Issuu on Google+


Φύση και Άνθρωπος στο Δήμο Νεάπολης Λασιθίου Κρήτης


Επιμέλεια έκδοσης Καλούστ Παραγκαμιάν Γιάννης Νικολουδάκης Ινστιτούτο Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας Καλλιτεχνική επιμέλεια Ηλίας Κουρτέσης Εκτύπωση Γραφικές Τέχνες ΤΥΠΟΚΡΕΤΑ Γ. Καζανάκης Δ/χοι Α.Β.Ε. Βι.Πε Ηρακλείου Κρήτης © Copyright: Δήμος Νεάπολης Λασιθίου. ISBN 978-960-88971-1-3 Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναπαραγωγή, χρήση ή επανέκδοση του βιβλίου χωρίς την άδεια του Δήμου Νεάπολης και των συγγραφέων.

Η αναφορά στο βιβλίο είναι η εξής: Παραγκαμιάν Κ. και Ι. Νικολουδάκης. 2007. Φύση και άνθρωπος στο Δήμο Νεάπολης Λασιθίου Κρήτης. Δήμος Νεάπολης - Ινστιτούτο Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας. Ηράκλειο. σσ 160.


Καλούστ Παραγκαμιάν

Γιάννης Νικολουδάκης

Φύση και Άνθρωπος στο Δήμο Νεάπολης Λασιθίου Κρήτης

Δήμος Νεάπολης Ινστιτούτο Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας


ΠEPIEXOMENA

Πρόλογος

9

..............................................

Eυχαριστίες

10

...........................................

Σημείωμα των συγγραφέων Εισαγωγή

11

.........................

14

..............................................

Ο χώρος και το ανάγλυφο Το γεωλογικό υπόβαθρο

17

...........................

23

.............................

Η ζωή στο μακρινό παρελθόν . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .31 Κλίμα και βλάστηση . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .35 Χλωρίδα Πανίδα

45

...............................................

65

.................................................

Οικισμοί και μετόχια

81

.................................

Ιστορικές Ιερές Μονές . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .99 Αρχαιολογικοί χώροι . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .109 Διαδρομές και περίπατοι . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .115 Επίμετρο

155

.............................................

Παράρτημα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .156 Επιλεγμένη βιβλιογραφία

..........................

159

7


ΠPOΛOΓOΣ

A

νθρωπος - Φύση - Ζωή - Πολιτισμός είναι έννοιες πολύ στενά συνδεμένες, ένα πραγματικό κράμα. Δυσδιάκριτα τα όριά τους, δύσκολος ο διαχωρισμός τους. Έννοιες τόσο καθημερινές, τόσο γνωστές μα ταυτόχρονα τόσο άγνωστες αφού η εξοικείωση μαζί τους δημιουργεί συχνά παραγνώριση ή και παραφθορά. Όσο πιο πολύ όμως ο άνθρωπος προσεγγίζει τη γύρω του φύση, το περιβάλλον του, φυσικό ή ανθρωπογενές και μάλιστα με σοβαρό κι επιστημονικό τρόπο, τόσο πιο πολύ το σέβεται, το εκτιμά, το αγαπά, το προστατεύει. Η περιβαλλοντική γνώση και ευαισθησία είναι μια παγκόσμια διαχρονική αξία. Στην ανάδειξη όλων των παραπάνω στοχεύει και η ενέργεια του Δήμου για τούτη την έκδοση. Το ανάγλυφο του τόπου μας είναι σαν το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του πολυβασανισμένου γέρου ανθρώπου που έχει τόσα πολλά να πει… αρκεί να τον προσεγγίσει κανείς με τον κατάλληλο τρόπο. Σ' αυτή την προσέγγιση του τόπου μας, θα συμβάλει τούτος ο Οδηγός. Είναι ένα μικρό δείγμα πατριδογνωσίας, δηλαδή γνώσης του γύρω μας κόσμου, του δικού μας τόπου, της ιδιαίτερης πατρίδας μας, την οποία πολλές φορές αγνοούμε προσπαθώντας να γνωρίσουμε άλλες χώρες του πλανήτη μας. Τούτος ο Οδηγός είναι μια ακόμη προσπάθεια, μια αρχή. Το δεύτερο βήμα είναι στη διάθεση του καθενός. Προτάσεις… απόψεις … γνώσεις, ευπρόσδεκτα. Ευχαριστούμε όλους όσους συνέβαλαν και βοήθησαν με οποιοδήποτε τρόπο σ' αυτή την μεγάλη προσπάθεια. Νίκος Καστρινάκης Δήμαρχος Νεάπολης

9


EYXAPIΣTIEΣ

T

α μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου και ιδιαίτερα ο Δήμαρχος Νεάπολης κ. Νίκος Καστρινάκης μας εμπιστεύτηκαν να προσεγγίσουμε τον τόπο που ζουν και που αγαπούν πολύ. Μας έδωσαν την ευκαιρία να μελετήσουμε, να μάθουμε πολύ καλύτερα και να γράψουμε για έναν χώρο που και εμείς αγαπάμε, περπατάμε και εξερευνούμε εδώ και πολλά χρόνια. Ελπίζουμε η έκδοση αυτή να ικανοποιεί τις προσδοκίες τους. Ο Οργανισμός Ανάπτυξης Ανατολικής Κρήτης διαχειρίστηκε το ερευνητικό πρόγραμμα που οδήγησε στην έκδοση. Ο κ. Γιώργος Κωστάκης ήταν ο υπεύθυνος του έργου και ο κ. Μιχάλης Λιπάκης ετοίμασε τους χάρτες. Το Τμήμα Κρήτης της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας μας παρείχε τα στοιχεία για την περιοχή από το μοναδικό αρχείο που διατηρεί για τα σπήλαια της Κρήτης και οι συνάδελφοι σπηλαιολόγοι του Τμήματος Γιάνης Νάθενας, Αντρέας Παπαδάκης, Σταύρος Πατραμάνης, Γιώργος Ζερβάκης, Κατερίνα Κοψάρη και Σοφία Αυγέρη μας συνόδεψαν στις εξερευνήσεις των βαράθρων και των σπηλαίων. Ένας από τους πολύ καλούς γνώστες (και λάτρεις) της περιοχής ο κ. Κωστής Σπίθας από τη Νεάπολη συνέβαλε με πληροφορίες και προτάσεις για θέσεις που μας ήταν άγνωστες. Η μετάφραση των κειμένων για την αγγλική έκδοση έγινε από την κ. Ρόζμαρι Τζανάκη. Σε όλους εκφράζουμε τις θερμές μας ευχαριστίες και από τη θέση αυτή.

10


ΣHMEIΩMA TΩN ΣYΓΓPAΦEΩN

H

ευρύτερη περιοχή του Δήμου Νεάπολης είναι μια από τις περιοχές της Κρήτης όπου Άνθρωπος και Άγρια Φύση συνυπάρχουν αλληλεπιδρώντας έντονα για τουλάχιστον 8 χιλιετίες. Η μακρόχρονη αυτή σχέση είναι ξεκάθαρα αποτυπωμένη στο τοπίο ως σύνθετο μωσαϊκό πετρωμάτων και αναγλύφου, βλάστησης, χλωριδικής και πανιδικής σύνθεσης, οικισμών, ιερών τόπων και χωροχρονικών αλλαγών των χρήσεων γης. Περιηγούμενος ο επισκέπτης στην περιοχή αναμφισβήτητα θα εντυπωσιαστεί από τις όψεις του τοπίου, που οπωσδήποτε έχουν και από μόνες τους μεγάλη αξία, μιας και θα επανέρχονται στο μυαλό του ως μνήμες για όλη του τη ζωή. Όμως σ΄ αυτόν τον τόπο τίποτα δεν είναι απλώς αυτό που φαίνεται με μια ματιά ή σε μια φωτογραφία. Στον επισκέπτη που θέλει να μάθει, όλα έχουν πολλά να του πουν γιατί όλα είναι αποτέλεσμα πολύχρονων διεργασιών και αλληλεπιδράσεων και μερικές από αυτές είναι τόσο παλιές όσο ο ίδιος ο τόπος. Για γνωρίσει και να καταλάβει ο επισκέπτης την περιοχή θα πρέπει να κατανοήσει τη σχέση του διαχρονικού κατοίκου με τα υπόλοιπα -και πολύ παλαιότερα- στοιχεία της Φύσης. Ελπίζουμε αυτή η έκδοση να αποδειχθεί ένα χρήσιμο εγχειρίδιο για αυτή τη γνωριμία. Κ. Παραγκαμιάν

Ι. Νικολουδάκης

Ινστιτούτο Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας

11


Οι Βρύσες και στο βάθος η Νεάπολη.

13


Eισαγωγή

Η παρούσα έκδοση έγινε με τη φιλοδοξία να προσφέρει τις στοιχειώδεις πληροφορίες για την ερμηνεία του φυσικού περιβάλλοντος στην περιοχή του Δήμου Νεάπολης. Η εντατική έρευνα της βιβλιογραφίας για επιστημονικές δημοσιεύσεις που αφορούν τη συγκεκριμένη περιοχή δεν απέδωσε τους αναμενόμενους καρπούς. Το φυσικό περιβάλλον κυρίως, αλλά και σε μεγάλο βαθμό το ανθρωπογενές, είναι ελάχιστα μελετημένα. Υποχρεωτικά δόθηκε μεγάλο βάρος σε επισκέψεις πεδίου, κάθε φορά για διαφορετικό αντικείμενο. Οι φωτογραφίες που παρουσιάζονται σε αυτή την έκδοση επιλέχθηκαν από ένα πολύ μεγαλύτερο αριθμό και όλες τραβήχτηκαν στην περιοχή. Επίσης, πολλά από τα στοιχεία που παρουσιάζονται εδώ είναι πρωτότυπα. Οι πάμπολλες στοχευμένες επισκέψεις για την συγκέντρωση δεδομένων μας έδωσαν τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε και να αξιολογήσουμε στοιχεία που δεν είχαν εντοπιστεί στο παρελθόν ή ήταν γνωστά αλλά δεν τους είχε δοθεί η ανάλογη σημασία. Μερικές από τις «ανακαλύψεις» μας τις αναφέρουμε εδώ με μεγάλη δυσκολία όπως για παράδειγμα τα εποχικά τέλματα, αυτά τα εξαιρετικά ευάλωτα οικοσυστήματα που αποτελούν και προτεραιότητα της Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης για προστασία. Άλλες πάλι (αρχαιολογικές και παλαιοντολογικές θέσεις) δεν τις αναφέρουμε καθόλου γιατί κρίναμε ότι είναι πολύ μεγάλης πολιτισμικής και επιστημονικής αξίας και χρήζουν περαιτέρω μελέτης και προστασίας πριν γίνουν γνωστές. Για τον αναγνώστη που θα τον ενδιέφερε να διαβάσει περισσότερα για το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της Κρήτης παραθέτουμε στο τέλος του βιβλίου μερικά από τα σημαντικότερα συγγράμματα για το νησί. Προσεγγίσαμε την περιοχή ως ένα τμήμα του φυσικού περιβάλλοντος της Κρήτης και τον άνθρωπο ως ένα -σημαντικό βεβαίως- στοιχείο του. Είδαμε δηλαδή τον άνθρωπο ως ένα από τα πολλές εκατοντάδες είδη που ζουν 14


και προσπαθούν να επιβιώσουν στην περιοχή. Σε αυτά τα πλαίσια, προσπαθήσαμε να μην ωραιοποιήσουμε καταστάσεις αλλά και να μην γκρινιάξουμε παρά μόνο λίγο στο επίμετρο. Δόθηκε έμφαση στην παρουσίαση και φωτογραφική τεκμηρίωση ειδών και οικοσυστημάτων που μπορούν να γίνουν εύκολα αντιληπτά στο μέσο περιηγητή. Έτσι, δεν αναφερόμαστε με λεπτομέρεια σε είδη ζώων και φυτών που δεν θα ενδιέφεραν το μη ειδικό, παρά μόνο σε περιπτώσεις που είναι χρήσιμα ως παραδείγματα για την ερμηνεία φαινομένων και καταστάσεων. Η ονοματολογία των φυτών και κυρίως των ζώων είναι φτωχή στην Ελλάδα και περιορίζεται σε είδη πάρα πολύ κοινά, εδώδιμα, βλαβερά ή ενοχλητικά. Επιπλέον, η ονομασία των ειδών διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, ακόμα και στην ίδια την Κρήτη. Για τους λόγους αυτούς και παρόλο που ίσως είναι ενοχλητικό σε μερικούς αναγνώστες, σε κάθε όνομα φυτού ή ζώου αναφέρουμε σε παρένθεση το επιστημονικό του όνομα σύμφωνα με τη διεθνή του ονοματολογία. Για τις κοινές ονομασίες που αναφέρονται εδώ, χρησιμοποιήθηκαν κυρίως το «Κόκκινο βιβλίο των απειλουμένων σπονδυλοζώων της Ελλάδας» και η πολύτιμη εργασία του Ε. Πλατάκη «Δημώδη ονόματα ζώων της Κρήτης». Προσπαθήσαμε να μην χρησιμοποιήσουμε δύσκολους επιστημονικούς όρους αλλά σε μερικές περιπτώσεις δεν μπορέσαμε να τους αποφύγουμε. Αυτοί πάντως επεξηγούνται στο κείμενο. Το βιβλίο περιλαμβάνει δυο ενότητες. Στην πρώτη δίδονται όλες οι βασικές πληροφορίες που αντλήθηκαν από τη βιβλιογραφία και κυρίως από τις επιτόπιες επισκέψεις. Περιγράφεται ο χώρος, το ανάγλυφο και το γεωλογικό υπόβαθρο της περιοχής με αναφορές στη γεωλογική ιστορία και τα είδη που εξαφανίσθηκαν σε πολύ παλαιότερες εποχές. Όλα αυτά καθώς και το κλίμα, οι προσαρμογές φυτών και ζώων και οι δραστηριότητες του ανθρώπου συνδέονται για την ερμηνεία της κατανομής και της κατάστασης της βλάστησης καθώς και της χλωριδικής και πανιδικής σύνθεσης της περιοχής. Τέλος, περιγράφεται το αυστηρά ανθρωπογενές περιβάλλον που αφορά τους οικισμούς και τα μετόχια, τις Ιερές Μονές αλλά και τους αρχαιολογικούς χώρους. Στη δεύτερη ενότητα προτείνονται και περιγράφονται οι τρεις κύριες διαδρομές που θα μπορούσε να κάνει ο περιηγητής για να απολαύσει τη φύση και να αποκτήσει οδικώς μια λίγο πολύ πλήρη εικόνα της περιοχής. Η κάθε μια διαδρομή περιλαμβάνει και αρκετούς προτεινόμενους μικρούς και μεγαλύτερους περιπάτους που είναι όμως απαραίτητοι για την κατανόηση αυτής της εικόνας. 15


16


O χώρος και το ανάγλυφο

Η κοιλάδα ΔρασίουΛαγκάδας και η Καβαλλαρά.

Ο Δήμος Νεάπολης διοικητικά ανήκει στο νομό Λασιθίου. Συνορεύει ανατολικά και νότια με το Δήμο Αγίου Νικολάου και δυτικά με τη Κοινότητα Βραχασίου. Βόρεια, βρέχεται από το Κρητικό πέλαγος. Η έδρα του Δήμου βρίσκεται στη Νεάπολη, μια πόλη με 2.767 κατοίκους κατά την πιο πρόσφατη απογραφή. Η εύφορη κοιλάδα της Νεάπολης, αποτελεί μια επιμήκη και ευκολοδιάβατη δίοδο ανάμεσα στους κάμπους και τους κόλπους των Μαλίων και του Αγίου Νικολάου και είχε ανέκαθεν εξαιρετική οικονομική και στρατηγική σημασία, καθώς αποτελεί την κυριότερη οδό επικοινωνίας αλλά και τον ενδιάμεσο σταθμό στην διακίνηση ανθρώπων, αγαθών και ιδεών μεταξύ κεντρικής και ανατολικής Κρήτης. Από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα ο άνθρωπος επιδίωξε να εκμεταλλευτεί το σύνολο του παραγωγικού χώρου και ίσως να ελέγξει σε κάποιο βαθμό και τα περάσματα. Η στρατηγική θέση και οι φυσικοί πόροι της περιοχής επέτρεψαν την σταδιακή ανάπτυξη και πολιτική ισχυροποίηση μιας σημαντικής υστερομινωικής πόλης, της Δρήρου, η οποία άκμασε ιδιαίτερα από τον 8ο π.Χ αιώνα μέχρι και τους δυο επόμενους αιώνες. Την ανάπτυξη οπωσδήποτε θα ευνόησε και η δυνατότητα εκμετάλλευσης μικρότερων λεκανών, εκατέρωθεν της κοιλάδας, οι οποίες δε διέθεταν τις απαραίτητες πλουτοπαραγωγικές πηγές ώστε να εξασφαλίσουν στους κατοίκους τους αυτάρκεια αγαθών και επομένως αυτονομία. Τέτοιες είναι για παράδειγμα οι κοιλάδες Λαγκάδας – Δρασίου – Αγ. Κωνσταντίνου στα νοτιοδυτικά και των Κουρουνών, Περάμπελων, Καστελλίου – Φουρνής στα βόρεια και βορειοανατολικά. Σήμερα, ο Δήμος Νεάπολης περιλαμβάνει 10 Δημοτικά Διαμερίσματα και εκτός της πόλης υπάρχουν 38 μικρά και μεγάλα χωριά διάσπαρτα σε όλη την επικράτεια. Η περιοχή οριοθετείται από μια σειρά μικρών και μεγάλων υψωμάτων. 17


Η κοιλάδα του Καστελίου και στο βάθος, ο λόφος της Δρήρου, η Καβαλλαρά και τα Λασιθιώτικα βουνά.

18

Στα δυτικά ο Ανάβλοχας (623 μ.) και τα υψώματα των Καλαρίτη, Μουτσούνας (510 μ.) και άλλων χαμηλότερων λόφων, τη χωρίζουν από την περιοχή Βραχασίου – Μιλάτου. Νοτιοδυτικά και στη συνέχεια νότια, οι Ακρολάκκοι (915 μ.), η Λαγκάδα, το Πυφλάρι (1.184 μ.), ο Μαχαιράς (1.487 μ.), οι Αχινόλακκοι, η Χιονίστρα (931 μ.) και οι Κοπράνες χωρίζουν την περιοχή από τις επικράτειες των Δήμων του Οροπεδίου Λασιθίου και του Αγίου Νικολάου. Ανατολικά, τα υψώματα Ανεμόσπηλο (552 μ.), Λούτσι (718 μ.), Πυργού (348 μ.), Κατσολιός (549 μ.), Κουτσούρα (699 μ.) και Μεγάλο Καστρί (499 μ.) θέτουν τα όρια με τον Άγιο Νικόλαο και την Ελούντα. Το ανάγλυφο είναι σχετικά έντονο. Το βόρειο τμήμα χαρακτηρίζεται από τα πολλά υψώματα και τις μικρές απομονωμένες κοιλάδες ανάμεσά τους. Πέντε από τα υψώματα αυτά ξεπερνούν τα 700 μέτρα: ο Τίμιος Σταυρός (793 μ.), η Στειρομάντρα ή Μεσακή Κορφή (762 μ.), τα Πεζά (759 μ.), η Τραπέζα (732 μ.) και το Βαθύλακκο (701 μ.). Ανάμεσα στα υψώματα κυλούν ρυάκια που σχεδόν όλα


Kάτω: Κοιλάδες και υψώματα ανατολικά του Τίμιου Σταυρού. Στο βάθος το Καστέλι και η Φουρνή.

εκβάλλουν στην βόρεια ακτογραμμή. Από δυτικά προς ανατολικά, τα σημαντικότερα και μεγαλύτερα είναι: ο ρύακας Ανεμαλλιάρης στην περιοχή των Ανωγείων και Αγίου Αντωνίου, ο ρύακας Μαλλιάρης στην περιοχή του Σούβλου, ο ρύακας Χαλάσματα στην περιοχή των Ρωμανού-Κουδουμάλου, ο ρύακας Μεσομούρι κοντά στο Δίλακκο και στο Πατσόπουλο, ο ρύακας Λαγκός στο Καρύδι και τέλος ο ρύακας Σφάδες που καταλήγει ανατολικά, στον Όρμο της Σπιναλόγκας. Νοτιότερα βρίσκεται ο κάμπος της Νεάπολης, μια λίγο πολύ ομαλή περιοχή με μικρούς χωμάτινους λόφους. Νότια, το ανάγλυφο γίνεται εντονότερο με λόφους που αποτελούν τους πρόποδες των Λασιθιώτικων βουνών. Τα κυριότερα υψώματα είναι η Καβαλλαρά (767 μ.) ακριβώς νότια της Νεάπολης και ο Αγκιναράς (574 μ.) που είναι η ανατολικότερη προέκταση της οροσειράς της Σελένας. Ακόμα νοτιότερα, στα όρια του Δήμου Νεάπολης με το Δήμο Αγίου Νικολάου, βρίσκονται οι Αχινόλακκοι και ο Μαχαιράς με υψόμετρο 1.487 μέτρα που είναι το ψηλότερο σημείο της επικράτειας του Δήμου.

19


Δ.NEAΠOΛHΣ ΓEΩMOPΦOΛOΓIKOΣ XAPTHΣ

20


21


22


Το γεωλογικό υπόβαθρο

Η σκηνή πάνω στην οποία υπάρχουν και αλληλεπιδρούν όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος μιας περιοχής είναι κατά κανόνα και η πιο υποεκτιμημένη. Τα μάτια όλων είναι στραμμένα στους «πρωταγωνιστές» των γρήγορων αλλαγών του πράγματι πολύ ενδιαφέροντος «έργου» που αφορά τη φύση και τον άνθρωπο. Και όμως η γεωλογική δομή, η πετρολογική σύσταση και η γεωλογική ιστορία κάθε περιοχής είναι τα στοιχεία – κλειδιά που πρέπει να έχει υπόψη του όποιος θέλει να καταλάβει αυτό το «έργο». Η σκηνή αυτή είναι πάρα πολύ ποικίλη και περίπλοκη στην Κρήτη και αυτό βεβαίως έχει άμεση σχέση με την ποικιλία, τις ιδιαιτερότητες και τις μοναδικότητες των τοπίων, των μορφών ζωής, αλλά αναμφισβήτητα και των ανθρώπων του νησιού που κατάφεραν να δημιουργήσουν, μέσα στα λίγες χιλιάδες χρόνια παρουσίας τους, έναν από τους σημαντικότερους πολιτισμούς της ανθρωπότητας. Η γεωλογική δομή της περιοχής είναι απλή σε σχέση με άλλες περιοχές της Κρήτης. Υπάρχει απόλυτη σχεδόν κυριαρχία των ανθρακικών πετρωμάτων. Όσο και αν φαίνεται περίεργο τα πετρώματα αυτά είναι ιζηματογενή βιογενούς προέλευσης. Δημιουργήθηκαν δηλαδή με τη συσσώρευση των ανόργανων υπολειμμάτων (όστρακα, σκελετοί) θαλάσσιων οργανισμών που ζούσαν και πέθαιναν πριν πολλές δεκάδες εκατομμύρια χρόνια στην Τηθύ, ένα πανάρχαιο ωκεανό που υπήρχε μεταξύ της Ευρασίας και της Αφρικής πολύ πριν εμφανιστεί ο Ελλαδικός χώρος. Σε γενικές γραμμές υπάρχουν δυο τύποι ανθρακικών πετρωμάτων που αντιστοιχούν σε δύο γεωτεκτονικές, όπως λέγονται, ενότητες: των πλακωδών ασβεστολίθων και της Τρίπολης. Ολόκληρη η περιοχή βόρεια και βορειοανατολικά της Νεάπολης μέχρι τη θάλασσα, αποτελείται από πλακώδεις ασβεστόλιθους. Πρόκειται για πετρώματα που σχηματίστηκαν πριν από 250 έως 30 εκατομμύρια χρόνια και στη συνέχεια μεταμορφώθηκαν, δηλαδή διαλύθηκαν και ανακρυσταλλώθηκαν 23


24


Χαρακτηριστικά διαβρωμένος από τη βροχή, μαζώδης ασβεστόλιθος πάνω από τη Λαγκάδα.

Πλακώδεις ασβεστόλιθοι με ενστρώσεις λευκών πυριτολίθων.

