστικών συντελεστών της είναι απαραίτητη για τη κατανόηση της αστικής διάχυσης. Για την κατανόηση του χωροχρονικού αυτού φαινομένου, αρχικά θα

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

_Εισαγωγή

x


μελετηθούν οι παράγοντες που επηρεάζουν και μορφοποιούν το δυναμικό αποτύπωμα της πόλης. Έπειτα θα διερευνηθεί το φαινόμενο της αστικής διάχυσης, καταλήγοντας στη μελέτη ερμηνευτικών μοντέλων, τα οποία παράλληλα προσφέρουν τη δυνατότητα μελέτης του και μελλοντικά, αφού η πολυπλοκότητα και ο δυναμικός χαρακτήρας των μεταβολών στις περιοχές αυτές προϋποθέτουν νέες μεθοδολογίες ανάλυσης τους. Συγκεκριμένα, μέσω των Κυψελοειδών Αυτόματων, αλλά και των μοντέλων που βασίζονται στη λογική τους, προβλέπονται πιθανολογικά μελλοντικές καταστάσεις των πόλεων που έχουν υποστεί διάχυση. Τα Κυψελοειδή Αυτόματα διαιρούν το χώρο εφαρμογής σε αυτόνομα κύτταρα που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Τα κύτταρα αυτά, αλληλεπιδρούν με τα γειτονικά τους ανταλλάζοντας πληροφορίες, βάσει συγκεκριμένων κανόνων, οι οποίοι ανά περίπτωση διαφέρουν, διαμορφώνοντας εν τέλει το μοντέλο προσομοίωσης της εκάστοτε πόλης. Η εφαρμογή αυτών των μοντέλων συνδέεται με τη διερεύνηση των διαδικασιών αστικοποίησης και με την επεξεργασία μελλοντικών σεναρίων ανάπτυξης. Επίσης θα μελετηθεί η αποτελεσματικότητα των μοντέλων μέσα από εφαρμογές τους.

xi


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

Ορισμοί της πόλης και αστικοί συντελεστές

1_

1


1_Ορισμοί της πόλης και αστικοί συντελεστές «Η πόλη, με την ολοκληρωμένη σημασία της, είναι ένα γεωγραφικό πλέγμα, μια οικονομική οργάνωση, μια θεσμική διαδικασία, ένα θέατρο κοινωνικής δράσης και ένα αισθητικό σύμβολο συλλογικής ενότητας. Η πόλη ενισχύει την τέχνη και είναι η ίδια τέχνη. Στην πόλη ως θεατρική σκηνή εστιάζουν οι πλέον συνειδητές μας δράσεις οι οποίες κορυφώνονται μέσα από συγκρούσεις και συνεργασίες διαφορετικών χαρακτήρων, γεγονότων και ομάδων. - Lewis Mumford, “What is a city?”, 1937» Έχουν γίνει πολυάριθμες προσπάθειες για να οριστεί η πόλη, προσεγγίζοντας την πάντα από μία ποικιλία διαφορετικών σκοπιών. Μέσα στο πέρασμα των αιώνων, οι καταστάσεις άλλαξαν, οι προτεραιότητες των ανθρώπων ανακατατάχθηκαν στην ιεραρχία των αναγκών τους, οι περιβαλλοντικές αλλαγές επηρέασαν τον τρόπο διαβίωσης αφού οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές σχέσεις διακατέχονται από συνεχώς νέα στοιχεία και νέες δομές. Η πόλη είναι μία πραγματικότητα, μία έννοια, μία κατάσταση που από τότε που εμφανίστηκε αναζητά σαφή ορισμό, αφού η ακριβής ερμηνεία της, αποτέλεσε κι αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης. Μία πόλη μπορεί να εξετασθεί ως ένα πολύπλοκο σύστημα αυτο-οργάνωσης, το οποίο δε βρίσκεται σχεδόν καμία στιγμή σε κατάσταση ισορροπίας, αφού οι κάτοικοι και οι δραστηριότητες τους είναι σε συνεχή κίνηση. Όπως αναφέρει ο Burton Pike(1981), η πόλη είναι το πιο εντυπωσιακό και εμφανές επίτευγμα του ανθρώπου, είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο, και παρά το ότι υπάρχουν πολλές πόλεις, κάθε μία είναι μοναδική. Έχουν πραγματοποιηθεί πολλές προσπάθειες ορισμού της έννοιας της πόλης, σχεδόν παράλληλα με τη γέννηση της ανάγκης κάποιων ομάδων ανθρώπων να κατοικήσουν μαζί. Σύμφωνα με τον Jean-Luc Pinol (2000), η πόλη για πολύ μεγάλη χρονική περίοδο, «ορίζεται» από τα τείχη της, συγκεκριμένα αναφέρει ότι σε ένα λεξικό του 1679 η πόλη ορίζεται ως ένας «χώρος γεμάτος κατοικίες και κλεισμένος με αναχώματα και τάφρο ή από τείχη και τάφρο». Για το λόγο αυτό, η κατεδάφιση των τειχών ή η υποβάθμιση τους, επιδρά και στον ορισμό της πόλης. Κατά το πέρασμα των αιώνων, οι καταστάσεις και οι συνθήκες άλλαξαν, επηρεάζοντας παράλληλα τον τρόπο διαβίωσης, αφού οι κοινωνικές και οι ανθρωπιστικές σχέσεις διακατέχονται από συνεχώς νέα στοιχεία και νέες δομές. Η πόλη είναι μέρος της υλικής ζωής 2


Σύμφωνα με τον Lynch (2002), ο ερχομός της πόλης σηματοδότησε μία ξαφνική αλλαγή στο χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης: με την πόλη ήρθε και η εφεύρεση της γραφής, η ειδίκευση στην εργασία, η επιτάχυνση της τεχνολογίας και η αρχή της επιστήμης. Αρχικά οι φυσικές διαστάσεις τους ήταν μικρές καθώς ανταποκρίνονταν στην ανθρώπινη κλίμακα. Ο άνθρωπος μπορούσε να τις διασχίζει πεζός, χωρίς να συναντά εμπόδια. Αυτό συνέβαινε μέχρι και το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα. Δεδομένου λοιπόν, ότι ένας μέσος πεζός βαδίζει με 6 ή 7 χλμ. την ώρα, χαρακτηριστικό των πόλεων είναι η μικρή τους έκταση. Οι walking cities, περιορίζονταν σε μία έκταση που δεν υπερβαίνει τα 3 χλμ. από το κέντρο τους (Jean-Luc Pinol,2000). Οι περισσότερες πόλεις του παρελθόντος δημιουργήθηκαν από τους ίδιους τους κατοίκους τους, χωρίς κάποια ιδιαίτερη γνώση, συλλογικά, χωρίς απαραίτητα να αντιλαμβάνονται ότι λειτουργούν έτσι, σαν ένα σύστημα αυτοοργάνωσης. Με ορισμένες εξαιρέσεις, οι οποίες δημιουργήθηκαν εξ αρχής για να είναι πόλεις και έλαβαν τη μορφή τους από κάποιον ηγέτη ή τεχνίτη. Χαρακτηριστικά είναι τα λεγόμενα του Λέφα (2003), ο οποίος αναφέρει ότι σήμερα, με τρόπο μάλλον διαισθητικό παρά επιστημονικό, αναγνωρίζουμε ότι οι μεγάλες συγκεντρώσεις πληθυσμού οδηγούν από μόνες τους στη δημιουργία των διαπροσωπικών εκείνων σχέσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις που έθεταν οι κλασικοί, όσο και αν εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται παράδοξο. Η πόλη αποτελεί πλέον τον πιο διαδεδομένο τρόπο συλλογικής διαβίωσης των ανθρώπινων κοινοτήτων καθώς στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα ο αστικός πληθυσμός ξεπέρασε το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού και με τάση να φτάσει στο 70% στα μέσα του αιώνα. Ενώ σύμφωνα με τον Patrick Geddes(1915), η πόλη χαρακτηρίζεται και περιγράφεται από τρεις βασικές ιδέες: η ιδέα ότι η πόλη είναι ένας ζωντανός οργανισμός και αναπτύσσεται όπως αυτός, η ιδέα ότι η εξέλιξη

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

των ανθρώπων, είναι πολλές φορές η ίδια η ζωή των ανθρώπων. Ο καθένας που ζει σε μία πόλη τη βιώνει όμως διαφορετικά, αφού είναι το μέρος μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η δημιουργική δραστηριότητα των κατοίκων, η πνευματική και η κοινωνική τους ζωή. Αυτοί είναι και κάποιοι από τους λόγους για τους οποίους οι ορισμοί δεν ταυτίζονται. Ενώ, όπως ισχυρίζεται ο JeanLuc Pinol (2000), οι απόπειρες να εξευρεθεί ένα αντικειμενικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πόλης είναι ατελέσφορες και πιθανώς καταδικασμένες να αποτύχουν. Σύμφωνα με τον Rossi (1991), η πόλη είναι ένα κατεξοχήν ανθρώπινο αντικείμενο, ένα έργο αρχιτεκτονικής, μία σειρά από στοιχεία τα οποία συνθέτουν την εικόνα μίας χωροχρονικής κατασκευής που ακολουθεί την εξέλιξη του πολιτισμού, της κοινωνίας, της φύσης και παράλληλα, με βάση αυτά, μεταμορφώνεται.

3


4


Έτσι, με βάση τα παραπάνω, συμπεραίνουμε ότι η πόλη μπορεί να οριστεί με βάση τους αστικούς συντελεστές(Εικ.1), γεγονός που επαληθεύεται από απόψεις πολλών θεωρητικών. Οι αστικοί συντελεστές είναι στοιχεία που υπάρχουν σε μία αστική πραγματικότητα, υλικά αλλά και άυλα. Ο Rossi(1991), υπογραμμίζει τη σημασία τους και τονίζει ότι η συλλογική μνήμη και τα μόνιμα στοιχεία σε ένα τόπο, διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά των αστικών συντελεστών, τα οποία αναφέρει ότι είναι στοιχεία που επηρεάζουν την πόλη στο χρόνο και αποκτούν καθοριστική σημασία για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό σε κάθε κλίμακα. Έτσι, με βάση ένα αριθμό αστικών συντελεστών συλλέχθηκαν θεωρίες που ορίζουν την πόλη και παραθέτονται εν συνεχεία. Εμφανίζονται λοιπόν ορισμοί που προσεγγίζουν την πόλη με βάση τις δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα σε αυτή και την ομαδοποίηση αυτών, με βάση την ιστορία και τη μνημειακότητα της, τις οικονομικές και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στα πλαίσια της, τη νομοθεσία και τους συνταγματικούς κανόνες υπό τους οποίους λειτουργεί, με βάση την τοποθεσία και τη σχέση που έχει με το περιβάλλον της, τον πληθυσμό της και την πυκνότητα αυτού, τη χρονική περίοδο στην οποία μελετάται, το αποτύπωμα της πάνω στη γη, το μοτίβο στα πλαίσια του οποίου αναπτύσσεται κ.α. Επιπλέον, χαρακτηριστικά αναφέρει ο Rossi Aldo (1991), ότι η πόλη μπορεί να οριστεί μόνο εφόσον προσδιοριστεί ακριβώς στο χρόνο και στο χώρο. Μόνο έτσι μπορούμε να ξέρουμε για ποιό αστικό συντελεστή μιλάμε. Για παράδειγμα, η σημερινή Ρώμη και η Ρώμη της αρχαίας εποχής είναι δύο διαφορετικά γεγονότα, αν και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να υπολογίζουμε τη σημασία των φαινομένων που φανερώνουν τη συνέχεια, δένοντας τη Ρώμη του παρελθόντος με τη σημερινή.

«Η πόλη βρίσκεται στο επίκεντρο των διενέξεων του 19ου αιώνα και η έκρηξη του φαινομένου της αστικής ανάπτυξης επιστρατεύει κάθε είδους επιχειρηματολογία, επικριτική ή επαινετική. Τροφοδοτεί κάθε είδους όνειρα αλλά και κάθε είδους εφιάλτες. Ουτοπίες, ενθουσιασμοί, προκαταλήψεις, συνόδευσαν την αστικοποίηση, η οποία προκάλεσε μίαν ανασύνθεση των κέντρων εξουσίας, των κοινωνικών ιεραρχιών, των τρόπων διαβίωσης, των σχέσεων ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες. -Jean-Luc Pinol,2000»

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

της πόλης γίνεται σε σχέση με το ευρύτερο περιβάλλον της και τέλος, ότι η πόλη στην ουσία αποτελεί το περιβάλλον ανάπτυξης της κοινωνικής ζωής.

5


6


Συνεχίζοντας, ο Kostof(1991) έχει παραθέσει μία σειρά ορισμών στην προσπάθεια του να περιγράψει την πόλη, καθένας από τους οποίους προσεγγίζει την έννοια της διαφορετικά κι ανεξάρτητα από τη μορφή τους, την τοποθεσία τους, το πότε δημιουργήθηκαν. Οι παρακάτω δηλαδή ορισμοί της πόλης υποδεικνύουν και τους διαφορετικούς συντελεστές στους οποίους δίνεται προτεραιότητα κάθε φορά(Εικ.2):

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

Ένας από τους βασικότερους αστικούς συντελεστές είναι ίσως το πληθυσμιακό μέγεθος. Έτσι, για να θεωρείται πόλη (city/town) ένας οικισμός, απαιτείται να έχει ένα ελάχιστο ποσοτικό και ποιοτικό δυναμικό. Αυτό το δυναμικό, που στην πρώιμη μορφή της πόλης συνοψιζόταν στα εξής: α) ικανό πληθυσμιακό μέγεθος, β)όρια, φυσικά ή/ και συμβολικά, γ) δημόσιες λειτουργίες, που αποτυπώνονταν στο αρχιτεκτονικό έργο, και δ) εμπορική λειτουργία, αποτελεί κατά τον Mumford(1961), το εφαλτήριο για το μετασχηματισμό των πρώτων οικισμών σε πόλεις. Στη σύγχρονη ελληνική πρακτική, πόλεις θεωρούνται οι οικισμοί των οποίων οι πληθυσμός ξεπερνά τους 10.000 κατοίκους, ενώ οι μικρότεροι και λοιποί οικισμοί νοούνται κωμοπόλεις και κώμες (χωριά) (Αραβαντινός, 1997). Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο πληθυσμιακό μέγεθος δίνεται και από τον Μηλάκη (2006), γιατί: α) θεωρείται δεδομένη η ικανοποίηση των βασικών ανθρώπινων αναγκών, στο πλαίσιο της σύγχρονης αστικής ζωής και β) η πληθυσμιακή ανάπτυξη των πόλεων, που είναι ο λόγος και της εκτατικής ανάπτυξης τους, αποδίδεται σε οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές δυναμικές.

α)Δραστηριοποιημένη συγκεντροτικότητα(Energized crowding). Οι πόλεις είναι τα μέρη στα οποία λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες ενός ορισμένου πλήθους ανθρώπων. Αυτό δεν έχει να κάνει με το απόλυτο μέγεθος είτε με απόλυτους αριθμούς, έχει να κάνει με την πυκνότητα του οικισμού. β)Αστικά συμπλέγματα(Urban clusters).Οι πόλεις εμφανίζονται σε συμπλέγματα (clusters). Ποτέ μία πόλη δεν υπάρχει χωρίς να συνοδεύεται από άλλες. Οι πόλεις αναπόφευκτα υπάρχουν σε ένα αστικό σύστημα, μία αστική ιεραρχία. Ακόμα και γύρω από τις μικρότερες πολιτείες βρίσκονται μικρά χωριά που εξαρτώνται από αυτές. γ)Φυσικό όριο (Physical circumscription). Οι πόλεις είναι τα μέρη τα οποία έχουν κάποιο φυσικό περίγραμμα, είτε υλικό είτε συμβολικό, ώστε να διαχωρίζονται όσοι ανήκουν στην αστική τάξη με αυτούς που δεν ανήκουν. Ακόμα και χωρίς κάποιο υλικό περίγραμμα, υπάρχει ένα θεωρητικό όριο στα πλαίσια του οποίου ισχύουν συγκεκριμένοι περιορισμοί και συγκεκριμένα 7


προνόμια. δ)Διαφοροποίηση χρήσεων (Differentiation of uses). Οι πόλεις είναι τα μέρη όπου υπάρχει μια εξειδικευμένη διαφοροποίηση της εργασίας - όπου οι άνθρωποι είναι ιερείς ή τεχνίτες ή στρατιώτες- και όπου ο πλούτος δεν κατανέμεται εξίσου μεταξύ των πολιτών. Αυτές οι διακρίσεις δημιουργούν κοινωνικές ιεραρχίες: οι πλούσιοι είναι πιο ισχυροί από τους φτωχούς, ο ιερέας είναι πιο σημαντικός από τον τεχνίτη. Η κοινωνική ετερογένεια είναι επίσης αυτονόητη. Ο αστικός πληθυσμός περιέχει ανθρώπους από διαφορετικές εθνότητες, φυλές, θρησκείες. Ακόμη και από άποψη εθνότητας, οι ομοιογενείς πόλεις, όπως οι αρχικές πόλεις Yoruba επρόκειτο να είναι, μπορεί να υπάρχουν σκλάβοι ή παροδικοί έμποροι. ε)Αστικοί πόροι (Urban resources). Πόλεις είναι οι χώροι που ευνοούνται από μια πηγή εισοδήματος - το εμπόριο, την εντατική γεωργία και τη δυνατότητα των πλεονασμάτων των τροφίμων, ένα φυσικό πόρο, όπως ένα μέταλλο ή μία πηγή (λουτρό), ένα γεωμετρικό πόρο σαν ένα φυσικό λιμάνι, ή ένα ανθρώπινο πόρο σαν ένα βασιλιά. στ)Γραπτές αναφορές (Written records). Οι πόλεις είναι τα μέρη που πρέπει να βασίζονται σε γραπτά αρχεία. Διαμέσου γραπτών στοιχείων μπορούν να ανταλλάσουν τα προϊόντα τους, να θέτουν τους νόμους κάτω από τους οποίους που θα κυβερνούν την κοινότητα, και να ονοματίσουν ακίνητα που είναι εξαιρετικά σημαντικά, γιατί σε τελική ανάλυση μια πόλη στηρίζεται στη δομή της ιδιοκτησίας. ζ)Πόλη και ύπαιθρος (City and countryside). Πόλεις είναι χώροι που είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την ύπαιθρο τους, που έχουν μια περιοχή που τους παρέχει τροφή, την οποία προστατεύουν και της παρέχουν υπηρεσίες. Ο διαχωρισμός της πόλης και της χώρας, είναι απόλυτα ανόητος, όπως χαρακτηρίστηκα αναφέρει ο Kostof. Συχνά η πόλη ως μορφή είναι εγκλωβισμένη σε αγροτικά συστήματα διαίρεσης γης. η)Μνημειακό πλαίσιο (Monumental framework). Πόλεις είναι οι χώροι που διακρίνονται από κάποιο είδος μνημειακού ορισμού, αυτό συμβαίνει εκεί όπου το ύφασμα είναι κάτι περισσότερο από μια κουβέρτα κατοικιών. Αυτό σημαίνει ότι μια σειρά από δημόσια κτίρια καθορίζουν την κλίμακα της πόλης, καθώς επίσης και τα ορόσημα των πολιτών μιας κοινής ταυτότητας. 8

θ)Κτήρια και άνθρωποι (Buildings and people). Πόλεις είναι τα αμαλγάματα


Επιπρόσθετα, κατά τον Kevin Lynch (1962), η πόλη είναι ένας πολλαπλών χρήσεων, μεταλλασσόμενος οργανισμός, μία κοινή τοποθεσία για πολλές λειτουργίες, που έχει αναθραφεί από πολλά χέρια και με σχετική ταχύτητα. Η ολοκληρωμένη εξειδίκευση, ο τελικός συντονισμός, είναι απίθανα και ανεπιθύμητα. Η μορφή της πρέπει να είναι κάτι επιφυλακτικό και πλαστικό με βάση τους σκοπούς και τις αντιλήψεις των κατοίκων. Επιπλέον, ένας καθοριστικής σημασίας αστικός συντελεστής, όπως ορίζεται από τους Si. Eisner, A. Gallion & St. Eisner(1993),είναι η αστυφιλία - urbanism. Όπως αναφέρουν, μία αστική περιοχή ίσως είναι η συνομοσπονδία, η ένωση των γειτονικών φυλών που καταφεύγουν σε ένα κέντρο χρησιμοποιώντας ένα κοινό σημείο συνάντησης για προσκύνημα, προστασία και τα παρόμοια, ως εκ τούτου, το πολιτικό ή το κυρίαρχο σώμα που σχηματίζεται από μια τέτοια κοινότητα. Μία αστική περιοχή, με βάση τα λεγόμενα τους, μπορεί να προσδιοριστεί ως μία σύνθεση από κύτταρα, γειτονιές, ή κοινότητες στις οποίες οι άνθρωποι δουλεύουν μαζί, συνεργάζονται για το κοινό καλό. Οι τύποι των αστικών περιοχών μπορούν να ποικίλουν τόσο όσο ποικίλουν και οι δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα σε αυτές: τα μέσα παραγωγής και τα είδη των αγαθών, το εμπόριο, οι μεταφορές, η παράδοση των αγαθών και οι υπηρεσίες, ή ένας συνδυασμός όλων αυτών των δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με ένα τρίτο ορισμό, οι αστικές περιοχές είναι εκείνες οι τοποθεσίες όπου υπάρχει ευκαιρία για μία ποικιλία σε ότι αφορά το περιβάλλον ζωής και τους διαφορετικούς τρόπους ζωής. Οι άνθρωποι ζουν, εργάζονται και διασκεδάζουν διαμέσου κοινωνικών και πολιτισμικών σχέσεων που παρέχονται από το ότι ζουν κοντά σε μία αστικοποιημένη περιοχή. Οι προαναφερόμενοι προσθέτουν ακόμη, ότι, η λέξη «πόλη» υποδηλώνει μία μεγάλη συγκέντρωση ανθρώπων σε μία δοσμένη γεωγραφική περιοχή οι

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

των κτιρίων και των ανθρώπων. Είναι κατοικημένες συνθέσεις από τις οποίες καθημερινές τελετουργίες - η εγκόσμια και η εξαιρετική, η τυχαία και η οργανωμένη- αντλούν το κύρος τους. Στο αστικό τεχνούργημα και στις μεταλλάξεις του, είναι συμπυκνωμένες οι συνέχειες του χρόνου και του τόπου. Η πόλη είναι το απόλυτο μνημείο της δόξας και των αγώνων μας : εκεί είναι που εκτίθεται η υπερηφάνεια του παρελθόντος.

«Η μορφή της πόλης είναι πάντα η μορφή μίας εποχής και στη μορφή μίας πόλης συνυπάρχουν πολλές εποχές. Ακόμη και στη διάρκεια ζωής ενός ανθρώπου, η πόλη γύρω του αλλάζει όψεις και οι αναφορές σ’ αυτήν δεν είναι πάντα ίδιες. - Rossi Aldo, 1991» 9


οποίοι υποστηρίζουν τον εαυτό τους σε αρκετά μόνιμη βάση από οικονομικές δραστηριότητες της περιοχής εκείνης. Η πόλη μπορεί να είναι το κέντρο της βιομηχανίας, του εμπορίου, της εκπαίδευσης, ή της κυβέρνησης ή και όλων αυτών των δραστηριοτήτων μαζί. Αυτή η ποικιλία των δυνατοτήτων είναι που προσελκύει ανθρώπους από αγροτικές περιοχές στις πόλεις. Στο λεξιλόγιο της αρχιτεκτονικής, που έχει επιμεληθεί από τους Χαράλαμπος Μπούρας και Δημήτρης Φιλιππίδης (2003), παρατίθεται ο ακόλουθος ορισμός για την έννοια της πόλης και τα χαρακτηριστικά της. Πόλη (ις), η [ αγγλ. town, city• γαλλ. ville, cité• γερμ. Stadt• ιταλ. città]• (πολεοδ.) τρεις βασικές προϋποθέσεις ορίζουν την πόλη μέχρι και τον 20ό αιώνα: σημαντικός αριθμός κατοίκων, μεγάλη συγκέντρωση δόμησης και κατασκευών και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πληθυσμού (απασχολούμενοι στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα της οικονομίας). Ακόμη, οι εθνικές νομοθεσίες εξειδικεύουν το πληθυσμιακό μέγεθος που συγκροτεί την πόλη. Στην Ελλάδα, πρόκειται για οικισμούς άνω των 10.000 κατοίκων στον 20ό αι., ενώ στον 19ο αι. το κατώτατο όριο ήταν οι 5.000. Η πόλη θεωρήθηκε ως κοιτίδα του πολιτισμού, διότι επέτρεψε την επαφή και την όσμωση μεταξύ πολλών και διαφορετικών ανθρώπινων ομάδων που συναντώνται στο χώρο της χάρη στις δυνατότητες ανταλλαγής των προϊόντων. Από την αρχαιότητα οι πόλεις αναπτύχθηκαν ως κέντρα άσκησης εξουσίας (πολιτικής και στρατιωτικής), αλλά και ως κέντρα παραγωγής και κατανάλωσης. Η δημιουργία νέων πόλεων υπήρξε μια διαδεδομένη πρακτική σε όλους τους αρχαίους και νεότερους πολιτισμούς, όταν επιθυμούσαν να ισχυροποιήσουν την πολιτική κυριαρχία και να αναπτύξουν την οικονομία τους. Κατά τα μεσαιωνικά χρόνια η πόλη αναδύεται χάρη σε μία κοινωνική δυναμική που απορρέει από τη σύνδεση ενός προϋπάρχοντος οχυρού στρατιωτικού σημείου, γύρω από το οποίο υπήρχε ένας πυρήνας κατοικίας, και χώρος εγκατάστασης μίας μικρής εμπορικής αγοράς. Στη συνέχεια, οικοδομούνται πολιτικοί και διοικητικοί θεσμοί που δίνουν στη πόλη σχετική αυτονομία. Η άνοδος των αστών (bourgeois) έναντι του καθεστώτος της γαιοκτησίας διαρρηγνύει τις παραδοσιακές δομές, υπερβαίνει την οικονομία της επιβίωσης και συγκεντρώνει τις πολιτικές και παραγωγικές προϋποθέσεις, ώστε το εμπορικό κεφάλαιο να επενδύσει στη βιοτεχνία. Η ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού, οδηγώντας στην ομογενοποίηση των θεσμών και στο γιγαντισμό των πόλεων επιφέρει τη γενίκευση του αστικού μοντέλου, την κυριαρχία της αστικής οικονομίας και την πλήρη επικράτηση του αστικού τρόπου ζωής. Η παραδοσιακή ισχυρή διαφοροποίηση ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο είχε διατηρηθεί όσο τα μέσα συγκοινωνίας και επικοινωνίας δεν ήταν ανεπτυγμένα. Στα νεότερα χρόνια, η μείωση των αγροτικών 10


Στα όσα αναφέρθηκαν, αξίζει να προστεθούν τα θεμελιώδη, όπως τα χαρακτηρίζει ο Kevin Lynch (1981), ερωτήματα που καταγράφει στο “A Theory of a Good City Form”, σε ότι αφορά το ποιά είναι τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται η μορφή ενός ανθρώπινου οικισμού. Αυτά είναι μόνο τα εσωτερικά φυσικά στοιχεία; ή και οι ζωντανοί οργανισμοί; οι πράξεις των ανθρώπων που λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια του; οι κοινωνικές δομές; το οικονομικό σύστημα; το οικολογικό σύστημα; ο έλεγχος του χώρου και η σημασία του; ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η ταυτότητα του και τα συναισθήματα που προκαλεί; οι καθημερινοί και εποχιακοί ρυθμοί του; οι κοσμικές αλλαγές; Όπως κάθε σημαντικό φαινόμενο, η πόλη εκτείνεται σε κάθε άλλο φαινόμενο, και η κατανόηση του διαχωρισμού τους δεν είναι εύκολη.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

πληθυσμών, η αστική επέκταση και η ανάπτυξη των δικτύων και της έντονης κινητικότητας τείνουν να εκμηδενίσουν τις διαφορές. Η πόλη μεταμορφώνεται σε ένα πλέγμα που συνδέει αστικούς πυρήνες διάσπαρτους στο χώρο. Η σωρεία νεολογισμών στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αι. που περιγράφουν επιμέρους μορφές αστικής ανάπτυξης δείχνουν το μέγεθος και τον συνεχώς μεταβαλλόμενο χαρακτήρα του αστικού φαινομένου.

Ενώ, κατά τον Walter Siebel (2003), η μορφή της Ευρωπαϊκής πόλης διακρίνεται από τρία χαρακτηριστικά. Πρώτον, από την κεντρικότητα, τη μείωση δηλαδή των υψών από το κέντρο με τα ψηλά κτίρια προς την περιφέρεια με τα χαμηλά κτίρια. Δεύτερον, από την αντίθεση μεταξύ πόλης και υπαίθρου, από τη σαφή διάκριση μεταξύ της περιτοιχισμένης πόλης και των αγρών που την περιβάλλουν. Τρίτον, από τη σύμμειξη, από τη ζωντανή παράθεση και ανάμειξη της εργασίας, της διαμονής, της αναψυχής και της κυκλοφορίας, των νέων και των ηλικιωμένων, των ντόπιων και των ξένων, των φτωχών και των πλούσιων. Επισημαίνει επίσης ότι, η κοινωνία που δημιούργησε την πόλη αυτή δεν υπάρχει πια, γι’ αυτό και αυτή η πόλη χάνεται.

«Πιστεύουμε ότι η πόλη στο σύνολο της είναι πιο σημαντική από τα μεμονωμένα μέρη της (το οδικό σύστημα, την τοπογραφία της και τα πράγματα που αντιλαμβάνεται κανείς περνώντας το δρόμο) και αυτό αποτελεί τον αστικό συντελεστή στο σύνολο του. -Aldo Rossi,1991»

11


2_Η πόλη ως αποτύπωμα

12


«Οι πόλεις εξάπτουν την κοινωνική φαντασία σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Για ορισμένους είναι τερατώδεις: στους κόλπους τους πολλαπλασιάζονται οι ασθένειες και οι επιδημίες, αυξάνονται οι ηθικές διαστροφές, και οι κοινωνικές ταραχές απειλούν να εκραγούν. Για άλλους, κάποτε μάλιστα για τα ίδια πρόσωπα, - γιατί ο αστικός νέος κόσμος γοητεύει και συγχρόνως τρομάζει- αντιπροσωπεύει την ελπίδα για έναν πιο πολιτισμένο κόσμο. Ακριβώς όπως οι ρυθμοί ανάπτυξης δεν ήταν παντού ίδιοι, με τον ίδιο τρόπο η αντίληψη για την πόλη δεν είναι παντού η ίδια, στις ΗΠΑ και τη Γερμανική Αυτοκρατορία, μάλιστα, εκδηλώνονται οι πλέον ακραίες, αισιόδοξες και απαισιόδοξες, αντιλήψεις. -Jean-Luc Pinol, 2000» Όπως έγινε κατανοητό από την προηγούμενη ενότητα, υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να οριστεί μία πόλη. Οι χρήσεις, οι ενέργειες και οι λειτουργίες που επιτελούνται σε μία πόλη είναι ποικίλες, έτσι η πόλη, μπορεί να οριστεί με βάση κάθε μία από αυτές. Ορισμοί και αναλύσεις της πόλης που συνδέουν τη μορφή της με τους διάφορους αστικούς συντελεστές, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. «Πόλεις είναι οι χώροι που έχουν κάποιο περίγραμμα, είτε υλικό είτε συμβολικό, για το διαχωρισμό εκείνων που ανήκουν στην αστική σειρά από εκείνους που δεν ανήκουν.» δηλώνει ο Kostof (1991). Πράγματι, το σχήμα στα πλαίσια του οποίου αναπτύσσεται μία πόλη, το αποτύπωμα αυτής, είναι ένα στοιχείο που μπορεί να δώσει ποικίλες πληροφορίες .

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

2_Η πόλη ως αποτύπωμα

Ο Lynch(1981), δίνοντας κι αυτός έμφαση στη σημασία της μορφής ενός οικισμού, αναφέρει ότι η μορφή ενός οικισμού είναι η χωρική διάταξη των ανθρώπινων πράξεων, το αποτέλεσμα των χωρικών ροών των ανθρώπων, τα αγαθά, οι πληροφορίες, και τα φυσικά χαρακτηριστικά τα οποία τροποποιούν το χώρο με ένα σημαντικό τρόπο για αυτές τις πράξεις, συμπεριλαμβάνοντας τα περιβλήματα, τις επιφάνειες, τους διαύλους, την ατμόσφαιρα και τα αντικείμενα. Η οριοθέτηση της πόλης, με βάση τον Στεφάνου(1999), απεικονίζεται με ένα σχήμα, ενώ ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης(2006), θέτει το θέμα της οριοθέτησης σε ένα γενικότερο πλαίσιο, αναφέροντας ότι οι ανθρώπινοι οικισμοί αποτελούνται από πέντε στοιχείατη Φύση, τον Άνθρωπο, την Κοινωνία, τα Κελύφη και τα Δίκτυα- τα οποία σχηματίζουν ένα σύστημα που ρυθμίζει το τύπο και την ποιότητα της ζωής μας. 13


Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι το σχήμα στα πλαίσια του οποίου αναπτύσσεται μία πόλη, το αποτύπωμα αυτής, είναι ένα στοιχείο που μπορεί να δώσει ποικίλες πληροφορίες για το είδος και την ποιότητα ζωής σε αυτή, γι’ αυτό και στην παρούσα εργασία η πόλη επιλέχθηκε να ερευνηθεί ως προς το αποτύπωμα της πάνω στη γη. Εκτός από την ποιότητα ζωής, επηρεάζεται ο τρόπος μετακίνησης, ο τρόπος με τον οποίο οι κάτοικοι αλληλοεπηρεάζονται και αλληλοσυνδέονται. Ο Lynch (1962), υποστηρίζει ότι υπάρχει μία δημόσια εικόνα κάθε πόλης, η οποία στην ουσία είναι μία αλληλοεπικάλυψη πολλών μεμονωμένων εικόνων ή πιθανόν να υπάρχει μία σειρά δημόσιων εικόνων, η κάθε μία από τις οποίες αποτελείται από ένα συγκεκριμένο αριθμό κατοίκων. Επίσης, συμπληρώνει (1981) ότι οι μορφές των πόλεων, η πραγματική λειτουργία τους, οι ιδέες και οι αξίες που οι άνθρωποι αποδίδουν σε αυτά συνθέτουν ένα μοναδικό φαινόμενο. Χαρακτηριστικά γράφει ο Aymonino Carlo (1979), ότι το «περίγραμμα» της πόλης, είναι για τη βιομηχανική κοινωνία (ή κοινωνία των πόλεων) ο ορίζοντας της, είναι το χαρακτηριστικό όριο που περικλείει και ταυτόχρονα ορίζει όλες τις βασικές σχέσεις, ενώ παράλληλα και συγχρόνως είναι ο κατεξοχήν τόπος, όπου είναι δυνατό να δημιουργηθούν νέες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές σχέσεις και προτάσεις Για την παρούσα εργασία, ο όρος «αστικό αποτύπωμα», αποτελεί μία προσέγγιση στον ορισμό και την ερμηνεία της πόλης και της δυναμικής της συμπεριφοράς, που συνδέεται με τις προσεγγίσεις που δίνουν έμφαση στη μορφή της πόλης. Έτσι, το «αποτύπωμα της πόλης» ορίζεται ως το σχήμα, το εικονικά εξωτερικό στοιχείο της πόλης, από το οποίο είναι δυνατό να ανακαλυφθεί η ταυτότητα των ενεργειών στο χώρο αυτό σε μία καθορισμένη χρονική στιγμή. Αναφέρεται δηλαδή, στη μορφολογική απεικόνιση και στο συμβολισμό που προέρχεται από την οπτική ανάγνωση μίας πόλης. Με άλλα λόγια, είναι το σχήμα το οποίο προκύπτει από το περίγραμμα, το οποίο θέτει και τα όρια του χώρου στον οποίο λαμβάνουν χώρα όλες οι δραστηριότητες της πόλης. Τα αστικά αποτυπώματα, αποτελούν σημείο ενδιαφέροντος γιατί μπορούν να ερμηνεύσουν το πως λειτουργούν διάφορα αστικά συστήματα, και έχουν άμεση σύνδεση με τις πολιτικές σχεδίασης. Η μελέτη τους μπορεί να βοηθήσει να ερευνηθούν οι επιλογές και οι δυνατότητες που διαμορφώνουν τις πολιτικές σχεδίασης. Τα αστικά αποτυπώματα συσχετίζονται με συγκεκριμένες τυπολογίες, ιδιότητες, μονάδες, σειρές από «κανόνες» και σχέσεις που μπορούν να αποτελούν θέμα προς μελέτη και ακαδημαϊκή έρευνα από μόνα τους (Marshall & Gong, 2009). Όπως αναφέρει κι ο Lynch (2002), το αστικό αποτύπωμα παίζει καθοριστικό ρόλο σε ένα εντυπωσιακό 14


2.1_Χαρακτηρισμοί αποτυπωμάτων και τυπολογίες «Ο σχεδιασμός μίας πόλης και μίας χώρας μπορεί να περιγραφτεί ως η τέχνη και η επιστήμη του να κανονίζει κανείς τη χρήση της γης, τον χαρακτήρα της και την τοποθέτηση των κτηρίων και των επικοινωνιακών διαδρομών. Ο σχεδιασμός με την έννοια με την οποία ασχολούμαστε με αυτόν, ασχολείται κατά κύριο λόγο με τη γη, και δεν είναι οικονομικός, κοινωνικός ή πολιτικός σχεδιασμός, αν και βοηθά στην πραγματοποίηση των στόχων αυτών των άλλων ειδών σχεδιασμού. - Keeble, 1952 »

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

αριθμό προβλημάτων, λόγω της απόστασης των κτιρίων, την τοποθεσία των δραστηριοτήτων, τη διάταξη των γραμμών κυκλοφορίας. Είναι ένα στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να απασχολεί έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο, καθώς οι πληροφορίες που μπορούν να παρθούν από ένα αποτύπωμα, ποικίλουν σε τομείς.

Όπως αναφέρει ο Burns το 1976, ο Ιππόδαμος ο Μιλήσιος σχεδίασε το «διαμαντένιο πλέγμα» που αποτελείται από ευθύγραμμους δρόμους που τέμνονται σχηματίζοντας γωνίες 45° και 135° και εφαρμόσθηκε αρχικά στην αρχαία Μίλητο(Εικ.3) και σε πολλές άλλες πόλεις στο πέρασμα της ιστορίας (Paden 2001).Οι παλιές πόλεις είχαν χοντρικά ένα κυκλικό ή ορθογώνιο περίγραμμα, με σκληρά όρια συνήθως μαρκαρισμένα με τείχη. Όπως η μεγάλη πόλη του Πεκίνου. Το επιτακτικό κίνητρο ήταν η προστασία των κατοίκων- ως ένα γλυπτό ειδικού περιβάλλοντος μέσα σε ένα άγνωστο κόσμο. Για αιώνες, πρώτα χτιζόταν το τείχος της πόλης και μετά αναπτυσσόταν το εσωτερικό της. Πέρα από την αμυντική αξία που είχε αυτή η μορφή πόλης, η συμπαγής μάζα της, είναι μία πολύ λογική μορφή όταν δεν είναι πολύ μεγάλη. Το κέντρο είναι εξίσου κοντά με όλους τους τομείς της περιφέρειας και η πόλη έχει μία συμπαγή, εμφανή ενότητα(Lynch, 2002). Ο διαχωρισμός του αποτυπώματος της πόλης σε κατηγορίες, είναι ένα θέμα το οποίο έχει ερευνηθεί πολλάκις και υπάρχουν αρκετοί διαφορετικοί ορισμοί για το καθένα από αυτά. Είναι δύσκολο τα αστικά αποτυπώματα να καταχωρηθούν σε αυστηρές κατηγορίες, καθώς ακόμα και να υπάρχουν κοινές αρχές και κοινά χαρακτηριστικά, πάντα υπάρχουν έντονες διαφορές μεταξύ των πόλεων. Για τον προαναφερθέντα λόγο, ανάμεσα

15


16


Ένας όμως βασικός διαχωρισμός που βρίσκει σύμφωνους ένα μεγάλο αριθμό θεωρητικών είναι οι σχεδιασμένες και οι οργανικές πόλεις. Η πρώτη κατηγορία μελετήθηκε και σχεδιάστηκε από μία ομάδα ανθρώπων, ενώ η δεύτερη αναπτύσσεται χωρίς σχεδίαση. Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τον Kostof (1991), το πρώτο είδος των πόλεων είναι η προγραμματισμένη ή σχεδιασμένη πόλη ή η πόλη «που έχει δημιουργηθεί» -η πόλη ville créée του Pierre Lavedan. Ορίστηκε σε μία χρονική στιγμή το μοτίβο της και καθορίστηκε άπαξ και δια παντός από κάποια αρχή εποπτείας. Μέχρι τον 19ο αιώνα, αυτό το αποτύπωμα πάντα καταχωρείται ως ένα μεθοδικό, γεωμετρικό σχήμα. Στην πιο απλή μορφή του θα ήταν ένας κάναβος, ή αλλιώς ένα κεντρικά σχεδιασμένο σύστημα σαν ένας κύκλος ή ένα πολύγωνο με ακτινικούς δρόμους που απορρέουν από το κέντρο, αλλά συχνά η γεωμετρία είναι πιο περίπλοκη, παντρεύει τους δύο καθαρούς τύπους με διαμορφωμένους και διασπασμένους συνδυασμούς. Μία πόλη, σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, αποτελείται από μικρά, αυτόνομα, αδιαφοροποίητα μέρη, που συνδέονται επάνω σε μια μεγάλη μηχανή που σε αντίθεση με αυτά έχει σαφώς διαφοροποιημένες λειτουργίες και κινήσεις.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

στους θεωρητικούς συχνά είτε υπάρχουν διαφορές στους ορισμούς ίδιων κατηγοριών είτε διαφορές στην κατηγοριοποίηση. Όπως αναφέρουν και οι Marshall & Gong (2009), για τον ιστορικό μπορεί να έχει περισσότερο ενδιαφέρον ο τρόπος ή η ακολουθία της διαμόρφωσης της αστικής δομής, για τον σχεδιαστή μεταφορών, μπορεί να έχει περισσότερο ενδιαφέρον η κατανομή των προελεύσεων και τον προορισμών, ενώ ένας πολεοδόμος, μπορεί να ενδιαφέρεται για την κατανομή των γειτονιών, των εγκαταστάσεων και των χώρων πρασίνου.

