Issuu on Google+

ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

12 και 5 αμαρτωλές ιστορίες ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ Γωγώ Ατζολετάκη Διορθώσεις: Χαρά Μακρίδη Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Εποπτεία έκδοσης: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Μακέτα εξωφύλλου: Δημήτρης Κουρκούτης | dk design Πίνακας εξωφύλλου: Μαρία Δημητριάδη © Copyright: Εκδόσεις «Ιωλκός» & Γωγώ Ατζολετάκη Νοέμβριος 2012 Α΄  Έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΩΛΚΟΣ»

• Ανδρέου Μεταξά 12 & Ζ. Πηγής, Αθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684, Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr

www.iolcos.gr ISBN 978-960-426-690-6


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΙΔIΑΣ: — Προσωπική απόδραση, Χρονογραφήματα, εκδ. Σμυρνιωτάκη, 1989 — Ηθοποιός, Σκιά και Φως, Εγχειρίδιο για υποψήφιους και νέους ηθοποιούς, εκδ. Εμπειρία Εκδοτική, 1999, (Β΄ Αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη έκδοση, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006) — Σαν άσπρο πούπουλο σ’ απέραντο γαλάζιο, Μυθιστόρημα, εκδ. Α. Α. Λιβάνη, 2000 — Η φίλη σου Ροζαλία, Μυθιστόρημα, εκδ. Ιωλκός, 2004 (6η Έκδοση 2012) — Το Ζ της Ζωής, Μυθιστόρημα, εκδ. Εμπειρία Εκδοτική, 2009 — 12 και 5 αμαρτωλές ιστορίες, Διηγήματα, εκδ. Ιωλκός, 2012


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

12

ΚΑΙ 5 Α ΜΑΡΤΩΛΕΣ Ι ΣΤΟΡΙΕΣ

Διηγήματα

ΙΩΛΚΟΣ


Σ’ όλους τους διαβατάρηδες φίλους και αγαπημένους της ζωής μου, που κάποια στιγμή πιαστήκαμε γελώντας από το χέρι και… κλάψαμε


Τα πρόσωπα και τα γεγονότα του βιβλίου είναι φανταστικά. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική!


Η ΑΡΧΗ

Νιώθω απίστευτη κούραση. Σήμερα το πρωί που

ξύπνησα, δοκίμασα να τεντωθώ, μα ξαφνικά διαπίστωσα πως δεν μπορούσα να κάνω ούτε αυτό. Ένα απλό τέντωμα. Εγκαταλείφθηκα πάλι στα μαλακά μου και περίμενα να περάσουν οι ώρες. Δεν είν’ ευχάριστο να περνούν οι ώρες. Οι ώρες είναι ευχάριστο να περνούν, όταν περνούν ευχάριστα. Αλλιώς είναι βάσανο και καταδίκη· γιατί κάθε ώρα που περνά, μας φέρνει πιο κοντά στο γήρας. Τρομακτικό. Πριν απ’ το θάνατο, είμαστε καταδικασμένοι στο γήρας. Μήπως μ’ ακουμπάει το γήρας; Αμφίβολο· εδώ και μέρες δε μ’ ακούμπησε κανείς, γιατί να κάνει εξαίρεση το γήρας; Μπορεί όμως και να με πλησίασε χωρίς να το καταλάβω. Είναι ύπουλο πράγμα το γήρας. Δεν του φαίνεται, αλλά οι τρόποι του είναι δόλιοι. Εγκαθίσταται στα κύτταρά σου σαν ιός και επωάζεται υπογείως, δίχως να δίνει την παραμικρή ένδειξη ύπαρξης. Είσαι φορέας γήρατος και δεν το ξέρεις. Φοβερό! Το άλλο φοβερό είναι πως δεν ανιχνεύεται. Απλώς ξυπνάς ένα πρωί με εκδηλωμέ


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

νη την ασθένεια. Αναρωτιέμαι μήπως αυτό το «ένα πρωί» είναι για μένα το σημερινό πρωί. Μπορεί, όμως, να πάσχω από εαρινή κόπωση. Μαρτύριο αυτές οι εναλλαγές στην ενέργεια. Οι δείκτες ζωής φωτεινά διαλείμματα σ’ ένα απέραντο πέλαγος αφασίας. Πώς, όμως, να πάσχω από εαρινή κόπωση, αφού έχουμε φθινόπωρο; Υπάρχει φθινοπωρινή κόπωση; Το άλλο ενδεχόμενο είναι η κατάθλιψη. Μπορεί να έπεσα κι εγώ θύμα αυτής της πανδημίας. Το άκουσα που το λέγανε στις ειδήσεις. Η αρρώστια του παρόντος και του μέλλοντος! Έτσι είπανε. Κι ακόμα είπανε ότι σε λίγα χρόνια η κατάθλιψη θα είναι η μάστιγα του σύγχρονου πολιτισμού. Δεν ξέρω αν θα μ’ άρεσε να πάσχω από κατάθλιψη, πάντως με ιντριγκάρει η ιδέα να έχω κάτι μοδάτο, κάτι εκσυγχρονιστικό. Και επιπλέον κάτι ασαφές και άπιαστο· σαν σύννεφο που περιπλέκεται στα πόδια σου κι αλλάζει σχήματα. Δεν είναι πέτρα στη χολή η κατάθλιψη ούτε βεβαίως ευκοιλιότητα. Δεν έχει πόνο ούτε σιχαμερές περιγραφές. Αυτό προπάντων: Δεν περιγράφεται! Κοιτάς τον άλλον με πεισιθανάτιο βλέμμα και απλά του λες: «Μ η μ ’ ε ν ο χ λ ε ί ς, έ χ ω κ α τ ά θ λ ι ψ η». Κι ο άλλος δείχνει κατανόηση, διότι κι αυτός έχει, είχε ή θα έχει. Ίσως και να μην πάσχω από τίποτα. Ίσως να είναι μια απλή, χιλιοπεπατημένη κούραση. Η ίδια κούραση που πιάνει τα φύλλα των δέντρων. Είναι πράσινα και ξαφνικά μια μέρα κουράζονται 10


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

να είναι πράσινα και γίνονται κίτρινα. Και τότε πέφτουν. Αθόρυβα· χωρίς τυμπανοκρουσίες. Έχετε δει κανένα φύλλο να φωνάζει «π έ φ τ ω! π έ φ τ ω!»; Μόνο οι άνθρωποι φωνάζουν… Ναι, αυτό μάλλον θα είναι. Απλή κούραση. Και πώς να μην είναι; Τόσα κορμιά απάνω στο κορμί μου –άντρες, γυναίκες– τόσος ιδρώτας, τόσα όνειρα, τόσες ελπίδες, τόσες ιστορίες… Στα νιάτα μου γελούσα πολύ. Το γέλιο μου – έλεγαν– ήταν παροξυσμός της άνοιξης. Ήταν τότε που πίστευα, πως η ζωή μου θα ’ταν μια ανάσα ζέφυρου. Τώρα σπάνια γελώ –ή μάλλον φοβάμαι να γελάσω– φοβάμαι, πως τώρα το γέλιο μου θα μοιάζει με υστερική κραυγή… Βάρυνα. Πατικώθηκα. Έχασα εκείνο το ευωδιαστό αέρινο που κουβαλούσα. Οι άνθρωποι με βάρυναν. Μ’ εκμεταλλεύτηκαν, με πόνεσαν, με τσαλαπάτησαν, και πάνω απ’ όλα με φόρτωσαν με τις ιστορίες και τις έννοιες τους. Όμως η εποχή μας δε γνωρίζει κούραση. «Σ κ ο τ ώ ν ο υ ν τ α ά λ ο γ α ό τ α ν γ ε ρ ά σ ο υ ν» μονολογούσε ένας απολυμένος γκριζομάλλης, που είχε χωθεί στην αγκαλιά μου τις προάλλες. Μ’ έπιασε πανικός. Τραβήχτηκα να του ξεφύγω, ν’ αναπνεύσω, αλλά με κρατούσε γερά, δεν τα κατάφερα· έμεινα εκεί στη μέγκενή του ν’ αναλογίζομαι κουφάρια άχρηστων, γερασμένων αλόγων. Θλιβερό! Ναι, η εποχή μας θέλει φρέσκο αίμα, τους κουρασμένους και τους γερασμένους τους πετά. Ή τους σκοτώνει. Το ήξερα, αλλά κάπου μου διέφυγε. Ολέθριο! Άγνοια του ισχύοντος νόμου τιμωρείται αυστηρά. 11


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

Όμως, δε θέλω να με πετάξουν στα σκουπίδια. Δε θέλω να με σκοτώσουν, είναι νωρίς ακόμα. Δεν ξέρω πότε θα ’ναι η ώρα, πάντως προς το παρόν νιώθω τα πόδια της ζωής να περπατάνε γερά μέσα μου. Αναθεωρώ ταχέως: Δεν έχω καμιά σχέση με το γήρας. Ούτε συναντηθήκαμε ποτέ ούτε προβλέπεται να συναντηθούμε σύντομα. Ούτε, βέβαια, υποφέρω από κατάθλιψη. Μια τυπική, συνηθισμένη κούραση μ’ έπιασε. Περαστική. Τώρα θα πάρω μια τονωτική ανάσα και θα φορέσω το γέλιο της νιότης μου. Θα υποκριθώ έναν παροξυσμό της άνοιξης. Μπορώ! Είμαι ανανεώσιμη πηγή ενέργειας. Και θ’ απλωθώ σαν παρφουμαρισμένη παλλακίδα, για να δεχτώ κι άλλα κορμιά, για να ρουφήξω κι άλλους ιδρώτες, για να μοιραστώ κι άλλα όνειρα, για να γίνω μάρτυρας τραγελαφικών κι ακατονόμαστων… για να ενώσω το δάκρυ μου με το καυτό δάκρυ της ψυχής των ανθρώπων.

