__MAIN_TEXT__
feature-image

Page 1


ΕΤΗΣΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ

Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής Γράφουν Νίκος Τριμικλινιώτης Κωνσταντίνος Στυλιανού Παναγιώτα Άρνου Αντρέας Παναγιώτου Άντης Ζήσιμος Κώστας Ελευθερίου Χρύσανθος Τάσσης Νίκος Μούδουρος

Εκδοτική Επιμέλεια

Ινστιτούτο Ερευνών ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

2018


Επιμέλεια: Ινστιτούτο Ερευνών Προμηθέας Σχεδιασμός: Ινστιτούτο Ερευνών Προμηθέας Εκτύπωση: Print XPress Έκδοση Ινστιτούτου Ερευνών Προμηθέας ISSN 2421-7700

© Copyright Εκδόσεις Ινστιτούτου Ερευνών ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ 2018


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Νίκος Τριμικλινιώτης,

(Διευθυντής Κέντρου για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα στην Κύπρο, Δικηγόρος και Καθηγητής, Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας)

Η Εποχή της Φρίκης: Ένας παγκόσμιος απολογισμός της πενταετίας ..................7 Κωνσταντίνος Στυλιανού,

(Υποψήφιος Διδάκτορας Πολιτικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Κύπρου)

Η οικονομική κρίση και η κρίση της πολιτικής ..............................................................23 Παναγιώτα Άρνου,

(Διδάκτορας Πολιτικών Επιστημών)

Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης ..................................................................37 Αντρέας Παναγιώτου,

(Επιστημονικός Συνεργάτης του Ινστιτούτου Επικοινωνιακών και Κοινωνικών Ερευνών (ΙΕΚΕ) του Πανεπιστημίου Frederick)

Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές ................................................................................57 Άντης Ζήσιμος,

(Διδάκτορας Χημείας, Μέλος Επιστημονικού Συμβουλίου Ινστ. Ερευνών ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ)

Οι πιέσεις για ένταξη του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος στη διαδικασία παραγωγής κέρδους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης .................89 Κώστας Ελευθερίου,

(Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία ............ 105


Χρύσανθος Τάσσης,

(Λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης)

Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας .............................. 131 Νίκος Μούδουρος,

(Ειδικός Επιστήμονας, Τμήμα Τουρκικών Σπουδών Πανεπιστημίου Κύπρου, Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Ινστ. Ερευνών ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ)

Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό» ................................................................... 153

Σημ.: Το περιεχόμενο των κειμένων της παρούσας έκδοσης αποτελεί προσωπική άποψη έκαστου συγγραφέα και δεν δεσμεύει καθ’ οιονδήποτε τρόπο το Ινστιτούτο.


Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής, Τεύχος 4, σσ. 7-22, 2018

Νίκος Τριμικλινιώτης1

Η Εποχή της Φρίκης:

Ένας παγκόσμιος απολογισμός της πενταετίας

Βιώσαμε μια πενταετία καταβαράθρωσης και κένωσης της δημοκρατίας και όξυνσης των ανισοτήτων ενός κόσμου που κλυδωνίζεται από αντιφάσεις. Ζήσαμε σοβαρές παλινδρομήσεις στο πρόταγμα για μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία παγκοσμίως, περιφερειακά και στη Κύπρο. Το 2017 πρέπει να ήταν από τις χειρότερες χρονιές μιας πενταετίας μείζονων υποχωρήσεων στα δημοκρατικά και κοινωνικά κεκτημένα. Ένας πολιτικός απολογισμός της περασμένης πενταετίας αποκαλύπτει ότι η χείριστη στιγμή της νοσηρής εποχή μπορεί να αποδειχτεί τελικά η εκλογή του Τραμπ.

1 Ο Νίκος Τριμικλινιώτης διευθύνει το κέντρο για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα στην Κύπρο, Δικηγόρος και Καθηγητής, Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. 7


Η Εποχή της Φρίκης: Ένας παγκόσμιος απολογισμός της πενταετίας

Ο κόσμος πέραν του μικρόκοσμου μας Πρώτη πράξη ανάληψης εξουσίας του Τραμπ ήταν η κατάργηση των αδειών παραμονής σε πολίτες από Μουσουλμανικές χώρες. Ευτυχώς του κόπηκε κάπως η φόρα από το δικαστήριο. τελευταία πράξη για το 2017 ήταν η προκλητική αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του κράτους-απαρτχάιντ του Ισραήλ, ενώ στη Γ.Σ. του ΟΗΕ απείλησε διακοπή της οικονομικής βοήθειας σ’ όσους υπερψηφίσουν το καταδικαστικό για τις ΗΠΑ ψήφισμα. Στο μεταξύ έχει προκαλέσει χάος στο κόσμο κι αυτό πέραν από τις εξωφρενικές δηλώσεις που διαπνέονται από τον πιο πρωτόγονο ρατσισμό, σεξισμό και σοβινισμό: Κόντρα στην επιστήμη, αρνείται ότι υπάρχει κλιματολογική αλλαγή για να παραβιάσει τη συνθήκη για έλεγχο των ρύπων, φεύγει από την ΟΥΝΕΣΚΟ, τον Παγκόσμιο Οργανισμό για το Εμπόριο, απειλεί να φύγει απόν ΟΗΕ, ενώ απειλεί ακόμα να χρησιμοποιήσει πυρηνικά σε μια άνευ προηγουμένου κόντρα με τον δικτάτορα της Πιονγιάνγκ. Ο κίνδυνος πυρηνικού ολέθρου δεν είναι μακριά. Ο Τραμπ ουσιαστικά εγκαταλείπει τον ηγεμονικό ρόλο, όπου η ηγεμονική δύναμη ως αρχηγός λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα της ολότητας της ηγεμονίας. Η μονομέρεια, το και απόπειρα να επιβάλει τις απόψεις του, η ανακόλουθη, εκρηκτική κι ανώριμη ρητορική του, η απειλητική και εκβιαστική διάθεση του, το γεγονός ότι θέτει συνεχώς ζήτημα ότι δεν θα πληρώσει προκαλεί αμηχανία, δυσφορία και προβλήματα με τους Νατοϊκούς και άλλους συμμάχους του. Χαρακτηριστική η εφημερίδας New York Times, «Ο Τραμπ, ο στασιαστής που σπάει τα 70 χρόνια της Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής» με τον εξής υπότιτλο: «Ο Πρόεδρος Τραμπ έχει μετατρέψει την άποψη του κόσμου για τις Ηνωμένες Πολιτείες από μια άγκυρα της διεθνούς τάξης σε κάτι πιο εσωστρεφές και απρόβλεπτο».2 Αν συνδυαστεί με την άνοδο των «νέων» δυνάμεων του Νότου και της Ανατολής, η Ιαπωνία και οι BRICS (Κίνα, Ινδία, Ρωσία, Βραζιλία, Ν. Αφρική) δείχνει ότι στη νέα πραγματικότητα όπου η μονοκρατορία ρευστοποιείται και αναδύεται επώδυνα αλλά με οξύτατες αντιφάσεις ένας ρευστός και πολυπολικός κόσμος που δημιουργεί νέα γεωπολιτικά δεδομένα. Η πενταετία καταγράφει μια βαθύτατη, μια συστημική κρίση με όξυνση των αντιφάσεων στην περιοχή μας, δηλαδή Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή,

2 Mark Landler (2017) «Trump, the Insurgent, Breaks With 70 Years of American Foreign Policy», New York Times, 28.12.2017. 8


Νίκος Τριμικλινιώτης στην Μεσόγεια και τη Τουρκία, παρά την ήττα του φονταμελιστικού ISIS στη Συρία, η Μέση Ανατολή φλέγεται. Την «Αραβική άνοιξη» ακολούθησε μια επαναφορά καθεστώτων τρόμου, φονταμενταλισμοί, αυταρχικές ιδεολογίες και στρατιωτικοί σχηματισμοί. Ευνοήθηκαν διάφοροι δικτατορίσκοι, ενώ έχουμε έξαρση από καταπιεστικά καθεστώτα στο κόσμο. Ορισμένοι από αυτούς κέρδισαν και διαφόρων ποιοτήτων εκλογικές αναμετρήσεις: Πούτιν, Ερτογάν, Σίσσι, Νετανιάχου ή Μόντι στην Ινδία. Λιγότεροι δυστυχώς ήταν αυτοί που είδαν την κυριαρχία τους να καταρρέει. Τρομοκρατία, αποικιακές αναλώσιμες ζωές

παρακαταθήκες

του

παρόντος

και

Πριν από τις επιθέσεις 11/09/2001 ελάχιστες περιπτώσεις είχαμε επιθέσεων στη Δύση ή τον «Παγκόσμιο Βορρά». Η αίσθηση ασφάλειας στις εστίες του αναπτυγμένου Βορρά δημιουργούσε μια περιοχή όπου φαινόταν να εξαιρείται από τους κινδύνους στο πλανήτη. Η κατάσταση οξύνεται την πενταετία που πέρασε: επιθέσεις στη Γαλλία,3 Βέλγιο, Γερμανία, Βρετανία, Τουρκία και ΗΠΑ με εκατοντάδες νεκορούς. Παλαιότερα, θεωρείτο δεδομένο ότι αυτά ασφαλώς συμβαίναν και συμβαίνουν μόνο αλλού, δηλαδή εκτός της Ευρώπης και Αμερικής. Έχουν αναπτυχθεί και οι ανάλογες «εξηγήσεις»: Οι άλλοι, εκεί όπου βρίσκονται, γνωρίζουν ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να τελειώσει η ζωή τους, είναι μαθημένοι ότι η ζωής τους αξίζει λιγότερο. Εμείς όμως όχι: Είναι αδιανόητο αυτό σε μας, δεν είναι ο δικός μας τρόπος ζωής, ο δικός μας πολιτισμός. Οι δικές μας ζωές είναι μοναδικές, πολύτιμες. Εκεί στον υπόλοιπο κόσμο της Ανατολής και του Νότου (Μέση Ανατολή, Αφρική, Ασία και Νότια Αμερική) οι ζωές αναλώσιμες.

3 Στα μέσα της δεκαετίας 1990 η Γαλλία αναστατώνεται από την δράση στο έδαφος της Ένοπλης Ισλαμικής Ομάδας (GIA) που συμμετέχει στον εμφύλιο στην Αλγερία, όπου εμφανίζεται ισλαμικός φονταμενταλισμός σε ευρωπαϊκό έδαφος: Το 1994, ενώ το 1995 είχε πραγματοποιηθεί αεροπειρατεία με 7 νεκρούς και 25 τραυματίες σε αεροσκάφος της Air France Δύο χτυπήματα στο παρισινό μετρό το 1995 με οκτώ νεκρούς και 150 τραυματίες. 9


Η Εποχή της Φρίκης: Ένας παγκόσμιος απολογισμός της πενταετίας

Η λογική των περιττών/αναλώσιμων πληθυσμών βιώνεται εδώ και χρόνια ως «αποικιακό παρόν», όπως τόσο παραστατικά περιγράφεται η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και πολλές Αφρικανικές χώρες.4 Οι εξοντώσεις πληθυσμών στις αποικίες μέχρι προσφάτως ήταν σύνηθες φαινόμενο – βίαιες μαζικές μετακινήσεις, εκκαθαρίσεις κι εξοντώσεις στα πλαίσια του «εκπολιτιστικού» project της αποικιοκρατίας. Αυτό σήμαινε κέρδη, πλούτο και ανάπτυξη για τις μητροπόλεις που σήμερα κυβερνούν τον κόσμο, μιζέρια και δυστυχία στους υποτελείς. Αυτό που ζούμε σήμερα είναι συνέπειες των πολιτικών της «φιλελεύθερης ειρήνευσης» και «της έξωθεν ανατροπής καθεστώτων» (Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Υεμένη, Συρία), της «περιορισμένης παρέμβασης» (π.χ. στο Νταρφούρ Σουδάν) και της «μεγάλης συμμαχίας κατά της τρομοκρατίας» που περιλαμβάνει διαβόητα καθεστώτα όπως η Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κουβέιτ. Αποτελούν επίσης συνέπειες της πολιτικής της «προωθημένης ανάκρισης» στο Άμπου Γκρέιλ και το Γκουντάναμο, όπως επιβάλλει ο «ασύμμετρος πόλεμος» - όλα επιτρέπονται εφόσον ο εχθρός είναι παντού και πουθενά. Η έκθεση του αμερικανικού Κογκρέσου που δημοσιεύτηκε και αφορά στις ανακρίσεις 119 ατόμων αποκάλυψε το απύθμενο του σαδισμού των επίσημων (και μη) πρακτικών ανάκρισης. Ανάμεσα στις μεθόδους ήταν η «έγχυση υγρών στον πρωκτό» και το «τάισμα του πρωκτού με στερεά υλικά», («rectal feeding» και «rectal hydration»). Οι βασανισμοί των κρατουμένων γίνονταν σε μυστικές τοποθεσίες σε άλλες χώρες όπως η Ταϊλάνδη, η Πολωνία, η Λιθουανία και η Ρουμανία. Ολοκληρωτικός πόλεμος ή ασύμμετροι πόλεμοι; Επί Τραμπ οξύνεται και οδηγείται στα άκρα η κρίση στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και η σχέση με τους Νατοϊκούς συμμάχους της. Οι παλιές χρηματοδοτήσεις διαφόρων ειδών τα βολικά «κινήματα» μισθοφόρων δεν βγήκαν - στην συνέχεια αυτονομήθηκαν σε ανεξέλεγκτους «Φραγκεστάϊν». Τα πράγματα οξύνθηκαν, μετά την κατάρρευση του στρατοπέδου του υπαρκτού σοσιαλισμού, η απουσία αντίπαλου δέους οδήγησε στην άκρατη χρήση στρατιωτικών επεμβάσεων που βραχυπρόθεσμα θεωρήθηκαν «επιτυχείς», πλην όμως οδήγησαν μεσοπρόθεσμα

4 10

Derek Gregory, (2004) The Colonial Present: Afghanistan, Palestine, Iraq, Oxford: Blackwell.


Νίκος Τριμικλινιώτης σε μακρόσυρτες συγκρούσεις, αστάθεια και άνοδο κινημάτων και καθεστώτων βαθύτατα αντιδημοκρατικά ή/και εχθρικά προς τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της. Η θεώρηση περί παρακμής ή συρρίκνωσης της αμερικανικής ισχύος δεν είναι πλέον μια άποψη που υιοθετείται μόνο από ριζοσπάστες μελετητές.5 Ακόμα και γεράκια της πολιτικής παραδέχονται ότι δεν είναι βιώσιμη η παρούσα χρηματοδότηση των επεμβάσεων. Τίθεται επιτακτικά έτσι η ανάγκη για «αυτοσυγκράτηση» (restraint) για να αντιμετωπίσει πολλαπλές προκλήσεις που αδυνατεί να ανταποκριθεί.6 Η δε «συρρίκνωση στο ορθό επίπεδο παρέμβασης» (rightsizing) δεν γίνεται πουθενά πιο αισθητή ως μια ήδη εφαρμοσμένη πολιτική από Ομπάμα από το μεσανατολικό.7 Κι όμως, μετά το μακελειό στο Παρίσι, η αντίθετη άποψη ωθεί στην βαθύτερη εμπλοκή στη λογική των συγκρούσεων: «Κι ας έγιναν λάθη στο παρελθόν, πρέπει να εξολοθρευθεί ο Φρανκενστάϊν». Το άλυτο παγκόσμιο αδιέξοδο λύνεται, όπως και ο γόρδιος δεσμός: κόβεται. Στρατιωτικοποιείται λοιπόν με τον απόλυτο «πόλεμο κατά του τρόμου». Γνώριμη φρασεολογία, από τις εποχές των Μπους, πατέρα και υιού. Θα εξοντωθεί το τέρας ISIS με έξυπνες βόμβες, ανελέητοι βομβαρδισμοί, drones, κι όλη η τεχνολογία και προπαγάνδα. Ωστόσο, αυτό σχετίζεται με διαφορετικά καθεστώτα του πολέμου, όπως ο λεγόμενος «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» διεξάγεται από ένα μεγάλο αριθμό κρατών (ΗΠΑ, ΕΕ, Βρετανία, Γαλλία, Τουρκία, Ρωσία). Η Γαλλία που έχει ειδικό ρόλο και δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα στη Συρία (ήδη είχε στρατιωτική εμπλοκή στη χώρα), με την αλλαγή τακτικής του ISIS έγινε στόχος τρομοκρατικής επίθεσης.8 Η Γαλλία σήμερα είναι από τους μεγαλύτερους εξαγωγής όπλων στο κόσμο. Μπορεί να ανακούφισε η ήττα του ISIS στη Συρία (ενόχλησε του Δυτικούς που δεν ήρθε από τις ΗΠΑ το ΝΑΤΟ αλλά με τη στήριξη της Μόσχας και της Τεχεράνης), ωστόσο το πρόβλημα δεν έφυγε.

5 Ιμάνουελ Βαλλερστάιν, (2005) H παρακμή της αμερικανικής ισχύος, Οι ΗΠΑ σε ένα χαοτικό κόσμο, Εξάντας. 6 Jessica T. Mathews, (2015) «What Foreign Policy for the US?», The New York Review of Books, Vol. LXII, No. 14, Sept. 24-Oct. 7, 2015, pp. 43-45. 7 Marc Lynch, (2015) «Obama and the Middle East Rightsizing the US Role», Foreign Affairs, vol. 94, no. 5, Sept.-Oct. 2015, pp. 18-27. 8 Diego Muro, (2015) «Why did ISIS target France?», Open Democracy, 20 November, https://www.opendemocracy.net/can-europe-make-it/diego-muro/ why-did-isis-target-france 11


Η Εποχή της Φρίκης: Ένας παγκόσμιος απολογισμός της πενταετίας

Το ISIS που ήταν παρακλάδι της Αλ Κάιντα θεώρησε ότι βολευόταν με την κατοχή εδάφους και κράτους – χρηματοδοτούσε από τα πετρέλαια και τις απαγωγές τις εκστρατείες του και για την εκπαίδευση των οπαδών του σε μορφή τακτικού στρατού. Τώρα απλώς θα επιστρέψει στη πρότερη του κατάσταση ως αποεδαφικοποιημένο τρομοκρατικό δίκτυο. Φτάνουμε στους ασύμμετρους πολέμους. Η μεταβαλλόμενη φύση του πολέμου με τα τεχνολογικά πλεονεκτήματα επέφερε στην ανίχνευση και εξόντωση πιθανών εχθρικών στόχων έδινε στους στρατιωτικό-πολιτικούς σχεδιαστές την προφανώς εσφαλμένη αίσθηση ότι η όποια χαμηλή ένταση πολέμου μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστο καθώς, εφόσον οι εξειδικευμένες στρατιωτικές δυνάμεις επιτήρησης και παρακολούθησης θα απολαμβάνουν στο έδαφος ακόμη μεγαλύτερα πλεονεκτήματα στο μέλλον. Μελετητές αναφέρονται σε μεταμορφώσεις που έχουν μεταβάλει την ίδια τη φύση του πολέμου9 στο πλαίσιο της στρατηγικής για την αντιμετώπιση της ισλαμικής τρομοκρατίας και των «ασύμμετρων απειλών». Αυτά περιλαμβάνουν τα νέα καθεστώτα πολέμου και νέα παιχνίδια όπως τα εξής: • • •

«Πόλεμος από απόσταση» (war from a distance). Θολούρα στην απόσταση που χωρίζει την κατάσταση πολέμου και αυτή της ειρήνης. την χρήση μη επανδρωμένων σκαφών (τα γνωστά ντρόουν/ drones) που μεταβάλλουν σε τέτοιο βαθμό το στρατιωτικό παιγνίδι που μελετητές αναφέρονται σε «ντροουνοποίηση των ενόπλων δυνάμεων» (dronization). Η μεταβαλλόμενη έννοια του ποιος πρέπει να αντιμετωπιστεί ως «πολεμιστής» και ποιος «άμαχος»: Καταργείται η κλασσική διάκριση του Δικαίου του Πολέμου ανάμεσα στους δύο. Χρησιμοποιείται συλλογικά ο άμαχος πληθυσμός του εχθρού ως μαχητές του εχθρού, ή ως ασπίδες ή ο εξαναγκασμός ατόμων υπό απειλή βίας να ενεργούν ως πολεμιστές.

Στην πενταετία που πέρασε είδαμε τον πολλαπλασιασμό των νέων ασύμμετρων πολέμων. Αν δεν ανατραπεί το πλέγμα που αναπαράγει το πρόβλημα, μάλλον θα γίνουν ακόμα πιο απειλητικοί οι πόλεμοι στα επόμενα χρόνια.

9 12

Grégoire Chamayou, (2015) Theory of the Drone, Penguin, London.


Νίκος Τριμικλινιώτης Η προσφυγική κρίση και ευρωπαϊκή ανεπάρκεια Ζούμε τη μαζικότερη προσφυγική κρίση μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο: ο αριθμός των βιαίως εκτοπισμένων έχει εκτοξευθεί στα 65,6 εκατομμύρια, με 22.5 εκατομμύρια πρόσφυγες, 10 εκατομμύρια ανιθαγενείς. Η Ευρώπη φιλοξενεί μόλις το 17%.10 Το 3% του παγκόσμιου πληθυσμού είναι μετανάστες, αλλά στο Παγκόσμιο Βορρά/ Δύση που κυριάρχησε και κυριαρχεί οικονομικά από τον 16ον αιώνα, οπόταν και αρχίζει η σύγχρονη μετανάστευση η εικόνα είναι σαφώς διαφορετική. Τα ποσοστά είναι σαφώς μεγαλύτερα, κοντά στο 12%-15% είναι κάτοικοι γεννηθέντες σε άλλη χώρα, κι αυτό δεν περιλαμβάνει τα άτομα της δεύτερης και τρίτης γενεάς που γεννήθηκαν στις χώρες αυτές. Κατά την περίοδο 2005-2015, 3 εκ μετακινούνται στις πιο πλούσιες χώρες. Στη πενταετία που πέρασε ζήσαμε την «προσφυγική κρίση» που οφείλεται στους πολέμους στη Μ. Ανατολή και Αφρική, από τους οποίους ΕΕ, ΗΠΑ και Ρωσία κερδοσκοπούν και συμμετέχουν ενεργά και ποικιλοτρόπως. Οι αρχική συμπάθεια για τους πρόσφυγες άλλαξε. Μετατράπηκε σε απέχθεια, ιδίως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στη Γαλλία, Γερμανία και τη Βρετανία: «Δεν είναι δικό μου πρόβλημα, αλλά του γείτονα». Κι έτσι η αρχική δήθεν καλή διάθεση με «ισότιμη κατανομή βαρών» αλλάζει: Εγκλωβίζονται οι πρόσφυγες στα σύνορα και τα ελληνικά νησιά, τη Μάλτα και αλλού, με την οικοδόμηση ηλεκτροφόρων συνόρων και τειχών. Η μάζα των μεταναστών στην Ευρώπη, Μουσουλμάνοι και μη, ουδεμία σχέση έχουν με τους φονταμενταλισμούς, αυτές τις στυγερές σύγχρονες ιδεολογίες της βαρβαρότητας και του μίσους. Κι όμως γίνονται στόχος γιατί από κει ξεκινά μια ομάδα που εντάσσεται στις γραμμές των φονταμενταλιστών. Από τη μια πλευρά όμως έχουμε την αποτυχία της ουσιαστικής ένταξης μεγάλων μαζών των μεταναστών με τα μόνιμα πλέον φαινόμενα των γκέτο και την εξαθλίωση στις πόλεις. Και από την άλλη πάλι έχουμε τους συνεχείς συμβολικούς πολέμους ως προς τον χαρακτήρα του «δημοσίου χώρου» (οι πόλεμοι της μαντίλας, τα σκίτσα του Μωάμεθ, η βιομηχανία της ισλαμοφοβίας κτλ.). Το βασικό στοιχείο δεν είναι τόσο η εξαθλίωση (οικονομική) αλλά η ταπείνωση κι ο εξευτελισμός. Πάνω σε αυτό το επίπεδο διεξάγεται ο πόλεμος της προπαγάνδας.

10 UNHCR (2017) Figures at a Glance, http://www.unhcr.org/figures-at-aglance.html 13


Η Εποχή της Φρίκης: Ένας παγκόσμιος απολογισμός της πενταετίας

Περιορίζεται ο δημόσιος χώρος κι έτσι αναπαράγεται το περιθώριο που δημιουργεί δυνάμει «αποκλίνοντες πληθυσμούς»: Από αυτό το περιθώριο προφανώς αντλούν οι φονταμενταλιστές, κι ανάμεσα τους γεννιούνται κι αναπαράγονται οι πιο ακραίες ομάδες μαχητών. Με την υποψία ότι από κει ξεκινούν και οι τρομοκράτες, η κατάσταση για όλους τους Μουσουλμάνους μετανάστες ή απόγονους μεταναστών γίνεται ακόμα πιο δυσμενής. Η φαυλότητα οδηγεί στην όξυνση της αντιπαράθεσης, στην πόλωση και την παράνοια. Σ’ αυτή την λογική το ανθρωποκυνηγητό, αυτή η απάνθρωπη λογική,11 θεσμοθετείται ως αναγκαία Ευρωπαϊκή πρακτική για να «επιβιώσουμε». Την ανασφάλεια, όπως βιώνουν όλοι, Άραβες και Εβραίοι, σε ένα όλο και πιο απαρχαϊντοποιημένο Ισραήλ,12 νιώθουν να μετατρέπεται το Παρίσι, οι Βρυξέλλες, το Λονδίνο: «Πυροβολήστε όποιον υποψιάζεστε ότι είναι τρομοκράτης». Πάνω χαρά για τους φονταμενταλιστές – έτσι κι αλλιώς οι μάρτυρες πάνε στον παράδεισο. Εφευρετικοί οι τεχνοκράτες εφευρίσκουν τα λεγόμενα «hotspots», τα ανοικτά στρατόπεδα όπου μαζεύουν τους πρόσφυγες για να ξεκαθαρίσουν ταυτότητές, να τακτοποιήσουν και να συντονίσουν την ανθρωπιστική βοήθεια στις μάζες που ζουν εξαθλιωμένα στα Ελληνικά νησιά και κοντά στα κλειστά σύνορα. Παράλληλα πληρώνουν την Τουρκία για να απωθεί τους πρόσφυγες βαφτίζοντας τους ως μετανάστες, ουσιαστικά αναστέλλοντας τις αρχές του προσφυγικού δικαίου. Το πρόβλημα κάθε άλλο παρά φεύγει λοιπόν. Η κρίση στης Ευρώπης Η ΕΕ περνά μια μακρά διαδικασία κρίσης νομιμοποίησης, συνοχής και παρακμής της δημοκρατίας. Έκφανση είναι η οικονομική αποκαθήλωση της περιφέρειας της ΕΕ, η άνοδος φυγόκεντρων δυνάμεων με αποχώρηση της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας, της Βρετανίας, αλλά κυρίως επικίνδυνη ακροδεξιά διαφόρων αποχρώσεων. Το BREXIT λειτουργεί διαλυτικά στην Ευρώπη, και κυρίως στη Βρετανία: Το «Ηνωμένο Βασίλειο» μετατρέπεται σε κατατεμαχισμένο Βασίλειο, και τη «νέα Σιδηρά κυρία» Τερέζα Μέϊ

11 Grégoire Chamayou, (2012) Manhunts: A Philosophical History, Princeton University Press. 12 Βλ. Avishai Ehrlich (2015) «Israel’s hegemonic right», in The Politics of the Right: Socialist Register, Edited by Leo Panitch and Greg Albo. 14


Νίκος Τριμικλινιώτης (κατ’ εικόνα της Θάτσερ) όχι απλώς τενεκεδένια, όπως τη κορόιδευαν σχολιαστές, αλλά σε σκουριασμένο παλιοσιδερικό μιας χώρας υπό κατάρρευση που ετεροχρονισμένα νοσταλγεί περασμένα μεγαλεία μιας αυτοκρατορίας που έχει εξαφανιστεί. Στη Γαλλία ο πολυδιαφημιζόμενος νέος «γαμπρός» της πολιτικής Μακρόν αποδεικνύεται γκρίζος και ανούσιος. τεχνοκρατικοί συστημικοί σωτήρες αδυνατούν να αναχαιτίσουν την μακρά παρακμή της χώρας. Στη Γερμανία η άνοδος της ακροδεξιάς ως τρίτης δύναμης πυροδοτεί και τροφοδοτεί την άνοδο ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Η αποδυναμωμένη Μέρκελ συνεχίζει την ηγεμονική πολιτική που περαιτέρω εμβαθύνει τις διαλυτικές και φυγόκεντρες τάσεις της ΕΕ. Στην Ουγγαρία η ακροδεξιά έχει κάνει τη χώρα αγνώριστη, ενώ αντιδραστικές ιδεολογίες διαχέονται και αναπαράγονται πλέον μιμητικά κι επικίνδυνα στις γειτονικές χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Στη Πολωνία ο ακροδεξιός Χριστιανικός φονταμενταλισμός είναι θεσμικά ηγεμονικός. Μόλις πριν λίγες μέρες αναρριχήθηκαν οι αρνητές των Ναζιστικών εγκληματών εξουσία και πάλι των στη πρωτεύουσα που γέννησε τον Χίτλερ. Η Καταλανική κρίση βαθαίνει – αντί να αμβλυνθεί όπως έλπιζε ο αυταρχικός Ραχόϊ με την καταστολή και την κήρυξη τοπικών εκλογών, παρατείνεται η κρίση με την ενίσχυση των αυτονομιστών μετά τις εκλογές. Η Ελλάδα συνεχίζει την κατηφόρα με ένα πρωθυπουργό «παντός καιρού» που το παίζει Παπαντρέου με Αριστερούς λόγους και με αντιλαϊκά μέτρα λιτότητας που τσακίζουν τη χώρα και τον ελληνικό λαό. Χωρίς ριζικές μεταβολές η κρίση της Ευρώπης θα οξυνθεί περισσότερο το επόμενο διάστημα.

Η Κύπρος στη πενταετία της κρίσης Στη Κύπρο ζήσαμε μια από τις πιο αντιδραστικές και διεφθαρμένες διακυβερνήσεις από την ανεξαρτησία. Πρώτη κυβερνητική πράξη του Αναστασιάδη ήταν το κούρεμα καταθέσεων. τελευταία του ήταν το θάψιμο του Κυπριακού όταν φόρεσε την εθνικιστική φουστανέλα σέρνοντας μας σε μια σοβινιστική κατρακύλα χωρίς πάτο. Στο μεσοδιάστημα, με σωσίβιο τον πρόεδρο του ΔΗ.ΚΟ., Ν. Παπαδόπουλο, τον άλλο βραχίονα του κατεστημένου και της διαπλοκής, η παράταξη του άλωσε ότι μπορούσε, διαλύοντας το ισχνό κοινωνικό κράτος και εξαπολύοντας γιουρούσι κατά των εργαζομένων, φτωχών κι αδυνάτων, με δραματικά αποτελέσματα με αναδιανομή του προϊόντος σε βάρος των οικονομικά ασθενέστερων

15


Η Εποχή της Φρίκης: Ένας παγκόσμιος απολογισμός της πενταετίας

με τη Κύπρο και αλματώδη αύξηση των ανισοτήτων: «Μέσα σε τρία χρόνια (2012-2014) η Κύπρος μετατράπηκε από μια χώρα όπου οι εισοδηματικές ανισότητες ήταν οι χαμηλότερες από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια χώρα που έχει διάμεση θέση στην κατάταξη των χωρών με βάση την ανισότητα. Ο συνολικός δείκτης φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού παρουσίασε αύξηση από το 2012 […]. Έτσι, περίπου 30% του πληθυσμού βρισκόταν το 2015 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού».13 Επίσης στην Κύπρο, όπως και στις περισσότερες άλλες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, διευρύνθηκε επικίνδυνα μια ιδιαίτερη κατηγορία, αυτή των «εργαζόμενων φτωχών», οι οποίοι βρίσκονται σε κατάσταση μόνιμης φτώχειας επειδή οι αμοιβές τους είναι χαμηλές: «Η κατηγορία αυτή μισθωτών διευρύνθηκε στη διάρκεια της ύφεσης 2012-2014: σε κάθε δύο εργαζόμενους φτωχούς του 2011 προστέθηκε και ένας τρίτος. 31. Το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής υλικής στέρησης παρουσίασε μεγάλη άνοδο κατά το 2012-2013. Έτσι, κατά το 2015, βρισκόταν σε κατάσταση σοβαρής υλικής στέρησης το 1/6 του πληθυσμού, έναντι 1/10 το 2008-2009». Η διακυβέρνηση Αναστασιάδη υπήρξε ρεβανσιστική. Επιχείρησε με κάθε τρόπο να εκδικηθεί την Αριστερά που για πρώτη φορά κυβέρνησε τη προηγούμενη πενταετία για να διαχειριστεί τη κατάρρευση των τραπεζών αντιμετωπίζοντας πρωτόγνωρη επίθεση από το κατεστημένο. Ο Αναστασιάδης, εκφραστής της προνομιούχας ελίτ, λόγω αλαζονείας και κομπραδόρικης ημιμάθειας, τελούσε υπό την αυταπάτη ότι οι «φίλοι» του στη ΕΕ θα καλύψουν ότι για χρόνια θησαύριζαν από το βρώμικο χρήμα που ξέπλεναν. Αντ’ αυτού, οι Τροϊκανοί φίλοι τον εξευτελίζουν με κούρεμα καταθέσεων. Είχε προηγηθεί η κατάρρευση της πρότασης του ιδίου του Αναστασιάδη για παράνομο καθολικό κούρεμα μετά από μαζική κινητοποίηση στη Λευκωσία.

13 ΙΝΕΚ-ΠΕΟ (2017) Έκθεση για την Οικονομία και Απασχόληση του 2017, https://www.inek.org.cy/images/pdf/2017/ekthesi_oik_apasxolisi/EKTHESI_2017. pdf 16


Νίκος Τριμικλινιώτης Ακολούθησε όμως χειρότερο. Επέβαλε ένα εκδικητικό κούρεμα των μισθών, δικαιωμάτων και κοινωνικών κεκτημένων, όπου οι εργαζόμενοι πληρώνουν τα σπασμένα για τη διεφθαρμένη χρηματοπιστωτική ελίτ, μετατρέποντας την Κύπρο σε χώρα μαζικής ανεργίας και φυγής των νέων, με την Κύπρο να κατέχει τα «σκήπτρα» στην Ευρώπη, στην φτώχεια, ανισότητα και διαρροής των πιο μορφωμένων. Ζήσαμε πρωτοφανή σκάνδαλα με διορισμούς ημετέρων και εξαιρέσεις από κουρέματα για συμπεθέρους και κουμπάρους, συγκαλύπτοντας τις τράπεζες-πλυντήρια. Δεν είναι απλώς κακοήθεια ή συνομωσία ότι στα «Έγγραφα του Παναμά» («Panama Papers») γίνονται 530.937 αναφορές στη Κύπρο και 4.657 στη Τράπεζα Κύπρου, τη μεγαλύτερη τράπεζα(-ζόμπι) της χώρας. Το «success story» του Χάρη Γεωργιάδη για δήθεν «εξυγίανση» και «διάσωση» της οικονομίας απλά προστατεύει το χρηματοπιστωτικό σύστημα που έχει κατ’ ουσία καταρρεύσει. Στα γεωπολιτικά παιγνίδια με τους υδρογονάνθρακες τον έφεραν τον πρόεδρο Αναστασιάδη να ποζάρει με τους δικτατορίσκους της περιοχής (Νετανιάχου, Σίσι κ.ά.), αλλά και συμβόλαια με τις μίζες που αυτά συνεπάγονται. Στο μεταξύ ουσιαστικά καταλύονται τα ανεξάρτητα κρατικά όργανα. τελικά ένας εκ των «αρίστων» που διόρισε βοηθό Γενικό Εισαγγελέα καταλήγει πίσω απ’ τα σίδερα. Με την αποκαθήλωση στο Γκραν Μοντανά αμολιόνται οι πιο αντιδραστικές δυνάμεις στη κοινωνία. Κερασάκι στη τούρτα ήταν το Χριστουγεννιάτικο μήνυμα του αρχιεπισκόπου. Το απόσπασμα που ακολουθεί αποτελεί αρχέτυπο ρατσιστικού λόγου:14 Σ’ αυτά έρχεται να προστεθεί και η απειλή της αλλοίωσης της εθνικής φυσιογνωμίας των ελευθέρων περιοχών λόγω της προώθησης εκ μέρους της Τουρκίας μεγάλου αριθμού μουσουλμάνων, λεγόμενων μεταναστών. Όλοι αυτοί οι «μετανάστες» δεν έρχονται εδώ μόνο για τα παχυλά επιδόματα, που απλόχερα τους προσφέρουμε. Έρχονται, ή μάλλον αποστέλλονται, για να αλλοιώσουν την εθνική και πολιτισμική μας ταυτότητα, με ορατό κίνδυνο εκείνον που περιγράφεται στο βιβλίο της Εξόδου «…ἡνίκα ἃν ημῖν συμβῇ πόλεμος, προστεθήσονται και οὗτοι πρός τούς ὐπεναντίους» (Εξ. 1,10)

14

Για το κείμενο βλ.: http://churchofcyprus.org.cy/38930. 17


Η Εποχή της Φρίκης: Ένας παγκόσμιος απολογισμός της πενταετίας

Διερωτάται κάποιος αν διαβάζει μήπως το «Mein Kampf» («Ο Αγώνας μου») του Χίτλερ τελευταία ο Μακαριότατος. Διότι τα περί ανωτερότητας της φυλής, χιλιετίες πολιτισμού, αλλοιώσεως του έθνους από ξένους δάκτυλους και το μίσος για τους μετανάστες μοιάζει να τα έχει πάρει αυτούσια από εκεί. Ίσως γι’ αυτό θεωρεί «καλά παιδιά με τεκμηριωμένες θέσεις» το Κυπριακό παράρτημα της Χρυσής Αυγής (ΕΛΑΜ). Ωστόσο, η αποθράσυνση του «Χρυσόστομου» δεν είναι μόνο αποτέλεσμα χρόνιας μωρίας ή άνοιας. Αισθάνεται να έχει τη κυβέρνηση στο τσεπάκι του: Πριν μερικές μόνο βδομάδες απείλησε ότι αν δεν αποχαρακτηριστεί από «αρχαία» η περιοχή που θα κτίσει ξενοδοχεία, θα πάρει τρακτέρ να τα καταστρέψει. Κι αντί να του προσαχθούν κατηγορίες, την επομένη κιόλας η κυβέρνηση έσπευσε να αποχαρακτηρίσει τη περιοχή. Παλιότερα όταν οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ζήτησαν δίωξη του για προαγωγή ρατσιστικού μίσους, για δηλώσεις που ξεστόμισε πάλι ο αρχιεπίσκοπος, ο Γενικός Εισαγγελέας απείλησε να στραφεί κατά των ΜΚΟ! Στο τομέα του περιβάλλοντος είχαμε μια επίθεση ενάντια στην αειφορία άνευ προηγουμένου. Εκμεταλλευόμενοι την οικονομική κρίση και επιβάλλοντας ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης οι κυβερνόντες επιχείρησαν να υπονομεύσουν το ρυθμιστικό πλαίσιο για ιδιωτικοποίηση παραλιών, εκμετάλλευση περιοχών «Natura», περιφράξεις και ξεπούλημα χαλίτικων και γενικά καταδυνάστευση των «κοινών».15 Προκειμένου δήθεν να δοθούν κίνητρα για ανάπτυξη προς εξυπηρέτηση μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων, δίνονται ελαφρύνσεις από το περιοριστικές ρυθμίσεις για περιβαλλοντική προστασία με αποτέλεσμα τις εκπτώσεις σε βάρος της οικολογίας και της βιωσιμότητας. Σημαντική αντίσταση παρουσιάστηκε από σημαντικές πρωτοβουλίες που είναι ελπιδοφόρες.16

15 Βλ. Ζήσιμος Α., (2017) «Η τραγωδία των κοινών ή η κοινή τραγωδία», Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής, Τεύχος 3, σσ. 53-69. 16 Σημαντικές δράσεις και νέες συνεργασίας αναπτύχθηκα από την Ομοσπονδία Περιβαλλοντικών Οργανώσεων. Οι πιο σημαντικές της πενταετίας ήταν αυτές της Πρωτοβουλίας για τη Διάσωση των Φυσικών Ακτών, https://www. facebook.com/coastlinecy/ .Βλ. επίσης «Περιβαλλοντικά ζητήματα στην Κύπρο και η ευρωπαϊκή προοπτική, Φιλοξενούμενοι: Μαρία Χατζημιχαήλ, Κλείτος Παπαστυλιανού», http://2draseis.blogspot.com.cy/2017/11/blog-post_29.html 18


Νίκος Τριμικλινιώτης Η ιστορική απόφαση του επαρχιακού δικαστηρίου για την υπόθεση Αστρασόλ17 καταδεικνύει την εγκληματική ασυδοσία του κεφαλαίου σε βάρος του περιβάλλοντος αλλά και εγκληματική αμέλεια που καταδεικνύει την υποτέλεια των κρατικών υπηρεσιών που οδήγησε στο θάνατο από καρκίνο πολιτών. Για την κατασκευή των σόλων παπουτσιών, το εργοστάσιο χρησιμοποιούσε ως διαλυτικό το υλικό «διχλωρομεθάνιο R40», το οποίο εξέπεμπε από το φουγάρο του υποστατικού και το οποίο χαρακτηρίζεται ως δυνητικά καρκινογόνο για τον άνθρωπο. Πέραν της εταιρείας, των ιδιοκτητών και διευθυντών, η απόφαση-καταπέλτης κατέδειξε την αμέλεια των κρατικών υπηρεσιών που είχαν ευθύνη: Το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, Πολεοδομία και ο Δήμος Λατσιών. Ωστόσο, η πενταετία ανάδειξε νέες προοπτικές για αντίσταση και ανατροπή προς υπεράσπιση εργατικών, περιβαλλοντικών, δημοκρατικών και κοινωνικών αιτημάτων που δεν πρέπει να παραγνωριστούν ή να υποτιμηθούν. Αντιθέτως απαιτείται να αξιοποιηθεί η όλη εμπειρία για αναστοχασμό και μάθηση, τόσο από τη διεθνή, όσο από την Κυπριακή εμπειρία. Προοπτικές αντίστασης για το 2018: Νέοι κύκλοι αμφισβήτησης; Οποιοσδήποτε απολογισμός της κατάστασης πραγμάτων στη πολιτική, οικονομία και κοινωνία της τελευταίας πενταετίας καταδεικνύει μια τοξική αποθράσυνση των πιο αντιδραστικών δυνάμεων στο κόσμο, αύξηση των πολέμων και παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, υπήρξαν σημαντικές καμπές και κινήματα που έδειχναν ότι αντίσταση υπάρχει και που ανοίγουν προοπτικές για το μέλλον. Ωστόσο, η παρούσα συγκυρία παραμένει αρνητική. Σίγουρα συνθηκολόγηση του Τσίπρα/ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε σε «ξεφούσκωμα» είναι ξεκάθαρο και επί της πράξης δε μπορεί να επέλθει αλλαγή από την περιφέρεια της ΕΕ. Ωστόσο στο θεσμικό-πολιτικό επίπεδο η άνοδος και ανθεκτικότητα του μορφώματος των Εργατικών γύρω από τον βετεράνο Κόρμπιν με τη πρωτοφανή κινητικότητα των νέων ή την σημαντική προεκλογική καμπάνια του Σάντερς στις ΗΠΑ δείχνουν ότι η παλιά Αριστερά, αν ριζοσπαστικοποιηθεί, καθόλου δεν είναι ξοφλημένη.

17 Η απόφαση για το Αστρασόλ είναι δημοσιευμένη στο https://thetrim1. blogspot.com.cy/2017/12/blog-post_84.html 19


Η Εποχή της Φρίκης: Ένας παγκόσμιος απολογισμός της πενταετίας

Είχαμε όμως και την ανάδυση και δραστηριοποίηση παλιών εργατικών συνδικάτων, καθώς και νέων, μη παραδοσιακών κινημάτων, όπως αυτοί ονομάζονται «πρεκαριάτο», το περιβαλλοντικό κίνημα, μαζί με τα «νέα κινήματα» στο πνεύμα 1960, αναδύονται ομάδες δράσης γύρω από νέα ζητήματα. Επίσης, ας μη ξεχνούμε την αναγέννηση του φοιτητικού κινήματος παγκοσμίως: Πενήντα χρόνια μετά το Μάη του 1968 για πρώτη φορά υπάρχει τέτοια παγκόσμια κινητοποίηση που πολλοί σπεύδουν να συγκρίνουν τα αιτήματα, τη μορφή και χαρακτήρα τότε και τώρα. Επίσης έχουμε ένα εξαιρετικά πολύπλοκο τεχνολογικό πλαίσιο με ένα ακόμα πιο σύνθετο σύστημα των ΜΜΕ την εποχή της κοινωνικής δικτύωσης. Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν αντιστάσεις και νέες αναδυόμενες δυνάμεις που αλλάξαν ριζικά τις αντιλήψεις μας για τη σχέση ΜΜΕ και εξουσίας. Οι διάφορες ψηφιακότητες με βάση τις νέες τεχνολογίες, τα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης» αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των κινημάτων και των κοινωνικών αγώνων. Ασφαλώς υπάρχουν ετερογενείς ψηφιακές παρεμβάσεις. Οι διαδράσεις ανάμεσα στους εμπλεκόμενους πυροδοτούν ισχυρές μεταβολές σε πολλαπλά επίπεδα: μεταβάλλονται έτσι τόσο οι αγώνες για καθημερινή επιβίωση, όσο και οι ορατοί ή υπόγειοι αγώνες για αναγνώριση, εκπροσώπηση ή/και εγκατάσταση. Αυτοί οι ζωντανοί αγώνες συμβάλλουν δυναμικά στη δημιουργία άτυπων κοινωνικά συσσωματωμένων «δικαιωμάτων» και νέες «πράξεις πολιτότητας».18 Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι τα καθεστώτα του νόμου και της τάξης επιβάλλουν τους όρους αποκατάστασης της νέας ή παλαιάς τάξης με την εκκαθάριση, αποσιώπηση ή καθυπόταξη των εκάστοτε αποκλινόντων τάξεων, κινημάτων και προσώπων.19 Κάθε κύκλος περιλαμβάνει δημόσια κατασκευή, δικαιολογημένα και μη, ηθικών πανικών, όπου ο ορισμός της παρέκκλισης σε κάθε κύκλο υπήρξε ο τομέας των φθινουσών ή απειλούμενων κοινωνικών στρωμάτων για τους οποίους ο πανικός περιστρεφόταν γύρω από την απειλή ή/και την καταστροφή του «τρόπου ζωής». Σε αυτό το σημείο εμφανίζονται οι «διορθωτές»:

18 Βλ. Trimikliniotis, N., D. Parsanoglou and V. Tsianos (2015) Mobile commons, migrant digitalities and the right to the city, Palgrave Macmillan, Pivot Series Mobility & Politics. 19 Ελεύθερη απόδοση και επεξήγηση στα ελληνικά ενός από τις σχηματικές εκδοχές του πρωτότυπου αγγλικού, Sitas Α., Damodaran, S., Keim, W., Trimikliniotis, N., Garba, F. (2014) Gauging and Engaging Deviance 1600-2000, Tulika Academic Press, India. 20


Νίκος Τριμικλινιώτης Πρόκειται είτε για «εργολάβους», είτε για αυτόκλητους «σωτήρες», είτε πρόκειται για τεχνοκράτες ή/και διανοούμενους ή/και πολιτικούς που αναλαμβάνουν εκ μέρους των ανερχόμενων κοινωνικών στρωμάτων που δυστυχώς γνωρίζουμε μόνο εκ των υστέρων επειδή μόνο τότε μαθαίνουμε ότι κατάφεραν να «επιδιορθώσουν» το σύστημα και να επαναφέρουν ή να φτιάξουν την καθεστηκυία τάξη. Το σχήμα διαμορφώνεται ως εξής: Υπάρχει κλιμάκωση της παρέκκλισης/αμφισβήτησης και πόλωσης, μια αυξημένη αίσθηση της «κοινωνικής αποδιοργάνωσης» και «μη κανονικότητας» που φτάνει στα επίπεδα «ηθικού πανικού». Αυτή η κατάσταση οδηγεί σε απόπειρες να οριστεί και να κατηγοριοποιηθεί «το πρόβλημα» και σε αμφισβητήσεις σε σχέση με τους ορισμούς αυτούς. Τότε αρχίζει η διαδικασία ταξινόμησης και κωδικοποίησης σε «κανόνα», μια πολύπλοκη αμφίρροπη και αντιφατική διεργασία αναδιοργάνωσης, θεσμικής μεταρρύθμισης, βίας και δημιουργίας νέων θεσμών. Κόντρα λοιπόν στην υπόθεση ότι οι σύγχρονοι θεσμοί είναι αξιωματικά πιο αποτελεσματικοί επειδή είναι πιο ορθολογιστικοί, θεωρούμε ότι ήταν ισχυροί στο να ελέγξουν συμπεριφορές και να πείσουν τα κέντρα εξουσίας ότι μπορούσαν να τις ελέγξουν. Βιώνουμε σήμερα τη συνέχεια μιας παγκόσμιας και βίαιης ανωμαλίας με απρόβλεπτες προεκτάσεις, ένα μακρύ κύκλο της παρέκκλισης/ αμφισβήτησης (cycle of deviance). Έτσι αναδύεται η Ευρώπη της φρίκης: Τρόμος, αναστολή δικαιωμάτων, αποκλεισμός και περαιτέρω περιθωριοποίηση και διακρίσεις λόγω εθνοτικής καταγωγής ή θρησκείας. Κατά τον πρώτο πόλεμο στον Περσικό κόλπο, μετά τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και πολλοί Αμερικανοί διανοούμενοι στήριξαν πάλι τον πόλεμο, ως «δίκαιο πόλεμο». Άλλοι προοδευτικοί που αρνήθηκαν να ταχθούν στο πλευρό των υπό τις ΗΠΑ στρατοκρατών έψαχναν για κάποια δύναμη στην παγκόσμια σκακιέρα για να διαμεσολαβήσει: να λειτουργήσει ως μεσολαβητής. Ο Etienne Balibar,20 παρά τις αντιφάσεις και τις ψευδαισθήσεις που διέβλεπε, μίλησε για την Ευρωπαϊκή «αφανή μεσολάβηση». Σήμερα έχει αφανιστεί και αυτή η προοπτική γιατί μπήκε σε λογική πολέμου και η Γαλλία. Αν η κάθε χώρα, κι εδώ είναι και η τεράστια ευθύνη της Ευρώπης, δεν βρει διεξόδους, χώρους για διαφυγή από την τρέλα του «ολοκληρωτικού πολέμου» και να δώσει ελπίδα σε ένα ανέλπιδο κόσμο για ανοικοδόμηση ενός άλλου

20 Etienne Balibar. (2004) Η Ευρώπη, η Αμερική, ο πόλεμος. Σκέψεις πάνω στην Ευρωπαϊκή μεσολάβηση, εκδόσεις Χρήστος Ε Δαρδανός, Αθήνα. 21


Η Εποχή της Φρίκης: Ένας παγκόσμιος απολογισμός της πενταετίας

δικαίου και των ανάλογων αναγκαίων δημοκρατικών διασφαλίσεων,21 τότε είμαστε φυλακισμένοι σε αυτά τα εφιαλτικά που ζούμε. Και εφόσον όλα επιτρέπονται στον πόλεμο, η ασφάλεια μας, η δημοκρατία, οι ελευθερίες και ότι παίρναμε ως δεδομένο αναστέλλονται επ’ αόριστο. Μπήκαμε στη φαυλότητα χωρίς τέλος. Αυτό ακριβώς που θέλουν και οι Τζιχαντιστές, της Ανατολής και της Δύσης, Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και φυλετικοί φονταμενταλιστές. Κόντρα στην υπόθεση ότι οι σύγχρονοι θεσμοί είναι αξιωματικά πιο αποτελεσματικοί επειδή είναι πιο ορθολογιστικοί, θεωρούμε ότι ήταν ισχυροί διότι ελέγχουν συμπεριφορές και πείθουν κέντρα εξουσίας ότι μπορούν να τις ελέγξουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει πρόοδος και δικαιοσύνη. Βιώσαμε μια ακόμα αντιδραστική πενταετία, ένα κύκλο αυταρχισμού, δημοκρατικής και κοινωνικής παλινδρόμησης που πρέπει και μπορεί να ανατραπεί. Κι έτσι τελειώνουμε με την εποχή της φρίκης.

21 Etienne Balibar, (2015) «In War», Open Democracy, 16 Νιόβρη, https:// www.opendemocracy.net/can-europe-make-it/etienne-balibar/in-war 22


Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής, Τεύχος 4, σσ. 23-36, 2018

Κωνσταντίνος Στυλιανού

Η οικονομική κρίση και η κρίση της πολιτικής Εισαγωγή Η ανακοίνωση αυτή εστιάζει στο να αναπτύξει μια εννοιολογική συζήτηση γύρω από το ζήτημα της κρίσης της πολιτικής ως συνέπεια, προέκταση και μέρος της δομικής κρίσης του καπιταλισμού. Σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετική ένταση, όλος ο καλούμενος δυτικός κόσμος βιώνει από τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 2000 την δομική κρίση του καπιταλισμού. Οι ρίζες της σημερινής κρίσης όπως εκδηλώθηκε το φθινόπωρο του 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers, βρίσκονται στα τέλη της δεκαετίας του 1970 (Τομπάζος, 2010, σ. 72). Ταυτόχρονα στις περιοχές του τρίτου κόσμου παρατηρείται μια πλήρης οικονομική κατάρρευση και ταυτόχρονη ανάδυση φαινομένων βαρβαρότητας σε αυξανόμενο ρυθμό. Θα στηριχθούμε στη συζήτηση μας σε ορισμένες πτυχές της θεωρίας της Κριτικής της Αξίας1 (Wertkritik) η οποία προσπαθεί να προσεγγίσει την καπιταλιστική κοινωνία ως «ολότητα» και με αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τον Anselm Jappe (2007, σ. 13), αποφεύγει να απολυτοποιήσει και να αναγνωρίσει ως «αυτόνομες οντολογικές κατηγορίες τις διάφορες σφαίρες στις οποίες διαιρείται επιφανειακά η κοινωνία».

1 Η θεωρία της Κριτικής της Αξίας (Wertkritik) αποπειράται μια νέα (κατά τους ίδιους) ερμηνεία για την μαρξική έννοια της αξίας. Στην πορεία, η Κριτική της Αξίας έχει επεκτείνει το πεδίο ανάλυσης της σε σειρά ζητημάτων τόσο στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, όσο και στην Πολιτική θεωρία. Η Κριτική της Αξίας προβάλλει τη θέση του Marx, ότι η αξία και το εμπόρευμα είναι το έμβρυο του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής γύρω από την ανάλυση του οποίου περιστρέφεται η κριτική της πολιτικής οικονομίας και η μαρξική έρευνα της καπιταλιστικής κοινωνίας (Marx, K. 2006, σ. 55). Με αυτή την έννοια, η αξία πρέπει να αντικρίζεται μόνο από την άποψη της κριτικής και της άρνησής της και όχι θετικά. 23


Η οικονομική κρίση και η κρίση της πολιτικής

Επομένως η «σφαίρα» της πολιτικής και τα δικά της φαινόμενα δεν αντιμετωπίζονται αποσπασμένα και αποκομμένα από την σημερινή δομική κρίση του καπιταλισμού. Αντίθετα γίνεται η προσπάθεια να ερμηνευτεί η κρίση της πολιτικής ως συστατικό μέρος της γενικής κρίσης του καπιταλισμού που ζούμε σήμερα και η οποία «δεν συνιστά αποτυχία των πολιτικών αλλά της ίδιας της πολιτικής ως σφαίρας λειτουργίας» (Τσουρής, 2007). Με αυτή την ανάγνωση, «η πολιτική είναι η συγκεκριμένη μορφή […] της οποίας η μοίρα εξαρτάται από την ιστορική προοπτική του εμπορεύματος» (Jappe, 2007, σσ. 19-20), δηλ. του καπιταλισμού. Κρίση της πολιτικής στην Κύπρο Είναι κοινός τόπος, πλέον, ότι το πολιτικό σύστημα στην Κύπρο βρίσκεται σε κρίση. Τα τελευταία χρόνια και σε σταδιακά αυξανόμενο βαθμό εμφανίζεται μια χειροτέρευση της σχέσης ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα και την κοινωνία, μια χειροτέρευση που εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Από το 2009 και συνεχιζόμενα μέχρι τις τελευταίες εκλογές, καταγράφεται μια συνεχής αύξηση της αποχής, όταν συγκρίνονται εκλογικές αναμετρήσεις ίδιου τύπου. Στις πιο πρόσφατες Βουλευτικές Εκλογές του 2016, η αποχή έφτασε το 33%. Το φαινόμενο της αποχής έχει αποκτήσει σαφέστατα δομικό χαρακτήρα (Κατσουρίδης, 2017, σ. 11) και δεν αφορά πλέον μόνο κατά βάση τις νεαρότερες ηλικίες. Αυτές οι διαφοροποιήσεις σηματοδοτούν, κατά την άποψη μας, μια ποιοτική μεταβολή του φαινομένου ως τέτοιου. Πλέον δεν πρόκειται μόνο για νέους που δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για την πολιτική, αλλά και για άτομα που είχαν παλαιότερα συμμετοχή στα κοινά και συνέπεια στην εκλογική συμμετοχή, τα οποία τώρα αποστασιοποιούνται από το πολιτικό γίγνεσθαι (Γουλιάμος & Βρυωνίδης, 2010). Στις έρευνες των τελευταίων ετών, καταγράφεται σταθερή τάση απώλειας εμπιστοσύνης σε πολιτικούς, κοινωνικούς και αντιπροσωπευτικούς θεσμούς της κυπριακής κοινωνίας (Katsourides, 2013, σ. 98) ενώ πρέπει να συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι ένα συνεχώς αυξανόμενο μέρος όσων ερωτώνται, αρνούνται να συμμετέχουν στις έρευνες. Στα ευρήματα της έρευνας των Charalambous & Kanol (επίκειται) της περιόδου 2006-2012 αναδεικνύεται μεταξύ άλλων η πλήρης πολιτική απογοήτευση την οποία σημειώνουν οι συγγραφείς (σσ. 15-22) ως ένα βασικό στοιχείο που εξηγεί την καταγραφόμενη μείωση

24


Κωνσ ταν τίνος Στυλιανού

της κομματικής ταύτισης και της αύξησης της αποπολιτικοποίησης και της αδιαφορίας. Ο Katsourides (2013, σ. 97) σημειώνει αντίστοιχα, ότι τα χαρακτηριστικά της γενικής υποχώρησης της πολιτικής και των κομμάτων όπως παρατίθενται στη διεθνή βιβλιογραφία, έχουν ξεκινήσει σταδιακά να εμφανίζονται στην Κύπρο, σηματοδοτώντας «την έναρξη μιας κρίσης για τα κόμματα και το κομματικό σύστημα». Σημειώνονται επίσης η πολύ χαμηλή πολιτική συμμετοχή (ο.π., σ. 90) και η αυξανόμενη απομάκρυνση των Κυπρίων από το κόμματα (ο.π., σ. 94). (Βλέπε επίσης Charalambous, Papageorgiou & Pegasiou 2015; Christoforou 2012; Kanol 2013; Katsourides 2015). Το 2008 σημειώνεται ως χρονιά καμπής για πολλά από αυτά τα φαινόμενα. Επειδή, όμως, υπήρξε εκτός από χρονιά ξεσπάσματος της παγκόσμιας κρίσης και χρονιά εκλογής για πρώτη φορά, του ηγέτη της Αριστεράς στην Προεδρία της Δημοκρατίας, οδηγεί πολλούς αναλυτές να εστιάζουν περισσότερο στην πολιτική εξέλιξη παρά στην οικονομική. Χωρίς, βέβαια, να υποτιμούμε τη σημασία και το ρόλο των πολιτικών εξελίξεων, κατά την εκτίμηση μας αυτές παίζουν δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με τις οικονομικές εξελίξεις. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν οι οικονομικές εξελίξεις συνδέονται με αλλαγές στο επίπεδο της δομής του παγκόσμιου παραγωγικού συστήματος, όπως η σύγχρονη παγκόσμια κρίση. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική βούληση των υποκειμένων, όση πολιτική και οικονομική εξουσία και αν έχουν, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποτελέσματα αντίθετα με την υπαγόρευση της οικονομικής αναγκαιότητας. Ο Marx (1978) αναφέρει χαρακτηριστικά: η εσωτερική συνάρτηση τής συνολικής παραγωγής επιβάλλεται στους παράγοντες τής παραγωγής σαν τυφλός νόμος και όχι σαν νόμος πού τον κατανόησαν με τη συλλογική νόησή τους, οπότε θα τον εξουσίαζαν και θα υπότασσαν έτσι το προτσές τής παραγωγής στον κοινό έλεγχο τους (σ. 325). Έχοντας το πιο πάνω κατά νου, θα προσπαθήσουμε να συζητήσουμε σε εννοιολογικό επίπεδο, τη σύνδεση της ευρύτερης κρίσης της πολιτικής ως σφαίρας λειτουργίας, με την δομική κρίση του καπιταλισμού.