μέσα στη θάλασσα σε συνθήκες υψηλής πίεσης και θερμοκρασίας, σχηματίζοντας τα σημερινά μάρμαρα με τη χαρακτηριστική κρυσταλλική δομή. Οι ασβεστόλιθοι αυτοί είναι στρωματοποιημένοι και τα στρώματα (πλάκες) έχουν πάχος συνήθως 10 έως 40 εκατοστά ενώ συχνά ανάμεσά τους υπάρχουν ενστρώσεις πυριτολίθων που επίσης προέρχονται από σκελετικά στοιχεία θαλάσσιων οργανισμών (πρωτόζωα, σπόγγοι, κ.ά). Οι πυριτόλιθοι αυτοί εξορύσσονταν συστηματικά στο παρελθόν (και σε μικρότερο βαθμό σήμερα) σε περιοχές κοντά στην Ελούντα για τη δημιουργία και εμπορία ακονιών. Έχει υπολογιστεί ότι το πάχος των πλακωδών ασβεστολίθων στην Κρήτη ξεπερνά τα 3 χιλιόμετρα! Στο νότιο τμήμα του Δήμου Νεάπολης, στους πρόποδες δηλαδή των Λασιθιώτικων βουνών, υπάρχουν κυρίως μαζώδεις ασβεστόλιθοι και δολομίτες που ανήκουν στη γεωτεκτονική ενότητα της Τρίπολης και δημιουργήθηκαν πριν από 150 έως 60 εκατομμύρια χρόνια. Εδώ, τα πετρώματα αυτά έχουν πάχος που δεν υπερβαίνει τα 350 μ. Αντίθετα με τους πλακώδεις ασβεστόλιθους, δεν έχουν κρυσταλλική δομή, κατακερματίζονται σχετικά εύκολα και διαβρώνονται εντονότερα από το νερό της βροχής και έτσι το ανάγλυφό τους είναι ανώμαλο και τραχύ. Ανάμεσα στις δυο ανθρακικές ενότητες παρεμβάλλονται σχιστολιθικά και φυλλιτικά πετρώματα της ενότητας των Φυλλιτών – Χαλαζιτών. Τα πετρώματα αυτά σχηματίστηκαν πριν από 300 έως 200 εκατομμύρια χρόνια και εμφανίζονται επιφανειακά στον κάμπο της Νεάπολης αλλά και νοτιότερα πριν το οροπέδιο του Καθαρού. Επειδή είναι αδιαπέραστα από το νερό, διαβρώνονται πολύ αργά, ομοιόμορφα και επιφανειακά και έτσι το ανάγλυφο τους είναι ομαλό. Τα δύο α-

25


Η στρωματογραφία των λατυποπαγών πετρωμάτων στη βόρεια ακτογραμμή αντιστοιχεί στις κλιματικές αλλαγές και την ένταση της διάβρωσης τις τελευταίες δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Λιθοφάγοι. Αδιάψευστοι μάρτυρες της υψηλότερης στάθμης της θάλασσας σε παλαιότερες εποχές.

νώτερα καλύμματα (Φυλλίτες και Χαλαζίτες – Τρίπολη) έχουν αποσαθρωθεί και εξαφανιστεί πλήρως βόρεια-βορειοανατολικά της Νεάπολης όπου υπάρχουν σχεδόν αποκλειστικά οι πλακώδεις ασβεστόλιθοι. Τρία μικρής έκτασης υπολείμματα ασβεστολίθων της ενότητας Τρίπολης υπάρχουν στις βόρειες ακτές: στη θέση Άγιος Κωνσταντίνος ανατολικά της Παραλίας Μιλάτου και ανατολικά και δυτικά του ακρωτηρίου Δρεπάνι. Στις βόρειες ακτές της περιοχής υπάρχουν πετρώματα πολύ πιο πρόσφατα που έχουν δημιουργηθεί είτε από τη συγκόλληση των συσσωρευμένων ακανόνιστων θραυσμάτων του ασβεστολιθικού πετρώματος των απότομων πλαγιών (λατυποπαγή), είτε από τη συγκόλληση των συσσωρευμένων αποστρογγυλεμένων πετρών που αποθέτουν οι χείμαρροι στις εκβολές τους (κροκαλοπαγή). Τα πάχη αυτών των πετρωμάτων είναι από λίγα μέτρα ως λίγες δεκάδες μέτρα. Σε αρκετά σημεία της βόρειας ακτογραμμής το


κύμα της θάλασσας έχει αποκαλύψει τη στρωματογραφία τους που αντιστοιχεί σε διαφορετικές εντάσεις της διάβρωσης ως αποτέλεσμα των κλιματικών αλλαγών που συνέβησαν στη διάρκεια του Πλειστοκαίνου, και κυρίως τα τελευταία 1 εκ. χρόνια. Εκεί δε που αποκαλύπτονται τα μητρικά πετρώματα (πλακώδεις ασβεστόλιθοι) είναι ορατά τα σημάδια των αλλαγών της στάθμης της θάλασσας κατά τις τελευταίες δεκάδες χιλιάδες χρόνια καθώς διακρίνονται ορίζοντες με τρύπες που είχαν διανοίξει θαλάσσια ελασματοβράγχια (οι λιθοφάγοι) όταν η στάθμη βρισκόταν 2 έως 30 μέτρα ψηλότερα από ότι είναι σήμερα. Στην περιοχή έχουν εντοπιστεί και καταγραφεί από το Τμήμα Κρήτης της Ελληνικής σπηλαιολογικής Εταιρείας 43 σπήλαια (ίδετε Παράρτημα) οπωσδήποτε όμως ο πραγματικός τους αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος. Από αυτά έχουν εξερευνηθεί τα 12 χωρίς να εντοπιστεί κάποιο πραγματικά μεγάλου μεγέθους ή με ανεπτυγμένο διάκοσμο. Παρ’ όλα αυτά μας δίνουν μια ενδιαφέρουσα εικόνα για το υπόγειο περιβάλλον της περιοχής. Τα βάραθρα Κανή Λατσίδα (βάθος 25μ) και Λατσίδα Ξερολίμνης (βάθος 15μ) φιλοξενούν ενδημικά είδη σπηλαιόβιων ασπονδύλων. Ακόμα δυο στη βόρεια ακτογραμμή έχουν απολιθώματα σπονδυλωτών. Το σπήλαιο του Αγίου Ανδρέα βόρεια της Φινοκαλιάς είναι ένας από τους ομορφότερους σπηλαιώδεις ναούς της Κρήτης.

Το ομαλό ανάγλυφο της κοιλάδας της Νεάπολης. Ενάλιο σπήλαιο βόρεια του Αγίου Ανδρέα. Το σπήλαιο της Ντατσερολενιάς κοντά στη βόρεια ακτογραμμή.

27


Δ.NEAΠOΛHΣ ΓEΩΛOΓIKOΣ XAPTHΣ

28


29


30


H ζωή στο μακρινό παρελθόν

Απολιθωμένα οστά ελαφιού (Candiacervus sp.).

Ελάχιστα είναι τα δημοσιευμένα στοιχεία που διαθέτουμε για τα παλαιοντολογικά ευρήματα στη περιοχή του Δήμου Νεάπολης. Αναμφίβολα η περιοχή «βίωσε» με ένταση τις σφοδρές αλλαγές του χώρου και της ζωής τα τελευταία 17 εκ. χρόνια. Αρχικά ως μικρό κομμάτι γης μιας ενιαίας ξηράς (της Αιγαιίδας), στη συνέχεια ως βυθός θάλασσας και μετά είτε ως ηπειρωτικό τμήμα, είτε ως τμήμα μεγάλου ή μικρού νησιού. Σ’ αυτή τη γη περπάτησαν πριν 8-11 εκ. χρόνια γιγαντιαία προβοσκιδωτά (τα δεινοθήρια, Deinotherium giganteum) απολιθώματα των οποίων έχουν βρεθεί σε δύο θέσεις στην επαρχία Σητείας. Έχοντας ύψος πάνω από 4,5μ. και βάρος που έφτανε και τους 12 τόνους τα ζώα αυτά ήταν πραγματικά ογκώδη. Έμοιαζαν με τους σημερινούς ελέφαντες αλλά οι χοντροί χαυλιόδοντές τους ήταν στραμμένοι προς τα κάτω. Εξαπλώνονταν σε όλη την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική αλλά εξαφανίστηκαν από προσώπου Γης πριν 1,5 εκατομμύρια χρόνια. Πολύ πιο πρόσφατα (τα τελευταία τουλάχιστον 1εκ. χρόνια) και όταν η Κρήτη ήταν πλέον νησί, στην περιοχή αποδεδειγμένα ζούσαν νάνοι ιπποπόταμοι (Hippopotamus creutzburgi) και ελάφια (Candiacervus spp.) απολιθώματα των οποίων βρέθηκαν σε 4 σπήλαια βόρεια και ανατολικά της Μιλάτου. Επίσης βέβαιο θεωρείται ότι στην περιοχή υπήρξε και το μεγαλύτερο από τα δύο είδη ελεφάντων που έζησαν στην Κρήτη (Elephas antiquus creutzburgi) απολιθώματα του οποίου βρέθηκαν στο οροπέδιο του Καθαρού. Τα ζώα αυτά εποίκισαν την Κρήτη κολυμπώντας και ελλείψει θηρευτών ανέπτυξαν μεγάλους πληθυσμούς. Στις ίδιες θέσεις αλλά και στις βόρειες ακτές του Δήμου, βρέθηκε πληθώρα απολιθωμάτων από τρωκτικά και μυγαλές. Από αυτή την …πρόσφατη πανίδα των θηλαστικών, μόνο ένα είδος έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα, η κρητική μυγαλή (Crocidura zimmermanni), η οποία είναι ενδημική της Κρήτης και το μοναδικό ενδημικό θηλαστικό της Ελλάδας. 31


Πουθενά στην Κρήτη δεν έχουν βρεθεί μεγάλα σαρκοφάγα θηλαστικά αυτής της περιόδου. Φαίνεται ότι για τα τελευταία 2 εκατομμύρια χρόνια η πανίδα των μεγάλων θηλαστικών αποτελούνταν αποκλειστικά από φυτοφάγα ζώα που η πληθυσμιακή τους κατάσταση, η επιβίωση και τελικά η εξαφάνισή τους εξαρτήθηκε κυρίως από τη διαθεσιμότητα της τροφής, δηλαδή τα φυτά. Οι σφοδρές κλιματικές αλλαγές κατά τις παγετώδεις και μεσοπαγετώδεις περιόδους τα τελευταία 1 εκ. χρόνια οπωσδήποτε συνέβαλλαν στην εξαφάνισή τους. Τελευταία εξαφανίστηκαν τα ελάφια πριν τουλάχιστον 20.000 χρόνια, πολύ πριν εποικίσει ο άνθρωπος το νησί.

Συνοψίζοντας μια φυσική ιστορία εκατομμυρίων ετών. Στο γεωλογικό χρόνο οι αλλαγές του χώρου και της φύσης είναι δραματικές και εντυπωσιακές. Το σημαντικότερο από τα γεγονότα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία και την εξέλιξη του Ελλαδικού χώρου είναι η σύγκρουση δύο τεκτονικών πλακών: της Αφρικανικής με την Ευρασιατική. Η σύγκρουση αυτή ξεκίνησε πριν δεκάδες εκατομμύρια χρόνια και θα συνεχίζεται για μερικά εκατομμύρια χρόνια οπότε οι δύο ήπειροι θα ενωθούν. Η γεωλογική και φυσική ιστορία της Κρήτης υπήρξε πολυτάραχη. Πριν 16 εκατομμύρια χρόνια αποτελούσε το νοτιότερο άκρο της ενιαίας ξηράς του Αιγαιακού χώρου (της Αιγαιίδας). Πριν 15 με 6,5 εκ.χ. (άνω Μειόκαινο) η Αιγαιίδα διαρκώς κατακερματιζόταν και πλημμύριζαν με θαλασσινό νερό μεγάλες εκτάσεις, κυρίως στα δυτικά. Κατά το Μεσσήνιο (6,55,3 εκ.χ.) η Αφρική είχε πλησιάσει πλέον πολύ την Ευρασία δημιουργώντας μια κλειστή θάλασσα, τη Μεσόγειο. Το θερμό κλίμα της εποχής είχε σαν αποτέλεσμα την εξάτμιση του μεγαλύτερου ποσοστού του νερού (μερικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι εξατμίστηκε όλο!). Εκείνη την περίοδο, εξ αιτίας της δραματικής ταπείνωσης της στάθμης της θάλασσας επανασυνδέθηκαν χερσαίες περιοχές. Η ιστορία του Νεογενούς, μιας εποχής που διήρκεσε πάνω από 21 εκ.χ. (23,2 έως 1,8 εκ.χ. πριν) τελειώνει με το άνοιγμα του στενού του Γιβραλτάρ κατά το Πλειόκαινο. Η Μεσόγειος κατακλύζεται με τα νερά του Ατλαντικού και ο Αιγαιακός χώρος σταδιακά διαφοροποιείται σε νησιά τα οποία κατά περιόδους ενώνονταν και ξαναχώριζαν. Πολλά είδη εξαφανίστηκαν μη μπορώντας να επιβιώσουν σε μικρές εκτάσεις με αρκετά διαφορετικές οικολογικές συνθήκες. Στην Κρήτη για παράδειγμα δεν έχουν βρεθεί απολιθώματα θηλαστικών αυτής της περιόδου (του Πλειοκαίνου) γεγονός που υποδηλώνει ότι θα πρέπει να εξαφανίστηκαν σχεδόν όλα. Οι δραματικές αλλαγές συνεχίστηκαν ακόμα και κατά τα τελευταία 2 εκ.χ.. Όλη αυτή η περίοδος χαρακτηριζόταν από έντονα τεκτονικά συμβάντα (η Κρήτη ανυψώθηκε περίπου 800m) και έντονες κλι-

32


Ορίζοντας με απολιθωμένα οστά θηλαστικών σε λατυποπαγείς αποθέσεις ενάλιου σπηλαίου.(

ματικές αλλαγές (3 βασικές παγετώδεις περίοδοι). Η Κρήτη όπως αρκετά νησιά του Αιγαίου εποικίστηκε με είδη θηλαστικών που είτε διασπείρονται εύκολα (νυχτερίδες, τρωκτικά), είτε με είδη που μπορούν να κολυμπήσουν άνετα όπως τα ελάφια, οι ελέφαντες, οι ιπποπόταμοι κ.ά.. Έτσι, ενώ στην ηπειρωτική Ελλάδα εξακολουθεί να υπάρχει μια ισορροπημένη πανίδα (φυτοφάγα - σαρκοφάγα) με χαμηλό ενδημισμό, στα νησιά εγκαθίσταται μια μη ισορροπημένη πανίδα από φυτοφάγα είδη τα οποία εξελίσσονται σε ενδημικά. Ο γιγαντισμός και ο νανισμός είναι δύο εντυπωσιακά φαινόμενα που παρατηρήθηκαν στους νησιωτικούς πληθυσμούς της εποχής. Οι αρουραίοι είχαν το μέγεθος μικρού λαγού ενώ οι ιπποπόταμοι μέγεθος χοίρου. Οι ελέφαντες είχαν ύψος 80-170cm και τα νάνα ελάφια μέγεθος κατσικιού. Οι γεωγραφικές και κλιματικές αλλαγές συνέχισαν να επηρεάζουν τη χλωρίδα, την πανίδα και τα οικοσυστήματα της ευρύτερης περιοχής όμως ο άνθρωπος -τουλάχιστον από τη νεολιθική εποχή- επισφράγισε δυναμικά αυτή τη φυσική ιστορία επιφέροντας μεγάλης έκτασης αλλαγές με πρωτόγνωρους για τη φύση ρυθμούς.

33


34


Kλίμα και βλάστηση

Στην όλη σχεδόν την περιοχή του Δήμου Νεάπολης κυριαρχεί η θαμνώδης βλάστηση.

Τρεις είναι οι κύριοι παράγοντες που έχουν καθορίσει τη βλάστηση της περιοχής: το κλίμα, η έντονη βόσκηση και ο άνθρωπος. Τα είδη που συνιστούν τη βλάστηση εδώ όπως και στο μεγαλύτερο τμήμα της Κρήτης είναι εξαιρετικά ανθεκτικά στην ξηρασία καθώς έχει προσαρμοστεί ο βιολογικός τους κύκλος και τα μορφολογικά τους χαρακτηριστικά στο μεσογειακό κλίμα (θερμά και ξηρά καλοκαίρια-ψυχροί και υγροί χειμώνες). Παρατηρώντας κανείς πρόχειρα το τοπίο θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι εκτεταμένοι θαμνότοποι της περιοχής είναι αποτέλεσμα της βόσκησης από πρόβατα και κατσίκια. Αν και σε μεγάλο βαθμό σωστή η εκτίμηση αυτή δεν ερμηνεύει απόλυτα την ύπαρξη και τη σύνθεση της βλάστησης. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η υπερβόσκηση δεν είναι κάτι «ξένο» στην περιοχή. Αρκετά είδη μεγάλων φυτοφάγων ζώων (ελέφαντες, ιπποπόταμοι και ελάφια) έβοσκαν εδώ επί εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια και μάλιστα ελλείψει θηρευτών οι πληθυσμοί τους ήταν οι μέγιστοι δυνατοί, με κύριο περιοριστικό παράγοντα τη διαθεσιμότητα της τροφής. Η βλάστηση επομένως εάν δεν ήταν ήδη προσαρμοσμένη στην υπερβόσκηση θα είχε εξαφανιστεί πλήρως από τα αιγοπρόβατα, κάτι που έχει συμβεί σε αρκετά ωκεάνια νησιά στα οποία δεν υπήρχαν φυτοφάγα ζώα πριν τα εισάγει ο άνθρωπος. Τα τελευταία τουλάχιστον 8.000 χρόνια, ο άνθρωπος στην προσπάθειά ��ου να επιβιώσει και να αναπτυχθεί επέδρασε τόσο έντονα σε αυτό που λέμε «φυσικό περιβάλλον» ώστε η φυσιογνωμία του είναι σε πολύ μεγάλο ποσοστό ανθρωπογενής. Τους τελευταίους αιώνες αυτή η φυσιογνωμία ίσως ήταν εντονότερη από ποτέ. Σχεδόν όλη η περιοχή (ακόμα και δυσπρόσιτα απόκρημνα μέρη) ήταν εκχερσωμένη, διαμορφωμένη και καλλιεργούνταν τόσο για τις ανθρώπινες ανάγκες όσο και για ζωοτροφές καθώς σχεδόν κάθε οικογένεια είχε βόδια, γαϊδούρια και 35


Αβόσκητη και βοσκημένη πλευρά ενός λόφου κοντά στις Κουρούνες.

α. Φρύγανα σε εγκαταλελειμμένες καλλιέργειες κοντά στη Δρήρο. β. Τυπική φρυγανική βλάστηση με ημισφαιρικούς θάμνους. γ. Δενδρώδεις φλόμοι σε φρυγανική βλάστηση στις βόρειες ακτές. α.

μουλάρια εκτός από τα αιγοπρόβατα. Δεκάδες μικροί οικισμοί και μοναστήρια, απειράριθμες αναβαθμίδες (πεζούλες), πολλά χιλιόμετρα πετρόχτιστων διαχωριστικών τοιχίων (τράφοι) και ένα εκτεταμένο δίκτυο καλτεριμιών διαμερισματοποιούσαν έντονα την περιοχή. Η χρήση της φωτιάς για την αναβλάστηση των θάμνων ήταν συστηματική δραστηριότητα στις περιοχές που εξασκούνταν η κτηνοτροφία. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως υπάρχει μια δραματική κάμψη του ανθρώπινου πληθυσμού στην ύπαιθρο. Οι περισσότερες καλλιέργειες εγκαταλείφθηκαν, τα οικόσιτα ζώα σχεδόν δεν υπάρχουν πλέον, η βόσκηση μειώθηκε και φαίνεται ότι αρχίζει μια νέα περίοδος για το «φυσικό» περιβάλλον της περιοχής. Φυτά που είχαν περιοριστεί στο παρελθόν σε απόκρημνες πλαγιές βουνών επανεποικίζουν πλέον το χώρο. Οι θαμνότοποι εξαπλώνονται με σχετικά ταχείς ρυθμούς και τοπικά η μακία βλάστηση αποκτά δενδρώδη μορφή. Ακόμα και οι φυλλοβόλες δρείς (δρυγιάδες) αναβλαστάνουν στο νότιο τμήμα του Δήμου. Στην περιοχή οι βροχοπτώσεις κυμαίνονται κατά μέσο όρο από 1.200 χλστ. στις νότιες περιοχές με μεγάλο υψόμετρο έως 400 χλστ. στα βόρεια παράλια ενώ η θερμοκρασία φτάνει μερικούς βαθμούς κάτω του μηδενός το χειμώνα και ξεπερνά αρκετές φορές τους 380C το καλοκαίρι. Σε γενικές γραμμές ένας ετήσιος κύκλος ξεκινά τον Οκτώβριο με τις πρώτες σποραδικές και συχνά κατακλυσμιαίες βροχές που πληθαίνουν προς τα τέλη του Νοεμβρίου και κορυφώνονται τον Ιανουάριο. β.

36

γ.


Σε αρκετές περιοχές η ποικιλότητα των φυτών των φρυγάνων είναι πολύ μεγάλη.

37


Τα πουρνάρια δυσκολεύονται να αναπτυχθούν σε δένδρα στις περιοχές με ισχυρούς ανέμους.

Αναπτυσσόμενη μακία βλάστηση κοντά στη Μονή Κεράμου.

α. Τα φύλλα της υπερβοσκημένης ελιάς γίνονται μικρά και στρογγυλά. β. Η συμπαγής ανάπτυξη υπερβοσκημένου πουρναριού.

38

α.

β.


Συνύπαρξη της ελιάς, της αμυγδαλιάς και του πουρναριού κοντά στο Καστέλι.

Την περίοδο αυτή όλη η περιοχή πρασινίζει καθώς τα φυτά ανταποκρίνονται σχεδόν αμέσως. Τα ξυλώδη αείφυλλα είδη (δέντρα και θάμνοι) ρίχνουν τα μικρά τους φύλλα που τους εξασφάλιζαν μικρή απώλεια νερού το καλοκαίρι και βγάζουν μεγαλύτερα. Τα ετήσια φυτά φυτρώνουν κατά εκατομμύρια από τα σπέρματα στο έδαφος και τα βολβώδη είδη αναπτύσσουν τα νέα φύλλα τους. Την άνοιξη οι βροχές ελαττώνονται σταδιακά και σταματούν σχεδόν εντελώς τον Απρίλιο ή το Μάιο. Οι νότιοι-νοτιοανατολικοί άνεμοι που φυσούν αυτή την περίοδο φέρνουν από τη μακρινή Σαχάρα της Αλγερίας και της Λιβύης μεγάλες σχετικά ποσότητες χώμα που αποτίθεται στην περιοχή με τις τελευταίες βροχές και το χιόνι στα βουνά αποκτά ένα χαρακτηριστικό χρώμα ώχρας. Στις φωτεινές ημέρες της Άνοιξης όλη η περιοχή σφύζει από ζωή, ιδιαίτερα τον Απρίλιο. Στην πλειονότητά τους τα φυτά είναι πλέον ανθισμένα και πληθώρα εντόμων (επικονιαστών και μη) πετούν ψάχνοντας τροφή και ένα ταίρι για να ζευγαρώσουν. Τα ρυάκια και οι εποχικοί υγρότοποι έχουν αρκετό νερό για να υποστηρίξουν την ανάπτυξη των υδρόβιων και ημιυδρόβιων φυτικών οργανισμών, που θα πυροδοτήσουν την παραπέρα ανάπτυξη της ζωής καθώς αποτελούν τη βάση της τροφικής αλυσίδας για πολλά υδρόβια ζώα. Σφύζοντας από ζωή, οι εποχικοί υγρότοποι υποδέχονται αυτή την περίοδο τα μεταναστευτικά πουλιά τα οποία έρχονται από την Αφρική και κάποια σταματούν εδώ εξαντλημένα και πεινασμένα για να ξεκουραστούν πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους προς το βορρά. Τον Ιούνιο κατά κανόνα οι βροχοπτώσεις σταματούν και η θερμοκρασία αρχίζει να ανεβαίνει. Ήδη τα περισσότερα φυτά έχουν καρπίσει και σταδιακά ξεραίνονται ή αναπτύσσουν μικρότερα φύλλα. Την εποχή αυτή δοκιμάζονται σκληρά όλες οι προσαρμογές που απέκτησαν τα ιθαγενή φυτά και ζώα από τότε που βρέθηκαν στην περιοχή. Τα γεώφυτα μπαίνουν στον θερινό τους λήθαργο ενώ τα ετήσια φυτά πεθαίνουν αφήνοντας τα σπέρματά τους στο έδαφος για να βλαστήσουν τον επόμενο χειμώνα. Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος είναι οι πιο δύσκολοι μήνες καθώς οι θερμοκρασίες είναι υψηλές και υπάρχει ξηρασία. Ο Σεπτέμβριος,

39


Δενδρώδης μακία βλάστηση κοντά στη Μονή Κεράμου.

Η αναπτυσσόμενη βλάστηση στις πλαγιές της Μουτσούνας κοντά στη Λατσίδα.