12


ΠΝΕΥΜΑΤΩΔΕΙΣ ΕΠΑΦΕΣ

Ήταν απογεματάκι. Απ’ αυτές τις ώρες που το μυαλό

γέρνει να ξεκουραστεί πάνω στα βιολετιά του ήλιου που αναχωρεί. Εγώ, στην απόλυτη ρέμβη. Αναδουλειά. Το άνοιγμα της πόρτας μ’ έφερε πίσω σε μια πραγματικότητα, που πολλές φορές θέλω να ξεχνώ. Σήκωσα λίγο, ελάχιστα, τα μάτια κι εκεί μέσα στο μούχρωμα είδα να εισβάλλει πρώτα μια ψηλή ξανθιά, και πίσω της μια πιο κοντή κοκκινομάλλα – προς το ακαζού. Η ψηλή ξανθιά, στιλάτη και αγέρωχη, κρατούσε κάτι σαν ξύλινη βαλίτσα· σαν κι απ’ αυτές που βάζουν μέσα διάφορα όργανα. Η κοντή ακαζού, στο πιο συγκρατημένο, κρατούσε μόνο την αναπνοή της. «Ε;…» είπε η ψηλή ξανθιά μόλις έκλεισε την πόρτα δείχνοντας με τα μακριά χέρια της το χώρο. Επιβεβαίωση ήθελε, αλλά η κοντή ακαζού μάλλον δεν κατάλαβε. «Ναι… ναι…» είπε κουνώντας το κεφάλι της σαν ξεχαρβαλωμένο εκκρεμές, «…όμως, αχ!... είναι σωστό αυτό που κάνουμε;». «Of course και είναι σωστό, βρε κουτό» είπε η ψηλή ξανθιά κι έβγαλε με μια πλατιά θεατράλε κίνηση τα μεγάλα σκούρα γυαλιά της. «Αφού τη θέλουμε τόσο πολύ την επαφή…». 13


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

«Μα έτσι; Στα κλεφτά; Σα λωποδύτες;» σούφρωσε τα χείλη η κοντή ακαζού τραβώντας το μεταξωτό μαντίλι που μισοκρεμόταν στο κεφάλι της. «Μπορούμε αλλιώς;» είπε η ξανθιά και την πλησίασε με νόημα. «Δεν έχουμε άλλο τρόπο, darling. Έτσι και μυριστεί τίποτα ο Κώστας, με χώρισε». «Κι εμένα η μάνα μου… ποιος την ακούει…» είπε η ακαζού πιο αναστατωμένη ξαφνικά. «Αλίμονό μου αν μάθει πως… Αυτή κοιμάται και ξυπνά με την Αγία Γραφή. Δεν τις εγκρίνουν οι παπάδες τέτοιες επαφές». «Γι’ αυτό σου λέω· δεν υπάρχει άλλη λύση, my dear» είπε η ξανθιά και τα λεπτά της δάχτυλα με το βαρύτιμο μπριγιάν χάιδεψαν τα μαλλιά της ακαζού. «Trust me, darling! Έλα, χαλάρωσε. Χαλάρωσε για να το απολαύσεις». Η ακαζού έβγαλε έναν αναστεναγμό συγκατάβασης και μαζί μ’ αυτόν και την ελαφριά κασμίρ ζακέτα της. Η ξανθιά στράφηκε προς την ξύλινη βαλίτσα. «Κι αυτό… αυτό το ’χεις κάνει εσύ πολλές φορές, ε;» ρώτησε η ακαζού. «Πολλές» είπε η ξανθιά και ξαναήρθε κοντά της, σε απόσταση αναπνοής τώρα. «Πάρα πολλές, το ξέρεις. Με όλες σχεδόν τις γυναίκες του κύκλου μας». «Με ποιες; Θα μου πεις με ποιες;» ξαναρώτησε η ακαζού και το πρόσωπό της γέμισε ροζ ανταύγειες από την περιέργεια. «Και με την Μπέτυ, και με την Ηρώ, με τη Ραλλού, τη Νίνα, τη Ναυσικά, τη Μυρτώ, την Τερέζα, την Αρετή, τη Χριστιάνα, την Ειρήνη, τη Λουκία, τη Ρόη, την Αννίτα, τη Χαρούλα, την Ουρανία, την Ανδρομάχη…». «Το ’κανες και με την Ανδρομάχη;» πετάχτηκε η ακαζού με πρόσωπο που είχε σκουρύνει προς το φραουλί. «Of course το ’κανα και με την Ανδρομάχη». «Και πώς της φάνηκε; Πώς της φάνηκε;». 14


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

«Εκστασιάστηκε κι αυτή όπως κι οι άλλες. Δεν ήθελε να σταματήσουμε, με παρακαλούσε να συνεχίσω. Δεν μ’ εντυπωσιάζει όμως… Έχω το know how, darling· έχω εμπειρία. Άπαξ και το κάνουν μια φορά μαζί μου, μετά μου γίνονται κολλιτσίδα. Πότε θα ξαναβρεθούμε και πότε θα ξαναβρεθούμε! Όμως καταλαβαίνεις… Δε γίνεται να τις ικανοποιώ όλες. Too much, έχουμε κι άλλες δουλειές. Έπειτα πρέπει να ταιριάζουν τα vibes μας. Να υπάρχει χημεία. Έτσι και δε με διεγείρει ψυχικά και εγκεφαλικά μια γυναίκα, δεν μπορώ να λειτουργήσω». «Εγώ σε διεγείρω;» ρώτησε η ακαζού με μάτια που τρόμαζαν στην υποψία ενός «όχι». «Of course και με διεγείρεις, ��ρε κουτό· αλλιώς δε θα βρισκόμουνα εδώ. Θέλω, όμως, να είσαι συνεργάσιμη. Θέλω να αφεθείς στα χέρια μου. Γιατί αυτό, ή το κάνεις all the way ή δεν το κάνεις καθόλου». Αυτά τα τελευταία λόγια τα είπε η ψηλή ξανθιά σέρνοντας τα δαμασκηνιά νύχια της πάνω στο ανατριχιασμένο μπράτσο της κοντής ακαζού, κι ύστερα άνοιξε την ξύλινη βαλίτσα, που τελικά δεν ήταν βαλίτσα. Με το άνοιγμα ξεπρόβαλαν από μέσα τέσσερα πόδια, κι αυτό που ήταν πριν βαλίτσα, τώρα είχε γίνει ένα ωραίο, τετράγωνο τραπεζάκι. «Αυτό είναι το τραπεζάκι που μου ’λεγες, ε;» είπε η ακαζού στραβοκαταπίνοντας μιαν αδημονία. «Αυτό!» είπε η ξανθιά. «Ειδική κατασκευή. Το βλέπεις; Πουθενά καρφιά. Τα καρφιά κάνουν ζημιά στην επαφή· είναι καταραμένα. Μ’ αυτά σταυρώσαν το Χριστό». Η κοντή ακαζού στάθηκε να σκεφτεί αυτό που άκουσε, κι αφού το σκέφτηκε αρκετά, είπε: «Εμείς, όμως, δεν πιστεύουμε στο Χριστό. Πιστεύουμε;». «Οκέι, δεν τρελαινόμαστε, αλλά έναν Επιτάφιο τον πά15


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

με…» είπε η ψηλή ξανθιά και κάθισε στη μια μεριά του τραπεζιού. «Και στην τελική, αφού έτσι λειτουργεί αυτό, έτσι πρέπει να το λειτουργήσουμε. Αν είχε manual, θα το ’γραφε ξεκάθαρα: Απαγορεύονται αυστηρώς τα καρφιά. Come on now, κάθισε κι εσύ… Τι με κοιτάς, παιδί μου; Κάτσε, είπα… Πού είναι το φλιτζανάκι;». Η ακαζού με μπερδεμένες αγχωτικές κινήσεις άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε προσεκτικά ένα λουλουδάτο φλιτζανάκι από φίνα πορσελάνη. «Limoges!» είπε με καμάρι. «Σήμερα το πρωί το αγόρασα ειδικώς για την περίσταση. Μια περιουσία πλήρωσα… Πρόσεξε μην το σπάσεις…». Η ψηλή ξανθιά πήρε τη Limoges, κι αφού την εξέτασε με ύφος ειδήμονος, απεφάνθη: «Excellent! Έτσι πρέπει. Κουπάκι ελαφρύ· να μην παρεμποδίζεται η ενέργεια απ’ τη βαρύτητα. Η Βίλμα έφερε την άλλη φορά από κείνα τα χοντρά του καφενείου. Έκατσε το φλιτζάνι κι ιδρώσαμε για να το κάνουμε να μιλήσει». Η κοντή ακαζού χαμογέλασε με αυταρέσκεια και με πολλούς αέρηδες υπεροχής. Σίγουρα αυτή η Βίλμα δεν ανήκε στον κύκλο των συμπαθειών της, κι ακόμα πιο σίγουρα δεν τη θεωρούσε του επιπέδου της. Πού να τη μάθει η Βίλμα τη Limoges; «Και τώρα… τώρα θα μας τα πει όλα το φλιτζανάκι;» ρώτησε με φωνή παλλόμενη από ανυπομονησία. «Όλα!» απάντησε η ψηλή ξανθιά. «Όταν αρχίσει να μιλά, δε θα ’χει σταματημό». «Θα πάρω απάντηση δηλαδή σ’ αυτό που μ’ απασχολεί;». «Μα sure!...» ψιλοεκνευρίστηκε η ξανθιά. «Αφού σ’ το ’πα τόσες φορές· μη με πρήζεις… Περίμενε και θα δεις. Θα τρίβεις τα μάτια σου, μόνο αυτό σου λέω. Πρέπει να 16


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

χαλαρώσεις όμως. Relax! Απαραίτητη προϋπόθεση. Προσπάθησε να είσαι ζεν». «Και πώς ακριβώς θα το κάνουμε;» κατέβασε λίγο τον τόνο της ανυπομονησίας η ακαζού. «Καταρχήν θα ρίξουμε τα γράμματα» είπε η ξανθιά τυλιγμένη στην αύρα του φίνου αρώματός της. «...Και ύστερα θα μπούμε στη διαδικασία, για να ενώσουμε τη γήινη ενέργειά μας με την ενέργεια του σύμπαντος». Ήταν φανερό πως η κοντή ακαζού δεν καταλάβαινε γρι από γήινες και συμπαντικές ενέργειες και ζεν, όμως, δεν τόλμησε να ξεστομίσει την άγνοιά της. Εδώ που τα λέμε, ούτε κι εγώ είχα καταλάβει τι ακριβώς σκοπεύανε να κάνουνε. Παρόλο που η γρήγορη αντίληψη είναι μέρος της ιδιοσυστασίας μου, και παρόλο που στην πολυκύμαντη ζωή μου βίωσα άπειρες και κάθε είδους επαφές, επαφή με το σύμπαν δε μου ’χε ξανατύχει. «Ευκαιρία να το δοκιμάσουμε κι αυτό» σκέφτηκα κι ανασηκώθηκα λίγο για να δω την ξανθιά, που με επιδέξιες κινήσεις τοποθετούσε πάνω στο τραπεζάκι τα είκοσι τέσσερα γράμματα του αλφαβήτου. Γραμμένα σε μικρά χαρτονάκια ήτανε τα γράμματα και τα ’βαλε σε κύκλο. Γύρω γύρω τα γράμματα και στη μέση η Limoges ανάποδα. «Το παν είναι η ενέργεια, οκέι;» ακούσαμε να λέει η ξανθιά μόλις τελείωσε. «Positive energy. Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα ιδανικό πεδίο για την επαφή. Αν δεν το δημιουργήσουμε, θα μας μπουν ανεπιθύμητες παρεμβολές. Οντότητες σκοτεινές may be. Οντότητες που μπορεί να μας βλάψουν, έτσι που θα τριγυρνάμε ξυπόλυτες στο σύμπαν. Η θετική ενέργεια θα ’ναι ο θώρακάς μας… Ακούμπησε τα δάχτυλά σου, darling, πάνω στο φλιτζάνι. Μόνο τις ρόγες, please. Ελαφρά, ίσα που να τ’ αγγίζεις. Τα χέρια στον αέρα και ακίνητα… Fine! Και τώρα συγκεντρώσου στο τρίτο μάτι». 17


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

Η ακαζού με γλαρωμένα εντελώς τα δυο της μάτια, έψαχνε μες στο μισοσκόταδο να βρει το τρίτο. Είχε και τρίτο μάτι και δεν το ’ξερε; Πού ήταν;… Έμεινε λίγο να κοιτάζει σαν ηλίθια, προκαλώντας μια δικαιολογημένη αντίδραση στην ξανθιά. «Το τρίτο μάτι, darling, είναι ανάμεσα στα δυο που έχεις. Εκεί πρέπει να συγκεντρωθείς, αποκεί βγαίνει η ενέργεια… For God sake, δεν έχεις ακούσει τίποτα για medidation; Come on, άδειασε το μυαλό σου από κάθε σκέψη και ένωσε την ενέργειά σου με τη δική μου. Έτσι, μαζί, θα εισχωρήσουμε στο υπέρτερο, έτσι θ’ ανοίξουμε τα κανάλια του σύμπαντος, οκέι;… Are you ready; Let’s go! Όταν θα κοντακτάρω, θα μιλήσω». Η ψηλή ξανθιά έκλεισε τα δυο της μάτια, συγκεντρώθηκε στο μάτι-ρεζέρβα, και η κοντή ακαζού είχε μείνει σύξυλη, για να γνωρίσει τη θεία έκσταση της επαφής. Πέρασαν πέντε λεπτά, δέκα, δεκαπέντε… –πρώτη φορά είδα επαφή ν’ αργεί τόσο πολύ–… μέχρι που τα μπράτσα της ακαζού, έτσι όπως ήτανε κοκαλωμένα στον αέρα, αρχίσανε να τρεμουλιάζουν. Αμέσως το ’πιασε η ξανθιά κι άνοιξε διάπλατα τα κρεατένια της μάτια. «Δεν έκανες βαράκια;» ρώτησε αυστηρά και στακάτα. «Έκανα! Πώς δεν έκανα…» πανικοβλήθηκε η ακαζού, σαν να ’σκασε στα πόδια της βόμβα μολότοφ. «Το δεκαήμερο που σου ’πα;». «Όχι όλο…» αναγκάστηκε να ομολογήσει η ακαζού. «Ήρθε η ξαδέρφη μου η Λέλα απ’ τ’ Αγρίνιο και την είχαμε τρεις μέρες σπίτι…». «Αυτές οι επαφές θέλουν ποντίκια» είπε με στόμφο η ξανθιά. «Κοίτα εμένα! Δυο ώρες χτυπιέμαι κάθε μέρα στο γυμναστήριο. Δεν έχω πάντα χρόνο, αλλά… τι spirit rapper θα ’μουνα χωρίς ποντίκια;… Anyway, σφίξου! Τουλάχιστον μέχρι να συνδεθούμε». 18


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Αυτά διέταξε, κι έπειτα ξαναβυθίστηκε στην απουσία βάζοντας πάλι μπρος το τρίτο μάτι. Η απόλυτη ησυχία, μιλάμε, ε;… Ούτε τικ τακ από ρολόι. Κόντευε να μας πάρει ο ύπνος –την ακαζού δηλαδή πρέπει να την μισοπήρε, γιατί είδα που μια δυο φορές της έφυγε το κεφάλι και το μάζεψε στα γρήγορα–, όταν ξαφνικά ακούστηκε η φωνή της ξανθιάς σαν μέσα από αβυσσαλέα άβυσσο: «Καλώ το πνεύμα του παππού! Καλώ το πνεύμα του παππού!». Κεραυνός να μας έπεφτε κατακέφαλα, δε θα δημιουργούσε τέτοια αναστάτωση. Η ακαζού τινάχτηκε και με ανανεωμένες τις δυνάμεις (αφού τον είχε πάρει τον υπνάκο της), μπήκε ξανά στη διαδικασία της διέγερσης. «Έγινε η σύνδεση;». «Ομίχλη… Πολλή ομίχλη… Δυσκολίες…» είπε σιβυλλικά η ξανθιά και άνοιξε το ένα πρώτο μάτι. Την ομίχλη δεν την καταλάβαινα, τις δυσκολίες, όμως, τις καταλάβαινα απολύτως. Εδώ, στα γήινα και χειροπιαστά μας, μια σύνδεση σε καζανάκι πάει να κάνει ο Μήτσος ο υδραυλικός και του αναποδογυρίζεται η πίστη μέχρι να κάτσει καλά το παξιμάδι. Που είναι και παξιμάδι εν πάση περιπτώσει –πράγμα μεταλλικό– όχι πνεύμα… Το πνεύμα πώς να το απομονώσεις; Και πώς να το γραπώσεις; Το πνεύμα είναι αέρας. Μια χαραμάδα να σου κάτσει, πάει! Το ’χασες το πνεύμα. Επέμενε, όμως, η ξανθιά. Στην ίδια θέση πάντα, χάθηκε λίγο, μετά ξαναβρέθηκε, μετά έκανε με τα χέρια της ένα κάτι σαν «με συγχωρείτε να περάσω...». «Πολύ traffic… Ποπό! τι γίνεται…». «Τι γίνεται; Τι γίνεται;» ρώτησε η ακαζού με μάγουλα πιο ακαζού από τα ακαζού μαλλιά της. «Ούτε που να το περιγράψω το τι γίνεται…» απάντησε η ξανθιά. «Ο κακός χαμός! Είναι και κάτι νταβραντισμένοι 19


