Page 1

πολιτική | πολιτισμός | τέχνες Φεβρουάριος 2011

14


_Δημήτρης Δαλδάκης

Πόρτα στον ήλιο

3

Διατάσεις Η κατάσταση είναι ίδια από τα βάθη του χρόνου. Θα συνεχίσει να είναι ίδια. Οι ειδήσεις και οι συνήθειες, οι έρωτες και οι ελπίδες. Μια μόνο αλλαγή μπορούμε: Να γίνουμε ξανά η πρώτη γενιά του ανθρώπου. Όλα καινούργια κι εμείς άβγαλτοι. Πριν φτάσουμε στη στάση πληρωμών, ας κάνουμε μια στάση ζωής. Να έρθουν τα πράγματα στο αληθινό τους ύψος. Έχει αποδειχθεί ότι είναι εφικτό το ακατόρθωτο. Πώς γίνεται να είναι ανέφικτο το αυτονόητο; Η αισθητική πρέπει να επιστρέψει στη μήτρα της, την ανάγκη

Τα σπίτια και οι παρέες γεμίζουν. Οι μοναξιές παραμένουν ακατοίκητες Δεν είναι ότι έχουμε αράξει στην άμμο και βλέπουμε τα κύματα να σκάνε, μέχρι απαλά να κλείσουν τα μάτια μας. Είναι ότι έχουμε λερώσει ανεπανόρθωτα την παραλία και ξαπλώνουμε έχοντας μυτερά κενά στην πλάτη. Δεν είμαστε τα παιδιά που σπάνε το σπίτι, που απειλούν τα θεμέλιά του. Είμαστε τ’αδέλφια που αφήνουν σοκολάτα για τ’αδέλφια τους. Δεν γίνεται να έχει φουρτούνα συνέχεια. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τις βάρκες

Ας κάνουμε το χώρο μας φιλόξενο. Άνετα κατοικήσιμο. Γιατί δείχνουμε τέτοια προτίμηση στην ηρωϊκή κατάθλιψη ασφυξία;

Δεν αρκεί να πεις ότι είσαι χαρούμενος για να μιλήσεις για τη χαρά. Μην πεις τίποτα. Πλησίασε στο αυτί που νιώθεις την ωραία ζέστη και μείνε, μέχρι οι μαρίες να γίνουν νεφέλες.

Λίγο να εργαστεί κανείς, γρήγορα βλέπει αποτελέσματα. Μα πού πάει χαμένος τόσος χρόνος; Πώς σπαταλάμε τη ζωή;

Στ’όνειρό μου, προχθές, έκανα τσουλήθρα στα inox του Φιλόλαου. Οι καμπύλες όταν είναι ανίκητες παύουν να είναι λαβές, γίνονται κλίμα.

Τα πάντα έχουν δικαίωμα στην παρουσία. Όταν όμως μια επιδημία απλώνεται στην πολιτεία, κανείς δεν παραδίδεται αμαχητί λέγοντας «το μικρόβιο έχει δικαίωμα στη ζωή».

Η τέχνη υπάρχει μόνο ως σταδιοδρομία. Οτιδήποτε κάτω απ’αυτόν τον πήχυ είναι αναπηρία για τη σάρκα.

Οφείλω να ομολογήσω ότι τη λέξη που εμποδίζει τη ροή της πρότασης συνηθίζω να τη σβήνω. Ας είναι και χρυσός. Είμαστε, όλοι, μια δόση απ’τα πάντα. Εξίσου υπεύθυνοι, εξίσου υπόλογοι. Στη συνεργασία της ζωής ο ελεύθερος δεν έχει απέναντι, περικλείει.

Ο Καζαντζάκης γράφει στην Αναφορά στον Γκρέκο: «Υπάρχουν ευαίσθητα χείλια κι ακροδάχτυλα, που όταν ζυγώνει η καταιγίδα νιώθουν απάνω τους μερμηδίσματα, σαν να τα τσιμπούν χιλιάδες βελόνες.» Η ευαισθησία είναι επικίνδυνη για τους ευαίσθητους

info@konteiner. gr | Τ: 211 402 92 77

Εκδότης: Στέφανος Νόλλας Ειδικός Σύμβουλος: Γιώργος Διβάνης g.divanis@konteiner.gr Αρχισυντάκτρια: Ευγενία Μπόζου e.bozou@konteiner.gr Σύμβουλος Έκδοσης: Ηλίας Μαρμαράς Creative Direction: Γιώργος Κωνσταντινίδης g.konstantinidis@konteiner.gr Ατελιέ: Ελένη Σγόντζου, Μαρίζα Σουλιώτη

Επιμέλεια - Διόρθωση: Ηρώ Μακρή, Λευτέρης Βασιλόπουλος Νομικός Σύμβουλος: Ζωή Ν. Κωνσταντοπούλου Εμπορική Διεύθυνση: Τ: 211 402 92 77 Υποδοχή Διαφήμισης: Κώστας Καλόγερος T: 210 92 96 114 Εκτύπωση - Βιβλιοδεσία: Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α. Ε. Ιδιοκτησία: Διάδραση Α. Μ. Κ. Ε.

Το κοντέινερ δημοσιεύει μόνο ενυπόγραφα κείμενα. Τα ενυπόγραφα κείμενα δεν εκφράζουν απαραιτήτως τις θέσεις του περιοδικού.

Μια προσφορά από την


Twitter _κοντέινερ

4

Φεβρουάριος 2011

The Artist Series: Carsten Nicolai _Βολτνόι Μπρέζ

O Carsten Nicolai οπτικοποιεί τους ήχους και δημιουργεί ηχητικά τοπία από εικόνες. Kινείται σε ένα πεδίο μεταξύ επιστήμης και

τέχνης, προσπαθώντας την ίδια στιγμή να ξεπερνάει, να παραβιάζει τα μεταξύ τους όρια. Δουλεύει πολύ με ηχητικές συχνότητες και

θορύβους, αποδομεί, ανασυνθέτει, μιξάρει, πειραματίζεται, παίζει με τον παράγοντα του λάθους στα μαθηματικά.

Graveyard songs _Γιώργος Βαλαής

Υπάρχει ένας νόμος ανώτερος από τον νόμο της Πολιτείας και πρέπει να υπακούει κανείς σε αυτόν τον ανώτερο νόμο, ακόμα και αν υπάρχουν ποινικές συνέπειες. Ο David Thoreau αναλύοντας την θεωρία πολιτικής ανυπακοής υπενθυμίζει που πρέπει να πιστεύει κανείς.

Ο κόσμος είναι ντυμένος με εικόνες από τα γεννοφάσκια μας και ανάμεσα σε εμάς και την πραγματικότητα ξετυλίγεται μια αόρατη ταινία, μέσα στην οποία καλούμαστε να ζήσουμε ως φαντάσματα. Οι μεγάλες ταινίες παραμερίζουν αυτή την ταινία της ζωής μας, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στους εαυτούς μας και στην πραγματικό-

τητα. Τότε εμφανίζονται τα πράγματα «ως έχουν» κι εμείς απέναντί τους. Ο Χρήστος Βακαλόπουλος από το μακρινό 1988.

Έχω στρωμένη δουλειά με σύνεργα για πλακομούνι στη Λέσβο Και το μονοπώλιο βαζελίνης στα Σόδομα Είμαι ο μόνος έμπορας ναρκωτικών στην Ιστανμπούλ Είμαι ο μόνος αλητόπουστας στο Ισλάμ Είμαι το μόνο μπαρ στην κακόφημη συνοικία Είμαι η μόνη πόρνη στην προκυμαία Ο William Burroughs δεν φοβήθηκε ποτέ

την άγρια μοναξιά που υπάρχει κάτω από κάθε ηδονή.

Nοιώθω κιόλας σαν να είμαι από την άλλη μεριά του κόσμου. O Georg Trakl μετά την μάχη του Γκρόντεκ όπου προσπαθούσε μόνος να περιθάλψει 90 βαριά τραυματισμένους στρατιώτες και λίγο πριν αυτοκτονήσει.

Τώρα θα σας χορέψω τον πόλεμο. Τον πόλεμο που δεν εμποδίσατε και για τον οποίο είστε υπεύθυνοι. Ο Vaslav Nijinsky μιλάει στο κοινό λίγο πριν αρχίσει να χορεύει ένα βράδυ του 1918.

Σαν τους γάτους, κάθε άνθρωπος έχει το Γενάρη του από τον οποίο γυρίζει πότε με κομμένο το ένα αυτί, πότε με χυμένο το ένα μάτι, πότε χαμένος για λίγο διάστημα ή πότε και για μια ολάκερη ζωή. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος θυμίζει τι υπάρχει κάτω απ’ τον Ιανουάριο, τον κάθε Ιανουάριο.

You sent the water over the Dam in my brown eyes. Η Emily Dickinson σε γράμμα προς τον αγαπημένο της γράφει την ωραιότερη περιγραφή για τα δάκρυα.


Crave _Ιωάννα Κλεφτόγιαννη

5

άτακτες σκέψεις για τα διόδια, το Ροβεσπιέρο και το Εθνικό Θέατρο

Τα καταφέραμε / η μεγάλη κυριακάτικη (6 Φεβρουαρίου) έξοδος / ήταν ένα δείγμα της δύναμής μας / ξεχυθήκαμε στους σταθμούς των διοδίων / και σηκώσαμε τις μπάρες / που μας κόβουν τη φόρα / ξεχυθήκαμε / για το ρεζίλι / που λέγεται «ελληνική εθνική οδός» / και το χρυσοπληρώνουμε

/ οι «τζαμπατζήδες» / όπως θέλει να μας υποτιμά ο Ρέππας / του στείλαμε χαρούμενους / αγωνιστικούς χαιρετισμούς / δεν πληρώνω / δεν πληρώνω / επίκαιρος ξανά ο γέρων Ντάριο Φο / ένας κίνδυνος υπήρχε / να ξαναναδειχτεί σε ήρωα / της Επανάστασης της ασφάλτου / ο δήμαρχοςηθοποιός Απόστολος Γκλέτσος / που αυτό το διάστημα παίζει ΤΟ «ρόλο » της ζωής του / κάτι πήγε να γίνει και την Πέμπτη (3 Φεβρουαρίου) / στους σταθμούς των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς / μεγάλο το «κύμα» / όσων αρνήθηκαν / να πληρώσουν το νέο κυβερνητικό «χαράτσι» / «τζαμπατζήδες είναι οι κυβερνήσεις / που για χρόνια / δεν απέδιδαν / στις δημόσιες συγκοινωνίες / τους προβλεπόμενους κρατικούς πόρους / και τις ωθούσαν / στον τοκογλυφικό / τραπεζικό δανεισμό/ τζαμπατζήδες είναι όσοι τα πήραν / από τη SIEMENS» / διαμήνυσε ο Ανοιχτός Συντονισμός Επιβατών /« οι συγκοινωνίες είναι δημόσιο αγαθό / κανένας ελεγκτής / δεν έχει

το δικαίωμα να ζητήσει ταυτότητα / ή ΑΦΜ », έγραφε το φυλλάδιο / που διένειμαν στο σταθμό της Ακαδημίας / οι απτόητοι Καλλιτέχνες ενάντια στο Μνημόνιο / και μια και ο λόγος ήρθε στην ωραία SIEMENS / τι «καθαρά» που έκλεισαν οι υποθέσεις του διαβόητου γερμανικού κολοσσού / και του Βατοπεδίου / πορίσματα της ντροπής / μονοκοντυλιά παραγράφονται / σ’ αυτή τη χώρα / τα εθνικά εγκλήματα / την ώρα που στιγματίζονται / ως κατηγορούμενοι / σε πρωτοσέλιδα / και σύρονται στη λαιμητόμο / της (Α)-Δικαι-οσύνης / και του Τρομονόμου / άνθρωποι / που φέρονται ως ύποπτοι / τι αξίζει σε μια τέτοια κοινωνία / που κοιμάται / ενώ της ρουφούν το αίμα / με το καλαμάκι; / τι έχουμε ανάγκη; / πρέπει να δείτε το «Θάνατο του Δαντόν» / στην εξαιρετική παράσταση του Στάθη Λιβαθινού / κατάφερε ένα σύνθετο έργο-παγίδα / για την Επανάσταση / τη βία / και την τρομοκρατία / να το δαμάσει / δίνοντάς μας μερικές από

τις δυνατότερες σκηνές / που έχουμε δει / σε ελληνική σκηνή / τα τελευταία χρόνια / τι μας χρειάζεται / λοιπόν / σήμερα; / εδώ; / Ροβεσπιέρος / ή Δαντόν; / εδώ που φτάσαμε / λυπάμαι / αλλά ο Ροβεσπιέρος θα ήτανε η μοναδική λύση / στα χλωρά «χωράφια» / τώρα / του εθνικού Πολιτισμού / κομματάκι δύσκολο / να πολεμήσει / για τα δίκαια / των εργαζομένων του Εθνικού Θεάτρου / που τα νοιάζεται / απ’ το Γκέτεμποργκ / -στο οποίο βρισκόταν / για ανειλημμένες υποχρεώσεις / καιρό- / ο Γιάννης Χουβαρδάς / οι μισθοί τους πετσοκόβονται / για δεύτερη φορά / «η κατάσταση αυτή είναι απαράδεκτη / παράνομη /αντισυνταγματική / καθ’όλα αντεργατική και ισοπεδωτική / Φτάνει πια !», είναι το διάγγελμα των εργαζομένων του Εθνικού / που μπαίνουν σε τροχιά κινητοποιήσεων / το χάλι μας το έχουμε / όμως / οι αθεόφοβοι / είμαστε υποψήφιοι για Όσκαρ / η χώρα του παραλογισμού / και της αντίφασης.


Navigation _Tijana Prodanovic, Αντωνάκης Χριστοδούλου

6

Χορός

RootlessRoot Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Λεωφόρος Συγγρού 107-109 Πρεμιέρα: 11 Φεβρουαρίου Οι βραβευμένοι στο σημαντικό Fringe Festival του Εδιμβούργου, RootlessRoot έχουν ετοιμάσει νέες παραστάσεις σε όλη την Ευρώπη, κινούμενοι σε έναν νέο κύκλο δημιουργίας, όπου το σώμα συναντιέται και λιώνει πάνω σε υλικά και αντικείμενα, δημιουργώντας μια νέα συναισθηματική πραγματικότητα στη σκηνή και στον δρόμο. Στην Αθήνα θα κάνουν μια στάση στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, με το νέο τους έργο “Eyes In the Colors Of The Rain”, στο οποίο χορεύουν μαζί με τον ηθοποιό Γιώργο Φριντζήλα και συνεργάζονται με διεθνούς φήμης καλλιτέχνες από την Ελλάδα (Άγγελος Μέντης, Βασίλης Μαντζούκης) και το εξωτερικό (Χίλντεγκαρντ ΝτεΒάυστ, Γιούκκα Χουιτίλα).

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

«Το Σύμπαν της Ρωσικής Πρωτοπορίας: Τέχνη και Εξερεύνηση του Διαστήματος, 1900-1930»


Θέατρο

Οι Δίκαιοι Χώρος Ιστορικής Μνήμης, Κοραή 4 Από τις 10 Φεβρουαρίου 2011, κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή Η ομάδα Σημείο Μηδέν επιστρέφει στον Χώρο Ιστορικής Μνήμης, παρουσιάζοντας το ελάχιστα παιγμένο στην Ελλάδα θεατρικό έργο του Αλμπέρ Καμύ «Οι Δίκαιοι». Μετάφραση – σκηνοθεσία: Σάββας Στρούμπος

κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

Χορός

Arc for Dance – Cross Cultures θέατρο ΔΙΠΥΛΟ, Καλογήρου Σαμουήλ 2 και Διπύλου, Πλ. Κουμουνδούρου 11 έως 13 Φεβρουαρίου Το μικρό θεματικό φεστιβάλ, Arc For Dance επιστρέφει για τρίτη συνεχή χρονιά στην Αθήνα με πρωτοβουλία του καλλιτεχνικού οργανισμού Danc.c.ce Unitiva και με στόχο να αποτελέσει πεδίο συνάντησης για ενδιαφέρουσες ιστορίες χορού από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Μονή Λαζαριστών
Κολοκοτρώνη 21, Σταυρούπολη, Θεσσαλονίκη Έως 27 Μαρτίου H σχέση της ρωσικής τέχνης με την επιστήμη πριν και μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 είναι το κεντρικό θέμα της έκθεσης «Το Σύμπαν της Ρωσικής Πρωτοπορίας: Τέχνη και Εξερεύνηση του Διαστήματος, 1900-1930». Πιο συγκεκριμένα, η έκθεση εστιάζει στις περίπλοκες και γόνιμες σχέσεις των καλλιτεχνικών οραμάτων για το σύμπαν και των επιστημονικών ερευνών που οδήγησαν στην υλοποίηση του διαστημικού ταξιδιού.


Navigation 7

Εικαστικά

Παίγνια Batagianni gallery, Ηρακλείτου 3 3 Φεβρουαρίου έως 4 Μαρτίου Η πέμπτη ατομική έκθεση της Χριστίνας Κάλμπαρη με τίτλο «Παίγνια» θα παρουσιαστεί στη γκαλερί Μπαταγιάννη. Πρόκειται για σχέδια, ακουαρέλλες σε χαρτί, που πραγματεύονται θέματα ταυτότητας με ένα τρόπο σκοτεινό, αλλά ταυτόχρονα παιγνιώδη. Η εικαστικός προσκάλεσε γνωστούς συγγραφείς και ποιητές να συμμετάσχουν σε ένα λογοτεχνικό-εικαστικό «πείραμα», και να γράψουν εμπνευσμένοι από τις εικόνες της. Συμμετέχουν οι Νάνος Βαλαωρίτης, Χρήστος Χωμενίδης, Σωτήρης Δημητρίου, Σώτη Τριανταφύλλου, Λένα Κιτσοπούλου, Ηλίας Μαγκλίνης, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Αλέξης Σταμάτης, Έρση Σωτηροπούλου, Θανάσης Χειμωνάς, Αργύρης Χιόνης, Γιάννης Υφαντής, Λεία Βιτάλη, Μαριάννα Κάλμπαρη, Κατερίνα Χρυσανθοπούλου, Βασίλης Μαυρογεωργίου, Θεόφιλος Τραμπούλης.

Εικαστικά

Μουσική

Αιτία θανάτου: Μαρία Αλούπη – Ευθανασία – Έργα από τη Ρεσιτάλ πιάνου Συλλογή Prinzhorn Μουσείο Ηρακλειδών, Mουσείο Μπενάκη, Κτήριο οδόυ Πειραιώς, Πειραιώς 138 και Ανδρονίκου έως 13 Φεβρουαρίου Η έκθεση παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα έργα από την παγκοσμίως γνωστή Συλλογή Prinzhorn της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. Tα 96 έργα, που παρουσιάζονται, είναι φιλοτεχνημένα από 18 καλλιτέχνες / ψυχικά ασθενείς, οι οποίοι, την περίοδο 1939-1944, υπήρξαν θύματα του ανελέητου προγράμματος ευθανασίας των Ναζί.

Ηρακλειδών 16 – Θησείο Παρασκευή 25, Σάββατο 26 Φεβρουαρίου Οι συναυλίες αυτές διοργανώνονται με αφορμή την μεγάλη έκθεση χαρακτικών “Edvard Munch, Πέρα από την Κραυγή” στο Μουσείο Ηρακλειδών. Η Μαρία Αλούπη είναι πιανίστρια και συνθέτης, καλλιτεχνική διευθύντρια στο Κέντρο Μουσικής Σύνθεσης και Ερμηνείας, καθώς ιδρύει μαζί με τον Ανδρέα Δικτυόπουλο τον πολιτιστικό χώρο ABOUT. Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Ραβασάκι

8

_Θανάσης Αλευράς

κρίση Βγαίνουν τα χέρια σου αργά απ’τις τσέπες. Ανοίγουν σαν τριαντάφυλλα μα δεν τα χαρίζουν. Στο ένα, ό, τι παρέδωσε απόψε ο αέρας, κυλάει ανάμεσα στις χαρακιές της παλάμης, τα μαλακά της βουνά, ένας ιδρώτας που γίνεται ξένος. Στο άλλο, προβλήτα συναλλαγής, σύννεφο που περιμένει τον ήλιο, ήλιος που δεν περιμένει κανένα, αλλάζει θέση μέχρι να πέσει στην καλή του πλευρά, όποια και νά’ναι πλευρά, το επόμενο κέρμα. Η παρέα μετράει. Άλλοι γελάνε, νυστάζουν, είναι συνέχεια όλο κάπου στη μέση, μιλάνε διαρκώς μα κατά βάθος σωπαίνουν, σκύβουν μαζί και σκέφτονται τώρα ποιος έχει σειρά, κοιτάνε ξανά στη σωστή μοιρασιά. Αίθουσες αναμονής των εαυτών τους, άγκυρες δίχως καράβι, κούνιες δίχως παιδιά, χαρταετοί στη βροχή, βρύσες που στάζουν αλλά δεν ξεδιψάνε, βουλωμένες τρομπέτες, αρραβώνες ληγμένοι ζητάνε επειγόντως το λογαριασμό. Κι εσύ περιμένεις. Η άνθρωπος γέφυρα. Το άνθρωπος πέρασμα. Θέλω να μείνεις, θέλουν να μείνεις, μα σηκώνεσαι απότομα κι είναι σαν ν’άρχισε μόλις να πέφτει χαλάζι. Τώρα ο ένας κοιτάζει τον άλλο κι ο άλλος κανένα. Τα αιχμηρά σου χαμόγελα ομορφαίνουν και κόβουν. Δεν πειράζει για τώρα, ίσως γυρίσεις ξανά. Ίσως όταν για λίγο τα στόματα πάψουν να μυρίζουν σκατά κι οι αγκαλιές ξαναπάρουν το αμοιβαίο τους χρώμα. Ίσως όταν το να λες καλημέρα και γεια σου τι κάνεις δε θυμίζει θηλιά. Κι όταν πάψουν για λίγο να θυμούνται ποιος είσαι μόνον όταν μετράνε τι έχουν. Στο μέλλον του κόσμου ένα έντομο δε θά’χει καμιά απορία. Πολλές φορές τώρα, σε λέγανε Σύμπνοια, σε λέγανε Κρίση, αλλά πια δεν θυμάμαι. Ανοίγεις το χέρι. Tο κέρμα γλιστράει, πέφτει στη ράχη του, στρίβει. Κυλάει επάνω στο βρεγμένο τραπέζι. Θα μείνεις. Ανάμεσα σε σκονισμένα αναποδογυρισμένα ποτήρια. Φεύγω. Περνάει ξυστά στο γεμάτο τασάκι. Κάτσε λιγάκι. Ένα ρυάκι καφέ κι ένα ακόμη. Περνάει από πάνω, δεν πέφτει, επιμένει. Θα σε πάρω. Μια παλάμη απόχη με πάταγο πέφτει αλλά εκείνο ξεφεύγει. Θα τα πούμε. Γλιστράει στην άκρη. Δεν κάθεσαι λίγο. Ξυστά στο μικρό τσαλακωμένο χαρτί. Ο λογαριασμός, ακούς μια φωνή. Εκείνο μπροστά συνεχίζει να φεύγει. Φεύγω, δεν είμαι. Ακόμα δεν πέφτει, ίσως εδώ να τελειώσει αλλά όχι ακόμη. Τα λέμε. Περνάει κι από’δω και τώρα φτάνει στην άκρη. Τα λέμε. Γλιστράει στον αέρα και πέφτει, πέφτει, πέφτει. Χάθηκε τώρα. Ποιος ξέρει πού πήγε. Σκύβεις να δεις. Κάπου σταμάτησε χωρίς ν’ακουστεί.

κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011


10 Κινηματογράφος Θέατρο Εικαστικά Λογοτεχνία Θεωρία της Γαίας

ΒΛΕΜΜΑ Sunset Boulevard κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011


_Βλέμμα Συνέντευξη στην Ελευθερία Γεροφωκά

11

Gus Van Sant:

Το Hollywood είναι ένα καλό μέρος για να αποφεύγει κανείς.

Όταν τον πρωτοείδα στο μουσείο Φωτογραφίας στη Στοκχόλμη ήταν σαν να έβλεπα ένα ντροπαλό διάφανο αγόρι, και ας πλησιάζει τα πενήντα οχτώ. Ήρεμος άνθρωπος. Ήταν άθλος που κατάφερα να τον συναντήσω, αλλά κάθε προσπάθεια άξιζε: τελικά βρέθηκα να τον ακούω να μου μιλάει για τις ταινίες του, τα σενάριά του, τους ομοφυλόφιλους, τη ζωή και το θάνατο. Ανήσυχος χαρακτήρας. Γεννήθηκε στο Louisville του Κεντάκι «τυχαία από τους γονείς μου», όπως μου είπε χαρακτηριστικά, «δεν το επέλεξα». Σπούδασε ζωγράφος αλλά τον κέρδισε το φιλμ. Είναι από τους σκηνοθέτες που μπορούν να φτιάξουν μικρά προσωπικά κινηματογραφικά έργα με άγνωστους ηθοποιούς αλλά και την ίδια στιγμή μεγάλες εμπορικές επιτυχίες με πρωταγωνιστές του Hollywood. Έχει στο ενεργητικό του δεκατέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους. Και, όπως θα μάθαινα, έχει επίσης, έναν καλό Έλληνα φίλο, τον Χάρη Σαββίδη, που είναι ο διευθυντής φωτογραφίας σε όλες τις ταινίες του. Πριν και μετά Για μένα δεν έχει καμιά διαφορά όταν έκανα ταινίες με 30.000 δολάρια και τώρα που κάνω με εκατομμύρια δολάρια, με τον ίδιο τρόπο κάνω ταινίες. Έχω την κάμερα στο χέρι. Η μόνη διαφορά είναι ότι τώρα δεν βιάζομαι, δίνω χρόνο στα πράγματα και δουλεύω πιο αργά. Μπορεί να μου πάρει μέχρι και δύο χρόνια για να ολοκληρώσω μια ταινία. Πώς δουλεύω; Ξεκινώ με το story board και μετά, αυτομάτως, γίνεται αυτό: δεν σκέφτομαι τίποτα άλλο παρά μόνο το σενά-

ριο και τις σκηνές. Όταν μπαίνω στη διαδικασία να γυρίσω μια ταινία δεν σταματώ ποτέ. Τα βλέπω όλα σαν μια πρόκληση. Μου αρέσει να πιέζω τον εαυτό μου, έχει πλάκα. Όταν ήμουν στη διαδικασία για να κάνω το «My private Idaho» που είναι μια ιστορία για άντρες που εκδίδονται, καθόμουν σε ένα καφέ και εκεί για πρώτη φορά πρόσεξα τα νεαρά αγόρια που ψωνίζονται. Άρχισα να τα παρακολουθώ. Να κάνω έρευνα και παράλληλα να γράφω την ιστορία. Αυτή η ταινία με έφερε κοντά στους μεγάλους πρωταγωνιστές, τον Μπεν Άφλεκ και τον Ματ Ντέιμον και κάναμε μαζί την ταινία «Ο καλός Γουίλ Χάντινγκ». Εικόνες – Έμπνευση Ο θάνατος είναι από τα κύρια θέματα στις ταινίες μου. Πριν λίγο καιρό είδα έναν νεαρό σε μια διαδήλωση γύρω στα 25 σε μια πλατεία να φωνάζει. Ενθουσιάστηκα. Με τους διαδηλωτές, με τους αναρχικούς γεννιέται ένας απίστευτος, ένας μοναδικός κόσμος. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βγαίνουν και φωνάζουν σε μια πλατεία μού γεννούν πολύ δυνατά συναισθήματα, με εμπνέουν για να γράφω και με κάνουν να αισθάνομαι ζωντανός. Επιρροές. Ο πολίτης Κέιν, ο Λόρενς της Αραβίας και ο Ταρκόφσκι. Θα σου μιλήσω ειλικρινά: όταν είδα τον Satantango του Μπέλα Ταρ ήταν σαν να έφαγα μια γερή σφαλιάρα. Την είδα 39 φορές την ταινία. Μάθημα αρμονίας. Έχω «κλέψει» και έχω βάλει πολλά από τον Μπέλα Ταρ στις ταινίες μου.

Ζωή. Για μένα η ζωή είναι μια ατέλειωτη μοναξιά. Όταν θέλεις να μιλήσεις για τη ζωή σε μια ταινία είναι προτιμότερο να έχεις ένα νέο πρόσωπο. Με ενδιαφέρει το τυχαίο σαν συνθήκη στις ταινίες και στη ζωή μου. Όταν παραβιάζω τους κανόνες και τολμώ να παίξω με αυτούς και να βάλω νέα όρια, τότε αισθάνομαι ζωντανός. Elephant – Paranoid Park – Last Days. Ήταν μια δύσκολη περίοδος στη ζωή μου όταν ξεκίνησα να κάνω αυτές τις ταινίες. Δεν θέλησα να δουλέψω με επαγγελματίες ηθοποιούς, παρά μόνο με ερασιτέχνες. Έχασα δικούς μου, αδελφικούς φίλους: τον Ρίβερ Φοίνιξ και τον Κερτ Κομπέιν και αυτό μου στοίχισε. Γι’ αυτούς τους φίλους μιλώ σε αυτές τις προσωπικές ταινίες. Ηθοποιοί. Κάνω πρόβα μαζί τους στο χώρο όπου θα γυρίσω την ταινία και αφού καταλάβω πώς παίζουν τότε αποφασίζω που θα βάλω την κάμερα. Είμαι χαρούμενος όταν δουλεύω έτσι. Κάνω πρόβες δύο βδομάδες πριν το γύρισμα κάθε μέρα για τρεις ώρες. Μιλάμε με τους ηθοποιούς για το χαρακτήρα, το μακιγιάζ, τα ρούχα, το στυλ. Αυτό που κοιτάζω στον ηθοποιό είναι η γνώση του αλλά και το πόσο εύκολα μπορεί να αυτοσχεδιάσει. Με ενδιαφέρουν οι αυτοσχεδιασμοί καταστάσεων. Δεν με ενδιαφέρουν οι ηθοποιοί με εμπειρία και οι ηθοποιοί που κάνουν σίριαλ. Θέλω ο ηθοποιός να ακούει τις οδηγίες που του δίνω και να αντιδρά πάνω σε αυτές. Το πώς παίζεις

Θέλω ο ηθοποιός όταν παίζει να είναι σαν μια εξομολόγηση, σαν μια αληθινή συζήτηση που θέτει ερωτήματα.

πρέπει να είναι σαν μια εξομολόγηση, σαν μια αληθινή συζήτηση που θέτει ερωτήματα. Για παράδειγμα ο Κέισι Άφλεκ και ο Ματ Ντέιμον είναι δύο ηθοποιοί με τους οποίους θέλω να δουλεύω γιατί δεν φοβούνται να δοκιμαστούν στα δύσκολα. Γυρίσαμε μαζί το «Jerry» κάναμε ένα ολόκληρο ταξίδι ως τη Συρία και την Ιορδανία για να γράψουμε το σενάριο. Το γράψαμε και στο τέλος το κάψαμε. Πήγαμε σε μια έρημο με ένα τροχόσπιτο και ένα μικρό συνεργείο. O Ματ και ο Κέισι γράφανε το σενάριο και ταυτόχρονα το γυρίζαμε. Στο Milk κάναμε όλες τις σκηνές με τα λόγια κανονικά και μετά έβαζα τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν χωρίς λόγια. Υπήρχε διαφορά. Τα λόγια αποδυναμώνουν τα συναισθήματα. Αυτοκριτική. Ξέρω ότι οι ταινίες που κάνω είναι αρνητικές. Πίεσα τον εαυτό μου να κάνει «εμπορικές» ταινίες όπως ήταν το Milk που ήταν μια δουλειά που μου την ανάθεσαν, δεν αισθάνομαι καλά όταν κάνω τέτοιες ταινίες. Δεν αισθάνομαι ελεύθερος. Resteless Είναι η τελευταία ταινία μου και τώρα που μιλάμε είμαι στη διαδικασία του μοντάζ. Η ιστορία έχει να κάνει με το θάνατο. Μια νεαρή κοπέλα (που την υποδύεται η Mia Wasikowska) μαθαίνει ότι θα πεθάνει πολύ σύντομα. Γνωρίζει έναν νεαρό (που τον υποδύεται ο Χένρι Χόπερ, ο γιος του καλού μου φίλου Ντένις), που του αρέσει να πηγαίνει σε κηδείες. Θεός - Θάνατος. Φοβάμαι τη μοναξιά όχι το θάνατο. Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Βλέμμα_ Κινηματογράφος _Αλέξανδρος Βούλγαρης

12

Έρχονται τα ηλεκτρικά πρόβατα

Το παρακάτω κείμενο θα μπορούσε να είχε γραφτεί και από τα ανδροειδή του Blade Runner. Έχω διαρκώς την αίσθηση ότι μου επιτρέπεται να δω μόνο τη μια πλευρά του νομίσματος. Ήδη από το σχολείο υπήρχε μια τόσο μονόπλευρη αντιμετώπιση της ιστορίας και τώρα πια αυτό συνεχίζεται και απλώνεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της ενημέρωσής μου. Στον κινηματογράφο υπάρχει μόνο η Αμερική και από τις άλλες χώρες επιτρέπεται να υπάρχει μόνο μια ταινία το χρόνο που να μας κάνει να ενδιαφερθούμε. Δεύτερη δεν αντέχουμε. Λέμε «όχι άλλο ιρανικό ή όχι άλλο κορεάτικο». Σκεφτόμουνα ότι όλοι μας έχουμε δει ακόμα και την τελευταία κακή αμερικάνικη ταινία ενώ αγνοούμε τα βασικά αριστουργήματα κάθε άλλης κινηματογραφίας. Πόσοι από εμάς έχουμε δει τις βασικές ταινίες του cinema nuovo που έγινε στη Βραζιλία το ’60; Ή του τσέχικου σινεμά της περιόδου μέχρι την είσοδο των σοβιετικών το κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

1968 – που θεωρείται ίσως η δημιουργικότερη περίοδος; Πόσοι έχουνε δει και την τελευταία αμερικάνικη πολεμική ταινία για το Βιετνάμ και πόσοι το Έλα να δεις του Έλεμ Κλίμοφ που και ο ίδιος ο Σπίλμπεργκ δηλώνει ότι ήταν η βασική του επιρροή για τον Στρατιώτη Ράιαν; Νά, λοιπόν, που φτιάχνεται μιά κοινωνία όπου όλοι γνωρίζουμε τις αντιγραφές και όχι τα πρωτότυπα. Η αλήθεια είναι ότι για να βρεις τις παρακάτω ταινίες πρέπει να ψάξεις. Πρέπει να ασχοληθείς. Όπως πρέπει να ψάξεις για να βρεις ένα πραγματικά καλό μέρος να φας ή ένα καλό έντυπο να διαβάσεις ή ένα καλό πρόγραμμα να δεις στην τηλεόραση ή έναν καλό φίλο. Έχουμε περάσει μια δεκαπενταετία καψίματος με ό, τι μας σερβίρεται να είναι σκουληκιασμένο και επικίνδυνο. Πια η ψυχή μας αναπτύσσει ανίατο καρκίνο και υπάρχει απόλυτη ανάγκη να αλλάξουμε συνήθειες μπας και αποφύγουμε τον πνευματικό θάνατο. Και πάνω απ’ όλα απόλυτη ανάγκη να αρχίσουμε πάλι να ψάχνουμε.

5 ταινίες του φανταστικού από το ανατολικό μπλοκ

1. IKARIE XB-1 του Jindrich Polak από βιβλίο του Stanislav Lem Τσέχικο διαστημικό έπος του 1963. 2. O-Bi, O-Ba, The End of Civilization του Piotr Szulkin Πολωνέζικο μεταποκαλυπτικό δράμα του 1985.

3. Letters from a dead man του Konstantin Lopushansky Σοβιετική ταινία του 1987 με ήρωα έναν νομπελίστα φυσικό μετά απο πυρηνική καταστροφή. 4. Sexmission του Juliusz Machulski Ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1984 που πρόσφατα ψηφίστηκε ως η καλύτερη πολωνική ταινία

των τελευταίων 30 χρόνων και που στην εποχή της είχε θεωρηθεί σάτιρα του κομμουνιστικού καθεστώτος. 5. The Cremator του Jurah Herz Η ιστορία ενός άντρα στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο που δουλεύει στην αποτέφρωση και πιστεύει ότι βοηθάει τις ψυχές να ελευθερωθούν. Απαγορευμένη ταινία για 20 χρόνια στην Τσεχοσλοβακία.

Προπαγανδιστικά καρτούν 1. από Σ. Ένωση

2. Από Ναζιστική Γερμανία

3. Από Βόρεια Κορέα

http://www.youtube.com/ watch?v=FRcBt904OJ0

http://www.youtube. com/watch?v=WIlr_ rZKR4c&feature=related

http://www.youtube.com/ watch?v=ujtp-70zQME


Κριτική Κινηματογράφος _Βλέμμα _Βένια Βέργου

13

Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει

Όταν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω, του Florin Serban (Ρουμανία, 2010, 94΄).

Ο χρόνος διαστέλλεται με τρομερό σασπένς σε αυτή την πρώτη μεγάλου μήκους του ρουμάνου σκηνοθέτη. Σε πέντε μέρες ο Σίλβιου θα είναι ελεύθερος, όμως μια αναπάντεχη εξέλιξη τον κάνει να θέλει να σπάσει τα κάγκελα του αναμορφωτηρίου εδώ και τώρα. Ύστερα από οκτώ χρόνια απουσίας στην Ιταλία, η μητέρα του έρχεται στη Ρουμανία απειλώντας να πάρει μαζί της τον δεκάχρονο αδελφό του. Ο Σίλβιου φτάνει στα όριά του. Όταν η μητέρα του τους εγκατέλειψε, ήταν αυτός που μεγάλωσε τον μικρό και τώρα κινδυνεύει να τον χάσει. Η αναμέτρηση με τη μητέρα του δεν θα είναι εύκολη κι ο μικρός αδελφός δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Μόνο ο Σίλβιου μπορεί να αποτρέψει την εξορία του. Κι ενώ κάθε λεπτό που περνάει πίσω από τα συρματοπλέγματα ο Σίλβιου προσπαθεί να βρει τρόπους για να επισπεύσει την

να ελέγξεις. Αυτή η διάσταση βρασμού ψυχής στην ψυχολογία του κεντρικού ήρωα δίνει στην ταινία έναν αξιοσημείωτο αφηγηματικό πλούτο. Έτσι, ενώ ο ήρωας βρίσκεται εν όψει μιας ελεύθερης ζωής, αντιπαλεύει με δύο αντικρουόμενες δυνάμεις. Από τη μια, πρέπει να δαμάσει τον δαίμονα του παρελθόντος του, εν προκειμένω την ακατάλληλη μητέρα του – τι αποστολή! Κι από την άλλη, βιώνει για πρώτη φορά τον ασυγκράτητο πόθο για μια γυναίκα. Κι ενώ η επικείμενη έξοδός του τού δίνει την ευκαιρία να ζήσει αυτόν τον έρωτα (ωραία συγκυρία να ερωτεύεσαι λίγο πριν απελευθερωθείς), η οικογενειακή μάχη που πρέπει να δοθεί ανατρέπει ολοκληρωτικά την ευτυχή έκβαση. Τα εύσημα για τις εξαιρετικές ερμηνείες δίνονται σε μη επαγγελματίες ηθοποιούς, αρκετοί από τους οποίους είναι έγκλειστοι στην πραγματικότητα.

έξοδό του, προστίθεται ένας επιπλέον λόγος για να βιαστεί. Στις συναντήσεις με την κοινωνική πρόνοια για την ομαλή επανένταξη των κρατουμένων μετά την απελευθέρωσή τους, ερωτεύεται τη νεαρή κοινωνική λειτουργό με τα όμορφα χείλη. Μόλις βγει έξω, θα την πάρει να ζήσουν μαζί. Στα δεκαοκτώ θέλεις να κατακτήσεις τον κόσμο και δεν χωράς πουθενά. Πόσο μάλλον στα ασφυκτικά καθορισμένα όρια ενός αναμορφωτηρίου, όπου τα παιχνίδια εξουσίας μεταξύ των ισχυρών και των αδυνάτων είναι ικανά να συνθλίψουν και τα τελευταία απομεινάρια αυτοεκτίμησης που μπορεί να έχει ένας έγκλειστος. Η ιστορία όμως εδώ (βασισμένη σε θεατρικό έργο), εμβαθύνει ακόμη περισσότερο ως προς την ασφυξία της κράτησης, εστιάζοντας την πλοκή στο τι σημαίνει να απειλείται η απελευθέρωσή σου με μια δυστυχία που δεν μπορείς

Πέντε μέρες. Μόνο τόσες έχουν μείνει για τον έγκλειστο νεαρό Σίλβιου στο αναμορφωτήριο ανηλίκων. Κι όμως, αυτές οι τελευταίες μέρες πριν την ελευθερία θα είναι οι πιο βασανιστικές. Αργυρή Άρκτος και βραβείο Alfred Bauer στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Ο σκηνοθέτης ύστερα από ακροάσεις έξι μηνών βρήκε τα ιδανικά πρόσωπα για να ενσαρκώσουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, με καλύτερο όλων τον George Pistereanu. Ως Σίλβιου κρατάει όλη την ταινία επάνω του δίνοντας στην ερμηνεία του αυθεντικότητα, κύρος, και όλο τον χειμαρρώδη ενθουσιασμό που χαρακτηρίζει το νεανικό συναίσθημα. Η παρεκτροπή του είναι τόσο ενστικτωδώς δουλεμένη σε κάθε λεπτομέρειά της, που κατακλύζει την οθόνη στις σκηνές των μεγάλων κορυφώσεων προς το τέλος της ταινίας. Και είναι θαυμαστό το ερμηνευτικό εύρος που επιδεικνύει στην αποτύπωση των μεγάλων ηθικών διλημμάτων και των απεριόριστων δυνατοτήτων επιλογής που έχει ο ήρωας του. Η ταινία βγαίνει στις αίθουσες στις 10 Φεβρουαρίου


Βλέμμα_ Εικαστικά _Χριστιάνα Γαλανοπούλου

14

Στη «νεκρή φύση» με φόντο το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, η πόλη μπορούσε να ονειρευτεί κοιτάζοντας ή αγγίζοντας ένα βιβλίο-σώμα.

Στο χρόνο μιας αναπνοής Σκέψεις για μια «Νεκρή Φύση» και μερικά βιβλία Στο σκοτεινό δωμάτιο ένα λευκωπό, αμυδρό φως έπεφτε πάνω σ’ ένα γραφείο με δέκα άσπρα βιβλία. Δεν είχαν όμοιο μέγεθος και σχήμα, ήταν εκμαγεία πραγματικών βιβλίων. Αν κάποιος είχε την υπομονή να τα κοιτάξει για λίγα δευτερόλεπτα θα του αποκάλυπταν ένα μυστικό: ανέπνεαν. Ανέπνεαν με έναν ανεπαίσθητο ήχο σαν ζώντες οργανισμοί, με μιαν αναπνοή κανονική, σταθερή, ρυθμική, σαν τη δική μας. Αυτή ήταν η εγκατάσταση «Νεκρή Φύση/ κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

Still Life» της Ηούς Μυρτώς Χαβιαρά την οποία επιμελήθηκα στην έκθεση Rooms 2010 της Γκαλερί Καππάτος στο δωμάτιο 519 του ξενοδοχείου St George Lycabettus τον Δεκέμβριο που μας πέρασε. Στη «Νεκρή Φύση» της Ηούς το ζήτημα της αναπαράστασης τέθηκε μόνο για να αποπροσανατολιστεί: «trompe-l’esprit», όπως θα τη χαρακτήριζε ένα λογοπαίγνιο με τον όρο «trompe-l’oeil» που επινόησε ο Ζαν Κοκτώ για τις νεκρές φύσεις του Πικάσο. Ήταν ένα έργο φαντασιωτικό, μια εγκατάσταση που έκλεινε το μάτι στη ζωγραφική. Μια «νεκρή φύση» που έκλεινε το μάτι σε ό,

τι προγενέστερα ανέπνεε χάρη στην τέχνη ενός ιδιοφυούς φλαμανδού Μαιτρ ή ενός Ιταλού Καραβατζέσκ· σ’ αυτά τα φρούτα και τα λουλούδια που το πινέλο και το φως τα έκαναν πιο λαχταριστά κι από τα αληθινά και τους έδωσαν ζωή για πάντα. Σε «φύσεις» ακίνητες κυβιστικής μετεξέλιξης, όπως αυτές ενός Μπρακ ή ενός Γκρι. Το έργο ήταν παράδοξα επίκαιρο, παρότι η σύλληψή του έγινε μήνες πριν τις επιθέσεις στις πρεσβείες με τα βιβλία-βόμβες. Τα βιβλία της Ηούς ήταν βιβλία-οργανισμοί. Και περισσότερο ήταν βιβλία-σώματα. Ως περιεχόμενο πάντα όπλιζαν χέρια τα

βιβλία, για δίκαιους και άδικους αγώνες. Αλλά και ως σώματα διέσχισαν το χρόνο ως αντικείμενο λατρείας, ως φίλοι, σύντροφοι, μάρτυρες, αινίγματα. Και πάντα συμμετείχαν στο παιχνίδι της μισαλλοδοξίας: ως αντικαταστάτες των ανθρώπινων σωμάτων που πίστευαν στις μεν ή τις δε ιδέες, των σωμάτων των εκάστοτε εχθρών μιας εξουσίας (πόσες φορές βιβλία κάηκαν στην πυρά;). Για άλλη μια φορά τα βιβλία χρησιμοποιήθηκαν εκείνες τις μέρες με στόχο να «ξυπνήσουν τα κοιμισμένα πνεύματα»· μόνο που η πράξη η ίδια, παγιδευμένη στο «θέαμα» κατά Ντεμπόρ, βυθίστηκε όπως όλα στον ωκεανό του επικοινωνιακού παιχνιδιού. Η πόλη ήταν ακόμα αναστατωμένη από τα βιβλία-καμικάζι. Κι εκεί, στη «νεκρή φύση» της Ηούς, με φόντο το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, η πόλη μπορούσε να ονειρευτεί κοιτάζοντας ή αγγίζοντας ένα βιβλίο-σώμα. Για μας ωστόσο ήταν μια αποκάλυψη το πόσο λίγοι θεατές άντεχαν να παραμείνουν στο δωμάτιο για κάποια δευτερόλεπτα μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια τους στο σχετικό σκοτάδι και το έργο να τους αποκαλυφθεί. Οι περισσότεροι έριχναν μια ματιά, νόμιζαν ότι τα βιβλία είναι γύψινα γλυπτά, και έφευγαν για το επόμενο δωμάτιο προς κατανάλωσιν άλλου έργου. Ήταν αδύνατον να μη σκεφτώ την παλιά εκείνη έρευνα των Newson και Silver που ήδη το 1978 έδειχνε ότι ο μέσος χρόνος που περνά ένας θεατής μπροστά σε ένα έργο Τέχνης σ’ ένα μουσείο είναι λιγότερος από 30 δευτερόλεπτα. Με τις αλλαγές που έχει υποστεί η αντίληψή μας από τον καταιγισμό της πληροφορίας τα τελευταία χρόνια, πόσο να έχει κατέβει άραγε αυτός ο αριθμός; Πόσο χρόνο δίνουμε για να επικοινωνήσουμε με ένα έργο Τέχνης; Και, το χειρότερο, πόσο χρόνο δίνουμε στον εαυτό μας για να πάρει αυτό που του χαρίζουν, αν δεν είναι θεαματικό; Τι συμβαίνει μέσα μας και γύρω μας όταν κατάσταση και θέαμα έχουν αναμιχθεί αξεδιάλυτα;


PUBLI


Βλέμμα_ Θέατρο 16

_Έλλη Παπακωνσταντίνου

«Μόνα, κακά παιδιά, ψάχνουν ...» Η σκηνοθέτις της θεατρικής παράστασης Στην κουζίνα της Plath*, Έλλη Παπακωνσταντίνου, γράφει στο Κοντέινερ για τη σχέση της με την αμερικανίδα ποιήτρια και την ποίησή της, αλλά και για τον τρόπο που προσέγγισε την περφόμανς-θεατρική παράσταση που παρουσίασε πρόσφατα στο αθηναϊκό κοινό. Ο λόγος της Σύλβια Πλαθ και το συγκεκριμένο ραδιοφωνικό της έργο Τρεις γυναίκες, ένα ποίημα για τρεις φωνές, με συντρόφευσε σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μου, όταν άλλαζα σε κάτι άγνωστο και πολλές φορές τρομακτικό. Γύρω μου επικρατούσε σιγή ιχθύoς για τις δύσκολες στιγμές μιας εγκυμοσύνης, μιας αλλαγής. Λες και οι γυναίκες συνωμοτούν για να μην τρομάξουν η μια την άλλη και δεν γεννήσουν. Ίσως αυτό συμβαίνει, γιατί στη Δύση τέτοιου είδους βαθύτερες αλλαγές, αποτελούν ταμπού. Πάντως, δεν ακούς να μιλούν ανοιχτά, ρεαλιστικά για το τέρας που γίνεσαι, για την απόλυτη απώλεια του ελέγ-

χου. Αναρωτιέμαι αν ο δυτικός πολιτισμός μάς προετοιμάζει σωστά για τη γέννα και το θάνατο; Αν όχι, τότε γιατί μας προετοιμάζει; Μόνο για να καταναλώνουμε; Υπάρχουν, βέβαια, και καλές στιγμές στο θαύμα της ζωής, μαγικές, αλλά σίγουρα δεν παίζεται όλο το έργο στη ροζ απόχρωση που, ούτως ή άλλως, μισώ. Βέβαια, η Σύλβια Πλαθ στο ποίημά της Τρεις γυναίκες που παρουσιάζεται για πρώτη φορά, μιλάει με αφορμή την εγκυμοσύνη και τη γέννα, για τις στιγμές που το πλαίσιο της ζωής του ανθρώπου διαταράσσεται, καταρρέει. Όταν ανοίγουμε και γινόμαστε με ανεξέλεγκτους ρυθμούς κάτι που δεν ξέρουμε, όταν το οικείο μετατρέπεται σε ανοίκειο. Για τους κινδύνους και τους φόβους που εγκυμονούμε, για το θάνατο και τη ζωή. Μου πρόσφερε μεγάλη ανακούφιση ο ποιητικός λόγος της και εξακολουθεί να μου προσφέρει.

Στην κουζίνα της Plath Το έργο της Plath είναι ένα ποίημα για τρεις φωνές. Κάθε φωνή και μια διαφορετική πλευρά της γυναικείας φύσης. Η γυναίκα που ολοκληρώνεται μέσα από τη γέννα, η γυναίκα που αποβάλλει και η γυναίκα που γεννά και αφήνει το παιδί πίσω για υιοθεσία. Τις φωνές παίζουν οι Άντριαν Φρίλιγκ, Ελευθερία Γεροφωκά και Αθηνά Μαξίμου. Η περφόρμανς αυτή προέκυψε από ένα βίωμα μετατόπισης και απαίτησε από όλους όσοι πήραν μέρος σε αυτήν την περιπέτεια, να αναζητήσουν μια μοναδική γλώσσα αφήγησης που κοντράρει τελικά τους καθιερωμένους θεατρικούς κανόνες. Δεν ξέρω σε ποια κατηγορία ανήκει. Είναι περισσότερο μια εικαστική περφόρμανς, μιας και δουλέψαμε με εικαστικές αναφορές τις οποίες δεν θα αποκαλύψω. Γι’ αυτό και δεν παίζεται σε θεατρικούς χώρους, αλλά σε μια γκαλερί ή σε ένα γκαράζ αυτοκινήτων

Η περφόρμανς συμβαίνει μέσα σε μια κουζίνα, εκεί όπου παίχτηκαν τα σημαντικότερα επεισόδια της ζωής της Πλαθ, συμπεριλαμβανομένης και της αυτοκτονίας της. ή στο «Συνεργείο» πέρυσι. Η επιλογή των χώρων γίνεται πάντα με κριτήρια αισθητικά και το σκηνικό μας διαμορφώνεται ειδικά για τον κάθε χώρο. Είναι, όμως ταυτόχρονα και μια μουσική περφόρμανς, μιας και ο μουσικός Λάμπρος Πηγούνης συνθέτει ad hoc ηχητικά τοπία παρεμβαίνοντας δυναμικά στον ποιητικό λόγο. Η μουσική αυτή περφόρμανς παίζεται σε έναν χώρο καλωδιωμένο με αντικείμενα παγιδευμένα με σένσορες που ενεργοποιούνται από τους περφόρμερς. Όλα συντείνουν στη δημιουργία μιας ζωντανής, εν εξελίξει, αυτοσχεδιαστικής παρτιτούρας! Τώρα, αυτό είναι θέατρο ή συναυλία; Δεν ξέρω. Ίσως, πάλι να πρόκειται για μια απλή πρόσκληση σε δείπνο. Όλη η περφόρμανς συμβαίνει μέσα σε μια κουζίνα, εκεί όπου παίχτηκαν τα σημαντικότερα επεισόδια της ζωής της Πλαθ, συμπεριλαμβανομένης και της αυτοκτονίας της. Έτσι, στη βάση όλου αυτού του εγχειρήματος υπάρχει μια πολύ βασική λειτουργία, η λειτουργία του φαγητού. Οι περφόρμερς μαγειρεύουν για τους θεατές ενώ ταυτόχρονα επιδίδονται σε επικίνδυνα αιματηρά παιχνίδια. Στο τέλος, σερβίρουν και τρώνε μαζί με τους θεατές. Τώρα, αυτό είναι θέατρο ή πρόσκληση σε δείπνο; Μπορεί τελικά να μην είναι τίποτα από όλα αυτά. Μπορεί να πρόκειται απλώς για μια κακή παρέα που ψάχνει τους ομοίους της μέσα στο άχαρο τοπίο της πόλης... Και αυτό το κάνει με τον δικό της ξέφρενο τρόπο.

* Η παράσταση Στην κουζίνα της Πλαθ ανέβηκε στο χώρο της γκαλερί του 6 d.o.g.s. από 25 έως 31 Ιανοαρίου. Θα ακολουθήσουν παραστάσεις στο χώρο του υπόγειου γκαράζ του ίδρυματος Μιχάλη Κακογιάννη. κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011


Θεωρία της Γαίας _Βλέμμα _Θάνος Κουτσιανάς

17

Ένας πλήρης, αυτάρκης και συγκροτημένος κόσμος που μου ανταποκρίνεται και του ανταποκρίνομαι και εισχωρούμε μαζί σαν ένα σώμα στον κίνδυνο και στο θαύμα. Πλοίο διαρκείας η χώρα μου. Οδυσσέας Ελύτης

Από το 1950 και μετά έχουμε μάθει πως οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες έχουν το σχήμα της πυραμίδας του Maslow όπου στη βάση βρίσκονται οι ανάγκες επιβίωσης, ψηλότερα οι κοινωνικές ανάγκες και τέλος οι ανάγκες αυτοπραγμάτωσης. Ο βραβευμένος με το Εναλλακτικό Νόμπελ Right Livelihood Award καθηγητής και οικονομολόγος Manfred MaxNeef με την εργασία του Ανάπτυξη Ανθρώπινης Κλίμακας (Human Scale Development) προτάσσει πως η ικανοποίηση θεμελιωδών ανθρώπινων αναγκών όπως Διαβίωση, Προστασία, Συμμετοχή, Δημιουργία και Ελευθερία είναι αλληλένδετες και μη γραμμικά συνδεμένες μεταξύ τους. Με τη μελέτη του γύρω από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής προτείνει την Αυτάρκη Ανάπτυξη (Self-reliant Development) ως ένα πιο συνολικό και αρμονικό σύστημα ικανοποίησης των θεμελιωδών ανθρωπίνων αναγκών. Οι απαιτήσεις όμως των παγκοσμίων κέντρων δύναμης, είτε άμεσα είτε έμμεσα, μειώνει αυτή την ικανότητα σε χώρες της περιφέρειας . Οι σχέσεις κέντρου-περιφέρειας είναι εμφανής σε πολιτικά θέματα, στις σχέσεις συναλλαγών και στους τρό-

πους επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων. Η αποδοχή αυτών των απαιτήσεων όχι μόνο τρέφει τις εξαρτήσεις αλλά τις ενισχύει. Παράδειγμα οι νέες τεχνολογίες που μπορεί ν’αποβούν ιδιαιτέρως παραπλανητικές. Το βορειοαμερικάνικο μοντέλο καλλιέργειας υποτίθεται πως είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό. Υπερβολικά μηχανοποιημένο και στηριζόμενο στο πετρέλαιο αποβαίνει ένα εξαιρετικά ασύμφορο σύστημα όταν μετριέται με όρους του ποσού της ενέργειας που δαπανάται για να παραχθεί ένα συγκεκριμένο ποσό ενέργειας. Στο Μεξικό έχει μετρηθεί για παράδειγμα πως 19000 k/cal χρησιμοποιούνται για να μπουν 2200 k/cal τροφής στο τραπέζι. Οι κοινότητες μπορούν να έχουν καλύτερη κατανόηση των τεχνολογιών και των παραγωγικών διαδικασιών μόνο όταν είναι ικανές για αυτοδιαχείριση. Ο σχεδιασμός και η χρησιμοποίηση τεχνολογιών που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε μια αληθινά οικο-ανθρωπιστική διαδικασία ανάπτυξης όπως η αυτάρκης ανάπτυξη , θα εξασφάλιζε παράλληλα τη διατήρηση πόρων για το μέλλον.

Η επιβολή δύναμης, ειδικά όταν εμπνέεται από περιοριστικές ιδεολογίες, τείνει να χάσει την επαφή με τη μάζα στο αρχέτυπο του ατόμου ή να θυσιάσει το άτομο στο αρχέτυπο της μάζας. Υπάρχουν πολλά μοντέλα που μεταθέτουν την κοινωνική ανάπτυξη ενώ παραγνωρίζουν το γεγονός ότι μειώνοντας το άτομο σε μια κατηγορία καταναλωτή ζημιώνουν τις πιθανότητες προσωπικής ανάπτυξης. Η κοινωνική και προσωπική ανάπτυξη είναι αδιαχώριστες. Επομένως, θα ήταν άδικο να περιμένουμε πως η μια θα μπορούσε να είναι συνέπεια της άλλης. Μια υγιής κοινωνία θα έπρεπε να προασπίζει την ανάπτυξη του κάθε ατόμου και του όλου ατόμου. Το ζήτημα είναι κατά πόσον εμείς έχουμε και διατηρούμε το προσωπικό και κοινωνικό κέντρο και δεν τοποθετούμαστε σε μια περιφέρεια του ανήκειν. Χωρίς συνεργασία κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, χωρίς την αντικατάσταση του Εγώ από το Εμείς. Και φυσικά η καλή εργασία προϋποθέτει αυτοπεποίθηση και ελευθερία. Ίσως γι’αυτό προτιμούμε λιγότερα πράγματα, αλλά αυθεντικά και έντιμα. Όπως χρειαζόμαστε όλοι να είμαστε ακέραιοι και

γλυκείς παρά σε διαρκή δίαιτα κι αιμορραγία. Δεν θα πληρώνουμε προνόμια σε πράγματα που έχουμε έμφυτο δικαίωμα. Οι πυραμιδικές νόρμες του παρελθόντος και του παρόντος δεν αποδίδουν και χρειαζόμαστε το δικό μας πολιτισμικό και φυσικό κέντρο μη μένοντας παραγκωνισμένοι στην περιφέρεια των εξελίξεων. Από κάθε κέντρο οι δυνατότητες είναι άπειρες όπως και οι ακτίνες ενός κύκλου. Ο Έμερσον γράφει στο βιβλίο του Aυτάρκεια (Self-reliance): « Η πίστη μάς δίνει τη δυνατότητα να συνεργαστούμε καλή τη πίστει παντού. Θέλουμε να συνεργαστούμε με την υψηλότερη και χαμηλότερη έννοια για να κερδίσουμε τα προς το ζην. Μια πολιτική νίκη, η τιμή των ενοικίων, η επιστροφή ενός απόντα φίλου ή άλλα ευνοϊκά γεγονότα μπορεί να σε κάνουν να πιστέψεις ότι καλές ημέρες προετοιμάζονται για σένα. Μην το πιστεύεις. Τίποτα δεν θα σου φέρει ειρήνη παρά μόνον ο εαυτός σου. Τίποτα δεν θα σου φέρει ειρήνη αλλά μόνον ο θρίαμβος των αρχών σου». Γιατί να είναι διαφορετικά σήμερα; Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Βλέμμα_ Ποίηση 18

Μετάφραση Γιώργος Λαμπράκος

Στιχοπλοκίες

Διαρκώς, Kenneth Koch Ο αμερικανός ποιητής, πεζογράφος και δραματουργός Kenneth Koch (1925-2002) πέρασε όλη του τη ζωή στη Νέα Υόρκη, γράφοντας ένα πολυδιάστατο έργο που διακρίνεται για το λυρισμό, τη σαφήνεια και το χιούμορ του, και διδάσκοντας λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο Κολούμπια. «Είμαι ένας συγγραφέας που του αρέσει να δέχεται επιρροές», έγραψε ο Koch, για τον οποίον ένας κριτικός έγραψε: «Είναι ο πιο αστείος σοβαρός ποιητής μας». Το ποίημα «Permanently» γράφτηκε το 1962.

Μια μέρα τα Ουσιαστικά ήταν συγκεντρωμένα στο δρόμο. Ένα Επίθετο πέρασε βαδίζοντας, σκοτεινά όμορφο. Τα Ουσιαστικά εντυπωσιάστηκαν, συγκινήθηκαν, μεταμορφώθηκαν. Την επομένη ήρθε με αμάξι ένα Ρήμα και δημιούργησε την Πρόταση.

Κάθε Πρόταση λέει κάτι – για παράδειγμα: «Αν και ήταν σκοτεινή και βροχερή η μέρα όταν το Επίθετο πέρασε βαδίζοντας, θα θυμάμαι την αγνή και γλυκιά έκφραση στο πρόσωπό του ως την ημέρα που θα χαθώ από αυτή την πράσινη, γόνιμη Γη». Ή: «Αντρέα, κλείνεις σε παρακαλώ το παράθυρο;» Ή, για παράδειγμα: «Η ροζ γλάστρα με τα λουλούδια στο περβάζι άλλαξε προσφάτως χρώμα κι έγινε ανοιχτοκίτρινη εξαιτίας της θερμότητας από το διπλανό εργοστάσιο. Σας ευχαριστώ».

Την άνοιξη οι Προτάσεις και τα Ουσιαστικά ήταν ξαπλωμένα σιωπηλά στο γρασίδι. Εδώ κι εκεί, ένας μοναχικός Σύνδεσμος φώναζε: «Και!» «Αλλά!» Αλλά το Επίθετο δεν εμφανίστηκε.

Όπως το επίθετο χάνεται στην πρόταση, Έτσι κι εγώ χάνομαι στα μάτια, τα αυτιά, τη μύτη και το λαιμό σου. Με μάγεψες με ένα μοναδικό φιλί Που ποτέ δεν θα αναιρεθεί Μέχρι την καταστροφή της γλώσσας.

κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011


Λογοτεχνία _Βλέμμα _Λευτέρης Βασιλόπουλος

Χάρτινο βασίλειο

19

VENI CREATOR SPIRITUS Γιάννης Ευσταθιάδης – Καθρέφτης (εκδόσεις ΎΨΙΛΟΝ) Το βιβλίο του Γιάννη Ευσταθιάδη Καθρέφτης (εκδόσεις ΎΨΙΛΟΝ) είναι, πρώτα απ’ όλα, ένα βιβλίο με (22) ποιήματα. Ο ιδιαίτερος τρόπος εκφοράς του λόγου του (γνωστός σε κάποιους από προηγούμενα του βιβλία), όπου οι στίχοι παίρνουν άλλοτε την μορφή μικρού διηγήματος και άλλοτε την εξομολόγηση ημερολογιακών σημειώσεων, βυθίζεται στον καθρέφτη του κόσμου για να ξαναγυρίσει αποκαθαρμένος. Ο καθρέφτης γίνεται, έτσι, ένα όργανο καταβύθισης, μέσα στο καινούριο πρόσωπο που μόλις καθρεφτίστηκε ή στα μυστικά που έχει συγκρατήσει με τον καιρό, και όχι μια λεία επιφάνεια, χωρίς βάθος και μνήμη. Επιστρέφει, σε αυτόν που θα κοιταχτεί μέσα του, ένα είδωλο σχεδόν μυθικό: τον Μύθο που

υπάρχει πριν την Ιδεολογία, πριν προχωρήσουμε προς την απέραντη μοναξιά του ατομικού – ο ποιητής τολμάει να κοιταχτεί μαζί μας (όπως στο ποίημα Η Ανάκριση). Ο Ευσταθιάδης, λυρικός και «πεζός» ταυτόχρονα, αλλάζει, ανεπαίσθητα, τον τόνο της γραφής του ανάλογα με το ποίημα, παραθέτει στίχους του Εμπειρίκου, του Ταρκόφκι, του Παπαδιαμάντη, του Βέρντι, ενώ, σε κάποιες περιπτώσεις, χρησιμοποιεί μουσικούς όρους ή και στίχους από τραγούδια tango, εντάσσοντας τους μες στο δικό του τραγούδι (Mi Noche Triste), που αξιώνει να φωτίσει τις αθέατες πλευρές όσων καθρεφτίζονται στο κοίλο σκοτάδι. Οι χαρακτήρες που διαλέγει, αρχετυπικοί σύμφωνα με τα πρότυπα του Καβάφη, κοι-

_Έλενα Μαρούτσου

Εν-τυπώσεις

τάζονται με τη σειρά τους, χωρίς να καταλαβαίνουν πόσο πολύ μας πλησιάζουν, με αυτή την ίδια αγωνία που τείνει να τους/μας εκμηδενίσει – ωστόσο, κάτι θα παραμείνει: το πολλαπλό τους είδωλο, η γκρίζα σκόνη που καλύπτει τον καθρέφτη. «…Κίνηση πάνω στην κίνηση –όλο και πιο αργά, όσο προχωρούσε– / φυλλομέτρησε τον καθρέφτη ώς την τελευταία σελίδα. // Και ήταν εκεί, στην τελευταία σελίδα, το παρόν πρόσωπό της, / απορημένο, με μιαν αδιόρατη κακοθυμία στο βλέμμα. // Έκανε μια στροφή και βγήκε απ’ το δωμάτιο σβήνοντας το φως. // Σκοτείνιασε. // Μόνο ο καθρέφτης έριχνε στο χώρο μια ειρωνική μαρμαρυγή». Τελικά – ήταν ο καθρέφτης που μας άφηνε να κάνουμε βόλτες μέσα στον τοίχο…

Με την πένα στην πληγή Boualem Sansal – Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΜΟΥΤΖΑΧΕΝΤΙΝ (εκδόσεις Πόλις) Πρόπερσι, στην Ανάκριση του Ηλία Μαγκλίνη (εκδ. Κέδρος), είχαμε παρακολουθήσει μια κόρη να επιδίδεται στην επώδυνη ψηλάφηση των πληγών ενός πατέρα που είχε βασανιστεί στη δικτατορία. Σ’ εκείνη τη νουβέλα, εκτός από την όψιμη «ανάκριση» του παθόντος, η κόρη μέσω καλλιτεχνικών δρώμενων υπέβαλλε το ίδιο της το σώμα σε μικρά ή μεγαλύτερα μαρτύρια, προσπαθώντας, ίσως, μέσα απ’ τον πόνο να γνωρίσει τον πατέρα της και να ορίσει τον εαυτό της σε σχέση με αυτόν. Στο μυθιστόρημα του Boualem Sansal που κυκλοφόρησε φέτος απ’ τις εκδόσεις Πόλις, βλέπουμε μια ανάλογη προσπάθεια ενός γιου να γνωρίσει την ιστορία του πατέρα του, αυτή τη φορά όμως με τον πατέρα στη θέση του «βασανιστή». Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια σύγχρονη

τραγωδία χτισμένη γύρω από ένα αρχαίο ερώτημα: «Οι αμαρτίες των γονέων βαραίνουν τα τέκνα;» Τα τέκνα σε αυτή την περίπτωση είναι δύο, ο Ρασέλ κι ο Μάλριχ, και παρακολουθούμε εναλλάξ μέσα απ’ τα ημερολόγιά τους τον ξεχωριστό τρόπο με τον οποίο ο καθένας κουβαλάει το βάρος του. Ο πατέρας τους, Γερμανός παντρεμένος με μια Αλγερινή, σκοτώνεται με την έναρξη κιόλας της αφήγησης αφήνοντας ως κληρονομιά ένα φοβερό μυστικό: στη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του ως χημικός στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το μυστικό ανακαλύπτει ο μεγάλος αδελφός, ο Ρασέλ, ο οποίος εγκαταλείποντας οικογένεια και δουλειά ξεκινάει ένα ταξίδι στους τόπους όπου έδρασε ο πατέρας του, αναζητώντας όχι μόνο να μάθει αλλά να βάλει το χέρι στην πληγή, σκαλίζοντάς την τόσο

που στο τέλος μολύνεται και πυορροεί. Κι όπως ένα πόδι που έχει πάθει γάγγραινα πρέπει να κοπεί για να επιβιώσει ο οργανισμός, έτσι κι εδώ ο Ρασέλ κόβει ο ίδιος το νήμα της ζωής του, για να «σώσει» όχι μόνο τον πατέρα, στη θέση του οποίου θυσιάζεται, αλλά και το ίδιο το «νόημα» της ζωής. Ο μικρός αδελφός, με τη σειρά του, επιχειρεί μια άλλη χειρονομία απέναντι στην κληρονομημένη «αμαρτία»: την αποκάλυψη της αλήθειας. Μέσω της δημοσίευσης των δύο ημερολογίων ελπίζει να θεραπεύσει όχι μόνο το κακό που έχει συντελεστεί αλλά κι αυτό που συνεχίζει να συντελείται υπό άλλο μανδύα: την χειραγώγηση και κατατρομοκράτηση των φτωχών κι αγράμματων στρωμάτων από τους φανατικούς ισλαμιστές που έχουν μετατρέψει το παρισινό προάστιο όπου ζει, σε σύγχρονο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα_Gentrification Οι πόλεις έχουν συχνά κάτι το μεταφυσικό, μια υπόσταση που ξεπερνάει, όχι μόνο εμάς που ζούμε σε αυτές, αλλά και τα κτήρια, τους δρόμους, τα αυτοκίνητα, τις πλατείες, τα μνημεία, τα μαγαζιά, τα σκουπίδια και ό,τι άλλο υπάρχει στο πολυδαίδαλο αυτό σύστημα. Είναι σαν γίγαντες που μπορούν όλα να τα λιώσουν στο πέρασμά τους ή όλα να τα ενσωματώσουν. Σου υπενθυμίζουν διαρκώς ότι θα είναι εδώ και μετά από σένα όπως υπήρχαν και πριν. Είναι το ζωντανό αποτύπωμα όλων των δυνάμεων που παλεύουν διαρκώς πάνω τους, συγκρούσεις και συμμαχίες, αντιθέσεις και συνθέσεις, ζωές πάνω σε ζωές, γενιές πάνω σε γενιές, και αν το καλοσκεφτείς μια πόλη είναι στην πραγματικότητα πόλεις πάνω σε πόλεις. Στο αφιέρωμα του Κοντέινερ φιλοξενούνται απόψεις και προσεγγίσεις, για το κέντρο της σύγχρονης πόλης, τις αναπλάσεις, τις εσωτερικές «μετακινήσεις πληθυσμών», το σχεδιασμό για το μέλλον του κέντρου της Αθήνας και τα προβλήματα που συσσωρεύονται. Τελικά, ποιοι ζούνε πού και γιατί; Ποιος αποφασίζει,τι και για ποιον; Υπάρχει ή όχι γκέτο στο κέντρο της Αθήνας; Σε αυτή τη μεταιχμιακή εποχή, όλα μοιάζουν να είναι οριακά και να «παίζονται» ενώ γειτονιές και περιοχές ολόκληρες περνούν από την υποβάθμιση στην αναβάθμιση και πάλι τούμπα. Εδώ και αρκετό καιρό, και εφτά ολόκληρα χρόνια από την ιλουστρασιόν απατηλή και «καθαρή» Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων ακούμε, βλέπουμε, παρακολουθούμε τις συζητήσεις γύρω από το «ιστορικό κέντρο» της Αθήνας, συζητήσεις που όσο τις προχωράς, τόσο φτάνεις πάνω στα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Την ίδια στιγμή, στο καθημερινό βίωμα, αντιμετωπίζουμε νέες καταστάσεις που δεν σημαίνουν για όλους το ίδιο: κάποιοι βλέπουν τα όρια της ανθρωπιάς τους να δοκιμάζονται, άλλοι νιώθουν αμήχανα, άλλοι έχουν βαλθεί να καθαρίζουν δρόμους και πλατείες, άλλοι στήνουν επιχειρήσεις «σκούπα» καθαρίζοντας ανθρώπους, άλλοι εξοργίζονται, άλλοι φοβούνται και κάποιοι άλλοι, είναι απλά ανακουφισμένοι όταν μπορούν ακόμα να βρίσκουν μέσα στο χάος ένα υπόστεγο να κοιμηθούν ή μια τρύπα για να κρυφτούν. Το «gentrification» αλά ελληνικά βρίσκεται σε εξέλιξη και ακολουθεί με τα δικά του τοπικά χαρακτηριστικά, τις αντίστοιχες εξελίξεις σε πολλά αστικά κέντρα σε όλο τον κόσμο. Τα κείμενα που ακολουθούν εκφράζουν πολλές και διαφορετικές απόψεις, κάποιες μάλιστα βρίσκονται σε ευθεία σύγκρουση. Ε.Μ. Η εικονογράφηση του αφιερώματος βασίστηκε στη δουλειά της Reinike Otten που είναι καλλιτέχνις και κοινωνιολόγος από την Ολλανδία. Οι εικόνες είναι μέρος του καλλιτεχνικού πρότζεκτ Urban Typology που είναι ταυτόχρονα και επιστημονική κοινωνιολογική εργασία. www.urbandailylife.com/

Playing in the office with dj Lo-Fi (Killer 45) 1. Paul Bocuse: Perles de crystal (Erato) 2. Johnson Smith Co: Horror record (JSC) 3. Mel Blanc: Tweety pie (Capitol) 4. Golden Voices Canaris: La Colondrina (Decca) 5. Show and Tell Recordings: Alladin’s lamp (General Electric) 6. Don Imus: 1200 hamburgers to go (RCA) 7. Sears: Exciting sounds (Sears) 8. Jeb and Cousin Easy: Emag flog eht (Part) 9. Hugh Downs: First man on the Moon July 1969 (MGM) 10. Overhead Music: Whale song (OHM) 11. Arthur Godfrey: What is a boy (Columbia) 12. Jerry Samuels: This is planet earth (Silver Blue) 13. Dickie Goodman: Suspense (Red Bird) 14. Irving Fields: Windward Passage (Mr. Woodie) 15. Paddy Roberts: Strictly for grown-ups (Decca) 16. The Blenders: New sensations in sound (RCA) 17. Eddie Osborn: Panoramic tone (Baldwin) 18. Bob Newhart: The driving instructor (Warner) 19. Sew Gena: Birthday (Rangila) 20. Jackie Gleason: Apology at bedtime (Capitol)


Αφιέρωμα _ Gentrification

22

_Γεωργία Αλεξανδρή, Πολύβιος Μουκούλης

Gentrification ή εξευγενισμός, μερικές σκέψεις γύρω από την έννοια και την ιστορία της Πρόσφατα ο αγγλικός όρος gentrification αναφέρεται σε όλο και περισσότερα δημοσιεύματα και έρευνες που καταπιάνονται με το κέντρο της πόλης. Τι σημαίνει όμως ο όρος αυτός;

Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τη βρετανή κοινωνιολόγο Ruth Glass to 1964 στην προσπάθειά της να περιγράψει τη διαδικασία κατά την οποία μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων (gentry) εγκαθίσταντο σε υποβαθμισμένες εργατικές περιοχές του κεντρικού Λονδίνου, αναβαθμίζοντας το κτηριακό απόθεμα και εκδιώκοντας-εκτοπίζοντας παράλληλα τους παλαιούς κατοίκους. Η διαδικασία αυτή παρατηρήθηκε σε πολλές, αν όχι στις περισσότερες, μεγάλες πόλεις του ανεπτυγμένου (και όχι μόνο) καπιταλιστικού κόσμου, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον προς τις αιτίες που δημιουργούν τέτοιου είδους φαινόμενα και θέτοντας συχνά σε δεύτερο πλάνο τις επιπτώσεις των διαδικασιών αυτών. Οι κυρίαρχες ερμηνείες που κατά καιρούς έχουν δοθεί μπορούν να κωδικοποιηθούν σε τρεις πολύ βασικές αλλά και αλληλοτροφοδοτούμενες συνιστώσες. Η πρώτη από αυτές είναι η μαρξιστικής προέλευσης οικονομική/δομική θεώρηση όπου τα φαινόμενα gentrification προσεγγίζονται κυρίως μέσα από μια διαδικασία σπέκουλας πάνω στη γη μέσω της οποίας το κτηματομεσιτικό και το κατασκευαστικό κεφάλαιο προωθούν την απαξίωση περιοχών με πραγματικούς ή/και συμβολικούς όρους ώστε αγοράζοντας φτηνά στη συνέχεια να αυξήσουν τις τιμές γης, αποσπώντας όσο το δυνατόν μεγαλύτερη υπεραξία (με τη μορφή της αυξημένης γαιοπροσόδου) από τη γη και το κτισμένο περιβάλκοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

λον. Η δεύτερη συνιστώσα, αυτή των ατομικών προτιμήσεων/νέων προτύπων κατανάλωσης που προτάθηκε από προοδευτικούς ανθρωπολόγους, θεωρεί ότι το φαινόμενο του gentrification αποτελεί μια διαδικασία που συμβαίνει στις μεταβιομηχανικές πόλεις και είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη μεταβολή της οικονομικής βάσης από τη βιομηχανία στον τομέα των υπηρεσιών, το συνεπακό(SFFO λουθο νέο κοινωνικό και χωρικό καταμερισμό της εργασίας και την εμφάνιση ορισμένων νέων μεσαίων στρωμάτων τα οποία είναι θετικά διακείμενα προς τις πόλεις και το αστικό περιβάλλον και αρνητικά προς την ομοιογένεια των προαστίων. Όμως, καθώς όλες οι καταναλωτικές προτιμήσεις του κόσμου παραμένουν «ασήμαντες» χωρίς την απαραίτητη χρηματοδότηση από το κεφάλαιο, 1SPTUJUVUJPO αλλά και οι επενδύσεις σε μεγάλα projects είναι καταδικασμένες σε αποτυχία αν δεν υπάρχουν οι απαραίτητοι αγοραστές (κάτοικοι και εν γένει καταναλωτές σ’ αυτήν την περίπτωση), απαιτείται και η συμβολή μιας τρίτης και καθοριστικής συνιστώσας. Η συνιστώσα αυτή είναι η (έμμεση ή/και άμεση) κρατική παρέμβαση. Ο ρόλος της κρατικής παρέμβασης στις διαδικασίες αυτές εκτείνεται από απλές ρυθμιστικές-σχεδιαστικές παρεμβάσεις μέχρι και την εκπόνηση σχεδίων αναπλάσεων ολόκληρων περιοχών, την κατασκευή έργων ναυαρχίδων (flagship projects) με απώτερο σκοπό την αλλαγή του χαρακτήρα μιας ολόκλη-

Η δυναμική που η κάθε γειτονιά αναπτύσσει προσδιορίζει και την ίδια την τροχιά του φαινομένου που σχεδόν όμως πάντα καταλήγει στον εκτοπισμό ασθενέστερων ή/και ανεπιθύμητων κοινωνικών ομάδων. ρης περιοχής ως και την ωμή καταστολή ολόκληρων κοινωνικών ομάδων που «χαλάνε» την επιμελώς καλλιεργούμενη εικόνα της περιοχής (επιχειρήσεις σκούπα σε μετανάστες, εκκενώσεις καταλήψεων κ.λπ.). Βέβαια, το ποια ακριβώς θα είναι η διαδοχή των τριών συνιστωσών επηρεάζεται από τις ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες που διαμορφώνουν όχι μόνο την πόλη αλλά και τις επιμέρους περιοχές της. Η δυναμική που η κάθε γειτονιά αναπτύσσει προσδιορίζει και την ίδια την τροχιά του φαινομένου που σχεδόν όμως πάντα καταλήγει στον εκτοπισμό ασθενέστερων ή/και ανεπιθύμητων κοινωνικών ομάδων αλλά και παραδοσιακών δραστηριοτήτων της περιοχής προς όφελος κάποιων νέων και περισσότερο προσοδοφόρων.


Gentrification _ Αφιέρωμα _Γεωργία Αλεξανδρή, Πολύβιος Μουκούλης

23

Από την Πλάκα στο Μεταξουργείο: 30 χρόνια «πολιτισμού» και «εξευγενισμού»

Στην Αθήνα το παράδειγμα που μπορεί να χαρακτηριστεί ως καθαρή περίπτωση gentrification είναι αυτό της Πλάκας. Στη δεκαετία του 1970 η Πλάκα ήταν μια συνοικία «παρηκμασμένη» στην οποία κατοικούσαν εργατικά στρώματα και νοικοκυριά χαμηλών εισοδημάτων ενώ οι χρήσεις που συνέθεταν τον αστικό ιστό της γειτονιάς είχαν να κάνουν με βιοτεχνίες και με στέκια ροκάδων και ροκαμπιλάδων ενώ ταυτόχρονα στους δρόμους της γινόταν διακίνηση και χρήση ναρκωτικών. Συνεπακόλουθα, οι τιμές γης ήταν πάρα πολύ χαμηλές, η παραβατικότητα υψηλή και μόνο τα φτωχά νοικοκυριά, που δεν είχαν την πολυτέλεια της μετακόμισης σε κάποια πολυκατοικία, έμεναν εκεί. Ωστόσο η Πλάκα διατηρούσε ακόμα κτήρια με αρχιτεκτονική αξία και βρισκόταν σε εγγύτητα με τον Ιερό Βράχο και το κέντρο της Πόλης. Στη δεκαετία του 1980 το κράτος θέσπισε πολεοδομικούς νόμους που ουσιαστικά συνέβαλαν στην πλήρη μεταβολή της εικόνας της περιοχής: η διακήρυξη κτηρίων ως διατηρητέων, η απαγόρευση έλευσης οχημάτων και οι πεζοδρομήσεις άρχισαν να ανεβάζουν τις τιμές γης. Οι μέχρι πρότινος κάτοικοι της Πλάκας αναγκάστηκαν να φύγουν λόγω της συνεχόμενης ανόδου του κόστους ζωής (κοινώς εκτοπίστηκαν) ενώ στη θέση τους σήμερα βρίσκονται διάφοροι επιχειρηματίες και νοικοκυριά υψηλότερων εισοδημάτων. Οι χρήσεις γης που διαδέχτηκαν τις προηγούμενες έχουν να κάνουν κυρίως με το εμπόριο, τον τουρισμό και τη νυχτερινή διασκέδαση. Βλέπουμε λοιπόν πως και στην περίπτωση του δομημένου χώρου μέσα από τις διαδικασίες gentrification ουσιαστικά συντελείται η πλήρης εμπορευματοποίηση της γειτονιάς, η αλλαγή στη σύνθεση του πληθυσμού με βίαιους όρους και η μεταβολή των χρήσεων γης.

Για να έρθουμε όμως στα πιο πρόσφατα: Από το 2000 κεντρικές και υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας έχουν μπει σε τροχιά «αναγέννησης». Τα πολυθρύλητα, κοινωνικά κατασκευασμένα, νέα Sohos του αθηναϊκού downtown δημιουργούνται, αναπτύσσονται και παρακμάζουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Τα παραπάνω συνοδεύονται και από μία σειρά άλλες έννοιες και πρότυπα, σχετικά άγνωστα στο ευρύ κοινό τις προηγούμενες δεκαετίες (π.χ., λοφτ) διαδικασίες δηλαδή που έχουν την «αίσθηση» gentrification. Οι καλλιτεχνικές χρήσεις που εγκαθίστανται σε μια γειτονιά μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο &NQUZTQBDF gentrifier θέτοντας σε κίνηση την αγορά real estate. Για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι κρατικές στρατηγικές πολιτισμικής και καλλιτεχνικής ανάπτυξης ή «ανάπλασης» με την αγορά ακινήτων στη γειτονιά του Γκαζιού γίνεται εμφανής μέσω της μετατροπής του εργοστασίου Αεριόφωτος σε Τεχνόπολη και τη διάνοιξη του σταθμού μετρό «Κεραμεικός». Οι δυο αυ#VJMEJOHT τές κρατικές σημειακές παρεμβάσεις ήταν καταλυτικές στην αλλαγή του χαρακτήρα της γειτονιάς η οποία από περιοχή κατοικίας μετατράπηκε σε περιοχή διασκέδασης. Οι Ρομ και οι τσιγγάνοι που έμεναν στο Γκάζι από τη δεκαετία του ’70 εκδιώχθηκαν άγρια και τη θέση τους πήραν τα διάφορα μπαρ και νυχτερινά κέντρα. Η όχληση που παράγεται από τη βιομηχανία της διασκέδασης απειλεί και τους εναπομείναντες κατοίκους. Ταυτόχρονα η αγορά real estate έχει κινητοποιηθεί επενδύοντας σε ακίνητα τύπου λοφτ και διαφημίζοντας την περιοχή ως «loft-living» της Αθήνας. Αυτό που μένει να διερωτηθούμε είναι κατά πόσο είναι

Οι Ρομ που έμεναν στο Γκάζι από τη δεκαετία του ’70 εκδιώχθηκαν άγρια και τη θέση τους πήραν τα νυχτερινά κέντρα. Η όχληση που παράγεται από τη βιομηχανία της διασκέδασης απειλεί και τους εναπομείναντες κατοίκους. πολιτισμικές οι χρήσεις αυτές, σε ποιους ακριβώς απευθύνονται και τι ρόλο διαδραματίζουν στην κίνηση του κεφαλαίου στον δομημένο χώρο. Πρόσφατα διοργανώθηκαν σε υποβαθμισμένες περιοχές του κέντρου της Αθήνας υπό την αιγίδα επενδυτικών ομίλων οι οποίοι χρησιμοποιώντας την Τέχνη και τον πολιτισμό (και μάλιστα σε μερικές από τις ριζοσπαστικότερες εκφάνσεις τους) ως απλά διαφημιστικά τρικ προώθησης τών, από καιρό και προσεκτικά σχεδιασμένων, επενδύσεών τους σε συγκεκριμένες περιοχές. Εδώ γίνεται εμφανές το πόσο εύκολα, ριζοσπαστικά κοινωνικά και καλλιτεχνικά ρεύματα (στην προκειμένη περίπτωση οι καταστασιακοί και οι ψυχογεωγραφικοί τους χάρτες) στρογγυλεύονται έτσι ώστε να απομακρυνθεί η οποιαδήποτε μορφή αμφισβήτησης εμπεριέχουν, και στη συνέχεια είτε προωθούνται προς επανακατανάλωση σε ένα ευρύτερο κοινό ή απλά χρησιμοποιούνται από το κεφάλαιο ως ένα επιπλέον μέσο για την επίτευξη των στρατηγικών του. Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Gentrification _Δημήτρης Παρσάνογλου

24

Η Αθήνα σε πόλεμο:

Οι εξευγενιστές, οι εξευγενιστέοι και οι ανεπίδεκτοι εξευγενισμού

Η συζήτηση γύρω από την Αθήνα και δη γύρω από το κέντρο της Αθήνας, (επαν)έρχεται στο προσκήνιο σχεδόν με όρους έκτακτης ανάγκης, αν όχι με όρους πολέμου. Εκτός από κείμενα, πανό, πλακάτ, συρματοπλέγματα, σιδηρολοστούς, ενίοτε και γιαταγάνια, στις ποικιλόμορφες μάχες της Αθήνας επιστρατεύονται και όροι-έννοιες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περιγράφουν καταστάσεις, προτείνουν ή ξορκίζουν λύσεις. Τέτοιοι όροι είναι π.χ., η «υποβάθμιση», η «γκετοποίηση», η «πολυχρωμία», ο «συγχρωτισμός», η «ανάπλαση», ο «εξευγενισμός» κ.ο.κ. Τα ερωτήματα που μας ενδιαφέρουν εδώ είναι βασικά δύο: • Ποιες δυνάμεις/δυναμικές συγκρούονται, άμεσα ή έμμεσα, στο πλαίσιο αυτού του «πολέμου»; • Ποιο/α είναι το/τα βασικό/ά διακύβευμα/τα αυτής της σύγκρουσης; Σε ό, τι αφορά το πρώτο ερώτημα, εν συντομία και χονδροειδώς μπορεί κανείς να διακρίνει τουλάχιστον τρεις δυνάμεις/δυναμικές που συγκρούκοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

ονται και αλληλοδιαπλέκονται γύρω από το «διακύβευμα πόλη», που στην προκειμένη περίπτωση συγκεκριμενοποιείται στο κέντρο μιας (μητρό)πολης. Και μιλάμε για διακύβευμα, όχι για να επαληθεύσουμε την ομολογουμένως δραματική αποστροφή του Henri Lefebvre, ότι «η παραγωγή του χώρου δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, αλλά ζήτημα ζωής και θανάτου», ούτε την επιγραφή διά χειρός Zygmunt Bauman: «City Space: divided it stands». Η πόλη και μάλιστα το κέντρο της καταλαμβάνει μια από τις πρώτες θέσεις του θορυβώδους ενδιαφέροντος των ΜΜΕ, των δημοτικών 4USFFUT αρχών και παρατάξεων, των πολιτικών φορέων, των κοινωνικών κινημάτων κοκ. Δεν χρειάζεται εδώ να αναφερθούμε εκτενώς στο προφανές: η ομπρέλα κάτω από την οποία παρατάσσονται όλοι οι στρατοί του πολέμου έχει έντονα τα χρώματα του «εξευγενισμού» και της «ανάπλασης». Στο πλαίσιο αυτό οι δυνάμεις/δυναμικές που συγκρούονται θα μπορούσαν να συνοψισθούν σχηματικά στις παρακάτω: • στις δυνάμεις της «ανάπτυξης» (real estate και κράτος σε όλες του τις βαθμίδες)

• στις δυνάμεις της «υπανάπτυξης» (διάφοροι φτωχοδιάβολοι, από μετανάστες μέχρι τζάνκια και πόρνες) και • στους λοιπούς ιθαγενείς, με ή χωρίς ιθαγένεια, που κυρίως συγκροτούν τις (ιδεολογικές) στρατιές του πολέμου της Αθήνας: εντελώς σχηματικά, τους οπαδούς της «βρομιάς» (όπου χωράει γενικά ο χώρος – αριστερός, αναρχικός, αντιρατσιστικός, κοσμοπολίτικος, πεφωτισμένος, εναλλακτικός, bourgeois, bohème, bourgeois-bohème κοκ.) και τους οπαδούς της «καθαριότητας» (όπου χωράνε από νεοναζίδες μέχρι λαϊκοφασίστες, απλούς λαϊκοδεξιούς, τους μπάτσους, ορθόλοξους ταλιμπάν, φωνασκούσες ξανθιές του Άγ. Παντελεήμονα κ.ο.κ.) Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στον επιχειρησιακό βραχίονα και των δύο στρατοπέδων. Αυτό που έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και τη μεγαλύτερη σημασία ίσως είναι η ρευστότητα και η δυσκολία προβλεψιμότητας ως προς την έκβαση αυτού του πολέμου. Και ερχόμαστε έτσι στο δεύτερο ερώτημα που θέσαμε εξαρχής. Οι πολλαπλές και κατά τόπους μάχες της Αθήνας συμβαίνουν κατά βάση σε


Gentrification _ Αφιέρωμα

25

4USFFUT

4USFFUT

Οι κατά τόπους μάχες της Αθήνας συμβαίνουν σε αμφισβητούμενους χώρους. Είτε πρόκειται για τόπους «ανοιχτού», διαπραγματεύσιμου ιδιοκτησιακού καθεστώτος είτε πρόκειται για τόπους «ανοιχτής», διαπραγματεύσιμης χρήσης. αμφισβητούμενους χώρους. Είτε πρόκειται για τόπους «ανοιχτού» (με την έννοια του διαπραγματεύσιμου) ιδιοκτησιακού καθεστώτος είτε πρόκειται για τόπους/χώρους «ανοιχτής» (πάλι με την έννοια της διαπραγματεύσιμης) χρήσης. Είτε πρόκειται δηλαδή για περιοχές όπου το ιδιοκτησιακό καθεστώς μεταβάλλεται, π.χ., παλιότερα Ψυρρή, μετά Γκάζι, σήμερα Κεραμεικός, αύριο Πλατεία Θεάτρου, μεθαύριο Κυψέλη, και –γιατί όχι;– στο μέλλον Άγ. Παντελεήμονας;), είτε πρόκειται για χώρους μετέωρους ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, π.χ. Δη-

μοτική Αγορά της Κυψέλης, Πάρκο Ναυαρίνου & Ζωοδόχου Πηγής, εργοστάσιο της Columbia, καταλήψεις Πάτμου & Καραβία, Σκαραμαγκά. Ακριβώς στο χρονικό σημείο αυτής της αμφισβήτησης αναπτύσσονται τα οπλοστάσια όλων των δυνάμεων που συμμετέχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εκούσια ή ακούσια, συνειδητά ή ασυνείδητα, αντικειμενικά ή υποκειμενικά, είτε φέρουν εξάρτυση είτε όχι. Να το πούμε πιο απλά: ο πόλεμος (ή ορισμένες μάχες του) δεν διεξάγεται πλέον στην πράξη μόνο γύρω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς του αστικού χώρου (δημόσιο ή ιδιωτικό), αλλά γύρω από τη δυνατότητα ή όχι συγκρότησης κοινών χώρων και από ποιους. Ακόμα πιο απλά: ανεξάρτητα αν το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής συντάσσει σχέδια και νόμους για την αναβάθμιση και την «επιστροφή των ελλήνων κατοίκων στο κέντρο» μέσα από τη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ανεξάρτητα αν η βιομηχανία του real estate προσπαθεί και ανοίγει νέες ευκαιρίες-περιοχές επένδυσης και επέκτασης, ανεξάρτητα αν η Νομαρχία και ο Δήμος στέλνουν συνεχώς συνεργεία καθαρισμού του κέντρου από τις κοινωνικές παθογένειες που συμπυκνώνονται στο ρέπον προς παραβατικότητα τρίπτυχο «μετα-

νάστες – ναρκομανείς – πόρνες», η Αθήνα δεν «καθαρίζει» απαραίτητα ή δεν «καθαρίζει» μόνιμα. Λίγους μήνες μετά τη λαμπρή τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004, και τα αδέσποτα σκυλιά και οι αδέσποτοι άνθρωποι επέστρεψαν στο κέντρο της. Το εφήμερο, δηλαδή ισχύει για όλες τις πλευρές. Οποιαδήποτε νίκη, μικρή ή μεγάλη, οποιουδήποτε στρατοπέδου, δεν μπορεί παρά να είναι εφήμερη και επισφαλής. Όπως και ο πόλεμος της Αθήνας/για την Αθήνα και οι ποικίλες «απελευθερώσεις» που συντελούνται στη μικρο-κλίμακά της δεν μπορεί παρά να είναι εφήμερες ή ευεπίφορες σε μια πλειάδα απρόβλεπτων πιθανοτήτων-δυνατοτήτων. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται το συγκριτικό πλεονέκτημα εκείνων που διαθέτουν ασυγκρίτως μικρότερη δύναμη: στο ότι η αβεβαιότητα δεν αποτελεί γι’ αυτούς μεγαλόψυχη παραχώρηση μπροστά στην πιθανότητα να μην γίνουν τα πράγματα όπως προβλέπεται, αλλά αποτελεί αναγκαστική συνθήκη ζωής. Πολύ απλά, τα πράγματα γι’ αυτούς δεν προβλέπονται (δεν είναι προβλέψιμα) ή για να επικαλεστούμε πάλι τον H. Lefebvre, «ο χώρος [τους] παράγεται πριν διαβαστεί και δεν παράγεται για να διαβαστεί και να γνωριστεί (να γίνει κτήμα γνώσης) αλλά για να βιωθεί από ανθρώπους που έχουν σώμα και ζωή». Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Gentrification

26

_Ελεάννα Ακρίτα

Θεσσαλονίκη: Στα Λαδάδικα πουλάν αυτό που θες; Σε ένα αφιέρωμα που επικεντρώνεται στο κέντρο της Αθήνας, κάνουμε και μια «βόλτα» από τη Θεσσαλονίκη, εξετάζοντας δύο πρόσφατα παραδείγματα ανάπλασης, δυο πολύ γνωστών περιοχών. Λαδάδικα και Βαλαωρίτου στο μικροσκόπιο. Όποιος έχει επισκεφτεί τη Θεσσαλονίκη στα τέλη του ’90 το πιθανότερο είναι να έχει γνωρίσει την περιοχή των Λαδάδικων ως επίκεντρο της βραδινής διασκέδασης. Το παλιότερο σωζόμενο κομμάτι του κέντρου, με τα στενομέτωπα διώροφα πέτρινα κτήρια στη σειρά, τις στέγες από κεραμίδια, τους ακανόνιστους δρόμους και τις μικρές πλατείες, είναι ένα ξεχωριστό περιβάλλον ανάμεσα στις πολυώροφες οικοδομές γραφείων του δυτικού κέντρου της πόλης.

τα Λαδάδικα μετατράπηκαν σε έναν εφήμερο τόπο διασκέδασης. Η ιστορική φυσιογνωμία, η «παραδοσιακότητα», λειτούργησε ως συντελεστής πολλαπλασιασμού της υπεραξίας των ακινήτων και καταναλώθηκε ως γραφική ομορφιά. Παραχωρήθηκε, δηλαδή, το παλαιότερο πολεοδομικό τμήμα της πόλης σε μια συγκεκριμένη επιχειρηματική ομάδα, που παρήγαγε εκ νέου κενά κελύφη, έτοιμα να μπουν σε έναν νέο κύκλο υποβάθμισης και «επαναξιοποίησης».

Λίγα χρόνια πριν, τα Λαδάδικα ήταν μια φτωχική συνοικία με καταστήματα λιανικού και χονδρικού εμπορίου, αναμεμειγμένα με μαγειρεία και καφενεία, αντιπροσωπείες, εργαστήρια, λίγα ξενοδοχεία, οίκους ανοχής και δικηγορικά γραφεία, που στεγάζονται στους ορόφους των γύρω οικοδομών. «Τα Λαδάδικα ήταν ένα σουρωτήρι», έλεγε ένας πρώην καταστηματάρχης, καθώς εδώ συγχρωτίζονταν ειρηνοδίκες και μεταφορείς, χονδρέμποροι και επιχειρηματίες, τσιγγάνοι και ιερόδουλες. Οι εξελίξεις στον εμπορικό τομέα ειδών διατροφής είχαν οδηγήσει την αγορά σε παρακμή ήδη από τη δεκαετία του ’80. Οι μαγαζάτορες ήταν κυρίως ενοικιαστές που δεν μπορούσαν να συντηρήσουν τα κτήρια, ενώ πολλοί βιοτεχνικοί χώροι στους ορόφους των παραδοσιακών κτηρίων εγκαταλείπονταν και παρέμεναν κενοί. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η Διεύθυνση Περιβάλλοντος – Χωροταξίας Κεντρικής Μακεδονίας περενέβη για τη διατήρηση των κτηρίων που κινδύνευαν τόσο από τη φυσική φθορά όσο και από κατεδάφιση. Η υπηρεσία επέλεξε να προσελκύσει αποκλειστικά επιχειρήσεις αναψυχής που θα χρηματοδοτούσαν εξ ολοκλήρου την αποκατάστασή τους.

Στην πραγματικότητα, μια διαφορετική πορεία για τα Λαδάδικα θα ήταν δυνατή. Το δημόσιο έχει τρόπους να ρυθμίσει τις χρήσεις και την πυκνότητά τους και να ελέγξει το σχεδιασμό και την ποιότητα των αποκαταστάσεων. Για παράδειγμα, ειδικά διατάγματα χρήσεων γης, αποστάσεις μεταξύ συγκεκριμένων χρήσεων, σχεδιασμός αποκαταστάσεων, κίνητρα εγκατάστασης συγκεκριμένων χρήσεων, επιδοτήσεις αποκαταστάσεων κ.λπ. Τα Λαδάδικα τελικά θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει ένας τόπος παραγωγής και εργασίας που θα εξελίσσονταν ενδεχομένως ως προς τον οικονομικό τους χαρακτήρα, σε συνάρτηση με τις αλλαγές στο υπόλοιπο ιστορικό κέντρο της πόλης.

Καθώς προχωρούσαν οι πρώτες μετατροπές, οι τιμές της γης ολοένα και αύξαναν, αναγκάζοντας τα εμπορικά καταστήματα και τις υπόλοιπες χρήσεις να εγκαταλείψουν την περιοχή. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των καταστημάτων οδήγησε στην επιτήδευση κι έτσι τα κτήρια παραποιήθηκαν από τους ενοικιαστές τους για να ξεχωρίσουν από το σύνολο, οι δρόμοι γεμίσαν από τραπεζοκαθίσματα και αλληλοκαλυπτόμενες μουσικές. Τα Λαδάδικα έγιναν μόδα και για όσους τα αγνοούσαν ως τότε, μόδα που ήταν καταδικασμένη όμως να ξεφουσκώσει. Σήμερα, και εδώ και μερικά χρόνια, αρκετές επιχειρήσεις κλείνουν, πολλοί χώροι παραμένουν κενοί και η πελατεία φθίνει, εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις. Με ευθύνη και έξοδα του δημοσίου, που κατασκεύασε τους κοινόχρηστους χώρους της περιοχής, κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

«Βαλαωρίτου» Παρά την αρνητική εμπειρία από τα Λαδάδικα ένα παρόμοιο σενάριο μοιάζει να επαναλαμβάνεται στη «Βαλαωρίτου». Είναι η περιοχή ακριβώς πάνω από τη Λαδάδικα, που έγινε γνωστή με αυτό το όνομα από στόμα σε στόμα, από τα μαγαζιά στην ομώνυμη οδό. Την τελευταία διετία έχουν ανοίξει περίπου τριάντα νέα μπαρ και εστιατόρια πάνω στη Βαλαωρίτου και στους κάθετους δρόμους, όπου το βράδυ δημιουργείται η γνωστή λυπηρή κατάσταση με τα τραπεζοκαθίσματα στη σειρά (για τα οποία ελάχιστοι πληρώνουν τέλη) και το ηχητικό συνονθύλευμα. Σε αυτό το κομμάτι του κέντρου, που είναι μια μείξη από διώροφα διατηρητέα και πολυώροφα νεότερα κτήρια, λειτουργούσαν για χρόνια βιοτεχνίες στους ορόφους των κτιρίων και καταστήματα λιανικής και χονδρικής πώλησης υφασμάτων και ενδυμάτων στα ισόγεια. Σήμερα οι κύριοι δρόμοι, ακόμη εξειδικεύονται σε εμπορικά είδη, όπως χαρτικά-πλαστικά, είδη κιγκαλερίας-γεωργικά, ένδυση-ύφασμα. Όπως και στα Λαδάδικα, οι βιοτεχνίες έχουν κλείσει ή μεταφερθεί εκτός κέντρου, η εμπορία παραδοσιακών ειδών ένδυσης και υφασμάτων φθίνει εδώ και αρκετά χρόνια και οι ιδιο-

κτήτες και ενοικιαστές των μαγαζιών αδυνατούν να συντηρήσουν τα κτήρια. Παρ’ ότι το δημόσιο έχει διατυπώσει στα διάφορα επίπεδα προγραμματισμού-σχεδιασμού ένα θεωρητικό πλαίσιο αναβάθμισης του ιστορικού εμπορικού κέντρου, υποστήριξης του εμπορίου, προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και βελτίωσης των κυκλοφοριακών συνθηκών, στην πραγματικότητα δεν έχει υλοποιηθεί καμία δράση για την περιοχή. Την τελευταία διετία τα καταστήματα μετατρέπονται ανεξέλεγκτα σε μαγαζιά αναψυχής, τα ενοίκια των ισογείων αυξάνονται, και αυτοί που πουλάνε τα καταστήματα ζητάνε «αέρα». Ταυτόχρονα νέοι επαγγελματίες που εργάζονται στην αρχιτεκτονική, το design, τη διαφήμιση, τους υπο-

Οι δρόμοι γεμίσαν από τραπεζοκαθίσματα και αλληλοκαλυπτόμενες μουσικές. Τα Λαδάδικα έγιναν μόδα και για όσους τα αγνοούσαν ως τότε, μόδα που ήταν καταδικασμένη όμως να ξεφουσκώσει. λογιστές, τη φωτογραφία, το θέατρο και τις τέχνες επιλέγουν αυτήν την περιοχή για την εγκατάσταση γραφείων-στούντιο-γκαλερί στους ορόφους ή στα υπόγεια των κτηρίων. Προς το παρόν, οι νέοι ενοικιαστές καταλαμβάνουν κενούς χώρους. Η εγκατάσταση όμως των νέων επαγγελματιών και η άνοδος των ενοικίων δείχνει μια σημαντική τάση για αποδοτικότερη εκμετάλλευση της γης που πιθανόν να οδηγήσει σε αλλαγή των χρήσεων. Είτε με την παρέμβαση του δημοσίου, όπως στα Λαδάδικα, είτε με την απουσία του στη Βαλαωρίτου, ευνοούνται οι «πρωτοβουλίες» που ανεβάζουν τις αξίες γης και στη συνέχεια καρπώνονται την παραγώμενη υπεραξία. Αυτή η διαδικασία υπονομεύει εναλλακτικές δυνατότητες γι’ αυτές τις περιοχές, που θα είχαν στόχο την υποστήριξη των κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων και τη μακροβιότερη ενσωμάτωση «υποβαθμισμένων» περιοχών στη λειτουργία της πόλης.


Gentrification _ Αφιέρωμα _Γεωργία Αλεξανδρή, Πολύβιος Μουκούλης

27

Arts and the City Σε πολλές περιπτώσεις ο ρόλος της Τέχνης και η συμβολή των καλλιτεχνών είναι πολύ σημαντικοί παράγοντες στον τρόπο με τον οποίο εκτυλίσσεται το φαινόμενο gentrification. Οι καλλιτέχνες χρειάζονται ευρύχωρα φτηνά δωμάτια για να μπορέσουν να τα χρησιμοποιήσουν ως ατελιέ/κατοικία. Στην αναζήτηση μεγάλων χώρων και φτηνών ενοικίων, πολλοί καλλιτέχνες μετ-εγκαθίστανται σε κεντρικές «υποβαθμισμένες» περιοχές της πόλης, ανακαινίζουν παλιές κατοικίες ή μετατρέπουν κτήρια βιοτεχνιών σε λοφτ. Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Ley (1996: σελ.197-198) μια άλλη δύναμη που τραβά τους καλλιτέχνες στο κέντρο της πόλης είναι η έξαψη της φαντασίας τους και η ενίσχυση της αισθητικής τους διάθεσης: «[Οι καλλιτέχνες]… συνδέουν την καλλιτεχνική δημιουργικότητά τους με την ένταση που επικρατεί στο κέντρο της πόλης. Υπάρχει όμως και ένας πιο συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο έλκονται στο κέντρο της πόλης και σε περιοχές οριακές σε σχέση με τους συμβατικούς χώρους χωροθέτησης της νέας μεσαίας τάξης. Οι συγκεκριμένοι τόποι παρέχουν αντιθετικούς χώρους, κοινωνική και πολιτισμική απόσταση από την καθημερινότητα των προαστίων, την τυποποίηση, τη στειρότητα και την έλλειψη επικοινωνίας». Όμως, αυτή η διαρκής αναζήτηση για «κάτι το διαφορετικό» λειτουργεί ταυτόχρονα και ως μαγνήτης σε πιο αποδοτικές χρήσεις γης αλλά και σε πιο εύπορες κοινωνικές τάξεις. Άλλωστε οι γειτονιές που θεωρούνται καλλιτεχνικοί τόποι αξιολογούνται διαφορετικά από τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες, και ιδιαίτερα τη νέα μεσαία τάξη, καθώς τους δίνεται η δυνατότητα υποστήρι-

ξης παρόμοιας πολιτισμικής ταυτότητας και νομιμοποίησης της κοινωνικής τους αναπαραγωγής. "LSPQPMJTGSPNBOZXIFSF

Η Zukin (1989) στο έργο της Loft- Living επεξεργάζεται την όλη διαδικασία κατά την οποία εκτοπίστηκαν οι καλλιτέχνες που πρωτοκατοίκησαν σε κεντρικές υποβαθμισμένες περιοχές, δηλαδή η πρώτη ροή gentrifier, από ανθρώπους με μεγαλύτερο οικονομικό κεφάλαιο. Ενδεικτικά αναφέρει ότι τα πάρτι που έκαναν οι καλλιτέχνες στα λοφτ όχι μόνο θεωρήθηκαν τα πιο «hot events» της Νεοϋορκέζικης νυχτερινής ζωής, αλλά ουσιαστικά γνωστοποίησαν το loft-living στα μέλη της νέα μεσαίας και ανώτερης τάξης, η οποία στη συνέχεια έσπευσε να αγοράσει τα λοφτ εκτοπίζοντας με αυτόν τον τρόπο τους καλλιτέχνες. Έτσι, η όλη διαδικασία gentrification έχει ουσιαστικά να κάνει με ροές ανθρώπων με υψηλό πολιτιστικό κεφάλαιο στα αρχικά στάδια της διαδικασίας, που αναζητούν κάτι το εξωτικό στη ζωή τους και (SBGGJUJ εργατικές ή πολυπομετακινούνται σε κεντρικές λιτισμικές συνοικίες, εκτοπίζοντας τον υπάρχοντα πληθυσμό. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας θύματα εκτοπισμού είναι οι ίδιοι οι πιονιέροι του προηγούμενου σταδίου. Οι ροές των ανθρώπων ακολουθούν τις ροές του κεφαλαίου και αντίστροφα. Ωστόσο και οι καλλιτεχνικές "EWFSUJTFNFOU χρήσεις που εγκαθίστανται σε μια γειτονιά μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο gentrifier. Οι διάφορες γκαλερί, θέατρα, σχολές χορού και γενικότερα οι χρήσεις που συνδέονται με κάποιο τρόπο με την Τέχνη έλ-

Η διαρκής αναζήτηση για «κάτι το διαφορετικό» λειτουργεί ταυτόχρονα και ως μαγνήτης σε πιο αποδοτικές χρήσεις γης αλλά και σε πιο εύπορες κοινωνικές τάξεις.

κουν πιο εμπορικές χρήσεις όπως wine bars, club (και γενικότερα χρήσεις που εξυπηρετούν με κάποιο τρόπο τη λειτουργία τους ή ανταποκρίνονται στην καταναλωτική συμπεριφορά των καλλιτεχνών και του κοινού τους), βάζοντας έτσι σε κίνηση την αγορά real estate. Παραδείγματος χάρη στο Μπιλμπάο αποφασίστηκε η χωροθέτηση του μουσείου Guggenheim σε μια από τις πιο παραμελημένες κεντρικές συνοικίες της πόλης. Σκοπός ήταν η καλλιτεχνική και πολιτισμική ανάδειξη της πόλης σε διεθνές επίπεδο αλλά και η εμπορική και τουριστική ανάπτυξη του κέντρου σε τοπικό επίπεδο. Το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης του τοπικού κράτους ήταν η εισροή νέων χρήσεων γης που κυρίως αφορούν τη διασκέδαση, νέων κατοίκων και η μεγάλη αύξηση των τιμών γης. Όπως γίνεται φανερό το μουσείο σε αυτήν την περίπτωση δεν έχει συμβάλει σε κάποια πολιτισμική ανάδειξη της περιοχής αλλά κυρίως στην εμπορευματοποίηση της τοπικής κουλτούρας. Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Gentrification

28

συνέντευξη: _Δάφνη Δραγώνα, Ηλίας Μαρμαράς

Σαμποτάρονται τα νέα αστικά σύνορα; Μια συνομιλία με τον Ματέο Πασκουινέλι Ο Ματέο Πασκουινέλι (matteopasquinelli. com/) είναι συγγραφέας, επιμελητής και ερευνητής στο Queen Mary University of London. Με αφορμή το βιβλίο του Animal Spirits: A Bestiary of the Commons συζητήσαμε μαζί του για τις έννοιες της ενδο-αποικιοκρατίας, των «δημιουργικών πόλεων» και του νέου παραγωγικού σαμποτάζ. Κοντέινερ: Στη μετα-φορντική / μετα-βιομηχανική περίοδο, θεωρούμε πως δεν υπάρχει πια κάτι που να βρίσκεται «εκτός» της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, αφού κάθε πλευρά της ζωής είναι πλέον εκμεταλλεύσιμη. Σε σχέση με την πόλη το νέο αυτό δεδομένο γεννά μια νέα μορφή αποικιοκρατίας, ή καλύτερα «ενδο-αποικιοκρατίας». Όπως ο Neil Smith χαρακτηριστικά υπογραμμίζει, η πόλη μπορεί να θεωρηθεί σήμερα μία νέα μορφή «αστικής άγριας φύσης» που προσφέρεται για αποίκιση, όπως αντίστοιχα προσφέρονταν η Αφρική, η Λατινική Αμερική και η Ασία, σύμφωνα με τη δυτική αντίληψη στο παρελθόν. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι η νέα διαδικασία ενδο-αποικιοκρατίας βασίζεται στον εξευγενισμό και ποιες είναι οι νέες αστικές αντιπαλότητες που εμφανίζονται; Ματέο Πασκουινέλι: Ο εξευγενισμός είναι σύμπτωμα της νέας διάστασης που φέρνει το «οικονομικό μίσθωμα» και η κερδοσκοπία που επηρεάζουν σήμερα την υλική και άυλη παραγωγή: κάτι που ήταν από παλαιότερα σαφές στο χρηματιστήριο, τώρα έγινε εμφανές και στην οικονομία του real estate. Ο Neil Smith εισήγαγε την έννοια των νέων αστικών συνόρων πριν από μερικά χρόνια βλέποντας στο χώρο της μητρόπολης και στην οικονομία του κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

real estate, ένα νέο έδαφος μιας πρωτόγονης συσσώρευσης πλούτου που μπορεί και ενσωματώνει πλέον και την πολιτισμική παραγωγή και τις ίδιες τις κοινωνικές δομές. Η ενδο-αποικιοκρατία δεν είναι μόνο η οικονομική εκμετάλλευση του κάθε τετραγωνικού μέτρου αλλά και η κερδοσκοπία που βασίζεται στον ίδιο μας %PPST το βίο, δηλαδή η παραγωγή ιδεών, πολιτισμού, επικοινωνίας και κοινωνικής ζωής, η εκμετάλλευση του συνολικού κοινού πλού%PPST του που ως τώρα παραγόταν εκτός του καπιταλιστι%PPSTλόγια, μέσα στα πλαίσια κού συστήματος. Με απλά μιας συνέντευξης, όπως κάποτε το κέρδος προερχόταν από το εργοστάσιο, σήμερα προέρχεται από την πόλη. Ποιες είναι οι νέες μορφές σύγκρουσης που συνδέονται με το οικονομικό μίσθωμα; Ο εξευγενισμός είναι σίγουρα μία από αυτές. Κ: Στην εποχή της βιοπολιτικής και της ενδοαποικιοκρατίας, γεννήθηκε και η έννοια της «δημιουργικής πόλης». Στα κείμενά σας υποστηρίζετε πως πρόκειται στην ουσία για την οικειοποίηση μιας ιδέας που εξυπηρετεί το οικονομικό κέρδος και την πρόσοδο. Μπορείτε να μας εξηγήσετε τις καταβολές αυτής της ιδέας καθώς και τις στρατηγικές εξαπάτησης που χρησιμοποιούνται και καθιστούν μια πόλη «δημιουργική»; Μ.Π.: Η ιδέα της «δημιουργικής οικονομίας» περιγράφει περισσότερο μια μορφή βιοπολιτικής διακυβέρνησης παρά ένα οικονομικό σύστημα. (Δεν είναι ξεκάθαρο εξάλλου ποιος τελικά ωφελείται. Οι δημιουργικοί εργάτες; Πολύ αμφιβάλλω.) Η εικόνα των «δημιουργικών πόλεων» χαρακτηρίζεται από τις λαμπερές διαφημιστικές εκστρατείες

Πώς μπορείς να σαμποτάρεις τη ζωή σου; Ακούγεται γελοίο. Δεν είναι έκπληξη ότι η απάντηση στις ανώνυμες μορφές που έχει η οικονομική κρίση και η μητροπολιτική εκμετάλλευση της εργασίας είναι το σαμποτάζ και οι ταραχές. που καλύπτουν και παραλλάσσουν τον γνωσιακό καπιταλισμό της πόλης. Πρόκειται για μια συγκεκριμένη μορφή καπιταλισμού. Η πολιτισμική παραγωγή και το κοινωνικό κεφάλαιο χρησιμοποιούνται για να αυξήσουν το ενδιαφέρον των τοπικών επενδυτών και να τραβήξουν περισσότερους πελάτες. Να μην ξεχνάμε επίσης και τις περίφημες «δημιουργικές βιομηχανίες», μια διαφορετική έννοια που αφορά τη μη εστιασμένη τοπικά οικονομία, η οποία αναφέρεται κυρίως στην άυλη παραγωγή και τα έσοδα που προκύπτουν από την πνευματική ιδιοκτησία (π.χ. πνευματικά δικαιώματα, πατέντες κ.λπ.). Παρ’ όλ’ αυτά αντί να παραπονιόμαστε ηθικολογώντας διαρκώς περί της αποξένωσης που επιφέρουν οι «δημιουργικές βιομηχανίες», καλύτερα να εντοπίσουμε τους άξονες της παραγωγής και της συσσώρευσης αξίας. Αν η δημιουργική πόλη είναι στην ουσία ένας νέος θεσμός βιοπολιτικής διακυβέρνησης που εκπροσωπεί τη θεσμοποίηση κάποιων «πλασματικών κοινών αγαθών», τότε σαν απάντηση σε αυτό


Gentrification _ Αφιέρωμα

29

νέοι θεσμοί για τα πραγματικά κοινά πρέπει να επινοηθούν και να θεμελιωθούν. Κ: Φαίνεται επίσης να πιστεύετε ότι το πλήθος, οι κάτοικοι των αμφιλεγόμενων δημιουργικών πόλεων, συχνά συνεισφέρουν στη διαδικασία εξευγενισμού. Συγκεκριμένα ισχυρίζεστε πως ο εξευγενισμός βασίζεται σε ένα συλλογικό πιστεύω που το ενδυναμώνουν ακτιβιστές, καλλιτέχνες και κάτοικοι που αντιστέκονται. Ποιοι μηχανισμοί λειτουργούν για τη διαμόρφωση του συγχρόνου εξευγενισμού και ποιοι είναι πραγματικά οι εξευγενιστές; Σαν απάντηση στην αποτυχία των τακτικών αντιεξευγενισμού προτείνετε μάλιστα το σαμποτάζ. Μια αντίσταση που δεν στηρίζεται σε μια μη δημιουργική και μη παραγωγική αντιμετώπιση αλλά σε μια θετική και παραγωγική διαδικασία. Είναι εφικτό αυτό; Θα μπορούσατε να μας δώσετε κάποια παραδείγματα από τη σύγχρονη πραγματικότητα; Μ.Π: Υπάρχει μια κατηγορία βιοπολιτικών εννοιών όπως η χρηματοπιστωτική παραγωγή, ο εξευγενισμός και η εργασιακή επισφάλεια που σχετίζονται με τις νέες εντατικές γραμμές συγκρούσεων οι οποίες διατρέχουν τα εκτεταμένα πια πεδία σύγκρουσης του παρελθόντος. Αλλά εδώ οι έννοιες της ενδο-αποικιοκρατίας και της βιοπολιτικής εκφράζουν την πορεία ενός αδιέξοδου. Αυτό είναι το πρόβλημα και το δράμα όλης της πολιτικής ανάλυσης που αφορά στη βιοπολιτική. Πώς μπορείς να επαναστατήσεις απέναντι στην ίδια σου τη ζωή, τις επιθυμίες σου και την ανάγκη σου για επικοινωνία, για κοινωνικοποίηση; Όλα αυτά πλέον παράγουν αξία. Πώς μπορείς

να σαμποτάρεις τη ζωή σου; Αυτό ακούγεται γελοίο. Έτσι, δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι η απάντηση στις ανώνυμες μορφές που έχει η οικονομική κρίση και η μητροπολιτική εκμετάλλευση της εργασίας είναι το σαμποτάζ και οι ταραχές. Πώς να απαντήσει κανείς πολιτικά στις ανώνυμες μορφές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των εταιρειών; Όταν οι εντολές είναι απρόσωπες, γίνεται αντιληπτό ότι και η αντίσταση σε αυτές παίρνει πιο απεγνωσμένη και ανοργάνωτη μορφή. Η βιοπολιτική,'BDBEF ο εξευγενισμός, η χρηματοπιστωτική οικονομία συνθέτουν τελικά αυτό το απρόσωπο διαρκές γίγνεσθαι της εξουσίας, όπου η διαθετικότητα των δομών (dispositif) της διακυβέρνησης αντικαθιστά τους θεσμούς της κρατικής εξουσίας. To θέμα έγκειται στο τυπικό αδιέξοδο των μεταμοντέρνων κατηγοριοποιήσεων. Ο λόγος που πολλοί ακτιβιστές προτιμούν να εστιάζουν τις διαμαρτυρίες τους σε παραδοσιακά θέ5FSSBDPUUBSPPGT ματα (γύρω από τις τοπικές κυβερνήσεις, τα περιβαλλοντικά ζητήματα, το φασισμό) είναι γιατί είναι πολύ δύσκολο να αναγνωρίσουν και να αντιταχθούν στις νέες μορφές προσόδου, κερδοσκοπίας και διακυβέρνησης. Πώς να αντιδράσει κανείς ενάντια στον εξευγενισμό για παράδειγμα; Στο Βερολίνο, προσπαθούν να αναπτύξουν τακτικές σαμποτάζ κατά του «συμβολικού κεφαλαίου» που τελικά στρέφονται5SFFT«κατά του οικονομικού μισθώματος». Πρακτικά, προσπαθούν να κάνουν κάποιες περιοχές λιγότερο θελκτικές για τη μεσαία τάξη, λιγότερο ενδιαφέρουσες για τους χίπστερς και για αυτούς που δεν έχουν πολιτική συνείδηση. Πιάνει; Το πρόβλημα του γνωσιακού καπιταλισμού είναι πως αφότου το συμβολικό κεφά-

λαιο συσσωρευτεί, χρειάζεται κάποιο διάστημα να απο-συσσωρευτεί καθώς είναι άυλο και διανέμεται στην παγκόσμια σφαίρα των μίντια. Ο άλλος τρόπος αντίστασης στο «πλασματικό κοινό» των δημιουργικών πόλεων και των μοδάτων περιοχών είναι η παραγωγή νέων θεσμών για τα κοινά αγαθά, η ίδρυση νέων τοπικών συμβουλίων, δηλαδή η ύπαρξη μιας ορατής και όχι ανώνυμης παρουσίας πάνω στην περιοχή. Κ: Από τον περασμένο Μάιο, η Ελλάδα είναι υπό τον έλεγχο του ΔΝΤ, αποτελώντας ένα πείραμα για την υπόλοιπη Ευρωζώνη. Την ίδια στιγμή το ιστορικό κέντρο της Αθήνας βρίσκεται σε μια πλήρη διαδικασία εξευγενισμού. Σύμπτωση ή συγκεκριμένη στρατηγική στη συγκεκριμένη στιγμή; Ένα εξευγενισμός υπό κατοχή και υπό πίεση; Ποια είναι η γνώμη σας; Μ.Π: Έχω βρεθεί στην Αθήνα μόνο μία φορά οπότε δεν γνωρίζω πολύ καλά το γενικότερο πλαίσιο αυτών των εξελίξεων. Συνήθως ο εξευγενισμός συμβαίνει σε περιόδους επέκτασης της επιχειρηματικότητας. Παρ’όλ’ αυτά ο δυτικός καπιταλισμός είναι απελπισμένος, τείνει προς ένα νεοφεουδαρχικό στάδιο κι έτσι ας μη μας κάνει εντύπωση αν δούμε την ανάπτυξη μιας real estate κερδοσκοπίας σε καιρούς ύφεσης. Ο εξευγενισμός όμως δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να συγχέεται με την απλή εργολαβική κερδοσκοπία. Είναι κάτι που αφορά τη σχέση του υλικού κέρδους (οικονομικό μίσθωμα) και ταυτόχρονα την άυλη παραγωγή (τον πολιτισμό, το συμβολικό κεφάλαιο, κ.λπ.). Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Gentrification

30

_Ελένη Τζιρτζιλάκη www.nomadikiarxitektoniki.net

Με το πλήθος της μητρόπολης μέσα από συγκρούσεις

Ενδιαφέρει το πώς η τέχνη και η αρχιτεκτονική μπορεί να λειτουργήσoυν ως στοιχεία απελευθέρωσης, υποστηρίζοντας την ευάλωτη ανθρώπινη κατάσταση, στις σημερινές συνθήκες επισφάλειας. Πώς μπορούμε να μιλήσουμε για ανθρωπιά, ποιος μετρά ως άνθρωπος, όταν υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν πού να κοιμηθούν ή δεν έχουν να φάνε, όταν κάποιοι-ες αναγκάζονται βίαια να φύγουν; Ή όταν κάποιοι που βρίσκονται σε ευάλωτες συνθήκες δεν υπολογίζονται; Γιατί τόσες ζωές εξαιρούνται δικαιωμάτων; Και πόρων; Αυτό που συμβαίνει είναι η αρπαγή των κοινών πόρων από εκείνους-ες που τους δικαιούνται. Συχνά η τέχνη και η αρχιτεκτονική έρχoνται να εξυπηρετήσουν αυτή τη συνθήκη. Αυξάνονται οι αποκλεισμοί στο χώρο με κάθε μέσο, ακόμη και με την υποβάθμιση και εγκατάλειψη περιοχών για ένα χρονικό διάστημα, προηγείται ο εκτοπισμός και μετά έρχεται ο «εξευγενισμός». Κάποιες πρακτικές που έχουν αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα πολύ εύκολα μπορούν να αποτελέσουν συστατικό της μεταφορντικής διάχυσης σε μια κοινωνία που μετασχηματίζεται με πρόθεση να διαχειριστεί έτσι τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς και τις συγκρούσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη. Οι κοινότητες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κοινότητες ευάλωτες όπως αυτή των βιοτεχνών στου Ψυρρή, των παλαιών κατοίκων, των τουρκόφωνων μουσουλμάνων στο Γκάζι, την κοινότητα ρομά, τις κοινότητες προσφύγων και μεταναστών, των χωρίς χαρτιά, των εναλλακτικών καλλιτεχνών ή των μποέμ που χρόνια κατοικούν στο κέκοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

ντρο, αδυνατούν συχνά να υπερασπίσουν τον μόνιμο ή προσωρινό χώρο τους, και βρίσκονται υπό διωγμό. Στόχος είναι να αντικατασταθούν από άλλους πληθυσμούς με μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες. Χαρακτηριστική η απουσία του κράτους. από τα ζητήματα του κέντρου. Κανένα πρόβλημα δεν λύθηκε στο κέντρο της Αθήνας και η ερήμωση και ο ρευστός φόβος κυριαρχούν1. Σημαντικοί χώροι όπως αυτός του θεάτρου Εμπρός, πρώην τυπογραφείου, βιώνουν την εγκατάλειψη και την απαξίωση. Καλούμαστε να λάβουμε υπόψη τις νέες συνθήκες. Η Αθήνα είναι πλέον μια μητρόπολη. Η έννοια του «πλήθους», όπως την είχε ορίσει ο Paolo Virno2 και αργότερα ο Negri, είναι φανερή πια, ειδικά στο κέντρο της. Το «πλήθος» αποτελείται από ανθρώπους που δεν αισθάνονται σπίτι τους όπου κι αν βρίσκονται, στην ουσία ξένοι οπουδήποτε. Το κέντρο της Αθήνας έχει αλλάξει πληθυσμιακά. Οι κάτοικοί του δεν ανταποκρίνονται στα παλιά μοντέλα. Υπάρχει μία μεταβλητότητα στις μορφές ζωής3. Πολλοί άνθρωποι στο κέντρο βρίσκονται, όπως το τοποθέτησε ο Agamben, σε κατάσταση εξαίρεσης, χωρίς ταυτότητα, ζώντας μια «γυμνή» ζωή: πολλοίες είναι άνεργοι, άλλοι-ες δεν έχουν χαρτιά, κ.ά. Πρόκειται για μια κατάσταση μετα-καπιταλιστική, στην οποία τα δεδομένα έχουν αλλάξει πολύ και σε πολλά επίπεδα. Χρειάζονται νέα εργαλεία για να αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα. To να αντιμετωπίζονται με αστυνομικά μέτρα και με συμβατικές μελέτες, κάνει τις συνθήκες ακόμη πιο δύσκολες.

Τα κοινωνικά προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν μόνο με αισθητικές ή «πράσινες» προτάσεις ούτε με μελέτες που ενώ επικαλούνται σύγχρονη βιβλιογραφία χρησιμοποιούν πανομοιότυπες μεθόδους. Τα σχέδια «εξευγενισμού» στο ιστορικό κέντρο δεν είχαν και δεν έχουν τα χαρακτηριστικά που είχαν στη Βόρεια Ευρώπη ή στις ΗΠΑ. Εξελίσσονται σημειακά και δεν έλαβαν υπόψη τους τις ιδιαιτερότητες της Αθήνας. Αυτή τη στιγμή πάρα πολλά ακίνητα στην πλατεία Θεάτρου είναι κλειστά και φαίνεται να έχουν αγοραστεί. Όλοι ξέρουμε την υποβάθμιση που προηγήθηκε στη συγκεκριμένη περιοχή. Η ελληνική κοινωνία μετατρέπεται μέσα από την ισχυρή οικονομική και πολιτική κρίση. Νέες κοινωνικές πρακτικές, νέα υποκείμενα αναπτύσσονται. Τι θα μπορούσε να γίνει; Πώς η τέχνη μπορεί να συμβάλει; Οι αρχιτέκτονες, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι μαζί με τα κινήματα πόλης, θα μπορούσαν να παρέμβουν ουσιαστικά υποστηρίζοντας τα νέα αιτήματα κατοίκησης. Να θέσουν δηλαδή περιορισμούς και όρια σε κάθε επιθετική κίνηση υποστηρίζοντας ενεργά τους κοινούς πόρους, τη συν-


Gentrification _ Αφιέρωμα

31

θήκη συγκατοίκησης, το δικαίωμα του πλήθους στο χώρο και στην πόλη, να συμβάλoυν στο να δημιουργηθούν χώροι συγκατοίκησης και αλληλεγγύης, νέες κοινότητες με χαρακτηριστικό το πολλαπλό ανήκειν. Η πολιτική σημασία της τέχνης σήμερα, στις συνθήκες που η μετακίνηση και η αποεδαφικοποίηση έχουν επεκταθεί είναι ιδιαίτερη. Κοινωνικά προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν μόνο με αισθητικές ή «πράσινες» προτάσεις ούτε με μελέτες που ενώ επικαλούνται σύγχρονη βιβλιογραφία χρησιμοποιούν πανομοιότυπες μεθόδους. Επείγουσας σημασίας είναι: 1. Χώροι καταφύγια σε εγκαταλειμμένα δημόσια κτήρια του κέντρου. Να γίνουν χώροι που να λειτουργήσουν ως ξενώνες, εστιατόρια, χώροι ανταλλαγής αγαθών, χώροι δηλαδή όπου θα βρίσκουν στέγη, φαγητό, πληροφορίες και κοινωνικότητα εκείνοι-ες που έχουν ανάγκη. 2. Κοινωνική κατοικία. Στα εγκαταλειμμένα κτήρια της περιοχής να στεγαστούν εκείνοι-ες που έχουν ανάγκη, σε συνεργασία με τον δήμο και τους ιδιοκτήτες των κτηρίων4. 3. Συμμετοχικός σχεδιασμός, δηλαδή η συμμετοχή των κατοίκων στο σχεδιασμό των περιοχών. 4. Να ενισχυθεί κάθε προσπάθεια ανακύκλωσης όπως αυτή του παζαριού επί της οδού Ερμού και στους γύρω δρόμους τις Κυριακές (οι πλανόδιοι

πωλητές διώκονται από το τμήμα της οδού Ερμού δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού). 5. Να γίνουν μόνιμοι κήποι καλλιέργειας κηπευτικών προϊόντων σε κενά οικόπεδα από τις διαφορετικές κοινότητες των κατοίκων. Οι χώροι αυτοί μπορεί να λειτουργήσουν ως χώροι επικοινωνίας των διαφορετικών κοινοτήτων μεταναστών, Ελλήνων κ.λπ. 5 6. Να υπάρξει φροντίδα για τον δημόσιο χώρο για πάρκα, πλατείες και για το ευαίσθητο οικοσύστημα γύρω από την Ακρόπολη και το περίπτερο του Δημήτρη Πικιώνη. 7. Να ενισχυθούν οι αυτοδιαχειριζόμενες πρωτο3PPGUPQT βουλίες. Να λειτουργήσουν ξανά εργαστήρια, cooperatives (βλέπε ράψιμο, κατασκευή χαλιών, μουσική, μικρές επιχειρήσεις πώλησης βιολογικών 3PPGUPQT προϊόντων, δερματίνων ειδών) σε εγκαταλειμμένα κτήρια που θα ανακαινιστούν και να αξιοποιηθούν οι δεξιότητες των διαφορετικών ανθρώπων που κατοικούν την περιοχή. Έχει μεγάλη σημασία να επιστρέψει η παραγωγή. Να γίνουν αρχιτεκτονικές και καλλιτεχνικές δρά(3BGGJUJ σεις που να προάγουν τα ζητήματα αυτά, κριτικές 6 καλλιτεχνικές πρακτικές στην ηγεμονία . Σημαντικό είναι να αναπτυχθεί η κοινωνική συνοχή ανάμεσα στους διαφορετικούς κατοίκους της περιοχής και να προχωρήσουν προτάσεις που εμπεριέχουν την κοινωνική οικολογία, τη χωρική δικαιοσύνη, το πολλαπλό ανήκειν. Να γίνουν ορατές και

αναγνώσιμες οι κοινωνικές διεργασίες όλων των ειδών, αποκαθιστώντας τη χαμένη ισορροπία και κατασκευάζοντας νέες υποκειμενικότητες και νέες συλλογικότητες έστω και μέσα από συγκρούσεις.

1 Το κέντρο της Αθήνας και ο μετασχηματισμός του. Πώς η τέχνη μπορεί να συμβάλει; Μελέτη 2010 www. nomadikiarxitektoniki. net 2 Virno Paolo, gramatica della moltitudine, universita della Calabria, 2001 3 Negri Antonio, goodbye Mr Socialism, ελευθεριακή κουλτούρα, 2009 4 Βρυχέα Άννη Κατοίκιση και κατοικία, διερευνώντας τα όρια της αρχιτεκτονικής, ελληνικά γράμματα, 2003 «Ίσως το μέλλον της αρχιτεκτονικής να βρίσκεται ακριβώς στην κριτική εμπλοκή της στις αλλαγές και στα νέα δεδομένα που χαρακτηρίζουν την εποχή μας, με την παράλληλη στροφή του περιεχομένου της αρχιτεκτονικής έρευνας αλλά και τμήματος της δουλειάς των αρχιτεκτόνων στις χωρικές ανάγκες της κοινωνίας και όχι μόνο στα καλέσματα πελατών», εισαγωγή, σελ.31. 5 Routes and homes, migrant tree, Jardin Parajiso, Lower east side, New York, June 22, 2010 6 Mouffe Chantal, καλλιτεχνικός ακτιβισμός και αγωνιστικά πεδία, Το πολιτικό στη σύγχρονη τέχνη επιμ. Γ. Σταυρακάκης - Κ. Σταφυλάκης Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Gentrification

32

_Ζωή Λάγγη, Αρχιτέκτων

$BST

Συμμετοχικός σχεδιασμός: όταν οι πολίτες αποφασίζουν για την πόλη τους

Αναρωτιόμαστε ποτέ, ποιοι σχεδίασαν την πόλη μας; Και ποιος τους αναθέτει κάθε φορά αυτό το περίπλοκο και τεράστιο έργο; Επίσης: Ποιος είναι ο πελάτης; Δεν είναι ο πολίτης, ο κάτοικος; Και τότε, γιατί δεν μας έχει ρωτήσει ποτέ κανένας; Το παιχνίδι είναι βέβαια κυρίως πολιτικό, αφού ο σχεδιασμός της δόμησης της πόλης, περικλείει το χειρισμό πολλών πέρα από αυτό που λέει η λέξη: συντελεστές δόμησης, χρήσεις γης, ρυμοτομία και ιδιοκτησία, δημόσιοι χώροι, δίκτυα και τρόποι μετακίνησης, ασφάλεια, μειονότητες, κοινωνικός αποκλεισμός. Παραδοσιακά, (στην ευρωπαϊκή παράδοση μετά το Διαφωτισμό, που ανέδειξε σε κυρίαρχο δόγμα την ορθολογική σκέψη), ο εξουσιοδοτημένος ρυθμιστής του χώρου είναι ως γνωστόν το κράτος. Στο πλαίσιο αυτό του ρασιοναλισμού, από τη μία το κράτος είναι ο παντογνώστης που ενεργεί για το δημόσιο συμφέρον και ξέρει τι κάνει, και από την άλλη ο ειδικός-τεχνοκράτης πολεοδόμοςχωροτάκτης, κατέχει τις γνώσεις και την εμπειρία για να καταθέσει, με βάση τα ζητούμενα της διοίκησης, την σωστή εκδοχή. Η «γνώμη των άλλων» έρχεται σε δεύτερη μοίρα. κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

Στην επερχόμενη όμως πλουραλιστική-μεταμοντέρνα θεώρηση (όπου το κράτος παρέχει ίσες δυνατότητες σε όλες τις κοινωνικές ομάδες και τα συμφέροντα στα κέντρα λήψης πολιτικών αποφάσεων) ο τελικός αποδέκτης, δηλαδή ο χρήστης (κάτοικος) και όχι ο ειδικός, είναι ο κατάλληλος να πάρει τις σωστές αποφάσεις για το χώρο που τον αφορά. Με βάση αυτήν την ιδεολογία, στην Αμερική του 1950, άρχισαν να εμφανίζονται προτάσεις για συμμετοχή των πολιτών στο σχεδιασμό. Οι πρακτικές αυτές τελικά ενσωματώθηκαν στις επίσημες μεθόδους της επιστήμης της πολεοδομίας με τον γενικό όρο «συμμετοχικός σχεδιασμός». Ο σχεδιασμός έτσι συνιστά κατά κύριο λόγο μια κοινωνική δραστηριότητα, κατά την οποία θα ακούγονται όλες οι απόψεις και θα ικανοποιούνται όλες οι ανάγκες μέσα από τη συνδιαμόρφωση των αποφάσεων για το χώρο που τους αφορά. Το ζητούμενο είναι η πιο δίκαιη και όχι η καλύτερη λύση. Σχεδόν παντού η νομοθεσία προβλέπει ένα στάδιο συμμετοχικών διαδικασιών στον πολεοδομικό σχεδιασμό, ως στάση κατά των αποκλεισμών. Ανάλογα με την ιστορία της η κάθε κοινωνία πετυχαίνει βαθμούς στη συμμετοχική διαδικασία που την κάνουν από εντελώς τυπική και με μόνο σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων, όταν οι πολίτες καλούνται

τελευταία στιγμή να «ευλογήσουν» μια έτοιμη λύση έως ουσιαστική. Τα μέσα και οι πρακτικές συμμετοχής μπορεί να είναι πιο ευφάνταστες από τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων που είναι η πιο διαδεδομένη. Μπορεί να διαρκούν από λίγες μέρες έως πολλούς μήνες, να αφορούν ένα συγκεκριμένο στόχο ή να γίνονται περιοδικά με στόχο την ενεργοποίηση και τη διαρκή ενασχόληση του κοινού με θέματα του αστικού πε$BST ριβάλλοντός του. Σε επίπεδο γειτονιάς ή κοινότητας, οι κάτοικοι καλούνται να πάρουν μέρος σε εργαστήρια σχεδίου και χωρίς προηγούμενη εμπειρία καταλήγουν να παράγουν, μέσα από σχεδιαστικά παιχνίδια, κολάζ, διαγράμματα ή και μακέτες. Οι συζητήσεις και οι δημόσιες διαβουλεύσεις συχνά συνδυάζονται με γιορτές ή κάποιου άλλου είδους κοινωνικές εκδηλώσεις σε δημόσιους χώρους, δημοτικά κέντρα, πολεοδομικά ή αρχιτεκτονικά γραφεία, σχολεία που μεταμορφώνονται σε χώρους χάραξης στρατηγικών. Στην Ελλάδα, τη δεκαετία του ’70, ξεκίνησαν με πρωτοβουλία κάποιων μελετητών –χωρίς επίσημη στήριξη– προσπάθειες εφαρμογής αυτών των ιδεών και το 1983 με τον Ν. 1337/83 θεσπίστηκε η συμμετοχή του πληθυσμού μέσα από την τοπική αυτο-


Gentrification _ Αφιέρωμα

33

διοίκηση, τους κοινωνικούς φορείς και τη δημιουργία «πολεοδομικών επιτροπών γειτονιάς», οι οποίες ποτέ δεν εφαρμόστηκαν ουσιαστικά και τελικά υποβαθμίστηκαν σε απλές τυπικότητες ή καταργήθηκαν.

στές οι περιπτώσεις των πολυκατοικιών στην Αρεοπαγίτου ή τα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Σημαντική δικλείδα ασφαλείας μεν, αλλά το κόστος μιας προσφυγής βγάζει από το παιχνίδι τους οικονομικά αδύναμους.

Η ουσιαστική εφαρμογή του μοντέλου του συμμετοχικού σχεδιασμού βέβαια, απαιτεί χρόνο και κόπο, δέσμευση εκ μέρους όλων των πλευρών και κυρίως, η πολυφωνία ενέχει τον κίνδυνο να μην οδηγήσει σε συμφωνία και σε εφαρμόσιμο αποτέλεσμα. Αυτή είναι και η πιο πειστική δικαιολογία για να παρακάμπτεται.

Το πιο αισιόδοξο μήνυμα πάντως έρχεται από τη συλλογική εξωθεσμική δράση. Με διάφορους και πολλές φορές πρωτότυπους τρόπους οι πολίτες διαμορφώνουν την πόλη τους πρωτοβουλιακά. Στην Αθήνα όταν παρουσιάστηκαν τα σχέδια ανάπλασης του Πεδίου του Άρεως πυροδοτήθηκε μια σειρά διαμαρτυριών, με αποτέλεσμα ο φορέας διαχείρισης να εξαναγκαστεί σε διαδικασία διαβούλευσης με τους πολίτες και αλλαγή σχεδίων.

Τελικά, τι εννοεί η κυβέρνησή μας σήμερα με τις γενικόλογες προτροπές περί συμμετοχής του πολίτη; Τι έχει προγραμματίσει προς αυτήν την κατεύθυνση; Μήπως εννοεί να το κάνουμε μόνοι μας; Μα το κάνουμε ήδη. Στο κενό που δημιουργείται από την ελλιπή νομοθεσία και την κρατική αδράνεια ή σκοπιμότητα, οι πολίτες έχουν βρει άλλους δρόμους για να «πολεοδομήσουν». Μια παραδοσιακή μέθοδος είναι η γνωστή δημιουργία αυθαίρετων οικιστικών περιοχών τις οποίες νομιμοποιεί στη συνέχεια το κράτος, και η, ακόμα πιο γνωστή, και βαθιά ριζωμένη στις πολιτικές μας συνειδήσεις μέθοδος προσέγγισης των αρχών μέσω προσωπικών και πολιτικών επαφών, που σε ένα πελατειακό πολιτικό σύστημα είναι πολύ αποτελεσματικές. Και παρ’ ότι αυτές οι χρόνιες πρακτικές αποδυναμώνουν τη δυνατότητα τόσο της επίσημης συμμετοχής όσο και της συλλογικής κινητοποίησης, τελευταία όλο και συχνότερα παρατηρούνται περιπτώσεις άτυπης συμμετοχής συλλογικού τύπου. Μία θεσμοθετημένη λύση είναι οι προσφυγές στα διοικητικά δικαστήρια (π.χ., Συμβούλιο της Επικρατείας) ή στον συνήγορο του πολίτη. Είναι γνω-

Και δεν είναι τα μόνα παραδείγματα. Η πλατεία Κυψέλης, Κολωνακίου, τα πάρκα Ριζάρη, Κύπρου και Πατησίων, Ναυαρίνου, Νέας Φιλαδέλφειας, ο λόφος Φιλοπάππου, είναι ελεύθεροι χώροι για τους οποίους τα σχέδια ακυρώθηκαν τροποποιήθηκαν ή μπήκαν στο ψυγείο λόγω κινητοποίησης των πολιτών. Ανοιχτό είναι και το θέμα των ποδηλατοδρόμων που διεκδικεί η οργάνωση «ΠΟΔΗΛΑΤισσΕΣ». Ή η προσπάθεια διάσωσης και αξιοποίησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Αθήνας που ξεκίνησαν επιστήμονες της Κίνησης Κατοίκων του 6ου Δημοτικού Διαμερίσματος, με την πρόθεση να συνεχίσουν με τεχνικές μελέτες. Αυτόν τον καιρό σε εγρήγορση είναι και η ομάδα του Φιλοπάππου σχετικά με την ανακαίνιση και επαναλειτουργία του αναψυκτηρίου – αναπαυτηρίου του Λουμπαρδιάρη. Όλα αυτά, για να μην μπερδευόμαστε, δεν κατατάσσονται στην κατηγορία του συμμετοχικού σχεδιασμού. Δεν βλέπω όμως με ποιον άλλον τρόπο θα φτάσει μια μέρα (η οποία σε κάθε περίπτωση θα αργήσει γιατί παίρνουν ιστορικό χρόνο τέτοιες μεταβολές) η ελληνική κοινωνία να αποδεικνύεται ώριμη για κάτι τέτοιο. Οι συλλογικότητες και οι

ομαδικές κινητοποιήσεις μπορούν να μας κρατούν σε εγρήγορση και να μας εκπαιδεύουν προς την κατεύθυνση της συνεργασίας προς το κοινό όφελος. Και όπως φαίνεται το κράτος θα πρέπει να ακολουθήσει αφού, αν κρίνουμε από την απουσία

Τελικά, τι εννοεί η κυβέρνησή μας σήμερα με τις γενικόλογες προτροπές περί συμμετοχής του πολίτη; Τι έχει προγραμματίσει προς αυτήν την κατεύθυνση; Μήπως εννοεί να το κάνουμε μόνοι μας; Μα το κάνουμε ήδη. συντονισμού, όχι μόνο μεταξύ Υπουργείων, αλλά και μεταξύ τμημάτων του ίδιου Υπουργείου, έχει πολύ δρόμο ακόμα. Μας το υπενθύμισε πρόσφατα με την θλιβερά σοκαριστική αντίδραση σύσσωμης της Βουλής απέναντι στο νομοσχέδιο του ΥΠΕΚΑ περί βιοποικιλότητας, περιοχών NATURA κ.λπ. επειδή τόλμησε να θίξει την εκτός σχεδίου δόμηση. Για περισσότερο διάβασμα: Λ. Κ. Βασενχόβεν «Χωρική Διακυβέρνηση», ΚΡΙΤΙΚΗ 2010 Αθ. Αραβαντινός «Πολεοδομικός Σχεδιασμός» Αθήνα, ΕΜΠ, 1986, 2007 www.sadas-pea.gr (Κείμενο εισήγησης για ημερίδα ΣΑΔΑΣΠΕΑ «Πολιτικές για την αρχιτεκτονική και το αστικό περιβάλλον στην Ελλάδα, Αθήνα 24-2-2007, Αρχιτεκτονική Παιδεία για όλους, Μ. Θεοδώρου), παραδείγματα: http://news.in.gr/culture/article/?aid=1231065305 - (Κίνηση Κατοίκων και Παρατηρητήριο Ελεύθερων Χώρων) http://www.communityplanning.net/methods/method90.htm και ακόμα πιο προχωρημένες ιδέες: http://www.mom.arq.ufmg.b $BST Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ

$BST


Αφιέρωμα _ Gentrification

34

ρεπορτάζ: Ιριάννα Λιανάκη-Δεδούλη

Στάση: Μεταξουργείο

Μεταξύ Αχιλλέως και Πειραιώς βρίσκονται κρυμμένες δύο από τις πιο όμορφες περιοχές της πρωτεύουσας. Εκεί στο Μεταξουργείο και τον Κεραμικό βλέπει κανείς την παλιά Αθήνα. Τα σημάδια του χρόνου αποτυπωμένα πάνω στα εγκαταλελειμμένα διατηρητέα, στα παντοπωλεία της γειτονιάς, στα κουρεία, «στα σπίτια». Ανεβαίνω την Κολωνού, το βλέμμα μου τραβάει ένα οργανοποιείο. Είναι νωρίς το απόγευμα, πιάνω τους ανθρώπους στο φαγητό. Τους ζητώ να μου μιλήσουν για την περιοχή τους. «Θα προτιμήσω να μην πω τίποτα» είναι η αρχική αντίδραση του Μιχάλη «άλλωστε τα παρουσιάζουν όπως θέλουν» συμπληρώνει. Τον ρωτάω για το μαγαζί, το οργανοποιείο στεγάζεται εκεί από το 1981. Η περιοχή έχει αλλάξει, μου λένε, «τα προβλήματα είναι γνωστά, η πολιτική βούληση λείπει». Πρώτο στη λίστα των προβλημάτων μού αναφέρουν τα ναρκωτικά. Το πρόβλημα οξύνθηκε τον τελευταίο ενάμιση χρόνο «παραμονές των βουλευτικών εκλογών συμπίεσαν τον κόσμο προς τα εδώ», τονίζουν. Η αστυνομία δεν κάνει και πολλά πράγματα «άλλωστε τα κεντρικά είναι γεμάτα, να πάρουν τα πρεζάκια από εδώ να τα πάνε που;» Το άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι οι συμμορίες που λυμαίνονται την περιοχή «επιτίθενται σε κόσμο τραβούν σταυρούς, τσάντες, σπάνε αυτοκίνητα, μαγαζιά». Τους ρωτάω αν φοβούνται μου λένε πως όχι, έχουν εξοικειωθεί. Ο Μιχάλης και ο Ιάκωβος είναι ξεκάθαροι «δεν μας φταίνε οι μετανάστες, ούτε λέμε να τους πάρουν από εδώ να τους πάνε αλλού, δεν λύνεται έτσι το πρόβλημα. Δεν θέλουμε αυτούς που μαχαιρώνουν, που σπάνε, που κλέβουν...» Η πλημμελής καθαριότητα της περιοχής, απόρροια των πολυπληθών κινέζικων αποθηκών και των συσσιτίων του δήμου για τους άπορους, είναι για τα δύο αδέρφια το τελευταίο που τους απασχολεί. Όσο για τα «σπίτια», που θα τα δω αργότερα παραταγμένα στη σειρά στην Ιάσονος να στεγάζονται σε μικρά νεοκλασικά, μου λένε πως «πάντα ήταν εδώ, δεν μας ενοχλούν, τις κοπέλες τις βλέπουμε όπως θα βλέπαμε κάθε εργαζόμενη».Τους ρωτώ για την ανάπλαση. «Ποια ανάπλαση;» δεν έχουν δει καμία κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

αλλαγή, ούτε δράσεις, ούτε πρωτοβουλίες. Χρόνια ακούν ότι θα πεζοδρομηθεί η περιοχή αλλά τίποτα… Στην Κεραμικού οι αντιστάσεις είναι σθεναρές. Σε ένα παντοπωλείο και ένα mini market ο κόσμος δεν θέλει να μιλήσει. «Τα έχουμε πει ξανά και ξανά, τίποτα δεν γίνεται. Στη Μυλλέρου σήμερα σε ένα αναψυκτήριο τον μαχαιρώσανε τον άνθρωπο!» λέει με θυμό η κυρία. Κατευθύνομαι προς την πλατεία Αυδή, η αίσθηση είναι διαφορετική. Εδώ βρίσκονται απεκατεστημένα κτήρια, η προσφάτως ανακαινισμένη Δημοτική Πινακοθήκη, μερικά μπαράκια, θέατρα και νεόδμητα λοφτ. Εικόνες αντιφατικές με αυτές που μου περιγράφει ο Μελέτης, ο οποίος δουλεύει το καφέ του θεάτρου. Δύο χρόνια περιμένει μήπως τα καταφέρει και πιάσει την καλή. «Όλοι για την ανάπλαση έχουν έρθει, ο δίπλα την περιμένει 6 χρόνια, ο απέναντι 8, ο άλλος πιο κάτω δεν άντεξε τα έξοδα και το πούλησε για ένα κομμάτι ψωμί. Άλλωστε δεν βγάζεις εύκολα τα έξοδα, έχοντας ενοίκιο γύρω στις 2000 ευρώ». «Βέβαια. αν αλλάξουν τα πράγματα το παραδοσιακό καφενεδάκι που λειτουργεί από το 1916 θα το ανακαινίσουν και θα το κάνουν μπαράκι», συνεχίζει. «Τώρα δεν αξίζει να ρίξεις χρήματα, ποιος να έρθει εδώ; Ούτε να τους κεράσεις δεν έρχονται». Περιγράφει την καθημερινότητά του με τα πλέον μελανά χρώματα «πολλές κλοπές, πολλή εγκληματικότητα. Και σ’ εμένα την έχουν πέσει. Τσάμπα να μου έδινες σπίτι εγώ δεν θα έμενα εδώ». Τον ρωτάω για τα λοφτ: «Άλλο αυτά, αυτά φυλάσσονται, έχουν parking».Όσο για το μέλλον παραείναι επιφυλακτικός: «δεν αξίζει να φάω τα νιάτα μου για ένα μικρό μεροκάματο και να φοβάμαι μη5SPMMJFT με μαχαιρώσουν». Αρχίζει να βραδιάζει. Στην Ακαδήμου κόσμος χτυπάει τη δόση του. Προχωράω τη Λεωνίδου προς το Γκάζι. Έχω ραντεβού στην Πλαταιών με τη Μαρίζα. Διαφορετικό το κλίμα καθώς πλησιάζεις την Ιερά Οδό και το Γκάζι.

Στο Κεραμείο θα βρω τον κύριο Γιώργο. Εδώ η διάθεση είναι πολύ καλή. Έχει στην περιοχή ένα στούντιο κεραμικής 14 χρόνια. Θεωρεί ότι είναι θετικό που η περιοχή μαζεύει νέους ανθρώπους «που ψάχνονται» καλλιτέχνες, ζωγράφους, εικαστικούς. Όλες αυτές οι αλλαγές που συμβαίνουν στην περιοχή θεωρεί ότι είναι αποτέλεσμα της δυναμικής των πραγμάτων και του αρέσουν. Λίγο αργότερα, θα μιλήσω με τη Μαρία, τον Θανάση και τον Κοσμά, στα Κανάρια, ένα καφενείο, τα παιδιά πρόθυμα θα μιλήσουν για τη δουλειά τους και την περιοχή. «Μια χαρά είναι εδώ, είμαστε περιφερειακά των προβλημάτων. Μπορεί να κατέβει και προς τα εδώ τίποτα, αλλά πάντα παίρναμε ναρκωτικά στο Μεταξουργείο», λέει γελώντας ο Θανάσης.

Τους ρωτώ για την ανάπλαση. «Ποια ανάπλαση;» Δεν έχουν δει καμία αλλαγή, ούτε δράσεις, ούτε πρωτοβουλίες. Χρόνια ακούν ότι θα πεζοδρομηθεί η περιοχή αλλά τίποτα… Η Μαρίζα ρωτάει εάν αφήνουν μετανάστες να μπουν στο μαγαζί «εδώ δεν έχουμε πογκρόμ, όλοι μετανάστες είμαστε!» τονίζει ο Κοσμάς. Η Μαρία μού μιλάει για την ενέργεια, την αύρα του χώρου που την αιχμαλώτισε σε αυτή την «προσωρινή» δουλειά τα τελευταία χρόνια. Το μόνο που θα ήθελε να αλλάξει στην περιοχή είναι να μη φοβάται το βράδυ να γυρίσει σπίτι της, το οποίο απέχει ένα τετράγωνο από το μαγαζί. Σχετικά με το αν η εγκληματικότητα έχει αυξηθεί ή όχι το τελευταίο διάστημα, οι απόψεις διίστανται. Όσο για τις προοπτικές ανάπτυξης της περιοχής τα παιδιά είναι σαφή «άλλο εδώ, άλλο το Γκάζι. Εδώ δεν θέλουμε να αλλάξει η γειτονιά να γίνει όπως απέναντι, είδαμε τι έκαναν στου Ψυρρή, είδαμε τι έκαναν και στο Γκάζι, εδώ θέλουμε να κρατήσει η γειτονιά το χαρακτήρα της. Μακάρι να μείνει έτσι, κάτι αυθεντικό».


Gentrification _ Αφιέρωμα συνέντευξη: Ευγενία Μπόζου

35

Αμαλία Ζέπου: «Oι γειτονιές αλλάζουν. Άλλοι φεύγουν, άλλοι έρχονται» Η Αμαλία Ζέπου, ζει τα τελευταία 4 χρόνια στον Κεραμεικό με την οικογένειά της. Ανήκει στη «νέα γενιά κατοίκων» της περιοχής, και δραστηριοποιείται στη γειτονιά, είτε ατομικά «καταπιάνομαι με μικρά, πρακτικά προβλήματα», όπως λέει η ίδια, είτε συλλογικά, συμμετέχοντας ως μέλος στην αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία ΚΜ Πρότυπη γειτονιά*. Της μιλήσαμε πρώτον γιατί είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και δραστήρια μέλη της «ΚΜ» και δεύτερον γιατί θεωρήσαμε ότι συγκεντρώνει πολλά από τα χαρακτηριστικά ενός «gentrifier», όπως τουλάχιστον τους προσδιορίζουν οι πολέμιοί τους. Επίσης γιατί θα απαντούσε με ειλικρίνεια ακόμη και σε ερωτήσεις που στόχο είχαν να αναδείξουν τις βαθιά πολιτικές διαφωνίες που έχουν ανακύψει γύρω από αυτή την περιοχή της Αθήνας.

Κ: Τι κάνει μια γειτονιά «πρότυπη»; Ειδικά όταν πρόκειται για μια γειτονιά που δεν χτίζεται από το μηδέν, που ήδη υπάρχει, με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της, με γνωστά προβλήματα και «επιβαρημένες» καταστάσεις εδώ και χρόνια. Πώς το εννοείτε ότι αυτή η γειτονιά θα εξελιχθεί σε «πρότυπη»; Α.Π: Καθένας από όσους συμμετέχουν στην ΚΜ Πρότυπη Γειτονιά, έχει το δικό του όραμα οπότε θα σας πω πώς το βλέπω εγώ. Μια πρότυπη γειτονιά όπως την οραματίζομαι, προσφέρει ποιότητα ζωής, είναι μια γειτονιά που μπορούν να συνυπάρχουν άνθρωποι διαφορετικοί, που προέρχονται από ανομοιογενή περιβάλλοντα, είναι διαφορετικού μορφωτικού επιπέδου ή κατάγονται από διαφορετικές τάξεις. Μια γειτονιά που εμπλέκονται οι κάτοικοι με το μέλλον της και έχουνε λόγο στο πώς θα διαμορφωθεί. Υπάρχουν, όπως ο Ιάσονας Τσάκωνας, επιχειρηματίες που θέλουν να επενδύσουν στην περιοχή και να συμβάλουν στο να γίνει πρότυπη. Ο συγκεκριμένος, που θέλει για παράδειγμα να φτιάξει πρότυπα κτήρια, όχι εργολαβικά κτήρια που εκμεταλλεύονται και το τελευταίο χιλιοστό ελεύθερου χώρου… K:Μιλήσατε για συνύπαρξη, την ίδια στιγμή όμως αναφέρεστε στα επιχειρηματικά σχέδια και στο όραμα του επιχειρηματία Ιάσονα Τσάκωνα. Υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν ότι αυτό το όραμα αφήνει κάποιους «εκτός». A.Z: Τελικά, δεν μπορείς να συνυπάρχεις με όλους. Με ετοιμοθάνατους ναρκομανείς δεν μπορείς να ζεις. Σε έναν υπαίθριο ΟΚΑΝΑ δεν μπορείς να ζεις. Ούτε σε μια γειτονιά με άστεγους ληστές. Θες η πολιτεία να κάνει κάτι γι’ αυτούς τους ανθρώπους, να βρει λύσεις, αλλά δεν μπορείς να ζεις έτσι. Με την εγκληματικότητα και τον υπόκοσμο που ενισχύονται και από τους οίκους ανοχής, δεν μπορείς να ζεις. Με όλους τους άλλους όμως ναι, μπορείς να συμβιώνεις, από όπου και αν προέρχονται. Κ: Γιατί επιλέξατε, έχοντας μάλιστα και τρία παιδιά, την περιοχή του Κεραμεικού-Μεταξουργείου για να μείνετε, αφού την περιγράφετε ως μια προβληματική γειτονιά; Εκτός αν μου πείτε ότι «ποντάρατε» στο ότι η γειτονιά θα άλλαζε. Υπάρχουν πάρα πολλοί προσωπικοί λόγοι, ψυχαναλυτικοί, πρακτικοί, αισθητικοί, οικονομικοί που μπορεί να επικαλεστεί κανείς… Για παράδειγμα τα χρήματά μου δεν θα μου έφταναν να αγοράσω ένα αντίστοιχα μεγάλο σπίτι στο Κολωνάκι! Ήρθα στην Ελλάδα για να εγκατασταθώ μόνιμα το 1997, έχο-

ντας μεγαλώσει στο εξωτερικό και ουσιαστικά πάντοτε ένιωθα ξένη στην Αθήνα. Στον Κεραμεικό, ένιωσα οικεία, ήταν ίσως η πρώτη φορά που δεν ένιωθα αποξενωμένη στην πόλη μου. Είναι μια δύσκολη γειτονιά, όταν πριν από τέσσερα χρόνια μετακομίσαμε με την οικογένειά μου εκεί, ήδη τα προβλήματα ήταν μεγάλα. Όμως μαζί με το κλίμα του κινδύνου υπάρχει και μια ανθρώπινη κλίμακα. Μου αρέσουν τα χαμηλά σπίτια με τις αυλές, αλλά και το ότι βρίσκεται κοντά στον αρχαίο κήπο του Κεραμεικού. Έπειτα, αυτή η πολυ-πολιτισμικότητα που συνάντησα, αισθανόμουνα μέρος της. Ήταν σημαντικό για μένα ότι μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα ανθρώπων είχα μια αίσθηση ελευθερίας, μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου. Σημαντικό είναι ότι η περιοχή αυτή αλλάζει, βλέπω μια νέα δυναμική. Δεν είναι μια τελειωμένη γειτονιά, με συγκεκριμένη κατεύθυνση. Κ: Όλοι αυτοί που συνθέτουν το πολυ-πολιτισμικό παζλ που εσείς βρήκατε τόσο ελκυστικό, έχετε σκεφτεί ότι σε λίγο δεν θα μπορούν να πληρώνουν τα ενοίκια σε μια «αναβαθμισμένη γειτονιά»; Με αυτό τον τρόπο δεν εκδιώχνονται οι παλιοί κάτοικοι; Α.Ζ.: Μπορεί να γίνει και αυτό. Ειλικρινά, δεν αντέχω άλλο αυτό το κλισέ, «ήρθαν οι πλούσιοι, θα ανεβάσουν τις τιμές, θα διώξουν τους φτωχούς». Αυτό που βλέπω και βιώνω καθημερινά είναι ότι με τόσες ληστείες και τόση εγληματικότητα στο τέλος θα εκδιωχθούμε όλοι, Έλληνες, μετανάστες, πλούσιοι και φτωχοί, πολλοί είναι με τις βαλίτσες στο χέρι. Τα μαγαζάκια της γειτονιάς κλείνουν, σε λίγο δεν θα είναι περιοχή για κατοικία. Άρα κάτι πρέπει να αλλάξει, είτε από το κράτος είτε με ιδιωτική πρωτοβουλία. Κ: Αυτή η «ιδιωτική πρωτοβουλία» ξυπνάει αντιδράσεις... Ιδιωτική πρωτοβουλία δεν είναι μόνο να αγοράζεις ακίνητα, να τα επισκευάζεις και να τα νοικιάζεις, να κάνεις επιχειρηματικές κινήσεις. Είναι και να καθαρίζεις το πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι σου. Δεν καταλαβαίνω πού είναι το κακό. Κ: Ίσως στο ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία του ενός μπορεί να σημαίνει τη διαμόρφωση μιας νέας σκληρής πραγματικότητας για κάποιον άλλο. Α.Ζ: Αν εγώ φτιάξω το σπίτι μου, η γειτονιά ομορφαίνει. Οι αξίες ανεβαίνουν και το σπίτι της Τουρκάλας που μένει δίπλα παίρνει αξία και ενδεχομένως να μην μπορεί να το πληρώνει πια. Άλλοι φεύγουν, άλλοι έρχονται. Αλλά τι να κάνω; Να μην φτιάξω το

σπίτι μου; Έχουμε μάθει σε μια κουλτούρα της εγκατάλειψης, σε μια παθητική στάση που ανακυκλώνει όλες τις προβληματικές καταστάσεις του παρελθόντος. Λένε όλοι «ας μην κάνω τίποτα, αφού θα με κατηγορήσουν ότι κάτι θέλω να κερδίσω από αυτό». Βρίσκω νοσηρή αυτή την αντίληψη. Ναι, ΟΚ, το σπίτι που αγόρασα έχει τώρα μεγαλύτερη αξία από τότε που το πήρα. Πρέπει να απολογηθώ γι’ αυτό; Και άλλοι παλιοί κάτοικοι με ιδιοκτησίες επωφελούνται. Τι να κάνουμε, κάποιοι κερδίζουν, κάποιοι χάνουν. Ένας επιχειρηματίας που θέλει να επενδύσει, θα έχει κέρδη, αλλιώς γιατί να το κάνει; Αλλά αν αυτό που θέλει είναι καλό για όλους; Αν προχωράει τα πράγματα προς τα μπρος; Λένε «για τους κακούς επιχειρηματίες». Μα δεν είναι η επιχειρηματικότητα από μόνη της κακή. Υπάρχει ο επιχειρηματίας που θέλει να κάνει σκυλάδικα, μπουζούκια, κλαμπ. Και εκείνος που θέλει γκαλερί, ή πρότυπες φοιτητικές εστίες και οικολογικές κατοικίες. Το ίδιο είναι;

Αν εγώ φτιάξω το σπίτι μου, η γειτονιά ομορφαίνει. Οι αξίες ανεβαίνουν και το σπίτι της Τουρκάλας που μένει δίπλα παίρνει αξία και ενδεχομένως να μην μπορεί να το πληρώνει πια. Άλλοι φεύγουν, άλλοι έρχονται. Αλλά τι να κάνω; Κ: Μέχρι ποιο βαθμό όμως μπορούν τα επιχειρηματικά σχέδια κάποιου ή κάποιων να υπαγορεύουν το πώς θα διαμορφωθεί μια γειτονιά; Όταν προσπαθείς να πείσεις τον Δήμο να φτιάξει ακόμα και το ελάχιστο, όπως να καθαρίσει και να φωτίσει σωστά τους δρόμους, ή ζητάς να αστυνομεύεται η περιοχή, υπαγορεύεις πολιτικές; Πολλοί λένε: «ήρθαν οι πλούσιοι στο Μεταξουργείο και θέλουν να το κάνουν Εκάλη.» Μα αν θέλανε να μένουν στην Εκάλη θα μπορούσανε να μείνουν εκεί. Νομίζω ότι οι άνθρωποι που επέλεξαν για τόπο κατοικίας το Μεταξουργείο ή τον Κεραμεικό το επέλεξαν ακριβώς γιατί δεν είναι Εκάλη και σέβονται τον ήδη υπάρχοντα χαρακτήρα της περιοχής.

* Κεραμεικός - Μεταξουργείο Πρότυπη γειτονιά

Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Αφιέρωμα _ Gentrification

36

_Θωμάς Δοξιάδης, Αρχιτέκτων, doxiadis+

Κεραμεικός και Μεταξουργείο. Υποβάθμιση ή συνύπαρξη και δημιουργία;

Βόρεια και Ανατολικά του κέντρου της Αθήνας υπάρχουν δυο γειτονιές που είναι στην ουσία μία, ξεκομμένη σαν νησί από την υπόλοιπη πόλη. Η Πειραιώς, η Ιερά Οδός, η Αχιλλέως και η Κωνσταντινουπόλεως ορίζουν τον Κεραμεικό και το Μεταξουργείο, μια μακρόστενη λωρίδα με μεγάλη ιστορία. Το εκτός των τειχών τμήμα του Δήμου ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. χρησιμοποιόταν για ταφές, και εκεί αναπτύσσονται τα δύο σημαντικότερα νεκροταφεία της Αθήνας: ο Κεραμεικός, και το Δημόσιο Σήμα. Περιβαλλόμενη από τον Ηριδανό Ποταμό, η περιοχή στην πρώιμη αρχαιότητα αποτελείτο από υδροβιότοπους και καλλιεργημένες εκτάσεις, και παρέχοντας την κέραμο έγινε η βάση του αρχαίου δήμου των Κεραμέων και η κοιτίδα της αθηναϊκής κεραμεικής, ύψιστης τέχνης και βασικού εξαγωγικού προϊόντος της αρχαίας Αθήνας. Η μικτή βιοτεχνική και αγροτική ταυτότητα χαρακτήριζε την περιοχή και από τον 19ο αιώνα, όταν έγινε η εγκατάσταση του εργοστασίου μεταξιού που την μετέτρεψαν στην πρώτη εργατική συνοικία της Αθήνας. Λόγω του χαρακτήρα της αυτού, η γειτονιά ήταν πάντα και χώρος εγκατάστασης μεταναστών, που ερχόντουσαν στην Αθήνα για την οικονομική τους επιβίωση. Ως περιοχή μεταναστών υποδέχθηκε από τη δεκαετία του ’80 και μετανάστες που θεωρούνται ξένοι από το ελληνικό σώμα, όπως οι Παλαιστίνιοι, οι μουσουλμάνοι από την Θράκη, και πιο πρόσφατα οι Κινέζοι. Παραδοσιακά οι μετανάστες συνυπήρχαν με τους παλιούς κατοίκους της γειτονιάς, συνθέτοντας ένα –για τα Αθηναϊκά δεδομένα– πολύ-πολιτισμικό ψηφιδωτό. Ο σημερινός χαρακτήρας της γειτονιάς είναι μικτός και ρευστός. Ανατολικά είναι η Ομόνοια, τα ψηλά κτήρια, οι εξαθλιωμένοι οικονομικοί μετανάστες κυρίως από την κεντρική και νότια Ασία. Δυκοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

τικά είναι συνοικίες με νεοκλασικά σπίτια και μικρές πολυκατοικίες, δρόμοι με πλούσια δέντρα, και μια κλίμακα ανθρώπινης μικρής γειτονιάς που σπανίζει πλέον στην Αθήνα. Από το νότο και από δυτικά η περιοχή περικυκλώνεται από τη νυχτερινή ζωή, και κάποια πιο υποψιασμένα μπαρ έχουν ανοίξει στη νοτιο-δυτική πλευρά του Κεραμεικού-Μεταξουργείου. Στη βόρεια πλευρά, επί της Αχιλλέως, διατηρείται σε κάποιο βαθμό ο βιοτεχνικός χαρακτήρας της περιοχής με μηχανουργεία και βουλκανιζατέρ αυτοκινήτων. Και σε ολόκληρη τη γειτονιά κάτοικοι, παλιοί και νέοι, διάσπαρτες λίγες πλέον βιοτεχνίες, πολλά (πάνω από 400) εγκαταλειμμένα κτήρια, νέες γκαλερί, αρχιτεκτονικά και άλλα δημιουργικά γραφεία, αντιστέκονται στην υποβάθμιση και στην κατάκτηση από την εξαθλίωση των ναρκωτικών, και από τις εμπορικές αποθήκες που βρίσκοντας φτηνά νοίκια στο κέντρο της Αθήνας τείνουν να εξοβελίζουν τις κατοικίες. Και η τάση υποβάθμισης είναι πολύ δυνατή, καθώς τα ναρκωτικά και η εγκληματικότητα μετακινούνται ραγδαία από το Γεράνι στην άλλη πλευρά της Πειραιώς, κινδυνεύοντας να δημιουργήσουν κι εδώ ένα άβατο, εξοστρακίζοντας τους κατοίκους και τη συμβιωτική ιστορία της γειτονιάς. 0MEIPVTF

Η δημιουργική αντίσταση όμως υπάρχει, και έχει πολλές μορφές: Κάποιοι συνεχίζουν να ζουν τη ζωή τους και δεν εγκαταλείπουν την περιοχή. Κάποιοι ανακαινίζουν τα παλιά σπίτια και αποφασίζουν να ζήσουν στη γειτονιά με τις οικογένειές τους. Κάποιοι ανοίγουν τα γραφεία τους, τους δημιουργικούς τους χώρους, τις γκαλερί, τα εστιατόρια, επενδύοντας το μέλλον τους στο μέλλον της γειτονιάς. Άλλοι οραματίζονται ότι η γειτονιά μπορεί να γίνει το Αθηναϊκό Soho, όπου θα συνυπάρχουν κατοικίες και γραφεία της νέας δημιουργικής τάξης με χώρους κατανάλωσης και πολιτισμού. Κάποιοι οραματίζονται ότι η γειτονιά

Η μονοκαλλιέργεια καταστρέφει τις άλλες ζωές της πόλης, είτε είναι εμπορική, είτε της νυχτερινής ζωής, είτε συγκεκριμένων οικονομικών ή κοινωνικών ομάδων που θέλουν να επικρατήσουν. Οπότε η πόλη θα μαραζώσει. μπορεί να αποτελέσει το πρότυπο της μελλοντικής Αθήνας, αναπτύσσοντας νέα μοντέλα δημόσιου χώρου, κατοίκησης, και αστικής οικολογίας. Μπρος στην επέλαση της υποβάθμισης, κάποιοι κάτοικοι αντιστέκονται ενεργά, οργανώνοντας ομάδες κατοίκων όχι για να εκδιώξουν τους μετανάστες και τους ναρκομανείς, αλλά για να ανακυκλώσουν σκουπίδια, να φυτέψουν κοινοτικούς κήπους. Το μέλλον του Κεραμεικού και του Μεταξουργείου –όπως και το μέλλον της Αθήνας ολόκληρης– βρίσκεται σε σημείο καμπής. Από τη μία βρίσκεται ο κίνδυνος της μονοκαλλιέργειας. Η όποια μονοκαλλιέργεια καταστρέφει τις άλλες ζωές της πόλης, είτε αυτή η μονοκαλλιέργεια είναι εμπορική, είτε της νυχτερινής ζωής, είτε συγκεκριμένων οικονομικών ή κοινωνικών ομάδων που θέλουν να επικρατήσουν. Οπότε η πόλη θα μαραζώσει. Από την άλλη υπάρχει η ευκαιρία για μια ποικιλότητα, με νέους τρόπους ζωής, παραγωγικούς και συνάμα ανθρώπινους και οικολογικούς. Αν φτιάξουμε μια δυναμική, δημιουργική συνύπαρξη μεταξύ του παλιού και του καινούργιου, θα μπορέσουμε όχι μόνο να κρατήσουμε ζωντανή την πόλη, αλλά να της δώσουμε τη δημιουργική πνοή που της αξίζει.


Gentrification _ Αφιέρωμα _Δημήτρης Αναστασόπουλος

37

Το κλομπ της ανάπλασης «Η ανάπλαση των Εξαρχείων θα ήταν ένα έργο που […] έχοντας ταυτόχρονα την πολιτική βαρύτητα και σημασία, που προσδίδει η υπέρβαση από την κρίση, τα αδιέξοδα, την υποβάθμιση, που μαστίζει το κέντρο και την πολιτική αδυναμία να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί μια χούφτα αναρχικών και ναρκομανών, που δρουν στην Πλατεία. Ένα έργο που θα δικαίωνε στην πράξη όποιον το τολμούσε και επιτύγχανε τη μετρατροπή –επαναφορά της γειτονιάς με νέα εξωραϊσμένη μορφή– χαρακτήρα και τη σύγχρονη αποδεκτή λειτουργία. Θα αποτελούσε ένα πολιτικό μήνυμα με πολλούς αποδέκτες, ένα μοντέλο αντιμετώπισης με πολεοδομικά εργαλεία μιας κοινωνικά μη αποδεκτής κατάστασης». Αυτό είναι ένα απόσπασμα της επιστολής του τότε Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ Ευάγγελου Κουλουμπή στον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου το Μάιο του 1985. Αν στο κείμενο αντικατασταθούν τα «Εξάρχεια» από το «ιστορικό κέντρο» και οι λέξεις «χούφτα αναρχικών» από «ομάδες παράνομων μεταναστών» θα μπορούσε να ισχύει και σήμερα. Γιατί η ανάπλαση που ονειρεύονται οι κυρίαρχοι για το ιστορικό κέντρο είναι ακριβώς η «επαναφορά της γειτονιάς με νέα εξωραϊσμένη μορφή- χαρακτήρα και τη σύγχρονη αποδεκτή λειτουργία». Με άλλα λόγια άλλο ένα γκέτο διασκέδασης όπως διαμορφώνονται τριγύρω με την ταυτόχρονη εκδίωξη των «περιθωριακών εγκληματικών στοιχείων».

Το ιστορικό κέντρο όπως κατέληξαν να ονομάζονται οι γειτονιές πίσω από την Ομόνοια τη δεκαετία του ’80 δεν είχαν καμιά σημασία για το κράτος ή τους επιχειρηματίες. Πέρα από κάποιες ταβέρνες και καφενεία η υπόλοιπη περιοχή ήταν γεμάτη μπουρδέλα, μπαρ με σκυλάδικα στη διαπασών και κονσομασιόν και κάτι μαγαζιά κλεπταποδόχων. Η ανάγκη ανάπλασής του ξεκίνησε τη δεκαετία του ’90, όταν κάποιοι επιτήδειοι και διορατικοί επιχειρηματίες σκέφτηκαν να μεταφέρουν το παράδειγμα του Μανχάταν στο κέντρο της Αθήνας. Αγόρασαν πάμφθηνα μισοερειπωμένα σπίτια και εγκαταλειμμένες βιοτεχνίες και ονειρεύτηκαν να φτιάξουν λοφτ και0MEIPVTF μεζονέτες ανάμεσα σε σούσι μπαρ και ψαγμένα τζαζ στέκια. Η κατάσταση αποπροσανατολίστηκε όταν η γειτονιά του Ψυρρή αντί να γίνει σύμφωνα με τις προσδοκίες τους ένα τουριστικό αξιοθέατο -η συνέχεια της Πλάκας κατά τον Λαλιώτη- και μια ζώνη κατοικίας υψηλών εισοδημάτων κατέληξε μια Ντίσνεϊλαντ για ενήλικες που όλο και επεκτείνονταν. Και με την προσδοκία να γίνει η Αθήνα τουριστικός προορισμός για το 2004 η κατάσταση εκτροχιάστηκε πλήρως.

επενδυτές αγόραζαν προσδοκώντας στην εξάλειψη των τελευταίων περιθωριακών και από την άλλη οι μπάτσοι έσπρωχναν όσους χαλούσαν τη βιτρίνα της πόλης στα στενά κάτω από την Ομόνοια. Παράλληλα, όλοι οι απεγνωσμένοι του Τρίτου Κόσμου, πρόσφυγες των νέων πολέμων στη Μέση Ανατολή και φυγάδες από την πεινασμένη Αφρική συσσωρεύονταν στα ίδια στενά. Η τεχνητή αύξηση της αξίας της γης που τόσο προσδοκούσαν οι επενδυτές δεν πραγματοποιούνταν. Οι νέοι κολασμένοι αποδείχθηκαν ανθεκτικότεροι από τις πεζοδρομήσεις και τα καγκελάκια. Οι τεχνοκράτες απλά δεν έχουν επαφή με τις γειτονιές τις οποίες επιθυμούν να αναπλάσουν.

«Ο καπιταλισμός διαμορφώνει το χώρο» σημείωναν οι Καταστασιακοί τη δεκαετία του ’60. Και είχαν δίκιο. Μόνο που στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, ιδιαίτερα από το 2004 και μετά, ο καπιταλισμός σκόνταψε στις ίδιες του τις αντιφάσεις. Από τη μια οι

Γι’ αυτό, άσχετα με τη ρητορική αυτών που αυτοαποκαλούνται «νέοι κάτοικοι» και την παράξενη συμμαχία δημοτικής αρχής, μεγαλοεργολάβων και μπάτσων, η ανάπλαση του ιστορικού κέντρου δεν φαίνεται να γίνεται πραγματικότητα. Ιδιαίτερα μετά τις εξεγέρσεις στη Βόρεια Αφρική όπου οι πιο ψύχραιμοι αναλυτές εκτιμούν ότι νέα κύματα προσφύγων θα καταφύγουν στην Ευρώπη. Στο κάτω κάτω, όπως μας έμαθε η κρίση του 2008 η καπιταλιστική οικονομία έχει αυτονομηθεί σε βαθμό που κάθε επένδυση είναι υψηλού ρίσκου και βασίζεται σε αστάθμητους παράγοντες. Με άλλα λόγια η επένδυση είναι τζόγος. Και όσοι παίζουν συνήθως χάνουν. Ιδιαίτερα όταν το παιχνίδι τους είναι ένας συνδιασμός απληστίας και καταστολής.

ράδες και ένα ηττημένο. Το… παρκάρισμα! «Ρε σεις, καλά το φτιάξαμε, αλλά πού θα παρκάρουν τα αυτοκίνητα των περιοίκων;»

Σκουπίδια: Πεζοφράγματα που τοποθετεί ο Δήμος για να μην επιτρέπουν τη χρήση των πεζοδρομίων στους εθιμικώ δικαίω καταληψίες. Τους οδηγούς!

Σκούπα: Βολικό στο πάρκινγκ μεταφορικό μέσο μαγισσών. Πλέον χρησιμοποιείται για το ξεπαρκάρισμά τους, (βλ. επιχείρηση-σκούπα, κυνήγι μαγισσών).

Δημότης: Ένας εγωσεβούμενος πολίτης, που βασανίζεται καθημερινά από τα τρία προαιώνια υπαρξιακά ερωτήματα: Πού θα παρκάρω, πόσο μακριά θα πετάξω τα σκουπίδια, πότε θα φύγω απ’ αυτή την κωλοπόλη.

Λεξικό του Διαόλου _του Μάνου Σιφονιού

Η συμβολή της στήλης στο ζήτημα των χώρων στάθμευσης στο κέντρο της Αθήνας. Ελεύθερος δημόσιος χώρος: Κλασικός χώρος παρκαρίσματος. Πλατεία: Χώρος παρκαρίσματος σε κυκλική μορφή. Γκέτο: Χώρος παρκαρίσματος ανθρώπινων ψυχών. Ανάπλαση: Μια πανάκριβη νίκη με χίλιους πατε-

Πεζοδρόμιο: Χώρος που παρκάρει η ανάγκη και σουλατσάρει χυδαιογελώντας η διερχόμενη λαγνεία.


_Άκης Γαβριηλίδης _Άντζελα Δημητρακάκη _Νάνος Βαλαωρίτης _Γιώργος Ζώης _Γιώργος Κοκκινάκος _Ζωή Ν. Κωνσταντοπούλου

‫ةركفم‬ _Λένα Κιτσοπούλου

Τετράδιο

κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011


Τετράδιο _Άκης Γαβριηλίδης

Γραμμές Φυγής

39

Το μεταφορντικό πλήθος στους δρόμους της μετα-αποικίας

Ο Μισέλ Φουκώ υπήρξε ένας από τους στοχαστές που κατεξοχήν συνδέθηκαν με το Μάη του ’68 και με όσα αυτός μας κληροδότησε, θεωρητικά και πρακτικά. Κάτι που είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι ο Φουκώ, το Μάιο –και τους προηγούμενους μήνες– του 1968 δεν βρισκόταν στο Παρίσι, ούτε καν στη Γαλλία. Βρισκόταν στην Τυνησία, διδάσκοντας για δύο χρόνια φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Τύνιδας. Κατά την παραμονή του σε αυτή τη χώρα, την «ευλογημένη από την ιστορία, που είδε ζωντανούς τον Αννίβα και τον Άγιο Αυγουστίνο»1, είδε ο ίδιος «ζωντανή» την έκρηξη ενός φοιτητικού κινήματος, αρκετούς μήνες πριν το αντίστοιχο στη Γαλλία, το οποίο τού προκάλεσε τεράστια εντύπωση και τον οδήγησε να ενδιαφερθεί για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό τόσο άμεσα για την πολιτική και να αναμιχθεί προσωπικά σε αυτήν: για κάποιο διάστημα έκρυβε στο σπίτι του τον πολύγραφο των φοιτητών του, και μετά τους ίδιους τους φοιτητές του, που υφίσταντο την άγρια καταστολή του Μπουργκίμπα. Ως αποτέλεσμα δέχθηκε αρκετές προειδοποιήσεις από την αστυνομία, και μία επίθεση μετά ξυλοδαρμού (κάτι σαν την προ ημερών απαγωγή του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου από την αυτοαποκαλούμενη «αντι»-τρομοκρατική υπηρεσία2). Η ασήμαντη αυτή λεπτομέρεια μπορεί να λειτουργήσει ως υπενθύμιση των «τριχοειδών», απειροελάχιστων κινήσεων μέσα απ’ τις οποίες συντελείται, ακόμα και μέσα στον ύστερο εικοστό αιώνα, ένα «πήγαινε-έλα» (ένα αλισβερίσι, δηλαδή aliş-veriş = δούναι και λαβείν, στη γλώσσα που κάποτε ήταν εν χρήσει τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τυνησία) ανάμεσα στους πολλαπλούς τόπους που συνήθως διαβάζουμε μέσα από το ουσιοκρατικό διώνυμο «Δύση»/«Ανατολή». Η τωρινή επιβλητική ανάδυση του μεταφορντικού πλήθους στους δρόμους της Τύνιδας, του Σίντι Μπου Σαΐντ, και άλλων πόλεων με ονόματα θαρρείς βγαλμένα από σελίδες του Προκόπιου ή στίχους του Καβάφη όπως Καρχηδόνα ή Αλ Μαναστίρ, θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μια γοητευτική

και ασυνείδητη ανταπόδοση ενός δώρου που εξίσου ασυνείδητα δόθηκε τον μακρινό εκείνο Απρίλιο του 1968, κατά την αστάθμητη συνάντηση μεταξύ ενός «νέου αρχειοδίφη» που προσπαθούσε να δραπετεύσει από τον ασφυκτικό πουριτανισμό της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς της Γαλλίας, και μιας πρώτης μεταποικιακής γενιάς φοιτητ(ρι)ών του Μαγκρέμπ που εξεγείρονταν με ιδεολογικές αναφορές τον τροτσκισμό και το μαοϊσμό, πριν τη φαινομενικά ασφυκτική επικράτηση του μωαμεθανικού πουριτανισμού ως «μονόδρομου» για τις κοινωνίες τους. Μιλώντας για την ίδια εποχή, ο Πάολο Βίρνο θα πει αργότερα: Η αποφασιστική εμπειρία της νιότης μου ήταν η επαναστατική πάλη σε μια ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα […], με ήδη υψηλό ποσοστό σχολικής εκπαίδευσης. Δεν πήρα μέρος σε κάποια εξέγερση ενάντια στη φτώχεια ή τη δικτατορία, αλλά σε μια ριζοσπαστική σύγκρουση που στόχευε στην κατάργηση αυτής της σύγχρονης μορφής βαρβαρότητας: της μισθωτής εργασίας. Δεν ήμασταν «τριτοκοσμιστές» αλλά «αμερικανιστές». Παλεύοντας στη FIAT του Τορίνο, σκεφτόμασταν το Ντιτρόιτ, όχι την Κούβα ή το Αλγέρι3. Η σημασία της τυνησιακής επανάστασης, της πρώτης μετά από δεκαετίες σε μια αραβική ή σε μια μεσογειακή χώρα, είναι ότι ξαναπιάνει αυτό το νήμα που φαινόταν οριστικά χαμένο, και δείχνει ότι πλέον όχι μόνο το «Τορίνο», αλλά και το ίδιο το «Αλγέρι» μπορεί να σκέφτεται τα αντίστοιχα σημερινά «Ντιτρόιτ». όχι μόνο να τα σκέφτεται αλλά να είναι το ίδιο ένα τέτοιο εργαστήριο πειραματισμού για την έξοδο από τη «σύγχρονη μορφή βαρβαρότητας». Οι ημιαπασχολούμενοι πτυχιούχοι, οι πλανόδιοι πωλητές του παζαριού, οι σερβιτόροι και ξενοδοχοϋπάλληλοι, οι δικαστές με τις τηβέννους, οι γυναίκες με τα ξέσκεπα ή και με τα σκεπασμένα μαλλιά, που βγή-

καν στους δρόμους, δεν αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία, την απο-αποικιοποίηση, το εθνικόκοινωνικό κράτος ως ένα «πρώτο βήμα για το σοσιαλισμό» . αυτό που πυροδοτούσε την επιθυμία τους, αρχικός όσο και τελικός στόχος –και ταυτόχρονα εργαλείο– της εξόδου τους, ήταν η ίδια η ζωή: η επικοινωνία, οι διαθετικές-γλωσσικές δε-

Η σημασία της τυνησιακής επανάστασης, της πρώτης μετά από δεκαετίες σε μια αραβική ή σε μια μεσογειακή χώρα, είναι ότι ξαναπιάνει αυτό το νήμα που φαινόταν οριστικά χαμένο. ξιότητες, η κινητικότητα – και φυσικά το Ίντερνετ, το twitter, τα κινητά, τα οποία δεν χρειάζεται να κρύβουν όπως οι προκάτοχοί τους τον πολύγραφο, διότι είναι τόσα πολλά και διάχυτα που κανείς «ηγεμών εκ δυτικής Λιβύης» δεν μπαίνει καν στον κόπο να τα ψάξει. Από αυτή την άποψη, ο τυνησιακός Δεκέμβρης/Γενάρης είναι εμφανώς πρώτο ξαδερφάκι του προπέρσινου ελληνικού. De nobis fabula narratur, όπως θα έλεγε ο Σκιπίων ο Αφρικανός …

1

Λόγια που απηύθυνε ο Φουκώ στη συνάδελφό του Jelila Hafsia (βλ. Ντιντιέ Εριμπόν, Μισέλ Φουκώ. Φιλόσοφος, δανδής και ταραξίας, Lector, Αθήνα 2009, σ. 227).

2 http://rednotebook.gr/details.php?id=1454. 3 «Μεταφορντισμός – ηθική – πολιτική», συνέντευξη δημοσιευμένη στα ελληνικά στο περιοδικό Πανοπτικόν τ.9

Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Τετράδιο 40

_Άντζελα Δημητρακάκη

Ό, τι είναι σταθερό κλονίζεται

Σημειώσεις για μια φιλοσοφία της απεργίας

Όπως είναι γνωστό, ο περίφημος επαναστατικός Μάης του ’68 υπήρξε στην πραγματικότητα μια μεγάλη απεργία. Μια γενική απεργία συνυφασμένη με, και μυθοποιημένη μέσα από, την παράλληλη φοιτητική εξέγερση. Μπορούμε να διαφωνούμε στον αιώνα των αιώνων για το αν η απεργία εκείνη –κατά πως λέγεται με έντεκα εκατομμύρια εργαζόμενους για δύο βδομάδες– ήταν επιτυχής ή όχι. Επιτυχής ή όχι, στα σίγουρα βιώθηκε και κληροδοτήθηκε ως μία μυθική στιγμή που καθόρισε το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα. Αυτό από μόνο του είναι αρκετά σημαντικό. Η ιστορία της απεργίας δεν είναι μια πληκτική αφήγηση της ιστορίας των εργασιακών σχέσεων – αντίθετα, φαίνεται να αποτελεί μέρος ιστορικών στιγμών όπου η πεζότητα των γεγονότων ανατρέπεται από την καταιγιστική ανάγκη της συμμετοχής στο μυθικό. Η σύγχρονη τέχνη φαίνεται να επιβεβαιώνει μια τέτοια υπόθεση. Γεννημένος το 1963, ο Βρετανός Τζέρεμι Ντέλερ γνώρισε τη θρυλική απεργία των βρετανών ανθρακωρύχων κατά τη δεκαετία του ’80 αρχικά μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης –τηλεόραση κι εφημερίδες– πολύ πριν γίνει καλλιτέχνης. Σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, οργανώνει ένα διαδραστικό έργο που τιτλοφορείται «Η μάχη του Orgreave» (The Battle of Orgreave), με στόχο τον ιδεολογικό απεγκλωβισμό της ιστορικής αναμέτρησης των ανθρακωρύχων και της θατσερικής αστυνομίας από τη στρεβλωτική καταγραφή τους ως θεαματικό γεγονός των ΜΜΕ. Μετά από έρευνα ενός χρόνου στην κατεστραμμένη εδώ και δεκαετίες κοινότητα των ανθρακωρύχων, συγκεντρώνει τους πρωταγωνιστές μιας ημέρας πάλης και ήττας (της 17ης Ιουνίου 1984) για να αναβιώσουν τα συμβάντα: πρώην ανθρακωρύχοι, πρώην αντίπαλοι αστυνομικοί, μέλη συλλόγων που κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

ερασιτεχνικά ανασυστήνουν αυτό που λέμε «μεγάλες μάχες του παρελθόντος» – όλοι αυτοί μαζεύονται στον τόπο του εγκλήματος, πεισμένοι (από τον καλλιτέχνη) ότι η αναβίωση της μάχης θα αποβεί θεραπευτική. Ψυχές και σώματα βγάζουν το άχτι τους μέσα από μία μορφή συμμετοχικής τέχνης που στα ελληνικά μεταφράζεται υπέροχα: παροντοποίηση. Τι είναι αυτό που παραντοποιείται, αν όχι αγώνες, ενοχές και η υποψία ότι η ιστορία του καπιταλισμού τον εικοστό αιώνα μπορεί να εκληφθεί ως μια μηχανή αθρόας παραγωγής ανεπιθύμητων παραγωγικών υποκείμενων; Tο έργο του Ντέλερ αποκτά ιδιαίτερη αίγλη στην αυγή ενός νέου καπιταλισμού όπου η πλειοψηφία των εργαζομένων είναι πιθανόν, εξαιρετικά πιθανόν, να νιώσει κάποια στιγμή περιττή. Αυτή η αίσθηση ότι οι δυνατότητες του κάθε ανθρώπου να παράγει κοινωνικά και οικονομικά χρήσιμο έργο –αν θελήσουμε να δούμε την εργασία στην πρωταρχική της διάσταση– τίθενται υπό αμφισβήτηση είναι ασφαλώς ψυχολογικά συντριπτική. Και όταν η απεργία, ως προσωρινή αποχή από την παραγωγή έργου, αποτελεί πλέον τον μόνο τρόπο διαμαρτυρίας υπέρ του συλλογικού και ατομικού δικαιώματος στην εργασία, αυτό που κυρίως καταγράφεται είναι η νοσηρότητα των οικονομικών δομών της κοινωνίας όπου αυτό συμβαίνει. Η ιστορία της απεργίας επικαλύπτει την ιστορία του καπιταλισμού, καθώς χάνεται στις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας. Συχνά αιματηρές, απαιτώντας συχνά ακραίες θυσίες από όσους μετέχουν σε αυτές, όχι πάντα επιτυχείς αλλά ούτε πάντα ανεπιτυχείς, οι απεργίες στο σύνολό τους δομούν κυρίως μια συνεχή ιστορία αντίστασης στην αποδοχή της εκμετάλλευσης και, παραδόξως, αποτελούν πάντα παρακαταθήκη αγωνιστικής δράσης ανεξάρτητα από την έκβασή τους. Συνοψιζόμενες στο μότο «ήμα-

Όταν η απεργία αποτελεί πλέον τον μόνο τρόπο διαμαρτυρίας υπέρ του δικαιώματος στην εργασία, αυτό που κυρίως καταγράφεται είναι η νοσηρότητα των οικονομικών δομών της κοινωνίας όπου αυτό συμβαίνει. σταν εκεί και παλέψαμε» παρά στο «παλέψαμε και νικήσαμε», διανοίγουν οδούς μελλοντικής δράσης, αμφισβητώντας και ενίοτε ανατρέποντας το αίσθημα έκπτωσης και περιθωριοποίησης που γεννά κατ’ επανάληψη η απαξιωτική καπιταλιστική εργασιακή λογική. Η απεργία άρα κάθε άλλο παρά αποτελεί αντικοινωνική πρακτική. Αντίθετα, η κοινωνική της συνεισφορά εκτείνεται πέρα από την αμεσότητα και τον πραγματισμό των όποιων συγκεκριμένων διεκδικήσεων σε μια σχεδόν απαράμιλλη σύζευξη του ιστορικού και του μυθικού, από την οποία μόνο οι ιδεολογικά περισσότερο καταβεβλημένες και ηττοπαθείς ομάδες εργαζομένων (συχνά οι αστυνομικοί) δύνανται να απέχουν. Στην παρούσα, εργασιακά άθλια ιστορική συγκυρία, και πέρα από συγκεκριμένους, απτούς στόχους, η απεργία αναδεικνύεται σε μία φιλοσοφία εδάφους, προτείνοντας μια πρακτική κριτική της καπιταλιστικής ρητορικής. Αν η τελευταία πείθει κυβερνήσεις ότι ο αποκλεισμός πολιτών από την εργασία είναι η μόνη λύση για το κοινωνικό καλό, η απεργία υπενθυμίζει ότι η συμμετοχή των πολιτών στην παραγωγή έργου είναι η βάση της ύπαρξης κοινωνίας κατ’ αρχήν.


Τετράδιο Μινεράλια

_Νάνος Βαλαωρίτης

41

ς υ ο θ ά β υ ο τ ή ς υ ο ψ Του ύ Ο ΟΜΗΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ

Από τις πιο μυστηριώδεις μορφές που ακόμα και σήμερα μετά από 2500 χρόνια κρύβονται είναι ο Όμηρος ο πασίγνωστος άγνωστος κάτι σαν τον William Shakespeare που τόσο αμφισβητήθηκε η ταυτότητά του. Πιο δικαιολογημένα ο Όμηρος να αμφισβητήθηκε παρά ο Σαίξπηρ, αφού χάνεται μέσα στη μυθική περίοδο του όγδοου αιώνα π.Χ. Ο Όμηρος κρύφτηκε μια για πάντα παρόλο που τον ονόμαζαν ποιητή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Το ομηρικό ζήτημα πήρε τέτοιες τερατώδεις διαστάσεις στον 19ο αιώνα όταν διαμελίστηκαν τα δύο έπη από τους ερευνητές και ο ίδιος επίσης, ενώ εφτά πόλεις τον διεκδικούσαν. Στην ελληνιστική εποχή τρεις επιφανείς σχολιαστές τον γύρευαν per terra per mare στα χειρόγραφα της εποχής. Ή και σε παλιότερες εποχές. O Ζηνόδοτος, o Αριστοφάνης και ο Αρίσταρχος. Αλλά πίσω από τους παπύρους επέμενε να κρύβεται έτσι που άρχισαν να μπερδεύονται και οι ίδιοι γυρεύοντας αυτή τη φορά το αυθεντικό κείμενο. Ένα τελικό παρουσιάστηκε μόνο με τον βυζαντινό κώδικα τον Venetus Α, γεμάτο παραπλήσια σχόλια. Εγώ προσωπικά άρχισα να τον γυρεύω στην Καλιφόρνια περίπου το 1970, όταν βρέθηκα εκεί, με τη χούντα στην Ελλάδα, και είδα τον Όμηρο σαν ένα πάτημα να μην την ξεχάσω την Ιθάκη μου, και βυθίστηκα ως το λαιμό διαβάζοντας σαν ερασιτέχνης φιλόλογος-ποιητής το κείμενο με όλες τις δυσκολίες που είχε. Θυμήθηκα όμως τον αείμνηστο ομηριστή και δάσκαλό μου στο Πανεπιστήμιο τον Ιωάννη Κακριδή, που έλεγε ότι ο Όμηρος είχε ένα παρατακτικό ύφος χωρίς πολλές υποτακτικές προτάσεις, και γι’αυτό έμοιαζε με τα δημοτικά μας, τον Μακρυγιάννη, και τα Χρονικά σε απλή γλώσσα. Πράγματι όταν παρακολουθείς την αφήγησή του δεν μένει παρά το λεξιλόγιο και η γραμματική δυσκολία. Επίσης θυμήθηκα τον Σεφέρη που διάβαζε συχνά μερικά κομμάτια από τον Όμηρο για να μην ξεχνάει την αίσθηση του κόσμου που δίνουν τα ομηρικά κείμενα. Πόση όμως ήταν η έκπληξή μου όταν διαβάζοντας ανακάλυψα πως οι αλφαβητικοί τίτλοι ήταν ένας κωδικός για τα κύρια θέματα των ραψωδιών

ΑΛΦΑΒΗΤΟ

με το ακροφωνικό σύστημα. Δεν μπορούσα να πιστέψω τα μάτια μου. Μιας και σκέφθηκα το τέχνασμα επαληθεύονταν με την ανάγνωση με πολύ λίγες δυσκολίες. Τόσο απλό ήταν που δεν το παρατήρησε κανένας. Κρυβόταν και αυτό πίσω από το πλούσιο λεξιλόγιο έτσι ώστε οι επιλεγμένες λέξεις που άρχιζαν με το γράμμα του τίτλου της ραψωδίας να δομούν το κύριο θέμα της. Πρώτο με έπεισε το Γάμμα της Ιλιάδας που αφορά στο ρόλο της γυναίκας στο έπος. Γυνή, η μονομαχία για την Ελένη, η Αφροδίτη, οι γέροντες της Τροίας, και παράλληλα στην Οδύσσεια μόνον ο πιο γέροντας βασιλιάς , ο Νέστωρ. Στην αρχή νόμιζα ότι έβλεπα ένα μιράζ, μια οπτασία δικής μου εφεύρεσης αλλά όταν άρχισε να επαληθεύεται με τους παραλληλισμούς της Οδύσσειας, άρχισα κι εγώ να πιστεύω ότι δεν ήταν τυχαίο ούτε εμβόλιμο το αλφάβητο στους τίτλους, ούτε επρόκειτο για αρίθμηση αλλά σύμβολα των επιλεγμένων θεμάτων-λέξεων. Το αποτέλεσμα αυτό είχε την επικύρωση ότι τα δύο ποιήματα είναι οργανικά σύνολα ενιαία το καθένα και δεν μπορεί να τους αφαιρέσεις τίποτα. Δεν εννοώ μια λέξη εδώ και εκεί ή ένα στίχο ίσως εμβόλιμο αλλά ολόκληρες ραψωδίες όπως η Κάππα της Ιλιάδας. ή η Ωμέγα και διάφορα άλλα εκτεταμένα κομμάτια. Αυτό που κρυβόταν πίσω από τους αλφαβητικούς τίτλους ούτε λίγο ούτε πολύ ήταν ο ίδιος ο ποιητής που το συνέθεσε. Μόνον αυτός θα μπορούσε να ορίσει τη σειρά των επεισοδίων με αυτόν τον τόσο απροσδόκητο τρόπο. Και ούτε κανένας ομηρίδης ή μεταγενέστερος φιλόλογος θα μπορούσε να το είχε κάνει είτε αλεξανδρινός ή προγενέστερος. Η διαίσθηση ότι πρόκειται για έργο ενός ποιητή παρόλο που τα υλικά ανήκουν πιθανόν σε έναν προηγούμενο προφορικό κύκλο είναι το συμπέρασμα και πολλών νεότερων ομηριστών, με διαφορετικές προσβάσεις και γνώμες για τη διαίρεση των ποιημάτων σε ραψωδίες που αποδεικνύεται με αυτόν τον τρόπο πως έγιναν από τον ίδιο τον ποιητή. Αλφαβητικά ποιήματα δεν λείπουν από μας, το Αλφάβητο της Αγάπης από τη Ρόδο και ο 26ος Ψαλμός του Δαβιδ και από τους Κέλτες Ιρλανδούς του Άμεργκιν, και του Ουαλού Ταλιέσιν, διάσημα ποιήματα –αυτοί που επίσης αγαπούσαν να κρύβονται. Μόνο ίσως ο Αριστοφάνης όταν αναφέρεται στους επικούς ποιητές υποπτεύθηκε κάτι, κοροι-

δεύοντάς τους για τα μυστικά τους. Η μυστική μας παράδοση έχει μεγάλο παρελθόν πολύ πριν από την ΚΥΠ και άλλες μυστικές υπηρεσίες και ομάδες όπως οι μασόνοι, οι αλχημιστές, και ποιος ξέρει ποιοι ακόμα που δεν γνωρίζουμε. Όμως γνωρίζουμε ότι τα αλφάβητα ήταν το κτήμα των ολίγων γραφέων, ιερέων, ποιητών, μια γραμματισμένη κάστα που διέδιδε ότι ήταν δώρο των θεών, όπως ο Ερμής εξ ου και η λέξη ερμητικός που σήμαινε σκοτεινός απ’τον Ερμή τον Τρισμέγιστο. Στην Αίγυπτο επίσης, υπήρχε μια φιλοσοφία συγγενική με την αλχημεία. Ο Θοτ, ήταν ο θεός της γραφής των Αιγυπτίων, ο Γκανέσα, ο ελεφάντινος θεός της γραφής των Ινδών, η Κάλι είχε περιδέραιο τα σανσκριτικά γράμματα, η εβραϊκή Καμπάλα δίδασκε ότι το αλφάβητο είχε δημιουργήσει τον κόσμο. Για μας είναι απλώς φωνήματα αλλά όχι για τους αρχαϊκούς λαούς. Ήταν ιερά και είχαν μαγικές ιδιότητες. Γιατί λοιπόν να μην ήταν το ίδιο για τον Όμηρο και τον κύκλο του; Αυτά ή τα αγνόησαν ή τα λησμόνησαν οι αρχαίοι γραμματικοί που προηγούνται των δικών μας, όταν γενικεύτηκε η γραφή. Όταν λοιπόν διαβάζουμε τους υπέροχους στίχους του Ομήρου που δεν έπεισαν πολλούς δυτικούς φιλόλογους ότι άξιζαν, και κατατεμάχιζαν τα ομηρικά έπη και τον ίδιο τον Όμηρο, ιδίως Γερμανοί αλλά όχι μόνο, τα σύννεφα του Ομηρικού ζητήματος γεννούσαν πάθη αλλά όχι πάντα κατανόηση. Βέβαια και σήμερα επικρατεί αμφιβολία για τη γέννηση και μοίρα των κειμένων. Αλλά και για τι πράγμα δεν υπάρχουν αμφιβολίες στην εποχή μας; Γνωρίζουμε άραγε ποιοι είμαστε και ποιος είναι ο γείτονάς μας, ο άλλος μας; Και τι μας συγκινεί αληθινά; Πάντως ένα μυστικό τόσο φανερό που έμεινε αόρατο ή κρυμμένο για δυόμισι χιλιάδες χρόνια είναι ρεκόρ στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Σημ. Το βιβλίο μου με τον ίδιο τίτλο, για περισσότερες λεπτομέρειες, κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία (έκδοση της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης).

(Συνεχίζεται) Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Τετράδιο 42

_Γιώργος Ζώης

Κερατέα Will Not Be Televised.

«Από τις 31 Δεκεμβρίου του 2010 όλοι οι τιμωρημένοι με πειθαρχικές ποινές ένστολοι των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας απαλλάσσονται από τις μέχρι τότε επιβληθήσες ποινές τους» Ανακοίνωση της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Η βία των ενστόλων, ψυχολογική και σωματική, από τα ακριτικά στρατόπεδα μέχρι την πλατεία Συντάγματος, από τις παρελάσεις μέχρι τις πορείες, από τα στρατιωτικά γραφεία μέχρι τα αστυνομικά κελιά, έλαβε χάρη. Το τελευταίο φύλλο συκής της δημοκρατίας έπεσε, φανερώνοντας τα πραγματικά της γενετήσια όργανα: τα όργανα της τάξης της. Κερατέα Will Not Be Televised. Ένας στρατός κατοχής εναλάσσεται με βάρδιες από την Αθήνα. Εκπροσωπεί την κατασκευάστρια εταιρεία που διεκδικεί το πιο επικερδές σύγχρονο προϊόν: τα σκουπίδια. Στην Κερατέα γράφεται η σύγχρονη ιστορία. Κάτοικοι στα όπλα. Αντιασφυξιογόνες μάσκες στις τσάντες με τα ψώνια, πέτρες σε γυμνά χέρια, μολότοφ χωρίς κουκούλες. Το χάσμα γενεών γεφυρώνεται στα οδοφράγματα. Η σύγκρουση ως μορφή αντίστασης. Η αυτόματη καταδίκη της σύγκρουσης είναι το ίδιο ανόητη με την αρμονική θεωρία της συνύπαρξης των τάξεων. Προέρχεται από τα φοβισμένα αντανακλαστικά συνταξιούχων διανοούμενων, εισοδηματιών καλλιτεχνών, ξελιγωμένων αρθρογράφων και ρυτιδιασμένων παρουσιαστών που αγωνιούν να εξασφαλίσουν μικρότερα κουρέματα παχυλών μισθών και επιχορηγήσεων. Η πένα τους μούλιασε, τα χείλη τους ματώσαν, οι φωνές τους βράχνιασαν. Απλά ζητιανεύουν δημόσια, ατομική αστυνομική προστασία. Η βασική ιστορική αντίθεση είναι εδώ ξανά: φτωχοί εναντίον πλουσίων. Το τέλος της Ιστορίας τελείωσε. κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

Η ουρά της πορείας έγινε η πορεία. Οι δεκάδες γνωστοί άγνωστοι έγιναν χιλιάδες άγνωστοι γνωστοί. Τα πιτσιρίκια χουλιγκάνια έγιναν εξαγριωμένοι παπούδες. Τις μολότοφ δεν τις πετάνε εξωγήινοι. Είναι μαθητές, μεταπτυχιακοί, άνεργοι, εργαζόμενοι, δάσκαλοι, μετανάστες και Έλληνες. Ας σταματήσουμε να είμαστε ηδονοβλεψίες συγκρούσεων και απαθείς θεατές στα παραπάνω στενά. Οι συγκρούσεις δεν είναι συναυλίες για να τραβάμε με τα κινητά μας, δεν είναι live σινεμά για να παρακολουθούμε με ασφάλεια, δεν είναι θέατρο του δρόμου για να χειροκροτούμε τους ηθοποιούς. Η Κερατέα μάς μαθαίνει τον συνεχή χωροχρόνο. Η προσυγκέντρωση ξεκινά από τα δωμάτιά μας, τα σπίτια μας, τις γειτονιές μας. Το τέλος της πορείας πρέπει να είναι η αρχή μιας άλλης. Το άνοιγμα μιας λεωφόρου πρέπει να σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός στενού. Καμία επιστροφή στα προάστια, καμία ανασκόπηση στα καφέ, καμία θέαση της παρουσίασης των τηλεοπτικών ειδήσεων. Οι πραγματικές ειδήσεις παρακολουθούνται ταυτόχρονα από αυτούς που τις δημιουργούν. Δεν έχει νόημα η αναμονή και πραγματοποίηση μιας πορείας ανά δύο μήνες ώστε να ικανοποιούμε το εξεγερτικό μας απωθημένο. Ξεσπάμε σπάζοντας και μετά σπάμε ξεσπασμένοι. Γινόμαστε η βαλβίδα που αφαιρεί την πίεση, ξεφυσάμε την οργή μας στον αέρα, σβήνουμε το μάτι που καίει από κάτω μας. Είναι σαν το κάλεσμα της πορείας να γίνεται από το ίδιο το κράτος. Η χρονική συνέχεια στην Κερατέα κάνει τη διαφορά. Κάθε μέρα και νύχτα ο δρόμος κατοικείται. Μια πορεία χωρίς πορεία. Η δημοκρατία αυτοκτόνησε. Το πριν τελείωσε και το μετά ξεκίνησε. Το μόνο που μένει είναι το τώρα. Και θα αντιστεκόμαστε, ακόμη και με βία, χωρίς

καμία ενοχή. Νικήσατε ιδεολογικά χτίζοντας στην οικονομική βάση. Τώρα που καταρρέετε οικονομικά, γκρεμίζεστε ιδεολογικά. Παίζετε το τελευταίο σας χαρτί: δεν έχετε όνειρα να πουλήσετε και προσφέρετε υπηρεσίες για την αποφυγή του εφιάλτη. Είναι το τελευταίο σας επενδυτικό προϊόν που ρίξατε στην ιδεολογική αγορά. Μας καλείτε να σας εμπιστευθούμε για να διώξετε τον εφιάλτη μακριά. Σας πιστεύουμε. Έχετε μεταφέρει τα χρήματά σας, έχετε κλειδώσει τις επαύλες σας, έχετε βγάλει τα εισιτήρια διαφυγής. Αλλά ο πλούτος δεν είστε εσείς, είμαστε εμείς. Μια μικρή μετατόπιση λίγων δεκάδων μέτρων είναι αρκετή. Από το δρόμο στα κτήρια λήψης αποφάσεων. Η κατάληψη είναι πάντα θέμα κάλυψης κυβικών μέτρων από έναν απόλυτα προσδιοριζόμενο αριθμό ανθρωπίνων σωμάτων. Και εάν ο όγκος καλυφθεί, τότε μόνο το ολοκλήρωμα στο χρόνο θα δείξει αν το εγχείρημα πραγματικά θα πετύχει. Η σύγκρουση δεν είναι ούτε λύση, ούτε αυτοσκοπός, ούτε η αιτία. Η σύγκρουση είναι το μέσο έκφρασης. Σε όσους ρωτάνε και τι θα γίνει; απαντάμε γίνεται. Σε όσους ρωτάνε και τι έγινε; απαντάμε γίνεται. Σε όσους ρωτάνε και τι γίνεται; απαντάμε ιστορία. Γιατί η ιστορία δεν μετριέται με μέρες αλλά με αιώνες. Γιατί όσα γίνονται τώρα δεν είναι παρά σημεία στην αναπάντεχη εξέλιξή της. Και μόλις αντιληφθούμε ότι γίνεται ιστορία, το επόμενο βήμα είναι να αντιληφθούμε ότι δεν υπάρχει ιστορία αλλά ιστορικοί. Και είσαι τυχερός αν γίνεις ιστορικός του παρόντος. Η διεκδίκηση των χώρων λήψης αποφάσεων δεν είναι η κατάληξη, είναι η αφετηρία. Η σύγκρουση δεν θα είναι η τελευταία λέξη, θα είναι η πρώτη. Με την προσδοκία η πρώτη να είναι και η τελευταία.


Τετράδιο 43

Γιάννης Καραμπάτσος Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Τετράδιο 44

_Γιώργος Κοκκινάκος

Λαβύρινθος της Λογικής

Κυριακή πρωί στο ψυχιατρείο Χανίων (πριν χρόνια όταν ακόμα λειτουργούσε) και όλα είναι έτοιμα για την υποδοχή του κ. υπουργού. Η Διοίκηση του ψυχιατρείου, η Διευθύνουσα της Νοσηλευτικής Υπηρεσίας, το προσωπικό, όλοι στα πόστα τους. Έχει γίνει η απαραίτητη καθαριότητα, έχουν ασβεστωθεί τα πεζοδρόμια-σημάδι άφιξης κάποιου επίσημου-έχει προσεχθεί το φαγητό. Οι κάδοι σκουπιδιών είναι καθαροί, έχουν λυθεί οι καθηλωμένοι και όλα έχουν τακτοποιηθεί για να μην ενοχληθεί ο κ. υπουργός.

λά χρόνια είπε στον υπουργό, όταν την επεσκέφθη στο δωμάτιο της, θέλοντας να δείξει πόσο «κοντά» στους πάσχοντες ανθρώπους είναι : «Να μας επισκέπτεσθε πιο συχνά κ. υπουργέ, διότι μόνον τότε μας αλλάζουν την προηγούμενη και έχουμε καθαρά σεντόνια!!». Κι έμειναν όλοι σύξυλοι. Ολόκληρη η παράσταση, το σκηνικό έτσι όπως με κόπο είχε στηθεί, ακαριαία κατέρρευσε. Η υποκρισία ηττήθηκε κατά κράτος από την αφοπλιστική ειλικρίνεια της Δέσποινας. Αμηχανία, υπερκινητικότητα, άγχος και νευρικότητα απλώθηκε στον υπουργό και σε όλους στους παριστάμενους.

Οι παραμυθάνθρωποι Ας λένε τα πουλιά στα πλάγια πως είναι Απρίλης. Το λένε τα πουλιά και οι έρωτες των άλλων. Εμένα μ’ εξαπατούνε οι θεοί κάθε που αλλάζει ο καιρός κάθε που δεν αλλάζει Κ. Δημουλά

«Ας φανταστούμε λοιπόν έναν άνθρωπο που του έχουν στερήσει τα αγαπημένα του πρόσωπα και του έχουν πάρει ακόμα το σπίτι του και τα ρούχα του, που τον έχουν απομακρύνει από τις συνήθειές του, απ’ τα πάντα, από οτιδήποτε είχε στην κατοχή του. Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα κενό, τον έχουν ρίξει σε έναν τόπο ποτού και στέρησης. Έχει ξεχάσει την αξιοπρέπεια και τα προνόμιά του γιατί συμβαίνει συχνά σ’ αυτόν που έχει χάσει τα πάντα να χάνει και τον εαυτό του». Το απόσπασμα αυτό παραπέμπει στο Άσυλο και στη ζωή ενός εγκλείστου σ’ αυτό, δεν είναι δυστυχώς περιγραφή για το ψυχιατρείο αλλά για στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το Άουσβιτς. Είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Primo Levi «Αν αυτό είναι άνθρωπος». Ο ίδιος βέβαια υπήρξε κρατούμενος στο στρατόπεδο, όμως αποδίδει πιστά την εικόνα εκείνου που βρίσκεται έγκλειστος σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα και αναδύεται η στενή σχέση στρατοπέδου, Ασύλου, φυλακής και οποιουδήποτε κλειστού, «ολοπαγούς» ιδρύματος. Σε ένα τέτοιο ίδρυμα η κρατική εξουσία έπρεπε να πάει για «επιθεώρηση».

κοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

Στην «επιθεώρηση» όλα θα πρέπει να γίνουν τέλεια. Ο κ. υπουργός να ικανοποιηθεί και το προσωπικό σε έναν ικανοποιημένο υπουργό μπορεί να υποβάλει και τα συντεχνιακά του αιτήματα. Τέλος θα αποχωρήσει με τις καθιερωμένες δηλώσεις στην τηλεόραση και η παράσταση θα πάρει τέλος. Ο Μανώλης (έγκλειστος για πολλά χρόνια στο ψυχιατρείο) όταν του ζήτησα να σχολιάσει το γεγονός, μου είπε: «Και ήρθαν οι παραμυθάνθρωποι και μας είπαν κάτι παραμυθόλογα πως εδώ λέει θα γίνει παραμυθονοσοκομείο. Κι ύστερα έφαγαν, ήπιαν κι έφυγαν. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα…» Και η Δέσποινα, μια έγκλειστη ασθενής επίσης για πολ-

Σε έναν χώρο στρατοπεδικής διαβίωσης η «επιθεώρηση» μας έλειπε. Σε έναν χώρο όπου περιορίζονται και καταπατώνται προσωπικά δικαιώματα και ελευθερίες, όπου η αυθαιρεσίες διοικητικής, νοσηλευτικής και ψυχιατρικής εξουσίας βρίθουν, όπου η αλλοτρίωση και η αποξένωση ρίχνουν τους εγκλείστους στην απελπισία και τον ιδρυματισμό, το υποκριτικό ενδιαφέρον του υπουργού μάς έλειπε. Απλώς το τηλεοπτικό «ενδιαφέρον» για τα Άσυλα είναι ένα εμπόρευμα με το οποίο κερδοσκοπούν οι πολιτικοί, διότι είναι ένα εμπόρευμα που το αγοράζουν τσάμπα και το μοσχοπουλούν. Το εμπόριο ελπίδων έτσι κι αλλιώς αποφέρει πάντα μεγάλα κέρδη…


Τετράδιο _Ζωή Ν. Κωνσταντοπούλου*

45

Η Θέμις στη χώρα των τεράτων…

Ο δικηγόρος δεν πρέπει, λέει, να κάνει δηλώσεις για υποθέσεις που χειρίζεται. Είναι πειθαρχικό αδίκημα. Είναι, όμως, και συνταγματικό δικαίωμα. Και, στην εποχή μας πια, θα έπρεπε να θεωρείται ύψιστο δημοκρατικό καθήκον. Γιατί ολοένα και περισσότερο τείνουν να παραβιάζονται οι θεμελιώδεις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης. Ολοένα και περισσότερο ψηφίζονται νόμοι που καταργούν τη δημοσιότητα των δικών και ευνοούν την αυθαιρεσία. Ολοένα και περισσότερο διεξάγονται δίκες στις οποίες αδυνατείς να αναγνωρίσεις την εφαρμογή οποιουδήποτε έστω στοιχειώδους νομικού και δικονομικού κανόνα, αλλά και να ταυτίσεις τον δικάζοντα δικαστή με τον νηφάλιο και απροσωπόληπτο κριτή που επιβάλλει η δικονομία. Ίσως αυτό να εξηγεί για ποιο λόγο, ενώ από το έτος 2005 ψηφίσθηκε νόμος που προβλέπει τη μαγνητοφώνηση των δικών και την τήρηση μαγνητοφωνημένου αρχείου πρακτικών, ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται ποτέ. «Έχουν γνώση η φύλακες» ότι, αν καταγράφονται μαγνητοφωνημένα αυτά που πράγματι λέγονται στις δικαστικές αίθουσες από πολλούς δικαστές και εισαγγελείς, θα καταρρεύσει το ούτως ή άλλως μετέωρο οικοδόμημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Για τον ίδιο λόγο άλλωστε έχει διά νόμου απαγορευθεί πλέον η μαγνητοσκόπηση των δικών. Έχουν και

πάλι γνώση η φύλακες ότι η εικόνα και μόνο της απονομής της Δικαιοσύνης, συχνά κοιμώμενων ή αδιάφορων δικαστών, δικαστών που από έδρας επιλύουν ζητήματα εξωνομικά και εξωδικανικά, που επιλέγουν να αντιπαρατίθενται με διαδίκους και συνηγόρους, να μειώνουν μάρτυρες ή να συμπεριφέρονται ως θηριοδαμαστές καταρρακώνει κάθε έννοια ή ψευδαίσθηση δικαίου. Έλεγαν οι Λατίνοι για τη γυναίκα του Καίσαρα, ότι δεν αρκεί μόνο να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται. Έλεγαν παραφράζοντας οι πιο σύγχρονοι, ότι η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να είναι δίκαιη, πρέπει και να φαίνεται δίκαιη. Δυστυχώς, τη Δικαιοσύνη, όπως εκφράζεται στο πρόσωπο ολοένα και περισσότερων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών τα τελευταία χρόνια, δεν απασχολούν τέτοια εξεζητημένα διλήμματα. Η Δικαιοσύνη δεν χρειάζεται ούτε να είναι ούτε να φαίνεται δίκαιη, αρκεί να δικαιολογεί την ύπαρξή της… Έτσι, λοιπόν, συνέβη και αυτό που κάποιοι δεν πίστευαν ποτέ ότι θα μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα των 37 ετών αδιατάρακτης θεσμικά δημοκρατικής διακυβέρνησης: το Τριμελές Εφετείο Αθηνών αποφάσισε ότι θα δικάσει 9 νεαρούς κατηγορουμένους για κακουργήματα χωρίς την παρουσία τους και χωρίς συνηγόρους. Ανακοινώνοντας ένα «εμπεριστατωμένο»

έγγραφο σκεπτικό, σύμφωνα με το οποίο το δικαίωμα των κατηγορουμένων να έχουν συνήγορο της εκλογής τους «ασκείται καταχρηστικά». Δεν φανταζόταν κανείς ότι θα έβλεπε ποτέ αυτήν την ονειδιστική εικόνα, ενός Δικαστηρίου που αποφασίζει να δικάσει σε μια άδεια αίθουσα, με άδεια έδρανα κατηγορουμένων και συνηγόρων, μέσα στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου οι προσερχόμενοι πρέπει να υποστούν πέραν των πολλαπλών ελέγχων με εξελιγμένα μηχανήματα και την υποχρεωτική παράδοση των ταυτοτήτων τους στη… φύλαξη των αστυνομικών αρχών. Οι οποίες, κατά την πρώτη ημέρα της δίκης φωτοτύπησαν τις ταυτότητες αυτές (για λόγους… αρχείου προφανώς!!!). Βέβαια δεν φανταζόταν ότι θα έβλεπε ούτε την άλλη ονειδιστική εικόνα για την Ελληνική Δικαιοσύνη, να ενεργοποιείται διμοιρία των Υ.Α.Τ. για να καταστείλει τους… οπωσδήποτε επικίνδυνους για τη δημόσια τάξη γονείς, που ανησυχούσαν για την τύχη των παιδιών τους, εντός της δικαστικής αιθούσης στις φυλακές Κορυδαλλού. Είναι προφανές ότι έχουμε περάσει στην εποχή όπου τίποτε δεν είναι πια αυτονόητο. Όπου και τα πλέον θεμελιώδη και στοιχειώδη αμφισβητούνται και βάλλονται. Δικαστήρια συνεδριάζουν σε δικαστικά γραφεία Προέδρων αντί στις καθορισμένες δικαστικές αίθουσες. Άλλα δικαστήρια επινοούν

τεχνάσματα για να επιλέξουν ποιες υποθέσεις θα δικάσουν και ποιες θα αναβάλουν. Σε πολλούς δυστυχώς δικαστές και εισαγγελείς επικρατεί η αντίληψη ότι δεν υπάρχει κανένα όριο και κανείς περιορισμός στην εξουσία τους: αισθάνονται την ελευθερία, τη νομιμοποίηση και, δυστυχώς, την εκ του αποτελέσματος ικανοποίηση, ότι μπορούν να αποφασίσουν και να αιτιολογήσουν το οτιδήποτε, ακόμη και την πλήρη μεταστροφή ή αντιστροφή των δικών τους αποφάσεων. Η κατάσταση αυτή γεμίζει θλίψη και απελπισία όσους πιστεύουν στην έννοια, τη λειτουργία, το θεσμό της Δικαιοσύνης. Η παραίτηση φαντάζει λύτρωση. Γιατί είναι πολύ κουραστικό να πολεμάς διαρκώς για το αυτονόητο. Και να βρίσκεσαι αντιμέτωπος με εκείνους που έχουν ταχθεί για να σε προστατεύσουν, εσένα, τον πολίτη, τον αδικηθέντα, τον κατηγορούμενο, το αδύναμο μέρος. Όποτε κάνω αυτές τις σκέψεις, μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες, προσπαθώ να θυμάμαι τη ρήση του Camus: Αν το μηδέν είναι η μοίρα μας, τουλάχιστον ας κάνουμε να μην είναι δίκαιο.

* δικηγόρος, Πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Νέων Ποινικολόγων Φεβρουάριος 2011 | κοντέινερ


Τετράδιο _Λένα Κιτσοπούλου

46

Το ένα και το άλλο

Θα μας κουφάνετε τελείως

(ένα κείμενο βασισμένο στη θεωρία του συνθέτη Ν.Κ.) Ζητείται ένα μπαρ χωρίς μουσική! Έλεος. Mπορεί ένας χριστιανός να σκεφτεί ότι υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να πιουν ένα ποτό χωρίς να ακούνε μουσική; Έχει σκεφτεί κάποιος σε αυτή τη χώρα, ότι οι άνθρωποι που βγαίνουν για να πιουν ένα ποτάκι μπορεί και να θέλουν να μιλήσουν μεταξύ τους, χωρίς να ουρλιάζουνε και να φτύνουνε ο ένας τον άλλον; Γιατί αυτή η απλή σκέψη είναι τόσο δύσκολη; Γιατί; Γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο ηλίθιοι; Αν στην εποχή μας η λέπρα δεν θεραπευότανε, ολόκληρη η Ελλάδα θα λεγότανε Σπιναλόγκα από το τόσο φτυσίδι που έχουμε ρίξει στα μπαρ προσπαθώντας να συνεννοηθούμε με τον διπλανό μας. Θα προσπαθήσω να βάλω τη σκέψη μου σε μια τάξη και να γεννήσω ένα νέο φιλοσοφικό ρεύμα, το οποίο θα ονομάσω: «Μηδενισμός στο βόλιουμ (volume), γιατί δεν μας σώζει ούτε το βάλιουμ». Η μουσική, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι μια τέχνη. Όπως ακριβώς είναι και η ζωγραφική, η ποίηση, το θέατρο, η λογοτεχνία. Θα σας άρεσε να πάτε σε ένα μπαρ με τους φίλους σας και από τα μεγάφωνα να απαγγέλλονται στη δικοντέινερ | Φεβρουάριος 2011

απασών ποιήματα του Καβάφη ή μονόλογοι του Σαίξπηρ; Θα σας άρεσε στο τραπέζι που κάθεστε και πίνετε το ποτό σας να κάθεται κάποιος με απλωμένα τα πινέλα του και τις παλέτες του και να ζωγραφίζει μες στη μούρη σας; Η μουσική γιατί πρέπει να παίζεται μέσα σε μπαρ, μέσα σε ασανσέρ, μέσα σε σούπερ μάρκετ, μέσα σε κομμωτήρια; Γιατί αυτή η τέχνη πρέπει να ξεφτιλίζεται και να κακοποιείται όσο καμία άλλη; Γιατί αυτή η τέχνη χρησιμοποιείται ως χαλί σε άλλου είδους δραστηριότητες; Γιατί όταν δύο άνθρωποι θέλουν να μιλήσουν πρέπει να ακούνε μουσική; Γιατίιιιιιιιιιιιι; Αφού δεν την ακούνε άμα μιλάνε. Κι άμα την ακούνε, δεν μιλάνε. Γιατί δεν καταλαβαίνει κανείς ότι ή θα μιλάς ή θα ακούς σε αυτή τη ζωή. Ότι και τα δύο ταυτοχρόνως δεν γίνονται. Δεν γίνεται να βήχεις και να χασμουριέσαι ταυτόχρονα. Δεν γίνεται να βλέπεις μια ταινία στο σινεμά και ταυτόχρονα να συζητάς με τον διπλανό σου για το πώς μαγειρεύεται η μαγειρίτσα. Από πού κι ως πού λοιπόν η ακρόαση της μουσικής μάς επιβάλλεται με αυτόν τον φασιστικό τρόπο, ακόμα και την ώρα που αναμένουμε στο ακουστικό μας, περιμένοντας έναν υπάλληλο του ΟΤΕ να αποκαταστήσει τη βλάβη μας; Γιατί πρέπει να ακούω Χατζιδάκι την ώρα που

εγώ καίγομαι να μάθω τα δρομολόγια των πλοίων για να πάω να βρω τον γκόμενό μου στην Αμοργό; Τι φταίει ο Χατζιδάκις; Γιατί πρέπει να τον πετάξουμε σε αυτιά που εκείνη την ώρα δεν έχουν καμία διάθεση να τον προσέξουν; Δεν αξίζει στη μουσική, όπως και σε όλες τις τέχνες, η απόλυτη προσήλωση μας; Δεν της αρμόζει ο κατάλληλος χώρος και οι κατάλληλες συνθήκες όπου θα μπορεί να πρωταγωνιστεί; Και ο πελάτης-ακροατής δεν θα έπρεπε να έχει δικαίωμα να επιλέξει πότε θέλει να την ακούσει; Σε ένα παραθαλάσσιο καφενείο πηγαίνεις για τη θέα και για το κύμα. Πώς είναι δυνατόν κάποιος να σου στερεί τον ήχο του κύματος βάζοντας από πάνω του ένα ηχείο που παίζει ραπ ή οτιδήποτε; Είναι, κατά τη γνώμη μου, τόσο ηλίθιο και ακραίο, όσο το να σου έκλεινε τη θέα του πελάγους με σανίδες κόντρα πλακέ. Άλλο τραγικό, κατά τη γνώμη μου, παράδειγμα κακής χρήσης της μουσικής και βλακείας, το έχω παρατηρήσει σε λάιβ. Με το που γίνεται διάλειμμα στο ζωντανό πρόγραμμα, αρχίζουν τα ηχεία να παίζουν κάποιο CD. Αυτοί οι ιδιοκτήτες των χώρων αυτών, έχουν ανοίξει ποτέ τους ένα λεξικό να δουν τι σημαίνει η λέξη

«διάλειμμα»; Άμα γίνει, δηλαδή, διάλειμμα σε μια θεατρική παράσταση, πρέπει τα ηχεία του θεάτρου να αρχίζουν να παίζουν μια άλλη παράσταση μέχρι να αρχίσει το δεύτερο μέρος; Σίγουρα η μουσική είναι και ένα μέσον διασκέδασης, σίγουρα υπάρχουν χώροι όπου οι άνθρωποι θέλουν να πάνε για να κοπανηθούν, να χορέψουν κ.λπ. Και καλώς υπάρχουν. Αλλά ένα απλό μπαρ, ένα καφέ, ένας χώρος ο οποίος έχει καρέκλες και τραπέζια και κεράκια, ή έχει μπροστά του μια φύση, μια θέα που παράγει από μόνη της μουσική, άρα φτιαγμένος για ανθρώπους που καμία διάθεση δεν έχουν να εκτονωθούν ή να χορέψουν ή να ουρλιάξουν, ένας χώρος για ανθρώπους που πάνε να καθίσουνε και να μιλήσουνε, για ποιο λόγο πρέπει να έχει μουσική; Ειδικά στην Ελλάδα η ένταση στα ηχεία, σε οποιονδήποτε χώρο, φτάνει σε επίπεδα παράνοιας. Έλεος. Στοπ. Κλείστε τα ηχεία.

Υ.Γ. Εύχομαι ολόψυχα, αυτή τη στιγμή, σε κάποιο από όλα τα μαιευτήρια της Ελλάδας, μόλις να άνοιξε τα ματάκια του ο μελλοντικός επαναστάτης-ιδιοκτήτης του πρώτου NO MUSIC BAR της χώρας.


konteiner14  

konteiner magazine

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you