Issuu on Google+


ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ

[δώδεκα]

12 85

Πρέ­πει να ρί­χτη­κε με τα μού­τρα στη δου­λειά, για­τί την ε­πό­μενη μέ­ ρα έ­βρε­χε ό­λη την ώ­ρα ως το α­πό­γευ­μα και κα­θό­μουν στο δω­μά­τιό μου δια­βά­ζο­ντας το βι­βλί­ο Η Α­να­ζή­τη­ση της Μπρά­ιντι Μέρ­φι κι α­κού­γο­ντας ρα­ διό­φω­νο, ώ­σπου σκέφτη­κα πως μάλ­λον θα ’κα­να φό­νο αν ξα­νά­κου­γα τον μα­λά­κα τον Ντο­μέ­νι­κο Μο­ντού­νιο να τρα­γου­δά­ει άλ­λη μια φο­ρά το «Volare». Με­τά το φα­γη­τό κα­θό­μα­σταν με τη μη­τέ­ρα μου στο κα­θι­στι­κό, ό­ταν η Με­γκ χτύ­πη­σε την πί­σω πόρ­τα. Η μη­τέ­ρα μου ση­κώ­θη­κε. Την α­κο­λού­θη­σα και σερ­βι­ρίστη­κα και μια Πέπ­σι α­πό το ψυ­γεί­ο. Η Με­γκ χα­μο­γε­λού­σε, φο­ρού­σε κί­τρι­νο γυα­λι­στε­ρό α­διά­βρο­χο, τα μαλ­λιά της έ­στα­ζαν. «Δεν μπο­ρώ να μπω», εί­πε. «Σα­χλα­μά­ρες», εί­πε η μη­τέ­ρα μου. «Ό­χι, α­λή­θεια», εί­πε. «Ήρ­θα μό­νο να σας δώ­σω αυ­τό, α­πό την κυ­ρί­α Τσά­ντλερ». Έ­δω­σε στη μητέ­ρα μου μια βρε­μέ­νη κα­φέ σα­κού­λα, η ο­ποί­α πε­ριεί­χε ένα δο­χεί­ο με γά­λα. Η Ρουθ και η μη­τέ­ρα μου δεν δια­τη­ρού­σαν ιδιαί­τε­ρες κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις, αλ­λά ή­ταν γεί­το­νες της δι­πλα­νής πόρ­τας και οι γεί­το­ νες δά­νει­ζαν ο έ­νας τον άλ­λο. Η μη­τέ­ρα μου πή­ρε τη σα­κούλα κι έ­γνε­ψε. «Ευ­χα­ρί­στη­σε την κυ­ρί­α Τσά­ντλερ εκ μέ­ρους μου», εί­πε. «Μά­λι­στα». Ύ­στε­ρα έ­χω­σε το χέ­ρι της κά­τω α­πό το α­διά­βρο­χο και με κοί­τα­ξε, μ’ έ­να χαμό­γε­λο πέ­ρα για πέ­ρα ει­λι­κρι­νές. «Κι αυτό εί­ναι για σέ­να», εί­πε. Και μου ’δω­σε τη ζω­γρα­φιά μου. Ή­ταν τυ­λιγμέ­νη σε φύλ­λα α­πό χο­ντρό η­μι­δια­φα­νές τσι­γα­ρό­χαρ­το, κολ­λη­μέ­νο κι α­πό τις δύ­ο πλευ­ρές με σε­λο­τέ­ιπ. Μέσ’ απ’ το τσι­γα­ρό­χαρ­το δια­κρί­νονταν κά­ποιες γραμ­μές και χρώ­μα­τα, ό­χι ό­μως και τα σχή­μα­τα. Προ­τού προ­λά­βω να πω έ­στω ευ­χα­ρι­στώ ή ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο εί­πε «Γεια», κού­νη­σε το χέ­ρι, και μ’ ένα βή­μα πί­σω βγή­κε πά­λι στη βροχή κι έ­κλει­σε την πόρ­τα πί­σω της. «Λοι­πόν», εί­πε η μη­τέ­ρα μου, η ο­ποί­α τώ­ρα χα­μο­γε­λού­σε και αυ­τή. «Τι έ­χου­με ε­δώ;»


86

JACK KETCHUM

«Μου φαί­νε­ται πως εί­ναι μια ζω­γρα­φιά», α­πά­ντη­σα. Στε­κό­μουν ε­κεί, με την Πέπ­σι στο ’να χέ­ρι και τη ζω­γρα­φιά στο άλ­λο. Ή­ξε­ρα τι σκε­φτό­ταν η μη­τέ­ρα μου. Αυ­τό που σκε­φτό­ταν η μη­τέ­ρα μου πε­ριεί­χε τη λέ­ξη χα­ρι­τω­μέ­νο. «Δεν θα το α­νοί­ξεις;» «Ναι, βέ­βαια». Ά­φη­σα κά­τω την Πέπ­σι και της γύ­ρι­σα την πλάτη κι άρ­χι­σα να πα­ λεύ­ω με το σε­λο­τέ­ιπ. Έ­πει­τα έ­βγαλα το τσι­γα­ρό­χαρ­το. Αι­σθα­νό­μουν τη μη­τέ­ρα μου να κοι­τά­ζει πά­νω α­πό το κε­φά­λι μου, ό­μως ξαφ­νι­κά δεν με έ­νοια­ζε κα­θό­λου. «Εί­ναι πραγ­μα­τικά κα­λό», εί­πε έκ­πλη­κτη. «Εί­ναι πραγ­μα­τι­κά πο­λύ κα­ λό. Έ­χει πο­λύ ταλέ­ντο, δεν νο­μί­ζεις;» Και ή­ταν ό­ντως κα­λό. Δεν ή­μουν τεχνο­κρι­τι­κός, αλ­λά δεν ή­ταν κι α­πα­ραί­τη­το. Εί­χε κά­νει το σχέ­διο με με­λά­νι, και κά­ποιες α­πό τις γραμ­μές ή­ταν φαρ­διές και έ­ντο­νες, ε­νώ άλ­λες πο­λύ δια­κρι­τι­κές. Τα χρώ­μα­τα ή­ταν παλ α­πο­χρώ­σεις — τό­σο δια­κρι­τι­κά που ίσα ί­σα έμοιαζαν με χρώ­μα­τα, ή­ταν ό­μως α­λη­θι­νά και ζω­ντα­νά κι ά­φη­ναν να φαί­νε­ται πο­λύ χαρ­τί, δη­ μιουρ­γώ­ντας την ε­ντύ­πω­ση μιας λα­μπε­ρής η­λιό­λου­στης μέ­ρας. Ή­ταν η ει­κό­να ε­νός α­γο­ριού που, ξα­πλω­μέ­νο μπρού­μυ­τα σ’ έ­ναν με­ γά­λο ε­πί­πε­δο βρά­χο, δί­πλα σε έ­να γάρ­γα­ρο ρυά­κι, α­νά­με­σα στα δέ­ντρα και κά­τω α­πό τον ου­ρανό, κοι­τού­σε μες στο νε­ρό.

13

[δέκα τρία]

Το πή­γα στο Σκυ­λό­σπι­το να μου το κορ­νι­ζά­ρουν. Το Σκυ­λό­σπι­το ή­ταν έ­να μα­γα­ζί για κα­τοι­κί­δια που εί­χε με­τα­τρα­πεί σε μα­γα­ζί για χό­μπι. Στη βι­τρί­να εί­χαν κου­τά­βια και στο πί­σω μέ­ρος του μα­γα­ζιού εί­χαν τό­ξα και βέ­λη, χού­λα-χουπ, συ­ναρ­μο­λο­γούμε­να μο­ντέ­λα και έ­να ερ­γα­στή­ρι για κορ­νί­ζες, ε­νώ εν­διά­μεσα βρί­σκο­νταν τα ψά­ρια, οι χε­λώ­νες, τα φί­δια και τα κα­να­ρί­νια. Ο μα­γαζά­το­ρας έ­ρι­ξε μια μα­τιά και εί­πε «Διό­λου ά­σχη­μο». «Γί­νε­ται να το ’χω αύ­ριο;» «Βλέ­πεις να τρε­λαι­νό­μα­στε στη δου­λειά;» εί­πε. Το μα­γα­ζί ή­ταν ά­δειο. Η α­λυ­σί­δα κα­τα­στη­μά­των «Οι 2 μά­γκες απ’ το Χά­ρι­σον» που εί­χε α­νοί­ξει στην Ε­θνι­κή Οδό 10 τον εί­χε σβή­σει. «Θα το ’χεις α­πό­ψε. Ξα­να­έ­λα γύ­ρω στις τέσ­σε­ρις και μι­σή». Βρι­σκό­μουν ε­κεί στις τέσ­σε­ρις και τέ­ταρ­το, δε­κα­πέ­ντε λε­πτά νωρί­τε­


ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ

87

ρα, ό­μως το ’χε έ­τοι­μο, με μια ό­μορ­φη κορ­νί­ζα α­πό πευ­κό­ξυ­λο βαμ­μέ­νο σαν μα­ό­νι. Το τύ­λι­ξε σε κα­φέ χαρ­τί. Χώ­ρε­σε μια χα­ρά στο έ­να α­πό τα δύ­ο πί­σω κα­λά­θια του πο­δη­λά­του μου. Μέ­χρι να φτά­σω σπί­τι εί­χε έρ­θει η ώ­ρα του φα­γητού και έ­τσι έ­πρε­ πε πρώ­τα να υπο­μείνω το ψη­τό κα­τσα­ρό­λας, τα πρά­σι­να φα­σο­λά­κια και τον που­ρέ πα­τά­τας με τη σάλ­τσα κρέ­α­τος. Έπει­τα έ­πρε­πε να βγά­λω έ­ξω τα σκου­πίδια. Ύ­στε­ρα πή­γα α­πό ε­κεί. Α­πό την τη­λε­όρ ­ α­ση α­κου­γό­ταν στη δια­πα­σών η μου­σι­κή α­πό τους τί­τλους του Ο Πα­τέ­ρας τα ’χει τε­τρα­κό­σια, του λι­γό­τε­ρο α­γα­πη­μέ­νου μου τη­λε­ο­πτι­κού προ­γράμ­μα­τος, και α­πό τις σκά­λες κα­τέ­βη­καν για χι­λιοστή φο­ρά λαμπο­κο­πώ­ντας η Κά­θι, ο Μπα­ντ και η Μπέ­τι. Μου μύ­ρι­ζε λου­κά­ νι­κα και φα­σό­λια και λά­χα­νο τουρ­σί. Η Ρουθ κα­θό­ταν στην κα­ρέ­κλα της, με τα πό­δια της πά­νω στο σκα­μνάκι. Ο Ντό­νι και ο Γου­ίλ­ ι ή­ταν ξα­πλω­μέ­ νοι φαρ­διοί πλα­τιοί στον κα­να­πέ. Ο Γού­φερ ή­ταν ξα­πλω­μέ­νος μπρού­μυ­τα τό­σο κο­ντά στην τη­λε­όρ ­ α­ση που σ’ έ­κα­νε να α­να­ρω­τη­θείς αν εί­χε προ­ βλή­μα­τα με την α­κο­ή του. Η Σού­ζαν έ­βλε­πε τη­λε­όρ ­ α­ση κα­θι­σμέ­νη σε μια κα­ρέ­κλα με ί­σια πλά­τη στην τρα­πε­ζα­ρί­α, και η Με­γκ ή­ταν στην κου­ζί­να κι έ­πλε­νε τα πιά­τα. Η Σού­ζαν μού χα­μο­γέ­λα­σε. Ο Ντό­νι με χαι­ρέ­τη­σε σιω­πη­λά και ξα­να­ γύ­ρι­σε στη τη­λε­ό­ρα­ση. «Μα κα­λά», εί­πα. «Δεν ση­κώ­νε­ται κα­νείς ε­δώ;» «Τι έ­χεις ε­κεί, ρε μά­γκα;» ρώ­τη­σε ο Ντό­νι. Σή­κω­σα τη ζω­γρα­φιά, τυ­λιγ­μέ­νη με κα­φέ χαρ­τί. «Τους δί­σκους του Μά­ριο Λά­ντσα που ’θε­λες». Γέ­λα­σε. «Κά­θαρ­μα». Τώ­ρα με κοι­τού­σε η Ρουθ. Α­πο­φά­σι­σα να έρ­θω στο ψη­τό. Ά­κου­σα τη βρύ­ση στην κου­ζί­να να κλεί­νει. Γύ­ρι­σα πί­σω μου κι εί­δα τη Με­γκ να με κοι­τά­ει σκου­πί­ζο­ντας τα χέ­ρια πά­νω στην πο­διά της. Της χά­ρι­σα έ­να χα­μό­γε­λο και νο­μί­ζω ό­τι α­μέ­σως κα­τά­λα­βε τι πή­γαι­να να κά­ νω. «Ρουθ;» «Ναι; Ράλ­φι, χα­μή­λω­σε την τη­λε­ό­ρα­ση. Έ­τσι μπρά­βο. Τι τρέ­χει, λοι­ πόν, Ντέ­ι­βι;» Πλη­σί­α­σα τη Ρουθ. Έ­ρι­χνα λο­ξές μα­τιές στη Με­γκ. Με πλη­σί­α­ζε α­πό την τρα­πεζαρί­α. Κου­νού­σε το κε­φά­λι της. Στο στό­μα της σχη­μα­τι­ζό­ταν έ­να βου­βό «μη».


88

JACK KETCHUM

Δεν υ­πήρ­χε πρό­βλημα. Α­πλά ένιω­θε ντρο­πή. Μό­λις η Ρουθ θα έ­βλε­ πε τη ζω­γρα­φιά, θα της περ­νού­σε. «Ρουθ», εί­πα, «αυ­τό εί­ναι α­πό τη Με­γκ». Της το πρό­σφερα. Χα­μο­γέ­λα­σε πρώ­τα σε μέ­να και μετά στη Με­γκ, κι έ­πει­τα το πή­ρε α­πό τα χέ­ρια μου. Ο Γού­φερ εί­χε χα­μη­λώσει τό­σο πο­λύ τον ή­χο της τη­λε­ό­ρα­ σης που α­κου­γό­ταν το τρί­ξι­μο του σκλη­ρού κα­φέ χαρ­τιού κα­θώς το ξε­τύ­ λι­γε. Το χαρ­τί έ­πε­σε. Κοί­τα­ξε τη ζω­γρα­φιά. «Με­γκ!» εί­πε. «Πού βρή­κες λε­φτά ν’ α­γο­ρά­σεις αυ­τό το πράγ­μα;» Ή­ταν φα­νε­ρό ό­τι το θαύ­μα­ζε. Γέ­λα­σα. «Μό­νο η κορνί­ζα κό­στι­σε», εί­πα. «Το ζω­γρά­φι­σε για σέ­να». «Α­λή­θεια; Η Με­γκ το έ­κα­νε;» Κού­νη­σα κα­τα­φα­τικά το κε­φά­λι. Ο Ντό­νι, ο Γούφερ κι ο Γου­ί­λι στρι­μώ­χτη­καν γύρω μας για να δουν. Η Σού­ζαν ά­φη­σε την κα­ρέκλα της. «Εί­ναι υ­πέ­ρο­χο!» εί­πε. Κοί­τα­ξα ξα­νά τη Με­γκ, η ο­ποί­α στε­κό­ταν στην τρα­πε­ζα­ρία, γε­μά­τη α­γω­νί­α κι ελ­πί­δα. Η Ρουθ κοι­τούσε τη ζω­γρα­φιά. Μου φά­νη­κε ό­τι την κοι­τού­σε πά­ρα πολ­λή ώ­ρα. «Ό­χι, δεν την έ­κα­νε για μέ­να», εί­πε τε­λι­κά. «Μη με δου­λεύ­ε­τε. Για σέ­ να τη ζω­γρά­φι­σε, Ντέ­ι­βιντ». Χα­μο­γέ­λα­σε. Το χα­μόγε­λό της, ό­μως, ή­ταν λί­γο παρά­ξε­νο. Και τώ­ρα άρ­χι­ζα κι ε­γώ να νιώ­θω α­γω­νί­α. «Για δες. Έ­να α­γό­ρι πά­νω σ’ έ­να βρά­χο. Φυ­σι­κά και εί­ναι για σέ­να». Μου την ξα­νά­δω­σε. «Δεν τη θέλω», εί­πε. Ένιω­σα μπερ­δε­μένος. Δεν μου ’χε πο­τέ πε­ρά­σει απ’ τον νου πως η Ρουθ θα μπο­ρού­σε να μην τη δε­χτεί. Προς στιγ­μή δεν ή­ξε­ρα τι να κά­νω. Στε­κό­μουν ε­κεί, κρα­τώ­ντας την, κοι­τώ­ντας την. Ή­ταν υ­πέ­ρο­χη ζω­γρα­φιά. Προ­σπά­θη­σα να ε­ξηγή­σω. «Μα, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα για σέ­να εί­ναι φτιαγμέ­νη, Ρουθ. Λόγω τι­ μής. Βλέ­πεις, το συ­ζη­τή­σα­με. Και η Με­γκ ή­θε­λε να φτιά­ξει μί­α για σέ­να, αλ­λά ή­ταν τό­σο…» «Ντέ­ι­βι­ντ». Ή­ταν η Με­γκ, που προ­σπα­θού­σε να με στα­μα­τή­σει. Και τώ­ρα ή­μουν α­κό­μα πιο μπερ­δε­μέ­νος, για­τί η φω­νή της ή­ταν αυ­στη­ρή και προ­ει­δο­ποι­ η­τι­κή. Μ’ έ­κα­νε να νιώσω σχε­δόν θυ­μω­μέ­νος. Βρι­σκό­μουν στη μέ­ση αυ­τής


ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ

89

της κω­λο­κα­τά­στα­σης και η Με­γκ δεν έ­λε­γε να μ’ α­φή­σει να ξεφύ­γω. Η Ρουθ α­πλώς χα­μο­γέ­λα­σε ξα­νά. Έ­πει­τα κοί­τα­ξε τον Γου­ίλι και τον Γού­φερ και τον Ντόνι. «Πάρ­τε έ­να μά­θη­μα, παι­διά. Θυ­μη­θεί­τε το. Εί­ναι ση­μα­ντικό. Αρκεί να φερ­θεί­τε ευ­γε­νι­κά σε μια γυ­ναί­κα — κι ε­κεί­νη θα κά­νει έ­να σω­ρό ό­μορ­φα πράγ­μα­τα για σας. Ό­πως τώ­ρα που ο Ντέ­ι­βι­ντ φέρ­θη­κε ευ­γε­νι­κά στη Με­γκ και κέρ­δι­σε μια ζω­γραφιά. Μια ό­μορ­φη ζω­γρα­φιά. Αυ­τό κέρ­δι­σες, έ­τσι δεν εί­ναι, Ντέ­ι­βι­ντ; Θέ­λω να πω, αυ­τό κέρ­δισες ό­λο κι ό­λο; Ξέ­ρω πως εί­σαι μι­κρός α­κό­μα, αλ­λά πο­τέ δεν ξέ­ρεις». Γέ­λα­σα κοκ­κι­νί­ζο­ντας. «Έ­λα τώ­ρα, Ρουθ». «Λοι­πόν σου λέ­ω πως, πράγ­μα­τι, πο­τέ δεν ξέ­ρεις. Τα κο­ρί­τσια πα­ρα­ εί­ναι εύ­κο­λα. Αυ­τό εί­ναι το πρό­βλη­μά τους. Τά­ξε τους κα­τι­τί, κι εν­νιά στις δέ­κα θα ’χεις ό,τι θες. Ξέ­ρω τι λέ­ω. Πάρ­τε για πα­ρά­δειγ­μα τον πα­τέ­ρα σας. Πάρ­τε για πα­ρά­δειγ­μα τον Γου­ί­λι τον Πρε­σβύ­τε­ρο. Ό­ταν πα­ντρευ­τή­κα­με έ­λε­γε πως θα διεύ­θυ­νε τη δι­κή του ε­ται­ρεί­α. Ολό­κλη­ρο στό­λο α­πό γα­λα­τά­ δι­κα. Θα ξε­κί­να­γε μ’ ένα και θα ’φτα­νε ως την κο­ρυ­φή. Θα τον βο­η­θού­σα με τα λο­γι­στι­κά, ό­πως έ­κα­να και στη λε­ω­φό­ρο Χά­ουαρ­ντ κα­τά τη διάρκεια του πο­λέ­μου. Ε­γώ διεύ­θυ­να αυ­τό το ερ­γο­στά­σιο κα­τά τη διάρ­κεια του πο­λέ­ μου. Θα γι­νό­μα­σταν πιο πλού­σιοι απ’ ό,τι ή­ταν οι γο­νείς μου ό­ταν ή­μουν παι­δί στη Μορι­στά­ουν και σας το λέ­ω, ή­μα­σταν πο­λύ πλού­σιοι. Ξέ­ρε­τε, ό­μως, τι κέρ­δι­σα; Τί­πο­τα. Ού­τε έ­να τό­σο δα πρα­μα­τάκι. Μό­νο ε­σάς τους τρεις που ξε­πε­τα­γό­σα­σταν, έ­νας, δύ­ο, τρεις, και με­τά αυ­τός ο α­ξια­γά­πη­τος Ιρ­λαν­δός μπά­σταρ­δος την κο­πά­νη­σε για έ­νας Θε­ός ξέ­ρει πού. Έ­τσι βρέ­ θη­κα με τρί­α πει­να­σμέ­να στό­μα­τα να θρέ­ψω, και τώ­ρα έ­χω κι άλ­λα δύ­ο. »Σας το λέω, τα κο­ρί­τσια εί­ναι χα­ζά. Τα κο­ρί­τσια εί­ναι εύ­κολα. Κο­ρό­ι­ δα από την πρώ­τη έ­ως την τε­λευ­ταί­α». Με προ­σπέ­ρα­σε και πή­γε στη Με­γκ. Πέ­ρα­σε το χέ­ρι της γύ­ρω α­πό τους ώ­μους της και με­τά στρά­φη­κε προς το μέ­ρος μας. «Πάρ­τε τώ­ρα για πα­ρά­δειγ­μα αυ­τή τη ζω­γρα­φιά», εί­πε. «Ξέ­ρω ό­τι την έφτια­ξες για τον Ντέ­ι­βι­ντ α­πό ’δώ, και μη μου λες άλ­λα. Αυ­τό που θέ­λω να ξέ­ρω, ό­μως, εί­ναι το τι θα βγάλεις α­πό αυ­τό; Τι νο­μί­ζεις ό­τι θα σου προ­ σφέ­ρει αυ­τό το α­γό­ρι; Ο Ντέ­ι­βι­ντ, βέ­βαια, εί­ναι κα­λό παι­δί. Καλύ­τε­ρο α­πό πολ­λά άλ­λα, θα μπο­ρού­σα να πω. Σα­φώς κα­λύ­τε­ρο. Ό­μως, α­γά­πη μου, δεν πρό­κει­ται να σου προ­σφέ­ρει τί­πο­τα! Και αν πι­στεύ­εις το α­ντί­θε­το, τό­τε τα θέ­λει ο κώ­λος σου. »Το μό­νο που λέ­ω, λοι­πόν, εί­ναι πως ελπί­ζω ό­τι αυ­τή η ζω­γρα­φιά εί­ναι ό,τι του έ­χεις προ­σφέ­ρει και ό,τι πρό­κει­ται να του προ­σφέ­ρεις, και σ’ το λέ­ω, αυ­τό εί­ναι για το κα­λό σου. Για­τί ή­δη έ­χεις ε­κεί κά­τω αυ­τό που


90

JACK KETCHUM

θέ­λουν οι ά­ντρες και αυ­τό δεν εί­ναι η ζω­γρα­φι­κή σου, ρε γα­μώ­το». Έ­βλε­πα ό­τι το πρό­σω­πο της Με­γκ εί­χε αρ­χί­σει να τρέ­μει και ή­ξε­ρα ό­τι κα­τέ­βαλ­λε προ­σπά­θεια να μην κλά­ψει. Ό­μως ό­σο α­προσ­δό­κη­τα και αν ή­ταν ό­λα αυ­τά, ε­γώ προ­σπα­θού­σα να μη γε­λά­σω. Το ί­διο κι ο Ντό­νι. Η ό­λη φά­ση ή­ταν αλ­λό­κο­τη, και ί­σως να έ­φται­γε ως έ­να ση­μεί­ο η έ­ντα­ση, ό­μως αυ­τό που εί­χε πει η Ρουθ για τη ζω­γρα­φι­κή ή­ταν α­στεί­ο. Η Ρουθ α­γκά­λια­σε πιο σφι­χτά τους ώ­μους της Με­γκ. «Και αν τους δώ­σεις αυ­τό που θέ­λουν τότε, γλυ­κιά μου, δεν εί­σαι πα­ ρά μια τσού­λα. Ξέ­ρεις τι εί­ναι τσού­λα; Ξέ­ρεις ε­σύ, Σού­ζαν; Πού να ξέ­ρεις κι ε­σύ. Εί­σαι τό­σο μι­κρή. Λοι­πόν εί­ναι τόσο α­πλό: τσού­λα εί­ναι κά­ποια που θ’ α­νοί­ξει τα πό­δια της για έ­ναν ά­ντρα. Έ­τσι ώ­στε να μπο­ρεί αυ­τός να τρυ­πώ­σει μέ­σα. Γού­φερ, στα­μά­τα να χα­σκο­γε­λάς. »Ό­ποια εί­ναι τσού­λα τής α­ξί­ζει έ­να γε­ρό χέ­ρι ξύ­λο. Ό­λοι σ’ αυ­τή την πό­λη θα συμ­φω­νού­σαν μα­ζί μου. Γι’ αυ­τό σε προ­ει­δο­ποιώ, γλυ­κιά μου, αν φερ­θείς σαν τσού­λα σ’ αυ­τό το σπί­τι, ο κώ­λος σου θα γί­νει το γρα­σί­δι και η Ρουθ η μη­χα­νή που το κου­ρεύ­ει». Ά­φη­σε τη Με­γκ και μπή­κε στην κου­ζί­να. Ά­νοι­ξε την πόρ­τα του ψυ­ γεί­ου. «Λοι­πόν», εί­πε. «Ποιος θέ­λει μπίρα;» Έδει­ξε τη ζω­γρα­φιά. «Ψό­φιο πράγ­μα, πά­ντως», εί­πε, «δεν νο­μί­ζε­τε;» και άρ­πα­ξε το καφά­σι με τις μπίρες.

14

[δέκα τέσσερα]

Ε­κεί­νη την ε­πο­χή δυο μπίρες ή­ταν αρ­κε­τές για να με στεί­λουν σπί­τι σου­ρω­μέ­νο και με βα­ρύ κε­φά­λι, α­φ ού εί­χα πρώ­τα δώ­σει τη συ­νη­θι­σμέ­νη υ­πό­σχε­ση να μην μου ξε­φύ­γει κου­βέ­ντα στους δι­κούς μου, λες και υ­πήρ­χε πο­τέ πε­ρί­πτω­ση να γί­νει κά­τι τέ­τοιο. Κα­λύ­τε­ρα να μου κο­βό­ταν το χέ­ρι. Το υ­πό­λοι­πο α­πό­γευ­μα, α­πό τη στιγ­μή που η Ρουθ στα­μά­τη­σε το κή­ ρυγ­μα και με­τά, κύλη­σε χω­ρίς να συμ­βεί τί­πο­τα α­ξιό­λο­γο. Η Με­γκ μπή­κε στο μπά­νιο και ό­ταν βγή­κε ή­ταν σαν να μην εί­χε συμ­βεί το πα­ρα­μι­κρό. Τα μά­τια της ή­ταν στε­γνά. Το πρό­σω­πό της κε­νό και ανέκ­φρα­στο. Εί­δα­με το Ντά­νι Τό­μας και ή­πια­με τις μπί­ρες μας, κι έ­πει­τα, κά­ποια στιγ­μή που παι­ ζό­ταν έ­να δια­φη­μι­στι­κό, κα­νό­νι­σα με τον Γου­ί­λι και τον Ντό­νι να πά­με για μπό­ου­λιν­γκ το Σάβ­βα­το. Προ­σπά­θη­σα να δια­σταυ­ρώ­σω τη μα­τιά μου με


ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ

91

της Με­γκ, ό­μως ε­κεί­νη δεν έ­λε­γε να με κοι­τά­ξει. Ό­ταν τέ­λειω­σαν οι μπί­ ρες γύ­ρι­σα σπί­τι μου. Κρέ­μα­σα τη ζω­γρα­φιά δί­πλα στον κα­θρέ­φτη του δω­μα­τί­ου μου. Υ­πήρ­χε, όμως, έ­να πα­ρά­ξε­νο συ­ναί­σθη­μα, το ο­ποί­ο δεν έ­λε­γε να με αφή­σει. Πο­τέ άλ­λο­τε δεν εί­χα ακού­σει κά­ποιον να χρη­σι­μο­ποιεί τη λέ­ξη τσού­λα, κα­τα­λά­βαι­να, ό­μως, το νό­η­μά της. Το κα­τα­λά­βαι­να α­πό τό­τε που διά­βα­ζα στη ζού­λα το Πέ­ι­τον Πλέ­ις της μητέ­ρας μου. Α­να­ρω­τιό­μουν αν η Ντε­νίζ, η α­δερ­φή του Έ­ντι, ή­ταν α­κό­μα αρ­κε­τά μι­κρή για να διεκ­δι­κή­σει αυ­τό τον τί­τλο. Την έ­φερα στον νου μου δε­μέ­νη γυ­μνή σ’ έ­να δέ­ντρο, σκεφτό­μουν τις χο­ντρές και α­πα­λές ρώγες της. Να κλαί­ει, να γε­λά — με­ ρικές φο­ρές και τα δύ­ο μα­ζί. Έ­φερα στον νου μου τη δι­πλω­μέ­νη σάρ­κα α­νά­με­σα στα πό­δια της. Έ­φε­ρα στον νου μου τη Με­γκ. Ή­μουν ξα­πλω­μέ­νος στο κρε­βά­τι μου και σκε­φτό­μουν πό­σο εύ­κο­ λο ή­ταν να πλη­γώ­σεις κά­ποιον. Η σω­μα­τι­κή βί­α δεν ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη. Αρκού­σε να δώ­σεις έ­να γε­ρό χτύ­πημα σε κά­τι για το ο­ποί­ο νοιαζό­ταν. Θα μπο­ρού­σα να το κά­νω κι ε­γώ αν ή­θε­λα. Οι άν­θρω­ποι εί­ναι ευά­λω­τοι. Σκε­φτό­μουν τους γονείς μου κι ό­σα έ­κα­ναν, και τα χτυ­πή­μα­τα που συ­νε­χώς κα­τά­φερ­ναν ο έ­νας στον άλ­λο. Χτυ­πή­μα­τα τό­σο συ­χνά πλέ­ον ώστε, κα­θώς βρισκόμουν στη μέ­ση, εί­χα κα­τα­φέ­ρει να μη νοιά­ζο­μαι για κα­νέ­ναν τους. Μι­κρο­πρά­μα­τα κυ­ρί­ως, που ό­μως συσ­σω­ρεύ­ο­νταν. Δεν μπο­ρού­σα να κοι­μη­θώ. Οι γο­νείς μου βρί­σκο­νταν στο δι­πλα­νό δω­μά­τιο· ο πα­τέ­ρας μου ρο­χά­λι­ζε. Ση­κώ­θη­κα και πή­γα στην κου­ζί­να να πιω μια κο­κακό­λα. Έ­πει­τα πή­γα στο κα­θι­στι­κό και κάθι­σα στον κα­να­πέ. Δεν ά­να­ψα τα φώ­τα. Ή­ταν πε­ρα­σμέ­να μεσά­νυ­χτα. Ή­ταν ζε­στή νύ­χτα. Δεν φυ­σού­σε κα­θό­λου. Ως συ­νή­θως, οι γο­νείς μου εί­χαν α­φή­σει τα πα­ρά­θυ­ρα α­νοι­χτά. Μέ­σα α­πό τη σή­τα έ­βλε­πα κα­τευ­θεί­αν στο κα­θι­στι­κό των Τσά­ντλερ. Τα φώ­τα τους ή­ταν α­κό­μα α­ναμ­μένα. Τα πα­ρά­θυ­ρά τους ή­ταν ε­πί­σης α­νοιχτά, κι α­κούγο­νταν φω­νές. Δεν μπο­ρού­σα να κα­τα­λά­βω πολ­λά απ’ ό­σα λέ­γο­ νταν, αλ­λά ή­ξε­ρα ποιοι μιλού­σαν. Ο Γου­ίλ­ ι. Η Ρουθ. Ύ­στε­ρα η Με­γκ. Με­τά ο Ντό­νι. Α­κό­μα κι ο Γού­φερ ή­ταν α­κό­μα ξύ­πνιος — ά­κου­γα τη φωνή του, ο­ξεί­α και δια­πε­ρα­στι­κή σαν κο­ρι­τσιού, ά­κου­γα το γέ­λιο του. Ό­λοι οι άλ­λοι φώ­να­ζαν για κά­τι. «…για έ­να α­γό­ρι!» ά­κου­σα τη Ρουθ να λέ­ει. Με­τά η φω­νή της χά­θη­κε


92

JACK KETCHUM

ξα­νά μέ­σα σ’ έ­να παν­δαι­μό­νιο α­πό φω­νές και ή­χους, που α­κού­γο­νταν ό­λοι μα­ζί. Από το πλαί­σιο του πα­ρα­θύ­ρου του καθι­στι­κού τους εί­δα τη Με­γκ να ο­πι­σθο­χω­ρεί. Κου­νού­σε τα χέ­ρια, φώ­να­ζε, έ­τρε­με σύ­γκορ­μη α­πό θυ­μό. «Δεν θα το κά­νεις!» την ά­κου­σα να λέ­ει. Έ­πει­τα η Ρουθ εί­πε κά­τι το ο­ποί­ο βρι­σκό­ταν έ­ξω α­πό το πε­δί­ο της α­κο­ής μου, αλ­λά α­κού­στη­κε σαν μου­γκρη­τό, έ­τσι μου φά­νηκε ε­μέ­να του­ λάχι­στον, κι έ­ξαφ­να εί­δα τη Με­γκ να κα­ταρ­ρέ­ει, να δι­πλώ­νε­ται. Και με­τά να κλαί­ει. Κι έ­να χέρι ε­ξα­πο­λύ­θη­κε και τη χα­στού­κι­σε. Τη χα­στού­κι­σε τό­σο δυ­να­τά, που έ­πε­σε προς τα πί­σω, βγή­κε α­πό το πλαί­σιο του πα­ρα­θύ­ρου και δεν την έ­βλε­πα πια. Ο Γου­ί­λι προ­χώ­ρη­σε προς τα μπρος. Άρ­χι­σε να την α­κο­λου­θεί. Σι­γά σι­γά. Σαν να την κατα­δί­ω­κε. «Αρ­κε­τά!» ά­κου­σα τη Ρουθ να λέ­ει. Εν­νο­ώ­ντας, νο­μί­ζω, πως ο Γου­ί­λι θα έπρε­πε να την α­φή­σει ή­συ­χη. Πέ­ρα­σε μια στιγ­μή κα­τά την ο­ποί­α φα­ντά­ζο­μαι πως κα­νείς δεν σά­ λε­ψε. Ύ­στε­ρα σιλουέ­τες άρ­χι­σαν να πη­γαι­νο­έρ­χο­νται για λί­γο, περ­νώ­ντας μπρο­στά α­πό το πα­ρά­θυρο, και ό­λες έ­μοια­ζαν σκυ­θρω­πές και θυ­μω­μέ­νες, ο Γου­ί­λι και ο Γού­φερ και ο Ντό­νι και η Ρουθ και η Με­γκ που μά­ζευαν διά­ φο­ρα πράγ­μα­τα α­πό το πά­τω­μα ή τα­κτο­ποιού­σαν τις κα­ρέ­κλες ή ο­τιδή­πο­τε άλ­λο και σι­γά σι­γά α­πο­μα­κρύ­νο­νταν. Δεν ά­κου­γα πια άλ­λες φω­νές, άλ­λες ο­μι­λί­ες. Η μό­νη που δεν είχα δει ή­ταν η Σού­ζαν. Έ­μει­να ε­κεί πα­ρα­κολου­θώ­ντας. Τα φώ­τα έ­σβη­σαν. Μια α­μυ­δρή λάμψη ερ­χό­ταν α­πό τα υ­πνο­δω­μά­τια, κι αυ­τό ή­ταν ό­λο. Ύ­στε­ρα α­κό­μα κι αυ­τή έ­σβη­σε, και το σπί­τι τους ή­ταν ε­ξί­σου σκο­τει­νό με το δι­κό μας.

15

[δέκα πέντε]

Ε­κεί­νο το Σάβ­βα­το στην πί­στα του μ��ό­ου­λιν­γκ ο Κέ­νι Ρό­μπερ­τσον κα­τά­φε­ρε ν’ α­στο­χή­σει στη τε­λευ­ταί­α του βο­λή και να χα­ρα­μί­σει έ­να εύκο­ λο σπέ­αρ, με α­πο­τέ­λε­σμα να τε­λειώ­σει με 107 πό­ντους μό­νο. Ο Κέ­νι ή­ταν κοκ­κα­λιά­ρης κι εί­χε την τά­ση να βά­ζει στην μπάλα όλη του τη δύ­να­μή


και να τη ρί­χνει στον γά­μο του κα­ρα­γκιό­ζη. Γύ­ρι­σε πί­σω σκου­πί­ζο­ντας το μέ­τω­πό του με το γού­ρι­κο μα­ντή­λι του πα­τέ­ρα του, το ο­ποί­ο δεν του ’χε φέ­ρει και τό­σο γού­ρι εκεί­νη τη μέ­ρα. Κά­θι­σε α­νά­με­σα σε μέ­να και τον Γου­ίλ­ ι, πί­σω α­πό τον πί­να­κα του σκορ. Πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με τον Ντό­νι να παίρ­νει θέ­ση βο­λής στην α­γα­πη­ μένη του θέ­ση, στα α­ρι­στε­ρά του δεύ­τε­ρου βέ­λους. «Το ξα­να­σκε­φτήκα­τε;» ρώ­τη­σε τον Γου­ί­λι. «Θα βά­λου­με τη Με­γκ στο Παι­χνί­δι;» Ο Γου­ί­λι χα­μο­γέ­λασε. Πρέ­πει να ’ταν ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Μάλ­λον θα ξε­περ­νού­σε τους 150 πό­ντους, κι αυ­τό δεν συ­νέ­βαι­νε συ­χνά. Κού­νη­σε το κε­φά­λι του. «Έ­χου­με το δι­κό μας Παι­χνί­δι τώ­ρα», εί­πε.



Jack ketchum, Το κορίτσι της διπλανής πόρτας