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

εδώ πέρα… Sorry, αλλά δεν είναι ώρα για καμάκι, my dear· δε βλέπεις; είμαι busy… Τι;… Δεν είναι ότι δε μ’ αρέσεις, baby· μ’ αρέσεις και πολύ μάλιστα, αλλά… Τι είπες;… Μα πώς να φτιάξουμε κατάσταση εμείς οι δυο; Δε γίνεται, sweety, θα μας φάει η απόσταση». Ήταν φανερό πως η ξανθιά είχε πιάσει κουβεντούλα με πνεύμα ορεξάτο και αρκούντως χαρμάνι, και παρόλο που φαινόταν προσηλωμένη στο στόχο της, πρόσεξα εγώ ένα λίγωμα που τρεμόπαιξε στα κλειστά της βλέφαρα. Γρήγορα, όμως, ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία της κι έβαλε μπρος την ντουντούκα: «Καλώ το πνεύμα του παππού! Καλώ το πνεύμα του παππού!». Καμιά απάντηση. Η υπομονή μου δοκιμαζόταν σκληρά, όσο για την ακαζού κόντευε να πέσει από την καρέκλα. «Τι γίνεται; Τι γίνεται τώρα;». «Πάνε να τον ειδοποιήσουν» είπε η ξανθιά ανοίγοντας το ένα δεύτερο μάτι. «Ποιος πάει να τον ειδοποιήσει;» ρώτησε απορημένη η ακαζού. «Ε… κάποιος» είπε αόριστα η ξανθιά. «Κάποιος απ’ τους πρώτους που συνδέθηκαν. Δε σου ’πα ότι γίνεται χαμός; Μάλλον ο παππούς είναι κάπου μακριά και δε μας άκουσε». Ξαναπέσανε στην αναμονή με το γνωστό ζήλο. Συγκέντρωση στο τρίτο μάτι, τα χέρια στον αέρα, τα μπράτσα της κοντής να τρέμουνε σαν φρεσκοσερβιρισμένη κρεμ καραμελέ, σιωπή και περισσότερη σιωπή… κι εκεί στο παρ’ ολίγον πάλι ύπνος, έβγαλε φωνή μεγάλη η ξανθιά: «Παππού! Ήρθες, παππού; Σε βρήκανε;… Τι γίνεσαι; Είσαι καλά;». Δεν έχω υπάρξει πνεύμα –και ελπίζω ν’ αργήσω να γίνω–, όμως, αν ήμουνα στη θέση του παππού, θα σιγουρευ20


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

όμουνα ότι η εγγονή μου είναι ντιπ για ντιπ βούρλο. Μα… ρωτούσε τον πεθαμένο αν είναι καλά; Έχει δει κανείς πεθαμένο άνθρωπο να πάσχει από κιρσούς ή κονδυλώματα; Αυτά είναι για τους ζωντανούς. Οι πεθαμένοι έχουν λύσει μια για πάντα τα προβλήματα της υγείας τους. «Αχ, πόσο χαίρομαι που βρισκόμαστε, παππού!» συνέχισε χειμαρρώδης η ξανθιά μ’ ένα χαμόγελο που έκανε ν’ αστράψουν τα μαργαριταρένια της δόντια. «…Για μια στιγμή φοβήθηκα πως δε θα μπορέσουμε να τα πούμε σήμερα. Πολλά παράσιτα, παππού, και κόσμος άσχετος· πολλοί άσχετοι μαζευτήκανε κει πάνω, τι σ’ τα λέω, όμως, εσύ τα ξέρεις από πρώτο χέρι… Τα νέα μας τώρα… Σε γενικές γραμμές καλά είμαστε, μόνο ο Κώστας είχε κάτι μικροενοχλήσεις τελευταία, κήλη είπε ο γιατρός, κι αν επιδεινωθεί, μάλλον θα πρέπει να κάνει εγχείρηση. Μα δεν προσέχει αυτός ο άνθρωπος, καθόλου δεν προσέχει. Listen, παππού, listen για να φρίξεις: Πήγε ν’ αλλάξει λάστιχο με σκουριασμένο γρύλο. Αν είναι δυνατόν! Αλλάζεις λάστιχο με σκουριασμένο γρύλο;… Σφίχτηκε, ζορίστηκε, να! η κήλη αμέσως. Έτσι ήταν πάντα, όμως. Θυμάσαι και παλιά, παππού, που το ’χε χόμπι να σηκώνει κούτες; Κάθε φορά που μετακομίζαμε, ήτανε μες στην ευτυχία· όλες τις κούτες αυτός τις κουβάλαγε. “Η πιο καλή γυμναστική” έλεγε. “Δεύτερη άσκηση δεν υπάρχει για τους ραχιαίους”. Ubsolutely crazy δηλαδή… “Καλέ, πήγαινε σ’ ένα γυμναστήριο” του ’λεγα. “Δε γίνεται να μετακομίζουμε κάθε δυο χρόνια, για να φτιάχνεις εσύ τους ραχιαίους σου”… Με παρακολουθείς, παππού;». Δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι ο παππούς παρακολουθούσε το λογύδριο της ψηλής ξανθιάς, απ’ ότι υποψιαζόμουνα, όμως, ποσώς την ενδιέφερε αν την παρακολουθεί ο παππούς. Αυτό που την ένοιαζε, ήταν να μιλήσει. Να βγάλει τα εσώψυχά της και να τ’ ακουμπήσει στην απεραντοσύ21


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

νη των αιθέρων. Και δεν έπεσα έξω, γιατί αδιαφορώντας εντελώς για την παρουσία της ακαζού, συνέχισε ακάθεκτη, πάντα σε σύνδεση με το υπερπέραν: «Anyway… ο Κώστας θα τη βρει την άκρη, δε σκοτίζομαι ιδιαίτερα. Για το Μανολάκη ανησυχώ πιο πολύ, παππού. Δεν πέρασε στο πανεπιστήμιο, σου το ’πα;… Όχι, δε σου το ’πα, τελευταία φορά που μιλήσαμε δεν είχανε βγει τ’ αποτελέσματα. Λοιπόν, δεν πέρασε στο πανεπιστήμιο και τώρα είναι μες στο σπυρί και μες στην απομόνωση. Ευτυχώς που έχουμε και Βε-σέ στο σπίτι, γιατί τη μεγάλη τουαλέτα την έχει καπαρώσει ο Μανολάκης. Με τις ώρες, παππού… understand τώρα εσύ, ε;… Με τις ώρες. Κάλους κοντεύει να βγάλει η χούφτα του. Unbelievable δηλαδή. Και μετά βγαίνει ένα σουρνάμενο χάλι. Ήθελα να ’ξερα, με τόσες φορές που… ποτέ δεν ξεχαρμανιάζει; Πάρα πολύ με απασχολεί αυτό. Τώρα το συζητάμε με τον Κώστα και λέμε να τον στείλουμε για σπουδές στο εξωτερικό. Όχι Λονδίνα και Σουηδίες… No way! Για Ιταλία σκέφτομαι εγώ ή εδώ κοντά στα Βαλκάνια, που ’ναι ξελιγωμένες οι γκόμενες. Και θα σπουδάσει, βέβαια, αλλά σ’ αυτή τη φάση η γκόμενα για το Μανολάκη είναι πιο emergency από τις σπουδές. Αν δε γαμήσει –και συγγνώμη που σ’ το λέω έτσι direct, αλλά κι εσύ άντρας είσαι και καταλαβαίνεις–, αν δε γαμήσει, πάει! Το ’χασα το παλικάρι, παππού. Forget it!». Στο σημείο αυτό η ψηλή ξανθιά έκανε μια απειροελάχιστη παύση για να καταπιεί το σάλιο που είχε μαζευτεί στο στόμα της από την ακατάσχετη λογοδιάρροια, κι εκεί –σ’ εκείνη τη χρονική χαραμάδα– βρήκε την ευκαιρία η κοντή ακαζού να βγάλει μ’ ένα γουργουριστό αναστεναγμό μια μικρή δυσαρέσκεια. Ενδιαφέρουσα η εμπειρία οπωσδήποτε, εκτιμητέες οι προσπάθειες της ξανθιάς να συνδεθεί με το αχανές κοιμητήριο των πνευμάτων, αλλά να κάθεται αυτή σύξυλη με τα χέρια κρεμ καραμελέ στον αέρα για 22


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ν’ ακούει τα γαμησιάτικα του Μανολάκη… αυτό πραγματικά ήτανε too much! Δεν είπε τίποτα, βέβαια, τίποτα δεν τόλμησε να πει, από ευγένεια φαντάζομαι, αλλά… να πω και από φόβο μην παρεξηγηθεί το πνεύμα; Μπορεί κι αυτό. Δε γνωρίζονταν κι από χθες… Μπορεί το πνεύμα να ζοχαδιαζότανε και να διέκοπτε τη συνδιάλεξη. Έμεινε, λοιπόν, η κοντή ακαζού πιστή στην αγαλματώδη στάση της και περίμενε τη σειρά της. Χαμπάρι, όμως, η ψηλή ξανθιά. Μόλις κατάπιε το σάλιο της, μισοάνοιξε τα δυο κανονικά της μάτια, ψαχούλεψε την τσάντα της, έβγαλε τσιγάρο, το άναψε, τράβηξε μια χορταστική ρουφηξιά, και μετά έπεσε με την άνεσή της στην ψυχοθεραπεία. «Εγώ τώρα, παππού… για να σου πω και τα εντελώς δικά μου, είμαι σε πολύ κακό mood. Το πλήρες αδιέξοδο. Dead line! Από τη μια το μαγαζί… Για φούντο πάει το μαγαζί, παππού. Κι ειλικρινά δεν ξέρω τι να κάνω. Απ’ όλα έβαλα. Και Armani, και Lanvin, και Valentino, και Versace… Μέχρι τζιν Levis έβαλα, που ξέρεις τώρα εσύ, παππού· εγώ τα Levis τα φορώ μόνο για να βγάζω προς κακά της τη Μινού. Μουτζούρωσα το image μου, καταλαβαίνεις; Και όμως τίποτα. Μπαίνουν οι γυναίκες, τα βλέπουν, ενθουσιάζονται, ρωτούν και την τιμή, κι ύστερα κάνουνε μεταβολή κι εξαφανίζονται. Κι αυτό είναι που με τρελαίνει: Αφού τους αρέσουνε, γιατί δεν αγοράζουνε;… Επιτέλους, δεν υπάρχουν πια fashion victims σ’ αυτή την πόλη; Και δε με σαπορτάρει και κανείς. Μόνη μου, all alone παλεύω… Και χωρίς κανένα απολύτως profit. Αχ!... »Και με τον Κώστα, όμως, τα πράγματα δεν πάνε καλύτερα, παππού. Αποχή! Yes, yes, αυτό ακριβώς που άκουσες και καλά το κατάλαβες. Λες κι έχουμε δώσει όρκο αγνότητας. Τέτοια decadence! Εμείς που εν πάση περιπτώσει, τα πρώτα χρόνια τουλάχιστον, μας φέρνανε το 100 οι γείτονες… “άντε, τελειώνετε καμιά φορά να κοιμηθούμε”. 23


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

Ήμασταν το talk of the town· δεν ξέρω αν το ’χε πάρει τ’ αυτί σου. Με σκόρδα κυκλοφορούσαμε για να μη μας ματιάσουν. Τώρα μη μας δεις, θα σε πιάσει η ψυχή σου… Πέφτουμε στο κρεβάτι, “καληνύχτα” αυτός, “καληνύχτα” εγώ, άντε και όνειρα γλυκά. Δεν είναι, όμως, γλυκά τα όνειρά μου, παππού. Μαρτύριο οι νύχτες μου. Μόλις με πάρει ο ύπνος, βγαίνουν απ’ όλες τις γωνιές παίδαροι με μυώδη υποσχετικά κορμιά και με προτεταμένους τους… τα όργανά τους τέλος πάντων, και με φιλούν παντού, και με χαϊδεύουν… Κι εκεί, στα όνειρά μου, είναι αληθινοί, παππού. Όλοι είμαστε αληθινοί. Κι αυτοί κι εγώ. Μόνο που αυτοί διαλύονται κάποια στιγμή, ενώ εγώ ξυπνώ μούσκεμα και στο απ’ έξω μου και στο από μέσα μου. Ένα δράμα έχει καταντήσει η ζωή μου… disaster, complete disaster… με χαπάκια ζω». Πάλι της βγήκε της κοντής ακαζού ένας αναστεναγμός δυσαρέσκειας –πιο έντονος και πιο ευδιάκριτος αυτή τη φορά–, όμως δεν πρόλαβε να του δώσει διάσταση, γιατί η ψηλή ξανθιά σταμάτησε απότομα να μιλά, έσβησε το τσιγάρο και ξέσπασε σε κλάματα. Ηχηρά και γοερότατα κλάματα. Η ακαζού φρενάρισε το θυμό που σίγουρα είχε αρχίσει να την κυριεύει, κι αποφάσισε να βγάλει μόνο την καλή πλευρά του εαυτού της. Ξέχασε σύμπαν και ενέργειες, έβαλε στην μπάντα το τρίτο μάτι, και σκύβοντας πάνω απ’ το τραπεζάκι ακούμπησε το μπράτσο της ξανθιάς φίλης της. «Έλα τώρα, μην τα θυμάσαι όλ’ αυτά, ηρέμησε. Κρίμα να στεναχωρείς και τον παππού». «Ναι, ναι… of course και είναι κρίμα… Sorry, παρασύρθηκα…» είπε η ξανθιά φυσώντας τη μύτη της σ’ ένα άψογα σιδερωμένο λινό μαντιλάκι. «…Forgive me κι εσύ, παππού, για το break… Παππού! Παππού, εδώ είσ’ ακόμα ή έφυγες;… Α! Εδώ είσαι… Fine, fine. Μισό λεπτό να 24


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

συνδεθώ καλά, γιατί σε χάνω… Right! Δύσκολη σήμερα η επαφή, παππού. Κι αργή. Δε σκέφτεστε να βάλετε κανένα Connex-talk να μιλάμε γρήγορα και με ασφάλεια;… Καλά, καλά, it was a joke!». Ήταν φανερό πως η ψηλή ξανθιά είχε χάσει ένα κάτι από το στιλ του εξειδικευμένου spirit rapper –η ταραχή από την ανάκληση του προσωπικού της δράματος την είχε λίγο αποδιοργανώσει–, όμως, διπλοσφάλιξε πάλι τα δυο της μάτια, έβαλε φουλ ενέργεια στο τρίτο, και ακούμπησε ξανά με ευλάβεια τα ακροδάχτυλά της πάνω στη λεπτεπίλεπτη Limoges. «Να… να τον ρωτήσουμε τώρα αυτό που θέλω;» είπε όσο πιο διακριτικά μπορούσε η κοντή ακαζού σπεύδοντας να προλάβει, υποθέτω, κάνα καινούργιο δραματικό ξέσπασμα της ψηλής ξανθιάς. «Ναι, ναι, βέβαια… of course» καθάρισε το λαιμό της η spirit rapper. «Παππού, να σου πω… listen. Η φίλη μου η Ελλάδα αποδώ… Πες “γεια” στον παππού, Ελλάδα!». «Γεια!... Γεια, παππού!» είπε η κοντή ακαζού μες στο δέος, που επιτέλους μπορούσε κι αυτή να μιλά με το πνεύμα. «Η φίλη μου η Ελλάδα, λοιπόν…» συνέχισε η ψηλή ξανθιά, «…βρήκε στη Νάξο ένα οικοπεδάκι μεγάλη ευκαιρία, παππού. Δυο στρέμματα πάνω στη θάλασσα…». «Άσε, Ολυμπία μου, να τα πω εγώ που τα ξέρω καλύτερα» πετάχτηκε με προπέτεια η ακαζού Ελλάδα σκύβοντας λίγο προς το φλιτζάνι, λες και το πνεύμα είχε εγκαταλείψει τις ουράνιες μονές κι είχε κατέβει να πιούνε καφέ παρεΐ­ τσα. Με όλο το πεδίο πλέον ελεύθερο ξαμολήθηκε στο δικό της λογύδριο η κοντή ακαζού Ελλάδα, με αποδέκτες το ατελεύτητο σύμπαν και τα άυλα αυτιά του πνεύματος. «Λοιπόν, παππού… Αυτό το οικόπεδο που σας είπε η 25


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

φίλη μου η Ολυμπία, το έχει ο κύριος Αστερίου· τώρα είναι μεγάλος στην ηλικία, παρεμπιπτόντως όμως ήταν ο πρώτος έρωτας της μαμάς μου – Ναξιώτισσα η μαμά. Πλατωνικός έρωτας βέβαια, μη φαντασθείτε τίποτα βρομιές και προστυχιές, στο γυμνάσιο ήσαντε κι οι δυο ακόμα. Αλλά ο μπαμπάς της μαμάς μου δεν τον ήθελε τον Κίμωνα για γαμπρό –Κίμωνας είναι ο κύριος Αστερίου– επειδή, λέει, δεν έπαιρνε τα γράμματα και σκόπευε να μείνει κοντά στον πατέρα του στο νησί, στις γεωργικές δουλειές. Πατάτες βγάζανε, ντομάτες, κρεμμύδια, τέτοια… Ο παππούς μου ούτε που να τ’ ακούσει. Αγρότης;… Αυτός ήθελε να κάνει γαμπρό γιατρό ή δικηγόρο. Τελικώς όμως… αχ!... τελικώς γύρισαν τούμπα τα πράγματα, παππού, και σήμερα ο αγρότης κολυμπάει στο χρήμα. Όλα του τα χωράφια γίνανε οικόπεδα. Ακόμα και τα χέρσα, αυτά που κατεβαίνουνε μέχρι τη θάλασσα. Και τώρα τώρα που μιλάμε, η μισή άχτιστη Νάξος δικιά του είναι. Χέζεται στο χρήμα ο κύριος Κίμωνας – και μπαρδόν για την έκφραση, αλλά… χέζεται! Ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα, διαμερίσματα… Δεν προλαβα��νει να εισπράττει νοίκια. Ευτυχώς ο παππούς μου πέθανε νωρίς, γιατί αν έβλεπε τον Κίμωνα να περνά το χειμώνα του στις Άλπεις και τα καλοκαίρια του στο Μαλιμπού σε ιδιόκτητη βίλα, θα το πάθαινε τώρα το έμφραγμα… »Εν πάση περιπτώσει την κόρη του, τη μαμά μου δηλαδή, επειδή δε βρέθηκε εύκαιρος ούτε γιατρός ούτε δικηγόρος, την έδωκε τελικώς σ’ έναν κρασέμπορο. Καλοστεκούμενος οικονομικώς ήταν ο μπαμπάς, και εθνικόφρων συν τοις άλλοις· εξ ου και το όνομά μου… Αυτός το επέλεξε, διότι ήθελε, λέει, να ’χει δικιά του και στην αγκαλιά του για πάντα μιαν Ελλάδα! Η μαμά εφρικίασε αρχικώς με την ιδέα, κι εξόν που του ’κοψε το σεξ για μια βδομάδα, αποφάσισε να με φωνάζει “ Έλλα”. Γρήγορα, όμως, το εγκατέλειψε, διότι κάθε φορά που φώναζε κάποιος “ Έλα”, έτρεχα 26


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

εγώ, και δε γινότανε δουλειά έτσι – καταλαβαίνετε… Τέλος πάντων, στην αρχή το κρασί το πωλούσε χύμα ο μπαμπάς, αργότερα έκανε κι εμφιαλώσεις –κτήμα Παπασταμάτη, αν έχετε ακουστά–, τίποτα δε μας έλειψε, αλλά όλη μας τη ζωή τη ζήσαμε μες στην κρασίλα, παππού. Πήγαινα στο σχολείο και μου κάναν αλκοτέστ· συνέχεια με νομίζανε λιάδα. “Η μεθυσμένη Ελλάδα!”. Έτσι με λέγανε. Αλησμόνητον τραύμα…». Στη θύμηση του αλησμόνητου τραύματος της ανεξίτηλης κρασίλας, η κοντή ακαζού Ελλάδα σήκωσε λίγο το κεφάλι, γυρόφερε μια δυο στιγμές σ’ ένα παρελθόν που καλύτερα να κάθεται στο παρελθόν, κι ύστερα είπε με βαθύ αναστεναγμό: «Αχ… Να ’χαμε και κανένα φραπεδάκι… Άφρισ’ η γλώσσα μου». Η ψηλή, ξανθιά και spirit rapper Ολυμπία ούτε καν καταδέχτηκε να της απαντήσει. Έχοντας καταφέρει μια γερή σύνδεση με το υπερπέραν, αρκέστηκε σ’ ένα μουγκρητό αποδοκιμασίας, κι έτσι η κοντή Ελλάδα συνέχισε: «Τέλος πάντων, παππού, με τούτα και μ’ εκείνα περάσανε τα χρόνια, κάποια στιγμή παντρεύτηκα κι εγώ, αλλά δεν έμεινα πολύ, τον χώρισα γρήγορα. Τσιγκούνης, παππού… Ούτε τ’ αγγέλου του! Υπέφερα. Κι εγώ κι οι υπάλληλοί του. Τουριστικό γραφείο είχε· μεγάλο, έξι άτομα απασχολούσε, κι όλοι τού δουλεύανε για πενταροδεκάρες. Ερχόντουσταν σ’ εμένα τα καημένα τα παιδιά… “Πέστε του εσείς, κυρία Ελλάδα, που είστε τόσο γενναιόδωρη με όλους· πέστε του να μας δώσει καμιά αύξηση” μου λέγανε. Αύξηση;… Πού να δώσει αύξηση ο σπαγκοραμμένος; Αυτός ούτε μείωση δεν έδινε, για να μη δώσει κάτι. Τρία χρόνια τον άντεξα και μετά… ξου! Και δεν ξαναπαντρεύτηκα. Ελεύθερη η Ελλάδα! Είχα βέβαια μερικούς γκόμενους –μη νομίζετε πως ήμουνα και τελείως άπαρτη–, 27


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

αλλά κι αυτοί να μ’ εκμεταλλευτούνε θέλανε. Ο νους τους ολωνώνε στο κεχρί και στη ρεμούλα… Τέλος πάντων, στο μεταξύ πέθανε και ο μπαμπάς μου ο κρασάς και αφενός ξεμυρίσαμε, αφετέρου μας άφησε τις εμφιαλώσεις, να ’ναι καλά. Στο φινάλε μείναμε οι δυο μας με τη μαμά, και τώρα στα σαράντα οκτώ μου –το ξέρω ότι δε μου φαίνεται, αλλά περπατάω στα σαράντα οκτώ– ε… τώρα πια συνήθισα μόνη μου κι έτσι θα πάω, εξόν κι αν βρεθεί…». «Μα δε χρειάζονται τόσες λεπτομέρειες, dear…» τη διέκοψε πάντα σε επαφή με το άπειρο η ξανθιά Ολυμπία. «Συγγνώμη, δεν το ’ξερα…» καβουρντίστηκε λίγο η ακαζού Ελλάδα, «όμως… δεν πρέπει να δώσω κάποια προσωπικά δεδομένα; Να μην ξέρει το πνεύμα με ποια Ελλάδα μιλά;». «Οκέι, οκέι, ενημερώθηκε επαρκώς. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν πολλές Ελλάδες… Εσύ και η μεγάλη Ελλάδα είσαστε… Άντε, έλα στο θέμα τώρα!» έβγαλε μια ενόχληση η ξανθιά Ολυμπία, ξεχνώντας ασφαλώς την πριν δέκα λεπτά ψυχική της αποδόμηση και το σπαραξικάρδιο κλάμα για τον «καληνυχτάκια» σύζυγο Κώστα. Η κοντή ακαζού είχε κάθε λόγο να τσαντιστεί για την αγένεια και τον εγωισμό της φίλης της, όμως προς το παρόν δεν την έπαιρνε, γι’ αυτό σκύβοντας πάλι προς το φλιτζάνι, έκανε μια προσπάθεια να φτάσει στο θέμα. «Εν πάση περιπτώσει, παππού, για να μη σας κουράζω, είστε και μεγάλος άνθρωπος, για μας σας τα ’πα, τα ξέρετε όλα. Ο Κίμωνας όμως –γι’ αυτόν δε σας είπα– ο Κίμωνας δεν παντρεύτηκε ποτέ. Γιατί ποτέ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον έρωτά του για τη μαμά. Καημός μεγάλος! Μέχρι που ένα του ξενοδοχείο το λέει “Ερατώ”. Ερατώ είναι η μαμά. Τώρα, λοιπόν, ο κύριος Κίμωνας πουλάει αυτό το οικοπεδάκι, τα δυο στρέμματα που σας λέγαμε πιο πριν, σε πολύ καλή τιμή. Όχι σε όλους! Μόνο σε μένα το δίνει 28


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

έτσι φτηνά, γιατί στο πρόσωπό μου, λέει, βλέπει το αιώνιο πάθος του, την Ερατώ». «Στο θέμα!...» επιχείρησε να την επαναφέρει στην τάξη η ξανθιά Ολυμπία κλείνοντας το τρίτο μάτι κι ανοίγοντας τέντα τα άλλα δυο. «Μα στο θέμα είμαι» καβουρντίστηκε πάλι η κοντή ακαζού. «Όχι, δεν είσαι στο θέμα· άρες μάρες κουκουνάρες λες. Άντε, πέσ’ τα γρήγορα, γιατί θα τη χάσω την επαφή. Δεν μπορούμε ν’ απασχολούμε τον παππού μέχρι τα μεσάνυχτα… Θα βαρεθεί και θα φύγει». Αυτό δεν έπρεπε να το διακινδυνεύσει η κοντή Ελλάδα. Να χάσει το πνεύμα; Και μετά πού θα ’βρισκε άλλο πνεύμα;… Πήρε δυο τρεις γρήγορες ανάσες και ξανάρχισε να μιλά για να φτάσει επιτέλους στο θέμα. «Λοιπόν, παππού, για να ανακεφαλαιώσουμε. Η τιμή, όπως σας είπα, είναι καλή και το οικόπεδο καλό. Βέβαια όχι ακριβώς πάνω στη θάλασσα, που σας είπε η Ολυμπία… Έχει ένα λοφίσκο μπροστά· δηλαδή, για να σας δώσω την επακριβή του θέση, μέσα σε γούβα είναι, αλλά όσο να πεις πάνω στη θάλασσα το λες, διότι λίγο να κάνεις έτσι πίσω απ’ το λόφο, να τη! τη θάλασσα. Το πρόβλημα είναι –και επ’ αυτού θέλω τη γνώμη σας–, ότι σε γεωτρήσεις που έχουν γίνει στην περιοχή, δε βρέθηκε πουθενά νερό. Αυτό, λοιπόν, θέλω να μου πείτε εσείς, που τέλος πάντων τα βλέπετε και από πιο ψηλά. Υπάρχει νερό; Θα βρεθεί κάποτε; Μην κάνω την επένδυση και κορακιάσουμε. Τα λεφτά τα ’χω, στην τράπεζα κάθονται… αλλά κι αυτή η πολύ καλή τιμή, για να σας είμαι ειλικρινής, μ’ έχει βάλει σε υποψία. Μ’ επηρέασε βέβαια και η μαμά. Αυτή περισσότερο. Να είμαι επιφυλακτική! Έτσι μου είπε. Διότι το οικόπεδο μπορεί να είναι σκάρτο. Και διότι ο κύριος Κίμωνας μπορεί να θέλει να το αγοράσω ειδικά εγώ, για 29


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

να εκδικηθεί τη μαμά που τον έφτυσε τότε παλιά για να πάρει τον κρασά. Γιατί –δε σας το ’πα– αυτοί οι δυο λογαριάζανε να κλεφτούνε. Βέβαια… Αλλά μπήκε στη μέση ο μπαμπάς της μαμάς…». «Τα χάπια μου!...» έβγαλε ψιλή φωνή η ψηλή Ολυμπία και παρ’ ολίγο να φύγει και το τραπεζάκι μαζί με τη φωνή. «Κάνε επιτέλους, ρε παιδί μου, την ερώτηση να τελειώνουμε, που μου ’χεις κάνει τα νεύρα πλεξούδες…». «Ε… δεν την κατάλαβε ο παππούς;» καβουρντίστηκε για τρίτη φορά η κοντή Ελλάδα. «Η ερώτηση είναι: Να το πάρω το οικόπεδο ή να μην το πάρω;… Θα απαντήσει τώρα;». «Of course και θ’ απαντήσει» είπε η ξανθιά Ολυμπία απόλυτα ήρεμη ξαφνικά. «Τώρα… τώρα θα δεις που θ’ αρχίσει να κουνιέται το φλιτζάνι και θα σχηματίζει λέξεις. Όλη η ενέργειά μας στο φλιτζάνι! Συγκέντρωση στο τρίτο μάτι, κεφάλι αδειανό απ’ τα παράσιτα της σκέψης, και positive energy. Μόνο positive energy». Για ν’ αδειάσουν τα κεφάλια τους δε νομίζω να κουράστηκαν ιδιαιτέρως –γιατί δεν είχαν και τίποτα μέσα–, γι’ αυτό το «πόζιτιβ» όμως, κουράστηκαν. Στην τσίτα και οι δυο σφίγγονταν και ξανασφίγγονταν μέσα στην άκρατη σιγή, για ν’ ακούσουν χειροπιαστά πλέον τη φωνή του πνεύματος, οι σφυγμοί της ακαζού Ελλάδας θα πρέπει να ’χανε χτυπήσει ολυμπιακό ρεκόρ, όταν –ναι!– επιτέλους το φλιτζανάκι άρχισε να κινείται αργά αργά από το κέντρο προς τον κύκλο που βρισκόντουσαν τα γράμματα. Πρώτα πήγε στο Γ, μετά λίγο παραπέρα στο Ι, μετά επισκέφτηκε το Ε, και ύστερα πετάχτηκε απέναντι στο Σ. Κι εκεί σταμάτησε. Η ψηλή ξανθιά Ολυμπία και η κοντή ακαζού Ελλάδα περίμεναν με αγωνία τη συνέχεια της κούρσας, φουλάρανε τη μηχανή με μπόλικο «πόζιτιβ», όμως, το φλιτζανάκι είχε μουλαρώσει. Ούτε βήμα! 30


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

«Αυτό ήταν;» ρώτησε με φωνή μες στην απογοήτευση η ακαζού Ελλάδα. «Μάλλον…» απάντησε με τα φτερά πεσμένα η ξανθιά Ολυμπία. «Μου κάνει εντύπωση όμως. Μια λέξη μόνο;… Strange, very strange! Άλλες φορές έγραφε ολόκληρο σύγγραμμα ο παππούς». «Και τι μας είπε;» ξαναρώτησε με μισό στόμα η ακαζού Ελλάδα μην μπορώντας, υποθέτω, να χωνέψει πως τράβηξε τόση ταλαιπωρία για μια μόνο λέξη. «Γιες! Μας είπε “γιες”» ξανααπάντησε η ξανθιά Ολυμπία κι άναψε το φως. «Γιες…» ψιθύρισε η ακαζού Ελλάδα. «Δηλαδή… ναι! Δηλαδή… έχει νερό; Να το πάρω το οικόπεδο; Είναι καλό; Δε θα με βάλει στο χέρι ο κύριος Κίμωνας;… Αυτό εννοούσε ο παππούς;». «Of course και εννοούσε αυτό!» είπε γρήγορα η ξανθιά Ολυμπία για να καλύψει μιαν αμηχανία, που όμως εγώ την είδα ξεκάθαρη και διάχυτη στο πρόσωπό της. «Αυτό δε ρώτησες, παιδί μου; “Να το πάρω ή να μην το πάρω;” δε ρώτησες;… Ε, σου είπε “γιες”, να το πάρεις. Και βέβαια θα ’σαι βλάκας να μην τον ακούσεις, διότι ο παππούς δεν κάνει ποτέ λάθος. Never! Πάμε τώρα;». Ξαφνικά την έπιασε μια νευρικότητα και μια πρεμούρα την ψηλή, ξανθιά Ολυμπία. Σαν να τη στένευαν τα παπούτσια, σαν να της είχε έρθει κόψιμο… Προσωπικά την καταλάβαινα. Δεν είναι και μικρό πράγμα να σου καταρρακώνεται η εικόνα, χώρια που η κοντή Ελλάδα σίγουρα θα ’βγαζε βρόμα στην υπόλοιπη Ελλάδα, με αποτέλεσμα να κινδυνεύσουν σοβαρά η αξιοπιστία και η φερεγγυότητά της ως spirit rapper. Εύκολα τα διάβασα αυτά, ακόμα και στις κινήσεις της. Μάζεψε μάνι μάνι τα γράμματα, έκλεισε το τραπεζάκι, ίσα που πρόλαβε η κοντή Ελλάδα τη Limoges στον αέρα, και μαζί –η μια πίσω απ’ την άλλη και 31


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

με κατσουφιασμένα μούτρα– τράβηξαν κατά την πό��τα. Ένα μέτρο πριν την πετούγια, έπαθε μια έκλαμψη η κοντή, ακαζού Ελλάδα. «Δε μου λες, Ολυμπία μου… ο παππούς σου ήταν Άγγλος;». «Άγγλος;» ξέσπασε σε αναπάντεχα γέλια η ξανθιά Ολυμπία. «Σιγά μην ήτανε και λόρδος. Ψαράς απ’ τον Κραβασαρά ήτανε». «Απ’ τον Κραβασαρά;…» μονολόγησε η ακαζού Ελλάδα και οπισθοχώρησε. «Μήπως, όμως, ήταν Άγγλος Κραβασαριώτης;». «Τώρα, darling, πλάκα μου κάνεις; Από τους κατσαπλιάδες κράταγε η σκούφια του». «Από τους κατσαπλιάδες;… Και τότε πώς μας μίλησε αγγλικά;». Η ξανθιά Ολυμπία κοκάλωσε τώρα χωρίς αυτοσυγκέντρωση και χωρίς «πόζιτιβ». Ήταν φανερό πως μες στην ταραχή και στη βιασύνη της, δεν την είχε απασχολήσει καθόλου αυτή η λεπτομέρεια. Πώς μίλησε αγγλικά ο παππούς; Πώς ένας Έλληνας Κραβασαριώτης, απόγονος ένδοξων κατσαπλιάδων, μίλησε σήμερα αγγλικά; Πώς έγινε και του βγήκε αυτό το «γιες»; «Μήπως μπερδεύτηκαν τα σύρματα;» έπαθε δεύτερη έκλαμψη η κοντή Ελλάδα. «Μήπως δεν ήταν ο παππούς σου αυτός που ήρθε;». «Λες;…» είπε με προβληματισμένο ύφος η ψηλή Ολυμπία. «Και τότε ποιος ήταν αυτός;». «Άλλος!» πήρε πιο γρήγορες στροφές η κοντή Ελλάδα. «Εσύ δεν είπες ότι ο παππούς ήταν μακριά και πήγανε να τον φωνάξουνε; Ε, τελικά δε φωνάξανε το δικό σου τον παππού· φώναξαν άλλονα». «Λες;…» ξαναείπε πιο προβληματισμένη η ψηλή Ολυμπία. 32


12 ΚΑΙ 5 ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

«Αυτό είναι! Αυτό τα εξηγεί όλα!» θριαμβολόγησε ψηλώνοντας έναν πόντο η κοντή Ελλάδα. «Είπες όνομα; Είπες “καλώ το πνεύμα του παππού Νικολάου;”». «Περικλέους!» τη διόρθωσε η ψηλή Ολυμπία. «Εκεί θα κολλήσουμε;… Το ’πες, παιδί μου; Δεν το ’πες! Είπες μόνο “καλώ το πνεύμα του παππού”. Ξέρεις πόσοι παππούδες είναι κει πάνω στο υπέρτερο; Τρισεκατομμύρια. Κι αφού δεν είπες όνομα, πού θες να ξέρουν για ποιόνα ήταν η συνδιάλεξη; Αυτός που πήγε να ειδοποιήσει, θα βρήκε κάνα παππού ξέμπαρκο, θα του ’πε “έλα να βοηθήσεις γιατί πνιγόμαστε”, κι έτσι μας κουβαλήθηκε ο Άγγλος». «Λες;…» είπε για τρίτη φορά και εντελώς χαμένη η ψηλή Ολυμπία. «Πάθαμε τέτοιο χουνέρι;». «Το πάθαμε! Δυστυχώς το πάθαμε…» άρχισε να συγχύζεται για τα καλά η κοντή, ακαζού Ελλάδα. «Μα τόση απροσεξία, βρε παιδί μου; Καλώ το πνεύμα του παππού και καλώ το πνεύμα του παππού… Όλα στα κουτουρού! Γι’ αυτό πάμε κατά διαόλου. Ζήτα του τα στοιχεία του, δες πρώτα ποιος είναι… Να μιλάμε τόση ώρα και να μην ξέρουμε με ποιόνα μιλάμε. Τέτοια επιπολαιότητα· και να μ’ έχεις και δυο ώρες με τα χέρια στον αέρα σαν πιγκουίνο…». Η ψηλή, ξανθιά Ολυμπία είχε καταπιεί τη γλώσσα της. Στεκόταν μαραμένη με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο, το βαλιτσάκι στο χέρι, την ουρά στα σκέλια… Ένα χάλι! Ως και το βαρύτιμο μπριγιάν στα λεπτά της δάχτυλα είχε θαμπώσει. «Τι με κοιτάς;» της επιτέθηκε πάλι η κοντή Ελλάδα. «Δίκιο δεν έχω;». Κάτι πήγε να δικαιολογηθεί η ψηλή Ολυμπία, όμως ξαφνικά ούρλιαξε σαν να την μπουγελώσανε με παγωμένο νερό. «Αααα!... Κι εγώ δηλαδή μιλούσα τόση ώρα σ’ έναν 33