25


Η οικονομική κρίση και η κρίση της πολιτικής Στο βιβλίο του Η πολιτική στην παγίδα της κρίσης (2012), ο Tomasz Konicz ξεχωρίζει δυο βασικά αντιτιθέμενα αφηγήματα για τον ρόλο της πολιτικής στην οικονομική κρίση. Από τη μια το αφήγημα για την σπάταλη πολιτική που ξόδευε χωρίς να σκέφτεται και ζούσε πάνω από τις οικονομικές δυνατότητες της. Από την άλλη το αφήγημα για την πολιτική που παρέμεινε παθητική, χωρίς παρέμβαση μέσω μεγάλων προγραμμάτων οικονομικής δραστηριότητας του κράτους. Αυτό κατά τον Konicz είναι το βασικό δίλημμα της πολιτικής όπως παρουσιάζεται σήμερα: Είτε το κράτος πρέπει να ανεβάσει την κρατική χρέωση με σκοπό να στηρίξει την οικονομία και να δημιουργήσει οικονομική δραστηριότητα (Keynes), είτε πρέπει να αρχίσει να ξοφλά τα βουνά από χρέη που έχουν ξεπεράσει τα όρια και οδηγούν τα κράτη σε χρεοκοπία (νεοφιλελευθερισμός). Για τον συγγραφέα, και οι δυο πλευρές φοβούνται δικαιολογημένα τις ολέθριες συνέπειες της πολιτικής της άλλης πλευράς. Μια αναστολή της κρατικής οικονομικής δραστηριότητας θα οδηγήσει σε ύφεση, όπως σε ύφεση θα οδηγήσει και η επέκταση της κρατικής χρέωσης που θα φέρει την χρεοκοπία ή τον υπερπληθωρισμό. Η κριτική που αναπτύσσει ο Konicz κατευθύνεται στο γεγονός ότι η πολιτική βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δυο επιλογές που είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, ακριβώς επειδή από την φύση και τα περιθώρια της η πολιτική, δεν μπορεί να θέσει μια επιλογή εκτός αυτού του πλαισίου. Αντίστοιχη είναι η ανάλυση του Lohoff (2014) στο οποίο αντιπαραθέτει τις προσεγγίσεις από τη μια της υπεράσπισης του κράτους προνοίας, και από την άλλη της προσπάθειας διάλυσης του. Ο Lohoff θεωρεί τις δυο προσεγγίσεις ως εκφράσεις της ίδιας κατάστασης κρίσης του καπιταλισμού (σ. 153). Τόσο η θέση του Konicz, όσο και του Lohoff, αντλούν τη λογική τους από τη γνωστή θέση του Marx, ο οποίος στον Πρόλογο στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (2010, σ. 20) εγγράφει ρητά την πολιτική μεταξύ των ιδεολογικών μορφών, δίπλα στο δίκαιο, τη θρησκεία, την τέχνη και τη φιλοσοφία. «Η πολιτική δεν αποτελεί παρά μια αντανάκλαση, και μάλιστα δευτερογενή, της βάσης» (Balibar, 1984, σ. 168). Η βιβλιογραφία για τη μαρξική σχέση της βάσης και του εποικοδομήματος είναι ογκωδέστατη και δεν αποτελεί σκοπό της παρούσας ανάλυσης

26


Κωνσ ταν τίνος Στυλιανού

η παράθεση της εδώ. Είναι χρήσιμο για τους σκοπούς της ανάλυσης ωστόσο μια συζήτηση για την ίδια την πολιτική, την οποία εδώ εξετάζουμε μόνο ως μορφή της νεωτερικότητας, και τη σχέση της με την οικονομία. Η πολιτική γενικά, αντλεί το υλικό για την λειτουργία της από την οικονομία. Προς υποστήριξη αυτή της θέσης είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι χωρίς χρήμα με τη μορφή της φορολογίας, η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργήσει. Είναι επίσης ενδεικτικό το γεγονός ότι πολιτικές προτάσεις που δεν συνοδεύονται από οικονομική τεκμηρίωση κατατάσσονται αργά ή γρήγορα στην κατηγορία των ανέφικτων υποσχέσεων ή ακόμη χειρότερα στην κατηγορία του λαϊκισμού. Η σχέση ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία, ωστόσο, δεν ήταν ευθύς εξαρχής τόσο αυστηρά καθορισμένη, όσο ξεκάθαρα παρουσιάζεται κατά τη νεωτερικότητα. Το πολιτικό γενικά αρχίζει να εμφανίζεται όταν η κοινωνία έχει ανάγκη από μια εξωοικονομική οργανωμένη δύναμη για να συντηρεί και να αναπαράγει τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις που εγκαθιδρύονται στο εσωτερικό της (Luporini, 1984, σσ. 88-89). Ο Luporini αναφέρεται ρητά, όσον αφορά τη φάση της πρώτης εμφάνισης του πολιτικού, σε προ-καπιταλιστικές κοινωνίες οι οποίες τείνουν να αναπαράγονται άμεσα ως κοινωνικές μορφές. Δηλαδή η αναπαραγωγή τους δεν οφείλεται στη λειτουργία ενός «οικονομικού μηχανισμού» (ο.π., σ. 91) αλλά «εναποτίθεται στη δύναμη της κοινωνικής οργάνωσης, της παράδοσης, των ηθών και κυρίως – στις ταξικές κοινωνίες – στους νόμους και στον πολιτικό καταναγκασμό». Είναι σαφές ότι σε αυτή την ιστορική περίοδο, το πολιτικό – με την ευρύτερη έννοια – παίζει ρόλο αναπαραγωγής και των οικονομικών σχέσεων, άρα βρίσκεται σε θέση να καθορίζει το οικονομικό – πάλι με την ευρύτερη έννοια. Από εδώ πηγάζει πιθανών το γεγονός ότι η πολιτική μέχρι σήμερα διατηρεί ιδεατά, για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, θετικό ρόλο. Αντιμετωπίζεται ως ο εν δυνάμει θετικός πόλος που πρέπει να ελέγξει τον εν δυνάμει αρνητικό πόλο της καπιταλιστικής κοινωνίας, την οικονομία. Ο Robert Kurz (2014a, σ. 70) αναφέρει σχετικά με αυτή τη συνάφεια ότι «η σχετική ανεξαρτησία της πολιτικής υπερβλήθηκε σε μεγάλο βαθμό με αποτέλεσμα την δογματική φετιχοποίηση της πολιτικής σφαίρας και τον πλήρη εννοιολογικό διαχωρισμό της οικονομίας και της πολιτικής».

27


Η οικονομική κρίση και η κρίση της πολιτικής Ωστόσο, ενώ στις προ-καπιταλιστικές κοινωνίες η πολιτική, μαζί με τους νόμους και τα ήθη και έθιμα, λειτουργούν ως ένας μηχανισμός αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων, και εκτελούν ένα ρόλο καταναγκασμού και περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας, στον καπιταλισμό έχουμε το ακριβώς αντίθετο (Luporini, 1984, σ. 90). Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποτελεί ιστορική μοναδικότητα στο γεγονός ότι η οικονομική δραστηριότητα αποσπάται από τις υπόλοιπες κοινωνικές δραστηριότητες, ανεξαρτητοποιείται, αυτονομείται και μετατρέπεται σε γενική κοινωνική αρχή. Ως γενική κοινωνική αρχή, η οικονομική δραστηριότητα ή αλλιώς το κεφάλαιο ως σχέση, έχει την τάση να αυτοδιατηρείται, να αυτοαναπαράγεται, να μεγεθύνεται και να εγκαθιδρύει τις δικές του βάσεις (Luporini, 1984, σ. 91, βλέπε επίσης Tombazos, 2014, σ. 80). Μέσω αυτής της διαδικασίας, η οικονομική σφαίρα αντικαθιστά την πολιτική/νομική/ηθική σφαίρα στο ρόλο της αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων. Στον καπιταλισμό, έτσι, η πολιτική παύει να έχει πλήρη ανεξαρτησία και δυνατότητα αυτόνομης κίνησης. Πρόκειται με άλλα λόγια για το ίδιο φαινόμενο που περιγράφει ο Marx (2006, σ. 16 και αλλού) όταν αναφέρεται επανειλημμένα στο Κεφάλαιο στα άτομα ως «ενσαρκώσεις οικονομικών κατηγοριών» των οποίων η υποκειμενική βούληση παίζει δευτερεύον και εξαρτώμενο ρόλο στη λειτουργία τους. Είναι επίσης χαρακτηριστική η αναφορά του, ότι «οι εσωτερικοί νόμοι της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής τους επιβάλλονται σαν εξωτερικοί, αναγκαστικοί νόμοι» (ο.π., σ. 613) στα άτομα. Η αντιστοιχία και η προέκταση για τη σφαίρα της πολιτικής και την πολιτική δράση των ατόμων μπορεί να γίνει πολύ εύκολα. Στην καθιέρωση της οικονομικής λειτουργίας ως ξεχωριστής σφαίρας στον καπιταλισμό αναφέρεται επίσης και ο Trenkle (2014, σ. 3) ο οποίος την διασυνδέει με μια αντίστοιχη ιστορική διαμόρφωση σφαιρών λειτουργίας στις οποίες «εξορίζονται» όλες οι μη οικονομικές λειτουργίες: ψυχαγωγία, πολιτισμός, πολιτική κλπ. (Βλέπε επίσης Lukacs, 2001, σσ. 372-377; Tosel, 1984, σ. 28; Jappe, 2007, σ. 29). Βασικό επιχείρημα υπέρ του θετικού ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η πολιτική είναι η αναφορά στην οικοδόμηση του κράτους προνοίας κατά την μεταπολεμική περίοδο. Ισχύει πράγματι ότι κατά τις δεκαετίες του μεταπολεμικού φορντιστικού θαύματος,2 όταν ο μηχανισμός

2 Η περίοδος του φορντιστικού θαύματος είναι η περίοδος μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε αυτή την περίοδο έχουμε ένα συνδυασμό παραγόντων που οδήγησε σε μια τεράστια ώθηση στην καπιταλιστική αξιοποίηση 28


Κωνσ ταν τίνος Στυλιανού παραγωγής της αξίας λειτουργούσε κανονικά, τα περιθώρια κίνησης της πολιτικής ήταν πολύ μεγάλα (Lohoff, 2014, σ. 151; βλέπε επίσης Τσουρής, 2009). Το πολιτικό φάσμα αντιστοιχούσε σε αντικειμενικά διαφορετικές προσεγγίσεις και φιλοσοφίες πολιτικής, που στην εφαρμογή τους είχαν πραγματικά διαφορετικά αποτελέσματα για την εξέλιξη της κοινωνικής ζωής. Η συζήτηση και η αντιπαραβολή των διαφορετικών πολιτικών προσεγγίσεων αποκτούσε ουσιαστικό νόημα για τα υποκείμενα της καπιταλιστικής κοινωνίας με αποτέλεσμα μια περίοδο άνθησης της πολιτικής συμμετοχής. Οι Katz κ. συν. (1992, σ. 330) εντοπίζουν την αρχή της παρακμής της πολιτικής συμμετοχής κατά τη δεκαετία του 1960. Είναι αλήθεια ότι το φαινόμενο τη αποχής από τις πολιτικές διεργασίες μπορεί να εμφανίζεται από το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, ωστόσο όπως καταδεικνύουν και οι Gray και Caul (2000, σ.1095), από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά, τα στοιχεία3 καταδεικνύουν την έναρξη μιας ουσιαστικής τάσης, ενώ αναφέρονται σε ξεκάθαρη μείωση της εκλογικής συμμετοχής από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Φαίνεται ότι αυτή την περίοδο (1970-1990) συντελείται μια ποιοτική μεταβολή. Με την ολοκλήρωση της περιόδου οικονομικής άνθισης και την έναρξη της μακράς περιόδου κρίσης (περίπου από τα μέσα της δεκαετίας του 70), τα περιθώρια καπιταλιστικής αξιοποίησης στενεύουν, και συνεχίζουν να στενεύουν συνεχόμενα μέχρι σήμερα (Jappe, 2007, σ. 21). Αυτός ο περιορισμός συνεπάγεται έναν αντίστοιχο περιορισμό κινήσεων της σφαίρας της πολιτικής (Τσουρής, 2009). Σε αυτό το έδαφος προέκυψε η γραφική πλέον έκφραση «There is no alternative» που συμπύκνωσε ως σύνθημα την ανάδυση του νεοφιλελευθερισμού σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Η κυπριακή κοινωνία βίωσε σε συμπύκνωση χρόνου, την επιβολή του «There is no alternative» κατά την πρόσφατη περίοδο. Το γεγονός ότι το τεράστιο χρέος που έπρεπε να καλυφθεί από το δημόσιο στην Κύπρο,

και στην επέκταση των αγορών με αποτέλεσμα το φτήνεμα των εμπορευμάτων. Κατά κυριότερο λόγο μπορούμε να αναφερθούμε στην εφαρμογή στην παραγωγή των επιτευγμάτων της δεύτερης Βιομηχανικής Επανάστασης, την επιστημονικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας από τους Henry Ford και Winslow Taylor, την αξιοποίησης της θεωρίας του Keynes για την κρατική παρέμβαση και την καταστροφή των υποδομών που έφερε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. 3 Η έρευνα των Gray και Caul αφορά 18 βιομηχανικές χώρες με «συνεχόμενη δημοκρατία» και πληθυσμό άνω των 500.000, από το 1950 μέχρι το 1997. 29


Η οικονομική κρίση και η κρίση της πολιτικής δημιουργήθηκε πρωτίστως και κατά βάση στον τραπεζικό τομέα, παίζει δευτερεύων ρόλο για την κατανόηση της παρούσας συλλογιστικής. Ο Αντρέας Παναγιώτου (2014, σσ. 35-51) αναπτύσσει μια κοινωνιολογική ανάλυση της πορείας της κυπριακής οικονομικής κρίσης, εστιάζοντας κατά κύριο λόγο στον τρόπο που αυτή τροφοδότησε και ταυτόχρονα εκδηλώθηκε μέσα από ταξική αντιπαράθεση. Αναφέρει χαρακτηριστικά τη δημιουργία στην Κυπριακή Βουλή μιας «συμμαχίας νεοφιλελεύθερων βουλευτών [που] […] θα λειτουργούσε αυτόνομα από την κυβέρνηση – ή και ανταγωνιστικά» (ο.π., σ. 39). Υπό κανονικές συνθήκες, εάν υπήρχαν τα οικονομικά δεδομένα των προηγούμενων δεκαετιών, η πολιτική αντιπαράθεση με τον νεοφιλελευθερισμό θα ήταν ιδιαίτερα εύκολη. Ο νεοφιλελευθερισμός επικράτησε ως «επιλογή χωρίς εναλλακτική» γιατί ήταν απαραίτητη για το κεφάλαιο μια ριζική «μείωση των κόστων» ένεκα της παγκόσμιας μείωσης της δυνατότητας παραγωγής αξίας (Kurz, 2014a, σσ. 52-53). Ο Robert Kurz σε αυτό το άρθρο με τίτλο The Crisis of Exchange Value, αλλά και σε πολλά άλλα συγγράμματα του που ακολούθησαν, αναπτύσσει τη θέση ότι η τρίτη βιομηχανική επανάσταση που βασίζεται στα επιτεύγματα της μικροηλεκτρονικής και της πληροφορικής, συνεπάγεται ένα θεμελιακά νέο στάδιο στην υλική εργασιακή διαδικασία (ο.π., σ. 52). Αυτό οδηγεί σε μια ιστορικά μη αναστρέψιμη ανατροπή. Αυτή της σχέσης ανάμεσα στην εργασία που αποβάλλεται από την άμεση παραγωγική διαδικασία ως πλεονάζουσα ένεκα της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και στην εργασία που γίνεται κατορθωτό να προσληφθεί εκ νέου μέσω της περεταίρω καπιταλιστικοποίησης ή της διεύρυνσης με νέους κλάδους παραγωγής (ο.π.,σ. 53). «Όλες οι τεχνολογικές καινοτομίες που μπορούν να αναμένονται είναι στην κατεύθυνση της περεταίρω αποβολής ζωντανής εργασίας και όλοι οι νέοι κλάδοι παραγωγής θα απαιτούν από τη γέννηση τους ολοένα και λιγότερη άμεση ανθρώπινη παραγωγική εργασία» (ο.π.,σ. 53). Το κεφάλαιο «το οποίο θέτει ως μίζερη βάση του πλούτου [δηλ. της αξίας] την εκμετάλλευση ζωντανής εργασίας» (ο.π.,σ. 54) οδηγεί τα πράγματα μέσω της δικής τους αντικειμενικής κίνησης προς μια κρίση που συνιστά «το τέλος της διαδικασίας συσσώρευσης του ίδιου του αφηρημένου πλούτου [δηλ. της αξίας]» (ο.π., σ. 54). Η εργατική δύναμη που παράγει την υπεραξία «σταδιακά οδηγήθηκε μέσω του εξορθολογισμού σε εξαφάνιση» (Kurz, 2014b. σ. 334). Πρόκειται, πάντα σύμφωνα με τον Kurz (2014a, σ. 54), για μια κρίση από την οποία δεν μπορεί να υπάρχει πιά καμία έξοδος για το κεφάλαιο.

30


Κωνσ ταν τίνος Στυλιανού Για ένα μεγάλο διάστημα, μέχρι αρκετά πρόσφατα σε διεθνές επίπεδο, ήταν κυρίαρχη η συζήτηση για μια επιστροφή στον «κανονικό» καπιταλισμό των μεταπολεμικών δεκαετιών και στο κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας που αυτός επέτρεπε. Το σκάσιμο της χρηματοπιστωτικής φούσκας το 2008, απέδειξε μεταξύ άλλων, ότι η εικόνα ενός καπιταλισμού που συνεχίζει να παράγει αξία και μετά την κρίση της δεκαετίας του 1970, ήταν επίπλαστη και άμεσα συναρτώμενη με τη δημιουργία πλασματικού κεφαλαίου (Trenkle, 2015). Ο Norbert Trenkle προσπαθεί να ερμηνεύσει την νεοφιλελεύθερη στροφή βασιζόμενος στις αντικειμενικές εξελίξεις της δομής της παραγωγικής διαδικασίας του καπιταλισμού. Ωστόσο, βασιζόμενοι στην ίδια αφετηρία και ακολουθώντας την ίδια συλλογιστική μπορούμε επίσης να ισχυριστούμε ότι και η επιχειρηματολογία υπέρ της επιστροφής στο κράτος προνοίας αυτής της περιόδου, ήταν δυνατή ένεκα του γεγονότος ότι μια κατάρρευση της καπιταλιστικής παραγωγής αναστάλθηκε δια μέσου της δημιουργίας φούσκας στον χρηματοπιστωτικό τομέα (δηλ. πλασματικού κεφαλαίου). Η απουσία της οικονομικής βάσης πάνω στην οποία μπορούσε άλλοτε να στηρίζεται η άσκηση πολιτικής, οδήγησε σε ένα εντυπωσιακό στένεμα των περιθωρίων για την άσκηση της. Όπως αναφέρει ο Jappe (2007): η παγκόσμια παρακμή της πολιτικής ως ρυθμιστικού παράγοντα της κοινωνικής ζωής φανερώνεται με ποικίλους τρόπους: με την αδιαφορία των πολιτών για την πολιτική και τις παραδοσιακές ιδεολογίες, με τον περιορισμό της εξουσίας των εθνών-κρατών, με τη νεοφιλελεύθερη συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων του κράτους (σ. 21). Ως αποτέλεσμα αυτής της αντικειμενικής εξέλιξης, σύμφωνα με τον Marcuse (1999, σ. 16) κόμματα και οργανώσεις έχουν επιλογή είτε «να συμφιλιώνονται με το κατεστημένο σύστημα ή να συντρίβονται». Γιατί «μπροστά στη δύναμη των δεδομένων γεγονότων η δύναμη τής αρνητικής σκέψης είναι καταδικασμένη». Ο Katsourides (2013, σ. 99) παραθέτει χαρακτηριστικά το γεγονός ότι από τα πολιτικά προγράμματα όλων των κομμάτων στις εκλογές για το Κυπριακό Κοινοβούλιο του 2011, απουσίαζαν αναφορές σε κοινωνικά συμφέροντα, κοινωνικές συγκρούσεις και κοινωνικά οράματα. Αντίθετα υπήρχε εστίαση σε διοικητικά και τεχνοκρατικά ζητήματα.

31


Η οικονομική κρίση και η κρίση της πολιτικής Είναι επίσης ενδιαφέρον το γεγονός ότι η κρατική παρέμβαση πλέον, εκεί που συντελείται τις περισσότερες φορές «δεν σημαίνει επιστροφή στην πλήρη απασχόληση και την πρόνοια, αλλά μάλλον μια κρατική διαχείριση των πόρων με τη λογική του αποκλεισμού» (Lohoff, 2014, σ. 161). Η επιστροφή της κρατικής ρύθμισης παίρνει αυταρχικό, καταπιεστικό και κατασταλτικό χαρακτήρα (Krisis Group, 2008). Το κυπριακό παράδειγμα του συστήματος του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος με την σκληρή και άτεγκτη δομή και προσέγγιση που εστιάζει στο πως θα αποκλείσει αιτούντες ως μη δικαιούχους είναι εξόχως χαρακτηριστικό. Αυτό καταδεικνύεται τόσο από την επιχειρηματολογία της κυβέρνησης για την ανάγκη αποκλεισμού όσων έπαιρναν επιδόματα και δεν τα δικαιούνταν (Λαμπράκη, 2014; βλ. επίσης Δρουσιώτου, 2013) όσο και από τις σχετικές ανακοινώσεις από συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η Παγκύπρια Εργατική Ομοσπονδία (2015) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «ο συνολικός αριθμός περιπτώσεων δικαιούχων επιδομάτων και κοινωνικών παροχών, μειώθηκε περίπου κατά 11,5 χιλιάδες με την εφαρμογή του ΕΕΕ».

Ορισμένα συμπεράσματα αντί επιλόγου Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, η αναγνώριση και η κατανόηση του γεγονότος ότι η πολιτική ως σφαίρα, έχει συγκεκριμένα περιθώρια κίνησης τα οποία έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα, είναι απαραίτητος όρος για την ανάπτυξη δράσης εντός αυτής της σφαίρας. Η εύρεση της έκτασης αυτού του περιθωρίου αποτελεί επίσης καθοριστικό στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση, ιδιαίτερα όταν η ανάπτυξη πολιτικής δράσης γίνεται εντός του πλαισίου μιας δομικής οικονομικής κρίσης της καπιταλιστικής παραγωγής. Η αδυναμία αναγνώρισης και κατανόησης αυτών των ορίων μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερα οδυνηρά αποτελέσματα. Προκύπτει επίσης από τα πιο πάνω ότι η κρίση της πολιτικής μπορεί να κατανοηθεί εννοιολογικά εντάσσοντας την στο γενικό πλαίσιο της δομικής οικονομικής κρίσης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Είναι έγκυρο, επομένως να θεωρήσουμε επίσης την κρίση της πολιτικής ως κρίση δομικού χαρακτήρα. Σε αυτό το πλαίσιο τα επιμέρους φαινόμενα που παρουσιάζονται, όπως η αποχή, η απαξίωση και ο λαϊκισμός μπορούν να τύχουν ερμηνείας ως εκδηλώσεις (μεταξύ άλλων) αυτής της δομικής κρίσης της πολιτικής.

32


Κωνσ ταν τίνος Στυλιανού Η εννοιολογική σύνδεση της κρίσης της πολιτικής με την οικονομική κρίση, δεν αποκλείει την εμφάνιση πλευρών της πολιτικής κρίσης πριν την εμφάνιση πλευρών της οικονομικής κρίσης στο επίπεδο της κοινωνικής επιφάνειας. Άλλωστε ο τρόπος που εμφανίζονται τα φαινόμενα στην επιφάνεια δεν συνιστά άμεση εκδήλωση της ουσίας τους, αλλά αποτέλεσμα πολλών άλλων διαμεσολαβήσεων και συγκυριών που μπορεί να προκύψουν, αλλά μπορεί και όχι. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με περισσότερη βεβαιότητα, είναι ότι η δομική κρίση του καπιταλισμού συνιστά αντικειμενικό περιορισμό στο περιθώριο κίνησης της πολιτικής. Το περιορισμένο περιθώριο κίνησης της πολιτικής, σε συνδυασμό με την μετατροπή της πολιτικής σε «θέαμα» (Jappe, 2017) αφήνουν πολύ λίγο χώρο για όσους ακόμη προσπαθούν να συμμετέχουν στην πολιτική συζήτηση στη βάση μιας λογικής που θέτει διαφορετικές προτεραιότητες. Όσοι συνεχίζουν να απευθύνονται με επιχειρήματα στην λογική, βρίσκονται σε μια συνεχή θέση άμυνας. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική και οι πολιτικοί είναι αναγκασμένοι είτε να προσαρμόσουν την τακτική τους στο «θέαμα» και το λαϊκισμό, είτε να απευθύνονται ολοένα και σε μια συρρικνούμενη μερίδα της κοινωνίας. Το φαινόμενο της αποχής με την ευρύτερη έννοια της αποστασιοποίησης από την πολιτική λειτουργία, έχει αποκτήσει πλέον ένα δομικό χαρακτήρα. Αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα αυξημένης εκλογική συμμετοχής η οποία μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε ειδικές συνθήκες. Ωστόσο αυτό θα είναι έκφραση μιας εξαίρεσης του κανόνα. Αντίθετα αυτό που φαίνεται να μην μπορεί να αναστραφεί είναι η καθοδική πορεία της πολιτικής γενικά, κάτι που φαίνεται να δείχνει προς μια ολοκλήρωση της πορείας εξέλιξης της πολιτική ως διαχωρισμένης σφαίρας λειτουργίας της αστικής κοινωνίας. 

33


Η οικονομική κρίση και η κρίση της πολιτικής Αγγλόφωνη Βιβλιογραφία Charalambous, G. & Kanol, D. (forthcoming). ‘Political dissatisfaction and decline of party identification: Societal depoliticization in the Republic of Cyprus (2006-2012). In Buller, J. Donmez, P.E. Standring, A. and Wood, M. (Eds.). Comparing depoliticisation dynamics in Europe. Palgrave Macmillan. Charalambous, G., Papageorgiou, Β. & Pegasiou, Α. (2015). Surprising elections in exciting times? Of proxies and second-order events in the 2014 European election in Cyprus, South European Society and Politics 20:3, pp. 403–424. Christoforou C. (2012). Disengaging citizens: Parliamentary elections in the Re public of Cyprus, 22 May 2011, South European Society and Politics, 17:2, pp. 295-307. Gray M. & Caul M. (2000). Declining voter turnout in advanced industrial de mocracies, 1950 to 1997: The effects of declining group mobilization, Comparative Political Studies, 33:9, pp. 1091-1122. Kanol, D. (2013). To vote or not to vote? Declining voter turnout in the Republic of Cyprus, The Cyprus Review 25:2, pp. 59-72. Katsourides, Υ. (2013). ‘Couch activism’ and the individualisation of political demands: Political behaviour in contemporary Cypriot society. Journal of Contemporary European Studies. 21:1, pp. 87-103. Katsourides, Υ. (2015). The Cypriot European elections, May 2014: Dealignment in process? Journal of Modern Greek Studies, 33:2, pp.317-343. Katz, R. S., Mair, P., Bardi, L., Bille, L., Deschouwer, K., Farrell, D., Koole, R., Morlino, L., Müller, W., Pierre, J., Poguntke, T., Sundberg, J., Svasand, L., van de Velde, H., Webb, P. & Widfeldt, A. (1992), The membership of political parties in European democracies, 1960-1990. European Journal of Political Research, 22, pp. 329–345. Krisis Group. (2008). Crush course. Available online at: http://www.krisis. org/2008/crash-course. Kurz, R. (2014a). The crisis of exchange value: Science as productive force, productive labour and capitalist reproduction. In Larsen, N., Nilges, M., Robinson, J., & Brown, N. (Eds.) Marxism and the critique of value (pp. 17-75) Chicago: MCM’ Publishing (Original printed 1986).

34


Κωνσ ταν τίνος Στυλιανού Kurz, R. (2014b). On the current global economic crisis: Questions and Answers. In Larsen, N., Nilges, M., Robinson, J., & Brown, N. (Eds.) Marxism and the critique of value (pp. 331-356) Chicago: MCM’ Publishing (Original printed 2010). Lohoff,

E. (2014). Off limits, out of control: Commodity society and resistance in the age of deregulation and denationalization. In Larsen, N., Nilges, M., Robinson, J., & Brown, N. (Eds.) Marxism and the critique of value (pp. 151-186) Chicago: MCM’ Publishing. (Original printed 2009).

Tombazos, S. (2014). Time in Marx. The categories of time in Marx’s Capital. Chicago, IL: Haymarket Books (Original printed 1994). Trenkle, N. (2014). Value and crisis: Basic questions. In Larsen, N., Nilges, M., Robinson, J., & Brown, N. (Eds.) Marxism and the critique of value (pp. 1-15) Chicago: MCM’ Publishing. (Original printed 1998). Trenkle, N. (2015). Labour in the era of fictitious capital. Available online at: http://www.krisis.org/2015/labour-in-the-era-of-fictitious-capital/. Ελληνόφωνη Βιβλιογραφία Balibar, E. (1984). Κράτος, κόμμα, ιδεολογία. Σκιαγράφηση ενός προβλήματος. Στο Η κριτική της πολιτικής στον Μαρξ. σ.113-171. Αθήνα: Πολύτυπο. Jappe, A. (2007). Πολιτική του θεάματος – Θέαμα της πολιτικής: Για την επι καιρότητα της θεωρίας του Γκυ Nτεμπόρ. Το τέλος της τέχνης στον Ατόρνο και τον Ντεμπόρ. (σ. 9-31) Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις των Ξένων. Γουλιάμος, Κ. & Βρυωνίδης, Μ. (2010). Όψεις κυπριακής κοινωνίας – Διαπιστώσεις Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας. Λευκωσία: Εν τύποις. Δρουσιώτου, Α. Σ. (2013) Ζέτα Αιμιλιανίδου: Πως θα εφαρμοστεί η νέα κοινωνική πολιτική. Φιλελεύθερος, 29 Ιουλίου, Προσβάσιμο στο σύνδεσμο http://archive.philenews.com/el-gr/koinonia-anthropoi/ 443/155673/zeta-aimilianidou-pos-tha-efarmostei-i-nea-koinoniki politiki, (πρόσβαση 10/10/2017). Κατσουρίδης, Γ. (2017). Προς μια κοινωνία του 50-50; Μοτίβα πολιτικής και εκλογικής συμπεριφοράς στη σύγχρονη Κύπρο, Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής 3, σ. 7-16. Konicz, T. (2012). Politik in der krisenfalle: Kapitalismus am scheideweg. (Τσουρής, Ν. αδημοσίευτη μετάφραση) Hannover: Heise Zeitschriften Verlag GmbH & Co KG.

35


Η οικονομική κρίση και η κρίση της πολιτικής Λαμπράκη, Α. (2014) Ζέτα Αιμιλιανίδου: Και πολυχιλιούχοι, και με κρατικά επιδόματα. Φιλελεύθερος, 28 Οκτωβρίου. Προσβάσιμο στον σύνδεσμο http://archive.philenews.com/el-gr/oikonomia-anthro poi/158/225326/zeta-aimilianidou-kai-polychiliouchoi-kai-me kratika-epidomata, (πρόσβαση 10/10/2017). Lukacs, G. (2001). Ιστορία και Ταξική Συνείδηση. Αθήνα: Οδυσσέας (Original printed 1923). Luporini, C. (1984). Το πολιτικό και το κρατικό: μία ή δύο κριτικές. Στο Η κριτική της πολιτικής στον Μαρξ (σ.59-109). Αθήνα: Πολύτυπο (Original printed 1979). Marcuse, H. (1999). Λόγος και επανάσταση. Αθήνα: Ύψιλον. (Original printed 1941). Marx, K. (1978). Το κεφάλαιο, 3ος τόμος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. (Original printed 1894). Marx, K. (2006). Το κεφάλαιο, 1ος τόμος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. (Original printed 1867). Marx, K. (2010). Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. (Original printed 1859). Παγκύπρια Εργατική Ομοσπονδία (2015). Ανακοίνωση ΠΕΟ για ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Προσβάσιμο στον σύνδεσμο https://www. peo.org.cy/anakinosis/1335-anak-elaxisto-egkiimeno-eisodima. Παναγιώτου, Α. (2014). Η πρώτη αριστερή κυπριακή προεδρία 2008 2013. Προσβάσιμο στον σύνδεσμο https://www.scribd.com/ document/document/241549246/Η-πρώτη-κυπριακή-αριστερή προεδρία-2008-2013. Τομπάζος, Σ. (2010). Φυγόκεντροι καιροί. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, 2007. 2008, 2009… Αθήνα: Παπαζήση. Tosel, A. (1984). Οι κριτικές της πολιτικής στον Μαρξ. Στο Η Κριτική της Πολιτικής στον Μαρξ (pp.13-54). Αθήνα: Πολύτυπο (Original printed 1979). Τσουρής, Ν. (2007). Αγορά και κράτος στον καπιταλισμό. Προσβάσιμο στον σύνδεσμο http://nikostsouris.wordpress.com/2016/07/07/ αγορά-και-κράτος-στον-καπιταλισμό. Τσουρής, Ν. (2009). Το ιστορικό γίγνεσθαι της τωρινής θεμελιακής κρίσης του καπιταλισμού. Προσβάσιμο στον σύνδεσμο https://nikos tsouris.wordpress.com/2016/07/04/το-ιστορικό-γίγνεσθαι-της τωρινής-θεμ/.

36


Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής, Τεύχος 4, σσ. 37-56, 2018

Παναγιώτα Άρνου

Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης

Οι μεγάλοι αγώνες του 19ου και του 20ου αιώνα για την κατάκτηση πολιτικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων, με ορόσημο το καθολικό δικαίωμα ψήφου, μοιάζουν σήμερα ανούσιοι στα μάτια των πολιτών που απεμπολούν τα δικαιώματα αυτά. Μια όλο και αυξανόμενη μερίδα των πολιτών όχι μόνο επιλέγει να μην ασκεί το, κατά τα άλλα, αναφαίρετο δικαίωμα ψήφου, αλλά απέχει από κάθε πολιτική δράση, εγκαταλείπει κάθε ενδιαφέρον για τη δημοκρατική ζωή της κοινωνίας και γενικά απέχει από τη σφαίρα της πολιτικής. Αυτό που ονομάζουμε «αποπολιτικοποίηση» συνίσταται, ανάμεσα σε άλλα, στην απομάκρυνση των πολιτών από τα κοινά, στην αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες, στην μειούμενη συμμετοχή σε πολιτικά κόμματα, στην απαξίωση των πολιτικών αλλά και κρατικών θεσμών, κρατικών αξιωματούχων, πολιτικών προσώπων και της Πολιτικής γενικά.

37


Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης

Φαινόμενα διαφθοράς στην πολιτική ή ενδεχόμενες πολιτικές ευθύνες για την οικονομική κρίση των τελευταίων ετών ή για τον τρόπο αντιμετώπισής της μπορούν μόνο εν μέρει να εξηγήσουν την απομάκρυνση των πολιτών από την πολιτική. Η τάση αποπολιτικοποίησης στις σύγχρονες δημοκρατίες παρατηρείται αρκετά πριν από το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και σε αυτό το άρθρο θα αναζητήσουμε, ακριβώς, τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες αυτού του φαινομένου. Θα μελετηθούν οι ευρύτερες μεταβολές που επιδέχεται η ίδια η έννοια και η πράξη της πολιτικής κατά την περίοδο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Την περίοδο αυτή παρατηρείται άρση ή κατάργηση κοινωνικών δικαιωμάτων και κεκτημένων και, όπως θα υποστηριχθεί πιο κάτω, συντελείται συγχρόνως ένα πλήγμα προς την ίδια την πολιτική, τόσο την πολιτική δράση όσο και την έννοια και το πεδίο της πολιτικής. Αυτό που θα υποστηριχθεί είναι ότι η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, που επικράτησε στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα, πρεσβεύσει μια απαξιωτική αντίληψη για την πολιτική. Τι ονομάζουμε νεοφιλελευθερισμό Από τη δεκαετία του 1980 επικράτησαν στις ανεπτυγμένες αστικές κοινωνίες, πολιτικές δυνάμεις που προώθησαν τη μείωση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, τις απορυθμίσεις, τις αποκρατικοποιήσεις, τη μείωση των κρατικών δαπανών και τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους όπως είχε αναπτυχθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με διακηρυγμένο στόχο τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των οικονομιών τους. Η εφαρμογή αυτών των νεοφιλελεύθερων πολιτικών συντελέστηκε μαζί με τη επικράτηση συγκεκριμένων ιδεών, της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, που τις ρίζες της είχε στη σκέψη της Σχολής του Σικάγου από τη δεκαετία 1950. Η αναβίωση και επικράτηση των ιδεών αυτών δεν ήταν τυχαία. Όταν υπάρχει μια κρίση οι δράσεις που θα αναληφθούν εξαρτώνται από τις ιδέες που προϋπάρχουν, υποστήριξε εύστοχα ο Thomas Friedman, ένας βασικός εκφραστής αυτής της σχολής σκέψης. Γι’ αυτό και οι εναλλακτικές πολιτικές, είπε, πρέπει να υπάρχουν και να κρατούνται ζωντανές και διαθέσιμες μέχρι το πολιτικά αδύνατο να καταστεί πολιτικά αναπόφευκτο (Friedman, 1962, ix).

38


Παναγιώτα Άρνου Η μείωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 ή για άλλους η κρίση υπερσυσσώρευσης, η εξάντληση των ορίων των κεϋνσιανών πολιτικών και η ανάγκη εξεύρεσης λύσης στην κρίση εκείνη σήμανε την ώρα για τις νεοφιλελεύθερες ιδέες. Υπήρξαν δηλαδή οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που επέτρεψαν στις πολιτικές δυνάμεις που εκπροσώπησαν αυτές τις ιδέες να λάβουν την εξουσία και να τις θέσουν σε πράξη. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ήταν η Μάργκαρετ Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο και ο Ρόναλντ Ρήγκαν στις Η.Π.Α., που προώθησαν πολιτικές φιλελευθεροποιήσεων, ιδιωτικοποιήσεων και απορρυθμίσεων, ενώ στο κοινωνικό επίπεδο χαρακτηρίστηκαν από επιθέσεις στα εργατικά κεκτημένα αλλά και στην ίδια την οργανωμένη εργατική τάξη. Στη συνέχεια, οι νεοφιλελεύθερες ιδέες κυριάρχησαν, αφού έγιναν αποδεκτές ακόμη και από σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Η δύναμη των παγκόσμιων αγορών Από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα περίπου, η επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας έχει καταστεί προτεραιότητα των οικονομικών πολιτικών των κρατών, κατά ένα συγκεκριμένο τρόπο όμως που αποβαίνει εις βάρος άλλων λειτουργιών του κράτους, όπως το κοινωνικό κράτος, η παροχή δημόσιων υπηρεσιών αλλά και η διασφάλιση ικανοποιητικών εισοδημάτων των μισθωτών. Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να διασφαλίσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους, έτσι ώστε, ανάμεσα σε άλλα, να προσελκύουν επενδύσεις κεφαλαίων στη χώρα τους (ή να αποτρέπουν την απόσυρσή τους). Η τάση αυτή έχει ενισχυθεί με την παγκόσμια οικονομική κρίση από το 2007-2008 και έπειτα. Η οικονομική κρίση και ο διεθνής ανταγωνισμός εμφανίζονται ως οι καθοριστικοί παράγοντες άσκησης πολιτικής, που οδηγούν στο μονόδρομο της επιδίωξης της οικονομικής ανάπτυξης με κάθε κόστος, ακόμη δηλαδή και εις βάρος της κοινωνικής ανάπτυξης, και προσδιορίζουν την οικονομική πολιτική πρωτίστως ως ικανότητα προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων. Το πεδίο δράσης των κυβερνήσεων συρρικνώνεται εντός του περιορισμένου πλαισίου που αφήνει ο διεθνής ανταγωνισμός. Σε αυτό το περιορισμένο πλαίσιο άσκησης πολιτικής δεν υπάρχει χώρος παρά για οριακές διαφορές. «Ο έλεγχος της πολιτικής από την οικονομία δεν

39


Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης

οδηγεί στην κυριολεξία στην εξαφάνισή της, αλλά την καθιστά υποτελή: οι κυβερνήσεις […] υιοθετούν την πρακτική των ευνοϊκών διατάξεων για τους βιομηχανικούς, χρηματιστηριακούς και τραπεζικούς ομίλους, από τις πιέσεις στην αγορά εργασίας και την καταδίκη της εργασίας, ως την εξάρθρωση των κοινωνικών κεκτημένων και των μέτρων εμπορικού προστατευτισμού» (Labica, 2001, σσ. 490-1). Οι πιέσεις των αγορών τίθενται υπεράνω των αναγκών και των απαιτήσεων της κοινωνίας, και έτσι η πολιτική εμφανίζεται ανήμπορη απέναντι στην ελεύθερη οικονομία. Η νεοφιλελεύθερη λογική θέτει τις αποφάσεις για την οικονομική πολιτική έξω από το πεδίο της πολιτικής. Όταν οι αγορές, και δη οι διεθνείς αγορές, ανάγονται σε δυνάμεις τις οποίες οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις οφείλουν να εξευμενίσουν, να καθησυχάσουν και να ικανοποιήσουν, η δημοκρατική πολιτική παραδίνεται στους όρους της ελεύθερης αγοράς. Έτσι, όταν οι πολίτες βλέπουν τις κυβερνήσεις τους να αναμένουν και να βασίζουν τις αποφάσεις τους στις αγορές, δεν εκλαμβάνουν τις κυβερνήσεις ως δικούς τους εκπροσώπους, αλλά ως εκπροσώπους άλλων συμφερόντων (Streeck, 2011, σ. 26). Καθίσταται έτσι αποδεκτό και εντέλει αναμενόμενο οι εκπρόσωποι του λαού να ανταποκρίνονται πρώτιστα στις πιέσεις των αγορών και δευτερευόντως στα κοινωνικά αιτήματα. Ιδιωτικοποιήσεις Μία από τις χαρακτηριστικότερες νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι οι ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών. Αγαθά, υπηρεσίες και οργανισμοί που ανήκαν στο δημόσιο, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται με τις συγκεκριμένες δημοκρατικές διαδικασίες που ακολουθεί κάθε κράτος, μεταφέρονται στην ιδιωτική σφαίρα και λειτουργούν με τους κανόνες και τις προτεραιότητές της. Έτσι, το πεδίο της πολιτικής συρρικνώνεται και μαζί του περιορίζεται το πεδίο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Όπως παρατηρεί ο Labica, όταν ο δημόσιος χώρος και οι θεσμοί του (εκπαίδευση, τηλεπικοινωνίες, υγεία, μεταφορές) συρρικνώνονται, μεταβάλλεται το σύνολο της δημοκρατικής δραστηριότητας (Labica,

40


Παναγιώτα Άρνου 201, σ. 491). Ο B. Barber υποστηρίζει ότι ανατρέπεται η παράδοση του κοινωνικού συμβολαίου, σύμφωνα με την οποία νομιμοποιούνται μόνο οι μορφές δημόσιας εξουσίας που βασίζονται στη λαϊκή κυριαρχία (Barber, 2000, σ. 284). Αυτό που πρεσβεύει η νεοφιλελεύθερη θεώρηση είναι μια γενικότερη απονομιμοποίηση του δημοσίου συμφέροντος έναντι του ιδιωτικού συμφέροντος. «Απολίτικοι» θεσμοί και «απολίτικη» δημοκρατία Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κρίσης της πολιτικής αντιπροσώπευσης (για την οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια) τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται αυξημένη καταφυγή σε διάφορα μη-εκλεγμένα σώματα ή επιτροπές, τα οποία καλούνται να προτείνουν ιδέες, να εκφέρουν απόψεις, να εισηγηθούν λύσεις ή ακόμη και να συμμετέχουν σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων για διάφορα ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος, στη βάση όχι της αντιπροσωπευτικότητάς τους, αλλά στη βάση της εξειδίκευσης τους, της «αντικειμενικότητας» τους ή της «ανεξαρτησίας» τους. Πρόκειται για τα διάφορα σώματα ή επιτροπές ανεξάρτητων ειδικών, εμπειρογνωμόνων και τεχνοκρατών. Από την άλλη υπάρχουν και διάφορα παραδείγματα αυτο-εξουσιοδοτημένων αντιπροσωπευτικών – αλλά μη εκλεγμένων – σωμάτων: ομάδες πολιτών, συναντήσεις με ενδιαφερόμενους φορείς, δημόσιες ακροάσεις, δημόσιες έρευνες, διαβουλευτικά φόρα κ.α. (Urbinati, 2010, σ. 73). Το επιχείρημα που δίδεται υπέρ μη-πολιτικών, μη-κομματικών, «αμερόληπτων» ή «ανεξάρτητων» λογικών και συλλογισμών, είναι ότι λειτουργούν ως αντίδοτο σε μια βασική παθογένεια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας: το λαϊκισμό (Urbinati, 2010, σ. 70). Έτσι, μετατρέπεται σε αρετή η ανάθεση της λήψης απόφασης για κάποιο θέμα σε μια ομάδα ειδικών εμπειρογνωμόνων, που μακριά από «εκλογικές πιέσεις» και «πολιτικές αντιπαραθέσεις» θα πάρει την «ορθή» απόφαση για το «κοινό καλό». Η καθιέρωση μιας τέτοιας λογικής, ωστόσο, αμφισβητεί τους βασικούς θεσμούς της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τις εκλογές και την αντιπροσώπευση (Urbinati, 2010, σσ. 72-73). Το ίδιο το δικαίωμα

41


Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης

ψήφου φυσικά έχει καθιερωθεί και θεωρείται αναφαίρετο και θεμελιώδες δικαίωμα κάθε αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σήμερα, ωστόσο η θέση ότι η λήψη αποφάσεων θα ήταν καλό να λαμβάνεται από τους «ειδικούς», τους «άριστους» ή τους «τεχνοκράτες», δηλαδή από μη εκλεγμένους, εμπεριέχει μια βαθιά αμφισβήτηση της αξίας της δημοκρατίας για τις σύγχρονες κοινωνίες. Οι πολίτες σταδιακά αποδέχονται την αποδυνάμωση των πολιτικών θεσμών στη βάση της παραδοχής της ιδεολογίας του νεοφιλελευθερισμού ότι θα είναι καλύτερα εάν παύσει η συλλογική δημοκρατική φωνή τους (Barber, 2000, σ. 284). Η αμφισβήτηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών προς αναζήτηση ενός «κοινού καλού» βρίσκει θεωρητική υποστήριξη, ανάμεσα σε άλλους, στον θεωρητικό Philip Pettit, ο οποίος αμφισβητεί ορισμένες δημοκρατικές αρχές, όπως η λήψη αποφάσεων με πλειοψηφία του λαού, στο όνομα της εξυπηρέτησης του «κοινού καλού». Στην αναζήτηση του «κοινού καλού» ο Pettit προτείνει μια αποπολιτικοποίηση της λήψης των αποφάσεων και της ίδιας της δημοκρατίας, θεωρώντας ως παράδειγμα προς μίμηση τον θεσμό των ανεξάρτητων κεντρικών τραπεζών, που αποφασίζουν μακριά από εκλογικές πιέσεις (Pettit, 2004, σ. 53). Θεωρεί ότι οι εκλογικές πιέσεις αποβαίνουν εις βάρος της λήψης αποφάσεων με γνώμονα το «κοινό καλό, καταλήγοντας ότι η λύση είναι η αποπολιτικοποίηση των δημόσιων αποφάσεων. Δεδομένων των αδυναμιών που αποδίδει στα αντιπροσωπευτικά σώματα, θεωρεί ότι αυτό μπορεί να γίνει με την ενίσχυση ελεγκτικών σωμάτων που θα μπορούν να αμφισβητούν τις αποφάσεις που λαμβάνονται και να ελέγχουν τα σώματα λήψης αποφάσεων (ό.π., σσ. 62-63). Δίνει περισσότερη έμφαση δηλαδή στον ελεγκτικό ρόλο των πολιτών παρά στην ίδια την πολιτική συμμετοχή τους. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι αποφασίζουν (ό,τι θέλουν) και στη συνέχεια οι πολίτες τους ελέγχουν. Περιορίζει την πολιτική συμμετοχή και δράση σε έλεγχο και επιπρόσθετα μεταθέτει την πολιτική δράση των πολιτών εκτός του χώρου και του χρόνου που λαμβάνεται η πολιτική απόφαση. O Pettit υποστηρίζει ότι η σύγχρονη δημοκρατία δεν πρέπει να βάζει τη δύναμη των αριθμών πάνω από τη σημασία του επιχειρήματος (ό.π., σ. 52). Θεωρεί ότι είναι αρνητικό οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι να είναι

42


Παναγιώτα Άρνου δεσμευμένοι από τα συμφέροντα που εκπροσωπούν, γιατί έτσι δεν θα μπορούν να εκπροσωπούν τα συμφέροντα της κοινότητας ως σύνολο (ό.π., σσ. 52-53). Αυτό θα μπορούσε να ευσταθεί όμως μόνο εάν μιλούσαμε για κοινωνίες αταξικές, χωρίς διαφορετικά - και συγκρουόμενα - ταξικά συμφέροντα. Προσεγγίσεις αυτού του τύπου παραγνωρίζουν ακριβώς το γεγονός ότι ζούμε σε ταξικά διαστρωμένες κοινωνίες, όπου η έκφραση και προώθηση διαφορετικών κοινωνικών αιτημάτων είναι άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο - αναγνωρισμένη στο πλαίσιο της δημοκρατικής ζωής των αστικών κοινωνιών. Δηλαδή αυτό που υποστηρίζουν τέτοιου είδους προσεγγίσεις είναι ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας, επικεντρωμένη σε αυτό που εκλαμβάνειορθά ή μη- ως δικό της συμφέρον, μπορεί να οδηγεί την κοινωνία σε «λανθασμένες επιλογές», δηλαδή επιλογές που να μην εξυπηρετούν το λεγόμενο «κοινό καλό». Με άλλα λόγια, ο αμόρφωτος ή ο παραπλανημένος από τους λαϊκιστές λαός αποφασίζει «λανθασμένα», δηλαδή αποφασίζει ενάντια στο συμφέρον του κοινωνικού συνόλου. Ωστόσο, οι λύσεις που προτείνονται, όπως είναι η ενίσχυση των μη εκλεγμένων σωμάτων, δεν προσανατολίζονται στην πολιτική κινητοποίηση του λαού. Αντιθέτως, οι προτάσεις αυτές διακατέχονται από ένα στοιχείο∙ τη μείωση της λαϊκής συμμετοχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η θεωρητική αυτή προσέγγιση βρίσκεται πίσω από την αυξανόμενη νομιμοποίηση της συμμετοχής μη εκλεγμένων ειδικών στη διαμόρφωση, ακόμη και στη λήψη αποφάσεων, και την αποθέωση της «ουδέτερης», επιστημονικής ή τεχνοκρατικής γνώσης ως βάση για τη λήψη των αποφάσεων, απαλλαγμένης από πολιτικά κριτήρια. Η Urbinati εκτιμά ότι συντελείται μια βαθιά μεταβολή στην ίδια την έννοια της πολιτικής. Η μετατόπιση της πολιτικής σε μη εκλεγμένα σώματα μετατοπίζει τις πολιτικές αποφάσεις μακριά από δημοκρατικές διαδικασίες (Urbinati, 2010., σ. 74). «Προαναγγέλλει ένα μετασχηματισμό της έννοιας της πολιτικής, σύμφωνα με τους στόχους και τα κριτήρια που θυμίζουν την ουτοπία της ορθολογικής δύναμης των εμπειρογνωμόνων, του δέκατου ένατου αιώνα» (ό.π., σ. 74). Η πολιτική μετατρέπεται σε μια γνωστική διαδικασία που αποσκοπεί στην εξεύρεση της «ορθής» ή της «ιδανικής» λύσης, που οφείλει να είναι απαλλαγμένη από πολιτικές διαφωνίες. Όταν

43


Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης

στη βάση της νεοφιλελεύθερης λογικής, ζητήματα οικονομικής πολιτικής ορίζονται ως ζητήματα τεχνοκρατικής φύσης, τότε η οικονομική πολιτική ανάγεται σε απλή διαχείριση. Η Urbinati (2010, σ. 81) θεωρεί ότι επικρατεί μια «δικαστική» προσέγγιση για τα δημόσια ζητήματα, έναντι της πολιτικής αντιμετώπισής τους. Η κρίση στη δικαιοσύνη (judicial judgment) οφείλει να διέπεται από την αμερόληπτη εξέταση ενός θέματος, ενώ η πολιτική κρίση (political judjement) αντιθέτως προϋποθέτει την ύπαρξη και τη διαμόρφωση διαφορετικών απόψεων. Με πολιτικά κριτήρια, η αμερόληπτη εξέταση ενός θέματος δεν είναι ούτε εφικτή αλλά ούτε και επιθυμητή. Ακριβώς, η πολιτική κρίση δεν μπορεί να απαλλαγεί από δογματικές απόψεις και από εξιδανικευμένα οράματα, που δεν συμπίπτουν κατ’ ανάγκην με ένα ιδεώδες γενικό καλό (ό.π., σ. 84). Πραγματική απειλή για τη δημοκρατία είναι η επιδίωξη μιας ανέφικτης καθολικής έλλογης συναίνεσης, λέει η Mouffe (2004, σσ. 93-4). Η «ορθολογικότητα» την οποία επικαλείται ο φιλελευθερισμός αποκρύπτει τους κοινωνικο-πολιτικούς διαχωρισμούς και αποκλεισμούς, προβάλλοντας αξιώσεις «ουδετερότητας» (ό.π., σ. 4). Αυτή η αναζήτηση λύσεων στα δημόσια ζητήματα μέσω μιας επίκλησης ουδετερότητας και ορθολογισμού αρνείται την πολιτική φύση των ζητημάτων αυτών. Αρνείται, κατ’ επέκταση, την ύπαρξη, την πολιτική εκπροσώπηση και την αντιπαράθεση εντός ενός δημοκρατικού πλαισίου, διαφορετικών και αντικρουόμενων ταξικών συμφερόντων. Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αποδυνάμωσης των ρόλων των εκλεγμένων σωμάτων, και δη των εθνικών κοινοβουλίων έναντι της εκτελεστικής εξουσίας αλλά και των δυνάμεων του κεφαλαίου, τέτοιες θεωρήσεις ενισχύουν μια τάση διάβρωσης του σύγχρονου δημοκρατικού κεκτημένου.1

1 Για μια πιο εκτεταμένη ανάλυση του θέματος αυτού, καθώς και για την έννοια του δημοκρατικού κεκτημένου βλ. Άρνου Π., (2017) Παγκοσμιοποίηση, Νεοφιλελευθερισμός και Κρίση: Επιδράσεις στο Δημοκρατικό Κεκτημένο. Παπαζήσης, Αθήνα. 44


Παναγιώτα Άρνου Ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων Τα πολιτικά κόμματα, ο κατεξοχήν θεσμός πολιτικής αντιπροσώπευσης, βρίσκεται στο επίκεντρο της ευρύτερης αμφισβήτησης των εκλεγμένων σωμάτων. Ο σκεπτικισμός απέναντι στους πολιτικούς αντιπροσώπους δεν είναι καινούριο φαινόμενο, αναφέρει ο θεωρητικός των πολιτικών κομμάτων P. Mair, ωστόσο στο σημερινό πλαίσιο αποκτά κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που το καθιστούν πρόβλημα για τη δημοκρατία (Mair, 2005, σ. 23). Ακριβώς, στην προσπάθεια κατανόησης και ερμηνείας των κοινωνικών φαινομένων, είναι σημαντικό να βλέπουμε το πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσονται. Η κριτική και η αμφισβήτηση των πολιτικών κομμάτων σήμερα συντελείται εν μέσω μιας ευρύτερης διαδικασίας αποδυνάμωσης των λαϊκών συνιστωσών της δημοκρατίας. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε δύο διαστάσεις στον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων τις τελευταίες δεκαετίες, που αφορούν από τη μια, τις μεταβολές στο ρόλο τους ως θεσμό μαζικής συμμετοχής, πολιτικής εκπροσώπησης αλλά και άσκησης εξουσίας, και από την άλλη την αλλαγή πολιτικής από μερίδα των κυρίαρχων κομμάτων εξουσίας. Τα εργατικά πολιτικά κόμματα (και σε κατοπινό στάδιο και άλλα κόμματα όπως τα χριστιανοδημοκρατικά) αναπτύχθηκαν μέσα από τη μαζική συμμετοχή κοινωνικών ομάδων που εκπροσωπούσαν. Αυτό που αναπτύχθηκε ως το μοντέλο του μαζικού πολιτικού κόμματος, (τα εργατικά αλλά και θρησκευτικά κόμματα) στην Ευρώπη, αποτελούσαν τον πυρήνα, ενός ευρύτερου οργανωτικού πλέγματος, όπως ήταν τα συνδικάτα, οι εκκλησίες κ.α. (Mair P., 2005, σ. 18). Αυτά τα δίκτυα έχουν εξασθενίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα τείνουν να διαλύονται. Πρόκειται για τους ενδιάμεσους θεσμούς, που βρίσκονται ανάμεσα στην κρατική εξουσία και την κοινωνία και που για δεκαετίες συνέβαλλαν στην έκφραση κοινωνικών αιτημάτων, στη διεξαγωγή κοινωνικών αγώνων και την επίλυση των κοινωνικών συγκρούσεων, καταλήγοντας πολλές φορές, ανάλογα και με την ισορροπία δυνάμεων, στην επέκταση των κοινωνικών κεκτημένων στο πλαίσιο των αστικών κοινωνιών. Ωστόσο, για μια σειρά από λόγους σήμερα έχουν εξασθενίσει.

45


Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης

Ακριβώς, οι λόγοι της εξασθένισης των ενδιάμεσων θεσμών δεν είναι ανεξάρτητοι από την επικράτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα. Οι ενδιάμεσοι κοινωνικοί θεσμοί, τα κόμματα, τα συνδικάτα, η τοπική αυτοδιοίκηση δέχτηκαν επιθέσεις από τις κυβερνήσεις που πρωτοπόρησαν στην εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όπως του Ρήγκαν και της Θάτσερ (Δουζίνας, 2011, σ. 63). Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, αναλύοντας την επίδραση της παγκοσμιοποίησης στην εργασία και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, αναγνωρίζει ότι δομικές αλλαγές στην απασχόληση, που προκύπτουν κυρίως από ιδιωτικοποιήσεις, αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων, νέες τεχνολογίες, εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων (outsourcing), αλυσίδες παραγωγής καθώς και διάφορες νέες μορφές σχέσης απασχόλησης, συνιστούν ένα ευρύτερο πλαίσιο που επηρεάζει την άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας του συνδικαλίζεσθαι και της συλλογικής διαπραγμάτευσης (ILO, 2008, σ. 21). Επιπρόσθετα, πρέπει να αναγνωριστούν και ευρύτερες κοινωνικές μεταβολές που συντελέστηκαν στις ανεπτυγμένες αστικές κοινωνίες, όπως ο αυξανόμενος ατομικισμός της κοινωνίας και η αποδυνάμωση παραδοσιακών συλλογικών ταυτοτήτων και οργανωτικών δεσμών, ανάμεσά τους και οι δεσμοί κομματικής ταυτότητας και κομματικής συμμετοχής (Mair, 2005, σ. 19). Είναι επομένως συνεπακόλουθη εξέλιξη της εξασθένισης των κοινωνικών αυτών θεσμών και η αποδυνάμωση των μορφών πολιτικής οργάνωσης που επικράτησαν τον 20ο αιώνα, όπως τα πολιτικά κόμματα. Παράλληλα, τα κόμματα φέρουν τις δικές τους ευθύνες. Καταρχήν, οι ίδιοι οι κομματικοί αξιωματούχοι φαίνονται να απομακρύνονται και αυτοί από τα κόμματα, υπό την έννοια της μετακίνησής του σε άλλα δημόσια αξιώματα, κατά τρόπο που αυτό να αποβαίνει εις βάρος του αντιπροσωπευτικού τους ρόλου. Το κόμματα λειτουργούν ως πλατφόρμα για άλλους προορισμούς (ό.π.,σ.8). Έτσι, είναι πλέον λιγότερο ριζωμένα στην ευρύτερη κοινωνία και περισσότερο προσανατολισμένα προς την κυβέρνηση (ό.π., σ. 18).

46


Παναγιώτα Άρνου Από τις μεταβολές της νεοφιλελεύθερης περιόδου, επηρεάστηκαν ιδιαίτερα τα σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα, τα οποία με τις εργατικές διεκδικήσεις για κατάκτηση πολιτικών δικαιωμάτων είχαν άλλοτε πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη του ίδιου του μοντέλου του μαζικού πολιτικού κόμματος. Τα κόμματα της σοσιαλιστικής και σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς βρέθηκαν αντιμέτωπα με την ανατροπή των ιστορικών δεδομένων που τα είχαν αναδείξει σε πρότυπα πολιτικής εκπροσώπησης και κινητήριες δυνάμεις διεύρυνσης της δημοκρατίας (Σπουρδαλάκης, 2001, σ. 18). Τα σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα στη Δυτική Ευρώπη, έχασαν τους παραδοσιακούς δεσμούς που είχαν με τα εργατικά και κοινωνικά κινήματα. Από τη δεκαετία του 1990 ακολούθησαν την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και απομακρύνθηκαν από τον κεϋνσιανισμό, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα μια εικόνα για τους εαυτούς τους ως κόμματα εξουσίας (Aronowitz, 2002, σ. 273). Δηλαδή, ο ρόλος τους διαφοροποιήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, μέσα και από την ίδια την αλλαγή πολιτικής τους, μέσα από την αλλαγή στο περιεχόμενο των θέσεων και των πολιτικών που ακολούθησαν ως κόμματα που κατείχαν ή διεκδικούσαν την εξουσία. Τα συγκεχυμένα όρια ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατική αριστερά και τη χριστιανοδημοκρατική και συντηρητική δεξιά καθόρισαν το τοπίο της πολιτικής εξουσίας την περίοδο επικράτησης της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας. Αυτό που ο Ramonet ονόμασε «ενιαία σκέψη» (la pensee unique)2, εκφράζει την ιδεολογική σύγκλιση δεξιάς - αριστεράς και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ως κυρίαρχης οικονομικής πολιτικής αλλά και ως κυρίαρχης ιδεολογίας. Όταν τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα εξουσίας συγκλίνουν ως προς την βασική κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής και την αντίληψή τους περί οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, τότε οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε αυτά τα κόμματα δεν μπορούν παρά να είναι οριακές. Η σοσιαλδημοκρατία έχασε τον διακριτό πολιτικό της ρόλο, ακολουθώντας τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία.

2 Βλ. το άρθρο του Ignacio Ramonet «La pensée unique» τον Ιανουάριο του 1995 στη Le Μonde Diplomatique, όπου χρησιμοποίησε πρώτα τον όρο. 47


Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης

Η ελαχιστοποίηση των διαφορών και η απουσία πραγματικά εναλλακτικών προτάσεων οικονομικής πολιτικής, μειώνει το ενδιαφέρον των πολιτών και απονοηματοδοτεί τις εκλογικές διαδικασίες, αφού το αποτέλεσμά τους δεν φαίνεται να αλλάζει κάτι ουσιαστικό. Η επικράτηση μιας καθολικής ομοφωνίας καταργεί την πολιτική αντιπαράθεση και εντέλει απαξιώνει την πολιτική στα μάτια των πολιτών. Ανάμεσα στους απλούς πολίτες, λέει ο Streeck, υπάρχει πλέον μια διαδεδομένη αίσθηση ότι η πολιτική δεν μπορεί πλέον να κάνει τη διαφορά στη ζωή τους και ότι η πολιτική τάξη συνιστά μια κλειστή και αυτοεξυπηρετούμενη τάξη ταυτισμένη με την ανικανότητα και τη διαφθορά, από την οποία δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή (Streeck, 2016, σ. 52). Κατά τον Capdevielle (2005, σ. 20) η κρίση της πολιτικής αντιπροσώπευσης δε συνιστά απλώς λειτουργική αδυναμία των αντιπροσωπευτικών θεσμών ή αδυναμία προσαρμογής τους στις σύγχρονες συνθήκες. Τα ίδια τα κόμματα εξουσίας διακηρύσσουν την εξασθένιση της κυριαρχίας τους, γεγονός που αφαιρεί το περιεχόμενο της συλλογικής συζήτησης και απονοηματοδοτεί την εκλογική τους έγκριση (ό.π.). Με την απαξίωση της λαϊκής κυριαρχίας, οι πολίτες δε βρίσκουν λόγο γιατί να ψηφίσουν. Η εξασθένιση των προγραμματικών δεσμεύσεων των υποψηφίων διαστρεβλώνει τη σημασία των εκλογών και θέτει σε κίνδυνο την νομιμοποίησή τους. Ακόμη και ο τρόπος που διεξάγονται οι πολιτικές διεργασίες και οι εκλογικές εκστρατείες στις ανεπτυγμένες αστικές κοινωνίες εκφράζει και αποτελεί μια διαδικασία σταδιακής αποπολιτικοποίησης. Η πολιτική συμμετοχή και η άμεση αλληλεπίδραση μελών και ψηφοφόρων με τα κόμματα και τις ηγεσίες τους αντικαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από την επικοινωνία μέσω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (και πλέον και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Μεγάλη σημασία αποδίδεται στα εξωτερικά χαρακτηριστικά, στην εικόνα και την επιφάνεια. Η εικόνα των υποψηφίων και η επιφάνεια ανάγονται σε κριτήρια που πολλές φορές ξεπερνούν τις πολιτικές θέσεις που εκφράζουν. Τα ίδια τα άτομα, οι υποψήφιοι ή οι πολιτικοί ηγέτες, παρουσιάζονται κατά τον ίδιο τρόπο που διαφημίζονται τα προϊόντα, σε μια διαδικασία που εμπορευματοποιεί την πολιτική. Οι εκλογές μετατρέπονται σε αντικείμενο του μάρκετινγκ και η

48


Παναγιώτα Άρνου πολιτική ζωή υποβιβάζεται συνεχώς σε επιτυχίες του μάρκετινγκ και των μέσων μαζικής ενημέρωσης (Brown, 2011, σ. 47). Αποχή και νεοφιλελευθερισμός Από τη δεκαετία του 1980 παρατηρούνται ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά αποχής στις ανεπτυγμένες αστικές δημοκρατίες. Μπορούν να δοθούν διάφορες ερμηνείες για την αποχή και την απομάκρυνση από την πολιτική γενικότερα, πολλές φορές συμπληρωματικές η μία της άλλης. Συχνά δίνεται η ερμηνεία ότι οι πολίτες «χάνουν το ενδιαφέρον» και την «εμπιστοσύνη» τους απέναντι στην πολιτική και τους πολιτικούς. H αποχή από τις εκλογές μπορεί να εκφράζει αδιαφορία, απαξίωση, διαφωνία ή διαμαρτυρία. Ωστόσο, η ερμηνεία της αποχής και της αποπολιτικοποίησης ως προσωπικής απόφασης ενός ατόμου δεν είναι εξαντλητική, καθώς πρόκειται για κοινωνικό φαινόμενο. Υπάρχουν ευρύτερες κοινωνικές μεταβολές που επηρεάζουν, ανάμεσα σε άλλα, και την πολιτική συμμετοχή και το ρόλο των κομμάτων. O Gaxie (2005) παραθέτει ορισμένες κοινωνικές συνθήκες που κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουν οδηγήσει σε αύξηση των ποσοστών αποχής, όπως η μείωση της συμμετοχής σε συνδικάτα, η διεξαγωγή μαζικών πολιτικών εκστρατειών μέσω των ΜΜΕ αντί της προσωπικής επαφής των κομματικών στελεχών και των υποψηφίων με τους ψηφοφόρους, η έλλειψη ενδιαφέροντος για την πολιτική και οι χαμηλές προσδοκίες από τους πολιτικούς, τους οποίους πολλές φορές οι πολίτες δεν καταλαβαίνουν και δεν μπορούν να παρακολουθήσουν. Σε όλα αυτά προστίθεται η συγκέντρωση των πληθυσμών στα αστικά κέντρα όπου ο κοινωνικός έλεγχος είναι χαμηλός. Πέρα από αυτά, σε διάφορες αναλύσεις για την αποχή αναγνωρίζεται ότι η αποχή συνδέεται με τη συστηματικά χαμηλότερη συμμετοχή κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και κοινωνικών ομάδων που βρίσκονται στην ανεργία, τη φτώχεια και την κοινωνική επισφάλεια, και γενικότερα με ομάδες που δεν ανήκουν στην κυρίαρχη κοινωνική τάξη (είτε με οικονομικούς, είτε με εθνικούς/φυλετικούς ή άλλους όρους) (βλ. Lijphart, 1997; Verba, 2000; Gaxie, 2005).

49


Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης

Οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού έχουν οξύνει τα φαινόμενα αυτά. Η έρευνα του Παναγιωτόπολου (2005) δείχνει τις επιδράσεις της μακροπρόθεσμης - κυρίως - ανεργίας στις συνειδήσεις και τη συμπεριφορά των ατόμων. Οι εργαζόμενοι που βρίσκονται εκτός της παραγωγικής διαδικασίας βιώνουν μια κοινωνική πραγματικότητα εκτός των κυρίαρχων λογικών της καπιταλιστικής κοινωνίας και αποκλείονται έτσι από την κοινωνική κανονικότητα, ή βιώνουν μια «ακούσια κοινωνική αποχή» (Παναγιωτόπουλος, 2005, σ. 189). Η συμπεριφορά ενός ανέργου - ιδιαίτερα ενός μακροχρόνια ανέργου - συχνά διέπεται από μια λογική διαφορετική από την κυρίαρχη οικονομική λογική, στην οποία δύσκολα εντάσσονται «οι αποδιοργανωμένες και απρόβλεπτες ζωές, που η αναγκαστική ανεργία συνεπάγεται» (Παναγιωτόπουλος, 2005, σ. 16). Το άνεργο άτομο δεν παράγει και δε μπορεί να ανταποκριθεί στο κυρίαρχο πρότυπο τρόπου ζωής των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών που πρεσβεύει τον καταναλωτισμό και την επιδίωξη ατομικού πλουτισμού και ατομικής επιτυχίας. Το άτομο αποδίδει την ευθύνη στον εαυτό του και ερμηνεύει την ανεργία ως προσωπική αποτυχία (χωρίς να κατανοεί τους κοινωνικούς λόγους που το έφεραν σε αυτή την κατάσταση). Η αδράνεια αλλά και η προσωπική (όπως την εκλαμβάνει) αποτυχία (αυτό)εκτοπίζει το άτομο από τη δράση στο παρόν και τον όποιο προγραμματισμό για το μέλλον σε διάφορα επίπεδα: εργασία, αυτοπραγμάτωση, οικογένεια, πολιτική. Οι άνεργοι μένοντας εκτός της κοινωνικής «κανονικότητας», αποκλείονται και από το χώρο της πολιτικής (Τομπάζος, 2008, σ. 205). Στο ίδιο πλαίσιο, ακριβώς επειδή η κοινωνική πραγματικότητα και οι κοινωνικές πρακτικές συνεπάγονται την εσωτερίκευση αντιλήψεων από τα άτομα, η συνδικαλιστική ή πολιτική οργάνωση αντιμετωπίζεται ως άσκοπη ή και επιζήμια, όπως προκύπτει από την έρευνα του Παναγιωτόπουλου (2005, σ. 218). Ιδιαίτερα οι νεαρότεροι σε ηλικία άνεργοι τείνουν να απορρίπτουν ή να μην αναμένουν τίποτα από οποιοδήποτε συλλογικό φορέα διεκδίκησης (ό.π., σ. 221).

50


Παναγιώτα Άρνου Η αποδόμηση του κοινωνικού και δημοκρατικού κράτους Η απομάκρυνση των πολιτών από τα κοινά, η αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες, η μειωμένη συμμετοχή σε πολιτικά κόμματα, αποτελούν έκφραση της ευρύτερης απαξίωσης της πολιτικής που συντελείται με το νεοφιλελευθερισμό. Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών - και σε αντίθεση με τον μεταπολεμικό κοινωνικό συμβιβασμό - απαξιώνεται και η ανάγκη όπως το δημοκρατικό κράτος προνοεί για την ευημερία των πολιτών του και αποδομούνται κοινωνικές λειτουργίες των σύγχρονων κρατών, οδηγώντας σε φαινόμενα αποκλεισμού ή και φτωχοποίησης ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Οι ίδιες συνθήκες που θέτουν ορισμένες κοινωνικές ομάδες στο περιθώριο της κοινωνίας, τις βάζουν επίσης και «εκτός του πολιτικού παιχνιδιού» (όρος που χρησιμοποιεί ο Muxel, 2008, σ. 55). Με την παγκόσμια οικονομική κρίση από 2007-2008 και έπειτα, αυτές οι τάσεις έχουν ισχυροποιηθεί. Οι προσπάθειες για τη μείωση των δημόσιων ελλειμμάτων βασίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά σε περικοπές των κρατικών δαπανών - τόσο στην κοινωνική ασφάλιση όσο και στις επενδύσεις σε φυσικές υποδομές και ανθρώπινο κεφάλαιο (Streeck, 2016, σ. 69). Λόγω των μειωμένων λειτουργιών του κράτους, ιδιαίτερα της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους, και επιπρόσθετα με την κρίση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, τα κράτη ασκούν όλο και λιγότερο προστατευτικό ρόλο. Όσο ο προστατευτικός και αναδιανεμητικός ρόλος του κράτους αδυνατίζει, τόσο το ίδιο το κράτος και η δημόσια εξουσία απονομιμοποιούται. Συνοψίζοντας, δύο παρατηρήσεις μπορούν να λεχθούν: Πρώτον, υπάρχει μια ιδεολογία της αποπολιτικοποίησης, μια επικρατούσα ιδεολογία απονομιμοποίησης της πολιτικής. Αυτή η ιδεολογία εκφράζεται με διάφορους τρόπους: (α) Η πολιτική ταυτίζεται με διαφθορά, σκάνδαλα και εξυπηρέτηση ιδιωτικών και όχι συλλογικών συμφερόντων, με τρόπο που να απονομιμοποιείται κάθε είδους πολιτική δράση.

51


Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης

(β) Επικρατεί το ατομικό συμφέρον έναντι του δημόσιου ή συλλογικού. (γ) Απονομιμοποιείται η συλλογική δράση εν γένει. Δεύτερον, η ίδια η σφαίρα της πολιτικής μεταβάλλεται τη νεοφιλελεύθερη περίοδο. Η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, η συρρίκνωση λειτουργιών του κράτους με την ιδιωτικοποίηση δημόσιων υπηρεσιών και αγαθών, η απονομιμοποίηση των θεσμών πολιτικής αντιπροσώπευσης και η εξασθένιση των ενδιάμεσων κοινωνικών θεσμών, που συντελούνται τη νεοφιλελεύθερη περίοδο, περιορίζουν το ίδιο το πεδίο της πολιτικής. Νεοφιλελευθερισμός συμπεριλαμβάνει ένα πλέγμα ιδεών, πολιτικών και μέσων, δεν είναι μόνο μια ιδεολογία. Αυτό που μας ενδιαφέρει για τους σκοπούς του παρόντος κειμένου είναι το πώς οι ιδέες και τα έργα του νεοφιλελευθερισμού επιδρούν στην ίδια την πολιτική, στην έννοια και το πεδίο της πολιτικής σφαίρας. Αυτά που πρεσβεύει ο νεοφιλελευθερισμός συνεπάγονται μια υπονόμευση του πολιτικού πεδίου. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο διότι, πρώτον, συνάδει με τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και δεύτερον, η υπονόμευση της πολιτικής σημαίνει συρρίκνωση της δημοκρατίας. Πρόβλημα για τη Δημοκρατία; Προτού ολοκληρώσουμε τον προβληματισμό μας, είναι σημαντικό να σταθούμε στο θέμα της δημοκρατίας. Η αποπολιτικοποίηση συνιστά πρόβλημα για τη δημοκρατία; Γιατί να μας ενδιαφέρει αν έχει πρόβλημα η σύγχρονη αστική δημοκρατία, η οποία ούτε τέλεια είναι, ούτε διασφαλίζει πάντα τα δικαιώματα της κοινωνικής πλειοψηφίας και δη των κυριαρχούμενων τάξεων; Όταν μιλούμε σήμερα για δημοκρατία εννοούμε την αστική δημοκρατία με τους περιορισμούς της, αποτέλεσμα συμβιβασμών και παραχωρήσεων που βρίσκουν τον τρόπο να εξημερώνουν τα λαϊκά αιτήματα και να τα εντάσσουν στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα. Ωστόσο αυτή η περιορισμένη δημοκρατία είναι ταυτόχρονα ένα κεκτημένο των σύγχρονων κοινωνιών, αποτέλεσμα των αγώνων της εργατικής τάξης για απόκτηση πολιτικών

52


Παναγιώτα Άρνου δικαιωμάτων, μαζί με τα εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα. Αυτά τα δικαιώματα και αυτή η δημοκρατία βρίσκονται υπό αμφισβήτηση. Μπορεί το δικαίωμα ψήφου εν γένει να θεωρείται αναφαίρετο, αλλά η αξία και η λειτουργία του υπονομεύονται, ανάμεσα σε άλλα, και από τη λογική της αποπολιτικοποίησης. Η αμφισβήτηση της αξίας της αντιπαράθεσης πολιτικών θέσεων και πολιτικών οραμάτων, που προτάσσει η νεοφιλελεύθερη λογική, προσφέρουν το καλύτερο έδαφος για ανάπτυξη αντιδημοκρατικών, φασιστικών αντιλήψεων. Ο φασισμός και ο ολοκληρωτισμός (φανερός ή και συγκαλυμμένος) χτυπά την πόρτα των αναπτυγμένων δημοκρατιών, όχι ως απομεινάρι μιας άλλης εποχής αλλά βγαλμένος μέσα από τα σύγχρονα αδιέξοδα, προβλήματα και κρίσεις των σύγχρονων αστικών κοινωνιών.

53


Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης

Βιβλιογραφία Aronowitz S. (2002), «Global Shift, A New Capitalist State?», in Aronowits S., Bratsis P. (ed.) Paradigm Lost, State Theory reconsidered. Univ. of Minnesota Press, Mineapolis. Barber B., (2000) «Can Democracy Survive Globalization?». Government and Opposition, Vol. 35 No. 3 , pp. 275 – 416. Brown W. (2011), «We are all democrats now…». in Allen A. (ed) Democracy in What State? Columbia University Press, New York. Capdevielle J.(2005), Démocratie: la panne. Textuel, Paris. Friedman Μ., Capitalism and Freedom (1962), repr.: University of Chicago Press, Chicago, 1982, ix Gaxie D. (2005), «L’abstention électorale: entre scepticisme et indifférence». Encyclopédie Universalis, Universalia, pp.215-219. Heath A. (1999), Were Traditional Voters Disillusioned with New Labour? Working Paper, No 68. Centre for Research into Elections and Social Trends, UK. Lijphart

Α. (1997), «Unequal participation: Democracy’s unresolved dilemma. Presidential Address, American Political Science Association, 1996». American Political Science Review. Vol. 91, No 1.

Mair P. (2005), Democracy beyond parties, Center for the Study of Democracy, Working Paper 05-06. Mair P. (2013), Ruling the Void: The Hollowing of Western Democracy. Verso, New York. Mouffe C. (2004), Το Δημοκρατικό Παράδοξο. (μτφ. Κιουκπιόλης Α.). Πόλις, Αθήνα.

54


Παναγιώτα Άρνου

Muxel A. (2008), «Abstention : défaillance citoyenne ou expression démocratique? », Cahiers du Conseil constitutionnel n° 23 (Dossier : La citoyenneté). Paris, Février. Pettit P. (2004), «Depoliticizing Democracy» Ratio Juris 17 : 52-65. Streeck W. (2011), «The Crises of Democratic Capitalism». New Left Review Vol. 71. Streeck W. (2016), How Will Capitalism End?: Essays on a Failing System. Verso, New York. Verba

S. (2000), Representative Democracy and Democratic Citizens: Philosophical and Empirical Understandings. The Tanner Lectures in Human Values, University of Oxford. Utah University Press, Utah.

Urbinati N. (2010), «Unpolitical Democracy», Political Theory. Vol. 38 no. 1, σελ. 65-92. Urbinati N. (2006), Representative Democracy. Principles Genealogy. The University of Chicago Press. Chicago.

and

International Labour Organisation (2008), Freedom of association in practice: Lessons learned. Report of the Director-General. Inter national Labour Office, Geneva.

55


Νεοφιλελευθερισμός και Πολιτική: Αναζητώντας τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες της αποπολιτικοποίησης

Ελληνόφωνη βιβλιογραφία Άρνου Π. (2017), Παγκοσμιοποίηση, Νεοφιλελευθερισμός και Κρίση: Επιδράσεις στο Δημοκρατικό Κεκτημένο. Παπαζήσης, Αθήνα. Δουζίνας Κ. (2011), Αντίσταση και Φιλοσοφία στην Κρίση. Πολιτική, Ηθική και Στάση Σύνταγμα. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα. Labica G. (2001), «Η πολιτική, το κράτος, η δημοκρατία», στο Ρήγος Α. και Τσουκαλάς Κ. (επίμ.) Η πολιτική σήμερα, Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του, Θεμέλιο, Αθήνα. Παναγιωτόπουλος Ν. (2005), Η οδύνη των ανέργων. Πολύτροπον, Αθήνα. Σπουρδαλάκης Μ. (επιμ.) (2001), Το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα: Προκλήσεις και προοπτικές, Αθήνα: ΙΣΤΑΜΕ. Τομπάζος Σ. (2008), «Ευρωπαϊκή Ένωση και Δημοκρατία», στο Ευρώπη ποια Ευρώπη. Κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εναλλακτικές πολιτικές. Εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα.

56


Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής, Τεύχος 4, σσ. 57-88, 2018

Αντρέας Παναγιώτου1

Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές2 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Υπάρχει μεγάλη συζήτηση ως προς το ρόλο των ΜΜΕ στη δημόσια σφαίρα, όπως και το πόσο έχουν αλλάξει τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης με την εμφάνιση των «Νέων Μέσων». Οι φοιτητές, φαίνεται από παλαιότερες έρευνες να παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς την άποψη για τα ΜΜΕ, σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Στην παρούσα μελέτη 110 προπτυχιακοί φοιτητές απάντησαν σε δομημένο ερωτηματολόγιο για την άποψη τους για τα ΜΜΕ και τις αλλαγές που επέφερε η κρίση σε αυτή, αλλά και για την πολιτική τους άποψη. Οι φοιτητές αρνούνται να προσδιοριστούν ιδεολογικά στην κλίμακα ΑριστεράΔεξιά, δεν ανήκουν σε φοιτητικές παρατάξεις, λίγο ενδιαφέρονται για τις πολιτικές εξελίξεις, κατά 20% δε θα ψηφίσουν στις βουλευτικές εκλογές, χρησιμοποιούν περισσότερο τα «Νέα Μέσα» από τα «παραδοσιακά», θεωρούν ότι η τηλεόραση έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία, ότι τα ΜΜΕ εξυπηρετούν συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες, ενώ –με εξαίρεση την τηλεόραση- δεν άλλαξε η άποψη τους για τα ΜΜΕ μετά την κρίση, ούτε η συχνότητα που τα χρησιμοποιούν.

1 Ο Αντρέας Παναγιώτου είναι Επιστημονικός Συνεργάτης του Ινστιτούτου Επικοινωνιακών και Κοινωνικών Ερευνών (ΙΕΚΕ) του Πανεπιστημίου Frederick στη Λευκωσία, Κύπρος. 2 Η έρευνα έγινε στα πλαίσια του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Επιστήμες της Επικοινωνίας: Μέσα Επικοινωνίας και Δημοσιογραφία στην Επικοινωνία της Πληροφορίας» του Πανεπιστημίου Frederick, από τον Οκτώβριο του 2015, μέχρι τον Μάη του 2016, με επιβλέπουσα καθηγήτρια την καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δρ Μπετίνα Ντάβου,. Η αλληλογραφία σχετικά με τη μελέτη αυτή θα πρέπει να απευθύνεται στον Αντρέα Παναγιώτου, Κέας 3, Δερύνεια, Τ.Κ. 5380, Κύπρος. 57


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

I. ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ 1.

Δημόσια σφαίρα και πληροφορία

Ένα σημαντικό ρεύμα της κοινωνικής θεωρίας, έχει επισημάνει ότι οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν μετασχηματιστεί σε κοινωνίες της πληροφορίας. Η πληροφορία αυτούσια, αλλά και η διαδικασία παραγωγής, διανομής και η εν τέλει χρήση της, θεωρείται πως καθορίζουν τη δομή των θεσμών, των κοινωνικών συστημάτων, αλλά και τη διαδρομή της ζωής των μελών τους (Πλειός, 2011). Σύμφωνα με τον Στάιγκερβαλντ (1987), αναφερόμενος στη θεωρία των Μαρξ-Ένγκελς περί «Βάσης-Εποικοδομήματος», ο τρόπος παραγωγής των βιώσιμων και καταναλώσιμων αγαθών της καθημερινότητας, η οικονομική δηλαδή βάση της κοινωνίας, είναι αυτή που τελικά καθορίζει την κοινωνική, πολιτική και πνευματική πορεία της ζωής γενικά. Η Παπαχαρίση (2008), η οποία βασίζεται στη θέση του Habermas περί δημόσιας σφαίρας, αναφέρει ότι αυτή αποτελεί έναν τομέα της κοινωνικής ζωής, όπου η κοινή γνώμη αναπτύσσεται μέσα από τον ορθολογιστικό διάλογο και την αντιπαράθεση διαφορετικών απόψεων με απώτερο στόχο την κοινωνική συνοχή και την λήψη αποφάσεων, παρόλο που η επίτευξη των στόχων, δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Η εμπορευματοποίηση των ΜΜΕ έχει επηρεάσει το χαρακτήρα και τη νοοτροπία της δημόσιας σφαίρας, καθώς την έχει μεταβάλει σε ρητορική και επικοινωνία, η οποία έχει γενικότερη εμπορική προέλευση και κατεύθυνση. Η δημόσια σφαίρα, αποτελεί μια έννοια που βοηθά να κατανοήσουμε την πολιτική συμμετοχή στα κοινά. Ο Baudrillard (1991), από τις αρχές του 1990, μίλησε για την παραχώρηση της θέσης της σκηνής και του καθρέφτη της ιστορίας σε μια οθόνη και ένα δίκτυο. Η δημόσια σκηνή, ο δημόσιος χώρος, έχουν αντικατασταθεί από μια γιγαντιαία κυκλοφορία. Όπως αναφέρει η Μάνιου (2013), ο ίδιος ο Habermas το 1996 ανέλυσε ξανά τη δημόσια σφαίρα ως εξαρτώμενη από την κοινωνία των πολιτών και ως έκφραση της κοινωνικής διαφοροποίησης, αναγνωρίζοντας τη σημασία των κοινωνικών θεσμών μέσα στην κοινωνία των πολιτών. Η επέκταση της δημόσιας σφαίρας, παράλληλα με την ανάπτυξη και επικράτηση των ΜΜΕ ως βασικών πρωταγωνιστών στη διαδικασία της μαζικής επικοινωνίας, οδήγησε τη συζήτηση στο ζήτημα του ρόλου που τελικά διαδραματίζουν τα ΜΜΕ και ιδιαίτερα η τηλεόραση μέσα σε κάθε κοινωνία.

58


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ Ο Γεωργόπουλος (2014) κάνει εκτενή αναφορά στη βασική θέση των Τσόμσκυ-Χέρμαν, οι οποίοι στο έργο τους «Κατασκευάζοντας Συναίνεση: Η Πολιτική Οικονομία των ΜΜΕ» (1988), αναφέρουν ότι κάθε θέση που απειλεί τα συμφέροντα της οικονομικής και πολιτικής ελίτ περιθωριοποιείται. Οι ελίτ διαμορφώνουν τα αποδεκτά όρια της ορθολογικής σκέψης, περιθωριοποιώντας κάθε καινούργια, εναλλακτική στο υφιστάμενο σύστημα πρόταση. Ο όρος «ελίτ», στην ουσία ταυτίζεται με την κυρίαρχη τάξη, αφού αν και ιδεολογικά αποφορτισμένος σε σχέση με την «τάξη», -παραπέμποντας άμεσα στην μαρξιστική θεωρία-, δεν παύει να διαθέτει ταξικά χαρακτηριστικά, αφού η σύνθεση της το επιβεβαιώνει: επιχειρηματίες, εφοπλιστές, διαχειριστές, σημειώνει ο Γεωργόπουλος (2014). 2.

Οικονομικά συμφέροντα και επικοινωνία

Ο κατακερματισμός της δημόσιας σφαίρας από τα εμπορικά συμφέροντα συχνά ενισχύει τον πολιτικό σκεπτικισμό, τον κυνισμό και την απάθεια προς τα πολιτικά δρώμενα. Όταν ο πολίτης νιώθει ότι δεν υπάρχει αμοιβαιότητα και αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ κράτους και δημόσιας σφαίρας, τότε σταδιακά απομακρύνεται από την έμπρακτη συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα. (Παπαχαρίση, 2008). Ο Ραμονέ (2000) είχε μιλήσει ήδη από το 1999 για την τάση απορρόφησης της ενημέρωσης και του πολιτισμού από την επικοινωνία, δημιουργώντας ένα ενιαίο παγκόσμιο πεδίο: είναι το αμερικανικής επινόησης, world culture, ένα είδος παγκόσμιας μαζικής κουλτούρας της επικοινωνίας. Η ενημέρωση, ως εμπόρευμα πλέον και όχι ως ανάγκη ή αγαθό, υπόκειται περισσότερο στους νόμους της αγοράς, της προσφοράς και της ζήτησης, παρά στους πολιτικούς και δεοντολογικούς κανόνες. Σε όλες τις κοινωνίες, οι θεωρίες για την πολιτική επικοινωνία προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός «μαζικού κοινού» (Παπαθανασόπουλος, 2014) και αυτό, μέχρι την καθολική επικράτηση των Νέων Μέσων και της ψηφιακής τεχνολογίας, μπορεί να το εγγυηθεί μόνο η τηλεόραση (Μάνιου, 2013). Όπως επισημαίνει η Μάνιου (2013), αναφερόμενη στον McQuail, το «μαζικό κοινό», που είναι ευρύτατα κατακερματισμένο, χαρακτηρίζεται από εύπλαστη σύνθεση μέσα σε ένα εύπλαστο πλαίσιο και γίνεται εύκολα αντικείμενο χειραγώγησης. Την τελευταία δεκαετία πολλοί ερευνητές ασχολήθηκαν με το βαθμό συμμετοχής του κοινού στις πολιτικές

59


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

διεργασίες σε σχέση με τις πληροφορίες που προσλαμβάνει από τα ΜΜΕ –και ιδιαίτερα την τηλεόραση, και εντόπισαν ότι οι βασικοί παράγοντες που οδηγούν σ’ αυτή τη στάση τους πολίτες είναι η συχνότητα παρακολούθησης πολιτικών ειδήσεων, η ενημέρωση από συγκεκριμένα μέσα, αλλά και το είδος της πολιτικής ενημέρωσης που προσλαμβάνει ο τηλεθεατής. Η δυνατότητα κάποιου να συμμετέχει στη «δικτυακή κοινωνία» δεν είναι κάτι δεδομένο. Αντίθετα, καθορίζεται από κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, σύμφωνα με τον Παπαθανασόπουλο (2014). 3.

Προπαγάνδα και ΜΜΕ

Κατά τον Ραμονέ (2000), η προπαγάνδα στην ουσία δεν είναι λογοκρισία, αλλά η λογοκρισία δεν είναι απαραίτητα και προπαγάνδα. Η λογοκρισία δε λειτουργεί με τους ίδιους όρους όπως παλιά, αλλά δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει, απλά, στηρίζεται σε διαφορετικά κριτήρια, πιο σύνθετα, οικονομικά, εμπορικά ή και ακριβώς αντίθετα από τα κριτήρια της αυταρχικής λογοκρισίας. Η τεχνική της προπαγάνδας στηρίζεται στον πετυχημένο συνδυασμό ψυχολογικών και κοινωνιολογικών αρχών και μεθόδων με την πρακτική τέχνη της συλλήψης, ετοιμασίας και διαβίβασης του μηνύματος στο στόχο (Σοφοκλέους, 1977). Όλοι οι ορισμοί τονίζουν την προσπάθεια επιρροής υπέρ του προπαγανδιστή με διάφορα μέσα, αλλά δεν την συνδέουν άμεσα με το ψέμα, την παραπλάνηση και τη χειραγώγηση, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός της επιρροής τονίζουν οι Πουλακιδάκος & Κάρουλας (2013). Ο Ραϊ (1997), αναφέρεται στον Τσόμσκυ, ο οποίος είχε σημειώσει ότι διανοούμενοι των ελίτ έχουν υποστηρίξει ότι τα ΜΜΕ πρέπει να αναλάβουν μια λειτουργία προπαγάνδας. Οι επιχειρήσεις των ΜΜΕ εξακολουθούν να παραμένουν επιχειρήσεις, άρα θα ήταν παράξενο εάν δούλευαν με τρόπο που θα υπονόμευε τα επιχειρηματικά συμφέροντα, ενώ πολλά τεστ έχουν επιβεβαιώσει ότι τα ΜΜΕ διαστρεβλώνουν συστηματικά τις ειδήσεις προς το συμφέρον των κυρίαρχων ελίτ, σημειώνει ο Ραϊ (1997). Σκοπός των ΜΜΕ είναι να καλλιεργούν τη λαική αποχαύνωση και την υποταγή, προκειμένου να προστατεύσουν τους ισχυρούς από τυχόν ανάμιξη των κατώτερων τάξεων. Ο Γεωργόπουλος (2014), αναφέρεται στο μοντέλο προπαγάνδας των Τσόμσκυ-Χέρμαν, το οποίο λειτουργεί εξαιτίας πέντε φίλτρων.3

3 60

Βλ. Γεωργόπουλος, Χ. (2014). Κατασκευάζοντας συναίνεση: Ένα μοντέλο


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ 4.

ΜΜΕ και πολιτιστική βιομηχανία

Ο Παναγιώτου (2015), βασίζεται στις θέσεις των Λυοτάρ και Jameson, κατά τις οποίες ο πρώτος, ονομάζοντας την κατάσταση της γνώσης στις πιο ανεπτυγμένες κοινωνίες «μεταμοντέρνα κατάσταση», μίλησε για την κατάσταση του πολιτισμού μετά από τους μετασχηματισμούς που διαμόρφωσαν τους κανόνες του παιχνιδιού στην επιστήμη, στη λογοτεχνία και στις τέχνες, ενώ ο Jameson, στην ανάλυση του για το μεταμοντερνισμό, συνδέει την εποχή με την ανάπτυξη της νέας φάσης του καπιταλισμού μετά το 1950 – μια φάση που συνδέεται με την άνοδο του καταναλωτισμού, την εμφάνιση της κοινωνίας του θεάματος και τη νέα παγκόσμια διάχυση του πολυεθνικού καπιταλισμού. Οι ρίζες της μεταμόρφωσης του καπιταλισμού άρχισαν να εμφανίζονται από τη δεκαετία του 1930 και στο θεωρητικό-αναλυτικό επίπεδο η σχολή της Φρανκφούρτης έθεσε από τότε την ιστορική σημασία της ανάλυσης/ αντιμετώπισης της «βιομηχανίας της κουλτούρας» - η οποία έγινε μέχρι τη δεκαετία του 1960, βασικός θεσμός/κινητήριος δομή στην «κοινωνία του θεάματος». Η κριτική που ασκήθηκε στα τότε ΜΜΕ, ήταν ότι η μαζική κουλτούρα που προωθούσαν αποδυνάμωνε, ομογενοποιούσε και επιβαλλόταν στη φύση. Οι Lister κ.α. (2009) αναφέρονται στον Στρινάτι, ο οποίος μιλώντας το 1995 για το κοινό της μαζικής κουλτούρας, το όρισε ως «το σύνολο ή το κοινό που καταναλώνει μαζικά παραγώμενα πολιτιστικά προιόντα». Το «κοινό» αναφέρεται σε ένα σύνολο παθητικών καταναλωτών, νωχελικών μπροστά στις ψευδείς απολαύσεις της μαζικής κατανάλωσης. Ένα σύνολο που, σχεδόν, χωρίς να σκέφτεται και να αντιδρά, εγκαταλείποντας κάθε ελπίδα κριτικής, ακολουθεί τη μαζική κουλτούρα και κατανάλωση. Ο Ατόρνο (1989) αναφέρει ότι η συνολική επίδραση της πολιτιστικής βιομηχανίας εμποδίζει τη διαμόρφωση αυτόνομων, αυτοτελών, συνειδητά κρινόντων και αποφασιζόντων ατόμων, ενώ ο Ραμονέ (2000) σημειώνει πως οι νόμοι του θεάματος και της δραματοποίησης ανέτρεψαν τη σχέση πραγματικότητας - αλήθειας, αλλάζοντας τη φύση τους και ανατρέποντας τα σημεία αναφοράς.

προπαγάνδας (Α). Ανακτήθηκε 21 Ιανουαρίου, 2016, από http://kritikieglimatologia.blogspot.com.cy/2014/10/blog-post_30.html. 61


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

5.

Η δύναμη των ΜΜΕ

Επικαιρότητα είναι ό,τι ορίζει το κυρίαρχο μέσο κατά το Ραμονέ (2000). Σήμερα είναι θολό ποιο μέσο κρατά τα σκήπτρα, αφού φαίνεται ότι υπάρχει ένα είδος «αλληλοεπικάλυψης» των παραδοσιακών με τα νέα μέσα, ως προς την ενημέρωση. Στο πλαίσιο των επιδράσεων, και με βάση τη θεωρία της «ημερήσιας διάταξης», τα ΜΜΕ έχουν συγκεκριμένη επίδραση στην κοινή γνώμη, αφού δίνουν έμφαση σε ορισμένα ζητήματα και παραμελούν κάποια άλλα. Το κοινό επικεντρώνει την προσοχή του, εκεί που το κάθε τηλεοπτικό κανάλι θα επιλέξει να επικεντρώσει τη θεματολογία του. Στο βαθμό που το τηλεοπτικό κοινό εξαρτάται από το συγκεκριμένο μέσο, το μέσο αυτό έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει προτεραιότητες και απόψεις (Μάνιου, 2013). Η πολιτική ενημέρωση που παρέχουν τα δελτία ειδήσεων σχεδόν ποτέ δεν είναι πολιτικά ουδέτερη στα ιδιωτικά κανάλια. Μάλιστα, υπάρχει ένας σεβαστός αριθμός μελετών που καταδεικνύει ότι η επιλογή των τηλεοπτικών καναλιών, όσον αφορά στις ειδήσεις, είναι μεροληπτική, προκατειλημμένη και συχνά με πολιτικές προεκτάσεις, προσέγγιση και προοπτική (Μάνιου, 2013). 6.

Η εμφάνιση των Νέων Τεχνολογιών

Ήδη, από τη δεκαετία το 1970, υπήρχε η άποψη ότι ο πολλαπλασιασμός των συσκευών πληροφορικής επηρέαζε και θα συνέχιζε να επηρεάζει την κυκλοφορία των γνώσεων, όσο την επηρεάζει η ανάπτυξη των μέσων κυκλοφορίας των ανθρώπων αρχικά και συνακόλουθα των ήχων και των εικόνων (Λυοτάρ, 1988). Η ψηφιακή επανάσταση είχε ως πρωταρχικό αποτέλεσμα την επανασύγκλιση των τριών συστημάτων του πεδίου της επικοινωνίας (κείμενο, ήχος, εικόνα) σε ένα ενιαίο σύστημα, τα bits, το οποίο άλλαξε ριζικά το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Η συγχώνευση της τηλεόρασης, του τηλεφώνου και του υπολογιστή, είναι αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης. Όπως ο έντυπος τύπος το 14ο αιώνα και η φωτογραφία το 19ο αιώναν είχαν μια επαναστατική επίδραση στην εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας και κουλτούρας, σήμερα είμαστε στη μέση της νέας επανάστασης των ΜΜΕ – τη μετατόπιση όλων των κουλτούρων σε ηλεκτρονικές μορφές παραγωγής, διακίνησης και επικοινωνίας, μέσω του υπολογιστή (Manovich, 2001). Οι δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες τεχνολογικές εξελίξεις συνδέονται και επηρεάζουν την οικονομία και την πολιτική, που κι αυτές

62


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ μεταβάλλονται σύμφωνα με τους δικούς τους ρυθμούς. Οι τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας μπορούν να οξύνουν τις ανισότητες, βελτιώνοντας τις δυνατότητες και τις προοπτικές αυτών που είναι προνομιούχοι και ταυτόχρονα να περιθωριοποιήσουν περαιτέρω τους κοινωνικά και οικονομικά αδύναμους. Πρόκειται για το λεγόμενο «ψηφιακό χάσμα» και σύμφωνα με τους Hargittai και Hinnant, υφίστανται σημαντικές ανισότητες στη χρήση του διαδικτύου μεταξύ των νέων, όπως σημειώνει ο Παπαθανασόπουλος (2014). Η χρήση του διαδικτύου δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, ξεκομμένη από τον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό περίγυρο του ατόμου. Η θέση του ατόμου στην κλίμακα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης επηρεάζει τη διάσταση της χρήσης των ψηφιακών μέσων, όπως, για παράδειγμα, τον τεχνικό εξοπλισμό που έχουν στη διάθεση τους ή το επίπεδο αυτονομίας που έχουν αποκτήσει χρησιμοποιώντας το μέσο (Παπαθανασόπουλος, 2014). Έρευνες στις ΗΠΑ, κατέδειξαν ότι ακόμα και στην πλουσιότερη χώρα του κόσμου, η πρόσβαση στα Νέα Μέσα διαφοροποιείται ανάλογα με το εισόδημα και την εθνικότητα (Lister κ.α., 2009). Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των online εφημερίδων αυξάνεται σταδιακά. Οι εφημερίδες διατηρούν την αναγνωσιμότητα τους σήμερα μέσω των ιστοσελίδων τους στο διαδίκτυο σε μεγάλο βαθμό, αφού, όπως αναφέρει η Δουλγκέρη (2012), οι αναγνώστες εγκαταλείπουν το χαρτί και «μεταναστεύουν» στο ίντερνετ, δηλαδή στις ηλεκτρονικές εκδόσεις των εφημερίδων, ενώ οι νέοι εγκαταλείπουν τις εφημερίδες εντελώς με αποτέλεσμα οι εφημερίδες να μην προσελκύουν πλέον το ενδιαφέρον των διαφημιστών. Ο Leigh (2012), εκτιμά ακόμα ότι την ημέρα που οι εφημερίδες θα σταματήσουν να τυπώνουν θα καταφερθεί ένα αποφασιστικό πλήγμα στην ίδια τη δημοκρατία, καθώς τα ελάχιστα έσοδα που λαμβάνουν οι ενημερωτικές ιστοσελίδες από τη διαφήμιση είναι αδύνατον να χρηματοδοτήσουν την ερευνητική δημοσιογραφία που ασκεί τον έλεγχο σε κυβερνήσεις και ηγεσίες. Αναφερόμενος στον Παπαθανασόπουλο, ο Πλειός (2011) αναφέρει ότι το πρόβλημα της αξιοπιστίας είναι ιδιαίτερα μεγάλο στο διαδίκτυο, σε σχέση με τα παραδοσιακά Μέσα, όπου εκεί σε ένα μεγάλο βαθμό μπορεί να ελεγχθεί. Ωστόσο, έρευνες σε Γερμανία και ΗΠΑ για τις ειδήσεις, έδειξαν ότι η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το διαδίκτυο, σε αντίθεση προς τις εφημερίδες, τείνουν να έχουν τον ίδιο, χαμηλότερο βαθμό αξιοπιστίας στις

63


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

αντιλήψεις του κοινού. Αντίθετα, έρευνα των Johnson και Kayne το 1998, έδειξε ότι οι online εκδόσεις των εφημερίδων διαθέτουν αξιοπιστία όπως οι εφημερίδες και άλλα έντυπα (Πλειός, 2011). Η αμφισβήτηση του εκάστοτε κατεστημένου από εναλλακτικές ομάδες πολιτικής ή και κοινωνικής δράσης εντάσσεται στις κυριότερες δυνατότητες του διαδικτύου, αν και δε συμβαδίζει πλήρως με τις επιταγές της δημόσιας σφαίρας. Στην Κυπριακή Δημοκρατία του 2010, η πλειοψηφία των πολιτών δήλωνε καθημερινός χρήστης του Διαδικτύου (89%), με δημοφιλέστερο είδος πληροφορίας προς αναζήτηση τις ειδήσεις, αν και η συντριπτική πλειοψηφία συνέχιζε να θεωρεί την τηλεόραση ως τη σημαντικότερη πηγή ενημέρωσης. Αναμενόμενο είναι, βέβαια, ότι κάθε ημέρα που περνά τα ποσοστά αυτά αναδιαμορφώνονται υπέρ του διαδικτύου (Μάνιου, 2013). Αν και αρχικά η διείσδυση του Διαδικτύου έδειχνε να είναι πιο εύκολη στα νεότερα άτομα, ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, το Διαδίκτυο αγγίζει και επηρεάζει πολίτες σχεδόν κάθε ηλικιακής κατηγορίας, εγείροντας αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία της ενημέρωσης που παρέχει η τηλεόραση και αμφισβητώντας σθεναρά τη δύναμή της (Μάνιου, 2013). 7.

Η «εισβολή» των Νέων Μέσων

Ο ερχομός των Νέων Μέσων, έχει παρουσιαστεί από τους υποστηρικές τους, σαν μια προοπτική της κοινωνίας να επιστρέψει στην εποχή πριν την καταστροφή –όπως την εννοούν- που δημιουργήθηκε από τα παραδοσιακά ΜΜΕ. Μια εποχή της αυθεντικής ανταλλαγής και της κοινότητας. Θεωρούν, λοιπόν ότι μέσω των Νέων Μέσων: α) γίνεται επαναφορά της κοινότητας και της σφαίρας δημόσιου διαλόγου. Μέσω αυτής της υπόθεσης, το Διαδίκτυο αντικρίζεται ως εκείνο που θα παρέχει μια ζωηρή δημόσια σφαίρα, β) αφαιρείται η πληροφόρηση και η επικοινωνία από την κεντρική εξουσία, έλεγχο και λογοκρισία, γ) η λειτουργία των ΜΜΕ ως «τέταρτη εξουσία», αναβιώνει με την άνοδο του «πολίτη-δημοσιογράφου», καθώς εναλλακτικές πηγές ειδήσεων και πληροφοριών διακινούνται ελεύθερα μέσω τον ιστιοσελίδων, online εκδόσεων, φωτογραφιών μέσω του κινητού κλπ. και δ) η δημιουργική εξερεύνηση νέων μορφών ταυτότητας και σχέσεων μέσα στις εικονικές κοινότητες και τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Τα Νέα Μέσα μπορούν να κουβαλούν μια αίσθηση ότι είναι η τεχνολογική συσχέτιση της μετανεωτερικής σκέψης. Η ταχύτητα, ευελιξία, ψηφιοποίηση,

64


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ υπερκειμενικότητα, έχουν όλα τοποθετηθεί ως χαρακτηριστικά τόσο των Νέων Μέσων, όσο και της μετανεωτερικότητας (Lister κ.α., 2009). Την τελευταία δεκαετία, η τεχνολογία των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης έχει αλλάξει την άποψή μας για τις σχέσεις, τις συνδέσεις μας με και σε σχέση με τους άλλους και την επιρροή και τη δύναμη της πειθούς των online κοινοτήτων στο πώς σκεφτούμαστε, οργανωνόμαστε και δρούμε πολιτικά. Με τη δημιουργία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook, Twitter, Youtube, MySpace κλπ, παρόμοιες εφαρμογές έχουν δει μια τεράστια αύξηση των προοπτικών της online συνδεσιμότητας (Davis III, Deil-Amen, Rios-Aguilar & Canche, 2012). Με την ανάπτυξη των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, αλλά και τη δημιουργία ολοένα και περισσότερων ενημερωτικών ιστοσελίδων και ιστολογίων, η πολιτική ενημέρωση δείχνει να εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Οι περισσότερες τεχνολογίες επικοινωνίας, δεν μπορούν να επιβιώσουν στην καπιταλιστική αγορά, χωρίς να εμπορευματοποιηθούν πλήρως, ή τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό. Καθώς το διαδίκτυο αποικιοκρατείται από εμπορικά συμφέροντα, πολλές διαδικτυακές δραστηριότητες είτε αποκτούν εμπορική ταυτότητα, είτε περιθωριοποιούνται ή εξαλείφονται πλήρως, εφόσον δεν αποφέρουν συγεκριμένο όφελος στο καπιταλιστικό σύστημα (Παπαχαρίση, 2008). 8.

Η οικονομική κρίση και τα ΜΜΕ

Ο χαρακτήρας της οικονομικής κρίσης, τα αίτια και οι τρόποι αντιμετώπισής της δεν είναι μια φυσική διαδικασία αφού θεωρούνται κατασκευάσματα της κοινωνίας μέσω του Λόγου, κατά τον Πλειό (2013). Η κρίση εμπεριέχει μια σειρά νοημάτων και μπορεί να σημαίνει την ξαφνική και βίαιη επιδείνωση μίας κατάστασης, πάθησης ή ψυχικής διάθεσης, όπως και την «κορύφωση μιας δύσκολης εξελικτικής πορείας με επιδείνωση όλων των αρνητικών φαινομένων, από το ξεπέρασμα της οποίας εξαρτάται η επιστροφή στη φυσιολογική κατάσταση», ενώ η άρση της εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα, στα παραδοσιακά ΜΜΕ, στους θεσμούς, είναι, εν μέρει, συνάφεια της γενικευμένης σύγχυσης (Βώβου, σ. 319, 2013). Η κάλυψη της ιδεολογικής κρίσης, της ανάγνωσης στο περιεχόμενο, αποτελούν βασικό μοχλό νομιμοποίησης των στρατηγικών αντιμετώπισης

65


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

της κρίσης που υιοθετούν οι ελίτ και εξυπηρετούν τις δικές τους επιδιώξεις, επισημαίνει ο Πλειός (2013). Υπό την έννοια αυτή, η «προτιμητέα» από τις ελίτ ανάγνωση και ορισμός της κρίσης αποτελούν απαραίτητο μοχλό για τη νομιμοποίηση της «προτιμητέας» οικονομικής πολιτικής και της διάσωσης του υπαρκτού κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, το οποίο σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης ενδέχεται να αντιμετωπίσει μικρές ή μεγάλες απειλές. Για το λόγο αυτό, τα μέσα επικοινωνίας ούτε είναι ούτε και μπορεί να είναι αντικειμενικά, αλλά υιοθετούν μια ορισμένη πολιτική και ιδεολογική ερμηνεία και μια στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης την οποία υπηρετούν. Μάλιστα σε συνθήκες κρίσης, στις οποίες διαταράσσεται η σταθερότητα του συστήματος μπορεί και να στρατεύονται, ακόμα και αν δεν το έκαναν προηγουμένως (Πλειός, 2013). Αντίθετα με ότι θα ανέμενε κανείς, σε περίοδο κρίσης τα ΜΜΕ ως οργανισμοί τάσσονται υπέρ των περιοριστικών πολιτικών που εφαρμόζει το κράτος και οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, γεγονός που συνεπάγεται με μια αντίστοιχη στρατηγική της κάλυψης των γεγονότων και ιδιαίτερα της κρίσης και με τη σύγκρουση με βασικές αρχές της δημοσιογραφίας, όπως «αμεροληψία», κατά τον Bennett, όπως αναφέρει ο Πλειός (2013). Ερευνητικά δεδομένα από τρεις έρευνες (Πλειός, 2013) δείχνουν ότι τα ΜΜΕ υιοθετούν σε εξαιρετικό βαθμό την αφήγηση των πολιτικών ελίτ, σχετικά με το χαρακτήρα της κρίσης και συνεπώς αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως ευνοϊκή συνθήκη για τη λήψη των μέτρων αντιμετώπισής της, που επιθυμούν οι ίδιες οι ελίτ. 9.

Οι νέοι και τα ΜΜΕ

Οι νέοι, και ιδιαιτέρως οι φοιτητές, αποτελούν μια ηλικιακή ομάδα, η οποία, σύμφωνα και με τα χαρακτηριστικά του ηλικιακού σταδίου, έχει ανεπτυγμένη διάθεση για δράση και αντίσταση, επιδεικνύει προσπάθειες επιρροής στο περιβάλλον αυτό-ορισμού και καθορισμού των συνθηκών της ζωής, και διάθεση αλλαγής σε βαθμό μεγαλύτερο απ’ ότι άλλες ηλικιακές ομάδες. Η νεότητα συμβολίζει τη δράση, την αλλαγή και την ανανέωση και ανατρέπει την ασκητική νοοτροπία της παραγωγικότητας. Από την άλλη, η νεανική ενέργεια και δραστηριοποίηση δε φαίνεται να κατευθύνεται προς τα «κοινά» και έρευνες στην Ελλάδα έχουν δείξει ως κεντρικό χαρακτηριστικό των νέων την αποχή από τα κοινά, υπογραμμίζουν οι Ντάβου και Αρμενάκης (2000). Οι φοιτητές έχουν τώρα

66


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ εύκολη πρόσβαση στο Διαδίκτυο σε συγκεκριμένες εκδόσεις, κρατικά στατιστικά στοιχεία και μια ολόκληρη σειρά άλλων πηγών – ενώ 15 χρόνια πριν η πρόσβαση στις πηγές αυτές ενδέχεται να απαιτούσε εκτεταμένα ταξίδια και τη συμβουλή ειδικών, σημειώνουν οι Kung κ.α. (2008). Η νεολαία, ως κοινωνική κατηγορία αλλάζει μορφές, ανανεώνεται διαρκώς, ανανεώνοντας συνάμα και την κοινωνία. Έτσι, σε κάθε εποχή η μελέτη της νεολαίας αντιστοιχεί στις επιστημολογικές και στις κανονιστικές συντεταγμένες με τις οποίες κατανοείται και ορίζεται κοινωνικά η νέα γενιά, με αποτέλεσμα η νεανική συμπεριφορά, να ερμηνεύεται άλλοτε με λειτουργικούς, άλλοτε με συγκρουσιακούς, άλλοτε με κοινωνιοκεντρικούς και άλλοτε με ατομοκεντρικούς όρους (Δεμερτζής, Ν., Σταυρακάκης, Γ., Ντάβου, Μπ., Χρηστάκης, Ν., Γεωργαράκης, Ν., Μπουμπάρης, Ν., 2008). Συνήθως οι νέοι θεωρούνται ως οι πλέον εύκολοι δέκτες για την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και ιδιαιτέρως εκείνων που αφορούν την επικοινωνία. Τα ευρήματα της έρευνας των Δερμετζή κ.α. (2008), τείνουν να επιβεβαιώσουν την άποψη αυτή. Οι νέοι παρατηρείται να έχουν ευκολία ενσωμάτωσης πολλών και διαφορετικών δεδομένων σε ψηφιακή μορφή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, καθώς επίσης και να διαθέτουν άνεση στη χρήση των νέων τεχνολογιών. Είναι ενδιαφέρον πως μέσα από την έρευνα των Δεμερτζή κ.α. (2008), διαπιστώνεται πως οι νέοι κατηγοριοποιούν την «πολιτική» με έναν πολύ συνεκτικό και αδιαμφισβήτητα αρνητικό τρόπο, προσδίδοντας ιδιοτέλεια και κακοβουλία στο πολιτικό προσωπικό. Εκτός της απαξίωσης της πολιτικής, αμφισβήτηση παρατηρείται και προς τον άξονα αριστεράς-δεξιάς, με παράλληλη σύγκλιση στο κέντρο του άξονα αυτού, με το 44,1% των ερωτηθέντων νέων να τοποθετούνται στο κέντρο του άξονα (Δεμερτζής κ.α., 2008). Στην έρευνα των Δερμετζή & Αρμενάκη (2000), τα ευρήματα έδειξαν πως υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον των φοιτητών για την πολιτική, τόσο σε σύγκριση με την υπόλοιπη νεολαία, όσο και με το γενικό πληθυσμό. Όσον αφορά στην αξιοπιστία των ΜΜΕ για τη δική τους πολιτική ενημέρωση, η πλειονότητα των φοιτητών εμπιστεύεται πολύ περισσότερο τις εφημερίδες (74,8), μετά την τηλεόραση (55%) και μετά το ραδιόφωνο(34,6%), ενώ ένα 17% δε θεωρεί αξιόπιστο για την πολιτική του ενημέρωση κανένα από τα πιο πάνω. Η έρευνα φανέρωσε ότι η υποκειμενικά προσλαμβανόμενη αναξιοπιστία των μέσων, συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα ενδιαφέροντος για την πολιτική.