40


ζεστός, συνήθως απάνεμος και με ελάχιστες βροχές είναι ο μήνας κατά τον οποίο η φύση προετοιμάζεται για ένα ακόμη ετήσιο κύκλο. Δυο είναι οι κυρίαρχοι τύποι βλάστησης που απαντούν στα όρια του Δήμου Νεάπολης: η φρυγανική και μακία. Και οι δύο τύποι αποτελούνται από θαμνώδη είδη φυτών αλλά τα είδη της μακίας μπορούν να αναπτυχθούν σε μεγάλα δένδρα δημιουργώντας ακόμα και πραγματικά δάση. Επίσης μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά που αποτελούν είτε προσαρμογές στο μεσογειακό κλίμα (π.χ. ανεπτυγμένο ριζικό σύστημα, αειφυλλία, σκληροφυλλία, εποχικό διμορφισμό των φύλλων) είτε προσαρμογές στην υπερβόσκηση (π.χ. αγκαθωτά φύλλα ή βλαστοί, κακή γεύση, δυνατότητα ανάπτυξης ακόμα και σε λιγοστό χώμα σε κάθετα βράχια). Τα φρύγανα είναι ο κοινότερος τύπος βλάστησης της περιοχής. Συνίστανται από χαμηλούς και συνήθως αραιούς θάμνους οι οποίοι έχουν κατά κανόνα μικρά φύλλα, είναι συχνά χνουδωτοί και κατά περίπτωση έχουν αγκαθωτούς βλαστούς. Στις παράκτιες περιοχές των βόρειων ορίων του Δήμου αλλά και εσωτερικά στα πλέον ξηρά μέρη τα φρύγανα έχουν την τυπικότερη μορφή τους. Το σχήμα των θάμνων είναι χαρακτηριστικά ημισφαιρικό, σχήμα που παίρνουν τα φυτά για να ελαχιστοποιήσουν την επιφάνειά τους. Τυπικά φυτικά είδη αυτής της βλάστησης είναι η αστοιβή (Sarcopoterium spinosum), ο θύμος (Thymus capitatus), η γαλατσαστοιβή (Euphorbia acanthothamnos), η αγκαραθιά (Phlomis lanata), οι λαδανιές (Cistus spp), το φασκόμηλο (Salvia fruticosa), τα φυτιλάκια (Ballota spp), η ρίγανη (Origanum spp), το αμάραντο (Helichrysum siculum), o ασπάλαθος (Callicotome villosa), το αχινοπόδι (Genista acanthoclada) κ.ά.. Σε μια πρώτη ματιά τα φρύγανα φαίνονται φτωχά οικοσυστήματα αλλά αυτό δεν είναι πραγματικότητα. Η ποικιλία φυτών και ζώων που συναντά κανείς στα φρύγανα είναι η μεγαλύτερη από όλα σχεδόν τα οικοσυστήματα της Κρήτης. Ανάμεσα στους πολυετείς ξυλώδεις θάμνους των φρυγάνων αναπτύσσονται πάρα πολλά είδη ετήσιων φυτών αλλά και αρκετά ποώδη βολβόφυτα με συνηθέστερα τον ασφόδελο (Asphodelus aestivus), την ασκελετούρα (Urginea maritima) και πολλά είδη ορχιδεοειδών. Οι λιγότερο τυπικές μορφές φρυγάνων όσο αφορά τη μορφολογία των θάμνων, αλλά με λίγο πολύ την ίδια χλωριδική σύνθεση επικρατούν στην περιοχή. Όλες οι εγκαταλελειμμένες καλλιέργειες αλλά και οι υποβαθμισμένοι πρινώνες έχουν εποικιστεί από αυτά τα φυτά και συνυπάρχουν μαζί με σποραδικής εξάπλωσης φυτών μακίας (πρινάρια, αγριελιές, κ.ά.). Ο υγρότοπος στο Λιβάδι του Αγίου Κωνσταντίνου.

41


42


Η τυπική μακία βλάστηση με πυκνά και ψηλά φυτά αείφυλλων πλατύφυλλων και απουσία ποωδών φυτών στον υποόροφο είναι περιορισμένη σε μικρές εκτάσεις στα νότια κυρίως της επικράτειας του δήμου. Γενικά στη μακία βλάστηση της περιοχής κυριαρχούν οι θαμνώδεις και οι δενδρώδεις μορφές του πριναριού (πρίνοι, Quercus coccifera). Υποβαθμισμένη μακία με θαμνώδεις μορφές πριναριών και αγριελιών (Olea europaea oleaster) και σπανιότερα σχίνων (Pistacia lentiscus) και χαρουπιών (Ceratonia siliqua) συνυπάρχει πάντα με την φρυγανική βλάστηση στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής. Σε συγκεκριμένες όμως περιοχές όπως ανατολικά της Μονής Κρεμαστών, περιμετρικά της κοιλάδας του Δρασίου, στο λόφο της Δρήρου, μεταξύ Περονίδων και Αδραβάστου, η μακία βλάστηση ανακάμπτει και αναπτύσσεται. Παντού σχεδόν ο επισκέπτης μπορεί να παρατηρήσει μια από τις πιο εντυπωσιακές προσαρμογές της αγριελιάς και κυρίως του πουρναριού που τους επέτρεψαν να επιβιώσουν στην υπερβόσκηση δεκάδων χιλιάδων ετών. Σ΄ αυτά τα φυτά οι νεαροί βλαστοί ξεραίνονται στην άκρη τους όταν βοσκηθούν και μετατρέπονται σε αιχμηρά αγκάθια. Αμέσως μετά την αποκοπή της άκρης αναπτύσσονται 2 ή 3 νέοι βλαστοί από τους οφθαλμούς που υπάρχουν λίγο χαμηλότερα. Σταδιακά, το πουρνάρι (ή η αγριελιά) μετατρέπεται σε ένα συμπαγή θάμνο με αποξυλωμένους και αιχμηρούς βλαστούς που εμποδίζουν την βόσκηση. Παράλληλα τα φύλλα του γίνονται πάρα πολλά και πολύ μικρά. Το κατσοπρίνι, όπως λέγεται στην Κρήτη το υπερβοσκημένο πουρνάρι, αναπτύσσεται αργά για πολλές δεκαετίες μέχρις ότου είναι αρκετά ψηλό για να ξεφύγει ένα κλαδί το οποίο δεν μπορεί να βοσκηθεί. Τότε μόνο το φυτό αναπτύσσεται σε δέντρο. Η υγρόφιλη και ακόμα περισσότερο η υδρόβια βλάστηση είναι πολύ περιορισμένη σε τμήματα ρυάκων (πλατάνια, καλάμια) και σε εποχικά λιμνίδια. Ο τελευταίος τύπος υγροτόπου έχει πολύ μεγάλη σημασία και αξία για την περιοχή. Εποχιακά λιμνίδια ή εποχιακά μεσογειακά τέλματα όπως λέγον��αι εντοπίστηκαν. Χαρακτηριστικά είδη φυτών που απαντούν σ’ αυτούς είναι τα ψαθιά, τα βούρλα, οι ποταμογέτονες, οι ρανούνκουλοι αλλά και το μικρότερο αγγειόσπερμο του κόσμου (μελισσόχορτο, Lemna minor). Οι σημαντικότεροι και με έκταση 0,5 – 7 στρέμματα βρίσκονται: στον Άγιο Κωνσταντίνο, ανατολικά του Καστελίου, μεταξύ Καστελίου και Φουρνής, στις Κουρούνες, νότια από το Σύρμεσο και νότια και βόρεια από τις Δοριές. Σ΄ αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και οι δεκάδες μεγάλων διαστάσεων στέρνες που υπάρχουν στην περιοχή. Υδροχαρής βλάστηση στον υγρότοπο των Κουρουνών.

43


44


Xλωρίδα

Το αχινοπόδι (Genista acanthoclada) με τα αιχμηρά αγκάθια του αναπτύσσεται ιδιαίτερα σε περιοχές που υφίστανται μακροχρόνια βόσκηση.

Ένα στα δύο φυτά της Ελλάδας εξαπλώνονται μόνο στη Μεσόγειο και πουθενά αλλού στον κόσμο. Πολλές περιοχές έχουν μεγάλη ποικιλία φυτών όμως η Κρήτη με 1.735 ιθαγενών ειδών αποτελεί ένα πραγματικό βοτανικό παράδεισο. Παράλληλα, είναι και το νησί της Μεσογείου με τον μεγαλύτερο αριθμό ενδημικών φυτών (πάνω από 200 ενδημικά είδη και υποείδη). Η χλωρίδα της Κρήτης είναι εξαιρετικά φτωχή σε δασικά είδη. Αντίθετα είναι πάρα πολλά τα μικρού μεγέθους είδη, ετήσια ή πολυετή, με προσαρμογές για την αποφυγή, αντίσταση, ή ανάκαμψη από τη βόσκηση. Η χλωρίδα στην περιοχή της Νεάπολης είναι τυπική αυτής των μέσων και χαμηλών υψομέτρων. Στον επισκέπτη από την κεντρική και δυτική Ευρώπη κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση η παρουσία τόσων πολλών αγκαθωτών φυτών. Μερικά είναι πολυετή φυτά της φρυγανώδους βλάστησης όπως η αστοιβή (Poterium spinosum), η γαλατσαστοιβή (Euphorbia acanthothamnos), ο ασπάλαθος (Calycotome vilosa) και το αχινοπόδι (Genista acanthoclada). Ακόμα, υπάρχουν πολλά ετήσια φυτά που αν και εδώδιμα προστατεύονται από τη βόσκηση με πολύ αιχμηρά αγκάθια. Τυπικές περιπτώσεις είναι η κενταύρια (Centaurea idaea) και τα γαϊδουράγκαθα (Silybum marianum, Onopordum bracteatum, Notobasis syriaca, κ.α.). Άλλα είδη είναι πολύ δύσγευστα. Το βερμπάσκο (Verbascum macrurum), τα φυτιλάκια (Ballota pseudodictamnus, Β. acetabulosa) και η αγκαραθιά (Phlomis lanata) έχουν πολύ τριχωτά φύλλα και βλαστούς. Όταν αφυδατωθούν οι τρίχες αυτές (ιδιαίτερα της αγκαραθιάς) ερεθίζουν τους βλεννογόνους, το λαιμό και τα μάτια. Πολύ πιο αποτελεσματική προστασία έχουν οι φλόμοι (Euphorbia characias, Euphorbia dendoides, κ.ά). Τα φυτοφάγα ζώα δεν τους αγγίζουν γιατί στο βλαστό και τα φύλλα τους κυκλοφορεί ένας δηλητηριώδης λευκός χυμός. Έτσι, ιδιαίτερα ο δενδρώδης φλόμος έχει πολύ μεγάλους πληθυσμούς σε όλο το

45


Τα κίτρινα άνθη του αγκαθωτού ασπαλάθου (Calycotome vilosa).

46

μήκος των παράκτιων πλαγιών αλλά και σε λόφους και πλαγιές ρεματιών βόρεια της Λατσίδας. Φυτά όπως λαδανιές (Cistus spp.) εκκρίνουν το ρητινώδες λάβδανο από αδένες που έχουν στα φύλλα τους. Μάλιστα, ιδιαίτερα στις Σίσες Ρεθύμνου όπου η λαδανιά (Cistus creticus) έχει πολύ μεγάλους πληθυσμούς, η ρητίνη αυτή ήταν παλαιότερα σημαντική πηγή εσόδων μιας και το λάβδανο χρησιμοποιείται στην παρασκευή λιβανιού αλλά και στην ποτοποιία. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της Κρητικής χλωρίδας είναι η παρουσία πολλών αρωματικών φυτών. Στα τέλη της άνοιξης και κυρίως το καλοκαίρι η ατμόσφαιρα πλημμυρίζει κυριολεκτικά με τα αιθέρια έλαια που απελευθερώνουν κυρίως η φασκομηλιά (Salvia fruticosa), η ρίγανη (Origanum onites) και το θυμάρι (Coridothymus capitatus). Την άνοιξη η περιοχή μετατρέπεται σε ένα πραγματικό ποικιλόχρωμο μωσαϊκό καθώς τα περισσότερα φυτά είναι ανθισμένα. Το κίτρινο των ανθών της αγκαραθιάς, του ασπάλαθου και του αχινοποδιού κυριαρχεί σε πολλές περιοχές, είναι όμως τόσο έντονο βόρεια από τις Κουρούνες και μέχρι το Νοφαλιά, ώστε είναι ορατό και σε δορυφορικές φωτογραφίες. Δεν υπάρχει χρώμα που να μην αποτυπώνεται στα άνθη της περιοχής, αναμφισβήτητα όμως το πιο χρωματιστό στοιχείο είναι οι ορχιδέες με πιο χαρακτηριστικά τα μελισσάκια (Ophris sp.). Μερικά φυτά δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στους τοίχους και τα δάπεδα των ερειπωμένων κτηρίων της περιοχής. Τα πιο χαρακτηριστικά από αυτά είναι τα περιδικούλια (Parietaria judaica), οι τσουκνίδες (Urtica spp.) και οι συκιές (Ficus carica), όμως υπάρχουν και πολλά χασμόφυτα. Τουλάχιστον το 8% των φυτικών ειδών της περιοχής είναι ενδημικά της Κρήτης και το ποσοστό ανεβαίνει κατακόρυφα όσο αφορά τη χλωρίδα των απόκρημνων πλαγιών. Μερικά από αυτά τα είδη είναι εντυπωσιακά και εύκολα αναγνωρίσιμα όπως το πετρομάρουλο (Petromarula pinnata) και οι καμπανούλες (Campanula spp.).Ο άνθρωπος έχει εισάγει κατά λάθος ή σκόπιμα πολλά είδη φυτών ελάχιστα όμως έχουν προσαρμοστεί στο περιβάλλον και έτσι δεν αναπαράγονται από μόνα τους. Εξαίρεση αποτελούν η φραγκοσυκιά (Opuntia ficus-indica) η οποία εξαπλώνεται αργά στους εγκαταλελειμμένους οικισμούς, και ιδιαίτερα η ξυνίδα (Oxalis pescaprae). Το φυτό αυτό έφτασε στην Κρήτη πριν περίπου ένα αιώνα από τη Νότια Αφρική πιθανά με χώμα μέσα στο οποίο υπήρχαν οι βολβοί του. Σήμερα μπορεί κανείς να τη δει παντού καθώς είναι πλέον συστατικό της χλωρίδας όλων σχεδόν των οικοσυστημάτων της Κρήτης.


α.

γ.

β.

δ. α. Γαλατσαστοιβή (Euphorbia acanthothamnos). β. Δυο παρόμοια φυτά, αστοιβή (Poterium spinosum) αριστερά και γαλατσαστοιβή (Euphorbia acanthothamnos) δεξιά, διεκδικούν τον ίδιο χώρο. γ. Ένα από τα μεγαλύτερα γαϊδουράγκαθα (Onopordum bracteatum) στη Κρήτη. δ. Η κενταύρια (Centaurea idaea) ένα κοινό ενδημικό φυτό της Κρήτης.

47


α.

β.

α. Φλόμος (Euphorbia characias). β. Η ενδημική αγκαραθιά της Κρήτης (Phlomis lanata). Kάτω αριστερά: Προστατεύοντας το πολύτιμο άνθος με αιχμηρά αγκάθια (Notobasis syriaca).

Δεξιά σελίδα: Το Βερμπάσκο (Verbascum macrurum) είναι σχετικά κοινό είδος της περιοχής.


49


Η λαδανιά (Cistus creticus) από την οποία συλλέγεται το λάβδανο.

Η λαδανιά (Cistus salviifolius) με τα άσπρα άνθη.

Ο δενδρώδης φλόμος (Euphorbia dendoides) μπορεί να ξεπεράσει τα 2,5 μέτρα ύψος.


Ανθισμένη ρίγανη (Origanum onites).

Θυμάρι (Coridothymus capitatus).


Φασκόμηλο (Salvia fruticosa).

Δεξιά: Το ενδημικό κίτρινο μελισσάκι (Ophrys cressa).

52


Το μελισσάκι Ophrys heldreichi.

54


Το μελισσάκι Ophrys holoserica.

55


56


α.

β.

α. Εντυπωσιακά άνθη πετρομάρουλου (Petromarula pinnata). β. Η ενδημική καμπανούλα (Campanula tubulosa).

γ.

γ. Μανδραγόρας (Mandragora officinarum).

Η τετράστικτη ορχιδέα (Orchis quatripunctata).

Aριστερά: Το ενδημικό πετρομάρουλο (Petromarula pinnata).


α.

58

β.

γ.


Άνθος Λαγόχορτου (Tragopogon porrifolius).

Aριστερά: α. Το εντυπωσιακό άνθος της δρακοντιάς (Dracunculus vulgaris). β. Μαχαιρίδα (Gladiolus italicus) το μοναδικό είδος γλαδιόλας στην Κρήτη. γ. Τα μεμβρανώδη άνθη του αμάραντου των ακτών (Limonium sinuatum).

Βρυώνια (Bryonia cretica) η μοναδική αγριοκολοκυθιά της Κρήτης.

Ασκελετούρα (Urginea maritima) ένα κοινό βολβόφυτο.

Γιαλόπικρο (Glaucium flavum), ένα κοινό φυτό της παράκτιας ζώνης.

59


Χαμομήλι (Anthemis chia).

Αγριονεραγκούλα των γλυκών νερών (Ranunculus trichophyllus). Ένα μικροσκοπικό υδρόβιο φυτό στους υγροτόπους της περιοχής.

Το κρητικό κυκλάμινο (Cyclamen creticum) φύεται σε σκιερά σημεία συνήθως σε πρινοδάση.

Aριστερά: Ο ασφόδελος (Asphodelus ramosus) αναπτύσσει μεγάλους πληθυσμούς σε συστηματικά υπερβοσκούμενες περιοχές.

61


Φραγκοσυκιά (Opuntia ficusindica).

62


Τα μελισσόχορτα αφθονούν στις στέρνες και τους υγροτόπους της περιοχής.

Μελισσόχορτο (Lemna minor) το μικρότερο αγγειόσπερμο.

Ξυνίδα (Oxalis pes-caprae) ο πιο επιτυχημένος εισβολέας.

63


Πανίδα

Οδοντόγναθα και πολλά άλλα έντομα έχουν πληθυσμιακή έκρηξη την άνοιξη στου υγροπόπους.

Εκτός από κάποια υμενόπτερα (μέλισσες, σφήκες) και βεβαίως τους σκορπιούς που το κέντρισμά τους είναι επώδυνο, δεν υπάρχει κανένα άλλο είδος ζώου στην Κρήτη το οποίο να είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Έτσι ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί στην περιοχή πολύ άνετα και άφοβα. Η πανίδα της Κρήτης και ιδιαίτερα αυτή των ασπονδύλων, είναι πολύ πλούσια τόσο σε ενδημικά όσο και στενοενδημικά είδη. Ο ενδημισμός σε διάφορες ομάδες ασπονδύλων φτάνει και το 30 % και η ευρύτερη περιοχή του Δήμου Νεάπολης αποτελεί ένα από τα «θερμά σημεία» του ενδημισμού στην Κρήτη. Οπωσδήποτε η πανίδα των ασπονδύλων ελάχιστα θα ενδιαφέρει το μέσο επισκέπτη και γι’ αυτό δεν θα επεκταθούμε. Κρίνουμε όμως σκόπιμο να σημειώσουμε ότι εάν ο επισκέπτης σηκώσει οποιαδήποτε από τις αμέτρητες πέτρες, θα δει ότι εκεί βρίσκεται ένας μεγάλος αριθμός ειδών ζώων (σαλιγκαριών, ισοπόδων, αραχνιδίων, εντόμων, κ.ά.). Είναι ίσως χρήσιμο να ξέρει ότι κατά μέσο όρο, τουλάχιστον ένα στα τέσσερα διαφορετικά είδη που θα δει, δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο παρά μόνο στην Κρήτη. Ο ενδημισμός των ασπονδύλων έχει πολύ υψηλές τιμές (πάνω από 80%) σε ιδιαίτερα οικοσυστήματα όπως είναι τα σπήλαια. Ιδιαίτερα τα είδη αρκετών ομάδων ζώων που είναι απόλυτα προσαρμοσμένα να ζουν στο αφιλόξενο περιβάλλον των σπηλαίων, είναι όλα ενδημικά. Στα σπήλαια της περιοχής υπάρχουν είδη που εξαπλώνονται στα σπήλαια όλης της Κρήτης (π.χ. τα ορθόπτερα Troglophilus spinulosus και Discoptila lindbergi), στα σπήλαια της ανατολικής Κρήτης (π.χ. το τυφλό και άχρωμο ισόποδο Schizidium perplexum) ή μόνο στα σπήλαια των Λασιθιώτικων Βουνών και του Μεραμπέλλου (π.χ. η κρητική δολιχοπόδα Dolichopoda paraskevi). Εάν εξαιρέσει κανείς τα ζώα που έχουν την ικανότητα να πετούν (πουλιά και νυχτερίδες) η πανίδα των σπονδυλοζώων που ζουν σήμερα στην Κρήτη είναι φτω-

65


Πλατυέλμινθες στις πηγές του Δρασίου.

66

χή σε είδη. Το γεγονός αυτό οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην μακρόχρονη απομόνωση της ως νησιού και στη σχετικά μεγάλη απόσταση που έχει από τις γειτονικές ηπειρωτικές περιοχές. Σήμερα πάντως η σύνθεση της πανίδας των σπονδυλοζώων είναι πολύ πιο ισορροπημένη από ότι ήταν πριν πολλές δεκάδες χιλιάδες χρόνια, όταν κυριαρχούσαν τα μεγάλα φυτοφάγα χωρίς να υ��άρχουν οι θηρευτές τους. Από τα τρία είδη αμφιβίων της Κρήτης στην περιοχή υπάρχουν ο πρασινόφρυνος (Bufo viridis) και ο δενδροβάτραχος (Hyla arborea). Και τα δύο είδη ζουν μαζί και επισκέπτονται τα ρυάκια και τους εποχικούς υγροτόπους την άνοιξη που είναι η περίοδος αναπαραγωγής τους, για να γεννήσουν. Στο τέλος της άνοιξης οι υγρότοποι είναι γεμάτοι γυρίνους οι οποίοι αποτελούν και τροφή πολλών μεταναστευτικών πουλιών. Ο ενδημικός βάτραχος της Κρήτης (Rana cretensis) δεν εντοπίστηκε στην περιοχή αλλά ίσως να υπάρχουν μικροί πληθυσμοί. Η ενδεχόμενη απουσία του θα πρέπει να αποδοθεί στη ρύπανση των νερών κατά το πρόσφατο παρελθόν. Έχει εντοπιστεί πάντως σε κοντινές περιοχές νότια και ανατολικά του Δήμου και ο επανεποικισμός της περιοχής είναι πιθανά θέμα χρόνου. Επειδή το είδος είναι πολύ ευαίσθητο στη ρύπανση η επανεμφάνισή του θα σημαίνει και την καθαρότητα των νερών. Οι πληθυσμοί των ερπετών στην περιοχή είναι μικροί όπως συμβαίνει κατά κανόνα σε όλη σχεδόν την Κρήτη. Εδώ υπάρχουν τουλάχιστον τα οκτώ από τα έντεκα είδη του νησιού. Σε όλους τους οικισμούς ακόμα και στην πόλη της Νεά-


Η μεγάλη ακρίδα (Anacridium aegyptium).

πολης είναι κοινή η παρουσία του σαμιαμιδιού (Hemidactylus turcicus) ενώ τα εγκαταλελειμμένα σπίτια και οι ανεμόμυλοι είναι ο κύριος βιότοπος ενός ακόμη είδους (Tarentola mauritanica), όχι όμως τόσο κοινού. Η μεγαλύτερη σαύρα της Κρήτης (η πράσινη κολισαύρα, Lacerta trilineata) είναι ίσως το μόνο ερπετό που, λόγω μεγέθους και χρώματος, θα δει ο επισκέπτης. Θα τη δει το καλοκαίρι, όταν είναι πολύ δραστήρια, κυρίως στις ρεματιές και τους λόφους βόρεια της Νεάπολη και μέχρι την ακτή. Η άθηρος Κρήτη έχει όμως και το …θρύλο της. Μια άκακη σαύρα, το λιακόνι (Chalcides occelatus), που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της το περνά κρυμμένη κάτω από πέτρες είναι ίσως το πιο παρεξηγημένο ζώο στην Κρήτη (αλλά και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου). Ο λαός, άγνωστο γιατί, τη θεωρεί εξαιρετικά δηλητηριώδη. Σώζεται ακόμα στις μέρες μας ένα παλαιό λαϊκό δίστιχο που τονίζει το πόσο επικίνδυνη είναι: «αν σε δαγκάσει από το στόμα γύρεβγε γιατρό και στρώμα, κι αν σε δαγκάσει απ’ την ουρά καδελέτο (σ.σ. ξύλινο φέρετρο) και παπά». Το λιακόνι είναι ωστόσο μια σαύρα που δεν έχει καθόλου δηλητήριο και τρέφεται, όπως και οι υπόλοιπες της Κρήτης, με εδαφόβια ασπόνδυλα. Τρία από τα τέσσερα είδη φιδιών της Κρήτης υπάρχουν σίγουρα στην περιοχή, όλα σε πολύ μικρούς πληθυσμούς. Το νερόφιδο (Natrix tesselata) είναι σχετικά κοινό στις περιοχές με νερό (στέρνες, πηγές, ρύακες, εποχικά τέλματα) και τρέφεται κυρίως με αμφίβια αλλά και με κουνουπόψαρα (Gambusia affinis), ψάρια που είχαν εισαχθεί στο παρελθόν σε πολλές στέρνες της περιοχής για την καταπολέμηση των κουνουπιών. Η πολύχρωμη όχεντρα όπως λέγεται στην Κρήτη το σπιτόφιδο (Elaphe situla) και ο όφις (Telescopus fallax), το μοναδικό οπισθόγλυφο φίδι του νησιού, είναι λιγότερο κοινά. Η παρουσία και της δενδρογαλιάς (Coluber gemonensis) είναι πάρα πολύ πιθανή. Η μοναδική χερσαία χελώνα της Κρήτης είναι ...υδρόβια. Η ποταμοχελώνα (Mauremys rivulata) έχει ένα τουλάχιστον σημαντικό πληθυσμό στην περιοχή. Στις όχθες του ποταμιού που ρέει βόρεια της Λατσίδας και στις πολυάριθμες κολύμπες ανάμεσα στα καλάμια μπορεί κανείς να δει πολλές δεκάδες άτομα οποιαδήποτε εποχή του χρόνου. Δεκαπέντε από τα 16 είδη εδαφόβιων θηλαστικών της Κρήτης υπάρχουν στην περιοχή και είναι όλα νυχτόβια. Το σύμβολο της πανίδας της Κρήτης, το Αγρίμι (Capra aegagrus cretica), ζούσε παλαιότερα και εδώ, κυρίως στις νότιες ορεινές περιοχές του Δήμου. Το ζώο αυτό το εισήγαγε ο άνθρωπος κατά τη νεολιθική εποχή και η εξάπλωσή του στην Κρήτη 67


Ο κρητικός δενδροβάτραχος (Hyla arborea).

68

ήταν καθολική μέχρι τουλάχιστον και τον 18 αιώνα. Στη Δίκτη παρατηρήθηκε για τελευταία φορά στις αρχές του 20ου αιώνα. Το ζώο αυτό που τόσο επηρέασε την τέχνη στην Κρήτη έχει περιοριστεί σήμερα στα Λευκά Όρη. Τα εντομοφάγα θηλαστικά περιλαμβάνουν τρία είδη μυγαλών (ετρουσκομυγαλή Suncus etruscus, κηπομυγαλή Crocidura suaveolens, κρητική μυγαλή Crocidura zimmermanni) και τον σκαντζόχοιρο (Erinaceus concolor). Η ετρουσκομυγαλή είναι από τα μικρότερα θηλαστικά του κόσμου και ζυγίζει συνήθως μέχρι 3 γραμμάρια. Η κρητική μυγαλή είναι το μοναδικό ενδημικό είδος θηλαστικού της Κρήτης και της Ελλάδας και το μόνο που έχει επιβιώσει από την πανίδα του Τεταρτογενούς. Η πανίδα των τρωκτικών περιλαμβάνει 4 είδη: τον αγκαθοποντικό (Acomys cahirinus minous), το βραχοποντικό (Apodemus mystacinus), το δασοποντικό (Apodemus sylvaticus), το σπιτοποντικό (Mus domesticus) και τον αρουραίο (Rattus rattus). Το πιο εξωτικό είδος είναι ο ακαθοποντικός που μέχρι πρόσφατα θεωρούταν και ενδημικό της Κρήτης. Οι τρίχες στο πίσω μέρους του σώματος αυτού του ποντικού είναι πολύ χοντρές σαν αγκάθια. Οι σπιτοποντικοί και οι αρουραίοι είναι αναμφίβολα τα πιο κοινά ποντίκια της περιοχής. Ένα επιπλέον είδος, ο δασομυοξός (Myoxus glis), είναι πιθανό να υπάρχει σε δασωμένες περιοχές του νότιου τμήματος του Δήμου.


Η κοινή μικρόσωμη γαλάζια πεταλούδα (αρσενικό άτομο Pseudophilotes vicrama).

Ο λαγός (Lepus europaeus) είναι από τα κοινά είδη στην περιοχή αν και κυνηγιέται πολύ ενώ το αγριοκούνελο (Oryctolagus cuniculus) πιθανότατα υπάρχει και στους νότιους πρόποδες της Δίκτης. Από τα σαρκοφάγα θηλαστικά η ζουρίδα (κουνάβι, Martes foina) και το καλογυναικάρι (νυφίτσα, Mustela nivalis) είναι πολύ κοινά στην περιοχή, ενώ ο άρκαλος (ασβός, Meles meles) είναι λιγότερο κοινός. Η αγριόγατα (Felis silvestris cretensis) είχε εντοπιστεί πριν λίγα χρόνια στη Δίκτη και είναι πιθανό να εξαπλώνεται μέχρι και τα νότια όρια του Δήμου. Αυτό το ζώο-φάντασμα εισήχθηκε από τον άνθρωπο στην Κρήτη σε παλαιότερες εποχές και είναι πιο συγγενές με τις αγριόγατες της βόρειας Αφρικής παρά με την ευρωπαϊκή αγριόγατα που υπάρχει και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η γνώση μας για τα χειρόπτερα της Κρήτης (τις λαχταρίδες όπως λέγονται τοπικά) περιορίζεται μόνο στην απλή παρουσία 17 ειδών από τα 33 που έχουν αναφερθεί στην Ελλάδα. Αυτό ισχύει βεβαίως και για την περιοχή του Δήμου Νεάπολης. Δεν υπάρχει κάποιος λόγος για να μην υπάρχουν όλα τα είδη νυχτερίδων της Κρήτης και εδώ, τουλάχιστον κάποια εποχή του χρόνου. Τα σπήλαια και πολλά ερειπωμένα κτίρια είναι πολύ σημαντικά για το φώλιασμα των νυχτερίδων. Τρανομυωτίδες (Myotis myotis) και μικρομυωτίδες (Myotis blythi) εντοπίστηκαν να φωλιάζουν σε ενάλια σπήλαια της περιοχής, μάλιστα η παρουσία των τρανωμυωτίδων είναι η πρώτη αναφορά του είδους για την Κρήτη. Ακόμα τρία είδη, όλα σε μικρούς πληθυσμούς, εντοπίστηκαν σε σπήλαια της ενδοχώρας: η πτερυγονυχτερίδα (Miniopterus schreibersi), η τρανορινόλοφος (Rhinolophus ferrumequinum) και η μικρορινόλοφος (Rhinolophus hipposideros). Νότια από τις Βρύσες καταγράφηκαν πολλά άτομα νυχτονόμου (Tadarida teniotis) κατά τις απογευματινές πτήσεις τους. Η ορνιθοπανίδα της περιοχής (με εξαίρεση ίσως τις αλυκές Ελούντας) είναι σχεδόν άγνωστη. Υπολογίζουμε πάντως ότι περισσότερα από 200 είδη πουλιών περνούν ή φωλιάζουν στην περιοχή. Γενικά, με περισσότερα από 420 είδη, η ορνιθοπανίδα της Ελλάδας είναι από τις πλουσιότερες της Ευρώπης, ιδιαίτερα για τα αναπαραγόμενα είδη (τουλάχιστον 243). Ο αριθμός αναπαραγόμενων ειδών όμως μειώνεται από το βορρά προς το νότο: 219 είδη στη Μακεδονία, 153 στη Στερεά Ελλάδα, 104 στην Πελοπόννησο και 85 στην Κρήτη. Από τα πιο κοινά είδη στους οικισμούς είναι τα σπουργίτια (ατσέλεγας, Passer

69


Ανθρωπόφιλο σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus).

Πράσινη κολισαύρα (Lacerta trilineata), η μεγαλύτερη σαύρα της Κρήτης.

70

domesticus) και ιδιαίτερα στην πόλη της Νεάπολης η δεκαοχτούρα (Streptopelia decaocto). Η τελευταία είναι πολύ ανθρωπόφιλο είδος. Προερχόμενη από την Ασία εποίκισε τις πόλεις της Ευρώπης τη δεκαετία του ’30 και σύντομα όλο σχεδόν τον πλανήτη. Στην Κρήτη βρίσκεται περίπου 30 χρόνια. Άλλα πολύ κοινά και μόνιμα είδη μέσα και γύρω από τους οικισμούς είναι ο κότσυφας (Turdus merula), ο μαυροτσιροβάκος (Sylvia melanocephala) και ο καλόγερος (Parus major), ενώ στα τέλη της άνοιξης έρχονται τα κοινά χελιδόνια (Hirundo rustica) για να φωλιάσουν. Όπου και να περιηγηθεί ο επισκέπτης θα ακούσει και θα δει τα ωδικά πουλιά που αφθονούν στην περιοχή: την πολύχρωμη καρδερίνα (σγαρδέλι, Carduelis carduelis) που πετά συνήθως κατά μικρές ομάδες, τον φλώρο (Carduelis chloris) με το χαρακτηριστικό πρασινοκίτρινο χρώμα που είναι πιο μοναχικός και τον σπίνο (Fringilla coelebs) που ζει σε μεγαλύτερες ομάδες και έχει σταχτοκάστανο χρώμα με χαρακτηριστικές άσπρες λωρίδες στα φτερά του. Ο κατσουλιέρης (σκορδαλός, Galerida cristata) ζει μόνιμα στη περιοχή και είναι κοινότερος στα βόρεια και κυρίως στους παράκτιους θαμνότοπους. Οι θαμνότοποι της περιοχής φιλοξενούν επίσης τον κοκκινοκεφαλά (Lanius senator), ένα πολύχρωμο πουλί που έρχεται από την κεντρική Αφρική για να αναπαραχθεί. Αμέσως μόλις έλθουν κατά τον Απρίλη, τα ζευγάρια των κοκκινοκεφαλάδων οριοθετούν και περιφρουρούν δυναμικά μια επικράτεια αρκετών δεκάδων στρεμμάτων για να κυνηγούν την τροφή τους (έντομα, μικρά ερπετά). Από τις σουσουράδες κοινές είναι η λευκοσουσουράδα (Motacilla alba), με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο χρωματισμό η σταχτοσουσουράδα (Motacilla cinerea), η οποία έχει σταχτιά ράχη και σταχτί κεφάλι και κιτρινωπό ή κιτρινόλευκο στήθος ενώ η κιτρινοσουσουράδα (Motacilla flava) είναι καλοκαιρινός επισκέπτης ή/και περαστικός μετανάστης και προτιμά κυρίως τους υγροτόπους. Η πανίδα των αρπακτικών πουλιών είναι πλούσια. Όποτε και να σηκώσει κανείς το κεφάλι του προς τον ουρανό θα δει γερακίνες (Buteo buteo) που είναι με διαφορά το πιο κοινό αρπακτικό ή βραχοκιρκίνεζα (ανεμογάμι, Falco tinnunculus) να αιωρούνται ακίνητα στον αέρα. Μεσ’ τις ρεματιές γυροπετά το καλοκαίρι ένα λιγότερο κοινό γεράκι, ο πετρίτης (φαλκόνι, Falco peregrinus) που είναι και το ταχύτερο ζώο στον κόσμο, αφού σε κάθετες εφορμήσεις του μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα μέχρι και 400 χλμ την ώρα! Την άνοιξη επίσης


Ο λιγότερο κοινός σκορπιός στην περιοχή (Mesobuthus gibbosus).

Στο τέλος της άνοιξης οι υγρότοποι του Δήμου Νεάπολης γεμίζουν με γυρίνους δενδροβάτραχων και πρασινόφρυνων.

71


Η Κρήτη δεν έχει ιθαγενή είδη ψαριών του γλυκού νερού. Το κουνουπόψαρο (Gambusia affinis) έχει εισαχθεί για την καταπολέμηση των κουνουπιών.

Ποταμοχελώνα (Mauremys rivulata) κοντά στη Λατσίδα.

72

φτάνουν και εδώ από τη μακρινή Μαδαγασκάρη οι μαυροπετρίτες (Falco eleonorae). Αυτοί οι ταξιδευτές έρχονται και φωλιάζουν στις απόκρημνες ακτές των νησιών της Ελλάδας στην οποία δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση αφού έρχεται το 70% (3.000 ζευγάρια) του παγκόσμιου πληθυσμού του είδους! Προς το τέλος της άνοιξης και όλο το καλοκαίρι μπορεί να δει κανείς πολλά άτομα να πετούν στον κάμπο της Νεάπολης και μέχρι τις βόρειες ακτές. Πολύ συχνά κάνει την παρουσία του και το όρνιο (Gyps fulvus) που έχει τρεις κοινές ονομασίες στην Κρήτη: βιτσίλα στο Λασίθι, σκάρα στο Ηράκλειο και το Ρέθυμνο και καναβός στα Χανιά. Ο μεγαλόπρεπος αυτός γύπας φωλιάζει εκτός των ορίων του Δήμου. Η πιο προσιτή φωλιά για να τον θαυμάσει κανείς από κοντά, βρίσκεται σε μια βραχοσκεπή του φαραγγιού Σελινάρι, απέναντι από την Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου. Τον άλλο γύπα της Δίκτης, τον γυπαετό (Gypaetus barbatus) -ή κοκαλά όπως πολύ πιο εύστοχα ονομάζεται στην Κρήτη γιατί τρέφεται με κόκαλα- θα τον δουν οι πολύ τυχεροί επισκέπτες αφού έχουν απομείνει μόνο 7 άτομα σε όλο τον ορεινό όγκο της Δίκτης. Παλαιότερα ήταν σχετικά κοινός σε όλη την Ελλάδα, τον τελευταίο αιώνα όμως ο πληθυσμός του μειώθηκε δραματικά και σήμερα αναπαράγεται μόνο στην Κρήτη όπου υπάρχουν περίπου 30 άτομα. Τις νύχτες η ησυχία διακόπτεται από το μακρόσυρτο χουχουριστό κελάηδημα της γιδοβυζάχτρας (Caprimulgus europaeus) και το χαρακτηριστικό κάλεσμα (ου – ου) του γκιώνη (σκλόπα, Otus scops) που μοιάζει με μονότονο μονοσύλλαβο διάλογο μεταξύ των ατόμων αυτού του μικρόσωμου είδους κουκουβάγιας. Το μεγαλύτερο νυχτόβιο αρπακτικό της περιοχής είναι η πεπλόγλαυκα (ζάρα, Tyto alba). Κάτασπρη κοιλιακά, ωχρή ραχιαία και με ένα πρόσωπο καρδιόσχημο, η ζάρα είναι αναμφίβολα το πιο εντυπωσιακό νυχτόβιο


α. Καλόγερος (Parus major).

α.

β.

γ.

δ.

β. Κατσουλιέρης (σκορδαλός, Galerida cristata) στις βόρειες ακτές.

γ. Το πολύχρωμο σγαρδέλι (Carduelis carduelis). δ. Σπίνος (Fringilla coelebs).

Μαυροτσιροβάκος (Sylvia melanocephala).


Αρσενικός κοκκινοκεφαλάς (Lanius senator) ελέγχει την επικράτειά του στις Κουρούνες.

πουλί της Κρήτης. Πετά αθόρυβα και φωλιάζει ή κουρνιάζει στους πολλούς ανεμόμυλους της περιοχής αλλά και στα σπήλαια. Τρέφεται κυρίως με μικρά εδαφόβια θηλαστικά (τρωκτικά, μυγαλές). Ό οικολογικός της ρόλος είναι πολύ σημανικός αφού σε ένα έτος μπορεί να καταναλώσει πάνω από 1.500 μικροθηκαστικά! Επειδή δεν μπορεί να χωνέψει τις τρίχες και τα κόκαλα τα εξεμεί ως μαύρους σβόλους. Από την ανάλυση πολλών τέτοιων σβόλων που βρήκαμε σε ένα σπήλαιο στην Ξερολίμνη και σ’ένα ανεμόμυλο στο Νοφαλιά βρέθηκε ότι τρέφεται κυρίως με σπιτοπονικούς (60% των ατόμων) και λιγότερο με τα υπόλοιπα ποντίκια και τις μυγαλές της περιοχής. Ο Απρίλιος και ο Μάιος είναι οι πιο κατάλληλοι μήνες για ορνιθοπαρατήρηση στην περιοχή καθώς είναι η περίοδος που έρχονται τα μεταναστευτικά πουλιά από την Αφρική. Ιδιαίτερα οι εποχικοί υγρότοποι συγκεντρώνουν ένα μεγάλο αριθμό ειδών καθώς έχουν νερό και βρίθουν από φύκη, ασπόνδυλα ζώα αλλά και γυρίνους. Τα σπάνια αυτά οικοσυστήματα προετοιμάζονταν από το χειμώνα για να υποδεχτούν και να προσφέρουν πολύτιμους χώρους ξεκούρασης και τροφής για τους εξαντλημένους μετανάστες. Ο παρατηρητής έχει τη δυνατότητα να δει πολλά μεγάλα πουλιά όπως σταχτοτσικνιάδες (Ardea cinerea) και λευκοτσικνιάδες (Egretta garzetta) αλλά και μικρότερα όπως ποταμοσφυριχτές (Charadrius dubius) και λασπότρυγγες (Tringa glareola). Στα ρηχά νερά των υγροτόπων σταματούν ακόμα και πολύ σπάνια πουλιά που σταμάτησαν πριν πολλά χρόνια να αναπαράγονται την Ελλάδα, όπως η χαλκόκοτα (Plegadis falcinellus).


Κοινά χελιδόνια (Hirundo rustica) ο πιο γνωστός καλοκαιρινός επισκέπτης των πόλεων.

Κιτρινοσουσουράδα (Motacilla flava).

Σπουργίτι (Passer domesticus) το κοινότερο πουλί των πόλεων.

Δεκαοκτούρα (Streptopelia decaocto), ο εισβολέας από την Ασία.

Η ασπροκώλα (Oenanthe oenanthe) της ορεινής ζώνης.

Κάργια (Corvus monendula).

75


α.

β.

γ. Η σπάνια χαλκόκοτα (Plegadis falcinellus) στον υγρότοπο ανατολικά της γ. Δρήρου.

δ.

α. Λασπότριγκας (Tringa glareola). β. Λευκοτσικνιάς (Egretta garzetta) στον Άγιο Κωνσταντίνο.

δ. Ποταμοσφυριχτές (Charadrius dubius) στον Άγιο Κωνσταντίνο.

Kάτω: Σταχτοτσικνιάς (Ardea cinerea) στις Κουρούνες.


Τα όρνια συχνά πετούν πάνω από την περιοχή ψάχνοντας για νεκρά ζώα.

Γερακίνα (Buteo buteo), το κοινότερο αρπακτικό της περιοχής.

Η φωλιά όρνιων (Gyps fulvus) στο Σεληνάρι.

77


Πάνω: Δολιχοπόδα (Dolichopoda paraskevi), το ενδημικό σπηλαιόβιο ορθόπτερο των Λασιθιώτικων βουνών και του Μεραμπέλλου.

α.

β.

α. Το τρωγλόβιο ισόποδο Schizidium perplexum. β. Ο σπηλαιόβιος γρύλλος (Discoptila lindbergi ) της Κρήτης. γ. Tρωγλόφιλος (Troglophilus spinulosus). Tο Tρωγλόξενο ορθόπτερο της Kρήτης

78

γ.


Η τρανομυωτίδα (Myotis myotis) εντοπίστηκε για πρώτη φορά στην Κρήτη σε ενάλιο σπήλαιο της περιοχής.

Η μικρομυωτίδα (Myotis blythi) αναπαράγεται σε ενάλια σπήλαια της περιοχής.

79


80


Oικισμοί και μετόχια

Ο Δήμος Νεάπολης χαρακτηρίζεται οικιστικά από ένα σχετικά μεγάλο αριθμό χωριών και μετοχιών πολλά από τα οποία ιδρύθηκαν για την αγροτική εκμετάλλευση των διαδοχικών μικρών κοιλάδων. Σήμερα, πολλά από αυτά είναι σχεδόν έρημα και ο επισκέπτης έχει την αίσθηση, ότι ο χρόνος σταμάτησε σε κάποια στιγμή του περασμένου αιώνα. Κατοικημένα ή όχι, οι οικισμοί και τα μετόχια, αποτελούν ανοιχτά μουσεία μιας πολιτισμικής κληρονομιάς ανεκτίμητης αξίας που τόσο οι επισκέπτες όσο και οι ίδιοι οι κάτοικοι του Δήμου Νεάπολης οφείλουν να σεβαστούν. Σήμερα, ο Δήμος Νεάπολης έχει 6.765 κατοίκους σε 10 Δημοτικά Διαμερίσματα και η πόλη 2.767 κατοίκους. Οι οικισμοί του Δήμου Νεάπολης και τα κύρια μετόχια ανά δημοτικό διαμέρισμα είναι τα εξής:

Πανοραμική άποψη της κεντρικής πλατείας της Νεάπολης.

81


Δημοτικό διαμέρισμα Νεάπολης

Η Νεάπολη το σούρουπο από τις πλαγιές της Καβαλλαράς.

82

Η Νεάπολη απέχει 55 χλμ από το Ηράκλειο και 15 χλμ από τον Άγιο Νικόλαο. Βρίσκεται στο κέντρο περίπου της κοιλάδας του Μεραμπέλλου, που κατά τους προηγούμενους αιώνες αποτελούσε το σιτοβολώνα του νομού. Η θέση της πόλης είναι στρατηγική, πάνω στο πέρασμα που από την αρχαιότητα ενώνει την ανατολική με την υπόλοιπη Κρήτη. Βόρεια, με υψόμετρο 793 μ., βρίσκεται ο Τίμιος Σταυρός με τους αναμεταδότες και τις κεραίες να αλλοιώνουν την κορυφογραμμή του και νότια η δασωμένη με πρίνους Καβαλλαρά (740 μ.). Το Καινούργιο Χωριό, όπως λεγόταν στα χρόνια της ενετοκρατίας η Νεάπολη, αναφέρεται από το 1577 ως ο δεύτερος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας Μεραμπέλλου μετά την Κριτσά. Ο αρχικός όμως οικισμός υπήρχε τουλάχιστον από την β' Βυζαντινή περίοδο κοντά στην πηγή Βιγλί στα σύνορα με την Βουλισμένη. Το όνομα Νεάπολη δόθηκε το 1868 από τον Χριστιανό διοικητή, Αδοσίδη Κωστή Πασά, ο οποίος μετέφερε εδώ την έδρα της Τουρκικής διοίκησης από το Καστέλι Φουρνής. Είναι η περίοδος άνθησης της πόλης. Τότε έγιναν πολλά δημόσια έργα και χτίστηκαν όμορφα κτίρια που ακόμη και σήμερα αποτελούν στολίδι της. Διακρίνουμε τρεις χαρακτηριστικούς τύπους οικιών: Τα όμορφα νεοκλασικά με τα υπέροχα μπαλκόνια και τους κατάφυτους κήπους, τα λιτά πετρόκτιστα σπίτια χτισμένα με το σκληρό γκρίζο ασβεστόλιθο του Μεραμπέλλου και τα τσιμεντένια της δεκαετίας του '60 και '70. Η ανάπτυξη του Αγίου Νικολάου αλλά και της Χερσονήσου και των Μαλίων αποδυνάμωσαν οικιστικά και οικονομικά την πόλη τις προηγούμενες δεκαετίες, κάτι που αντιστρέφεται τα τελευταία χρόνια αφού η


Το κτίριο στο οποίο στεγάζονται το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Νεάπολης, η Ηλιάκειος Δημοτική Βιβλιοθήκη και το Ιστορικό Αρχείο Λασιθίου. Ο Καθεδρικός Ναός της Μεγάλης Παναγίας στην κεντρική πλατεία.

ευκολία των μετακινήσεων έχει κρατήσει πολλούς κατοίκους στον τόπο καταγωγής τους. Εξάλλου η Νεάπολη προσφέρει την ηρεμία, την αρχοντιά και εν τέλει μία ποιότητα ζωής, που δύσκολα θα απολαύσει ο κάτοικος άλλων, πιο αστικοποιημένων ή τουριστικών πόλεων. Η πόλη διαθέτει Αστυνομικό Τμήμα, Νοσοκομείο, Κ.Α.Π.Η., Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, Δικαστήρια, Τράπεζες, Παιδούπολη, εξαιρετικά ενδιαφέρον Λαογραφικό Μουσείο με πλούσιες συλλογές, Αρχαιολογική συλλογή, την Ηλιάκειο Δημοτική Βιβλιοθήκη, αλλά και ένα πολύ δραστήριο Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Επίσης, εδώ εδρεύει η Μητρόπολη Πέτρας και Χερρονήσου η οποία προσφέρει πλούσιο φιλανθρωπικό έργο στις εκτεταμένες κτιριακές της εγκαταστάσεις. Στην κεντρική πλατεία ξεχωρίζει με την επιβλητικότητά του ο Καθεδρικός Ναός της Μεγάλης Παναγίας, ο οποίος μαγνητίζει αμέσως το βλέμμα του επισκέπτη προκαλώντας του δέος και ψυχική ανάταση. Αδραβάστος: Μικρός οικισμός βόρεια της Νεάπολης με 14 κατοίκους κατά την απογραφή του 1981 και κανένα σήμερα. Η πρόσβαση γίνεται από τον οικισμό Νοφαλιά. Αμυγδαλιά: Μικρός οικισμός με 11 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001. Βρίσκεται κοντά στη βόρεια ακτογραμμή λίγο πριν το μετόχι Σούβλος. Δίλακκος και Αγία Σοφία: Πρόκειται για μικρούς και πολύ κοντινούς οικισμούς (μετόχια) στο δρόμο για Κουδουμάλο και Φινοκαλιά. Στην απογραφή του 1981 υπήρχαν 26 κάτοικοι που μειώθηκαν σε 12 το 2001. Σε απόσταση 200 μέτρων βορειοδυτικά της Αγίας Σοφίας, βρίσκονται τέσσερις μεγάλες πολύ παλιές στέρνες, διαμέτρου 3-5 μέτρων που έχουν νερό όλο το χρόνο. 83


Δεξιά σελίδα: Η Μακρυγέννησα, ένα μικρό μετόχι χτισμένο δίπλα στην κοίτη του ρύακα Χαλάσματα.

Κουδουμάλος: Μικρός οικισμός με 12 κατοίκους κατά την απογραφή του 1981 και 14 το 2001. Λίγο μετά το βόρειο άκρο του χωριού ξεκινάει με βόρεια κατεύθυνση χωματόδρομος, που οδηγεί στο ησυχαστήριο του Αγίου Ανδρέα και στον ρύακα Χαλάσματα. Κουρούνες: Οικισμός ανατολικά της Νεάπολης, στο δρόμο για Νοφαλιά και Κουδουμάλο. Είχε 104 κατοίκους κατά την απογραφή του 1981 και 66 το 2001. Ο οικισμός δημιουργήθηκε από την συνένωση κοντινών μετοχιών. Σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων νότια του χωριού δεσπόζουν δυο επιβλητικοί ανεμόμυλοι, ενώ οκτακόσια μέτρα ανατολικά σώζεται ακόμα ένας σε εξαιρετική κατάσταση. Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής είναι ένας υγρότοπος έκτασης 2,5 στρμ., που βρίσκεται στο νότιο άκρο του χωριού. Τους ανοιξιάτικους μήνες προσελκύει πλήθος μεταναστευτικών και μη πουλιών αποτελώντας μια όαση δροσιάς στο κατά τα άλλα ξηρό και άνυδρο περιβάλλον. Μακρυγέννησα: Μικρός οικισμός χτισμένος δίπλα στην κοίτη του ρύακα Χαλάσματα, με 8 κατοίκους το 1981 και 5 το 2001. Βρίσκεται βόρεια της Νεάπολης και 1,5 χλμ. βορειοανατολικά του οικισμού Νοφαλιά. Νοφαλιάς: Οικισμός βόρεια της Νεάπολης, στο μέσο περίπου της απόστασης προς την βόρεια ακτογραμμή του Δήμου. Είναι κτισμένος σε διάσελο και το όνομά του μπορεί να αποδοθεί στην κομβική θέση (ομφαλός) που κατείχε κατά τις καθημερινές μετακινήσεις των προηγούμενων αιώνων. Αναφέρεται με το όνομα Ομφαλιάς στην απογραφή του 1881. Είχε 66 κατοίκους στην απογραφή του 1981 και 38 το 2001. Η ευρύτερη περιοχή είναι αρκετά δασωμένη με μεγάλους πρίνους.

Ο Νοφαλιάς και το ύψωμα Άνυδρος με τις πυκνές συστάδες από πρίνους.

84


Πατσόπουλος: Μικρός οικισμός με 17 κατοίκους, κατά την απογραφή του 2001. Περάμπελα: Μικρός οικισμός αποτελούμενος από τρία μετόχια, με 8 μόνιμους κατοίκους κατά την απογραφή του 1981 και 13 το 2001. Η πρόσβασή του είναι μέσω διασταύρωσης, στο μισό περίπου της απόστασης, μεταξύ των Κουρουνών και του Νοφαλιά. Εδώ, βρίσκεται η Ιερά Μονή Παναγίας και ο οικισμός θεωρείται ότι δημιουργήθηκε από τους καλλιεργητές και εργάτες των κτημάτων της Μονής. Τα Περάμπελα, ένα μικρό μετόχι με την Ιερά Μονή Παναγίας σε μια περιοχή με ήπιες γεωργικές εκμεταλλεύσεις και μακία βλάστηση σε στάδιο ανάκαμψης.

Περονίδες: Η πρόσβαση γίνεται μέσω διακλάδωσης, στο νότιο άκρο του οικισμού Νοφαλιά. Είχε 11 κατοίκους το 1981 ενώ το 2001 φέρεται ως ακατοίκητος. Στο μέσο περίπου της διαδρομής από το Νοφαλιά υπάρχει μεγάλη συστάδα με ψηλούς πρίνους, αγριοαχλαδιές, αγριελιές και σχίνα. Πέτρος: Μικρός οικισμός με δύσκολη πρόσβαση από το χωριό Κουρούνες. Είχε 7 κατοίκους το 1981 και ήταν ακατοίκητος το 2001. Ρωμανός: Μικρός οικισμός με πρόσβαση από τον οικισμό Νοφαλιάς. Είχε 14 κατοίκους το 1981 και 8 το 2001. 86


Σούβλος: Βρίσκεται πολύ κοντά στην βόρεια ακτογραμμή του Δήμου Νεάπολης. Είχε 5 κατοίκους κατά την απογραφή του 1981 και 2 το 2001. Φινοκαλιά: Βρίσκεται επίσης κοντά στη βόρεια ακτογραμμή και αναφέρεται στην απογραφή του 1881 με το όνομα Φινοκαλία. Είχε 35 κατοίκους το 1981 και 14 το 2001. Λιθόμανδρα: Πολύ μικρός οικισμός στα σύνορα του Δήμου Νεαπόλεως και του Αγίου Νικολάου με 7 κατοίκους κατά την απογραφή του 1961 και χωρίς μόνιμους κατοίκους από τότε. Σήμερα είναι πλήρως ερειπωμένος.

Δημοτικό διαμέρισμα Αγίου Αντωνίου Άγιος Αντώνιος: Βρίσκεται βόρεια της Νεάπολης κοντά στην ακτογραμμή. Το 2001 είχε 17 κατοίκους. Αμυγδαλόλακκος: Μικρός οικισμός με πρόσβαση από το Νοφαλιά. Είχε 5 κατοίκους κατά την απογραφή του 1981 και 3 το 2001.

Το μικρό μετόχι του Αμυγδαλόλακκου πολύ κοντά στα Ανώγεια.

87


Τα Ανώγεια.

Ανώγεια: Μικρός οικισμός λίγο πριν την βόρεια ακτογραμμή του Δήμου Νεάπολης, με 29 κατοίκους κατά την απογραφή του 1981 και 16 το 2001. Κουνάλι: Βρίσκεται σε απόσταση 1,5 χιλιομέτρου από το ιστορικό Σπήλαιο Μιλάτου. Είχε 44 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001. Τσαμπί: Είναι πολύ κοντά στο Κουνάλιο, στο δρόμο για τον Άγιο Αντώνιο. Είχε 17 κατοίκους το 1981 και 9 το 2001.

Δημοτικό διαμέρισμα Βουλισμένης Βουλισμένη: Χωριό 342 κατοίκων (απογραφή 2001), 1,5 χλμ. δυτικά της Νεάπολης. Αναφέρεται από το 1248 ως κτήμα της αρχιεπισκοπής Χερσονήσου, αλλά έρημη. Το όνομα του οικισμού αποδίδεται μάλλον στη σαθρότητα και ευμεταβλητότητα των χωμάτινων λόφων, στους οποίους είναι κτισμένος. Όπως και οι υπόλοιποι οικισμοί του κάμπου της Νεάπολης, έχει πλούσια περιβόλια με εσπεριδοειδή και κηπευτικά, αν και κάπως παραμελημένα σήμερα. Εξάλλου, η έννοια του οικογενειακού κήπου και του περβολάρη, όπως λέγεται αυτός που το φροντίζει, αφήνουν αδιάφορους τους περισσότερους σημερινούς νέους. Οι λόφοι που υψώνονται νό88


τια του οικισμού και συνεχίζονται ανατολικά μέχρι τα όρια του Δήμου Νεάπολης πάνω από το Χουμεριάκο, είναι κατάφυτοι με μεγάλους πρίνους που σχημάτιζαν δάσος του οποίου, δυστυχώς, μεγάλο τμήμα έχει καταστραφεί από πυρκαγιά. Ξερολίμνη: Υπαγόταν στην κοινότητα Λατσίδας και είχε 18 κατοίκους το 1981 και 24 το 2001. Πρώτη φορά αναφέρθηκε με το όνομα Ξερολίμνη στην απογραφή του 1920.

Δημοτικό διαμέρισμα Βρυσών

Οι Βρύσες και στο βάθος η Νεάπολη.

Βρύσες: Βρίσκεται στο δρόμο για το οροπέδιο Λασιθίου νοτιοανατολικά της Νεάπολης. Το χωριό είναι χτισμένο στη βορειοανατολική πλαγιά της Καβαλλαράς. Τα περισσότερα σπίτια είναι πετρόκτιστα και σχεδόν όλα έχουν πανοραμική θέα της Νεάπολης και της κοιλάδας ανατολικά της. Είχε 315 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001. Λίγο μετά το τέλος του χωριού βρίσκεται το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία με ακόμα πιο πανοραμική θέα, αφού φαίνονται ακόμα και τα βουνά του Οροπεδίου Λασιθίου, καθώς και μέρος της κοιλάδας του Δρασίου. Όλη η πλαγιά, στην οποία είναι κτισμένος ο οικισμός, διατηρεί πλούσια μακία βλάστηση και αποτελεί την ανατολική κατάληξη του ορεινού όγκου της Σελένας. Στην περιοχή του Προφήτη Ηλία διενεργούνται αρχαιολογικές έρευνες που έχουν αναδείξει και δεύτερο υστερομινωικό οικισμό, εκτός από τη Δρήρο.

89


Δράσι: Μικρό μετόχι μετά τις Βρύσες στο δρόμο προς το οροπέδιο Λασιθίου. Είχε μόνο 3 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001. Πρόσφατα ο Δήμος δημιούργησε ένα καλαίσθητο χώρο υπαίθριας αναψυχής δίπλα στη μεγάλη στέρνα που συγκεντρώνει το νερό των πηγών. Το άφθονο τρεχούμενο νερό, ποτίζει τα πολλά περιβόλια της περιοχής. Δυτικά από το Δράσι υψώνεται ένα ορεινό διάσελο με ένα μικρό μετόχι, τη Λαγκάδα, που έχει δώσει το όνομά της στην ευρύτερη περιοχή.

Δημοτικό διαμέρισμα Καρυδίου Καρύδι: Βρίσκεται 1 χλμ. νότια της ιστορικής Μονής Αρετίου με πρόσβαση από το δρόμο Καστελίου Φουρνής. Το χωριό είχε 103 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001. Το όνομά του, κατά μια εκδοχή προέρχεται από το επώνυμο του πρώτου οικιστή και κατά μια δεύτερη από τις δέκα περίπου καρυδιές που ευδοκιμούν στον οικισμό και αποτελούν φυτό σπάνιο για την περιοχή. Στη μικρή κοιλάδα μεταξύ του νέου και του παλιού εγκαταλελειμμένου χωριού, υπάρχουν πέντε στέρνες μεγάλων διαστάσεων που ακόμα και σήμερα είναι γεμάτες με νερό και διατηρούνται σε καλή κατάσταση.

Δημοτικό διαμέρισμα Καστελίου Φουρνής Καστέλι: Βρίσκεται ανατολικά της Νεάπολης σε υψόμετρο 300 μ. και πληθυσμό 202 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001. Αναφέρεται με αυτό το όνομα αΠανοραμική άποψη του Καρυδίου και της μικρής κοιλάδας του.

90


Η μεγάλη στέρνα στο Δράσι με τον Δημοτικό χώρο αναψυχής. Στο βάθος διακρίνεται το διάσελο της Λαγκάδας.

Οι διαχρονικά πολύτιμες πετρόκτιστες στέρνες στο Καρύδι.

91


Το Καστέλι Φουρνής.

Οι ερειπωμένοι ανεμόμυλοι στην περιοχή της Γαλαρόπετρας, διακρίνεται το Καστέλι Φουρνής, και στο βάθος τα Λασιθιώτικα βουνά.

92

πό το 1577, ενώ ήδη το 1415 αναφέρεται σαν «Καστέλι στη Φουρνή» από τον περιηγητή Cristoforo Buondelmonti. Μαζί με τους γειτονικούς οικισμούς Επάνω και Κάτω Φουρνή αποτελεί μια οικιστική ενότητα με το όνομα Φουρνή. Η ονομασία του οικισμού φανερώνει ότι κατά την ενετοκρατία υπήρχε εκεί φρούριο. Ο οικισμός, όπως και οι υπόλοιποι δύο, είναι κτισμένος σε μικρή πόλγη με εύφορα και παραγωγικά χωράφια τα οποία εάν υπήρχε περισσότερο αρδευτικό νερό θα απέφεραν πολύ περισσότερα εισοδήματα στις αγροτικές οικογένειες. Στην περιοχή υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός στερνών μερικές από τις οποίες είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Το κυλινδρικό σχήμα τους με τα σπειροειδή σκαλοπάτια είναι ίδιας τεχνοτροπίας με την κεντρική δεξαμενή νερού της κοντινή αρχαία Δρήρο. Ενάμισι χιλιόμετρο πριν τον οικισμό, υπάρχει μια μικρή σε έκταση κοιλάδα, που τους χειμερινούς και ανοιξιάτικους μήνες μετατρέπεται σε λιμνίδιο με


εξαιρετικά πλούσια πανίδα και χλωρίδα. Η αφθονία του νερού σε συνδυασμό με τη σχετικά μεγάλη του έκταση προσελκύει πολλά μεταναστευτικά πουλιά, αρκετά από τα οποία είναι απειλούμενα. Εδώ, αλλά και στα υπόλοιπα εποχικά τέλματα της ευρύτερης περιοχής, ο επισκέπτης θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και να αποφεύγει την άσκοπη ενόχληση των άγριων πουλιών.

Δημοτικό διαμέρισμα Λατσίδας Το εσωτερικό από το εκκλησάκι της Παναγίας της Κεραγωνιώτισας στη Λατσίδα.

Λατσίδα: Αναφέρεται ήδη από το 1305 σε έγγραφο του νοταρίου P. Pizolo. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο της λεκάνης του Μεραμπέλλου και είχε 279 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001. Ο οικισμός έχει πολλά πετρόκτιστα σπίτια σε καλή κατάσταση και προκαλεί τον επισκέπτη για περιήγηση στα στενά δρομάκια του. Λίγες εκατοντάδες μέτρα νότια, βρίσκεται η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Κεραγωνιώτισσας σε μια περιοχή με οργιώδη βλάστηση.

Άποψη της Λατσίδας από τον γειτονικό δυτικό λόφο.

Αγόροι: Οικισμός βόρεια της Λατσίδας με 2 κατοίκους κατά την απογραφή του 1981 και 21 το 2001. Βρίσκεται σε κοντινή απόσταση με το ιστορικό Σπήλαιο Μιλάτου. Ζούρβα: Μικρό μετόχι βόρεια του οικισμού της Λατσίδας, το οποίο την τελευταία εικοσαετία δεν έχει μόνιμους κατοίκους. 93


Δημοτικό διαμέρισμα Νικηθιανού Νικηθιανός: Βρίσκεται ανατολικά της Νεάπολης και είχε 88 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001. Αν και βρίσκεται λίγα μέτρα δίπλα στην νέα εθνική οδό Ηρακλείου-Αγίου Νικολάου δεν έχει άμεση πρόσβαση σ’ αυτή. Μπορεί κανείς να τον επισκεφθεί μέσω της Νεάπολης, από την παλαιά εθνική οδό Ηρακλείου-Αγίου Νικολάου. Από το κέντρο του οικισμού ξεκινάει ο δρόμος για το Καστέλι, τη Φουρνή και την Ιερά Μονή Αρετίου. Στο βορειότερο άκρο του οικισμού, εφαπτόμενα στην εθνική οδό σώζονται τα ερείπια δεκαπέντε ανεμόμυλων, που εκμεταλλεύονταν την αιολική ενέργεια για να αλέσουν την άλλοτε πλούσια παραγωγή σιτηρών του κάμπου της Νεάπολης. Σήμερα, στην περιοχή κυριαρχεί η καλλιέργεια της ελιάς.

Δρομάκι στο Νικηθιανό.

94

Πλατυπόδι: Παλιό μετόχι κοντά στον οικισμό του Χουμεριάκου. Είχε 23 κατοίκους κατά την απογραφή του 1981 και 12 το 2001. Αναφέρεται ως Πλατυπόδιο ήδη το 1577 από τον Franco Barozzi. Τη Βενετοκρατία ο οικισμός είχε πολύ περισσότερους κατοίκους ενώ το 1834 είχε 160 οικογένειες. Σήμερα υπάρχουν λιγοστά πετρόκτιστα σπίτια ενώ τυχόν ερείπια έχουν θαφτεί πλέον κάτω από τους ελαιώνες.


Δημοτικό διαμέρισμα Φουρνής Φουρνή Επάνω και Κάτω: Πρόκειται για δύο οικισμούς που απέχουν μόλις 70 μέτρα ο ένας από τον άλλο και πρακτικά αποτελούν έναν οικισμό. Απέχουν ένα χιλιόμετρο ανατολικά του Καστελίου Φουρνής, του τρίτου οικισμού με το όνομα Φουρνή. Οι οικισμοί βρίσκονται στη ίδια πόλγη με το Καστέλι Φουρνής, με εύφορα και παραγωγικά χωράφια. Η έλλειψη νερού είναι το κυριότερο εμπόδιο για την πιο εντατικής μορφής γεωργική εκμετάλλευση και αυτός είναι ο λόγος της ύπαρξης πολλών στερνών. Κατά την απογραφή του 2001 υπήρχαν 203 κάτοικοι. Η Κάτω Φουρνή λεγόταν και Αμπραμοχώρι από τη μεγάλη βενετοκρητική οικογένεια των Αμπράμων, που κατοικούσαν τότε εκεί. Αναφέρεται δε ως Αμπραμοχώρι από το 1577

Οι οικισμοί της Επάνω και Κάτω Φουρνής.

Δοριές: Οικισμός βορειοανατολικά της Νεάπολης στο δρόμο για το Καρύδι και την Μονή Αρετίου. Είχε 78 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001. Στη νότια πλευρά του χωριού κατά τους χειμερινούς και ανοιξιάτικους μήνες υπάρχει εποχικός υγρότοπος. Το καλοκαίρι, νερό διατηρείται μόνο στις στέρνες της περιοχής. Επίσης στο βόρειο άκρο του χωριού υπάρχει διαμορφωμένη λιμνοδεξαμενή με έκταση

95


Δεξιά σελίδα: Το Σύρμεσο, ένα μικρό μετόχι. Ο Χουμεριάκος με τους εύφορους ελαιώνες του.

περίπου 2,5 στρέμματα. Οι όχθες της είναι απότομες, χτισμένες με πέτρες και μπετό, ενώ υπάρχει περίφραξη για προληπτικούς λόγους. Σύρμεσο: Πολύ μικρός οικισμός βορειοανατολικά της Νεάπολης με πρόσβαση μέσω διακλάδωσης, στο μέσο περίπου του δρόμου Φουρνή-Δοριές. Το 1981 είχε μόλις 3 κατοίκους και 6 το 2001. Αναφέρεται ως «Σήμερσον» σε συμβόλαιο του 1590, κατά το οποίο παραχωρείται έκταση για την ανέγερση της Μονής του Μεγάλου Αντωνίου από τον καλόγερο Νικόδημο Καλόχρυσο. Η παλαιότερη αναφορά του ονόματος υπάρχει στο κατάστιχο φέουδων της Τούρμας Μιραμπέλου τον 13ο/14ο αιώνα μ.Χ.. Χαυγάς: Είναι ο ανατολικότερος οικισμός του Δήμου σε απόσταση μόλις 2 χιλιομέτρων από την Πλάκα Ελούντας. Είχε 1 κάτοικο κατά την απογραφή του 1981 και 4 το 2001.

Δημοτικό διαμέρισμα Χουμεριάκου

Το εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στον Άγιο Κωνσταντίνο.

96

Χουμεριάκος: Βρίσκεται 3 χλμ. νοτιοανατολικά της Νεάπολης και είχε 273 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001. Κατά την περίοδο της ενετοκρατίας, ήταν ο αμέσως μεγαλύτερος οικισμός της περιοχής μετά την Νεάπολη. Ήταν πλούσιο χωριό καθώς οι κάτοικοί του εκμεταλλεύονταν την εύφορη κοιλάδα της Νεάπολης καλλιεργώντας σιτηρά και ελιές όπως αναφέρεται ήδη από το 1700. Σώζονται μέχρι σήμερα δύο ναοί του 16ου αιώνα: ο ναός της Αγίας Τριάδας και ο ναός των Αγίων Νικολάου και Ιωάννου. Ο οικισμός αναφέρεται ως Commeriaco το 1700 από τον περιηγητή Joseph Pitton de Tournefort. Άγιος Κωνσταντίνος (Παρακαλούρι): Μικρός οικισμός με 8 κατοίκους κατά την απογραφή του 1981 και 28 σύμφωνα με την απογραφή του 2001. Σήμερα δεν έχει μόνιμους κατοίκους. Βρίσκεται στο δρόμο προς τα Μέσα και Έξω Λακόνια, που καταλήγει στον Άγιο Νικόλαο. Τα σπίτια είναι κτισμένα, κατά μήκος μια στροφής του δρόμου, κρύβοντας έτσι τη μικρή και καταπράσινη κοιλάδα με τον εποχικό υγρότοπο, εκτάσεως 7 στρμ. που βρίσκεται βορειοανατολικά του οικισμού. Ο επισκέπτης βρισκόμενος στις όχθες της λίμνης, χάνει πραγματικά την αίσθηση του προσανατολισμού, περικυκλωμένος από την πλούσια βλάστηση και την εντυπωσιακή ορνιθοπανίδα. Στο βόρειο άκρο του οικισμού βρίσκεται το εκκλησάκι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης με εξαιρετικές τοιχογραφίες που δυστυχώς δε σώζονται στο σύνολό τους.


Iστορικές ιερές μονές

Έκπληξη πραγματικά προκαλεί στον επισκέπτη, ο μεγάλος αναλογικά αριθμός των Ιερών Μονών στο ανατολικό κυρίως τμήμα του Δήμου. Αυτή η άνθιση του μοναχισμού ξεκίνησε λίγο πριν την εισβολή του Τουρκικού ασκεριού στην Κρήτη και οφείλεται στα αυξημένα προνόμια και την όψιμα ανεκτική στάση των Ενετών, απέναντι στους Ορθόδοξους Κρήτες. Οι περισσότερες Ιερές Μονές ιδρύθηκαν μεταξύ του 1550 και του 1650, ενώ αυτές των Κρεμαστών, της Καρδαμούτζας και του Αρετίου απέκτησαν ιδιαίτερη φήμη και περιουσία ακόμα και κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Αρκετές έχουν αναστυλωθεί την τελευταία δεκαετία, κυρίως με ενέργειες της Μητρόπολης Πέτρας και Χερρονήσου. Αποτελούν, είτε ανακαινισμένες είτε όχι, αφορμή για επίσκεψη και προσκύνημα. Τα υπέροχα ξυλόγλυπτα τέμπλα, οι παλαιές εικόνες και οι μοναδικές τοιχογραφίες αφήνουν τον επισκέπτη έκθαμβο. Λεπτομέρεια απο το τέμπλο της Ιεράς Μονής Κεράμου.

Aριστερή σελίδα: Το εσωτερικό του σπηλαιώδους ναού του Αγίου Ανδρέα.

99


Δεξιά σελίδα: Το Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ανδρέα.

Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ανδρέα. Πρόκειται για απομονωμένο Ησυχαστήριο με σπηλαιώδη ναό αφιερωμένο στον Άγιο Ανδρέα. Η προσπέλαση γίνεται από το βόρειο άκρο του οικισμού Κουδουμάλος μέσω κακού χωματόδρομου που κατευθύνεται βόρεια και κατηφορίζει συνεχώς μέχρι σχεδόν το επίπεδο της θάλασσας. Εκεί μόνασε κατά τον 19ο αιώνα ο Ιωάννης Λαμπράκης, ο οποίος υπήρξε ο κτήτορας του ναού και των διπλανών οικημάτων. Στο βαθύτερο σημείο της σπηλαιώδους κοιλότητας έχουν τοποθετηθεί τρεις πήλινες λεκάνες, που συγκεντρώνουν το νερό από τους σταλακτίτες. Το αγίασμα όπως λέγεται το νερό αυτό, θεωρείται από τους πιστούς ως θεραπευτικό. Ιερά Μονή στα Ξερά Ξύλα (Αγίου Γεωργίου). Η Μονή είναι μετόχι της Μονής Επανωσήφη και βρίσκεται βόρεια της Νεάπολης με πρόσβαση μέσω χωματόδρομου από τον οικισμό Κουρούνες. Αναφέρεται ήδη από το 1635. Η εικόνα του Αγίου Γεωργίου με το ακοίμητο καντήλι που σήμερα βρίσκεται στη Μονή Επανωσήφη προέρχεται από αυτή τη Μονή. Διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση καθώς τα κελιά της συντηρούνται από βοσκούς και καλλιεργητές, που νοικιάζουν την περιουσία της Μονής.

Η Ιερά Μονή Κεράμου.

100

Ιερά Μονή Κεράμου. Αναστηλωμένη, εν μέρει, Μονή με πρόσβαση από χωματόδρομο λίγο πριν τον οικισμό Καστέλι Φουρνής. Κτήτορες ήταν η οικογένεια των Καντζαράδων το


101


Τα 12 κυπαρίσσια που είναι φυτεμένα στο προαύλιο της Ιεράς Μονής Αρετίου συμβολίζουν τους 12 Αποστόλους.

1644, λίγο πριν την εισβολή των Τούρκων στο νησί. Εγκαταλείφθηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και ερήμωσε ταχύτατα. Με την αναστήλωση του βόρειου τμήματος των κελιών του Καθολικού, αλλά και του προαυλίου, ανάκτησε λίγο από την παλιά της λαμπρότητα. Εξωτερικά της εισόδου ο βαθύς ίσκιος της πελώριας πραγματικά βελανιδιάς προσφέρει στους επισκέπτες ξεκούραση σώματος και πνεύματος.

Δεξιά: Μοναστηριακή λιτότητα και ομορφιά στο Αρέτι.

Ιερά Μονή Αρετίου. Είναι η ιστορικότερη και σημαντικότερη Μονή του Δήμου Νεάπολης. Ιδρύθηκε το 1600 περίπου από τον Μάρκο Παπαδόπουλο, ο οποίος μεριμνούσε για τις ανάγκες συντήρησης της Μονής και των μοναχών. Λειτούργησε χωρίς διακοπή σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και απέκτησε τα προνόμια της Σταυροπηγιακής Μονής. Σήμερα, η Μονή είναι πλήρως ανακαινισμένη με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Πέτρας και Χερρονήσου κ.κ. Νεκταρίου. Το μέγεθος του κτιριακού συγκροτήματος και το Καθολικό με το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο και τις εικόνες, προκαλούν το θαυμασμό στον επισκέπτη, ο οποίος μπορεί να απολαύσει οπτικά τη Μονή αποκατεστημένη στην παλαιά της μεγαλοπρέπεια.

102


Aριστερή σελίδα: Το υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο της Ιεράς Μονής Κεράμου. Το αριστουργηματικό τέμπλο της Ιεράς Μονής Αρετίου.

Η Ιερά Μονή Καρδαμούτζας.

Ιερά Μονή Καρδαμούτζας. Η Μονή ιδρύθηκε μεταξύ του 1570 και 1580 από την οικογένεια των Καντζαράδων. Διαθέτει κτιριακές εγκαταστάσεις ιδιαιτέρου κάλους και τέχνης με μεγάλες σκαλιστές καμάρες και ψηλοτάβανους θαλάμους, που συγκρίνονται μόνο με αυτές της γειτονικής Μονής Αρετίου. Σήμερα η Μονή βρίσκεται σε φάση αναστύλωσης. Νότια του Καθολικού, στο μέρος όπου κοιμήθηκε ο Ιερομόναχος Μανασής Καντζαράς τον Αύγουστο του 1617, υπάρχει σκαλιστή πλάκα με επιγραφή.

105


Tο εσωτερικό του κτιριακού συγκροτήματος της Ιεράς Μονής Καρδαμούτζας.

Το Καθολικό της Ιεράς Μονής Καρδαμούτζας με τον τάφο ενός από τους κτήτορες, του Ιερομόναχου Μανασή Καντζαρά, με ημερομηνία κοιμήσεως τον Αύγουστο του 1617.

106


Καλοφτιαγμένες πέτρινες καμάρες στην Καρδαμούτζα που βρίσκεται σε φάση κτιριακής ανακαίνισης.

Ιερά Μονή Κουφόπετρας. Ιδρύθηκε το 1866 από τη μοναχή Ειρήνη Χλαπουτάκη, σε απόσταση 400 μέτρων ανατολικά της Μονής Κρεμαστών. Χτίστηκε πιθανά επάνω σε ερείπια προηγούμενης Μονής. Το Καθολικό της Μονής είναι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Η Μονή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής ως προσκύνημα, μέχρι τον θάνατο των μοναχών, στις αρχές του αιώνα μας. Ιερά Μονή Κρεμαστών. Η Μονή είναι κτισμένη σε στρατηγικό σημείο πάνω στο δρόμο προς το οροπέδιο Λασιθίου. Η θέση αυτή της Μονής υπήρξε αιτία πλουτισμού της από τους περαστικούς Χριστιανούς, αλλά και αιτία για πολλά δεινά από τους επίσης περαστικούς Τούρκους. Η λειτουργία κρυφού σχολειού στο χώρο της Μονής από το 1840 έως το τέλος του αιώνα επιβάρυνε ακόμα περισσότερο τη θέση των μοναχών. Στο υπέρθυρο της εισόδου του Καθολικού υπάρχει χαραγμένη η χρονολογία 1593 καθώς και το όνομα του κτήτορα: Μητροφάνης Αγαπητός. Σήμερα, η Μονή είναι αναστυλωμένη και τα πολλά και ψηλά δέντρα προσφέρουν δροσιά στους επισκέπτες. Στα διοικητικά όρια του Δήμου Νεάπολης βρίσκονται ακόμη οι εξής Μονές: Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου στο Σύρμεσο, Ιερά Μονή Αγίας Βαρβάρας στο Σύρμεσο, Ιερά Μονή Καρδιώτισσας Κεραπολίτισσας, Ιερά Μονή Παναγίας Κορασανής, Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου στο Καρύδι, Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία στο Καρύδι, Ιερά Μονή Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στις Δοριές, Ιερά Μονή Θεοτόκου στα Περάμπελα, Ιερά Μονή Αγίων Πάντων στο Χουμεριάκο και Ιερά Μονή Παναγίας στο Βιγλί.

107


Aρχαιολογικοί χώροι

Μια από τις λιγοστές σωζόμενες λιθοδομές στον ανατολικό λόφο της Δρήρου.

Ο σημαντικότερος και ο μοναδικός επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος του Δήμου Νεάπολης είναι η υστερομινωική πόλη της Δρήρου. Η εύκολη πρόσβασή της μόλις 3 χιλιόμετρα από την Νεάπολη- επιβάλλει την περιήγηση στους δίδυμους λόφους που βρίσκονται τα ερείπιά της. Άλλες αρχαιολογικές θέσεις βρίσκονται στη φάση της αρχαιολογικής έρευνας και ανασκαφής, όπως η επίσης σημαντική υστερομινωική θέση στον Προφήτη Ηλία στις Βρύσες και το νεκροταφείο της Δρήρου. Τέλος, επισκέψιμη είναι και η αρχαιολογική συλλογή που στεγάζεται σε κτίριο του Δήμου Νεάπολης, στην κεντρική πλατεία της πόλης. Τα ερείπια της Δρήρου βρίσκονται διασκορπισμένα σε δυο αντικριστούς λόφους, 3 χλμ. ανατολικά της Νεάπολης. Αναφέρεται ως κατεστραμμένη αρχαία πόλη το 1415, από τον περιηγητή Cristoforo Buondelmonti. Το όνομά της πιθανά σημαίνει μέρος πλούσιο σε δέντρα, δασωμένο. Η θέση της είναι ιδιαίτερα προνομιακή πάνω στο πέρασμα που ενώνει την κεντρική με την ανατολική Κρήτη, έχοντας στον έλεγχό της την πλούσια και εύφορη κοιλάδα της Νεαπόλης. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα οι κάτοικοί της απολάμβαναν ικανοποιητικό επίπεδο ζωής και διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις με άλλες πόλεις. Το πρώτο αρχαιολογικό εύρημα, βρέθηκε από γεωργούς το 1855 και ήταν μια τετράγωνη πέτρα με επιγραφή σε δωρική γραφή. Ήταν ο όρκος των 180 εφήβων της Δρήρου κατά την ένταξή τους στις αγέλες, για μίσος προς τους Λυκτίους και τους Μιλήτιους αλλά και αφοσίωση προς τους Κνωσίους συμμάχους τους. Η επιγραφή που χρονολογείται στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., μεταφέρθηκε από τις Τουρκικές αρχές στην Κωνσταντινούπολη, όπου και βρίσκεται μέχρι σήμερα. Η πρώτη ανασκαφή πραγματοποιήθηκε το 1917 από τον Στέφανο Ξανθουδίδη, με σημαντικότερα ευρήματα ένα χάλκινο γοργώνειο και ένα ναό κλασσικών χρόνων, το ναό του Δελφίνιου Απόλλωνα, ο οποίος βρίσκεται αναστυλωμένος στο πλάτωμα κά-

109


Το εσωτερικό του αναστηλωμένου ναού του Δελφινίου Απόλλωνα.

Το μονοπάτι που οδηγεί στην αρχαϊκή αγορά του αρχαιολογικού χώρου της Δρήρου.

110

τω από το διάσελο, μεταξύ των δυο λόφων. Μια ακόμη ανασκαφή πραγματοποιήθηκε το 1935 από τον Σπυρίδωνα Μαρινάτο με σημαντικότερα ευρήματα τρία ορειχάλκινα αγάλματα, ένα ανδρικό και δύο γυναικεία. Τα αγάλματα ήταν σφυρήλατα από λεπτό έλασμα και πολύτιμα για το είδος τους αφού χρονολογούνται πριν την ανακάλυψη των χυτών αγαλμάτων. Σήμερα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Η Δρήρος άκμασε από τον 8ο μέχρι και τον 6ο αιώνα π.Χ. Είχε δύο ακρόπολεις, από μια στην κορυφή κάθε λό-


Το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία στις Βρύσες. Κοντά υπάρχει ο δεύτερος υστερομινωικός οικισμός της περιοχής.

Πανοραμική άποψη του δυτικού λόφου της Δρήρου.

φου και μια αρχαϊκή αγορά στο μεταξύ τους διάσελο. Δίπλα στο ναό του Δελφινίου Απόλλωνα υπάρχει μεγάλη στέρνα, παρόμοια με αυτές που σώζονται σε διάφορα σημεία της ευρύτερης περιοχής του Δήμου Νεάπολης. Σ’ αυτήν βρέθηκαν το 1936 δυο επιγραφές σε σχιστόλιθο, σε ετεοκρητική διάλεκτο, οι οποίες δυστυχώς κλάπηκαν από τη Νεάπολη κατά την Γερμανό-Ιταλική κατοχή, αφήνοντας τις γνώσεις μας για την πόλη φτωχότερες. Μετά τον 2ο αιώνα π.Χ., η πόλη περιήλθε σε παρακμή και στη ρωμαϊκή εποχή υπήρχε μόνο ένα οχυρό με πύργο στον ανατολικό λόφο, εκεί όπου σήμερα υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου. Τα τελευταία στοιχεία δραστηριότητας αναγάγονται στον 12ο αιώνα μ.Χ και είναι ένας ημικατεργασμένος σταυρός χαραγμένος στην κεντρική στέρνα και νομίσματα της Κομνήνειας περιόδου.

111


Δ.NEAΠOΛHΣ ΔIOIKHTIKH ΔIAPEΣH

ΔPHPOΣ DREROS

112


Διαδρομές & περίπατοι

1 2 3

Νεάπολη - Ιερά Μονή Κουφόπετρας και Ιερά Μονή Κρεμαστών - Βρύσες - Δράσι - Άγιος Κωνσταντίνος - Νεάπολη και γειτονικοί προορισμοί.

Νεάπολη - Νικηθιανός - Ιερά Μονή Κεράμου - Καστέλι Φουρνής - Επάνω και Κάτω Φουρνή Σύρμεσο - Δοριές - Καρύδι - Ιερά Μονή Αρετίου - Πατσόπουλος - Φινοκαλιά - Κουδουμάλος - Αγία Σοφία - Δίλακκος - Νοφαλιάς - Κουρούνες-Νεάπολη.

Νεάπολη - Κουρούνες - Ιερά Μονή Ξερών Ξύλων - Άγιος Αντώνιος - Ανώγεια -Άγιος Νικόλαος (βόρεια ακτογραμμή) Ανώγεια - Άγιος Αντώνιος Τσαμπί -Κουνάλι - Αγόροι - Λατσίδα - Νεάπολη.

113


Διαδρομές και περίπατοι

1

Νεάπολη - Ιερά Μονή Κουφόπετρας και Ιερά Μονή Κρεμαστών Βρύσες - Δράσι - Άγιος Κωνσταντίνος - Νεάπολη και γειτονικοί προορισμοί.

Πανύψηλος πλάτανος που ξεδιψάει από το νερό της δεξαμενής στο Δράσι.

Αιωνόβιοι πρίνοι, απότομα βουνά, απομονωμένες βοτσαλώδεις παραλίες, ιστορικές Ιερές Μονές, ο αρχαιολογικός χώρος της Δρήρου, μετόχια και οικισμοί είναι τα συστατικά με τα οποία είναι πραγματικά προικισμένος ο Δήμος Νεάπολης. Όσες φορές και να επισκεφθεί κανείς αυτό τον ευλογημένο τόπο, πάντα θα κάνει μια καινούργια ανακάλυψη η οποία θα αποτελεί απλώς την αφορμή για επόμενη επίσκεψη. Οι τρεις προτεινόμενες διαδρομές αποτελούν μια πρώτη επαφή με την περιοχή. Σίγουρα θα ακολουθήσουν πολλές άλλες, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του κάθε επισκέπτη. Η πρώτη είναι μια ορεινή διαδρομή στην οποία κυριαρχεί η φύση. Περιλαμβάνει το νοτιοδυτικό τμήμα του Δήμου, το οποίο εξαιτίας του έντονου ανάγλυφου είναι αρκετά δυσπρόσιτο και αραιοκατοικημένο. Η δεύτερη διαδρομή είναι κυκλική και περιλαμβάνει μια μεγάλη περιοχή του βόρειου τμήματος του Δήμου. Διασχίζει πολλά μετόχια και οικισμούς, ιστορικές Ιερές Μονές, πλούσιες συστάδες με πρίνους αλλά και εποχικούς υγροτόπους. Αποτελεί ίσως την αντιπροσωπευτικότερη περιήγηση για το Δήμο και το φυσικό περιβάλλον του, ξεκινώντας από την πεδιάδα της Νεάπολης και φτάνοντας μέχρι τη βόρεια ακτογραμμή. Η τρίτη διαδρομή διασχίζει το δυτικό τμήμα του Δήμου και καταλήγει στη μαγευτική, μοναχική παραλία του Αγίου Νικολάου, βόρεια ακριβώς της Νεάπολης.

115


Νεάπολη-Ιερά Μονή Κουφόπετρας και Ιερά Μονή Κρεμαστών-ΒρύσεςΔράσι-Άγιος Κωνσταντίνος-Νεάπολη και γειτονικοί προορισμοί. Ο Καθεδρικός Ναός της Μεγάλης Παναγίας στην κεντρική πλατεία. Αριστερά διακρίνονται τα κτίρια της Μητρόπολης Πέτρας

Όμορφη σκαλιστή είσοδος νεοκλασσικού σπιτιού. Δεξιά σελίδα: Παραδοσιακά καφενεία στην κεντρική πλατεία της Νεάπολης.

116

Με αφετηρία τη Νεάπολη, μια εξαιρετική διαδρομή είναι αυτή που οδηγεί στα δύο Μοναστήρια, την Ιερά Μονή Κουφόπετρας και την Ιερά Μονή Κρεμαστών. Στη συνέχεια οδηγεί στην ορεινή και κατάφυτη κοιλάδα του οικισμού Δράσι με αποκορύφωμα την επίσκεψη στο “Λιβάδι” του οικισμού του Αγίου Κωνσταντίνου, ένα μαγευτικό εποχικό υγρότοπο με πολύ πλούσια ορνιθοπανίδα κατά την Άνοιξη. Η διαδρομή μπορεί να είναι ολοήμερη, με στάση για φαγητό στο δημοτικό χώρο αναψυχής του Δρασίου, αλλά και λίγων ωρών οπότε ο επισκέπτης θα πρέπει να προτιμήσει τις απογευματινές ώρες, για να μην έχει τον ήλιο απέναντί του. Πρώτη στάση αποτελεί η Νεάπολη, για καφέ ή πρωινό στην μεγάλη κεντρική πλατεία με τα παραδοσιακά καφενεία και εστιατόρια που προσφέρουν όλες τις σύγχρονες ανέσεις. Τα πανύψηλα πεύκα της πλατείας χαλαρώνουν τον επισκέπτη, ενώ ξεχωρίζει επιβλητικός, ο Καθεδρικός Ναός της Μεγάλης Παναγίας. Στο επάνω αριστερό άκρο της πλατείας βρίσκεται ο δρόμος που αφού περάσει εμπρός από το εξαιρετικό Λαογραφικό Μουσείο, το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης και την Ηλιάκειο Δημοτική Βιβλιοθήκη, που σίγουρα αξίζουν επίσκεψης, ανηφορίζει προς τις δύο ιστορικές Μονές: τη Μονή Κουφόπετρας και τη Μονή Κρεμαστών. Η διαδρομή είναι πολύ όμορφη. Διασχίζει ελαιώνες αλλά και εκτεταμένες περιοχές με αρωματικά φυτά και αγριολούλουδα, αποζημιώνοντας τον επισκέπτη από την ταλαιπωρία των συνεχών στροφών και του στενού οδοστρώματος. Μετά από λίγο, ξεχωρίζουν τα πανύψηλα δέντρα στο προαύλιο της Μονής Κρεμαστών. Η Μονή κτίστηκε το 1593 από τον Μητροφάνη Αγαπητό σε


117


Οι Βρύσες και στο βάθος η Νεάπολη.

Τα ερείπια της Φραγκισκανικής Μονής του Αγίου Αντωνίου του Φραρώ όπως λέγεται σήμερα.

118

στρατηγικό σημείο πάνω στο πανάρχαιο, αλλά και σύγχρονο πέρασμα για το οροπέδιο Λασιθίου και αγναντεύει όλο σχεδόν τον κάμπο της Νεάπολης. Σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων δυτικά, βρίσκεται η Μονή Κουφόπετρας η οποία ιδρύθηκε το 1866 σε ερείπια μιας παλαιότερης Μονής. Πάνω από την Μονή υψώνεται η Καβαλλαρά με υψόμετρο 767 μ., που αποτελεί το ανατολικότερο τμήμα του Όρους Σελένα. Η περιοχή προσφέρεται ιδιαίτερα για πεζοπορία και περιηγήσεις στο πλούσιο πρινοδάσος, το οποίο όμως λίγο δυτικότερα έχει καεί σε μεγάλο βαθμό. Η βλάστηση είναι σε αρκετά σημεία οργιώδης και εκτός από πρίνους υπάρχουν δρυγιάδες και αγριελιές. Το δασωμένο αυτό τμήμα συνεχίζεται μέχρι τις Βρύσες, που έχουν αναπτυχθεί κατά μήκος του δρόμου. Τα περισσότερα σπίτια, πετρόκτιστα και γραφικά, έχουν εντυπωσιακή θέα προς την κοιλάδα του Μεραμπέλλου, όπως αλλιώς λέγεται η κοιλάδα της Νεάπολης. Ελάχιστα έξω από το ανατολικό άκρο του οικισμού, η αριστερή διακλάδωση οδηγεί στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, με ακόμα πιο εντυπωσιακή θέα, αφού από εδώ φαίνεται και μέρος της κοιλάδας του Δρασίου και τα Λασιθιώτικα Βουνά. Εδώ, έχει ανακαλυφθεί από την αρχαιολογική σκαπάνη και δεύτερος υστερομινωικός οικισμός, εκτός από την γειτονική Δρήρο, που όμως δεν είναι προς το παρόν επισκέψιμος. Η διαδρομή συνεχίζει νότια προς το Δράσι, ένα πολύ μικρό μετόχι το οποίο μό-


Η κατάφυτη ορεινή κοιλάδα του Δρασίου.

Pόπτρο πόρτας

λις ο επισκέπτης δει την ταμπέλα που αναγγέλλει τον οικισμό, το έχει ήδη προσπεράσει! Θα πρέπει να γυρίσει ξανά πίσω μερικές εκατοντάδες μέτρα και στην πρώτη απότομη στροφή που θα συναντήσει, να στρίψει αριστερά στον τσιμεντόδρομο που οδηγεί τελικά στο μετόχι. Αιωνόβια ελαιόδενδρα και ερειπωμένα πετρόκτιστα σπίτια έχουν απομείνει να καλωσορίσουν τον περιηγητή. Μετά από λίγο υπάρχει μια μεγάλη στέρνα με τρεχούμενο νερό όλο το χρόνο και ένας πελώριος πλάτανος. Δίπλα ακριβώς, βρίσκεται ο υπαίθριος δημοτικός χώρος αναψυχής του Δρασίου, τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο καθένας για να ετοιμάσει φαγητό. Διαθέτει στέγαστρα και καθίσματα για δεκάδες επισκεπτών, ψησταριές, ακόμα και φουρνάκι για τους επίδοξους φουρνάρηδες! Το μετόχι μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για μεγάλες βόλτες στα μονοπάτια της περιοχής, με μόνο όριο την αντοχή του οδοιπόρου. Μετά το κοντινό εγκαταλελειμμένο μετόχι της Λαγκάδας, ακολουθεί το Όρος Σελένα με υψόμετρο 1.558 μ. και μετά το χωρίο Κράσι ή τα χωριά Μέσα και Έξω Ποταμοί του οροπεδίου Λασιθίου. Όλη η κοιλάδα του Δρασίου είναι κατάφυτη κυρίως από ελαιόδεντρα ενώ στις πλαγιές των βουνών βόρεια και νότια, υπάρχει άγρια βλάστηση από πρίνους, αγριελιές, χαρουπιές και σκίνους. Ο πραγματικός όμως οικολογικός παράδεισος βρίσκεται λίγο ανατολικότερα, στον οικισμό του Αγίου Κωνσταντίνου. Η πρόσβαση γίνεται από τη διασταύρωση στο Δράσι για τα Μέσα και Έξω Λακόνια. Αν και δεν φαίνεται από το δρόμο, πίσω από τα πρώτα σπί119


Η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Κεραγωνιώτισας με τους μεγάλους δρεις.

Η εικόνα των Ισαποστόλων Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης με ότι οι λιγοστοί επισκέπτες προσέφεραν, άγρια λουλουδάκια και μερικά κέρματα.

τια του χωριού βρίσκεται ένας εποχικός υγρότοπος με έκταση επτά στρεμμάτων. Η ονομασία του είναι Λιβάδι και πρόκειται για μικρή δολίνη, παρόμοια με αρκετές άλλες στην περιφέρεια του Δήμου, που συγκρατεί νερό το χειμώνα και την άνοιξη. Το τοπίο είναι μαγευτικό με πλουσιότατη βλάστηση εξαιτίας του νερού και μεγάλη ποικιλία φυτών και ζώων, κυρίως δε πουλιών. Ο επισκέπτης θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός ιδιαίτερα την άνοιξη, για να αποφευχθεί η άσκοπη όχληση των μεταναστευτικών πουλιών, που μετά από ταξίδι εκατο-


Η Μονή Παναγίας στο Βιγλί. Στο βάθος διακρίνεται η Βουλισμένη.

Πανοραμική άποψη του εποχικού υγρότοπου στον Άγιο Κωνσταντίνο.

ντάδων χιλιομέτρων ξεκουράζονται εδώ. Μετά την περιήγηση στη λίμνη, ο επισκέπτης μπορεί να περπατήσει στα δρομάκια του οικισμού, που δεν έχει μόνιμους κατοίκους πια. Ξεχωρίζει ο μικρός Ναός των Αγίων Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης όπου υπάρχουν υπολείμματα πολύ όμορφων αγιογραφιών. Ξανά στη Νεάπολη! Ξεκούραση και γεύμα, για να ακολουθήσει περιήγηση στα περίχωρα της πόλης, στους οικισμούς Λατσίδα και Βουλισμένη, στην τοποθεσία Βιγλί και στον υστερομινωικό οικισμό της Δρήρου. Η πρόσβαση σε αυτούς τους προορισμούς γίνεται μέσω της διακλάδωσης της Εθνικής οδού Αγίου Νικολάου Η


122


Λεπτομέρεια από τις μοναδικές τοιχογραφίες της Παναγίας στο Βιγλί.

Aριστερή σελίδα: Η είσοδος της Παναγίας στο Βιγλί με την υπέροχη σκαλισμένη είσοδο. Στο υπέρθυρο φέρει το όνομα της μοναχής Στριανοπούλας η οποία έκτισε το ναό.

Λατσίδα είναι ένας ήσυχος οικισμός, που αναφέρεται ήδη από το 1305 σε έγγραφο του νοταρίου P. Pizolo. Έχει πολλά παραδοσιακά πετρόκτιστα σπίτια, με όμορφες φροντισμένες αυλές γεμάτες λουλούδια. Σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων, δίπλα στον παρακαμπτήριο δρόμο του χωριού, βρίσκεται η Παναγία η Κεραγωνιώτισσα. Πρόκειται για ένα βυζαντινό εκκλησάκι σε μια περιοχή με οργιώδη βλάστηση από μεγάλους πρίνους, κυπαρίσσια και ελιές. Μια καλή αφορμή για πεζοπορία αποτελούν οι κατάφυτοι λόφοι νότια της εκκλησίας, ενώ σε απόσταση 1,3 χιλιομέτρων νοτιοανατολικά και 150 μέτρων ψηλότερα βρίσκεται το Βιγλί. Εκεί υπάρχει η αναστυλωμένη και πολύ φροντισμένη Μονή Παναγίας, που διαθέτει μοναδικές αγιογραφίες και την εικόνα της Παναγίας της Καρδιώτισσας. Η αφθονία νερού όλο το χρόνο από τις πηγές, σε συνδυασμό με το γόνιμο αν και επικλινές έδαφος, επέτρεψαν την κατοίκηση από τη β΄ βυζαντινή περίοδο όπως τεκμηριώθηκε και αρχαιολογικά. Η οικιστική απαρχή της πόλης της Νεάπολης θεωρείται ότι έγινε από αυτή την περιοχή και μετά την καταστροφή του αρχικού οικισμού κτίστηκε ο νέος στη σημερινή θέση, εξ΄ ού και το όνομα Καινούργιο Χωριό, όπως λεγόταν παλαιότερα η Νεάπολη. Από τη Μονή της Παναγίας ο επισκέπτης έχει πανοραμική θέα του κοντινού οι-

123


Ο δυτικός λόφος του αρχαιολογικού χώρου της Δρήρου με το διάσελο όπου υπήρχε η αρχαϊκή αγορά.

Aριστερή σελίδα: Σκεπασμένο από τους πρίνους, το πανάρχαιο μονοπάτι που οδηγεί από το Βιγλί στη Νεάπολη, προκαλεί τον πεζοπόρο να το ακολουθήσει.

Δάφνες στο Βιγλί σε πυκνά δασωμένη περιοχή.

κισμού της Βουλισμένης, στον οποίο καταλήγει απότομος αλλά καλοσυντηρημένος τσιμεντόδρομος με καλαίσθητα ξύλινα παγκάκια στην διαδρομή. Λίγο πριν τα πρώτα σπίτια του χωριού μια ξύλινη πινακίδα ενημερώνει τον περιηγητή για το ερειπωμένο Φραγκισκανικό μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου του Φραρώ το οποίο είναι επισκέψιμο. Σε απόσταση 3 χιλιομέτρων ανατολικά της Νεάπολης, αντιδιαμετρικά δηλαδή από το Βιγλί, στον λόφο του Αγίου Αντωνίου βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος της Δρήρου. Η πρόσβαση στη σημαντική αυτή αρχαιολογική θέση γίνεται από το δρόμο για τους οικισμούς Κουρούνες και Νοφαλιά μέσω πρώτης δεξιάς διακλάδωσης. Ο επισκέπτης αφήνει το όχημά του στο χώρο στάθμευσης και στη συνέχεια ακολουθεί ένα ανηφορικό μονοπάτι, που οδηγεί στο χώρο της Αγοράς και του αναστυλωμένου ναού του Δελφινίου Απόλλωνα, στο κέντρο δηλαδή του υστερομινωικού οικισμού της Δρήρου. Πέρα από την κεντρική στέρνα και το ναό, μόνο χαμηλές λιθοδομές διακρίνονται, ενώ τα σημαντικότερα ευρήματα βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη (ο όρκος των εφήβων της Δρήρου) και στο αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου (τρία ορειχάλκινα αγάλματα, μοναδικά στο είδος τους). Τέλος είναι άγνωστο αν υπάρχουν ή που βρίσκονται οι δύο επιγραφές από σχιστόλιθο σε ετεοκρητική διάλεκτο, που κλάπηκαν από τη Νεάπολη κατά τη διάρκεια της Ιταλο-Γερμανικής κατοχής.

125


Διαδρομές και περίπατοι

2

Νεάπολη - Νικηθιανός - Ιερά Μονή Κεράμου - Καστέλι Φουρνής - Επάνω και Κάτω Φουρνή - Σύρμεσο - Δοριές - Καρύδι - Ιερά Μονή Αρετίου - Πατσόπουλος - Φινοκαλιά - Κουδουμάλος - Αγία Σοφία - Δίλακκος - Νοφαλιάς - Κουρούνες - Νεάπολη.

Σκαλιστή ποτίστρα.

Αυτή η διαδρομή είναι η μεγαλύτερη. Ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί στην μισή περίπου έκταση που καταλαμβάνει ο Δήμος Νεάπολης. Για να ολοκληρωθεί σε μια ημέρα, χρειάζεται προσεκτικός υπολογισμός των στάσεων και μικρές καθυστερήσεις. Είναι πάντως τόσο ενδιαφέρουσα, που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και τμηματικά σε αρκετές ημέρες. Διασχίζει κυκλικά όλη τη βόρεια πλευρά του Δήμου όσο αυτό είναι δυνατό και δίνει τη δυνατότητα στον περιηγητή να απολαύσει την ηρεμία, να δει ένα πανάρχαιο αγροτικό τοπίο αλλά και να περπατήσει σε εγκαταλελειμμένους οικισμούς. Από τη Νεάπολη ο επισκέπτης πρέπει να ακολουθήσει την παλιά εθνική οδό προς τον Άγιο Νικολάο και μετά από 2 σχεδόν χιλιόμετρα πορείας ανάμεσα σε φροντισμένους και εύφορους ελαιώνες θα τον καλωσορίσουν οι ανεμόμυλοι του Νικηθιανού. Δυο από αυτούς είναι ανακαινισμένοι. Στο κέντρο του χωριού υπάρχει μια διασταύρωση, που οδηγεί αριστερή κάτω από τη νέα Εθνική οδό και στη συνέχεια ένας στενός δρόμος ανηφορίζει στο ύψωμα του Αγίου Αντωνίου, προσφέροντας πανοραμική θέα της Νεάπολης, του κάμπου της και των Λασιθιώτικων βουνών. Αμέσως μετά, ανοίγεται προς βορρά μια μικρή κοιλάδα που πλημμυρίζει σε ένα τμήμα της τους χειμερινούς και ανοιξιάτικους μήνες. Στο εποχικό λιμνίδιο των 4-5 στρεμμάτων φιλοξενούνται τη μεταναστευτική περίοδο πλήθος πουλιών. Ακολουθεί μια μεγαλύτερη κοιλάδα, αυτή του Καστελίου – Πάνω και Κάτω Φουρνής. Στο διάσελο που μόλις φαίνονται οι οικισμοί, υπάρχει μια αριστερή διασταύρωση που οδηγεί, μετά από ένα ακριβώς χιλιόμετρο, στην Μονή Κεράμου. Η περιοχή γύρω από τη Μονή είναι κατάφυτη από αιωνόβιους πρίνους και πανύψηλες βελανιδιές, γεγονός που οφείλεται στο καθεστώς σχετικής προστασίας και φροντίδας που απολάμβαναν ανά τους αιώνες, εκτός από τους κατατρεγμένους ανθρώπους και αυτά τα δέντρα. Και αυτή όπως οι περισσότερες Μονές του Δή-

127


Πίσω από τους ελαιώνες προβάλουν οι ανεμόμυλοι του Νικηθιανού.

μου Νεάπολης αποτελούν οάσεις δενδρώδους βλάστησης σε ένα τοπίο άνυδρο, με γυμνούς πλακώδεις ασβεστόλιθους και θαμνότοπους. Η Μονή υποδέχεται τον επισκέπτη με ένα καλαίσθητα διαμορφωμένο χώρο ξεκούρασης και φαγητού, με τραπέζι μια πελώρια μυλόπετρα, ακριβώς έξω από τον περίβολό της. Το έργο της αναστύλωσης είναι σημαντικό, αλλά ημιτελές, αφού αφορά μόνο το βόρειο κομμάτι των κελιών, ενώ τα υπόλοιπα έχουν καταρρεύσει. Το Καθολικό διαθέτει εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο τέμπλο υψηλής τέχνης. Ο χώρος έξω από τη Μονή και ανατολικά, προσφέρεται ιδιαίτερα για πεζοπορία, ανάμεσα στους πρίνους, τις δρεις και τις ελιές. Επιστροφή στο δρόμο για Καστέλι Φουρνής. Ένας ιστορικός οικισμός που αναφέ-

Δεξιά σελίδα: Εποχικός υγρότοπος ανάμεσα σε καλλιεργημένα χωράφια ανατολικά της Δρήρου.

ρεται ήδη από το 1415 από τον περιηγητή Cristoforo Buondelmonti. Όπως φανερώνει το όνομά του αποτελούσε σημαντικό διοικητικό, θρησκευτικό και στρατιωτικό κέντρο. Η περιήγηση με τα πόδια στον οικισμό είναι επιβεβλημένη και όσο ο επισκέπτης ανακαλύπτει τις πλατείες και τα σοκάκια, με τα πετρόκτιστα παλιά σπίτια και μαγαζιά, τόσο έχει την εντύπωση ότι βρίσκεται σε σκηνικό ταινίας, που αναφέρεται στην αστική Κρήτη το πρώτο τέταρτο του αιώνα μας! Πολλά μαγαζιά έχουν μείνει κλειστά τουλάχιστο για πενήντα χρόνια, με τις ζωγραφιστές ταμπέλες να φανερώνουν την ηλικία τους. Μετά το σύντομο ταξίδι στο παρελθόν, στο ανατολικό άκρο του οικισμού βρίσκεται ο δρόμος που οδηγεί στην Πάνω και Κάτω Φουρνή, που είναι εντυπωσιακά ευθύς και κατάφυτος από ευκαλύπτους. Θα μπορούσε να αποτελέσει ιδανικό μέρος για ήσυχους περιπάτους αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνα στενός αφού την εποχή που φτιάχτηκε το κάθε τετραγωνικό μέτρο αυτής της εύφορης κοιλάδας ήταν πολύτιμο. Οι οικισμοί Πάνω και Κάτω Φουρνή απέχουν μόλις 70 μέτρα μεταξύ τους και αποτελούν συνηθισμένο σημείο στάσης των ταξιδιωτών, αφού διαθέτουν υποδομή για καφέ και φαγητό. Τα συντηρημένα εκκλησάκια και τα σπίτια των οικισμών, προκαλούν τον επισκέπτη για βόλτα στα

128


Ανοιξιάτικη ομορφιά.

Το προαύλιο της Μονής Κεράμου.

130

σοκάκια τους, καθώς και στο λαογραφικό μουσείο που υπάρχει εδώ. Οι πλαγιές των λόφων βόρεια (Σταυρός) και ανατολικά (Ανεμόσπηλο) είναι γεμάτες με ξερές αμυγδαλιές και αφηγούνται στους περαστικούς την ιστορία όλης της παλιάς επαρχίας Μεραμπέλλου, αυτής που ήταν κατάφυτη με αμυγδαλιές. Τα ευλογημένα αυτά δέντρα έχουν ελάχιστες απαιτήσεις σε νερό και ήταν παραγωγικά σε όλους τους άνυδρους λόφους της περιοχής. Όμως στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, μια ασθένεια που πήρε τη μορφή επιδημίας κατέστρεψε σχεδόν όλους τους αμυγδαλεώνες. Το εισόδημα των αγροτών μειώθηκε σημαντικά και ακολούθησε ένα κύμα φυγής και μετανάστευσης από την περιοχή. Εκτός από τα αμύγδαλα διάσημη ήταν και η σουμάδα, ένα παραδοσιακό αφέψημα από αμυγδαλόψυχα, για την παρασκευή του οποίου μάλιστα ο Δήμος Νεάπολης έχει προχωρήσει στην παραγωγή ενημερωτικού ντοκιμαντέρ. Από το ανατολικό άκρο του οικισμού, συνεχίζει ο δρόμος ανηφορικά στο ύψωμα Σταυρός και στην θέση Γαλαρόπετρα, όπου υπάρχουν τα ερείπια από 15 ανεμόμυλους με πανοραμική θέα στην κοιλάδα του Καστελίου – Φουρνής. Από εδώ είναι ορατός ο αρχαιολογικός χώρος της Δρήρου μέχρι και τα Λασιθιώτικα βουνά με τη Σελένα. Μετά το διάσελο που αφήνει το Σταυρό νότια, ανοίγονται δύο μικρές διαδοχικές κοιλάδες των οικισμών Σύρμεσου και Δοριών. Τους χειμερινούς και ανοιξιάτικους μήνες δημιουργούνται και στις δύο εποχιακοί υγρότοποι, ενώ τα αποθέματα αυτά του νερού είναι πολύτιμα, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, για το πότισμα των περιβολιών και των ελαιόδενδρων. Στις γύρω πλαγιές κυριαρχούν οι αγριελιές, οι ξερές και λιγοστές εύρωστες αμυγδαλιές, οι χαρουπιές, οι πρίνοι και η ευωδιαστή φρυγανική βλάστηση από φασκομηλιές, ρίγανη, αστοιβίδες, λαδανιές και αχινοπόδια. Ένα χιλιόμετρο βόρεια από τις Δοριές βρίσκεται το Καρύδι που ίσως οφείλει το όνομά του στις σπάνιες για την περιοχή καρυδιές που ευδοκιμούν εδώ. Κατά μια άλλη εκδοχή το χωριό πήρε το όνομά του από τον πρώτο οικιστή, τον Καρύδη. Στο διάσελο μεταξύ του νέου και του εγκαταλελειμμένου οικισμού, υπάρχουν πέντε μεγάλες στέρνες, οι οποίες εξασφάλιζαν επάρκεια νερού σε παλαιότερες εποχές. Στις αυλές των σπιτιών του παλιού οικισμού έχουν αναπτυχθεί θεόρατοι


Καλλιέργειες σιτηρών βόρεια του Καστελίου.

Ο βαθύσκιωτος πρίνος στη Μονή Κεράμου.

132


Η εύφορη κοιλάδα των οικισμών του Καστελίου και της Επάνω-Κάτω Φουρνής.

Σειρά ανεμόμυλων στην περιοχή της Γαλαρόπετρας Καστελίου.

133


Ο χρόνος έχει σταματήσει στο 1927, την χρονολογία κατασκευής αυτού του ανεμόμυλου.

Ο δρόμος προς το μετόχι του Σύρμεσου που διασχίζει αμπέλια, ελιές και μακία βλάστηση.

Δεξιά σελίδα: Ο εποχικός υγρότοπος των Δοριών.

134

πρίνοι που προκαλούν τον επισκέπτη για πεζοπορία, σε όλη την νότια πλαγιά του όρους Πεζά. Κοντά στον οικισμό υπάρχουν δύο ιστορικές Μονές: της Καρδαμούτζας και του Αρετίου. Η Μονή Καρδαμούτζας βρίσκεται 450 μέτρα ανατολικά του οικισμού, στην πλαγιά του υψώματος Κουτσούρα και αυτή την εποχή αναστυλώνεται. Ο βαθύς ίσκιος του μεγάλου πρίνου στην είσοδο της Μονής, καλωσορίζει τον επισκέπτη, ο οποίος μόλις περάσει τη νότια προσωρινή είσοδο του περιβόλου, πραγματικά εντυπωσιάζεται από την αρχιτεκτονική και την καλή διατήρηση των κελιών και των κτισμάτων. Εξαιρετικές σκαλιστές καμάρες και μεγάλα ψηλοτάβανα δωμάτια αποτελούν τους μάρτυρες της παλιάς ευμάρειας της Μονής, η ίδρυση της οποίας τοποθετείται μεταξύ του 1570 και 1580 από την οικογένεια των Καντζαράδων. Δίπλα στο Καθολικό (νότια) υπάρχει σκαλιστή πλάκα στον τάφο του Ιερομόναχου Μανασή Καντζαρά, ενός εκ των κτητόρων με ημερομηνία κοιμήσεως τον Αύγουστο του 1617. Με αφετηρία τη Μονή Καρδαμούτζας, μια πανέμορφη διαδρομή πεζοπορίας σε φαρδύ καλτερίμι είναι αυτή που οδηγεί στη γειτονική και ιστορική Μονή Αρετίου, ένα χιλιόμετρο βορειότερα μέσα από φρυγανική βλάστηση, ελαιόδεντρα και αμυγδαλιές. Την άνοιξη οι μυρωδιές από το ανθισμένο φασκόμηλο, τη ρίγανη και τα πολλά άλλα αγριολούλουδα είναι εδώ ιδιαίτερα έντονες και μεθυστικές. Η εικόνα της Μονής Αρετίου καθώς πλησιάζει ο επισκέπτης, μοιάζει με νησίδα βλάστησης από ψηλά κυπαρίσσια και εσπερι-


Πάνω και δεξιά: Το εσωτερικό των ερειπωμένων κτιρίων της Μονής Καρδαμούτζας.

Το νερό του υγρότοπου και των πηγαδιών στις Δοριές είναι πολύτιμο για τα φυτά και τα ζώα που ξεδιψούν τους ζεστούς μήνες του χρόνου.

136


Δεξιά πάνω: Η ιστορική Μονή Αρετίου. Δεξιά κάτω: Διαβρωμένοι πλακώδεις ασβεστόλιθοι, ένας αληθινός βραχόκηπος με πολλά είδη φρυγανικής βλάστησης στο Καρύδι.

Aριστερά πάνω: Ο οικισμός και η κοιλάδα του Καρυδίου. Aριστερά κάτω: Το φαρδύ λιθόστρωτο μονοπάτι που συνδέει τη Μονή Αρετίου με τη Μονή Καρδαμούτζας και προσφέρεται για πεζοπορία.

139


Το Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ανδρέα σε μια απομονωμένη περιοχή άγριας ομορφιάς.

Η βόρεια ακτή στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα.

Δεξιά : Ελαιώνες σε πεζούλες που συγκρατούσαν το χώμα και το πολύτιμο νερό της βροχής στον οικισμό του Κουδουμάλου.

140


Τα μετόχια του Δίλακκου και της Αγίας Σοφίας. Πεζούλες και καλτερίμια, ελιές, αμυγδαλιές, συστάδες πρίνων και χαμηλή θαμνώδης βλάστηση είναι τα συστατικά του τοπίου στο βόρειο Μεραμπέλο.

Δεξιά : Οι πανάρχαιες δεξαμενές στο Δίλακκο που γεμίζουν ακόμα και σήμερα με νερό.

142


Πυκνή συστάδα από πρίνους, αγριελιές και αγριοαχλαδιές κοντά στις Περονίδες.

144

δοειδή, ενώ η αρμονία και το κάλος των κτισμάτων προκαλούν ψυχική ανάταση και αιχμαλωτίζουν την προσοχή του επισκέπτη. Πρόκειται για το σημαντικότερο Θρησκευτικό και Ιστορικό μνημείο του Δήμου, με τις υπέροχες εικόνες και το μοναδικό ξυλόγλυπτο τέμπλο του Καθολικού. Ιδρύθηκε το 1600 από τον Μάρκο Παπαδόπουλο και λειτουργούσε χωρίς διακοπή σε όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οπότε και απέκτησε τα προνόμια της Σταυροπηγιακής Μονής. Ανακαινίστηκε πλήρως την δεκαετία του 1990 με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Πέτρας και Χερρονήσου κ.κ. Νεκταρίου. Ο θρύλος της ίδρυσής της λέει, ότι ο Μάρκος Παπαδόπουλος βρέθηκε καλεσμένος σε γάμο στη Βενετία και άκουσε τον πατέρα της νύφης να δίνει ως δώρο στο γαμπρό ένα θαμμένο καζάνι με λίρες, στο Σκούρα, στη Φουρνή. Ο Παπαδόπουλος ως γνώστης της περιοχής ήρθε πριν το γαμπρό και βρήκε το θησαυρό, με τη βοήθεια του οποίου έκτισε τη Μονή. Όποιος και να ήταν ο τρόπος κτισίματος της Μονής, στο δροσερό ίσκιο των δέντρων και των αιωνόβιων κυπαρισσιών ο σημερινός επισκέπτης ξεκουράζεται και ανανεώνει τις δυνάμεις του για τη συνέχεια της διαδρομής προς τους οικισμούς Πατσόπουλος, Φινοκαλιά και Κουδουμάλος. Μόλις 600 μέτρα μετά τη Μονή Αρετίου υπάρχει μια δεξιά διακλάδωση, που προσφέρεται για πεζοπορία και οδηγεί στον ερειπωμένο σήμερα οικισμό των Χονδροβολάκων. Εκεί βρίσκονται τα διοικητικά όρια του Δήμου Νεάπολης με το γειτονικό του Αγίου Νικολάου. Μερικές δεκάδες μέτρα πριν τον Πατσόπουλο, ο δρόμος περνάει πάνω από το ρύακα Λαγκό που ξεκινά από το Καρύδι και, αφού ενωθεί βορειότερα με το ρύακα Μεσομούρι που ξεκινά από την Φινοκαλιά, καταλήγουν στην βόρεια ακτογραμμή μέσω ενός όμορφου φαραγγιού. Ο πεζοπόρος που θα θελήσει να κάνει μπάνιο στην όμορφη βοτσαλωτή παραλία του, θα πρέπει να το ξαναδιασχίσει για την επιστροφή. Το τοπίο στον Πατσόπουλο, όπως και στους γειτονικούς οικισμούς Φινοκαλιάς και Κουδουμάλου είναι άνυδρο και επι-


κρατούν οι ξερικοί ελαιώνες. Αυτή είναι μια από τις κύριες αιτίες, που οι οικισμοί κοντά στη βόρεια ακτογραμμή έχουν σχεδόν ερημώσει. Μια πολύ ιδιαίτερη περιοχή είναι το Ιερό Ερημητήριο του Αγίου Ανδρέα, στο οποίο οδηγεί δύσβατος τσιμεντόδρομος από τον Κουδουμάλο. Πρόκειται για ένα σπηλαιώδη ναό με μερικά κελιά που κτίστηκε κατά τον 19ο αιώνα από τον Ιωάννη Λαμπράκη, ο οποίος στην συνέχεια μόνασε εδώ. Η άγρια ομορφιά του ερημικού τοπίου συγκλονίζει στην κυριολεξία τον κάθε επισκέπτη και τον βυθίζει σε σκέψεις, ενώ τα λιτά πετρόκτιστα κτίρια γίνονται ένα με το περιβάλλον. Μετά τον Κουδουμάλο προς τους οικισμούς του Δίλακκου και της Αγίας Σοφίας, το τοπίο αλλάζει και πάλι, με τις συστάδες των πρίνων να κάνουν την εμφάνισή τους. Ο δρόμος ανηφορίζει προς το ύψωμα του Αγίου Πνεύματος (430 μ.). Τα μετόχια του Δίλακκου και της Αγίας Σοφίας απέχουν ελάχιστα μέτρα μεταξύ τους και είναι σήμερα σχεδόν έρημα. Στο βόρειο άκρο τους υπάρχει χωματόδρομος, που οδηγεί μετά από 100 μέτρα σε 4 παμπάλαιες κυκλικές στέρνες. Μετά τα μετόχια αυτά, ο δρόμος συνεχίζει να ανηφορίζει προς τον οικισμό Νοφαλιά, το όνομα του οποίου προέρχεται από το κομβικό σημείο, στο οποίο βρίσκεται, δηλαδή ομφαλός και είναι το μέσο της απόστασης, μεταξύ της Νεάπολης και των μετοχιών της περιοχής. Δύο όμορφοι χωματόδρομοι ξεκινούν από εδώ που αποτελούν αφορμή ακόμα και για πεζοπορία και ο ένας οδηγεί βόρεια σε δύο ανεμόμυλους και ο άλλος δυτικά στο μετόχι Περονίδες διασχίζοντας μια μεγάλη, όμορφη συστάδα από πρίνους, αγριοαχλαδιές, σχίνα, αμυγδαλιές και αγριελιές. Ο δρόμος συνεχίζει να ανηφορίζει μέχρι τις Κουρούνες. Στην έξοδο του οικισμού προς τη Νεάπολη δεσπόζουν δύο ανεμόμυλοι, σε μια περιοχή που όχι τυχαία επικρατούν πάντα ισχυροί άνεμοι. Από εδώ και μετά η πορεία είναι κατηφορική και μετά τον αρχαιολογικό χώρο της Δρήρου, εμφανίζονται τα πρώτα σπίτια της Νεάπολης αφήνοντας στον περιηγητή ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μία χαρά για τις ανέσεις, το φαγητό και τον καφέ που θα απολαύσει στη Νεάπολη και από την άλλη προσμονή και ανυπομονησία για την επόμενη επίσκεψη και περιήγηση στη βόρεια περιφέρεια της Νεάπολης, με τις μοναδικής ομορφιάς διαδρομές.

Εγκαταλελειμμένες αναβαθμίδες στο ύψωμα της Τραπέζας.

145


Διαδρομές και περίπατοι

3

Νεάπολη-Κουρούνες-Ιερά Μονή Ξερών Ξύλων-Άγιος Αντώνιος-Ανώγεια-Άγιος Νικόλαος (βόρεια ακτογραμμή)-Ανώγεια-Άγιος Αντώνιος-Τσαμπί-Κουνάλι-ΑγόροιΛατσίδα-Νεάπολη.

Η τρίτη αυτή διαδρομή αφορά το βορειοδυτικό κομμάτι του Δήμου. Ξεκινά από τη Νεάπολη, ανηφορίζει στις Κουρούνες με το σπάνιο υγρότοπο και την ιστορική Ιερή Μονή Ξερών Ξύλων ή Αγίου Γεωργίου και καταλήγει στη βόρεια ακτογραμμή σε ένα ερημικό τοπίο άγριας ομορφιάς. Με αφετηρία πάλι τη Νεάπολη και αφού ο επισκέπτης περάσει τον αρχαιολογικό χώρο της Δρήρου συνεχίζει να ανηφορίζει στην ανατολική πλαγιά του Τιμίου Σταυρού, που έχει υψόμετρο 793 μ. Μετά τις αλλεπάλληλες στροφές και λίγο πριν φανούν οι Κουρούνες στέκουν στα δεξιά δυο ερειπωμένοι πέτρινοι ανεμόμυλοι, που είναι από τους μεγαλύτερους σε μέγεθος στην περιοχή. Στην είσοδο του χωριού υπάρχει μια απότομη αριστερή διακλάδωση που οδηγεί σε έναν από τους σημαντικότερους εποχικούς υγροτόπους του Δήμου Νεάπολης. Εδώ ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει την άνοιξη, σταχτοτσικνιάδες, κατάλευκους ερωδιούς, χαλκόκοτες αλλά και πιο κοινά πουλιά τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου, όπως σουσουράδες, φλώρους, σπίνους, καρδερίνες, ακόμα και γλάρους. Από το χωριό με τους λιγοστούς μόνιμους κάτοικους σήμερα, μια όμορφη διαδρομή για πεζοπορία οδηγεί 700 μέτρα ανατολικότερα σε έναν ακόμη μεγάλο ανεμόμυλο με ογκώδεις λαξευτές πέτρες που διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση και στη συνέχεια στη περιοχή Πετροκαλύβες. Το τοπίο είναι πολύ όμορφο με συστάδες πρίνων και πετρόκτιστα μετόχια βοσκών. Με λίγη προσπάθεια εξαιτίας του δυσδιάκριτου μονοπατιού ο περιπατητής μπορεί να φτάσει ακόμα και στη Μονή Κεράμου, σχεδόν 1,5 χλμ νοτιοανατολικότερα. Από το κέντρο των Κουρουνών μέσω άλλης αριστερής διακλάδωσης ο επισκέπτης κατευθύνεται στη Μονή Ξερά Ξύλα. Εναλλακτικά, μετά από μία ακόμα αριστερή διακλάδωση ακολουθεί ανάβαση στην κορυφή του Τίμιου Σταυρού με θέα που πραγματικά κόβει την ανάσα, αφού φαίνεται όλη η λεκάνη του Μεραμπέλ-

147


Οι δυο ερειπωμένοι ανεμόμυλοι πριν τις Κουρούνες.

λου. Ο επόμενος προορισμός, η μικρή κοιλάδα της Μονής Ξερών Ξύλων ή Αγίου Γεωργίου, είναι μόλις ορατή από εδώ. Η Μονή αναφέρεται ήδη σε καταλόγους από το 1635 και σήμερα βρίσκεται σε σχετικά καλή κατάσταση. Είναι μετόχι της Μονής Επανωσήφη για σχεδόν δύο αιώνες και η εικόνα του Αγίου Γεωργίου με το ακοίμητο καντήλι που βρίσκεται στη Μονή Επανωσήφη, προέρχεται από εδώ. Ένα από τα παλιά δωμάτια έχει μετατραπεί σε ωριμαντήριο τυριών από το βοσκό που ενοικιάζει την έκταση της Μονής και αποτελεί καλή ευκαιρία για αγορά τυριών από τον ίδιο τον παραγωγό. Η παράδοση σχετικά με το περίεργο όνομα της Μονής λέει ότι μια παρέα είχε κλέψει ένα αρνί και άναψαν φωτιά με χλωρά ξύλα για να το ψήσουν. Ένας από την παρέα που είχε πάει να φέρει κρασί, πλησιάζοντας είδε τον πυκνό άσπρο καπνό από τα χλωρά ξύλα και τους φώναζε “Ξερά ξύλα βάζετε στη φωτιά, ξερά ξύλα”. Ο καπνός τους πρόδωσε και τελικά έπιασαν την παρέα με το κλεμμένο αρνί. Η διαδρομή προς τον Άγιο Αντώνιο είναι κάπως μοναχική, αφού τα σπίτια που συναντάει ο περιηγητής είναι ελάχιστα, το ίδιο και τα αυτοκίνητα που κινούνται σε αυτή. Η απουσία καλλιεργήσιμων εκτάσεων, νερού και αμμουδερών παραλιών για τουριστική εκμετάλλευση στα πρότυπα γειτονικών περιοχών, έχουν οδηγήσει στην πληθυσμιακή αποδυνάμωση ειδικά από νέους, τόσο του Αγίου Αντωνίου, όσο και του σχεδόν εγκαταλελειμμένου Αμυγδαλόλακκου και των Ανωγείων.


Ο εποχικός υγρότοπος στις Κουρούνες, στο βάθος διακρίνεται η κορυφή του Τίμιου Σταυρού.


Aριστερά πάνω: Tα Ανώγεια περιτρυγυρισμένα από ξερικούς ελαιώνες. Δεξιά πάνω: Η απότομη κατάβαση στη βόρεια ακτογραμμή. Στο βάθος διακρίνεται το νησί της Ντίας.

Aριστερά κάτω: Εδώ ο επισκέπτης δεν θα βρει τις ανέσεις των οργανωμένων παραλιών παρά μόνο ηρεμία και καθαρή θάλασσα. Δεξιά κάτω: Η μοναχική βοτσαλώδης παραλία στο αριστερό άκρο της ακτογραμμής.

150


151


Η ανηφορική κοίτη του ρύακα Μαλλιάρη.

Αυτή είναι όμως και η κρυφή γοητεία της ευρύτερης περιοχής, αφού τα πάντα είναι ακόμα απαλλαγμένα από την τουριστική νοοτροπία και κατά συνέπεια είναι αγνότερα και αυθεντικότερα. Ακόμα και η φύση, εξαιτίας της ελάχιστης παρέμβασης από τον άνθρωπο σήμερα, βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης με τα κατσοπρίνια να μεγαλώνουν και να γίνονται σιγά -σιγά πρίνοι. Μετά τα Ανώγεια, η άσφαλτος γίνεται τσιμεντόδρομος και ανηφορίζει λίγο πριν αρχίσει η απότομη κάθοδος για τη βόρεια ακτογραμμή. Τα περισσότερα μετόχια στη βόρεια αυτή περιοχή του Δήμου, δεν έχουν οπτική επαφή με τη θάλασσα. Αυτό πιθανόν οφείλεται στο φόβο των πειρατών, που λυμαίνονταν όλη τη Μεσόγειο, τους περασμένους αιώνες και μόλις έβλεπαν κάποιο παραθαλάσσιο οικισμό τον λεηλατούσαν. Ένας ακόμα λόγος για την απουσία οικισμών κοντά στη θάλασσα το δύσβατο της περιοχής αλλά και η απουσία καλού προστατευμένου αγκυροβολίου για τις βάρκες και τα καΐκια. Λίγο πριν την ακτογραμμή ο τσιμεντόδρομος γίνεται χωματόδρομος και ο επισκέπτης συναντάει μια διασταύρωση. Μπορεί να ακολουθήσει τον αριστερό δρόμο για 2 χιλιόμετρα που καταλήγει σε μια μικρή και όμορφη βοτσαλωτή παραλία περνώντας από μία περιοχή ιδιαίτερα θερμή τους καλοκαιρινούς μήνες με χαμηλή φρυγανική βλάστηση και κυρίαρχο είδος τα θυμάρια. Κοιτώντας προς νότο οι πλαγιές είναι κατάφυτες από δενδρώδεις φλόμους. Κάθε εποχή οι πλαγιές αυτές έχουν διαφορετικό χρώμα εξαιτίας των φλόμων. Πράσινες το χειμώνα, πορτοκαλοπράσινες την άνοιξη και κιτρινωπές στο τέλος του καλοκαιριού. Ο δρόμος δεξιά της διασταύρωσης οδηγεί, στο εγκαταλελειμμένο μετόχι Αργύρης και αφού διασχίσει κάθετα το ρύακα Μαλλιάρη καταλήγει στον Άγιο Νικόλαο. Δύο πολύ όμορφες διαδρομές πεζοπορίας έχουν για αφετηρία το μετόχι Αργύρη που είναι μερικά πετρόκτιστα και ερειπωμένα σπίτια δεξιά του δρόμου και ένα ακόμα απέναντι με την έκταση γύρω αποψιλωμένη από τα πρόβατα. Η μία ακολουθεί αντίστροφα την κοίτη του ρύακα Μαλλιάρη και μετατρέπεται, όσο ανηφορίζει σε απότομο φαράγγι και η άλλη κατευθύνεται ανατολικά προς το μοναχικό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου σε μία άγρια έρημη περιοχή μοναδικής ομορφιάς. Στην 152


Το καλοσυντηρημένο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στο ανατολικό άκρο της περιοχής.

συνέχεια κατηφορίζει ακολουθώντας την κοίτη του ρύακα. Δεξιά και αριστερά της κοίτης υπάρχουν παλαιά κροκαλοπαγή, δηλαδή βότσαλα που απέθετε ο ποταμός, σε άλλες εποχές, όταν η στάθμη της θάλασσας ήταν υψηλότερα. Ο επισκέπτης καταλήγει στην όμορφη βοτσαλώδη παραλία στην εκβολή του ρύακα. Προσοχή! Υποδομή για φαγητό και νερό δεν υπάρχει, οπότε ο επισκέπτης θα πρέπει να έχει τις ανάλογες προμήθειες ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Σε όλη την ακτογραμμή είναι αποτυπωμένες οι αλλαγές του κλίματος κατά τις τελευταίες χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες χρόνια. Το κύμα έχει δημιουργήσει πραγματικές τομές ύψους λίγων μέτρων έως δεκάδων μέτρων στα πετρώματα των ακτών. Στις τομές αυτές μπορούν να παρατηρηθούν οι αλλεπάλληλες στρώσεις κοκκινοχώματος με μεγάλες πέτρες ή κοκκινοχώματος με μικρά χαλίκια. Τα θραύσματα αυτά των πετρωμάτων των βόρειων απότομων πλαγιών αποτέθηκαν στην πορεία του χρόνου. Τα πρώτα τις περιόδους έντονων βροχοπτώσεων και αλλαγών θερμοκρασίας ενώ τα δεύτερα αποτέθηκαν αργά όταν ο καιρός ήταν πιο ήπιος. Ακόμα, εκεί που αποκαλύπτονται τα συμπαγή μητρικά πετρώματα διακρίνονται οι παλαιότερες στάθμες της θάλασσας από τις τρύπες που είχαν ανοίξει θαλάσσια μαλάκια, οι λιθοδόμοι. Η επιστροφή στη Νεάπολη γίνεται από τον ίδιο δρόμο μέχρι τον οικισμό του Αγίου Αντωνίου. Εδώ ο επισκέπτης θα ακολουθήσει την διασταύρωση για τα χωριά Τσαμπί, Κουνάλι και Αγόροι, τα οποία βρίσκονται πολύ κοντά στο ιστορικό σπήλαιο Μιλάτου. Στη συνέχεια ο δρόμος διασχίζει ένα πανέμορφο και απότομο φαράγγι-ανάμεσα στα υψώματα Καλαρίτης και Μουτσούνα- τα οποία έχουν στις πλαγιές τους φρυγανική και μακία βλάστηση με τους φλόμους να κυριαρχούν αλλά και πολλές αγριελιές, χαρουπιές και πρίνους. Μετά την έξοδο από το φαράγγι ο επισκέπτης μπορεί να επισκεφθεί ξανά τη Λατσίδα, όπου καταλήγει η διαδρομή και στη συνέχεια τη Νεάπολη.

153


154


Eπίμετρο

Οι κατάφυτες πλαγιές της Μουτσούνας. Μια περιοχή με μεγάλη χλωριδική ποικιλία.

Ο άνθρωπος δυσκολεύεται πάρα πολύ να αυτοπροσδιοριστεί ως ένα από τα στοιχεία της φύσης. Αν και είναι το μοναδικό είδος του πλανήτη που έχει τη δυνατότητα να καταλάβει την αναγκαιότητα της διατήρησης των σχέσεων και των αλληλεπιδράσεων των στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος, συχνά, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, τις καταστρέφει. Στη σύγχρονη δε εποχή αυτό του είναι τόσο εύκολο όσο το πάτημα ενός κουμπιού. Είναι ψευδαίσθηση ή λανθασμένη αντίληψη ότι τα φυσικά αγαθά είναι δεδομένα και ανεξάντλητα. Ο άνθρωπος έχει πλέον τη δυνατότητα να τα καταναλώσει όλα σε μια γενιά στερώντας τα από τις επόμενες. Η (έστω και δυνητικά) εγωιστική αυτή στάση του ανθρώπου μπορεί να περιοριστεί μόνο με την ορθή αξιολόγηση των αγαθών αυτών και τη θέσπιση και εφαρμογή κανόνων στη διαχείρισή τους. Ο Δήμος Νεάπολης δεν έχει πολλά θεσμικά εργαλεία για την προστασία του περιβάλλοντος του ανθρώπου, δηλαδή του φυσικού περιβάλλοντος. Το σημαντικότερο είναι ένα μικρό τμήμα στα νότια της επικράτειας του Δήμου που είναι ενταγμένο στο Δίκτυο Φύση 2000 με κωδικό περιοχής GR4320002 και όνομα ΔΙΚΤΗ: ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΛΑΣΙΘΙΟΥ, ΚΑΘΑΡΟ, ΣΕΛΕΝΑ, ΚΡΑΣΙ, ΣΕΛΕΚΑΝΟΣ. Βρίσκεται νότια της Νεάπολης και δυτικά των Βρυσών και περιλαμβάνει το ύψωμα Καβαλλαρά (767μ.), την κοιλάδα του Δρασίου – Λαγκάδας και τις βόρειες πλαγιές του όρους Μαχαιρά (1.487μ.). Η βόρεια ακτογραμμή ήταν επίσης ενταγμένη στον επιστημονικό κατάλογο όμως δυστυχώς δεν περιλήφθηκε στον εθνικό. Επίσης υπάρχουν δύο Καταφύγια Άγριας Ζωής: το Κ556 (Σταυρός Νεαπόλεως) με έκταση 10 τ.χλμ. στην ευρύτερη περιοχή της Ξηρολίμνης και το μεγαλύτερο τμήμα του Κ553 (Κατσελιά, Βρουχά Μεραμπέλλου) μια έκταση ακόμα 10 τ.χλμ από τη Φουρνή μέχρι το Βρουχά. Η κάθε Δημοτική Αρχή καταβάλλει συνήθως μια εξαντλητική προσπάθεια για την αντιμετώπιση των καθημερινών και μεσοπρόθεσμων προβλημάτων των δημοτών. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι αναγκαιότητα να γίνουν επιπλέον προσπάθειες για την προστασία των φυσικών αγαθών που θα είναι απαραίτητα για την επιβίωση και αξιοπρεπή διαβίωση των μελλοντικών γενεών δημοτών. Η επιμόρφωση και η ευαισθητοποίηση της σημερινής κοινωνίας αλλά και η λήψη και εφαρμογή περιοριστικών αποφάσεων είναι ενέργειες στις οποίες θα πρέπει να δώσουν μεγάλη προτεραιότητα οι Δήμοι όλης της χώρας.

155


Σπήλαια στην περιοχή του Δήμου Νεάπολης

ΠAPAPTHMA

(Σ: σπήλαιο, Κ: καταβόθρα, Β: βάραθρο)

156

Οικισμός

Περιοχή

Όνομα Σπηλαίου

Άγιος Αντώνιος

Αμιράς

Αμιρά σπήλιος

Σ

Άγιος Αντώνιος

Ανεμολιάρης Ποταμός

Χαρκιδιό ή Σιντερόσπηλια

Σ

Άγιος Αντώνιος

Αρμυρό Ρυάκι

Αρμυρός σπήλιος

Σ

Άγιος Αντώνιος

Δίθυρα

Δίθυρα

Σ

Άγιος Αντώνιος

Κατσίβερης

Φουρνιά (τα)

Σ

Άγιος Αντώνιος

Μνημούργια

Μνημούργια

Σ

Άγιος Αντώνιος

Χουρδομανόλη Ρυάκι

Τουτού σπηλιάρι

Σ

Άγιος Αντώνιος

Χριστοπατήματα

Χριστοπατήματα

Σ

Αδραβάστος

Αδραβάστος

Χοιρόσπηλιος

Σ

Αδραβάστος

Μετόχι

Ανεμόσπηλιος

Σ

Αμυγδαλιάς

Κουλουρίδη Σπήλιος

Κουλουρίδη σπήλιος Ι

Σ

Αμυγδαλιάς

Κουλουρίδη Σπήλιος

Κουλουρίδη σπήλιος ΙΙ

Σ

Αμυγδαλιάς

Κουλουρίδη Σπήλιος

Κουλουρίδη σπήλιος ΙΙΙ

Σ

Αμυγδαλιάς

Μαντήλια

Σπηλιάρα στα Χαλάσματα

Σ

Αμυγδαλιάς

Μαντήλια

Σπήλιος στα Χαλάσματα

Σ

Ανώγεια

Ζαχάρη Ρυάκι

Σπηλιάρα

Σ

Ανώγεια

Πύργος-Βάρδια

Ανεμοσπηλιάρα

Σ

Ανώγεια

Τράχηλας,

Πλακουρόσπηλιος

Σ

Καστέλλι

Τρυβαξώνας

Τρυβαξώνας

Κ

Καστέλλι

Χώνος

Χώνος

Κ

Κοιν. Βουλισμένης

Πέρα Μερά

Σπηλιάρα

Σ

Κουρούνες

Αλισφακιάς

Λατσίδα

Κ


Οικισμός

Περιοχή

Όνομα Σπηλαίου

Κουρούνες

Κεφάλα

Σπήλιο

Σ

Κουρούνες

Λίμνη

Χώνος

Κ

Λιθόμαντρα Νεάπολη

Λεβιδώ-Μαύρο Σπηλιάρι

Μαύρο σπηλιάρι

Σ

Νικηθιανός

Νοτικό

Μαύρη τρύπα

Σ

Νικηθιανός-Νεάπολη

Φονιάς

Φονιά σπήλιο

Σ

Νοφαλιάς

Κανή

Λατσίδα

Β

Ρωμανός Νεάπολη

Γαλανού

Γαλανού σπήλιος

Σ

Σούβλος

Πέζα

Ομέρ σπήλιος

Σ

Σούβλος

Σούβλος

Βωλακόσπηλιος

Σ

Σούβλος

Σούβλος

Κασώτη σπηλιάρι

Σ

Σούβλος

Σούβλος

Νεραϊδόσπηλιος

Σ

Φινοκαλιάς

Άγιος Ανδρέας

Άγιος Ανδρέας

Σ

Φινοκαλιάς

Άγιος Ανδρέας

Ντατσερολενιάς σπήλιος

Σ

Φινοκαλιάς

Καρακατσάνη

Καρακατσάνη σπήλιος

Σ

Φινοκαλιάς

Σκαλωτή

Ζωίτσας ή Ραϊνας απήλιος

Σ

Χουμεριάκος

Ασπαλαθόλακκος

Μαυραλή σπήλιος

Σ

Χουμεριάκος

Καπαρού Λάκκος

Καπαρού λάκκος

Σ

Χουμεριάκος

Κεφάλα

Αποκάτω σπήλιος

Σ

Χουμεριάκος

Κεφάλα

Σόπατα σπήλιος

Σ

Χουμεριάκος

Ρουσά

Ρουσάς σπήλιο

Σ

Χουμεριάκος

Σπηλιάρα

Σπηλιάρα

Σ

157


EΠIΛEΓMENH BIBΛIOΓPAΦIA

Coghlan, S. 2001. Birdwatching guide to Crete. Arlequin Press 92 pp. Fielding J. and N. Turland. 2005. Flowers of Crete. Royal Botanic Gardens, Kew. 650 pp Handrinos G. and T. Akriotis. 1997. The Birds of Greece . Helm A. and C. Black Ltd., London, 336 pp. Rackham O. and J. Moody. 1996. The making of Cretan Landscape. Manchester University Press, 237 pp. Reese, D.S. (ed) 1996, Pleistocene and Holocene Fauna of Crete and Its First Setters."Monographs in World Archaeology, - Prehistory Press of Madison, no 28, 422 pp. Turland N., L. Chilton and J. Press. 1993. Flora of the Cretan area. Anotated Checklist and Atlas. Natural History Museum, London. pp 439 Καρανδεινός, Μ. και Α. Λεγάκις (επιμ.) 1992. Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία και Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση, WWF Ελλάς, Αθήνα. σσ 372. Πλατάκης Ε. 1980. Δημώδη ονόματα ζώων της Κρήτης. Κρητολογία (10-11): 35-134 Πλατάκης, Ε. 1975. Σπήλαια και άλλαι καρστικαί μορφαί της Κρήτης. Τόμος Β, Ηράκλειον Κρήτης. σσ 275. Σαρρής Α., Μ. Γκιάστα, Α. Γκιούρου, Γ. Κάππος, Ε. Καρίμαλη, Β. Κευγάς, Κ. Μαργετουσάκης, Κ. Μπίχτα, Ε. Περάκη, S. Soetens, K. Tζανετέα, Σ. Τοπούζη, και Α. Τριπολιτσιώτης. 2007. Αρχαιολογικός και Γεωλογικός χάρτης Κρήτης. Ιστοσελίδα: http://www.ims.forth.gr:83/WebGisSites/Default.aspx?service=archaeology_Crete_geolo gy. Εργαστήριο Γεωφυσικής - Δορυφορικής Τηλεπισκόπησης & Αρχαιοπεριβάλλοντος, Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών - Ίδρυμα Τεχνολογίας & Έρευνας (Ι.Τ.Ε.) Σπανάκης Σ. 1991. Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων. Τόμοι Α και Β. Γραφικές τέχνες Δετοράκης Α.Ε.Β.Ε. Ηράκλειο Κρήτης. σσ 847 Φασουλάς Χ. 2001. Οδηγός υπαίθρου για τη Γεωλογία της Κρήτης. Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης Πανεπιστήμιο Κρήτης. σσ 103. Ψιλάκης Ν., 2002. Μοναστήρια και ερημητήρια της Κρήτης. Τόμος Α. Καρμανώρ, Ηράκλειο Κρήτης. σσ 504

159


TO BIBΛIO ΦYΣH KAI ANΘPΩΠOΣ ΣTO ΔHMO NEAΠOΛHΣ ΛAΣIΘIOY KPHTHΣ TYΠΩΘHKE TON AYΓOYΣTO TOY 2007 ΣTIΣ ΓPAΦIKEΣ TEXNEΣ TYΠOKPETA ΣTO HPAKΛEIO KPHTHΣ OΠOY EΓINE KAI TO MONTAZ KAI H BIBΛIOΔEΣIA ΣE 1000 ANTITYΠA



Φύση και Άνθρωπος στο Δήμο Νεάπολης Λασιθίου Κρήτης