Issuu on Google+

ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΚΑΤΣΕΛΗ

ΣΕΛΙΔΕΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ (περί προσωρινού)

LINOLEUM


ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΚΑΤΣΕΛΗ

ΣΕΛΙΔΕΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ (περί προσωρινού)

Θεσσαλονίκη 2004


Εικονογράφηση: Κατάλοιπα χαρακτικών της Αναστασίας Δημητριάδη Τελική επεξεργασία σαν αντίδωρο, και δίχως την άδειά της, ΒΚ


Παράλληλο Ημερολόγιο.

Παράφορα ερωτευμένος γεμίζω την πόλη απώλεια. Υπέροχος χρόνος. Όλα τακτοποιημένα, ως και οι κατσαρόλες του χθεσινού μας γλεντιού πλυμένες. Ησυχία. Μόνο το κτύπημα της βροχής, που ξεπλένει τα μέταλλα και την άσφαλτο, για να λερώσει με τις βρωμιές τους τη θάλασσα. Όλα τακτοποιημένα. Μόνο το κτύπημα της βροχής, όπως ετούτη η πράξη της γραφής, που καθαρίζει το πνεύμα, γεμίζοντας τις σελίδες αυτού του ημερολόγιου, δώρου εις ανάμνησην. Καμία λέξη να αντιστοιχεί στην απώλεια αισθημάτων, στη διχοτόμησή τους. Κανένα φορείο να χωρέσει το αβάσταχτο. Καμία λεπτομέρεια να ανανοηματοδοτήσει τις εικόνες μου. Άλφα – νι, άλφα – νι, άλφα. Σαν τέμπο του αν. Ένα μούσκεμα πρόσωπο βογκάει επάνω μου, πάλλεται όλο αγωνία. Μια μπαλκονόπορτα ανοιγοκλείνει τις αναπνοές μας, και τον ορίζοντα, που τελειώνει τρία μέτρα πιο πέρα, στο απέναντι μπαλκόνι. Η φιλολογία, σαν πέπλο θλίψης τυλίγεται και ξανααπλώνεται, από Ιταλία Ελλάδα, από τόπο σε τόπο, από σοφίτα σε πελάγη και από τα πέρατα των ουρανών σε μακρόστενα δωμάτια, αριστερά της εισόδου.


Ξάπλα, διότι μεγάλη εφεύρεση η ξάπλα, σα διεθνιστής φιλέλληνας που αρέσκεται στα παραμύθια. Το πένθος δεν ταιριάζει στις σχέσεις μας, δεν ταιριάζει στις σχέσεις κανενός, όπως δεν ταιριάζει και στη φωτογραφία. Μετά το τέλος, ποιού άραγε από όλα τα τέλη που θα πληρώσουμε, γλιστράμε μόνοι, για τη δική μας αρχή ή τη δική μας συνέχεια, σε μία συνέχεια που θα μοιάζει με αρχή, αμόλυντοι, ίσως κατάκοποι από τύψεις. Βελούδινα γέλια και συνεχείς αναιρέσεις του μόνιμου ή του εφήμερου; Μια ευαίσθητη κάψα σκεπάζει το δικό μας αίνιγμα στο πάτωμα ή τη θέληση για κρεβάτι, το πιο κοινό μας έπιπλο. Είναι παράξενο το πόσο νεκρά μοιάζουν τα κύτταρα, μέχρι να έλθει η επόμενη Άνοιξη, να τα ξαναφουντώσει, τόσο απλά, όπως το χέρι που ανεβάζει την ένταση της μουσικής στο στερεοφωνικό. Τόσο απλά και φυσιολογικά. Λες και δεν ήσουνα πράγματι νεκρός εσύ ο υπερκινητικός, ο υπερδραστήριος, λες και δεν έκανες το παν για να το αποτρέψεις. Ω θεσπέσια αίσθηση του απρόσμενου. Με τι ευκολία μας ρίχνεις στο ρυάκι του τώρα, στο ποτάμι του αμέσως. Και μείς, σαν πρωτόβγαλτες παρθένες, γυμνοί, παρά τους φόβους και τις αναστολές, βουτούμε όλο χαρά στην ευωχία. Θεωρητικοί του τώρα στο τώρα, αφηνόμαστε. Οι κόρνες των αυτοκινήτων είναι για άλλους οδηγούς. Οδήγησα όλος βιάση μέχρις εδώ, για να αφεθώ στην παράλληλη Άνοιξη. Να αφεθώ δίχως φωνή. Μόνο να ακούσω. Στον κόσμο μας, μικρό σα φυλακή, μα μέγα σε χωρητικότητα για όσα λαχταρούμε με πάθος, αποθέτουμε κρυφά χαράγματα στα πρόσφορα, στα αντίδωρα, στα τάματα τα αφημένα με τόσο σεβασμό στο ιερό ποτάμι της σύμπτωσης των τροχιών μας, έστω και προσωρινά. Σαν τον πορθμό του Ευρίπου. Εκεί όπου τα νερά, οι προσφορές, οι αναμνήσεις, οι υποχρεώσεις και τα θέλω


πηγαινοέρχονται, πότε προς την μία και πότε προς την άλλη μεριά, μέχρι να χαθούνε για πάντα. Μέχρι να χαθούμε και μείς στο μεγάλο ρευστό, όπως τα καραβάκια που έμαθα να φτιάχνω από πολυδιπλωμένο χαρτί. Όχι όποιο – όποιο. Χαρτί που πρώτα επάνω του είχα αποθέσει ιδέες, τις σκέψεις μου, κάποιες φορές σαν τσιτάτα, άλλες φορές με την μορφή ποιήματος, και όχι λίγες, σα σημειώσεις ενός άλλου, τρίτου προσώπου προς εμένα ή προς τον άλλον. Κείμενα προσωπικά και για τούτο άχρηστα, όμως, με την αίσθηση μιας χρησιμότητας αβέβαιης άγνωστο για ποιόν. Σαν την αξία, την όποια αξία, ενδέχεται να έχει το εμβατήριο που παιανίζει η μπάντα του δήμου. Σε τι χρησιμεύει ένα εμβατήριο που κατάφερε, πρωί – πρωί Κυριακής, να περάσει τα κλειστά πατζούρια και να χωθεί στον καναπέ; Οι ιδανικές περιπέτειες είναι γεμάτες προβλήματα, που πρέπει να λύσεις πάραυτα. Καυτά προβλήματα που αδιαφορούν παντελώς για τι αν καταφέρεις να βρεις ή όχι την παράμετρο που θα οδηγήσει στη λύση τους. Προβλήματα της καθημερινότητας, σα νάρκες στα σύνορα, κατά προσωπικού. Νάρκες για να μας κόβουν τα άκρα, όπλα αόρατα που μας σακατεύουν, πριν καταφέρουμε να τα καταργήσουμε. Και παντού, και εδώ στην άκρη του επιλεγμένου κόσμου μου, στο τέλος του σημερινού κόσμου μας, οφείλουμε μία ακόμη άρνηση, δίχως συμβιβασμούς. Βιδωμένος στο μπαλκόνι της κουζίνας, αγναντεύω πάνω από την εκκλησία τις κόντρες του πράσινου με το μπετόν, τις αντιδράσεις των περαστικών στις εικόνες που τους αφήσαμε, την κανονικότητα των λεωφορείων. Άσχετο. Τι μας χωρίζει άραγε από τα γραμμένα; Τι μας ενώνει με αυτά που δε θα φωτογραφίσουμε;


Θα έχω πάντα στην κωλοτσέπη κρατημένα χαμόγελα. Αληθινά χαμόγελα, αυθεντικά, με μάτια σα φάρους, που θα θυμίζουνε στους περαστικούς τους βράχους όπου επάνω τους συνετρίβει ο Φόβος, το μέγα θωρηκτό. Φωτεινές επιγραφές να διαφημίζουν ότι αξίζει να ζήσει κανείς, ο οποιοσδήποτε. Πολύχρωμα έντονα χρώματα φόντου για όποιον τα αξιωθεί, για αυτόν που θα αφεθεί στη μαγεία τους, στην τέχνη τους, όσους ενδοιασμούς και αν έχει, όπως αφέθηκε στην Κίρκη ο πολυμήχανος, που δεν βιαζόταν, ίσως γιατί γνώριζε το πόσο φτωχική θα είναι η Ιθάκη. Πράγματι, ποια άραγε γνώση μας κάνει να βιώνουμε το προσωρινό σαν παντοτινό; Αν ξέρουμε όλοι πως σύντομα θα πέσουν οι τίτλοι τέλους, με ή χωρίς μουσική, με ή χωρίς πανηγυρικούς, γιατί άραγε επιμένουμε στο όλα, στο πλήρεις; Πρόσφατα ανακάλυψαν ένα νέο αστέρι και του έδωσαν ένα περίεργο αριθμό για όνομα. Ανακάλυψαν ένα αστέρι, εκατομμύρια έτη φωτός μακριά, που σίγουρα δεν υπάρχει σήμερα. Υπήρχε πάντα εκεί, χιλιάδες αιώνες, μα εμείς/αυτοί το ανακαλύψαμε από το φως της τελευταίας του αγωνίας, της τελευταίας του αναλαμπής, τότε που σαν άλλος αυτόχειρας κατέρρευσε προς τα μέσα και έσκασε προς το παντού. Εμείς τι όνομα θα δώσουμε στις σχέσεις μας, στις πράξεις μας, στα όνειρά μας, στις μοναξιές μας; Χαρτάκια, πολλά χαρτάκια γεμίζουν τις νουνού κάτω απ το κρεβάτι, τα κουτιά των αθλητικών στη βιβλιοθήκη ή τις σακούλες στο μπάνιο. Λες και μαζεύουμε χαρτοπόλεμο για τις επόμενες απόκριες ή την Καθαρή Δευτέρα, τότε που θα έχουνε πέσει οι μάσκες, τότε που όλα θα έχουν τελέψει, τότε που η κόπωση θα απαιτεί ανάπαυση, τότε που οι άλλοι θα προσδοκούν την ανάσταση καταμεσής της καινούργιας Άνοιξης, αυτής που θα ακολουθήσει την παγωνιά.


Σαν υπέρτατη ειρωνεία, ευγνώμων για ότι πήρα, ευγνώμων για ότι έδωσα, για ότι θα εισπράξω και ότι θα καταβάλω. Εν γνώσει του αναπόφευκτου. Όσα περσότερα σύννεφα κυκλώνουν τον Όλυμπο, τόσο ομορφότερο το δειλινό, τόσο περσότερο οπτικά ενδιαφέρον. Μπορεί όχι απόλυτα πολύχρωμο, μα τα θερμά βγάζουνε μάτι, επικρατούνε, αν και είναι οι αντιθέσεις που ανεβάζουν την ένταση, που προσδίδουν ενδιαφέρον. Οι σκιές από τα διάφανα κρίνα του ουρανού, η μία πάνω στην άλλη, σαν κορμιά στον βούρκο της κόλασης ή της ακολασίας, που λένε οι χριστιανοί, εξάπτουν το πάθος. Σαν ερωτευμένοι του Σαγκάλ; ‘Ίσως. Κάτω τους, δέσμες φωτός, που ψάχνουν να βρουν το δραπέτη, σαν προβολείς από στρατόπεδο συγκέντρωσης, σαρώνουν την επιφάνεια του κόλπου. Που κέφι να ξεμυτίσεις. Σπέρνουνε φόβους και ανάγκη για τον άλλον. Γεννούν σύνθετα αισθήματα και οπωσδήποτε μελαγχολία. Μα γίνεται να κρύψουνε τον ήλιο δυο τόσο δα συννεφάκια, που μέσα τους γλιστράς, ότι ώρα θέλεις, όπως αυτό το υπό γωνίαν προσεγγίζον αερόπλοιο της πρώην κραταιάς ussr; Αχ και να ήμουν φωτογράφος. Να χώραγα σε μια εικόνα, τα όσα βλέπει ο νους και σκέφτονται τα μάτια, και πάνω τους να έπλεκα όλους εμάς, και φίλους και γνωστούς, και στη μέση τα πορτρέτα μας, στη θέση του ήλιου, και αυτό να μην είναι ούτε φωτογραφία δειλινού, ούτε φωτογραφία αναμνηστική, ούτε φωτογραφία γενικώς. Δε ζούμε να φτιάχνουμε αναμνήσεις. Να μια ιδέα. Να προέκυπτε ένα έργο ζωντανό, ατελείωτο, ανοικτό, όπως γράφω στα κείμενά μου. Ένα έργο σαν το δένδρο των ευχών που είδα κάποτε στην Κύπρο, λίγο μετά την προδοσία των ηλιθίων, μόνον κατ όνομα πατριωτών, στρατιωτικών. Ένα δένδρο που πάνω του δένανε μαντήλια και υφάσματα. Στο δικό μας δένδρο, στο δικό μας έργο, μεγάλο σαν τοίχος μακρύς, ή μάλλον πιο θεόρατο και


από τοίχος μεγάλος, θα αποθέτουν οι παιχνιδιάρηδες και οι πιστεύοντες ή οι ταμένοι την φωτογραφία του αγαπημένου τους προσώπου. Πάνω στο έργο μας θα έρχονται οι περαστικοί, γιατί όχι και επί τούτου, από πολύ μακριά, με κάθε μεταφορικό μέσον, να κολλήσουν, να συράψουν ή να πλέξουν τη φωτογραφία του αγαπημένου τους. Δεν θα έχουν το δικαίωμα να αφαιρέσουν αυτή τη φωτογραφία, ουδέν λάθος θα αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου, αλλά θα έχουν το δικαίωμα να ξαναέλθουν και να κολλήσουν την φωτογραφία του επόμενου αγαπημένου τους προσώπου. Αυτό θα ήταν έργο. Ένα μνημείο στον απόλυτο θρίαμβο της μονιμότητας του προσωρινού. Τώρα που το ξανασκέπτομαι, μήπως θα έπρεπε να μην ήταν τοίχος, αλλά κάτι στον χώρος, ίσως σαν πυραμίδα, κάτι επισκέψιμο από όλες τις πλευρές; Και εμείς; Θα βάλουμε άραγε άλλη φωτογραφία επάνω του πέραν της αρχικής, πέραν αυτής που χρησιμοποιήσαμε σαν βάση, σαν πυρήνα, σαν βασικό υπόστρωμα του προτεινόμενου έργου; Θα έχουμε την τύχη ή την ατυχία; Και τι θα είναι τύχη και τι ατυχία σε αυτήν την περίπτωση; Αν το προσωρινό μας είναι μόνιμο; Αν το εφήμερο δεν αντικατασταθεί από κάτι καινούργιο άλλο; Και ποιος θα αντέχει χρόνια αβάσταχτα να συντηρεί και να υπηρετεί ένα έργο του παρελθόντος, αντί να δοκιμάζει το επόμενο, αντί να ραφινάρει αυτό που δεν συνέλαβε ακόμη; Ας το, εκτός κι αν το δώσουμε στους ειδικούς, τα τσακάλια, να γράψουν και κείμενα, να βρούνε χορηγούς, να τσακίσουν προμήθειες. Ελευθερία είναι ότι δε βλάπτει τους άλλους. Πρέπει να ήμουνα στα πρώτα διαβάσματα, ίσως δημοτικό ακόμη, όταν, με καλλίγραφα γράμματα, που τότε ήταν της μόδας, ζωγραφισμένο σχεδόν, από μολύβι που σάλιωνες για να γράψει, είχα διαβάσει σε ένα ημερολόγιο, άγνωστο ποιού: Το


άνθος μαραίνεται, το φύλλον ξηραίνεται και μόνον ο θάνατος επλάσθει αθάνατος. Αυτός δεν γερνά. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί, αλλά μου έμεινε, και από τότε, το πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ο καθένας μας, το πώς θα έπρεπε να αξιολογούμε τις πράξεις μας και να αντιμετωπίζουμε την ομορφιά ή την αναγκαιότητα, περνάει μέσα μου από αυτή την κρησάρα. Το φευγαλέο απέναντι σε μια σταθερά. Επιτρέπεται, άραγε, η αίσθηση πληρότητας και αυτάρκειας των ελάχιστων μονάδων του σύμπαντος; Πόσο σπουδαίος ή τυχερός επιτρέπεται να νοιώθει κανείς, αν νοιώθει, γνώστης αυτής της παροδικότητας; Αυτό το προσωρινό είναι που στοιχειώνει, ενίοτε, και τα νυχτερινά μας ταξίδια και, ταυτόχρονα τους δίνει άλλον αγέρα, Όλα, ή τώρα ή ποτέ. Και ποιος ψήφισε ποτέ; Κανείς, φαντάζομαι. Και παρόλα αυτά, αυτό το αιώνιο καθημερινό τώρα, πόσο εύκολα εξαερώνεται, πόσο γρήγορα λιώνουν οι νύχτες ή εξατμίζονται τα σχέδια. Είμαι ευγνώμων και ας μην ξέρω τι κάνεις εκεί έξω, εκεί μακριά. Σχεδία αυτές οι λέξεις, πλησίστια στην ηρεμία της βραδιάς που ξημέρωσε κι όλας. Για πάντα. Σαν το για πάντα που δεν ξεστομίζουμε, έχοντας γνώση σα φύλακες, σαν το για πάντα που δεν αφήνουμε να ακουστεί. Σαν τις αξέχαστες μέρες που ξεχάσαμε, σαν τις αξέχαστες μέρες που δεν ξεχάσαμε και ίσως δεν ξεχάσουμε ποτέ, αν και σαν ποσόστωση το Αλτσχάιμερ παραμονεύει. Η σιωπή είναι μέθοδος κατανόησης του άλλου, μπορεί και τρόπος μελέτης, αποθησαύρισης και τακτοποίησης σκέψεων. Η ομιλία διακόπτει τη σιωπή. Ο λόγος είναι μέσον για να μεταδώσουμε τις σκέψεις μας στον άλλον. Η ανταλλαγή σκέψεων με μακριές σιωπές είναι κατανόηση και η κατανόηση είναι επικοινωνία. Ποια η μεταξύ τους ισορροπία για την εξεύρεση του εαυτού και από τις δύο πλευρές αυτής της κοινωνίας, άγνωστο.


Για ποια γαλήνη πρέπει να είμαστε υπερήφανοι; Αν το έπος της Ιλιάδας δεν είναι μύθος αλλά εξιστόρηση, τι είναι η δική μας οδύσσεια; Ο Ποσειδώνας στον Κρόνο ανάστροφος, στον Κρόνο που τρώει τα παιδιά του, εδώ και καιρό, μας κυνηγά ανηλεώς, θυμωμένος δήθεν, για την περιφρόνηση που δείξαμε στους αυλοκόλακες, την χλεύη που εκστομίσαμε προς τους δήθεν σοφούς τεχνοκράτες και τα άνευ λόγου κομματόσκυλα, που θέλουνε, όμως, να έχουνε λόγο επί παντός επιστητού, μόνο και μόνο γιατί κάποιος τους όρισε πλάνα, έτσι για να υπάρχουν, και οι δυό τους. Σιωπή, κατανόηση, λόγος, δημιουργία, ευωχία, και την ίδια στιγμή, όλοι επάνω σου να κρατιούνται, με την απαίτηση να τους παρακολουθείς σε κάθε τους βήμα, χωρίς καν να στο ζητήσουν, χωρίς καν ένα τηλέφωνο ή μία πρόσκληση με το ταχυδρομείο ή έστω ένα sms στο κινητό, σαν υποχρέωση από κάτι που υπέγραψες από την αρχή κι ακόμη της μαθητείας τους. Γι αυτό μου αρέσουν τα φευγιά μας. Εντός και εκτός. Για βόλτα, για δουλειά ή για καφέ. Για κάθε Νέα Πόλη που θα ανακαλύψουμε, για κάθε γειτονιά, έστω και σπίτι απλό, που θα οικοδομήσουμε, έστω στα λόγια, για το οποιοδήποτε σχέδιο που αθόρυβα θα λάβει σάρκα και οστά από εμάς. Αυτό το τίποτε απολαμβάνω. Κάποιες φορές, έστω και μόνο για το μαζί. Για τη συνύπαρξη, αυτήν την υπέρτατη δωρεά. Όσο όμορφο και αν είναι το νεκροκρέβατο κανείς από αυτούς που ξαπλώνουν σε αυτό, δεν θα είναι παρών να το απολαύσει. Κανείς δεν αγάπησε την τελευταία του κατοικία. Το home sweet home είναι μια μπούρδα σε αυτήν την περίπτωση. Ενώ, αυτό το μαζί, όσοι μαζί, είναι άρωμα βαρύ απ τις Ινδίες, που ποτίζει την επιδερμίδα, που μένει στα ρουθούνια σου, που σβήνει το λήθαργο και την απραξία. Το μαζί διυλίζει κάθε μας σκέψη και ασυγκράτητα ακάθεκτο εφορμά στις όποιες αναστολές, ώστε να


ζήσεις το τώρα και να αφήσεις τα υπόλοιπα για αργότερα. Τότε που θα έχεις χρόνο, γιατί τώρα δεν έχεις, γιατί ακόμη και αν είχες εσύ, δεν έχουν οι άλλοι που μαζί τους πορεύεσαι. Τώρα μπορείς να βιώνεις το πλατύ χαμόγελο της καρδιάς σου, όπως τα τραγούδια της νιότης σου, ανάκατα, καθόλου τυχαία, όλα μαζί, σαν στροβιλίζονται στην πορεία, την αξία της οποίας πολύ καλά γνωρίζεις. Αν η μνήμη είναι το μονοπάτι που ακολουθεί ο συγγραφέας για να αναπτύξει το έργο του, τότε ποιο μονοπάτι ακολουθεί ο φωτογράφος; Το παρόν τροφοδοτεί το βλέμμα για το παρελθόν ή για το μέλλον; Ο φωτογράφος γεμίζει ή αδειάζει τη μνήμη του; Στερέωμα τα χαμογελαστά τοπία στη φωτογραφία μας, και ας μην κάνει για τοίχο, ας μην κάνει για διακόσμηση, για κόσμημα. Ζήτω η άχρηστη υπέροχη φωτογραφία μας. Η δική μας, η δική μου. Ζενίθ και Ναδίρ πριν από το άπειρο της ύπαρξης. Πριν από το σύμπαν, το μεγάλο το σύμπαν, το δικό μας. Δες το, διαστέλλεται, όπως το μικρό το αδελφάκι του. Κι όμως και από αυτό περισσεύουμε, σαν χαίρε περαστικού που δεν ακούσαμε, σα φαγητό που δε δοκιμάσαμε. Κάθε βδομάδα μας βομβαρδίζουνε με τόμους διαφημίσεις και πρόλογους ανούσιους, ρηχούς, εξυπνακίστικους. Βουνά η σαβούρα για να πνιγούμε μέσα της, ο μόνος τρόπος να μας χωρίσουν. Ο καθένας στο κλουβί του. Όποιος γλυτώσει από την τηλεόρασή τους, να πνιγεί στις ιλουστρασιόν life style προτροπές τους. Μορφή αντίστασης και αυτή, να μην τους βλέπουμε, να μην τους αγοράζουμε, ούτε για κάθισμα την βρώμικη πλατεία, ούτε καν σαν ομπρέλα, για να μας προφυλάσσουν από τον ήλιο, τον καυτερό. Να κλείσουν. Σαν φύγουν οι τράπεζες θα τους αφήσουν και οι λοιπές εξουσίες και οι χορηγοί. Ποια σύνεση, ποιος έρωτας μας έσπρωξε στο ψηλότερο της πόλης δάσος, τέτοια να λέμε; Κατανοούμε τους άλλους, γιατί να μην κατανοούνε και αυτοί εμάς; Είναι μόνο


παραδόπιστοι; Πότε και πως θα σταματήσει αυτό; Και εμείς γιατί διαφέρουμε; Πόσοι άλλοι διαφέρουνε; Πότε το μαζί θα ενωθεί με αυτούς; Έχω την αίσθηση ότι τα μηχανάκια τους ψεύδονται. Πως γίνεται να μην συναντούμε ποτέ αυτούς τους άλλους εμείς; Αν βρέθηκαν, και παρά τα τόσα εμπόδια, ενώθηκαν τα δύο εγώ μας και γίνανε ένα, (γίνανε;) πως θα μπορούσαμε να συναντήσουμε και τις άλλες ελευθέρας βοσκής συνειδήσεις και να διευρύνουμε αυτό το διευρυμένο ένα μας; Βρεθήκαμε στην ομάδα μετά από ταξίδια πολλά, να βρεθούνε και οι άλλοι. Δεν είναι προσωπικό το θέμα. Στο ικρίωμα να μην αφήσουμε άλλες μονάδες. Μία μόνιμη περιστροφή των πάντων συντελείται, με επιστροφές στον τσιγγάνικο μποέμ εαυτό, διάτρητο από τις πληγές ενός κόκκινου πάθους. Περιστροφή αιμάσουσα από το μάταιο των επιστροφών, έστω και με τα χέρια σηκωμένα, χιαστί σαν τη θέση που είχαν στο σταυρό του Πέτρου ή στη χθεσινή πορεία, όταν πέρασε μπροστά από την Αμερικάνικη πρεσβεία. Μυστήριο να μαθαίνεις για τον εαυτό σου μέσα από τους άλλους, να μαθαίνεις για την τέχνη σου μέσα από τα λάθη και όχι από τα επιτεύγματα. Σχέσεις φαντάσματα, σχέσεις αναμνήσεις, σχέσεις τσαλακωμένες ή γεμάτες σκιές τι μας μάθατε; Παραμένουμε πάντα εμείς, σφιχτά αγκαλιασμένοι στη σκηνή ενός παραχωρηθέντος θεάτρου, άλλοτε κατάμεστου και άλλοτε μισοάδειου (ή μήπως μισογεμάτου), αλλά τριγύρω μας, ποιες είναι οι σκιές που μυρίζουμε; Μήπως φαντάσματα όλων αυτών που αφήσαμε πίσω ή μήπως αυτών που προσπεράσαμε μετά από ένα βίαιο σπρώξιμο; Είναι ακόμη εδώ, αυτά που μας απελευθέρωσαν από την ασθμαίνουσα βίαιη αγωνία μας; Και πως είμαστε στη σκηνή ενός θεάτρου, αφού πετάμε πάνω από τις στέγες, όλο το εικοσιτετράωρο; Κλείνουμε το παράθυρο αλλά αφήνουμε ανοικτές τις κουρτίνες, ώστε το έξω να είναι


μέσα και το μέσα να ανασαίνει έξω. Φυσικά, τις περισσότερες φορές όλα ανοικτά, ώστε μέσα και από το απέναντι, επίσης ορθάνοικτο άνοιγμα, να περάσουμε, σαν άλλοι αλητόγατοι, στην ταράτσα του απέναντι νεοκλασικού και από ταράτσα σε ταράτσα, με τη βοήθεια των κονταριών που στηρίζουνε τις κεραίες της από μακριά των πραγμάτων θέασης, να περάσουμε στα ινστιτούτα των χωρών που μας φιλοξένησαν τα δύσκολα χρόνια, και από εκεί στο λιμάνι. Στην μεγάλη προβλήτα, εκεί που κάποτε κυμάτισε το λάβαρο της προσωρινής νίκης μας, ένας ακόμη σταθμός, μία ακόμη απόχρωση, πριν τον επόμενο θρίαμβο. Ψηλά στις στέγες, πάνω από το νόημα της επιτυχίας, η ευτυχία, μακριά από την ανάγκη της διάρκειας, σε ένα πέταγμα χωρίς παρτιτούρες, δίχως δικαίωμα σε πρόβες. Σήμερα απέκτησα εκ προσφοράς και όχι με κόπο, είναι απίστευτο το πόσα πράγματα αποκτάμε χωρίς κόπο, μία εξαιρετικής επινοητικότητας καρφίτσα, σα δακτυλίδι πρέσβη της δυτικής αναγέννησης, να σφραγίζει στο μέλλον κάθε τι χαμένο, κάθε χαμένη μας αυτοσυγκέντρωση, κάθε αδιέξοδο, κάθε απλήρωτη ιδιωτική περιπλοκή. Επισπεύδουμε αδιάψευστα τη διευθέτηση του ελάχιστου εγκλωβισμένου μεταξύ μας χρόνου, δίχως να τον βιάζουμε, δίχως κρεσέντα. Είναι πολύτιμος. Δεν παίζουμε με αυτόν. Μας περιέχει και τον περιέχουμε, και ας κυλάει ασταμάτητα, και ας μην είμαστε βέβαιοι για το τι περιβάλει, για το περιεχόμενό του, παρ ότι υποκείμενα και αντικείμενα αυτού ταυτόχρονα. Καρυδότσουφλα που κάποιος πέταξε σ��ις βάθρες πριν τον μεγάλο καταρράκτη των ομολογημένων και ανομολόγητων σχέσεων. Σκόνη, που σαν από μόνη της δημιουργήθηκε στα καλογυαλισμένα, και ίσως για τούτο γεμάτα αντανακλάσεις πατώματα, που με το παραμικρό αγεράκι μεταφέρεται πότε από εδώ και πότε από εκεί, όπως τότε που πιτσιρίκια παίρναμε φόρα και γλιστρούσαμε επάνω


στα ανοιγμένα για τα Χριστούγεννα μωσαϊκά των μέσα δωματίων, αυτών που ανοίγανε μόνο στις γιορτές, μόνο για τις γιορτές, αυτών που όποτε άνοιγαν είχαμε κι όλας γιορτή, και μόνο που μπορούσαμε μέσα τους να παίξουμε, να απολαύσουμε τη φινέτσα του καλοδουλεμένου, να ξεφύγουμε από το καθημερινό. Σε αυτή τη φάση, ο θάνατος που θα μας κάνει αθάνατους δεν μας απασχολεί. Μας αρκεί η θνητότητα των στιγμών που μας κερνάμε, των στιγμών που μας μεθάνε, των στιγμών που δουλεύουμε μαζί, που ιδρώνουμε. Ας μη συζητήσουμε γιατί δουλεύουμε, με τι μεθάμε, πως χάνουμε τα πολύτιμα εκ κατασκευής, υγρά του ζωώδους καταφυγίου μας. Είναι μια άλλη ιστορία. Προς το παρόν, σημασία έχει ο πυρετός, όπως λέμε, ενάντια στα πρότυπα της εποχής, ενάντια στο λεξιλόγιό τους. Φυσικά, δεν θα έχει καμία σημασία που τα τρένα θα συνεχίσουν να κυλάνε στις ίδιες γραμμές, τι δράμα κι αυτό. Ούτε που σύντομα θα χαραχτούν και νέες, πάνω από τη γη, πάνω απ τα χωράφια, πάνω απ τις κοιλάδες, τα ποτάμια και τις αρκούδες. Ούτε που θα τις ταξιδέψουμε πρώτοι εμείς. Ούτε που θα τις εγκαταλείψουμε, πάλι πρώτοι, για να γυρίσουμε στις ξεχασμένες απότομες στροφές, στις βαθύσκιωτες χαράδρες, τους μικρούς σταθμούς που προσπεράσαμε πάνω στη βιασύνη του επόμενου. Θα γυρίσουμε, όχι για να ξαναβρούμε τη σχέση μας με τη φύση, αλλά για να θυμηθούμε και επαναπροσδιορίσουμε το σήμερα από τα παλαιά του, τα προηγούμενα ταξίδια. Σημασία δεν έχει, όπως τότε, το που θα φτάσουμε, αλλά το τι θα ανακαλύψουμε με το τιμόνι σφιχτά στο χέρι ή χαλαροί δίπλα στο παράθυρο. Οι σημειώσεις, για τα όνειρα που θα κάνουμε πράξη, ας είναι η άχρηστη συντροφιά μας.


Οι λερωμένοι καθρέφτες και οι εξεζητημένης τεχνολογίας υαλοπίνακες των μέσων μεταφοράς δεν θα μας παραπλανήσουν, όπως επηρέασαν κάποτε τους φουτουριστές. Το μέσον δε μπορεί να είναι το μήνυμα. Το μέσον δε μπορεί παρά να είναι μόνο το μέσον. Όπως ή φωτογραφία δε μπορεί να είναι μόνον αυτό που έχει στο μυαλό του ο δημιουργός της, αλλά γίνεται και αυτό που φτιάχνει στο μυαλό του ο θεατής της. Το μέσον είναι η αναστάτωση που μπορεί να επιφέρει. Η ανάταση και η έμπνευση που αναβλύζει από τέτοιες καταστάσεις, από τέτοιες πνευματικές αναστατώσεις, είναι το διάμεσο, είναι που θα βρει το κατάλληλο μέσον για να εκφραστεί. Τίποτε δεν είναι δεδομένο για να υποχρεωνόμαστε μόνο στην άσκηση αυτού του κώδικα, της όποιας συγκεκριμένης γλώσσας ή της άλλης δεξιότητας. Η ζωή δε χωρίζεται σε κομμάτια, η συζήτηση ταξιδεύει πότε από δω και πότε από εκεί. Μόνο το ψωμί κόβεται σε φέτες, για να μπορεί να μοιράζεται τελετουργικά στους συνδαιτυμόνες. Η τέχνη της ζωής και η ζωή της τέχνης είναι δύο άλλα, δύο μεγάλα, πολύ διαφορετικά πράγματα. Είναι; Χωρίζει η ζωή τη ζωή σε κομμάτια; Κόβεται η τέχνη σε φέτες ή μήπως ανυψώνεται πάνω και μακράν των διευθύνσεων διαχωρισμού των τεχνών; Γιατί εμάς, μας κάνουνε όλα αυτά ένα; Χωρίζεται το πάθος σε γνώση και εμπειρία; Πάθος και συναίσθημα υψώνουν πέρα από τα συντακτικά που μας δίδαξαν, πάνω από τις γνωστές τεχνικές, δίχως περίγραμμα. Έρμαια στην τυχαιότητα του χάους, σαν σημερινή θυσία στους θεούς ενός μοντέρνου δωδεκάθεου. Θυσία στο κέντρο της μεγάλης πλατείας, φωτισμένη από τεράστιους προβολείς, σαν για τις ανάγκες μίας περιπετειώδους γιγαντοπροβολής σε τοίχο παλιού καταστήματος εναλλακτικών διαδρομών. Πάθος εύφορο και πρόσκαιρη λογική, έρμαια στην καρποφόρα τυχαιότητα ενός ανεκτίμητου και για τούτο αστέγαστου χάους, που παρόλα


αυτά, κάποιο δορυφορικό, άκρως προγραμματισμένα, θα έχει καταγράψει για να παίζει, αναμφισβήτητα, στο βάθος των αιώνων. Το έργο μας ψίθυρος, και εδώ και σε όλες τις πρωτεύουσες των νομών της χώρας, ασχέτως των τοπικών δοξασιών, ασχέτως των τοπικών ηθών και εθίμων, ανεξάρτητα από ανεκτικότητες και ευαισθησίες. Χωράει σε μία προβολή, όσο σαγηνευτική και αν είναι, την ελπίδα που θέλουμε αυτή να περιέχει, τα αισθήματα όλων των δικών μας ανθρώπων, όλων των απανταχού του πλανήτη ερωτευμένων συνωμοτών, που με τις συνεχείς ανταποκρίσεις τους θα αναλάβουν την εκπαίδευση των πέραν των αισθητηρίων οργάνων μας συστημάτων; Πρέπει να καθιερώσουμε και τον πέραν του πραγματικού, έτσι όπως το εννοούν οι αφώτιστοι, χώρο τόπο, τον κόσμο της γενναιόδωρης τέχνης. Σιωπηλές κραυγές στο κόκκινο με κόκκινο. Σιωπηλές φωτογραφίες εκτός, εκτός δράσης, εκτός θέματος, εκτός θεάματος, εκτός, γενικά. Μπουκωμένες σκιές που μεταφράζεται απώλεια λεπτομερειών στο σκοτάδι, βαριές εικόνες, μαύρες, και τα λευκά καμένα, που πάει να πει, δε βλέπουμε τίποτε σημαντικό. Αργές εικόνες αργών κινήσεων, εκτός των ρυθμών που επέβαλαν τα αδιάφορα πηγαινέλα των μεταφορικών μεταφορών, για πού, ποιών; Μπροστά από το παλάτι οι αντλίες ξέπλυναν κι όλας το αίμα των διαδηλωτών, οι αργίες φύσηξαν μακριά τα δακρυγόνα. Τη Δευτέρα και πάλι, όλα καλογυαλισμένα. Όλα καθαρά, θα μοιάζουν φρέσκα, θα δείχνουν καινούργια. Η ζωή θα έχει πάρει, μία ακόμη φορά, τον κανονικό της ρυθμό, όπως θα πάρουμε και εμείς το δικό μας, έχουμε; Προς τα πού; Είναι η πορεία μας καθορισμένη από τα αζιμούθια που κόψαμε ή απροσδιόριστη μέχρι τέλους; Και τι


κάνουμε τότε, τι μέχρι το τέλος; Ποιο τέλος; Τι κάνει η τέχνη μας σε αυτή την πορεία και με ποιο ρυθμό; Τι κάνει η ίδια η τέχνη; Πως αντιδρά στη μαγεία ο κόσμος; Θα αδιαφορεί, θα αφήνεται,


θα απολαμβάνει αν μπορεί; Θα μένει, ίσως, με το στόμα ανοιχτό, χάχας ή μαζί μας να οικοδομεί το επόμενο, ίσως και την καινούργια τέχνη, ή μαζί μας, ακόμη και για μια καλλίτερη, δικαιότερη κοινωνία; Τρισευτυχισμένοι. Ο καθένας μόνος και ταυτόχρονα με τον άλλον. Δύο σε ένα και το ένα μαζί στην ομάδα. Καταπληκτικό. Παράνομοι, ανέγγιχτοι και συνάμα γενναιόδωροι. Αεικίνητες σταθερές χωρίς αρνητικά ή σταθερά προθέματα, σαν τη σκόνη της Κάλας στο Αιγαίο. Παντού και πουθενά. Κάθε βράδυ παράδεισος, κάθε βράδυ απώλεια. Βρίσκεις και χάνεις, συνεχώς, κερδίζοντας την ελευθερία του ανέστιου, παρά τις ουλές. Λες και αερόπλοια που χρειάζονται μία βάση για να σηκώνονται ψηλά. Και ποια είναι πραγματικά η θέση ενός αεροπλάνου; Στο έδαφος ή στα ουράνια; Να πετά ή να φορτώνει ξεφορτώνει κόσμο και ιδέες; Να πετά συνεχώς πάνω απ τα νέφη ή στο τσιμέντο, να συντηρείται όσο χρειάζεται; Ψηλά ή στο έδαφος, κάτω απ τας υπόστεγα, συντηρούμενο, ώστε να καταφέρει να συνεχίσει τις πτήσεις του, να πετύχει να μην τσακιστεί στα βουνά; Η χώρα των μεταναστευτικών πουλιών ποια είναι; Αυτή στο Βορρά ή αυτή στο Νότο; Από πού αναγκάζονται να φύγουν, να φεύγουν; Ανέστιοι, αλλά με σπίτι και εργαστήριο και ενοικιαζόμενα δωμάτια, για πάντα ή για όσο κρατήσει. Και ποιος να ξέρει, τάχατες, πόσο αυτό το όσο; Το ίδιο δε ρωτάνε και για τον παλιό κόσμο, και για την παλιά τέχνη, και για την παλιά φωτογραφία; Ποιος θέλει, άραγε, να φύγει; Μόνο ο μπουχτισμένος. Όχι ο παλιός. Ο παλιός αντιστέκεται στην περιθωριοποίησή του, όπως αντιστέκεται και ο νέος, που με περισσότερες δυνάμεις και θράσος διεκδικεί το ανέφικτο, το οποίο με το παραμικρό γίνεται εφικτό. Μόνο ο πεινασμένος υποτάσσεται. Όλοι οι άλλοι διεκδικούν. Ποιος θέλει να μείνει εκτός; Ποιος να του τελειώσει


η ευτυχία ή η ικανότητα να αισθάνεται, να δυστυχεί, να βιώνει, να φωνάζει, να κλαίει; Κανείς. Αντιστεκόμαστε, μακράν από το να έχουμε κουραστεί. Κι όμως, γνωρίζουμε το για πόσο, το πόσο ελάχιστα αυτό το υπέροχο ρήμα θα κρατήσει. Η ύπαρξη και λειτουργία αυτής της από τα μέσα λεηλατημένης ελπίδας, αυτής που προκαλεί σπασμούς στους συντηρητικούς, με κρατά σε εγρήγορση, με γοητεύει. Ενίοτε, αλλά περιστασιακά και για λίγο ηττοπαθής, τρέφομαι λες, από αυτή την τελολογία. Ίσως από εδώ αντλεί δυνάμεις και το παραλήρημα της ευλογημένης μου τέχνης, καθώς κάθε πράγμα έχει δύο όψεις, και ας φωτίζουμε μόνο τη μία, πάντα τη δική μας. Τι έγραψες, άραγε, σήμερα εσύ; Τι έγραψαν οι άλλοι, οι ποιητές; Ποιος είναι με ποια όψη; Ποιο μπορεί να είναι το αντίστοιχο της ποίησης στη φωτογραφία; Υπάρχει ποιητική φωτογραφία; Τι μεγεθύνει μία τέτοια, τι συμπυκνώνει; Στην τέχνη του λόγου είναι πεντακάθαρα διακριτές οι διαφορές μεταξύ δοκιμίου, ποίησης και μυθιστορήματος. Ο καθένας τις έχει στο μυαλό του. Στη φωτογραφία; Οι σκιές που φωτογραφίζω στους δρόμους, σε ποια κατηγορία ανήκουν; Τα σύννεφα στον άδειο ουρανό που φωτογράφησα, αλλά ποτέ δεν τύπωσα, είναι, ίσως, δοκίμιο ενός άγνωστου ποιητή ή ήρωες σε ένα άγραφτο, ακόμη, μυθιστόρημα, που περιμένει στο συρτάρι, μέχρι να αποφασίσω για τους έρωτες, τα αδιέξοδα και τις λοιπές σχέσεις που θα τα συνδέουν; Ή μήπως να τα αφήσω ήσυχα εκεί που βρίσκονται, να γεράσουν; Τα φκιασίδια, παρότι δημιουργούν μία προσωρινή αίσθηση αλλαγής, άρα έκπληξης και πρόσκαιρου ενδιαφέροντος, ψευτίζουν το θέμα. Τα φτιασίδια ψευτίζουν και τις φωτογραφίες και την αλήθεια. Η αλήθεια είναι καθαρή. Η αλήθεια της φωτογραφίας, όμως, όχι. Μπορεί και ναι; Ποιος βάζει το χέρι στη φωτιά για το αν μία ξανθιά είναι φυσική ή όχι; Μια ρούσα; Θα μπορούσα να θέσω


ένα τέτοιο ρητορικό ερώτημα βασισμένο στο καφέ χρώ��α μαλλιών; Όλοι οι συλλέκτες αρέσκονται να νομίζουν πως τα έργα της συλλογής τους είναι αυθεντικά, πως μπόρεσαν να αποκτήσουν έργα όλων των μεγάλων ζωγράφων που πέθαναν, μόνο αφού πέθαναν. Θέλουν να πιστεύουν πως κανένα από αυτά δε ζωγραφίστηκε από αντιγραφέα στα μίζερα διαμερίσματα γύρω από τη Ροτόντα ή σε κάποια αποθήκη της Περαίας. Και όταν τους ρωτάς γιατί δεν αγοράζουν αυθεντικά, όταν εν ζωή και εν ανάγκη ο δημιουργός, όλοι τους, μα όλοι τους, σηκώνουν ένοχα τους ώμους ή χαμογελάνε ηλίθια, για εκείνο το κάτω του δέκα τοις εκατό ποσοστό, που τους ξελασπώνει. Τους αρέσει να τους κοροϊδεύουν, να πιάνουν οι ίδιοι τον εαυτό τους κορόιδο. Αλλά ταυτόχρονα, επιθυμούν, αρέσκονται να πείθουν τους άλλους να τους βλέπουν όχι όπως είναι. Φυσικό. Συλλέκτες είναι, όχι ταξιδευτές. Οι νεκροί με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με το τώρα. Ποιος σήμερα αγαπάει τη χαρά της αυθεντικής τέχνης και αγοράζει παλιατζουρίες, πεθαμένους; Κανείς φυσιολογικός. Η ανεπανάληπτη συν-απόλαυση της αποκάλυψης του τώρα, ακόμη και μέσω της αμφιβολίας της δημιουργίας, δεν ταιριάζει σε όλους. Άλλωστε, θα σε προβοκάρουν, δεν είναι υποχρεωτικό να γνωρίζεις Ισπανικά για να απολαύσεις τις φαντασιώσεις της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, και θα έχουν και δίκαιο. Αναζητείται μία εικόνα η οποία, εμφανώς, θα καταδεικνύει την ανικανότητά της να αναπαραστήσει αυτό που το κοινό της, οι θεατής της, οι αναγνώστες της, νομίζουν ότι αναπαριστά. Αναζητείται μία εικόνα/αντι-αναπαράσταση, αντι- ντοκουμέντο, αντι-καταγραφή, αντι-μνήμη, αντι-ομορφιά, μία εικόνα πραγματική στη νέα της πραγματικότητα, για τη νέα πραγματικότητα. Η φωτογραφία μας οφείλει να βρίσκεται (με εκθέσεις, με προβολές, με παραστάσεις κ.α.) παντού. Αυτή (η φωτογραφία


μας) που δε θα μιλάει για τη ζωή, θα βρίσκεται παντού μέσα της, αναπόσπαστο κομμάτι της, μέχρι να γίνει και η ίδια μας η ζωή φωτογραφία. Ποιο καραβάνι θα διέσχιζε το δρόμο του μεταξιού, αν δεν υπήρχε το μετάξι; Ποια θεραπεία θα βρίσκαμε, αν δεν υπήρχε η αρρώστια; Από τι υποφέρουμε για να ζητήσουμε θεραπεία; Ποιο έργο μας θα καμαρώναμε χωρίς τα πρώτα αδέξια σχεδιάσματά μας; Ο πυρετός της δημιουργίας είναι υπέρτατο δώρο. Φως στο τέλος του τούνελ, σαν το λευκό των έργων μας, σαν το λευκό άθροισμα όλων των χρωμάτων, η σύμπτωση όλων των προβολών. Είναι σαν την αλήθεια για την οποία αξίζει να ορκιστείς, επιτέλους για μία και μόνη φορά στη ζωή σου. Το βιβλίο των θαυμάτων μας δε γράφεται χωρίς την αφήγηση που γεννά αυτός ο πυρετός της εξωστρέφειας. Όπως δε φτιάχνεται και η τέχνη μας δίχως την εσωτερική αυτοοργάνωση. Τέχνη, λέξη φορτισμένη. Κακώς. Από τα συμφέροντα, από την αγορά, από αυτούς που ψάχνουν για

δουλειά. Εμείς όμως ξέρουμε. Η τέχνη έρχεται μέχρι τις μέρες μας από το Ομηρικό τεύκτω, συνταιριάζω, φέρνω σε αρμονία, αρ – μόζω. Γι αυτό και τα συνθήματα που κολλούσαμε, στους


τοίχους και τις κολώνες, AR-T ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΟΧΙ…. ήταν δικά μας, τα θεωρούσαμε Ελληνικά και με κανένα τρόπο ξενόφερτα, όπως υποστηρίξανε κάποιοι στον πίνακα. Τέχνη, από το τίκτω, γεννώ. Τέχνη, ειδικότητα στην εκτέλεση χειρονακτικού έργου. Τέχνη, μορφή κοινωνικής συνείδησης, γνώση, δύναμη. Από όπου και αν το πιάσεις, δεν προκύπτει καμία ενοχή για τα συνταιριάσματά μου, για τα πειράματα προς εύρεση του παραπέρα, για τα ημιτελή ανοικτά έργα μου. Γνωρίζω εγώ μέσω αυτών που κάνω, που κατασκευάζω, που ολοκληρώνω και αν αυτό το γνωρίσουν και κάποιοι άλλοι, the best, που έλεγε και ο Πλάτωνας. Η καρέκλα στην οποία δεν μπορεί να καθίσει κανένας, δεν είναι καρέκλα. Το ίδιο και για κάθε πόνημα με αισθητικό αποτέλεσμα. Το ερώτημα είναι το τι θέλουμε να ακουμπήσουμε επάνω του. Ας μην ξεχνάμε: Η φωτογραφία γίνεται από εμάς για εμάς ή για να μπορώ να μιλώ με σιγουριά, ας μη μιλώ για λογαριασμό τρίτων. Η φωτογραφία γίνεται από εμένα, μέσα σε εμένα, επάνω σε εμένα, εκεί όπου εγώ υπάρχω. Αυτή η φωτογραφία, η δική μου φωτογραφία δε μπορεί να συμβεί έξω από εμένα, γιατί εγώ είμαι το κέντρο της, εγώ είμαι ο ένας και μοναδικός λόγος που αυτή υπάρχει. Μέχρι να την εκθέσω, φυσικά. Γιατί τότε όλα αλλάζουν, γιατί αυτή που ήταν μέσα μου, με την έκθεση, βρίσκεται εκτός, ακτινοβολεί, από το ένα κέντρο προς το παντού, αδύνατον πλέον να περιοριστεί. Από την έκθεση μίας φωτογραφίας και μετά, έχω την αίσθηση ότι την χάνεις, ότι χάνεις τον έλεγχό της, όπως ίσως ο γονέας το μεταεφηβικό βλαστάρι του. Η φωτογραφία από την έκθεση και μετά γίνεται άστρο ξεχωριστό για τον καθένα, και για το δημιουργό της. Για τούτο πιστεύω ότι η δημιουργική φωτογραφία οφείλει να είναι ένα ανοικτό ημιτελές έργο, γιατί είναι πλέον ένα γεγονός, γιατί δεν είναι ένα απλό αντικείμενο για να προσηλωθείς σε αυτό, για να προσκολληθείς επάνω του, να το προσκυνήσεις. Είναι ή


οφείλει να είναι, έδρα διαλογισμού, έστω και αν σαν τέτοια, απαιτεί και την σχετική άσκηση. Η άσκηση συμβάλει στο να μην (ή στο να) εκτρέπεται η προσοχή σε άλλες επιδιώξεις. Ο νους αρέσκεται να ταξιδεύει από άρωμα σε άρωμα, να κινείται από χρώμα σε χρώμα, εξωτερικά. Δεν θα ήταν κακό, έστω και για λίγο, να αναχαιτιστεί αυτή η ορμέμφυτη λειτουργία του και να στραφεί (και από το έργο και από την άσκηση) εντός. Αν θέλεις να δεις, να βρεις κάτι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο παίρνεις μαζί σου ένα φανάρι, έναν φακό. Το φως είναι χρήσιμο για να διακρίνεις την παρουσία ή την απουσία αυτού. Το ίδιο χρήσιμη με τον φακό είναι και η φωτογραφία. Κάνει κάτι εμφανές. Η πραγματικότητα γύρω μας είναι αυτή που είναι, είναι όπως είναι, πάνω από λόγια, πάνω από τις εικόνες μας και ανεξάρτητα από το εάν εμείς την φωτίσουμε ή όχι, άσχετα αν της ζητήσουμε να απαντήσει σε κάποιο από τα ερωτήματα που μας απασχολούν. Το ερώτημα για τον κάθε δημιουργό ήταν και είναι το ίδιο: Που φωτίζω, τι ψάχνω, τι ρωτάω, τι βρίσκω, τι μου αποκαλύπτεται, τι διατυπώνω; Όποιος έχει γνωρίσει, έστω και μία φορά, την ευδαιμονία που προσφέρει η τέχνη, κάνει επανειλημμένες προσπάθειες να την γευτεί ξανά. Για τούτο χρειάζεται και η εκπαίδευση, να είναι έτοιμος ο δημιουργός από καιρό πριν. Η φωτογραφημένη φωτιά δεν καίει το χαρτί της φωτογραφίας. Το νερό που φωτογραφίσαμε δεν βρέχει τη φωτογραφία μας. Χάσμα χωρίζει την πραγματικότητα από την φωτογραφημένη πραγματικότητα. Η φωτογραφία μας είναι μία άλλη πραγματικότητα. Περπατώντας στην έρημο της δημιουργίας κάθε λίγο και λιγάκι στο βάθος του τοπίου νάσου και ο αντικατοπτρισμός του νερού. Λίμνες υπέροχου τρεμάμενου νερού να ξεδιψάσουμε. Αυτός που δεν γνωρίζει, τρέχει προς τα εκεί να σβήσει την κάψα του,


να κορέσει την ανάγκη. Αυτός που γνωρίζει, συνεχίζει την πορεία προς τον εαυτό. Έκανα και τα δύο, γι αυτό μπορώ να τα γράφω. Αύριο πάλι. Παράφορα ερωτευμένος . . . . . .


Το βιβλΙARTάκι αυτό τυπώθηκε τον Νοέμβρη του 2004 σε δέκα αριθμημένα αντίτυπα από τις εκδόσεις LINOLEUM, έτσι για πλάκα και για να μη ξεχνιόμαστε.



Γεμίζω την πόλη απώλεια.