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

άγνωστο; Και κάθισα και του είπα τα οικογενειακά μου; Κάθισα και του είπα πως ο άντρας μου δε με πηδά;… Θα με σκοτώσει ο Κώστας αν το μάθει». «Μωρ’ χέστηκα τι θα σου κάνει ο Κώστας» φώναξε εντελώς εν εξάλλω η κοντή Ελλάδα. «Εγώ που του ’πα την πραγματική μου ηλικία; Σε όλους λέω τριάντα εννιά, κι αυτουνού του ’πα την αλήθεια. Ήταν ανάγκη να πω σ’ ένα πνεύμα ότι είμαι σαράντα οκτώ; Ληξίαρχος ήτανε ή μπάτσος; Τριάντα έπρεπε να του πω. Τριάντα!». Η κοντή ακαζού έβαλε πρόχειρα την ελαφριά κασμίρ ζακέτα της μουρμουρίζοντας «πάλι ξεφτιλίστηκε η Ελλάδα», κι άνοιξε την πόρτα. Η ψηλή ξανθιά δεν έβαλε τα μεγάλα σκούρα γυαλιά της, γιατί είχε νυχτώσει. Έξω η ζωή συνέχιζε να κυλά ανενόχλητη από υπέργεια πνεύματα. Μόνο το πνεύμα της αντιλογίας, το πνεύμα της ασυνεννοησίας και το πνεύμα του ανταγωνισμού αλήτευαν σ’ έναν κόσμο που κατρακυλούσε με φόρα στην παραφροσύνη. Οι δυο επιστήθιες φίλες με τον αέρα του «πόζιτιβ» θα μπερδεύτηκαν μέσα στο τράφικ των ζωντανών αυτή τη φορά, και χάθηκαν. Εκνευριστικά ανυποψίαστες, εγκληματικά αφελείς και αποκαρδιωτικά τυφλές, παρά τα τρία μάτια που πίστευαν ότι διέθεταν. Μια σύγχρονη Ελλάδα και μια επίσης σύγχρονη Ολυμπία. Που προσπάθησαν να «κοντακτάρουν» με το πνεύμα του προγόνου Περικλέους, αλλά δεν τα κατάφεραν. Γιατί μέσα στην απροσμέτρητη ανοησία τους μπέρδεψαν τα καλώδια της επαφής.

34


Θυμάμαι.

Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε, αλλά έχω μνήμη. Θυμάμαι το μέρος που γεννήθηκα. Τεράστιο κτήριο, επιβλητικό και θορυβώδες. Κτήριο γεμάτο ανθρώπους. Άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν με ρόμπες και με μάσκες, που φώναζαν και χειρονομούσαν σαν ρομπότ… Σαν προγραμματισμένοι. Ούτε μισό δράμι χαράς για ένα νέο άτομο που ξέφευγε απ’ το πεδίο της ανυπαρξίας, για να περάσει στη διαδικασία της ζωής. Θυμάμαι και τη σατέν στολή, που μου ’βαλαν κάποια γαντοφορεμένα χέρια λίγο μετά που γεννήθηκα. Ροζ σατέν. Στιλπνό. Ένα αφράτο, μυρωδάτο μωρό τυλιγμένο σε ροζ, στιλπνό σατέν. Μαμά δε γνώρισα. Ποτέ δεν έμαθα τι έγινε με τη μαμά μου. Πέθανε πάνω στη γέννα; Μ’ εγκατέλειψε; Ή μήπως δεν υπήρξε ποτέ μαμά; Ο μπαμπάς μου ήταν πλούσιος. Πλούσιος, και αδιάφορος, και με πολλά παιδιά. Γιατί γεννούσε τόσα 35


ΓΩΓΩ ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ

ΓΩΓΩ πολλά παιδιά αφού δεν είχε καμιά διάθεση να τα ΑΤΖΟΛΕΤΑΚΗ κρατήσει και να τα φροντίσει; Άνθρωποι… Πολλά κορμιά, πολλές ψυχές, πολύς Δεν Άνθρωποι πρόλαβαπολλοί… να γνωρίσω καλά τ’ αδερφάκια μου.πόνος, δάκρυα, γέλια, όνειρα, αγκαλιές, φιλιά, ιδρώτας κι αγωνία.

Μόλις που είχαμε αρχίσει να μαθαίνουμε τη συ-

Κάθε οντότητα είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Κόσμοι πουμου. σμίγουν, αγαπιούντροφικότητα, μας έδωσε ο μπαμπάς Ήρθε νται, βρίζονται, πληγώνονται, χωρίζουν… για ν’ ανταμωθούν με άλλους κόμια μέρα ένας κύριος με μεγάλο αμάξι, μας έβαλε σμους και να επαναληφθούν οι ιστορίες, με μικρές ή μεγάλες παραλλαγές.

φύρδην μίγδην μέσα, και… τέρμα! Έβλεπα το με-

Στο φόντο, η σύγχρονη εποχή. Ο σημερινός «απολίτιστος» πολιτισμός μας. γάλο κτήριο που γεννήθηκα ν’ απομακρύνεται και Και στο κέντρο της σκηνής, άνθρωποι που έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους… τον πατέρα μου αχνό στο βάθος… Ούτε συγκίνηση

ούτε δάκρυα αποχωρισμού. Απλά μας έδωσε.

Η απέραντη μοναξιά που φωλιάζει μες στο γάμο και οι συχνά «ανίεροι» συμβιβασμοί μεταξύ των συζύγων, ζευγάρια που φρεσκάρουν τη σχέση τους σε σεξουαλικά τετράγωνα εξάγωνα, έθιμα που αναβιώνουν διατηρώντας Ο κύριος πουκαι μας πήρε, τα μας έδωσε με τη σειρά του μόνο τοκι κάλπικο περιτύλιγμά τους, το εμπόριο οργάνων για την επιβίωση, αυτός σε άλλους. Για την ακρίβεια, μας πούλησε. αλλοδαπές γυναίκες που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης για μερικά λεΕμένα και τ’ αδερφάκια μου. Και φυσικά μας χώριπτά ηδονής, μητέρες που εξωθούν τα κορίτσια τους στην πορνεία, αναρίθμησε. Χωρίς συναισθηματισμούς. Τότε στενοχωρήθητες καθημερινές προδοσίες στο όνομα του Ιούδα, η ανθρώπινη ανοησία που κα. Θα ’θελατηςναγήινης ’χα κι εγώ κάποιον δικό στον με ασφυκτιά στα σύνορα σφαίρας και επιχειρεί να μου επικοινωνήσει το υπερπέραν, διαστροφές κάθε είδους που βρίσκουν φιλόξενη εκτόνωση στο κόσμο. Να ’χω έναν φίλο. Έστω και αδερφό. διαδίκτυο, βρομόπαιδα της καλής κοινωνίας που παρανομούν για την πλάκα τους… ένας διανοητής, που πιο πολύ απ’ το Θάνατο φοβήθηκε τον Έρωτα… κι Δεν τον ξανάδα τον πατέρα μου. άλλοι… κι άλλοι πολλοί…

Ούτε από τύχη δεν ανταμωθήκαμε.

Άνθρωποι που κινούνται ανάμεσά μας, που κρύβουν στο ημίφως τα αμαρτωΜες στο μυαλό μου έχω κρατήσει την εικόνα του, λά και ακατονόμαστά τους… και ένας αθέατος, μυστηριώδης παρατηρητής, έτσι όπως τονθυμώνει, είδα για τελευταία φορά, αχνό στο που συμπάσχει, αγωνιά, αηδιάζει… και που τελικά πέφτει κι ο ίδιος θύμα αυτού του ξέφρενου καλπασμού προς το Τίποτα! βάθος του δρόμου. Μια εικόνα που κιτρινίζει με

τον καιρό, μια αποτύπωση που σκορπά σαν νέφος

Δώδεκα και πέντε αμαρτωλές ιστορίες! υγροποιημένης ανάσας πάνω σε τζάμι. Δεκαεπτά ιστορίες αμαρτίας και εκτροχιασμού. Στο 12 και 5 του πολιτισμού μας. Καμιά φορά σκέφτομαι αν θα ’θελα Αυτού του πολιτισμού, που προσποιείται με διάπυρες κορόνεςνα την τον ακμή,ξαναδώ. ενώ ήδη βιώνει την απόλυτη παρακμή και την ολοκληρωτική ισοπέδωσηπου κάθε ευθύνεται διαχρονικής αξίας! Τον γεννήτορά μου. Αυτόν για τον

ερχομό μου στη ζωή. Μάλλον δε θα ’θελα. Τι να τον κάνω; Τόσα πολλά παιδιά…

12 και 5 αμαρτωλές ιστορίες

36

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ


12 και 5 αμαρτωλές ιστορίες | Γωγώ Ατζολετάκη | Εκδόσεις Ιωλκός