Σε ότι αφορά το δεύτερο είδος, επίσης κατά τον Kostof (1991), το οργανικό μοντέλο, ή η βιολογική πόλη, ville spontanée, αντιμετωπίζει την πόλη ως κάτι ζωντανό και όχι ως μια μηχανή. Έχει ένα σαφή όριο, ένα βέλτιστο μέγεθος, μια συνεκτική, αδιαίρετη εσωτερική δομή, και μία ρυθμική συμπεριφορά που αναζητά στο πρόσωπο της αναπόφευκτης αλλαγής να διατηρήσει μια ισορροπημένη κατάσταση. Οι δημιουργοί αυτού του μοντέλου ήταν οι Frederick Law Olmsted, Ebenezer Howard, Patrick Geddes και ο Lewis Mumford. Μόνο αυτό το μοντέλο πόλης, περιορίζεται όπως φαίνεται, στο να μην είναι σε γεωμετρικά αστικά πρότυπα του παρελθόντος, αλλά να είναι σε «αυτόσυνείδητους οργανισμούς» των πόλεων-κήπων, όπως οι Αμερικάνικες “Greenbelt towns”, σε γραφικά προάστια και να διαθέτουν μία περισσότερο ή λιγότερο ομόλογη μορφολογία. Τεκμαίρεται ότι αναπτύσσονται χωρίς την 17


18


Βέβαια υπάρχουν κάποιοι που δεν είναι σύμφωνοι ούτε με αυτόν το βασικό διαχωρισμό αφού δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που αυτές οι δύο μορφές συγχέονται. Aν γινόταν να ανιχνευτούν αρκετές εκατοντάδες σχέδια τυχαίων πόλεων σε όλο το φάσμα της ιστορίας, θα έβγαινε στην επιφάνεια ένας πιο θεμελιώδης λόγος να αμφισβητηθεί η χρησιμότητα των αστικών διχοτομήσεων με βάση την γεωμετρία. Θα είχε διαπιστωθεί ότι οι δύο κύριες εκδόσεις των αστικών τύπων, η προγραμματισμένη και η «οργανική», συχνά συνυπάρχουν, όπως και στην περίπτωση του οργανωμένου Back Bay δίπλα στην παλιά Βοστώνη (Kostof,1991). Όπως αναφέρει κι ο Lynch(1981), οι πόλεις δεν είναι οργανισμοί, περισσότερο από ότι δεν είναι μηχανές.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

παρέμβαση σχεδιαστών, κι ότι δεν υπόκεινται σε ρυθμιστικά σχέδια, αλλά στο πέρασμα του χρόνου, στη μορφή του εδάφους, και στην καθημερινή ζωή των πολιτών. Η προκύπτουσα μορφή είναι ακανόνιστη, μη-γεωμετρική, «οργανική», με αποτέλεσμα στραβούς δρόμους με καμπύλες και τυχαία ορισμένους ανοιχτούς χώρους. Για να τονίσει κανείς τη διαδικασία ανάπτυξης αυτών των πόλεων-μορφών, με την πάροδο του χρόνου, γίνεται λόγος για «απρογραμμάτιστη εξέλιξη» ή «ενστικτώδη ανάπτυξη». Συμπληρωματικά με τα παραπάνω αναφέρεται ότι, ο Castagnoli (1967) χαρακτηρίζει την ακανόνιστη πόλη ως το αποτέλεσμα της ανάπτυξης που έχει αφεθεί εξ ολοκλήρου σε άτομα που πραγματικά ζουν στη γη. Εάν ένα διοικητικό όργανο διαχωρίσει τη γη πριν τη διαθέσει στους χρήστες, θα προκύψει ένα ομοιόμορφο μοτίβο της πόλης αυτής.(Εικ.4)

Συνεχίζοντας, εκτός από τους προηγούμενους διαχωρισμούς σε σχέση με τη μορφή της πόλης ο Kevin Lynch (1981) έχει συντάξει μία λίστα διαχωρίζοντας τις πόλεις σε σχέση με το γενικό τους μοτίβο σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο καθώς επίσης γίνεται και ανάλυση των γενικών χαρακτηριστικών τους.(Εικ.5) Η πρώτη μορφή πόλης λέγεται “The star”, «Το αστέρι». Αλλιώς χαρακτηρίζεται «ακτινικό αστέρι» ή «αστερίσκος». Η προκείμενη μορφή θεωρείται η καλύτερη σε ότι αφορά στις μεσαίες έως μεγάλες πόλεις από άποψη μεγέθους, καθώς για την πρώτη περίπτωση έχει πολλά χρήσιμα χαρακτηριστικά. Υπάρχει ένας κυρίαρχος κεντρικός πυρήνας, με μεγάλη πυκνότητα και ποικιλία χρήσεων, στον οποίο έχουν αφετηρία τέσσερις έως οκτώ κύριες αρτηρίες μεταφοράς, ή όπως μπορούν να χαρακτηριστούν «δάχτυλα». Κατά μήκος των προαναφερθέντων αρτηριών, υπάρχουν μικρότερα, δευτερεύοντα κέντρα. Εντατικότερες χρήσεις μπορούν να ομαδοποιηθούν γύρω τους ή ακόμα και να παραταχθούν κατά μήκος των αρτηριών. Οι λιγότερο 19


20


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

βεβαρυμμένες χρήσεις καταλαμβάνουν ζώνες σε μεγαλύτερη απόσταση από τις κύριες ακτίνες, ενώ ταυτόχρονα, πράσινες ζώνες εξαπλώνονται στον εναπομείναντα χώρο ανάμεσα στα ήδη ανεπτυγμένα τμήματα. Επίσης, σε απόσταση από το κυρίως κέντρο, ομόκεντροι δακτύλιοι-αυτοκινητόδρομοι συνδέουν τις περιοχές ακτινωτής ανάπτυξης μεταξύ τους, αλλά είναι απαγορευμένη η ανάπτυξη καθ’ όλο το μήκος αυτών των δακτυλίων, παρά μόνο στα τμήματα που τέμνονται με τις κεντρικές αρτηρίες-δάχτυλα. Το αναφερόμενο κέντρο πόλης, είναι η εκλογίκευση της μορφής που αυθόρμητα είχε παρουσιαστεί ως οι πρώην συμπαγείς κεντρικές πόλεις που αναπτύχθηκαν ταχέως προς τα έξω και κατά μήκος νέων δημόσιων μεταφορικών δικτύων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα οργανωμένο δίκτυο μαζικής μεταφοράς είναι αναγκαίο καθώς η κυκλοφοριακή συμφόρηση επικεντρώνεται στο κέντρο. Ακόμη, η ακτινική μορφή υποτίθεται ότι είναι η πιο εύκολη για τη δημιουργία γραμμών μεταφοράς και για τον καθορισμό του πλαισίου για τις περισσότερες γεωγραφικές και οικονομικές έρευνες. Πολλές πόλεις του 19ου ή του 20ού αιώνα προσπάθησαν να το υιοθετήσουν ως σχήμα, αλλά σπάνια διατηρήθηκε, λόγω του τεράστιου ελέγχου που απαιτεί¬ται για να διατηρηθούν οι πράσινες σφήνες ανοικτές και συνεχείς, ώστε να εξασφαλίζεται η προσπέλαση προς το κέντρο. Παραδείγματα του αποτυπώματος αυτού μπορούν να θεωρηθούν η Μόσχα, η Κοπενχάγη κ.α.. Ο Kevin Lynch (1981) χαρακτηριστικά αναφέρει: «Φαίνεται τόσο φυσική, όσο το νερό στο ψάρι.». “The Satellite Cities”, «Οι δορυφορικές πόλεις», είναι η δεύτερη στη λίστα, μορφή πόλης. Υπάρχει μία συσχέτιση με την προηγούμενη κατηγορία, όσον αφορά στην ιδέα ότι μία κεντρική πόλη πρέπει να περιτριγυρίζεται, με μία απόσταση, από μία σειρά δορυφορικών κοινοτήτων περιορισμένου μεγέθους. Το κυρίαρχο κέντρο παραμένει, όπως και η γενική ακτινική μορφή, η ανάπτυξη όμως, διοχετεύεται σε κοινότητες καλά διαχωρισμένες από την κεντρική περιοχή, αντί να είναι ομόκεντρες και συνεχιζόμενες όπως την πρώτη περίπτωση. Ο περιορισμός που υπάρχει σε σχέση με το μέγεθος των οικισμών, υπόκειται στη βασική ιδέα ότι οι πόλεις που ξεπερνούν ένα ορισμένο μέγεθος, τεκμαίρεται ότι είναι λιγότερο αποτελεσματικές και κατώτερης ποιότητας. Η κεντρική πόλη θα πρέπει να έχει σταθερό πληθυσμό ή και να μειώνεται προοδευτικά, αφού οι δορυφόροι είναι σχεδιασμένοι να εμπεριέχουν ένα βέλτιστο πληθυσμό. Όταν αυξάνεται ο πληθυσμός, τότε δημιουργείται ένας νέος δορυφόρος. Οι δορυφόροι οι οποίοι περιτριγυρίζονται από ζώνες πρασίνου, είναι διαχωρισμένοι από τη μητέρα πόλη από ευρεία τμήματα αγροτικής γης. Κάθε δορυφόρος έχει το δικό του κέντρο, με τις δικές του υπηρεσίες και κάποια παραγωγική δραστηριότητα. Αυτή η μορφή βασίζεται

21


στην ιδέα ότι το μεγάλο μέγεθος είναι απαραίτητα κακό. Είναι γεγονός ότι οι μεγάλες πόλεις έχουν αρκετά μείον, όμως δεν είναι ξεκάθαρο ότι όλα προέρχονται από το μέγεθος της, καθώς λόγω αυτού παρέχουν καλύτερες υπηρεσίες και έχουν ένα παραγωγικό πλεονέκτημα. Παρά όλα αυτά, η ιδέα με τους δορυφόρους πιθανώς είναι αυτή με τη μεγαλύτερη επιρροή από όλα τα άλλα μοντέλα πόλεων, και εμφανίζεται συχνά σε σχεδιαστικές προτάσεις σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις. Η τρίτη μορφή πόλης στη λίστα είναι η “The Linear City”, «Η γραμμική Πόλη». Η ιδέα αυτή έχει αναπτυχθεί ως θεωρία, έχει όμως πολύ σπάνια εφαρμογή. Η μορφή της βασίζεται σε ένα συνεχόμενο σύστημα μεταφοράς (ή σε περισσότερα αλλά πάντα παράλληλα) κατά μήκος του οποίου βρίσκονται οι πιο σημαντικές χρήσεις όπως η παραγωγή, η κατοίκηση, το εμπόριο και οι υπηρεσίες. Οι λιγότερο βεβαρυμμένες χρήσεις αναπτύσσονται στις προς τα πίσω παράλληλες ζώνες. Είναι περίπου σαν να απομονώνεται μία κεντρική αρτηρία, της πρώτης μορφής, της ακτινικής πόλης. Σε σχετικά μικρή απόσταση από τον κεντρικό άξονα συναντάται η ύπαιθρος, για το λόγο αυτό οι κατοικίες κατά μήκος του άξονα έχουν τις καλύτερες συνθήκες συγκριτικά με τις κατοικίες των άλλων μορφών πόλης, αφού στην πρόσοψη μπορεί να βρίσκεται ο κύριος οδικός άξονας ενώ στην πίσω αυλή να ανοίγεται η φύση. Γραμμικοί οικισμοί μπορούν θεωρητικά να επεκταθούν από ένα παλαιό ιστορικό κέντρο σε ένα άλλο, διανύοντας τεράστιες αποστάσεις απλά ακολουθώντας τις καμπύλες του εδάφους. Η προκείμενη μορφή, έχει συγκεκριμένη χρησιμότητα, σε συγκεκριμένη κλίμακα για συγκεκριμένες χρήσεις και καταστάσεις. Δεν υπάρχει κυρίαρχο κέντρο, όλοι έχουν εξίσου εύκολη πρόσβαση στο βασικό άξονα αλλά και στην ύπαιθρο. Η μαζική μετακίνηση είναι αποτελεσματική αφού όλοι ζουν ακριβώς πάνω στον οδικό άξονα. Αυτή όμως η μορφή έχει πολλά ελαττώματα στην κλίμακα μίας πόλης, εφαρμόζεται όμως με επιτυχία σε εμπορικές ζώνες. Είναι το αποτέλεσμα των μεγάλων αποστάσεων που υφίστανται, εάν υπάρχει μεγάλη ανάπτυξη, σε σχέση με μία συμπαγή πόλη. Επιπλέον, αφού η κίνηση πραγματοποιείται γραμμικά δεν υπάρχει δυνατότητα ένα αμάξι να σταματήσει και να επιστρέψει αν δεν υπάρχουν οι απαραίτητες εγκαταστάσεις έστω στις άκρες την πόλης. Όμως με ποιό τρόπο θα οριστούν οι άκρες αν συνεχίζει να υπάρχει ανάπτυξη; Έτσι, σε μικρές κλίμακες που τα μέσα μεταφοράς δεν είναι απαραίτητα, το μοντέλο αυτό είναι περισσότερο επιτυχές. “The Rectangular Grid City”, η «Πόλη σε Ορθογώνιο Πλέγμα» είναι η επόμενη κατηγορία. Είναι μία μορφή για την οποία υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα. Η βασική της ιδέα είναι σχετικά απλή, αφού πρόκειται για 22


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

ένα ορθογώνιο πλέγμα από οδικά δίκτυα, τα οποία διαχωρίζουν τον αστικό ιστό σε πανομοιότυπα οικοδομικά τετράγωνα και μπορεί να επεκταθεί σε οποιαδήποτε κατεύθυνση. Ιδανικά, αυτή η μορφή δεν έχει κανένα όριο και κανένα κεντρικό σημείο. Κάθε χρήση μπορεί να αναπτυχθεί παντού, αφού όλα τα οικόπεδα έχουν το ίδιο μέγεθος και όλα τα σημεία είναι εξίσου προσβάσιμα, εκτός από αυτά που βρίσκονται στα όρια της ανάπτυξης. Αυτό το πλέγμα αναπτύσσεται είτε για να εξασφαλίσει κεντρικό έλεγχο και να εκφράσει την τελειότητα, είτε για να υποστηρίξει μια ατομικιστική αλλά ισότιμη κοινωνία. Ανάλογα με την κατάσταση και την κλίμακα πολλά από τα χαρακτηριστικά της μορφής αυτής μπορούν να αλλάξουν. Ίσως αναπτυχθεί ένα κυρίαρχο τμήμα, πιθανώς μία περιοχή να διαχωριστεί άνισα ή να δημιουργηθούν διαγώνιες οδοί. Ενώ τα κέντρα δε συμφωνούν με την αρχική θεωρία του ισότιμου πλέγματος, μπορούν να ενταχθούν σε αυτό χωρίς ιδιαίτερη παραμόρφωση (μόνο στην περίπτωση που είναι πολύ μεγάλα και έντονα), επίσης μπορεί αυθόρμητα να μπουν όρια στο πλέγμα, όπως και να αναπτυχθούν ιεραρχίες στους δρόμους. Όπως είναι μάλλον αδύνατο οι δρόμοι να αναπτύσσονται επ’ άπειρον, έτσι είναι αδύνατο να παραμένουν πάντα ευθείς και κάθετοι, γεγονός που διευκολύνει την οδήγηση σε αυτούς αφού λόγω οπτικής μονοτονίας θα υπήρχε έλλειψη συγκέντρωσης και η επικινδυνότητα θα αυξανόταν. Η Πριήνη και η Μίλητος είναι δύο πόλεις που επιδεικνύουν το Ιπποδάμειο σύστημα όπως εξελίχθηκε στο τέλος της ελληνιστικής περιόδου. Η «αγορά» κατέχει το κατά προσέγγιση γεωγραφικό κέντρο της πόλης. Γύρω από αυτό ήταν οι ιεροί ναοί, τα δημόσια κτήρια, και τα μαγαζιά. Τα οικοδομικά τετράγωνα είναι σχεδιασμένα ώστε να παρέχεται ο κατάλληλος προσανατολισμός στα σπίτια. Οι εγκαταστάσεις για ψυχαγωγία και διασκέδαση βρίσκονται στο «γυμνάσιο», στο στάδιο και στο θέατρο. Οι υψομετρικές της τοποθεσίας υποδηλώνουν ότι κάποιοι από τους δρόμους ήταν πολύ απότομοι, καθιστώντας συχνά απαραίτητα κάποια σκαλοπάτια, αλλά οι κύριοι δρόμοι που συνέδεαν τις πύλες με την “αγορά” ήταν γενικά τοποθετημένοι έτσι ώστε τα υποζύγια και τα κάρα να μπορούν να τους διασχίσουν άμεσα. ( Simon Eisner, Arthur Gallion, Stanley Eisner, 1993). Η πέμπτη στη σειρά κατηγορία είναι η “Other Grid Forms” , «Άλλες μορφές Πλέγματος». Υπάρχουν αρκετές παραλλαγές της προηγούμενης βασικής κατηγορίας που αξίζουν προσοχή, όπως αυτή του Christopher Alexander με το σύστημα των «παράλληλων δρόμων». Πλέγματα με όχι ορθογώνια μέλη έχουν σημαντικό θεωρητικό υπόβαθρο, ενώ λιγότερο σημαντική πρακτική αξία. Το τριγωνικό πλέγμα έχει προταθεί επειδή είναι ένα συνηθισμένο πλέγμα,

23


και προσθέτει δύο επιπλέον κατευθύνσεις κίνησης. Υπάρχει και σε άλλες παραλλαγές όπως αυτή με τα εξαγωνικά δίκτυα. Βέβαια όσο ενδιαφέρουσα κι αν είναι αυτή η μη ορθογώνια προσέγγιση, έχει χωρικά προβλήματα. Παράδειγμα αυτής της μορφής αποτυπώματος αποτελεί και το Νέο Δελχί. Μία ακόμη μορφή είναι η “The Baroque Axial Network”, «Αξονικό δίκτυο Μπαρόκ». Η δομή του αποτελείται από μία σειρά οπτικά κυρίαρχα και συμβολικά σημαντικά κομβικά σημεία στο έδαφος. Είναι ανά ζεύγη ενωμένα με αρτηρίες που είναι σχεδιασμένες ως οπτικές προσεγγίσεις των κόμβων και για να υπάρχει ένας συνεχές και αρμονικός χαρακτήρας της γης και των κτηριακών προσόψεων. Αυτές οι αρτηρίες πιθανώς κατακλύζονται από κοινό ανώτερης τάξης και από δραστηριότητες εξαρτώμενες από το πλήθος. Ανάμεσα στα δίκτυα μπορούν ανεξάρτητα να δομηθούν κτήρια, δρόμοι, και να αναπτυχθούν χρήσεις, όσο δεν επεμβαίνουν στις αρτηρίες και τους κόμβους. Εφαρμόστηκε για να δημιουργεί γρήγορη πρόσβαση στους ευγενείς κυνηγούς μέσα στα δάση, και τον 16ο αιώνα στη Ρώμη για τη διευκόλυνση της κίνησης χιλιάδων θρησκευτικών τουριστών. Αυτό το σύστημα επιτυγχάνει το σκοπό του, με ελάχιστο έλεγχο και υπάρχει ελευθερία κίνησης για τους χρήστες. Ενώ είναι ευέλικτο στα διάκενα του δικτύου, οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή υπονομεύει την απαραίτητη μονιμότητα των συμβολικών κόμβων και πλατειών. Δεν είναι κατάλληλο για την οργάνωση μεγάλων μητροπολιτικών περιοχών, όπου η αξία των συμβόλων μπορεί να εξασθενίσει εύκολα ή οι κόμβοι να αυξηθούν τόσο ώστε να είναι αδύνατο κάποιος να τους θυμάται. Όμως για περιοχές με μεσαίο μέγεθος και ακανόνιστη μορφή, όπου ο συμβολισμός είναι σημαντικός και απαιτείται ένα γρήγορο αποτέλεσμα, το Μπαρόκ Αξονικό Δίκτυο είναι μία αποδεδειγμένη λύση. Παράδειγμα της περίπτωσης αυτής αποτελεί το κέντρο του Παρισιού, στο οποίο κεντρικά δίκτυα ενώνουν όλα τα σημαντικά οικοδομήματα της πόλης. “The Lacework” , «Η Δαντέλα». Το όνομα αυτό τροποποιήθηκε από ένα όρο του Christopher Alexander όταν αναφερόταν σε έναν χαμηλής πυκνότητας οικισμό στον οποίο οι οδοί μεταφοράς είναι αραιοί και τα διάκενα καταλαμβάνονται ουσιαστικά από ανοιχτούς χώρους, χωράφια ή άγρια γη. Οι ενεργές αστικές χρήσεις αναπτύσσονται κατά μήκος των δρόμων και καταλαμβάνουν μικρή κάθετη απόσταση από αυτούς. Πρόκειται για ένα χαλαρό πλέγμα γραμμικών οικισμών. Αφήνοντας ασχολίαστη την πυκνότητα της ανάπτυξης, και την απόσταση επικοινωνίας, τα γραμμικά ιδανικά και η εύκολη πρόσβαση, εδώ επιτυγχάνονται ευκολότερα. Αυτή η μορφή απαιτεί γενναιοδωρία στο χώρο, εξελιγμένη ατομική μεταφορά και 24


Επόμενη στη λίστα είναι η “The “Inward” City” , “ Η «Εσωτερική” Πόλη». Η περίκλειστη, έντονα ιδιωτική πόλη του μεσαιωνικού ισλαμικού κόσμου, η οποία ακόμα εμφανίζεται σε κάποιες παραδοσιακές περιοχές, που δεν είναι οικίες σε εμάς, παρά μόνο σαν τουριστικός προορισμός. Η κυβερνούσα αλληγορία είναι πραγματική: καθετί είναι περιτειχισμένο και περιφραγμένο, από την πόλη αυτή καθαυτή, έως όλα τα τμήματα της, οι δρόμοι, τα καταλύματα, τα οικιστικά συμπλέγματα, ακόμα και στη μονάδα κατοίκησης και στα δωμάτια αυτής. Ακόμα και οι κύριες, δημόσιες οδοί είναι πολύ περιορισμένες. Αυτές οδηγούν σε μικρότερους τοπικούς δρόμους, οι οποίοι οδηγούν σε εξαιρετικά στενά δρομάκια, τα οποία καταλήγουν σε ιδιωτικές πόρτες, οι οποίες κρύβουν στενούς διαδρόμους και ιδιωτικές βεράντες και δωμάτια. Αυτή η λογική εφαρμόζεται παντού, εκτός από τα τζαμιά ή τις εκκλησίες, τα νεκροταφεία, και την εξοχή έξω από τα τείχη της πόλης, ο δημόσιος ανοιχτός χώρος είναι μειωμένος στους δρόμους, ακόμα και τα διευρυμένα τμήματα είναι μικρά. Η πόλη είναι ένα συμπαγές κτίσμα, σε αντίθεση με την εικόνα μίας πόλης με ανοιχτούς ελεύθερους χώρους. Ένα τέτοιου είδους σύστημα, έχει πολλά να διδάξει για την τεχνική της κατοίκησης σε μεγάλες πυκνότητες.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

αφθονία. Αν υπάρχουν αυτά, είναι πολύ ευχάριστο για κάποιον να ζει σε αυτή την κατηγορία πόλης.

Κατά το Μεσαίωνα για παράδειγμα , υπήρχε η ανάγκη για εσωτερικές πόλεις λόγω μεγάλης επικινδυνότητας και φόβου. Σήμερα, τα παραδείγματα των περίκλειστων πόλεων είναι ελάχιστα. Για παράδειγμα, ένα είδος αυτών των πόλεων συναντάται στη Βραζιλία εξαιτίας των μεγάλων ποσοστών βιαιότητας και επιθέσεων. Έτσι, πλέον οι γειτονιές αναπτύσσονται οργανωμένα στα πλαίσια ενός τείχους, όχι βέβαια της ίδιας μορφής και του ίδιου μεγέθους με αυτά των μεσαιωνικών πόλεων, αλλά με ίδιο σκοπό, να προστατεύουν όσους ζουν στο εσωτερικό τους. Μία ακόμη κατηγορία αποτυπώματος πόλης, είναι η “The Nested City” «Η Πόλη Φωλιά». Πρόκειται για τμήμα της θεωρίας σχεδίασης του Hindu. Στο ισλαμικό καθεστώς, η πόλη είναι μία σειρά από κουτιά στα πλαίσια ενός τείχους. Η πόλη παρουσιάζεται ως ένα σύνολο δακτυλίων ο ένας μέσα στον άλλο. Στο καθένα αντιστοιχεί μία επαγγελματική ομάδα, όπως και ένας θεός. Το κακό, το χάος όπως και οι χαμηλότερες κάστες και τα κατώτερα επαγγέλματα, κρατούνται έξω από το τείχος. Η τελευταία κατηγορία κατά τον Lynch, είναι η “Current Imaginings”, «Τρέχουσες Φαντασιώσεις». Ουσιαστικά αναφέρεται σε ένα αριθμό μοτίβων 25


26


Επιπλέον, οι Στεφάνου (1999), παρουσιάζουν μία σειρά από τύπους σχημάτων που κατά βάση χαρακτηρίζουν τις μορφές που μπορεί να έχουν οι κατόψεις των πόλεων, τουτέστιν τα αποτυπώματα τους. : _Πόλεις με κεντρικό πυρήνα: Κυκλικές, Σπειροειδείς, Ακτινωτές, Σχήμα δακτύλων χεριού, Σχήμα Δαντέλας _Πόλεις με περισσότερους πυρήνες: Με ισχυρό κέντρο, Πολυκεντρικές _Πόλεις με γραμμικό κέντρο: Γραμμική πόλη, Οικουμενόπολη, Με βασικούς άξονες σχεδιασμού _Πόλεις με πλεγματικό ιστό: Ιπποδάμειο σύστημα, Διαγώνια πλέγματα _Πόλεις εντός των τειχών: Πόλεις με αυστηρά σχεδιασμένο τείχος, Πόλεις όπου τα σπίτια σχηματίζουν τείχος, Πόλεις με επάλληλους περιβόλους

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

που σχεδιάζονται από σύγχρονους σχεδιαστές.

_Σύγχρονες ουτοπικές προτάσεις: Κατακόρυφες πόλεις, Γεωδαισικές δομές, Πλωτές πόλεις, υποθαλάσσιες κοινότητες, Πόλεις στο διάστημα _Κτιριακές μεγαδομές _Παγκόσμιες πόλεις Με βάση την περιγραφή του κάθε τύπου αλλά κα τα σκίτσα, αντιλαμβάνεται κανείς τα διαφορετικά επίπεδα πολυπλοκότητας του κάθε είδους. Για παράδειγμα, η σχέση που έχουν οι «Δορυφορικές Πόλεις» είναι απλή, ενώ η «Πόλη Αστέρι» έχει μία πιο σύνθετη μορφή από την άποψη των χρήσεων γης, αλλά και των δικτύων. Σε ότι αφορά στην «Γραμμική Πόλη» , το θετικό είναι ότι όλα αναπτύσσονται περιμετρικά από ένα κεντρικό άξονα κι έτσι όλες οι αποστάσεις από τον άξονα αυτόν είναι πολύ μικρές και σχεδόν από παντού ίσες, γεγονός που διευκολύνει πάρα πολύ την μετακίνηση αλλά και την εξυπηρέτηση των κατοίκων. Μπορεί επίσης να συνεχίσει να επεκτείνετε γραμμικά και να μη χαθεί η επαφή με τη φύση που είχε αρχικά. Το να επεκταθεί όμως πάρα πολύ ρισκάρει να εξαφανιστεί η κύρια αρτηρία, ειδικά αν υπάρχει μεγάλη κίνηση τοπικά και αν επιτρέπεται η πρόσβαση στο δρόμο. Τα αποτυπώματα αυτά έχουν υποστεί πολλές αλλαγές με τα χρόνια καθώς

27


μία πόλη είναι ζωντανή και αλλάζει κι εξελίσσεται καθημερινά. Ειδικότερα τα τελευταία χρόνια οι πόλεις δεν είναι πλέον όπως πριν.

2.2_Στοιχεία σύνθεσης του αποτυπώματος «Η πόλη σαγηνεύει τη διάνοια. Αποτελείται από πεπερασμένα σύμπαντα: γραμμές μικρές, αιχμηρές, μαθηματικές, όλες μετρήσιμες. Είναι γεμάτη ποικιλία, εναλλαγές, επιτήδευση. Η ύπαιθρος, αντίθετα, προσφέρει έναν απέραντο ορίζοντα, τη μονοτονία ενός δρόμου χωρίς τέλος, μεγάλες ομοιόμορφες πεδιάδες, μακρινά βουνά, τη μελαγχολία της ομοιόμορφης και αχανούς βλάστησης, τα αντικείμενα στο δρόμο είναι σπάνια και χωρίς ενδιαφέρον, το βλέμμα έλκεται πάντοτε από τον ορίζοντα και τα σύννεφα. -Lees, 1994» Το αποτύπωμα μίας πόλης, επηρεάζεται και καθορίζεται από ένα μεγάλο αριθμό παραγόντων. Εκτός από το περιβάλλον της, το ανάγλυφο της τοποθεσίας στην οποία βρίσκεται και άλλους εξωγενείς παράγοντες, το πως αναπτύσσεται το εσωτερικό της επηρεάζει το αποτύπωμα της. Υπάρχουν επιρροές στο imageability , όπως η κοινωνική σημασία της περιοχής , οι χρήσεις της , η ιστορία της, η ακόμα και το όνομα της, όπως αναφέρει ο Lynch (1962), επίσης συμπληρώνει ότι αυτά εκτοπίζονται, αφού το αντικείμενο είναι να αποκαλυφτεί ο ρόλος της μορφής αυτής καθαυτής. Είναι λοιπόν δεδομένο, ότι ο πραγματικός σχεδιασμός της μορφής πρέπει να χρησιμοποιείται για να ενισχύει τη σημασία κι όχι να την αρνείται.

Με βάση τη θεωρία του Kevin Lynch(1962), τα περιεχόμενα της εικόνας μίας πόλης τα σχηματίζουν οι πολίτες και μπορούν με ευκολία να κατανεμηθούν σε πέντε τύπους στοιχείων: paths - δίκτυα, edges - άκρα, districts - τομείς, nodes - κόμβους και landmarks - ορόσημα. Αναλυτικότερα, παρουσιάζεται η τυπολογία των στοιχείων που συνθέτουν την εικόνα του αποτυπώματος της πόλης(Εικ.7): _Paths: είναι τα δίκτυα κατά μήκος των οποίων ο παρατηρητής κινείται περιστασιακά, δυνητικά ή καθιερωμένα. Μπορεί να είναι δρόμοι, πεζόδρομοι, οδοί μεταφοράς, κανάλια ή σιδηροδρομικές γραμμές. Για πολλούς αυτά είναι τα επικρατέστερα στοιχεία της εικόνας μίας πόλης. Οι άνθρωποι 28


_Edges: είναι τα γραμμικά χωρίς χρήση στοιχεία που θεωρούνται περάσματα από τους παρατηρητές. Είναι τα όρια μεταξύ δύο φάσεων, οι γραμμικές διακοπές της συνέχειας: ακτές, διακοπές στις σιδηροδρομικές γραμμές, διακοπές στην ανάπτυξη, τείχη. Είναι περισσότερο πλευρικές αναφορές από αξονικές συντεταγμένες. Αυτά τα άκρα, μπορεί να είναι εμπόδια περίπου διαπερατά, τα οποία απομονώνουν μία περιοχή από μία άλλη, ή μπορεί να είναι ενοποιητικά στοιχεία, γραμμές κατά μήκος των οποίων δύο περιοχές ενοποιούνται και συσχετίζονται. Αυτά τα στοιχεία, που είναι ίσως όχι τόσο βασικά όσα τα δίκτυα, είναι για πλήθος ανθρώπων οργανωτικά χαρακτηριστικά, συγκεκριμένα στο να συγκρατούν ενωμένες γενικότερες περιοχές, ως το όριο μίας πόλης όπως ήταν το νερό ή τα τείχη. _Districts: είναι οι μεσαίου έως μεγάλου μεγέθους τομείς/περιοχές της πόλης, εκτείνονται σε δύο διαστάσεις, ο παρατηρητής νοερά εισέρχεται «μέσα τους» και είναι αναγνωρίσιμοι αφού έχουν κάποιο κοινό, αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό. Μπορούν πάντα να αναγνωριστούν από το εσωτερικό τους, χρησιμοποιούνται όμως και για εξωτερική αναφορά, εφόσον είναι ορατές από έξω. Οι πλειοψηφία των ανθρώπων οικοδομούν την πόλη τους έως κάποια όρια με αυτόν τον τρόπο, με μεμονωμένες διαφοροποιήσεις που εξαρτώνται από το αν τα δίκτυα ή οι τομείς είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Φαίνεται να μην εξαρτώνται μόνο από το άτομο αλλά και από τη δοθείσα πόλη.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

παρατηρούν την πόλη καθώς κινούνται στα πλαίσια αυτών, και κατά μήκος αυτών των δικτύων τα άλλα περιβαλλοντικά στοιχεία είναι τοποθετημένα και συνδεδεμένα.

_Nodes: είναι σημεία ή στρατηγικές περιοχές μέσα σε μία πόλη στα οποία ο παρατηρητής μπορεί να εισέρθει, και αποτελούν τις εστίες στις οποίες από και προς εκείνος ταξιδεύει. Μπορεί να είναι προσωρινές διασταυρώσεις, μέρη στα οποία διακόπτεται η κυκλοφορία, ένα σταυροδρόμι ή σύγκλιση διαδρομών και σημεία εναλλαγής της δομής. Οι κόμβοι μπορεί απλά να είναι σημεία συγκέντρωσης τα οποία κέρδισαν τη σημασία τους από το ότι εκεί βρίσκεται η συμπύκνωση κάποιων χρήσεων ή έχουν ένα φυσικό χαρακτήρα, όπως μία γωνία ενός δρόμου που συνηθίζεται να συχνάζει κόσμος ή μία περίφρακτη πλατεία. Κάποιοι από αυτούς τους κόμβους είναι η συγκέντρωση και η επιτομή της περιοχής- district, τις οποίες επηρεάζει και για τις οποίες αποτελεί σύμβολο. Ίσως να χαρακτηρίζεται πυρήνας. Πολλοί κόμβοι βέβαια, μετέχουν της φύσης και της διασταύρωσης αλλά και της συγκέντρωσης. Η έννοια του node συσχετίζεται με την έννοια του δικτύου , είναι συμβάντα 29


30


_Landmarks: είναι ένας ακόμη τύπος σημειακής αναφοράς, αλλά σε αυτή την περίπτωση ο παρατηρητής δεν μπορεί να εισέρθει εντός, είναι εξωτερικά. Είναι συνήθως ένα απλά ορισμένο φυσικό αντικείμενο: ένα κτήριο, μία πινακίδα, ένα κατάστημα ή κι ένα βουνό. Η χρήση τους εμπεριέχει το διαχωρισμό ενός στοιχείου από ένα πλήθος δυνατοτήτων. Κάποια ορόσημα, είναι μακρινά, τυπικά παρατηρούνται από πολλές γωνίες και αποστάσεις, πάνω από τις κορυφές μικρότερων στοιχείων και χρησιμοποιούνται ως ακτινικές αναφορές. Πιθανόν να είναι μέσα στην πόλη αλλά και σε μία τέτοια απόσταση όπου για πρακτικούς λόγους συμβολίζουν μία συνεχής κατεύθυνση. Όπως οι απομακρυσμένοι πύργοι, οι χρυσοί τρούλοι, οι μεγάλοι λόφοι. Ακόμα και ένα κινούμενο σημείο όπως ο ήλιος μπορεί να χρησιμοποιηθεί, του οποίου η κίνηση είναι επαρκώς αργή και συνηθισμένη. Άλλα ορόσημα είναι βασικά τοπικά, και γίνονται ορατά από περιορισμένες κοινότητες και με συγκεκριμένη προσέγγιση. Αυτές είναι οι αμέτρητες πινακίδες, οι βιτρίνες των μαγαζιών, τα δέντρα, τα πόμολα στις πόρτες, άλλες αστικές λεπτομέρειες, οι οποίες γεμίζουν τις εικόνες των παρατηρητών. Είναι συνήθως χρησιμοποιούμενα στοιχεία ταυτότητας ή και δομής, και φαίνεται να βασίζονται όλο και περισσότερο στο ότι μια διαδρομή- ένα ταξίδι γίνεται όλο και πιο οικείο.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

της διαδρομής. Είναι παρεμφερές με ότι συμβαίνει στην έννοια του τομέα, είναι το πολωτικό τους κέντρο. Σε κάθε συμβάν, κάποια κομβικά σημεία βρίσκονται σχεδόν σε κάθε εικόνα και σε σημαντικές περιπτώσεις ίσως να είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό.

Ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσονται τα δίκτυα (paths) είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας επιρροής του αποτυπώματος της πόλης, αφού ουσιαστικά είναι ο σκελετός της πόλης. Είναι τα στοιχεία που ενώνουν τα τμήματα της, αυτά που καθορίζουν τη δομή και τη δόμηση της. Εάν θα επιλεχθεί κυκλική κίνηση ή οριζόντια και κάθετη, εάν θα υπάρχουν πολλοί παράδρομοι ή μόνο κύριες οδικές αρτηρίες, ο προσανατολισμός τους, εάν θα υπάρχει σύνδεση με το περιβάλλον ή θα πρόκειται για ένα εσωστρεφές σχέδιο, εάν θα υπάρχουν στροφές με κάθετες, οξείες ή αμβλείες γωνίες είναι μερικές μόνο από τις επιλογές που μπορούν να υπάρξουν, όμως έχουν μεγάλη σημασία για την τελική διαμόρφωση του αποτυπώματος της κάθε πόλης. Το πιο σημαντικό ίσως για τη σχεδίαση μίας πόλης, είναι τα αξονικά μοτίβα των δρόμων που οδηγούν από και προς τα σημαντικά κέντρα. Είναι ένα υπόδειγμα σχεδίου φτιαγμένο για κίνηση. Τα δίκτυα δηλαδή, ορίζουν την προβλεπόμενη μετακίνηση, υπάρχουν όμως και «απρόβλεπτα» δίκτυα τα οποία δημιουργούνται από τους κατοίκους για τη διευκόλυνση τους χωρίς να πρόκειται για μία συλλογική απόφαση. Όπως αναφέρει ο Lynch (2002), 31


τα δίκτυα στις πρώιμες περιπτώσεις, στη Αίγυπτο και τη Βαβυλώνα, φαίνεται πως φτιάχνονταν για θρησκευτικές πομπές. Τα αξονικά πρότυπα μπορούν να εμφανιστούν με πολύ απλή γραμμική διάταξη, ή να επεκτείνεται σε άξονα που αποτελείται από δέσμη παράλληλων δρόμων. Η Βέρνη είναι παράδειγμα μίας τέτοιας πόλης. Στη Ρώμη οι αξονικές γραμμές είναι διασκορπισμένες ακανόνιστα μέσα στην πόλη.(Εικ.8,9,10,11)

«Η διάταξη των οικιών θεωρείται πιο ευχάριστη και πιο χρήσιμη για τις γενικές ανάγκες, αν γίνεται με βάση την ευθεία γραμμή και σύμφωνα με τη νεότερη Ιπποδάμεια ρυμοτομία. Τουναντίον, για την ασφάλεια σε καιρό πολέμου θεωρείται χρησιμότερο το σύστημα των αρχαίων χρόνων, διότι δυσκολεύει την είσοδο του ξένου στρατού και την αναγνώριση του εσωτερικού από τους επιδρομείς. Γι’ αυτό πρέπει να συνδυάζονται τα πλεονεκτήματα και των δύο συστημάτων. (...) Έτσι, δε θα χτίζεται όλη η πόλη με ευθείς δρόμους, αλλά μόνον ορισμένα σημεία και ορισμένες περιοχές. Με τον τρόπο αυτό θα συνδυάζει και την πολεμική ασφάλεια και την καλαίσθητη ρυμοτομία. -Αριστοτέλης “Πολιτικά, V, X, 4. » Για παράδειγμα, στο Μεσαίωνα, «άκρο» θα χαρακτηριζόταν το τείχος της πόλης, γεγονός που αμέσως καθιστά το στοιχείο αυτό ζωτικής σημασίας. Πλέον όμως που η σημασία αυτή έχει αλλάξει, ναι μεν είναι ένας σημαντικός παράγοντας για τη μορφή μιας πόλης, έχει όμως υποβαθμιστεί η σημασία του σε σχέση με το παρελθόν. Ο όγκος ενός τέτοιου είδους στοιχείου είναι σημαντικός παράγοντας, το αν είναι ορατό από μεγάλη απόσταση ή όχι, αν έχει το κοινό εύκολη πρόσβαση σε αυτό, αλλά και ίσως το πόσο έντονη είναι η αντίθεση του σε σχέση με το περιβάλλον του, όπως για παράδειγμα οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης σε σχέση με το Central Park.(Εικ.12)

32

Οι περιοχές, ίσως είναι αυτό το στοιχείο που διαφοροποιείται περισσότερο από τα άλλα. Έχει ομογενοποιητικό χαρακτήρα και αναγνωρίζεται λόγω αυτού. Αν έχει αυστηρά όρια ή χωρικά χαρακτηριστικά (η ύπαρξη ενός βουνού), τότε επηρεάζει το μοτίβο της πόλης, αν όμως η ομογένεια αυτή υλοποιείται με ίδιο χρώμα ή ίδια υλικά, τότε δεν έχει κάποιο αντίκτυπο στο αποτύπωμα της πόλης. Μέσα σε αυτό το στοιχείο συμβαίνει να υπάρχει μία μικρογραφία της πόλης και να επαναλαμβάνονται όλα ή κάποια από τα φαινόμενα αυτά. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της περίπτωσης αυτής, είναι το Beacon Hill, μία ιστορική γειτονιά στη Βοστώνη της Μασαχουσέτης, με στενούς δρόμους και τούβλινα πεζοδρόμια.(Εικ.13)


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 33


34


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 35


36


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 37


38


Ότι αφορά την περίπτωση των ορόσημων, αν για παράδειγμα, πρόκειται για ένα κτήριο με ουδέτερο μέγεθος σε σύγκριση με τα υπόλοιπα της πόλης που ενσωματώνεται στα πλαίσια της, το οποίο έχει κάποιο ιδιαίτερο σχεδιασμό ή ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους της περιοχής, ναι μεν είναι σημαντικό σαν εμπειρία μέσα στην προκείμενη πόλη, δεν έχει όμως ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση της μορφής του αποτυπώματος της. Αν όμως για παράδειγμα, πρόκειται για ένα ογκώδες ορόσημο, για το οποίο φτιάχτηκε μια μεγάλη πλατεία μέσα στην πόλη τότε σίγουρα συμβάλει στη διαμόρφωση του αποτυπώματος της. Ορόσημο είναι και το Watts Towers, ή όπως λέγεται αλλιώς, Nuestro Pueblo, μία σύνθεση από 17 διασυνδεδεμένους πύργους από χάλυβα, σχεδιαστής και κατασκευαστής των οποίων είναι ο Sabato (“Simon”) Rodia. (Εικ.14) Σε αντίθεση με αυτά, ο Marshall (2012), αναφέρει ότι τα πέντε αυτά στοιχεία αποτελούν νοητικές κατασκευές στις οποίες δεν έχει γίνει επαρκής έλεγχος και δε φαίνεται να οδηγούν στο σχηματισμό μίας εικόνας της πόλης αλλά σε πολλές. Κι έτσι συμπεραίνει ότι εφόσον αυτές οι κατηγορίες μπορέσουν είτε να ομαδοποιηθούν είτε να αναλυθούν περισσότερο κατά περίπτωση και εάν οδηγούν σε ένα απροσδιόριστο αριθμό εικόνων της πόλης, τότε δεν είναι δυνατό να προσφέρουν μία ιδιαίτερα ισχυρή ή χρήσιμη προσέγγιση του χωρικού σχεδιασμού.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

H περίπτωση των κόμβων, έχει μεγάλη σημασία για το αποτύπωμα της πόλης ο χώρος που δίνεται γύρω από τα σημεία αυτά, το σχήμα, η έκταση που καταλαμβάνει, και πόσο μεγάλος είναι ο όγκος αυτών καθαυτών. Σίγουρα όμως έχουν μεγάλο ρόλο στο πως οι κάτοικοι βιώνουν την πόλη.

Ακόμη, σύμφωνα με τον Κομνηνό (1986), ορίζονται οκτώ γενετικές, όπως τις χαρακτηρίζει, κατηγορίες του αστικού ιστού της πόλης, της αστικής μορφολογίας και της σύνθεσης των όγκων και των στοιχείων του περιβάλλοντος και είναι οι ακόλουθες: α)τα σχήματα και οι όγκοι, β) οι διατάξεις και οι οργανωτικές αρχές, γ)οι αναλογίες και οι χαράξεις, δ)οι ρυθμοί, ε)οι χώροι και τα όρια, στ) οι λειτουργικές τυπολογίες, ζ)οι σχέσεις εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, η)οι συμβολικές αναφορές. Αυτές οι κατηγορίες μπορούν να αναλυθούν και σε περισσότερες μεταβλητές. Ενώ ο Κομνηνός υποστηρίζει ότι μέσω μίας εμπειρικής αφαίρεσης, αυτές είναι οι μεταβλητές που ορίζουν την εικόνα του αστικού χώρου και μπορούν να περιγράψουν τις απλές αλλά και τις σύνθετες εκφάνσεις του.

39


40


3_Το φαινόμενο της αστικής διάχυσης

41


«Βαδίζουμε προς την εξαφάνιση των πόλεων ως πολιτισμική μορφή ακριβώς τη στιγμή στην οποία ερχόμαστε σε έναν δεσπόζοντα αστικό/μητροπολιτικό κόσμο; Ο πολιτισμός των πόλεων φτάνει στο τέλος του ακριβώς λόγω της διάχυσης των μητροπολιτικών οικισμών; -Manuel Castells, 2002» Η συνεχιζόμενη συγκέντρωση στις πόλεις είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς, και έως τον 19ο αιώνα σχετικά αργής πορείας, που ξεκίνησε πριν από τουλάχιστον δέκα χιλιάδες χρόνια, όταν εμφανίστηκαν οι πρώτοι οικισμοί ως τόποι συγκέντρωσης και μόνιμης εγκατάστασης μικρών ανθρώπινων ομάδων με βάση τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την κεραμική κ.α.. Ο Geddes (1915), ο οποίος θεωρείται από τους πρώτους που διατύπωσε την ιδέα «σκέψου παγκόσμια, δράσε τοπικά», έχει αποτυπώσει σε ένα διάγραμμα(Εικ.15), την εξελεγκτική πορεία από τη φύση στην πόλη, συνδέοντας την τεχνολογία και την απασχόληση με το χώρο. Στη μακρά ιστορική διάρκεια, οι ανθρώπινοι οικισμοί πολλαπλασιάστηκαν και αυξήθηκαν σε μέγεθος, ενώ σταδιακά κάποιοι από αυτούς απέκτησαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ως κέντρα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και αποτέλεσαν τις πρώτες σημαντικές πόλεις. Όπως για παράδειγμα η αρχαία Αθήνα στην οποία είναι και βασισμένη η δυτικού τύπου, σύγχρονη πόλη. Παρά τη σημαντική πολυμορφία των πόλεων και των οικισμών, η κλίμακα του αστικού φαινομένου διατηρήθηκε πρακτικά χωρίς θεαματικές τομές σχεδόν έως το ξεκίνημα της βιομηχανικής επανάστασης που τοποθετείται συμβατικά στα μέσα του 18ου αιώνα. Η βιομηχανική επανάσταση, μία ιστορική περίοδος η οποία έφερε έντονες μεταβολές και ανακατατάξεις σε τεχνικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς και πνευματικούς τομείς, οδήγησε και για πρώτη φορά στην εκβιομηχανισμένη πόλη (industrialized city) και συγκεκριμένα στη Μεγάλη Βρετανία κατά την περίοδο 17601860. Η αλλαγή αυτή ακολούθησε και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις Η βιομηχανική επανάσταση άλλαξε τα δεδομένα της καθημερινής ζωής επιταχύνοντας δραματικά την εγκατάλειψη των μικρών αγροτικών οικισμών που έως τότε αποτελούσαν την πιο συνηθισμένη μορφή

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

3_Το φαινόμενο της αστικής διάχυσης

42


43


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 44


διαβίωσης των ανθρώπων κι έφερε στο προσκήνιο την έντονη αστικοποίηση. Η βιομηχανική εποχή άλλαξε τις κοινωνικές σχέσεις, το ρόλο του ανθρώπου και τα ανθρώπινα δικαιώματα, έφερε νέες αντιλήψεις και ιδέες. Να επισημανθεί ότι, στη μεταβιομηχανική πόλη, οι παραδοσιακοί παράγοντες χωροθέτησης δραστηριοτήτων όπως οι υποδομές, η κεντρικότητα και η απόσταση έχουν ολοένα και μικρότερο ρόλο, καθώς αναπτύσσονται νέες μορφές κινητικότητας πληροφοριών, κεφαλαίου και αγαθών (Γοσποδίνη & Μπεριάτος, 2006). Είναι σημαντικό βέβαια να αποσαφηνιστεί ότι από περιοχή σε περιοχή οι μεταβολές αυτές διαφέρουν ποιοτικά και ποσοτικά και ότι οι πρώτες διαπιστώσεις του φαινομένου της αστικής διάχυσης διαμορφώθηκαν κυρίως με αναφορά στην περίπτωση των μητροπόλεων των Η.Π.Α. και όχι τόσο του Ευρωπαϊκού χώρου, όπως δημοσιεύεται στο ΕΕΑ (2006). Ωστόσο, επεκτείνοντας αναφέρεται ότι, παρά τη μικρότερη ένταση των τάσεων περιαστικής ανάπτυξης στις ευρωπαϊκές πόλεις, το ζήτημα της ανάπτυξης των περιαστικών περιοχών αποτελεί πλέον και σε ευρωπαϊκό επίπεδο ένα κυρίαρχο ερευνητικό θέμα. Επιπλέον, είναι χρήσιμο να τονιστεί η άποψη του Frampton (2009), σε ότι αφορά την οριοθετημένη πόλη. Αναφέρει, ότι έτσι όπως εξελίχθηκε η πόλη στην Ευρώπη μέσα στα προηγούμενα πεντακόσια χρόνια, μετασχηματίστηκε εξ ολοκλήρου στο διάστημα ενός αιώνα με την αλληλεπίδραση μίας σειράς νέων τεχνικών και κοινωνικό-οικονομικών δυνάμεων, πολλές από τις οποίες εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην Αγγλία, στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα. Ο Λαγαριάς (2013)στη διατριβή του, αναφερόμενος στις θεωρίες των Nuiss & Rink (2005), υπογραμμίζει ότι, στις περιαστικές ζώνες μεγάλου αριθμού πόλεων σε διαφορετικές περιοχές της γης, καταγράφονται σήμερα αυξανόμενες τάσεις αστικοποίησης, με έντονη φυσική και λειτουργική εξάπλωση των αστικών δραστηριοτήτων πέρα από τα υπάρχοντα αστικά όρια. Η διαδικασία αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ένα μετασχηματισμό της δομής τους καθώς επιφέρει μεταβολές στις υφιστάμενες αστικές δομές τόσο σε επίπεδο κατανομής πληθυσμού, όσο και στις κατανομές των χρήσεων γης, των αξιών γης και γενικά των χαρακτηριστικών διάρθρωσης του χώρου. 45


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 46


Το ιδανικό μέγεθος για μία πόλη εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως ο χαρακτήρας της πόλης (μητρόπολη, αγροτική, βιομηχανική κ.α.), η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται (αν για παράδειγμα το ανάγλυφο δημιουργεί φυσικά όρια), και η κοινωνία για την οποία έχει δομηθεί. Ο χαρακτηρισμός «μεγάλη πόλη» έχει αλλάξει κατά πολύ με το πέρασμα του χρόνου και την ιστορία. Ένα όμως χαρακτηριστικό, το οποίο μπορεί να καθορίσει το πόσο μεγάλη είναι μία πόλη, ίσως είναι η πυκνότητα κατοίκησης. Το πόσο πυκνοκατοικημένη ή όχι είναι μία πόλη μπορεί να αλλάξει την καθημερινότητα και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων που την κατοικούν. Απότοκος λοιπόν της μεταβιομηχανικής «Η ίδια, η έννοια της πόλης έχει εκραγεί. Η πόλη έγινε κόσμος, νεφέλωμα, με νιοστές εστίες. Πρέπει λοιπόν, να επινοήσουμε τις διαδικασίες της εξέλιξης της. Από αυτό το νεφέλωμα, όπου τα πράγματα βρίσκονται σε διαρκή σύσταση ή διάλυση, πρέπει να αξιολογήσουμε τις κινήσεις, να τις ακολουθήσουμε ή να τους εναντιωθούμε. - Nouvel J, 1997» εποχής είναι και η διαχυμένη πόλη, αφού ειδικότερα, από τα μέσα του 20ου αιώνα, η συγκέντρωση πληθυσμού στις πόλεις σε όλο τον κόσμο άρχισε να αυξάνεται με πολύ πιο εντατικό ρυθμό, παράλληλα με την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και τη διεθνοποίηση της οικονομίας.(Εικ.17)

3.1_Η έννοια της αστικής διάχυσης : ιστορικές αναφορές

47

και ορισμοί

Η εξάπλωση των πόλεων ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με την αφετηρία της ύπαρξης τους. Η αστική διάχυση όμως, αποτελεί ένα μείζον ζήτημα για τις αστικές περιοχές της σημερινής εποχής. Ιστορικά η πορεία και η ανάπτυξη των πόλεων σχετίζεται και επηρεάζεται από την αυξομείωση του πληθυσμού. Η αστική διάχυση είναι μία δυναμική και χωρική διαδικασία. Με βάση τα λεγόμενα του Kostof(1991),σήμερα σχεδόν κανένας δεν πιστεύει πια στη θεωρία της εξάπλωσης - η οποία είναι η εξής: ότι η πόλη προέρχεται από τη Μεσοποταμία στην


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 48


4η χιλιετία π. Χ. και εξαπλώθηκε από εκεί στην κοιλάδα του Ινδού και στην Κίνα και δυτικά προς την Ελλάδα. Με αυτό το σκεπτικό, είχαμε μόνο να ανησυχούμε για έναν τόπο και τις πόλεις του σε ότι αφορά στη γέννηση της αστικής μορφής. Μάλιστα, στο πλαίσιο αυτών ο Aldo Rossi(1991),επισημαίνει ότι, οι πιο εμπεριστατωμένες μελέτες, αλλά και οι εμπειρίες των κατοίκων βεβαιώνουν ότι μια πόλη αλλάζει ολοκληρωτικά κάθε πενήντα χρόνια, αυτός που ζει στην ίδια πόλη συνηθίζει σιγά σιγά σε αυτή τη διαδικασία μετασχηματισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η διαδικασία αυτή δεν είναι εμφανής. Είναι δύσκολο να την αντιληφθεί κάποιος που κατοικεί σε μία πόλη, αλλά απλά συμβαίνει. Η αστική διάχυση λοιπόν σύμφωνα με τον Λέφα (2003), δεν είναι μία πρωτοφανής κατάσταση, όμως πλέον έχει λάβει πρωτοφανή έκταση, αφού τις τελευταίες δεκαετίες, ξεκινώντας λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βιώνουμε μία άνευ προηγουμένου επέκταση των πόλεων, ενώ σύντομα ο μισός πληθυσμός της γης θα ζει σε αστικά κέντρα. Ο Λέφας (2003), συμπληρώνει, ότι η διάχυση των πόλεων είναι χαρακτηριστικό φαινόμενο σε όλες τις πόλεις του κόσμου ανεξαιρέτως, είτε γίνεται με τη διάσπαρτη προσθήκη νέων φτωχογειτονιών στην περιφέρεια του υφιστάμενου αστικού ιστού, όπως στο Νταρ-Ες-Σαλαάμ ή στη Βομβάη(Εικ.18), είτε με την προσθήκη οργανωμένων οικιστικών συγκροτημάτων με πλήρως ανεπτυγμένες υποδομές, όπως στο Άμστερνταμ(Εικ.19) ή στην Οζάκα, είτε, ακόμη συνηθέστερα, και με τους δύο τρόπους μαζί, όπως στη Μανίλα(Εικ.20) ή στην Κωνσταντινούπολη, η επέκταση αυτή έχει επιφέρει μια σημαντική αλλαγή στη συγκρότηση των πόλεων. Έχει συντρίψει με την κλίμακα της όλες τις σχέσεις των θεμελιωδών στοιχείων της πόλης στο χώρο, τις τοπολογικές εκείνες σχέσεις που παρήγαγαν νόημα, που κοινωνούσαν κάποια ιδέα ή κάποιο σύνολο ιδεών, που έλεγαν κάτι για την πόλη, ή τουλάχιστον για τις αντιλήψεις εκείνων που είχαν τον έλεγχο και την ευθύνη της ανάπτυξης της. Και αυτό ισχύει τόσο για τις μικρές όσο και για τις μεγάλες πόλεις. Εν συνεχεία, κατά τον Bruegmann (2005) η έννοια της αστικής διάχυσης πιθανολογείται ότι έχει τις ρίζες της στο 1937, όταν ο Αμερικάνος Earl Draper χαρακτήρισε με τη λέξη “sprawling” τις αντιαισθητικές και επιβλαβείς προς την οικονομία αλλαγές που δημιουργούνταν στα οικιστικά σχέδια των βορειοαμερικανικών πόλεων. Ενώ ο 49


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 50


51


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 52


Cervero (2000), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι δύσκολο να οριστεί η αστική διάχυση, καθώς μπορεί να εμφανίζεται με πολλές διαφορετικές μορφές, όμως κάποιος την αντιλαμβάνεται όταν την δει. Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω λοιπόν, η αστική διάχυση είναι ένα πολύπλευρο χωροχρονικό φαινόμενο που μπορεί να οριστεί με πολλούς τρόπους, αφού εμφανίζεται με μία ποικιλία αρκετά διαφορετικών μορφών και χαρακτηριστικών. Είναι δύσκολο να οριστεί επακριβώς αφού ούτε καν στον τρόπο για/ με τον οποίο συμβαίνει δεν υπάρχει ομοιομορφία. Επιπρόσθετα, υπάρχει δυσκολία στη διάκριση του όρου της αστικής διάχυσης από κάποιους παραπλήσιους, όπως η προαστιοποίηση και η αστική ανάπτυξη. Δεν υπάρχει ένας γενικά αποδεκτός ορισμός, ενώ ο προσδιορισμός του όρου αρκείται συχνά στην περιγραφή του φαινομένου και στην παρουσίαση των βασικών χαρακτηριστικών αυτού. Εξάλλου, όπως έχει ειπωθεί από τους Maier, Franz & Schrock(2006),ο όρος «αστική διάχυση» χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό μίας κατάστασης καθώς και μίας διαδικασίας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται περισσότερη σύγχυση. Παρά τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, υπάρχουν πολλές προσπάθειες ορισμού του φαινομένου αυτού. Η διάχυση μπορεί να οριστεί βάσει της πυκνότητας, την αποκέντρωση των αστικών λειτουργιών σε συνδυασμό με τη χωρική επέκταση των αστικών χρήσεων σε αγροτικές περιοχές, τις κοινωνικές επιδράσεις των χρήσεων γης, με την αντίληψη για το σχεδιασμό, την ασυνέχεια στη δόμηση, την ανάγκη χρήσης μέσου μεταφοράς κ.α.. Το φαινόμενο της αστικής διάχυσης προκαλείται με δύο τρόπους:από ποσοστά πληθυσμού που φεύγει από αγροτικές περιοχές κατευθυνόμενα προς αστικές περιοχές, είτε από ποσοστά ανθρώπων που κατοικούν σε κέντρα πόλεων και μετακινούνται στα προάστια, αναζητώντας καλύτερη ποιότητα ζωής σε συνδυασμό με τις παροχές της πόλης.(Εικ.21) Όπως αναφέρει κι ο Batty(2005), αυτή η ταξινόμηση εξαρτάται τόσο στο επίπεδο της ανάλυσης στην οποία παρατηρούμε το σύστημα όσο στις τυχόν εγγενείς διαφορές της διαδικασίας η οποία οδηγεί σε μία τέτοια αλλαγή. Για παράδειγμα, όπως η χωρική κλίμακα του συστήματος διευρύνεται, η αύξηση και η ανακατανομή που δημιουργείται έξω από το σύστημα εισέρχεται εντός. Σύμφωνα με τον Torrens (2006), η διάχυση είναι μία δυναμική αντίδραση στην αστική ανάπτυξη, η οποία μπορεί 53


Οι Maier, Franz και Schrock(2006), βασιζόμενοι στον Siedentop (2005), κατηγοριοποιούν τους ορισμούς της αστικής διάχυσης σε πέντε διαφορετικές ομάδες: _Ορισμοί της αστικής διάχυσης με βάση την πυκνότητα. Εκπρόσωποι των ορισμών αυτών είναι οι Glaeser, Kahn, Fulton κ.α.. Αυτοί οι ορισμοί θεωρούν τη χαμηλή πυκνότητα βασικό στοιχείο και την αντιμετωπίζουν ως ένα τρόπο αποσύνθεσης των πόλεων, έχοντας ως αποτέλεσμα να θεωρείται η ίδια η αστική διάχυση κάτι ανεπιθύμητο. _Ορισμοί της αστικής διάχυσης με βάση την αποκέντρωση των αστικών λειτουργιών σε συνδυασμό με τη χωρική επέκταση των αστικών χρήσεων σε αγροτικές περιοχές. Εκπρόσωποι των ορισμών αυτών είναι οι Glaeser, Pumain κ.α..

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

να εμφανιστεί με πολλές μορφές, ανάπτυξη που προκαλείται από το εξωτερικό της πόλης αλλά και ανάπτυξη σαν ενδογενές σύστημα.

_Ορισμοί της αστικής διάχυσης με βάση τη δομή και τη μορφή της. Εκπρόσωποι των ορισμών αυτών είναι οι Galster, Torrens, Alberti κ.α.. Η αστική διάχυση μπορεί να γίνει αντιληπτή σαν μία διαδικασία οικιστικής ανάπτυξης που μετατρέπει μία μονοκεντρική, συμπαγή δομή σε ένα ασυνεχές, πολυκεντρικό και διάσπαρτο οικιστικό σύστημα. _Ορισμοί της αστικής διάχυσης με βάση κάποιες σημαντικές κοινωνικές επιδράσεις προερχόμενες από τις χρήσεις γης. Εκπρόσωποι των ορισμών αυτών είναι οι Ewing, Downs κ.α. Ως παράδειγμα αυτών των χρήσεων γης, μπορεί να παρθεί η μείωση εύφορων εδαφών, την αποψίλωση εκτάσεων, τη δημιουργία κυκλοφοριακής συμφόρησης κλπ. _Ορισμοί της αστικής διάχυσης με βάση το σχεδιασμό. Εκπρόσωποι των ορισμών αυτών είναι ο Gassner κ.α.. Η αστική ανάπτυξη που θεωρείται διάχυση και έρχεται σε αντίθεση με τους τυχόν στόχους της χωρικής ανάπτυξης, είναι αυτή της οποίας δεν προηγείται σχεδιασμός. Όπως αναφέρθηκε, υπάρχει πληθώρα ορισμών του φαινομένου, 54


κάποιων ή όλων των χαρακτηριστικών, ή της διαδικασίας με την οποία η αστική διάχυση προκύπτει. Έτσι, στο λεξιλόγιο της αρχιτεκτονικής που έχει επιμεληθεί από τους Μπούρας και Φιλιππίδης (2003), παρατίθεται ο ακόλουθος ορισμός για τη διάχυτη πόλη. «Διάχυτη πόλη, η [αγγλ. dispersed city• γαλλ. ville éclatée, diffusée]• (πολεοδ.) πόλη που διαχέεται ανεξέλεγκτα στην περιφέρεια της. Η διάχυση στην περιφέρεια γίνεται με τρόπο ασυνεχή, με χαμηλές πυκνότητες ανάπτυξης και ενδιάμεσα κενά, περιλαμβάνει ποικιλία χρήσεων, όπως εμπορικά κέντρα, μεγάλα καταστήματα, ξενοδοχεία, χώρους αναψυχής, ερευνητικά κέντρα και περιοχές κατοίκησης, και εξυπηρετείται από ένα πυκνό και γρήγορο οδικό δίκτυο και εκτεταμένους χώρους στάθμευσης. Χαρακτηρίζεται από την αρχιτεκτονική του μεγάλου αδιαμόρφωτου «κουτιού» [αγγλ. big box developments] που υιοθετούν κατά κανόνα οι μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια των πόλεων. Είναι ένα μοντέλο αστικής ανάπτυξης που καταναλώνει αγροτική γη και δημιουργεί νέες αυξημένες ανάγκες μετακινήσεων με το ιδιωτικό αυτοκίνητο.» Η περιφέρεια της πόλης που διαχέεται βέβαια, διαρκώς αλλάζει, οπότε το φαινόμενο λαμβάνει άλλες διαστάσεις όσο εξελίσσεται στο χρόνο και το χώρο.» Επιπρόσθετα, ο Chin(2002), προσδίδει τέσσερις διακριτούς ορισμούς στην αστική διάχυση, οι οποίοι βασίζονται στη μορφή, στη χρήση γης, στις επιπτώσεις και στην αστική πυκνότητα. Έτσι, προσθέτει, ότι κάθε απόκλιση από τη συμπαγή πόλη είτε είναι μέσω προαστιακής είτε γραμμικής είτε διάσπαρτης ανάπτυξης θεωρείται ως αστική διάχυση. Όσον αφορά τους ορισμούς που βασίζονται στη χρήση γης, τείνουν να συνδέουν την αστική ανάπτυξη με τον χωροταξικό διαχωρισμό των χρήσεων γης . Ενώ, όπως αναφέρει ο Λαγαριάς (2013), με βάση τον ορισμό των Ewing et al. (2002), η αστική διάχυση χαρακτηρίζεται από τρία βασικά χαρακτηριστικά: _Μία διάχυτη κατανομή πληθυσμού με χαμηλές πληθυσμιακές πυκνότητες. _Μία ύπαρξη χωρικά διαχωρισμένων κτιρίων και γενικά αστικών 55


_Μία ανάπτυξη δραστηριοτήτων στα όρια της πόλης χωρίς την ύπαρξη κάποιου σαφώς ορισμένου κέντρου συγκέντρωσης δραστηριοτήτων. Παράλληλα, τονίζεται ότι πρόκειται για μία διαδικασία όπου η επέκταση της ανάπτυξης στο αστικό τοπίο υπερβαίνει κατά πολύ την πληθυσμιακή αύξηση. Οι Burchell et al. (1998), προσδίδουν στο ερευνούμενο φαινόμενο δύο χαρακτηριστικά. Τη χαρακτηρίζουν διάσπαρτη ανάπτυξη κατοικίας με χαμηλή πυκνότητα, αλλά και διάσπαρτη ανάπτυξη περιοχών εμπορίας και βιομηχανίας. Επιπλέον, προσδίδουν στην αστική διάχυση ορισμένα χαρακτηριστικά: _Κατοικία χαμηλής πυκνότητας _Απεριόριστη εξωαστική ανάπτυξη

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

δομών.

_Χωροταξικός διαχωρισμός των διαφορετικών τύπων χρήσεων γης με την οριοθέτηση ζωνών _Αποσπασματική, ασυνεχής ανάπτυξη _Απουσία συγκεντρωμένης ιδιοκτησίας γης ή σχεδιασμού της ανάπτυξης _Κυριαρχία Ι.Χ. οχημάτων σε βάρος των λοιπών μέσων μεταφοράς _Κατακερματισμός της δικαιοδοσίας διακυβέρνησης γύρω από τις χρήσεις γης, μεταξύ των τοπικών αυτοδιοικήσεων _Μεγάλες διαφοροποιήσεις στην δημοσιονομική ικανότητα των τοπικών αυτοδιοικήσεων, καθώς η δυνατότητα είσπραξης εσόδων επηρεάζεται άμεσα από τις αξίες των ακινήτων και την οικονομική δραστηριότητα που εμφανίζεται εντός των ορίων τους. _Εκτεταμένη γραμμική εμπορική ανάπτυξη κατά μήκος κύριων οδικών 56


αξόνων Συγχρόνως, δημοσιεύεται στο διαδίκτυο η ακόλουθη εκδοχή ορισμού του φαινομένου. «Αστική διάχυση είναι η επέκταση μιας πόλης και των προαστίων της σε όλο και περισσότερο αγροτικό έδαφος στην περιφέρεια μιας αστικής περιοχής. Αυτό περιλαμβάνει τη μετατροπή του ανοιχτού χώρου (αγροτικό έδαφος) σε κτισμένη, ανεπτυγμένη γη με την πάροδο του χρόνου» (sprawlcity.org,2017). Ο Peiser (1989),διαπιστώνει ότι καθώς μια περιοχή αναπτύσσεται, η διάχυση υποδηλώνει ότι η αστικοποιημένη περιοχή είναι μεγαλύτερη από ότι θα έπρεπε να ήταν, επειδή μη αναπτυγμένες μεγάλες εκτάσεις γης παραμένουν διάσπαρτες ανάμεσα σε αναπτυγμένες. Ο Peiser (2001), συνεχίζει την ανάλυση του θέματος, σημειώνοντας ότι ο όρος αστική διάχυση χρησιμοποιείται με διάφορους τρόπους, με σκοπό να αναδείξει την αλόγιστη χρήση γης, την αδιάκοπη και μονότονη ανάπτυξη, την αποσπασματική και ασυνεχή ανάπτυξη και την αναποτελεσματική χρήση της γης. Η αστική διάχυση, σύμφωνα με τον Μαντέλα(2011), είναι η χωρική εκδήλωση του συμβιβασμού μεταξύ των προσδοκιών και των δυνατοτήτων του πληθυσμού που λαμβάνει χώρα σε ατομικό επίπεδο ενώ ως φαινόμενο αποτελεί μία από τις σημαντικότερες διαμορφωτικές διαδικασίες τόσο για το φυσικό όσο και για το ανθρωπογενές περιβάλλον. Συμπερασματικά, λόγω της προαναφερθείσας ατομικής ελευθερίας, ο καθένας έχει το δικαίωμα να χτίσει την κατοικία του σε σχεδόν οποιοδήποτε σημείο, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει μία συνέχεια στη δόμηση. Το φαινόμενο αυτό, κυριαρχεί στις μητροπολιτικές περιοχές στα πλαίσια της μεταβιομηχανικής εποχής, δηλαδή υπό συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, σε συνδυασμό με την τριτογενοποίηση της παραγωγής και τις τάσεις συγκέντρωσης στα μητροπολιτικά κέντρα λόγω της κυριαρχίας των υπηρεσιών. Επιπρόσθετα, μεταφράζεται σε φαινόμενο προαστιοποίησης, αστικοποίησης δηλαδή της περιαστικής υπαίθρου, όσο και σε φαινόμενα περιαστιοποίησης των τριτογενών δραστηριοτήτων και ανάπτυξης συστημάτων υποδομής και δικτύων μεταφορών στην περιφέρεια της πόλης, κι έτσι δημιουργούνται νέες κεντρικότητες, εκτός παραδοσιακού-ιστορικού κέντρου και υποκατάστατων του κέντρου στην περιφέρεια της πόλης. 57


να κυριαρχείται από σαφώς καθορισμένες, οικίες δομές: μια κεντρική αγορά ή ένα πυρήνα, ξεχωριστές δομές για πορείες που επιτρέπουν στους ανθρώπους να ταξιδεύουν γρήγορα στο κέντρο από απομακρυσμένα μέρη, προαστιακές περιοχές, γειτονιές ή συνοικίες κέντρα που υπάρχουν μέσα σε μια σαφώς δομημένη ιεραρχία θέσεων, και απομονωμένες περιοχές όπου πραγματοποιούνται βιομηχανικές δραστηριότητες. Το ευρύτερο τοπίο μέσα στο οποίο υπάρχουν τέτοιες πόλεις υποτίθεται ότι είναι γεωργικό, καθορίζοντας έναν απόλυτο υποτίθεται πανάρχαιο δεσμό ανάμεσα στην πόλη και την αγορά των καταναλωτών και το ευρύτερο παραγωγικό περιβάλλον που αποτελεί το σκεπτικό για την ίδια την ύπαρξη της πόλης αρχικά. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Οδηγώντας από το αεροδρόμιο Kennedy ανατολικά της Νέας Υόρκης προς το Long Island, και για πάνω από εκατό μίλια, το τοπίο κυριαρχείται από δρόμους υψηλής ταχύτητας, κατά μήκος των οποίων είναι πληθώρα εμπορικών κέντρων ανά μίλι , που διανθίζονται με χαμηλής πυκνότητας οικιστική και εμπορική ανάπτυξη. Το δυτικό άκρο της παγκόσμιας πόλης, φαίνεται ότι εξακολουθεί να εμφανίζεται για να παρέχει την οικονομική λογική για αυτή την αστική διάχυση. Το ίδιο ισχύει σχεδόν σε οποιαδήποτε κατεύθυνση θελήσει να ταξιδέψει κάποιος μακριά από την πόλη της Νέας Υόρκης.»

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

Επιλογικά, παρατίθεται αυτούσιο το απόσπασμα από τα λεγόμενα του Michael Batty(2005), στο οποίο περιγράφεται χαρακτηριστικά ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κάποιος να αντιληφθεί την ύπαρξη του «Ο λεπτομερής εντοπισμός βασικών αιτιών της είναι αστικής διάχυσης φαινόμενου. «Η γενική των αντίληψη μας για την πόλη ότι εξακολουθεί διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξακρίβωση των παραγόντων/συντελεστών από τους οποίους πηγάζει πρωτογενώς το φαινόμενο. -Bhatta, 2010»

Έτσι, με βάση τους ορισμούς, την περιγραφή του φαινομένου και των χαρακτηριστικών του, συμπεραίνουμε ότι η παραδοσιακή εικόνα που είχε ο κόσμος για τις πόλεις, κυρίως δυτικού τύπου, έχει πλέον αλλάξει σχεδόν ριζικά. Οι πόλεις αποτελούν τώρα πια πολυσύνθετα στοιχεία πολύ περισσότερο από όσο πιστεύεται ότι είναι. Η πολυπλοκότητα αυτή δεν είναι εμφανής μόνο στις μεγαλουπόλεις, υφίσταται ήδη και σε μικρότερες όχι τόσο παγκοσμιοποιημένες πόλεις. Τα παραδοσιακά κέντρα τείνουν να εξαφανιστούν τελείως, τουλάχιστον σε ότι αφορά 58


στην οικονομική τους δύναμη. Οι αστικές περιοχές μπορούσαν να είναι απλές ή σύνθετες. Πλέον, η απλή μορφή των αστικοποιημένων περιοχών τείνει να εξαλειφθεί, αφού όλο και πιο σύνθετες δραστηριότητες και σχέσεις αναπτύσσονται στα πλαίσια τους. Συνήθως τώρα πια, είναι γεμάτες από κόσμο και υπηρεσίες που εξυπηρετούν αυτό το πλήθος, διαμάχες και οικονομικά προβλήματα, που δίνουν την αίσθηση ενός βιομηχανικού τοπίου. Στη νέα πόλη δεν υπάρχουν όρια. Η νέα πόλη δεν είναι ορισμένη και αναπτύσσεται μόνη της, με ανεξέλεγκτη την ιδιωτική πρωτοβουλία, χωρίς σε πολλές περιπτώσεις να παρεμβαίνει ο δημόσιος τομέας, αφού ο οποιοσδήποτε μπορεί να δομήσει οπουδήποτε ένα οικόπεδο χωρίς πάντα να υπάρχει κάποιο απαγορευτικό νομικό πλαίσιο. Τα άτομα είναι ελεύθερα να πράξουν κατά βούληση, κι αυτό θεωρείται ύψιστο δικαίωμα, θεμελιώδης παράγοντας της νέας κοινωνίας. Η κοσμοαντίληψη αυτή, κυριάρχησε με τους πολιτικούς αγώνες και την αλλαγή της σκυτάλης τον 18ο αιώνα, έτσι κάθε προσπάθεια περιορισμού αυτής της ελευθερίας θεωρείται εναπομένον στοιχείο της παλαιότερης εποχής.

3.2_Αιτίες εμφάνισης της αστικής διάχυσης

59

Οι αιτίες της αστικής διάχυσης και οι παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αυτή συμβαίνει, ποικίλουν σε τομείς. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, εκτός από το ότι είναι ένα φαινόμενο χωροχρονικό είναι και κοινωνικοοικονομικό και οι παράγοντες οι οποίοι την επηρεάζουν παρουσιάζουν έντονη διαφοροποίηση τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο. Στην Ευρώπη, οι πόλεις ήταν παραδοσιακά πολύ πιο συμπαγής, αναπτύσσοντας ένα πυκνό ιστορικό πυρήνα πριν από την εμφάνιση των σύγχρονων συστημάτων μεταφοράς(ΕΕΑ,2006). Η αστική διάχυση εμφανίζεται λοιπόν στην Ευρώπη, εντονότερα τα τελευταία 60 χρόνια, δηλαδή κατά τη μεταβιομηχανική εποχή, και έχει επηρεαστεί


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 60


από οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, από πολέμους, από την ανάπτυξη και τις ανάγκες της εκάστοτε κοινωνίας, από το κλίμα και το ανάγλυφο της κάθε τοποθεσίας, από την εξέλιξη της τεχνολογίας, από τα μεταναστευτικά ρεύματα (εσωτερική μετανάστευση και ρεύματα από το εξωτερικό) κ.α.. Σύμφωνα με την Briassoulis (2000), σε γενικό επίπεδο διακρίνονται δύο γενικές κατηγορίες κρίσιμων παραγόντων, που διαμορφώνουν τις μεταβολές των αστικών χρήσεων γης: _Οι φυσικοί, που περιλαμβάνουν χαρακτηριστικά και διαδικασίες που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον όπως η γεωμορφολογία, οι κλιματικές μεταβολές και η εδαφική διάβρωση, τα είδη υπεδάφους, το υδρογραφικό δίκτυο κλπ. Οι φυσικοί παράγοντες ουσιαστικά διαμορφώνουν ένα περιοριστικό πλαίσιο το οποίο καθορίζει τις κατανομές των χρήσεων γης. Για παράδειγμα, ο παράγοντας της γεωμορφολογίας μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία της αστικής διάχυσης, καθώς συχνά σε ορεινές περιοχές με απότομες κλίσεις εδάφους αποτρέπεται η ανάπτυξη αστικών χρήσεων, ενώ αντίθετα σε πεδινές περιοχές ευνοείται. _Οι κοινωνικοοικονομικοί που περιλαμβάνουν δημογραφικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτικούς παράγοντες και διαδικασίες, τεχνολογικούς παράγοντες, νομοθεσίες, καθεστώτα ιδιοκτησίας κλπ. Οι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες προκαλούν άμεσα ή αποτρέπουν «Είτε μας αρέσει είτε όχι, η πλειοψηφία των ανθρώπων προσεύχονται για να φτάσει σε αυτούς η διάχυση, ώστε να τους εξελίξει και να τους ικανοποιήσει. -Gottmann, 1967» τις μεταβολές των χρήσεων γης. Ενώ, οι Hersperger & Burgi (2008), διακρίνουν πέντε κατηγορίες κρίσιμων παραγόντων για μεταβολές των χρήσεων γης. Τους οικονομικούς, τους χωρικούς, τους πολιτικούς, τους πολιτισμικούς και τους τεχνολογικούς. Στους οικονομικούς κατατάσσουν τη δομή της αγοράς και τις καταναλωτικές ανάγκες και τις κρατικές 61


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 62


επιχορηγήσεις. Στους χωρικούς κατατάσσουν την υφιστάμενη κατανομή των χρήσεων γης και των οδικών δικτύων και τα φυσικά και γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά, στους πολιτικούς τις υποδομές και την περιβαλλοντική πολιτική με τον καθορισμό περιοχών προστασίας, στους πολιτισμικούς τα πρότυπα ζωής και τις ιστορικές συνθήκες που διαμορφώνουν το γενικότερο πλαίσιο της αστικοποίησης καθώς και τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού, στους τεχνολογικούς τη μηχανοποίηση της αγροτικής παραγωγής. Η αστική διάχυση όπως αναφέρθηκε, προκαλείται με δύο τρόπους. Είτε από ποσοστά πληθυσμού που φεύγουν από τις αγροτικές περιοχές αφού η ίδια η αστική ζώνη αλλά και η ζώνη επιρροής της, τα προάστια, θεωρούνται ελκυστικοί τόποι όσον αφορά στα όσα αυτές παρέχουν, είτε από πληθυσμό που κατοικούσε σε αστικά κέντρα κι αποζητά μία καλύτερη ποιότητα ζωής, αφού, τα αστικά κέντρα έχουν γίνει πολύβουα, πυκνοκατοικημένα κι επικίνδυνα κι έτσι μεταφέρονται στα προάστια. Η επίσημη Ευρωπαϊκή υπηρεσία αναφέρει χαρακτηριστικά: οι παγκόσμιες κοινωνικοοικονομικές δυνάμεις αλληλεπιδρούν με πιο εντοπισμένους περιβαλλοντικούς και χωρικούς περιορισμούς για να γίνουν εμφανή τα κοινά χαρακτηριστικά της αστικής διάχυσης σε όλη την Ευρώπη σήμερα. Ταυτόχρονα, η επέκταση έχει επιταχυνθεί σε απάντηση των βελτιωμένων συγκοινωνιακών συνδέσεων και της ενισχυμένης προσωπικής κινητικότητας. Αυτό έχει καταστήσει δυνατό είτε να ζουν όλο και πιο μακριά από τα αστικά κέντρα, ενώ διατηρούν όλα τα πλεονεκτήματα μιας πόλης, είτε τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ζουν σε μία πόλη ενώ εργάζονται σε μία άλλη(ΕΕΑ, 2006). Ακόμη, ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης στην ομιλία του προς το Αμερικανικό Ινστιτούτο Πολεοδόμων και Χωροτακτών, τον Οκτώβρη του 1958, αναφέρει τρεις βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την πολεοδομία. Ένα λοιπόν από τα βασικά προβλήματα της πολεοδομίας, είναι η κολοσσιαία αύξηση του πληθυσμού της γης, η οποία από τότε έως σήμερα είναι αυξανόμενη και πρωτοφανής και ιδιαίτερα στους λαούς της Μέσης Ανατολής. Η δημόσια υγεία όλο και βελτιώνεται και ο πληθυσμός αυξάνεται ταχύτερα από ποτέ. Έτσι, υπάρχει ανάγκη για τη δημιουργία πολύ μεγαλύτερου αριθμού κατοικιών, πόλεων και οικισμών σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα. Ο δεύτερος παράγοντας που ο 63


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 64


Δοξιάδης επεσήμανε τότε, ήταν η σύγχρονη τεχνολογία και το πόσο οι τεχνικές έχουν αλλάξει και μαζί και οι απαιτήσεις, ενώ Τέλος, ο τρίτος παράγοντας είναι ότι η έννοια του μεγέθους άλλαξε. Το φαινόμενο της αστικής διάχυσης, ανάγεται σε πολλά και σύνθετα αίτια.(Εικ.22) Αναλυτικότερα, η παγκόσμια αύξηση του πληθυσμού θεωρείται ότι αποτελεί ένα από τα διαχρονικά αίτια της αστικοποίησης και συνεπώς της αστικής διάχυσης. Ο Torrens (2006), υποστηρίζει ότι, η αύξηση του πληθυσμού συμβάλλει στην αστική διάχυση με τρεις τρόπους τουλάχιστον: την απόλυτη ανάπτυξη, την αυξανόμενη αστικοποίηση και την αναδιάρθρωση της δυναμικής της δημογραφίας των νοικοκυριών. Η πληθυσμιακή μεγέθυνση, αποτελεί επακόλουθο της φυσικής πληθυσμιακής αύξησης και της τάσης για συγκέντρωση στις αστικές περιοχές. Με τη δημιουργία μίας πόλης, ολοένα και περισσότερος κόσμος προτιμούσε να κατοικεί στα πλαίσια της, αρχικά γιατί παρείχε ασφάλεια, αλλά και για την αίσθηση ότι ανήκεις κάπου, και πλέον γιατί καλύπτει τις νεότερες ανάγκες που έχουν προκύψει με τη πάροδο του χρόνου σε ότι αφορά τον πληθυσμό από τις εξωαστικές περιοχές. Στις αστικές περιοχές, υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες και προοπτικές από επαγγελματική άποψη, όμως και μεγαλύτερη ποικιλία και οργάνωση υποδομών και υπηρεσιών. Ο Bhatta (2010), αναζητά τα αίτια του φαινομένου στη σύγχρονη εποχή. Αφού θεωρεί ότι κύρια αιτία διόγκωσης του φαινομένου της αστικής επέκτασης σε τοπικό αλλά και διεθνές επίπεδο, καθίσταται η μετατόπιση του πληθυσμού από τις αγροτικές περιοχές (τόποι καταγωγής) στον αστικό και περιαστικό χώρο (εσωτερική μετανάστευση).(Εικ.23) Επιπλέον, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη είναι μία από τις πιο ισχυρές αιτίες της επέκτασης των πόλεων. Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας είναι σήμερα ισχυρά αλληλένδετη με την ανάπτυξη των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας (ICT). Συνολικά, είναι πιθανό ότι οι ICT θα οδηγήσουν την αστική ανάπτυξη προς ένα ακόμα πιο διαχυμένο μέλλον (Audriac, 2005). Η αρχή λοιπόν, της παγκόσμιας έξαρσης του φαινομένου της διάχυσης, συμπορευόταν με τη μεταβιομηχανική εποχή, δηλαδή με τη ραγδαία αύξηση της παγκοσμιοποίησης της οικονομικής βάσης που υπήρξε ένας από τους βασικότερους παράγοντες για την 65


Αναφορικά με μία άλλη πτυχή της ίδιας αιτίας, θεωρείται η εμφάνιση της «προαστιοποίησης της εργασίας», η οποία οφείλεται κυρίως στους μεταφορικούς προσανατολισμούς και τις πολιτικές που υιοθετήθηκαν εκ μέρους των μεγάλων επιχειρήσεων. Η επιλογή και προτίμηση των προαστιακών τοποθεσιών βασίστηκε στο χαμηλό κόστος των μεταφορών και στην εύκολη προσβασιμότητα όλων των περιοχών, δημιουργώντας τις απαραίτητες προϋποθέσεις προσέλκυσης νέου εργατικού δυναμικού. Ο Ewing (2008) αναλύει το φαινόμενο, αναφερόμενος στο ότι η βιομηχανία έχει μετατοπιστεί από την κάθετη στην οριζόντια διαδικασία παραγωγής και οι οικονομίες κλίμακας/συγκέντρωσης έχουν καταστεί λιγότερο σημαντικές. Η δημιουργία σύγχρονων βιομηχανικών πάρκων μικρής πυκνότητας και χαμηλού ύψους, περιβαλλόμενα από όλες τις απαραίτητες τεχνικές υποδομές, αποτέλεσαν μία από τις κυριότερες αιτίες της αστικής διάχυσης. Ουσιαστικά, τα κτίρια ελαφριά-μεσαίας βιομηχανίας και εμπορικών χρήσεων κατέλαβαν μεγάλες εκτάσεις, χωρίς να υπάρχει ειδικός προγραμματισμός για την αξιοποίηση συγκεκριμένων κενών χώρων για άλλες χρήσεις. Χρειάζεται επιπλέον να σημειωθεί σύμφωνα με τον Λέφα (2003) ότι τον κυριότερο ρόλο στη δημιουργία του νέου κλίματος έπαιξε, αναμφίβολα, η καλπάζουσα επέκταση της ελεύθερης αγοράς -και της αγοράς εργασίας μαζί. Όπως όλα τα εμπορεύσιμα αγαθά, έτσι και η εργατική δύναμη άρχισε να μετακινείται σε συνεχώς αυξανόμενη ευκολία- θέλοντας ή μη.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

άνοδο των εισοδημάτων, την τεχνολογική πρόοδο, την αύξηση της απασχόλησης (κατά περιπτώσεις) και την εξασφάλιση χαμηλότερων σε κόστος και ευκολότερων μετακινήσεων. Ο Saskia Sassen (2001), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η γεωγραφία και η σύνθεση της παγκόσμιας οικονομίας άλλαξε, παράγοντας ένα σύνθετο δυϊσμό: μία χωρικά διάχυτη αλλά παρ’ όλα αυτά παγκόσμια ενοποιημένη οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, αυξάνονταν και οι απαιτήσεις των ανθρώπων.

Ακόμη, κατά τον Αίσωπο(2006),το φαινόμενο αυτό συνδέεται άμεσα με την έκρηξη της τεχνολογίας. Ιδιαίτερα στον τομέα της πληροφορικής, και οι μεταφορές υψηλής ταχύτητας επηρεάζουν τη σύσταση και τα χαρακτηριστικά του αστικού χώρου. Συμπληρωματικά είναι τα 66


67


καθώς και τη συνεχή επέκταση του οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου που επιφέρουν την ταχύτατη αύξηση της επιφάνειας που κατέχουν οι πόλεις, έστω και αν μέρος των νέων απαιτήσεων καλύπτεται από την επαναχρησιμοποίηση του υφιστάμενου οικοδομικού πλούτου, την καλύτερη αξιοποίηση γηπέδων σε ήδη οικοδομημένες περιοχές. Ειδικότερα, άμεσα συνδέονται οι ακόλουθοι παράγοντες με την έκρηξη της τεχνολογίας. Το φαινόμενο της αστικής διάχυσης εμφανίστηκε συστηματικά ως αποτέλεσμα και των σημαντικών επενδύσεων σε οδικά δίκτυα και άλλες μεταφορικές υποδομές υψηλών προδιαγραφών. Τα δίκτυα και το που αυτά θα τοποθετηθούν έχουν μεγάλη επιρροή στον τρόπο με τον οποίο μία πόλη θα εξελιχθεί.(Εικ.24) Συνήθως, στην περιοχή όπου φτιάχνονται δίκτυα υπάρχει και γενικότερη σταδιακή αλλά συστηματική ανάπτυξη περιμετρικά αυτών. Σε αυτό το σημείο, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί το απόσπασμα των Simon Eisner, Arthur Gallion και Stanley Eisner (1993), το οποίο ιδιαίτερα περιγραφικά μεταφέρει την επιρροή των δικτύων αλλά και την αναγκαιότητα τους για το σημερινό, σύγχρονο άνθρωπο. «Στα τεχνολογικά ανεπτυγμένα τμήματα του κόσμου, η κινητικότητα είναι περίπου σαν το να αναπνέεις: συμπορεύεται με το να ζεις. Ταξιδεύουμε στα πλαίσια των τοπικών κοινωνιών, χρησιμοποιώντας κάθε τρόπο μετακίνησης από τη σύντομη βόλτα με τα πόδια έως την πτήση στο μακρινό μπλε. [...]

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

λεγόμενα του Λέφα(2003) σε ότι αφορά την πίστη των ανθρώπων στη σταθερότητα των οικονομικών δεσμών που τους ένωναν με την πόλη που κλονίστηκε. Εκείνο που δεν κλονίστηκε ήταν η (όχι αδικαιολόγητη) πεποίθηση τους ότι στην πόλη θα τους προσφερόταν μία ακόμη ευκαιρία. Ακόμη, συνεχίζει την ανάλυση του, αναφερόμενος στις απαιτήσεις των σύγχρονων ανθρώπων για πιο άνετο χώρο διαβίωσης, τη ρήξη του κλασικού μοντέλου οικογένειας και τη συνεπακόλουθη ανάγκη για μεγαλύτερο αριθμό κατοικιών, την οικονομική μεγέθυνση και την αδιάκοπη οικοδόμηση νέων κτηρίων και εγκαταστάσεων, «Οι άνθρωποι νιώθουν μοναξιά και τείνουν να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο. Αν στριμωχτούν, τότε υποφέρουν. Η πόλη έχει δύο σκοπούς: και να φέρει τους ανθρώπους κοντά και να τους κρατά σε απόσταση με τη δημιουργία της σωστής δομής. -Κωνσταντίνος Δοξιάδης , 1950»

68


Η μεταφορά, επομένως, διαπερνά κάθε όψη και φάση της ζωής μας, αφορά όλους τους τύπους των ανθρώπων, από τους πωλητές έως τους επαγγελματίες που σχεδιάζουν τα συστήματα μεταφοράς, έως του επαγγελματίες που χτίζουν τα συστήματα και έως αυτούς που τα χρησιμοποιούν. Εμπεριέχουν μηχανικούς κυκλοφορίας, ειδικούς σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, κοινωνιολόγους, πολεοδόμους, οικονομολόγους και φυσικά ένα νέο γένος, τους περιβαλλοντολόγους.» Όπως είναι λοιπόν λογικό, ο κάθε άνθρωπος αναζητά την ευκολία στη ζωή του. Έτσι, προτιμά να κατοικεί σε περιοχές εύκολα προσβάσιμες αλλά και με εύκολη πρόσβαση σε άλλες περιοχές από αυτές ή κοντά σε αυτές. Έτσι, μετακινείται πληθυσμός από τα αστικά κέντρα στα προάστια. Έτσι, ο Brueckner (2000), συμπεραίνει ότι οι αναπτυξιακές προτεραιότητες των πόλεων στο επίπεδο των υποδομών επέφεραν ταχύτερες και βολικότερες μετακινήσεις μικρού πλέον κόστους, οι οποίες ώθησαν την μετατόπιση του πληθυσμού στα προάστια. Συνεπώς, οι προαστιακές περιοχές αποτέλεσαν όλο και περισσότερο ελκυστικούς προορισμούς στα πλαίσια των κατευθύνσεων αστικής χωρικής ανάπτυξης. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, οι κάτοικοι επιθυμούν και αναζητούν να διαμένουν σε περιοχές που πληρούν ορισμένα κριτήρια, όπως ενδεικτικά: εύκολη προσβασιμότητα στους χώρους εργασίας, παρουσία χώρων αστικού πρασίνου και πάρκων, άνετο παρκινγκ και πρόσβαση στο δίκτυο συγκοινωνιών, άνετη προσβασιμότητα σε υπηρεσίες και αγαθά, χαμηλή εγκληματικότητα, καλό κλίμα και περιβαλλοντικές συνθήκες. Στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις παρατηρείται το φαινόμενο σημαντικής έλλειψης επαρκών χώρων διαβίωσης, γεγονός που ενθαρρύνει τους κατοίκους για εύρεση κατάλληλων και ποιοτικότερων χώρων στα εγγύς προάστια. Κατά το ΕΕΑ (2006), το φαινόμενο αυτό έχει άμεση σχέση με την αντίθεση των προφανών αξιοθέατων των προαστίων. Οι πολλές αρνητικές πτυχές των εσωτερικών πυρήνων της πόλης, συμπεριλαμβανομένου του ανθυγιεινού περιβάλλοντος, τα κοινωνικά προβλήματα και τα θέματα ασφάλειας, δημιουργούνται ισχυρές αιτίες που οδηγούν στην επέκταση των πόλεων. Οι πυρήνες της πόλης θεωρούνται από πολλούς ως πιο μολυσμένοι, θορυβώδεις και μη ασφαλείς σε σχέση με τα προάστια. Χωρίς αυτό απαραίτητα να σημαίνει ότι στα προάστια δεν υπάρχει επικινδυνότητα. Σε ότι αφορά το 69


Για παράδειγμα, παρά το ότι η Σλοβακία ήταν μία παραδοσιακά αγροτική χώρα μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μπρατισλάβα πάντα είχε σημαντικό ρόλο στη βιομηχανία, το εμπόριο και είχε και αρκετούς κατοίκους. Αφού το κομμουνιστικό καθεστώς ανέλαβε την κυβέρνηση, η οικονομία της χώρας στράφηκε στη βιομηχανία. Έτσι, αναλύοντας την ανάπτυξη της βιομηχανικής περιοχής της Μπρατισλάβα, είναι εμφανές ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στις νέες βιομηχανικές περιοχές και στο σιδηροδρομικό δίκτυο. Όπως παρατηρείται, οι σημαντικές βιομηχανικές περιοχές είναι άμεσα συνδεδεμένες με το σιδηροδρομικό δίκτυο. Ακόμη, η αύξηση των βιομηχανικών περιοχών είναι επίσης συνδεδεμένη με την οικοδόμηση νέων σιδηροδρομικών γραμμών και τη σύνδεσης με το εθνικό σιδηροδρομικό δίκτυο. (C. Lavalle, M. Niederhuber, N. McCormick, L. DeMicheli, 2002).(Εικ.25)

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

τμήμα του πληθυσμού που φεύγει από το κέντρο για να κατοικήσει στα προάστια, αιτίες αποτελούν πολλές φορές οι υψηλές τιμές της γης στα αστικά κέντρα σε συνδυασμό με το σύνηθες ανθυγιεινό περιβάλλον που επικρατεί, εξαιτίας μολύνσεων και έλλειψης ελεύθερων χώρων. Αναζητούν λοιπόν, μία καλύτερη ποιότητα ζωής στα προάστια, χωρίς να θέλουν να αποκοπούν απόλυτα από τα όσα προσφέρει η ζωή σε μία πόλη. Βέβαια, με βάση τον Bhatta (2010), το χαμηλότερο κόστος ιδιοκτησίας στον προαστιακό χώρο εδραιώνει σημαντικά τις προαναφερόμενες τάσεις αστικής εξάπλωσης. Σε πολλές περιπτώσεις όμως πλέον, η τιμή της γης στα προάστια αυξάνεται, λόγω της διάχυσης, αλλά ο συνδυασμός τιμής και ποιότητας συνεχίζει να είναι καλύτερος σε μία προαστιακή περιοχή από ότι στην καρδιά ενός αστικού κέντρου.

3.3_Επιπτώσεις της αστικής διάχυσης Ακολούθως της περιγραφής των χαρακτηριστικών και της διαδικασίας δημιουργίας του φαινομένου της αστικής διάχυσης, καθίσταται σαφές ότι ενδέχεται να έχει θετικό αλλά και αρνητικό αντίκτυπο σε όλους τους τομείς τους οποίους αφορά. Ωστόσο, σύμφωνα με τον 70


Bhatta (2010), οι αρνητικές επιπτώσεις της διάχυσης θεωρούνται ως βασικό ζήτημα μελέτης, καθώς το φαινόμενο συνοδεύεται συνήθως από ανοργάνωτη και διάσπαρτη επέκταση στον προαστιακό χώρο. Παρά το γεγονός ότι η εξάπλωση μίας πόλης κατά πολλούς αποτελεί τη φυσική εξέλιξη της, οι επιπτώσεις που έχει το φαινόμενο αυτό στην κοινωνία, στην οικονομία αλλά και στο φυσικό περιβάλλον, όταν λαμβάνει έκταση ανεξέλεγκτα, είναι εμφανείς. Παραδοσιακά θεωρείται ότι η συνεχής αύξηση είναι παράγωγο της οικονομικής ευημερίας. Όμως, είναι γεγονός ότι όσο ο πληθυσμός σε ένα μέρος αυξάνεται, τόσο αυξάνονται και οι απαιτούμενες δαπάνες για ασφάλεια, εύκολη δημόσια διαβίωση, υποδομές και υπηρεσίες. Αναφορικά με την αυξανόμενη ανάπτυξη της περιφέρειας των πόλεων, βασικότερη επίπτωση θεωρείται η επιβάρυνση του περιβάλλοντος και η ρύπανση του. Η γη δεν αποτελεί ανανεώσιμο φυσικό πόρο. Η αγροτική γη είναι ένα από τα μεγαλύτερα θύματα της αστικής διάχυσης, αφού η μη ελεγχόμενη ανάπτυξη του δομημένου ενάντια του φυσικού τοπίου είναι μη αναστρέψιμη. Όπως αναφέρει κι ο Λαγαριάς (2013), η αστική διάχυση συνδέεται με την κατασπατάληση αγροτικών εκτάσεων, και με περιβαλλοντικά προβλήματα που αφορούν στην καταστροφή οικοσυστημάτων και περιοχών που χρίζουν προστασίας, λόγω της ανάπτυξης αστικών χρήσεων γης ή προβλήματα γειτνίασης φυσικών περιοχών με ρυπογόνες αστικές δραστηριότητες. Συγχρόνως, η αστική ανάπτυξη συνεπάγεται την ουσιαστική κατανάλωση πολλών φυσικών πόρων. Η φθορά της γης είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, δεδομένου ότι είναι ως επί το πλείστον μη ανανεώσιμος πόρος. Όπως δημοσιεύεται στο ΕΕΑ (2006), σε αντίθεση με τις αλλαγές (άλλες γεωργικού τύπου χρήσεις) στη χρήση της γεωργικής γης, η αλλαγή χρήσης της γεωργικής γης για νέες κατοικίες ή δρόμους τείνει να είναι μόνιμη και κατά περιπτώσεις αναστρέψιμη μόνο σε πολύ υψηλό κόστος και σε βάθος χρόνου. Ταυτόχρονα, είναι ζωτικής σημασίας το γεγονός ότι η διάχυση πολλές φορές δεν κάνει διάκριση στα προστατευόμενα οικοσυστήματα σε ορεινούς όγκους και παραθαλάσσιες περιοχές, γεγονός που συναντάται συνεχώς στον ελλαδικό χώρο, όπως για παράδειγμα οι καλοκαιρινές πυρκαγιές με σκοπό την οικοπεδοποίηση, η υποβάθμιση του περιαστικού περιβάλλοντος με απειλή των οικοσυστημάτων, μείωση της βιοποικιλότητας, ρύπανση του 71


Παράλληλα, ένα ακόμη μη αμελητέο σύμπτωμα, είναι η διάσπαρτη και εκτεταμένη εξάπλωση η οποία μπορεί να προκαλέσει κρίσιμες μεταβολές στις ιδιότητες, την ικανότητα παραγωγής και τη λειτουργία των αγροτικών εδαφών. Το φαινόμενο υψηλών απαιτήσεων ενεργειακής κατανάλωσης, καθίσταται άμεση απόρροια της αυξανόμενης εκμετάλλευσης εκτάσεων γης και των χαμηλών πυκνοτήτων κατά τη διαδικασία της διάχυσης. Η αστική διάχυση αποτελεί σημαντικό παράγοντα ατμοσφαιρικής ρύπανσης, λόγω κυρίως των σύγχρονων προτύπων κατανάλωσης των πόρων και της ανεξαρτησίας των μετακινήσεων από και προς τις προαστιακές περιοχές (ιδιωτικά αυτοκίνητα). Η αστική ανάπτυξη και ειδικότερα η διάχυση, συμβάλουν δυναμικά στην απώλεια αμιγώς αγροτικών εκτάσεων και ανοικτών χώρων. Οι εκτάσεις αυτές αποτελούν μη ανανεώσιμες πηγές πόρων και χρήζουν διαρκούς αποκατάστασης και διατήρησης, καθώς διαδραματίζουν πρωταρχικό ρόλο στη λειτουργία των ανθρώπινων και οικολογικών (φυσικών) διεργασιών. Με βάση το ΕΕΑ (2006), ο εκτεταμένος χαρακτήρας των πόλεων της Ευρώπης, είναι ζωτικά σημαντικός λόγω των σημαντικών επιπτώσεων που είναι εμφανής στην αύξηση της απαιτούμενης ενέργειας και της φθοράς της γης, του εδάφους, του υπεδάφους και του υδροφόρου ορίζοντα. Αυτές οι επιπτώσεις απειλούν τόσο το φυσικό όσο και το αγροτικό περιβάλλον.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

υδροφόρου ορίζοντα κ.α. Αναλυτικά, ο Λαγαριάς (2013) αναφέρει ότι η αστικοποίηση επηρεάζει τα υδάτινα οικοσυστήματα με τους παρακάτω τρόπους: α)την αύξηση των αδιαπερατών επιφανειών, οι οποίες μεταβάλλουν τη ροή των υδάτων και το βαθμό απορρόφησης τους προς τον υδροφόρο ορίζοντα, β)τις αυξανόμενες ανάγκες σε υδροδότηση, γ)την αποβολή λυμάτων οικιστικών και βιομηχανικών χρήσεων, δ)τη γενικότερη διατάραξη του οικοσυστήματος και μεταβολή της βιοποικιλότητας. Η αστική ανάπτυξη έχει επιπτώσεις πολύ πέρα από το ότι το φυσικό περιβάλλον φθείρεται άμεσα από τις κατασκευές και τις υποδομές στο άμεσο περιβάλλον μίας τοποθεσίας. Συμπληρωματικά, ο Sactra (1995), υπογραμμίζει ότι η οικονομική ανάπτυξη και η περιθωριοποίηση της γης από τη συνεχή αστική ανάπτυξη δημιουργεί την ανάγκη για νέες υποδομές μεταφορών για τη μεταξύ τους σύνδεση, η οποία με τη σειρά της παράγει πιο έντονη κυκλοφοριακή συμφόρηση και πρόσθετο κόστος για την κοινωνία.

72


Απότοκοι της αστικής διάχυσης είναι η αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που προκαλούν την αλλαγή του κλίματος, και τα αυξημένα επίπεδα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και του θορύβου « Όπως ένα συνεχές κύμα μπροστά σε μία πέτρα σε ένα ταχέως κινούμενο ρεύμα, έτσι μία πόλη είναι ένα μοτίβο στο χρόνο. Κανένα συστατικό μέρος της δεν παραμένει στη θέση του, αλλά η πόλη εξακολουθεί να υφίσταται. Εμφατικά: Τι επιτρέπει στις πόλεις να διατηρούν τη συνοχή τους, παρά τις συνεχείς διαταραχές και την έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού; -John H. Holland, 1995» που συχνά υπερβαίνει τα συμφωνηθέντα ανθρώπινα όρια ασφαλείας. Έτσι, η αστική εξάπλωση παράγει πολλές αρνητικές επιπτώσεις που έχουν άμεσες συνέπειες στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων που ζουν στις πόλεις. Επιπροσθέτως, σχετικά με τις κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις, το φαινόμενο της διάχυσης δημιουργεί ένα κοινωνικό χάσμα μεταξύ των κατοίκων ανάλογα με τον τόπο κατοικίας τους. Ο Κομνηνός(1986) επισημαίνει ότι, αυτό που οδηγεί στην αλλαγή των χρήσεων γης, στην κατασκευή νέων κτηρίων και στην επέκταση των υποδομών, είναι οι αλλαγές που συμβαίνουν στις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες της πόλης, ο νέος πληθυσμός που εγκαθίσταται και οι νέες δραστηριότητες που αναπτύσσονται, ώστε να εξυπηρετούνται οι ανάγκες του νέου πληθυσμού και των διαφόρων λειτουργιών της πόλης. Ωστόσο τα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα δεν σχετίζονται απαραίτητα μόνο με τα αστικά κέντρα. Η κοινωνική πόλωση που συνδέεται με την αστική εξάπλωση σε ορισμένες πόλεις είναι τόσο προφανές ότι η έννοια της «διαχωρισμένης» ή «διπλής» πόλης έχει εφαρμοστεί για να περιγράψει τις διαιρέσεις μεταξύ του εσωτερικού πυρήνα της πόλης και των προαστιακών περιχώρων (ΕΕΑ,2006). Από κοινωνική σκοπιά, η αστική διάχυση προκαλεί έναν ιδιαίτερο διαχωρισμό της οικιστικής ανάπτυξης, ανάλογα με το επίπεδο εισοδήματος, οδηγώντας αναπόφευκτα σε ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές διαφοροποιήσεις. Οι προαστιακές περιοχές στις μέρες μας αναφέρονται περισσότερο στα μεσαία και ανώτερα στρώματα που μπορούν να ανταπεξέλθουν στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Οι 73


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 74


συγκεκριμένες ομάδες επίσης είναι σίγουρα κάτοχοι αυτοκινήτου, γεγονός που αυτόματα αποκλείει κάποιες ομάδες ατόμων, όπως τους πολύ νέους και τους πολύ ηλικιωμένους. Τέλος, ίσως μία από τις πιο εμφανείς στην καθημερινότητα, επιπτώσεις της αστικής διάχυσης είναι η υποβάθμιση των ιστορικών κέντρων των πόλεων, τουλάχιστον σε ότι αφορά στην οικονομική και πολιτιστική τους δύναμη, γεγονός σημαντικό κυρίως για τις Ευρωπαϊκές χώρες. Ένα από τα κύρια της γνωρίσματα αποτελεί η άρρηκτη διασύνδεση μεταξύ της χαμηλής πυκνότητας οικιστικής ανάπτυξης και της ανεξαρτησίας μετακινήσεων αντίστοιχα. Το κέντρο της πόλης χαρακτηρίζεται πολλές φορές από χαμηλό βιοτικό επίπεδο, πολύ υψηλές πυκνότητες κατοίκισης, γήρανση του πληθυσμού και ιδιαίτερη αύξηση των μεταναστών. Αντιθέτως, στον εξωαστικό χώρο η κατάσταση διαφοροποιείται αισθητά. Σε ότι αφορά στο οικονομικό επίπεδο, η αστική εξάπλωση θεωρείται ένα δαπανηρό φαινόμενο. Εδώ θα ήταν χρήσιμο να τονιστεί ότι κατά τον Paul Torrens(2000), η εξάπλωση είναι μια σχετικά πολυδάπανη μέθοδος αστικοποίησης, η οποία χαρακτηρίζεται από ομοιόμορφα χαμηλές πυκνότητες. Αυτό, θεωρείται κυρίως εξαιτίας του επιπλέον κόστους για τις τεχνικές υποδομές, ύδρευση, άρδευση, ηλεκτροδότηση, όπως τα οδικά και τα κοινωφελή και κοινόχρηστα δίκτυα. Ταυτόχρονα, οι επιδιώξεις των επιχειρηματιών σε σχέση με τα κόστη και τους φόρους ιδιοκτησίας φέρνουν στο προσκήνιο το ζήτημα της οικονομικής αποδοτικότητας στις περιοχές χαμηλής πυκνότητας κατοίκισης. Με βάση τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος (2006) σε γενικότερο πλαίσιο, η έλλειψη οικονομικής αποδοτικότητας συνδέεται άρρηκτα με τα στοχευμένα καθεστώτα αστικού σχεδιασμού, τα οποία διαμορφώνουν συνθήκες διάχυσης (χρήσεις γης) και τάσεις μετατόπισης και μετασχηματισμού της οικονομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, το φαινόμενο της αστικής διάχυσης βρίσκει και υποστηρικτές. Στον αντίποδα των όσων αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ενότητα, οι υποστηρικτές της μη συμπαγούς πόλης, πιστεύουν ότι έχει περιβαλλοντικά και ενεργειακά πλεονεκτήματα, καθώς και κοινωνικά οφέλη. Καταρχάς, όπως υποστηρίζεται, δίνει τη δυνατότητα για αξιοποίηση των υποδομών και της ήδη αξιοποιημένης έκτασης, καθώς 75


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 76


και τη δυνατότητα ανανέωσης των υπαρχόντων αστικών περιοχών αλλά και ότι συμβάλει στη ζωτικότητα της πόλης. Σύμφωνα με τον Newman (2000), η μη συμπαγής ή μη συνεκτική πόλη προκύπτει ως η πιο οικονομική αστική δομή για την ενεργειακή κατανάλωση, τη ζήτηση για μετακίνηση, την παροχή βιώσιμων μεταφορών και γενικά την αποδοτικότητα των πόρων. Σύμφωνα με άλλο ένα βασικό επιχείρημα υπέρ της διάχυτης πόλης, σύμφωνα με τους Μπαρμπόπουλος και Μηλάκης (2005), αμφισβητείται ότι η συμπαγής πόλη επιτυγχάνει μείωση της κυκλοφορίας των μηχανοκίνητων μέσων. Η πεζή μετακίνηση και η μετακίνηση με ποδήλατο ευνοούνται, καθώς αποτελούν τους αποτελεσματικότερους τρόπους μετακίνησης για την πρόσβαση σε τοπικές υπηρεσίες, κυρίως για διευκόλυνση των κατοίκων. Παρέχει επίσης τη δυνατότητα αυξημένης κινητικότητας και μετακινήσεων με μέσα μαζικής μεταφοράς, εξασφαλίζοντας ένα αποτελεσματικό σύστημα μεταφορών. Κατά συνέπεια μειώνονται οι μετακινήσεις με το αυτοκίνητο με αποτέλεσμα τη μείωση των εκπομπών CO2 και τη μείωση της κυκλοφοριακής συμφόρησης. Επιπλέον η προαστιοποίηση ελαφρύνει έως ένα σημείο την κυκλοφοριακή συμφόρηση, έχοντας ως αποτέλεσμα τις ταχύτερες μετακινήσεις και λιγότερους ρύπους. Σε όσα προαναφέρθηκαν προστίθεται ένα ακόμα βασικό επιχείρημα, το οποίο αφορά το αίσθημα ικανοποίησης των κατοίκων, που είναι αντιστρόφως ανάλογο της πυκνότητας δόμησης, όπως υποστηρίζουν οι Βλαστός και Μηλάκης (2006). Οι ευνοϊκές συνέπειες της αστικής διάχυσης, εκφράζονται και σε κοινωνικό επίπεδο. Επιπροσθέτως, οι υποστηρικτές διατείνονται πως το “κάδρο πρασίνου” της διάχυτης πόλης μπορεί να συμβάλει με έναν διαφορετικό τρόπο στη βιώσιμη πόλη. Χαρακτηριστικά της διάχυτης πόλης, που παρουσιάζονται σε μοντέλα ουτοπικών πόλεων, επιτρέπουν σε όσους κρατούν κριτική στάση απέναντι στη συμπαγή πόλη να παρουσιάζουν κατάλληλα επιχειρήματα. Όπως για παράδειγμα, αυτό της “πόλης της υγείας” του Richardson (1875) (Χατζηκοκόλη 2009), στην οποία η ικανοποιητική κατανομή του πρασίνου, οι ευεργετικές επιδράσεις του “φυσικού” μικροκλίματος και η ικανότητα των κατοικιών να επιτυγχάνουν καλό ηλιασμό, φωτισμό και αερισμό συνηγορούν στη ιδέα μίας “υγιούς 77


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 78


79


Ο Λαγαριάς(2013), υπογραμμίζει στη διατριβή του, αναφερόμενος αρχικά στον Frey (1999), ότι η δυνατότητα κοινωνικής ανάμειξης που ευνοείται από την αύξηση της πυκνότητας, ειδικά όταν υποστηρίζεται και από μία ποικιλία κτηριακών τύπων στις γειτονιές, μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία μίας υγιούς κοινωνίας, μειώνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις. Η συγκέντρωση τοπικών δραστηριοτήτων στις γειτονίες παρέχει υψηλότερη ποιότητα ζωής, μεγαλύτερη ασφάλεια και δημιουργεί κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη επιχειρήσεων και εμπορικών δραστηριοτήτων. Η πραγματοποίηση μίας τέτοιας πολιτικής περιλαμβάνει την προώθηση της ανάπλασης κεντρικών περιοχών, την αύξηση της αστικής πυκνότητας και την ανάπτυξη περιοχών μικτών χρήσεων. Όλα τα παραπάνω αποσκοπούν κυρίως στη μείωση της ανάγκης για μετακινήσεις ( Roberts & Sykes, 2001).

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

πόλης”, που δεν σχεδιάστηκε, αλλά αναπτύχθηκε κατά μήκος κυκλοφοριακών δικτύων (Αίσωπος 2006).

3.4_Αποτυπώματα αστικής διάχυσης Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αίσωπου (2006), οι επεκτάσεις των πόλεων που συγκροτούν τη διάχυτη πόλη δεν φέρουν τα διακριτά χαρακτηριστικά των προηγούμενων φάσεων εξέλιξης της πόλης αλλά θα μπορούσαν να περιγραφούν ως πεδία δραστηριοτήτων, γεωγραφικά απροσδιόριστα και ασαφή, με πολύμορφα αρχιτεκτονικά δείγματα. Οι αστικές περιοχές με τις περιοχές αστικής διάχυσης μπορούν να διαχωριστούν με βάση την πυκνότητα , αφού στην περίπτωση της πρώτης η πυκνότητα είναι σαφώς μεγαλύτερη. Παρά το ότι η αστική διάχυση δεν προκύπτει πάντα με συγκεκριμένο ή προκαθορισμένο τρόπο, αν απομονωθεί μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή αυτό που έχει δημιουργηθεί, μπορούν να παρθούν συμπεράσματα για το αποτύπωμα που έχει προκύψει. Ανά την εκάστοτε περίπτωση, εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους γύρω από διαφορετικά τμήματα της κάθε πόλης. Μία μέθοδος προσδιορισμού

80


4_Αστική διάχυση: Πρόβλεψη και προγραμματισμός

81


της διασποράς, σύμφωνα με τον Torrens (2000), θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, αφού η διάχυση είναι ένα δυναμικό φαινόμενο. Αυτό που σήμερα μοιάζει με προάστιο, τμήμα της διάχυσης, μπορεί τα επόμενα χρόνια να εξελιχθεί σε συμπαγή και βιώσιμη ανάπτυξη, καθώς ο ρυθμός της αστικής ανάπτυξης οδηγεί στην συμπλήρωση προηγούμενων υπανάπτυκτων περιοχών.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

της αστικής διάχυσης, είναι η οριοθέτηση της και ο σχεδιασμός του αποτυπώματος και του περιγράμματος της. Είναι βέβαια γεγονός ότι πρόκειται για ένα δυναμικό φαινόμενο, το οποίο αλλάζει μέγεθος και μορφή ανά τακτά χρονικά διαστήματα και περιόδους. Όταν όμως απομονωθεί μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή μπορεί να αποτυπωθεί γραφικά και να μελετηθεί με αυτόν τον τρόπο. Τα πρόσκαιρα τμήματα «Χρειαζόμαστε πόλεις σχεδιασμένες για να είναι χρήσιμες και με ωραίο όγκο (σχέδια πόλης). Χρειαζόμαστε δρόμους όπου η καθαριότητα, η εξοικείωση με τις ανάγκες της κατοίκησης, η εφαρμογή του πνεύματος της τυποποίησης στην οργάνωση του εργοταξίου, το μεγαλείο της πρόθεσης, η γαλήνη του συνόλου να μαγεύουν το πνεύμα και να αποπνέουν τη χάρη πραγμάτων που γεννήθηκαν κάτω από ευτυχείς συνθήκες. -Le Corbusier, 1923»

Με βάση τη χωρική ανάπτυξη, τα τμήματα της διάχυσης κατηγοριοποιούνται από τους Torrens & Alberti (2000) με τους εξής τρόπους(Εικ.26): _Προαστιακή ανάπτυξη- Suburban- αλλιώς, αστική ανάπτυξη με χαμηλή πυκνότητα. Πρόκειται για την οργανωμένη οικιστική ανάπτυξη περιοχών έξω από τα υφιστάμενα όρια του αστικού ιστού της εκάστοτε πόλης. Οι περιοχές αυτές εμφανίζονται με χαμηλές πυκνότητες δόμησης και κατοίκησης με περιορισμένες χρήσεις (συνήθως μόνο κατοίκηση), οι οποίες υποστηρίζονται από τις δραστηριότητες, τις υποδομές και τις υπηρεσίες της πόλης. Η περίπτωση αυτή εμφανίζεται όταν ποσοστά πληθυσμού επιζητούν τις παροχές του προκείμενου αστικού κέντρου, αλλά απεύχονται τον συνωστισμό της πόλης ή δεν επαρκεί ο χώρος εντός αυτής. _Αποσπασματική ή τυχαία ανάπτυξη- Leapfrog, discontinuous devel82


opment- μία μορφή ασυνεχούς αστικοποίησης, αποτελούμενη από μικρούς θύλακες αστικοποιημένης γης σε μία ευρύτερα αγροτική περιοχή ή φυσικού χώρου, οι οποίοι έχουν σχετικά μεγάλη απόσταση μεταξύ τους και όχι κάποια συγκεκριμένη σχέση με το πλησιέστερο αστικό κέντρο. Χωρικά μοιάζουν με τις δορυφορικές πόλεις αλλά ξεχωρίζουν από τις προαναφερθείσες λόγω χαμηλότερης πυκνότητας και αποκλειστικής εξάρτησης από το προσωπικό μέσο μεταφοράς λόγω έλλειψης υποδομών. Τέλος, οι περιοχές αυτές παρέχουν στους κατοίκους τις ευνοϊκότερες συνθήκες ζωής καθώς ζουν στο φυσικό περιβάλλον. _Διάσπαρτη ανάπτυξη- scattered- Δεν έχει μία συγκεκριμένη μορφή. Με βάση πολλές απόψεις, πρόκειται για την πιο επιβλαβή μορφή αστικής διάχυσης, αφού ξεπερνά τα αστικά όρια και δημιουργεί περιθωριοποιημένους οικισμούς που απομονώνονται από τα πλαίσια της πόλης σε οποιοδήποτε πιθανό σημείο. Με τον τρόπο αυτό εμφανίζονται οι ανάγκες για επιπλέον υποδομές σε αυτές τις απομακρυσμένες περιοχές κι έτσι προκύπτουν ποικίλα προβλήματα συμπεριλαμβάνοντας και τα περιβαλλοντικά. _Γραμμική ανάπτυξη- ή ανάπτυξη σε λωρίδες- strip- είναι το είδος της ανάπτυξης που εμφανίζεται κατά μήκος των οδικών αξόνων. Αρχικά δημιουργούνται αστικές εκτάσεις κατά μήκος των δικτύων κι έπειτα αναπτύσσονται και κάθετα σε αυτό. Παράλληλα, μπορεί να οικοδομούνται διάφορες υποδομές, δημόσιες υπηρεσίες και να αυξάνεται και η αξία της γης στην περιοχή. Επιπλέον, οι μορφές που έχουν διαχυθεί, μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκονται κατά μήκος μίας ανάπτυξης που έχει αφετηρία το πολύ συμπαγές και καταλήγει στο εντελώς διασκορπισμένο. Η ποικιλία των αστικών μορφών μπορεί να περιγραφεί χρησιμοποιώντας μία τυπολογία βασισμένη σε δύο συνεχείς διαστάσεις, την πυκνότητα του οικισμού (υψηλή και χαμηλή) και τη φυσική διαμόρφωση (που κυμαίνεται από συνεχόμενη και συμπαγής έως διάσπαρτη και ασυνεχής), όπως φαίνεται και στον 28πίνακα-εικονα. Οι Besussi et al. (2010), κάνοντας αναφορά στους Harvey & Clark(1965), παρουσιάζουν αυτή τη μέθοδο ταξινόμησης των μορφών της αστικής διάχυσης, η οποία 83


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

έχει ως εξής: τα αποτυπώματα της διάχυσης κατηγοριοποιούνται με βάση οκτώ στοιχεία, την πυκνότητα, τη συνέχεια, τη συγκέντρωση, την ομαδοποίηση, την εγγύτητα, τις χρήσεις γης, την κεντρικότητα και την ουδετερότητα. Αυτά τα στοιχεία είναι χρήσιμα για τον προσδιορισμό των βασικών διαστάσεων της διάχυσης. Η προαστιακή ανάπτυξη ορίζεται ως η συνεχόμενη επέκταση της υπάρχουσας ανάπτυξης από ένα κεντρικό πυρήνα. Η διασκορπισμένη ή με κενά ανάπτυξη βρίσκεται στο άλλο άκρο του φάσματος. Άλλες μορφές που ταξινομούνται ως διάχυση περιλαμβάνουν συμπαγή ανάπτυξη γύρω από ένα αριθμό μικρότερων κέντρων (πολυπυρηνική ανάπτυξη) και γραμμικές αστικές μορφές, όπως λωρίδες ανάπτυξης κατά μήκος κύριων οδικών δικτύων. Πράγματι, ένα λεξιλόγιο διαφόρων ποικιλιών διάχυσης αναδύεται γρήγορα, λόγω του ότι η ανάπτυξη φαίνεται να είναι ασυντόνιστη ιδιαίτερα στην περιφέρεια της πόλης. Η διάχυση στην πραγματικότητα υφίσταται σε πολύ διαφορετικές μορφές, οι οποίες ποικίλουν από πολύ συγκεντρωμένα κέντρα, σε χαμηλής πυκνότητας τοπία, σε πόλεις χωρίς άκρη, που υπάρχουν εκεί όπου οι πόλεις μεγαλώνουν όπως οι πόλεις στη Δυτική Ευρώπη και στην Ανατολική Κίνα. Η μορφολογία αυτών των δομών κυμαίνεται από διακριτές ακμές και περιφέρειες έως πιο ασαφείς περιμέτρους. Αυτές οι διαφορές αποτελούν πρόβλημα στο σχεδιασμό των πιο απομακρυσμένων αστικών τμημάτων, το οποίο μπορεί να επιλυθεί μόνο με τη συγχώνευση των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων στις ερμηνείες τους.(Besussi et al.,2010)(Εικ.27,28) Σε κάθε περίπτωση αποτυπώματος πόλης, τα μοτίβα αστικής διάχυσης προσαρμόζονται και προσκολλούνται. Επισημαίνονται τα λεγόμενα του Jean-Luc Pinol (2000), αναφορικά με τις μορφές που προσλαμβάνει η αύξηση, τον σταδιακό ή εκρηκτικό της χαρακτήρα, που επιδρούν στην κατανομή του αστικού πληθυσμού ανάμεσα σε πόλεις διαφορετικού μεγέθους. Η μελέτη του μεγέθους των πόλεων δεν είναι εύκολη, γιατί ο στατιστικός ορισμός, φαινομενικά αντικειμενικός, στην πραγματικότητα βασίζεται σε μία σειρά συμβάσεων οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη. Όταν επικρατεί μία πολιτική εντελώς ελεύθερη, δηλαδή «όποιος θέλει, χτίζει όπου θέλει», ακόμα και ίδια λογική επέκτασης να υπάρχει σε δύο διαφορετικά αποτυπώματα, το αποτέλεσμα είναι πολύ διαφορετικό. Για

84


παράδειγμα, η πόλη σε σχήμα αστεριού και η στρογγυλού σχήματος πόλη, με το ίδιο ρυθμιστικό πλαίσιο, αντιστρέφουν τα αρχικά τους αποτυπώματα, όπως φαίνεται και στην εικόνα. Επίσης, ανάλογα το είδος του τρόπου που λαμβάνει χώρα η διάχυση επηρεάζει την απόσταση από το αστικό κέντρο, διαμορφώνοντας έτσι ένα τελείως νέο περιβάλλον για τους κατοίκους. Στο διάγραμμα φαίνεται ότι εφαρμόζοντας ίδιες λογικές επέκτασης σε αρχικά διαφορετικά είδη αποτυπώματος το αποτέλεσμα διαφέρει κατά πολύ.(Marshall & Gong, 2009) Συμπερασματικά, λόγω μορφής, στην εκάστοτε περίπτωση οι επιπτώσεις αλλά και η έκταση που αυτές μπορούν να λάβουν είναι διαφορετικές. Ακόμη, από όσα έχουν ήδη αναφερθεί, το αποτύπωμα μίας πόλης μετά τη διάχυση της εξαρτάται από το συνδυασμό του αρχικού αποτυπώματος της πόλης και από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η διάχυση. Το προηγούμενο δηλαδή, αστικό αποτύπωμα, έχει αντίκτυπο στην παρούσα αστική μορφή και αυτή με τη σειρά της θα επηρεάσει τα μελλοντικά αστικά αποτυπώματα. Όμως η διάχυση μπορεί να μη γίνεται με ένα τρόπο ανά το πέρασμα των χρόνων. Οπότε, εξαρτάται και από τους τρόπους με τους οποίους η πόλη έχει διαχυθεί από την δημιουργία της μέχρι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή στην οποία επιλέγεται να μελετηθεί. Επιπλέον μπορεί (π.χ. λόγω ανάγλυφου) η ίδια η πόλη να διαχέεται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε πλευρά της, ή να μη διαχέεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Συνεπώς είναι πολύ σημαντικό να ορίζεται πολύ συγκεκριμένα η χρονική στιγμή στη οποία μελετάται μία πόλη και το αποτύπωμα αυτής καθώς επίσης και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα στάδια από τα οποία έχει περάσει, αν βέβαια κάτι τέτοιο είναι εφικτό.

85


4.1_Σχεδιασμένη ανάπτυξη Τα αίτια που προκαλούν την αστική διάχυση δεν είναι δυνατόν να πάψουν να υπάρχουν, ανέκαθεν υπήρχαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν, καθώς ακολουθούν τη φυσική εξέλιξη κάθε κοινωνίας. Για να μειωθούν ή να εξαλειφθούν όμως οι επιπτώσεις που το φαινόμενο αυτό έχει, υπάρχουν άλλοι τρόποι. Ένας τρόπος είναι η προνοητικότητα και το όραμα, δηλαδή η πρόβλεψη και η εκ των προτέρων σχεδίαση της πορείας της διάχυσης μιας πόλης. Η ύπαρξη ενός σχεδίου, το οποίο θα προβλέπει μία ανάπτυξη και θα επιτρέπει σε αυτή να λάβει χώρα σε συγκεκριμένους και οριοθετημένους χώρους με προκαθορισμένες χρήσεις γης. Συνεπάγεται λοιπόν, με βάση το ΕΕΑ(2006), ότι η διαχείριση της αστικής επικράτειας ως ενιαίας και ολοκληρωμένης οντότητας καθίσταται βασική προϋπόθεση για το συντονισμό-οργάνωση των στρατηγικών σχεδιασμού και την ανάλυση των συναφών οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών αναπτυξιακών πτυχών. Χρειάζεται να σημειωθεί, ότι ο σχεδιασμός των χρήσεων γης και γενικότερα ο προγραμματισμός του χώρου της πόλης, είναι μία πολύ απαιτητική και σύνθετη διαδικασία καθώς περιλαμβάνει λήψη αποφάσεων που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα ένα πολύ μεγάλο αριθμό κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Είναι επίσης σαφές, σύμφωνα με την Couclelis (2005), ότι οι συνέπειες εφαρμογής μίας πολιτικής είναι εξαιρετικά δύσκολο

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

4_Αστική διάχυση: Πρόβλεψη και προγραμματισμός

86


να προσδιοριστούν εκ των προτέρων και πολύ συχνά εξελίσσονται στο χώρο και το χρόνο με διαφορετικό τρόπο από αυτό που αρχικά είχε εκτιμηθεί. Η δυσκολία αυτή προκύπτει, όπως αναφέρει ο Λαγαριάς «Η ανάπτυξη του αστικού χώρου υποχρεώνει τους ανθρώπους της εποχής να αναδιατυπώνουν τους ορισμούς της πόλης, αυτό όμως δεν συμβαίνει χωρίς ταλαντεύσεις, στο βαθμό που οι μεταλλάξεις που υφίστανται οι δυτικές κοινωνίες ανατρέπουν παλαιές ισορροπίες. Οι ρυθμοί και οι μορφές της ανάπτυξης δεν είναι παντού ταυτόσημες και επιδρούν στην αστική διάρθρωση. Το μέγεθος και οι λειτουργίες των πόλεων δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την εξέλιξη τους. - Jean-Luc Pinol, 2000» (2013), από την ίδια τη συνθετότητα των αστικών συστημάτων, τη δυναμική που τα χαρακτηρίζει, τις πολλαπλές κλίμακες του χώρου στις οποίες αναπτύσσεται η διαδικασία της αστικοποίησης, τα συγκρουόμενα συμφέροντα και ζητούμενα διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και παράλληλα τη συνεχή μεταβολή των γενικών πολιτικών και οικονομικών συνθηκών. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, από τις βασικότερες αιτίες που προκαλούν το φαινόμενο της αστικής διάχυσης, είναι τα μεταφορικά δίκτυα, η τεχνολογία, τα μεγάλης κλίμακας δημογραφικά και κοινωνικοοικονομικά ζητήματα και η διαφορετικότητα των στρατηγικών χωρικού σχεδιασμού. Η διαχείριση των σύγχρονων μεγαλουπόλεων αποτελεί μία πολυσύνθετη και παράλληλα αλληλένδετη αποστολή, η οποία επισημαίνει τις προοπτικές και τους κινδύνους που συνοδεύουν τις διάφορες αποφάσεις και κατευθύνσεις αστικού σχεδιασμού.

87

Είναι απαραίτητος ο έλεγχος της αστικής επέκτασης και η σχεδιασμένη εξέλιξη της αστικής διάχυσης. Αυτό μπορεί να λάβει χώρα στα πλαίσια ενός διορατικού και αποδοτικού αστικού σχεδιασμού και με την εφαρμογή των απαραίτητων μέτρων πολιτικής. Ο αστικός σχεδιασμός είναι ανάμεσα στα επαγγέλματα της σχεδίασης και της αρχιτεκτονικής και ασχολείται με τη διοργάνωση μεγάλης κλίμακας και το σχεδιασμό της πόλης, με τη μαζικοποίηση και την οργάνωση των κτιρίων και του χώρου μεταξύ τους (Levy,2016). Σήμερα, θεωρείται ότι αποτελεί επιτακτική ανάγκη η χάραξη και λήψη κατάλληλων πολιτικών με σκοπό την επίτευξη πιο βιώσιμων όρων και εφαρμογή σε μία πληθώρα


Για παράδειγμα, το σχέδιο του Ιππόδαμου, προέβλεπε μεγάλα ακάλυπτα τμήματα γης χωρίς κάποια ιδιαίτερη χρήση, ώστε όταν αργότερα ο πληθυσμός αυξανόταν οι εκτάσεις αυτές να μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν είτε για κατοικίες είτε για δημιουργία νέων τοπικών αγορών. Πρόκειται για το πρώτο μοντέλο αστικής εξάπλωσης που συνέλαβε την ιδέα της διαδικασίας της αστικοποίησης όπως πολύ αργότερα ονομάστηκε ως η μετατροπή μίας μονό-κεντρικής πόλης σε πολυκεντρική. Η σύγχρονη πραγματικότητα απαιτεί πλέον πολυσύνθετες αναλύσεις και ακριβείς διαδικασίες μοντελοποίησης. Ο σκοπός όμως παραμένει ο ίδιος: να καλυφθούν οι μελλοντικές ανάγκες της πόλης, όπως επισημαίνει ο Μαντέλας (2011). Στην περίπτωση του Ιππόδαμου, υπήρξε κατανόηση και πρόβλεψη μίας κατάστασης. Σημαντικό βήμα για την πρόοδο του χωρικού σχεδιασμού αποτελεί η κατανόηση της σημασίας των επιπτώσεων στα πλαίσια αναδιαμόρφωσης του αστικού περιβάλλοντος. Η προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος στην εθνική αστική κλίμακα λαμβάνει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς οι αναπτυξιακές πολιτικές έρχονται σε άμεση επαφή με το φυσικό σχεδιασμό του αστικού χώρου. Με βάση τους Simon Eisner, Arthur Gallion και Stanley Eisner (1993), ο χωρισμός σε ζώνες είναι η νόμιμη ρύθμιση των χρήσεων γης. Είναι μία εφαρμογή της εξουσίας για την προστασία της δημόσιας υγείας, της ευημερίας και της ασφάλειας των κατοίκων. Οι ρυθμίσεις εμπεριέχουν διατάξεις για τη χρήση της ιδιοκτησίας και τους περιορισμούς σχετικά με το σχήμα και τον όγκο των κτηρίων που καταλαμβάνουν τη γη. Ο νόμος περιλαμβάνει δύο μέρη: το θεσμό κατά τον οποίο οι ρυθμίσεις είναι προκαθορισμένες, και το χάρτη με το διαχωρισμό σε ζώνες όπου σκιαγραφούνται τα όρια στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του θεσμού.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

χωρικών και διαχειριστικών επιπέδων.

Γίνεται αντιληπτό, ότι η ύπαρξη μιας συντονισμένης σειράς πόλης και χώρας δεν διασφαλίζει την εύρυθμη επέκταση των δικτύων της πόλης στη γύρω περιοχή. Κατά κανόνα, αναφορικά με τον Kostof (1991), μόνο όταν οι αρχές της πόλης είχαν την εξουσία να επιβλέπουν την ανάπτυξη της προαστιακής περιοχής μπορούσαν να δικτυώνονται οι επεκτάσεις και να υπακούουν σε ένα συνεκτικό σχέδιο και να 88


δημιουργήσουν ορθολογικές συνδέσεις με τον αστικό πυρήνα. Η σχεδιασμένη ανάπτυξη υλοποιεί ένα επιθυμητό μείγμα καταλυμάτων για κατοίκηση ώστε να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες ενός ισορροπημένου φάσματος μεγεθών και προτιμήσεων των οικογενειών. Η ποιότητα των βελτιώσεων που εφαρμόζοντα στη γη και το επίπεδο στο οποίο διατηρούνται, συμβάλλουν στο χαρακτήρα της κοινωνίας, αλλά η πυκνότητα είναι ο παράγοντας κλειδί στο σχεδιασμό. Για παράδειγμα αντανακλά τη διάκριση, ανάμεσα σε μία κοινότητα με σπίτια οικογενειών και μία με πολυώροφα διαμερίσματα. Είναι ένα μέτρο σύγκρισης για την εγκαθίδρυση της ισορροπίας ανάμεσα σε όλες τις δραστηριότητες και την κυκλοφορία της κοινωνίας (Eisner et al., 1993). O Batty (2005),υπογραμμίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος της εστίασης του φυσικού σχεδιασμού στις Δυτικές χώρες κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα ήταν με τρόπους ώστε να ελέγχεται η αστική ανάπτυξη, αλλά το πρόσφατο κύμα της οικονομικής και θεσμικής απορύθμισης έχει δώσει στο πρόβλημα μία νέα επείγουσα ανάγκη. Παραδοσιακές λύσεις, όπως η μείωση της δυνατότητας μετακίνησης στις προαστιακές περιοχές μέσω της επιλεκτικής φορολόγησης των ταξιδιών, που μπορούν να συνδυαστούν με κίνητρα για την οικοδόμηση κατοικιών και την ανάπτυξη άλλων δραστηριοτήτων κοντά στον πυρήνα των παλαιών πόλεων προτείνονται για άλλη μία φορά. Αλλά σύμφωνα με τον Krugman(1993) τέτοιου είδους πολιτικές είναι καταδικασμένες, καθώς αγνοούν τελείως τη δομή της νέας χωρικής οικονομίας, όπου η κεντρική πόλη είναι μόνο μία από τους τόσους κόμβους μεταξύ ενός πολύπλοκου συνόλου αστικοποίησης της οποίας η τιμολόγηση και η δομή της αγοράς σχεδόν καθορίζει την κατανόηση της. Μάλιστα, οι Si. Eisner, A. Gallion και St. Eisner (1993), συντάσσουν μία λίστα με 18 παραμέτρους με βάση τις οποίες είναι εφικτός ο έλεγχος της ανάπτυξης, εντάσσοντας στο περιεχόμενο αυτής μία ποικιλία τομέων και λειτουργιών: _Δημόσιες κτήσεις _Δημόσιες βελτιώσεις _Περιβαλλοντικός έλεγχος 89


_Περιοριστικές ρήτρες και άλλες συμφωνίες που έχουν σχέση με τη γη _Ανάπτυξη τεχνικών για το διαχωρισμό της γης σε ζώνες _Κλασικές ρυθμίσεις για το διαχωρισμό _Έλεγχος του διαχωρισμού σε ζώνες σχετικά με την επάρκεια των offsite δραστηριοτήτων _Βιαιοπραγίες και άλλες απαιτήσεις _Φόρους και τέλη _Προσαρτήσεις που συμπεριλαμβάνουν χρονικά και υπό όρους προσαρμόσιμα όρια και υπηρεσίες _Επίσημη χαρτογράφηση συστήματα)

(οδοί,

δρόμοι,

πάρκα,

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

_Ανάπτυξη της μεταβίβασης δικαιωμάτων

αποχετευτικά

_Διαδικασία προγραμματισμού του κεφαλαίου _Ένα περιεκτικό σχέδιο και όλα του τα στοιχεία _Γεωγραφικούς περιορισμούς _Αριθμητικούς περιορισμούς και συστήματα ποσοστώσεων _Προσθήκη και ανάπτυξη συμφωνιών _Άλλες σχεδιαστικές και διαχειριστικές τεχνικές (ελέγχους ενδιάμεσης ανάπτυξης, περιβαλλοντική εκτίμηση των επιπτώσεων, ανάλυση κερδών/ κοστών, πληροφορίες, εκπαίδευση, παρακολούθηση και τεχνική υποστήριξη). Συμπερασματικά, σαφώς και είναι ευκολότερο, αλλά και πρακτικότερο 90


να έχει σχεδιαστεί και να είναι ελεγχόμενη η ανάπτυξη μίας πόλης, αλλά και σε μη σχεδιασμένες περιοχές είναι εφικτό να υπάρχει έλεγχος. Τεχνικές διαχείρισης της ανάπτυξης σε μία παλιότερη περιοχή μίας κοινότητας όπου η αλλαγή είναι τόσο αναγκαία όσο και πιθανή με τη βοήθεια των προγραμμάτων στέγασης της πόλης για αποκατάσταση και διατήρηση. Αυξάνοντας ή μειώνοντας την πυκνότητα σε μία νέα ταξινόμηση ζωνών θα εγκαθίδρυε τρόπους και μέσα προσδιορισμού για την αποκαθιστάμενη περιοχή. Διαμέσου αυτή της διαδικασίας, η διαδικασία της αποκατάστασης θα μπορούσε να επικεντρωθεί σε ορισμένες μονάδες ενώ οι άλλες θα παρέμεναν κατειλημμένες έως ότου οι πρώτες μονάδες να είναι επιδιορθωμένες και διαθέσιμες για κατοχή. Με αυτή τη διαδικασία οι κατοικίες οι περισσότερες από αυτές των ανεπτυγμένων χρόνων, θα είναι κοντά στην περιοχή ενδιαφέροντος , στους φίλους και γνωστούς, και στις υπάρχουσες γραμμές μεταφοράς για να μετακινούνται σε κάθε μεριά της πόλης (Eisner et al., 1993). Με βάση τον Batty (2005),οι πιο ευαίσθητες πολιτικές, συγκεκριμένα αυτές που έχουν συλλεχθεί στη Βόρεια Αμερική, παραδέχονται ότι τόση ανάπτυξη πρόκειται να λάβει χώρα και πρόκειται να είναι προαστιακή, ενώ προτείνονται επιλεκτικοί τρόποι κατά τους οποίους θα αφήνεται να συμβεί. Αυτό εμπεριέχει την ιδέα της “smart growth”, “έξυπνης ανάπτυξης”, η οποία βασικά εμπεριέχει ελεγχόμενη ή διαχειριζόμενη διάχυση. Η ισορροπία είναι η λέξη κλειδί για τις αναπτυσσόμενες κοινωνίες στις οποίες υπάρχει περίπου ίδια ποικιλία ευκαιριών σε ταξίδια και αναψυχή όπως σε λιγότερο ελεγχόμενη ανάπτυξη (Nivola 1999, Besussi & Chin 2003).

4.2_Αστικά μοντέλα και μοντέλα πρόβλεψης αστικής διάχυσης 91


5_Κυψελοειδή Αυτόματα και αστικά μοντέλα

92


«Οι πόλεις τυχαίνει να είναι τα προβλήματα στην οργανωμένη πολυπλοκότητα, όπως οι επιστήμες της ζωής. Παρουσιάζουν καταστάσεις στις οποίες μισή ντουζίνα ή αρκετές δεκάδες ποσότητες είναι όλες διαφορετικές ταυτόχρονα και διασυνδεδεμένες με διακριτικούς τρόπους ... οι μεταβλητές είναι πολλές, αλλά δεν είναι φύρδην μίγδην, είναι “αλληλένδετες σε ένα οργανικό σύνολο” -Jane Jacobs, “The Death and Life of Great American Cities”, 1961»

Όπως έχει αναφερθεί ήδη, οι πόλεις και η καθημερινότητα σε αυτές είναι πλέον πιο περίπλοκες από ποτέ, το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο με τον οποίο αυτές αναπτύσσονται και εξαπλώνονται. Τα κυψελοειδή αυτόματα (CA) αποτελούν ένα σχετικά απλουστευμένο τρόπο αποτύπωσης κι εξήγησης αυτής της σύνθετης εξέλιξης. Ο αρχικός αγγλικός όρος Cellular Automata (CA), μεταφράζεται στην ελληνική βιβλιογραφία ως Κυψελοειδή Αυτόματα (ο όρος που χρησιμοποιείται και στην παρούσα ερευνητική εργασία), ως Κυψελωτά ή Κυψελώδη Αυτόματα ή ακόμα και ως Ψηφιακά Αυτόματα. Όπως αναφέρει κι ο Batty (2005), ο σκοπός αυτών των μοντέλων δεν είναι να παρέχει ακριβείς περιγραφές της αστικής ανάπτυξης ή των μοντέλων πρόβλεψης για τον πολεοδομικό σχεδιασμό, αλλά για να αφαιρέσει τις διαδικασίες ανάπτυξης της πόλης με τα απόλυτα προϊόντα πρώτης ανάγκης τους, και έτσι να αποκαλύψει τους βασικούς μηχανισμούς στην εργασία. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσαμε να αυξήσουμε την κατανόησή μας για τα όρια και τις παγίδες παρεμβαίνοντας περισσότερο σε παγκόσμιο επίπεδο σε διαδικασίες που είναι εγγενώς τοπικές. Τα CA χρησιμοποιούνται σε πολλούς κλάδους της επιστήμης, κυρίως σε περιπτώσεις που απλές υπολογιστικές μέθοδοι αδυνατούν να επιλύσουν. Όπως χαρακτηριστικά έχει αναφέρει ο Einstein (1949) «Η επιστήμη πρέπει να είναι όσο απλή γίνεται, αλλά όχι πολύ απλή». Έτσι λοιπόν, οπτικοποιούνται με απλή μορφή, μέσω των κυψελών εκατομμύρια δράσεις, χρήσεις, ενέργειες, λειτουργίες και καταστάσεις που λαμβάνουν χώρα στα διευρυμένα όρια μίας πόλης , οι οποίες έχουν καταλυτική σημασία για τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσουν αλλά και θα εξελιχθούν οι πόλεις αυτές.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

5_Κυψελοειδή Αυτόματα και αστικά μοντέλα

93


5.1_Κυψελοειδής χώρος _Ιστορικές αναφορές και ορισμοί «Τα κυψελοειδή αυτόματα είναι αρκούντως απλά ώστε να επιτρέπουν τη λεπτομερή μαθηματική ανάλυση, αλλά και αρκετά περίπλοκα ώστε να παρουσιάζουν μια μεγάλη ποικιλία πολύπλοκων φαινομένων. -Stephen Wolfram, “Cellular Automata and Complexity”, 1994»

94

Η γενική ιδέα πίσω από τα κυψελοειδή αυτόματα πρωτοεμφανίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι πρώτες επίσημες αναφορές όμως τοποθετούνται στη δεκαετία του 1940 ενώ ο όρος Κυψελοειδή Αυτόματα- ΚΑ (Cellular Automata - CA) είναι μεταγενέστερος. Η αρχική σύλληψη αποδίδεται στον John Von Neumann, αλλά την ίδια χρονική περίοδο δημοσιεύτηκαν παρεμφερείς θεωρητικές προσεγγίσεις από τον Konrad Zuse (Itami, 1994). Πιο συγκεκριμένα, η Ρετσιλίδου (2012) αναφερόμενη στην Candau (2002) επισημαίνει, ότι στη δεκαετία του 1940, ο John von Nuemann (δημιουργός της θεωρίας των παιγνίων και πρωτοπόρος στη θεωρία συνόλων και την κβαντική μηχανική), σε συνεργασία με τον διάσημο μαθηματικό Standislav Ulam (ο οποίος εργάστηκε για την προσομοίωση Monte Carlo και το πρόγραμμα Manhattan ατομικής βόμβας) ανέπτυξαν τα κυψελοειδή αυτόματα ως ένα πλαίσιο για τη διερεύνηση των λογικών θεμελίων της ζωής. Σύμφωνα με την Liu (2009), ο Stephen Wolfram έχει δημοσιεύσει μια σειρά άρθρων, όπου σε αυτά παρουσιάζεται η συστηματική διερεύνηση του απλούστερου μονοδιάστατου κυψελοειδούς αυτομάτου, το οποίο ο ίδιος ονόμασε ως στοιχειώδες κυψελοειδές αυτόματο. Κάθε κελί σε ένα στοιχειώδες CA μπορεί να έχει μόνο δύο δυνατές τιμές ή καταστάσεις 0 ή 1, και οι κανόνες μετάβασης εξαρτώνται μόνο από τις τιμές των κοντινότερων γειτόνων του. Η απρόσμενη πολυπλοκότητα της συμπεριφοράς αυτών των απλών κανόνων οδήγησαν τον Wolfram να υποπτευθεί πως η πολυπλοκότητα στην φύση μπορεί να οφείλεται σε παρόμοιους μηχανισμούς και έτσι έθεσε τις βάσεις για την θεωρία των κυψελοειδών αυτομάτων ορίζοντας τα ως διακριτά δυναμικά συστήματα στα οποία οι τοπικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των συστατικών μερών των συστημάτων δημιουργούν καθολικές αλλαγές στο χώρο και στο χρόνο. Ο D’Arcy Thompson, στο κλασικό βιβλίο του “On Growth and Development” (1917), παρήγαγε μία πρώιμη μαθηματική φόρμα για τις κυψελοειδείς διεργασίες ανάπτυξης, όμως μέχρι


Η πρώτη σημαντική εφαρμογή κυψελοειδή αυτομάτων ήταν το «Παιχνίδι της ζωής» (“Game of Life”) του John Horton Conway. Η «ζωή» κατασκευάστηκε ως ένα δισδιάστατο πλέγμα με δύο εν δυνάμει καταστάσεις για κάθε κελί, και με μια γειτονιά οκτώ κελιών. Οι δύο εν δυνάμει καταστάσεις που μπορεί να λάβει το κάθε κελί είναι νεκρό ή ζωντανό. Η γειτονιά των οκτώ κελιών περιλαμβάνει κελιά με κατεύθυνση ανατολικά, νότια, δυτικά, βόρεια, βορειο – ανατολικά, βορειο – δυτικά, νοτιο- δυτικά, και νοτιο- ανατολικά. Αυτός ο τύπος γειτονίας ονομάζεται γειτονιά Moore (Liu 2009). Στο παιχνίδι της ζωής του Conway, ένα κελί μπορεί να επιβιώσει, να πεθάνει ή να δώσει ζωή σε διαδοχικές γενιές σύμφωνα με τους παρακάτω κανόνες:

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

πριν την έλευση του ψηφιακού υπολογιστή οι επιστήμονες δεν είχαν αρχίσει να σκέπτονται ότι η βιολογική εξέλιξη θα μπορούσε να είναι μια διαδικασία επικοινωνίας και πληροφόρησης. Είναι εξίσου διδακτικό και ενθαρρυντικό το γεγονός ότι δύο μεγάλοι πρωτοπόροι των ψηφιακών υπολογιστών, ο Turing (1952) και ο von Neumann (1966), εργάστηκαν σε αυτό το πρόβλημα με διαφορετικούς τρόπους, με τον von Neumann πραγματικά να αποδεικνύει τα πρώτα κυψελοειδή αυτόματα στις αρχές του 1950(Batty, 2005).

_Επιβίωση: ένα ζωντανό κελί με δυο ή τρεις ζωντανούς γείτονες επιβιώνει στην επόμενη γενιά. _Γέννηση: ένα νεκρό κελί με ακριβώς τρεις ζωντανούς γείτονες ζωντανεύει στην επόμενη γενεά _Θάνατος: ένα ζωντανό κελί με λιγότερους από δύο και περισσότερους από τρείς ζωντανούς γείτονες πεθαίνει είτε από απομόνωση ή λόγο υπερπληθυσμού (Ρετσιλίδου, 2012). Η δημοτικότητα του παιχνιδιού βασίζεται στην ποικιλία συμπεριφορών και μοτίβων που μπορεί να παράγει μέσω αυτών των απλών κανόνων, ενώ πλέον είναι εύκολα προσβάσιμο στο κοινό μέσω διαδικτύου. Σύμφωνα με τους Heppenstall A. et al (2012) από τότε που ανακαλύφθηκε το παιχνίδι, έχουν αναπτυχθεί διαφορετικές «μορφές ζωής» στα πλαίσια του. Οι μορφές που φτάνουν σε μία σταθερή κατάσταση λέγονται “invariant”. Μοτίβα που εμφανίζουν περιοδική συμπεριφορά σε συγκεκριμένο αριθμό διαμορφώσεων ονομάζονται “oscillators”, ενώ μορφές που όχι μόνο μεταλλάσουν τον εαυτό τους, αλλά έχουν και κίνηση στο πλέγμα, ονομάζονται “glider”. Υπάρχουν και τα “glider guns”, τα οποία είναι πιο περίπλοκες μορφές που παράγουν νέες. 95


Μέσω των “κανόνων” αυτού του παιχνιδιού αρχίζει να γίνεται κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί κι αλληλεπιδρά το σύστημα των κυψελοειδών αυτομάτων. Ένα πολύπλοκο σύστημα επεξηγείται σχετικά απλά με βασικές κι εύκολες έννοιες. Η μορφή του μοντέλου, από τι επηρεάζονται τα επιμέρους τμήματα αυτού, οι καταστάσεις κάτω από τις οποίες αυτά βρίσκονται, γίνονται σαφή μέσω του «Παιχνιδιού της Ζωής». (Εικ.31,32,33,34,35,36) Τα μοντέλα CA προέρχονται από τη θεωρητική ποσοτική γεωγραφία, όπως αναφέρει ο Batty(2005), ενώ έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι τα μοντέλα CA δεν είχαν μέχρι πρότινος εξερευνηθεί ως βάση για χωρικό υπολογισμό σε αστικές και σχετικές προσομοιώσεις. Η επίσημη σύνδεση μεταξύ κυψελοειδών αυτομάτων και γεωγραφικών φαινομένων έγινε από τον Tobler με το έργο του Κυψελοειδή Γεωγραφία (Cellular Geography) το 1979, με το οποίο αναδείχτηκε η σιωπηρή χωρική φύση των κανόνων μετάβασης των Κυψελοειδή Αυτομάτων με αποτέλεσμα να θεωρούνται μοντέλα κατεξοχήν γεωγραφικά, σύμφωνα με την Ρετσιλίδου (2012). Η πρώτη εφαρμογή τους στη μελέτη των αστικών συστημάτων ανάγεται στη δεκαετία του ’70 με την έρευνα του Waldo Tobler και έχει συστηματικοποιηθεί μετά το 1990 (Λαγαριάς,2013). Στη δεκαετία του 1980,όπως αναφέρει η Ρετσιλίδου (2012), εμφανίστηκαν οι πρώτες θεωρητικές προσεγγίσεις για μοντέλα που βασίζονται σε CΑ για την προσομοίωση της αστικής επέκτασης. Μία από τις κεντρικές δημοσιεύσεις γράφτηκε από την Helen Couclelis (1985) όπου ανέφερε ότι τα CA σε συνδυασμό με την πρόοδο στις συστατικές θεωρίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην μελέτη των αστικών συστημάτων. Συνειδητοποίησε τις δυνατότητες των αναδυόμενων χαρακτηριστικών της καθολικής δομής που προκύπτει από το δυναμισμό των τοπικών γεγονότων και παρουσίασε ένα πλαίσιο για την κυψελοειδή μοντελοποίηση της χρήσης γης. Με βάση τον Michael Batty (2005), τα κυψελοειδή αυτόματα είναι υπολογίσιμα αντικείμενα που υπάρχουν στο χώρο και το χρόνο των οποίων τα χαρακτηριστικά, που συνήθως ονομάζονται καταστάσεις, αλλάζουν διακριτικά και ομοιόμορφα σε συνάρτηση με την κατάσταση των γειτονικών αντικειμένων, εκείνων που βρίσκονται σε άμεση επαφή με αυτά. Τα αντικείμενα αυτά συνήθως νοούνται ως χώροι που έχουν καταληφθεί και ονομάζονται κυψέλες, με διεργασίες. Για την αλλαγή της κατάστασης της κάθε κυψέλης μέσα στο χρόνο και στο χώρο συνήθως αρθρώνονται απλοί κανόνες που ελέγχουν την επιρροή της γειτονιάς σε κάθε κυψέλη. Η διατύπωση αυτή είναι πολύ γενική. Η αναπαράσταση αυτή επιτυγχάνει τη 96


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 97


98


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 99


100


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 101


102


Όπως παρατηρεί η Liu (2009), ένα Κυψελοειδές Αυτόματο είναι ένα διακριτό δυναμικό σύστημα στο οποίο ο χώρος είναι χωρισμένος σε κελιά/κυψέλες, και ο χρόνος κυλάει σε διακριτά βήματα. Κάθε κελί του συστήματος μπορεί να βρίσκεται σε μία κατάσταση από ένα καθορισμένο αριθμό υποψήφιων καταστάσεων. Η κατάσταση του κάθε κελιού ενημερώνεται σύμφωνα με τοπικούς κανόνες. Δηλαδή, η κατάσταση του κάθε κελιού σε μια δεδομένη στιγμή εξαρτάται από την κατάσταση που φέρει το ίδιο και από τις καταστάσεις που φέρουν τα γειτονικά του κελιά στο προηγούμενο χρονικό βήμα.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

σημαντική απαίτηση που έχουν τα CA να προσομοιώνουν τις διαδικασίες, όπου η τοπική δράση δημιουργεί παγκόσμια τάξη, όπου η παγκόσμια ή η συγκεντρωτική σειρά «αναδύεται» ως συνέπεια της εφαρμογής τοπικών, αποκεντρωμένων ή εθνικών διατάξεων που με τη σειρά τους ενσωματώνουν τις τοπικές διαδικασίες. Συστήματα που δεν μπορούν να μειωθούν σε μοντέλα τοπικών διαδικασιών συνεπώς δεν είναι πιθανό να είναι υποψήφια για CA. Αν και αυτό μπορεί να φαίνεται να αποκλείει ένα ευρύ φάσμα γεωγραφικών διεργασιών όπου η αλλαγή συνεπάγεται δράση από απόσταση, το κριτήριο αυτό δεν είναι τόσο περιοριστικό όσο μπορεί να φαίνεται με την πρώτη ματιά.

Τα κυψελοειδή αυτόματα είναι αφηρημένες οντότητες που αποτελούν μία υπολογιστική μέθοδο ικανή να προσομοιώσει εξελικτικές διαδικασίες περιγράφοντας ένα πολύπλοκο σύστημα με ένα σύνολο απλών κανόνων. Στα κυψελοειδή αυτόματα το σύστημα υπό μελέτη χωρίζεται σε κυψέλες με συγκεκριμένη θέση στο χώρο οι οποίες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Πρόκειται για μία επαναληπτική διαδικασία προσομοίωσης, η οποία ενδείκνυται για πολύπλοκα φαινόμενα με χωρικές διαστάσεις τα οποία είναι δύσκολο να μοντελοποιηθούν με άλλες τεχνικές (Μαντέλας,2011). Ερευνώντας τον ορισμό των CA, ο Λαγαριάς (2013), κάνοντας αναφορά στους Pinto & Antunes και White & Engelen, υπογραμμίζει ότι βασική αρχή των κυψελοειδών αυτόματων αποτελεί η θεώρηση κάθε χωρικού συστήματος ως ενός πολυάριθμου αθροίσματος μονάδων (εκεί αναφέρεται η έννοια των κυψελών, cells), οι οποίες αλληλεπιδρούν με αυτόματο τρόπο (automaton) που έχει προσδιορισθεί βάσει συγκεκριμένων κανόνων (Pinto & Antunes, 2007). Ουσιαστικά πρόκειται για ένα κάνναβο κελιών n διάστασης, όπου η κατάσταση κάθε μονάδας εξαρτάται από τις καταστάσεις των γειτονικών, μέσα από έναν ορισμό της γειτονιάς και των κανόνων μετάβασης (White & Engelen, 1993). Τα κυψελοειδή αυτόματα, είναι συστήματα που αποτελούνται από ένα μεγάλο 103


αριθμό απλών και πανομοιότυπων στοιχείων και αλληλεπιδρούν τοπικά. Κάθε στοιχείο λαμβάνει μόνο μία τιμή μέσα σε ένα πεπερασμένο σύνολο. Η τιμή κάθε στοιχείου αλλάζει συγχρονισμένα με διακριτά βήματα χρόνου και είναι συνάρτηση της αξίας των γειτονικών στοιχείων στο προηγούμενο βήμα χρόνου. (Caruso et al.,2008)

_Βασικά χαρακτηριστικά «Τα κυψελοειδή αυτόματα αποτελούν μία «κατηγορία χωρικά διαχωρισμένων (disaggregate) μοντέλων συχνά απεικονιζόμενων στη βάση ενός δισδιάστατου καννάβου κυψελών, όπου κάθε μονάδα αναπαριστά μία χρήση γης και όπου οι ενσωματωμένες διαδικασίες μεταβολής στις καταστάσεις των κελιών προσδιορίζονται από μία τοπική γειτονιά κάθε κυψέλης. - Michael Batty, «Διεθνής Εγκυκλοπαίδεια Ανθρωπογεωγραφίας», Κεφ. ΧΧΧ, 2006» Ένα σύστημα CA αποτελείται από πανομοιότυπα απλά στοιχεία τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους (Wolfram, 1984) και εξελίσσονται ανάλογα με την κατάσταση τους και με τα ερεθίσματα που δέχονται, αλλάζοντας έτσι την κατάσταση όλου του συστήματος(Μαντέλας,2011). Η λειτουργία αυτών των αφηρημένων οντοτήτων βασίζεται στη λογική μίας κυψέλης που αποτελείται από ένα σύνολο κελίων, όπου το κάθε κελί αλληλεπιδρά με συγκεκριμένα κελία γύρω από αυτό, χωρίς απαραίτητα να είναι σε επαφή, αρκεί να ανήκουν στην «γειτονιά» αυτού. Αυτές είναι και οι βασικές έννοιες που πρέπει να κατανοηθούν για να μπορέσει να κατανοηθεί και ο τρόπος λειτουργίας του όλου συστήματος και της μαθηματικής διαδικασίας, δηλαδή το κελί, η κατάσταση, η γειτονιά, οι κανόνες μετάβασης και ο χρόνος. Κάθε CA αποτελείται από ένα χώρο κελίων/ κυψέλων, στο οποίο κάθε κελί χαρακτηρίζεται από μία κατάσταση. Η κατάσταση αυτή εξαρτάται από το ποιά ήταν η προηγούμενη κατάσταση των κελιών της γειτονίας του,σύμφωνα με ένα σύνολο κανόνων μετάβασης σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Τα βασικά στοιχεία τα οποία καθορίζουν ένα σύστημα κυψελοειδούς αυτόματουνείναι τα ακόλουθα πέντε στοιχεία: _Ένα σύστημα καννάβου που αποτελείται από ένα μεγάλο αριθμό κυψελών 104


_Μία σειρά καταστάσεων που χαρακτηρίζουν κάθε χωρική μονάδα. _Ένας προσδιορισμός της γειτονιάς κάθε κυψέλης, η οποία αποτελείται από ορισμένο αριθμό γειτονικών μονάδων. Ο προσδιορισμός της γειτονιάς μπορεί να γίνει με τις γειτονιές Von Neumann και Moore. _Ένα σύστημα κανόνων μετάβασης από μία κατάσταση σε μία άλλη. _Μία ακολουθία διακριτών χρονικών βημάτων στα οποία εφαρμόζονται οι κανόνες μετάβασης ταυτόχρονα για το σύνολο των μονάδων (Λαγαριάς, 2013). Αναλυτικότερα, παρουσιάζονται τα βασικά αυτά στοιχεία, ώστε να κατανοηθεί η λογική βάσει της οποίας λειτουργεί το σύστημα αυτό. Το κελί είναι η βασική χωρική μονάδα σε ένα κυψελοειδή χώρο.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

οι οποίες αποτελούν τις χωρικές μονάδες του συστήματος, στις οποίες αναφέρονται όλοι οι μαθηματικοί υπολογισμοί του μοντέλου.

Με βάση την Ρετσιλίδου (2012), τα κελιά σε ένα CA είναι τοποθετημένα μέσα σε ένα πλέγμα. Το δισδιάστατο πλέγμα είναι το πιο σύνηθες, όμως διατάξεις κελιών όπως τα μονοδιάστατα CA, έχουν αναπτυχθεί για να αναπαραστήσουν γραμμικά αντικείμενα. Ο κυψελοειδής χώρος μπορεί επίσης να ψηφιδοθετηθεί με άλλες διατάξεις, όπως η διάταξη κηρήθρας, ή ακόμη και σε τρείς διαστάσεις. Επιπλέον, αναλύεται το σύστημα- η διάταξη των κελιών, δηλαδή το πλέγμα στα πλαίσια του οποίου λαμβάνουν χώρα όλες οι διαδικασίες των μοντέλων CA. Ως προς το πλέγμα λοιπόν, η Ρετσιλίδου (2012) αναφερόμενη στον Neumann (1948), τονίζει ότι η χωρική διάσταση, η γεωμετρία και τα σύνορα του πλέγματος δημιουργούν μία σειρά από διαφορετικές υλοποιήσεις των CA. Όπως αναφέρθηκε, τα πρώτα CA «ζούσαν» σε μία διάσταση και αναπαρίσταντο υπό μορφή ταινίας. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν εφαρμογές μονοδιάστατων CA σε γραμμικά φαινόμενα, όπως π.χ. στην μοντελοποίηση κυκλοφοριακής συμφόρησης. Συνηθέστερα είναι τα 2D CA ενώ υπάρχουν και αρκετές θεωρητικές προσεγγίσεις ή εφαρμογές σε τρείς διαστάσεις. Αν κι είναι ιδιαίτερα απλό να γενικευθούν τα CA σε τέσσερις ή και παραπάνω διαστάσεις, τέτοιες υλοποιήσεις υπάρχουν κυρίως σε θεωρητικές προσεγγίσεις λόγω της αδυναμίας διαισθητικής αντίληψης και οπτικοποίησης. Για παράδειγμα, η τρίτη διάσταση ενός αστικού κυψελοειδούς αυτομάτου μπορεί να αντιπροσωπεύει το ύψος των κτιρίων σε ένα αστικό δομημένο περιβάλλον. Παρόλα αυτά, αυτές οι διατάξεις των 105


κελιών έχουν χρησιμοποιηθεί λιγότερο στην αστική μοντελοποίηση ίσως λόγο των δυσκολιών στον σχεδιασμό και την κατασκευή του μοντέλου, ή δεν έχουν ακόμα αναπτυχθεί στην πράξη (Ρετσιλίδου,2012). Η πλειοψηφία των CA χρησιμοποιούν ορθοκανονικό πλέγμα, με κάθε κυψέλη να έχει τετραγωνικό σχήμα. Γενικότερα όμως, όπως ειπώθηκε παραπάνω, το πλέγμα μπορεί να είναι κανονικό με τριγωνικές ή εξαγωνικές κυψέλες. Επίσης μπορεί να βασίζεται σε μη κανονική γεωμετρία όπου οι κυψέλες έχουν γεωμετρικά σχήματα βάση κάποιου συγκεκριμένου μοτίβου, όπως π.χ. να είναι πολύγωνα Voronoi (Carvalho 2006). Ακόμα μπορεί να είναι απλά αυθαίρετα σχήματα, αν και στην περίπτωση αυτή μπορεί να είναι δύσκολο να οριστούν οι συνθήκες γειτνίασης χωρίς να προσφέρεται κάποιο εμφανές πλεονέκτημα. Τέλος, όπως γράφει ο Μαντέλας (2011), κάνοντας αναφορά στους Vilet J., White R., Dragicevic S., (2008, “Modeling urban growth using a variable grid cellular automaton”), πρόσφατα παρουσιάστηκαν CA τα οποία έχουν δυναμικό πλέγμα το οποίο προσαρμόζεται στα διαθέσιμα δεδομένα. Ένα ακόμη μεταβλητό χαρακτηριστικό του πλέγματος στα CA εντοπίζεται στον ορισμό των συνόρων του. Ειδικότερα, υπάρχουν τουλάχιστον τρεις τρόποι θεώρησης των συνόρων: _Το σήμα που φτάνει στο σύνορο απορροφάται και «χάνεται» _Το σήμα που φτάνει στο σύνορο ανακλάται, στην πράξη, αυτό επιτυγχάνεται εικονικά εκτείνοντας συμμετρικά το αρχικό πλέγμα _Το σήμα που φτάνει στο σύνορο μεταφέρεται σε αντικείμενη κυψέλη επί του συνόρου, στην πράξη, αυτό επιτυγχάνεται τοποθετώντας εικονικά γύρω από το αρχικό πλέγμα αντίγραφα του εαυτού του. Η επιλογή των χαρακτηριστικών του πλέγματος έγκειται στη φύση του υπό μελέτη φαινομένου και στις προδιαγραφές και στους περιορισμούς της μαθηματικής του περιγραφής. Συνήθως, τα αστικά CA υιοθετούν ορθοκανονικά πλέγματα δύο διαστάσεων με «απορροφητικό» σύνορο καθώς έτσι καθίσταται ιδιαίτερα απλή η μεταφορά των CAσε ψηφιδωτά γεωγραφικά δεδομένα (raster format)(Μαντέλας,2011).

106

Η γειτονιά είναι ένα σύνολο κελιών με τα οποία αλληλεπιδρά το κελί που βρίσκεται υπό εξέταση. Σε ένα δυσδιάστατο χώρο, υπάρχουν δύο βασικοί


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 107


τύποι γειτνίασης: η von Neumann (τέσσερα κελιά), που περιλαμβάνει τους γείτονες του υπό εξέταση κελιού που βρίσκονται βόρια, ανατολικά, νότια και δυτικά του, και η γειτνίαση Moore (οκτώ κελιά), η οποία περιλαμβάνει κελιά όπως καθορίζονται από την προηγούμενη μορφή γειτνίασης και επιπροσθέτως τα κελιά που βρίσκονται στις διευθύνσεις βορειοανατολικά, βορειοδυτικά, νοτιοανατολικά, νοτιοδυτικά. Στην αστική μοντελοποίηση έχουν χρησιμοποιηθεί και άλλες μορφές γειτνίασης, όπως η γειτονιά που προκύπτει από ένα κύκλο με συγκεκριμένη απόσταση (ακτίνα) από το υπό εξέταση κελί (Ρετσιλίδου,2012). (Εικ.37) Ως προς το σύνολο γειτονιών Ν, τα CA μπορούν να διαχωριστούν βάση της μορφής και της ακτίνας των γειτονιών αλλά και τη βάση του πλήθους των διαφορετικών γειτονιών που χρησιμοποιούνται. Έτσι, ο Μαντέλας (2011), κάνοντας αναφορά στους Tobler, Liu & Phinn, Yeh &Li, τονίζει ότι σε 1D CA, ο ορισμός της γειτονιάς είναι προφανής και το μόνο μεταβλητό στοιχείο είναι ο αριθμός των κυψελών που ανήκουν στη γειτονιά. Σε περισσότερες διαστάσεις όμως και ειδικότερα στην περίπτωση όπου η γεωμετρία του πλέγματος είναι συγκεκριμένη, οι επιλογές αυξάνονται. Η μορφή της γειτονιάς μπορεί να εκφραστεί ως πρότυπο επί της γεωμετρίας του πλέγματος, το μέγεθος του οποίου δίνεται από την ακτίνα της γειτονιάς π.χ. σχήμα τετραγώνου (γειτονιά Moore) ή ρόμβου (γειτονιά Neumann) ακτίνας r σε 2D ορθοκανονικό πλέγμα. Σε αντίθετη περίπτωση, οπότε και το πλέγμα δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να περιγράψει γενικές συνθήκες γειτνίασης, οι γειτονιές δύναται να οριστούν βάση της αποστάσεως από την κεντρική κυψέλη ή το σύνορο αυτής. Η μορφή και η ακτίνα της γειτονιάς καθορίζουν πλήρως ποιες κυψέλες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους οριοθετώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το γεωγραφικό πεδίο ορισμού της επιρροής (Tobler, 1979). Επίσης οι γειτονιές φαίνεται να επηρεάζουν τόσο την μεταφορά του σήματος όσο και του σφάλματος που δημιουργείται σε τοπικό επίπεδο (Liu & Phinn 2001, Yeh & Li 2003). Κατά συνέπεια ακόμα και μικρές μεταβολές στη γειτονιά, είτε στο σχήμα είτε στην ακτίνα, είναι ικανές να επιφέρουν σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά του συστήματος των CA. Αυτό συμβαίνει ακόμα κι όταν τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του συστήματος παραμένουν αναλλοίωτα. Στις εφαρμογές των CA σε χωρικά φαινόμενα, όταν χρησιμοποιούνται γειτονιές ακτίνας μεγαλύτερης της μονάδας τότε σε κάθε κυψέλη ανατίθεται ένα βάρος το οποίο είναι γνήσια φθίνον ως προς την απόσταση από την κεντρική κυψέλη. Η κατάσταση στην ουσία ορίζει τα χαρακτηριστικά του συστήματος. Κάθε κελί μπορεί να πάρει μόνο μια κατάσταση μέσα από ένα σύνολο καταστάσεων, 108


Το σύνολο καταστάσεων S των CA είναι ο κύριος παράγοντας της πολυπλοκότητας του συστήματος και προδιαγράφει εν μέρει την προσαρμοστικότητα του στο υπό μελέτη φαινόμενο. Οι πρώτες υλοποιήσεις CA, όπως αναφέρθηκε, δεχόντουσαν ως είσοδο τις τιμές 0/1. Αργότερα επεκτάθηκαν ώστε η είσοδος να είναι προκαθορισμένα αλφαριθμητικά , οπότε εξ ορισμού το σύνολο των καταστάσεων αποτελείται από ένα πεπερασμένο πλήθος προκαθορισμένων διακριτών στοιχείων. Αυτή η διαμόρφωση είναι επαρκής και πλήρης για ποιοτικά φαινόμενα, ωστόσο είναι σχετικά περιοριστική σε ποσοτικά φαινόμενα ή ακόμα και σε φαινόμενα που περιγράφονται από διατεταγμένες ποιότητες με δυσδιάκριτα όρια. Όπως υπογραμμίζει ο Μαντέλας (2011), αναφερόμενος στους Ostrov (1997) και Vancheri (2004), σύντομα χρησιμοποιήθηκαν CA τα οποία επέκτειναν το σύνολο καταστάσεων στους φυσικούς αριθμούς Ν και αργότερα τους πραγματικούς R (). Αυτό επέτρεψε στα CA να επιστρέφουν και συνεχείς τιμές. Πρόσφατα η διασύνδεση των CA και της λογικής της ασάφειας προσέφερε μεταξύ άλλων μία παρεμφερή δυνατότητα διαχείρισης συνεχών τιμών μέσα από μία εντελώς διαφορετική όμως προσέγγιση. Έτσι, αναφορικά με τον Μαντέλα (2011), τα σύγχρονα CA σε επίπεδο αστικών μοντέλων είναι ικανά να διαχειρίζονται τόσο την εξάπλωση ποιοτικών χωρικών φαινομένων όπως η μεταβολή χρήσεων γης και η αγροτική- αστική μετάβαση, όσο και ποσοτικών όπως η πυκνότητα αστικής κάλυψης. Ενώ, η Ρετσιλίδου(2012), συμπληρώνει ότι στην αστική μοντελοποίηση με CA, η κατάσταση ενός κελιού μπορεί να εκπροσωπεί τους τύπους χρήσης γης ή εδαφοκάλυψης, ή κατηγορίες χρήσης γης, ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκπροσωπεί άλλα χαρακτηριστικά του αστικού χώρου, όπως κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

οποιαδήποτε στιγμή του χρόνου. Η κατάσταση μπορεί να είναι ένας αριθμός που αντικατοπτρίζει μια ιδιότητα. Κάθε κελί σε ένα στοιχειώδες CA μπορεί να έχει μόνο δύο δυνατές τιμές ή καταστάσεις 0 ή 1, και οι κανόνες μετάβασης εξαρτώνται μόνο από τις τιμές των κοντινότερων γειτόνων του. Η απρόσμενη πολυπλοκότητα της συμπεριφοράς αυτών των απλών κανόνων οδήγησαν τον Wolfram να υποπτευθεί πως η πολυπλοκότητα στη φύση μπορεί να οφείλεται σε παρόμοιους μηχανισμούς (Liu, 2009), και έτσι έθεσε τις βάσεις για την θεωρία των κυψελοειδών αυτομάτων ορίζοντας τα ως διακριτά δυναμικά συστήματα στα οποία οι τοπικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των συστατικών μερών των συστημάτων δημιουργούν καθολικές αλλαγές στο χώρο και στο χρόνο (Ρετσιλίδου, 2012).

Ο κανόνας μετάβασης καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο η κατάσταση 109


ενός κελιού αλλάζει ως συνάρτηση της παρούσας κατάστασης του και των καταστάσεων στις οποίες βρίσκονται τα γειτονικά κελιά του. Η Ρετσιλίδου (2012), κάνοντας αναφορά στον White (1998), υπογραμμίζει ότι αυτό είναι το βασικό συστατικό των κυψελοειδών αυτομάτων καθώς αυτοί οι κανόνες αντιπροσωπεύουν την διαδικασία του συστήματος που μοντελοποιείται, και γι αυτό το λόγο είναι ουσιαστικοί παράγοντες για μια επιτυχημένη μοντελοποίηση. Σε ένα κυψελοειδές αυτόματο, οι κανόνες αυτοί είναι ενιαίοι και εφαρμόζονται συγχρονισμένα σε όλα τα κελιά του συστήματος. Ωστόσο, στην βιβλιογραφία έχουν παρατηρηθεί, ορισμένες τροποποιήσεις για τον καθορισμό των μεταβατικών κανόνων. Επιπλέον, ο Μαντέλας (2011), αναφέρει ότι αναμφίβολα, η θεωρία (rationale) των CA εκφράζεται με τη συνάρτηση μετάβασης f. Κάτω από το πρίσμα μίας πλέον αυστηρής και λιτής μαθηματικής θεώρησης, το πλέγμα, οι γειτονιές και οι καταστάσεις των κυψελών μπορούν να θεωρηθούν ως χαρακτηριστικά της συνάρτησης μετάβασης: _Οι γειτονιές διαμορφώνουν το πεδίο ορισμού της συνάρτησης _Το πλέγμα ορίζει την γεωμετρία του πεδίου ορισμού _Οι καταστάσεις των κυψελών απαρτίζουν το σύνολο τιμών της συνάρτησης μετάβασης Η συνάρτηση μετάβασης καθορίζει την συμπεριφορά του συστήματος CA σε τέτοιο βαθμό ώστε διαφορετικές αρχικές συνθήκες υπό την ίδια συνάρτηση μπορεί να παρουσιάζουν διαφορετική εξέλιξη παραμένοντας όμως παρόμοιες σε μορφή και στατιστικές ιδιότητες. Ο Μαντέλας (2011), αναφερόμενος στον Wolfram (1984), γράφει ότι οι διαφορετικοί κανόνες μετάβασης ωστόσο, παρουσιάζουν εντελώς διαφοροποιημένη εξέλιξη, ακόμα και με την ίδια αρχική κατάσταση.

«Η μελέτη απλών μοντέλων «καρικατούρας», φαίνεται να είναι ο μόνος ανοιχτός για μας δρόμος αυτή τη στιγμή, ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε πολύπλοκα φαινόμενα. -Per Bak, “Self-Organized Criticality: An Holistic View of Nature”, 1994»

110


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 111


112


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 113


Ο χρόνος καθορίζει την χρονική διάσταση μέσα στην οποία λειτουργεί το κυψελοειδές αυτόματο. Σύμφωνα με τον ορισμό των CA, οι καταστάσεις των κελιών ενημερώνονται ταυτόχρονα σε όλες τις επαναλήψεις κατά την πάροδο του χρόνου (Ρετσιλίδου, 2012). Ωστόσο αυτός ο περιορισμός στο χρόνο μπορεί να σταματήσει να υφίσταται, με τη λειτουργία του μοντέλου του κυψελοειδούς αυτόματου σε διαφορετική χρονική ταχύτητα για διαφορετικές κυψέλες όπως έγινε στην περίπτωση του μοντέλου των Uljee, Engelen, και White (1996), όπου το μοντέλο τους προσομοιώνει τις χαμηλές περιοχές σε μηνιαία βάση και τις ορεινές περιοχές σε ετήσια βάση(Liu, 2009). (Εικ.38) Συνοψίζοντας λοιπόν, με βάση τα λεγόμενα του Michael Batty (2005), αντικείμενα σε οποιοδήποτε διαστατικό χώρο, που εκδηλώνουν κάποια γειτνίαση ή εγγύτητα το ένα στο άλλο και συσχετίζονται τοπικά, ορίζονται από ένα τέτοιο μοντέλο. Με αυτόν τον τρόπο το σύστημα αυτό λειτουργεί και επηρεάζεται. Δεύτερον, κάθε κυψέλη μπορεί να έχει κάθε φορά μόνο μία κατάσταση από ένα σύνολο καταστάσεων, που καθορίζουν τα αποτελέσματα του συστήματος. Τρίτον, η κατάσταση της κάθε κυψέλης εξαρτάται από τις καταστάσεις και τις διαμορφώσεις των κυψέλων στη γειτονιά της κυψέλης, η γειτονιά είναι το αμέσως γειτονικό σύνολο των κυψέλων που είναι “δίπλα” στο εν λόγω κελί, όπου το “επόμενο” ορίζεται με ακριβή τρόπο. Τέλος, υπάρχουν κανόνες μετάβασης που οδηγούν τις αλλαγές της κατάστασης σε κάθε κυψέλη ως μια συνάρτηση του τι υπάρχει ή τι συμβαίνει στη γειτονιά της προκείμενης κυψέλης. Υπάρχουν περαιτέρω παραδοχές και προϋποθέσεις. Υποτίθεται ότι οι κανόνες μετάβασης πρέπει να είναι ομοιόμορφοι, δηλαδή, πρέπει να έχουν εφαρμογή σε κάθε κυψέλη, κατάσταση, και γειτονιά, ανά πάσα στιγμή, και ότι κάθε αλλαγή στην κατάσταση πρέπει να είναι τοπική, το οποίο με τη σειρά του σημαίνει ότι δεν υπάρχει δράση από απόσταση. Υπάρχουν προϋποθέσεις που ορίζουν τα σημεία έναρξης και λήξης

«Αν δούμε την ακολουθία των μοτίβων και την κανονικότητα αυτών, θα πρέπει ... να αναρωτηθούμε πρώτα απ ‘όλα τι είναι αυτό που φαίνεται να κάνουν τα άτομα που αποτελούν το σύστημα και με ποιό τρόπο οι ενέργειές τους, γενικά, παράγουν τα μοτίβα που βλέπουμε. - Thomas C. Schelling, “Micromotives and Macrobehavior”, 1978» 114


5.2_Αστική διάχυση και Κυψελοειδή Αυτόματα «Ένας ρυθμός εμπεριέχει ένα μοτίβο, και σε αυτό το βαθμό είναι πάντα πανομοιότυπα. Αλλά κανένας ρυθμός δεν μπορεί απλά να είναι μόνο ένα μοτίβο, για τη ρυθμική ποιότητα εξαρτάται εξίσου από διαφορές που εμπεριέχονται σε κάθε έκθεση του μοτίβου. Η ουσία του ρυθμού είναι η σύντηξη της ομοιότητας και της καινοτομίας, έτσι ώστε ολόκληρο να μη χάνει την ουσιαστική ενότητα του μοτίβου, ενώ τα τμήματα του παρουσιάζουν τις συμβάσεις που προκύπτουν από την καινοτομία της λεπτομέρειας τους. -Alfred North Whitehead, “The Principles of Natural Knowledge” ,1925 »

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

της προσομοίωσης στο χώρο και το χρόνο, τις οποίες, όπως και πριν, ονομάζουμε αρχικές και οριακές συνθήκες, αντίστοιχα. Οι αρχικές συνθήκες ισχύουν για τη χωρική διαμόρφωση των κυψελών και των καταστάσεων τους που ξεκινούν τη διαδικασία, καθώς και το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει η διαδικασία. Οι οριακές συνθήκες αναφέρονται σε όρια στο χώρο ή / την ώρα κατά την οποία τα CA επιτρέπεται να λειτουργούν.

Αντίθετα με τα αρχικά αστικά μοντέλα μεγάλης κλίμακας που αντιμετώπιζαν το χώρο μίας πόλης με καταμερισμό μεγάλων τομέων, τα μοντέλα προσομοίωσης που έχουν αναπτυχθεί πρόσφατα και ειδικότερα όσα έχουν ως βάση τα CA και τα μοντέλα βασισμένα σε πράκτορες (agent-based models),λαμβάνουν υπόψη τους τις αλληλεπιδράσεις και τις ενέργειες που συμβαίνουν σε τοπικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, αντικαθίσταται η μακροσκοπική προσέγγιση με μία μικροδυναμική. Επομένως, αποκτούν μια «από κάτω προς τα πάνω» (“bottom-up”) λογική, που έχει ως αποτέλεσμα ο καθορισμός της συνολικής δομής να προκύπτει μέσα από τοπικές μεταβλητές και να αναδύεται (emergent) μέσα από σύνθετες κατεργασίες που προσεγγίζονται διαμέσου των προσομοιώσεων. Η λογική των Αστικών Κυψελοειδών Αυτομάτων εστιάζει στη δυναμική των βασικών στοιχείων του συστήματος και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις. Όπως επισημαίνει ο Μαντέλας (2011), κάνοντας αναφορά στον Malczewski (2004), με αυτόν τον τρόπο η πολυπλοκότητα του συστήματος αναδύεται από την αλληλεπίδραση των βασικών στοιχείων ενώ αναφερόμενος στον Torrens (2003) συμπληρώνει ότι η πληροφορία κινείται από κελί σε κελί και

115


διαχέεται σε προκαθορισμένες γειτονιές. Αυτό γίνεται με απλούς κανόνες μετάβασης που περιγράφουν την αλλαγή της κατάστασης κάθε κυψέλης και μπορούν να θεωρηθούν ως γεννήτριες ανάπτυξης, σύμφωνα με τον Batty (1997). Υπό μία άλλη θεώρηση, όπως αναφέρει ο Μαντέλας (2011), σύμφωνα με τους Cecchini & Rizzi (2001) οι κανόνες μετάβασης διαδραματίζουν τον ρόλο του αλγόριθμου που κωδικοποιεί τη συμπεριφορά του πραγματικού κόσμου στον τεχνητό κόσμο των CA. Αν και οι ερευνητές του αστικού περιβάλλοντος έχουν προσπαθήσει να εξηγήσουν την προέλευση της αστικής ανάπτυξης και μείωσης για πάνω από έναν αιώνα, είναι σαφές ότι η αστική θεωρία έχει σταματήσει γύρω από αυτή τη κεντρική αναζήτηση για να εξηγήσει και να διαμορφώσει τη γένεση της γεωγραφικής της αλλαγής. Αξίζει λοιπόν να αναφερθούν όσα ο Batty (2005) έχει συλλέξει, κάνοντας αναφορά στους Patrick Geddes και Jane Jacobs. Η κατάσταση δεν έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο από την εποχή που ο πρώτος (1915) θέτει το δίλημμα της «επέκτασης» των μοντέλων που αποτελούνται από το υπάρχον πλέγμα. Πενήντα χρόνια περίπου αργότερα, η Jane Jacobs (1961), με τον προφητικό τρόπο της, μας χλεύασε με το ερώτημα: «Γιατί οι πόλεις όχι πολύ καιρό αφού εντοπίστηκαν, έγιναν κατανοητές, και αντιμετωπίζονται ως προβλήματα στην οργανωμένη πολυπλοκότητα;...Γιατί πρέπει οι άνθρωποι να ανησυχούν σε επαγγελματικό επίπεδο για τις πόλεις που δεν έχει αναγνωριστεί το είδος του προβλήματος που είχαν;». Στις αρχές του 21ου αιώνα, η κατάσταση δείχνει να είναι ακόμη πιο αποθαρρυντική, καθώς ο κόσμος κινείται από τη βιομηχανική στη μεταβιομηχανική εποχή και ο ρυθμός των αλλαγών, επιταχύνει. Η παλιά εικόνα των πόλεων που αργά προσαρμόζεται και απορροφά την αλλαγή, που παράγει δομές και μορφολογίες που εμφανίζονται σχεδόν οργανικά, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Δραματική και μεγάλης κλίμακας αλλαγή φαίνεται να συμβαίνει άμεσα, από πηγές συχνά άγνωστες ή τουλάχιστον απρόβλεπτες, και από τις εξελίξεις στην οικοδόμηση και των τεχνολογιών των πληροφοριών που εμπλουτίζουν και να προσελκύσουν νέες ευκαιρίες με τον τρόπο που χρησιμοποιούμε τις πόλεις που υπόσχεται να αλλάξει ριζικά τα πρότυπα της χωρικής συμπεριφοράς. Η χρήση των CA στα μοντέλα αστικής διάχυσης προέρχεται από τη γεωγραφία, σύμφωνα με την Liu (2009). Στην ουσία, το βασικό θέμα είναι η ιδέα ότι οι πόλεις ιδιαίτερα, και η αστική ανάπτυξη εν γένει, αναδύονται από κάτω προς τα πάνω και ότι η χωρική σειρά που βλέπουμε στα μοτίβα σε πιο συγκεντρωτικές κλίμακες μπορεί να εξηγηθεί μόνο με αυτόν τον τρόπο. Ο τρόπος με τον οποίο προσομοιώνουμε τέτοια εμφάνιση είναι διαχωρίζοντας τα βασικά 116


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

στοιχεία ή τα άτομα της πόλης και εκπροσωπώντας τα με δύο διακριτούς αλλά συναφείς τρόπους: μέσω των κυψέλων, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη φυσική και χωρική δομή της πόλης, και μέσω πρακτόρων(agents), οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τις ανθρώπινες και κοινωνικές μονάδες που κάνουν την πόλη να λειτουργεί (Batty,2005). Μία από τις πλέον χρήσιμες και ουσιαστικές εφαρμογές των CA εντοπίζεται στην προσομοίωση της αστικής επέκτασης. Μάλιστα, ανάμεσα σε ένα μεγάλο αριθμό από μεθόδους που έχουν εξελιχθεί στην προσπάθεια να μοντελοποιηθεί η αστική εξάπλωση, τα CA κατέχουν μία ιδιαίτερα σημαντική θέση, αναφέρει ο Μαντέλας(2011) με βάση τον Hagoort et al.(2008). Επιπλέον, συνεχίζει γράφοντας για τον Waldo Tobler (1970)επισημαίνοντας ότι πρότεινε μία κυψελοειδή κατάτμηση του χώρου εφαρμόζοντας τον πρώτο νόμο της γεωγραφίας σύμφωνα με τον οποίο «όλα τα αντικείμενα συσχετίζονται μεταξύ τους, αλλά τα εγγύς αντικείμενα συσχετίζονται ισχυρότερα σε σχέση με τα απομακρυσμένα». Η εφαρμογή των κυψελοειδών αυτόματων στον αστικό χώρο περιλαμβάνει μία σειρά αποκλίσεων από τις βασικές αρχές τους. Οι αποκλίσεις αυτές ωστόσο κρίνονται απαραίτητες, ώστε να καταστεί η νέα αυτή μαθηματική τεχνολογία ένα χρήσιμο εργαλείο στη διερεύνηση των αστικών συστημάτων. Τα μοντέλα προσομοίωσης υπό μία έννοια μπορούν να θεωρηθούν ως συστήματα GIS, με το επιπλέον χαρακτηριστικό μίας ενσωματωμένης δυναμικής. Στα σημερινά Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών εξάλλου, έχει διατυπωθεί η κριτική ότι βασίζονται σε απλές γεωμετρικές λειτουργίες όπως σύγκριση επικάλυψης και μετρήσεις εγγύτητας. Αντίθετα, όπως αναφέρει ο Λαγαριάς (2013) σύμφωνα με τον Wagner (1997) δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν επαναληπτικές επιλύσεις εξισώσεων και προσομοιώσεις, ενώ χειρίζονται ελλιπώς τη χρονική διάσταση. Η ενσωμάτωση των κυψελοειδών αυτόματων στα GIS αναμένεται να δώσει μία τεράστια διάδοση των μοντέλων προσομοίωσης στη γεωγραφική επιστήμη (Λαγαριάς, 2013). Οι πόλεις αναπτύσσονται κυρίως από ενέργειες που βασίζονται σε μεμονωμένες αποφάσεις για την ανάπτυξη που λαμβάνει χώρα σε τοπικό επίπεδο. Ακόμη και οι αποφάσεις που παίρνονται κατά μήκος όλης της πόλης με βάση συγκεκριμένο σχεδιασμό ή εταιρική διαχείριση υλοποιούνται τοπικά και προσαρμόζονται στις ατομικές περιστάσεις. Σε γενικές γραμμές, οι πόλεις δεν αναπτύσσουν σε αυστηρή συμφωνία κάθε μεγαλεπήβολο σχέδιο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Batty(2005), οι πόλεις είναι πολύ πολύπλοκες και ποικίλες για να είναι τόσο ελεγχόμενες, και είναι πολύ ετερογενής και «ευαίσθητες» στο τι συμβαίνει στο ευρύτερο περιβάλλον τους για να μπορούν να διαχειρίζονται στο σύνολό τους. Με αυτή την έννοια, δεν είναι διαφορετικές από οποιοδήποτε άλλο ζωντανό σύστημα του οποίου ο κωδικός ανάπτυξης

117


και εξάπλωσης εξαρτάται περισσότερο από τα τοπικά μέρη της. Η επιστήμη σταδιακά συνηθίζει το γεγονός ότι τα πολύπλοκα συστήματα που χτίστηκαν από το μηδέν, και ότι η πιο αποδοτική - στην πραγματικότητα η μόνη δυνατήστρατηγική για την ανάπτυξη της πολυπλοκότητας είναι ο συντονισμός των τμημάτων σε τοπικό επίπεδο, όσο το δυνατόν γίνεται (Batty,2005). O Λαγαριάς (2013), αναφερόμενος στους Tobler και Couclelis, σημειώνει, ότι η εφαρμογή των κυψελοειδών αυτόματων στη διερεύνηση των αστικών συστημάτων, ξεκίνησε σε μία χρονική περίοδο όπου κυριαρχούσαν στο επιστημονικό πεδίο της αστικής γεωγραφίας τα αστικά μοντέλα μεγάλης κλίμακας, αλλά και η παράλληλη κριτική σε αυτά. Τα μεθοδολογικά πλεονεκτήματα που παρουσίαζαν τα κυψελοειδή αυτόματα και συγκεκριμένα η άμεση σύνδεσή τους με στοιχεία δυναμικής, αλλά και η εμφανής και έντονη χωρική τους διάσταση, οδήγησαν μελετητές όπως τον Tobler (1979) και την Couclelis (1985), ήδη από τη δεκαετία του ’80, να διερευνήσουν την πιθανή σχέση τους με τη μοντελοποίηση των αστικών συστημάτων. Επεκτείνοντας την ανάλυση του θέματος, ο Μαντέλας (2011), συνέταξε μία λίστα που ομαδοποιεί τα χωρικά μεγέθη, τα οποία είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη για να πραγματοποιηθεί μία προσομοίωση με βάση τα κυψελοειδή αυτόματα, η οποία και παρατίθεται εν συνεχεία .Οι γειτονιές επί των οποίων ορίζονται οι κανόνες μετάβασης καθορίζουν την απόσταση στην οποία αναπτύσσονται δυνάμεις έλξης ή απώθησης ανάμεσα στην αστική κάλυψη και τις χωρικές μεταβλητές που λαμβάνονται υπόψη (Henning 2008). Εν γένει, η ένταση και η έκταση της χωρικής εξάρτησης των μεγεθών μεταβάλλεται τόσο σε καθολικό επίπεδο όσο και τοπικά (Cheng & Masser, 2003) κάτι που εκφράζεται με τη χρήση διαφορετικών γειτονιών. Ανεξαρτήτως, ωστόσο, της κλίμακας στην οποία λειτουργούν, μπορούν να αναγνωρισθούν πέντε ομάδες χωρικών μεγεθών που συνήθως λαμβάνονται υπόψη στα αστικά CA ( Baredo et al 2003) : _Παράγοντες που σχετίζονται με ατομικές προτιμήσεις, κοινωνικό-οικονομικά και πολιτικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων _Περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά όπως όρη και ακτογραμμές που συνήθως χρησιμοποιούνται ως χωρικοί περιορισμοί της αστικής εξάπλωσης _Τοπικές χρήσεις γης _Καθολικά χαρακτηριστικά της πόλης όπως η απόσταση από το κέντρο και 118


_Παράμετροι αστικού σχεδιασμού όπως οι συντελεστές δόμησης Πέρα από τα εγγενή χαρακτηριστικά των CA που τα καθιστούν αποδοτικά στη μοντελοποίηση της αστικής επέκτασης, η τεχνική αυτή παρουσιάζει μία σειρά από επωφελείς ιδιότητες: _Είναι απλά στην υπολογιστική εφαρμογή αλλά επιτρέπουν την προσομοίωση σύνθετων φαινομένων (Yacoubo 2008) _Είναι δυναμικά και δεν εκτιμούν μόνο την τελική κατάσταση του συστήματος αλλά προσομοιώνουν τη διαδικασία εξέλιξης _Είναι εγγενώς χωρικές οντότητες και έχουν μία φυσική ομοιότητα με τα ψηφιδωτά αρχεία (Dietzel et al. 2005) _Με τον ορισμό των γειτονιών και των σχέσεων μεταξύ των κελιών, επιτρέπουν τον ορισμό εξισώσεων /κανόνων που μπορεί να είναι διαφορετικές σε κάθε γειτονιά

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

η προσβασιμότητα των μέσων μαζικής μεταφοράς

Στον αντίποδα ωστόσο, το γενικό θεωρητικό πλαίσιο των CA παρουσιάζει ορισμένες αδυναμίες, ενδεικτικά: _Υποστηρίζουν μόνο τη χωρικά συνεχή επέκταση και αδυνατούν να προσομοιώσουν “δράση και απόσταση “, δηλαδή την αστικοποίηση περιοχών που δεν γειτνιάζουν με την υπάρχουσα αστική κάλυψη _Ο καθορισμός των γειτονιών είναι συνήθως εμπειρικός και δε στοιχειοθετείται από κάποιο θεωρητικό ή πρακτικό πλαίσιο _Ο χρόνος μετριέται με όρους επαναληπτικών βημάτων του αλγορίθμου χωρίς να σχετίζεται με τον πραγματικό χρόνο (Herold et al 2002) _Η βαθμονόμηση των μοντέλων CA υλοποιείται κυρίως με εμπειρικές ή ευρετικές τεχνικές (Wu 2002) _Οι απεικονίσεις των CA είναι στην πλειοψηφία τους μη-αναστρέψιμες (Packard & Wolfram 1985) δηλαδή διαφορετικές αρχικές καταστάσεις ενός συστήματος μπορεί να οδηγήσουν σε παρεμφερείς ή και όμοιες τελικές

119


καταστάσεις _Η χρήση προκαθορισμένων διακριτικών γειτονιών μπορεί να διαστρεβλώσει τις χωρικές σχέσεις και να επιφέρει σφάλμα στα αποτελέσματα (Yeh et al 2003). Οι καταστάσεις των κελιών επίσης, αντιστοιχούν συνήθως στη κυρίαρχη χρήση γης κάθε κελιού και οι κανόνες μετάβασης προσδιορίζουν τη μεταβολή αυτής της χρήσης κατά τη διάρκεια του χρόνου. Οι καταστάσεις στην πλειονότητα των βασικών αστικών μοντέλων περιορίζονται στη διάκριση ορισμένων βασικών κατηγοριών χρήσεων γης (αστική- αγροτική, δομημένη- αδόμητη). Γενικά ωστόσο μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν οποιαδήποτε χωρικά κατανεμημένη μεταβλητή, εκφράζοντας για παράδειγμα το πληθυσμιακό μέγεθος (Wu,1998), την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του πληθυσμού και άλλα δημογραφικά δεδομένα. Τέλος, τα χρονικά βήματα αντιστοιχούν σε διακριτές χρονικές περιόδους στις οποίες θεωρούμε ότι μεταβάλλεται το αστικό σύστημα. Οι περίοδοι αυτοί εξαρτώνται από την εκάστοτε προσέγγιση και τους κανόνες των μοντέλων και μπορούν να αντιστοιχούν είτε σε ένα έτος είτε σε πολύ μικρότερα χρονικά διαστήματα. Η εισαγωγή της παραμέτρου του χρόνου στα μοντέλα γεωπροσομοίωσης, αποτελεί και το καθοριστικό στοιχείο που καθορίζει το δυναμικό τους χαρακτήρα. Όπως θα υποστηρίξουμε αναλυτικά στη συνέχεια, τα μοντέλα αυτά είναι δυναμικά, καθώς η κατάσταση κάθε χωρικής μονάδας αποτελεί συνάρτηση του χρόνου και οι κανόνες επαναλαμβάνονται επαναληπτικά σε διαδοχικά στάδια. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η βασική παρατήρηση που μπορεί να γίνει στην εφαρμογή αυτής της τυπικής γειτονιάς, είναι η αδυναμία τους να εκφράσουν φαινόμενα αλληλεπίδρασης σε απόσταση, φαινόμενα δράσηςσε-απόσταση (action-at-distance) όπως χαρακτηριστικά αναφέρονται (Batty,2005). Είναι ωστόσο κρίσιμο να σημειωθεί ότι, όπως μπορεί να αποδειχθεί, η επαναλαμβανόμενη εφαρμογή των τοπικών κανόνων έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή μεταφορά των αλληλεπιδράσεων σε μεγαλύτερες αποστάσεις και σε αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό αναφέρεται η ιδιότητα της ανάδυσης των μακροσκοπικών δομών από τοπικές διεργασίες που αποδίδεται σε αυτά τα συστήματα, όπως καταλήγει ο Λαγαριάς(2013). Τα μοντέλα κυψελοειδών αυτομάτων προσεγγίζουν την εξέλιξη ενός συστήματος βάσει τοπικών συσχετίσεων. Παρουσιάζουν ομοιότητες με τα δυναμικά συστήματα αλλά διαφοροποιούνται σε δύο σημεία. Τα κυψελοειδή αυτόματα είναι εγγενώς χωρικές οντότητες και παρέχουν μία άμεση σύνδεση μεταξύ μικροσκοπικών και μακροσκοπικών μεγεθών. Τα μοντέλα 120


Με βάση τον Batty (2005), η εφαρμογή των CA σε πόλεις, όπως η ίδια η προσέγγιση των CA, μπορεί να αναχθεί στις πρώτες προσπάθειες για την κατασκευή μαθηματικών μοντέλων αναφορικά με τα αστικά συστήματα, η οποία ξεκίνησε στη δεκαετία του 1950. Στα μεταπολεμικά χρόνια, η κοινωνική φυσική ήταν σε πλήρη εξέλιξη και τα μοντέλα της χωρικής διάχυσης ήταν ένας σημαντικός κλάδος των εξελίξεων αυτών. Επιπρόσθετα, ο Batty (2005), αναφέρεται στον Hagerstrand, ο οποίος ήδη από το 1950, κατασκεύαζε μοντέλα διάχυσης, και συγκεκριμένα της ανθρώπινης μετανάστευσης με βάση την εξαιρετική ιστορική καταγραφή του πληθυσμού στη Σουηδία, καθώς και τα μοντέλα αυτά, αν και αποτελούν τη δράση από απόσταση μέσω επιδράσεων της βαρύτητας, ήταν κοντά στο πνεύμα με την έννοια των κυψέλων που επηρεάζονται από τις αλλαγές στο άμεσο περιβάλλον τους. Αυτά δεν ήταν αυστηρά CA αλλά κύτταρο-χώρος μοντέλων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, τα CA ήταν σιωπηρά στο κύμα των μοντέλων υπολογιστών που είχαν δημιουργηθεί για το σχεδιασμό των χρήσεων γης και των μεταφορών. Ο Chapin και οι συνάδελφοί του στη Βόρεια Carolina στη μοντελοποίηση της διαδικασίας ανάπτυξης της γης με αρθρωτά κυψελοειδή χωρικά μοντέλα, όπου είχαν αλλαγές στην κατάσταση τους είχαν προβλεφθεί ως συνάρτηση της ποικιλίας των παραγόντων που επηρεάζουν κάθε

«Τα μαθηματικά μοντέλα αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ανάλυση του χώρου των πόλεων. Ένα αστικό μοντέλο μπορεί να ορισθεί ως μία “αναπαράσταση λειτουργιών και διαδικασιών που δημιουργούν την αστική χωρική δομή σε επίπεδο χρήσεων γης, πληθυσμού, απασχόλησης και μεταφορών, συνήθως σε προγράμματα υπολογιστή. Η αναπαράσταση αυτή επιτρέπει να ελέγχονται θεωρίες χωροθέτησης ως προς υπάρχοντα δεδομένα και να εκτιμώνται μελλοντικοί σχηματισμοί και κατανομές. -Batty, 2006»

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

κυψελοειδών αυτομάτων αποτελούν ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι των σύγχρονων μοντέλων αστικής επέκτασης(Μαντέλας,2011). Ακόμη, κατά την Ρετσιλίδου(2012), η αστική ανάπτυξη προσομοιάζει με την συμπεριφορά ενός CA με διάφορους τρόπους. Τα CA περιλαμβάνουν εγγενή χωρικότητα και ως εκ τούτου προσφέρουν ένα εξαιρετικό εργαλείο για προσομοίωση της δυναμικής του αστικού χώρου (Iltanen,2012).Ο χώρος μιας αστικής περιοχής μπορεί να θεωρηθεί ως ο συνδυασμός ενός αριθμού κελιών, όπου κάθε κελί μπορεί να προσλάβει ένα συγκεκριμένο σύνολο πιθανών καταστάσεων οι οποίες εκπροσωπούν το βαθμό της αστικής ανάπτυξης.

121


κυψέλη, μερικά από τα οποία ενσωματώνουν επιπτώσεις από τα γειτονικά (Chapin & Weiss 1968). Όπως επίσης αναφέρει ο Batty (2005), οι Larthop & Hamburg (1965) πρότειναν παρόμοιους κύψελο-χώρους προσομοίωσης για την ανάπτυξη της δυτικής Νέας Υόρκης. Η ιδέα ότι η επίδραση του χώρου θα πρέπει να ουδετεροποιηθεί σε τέτοια μοντέλα, υιοθετώντας την τακτική δομών όπως πλέγματα ενθαρρύνοντας επίσης παραστάσεις όπως τα CA. Ένα μοντέλο κυψελοειδών αυτομάτων μπορεί να κατασκευαστεί σε ένα απλό δυσδιάστατο πίνακα κελιών με μία από δύο δυνατές καταστάσεις, αστικό, ή μη αστικό. Η μετάβαση από την μια κατάσταση στην άλλη, σύμφωνα με τον Liu (2009), βασίζεται σε μια σειρά από απλούς κανόνες, οι οποίοι μπορούν να οριστούν μέσα στο μοντέλο ως ένα σύνολο απλών δηλώσεων «ΕΑΝ– ΤΟΤΕ»(IF-THEN). Παρόλα αυτά, σύμφωνα με την Ρετσιλίδου (2012), μια τέτοιου είδους απλή σχεδίαση ενός CA μπορεί καθώς το σύστημα εξελίσσεται με το πέρασμα του χρόνου, να οδηγήσει σε ιδιαίτερα σύνθετα χωρικά πρότυπα, εξαιτίας της φύσης των CΑ τα οποία χαρακτηρίζονται από την αυτό οργάνωση και την αυτό αναπαραγωγή. Πολυάριθμες μεθοδολογίες προσομοίωσης με βάση τα CA για την αστική δυναμική έχουν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, ενώ τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, έχουν υλοποιηθεί πολλά αστικά μοντέλα CA που αποδείχθηκαν χρήσιμα για την προσομοίωση της αστικής ανάπτυξης στις μεγάλες πόλεις. Ενώ η δημοτικότητα των αστικών μοντέλων προσομοίωσης που βασίζονται σε CA είναι απόδειξη αυτής της χρησιμότητας. Η θεωρητική σημασία των μοντέλων παραμένει σημαντική, ωστόσο ευσταθεί και η κριτική για μία καθαρά μαθηματική, υποθετική προσέγγιση που προτάσσει τις γεωμετρικές ομοιότητες των παραγόμενων από τα μοντέλα μορφών με τις αστικές μορφές, η πρόβλεψη δηλαδή που θα δώσει το μοντέλο για την εκάστοτε πόλη. Η σύνδεση των μοντέλων με τις πραγματικές λειτουργίες και κατανομές των αστικών συστημάτων παραμένει χαλαρή ή μπορεί να απουσιάζει πλήρως. Τα κυψελοειδή αυτόματα μπορούν να προσεγγίσουν όλες τις κλίμακες που υφίστανται στα πλαίσια μίας πόλης. Μπορούν να αντιστοιχηθούν σε χωρικά τμήματα, σε οικοδομικά τετράγωνα αλλά ακόμα και σε οικόπεδα. Δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να υπάρξει λεπτομέρεια σε τοπική κλίμακα. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό των CA που τα κάνει να μοιάζουν με τον τρόπο λειτουργίας της πόλης, είναι ότι λειτουργούν με βάση τοπικές αλληλεπιδράσεις που λαμβάνουν χώρα σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους στα όρια μιας προκαθορισμένης γειτονιάς και διαμέσου επαναληπτικών εφαρμογών στα πλαίσια καθορισμένων χρονικών περιόδων, οδηγούνται στην ανάδυση της τελικής ή μίας ενδιάμεσης επόμενης μορφής 122


Είναι επίσης είναι απαραίτητο να σημειωθεί, με βάση τον Λαγαριά (2013), ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων εφαρμογής στον αστικό χώρο, το μέγεθος του καννάβου αντιστοιχεί στο μέγεθος της μικρότερης χωρικής μονάδας στην οποία αναφέρεται η ανάλυση. Το μέγεθος αυτό συνήθως κυμαίνεται από το επίπεδο του οικοδομικού τετραγώνου έως το επίπεδο μίας αστικής γειτονιάς, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι εξαιρετικά μικρό και να αντιστοιχεί στο επίπεδο των κτηριακών μονάδων. Η μορφή του καννάβου στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι κανονική και ορθογωνική. Τα βασικά πλεονεκτήματα του ορθογωνικού καννάβου είναι η συμβατότητα που παρουσιάζει με τις ψηφιδωτές (raster) βάσεις δεδομένων των GIS ( Batty et al., 1999), η δυνατότητα του να παραλάβει υψηλές αναλύσεις με κατάλληλο ορισμό μεγέθους κελιού και η απλότητα που εισάγει στην πραγματοποίηση των υπολογισμών.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

(emergence). Σε μία πόλη οι ιδιότητες που έχει μία περιοχή καθορίζονται σε ένα μεγάλο ποσοστό από τις τοπικές αλληλεπιδράσεις. Και στις δύο περιπτώσεις η μετάβαση από μία κατάσταση της μακροκλίμακας στην επόμενη γίνεται από μία στατική εξέταση μίας αλλαγής κατάστασης της μικροκλίμακας. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό τους, που τα καθιστά κατάλληλα για τη μελέτη αστικών φαινομένων, είναι το ότι είναι δυναμικά μοντέλα, άρα μπορούν να προσομοιώσουν διαφορετικά σενάρια μελλοντικής ανάπτυξης μίας περιοχής, πάντα σε στατική εξέταση.

Ο κίνδυνος που υπάρχει σε αυτά τα είδη των αναλογιών μεταξύ των κοινωνικών και φυσικών συστημάτων είναι πολύ προφανής, και κανείς δεν μπορεί να προσποιηθεί ότι οι πόλεις αναπτύσσονται με τον ίδιο τρόπο που αναπτύσσονται οι κυψέλες .Το επίπεδο πολυπλοκότητας της πρώτης περίπτωσης είναι πολλές τάξεις μεγέθους μεγαλύτερο από εκείνη των κυψελών, αλλά υπάρχουν ακόμα χρήσιμοι παραλληλισμοί που πρέπει να συναχθούν(Batty, 2005). Υπάρχουν πολλές τιμές παραμέτρων που πρέπει να οριστούν, οι οποίες θα οδηγήσουν σε πολύ διαφορετικές χωρικές προσομοιώσεις. Μια ενδελεχής διερεύνηση και κατανόηση του μοντέλου πρέπει να βασίζεται στην αποτύπωση του χώρου των δυνατοτήτων που δημιουργούνται από διαφορετικούς συνδυασμούς των τιμών αυτών με τον τρόπο που έχουμε ήδη γνωστοποιήσει. Πριν γίνει επιχείρηση για την πραγματοποίηση αυτού, υπάρχει ένα γενικό σύνολο εξερευνήσεων που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Διαφορετικές τιμές των παραμέτρων θα δημιουργήσουν διαφορετικές μορφές, αλλά χρειάζεται κάποια γενική δοκιμή των βασικών ιδιοτήτων του μοντέλου πριν ξεκινήσουν τέτοιες λεπτομερείς επαναλαμβανόμενες δοκιμές(Batty, 2005). 123


Εν συνεχεία σύμφωνα με τον Liu(2009), περιγράφεται η διαδικασία με την οποία εφαρμόζεται η λογική των κυψελοειδών σε μία φανταστική πόλη. Η πόλη αυτή αποτελείται από ένα δισδιάστατο πλέγμα n x n κελιών, ή αγροτεμαχίων. Κάθε αγροτεμάχιο μπορεί να έχει δύο πιθανές καταστάσεις: αστικό ή μη αστικό. Όπως έχει αναφερθεί και παραπάνω, η γειτονιά αντιπροσωπεύει μία περιοχή που επηρεάζει την ανάπτυξη των αγροτεμαχίων υπό έρευνα. Οι κανόνες μετάβασης καθορίζουν πως ένα αγροτεμάχιο αλλάζει χρήση, υπονοώντας έτσι τη διαδικασία ανάπτυξης σε τοπικό επίπεδο. Αυτοί οι κανόνες μετάβασης, συνήθως εκφράζονται σε καταστάσεις “ΕΑΝ-ΤΟΤΕ”, που είναι εγγενώς απλές. Όμως αυτοί οι απλοί κανόνες θα δημιουργήσουν ένα πολύπλοκο μοτίβο ανάπτυξης. (Εικ.41) Αρχικά θα υποθέσουμε ομοιόμορφες κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες για ολόκληρη την περιοχή μελέτης. Εκτός από τα αστικοποιημένα αγροτεμάχια (που παρουσιάζονται με μαύρο), τα μη αστικοποιημένα (με γκρι χρώμα)έχουν ίδιες συνθήκες. Ως εκ τούτου, ο μόνος παράγοντας που θα οδηγήσει στην ανάπτυξη των αγροτεμαχίων είναι ο αριθμός των αστικοποιημένων αγροτεμαχίων στη γειτονιά του αυτού που θα τεθεί υπό έρευνα. Χρησιμοποιώντας τη γειτονιά Moore, η μετάβαση από τη μία κατάσταση στην άλλη διέπεται από τον ακόλουθο κανόνα. _Κανόνας 1: ΕΑΝ -υπάρχουν τρία ή περισσότερα αστικοποιημένα αγροτεμάχια στη γειτονιά του Moore ενός μη αστικοποιημένου αγροτεμαχίου υπό έρευνα ΤΟΤΕ -το μη αστικοποιημένο γίνεται αστικοποιημένο Μέσω αυτής της μετάβασης το μοντέλο δημιουργεί μια σειρά σεναρίων αστικής ανάπτυξης σε διαφορετικά χρονικά πλαίσια, όπως παρουσιάζονται. Όμως, υπό αληθινές συνθήκες, οι γεωγραφικές συνθήκες σε μία περιοχή δε θα μπορούσαν ποτέ να είναι ομοιόμορφες. Για παράδειγμα, σημαντική διαφορά μπορεί να υπάρχει στο ανάγλυφο της περιοχής. Προκειμένου να μειωθεί το κόστος κατασκευής και λειτουργίας δημοτικών εγκαταστάσεων όπως η αποχέτευση και η παροχή νερού, η αστική ανάπτυξη μπορεί να περιοριστεί σε περιοχές με έκταση λιγότερη από 300μ. Επομένως δε θα πραγματοποιηθεί καμία αλλαγή σε κελί με απόσταση μεγαλύτερη των 300μ. Σε αυτή την περίπτωση, ένας νέος κανόνας μπορεί να εφαρμοστεί στο μοντέλο ώστε να αντικατοπτρίζει τον περιορισμό αυτό. Ο κανόνας αυτός 124


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 125


μπορεί επίσης να εκφραστεί ως ΕΑΝ-ΤΟΤΕ. _Κανόνας 2: EAN -η απόσταση είναι μεγαλύτερη των 300μ. TOTE -το αγροτεμάχιο δε θα αλλάξει χρήση, παραμένει μη αστικοποιημένο Με τους κανόνες 1,2 το σενάριο της αστικής ανάπτυξης της περιοχής αλλάζει όπως φαίνεται στις εικόνες. Επιπλέον, διαφοροποιήσεις μπορεί να υπάρχουν και στα οδικά δίκτυα. Για παράδειγμα, εάν υπάρχει ένας κύριος δρόμος που διασχίζει την πόλη, η ανάπτυξη ίσως επικεντρώνεται στις περιοχές γύρω από το δρόμο αυτό. Σε αυτή την περίπτωση, ένας ακόμη κανόνας μετάβασης είναι απαραίτητο να προστεθεί στο μοντέλο για να αντικατοπτρίζει την επίδραση της των μεταφορών στην αστική ανάπτυξη. Αυτό μπορεί να εκφραστεί ως εξής: _Κανόνας 3: ΕΑΝ -υπάρχουν ένα ή δύο αστικοποιημένα αγροτεμάχια στη γειτονιά Moore ενός μη αστικοποιημένου αγροτεμαχίου και το τεμάχιο αυτό το διασχίζει δρόμος ΤΟΤΕ -το αγροτεμάχιο θα αστικοποιηθεί Έτσι, ξανά, αφού προστίθεται κι αυτός ο κανόνας το μοτίβο της ανάπτυξης αλλάζει, όπως φαίνεται στις εικόνες. (Εικ.42) Χρησιμοποιώντας αυτό το πλαίσιο μοντελοποίησης, μπορούν να προστίθενται κι άλλοι κανόνες που θα εκφράζουν άλλες επεκτάσεις ή περιορισμούς κοινωνικού, οικονομικού ή περιβαλλοντικού περιεχομένου. Το συγκεκριμένο παράδειγμα έχει ως σκοπό να παρουσιάσει μία ιδιαίτερα απλή μορφή της μοντελοποίησης της αστικής ανάπτυξης και να παρουσιάσει μία γενική ιδέα του πως λειτουργούν τα κυψελοειδή αυτόματα με απλούς κανόνες παράγοντας σύνθετα αποτελέσματα.

126


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 127


5.3_Μοντέλα αστικής διάχυσης με βάση τα κυψελοειδή αυτόματα

«Τα κινούμενα στοιχεία σε μία πόλη, και πιο συγκεκριμένα οι άνθρωποι και οι δραστηριότητες αυτών, είναι τόσο σημαντικά όσο και τα στατικά φυσικά κομμάτια της. Δεν είμαστε απλά παρατηρητές αυτού του θεάματος, αλλά εμείς οι ίδιοι είμαστε κομμάτι της πόλης. - Kevin Lynch, “The image of the City”, 1960» Η λογική βάσει της οποίας λειτουργούν τα κυψελοειδή αυτόματα, έχει σημαντική εφαρμογή σε διαφορετικά μοντέλα πρόβλεψης της αστικής διάχυσης. Λαμβάνουν υπόψη τους τις αλληλεπιδράσεις που υφίστανται σε τοπικό επίπεδο κι αναδύονται από το άθροισμα τους τα χαρακτηριστικά των υπό ανάλυση κατανομών. Τα βασικά στοιχεία των κυψελοειδών όπως έχουν παρουσιαστεί προηγουμένως, καθορίζουν το σύστημα τους και οι μεταβολές εμφανίζονται μέσω μίας ακολουθίας ορισμένων και διακριτών χρονικών βημάτων. Η λογική με την οποία τα διαφορετικά μοντέλα προσεγγίζουν την αστική εξάπλωση παραμένει ίδια με τις βασικές αρχές των κυψελοειδών, αντιστοιχίζοντας τις χρήσεις γης με τις κυψέλες (cells) κι ακολουθώντας μία σειρά από κανόνες που διατυπώνονται ως συνθήκες «εάν- τότε» (“if-then”) και αφορούν τις χωρικές μονάδες. Τα μοντέλα που υπάρχουν αντιμετωπίζουν την αστική διάχυση κυρίως ως χωρικό φαινόμενο, όμως από τα όσα έχουν προαναφερθεί, η αστική διάχυση είναι ένα πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο. Εμπεριέχει χρονικές, κοινωνικές, πολιτικές κι άλλες παραμέτρους. Σε πολλά από τα υφιστάμενα μοντέλα λοιπόν, απαιτείται επιπλέον έρευνα στις μεθόδους και στα δεδομένα που εισάγουν για την προσομοίωση του τελικού μοντέλου. Όπως είναι κατανοητό, τα μοντέλα κυψελοειδών αυτόματων, με βάση τη λογική που έχουν και την επικέντρωση τους στις αλληλεπιδράσεις που έχουν οι χρήσεις γης σε τοπική κλίμακα, δεν είναι δυνατό ερμηνεύσουν πλήρως ένα τόσο σύνθετο φαινόμενο όπως η αστική διάχυση. Η διαπίστωση των αδυναμιών οδήγησε στη διαμόρφωση συνδυαστικών μοντέλων που εκτός από το ότι εκμεταλλεύονται τα πλεονεκτήματα της λογικής των συστημάτων των κυψελοειδών αυτομάτων εισάγουν ταυτόχρονα κάποιες νέες επεκτάσεις. 128

Σύμφωνα με τον Μαντέλα (2011), μετά τη δημιουργία του μοντέλου των


5.3.1_Αριθμητικά και Δυαδικά Αστικά Κυψελοειδή Αυτόματα

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

White & Engelen τη δεκαετία του ‘90, άρχισαν να αναπτύσσονται κι άλλα μοντέλα αστικών κυψελοειδών αυτόματων τα οποία έχουν διαφορές σε ότι αφορά τα δεδομένα εισόδου και εξόδου αλλά και τα βασικά χαρακτηριστικά τους (πλέγμα, κατάσταση κυψελών, γειτονιές, και συνάρτηση μετάβασης). Διαφορές επίσης παρατηρούνται και ως προς τις μεθόδους επικύρωσης και βαθμονόμησης των μοντέλων. Μοντέλα τέτοιου τύπου έχουν γνωρίσει ευρεία εφαρμογή στην ανάλυση μεταβολών που λαμβάνουν χώρα σε αστικές περιοχές, ιδιαίτερα κατά την τελευταία δεκαετία (Λαγαριάς, 2013). Έτσι, επιλέγονται κάποια από αυτά και θα παρουσιαστούν συντόμως, εν συνεχεία. Επίσης, τα μοντέλα που παρουσιάζονται έχουν ομαδοποιηθεί με βάση τα κοινά τους χαρακτηριστικά.

Τα δυαδικά CA είναι είτε αριθμητικά είτε εφαρμόζουν ποιοτικούς κανόνες. Τα αριθμητικά CA, σύμφωνα με τον Μαντέλα (2011), παράγουν ακριβή αποτελέσματα και εστιάζουν στο να είναι αποδοτικές οι εκτιμήσεις τους.

_Μοντέλο Sleuth Ένα από τα πιο διαδεδομένα μοντέλα είναι το μοντέλο Sleuth που παρουσιάστηκε αρχικά το 1997 (Μαντέλας, 2011). Το μοντέλο αυτό αναπτύχθηκε για να προσομοιώσει την αστική ανάπτυξη στην περιοχή San Francisco Bay από τον Keith Clarke και τους συνεργάτες του (Ρετσιλίδου, 2012). Το Sleuth είναι ένα αρκτικόλεξο με βάση τα δεδομένα που απαιτούνται για τη βαθμονόμηση και την πρόβλεψη σε αυτό το μοντέλο αστικής ανάπτυξης, δηλαδή Slope- Κλίση, Land Use- Χρήση Γης, Exclusion-Αποκλεισμός (εξαιρούμενες από τη δόμηση περιοχές), Urban- Αστικοποίηση, Transportation-Οδικό δίκτυο, Hillshade- μία 3D απεικόνιση της επιφάνειας σε αποχρώσεις τους γκρι, με τη σχετική θέση του ήλιου να λαμβάνεται υπόψη για τη σκίαση της εικόνας, χρησιμοποιείται μόνο για σκοπούς απεικόνισης και δεν παίζει ρόλο στη συμπεριφορά του μοντέλου(Charles Dietzel, Keith C. Clarke,2007).(Εικ.43) Είναι βασισμένο στα κυψελοειδή αυτόματα κι έτσι όλη η επιφάνεια της περιοχής υπό μελέτη

129


διαιρείται με βάση ένα ορθοκανονικό πλέγμα σε κυψελιδικές μονάδες. Έχει χρησιμοποιηθεί σε πολυάριθμες μελέτες προσομοίωσης και έχει εφαρμοστεί σε αρκετές περιοχές μέχρι σήμερα. Επιπλέον, το μοντέλο Sleuth έχει την ικανότητα να προσομοιώνει τη δυναμική των αστικών/μη αστικών περιοχών καθώς και τη δυναμική των χρήσεων γης των αστικών περιοχών, αν και το τελευταίο δεν έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως, πιθανώς λόγω των περιορισμών στη συλλογή δεδομένων ταξινομημένων ως προς τη χρήση γης. Η διπλή δυνατότητα αυτή οδήγησε στην ανάπτυξη δύο υποσυστημάτων στο πλαίσιο του μοντέλου, ενός μοντέλου αστικής / μη αστικής ανάπτυξης, του μοντέλου αστικής ανάπτυξης (UGM) και του άλλου που υποδεικνύει τη δυναμική της αλλαγής χρήσης γης (Deltatron) (Charles Dietzel, Keith C. Clarke,2007). Ακολούθως, περιγράφει ο Λαγαριάς (2013) τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το μοντέλο. Το μοντέλο Sleuth εξετάζει την αστική ανάπτυξη σε μεγάλες χρονικές περιόδους και εστιάζει σε προβλέψεις μελλοντικών κατανομών. Το μοντέλο χρησιμοποιεί μία αυτόματη διαδικασία βαθμονόμησης που βασίζεται σε επαναλήψεις τύπου Μόντε Κάρλο και βασίζεται σε ένα διαχωρισμό των χρήσεων γης σε δύο μόνο βασικές κατηγορίες, αστική και αγροτική. Το μοντέλο ασχολείται αποκλειστικά με την κατανομή της αστικής κάλυψης, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από δορυφορικές εικόνες και αεροφωτογραφίες. Ακόμη, σύμφωνα με την Ρετσιλίδου(2012), το Sleuth είναι ένα μοντέλο το οποίο λαμβάνει υπόψη τέσσερις τύπους ανάπτυξης: αυτόματη/αυθόρμητη, ανάπτυξη που πραγματοποιείται λόγο της διάδοσης ενός νέου κέντρου/πυρήνα, οργανική ή ανάπτυξη των άκρων και ανάπτυξη που επηρεάζεται από το οδικό δίκτυο (spontaneous, diffusive, organic and road-influenced). Λαμβάνει δηλαδή υπόψη του το σχήμα και τη μορφή των αστικών χρήσεων προκειμένου να αναγνωρίσει το χωρικό πρότυπο που δημιουργεί η αστική επέκταση σε μία περιοχή. Για την εφαρμογή της προσομοίωσης, απαιτείται να δοκιμαστεί το μοντέλο αν λειτουργεί σωστά, να βαθμονομηθεί, το μοντέλο δηλαδή πρέπει να εισάγει κάποια προϋπάρχοντα μοτίβα ανάπτυξης και να αντλήσει ένα σύνολο ιδανικής ανάπτυξης με βάση τους συντελεστές της περιοχής και τέλος, να γίνει η πρόβλεψη, όπου τα μοτίβα ανάπτυξης προβάλλονται μελλοντικά, βασισμένα στους συντελεστές ανάπτυξης που καθορίστηκαν στο προηγούμενο στάδιο (Afonso et al. 2015). Ο τελικός στόχος του μοντέλου ουσιαστικά είναι να υπολογίσει, μέσα από μία διαδικασία αυτόματης βαθμονόμησης, τις τιμές πέντε βασικών συντελεστών που χρησιμοποιούνται με τρόπο ώστε αυτές να προσεγγίζονται με ένα βέλτιστο τρόπο οι παρατηρούμενες ιστορικές 130


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 131


κατανομές. Οι συντελεστές αυτοί αντιστοιχούν στους σχετικούς κανόνες αστικής εξάπλωσης και αναφέρονται ως ‘Dispersion coefficient’, ‘Βreed coefficient’, ‘Spread Coefficient’, ‘Slope Coefficient’, ‘Road Gravity Coefficient’, με τιμές που μεταβάλλονται από το 1 έως το 100 (Λαγαριάς, 2013). Χαρακτηρίζεται από απλή λογική και δομή, γεγονός που το καθιστά ελκυστικό στην εφαρμογή αλλά και στην ερμηνεία, επιπλέον ο αλγόριθμος της αυτόματης βαθμονόμησης είναι αποτελεσματικός και το κατατάσσει ως πρωτοπόρο από τεχνολογική άποψη(Λαγαριάς, 2013). Υπάρχουν όμως και μειονεκτήματα που δε γίνεται να παραληφθούν. Αυτά προκύπτουν από την μη ενσωμάτωση πληθυσμιακών, οικονομικών και κοινωνικών δεδομένων, τον ελλιπή διαχωρισμό των διαφορετικών χρήσεων γης και το γεγονός ότι χρησιμοποιείται στην προσομοίωση μεγάλων ιστορικών περιόδων (Λαγαριάς, 2013). Ο κώδικας του μοντέλου αυτού διατίθεται στο διαδίκτυο και αυτός είναι ένας από τους λόγους που είναι το πιο διαδεδομένο μοντέλο, έχει όμως εφαρμοστεί και σε ένα μεγάλο αριθμό περιοχών. Στο τέλος κάθε κύκλου ανάπτυξης το μοντέλο επιτρέπει την αυτο-τροποποίηση των τιμών των συντελεστών ανάπτυξης για να εξασφαλίζεται ένας πιο ρεαλιστικός ρυθμός ανάπτυξης που λαμβάνει χώρα σε μία αστική περιοχή με την πάροδο του χρόνου. Εάν εμφανιστεί ραγδαία ανάπτυξη, η διασπορά, η γέννηση και οι συντελεστές εξάπλωσης πολλαπλασιάζονται επί ένα παράγοντα μεγαλύτερο της μονάδας εκφράζοντας μία boom development . Εάν παρατηρηθεί μικρή ή καθόλου ανάπτυξη, αυτοί οι τρεις συντελεστές πολλαπλασιάζονται με ένα συντελεστή μικρότερο της μονάδας , προσομοιώνοντας μια bust development. Αυτοί οι κανόνες αυτο-τροποποίησης εμποδίζουν το μοντέλο να παράγει μόνο εκθετική ή γραμμική ανάπτυξη. (Afonso et al. 2015).

_Μοντέλα Moland / Murbandy Το μοντέλο Moland δημιουργήθηκε από τον ερευνητικό φορέα JRC (Joint Research Center) και το Ινστιτούτο του Μάαστριχτ RIKS (Research Institute for Knowledge Systems) και είναι ένα ολοκληρωμένο δυναμικό μοντέλο αστικής και περιφερειακής ανάπτυξης (Λαγαριάς,2013). Το μοντέλο Moland αναπτύχθηκε στο πλαίσιο πρωτοβουλίας του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως απάντηση στην πρόκληση να δοθεί ένα μέσο αξιολόγησης των τάσεων αστικής και περιφερειακής ανάπτυξης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Για να καταγράψει τις διεργασίες που επηρεάζουν τη χωρική διαμόρφωση της περιοχής, το Moland αντιπροσωπεύει τις διαδικασίες που λειτουργούν σε τρία γεωγραφικά επίπεδα: το Παγκόσμιο 132


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 133


(ολόκληρη την περιοχή), τις Περιφερειακές (υποπεριφέρειες / κομητείες) και τις Τοπικές (κυψελοειδείς μονάδες) (Harutyun Shahumyan, Piotr Jankowski, 2010).(Εικ.44) Αποτελεί εξέλιξη του μοντέλου Murbandy, που με τη σειρά του αποτελεί επέκταση μίας πρώτης μορφής μοντέλου που παρουσιάσθηκε το 1993 από τους White & Engelen και έχει εφαρμοσθεί σε διάφορες αστικές περιοχές όπως την πόλη Cincinnati στο Οχάιο και σε περιφέρειες όπως το νησί της St. Lucia (Λαγαριάς,2013). Η βάση αυτής της οικογένειας μοντέλων είναι το υπολογιστικό περιβάλλον για τη μοντελοποίηση της αστικής εξάπλωσης με την ονομασία Geonamica που αποτελεί προϊόν της εταιρίας RIKS(Μαντέλας, 2011). Τα μοντέλα αυτά προσομοιώνουν τις μεταβολές των χρήσεων γης ενώ υιοθετούν την κατηγοριοποίηση Corine και για το λόγο αυτό χρησιμοποιούν ορθοκανονικό πλέγμα με κελιά 100μ. (Μαντέλας, 2011). Ακόμη, το μοντέλο αποτελείται από δύο βασικά στοιχεία: α) Ένα μοντέλο τύπου κυψελοειδών αυτόματων που υπολογίζει το δυναμικό μετασχηματισμό των χρήσεων γης ή την κάλυψη γης που εκφράζεται από τις καταστάσεις των κελιών. β)Ένα μακροσκοπικό μοντέλο που καθορίζει μη τοπικά και γενικά δυναμικά στοιχεία του πληθυσμού, της οικονομίας και του φυσικού περιβάλλοντος. Τα στοιχεία αυτά καθορίζονται εξωγενώς και αναφέρονται συνολικά στην περιοχή μελέτης και στο επίπεδο μεγάλων διοικητικών ζωνών(Λαγαριάς,2013). To μοντέλο υποστηρίζεται από μία βάση δεδομένων σε περιβάλλον GIS, όπου περιέχονται δεδομένα υψηλής ανάλυσης που χρησιμοποιούνται στον προσδιορισμό της αρχικής κατάστασης του μοντέλου. Ένα ιδιαίτερο και διαφορετικό χαρακτηριστικό των μοντέλων αυτών είναι ότι κάνουν χρήση ενός θεματικού επιπέδου με τον τίτλο “καταλληλότητα” που απεικονίζει τη μερική δυνατότητα κάθε κυψέλης να υποστηρίζει μία συγκεκριμένη χρήση γης (Μαντέλας, 2011). Το μοντέλο χρησιμοποιεί πέντε τύπους δεδομένων σε μορφή χαρτών: α) Υφιστάμενοι τύποι χρήσεων γης. β) Προσβασιμότητα της περιοχής στο κυκλοφοριακό δίκτυο. γ) Καταλληλότητα της περιοχής για διαφορετικές χρήσεις γης. δ) Το καθεστώς ζωνών χρήσεων γης. ε) Κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά (πληθυσμός, εισόδημα, απασχόληση) της περιοχής. Το μοντέλο χρησιμοποιεί μία διευρυμένη γειτονιά που χωρίζεται σε 30 ζώνες απόστασης και διακρίνει μεταξύ 24 καταστάσεων (χρήσεων) ως προς τις χωρικές μονάδες. Για κάθε χρήση δημιουργείται ένας πίνακας με καταλληλότητες, όπου καταγράφεται η επίδραση μίας παραμέτρου (π.χ. συντελεστών κλίσης εδάφους) σε διαφορετικούς τύπους χρήσεων γης. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα γίνεται ο υπολογισμός ενός διανύσματος πιθανοτήτων αλλαγής κατάστασης βασισμένο σε 134


Το μακροσκοπικό μοντέλο αποτελείται από το συνδυασμό ενός οικονομικού μοντέλου, ενός δημογραφικού μοντέλου, ενός μοντέλου χρήσεων γης και ενός κυκλοφοριακού μοντέλου. Το δημογραφικό μοντέλο ασχολείται με τις πληθυσμιακές μεταβολές και τη ζήτηση σε γη ανά τομέα, το οικονομικό με την απασχόληση ανά κλάδο σε κάθε τομέα, το κυκλοφοριακό με τις μετακινήσεις πληθυσμού και επιχειρήσεων μεταξύ περιοχών και το μοντέλο χρήσεων γης με τη συνολική απαιτούμενη αύξηση σε αστική γη ανά τομέα. Το μακροσκοπικό μοντέλο τροφοδοτεί με δεδομένα ως προς τις μεταβολές χρήσεων γης το μοντέλο κυψελοειδών αυτομάτων, το οποίο και τις κατανέμει στο χώρο με βάση τις παραμέτρους που λαμβάνει υπόψη(Λαγαριάς,2013). Το Moland έχει εφαρμοστεί σε αρκετές Ευρωπαϊκές πόλεις, μεταξύ των οποίων και το Ηράκλειο Κρήτης, ωστόσο δεν υπάρχουν δημοσιευμένα αποτελέσματα για το σύνολο των πόλεων(Μαντέλας, 2011). Στα θετικά στοιχεία του μοντέλου αυτού αναφέρουμε ότι πετυχαίνει να ενσωματώσει γενικότερα δεδομένα ως προς τους παράγοντες που επιδρούν στην αστική διάχυση και ότι με το συνδυασμό του μικροδυναμικού μοντέλου με ένα μακροσκοπικό μοντέλο, αντιμετωπίζει ικανοποιητικά τα διαφορετικά επίπεδα του φαινομένου. Στα μειονεκτήματα μπορεί να σημειωθεί ότι η ολοκληρωμένη εφαρμογή του απαιτεί μεγάλο όγκο δεδομένων, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν πλήρη αντιστοιχία μεταξύ διαφορετικών περιοχών μελέτης και ως εκ τούτου τα αποτελέσματα δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα. Παράλληλα, το γεγονός ότι δεν εστιάζει μόνο στις αστικές χρήσεις γης αλλά ταυτόχρονα σε 24 διαφορετικές κατηγορίες χρήσεων επιχειρώντας να μοντελοποιήσει και τις μεταβολές σε αγροτικές χρήσεις, δασικές χρήσεις, περιοχές βλάστησης κ.α. αυξάνει αναπόφευκτα τη συνθετότητά του(Λαγαριάς,2013).

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

παράγοντες καταλληλότητας, προσβασιμότητας, ζωνών χρήσεων γης και αλληλεπιδράσεων γειτονικών χρήσεων (Λαγαριάς,2013).

135


_Agent-based Μοντέλα: Μοντέλο του Torrens, Μοντέλο Obeus Αφού τα συστήματα πρακτόρων άρχισαν να βρίσκουν εφαρμογές για τη μοντελοποίηση της δυναμικής του πληθυσμού, η ιδέα του συνδυασμού των CA και των πρακτόρων άρχισε να γίνεται πιο ώριμη στα πλαίσια της επιστημονικής κοινότητας. Οι δύο αυτές τεχνικές είναι πολύ κοντά μεταξύ τους σε επίπεδο σύλληψης και θεωρείται ότι πρακτικά διαφέρουν μόνο σε ένα σημείο, στο ότι οι πράκτορες μπορούν να μετακινηθούν στο χώρο ενώ τα CA όχι. Σύμφωνα με τους Heppenstall A. et al(2012), οι πράκτορες (agents) δεν έχουν συγκεκριμένο ορισμό, έχουν όμως συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, για την ακρίβεια, τους χαρακτηρίζει η αυτονομία, η ανομοιογένεια και η ενεργητικότητα. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να έχουν στόχους να πετύχουν, να αντιδρούν σε εξωτερικούς παράγοντες, να τους διακατέχει μία οριοθετημένη ορθολογικότητα, μπορούν επίσης να είναι διαδραστικοί, να κινούνται και να συλλέγουν πληροφορίες.

_Μοντέλο του Torrens Το μοντέλο αυτό, παρουσιάστηκε από τον Torrens και εφαρμόστηκε στην περιοχή γύρω από το Μίσιγκαν και συγκεκριμένα στην περιοχή του Midwestern (Torrens, 2006). Το μοντέλο θεωρεί ένα σύστημα κυψελοειδών αυτομάτων που συνιστά ένα ‘περιβάλλον’ στο οποίο επιδρούν συγκεκριμένα δρώντα υποκείμενα (agents) τα οποία έχουν προγραμματιστεί να εκτελούν ορισμένες λειτουργίες αλληλεπιδρώντας με το περιβάλλον(Λαγαριάς, 2013).Το μοντέλο περιλαμβάνει εξωγενώς και ενδογενώς θεωρούμενη ανάπτυξη, η οποία διανέμεται σε ένα προσομοιωμένο τοπίο χρησιμοποιώντας μηχανισμούς σχεδιασμένους να αντιπροσωπεύουν τους γεωγραφικούς οδηγούς της εξάπλωσης: τη γεωγραφική αδράνεια, τη διάχυση και τους κινητούς “πράκτορες της αλλαγής” (agents of change). Τα στοιχεία αυτά είναι τα νοικοκυριά (households), οι εργοδότες (employers), οι προγραμματιστές (developers), οι σχεδιαστές και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής (planners and policymakers).Η μεθοδολογία βασίζεται σε ένα αυτοματοποιημένο σύστημα πυρήνα, που έχει επεκταθεί σε γεωγραφικά αυτόματα (Geographic Automata, GA). Το σχήμα μοντελοποίησης απεικονίζεται στην Εικ.45(Torrens, 2006). 136


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 137


Η διαδικασία με την οποία γίνεται η μοντελοποίηση έχει ως εξής. Αρχικά κινητοποιούνται οι “πράκτορες αλλαγής”, αυτό σημαίνει ότι, τα γεωγραφικά αυτόματα, παίρνουν τη θέση τους και κινούνται κάτω από διάφορα καθεστώτα κίνησης σχεδιασμένα να μιμούνται την ανάπτυξη και τα πρότυπα διευθέτησης που έχουν επισημανθεί ως σημαντικά για το σχηματισμό της διάχυσης. Ένας όγκος γεωγραφικών αυτομάτων ενεργοποιούνται και ελευθερώνονται στην άμεση γειτονιά. Η κίνηση τους μπορεί να είναι άμεση (Immediate movement), κοντινή (Nearby movement), ακανόνιστη (Irregular movement), με μεγάλα άλματα (Leapfrog movement), σαν οδική (Roadlike movement). (Torrens, 2006) Ως κριτική μπορεί να αναφερθεί ότι μοντέλο είναι αμιγώς χωρικό με έμμεση μόνο χρήση δεδομένων πληθυσμού κ.α., ενώ απουσιάζει πλήρως μία καταγραφή δεδομένων για περιοχές προστασίας, ειδικές ζώνες κλπ. Πρόκειται επομένως περισσότερο για ένα πειραματικό μοντέλο, που η αξία του έγκειται στο να παρουσιάσει κάποια μεθοδολογικά στοιχεία για το πώς μπορεί να λειτουργήσει ένα συνδυαστικό μοντέλο κυψελοειδών αυτόματων και agentsbased models (Λαγαριάς, 2013).

_Μοντέλο Obeus Το μοντέλο αυτό πρωτοπαρουσιάστηκε το 2001. Έχει τη δυνατότητα να προβλέπει ένα αντικειμενοστραφές περιβάλλον, αλλά ήταν και το πρώτο που παρουσίασε την ιδέα να συνδυαστούν μοντέλα κυψελοειδών αυτομάτων και συστήματα πρακτόρων (agent based models) σε μοντέλα αστικής εξάπλωσης. Το Obeus, αποτελεί ένα ολοκληρωμένο θεωρητικό και υπολογιστικό πλαίσιο σύνδεσης των δύο αυτών τεχνικών (Μαντέλας, 2011). Οι στόχοι ανάπτυξης του Obeus είναι οι εξής: ▪ Η ταυτόχρονη επεξεργασία ακίνητων και κινητών αστικών αντικειμένων ▪ Η συνεκτίμηση των χωρικών σχέσεων μεταξύ αστικών αντικειμένων όλων των τύπων ▪ Η παροχή εργαλείων για την αναπαράσταση και τη μοντελοποίηση των α)Δημιουργία/ Καταστροφή των αντικειμένων υποδομής β) Εξαφάνιση και προσαρμογή κοινωνικών αντικειμένων γ) Εμφάνιση/Εξαφάνιση χωρικών αντικειμένων των υψηλότερων επιπέδων αστικής ιεραρχίας. (Itzhak Benenson, Shai Aronovich, Saar Noam,2015)(Εικ.46) 138


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 139


5.3.2_Ασαφή Αστικά Κυψελοειδή Αυτόματα Τα ασαφή μοντέλα σύμφωνα με τον Μαντέλα(2011), είναι ικανά να προσομοιώσουν ποιοτικές αλλά και ποσοτικές αναλυτικές διαδικασίες. Μπορούν δηλαδή να προσεγγίσουν τις ανθρωπογενείς παραμέτρους της αστικής διάχυσης και να παρέχουν σχετικά υψηλή ακρίβεια, όχι όμως όσο τα αριθμητικά CA. Η θεωρία των ασαφών συνόλων αναπτύχθηκε για να διαχειριστεί προβλήματα που δεν έχουν απόλυτα όρια και καταστάσεις. Η ασαφής λογική, χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις ασαφείς σχέσεις σε ένα ασαφές σύστημα. Οι εφαρμογές με βάση αυτή την θεωρία, βρίσκουν εφαρμογή σε πολλά πεδία της γεωγραφίας (Ρετσιλίδου,2012).

_Μοντέλο του Wu Το μοντέλο αυτό, κατηγοριοποιείται στα ασαφή αστικά κυψελοειδή αυτόματα και πρόκειται για το πρώτο μοντέλο αστικών κυψελοειδών αυτομάτων. Όπως αναφέρει ο Μαντέλας (2011), το προκείμενο μοντέλο έχει ως επίκεντρο την προσομοίωση της αστικής εξάπλωσης και τη μετατροπή κάθε κυψέλης από αγροτική σε αστική, όμως περιορίζεται στην επέκταση τν αστικών συνόρων. Η είσοδος και η έξοδος περιγράφονται με δυαδικά σύνολα αλλά η συνάρτηση μετάβασης τους ελέγχεται εξολοκλήρου από ένα ασαφές σύστημα. Αυτό εκφράζει τη γνώση με λεκτικούς κανόνες και υποστηρίζει τη χρήση λεκτικών προσδιορισμών ενώ εφαρμόζει στοιχειώδη λογισμό ασαφών κανόνων. Ειδικότερα, τα κριτήρια που θεωρούνται πηγές της αστικοποίησης συνδέονται μεταξύ τους με τελεστή μεγίστου ενώ τα κριτήρια που θεωρούνται περιορισμοί με τελεστή ελαχίστου, η αποσαφήνιση εκτελείται μέσω του τελεστή μεγίστου. Το μοντέλο Wu χρησιμοποιεί γειτονιές Moore με ακτίνα δύο, ενώ ο χρόνος μετριέται με βάση τα επαναληπτικά βήματα του αλγορίθμου χωρίς να συνδέεται με τον πραγματικό χρόνο (Μαντέλας, 2011). Το μοντέλο αυτό εφαρμόστηκε στην πόλη Γουαντζού (Guangzhou)στη νότιο Κίνα χωρίς όμως να βαθμονομηθεί. Ακόμη, δεν έγινε κάποια μέτρηση των αποτελεσμάτων για την ακρίβεια ή το σφάλμα. Όμως, με οπτική σύγκριση, τα αποτελέσματα του μοντέλου αυτού με τα πραγματικά δεδομένα δείχνει ότι το μοντέλο δουλεύει τουλάχιστον ικανοποιητικά(Μαντέλας, 2011). Ωστόσο, καθώς το μοντέλο έχει ρυθμιστεί σε τοπική κλίμακα, δηλαδή, στην κλίμακα 140


_Μοντέλο των Liu & Phinn Το μοντέλο αυτό έχει αρκετές ομοιότητες αλλά και αρκετές διαφορές με το μοντέλο που αναφέρθηκε πριν, το μοντέλο του Wu. Πρόκειται επίσης για ένα ασαφές μοντέλο, οι μεταβλητές εισόδου και εξόδου του δηλαδή είναι ασαφείς που περιγράφονται από πολλαπλά ασαφή σύνολα. Σε αυτό το μοντέλο επίσης, χρησιμοποιείται ο πληθυσμός μίας κυψέλης για να οριστεί η τάση προς αστικοποίηση αλλά και για την αρχικοποίηση του συστήματος. Κάθε κανόνας χρησιμοποιεί όλες τις μεταβλητές εισόδου στην υπόθεση του ενώ ως συμπέρασμα εκφράζει διαφορετικές ταχύτητες ανάπτυξης που εκφράζονται ως ασαφή σύμβολα (Μαντέλας, 2011).

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

των κελιών και της γειτονιάς τους, δεν λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο των παραγόντων μακροκλίμακας, όπως οι χρήσεις γης και η διαθεσιμότητα του εδάφους για αστική ανάπτυξη(Ρετσιλίδου, 2012). Το μοντέλο αυτό, ανεξαρτήτως των τεχνικών του χαρακτηριστικών, ενισχύει δύο σημαντικά επιθυμητά χαρακτηριστικά, τη διατήρηση απλών κανόνων που ωστόσο αντικατοπτρίζουν και μιμούνται πολύπλοκες διαδικασίες λήψης αποφάσεων και την κατανόηση των διαδικασιών που επιφέρουν τις μεταβολές των χρήσεων γης (Μαντέλας, 2011).

Έτσι, με βάση τα παραπάνω, φαίνεται να εστιάζει περισσότερο στην εντατικοποίηση της αστικής κάλυψης παρά στην αστική εξάπλωση. Χρησιμοποιεί κυκλικές γειτονιές ακτίνας 1,2,3 κυψελών ενώ ο χρόνος μετριέται με εσωτερικά επαναληπτικά βήματα. Η πρώτη ολοκληρωμένη εφαρμογή του μοντέλου, έγινε στο Σύδνεϋ σε μία περιοχή που αναλύθηκε σε 66.000 κυψέλες με ακμή 250μ. Το μοντέλο σήμερα αναγνωρίζει τρεις κατηγορίες χρήσεων γης μη- αστική , μερικώς αστική και αστική ενώ τα CA αλληλεπιδρούν σε γειτονιές ακτίνας 1 και εκφράζουν λογιστικά πρότυπα ανάπτυξης που παραπέμπουν σε ασαφή συστήματα Sugeno. Τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για την εφαρμογή του μοντέλου, ήταν οι κλίσεις, το οδικό δίκτυο, η ελκυστικότητα του εδάφους, η ακτή και το σχέδιο πόλης. Η χρονική περίοδος για την οποία έλαβε χώρα το μοντέλο ήταν 1971-1996 κατά την οποία η αστική κάλυψη μεταβλήθηκε κατά το 28% ενώ η βαθμονόμηση εκτελέστηκε εμπειρικά. Μετέπειτα, το μοντέλο εφαρμόστηκε σε διαφορετική περιοχή του Σύδνεϋ για την περίοδο 1976-2006 κατά την οποία η αύξηση της αστικής κάλυψης ήταν της τάξης του 30% (Μαντέλας, 2011). 141


5.3.4_Σύνθετα Μοντέλα _Μοντέλο του Caruso Αυτό το μοντέλο εστιάζει σε διαφορετικά σύνολα από τα προηγούμενα μοντέλα. Επικεντρώνεται στη διαδικασία χωροθέτησης των οικιστικών και των αγροτικών χρήσεων εντός μίας προαστιακής ή περιαστικής ζώνης μίας υποθετικής μονοκεντρικής πόλης. Οι μονάδες δηλαδή που αφορούν το μοντέλο αυτό, είναι ουσιαστικά τα νοικοκυριά που επιχειρούν να μεγιστοποιήσουν τη χρησιμότητα τους και να καταναλώνουν ένα χωρικό αγαθό κατοικίας και εξωτερικότητες. Στις σχέσεις εισέρχονται και οι περιβαλλοντικές εξωτερικότητες (Environmental Externalities), που δείχνουν την προτίμηση για γειτνίαση με την ύπαιθρο και τη χαμηλή οικιστική πυκνότητα, επίσης εισέρχονται και οι κοινωνικές εξωτερικότητες (Social Externalities) που εκφράζουν την προτίμηση για γειτνίαση με κοινωνικές υπηρεσίες, σχολεία, μέσα μαζικής μεταφοράς και δίκτυα υποδομών. Οι κανόνες που καθορίζουν τη μεταβολή κατάστασης των χωρικών μονάδων του μοντέλου, εκφράζουν την υπόθεση ότι η μεταβολή γίνεται αποκλειστικά από αγροτική σε οικιστική χρήση και συντελείται στη χωρική μονάδα που παρουσιάζει το μεγαλύτερο επίπεδο χρησιμότητας από τις μονάδες του υπόλοιπου συστήματος. Το μοντέλο μπορεί να λάβει και ορισμένες επεκτάσεις, εξετάζοντας τη διαφοροποίηση στην οικονομική δυνατότητα των νοικοκυριών και επίσης τη διαφοροποίηση του μεγέθους της κατοικίας, ενώ έχει εφαρμοσθεί σε μελέτη περίπτωσης στην περιοχή των Βρυξελλών(Λαγαριάς,2013). Το μοντέλο περιορίζεται σε αρκετά θεωρητικό επίπεδο, καθώς οι βασικές το υποθέσεις για τις διαδικασίες επιλογής της θέσης κατοικίας από τα νοικοκυριά στην περιαστική ζώνη βασίζονται σε σημαντικές απλουστεύσεις, όπως για παράδειγμα στη θεώρηση μίας μονοκεντρικής αστικής λειτουργίας και ενός ομογενούς περαστικού χώρου, όπου η τοπική πυκνότητα είναι η μόνη που καθορίζει το επίπεδο των επιθυμητών παροχών. Ως βασικό συμπέρασμα, προκύπτει ότι διαφορετικοί χωρικοί σχηματισμοί διαμορφώνονται ανάλογα με τη σχετική βαρύτητα που δίνουν οι κάτοικοι στις περιβαλλοντικές και κοινωνικές εξωτερικότητες και ότι μία συμπαγής ή μια ασυνεχής περιοχής αναδύεται από αυτήν ακριβώς την παραμετρική σχέση (Λαγαριάς,2013).

142


Το μοντέλο Markov είναι μία θεωρία που βασίζεται στη διαδικασία σχηματισμού τυχαίων συστημάτων διεργασιών Markov για την πρόβλεψη και τη θεωρία βέλτιστου ελέγχου. Η αλυσιδωτή μέθοδος που χρησιμοποιεί το Markov αναλύει ένα ζεύγος εικόνων αστικής κάλυψης και εξάγει ένα πίνακα πιθανοτήτων μετάβασης, ένα πίνακα περιοχής μετάβασης και ένα σύνολο εικόνων πιθανότητας υπό όρους. Ο πίνακας πιθανοτήτων μετάβασης δείχνει την πιθανότητα μία χρήση γης να αλλάξει σε μία άλλη. Ο πίνακας της περιοχής μετάβασης αναφέρει τον αριθμό των εικονοστοιχείων που αναμένεται να αλλάξουν από μία κατηγορία στις άλλες κατά την καθορισμένη περίοδο. Οι υπό όρους εικόνες πιθανότητας απεικονίζουν την πιθανότητα να βρεθεί κάθε τύπος κάλυψης γης μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η ανάλυση της αλυσίδας Markov χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των πιθανοτήτων μετάβασης με βάση τους χάρτες χρήσης / κάλυψης γης που προέρχονται από Landsat για το 1984 και το 2011. (P. Jalerajabi and R. Ahmadian,2013) Η εφαρμογή του μοντέλου Markov στη μοντελοποίηση των χρήσεων γης οφείλεται στην ικανότητα που έχει το μοντέλο όχι μόνο να ποσοτικοποιεί διαφορετικές φάσεις των διαφορετικών χρήσεων γης, αλλά και να ποσοτικοποιεί το ποσοστό μετάβασης μεταξύ των διαφορετικών χρήσεων γης(A. Azizi, B. Malakmohamadi, H.R. Jafari,2016).

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

_Μοντέλο CA-Markov

Το μοντέλο αυτό συνδυασμένο με τη λογική των CA προσφέρει άλλες δυνατότητες. Το Markov από μόνο του δεν είναι δυνατό να προβλέψει το χωρικό μοτίβο των αλλαγών των χρήσεων γης, ενώ σε συνδυασμό με τα CA αυτό γίνεται εφικτό. Το μοντέλο CA-Markov μπορεί να επιτύχει καλύτερη προσομοίωση για χωρικά και χρονικά μοτίβα των αλλαγών χρήσεων γης. (P. Jalerajabi & R. Ahmadian,2013)Το CA-Markov είναι ένα από τα πιο δημοφιλή μοντέλα που χρησιμοποιούνται από τους υπευθύνους για τη λήψη αποφάσεων αλλά και από ερευνητές, χάρη στον εύκολο συνδυασμό του με το GIS όσο και με τα δεδομένα τηλεπισκόπησης, λόγω των ποσοτικών και οπτικοποιημένων αποτελεσμάτων τους. Παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα ποσοστά και τα πρότυπα αλλαγών και βοηθούν στην αναγνώριση των επιπτώσεων των αλλαγών ( Fatih Sivrikaya, Cağatay Çankaya, Nuri Bozali, & Arif Okumuş,2015). Το μοντέλο CA-Markov είναι μία ενδιαφέρουσα προσέγγιση για τη μοντελοποίηση των αλλαγών στο χώρο και το χρόνο για διάφορους λόγους: α)Ελέγχει τη δυναμική του χρόνου μεταξύ διαφόρων χρήσεων γης μέσω της πιθανότητας μετάβασης β)Η δυναμική του χώρου ελέγχεται μέσω των τοπικών αρχών χρησιμοποιώντας τον μηχανισμό των CA και ανάλογα την κατάσταση της εγγύτητας και την πιθανότητα μετάβασης 143


σε κάθε χρήση γης γ) Η ικανότητα σύνδεσης με γεωγραφικά συστήματα πληροφοριών και τεχνικές τηλεανίχνευσης (A. Azizi, B. Malakmohamadi, H.R. Jafari,2016).

_Μοντέλο Metronamica To μοντέλο Metronamica, στοχεύει να χρησιμοποιηθεί για τη μοντελοποίηση σεναρίων και τη χάραξη πολιτικής σχεδίασης. Τα στοιχεία εισόδου που απαιτεί το μοντέλο αυτό είναι ένας χάρτης καταλληλότητας, ένας χάρτης με τις χρήσεις γης και το οδικό δίκτυο. Ιδανικά, χρειάζονται τρεις χάρτες με τις χρήσεις γης, ένας από το έτος αφετηρίας, ένας για τη βαθμονόμηση και ένας για την επικύρωση. Το Metronamica δέχεται τρεις διαφορετικές χρήσεις γης, τη λειτουργική (function), την κενή (vacant) και τη χαρακτηριστική (feature). Οι δύο πρώτες μπορούν να αλλάξουν χρήσεις. Μία λειτουργική περιοχή μπορεί να σημαίνει ότι είναι αστικοποιημένη, ενώ μία κενή μπορεί να είναι ένα δάσος, οι περιοχές ωστόσο που κατηγοριοποιούνται ως χαρακτηριστικές είναι χρήσεις που δεν αλλάζουν ή δεν αλλάζουν εύκολα, όπως μία λίμνη ή ένα αεροδρόμιο. Οι οποίες παράλληλα επηρεάζουν περισσότερο τις δύο πρώτες κατηγορίες. (Lahti, 2008) Ακόμη, σύμφωνα με τον Lahti (2008), η επίδραση της γειτονιάς ορίζεται από καμπύλες (“splines”) που είναι αποτέλεσμα ενός συνόλου δυνάμεων ώθησης ή έλξης. Οι καμπύλες αυτές, μπορούν επίσης να οριστούν σε μηδενική απόσταση (τοπικά) που αναφέρεται ως “inertia” και θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει το κόστος αλλαγής των χρήσεων γης. Για παράδειγμα, αν και ένα κελί με κύρια χρήση γης την κατοίκηση, είναι καταλληλότερο για εμπορική χρήση, οι κάτοικοι της περιοχής δε δέχονται να πουλήσουν τα σπίτια τους.

144


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 145


146


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 147


6_Εφαρμογές

148


Αφού μελετήθηκαν και παρουσιάστηκαν κάποια είδη μοντέλων που έχουν ως βάση τα κυψελοειδή αυτόματα, επιτακτική είναι η ανάγκη για περεταίρω έρευνα σε πιο συγκεκριμένα παραδείγματα. Με αυτόν τον τρόπο θα γίνει περισσότερο κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο τα μοντέλα αυτά λειτουργούν, αλλά θα είμαστε και σε θέση να συγκρίνουμε τα διαφορετικά αποτελέσματα των μοντέλων. Επιλέχθηκαν παραδείγματα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον ως περιοχές και έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά.

6.1_Η περίπτωση της περιοχής Península de Setúbal,

Πορτογαλία, Μοντέλο Sleuth

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

6_ Εφαρμογές

Αρχικά θα μελετηθεί η εφαρμογή του μοντέλου Sleuth στην περιοχή Península de Setúbal(Εικ.49), που πραγματοποιήθηκε από τους Afonso Marta, Arsénio Pedro και Rodrigues João (2015) με σκοπό την προσομοίωση της περιοχής το 2030. Η περιοχή αυτή βρίσκεται στην Πορτογαλία, στη δυτική ακτή της Ιβηρικής Χερσονήσου και καλύπτει μία περιοχή 1432.7 τχμλ. Το βόρειο όριο της αποτελεί ο ποταμός Τάγος, ενώ το δυτικό της όριο είναι ο Ατλαντικός ωκεανός. Μεγάλος αριθμός οικισμών υπάρχει στην περιοχή του ποταμού Τάγου, κυρίως λόγω της εγγύτητας προς τη Λισαβόνα, αλλά και των πόλεων Almada, Alcochete, Barreiro, Benavente, Moita, Montijo, Palmela και Seixal. Ένα μεγάλο μέρος της περιοχής Península de Setúbal έχει τεθεί υπό προστασία, λόγω του πλούτου και της ποικιλομορφίας της υπάρχουσας φυσικής κληρονομιάς. Οι προστατευόμενες περιοχές είναι το φυσικό πάρκο Arrábida, το προστατευόμενο τοπίο του απολιθωμένου λόφου Costa de Caparica και το Sado Estuary, στα οποία η αστική ανάπτυξη είναι πλήρως περιορισμένη. Αυτή η περιοχή επιλέχθηκε κυρίως λόγο των πολλαπλών αλλαγών που έχουν συμβεί από τη μη σχεδιασμένη αστική διάχυση κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1970-1980, με μία ποικιλία επιπτώσεων στην κατάσταση διατήρησης των βιοφυσικών συστημάτων , θέτοντας σε κίνδυνο τους υφιστάμενους

149


150


_Δεδομένα που εισήχθησαν στο συγκεκριμένο παράδειγμα προς μελέτη για την παραγωγή πολλαπλών σεναρίων ανάπτυξης: Όλα τα δεδομένα εισόδου δημιουργήθηκαν, επεξεργάστηκαν και ταξινομήθηκαν σε περιβάλλον ΑrcGIS , οι κλίσεις αντλήθηκαν από το ASTER (Advanced Spaceborn ThermalEmissionandReflectionRadiometer) GDEM (GlobalDigitalElevationMap)με ανάλυση 30 μ. (NASA Land Processes Distributed Active Archive Center, 2001)ενώ το Hillshadeπροέκυψε από το GDEM με βάση τις κλίσεις. Οι χάρτες με τις προϋπάρχουσες αστικές καλύψεις ήταν από τα έτη 1942(Πορτογαλικός στρατιωτικός χάρτης), 1963(Γεωργικός και Δασικός χάρτης), 1990(Χωροταξικός χάρτης της ηπειρωτικής Πορτογαλίας) και 2007(Χωροταξικός χάρτης της ηπειρωτικής Πορτογαλίας), ενώ οιχάρτες δικτύου μεταφορών για δύο χρονικές περιόδους δημιουργήθηκαν χρησιμοποιώντας τοΤον Πορτογαλικό Χάρτη Γεωργίας και Δασών του 1963 και τον ψηφιακό του 2007. Το layer που απαιτεί να αποκλειστούν περιοχές περιελάμβανε τις υδάτινες, τις προστατευόμενες περιοχές και τις μη ανεπτυγμένες χερσαίες εκτάσεις. Τρία διαφορετικά layer εξαιρούμενων περιοχών προετοιμάστηκαν με βάση την πρόταση του National Ecological Network όπως αναπτύχθηκε από το CEAP (Centro de Estudos de Arquitectura Paisagista “Prof. Caldeira Cabral,” 2013): Τρέχουσες τάσεις(CT, Current Trends),Μέτρια Οικολογική Προστασία(MEP, Moderate Ecological Protection) και Μέγιστη Οικολογική Προστασία (EEP, Extreme Ecological Protection).

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

φυσικούς πόρους, ειδικά αυτούς που συνδέονται με τις εκβολές και τους παραπόταμους. Εκτός όμως από αυτό, προσωπική μου άποψη είναι ότι η μελέτη της περιοχής έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αφού λόγω του ποταμού και του ωκεανού θέτονται φυσικά όρια που εμποδίζουν την ανάπτυξη των οικισμών προς αυτές τις κατευθύνσεις.

Για την αποτελεσματική πρόβλεψη της αστικής διάχυσης χρησιμοποιήθηκαν οι συντελεστές ανάπτυξης που καθορίστηκαν κατά τη βαθμονόμηση. Δύο σενάρια προσομοιώθηκαν για το 2030,με βάση τις Τρέχουσες Τάσεις και τη Μέγιστη Οικολογική Προστασία. Οι προσομοιώσεις είναι αποτέλεσμα των 100 επαναλήψεων Monte Carlo, οι οποίες δημιουργούν ένα ετήσιο χάρτη πιθανοτήτων που εμφανίζει την πιθανότητα του ποιά τμήματα μπορεί να αστικοποιηθούν καθώς και ένα αρχείο ετησίων μετρήσεων ανάπτυξης. _Αποτελέσματα: Προϋπάρχουσες τάσεις αστικής ανάπτυξης: Το 1942, το χωρικό μοτίβο ανάπτυξης χαρακτηριζόταν από ευρέως διασκορπισμένες αστικές περιοχές χαμηλής πυκνότητας. Οι πιο πυκνές αστικές περιοχές 151


σημειώθηκαν κυρίως στις ζώνες γύρω από τον ποταμό Τάγο, από τις οποίες οι Almada, Barreiro, Seixal και το νότιο τμήμα της Setúba αξίζει να αναφερθούν. Από το 1963 έως το 2007 αυτές οι περιοχές ήταν έντονα ενοποιημένες, έχοντας αυξήσει την περιοχή και την έκταση τους. Η αστική ανάπτυξη χαρακτηρίζεται από μη ελεγχόμενη διάχυση γύρω από τα υπάρχοντα αστικά κέντρα και τα δίκτυα μεταφοράς. (Εικ.50,51,52) _Τρέχουσες Τάσεις: Πρόβλεψη: Από τo σενάριο βάσει των τρεχουσών τάσεων προέκυψε μία πρόβλεψη για αύξηση της αστικής περιοχής της περίπου 603 τχλμ ξεχωρίζοντας σημαντικά από τα άλλα σενάρια. Το 2007οι αστικές περιοχές καταλάμβαναν το 18% της περιοχής μελέτης, ενώ σύμφωνα με το σενάριο αυτό θα καταλάβουν το 45% της. Χαρακτηρίζεται από τον μικρότερο αριθμό αστικών θραυσμάτων και η μέση έκταση κάθε θραύσματος είναι η υψηλότερη. Σε αυτό το σενάριο, τα θραύσματα αυτά είναι εκτεταμένα και έχουν τη μεγαλύτερη έκταση. Η ανάπτυξη συμβαίνει γύρω από τα υφιστάμενα αστικά κέντρα και το δίκτυο μεταφορών. Αυτό το σενάριο οδηγεί σε σημαντική κατανάλωση γης σε ολόκληρη την έκταση της περιοχής μελέτης με ταυτόχρονη απώλεια φυσικών πόρων. _Μέγιστη Οικολογική Προστασία: Πρόβλεψη: Αυτό το σενάριο προέβλεψε μια μικρότερη αστική ανάπτυξη της τάξης των 412 τχλμ, που καταλαμβάνουν το 31% της περιοχής μελέτης. Είναι το σενάριο που έχει περισσότερα θραύσματα με τη χαμηλότερη μέση επιφάνεια. Οι αστικές περιοχές είναι πιο συγκεντρωμένες και έχουν μικρότερη έκταση σε σύγκριση με το προηγούμενο σενάριο. Η ανάπτυξη εκτός των πόλεων είναι πολύ περιορισμένη έτσι η εξέλιξη οφείλεται κατά κύριο λόγο στην κάλυψη των αστικών περιοχών. _Μέτρια Οικολογική Προστασία: Πρόβλεψη: Παρουσιάζει μία αστική περιοχή περίπου 441 τχλμ καταλαμβάνοντας έτσι το 33% της περιοχής μελέτης. Ο αριθμός θραυσμάτων και η ανάπτυξη της ενδιάμεσης περιοχής έχουν παρόμοια αποτελέσματα με το σενάριο Μέγιστης Οικολογικής Προστασίας. Οι αστικοποιημένες περιοχές είναι πιο κοντά η μία στην άλλη, είναι λιγότερο απομονωμένες και έχουν μικρότερη έκταση σε σχέση με το πρώτο σενάριο. Βέβαια στο σενάριο αυτό τα θραύσματα που προκύπτουν είναι τα περισσότερο διασκορπισμένα. _Συμπεράσματα: Η εφαρμογή του Sleuthστην περιοχή της Península de Setúbal, έδειξε ότι παρά τους περιορισμούς του μοντέλου, όπως η έλλειψη εισόδου των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων, το μοντέλο μπορεί να είναι ένα πολύ χρήσιμο συμπληρωματικό εργαλείο για τον περιφερειακό 152


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 153


154


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 155


σχεδιασμό. Αυτό προκύπτει εξαιτίας της δυνατότητας του να παράγει εναλλακτικά σενάρια για περιβαλλοντική και αστική διαχείριση, και ως εκ τούτου, να προάγει μία πιο πληροφορημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων μεταξύ των ενδιαφερόμενων. Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί ότι είναι μία θεωρητική προσέγγιση και το μοντέλο δε θα πρέπει να είναι ο καθοριστικός παράγοντας για τη λήψη αποφάσεων, αφού παρά το ότι οι προβλέψεις είναι αρκετά ακριβείς, δεν αντικατοπτρίζουν όλα τα σύνθετα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα για την ανάπτυξη μιας πόλης τα οποία μπορεί να είναι σημαντικά για το σχεδιασμό.

6.2_Η

περίπτωση της περιοχής Ardabil, Ιράν, Μοντέλο CA-Markov

Η πεδιάδα Ardabil, βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του Ιράν, στο ανατολικό τμήμα του οροπεδίου του Αζερμπαϊτζάν και στο κέντρο της επαρχίας Ardabil(Εικ.53), μεταξύ των 38000’- 38030 ‘Ν και 48000’- 48040’ Ε. Κι επιλέχθηκε από τούς A. Azizi, B. Malakmohamadi, H.R. Jafari (2016) προς μελέτη. Η περιοχή έχει υψόμετρο περίπου 1400μ και 564.365 κατοίκους, είναι το κύριο κέντρο κατοίκησης και εργασίας της ευρύτερης περιοχής και έχει σημαντική θέση στην οικονομία της γεωργίας του Ιράν. Έχει μέση ετήσια βροχόπτωση 300μμ, ενώ τα υπόγεια ύδατα αποτελούν την κύρια πηγή πόσιμου, γεωργικού και βιομηχανικού νερού, το 89% του πόσιμου νερού προσφέρετε από αυτά. Το επίπεδο των υπόγειων υδάτων μειώνεται 20-30cm ετησίως, το οποίο τοποθετεί την πεδιάδα στην πρώτη τάξη της υποβάθμισης των υπογείων υδάτων μεταξύ των πεδιάδων του Ιράν. Η γεωργία αναπτύχθηκε και λόγω αυτού περισσότερος πληθυσμός συρρέει στην περιοχή, έχοντας ως αποτέλεσμα την προαναφερόμενη μείωση. Η κατάσταση αυτή επικρατεί στην περιοχή από το 1980 και η συνέχιση της πιθανώς θα είναι κρίσιμη. Η αλλαγή των χρήσεων γης ήταν μοιραία για την επιβίωση στην περιοχή. Για τους λόγους αυτούς η περιοχή αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα εφαρμογής ενός μοντέλου προσομοίωσης αποδεικνύοντας παράλληλα τη χρησιμότητα που μπορεί να έχουν τα μοντέλα. 156


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 157


_Δεδομένα που εισήχθησαν στο συγκεκριμένο παράδειγμα προς μελέτη για την παραγωγή πολλαπλών σεναρίων ανάπτυξης: Κριτήρια όπως η προσβασιμότητα, η απουσία σύννεφων, η ανάλυση έχουν ληφθεί υπόψη κατά την επιλογή των εικόνων από το δορυφόρο Landsat σε χρονικό διάστημα 25 ετών. Εξετάστηκε ο χάρτης χρήσεων γης του 1989, όταν τα δύο τρίτα της πεδιάδας ήταν δηλωμένα ως περιορισμένης πρόσβασης περιοχή. Αυτό ήταν το αρχικό σημείο των αλλαγών των χρήσεων γης στην εξεταζόμενη περιοχή. Επίσης προκειμένου να μελετηθεί η δυναμική των αλλαγών των χρήσεων γης, τέθηκε υπό μελέτη η κατάσταση των χρήσεων γης μεταξύ των περιόδων δήλωσης του απλού περιορισμού, ώστε να κατανοηθεί περισσότερο η διαδικασία των αλλαγών. Οι χάρτες εικονογραφούν την κατανομή των χρήσεων/καλύψεων γης στην πεδιάδα κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος των τελευταίων 25 ετών. Δηλαδή, υπό μελέτη τέθηκε ο χάρτης του 1989 όπως προαναφέρθηκε, έπειτα, χάρτης σχεδόν δέκα χρόνια μετά, του 1998 για να εξετασθούν οι επιπτώσεις που είχαν οι αλλαγές των χρήσεων γης εξαιτίας της τότε διαχείρισης της περιορισμένης πρόσβασης περιοχής, χάρτης χρήσεων του 2009 όπου όλη η πεδιάδα ήταν υπό περιορισμό και τέλος χάρτης της τελευταίας κατάστασης, δηλαδή του 2014. Πέντε κατηγορίες χρήσεων γης εξήχθησαν από τις εικόνες υπό μελέτη: δάση, ανθρωπογενές περιβάλλον( π.χ. αστική, βιομηχανική περιοχή), γεωργικές εκτάσεις, άγονες εκτάσεις(συμπεριλαμβανομένων των βοσκότοπων και των ξηρών εκτάσεων) και τα υδάτινα στοιχεία. Στον πίνακα παρουσιάζονται τα αναλυτικά στοιχεία και παρατηρείται μία αύξηση της δομημένης περιοχής από το 1989 έως ο 2009 και συγκεκριμένα από 2.52% σε 5.69%. Η αύξηση αυτή συνεχίστηκε, φτάνοντας το 7.62% έως το 2014. Επιπλέον σε ότι αφορά τις αγροτικές περιοχές, από το 1989 έως το 2014 είχαν αύξηση της τάξεως του 4,35%. Ενώ σε αντίθεση με τα παραπάνω, οι άγονες εκτάσεις μειώθηκαν από 47,83% το 1989 σε 40,47% το 2009 και 33,05% το 2014. Επιπλέον, κρισιμότερο όλων για την περιοχή είναι η τελική μείωση των υδάτινων σωμάτων, αφού από 245,61 εκτάρια το 1989 μειώθηκε σε 241,69 το 2014 με μία ενδιάμεση αύξηση το 2009 στα 295,81.(Εικ.54,55) _Αποτελέσματα: Χρησιμοποιώντας ως σενάριο ότι οι συνθήκες και η διαχείριση που επικρατούν σήμερα θα συνεχίσουν να υπάρχουν, προσομοιώνεται η κατάσταση σε ένα χάρτη με χρήσεις γης για το 2030. Τα αποτελέσματα ανάλυσης των μελλοντικών χρήσεων γης, έδειξαν ότι κατά την περίοδο 2014 - 2030 το κτισμένο περιβάλλον θα αυξηθεί από 7.62% σε 10.71% στην περιοχή μελέτης. Ακόμη, η αγροτική περιοχή θα φτάσει το 59.02% στα επόμενα 16 χρόνια, το οποίο δείχνει μία τάση αύξησης. Όμως η 158


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 159


160


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 161


προβλεπομένη κατάσταση εμφανίζει μία μείωση σε ότι αφορά την άγονη γη, από 33.05% που ήταν το 2014 στο 28.08% το 2030. Εντωμεταξύ, η μείωση των υδάτινων στοιχείων συνεχίζεται. Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν την εισβολή της ανθρώπινης δόμησης και εκμετάλλευσης της γης για αγροτικούς λόγους κατά της άγονης γης. Σε γενικές γραμμές, τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν μια αυξανόμενη τάση του τεχνητού ανθρώπινου περιβάλλοντος, το οποίο οφείλεται στην ανάπτυξη του πληθυσμού τα τελευταία χρόνια αλλά και της μετακίνησης πληθυσμού προς την Ardabil. Όπως δείχνουν τα αποτελέσματα, η πόλη του Ardabil εξελίσσεται όλο και περισσότερο. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι δύο χρήσεις γης που αυξάνονται είναι εκείνες οι οποίες γενικά αυξάνουν τη χρήση νερού, άρα και τη μείωση αυτού.(Εικ.56,57,58) _Συμπεράσματα: Η ανάλυση της διαδικασίας αλλαγής των χρήσεων γης είναι εξαιρετικά σημαντική για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων σε μία άγονη και ημιάνυδρη περιοχή. Η αύξηση του πληθυσμού και συνεπώς η αύξηση της ανάγκης για την ανάπτυξη του οικοδομημένου χώρου αλλά και της γεωργικής γης επηρεάζουν την ποιότητα και την ποσότητα των υδάτινων πόρων ιδίως των υπόγειων, οι οποίοι αποτελούν και την κύρια πηγή πόσιμου νερού. Από την άλλη πλευρά, λόγω της αύξησης του πληθυσμού, της ζήτησης τροφίμων και της έλλειψης πόρων επιφανειακών υδάτων, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, οι εκτάσεις υπό άρδευση αυξήθηκαν σε όλη τη χώρα και ιδιαίτερα στην πεδιάδα Ardabil.Αυτό έχει αλλάξει εντελώς την πολιτική των χρήσεων των υδάτων και των πόρων του εδάφους. Η αλλαγή των χρήσεων γης αποτελεί μείζονα παράγοντα και κινητήρια δύναμη της μείωσης της στάθμης των υπόγειων υδάτων, επειδή ο τρόπος με τον οποίο αλλάζουν οι χρήσεις γης δείχνει και τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και δρουν οι κάτοικοι της περιοχής. Οι αλλαγές αυτές έχουν διάφορες επιπτώσεις στη διαχείριση των περιορισμένης πρόσβασης περιοχών. Επομένως, οι χάρτες χρήσης / κάλυψης της γης θα παρέχουν εξαιρετικά σημαντικές πληροφορίες για την εφαρμογή σχεδίων διαχείρισης. Η συνολική ακρίβεια του μοντέλου ήταν υψηλότερη από 90% σε όλες τις στατιστικές Kappa.Αυτό υποδεικνύει ότι το μοντέλο CA-Markov μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάλυση και την πρόβλεψη του μελλοντικού χωροχρονικού αποτυπώματος της περιοχής και τις δυναμικές των αλλαγών χρήσεων γης.

162


περίπτωση της περιοχής του Σύδνεϋ, Αυστραλία, Μοντέλο Metronamica

Το Σύδνεϋ είναι η πιο κατοικημένη πόλη στην Αυστραλία και η πιο παλιά. Οικοδομήθηκε μόλις τον 18ο αιώνα όταν ο James Cook αποβιβάστηκε εκεί. Το Σύδνεϋ επιλέχτηκε από τον Lahti Johan (2008), ως περιοχή έρευνας για τη μεταπτυχιακή του διπλωματική. Παρά το ότι είναι η πιο παλιά πόλη της Αυστραλίας, είναι πολύ νέα κι έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα από τα αυτοκίνητα. Το οποίο είναι εμφανές και από τα αποτυπώματα της διάχυσης που αναπτύσσονται κατά μήκος των οδικών και σιδηροδρομικών δικτύων. Το Σύδνεϋ έχει υποστεί μία ιδιαίτερα γρήγορη ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες , ενώ ο πληθυσμός του προβλέπεται να φτάσει το ένα εκατομμύριο μέχρι το 2031, γεγονός το οποίο θα απαιτεί την ανοικοδόμηση νέων κατοικιών. Η Sydney basin bioregion, έχει την πέμπτη μεγαλύτερη βιοποικιλότητα στην Αυστραλία, σε σύγκριση με 85 περιοχές. Επιπλέον, η αγροτική παραγωγή της περιοχής αποτελεί το 12% της συνολικής παραγωγής της Νέας Νότιας Ουαλίας (New South Wales, NSW). Αυτά καθιστούν σημαντική την περιοχή, κι έτσι υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους θα είναι ωφέλιμο να ρυθμιστεί με το σωστό τρόπο η αστική διάχυση.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

6.3_Η

Η εφαρμογή αυτού του μοντέλου στη συγκεκριμένη περιοχή, έγινε ακολουθώντας τη λεγόμενη Μητροπολιτική Στρατηγική, όπως ο συγγραφέας αναφέρει. Η στρατηγική αυτή έχει ως κύριους στόχους να κάνει το Σύδνεϋ πιο βιώσιμη πόλη, στοχεύοντας σε οικολογικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Όπως αναφέρεται, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στη διαχείριση της αστικής διάχυσης του Σύδνεϋ είναι να κατευθυνθεί η διάχυση προς περιοχές που θα έχει την ελάχιστη αρνητική επίπτωση. Η Μητροπολιτική στρατηγική οριοθετεί την ανάπτυξη μεταξύ δύο ζωνών, νοτιοδυτικά και βορειοδυτικά της πόλης. Επιπλέον, στόχος είναι η αποκέντρωση της πόλης. Εκτός από την κεντρική επιχειρηματική περιοχή (central business districtCBD), τρία ακόμα κέντρα θα δημιουργηθούν, τα Paramatta, Penrith, Liverpool. Ένα βασικό όφελος αυτής της στρατηγικής θα είναι η ελαχιστοποίηση των μετακινήσεων. Τα τοπικά κέντρα θα λειτουργούν σαν επιχειρηματικά και εμπορικά κεντρικά σημεία. 163


164


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 165


166


Το Metronamica δίνει τη δυνατότητα να εισαχθεί μία προκαθορισμένη μεταβλητή για την προσβασιμότητα, παρόλα αυτά σε αυτή τη μελέτη επιλέχθηκε να χρησιμοποιηθεί μία μεταβλητή προσβασιμότητας που έχει παραχθεί εμπειρικά. Έγινε ανάλυση του οδικού δικτύου στοχεύοντας στο να ανακαλύψουν τι περιγράφει καλύτερα , ως μεταβλητή απόστασης, την επιρροή που έχουν τα δίκτυα στην ανάπτυξη.(Εικ.64) Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκε μία σύνθετη μέθοδος εκτίμησης του μοντέλου, συνδυάζοντας πολλά κριτήρια, όπως κάποιοι περιορισμοί, δηλαδή περιοχές που απαγορεύεται η αστική εξάπλωση και κάποιοι παράγοντες ανάπτυξης, όπως η προσβασιμότητα και η κλίση. Σε ότι αφορά την επιρροή του CBD, οι συνεντεύξεις έδειξαν ότι σε απόσταση 30 λεπτών με τρένο οι τιμές της γης μειώνονται, ενώ ο χάρτης έδειξε ότι σε αυτή την απόσταση οι περισσότερες περιοχές είναι ήδη αστικοποιημένες. Ο χάρτης καταλληλότητας δημιουργήθηκε συνδυάζοντας ένα χάρτη με την επιρροή της κλίσης, το οδικό δίκτυο και την απόσταση από το CBD. Αυτά τα δεδομένα καταχωρήθηκαν με συγκεκριμένο τρόπο στο MLC( Weighted Linear Combination) το οποίο επιτρέπει στο χρήστη να αλλάζει κατά βούληση τη βαρύτητα που θα έχει κάθε δεδομένο για τη δημιουργία διαφορετικών σεναρίων προσομοίωσης. Ακόμη, χάρτες χρήσεων γης εισάχθηκαν ως δεδομένα εισόδου, από τα έτη: 1956,1972,1987,1997,2006. Στους χάρτες αυτούς παρουσιάζονται μόνο οι αστικοποιημένες περιοχές, με εξαίρεση το χάρτη του 2006 ο οποίος εμπεριέχει επιπλέον δεδομένα, όπως οι δασικές περιοχές. Οι αστικές περιοχές σημειώνονται ως λειτουργικές(func-

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

_Δεδομένα εισόδου: Το Metronamica, όπως και άλλα μοντέλα με βάση τα CA χρησιμοποιεί ως στοιχεία εισόδου χάρτες καταλληλότητας, χάρτες ζωνών και οδικά δίκτυα. Τα δεδομένα που εισήχθησαν στο μοντέλο για το προκείμενο παράδειγμα παρουσιάζονται στον πίνακα.(Εικ.59) Εισήχθησαν πέντε χάρτες με χρήσεις γης από το 1956 έως το 2006, ένας χάρτης καταλληλότητας από το 2007, ένας χάρτης ζωνών από το 2006, ενώ εισήχθησαν και άλλα στοιχεία όπως παρουσιάζονται. Όλοι οι χάρτες βασισμένοι σε ράστερ (raster based), μετατράπηκαν σε πλέγμα με κελιά μεγέθους 250μ. Το μέγεθος του κελιού καθορίστηκε από το ελάχιστο μέγεθος των νέων εξελίξεων, δηλαδή τις κατοικίες. Έγινε η υπόθεση ότι τα σπίτια δεν έχουν χτιστεί μεμονωμένα, αλλά σε οικοδομικά τετράγωνα όπως φαίνεται και στη φωτογραφία. Άρα κάθε κελί αντιπροσωπεύει ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο.(Εικ.62) Ακόμη, πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις, κατά τις οποίες οι ερωτηθέντες κλήθηκαν να απαντήσουν ποιός πιστεύουν ότι είναι ο βασικός παράγοντας της κατανομής της οικιστικής ανάπτυξης. Ως περιεχόμενα του χάρτη καταλληλότητας επιλέχθηκαν η προσβασιμότητα, η κλίση και η απόσταση έως το CBD.

167


168


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 169


tion), και όπως παρουσιάζονται στη λίστα(Εικ.60), οι ζώνες που προηγούνται σημειώνονται ως κενές (vacant), ενώ αυτές που έπονται σημειώνονται ως χαρακτηριστικές (feature). Το Metronamica, έχει πλέον ενσωματωμένο σύστημα βαθμονόμησης, το οποίο προσαρμόζεται αμέσως ακόμα και σε μικρές αλλαγές. Για να εκτιμηθούν τα αποτελέσματα του μοντέλου, προσομοιώθηκε ο χάρτης χρήσεων γης του 2006 με δεδομένα του 1997. Δύο σενάρια δημιουργήθηκαν. Το πρώτο είναι βασισμένο στη Μητροπολιτική στρατηγική και προσομοιώθηκε δημιουργώντας ένα νέα χάρτη καταλληλότητας. Αντί να προσομοιωθεί η επιρροή μόνο ενός κέντρου, προσομοιώθηκαν πολλών. Αυτό έγινε δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στα κέντρα Paramatta, Penrith, Liverpool. Το δεύτερο σενάριο ονομάζεται “business-as-usual” και προσομοιώθηκε διατηρώντας τα υφιστάμενα δεδομένα. _Αποτελέσματα: Από τις συνεντεύξεις προέκυψε ότι η απόσταση του υπάρχον αστικού ιστού είναι ο πιο σημαντικός συντελεστής κατανομής της οικιστικής ανάπτυξης. Τα αποτελέσματα από τα δύο σενάρια παρουσιάζονται στις εικόνες.(Εικ.66,67) Όπως φαίνεται, το αποτέλεσμα του δεύτερου σεναρίου ήταν η εκτεταμένη αστική διάχυση κατά μήκος των αυτοκινητόδρομων και των σιδηροδρομικών γραμμών. Στο σενάριο που ακολουθήθηκε η Μητροπολιτική στρατηγική αυτό αντισταθμίστηκε, επιτρέποντας τη διάχυση στις ζώνες ανάπτυξης, νοτιοδυτικά και βορειοδυτικά του Σύδνεϋ. Τα αποτελέσματα της προσομοίωσης για το 2106, οδήγησαν σε παρόμοια αποτυπώματα και για τα δύο σενάρια. Παρόλα αυτά το πρώτο σενάριο έδωσε ως αποτέλεσμα πιο συμπαγή μορφή αποτυπώματος. Η διάχυση στις ζώνες ανάπτυξης του σεναρίου της Μητροπολιτικής στρατηγικής απέχουν από το πραγματικό.

170


_Κέντρο πόλης Wolverhampton Ο Batty(2005), στο “Cities and Complexity”, πραγματοποιεί ένα πείραμα στο κέντρο της πόλης του Wolverhampton, μίας μεσαίου μεγέθους πόλης των Midlands της Αγγλίας, με σκοπό τη διερεύνηση των δυνατοτήτων του μοντέλου των CA. Έτσι προσομοιώθηκε η συμπεριφορά των πεζών στο κέντρο της πόλης. Η πόλη δεν είναι αυστηρά οριοθετημένη, όμως περιστοιχίζεται από ένα κυκλικό δρόμο και έχει μερικώς πεζοδρομημένο κέντρο, το οποίο είναι εμπορική περιοχή με κέντρο της ένα κλειστό εμπορικό κέντρο. Ο πληθυσμός που εξυπηρετείται από αυτή την εμπορική περιοχή είναι περίπου 250.000, επίσης οι άνθρωποι που εργάζονται στην περιοχή μέσα στα πλαίσια του κυκλικού δρόμου, είναι περίπου 25.000 από τους οποίους οι 5.000 εργάζονται στο λιανικό εμπόριο. Οι εισπράξεις από το λιανικό εμπόριο για όλη την περιοχή, είναι περίπου 250 εκατομμύρια £ το χρόνο, το οποίο για τα δεδομένα του Ηνωμένου Βασίλειου είναι κάτω από το μέσο όρο εισπράξεων για κάθε εργαζόμενο στο εμπόριο, παρά το γεγονός ότι στο Wolverhampton ο τομέας της διασκέδασης είναι ανεπτυγμένος και προσελκύει αρκετό πληθυσμό από την ενδοχώρα. Το κέντρο της πόλης είναι βασικά κυκλικό, με 1 χλμ διάμετρο και δεν είναι σχεδόν καθόλου κατοικημένο, με λιγότερους από 30 ανθρώπους να κατοικούν στην περιοχή. Η περισσότερη κίνηση δημιουργείται από ανθρώπους που επισκέπτονται την περιοχή για δουλειά, ψώνια ή διασκέδαση, επομένως οι είσοδοι που «αποδεσμεύουν» τους πεζούς στο κέντρο από τα αυτοκίνητα, λεωφορεία και τρένα είναι το ίδιο σημαντικές με τις απαρχές της τοπικής κίνησης. Ο αριθμός των θέσεων στάθμευσης στους δρόμους είναι μικρός συγκριτικά με τα αυτοκίνητα.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

6.4_Προσομοίωση μικρής κλίμακας

Στο προκείμενο παράδειγμα, ερευνάται η ανάδειξη των προβλημάτων που προκύπτουν όταν το μοντέλο εφαρμόζεται σε τέτοιου είδους περίπλοκες τοπικές γεωμετρίες, οι οποίες χαρακτηρίζουν πολλά αστικά κέντρα και το Wolverhampton αποτελεί τυπικό παράδειγμα. Έχουν χρησιμοποιηθεί ψηφιακά δεδομένα για τους δρόμους και τα κτήρια σε κλίμακα 1:1250 ώστε να παραχθεί μία τοπική γεωμετρία που απαιτείται για την ανάπτυξη αυτής της εφαρμογής σε κλίμακα κατάλληλη ώστε να μπορεί να εντοπιστεί το αποτύπωμα της τοπικής κίνησης. Η γεωμετρία αυτή φαίνεται στην εικόνα, όπου εντοπίζονται και οι είκοσι είσοδοι από τις οποίες οι πεζοί μπορούν 171


172


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 173


να εισέρθουν στο κέντρο. Αυτές οι είσοδοι είναι ως επί το πλείστον θέσεις στάθμευσης, όμως περιλαμβάνουν και τους σταθμούς των τρένων και των λεωφορείων. Υπολογίστηκε μία σύνθετη βάση δεδομένων για την περιοχή που αποτελείται από δεδομένα για τις εισπράξεις, την εργασία, το χώρο και τα ενοίκια, τα οποία είναι διαθέσιμα σε ανάλυση 100 μέτρων. Αυτά τα δεδομένα έχουν επεξεργαστεί και δίνοντας στο μοντέλο ένα μοτίβο με τις δυνατότητες προσβασιμότητας και παρουσιάζεται με τα περιγράμματα στην εικόνα. Έχει τοποθετηθεί έτσι ώστε το επίκεντρο των περιγραμμάτων να βρίσκεται στο επίκεντρο της μέγιστης εμπορικής κίνησης. Για τη διερεύνηση του μοντέλου, εξετάστηκαν οι διαδρομές που ανιχνεύτηκαν από μεμονωμένους πεζούς, ώστε να μετρηθεί η έκταση της πραγματικότητας που μπορεί να προσομοιωθεί. Ως αφετηρία ερευνάται τι συμβαίνει όταν αφήνονται μεμονωμένοι πεζοί να περιπλανηθούν στο χώρο. Στην εικόνα φαίνονται οι δρόμοι και άλλες διαδρομές μέσα στο κέντρο της πόλης, στις οποίες αναπτύσσεται η τοπική κίνηση, μέσω των είκοσι εισόδων. O κάθε πεζός αφήνεται να περιπλανηθεί στο σύστημα για 10.000 χρονικές περιόδους. Αν ένας πεζός σημειώσει αύξηση της απόστασης για κάθε βήμα που κάνει, τότε η απόσταση που διανύει αντιστοιχεί σε 10.000 μονάδες. Αυτό σε σύγκριση με την πραγματική απόσταση που έχει διανύσει, μας δίνει μία ιδέα για το πόση ώρα ο πεζός ήταν στάσιμος. Όπως προέκυψε, ο πεζός είναι σχεδόν το 70% του χρόνου στάσιμος, το οποίο είναι μία ένδειξη του έντονα περιοριστικού αποτελέσματος της τοπικής γεωμετρίας. Επίσης σημαίνει ότι ο πεζός έχει περπατήσει το μήκος και το πλάτος του συστήματος σχεδόν 18 φορές σε σύγκριση με τις 54 φορές που θα μπορούσε να έχει περπατήσει στον ίδιο χρόνο. Το πείραμα έγινε τοποθετώντας τον πεζό σε διαφορετικά σημεία του συστήματος και προέκυψαν παρόμοια αποτελέσματα διαδρομών. Για να γίνει εμφανές αυτό, ο πεζός τοποθετήθηκε στο κεντρικό σημείο. Ακόμη και από αυτή τη θέση, η τοπική γεωμετρία σε συνδυασμό με frequent bouncing ωθεί τον πεζό μακριά από το κεντρικό σημείο, κάνοντας τον να σχηματίζει μία σχεδόν σπιράλ διαδρομή γύρω από το κέντρο. Αυτή η συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί ως η μόνη κατά την οποία ο πεζός θα προσπαθεί για πάντα να γυρίσει πίσω στο κέντρο, αλλά πάντα μπερδεύεται στην περίπλοκη τοπική γεωμετρία. 174


Ο Batty προτείνει ένα τρόπο ώστε να γίνει κατανοητό το μοντέλο. Να θεωρηθεί ότι στο διαθέσιμο χώρο είναι ένα υγρό το οποίο μπορεί να ρέει σε όλη την έκταση, τότε η διαδρομή που κάνει ο πεζός θα ήταν το μοτίβο μίας σταγόνας μπογιάς καθώς διαχέεται στο σύστημα. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να εξετάσουμε την ευαισθησία που έχει το μοντέλο στις αλλαγές στους κανόνες συμπεριφοράς.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

Επαναλαμβάνεται η διαδικασία αρκετές φορές ώστε να βρεθούν οι κατάλληλες τιμές για τις παραμέτρους. Έπειτα, χρησιμοποιώντας αυτές τις παραμέτρους, γίνεται προσομοίωση του συνολικού μοντέλου. Έτσι τοποθετούνται τυχαία 2.500 πεζοί στις είκοσι εισόδους. Κατά τη χρονική περίοδο 1.000, γίνεται εμφανές ότι οι πεζοί αρχίζουν να συγκεντρώνονται προς το κεντρικό σημείο, όμως χρειάζονται πολλές επαναλήψεις για τους περισσότερους πεζούς ώστε να φτάσουν στην περιοχή της γειτονιάς του κεντρικού σημείου, όπως φαίνεται και στην εικόνα. Τη χρονική περίοδο 10.000, το 95% των πεζών βρίσκεται στο κεντρικό σημείο.

175


7_Συμπεράσματα και σύνοψη κεφαλαίων

176


Σκοπός της ερευνητικής εργασίας αυτής είναι η έρευνα και η κατανόηση του δυναμικού αποτυπώματος της πόλης, όπου το αποτύπωμα αντιμετωπίζεται σαν ένα χωροχρονικό φαινόμενο. Πιο συγκεκριμένα, μελετήθηκε το αποτύπωμα των πόλεων από τη γέννηση τους έως μία μελλοντική κατάσταση η οποία προσεγγίζεται βάσει πιθανοτήτων. Η έρευνα ξεκινώντας από τους σχηματισμούς των πόλεων, μελέτησε το φαινόμενο της αστικής διάχυσης που λαμβάνει χώρα ολοένα και περισσότερο στη σημερινή εποχή, και τέλος εξετάστηκαν μοντέλα που μπορούν να προβλέψουν και να προσομοιώσουν, το αποτύπωμα της πόλης που έχει τεθεί υπό μελέτη. Αρχικά, παρουσιάστηκε ο ορισμός της πόλης με βάση ποικίλους αστικούς συντελεστές. Έτσι, έγινε κατανοητό, ότι η πόλη μπορεί να αναγνωστεί και να ερμηνευτεί με ποικίλους τρόπους. Από την έρευνα, έγινε αντιληπτό ότι δεν υφίσταται ένας κοινώς αποδεκτός ορισμός καθώς υπάρχουν αρκετοί διαφορετικοί τομείς, «αστικοί συντελεστές», βάσει των οποίων μπορεί κανείς να ερμηνεύσει την πόλη και την εξέλιξη της. Επιπλέον στη βιβλιογραφία, γίνεται αναφορά στις λεγόμενες αυτό-οργανωτικές ιδιότητες της πόλης, οι οποίες ενώ έχουν ως αφετηρία απλές λειτουργίες, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο σύστημα. Η προσέγγιση της πόλης με βάση τους αστικούς συντελεστές κατέστησε κατανοητά τα στοιχεία που την επηρεάζουν και την καθορίζουν.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

7_Συμπεράσματα και σύνοψη κεφαλαίων

Στην εργασία, επιλέχθηκε να μελετηθεί η πόλη ως δυναμικό αποτύπωμα στο χώρο. Αρχικά, διευκρινίστηκαν η έννοια και οι ορισμοί του «αποτυπώματος της πόλης». Η λέξη «αποτύπωμα» είναι ένα στοιχείο που παραπέμπει σε κάτι στατικό, όμως εφόσον αναφερόμαστε στις πόλεις, το στατικό αυτό στοιχείο γίνεται δυναμικό. Είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την προσέγγιση της, αφού με αφετηρία το αποτύπωμα της πόλης μπορούν να βγουν συμπεράσματα για διάφορους τομείς, όπως για την κοινωνική διαστρωμάτωση του πληθυσμού της, τη σχέση της με τις γειτονικές πόλεις (προσβασιμότητα),τις κινήσεις των πεζών και των οχημάτων, την κύρια απασχόληση των κατοίκων, τις ενεργειακές ανάγκες της κλπ.. Ακολούθως γίνεται αναφορά στους διάφορους τύπους και κατηγορίες αποτυπωμάτων, σύμφωνα με ιστορικούς και θεωρητικούς της αρχιτεκτονικής και της 177


πολεοδομίας που τα έχουν μελετήσει, καθώς επίσης και στα βασικά στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα τους. Δεν είναι εύκολο να εκτιμηθούν οι συνθήκες και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι πόλεις θα συνεχίσουν να προσφέρουν το απαραίτητο πλαίσιο για τη ζωή των κατοίκων. Αν αυτό αλλάξει, θα μεταβάλει όλα τα μέχρι σήμερα στοιχεία. Κάθε αστικό κέντρο, λόγω δομής, έκτασης και μορφής καλύπτει διαφορετικά τις ανάγκες των κατοίκων της πόλης όπως επίσης και των κατοίκων των γύρω περιοχών που βασίζονται στην εκάστοτε πόλη. Οι κάτοικοι, ανάλογα με τις ανάγκες τους και τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε περιοχή επιλέγουν τον τόπο κατοικίας τους. Έτσι, πλέον είναι συχνό φαινόμενο να μετακινείται πληθυσμός στις προαστιακές περιοχές, οι οποίες συνδυάζουν πιο ήρεμους καθημερινούς ρυθμούς, αλλά και τα όσα μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο μία πόλη. Για το λόγο αυτό, οι προαστιακές περιοχές τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να εξαπλώνονται με ιδιαίτερα γρήγορούς ρυθμούς, αλλάζοντας τα όρια των πόλεων, τα οποία διαχέονται στο χώρο. Το φαινόμενο αυτό έχει ονομαστεί «αστική διάχυση». Η αστική διάχυση έχει λάβει πρωτοφανή έκταση παγκοσμίως, τα τελευταία χρόνια. Το φαινόμενο αυτό επηρεάζει τους ανθρώπους στην καθημερινότητα τους και γενικότερα στη ζωή τους αφού κάποιες φορές μεταβάλει έντονα τις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα σε μία πόλη. Λόγω αυτού, διαφοροποιείται η μορφή και ο τρόπος με τον οποίο προκύπτει σε κάθε περίπτωση η αστική διάχυση. Μελετώντας αρχικά την έννοια και τα χαρακτηριστικά του φαινομένου, προσδιορίζονται οι παράγοντες που αποτελούν αιτία για την εμφάνιση του, οι επιπτώσεις αυτού αλλά και οι απόψεις υποστηρικτών του. Η αστική διάχυση έχει αναγνωριστεί ως ένα πολύπλοκο φαινόμενο με πολλαπλές χωρικές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις. Είναι ένα επίκαιρο φαινόμενο πάνω στο οποίο έχουν διατυπωθεί πολλές αντικρουόμενες θεωρήσεις, αφού δεν είναι εμφανές αν αποτελεί πλήρως αρνητικό ή πλήρως θετικό φαινόμενο. Μεγάλο ρόλο στον προσδιορισμό αυτού, έχει η επιλογή των κριτηρίων. Η εξάπλωση του αστικού ιστού σε γεωργικές εκτάσεις και εις βάρος του φυσικού περιβάλλοντος και των ανανεώσιμων πηγών, του φαινομένου, σαφώς αποτελούν αρνητικό επακόλουθο. Όμως, είναι γεγονός ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου δημιουργούνται ευνοϊκές συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων εξαιτίας του φαινομένου. Εν συνεχεία, έχοντας ως σκοπό την κατανόηση του αποτυπώματος της πόλης στο χρόνο, μελετήθηκαν και παρουσιάστηκαν θεωρίες περί 178


Τα Κυψελοειδή Αυτόματα μελετήθηκαν από τη γέννηση τους, έγινε προσπάθεια να ερμηνευτούν τα στοιχεία που πρέπει να κατανοηθούν ώστε να γίνει αντιληπτή η λογική με βάση την οποία λειτουργούν. Η λογική τους βασίζεται σε απλούς κανόνες, μορφής «Εάν-Τότε» και με βάση αυτούς μπορούν να παράγουν σύνθετες μορφές. Τα βασικά χαρακτηριστικά τους (κελί, γειτονιά, κατάσταση, κανόνες μετάβασης, χρόνος) έχουν τη δυνατότητα να εισάγουν πολλές διαφορετικές παραμέτρους και να δώσουν διαφορετικά αποτελέσματα.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

μοντέλων που προβλέπουν την πορεία του φαινομένου της αστικής διάχυσης, με βάση ορισμένες διαδικασίες. Δεν υπάρχει ξεκάθαρος τρόπος αναγνώρισης της αστικής διάχυσης, ούτε ξεκάθαρος τρόπος μέτρησης της καθώς και εκτίμησης των επιπτώσεων της. Τα μοντέλα προσομοίωσης της όμως, αποτελούν σημαντικά εργαλεία. Στις συνδυαστικές προσεγγίσεις, συνυπάρχουν πολλές φορές οι αρχές των οικονομικών μοντέλων ή των μοντέλων χωρικής αλληλεπίδρασης με στατιστικές και νεώτερες μεθόδους. Ειδικότερα, από τα αστικά μοντέλα, επιλέχθηκαν για περαιτέρω μελέτη αυτά που έχουν ως βάση τα Κυψελοειδή Αυτόματα-ΚΑ (Cellular Automata- CA).

Μία εφαρμογή των CA είναι και η προσομοίωση της αστικής διάχυσης. Παρουσιάζονται οι βασικές αρχές των μοντέλων προσομοίωσης και η αντιστοιχία των βασικών αρχικών κανόνων των κυψελοειδών ως προς τα αστικά χαρακτηριστικά. Τα κοινά που υπάρχουν ανάμεσα στο δυναμικό αποτύπωμα της πόλης και στη λογική των κυψελοειδών παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Έχοντας ως βάση και ως εργαλείο τις πληροφορίες που παρέχει το αποτύπωμα της πόλης, τα μοντέλα αυτά μεταφράζουν με απλό τρόπο τις σύνθετες πληροφορίες και δραστηριότητες που αναπτύσσονται στην πόλη. Οι ενέργειες αυτές μπορούν να μεταφραστούν από ένα κοινό λεξιλόγιο, ενώ όπως η πόλη, έτσι και τα CA είναι άμεσα συνδεδεμένα με το χρόνο, αφού η ανάγκη για συνέχεια υπάρχει και στα δύο. Το να μελετάται ένα δυναμικό φαινόμενο μέσα από στατικά στοιχεία, όπως το αποτύπωμα, είναι εμφανές ότι μπορεί να δημιουργεί προβλήματα στη διαδικασία. Πολλές όμως από τις εσωτερικές διαδικασίες που προκαλούν τη διάχυση μπορούν να ερμηνευτούν από τα αποτυπώματα που δημιουργεί. Δεν αρκεί να μελετηθούν ξεχωριστά το αποτύπωμα και ξεχωριστά η διαδικασία με την οποία λαμβάνει χώρα η διάχυση. Αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα και η ταυτόχρονη μελέτη και των δύο θα έχει και τα καλύτερα αποτελέσματα. Τα μοντέλα που παρουσιάστηκαν, λαμβάνουν υπόψη τους και τις δύο αυτές πτυχές της διάχυσης. Με κάποια από αυτά να μας παρέχουν ιδιαίτερα ρεαλιστικά αποτελέσματα, ενώ κάποια άλλα λιγότερο. Η εξέλιξη των πόλεων 179


μπορεί να παραλληλιστεί με τον τρόπο λειτουργίας των CA, αφού και τα δύο στοιχεία εισάγουν την ίδια λογική. Δηλαδή, οποτεδήποτε μια δραστηριότητα αλλάξει την τοποθεσία της , αυτό ενεργοποιεί μία αλυσίδα αντιδράσεων κατά την οποία άλλες δραστηριότητες αποκτούν κίνητρο για ενεργοποίηση, όπως οι οικονομικοί παράγοντες που συνθέτουν τέτοιες δραστηριότητες αναπροσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Οι προσομοιώσεις δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τη συμπεριφορά των πραγματικών αστικών συστημάτων, όμως μπορούν να αποκαλύψουν ορισμένους βασικούς μηχανισμούς που αποτελούν μέρος της συνολικής δυναμικής. Η προσομοίωση και η πρόβλεψη του φαινομένου με τα Κυψελοειδή Αυτόματα, δεν προσπαθούν να λύσουν κάποιο πρόβλημα, δεν προτείνονται ως λύση στο φαινόμενο της αστικής διάχυσης, είναι όμως ένα σημαντικό εργαλείο για την κατανόηση της και την παροχή πληροφοριών ώστε να βρεθούν λύσεις για την αποφυγή μελλοντικών επιπτώσεων της. Η προσομοίωση θεωρείται απαραίτητο εργαλείο για τη μελέτη της διάχυσης. Μέσω του συνδυασμού των στοιχείων του φαινομένου κατά τη διαδικασία της προσομοίωσης και μελετώντας τους τρόπους με τους οποίους αλληλεπιδρούν αυτά τα στοιχεία για να διαμορφωθεί η δυναμική του συστήματος, μπορεί να κατανοηθεί το φαινόμενο της διάχυσης και οι παράγοντες που συνδυάζονται για να παραχθεί. Με την αξιοποίηση των μοντέλων προσομοίωσης, μπορούν να περιγραφούν οριακές συνθήκες για την επίτευξη των βέλτιστων μορφών ανάπτυξης. Είναι εφικτό να παραχθούν ρεαλιστικές αλλά σύνθετες προσομοιώσεις οι οποίες είναι χρήσιμες για την αναζήτηση ιδεών και σχεδίων. Η προσομοίωση μίας μελλοντικής κατάστασης σε μία πόλη είναι επίσης χρήσιμη, ώστε να εξετασθούν μελλοντικές απρόβλεπτες συνέπειες κάποιων ενεργειών κι έπειτα να προσαρμοστούν ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες των κατοίκων με τον καλύτερο τρόπο. Ακόμη, οι επιπτώσεις των πολιτικών που ακολουθούνται για την αστική ανάπτυξη στην πραγματικότητα κάνουν χρόνια να εκδηλωθούν, ενώ μέσω μίας προσομοίωσης είναι εφικτό να παρατηρηθούν άμεσα, αφού κατά τη διαδικασία της ο χρόνος, μπορεί να επιταχυνθεί ή να επιβραδυνθεί κατά βούληση. Βασική ιδιότητα των μοντέλων που έχουν ως βάση τα CA είναι η ικανότητα να μοντελοποιούν χωρικά και χρονικά τις διαστάσεις των αστικών διαδικασιών. Από τα μοντέλα που μελετήθηκαν και παρουσιάστηκαν, συμπεραίνουμε ότι πολλοί ερευνητές έχουν ασχοληθεί με το θέμα κι ότι συνεχώς εντάσσονται νέα στοιχεία και νέες μέθοδοι. Όλα τα μοντέλα έχουν ως κοινό σκοπό την προσομοίωση μίας μελλοντικής κατάστασης της εκάστοτε πόλης. Το καθένα 180


Ο κύριος λόγος για τη διαδεδομένη αποδοχή τους είναι η απλότητα αυτής της διαδικασίας. Το κύριο μειονέκτημα τους από την άλλη πλευρά, είναι η αδυναμία ως προς την ευελιξία τους να προσεγγίσουν τα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στον πραγματικό κόσμο, οδηγώντας σε κάποιες αστοχίες. Ένα ακόμα μειονέκτημα αυτών των μοντέλων είναι η έλλειψη μίας πρότυπης μεθόδου για τον ορισμό των κανόνων μετάβασης, η οποία δημιουργεί μη συγκρίσιμα αποτελέσματα. Αυτό βέβαια μπορεί να θεωρηθεί και προτέρημα, καθώς ο χρήστης του μοντέλου έχει με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα να προσαρμόζει τους κανόνες ανάλογα με την περίπτωση μελέτης.

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

από αυτά όμως, έχει μία διαφορετική προσέγγιση στο φαινόμενο. Αυτό συμβαίνει γιατί δέχονται ως δεδομένα εισόδου διαφορετικές μεταβλητές οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα διαφορετικές προσομοιώσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι κάποια το προσεγγίζουν πιο σωστά από τα άλλα, απλά δίνουν βαρύτητα σε διαφορετικά στοιχεία. Η αστική διάχυση έχει πολλούς παράγοντες που την επηρεάζουν και τα μοντέλα δίνουν τη δυνατότητα να ερευνηθεί πόσο και με ποιό τρόπο ο κάθε παράγοντας ξεχωριστά επηρεάζει μία υπάρχουσα κατάσταση, αφού υπάρχει η δυνατότητα να διερευνηθούν μεμονωμένα. Η διαμόρφωση των σεναρίων μπορεί να γίνει σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες και τις δυνατότητες που παρουσιάζει κάθε περιοχή ξεχωριστά, και με τη σωστή διαχείριση και ανάδειξη των στοιχείων αυτών.

Ακόμη, ένα θέμα που απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση στα μοντέλα της αστικής διάχυσης, είναι ο ελλιπής συσχετισμός με περισσότερα πολεοδομικά δεδομένα, όρους δόμησης, κατανομές πληθυσμού και άλλα δεδομένα που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη μορφή του αστικού χώρου. Έτσι, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο ερευνητικός αυτός κλάδος στα επόμενα χρόνια θα είναι έντονα αναπτυσσόμενος και θα γίνει σημαντική προσπάθεια να αξιοποιηθούν οι νέες μεθοδολογικές και τεχνολογικές δυνατότητες ώστε να προσομοιωθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια σύνθετα φαινόμενα όπως η αστική διάχυση. Περαιτέρω έρευνα στον τομέα αυτό θα μπορούσε να συμπεριλάβει νέες μεθόδους βαθμονόμησης και επικύρωσης, ώστε να ενσωματωθούν περισσότερες θεωρίες στα μοντέλα και να γίνουν ακόμη πιο ρεαλιστικά τα αποτελέσματα τους. Επίσης θα μπορούσαν να προστεθούν επιπλέον παράμετροι που επηρεάζουν την αστική διάχυση κι αλληλεπιδρούν με αυτούς που λαμβάνονται ήδη υπόψη και να προκύψουν έτσι διαφορετικά, πιο ρεαλιστικά και πιο σύνθετης διαδικασίας σενάρια. Είναι ένας τομέας που ακόμη εξελίσσεται και κατά την άποψη μου στη διάρκεια των επόμενων ετών θα προσφέρει πολλές δυνατότητες για περαιτέρω 181


έρευνα και θα αναπτυχθούν νέες μέθοδοι για την επίλυση των προβλημάτων που προκύπτουν από το φαινόμενο της αστικής διάχυσης. Η μελλοντική κατάσταση μίας πόλης προφανώς εξαρτάται από τη σημερινή, αλλά και η σημερινή κατά κάποιο τρόπο επηρεάζεται από τη μελλοντική της κατάσταση.

182


Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο 183


_Πηγές εικόνων _Εικόνα 1: Iδία επεξεργασία _Εικόνα 2: Kostof Spiro, 1991, “The City Shaped”, Thames & Hudson Ltd, London _Εικόνα 3: Frei Otto, (2009), “Occupying and connecting, Thoughts on Territories and Spheres of Influence with Particular Reference to Human Settlement”, Edition Axel Menges, California, _Εικόνα 4: Kostof Spiro, 1991, “The City Shaped”, Thames & Hudson Ltd, London _Εικόνα 5: Lynch K., 1981,”A Theory of a Good City Form”, The MIT press, London _Εικόνα 6: Iδία επεξεργασία με χρήση λογισμικού προγράμματος χαρτογράφησης GIS _Εικόνα 7: Iδία επεξεργασία _Εικόνα 8,9,10: Ιδία επεξεργασία με χρήση της εφαρμογής Mapbox _Εικόνα 11: https://pinterest.com _Εικόνα 12: https://wallpapercave.com/central-park-wallpaper _Εικόνα

13:

http://www.wyndhambeaconhill.com/accommodations,

https://

www.thousandwonders.net/Beacon+Hill _Εικόνα 14: https://susanrushton.net/2017/02/16/outsider-art-watts-towers-by-sabato-rodia-at-dusk/ _Εικόνα 15: https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Valley_Section,_1909.png _Εικόνα

16:

https://sites.google.com/site/mssandijenkinsclasswebpages/Home/

geography-1h-1/urban-sprawl _Εικόνα 17: European Environment Agency, 2006,”Urban sprawl in Europe, The ignored challenge”, EEA Report No 10/2006, Copenhagen _Εικόνα 18: http://indianexpress.com/article/cities/mumbai/mumbai-slum-redevelopment-to-go-online-4751346/ _Εικόνα 19: https://gr.pinterest.com/pin/134474738847251521/?lp=true _Εικόνα 20: https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Manila_Aerial.jpg _Εικόνα 21: Ιδία επεξεργασία Εικόνα 22: European Environment Agency, 2006,”Urban sprawl in Europe, The ignored challenge”, EEA Report No 10/2006, Copenhagen _Εικόνα 23: Ιδία επεξεργασία με δεδομένα από το “World population Prospects”, United Nations 2017, Revisions 184


24:

http://www.protothema.gr/greece/article/336269/i-egnatia-meio-

se-kata-80-ta-trohaia-sti-voreio-ellada/ _Εικόνα 25: Carlo Lavalle, Monika Niederhuber, Niall McCormick & Luca DeMicheli,2002, “ The MURBANDY / MOLAND Methodology and its Potential to Support Sustainable City Development” _Εικόνα 26: Ιδία επεξεργασία _Εικόνα 27,28: Stephen Marshall & Yi Gong, 2009, “Solutions”, Bartlett School of Planning University College London _Εικόνα 29: Simon Eisner, Arthur Gallion, Stanley Eisner,1993, “Urban Pattern”, John Wiley & Sons _Εικόνα 30: Στεφάνου Ιωσήφ, Στεφάνου Ιουλία, 1999, «Περιγραφή της εικόνας της πόλης, Τα περιγράμματα: Βασικά στοιχεία προσδιορισμού της φυσιογνωμίας των τόπων.», ΕΜΠ, Πανεπιστημιακές εκδόσεις _Εικόνα 31,32,33,34,35,36,37: Ιδία επεξεργασία _Εικόνα 38: Μαντέλας Ε., 2011,«CaFe- CellularAutomataFuzzyEngine, Υπολογιστική Προσομοίωση Αστικής Επέκτασης με χρήση Ασαφών Κυψελοειδών Αυτομάτων»,

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

_Εικόνα

Διδακτορική Διατριβή, ΕΜΠ, Τμήμα αγρονόμων και τοπογράφων μηχανικών, Αθήνα _Εικόνα 39,40: Batty M, “Cellular Automata and Urban Form: A Primer”, 1997, APA Journal _Εικόνα 41,42: Liu, Y., 2009, “Modeling urban development with geographical information systems and cellular automata”, CRC Press _Εικόνα 43: Lakshmi KantaKumar N, Nikhil G Sawant, Shamita Kumar,2011, “ Forecasting urban growth based on GIS, RS and SLEUTH model in Pune metropolitan area”, Institute of Environment Education and Research, Bharati Vidyapeeth University, Pune _Εικόνα 44: Carlo Lavalle, José I. Barredo, Niall McCormick, 2004, “ The MOLAND model for urban and regional growth forecast: A tool for the definition of sustainable development paths”, European Commision, Joint Research Centre _Εικόνα 45: Torrens Paul M., 2005,” Simulating Sprawl”, Department of Geography, Arizona State University _Εικόνα 46: ItzhakBenenson, Shai Aronovich, Saar Noam,2015, “OBEUS: Object-Based Environment for Urban Simulations”, Department of Geography and Human Environment,University Tel Aviv, δημοσιευμένοστοURL https://www.researchgate.net/ publication/266038901_OBEUS_Object-Based_Environment_for_Urban_Simulations

185


_Εικόνα 47: Μαντέλας Ε., 2011,«CaFe- CellularAutomataFuzzyEngine, Υπολογιστική Προσομοίωση Αστικής Επέκτασης με χρήση Ασαφών Κυψελοειδών Αυτομάτων», Διδακτορική Διατριβή, ΕΜΠ, Τμήμα αγρονόμων και τοπογράφων μηχανικών, Αθήνα _Εικόνα 48: Ιδία επεξεργασία _Εικόνα 49,50,51,52: Afonso Marta,Arsénio Pedro, Rodrigues João,2015,”Using the Sleuth Cellular Automaton based model to evaluate the impacts of multiple land use policy scenarios on urban growth patterns in the Península de Setúbal area”, Geospatial World Forum _Εικόνα 53,54,55,56,57,58: A. Azizi, B. Malakmohamadi, H.R. Jafari, 2016), “Land use and land cover spatiotemporal dynamic pattern and predicting changes using integrated CA-Markov model”, Department of Environmental Planning and Management, Graduate Faculty of Environment, University of Tehran, Tehran, Iran _Εικόνα 59,60,61,62,63,64,65,66,67: Lahti Johan, 2008, “Modelling Urban Growth Using Cellular Automata : A case study of Sydney, Australia”, Master of Science, International Institute for Geo-Information Science and Earth Observation Enschede, The Netherlands _Εικόνα 68,69,70: Batty Μ., 2005, “Cities and Complexity, Understanding Cities with Cellular Automata, Agent-Based Models, and Fractals”, The MIT Press, Cambridge, Massachusetts _Εικόνα 71: ιδία επεξεργασία

_Βιβλιογραφία _Ελληνική Βιβλιογραφία _Αραβαντινός Α., 1997, «Πολεοδομικός σχεδιασμός: Για μια βιώσιμη ανάπτυξη του αστικού χώρου», Συμμετρία,Αθήνα _Αίσωπος, I., 2006, «Τα νέα αστικά τοπία και η ελληνική πόλη», Επιμέλεια: Άσπα Γοσποδίνη, Ηλίας Μπεριάτος, εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΕ, Αθήνα

186

_Αίσωπος Ι., 2006, «Η διάχυτη πόλη.» Στο «Τα νέα αστικά τοπία και η ελληνική πόλη»,: Α. Γοσποδίνη και Η. Μπεριάτος (επιμ.), Κριτική, Αθήνα


_Γοσποδίνη A., Μπεριάτος H., 2006, «Μετασχηματισμοί των Αστικών Τοπίων στις συνθήκες της Παγκοσμιοποίησης, του Ανταγωνισμού των Πόλεων και των Μεταμοντέρνων Κοινωνιών», στο Γοσποδίνη A., Μπεριάτος H. (επιμ.) Τα νέα αστικά τοπία και η ελληνική πόλη, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα _Δοξιάδης K., 2006, «Κείμενα, Σχέδια, Οικισμοί», επιμέλεια Αλέξανδρος - Ανδρέας Κύρτσης, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, Αθήνα _Κομνηνός Ν., 1986,«Θεωρία της Αστικότητας ΙΙ - Αστικός Προγραμματισμός και Κοινωνική Ρύθμιση», εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα, Αθήνα _Κουτσόπουλος Κ., 2002, «Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών και Ανάλυση Χώρου», εκδόσεις Παπασωτηρίου, Αθήνα _Λαγαριάς Α. Μ., 2013,«Αστική Εξάπλωση: Οι διαδικασίες Αστικού Μετασχηματισμού μέσα από τη Μορφοκλασματική (Fractal) Γεωμετρία και τα Μοντέλα Προσομοίωσης», Διδακτορική Διατριβή, Α.Π.Θ. Τμήμα Αρχιτεκτόνων, Τομέας Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Θεσσαλονίκη

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

_Βλαστός Θ., Μηλάκης Δ., 2006, «Πολεοδομία VS Μεταφορές: από την απόκλιση στη σύγκλιση»,εκδόσεις Παπασωτηρίου,Αθήνα

_Λέφας, Π.,2003 (επιμ.), Κείμενο «Οι πόλεις του κόσμου. Χθες, σήμερα, αύριο», Παύλος Λέφας, WalterSiebel, JérômeBindé, «Αύριο οι πόλεις», Επιμέλεια: Λέφας, ΠΛΕΘΡΟΝ, Αθήνα _Μαντέλας Ε., 2011,«CaFe- CellularAutomataFuzzyEngine, Υπολογιστική Προσομοίωση Αστικής Επέκτασης με χρήση Ασαφών Κυψελοειδών Αυτομάτων», Διδακτορική Διατριβή, ΕΜΠ, Τμήμα αγρονόμων και τοπογράφων μηχανικών,Αθήνα _Μηλάκης Δ., 2006, «Χρήσεις γης και μεταφορές: Διερεύνηση της επίδρασης των πολεοδομικών χαρακτηριστικών μακρο- και μικρο- κλίμακας στις επιλογές μετακίνησης.», Διδακτορική διατριβή ΕΜΠ. Αθήνα _Μπαρμπόπουλος Ν., Μηλάκης Δ., και Βλαστός Θ., 2005, «Αναζητώντας τη μορφή της βιώσιμης πόλης: Κριτική Προσέγγιση του συμπαγούς πολεοδομικού μοντέλου». Αειχώρος _Μπούρας Χαράλαμπος, Δημήτρης Φιλιππίδης (επιμ.), (2003), « Αρχιτεκτονική», εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ, Αθήνα _Ρετσιλίδου Ο., 2012,«Ανάπτυξη Μεθοδολογίας για την Ακριβή Εκτίμηση και Πρόβλεψη των Αλλαγών Χρήσεων Γης σε Αστικό και Περιαστικό Περιβάλλον Χρησιμοποιώντας Κυψελοειδή Αυτόματα – Εφαρμογή στη νήσο Νάξο.», Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Περιβάλλοντος, Μυτιλήνη

187


_Σημαιοφορίδης Γ., 2005,«Διελεύσεις, Κείμενα για την αρχιτεκτονική και τη Μετάπολη», Επιμέλεια: Αίσωπος, Σημαιοφορίδου, Τζιρτζιλάκης, MetapolisPress, Αθήνα _Στεφάνου Ιωσήφ, Στεφάνου Ιουλία, 1999, «Περιγραφή της εικόνας της πόλης, Τα περιγράμματα: Βασικά στοιχεία προσδιορισμού της φυσιογνωμίας των τόπων.», ΕΜΠ, Πανεπιστημιακές εκδόσεις _Χατζηκοκόλη Σ., 2009, «“Υγιείς” πόλεις: Μια διαχρονική επίκαιρη πρόκληση. », Στο: Πρακτικά 2ου Πανελλήνιου Συνέδριου Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης-Τόμος ΙΙ Βόλος: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Θεσσαλίας

_Διαδικτυακή _Burns A., 1976, “Hippodamus and the Planned City”, Historia, έκδοσηΝο 25, URL: http://www.jstor.org/stable/4435519 _Briassoulis H., “Analysis of Land Use Change: Theoretical and Modeling Approaches in Loveridge S.” (Ed), The Web Book of Regional Science, Regional Research Institute, West Virginia University, URL: http://www.rri.wvu.edu/WebBook/ Briassoulis/contents.html _ΕΕΑ, Environmental European Agency, 2006,”Urban sprawl in Europe: The ignored challenge”, Report 2006 No 10, URL:http://www.eea.europa.eu/publications/eea_report_2006_10 _Ness G. D., Low M., 2000, “Five Cities: Modeling Asian Urban Population-Environment Dynamics”, Oxford University Press _www. sprawlcity.org _Knaap G., Son Y., Ewing R., Clifton K. (2004) “Seeing the Elephant: Multi-disciplinary Measures of Urban Sprawl”, Massachusetts Institute of Technology (MIT), URL:http://web.mit.edu/ _www.lexotypo.com _Richard B. Peiser, “Density and Urban Sprawl”, δημοσιευμένοστο www.Jstor.org _Burchell R. W., Lowenstein G., Dolphin W. R., Galley C. C., Downs A., Seskin S., Grey Still K., Moore T.,1998, “The Costs of Sprawl-Revisited”, TRCP Report 39, Washington D.C. δημοσιευμένοστο http://www.worldtransitresearch.info 188


_Charles Dietzel, Keith C. Clarke,2007,”Toward Optimal Calibration of the SLEUTH Land Use Change Model”, Department of Geography, University of California-Santa Barbara δημοσιευμένοστο https://www.researchgate.net/publication

_Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία _Afonso Marta, Arsénio Pedro, Rodrigues João,2015,”Using the Sleuth Cellular Automaton based model to evaluate the impacts of multiple land use policy scenarios on urban growth patterns in the Península de Setúbal area”, Geospatial World Forum _Audriac, Ivonne, 2005,”Information technology and urban form: Challenges to smart growth”, International Regional Science Review 28(2)

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

_ItzhakBenenson, Shai Aronovich, Saar Noam,2015, “OBEUS: Object-Based Environment for Urban Simulations”, Department of Geography and Human Environment, University Tel Aviv, δημοσιευμένο στο URL https://www.researchgate.net/ publication/266038901_OBEUS_Object-Based_Environment_for_Urban_Simulations

_Aymonino C., 1979, “Κυριαρχία και Υποτέλεια- Η Εξέλιξη της Μοντέρνας Πόλης”, Νέα Σύνορα, Αθήνα _Azizi A., Malakmohamadi B., Jafari H.R., 2016), “Land use and land cover spatiotemporal dynamic pattern and predicting changes using integrated CA-Markov model”, Department of Environmental Planning and Management, Graduate Faculty of Environment, University of Tehran, Tehran, Iran _Ball Philip, 2009, “Nature’s Patterns, A Tapestry in Three Parts”, Oxford University Press _Batty M., 1997, “Cellular automata and urban form: A primer”, Journal of the American Planning Association, vol.63, no.2 _Batty Μ., 2005, “Cities and Complexity, Understanding Cities with Cellular Automata, Agent-Based Models, and Fractals”, The MIT Press, Cambridge, Massachusetts _Batty M., 2006,”Urban Modelling”, in N. Thrift and R. Kitchin (Eds) International Encyclopedia of Human Geography, Elsevier, Oxford, UK _Besussi E., Chin N., Batty M., and Longley P., 2010, “Remote Sensing of Urban and Suburban Areas, Remote Sensing and Digital Image Processing 10” 189


_Bhatta B., 2010,”Analysis of Urban Growth and Sprawl from Remote Sensing Data, Advances in Geographic Information Science”, εκδόσεις Springer _Brueckner J. K., 2000, “Urban Sprawl: Diagnosis and Remedies, International Regional Science Review”, Vol. 23 _Burton P., 1981, “The City as Image”στο “The image of the city in Modern Literature, ωςπεριεχόμενοστο “The City Reader” (1996), επιμ. Richard T. LeGates&Frederic Stout, London _Bruegmann R., 2005,”Sprawl: A Compact History”, University of Chicago Press. Caruso G., Peeters D., Cavailhes J., M. Rounsevell,2008, “Space-time patterns of urban sprawl, a 1D cellular automata and microeconomic approach” _Castagnoli F., 1967, “Orthogonal Town -Planning in Antiquity” , Cambridge, Mass./London _Castells M., 2002, “the Culture of Cities”, in the information Age στο Ida Susser (επιμ.), the Castells Reader on Cities and Social Theory, ed. Blackwell Publishers, Malden, Mass και Oxford _Cervero R., 2000,”Shapeless, Spread Out, Skipped Over and Scattershot – Sprawl Sweeps the Globe, In: The World Paper”, March/April _Chin N., 2002, “Unearthing the roots of urban sprawl: a critical analysis of form, function and methodology”, Centre for Advanced Spatial Analysis, University College, London _Couclelis H., 1985,”Cellular worlds: a framework for modeling microemacro dynamics”, Environment and Planning A _Εwing R. H., 2008,” Urban Ecology ,Characteristics, Causes, and Effects of Sprawl: A Literature Review”, Vol. 21(2), εκδόσειςSpringer, US _FramptonK., 2009, “Μοντέρνα Αρχιτεκτονική, Ιστορία και Κριτική”, Επιμέλεια: Κούρκουλας, Μετάφραση: Ανδρουλάκης, Πάγκαλου, 4η έκδοση, ΘΕΜΕΛΙΟ _Harutyun Shahumyan, Piotr Jankowski, 2010,”Integration of the MOLAND Model with GeoChoice Perspectives Spatial Decision Support Software for Scenario Evaluation”, UCD Urban Institute Ireland, San Diego State University

190

_Hersperger A. M., Burgi M., 2008, “Going beyond landscape change description: Quantifying the importance of driving forces of landscape change in a Central Europe case study”, Land Use Policy


_Jean-Luc Pinol, 2000, “Ο Κόσμος των Πόλεων τον 19ο Αιώνα”, μετάφραση Ιωάννα Δουράμπεη, Έφη Κάννερ, επιστημονική επιμέλεια Ευγενία Μπούρνοβα, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα _Kostof Spiro, 1991, “The City Shaped”, Thames & Hudson Ltd, London _Lahti Johan, 2008, “Modelling Urban Growth Using Cellular Automata : A case study of Sydney, Australia”, Master of Science, International Institute for Geo-Information Science and Earth Observation Enschede, The Netherlands _Lavalle C., Niederhuber M., McCormick N., De Micheli L., 2002, “The MURBANDY / MOLAND Methodology and its Potential to Support Sustainable City Development” _LeCorbusier, 2005, “Για Μια Αρχιτεκτονική”, μετάφραση Παναγιώτης Τουρνακίωτης, εκδόσεις ΕΚΚΡΕΜΕΣ, Αθήνα _Lefebvre H., 1991, “The production of space”, Oxford: Blackwell Publishing

Το Αποτύπωμα της Πόλης ως Χωροχρονικό Φαινόμενο

_Jalerajabi P. , Ahmadian R., 2013, “Simulation of Future Land Use/Cover Changes in Zanjan City, Iran Based on the CA-Markov Model and the Assessment of Its Impact on Surroundings Rural Settlements”, International Journal of Computer Theory and Engineering, Vol. 5, No. 4

_Levy John M., 2016,”Contemporary Urban Planning”, Prentice Hall, Πανεπιστήμιο της Μινεσότα _Liu, Y., 2009, “Modeling urban development with geographical information systems and cellular automata”, CRC Press _Lock D., 1995, “Room for more within city limits?”, Town and Country Planning _Lynch K., 1962,”The Image of the City”, 2ηέκδοση, The MIT press, London _Lynch K., 1981,”A Theory of a Good City Form”, The MIT press, London _Lynch K., 2002,”City Sense and City Design”, επεξεργασίαTridib Banerjee, Michael Southworth, MIT Press, 4ηέκδοση, Λονδίνο _Maier G., Franz G., Schrock P., 2006, “Urban Sprawl. How Useful is this Concept?”, ERSA conference papers, European Regional Science Association _Marshall Stephen, Gong Yi, 2009, “Solutions, Urban Pattern Specification”, Bartlett School of Planning, UCL _Mumford L., 1961, “The city in history: its origins, its Transformations, and its Pros-

191


pects.”, San Diego: A Harvst/ HJB Book _Ness G. D., Low M.,2000,”Five Cities: Modeling Asian Urban Population-Environment Dynamics”, Oxford University Press _Newman P., 2000, “Urban form and environmental performance” in Williams K., Burton E. & Jenks M. (Eds), Achieving sustainable urban form, London _Nouvel J., 1997, “Η εποχή του αστικού”, Μετάπολις, αρ 1,Αθήνα _Peiser R., 2001, “Decomposing urban sprawl, Town planning Review”, Vol 72(3) Pinto N., Antunes A., 2007,”Modelling and urban studies, an introduction”, Architecture, City and Environment _Rossi A., 1991, “ Η Αρχιτεκτονική της Πόλης”, μτφ. Πετρίδου Βασιλική, επιμ. Παπαδόπουλος Λόης, University Studio Press _Sactra, 1995,”Trunk roads and the generation of traffic”, Standing Advisory Committee on Trunk Road Assessment, HMSO, London _Saskia Sassen, 2001, “The Global City: New York, London, Tokyo”, ed. Princeton University Press, Princeton και Oxford _Siedentop S., 2005, “Urban Sprawl- verstehen, messen, steuern”, DIsp 160, Zurich Simon Eisner, Arthur Gallion, Stanley Eisner, 1993,”The Urban Pattern”, έκτη έκδοση, Van Nostrand Reinhold, ΝέαΥόρκη _Sivrikaya Fatih, Cağatay Çankaya, Nuri Bozali, and ArifOkumuş,2015, “Evaluating Forest Based Land Use Change Trends Using a Cellular Automata-Markov Model: A Case Study of Turkey” _Torrens Paul, Alberti Marina 2000, “Measuring Sprawl”, , paper27, CASA (Centre for Advanced Spatial Analysis), UCL, London _Torrens Paul,2006,”Simulating Sprawl, Annals of the Association of American Geographers” _White R., Engelen G., 1997,”Cellular automata as the basis of integrating dynamic regional modelling”, Environment and Planning B _Wu F., 1998,”Simland: a prototype to simulate land conversion through the integrated GIS and CA with AGP-derived transition rules”, International Journal of Geographical Information Science 192

Tο αποτύπωμα της πόλης ως χωροχρονικό φαινόμενο, Από την αστική διάχυση στα κυψελοειδή αυτόματα  

Research Dissertation

Tο αποτύπωμα της πόλης ως χωροχρονικό φαινόμενο, Από την αστική διάχυση στα κυψελοειδή αυτόματα  

Research Dissertation

Advertisement