67


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

Στην έρευνα των Δερμετζή κ.α. (2008), η μέση τιμή αξιοπιστίας σε 10-βάθμια κλίμακα, ήταν 6,3 για το ραδιόφωνο, 5,8 για τις εφημερίδες και 5,2 για την τηλεόραση. Η έρευνα αυτή έδειξε ότι η αξιοπιστία των ΜΜΕ είναι γενικά πολύ χαμηλή και αυτό οφείλεται στη λεγόμενη «διαπλοκή». Τα ΜΜΕ γίνονται αντιληπτά ως «εργαλείο» ικανοποίησης συμφερόντων (κυρίως οικονομικών), ενώ είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι σε γενικές γραμμές η αναξιοπιστία είναι κάτι που προσάπτεται σε όλα τα μέσα, ανεξάρτητα από το είδος τους. Εντονότερη κριτική ασκείται στην τηλεόραση, στην οποία εκτός από την αναξιοπιστία προσάπτεται και μια γενικότερη προσπάθεια αποπροσανατολισμού από σημαντικά ζητήματα και κατασκευής μιας ψευδούς πραγματικότητας μέσα από την ύπαρξη πληθώρας εκπομπών «κουτσομπολιού», αλλά και «reality shows». Εδώ βλέπουμε και ένα «παράδοξο», αφού αν και γνωρίζουν πολύ καλά το περιεχόμενο των ΜΜΕ, το οποίο και συχνά απαξιώνουν, δεν απομακρύνονται από αυτά (Δεμερτζής κ.α., 2008). Η αυξημένη επαφή των νέων με τα ΜΜΕ δε σημαίνει αναγκαστικά και άκριτη αποδοχή των μηνυμάτων τους. Έτσι, ναι μεν τα επικρίνουν, πλην όμως αυτά εξακολουθούν να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινής τους πρακτικής. Επιπλέον, ο σχετικά χαμηλός βαθμός εμπιστοσύνης στην τηλεόραση θα πρέπει να εγείρει ορισμένες αμφιβολίες ως προς την ισχύ των επιδράσεων της στους νέους, στοιχείο που αποτελεί τρέχουσα παραδοχή στις αναπαραστάσεις περί νεολαίας. Και αυτό διότι όσο μειώνεται η εμπιστοσύνη σε ένα μέσο, τόσο μειώνεται και η επιρροή του, σε συνειδητό τουλάχιστον επίπεδο (Δεμερτζής κ.α., 2008). Όσον αφορά στην πολιτική χρήση των ΜΜΕ, οι φοιτητές εξαρτώνται λιγότερο από την τηλεόραση προκειμένου να ενημερωθούν καθημερινά για τις πολιτικές εξελίξεις, ενώ, ταυτόχρονα, είναι πιο τακτικοί αναγνώστες εφημερίδων σε σχέση με το γενικό πληθυσμό (Δεμερτζής & Αρμενάκης, 2000). Υπάρχει η άποψη πως με τη ραγδαία ανάπτυξη του Διαδικτύου, η σαρωτική δύναμη της τηλεόρασης αρχίζει να υποβαθμίζεται. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα η τηλεόραση παραμένει σταθερή αξία ακόμα και για τα άτομα νεαρής ηλικίας κατά τη Μάνιου (2013). Ενώ μετά το 2000 οι νέοι άνθρωποι εμφανίζονται πολιτικά ενημερωμένοι, δε σημαίνει ότι προσλαμβάνουν τις πληροφορίες αυτές μόνο από την τηλεόραση, καθώς, στη συντριπτική

68


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ τους πλειοψηφία έχουν πρόσβαση σε νέες μορφές ενημέρωσης, μέσω του Διαδικτύου. Από την άλλη, το γεγονός ότι κάποιες ομάδες νεαρών ατόμων παρακολουθούν σχετικά συχνά ενημερωτικά προγράμματα μέσω της τηλεόρασης ή αναζητούν σχετικές πληροφορίες στο Διαδίκτυο, δε σημαίνει ότι τις αφομοιώνουν στις γνώσεις τους (Μάνιου, 2013). Σε έρευνα που έγινε στην Κύπρο το 2010, οι νέοι ηλικίας 18-24 είχαν τη χαμηλότερη συχνότητα παρακολούθησης πολιτικών ειδήσεων στην τηλεόραση από τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες, ενώ έντονη ήταν και η δυσπιστία για την ποιότητα της πολιτικής ενημέρωσης που προσλαμβάνει, τόσο από τη δημόσια όσο και από την ιδιωτική τηλεόραση. Την ίδια ώρα, όσον αφορά την άποψή τους για το αν τα τηλεοπτικά κανάλια της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης προσφέρουν αντικειμενική πολιτική κάλυψη, οι νέοι 18-24 απάντησαν αρνητικά στην πλειοψηφία τους, ενώ για την ιδιωτική τηλεόραση, υπάρχει μια σχεδόν ισοψηφία της άποψης ότι κανένα ιδιωτικό κανάλι δεν προσφέρει αντικειμενική ενημέρωση και της άποψης ότι κάποιο ή κάποια από αυτά προσφέρουν. Επίσης, οι νέοι 18-24 δήλωσαν πως επηρεάζονται ως προς τις πολιτικές τους απόψεις πολύ περισσότερο από συζητήσεις με συγγενείς και φίλους, απ’ ότι από πολιτικές ειδήσεις που μεταδίδει η τηλεόραση (Μάνιου, 2013). Σύμφωνα με έρευνα του World Internet Project, η χρήση του διαδικτύου από τους νέους 18-24 στην Κύπρο το 2010, άγγιζε το 88% σε σχέση με το 78% το 2008. Οι μισοί ερωτηθέντες δήλωσαν ότι οι περισσότερες πληροφορίες που υπάρχουν στο διαδίκτυο είναι αξιόπιστες, ενώ το 68% των ερωτηθέντων ανέφεραν ότι γι’ αυτούς η τηλεόραση είναι μια πολύ σημαντική πηγή πληροφόρησης, με τους νεαρότερους να το πιστεύουν σε χαμηλότερο βαθμό. Στην ίδια έρευνα, το 39% των ερωτηθέντων θεωρεί σημαντική ή πολύ σημαντική πηγή πληροφόρησης τις εφημερίδες, με ένα 45% να τις θεωρεί καθόλου ή μη σημαντικές. Την ίδια ώρα, μόνο το 37% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι το ραδιόφωνο είναι μια σημαντική ή πολύ σημαντική πηγή πληροφόρησης, ενώ οι διαπροσωπικές σχέσεις αποτελούν την πιο σημαντική πηγή πληροφόρησης για το 70% των χρηστών (Δεμερτζής, 2010). Το 30% των ερωτηθέντων στην έρευνα του World Internet Project, δήλωσε πως παρακολουθεί τηλεόραση 14-21 ώρες την εβδομάδα και ένα 20% δήλωσε πως αφιερώνει στην τηλεόραση περισσότερες από 21 ώρες την εβδομάδα. Πέραν του 50% των ερωτηθέντων δήλωσε πως ακούει

69


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

ραδιόφωνο μέχρι και 7 ώρες τη εβδομάδα, ενώ ένα 37% δήλωσε πως ακούει ραδιόφωνο πέραν των 7 ωρών την εβδομάδα. Στην ίδια έρευνα, το 28% των ερωτηθέντων δήλωσε πως διαβάζει εφημερίδες μόνο 1-2 ώρες την εβδομάδα, ενώ το 41% αυτών δε διαβάζει καθόλου εφημερίδες. Τα άτομα που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο περνούν περισσότερο χρόνο στα άλλα μέσα επικοινωνίας (τηλεόραση, ραδιόφωνο και εφημερίδες), από τους χρήστες του διαδικτύου και δε φαίνεται μέχρι στιγμής πως το διαδίκτυο έχει υποκαταστήσει τα άλλα μέσα (Δεμερτζής, 2010). Η συμμετοχή σε κοινωνικά δίκτυα έχει γίνει καθημερινή συνήθεια για πολλούς χρήστες, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες. Οι μισοί των ερωτηθέντων χρηστών του διαδικτύου δήλωσαν ότι σερφάρουν στο διαδίκτυο καθημερινά ή αρκετές φορές την ημέρα, με ένα 21% να σερφάρει εβδομαδιαίως. Αναφορικά με τους χώρους κοινωνικής δικτύωσης, ένα ποσοστό 41% δηλώνει ότι τους επισκέπτεται καθημερινά ή αρκετές φορές την ημέρα, με ένα 11% δηλώνει ότι τους επισκέπτεται εβδομαδιαίως. Ένα σημαντικό ποσοστό του 58%, δηλώνει ότι διαφωνεί απόλυτα ή διαφωνεί με το ότι η χρήση του διαδικτύου βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των πολιτικών διαδικασιών. Ενδιαφέρον προκαλούν τα ευρήματα της έρευνας ως προς την εξάρτηση από το διαδίκτυο, αφού στην κλίμακα 1-10, με το 1 να σημαίνει «Δε θα με ένοιαζε» και το 10 «Θα ήμουν πολύ ταραγμένος», ο μέσος όρος των νέων 18-24 ήταν 6.9, μια μονάδα χαμηλότερος από την ηλικιακή ομάδα των 15-17 (Δεμερτζής, 2010). Αναλύοντας το Ευρωβαρόμετρο του 2013 και 2014 (http://ec.europa. eu/COMMFrontOffice/PublicOpinion/index.cfm/Chart/index), αναφορικά με την άποψη των Κυπρίων για τα ΜΜΕ, εξάγουμε σημαντικά συμπεράσματα. Αρχικά, αυτό που παρατηρούμε είναι ότι και κατά τις δύο έρευνες, το ραδιόφωνο έρχεται πρώτο σε σχέση με την εμπιστοσύνη που το περιβάλλουν οι πολίτες (46% το 2013 και 44% το 2014), σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ΜΜΕ. Ακολουθεί η τηλεόραση με 45% εμπιστοσύνη για το 2013 και 42% για το 2014, ενώ το διαδίκτυο έρχεται τρίτο με 41% εμπιστοσύνη για το 2013 και 38% για το 2014. Ο τύπος, παραμένει σταθερός με 36% εμπιστοσύνη και τις δύο χρονιές, ενώ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για τα οποία αναφορά γίνεται μόνο στο ευρωβαρόμετρο του 2014, η εμπιστοσύνη προς αυτά είναι η πιο χαμηλή με μόνο το 25% των Κυπρίων να δηλώνουν ότι τα εμπιστεύονται, ενώ το 45% δηλώνει πως δεν τα εμπιστεύεται. Είναι, επίσης, σημαντικό να πούμε πως μόνο το διαδίκτυο έχει και στις δύο μετρήσεις μεγαλύτερο ποσοστό αυτών που

70


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ το εμπιστεύονται σε σχέση με αυτούς που δεν το εμπιστεύονται. Την ίδια ώρα, στο Ευρωβαρόμετρο του Νοεμβρίου 2015, το 59% απάντησε ότι τείνει να μην εμπιστεύεται τον τύπο, το 31% τείνει να το εμπιστεύεται και ένα 10% επιλέγει να μην απαντήσει. Οι έντονοι χρήστες του διαδικτύου χρησιμοποιούν τα «παραδοσιακά» ΜΜΕ λιγότερο και με περισσότερο επιφανειακό τρόπο, από ότι οι περιστασιακοί ή και μη χρήστες του διαδικτύου, με βάση και ποιοτικές έρευνες που διεξήχθηκαν το 2011 από το Τμήμα ΕΜΜΕ/ΕΚΠΑ (media. uoa.gr/lectures/ad/), σημειώνει ο Χαιρετάκης (2013). Ενδιαφέροντα είναι τα ευρήματα έρευνας του Οργανισμού Νεολαίας Κύπρου (ΟΝΕΚ), για την πολιτική στάση των νέων στο Διαδίκτυο και τα ΜΚΔ, μέσα από την οποία διαφάνηκε πως μόνο ένα 27% χρησιμοποίησε τον τελευταίο χρόνο τα μέσα αυτά, με σκοπό να τοποθετηθεί πάνω σε πολιτικά ζητήματα, με το το 13% να απαντά σπανίως και η πλειοψηφία, με 60%, να δηλώνει πως δεν έχει τοποθετηθεί για πολιτικά ζητήματα στα μέσα αυτά (ΟΝΕΚ, 2015). Έρευνα της GPO (2015), για τις πολιτικές εξελίξεις στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 2015, φέρνει σημαντικά ευρήματα στην επιφάνεια. Σε ερώτηση για το πιο μέσο χρησιμοποιούν περισσότερο για την ενημέρωσή τους, οι νέοι 18-24 απάντησαν με 56% το Διαδίκτυο, ακολούθως την τηλεόραση με 29,4%, τρίτες είναι οι εφημερίδες με μόλις 5,2% και τελευταίο το ραδιόφωνο με 2,6%. Σημειώνουμε ότι απουσιάζει η επιλογή για ΜΚΔ, κάτι που οι ερωτηθέμενοι λογικά το ενέταξαν στο Διαδίκτυο για τις απαντήσεις τους. Σημαντικό είναι το ότι, σύμφωνα με την έρευνα, όσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία, τόσο αυξάνεται η χρήση της τηλεόρασης για την ενημέρωση και μειώνεται η χρήση του διαδικτύου, με το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες να παραμένουν σε πολύ χαμηλά ποσοστά (οι εφημερίδες ξεπερνούν το 10% μόνο στις ηλικίες άνω των 66). Οι νέοι αποτελούν μια ειδική κοινωνική κατηγορία, η οποία, όπως είδαμε και πιο πάνω, παρουσιάζει μια διαφορετική στάση τόσο στην εμπλοκή με τα «κοινά», όσο και στη χρήση των ΜΜΕ, σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία. Η ανεπτυγμένη διάθεση για δράση και αντίσταση, οι προσπάθειες επιρροής στο περιβάλλον αυτό-ορισμού και καθορισμού των συνθηκών της ζωής, και η διάθεση αλλαγής σε βαθμό μεγαλύτερο απ’ ότι άλλες ηλικιακές ομάδες, καθιστούν αυτή την κοινωνική κατηγορία άκρως ενδιαφέρουσα για άντληση δεδομένων για

71


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

τη στάση και συμπεριφορά τους έναντι στα ΜΜΕ. Ειδικά οι φοιτητές, οι οποίοι βρίσκονται σε ένα στάδιο της ζωής τους όπου εξερευνούν νέους ορίζοντες, έρχονται σε επαφή με νέα γνώση, καλούνται να πάρουν μόνοι τους αποφάσεις και να αποκτήσουν πολιτική και κοινωνική αντίληψη, αποτελούν μια εξαιρετικής σημασίας κοινωνική κατηγορία για ανάλυση των απόψεων και συμπεριφορών τους. Στόχοι της έρευνας αυτής είναι να διερευνήσει το κατά πόσο οι φοιτητές εμπιστεύονται τα ΜΜΕ, να εξετάσει αν θεωρούν ότι τα ΜΜΕ εξυπηρετούν συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες, να επισημάνει αν οι φοιτητές θεωρούν ότι τα ΜΜΕ συντάσσονται κατά κύριο λόγο με την εκάστοτε κυβέρνηση, να μελετήσει αν άλλαξε η άποψη των φοιτητών για τα ΜΜΕ μετά την οικονομική κρίση, να εντοπίσει αν οι φοιτητές χρησιμοποιούν περισσότερο τα «Νέα Μέσα» από τα «παραδοσιακά» και, τέλος, να παρουσιάσει τις τυχόν διαφορές στις απόψεις των φοιτητών για τα ερωτήματα αυτά, σε σχέση με την ιδεολογική τοποθέτηση και το ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις.

II. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Στη συνέχεια παρουσιάζονται ορισμένα βασικά αποτελέσματα της έρευνας, έτσι όπως προέκυψαν από τη στατιστική ανάλυση των απαντήσεων στα δομημένα ερωτηματολόγια. Αναλυτικότερα στη μελέτη, γίνεται μια παρουσίαση των αποτελεσμάτων με βάση τις επικρατούσες τιμές στα επί τις εκατό ποσοστά των απαντήσεων (συχνότητες) και στη συνέχεια ακολουθούν τα αποτελέσματα που προέκυψαν από τον έλεγχο χ2, για πιθανώς στατιστικώς σημαντικές διαφοροποιήσεις βάσει της ιδεολογικής τοποθέτησης και του ενδιαφέροντος για τις πολιτικές εξελίξεις. 1.

Ποσοστά και επικρατούσες απόψεις

Στην έρευνα, το 13% των συμμετεχόντων δηλώνουν ότι είναι Αριστεροί, 21,3% ότι είναι Δεξιοί, 4,5% ότι είναι Κεντρώοι, 6,5% επέλεξαν να αποφύγουν την ερώτηση, ενώ ένα πολύ μεγάλο 54,6% επέλεξε να μην προσδιοριστεί σε καμιά από τις τρεις επιλογές του άξονα Αριστερά-Δεξιά. (βλ. Διάγραμμα 1)

72


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ Διάγραμμα 1: Τοποθέτηση στον ιδεολογικό άξονα Αριστερά-Δεξιά

Όσον αφορά στο ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις, το 40,9% απαντά ότι λίγο ενδιαφέρεται, ακολουθεί το «Πολύ» με 24,5%, το «Πολύ λίγο» με 20,9%, το «Πάρα πολύ» με 8,2% και τέλος το «Καθόλου» με 5,5% (βλ. Διάγραμμα 2). Διάγραμμα 2: Ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις

73


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

Συντριπτικό είναι το αποτέλεσμα στην ερώτηση εάν ανήκουν σε κάποια φοιτητική παράταξη, αφού το 85,5% των ερωτηθέντων απαντά ότι δεν ανήκει σε κάποια φοιτητική παράταξη, με μόνο ένα 14,5% να απαντά ότι ανήκει (βλ. Διάγραμμα 3).

Διάγραμμα 3: Συμμετοχή σε φοιτητική παράταξη

Στην ερώτηση ποιο ΜΜΕ θεωρείτε ότι έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία, 6 στους 10 απάντησαν η τηλεόραση (62,6%), ακολούθως το διαδίκτυο με 15,4%, μετά όλα με 9,9%, στη συνέχεια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με 7,7%, 2,2% απάντησαν το ραδιόφωνο και 1,1% οι εφημερίδες (ΔΓ/ΔΑ 1,1%). (βλ. Διάγραμμα 4)

74


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ Διάγραμμα 4: Μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία

2.

Ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις σε σχέση με την ιδεολογική τοποθέτηση

Σε ό,τι αφορά στο ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις, σε σχέση με την ιδεολογική τοποθέτηση, η στατιστική ανάλυση έδειξε πως δεν υπάρχει στατιστική σημαντικότητα ανάμεσα στους δύο παράγοντες (χ2=25.031, df=16, p=0.069). Έτσι, παρατηρούμε ότι το κατά 64,3%, από όσους δηλώνουν αριστεροί να ενδιαφέρονται πάρα πολύ ή πολύ, το 21,4% λίγο και πολύ λίγο ένα 14,3%. Από την άλλη, οι μισοί δεξιοί (47,8%) ενδιαφέρονται λίγο για τις πολιτικές εξελίξεις, ένα 30,4% πολύ, ένα 17,4% πολύ λίγο και ένα 4,3% (μία απάντηση) καθόλου. Από τους κεντρώους, το 40% ενδιαφέρεται λίγο, ενώ ίδιο ποσοστό (20%) «πάρα πολύ», «πολύ λίγο» και «καθόλου». Τέλος, όσοι δεν προσδιορίζονται – που είναι και οι περισσότεροι στον αριθμό-, κατά 42,5% ενδιαφέρονται λίγο για τις πολιτικές εξελίξεις, το 23,7% ενδιαφέρεται πολύ και λίγο, και 5,1% δεν ενδιαφέρεται καθόλου. Μόνο το 5,1% ενδιαφέρεται πάρα πολύ. Σημαντικό είναι το γεγονός πως από όσους απάντησαν «πάρα πολύ», το 55,6% είναι Αριστεροί, 33,3% όσοι δεν προσδιορίζονται, ένα 11,1% είναι Κεντρώοι, ενώ κανένας δεξιός δεν απάντησε ότι ενδιαφέρεται πάρα πολύ (βλ. Διάγραμμα 5).

75


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές Διάγραμμα 5: Ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις σε σχέση με την ιδεολογική τοποθέτηση

III. ΣΥΖΗΤΗΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 1.

Πολιτικές απόψεις

Όσον αφορά στην ιδεολογική τοποθέτηση στον ιδεολογικό άξονα Αριστερά-Δεξιά, παρατηρούμε ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων αρνείται να προσδιοριστεί ιδεολογικά σε κάποια από τις επιλογές του άξονα Αριστερά-Δεξιά, κάτι που αντικατοπτρίζει τη γενικότερη αποχή των νέων τόσο από την πολιτική, όσο και από τα πολιτικά κόμματα και ιδεολογίες, ενώ τα ποσοστά των άλλων τριών επιλογών δεν είναι καν κοντά με τα ποσοστά που έλαβαν τα κόμματα που εκπροσωπούν την κάθε μια επιλογή στον άξονα, στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές του 2011.4 Επίσης, η άρνηση αυτοτοποθέτησης στον άξονα Αριστερά-Δεξιά παρουσιάζεται και στην έρευνα των Δεμερτζή κ.α. (2010) στην Κύπρο, στην οποία το 21% απαντά ότι δεν αποδέχεται την κατάταξη ΑριστεράΔεξιά, το 15% επιλέγει να μην απαντήσει, ενώ ένα 14% επιλέγει το κέντρο ως μια –πιθανόν– επιλογή εξισορρόπησης στη 10-βαθμια κλίμακα,

4 76

ΔΗΣΥ (δεξιά): 34,8%, ΑΚΕΛ (αριστερά): 32,67%, ΔΗΚΟ (κέντρο): 15,76%.


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ στην οποία το 0 σημαίνει άκρα δεξιά και το 10 άκρα αριστερά, ποσοστά σαφώς διαφορετικά με τη δική μας έρευνα. Η απαξίωση προς την πολιτική και τα πολιτικά κόμματα, η οποία επήλθε – θα λέγαμε – λόγω του ξεσπάσματος της οικονομικής κρίσης και των δεινών που επέφερε στην κυπριακή κοινωνία, είναι πιθανόν να απαντά στην αλλαγή αυτή. Την ίδια ώρα, έχει επικρατήσει μια σύγχιση ως προς το τι είναι Αριστερός και Δεξιός στη νέα γενιά, αφού οι αντιστάσεις που υπάρχουν στις πιο μεγάλες ηλικίες, λόγω των βιωμάτων στο πραξικόπημα και την εισβολή, δεν υφίστανται σε τόσο μεγάλο βαθμό στους νέους. Επίσης, ο πόλεμος ο οποίος δέχθηκε η Αριστερά την πενταετία κατά την οποία βρέθηκε στην εξουσία, ίσως να έχει επηρεάσει και την ιδεολογική τοποθέτηση κόσμου της Αριστεράς, πάνω στον ιδεολογικό άξονα Αριστερά-Δεξιά. Τα ευρήματα αυτά στέλλουν ξεκάθαρα μηνύματα, τουλάχιστον στα τρία μεγαλύτερα κόμματα του τόπου, πως πρέπει να εγκύψουν σοβαρά στα προβλήματα και τις ανησυχίες των νέων και να ακούσουν τι έχουν να πουν. Είναι προφανές πως οι νέοι βλέπουν με απαισιοδοξία το μέλλον και κανένα από τα κόμματα δε φαίνεται να δίνει λύση στις ανησυχίες και τους προβληματισμούς τους προς το παρόν. Σημαντικά για την κατανόηση της ευρύτερης στάσης των νέων έναντι στα κοινά, είναι το ότι 6 στους 10 απαντούν ότι ενδιαφέρεται λίγο ή πολύ λίγο για τις πολιτικές εξελίξεις, με μόλις ένα 8,2% να ενδιαφέρεται πάρα πολύ. Από την ανάλυση, δεν φαίνεται να υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην ιδεολογική τοποθέτηση, σε σχέση με το ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις. Εδώ βλέπουμε να παρουσιάζεται αυτό που οι Ντάβου και Αρμενάκης (2000) είχαν σημειώσει περί μη συμμετοχής των νέων στα «κοινά» και της εμφάνισης μιας εγωκεντρικής αντίληψης. Αυτό είναι ένα ανησυχητικό για το μέλλον του τόπου εύρημα, αφού δείχνει ότι οι νέοι δεν ενδιαφέρονται για το τι γίνεται γύρω τους και αυτό ελλοχεύει πολλούς κινδύνους. Η αποστασιοποίηση από τα κοινά και η μη συμμετοχή οδηγεί σε έλλειμμα δημοκρατίας, αφού μια μερίδα του πληθυσμού αποφασίζει για όλους τους υπόλοιπους οι οποίοι απέχουν. Παρόλα αυτά, σημαντικό είναι το ότι από όσους απάντησαν ότι ενδιαφέρονται πάρα πολύ, το 55,6% είναι Αριστεροί, αφού δείχνει μια διαφορά στην προσέγγιση σε σχέση με τους υπόλοιπους. Ξεκάθαρα είναι τα ευρήματα για τη συμμετοχή των φοιτητών σε φοιτητικές παρατάξεις, αφού το συντριπτικό 85,5% δηλώνει ότι δεν ανήκει σε κάποια

77


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

φοιτητική παράταξη, με μόνο το 14,5% να δηλώνει ότι ανήκει σε κάποια φοιτητική παράταξη. Βέβαια, το ποσοστό αυτό θα ήταν διαφορετικό εάν η συλλογή των ερωτηματολογίων γινόταν από διάφορους χώρους του πανεπιστημίου, μιας και πολλοί από τους φοιτητές που ανήκουν σε φοιτητικές παρατάξεις συχνάζουν αρκετές ώρες στα «τραπεζάκια» των παρατάξεων. Παραμένει, όμως, ένα συντριπτικό ποσοστό, το οποίο θα πρέπει να προβληματίσει τις παρατάξεις για το ρόλο και τη σημασία που τους αποδίδουν οι φοιτητές και ποια βήματα πρέπει να ακολουθήσουν για να ανακτήσουν τη χαμένη τους αίγλη, αφού και η συμμετοχή στις φοιτητικές εκλογές ατονεί χρόνο με το χρόνο. Τέλος, όσον αφορά στην πρόθεση προσέλευσης στις κάλπες για τις βουλευτικές εκλογές στις 22 του Μάη του 2016, παρατηρούμε το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι δε θα πάνε να ψηφίσουν να βρίσκεται στο 20%, ποσοστό που είναι το ίδιο με σχεδόν όλες τις δημοσκοπήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας, με πιο πρόσφατη τη δημοσκόπηση της IMR σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, για λογαριασμό της εφημερίδας «ΡΕΠΟΡΤΕΡ» και η οποία δημοσιοποιήθηκε στις 24 Απριλίου 2016, στην οποία η αποχή βρίσκεται στο 20,2% στο γενικό πληθυσμό. Στην ίδια έρευνα, το 30% των νέων 18-24 απάντησαν ότι σίγουρα δε θα πάνε να ψηφίσουν, ενώ ένα άλλο 23% δήλωσε ότι μάλλον δε θα πάει να ψηφίσει. Το ποσοστό αυτό δείχνει ότι οι φοιτητές, σαν ειδική ομάδα, μπορεί να διαφέρει ως προς την υπόλοιπη νεολαία ηλικίας 18-24 στην πρόθεση ψήφου. Παρόλ’ αυτά, το ποσοστό παραμένει πολύ ψηλό και τείνει να εξελιχθεί σε παγιωμένη αντίληψη μη συμμετοχής στις εκλογικές διαδικασίες για ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας, με τρομακτικές για το μέλλον εξελίξεις. 2.

Η εμπιστοσύνη των φοιτητών προς τα ΜΜΕ

Το πρώτο ερώτημα που τέθηκε από την αρχή είναι το κατά πόσον οι φοιτητές εμπιστεύονται τα ΜΜΕ. Από την ανάλυση της ερώτησης «Πόσο έγκυρα και αξιόπιστα θεωρείς τα πιο κάτω ΜΜΕ», βλέπουμε ότι την πρώτη θέση καταλαμβάνουν οι εφημερίδες, ακολούθως το ραδιόφωνο, στη συνέχεια η τηλεόραση, προτελευταίο έρχεται το διαδίκτυο και τελευταία τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Συγκρίνοντας τα ευρήματα μας με το Ευρωβαρόμετρο του 2013 και 2014, αναφορικά με την άποψη των Κυπρίων για τα ΜΜΕ, βλέπουμε

78


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ να διαφοροποιείται η άποψη των φοιτητών σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, αφού στο Ευρωβαρόμετρο και τις δύο χρονιές πρώτο σε εμπιστοσύνη έρχεται το διαδίκτυο, μετά η τηλεόραση, μετά το διαδίκτυο και προτελευταίος ο τύπος, σε αντίθεση με την πρωτιά που του δίνουν οι φοιτητές. Ταύτιση υπάρχει όσον αφορά στην εμπιστοσύνη προς τα ΜΚΔ, αφού και στις δύο μετρήσεις βρίσκονται στην τελευταία θέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στα ΜΜΕ. Από την άλλη, η έρευνα του World Internet Project το 2010, κατέδειξε ότι το 68% των ερωτηθέντων θεωρούν την τηλεόραση ως μια πολύ σημαντική πηγή πληροφόρησης, με τους πιο νέους να το θεωρούν σε χαμηλότερο βαθμό, τις εφημερίδες με 39% και τέλος το ραδιόφωνο με 37%, ενώ οι μισοί ερωτηθέντες θεωρούν τις περισσότερες πληροφορίες στο διαδίκτυο αξιόπιστες. Σε σχέση με τα ευρήματα της έρευνας των Δεμερτζή-Αρμενάκη (2000) για τους φοιτητές της Αθήνας, παρατηρούμε ότι υπάρχει ταύτιση με τα δικά μας ευρήματα ως προς το ποιο ΜΜΕ θεωρούν πιο αξιόπιστο, αφού στην πρώτη θέση έρχονται οι εφημερίδες, ενώ μετά διαφοροποιούνται τα ευρήματα, με την τηλεόραση να έρχεται δεύτερη και το ραδιόφωνο τρίτο. Βέβαια, τα 16 χρόνια που μεσολάβησαν από εκείνη την έρευνα, είναι πιθανόν να έχουν μεταβάλει τα εν λόγω στοιχεία, αφού στην έρευνα των Δεμερτζή κ.α. (2008) η μέση τιμή αξιοπιστίας σε 10-βάθμια κλίμακα ήταν 6,3 για το ραδιόφωνο, 5,8 για τις εφημερίδες και 5,2 για την τηλεόραση. Τώρα, όσον αφορά στο πόσο έγκυρα και αξιόπιστα θεωρούν τα ΜΜΕ οι φοιτητές, σε σχέση με την ιδεολογική τους τοποθέτηση, παρατηρούμε ότι στατιστικά σημαντική σχέση υπάρχει για την τηλεόραση, το διαδίκτυο και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Δηλαδή, η ιδεολογία φαίνεται να επηρεάζει την άποψη των φοιτητών για τα τρία αυτά ΜΜΕ. Την ίδια ώρα, τις λιγότερες θετικές απόψεις για τις εφημερίδες έχουν οι αριστεροί, ενώ τις περισσότερες οι κεντρώοι. Τις λιγότερες θετικές απόψεις για το ραδιόφωνο έχουν όσοι δεν προσδιορίζονται ιδεολογικά, ενώ μόνο το 14,3% των αριστερών θεωρεί την τηλεόραση πάρα πολύ ή πολύ αξιόπιστη. Αυτό μπορεί πάλι να εξηγηθεί με τον πόλεμο που δέχθηκε η Αριστερά, ειδικά από τα τηλεοπτικά κανάλια, την περίοδο της διακυβέρνησης της και κατά την περίοδο της έκρηξης στο Μαρί. Τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη προς το διαδίκτυο έχουν οι κεντρώοι και ακολουθούν οι δεξιοί, ενώ για τα ΜΚΔ τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη φέρουν οι αριστεροί.

79


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

Αναφορικά τώρα με τις απαντήσεις στην ερώτηση «Σε ποιο βαθμό θεωρείς ότι καθένα από τα ΜΜΕ επηρεάζει τη συνολική εικόνα που διαμορφώνεις για τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα;», προκύπτει ότι η τηλεόραση είναι αυτή που επηρεάζει περισσότερο την άποψη των φοιτητών. Ακολουθεί το διαδίκτυο, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, οι εφημερίδες και τελευταίο το ραδιόφωνο. Εδώ βλέπουμε το παράδοξο, ότι ενώ οι ερωτηθέντες θεωρούν τις εφημερίδες ως τις πιο έγκυρες και αξιόπιστες, εντούτοις δεν επηρεάζουν τόσο έντονα την εικόνα που διαμορφώνουν για τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Επίσης, ενώ θεωρούν ότι η τηλεόραση εξυπηρετεί συνμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες, εντούτοις επηρεάζει στο μεγαλύτερο βαθμό την άποψή τους. Την ίδια ώρα, η ιδεολογική τοποθέτηση φαίνεται να επηρεάζει τη συνολική εικόνα που διαμορφώνουν οι φοιτητές, μόνο για τις εφημερίδες. Όσον αφορά τώρα στην άποψη των φοιτητών για την ποιότητα του περιεχομένου καθενός από τα ΜΜΕ, παρατηρούμε ότι η πλειοψηφία δεν έχει ούτε θετική, ούτε αρνητική άποψη, εκτός από τις εφημερίδες, που η θετική άποψη βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με την ουδέτερη στάση (42,8% και 42,7% αντίστοιχα). Από την άλλη, τη μεγαλύτερη αρνητική άποψη έχει η τηλεόραση, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την έρευνα της Μάνιου (2013), στην οποία καταγράφεται ότι οι νέοι 18-24 είχαν έντονη δυσπιστία για την ποιότητα της πολιτικής ενημέρωσης που προσλαμβάνει τόσο από τη δημόσια, όσο και από την ιδιωτική τηλεόραση. Συσχετίζοντας την ιδεολογική τοποθέτηση με την άποψη για την ποιότητα του περιεχομένου κάθε ΜΜΕ, φαίνεται να υπάρχει σχέση μόνο για τις εφημερίδες και όχι για τα υπόλοιπα ΜΜΕ. Από την άλλη, σε σχέση με το ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις, δεν υπάρχει στατιστικά σημαντική σχέση αναφορικά με την άποψη για την ποιότητα του περιεχομένου για καθένα από τα ΜΜΕ. 3.

Συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες

Το δεύτερο ερώτημα της έρευνας ήταν το κατά πόσον οι φοιτητές θεωρούν ότι τα ΜΜΕ εξυπηρετούν συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες. Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων απάντησε ότι όλα τα ΜΜΕ εξυπηρετούν συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες. Συντριπτικά είναι τα ποσοστά για την τηλεόραση και τις εφημερίδες, αφού το 82,7% και 80,7% αντίστοιχα, απάντησε πάρα πολύ ή πολύ στο αν αυτά τα δύο ΜΜΕ εξυπηρετούν συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες. Ακολουθούν

80


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, το ραδιόφωνο και τέλος, το διαδίκτυο. Παρόμοια ευρήματα παρατηρούμε και στην έρευνα των Δεμερτζή κ.α. (2008), όπου τα ΜΜΕ γίνονται αντιληπτά από τους φοιτητές ως «εργαλείο» ικανοποίησης συμφερόντων και ειδικά η τηλεόραση. Από την ανάλυση, δε φαίνεται να υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην ιδεολογική τοποθέτηση και στο κατά πόσο θεωρούν ότι τα ΜΜΕ εξυπηρετούν συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες, κάτι που δείχνει ότι είναι κοινή πεποίθηση όλων των φοιτητών και όχι ανάλογα ιδεολογικής τοποθέτησης. 4.

Σύνταξη των ΜΜΕ με την εκάστοτε κυβέρνηση

Ο τρίτος μας στόχος ήταν να εντοπίσουμε ένα οι φοιτητές θεωρούν ότι τα ΜΜΕ συντάσσονται κατά κύριο λόγο με την εκάστοτε κυβέρνηση. Στην ερώτηση εάν συμφωνούν με τη φράση «Τα ΜΜΕ συντάσσονται με την εκάστοτε κυβέρνηση», πάρα πολύ ή πολύ απάντησε το 74,5% για την τηλεόραση, το 61,8% για τις εφημερίδες, το 42,7% για το ραδιόφωνο, το 40,7 για τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και το 32,1% για το διαδίκτυο. Από την επεξεργασία των ευρημάτων, φαίνεται να υπάρχει σχέση ανάμεσα στην ιδεολογική τοποθέτηση και στο κατά πόσο θεωρούν ότι τα ΜΜΕ εξυπηρετούν συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες, μόνο για τα λεγόμενα «παραδοσιακά» ΜΜΕ. Βέβαια, εδώ τα ευρήματα μας μπορεί να ήταν διαφοροποιημένα ειδικά για τους Αριστερούς, εάν γινόταν ένας διαχωρισμός ανάλογα με το ποιο κόμμα κυβερνά. 5.

Αλλαγή άποψης και συχνότητας χρήσης μετά την οικονομική κρίση

Το τέταρτο μας ερώτημα, ήταν εάν άλλαξε και πώς ή όχι, η άποψη των φοιτητών για την εγκυρότητα και αξιοπιστία των ΜΜΕ μετά την οικονομική κρίση και πώς ή εάν επηρεάστηκε η συχνότητα χρήσης τους από τους ίδιους. Παρατηρούμε ότι στο πρώτο σκέλος η πλειοψηφία απάντησε ότι παρέμεινε η ίδια η άποψη τους για τα τέσσερα από τα πέντε ΜΜΕ, με την άποψη για την εγκυρότητα και αξιοπιστία της τηλεόρασης να αλλάζει προς το χειρότερο για τους μισούς. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι δεν υπάρχει στατιστικά σημαντική σχέση ανάμεσα στην ιδεολογική τοποθέτηση και στο αν άλλαξε ή όχι η άποψη τους για την εγκυρότητα και αξιοπιστία των ΜΜΕ μετά την οικονομική κρίση.

81


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

Στο δεύτερο σκέλος, βλέπουμε ότι η πλειοψηφία των ερωτηθέντων δήλωσε ότι η συχνότητα που χρησιμοποιεί και τα πέντε ΜΜΕ παρέμεινε η ίδια μετά την οικονομική κρίση, ακόμα και για την τηλεόραση, για την οποία απάντησαν ότι είδαν την άποψη τους για την εγκυρότητα και αξιοπιστία της να γίνεται χειρότερη μετά την οικονομική κρίση. Τα αποτελέσματα δείχνουν πως ούτε εδώ υπάρχει συσχέτιση της ιδεολογικής τοποθέτησης των ερωτηθέντων, με το εάν άλλαξε η συχνότητα με την οποία χρησιμοποιούν καθένα από τα ΜΜΕ. 6.

«Νέα μέσα» VS «Παραδοσιακά Μέσα»

Το πέμπτο και τελευταίο μας ερώτημα, αφορούσε στο κατά πόσο οι φοιτητές χρησιμοποιούν περισσότερο τα «Νέα Μέσα» από τα «Παραδοσιακά» για την ενημέρωση τους για τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Είναι ξεκάθαρο ότι οι φοιτητές χρησιμοποιούν περισσότερο τα «Νέα Μέσα», αφού στην ερώτηση «Πόσο χρόνο αφιερώνεις καθημερινά για την ενημέρωση σου για τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα», πρώτο στη χρήση έρχεται το διαδίκτυο, μετά τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, μετά η τηλεόραση, μετά το ραδιόφωνο και τελευταίες οι εφημερίδες. Εδώ βλέπουμε να συμφωνούν τα ευρήματα μας με αυτά της έρευνας των Δεμερτζή κ.α. (2008), στην οποία επιβεβαιώνεται η άποψη ότι οι νέοι συνήθως θεωρούνται ως οι πλέον ευεπίφοροι για την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και έχουν ευκολία ενσωμάτωσης πολλών και διαφορετικών δεδομένων σε ψηφιακή μορφή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Παράλληλα, σε έρευνα της GPO (2015), οι νέοι ηλικίας 18-24 χρόνων απάντησαν με 56% ότι χρησιμοποιούν περισσότερο το διαδίκτυο για την ενημέρωσή τους, ακολούθως την τηλεόραση, μετά τις εφημερίδες και τέλος το ραδιόφωνο (η επιλογή ΜΚΔ απουσιάζει). Επίσης, στην έρευνα των Δεμερτζή κ.α. (2010), καταγράφεται ότι ο μέσος όρος παρακολούθησης για το γενικό πληθυσμό είναι 16,3 ώρες την εβδομάδα για την τηλεόραση, 12,3 ώρες για το ραδιόφωνο και 3,6 ώρες για τις εφημερίδες, δηλαδή, είναι η ίδια σειρά με την οποία οι ερωτώμενοι κατέταξαν τα τρία αυτά «παραδοσιακά» ΜΜΕ αναφορικά με το πόσο τα χρησιμοποιούν. Εδώ βλέπουμε ακόμα ένα παράξενο, αφού, ενώ θεωρούν τις εφημερίδες το πλέον αξιόπιστο από τα ΜΜΕ, είναι τελευταίες στη χρήση. Αυτό μπορεί να εξηγείται και λόγω της έντυπης μορφής τους, που δε βρίσκει ανταπόκριση στη νεολαία, αλλά και λόγω του αντιτίμου που χρειάζεται

82


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ για την αγορά τους, αφού η αγορά μιας εφημερίδας καθημερινά ξεπερνά το ποσό των 30 ευρώ μηνιαιώς για την εξασφάλισή της. Επίσης, συνάγεται το συμπέρασμα πως η χρήση των ΜΜΕ δεν είναι συνιφασμένη με την αξιοπιστία, κάτι που ίσως να εξηγεί γιατί τα ΜΜΕ δε νιώθουν την ανάγκη να είναι αξιόπιστα, αφού δεν αποτελεί κριτήριο κέρδους. Καθόλου δεν ενημερώνεται από τις εφημερίδες το 77,4%, από το ραδιόφωνο το 45,4%, από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης το 13,6%, από την τηλεόραση το 11,9% και από το διαδίκτυο το 9,1%. Συγκρίνοντας, την ίδια ώρα, το ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις, σε σχέση με το χρόνο χρήσης για κάθε ένα από τα ΜΜΕ, λαμβάνοντας και τις δύο μεταβλητές ως συνεχόμενες, παρατηρούμε να υπάρχει αρνητική συσχέτιση μεταξύ των δύο παραγόντων. Δηλαδή, παρατηρούμε ότι όσο περισσότερο ενδιαφέρονται για τις πολιτικές εξελίξεις, τόσο πιο λίγο χρησιμοποιούν καθένα από τα ΜΜΕ. Αυτό μας κάνει να σκεφτούμε πως όσοι ενδιαφέρονται για τις πολιτικές εξελίξεις, θεωρούν πως κανένα ΜΜΕ δεν αποτελεί αξιόπιστο μέσο ενημέρωσης. 7.

Επιρροή στην κοινωνία

Η έρευνα μας δείχνει ταύτιση των φοιτητών με την άποψη του γενικού πληθυσμού για την παντοδυναμία της τηλεόρασης (Μάνιου, 2013), αφού 6 στους 10 απάντησαν ότι η τηλεόραση έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία, ακολουθούμενη από το διαδίκτυο (15,4%). Όλα τα ΜΜΕ απάντησε ένας στους δέκα, μετά ακολουθούν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, μετά το ραδιόφωνο και τέλος οι εφημερίδες. Ανεξάρτητα ιδεολογικής τοποθέτησης, η πλειοψηφία θεωρεί την τηλεόραση ως το ΜΜΕ που έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία, με το ψηλότερο ποσοστό (78,6%) να είναι των αριστερών φοιτητών. Επίσης, ασχέτως του ενδιαφέροντος για τις πολιτικές εξελίξεις, πάλι η πλειοψηφία θεωρεί ότι η τηλεόραση έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία. Τα ψηλότερα ποσοστά συναντώνται σε όσους ενδιαφέρονται πάρα πολύ για τις πολιτικές εξελίξεις (85,7%) και σε όσους δεν ενδιαφέρονται καθόλου (80%). Τα ευρήματα αυτά μας δείχνουν ότι ακόμα και αν οι φοιτητές στρέφονται προς τα «Νέα Μέσα» για την ενημέρωσή τους, εντούτοις, θεωρούν πως η τηλεόραση είναι αυτή που επηρεάζει την κοινή γνώμη και κατευθύνει τη σκέψη των πολιτών προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

83


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

8.

Επίλογος - Περιορισμοί της έρευνας Προτάσεις για μελλοντικές έρευνες

Σκοπός της παρούσας προσπάθειας ήταν να καταγράψει τις απόψεις των φοιτητών για τα ΜΜΕ, το αν επέφερε αλλαγές –και ποιες- η οικονομική κρίση στις απόψεις αυτές και στη συχνότητα χρήσης των ΜΜΕ, αλλά και τυχόν διαφοροποιήσεις ανάλογα με την ιδεολογική τοποθέτηση και το ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις. Σκοπός της έρευνας, είναι, επίσης, να προσφέρει στοιχεία για τις απόψεις των φοιτητών και τη στάση τους απέναντι στα ΜΜΕ, τα οποία, μπορούν να αποτελέσουν εργαλείο τόσο για τους λειτουργούς των ΜΜΕ, όσο και για τους πολιτικούς φορείς, σε ακαδημαϊκό επίπεδο, αλλά και τροφή για σκέψη και προβληματισμό για τις απόψεις των νέων επιστημόνων του τόπου μας. Η έρευνα καταδεικνύει ότι οι λειτουργοί των ΜΜΕ θα πρέπει να δουν πολύ σοβαρά το πώς προσεγγίζουν τη νέα γενιά, αφού αυτή φαίνεται να απομακρύνεται από τα «Παραδοσιακά Μέσα». Οι παλιές πρακτικές, οι τετριμμένες ειδήσεις και ο τρόπος παρουσίασής τους δεν προσελκύουν τη νεολαία και δη τους φοιτητές, οι οποίοι ψάχνουν εναλλακτικούς τρόπους ενημέρωσης. Επίσης, η άποψη ότι τα ΜΜΕ εξυπηρετούν συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες, θα πρέπει να προβληματίσει τα ίδια, αφού έτσι αφαιρείται και το κριτήριο της αλήθειας και της αντικειμενικότητας από αυτά που προβάλλουν. Αναφορικά τώρα με τους περιορισμούς της έρευνας, θα μπορούσε να επιλεχθεί διαφορετική μέθοδος επιλογής του δείγματος, έτσι που να μπορούν να εξαχθούν πιο ασφαλή συμπεράσματα, ενώ η επιλογή φοιτητών από δύο καφετέριες του Πανεπιστημίου, μπορεί να οδήγησε σε υπο-αντιπροσώπευση των φοιτητών που είναι στελέχη φοιτητικών παρατάξεων. Μελλοντικές μελέτες θα ήταν προτιμότερο να συμπεριλάβουν φοιτητές τόσο από δημόσια, όσο και από ιδιωτικά πανεπιστήμια, ούτως ώστε να είναι πιο αντιπροσωπευτικό το δείγμα, όπως επίσης και το ίδιο το δείγμα να είναι μεγαλύτερο. Επίσης, θα μπορούσε να γίνει διάκριση αστικών-αγροτικών περιοχών, όπως επίσης και οικογενειακού εισοδήματος. Μια άλλη ιδέα, θα ήταν να γίνει έρευνα και ανά Εφημερίδα/Ραδιοσταθμό/Κανάλι/Ιστοσελίδα/Μέσο Κοινωνικής

84


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ Δικτύωσης, για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει διαφορά ως προς τη στάση για συγκεκριμένα μέσα, είτε λόγω αναγνωσιμότητας, είτε ακόμα και λόγω προέλευσης, για παράδειγμα κομματικά μέσα. Τέλος, θα πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη μας πως κάθε έρευνα απεικονίζει τις απόψεις του κοινού στο οποίο απευθυνόμαστε κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τα αποτελέσματα της ίδιας έρευνας σε διαφορετικό χρονικό διάστημα.

85


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

Ελληνόφωνη Βιβλιογραφία Adorno, W. T. (1989). Συνοψη της Πολιτιστικης Βιομηχανιας. Μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου. Αθηνα: Αλεξάνδρεια. Baudrillard, J. (1991). Η Εκσταση της Επικοινωνιας. Ελλαδα: Καρδαμίτσα. Βώβου, Ι. (2013). Κρίση και στα ΜΜΕ: Η τηλεοπτική «κουλτούρα της κρίσης». Στο Γ. Πλειός (Επιμ.), Η κρίση και τα ΜΜΕ (σσ. 313-347). Αθήνα: Παπαζήση. Γεωργόπουλος, Χ. (2014). Κατασκευάζοντας συναίνεση: Ένα μοντέλο προπαγάνδας (Α). Ανακτήθηκε 21 Ιανουαρίου, 2016, από http:// kritikieglimatologia.blogspot.com.cy/2014/10/blog-post_30. html. Δεμερτζής, Ν. & Αρμενάκης, Α. (2000). Επίκτητη αίσθηση αδυναμίας, πολιτική συμπεριφορά και ΜΜΕ. Ευρήματα από μια έρευνα σε φοιτητές της Αθήνας. Ελληνική επιθεώρηση πολιτικής επιστήμης, Τόμος 23 (Τεύχος 16). 34-71. Δεμερτζής, Ν., Γιαλαμάς, Β., Δουδάκη, Β., Κύζα, Α. Ε., Κυριακίδης, Χ., Λαμπρινός, Λ., Μηλιώνη, Λ. Δ., Πάνος, Δ., Πατέλη, Κ., Στυλιανού, Σ. & Τσαπατσούλης, Ν. (2010). Το διαδίκτυο στην Κύπρο 2010. Τελική έκθεση. World Internet Project. Λεμεσός: Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Δεμερτζής, Ν., Σταυρακάκης, Γ., Ντάβου, Μπ., Χρηστάκης, Ν., Γεωργαράκης, Ν., Μπουμπάρης, Ν. (2008) Νεολαία. Ο αστάθμητος παράγοντας; Αθήνα: Πολύτροπον. Δουλγκέρη, Φ. (2012). Το διαδίκτυο, απειλή και λύτρωση για τις εφημερίδες. Ανακτήθηκε 19 Ιανουαρίου, 2016, από http:// medianalysis.net/2012/10/12/press_internet. GPO. (2015). Αδημοσίευτη δημοσκόπηση. Αρχεία του ΑΚΕΛ. Kung, L., Picard G. R. & Towse R. (2008). Η επίδραση του Internet στα ΜΜΕ, μετάφραση: Αντιγόνη Ν. Διαλινού. Αθήνα: Άσπρη λέξη. Λυοτάρ, Ζ. Φ. (1988). Η Μεταμοντερνα Κατασταση. Αθηνα: Γνώση

86


Αν τρ έ α ς Π α ν α γ ι ώ τ ο υ Μάνιου, Θ. (2013). Τηλεόραση, κοινωνία και πολιτικές ειδήσεις. Ελλάδα: Επίκεντρο. Ντάβου, Μ. & Αρμενάκης, Α. (2000). Η πολιτική κουλτούρα και τα μέσα επικοινωνίας. Η περίπτωση των φοιτητών της Αθήνας. Ελληνική επιθεώρηση πολιτικής επιστήμης, Τόμος 23 (Τεύχος 16). 72-107. ΟΝΕΚ

(Οργανισμός Νεολαίας Κύπρου). (2015). Αποτελέσματα παγκύπριας έρευνας καταγραφής των απόψεων των νέων της Κύπρου. (2016, 10 Ιανουαρίου). Ανακτήθηκε από http://onek. org.cy/apotelesmata-pagkiprias-erevnas-katagrafis-tonapopseon-ton-neon-tis-kiprou.

Παναγιωτου, Α. (2015). Όταν ο Jameson συναντά τον Χειμαριδη [τζαι τον Λιασιδη]. Συνεισφορά στην κατανόηση της Μεσανατολικής νεωτερικότητας. Ανακτήθηκε 7 Ιανουαρίου, 2016, από http://koinonioloyika.blogspot.com.cy/2015/04/jameson. html. Παπαθανασόπουλος, Σ. (2014). Εισαγωγή στις θεωρίες της μαζικής επικοινωνίας. Ανακτήθηκε 16 Ιανουαρίου, 2016, από http:// www2.media.uoa.gr/lectures/ad/download.php?f=media_ theory_intro.pdf. Παπαθανασόπουλος, Σ. (2014). Παγκοσμιοποίηση και τηλεόραση. Ανακτήθηκε 16 Ιανουαρίου, 2016, από http://papathanasso poulos.gr/mos/docs/kefalaio1_TV.pdf. Παπαθανασόπουλος, Σ. (2014). Τα μέσα επικοινωνίας στον 21ο αιώνα. Ανακτήθηκε 21 Ιανουαρίου, 2016, από http://papathanasso poulos.gr/mos/docs/The_media_in_the_21st_centuryGR.pdf. Παπαχαρίση, Ζ. (2008). Η εικονική σφαίρα 2.0: Το διαδίκτυο και η δημόσια σφαίρα. Ζητήματα Επικοινωνίας, Τεύχος 7. 10-21. Πλειός, Γ. (2011). Η κοινωνία της ενημέρωσης. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη. Πλειος, Γ. (2013). Η κρίση και τα ΜΜΕ. Αθήνα: Παπαζήση. Πλειός, Γ. (2013). Τα ΜΜΕ απέναντι στην κρίση: έντονη υιοθέτηση της λογικής των ελίτ. Στο Γ. Πλειός (Επιμ.), Η κρίση και τα ΜΜΕ (σσ. 87-134). Αθήνα: Παπαζήση.

87


Πολιτικό ενδιαφέρον, ιδεολογική τοποθέτηση και στάση προς τα Μ.Μ.Ε.: Μια έρευνα σε Κύπριους φοιτητές

Πουλακιδάκος, Σ. & Κάρουλας, Γ. (2013). Πολιτικές ελίτ και προπαγάνδα: Η προβολή του Μνημονίου από τα ελληνικά πολιτικά κόμματα μέσα από τα δελτία ειδήσεων της ελληνικής τηλεόρασης. Στο Γ. Πλειός (Επιμ.), Η κρίση και τα ΜΜΕ (σσ. 351-386). Αθήνα: Παπαζήση. Ραμονέ, Ι. (2000). Η τυραννία των ΜΜΕ. Μετάφραση: Φωτεινή Μουρκούση. Αθήνα: Πόλις. Σοφοκλέους Κλ. Α. (1977). Εισαγωγή στην Επικοινωνία, Πειθώ, Προπαγάνδα. Λευκωσία. Στάιγκερβαλντ, Ρ. (1987). Μαρξιστική Φιλοσοφία. Βασικές έννοιες και αρχές. Λευκωσία: Εκδόσεις Κ.Ε. ΑΚΕΛ. Χαιρετάκης, Μ. (2013). Η κρίση των ΜΜΕ και τα ΜΜΕ της κρίσης. Στο Γ. Πλειός (Επιμ.), Η κρίση και τα ΜΜΕ (σσ. 59-84). Αθήνα: Παπαζήση.

Αγγλόφωνη Βιβλιογραφία Davis III C., Deil-Amen R., Rios-Aguilar C. & Gonzalez Canche M. Social media in higher education. A literature review and research directions. Ανακτήθηκε 20 Φεβρουαρίου, 2016, από https:// www.academia.edu/1220569/Social_Media_in_Higher_ Education_A_Literature_Review_and_Research_Directions EUROPEAN COMMISSION. Public Opinion. (2016, 17 Ιανουαρίου). Ανακτήθηκε από http://ec.europa.eu/COMMFrontOffice/Publi cOpinion/index.cfm/Chart/index Leigh,

D. ( 2012, 23 Σεπτεμβρίου). A £2-a-month levy on broadband could save our newspapers. The Guardian. Ανακτήθηκε 20 Φεβρουαρίου, 2016, από http://www.theguardian.com/ media/2012/sep/23/broadband-levy-save-newspapers.

Lister M., Dovey J., Giddings S., Grant I. & Kelly K. (2009). New Media. A critical introduction. Second Edition. New York: Routledge. Manovich, L. (2001). The Language of New Media. Massachusetts: Leonardo Books.

88


Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής, Τεύχος 4, σσ. 89-104, 2018

Άντης Ζήσιμος1

Οι πιέσεις για ένταξη του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος στην διαδικασία παραγωγής κέρδους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

Σε καμιά άλλη περίοδο της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας δεν υπήρξε τόσο μαζική προσπάθεια εφαρμογής «περιφράξεων» στους φυσικούς πόρους και στο φυσικό περιβάλλον όσο στην περίοδο που διανύουμε από το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού που εκδηλώθηκε το 2008 στις ΗΠΑ και ακολούθως εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και αλλού. Τα προβλήματα από την οικονομική κρίση έγιναν άμεσα αισθητά σε πολλούς τομείς της ζωής και πολλά από αυτά επιδεινώθηκαν με τις πολιτικές αποφάσεις που ακολούθησαν. Η περίοδος που ακολούθησε την εκδήλωση της κρίσης αποτέλεσε αρνητικό ορόσημο και για το φυσικό περιβάλλον στην Κύπρο. Ποτέ προηγούμενα δεν αμφισβητήθηκαν τόσο έντονα το δικαίωμα των πολλών για πρόσβαση σε φυσικά «Κοινά». Τι είναι όμως τα «Κοινά» και τι εννοούμε με το όρο «περιφράξεις» των «Κοινών»; Στο κείμενο αυτό εξετάζω σε ένα προκαταρκτικό επίπεδο τις πιέσεις που έχουν δημιουργηθεί στην μετά την κρίση εποχή για το φυσικό περιβάλλον της Κύπρου μέσα από την σκοπιά των «Κοινών». 1 Ο Άντης Ζήσιμος είναι μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Προμηθέας. Κατέχει διδακτορικό στη χημεία και εργάστηκε ως ερευνητής στο University College London (UCL). Τα τελευταία δέκα χρόνια εργάζεται στο Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης όπου το ερευνητικό του έργο εντάσσεται στα πεδία της εφαρμοσμένης γεωχημείας, της αστικής γεωχημείας και της ρύπανσης του περιβάλλοντος από χημικά αίτια. Έχει εκδώσει πέραν των 40 πρωτότυπων εργασιών σε διεθνή περιοδικά και έχει πολλές ανακοινώσεις σε διεθνή επιστημονικά συνέδρια.

89


Οι πιέσεις για ένταξη του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος στη διαδικασία παραγωγής κέρδους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

Τη θέση ότι η Κύπρος αποτελεί σημαντική περιπτωσιολογική μελέτη μεγάλης σημασίας για τα περιβαλλοντικά πράγματα ανά το παγκόσμιο την έχω αναπτύξει και σε προηγούμενα κείμενα που καταπιάστηκαν γενικότερα με το θέμα (Ζήσιμος, 2016). Τόσο γεωλογικά, όσο και μορφολογικά, θαλάσσια, βιολογικά αλλά και εξελικτικά η Κύπρος αποτελεί ένα σύστημα πολλών οικοσυστημάτων που αναπτύχθηκαν υπό τις ιδιάζουσες τοπικές συνθήκες ενός νησιώτικου, μεσογειακού περιβαλλοντικού χώρου. Αυτό την καθιστά εκ των πραγμάτων ένα χρήσιμο μοντέλο για την μελέτη τόσο των παγκόσμιων περιβαλλοντικών ζητημάτων όπως είναι για παράδειγμα οι κλιματικές αλλαγές όσο και πιο τοπικών γεωγενών και ανθρωπογενών διεργασιών. Σε ότι αφορά δε την κυπριακή κοινωνία, διαφαίνεται (βλ. Ευρωβαρόμετρο 2014) ότι είναι ευαισθητοποιημένη σε ότι αφορά τα περιβαλλοντικά ζητήματα και για το πώς αυτά επηρεάζουν την υγεία των ανθρώπων σε ένα επίπεδο προσωπικού2 ενδιαφέροντος και ακτιβισμού. Δυστυχώς αυτό όμως δεν συνοδεύεται από την ανάλογη ιδεολογική και πολιτική θεώρηση των πραγμάτων. Είναι ίσως γι’ αυτό που στην Κύπρο αναπτύχθηκε, σε περιορισμένο ευτυχώς βαθμό, ένα ιδιόμορφο περιβαλλοντικόσυντηρητικό και εθνικιστικό πολιτικό σχήμα με πολλές αλλοπρόσαλλες πολιτικές τοποθετήσεις. Αυτό σε σύγκριση με τα περιβαλλοντικά κινήματα άλλων πολιτικών χώρων με προοδευτικότερες τοποθετήσεις για την κοινωνία και την εξέλιξη της. Παράλληλα παρατηρούμε ότι παραμένει ανένταχτο μεγάλο μέρος του περιβαλλοντικά ενημερωμένου, ερευνητικά δημιουργικού και ιδεολογικά τοποθετημένου κοινωνικού δυναμικού. Πριν όμως προχωρήσουμε στη συζήτηση θα πρέπει να γίνει μια ανάλυση του θεωρητικού πλαισίου των «Κοινών». Όταν μιλούμε για «Κοινά»3 εννοούμε όλο εκείνο το δημόσιο πλούτο που κληρονομήσαμε ή δημιουργήσαμε συλλογικά ως κοινωνία. Κάποια από αυτά είναι φυσικοί πόροι όπως είναι το έδαφος, οι θάλασσες, ο αέρας, τα δάση, το νερό ή ακόμα το δικαίωμα χρήσης τους χωρίς περιορισμούς δημιουργίας κέρδους (ή αλλιώς περιφράξεις). Τα Κοινά περιλαμβάνουν επίσης κτήσεις όπως το διαδίκτυο, την γνώση και επίσης όλο και περισσότερο το κίνημα

2 Στην ερώτηση του Ευρωβαρόμετρου «πόσο σημαντική είναι η προστασία του περιβάλλοντος για εσάς προσωπικά» το 98% των κυπρίων πολιτών απάντησαν ότι είναι πολύ ή αρκετά σημαντική (μέσα από 500 προσωπικές συνεντεύξεις). 3 Στην αγγλική χρησιμοποιείται ο όρος Commons. 90


Άντης Ζήσιμος της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης.4 Ο όρος «Κοινά» εμφανίζεται σε διάφορα ιστορικά συγκείμενα (contexts). Πρώτα απ ‘όλα, ο όρος εμφανίζεται σε σχέση με τις περιφράξεις γης (land enclosures) κατά τη διάρκεια της προ-καπιταλιστικής περιόδου ή στις αρχές του καπιταλισμού στην Αγγλία (Thompson, 1991). Στην παγκόσμια διαπάλη των ιδεών η θεωρία των «Κοινών» έχει ομολογουμένως μια πρακτική χροιά παρά τις επικρίσεις που δέχεται γιατί προσπαθεί κάποτε με επιτυχία και κάποτε λιγότερο, να απαντήσει με τρόπο πρακτικό και εποικοδομητικό σε κάποιες από τις βασικές ερωτήσεις που αφορούν στο μέλλον της κοινωνίας. Μπορούμε να εφαρμόσουμε τη θεωρία των «Κοινών» στην Κύπρο του σήμερα για να κατανοήσουμε την μεγαλύτερη εικόνα, και επιπλέον, να κατανοήσουμε που οδεύουν οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Το ζητούμενο φυσικά είναι αφού κατανοήσουμε το πλαίσιο και τις εξελίξεις να καθοδηγήσουμε τα πράγματα προς κατευθύνσεις που είναι ωφέλιμες και εποικοδομητικές για την ευημερία των πολλών και την επαναδιεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Δηλαδή προς όφελος του μεγαλύτερου μέρους της κυπριακής κοινωνίας που βρίσκεται σήμερα σε οικονομικά δυσχαιρή θέση λόγω συρρίκνωσης των εισοδημάτων και, ίσως πιο καίρια, των δικαιωμάτων του. Το κομμάτι αυτό της κοινωνίας δεν είχε μέχρι σήμερα εναλλακτική επιλογή από το να αναμένει λύσεις από οικονομικές πολιτικές αμφιβόλου αποτελεσματικότητας, επιστημονικής εγκυρότητας και κυρίως ήθους που για τους σκοπούς του παρόντος κειμένου θα αναφερόμαστε σε αυτές με τον όρο «trickle-down economics».5 Τα «Kοινά» έχουν κατηγοριοποιηθεί με διάφορες προσεγγίσεις σε κατηγορίες ανάλογα με το περιεχόμενο τους, παραδείγματος χάρη τα φυσικά «Κοινά» (αέρας, νερό, λίμνες, φυσικοί πόροι κτλ), τα δημόσια Κοινά (δρόμοι, πανεπιστήμια, μουσεία κτλ) και τα πολιτισμικά Κοινά

4 Πιο πρόσφατο παράδειγμα της συζήτησης περί «Κοινών» αφορά την απόφαση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών των ΗΠΑ (FCC) και του «τέλους της ουδετερότητας» του διαδικτύου στις ΗΠΑ (Ajit Pai, Oral statement FCC). 5 Αναφέρεται στην διάχυση των ωφελημάτων από την δραστηριοποίηση του κεφαλαίου μετά από διευκολύνσεις που παρέχει το κράτος μέσω συγκεκριμένων πολιτικών όπως είναι για παράδειγμα η μείωση των φορολογιών. Στα ελληνικά θα αποδιδόταν ίσως ως «διάχυση ωφελημάτων προς τα κάτω» εννοώντας τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις των λιγότερο προνομιούχων. 91


Οι πιέσεις για ένταξη του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος στη διαδικασία παραγωγής κέρδους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

(γλώσσες, επιστήμες, διαδίκτυο, ανοικτό και ελεύθερο λογισμικό κτλ) (Barnes, 2000). Αντίθετα με τα περισσότερα πράγματα στη σύγχρονη βιομηχανική εποχή, τα Κοινά δεν είναι ούτε ιδιωτικά, ούτε κρατικά: χαρακτηρίζονται από μια σχεσιακή προσέγγιση, καθώς περιέχουν κοινωνικές σχέσεις βασισμένες σε ένα ήθος συνεργασίας κι αλληλεξάρτησης, μακριά από κάθε είδος εμπορευματοποίησης (Thompson, 1991). Τα Κοινά συνιστούν για άλλους, ένα μοντέλο ομότιμης παραγωγής, όπου οι πόροι κατανέμονται με πιο αποδοτικούς τρόπους μέσα από ένα πλαίσιο κοινοκτημοσύνης. Στα «Κοινά» μπορούν να περιληφθούν και τα κοινωνικοπολιτικά κινήματα που προωθούν τη δημιουργία Κοινών. Τα ζητήματα των «Κοινών» αποτελούν για πολλούς στοχαστές ένα εργαλείο εγκαθίδρυσης ενός νέου πολιτικού λόγου, ο οποίος βασίζεται και βοήθα να αρθρωθούν οι πολλοί υπαρκτοί, (κάποιες φορές μειοψηφικοί) αγώνες, και αναγνωρίζει την δύναμή τους στο να αντιμετωπίζουν την καπιταλιστική κοινωνία. Μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι το πώς μπορούμε να προχωρήσουμε από το κίνημα στην κοινωνία. Το περιβαλλοντικό ζήτημα είναι πρώτιστα ένα πολιτικό ζήτημα και αποτελεί μέρος της αντίληψης μας για τα «Κοινά» είτε γιατί αφορά στο οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης που δημιουργεί την περιβαλλοντική κρίση (Foster, 2009) είτε γιατί τα «Κοινά» ως τέτοια (ειδικά τα φυσικά Κοινά) είναι που επιβαρύνονται, εξαντλούνται ή καταστρέφονται μέσα από τις περιφράξεις που εφαρμόζονται.

Το πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και η Κύπρος Η Κύπρος βίωσε την παγκόσμια οικονομική κρίση ως ένα τσουνάμι που ξεκίνησε ως χρηματοπιστωτική κρίση και κατέληξε ως κρίση στην πραγματική οικονομία. Ακατάλληλα προετοιμασμένη, επιφανειακά εποπτευόμενη, με πολλαπλά προβλήματα που παρέπεμπαν σε μεγάλης εμβέλειας διαπλοκή στον τραπεζικό τομέα, τον τομέα των μεγάλων δικηγορικών και λογιστικών γραφείων και με ένα ιστορικό ξεπλύματος χρήματος η κυπριακή οικονομία κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος (χωρίς φυσικά να υπονοείται ότι η κρίση δεν θα επισυνέβαινε εάν η οικονομία της Κύπρου ήταν καλύτερα εξοπλισμένη). Οι εργαζόμενοι, οι μικρομεσαίες και κατώτερες τάξεις βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας κοινωνικής κατολίσθησης χωρίς ουσιαστική προστασία, ενώ οι κοινωνικά

92


Άντης Ζήσιμος ευάλωτες ομάδες βρέθηκαν να ζουν σε συνθήκες κάτω από το όριο της φτώχιας. Στην Έκθεση για την Οικονομία και την Απασχόληση του 2017 (ΙΝΕΚ, 2017) καταδεικνύονται τα δραματικά αποτελέσματα στην διανομή του προϊόντος σε βάρος των οικονομικά ασθενέστερων ομάδων του πληθυσμού, με τη Κύπρο να «μοιράζεται τις πρώτες θέσεις στην κατάταξη των χωρών στις οποίες υπήρξε αλματώδης αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων». Το ισχνό πλαίσιο προστασίας του ελλιπούς και ατροφικού κυπριακού κοινωνικού κράτους ουσιαστικά καταργήθηκε με το «καθεστώς οικονομικής εξαίρεσης» με επίκληση της «έκτακτης ανάγκης» ένα καλά προετοιμασμένο καθεστώς με χρήση υπέρμετρης «αγανάκτησης» που αποσκοπούσε στην ανάληψη του βάρους της κρίσης από τους πολλούς με μονομερείς και συνοπτικές διαδικασίες (ονομάστηκε και κοινωνικοποίηση των ζημιών). Η κυπριακή κυβέρνηση για να στηρίξει τον τραπεζικό τομέα μέσα από τον μηχανισμό στήριξης της ΕΕ πρότεινε ένα οριζόντιο κούρεμα καταθέσεων το οποίο αποτελείωνε όποια έννοια αναλογικότητας μπορούσε εκ των πραγμάτων να υπάρχει για την ανάληψη του βάρους της κρίσης. Τα ψηλά ποσοστά ανεργίας που δημιουργήθηκαν ως απότοκο της απότομης συρρίκνωσης της οικονομίας, οι περικοπές των μισθών και των ωφελημάτων, η μείωση στις συντάξεις, η απορρύθμιση της αγοράς με ποικίλους τρόπους (την αμφισβήτηση συλλογικών συμβάσεων, την απελευθέρωση ωραρίων, τις ιδιωτικοποιήσεις ημικρατικών οργανισμών, την κατάργηση φορολογιών όπως ήταν η κατάργηση του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας) εκ των πραγμάτων αποσκοπούσε στην εφαρμογή «περιφράξεων» σε κτήσεις της κυπριακής κοινωνίας. Κτήσεις που δημιουργήθηκαν και διαμορφώθηκαν μετά την πάροδο πολλών χρόνων και κοινωνικών αγώνων. Με τον τρόπο αυτό φορτωνόταν ουσιαστικά η οικονομική κρίση στους ώμους των εργαζομένων και ιδιαίτερα των ασθενέστερων τάξεων.

Η ανάπτυξη στην μετά κρίση εποχή. Ποια ανάπτυξη; Η λέξη «ανάπτυξη» στη μετά την κρίση εποχή, ήταν, φυσιολογικά ίσως, η πιο συχνά επαναλαμβανόμενη και χρησιμοποιημένη λέξη στη δημόσια

93


Οι πιέσεις για ένταξη του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος στη διαδικασία παραγωγής κέρδους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

σφαίρα.6 Ανάλογα με την περίσταση, έπαιρνε, και παίρνει ακόμα, περιεχόμενο τόσο αντικρουόμενο από την μια χρήση στην άλλη, που είναι δύσκολο να διαχωρίσει κάποιος/α εάν πρόκειται για την ίδια λέξη. Στο λεξιλόγιο της συντηρητικής νεοφιλελεύθερης και φιλελεύθερης δεξιάς το περιεχόμενο που προσδίνεται, με διαφορές στην ένταση και στον τόνο της απόδοσης φυσικά, εστιάζει κυρίως στην χρήση περιφράξεων σε τομείς όπου η αγορά δεν έχει ακόμα διεισδύσει ή δυσκολεύεται ιστορικά να διεισδύσει. Οι περιφράξεις αυτές έχουν στόχο πάντα την εμπορευματοποίηση «Κοινών» όπως είναι για παράδειγμα οι οργανισμοί που ανήκουν στην κοινωνία άμεσα ή έμμεσα (ιδιαίτερα αυτοί που είναι κερδοφόροι), οι κρατικές δομές που παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες, και δικαιώματα όπως είναι και η δίκαιη πρόσβαση στον δημόσιο πλούτο, στην υγεία και στη παιδεία. Στο πλαίσιο της προσπάθειας για περίφραξη και συνακόλουθη εμπορευματοποίηση εμπίπτουν και οι φυσικοί πόροι και το περιβάλλον. Το φυσικό περιβάλλον και πιο συγκεκριμένα η φύση, οι ακτές, οι θάλασσες, τα δάση στην νεοφιλελεύθερη και φιλελεύθερη σχολή σκέψης είναι δυνητικά εμπορεύσιμα αγαθά μεγάλης αξίας. Η εμπορευματοποίηση τους είναι απλά θέμα βαθμού μεταξύ των δυο πιο πάνω σχολών. Γιατί όμως οι φυσικοί πόροι είναι θέμα «Κοινών» και γιατί η καταστροφή τους είναι άμεσα συνδεδεμένη με την υπέρ-συσσώρευση του πλούτου που συντελείται στο υπάρχων καπιταλιστικό σύστημα είναι κάτι που έχουμε συζητήσει στο παρελθόν (Ζήσιμος, 2017).

Το περιβάλλον, η φύση, οι ακτές και φυσικοί πόροι Στο ιστορικό αυτό πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το περιβάλλον, οι φυσικοί πόροι και το δικαίωμα των ανθρώπων για πρόσβαση σε αυτά τίθενται στο στόχαστρο των οικονομικών συμφερόντων του κεφαλαίου που επιζητά νέους τρόπους και χώρους παραγωγής κερδών. Στην προκείμενη περίπτωση του κυπριακού χώρου δυο ήταν οι προτάσεις ανάπτυξης που συζητήθηκαν στη δημόσια σφαίρα οι οποίες κατά διαστήματα κυριάρχησαν σε επίπεδο αντίληψης στην κοινωνία. Και οι δυο αποτελούν ουσιαστικά πλαίσιο διαχείρισης του υφιστάμενου συστήματος, του καπιταλιστικού, με έμφαση σε

6 Ο όρος ανάπτυξη, χρησιμοποιήθηκε λίγο προηγούμενα, το 2010, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως προμετωπίδα της στρατηγικής της για έξυπνη και συμπεριληπτική ανάπτυξη. 94


Άντης Ζήσιμος διαφορετικούς πυλώνες της κοινωνίας. Η πρώτη αφορά στην πρόταση που έχει ήδη αναφερθεί ως trickle-down economics και αφορά στην παροχή εργαλείων και διευκολύνσεων για ανάπτυξη του κεφαλαίου με την συνακόλουθη ανάπτυξη της οικονομίας. Με τη μέθοδο αυτή ο στόχος είναι καθώς αναπτύσσεται το κεφάλαιο να επωφελείται έμμεσα και η κοινωνία από τις ανάλογες επενδύσεις τους, την δημιουργία θέσεων εργασίας και ουσιαστικά ότι «περισσεύει» και «υπερχειλίζει» να «μεταφέρεται» σιγά σιγά στις χαμηλότερες και ασθενέστερες τάξεις. Η δεύτερη πρόταση αφορά μια προσέγγιση διαχείρισης του καπιταλισμού σε ένα κευνσιανικού (Keynes, 1936) τύπου πλαίσιο. Αυτή προσεγγίζει το ζήτημα της ανάπτυξης, τουλάχιστον ως ιδέα, από μια σκοπιά, φαινομενικά, πιο «ανθρωποκεντρικά». Δίνει έμφαση στην ανάπτυξη τομέων που προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες και αναβαθμίζουν την ποιότητα ζωής των πολλών μέσα από την υγεία, την παιδεία και τις κρατικές επενδύσεις σε έργα κοινής ωφελείας που με τη σειρά τους βοηθούν την οικονομία να μεγαλώσει. Δημιουργεί δηλαδή μηχανισμούς μερικής ανακατανομής του πλούτου με στόχο να διατηρούνται οι ανισότητες σε «διαχειρίσιμα» επίπεδα και να αποφεύγονται οι μεγάλες κρίσεις. Οι δυο αυτές προτάσεις ανάπτυξης έχουν φυσικά την ιδεολογική τους προέλευση με τον ανάλογο αντίκτυπο στον άνθρωπο και το περιβάλλον του. Στην Κύπρο της μετά-κρίσης εποχής, και ιδιαίτερα στα χρόνια που ακολούθησαν από το 2012 μέχρι σήμερα, η πρόταση που μπήκε σε εφαρμογή για επίλυση των προβλημάτων της οικονομίας ήταν η πρώτη. Μέσα από το εγχείρημα αυτό δόθηκαν όλα τα εργαλεία στο τοπικό και ξένο κεφάλαιο για να αναπτυχθεί εκ νέου. Παραδείγματα ήταν τα μέτρα που πάρθηκαν για προσέλκυση επενδύσεων όπως η δημιουργία «οικονομίας διαβατηρίων» (κάτι που στην πορεία δημιούργησε μια μικρή φούσκα, σε σύγκριση με άλλες προηγούμενες, στην αγορά ακινήτων και μια επίπλαστη ανάπτυξη), τα μέτρα κατάργησης του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, η κατάργηση των ωραρίων των καταστημάτων, η προσπάθεια ιδιωτικοποίησης οργανισμών κοινής ωφελείας και η ιδιωτικοποίηση της πύλης διαχείρισης του εμπορίου, δηλαδή το λιμάνι και των υπηρεσιών του. Ακόμα και η σθεναρή αντίσταση της κυβέρνησης στην εφαρμογή ενός καθολικού κοινωνικού συστήματος υγείας (που αντιστρατεύεται τα συμφέροντα των μεγάλων ασφαλιστικών εταιρειών) μπορεί να ενταχθεί

95


Οι πιέσεις για ένταξη του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος στη διαδικασία παραγωγής κέρδους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

στο γενικότερο πλαίσιο αυτής της οικονομικής φιλοσοφίας. Ήταν επόμενο και φυσικά απόλυτα επιβαλλόμενο, από την σκοπιά του ντόπιου κεφαλαίου, ότι στο πλαίσιο αυτής της φιλοσοφίας για την ανάπτυξη θα εντασσόταν το φυσικό περιβάλλον και οι φυσικοί πόροι. Αυτό γιατί το φυσικό περιβάλλον και οι φυσικοί πόροι που εμπερικλείει έχουν εν δυνάμει εμπορική αξία και μπορεί μέσα από τους «κατάλληλους» χειρισμούς να αποφέρει σημαντικά κέρδη στον «στρατηγικό επενδυτή». Δημιουργήθηκε έτσι ένα καθεστώς εξαίρεσης στα πλαίσια του μεγάλου σοκ που επέβαλε η οικονομική κρίση. Ακόμα και η υπόθεση αμπελοπούλια, ως παράδειγμα, εντάχθηκε αμέσως μετά την κρίση στο καθεστώς εξαίρεσης που εντέχνως καλλιεργήθηκε και τελικά επιβλήθηκε με συγκεκριμένα αποτελέσματα. Το κράτος μπορούσε έτσι να κάνει τα στραβά μάτια για το «καλό» του ντόπιου πληθυσμού που τα εισοδήματα του βασίζονται στην πώληση αμπελοπουλιών έτσι ώστε να μην επηρεαστούν περαιτέρω από την οικονομική κρίση. Μεγάλο μέρος της λογικής αυτής εμπεδώθηκε, ευτυχώς προσωρινά, στην κυπριακή κοινωνία με αποτέλεσμα εύκολα να δικαιολογούνται η υφαρπαγή «Κοινών» κτήσεων και η επιβολή περιφράξεων κατά το δοκούν. Επικράτησαν έτσι επιχειρήματα όπως η «ανάγκη για βελτίωση του τουριστικού προϊόντος», εισάχθηκαν οι έννοιες της «εύκολης χρηματοδότησης» και της «ταχείας υλοποίησης». Προωθήθηκε η προσέλκυση τουρισμού «ανώτατης ποιοτικής στάθμης» και βαφτίστηκε γραφειοκρατία η όποια έννοια κεντρικού σχεδιασμού, μελέτης και ελέγχου της ταχείας ανάπτυξης. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης στο φυσικό περιβάλλον έχει διερευνηθεί από διάφορους μελετητές ανά το παγκόσμιο. Σε κάποιες περιπτώσεις οι μελέτες αυτές καταλήγουν μάλιστα στη διαπίστωση ότι η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει θετικά κάποιους τομείς που αφορούν το φυσικό περιβάλλον και ιδιαίτερα το μέιζον ζήτημα των κλιματικών αλλαγών. Οι εκπομπές αέριων ρύπων έχουν, σε κάποιες περιπτώσεις, μειωθεί λόγω της μειωμένης βιομηχανικής παραγωγής στο πλαίσιο σμίκρυνσης της παγκόσμιας οικονομίας. Σε αυτές τις εκτιμήσεις όμως δεν συναξιολογείται πάντοτε ο συνολικός αντίκτυπος στο φυσικό περιβάλλον με άλλες προεκτάσεις ειδικά στα θέματα που αφορούν την ενέργεια και ειδικά στο κατά πόσο η οικονομική κρίση εξωθεί στη χρήση άλλων μορφών ενέργειας όπως είναι η πυρηνική για παράδειγμα.

96


Άντης Ζήσιμος Ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης γενικότερα στο περιβάλλον εξαρτάται και από άλλους παράγοντες όπως είναι για παράδειγμα η σμίκρυνση του τομέα της οικοδομικής βιομηχανίας κάτι το οποίο έγινε και στην Κύπρο ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της εκδήλωσης της κρίσης. Σε ότι αφορά την Κύπρο ένα στοιχείο που μπορεί να αξιολογηθεί προκαταρκτικά είναι οι εκπομπές αέριων ρύπων οι οποίες καταγράφονται κάθε χρόνο από το αρμόδιο κυβερνητικό Τμήμα το οποίο διαθέτει σταθμούς παρακολούθησης με δυνατότητα καταγραφής διαφόρων αέριων ρύπων. Από μια προκαταρκτική ανάλυση των δεδομένων διαφαίνεται μια μείωση στην απελευθέρωση των συνολικών αέριων ρύπων όπως είναι το μονοξείδιο, το διοξείδιο και τα οξείδια του αζώτου (ΝΟ, ΝΟ2, ΝΟx), το διοξείδιο του θείου (SO2), το μονοξείδιο του άνθρακα (CO) στα χρόνια μετά την εκδήλωση της κρίσης (2012-2013) (Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας). Η αναγνώριση των πιέσεων7 στο φυσικό περιβάλλον έχει γίνει με τον πιο επίσημο τρόπο από την Ελεγκτική Υπηρεσία του Κράτους μέσα από σχετική της Έκθεση το 2014. Συγκεκριμένα χαρακτηρίζει τη δημιουργία πιέσεων για ανάπτυξη των κυπριακών παραλιών ως «αναμενόμενη και αναπόφευκτη». Προχωρά μάλιστα στην αιτιολόγηση ότι δηλαδή αυτή οφείλεται στην «ελκυστικότητα των κυπριακών παραλιών» και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε αυτή να «γίνεται με τρόπο που να διασφαλίζει την αειφορία των παραλιών, ώστε να μην επέλθουν καταστροφικές, μη αναστρέψιμες επιπτώσεις σε αυτές». Πέραν της εισαγωγής του όρου της αειφορίας κάτι το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος κειμένου να αναπτύξει τις ιδεολογικές και πολιτικές του προεκτάσεις, είναι φανερή η αναγνώριση ότι στη δεδομένη χρονική συγκυρία της μετά-κρίσης εποχής, υπάρχει μια άνευ όρων πίεση από συγκεκριμένη κατεύθυνση.

7 Κλασσικό παράδειγμα των πιέσεων για ανάπτυξη εκτός του πλαισίου του γενικότερου καλού της κοινωνίας είναι οι απροκάλυπτες πιέσεις του προκαθήμενου της εκκλησίας σε αυτή την χρονική περίοδο για παράκαμψη τεχνοκρατικών και νομοθετικών ρυθμίσεων των «Κοινών». Αφορά συγκεκριμένα την ανάπτυξη που σχεδιάζεται από την εκκλησία σε χώρο που είχε χαρακτηριστεί ως αρχαιολογικός από το αρμόδιο Τμήμα του Κυπριακού Κράτους και απασχόλησε εκτενώς τη δημόσια σφαίρα ιδιαίτερα μετά την άμεση παρέμβαση από πλευράς κυβέρνησης και τον αποχαρακτηρισμό του. 97


Οι πιέσεις για ένταξη του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος στη διαδικασία παραγωγής κέρδους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

Μπορεί στην έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας αυτή να αποδίδεται στην «ελκυστικότητα των κυπριακών παραλιών» αλλά ο πραγματικός λόγος δεν είναι άλλος από την ανάγκη για επανένταξη του φυσικού περιβάλλοντος στην παραγωγική διαδικασία. Είναι μέρος της γενικότερης επιδίωξης από το τοπικό και ξένο κεφάλαιο για να διεισδύσει και να αναπτύξει «Κοινά» τα οποία μπορεί ακόμα και να έχουν ενταχθεί σε ζώνες προστασίας από το ίδιο το Κράτος (περιοχές Natura για παράδειγμα). Δυο ήταν οι τρόποι μέσα από τους οποίους έγινε προσπάθεια υλοποίησης του προαναφερόμενου στόχου. Ο πρώτος αφορούσε στην άμεση ιδιόβουλη δραστηριοποίηση του κεφαλαίου επί του εδάφους. Αυτό που αναφέρεται στο παρόν κείμενο ως «βίαιη» περίφραξη. Εκεί και όπου μπορούσε προχώρησε σε μονομερείς ενέργειες, στα όρια της παρανομίας, για να διασφαλίσει μη αναστρέψιμα τετελεσμένα επί του εδάφους για εξυπηρέτηση των αναγκών του. Το παράδειγμα αυτό επισημαίνεται στην ίδια Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας του Κράτους όπου γίνεται αναφορά σε «εκτεταμένες καταστροφές» στο αμμοθινικό σύστημα στην περιοχή Πόλις-Γιαλιάς η οποία έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000. Οι καταστροφές αυτές προκλήθηκαν από τη διεξαγωγή κατασκευαστικών εργασιών σε ιδιωτικές αναπτύξεις στην περιοχή κατά το 2013 (Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, 2014). Εδώ επίσης συγκαταλέγονται πολλές συνεχείς και ολοένα αυξανόμενες προσπάθειες τεχνητής αλλαγής της παράκτιας γεωμορφολογίας από ξενοδόχους, μεγάλους ιδιοκτήτες γης και την εκκλησία. Στο πλαίσιο αυτό εμπίπτουν οι παρεμβάσεις στην ακτογραμμή και η δημιουργία τετελεσμένων επί του εδάφους κάποιες από τις οποίες έχουν δει το φως της δημοσιότητας και κάποιες άλλες όχι. Κάποιες έχουν μάλιστα διερευνηθεί και οδηγηθεί στη δικαιοσύνη. Κλασικό παράδειγμα της κατηγορίας αυτής ήταν η υπόθεση αυθαίρετης παρέμβασης σε περιοχή ενταγμένη στο δίκτυο Natura 2000, κοντά στην παραλία «Άμμος του Καμπούρη» στην Αγία Νάπα, από ιδιωτική εταιρεία το 2012. Η παρέμβαση συνιστούσε τη δημιουργία τεχνητής ιδιωτικής παραλίας με αφαίρεση βράχων και επέμβαση στην γεωμορφολογία της περιοχής με όλα τα συνεπακόλουθα της καθώς και την ανέγερση εξοχικών κατοικιών σε περιοχή Natura (μονοπάτι μελέτης της φύσης από Αγία Νάπα προς θαλασσινές σπηλιές

98


Άντης Ζήσιμος – Κάβο Γκρέκο).8 Πιο πρόσφατη περίπτωση «βίαιης» περίφραξης και εκμετάλλευσης ενός «Κοινού» από τοπικά ιδιωτικά συμφέροντα που είδε το φως της δημοσιότητας με πολλές και έντονες αντιδράσεις από πλευράς της κοινωνίας ήταν η παρέμβαση με μηχανοκίνητα οχήματα και η ανέγερση κατασκευών στην παραλία κάτω από το ξενοδοχείο Άνασσα. Το τελευταίο έγινε στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών του ξενοδοχείου σε υψηλής στάθμης πελάτες (πολυεκατομμυριούχους) για να τελέσουν την δεξίωση των γάμων τους. Αμφισβητήθηκαν έτσι άμεσα και προκλητικά τα δικαιώματα των πολιτών αυτής της χώρας στο βωμό του κέρδους από το μεγάλο κεφάλαιο χωρίς κανένα σεβασμό για την φύση και τις συμβάσεις προστασίας της. Η περίπτωση αυτή δεν ήταν πρωτοφανής. Πρωτοφανείς ήταν όμως οι διαστάσεις που πήρε το θέμα λόγω των αντιδράσεων πολιτών, ακτιβιστών και οργανώσεων της κοινωνίας των οποίων η υπομονή και η ανέχεια έμοιαζε να εξαντλείται. Η αντίδραση ήταν άμεση και καταιγιστική.

8 Ενδεικτική ήταν η αντίδραση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ, 2015) το 2015 όπου έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για το φαινόμενο των παράνομων επεμβάσεων στις παραλίες της Κύπρου στο βωμό της προώθησης ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων ένα φαινόμενο ολοένα και πιο συχνό που «δυστυχώς δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό». Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Η περίπτωση των παράνομων οικοδομικών εργασιών σε ζώνη προστασίας της παραλίας στον Άγιο Τύχωνα, την οποία καυτηρίασε πρόσφατα με ανακοίνωσή του το ΕΤΕΚ, δυστυχώς δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Οι παράνομες επεμβάσεις σε παραλίες της Κύπρου όπως είναι η περίπτωση ισοπέδωσης των αμμόλοφων στην Πόλη Χρυσοχούς σε παραλία που εμπίπτει σε προστατευόμενη Ζώνη (Δίκτυο Natura 2000), καθώς και σε παραλίες της Ορόκλινης αλλά και στην παραλία «Fig Tree» στο Παραλίμνι, είναι μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα αυθαίρετων ενεργειών που καταδεικνύουν πως το σύστημα ελέγχου και επιβολής τάξης στα περιβαλλοντικά και πολεοδομικά πράγματα του τόπου μας νοσεί. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται και από την έκθεση του Γενικού Ελεγκτή, του Σεπτέμβρη 2014» 99


Οι πιέσεις για ένταξη του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος στη διαδικασία παραγωγής κέρδους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

Η προσπάθεια ρυθμίσεων

ιδιωτικοποίησης

των

ακτών

μέσω

νομοθετικών

Ο δεύτερος τρόπος υλοποίησης του στόχου για διείσδυση και ανάπτυξη φυσικών «Κοινών» από μέρους του κεφαλαίου ήταν μέσα από υφιστάμενες διαδικασίες και εργαλεία του κράτους καθώς και το θεσμικό πλαίσιο. Σε ότι αφορά την χρήση διαδικασιών και εργαλείων του κράτους όπως για παράδειγμα την έγκριση αναπτύξεων μέσα από την διαδικασία των παρεκκλίσεων δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ότι αυτό έχει επισυμβεί τουλάχιστο με βάση τα στοιχεία που δημοσιεύονται από το Συμβούλιο Παρεκκλίσεων. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε φυσικά ότι ο μηχανισμός των παρεκκλίσεων δεν αφορά κάτ’ ανάγκη αναπτύξεις με αρνητικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο. Την περίοδο που μελετούμε όμως έχει διαφανεί μια σημαντική προσπάθεια ρυθμίσεων στο νομοθετικό επίπεδο που διευκολύνουν ακριβώς την ένταξη του φυσικού περιβάλλοντος στην διαδικασία παραγωγής κεφαλαίου, νομοθετημάτων δηλαδή που αφορούν ζητήματα περιβαλλοντικής υφής. Μια τέτοια προσπάθεια ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2014 και αποσκοπούσε στην ένταξη της θάλασσας στον ορισμό του όρου «ακίνητη ιδιοκτησία» με στόχο τη διευκόλυνση αναπτυξιακών έργων, τόσο στη θάλασσα, αλλά και στον παράκτιο χώρο. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, με τίτλο ‘Νόμος που Τροποποιεί τους περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμους του 1972 μέχρι 2013, ουσιαστικά αποσκοπούσε στον κατακερματισμό του θαλάσσιου χώρου σε τεμάχια προς πώληση από το ίδιο το κράτος, με στόχο την προσέλκυση και εξυπηρέτηση υφιστάμενων ιδιωτικών επενδύσεων (Χατζημιχαήλ, 2017). Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί η σθεναρή αντίσταση των τελευταίων μερικών χρόνων τόσο οργανώσεων και κινημάτων στην κυπριακή δημόσια σφαίρα όσο και προπάντων εντός της Βουλής των Αντιπροσώπων. Οι διεκδικήσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να αποσυρθούν σχεδιασμοί όπως ο Τροποποιητικός Νόμος περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας του 2014 και των περί Δασών (Διάθεση Κρατικής Δασικής Γης) Τροποποιητικών Κανονισμών του 2014. (Ομοσπονδία Περιβαλλοντικών Οργανώσεων, Πρωτοβουλία για τη Διάσωση των Φυσικών Ακτών, 2014). Ειδικά όσον αφορά τον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Τροποποιητικό Νόμο του 2014, το νομοσχέδιο που είχε κατατεθεί τότε στη Βουλή από το Υπουργείο Εσωτερικών αποσκοπούσε στην ένταξη

100


Άντης Ζήσιμος της θάλασσας στον ορισμό του όρου «ακίνητη ιδιοκτησία», με σκοπό τη διευκόλυνση αναπτυξιακών έργων τόσο στον θαλάσσιο όσο και στον παράκτιο χώρο, μέσω «διαταγμάτων ανάπτυξης», χωρίς «πολεοδομικές αιτήσεις» και με «υπουργικές αποφάσεις». Σημαντικό πισωγύρισμα σε ότι αφορά τη ρύθμιση αυτή ήταν η πρόσφατη νομοθέτηση για τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Τροποποιητικό Νόμο και τους σχετικούς Τροποποιητικούς Κανονισμούς ο οποίος παρέχει το δικαίωμα στο Υπουργικό Συμβούλιο να εκμισθώνει και να κηρύσσει ως θαλάσσιο χώρο που έχει επιχωθεί για τη δημιουργία ξηράς σε ακίνητη ιδιοκτησία και να προχωρεί στην κήρυξη του ως «χώρου ελλιμενισμού και εξυπηρέτησης σκαφών αναψυχής». Ο Τροποποιητικός αυτός Νόμος που υπερψηφίστηκε πολύ πρόσφατα ουσιαστικά καλύπτει ένα μικρό μέρος του αρχικού νομοσχεδίου και αφορά έναν συγκεκριμένο τύπο ανάπτυξης, τους χώρους ελλιμενισμού και εξυπηρέτησης σκαφών αναψυχής. Είναι πολύ ενδιαφέρον η όλη συζήτηση που αναπτύχτηκε την μέρα της ψηφοφορίας του νομοσχεδίου στην ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων, ως περιπτωσιολογική μελέτη των δυναμικών που αναπτύχτηκαν, των φύλλων συκής που χρησιμοποιήθηκαν και η βιασύνη με την οποία έπρεπε να περάσει το νομοσχέδιο αυτό χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις (Πρακτικά Συνεδρίας Ολομέλειας της Βουλής των Αντιπροσώπων ημερομηνίας 22 Σεπτεμβρίου 2017). Η προσπάθεια για «ήπια ανάπτυξη» του Ακάμα Μέρος της προσπάθειας επιβολής περιφράξεων των Κοινών είναι και η πρόσφατη εκδήλωση της κυβερνητικής πρόθεσης (Φιλελεύθερος, 20 Μαΐου 2017) να εξαιρέσει τις ιδιωτικές περιουσίες από το Εθνικό Δασικό Πάρκο Ακάμα, επιτρέποντας «ήπιες αναπτύξεις» στη χερσόνησο. Ο όρος που χρησιμοποιήθηκε της «ήπιας ανάπτυξης» μπορεί φυσικά και ανάλογα των συμφερόντων να δικαιολογήσει την εισχώρηση του ντόπιου κυρίως κεφαλαίου σε μια προστατευόμενη περιοχή που μεγάλο τμήμα της αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Natura 2000 για τη διατήρηση της φύσης.9 Να σημειωθεί ότι την προηγούμενη φορά που επιτεύχθηκε μια τόσο «βίαιη» περίφραξη από πλευράς των μεγάλων οικονομικών (και πολιτικών) συμφερόντων του τόπου σε μια περιοχή περιβαλλοντικής

9 Συνολικά, 8.934 εκτάρια γης είναι ενταγμένα στο Δίκτυο Natura 2000, δηλαδή ποσοστό περίπου 50% της συνολικής έκτασης των κοινοτήτων. 101


Οι πιέσεις για ένταξη του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος στη διαδικασία παραγωγής κέρδους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

μοναδικότητας ήταν υπό ένα άλλο παρόμοιο καθεστώς εξαίρεσης που επιβλήθηκε όταν στις αρχές του 1990 ο μεγαλοεπιχειρηματίας Αλέκος Μιχαηλίδης (και υπουργός της κυβέρνησης Κληρίδη) υπέβαλε αίτηση για παρέκκλιση για την ανέγερση ξενοδοχείου στην τότε παρθένα περιοχή του Ακάμα και συγκεκριμένα στην παραλία του Ασπρόκρεμμου. Ο ενδιαφερόμενος ήταν υπουργός εξωτερικών αργότερα από το 19931997, στην κυβέρνηση του Γλαύκου Κληρίδη και η παρέκκλιση δόθηκε από το τότε Υπουργικό Συμβούλιο. Παραδείγματα προσπάθειας επιβολής περιβαλλοντικών περιφράξεων υπάρχουν πολλά και δεν είναι πρόθεση του κειμένου να ασχοληθεί με όλα. Κάποιος θα μπορούσε να περιλάβει και άλλα θέματα παράλληλα που δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη μέρος αυτής της διαδικασίας αλλά μάλλον αποτελούν επακόλουθες περιβαλλοντικές απώλειες μιας ευρύτερης κατάστασης πιέσεων όπως είναι για παράδειγμα η ψήφιση πρόσφατου νομοσχεδίου για την αύξηση του αριθμού των σκύλων κυνηγίου με ελλιπή τεκμηρίωση και μελέτη για τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της νομοθετικής αυτής ρύθμισης (λίγο πριν τις προεδρικές εκλογές). Από τα παραδείγματα που έχουν κατατεθεί μπορούμε να δούμε ότι οι «πιέσεις» στο φυσικό περιβάλλον της Κύπρου έχουν αναγνωριστεί από τα πιο επίσημα χείλη, έχουν καταστεί «βίαιες» και ισοπεδωτικές τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίση. Σε ένα πλαίσιο ευρύτερων νεοφιλελεύθερων πολιτικών επιλογών έχει ενταχθεί και η λογική του καθεστώτος εξαίρεσης σε ότι αφορά τα περιβαλλοντικά «Κοινά». Με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται το τοπικό και ξένο κεφάλαιο να διεισδύσει σε χώρους που είτε δυσκολευόταν προηγούμενα είτε είναι προστατευμένοι από συμβάσεις νομοθετικές αλλά και κοινωνικές. Ταυτόχρονα ως αντιδράσεις από κοινωνικά αντισώματα βλέπουμε τοπικά αλλά και ευρύτερα την ανάπτυξη περιβαλλοντικών κινημάτων που αντιδρούν και πολλές φορές επιτυγχάνουν να αποτρέψουν επιδιωκόμενες περιφράξεις. Αυτό που λείπει όμως για να μπορέσει η κοινωνία να κατανοήσει καλύτερα και να συνταχθεί με τρόπο όχι απλά αποτρεπτικό αλλά δημιουργικό είναι η ιδεολογική και πολιτική κατανόηση των περιβαλλοντικών ζητημάτων και η ένταξη τους, με διαχρονική προσήλωση, σε ένα ευρύτερο πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο που να παρέχει πραγματικές διεξόδους και θα απαντά ταυτόχρονα σε μια σειρά από άλλα κοινωνικά ζητήματα όπως της εκμετάλλευσης, της υπερσυσσώρευσης του πλούτου και της φτώχειας που ταλανίζουν την κοινωνία μας.

102


Άντης Ζήσιμος Βιβλιογραφία Ajit

Pai, Restoring Internet Freedom, Oral statement, Federal Communications Commission, December 2017, https://www. fcc.gov/

Audits Office of the Republic of Cyprus, 2011, Adapting to Climate Change – Facing today the challenges of the future, Summary in English Barnes, P., 2006, Capitalism 3.0: A Guide to Reclaiming the Commons, San. Francisco: Berrett-Koehler Publishers.. Βουλή των Αντιπροσώπων, Πρακτικά IΑ΄ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ Β΄ Συνεδρίαση 22ας Σεπτεμβρίου 2017 Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, Έκθεση: Διαχείριση παραλιών, 2014. Ευρωβαρόμετρο 81.3, Αποτελέσματα για την Κύπρο, 2014. ΕΤΕΚ, (2015). http://www.etek.org.cy/ ΙΝΕΚ, (2017). Έκθεση για την Οικονομία και Απασχόληση του 2017 https://www.inek.org.cy Foster J. B. (2009). The ecological Revolution: making peace with the planet. New York: Monthly Review Press. Foster J. B. and Clark B. (2009). The Paradox of Wealth: Capitalism and Ecological Destruction, New York: Monthly Review, Volume 61, Issue 06. Keynes M. (1936). The General Theory of Employment, Interest, and Money, London: Macmillan.

103


Οι πιέσεις για ένταξη του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος στη διαδικασία παραγωγής κέρδους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης

Thompson, E. P. (1991). The Making of the English Working Class. London: Penguin. Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, Ετήσιες Εθνικές Εκπομπές Αερίων Ρύπων, http://www.mlsi.gov.cy Χατζημιχαήλ Μ., Δεύτερη Ανάγνωση (2017). http://2ha-cy.blogspot.com. cy/2017/10/blog-post_1.html Πρωτοβουλία για τη Διάσωση των Φυσικών Ακτών & Ομοσπονδία Περιβαλλοντικών Οργανώσεων Κύπρου (ΟΠΟΚ), Κοινό Υπόμνημα Θέσεων, Ιούνιος 2017. Πρωτοβουλία για τη Διάσωση των Φυσικών Ακτών, (2014). The right to the sea, http://reclaimthesea.org/kypros-aktogrammi-psifisma/ Φιλελεύθερος, (2017). Στα σκαριά η ανάπτυξη του Ακάμα. 20 Μαΐου 2017 Ζήσιμος Α., (2017). Η τραγωδία των κοινών ή η κοινή τραγωδία, Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας Κοινωνίας και Πολιτικής, Τεύχος 3, σσ. 53 69, (ISSN 2421-7700).

104


Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής, Τεύχος 4, σσ. 105-130, 2018

Κώστας Ελευθερίου1

Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

Bαδίζουμε σαν συμπαγής ομάδα από έναν απόκρημνο και δύσκολο δρόμο, πιασμένοι γερά χέρι με χέρι. Είμαστε απ’ όλες τις μεριές κυκλωμένοι από εχθρούς, και είμαστε σχεδόν πάντα αναγκασμένοι να βαδίζουμε κάτω από τα πυρά τους. Ενωθήκαμε ύστερα από ελεύθερα παρμένη απόφαση για να πολεμήσουμε τους εχθρούς κι όχι για να πέσουμε στο γειτονικό βάλτο, που οι κάτοικοί του από την αρχή μας κατέκριναν, γιατί ξεχωρίσαμε σε ιδιαίτερη ομάδα και διαλέξαμε το δρόμο του αγώνα αντί το δρόμο της συμφιλίωσης Β.Ι. Λένιν, Τι να κάνουμε; (1902)

1 Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διδάσκων στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Ο γράφων θα ήθελε να ευχαριστήσει την Αιμ. Βήλου, τους Φ. Γεωργιτσόπουλο, Ν. Ερηνάκη, Γ. Μπαλαμπανίδη, Γ. Μπιθυμήτρη, Χρ. Τάσση, Γ. Χαραλάμπους και ιδιαίτερα τον καθηγητή Μιχ. Σπουρδαλάκη για τα σχόλιά τους σε διάφορες φάσεις συγγραφής αυτού του κειμένου. Εξυπακούεται ότι οι απόψεις που εκφράζονται στο κείμενο βαρύνουν αποκλειστικά το συγγραφέα του. 105


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

Εισαγωγή Η Οκτωβριανή Επανάσταση υπήρξε ένα πολιτικό γεγονός με πολύπλευρες επιδράσεις στα αριστερά κινήματα του 20ου αιώνα. Πέραν από την ανάδυση ενός εργατικού κράτους ως πραγμάτωσης της επαναστατικής αξίωσης, η βασική συνεισφορά της μεγάλης κοινωνικοπολιτικής μεταβολής του 1917 είναι η ανάδειξη της πολιτικής δυνατότητας για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης ή και των λαϊκών τάξεων εν γένει. Η έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα έγινε η συμβολική έκφραση μίας πολιτικο-θεωρητικής συζήτησης που είχε ως άμεση αναφορά την ουσιαστική σύνδεση της θεωρίας με την πράξη και τη διαμόρφωση της πρώτης ως ενός πολιτικού εργαλείου με άμεσα πολιτικά αποτελέσματα. Η λενινιστική θεωρία για το επαναστατικό κόμμα κατέστη πηγή μίας γενικότερης συζήτησης για την κατεύθυνση και τον προσανατολισμό του πολιτικού υποκειμένου της Αριστεράς και εξακολουθεί να είναι η μόνη περίπτωση στην ιστορία της Αριστεράς όπου η πολιτική θεωρία ήταν μοχλός για άμεση πολιτική δράση. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να ανασυστήσει τις βασικές ορίζουσες της συζήτησης για το επαναστατικό κόμμα εξετάζοντας την «πυρηνική» θεωρία του Λένιν και τρείς προσεγγίσεις που διαλέχθηκαν άμεσα με τη λενινιστική θεώρηση – αυτές της Ρ. Λούξεμπουργκ, του Ι.Β. Στάλιν και του Λ. Τρότσκι. Στόχος είναι να παρουσιαστεί συνοπτικά η θεωρία του Λένιν και να αναδειχθούν οι πολλαπλές ερμηνείες για το περιεχόμενο της έννοιας επαναστατικό κόμμα στην κομμουνιστική πολιτική σκέψη της επαναστατικής περιόδου, με βασική αναφορά την αντίληψη για το «κόμμα νέου τύπου». Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι με τον όρο «επαναστατική περίοδος» δεν υπονοείται μία αδιαφοροποίητη ιστορικο-πολιτική ενότητα, δεδομένου τα πλαίσια αναφοράς των επιμέρους θεωριών (προεπαναστατική Ρωσία και Γερμανία, μετεπαναστατική Ρωσία) αντιστοιχούν σε διαφορετικές ιστορικο-πολιτικές συνθήκες. Ωστόσο, η «επαναστατική περίοδος» και οι κομματικές της θεωρίες διέπονται από την ανάγκη προώθησης της επαναστατικής διαδικασίας, η οποία καθίσταται κεντρική αξιακή και ουσιαστικά ενοποιητική αναφορά. Τέλος, θα προσπαθήσουμε να επικαιροποιήσουμε τους εν λόγω προβληματισμούς στη συγχρονία, δίνοντας έμφαση στη σχέση του (επαναστατικού) κόμματος με την κοινωνία και με το κράτος και στο πως αυτές οι σχέσεις συμπυκνώνονται στο επίπεδο της εσωκομματικής δημοκρατίας.

106


Κώσ τας Ελευθερίου Το επαναστατικό κόμμα θα μπορούσε να οριστεί ως μία πολιτική μορφή που στοχεύει στην επαναστατική ανατροπή μίας δεδομένης καθεστηκυίας τάξης με στόχο την κοινωνική αλλαγή. Στην περίπτωση του επαναστατικού κόμματος της Αριστεράς η δεδομένη καθεστηκυία τάξη είναι το καπιταλιστικό σύστημα εξουσίας και ο ορίζοντας της κοινωνικής αλλαγής σχετίζεται με μία διαδικασία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού που θα απολήξει στην αταξική κοινωνία. Από τον παραπάνω ορισμό προκύπτουν δύο θεωρητικά συμπεράσματα: το πρώτο είναι ότι το επαναστατικό κόμμα είναι μία δομή κινητοποίησης για την επαναστατική ανατροπή, αλλά και ταυτόχρονα μία δομή διαχείρισης της εξουσίας για την ολοκλήρωση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Το δεύτερο θεωρητικό συμπέρασμα είναι ότι το επαναστατικό κόμμα μέλλεται να αυτοδιαλυθεί μόλις εκπληρώσει το τελικό του σκοπό (Johnstone, 1967, σ. 145). Ή, αν το διατυπώσουμε διαφορετικά, το όριο της πολιτικής του χρησιμότητας, που είναι και ο βασικός δείκτης της επιτυχίας του, είναι πεπερασμένο στο βαθμό που θα εκπληρώσει τον τελικό του σκοπό. Το επαναστατικό κόμμα είναι το εργαλείο μέσω του οποίου οι υποτελείς τάξεις θα διεκδικήσουν τη συλλογική τους χειραφέτηση, είναι ένα μέσο, δηλαδή, ανόδου της πολιτικής συνείδησης και στην ουσία της ατομικής, διαμέσου του συλλογικού, απελευθέρωσης. Υπ’ αυτήν την έννοια, οι συζητήσεις στην Αριστερά για την πολιτική μορφή «επαναστατικό κόμμα» και κατά βάση για την κομματική του οργάνωση (Thomas, 2012), απέκτησαν έναν έντονα κανονιστικό χαρακτήρα, στο βαθμό που η αποδοχή μίας συγκεκριμένης λογικής επαναστατικού κόμματος σήμαινε συνακολούθως και την αποδοχή μίας αντίστοιχης λογικής πολιτικής στρατηγικής. Στη συνάφεια αυτή, η συζήτηση για το επαναστατικό κόμμα αναδεικνύεται και σε σημείο συνάντησης της θεωρίας με την πράξη· είναι το πεδίο στο οποίο οι θεωρητικές επιδιώξεις εμπλουτίζονται από την εμπειρία της δράσης. Ταυτόχρονα, όμως και η καθημερινή πολιτική δραστηριότητα σε ένα βάθος χρόνου, ανάλογα με τα διλήμματα που έχει να αντιμετωπίσει και τις ποιοτικές μεταβολές που μπορεί να τη συνοδεύουν, απαιτεί ενίοτε και κάποιες θεωρητικές επαναθεμελιώσεις. Περισσότερο απ’ όλα, βέβαια, η συζήτηση για το επαναστατικό κόμμα έχει μία αμεσότητα: αφορά το «τώρα» ως προετοιμασία του «αύριο». Αυτή η λειτουργία της κανονιστικής συζήτησης για το κόμμα που αναπτύχθηκε στην αριστερή κοινωνική σκέψη, καθιστά και την αναζήτηση του ιδανικού πολιτικού

107


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

υποκειμένου για την Αριστερά μία sui generis συζήτηση εντός της εν γένει θεωρητικής συζήτησης για το κομματικό φαινόμενο. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει κάποια αξιοσημείωτη συζήτηση στη φιλελεύθερη πολιτική θεωρία για την υπεράσπιση του κομματικού θεσμού,2 κάτι που αφενός οφείλεται στον ατομοκεντρισμό των φιλελεύθερων αξιώσεων και αφετέρου σε μία τάση απόρριψης του θεσμού από αρκετούς θεωρητικούς ως πηγής δυσλειτουργιών για τις δημοκρατικές πολιτικές διευθετήσεις (Daalder, 2002; Rosenblum, 2010). Αντίθετα στη σκέψη της Αριστεράς εντοπίζεται μία θετική νοηματοδότηση του πολιτικού κόμματος ως μοναδικού πολιτικού μέσου για την πραγμάτωση των σκοπών του εργατικού κινήματος. Αποτελεί την απαραίτητη πολιτική προέκταση της συλλογικής συγκρότησης της εργατικής τάξης για τη διεκδίκηση διευρυμένων κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά και για τη χειραφέτησή της. Στην αριστερή σκέψη το κόμμα λογίζεται ως η πολιτική ολοκλήρωση της συλλογικότητας, ενώ στη φιλελεύθερη σκέψη ως το μέσο κατάπνιξης της ατομικότητας. Η λενινιστική θεωρία για το επαναστατικό κόμμα Η προσέγγιση του Λένιν αποτελεί το αρχέτυπο της συζήτησης για το επαναστατικό κόμμα. Η «λενινιστική στιγμή» ήταν κομβική για την ιστορία της αριστερής πολιτικής και κοινωνικής σκέψης, καθώς για πρώτη φορά μία αριστερή (επαναστατική) πολιτικο-θεωρητική κατασκευή αποτελεί τη βάση μίας πραγματικής επαναστατικής κατάστασης με επαναστατικά αποτελέσματα. Στο πλαίσιο αυτό, τo corpus των αντιλήψεων για το επαναστατικό κόμμα διαμόρφωσε και τις κανονιστικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία των κομμουνιστικών κομμάτων διαχρονικά. Η πολιτική θεωρία του Λένιν είχε έναν πολύ καθαρό και άμεσα υλοποιήσιμο στόχο: επιχειρούσε να συνδέσει την θεωρητική εργασία με την πολιτική πρακτική και το κυριότερο να παράξει πολιτικά εργαλεία τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την υποστήριξη μιας κομματικής στρατηγικής που είχε ως στόχο τη σοσιαλιστική επανάσταση. Τα βασικά κείμενα του Λένιν, τα οποία αναπαράγονται σε όλη την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, δεν είναι απλές διατριβές

2 Για την πρόσφατη ανάδυση μιας τέτοιας συζήτησης από φιλελεύθερη σκοπιά, βλ. το άρθρο των White και Ypi (2010). 108


Κώσ τας Ελευθερίου επί διαφόρων θεωρητικών ζητημάτων, αλλά είναι πολιτικές παρεμβάσεις που έχουν ως σκοπό να θεμελιώσουν θεωρητικά τη στάση του ρωσικού σοσιαλδημοκρατικού αρχικά, και εν συνεχεία κουμμουνιστικού κόμματος σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Πάνω από όλα, όμως, η πολιτική θεωρία του Λένιν ήταν μια θεωρία για το πολιτικό κόμμα και για το ρόλο του στην επανάσταση και την σοσιαλιστική οικοδόμηση. Από το εν λόγω σώμα ιδεών προήλθε μια ομάδα αντιλήψεων για τη βέλτιστη λειτουργία ενός κομματικού οργανισμού, με αναφορά πάντοτε στην εκπλήρωση του απώτερου σκοπού που είναι η επανάσταση. Αυτό το σώμα ιδεών υπήρξε διαφιλονικούμενο τα επόμενα χρόνια και σε μεγάλο βαθμό καθόρισε θετικά ή αρνητικά και τους όρους της συζήτησης για το κόμμα, η οποία εμπλουτιζόταν και από το πως το τελευταίο λειτουργούσε στην πράξη. Στην ιστορία της θεωρίας των κομμάτων, το «λενινιστικό κόμμα» εννοιολογείται σύμφωνα με τις απόψεις που διατυπώνει ο Λένιν στο Τι να κάνουμε; (2002 [1902]). Με το εν λόγω κείμενο διακηρύσσεται η ανάγκη να συγκροτηθεί μια κομματική μορφή από έναν στενό κύκλο εκλεκτών και δοκιμασμένων επαναστατών, οι οποίοι θα αναλάβουν να καθοδηγήσουν την επαναστατική διαδικασία και το επαναστατικό υποκείμενο, δηλαδή την εργατική τάξη. Ο Λένιν προβαίνει σε μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην οργάνωση των εργατών και την οργάνωση των επαναστατών (ο.π., σ. 135 κ.ε.). Η πρώτη οργάνωση οφείλει να είναι μαζική και ανοικτή στο βαθμό που προσανατολίζεται στην διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων. Η δεύτερη οργάνωση, ωστόσο και λόγω της ιδιαίτερης πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε εκείνη την περίοδο στην Ρωσία, πρέπει να είναι στενή, συνωμοτική και να απαρτίζεται από επαγγελματίες επαναστάτες. Το κλειδί στις διατυπώσεις του Λένιν είναι ο ρόλος του «επαγγελματία επαναστάτη», ο οποίος έχει βαθιά γνώση της επαναστατικής πολιτικής θεωρίας και θα αναλάβει την «καθοδήγηση» της οργανωμένης δράσης του «κινήματος». Ως προς το ερώτημα του «αυθόρμητου» και του ρόλου για την κινητοποίηση της εργατικής τάξης, για τον Λένιν αυτό δε μπορεί να μεταφραστεί σε άμεση πολιτική δράση. Η «αυθόρμητη» έξη των εργατικών μαζών κινείται προς τη διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων και τη δημιουργία συνδικάτων. Η πολιτική συνειδητοποίηση είναι κατά βάση μία εξωγενής διαδικασία, που συνδέεται με τη διαμόρφωση ενός πολιτικού αφηγήματος από σοσιαλιστές διανοουμένους οι οποίοι θα

109


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

μεριμνήσουν για την πολιτική παιδεία και θα μεθοδεύσουν την ανάδειξη των περισσότερο συνειδητοποιημένων στοιχείων των εργατικών μαζών (ο.π., σ. 97). Η αυστηρή διάκριση ανάμεσα στους οικονομικούς και τους πολιτικούς αγώνες καθιστά την ανάδυση του πολιτικού κόμματος ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης, ως μίας πρωτοποριακής πολιτικής μορφής η οποία θα αναπτύξει και θα εκτελέσει την επαναστατική στρατηγική που θα οδηγήσει στη χειραφέτηση της εργατικής τάξης και την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας (ο.π., σ. 109). Έτσι για τον Λένιν στη συγκυρία της προεπαναστατικής Ρωσίας, ο τσαρικός αυταρχισμός και η γενικότερη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι εργατικές και αγροτικές μάζες, δεν επέτρεπαν την προώθηση ενός οργανωτικού μοντέλου τύπου γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας με μαζικό κόμμα και μαζικά συνδικάτα (ο.π., σ. 150). Αυτό που χρειαζόταν η ρωσική εργατική τάξη ήταν μία κλειστή συνωμοτική δομή η οποία θα μπορούσε καταρχάς να επιβιώσει σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον και εν συνεχεία να διαθέτει την κατάλληλη ευελιξία για να οργανώσει τους πολιτικούς αγώνες της εργατικής τάξης. Στο πλαίσιο αυτό, ποιες είναι οι βασικές ιδέες για την πολιτική θεωρία του κόμματος που προκύπτουν από το Τί να κάνουμε; Πρώτον η ιδέα του αυστηρού καταμερισμού εργασίας και της διαβάθμισης των αρμοδιοτήτων. Ο Λένιν δεν αποκλείει την μαζική δράση, αλλά μόνο όταν τελείται σε συνδικαλιστικό επίπεδο. Οι επαγγελματίες επαναστάτες είναι αυτοί οι οποίοι θα περιορίσουν τους αναπόφευκτους ερασιτεχνισμούς της συνδικαλιστικής κινητοποίησης και θα βοηθήσουν στην περαιτέρω ανάπτυξη του κινήματος. Άρα για τον Λένιν δεν πρόκειται για υποταγή του «πλήθους» στην επαναστατική ελίτ, αλλά για καλύτερη «πολιτικοποίηση» του κινήματος αφού αυτοί οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες θ’ αναδείχνονται από το πλήθος ολοένα και σε μεγαλύτερο αριθμό (ο.π., σ. 151). Το δεύτερο σχετίζεται με τον συγκεντρωτισμό στην πολιτική δουλειά, στο βαθμό που η αποκεντρωμένη δράση σε συνθήκες ημι-παρανομίας οδηγεί στην ρευστοποίηση και καθιστά την οργάνωση ευεπίφορη στην κρατική διείσδυση. Με τα λόγια του Λένιν η συγκέντρωση των πιο συνωμοτικών λειτουργιών στα χέρια μιας οργάνωσης επαναστατών δε θα εξασθενήσει, μα θα μεγαλώσει την έκταση και θα πλουτίσει το περιεχόμενο της δράσης ενός μεγάλου αριθμού από άλλες οργανώσεις που προορίζονται για το πλατύ κοινό και που γι’ αυτό είναι όσο το δυνατό λιγότερο συνωμοτικές (ο.π., σ. 152). Οι δύο αυτές ιδέες αντιστοιχούν

110


Κώσ τας Ελευθερίου σε δύο βασικές ορίζουσες για την κομμουνιστική κομματική θεωρία: τον ρόλο του «κομματικού στελέχους» και τη συγκεντρωτική δομή του κόμματος. Ένα τρίτο στοιχείο που προκύπτει από το Τι να κάνουμε; και σε μεγάλο βαθμό λειτουργεί νομιμοποιητικά προς την προώθηση του εν λόγω οργανωτικού μοντέλου είναι η θέση του κόμματος στην τσαρική περίοδο. Στην σκέψη του Λένιν είναι εδραιωμένη η πεποίθηση ότι οι «μπολσεβίκοι» δρουν και κινούνται σε ένα υψηλά εχθρικό περιβάλλον που τους θέτει υπό το καθεστώς μιας διαρκούς απειλής. Η διασφάλιση της συνέχειας του κόμματος, διαμέσου της μόνιμης ύπαρξης ενός σταθερού και μόνιμου στελεχιακού μηχανισμού, είναι απαραίτητος όρος για την ανάπτυξη ενός οργανωτικού σχεδίου. Η ιδέα της μόνιμης απειλής αναπαράγεται σαν επωδός για τη διατήρηση της εσωκομματικής συνοχής σε όλη την πορεία του κομουνιστικού κινήματος. Αυτό καθίσταται και το όριο της εσωκομματικής δημοκρατίας: ο περίφημος δημοκρατικός συγκεντρωτισμός προτάσσεται σαν διασφάλιση της ελεύθερης συζήτησης με ταυτόχρονη ενότητα δράσης. Όταν το κόμμα απειλείται από διαφόρους εξωτερικούς παράγοντες, τότε και το στοιχείο της ενότητας των γραμμών του και της σιδηράς πειθαρχίας γίνεται κεντρικό για την εσωκομματική πολιτική. Το δημοκρατικό στοιχείο στην κομματική θεωρία του Λένιν επαναδιατυπώνεται μετά την επανάσταση του 1905. Στο κείμενο με τίτλο Για την αναδιοργάνωση του κόμματος (Λένιν, 1977 [1905]), περιγράφεται μια νέα γραμμή στην οικοδόμηση του κόμματος. Ο Λένιν σ’ εκείνη τη φάση προτείνει μια, κλασικού σοσιαλδημοκρατικού τύπου, οργανωτική ανάπτυξη, η οποία θα βασίζεται στην ύπαρξη και λειτουργία μαζικών νόμιμων οργανώσεων, στην ευρεία και επεκταμένη στρατολόγηση και στην ουσιαστική εφαρμογή της αρχής της αιρετότητας στην εσωκομματική πολιτική. Σε αυτή τη φάση οργανωτικής ανάπτυξης προκρίνεται η ενσωμάτωση της συνωμοτικής δομής στη μαζική οργάνωση, ενώ επισημαίνονται και διάφορα προβλήματα που πιθανόν να προέκυπταν από την εν λόγω μετάβαση.3 Επιπλέον

3 Eίναι αυτονόητο πως εδώ χρειάζεται από την πλευρά των μελών των επιτροπών μας πολύ τακτ: τα παλιά τυπικά προνόμια χάνουν τώρα αναπότρεπτα τη σημασία τους και είναι ανάγκη να ξαναρχίζουμε σχεδόν πάντα ‘από την αρχή’, ν’ αποδείχνουμε στα πλατιά στρώματα των καινούργιων κομματικών μας συντρόφων όλη τη σπουδαιότητα ενός συνεπούς σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος, μιας συνεπούς τακτικής και οργάνωσης (Λένιν, 1977 [1905], σ. 88). 111


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

τίθεται με σαφήνεια και το πρόβλημα της κοινωνικής σύνθεσης του κομματικού δυναμικού: δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ως σήμερα πάρα πολύ συχνά είχαμε να κάνουμε μόνο με επαναστάτες που προέρχονταν από ορισμένο κοινωνικό στρώμα, ενώ τώρα θα έχουμε να κάνουμε με γνήσιους εκπροσώπους της μάζας: η αλλαγή αυτή απαιτεί και αλλαγή στις μεθόδους όχι μόνο της προπαγάνδας και της ζύμωσης […] μα και της οργάνωσης (Λένιν, 1977 [1905], σ. 88). Είναι σαφές ότι το κάλεσμα για μαζικοποίηση αναδεικνύει την ιδιαιτερότητα της περιώνυμης οργανωτικής αρχής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, στο βαθμό που αυτή επαναδιατυπώνεται για να υποστηρίξει ένα άλλου τύπου οργανωτικό μοντέλο. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός που εμφανίζεται στον λόγο του (ενιαίου) ΣΔΚΡ το 1905 συνδυάζει δύο πολιτικές παραδόσεις: την παράδοση της μαζικής οργανωτικής ανάπτυξης των δυτικοευρωπαϊκών σοσιαλιστικών/ εργατικών κομμάτων που αποδεχόταν η φράξια των μενσεβίκων και τη μπολσεβίκικη παράδοση του Τι να κάνουμε που διαμορφώθηκε σε συνθήκες σκληρής παρανομίας και καταστολής και ήταν προσανατολισμένο, όπως είδαμε, στην συνωμοτική δράση. Στο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό του 1905 το «συγκεντρωτικό» στοιχείο αναφέρεται στην ύπαρξη ενός ενιαίου κέντρου το οποίο θα συντονίζει τις δράσεις των επιμέρους οργανώσεων του κόμματος, ενώ το «δημοκρατικό» στοιχείο σχετίζεται με την ελευθερία συζήτησης στο εσωτερικό του κόμματος, τη δημοκρατική ανάδειξη των συλλογικών κομματικών οργάνων και την ελεύθερη λειτουργία εσωκομματικών ομάδων.4 Τα δύο κείμενα – Τι να κάνουμε; και Η αναδιοργάνωση του κόμματος αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικές περιόδους ωρίμανσης του κινήματος των μπολσεβίκων στην Ρωσία και σε αυτά εντοπίζονται οι καταφύσεις των τελικών σχηματοποιήσεων της πολιτικο-οργανωτικής λογικής των μπολσεβίκων. Το κόμμα του Λένιν επιχειρεί να διαχειριστεί την επαναστατική κατάσταση του 1917 για να προωθήσει το στόχο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Στο πλαίσιο αυτό, οι εμφάσεις στη δημοκρατική

4 Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός έχει αναδιατυπωθεί πολλές φορές στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, οπότε εδώ δίνουμε έμφαση στις λενινιστικές εννοιολογήσεις. Για την ιστορική εξέλιξη των διάφορων απόψεων περί δημοκρατικού συγκεντρωτισμού βλ. τη μελέτη του Waller (1986). Επίσης για μια ευρωκομμουνιστική εννοιολόγηση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού βλ. Μουσούρος (1979). 112


Κώσ τας Ελευθερίου λειτουργία εξαρτώνται άμεσα και από την κοινωνικο-πολιτική συγκυρία – βλ. για παράδειγμα την απόφαση νο. 12 του Δεκάτου Συνεδρίου του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπ.) για την «κομματική ενότητα» (CPSU, 1974 [1921]) που λαμβάνεται εντός Εμφυλίου Πολέμου. Επιπλέον, ήδη από το 1915, η ρήξη με τις «σοσιαλπατριωτικές» τάσεις των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, σημαίνει, μεταξύ άλλων, και τη μεταβολή των οργανωτικών προτεραιοτήτων των νεοϊδρυόμενων κομμουνιστικών κομμάτων. Το κόμμα των μπολσεβίκων ανασυγκροτείται με σκοπό να ολοκληρώσει την επαναστατική διαδικασία μέσα σε έναν κτηνώδη και ανομικό εμφύλιο πόλεμο. Αυτό σημαίνει πρώτον ότι η διαχείριση της πολεμικής προσπάθειας επιβάλλει τη διαμόρφωση ενός πολύ ισχυρού κομματικού κέντρου και δεύτερον ότι η επιβίωση της επανάστασης, σε εκείνη τη φάση τουλάχιστον, περνούσε μέσα από τη διάχυση του κομμουνιστικού προτάγματος και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες διαμέσου της Κομιντέρν. Πώς, όμως, όλα αυτά μεταφράζονται πολιτικο-θεωρητικά; Το κείμενο που εν τέλει οριοθετεί τον κανόνα της κομμουνιστικής πολιτικής θεωρίας για το κόμμα, είναι οι περίφημοι 21 όροι για την εισδοχή των διασπάσεων από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Κομμουνιστική Διεθνή (2ο Συνέδριο Κομμουνιστικής Διεθνούς, Ιούλιος 1920). Οι «21 όροι» ιχνογραφούν ένα μοντέλο οργανωτικής και ιδεολογικής ανάπτυξης το οποίο πρέπει να αποδεχτεί και να υλοποιήσει ένα κόμμα για να γίνει δεκτό στην νέα διεθνή. Πρόκειται για ένα μοντέλο πλήρους αποκοπής από τη σοσιαλδημοκρατία και οικειοποίησης της στρατηγικής για την σοσιαλιστική επανάσταση. Εμπεριέχει προβλέψεις για τον κεντρικό έλεγχο των συνδικάτων, των κοινοβουλευτικών ομάδων και του κομματικού τύπου από το κεντρικό κόμμα [όροι 9, 11 και 1]. Για τη συγκρότηση παράνομου μηχανισμού [όρος 3], την εκκαθάριση του κόμματος από σοσιαλδημοκράτες και «μικροαστικά στοιχεία» [όροι 2 και 13], τη υπεράσπιση της «σοβιετικής δημοκρατίας» [όρος 14] και την πλήρη προγραμματική αποδοχή των αποφάσεων των οργάνων της Κομμουνιστικής Διεθνούς [όρος 16]. Με τον όρο 12 τα κόμματα που ανήκουν στην Κομμουνιστική Διεθνή πρέπει να οργανώνονται επί τη βάσει της αρχής της δημοκρατικής συγκέντρωσης. Στη σημερινή εποχή του άγριου εμφυλίου πολέμου, το Κομμουνιστικό Κόμμα δε θα μπορέσει να εκπληρώσει το ρόλο του αν δεν είναι οργανωμένο κατά τον πιο συγκεντρωτικό τρόπο, αν δε δεχτεί μια σιδερένια πειθαρχία παρόμοια

113


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

με τη στρατιωτική πειθαρχία και αν ο κεντρικός οργανισμός του δεν έχει πλατιά δικαιοδοσία, δεν ασκεί μια αναμφισβήτητη επιβολή, αν δεν έχει την ομόθυμη εμπιστοσύνη των αγωνιστών (Κομμουνιστική Διεθνής, 2008 [1920], σ. 73). Οι προβλέψεις των 21 όρων συμπυκνώνουν την επαναστατική εμπειρία της Οκτωβριανής Επανάστασης και διαμορφώνουν το πρότυπο κομματικής οργάνωσης που οφείλουν να ενστερνιστούν τα κομμουνιστικά κόμματα ανά τον κόσμο. Το επαναστατικό κόμμα στην κανονική [canonical] κομμουνιστική θεωρία είναι μία πολιτική μορφή που προετοιμάζει την εργατική τάξη για επανάσταση, τη διατηρεί σε επαναστατική ετοιμότητα. Είναι μία πολιτική μορφή που πρωταρχικοποιεί την εσωκομματική ενότητα, διέπεται από σκληρή πειθαρχία, προτάσσει την επαναστατική αποτελεσματικότητα πέραν οποιασδήποτε άλλης αξιακής δέσμευσης. Είναι εργαλείο επανάστασης και ο πολιτικός δρών που συμπυκνώνει τη συλλογική βούληση της εργατικής τάξης για ανατροπή του καπιταλισμού. Αναπαράγει τον καταμερισμό εργασίας των αρχών του 20ου αιώνα, προβάλλει μία «ηθική της δράσης» για την κοινωνική αλλαγή, νοηματοδοτείται ως μία μετασχηματιστική δύναμη, ως μία δύναμη «εφόδου στον ουρανό». Ως εκ τούτου, το επαναστατικό κόμμα παύει να είναι ένα απλό μέσο για την επανάσταση και φετιχοποιείται ως πολιτικό σύμβολο και η θεωρία του Λένιν για το κόμμα διέρχεται από πολλαπλές ύστερες ερμηνείες καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Συγκλίσεις και αποκλίσεις από τη λενινιστική θεωρία για το επαναστατικό κόμμα Η θεωρία του Λένιν για το επαναστατικό κόμμα υπήρξε η «μήτρα» που «γέννησε» τη συζήτηση στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος. Η σημασία της λενινιστικής προσέγγισης ήταν σχεδόν αυταπόδεικτη: το ξέσπασμα και η επιτυχία της Οκτωβριανής Επανάστασης ανέδειξαν το λενινιστικό κόμμα ως πλήρως ταυτισμένο με την έννοια επαναστατικό κόμμα. Παραταύτα, για το επαναστατικό κόμμα έχουν υπάρξει πολλαπλοί επαναπροσδιορισμοί του περιεχομένου της έννοιας και η τελευταία ήταν ανέκαθεν το βασικό επίδικο συγκρούσεων για τη στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος. Η εμπειρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, η αυταρχικοποίηση του σοβιετικού καθεστώτος και η

114


Κώσ τας Ελευθερίου πλήρης ταύτιση κόμματος και κράτους στις σοσιαλιστικές χώρες, θέτει το ερώτημα της επαναδιατύπωσης των λενινιστικών αρχών σε μία λογική εμπέδωσης ή και αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα της θεωρίας. Έτσι στο μέρος αυτό θα αναφερθούμε στις συνεισφορές της Ρ. Λούξεμπουργκ και του Λ. Τρότσκι με τις οποίες επιδιώχθηκε μία κάποια κριτική ανασκευή των θέσεων του Λένιν, πάντοτε στα επίπεδα των σχέσεων κόμματος-κοινωνίας και κόμματος-κράτους. Αντιστικτικά θα παρουσιαστεί και η σταλινική αντίληψη για το επαναστατικό κόμμα, η οποία ήταν βασικό σημείο αναφοράς, συμφωνίας και αντίκρουσης στη θεωρητική συζήτηση, ως επίσημο δόγμα του σοβιετικού καθεστώτος. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε δύο πράγματα: πρώτον, και οι τρεις τοποθετούνται – είτε κριτικά είτε υποστηρικτικά - στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα με άμεση αναφορά στο Τί να κάνουμε;. Ακόμα σε εκείνη τη χρονική περίοδο η συζήτηση για το επαναστατικό κόμμα είναι επηρεασμένη από την πραγματικότητα του εργατικού μαζικού τύπου και η παρέμβαση του Λένιν φαινόταν ακόμα αρκετά παράδοξη και αποκλίνουσα προς τον (σοσιαλδημοκρατικό) κανόνα. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση η μπολσεβίκικη εμπειρία – και η λενινιστική προσέγγιση – γίνονται αντιληπτές ως εγγενώς θετικές, οπότε πλέον οι κριτικές διαφοροποιήσεις σχετίζονται κατά βάση με την εμπειρία του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, όσο και με την εμπειρία των επιμέρους εθνικών περιπτώσεων – στην περίπτωση της Λούξεμπουργκ. Δεύτερον, ασχέτως αυτών, όλοι αυτοπροσδιορίζονταν ως κομμουνιστές με σημείο αναφοράς την Οκτωβριανή Επανάσταση. Άρα το κομμουνιστικό παράδειγμα ορίζει και το πλαίσιο κατανόησης αυτών των θεωριών. Η προσέγγιση της Ρόζα Λούξεμπουργκ για το επαναστατικό κόμμα είναι από τις πλέον σημαντικές καταγραφές στην ιστορία της αριστερής πολιτικής και κοινωνικής σκέψης. Η ανάδειξη του ρόλου του αυθόρμητου στοιχείου στην πολιτική κινητοποίηση και στη διαμόρφωση της εργατικής πολιτικής μορφής ως κορυφαίας έκφρασης της επαναστατικής βούλησης του προλεταριάτου, συνέδεσε τη διαδικασία συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου με τη διαρκή άνοδο του επιπέδου της επαναστατικής συνείδησης των εργατικών μαζών. Για τη Λούξεμπουργκ το εγγενώς επαναστατικό υποκείμενο είναι η εργατική τάξη, στο βαθμό που αυτοκατανοείται ως τέτοια στο πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων του καπιταλισμού. Δεδομένου ότι η θέση της εργατικής τάξης στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής

115


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

την καθιστά τον αδύναμο πόλο της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, είναι αναπόφευκτο ότι η επαναστατική αντίθεση στην καπιταλιστική κυριαρχία ή καλύτερα η αναγκαιότητα της επαναστατικής υπέρβασης της δεδομένης άδικης συνθήκης, την αναδεικνύουν σε φορέα και πηγή επαναστατικής συνείδησης. Υπ’ αυτήν την έννοια, το επαναστατικό κόμμα δεν είναι μία πολιτική μορφή που έρχεται απλά να καθοδηγήσει το προλεταριάτο, αλλά αντίθετα είναι η ταξική πάλη με την εξέλιξή της που δημιουργεί τον λόγο ύπαρξης του κόμματος (Cliff, 1959). Σε ένα πρώτο επίπεδο η Λούξεμπουργκ ασκεί κριτική στις θέσεις του Λένιν. Στο άρθρο της Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας εγκαλεί τον Λένιν για «γιακωβινισμό» στη συγκρότηση του «επαναστατικού κόμματος» και θεωρεί ότι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός που προτείνει είναι στην πραγματικότητα ένας συνωμοτικός συγκεντρωτισμός που αποκόπτει το κόμμα από τις εργατικές μάζες, αλλά και τους απλούς ακτιβιστές του και το καθιστά μία ελίτ εκλεκτών, οι οποίοι απομακρύνονται από τη ζώσα πολιτική πραγματικότητα και δεν μπορούν να παράξουν ουσιαστική επαναστατική πολιτική. Η Λούξεμπουργκ υπερασπίζεται την παραδοσιακή εργατική πολιτική μορφή της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, θεωρώντας ότι η οργάνωση της εργατικής τάξης είναι ένα ιστορικό προϊόν της πάλης των τάξεων, στο οποίο η σοσιαλδημοκρατία φέρνει απλά την πολιτική συνείδηση (Luxemburg, 2004 [1904], σ. 249). Ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, εκεί που η αστική τάξη ελέγχει πραγματικά το κράτος, το εργατικό κίνημα έχει διέλθει από κάποια πολύ συγκεκριμένα στάδια ανάπτυξης της ταξικής πάλης και έχει διαμορφωθεί ένα στρώμα πολιτικά συνειδητοποιημένων επαναστατών που δύνανται να αναλάβουν την οικοδόμηση του επαναστατικού κόμματος. Γι’ αυτόν τον λόγο θεωρεί ότι και η ρωσική σοσιαλδημοκρατία έχει ένα εκπαιδευτικό ρόλο για το ρωσικό προλεταριάτο, στο βαθμό που το τελευταίο αναπαράγεται σε ένα αυταρχικό και καθυστερημένο κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον χωρίς στοιχειώδεις αστικοδημοκρατικές κατακτήσεις. Έτσι ο διαχωρισμός και η απομόνωση των οργανωμένων επαναστατών από τα μη οργανωμένα επαναστατικά στρώματα των ακτιβιστών, που θα προκύψει από τις προτάσεις του Λένιν, καταλύει τους δεσμούς του κόμματος με τις επαναστατικές μάζες και η πειθαρχία του χώρου δουλειάς - που συνδέει ο Λένιν με την

116


Κώσ τας Ελευθερίου

κομμουνιστική πειθαρχία - είναι στην πραγματικότητα η πειθαρχία του καπιταλιστικού κράτους και ως εκ τούτου μέσο εκμετάλλευσης. Στον αντίποδα αυτής της κριτικής προκύπτει η αντίληψη της Λούξεμπουργκ για τον ρόλο του «αυθόρμητου» στην επαναστατική διαδικασία και στη στρατηγική του επαναστατικού κόμματος. Στη Μαζική Απεργία η Λούξεμπουργκ αρνείται τη διάκριση οικονομικών και πολιτικών αγώνων θεωρώντας ότι ο οικονομικός αγώνας είναι ο μεταβιβαστής από το ένα πολιτικό κέντρο προς το άλλο· ο πολιτικός αγώνας είναι το περιοδικό λίπασμα του οικονομικού αγώνα (2008 [1906], σ. 145). Η «πολιτική μαζική απεργία» αναδεικνύεται στο πλαίσιο αυτό ως το πλέον αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο για την εργατική τάξη και θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα συνεργασίας ανάμεσα στο κόμμα και στα συνδικάτα. Η σχέση κόμματος και εργατικών μαζών είναι σαφής: η οργάνωση δεν παρέχει τα στρατεύματα του αγώνα, αλλά ο αγώνας [...] στρατολογεί για την οργάνωση (ο.π., σ. 158). Ουσιαστικά η Λούξεμπουργκ θεωρεί ότι το κόμμα πρέπει να περιοριστεί σε έναν ρόλο πολιτικής ηγεσίας του κινήματος, χωρίς να επιχειρεί εξαρχής να επιβάλλει ένα συγκεκριμένο μοντέλο οργάνωσης (Molyneux, 1978, σ. 103), το οποίο θα πρέπει να προκύψει σωρευτικά από την ίδια την εξέλιξη της ταξικής πάλης. Αυτή η αντίληψη περί πολιτικής ηγεσία» γίνεται πιο σαφής και στη Ρώσικη Επανάσταση, όπου – πέραν της κριτικής που ασκεί στους νεοπαγείς σοβιετικούς θεσμούς – ξεκαθαρίζει ότι μόνο ένα κόμμα το οποίο γνωρίζει πως να ηγείται, δηλαδή να προωθεί τα πράγματα, μπορεί να κερδίζει υποστήριξη σε θυελλώδεις καιρούς (Luxemburg, 2004 [1922], σ. 289). Η Λούξεμπουργκ, υπ’ αυτήν την έννοια, αναγνωρίζει τη μεγάλη σημασία της Οκτωβριανής Επανάστασης για το διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα και αποδέχεται ότι ο ρόλος του Λένιν και των μπολσεβίκων για αυτή την εξέλιξη ήταν καθοριστικός και ως εκ τούτου έτσι κατοχυρώνεται και ο επαναστατικός χαρακτήρας του κόμματος των Μπολσεβίκων. Το επαναστατικό κόμμα είναι το κόμμα που θα καθοδηγήσει την επανάσταση, θα προτάξει ένα επαναστατικό πρόγραμμα με στόχο την κατάληψη της εξουσίας, θα προσανατολίσει την πολιτική του τακτική προς τη διεκδίκηση της υποστήριξης της πλειοψηφίας.

117


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

Από την άλλη πλευρά, η σταλινική αντίληψη για το επαναστατικό κόμμα είναι και έκφραση μεν της κυριαρχίας του Στάλιν στο ρωσικό κομμουνιστικό κόμμα και στο σοβιετικό κράτος εν γένει, αλλά ταυτόχρονα αποτυπώνει και ορισμένες αντιλήψεις του ιδίου που διαμορφώθηκαν ήδη από τα πρώτα χρόνια της πολιτικής του δράσης. Κατ’ αντιστοιχία με τον Τρότσκι – βλ. παρακάτω – λειτουργεί ως νομιμοποιητική βάση της θέσης του Στάλιν περί «σοσιαλισμού σε μία χώρα» και καθίσταται επίσημη σοβιετική ιδεολογική θέση έως και το 1953 και διαμορφώνει συνακόλουθα ένα μοντέλο οργανωτικής ανάπτυξης για τα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα. Η σταλινική θέση για το επαναστατικό κόμμα βασίζεται σε δύο ιδέες οι οποίες έχουν άμεση αναφορά στα ζητήματα της εσωτερικής πειθαρχίας και της κομματικής ενότητας: η πρώτη είναι η ιδέα της οργανικής ενότητας του κόμματος και αφορά κατά κύριο την εσωκομματική πολιτική και την εσωτερική οργάνωση του κόμματος και η δεύτερη είναι η ιδέα του κόμματος ως γενικού επιτελείου του προλεταριάτου, που αφορά στη σχέση του κόμματος με την εργατική τάξη και την κοινωνία γενικά. Η οργανική θεωρία του κόμματος από τον Στάλιν (van Ree, 1993) περιγράφει το επαναστατικό κόμμα σαν έναν περίπλοκο οργανισμό στον όποιο κάθε μέλος, εφόσον συμμετέχει υποχρεούται να παραχωρήσει την ατομική του βούληση στη συλλογική βούληση του κόμματος. Το κόμμα είναι στην ουσία ένα φρούριο που οι πόρτες του ανοίγουν μόνο για τους δοκιμασμένους (Στάλιν, 1952 [1905], σ. 75) και η κομματική γραμμή που χαράσσεται από τα πάνω είναι δεσμευτική και κάθε απόκλιση από αυτή δημιουργεί δυσλειτουργίες στο κομματικό σώμα και είναι προδοσία του επαναστατικού σκοπού. Το επαναστατικό κόμμα είναι ένας αυτενεργών οργανισμός που ζει την ανεξάρτητη ιδεολογική και πρακτική του ζωή και μία μονολιθική οργάνωση […] με μία βούληση που ενώνει στη δουλιά της όλες τις αποχρώσεις της σκέψης σε ένα μόνο ρεύμα πρακτικής δράσης (van Ree, 1993, σ. 54). Ο Στάλιν απορρίπτει την ιδέα της εσωκομματικής δημοκρατίας ως δυνατότητας ύπαρξης εσωκομματικών ομάδων και γενικά ως δυνατότητας οργανωμένης έκφρασης διαφωνίας ή διαφορετικής άποψης. Η εσωκομματική δημοκρατία για το Στάλιν έχει σαφείς υλικές προϋποθέσεις: την απρόσκοπτη συνέχιση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και την αποφυγή της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης των εργατών (Στάλιν, 1952 [1924]α, σ. 8). Υπάρχει, λοιπόν, ένας στοιχειώδης υλικός

118


Κώσ τας Ελευθερίου περιορισμός, που σχετίζεται με την αναπαραγωγή του οργανισμού και που καθιστά την εσωκομματική δημοκρατία, σε κάποιες περιπτώσεις, εμπόδιο ή ακόμα και πολυτέλεια. Από την άλλη πλευρά, η ιδέα του κόμματος ως γενικού επιτελείου του προλεταριάτου που αποτυπώνεται στο πολύ γνωστό κείμενο Οι Βάσεις του Λενινισμού (Στάλιν, 1952 [1924]β), αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο ο Στάλιν και η σταλινική παράδοση κατανοούσαν τη σχέση του κόμματος με το κοινωνικό υποκείμενο της εργατικής τάξης. Σε αυτές τις διαλέξεις του Στάλιν περιγράφεται η λογική του κόμματος ως του αποκλειστικού καθοδηγητή της εργατικής τάξης και πηγής επαναστατικής στρατηγικής. Ο Στάλιν χρησιμοποιεί τρείς διατυπώσεις: το κόμμα ως πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης, ως πολιτικός ηγέτης της εργατικής τάξης και ως μαχητικό επιτελείο του προλεταριάτου (ο.π., σ. 193-5). Είναι σαφέστατη η σχέση του γενικού επιτελείου με το στράτευμα τόσο στο επίπεδο της χάραξης στρατηγικής όσο και στο επίπεδο της πειθαρχίας· επομένως είναι ξεκάθαρες οι αναλογίες στη σχέση κόμματος και εργατικής τάξης. Παραταύτα υπάρχει και μία ακόμα μία πλευρά: το κόμμα ως γενικό επιτελείο διατηρεί την εργατική τάξη σε μία μόνιμη πολεμική κατάσταση που απαιτεί την απόλυτη πρωτοκαθεδρία του κόμματος και τη σιδερένια πειθαρχία και αφοσίωση των εργατικών μαζών σε αυτό. Ο Στάλιν εμπεδώνει και διευρύνει το συγκεντρωτικό στοιχείο από τη σκέψη του Λένιν και απολυτοποιεί το ρόλο του κόμματος ως οργανωμένη πρωτοπορία της επανάστασης. Το επαναστατικό κόμμα ως η μοναδική εγγύηση του επαναστατικού πνεύματος, ως η δομή εκείνη που κατέχει τα κατάλληλα θεωρητικά και πολιτικά εργαλεία για να καθοδηγήσει το προλεταριάτο. Στο πλαίσιο αυτό, η «γραμμή» του κόμματος ανάγεται σε στιγμιαία συμπύκνωση της επαναστατικής πολιτικής και η επιβολή της από τα πάνω προς τα κάτω σε κύρια κομματική λειτουργία και βασικό επαναστατικό καθήκον. Η σημασία της σταλινικής θεωρίας για το επαναστατικό κόμμα - ασχέτως των εύλογων αντιρρήσεων που μπορούν να διατυπωθούν – είναι μεγάλη για την ιστορία του κομμουνιστικού φαινομένου, δεδομένου ότι για πολλές δεκαετίας αυτή η αντίληψη ήταν κυρίαρχη στα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα στον κόσμο και ως ένα βαθμό μεγάλες ιστορικές στιγμές στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος – π.χ. τα αντιστασιακά κινήματα στην περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου – υλοποιήθηκαν από «σταλινικά» κομμουνιστικά

119


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

κόμματα. Η σταλινική προσέγγιση – με τις διάφορες εθνικές της εκδοχές – διαμόρφωσε έναν «ορθόδοξο» πυρήνα κατανόησης της έννοιας του επαναστατικού κόμματος και ως ένα βαθμό οριοθέτησε την επίσημη κομμουνιστική σκέψη επί του εν λόγω θέματος, τουλάχιστον μέχρι και τη δεκαετία του 1950. Η τροτσκιστική παρέμβαση στη θεωρία του επαναστατικού κόμματος προκύπτει στο πλαίσιο της μεγάλης εσωκομματικής διαμάχης στο κόμμα των μπολσεβίκων μετά το θάνατο του Λένιν. Ο Τρότσκι εμφανίζεται και αυτός από την πλευρά του ως υπερασπιστής της «αυθεντικής» λενινιστικής θεωρίας για το κόμμα, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, έχει παραβιαστεί και ακυρωθεί στην πράξη από τον Στάλιν και την ομάδα του. Δεν υπάρχει κάποιο μοναδικό κείμενο του Τρότσκι στο οποίο να προσεγγίζονται τα ζητήματα για το επαναστατικό κόμμα, ωστόσο το σύνολο του πολιτικού του έργου είναι κατάσπαρτο από αναφορές στη λειτουργία του επαναστατικού φορέα, την οργανωτική ανάπτυξη, τη σχέση ηγεσίας-βάσης, την κοινωνική σύνθεση, τον ρόλο της γραφειοκρατίας, την εσωκομματική δημοκρατία τη διάσταση του παγκόσμιου επαναστατικού κόμματος. Η σκέψη του Τρότσκι ως ένα βαθμό βρίσκεται εγγύτερα στις απόψεις της Λούξεμπουργκ· παραταύτα δεν είναι δυνατόν να αποδώσουμε κάποιον ενιαίο χαρακτήρα στις θέσεις του, κυρίως γιατί η αντίληψή του για το κόμμα ακολουθούσε ως ένα βαθμό και τη συγκυριακή τοποθέτησή του στις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις. Έτσι, για παράδειγμα, την περίοδο της ρήξης του με τον Λένιν εξαπολύει επιθέσεις στο Τί να κάνουμε; και στο Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω, ενώ την περίοδο της ανάδειξής του σε μπολσεβίκο ηγέτη είναι αυθεντικός εκφραστής της λενινιστικής αντίληψης – ακόμα και όταν αυτή υποτάσσεται στις αναγκαιότητες του «Πολεμικού Κομμουνισμού». Τέλος, κατά την περίοδο της μάχης του με τον Στάλιν επανέρχεται στην προ-μπολσεβίκικη φάση του, υπερασπιζόμενος με τα τότε επιχειρήματά του την «παράδοση» του Λένιν. Η πρώιμη κριτική του Τρότσκι στις θέσεις του Λένιν για το επαναστατικό κόμμα περιλαμβάνεται στη μπροσούρα με τίτλο Τα Πολιτικά μας καθήκοντα (Trotsky, 1904), στην οποία διατυπώνει αρκετές επιφυλάξεις για τις οργανωτικές προτάσεις που περιγράφει ο Λένιν στο Τί να κάνουμε;. Ο Τρότσκι θεωρεί ότι μία ενεργή συνωμοτική οργάνωση είναι απαραίτητη, αλλά δε θα έχει μαζικό αντίκτυπο στο μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης, εάν το επαναστατικό κόμμα δεν είναι μόνο η συνείδηση

120


Κώσ τας Ελευθερίου της οργανωμένης τάξης, αλλά επίσης και η οργανωμένη της βούληση. Στην πραγματικότητα περιγράφει τις προτάσεις του Λένιν ως εξαιρετικά πρωτόγονα οργανωτικά ‘σχέδια’, τα οποία δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της πολιτικής τακτικής γενικά, αλλά αντίθετα υποβαθμίζουν το ζήτημα της οργάνωσης στο επίπεδο της βελτίωσης του αγώνα ενάντια στην αστυνομία. Ταυτόχρονα τον εγκαλεί για πολιτική υποκατάσταση, θεωρώντας ότι η λενινιστική θέση αντιστοιχεί στη λογική ενός κόμματος που σκέφτεται για λογαριασμό του προλεταριάτου και το υποκαθιστά πολιτικά. Έτσι ο Τρότσκι καταλήγει στην περίφημη διατύπωση – η οποία εν πολλοίς προοικονομεί και τις μετέπειτα θέσεις του – σύμφωνα με την οποία στην εσωτερική πολιτική του Κόμματος αυτές οι μέθοδοι οδηγούν, όπως θα δούμε και πιο κάτω, την οργάνωση του Κόμματος να «υποκαθιστά» το Κόμμα, την κεντρική Επιτροπή να υποκαθιστά την οργάνωση του Κόμματος και εν τέλει το δικτάτορα να υποκαθιστά την Κεντρική Επιτροπή. Σε γενικές γραμμές ο Τρότσκι απορρίπτει το συγκεντρωτισμό και την πειθαρχία που προβάλλει ο Λένιν, όπως επίσης και την ανάγκη κομματικής οικοδόμησης στο εργοστάσιο και αναζητεί μία μέση λύση ανάμεσα στην οργανωτική λογική των μπολσεβίκων (κλειστό κόμμα) και των μενσεβίκων (ανοικτό κόμμα), όπου θα διασφαλίζεται ο επαναστατικός χαρακτήρας του κόμματος αλλά και η αυθόρμητη έκφραση των εργατικών μαζών. Ο Τρότσκι αποκήρυξε στη συνέχεια τη συγκεκριμένη μπροσούρα, ωστόσο στην πολεμική των Πολιτικών Καθηκόντων ενυπάρχουν στοιχεία της μετέπειτα πολεμικής του ενάντια στον Στάλιν. Σταδιακά ο Τρότσκι, μετά την προσέγγισή του με τη μπολσεβίκικη φράξια το 1917, επιστρέφει στην αντίληψη του Λένιν, έχοντας ταυτόχρονα και μεγάλη συμβολή στη θεωρητική επεξεργασία των βασικών εννοιών στις οποίες βασίστηκε η Οκτωβριανή Επανάσταση – π.χ. «δικτατορία του προλεταριάτου». Σε όλη αυτήν την περίοδο, μέχρι και το θάνατο του Λένιν, υπερασπίζεται τον πρωτοποριακό ρόλο του κόμματος, το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, διατυπώνει τις πολιτικές αρχές λειτουργίας του κόμματος εντός «Πολεμικού Κομμουνισμού», συμμετέχει στη δημιουργία και λειτουργία της Τρίτης Διεθνούς. Μια έμφαση που δίνει σε αυτή την περίοδο σχετίζεται με την ανάδειξη του επαναστατικού κόμματος ως επαναστατικού παιδαγωγού του προλεταριάτου. Για τον Τρότσκι το επαναστατικό κόμμα είναι η πολιτική μνήμη των αγώνων του προλεταριάτου, η πολιτική μορφή που συμπυκνώνει και ενσωματώνει

121


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

τα εργαλεία διεξαγωγής των πολιτικών αγώνων της εργατικής τάξης και διασφαλίζει την επιτυχή έκβαση της όποιας επαναστατικής απόπειρας (Trotsky, 1935 [1921]). Εντούτοις, το βασικό corpus των αντιλήψεων του Τρότσκι για το επαναστατικό κόμμα αρχίζει να διαμορφώνεται από τη δεκαετία του 1920 και έπειτα (Feely, Le Blanc & Twiss, 2014). Θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τρεις θεματικές που επανέρχονται διαρκώς στη σκέψη του Τρότσκι, διαμέσου της Πλατφόρμας της Ενωμένης Αντιπολίτευσης (Trotsky, 1927). Η πρώτη αφορά στο leitmotiv της «γραφειοκρατικοποίησης», ως στοιχείου «εκφυλισμού» του εργατικού κράτους. Στο επίπεδο του κόμματος η γραφειοκρατικοποίηση αντιστοιχεί με την αυτονόμηση της ηγετικής ομάδας και της κομματικής γραφειοκρατίας εν γένει από την κομματική βάση που υπονομεύει τον επαναστατικό χαρακτήρα του κόμματος. Η διαδικασία της γραφειοκρατικοποίησης αποκόπτει το κόμμα από την εργατική τάξη και το καθιστά έναν συντηρητικό μηχανισμό που αποβλέπει στην αυτό-προστασία της γραφειοκρατίας και στην απλή αναπαραγωγή της. Η τάση αυτή συνοδεύεται και από την απο-προλεταριοποίηση της κομματικής γραφειοκρατίας, αλλά και της κοινωνικής σύνθεσης του κόμματος που αλλοιώνει τον εργατικό χαρακτήρα του κόμματος. Η δεύτερη θεματική σχετίζεται στο ζήτημα της εσωκομματικής δημοκρατίας, το οποίο εις το εξής θα αποτελέσει και το βασικό πρόταγμα του τροτσκιστικού ρεύματος στο πλαίσιο του κομμουνιστικού κινήματος. Ο Τρότσκι επισημαίνει την υπερβολική συγκέντρωση εσωκομματικής ισχύος στα κεντρικά κομματικά όργανα, αναπαραγωγή των ίδιαν προσώπων στις κεντρικές κομματικές θέσεις, απουσία ελεύθερου εσωκομματικού διαλόγου, επικράτηση μίας αυστηρής από τα πάνω προς τα κάτω λογικής, επιβολή του συγκεκριμένου μοντέλου εσωτερικής οργάνωσης και σε άλλες μαζικές οργανώσεις εκτός κόμματος. Η κατάλυση της εσωκομματικής δημοκρατίας σημαίνει και ακύρωση της ζωτικότητας του κόμματος ως μίας πολιτικής μορφής που ανανεώνει την πολιτική της πρακτική λαμβάνοντας υπόψιν τις απόψεις των μελών του και των εργατικών μαζών εν γένει. Η ελεύθερη κομματική συζήτηση βοηθά το επαναστατικό κόμμα στο να λειτουργεί ως τόπος σύνθεσης των διαφορετικών τρόπων με τους οποίους συναρθρώνονται τα προλεταριακά συμφέροντα σε μία επαναστατική τροχιά. Κατά συνέπεια η ύπαρξη εσωκομματικών ομάδων, όχι μόνο δεν ασύμβατη με την πολιτική

122


Κώσ τας Ελευθερίου ενός επαναστατικού κόμματος, αλλά και απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη των σκοπών του (Molyneux, 1978, σ. 123). Τέλος η τρίτη θεματική θέτει το ζήτημα της διεθνικής δράσης του επαναστατικού κόμματος, στο πλαίσιο της γενικότερης αντίληψης του Τρότσκι για τη «διαρκή επανάσταση». Ο Τρότσκι αποδέχεται τη λογική του επαναστατικού κέντρου, ωστόσο αντιλαμβάνεται τη νέα Διεθνή που θέλει να δημιουργήσει ως ένα κέντρο στο οποίο κάθε επαναστατικό κόμμα θα τροφοδοτεί με την πολιτική εμπειρία το άλλο και άρα η συλλογική εμπειρία του επαναστατικού κινήματος θα είναι αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης και όχι καθοδήγησης του ενός κόμματος. Σε γενικές γραμμές ο Τρότσκι, αρκετά κοντά στη λογική της Λούξεμπουργκ, προσπαθεί να μην περιορίσει την έννοια του επαναστατικού κόμματος απλά σε ένα πολιτικό μέσο για την κατάληψη της εξουσίας, αλλά σε μία πολιτική μορφή σε διαρκή αλληλεπίδραση με τις λαϊκές μάζες. Παρότι πολλές από τις εμφάσεις της μετέπειτα θεωρίας του για το κόμμα καθορίζονται καταλυτικά από τις ανάγκες του αντι-σταλινικού αγώνα, είναι σαφές ότι η επιμονή του στη διασφάλιση της εσωκομματικής δημοκρατίας, συνιστά μία σημαντική συνεισφορά στη θεωρία για το επαναστατικό κόμμα, αφού αναδεικνύει μία πλευρά που πάντοτε υποβαθμιζόταν μπροστά στην ανάγκη της απρόσκοπτης προώθησης της επαναστατικής διαδικασίας. Σκέψεις για το επαναστατικό κόμμα σήμερα Η συζήτηση για το επαναστατικό κόμμα με όρους αρχών 20ου αιώνα φαντάζει από πολλές πλευρές παρωχημένη σήμερα. Το μεγάλο χάσμα στις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες κάθε εποχής και ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο κατανοείται πλέον η αριστερή πολιτική - μετά και την ανατροπή των καθεστώτων του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» - κάνουν αυτή τη συζήτηση να φαντάζει μία από τις πολλές συζητήσεις που συνθέτουν την ιστορία της παγκόσμιας Αριστεράς. Ακόμη και η έννοια της επανάστασης σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον έχει πλέον μεταβληθεί τόσο σε αξιακό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Έχει νόημα να συζητάμε σήμερα για τη θεωρία του Λένιν, τις στρεβλώσεις του Στάλιν, τις κριτικές της Λούξεμπουργκ και του Τρότσκι; Μπορεί να επαναθεμελιωθεί μία σύγχρονη θεωρία για το επαναστατικό κόμμα σήμερα με βάση εκείνη

123


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

τη συζήτηση; Η απάντηση είναι ναι και όχι. Όχι γιατί το πλαίσιο και οι προκλήσεις που δημιούργησε η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι δεμένες με την κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα της εποχής και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να λησμονούμε όταν παραπέμπουμε αβίαστα σε κείμενα της εποχής ή όταν τα αντιμετωπίζουμε όχι σαν πολιτικά κείμενα και πολιτικά ντοκουμέντα-οδηγούς δράσης στο πλαίσιο του καιρού τους, αλλά σαν «ιερά κείμενα». Ναι, γιατί οι ανησυχίες των επαναστατών της εποχής είναι ανησυχίες που επανακάμπτουν διαρκώς στην ιστορία της Αριστεράς και διαταράσσουν εδραιωμένες βεβαιότητες. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος που ζούμε σε μία δεδομένη περίοδο; Πώς πρέπει να συγκροτηθεί το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς για να εκπροσωπήσει και να υπερασπιστεί τον κόσμο της εργασίας; Τί σημαίνει «επανάσταση» και απέναντι σε ποια καπιταλιστική εξουσία; Ποιος είναι ο ρόλος του επαναστατικού κόμματος σε έναν δεδομένο κοινωνικό σχηματισμό; Ουσιαστικά η συζήτηση περί του επαναστατικού κόμματος που μόλις αναπτύξαμε μπορεί να καταγραφεί σε τρία επίπεδα: στο επίπεδο της σχέσης του (επαναστατικού) κόμματος με την κοινωνία, στο επίπεδο της σχέσης του κόμματος με το κράτος και τέλος στο επίπεδο της εσωκομματικής δημοκρατίας στο οποίο συμπυκνώνονται οι παραπάνω δύο σχέσεις. Στο πρώτο επίπεδο της σχέσης του κόμματος με την κοινωνία, αναπτύσσονται όλες οι σκέψεις για το πως ένα επαναστατικό κόμμα επιχειρεί να πολιτικοποιήσει και να κινητοποιήσει μέρη της κοινωνίας. Το «λενινιστικό κόμμα» αντιλαμβάνεται την κοινωνία σε μία συνθήκη λανθάνουσας επαναστατικής ετοιμότητας, την οποία αυτό το κόμμα πρέπει να φέρει στην επιφάνεια και να την καθοδηγήσει προς την κατεύθυνση της ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης. Το κόμμα είναι η οργανωμένη πρωτοπορία του προλεταριάτου, ο φορέας της πολιτικής του συνείδησης, η πολιτική μορφή που θα εκφράσει τη βούληση των αδικημένων για απελευθέρωση και χειραφέτηση. Η επιμονή στον πρωτοποριακό ρόλο του κόμματος είχε αναπόφευκτες αυταρχικές απολήξεις – οι οποίες έχουν επισημανθεί πολλαπλώς – ωστόσο δεν πρέπει να λησμονούμε ότι κάθε πολιτική μορφή είναι τμήμα της κοινωνίας και δεν αποκόπτεται από αυτή. Υπάρχει μία διαδεδομένη έμφαση στην αριστερή κοινωνική σκέψη από τη δεκαετία του 1960 κι έπειτα, όπου το κόμμα λογίζεται ως μία δομή καθυπόταξης και ελέγχου της κοινωνικής δυναμικής. Παρά τις πολλές θετικές εισφορές αυτής της παράδοσης,

124


Κώσ τας Ελευθερίου φαίνεται ότι η τελευταία αρκείται στο να ξορκίσει την αδυναμία επαναθεμελίωσης ενός ανανεωμένου θεωρητικού επιχειρήματος για το επαναστατικό κόμμα κηρύσσοντας μία ασαφή «επιστροφή στην κοινωνία» που απαρνείται επί της ουσίας την επαναστατική δυνατότητα διαμέσου της κατάληψης της εξουσίας. Παραταύτα η πολιτική μορφή «κόμμα» είναι αναπόσπαστο κομμάτι της νεωτερικής πολιτικής για πολλούς λόγους: μετασχηματίζει τα κοινωνικά αιτήματα σε πολιτικές στρατηγικές ως η πολιτική προέκταση των κοινωνικών συμμαχιών που είναι απαραίτητης για τη διατύπωση συνολικών αιτημάτων. Το κόμμα εξακολουθεί να είναι το εργαλείο για τη διεκδίκηση της εξουσίας από την κοινωνία και για την κοινωνία, η πολιτική οργάνωση που συμπυκνώνει τη συλλογική βούληση μιας κοινωνικής ομάδας ή πολλών κοινωνικών ομάδων. Εάν μπορούμε να ορίσουμε το ποιες είναι οι καταπιεσμένες τάξεις του παρόντος και ποιες είναι οι νέες διαιρέσεις που αναδεικνύονται, τότε μπορούμε να διατυπώσουμε και μια θεωρία για το επαναστατικό κόμμα που να γειώνεται στη σύγχρονη πραγματικότητα. Κατά αντιστοιχία η σχέση του κόμματος με το κράτος, ειδικά στη σημερινή εποχή, σχετίζεται με τη στάση του κόμματος απέναντι στο φαινόμενο της εξουσίας και το πώς μπορεί να προετοιμάσει τις καταπιεσμένες τάξεις για την κατάληψη και διαχείρισή της. Στην εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης, η σχέση του κόμματος με το τσαρικό κράτος πριν και μετά την κατάληψη της εξουσίας, συνδέθηκε με μία εργαλειακή αντιμετώπιση του κράτους ως μίας δομής που μπορεί να αναπροσανατολιστεί προς την εξυπηρέτηση των εργατικών συμφερόντων. Αυτό έγινε εν μέρει και με πολλές αντιφάσεις. Η δημιουργία του σταλινικού Λεβιάθαν έπεισε πολλούς κομμουνιστές – ειδικά στη Δύση - να αναζητήσουν με διαφορετικούς τρόπους την επανασύνδεση της θεωρίας τους με τη δημοκρατία. Τούς έπεισε ταυτόχρονα ότι το κράτος είναι ένας περίπλοκος θεσμός με πολλαπλές και ενίοτε αντικρουόμενες μεταξύ τους εσωτερικές δυναμικές, που θέτει εμπόδια στην επαναστατική δράση αλλά προσφέρει ταυτόχρονα και ευκαιρίες. Το επαναστατικό κόμμα σήμερα μπορεί να αντλήσει ένα ουσιώδες συμπέρασμα από την κλασική επαναστατική σκέψη: ανεξάρτητα από τη φύση του κράτους, η κατάληψη της εξουσίας είναι μία εφικτή επιδίωξη. Και επίσης το επαναστατικό κόμμα μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει ως καταλύτης, όχι μόνο για τον αναπροσανατολισμό της πολιτικής του κράτους αλλά και για τη ριζική αλλαγή της ιδιαίτερης λογικής του. Το

125


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

ζήτημα της πολιτικής διεύθυνσης του κράτους ήταν και εξακολουθεί να είναι καθοριστικό για την κατανόηση των περιορισμών μιας δεδομένης αριστερής στρατηγικής. Επομένως, αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να αντιμετωπιστεί με εύκολους αφορισμούς που ενίοτε οδηγούν σε έναν ιδιότυπο αριστερό «αναχωρητισμό». Αντίθετα, αυτή η συζήτηση για το επαναστατικό κόμμα και τις λειτουργίες του, μάς δείχνει ότι είναι κρίσιμος ο καθορισμός του πλαισίου διαπίστωσης των κοινωνικών και πολιτικών ρωγμών για τη διάνοιξη της «επαναστατικής προοπτικής». Με άλλα λόγια, η θεωρία των κομμάτων ή ακόμα καλύτερα οι παράμετροι της θεωρίας του επαναστατικού κόμματος είναι η βασική μεταβλητή τόσο και τις στρατηγικές της Αριστεράς όσο και για τις αριστερές εννοιολογήσεις του κράτους και της διαχείρισης της εξουσίας του. Τέλος, τα δύο παραπάνω συμπυκνώνονται στην εσωκομματική δημοκρατία· στο πως δηλαδή οργανώνονται οι σχέσεις ανάμεσα στα μέρη ενός κόμματος και πως διαμορφώνεται το οργανωτικό πρότυπο της κινητοποίησης. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός ήταν μία λογική εσωκομματικής λειτουργίας που διευκόλυνε την ενιαία δράση σε δύσκολες συνθήκες. Όλα τα κόμματα μαζών σε γενικές γραμμές διαλέχθηκαν με μία εκδοχή δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Άλλωστε η λογική της προώθησης της πλειοψηφούσας θέσης ως γραμμής του κόμματος, είναι απόλυτα συμβατή με την πλειοψηφική αρχή των σύγχρονων δημοκρατιών. Τα προβλήματα αρχίζουν όταν ο εσωκομματικός πλουραλισμός θεωρείται απειλή και όταν η αποδυνάμωση της συλλογικής λειτουργίας του επαναστατικού κόμματος υποτάσσεται στην ανάγκη διατήρησης στην εξουσία. Γι’ αυτόν το λόγο η εσωκομματική δημοκρατία πρέπει να κατανοηθεί σαν ένα σύνολο διαδικασιών και σχέσεων που διασφαλίζουν την εναρμόνιση των αιτημάτων της κοινωνίας σε μία συγκεκριμένη στρατηγική στόχευση. Και επιπλέον, με τα λόγια του L. Magri, η οργάνωση του κόμματος διαμορφώθηκε σε όλες τις εποχές από το ρόλο της ως φορέα μετασχηματισμού των ανθρώπων και της κοινωνίας και προκαθορισμού μιας νέας και διαφορετικής κοινωνικής τάξης (1970, σ. 101). Η εσωκομματική δημοκρατία είναι το εργαστήριο της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, το πρότυπο για τη διαχείριση του κράτους από το κόμμα και ο χώρος πολιτικής εκπαίδευσης για τα κομματικά στελέχη και τα κομματικά μέλη. Υπ’ αυτήν την έννοια, υπάρχει η ανάγκη για την επινόηση ενός νέου μοντέλου εσωκομματικής δημοκρατίας για την Αριστερά το οποίο θα εγκιβωτίζει την πολλαπλότητα των διαφορετικών

126


Κώσ τας Ελευθερίου

αριστερών απόψεων και ταυτόχρονα θα προετοιμάζει το κόμμα της Αριστεράς όχι μόνο για την κατάληψη της εξουσίας, αλλά και για τη διαχείρισή της με τρόπους που θα προωθούν το στόχο του κοινωνικού μετασχηματισμού. Η συζήτηση για την εσωκομματική δημοκρατία είναι ένα σημαίνον θεωρητικό επίδικο με σαφέστατες πρακτικές απολήξεις. Το πολιτικό προσωπικό μιας δυνητικής αριστερής κυβέρνησης πρέπει να αναπτύξει την αξία της αριστερής κυβέρνησης όχι μόνο με κανονιστικούς όρους – πως δηλαδή η Αριστερά κατανοεί τη δημοκρατία σαν ένα μέσο κοινωνικής δικαιοσύνης και χειραφέτησης – αλλά κατά κύριο λόγο σαν ένα «εγχειρίδιο» τρόπων διαχείρισης του ιδιαίτερα εχθρικού σε καιρούς κρίσης καπιταλιστικού κράτους από μια αριστερή κυβέρνηση. Η εμπειρία της Οκτωβριανής Επανάστασης μας διδάσκει ότι όταν ένας αριστερός δρών χτίζει την κυβερνητική του επάρκεια όταν βρίσκεται ήδη στην εξουσία, τότε αναπόφευκτα θα υποκύψει στους περιορισμούς της πολιτικής συγκυρίας και θα επιλέξει τον μετριοπαθή δρόμο για να αποφύγει περαιτέρω αναταράξεις. Αυτός ο κίνδυνος της προσαρμογής ελαττώνεται μόνο όταν η αριστερή κυβερνησιμότητα προετοιμάζεται και δοκιμάζεται μέσα στην κομματική οργάνωση. Όταν οι μετασχηματιστικές ιδέες και πρακτικές εφαρμόζονται σαν αποτέλεσμα μιας πρότερης κοινής συλλογικής εμπειρίας εντός του κόμματος. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα που πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά και θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μιας άλλης εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η εξέταση θα λάβει υπόψιν το γεγονός ότι ο διάλογος για τη θεωρία του επαναστατικού κόμματος έχει κανονιστικές αλλά και εμπειρικές/συγκυριακές προεκτάσεις. Επίσης, δε μπορούμε να μπούμε σε αυτή την προβληματική εάν αγνοήσουμε ότι αφενός η κατανόηση του κράτους και της λειτουργίας είναι μία βασική προϋπόθεση αυτής της συζήτησης και αφετέρου ότι η θεωρία του επαναστατικού κόμματος συνιστά το κλειδί για την κατανόηση και την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας. Η κληρονομιά του Λένιν για τη σημερινή ριζοσπαστική αριστερά αφορά στη δυνατότητα της αριστερής κυβέρνησης και στην αναγκαιότητα ενός επαναστατικού κόμματος για την πραγμάτωσή της. Μια Αριστερά χωρίς θεωρία για το κράτος και χωρίς θεωρία για το πολιτικό κόμμα είναι καταδικασμένη να ηττηθεί. Και μια τέτοια ήττα, σε αυτούς τους ταραγμένους καιρούς, συνδέεται άμεσα με την επιβίωση της Αριστεράς τόσο ως πολιτικής δύναμης όσο και ως πολιτικής παράδοσης εν τέλει.

127


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

Βιβλιογραφία

Cliff, Tony (1959). ‘Rosa Luxemburg’, International Socialism, No. 2-3. Available online at: https://www.marxists.org/archive/cliff/ works/1959/rosalux/5-partyclass.htm (accessed 19 October 2017). CPSU (1974 [1921)]. ‘On Party Unity’. In Gregor, R. (Ed), Resolutions and Decisions of the Communist Party of the Soviet Union, Vol. 2, pp. 119-121. Toronto, Buffalo: University of Toronto Press. Daalder, Hans (2002). ‘Parties: Denied, Dismissed, or Reduntant? A Critique’. In Gunther, R., Montero, J.R. & Linz, J.J. (Eds), Political Parties: Old Concepts and New Challenges, pp. 39-57. Oxford, New York: Oxford University Press. Feeley, Dianne, Le Blanc, Paul & Twiss, Thomas (2014). Leon Trotsky and the Organizational Principles of the Revolutionary Party. Chicago IL: Haymarket Books. Johnstone, Monty (1967). ‘Marx and Engels and the Concept of the Party’, Socialist Register, Vol. 4, pp. 121-158. Luxemburg, Rosa (2004 [1904]). ‘Organizational Questions of Russian Social Democracy’. In Hudis, P. & Anderson, K.B. (Eds), The Rosa Luxemburg Reader, pp. 248-265. New York: Monthly Review Press. Luxemburg, Rosa (2004 [1922]). ‘The Russian Revolution’. In Hudis P. & Anderson, K.B. (Eds), The Rosa Luxemburg Reader, pp. 281-310. New York: Monthly Review Press. Luxemburg, Rosa (2008 [1906]). ‘The Mass Strike, the Political Party and the Trade Unions’. In Scott, H. (Ed), The Essential Rosa Luxemburg, pp. 111-181. Chicago IL: Haymarket Books.

128


Κώσ τας Ελευθερίου Magri, Lucio (1970). ‘Problems of the Marxist Theory of the Revolutionary Party’, New Left Review, I/60, pp. 97- 128. Molyneux, John (1978). Marxism and the Party. London: Pluto Press. Rosenblum, Nancy L. (2010). On the Side of the Angels: An Appreciation of Parties and Partisanship. Princeton: Princeton University Press. Trotsky, Leon (1904). ‘Our Political Tasks’. Available online at: https:// www.marxists.org/archive/trotsky/1904/tasks/ (accessed 19 October 2017). Trotsky, Leon (1935 [1921)]. ‘Lessons of the Paris Commune’, New International, Vol. 2, No. 2. Available online at: https://www. marxists.org/archive/trotsky/1921/02/commune.htm (accessed 19 October 2017). Trotsky, Leon (1927). ‘Platform of the Joint Opposition’. Available online at: https://www.marxists.org/archive/trotsky/1927/opposition/ ch07.htm (accessed 19 October 2010). van Ree, Erik (1993). ‘Stalin’s Organic Theory of the Party’, The Russian Review, Vol. 52, No. 1, pp. 43-57/ Waller, Michael (1986). Democratic Centralism: An Historical Commentary. Manchester: Manchester University Press. White, Jonathan & Ypi, Lea (2010). ‘Rethinking the Modern Prince: Partisanship and the Democratic Ethos’, Political Studies, Vol. 58, No. 4, pp. 809-828. Κομμουνιστική Διεθνής (2008[1920]). Η Κομμουνιστική Διεθνής: Θέσεις και καταστατικό όπως ψηφίστηκαν στο Β΄ Συνέδριο (6-25 Ιουλίου 1920). Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. Λένιν, Β.Ι. (1977[1905]). «Για την αναδιοργάνωση του κόμματος». Στο του ιδίου, Άπαντα, τ. 12, σσ. 83-93. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

129


Σκέψεις για το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς: Το επαναστατικό κόμμα ως επίδικο στην κομμουνιστική πολιτική θεωρία

Λένιν, Β.Ι. (2002[1902]). Τι να κάνουμε; Τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. Μουσούρος, Νίκος Γ. (1979). Η θεωρία του Λένιν για το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Αθήνα: Αγώνας. Στάλιν, I.B. (1952 [1905]). «Η τάξη των προλετάριων και το κόμμα των προλετάριων». Στο του ιδίου, Άπαντα, τ. 1, σσ. 69-81. Εκδοτικό της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Στάλιν, Ι.Β. (1952 [1924]α). «Η 13η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (Μπ.), 16-18 του Γενάρη 1924». Στο του ιδίου, Άπαντα, τ. 6, σσ. 3-52. Εκδοτικό της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Στάλιν, Ι.Β. (1952 [1924]β). «Οι Βάσεις του Λενινισμού». Στο του ιδίου, Άπαντα, τ. 6, σσ. 79-214. Εκδοτικό της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Thomas, Paul (2012). «Η Ιδέα του Κομμουνισμού και το ζήτημα της οργάνωσης», Ουτοπία, Νο. 100, σσ. 117-134.

130


Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής, Τεύχος 4, σσ. 131-152, 2018

Χρύσανθος Τάσσης1

Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Στην εποχή της κρίσης και κυρίως μετά το 2012 ένας βασικός όρος ο οποίος κυριαρχεί στο διάλογο σε διεθνές επίπεδο σχετικά με τα ευρωπαϊκά πολιτικά και κομματικά συστήματα είναι ο όρος της «πασοκοποίησης» (pasokification) (Doran, 2015). Ο συγκεκριμένος όρος υποδηλώνει, με αφορμή την εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, μια συνολική κρίση εκλογικής αποτελεσματικότητας για τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας. Ωστόσο, η συζήτηση περιστρέφεται κυρίως στο ζήτημα της εκλογικής κατάρρευσης τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της διαφαινόμενης εκλογικής αναποτελεσματικότητας των ευρωπαϊκών εργατικών, σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Έτσι, φαίνεται πως υποτιμάται το πολιτικό πλαίσιο το οποίο τα έχει οδηγήσει σε σημαντικούς μετασχηματισμούς ήδη από τη δεκαετία του 1970. Μετασχηματισμοί οι οποίοι είναι κρίσιμοι στο να κατανοήσουμε το πως τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας είχαν προσαρμόσει τη στρατηγική τους σε οργανωτικό επίπεδο, στο ιδεολογικό επίπεδο και στο επίπεδο κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, πολύ πριν από την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης. Έτσι, η πολιτική κρίση είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών και μετασχηματισμών και προϋπάρχει της οικονομικής κρίσης με αποτέλεσμα να εμφανίζουν αδυναμία πολιτικής, ιδεολογικής, οργανωτικής και τελικά εκλογικής αναπαραγωγής.

1 Ο Χρύσανθος Δημ. Τάσσης είναι Λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Email: ctassis@socadm.duth.gr 131


Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Πολιτική Καρτελοποίηση και Αποσυγκλιτικές τάσεις Τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας εμφανίζονται στα τέλη του 19ου αιώνα και εισάγουν έναν νέο τύπο οργανωτικής δομής, εκείνης του κόμματος μαζών. Τα κόμματα μαζών έρχονται σε αντιδιαστολή με τα κόμματα στελεχών/ελίτ των συντηρητικών και φιλελεύθερων κομμάτων που αντιστοιχούσαν στις ανάγκες της περιορισμένης δημοκρατίας του 19ου αιώνα, με βασικά χαρακτηριστικά τη μη μαζική συμμετοχή, τις εκλογικές επιτροπές, ενώ τα μέλη τους στρατολογούνταν με βάση την καταγωγή την οικονομική κατάσταση και την κοινωνική θέση. Αντίθετα, τα σοσιαλιστικά κόμματα μαζών δίνουν έμφαση στην ένταξη των μαζών στην πολιτική, με κεντρική μονάδα την τοπική οργάνωση και με οργανωτική διάρθρωση ανάλογη με την κρατική εξουσία (Συνέδριο, ΚΕ, ΕΓ, Πειθαρχικό Πρόεδρος ή ΓΓ) με σκοπό μόλις έρθουν στην εξουσία να λειτουργήσουν το κράτος προς όφελος της εργατικής τάξης (Duverger, 1964, σσ. 17-40, 63-71). Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οργανωτική δομή των κομμάτων αλλάζει και (τα ίδια κόμματα) υιοθετούν την οργανωτική δομή του πολυσυλλεκτικού κόμματος [catch-all party]. Η πολυσυλλεκτική οργανωτική δομή ταυτίζεται με την τάση για υιοθέτηση παρόμοιας πολιτικής ατζέντας από όλες σχεδόν τις κυβερνητικές κομματικές οικογένειες. Έτσι η πολυσυλλεκτική στρατηγική δίνει έμφαση στην οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους για την οικοδόμηση της συναινετικής κοινωνίας και τελικά οδηγεί στον μετασχηματισμό των παλαιότερων ταξικών κομμάτων (κόμματα μαζών και κόμματα στελεχών) σε κόμματα του έθνους - πολυσυλλεκτικά (Kirchheimer, 1991[1966], σσ. 77-104). Στο πλαίσιο αυτό προάγεται η έμφαση στην εκλογική αποτελεσματικότητα, η αυτονομία της ηγετικής ομάδας σε σχέση με τα οργανωμένα μέλη και «οδηγεί στο εκλογικό επαγγελματικό» κόμμα (Panebianco, 1988, σσ. 262-267). Τα πολυσυλλεκτικά κόμματα μειώνουν τις ταξικές αναφορές τους, τα προγράμματά τους επικεντρώνονται σε γενικότερες θέσεις για το «καλό της κοινωνίας» και δίνουν έμφαση στην προαγωγή της κοινωνικής πολιτικής από το κράτος. Όπως εύστοχα αναφέρεται, ο νέος τύπος κόμματος «…είναι σταθερά προσανατολισμένος στο εκλογικό σώμα προσαρμόζοντας τις τακτικές του στις γνώμες και τις διαθέσεις των εκλογέων, διατηρώντας παράλληλα τυπικούς και χαλαρούς δεσμούς με την κοινωνική του βάση…» (Ελευθερίου και Παπαβλασόπουλος, 2010, σ. 221).

132


Χρύσανθος Τάσσης Όταν από τη δεκαετία του 1970 η πορεία προς τη «συναινετική κοινωνία» έμοιαζε να φτάνει σε αδιέξοδο και νέα προτάγματα τα οποία βασίζονται στην ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού με έμφαση στο άτομο, τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους, την έμφαση στις ιδιωτικοποιήσεις, αλλάζει σταδιακά και η οργανωτική δομή των πολιτικών κομμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, τα πολυσυλλεκτικά κόμματα μετατρέπονται σταδιακά σε κόμματα καρτέλ (Katz & Mair, 1995, σσ. 5-28) ή κόμματα του κράτους όπως έχει αποδοθεί στην ελληνική βιβλιογραφία (Σπουρδαλάκης, 2003, σσ. 56-63). Στην νέα οργανωτική δομή των κομμάτων το κράτος, αναδεικνύεται ως ο βασικός νομιμοποιητικός παράγοντας για την παραγωγή και αναπαραγωγή της κυρίαρχης θέσης των κομμάτων και της κομματικής ελίτ. Καθώς η βασική χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων πραγματοποιείται πλέον κυρίως διαμέσου της κρατικής χρηματοδότησης, η οποία διαμοιράζεται στα ήδη υπάρχοντα κόμματα - συνήθως με βασικό κριτήριο (αν και όχι μοναδικό) την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση - γίνεται παρέμβαση στον κομματικό ανταγωνισμό καθώς δημιουργούνται αντικίνητρα για την εμφάνιση νέων (ανταγωνιστικών) κομμάτων. Με αυτό τον τρόπο ο κομματικός ανταγωνισμός περιστρέφεται κυρίως γύρω από την καταλληλότητα για την υλοποίηση των κρατικών υποθέσεων οι οποίες πλέον προβάλλονται και καθολικοποιούνται διαμέσου των ιδιωτικών ΜΜΕ. Έτσι, ο παράγοντας κόμμα υποβαθμίζεται δραματικά και στο σχεδιασμό της πολιτικής αλλά και στην παραγωγή και αναπαραγωγή της πολιτικής ελίτ, η οποία αντικαθίσταται από στελέχη με κυρίως τεχνοκρατικό προσανατολισμό και οι οποίοι εμφανίζονται ως οι «κατάλληλοι» για να ασκήσουν κυβερνητική εξουσία. Τα κόμματα υποβαθμίζουν το ρόλο των Τοπικών Οργανώσεων και των οργανωμένων μελών, απομακρύνονται από την κοινωνία καθώς δεν εκφράζουν κοινωνικά αιτήματα. Η πολιτική διαδικασία δεν υλοποιείται από τον παράγοντα πολιτικό κόμμα, αλλά μεταβιβάζεται σε ειδικούς της επικοινωνίας και του μάρκετινγκ για τους οποίους τα πολιτικά κόμματα δεν είναι το αποτέλεσμα διαιρετικών τομών κοινωνικών διαιρέσεων αλλά προϊόντα/αγαθά μιας ομογενοποιημένης αγοράς. Με τον τρόπο αυτό τα κόμματα φαίνεται να μην θέλουν/μπορούν να διαφοροποιηθούν και ουσιαστικά να συγκλίνουν.

133


Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Έτσι και στην ελληνική περίπτωση ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 φαίνεται πως το κομματικό σύστημα «προσαρμόζεται» στις εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο. Όπως αναφέρεται, «η δυνατότητα των ελληνικών πολιτικών κομμάτων να διαφοροποιούνται ιδεολογικά το ένα από το άλλο, ώστε εξ ορισμού να εκπροσωπούν παραδοσιακά αντίπαλες κοινωνικές δυνάμεις, δείχνει να είναι σήμερα πολύ περιορισμένη» (Μεταξάς, 1998, σ. 11). Με βάση αυτή την ανάλυση, τα κόμματα παύουν να είναι ανταγωνιστικά αλλά εμφανίζουν «ελεγχόμενη αντιπαλότητα». Σε αυτό το πλαίσιο, τα βασικά κυβερνητικά κόμματα χαρακτηρίζονται ως «συγκλιτικά» καθώς εμφανίζονται να διαφοροποιούνται μόνο σε δευτερεύοντα θέματα. Μάλιστα, η τάση για σύγκλιση δεν αφορά μόνο στην οργανωτική δομή, στην ιδεολογία, στο πρόγραμμά τους, αλλά και στο πολιτικό προσωπικό, καθώς οι πολιτικές ελίτ των συγκλιτικών κυβερνητικών κομμάτων δεν μοιάζουν μόνο στις εγκλήσεις τους, αλλά και στο στυλ, στο ύφος και στη συμπεριφορά σε σημείο τέτοιο που να μην ξεχωρίζουν ουσιαστικά σε ποια κομματική οικογένεια ανήκουν (Μεταξάς, 1998, σσ. 12-13). Την ίδια στιγμή, ενώ τα κυρίαρχα κυβερνητικά κόμματα φαίνεται να συγκλίνουν, δημιουργείται χώρος για «αποσυγκλιτικά» κόμματα ή «αποσυγκλιτικές» αντιστάσεις. «Αποσυγκλιτικά» είναι τα κόμματα τα οποία διατηρούν την οργανωτική δομή, την ιδεολογία και το διακριτό τους πρόγραμμα και την ξεχωριστή τους θέση στον κομματικό ανταγωνισμό. (Μεταξάς, 1998, σ. 13) Επίσης, στο εσωτερικό των «συγκλιτικών κομμάτων», λόγω της τάσης για σύγκλιση, δημιουργούνται ομάδες, οι οποίες αμφισβητούν τη «συγκλιτική» πορεία του κόμματος. Έτσι, στα συγκλιτικά κόμματα αναπτύσσονται «αποσυγκλιτικές» αντιστάσεις που ενώ παραμένουν στο κόμμα, αμφισβητούν τις κυρίαρχες επιλογές της ηγεσίας. Από την άλλη, οι ηγετικές ομάδες αντιμετωπίζουν τις «αποσυγκλιτικές» ομάδες είτε με αδιαφορία, είτε με ανοχή, καθώς η ύπαρξή τους μπορούν να λειτουργήσουν ως διαδικασίες πολυφωνίας και «ελεγχόμενης διαμαρτυρίας» οι οποίες εν τέλει ενισχύουν την ενοποιητική διαδικασία του κόμματος (Μεταξάς, 1998, σσ. 15-17). Ωστόσο και αυτή η «συγκλιτική» τάση του κομματικού φαινομένου φαίνεται να έχει συγκεκριμένα όρια. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «όταν η αντιπαράθεση ανάμεσα στα συγκλιτικά κόμματα και τις αποσυγκλιτικές δυνάμεις αφορά σε θέματα που θεωρούνται όχι μόνο από τους ίδιους αλλά και από κάποια τμήματα της κοινωνίας σημαντικά, οι αντιθέσεις οξύνονται και απειλούν τώρα

134


Χρύσανθος Τάσσης όχι μόνο την ενότητα του κόμματος ως εικόνα αλλά και αυτή την ίδια τη συγκλιτική λειτουργία των κυβερνητικών κομμάτων» (Μεταξάς, 1998, σ. 17). Η σοσιαλιστική οικογένεια: Πορεία ιδεολογικής και προγραμματικής αναθεώρησης Τα εργατικά σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εμφανίζονται ως οργανωμένα κόμματα στα ευρωπαϊκά κομματικά συστήματα στα τέλη του 19ου αιώνα. Η ανάπτυξή τους δεν ακολουθεί ένα ενιαίο πρότυπο, αλλά διαφοροποιείται ανάλογα με τις ιστορικές κοινωνικές συνθήκες σε κάθε χώρα. Ωστόσο υπάρχουν μερικές κοινές τάσεις που σηματοδοτούν την ιστορική τους διαδρομή. Έτσι, τον 19ο αιώνα υιοθετούν τη μαρξιστική θεώρηση και εμφανίζουν έντονη αντι-καπιταλιστική ρητορεία. Θεωρούν ότι το καπιταλιστικό σύστημα παράγει ανισότητες και καθήκον των σοσιαλιστών είναι να οικοδομήσουν τον σοσιαλισμό. Στο πλαίσιο αυτό το επίκεντρο της αναφοράς τους ήταν η εργατική τάξη ως βασικό πολιτικό υποκείμενο. Έτσι, υιοθετούν ένα πολιτικό πρόγραμμα με βραχυπρόθεσμους στόχους που αναφέρονται στη βελτίωση των όρων ζωής της εργατικής τάξης και μακροπρόθεσμους που αναφέρονται στο ριζικό μετασχηματισμό του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) γίνεται το πρότυπο για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικογένειας. Με την υιοθέτηση του προγράμματος της Ερφούρτης εκφράζει τον ριζοσπαστισμό της εποχής που αναφέρεται στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Ωστόσο, ήδη από το 1899 με τον «εξελικτικό σοσιαλισμό» του Ε. Μπερνστάιν αναπτύσσεται ένας έντονος προβληματισμός στο εσωτερικό της σοσιαλιστικής οικογένειας σχετικά με τη δυνατότητα του καπιταλισμού να αυτορυθμίζεται και να ξεπερνά τις κρίσεις μέσω της ανάπτυξης του τραπεζικού τομέα και των μικρών επιχειρήσεων. Έτσι, η στρατηγική της εργατικής τάξης θα πρέπει να αναπροσανατολιστεί όχι στην επαναστατική, αλλά στην ειρηνική κατάληψη της εξουσίας. Κομβικό σημείο της πορείας τον κομμάτων της σοσιαλιστικής οικογένειας είναι ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, όταν συντάσσονται με τις εθνικές κυβερνήσεις και ουσιαστικά χάνουν τον διεθνιστικό τους χαρακτήρα και μετατρέπονται σε «εθνικά κόμματα». Το αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής είναι διασπάσεις των σοσιαλιστικών κομμάτων με τη δημιουργία της κομμουνιστικής οικογένειας.

135


Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Η σοσιαλιστική στατηγική ουσιαστικά επανέρχεται στο προσκήνιο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την υιοθέτηση της πολυσυλλεκτικής στρατηγικής. Στο πλαίσιο αυτό τα σοσιαλιστικά κόμματα υιοθετούν ένα κυβερνητικό πρόγραμμα που βασίζεται σε εθνικοποιήσεις σημαντικών τομέων της οικονομίας (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές) αλλά και προαγωγή της κοινωνικής πολιτικής μέσω της οικοδόμησης του κοινωνικού κράτους με την προαγωγή των κοινωνικών δικαιωμάτων (υγεία παιδεία, κοινωνική ασφάλιση, στέγαση), με καθολικό χαρακτήρα με βάση την ιδιότητα του πολίτη. Στο Συνέδριο της Φρανκφούρτης το 1951 η Σοσιαλιστική Διεθνής αποφασίζει το διακριτό της ρόλο μεταξύ του «Υπαρκτού σοσιαλισμού και του φιλελευθερισμού με την αποδοχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και το άνοιγμα στα μεσαία στρώματα. Η, μέσω της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της αποδοχής της εκκλησίας¸ σταδιακή προσέγγιση με την φιλελεύθερη οικογένεια και την χριστιανοδημοκρατία, αντίστοιχα, έχει ως συνέπεια την επικέντρωση της πολιτικής της σοσιαλδημοκρατίας στην οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους. Το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πορείας είναι η οριστική εγκατάλειψη του Μαρξισμού από το SPD στο συνέδριο του Μπαντ-Γκότεσμπεργκ το 1959, μια τάση που υιοθετήθηκε από όλα σχεδόν τα αδελφά κόμματα (SPO στην Αυστρία, PVdA στην Ολλανδία} σε αντίστοιχα συνέδριά τους το 1958. Στην περίπτωση του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος παρά το γεγονός ότι και εκείνο μετακινήθηκε σε μετριοπαθείς επιλογές, ωστόσο δεν αναθεώρησε το Άρθρο IV που αναφερόταν στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Έτσι, η πολιτική τους εστίασε περισσότερο στην έννοια της επίτευξης αυξημένων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης παρά στην αναδιανομή. Με αυτό τον τρόπο φαίνεται πως δημιουργήθηκε ένα είδος συναίνεσης ανάμεσα στις βασικές κομματικές οικογένειες με στόχο τη λειτουργία του καπιταλισμού και όχι την ανατροπή του (Σασσουν τ. Α΄, 2002). Όπως εύστοχα αναλύεται, «το πλέον καθοριστικό της στοιχείο όμως ήταν η μεγάλη πίστη στις δυνατότητες απρόσκοπτης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αν κατά την προηγούμενη περίοδο οι σοσιαλδημοκράτες πίστευαν πως ο καπιταλισμός θα μεταμορφωνόταν σε σοσιαλισμό, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και μετά άρχισαν να διακηρύττουν πως ο καπιταλισμός με τη μορφή του κράτους πρόνοιας είχε ήδη γίνει σοσιαλισμός» (Σεφεριάδης, 2002, σ. 96).

136


Χρύσανθος Τάσσης Ωστόσο, η μεταπολεμική συναίνεση αρχίζει να εμφανίζει δυσκολία αναπαραγωγής μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η εμφάνιση των κοινωνικών κινημάτων με έμφαση στα ατομικά δικαιώματα δημιούργησε ερωτηματικά για τη ικανότητα της μεταπολεμικής ρύθμισης να υλοποιήσει τα νέα κοινωνικά αιτήματα. Η βασική ρωγμή της μεταπολεμικής συναίνεσης δόθηκε με την οικονομική κρίση του 1973/4 όπου τα επιχειρήματα της Σχολής του Σικάγο ότι ο βασικός λόγος για την ύφεση είναι η επέκταση του κράτους (και στην οικονομία και στο κοινωνικό κράτος) άρχισαν να κερδίζουν έδαφος στη πολιτική ατζέντα. Στο πλαίσιο αυτό προτείνουν μια νέα οικονομική πολιτική που εστιάζει στην αλλαγή της χρήσης των δημόσιων αγαθών τα οποία υπόκεινται πλέον στη λογική του κέρδους, στις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων, στον περιορισμό του κοινωνικού κράτους, στη μείωση των δημόσιων δαπανών. Είναι ένα πλαίσιο που επηρεάζει τα βασικά κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος όταν το 1976 υιοθετεί περιοριστικές πολιτικές ύστερα από διαπραγματεύσεις με το Δ.Ν.Τ. Το αποτέλεσμα είναι ο «Χειμώνας της Δυσαρέσκειας» του 1978 και οι μεγάλες απεργίες που οδήγησαν στην ήττα από το Συντηρητικό Κόμμα στις εκλογές του 1979 και την άνοδο της Μ. Thatcher στην πρωθυπουργία. Από την περίοδο εκείνη εγκαινιάζεται μια μακρά περίοδο «αμηχανίας» για τα βασικά κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας τα οποία αποδέχονται ότι τα εργαλεία της μεταπολεμικής συναίνεσης δεν είναι πλέον «κατάλληλα» για τις κυβερνητικές πολιτικές, αλλά και αντιμετωπίζουν δυσκολίες εκλογικής αποτελεσματικότητας. Εξαίρεση αποτελούν τα σοσιαλιστικά κόμματα του Νότου (Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα) τα οποία προάγουν μια κλασσικού τύπου παρεμβατική πολιτική με σοσιαλιστική ρητορεία κα παρουσιάζονται ως αντίβαρο στη «συντηρητικοποίηση» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας (Μποτόπουλος, 1994). Ωστόσο, μετά την ήττα στην απεργία των ανθρακωρύχων, και τη δραματική ήττα της αριστερής στροφής του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος, αλλά και τις μετριοπαθείς αναδιπλώσεις στη Γαλλία και στην Ελλάδα φαίνεται πως τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας συγκλίνουν σε μετριοπαθείς ρεαλιστικές πολιτικές, μια πορεία μετασχηματισμού, η οποία κορυφώνεται με την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα γίνεται ηγεμονικό, επηρεάζει τον πολιτικό λόγο και το πρόγραμμα όλων των

137


Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

κομμάτων της σοσιαλιστικής οικογένειας. Σε αυτό συνδράμει η χωρίς φραγμούς διεθνής κίνηση του κεφαλαίου (τάση για παγκοσμιοποίηση), οι εξελίξεις και η δυναμική του χρηματοπιστωτικού τομέα εις βάρος του κλασσικού βιομηχανικού που δημιουργούν περιορισμούς στην άσκηση της πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας υιοθετούν τον «Τρίτο Δρόμο» υπό την επιρροή του Α. Γκίντενς. Αποδέχονται ότι τα άτομα απομακρύνονται από μεγάλες συλλογικότητες (εργατικά συνδικάτα, πολιτικά κόμματα) και εστιάζουν σε ατομική πορεία. Έτσι, η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων πρέπει να υλοποιείται μέσω παροχής ευκαιριών στα άτομα. Το κράτος δεν πρέπει να εστιάζει στην αναδιανεμητική λογική, ούτε στην καθολικότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά στην ενδυνάμωση και προώθηση της επιχειρηματικότητας και στην εξατομίκευση των παροχών. Οικοδομείται μια νέα κοινωνική συμμαχία με τα «δυναμικά» μεσαία στρώματα και τους επιχειρηματίες, ενώ μειώνονται οι αναφορές στην εργατική τάξη. Η φτώχεια και οι κοινωνικές ανισότητες δεν εκλαμβάνονται ως δομικά στοιχεία του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά με όρους ηθικούς. Η βασική διαιρετική τομή Αριστερά / Δεξιά θεωρείται «ξεπερασμένη» καθώς δεν φαίνεται να μπορεί να δώσει λύσεις στα άτομα στη νέα (παγκοσμιοποιημένη) εποχή. Έτσι, ο ρόλος του κόμματος και των κομματικών στελεχών στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση της πολιτικής θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε «τεχνοκρατικής» νομιμοποίησης στελέχη που μπορούν να χειριστούν τις περίπλοκες πλέον κυβερνητικές υποθέσεις (Giddens, 1998; Bradford 2002, σσ. 145-161; Lavelle, 2008, σσ. 7-45; Σεφεριάδης 2002, σσ. 77-112). Η εκλογή του T. Blair στην ηγεσία του Labour Party, του G. Schroeder στο SPD και του Κ. Σημίτη στο ΠΑΣΟΚ σηματοδοτεί αυτή την τάση με την ουσιαστική αποδοχή του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Στο πλαίσιο αυτό υιοθετούν το πολιτικό δόγμα της M. Thatcher ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» (Τ.Ι.Ν.Α .) (Panitch 1996). Χαρακτηριστικά, ο Τ. Blair δηλώνει: «Η φονταμενταλιστική Αριστερά ανήγαγε την εθνικοποίηση και τον κρατικό έλεγχο σε αυτοσκοπό αποστεώνοντας τις επιταγές της πολιτικής σε ιδεολογία. Ο ριζοσπαστισμός κρινόταν ανάλογα με το μέγεθος της δημόσιας ιδιοκτησίας και τον όγκο των δημοσίων δαπανών. Ο Τρίτος Δρόμος αποτελεί μια σοβαρή επανεκτίμηση

138


Χρύσανθος Τάσσης της σοσιαλδημοκρατίας[...] η Αριστερά δεν επιστρέφει στην παλιά πολιτική της απομόνωσης της εθνικοποίησης, της γραφειοκρατίας και της λογικής βάζε φόρους και κάνε έξοδα. Ενεργούμε με έναν εντελώς καινούριο τρόπο […] η πολιτική μου εκπηγάζει από την πεποίθηση ότι μπορούμε να ολοκληρωθούμε ως άτομα μόνο μέσα σε μια ευημερούσα κοινωνία πολιτών, η οποία περιλαμβάνει ισχυρές οικογένειες και πολιτικούς θεσμούς που υποστηρίζονται από μια ευφυή κυβέρνηση […] Η συνεργασία των Νέων Εργατικών με τον επιχειρηματικό κόσμο έχει καθοριστική σημασία για την εθνική ευημερία [...] η Αριστερά κατά το παρελθόν είχε υποτιμήσει με μεγάλη ευκολία το καθήκον της να προάγει ένα ευρύ φάσμα ευκαιριών για όλα τα άτομα [...] η προαγωγή των ίσων ευκαιριών δεν συνεπάγεται μια χονδροειδή ομοιομορφία στην παροχή υπηρεσιών πρόνοιας ή δημοσίων υπηρεσιών [...] Για πολύ καιρό, το αίτημα προς το κράτος για δικαιώματα διαχωριζόταν από τα καθήκοντα που απέρρεαν από την ιδιότητα του πολίτη και από το πρόταγμα της αμοιβαίας ευθύνης ατόμων και θεσμών. Τα επιδόματα ανεργίας συχνά καταβάλλονταν χωρίς ισχυρές ανταποδοτικές υποχρεώσεις [...]. Είναι βασικό να προσφέρουμε επαρκείς υπηρεσίες, όχι μόνο επιδόματα σε ρευστό. να δίνουμε μεγαλύτερη έμφαση στη συνεργασία μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής πρόνοιας να αποδεχθούμε την ανάγκη συσχέτισης των επιδομάτων με τις ανάγκες [...]Σήμερα (οι κυβερνήσεις) χρειάζεται να αποκτήσουν νέες δεξιότητες: να εργάζονται σε συνεργασία με τον ιδιωτικό και τον εθελοντικό τομέα, να μοιράζονται ευθύνες και να μεταβιβάζουν εξουσίες να δρουν με ευελιξία για να προλαμβάνουν προβλήματα αλλά και να τα λύνουν να ανταποκρίνονται σε ένα πολύ πιο απαιτητικό κοινό [...] Βλέποντας εκ των υστέρων μερικές από τις μεταρρυθμίσεις του ήταν αναγκαίες πράξεις εκσυγχρονισμού ιδιαίτερα η έκθεση μεγάλου μέρους του κρατικού βιομηχανικού τομέα στη μεταρρύθμιση και στον ανταγωνισμό». (Blair, 2002 [1998], σσ. 429-430, 432-433, 440, 442, 453) Στο πλαίσιο αυτό, στο Συνέδριο του 1995 το Εργατικό Κόμμα μετεξελίσσεται σε «Νέο Εργατικό Κόμμα – New Labour» και καταργείται το Άρθρο IV. Το κόμμα αποδέχεται την οικονομία της αγοράς, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη σύνδεση του κράτους πρόνοιας με την οικονομική αποτελεσματικότητα, την ανεξαρτητοποίηση της Τράπεζας της Αγγλίας. Ο ρόλος του κράτους χρησιμοποιείται ως μοχλός για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της

139


Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

αγοράς. Καθώς τα εργατικά συνδικάτα θεωρήθηκαν «υπεύθυνα» για την αρνητική εικόνα του κόμματος, «αναβαθμίζεται» ο ρόλος των «ατομικών μελών» όπως και οι επαγγελματίες της εκλογικής έρευνας της πολιτικής επικοινωνίας και των μέσων ενημέρωσης ενώ το κόμμα διοικείται με αυξημένη την ισχύ της ηγεσίας (Γεωργιάδου 2002, σσ. 345-354, 365-367· Ματσαγγάνης, 2002; Seyd, 1999, σσ. 385, 388-390, 392-393). Παρόμοιες εξελίξεις πραγματοποιούνται σε όλα τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας (Σασσούν, τ. Β΄ 2002). Το αποτέλεσμα αυτής της πορείας είναι στα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέσω του εκσυγχρονιστικού Τρίτου Δρόμου και της νέας συμμαχίας με τα δυναμικά μεσαία στρώματα και της σημαντικής υποστήριξης από τα ΜΜΕ, τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας βρέθηκαν, εκτός από την Ισπανία, στην κυβέρνηση και υιοθέτησαν τις περισσότερες πολιτικές που παλαιότερα «ανήκαν» στα φιλελεύθερα και συντηρητικά κόμματα. Ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων επιχειρήσεων, περιορισμός του κοινωνικού κράτους, εισαγωγή νέου δημόσιου μάνατζμεντ και ευελιξία εργασιακών σχέσεων (Blyth, 2007, σ. 37). Ως αποτέλεσμα, στην εποχή της κρίσης, τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας όχι μόνο δεν κατάφεραν να αναστρέψουν την κρίση, αλλά πρωταγωνίστησαν στη νεοφιλελεύθερη διευθέτηση του προβλήματος (ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα, Ολάντ στη Γαλλία, SPD–Γερμανία), με αποτέλεσμα την πολιτική και εκλογική τους υποχώρηση.

ΠΑΣΟΚ: Από την ηγεμονία στην κατάρρευση Το ΠΑΣΟΚ έχει χαρακτηριστεί ως το ηγεμονικό κόμμα του ελληνικού κομματικού συστήματος (Τάσσης, 2008). Μέσω της ιδεολογίας και της οργανωτικής του δομής καταφέρνει να υλοποιεί τα βασικά προτάγματα της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας: εκδημοκρατισμός, αλλαγή, εκσυγχρονισμός, μεταρρυθμίσεις είτε βρίσκεται στην κυβέρνηση είτε όχι (Ελευθερίου & Τάσσης, 2013). Για να κατανοήσουμε τις εξελίξεις στην Ελλάδα θα πρέπει να αναφερθούμε στην πορεία και εξέλιξη του κόμματος των ελλήνων σοσιαλιστών. Στο πλαίσιο αυτό, η εποχή μετά την πτώση της δικτατορίας χαρακτηρίζεται από έντονο ριζοσπαστισμό και από σοβαρές επιφυλάξεις για τα κόμματα στελεχών που κυριαρχούσαν στο προδικτατορικό κομματικό σύστημα. Το ΠΑΣΟΚ, όχι μόνο δεν αυτοπροσδιορίζεται ως κεντρώο κόμμα αλλά προσπαθεί να διαφοροποιηθεί τόσο οργανωτικά όσο και ιδεολογικά και

140


Χρύσανθος Τάσσης από τα κόμματα του Κέντρου, όσο και από το προδικτατορικό κομματικό σύστημα συνολικά. Προάγει μια κουλτούρα αντικοινοβουλευτική, δίνει έμφαση στην οικοδόμηση ενός κόμματος μαζών με επίκεντρο τη μαζική οργάνωση και υιοθετεί σοσιαλιστική ρητορική (Spourdalakis & Tassis, 2013). Στην ιδρυτική του διακήρυξη αναφέρεται χαρακτηριστικά πως «έχει ο λαός μας πικρή πείρα από τους κομματικούς σχηματισμούς του παρελθόντος που στηρίζονταν στη φεουδαρχική σχέση ανάμεσα σε ηγέτες και βουλευτές, ανάμεσα σε βουλευτές και κομματάρχες, ανάμεσα σε κομματάρχες και ψηφοφόρους» (ΠΑΣΟΚ, 1974). Με το κάλεσμά του για αυτοοργάνωση ανακοινώνει την πρόθεσή του είναι να υιοθετήσει την οργανωτική δομή των κομμάτων μαζών. «Το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα καλεί τον ελληνικό λαό να οργανωθεί στις τάξεις του, σε οργανώσεις βάσεις, να συμμετάσχει άμεσα στην παραπέρα διαμόρφωση του προγράμματός του, στη λήψη όλων των αποφάσεων και στην ανάδειξη των στελεχών του σε όλα τα επίπεδα» (ΠΑΣΟΚ, 1974). Υιοθετεί το θεωρητικό σχήμα της σχολής της εξάρτησης και θέτει ως στόχο της πολιτικής του τον σοσιαλισμό μέσω της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και της αυτοδιαχείρισης των επιχειρήσεων (ΠΑΣΟΚ 1974). Στόχος του κόμματος είναι να εκφράσει πολιτικά τρεις διαφορετικές γενιές: της Εθνικής Αντίστασης, του 1-1-42 και του αντιδικτατορικού αγώνα. Με αυτές τις επιλογές, αναδεικνύεται ως ο βασικός αντιδεξιός πόλος στο ελληνικό κομματικό σύστημα και ενσωματώνει τον ριζοσπαστισμό της ελληνικής κοινωνίας κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Την περίοδο 1975-1977, οι έντονες εσωκομματικές κρίσεις και διασπάσεις θα οδηγήσουν στην οικοδόμηση μιας ιδιαίτερα σφιχτής και πειθαρχημένης οργάνωσης με έμφαση στην πολιτική κινητοποίηση (Σπουρδαλάκης 1988, σσ. 150-162, 187-200). Με την υιοθέτηση της Εθνικής Λαϊκής Ενότητας (ΕΛΕ), σηματοδοτείται το άνοιγμα στους «μη προνομιούχους» και

2 Το 1-1-4 (ολογράφως: ένα-ένα-τέσσερα) ήταν γνωστό το κεντρικό σύνθημα υπέρ της διαφύλαξης των δημοκρατικών αξιών το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά την δεκαετία του 1960 από την κεντροαριστερή φοιτητική νεολαία κατά της κυβέρνησης ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το σύνθημα αναφερόταν στο άρθρο 114 του Συντάγματος του 1952, κατά το οποίο «Η τήρησις τού παρόντος Συντάγματος ἀφιερούται εἴς τόν πατριωτισμόν τῶν Ἐλλήνων» και χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα μετά τις εκλογές του 1961 οι οποίες έγιναν γνωστές ως εκλογές βίας και νοθείας καθώς υπήρξαν ισχυρές κατηγορίες πως ο Καραμανλής χρησιμοποίησε τις δυνάμεις ασφαλείας προς επηρεασμό του εκλογικού αποτελέσματος και προς τρομοκράτηση των ψηφοφόρων του Κέντρου και της Αριστεράς. 141


Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

η μαζικοποίηση της οργάνωσης (ΠΑΣΟΚ 1978, σσ. 12, 18-19). Με βάση την απόφαση της 5ης Κεντρικής Επιτροπής (ΚΕ) αναδιατάσσεται η οργανωτική δομή του κόμματος με έμφαση στις Κλαδικές Οργανώσεις (Οργανώσεις Χώρων Δουλειάς) αντί των Τ.Ο. και δίδεται εκ νέου έμφαση στη μαζικοποίηση (5η Σύνοδος: 100). Ο συνδυασμός μαζικά οργανωμένου κόμματος και ριζοσπαστικής ρητορικής αποτελούν απαραίτητα χαρακτηριστικά για τη γρήγορη πολιτική και εκλογική ανάπτυξη του ΠΑΣΟΚ. Η μεγάλη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981 αποτελεί σημαντική εξέλιξη για το ελληνικό κομματικό σύστημα καθώς από τη συγκεκριμένη εποχή παγιώνεται η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία καθώς επιβεβαιώνεται η ομαλή κυβερνητική εναλλαγή, κάτι που δεν ήταν δεδομένη στο ελληνικό κομματικό σύστημα (Ελευθερίου & Τάσσης, 2013). Μόλις το ΠΑΣΟΚ γίνεται κυβέρνηση προσπαθεί να ελέγξει το κράτος μέσω της παρεμβατικής λογικής των κομμάτων μαζών. Έτσι, χρησιμοποιεί περίπου 4.000 στελέχη του, κυρίως από τις κλαδικές οργανώσεις, για να στελεχώσει τον κρατικό μηχανισμό, μια ενέργεια που σηματοδοτεί την προσπάθεια του κόμματος να ελέγξει τις κυβερνητικές πολιτικές και να συμμετάσχει ενεργά στις κυβερνητικές αποφάσεις και να μειώσει την αυτονομία των υπουργών αλλά και των μελών της Κοινοβουλευτικής Ομάδας (Κ.Ο.) (Σπουρδαλάκης 1988, σ. 59). Το ΠΑΣΟΚ είναι το πρώτο κόμμα στο ελληνικό κομματικό σύστημα το οποίο συνδυάζει την παρουσία του στην κυβέρνηση με την οργανωτική δομή του κόμματος μαζών ως βασικός παράγοντας πολιτικής κινητοποίησης. Η πρώτη κυβερνητική περίοδος, και κυρίως η πρώτη τετραετία χαρακτηρίζεται από σημαντικές παρεμβάσεις: διπλασιασμός κατώτερου μισθού, εισαγωγή της ΑΤΑ, νόμος-πλαίσιο για τα ΑΕΙ, οικοδόμηση Εθνικού Συστήματος Υγείας, αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου, νόμος για τον συνδικαλισμό, εκσυγχρονισμός δημόσιας διοίκησης κ.ά., που είχαν ως αποτέλεσμα τον ουσιαστικό τερματισμό των ακροτήτων του Εμφυλίου και τη διαμόρφωση όρων κοινωνικής συναίνεσης. Ύστερα από τις εκλογές του 1985, το ΠΑΣΟΚ μετακινείται σε πιο ρεαλιστικές θέσεις. Η υιοθέτηση του σταθεροποιητικού προγράμματος το 1985 είναι το βήμα για να συναντηθεί το σοσιαλιστικό κόμμα με τις κυρίαρχες περιοριστικές πολιτικές που αναδεικνύονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και

142


Χρύσανθος Τάσσης αρχίζει να δίνει έμφαση στην Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Έτσι, στο τέλος της δεκαετίας του 1980 αρχίζει και δίνει έμφαση περισσότερο στις κυβερνητικές υποθέσεις, με την ανάδειξη του κριτηρίου της τεχνοκρατίας και την αναβάθμιση του ρόλου της Κ.Ο. ενώ ο παράγοντας πολιτικό κόμμα επικεντρώνεται στην πολιτική κινητοποίηση. Αυτά, σε συνδυασμό με την επιμονή του Α. Παπανδρέου στη στρατηγική συμμαχία των «μη προνομιούχων» και στην αντιδεξιά ρητορεία είναι οι βασικοί παράγοντες που διατηρούν το ΠΑΣΟΚ σε υψηλά ποσοστά στις εκλογές του Ιουνίου του 1989 παρά την κυβερνητική κόπωση, τη μείωση της ριζοσπαστικής ρητορείας και τις κατηγορίες για συμμετοχή στελεχών του σε οικονομικά σκάνδαλα. Ωστόσο, στη δεκαετία του 1990 η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και η ανάδειξη του νεοφιλελευθερισμού σε «μοναδική» ουσιαστικά πολιτική και κυβερνητική επιλογή αποτελεί εξέλιξη που επηρέασε και το κόμμα των Ελλήνων σοσιαλιστών. Έτσι, παρατηρείται στροφή προς την ισχυροποίηση της Κ.Ο. σε σχέση με το οργανωμένο κόμμα, και η πολιτική και οργανωτική έμφαση του ΠΑΣΟΚ δίνει έμφαση (παρά τις ενστάσεις σε επίπεδο ρητορείας κυρίως από τον Α. Πανανδρέου) στη διαδικασία εξευρωπαϊσμού όπως προσδιορίζεται από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ για την υλοποίηση του στόχου της ΟΝΕ. Η εξέλιξη αυτή επισφραγίζεται με την ανάδειξη του Κώστα Σημίτη ως πρωθυπουργού στις 18 Ιανουαρίου 1996 από την Κ.Ο. και όχι από έκτακτο συνέδριο, με αποτέλεσμα οι κυβερνητικές υποθέσεις να αυτονομούνται από τον παράγοντα πολιτικό κόμμα (Σπουρδαλάκης, 2001, σ. 69). Κατά την περίοδο του εκσυγχρονιστικού προτάγματος όπως εύστοχα αναφέρεται «…για το κόμμα δεν υπάρχει χώρος, υφίσταται απλά ως (δευτερεύων) υποστηρικτής των κρατικών πολιτικών και των οικονομικών παραγωγικών αναδιαρθρώσεων, δηλαδή ως πολιτικός μηχανισμός νομιμοποίησης των κρατικών πολιτικών…» (Βερναρδάκης, 2011, σ. 239). Το βασικό κριτήριο για τη συμμετοχή των στελεχών σε κρατικές θέσεις είναι η τεχνοκρατία, καθώς η υλοποίηση των κρατικών αναγκαιοτήτων τη συγκεκριμένη εποχή ταυτίζονται με τη είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ. Στο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών οικοδομήθηκε η νέα κοινωνική συμμαχία με τα «δυναμικά» κοινωνικά στρώματα του ιδιωτικού τομέα. Ενοποιούνται οι Τ.Ο. σε μια Δημοτική Οργάνωση και δημιουργούνται

143


Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

οι «θεματικές οργανώσεις» οι οποίες συγκροτούνται στη βάση συγκεκριμένων θεμάτων της «κοινωνίας των πολιτών» (Γεωργιάδου 2002). Η προσήλωση στις κυβερνητικές ανάγκες είχε ως αποτέλεσμα την έμφαση στην κοινοβουλευτική διαδικασία της πολιτικής με την αντίστοιχη μείωση του εκπαιδευτικού ρόλου του κόμματος. Έτσι το νέο πολιτικό προσωπικό παράγεται και αναπαράγεται πλέον διαμέσου των ΜΜΕ. Η οικοδόμηση της προνομιακής σχέσης του ΠΑΣΟΚ με τα ιδιωτικά ΜΜΕ καθώς και οι συνεχόμενες εκλογικές επιτυχίες σηματοδοτούν τη νομιμοποίηση της υποχώρησης του ρόλου της κομματικής οργάνωσης και την έμφαση των πολιτικών κομμάτων σε δαπανηρές προεκλογικές εκστρατείες (Ελευθερίου & Τάσσης, 2013). Το αποτέλεσμα αυτών των επιλογών είναι ότι το ΠΑΣΟΚ, ενώ παρουσιάζει σημαντικές κυβερνητικές επιτυχίες [υιοθέτηση του ευρώ, υλοποίηση μεγάλων έργων, ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., Ολυμπιακοί Αγώνες], ωστόσο εμφανίζει σημαντικό κοινωνικό έλλειμμα με αποτέλεσμα να εμφανίζεται σίγουρη η μεγάλη εκλογική ήττα στις εκλογές του 2004. Έτσι, αποφασίζεται η αλλαγή ηγεσίας όπου στο έκτακτο Συνέδριο του 2004 υιοθετείται η άμεση εκλογή προέδρου, ενώ δικαίωμα ομιλίας έχουν ο γραμματέας (Μ. Χρυσοχοϊδης), ο απερχόμενος πρόεδρος (Κ. Σημίτης) και ο υποψήφιος πρόεδρος (Γ. Παπανδρέου). Δεν υπάρχει ένα «κανονικό» συνέδριο καθώς η εν λόγω διαδικασία δεν νομιμοποιείται από μέλη αλλά είναι διαδικασία «γιορτής». Δεν υπάρχει δυνατότητα για άλλες ομιλίες, ή υποψηφιότητες κάτι που σηματοδοτεί την αλλαγή του ρόλου του Συνεδρίου, όχι σε αποφασιστικό όργανο του κόμματος, αλλά σε απλή διαδικασία νομιμοποίησης των επιλογών της ηγεσίας (Τάσσης, 2010). Αυτή η εξέλιξη αποτελεί σημαντική διαφοροποίηση τόσο στην κομματική παράδοση του ΠΑΣΟΚ αλλά και από την παράδοση της σοσιαλιστικής οικογένειας. Ενώ στην αρχή η ανοιχτή διαδικασία εκλογής/νομιμοποίησης προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό και προσδοκία για την αντιμετώπιση της αρνητικής σχέσης του κόμματος με την κοινωνία, η μη διάκριση μελών και φίλων, η αδιαμεσολάβητη σχέση του ηγέτη με τα μέλη/φίλους, η δυνατότητα να παρακάμψει τα συλλογικά όργανα του κόμματος και να αποφασίζει για την πολιτική κατεύθυνση του ΠΑΣΟΚ με έναν στενό κύκλο συνεργατών και η απουσία αποφασιστικού ρόλου για τα μεσαία και ανώτερα όργανα του κόμματος, η αδυναμία των Τ.Ο. να επηρεάσουν την πολιτική ατζέντα του κόμματος και να ανανεώσουν την πολιτική ελίτ του κόμματος, οδήγησαν τελικά σε μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που

144


Χρύσανθος Τάσσης η διαδικασία αυτή διακήρυττε ότι θα θεραπεύσει (Ελευθερίου & Τάσσης, 2011, σσ. 55-82). Έτσι, όταν το 2009 το ΠΑΣΟΚ αναλαμβάνει την κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπο με τις προεκλογικές του υποσχέσεις για τη βελτίωση της θέσης των εργαζομένων αλλά και της κακής κατάστασης της ελληνικής οικονομίας. Η ιδιότυπη αυτή κατάσταση επιλύεται τον Μάιο του 2010 με την υπογραφή του Μνημονίου. Το Μνημόνιο μαζί με τα ασφυκτικά όρια που θέτουν οι περιοριστικές πολιτικές και η Τρόικα καθώς και η απόφαση να μην διαχειριστεί η κρίση «δημοκρατικά» μέσω της νομιμοποίησης από τον παράγοντα κόμματος φέρνει το σοσιαλιστικό κόμμα μακριά από την πολιτική του παράδοση (Lyrintzis, 2011, σσ. 16-17). Στο νέο πλαίσιο ακόμα και η λειτουργία της Κ.Ο. φαίνεται να έχει απλά επικυρωτικό και όχι παρεμβατικό χαρακτήρα. Την περίοδο αυτή το ΠΑΣΟΚ χάνει και το αντιδεξιό επιχείρημα, καθώς προχωρά στην συμμετοχή στην κυβέρνηση Λ. Παπαδήμου με τη ΝΔ και την ακραία δεξιά εκδοχή, το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη. Η απουσία της οργανωμένης βάσης λόγω της μείωσης του ρόλου της κομματικής οργάνωσης, σε συνδυασμό με την πολιτική μετατόπιση και την απουσία της αντιδεξιάς ρητορικής και ουσιαστικά η -από το 2012- υιοθέτηση μιας αντι-αριστερής ρητορείας οδήγησαν στην εκλογική κατάρρευση του κόμματος στις διπλές εκλογές του Μαΐου και Ιουνίου του 2012 (Ελευθερίου & Τάσσης, 2012). Από τη συγκεκριμένη περίοδο, το ΠΑΣΟΚ αυτοτοποθετείται στο Κέντρο του πολιτικού φάσματος, ως ενδιάμεσος χώρος μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη στρατηγική δοκιμάστηκε και απέτυχε στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, αλλά και στο δημοψήφισμα με αποτέλεσμα ο χώρος της Κεντροαριστεράς να φθίνει σε οριακό για την εκλογική του επιβίωση σημείο, εντούτοις το βασικό θέμα της συζήτησης μεταξύ της κομματικής ελίτ δεν είναι άλλο από την ουσιαστική αναβίωση του Κέντρου στο ελληνικό κομματικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκε και η ανοιχτή διαδικασία για τη νέα ηγεσία του νέου φορέα της Κεντροαριστεράς το 2017. Ωστόσο, η συγκεκριμένη προοπτική δεν φαίνεται να έχει πολλές πιθανότητες να υλοποιηθεί, καθώς όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς που συμμετέχουν αποδέχονται το φιλελεύθερο πλαίσιο οργάνωσης των πολιτικών κομμάτων. Η όλη διαδικασία επικεντρώνεται στην εκλογή του ηγέτη ενός κομματικού σχηματισμού που δεν υπάρχει και που δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι θα υπάρξει. Η πολιτική ατζέντα των βασικών

145


Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

υποψηφίων δεν διαφοροποιείται από το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο ρεύμα (ιδιωτικοποιήσεις, έμφαση στην αγορά και στις επενδύσεις, επιλεκτικότητα στις παροχές, νέο δημόσιο μάνατζμεντ) και απέχει από την παραδοσιακή ατζέντα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας (κοινωνικό κράτος με καθολικά κοινωνικά δικαιώματα, δημόσια αγαθά). Η εμμονή στην ανοιχτή διαδικασία χωρίς διάκριση μελών/φίλων, χωρίς συγκεκριμένη οργανωτική δομή, η αποκλειστική εσωκομματική λειτουργία διαμέσου της Κ.Ο., η αντι-αριστερή ρητορεία, φαίνεται να προσιδιάζει στα κόμματα προυχόντων/ελίτ που κυριαρχούσαν στο ελληνικό κομματικό σύστημα κατά την προδικτατορική περίοδο. Το νέο κόμμα λοιπόν μοιάζει να έχει περισσότερα κοινά στοιχεία με την παράδοση της Ένωσης Κέντρου ή του Φιλελεύθερου Κόμματος, παρά με την οργανωτική και ιδεολογική παράδοση του ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, και το φιλελεύθερο κόμμα, όταν επέλεξε μετά τις εκλογές του 1946 να διενεργήσει ουσιαστικά τον Εμφύλιο, αλλά και η μεταδικτατορική Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις, όταν αποφάσισε να παραμείνει οργανωτικά και πολιτικά στον «μεσαίο χώρο», οδηγήθηκαν σε πολιτική και εκλογική κατάρρευση. Τα συμπεράσματα λοιπόν από την πολιτική Ιστορία της χώρας, δεν φαίνεται να ευνοούν την αντιστροφή της τάσης για πασοκοποίηση δηλαδή της οργανωτικής, πολιτικής και εν τέλει εκλογικής κατάρρευσης του κόμματος. Συμπεράσματα Από την ιστορική εξέλιξη των κομμάτων της σοσιαλιστικής οικογενείας προκύπτει ότι είναι μια πορεία αντιφάσεων και «προσαρμογής» από ριζοσπαστικές σε μετριοπαθείς οργανωτικές, πολιτικές και ιδεολογικές θέσεις και αναφορές. Το ζήτημα της αποριζοσπαστικοποίησης της συγκεκριμένης οικογένειας έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφορετικών αναλύσεων. Οι R. Michels, Λ. Τρότσκυ και R. Miliband θεωρούν πως οι ηγεσίες των κομμάτων αποτελούν τους βασικούς παράγοντες οι οποίοι εμποδίζουν τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας να εξελιχθούν σε πραγματικά ριζοσπαστικά κόμματα (Michels 1966 (1964), σσ. 49-70; Trotsky, 1967; Miliband, 1973) Ο R. Miliband συσχετίζει τη συντηρητικοποίηση των σοσιαλιστικών κομμάτων λόγω της συμμετοχής τους στον εκλογικό ανταγωνισμό ο οποίος δημιουργεί περιορισμούς στο ριζοσπαστισμό τους καθώς συμμαχούν με άλλες κοινωνικές τάξεις και στρώματα για την μεγιστοποίηση της εκλογικής αποτελεσματικότητας και με αυτό τον τρόπο «προσαρμόζουν» την πολιτική τους στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ

146


Χρύσανθος Τάσσης των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων (Miliband 1977). Ο N. Πουλαντζάς θεωρεί πως είναι η ίδια η δομή του κράτος που δημιουργεί πιέσεις στα κόμματα (Πουλαντζάς, 2001), ο Γ. Μοσχονάς υποστηρίζει ότι οι αλλαγές στον πολιτικό τους προσανατολισμό είναι το αποτέλεσμα των αλλαγών που έχουν λάβει χώρα στο επίπεδο της κοινωνικής τους βάσης (Moschonas, 2002), ενώ ο G. Therborn (1980), θεωρεί πως η ηγεμονική συνεκτική δύναμη της αστικής τάξης, η οποία έχει τη δυνατότητα να επεκτείνεται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα για την πολιτική μετριοπάθεια και ενσωμάτωση των συγκεκριμένων κομμάτων. Ωστόσο, ήδη από τη δεκαετία του 1980 και μετά τις δυο πετρελαϊκές κρίσεις εγείρονται ερωτηματικά γύρω από την ικανότητα των κυβερνήσεων να αναπαράγουν τη συγκεκριμένη κοινωνική θέσμιση και να καταφέρουν να απαντήσουν αποτελεσματικά στην «κρίση στις χώρες του ύστερου καπιταλισμού». Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι να εμφανίζονται όλο και μεγαλύτερα ποσοστά αρνητικής γνώμης των πολιτών για τα κοινοβούλια και για τα κόμματα τα οποία εκδηλώθηκαν με τη μορφή της μείωσης των κομματικών μελών, τη μείωση της εκλογικής συμμετοχής, την εμφάνιση αντισυστημικών κομμάτων και την αύξηση των αναποφάσιστων ψηφοφόρων. Επίτομή αυτής της τάσης είναι η κατάρρευση του κομματικού συστήματος στην Ιταλία (Κατσούλης, 2002, σσ. 16-22). Μετά την πτώση των καθεστώτων στην Αν. Ευρώπη και παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζεται πως τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας έχουν μετακινηθεί σε μετριοπαθείς θέσεις που απέχουν πολύ ακόμα και από το να θεωρηθούν σοσιαλιστικές, ωστόσο η άποψη που κυριαρχεί είναι ότι τα κόμματα αυτά θα συνεχίσουν να βρίσκονται στα κομματικά συστήματα των χωρών. Βλέπουμε χαρακτηριστικά πως «το σοσιαλιστικό σχέδιο όπως και αν προσδιορίζεται, μπορεί να πεθαίνει, ενώ τα σοσιαλιστικά κόμματα να επιβιώσουν. Δεν ξέρω αν η ιδέα του σοσιαλισμού θα αντισταθεί στο μεγάλο χάος του τέλους αυτής της χιλιετίας και στην αρχή της επόμενης. Μπορούμε να υπενθυμίσουμε σε εκείνους που νιώθουν συμπάθεια για το σοσιαλιστικό σχέδιο συμμερίζονται τις ελπίδες του και τις αξίες του και δεν ανέχονται πια τις ατελείωτες παραποιήσεις, τους συμβιβασμούς χωρίς τέλος, τους ανασταλτικούς δισταγμούς των οργανωμένων κομμάτων του, ότι αφού όλα τελειώσουν αυτά τα κόμματα είναι η μοναδική Αριστερά που απέμεινε» (Σασσούν τ.Β, 2001, σ. 454).

147


Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Ωστόσο, η άκριτη αποδοχή του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος από τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας και μάλιστα στη μεγάλη της ένταση όπως έχει διαμορφωθεί από την ανεμπόδιστη διεθνοποίηση του κεφαλαίου έχει δημιουργήσει τους όρους για έναν «καθολικό/ολικό καπιταλισμό» με το συνδυασμό της ανταγωνιστικότητας με τη δημοσιονομική πειθαρχία, μια διαδικασία συσσώρευσης μέσω αποστέρησης (accumulation by dispossession) (Harvey, 2004). Έτσι, στην περίοδο της κρίσης οι πολιτικές έπληξαν περισσότερο τα κοινωνικά στρώματα τα οποία βρίσκονται σε πιο επισφαλή θέση και αποτελούν τους «παραδοσιακούς» συμμάχους των κομμάτων της σοσιαλιστικής οικογένειας. Η διαδικασία αυτή φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά τα κόμματα σε επίπεδο οργανωμένων μελών και ενδιαφέροντος για την πολιτική (Blyth, 2007, σ. 37). Ο συνδυασμός της ιδεολογικής προσαρμογής, με την κυβερνητική συνεργασία με τα συντηρητικά χριστιανοδημοκρατικά και φιλελεύθερα κόμματα, και με την υιοθέτηση μιας χαλαρής οργανωτικής δομής κατά τα πρότυπα των πολιτικών κομμάτων στις ΗΠΑ, φαίνεται πως αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική υποχώρηση των κομμάτων της σοσιαλιστικής οικογένειας, η οποία εκδηλώνεται με αδυναμία εκλογικής αποτελεσματικότητας. Η εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ γνωστή στη δημόσια συζήτηση ως pasokification δεν αφορά μόνο στην ελληνική περίπτωση. Η κατάρρευση του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, η δυσκολία του SPD να αναδειχθεί ως εναλλακτική λύση στην εκλογική κυριαρχία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, η αδυναμία του Δημοκρατικού Κόμματος στην Ιταλία, τα σχετικά χαμηλά εκλογικά ποσοστά στη Σκανδιναβία, σηματοδοτούν την αδυναμία αναπαραγωγής της σοσιαλιστικής οικογένειας. Και αν για το Collins Dictionary η έννοια του pasokification αναφέρεται στην εκλογική συρρίκνωση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ως αποτέλεσμα της παράλληλης ανάδειξης ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος, ωστόσο, η τάση στα ευρωπαϊκά κομματικά συστήματα φαίνεται πως είναι η δυναμική της ακρας δεξιάς, μια εξέλιξη που στη θεωρητική συζήτηση υπάρχει ήδη από τα μέσα του 1990 (Katz & Mair 1995; Blyth, 2002). Ωστόσο οι πρόσφατες εξελίξεις με την ανάληψη της ηγεσίας του J. Corbin στο Εργατικό Κόμμα Βρετανίας, αλλά και η δυναμική του Β. Sanders στο Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ φαίνεται πως μπορούν να ανατρέψουν την τάση της «πασοκοποίησης» και ίσως να προσφέρουν μια εναλλακτική για το μέλλον των σοσιαλιστικών κομμάτων.

148


Χρύσανθος Τάσσης Αγγλόφωνη βιβλιογραφία Bradford, N., (2002), «Renewing social democracy? Beyond the Third Way», Studies in Political Economy, 67. Collins Dictionary, Pasokification, https://www.collinsdictionary.com/ submission/16117/pasokification. Doran J. (2015), «5 Things to know about Pasokification», http:// novaramedia.com/2015/01/28/5-things-you-need-to-know about- pasokification/ (πρόσβαση 7/1/2018). Duverger, M. (1964). Political Parties, London: Methuen. Giddens, A. (1998), The Third Way, Cambridge: Polity Press. Harvey, D. (2004), «The ‘new’ imperialism: dispossession», Socialist Register 40.

accumulation

by

Katz, R.S. & Mair, P. (1995), «Changing Models of Party Organization and Party Democracy: The Emergence of the Cartel Party», Party Politics, 1, 1. Kirchheimer, O. (1991 [1966]). «Ο μετασχηματισμός των κομματικών συστημάτων στη δυτική Ευρώπη», Λεβιάθαν, 11. Lavelle, A. (2008), The Death of Social Democracy: Political Consequences in the 21st Century, Aldershot: Ashgate. Lyrintzis, C. (2011), «Greek Politics in the Era of Economic Crisis: Reassessing Causes and Effects» GreeSE Paper, αρ. 45, Hellenic Obervatory Papers on Greece and Southern Europe. Miliband, R. (1973), Parliamentary Socialism, London: Merlin Press. Miliband, R. (1977), The State in Capitalist Society, London: Quartet Books.

149


Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Moschonas, G. (2002), In the Name of Social Democracy. The Great Transformation: 1945 to the present, London-New York: Verso. Panebianco, A. (1988), Political Parties: Organization and Power, Cambridge-New York: Cambridge University Press. Panich L., (1996), (ed.), «Are There Alternatives?», Socialist Register, Mer lin Press, London. Seyd, P. (1999) «New parties/new politics? A case study of the British Labour Party», Party Politics, vol. 5, no 3, σελ. 383-405. Spourdalakis, M. & Tassis, C. (2006), «Party Change in Greece and the Vanguard Role of PASOK», South European Society and Politics, Vol.11, No.3-4. Tassis, C. (2005), «The 7th Congress of PASOK: Towards an «open» party?», paper presented at the 56th Annual PSA Conference, Reading, UK. Therborn, G. (1980), What Does the Ruling Class Do When it Rules?, Λονδίνο: Verso. Trotsky, L. (1967), The Revolution Betrayed, Λονδίνο: New Park.

Ελληνόφωνη βιβλιογραφία Βερναρδάκης, Χρ. (2011), Πολιτικά κόμματα, εκλογές & κομματικό σύστημα. Οι μετασχηματισμοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης 1990-2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα. Blair, T (2002 [1998]). «Ο Τρίτος Δρόμος: Μια νέα πολιτική για το νέο αιώνα», Κατσούλης, Ηλίας, (επιμ.), Νέα Σοσιαλδημοκρατία: Περιεχόμενα πολιτικής, θεσμοί, οργανωτικές αλλαγές, Αθήνα: Ι. Σιδέρης.

150


Χρύσανθος Τάσσης Blyth, M. (2007). «Η παγκοσμιοποίηση και τα όρια της δημοκρατικής επιλογής. Η σοσιαλδημοκρατία και η άνοδος της πολιτικής καρτελοποίησης», Monthly Review, αρ. 27. Γεωργιάδου, Β. (2002), «Labour Party, SPD και ΠΑΣΟΚ: Συστήματα κομματικής διεύθυνσης και οργανωτική ανασυγκρότηση», στο Κατσούλης, Η (επιμ.) Νέα Σοσιαλδημοκρατία: Περιεχόμενα πολιτικής, θεσμοί, οργανωτικές αλλαγές, Αθήνα: Ι. Σιδέρης. Ελευθερίου, Κ. & Παπαβλασόπουλος, Ε (2010). «Λανθάνουσες προσεγγίσεις και σύγχρονες τάσεις στη θεωρία των πολιτικών κομμάτων», Επιστήμη και Κοινωνία, 25. Ελευθερίου, Κ. & Τάσσης, Χ. (2013), ΠΑΣΟΚ: Η Άνοδος και η Πτώση ενός Ηγεμονικού Κόμματος. Αθήνα: Σαββάλας. Ελευθερίου, Κ. & Τάσσης, Χ. (2011), «Εσωκομματική πολιτική και στρατηγική του κράτους: Το «συμμετοχικό» εγχείρημα του ΠΑΣΟΚ (2004-2009)», Επιστήμη και Κοινωνία, 27. Κατσούλης, Η. (2002), (επιμ.), Νέα Σοσιαλδημοκρατία: Περιεχόμενα πολιτικής, θεσμοί, οργανωτικές αλλαγές, Αθήνα: Ι. Σιδέρης. Ματσαγγάνης, Μ. (2002), «Οι νέοι εργατικοί μεταξύ τρίτου δρόμου και νέας σοσιαλδημοκρατίας», στο Κατσούλης, Η, (επιμ.), Νέα Σοσιαλδημοκρατία: Περιεχόμενα πολιτικής, θεσμοί, οργανωτικές αλλαγές, Αθήνα: Ι. Σιδέρης. Μεταξάς, Α.-Ι.Δ. (1998), Συγκλιτικά κόμματα και αποσυγκλιτικές αντιστάσεις, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλα. Michels, R. (1996), «Η δημοκρατία και ο σιδηρούς νόμος της ολιγαρχίας», Λεβιάθαν, 16’. Μποτόπουλος, Κ. (1994), Σοσιαλιστές και εξουσία. Ελλάδα, Γαλλία Ισπανία στη δεκαετία του ‘80, Αθήνα: Πόλις.

151


Αποσυγκλιτικές τάσεις στην πολιτική καρτελοποίηση: Η «πασοκοποίηση» (;) της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

ΠΑΣΟΚ, (1978), «Πολιτική Απόφαση: Σύνοδος της Κεντρικής Επιτροπής στις 25-26/2/1978», Μηνιαίο Ενημερωτικό Δελτίο, τχ. 3-4, Μάρτιος Απρίλιος. ΠΑΣΟΚ (1974), Διακήρυξη βασικών αρχών και στόχων του ΠΑΣΟΚ, Αθήνα: ΚΕΜΕΔΙΑ. Πουλαντζάς, Ν. (2001), Το κράτος, η εξουσία, ο Σοσιαλισμός, Αθήνα: Θεμέλιο. Σεφεριάδης. Σ. (2002), Σοσιαλδημοκρατικές στρατηγικές στον 20ο αιώνα. Επισημάνσεις για μια πολιτική κοινωνιολογία, στο Κατσούλης Η. (επιμ.), Νέα Σοσιαλδημοκρατία: Περιεχόμενα πολιτική, θεσμοί, οργανωτικές δομές, Αθήνα: Ι. Σιδέρης. Σπουρδαλάκης, Μ. (1988), ΠΑΣΟΚ: Δομή, εσωκομματικές κρίσεις και συγκέντρωση εξουσίας, Αθήνα: Εξάντας. Σπουρδαλάκης, Μ. (1998), Από το «Κίνημα Διαμαρτυρίας» στο «Νέο ΠΑΣΟΚ» στο Μ. Σπουρδαλάκης εκδ. ΠΑΣΟΚ: Κόμμα – Κράτος – Κοινωνία, Αθήνα: Πατάκη. Τάσσης, Χ. (2010), Οι άμεσες εσωκομματικές εκλογές στην Ελλάδα: Η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, Εντός Εποχής, 57, 7 Μάρτιος.

152


Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής, Τεύχος 4, σσ. 153-176, 2018

Νίκος Μούδουρος1

Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

Πρόλογος Η δύσκολη επικράτηση του «ναι» στο δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου 2017, που πρακτικά οδήγησε την Τουρκία στην υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος, σηματοδοτεί από πολλές απόψεις ένα γεγονός ιστορικής σημασίας. Ως τέτοιο, πυροδότησε νέες συζητήσεις και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις σε σχέση με την κατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα, την πορεία περαιτέρω αυταρχικοποίησης του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (Adalet ve Kalkınma Partisi – AKP) και την ευρύτερη κοινωνική πόλωση που χαρακτηρίζει την Τουρκία τα τελευταία χρόνια. Από πολλούς κύκλους της αντιπολίτευσης το πέρασμα της χώρας στο προεδρικό σύστημα, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε αυτή η αλλαγή, επικρίθηκε ως ένα στάδιο κορύφωσης της οικοδόμησης ενός «μονοκομματικού καθεστώτος», ως μια επικράτηση «πολιτικού πραξικοπήματος» ή ακόμα και ως ένδειξη ενδυνάμωσης ενός είδους «ισλαμοφασισμού».

1 Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Κύπρου, Μέλος Διοικητικού και Επιστημονικού Συμβουλίου ΙΝΕΠ. 153


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

Επιπρόσθετα έννοιες όπως η «μη φιλελεύθερη δημοκρατία», η «πλειοψηφική δημοκρατία» και η «εκλεγμένη δικτατορία», οι οποίες εμφανίστηκαν και στο πρόσφατο παρελθόν, επανεμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος ως έννοιες που φιλοδοξούν να εξηγήσουν επικριτικά την σημερινή νέα κατάσταση πραγμάτων στη χώρα και την μέθοδο διακυβέρνησης που ακολουθεί το ΑΚΡ. Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, επαναλήφθηκε και η χρήση όρων όπως ο «Ερντογανισμός» (Erdoğanizm, Erdoğancılık) ή η «Αρχηγία/Ηγεσία» (Reislik, Reisçilik) με στόχο να υποδείξουν την πορεία συγκεντροποίησης των εξουσιών στο πρόσωπο του Recep Tayyip Erdoğan, ως του τρόπου πρακτικής εφαρμογής μιας αυταρχικής διακυβέρνησης που έχει επιβληθεί τα τελευταία χρόνια. Στο κείμενο αυτό λοιπόν, γίνεται μια προσπάθεια εντοπισμού των κυριότερων χαρακτηριστικών αυτού που ονομάστηκε «Ερντογανισμός» και που στην ουσία αντιπροσωπεύει όλα τα βασικά ιδεολογικά χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης του ΑΚΡ, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια. Ο όρος «Ερντογανισμός» ως τέτοιος, στην πιο πρόσφατη του εμφάνιση, δεν είναι τουρκικής προέλευσης. Χρησιμοποιήθηκε με ένταση σε αγγλόφωνη αρθρογραφία, ιδιαίτερα μετά τις γενικές εκλογές του 2011 όταν το ΑΚΡ κατάφερε να κερδίσει 49.9% και να σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση για τρίτη συνεχόμενη φορά (Aslam, 2011). Ο «Ερντογανισμός» είναι όρος που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει γενικά το ιδεολογικό υπόβαθρο και το πολιτικό πρόγραμμα του σημερινού Προέδρου της Τουρκίας. Ο «Ερντογανισμός» σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα περιγράφηκε και ως «το ισχυρότερο φαινόμενο της Τουρκίας μετά τον Κεμαλισμό» (Abdulrazaq, 2016). Ο Mustafa Akyol μέσα από κείμενο του στο περιοδικό Foreign Policy, παραθέτει τις, κατά την άποψη του, κυριότερες ιδεολογικές πτυχές του «Ερντογανισμού» στις οποίες ξεχωρίζουν ο αυταρχικός λαϊκισμός, η νοσταλγία για την οθωμανική εποχή, ο ισλαμισμός, η καχυποψία εναντίον της Δύσης, η καθολική απόρριψη του Κεμαλισμού και ο περιορισμός υποβάθμιση της δημοκρατίας στις εκλογικές διαδικασίες (Akyol, 2016). Στη βάση των προαναφερθέντων αναζητήσεων, θα μπορούσε να σημειωθεί ότι στον ίδιο τον Erdoğan συναντιούνται όλες οι ιδεολογικές πτυχές της τουρκικής δεξιάς, σε διαφορετικές συγκυρίες και εντάσεις. Ο πολιτικός λόγος και η δραστηριοποίηση του Erdoğan υιοθετεί τον ισλαμισμό, τον συντηρητισμό και τον εθνικισμό, ως τις βασικές ιδεολογικές διατυπώσεις της δεξιάς στην Τουρκία, μέσα από τη ρευστότητά τους και

154


Νίκος Μούδουρος

την δυναμική τους εξέλιξη (Türk, 2014, σ. 297). Πάνω από όλα όμως, ο «Ερντογανισμός» φαίνεται να λειτουργεί ως επιβεβαίωση του λαϊκισμού και ενός ψυχρού πραγματισμού του Προέδρου της χώρας, στοιχεία που αναδείχθηκαν και μέσα από εννοιολογήσεις όπως το «απρόβλεπτο» της Άγκυρας και των αντιδράσεων της σε διαφορετικά κρίσιμα θέματα. Είναι με λίγα λόγια το αρχέτυπο του συντηρητικού λαϊκισμού που συμπεριλαμβάνει μια έντονη αντι-ελιτιστική πτυχή και που τελικά μπορεί να μελετηθεί στα πλαίσια του παγκόσμιου φαινομένου της ανόδου του λαϊκισμού. Σε αυτή την περίπτωση ο «Ερντογανισμός» υπογραμμίζει την προσαρμοστικότητα της κυρίαρχης ιδεολογίας αναλόγως συγκυριών, την προτεραιοποίηση της εξουσίας, τη σύναψη κοινωνικών συμμαχιών με στόχο τη διατήρηση και αναπαραγωγή της, καθώς και τη δημιουργία ενός καθεστώτος του οποίου η εξουσία συγκεντρώνεται στο ένα και μοναδικό πρόσωπο - τον απόλυτο Ηγέτη/Αρχηγό (Göktaş, 2017). Σε ένα καθεστώς «λατρείας του προσώπου/προσωπολατρίας», συνεχίζουν να υπάρχουν θεσμοί όπως το κοινοβούλιο, το δικαστικό σύστημα, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Όμως σταδιακά ενσωματώνονται στην εξουσία του ηγέτη, χάνουν την μερική ή σχετική αυτονομία τους και σε μερικές περιπτώσεις διατηρούνται μόνο κατ’ όνομα (Göktaş, 2017). Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι η βασική χρήση του όρου «Ερντογανισμός», τουλάχιστον εκτός Τουρκίας, εμφανίζεται σε διάφορες συγκυρίες με στόχο να γίνουν συγκρίσεις γενικά με άλλους πολιτικούς ηγέτες, πάντοτε στα πλαίσια της ενδυνάμωσης του δεξιού λαϊκισμού σε παγκόσμια κλίματα. Για παράδειγμα μέσα από την χρήση του όρου «Ερντογανισμός» συχνά γίνονται συγκρίσεις με το καθεστώς του Viktor Orban στην Ουγγαρία ή και με τον Vladimir Putin στην Ρωσία. Μια άλλη διάσταση της χρήσης του όρου είναι και η μελέτη των αντιθέσεων και αντιπαραθέσεων με τον Κεμαλισμό εντός Τουρκίας (Bora, 2017, σ. 505).

Τέσσερις δομές κοινωνικοποίησης – πολιτικοποίησης του Erdoğan Η κατανόηση του Erdoğan ως πολιτικής προσωπικότητας, αλλά και η σφαιρική αντίληψη σχετικά με το ιδεολογικό του υπόβαθρο, αποτελούν παραμέτρους που μπορούν να αναζητηθούν στην ίδια την βιογραφία και την πολιτική του σταδιοδρομία. Ο Erdoğan είναι μέρος της ιστορικής εξέλιξης του ισλαμικού κινήματος της Τουρκίας και των πολιτικών κομμάτων του Ισλάμ. Έστω και αν σε υπερβολικό βαθμό σήμερα ο Erdoğan αποτελεί

155


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

για πολλούς οπαδούς του την ίδια την προσωποποίηση της ιστορίας των Τούρκων ισλαμιστών, εντούτοις είναι γεγονός ότι η ανατροφή του ως θρησκευόμενου ατόμου σε ένα αυταρχικό κοσμικό κράτος και η πορεία του προς την εξουσία αντικατοπτρίζουν σε αρκετό βαθμό τα βιώματα των ανθρώπων του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Όπως υπογραμμίζει επί τούτου ο Hakan Yavuz (2009, σ. 118), η καταπιεσμένη από το κεμαλικό σχέδιο εκπολιτισμού συλλογική μνήμη της Ανατολίας, εκφράζεται πλήρως από τον Erdoğan. Ο χαρακτήρας και η πολιτική προσωπικότητα του σημερινού Προέδρου της Τουρκίας οικοδομήθηκαν μέσα από τέσσερις δομές κοινωνικοποίησης. Την γειτονιά Kasımpaşa στην Κωνσταντινούπολη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Το θρησκευτικό εκπαιδευτικό σύστημα και πιο ειδικά το ιεροδιδασκαλείο (İmam-Hatip) από όπου και αποφοίτησε. Η φοιτητική οργάνωση των ισλαμιστών «Εθνική Ένωση Τούρκων Φοιτητών» (Milli Türk Talebe Birliği), αλλά και το ισλαμικό «Κίνημα Εθνικής Άποψης» (Milli Görüş Hareketi), μέσα από το οποίο γεννήθηκαν τα σημαντικότερα πολιτικά κόμματα στα οποία δραστηριοποιήθηκε. Πέραν από αυτές τις δομές, πολύ σημαντική στην σταδιοδρομία του Erdoğan ήταν φυσικά και η θητεία του ως Δήμαρχος Κωνσταντινούπολης, η οποία μετατράπηκε σε κορυφαίο εφαλτήριο της αυξανόμενης δημοφιλίας και επιρροής του για τα επόμενα χρόνια. Ο Erdoğan γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1954 στην περιοχή Kasımpaşa της Κωνσταντινούπολης από μια φτωχή οικογένεια μεταναστών προερχόμενων από την περιοχή Rize της Μαύρης Θάλασσας. Η φτωχή του καταγωγή σε συνδυασμό με την χωρική διάσταση της ανατροφής του, δηλαδή την μεγαλύτερη σε οικονομική και συμβολική αξία μεγαλούπολη της Τουρκίας, ήταν παράγοντες που επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τον πολιτικό του λόγο και τις θέσεις που εκφράζει. Είναι στη βάση της συγκεκριμένης του καταγωγής που αναπτύσσει την εικόνα ότι εκπροσωπεί τα συμφέροντα των πολλών έναντι των λίγων. Η περιοχή Kasımpaşa στην Κωνσταντινούπολη βρίσκεται δίπλα από την μποέμικη και «γκιαούρικη» περιοχή του Beyoğlu (το γνωστό Πέρα), αλλά και δίπλα από τον πλέον ιστορικό αστικό θύλακα της μεγαλούπολης, την περιοχή Nişantaşı. Οι φτωχογειτονιές της Kasımpaşa, η οποία την οθωμανική περίοδο ήταν σταθμός των ναυτικών, μετατράπηκαν στη διάρκεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης της Τουρκίας σε χώρους υποδοχής τεράστιων ρευμάτων εσωτερικής μετανάστευσης από ανθρώπους της

156


Νίκος Μούδουρος

Ανατολίας και της Μαύρης Θάλασσας που αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή. Αυτή η «κοινωνική περικύκλωση» των ανθρώπων της Kasımpaşa από τους «ξένους κόσμους» στις περιοχές Beyoğlu και Nişantaşı, υπενθύμιζε συνεχώς την ταξική διαφοροποίηση και γινόταν αφορμή για την δημιουργία μιας ιδιαίτερης υπο-κουλτούρας που τελικά διατρέχει ολόκληρη την πολιτική δραστηριότητα του Erdoğan. Το σχήμα αντιπαράθεσης στο σημείο αυτό ξεφεύγει από τα όρια «κοσμικότητα εναντίον Ισλάμ». Η κουλτούρα των αυθαιρέτων ενάντια στην κουλτούρα του πλούσιου αστικού χώρου, η κουλτούρα των περιχώρων και των παραμελημένων γειτονιών ενάντια στην κουλτούρα των οικισμών της κοσμικής μπουρζουαζίας της Κωνσταντινούπολης (İnternet Haber, 2014), αποτελούν «δίπολα» εξαιρετικής σημασίας για την κατανόηση του πολιτισμικού κώδικα που εκφράζει ο σημερινός Πρόεδρος της Τουρκίας. Εκτός από ισλαμιστής, ο Erdoğan είναι και Kasımpaşalı (ο προερχόμενος από την Kasımpaşa). Και όταν προέρχεται κάποιος από την συγκεκριμένη περιοχή, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του πολιτισμικού του κώδικα και της νοοτροπίας του, αντικατοπτρίζεται στο ιδιόμορφο «νταηλίκι». Ο Erdoğan είναι γνωστός και ως «καπάνταης» (Kabadayı). Μια έννοια τοπικού χαρακτήρα που περιγράφει τον σκληρό τύπο του δρόμου της φτωχογειτονιάς, ο οποίος φέρει μαζί του μια «περίεργη» αίσθηση αξιοπρέπειας, τιμής και δικαιοσύνης. Ο «καπάνταης της Kasımpaşa» είναι μια ολοκληρωμένη κοινωνική ταυτότητα, συνυφασμένη με τη φήμη του προσώπου, την τοπική του επιρροή και εξουσία, στοιχεία που απορρέουν περισσότερο όχι από κρατικά ή επίσημα αξιώματα, αλλά κυρίως από τον πολιτιστικό υπόβαθρο της γειτονιάς. Είναι μια μορφή «λαϊκού προστάτη» των αδυνάτων απέναντι σε άλλες επίσημες και ανεπίσημες δομές εξουσίας και καταπίεσης. Στο όνομα της «δικής του δικαιοσύνης», είναι πρόσωπο που όχι μόνο θα προσπαθήσει να νικήσει τον αντίπαλό του, αλλά θα επιδιώξει τον ολοκληρωτικό του εξευτελισμό. Με τον «ατημέλητα απότομο» τρόπο συμπεριφοράς του, ο «καπάνταης» αναλαμβάνει τη διευθέτηση των προβλημάτων ανάμεσα στα αντιμαχόμενα μέρη της γειτονιάς. Έτσι μετατρέπεται ακόμα και σε εγγυητή της τάξης, της ασφάλειας και της κοινοτικής αλληλεγγύης. Αυτή η προσωπικότητα διασφαλίζει την τιμή και την αξιοπρέπεια του συνόλου, γιατί η προσωπική του ζωή και δράση απέδειξε την ικανότητα του απέναντι στους «ξένους, αλαζόνες, δυτικότροπους». Αυτές οι ιδιότητες του Erdoğan τελικά συγκρότησαν τον «ιδανικό τύπο» πολιτικού προσώπου, ικανού να εκφράσει την καταπιεσμένη πολιτιστική ταυτότητα της Ανατολίας.

157


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

Μεγαλωμένος λοιπόν μέσα στο πλαίσιο της σκληρής γειτονιάς της Kasımpaşa, δίπλα από τους δυτικότροπους και κοσμικούς τύπους των περιοχών Beyoğlu και Nişantaşı, ο Erdoğan δεν μπορούσε παρά να επηρεαστεί στις αντιλήψεις που μέχρι σήμερα μεταφέρει σε σχέση με την κεμαλική Τουρκία. Η ανατροφή του σε ένα τέτοιο περιβάλλον του υπενθύμιζε συνεχώς την κοινωνική διάρθρωση και τις πολιτικές ισορροπίες της σύγχρονης Τουρκίας, βασικό στοιχείο των οποίων ήταν ότι ο Tayyip από την Kasımpaşa θα ήταν «πάντα στην άλλη πλευρά» της πόλης, στο «περιθώριο» της χώρας. Ακόμα και μετά την είσοδο του στην επιχειρηματική δραστηριότητα ως νέος επαγγελματίας, αλλά πολύ περισσότερο ακόμα και μετά την κατάκτηση της κορυφής του πολιτικού συστήματος, ο Erdoğan συνεχίζει να εκφράζει δημοσίως την ενόχληση ενός «θρησκευόμενου φτωχόπαιδου» των περιχώρων απέναντι στην αλαζονεία του πλούσιου, κοσμικού Τούρκου. Όπως διακρίνει ο Çağaptay (2017, σσ. 16-17) ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του πολιτικού Erdoğan και ένα από τα μεγαλύτερα μειoνεκτήματα του πολίτη Erdoğan είναι ότι μέχρι σήμερα από την κορυφή του κράτους, νιώθει να είναι στην «περιφέρεια». Μέχρι σήμερα φοβάται ότι κάποια μέρα θα επιστρέψει η κοσμική, δυτικότροπη αλαζονεία και θα τον θέσει και πάλι πίσω στην «γειτονιά της Kasımpaşa». Αυτή ακριβώς η αυταρχική έκδοση της κοσμικής Τουρκίας, προκαλούσε προβλήματα σε πολλά επίπεδα της ζωής του συντηρητικού μέρους του πληθυσμού. Ο ολοκληρωτικός έλεγχος του Ισλάμ από το κράτος και η περιθωριοποίηση των πιστών Μουσουλμάνων από όλες τις σφαίρες της κοινωνικής και πολιτικής δραστηριότητας, έκαναν τη ζωή δύσκολη σε οικογένειες όπως αυτή του Erdoğan. Για τον νεαρό Erdoğan το κοσμικό εκπαιδευτικό σύστημα ήταν μια βασική υπενθύμιση της αποξένωσης της θρησκείας του από το πλαίσιο μιας γενικά «αποδεκτής ζωής» (Çağaptay, 2017, σ. 20). Οι θρησκευόμενες οικογένειες αντιμετώπιζαν για πάρα πολλά χρόνια το εξής δίλημμα: είτε θα έστελναν τα παιδιά τους να φοιτήσουν στα συμβατικά κοσμικά σχολεία του κράτους, είτε θα προτιμούσαν τα επίσης κρατικά ελεγχόμενα ιεροδιδασκαλεία (İmam Hatip) με την προοπτική όμως να στιγματιστούν για πάντα. Τελικά ο εντεκάχρονος Erdoğan εντάχθηκε στο γυμνασιακό επίπεδο του ιεροδιδασκαλείου Κωνσταντινούπολης όπου και διέμενε στις εστίες. Κατέληξε εκεί μετά από παραινέσεις του δασκάλου του στο δημοτικό, όταν πρόσεξε την έφεση και τον ενθουσιασμό του Tayyip προς τα θρησκευτικά μαθήματα. Ο

158


Νίκος Μούδουρος

δάσκαλος πρότεινε στον πατέρα του Erdoğan, τον Ahmet, να στείλει το παιδί του στο ιεροδιδασκαλείο όπου θα είχε την ευκαιρία σε μια «σωστή και ηθική εκπαίδευση» (Çağaptay, 2017, σ. 22). Έτσι η προτροπή του δασκάλου, η θρησκευόμενη οικογένεια του Erdoğan, αλλά και η προϋπάρχουσα δομή της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Τουρκία, ήταν οι τρεις παράγοντες που λειτούργησαν καταλυτικά για την επαφή του μελλοντικού Προέδρου της χώρας με το συγκεκριμένο πλαίσιο. Μέχρι σήμερα, ο Erdoğan είναι ιδιαίτερα περήφανος για το πέρασμά του από το θρησκευτικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αποδίδει μεγάλη σημασία στην ενίσχυση των ιεροδιδασκαλείων ως χώρων καταξίωσης νέων στελεχών του ισλαμικού κινήματος. Ο ίδιος υπογραμμίζει: «Η περίοδος του İmamHatip σημαίνει τα πάντα για μένα. Κατάφερα να πάρω ένα πλαίσιο, ένα προσανατολισμό για όλη μου τη ζωή. Το İmam-Hatip μου έδωσε τον εαυτό μου» (Pamuk, 2001, σ. 22). Η Εθνική Ένωση Τούρκων Φοιτητών (Milli Türk Talebe Birliği) ήταν ακόμα μια πηγή για την ιδεολογικο-πολιτική διαπαιδαγώγηση του Erdoğan. Η Ένωση αρχικά ιδρύθηκε ως μια εθνικιστική οργάνωση με στόχο την επιβολή των κεμαλικών μεταρρυθμίσεων. Όμως κατά τη δεκαετία του 1960 στην ηγεσία της βρέθηκαν σημαντικά στελέχη του ισλαμικού κινήματος και συνέβαλαν στην γενικότερη αλλαγή προσανατολισμών. Μέσα από την στροφή της δεκαετίας του 1960, η Ένωση ξεκίνησε να προβάλλει την ταύτιση της ισλαμικής θρησκείας και της οθωμανικής ιστορικής παράδοσης με την τουρκική εθνική ταυτότητα. Το Ισλάμ με αυτό τον τρόπο μετατράπηκε σε δομικό κομμάτι του τουρκισμού, ενώ γενικότερα η προβολή των ισλαμικών παραδόσεων υπηρετούσαν τον στόχο μείωσης της επιρροής του αριστερού κινήματος. Σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1970, η Ένωση κατάληξε να είναι αντικεμαλική και βαθιά αντικομουνιστική. Ήταν το επίκεντρο της ιδεολογίας της τουρκο-ισλαμικής σύνθεσης, η οποία θα επικρατήσει καθολικά με το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980. Η Ένωση αποτέλεσε την ίδια περίοδο ένα πανίσχυρο δίκτυο κοινωνικής κινητικότητας των ισλαμιστών (Okutan, 2004, σσ. 133-204). Ο Erdoğan εντάχθηκε στην Ένωση σε ένα σημείο καμπής το 1969 όταν κορυφωνόταν η στροφή της προς το Ισλάμ. Ο νεαρός τότε φοιτητής λάμβανε μέρος στις εκδηλώσεις και τις δραστηριότητες των αντρών και γενικά θεωρήθηκε ως ένας δραστήριος ακτιβιστής χωρίς ιδιαίτερες ιδεολογικές ανησυχίες και αναζητήσεις. Η δράση του μέσα από την Ένωση, προσέφερε στον Erdoğan ένα διευρυμένο δίκτυο γνωριμιών, αλλά και την

159


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

αντίληψη για την αλληλεγγύη και αδελφοσύνη που θα έπρεπε να επικρατεί μεταξύ των Μουσουλμάνων. Η ένταξη του στην Ένωση, ουσιαστικά σηματοδότησε και την έναρξη της πολιτικής του δράσης στους κύκλους του Necmettin Erbakan. Η συγκεκριμένη οργάνωση ήταν η βάση πάνω στην οποία από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ο Erdoğan θα αναδειχθεί σε ηγέτη της νεολαίας του ισλαμικού Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας (Milli Selamet Partisi) μέχρι και το πραξικόπημα του 1980. Το 1984 σε ηλικία μόλις 31 ετών, ο Erdoğan αναδεικνύεται πρόεδρος του Κόμματος Ευημερίας (Refah Partisi) στην περιοχή Beyoğlu και το 1989 ήταν για πρώτη φορά υποψήφιος Δήμαρχος του κόμματος για την εν λόγω περιοχή (Deveci, 2001, σ. 47). Έχασε με πολύ μικρή διαφορά, όμως κέρδισε ισχυρότατες βάσεις για την μετέπειτα αναρρίχηση του στην εξουσία διαμέσου της δημαρχίας του στην Κωνσταντινούπολη το 1994. Η έντονη παρουσία του Erdoğan στις ισλαμικές κομματικές δομές και τα οργανωμένα σύνολα, φαίνεται να αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα της μετέπειτα ισχυροποίησης του. Την ίδια στιγμή, αυτή ακριβώς η δραστηριότητα του συνέβαλε σε μια μεγάλη πολιτική και οργανωτική αλλαγή του ευρύτερου ισλαμικού κινήματος. Δεν είναι καθόλου τυχαία λοιπόν η «κομματική αφοσίωση» του Erdoğan. Από την περίοδο της σταθεροποίησης του ΑΚΡ στην εξουσία, είναι γεγονός ότι ο Erdoğan μετέτρεψε το κόμμα σε ένα κέντρο εξουσίας «δίπλα» από την πρωτεύουσα. Θεωρείται από τις ελάχιστες πολιτικές προσωπικότητες του ισλαμικού κινήματος που πέρασε από ολόκληρη την οργανωτική και πολιτική ιεραρχία (Yavuz, 2009, σ. 123). Γνωρίζει την κομματική λειτουργία σε τέτοιο βαθμό που του επιτρέπει να ασκεί ολοκληρωτική κυριαρχία εντός του ΑΚΡ.

Χρονική συγκυρία «Ερντογανισμού»

εμφάνισης

και

μηχανισμοί

προώθησης

του

Το ΑΚΡ ιδρύθηκε στις 14 Αυγούστου του 2001 μέσα σε πολύ ιδιαίτερες συνθήκες για την Τουρκία, οι οποίες επηρεάζονταν τόσο από τις δραματικές διεθνείς ανακατατάξεις, όσο και από την εσωτερική κρίση του πολιτικού συστήματος της χώρας. Στο εσωτερικό της Τουρκίας και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε στο μέλλον του ισλαμικού κινήματος, η ίδρυση του νέου κόμματος υπό την ηγεσία Erdoğan έγινε σε συνθήκες που στιγματίζονταν από την έντονη περιθωριοποίηση των ισλαμιστών μετά το πραξικόπημα του 1998 και την ανατροπή της κυβέρνησης του Erbakan. Η

160


Νίκος Μούδουρος

εξέλιξη αυτή απελευθέρωσε ένα μεγάλο κύμα «εσωτερικής κάθαρσης και αυτοκριτικής» οδηγώντας τους «μουσουλμάνους εκσυγχρονιστές» υπό την ηγεσία Erdoğan στην σύσταση του νέου κόμματος. Η κατάρρευση και η αποτυχία του ισλαμισμού που εκπροσωπούσε η παραδοσιακή ηγεσία του Erbakan, ήταν για την ομάδα Erdoğan μια πρόκληση για να αποδείξουν ότι οι Μουσουλμάνοι πιστοί και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι μπορούν να διοικήσουν την Τουρκία με νέους όρους και πολιτικό πρόγραμμα (Çınar, 2015, σσ. 44-45). Σε αυτή την πρώτη περίοδο εμφάνισης του κόμματος, το ιδεολογικό επίπεδο που οικοδομούσε ήταν προσανατολισμένο περισσότερο στην επίκριση του κεμαλισμού και της αυταρχικής έκδοσης της κοσμικότητας με φιλελεύθερες εκφράσεις και θέσεις (Çakır, 2017a). Πολλοί ήταν αυτοί που υποστήριξαν ότι μέσα από το πρόγραμμα της «Συντηρητικής Δημοκρατίας» εκείνο που υπογραμμιζόταν ήταν η εμφάνιση ενός τουρκικού «μετριοπαθούς Ισλάμ» και ενός «ισλαμικού φιλελευθερισμού» με αποστολή τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας. Διεθνώς, η ίδρυση του νέου κόμματος και η προσπάθεια του για προβολή ενός «ισλαμικού φιλελευθερισμού» γινόταν υπό το βάρος των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ. Η «ανάγκη» για την εμφάνιση ενός νέου παραδείγματος διακυβέρνησης και οικονομικής ανάπτυξης στον Μουσουλμανικό κόσμο, αποκτούσε τότε ηγεμονικά χαρακτηριστικά και η εμφάνιση του ΑΚΡ τοποθετήθηκε σχεδόν άμεσα στα συγκεκριμένα πλαίσια (Açıkel, 2016, σ. 22). Το μεγάλο δίλημμα που απασχολούσε τότε πολλούς κύκλους εξουσίας στη Δύση ήταν εάν το Ισλάμ θα μπορούσε να συνυπάρξει με τη δημοκρατία. Η περίπτωση της Τουρκίας υπό τη διακυβέρνηση του ΑΚΡ και με έντονα τα χαρακτηριστικά μιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής, καθιστούσε την τουρκική έκδοση του «μετριοπαθούς Ισλάμ» ελκυστική ανά το παγκόσμιο (Çakır, 2017b). Οι διεθνείς προσδοκίες για ένα τουρκικό μοντέλο «ισλαμικού φιλελευθερισμού» που θα απευθυνόταν στην ευρύτερη Μέση Ανατολή ως το «μουσουλμανικό αντίβαρο» στην τρομοκρατία, ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο την προσπάθεια νομιμοποίησης του νέου κυβερνώντος κόμματος στην Τουρκία. Μέσα στο προαναφερθέν πλαίσιο, το ΑΚΡ διακήρυξε δημοσίως από την αρχή δύο βασικές διαφοροποιήσεις από το παραδοσιακό ισλαμικό κίνημα. Η πρώτη ήταν η υιοθέτηση του προγράμματος της «Συντηρητικής Δημοκρατίας» και η έμφαση στην προσπάθεια για ενίσχυση της

161


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας. Η δεύτερη ήταν η (διακηρυκτική) υιοθέτηση της αρχής για μια συλλογική ηγεσία ως μια μορφή επίκρισης του παλιού συγκεντρωτισμού και της εσωκομματικής αυταρχικότητας που χαρακτήριζε τον Erbakan (Çakır, 2016). Όμως είναι γεγονός ότι η προσωπικότητα του Erdoğan περιείχε από την αρχή της πολιτικής του καριέρας στοιχεία συγκεντρωτισμού και «μυθοποίησης». Από νεαρή ηλικία ήταν γνωστός ως «Αρχηγός» (Reis) στις νεολαιίστικες ισλαμικές οργανώσεις της Κωνσταντινούπολης (Çakır & Çalmuk, 2001, σ. 38). Λίγο διάστημα πριν από την επίσημη ίδρυση του νέου κόμματος το 2001, ένας από τους στενούς συνεργάτες του, ο Ömer Çelik (2001) περιέγραψε την ύπαρξη μιας «πολιτικής Erdoğan», η οποία είχε ως ένα από τα βασικά της χαρακτηριστικά την παραγωγή των πολιτικών θέσεων μέσα από την διαδραστική δραστηριότητα του Erdoğan με το λαό. Με αυτό τον τρόπο, σημείωνε ο Çelik, η «πολιτική Erdoğan» είναι γεμάτη με κοινωνικές δυναμικές «από τα κάτω προς τα πάνω», γεγονός που καθιστά τον ίδιο τον Erdoğan ως τον μοναδικό «οργανικό ηγέτη» των τελευταίων δεκαετιών στην Τουρκία (Çelik, 2001). Ωστόσο το νέο κόμμα υπό την ηγεσία του, επιδίωξε από την αρχή να δώσει το μήνυμα της ύπαρξης πολλών ισχυρών προσωπικοτήτων του ισλαμικού κινήματος και της κεντροδεξιάς στην Τουρκία. Είναι αλήθεια ότι ο Erdoğan μερίμνησε ούτως ώστε να πλαισιώνεται από στελέχη όπως ο Abdullah Gül, Bülent Arınç, Abdullatif Şener, Mehmet Ali Şahin και να προωθεί το μήνυμα ότι το νεοϊδρυθέν ΑΚΡ βασίζεται στη συλλογική σοφία, τη συναίνεση και την αποφυγή μετατροπής του κόμματος σε «μια δομή εξουσίας του ηγέτη» (Hürriyet, 2001). Η προαναφερθείσα προσπάθεια αμφισβητήθηκε όμως πολύ σύντομα. Ο Erdoğan σταδιακά άρχισε να συγκεντρώνει την εξουσία εντός του κόμματος στο πρόσωπο του, ήδη από το 2003 με μια σειρά καταστατικών αλλαγών. Μέσα από αυτές τις αλλαγές, ουσιαστικά άνοιξε ο δρόμος για να εμπεδωθεί ο έλεγχος του ηγέτη σε όλα σχεδόν τα καθοδηγητικά σώματα του κόμματος, είτε σε κεντρικό, είτε σε επαρχιακό και τοπικό επίπεδο (Çakır, 2016). Ήδη μετά την επικράτηση του «ναι» στο δημοψήφισμα για τις συνταγματικές αλλαγές στις 12 Σεπτεμβρίου 2010 και τη νέα επιτυχία στις γενικές εκλογές του 2011, όταν το ΑΚΡ κέρδισε 49.9%, εμφανίζονται ξεκάθαρα στο δημόσιο χώρο ορολογίες «μυθοποίησης» του Erdoğan και ένα είδος προσωπολατρίας. Επίθετα του τύπου «Μάστορας» (Usta), «Υψηλός Άντρας» (Uzun Adam) και «Αρχηγός» (Reis) χρησιμοποιούνται

162


Νίκος Μούδουρος

από ένα μεγάλο φάσμα των οπαδών και στελεχών του ΑΚΡ για να περιγράψουν τον φυσικό τους ηγέτη και τις ικανότητές του (Bora, 2017, σ. 504). Η εμφάνιση ενός τέτοιου πολιτικού λόγου στη δημόσια σφαίρα την συγκεκριμένη περίοδο δεν είναι αποσυνδεδεμένη από τις βαθύτερες κοινωνικό-οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις που βίωσε η χώρα από το 2007 μέχρι και τις γνωστές μαζικές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας για το πάρκο Gezi το καλοκαίρι του 2013. Τον Απρίλιο του 2007 το Γενικό Επιτελείο Στρατού δημοσίευσε στην επίσημη ιστοσελίδα του ανακοίνωση αντίδρασης ενάντια στην δρομολογούμενη υποψηφιότητα Gül για το προεδρικό αξίωμα της χώρας. Ενέργεια που έμεινε γνωστή ως το «διαδικτυακό πραξικόπημα». Η απάντηση του ΑΚΡ ήταν η διενέργεια πρόωρων εκλογών το καλοκαίρι του 2007, στις οποίες κέρδισε 47%, και η πραγματοποίηση δημοψηφίσματος τον Οκτώβριο του 2007 μέσα από το οποίο πέτυχε την έγκριση της εκλογής Προέδρου απευθείας με λαϊκή ψηφοφορία. Το 2008 έγιναν οι προσπάθειες απαγόρευσης του ΑΚΡ που σταμάτησαν με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ενώ η υπόθεση «Ergenekon» αποκάλυψε πραξικοπηματικά σχέδια μέρους του στρατού. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες η χώρα πλήγηκε καθοριστικά από την παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία με την κορύφωσή της μέχρι και το 2009 συνέβαλε επίσης στην σχηματοποίηση νέων κοινωνικών συμμαχιών γύρω από το κυβερνών κόμμα. Ήταν μια περίοδος που με αργά και σταθερά βήματα το ΑΚΡ απομακρυνόταν από πολιτικές συναίνεσης έναντι των παραδοσιακών κοσμικών επιχειρηματικών κύκλων και διαμέσου της άρνησης του σε μια νέα συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, επέλεγε να ενδυναμώσει τη συνεργασία του με τους κύκλους του λεγόμενου ισλαμικού κεφαλαίου. Έτσι από το 2010 και μετά το ΑΚΡ ενέτεινε την πολιτική του δραστηριότητα σε τρεις βασικούς άξονες: α) Τη συγκεντροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας και την ισχυροποίηση της έναντι της νομοθετικής και της δικαστικής, ως μια δομική ανταπόκριση στις νέες συνθήκες της νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης της Τουρκίας. β) Την σταθεροποίηση των κοινωνικών του συμμαχιών με βασικό πυρήνα το συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας και την επιχειρηματική του ελίτ, εξέλιξη που συνέβαλε γενικά στην αποκοπή του κυβερνώντος κόμματος από ευρύτερα στρώματα φιλελευθέρων, ακόμα και σοσιαλδημοκρατών που πρόσφεραν την

163


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

στήριξη τους στον Erdoğan ειδικά στην πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του. γ) Την καλλιέργεια μιας «Ισλαμο-τουρκικής σύνθεσης», δηλαδή μιας ιδεολογικής πλατφόρμας προώθησης της συγκεκριμένης συλλογικής ταυτότητας που ήθελε να επιβάλει το ΑΚΡ και που υποτίθεται θα εξέφραζε τις νέες κοινωνικές του συμμαχίες. Ο Aziz Babuşçu, τότε πρόεδρος του ΑΚΡ Κωνσταντινούπολης, σε ομιλία του τον Μάρτιο του 2013 περιέγραψε γλαφυρά την αναδιαμόρφωση της κοινωνικής συμμαχίας του ΑΚΡ ως εξής: «Αυτοί που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ήταν συνέταιροι μας την περίοδο της δεκάχρονης εξουσίας, δεν θα είναι συνέταιροι μας στα επόμενα δέκα χρόνια της εξουσίας μας. Διότι την περίοδο της προηγούμενης δεκαετίας έγινε μια διαδικασία ξεκαθαρίσματος και υπήρχαν οι συνέταιροι μας στο πλαίσιο μιας ρητορικής για ελευθερία, δικαιοσύνη και κράτος δικαίου […] Η περίοδος της οικοδόμησης δεν θα είναι όπως αυτοί επιθυμούν. Συνεπώς εκείνοι οι συνέταιροι μας δεν θα είναι πια μαζί μας. Εκείνοι που χθες περπατούσαν μαζί μας, αύριο θα είναι συνέταιροι με όσους είναι εναντίον μας […] Για αυτό το λόγο η δουλειά μας είναι πολύ δύσκολη» (CNN Türk, 2013). Είναι ακριβώς σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο που κορυφώνεται η διαδικασία εμφάνισης της έννοιας του «Έρντογανισμού» στο εξωτερικό, αλλά και η θεμελίωση της έννοιας του «Αρχηγού» (Reis) από μέρη του ισλαμικού κινήματος εντός της Τουρκίας. Αυτοί οι όροι περιέγραφαν τόσο την θέση ισχύος του ενός και μοναδικού ηγέτη, όσο και τις πολιτικές πρακτικές που ακολουθούσε. (Bora & İnsel, 2016, σ. 12). Θα μπορούσε να λεχθεί γενικά ότι ο «Ερντογανισμός» είναι προϊόν αυτής της περιόδου. Από το 2013 και τις κινητοποιήσεις του Gezi, η ισχυροποίηση του «Ερντογανισμού» επιταχύνεται και συνδυάζεται με μια παράλληλη κινητικότητα στο επίπεδο εκκαθάρισης/περιθωριοποίησης πολλών από τα παλιά-ιδρυτικά στελέχη του ΑΚΡ. Τα πρόσωπα της πρώτης και της δεύτερης γενιάς του ΑΚΡ. Στη δομή του κυβερνώντος κόμματος εντάσσονται πρόσωπα, τα οποία δεν προέρχονται από το παραδοσιακό ισλαμικό κίνημα της Τουρκίας και παίζουν το ρόλο των «οργανικών διανοουμένων» στην υπόθεση της αναπαραγωγής και διεύρυνσης της επιρροής του Erdoğan (Bora & İnsel, 2016, σ. 12). Στο ίδιο πλαίσιο θα μπορούσε να ενταχθεί και ο μηχανισμός των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ, τα οποία σε συνδυασμό με την «οργανική ισλαμική διανόηση», ένα μεγάλο αριθμό φιλοκυβερνητικών δεξαμενών σκέψης, «ειδικών αναλυτών», αλλά

164


Νίκος Μούδουρος

και πολιτικών στελεχών του ΑΚΡ, συναποτελούν ένα τεράστιο δίκτυο αναπαραγωγής της μυθοποίησης της προσωπικότητας του Erdoğan και στην επιβολή της λατρείας προς το πρόσωπο του (Türk, 2014, σσ. 383385).

Μερικές πρακτικές όψεις του «Ερντογανισμού»

«Εμείς είμαστε μια τεράστια ορχήστρα που κοιτάζουμε μόνο στα μάτια του μαέστρου» Αναφορά του βουλευτή ΑΚΡ, Markar Esayan (Falakaoğlu, 2016).

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του «Ερντογανισμού» που βρίσκει πρακτική εφαρμογή είναι το στοιχείο της Ηγεσίας/Αρχηγίας (Reislik). Ο Αρχηγός (Reis) εκπροσωπεί κατά αποκλειστικότητα την ιστορία, αλλά και το μέλλον του έθνους (millet). Ο Αρχηγός είναι αυτός που επικοινωνεί απευθείας με το έθνος, που χτίζει άμεσες σχέσεις μαζί του. Ο Αρχηγός δεν χρειάζεται τη διαμεσολάβηση πολιτικών και δημοκρατικών θεσμών ή/και μηχανισμών ελέγχου που βρίσκονται στο ενδιάμεσο αυτού και του έθνους (Bora & İnsel, 2016, σ. 12). Αντίθετα, η ύπαρξη τέτοιων θεσμών που μπορούν να διαμεσολαβήσουν την απευθείας σχέση του με το έθνος, μάλλον αποτελούν εμπόδιο. Αυτή η απευθείας και αδιαμεσολάβητη επαφή του Αρχηγού με τις μάζες, χωρίς την ανάγκη νομιμοποίησης από δημοκρατικούς θεσμούς, στηρίζεται εν πολλοίς σε μια παραδοσιακή ισλαμική αντίληψη για το κράτος και την κρατική εξουσία: υπακοή, αφοσίωση και προστασία (Bora & İnsel, 2016: 12). Δηλαδή μια σχέση ανταλλαγής, στην οποία το έθνος παραχωρεί την αφοσίωση και την υπακοή, ενώ ο Ηγέτης μεριμνά για την προστασία του «οργανικού και αδιαφοροποίητου έθνους». Με αυτό τον τρόπο, ο «Ερντογανισμός» παραπέμπει σε ένα σύστημα όπου παρακάμπτονται οι δημοκρατικοί θεσμοί, ακόμα και τα ίδια τα πολιτικά κόμματα, αμφισβητείται η διάκριση των εξουσιών και η όποια επιρροή των αντιπροσωπευτικών θεσμών μεταφέρεται στο πρόσωπο του Αρχηγού (Göktaş, 2017). Η απευθείας επαφή του Αρχηγού με το έθνος του είναι η πρώτη, η μοναδική και η τελευταία νομιμοποίηση της πολιτικής διαδικασίας (Bora & İnsel, 2016, σ. 12). Για παράδειγμα οι ομιλίες του Erdoğan προς τους μουχτάρηδες

165


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

της Τουρκίας, προς τους κυβερνήτες, προς τις ισχυρές οργανώσεις μικροκαταστηματαρχών, έχουν εξέχουσα σημασία στην αναπαραγωγή του στοιχείου του αρχηγίας, τόσο σε επίπεδο εννοιολόγησης, όσο και σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής. Σε αυτές τις ομιλίες, ο Erdoğan περιγράφει σκηνές από τη δική του συντηρητική ζωή (το φίλημα στα πόδια της μάνας, ως ένδειξη σεβασμού στην μητρότητα και την προσωπικότητα της), τις δυσκολίες της συζύγου του να μεγαλώσει τα παιδιά, τις ιστορίες των παππούδων και των προγόνων του. Είναι μέσα από τέτοιου είδους δραστηριότητες και ομιλίες που ο Erdoğan ξεδιπλώνει την «ακαταμάχητη έλξη» του λαϊκισμού μέσα από την οποία ταυτίζεται με το έθνος του, αλλά και ταυτίζει το έθνος μαζί του. Μιλά ως ένας «απλός άνθρωπος» του οποίου όμως η ιστορία που διηγείται ξεφεύγει από την ατομικότητα και εκφράζει μια συλλογική μνήμη. Σε τέτοιες ομιλίες, πέραν από την προώθηση των πολιτικών του, ο Erdoğan μεριμνά να περιγράψει το «δικό του παραμύθι» με το οποίο ταυτίζεται σχεδόν ολόκληρη η συντηρητική κοινωνία. «Είμαστε ένας από το λαό, είμαστε ο ίδιος ο λαός. Είμαστε μόνο ένας φτωχός Tayyip Erdoğan» (Türk, 2014, σ. 307), επαναλαμβάνει στις ομιλίες του, χρησιμοποιώντας μάλιστα το πρώτο πρόσωπο πληθυντικού («είμαστε» και όχι «είμαι») ως ένδειξη μιας ιδιότυπης λαϊκής ευγένειας. Είναι γεγονός ότι η συγκεκριμένη έννοια του έθνους/millet που επιδιώκει να επιβάλει ο Erdoğan, έχει στρατηγική θέση στην ανάπτυξη της πολιτικής του. Η συνεχής αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα «Ποιος/Ποιοι είναι το έθνος», είναι βασική πτυχή του «Ερντογανισμού» και του ΑΚΡ. Η γενική απάντηση καταγράφει την ύπαρξη μιας συντηρητικής, θρησκευόμενης, υπάκουης και αφοσιωμένης προς τον Ηγέτη πλειοψηφικής μάζας (Göktaş, 2017). Αυτή είναι και η βασική μάζα πάνω στην οποία στηρίζεται και αναπτύσσεται ο μετασχηματισμός της Τουρκίας. Όπως και όλα τα ιδεολογικά ρεύματα που έχουν στο επίκεντρο τους το έθνος, έτσι και η κεντρική ιδεολογία στην Τουρκία σήμερα, επιδιώκει να καθορίσει όσο πιο συγκεκριμένα γίνεται τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά του έθνους. Να οριοθετήσει την ταυτότητα του, να την ερμηνεύσει και να δημιουργήσει συγκεκριμένα πολιτικά όρια, έξω από τα οποία η οποιαδήποτε δραστηριοποίηση θεωρείται εθνικά προδοτική (Göktaş, 2017). Η συνεχής χρήση των φράσεων όπως «το έθνος μου», «το δικό μας έθνος» που χρησιμοποιεί ο Erdoğan, από τη μια παραπέμπει σε μια συμπεριληπτική έννοια της πλειοψηφικής μάζας, όμως από την άλλη καταγράφεται και ο διαχωρισμός στη βάση του «εμείς και οι άλλοι»

166


Νίκος Μούδουρος

(Göktaş, 2017). Υπάρχει συνεπώς η αναπαραγωγή του «εσωτερικού άλλου», του «εσωτερικού εχθρού», δηλαδή εκείνου του κομματιού της κοινωνίας που δεν εντάσσεται στην κυρίαρχη οριοθέτηση του έθνους. Στο πολιτικό λεξιλόγιο του Erdoğan και του ΑΚΡ, το έθνος είναι μια σχεδόν μεταφυσική ύπαρξη (uhrevi – του «άλλου κόσμου»), μια ιερή ύπαρξη, ένα ιερό σύνολο του οποίου η βούληση είναι ισχυρή και αδιαίρετη (Göktaş, 2017). Μια βούληση που μπορεί να πετύχει τα πάντα, τα οποία φυσικά βρίσκονται στο πολιτικό πρόγραμμα της εξουσίας. Κάποτε ο Menderes έλεγε «Αν εσείς το θελήσετε, μπορείτε να φέρετε και το Χαλιφάτο» (PolitikYol, 2016). Όμως αυτή ακριβώς η ισχυρή βούληση, δεν μπορεί να κατοχυρωθεί και να αναγνωριστεί εάν δεν επιλέξει το πολιτικό πρόγραμμα του ΑΚΡ. Για παράδειγμα στις εκλογές της 7ης Ιουνίου 2015 όταν το ΑΚΡ έχασε την δυνατότητα σχηματισμού μονοκομματικής κυβέρνησης για πρώτη φορά στην ιστορία του, «το έθνος επέλεξε το χάος». Συνεπώς θα έπρεπε να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία να διορθώσει την ψήφο του (PolitikYol, 2016). Οι επαναληπτικές εκλογές Νοεμβρίου 2015, μέσα στο συγκεκριμένο πολεμικό πλαίσιο που έγιναν, αποτέλεσαν την «διορθωτική βούληση» της κοινωνίας, αφού το ΑΚΡ επανήλθε σε θέση μονοκομματικής κυβέρνησης. Είναι αλήθεια, ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στο «έθνος του ΑΚΡ» συμπεριλαμβάνονταν και οι Κούρδοι. Όμως μετά την ενεργοποίηση της σκληρής ισχύος για την αντιμετώπιση του ΡΚΚ, ιδιαίτερα από το καλοκαίρι του 2015, στο «έθνος του ΑΚΡ» εντάσσονται πιο συγκεκριμένα οι θρησκευόμενοι, σουνίτες Κούρδοι. Δηλαδή οι κουρδικές δυνάμεις που δυνητικά μπορούν να αποτελέσουν το «συντηρητικό αντίβαρο» στην αναπτυσσόμενη επιρροή του ΡΚΚ. Γενικά στο «έθνος του ΑΚΡ» περιλαμβάνονται οι σουνίτες Μουσουλμάνοι, Τούρκοι, δεξιοί ψηφοφόροι, αρσενικού φύλου, οι οποίοι συγκροτούν την εκλογική του βάση. Οι γυναίκες είναι βεβαίως «τμήμα» του έθνους, όμως από το περιθώριο. Συνεπώς αναγνωρίζονται ως τμήμα, επειδή συμπληρώνουν το έθνος, επειδή ολοκληρώνουν την εικόνα και τις αξίες του (PolitikYol, 2016). Η οριοθέτηση του έθνους γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένη, ιδιαίτερα μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου 2016. Χαρακτηριστικός επί τούτου ο Hayrettin Karaman, ο οποίος έγραψε: «Με λίγα λόγια, εάν θα γίνει αναφορά σε ένα ηρωικό έθνος, θα είναι πιο κοντά στην αλήθεια εάν αναφερθούμε στο κομμάτι εκείνο της

167


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

κοινωνίας που αγαπά τον Πρόεδρο Erdoğan, που δεν έχασε εντελώς τις αυθεντικές του αξίες και που σε σύγκριση με την εποχή του Menderes κέρδισε περισσότερη γνώση, εμπειρία και θάρρος» (Karaman, 2016). Το απόσπασμα αυτό είναι από άρθρο του συγγραφέα στις 21 Ιουλίου 2016, λίγες μέρες μετά την πραξικοπηματική απόπειρα. Προσπαθεί να περιγράψει τις λαϊκές κινητοποιήσεις των ημερών και να οριοθετήσει σε αυτή τη νέα βάση το έθνος/millet. Το «έθνος του ΑΚΡ» λοιπόν πέραν από τα πολιτιστικά του χαρακτηριστικά έχει και μια σταθερή εκλογική διάσταση. Είναι μια ιεροποιημένη συλλογική ταυτότητα που εκφράζει τη βούληση της συγκυριακά στην κάλπη ή αν παραστεί ανάγκη στο δρόμο. Είναι επιπλέον μια έννοια που χάνει την ιδιότητα του «δήμου», περιορίζοντας έτσι τα δημοκρατικά του χαρακτηριστικά (PolitikYol, 2016). Βασικό χαρακτηριστικό του «Ερντογανισμού» είναι και η επιλεκτικότητα, η προσαρμοστικότητα που δείχνει στην υιοθέτηση πολλών ιδεολογικών αναφορών από την ιστορία του χώρου. Βεβαίως η ισλαμική θρησκεία και συγκεκριμένα το σουνιτικό Ισλάμ είναι η στέρεα βάση της κοσμοαντίληψης του. Ο «Ερντογανισμός» επηρεάζεται από την έννοια της «παλινόρθωσης» (İhya – Restorasyon). Η έννοια αυτή εμφανίστηκε και την εποχή του Αμπντούλ Χαμίτ. Η παλινόρθωση μπορεί εύκολα να εκφράσει κοινές αντιλήψεις ανάμεσα στον ισλαμισμό και τον εθνικισμό. Στην πρώτη περίπτωση υπογραμμίζει την επαναφορά/παλινόρθωση της αυτοκρατορικής μεγαλοσύνης και στη δεύτερη περίπτωση την παλινόρθωση της ισχύος στον «πόλεμο εναντίον όλων» (Bora 1998, p.17). Ο «Ερντογανισμός» επηρεάζεται ακόμα από την αντίληψη περί ισχυρού κράτους ως μηχανισμού επιβολής του μετασχηματισμού, κάτι που συναντιέται τόσο σε πολλούς ισλαμιστές διανοούμενους όσο και στον Ziya Gökalp, έναν από τους γνωστότερους εθνικιστές διανοουμένους. Υιοθετεί τις αξίες της παραδοσιακής δεξιάς της δεκαετίας του 1950 και 1960, αλλά και την Τουρκο-Ισλαμική Σύνθεση της δεκαετίας του 1970 και 1980 (Bora & İnsel, 2016, σ. 12). Επομένως πέραν από το Ισλάμ, ο «Ερντογανισμός» συνδυάζει όλες τις υπόλοιπες ιδεολογικές πτυχές της τουρκικής δεξιάς όπως ο συντηρητισμός και ο εθνικισμός (Göktaş, 2017). Αναλόγως συγκυριών, πολιτικών ζητημάτων και στόχων που θέλει να υπηρετήσει, ενεργοποιείται σε διαφορετικό βαθμό η κάθε πτυχή της τουρκικής δεξιάς.

168


Νίκος Μούδουρος

Η ρευστότητα αυτή φαίνεται από την υπογράμμιση και ένταση των διαφορετικών καταστάσεων της τουρκικής δεξιάς, αναλόγως συγκυριών (Bora & İnsel, 2016, σ. 12). Όπως και το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ), έτσι και ο «Ερντογανισμός» (αλλά και το πολιτικό Ισλάμ) αντιλαμβάνονται την παγκόσμια ιστορία ως ένα πόλεμο μεταξύ εθνών, αλλά πολύ περισσότερο ως ένα πόλεμο μεταξύ πολιτισμών. Πιο συγκεκριμένα αντιλαμβάνεται την ιστορία της Τουρκίας, ως μια μεγάλη μάχη, ένα πόλεμο ανεξαρτησίας των σουνιτών μουσουλμάνων ενάντια σε όλο τον κόσμο (Bora & İnsel, 2016, σ. 12). Εδώ εισέρχεται η έννοια του Yedi Düvel, δηλαδή του πολέμου ενάντια σε όλους/σε όλα τα κράτη του κόσμου. Ο παραδοσιακός συντηρητισμός είναι επίσης ένα από τα βασικά πολιτικά χαρακτηριστικά του «Ερντογανισμού». Στα πλαίσια του συντηρητισμού, η αντίσταση, η κινητοποίηση της αντιπολίτευσης, αλλά και άλλες δημοκρατικές εκφράσεις, γίνονται αντιληπτές ως έγκλημα, ως προδοσία κατά του ηγέτη, του κράτους και του έθνους (Bora & İnsel, 2016, σ. 12). Χαρακτηριστικά παραδείγματα της τελευταίας περιόδου είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Erdoğan επιδίωξε να δαιμονοποιήσει τους διαδηλωτές του Gezi, αργότερα οι μαζικές διώξεις κατά των ακαδημαϊκών που υποστήριξαν τον τερματισμό των ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ κράτους και ΡΚΚ, οι φυλακίσεις αντιπολιτευόμενων δημοσιογράφων, αλλά και η προώθηση της γενικής αντίληψης περί της ύπαρξης «εσωτερικών εχθρών του έθνους». Η έντονη διαφοροποίηση της κοινωνίας, οι φυγόκεντρες δυναμικές, η αντιπολίτευση προς την εξουσία και τα ρήγματα στην ηγεμονία της, είναι εξελίξεις η εμφάνιση των οποίων εξαναγκάζει το κράτος σε ένα είδος «ιερού πολέμου». Ο «Ερντογανισμός» βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην έννοια της πλειοψηφικής δημοκρατίας, στην εκλογική πλειοψηφία και στη δημιουργία μπλοκ ηγεμονίας. Η ηγεμονία διασφαλίζεται μέσα από την ικανοποίηση διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση μεταφέρει πηγές κερδοφορίας μέσα από το κράτος στην λεγόμενη ισλαμική αστική τάξη, ενώ την ίδια στιγμή μετατρέπει το πρόβλημα της φτώχειας σε πρόβλημα φιλανθρωπίας (Bora & İnsel, 2016, σ. 13). Δύσκολα θεμελιώνεται μια τέτοια ηγεμονία, αλλά την ίδια στιγμή εφόσον σταθεροποιείται έστω και σε ένα βαθμό, έχει δυνατότητες ελιγμών και αναπαραγωγής.

169


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

Μέσα από την αποθέωση της εκλογικής πλειοψηφίας, όπου το αποτέλεσμα της κάλπης (εφόσον είναι υπέρ του ΑΚΡ) αποκτά τη μορφή του οντολογικού δικαίου, εμφανίζεται και η επιλεκτική κινητοποίηση των μαζών. Αυτή είναι και μια βασική διαφοροποίηση του «Ερντογανισμού» από άλλες αυταρχικές διακυβερνήσεις. Διατηρεί τη δυνατότητα και την ετοιμότητα του δικού του πυρήνα, της εκλογικής βάσης του ΑΚΡ για κινητοποίηση στο δρόμο και ανατροπή ή δημιουργία πολιτικών δεδομένων. Το «δικό του 51%» είναι έτοιμο να κινητοποιηθεί, είναι έτοιμο δια της κινητοποίησης να γίνει ιδρυτικό μέρος του καθεστώτος της νέας Τουρκίας (Bora & İnsel, 2016, σ. 13). Είναι γνωστή η δήλωση του Erdoğan την περίοδο των κινητοποιήσεων του Gezi, με την οποία πρόταξε το «δικό του έθνος» απέναντι στους «τραμπούκους και πλιατσικολόγους» διαδηλωτές: «Με το ζόρι κρατώ το άλλο 50% στο σπίτι του», είχε πει υπογραμμίζοντας ακριβώς την στρατηγική επιλεκτικής λαϊκής κινητοποίησης για την ικανοποίηση στόχων που σχετίζονται περισσότερο με την κοινωνική πόλωση. Το «υπόλοιπο 50%», δηλαδή οι κοσμικές μερίδες της κοινωνίας, οι Κούρδοι, οι Αλεβίτες, οι Αριστεροί, καθώς και ο συνδυασμός όλων των προαναφερθέντων, είναι ένα αρκετά ισχυρό κομμάτι. Για τον περιορισμό του συνεπώς, χρειάζεται μια ισχυρή ισλαμική κινητοποίηση, μια αδιάλλακτη προσπάθεια ηγεμόνευσης και στην πολιτική του δρόμου (καθόλου τυχαία η εμφάνιση ένοπλων ομάδων πολιτών κατά τη διάρκεια της αντιμετώπισης της απόπειρας πραξικοπήματος τον Ιούλιο 2016, αλλά και μετά). Σε σχέση με την κοσμικότητα, ο «Ερντογανισμός» συμπεριλαμβάνει ταυτόχρονα και τις δύο μεγάλες σχολές σκέψεις του ισλαμικού κινήματος. Η πρώτη σχολή σκέψης θεωρεί ότι η κοσμικότητα εφαρμόστηκε με λανθασμένο τρόπο στην Τουρκία και οδήγησε στην καταπίεση των θρησκευόμενων. Δεν εφαρμόστηκε με τρόπο που να κρατά αποστάσεις από όλες τις θρησκείες και να μεριμνά για το διαχωρισμό των θρησκευτικών από τις πολιτειακές υποθέσεις. Η δεύτερη σχολή σκέψης είναι αυτή που θεωρεί την κοσμικότητα ως μια προβληματική έννοια, η οποία δεν θα έπρεπε να υπάρχει καθόλου. Και οι δύο σχολές σκέψεις συναντιούνται στο σημείο όπου επιδιώκουν τον περιορισμό έκφρασης της κοσμικότητας (Göktaş, 2017).

170


Νίκος Μούδουρος

Συμπερασματικά Το ΑΚΡ ανήλθε στη διακυβέρνηση της Τουρκίας, προωθώντας τη βασική θέση περί δικαιοσύνης και εκδημοκρατισμού. Όπως έδειξαν οι μετέπειτα εξελίξεις το βασικό μέρος τόσο της δικαιοσύνης, όσο και του εκδημοκρατισμού αφορούσε στην συντηρητική πλευρά της κοινωνίας της χώρας. Η δικαιοσύνη και η δημοκρατία στην Τουρκία θα αποθεώνονταν μόνο εφόσον η πρώην «συντηρητική περιφέρεια» θα καταλάμβανε τη θέση που της άξιζε στο «πολιτικό και οικονομικό κέντρο» της χώρας. Υπό αυτή την έννοια, η ανάδειξη των συντηρητικών στην εξουσία της Τουρκίας επιτεύχθηκε. Όμως δεν στηρίχθηκε σε μια μορφή ανοχής και διαμοιρασμού της εξουσίας με άλλα μέρη της κοινωνίας. Αντίθετα στην πορεία της διακυβέρνησης του, το ΑΚΡ προχώρησε με σταθερά βήματα στην μονοπώληση της εξουσίας και στην μετατροπή του σε ένα «κόμμα-κράτος». Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, οι ανάγκες του κοινωνικοοικονομικού μετασχηματισμού επέβαλαν μια περαιτέρω συγκεντροποίηση των εξουσιών στο πρόσωπο του Erdoğan, αλλά και στην ισχυροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας, έναντι όλων των άλλων εξουσιών. Η μετάβαση της Τουρκίας στο προεδρικό σύστημα, συμβολίζει ουσιαστικά την κορύφωση μιας διαδικασίας ετών, με βασικό χαρακτηριστικό την ανάδειξη του Erdoğan ως του βασικού αρχιτέκτονα του «κράτους της συντηρητικής Τουρκίας». Ο σημερινός Πρόεδρος της Τουρκίας, δεν αποτελεί πλέον μια πολιτική φιγούρα συμβολισμού του διαμοιρασμού εξουσίας και του συντονισμού της. Αντίθετα ο Erdoğan εκφράζει ολοκληρωμένα την τάση ενός ισχυρού πολιτικού ηγέτη της τουρκικής δεξιάς που παραχωρεί εξουσία σε συγκεκριμένους κύκλους ως αντάλλαγμα για υπακοή και αφοσίωση. Η εξουσία δεν είναι στοιχείο διαμοιρασμού και δημοκρατικού ελέγχου, αλλά στοιχείο «παραχώρησης προνομίων με ανταλλάγματα» που στην περίπτωση που δεν ικανοποιηθούν τότε ο μηχανισμός συμπεριλαμβάνει την «τιμωρία», δηλαδή την πολιτική και κοινωνική περιθωριοποίηση. Υπό αυτή την έννοια, το ΑΚΡ παραμένει στην εξουσία έχοντας όμως απέναντι του ισχυρές κοινωνικές αντιρρήσεις. Αυτές οι αντιρρήσεις με τη σειρά τους συμβολίζουν μια γενικότερη κρίση ηγεμονίας της εξουσίας.

171


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

Συνεπώς δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι το ίδιο το κυβερνών κόμμα, αντιμετωπίζει προβλήματα ανάπτυξης και αυτόνομης παραγωγής πολιτικής συμβάλλοντας περαιτέρω στο κρισιακό περιβάλλον. Μετά το δημοψήφισμα του Απριλίου 2017 και την σταδιακή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που σχετίζονται με την υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος, το ΑΚΡ μετασχηματίζεται σε ένα «τμήμα» του προεδρικού γραφείου, αρμόδιο για την υλοποίηση και όχι την απόφαση των στρατηγικών που θα ακολουθηθούν. Η ύπαρξη και η λειτουργία του ως ενός πολιτικού οργανισμού με αυτόνομο πρόγραμμα και ιδεολογική πλατφόρμα, είναι στοιχεία που άρχισαν να αμφισβητούνται στο μεταδημοψηφισματικό περιβάλλον. Η περίοδος μέχρι και τις εκλογές του 2019 θα είναι λοιπόν σημαντική, αφού στον ένα ή στον άλλο βαθμό θα καταδείξει εάν η κρίση που αντιμετωπίζει το ΑΚΡ θα μετατραπεί σε μια γενικότερη κρίση του ισλαμικού κινήματος ή αν θα επανενταχθεί σε μια πορεία διευρυμένης ηγεμονίας.

172


Νίκος Μούδουρος

Βιβλιογραφία

Abdulrazaq, T., 2016. Erdoganism and Turkey’s new prime minister. Middle East Monitor, 23 Μαϊου. Προσβάσιμο στο https://www. middleeastmonitor.com/20160523-erdoganism-and-turkeys new-prime-minister/, [πρόσβαση 17/10/2017]. P İslamcılığının üç ideolojik ve üç jeopolitik dönüşümü. İslami liberalizm, pan – İslamist popülizm ve İslamcı ulusalcılık. Birikim, Τόμος 332, σσ. 10-40. Akyol,

M., 2016. Erdoganism [noun]. Foreign Policy, 21 Ιουνίου. Προσβάσιμο στο http://foreignpolicy.com/2016/06/21/er doganism-noun-erdogan-turkey-islam-akp/, [πρόσβαση 19/7/2016].

Aslam, M. I., 2011. Erdoganism: A Word of Caution. International Policy Digest, 2 Οκτωβρίου. Προσβάσιμο στο https://intpolicydigest.org/2011/10/02/erdoganism-a-word-of caution/, [πρόσβαση 10/10/2017]. Bora, T. & İnsel, A., 2016. ‘Hamit Bozarslan’la hegemonya, popülizm ve faşizm üzerine: Toplumun akli meleklerine karşı sistemli bir saldırı’. Birikim, Τόμος 330, σσ. 7-21. Bora, T., 1998. Türk Sağının Üç Hali. Milliyetçilik, Muhafazakarlık, İslamcılık. İstanbul: Birikim Yayınları. Bora, T., 2017. Cereyanlar. Türkiye’de Siyasi İdeolojiler. İstanbul: İletişim Yayınları. Çağaptay, S., 2017. The New Sultan. Erdogan and the crisis of Modern Turkey. London & New York: I.B Tauris. Çakır, R. & Çalmuk, F., 2001. Recep Tayyip Erdoğan. Bir Dönüşüm Öyküsü. İstanbul: Metis Yayınları.

173


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

Çakır, R., 2016. Prof. Menderes Çınar ile söyleşi: AKP’nin Dönüşümü. Medyascope.tv, 13 Μαϊου. Προσβάσιμο στο http://me dyascope.tv/2016/05/13/prof-menderes-cinar-ile-soylesi-akp nin-donusumu/ [πρόσβαση 13/5/2016]. Çakır, R., 2017a. AKP: Dün, bugün, yarın. Prof. Menderes Çınar ile söyleşi. Medyascope.tv, 25 Ιανουαρίου. Προσβάσιμο στο http://me dyascope.tv/2017/01/25/akp-dun-bugun-yarin-prof-menderes cinar-ile-soylesi/ [πρόσβαση 25/1/2017]. Çakır, R., 2017b. Bir büyük iflas olarak Türkiye İslamcılığı. Medyascope.tv, 12 Ιανουαρίου. Προσβάσιμο στο http://medyascope. tv/2017/01/12/bir-buyuk-iflas-olarak-turkiye-islamciligi/ [πρόσβαση 12/1/2017]. Can, K., 2017. ‘Referandumda AKP-MHP İttifakı: Yeni iktidarın ilk seçimi’. Özgürüz, 31 Ιανουαρίου. Προσβάσιμο στο https://ozgu ruz.org/tr/2017/01/30/referandumda-akp-mhp-ittifakiyeni-iktida rin-ilk-secimikemal-can/ [πρόσβαση 31/1/2017]. Çelik, Ö., 2001. Erdoğan Siyaseti…. Yeni Şafak, 21 Ιουλίου. Çınar, M., 2015. Vesayetçi Demokrasiden «Milli» Demokrasiye. İstanbul: Birikim Kitapları. Deveci, İ. E., 2001. Recep Tayyip Erdoğan. Bu Şarkı Burada Bitmez. İstanbul: Nesil Yayınları. Falakaoğlu, B., 2016. ‘Reis’in orkestrasının ekonomi politiği’. Evrensel, 9 Μαϊου. Προσβάσιμο στο https://www.evrensel.net/yazi/76604/ reisin-orkestrasinin-ekonomi-politigi, [πρόσβαση 9/5/2016]. Göktaş, K., 2017. ‘Tanıl Bora: Erdoğanizm yükseliyor’. Cumhuriyet, 14 Ιανουαρίου. Προσβάσιμο στο http://www.cumhuriyet.com. tr/haber/siyaset/660310/Tanil_Bora__Erdoganizm_yukseliyor. html, [πρόσβαση 17/10/2017].

174


Νίκος Μούδουρος

İnternet Haber, 2014. Levent Gültekin’den olay Köşk değerlendirmesi, 25 Ιουνίου. Προσβάσιμο στο http://www.internethaber.com/ levent-gultekinden-olay-kosk-degerlendirmesi-689355h.htm, [πρόσβαση 18/10/2017]. Hürriyet, 2001. Adalet ve Kalkınma Partisi Kuruldu. Hürriyet, 14 Αυγούστου. İnsel,

A., 2017. ‘Başkancı muhafazakar-milliyetçi tahakküm’. Cumhuriyet, 17 Ιανουαρίου. Προσβάσιμο στο http://www.cum huriyet.com.tr/koseyazisi/661229/Baskanci_muhafazak_rmilliyet ci_tahakkum.html, [πρόσβαση 18/10/2017].

Karaman, H., 2016. ‘İsyan hakkında’. Yeni Şafak, 21 Ιουλίου. Okutan, Ç., 2004. Bozkurt’tan Kuran’a Milli Türk Talebe Birliği (MTTB) 1916 – 1980. İstanbul: Bilgi Yayınları. Öngün, S., 2016. ‘AKP: Neydi, ne oldu, ne olacak?’. Cumhuriyet, 20 Μαϊου. Προσβάσιμο στο http://www.cumhuriyet.com.tr/koseyazi si/536687/AKP__Neydi__ne_oldu__ne_olacak_.html, [πρόσβαση 20/5/2016]. Pamuk, M., 2001. Yasaklı Umut: Recep Tayyip Erdoğan. İstanbul: Birey Yayınları. PolitikYol, 2016. ‘Fatih Yaşlı ile milliyetçilik üzerine’, 17 Μαϊου. Προσβάσιμο στο https://www.politikyol.com/fatih-yasli-ile-milliyetcilik-uzer ine/, [πρόσβαση 17/5/2016]. Tezkan, M., 2017. ‘AKP-MHP ortaklığı yüzde 60’a oynuyor’. Milliyet, 30 Ιανουαρίου. Προσβάσιμο στο http://www.milliyet.com.tr/yazar lar/mehmet-tezkan/akp-mhp-ortakligi-yuzde-60-a-oynuy or-2387052/, [πρόσβαση 30/1/2017]. CNN Türk, C., 2013. AK Partili Babuşcu’dan ilginç değerlendirme. 30 Μαρτίου. Προσβάσιμο στο https://www.cnnturk.com/2013/ turkiye/03/31/ak.partili.babuscudan.ilginc.de gerlendirme/702371.0/index.html, [πρόσβαση 30/3/2013]

175


Η Τουρκία ξανά στην εποχή της λατρείας του προσώπου: Η πιθανότητα για ένα «Ερντογανισμό»

Türk, H. B., 2014. Muktedir: Türk Sağ Geleneği ve Recep Tayyip Erdoğan. İstanbul: İletişim Yayınları. Yavuz, H., 2009. Secularism and Muslim Democracy in Turkey. New York: Cambridge University Press.

176


Η «ΕΤΗΣΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ» ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΕ 200 ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΤΟ 2018 ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ PRINT XPRESS. Η ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΣΕΛΙΔΩΣΗ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΤΟ «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΕΥΝΩΝ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ». ISSN 2421-7700

Profile for soteyia soteyia

Annual Review of History, Society and Politics, Issue 4, 2018  

Annual Review of History, Society and Politics, Issue 4, 2018  

Advertisement

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded