__MAIN_TEXT__
feature-image

Page 1

πολιτική | πολιτισμός | τέχνες Ιούνιος 2011

17


_Δημήτρης Δαλδάκης

Πόρτα στον ήλιο

A Puerta Gayola Όταν ο πόλεμος είναι δικός σου, δεν χρειάζεσαι ενισχύσεις. Φτάσαμε καταμεσήμεροι στη ζωή με τις επιθυμίες μας ασήκωτες στην πλάτη. Νηστικοί και λυγισμένοι απ’το βάρος. Δεν πιστέψαμε στη μακροημέρευση που κουράστηκε να ψιθυρίζει ο κόσμος. Στριμωχτήκαμε σε πρωινά δύσκολα, δούλοι πολλοί, και φτιάξαμε τους μπέους παράγοντες και την ατμόσφαιρα της Φουκουσίμα. Τα καθαρά χαμόγελα που ορκιστήκαμε, μας τραυμάτισαν τα μάγουλα. – Και ανέχομαι, ακόμα, το άσχημο μόριο που μπαίνει μέσα μου. Μου λέει «φίλα με» και κοιτάζω, άδεια, το ταβάνι. Δεν σου λέω να κατέβεις από την κορυφή που αξίζεις – από το δικαίωμα στην άνεση – για να εγκατασταθείς μόνιμα στη μαύρη κοινή μιζέρια. Σου λέω να μετακινηθείς ελάχιστα γιατί αδικείς τον ήλιο. Οι καλές γιορτές πάντα στήνονται πάνω σε τάφους. Είναι όμως άρρωστο να νομίζεις ότι είσαι ακριβότερος από το θάνατο. Έχουμε να ξεδιαλύνουμε πολλή ψευδαίσθηση ακόμα για να πούμε ότι ξυπνήσαμε. Προς το παρόν, παλεύουμε να κρατήσουμε τον εφιάλτη ζωντανό για να μη σηκωθούμε απ’ το κρεβάτι. Οι μεσίτες της χώρας μάς θέλουν πατριώτες. Μας απαγορεύουν να καίμε τη σημαία γιατί δεν μπορούν να ξεπουλήσουν στάχτες. – Κάψε το γαμημένο το χαρτοφυλάκιό τους! Πες όχι στη σωτηρία της χώρας! Πάρ’τη στα χέρια σου! Πούλησέ τη στην τιμή σου, όχι στη δικιά τους! Κάθε μέρα μελανιασμένοι και αιμόφυρτοι. Σαν τη γυναίκα που δέρνει ο άντρας της. Ξέρουμε την αλητεία που έχουμε απέναντί μας και δεν έχουμε τα κότσια να φύγουμε ή να σκοτώσουμε. Λέμε ότι φταίμε εμείς που μας δέρνει. Βάζουμε λαμπερό κραγιόν στα σκισμένα χείλη και μαύρα γυαλιά στα μαυρισμένα μάτια. Με πατερίτσες στην ψυχή, εξακολουθούμε να κάνουμε, οι μαλάκες, τις παρελάσεις τους και το σταυρό μας. Υποδεχόμαστε με τιμές αρχηγού κράτους το άγιο φως. Και καθόμαστε προσοχή για μια λαμπάδα. – Οι άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη τη θεία φώτιση. Οι δούλοι την έχουν. Θεέ της καμπούρας, δεν έμαθες ποτέ σου να βαφτίζεις μάγκες. Διαλέγουμε στενούς κόλπους. Γεννάμε μέσα σε αφόρητους πόνους. Έχουμε την αντοχή, έχουμε και τα δάκρυα. Ανάσα. Και χτίζουμε μια ζωή τόσο σπάνια όσο η αρωματική ντομάτα. Κοιταζόμαστε στα μάτια. Δεν έχουμε χρόνο να ενθουσιαστούμε. Ας έρθουν καιροί πιο δύσκολοι, να φανούμε πιο δυνατοί ακόμα. Ο ιδρώτας των νικητών πρέπει, πάντα, να πηγαίνει χαμένος.  youtube.com/watch?v=n8LVgNhf4C4

info@konteiner. gr | Τ: 211 402 92 77

Εκδότης: Στέφανος Νόλλας Ειδικός Σύμβουλος: Γιώργος Διβάνης g.divanis@konteiner.gr Σύμβουλος Έκδοσης: Ηλίας Μαρμαράς Creative Direction: Γιώργος Κωνσταντινίδης g.konstantinidis@konteiner.gr Ατελιέ: Ελένη Σγόντζου, Μαρίζα Σουλιώτη,

Ιntern: Δέσποινα Κατσάρη Επιμέλεια - Διόρθωση: Ηρώ Μακρή, Λευτέρης Βασιλόπουλος Νομικός Σύμβουλος: Ζωή Ν. Κωνσταντοπούλου Υποδοχή Διαφήμισης: Iωάννα Γεωργοπούλου T: 211 40 29 277 Εκτύπωση - Βιβλιοδεσία: Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α. Ε. Ιδιοκτησία: Διάδραση Α. Μ. Κ. Ε.

Το κοντέινερ δημοσιεύει μόνο ενυπόγραφα κείμενα. Τα ενυπόγραφα κείμενα δεν εκφράζουν απαραιτήτως τις θέσεις του περιοδικού.

Μια προσφορά από την


Recorder Ανοιχτή Λαϊκή Συνέλευση Πλατείας Συντάγματος

Σήμερα το βράδυ όλοι έχουμε μια ψυχική ανάταση. Ας το κρατήσουμε αυτό κι ας προχωρήσουμε. Υπάρχει φόβος αυτή τη στιγμή στα ΜΜΕ του κατεστημένου και στους πολιτικούς. Η διαδήλωση, η συνέλευση, είναι πάρα πολύ μεγάλη. Να μην τους επιτρέψουμε να μας ενσωματώσουν. Πήρα το μικρόφωνο για να ζητήσω συγγνώμη από τα νέα παιδιά που βλέπω εδώ, για την Ελλάδα και την πολιτική σκηνή που τους παραδίδουμε. Να ξεκινήσουν διαδικασίες αυτοδιάθεσης και αυτοθέσμισης, αποκαθιστώντας τη σχέση μας με την πολιτική, να εργαστούμε με πείσμα γι’ αυτό.

Θα ήταν πολύ όμορφο όσο μιλώ να με μεταφράζουν σε άλλες γλώσσες ή να υπάρχει κάποιος διερμηνέας νοηματικής για κωφάλαλους.

Προχθές οι ακροδεξιοί μαχαίρωναν μετανάστες από τις χώρες που πρωτοστάτησαν και δίδαξαν ό,τι εξεγερσιακό συμβαίνει πια στον κόσμο.

Αυτό που ζούμε εδώ θυμίζει μεγάλα γεγονότα που άλλαξαν το πολιτικό σκηνικό, όπως τα Ιουλιανά το '65. Είναι μια υπόσχεση ότι δεν φύγαμε, ότι είμαστε ακόμη εδώ, και τώρα και πάντα.

Έχω AIDS και καρκίνο, είμαι άστεγος. Δεν ντρέπομαι να τα πω αυτά. Όλοι χρειαζόμαστε δύναμη. Kαι να ξέρουμε γιατί το κάνουμε αυτό. Δεν υπάρχει πιο καίρια πολιτική πράξη από το να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Να συνεχίσουμε με συνέπεια τις εξεγέρσεις του αραβικού κόσμου. Να αρθούμε πάνω από πατρίδες και έθνη.

Graveyard songs / Γιώργος Βαλαής ...τα χέρια του ενός κυρίου είχαν τυλιχθεί κιόλας γύρω απ’ το λαιμό του Κ., κι ο άλλος έμπηξε το μαχαίρι βαθιά στην καρδιά και το γύρισε δυο φορές. Με μάτια που έσβηναν, ο Κ. πρόλαβε να δει τα πρόσωπα των δύο κυρίων, που σκυμμένοι κοντά στο πρόσωπό του, με τα μάγουλά τους κολλητά, παρακολουθούσαν την εκτέλεση της απόφασης. «Σαν το σκυλί», είπε, λες και η ντροπή θα εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά το θάνατό του. Το τέλος της Δίκης του Franz Kafka σαν επεισόδιο από τη συμβολή των οδών Στρατηγού Καλλάρη και Κωνσταντινίδη.

Κανείς δεν μπορεί να σε καβαλήσει, αν δεν είσαι σκυμμένος. Martin Luther King

Τι με νοιάζει τι μπορεί να είναι η εκτός εμού τοποθετούμενη πραγματικότητα, εάν με έχει βοηθήσει να ζω, να νιώθω ότι είμαι, και αυτό που είμαι; Δεν είναι κυνισμός, είναι οδηγός επιβίωσης. Ο Charles Baudelaire αφαιρεί το αρνητικό ή θετικό πρόσημο της πραγματικότητας και κοιτά το κύριο περιουσιακό στοιχείο του: τον εαυτό του.

Το κινηματογραφικό δράμα είναι το όπιο του λαού. Κάτω οι αθάνατοι βασιλιάδες και βασίλισσες του σινεμά. Ζήτω οι κοινοί θνητοί που μας δείχνει η οθόνη όπως είναι μέσα στη ζωή με

τις καθημερινές ασχολίες τους. Κάτω τα μπουρζουάδικα σενάρια-μύθοι. Ζήτω η ζωή όπως είναι. Ο Dziga Vertov (το όνομά του σημαίνει σβούρα που στριφογυρίζει), ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή, υπογράφει το μανιφέστο όλων των ανώνυμων κινηματογραφιστών του youtube.

....θα τα έχανα όλα ελλείψει σθένους, η ζωή θα με κορόιδευε όπως όλους τους άλλους, η Ζωή, η αληθινή ερωμένη των πραγματικών ανδρών. Ο Céline μιλά για τον φόβο της εγκατάλειψης που νιώθουν οι πραγματικοί άνθρωποι.

Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη να φανερωθεί ολόκληρη. Μια μουσική άξια των συγκινήσεών μας δεν ακούσαμε. Βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Τριγυρνώντας σε μπαρ, περπατώντας στον δρόμο, καθισμένοι σε πλατείες, αυτά τα λόγια του Νίκου Καρούζου επαναλαμβάνει μέρα παρά μέρα η διονυσιακή πλευρά του Κοντέινερ, ο Σ. Ν. ο Λ. Β. και ο Γ. Κ.


Αντίσταση - Αυτοοργάνωση - Αλληλεγγύη Πρέπει να προσπαθήσουμε να φανταστούμε με τι μπορεί να μοιάζει η άμεση δημοκρατία.

Αυτό που πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι δεν θέτουμε πολιτικό ζήτημα, αλλά πολιτειακό.

Κάτι καινούριο πάει να γεννηθεί. Μην αφήσουμε την δικτατορία των συμβόλων να το διαλύσουν!

Να μην ζήσουμε σαν δούλοι. Έχω να θέσω ένα ερώτημα: ο αγώνας αυτός είναι εθνικός ή ταξικός; Να φύγουν οι καντίνες και τα «τσικνογόνα», να κάνουμε συλλογική κουζίνα.

Φωνή λαού, οργή Θεού.

Δύναμή μας είναι η αυτοργάνωση, κτήμα μας όλες οι δράσεις.

Είμαστε εδώ γιατί γνωρίζουμε ότι οι λύσεις στα προβλήματά μας μπορούν να προέλθουν μόνο από εμάς.

Mapping Festival 2011, Γενεύη. mappingfestival.com

Το μόνο site που εκφράζει τις απόψεις της Ανοιχτής Λαϊκής Συνέλευσης είναι το real-democracy.gr

Κοίτα, αν μπουκάραμε στη βουλή θα ήταν χωρίς σημαίες. Τέλος οι σημαίες. Δεν τις χρειαζόμαστε. Καλύτερα έτσι, ώστε να μην ξέρουν ποιον έχουν απέναντί τους.


Παρέμβαση 6

_Γιώργος Ζώης

A.C.A.B.* All Cops Are Brothers Το φοιτητικό άσυλο δεν καταργήθηκε. Απλά μετατοπίστηκε στους απόφοιτους των αστυνομικών σχολών.

Η Ελληνική Αστυνομία είναι το επίσημο παρακράτος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Αντιτρομοκρατική. Κουκουλοφόροι με μαύρες στολές, μαύρες μάσκες, μαύρα αυτόματα στα χέρια, μέσα σε μαύρα τεθωρακισμένα τζιπ με μαύρα φιμέ αλεξίσφαιρα τζάμια, απάγουν φοιτητές από πεζόδρομους, από γκαράζ, από πάρτυ γενεθλίων. Αστείες ανακρίσεις, φωτογραφίες από facebook, προδημοσιευμένα πολιτικά κείμενα. Το επόμενο πρωί οι όμηροι πετιούνται σε ένα κελί φυλακής είτε μπροστά από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Αποδεικτικό υλικό έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει, πάντα κατασκευάζεται.

Η Χρυσή Αυγή δεν είναι παρά ένα φυτώριο μελλοντικών αστυνομικών και στρατιωτικών. Όσα μέλη της μένουν απ’ έξω απλά δεν πέρασαν τη βάση στις

Εξαθλιωμένοι Έλληνες και μετανάστες εναντίον εξαθλιωμένων μεταναστών και Ελλήνων. Κατσαβίδια εναντίον άδειων στομαχιών, μαχαίρια εναντίον μισογεμάτων τσεπών, ανάποδα γκλομπ εναντίον εγκεφαλικών ημισφαιρίων. Η Αθήνα πήρε το όπλο της.

Η αντίδραση σε αυτή την κρατική βία δεν μπορεί να είναι μια ανεξέλεγκτη πυρομανία με τραγικές καταλήξεις. Η ηδονή της πυροφιλίας είναι θέμα της ψυχιατρικής επιστήμης και όχι μιας εξεγερτικής διαδικασίας. Η βία χρησιμοποιείται μόνο ως προσωρινός φορέας αντίστασης με σκοπό τη μετέπειτα κατάργησή της και όχι ως σπασμωδικά αντίποινα ξεκαυλώματος.

ΜΑΤ. Πράσινοι μασκοφόροι τραυματίζουν και ψεκάζουν, για να καθαρίσουν τους δρόμους από τους ανθρώπους. Η ξυλοκόπηση ημιαναίσθητων διαδηλωτών δεν είναι απόπειρες σύλληψης αλλά απόπειρες δολοφονίας από αφηνιασμένα αστυνομικά σχολιαρόπαιδα που αφήνονται ή καθοδηγούνται από ανώτερους αξιωματικούς.

Κανένας από τους παραπάνω εν ώρα υπηρεσίας δεν αποκαλύπτει το πρόσωπό του. Ο καθένας τους κρύβεται πίσω από μια στολή χωρίς διακριτικά. Η ατομική τους ευθύνη ξεπλένεται στην ενδυματολογική ανωνυμία.

Δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά βίας, αλλά μια γενικευμένη πρόβα καταστολής. Δεν υπάρχει κανένα «έλλειμμα» δημοκρατίας αλλά περίσσεια φασιστικού παροξυσμού. Δεν υπάρχει αστυνομική αυθαιρεσία, απλά αυθαίρετη εμφάνισή της μπροστά στις κάμερες. Δεν χρειάζεται κανένας νέος επιτελικός αστυνομικός ανασχεδιασμός. Αυτό που χρειάζεται μόνο είναι η οριστική διάλυση όλων αυτών των δημοσίων ή μη παρακρατικών συμμοριών.

Ομάδα Δ. Μια μηχανοκίνητη συμμορία δημοσίων υπαλλήλων, ένα δίτροχο κοπάδι που τσακίζει πισώπλατα διαδηλωτές, λευκοί κρανοκέφαλοι που παίζουν το γύρο του θανάτου στις πλατείες.

Οι πισώπλατοι πυροβολισμοί, οι βασανισμοί στα κρατητήρια, οι εξευτελισμοί στα αστυνομικά τμήματα, οι ξυλοδαρμοί στις μεταγωγές, δεν είναι θέμα ατελoύς εκπαίδευσης και εσφαλμένης νοοτροπίας. Είναι το γνήσιο αποτέλεσμα μετατροπής δεκαεννιάχρονων αποφοίτων λυκείου σε εν δυνάμει δολοφόνους των πρώην συμμαθητών τους.

όποιον σταθεί στο δρόμο της. Και μετά περιμένει τη μέτρηση της κοινής γνώμης για να της δώσει το άλλοθι να συνεχίσει.

Κανείς δεν μπορεί να βάζει πλάτες μια λαϊκή αγορά ή μια ανθρώπινη πορεία αν δεν έχει εξασφαλίσει πρώτα την προστασία, διαφυγή και την ανθρώπινη ζωή των διπλανών του και στο τέλος τη δική του. Οποιαδήποτε απολογητική προκήρυξη που ζητάει οίκτο και κατανόηση για την άτυχη στιγμή είναι το ίδιο προκλητική με την επίσημη ανακοίνωση της αστυνομίας για άτυχους τραυματισμούς και θερμές ευχές ανάρρωσης. εισαγωγικές. Όμως οι αστυνομικοί που υπηρετούν στις προηγούμενες επίλεκτες ομάδες υποκαθιστούν τις όποιες απώλειες από τις πανελλήνιες εξετάσεις. Μόλις βγάλουν τα κράνη με αυτοκόλλητα την ελληνική σημαία ή νεκροκεφαλές, εμφανίζονται τα γυμνά τους κρανία. Είναι η μόνη κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων με τόσα πολλά ξυρισμένα κεφάλια.

Η ακροδεξιά τρομοκρατία δεν παρακολουθεί κανέναν επιλεγμένο στόχο, δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη ονομαστικά, δεν αποστέλλει ιδεολογικές προκηρύξεις. Δεν νοικιάζει γιάφκες γιατί έχει επίσημα γραφεία. Δεν είναι μυστική οργάνωση γιατί ανήκει σε πολιτικό κόμμα. Δεν κάνει πυρήνες βάσης γιατί έχει πολιτική ηγεσία. Απλά βγαίνει έξω με παπάκι για σεργιάνι και δολοφονεί τυχαία

Η σύγκρουση δεν είναι videogame διαρκείας, δεν είναι θέατρο του δρόμου με κοινό απαθείς περαστικούς, δεν είναι αυτοπαραγωγή αδρεναλίνης. Δεν είναι υπόθεση μιας ομάδας, ενός χώρου, μιας οργάνωσης. Γιατί τότε δεν λειτουργεί ως μαμή της ιστορίας αλλά ως έκτρωση σε προχωρημένη ιστορική εγκυμοσύνη. 

* All Cops Are Bastards


Navigation _Ιωάννα Γεωργοπούλου, Αντωνάκης Χριστοδούλου

8

Μουσική

See The Music

Εικαστικά

Άσημοι ήρωες - Διάσημοι ήρωες Αληθινά περίστροφα και πιστόλια που έχουν παραμορφωθεί αποτελούν το υλικό του εικαστικού Δημήτρη Μεράντζα που μεταμορφώνει αυτά τα φονικά εργαλεία σε ανθρώπινα θύματα πολέμου. Την εγκατάσταση συμπληρώνουν δύο ολυμπιακά βάθρα δίνοντας μία ειρωνική διάσταση στην επιτυχία και τη χαρά της νίκης.

Το See The Music είναι μία συναυλία σαν όλες τις άλλες, που όμως κωφοί και ακούοντες αλληλεπιδρούν και συμμετέχουν ισότιμα στη μουσική εμπειρία. Ο διεθνούς φήμης κωφός μουσικός από τη Φινλανδία Signmark, καθώς και ο πρωτοπόρος της ελληνικής ηλεκτρόνικα Κ. Βήτα θα βρεθούν στη σκηνή του πρώτου See The Music, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη σπάει τα σύνορα και τις προκαταλήψεις και ότι η μουσική είναι κάτι περισσότερο από αυτό που ακούμε. Καθ’ όλη τη διάρκειά του θα υπάρχει ερμηνεία της μουσικής και των στίχων στη νοηματική γλώσσα, προσφέροντας για πρώτη φορά στην Ελλάδα μια μοναδική ηχητική-οπτική εμπειρία τόσο για ακούοντες όσο και για κωφούς. 19/6 Μουσείο Μπενάκη, κτήριο οδού Πειραιώς, είσοδος ελεύθερη

Έως 18/6, γκαλερί Elika, Ομήρου 27

Μουσική

Wooden Wand O Wooden Wand, a.k.a. James Jackson Toth, έχoντας στις αποσκευές του το Death Seat, ίσως τον καλύτερο δίσκο της ήδη μεγάλης καριέρας του στην αμερικάνικη Folk σκηνή, θα εμφανιστεί στο Six D.O.G.S στις 26 Ιουνίου σε μια διοργάνωση των Arte Fiasco. Με τις ευλογίες του πολύ Michael Gira (που έκανε και την παραγωγή του δίσκου), ο Toth έρχεται στην Ελλάδα ακριβώς στο peak της καριέρας του. 28/6, 21:30 Six D.O.G.S, Αβραμιώτου 6-8, τιμή εισιτηρίου 10 ευρώ κοντέινερ | Ιούνιος 2011

Φεστιβάλ

Who’s afraid of the big bad crises? Το Balkans Beyond Borders Short Film Festival ανοίγει τις πόρτες του στην Αθήνα φιλοξενώντας ταινίες μικρού μήκους, έκθεση φωτογραφίας, djs και live bands. Το θέμα του φετινού φεστιβάλ είναι η οποιασδήποτε μορφής κρίση. Είναι η κρίση η ευκαιρία για μια νέα αρχή ή απλά το τέλος; Να τη φοβηθούμε; Να την πάρουμε σαν αστείο; 20-22/6 Six D.O.G.S., Αβραμιώτου 6-8, τιμή εισιτηρίου 10 ευρώ

Σινεμά

ημερίδα

The Prism GR2010

Ακροδεξιά, πολιτικός εξτρεμισμός και βία

Οι πολύπλευρες διαστάσεις ενός βασανισμένου τόπου, εξερευνώνται μέσα από μία συλλογική multimedia καταγραφή της Ελλάδας, αποτυπωμένη σε 27 ιστορίες και ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους. Οι δημιουργοί και σκηνοθέτες του THE PRISM GR2010, Νίνα Μαρία Πασχαλίδου και Νίκος Κατσαούνης, μοιράζονται την ιστορία της χώρας τους χρησιμοποιώντας μια διαφορετική μεθοδολογία κινηματογράφησης.

Έναρξη 1/6, theprism.tv

Με πρωτοβουλία της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα ρατσιστικής βίας στην Αθήνα διοργανώνεται εκδήλωση-συζήτηση με στόχο να αναδείξει το ζήτημα, να φωτίσει αθέατες πτυχές του και να αποδομήσει τις “αυτονόητες” όσο και παραπλανητικές βεβαιότητε. Οι ομιλητές προέρχονται από διαφορετικούς επαγγελματικούς χώρους και πολιτικά περιβάλλοντα . 7/6, 19:00 Goethe, Ομήρου 14-16


Παρέμβαση _Μάνος Στεφανίδης

10

Michael Schmidt, Sea #3, 2007, courtesy Galerie Nordenhake

Ο Ομπάμα και η Αντιγόνη Στον Άκη Γαβριηλίδη Όσο πιο πολύτιμο είναι ένα πράγμα, τόσο πιο πολύ βολεύεται -λαμποκοπώντας πάντα- στην εκδοχή του ελάχιστου.

Επιτρέπεται μια υπερδύναμη, προασπίστρια των αξιών του δυτικού πολιτισμού να εξοντώνει έναν, έστω βδελυρό, τρομοκράτη χρησιμοποιώντας εξίσου τρομοκρατικές μεθόδους; Μιλώντας για το διεθνές δίκαιο και τη νομική κουλτούρα του πολιτισμένου κόσμου μπορεί ο πρόεδρος της υπερδύναμης να διατάσσει την εκτέλεση ενός κακοποιού-εγκληματία στην επικράτεια ενός ξένου κράτους χωρίς να προσαγάγει σε δίκη τον ανωτέρω κακούρκοντέινερ | Ιούνιος 2011

γο; Ακόμα και τους αρχιβασανιστές των Ναζί, οι Σύμμαχοι τους οδήγησαν σε δίκη, τους έδωσαν το δικαίωμα της υπεράσπισης και μετά άλλους καταδίκασαν και εκτέλεσαν ή φυλάκισαν κι άλλους αθώωσαν. Η χρησιμοποίηση τρομοκρατικών μεθόδων και η περιφρόνηση κάθε δικαιικής έννοιας ή διαδικασίας δεν νομιμοποιεί την τρομοκρατία καθιστώντας αναπότρεπτες της μεθόδους της; Δεν αποτελεί κάτι τέτοιο ένα άκρως επικίνδυνο παράδειγμα, μια «διδαχή» που μπορεί αυτεπίστροφα να πλήξει τον καθένα μας δημιουργώντας ένα de facto «δικαίωμα βίας» εκεί που εντοπίζεται χειροπιαστό το έλλειμμα δικαίου; Επιτρέπονται, επίσης, αρχηγοί κρατών, πρόεδροι, καγκελάριοι, εκπρό-

σωποι ύπατων, δημοκρατικών θεσμών να εκφράζουν τη χαρά τους για τη δολοφονία κάποιου, έστω τρομακτικού, αντίπαλου; Προσέξτε: άλλο πράγμα η έκφραση ανακούφισης ή η ικανοποίηση για την απονομή ipso facto δικαιοσύνης και άλλο η χαρά σαν να πρόκειται για αντιμαχόμενες φράξιες μιας πρωτόγονης μαφίας. Ο θάνατος δεν μπορεί ποτέ να είναι πηγή χαράς σ’ έναν κόσμο που αυτοπροσδιορίζεται ως πολιτισμένος. Και κάτι τελευταίο: το πτώμα ενός εχθρού εκπροσωπεί μιαν άλλη υπόσταση από τον εχθρό τον ίδιο. Και βέβαια ΔΕΝ τιμωρείται. Ούτε ρίχνεται στη θάλασσα. Αλλιώς γυρίζουμε σε βαρβαρικές, προνεωτερικές κοινωνίες. Ή, μήπως, γυρίσαμε ήδη; Φαίνεται πως στο σχολείο του Ομπάμα δεν δίδασκαν Αντιγόνη. 

ΥΓ1. Η κρατική τρομοκρατία πάντα είναι πιο επικίνδυνη από οποιαδήποτε άλλη και το πνεύμα του Γκουντάναμο, δηλαδή η άρση κάθε μορφής δικαίου είναι πάντα σε ισχύ. ΥΓ2. Η τέχνη και όχι το κυρίαρχο δήθεν είναι ο μόνος τρόπος να ζούμε, κάπως ευτυχείς, την οντολογική μας μελαγχολία. *

Ο Μάνος Στεφανίδης είναι επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Δωμάτιο Φιλοξενίας 12

Γράφουν οι φίλοι του Γιάννη Καυκά* Μάνος Κουμής, Ηώ Χαβιαρά, Γρηγόρης Πανόπουλος, Γιάννης Μανιός

Μετά την απροκάλυπτη επίθεση των δυνάμεων καταστολής εναντίον διαδηλωτών κατά τη διάρκεια ειρηνικής πορείας στο πλαίσιο της Γενικής Απεργίας που κήρυξαν ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ στις 11 Μαΐου και, τον τραγικό απολογισμό, που ήθελε δεκάδες τραυματίες να μεταφέρονται, επειγόντως, στα κοντινότερα νοσοκομεία και έναν εξ’αυτών σε κρίσιμη κατάσταση στην εντατική, τα νυσταλέα και ατροφικά κοινωνικά αντανακλαστικά μάχονται επί ματαίω να τεθούν σε λειτουργία. Τμήματα του ημερήσιου και ηλεκτρονικού τύπου, συγγενικά με τους στόχους και τη νοοτροπία των δυνάμεων καταστολής, δουλεύουν με απώτερο σκοπό τον ευρύτερο αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης. Πληθώρα ψευδών ειδήσεων και κατασκευασμένων πληροφοριών, εικονικές συνεντεύξεις απο εικονικά πρόσωπα, φανταστικά γεγονότα από φανταστικά υποκείμενα αμβλύνουν το κλίμα αναξιοπιστίας που έχει δημιουργήσει η κρατική ασυδοσία. Μασκαρεμένοι δημοσιογράφοι και πράκτορες της Ασφάλειας, με τις συνήθεις τακτικές τους, προσπαθούν να εκμαιεύσουν και να διαστρεβλώσουν πληροφορίες τη στιγμή που η αθεράπευτη Αστική Δημοκρατία επιβεβαιώνει ότι η είδηση ενός νεαρού διαδηλωτή που παλεύει για τη ζωή του στην εντατική δεν αποτελεί πλέον θέμα. Προς αντικατάσταση αυτού, υπήρξαμε μάρτυρες αφενός ενός μελοδραματικού εκχυδαϊσμού προσωπικών δεδομένων, έτοιμων και παρασκευασμένων για ευρεία κατανάλωση από τηλεθεατές με βραχύβια μνήμη, αφετέρου του συμψηφισμού όλων των μορφών αντίδρασης σ’έναν άκρως συντηρητικό και λαϊκίστικο θεωρητικό λόγο. Έτσι, τη στιγμή που η επαναστατική δράση δεν μπορούσε να αποδεσμευτεί από τα ιατρικά ανακοινωθέντα, οι κύριοι φορείς της ενημέρωσης φόρε-

κοντέινερ | Ιούνιος 2011

σαν το ίδιο κοστούμι στο χουλιγκανισμό, στα μαφιόζικα χτυπήματα και στην ακροδεξιά, εξισώνοντας τα φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας με την υγιή αντίδραση. Η αξία της ανθρώπινης ζωής απουσιάζει προκλητικά απ’όλες τις συζητήσεις, ενώ, αντιθέτως, υπήρξε εμφανέστατη, από τις πρώτα κιόλας ημέρες, η προσπάθεια οικειοποίησης, εκμετάλλευσης έως και νεκροφιλικής απόλαυσης του τραγικού συμβάντος, στρέφοντας για μιαν ακόμη φορά τα μάτια μακριά απ’ την ουσία: Η τρομοκρατία είναι, ιστορικά, ιδεολογικά, ακόμη και λεκτικά, άμεσα συνδεδεμένη με την έννοια του κράτους, το οποίο κατ’εξακολούθηση εκφοβίζει και δολοφονεί σαδιστικά τους πολίτες του. 

* Ο Γιάννης Καυκάς χτυπήθηκε βάναυσα στο κεφάλι από άνδρες των ΜΑΤ, περίπου στο ύψος της οδού Βουκουρεστίου, στο κέντρο της Αθήνας, κατά τη διάρκεια της πορείας για τη Γενική Απεργία της 11ης Μαΐου 2011. Ως αποτέλεσμα του άγριου ξυλοδαρμού και των συνεχόμενων χτυπημάτων στο κεφάλι του υπέστη σοβαρότατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Μετά την χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη νοσηλεύτηκε επί 19 ημέρες, τις περισσότερες από τις οποίες σε βαθύ λήθαργο, στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου της Νίκαιας.

Βίντεο από τη στιγμή της επίθεσης: youtube.com/watch?v=celyhv_P79Y&feature=player_ embedded


Teun Hocks, Untitled, 2008


Κινηματογράφος

General Idea, Nazi Milk, 1979, courtesy Esther Schipper, Berlin

Φωτογραφία Λογοτεχνία Βιβλίο Θεωρεία της Γαίας Ποίηση

Βλέμμα

κοντέινερ | Ιούνιος 2011


Κινηματογράφος _Βλέμμα _συνέντευξη: Ελευθερία Γεροφωκά

15

Ο προβοκάτορας Το πρόβλημα με τους άνδρες είναι ότι σε κατουράνε πίσω από την πλάτη σου και μένουν μόνο στους μυς τους

Λαρς Φον Τρίερ

Το κακό παιδί του σινεμά κατέβηκε στις Κάννες με ένα σημαντικό φιλμ. Όπως ισχυρίζεται, η Melancholia είναι μια «διεστραμμένη» ταινία που θυμίζει αγαπημένα κλασικά ζώα καρτούν της Disney. Ο Τρίερ μισεί τα ταξίδια και σπάνια βγαίνει εκτός Δανίας. Είναι εκκεντρικός και ιδιοφυής. Είναι νευρωτικός και ανησυχεί για το οτιδήποτε. Έχει πέντε παιδιά και του αρέσει να ασχολείται με την κηπουρική.

Μelancholia Για μένα η Μελαγχολία είναι μια ταινία για τη γη και το τέλος της ανθρωπότητας, αλλά και μια ταινία στην οποία βλέπουμε πώς λειτουργούν οι άνθρωποι κάτω από πίεση. Ένας θεραπευτής μού είπε ότι οι άνθρωποι που είναι κάτω από τη σκέπη της κατάθλιψης ή της μελαγχολίας λειτουργούν πιο ήρεμα σε βίαιες και σκληρές καταστάσεις. Με άλλα λόγια είναι πιο ευτυχισμένοι. Οι καταθλιπτικοί ξέρουν έτσι και αλλιώς ότι τα πράγματα είναι χάλια και είναι προετοιμασμένοι υπό μία έννοια. Φόβος Λοιπόν, είμαι νευρωτικός, είμαι υποχόνδριος, είμαι φοβισμένος όταν δεν μπορώ να ελέγξω τα πράγματα και τις καταστάσεις γύρω μου. Γι’ αυτό και βλέπω συχνά τον θεραπευτή μου. Μερικοί άνθρωποι γεννιόμαστε με άχρηστα φίλτρα. Όταν ήμουν νέος φοβόμουν ότι θα πεθάνω στον ύπνο μου. Το μεγαλύτερο μέρος της Μελαγχολί-

ας είναι γυρισμένο σε γήπεδα γκολφ και νεκροταφεία και αυτό το έκλεψα από τον Μικελάντζελο Αντονιόνι και την ταινία La Notte. Υπάρχει κάτι περίεργο και μελαγχολικό στα γήπεδα του γκολφ και τα έχω αγαπήσει σαν χώρους. Κοντρόλ Θέλω να έχω πλήρη έλεγχο του τι κάνω. Για μένα ευτυχία είναι όταν μπορώ να βγαίνω λίγο από αυτόν τον έλεγχο και να χαλαρώνω. Γυναίκες Μετά την Μήδεια έχω γυναίκες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους και αυτό γιατί πραγματικά δουλεύω πολύ πιο καλά μαζί τους. Το πρόβλημα με τους άντρες είναι ότι σε κατουράνε πίσω από την πλάτη σου και μένουν μόνο στους μυς τους, ενώ η γυναίκα από τη φύση της τα δίνει όλα και είναι η μόνη που επιβιώνει σε στιγμές κρίσης. Είναι πιο καλές οι γυναίκες και σε καταλαβαίνουν.

Βιβλιοθήκη/Επιρροές Τον τελευταίο καιρό επέστρεψα στον Ντοστογιέφσκι και στον Τόμας Μαν. Αλλά και η Αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου του Μαρσέλ Προυστ στάθηκε έμπνευση γι’αυτή την ταινία μου όπως και ο Νίτσε αλλά και η μουσική του Βάγκνερ. Οικογένεια Η μεγάλη μου κόρη είδε κάποιες ταινίες μου και δεν αισθάνθηκε ή δεν κατάλαβε κάτι και δεν μου είπε τίποτα. Για μένα καλύτερα να δουν τις ταινίες μου όταν φτάσουν στα πενήντα τους χρόνια. Αυστηρός Συνήθως είμαι ερωτευμένος με όποια ταινία κάνω· στην περίπτωση όμως της Μελαγχολίας δεν ξέρω. Μου έδειξαν τις αφίσες και το τρέιλερ και δεν κατάλαβα ότι είναι δική μου ταινία, μα όχι, είναι δική σου μου είπαν και τους απάντησα, ελπίζω πως όχι. Παρ’όλα αυτά τη γύρισα με αγνή

καρδιά. Και, κοιτάζοντας την, βλέπω στοιχεία από ταινίες του Βισκόντι και αυτό κάπως με κάνει να αισθάνομαι καλά. Επόμενο Βήμα Έχω μεγάλες προσδοκίες για να κάνω μια ερωτική ταινία. Το επόμενο πρότζεκτ μου ονομάζεται Nymphomaniac. Και ξέρω ότι δεν είναι πολιτικά ορθό να ονομάσω την ταινία μου έτσι, αλλά εγώ θα κάνω μια ωραία ταινία που θα λέγεται Nυμφομανής. Θεός & Πίστη Εύχομαι να... Σύνοψη Η Κίρστεν Ντανστ γιορτάζει το γάμο της με τον νεαρό Αλεξάντερ Σκάρσκαρντ στο πλούσιο σπίτι της αδερφής της, Σαρλότ Γκαίνσμπουργκ. Ο πλανήτης Μελαγχολία οδεύει προς τη γη... Μια ψυχολογική ταινία καταστροφής του κόσμου. 


Βλέμμα_ Κινηματογράφος 16

_Δημήτρης Xαρίτος

Αποστολή

Ο τουρκικός κινηματογράφος σήμερα Με αφορμή το 30ό –εορταστικό– Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κωνσταντινούπολης.

Hair του Ταϊφούν Πιρσελίμογλου

Ένα χρόνο μετά τη θητεία της Κωνσταντινούπολης ως πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, το Διεθνές της Φεστιβάλ Κινηματογράφου γιόρτασε με τη σειρά του τα 30 του χρόνια. Τα δύο γεγονότα έχουν μια αμοιβαία σχέση. Το Φεστιβάλ στήθηκε από τους συντελεστές στήριξης των εκδηλώσεων της πολιτιστικής πρωτεύουσας ενώ η ίδια η Κωνσταντινούπολη υπήρξε το λίκνο του τουρκικού κινηματογράφου. Αυτή τον υποδέχθηκε από τη Δύση στις αρχές του περασμένου αιώνα, στην καρδιά του δογματικού Ισλάμ, ως καινοφανή κοσμική και ελευθεριάζουσα τέχνη των αλλόθρησκων και παραμένει η έμπνευση και το σκηνικό της πλειονότητας των ταινιών του. Το τουρκικό σινεμά δεν γνώρισε, όπως αυτό των άλλων βαλκανικών χωρών, ούτε τις καταστροφικές συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ούτε τη μονολιθικότητα του υπαρκτού σοσιαλισμού, ούτε τις εμφύλιες συρράξεις και τις αιματηρές γεω-εθνοτικές ανακατατάξεις που ακολούθησαν. Γνώρισε άλλου είδους προβλήματα, κάποια εκ των οποίων συνεχίζουν να του δίνουν μια εγγενή ιδιαιτερότητα. Η καταλυτική παρουσία του Κεμάλ Ατατούρκ και οι ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις εκδυτικοποίησης που επέβαλε το 1924 η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία, άφηκοντέινερ | Ιούνιος 2011

σαν ένα βαθύ χάσμα ανάμεσα στη μακραίωνη ισλαμική πραγματικότητα του Οθωμανικού μεγαλείου και τους ισχυρούς ανέμους του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού, η αφομοίωση του οποίου συναντάει ακόμα αντιστάσεις στη βαθιά τουρκική ενδοχώρα. Η προσπάθεια αφηγηματικής αποτύπωσης αυτού του δίσημου συγκερασμού Ανατολίας και Ευρώπης είναι που χάριζε στο τουρκικό σινεμά μια παθιασμένη ηθογραφική ένταση και μελοδραματισμό, ο οποίος και παραμένει συστατικό πολλών ταινιών του. Για αρκετά χρόνια ο τουρκικός κινηματογράφος θα είναι ο χρυσοφόρος Μίδας οικογενειακής ψυχαγωγίας, μακριά από κάθε κοινωνικό ρεαλισμό και κριτική, αφού το καθεστώς με σιδερένια προληπτική λογοκρισία και εξουθενωτικές ποινές δεν άφηνε κανένα περιθώριο. Τα στρατιωτικά πραξικοπήματα του 1960 και του 1980 κράτησαν την πνευματική ζωή, μαζί και τον κινηματογράφο, σε απόλυτο έλεγχο. Η ποιοτική σινεφιλία στην Κωνσταντινούπολη ξεκίνησε με την ίδρυση της Ταινιοθήκης. Εκεί έγιναν γνωστές οι αισθητικές τάσεις του ευρωπαϊκού σινεμά, εκεί θήτευσαν πολλά από τα ονόματα της επερχόμενης άνοιξης του τουρκικού κινηματογρά-

φου, όπως ο Γιλμάζ Γκιουνέι και ο Ομέρ Καβούρ. Το κλείσιμο της ενοχλητικής για το καθεστώς Ταινιοθήκης αναπληρώθηκε από τις «Ημέρες Σινεμά Κωνσταντινούπολης» που το 1982 μετονομάστηκαν σε «Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κωνσταντινούπολης». Από τα μισά των ’90ς μια σειρά σκηνοθέτες όπως ο Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν, ο Ζεκί Ντεμιρκουμπούζ, η Γιεσίμ Ουστάογλου, ο Ντερβίς Ζαΐμ, ο Ρεχά Ερντέμ και ο Σεμίχ Καπλάνογλου, έκαναν σεβαστό το τουρκικό σινεμά, όπως το αποδεικνύει πλήθος διακρίσεων στα μεγάλα φεστιβάλ. Αν και η σοδειά της φετινής διοργάνωσης (2-17 Απριλίου) δεν ήταν από τις καλύτερες, ανάμεσα στις 23 ταινίες μυθοπλασίας και τα 25 ντοκιμαντέρ που προβλήθηκαν ξεχώρισαν: Τα Μαλλιά σε σενάριο και σκηνοθεσία Ταϊφούν Πιρσελίμογλου, μια σπαρακτική υπαρξιακή ιστορία διαχρονικών χαρακτήρων με κινηματογραφικές μνήμες Ομέρ Καβούρ και Αντονιόνι που γυρίστηκε στο Ταρλάμπασι, την πιο κακόφημη γειτονιά της Κωνσταντινούπολης. Τέσσερις ταινίες κουρδικού ενδιαφέροντος αποδεικνύουν κάποια πολιτικά ανοίγματα, με πιο σημαντική το Press σε σενάριο και σκηνοθεσία του Σεντάτ Γιλμάζ που

εξιστορεί, με τους τρόπους δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, τις περιπέτειες, τις δολοφονίες των συντακτών και τέλος το κλείσιμο (1994) της ημερήσιας κουρδικής εφημερίδας Ozgur Gundem. Εντυπωσιακό το ντοκιμαντέρ Οικουμενόπολις: Πόλη δίχως Όρια του Ιμρέ Αζέμ που εξετάζει την τερατώδη ανάπτυξη της Κωνσταντινούπολης και τη μοιραία πιθανολογούμενη καταστροφή της. Το Ζεφύρ της Μπέλμα Μπάς (παγανισμός και εικαστικές επιδράσεις Σεμίχ Καπλάνογλου). Το Merry-go-round της Ιλκσέν Μπασασίρ, μια ιστορία βίαιης αιμομιξίας και τιμωρίας που κάπου στο τέλος θυμίζει τους Τρεις Πιθήκους του Τζεϊλάν. Σε κουρδικό κλίμα και o Γιος του Αττίλα Σενγκίρ και ακόμα το (μνήμες Παρατζάνοφ) Λευκό σαν Xιόνι του Σελίμ Γκιουνές, η Μεγάλη μας Απογοήτευση του Σεϊφί Τεομάν (τρυφερή κομεντί αλλά και κάτι από ριμέικ του Ζυλ και Ζιμ του Τρυφώ), το Πέταγμα χωρίς Φτερά του Σάβας Μπαϊκάλ για το πώς αυτοδημιουργούνται οι λαϊκοί ηγέτες. Και βέβαια το Σκιές και Πρόσωπα του σπουδαίου τουρκοκύπριου δημιουργού Ντερβίς Ζαΐμ, μια καλόπιστα ισορροπημένη αφήγηση για την αρχή των προστριβών το 1960 (και την τραγική κατάληξή τους) των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο. 


Κριτική Κινηματογράφος_Βλέμμα _Βένια Βέργου

17

Ο θάνατός σου η ζωή μου Essential Killing, του Γιέρζι Σκολιμόφσκι (Πολωνία-Νορβηγία-Ουγγαρία-Ιρλανδία, 2009, 83΄)

Ένας Αφγανός, δραπέτης του αμερικανικού στρατού, αντιμέτωπος με την ανάγκη για επιβίωση στις πιο αντίξοες συνθήκες, απομονωμένος στην ερημιά και κόντρα στη φύση. Το θύμα γίνεται θύτης, τα όρια της ελευθερίας τέμνονται με τα όρια του εγκλωβισμού, η ομορφιά του φυσικού τοπίου χλευάζει την ασχήμια της βίας. Ειδικό βραβείο της επιτροπής και βραβείο ανδρικής ερμηνείας για τον Βίνσεντ Γκάλο στο 67ο Φεστιβάλ Βενετίας.

Όταν ένας σημαντικός σκηνοθέτης όπως ο Σκολιμόφσκι κάνει μια ταινία-παραβολή για το πολιτικό γίγνεσθαι που διαμορφώνει τις εξουσιαστικές σχέσεις μεταξύ Δύσης και Ανατολής, πολλοί είναι πρόθυμοι να του συγχωρήσουν μια άνευ προηγουμένου αφηγηματική ελλειπτικότητα. Χρειάζεται κανείς να διαβάσει τη σύνοψη στον κατάλογο του φεστιβάλ Βενετίας ή τα production notes της ταινίας για να μάθει πως ο Αφγανός Μοχάμαντ (ο ήρωας που υποδύεται ο Βίνσεντ Γκάλο, χωρίς ποτέ να κατονομάζεται στην ταινία) πιάνεται αιχμάλωτος από τους Αμερικανούς σε μια συμπλοκή υποτίθεται κάπου στο Αφγανιστάν. Κατά τη μεταφορά του σε κέντρο αιχμαλώτων κάπου στην Ευρώπη καταφέρνει να διαφύγει και να χαθεί στην ερημιά. Ο Σκολιμόφσκι, μαζί με τη συνσεναριογράφο του Εύα Πιασκόφ-

σκα, δεν ενδιαφέρονται να καταστήσουν στον θεατή σαφείς όλες αυτές τις λεπτομέρειες. Η πολύ στενή κινηματογράφηση του Γκάλο σε αυτό το πρώτο μέρος των αλλεπάλληλων συμπλοκών θεωρείται αρκετή για να συμπαθήσουμε τον ήρωα, ώστε να παρακολουθήσουμε με δέος τη μετέπειτα προσπάθειά του να διατηρηθεί στη ζωή σ’ ένα αχανές χιονισμένο τοπίο. Κάτι που βεβαίως, δεν λειτουργεί απολύτως, με κίνδυνο να χαθεί το ενδιαφέρον σ’ αυτό το κρίσιμο πρώτο μέρος, το οποίο είναι έτσι στημένο ώστε να παραπλανεί προς την κατεύθυνση ενός πολιτικού θρίλερ, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν υπαρξιακό στοχασμό πάνω στη σημασία της επιβίωσης του ατόμου. Από την απόδραση του ήρωα κι ύστερα αρχίζει η μακρά περιπλάνηση μέσα στην ερημιά. Αλλάζει ο ρυθ-

μός, πέφτουν οι ταχύτητες, αφουγκραζόμαστε τις εναγώνιες ανάσες του Γκάλο και γινόμαστε μάρτυρες μιας σειράς νέων απειλών (πείνα, δίψα, άγρια ζώα), οι οποίες ξεπερνιούνται με αξιοθαύμαστη τύχη και ευκολία. Από τις πιο ασυνήθιστες κινηματογραφικά, η συνάντηση του ήρωα μέσα στο δάσος με μια ανυποψίαστη ποδηλάτισσα, μητέρα ενός βρέφους που θηλάζει. Κι ενώ ο Σκολιμόφσκι είχε οργανώσει ένα αξιοθαύμαστο δραματουργικά σύστημα παρακολούθησης της ηρωίδας του στην προηγούμενη ταινία του Τέσσερις Νύχτες με την Άννα, εδώ η αφαίρεση και ο συμβολισμός δεν είναι σίγουρο ότι δικαιώνουν το επιτυχημένο εγχείρημα. Η «τυχαιότητα» με την οποία ο ήρωας (πιθανά κωφός, όπως έχει υπαινιχθεί η ταινία στην αρχή, λόγω τραυματισμού σε έκρηξη) βρίσκει καταφύ-

γιο στο σπίτι μιας κωφής γυναίκας τις ημέρες των Χριστουγέννων, πέρα από την αξία της σύμπτωσης, κρύβει κυρίως την πρόθεση του Σκολιμόφσκι να μιλήσει για μια μαζική κώφωση επί των ημερών μας και για τα ένστικτα που ενεργοποιούνται όταν τα προφανή εργαλεία επιβίωσης (λόγος) έχουν αδρανοποιηθεί. Υπάρχει ένα σχετικό ενδιαφέρον στο σημείο εκκίνησής του και στο στοχασμό του. Στην πραγματικότητα όμως, είναι πιο πιθανό το Essential Killing να γοητεύσει τον θεατή περισσότερο για την αισθητική ποιότητα της ίδιας της κινηματογράφησης μέσα σε μια φύση όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος του θανάτου, παρά για το όποιο ιδεολογικό μήνυμα στοχεύει να μεταδώσει ο σκηνοθέτης.

*Η ταινία βγαίνει στις αίθουσες στις 16 Ιουνίου. Ιούνιος 2011 | κοντέινερ


Βλέμμα_ Φωτογραφία _Κατερίνα Σχινά

18

Ο τόπος ως αφήγηση: “Τζαζ” της Τόνι Μόρισον James Van Der See, Jean-Michel Basquiat, 1982

«…Το ιδιαίτερο σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι ότι η συγγραφέας συνομιλεί αδιάκοπα με το έργο ενός φωτογράφου, του Αφροαμερικανού Τζέημς Βαν ντερ Ζέε, διάσημου για τα πορτρέτα του από την περίοδο της Αναγέννησης του Χάρλεμ. Ο Βαν Ντερ Ζεε, πρωτοπόρος στον καιρό του, θα αποτυπώσει στις φωτογραφίες του τα πιο όμορφα και αντιπροσωπευτικά πρόσωπα της αφροαμερικανικής κοινότητας θέλοντας να αναδείξει την αξιοπρέπεια, τον ιδεαλισμό και την κοινωνική τους επιτυχία συλλαμβάνοντας, καθώς έχει γράψει η συγγραφέας Deborah WillisBraithwaite, «έναν λαό στη διαδικασία κοντέινερ | Ιούνιος 2011

της μεταμόρφωσης και έναν πολιτισμό σε μεταβατικό στάδιο». ….Οι εκπατρισμένοι της Μόρισον βρίσκονται σε μια διαδικασία κυριολεκτικής μεταμόρφωσης μέσα στο ρευστό, επίσης υπό διαμόρφωση, πλαίσιο της Νέας Υόρκης. Είναι γιατί η μετακίνηση μεταβάλλει τον τόπο, νοθεύοντας εκείνο που βρίσκεται εδώ με αυτό που παρουσιάζεται εδώ ως εκεί και αλλοιώνει το χρόνο, αφού κάθε στιγμή είναι εμποτισμένη με όλα εκείνα που απουσιάζουν καθώς εκείνη ξεδιπλώνεται. Μέσα στο παρόν των ηρώων της Μόρισον ενεδρεύει η απουσία – η απουσία εκείνου του εκεί

από όπου ξεκίνησαν, και το οποίο πιέζει επίμονα προκειμένου να επανεγκατασταθεί στην άλλη άκρη της διαβατήριας διαδικασίας, στον νέο τόπο, στο εδώ που εμφανίζεται επιτέλους ως τέρμα. Με άλλα λόγια: όταν μιλάω για τη μετακίνηση, μιλάω ταυτόχρονα για τη μνήμη και για την οικειοποίηση. ….Η Πόλη της Μόρισον είναι τόπος πολυσήμαντος, λοιπόν. Τόπος θαυμάτων, αφού είναι τόπος του έρωτα, τόπος της μουσικής και των χρωμάτων, αλλά και τόπος κινδύνου, αφού κάποια από τα σήματα που στέλνει ενέχουν την απειλή – όπως το «μόνον

έγχρωμοι». Τόπος του εδώ που κουβαλάει το εκεί και πασχίζει ή να το λησμονήσει ή να το γονιμοποιήσει – μέσα από τις παρελάσεις της UNIA, μέσα από τις διεκδικήσεις και τους αγώνες. Τόπος νέων κοινοτήτων και ολόφρεσκων «ταυτοτήτων». 

* Απόσπασμα από την ομιλία της κριτικού λογοτεχνίας Κατερίνας Σχινά στην ημερίδα Ο Τόπος μέσα από Διαφορετικές Οπτικές που οργάνωσε το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης στα πλαίσια των παράλληλων δράσεων της Photobiennale.


Λογοτεχνία _Βλέμμα _Θανάσης Αλευράς

Ειδήσεις από τη μηχανή της τρέλας

Ραβασάκι

19

1. 2.

1994. Λαγκούνα Μπητς, Νότια Καλιφόρνια. Μέσα απ’ το δάσος εμφανίστηκε ξαφνικά ένα ελάφι. Έκανε τη βόλτα του μέσα στους δρόμους ώσπου κάποια στιγμή το χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Ύστερα κι άλλο. Τρομαγμένο και πανικόβλητο τότε, πηδάει πάνω από έναν φράχτη και μπαίνει στον κήπο ενός σπιτιού, περνάει μέσα από το τζάμι της κουζίνας, ύστερα μέσα από ένα άλλο παράθυρο ώσπου πέφτει από τον δεύτερο όροφο. Αμέσως μετά εισβάλλει σ’ ένα ξενοδοχείο και περνάει σαν ριπή, κατακόκκινο από το αίμα του, μπροστά στα έκπληκτα βλέμματα των πελατών στα εστιατόρια κατά μήκος της ακτής, μέχρι να καταλήξει εξαντλημένο στη θάλασσα. Οι αστυνομικοί το συλλαμβάνουν μέσα στο νερό και το σέρνουν δεμένο στην παραλία ώσπου, αιμορραγώντας ακατάσχετα, το ελάφι πεθαίνει. «Είχε τρελαθεί», εξήγησαν αργότερα στους δημοσιογράφους. Ένα χρόνο μετά, στο Σαν Ντιέγκο, πάλι στη Νότια Καλιφόρνια, ένας βετεράνος πολέμου έκλεψε ένα τεθωρακισμένο από μια αποθήκη οπλισμού. Οδηγώντας το μέσα στους δρόμους της πόλης, ισοπέδωσε σαράντα περίπου αυτοκίνητα, έριξε μερικές γέφυρες κι εμβόλισε οτιδήποτε άλλο βρήκε μπροστά του ενώ έτρεχαν πίσω του τα περιπολικά της αστυνομίας. Όταν σφήνωσε κάποια στιγμή στην προεξοχή ενός κτηρίου, ανέβηκαν πάνω στο όχημα οι αστυνομικοί, άνοιξαν την πόρτα του οδηγού και τον έκαναν κόσκινο τον παλαίμαχο στρατιώτη. Οι τηλεθεατές παρακολούθησαν σε ζωντανή σύνδεση όλο το θέαμα. «Είχε τρελαθεί», εξήγησαν αργότερα στους δημοσιογράφους.

Aπαγορεύεται αυστηρά στις γερμανικές εταιρείες να λαδώνουν Γερμανούς. Αντιθέτως, μέχρι και πριν από λίγο καιρό, όταν οι εταιρείες αγόραζαν ξένους πολιτικούς, στρατιωτικούς κι αξιωματούχους, το Κρατικό Θησαυροφυλάκιο τις επιβράβευε. Οι δωροδοκίες αφαιρούνταν από τη φορολόγηση. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Μάρτιν Σπίβακ από το Αμβούργο, η εταιρεία τηλεπικοινωνιών Ζήμενς και η μεταλλουργική Κλέκνερ, έτσι, μπόρεσαν να πληρώσουν 32 εκατομμύρια δολάρια στους προσκείμενους στον δικτάτορα Σουχάρτο στρατιωτικούς στην Ινδονησία. Ένα από τα φερέφωνα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, ο Ίνγκομαρ Χάουχλερ, έκανε στα 1997 την εκτίμηση ότι οι γερμανικές εταιρείες ξόδευαν το χρόνο γύρω στα 3 χιλιάδες εκατομμύρια δολάρια για να λαδώνουν τα γρανάζια των επιχειρήσεών τους στο εξωτερικό. Οι αρχές το δικαιολογούσαν αυτό στο όνομα της υπεράσπισης των πηγών εργασίας και των καλών εμπορικών σχέσεων. Επικαλούνταν επίσης το σεβασμό στην πολιτισμική ιδιαιτερότητα. Αγόραζαν εύνοιες αλλά με σεβασμό για την κουλτούρα των χωρών όπου η διαφθορά ήταν ήδη συνήθεια. 

Από τη συλλογή δοκιμίων του Εντουάρντο Γκαλεάνο Με τα Πόδια Ψηλά. Το Σχολείο ενός Ανάποδου Κόσμου, σε δική μου απόδοση.


Βλέμμα_ Βιβλίο 20

_Έλενα Mαρούτσου

Εν-τυπώσεις

Το τεμαχισμένο κορμί του νερού Κώστας Παπαγεωργίου – ΝΕΡΟ (εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ) Μόνο η τρέλα, λένε, μπορεί να μιλήσει για την τρέλα. Μια σκέψη, λέω εγώ, που φοριέται κι ανάποδα: μόνο η τρέλα δεν μπορεί να μιλήσει για την τρέλα. Η τρέλα διαθέτει γλώσσα, μόνο που αυτή η γλώσσα βουτάει σε διαφορετικά νερά πριν εκτοξεύσει τις λέξεις της, λέξεις που σπάνια φτάνουν τον άλλο· συχνά χτυπάνε στους τοίχους της συνείδησης και εξαρθρώνονται πριν καν αρθρωθούν. Αυτόν τον «εξαρθρωμένο» λόγο, αυτόν τον λόγο που βουλιάζει μέσα στα ίδια τα νερά της γέννησής του, έχει υιοθετήσει ο καταξιωμένος ποιητής Κώστας Παπαγεωργίου στο νέο του βιβλίο με τον τίτλο «Νερό». Ο αφηγητής, ένας άντρας που ζει μόνος σ’ ένα διαμέρισμα, διακατέχεται από μια παράξενη εμμονή: κάθε φορά που πάει να τραβήξει το καζανάκι ακούει την ένοικο του επάνω διαμερί-

σματος, με ελάχιστο προβάδισμα, να τραβάει το δικό της. Αυτό το αλλόκοτο «καθρέφτισμα» σιγά-σιγά μεταφέρεται και στον κάτω όροφο, παρασέρνοντας και καταπίνοντας μέσα στα ψευδή και απειλητικά του είδωλα όλο και περισσότερα κομμάτια από τη σαθρή πραγματικότητα του αφηγητή. Η πολυκατοικία μετατρέπεται σ’ ένα σύμπαν ποτισμένο με αγωνία, δυσδιάκριτες προθέσεις, αλλά και μια μυστηριώδη έλξη. Θυμήθηκα, μάλιστα, τον Ένοικο του Πολάνσκι, μια ταινία όπου κι εκεί ένας φοβισμένος ένοικος οδηγείται σταδιακά στην τρέλα, καθώς πιστεύει, όπως και ο αφηγητής του Παπαγεωργίου, ότι οι υπόλοιποι ένοικοι έχουν βαλθεί να τον εξοντώσουν, οδηγώντας τον λίγο-λίγο στη σωματική και ψυχική κατάρρευση. Το νερό, ως δραματουργικό στοιχείο της πλοκής (το καζανάκι, η ψαρόσου-

πα που τρώνε οι από πάνω κατά τη διάρκεια μνημόσυνου, το μπάνιο που παίρνει η από κάτω δίνοντας αφορμή στον αφηγητή να τη φαντάζεται γυμνή, εικόνες από μια πλημμύρα που μεταδίδει η τηλεόραση), διατρέχει όλο το αφήγημα κουβαλώντας το βάρος από τα σύμβολα που το συνοδεύουν: τα υγρά του σώματος, η κοινωνική διάβρωση, το σπάσιμο του φράγματος της λογικής, ο πνιγμός. Σκόρπιες εικόνες από ένα τεμαχισμένο σύμπαν που, σαν κομμένα μέλη ζώου, μπορεί μια μέρα να ενωθούν και, ενσαρκώνοντας τον βαθύτερο τρόμο του αφηγητή, να τον πνίξουν. Για να μιλήσει τη γλώσσα της τρέλας, μια γλώσσα που κινείται στα όρια του «λόγου», ο συγγραφέας κινείται κι αυτός στα όρια της πεζογραφίας, εκεί που αυτή συνορεύει με την «τρελή» αδελφή της, την ποίηση, υιοθετώ-

ντας κάποιους από τους «τρόπους» της, όπως τον ρυθμό και την επανάληψη, για να αποδώσει το λαχάνιασμα και την εμμονή ενός παραληρήματος. Γιατί δεν ξέρω αν τελικά η τρέλα μπορεί να μιλήσει για την τρέλα, η ποίηση όμως μπορεί. 

τρόπο μπορούσε. Για την παιδική του ηλικία, σημείο αναφοράς και περισυλλογής που καλύπτει πολλές σελίδες στους περισσότερους συγγραφείς που αυτοβιογραφούνται, αφιερώνει μόνον τον απαραίτητο χώρο ώστε να καταδείξει την ταξικά καθορισμένη καταγωγή του, αφήνοντας, όπως είναι φυσικό, και μια νότα νοσταλγίας για το τότε. Η πίστη του σε μια άλλη κοινωνία δεν προκύπτει από την αφέλεια ενός ονειροπόλου, απομακρυσμένου από τη φριχτή πραγματικότητα, αλλά εμπνέεται από τις μικρές πράξεις, όταν πολλαπλασιάζονται επί εκατομμύρια ανθρώπους, που μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Άλλωστε, κατά τον ίδιο, «αν δράσουμε, σε οσοδήποτε μικρή κλίμακα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε για κάποιο μεγάλο, ουτοπικό μέλλον. Το μέλλον είναι μια άπειρη διαδοχή από παρόντα και το να ζούμε σήμερα όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, αψηφώντας όλα τα άσχημα γύρω μας, αποτελεί από μόνο του μια θαυμαστή νίκη». Αυτή του η προσήλωση και η

προτροπή σε πράξεις ανυπακοής θα επιβραβευτεί ηθικά καθώς οι φοιτητές του, κατά κοινή ομολογία, τον λάτρευαν. Ακόμα και όταν ήταν σε προχωρημένη ηλικία δεν έχασε την επαφή του με τους νέους και ενώ η υπόλοιπη κοινωνία τούς θεωρούσε απολιτίκ και αδιάφορους, αυτός δεν δίστασε να ακούσει τους προβληματισμούς τους και να εντοπίσει και εκεί τον σπόρο της εξέγερσης. Τι εκλεκτική συγγένεια και με την Ελλάδα του σήμερα! 

_Λευτέρης Βασιλόπουλος

«Συγγνώμη, καλοί μας φίλοι, για τη διατάραξη της τάξεως» Howard Zinn – Αυτοβιογραφία (εκδόσεις ΑΙΩΡΑ) Το βιβλίο Αυτοβιογραφία του Χάουαρντ Ζιν, γνωστού πολιτικού ακτιβιστή και διανοούμενου, είναι, ουσιαστικά, η εκτύλιξη της προσωπικής του ιστορίας μέσα στους κοινωνικούς αγώνες. Γι’ αυτό και ο συγγραφέας αποφεύγει τη γραμμική χρονικά εξιστόρηση των γεγονότων της ζωής του και αρχίζει από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο του βιβλίου του να μας εισάγει στην εμπλοκή του με τα κοινωνικά κινήματα, όπως αυτός τα έζησε, σαν ένας λευκός καθηγητής, διευθυντής μάλιστα, ενός έγχρωμου κολεγίου, στο Σπέλμαν του ρατσιστικού Αμερικανικού Νότου. Εκεί θα συμμετάσχει στο Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα των Μαύρων και εκεί θα συνειδητοποιήσει πώς μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα από μικρές καθημερινές πράξεις ανυπακοής, χωρίς να χρειάζονται πολλές διακηρύξεις. «Τα μέσα ενημέρωσης, όπως και οι πολιτικοί, δεν δίνουν σημασία στην εξέγερση, μέχρι που εκείνη μεγαλώνει τόσο, ώστε πλέον δεν μπορεί κανείς να την αγνοήσει», λέει χαρακτηριστικοντέινερ | Ιούνιος 2011

κά. Ακόμα και πιο κάτω, όταν περιγράφει τα χρόνια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου υπηρέτησε εθελοντικά, ως μέλος πληρώματος σε βομβαρδιστικά, το κάνει μόνο και μόνο για να αποκαλύψει το βαθύ αντιπολεμικό του μένος και για να μας προϊδεάσει ότι «όλοι είναι ικανοί για αλλαγή». Μετά τον Πόλεμο, θα δώσει εκατοντάδες διαλέξεις εναντίον κάθε πολεμικής σύγκρουσης, θα επισκεφτεί τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι και όταν οι ΗΠΑ εισβάλλουν στο Βιετνάμ, θα γίνει ένας από τους πιο δραστήριους διανοούμενους που εναντιώθηκαν και σε αυτόν τον πόλεμο. Για τις πράξεις του και τις ιδέες του θα φυλακιστεί αρκετές φορές, αν και ο ίδιος, με τη μετριοφροσύνη των ανθρώπων που πράττουν σύμφωνα με τα όσα λένε, θα χαρακτηρίσει αυτές τις φυλακίσεις απλές «περιπέτειες» σε σχέση με τους χρόνια έγκλειστους που γνώρισε μέσα στη φυλακή. Άλλες φορές, επίσης, θα βοηθήσει ανθρώπους του Κινήματος να κρυφτούν, οικονομικά ή/και με οποιονδήποτε άλλον


Βλέμμα_ Θεωρεία της Γαίας 22

_Θάνος Κουτσιανάς

Κοινωνία της Γύρης Γιατί η εργασία σε κάνει ελεύθερο. Η έννοια του ελάχιστου κοινωνικού εισοδήματος είναι η αναγνώριση της συνεισφοράς του καθενός στην “κοινωνική επικονίαση”

Claude Leveque, Untitled, 1992, Collection Mudam Luxemburg

Μια εξαιρετική συνάντηση όπως αυτή αποτυπώθηκε στο βιβλίο Από την Οικολογία στην Αυτονομία ήταν αυτή του Daniel Cohn-Bendit με τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Στο πλαίσιο του διαλόγου των δύο αγωνιστών του Γαλλικού Μάη, αναφέρεται: «Εμείς όμως έχουμε μια αντίληψη για τη ζωή, σύμφωνα με την οποία οφείλουμε βέβαια να κάνουμε κάποια χρήσιμη δουλειά για ορισμένη χρονική διάρκεια, αλλά την ουσία της εργασίας τη βλέπουμε ως μια δημιουργία που ξεπερνά πολύ αυτό που μπορούμε να κάνουμε σε τούτη την κοινωνία, όπου είμαστε υποχρεωμένοι να δουλεύουμε συνέχεια μόνο και μόνο για να κερδίζουμε το ψωμί μας». Τριάντα χρόνια μετά, ο Daniel CohnBendit γράφει: «Σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο σκέψης, η οικονομική δραστηριότητα περιγράφεται με μια μεταφορά από την εντομολογία: ο εργατικός μέρμηγκας που αποταμιεύει και ο ανέμελος τζίτζικας που διασκεδάζει και σπαταλά. Έχω την εντύπωση ότι οι περισσότεροι οικονομολόγοι, τουλάχιστον αυτοί που συμβουλεύουν τους ηγέτες, δεν έχουν ξεφύγει από αυτόν τον διπολισμό που αναφέρεται στον ζωικό κόσμο και στην ηθική – αποταμίευση ή κατανάλωση σε γερές δόσεις, σε ατομικό και εθνικό επίπεδο. Υπ’ αυτό το πρίσμα η εργακοντέινερ | Ιούνιος 2011

σία είναι χάσιμο χρόνου και δεν αξίζει παρά μόνο για τα έσοδα που αποφέρει και τ’ αγαθά και τις υπηρεσίες που μας επιτρέπει ν’ αγοράσουμε». Ένα πιο εργατικό και συμπαθέστερο έντομο, η μέλισσα, αποτελεί ίσως καλύτερο παράδειγμα. Οι μέλισσες, πέρα από την παραγωγή μελιού, επιτελούν έναν βασικότατο ρόλο, την επικονίαση. Συλλέγοντας γύρη οι μέλισσες τη διασκορπίζουν και γονιμοποιούν φυτά, άνθη και οπωροφόρα. Ο πολύπλοκος αυτός ρόλος είναι κρίσιμος για τη βιόσφαιρα ως συνθήκη ύπαρξης κάθε ζωής και αξίας. Συνοψίζεται δραματικά σε μια ρήση του Άλμπερτ Αϊνστάιν: «Εάν εξαφανιστούν οι μέλισσες από το πρόσωπο της Γης, το ανθρώπινο είδος δεν θα μπορέσει να επιζήσει ούτε πέντε χρόνια». Η «κοινωνία της γύρης», όπως εκφράζεται από τον Daniel CohnBendit, είναι μια κοινωνία Δημοκρατίας και Διαλόγου. Όπως επισημαίνει, δεν αποτελεί ολοκληρωμένο θεωρητικό μοντέλο, αλλά μια ανάγκη για να αναστοχαστούμε εν μέσω κρίσης τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο, σπάζοντας τα δόγματα που μας έχουν φορτώσει ως ακλόνητους νόμους. Η επιλεκτική αποανάπτυξη που συνοδεύει την «κοινωνία της γύρης» εί-

ναι μια μεταστροφή που εμπερικλείει μια διαφορετική έννοια παραγωγής που συνδέει την Εργασία με τον Πολιτισμό και επαναφέρει την έννοια της Αγοράς στην αρχική της μορφή, όχι ως στείρας διαπραγμάτευσης, αλλά ως τόπου διαλόγου.

από τα εκατομμύρια κλικ των πελατών τους. Το «ελεύθερο λογισμικό» είναι ίσως ένα καλύτερο παράδειγμα, όπου χιλιάδες χρήστες και προγραμματιστές βελτιώνουν καθημερινά τα εργαλεία τους μέσα από τη χρήση τους.

Η έννοια του ελάχιστου κοινωνικού εισοδήματος αντιστοιχεί στην αναγνώριση αυτής της βασικής οργανωτικής αρχής της κοινωνίας ως συνόλου. Είναι η συνεισφορά του καθενός στην «κοινωνική επικονίαση». Κι αυτό είναι βασικό δικαίωμα για όλους. Από τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους, «τις μέλισσες» που παράγουν, έως τους «κηφήνες», άνεργους, συνταξιούχους και φοιτητές που διασφαλίζουν τον γονιμοποιό διάλογο. Επιπλέον, η έννοια του ελάχιστου κοινωνικού εισοδήματος δημιουργεί δίκτυ ασφαλείας για νέες επιχειρήσεις, μειώνοντας το άγχος κι ενισχύοντας την πρωτοβουλία.

Η «κοινωνία της γύρης» ίσως αποτελεί και μια καλή αναφορά για το κίνημα της 15 Μαΐου που εξαπλώνεται, όπου ο σεβασμός, η συμμετοχή και η σύμπραξη αποτελούν αιτήματα ζωής και δεν είναι στείρα συμβόλαια για να ρυθμίζονται οι ζωές μας σε τιμάριθμους, αλλά αναφέρονται στην αξία του μέλλοντος.

Η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση που συντελείται σήμερα, είναι η οικονομία της γνώσης και των σχέσεων. Αυτό είναι αντιληπτό απ’ όλες τις σύγχρονες επιχειρήσεις. Είτε κοινωνικές είτε ιδιοκτησιακές και φυσικά από πολυεθνικές όπως η Google, που συσσωρεύουν πλούτο όχι από τους υπαλλήλους και τα μέσα τους, αλλά

Τα ερωτήματα, για να μην είναι κίβδηλα, θα έπρεπε να μας βάλουν πάλι σε κίνηση γονιμοποιώντας τον διάλογο μεταξύ Οικολογίας και Οικονομίας, που δεν είναι πέρα από την Κοινωνία, με όρους που συμπεριλαμβάνει τους Πολίτες ως μέλη χρήσιμα και τόσο αναγκαία όπως οι μέλισσες που δεν παράγουν μόνο αλλά ποιούν δημιουργώντας μεγαλύτερο κοινωνικό πάθος ενάντια στη μιζέρια που προσπαθεί να μας επιβληθεί! 

* Daniel Cohn-Bendit, «Τι να κάνουμε;», εκδόσεις Κέδρος


PUBLI


Βλέμμα_ Ποίηση 24

Μετάφραση Γιώργος Λαμπράκος

Στιχοπλοκίες

Στήθη, Maxine Chernoff Η Maxine Chernoff (γεν. 1952) είναι βραβευμένη αμερικανίδα ποιήτρια και μυθιστοριογράφος. Μαζί με τον σύζυγό της, Paul Hoover, εκδίδουν το σημαντικό λογοτεχνικό περιοδικό New American Writing. Στο youtube υπάρχει μια διόλου ευφάνταστη εικονοποίηση του ποιήματος Breasts.

Αν ήμουν Γαλλίδα, θα έγραφα για στήθη, δομιστικές θεωρήσεις για στήθη, αποδομιστικά στήθη, τα στήθη της Γερτρούδης Στάιν στο Περ-Λασέζ κάτω από το επιβλητικό μάρμαρο. Στήθη σε φιλμ νουάρ όχι μεγαλύτερα από ελιές, τα στήθη της Εντίθ Πιάφ υπό τη σκιά ενός τραγουδιού, τρελά στήθη να παραληρούν στην αγορά πτηνών την Κυριακή. Τα στήθη του Τανγκί να απαλύνουν το τοπίο, η πολιτική των θηλών (είμαστε όλες ίσες). Ένας φίλος θυμάται να θηλάζει, το δίδυμο αδελφάκι του μια θολή απειλή. Μα για κάτσε, στην Αμερική είμαστε, όπου τα στήθη ήταν μυτερά μέχρι το 1968. Μια φορά επινόησα ένα μιούζικαλ αλά Μπάσμπι Μπέρκλι, με γυμνές γυναίκες να κάθονται σε έναν υποθαλάσσιο πάγκο και ο Ντέιβιντ Μπάουι να τις περιχύνει με παγωτό. Ηχεί τόσο σεξουαλικό μα είχε μια πλατωνική, εξωραϊστική ατμόσφαιρα. Ο Μπέκετ τα λέει μαστάρια, αυτό με κάνει να σκέφτομαι πατάτες, μα ποιος λέει τα στήθη πατάτες; Οι χορεύτριες των Μπολσόι πατικώνουν τα στήθη τους όταν ασκούνται στη μπάρα. Υποθέτεις ότι σκέφτονται πως αρμενίζουν, αλλά πιθανόν σκέφτονται το ψωμί, το γεύμα και το Σόου του Ίγκορ Ζλότικ (ο δικός τους Φιλ Ντόναχιου). Έχω μια φωτογραφία όπου ντύνομαι, ο Πολ μού κάνει έκπληξη κι εγώ προσπαθώ να κρύψω τα στήθη μου, και μια άλλη φετινή, όπου ποζάρω σε μια προβλήτα με τα στήθη μου να ανακλώνται στα ασημένια γυαλιά ηλίου. Δεν φταίω εγώ που το καλοκαίρι τα λουλούδια πλημμυρίζουν τους κήπους και τα στήθη δείχνουν τα αστέρια. Οι γάτες έχουν οκτώ από αυτά, και η Κολέτ μιλάει για μια γάτα που θήλαζε το μικρό της ενόσω αυτή θήλαζε τη μητέρα της. Φαντάσου τη σκηνή με ανθρώπους. Υπάρχει και η ρώσικη ιστορία για τη γυναίκα… μα για κάτσε, τα φώτα έκλεισαν, και ο Χάμφρι Μπόγκαρτ έχει καρφώσει το βλέμμα του στα στήθη της Λορίν Μπακόλ λες και θα αρχίσουν να μιλάνε.

κοντέινερ | Ιούνιος 2011


«Η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή» διακήρυττε το ιεραείο του lifestyle στη δεκαετία του ‘90. Οι Τρύπες απάντησαν στο Χάρτινο Τσίρκο: «Η ζωή είναι μεγάλη, μην την κάνεις καρναβάλι». Αλλά ήταν τα χρήματα του χρηματιστηρίου που έπρεπε να μάθουμε πώς να τα ξοδέψουμε, περιοδικά που έπρεπε να πωληθούν, είδωλα που έπρεπε να δημιουργηθούν για να νιώσουμε πως είχαμε κι εμείς τη δική μας Μαντόνα (ή απλώς κάποια που χρησιμοποιούσε την ιδια βαφή μαλλιών), μια νέα τάξη που έπρεπε να εφευρεθεί για να υπερκαλύψει την συστολή της όποιας ευγενικής καταγωγής στην Ελλάδα. Σήμερα, η αυτοκριτική μας σε όλα τα επίπεδα, μας οδήγησε πολλούς, όχι όλους, στην εσωτερική ντροπή που πρέπει να ξεπλυθεί. Φωνάζω στο Σύνταγμα για το κομματικό σύστημα που ανέχτηκα, και μαζί είμαι θυμωμένος και για την τηλεόραση που ανέχτηκα, τα γιαούρτια που δεν πέταξα, τα ρούχα που αγόρασα με πιστωτική κάρτα, τις συναυλίες που δεν στήριξα γιατί είχα να μείνω στο γραφείο υπερωρία. Κάποιοι δεν συμμετείχαν σ’ αυτό το πανηγύρι. Και ίσως τώρα είναι καιρός να τους ακούσουμε με περισσότερη προσοχή. Μ&Μ

Lifestyle in the office with dj Lo-Fi (Killer 45) 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8. 9. 10. 11. 12. 13. 14. 15. 16. 17. 18. 19. 20.

Richard E. Gross & John U. Michaelis: Quiet Please (Shortstrip) Chestora Dellenbach: Eternal Life (Angelus) Franklyn MacCormack: Put your Dreams Away (Liberty) Frank De Vol: Valse Triste (Columbia) Cesana: When Shadows Fall (Audio Fidelity) Kay Cee Jones: I Wore Dark Sunglasses (Marquee) Heitor Villa Lobos: Blue Dusk (United Artists) Murry Wilson: Painting With Teardrops (Capitol) Gaston Lemaire: None But The Lonely Heart (Society) Robert Maxwell: Tears (Decca) The Arthur Lyman Group: Black Orchid (Hi-Fi) Michael Reynolds: Deadly Mysterioso (Major) Peter Lorre: Suspense (Radiola) Priscilla Wright: The Man In a Raincoat (Sparton) Al Rosa: El Despertar (Tower) Al Hirt: Poupee Brisee (RCA) Marimba Chiapas: Agonia En Un Alma (Musart) Bobby Christian: Suicide (Westminster) Jon Delvin: Isolations (Gateway) Randall Thompson: I Shall Not Die Without A Hope (Angel)


Αφιέρωμα _ Λάιφ Στάιλ

26

_Γιώργος Βαλαής

Πώς να ζήσω Υπάρχει μια τρυφερή ηλικία που καταλαβαίνεις ότι οι οδηγίες που σου δίνουν οι γονείς δεν φτάνουν για να ζήσεις. Tότε ακριβώς είναι η στιγμή που το lifestyle έρχεται για να σε πιάσει μαλακά από το χέρι και να σου δείξει τον δρόμο. Πώς να ντύνεσαι, πώς να μιλάς, τα 100 πράγματα που πρέπει οπωσδήποτε να κάνεις πριν πεθάνεις, η γλυκιά συνενοχή του να ανήκεις σε μια φυλή – αδιάφορο σε ποια, ποιος κοιμάται με ποιον, πώς να μετατρέψεις την ένταση της ζωής σου σε καταναλωτική μανία, πώς να παραδίδεσαι στο εφήμερο και το τιποτένιο. Οι μηνιαίες υπενθυμίσεις των περιοδικών lifestyle πουλούσαν φρέσκο γυμνό κρέας, υποκλίνονταν σε οτιδήποτε επιτύγχανε χωρίς ποτέ να δώσουν έναν ορισμό της επιτυχίας, αναμασούσαν την άποψη ότι η ζωή έχει σχέση με την ιδιοκτησία και τις τρέχουσες ηδονές που πρέπει να γευτείς, ότι η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή, ότι η ζωή, τελικά, είναι μια φετιχιστική διαδικασία που μπορούν να γευτούν μόνο όσοι έχουν χρήματα. Δεν σου έμεναν και πολλές επιλογές: ή θα επέστρεφες στον μικροαστισμό των γονιών σου ή θα κυλιόσουν στον βούρκο. Η έκρηξη του lifestyle συνέπεσε στην Ελλάδα ταυτόχρονα με το σκυλάδικο όραμα του ΠΑΣΟΚ για ανάπτυξη, ρευστοποίησε την επιθυμία για στυλάτη κατανάλωση μιας τάξης που αναδυόταν από την αφάνεια, έκλεψε όλη τη φρεσκάδα από τις νεανικές underground κουλτούρες, βιομηχανοποίησε την παραγωγή διασημοτήτων, μετάλλαξε τις συνεντεύξεις σε editorial μόδας, συνταίριαξε την Πρωτοψάλτη με τη Μαντόνα, έπεισε κάθε γενιά να απολαμβάνει τη συμμετοχή της στο ίδιο της το ξεπούλημα. Κι αφού εξά-

κοντέινερ | Ιούνιος 2011

ντλησε όλο το οπλοστάσιο των συνταγών του, κατέληξε στον αυνανισμό με την ίδια την αλαζονεία του. Αρκετά όμως με τις κλωτσιές στο πτώμα. Τι γινόταν όλο αυτό το διάστημα με όλους εμάς; Μεγαλώνοντας, αρχίσαμε να παίρνουμε απόσταση απ’ όλες αυτές τις συνταγές που δεν μας έβγαζαν πουθενά, όμως μας έμεινε η συνήθεια, ξέραμε πια πώς πρέπει να μοιάζει η επιτυχία, δεν ήμαστε σκυλάδες αλλά όλο και κάποια σελίδα θα χώραγε το στυλ μας, θα τσιμπολογούσαμε από εδώ κι από εκεί ό,τι μας άρεσε και το μείγμα στο τέλος θα φαινόταν ότι είναι δικό μας. Έτσι αρχίσαμε. Πίναμε τις ίδιες ποσότητες με τον Γκι Ντεμπόρ, χωρίζαμε με τις γκόμενές μας σαν να ήμαστε ο Μπάουι, γυρνάγαμε στην πόλη σαν να ήμαστε οι Wu Tang Clan, ατενίζαμε τη ζωή με την απάθεια του Μπάροουζ, τεμπελιάζαμε γιατί ήμαστε slackers, τριγυρίζαμε με ένα σακίδιο και παραμυθιαζόμαστε ότι είμαστε new age travellers, συναντιόμαστε με τα είδωλά μας στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή. Αντιγράφαμε τις πράξεις των ειδώλων μας, χωρίς να κουβαλάμε την απελπισία ή τη γενναιότητα που τις γέννησε. Κάποτε θα γινόμαστε κι εμείς εξώφυλλο και τότε θα το βούλωναν όλοι. Ήμαστε αφελείς αντιγραφείς. Σε κανέναν κατάλογο με τα 100 πράγματα που έπρεπε να κάνεις πριν πεθάνεις δεν μας είπαν ότι η οργή είναι ισάξιο καύσιμο για τον εαυτό μας όπως η μανία για κατανάλωση. Τώρα που δεν μπορούμε πια να είμαστε αυτό που είμαστε και δεν μπορούμε να μην είμαστε αυτό που είμαστε, είναι στο χέρι μας να δούμε τι θα κάνουμε – θα ξαναπλώσουμε την παλάμη προς τον ουρανό ζητώντας κι άλλη ελεημοσύνη ή θα σφίξουμε τα δάχτυλά μας και θα τα κάνουμε μια γροθιά; Ίδωμεν. 

Αντιγράφαμε τις πράξεις των ειδώλων μας, χωρίς να κουβαλάμε την απελπισία ή τη γενναιότητα που τις γέννησε. Κάποτε θα γινόμασταν κι εμείς εξώφυλλο και τότε θα το βούλωναν όλοι


Λάιφ Στάιλ _ Αφιέρωμα

27

Aπό την ταινία Quadrophenia (1979)

Ιούνιος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Λάιφ Στάιλ

28

_Κατερίνα Κιτίδη

Φέτος η επανάσταση θα φορεθεί πολύ Ήρωες στην υπηρεσία του καταναλωτισμού.

Ήταν Μάης του 2008 όταν μια διαφήμιση φρουτοχυμού εισήγαγε το «κίνημα» των Motionistas στη νεοελληνική πραγματικότητα. «Ένα νεανικό κίνημα αληθινό, αυθεντικό, που δεν καθοδηγείται», κομπορρημονούσαν τα teaser, τα viral video και οι ολοσέλιδες καταχωρήσεις του. Χαρούμενα πρόσωπα, πολύχρωμα πλάνα και δυνατές μουσικές «εργάζονταν ακατάπαυστα» μέσα απ’ την τηλεοπτική οθόνη ενάντια στην «παράνομη αρνητική ενέργεια». Λίγους μήνες αργότερα, το Δεκέμβρη του 2008, οργισμένα πρόσωπα κατέκλυζαν ακατάπαυστα τους γκρίζους δρόμους, ενάντια σε μια παράνομη κρατική δολοφονία. Το πραγματικό νεανικό κίνημα, με τη δική του έκρηξη δημιουργικότητας, ισοπέδωσε την ψευδο-επανάσταση των διαφημιστών μέσα από τις αφίσες, τα συνθήματα ή τα στένσιλ του. Χαρακτηριστικότερο από τα νέα viral ήταν μια «πειραγμένη» διαφήμιση της βότκας Absolut, όπου το μπουκάλι είχε μετατραπεί σε μολότοφ. Τα δυο αυτά περιστατικά κατάφεραν, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, να συνοψίσουν χρόνια ολόκληρα απ’ την παγκόσμια διαφημιστική ιστορία. Συγκεκριμένα, απ’ την προσπάθεια εμπορικής εξαργύρωσης της νεανικής εξεγερτικότητας – η επανάσταση θυσιαζόταν στο βωμό του lifestyle. Η Καταστασιακή Διεθνής απ’ τη δεκαετία του ’60 κατήγγειλε την εξουδετέρωση του όρου «επαναστατικός», καθώς χρησιμοποιούνταν συνεχώς στη διαφήμιση, για να περιγράψει ακόμη και την ελάχιστη μεταβολή στην παραγωγή αγαθών. Ωστόσο, ήταν ήδη τέλη του ’80, όταν παρουσιάστηκε η πρώτη μαζική αντίδραση σε αυτή την πρακτική, ύστερα από τη χρήση τού Revolution των Beatles σε τηλεοπτική εκστρατεία της Nike. «Δεν θέλουμε την επανάσταση να πουλάει παπούτσια», έγραφαν σε εκατοντάδες επιστολές θυμωμένοι ακροατές των Σκαθαριών, χωρίς να φαντάζονται το μέλλον που τους περιμένει. Ο Μάο και ο Λένιν έκαναν την πρώτη τους επίσημη εμφάνιση σε τσάντα σε ανοιξιάτικη κολεξιόν του 1999. Ο Μαρξ κι ο Τσε επιστρατεύτηκαν για να πουλήσουν αυτοκίνητα, ενώ ο Φιντέλ για την προώθηση μιας μπύρας (... λάιτ). «Είμαστε όλοι εργάτες!» ανέκραζαν τα λεπτεπίλεπτα τοπ μόντελ της Levi’s, ενώ οι ηθοποιοί σε τηλεοπτικό σποτάκι τής Volkswagen ύψωναν τις γροθιές τους σε αγωνιστικό χαιρετισμό. Απ’ τις αρχές των ’90ς, η διαφημιστική βιομηχανία είχε συνειδητοποιήσει πως ήταν αναγκαία μια στροφή: Αφενός προς το «ανήσυχο» εφηβικό κοινό, που είχε πλέον καταστεί η «επικερδέστερη» αγορά. Αφετέρου, προς την προώθηση του brand κάθε εταιρείας, αφού η πώληση του προϊόντος της δεν ήταν πλέον αρκετή, σε συνθήκες αυξημένου ανταγωνισμού. κοντέινερ | Ιούνιος 2011

Κάθε επιχείρηση συνδυάστηκε με έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, τον οποίο προωθούσε μέσω χορηγιών σε εκδηλώσεις επιδείξεων κοινωνικής ευαισθησίας, συνεργασιών με αξιοσέβαστους καλλιτέχνες ή αθλητές. Κι όσο περισσότερες εταιρείες έμπαιναν στο χορό, τόσο πιο «εναλλακτικά»,

Ο Μαρξ κι ο Τσε επιστρατεύτηκαν για να πουλήσουν αυτοκίνητα, ενώ ο Φιντέλ για την προώθηση μιας μπύρας (...λάιτ) «cool» ή «ανατρεπτικά» ήταν αυτά που έπρεπε να κάνουν ή να δείξουν για να ξεχωρίσουν. Θυγατρική τής Gap έφτιαξε μίνι-πειρατικό σταθμό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Διαφήμιση της Pizza Hut έβαζε τον εργοδότη να σερβίρει πίτσες σε εργαζόμενους που έκαναν πικετοφορία, και αυτοί ξεχνούσαν τα αιτήματά τους χάριν τού δωρεάν φαγητού. Η απορρύθμιση και οι ιδιωτικοποιήσεις διευκόλυναν το σχέδιο μετατροπής του πολιτισμού σε ένα σύνολο από εκστρατείες προώθησης εμπορικών προϊόντων, όπως περιγράφει η Ναόμι Κλάιν. Κι οι εταιρείες, όταν δεν μπορούσαν να οικειοποιηθούν τις «ανατρεπτικές απόψεις», επιχειρούσαν να τις φιμώσουν: Υπό την απειλή προστίμου 5.000 ευρώ ημερησίως, μεγάλη ετικέτα ειδών πολυτελείας απαγόρευσε σε Δανή ζωγράφο να εκθέτει μια παραλλαγή τής Γκουέρνικα, που απεικονίζει μεταξύ άλλων ένα μαύρο παιδί να κρατά τσάντα της εταιρείας. Όπου δεν έπιπτε η δικαστική ράβδος, υιοθετήθηκαν άλλα μέτρα προς όφελος των εταιρειών. Όταν παρουσιάστηκαν κινήματα αντίστασης στη διαφημιστική πλύση εγκεφάλου, τα οποία παραποιούσαν διαφημίσεις (adbusting), οι ίδιες οι εταιρείες τα πρόβαλαν ως «το νέο hip» σε μια συντεταγμένη προσπάθεια καπήλευσής τους στο πλαίσιο της προώθησης προϊόντων. Το στοιχείο της ειρωνείας και της αυτο-υπονόμευσης έγινε βασικό συστατικό των διαφημίσεων, όσο οι εμπνευστές τους έβλεπαν το νεανικό κοινό να αδιαφορεί και να οργίζεται τόσο με την προωθούμενη επιχειρηματική κουλτούρα, όσο και με τις οικονομικές ή πολιτικές συνθήκες που επέτρεψαν την ανάπτυξή της. Κι αυτό παράλληλα με τις παραδοσιακές χοντροκομμένες απόπειρες των διαφημιστών να «ακολουθήσουν το ρεύμα».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μια καμπάνια της βρετανικής αλυσίδας σούπερ-μάρκετ Tesco, που σύγκρινε τις πίτες της για να διαπιστώσει ποιες είναι οι καλύτερες για να «προσγειώνονται» στο πρόσωπο των πολιτικών. Όσοι μπορούσαν, επιχείρησαν να αντισταθούν εμπράκτως. Ένας από αυτούς ήταν ο Τζιμ Φιτζπάτρικ, που δημιούργησε το γνωστό πορτρέτο του Τσε σε κόκκινο και μαύρο χρώμα, βάση της διάσημης φωτογραφίας του Αλμπέρτο Κόρντα. Ο Φιτζπάτρικ πρόσφατα αποφάσισε να διεκδικήσει τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του, για να τα χαρίσει στην οικογένεια του Τσε και στο λαό της Κούβας, προκειμένου «να μην χρησιμοποιούνται πια για γελοίους εμπορικούς σκοπούς». Την ίδια ώρα ορισμένοι μεταμοντέρνοι θεωρητικοί, με ισχυρές δόσεις απαισιοδοξίας, ισχυρίζονταν ότι δεν μπορείς να ξεφύγεις από έναν φαύλο κύκλο. Όπως υποστήριζαν, οι άνθρωποι που επιχειρούν να απομακρυνθούν από τον κυρίαρχο πολιτισμό (π.χ., στη μουσική), ψάχνοντας για εναλλακτικές κουλτούρες, το μόνο που καταφέρνουν είναι να γίνονται πιο ενεργοί καταναλωτές. Πλησιάζουμε, λοιπόν, σε μια περίοδο, όπου δεν θα υπάρχει πια κανένας χώρος για να ανθίσουν εναλλακτικά μοντέλα σκέψης και έκφρασης; Όπου η επιλογή θα καταστεί μια και καλή «η απόλυτη ψευδαίσθηση»; Η απάντηση είναι, μάλλον όχι. Και η πλήρης ομογενοποίηση θα αποδειχθεί εξίσου διάτρητη και σαθρή με ιδέες όπως το «τέλος της ιστορίας». Η αιτία δεν είναι πως η προώθηση προϊόντων μελλοντικά θα χάσει την ικανότητά της να υφαρπάζει και να απορροφά τις αντιδράσεις στις πρακτικές της. Αιτία είναι πως υπάρχουν άνθρωποι που επικεντρώνουν τον αγώνα τους όχι στο μήνυμα των εταιρειών, αλλά στις πρακτικές τους – καταγγέλλοντας τα sweatshops, την καταπάτηση των εργατικών δικαιωμάτων, το ψεύτικο οικολογικό προσωπείο (greenwashing) το οποίο προβάλλουν. Κυρίως, όμως, υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τις βαθύτερες, συστημικές αιτίες που δίνουν στις επιχειρήσεις τέτοια δύναμη. Κι όταν εκείνοι κατεβαίνουν στο δρόμο, αποδεικνύεται πως, και η «επαναστατική» διαφήμιση, περιέχει τους σπόρους της καταστροφής της. 

* Η Κατερίνα Κιτίδη είναι δημοσιογράφος, αρχισυντάκτρια στο TVXS. Υπέγραψε μαζί με τον Άρη Χατζηστεφάνου το ντοκιμαντέρ Debtocracy.


Λάιφ Στάιλ _ Αφιέρωμα

29

Βlynca, Caballo with Coke, 2010, courtesy Galeria Absolute, Art Madrid 2011 Ιούνιος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Λάιφ Στάιλ

30

_Αυγουστίνος Ζενάκος

Wojciech Fangor, Figures, 1950, courtesy of Museum of Art in Lodz

Gauche caviar *

Το lifestyle δεν είναι επιφάνεια. Με έναν τρόπο σχετίζεται με τα βασικά κληροδοτήματα του Διαφωτισμού

Υπάρχει lifestyle της Αριστεράς;

Πρόκειται για την κλασική δεξιά κατηγορία: η Αριστερά ίσως και να είναι σωστή αλλά εσύ δεν είσαι σωστός αριστερός. Θέλεις επειδή κατοικείς σε ευκατάστατο προάστιο, επειδή τελείωσες ιδιωτικό σχολείο, επειδή σπούδασες στο εξωτερικό, επειδή οδηγείς μεγάλο αυτοκίνητο, δεν έχει σημασία. Οτιδήποτε άλλο από αμόρφωτος εργάτης, οτιδήποτε, δεν ταιριάζει να το αποκαλέσει «του λαού» κάποιος που δεν θεωρεί φυσικά τον εαυτό του «λαό», δεν μπορεί να χωρέσει στην Αριστερά παρά μόνο με σαρκασμό. Την ωραιότερη έκφραση την έχουν οι Γάλλοι: gauche caviar. Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε ότι ο όρος lifestyle –«ύφος ζωής» θα μου άρεσε να το αποδίδαμε– έχει να κάνει με την επιφάνεια. Με τις επιλογές τού καθενός στα ρούχα του, στα έπιπλα, στα καταστήματα όπου συχνάζει ή στα καλλυντικά που προτιμά. Πιο «βαθιά», λέμε, ο καθένας είναι ό,τι είναι. Και από πάνω, ως επικάλυψη, ως επιδερμίδα, είναι το lifestyle. Εκεί βρίσκει τη λογική της η κατηγορία: την Αριστερά δεν γίνεται να τη «φοράς». Ή είσαι ή δεν είσαι. Στην πραγματικότητα είναι μια διεστραμμένα τιμητική κατηγορία: προϋποθέτει ένα βάθος, έστω κι αν την ίδια στιγμή σού το αρνείται. κοντέινερ | Ιούνιος 2011

Όμως το lifestyle δεν είναι επιφάνεια. Με έναν τρόπο σχετίζεται με τα βασικά κληροδοτήματα του Διαφωτισμού. Κι αυτό είναι και ευλογία και κατάρα. Ευλογία επειδή πηγάζει από εκείνη την παραδοχή ότι ο εαυτός μου μού ανήκει, ότι μπορώ να επιλέξω να τον κάνω ό,τι θέλω, άσχετα με το από πού προέρχομαι. Κατάρα επειδή κάπου στο δρόμο προς τη σύγχρονη Φιλελεύθερη Δημοκρατία –κι αυτή ήταν μια από τις πιο καίριες μομφές του Μαρξ προς τους φιλελεύθερους– ξεχάστηκε πως η ατομικότητα προσδιορίζεται μέσω των άλλων, υπάρχει λόγω της κοινότητας κι όχι σε πείσμα της. Έτσι μάθαμε να ζούμε «επιλέγοντας». Η έννοια της ελευθερίας που έχουμε κατά νου στον δυτικό κόσμο ταυτίζεται στην πραγματικότητα με την περίσσεια επιλογών και τη δυνατότητα να κάνει κάποιος μια από αυτές. Αλλά όπως κάθε ιδεολογία, έτσι και η ιδεολογία της «ελευθερίας» μας, περιέχει τους αποκλεισμούς της: έχεις πολλές επιλογές, ωστόσο ορισμένες δεν τις έχεις. Κι αν το σκεφτείς, οι επιλογές που έχεις είναι αυτές που σε προσδιορίζουν ως άτομο σε πείσμα της κοινότητας. Μπορείς να φορέσεις ό,τι θέλεις, μπορείς να πιστεύεις ό,τι θέλεις, αρκεί να το κάνεις μόνος. (Ίσως ακουστεί αστείο αλλά μια από τις

συχνότερες, πλέον, φιλελευθερο-δημοκρατικές γκρίνιες είναι για τις καμπάνες των εκκλησιών. Πίστευε όπου θέλεις, λένε, αλλά μόνος σου, στο σπίτι σου, δίχως να σε ακούω. Το γεγονός ότι το να πιστεύεις είναι καταστατικά κοινότητα και όχι επιλογή lifestyle θα τους διαφεύγει για πάντα. Η ιδεολογία τους δεν διαθέτει τα εργαλεία για να εντάξει κάπου αυτή τη γνώση. Γι’ αυτό και υπεκφεύγουν: δεν είναι στ’ αλήθεια κατά της θρησκείας, είναι κατά της κοινότητας). Δεν είναι λοιπόν παράξενο που η Αριστερά απαγορεύεται ως επιλογή. Δεν είναι επιλογή με αυτή την έννοια· σε έναν κόσμο «επιλογών» η Αριστερά δεν μπορεί να είναι επιλογή παρά μόνο ως gauche caviar. Παραμένει, για τον κόσμο της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας, το τελευταίο προπύργιο του οριστικού ρατσισμού της: κάτι που ή το έχεις στο αίμα σου ή δεν θα το έχεις ποτέ. 

* Αριστερό Χαβιάρι είναι όρος που χρησιμοποιούν οι Γάλλοι για να περιγράψουν το δικό μας «Αριστεροί με Δεξιά Τσέπη». Ο Αυγουστίνος Ζενάκος είναι δημοσιογράφος.


Λάιφ Στάιλ _ Αφιέρωμα _Δημήτρης Δαλδάκης

31

Ο Fellini, ο Rubini και ο Τουρίστας Ο δημιουργός ανοίγει νέους χώρους διοχετεύοντας ή εκτονώνοντας την πολυκοσμία. Το lifestyle καταλαμβάνει τους χώρους αυτούς και τους νοικιάζει στους τουρίστες της ζωής.

Οι ορδές του denim ξεχύνονται στις λεωφόρους. Στις ειδήσεις είπαν ότι κάπου στη μητρόπολη αγοράζεις προσωπικότητα. Εκατομμύρια μυρμήγκια ποδοπατιούνται για το ίδιο ψίχουλο. Λίγο πιο δίπλα, ένα κορμί χαρίζει μ’ ένα χάδι τον ορίζοντα. Μέχρι να γίνεις αυτός που λέει η μόδα, μεσολαβεί ένας μεγάλος χρόνος που δεν είσαι τίποτα. Όταν γίνεις αυτός που λέει η μόδα, κερδίζεις ένα μεγάλο χρόνο που δεν είσαι ο εαυτός σου. Η απόδειξη που κρατάς, γράφει πόσο πουλήθηκες. Ελάχιστη καταβολή, το φυσικό χρώμα των μαλλιών σου. Το αλλού δεν είναι μακριά. Αλλά είναι δύσκολο. Είναι δύσκολο να είσαι ο εαυτός σου. Ο τόπος που δεν φτάνει κανένα εισιτήριο. Πρέπει να ιδρώνεις για την επαφή. Κι εσύ δεν θέλεις να ιδρώσεις. Θέλεις να είσαι κοντά μου. Να σε κουβαλάω. Θέλεις την αναπνοή μου. Σε μια απότομη στροφή θα σπάσουν τα νύχια που με γράπωσες και θα πέσεις στον γκρεμό. Η ένταξη, η συμφωνία, η ασφάλεια, πώς φαίνομαι, πώς φαίνεσαι, η υγεία, τα πάθη και η συντροφιά μας, όλα στα χαρτιά μας. Το πάσο που χρειαζόμαστε για να μπούμε στο show της ανθρωπότητας. Είναι θλιβερή η διαπίστωση, δεν έχει μείνει χώρος ελεύθερης κυκλοφορίας. Με το ζόρι στο show μαϊμού. Με το ζόρι στο ληξιαρχείο, με το ζόρι στην αρένα της ταυτότητας. Lifestyle αδέλφια. Γελάδια με την ετικέτα στο αυτί. Να σκίζονται τα βυζιά σας απ’ το άρμεγμα. Εκπομπές ρύπων. Εκπομπές lifestyle. Εμφανίζονται όλοι όπως οι επιδειξίες στα πάρκα. Νά η μούρη μου, νά το παιδί μου, νά ο κώλος μου και το βρακί μου. Παίρνω το lifestyle πάσο μου και μπαίνω στην αρένα. Περπατάω και χαϊδεύομαι. Με κοιτάζουν και υγραίνω. Lifestyle στρατός. Κρατάς την γκόμενα όπως το όπλο στον ώμο. Τρως γιαούρτι μηδέν τοις εκατό και γαμιέσαι τη νύχτα που ορίζει η Λίτσα. Σούζα

όταν σου λένε προσοχή. Αναπνοή όταν ακούς ανάπαυση. Έξω απ’ τους στρατούς, παιδιά, ν’ ανοίξει λίγο το μάτι μας. Το μπράτσο επιτρέπεται να χαλαρώνει, ο πωπός, μπορείς να τρως, λίγη τρίχα στη μασχάλη δεν πειράζει, και μη μου λες ότι σ’ αρέσει στον άντρα η κοιλίτσα. Αυτοκρατορία της meche Ελλάδα. Καμένα νύχια στο μανό και στραβοπατημένα τακούνια. Χοντροί συνθετικοί κόμποι στη γραβάτα και τεράστια μανικετόκουμπα. Το σώβρακό μου το αγόρασα ο βλάχος στη Βουκουρεστίου. Σκέφτομαι το φιλαράκι μου, όταν το ρώτησα πώς πάει η δουλειά του στη lifestyle επιχείρηση: -«Τι λέει εκεί μέσα;» -«Τι να πει; Καλά. Ένα μεγάλο γραφείο, τέσσερα laptop, τέσσερις μαλάκες κι εφτά αιμορροΐδες». Και όλοι στον ίδιο γιατρό. Αυτό θα πει lifestyle. Βγαίνω με μια γκόμενα που δεν με καυλώνει, αλλά μ’ αρέσει, είναι in, είναι lifestyle. Τα βράδια που δεν μου σηκώνεται, κουβεντιάζουμε, και μου λέει να πάω σ’ έναν ειδικό. Θα πάρω τα lifestyle φάρμακα και θα παντρευτώ την ξενέρωτη. Αν βγάλεις το style από το life η μητρόπολη θα ερημώσει. Το στυλ είναι εργοστάσιο. Η ζωή είναι εφεύρεση. Όταν είμαστε μικροί, θέλουμε, με μανία, να μοιάσουμε, να γίνουμε στρατιώτες. Μέχρι που μεγαλώνουμε, όσοι μεγαλώνουμε, και σκάει σα σαπουνόφουσκα το παραμύθι της πατρίδας και της ένταξης. Μπορείς ν’ αποφύγεις το lifestyle; Ναι. Όταν γίνεις νησί. Τότε είναι που κερδίζεις πρόσωπο. Η απελευθέρωση έρχεται όταν πετάς τη στολή. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πιο ελκυστικός άνθρωπος είναι ο μοναχικός και ο ασυμβίβαστος. Ο δίχως πατρίδα και υπόκλιση. Το άπιαστο όνειρο. Τον κάνου-

με ταινίες, λογοτεχνίες και ποιήματα στην ασφαλή αρένα των ταυτοτήτων. Ο μοναχικός και ασυμβίβαστος της τέχνης μας έχει φύγει γι’ αλλού. Ο Θεός ασχολείται μ’ άλλους γαλαξίες, κι εμείς ακόμα δοξάζουμε το μικρό του πέρασμα.

Μέχρι να γίνεις αυτός που λέει η μόδα, μεσολαβεί ένας μεγάλος χρόνος που δεν είσαι τίποτα. Όταν γίνεις αυτός που λέει η μόδα, κερδίζεις ένα μεγάλο χρόνο που δεν είσαι ο εαυτός σου Ο δημιουργός, ανοίγει νέους χώρους διοχετεύοντας ή εκτονώνοντας την πολυκοσμία. Το lifestyle καταλαμβάνει τους χώρους αυτούς και τους νοικιάζει στους τουρίστες της ζωής. Ο Fellini φτιάχνει τη Via Veneto και τα πεντάστερα παλάτια τη θρηνούν. Ο Marcello Rubini την αλωνίζει και ο τουρίστας τρώει τα κόλλυβα. Το μικρό παιδί τελειώνει τα μαθήματά του, φοράει το σορτσάκι, το μπλουζάκι του και δένει τ’ αγαπημένα του, φθηνά σπορτέξ. Παίρνει δίπλα απ’ την εξώπορτα την μπάλα που του χάρισε ο αδελφός του. Κατεβαίνει τα σκαλιά της γειτονιάς και τρέχει γλυκό, ευτυχισμένο στο γηπεδάκι πίσω απ’ το σχολείο. Ο ήλιος έχει πέσει. Ένας αδύναμος προβολέας φωτίζει τη σαράβαλη μπασκέτα. Δεν υπάρχει κανείς. Είναι πάλι μόνο. Αρχίζει να σκάει την μπάλα χαρούμενο. Πληρότητα να απορείς. Σήμερα, θα δοκιμάσει να φτάσει τη στεφάνη από το τρίποντο.  Ιούνιος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Λάιφ Στάιλ _Αλέξης Καλοφωλιάς

32

Πανδαιμόνιο! Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο

Teaching young ladies to act like whores. As for the gents, they flash the cash when they got none. BNC featuring MC Yinka, «The harder they fall»

Ίσως η μεταφορά να ακούγεται κάπως υπερβολική, αλλά το καθεστώς που εγκαθίδρυσε η κυρίαρχη τάση στα ελληνικά ΜΜΕ από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα δεν απείχε πολύ από την πολιτιστική δικτατορία. Και, όσο τραβηγμένο κι αν ακούγεται επίσης, ο λόγος των φορέων της αναπαρήγαγε ανάλογη ισοπέδωση και σκληρότητα.

Δεν υπήρξε αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο κυριάρχησε στην Ελλάδα. Οι διατυπώσεις του υπήρξαν ένα μείγμα αυτιστικής υπερηφάνειας, θράσους και επιθετικότητας που αξίωναν να εκλαμβάνονται ως αυταπόδεικτες λόγω της δήθεν ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας και μεταχειρίστηκαν μια σχιζοφρενική όσο και αποδοτική προσέγγιση: Αφενός, πρόβαλλαν και στηλίτευαν την «υστέρηση» του «Έλληνα» απέναντι στις κοινωνίες άλλων δυτικών χωρών και αφετέρου, πρότειναν –ή μάλλον έβγαζαν στον πάγκο για πούλημα– την ασφαλέστερη μέθοδο για την υπέρβασή της, που δεν ήταν άλλη από την παράδοσή του στην ξέφρενη ταραντέλα της υπερκατανάλωσης και της νεοφιλελεύθερης ιδεοληψίας, στην οποία ούτως ή άλλως παράδερνε και η υπόλοιπη Ευρώπη.

Όχι τόσο επειδή βασικός του στόχος ήταν η δημιουργία ενός καταναλωτικού χώρου ξεκομμένου από την πραγματική ανάγκη –συνθήκη απαραίτητη για την επέκταση των τότε αναδυόμενων τομέων της αγοράς–, όσο επειδή στη διαδικασία αυτή εκμεταλλεύτηκε με τρόπο τολμηρό, κερδοφόρο και εν τέλει αποτελεσματικό τις αντιφάσεις που προέκυψαν από τη συνάντηση ενστίκτων που επιζούσαν στις πλέον σκοτεινές γωνιές του συλλογικού νου με τις πιο ελκυστικές υποσχέσεις της διαφήμισης: το σεξ και τη συμμετοχή σε μια προνομιούχο ελίτ, μέσω της υιοθέτησης των εξωτερικών χαρακτηριστικών της καθημερινότητάς της.

Ο λόγος του εμφανίστηκε σαν αντίδοτο στην κούραση από τον «βαρύ», «ξύλινο» κομματικό λόγο της μεταπολίτευσης, όταν η επανάληψη είχε στερήσει από νόημα τις λέξεις που σημάδεψαν τις όποιες συλλογικές αναζητήσεις – αλλά η νοοτροπία του απέκτησε υπόσταση και ταυτότητα παραπλήσια του πιο φασιστικού της παραγώγου, του «αυριανισμού», φροντίζοντας για τη διάχυση του ύφους του σε ραδιόφωνα, περιοδικά και τηλεοπτικές εκπομπές. Παρά την «ελαφρότητα» και την ηδονοθηρία που τον χαρακτήριζε, υιοθέτησε την ίδια τραμπούκικη αυτοπεποίθηση, γιατί οι φορείς του γνώριζαν ότι η συγκεκριμένη διαδικασία

Στην ταινία Salon Kitty του Τίντο Μπρας υπάρχει μια σκηνή όπου ο αξιωματικός των SS (συνδυασμός τέλειου Αρείου και David Bowie εποχής Ziggy Stardust) εξηγεί στη νεαρή πόρνη με ποιον τρόπο επικράτησαν οι ναζιστές στην προπολεμική Γερμανία. Δεν θυμάμαι επακριβώς τα λόγια του, αλλά η ουσία τους είναι «Κατεβάσαμε έναν ολόκληρο λαό στο επίπεδό μας».

κοντέινερ | Ιούνιος 2011

μετάβασης είχε τις πλάτες του κράτους και του εγχώριου κεφαλαίου. Υπέθαλψε και στηρίχτηκε στη φρενίτιδα της κατανάλωσης που ευνοούσε τους οικονομικούς δείκτες της «ισχυρής» Ελλάδας, όπου οι διακοπές αποτελούσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τις τράπεζες. Την ίδια ώρα, τα τηλεοπτικά ΜΜΕ λειτουργούσαν σαν εμπροσθοφυλακή για την επιβολή των επιλογών των δύο παραπάνω πόλων, όπως και μιας εικονικής «κανονικότητας», κληρονομιά από τη χούντα που ανέκαθεν επιδείκνυε μηδενική ανοχή όταν γνώριζε αμφισβήτηση. Αυτή είναι η Ελλάδα, και σε όποιον αρέσει. Αν γυρίσουμε στις περασμένες δεκαετίες και θυμηθούμε τις κραυγές των σχολιαστών –από τις ουσιαστικά παραχωρημένες από το κράτος τηλεοπτικές συχνότητες– κατά των ξυλοκοπούμενων «κωλόπαιδων των Εξαρχείων» και την κατανόησή τους απέναντι στη δράση των τότε «αγανακτισμένων πολιτών», μπορούμε να δούμε να προβάλλονται δυσοίωνα flash-forward, σκηνές από τα χρόνια που ακολούθησαν: η εθνική δυστοπία των Ολυμπιακών Αγώνων, η δολοφονία ενός παιδιού σε έναν πεζόδρομο της ίδιας γειτονιάς το 2008 και οι σημερινές επιθέσεις κατά των μεταναστών. Εξορίζοντας κάθε συλλογική διεκδίκηση στα ξερονήσια του παρωχημένου και υποβαθμίζοντας εκ προοιμίου κάθε καλλιτεχνική απόπειρα που δεν στόχευε στην άμεση εμπορευματική εξαργύρωση (για παράδειγμα, «γκρουπάκια», σπανίως συγκροτήματα), φρόντι-


Λάιφ Στάιλ _ Αφιέρωμα

33

Για τους μάγκες που έγραφαν στα lifestyle έντυπα, η Νέα Υόρκη στα ’70s δεν ήταν το κατακλυσμικό punk rock του CBGBs αλλά τα ντίσκο ξεφτίδια του Studio 54

σε να καταστήσει εξαρχής σαφείς τις πολιτιστικές του αναφορές. Για τους μάγκες που έγραφαν στα lifestyle έντυπα, η Νέα Υόρκη στα ’70s δεν ήταν το κατακλυσμικό punk rock του CBGBs αλλά τα ντίσκο ξεφτίδια του Studio 54. Ο Σάκης Ρουβάς ανακηρύχθηκε ο Έλληνας Elvis Presley και η Άννα Βίσση βαφτίστηκε η απόλυτη (;!) Ελληνίδα σταρ σε διεθνές επίπεδο, ενώ ήταν απλώς δημοφιλείς εγχώριοι εκπρόσωποι του παμβαλκανικού μουσικού υβρίδιου που συνδυάζει παραδοσιακά τοπικά μοτίβα με electro pop στοιχεία και ονομάζεται στη Σερβία turbo-folk, στη Ρουμανία manele και στη Βουλγαρία chalga. Το κλίμα παρέπεμπε περισσότερο στη δικτατορία των κουμπουροφόρων ολιγαρχών της πρώην ΕΣΣΔ και λιγότερο στο Χόλιγουντ, όπως ήταν το ποθούμενο. Όμως οι διαστρεβλώσεις ήταν εξαρχής τόσο κραυγα-

λέες, που έθεσαν με σαφήνεια τις διαχωριστικές γραμμές. Απέτρεψαν την όσμωση της πραγματικής μουσικής των νέων με το lifestyle. Άλλωστε οι πιο επιδραστικοί εκπρόσωποί της τη δεκαετία του 1990 –συγκροτήματα όπως οι Τρύπες, οι Στέρεο Νόβα και οι Active Member– τοποθετήθηκαν ξεκάθαρα στον αντίποδα αυτού του πανηγυριού του τίποτα, διαπαιδαγωγώντας πολλά παιδιά με το ήθος και την υπερηφάνεια που προϋποθέτει η πίστη στην αντίληψη ότι οι αξίες σου δεν είναι απαραίτητο να συμβαδίζουν με την ανυπαρξία αξιών των άλλων. Γιατί ήταν πραγματικά εξωφρενικός ο τρόπος με τον οποίο η εικόνα ακύρωνε κάθε περιεχόμενο, τοποθετώντας τα πάντα σε ένα πλαίσιο που τα καθιστούσε εξωπραγματικά. Οι αναφορές συγκρούονταν σαν συντρίμμια παρασυρμένα από έναν σημειολογικό τυφώνα: Κυρίες με πορνικές αμφιέσεις σε λειτουργίες της ορθόδοξης λατρείας, νεαροί με τατουάζ που σταυροκοπιούνται περνώντας έξω από εκκλησίες, κολλαριστοί τσοπεράδες με επταψήφιους τραπεζικούς λογαριασμούς∙ ό,τι να ’ναι. Επιπλέον, μια ερωτική εικονογραφία για ξελιγωμένους, κρεμασμένη στα περίπτερα που μέχρι τις αρχές του ’80 έκρυβαν τον Καζανόβα πίσω από τα γαριδάκια για να μη φαίνεται, και ένας μανιακός εγκλεισμός της γυναικείας φύσης στα υγρά υπόγεια της ψυχαναγκαστικής ανδρικής υπερσεξουαλικότητας. Ένας άνδρας σκέφτεται το σεξ κάθε τρία δέκατα του δευτερολέπτου. Κατά τα άλλα, το θέατρο της

σκληρότητας: Ανθρώπινος πόνος σε κοινή θέα, ευάλωτα άτομα υπό πανεθνική διαπόμπευση, «τρελοί του χωριού» που μετά τη γελοιοποίηση στο καφενείο είχαν μόνο γυάλινα σπίτια να κρυφτούν. Απεριόριστος θαυμασμός για τους ματσωμένους, χείλη τεντωμένα από το νυστέρι και την υπερένταση που εκφέρουν το κτητικό «μου», εκβιάζοντας μια ανύπαρκτη εγγύτητα. Ήταν πολύ άσχημο τριπάκι και τώρα που η αγορά που το κινούσε στέγνωσε από χρήμα, το Ιnternet του στέρησε το μονοπώλιο της εικόνας και οι αξιοθρήνητοι εκπρόσωποί του μοιάζουν με πρώην υπουργούς –μικροί, αλαφιασμένοι, όχι λιγότερο εύθραυστοι από τα παιδιά που φυλακίζονται αυτοβούλως στα σπίτια του Big Brother–, νιώθεις περίεργα όταν μιλάς για όλα αυτά. Αναρωτιέσαι αν κάτι τέτοιο έχει πια νόημα. Σκέφτεσαι πως θα μπορούσε να είναι ένα κακό όνειρο που οδήγησε σε ένα ακόμα πιο οδυνηρό ξύπνημα: Ότι τελικά είχε να κάνει με τον χρόνο, τον χαμένο χρόνο που όλοι αναζητούν και είναι τόσο πολύτιμος που ορισμένοι πιστεύουν ότι μπορεί να γίνει κομμάτια και να πουληθεί, όχι μόνο κενός από εμπειρία, αλλά και έτοιμος να γεμίσει με προσοδοφόρο σκουπιδαριό. Μόνο που, όπως αποδείχθηκε, αυτό το άδειο σακί ήταν τελικά το πιο βαρύ απ’ όλα. 

Ο Αλέξης Καλοφωλιάς είναι μουσικός και μεταφραστής. Ιούνιος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Λάιφ Στάιλ

34

_Σπύρος Δερβενιώτης

Ατενύστας

Το σημερινό λάιφ-στάιλ απαιτεί συμβολικές «κοινωνικές» δράσεις, απολιτίκ πανηγύρια και ατελείωτες δημόσιες σχέσεις. Κάποιοι φροντίζουν για τη ρεσω-τηρία της ψυχής μας.

Aπό το λεύκωμα Into the Nature, εκδόσεις Gestalten

Κατ’ αρχήν να συστηθούμε. Είμαι ένας κομπλεξικός που ζηλεύει την επιτυχία των άλλων και προτιμάει να αμπελοφιλοσοφεί από τον καναπέ του, βρίζοντας τους άλλους που αναλαμβάνουν δράση αντί να μένουν στα λόγια. Ή τουλάχιστον αυτή είναι η επίσημη mantra που θα πρέπει να είσαι έτοιμος ν’ ακούσεις, αν τυχόν ψελλίσεις μισή αντίρρηση για την Ιερή Αγελάδα του «αστικού εθελοντισμού», τους atenistas. Δεν θα σας φάω χρόνο με το τι είναι οι atenistas, πρέπει να ζείτε σε σπηλιά για να μην πέσετε πάνω σε άρθρο, post, tweet, facebook page ή news clip για κάποια από τις δράσεις τους.To επικοινωνιακό blitzkrieg τους άλλωστε έχει ήδη γίνει αντικείμενο μελέτης και θαυμασμού επικοινωνιολόγων, διαφημιστών, καναλιών, χορηγών και όλων των φυλών του μπλάκμπερι. Θα προσπαθήσω, ωστόσο, να σας ξεναγήσω κλιμακωτά στο «τι ζόρι τραβάς, ρε φίλε». Δεν έχω τίποτα εναντίον της άδολης χαράς του πραγματικά αφιλοκερδούς εθελοντή που στελεχώνει τις ενέργειες της οργάνωσης. Είναι προφανές πως αν δεν υπήρχαν οι atenistas, θα έπρεπε να εφευρεθούν για να δοθεί διέξοδος σε κάποιο κόσμο που έχει έχει βαρεθεί να αισθάνεται ανήμποροι απέναντι σε ένα κράτος που κάνει επίπονες προσπάθειες για να μην του προσφέρει τίποτα και

κοντέινερ | Ιούνιος 2011

να καταπνίξει κάθε δημιουργικότητα. «Και γιατί, ρε φίλε, είναι κακό που αυτή τη διέξοδο του την έδωσαν οι atenistas; Σου πήραν πελατεία απ’ τις ντουντούκες και τις πορείες; Σου τη σπάει που είναι ακομπλεξάριστες, φρέσκες φατσούλες που δεν τους εκφράζουν τα μπάχαλα και οι πορείες;» Χαίρομαι που μου κάνατε αυτή την ερώτηση γιατί είναι ωραιότατη γέφυρα για να αναφερθώ στην αγαπημένη μου –μέχρι στιγμής– δράση των atenistas: δύο μέρες πριν την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, με τη μισή αστυνομική δύναμη επί ποδός ενόψει πορείας και πιθανών επεισοδίων, οι Πολυάννες των atenistas καθάριζαν «κομμάτι της Πατησίων απ’ τις αφίσες και τα συνθήματα». Αυτό συμπυκνώνει όλη την παθολογία τους σε ένα κομψό πακέτο: πρώτα και κύρια το ότι, παρ’ όλο το βαυκάλισμα για τα «έργα, όχι λόγια», εννέα στις δέκα δράσεις τους αυτοπροσδιορίζονται ως «συμβολικές». «Κομμάτι» της Πατησίων καθαρίζεται απ’ τις αφίσες, «κομμάτι πεζοδρομίου» από τις τσίχλες και πάει λέγοντας. Δεύτερον, η απόσταση που (θεωρητικά) τηρούν από οτιδήποτε μυρίζει πολιτική φτάνει όπως βλέπουμε στα όρια ανεκδότου. Προσπερνάω το πόσο πολιτικά ουδέτερο είναι να σβήνεις συνθήματα και πάω στο καθαρά πρακτικό: δεν ήξερες, οργανωτή μου, ότι δύο μέρες μετά θα γίνει εκεί πεδίο μάχης; Ή δεν σε ένοιαζε και απλώς έδειχνες «ποιος είναι το αφεντικό των τοίχων» έστω για μία μόνο μέρα; Αυτιστική άγνοια ή ηχηρή δήλωση;

Γιατί το βασικότερο είναι πως οι atenistas δεν είναι απολιτικοί, όπως τους βολεύει να πλασάρονται. Οι εμπνευστές τους έχουν συγκεκριμένη και συχνάκις καταγεγραμμένη στα media που αρθρογραφούν κοσμοθεωρία, η οποία (όλως τυχαίως) έρχεται και «κουμπώνει» με πλάνα και σχέδια εργολάβων, επενδυτών και, άμα λάχει, πριμοδότηση των δημάρχων που θα τα βοηθήσουν. Ψάξ’ τα λίγο, εθελοντή μου, για να μην αναρωτιέσαι πώς γίνεται τη μια μέρα να «μαζεύετε κουβέρτες για τους δυστυχείς του δρόμου» και την άλλη οι «κινηματάρχες» να αρθρογραφούν εξ ονόματός σας στη Lifo υπέρ του δόγματος της «μηδενικής ανοχής».Ψάξ’ τα λίγο για να μη βρεθείς πάλι, όπως το 2004, ο μόνος μαλάκας που αμείφτηκε με τη «χαρά της συμμετοχής» και της φατσούλας σου στο flickr και το tweetpic. Και κάτι τελευταίο: δεν είναι αυτονόητα θετικό να «αναλαμβάνεις δράση αντί να μένεις στα λόγια» – το ίδιο κάνει και η Χρυσή Αυγή. Και μην πυροβολείς τόσο αστόχαστα αυτούς που «φιλοσοφούν από την πολυθρόνα τους» – μόλις πυροβόλησες τον Stephen Hawking. 

* Ο Σπύρος Δερβενιώτης είναι σκιτσογράφος, derveniotis. wordpress.com


Λάιφ Στάιλ _ Αφιέρωμα _Aλέξανδρος Βούλγαρης

35

Πού πήγαν τα b-movies?

Faster Pussycat, kill, kill kill! του Russ Meyer

H επείγουσα ανάγκη για φτηνή απενοχοποιημένη απόλαυση. Ας θεωρήσουμε ότι όταν κάτι γίνεται lifestyle χάνει την αθωότητά του. Γίνεται μέρος ενός ανώτερου συστήματος, και ενώ διατηρεί τα επιφανειακά του στοιχεία, χάνει παρ’όλα αυτά την ουσία της διαφορετικότητάς του. Με άλλα λόγια, επειδή το lifestyle ορίζεται από ανθρώπους τών μίτινγκ, ανίκανους δηλαδή να συλλάβουν την ουσία μιας αστικής και αντεργκράουντ συνήθως κουλτούρας, απλά αφομοιώνουν την επιφάνεια αυτής της κουλτούρας, δηλαδή την ενδυμασία, την αργκό, τα τεχνικά χαρακτηριστικά. Τα b-movies είναι ένα κομμάτι της κινηματογραφικής ιστορίας που κανείς ποτέ δεν πήρε στα σοβαρά και κανείς δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά με αυτά. Είναι ο πόλεμος του Βιετνάμ από την πλευρά των Βιετναμέζων. Βέβαια, η ουσία των b-movies είναι ότι δεν πρέπει να τα πάρεις και πολύ στα σοβαρά, αυτό είναι που τα ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες ταινίες και τους δίνει και μια ξεχωριστή αξία. Αν θέλετε και μια πρωτοποριακή θέση. Γιατί ποιος είπε ότι την

τέχνη πρέπει να την παίρνουμε στα σοβαρά; Μέσω των b-movies ήρθαμε σε επαφή με την πιο διασκεδαστική πλευρά του κινηματογράφου, ταυτόχρονα όμως και με την πιο καυστική. Η ανοχή που έδειχναν οι εκάστοτε λογοκρισίες στις φτηνές ταινίες έδωσαν και την ελευθερία στους δημιουργούς τους να ξεφύγουν από τα όρια της εποχής. Τα περισσότερα ταμπού του κινηματογράφου έπεσαν πρώτα από τα b-movies. Το γυμνό, ο έρωτας, το αίμα, η βία, οι βωμολοχίες, εικόνες δηλαδή της καθημερινής ζωής που απαγορεύονταν στις καθωσπρέπει παραγωγές μέσα στα b-movies οργίαζαν και γι’ αυτό και προτιμούνταν από τα λαϊκά στρώματα της κάθε χώρας. Πού πήγαν όμως στην εποχή μας τα b-movies; Θύματα της lifestyle επανάστασης γνωρίζουν τρελές εισπρακτικές επιτυχίες μέσω χολιγουντιανών ριμέικ ή μέσω νέων ταινιών που αντιγράφουν την επιφάνειά τους και παρουσιάζονται σαν πρωτότυπες. Είναι όμως αυτές οι ταινίες b-movies; Φυσικά και

όχι. Είναι ταινίες μεγάλων στούντιο με ακριβοπληρωμένους ηθοποιούς και μακιαβελικά συστήματα διαφήμισης που απλά εκμεταλλεύονται την αγάπη του κόσμου για την ένοχη απόλαυση. Υπάρχει επειγόντως ανάγκη για έναν κινηματογράφο πραγματικά φτηνό. Φτηνό σε χρήματα, καμιά φορά και σε ιδέες. Έναν

κινηματογράφο που δεν θέλει να είναι υψηλή Τέχνη. Ταινίες που δεν έχουν λεφτά για πρεμιέρα. Σκηνοθέτες που δεν θα πατήσουν το κόκκινο χαλί γιατί δεν τους το επιτρέπει το χιούμορ τους. Έναν κινηματογράφο που θέλει να κάνει μόνο σκανταλιές και να μην μεγαλώσει ποτέ. Έναν κινηματογράφο που μας αξίζει. 

ΤΑΙΝΙΕΣ The Driller Killer του Έϊμπελ Φεράρα

1. ABEL FERRARA DIRECTOR

Meet the Feebles του Πίτερ Τζάκσον

www.youtube.com/ watch?v=ECiuquGsrBI

Thundercrack του Κερτ ΜακΝτάουελ

2. MEET THE FEEBLES SODOMY SONG

Behind the Green Door του Άρτι Μίτσελ The Devil’s Rejects του Ρομπ Ζόμπι

www.youtube.com/ watch?v=BCcaMIcwz30 3. THE RUSS MEYER STORY www.youtube.com/watch?v=qdvGWB_4Yk

Ιούνιος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Λάιφ Στάιλ _Γιάννης Μπαμπούλιας

36

_Ντίνος Σιώτης

Πωλείται

Super Curators

Τeun Hocks, Untitled, 2000

Αυτοί που με μοναδικό εφόδιο ένα λάπτοπ, τακτοποιούν το χάος της πληροφορίας. Μπορείς να διαβάσεις όλες τις αναλύσεις για το πόσο σημαντικό είναι το facebook και το twitter που δημοσιεύονται παντού από ανθρώπους οι οποίοι απέτυχαν να προβλέψουν τα όσα έγιναν την περασμένη δεκαετία στον τομέα των media ή να στήσεις αυτί στο έδαφος για να πιάσεις τα γοερά κλάματα καρεκλοκένταυρων δημοσιογράφων που κλαίνε για το «χαμένο» έδαφος του Τύπου. Μπορείς επίσης να βάλεις ταμπέλες στην κουλτούρα, στα απομεινάρια της γενιάς του ΚΛΙΚ και άλλων παρόμοιων εκδόσεων, και να πεις ότι σήμερα έχουμε τη «χίπστερ» κουλτούρα, του υπερκαταναλωτή trend. Αλλά ίσως να πρέπει και να τα αφήσεις όλα αυτά στην άκρη. Η «έλλειψη» ενιαίας κουλτούρας που διαφαίνεται είναι τόσο τεχνητή όσο και η έλλειψη χιούμορ σε ταινία των Monty Pythons. Είναι εκεί, απλά εσύ δεν το πιάνεις. Όσο το κοινό συνεχίζει να ψάχνει την κουλτούρα, το ρεύμα, τη ζωντανή και ατόφια δημιουργία η οποία προβάλλεται μέσα από έντυπα και site που ακολουθούν την κλασική δομή των media, και που τα τρέχουν εκδότες και αρχισυντάκτες τόσο αποσυνδεδεμένοι από την πραγματικότητα του δρόμου όσο και οι παππούδες μου στο χωριό, σαφώς και θα βρίσκει μόνο αποσπασματικές ματιές στον κόσμο της νεανικής κουλτούρας και του lifestyle. Αυτό μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα. Μα αν αυτοί δεν διαμορφώνουν και προβάλλουν, τότε ποιοι;

λειά τους το να σερβίρουν φρέσκο περιεχόμενο στους αναγνώστες τους. Τέτοια blogs και feeds υπάρχουν πολλά, κάποια με εκατοντάδες χιλιάδες επισκέψεις το μήνα. Τα περισσότερα τα τρέχουν άνθρωποι ως full-time απασχόληση. Η έλλειψη μαζικής κουλτούρας, δεν είναι τίποτε άλλο από την έλλειψη της δυνατότητας επιβολής μιας ενιαίας ταυτότητας, μιας «στολής», εκ μέρους των ΜΜΕ στο κοινό της γενιάς μου. Και πώς θα μπορούσαν άλλωστε όταν μπορώ απλά να τους κλείσω απ’ έξω; Έχουμε τους δικούς μας αρχισυντάκτες, απομακρυσμένους από την ανάγκη της εξασφάλισης διαφημίσεων. Η Maria Popova από το Βrooklyn μπορεί πολύ καλύτερα να μου επικοινωνήσει ενδιαφέροντα άρθρα για το design, την ψυχολογία και τον Kurt Vonnegut ταυτόχρονα. Ο Warren Ellis μπορεί να μου δώσει όσο περίεργο υλικό θέλω για δεκάδες θέματα. Το lifestyle μας ορίζεται πλέον από το ποιους επιλέγουμε να ακολουθούμε. Επιλέγοντας ποιους θα ακολουθήσεις στο twitter, επιλέγεις ποιος θα κάνει τη συγκομιδή των νέων που θα δεις στην οθόνη σου. Εσύ είσαι ο αρχισυντάκτης του εαυτού σου, οι super-curators είναι όμως οι συντάκτες που σε ταΐζουν ιδέες. Με τον ίδιο τρόπο που τα νέα γίνονται mix n’ match, το lifestyle περνάει την ίδια απώλεια ελέγχου από τα παραδοσιακά media. Η μορφή του αλλάζει στη μεταψηφιακή εποχή, ενόσω όλοι ακόμα ψάχνουν να προσαρμοστούν στην «ψηφιακή» εποχή της περασμένης δεκαετίας.

Οι super-curators, είναι η απάντηση. Άνθρωποι που από ένα γραφείο και με μόνο εφόδιο ένα λάπτοπ, κάνουν τη διαλογή από όλα τα stream πληροφοριών που μας βομβαρδίζουν καθημερινά και επιλέγουν με ξεκάθαρα προσωπικά κριτήρια το τι θα μοιραστούν. Και εκεί, το Facebook, το twitter, το Google Reader, αποκτούν την κανονική τους υπόσταση. Αυτά είναι εργαλεία και αυτοί είναι οι χρήστες. Όλοι εμείς είμαστε οι παραγωγοί και ταυτόχρονα οι αποδέκτες περιεχομένου ΜΟΝΟ από αυτούς τους οποίους παρακολουθούμε. Και παρακολουθούμε αυτούς τους super-curators που έχουν κάνει δουκοντέινερ | Ιούνιος 2011

Θες μια ταμπέλα για τη γενιά μου; Laptop-nomads. Η μόνη μας σχέση, τα feeds των αγαπημένων μας «opinion-leaders». Θες να πάρεις μια γεύση του πώς διαμορφώνεται το lifestyle μας; Check out Brainpickings.org. Εδώ δεν υπάρχουν πατερίτσες, η θεματολογία ειναι άναρχη, εσύ είσαι υπεύθυνος για όσα επιλέγεις να διαβάσεις και κανείς δεν θα σε βοηθήσει «σπρώχνοντάς» σε ευγενικά προς μια κατεύθυνση a.k.a. μαζικό κίνημα. Καλή τύχη, από δω και πέρα είσαι μόνος σου. 

Πρώτα πούλησαν τις αυλές μετά τις ακρογιαλιές μετά τα τούνελ για να μην υπάρχει φως αφού στα σκοτεινά οι δουλειές κλείνουν με περισσότερη ασφάλεια περισσότερη ατιμία αλλά θα περάσουν τα χρόνια και θα κυλήσει ο τροχός του πόνου κι όσο οι σειρήνες θα σφυρίζουν δυνατά οι τύραννοι θα πέφτουν ένας ένας για να ’ρθουν οι διάδοχοί τους με τα νέα τούνελ κι από μακριά κι από κοντά κι από ψηλά κι από χαμηλά κι από αριστερά κι από δεξιά θα κλαίνε τα μωρά για μαύρη ρώγα με μαύρο γάλα αυγερινό που θα στάζει από τον κοσμικό ουρανό Αθήνα, 23 Φεβρουαρίου 2011


Λάιφ Στάιλ _ Αφιέρωμα _Ευθύμης Φιλίππου

37

Η ιστορία του ευέξαπτου βοσκού και του πιστού σκύλου

Εικονογράφηση: Χριστίνα Χριστοφόρου

Κάποτε ψηλά στην κορυφή ενός πολύ χιονισμένου βουνού ζούσε ένας βοσκός με το πιστό του σκυλί. Ο βοσκός ήταν αρκετά ευέξαπτος και πολλές φορές θύμωνε όταν η σοδειά δεν ήταν καλή ή όταν το χιόνι έμπαινε μέσα στα παπούτσια του, διαπερνούσε τις κάλτσες και πάγωνε τα πόδια του. Τα παιδιά του είχαν φύγει για σπουδές στην γυμναστική ακαδημία της Ρουμανίας και η γυναίκα του ήταν κλειδωμένη σε ένα δωμάτιο του σπιτιού μετά από έναν καβγά που είχαν και που ο βοσκός είχε εκνευριστεί χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Το σκυλί ήταν η μοναδική συντροφιά του βοσκού και περνούσαν μαζί πολλές ώρες είτε συζητώντας για διάφορα θέματα είτε πηγαίνοντας βόλτες με το αυτοκίνητο, ένα Peugeot 307 σαν του Μ. Σκαμνάκη*, σε ένα σημείο του βουνού όπου άρεσε πολύ στον σκύλο να κατουράει και να παίζει. Στη διαδρομή άκουγαν λαϊκή μουσική από κασέτες εμπορίου που ο βοσκός είχε αγοράσει όταν ήτανε υπάλληλος στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της Ν. Σμύρνης. Τότε πήγαινε τουλάχιστον μια φορά στους τέσσερις μήνες στα μπουζούκια με τη γυναίκα του και άλλα φιλικά ζευγάρια και ο βοσκός φρόντιζε πάντα το τραπέζι να έχει εύκολη πρόσβαση στην πίστα και στην τουαλέτα. Στα μπουζούκια όταν ξεκινήσει το πρόγραμμά στις 23.40 σβήνουν τα φώτα και μια μικρή τραγουδίστρια σε ένα μικρό καμαρίνι φιλάει ένα μικρό αρκουδάκι που της έχουνε πάρει δώρο δύο μικροί θαυμαστές που έχουν γράψει σε ένα μικρό καρτελάκι «θα σε λατρεύουμε για πάντα γιατί είσαι η καλύτερη, πόσο σε αγαπάμε, με αγάπη, Γιάννης - Κατερίνα» για να πάρει δύναμη και ενέργεια. Η μικρή τραγουδίστρια θα πει κάποια επιτυχημένα τραγούδια διασκευασμένα από τον νεαρό μαέστρο και μετά θα φύγει ιδρωμένη προσπαθώντας ν’ αφήσει στην πίστα με το τακουνάκι της όσο πιο πολλά σημάδια γίνεται για να βρει το δρόμο του γυρισμού. Όταν θα βγει ο κυρίως τραγουδιστής του φετινού σχήματος όλοι θα έχουν πιεί ένα ουίσκι και

θα έχουν φάει είκοσι περίπου φιστίκια. Ο τραγουδιστής θα πει ευχαριστώ πολύ που ήρθατε, θα περάσουμε ένα υπέροχο βράδυ, στα τραπέζια πέταλα από γαρίφαλα βουτάνε μέσα στα ποτά και χτενίσματα περιποιημένα αρχίζουν να χαλάνε λόγω του χεριού του διπλανού που τους αγκαλιάζει στην πλάτη και τους ψιθυρίζει στο αυτί «δεύτερη φορά ζήσω καρδιά λαχταρά ξαναγαπήσω χιονίζει βρέχει αγριολούλουδο» –στον ήχο για εμάς είναι– μια κοπέλα ή ένας κύριος με μια digital τούς χαμογελάει για να τους κάνει να ποζάρουν, κι αυτοί ποζάρουν με το ένα μάτι κλειστό, ένα σπυράκι στο κούτελο και σφραγίσματα στα δόντια πάνω σε γυαλιστερό χαρτί με πλαίσιο –στον ήχο για σας είναι– τότε στην πίστα ανεβαίνουν πρώτα αυτοί που έχουν έρθει πρώτοι και έχουν στριμωχτεί σήμερα και στη ζωή τους γενικότερα και δημιουργούν κύκλους των οκτώ, καθισμένοι στα γόνατα για να χειροκροτήσουν παιδάκια που έχουν ντυθεί μεγάλοι με ζελέδες και γιλέκα και ρολόγια μεγάλα τετράγωνα που χορεύουν ζεϊμπέκικο και τσιφτετέλι γλιστρώντας πάνω στα μη αντιολισθητικά μπορντό Sebago-ενορχήστρωση, διεύθυνση ορχήστρας αλλά και στην κιθάρα – κλάματα γιατί κάποιος έκανε ρεζίλι κάποια μπροστά σε άλλους κοιτώντας την απαξιωτικά, γιατί κάποια δεν απάντησε στο μήνυμα «θέλω απόψε να σε γλείψω σ’ αγαπάω» και η αναφορά έδειξε ότι το έχει πάρει πριν πολλή ώρα, γιατί κάτι θυμήθηκε κάποιος που είχε ξεχάσει και που ένα τραγούδι που άκουγε όταν ήταν φοιτητής γραμμένος στην ΟΝΝΕΔ και που δεν είχε αρραβωνιαστεί ακόμα αλλά είχε μακριά μαλλιά και ήτανε αδύνατος –περάστε κάτω να ξεκουραστείτε λίγο να πούμε μερικά τραγούδια που όλοι αγαπάτε και αγαπάω– τσόφλια μέσα σε μαλλιά ανθρώπων που είναι φιλότιμοι και δεν έχουν πειράξει κανέναν και όλοι τους γαμάνε κανονικά φωτίζονται από προβολείς που έχει επιμεληθεί ένας και που δημιουργεί στο πίσω μέρος της πίστας κάτι κύκλους και μετά ένα φεγ-

γάρι και μετά αστέρια και μετά πάλι φεγγάρι και μετά projections από φωτογραφίες ασπρόμαυρες όπου μόνο ένα στοιχείο είναι κόκκινο π.χ. το τριαντάφυλλο ή τα χείλια –ευχαριστούμε πολύ που ήρθατε καλό σας βράδυ ευχαριστούμε πολύ– γραβάτες σε τσέπες παλτών και αναπτήρες Hondos Center μικροί κάτω από τραπέζια φτιαγμένα ειδικά για να μπορούνε να κρατήσουνε το βάρος δύο γυναικών, μιας σαμπανιέρας με πάγο, τεσσάρων κινητών και μιας πιατέλας με μπανάνες ακτινίδια μήλα και πορτοκάλια κομμένα ροδέλες. Μια μέρα ο βοσκός καθώς οδηγούσε διαπίστωσε πως ο σκύλος είχε φάει την αγαπημένη του κασέτα αυτή που είχε παλιά λαϊκά από ζωντανή ηχογράφηση και θυμωμένος τον κλότσησε. Ο σκύλος γάβγισε από τον πόνο αλλά δεν έφυγε από δίπλα του. Το συμπέρασμα είναι πως άμα είσαι πιστός φίλος δεν φεύγεις ακόμα και όταν σε κλοτσάνε. 

* Ο Μ. Σκαμνάκης είναι 40 ετών και φοράει σιέλ πουκάμισα με το μονόγραμμα Δ.Χ.Σ. χωρίς κουμπιά στο γιακά και από πάνω πουλόβερ μάλλινο μπορντό ή μπλε σκούρο. Έχει φαβορίτες χοντρές που φτάνουν μέχρι την αρχή του μάγουλου και η φράντζα του είναι πάντα ανακατεμένη από τον αέρα ψηλά. Πίνει κρύα αναψυκτικά με λίγες θερμίδες, έχοντας τα χέρια στις τσέπες με τα γεμάτα πακέτα Rothmans έξω στο μπαλκόνι δίπλα στον καταψύκτη με τα τρόφιμα και τις στολές του. Συνήθως όταν όλα πάνε καλά κάθεται στον μεγάλο καναπέ, βάζει τα χέρια του σταυρωτά και κοιμάται ενώ όταν κάτι πάει στραβά ακουμπάει τα χέρια του πάνω στα γόνατά του και κοιτάζει μέσα από τα τζάμια των γυαλιών της μυωπίας την οροφή του διαμερίσματος. Στη βιβλιοθήκη πίσω από τις κορνίζες των παιδιών κρύβει αυτοσχέδια μικρά δυναμιτάκια με σκοπό κάποια στιγμή να ανατινάξει κάτι που κανείς δεν ξέρει. Ξυπνάει πάντα πριν βγει ο ήλιος γιατί του αρέσει η στιγμή που ο ήλιος δεν έχει βγει ολόκληρος και είναι μισός δηλαδή μόνο το πάνω ημικύκλιο. Μετά από πολλά χρόνια σκληρής προπόνησης έχει μάθει να ξεκαρδίζεται στα γέλια χωρίς να φαίνεται. Ιούνιος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Λάιφ Στάιλ

38

Dollhouse

Εξτρίμ γιαπωνέζικο lifestyle.

_Aλέξανδρος Βούλγαρης Το 1877 ένας κηπουρός ερωτευμένος με την Αφροδίτη της Μήλου συλλαμβάνεται στην προσπάθεια του να έρθει σε ερωτική επαφή με το άγαλμα. Ο Ρίτσαρντ Έμπινγκ, εμπνευσμένος από αυτό το γεγονός, μιλά για την «αγαλματοφιλία». Ο Τσουτόμου Μιγιαζάκι γεννιέται το 1962 στην Ιαπωνία με παραμορφωμένα χέρια. Στη δεκαετία του ’70 το αμερικάνικο συγκρότημα KISS γνωρίζει τεράστια επιτυχία και εκδίδει μικρές φιγούρες που απεικονίζουν τα μέλη του συγκροτήματος. Γίνονται ανάρπαστες. Οι μικρές φιγούρες μουσικών και κινηματογραφικών ηρώων αντικαθιστούν τα αγάλματα στις ορέξεις των αγαλματόφιλων. Αυτό ονομάζεται figure moe zoku, δηλαδή «η συμμορία των εραστών των figures». Στη δεκαετία του ’80 ο όρος «otaku» χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στην Ιαπωνία για να περιγράψει τους μανιακούς με την κουλτούρα των videogames και τον manga cartoons. Από την κουλτούρα των «otaku» γεννιέται και το «cosplay», συντομογραφία του costume play που είναι η ταύτιση και εξωτερική μεταμόρφωση σε αγαπημένους κόμικ ήρωες. Το 1988 ο Τσουτόμου Μιγιαζάκι σκοτώνει και βιάζει μετά θάνατον τέσσερα μικρά κοριτσάκια. Το 1989 συλλαμβάνεται σε ένα πάρκο ενώ προσπαθεί να βά-

λει έναν φακό ζουμ στο αιδοίο ενός μικρού κοριτσιού. «Lolicon» ονομάζεται στην Ιαπωνία το είδος των κόμικς που παρουσιάζει ανήλικα κορίτσια με ερωτική συμπεριφορά. Τα μαγαζιά «burusera» στην Ιαπωνία πουλάνε χρησιμοποιημένα εσώρουχα κοριτσιών, καθώς επίσης σάλιο και λοιπά σωματικά υγρά μέσα σε μπουκαλάκια. Όταν ο Τσουτόμου Μιγιαζάκι σκότωσε την Έρικα έστειλε στους γονείς της το παρακάτω γράμμα: «Έρικα. Κρύο. Πνίξιμο. Λαιμός. Ξεκούραση. Θάνατος». Μια ψυχίατρος διέκρινε «αγαλματοφιλία» στην περίπτωση του Μιγιαζάκι και θεώρησε ότι ο λόγος που σκότωνε τα κορίτσια ήταν ακριβώς για να γίνουν άψυχα σαν αγάλματα. Αυτό του έδωσε το προσωνύμιο «otaku killer» και ξεκίνησε μια ολόκληρη συζήτηση γύρω από την σχέση των «otaku» με εγκληματικές συμπεριφορές. Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Τάρο Άσο παραδέχθηκε ότι είναι και ο ίδιος «otaku» και ότι χρησιμοποιεί την δύναμη αυτής της κουλτούρας για την διαφήμιση της Ιαπωνίας στις διεθνείς αγορές. Ο συγγραφέας Γουίλιαμ Γκίμπσον το 1996 λέει ότι «η κατανόηση των Otaku είναι το κλειδί στην κατανόηση της κουλτούρας του διαδικτύου». Όταν ο Τσουτόμου Μιγιαζάκι σκότωσε την Μαρί έστειλε στους γονείς της το παρακάτω γράμμα: «Μαρί. Αποτέφρωση. Κόκκαλα. Ερεύνησε. Απόδειξε». Το 2008 ο Τσουτόμου Μιγιαζάκι απαγχονίστηκε. 

_Μάνος Σιφονιός

Το λεξικό του διαόλου Λάιφστάιλ: Επεμβατική χειρουργική κατά την οποία αφαιρούνται στοιχεία προσωπικότητας και αυθεντικότητας, προς χάριν της ομοιομορφίας. Πρόκειται για δυσάρεστη –αν όχι δραματική– αλλαγή όπως ομολογεί «ενδόμυχα» και η ίδια η λέξη, οδυρόμενη σαφώς και κραυγαλέως στην περίπτωση απώλειας των συμφώνων της, (άι - άι!). Μόδα: Επιστημονικά αποτελεί επιβεβαίωση της δαρβινικής καταγωγής των ειδών. Γλωσσολογικά είναι συνώνυμο του πιθηκισμού. Ψυχολογικά αποκα-

λύπτει το αβάστακτο της ελαφρότητας της εικόνας και ως τέτοιο (αβάστακτο) επιβάλλει τη διαρκή ανανέωσή της. Εμφανισιακά οδηγεί και σε τερατογενέσεις. (Μη μου πείτε ότι δεν έχετε δει κουασι-μόδα!).

ρα της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής παχυσαρκίας. Την αποθεώνουμε σε τελετές κυνηγιού, όπου, οπλισμένοι με επαναληπτικές καραμπιστωτικές κάρτες ξεχυνόμαστε στα δάση της μητέρας της για να επιστρέψουμε φορτωμένοι με συσκευασμένα θηράματα.

Συνήθεια: Η μόδα της καθημερινότητας. Μιμητισμός: Το σκαλοπάτι που ανεβαίνει η μόδα για να βρεθεί στο πλατύσκαλο του λάιφστάιλ. Κατανάλωση: Ημί-θεα κόρη της αφθονίας και μητέ-

Κλικ: Ένας δυνάστης που βασίλεψε στην Ελλάδα από το 1987 και για 10 περίπου χρόνια, μέχρι που ξέπεσε. Αν και πολλοί ανοικτά τον λοιδορούσαν, στην πραγματικότητα οι περισσότεροι υπέκυψαν στις βουλές και τα κελεύσματα της κλίκ-ας του. 


_Ηλίας Μαρμαράς _Άντζελα Δημητρακάκη _Άκης Γαβριηλίδης _Νάνος Βαλαωρίτης _Λένα Κιτσοπούλου

Τετράδιο κοντέινερ | Ιούνιος 2011

Boris Artzybasheff, Buckminster Fuller, 1963, National Portrait Gallery, Smithsonian Institution


Τετράδιο _Ηλίας Μαρμαράς

The art of forgetting Η ανάγκη και το δικαίωμα να ξεχνάς στην ψηφιακή εποχή.

Το παρακάτω είναι απόσπασμα μεγαλύτερου κειμένου, που λόγω χώρου, δημοσιεύεται ολόκληρο στο μπλoγκ του Κοντέινερ (konteinermag.blogspot.com) 1. Από τις πρώτες στιγμές εμφάνισης της ανθρωπότητας, προσπαθούμε να θυμόμαστε, να κρατάμε τις γνώσεις μας, να διατηρούμε τις αναμνήσεις μας και γι’ αυτό το λόγο επινοούμε συσκευές και μηχανισμούς προκειμένου να μας βοηθήσουν. Για χιλιετίες, το να ξεχνάμε παρέμενε πιο εύκολο και πιο φτηνό από το να θυμόμαστε. Πόσο πολύ θυμόμασταν και πόσο ξεχνάγαμε άλλαζε από εποχή σε εποχή, σε σχέση με τα εργαλεία που επινοούσαμε. Αλλά, στοιχειωδώς τουλάχιστον, θυμόμασταν αυτό που τελοσπάντων θεωρούσαμε αρκετά σημαντικό για να κάνουμε τον κόπο και ξεχνάγαμε τα υπόλοιπα. Μέχρι πρόσφατα, το γεγονός πως το να θυμόμαστε ήταν πάντα λίγο πιο δύσκολο απ’ ότι να ξεχνάμε, μας βοήθησε να αποφύγουμε τη βασική ερώτηση: αν θα θέλαμε να θυμόμασταν τα πάντα για πάντα, εφόσον βέβαια θα μπορούσαμε. Αυτό δεν συμβαίνει πια. Στην ψηφιακή εποχή που ζούμε, η παλιά ισορροπία μεταξύ τού να θυμάσαι και να ξεχνάς έχει διαταραχθεί σημαντικά. Η ψηφιοποίηση, ο δυαδικός κώδικας, δηλαδή η θεωρητική υποστήριξη της ψηφιακής επανάστασης, έχει σαν αποτέλεσμα φτηνή αποθήκευση πληροφοριών, εύκολη ανάκτησή τους και πρόσφατα σχεδόν παγκόσμια δυνατότητα πρόσβασης σ’ αυτές. Σήμερα, το να ξεχνάς είναι δύσκολο και κοστίζει ενώ το να θυμάσαι φτηνό και εύκολο. Με τα ψηφιακά εργαλεία που παρέχονται, είτε ατομικά είτε σαν κοινωνίες, έχουμε αρχίσει να ξεμαθαίνουμε να ξεχνάμε, να σβήνουμε από τις καθημερινές μας πρακτικές έναν από τους πιο στοιχειώδεις μηχανισμούς της ανθρωπότητας. Ας μην ξεχνάμε πως η πληροφορία δεν συνιστά γνώση, η πληροφορία είναι απλά πληροφορία, που μπορεί να οδηγήσει ενδεχομένως σε γνώση, μέσα όμως από πολύπλοκους μηχανισμούς που εμπεριέχουν και τη δυνατότητα της λήθης. Ευτυχώς ή δυστυχώς, η ανθρώπινη λειτουργία τού να θυμάσαι, δεν είναι μια μηχανιστική διαδικασία ανάκτησης γεγονότων από το παρελθόν, αλλά μάλλον η συνεχής ανακατασκευή του παρελθόντος

βασισμένη στο παρόν. Μάλιστα μοιάζει το παρόν να παίζει μεγαλύτερο ρόλο στη διαδικασία ανάμνησης, από το ίδιο το γεγονός που έχει όντως συμβεί στο παρελθόν. Έτσι έχουμε να κάνουμε με δύο ριζικά διαφορετικές διαδικασίες που σχετίζονται με τη μνήμη και τη λήθη. Ενώ σαν βιολογικά όντα συνεχίζουμε να ξεχνάμε και να ανακατασκευάζουμε τα στοιχεία του παρελθόντος μας, κάποιοι άλλοι μπορούν χρησιμοποιώντας ψηφιακά μέσα να έχουν πρόσβαση στα αποθηκευμένα, μη ανακατασκευασμένα γεγονότα. Δηλαδή ενώ το παρελθόν που θυμόμαστε εμείς αλλάζει και εξελίσσεται, σε μια άλλη εκδοχή αυτό το παρελθόν που έχει «ψηφιοποιηθεί» είναι διαρκώς παγωμένο μέσα στο χρόνο. Αυτές οι δυο εκδοχές προφανώς συγκρούονται, από τη μια η παγωμένη μνήμη που έχουν οι άλλοι για μας κάτι – σαν τα αποθηκευμένα data στους servers της Google και του facebook ή οι συνομιλίες που έχουμε κάνει στα chat του Skype, που πρόσφατα αγόρασε η Microsoft – και από την άλλη η διαρκώς εξελισσόμενη μνήμη που αναδύεται μέσα στα κεφάλια μας. Είναι νομίζω προφανές πως αν αυτές οι υποθέσεις ισχύουν, ποιές θα είναι οι συνέπειες στα κοινωνικά, πολιτικά και λοιπά επίπεδα που συγκροτούν τις ζωές μας. Σε μια συνέντευξη του στους New York Times πριν λίγα χρόνια, ο Eric Schmidt (Google’s executive) περιέγραψε την ψηφιακή μνήμη του μέλλοντος «σαν το να ζεις μαζί με τη μόνιμη καταγραφή του ιστορικού σου» και πρόσθεσε πως «οι άνθρωποι πρέπει να γίνουν πολύ πιο προσεκτικοί στο πώς μιλάνε, πώς σχετίζονται και τι προβάλλουν στους άλλους από τον εαυτό τους». Ο υπαινιγμός είναι ξεκάθαρος: αν δεν θέλει κάποιος να εκτεθεί, δεν πρέπει να ασκεί κριτική. Αυτό φυσικά ενδυναμώνει τη διαφορά εξουσίας μεταξύ του επιτηρητή και του επιτηρούμενου, κάτι που θυμίζει το Πανοπτικόν του J. Bentham2, δηλαδή το μοντέλο επιτήρησης των φυλακισμένων. Με άλλα λόγια εφόσον κανείς μας δεν ξέρει ποιος και πότε κοιτάζει τις όποιες δημοσιεύσεις μας στο web 2.0, για παράδειγμα, δεν μένει παρά να υποθέσουμε πως αυτό συμβαίνει από οποιονδήποτε και ανά πάσα στιγμή. Διακόσια χρόνια μετά τον Bentham, ο M. Foucault επέκτεινε την ιδέα τού Πανοπτικόν ισχυριζόμενος πως δεν εφαρμόζεται πια μόνο στις φυλακές, αλλά σε όλες τις ιεραρχημένες δομές όπως στα σχολεία, στον στρατό, στους χώρους εργασίας.

Continental Drift

41

Όλες οι πληροφορίες που προκύπτουν από τις ψηφιακές μας διαδρομές στα δίκτυα, πρέπει να αποκτήσουν ημερομηνία λήξης

Αν ο Foucault ζούσε σήμερα, σίγουρα θα περιέγραφε την ψηφιακή μνήμη σαν ένα αποτελεσματικό τρόπο πανοπτικού ελέγχου, που υποστηρίζει τον έλεγχο των ιεραρχικών οργανισμών και τις κοινωνικές δομές, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει και βαθαίνει την ήδη υπάρχουσα άνιση διανομή της εξουσίας που βασίζεται στον έλεγχο της πληροφορίας. Σε μια από τις ιστορίες τού Μπόρχες ο ήρωας Ireneo Funes3 δεν μπορεί πια λόγω ενός ατυχήματος να ξεχάσει και παραμένει δέσμιος των αναμνήσεών του, καταλήγοντας ανίκανος να σκεφτεί. «Το να σκέφτεσαι» λέει ο Μπόρχες «σημαίνει να αγνοείς (να ξεχνάς) διαφορές, να γενικεύεις, να αφαιρείς». Μετά το ατύχημά του ο Funes είναι καταδικασμένος να βλέπει μόνο τα δέντρα και ποτέ το δάσος. Το αντίστροφο από αυτό που συμβαίνει στην «Αναζήτηση του χαμένου χρόνου» του Μαρσέλ Προυστ, όπου η ανθρώπινη ικανότητα «του να ξεχνάς» είναι η πεμπτουσία που μας επιτρέπει να υπερβούμε το μερικό και να αντιληφθούμε το γενικό. Η ανάγκη να επανεισαγάγουμε την ιδέα της λήθης στην ψηφιακή εποχή, η επινόηση ενός είδους «art of forgetting», είναι ένα ακόμα επιτακτικό αίτημα που αντιμετωπίζουμε. Οι πληροφορίες, και όχι μόνο αυτές που αφορούν στα άμεσα προσωπικά δεδομένα αλλά όλες οι πληροφορίες που προκύπτουν από τις ψηφιακές μας διαδρομές στα δίκτυα, πρέπει να αποκτήσουν ημερομηνία λήξης. Αλλιώς, σύντομα δεν θα μιλάμε μόνο για ένα χωρικό Πανοπτικόν αλλά και για χρονικό, ένα πλέγμα φτιαγμένο από όλες τις λέξεις και τις πράξεις μας, που θα συνθλίβει κάθε θέλησή μας να πούμε αυτό που εννοούμε, αποτρέποντάς μας από κάθε ουσιαστική εμπλοκή στην κοινωνία. 

1. Το άρθρο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο βιβλίο Delete, του Viktor Mayer-Schönberger, καθηγητή στο τμήμα Internet Governance and Regulation, στο Oxford Internet Institute. 2. Jeremy Bentham, άγγλος νομικός και φιλόσοφος του 18ου αιώνα, http://en.wikipedia.org/wiki/Jeremy_Bentham 3. «Funes el memorioso», διήγημα του Jorge Luis Borges. http:// en.wikipedia.org/wiki/Funes_the_Memorious Ιούνιος 2011 | κοντέινερ


Τετράδιο _Άντζελα Δημητρακάκη

42

Ό,τι είναι σταθερό κλονίζεται

Έχω ένα όνειρο (όπου σκουπίζει τα δάκρυά μου ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ).

Ηermann Nitsch, Red Painting Shirt, 20th Painting Performance at the Vienna Session, 18-21.02.1987, Wiener Stadtische Versicherung

Λέω σε σας σήμερα, φίλοι μου, ότι παρά τις δυσκολίες και απογοητεύσεις της στιγμής, έχω ακόμη ένα όνειρο. Είναι ένα όνειρο ριζωμένο βαθιά στο ανθρώπινο όνειρο. Έχω ένα όνειρο ότι μια μέρα αυτό το έθνος θα υψώσει το ανάστημά του και θα βιώσει το αληθινό νόημα της πεποίθησής του: «Θεωρούμε αυτές τις αλήθειες αυταπόδεικτες: ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι». Έχω ένα όνειρο ότι μια μέρα στα ερείπια των συνόρων τα παιδιά των πρώην κατατρεγμένων και τα παιδιά των πρώην διωκτών θα μπορέσουν να καθίσουν παρέα στο τραπέζι της μόνης κοινότητας. Έχω ένα όνειρο ότι μια μέρα ακόμη και η πιο ρατσιστική γωνιά της γης μας, η πιο αφημένη στη μοίρα της, εκείνη που κοχλάζει στην κάψα της εξαθλίωσης και της καταπίεσης, θα μετατραπεί σε μια όαση ελευθερίας και δικαιοσύνης. Έχω ένα όνειρο ότι τα παιδιά μου θα ζήσουν μια μέρα σ’ έναν τόπο όπου δεν θα κρίνονται από το χρώμα του δέρματός τους αλλά από το περιεχόμενο του χαρακτήρα τους. Έχω ένα όνειρο σήμερα. Έχω ένα όνειρο ότι μια μέρα οι γειτονιές του μίσους, που τα χείλη όσων μετατρέπουν την αποξένωσή τους σε βία στάζουν λόγια μισαλλοδοξίας και άρνησης, θα αναπλαστούν σε μια κατάσταση όπου μαύρα αγόρια και κορίτσια θα μπορούνε να κρατιούνται χέρι χέρι με άσπρα αγόρια και κορίτσια και να περπατάνε τους δρόμους σαν αδέρφια. Έχω ένα όνειρο σήμερα. Έχω ένα όνειρο ότι μια μέρα κάθε ευκαιρία συναδέλφωσης θα χαιρετίζεται μ’ ενθουσιασμό, ότι κάθε εμπόδιο θα ταπεινώνεται, τα δύσκολα σημεία θα απλοποιούνται, τα κακοτράχαλα σημεία θα λειαίνονται, και η δόξα του ανθρώπου θα αποκαλυφθεί, και όλη η σάρκα του κόσμου θα αντικρίσει μαζί το ξεκίνημα της Iστορίας. Αυτή είκοντέινερ | Ιούνιος 2011

ναι η ελπίδα μας. Αυτή είναι η πίστη με την οποία κινούμαστε στη Γη. Της αδυσώπητης αστυνόμευσης, της ασφυκτικής βίας, της θηριώδους εκμετάλλευσης. Με αυτή την πίστη θα βρεθούμε ικανοί να εξορύξουμε ένα διαμάντι ελπίδας από το βουνό της απόγνωσης. Με αυτή την πίστη θα βρεθούμε ικανοί να μετουσιώσουμε τις συγκρουόμενες ασυμφωνίες του πολιτισμού μας σε μία συμφωνία αλληλεγγύης. Με αυτή την πίστη θα μπορέσουμε να εργαστούμε μαζί, να ονειρευτούμε μαζί, να αγωνιστούμε μαζί,

να φυλακιστούμε μαζί, να υποστηρίξουμε την ελευθερία μαζί, γνωρίζοντας ότι θα είμαστε ελεύθεροι μια μέρα. Αυτή θα είναι η μέρα όταν όλοι μας, καρποί της ύπαρξης, θα μπορέσουμε να τραγουδήσουμε μαζί, «Γη μας, είναι για σένα, γλυκιά και αδιαίρετη, για σένα τραγουδάμε. Γη των πεθαμένων γονιών, γη των πλανώμενων προσκυνητών του δικαιώματος στη ζωή, από την Κίνα ως την Ανταρκτική, ας ζήσουμε ελεύθεροι». Και αν ο τόπος μας είναι να γίνει λίθος της ιστορίας που φτιάχνεται απ’ το μέλλον, ας το καταφέρουμε. Ας ελευθεροποιήσουμε τα νησιά αλλοτινών εξοριών, τις πλατείες που χτίσαμε για να γνωρίσουμε τους άγνωστους γείτονές μας, τα λιμάνια που ανοίξαμε για να δίνουμε και να παίρνουμε τον κοινό μας πλούτο, τα σχολεία που φτιάξαμε για να ξεπεράσουμε τα ολέθρια λάθη του παρελθόντος! Ας ηχήσει η ελευθερία από τους σκυφτούς ώμους των εγκλωβισμένων στον χιονοσκέπαστο Βορρά! Ας ηχήσει η ελευθερία από τους Νότους της ανέχειας! Ας ηχήσει η ελευθερία από τα κάτεργα της Ανατολής! Ας ηχήσει η ελευθερία από τα σκλαβοπάζαρα της Δύσης! Όταν αφήσουμε την ελευθερία να ηχήσει, όταν την αφήσουμε να αναδυθεί από κάθε αβάσταχτο κι αδιέξοδο διάλογο, από κάθε προσωπική και συλλογική αλλοτρίωση, από κάθε παροδικό κράτος και κάθε περιφρούρητη πόλη, θα μπορέσουμε να επισπεύσουμε τη μέρα που όλα τα παιδιά των ανθρώπων, φυλές κάθε απόχρωσης, Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι, θρήσκοι και άθεοι, θα μπορέσουν να ενώσουν τα χέρια και να απαγγείλουν το ποίημα του ανθρώπινου πνεύματος, «Ελεύθεροι επιτέλους! Ελεύθεροι επιτέλους! Ας υμνήσουμε την αποφασιστικότητά μας, είμαστε επιτέλους Ελεύθεροι!» 


Τετράδιο _Άκης Γαβριηλίδης

Γραμμές Φυγής

43

H ποντιακότητα ως queering H αρρενωπότητα στα όρια της αυτοπαρωδίας.

Τι είδους εσώρουχα φοράει άραγε ο Παναγιώτης Ψωμιάδης; Το ερώτημα, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα έπρεπε να απασχολεί κανέναν. Εδώ, όμως, αυτός που το εισάγει στον δημόσιο λόγο και το καθιστά επίδικο πολιτικό ζήτημα είναι ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος: μετά την πρόσφατη καταδίκη του, αλλά και πριν απ’ αυτήν, ο περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας δήλωσε επανειλημμένα ότι «δεν φοράει στριγκάκια»1. Γιατί είναι σημαντικό να μας ανακοινωθεί μια ενδυματολογική συνήθεια; Προφανώς, με βάση την «πολιτισμική οικειότητα» της ελληνικής κοινωνίας και γλώσσας, ο ακροατής αναμένεται να μεθερμηνεύσει τη δήλωση αυτή ως: «εγώ δεν είμαι πούστης». Έστω: και γιατί ενδιαφέρει το κοινό αν ένας πολιτικός έχει αυτόν ή τον άλλο σεξουαλικό προσανατολισμό; Διότι, στον κώδικα νοημάτων και αξιών που ο Ψωμιάδης (ελπίζει ότι) μοιράζεται με τους αποδέκτες της δήλωσης, «πούστης» σημαίνει ανέντιμος, υποκριτής, κρυψίνους, αυτός που «άλλα λέει και άλλα κάνει». Αυτός ο κώδικας λοιπόν είναι κατ’ αρχήν ο σεξισμός και η ομοφοβία. Η οποία φυσικά λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, εφόσον παράγει επιτελεστικά η ίδια, αυτό για το οποίο κατηγορεί τους γκέι. Οι τελευταίοι συχνά πράγματι κρύβονταν, ή και κρύβονται ακόμα, αλλά αν δεν υπήρχε, ακριβώς, η ομοφοβία, δεν θα υπήρχε και κανένας λόγος να κρύβονται. Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο αυτό. Ο Ψωμιάδης, διακηρύσσοντας «είμαι άντρας», θέλει να αποδώσει στον εαυτό του ιδιότητες όπως η ευθύτητα, η παρρησία, η εντιμότητα. Ωστόσο, πόσο έντιμος μπορεί να θεωρηθεί όποιος παραβαίνει το καθήκον του και αρνείται να το παραδεχτεί; Το «αντριλίκι» υποτίθεται ότι περιλαμβάνει και τη λογοδοσία, άρα την παραδοχή τυχόν λαθών. Πόσο διαθέτει κάτι τέτοιο κάποιος που κρίνεται ένοχος δύο φορές και παρ’ όλα αυτά κρύβεται πίσω από νομικίστικα τερτίπια προσπαθώντας να παραμείνει στην καρέκλα του2; Όποιος θέλει να μην υφίσταται κόστος, να μην πληρώνει τις συνέπειες όσων κάνει, μάλλον στην κατηγορία του «τζάμπα μάγκα» αξίζει να καταταγεί

– ούτε καν του φραπεδόμαγκα. Ακόμα περισσότερο όποιος ψεύδεται3. Αυτή η αναντιστοιχία, το γεγονός ότι η συμπεριφορά κάποιου δεν παράγεται αποκλειστικά από τον κώδικα αξιών τον οποίο ρητά επικαλείται, μαρτυρεί ότι ο κώδικας αυτός έχει ένα άρρητο συμπλήρωμα, ένα subtext. Οι διαδοχικές επιτελέσεις του Ψωμιάδη στα τηλεοπτικά κανάλια, με τις οποίες προσπάθησε να κερδίσει τη συμπάθεια του κοινού, υπάκουαν και σε έναν άλλο κώδικα: τον κώδικα του κοινωνικού μελοδράματος της δεκαετίας του ’60. Ο κώδικας αυτός είχε καθορίσει την οικοδόμηση των σχέσεων εκπροσώπησης του Ψωμιάδη με την εκλογική –και επιχειρηματική– πελατεία του, σχεδόν εξίσου όσο και η εργαλειοποίηση της ποντιακής καταγωγής του. Ήταν φυσικό να προσφύγει ξανά σε αυτόν για να εμποδίσει την πτώση του: προ ετών, όταν κατηγορήθηκε ότι είχε χτίσει αυθαίρετο, δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι «το έκανε για την άστεγη μάνα του». Τώρα που χάρισε σε έμπορο καυσίμων πρόστιμα 93.000 ευρώ για συστηματική νοθεία, επικαλέστηκε ότι ήταν «πράξη φιλανθρωπίας προς έναν ετοιμοθάνατο» και ότι «ακολούθησε τη συμβολή της νομικής υπηρεσίας επειδή δεν ξέρει γράμματα, οι γονείς του δεν είχαν λεφτά να τον σπουδάσουν»4. Η αφήγηση αυτή του «έντιμου λαϊκού άντρα», του «αυτοδημιούργητου χειρώνακτα» που ακολουθεί τους κώδικες της πιάτσας, είναι «αγνός» σε σχέση με την εκζήτηση των μορφωμένων ή/και των πλουσίων (που είναι διεφθαρμένοι, σαν να λέμε αδερφές), αλλά διώκεται αδίκως, πατάει σε ένα μοντέλο το οποίο κατεξοχήν υπηρέτησαν ο Νίκος Ξανθόπουλος και ο Στέλιος Καζαντζίδης. Που επίσης είναι και οι δύο Πόντιοι. Όπως και ο ευνοημένος βενζινοπώλης Καραγιαννίδης. Η ποντιακή (υπο)κουλτούρα αποτελεί ένα εξαιρετικά ιδιαίτερο και ενδιαφέρον φαινόμενο, το οποίο δεν έχει επαρκώς μελετηθεί. Κάποιες σκέψεις προσπάθησα να εκθέσω σχετικά στο παρελ-

θόν5. Από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ, η κουλτούρα αυτή επίσης θεωρείται ταυτισμένη με την αρρενωπότητα, την αυστηρότητα και την καρτερία. Ωστόσο, αυτή η (με παραδοσιακούς όρους «θηλυπρεπής») υπόδυση του αθώου θύματος που αποσκοπεί να κερδίσει τον οίκτο, δεν είναι κάτι ξένο προς τη συγκρότηση της ποντιακής υποκειμενικότητας τον 20ό αιώνα στην Ελλάδα. Η οποία οργανώθηκε πάνω σε μια διφυή επιτέλεση ανάλογη με αυτή που σήμερα αποδίδει, προσβλητικά, στους «πούστηδες»: στον δημόσιο χώρο, συμμόρφωση προς την κανονιστική ελληνικότητα, στον ιδιωτικό, εμμονή στην ποντιακότητα – πάντα με προσοχή να μην προκαλέσουμε. Ίσως λοιπόν ο Ψωμιάδης να μη «φοράει στριγκάκια»· επιδίδεται όμως σε μια επιχείρηση γοητείας η οποία, ως κοινωνική ποιητική, ενέχει ένα παιχνίδι με τις ταυτότητες και μια υπονόμευσή τους, που φτάνει στα όρια της αυτοπαρωδίας. Ως τέτοια, άθελά της είναι πιο queer από την πρακτική των περισσότερων ομοφυλοφίλων. 

1 «Ψωμιάδης: “Δεν είμαι φραπεδόμαγκας, δεν φοράω στριγκάκια”», http://news247.gr/ellada/politiki/kaneis_den_mporei_ na_me_fimwsei_dhlwnei_se_prwinh_ekpomph.837950.html 2 «Η πλευρά του περιφερειάρχη υποστηρίζει πως το αδίκημα τελέστηκε κατά τη διάρκεια θητείας του σε άλλη θέση (του νομάρχη), επομένως δεν επηρεάζει το σημερινό του αξίωμα» (Μακεδονία 05/04/2011). 3 Όπως κάνει ο Ψωμιάδης, σύμφωνα με δημοσιεύματα δύο τουλάχιστον εφημερίδων: «Τον έκαψε το ρουσφέτι στον “κολλητό”», Έθνος 17/04/2011· «Τι αποκρύπτει ο Παναγιώτης Ψωμιάδης», Μακεδονία 18/04/2011, http://www.makthes.gr/news/ politics/72287/. 4 Βλ. Μακεδονία, ό.π. 5 Βλ. «Εμείς οι έποικοι», http://wp.me/p1eY1R-30 Ιούνιος 2011 | κοντέινερ


Τετράδιο _Νάνος Βαλαωρίτης

44

Μινεράλια

Ή του βάθους ή του ύψους Η πρωτοπορία έχει ηλικία 5.000 ετών.

Στο προηγούμενο άρθρο μου ασχολήθηκα με τους κωδικούς που πολλοί ποιητές χρησιμοποίησαν για να δώσουν ένα «περιεχόμενο» στη μορφή της ποίησής τους. Αντίθετα με ό,τι νομίζουμε συνήθως, ότι το περιεχόμενο χρειάζεται μια μορφή. Ας εξηγηθώ. Η τριαδική διαίρεση και η τετραπλή αλληγορία του Δάντη είναι το περιεχόμενο της Θείας Κωμωδίας. Είναι ο κανόνας που εμπνέει τη μορφή. Ο χωρισμός των προσώπων και των περιστάσεων σε ιστορικά, μυθικά, ηθικά και αναγωγικά ή υπερβατικά. Η κατηγοριοποίηση των αδικημάτων και των προσώπων, καθώς του Μάνφρεντ και του Βουονκόντι που σώζονται την τελευταία στιγμή, όταν δέχονται τη θεία χάρη επικαλούμενοι το όνομα της Μαρίας της Θεοτόκου, είναι ένας τεράστιος θεολογικός κώδικας που διατρέχει και τα τρία ποιήματα που απαρτίζουν την Θεία Κωμωδία. Π.χ. ο Σατανάς στο τελευταίο κάντο της «Κόλασης», το 24ο, είναι έξω από τον τριαδικό κανόνα, εφόσον ο καταραμένος άγγελος είναι και η πηγή του κακού. Αντίθετα, το όρος του καθαρτηρίου, που πρέπει να ανέβουν οδυνηρά οι αποβάλλοντες τις αμαρτίες τους, έχει μια εφεύρεση που θα την ονόμαζα υπερρεαλιστική. Στα τοιχώματα του δρόμου στέλνονται κινούμενες εικόνες από σκηνές παραδειγματικές για τους αμαρτωλούς, να τους βοηθήσουν στην κάθαρσή τους. Είναι ένας τηλεοπτικός κινηματογράφος. Τέτοιες λεπτομέρειες μπορεί να διαφύγουν την προσοχή του αναγνώστη, αλλά έχουν τη σημασία τους στον κανόνα των αδικημάτων. Άλλα πρόσωπα κωδικοποιημένα στα πρόθυρα της Κόλασης είναι οι προ Χριστού γεννημένοι δίκαιοι ειδωλολάτρες, ποιητές, φιλόσοφοι, ιστορικοί, σε μια περιοχή που λέγεται Λίμπο, δηλαδή χώρος λησμονημένων, εφόσον μάλιστα τους Έλληνες δεν τους είχε γνωρίσει ακόμα ο Δάντης παρά μόνο μέσω του Βιργιλίου και άλλων Λατίνων συγγραφέων που ανήκαν στην κατηγορία αυτή. Όσο για τον πρώτο κύκλο της «Κόλασης», εκεί τιμωρούνται οι αμαρτάνοντες από πάθος ερωτικό, όπως η μοιχαλίδα Φραντσέσκα και ο Πάολο. Εκεί όλα είναι ρευστά, εφόσον αυτό είναι το χαρακτηριστικό των παθών, και στριφογυρνάνε αέναα. Γι’ αυτήν την κατηγορία δείχνει μεγάλη εύνοια ο Δάντης, θύμα και ο ίδιος του πάθους του για τη Βεατρίκη. Κάθε λοιπόν αμάρτημα ανήκει σ’ έναν κώδικα και βρίσκεται στον ανάλογο κύκλο. κοντέινερ | Ιούνιος 2011

Ο αλφαβητικός κανόνας που εφαρμόζει ο Όμηρος είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο των επών, γιατί υποβάλλει εφαρμόζοντας μια σειρά αξιών που διέπουν τον αρχαϊκό πολιτισμό και όχι μόνο τον ελληνικό αλλά και των Σουμέριων και Βαβυλώνιων από το 3000-2500 προ Χριστού. Κατά τον Απολινέρ, η πρώτη υπερρεαλιστική εφεύρεση είναι η ρόδα από τους Σουμέριους. Θα έλεγα ότι ακολουθεί η εφεύρεση του αριθμού μηδέν από τους Ινδούς, που άλλωστε μοιάζει με τη ρόδα. Το πρώτο υπερρεαλιστικό πρόβλημα είναι ο τετραγωνισμός του κύκλου (άλυτο). Η πρώτη υπερρεαλιστική χειρονομία είναι η κλοπή στη σουμεριακή μυθολογία από τη θεά του έρωτα Ινάνα των ιερών πινακίδων των Με από τον θεό της σοφίας και της θάλασσας Ένκι, αφού τον μεθύσει. Η Ινάνα με την πράξη της, τον δόλο της να προσεταιρισθεί αυτά που κρατούσαν οι θεοί κρυμμένα, παραβαίνει το κατεστημένο των θεών. Μετά την Ινάνα ο πιο υπερρεαλιστής θεός είναι ο Διόνυσος με τις αντιφατικές μανίες, την τρέλα που εμπνέει στους ανθρώπους. Οι θεοί είναι δημιουργήματα των ανθρώπων στους οποίους πιστεύουν. Και οι άνθρωποι είναι τα δημιουργήματα αυτών των θεών. Το πρώτο υπερρεαλιστικό θεώρημα είναι του Ευκλείδη, ότι δύο παράλληλοι συναντώνται στο άπειρο. Η πρώτη υπερρεαλιστική θεολογία είναι η εφεύρεση του δωδεκάθεου από τους Μυκηναίους ιερείς. Βλέπουμε όλους τους κλασικούς θεούς, προς έκπληξή μας, στις μυκηναϊκές πινακίδες. Η πρώτη υπερρεαλιστική ανακάλυψη της Φυσικής από τον Αρχιμήδη είναι ότι η μάζα του εκτοπιζόμενου νερού είναι ανάλογη με αυτήν του εμβαπτιζόμενου σώματος. Όταν ο ίδιος ξεχείλισε την μπανιέρα του. Το μήλο που πέφτει απ’ τη μηλιά ενέπνευσε στον Νεύτωνα τον νόμο της βαρύτητας. Ο Άγγλος ιερεύς και ιστορικός Venerable Bede (672735) χρησιμοποίησε πρώτος την αρίθμηση 60 προ της γεννήσεως του Χριστού σε ιστορικό γεγονός για την εισβολή του Ιούλιου Καίσαρα στη Βρετανία. Έκτοτε η αρχαιότητα είναι παγωμένη σε μια κατερχόμενη κλίμακα έως το έτος ένα ή το μηδέν, κάτι που δεν το γνώριζε ακόμα ο Bede. Ενώ ο χρόνος ο δικός μας συνεχώς αυξάνεται προς τα εμπρός, της αρχαιότητας μειώνεται και αυξάνεται αντίστροφα προς τα πίσω. Η διχο-

τόμηση αυτή είναι και ιδεολογική, ώστε να χωριστούν οι δυο θρησκείες. Άρα και ο χρόνος μας παράγεται από έναν αυθαίρετο κώδικα, που τον επιβάλαμε με την ισχύ του δυτικού πολιτισμού. Από τη συγγραφή του έπους του Γκιλγκαμές, με κώδικα θρησκευτικόποιητικό, πέρασαν 4.500 περίπου χρόνια. Λοιπόν, αν θέλω, μπορώ ν’ αρχίσω να μετράω έναν ποιητικό χρόνο προσδιορίζοντάς τον περίπου από αποδόσεως των πινακίδων Με της Ινάνας στην ανθρωπότητα, ώστε να γίνει πιο ευανάγνωστος ο Όμηρος. Και να συμπεριληφθεί και το έπος του Γκιλγκαμές για τις δομικές του συσχετίσεις, του ενός με το αλφάβητο με τις ακροφωνικές λέξεις, του άλλου με το θρησκευτικό εορτολόγιο. Οι απροσδόκητες συσχετίσεις πάντοτε βοήθησαν τη σκέψη ν’ ανακαλύψει νέες ιδέες, ακόμα και στην επιστήμη. Η πρόσφατη χαρτογράφηση του σύμπαντος έχει το σχήμα ενός αυγού. Από ένα αυγό βγαίνει ο Πρωτογενής Φάνης στην Ορφική Κοσμολογία. Το σχήμα του αυγού μοιάζει να είναι πρωτογενές. Τα κακά και τα καλά συνυπάρχουν στις αρχαϊκές θρησκείες. Π.χ. ο δόλος είναι άσχημος και όμως τον προκαλούν οι θεοί, στο Δ’ της «Ιλιάδας» και τον συνεχίζουν στην Οδύσσεια με τον δόλο της Ειδοθέας, της κόρης του δόλιου γέροντα Πρωτέα, που βοηθάει τον Μενέλαο να παγιδεύσει τον πατέρα της. Ο δόλος του Δούρειου Ίππου ήταν μέσα στο σχέδιο των θεών να καταστρέψουν την Τροία, εφόσον ο ίδιος ο Απόλλωνας την προδίδει στέλνοντας δυο φίδια να πνίξουν τον μάντη Λαοκόοντα προκειμένου να μην τους αποκαλύψει το μυστικό του Δούρειου Ίππου. Έτσι δεν κατέστρεψαν αργότερα και τους Αχαιούς στην πλειονότητά τους; Ήταν μέρος του σχεδίου, η βουλή του Δία να καταστρέψει την ηρωική γενιά των ημίθεων, κατά παράκληση της Γαίας, γιατί την είχαν βαρύνει; Η ομορφιά της Ελένης δεν είναι έργο του Δία; Και η τρωτή δύναμη του Αχιλλέα, και το μήλο της Έριδος; Αυτά τα επεισόδια του μύθου ακολουθούν ένα σχέδιο και περιλαμβάνουν ό,τι έχει να προσφέρει η ηρωική γενεά των ημίθεων. Πίσω από τους οργανωμένους μύθους των επών υπάρχει ο κώδικας της αρχαϊκής κοινωνίας. Πώς τα παίρνουμε αυτά ασυλλόγιστα και δεδομένα, χωρίς να αναρωτηθούμε σε τι είδους πλαίσιο ανήκουν;  Συνεχίζεται…


Όλα τα προγράμματα του Ελληνοβρετανικού αναγνωρίζονται επαγγελματικά και ακαδημαϊκά από το NARIC (το βρετανικό ΔΟΑΤΑΠ). Γι’ αυτό τα πτυχία αυτά αναγνωρίζονται στην ΕΕ (και την Ελλάδα) με βάση την Ευρ. Οδηγία 36/2005 (πληρούν και τις 3 προϋποθέσεις του άρθρου 50 παρ. 3 της Οδηγίας).


Τετράδιο 46

_Λένα Κιτσοπούλου

Το ένα και το άλλο

Ιsaac Julien, Hate (Before Paradise Series), 2003, courtesy Victoria Miro Gallery, London

Ζήτω η Δημοκρατία! Θυμάστε που μας λέγανε ότι είμαστε τυχεροί και καλομαθημένοι, γιατί εμείς δεν ζήσαμε ούτε πόλεμο, ούτε κατοχή, ούτε χούντα, ούτε τίποτα; Η δική μας γενιά δεν πέρασε τίποτα απ’ όλα αυτά, καμία κακουχία, δεν πείνασε, δεν τουμπάνιασε η κοιλιά της από την ασιτία, δεν έζησε τη λογοκρισία, την απαγόρευση της κυκλοφορίας, τίποτα. Η δική μας γενιά γεννήθηκε ελεύθερη. Δεν στερήθηκε τίποτα. Δεν έζησε καμία δικτατορία. Χα χα χα χα χα χα χα χα χα χα χα χα χα. Καλά μάς τα είπανε. Εμείς γεννηθήκαμε με την Άλφα τράπεζα Πίστης, με την τράπεζα Πειραιώς, Αττικής, Ελλάδος, με ονόματα τραπεζών που μαγαρίζουν τα ωραία μας τοπία, ανοίξαμε λογαριασμούς σε τράπεζες σπέρματος άλφα-άλφα ποιότητας, απόλυτης πίστης, χα χα χα χα χα, ήμασταν η πιο τυχερή γενιά, βρήκαμε Υπουργείο Απόλυτης Δικαιοσύνης, Υπουργείο Εξωτικής Πολιτικής, κοντέινερ | Ιούνιος 2011

Εσωτερικής Μαλακίας, Υπουργείο Έλλειψης Πολιτισμού, Έλλειψης Παιδείας και Ενός Μοναχά Θρησκεύματος, διδαχτήκαμε από τον Οργανισμό Εκδόσεως Δικτατορικών Βιβλίων, απολαύσαμε δημόσια υγεία, δημόσιο φτυσίδι, δημόσια μούντζα, καπνίσαμε αμερικάνικα τσιγάρα, ήπιαμε κόκα κόλες με το κιλό, βαρεθήκαμε τη ζωή μας και το μόνο που μάθαμε από την ιστορία μας είναι ότι εμείς είμαστε οι καλύτεροι, οι πιο μάγκες, οι πιο έξυπνοι και ότι μια ζωή οι ξένοι ακούγανε Έλληνα και τρέμανε, προσκυνάγανε μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής του, μπροστά στην τόλμη του και μπροστά στην τόλμη και γοητεία του. Χα χα χα χα χα χα χα χα χα χα χα. Η διαμαρτυρία και η αγανάκτηση είναι μια προσωπική φυσική εκτόνωση, σίγουρα προτιμότερη από τη μούγκα και τον καρκίνο, αλλά δεν είναι επανάσταση. Επανάσταση είναι άλλο πράγμα, την επανά-

σταση την κάνουνε κάτι τύποι σαν τον Χριστό, σαν τον Σωκράτη, σαν τον Καβάφη ή τον κυρ-Αντώνη, και όχι αυτοί που πάνε στην κεντρική πλατεία για να ξαναγίνουν μουσικοσυνθέτες. Οι επαναστάτες δημιουργούν οι ίδιοι την κεντρική πλατεία εκεί που πατάνε τα πόδια τους, όπου κι αν είναι αυτό, και η έκφραση του προσώπου τους δεν μοιάζει με κανενός, δεν αγωνιά και δεν ζητάει δικαιοσύνη. Δεν έχω τίποτα να γράψω, παρά μόνο κανένα αποτυχημένο σύνθημα. Γιατί η μόνη παιδεία που απέκτησα κι εγώ σε αυτή τη χώρα είναι η ικανότητα στο σύνθημα, η ικανότητα να σαρκάζω την ξεφτίλα. Και μάλιστα χωρίς καθόλου φαντασία, χωρίς καθόλου λεξιλόγιο, χωρίς κανένα όραμα. Μόνο για λίγη προσωπική εκτόνωση κι εγώ, με τη μία και μοναδική θαυματουργή ελληνική φράση που κολλάει παντού: Άντε γαμή - άντε γαμή, άντε γαμή - άντε γαμήηηηηηηηηηηηηηηη. 


Profile for konteinermag konteinermag

konteiner17  

konteiner magazine

konteiner17  

konteiner magazine

Advertisement

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded