Issuu on Google+


© Μαργαρίτα Πανουργιᾶ & Ἐκδόσεις Ἴκαρος, 2012 ISBN 978-960-9527-42-2


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821

ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΣ ΣΤ. ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΣ

ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821 ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ

ΙΚΑΡΟΣ


Στὶς ἀρχὲς Ἰουνίου 2008, ὁ στρατηγὸς Πανουργιᾶς Στ. Πανουργιᾶς ἀκούμπησε στὸ γραφεῖο του τὸν φάκελο μὲ τὸ κείμενο Πανουργιάδες καὶ εἶπε: «Ὁ πρῶτος τόμος τελείωσε… ἔτοιμος ἀπὸ ἐμένα». Δὲν πρόλαβε νὰ προχωρήσει στὴν τελικὴ ἐπεξεργασία. Ἔφυγε ξαφνικὰ στὶς 17 Ἰουνίου 2008. Ὑποχρέωση δική μου καὶ τῶν ἐγγονῶν μας, τῆς Μαριλένας καὶ τοῦ Πανουργιᾶ, ἦταν νὰ ὁλοκληρώσουμε τὸ ἔργο του. Αὐτὸ δὲν θὰ ἦταν ἐφικτὸ χωρὶς τὴν ἀνεκτίμητη βοήθεια τῆς Νάγιας Μέντζη, ἡ ὁποία γιὰ περισσότερα ἀπὸ ἕξι χρόνια ἐπεξεργαζόταν τὸ κείμενο μὲ τὸν συγγραφέα: τὸν βοήθησε στὴν ἔρευνα, στὴν καταγραφὴ ντοκουμέντων, στὴ διασταύρωση καὶ στὴν ἐπικύρωση πηγῶν καὶ στὴν ψηφιοποίηση τῶν κειμένων. Μὲ ἀφοσίωση στὸ πνεῦμα τοῦ συγγραφέα, μὲ ζῆλο καὶ ἐπιμονή, ἡ Νάγια ὁλοκλήρωσε τὸ βιβλίο καὶ γι’ αὐτὸ τῆς ἐκφράζουμε τὴν ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη μας. Θερμὲς εὐχαριστίες ὀφείλουμε, ἐπίσης, στὴν κυρία Ἀγλαΐα Παπουλή, στὴ Δημοτικὴ Βιβλιοθήκη Ἄμφισσας, γιὰ τὶς πολύτιμες ὑποδείξεις της, καθὼς καὶ στὴν Κατερίνα Καλογιάννη. Στὴν ὑπαγόρευση τοῦ κειμένου καὶ στὸν ἐμπλουτισμὸ τῶν πηγῶν βοήθησαν κατὰ τὰ χρόνια προετοιμασίας τοῦ βιβλίου οἱ Τίνα καὶ Ξανθὴ Σιδέρη, ἡ Σμαράγδα Ἀγορογιάννη, ἡ Εἰρήνη Ρουμπεΐδου, ἡ Μαργαρίτα Παπαδάκη, ἡ Πελαγία Τσίναρη καὶ ἡ Κλειὼ Συλβέστρου. Σὲ ὅλες, ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ. Εὐχαριστοῦμε θερμὰ τὴν κυρία Νάση Μπάλτα, ἱστορικό, Ἀναπληρώτρια Καθηγήτρια στὸ Ἑλληνικὸ Ἀνοικτὸ Πανεπιστήμιο, γιὰ τὶς πολύτιμες ἐπισημάνσεις της, ὅπως, ἐπίσης, καὶ γιὰ τὸν πρόλογο ποὺ ἑτοίμασε γιὰ τὴν ἔκδοση ποὺ κρατᾶτε στὰ χέρια σας. Ἡ οἰκογένειά μας εὐχαριστεῖ ἰδιαιτέρως τὸν τ. Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας κ. Κωστὴ Στεφανόπουλο γιὰ τὸν ἐξαιρετικὰ ἐγκάρδιο καὶ τιμητικὸ χαιρετισμό του.


Οἱ Πανουργιάδες δὲν μποροῦσαν παρὰ νὰ ἐκδοθοῦν ἀπὸ τὸν Ἴκαρο. Ἡ Μαριλένα Πανουργιᾶ, ἐγγονὴ τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ Ἴκαρου, Νίκου Καρύδη, καὶ τοῦ συγγραφέα, ἀνέλαβε τὸ ἔργο. Ρίτα Π. Πανουργιᾶ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

15

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

17

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

23

1821 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ

Ἡ οἰκογένεια τοῦ Ξηροῦ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΣ

Ἡ γέννηση Τὸ ὄνομα – Ἡ βάπτιση Η ΔΡΕΜΙΣΑ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ – ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΟ ΜΠΕΗ ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΕΡΟΥΣΗΣ ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ Ἢ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟ-ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΛΗ ΠΑΣΑ Ο ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΥΛΙ Ο ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟ-ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΑΚΟΥ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ

Ἡ οἰκογένεια τοῦ Νάκου Πανουργιᾶ ΤΟ ΑΡΜΑΤΟΛΙΚΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟ-ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗ ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

Ἡ δράση τῆς Φιλικῆς Ἐταιρείας στὴ Στερεὰ Ἑλλάδα Ἡ σύσκεψη τοῦ Γαλαξιδίου Ἡ σύσκεψη τῆς Βοστίτσας Ἡ σύσκεψη τῆς Λευκάδας Ὁ Ἐπίσκοπος Σαλώνων Ἠσαΐας – Ἡ προετοιμασία τοῦ ἀγώνα στὴν Ἀνατολικὴ Στερεὰ Ἡ σύλληψη τῶν προυχόντων Ἡ προετοιμασία τοῦ ἀγώνα στὴ Δυτικὴ Στερεὰ

29 33 37 41 41 42 46 49 52 56 66 71 75 80 82 83 85 88 88 90 92 94 96 102 103




ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ – Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΣΑΛΩΝΩΝ

Ἐπαναστατικὲς κινήσεις στὴν Πελοπόννησο Ἡ ἄφιξη τῶν Τούρκων ἀπὸ τὴ Βοστίτσα (Αἴγιο) καὶ ἡ ἔκρηξη τοῦ ἀγώνα στὰ Σάλωνα Ἡ συγκέντρωση στὸν Προφήτη Ἠλία Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ – Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΛΙΒΑΔΕΙΑ

Ἡ Θήβα ξεσηκώνεται Ἡ ἐξέγερση στὴν Ἀταλάντη

110 110 111 116 131 140 141

Ο ΔΗΜΟΣ ΣΚΑΛΤΣΑΣ – Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΔΩΡΙΔΑ

142 Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ – Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΔΟΥΝΙΤΣΑ 145 Η ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΜΠΟΤΑΔΕΣ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΠΑΤΡΑΤΖΙΚΙ (ΥΠΑΤΗ)

Ἡ ἐπιχείρηση κατὰ τοῦ Πατρατζικίου (Ὑπάτης) Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΛΑΜΑΝΑΣ

Ἡ σύσκεψη στοὺς Κομποτάδες. – Ἡ ἀπόφαση γιὰ τὴ σφαγὴ τῶν αἰχμάλωτων Τούρκων Ἡ σύσκεψη στὴ Χαλκομάτα. – Ἡ ἐπιλογὴ τῆς τοποθεσίας γιὰ τὴν ἄμυνα Ἡ κατάληψη τῶν ἀμυντικῶν θέσεων Ἡ μάχη τοῦ Δυοβουνιώτη Ἡ μάχη τοῦ Πανουργιᾶ Ἡ μάχη τοῦ Διάκου Ὁ θάνατος τοῦ Διάκου Οἰ ἀπώλειες – Ἡ κριτικὴ τῆς μάχης H ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ

Ἡ συγκέντρωση τῶν ὁπλαρχηγῶν στὴ Γραβιὰ Ἡ πρόταση συνεργασίας τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη πρὸς τὸν Ὀδυσσέα Ἡ ἀμυντικὴ διάταξη τῶν Ἑλλήνων Ἡ ἔναρξη τῆς μάχης Οἱ μάχες τῶν δυνάμεων ἐκτὸς χανιοῦ Ὁ ἀγώνας στὸ χάνι Οἱ Ἕλληνες ἐγκαταλείπουν τὸ χάνι Οἱ μάχες στὰ Βλαχοχώρια Ὁ Γερο-Πανουργιᾶς ἀποσύρεται ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ πολεμικὴ δράση Ἡ σημασία τῆς μάχης στὴ Γραβιὰ ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΡΑΒΙΑ – ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΑΚΙ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΕΤΟ

Ἡ μάχη στὸν Ἀετὸ Ἡ μάχη στὸ Καστράκι

150 155 158 163 163 167 169 173 175 182 189 192 197 198 200 203 205 208 209 212 216 221 221 223 225 227


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ

Ἡ κατάληψη τῆς πόλης ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ ἡ ἔναρξη τῆς πολιορκίας τοῦ φρουρίου Ἡ ἄφιξη τῆς πελοποννησιακῆς βοήθειας Οἱ Ἕλληνες σχεδιάζουν νυκτερινὴ ἕφοδο Ἡ ἀντεπίθεση τῶν Τούρκων Ἡ ἔξοδος τῶν πολιορκημένων Ἑλλήνων ἀπὸ τὸ φρούριο Μέτρα ἐπιείκειας τῶν Τούρκων καὶ αἴτημα γιὰ στρατιωτικὴ ἐνίσχυση Νέες προσπάθειες ἀπελευθέρωσης τῆς Λιβαδειᾶς καὶ μάχες στὴ γύρω περιοχὴ



230 231 232 233 234 235 236 240

ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ

245

Η ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ

248 248 251 256 260 264 265 267

Τὸ τουρκικὸ σχέδιο κατάπνιξης τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης Τὸ ἑλληνικὸ σχέδιο ἄμυνας Ἡ διεξαγωγὴ τῆς μάχης στὴ δίοδο τῶν Βασιλικῶν Ὁ ἀπολογισμὸς τῆς μάχης Οἱ ἥρωες τῆς μάχης Ἡ σημασία τῆς νίκης στὰ Βασιλικὰ Μετὰ τὰ Βασιλικὰ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΟ 1821

269

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΣΑΔΩΝ

274

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ

277

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΔΙΟΥ

281

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ

285 285 287

Οἱ ἐπιχειρήσεις στὴ Δυτικὴ Στερεὰ Οἱ ἐπιχειρήσεις στὴ Νοτιοανατολικὴ Θεσσαλία ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ – Η Α΄ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ

Ἡ ἄφιξη τοῦ Δημητρίου Ὑψηλάντη στὴν Ἑλλάδα Ἡ ἄφιξη τοῦ Ἀλέξανδρου Μαυροκορδάτου στὴν Ἑλλάδα Ἡ συνέλευση στὸ Μεσολόγγι Ἡ συνέλευση στὰ Σάλωνα Ἡ τοπικὴ διοίκηση στὴ Θεσσαλομαγνησία Ἡ Α΄ Ἐθνικὴ Συνέλευση στὴν Ἐπίδαυρο Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΑΚΡΟΚΟΡΙΝΘΟΥ

Ἡ κατάσταση στὸν Ἀκροκόρινθο Ἡ ἔναρξη τῶν διαπραγματεύσεων γιὰ συνθηκολόγηση Οἱ μυστικὲς συνομιλίες τοῦ Κολοκοτρώνη Ἡ μεσολάβηση τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ καὶ ἡ παράδοση τῶν Ἀλβανῶν

288 288 289 290 291 294 294 298 298 299 301 301




ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ἡ τελικὴ παράδοση τοῦ φρουρίου Ἡ τύχη τῶν αἰχμαλώτων Κριτικὴ τῶν γεγονότων

305 306 310

1822 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ

Τὸ ἐκστρατευτικὸ σχέδιο τῶν Τούρκων Οἱ λόγοι καθυστέρησης τῆς ἐκστρατείας

315 318 318 319

322 Ὁ διορισμὸς τοῦ Ὑψηλάντη ὡς Ἀρχιστράτηγου 323 Οἱ προπαρασκευαστικὲς ἐνέργειες τοῦ Ἀρείου Πάγου γιὰ τὴν ἐκστρατεία 327 Ἡ ἀνάκληση τοῦ Ὀδυσσέα Ἀνδρούτσου ἀπὸ τὴν Εὔβοια 329

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΥΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

ΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΤΟΝ ΜΠΡΑΛΟ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΗ ΣΤΥΛΙΔΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ

Ἡ πρώτη μάχη στὴ Στυλίδα Ἡ μετάβαση στὴν Ἁγία Μαρίνα Ἡ ἀντεπίθεση τῶν Τούρκων καὶ οἱ δυσκολίες στὸ ἑλληνικὸ στρατόπεδο Ἡ ἀπόφαση τῆς ἀποχώρησης καὶ οἱ ἀντιδράσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΑΤΖΙΚΙΟΥ (ΥΠΑΤΗΣ)

Τὸ σχέδιο τῆς ἐπίθεσης Ἡ περιγραφὴ τῆς μάχης Κριτικὴ τῆς ἐπιχείρησης Η ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟ

Ὁ Ὀδυσσέας κατηγορεῖ τὸν Ἄρειο Πάγο Ὁ Ἄρειος Πάγος κατηγορεῖ τὸν Ὀδυσσέα Ἡ μεσολάβηση τοῦ Νούτσου καὶ τοῦ Παλάσκα Ἡ ἀντίδραση τῆς Διοίκησης γιὰ τὸν φόνο τοῦ Νούτσου καὶ τοῦ Παλάσκα Ἡ στάση τῶν ὁπλαρχηγῶν στὴ διένεξη Ἀρείου Πάγου – Ὀδυσσέα Ἡ ἐξομάλυνση τῆς κατάστασης ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΟ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ

Ἡ προετοιμασία τῆς ἐκστρατείας καὶ ἡ ἀντικατάσταση τοῦ Χουρσὶτ Οἱ ἐκκαθαριστικὲς ἐπιχειρήσεις τῶν Τούρκων καὶ οἱ ἐκκλήσεις τῶν Ἑλλήνων γιὰ ἐνισχύσεις Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ

Οἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ Χουρσὶτ καὶ Ὀδυσσέα

334 338 338 339 342 346 353 353 355 358 361 361 362 368 371 372 374 376 376 378 388 389


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Ἡ σύσκεψη τῶν ὁπλαρχηγῶν καὶ τὰ μέτρα ἀντίστασης στὴ στρατιὰ τοῦ Δράμαλη Ἡ προέλαση τῆς στρατιᾶς τοῦ Δράμαλη Ἡ κατάσταση στὴν Ἀττικὴ καὶ ἡ παράδοση τῆς Ἀκρόπολης Ὁ Δράμαλης στὴν Πελοπόννησο Τὸ ἄδοξο τέλος τῆς ἐκστρατείας τοῦ Δράμαλη Ἡ κατάσταση στὴ Ρούμελη μετὰ τὴν προέλαση τοῦ Δράμαλη Ο ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟΣ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ 1822 ΝΕΑ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ

Οἱ Τοῦρκοι σχεδιάζουν δεύτερη ἐκστρατεία Ἐκκλήσεις γιὰ ἐνίσχυση τῆς ἑλληνικῆς ἄμυνας στὴ Ρούμελη Ἡ προέλαση τῆς ἐχθρικῆς στρατιᾶς καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἄμυνα Ἡ μάχη στὸ Δαδὶ Τὸ σχέδιο ἀνακωχῆς τοῦ Ὀδυσσέα μὲ τὸν Κιοσσὲ Μεχμὲτ πασᾶ Οἱ λόγοι ἀποδοχῆς τῆς ἀνακωχῆς ἀπὸ τοὺς Τούρκους Ἐπικρίσεις ἀπὸ τὴ Διοίκηση γιὰ τὰ «καπάκια» τοῦ Ὀδυσσέα Οἱ συνέπειες τῆς ἀνακωχῆς Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑ ΚΑΤΑ ΤΟ 1822 Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΜΦΥΛΙΑΣ ΔΙΑΜΑΧΗΣ

Οἱ προθέσεις τῶν πολιτικῶν Οἱ προθέσεις τῶν στρατιωτικῶν Οἱ ἀπαρχὲς τῆς ἐμφύλιας διαμάχης



390 394 395 399 401 401 406 411 415 415 416 418 423 425 428 432 434 436 441 441 442 442

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟ-ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

445

ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ

453

ΒΙ��ΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

455

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

467

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

479 481 504 508 512

Νάκος Πανουργιᾶς, «Πανουργιᾶδες» Τὸ γενεαλογικὸ δένδρο τῆς οἰκογένειας Πανουργιᾶ Προσωπογραφίες – Φωτογραφίες Χάρτες


ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Λυπᾶμαι, ἀληθινά, γιατὶ αὐτὸς ὁ χαιρετισμὸς θὰ διαβαστεῖ ἀπὸ τοὺς ἀναγνῶστες ἑνὸς ἀπόντος ἀπὸ τὴ ζωὴ συγγραφέα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, θεωρῶ τιμή μου γιατὶ ἡ εὐγενικὴ κυρία Πανουργιᾶ διάλεξε ἐμένα νὰ τὸν γράψω. Τὰ λίγα αὐτὰ λόγια μου δὲν θὰ τὰ διαβάσει ὁ ἀξέχαστος Πανουργιᾶς Πανουργιᾶς, οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ μὲ πόση εὐχαρίστηση γράφω γιὰ αὐτὸν τὸν σοβαρό, ἔντιμο καὶ εἰλικρινὴ ἄνθρωπο, ὅπως τὸν γνώρισα, κι εἶμαι βέβαιος πὼς ὅλοι τὸν θυμοῦνται. Γόνος ἱστορικῆς οἰκογένειας, ἀπὸ τὶς πρῶτες τοῦ ἀγώνα γιὰ τὴν ἐλευθερία, τὴν ἐτίμησε μὲ κάθε τρόπο ὅσο ζοῦσε. Ἀξιωματικός, ὅπως τὸ ἤθελε, ἀλλὰ ὅπως ἦταν καὶ ἡ οἰκογενειακὴ παράδοση, στάθηκε πιστὸς στὸν ὄρκο του ἀλλὰ καὶ στὶς ἀρχὲς ποὺ ἡ οἰκογένειά του τὸν δίδαξε, ὅταν οἱ ἐπίορκοι ἀρνητές τους ὑπέταξαν μὲ τὴ βία τῶν ὅπλων τοὺς Ἕλληνες καὶ ταπείνωσαν τοὺς ἀξιωματικοὺς ποὺ δὲν τοὺς ἀντιστάθηκαν. Πολιτικὸς ἀργότερα, ἀπὸ τὴ στόφα τῶν πολιτικῶν, ποὺ σήμερα μᾶς λείπουν, παρέμεινε ἀμετακίνητος στὶς ἀρχὲς ποὺ σημείωσα πιὸ πάνω. Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐξετίμησα τὸν Πανουργιᾶ, γιὰ νὰ μὴ γράψω ὅτι τὸν ἀγαποῦσα καὶ θεωρηθῶ ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὰ αἰσθήματά μου. Ὅσοι ἀνήκουν σὲ ἱστορικὲς οἰκογένειες, ὅπως αὐτός, ἔχουν ὑποχρέωση νὰ γράψουν γιὰ τὴν οἰκογένειά τους, γιὰ τὴν προσφορὰ τῶν προγόνων τους στὴν ἀπελευθέρωση τῆς πατρίδας, τὶς θυσίες τους καὶ τὰ κατορθώματά τους. Ἡ ἐκπλήρωση αὐτῆς τῆς ὑποχρέωσης δὲν εἶναι εὔκολη, ἂν δὲν ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν οἰκογενειακὴ παράδοση, ἀπὸ τὰ παιδικὰ καὶ νεανικὰ ἀκούσματα, τὶς διηγήσεις, δηλαδή, τῶν παλαιοτέρων. 




ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Ἀλλὰ καὶ πάλι θὰ παραμείνει ἀτελὴς ἡ καταγραφὴ τῆς οἰκογενειακῆς ἱστορίας, ἂν δὲν ἐνισχυθεῖ ἀπὸ τὴ συγκέντρωση ὅλων τῶν ἀντικειμενικῶν στοιχείων ποὺ καταγράφηκαν ἀπὸ τοὺς δόκιμους ἱστορικοὺς καὶ ἀναφέρονται στὸ θέμα τῆς συγγραφῆς. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκανε ὁ Π. Πανουργιᾶς. Ἔγραψε ὅσα ἄκουγε στὶς διηγήσεις τῶν παλαιοτέρων καὶ συμπλήρωσε τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τῶν προγόνων του μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ μὲ κόπο συγκέντρωσε. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν κοπιώδη προσπάθειά του δὲν τοῦ ξέφυγε τίποτα. Σήμερα τὸ ἔργο του, πολὺ σπουδαῖο ἱστορικά, παρουσιάζεται στοὺς ἀναγνῶστες ὥστε νὰ τὸ διαβάσουν, νὰ μάθουν, νὰ σκεφθοῦν καὶ νὰ θυμηθοῦν τὸν ἀλησμόνητο συγγραφέα, ἄξιο συνεχιστὴ τῆς οἰκογενειακῆς προσφορᾶς. Ἀθήνα, 14 Ἰουλίου 2010 Κωστὴς Στεφανόπουλος


ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Οἱ Πανουργιάδες εἶναι ἕνα βιβλίο μὲ ἰδιαίτερο καὶ πολλαπλὸ ἐνδιαφέρον ὄχι μόνον ὡς ἀνάγνωσμα ἀλλὰ καὶ ὡς συγγραφικὸ ἐγχείρημα. Καὶ τοῦτο γιὰ πολλοὺς καὶ διαφορετικοὺς λόγους. Μιὰ πρώτη κατηγορία λόγων ἀφορᾶ στὸ θέμα του. Μιὰ δεύτερη κατηγορία ἔχει σχέση μὲ τὸν χαρακτήρα τοῦ ἐγχειρήματος ἀπὸ ἱστοριογραφικὴ ἄποψη, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἴδιο τὸν συγγραφέα του. Ἀντικείμενο τῆς μελέτης εἶναι ἡ ἐξιστόρηση τῆς δράσης δύο σημαντικῶν ἱστορικῶν προσώπων, τῶν ὁπλαρχηγῶν Γερο-Πανουργιᾶ καὶ Νάκου Πανουργιᾶ κατὰ τὰ δύο πρῶτα χρόνια τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 στὴν Ἀνατολικὴ Ρούμελη. Ὁ Γερο-Πανουργιᾶς εἶναι ἀπὸ τοὺς πρωτεργάτες τῆς ἐξέγερσης στὴν περιοχὴ αὐτὴν καὶ ἐκεῖνος ποὺ στὶς 26 Μαρτίου τοῦ 1821 σήκωσε τὴ σημαία τῆς Ἐπανάστασης στὰ Σάλωνα. Ἡγετικὴ μορφὴ τοῦ Ἀγώνα, καθ᾽ὅλη τὴ διάρκειά του, πρωταγωνίστησε, μαζὶ μὲ τὸν γιό του, Νάκο, σὲ ὅλα τὰ πολεμικὰ γεγονότα καὶ τὶς γενικότερες πολιτικὲς ἐξελίξεις. Μὲ ἐπίκεντρο, λοιπόν, τὴ δράση τους, ἐξιστοροῦνται ἡ προετοιμασία, ἡ ἔκρηξη καὶ ἡ πορεία τῆς Ἐπανάστασης στὴν Ἀνατολικὴ Ρούμελη, ἡ δράση ἐμβληματικοῦ χαρακτήρα προσωπικοτήτων, ὅπως, λόγου χάριν, ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος καὶ ὁ Ἀθανάσιος Διάκος, καὶ οἱ μεγάλες μάχες, ὅπως τῆς Γραβιᾶς, τῆς Ἀλαμάνας ἢ τῶν Βασιλικῶν, ποὺ ἔχουν γίνει τμῆμα τῆς ἐθνικῆς ἱστορικῆς ἀφήγησης καὶ τῆς νεοελληνικῆς ἐθνικῆς μνήμης, μὲ τὴ γνωστὴ συμβολικὴ νοηματοδότηση. Ὁ στρατηγὸς Π. Πανουργιᾶς ἐκπροσωπεῖ τὴν πέμπτη γενιὰ τῶν Πανουργιάδων. Τρισέγγονος καὶ δισέγγονος τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ καὶ τοῦ Νάκου Πανουργιᾶ, ἀντίστοιχα, ἀφιέρωσε πολλὰ χρόνια καὶ πολὺ μόχθο σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο. Στὸν πρόλογό του περιγράφει καὶ ὁριοθετεῖ τὸ θέμα του, διατυπώνει 




ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

σαφέστατα τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγραψε αὐτὸ τὸ βιβλίο καὶ ἐξηγεῖ τὸ πῶς ἐπέλεξε τὶς πηγές του καὶ πῶς συνέθεσε τὰ τεκμήρια καὶ τὶς πληροφορίες του. Σκοπός του, λοιπόν, ἦταν να καταγράψει ὅλα ὅσα ἔχουν γραφεῖ γιὰ τὴν ἱστορία τῶν Πανουργιάδων, ὥστε νὰ μείνουν «ὡς παρακαταθήκη γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιὲς τῆς οἰκογένειας», ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ λειτουργήσει τὸ ἔργο αὐτὸ «ὡς βιβλιογραφικὸς ὁδηγὸς γιὰ ἕναν μελετητὴ ποὺ στὶς ἀπαρχὲς τῆς ἔρευνάς του χρειάζεται ἕνα ἐγχειρίδιο ποὺ θὰ τὸν προσανατολίσει στὴ μετέπειτα ἐρευνητική του πορεία». Αὐτὴ ἡ διττὴ ἀποστολὴ τοῦ ὑπαγόρευσε, ὅπως τονίζει, καὶ τὰ κριτήρια βάσει τῶν ὁποίων συγκρότησε τὸ σῶμα τοῦ ὑλικοῦ, τῶν πηγῶν του, δηλαδή, καθὼς καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο δομεῖ τὴν ἀφήγησή του καὶ περιγράφει τὰ γεγονότα. Ὁ πρόλογος αὐτὸς χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀξιοσημείωτη ἀκριβολογία, σαφήνεια καὶ περιεκτικότητα, γενικότερα δὲ ἀπὸ μιὰ αἴσθηση οἰκονομίας τοῦ λόγου ποὺ πολλὲς φορὲς δὲν ἀπαντᾶται οὔτε σὲ ἀντίστοιχα προλογικὰ κείμενα ἔργων ἀκαδημαϊκοῦ χαρακτήρα καὶ προέλευσης. Ἀνάλογη οἰκονομία χαρακτηρίζει καὶ τὴν ἴδια τὴν ἀφήγηση, τὴν ὀργάνωσή της, τὴ σύνθεση τῶν στοιχείων, τὴ διασταύρωσή τους, τὴν ἐπιλογὴ τῶν παραθεμάτων καὶ τὴν ἰσορροπημένη ἔνταξή τους στὴ ροὴ τοῦ κειμένου, καθὼς καὶ τὶς ὑποσημειώσεις καὶ τὶς ἐξαντλητικῆς ἀκρίβειας καὶ πυκνότητας παραπομπὲς στὶς πηγές. Ἡ ἀγωνία «τῆς βιβλιογραφικῆς τεκμηρίωσης καὶ ἀντικειμενικότητας» ὁδήγησε τὸν συγγραφέα στὴ συγκρότηση ἑνὸς corpus πηγῶν ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἐντυπωσιακὸ πλοῦτο καὶ πληρότητα. Ὁ ἴδιος ὑπογραμμίζει ὅτι χρησιμοποίησε ὅλες τὶς πηγές, σημαντικὲς καὶ μή, καὶ ὅτι κατέγραψε τὰ πάντα, ὅλες τὶς ἀπόψεις, ἐκδοχὲς καὶ κρίσεις γιὰ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα. Αὐτὴ ἡ ἐπιλογὴ συναρτᾶται ἀσφαλῶς ἄμεσα καὶ μὲ τὸν διττὸ σκοπὸ τοῦ ἔργου του, ὑποδηλώνει ὅμως καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβανόταν ὁ ἴδιος, ἀφ᾽ἑνός μέν, τὸν ἱστοριογραφικό του ρόλο, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ, τὸν ρόλο του ὡς διαχειριστῆ ἑνὸς πολὺ ἰδιαίτερου εἴδους μνήμης, τῆς ἱστορικῆς μνήμης μιᾶς οἰκογένειας. Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ πρῶτο, εἶναι πρόδηλο ἀπὸ ὅλες τὶς ἐπιλογές του, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀφήγησή του, ὅτι ὁ συγγραφέας ἔχει ἀπόλυ-


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ



τη ἐπίγνωση τῶν ἀπαιτήσεων καὶ τῶν δυσκολιῶν τῆς συγγραφῆς ἑνὸς τέτοιου ἔργου ποὺ ὁ ἴδιος, ἄλλωστε, χαρακτηρίζει ὡς «πολύπλοκο καὶ δύσκολο». Ἔχει, λοιπόν, τὴν ἐρευνητικὴ ἀγωνία, ἐπιμέλεια καὶ ἐπιμονὴ τοῦ ἐπαγγελματία ἱστοριογράφου, συγχρόνως ὅμως καὶ τὴ μετριοπάθεια καὶ τὴ σεμνότητα ἐκείνου ποὺ δὲν ἔχει αὐτὴ τὴν ἰδιότητα, ἀλλὰ συγγράφει ἱστορία κινούμενος ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ διασώσει τὴν ἰδιαίτερη καὶ πολλαπλῶς πολύτιμη ἱστορικὴ οἰκογενειακὴ μνήμη. Αὐτὸς ὁ ρόλος, τοῦ διαχειριστῆ –μὲ αὐτὸν τὸν συγκεκριμένο τρόπο– τῆς μνήμης μιᾶς ἱστορικῆς οἰκογένειας, εἶναι καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς βασικότερους λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους, ὅπως ἀναφέρθηκε παραπάνω, τὸ ἔργο αὐτὸ παρουσιάζει, ὡς συγγραφικὸ ἐγχείρημα, ἕνα ξεχωριστὸ ἱστοριογραφικὸ ἐνδιαφέρον. Δὲν πρόκειται γιὰ τὴν ἱστορία μιᾶς οἰκογένειας ποὺ καταγράφεται γιὰ πρώτη φορά, βάσει τεκμηρίων προερχόμενων ἀποκλειστικὰ ἢ κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τους ἀπὸ οἰκογενειακὰ ἀρχεῖα, γιὰ τὴν ἐξαρχῆς ἀφήγηση, δηλαδή, μιᾶς ἱστορίας πού, ὡς μὴ καταγεγραμμένη, εἶναι ἄγνωστη ἢ λιγότερο γνωστή. Πρόκειται, ἀντίθετα, γιὰ τὴν ἰδιαίτερη περίπτωση τῆς ἱστορίας μιᾶς οἰκογένειας ποὺ ἀποτελεῖ ἤδη τμῆμα τοῦ ἐθνικοῦ ἱστορικοῦ ἀφηγήματος. Ἡ ἱστορία τῶν Πανουργιάδων, μιᾶς μεγάλης καὶ γνωστῆς οἰκογένειας ἀγωνιστῶν τῆς Ἐπανάστασης, εἶναι ἐνσωματωμένη στὴν ἐθνικὴ μνήμη, ἱστορία καὶ ἱστοριογραφία, καὶ μάλιστα στὴν πλέον ἐπίσημη καὶ διαδεδομένη ἐκδοχή της. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἰδιαιτερότητα εἶναι ποὺ ἔκανε τὸ ἔργο τόσο δύσκολο καὶ περίπλοκο γιὰ τὸν συγγραφέα του, ὁ ὁποῖος βρέθηκε ἀντιμέτωπος μὲ μιὰ ἤδη ὑπάρχουσα ἀφήγηση, μὲ ἕναν τεράστιο ὄγκο πρωτογενῶν πηγῶν καὶ βιβλιογραφίας, πολὺ περισσότερο ὅμως μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ ἀλλὰ καὶ δύσκολα ἱστορικὰ ζητήματα καὶ ἱστοριογραφικὰ ἀντικείμενα, τὴν ἱστορία καὶ τὴν ἱστοριογραφία τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821. Τὸ ἴδιο τὸ θέμα τοῦ βιβλίου, ἡ ἱστορία μιᾶς μεγάλης ἀρματολικῆς οἰκογένειας μὲ σημαντικὴ δράση καὶ συμμετοχὴ στὴν Ἐπανάσταση, ἔχει διαστάσεις καὶ πλευρὲς ποὺ παραπέμπουν σὲ κορυφαίας σημασίας θέματα, ἐρωτήματα ἀλλὰ καὶ ζητούμενα τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας γιὰ τὸ 1821, τὰ ὁποῖα μόνον ἀκροθιγῶς καὶ ἐπιγραμματικὰ μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε ἐδῶ:




ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ἕνα σημαντικὸ θέμα εἶναι, κατ᾽���ρχάς, ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος, τὸ ἱστορικὸ περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖο διαμορφώνονται οἱ προσωπικότητες καὶ οἱ συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ στὸ πλαίσιο τοῦ ὁποίου ἐκτυλίσσεται ἡ δράση τους. Ἡ Ἀνατολικὴ Ρούμελη εἶναι τμῆμα μιᾶς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου μὲ μακρὰ καὶ ἰσχυρὴ ἀρματολικὴ παράδοση. Ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ ἡγετικὴ ὁμάδα τῶν ἀρματολῶν προέρχεται ὁ ὁπλαρχηγὸς Γερο-Πανουργιᾶς. Ἡ παράδοση τοῦ ἔνοπλου βίου, ἡ δράση τῶν κλεφτῶν, ἡ ἐναλλαγὴ τῶν ρόλων τοῦ κλέφτη καὶ τοῦ ἀρματολοῦ, οἱ φιλίες καὶ οἱ συμμαχίες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀντιπαλότητες γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς ἀρματολικῆς ἐξουσίας, ἡ πολιτικὴ τοῦ κυρίαρχου ὣς τὸ 1820 σὲ Ἤπειρο, Θεσσαλία καὶ Ρούμελη Ἀλῆ πασᾶ ὡς καθοριστικοῦ παράγοντα ποὺ διαμορφώνει νέες ἱσορροπίες ἰσχύος μέσα στὸ σύστημα ἐξουσίας τοῦ ἀρματολισμοῦ, εἶναι οἱ παράμετροι ποὺ καθορίζουν τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀνδρώνεται καὶ δρᾶ ὁ Γερο-Πανουργιᾶς στὰ δεκαπέντε, εἴκοσι χρόνια ποὺ προηγοῦνται τῆς Ἐπανάστασης: κλέφτης ἀρχικά, ἤδη ἀπὸ τὸ 1808, στὰ πρῶτα νεανικά του χρόνια, ἀρματολὸς στὰ Σάλωνα τὸ 1813, ξανὰ κλέφτης, καὶ μετά, στὰ Γιάννενα, κοντὰ στὸν Ἀλῆ πασᾶ, ἀπὸ τὸ 1817 ὣς τὸ 1820. Ἡ μελέτη αὐτοῦ τοῦ ἱστορικοῦ περιβάλλοντος περιλαμβάνει μιὰ εὐρεία θεματικὴ ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ διάχυση τῆς ἐθνικῆς ἰδεολογίας στὸν κόσμο τῶν ἀρματολῶν καὶ τὴν κρίσιμη γιὰ τὴν ἔκρηξη καὶ τὴν πορεία τῆς Ἐπανάστασης ἔνταξη καὶ συμμετοχή τους στὸν Ἀγώνα, μὲ τὴ διαχείριση καὶ κυρίως τὴν ἐξοικονόμηση τῆς βίας στὶς μάχες ἀλλὰ καὶ στὰ μετόπισθεν, μὲ τὴ συμπεριφορὰ ἀπέναντι στοὺς ἀμάχους καὶ στοὺς ἡττημένους ἐχθρούς, μὲ τὸ πῶς διαμορφώνονται οἱ διάφορες κοινωνικὲς σχέσεις σὲ κάθε τοπικὴ κοινωνία πρὶν καὶ μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ Ἀγώνα, οἱ σχέσεις ἐξουσίας, οἱ συνεργασίες σὲ πολιτικό, κοινωνικὸ καὶ στρατιωτικὸ ἐπίπεδο, οἱ ἀνταγωνισμοὶ καὶ οἱ συγκρούσεις, κυρίως ὅταν, κατὰ τὸ δεύτερο ἔτος τῆς Ἐπανάστασης, ἀρχίζει ἡ μεγάλη προσπάθεια γιὰ τὴν καλύτερη ὀργάνωσή της, μὲ τὴ συγκρότηση τῶν πρώτων θεσμικῶν καὶ διοικητικῶν ὀργάνων. Ἡ ἱστορία τῶν Πανουργιάδων, λοιπόν, συγκεντρώνει καὶ συνθέτει ἕνα πλούσιο ὑλικὸ γιὰ τὸν ἱστορικὸ τῆς Ἐπανάστασης ὁ ὁποῖος θὰ θελήσει νὰ θέσει παρόμοια ἐρωτήματα καὶ νὰ ἐρευνήσει τέτοιου εἴδους θέματα.


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ



Ὁ στρατηγὸς Πανουργιᾶς, συγγράφοντας αὐτὸ τὸ βιβλίο, ἔφερε εἰς πέρας ἕνα δύσκολο ἐγχείρημα. Ἡ διαχείριση τῆς μνήμης καὶ ἡ ἱστορικὴ ἔρευνα εἶναι, οὕτως ἢ ἄλλως, πάντοτε, μιὰ δύσκολη ὑπόθεση. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐπέτυχε ἀπολύτως τὸν διπλὸ σκοπό του: οἱ Πανουργιάδες, ἀφ᾽ ἑνός μέν, καταγράφουν τὴν ἱστορία τῆς οἰκογένειας, διασώζοντας γιὰ τὶς ἐπόμενες γενιές της καὶ ἐκεῖνες ἐπιπλέον τὶς μνῆμες ποὺ ἀποτελοῦν αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὀνομάζει «οἰκογενειακὴ παράδοση» καὶ ποὺ μὲ ἀξιοσημείωτη προσοχὴ χρησιμοποιεῖ, γνωρίζοντας τὸν ἐπισφαλῆ καὶ συνεπῶς ἐπικουρικὸ χαρακτήρα της ὡς πηγῆς, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ, ἀποτελοῦν, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, μιὰ μελέτη μὲ πλούσιο ὑλικό, χρήσιμο γιὰ τὴν ἔρευνα. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἀπὸ ἱστοριογραφικὴ ἄποψη παρουσιάζουν τὰ κεφάλαια ποὺ ἀναφέρονται στὴν καταγωγὴ τῆς οἰκογένειας καὶ στὴν προεπαναστατικὴ δράση τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ, πολλὲς εὔστοχες ἀντιπαραβολὲς καὶ διασταυρώσεις πληροφοριῶν σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ σὲ ζητήματα στρατιωτικῆς τέχνης καὶ τακτικῆς κατὰ τὴν περιγραφὴ τῶν πολεμικῶν γεγονότων, καθὼς καὶ οἱ ἀναφορὲς στὶς περισσότερο ἀνθρώπινες πλευρὲς τῶν προσώπων καὶ τῶν σχέσεών τους. Τελειώνοντας αὐτὸ τὸ σύντομο κείμενο, δὲν μπορῶ νὰ ἀποφύγω μιὰ πιὸ προσωπικοῦ χαρακτήρα ἀναφορά. Μὲ τὸν στρατηγὸ Π. Πανουργιᾶ εἶχα τὴν τύχη νὰ συνομιλήσω πολλὲς φορὲς κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια, ἄλλοτε ζητώντας του καὶ καταγράφοντας τὴν προσωπική του μαρτυρία γιὰ τὴ δική του δράση καὶ συμμετοχὴ στὴ σύγχρονη ἱστορία καὶ ἄλλοτε συζητώντας γιὰ τὴν ἔρευνά του καὶ τὴ συγγραφὴ τοῦ βιβλίου του. Εἶχε μιὰ ξεχωριστὴ καὶ πολύπλευρη σχέση μὲ τὴν Ἱστορία γενικότερα, ὡς γνώση, ὡς ἐμπειρία καὶ ὡς πνευματικὴ ἐνασχόληση, κυρίως ὅμως μιὰ σπάνια καὶ βαθιὰ αἴσθηση ἱστορικότητας. Ἔκφραση καὶ ἀποτύπωση αὐτῆς τῆς σχέσης ἀποτελεῖ καὶ αὐτὴ ἡ μελέτη γιὰ τὴν ἱστορία τῆς οἰκογένειάς του. Νάση Μπάλτα Ἱστορικός, Ἀναπληρώτρια Καθηγήτρια Σχολὴ Ἀνθρωπιστικῶν Σπουδῶν Ἑλληνικὸ Ἀνοικτὸ Πανεπιστήμιο


Π Ρ ΟΛΟ ΓΟΣ

A

ζητοῦσα ἀπὸ τὸν πατέρα μου νὰ μοῦ διηγηθεῖ «πόλεμο, πόλεμο!». Ὁ πατέρας μοῦ ἀφηγοῦνταν τὶς περιπέτειες ἀπὸ τοὺς πολέμους τοῦ 1912-13 καὶ τὴ Μικρασιατικὴ ἐκστρατεία. Μερικὲς φορές, προχωροῦσε σὲ διηγήσεις γιὰ τοὺς πολέμους τῶν παππούδων μας, τὸν Γερο-Πανουργιᾶ καὶ τὸν Νάκο Πανουργιᾶ, στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, διηγήσεις μυθιστορηματικές, ποὺ ὅμως διασώθηκαν στὴν οἰκογενειακὴ παράδοση. Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς στρατιωτικῆς καὶ πολιτικῆς μου καριέρας τὸ 1989, ἄρχισα νὰ διερευνῶ τοὺς ἐπαναστατικοὺς ἀγῶνες τοῦ 1821 στὴν Ἀνατολικὴ Ρούμελη. Γιὰ πολλὰ χρόνια συγκέντρωνα βιβλία, ἄρθρα ἀπὸ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες, ἔγγραφα ἀπὸ ἐπίσημα ἀρχεῖα τῆς ἐποχῆς, τὰ ὁποῖα μοῦ ἔδωσαν τὴ δυνατότητα, μὲ σχετικὴ ἱστορικὴ ἀκρίβεια, νὰ μελετήσω τὴν ἱστορία τῆς οἰκογένειας. Κίνητρο τῆς προσπάθειάς μου ἀποτελεῖ ἕνα χειρόγραφο κείμενο 35 σελίδων μὲ τίτλο «Πανουργιάδες» ποὺ συνέταξε τὸ 1953 ὁ πρέσβης (καὶ θεῖος μου) Νάκος Πανουργιᾶς, δισέγγονος τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ, τὸ ὁποῖο περιγράφει τὴ δραστηριότητα τῶν Πανουργιάδων στὴν Ἀνατολικὴ Ρούμελη κατὰ τὰ χρόνια τῆς Ἐπανάστασης1. Γιὰ τὴν ἐξιστόρηση τῶν γεγονότων, ὁ θεῖος Νάκος συγκέντρωσε πληροφορίες ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους. Κυρίως ὅμως βασίστηκε στὶς ἀναμνήσεις τῆς γιαγιᾶς του Μαρίας Δυοβουνιώτη, συζύγου τοῦ Νάκου Πανουργιᾶ καὶ κόρης τοῦ Γερο-Δυοβουνιώτη. Ἡ Μαρία Δυοβουνιώτη ἦταν πολὺ νέα (δεκατεσσάρων ἐτῶν), ὅταν παντρεύτηκε τὸν ὁπλαρχηγὸ Νάκο Πανουργιᾶ. Ἔζησε πολλὰ χρόνια ΠΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ

1. Τὸ συγκεκριμένο χειρόγραφο παρατίθεται στὸ Παράρτημα σὲ μεταγραφή. 




ΠΡΟΛΟΓΟΣ

κοντὰ στὸν πεθερό της Γερο-Πανουργιᾶ καὶ τὴ γυναίκα του Μαρία Μπούρχα. Εἶχε, λοιπόν, ἔντονες ἀναμνήσεις ἀπὸ τὰ γεγονότα, τὶς ὁποῖες μετέδωσε στὸν γιό της (καὶ παππού μου) Πανουργιᾶ Πανουργιᾶ καὶ στὴ νύφη της Μέλα Κοντογούρη. Οἱ διηγήσεις αὐτὲς μεταλαμπαδεύτηκαν στὸν θεῖο Νάκο, στὸν πατέρα μου Στυλιανὸ Πανουργιᾶ, στὴ θεία μου Ζωὴ Ζούζουλα καί, κατ’ ἐπέκταση, σ᾽ ἐμένα. Τὸ χειρόγραφο κείμενο τοῦ θείου Νάκου καὶ οἱ προφορικὲς ἀναμνήσεις, πολύτιμοι οἰκογενειακοὶ θησαυροί, θεμελιώνονται σὲ αὐτὸ στὸ ὁποῖο στὴν τρέχουσα ἔκδοση ἀναφέρομαι ὡς «οἰκογενειακὴ παράδοση». Ἔχοντας ὡς βάση τὰ στοιχεῖα τῆς οἰκογένειας, ἄρχισα νὰ γράφω ἕνα βιβλίο γιὰ τὴν καταγωγὴ καὶ τὴ δραστηριότητα τῶν προγόνων μου, τὸν Γερο-Πανουργιᾶ καὶ τὸν Νάκο Πανουργιᾶ. Δυστυχῶς, δὲν ὑπάρχουν ἀπομνημονεύματα τῶν στρατηγῶν Πανουργιᾶ καὶ Δυοβουνιώτη, τὰ ὁποῖα θὰ ἦταν πολύτιμο ἐργαλεῖο γιὰ τὴν ἐκπόνηση τοῦ βιβλίου. Καταβλήθηκε, ὡστόσο, προσπάθεια νὰ γίνει ὅσο πιὸ πιστὴ ἡ περιγραφὴ τῶν γεγονότων, ὅπως αὐτὰ πηγάζουν ἀπὸ τὴν οἰκογενειακὴ παράδοση καὶ καταγράφονται στὴ σχετικὴ βιβλιογραφία, μέσα ἀπὸ μιὰ κριτικὴ ματιά. Σὲ κάθε περίπτωση, κατατίθεται ἡ προσωπική μου ἄποψη, ὅπως αὐτὴ διαμορφώθηκε ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς Ἱστορίας, τὴν παράδοση τῆς οἰκογένειας καὶ τὴ στρατιωτική μου γνώση. Ἡ βιβλιογραφία εἶναι πλούσια, σὲ σημεῖο ἴσως κουραστικό. Οἱ πηγὲς πολλὲς καὶ ἑτερόκλητες: τὰ πολύτιμα συγγράμματα τῶν τιτάνων τῆς ἱστοριογραφίας, τοῦ Φιλήμονος, τοῦ Τρικούπη, τοῦ Παπαρρηγόπουλου, τοῦ Κόκκινου, τοῦ Γούδα, κ.ἄ., πρωτογενὲς ὑλικὸ (ἀναφορές, πιστοποιητικά, ἐπιστολές, κ.λπ.) ἀπὸ τὰ Γενικὰ Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους, τὰ Ἀρχεῖα τῆς Ἑλληνικῆς Παλιγγενεσίας, κ.ἄ., κείμενα μεταγενέστερων ἱστοριογράφων, ὅπως τοῦ Σκούρα, τοῦ Κουτσοκλένη, τοῦ Κραβαρτόγιαννου, δημοσιεύσεις σὲ ἱστορικὰ περιοδικὰ καὶ ἐπετηρίδες, κ.ἄ. Γιὰ λόγους βιβλιογραφικῆς τεκμηρίωσης καὶ ἀντικειμενικότητας, ἀναφέρονται ὅσες ἱστορικὲς πηγὲς μπόρεσα νὰ συγκεντρώσω, ἀνεξαρτήτως τῆς σπουδαιότητάς τους, εἴτε εἶναι σημαντικὲς εἴτε λιγότερο


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ



σημαντικές. Ὁ λόγος εἶναι διττὸς καὶ πηγάζει ἀπὸ τὸν στόχο τῆς ἔκδοσης αὐτῆς. Ἀφ᾽ ἑνός, ἐπιχειρεῖται ἡ ἀποτύπωση κάθε ἄποψης καὶ στοιχείου ποὺ ἀφορᾶ στὴν ἱστορία καὶ στὴ δραστηριότητα τῶν Πανουργιάδων στὴν Ἀνατολικὴ Ρούμελη κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, ὥστε νὰ μείνει ὡς παρακαταθήκη γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιὲς τῆς οἰκογένειας. Ἀφ᾽ ἑτέρου, ἡ ἔκδοση αὐτὴ λειτουργεῖ ὡς βιβλιογραφικὸς ὁδηγὸς γιὰ ἕναν μελετητὴ ποὺ στὶς ἀπαρχὲς τῆς ἔρευνάς του χρειάζεται ἕνα ἐγχειρίδιο ποὺ θὰ τὸν προσανατολίσει στὴ μετέπειτα ἐρευνητική του πορεία. Θεματικὸ πυρήνα τοῦ βιβλίου συνιστοῦν οἱ ἀγῶνες ποὺ ἔλαβαν χώρα στὴν Ἀνατολικὴ Ρούμελη καὶ σχετίζονται μὲ τὴ δράση τῶν Πανουργιάδων. Τὰ γεγονότα ποὺ διαδραματίζονται στὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα ἀναφέρονται πολὺ περιορισμένα, κυρίως ἐκεῖνα ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο ἐπηρεάζουν τὰ δρώμενα στὴ Ρούμελη. Στὸν τόμο αὐτόν, ἡ πρώτη ἑνότητα ἀφορᾶ στὰ γεγονότα κατὰ τὸ 1821 καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ 33 κεφάλαια, στὰ ὁποῖα ἐκτυλίσσεται ὁ πρῶτος χρόνος τῆς Ἐπανάστασης. Συγκεκριμένα, παρουσιάζονται οἱ καταβολὲς τῆς οἰκογένειας Πανουργιᾶ, τὰ πρῶτα χρόνια δράσης τοῦ Γέρο-Πανουργιᾶ μέχρι τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης, τὰ κύρια γεγονότα τοῦ ἱεροῦ ἀγώνα καὶ οἱ πολιτικὲς ἐξελίξεις. Ἡ δεύτερη ἑνότητα ἀναφέρεται στὸ 1822. Μέσα ἀπὸ 14 κεφάλαια παρουσιάζονται οἱ κυριότερες στρατιωτικὲς ἐπιχειρήσεις καὶ μάχες στὴν περιοχὴ καὶ τὰ πολιτικὰ δρώμενα. Ἡ ἑνότητα ὁλοκληρώνεται μὲ μιὰ ἀξιολόγηση τῆς προσωπικότητας τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ. Εἰσαγωγικὰ κεφάλαια προτάσσονται καὶ στὶς δύο ἑνότητες. Ἡ ἔκδοση εἶναι ἐμπλουτισμένη μὲ παράρτημα, τὸ ὁποῖο περιλαμβάνει τὸ χειρόγραφο κείμενο ποὺ συνέταξε ὁ Νάκος Πανουργιᾶς μὲ τίτλο «Πανουργιάδες», τὸ ὁποῖο παρουσιάζεται μεταγραμμένο, τὸ πλῆρες γενεαλογικὸ δένδρο τῆς οἰκογένειας, προσωπογραφίες, φωτογραφίες οἰκογενειακῶν κειμηλίων, καὶ χάρτες. Ὁ πολύπλοκος καὶ δύσκολος χαρακτήρας τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖο καλοῦμαι νὰ φέρω εἰς πέρας μὲ ἀνάγκασε νὰ τὸ διαχωρίσω σὲ περισσότερους τόμους, γιὰ λόγους εὐχρηστίας καὶ οἰκονομίας χρόνου. Τὸ ἔργο δὲν σταματάει ἐδῶ, ἀλλὰ θὰ συνεχιστεῖ καὶ σὲ Δεύτερο τόμο, στὸν ὁποῖο θὰ




ΠΡΟΛΟΓΟΣ

περιγράφονται τὰ ἑπόμενα χρόνια μέχρι τὴ λήξη τῆς Ἐπανάστασης (1829) καὶ τὰ πρῶτα βήματα τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους καὶ θὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ μιὰ σύντομη παρουσίαση τῆς πορείας τῶν ἑπόμενων γενεῶν τῆς οἰκογένειας Πανουργιᾶ μέχρι σήμερα. Ἡ ἔκδοση αὐτὴ ἀποτελεῖ καρπὸ μιᾶς κοπιαστικῆς μακροχρόνιας προσπάθειας καὶ ἀκαταπόνητης ἔρευνας, ἡ ὁποία ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν βαθύτερο σεβασμὸ πρὸς τοὺς προγόνους τῆς οἰκογένειάς μου. Πανουργιᾶς Πανουργιᾶς


1821


ΕΙ Σ Α ΓΩΓ Η

Η

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝAΣΤΑΣΗ συνιστᾶ κορυφαῖο σταθμὸ τῆς ἑλλη-

νικῆς Ἱστορίας. Τὸ ἑλληνικὸ κράτος, μετὰ ἀπὸ δουλεία τεσσάρων αἰώνων καὶ ἀγῶνες ἐννέα ἐτῶν, πέτυχε νὰ ἑδραιωθεῖ ἐκ νέου (Δεσποτόπουλος, Ι.Ε.Ε., 1975, τ. ΙΒ´, σ. 8). Τοὺς δύο πρώτους αἰῶνες, τὸ ἔθνος ἔζησε ὑπὸ καθεστὼς διαρκῶν ταπεινώσεων καὶ διωγμῶν, καὶ μόνο ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰώνα ἄρχισε προοδευτικὰ νὰ ἀφυπνίζεται. Οἱ Ρωσοτουρκικοὶ πόλεμοι, ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, τὰ μηνύματα τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἡ ἄνθηση τοῦ ρεύματος τῶν φιλελλήνων καὶ οἱ ναπολεόντειοι ἀγῶνες εὐνόησαν σημαντικὰ τὴν ἐνίσχυση τοῦ πνεύματος ἐλευθερίας καὶ ἐπέτρεψαν τὴν ἄνθηση τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας, κυρίως στὰ νησιὰ καὶ στὶς παράλιες πόλεις τῆς Ἑλλάδας. Ἐπιπλέον, ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ διοικήσει τοὺς λαοὺς ποὺ εἶχε ὑποδουλώσει, τοὺς χρησιμοποίησε ὡς ὄργανα οἰκονομικῆς ἐκμετάλλευσης. Οἱ σκλαβωμένοι Ἕλληνες ἀπασχολοῦνταν στὴ γεωργία, στὴν κτηνοτροφία καὶ στὸ ἐμπόριο. Οἱ κατακτητές, χωρὶς καμία ἐπίδοση στὸν πολιτισμὸ καὶ στὴν πνευματικὴ ἐνασχόληση, ἀπολάμβαναν τὸν πλοῦτο ποὺ εἰσέπρατταν διὰ τῆς ἐπιβολῆς βαρύτατης φορολογίας καὶ ἐκτάκτων εἰσφορῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ τουρκικὴ διοίκηση ἐφάρμοζε μιὰ μελετημένη καὶ προγραμματισμένη ταπείνωση τῶν ὑποδούλων λαῶν, ἀλλά, παράλληλα, ἀποδεχόταν ἕνα σύστημα αὐτοδιοίκησης τῆς περιοχῆς ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς κατακτημένους. Οἱ Ἕλληνες κατόρθωσαν προοδευτικὰ νὰ ἐπιτύχουν εὐνοϊκοὺς ὅρους ἐργασίας, νὰ βελτιώσουν τὶς οἰκονομικὲς συνθῆκες καὶ νὰ καλλιεργήσουν –κρυφὰ ἢ φανερὰ– τὸ πνεῦμα τους. Στὸ πλαίσιο τοῦ κοινοτικοῦ συστήματος διοίκησης, ἀνέπτυξαν σταδιακὰ πνευματικὲς δραστηριότητες, ἐμπνευσμένες ἀπὸ τὶς ἰδέες τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ. Ὁ πόθος γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἔθνους ἄρχισε νὰ παίρνει σαφέστατες διαστάσεις. 




1821: ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ταυτόχρονα, παρατηρεῖται συσπείρωση γύρω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Πράγματι, ἡ θρησκεία ἦταν τὸ μόνο ἑλληνικὸ στοιχεῖο ποὺ ἐπέζησε ἀπὸ τὴ μακραίωνη ὑποδούλωση καὶ τὸ μόνο μέσο διατήρησης τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητας. Ἡ θρησκεία ἀπέτρεψε τὴν ἀνάμειξη τῶν δύο λαῶν καὶ παρεμπόδισε τὸν πανίσχυρο κατακτητὴ νὰ ἀφομοιώσει τὸ ἀδύναμο ἑλληνικὸ στοιχεῖο. Γιὰ πολλὰ χρόνια, διαμορφωνόταν ἡ σκέψη πὼς οἱ Ἕλληνες θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξουν τὴν ἐλευθερία τους. Πολλοὶ ἐπεδίωκαν νὰ αὐξήσουν προοδευτικὰ τὴν ἰσχὺ τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου, μὲ κατάληψη καταλλήλων θέσεων στὶς οἰκονομικές, διοικητικὲς καὶ ἐμπορικὲς δραστηριότητες τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τῆς Τουρκοκρατίας, τοῦτο εἶχε ἐπιτευχθεῖ ὡς ἕναν βαθμὸ λόγῳ τῶν ἰδιαιτέρων ἱκανοτήτων καὶ τοῦ ὑψηλοῦ μορφωτικοῦ ἐπιπέδου τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τῶν Ὀθωμανῶν. Ἄξιοι καὶ μορφωμένοι ραγιάδες κάλυπταν τὶς ἀνάγκες τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας στὸν τομέα τῆς διοίκησης καὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχείρισης. Συγκεκριμένα παραδείγματα ἐπιβεβαιώνουν τὴν τάση αὐτήν: ἡ ἐξουσία τῶν Ἑλλήνων Ὀσποδάρων (Διοικητῶν) στὶς Παραδουνάβιες ἐπαρχίες, ἡ καταλυτικὴ ἐπιρροὴ τῶν Φαναριωτῶν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ ἀναγνώριση τῆς ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχη ὡς θρησκευτικοῦ ἀρχηγοῦ τῶν ὀρθόδοξων χριστιανῶν. Ἔτσι διανοιγόταν ἡ προοπτικὴ νὰ κυριαρχήσει, σὺν τῷ χρόνῳ, τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο καὶ νὰ βελτιωθοῦν οἱ συνθῆκες διαβίωσης τοῦ ἔθνους, σὲ βαθμὸ ποὺ θὰ ἐπέτρεπε τὴ σαφὴ ἐπικράτησή του. Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἐξηγεῖ ὁ Τρικούπης (1978, τ. Α´, σ. 3), «σοφώτεροι οἱ κρατούμενοι Ἕλληνες τῶν κρατούντων Τούρκων ὡς ἐκ τῆς σχέσεώς των πρὸς τοὺς Εὐρωπαίους καὶ τῆς πρὸς τὰ γράμματα κλίσεώς των, εὔκαμπτοι καὶ ὕπουλοι ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς θέσεώς των, προσεκτικοὶ καὶ ἐπιτήδειοι νὰ ὠφελοῦνται ἐκ τῶν συμπιπτουσῶν περιστάσεων […] [,] παρεισέδυσαν κατ’ ὀλίγον καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ συμβούλια τῶν κρατούντων ὑπὸ διαφόρους ὑπηρεσίας, ἂν καὶ πάντοτε ὑποβλεπόμενοι καὶ κινδυνεύοντες». Παράλληλα, ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία πρὸς τὰ τέλη τῆς Τουρκοκρατίας ἄρχισε νὰ παρακμάζει, μὲ σοβαρὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ προβλήματα. Ἡ Ρωσία, ἀποσκοπώντας στὴν ἐπέκταση καὶ ἐπικράτησή της


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ



στὴν περιοχὴ τῶν Βαλκανίων, προσπάθησε νὰ ξεσηκώσει τοὺς ὁμόθρησκους Βαλκανικοὺς λαούς. Μὲ πρόσχημα τὸν συνδετικὸ κρίκο τῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ Ρῶσοι ἄρχισαν νὰ ὀργανώνουν ἑλληνικὲς μαχητικὲς δυνάμεις, οἱ ὁποῖες συμμετεῖχαν στοὺς ἀγῶνες τοὺς ἐναντίον τῶν Τούρκων καὶ ξεσήκωναν τὶς ὁμόσπονδες χριστιανικὲς ἡγεμονίες τῶν Σέρβων, τῶν Μολδαβῶν καὶ τῶν Βλάχων. Κατὰ φυσικὸ λόγο, θὰ ἀκολουθοῦσε ὁ ξεσηκωμὸς τῆς ἑλληνικῆς χερσονήσου. Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, ἐνῷ εἶχε στὴ διάθεσή της πολυάριθμο στρατό, δὲν κατόρθωσε νὰ διαθέσει μεγάλη στρατιὰ πρὸς κατάπνιξη τῶν ἐπαναστατημένων περιοχῶν. Ὁ Σουλτάνος δὲν μπόρεσε νὰ ἀντιπαρατάξει ἀρκετὸ στρατό, διότι ἔπρεπε νὰ φυλάει τὸν Ἴστρο ἔναντι της ρωσικῆς ἀπειλῆς, τὰ σύνορα μὲ τὴν Περσία, νὰ πολεμήσει τὸν Ἀλῆ πασᾶ στὰ Ἰωάννινα καὶ νὰ ἐπιβάλλει τὴν ἐξουσία του καὶ τὴ δημόσια τάξη στὸ ἐσωτερικὸ της αὐτοκρατορίας (Παπαρρηγόπουλος, 1899, σ. 575). Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ κλίμα, ἄρχισε νὰ δημιουργεῖται καὶ νὰ ζεῖ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ πεποίθηση ὅτι ἦταν ἐφικτὴ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ἔθνους, καί, μὲ τὴ βοήθεια τῆς Ρωσίας, ἡ ἀπελευθέρωσή του. Αὐτὲς ἦταν καὶ οἱ γενικὲς κατευθυντήριες γραμμὲς τοῦ Νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ, μὲ κύριους ἐκφραστὲς τὰ κηρύγματα τοῦ Ρήγα καὶ τὴν Ἑλληνικὴ Νομαρχία τοῦ Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἰδεολογία ξεπήδησαν οἱ πρῶτες μυστικὲς συνωμοσίες, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ἵδρυση τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας τὸ 1814 στὴν Ὀδησσό. Οἱ ἱδρυτές της πίστευαν ὅτι δὲν ἦταν ἀναγκαῖο πλέον νὰ περιμένουν τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἔθνους ἀπὸ τοὺς ξένους. Ἀποφάσισαν νὰ ἀναλάβουν τὴ συνεννόηση ὅλων τῶν ὁμογενῶν πρὸς πραγματοποίηση τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ τους σκοποῦ. Ἔτσι, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1820, μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια συνωμοτικῆς δράσης, οἱ μυημένοι στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία ἀνήγγειλαν ὅτι εἶχε φτάσει ἡ ὥρα τῆς καθολικῆς ἐπανάστασης. Ἡ 25η Μαρτίου, ὡς ἡμέρα ἔναρξης τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, εἶναι συμβατικὴ ἡμερομηνία ποὺ καθορίστηκε ἀργότερα. Ὑπάρχουν προηγούμενες ἡμερομηνίες, περισσότερο καθοριστικές, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ σημάνουν τὴν ἔναρξη τοῦ ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρονται ἡ 14η Σεπτεμβρίου 1814, ἡμέρα σύστασης τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, ἡ 22α




1821: ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Φεβρουαρίου 1821, ἡμέρα κατὰ την ὁποία ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης διαβαίνει τὸν Προῦθο, ἡ 24η Φεβρουαρίου, ἡμέρα κατὰ την ὁποία ὁ Ὑψηλάντης γράφει τὴν περίφημη προκήρυξή του, στὸ Ἰάσιο τῆς Μολδαβίας. Ἡ ἐπανάσταση στὶς Παραδουνάβιες περιοχὲς πραγματοποιήθηκε βάσει τοῦ «γενικοῦ σχεδίου» ποὺ συνέταξε ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία, μὲ τὸ ὁποῖο προβλεπόταν ἐξέγερση ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, συνεπῶς δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴ χρονολογικὴ τοποθέτηση τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς ἀγῶνες τῶν Σουλιωτῶν καὶ τὶς σφαγὲς τῶν χριστιανῶν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὴ Σμύρνη, καθὼς καὶ γιὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ ἀνήμερα τοῦ Πάσχα (10 Ἀπριλίου 1821)1. Ἑστιάζοντας στὴν κυρίως Ἑλλάδα, πρὸ τῆς 25ης Μαρτίου καὶ μετὰ τὶς συσκέψεις τῆς Βοστίτσας καὶ τῆς Λευκάδας, ἐκδηλώνονται συμπλοκὲς καὶ ἐπιθέσεις οἱ ὁποῖες θὰ μποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν ἀφετηρία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης. Ἔτσι, τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης στὴν Πελοπόννησο διεκδικοῦν οἱ Μανιάτες, οἱ Πατρινοὶ καὶ οἱ Καλαματιανοί. Στὴν Ἀνατολικὴ Στερεά, ἡ πλειοψηφία τῶν ἱστορικῶν παραδέχεται ὅτι ἡ Ἐπανάσταση ξεκίνησε πρὶν τὴν 25η Μαρτίου, συγκεκριμένα στὶς 23 ἢ στὶς 24 Μαρτίου ἀπὸ τὸν Γερο-Πανουργιᾶ, ὁ ὁποῖος ξεσηκώθηκε στὰ Σάλωνα. Στὴ Δυτικὴ Στερεά, προηγεῖται ἡ ἐπιθετικὴ ἐνέργεια τοῦ Μακρῆ καὶ ἡ ἐνέδρα τοῦ Ἀνδρούτσου στὴν Τατάρνα, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω.

1. Ὁ Πατριάρχης κρεμάστηκε καὶ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες βρισκόταν στὴν ἀγχόνη. Ἔπειτα παραδόθηκε στὸν φανατισμένο μουσουλμανικὸ ὄχλο, ὁ ὁποῖος τὸν πέταξε στὴ θάλασσα. Ἡ σορός του περισυλλέχθηκε ἀπὸ ἕναν Ἕλληνα καπετάνιο καὶ μεταφέρθηκε στὴν Ὀδησσό, ὅπου κηδεύτηκε μὲ ὅλες τὶς τιμές.


Η ΚΑΤ Α ΓΩΓ Η Κ Α Ι Ο Γ Ε Ν Α Ρ Χ Η Σ ΤΗΣ ΟΙΚΟ Γ Ε Ν Ε Ι Α Σ Π Α Ν Ο ΥΡ Γ Ι Α

Γιὰ τὴν καταγωγὴ τῆς οἰκογένειας Πανουργιᾶ ὑπάρχουν διάφορες ἐκδοχὲς οἱ ὁποῖες τόσο ἔχουν παρουσιαστεῖ στὰ ἱστορικὰ κείμενα ὅσο καὶ καταγραφεῖ στὴν οἰκογενειακὴ παράδοση. Ὁ Γούδας (1876, τ. Η´, σ. 237) καταγράφει ἀναλυτικὰ τὴν ἱστορία τῆς καταγωγῆς τῆς οἰκογένειας Πανουργιᾶ: «Ζητήσαντες πληροφορίας τινὰς περὶ καταγωγῆς τοῦ Πανουριᾶ ἐλάβομεν τὰς ἑξῆς: Ἐπὶ τῆς ἁλώσεως τῆς Παρνασσίδος ὑπὸ τῶν Τούρκων διάσημός τις οἰκογένεια ἐκ τοῦ χωρίου ἁγίου Γεωργίου2, τοῦ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας ἀπέχοντος τῆς Ἀμφίσσης, μὴ ἀνεχομένη τὴν δουλείαν καὶ μὴ δυναμένη ν’ ἀντισταθῇ ἐνόπλως, ἀπεσύρθη εἴς τι νησίδιον ἔμπροσθεν τοῦ λιμένος Γαλαξειδίου κ’ ἐπροσπορίζετο τῶν ἀναγκαίων διὰ τῆς βίας ἀπὸ τῶν πέριξ μερῶν. Οἱ Τοῦρκοι, μὴ ἀνεχόμενοι ἐπίσης τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ μὴ ἔχοντες τότε προχείρους ναυτικὰς δυνάμεις, ἵνα ἐπιβάλλωσι σέβας καὶ εἰς τὰς θάλασσας, ἦλθον εἰς συμβιβασμὸν καὶ παρεχώρησαν τῇ οἰκογενείᾳ πρὸς οἴκησιν τὸ χωρίον Δρέμισα, ἀνῆκον τῷ δήμῳ Καλλιαίων τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος. Πολυμελὴς δὲ οὖσα ἡ οἰκογένεια, παρήγαγε πολλοὺς τῶν διαπρεψάντων ἐν τοῖς ὅπλοις. Εἷς τούτων ἦτο καὶ ὁ Ξηροδημήτρης ἐπικληθεὶς διὰ τὴν ἰσχνότητά του. Οὗτος ἀνεδείχθη προεστὼς τοῦ χωρίου […]». Ἡ οἰκογενειακὴ παράδοση συμπίπτει μὲ τὰ γραφόμενα τοῦ Γούδα, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι σὲ αὐτὴ γίνεται λόγος «περὶ πολυαρίθμου βυζαντινῆς οἰκογενείας, σιδηροφρακτῶν μαχητῶν, ἥτις ὁρμώμενη ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, κατέλαβε ἔτη τινὰ μετὰ τὴν ἅλωσιν καὶ ἐχρησιμοποίη ὡς ὁρμητήριον τὴν παρὰ τὸ Γαλαξείδιον Νησίδα […]» (Πανουργιᾶς Ν., 1953). 2. Μικρὸ χωριὸ στοὺς πρόποδες τῆς Γκιώνας σὲ μικρὴ ἀπόσταση (2 χλμ.) νοτιοδυτικὰ τῆς Ἄμφισσας, μὲ 150 κατοίκους. Πῆρε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὸν ὁμώνυμο ναό του. Κατὰ τὴν τουρκικὴ κατοχή, οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ ἀνέρχονταν σὲ περίπου 400. Ἀκόμη παλιότερα, ἀποτελοῦσε ξεχωριστὴ κοινότητα μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Κωνσταντῖνο. 




Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ

Ὁ Λάππας (1958, σ. 18) συνδυάζοντας παράδοση καὶ ἱστορία (μνημονεύοντας τὸν προγενέστερό του Γούδα), ἀναφέρει σχετικά: «Ἡ γενιά του [ἐννοεῖ τοῦ Πανουργιᾶ] δὲν ἦταν παρακατιανή. Βαστοῦσε ἀπὸ παλιὰ καὶ τρανὴ οἰκογένεια. Ἡ παράδοση τὴν ξεκινάει ἀπ’ τὸ πέσιμο τῆς Πόλης κι ἡ Ἱστορία τὴν ἀφήνει νὰ σβήσει στὸ σκοτάδι τῶν αἰώνων. Μᾶς λένε κι οἱ δυό πὼς πολλὰ χρόνια πρὶν ἡ Παρνασσίδα πέσει στὰ τούρκικα χέρια, στὸ χωριὸ Ἁϊ Γιώργης ἔξω ἀπ’ τὰ Σάλωνα, ζοῦσε ἡ οἰκογένεια τοῦ Ξηροῦ. Ὁ γενάρχης τους δὲν μποροῦσε ν’ ἀνεχθεῖ τὴν τούρκικη σκλαβιά. Πῆρε κοντά του κι’ ἄλλους πατριῶτες κι’ ἀποτραβήχτηκαν στὸ νησάκι ποὺ βρίσκεται μπροστὰ στὸ Γαλαξείδι, τὸν σημερινὸ Ἁϊ Γιώργη. Ὁ Ξηρὸς δὲν τραβήχτηκε ἐκεῖ γιὰ νὰ ζήσει μία ἥσυχη ζωή. Σκοπός του ἦταν κάθε τόσο μὲ τὶς ἐπιδρομές του νὰ ἐνοχλεῖ στὴ στεριὰ τὸν κατακτητή. Καὶ σὲ λίγο καιρό, τὸ ἤρεμο νησάκι τοῦ Γαλαξειδιοῦ ἔγινε ἡ βάση ἀπ’ ὅπου ἐξορμοῦσε ἡ ὁμάδα τοῦ Ξηροῦ. Κι’ εἶναι ἴσως ἡ πρώτη ἐμφάνιση τῆς κλεφτουριᾶς στὴν Παρνασσίδα. Οἱ Τοῦρκοι δὲν εἶχαν τότε κατάλληλες ναυτικὲς δυνάμεις γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ χτυπήσουν αὐτοὺς τοὺς παράξενους κουρσάρους –στεριανοὺς– καὶ νὰ ἡσυχάσουν ἀπ’ τὶς καθημερινὲς ζημίες καὶ φόνους ποὺ τοὺς κάνανε στὴν Παρνασσίδα. Ἀποφάσισαν νὰ τοὺς δώσουν ἕνα χωριὸ νὰ ἐγκατασταθοῦν καὶ νὰ ζήσουν ἥσυχα. Τὸ δέχτηκε αὐτὸ ὁ Ξηρὸς καὶ διάλεξε γιὰ μόνιμη διαμονὴ τὸ χωριὸ Δρέμισα. Μὰ καὶ αὐτὸ γιὰ λίγο. Σὰν ἔκλεισε τὰ μάτια ὁ γενάρχης, τὰ παιδιά του πῆραν τὰ βουνὰ κι’ ἀκολούθησαν τοὺς κλέφτες ποὺ πλημμύριζαν τότε τὰ βουνὰ τῆς Γκιώνας καὶ τοῦ Παρνασσοῦ. Ἀπ’ τὴν οἰκογένεια αὐτὴ ἦταν καὶ ὁ Δημήτριος Ξηρός, παλιὸς κλέφτης, ποὺ ὕστερα ἔγινε προεστὸς τῆς Δρέμισας. Ξερακιανὸς καὶ ψηλὸς ὅπως ἦταν, τὸν φώναζανε Ξηροδημήτρη». Ὁ Φιλήμων (1860, τ. Γ´, σ. 68) ἀναφέρει ὡς πατέρα τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ τὸν Δημήτριο Ξηροτήρη, προεστὸ τοῦ χωριοῦ Δρέμισα, καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο (Γ´, σ. 420) συμπληρώνει: «Κατήγετο ὁ Πανουριᾶς ἐκ τῶν Βλαχοχωρίων τῆς Ἀμφίσσης καὶ οὐδόλως ἀνῆκε εἰς ἀρματολικὴν τινὰ γενεά, αὐτὸς γενόμενος ὁ ἀρχηγὸς τοιαύτης». Ὁ Γούβαλης3 (1978, τ. ΣΤ´, σ. 58) ἀναλύει: «Ὁ οἰκογενειακὸς κλάδος 3. Ὁ Εὐθύμιος Γούβαλης ἦταν δάσκαλος. Ὅταν συνταξιοδοτήθηκε, ἔγραψε, μεταξὺ ἄλλων, τὴ μελέτη Ἱστορία τῆς Κοινότητος Πανούρια. Τὸ πόνημα αὐτό, τὸ ὁποῖο εἶναι σὲ


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ



τοῦ Πανουριᾶ προερχόταν ἀπ’ τοὺς Ξηραίους ἢ Μαυριαίους (κατὰ Κων/νον Ἀναστ. Ἀναστασόπουλον καὶ Παν. Γ. Μαυριάν, καθηγητήν). Κατὰ τὴν παράδοση, οἱ Ξηραῖοι ἦρθαν μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κων/λης κι’ ἐγκατεστάθηκαν σ’ ἕνα νησάκι μπροστὰ στὸ Γαλαξείδι. […] Γενάρχης τῶν Ξηραίων (ποὺ γεννήθηκε τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος) ἦταν ὁ Δημήτριος Ἰω. Ξηρὸς ἢ Ξηροδημήτρης ἢ Δημήτριος Ξηροτύρης»4. Ἡ οἰκογενειακὴ παράδοση, ἡ ὁποία, ὅπως εἴδαμε, παρουσιάζει τὴν καταγωγὴ τῆς οἰκογένειας τῶν Ξηραίων προερχόμενη ἀπὸ ὁμάδες σιδηροφρακτῶν ἱπποτῶν ποὺ διέφυγαν ἀπ’ τὴν Κωνσταντινούπολη, πιθανὸν νὰ βασίστηκε σὲ διηγήσεις ἱστορικῶν γεγονότων σχετικῶν μὲ τὶς περιπέτειες τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖες, μὲ τὸν χρόνο, συγχωνεύτηκαν μὲ τὶς ἀναμνήσεις τῶν πρώτων μελῶν τῆς οἰκογένειας. Οἱ διηγήσεις τῆς οἰκογενειακῆς παράδοσης, κατὰ πάσα πιθανότητα, πηγάζουν ἀπὸ τὶς ἀναμνήσεις τῶν συνεχῶν πολέμων ποὺ ἔλαβαν χώρα στὴ Στερεὰ μὲ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν Νορμανδῶν, τῶν Φράγκων καὶ τῶν Καταλανῶν κατὰ τὸν 12ο καὶ 13ο αἰώνα. Ἀργότερα, κατὰ τὰ μέσα τοῦ 15ου αἰώνα, πολλὲς περιοχὲς τῆς Ἑλλάδας καταλαμβάνονται ἀπὸ τοὺς Ἐνετούς. Ἔκτοτε διεξάγονται πόλεμοι καὶ συγκρούσεις Ἐνετῶν, Φράγκων καὶ ἱπποτῶν ἄλλων χωρῶν ἐναντίον τῶν Τούρκων. Συγκεκριμένα, τὸ 1571, μετὰ τὴ ναυμαχία τῆς Ναυπάκτου, πραγματοποιεῖται μεγάλη ἐξέγερση στὴ Στερεά, χωρὶς ὅμως ἐπιτυχία. Ὅλοι οἱ προύχοντες τῶν Σαλώνων ὁδηγοῦνται σὲ σφαγή. Συγχρόνως, ἡ Ρωσία διεξάγει πόλεμο κατὰ τῆς Τουρδακτυλόγραφη μορφή, ἔχει τοπικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ Δρέμισα καὶ τοὺς κατοίκους της καὶ ἔχει συνταχθεῖ μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια καὶ προσοχή. Περιλαμβάνει στοιχεῖα γιὰ τὶς οἰκογένειες τῆς Δρέμισας, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τῆς περιοχῆς, καθώς, ἐπίσης, καὶ γιὰ τοὺς Δρεμισιῶτες ἀγωνιστές. Ἡ ἱστορία του βασίζεται σὲ προσωπικὲς μαρτυρίες καὶ ἀναμνήσεις τῶν κατοίκων καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἔχει ἰδιαίτερη ἀξία. 4. Ἡ καταγωγὴ τῆς οἰκογένειας Πανουργιᾶ ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ἡ ἐγκατάστασή της στὴ Δρέμισα ἀναφέρονται, ἐπίσης, καί στὶς ἑξῆς πηγές: Ν.Μ.Ε.Ε. (1980, τ. ΚΣΤ´, σ. 135), Ε.Λ. Ἐλευθερουδάκη (1930, τ. Ι´, σ. 409), Ν.Ε.Λ. Ἡλίου (1947, τ. ΙΕ´, σ. 422), Στασινόπουλος (1972, τ. Γ´, σ. 316) καὶ Μ.Ε.Ε. (1932, τ. ΙΘ´, σ. 545). Ἡ Μ.Α.Ε. (1968, τ. Γ´, σ. 11) καὶ ἡ Ε. Πάπυρος L.B. (2006, τ. ΜΑ´, σ. 335) ἀναφέρουν ὅτι ὁ Πανουργιᾶς προερχόταν ἀπὸ τὴν αὐλὴ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ.




Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ

κίας. Οἱ Ἕλληνες, ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια, πολέμησαν στὸ πλευρὸ τῶν Ἐνετῶν. Εἶναι φυσικὸ οἱ ἀγῶνες αὐτοὶ νὰ ἔχουν διασωθεῖ ὡς θρύλοι στὶς μνῆμες τῶν Ἑλλήνων. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Ἐνετοτουρκικοῦ πολέμου (1684-1699), πολλὲς οἰκογένειες τῆς Ρούμελης, πιθανῶς καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ Ξηροῦ, κατέφυγαν στὰ νησιὰ τῶν Σαλώνων καὶ τοῦ Γαλαξιδίου5. Ὁ Καλονάρος (1997, σ. 364), μνημονεύοντας τὸν Νέο Ἑλληνομνήμονα, ἀναφέρει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴν ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος φυγάδευσε τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ στὰ νησιὰ τοῦ Κρισσαίου κόλπου (δηλαδή, τοῦ κόλπου τῆς Ἰτέας) καὶ στὰ παράκτια τῶν Ἀλκυονίδων. Ὁ Ντόκος (1975, σ. 254), στηριζόμενος σὲ ἐνετικὰ ἀρχεῖα καὶ σὲ ἄλλους συγγραφεῖς, στὴν περίληψη τοῦ βιβλίου του περιγράφει: «Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ τελευταίου χρόνου τοῦ πολέμου, τὰ Σάλωνα καὶ οἱ πέριξ περιοχές, ἀφοῦ ὑπέφεραν ἀπὸ ἐπανειλημμένες ἐπιδρομὲς καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρές, ἦρθαν ὑπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Τούρκων. Μόνο μέρος τῶν παλιῶν κατοίκων παρέμεινε ἐκεῖ διότι ὅλοι οἱ Τοῦρκοι κάτοικοι εἶχαν ἤδη ἀποσυρθεῖ σὲ τουρκικὲς περιοχές, ἐνῷ οἱ περισσότεροι χριστιανοί, ἐκτὸς ἐκείνων ποὺ εἶχαν μεταναστεύσει στὴν Πελοπόννησο, κατέφυγαν τουλάχιστον ἀπὸ τὸ 1687 στὶς νησίδες τοῦ κόλπου τῶν Σαλώνων ποὺ ἦταν ὑπὸ ἐνετικὴ κατοχὴ καὶ προστασία». Στὴ συνέχεια, ὁ συγγραφέας προσθέτει (σ. 138): «Εἰς τὴν νῆσον Τριζόνια εὑρίσκοντο ἄνω τῶν 80 οἰκογενειῶν, ἐκ τῶν ὁποίων δέ��α ἀπὸ τὸ χωριὸ Καρούτια, ὀχτὼ ἀπὸ χ[ωριὸ] Σεργούλα, δώδεκα ἀπὸ χ. Γκελία, καὶ δέκα ἀπὸ χ. Βελᾶ […] [.] Ὑπῆρχαν πολλαὶ οἰκογένειαι ἐκ Σαλώνων ἕτοιμαι νὰ διαπεραιωθοῦν καὶ αὗται εἰς νῆσον Τριζόνια […]». 5. Στὸν κόλπο τῆς Ἰτέας ὑπάρχουν ἑπτὰ νησιά, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι ὁ Ἅγιος Δημήτριος καὶ ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος. Ἐπίσης, ἔναντι τοῦ Γαλαξιδίου βρίσκονται τὰ Τριζόνια (σύμπλεγμα νησιῶν, μὲ μεγαλύτερο τὰ Τριζόνια καὶ μικρότερες νησίδες τὸν Ἅγιο Ἰωάννη, τὸ Πρανούδι καὶ τὸ Πλανέμι). Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὰ νησιὰ τοῦ Γαλαξιδίου καὶ τῶν Σαλώνων ἀποτέλεσαν καταφύγιο τῶν Ἑλλήνων καὶ κατὰ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Βουλγάρων τὸ 996 μ.Χ. καὶ κατὰ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Ὀζόλων (Λοκρῶν) τὸ 1059. Ὅταν οἱ Ἰωαννίτες τῆς Ρόδου ἀγόρασαν τὴν εὐρύτερη περιοχὴ ἀπὸ τοὺς Παλαιολόγους, οἱ Γαλαξιδιῶτες τοὺς παραχώρησαν καὶ τὴ νησίδα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Οἱ Ἰωαννίτες ἐπεδίωξαν τότε νὰ ξεσηκώσουν τοὺς Ἕλληνες ἐναντίον τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ἦταν καὶ οἱ πραγματικοὶ κύριοι τῆς περιοχῆς (Πετρονώτης, 1973, τ. Δ´, σ. 118).


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ



Ὁ Ντόκος, ἐπίσης ἀναφέρει (σ. 143) ὅτι στὰ Σάλωνα, ἐκτὸς των Ἑλλήνων κατοίκων, τὸ 1694 ἦταν ἐκεῖ ἐγκατεστημένος καὶ στρατιωτικὸς Διοικητὴς τῶν Ἐνετῶν. Ὡς διοικητὴς τῶν Σαλώνων κατὰ τὴν περίοδο ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιο 1697 μέχρι τὸν Νοέμβριο 1699 μαρτυρεῖται ὁ Ἕλληνας Ἀντώνιος Βερναρδάκης. Ὑπάρχει ἡ ἐπιστολὴ τοῦ βοεβόδα τῶν Σαλώνων πρὸς τοὺς δημογέροντες καὶ τοὺς ἱερεῖς τοῦ νησιοῦ τῶν Σαλώνων (γράφηκε, κατὰ πᾶσα πιθανότητα, τὸ 1700): «Γνωρίζετε τώρα ὁ Σάλωνας τί ἀφέντη ἔχετε μεγάλο[…] νὰ ἔρθητε νὰ φτιάσετε τὰ σπίτια σας, ὣς πότε τραβᾶτε ἐτοῦτο τὸ ντέρτι» (Ντόκος, 1975, σ. 153). Ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴν προκύπτει, ἐπίσης, ὅτι ὁ βοεβόδας προσκαλεῖ τοὺς Ἐνετοὺς νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ νησί. Οἱ Ἐνετοὶ ἦταν ὑποχρεωμένοι ἀπὸ τὴ συνθήκη τοῦ Κάρλοβιτς (1698) νὰ ἀποσύρουν τὸν στρατιωτικὸ διοικητὴ καὶ τὴ φρουρὰ καὶ νὰ παραδώσουν τὸ νησὶ τῶν Σαλώνων στοὺς Τούρκους. Ἀπὸ τὴ σύντομη αὐτὴν ἱστορικὴ ἀναδρομή, ὕστερα ἀπὸ μελέτη τῆς σχετικῆς ἱστοριογραφίας καὶ τὴ γνώση τῆς οἰκογενειακῆς παράδοσης, συνάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ οἰκογένεια Ξηροῦ προέρχεται, κατὰ πᾶσα πιθανότητα, ἀπὸ τὶς οἰκογένειες ποὺ ἦταν ἐγκαταστημένες στὸν Ἅγιο Γεώργιο Παρνασσίδος. Μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ Ἐνετοτουρκικοῦ πόλεμου, ἡ οἰκογένεια βρίσκει καταφύγιο στὰ νησιὰ τοῦ κόλπου τῶν Σαλώνων. Μετὰ τὴ συνθήκη τοῦ Κάρλοβιτς καὶ τὴν παράδοση τῶν νησιῶν στοὺς Τούρκους, ἡ οἰκογένεια Ξηροῦ ἐγκαθίσταται στὴ Δρέμισα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὴ γενέτειρα τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΞΗΡΟΥ

Κατὰ τὴν οἰκογενειακὴ παράδοση, ὁ πρῶτος γνωστὸς πρόγονος τῆς οἰκογένειας εἶναι ὁ Ἰωάννης Ξηρός, ὁ ὁποῖος δὲν ἀναφέρεται σὲ ἱστορικὲς πηγές, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Γούβαλη (1978, τ. ΣΤ´, σ. 58) καὶ τὴ Ν.Μ.Ε.Ε. (1980, τ. ΚΣΤ´, σ. 135). Γιὸς τοῦ Ἰωάννη Ξηροῦ εἶναι ὁ Δημήτριος Ξηρὸς ἢ Ξηροδημήτρης. Σύμφωνα μὲ τὸ ἐπικρατέστερο στὴ Στερεὰ Ἑλλάδα ἔθιμο, ὅπου προτάσσεται τὸ ἐπίθετο τοῦ βαπτιστικοῦ ὀνόματος, ὁ Δημήτριος Ξηρὸς ἀποκα-




Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ

λοῦνταν καὶ Ξηροδημήτρης6. Γεννήθηκε τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 18ου αἰώνα. Ὁ Δημήτριος Ξηρὸς ἀπέκτησε τρεῖς γιούς: τὸν Ἰωάννη, τὸν Κωνσταντῖνο καὶ τὸν Πανουργιᾶ, καὶ μιὰ θυγατέρα. Στὴν οἰκογενειακὴ παράδοση δὲν ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τῆς θυγατέρας τοῦ Δημητρίου Ξηροῦ. Ἀπὸ τὴ θυγατέρα κατάγονται οἱ οἰκογένειες Μακρῆ, Τσακάλου, καὶ Κυριαζῆ ἀπὸ τὰ Καστέλια Γραβιᾶς. Κατὰ τὴ διήγηση τοῦ Νίκου Μακρῆ τοῦ Ἰωάννη, καὶ τοῦ Ἰωάννη Μακρῆ τοῦ Ἀθανασίου, στὶς οἰκογένειες Μακρῆ καὶ Τσακάλου ὑπῆρχαν θυγατέρες μὲ τὸ ὄνομα Ζωή. Πιθανῶς αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ ὄνομα τῆς κόρης τοῦ Δημητρίου Ξηροῦ. Ὁ πρωτότοκος γιὸς τοῦ Δημητρίου Ξηροῦ Ἰωάννης (ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸ ὄνομα ἀπὸ τὸν παππού του, Ἰωάννη) εἶχε ἕναν γιό, τὸν Παναγιώτη, γνωστὸ ὡς Κιτέα, ὁ ὁποῖος ἔπεσε ἡρωικὰ στὴ μάχη τῶν «Πέντε Ὁρίων», χωρὶς νὰ ἀποκτήσει τέκνα. Ὁ Ἰωάννης εἶχε, ἐπίσης, μιὰ θυγατέρα, τὴ Ζωή, ἡ ὁποία παντρεύτηκε τὸν Θεοδώρου. Αὐτὴ ἀπέκτησε τρεῖς θυγατέρες, τὴ Χαρίκλεια Δεστερλῆ, τὴν Ἀφροδίτη Ζαχαροπούλου καὶ τὴν Ἀργυρὴ Κατσαμπούρου, καὶ δύο γιούς, τὸν Παναγιώτη καὶ τὸν Ἡρακλῆ. Ὁ Παναγιώτης Θεοδώρου ἀπεβίωσε χωρὶς ἀπογόνους. Ὁ Ἡρακλῆς μέχρι τὸ 1860 ἔφερε τὸ ἐπίθετο Θεοδωρόπουλος, τὸ 1862 τὸ ἐπίθετο Θεοδώρου καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Νάκου Πανουργιᾶ (γιοῦ τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ) ζήτησε καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Πανουργιᾶς, μὲ ἀπόφαση τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν7. Ὁ Ἡρακλῆς ἦταν ὑπάλληλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συμβουλίου. Ἀπέκτησε τέσσερις γιούς, τὸν Θεόδωρο, τὸν Πάνο, τὸν Σταῦρο καὶ τὸν Ἀντρέα, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπέκτησαν ἀπογόνους. Ὁ Γούδας (1876, τ. Η´, σσ. 265-266) ἀναφέρει σχετικὰ μὲ τὸν οἰκογενειακὸ κλάδο τοῦ Ἰωάννη Ξηροῦ, 6. Ὁ Δημήτριος Ξηρὸς ἢ Ξηροδημήτρης ἢ Ξηροτήρης, ὡς γενάρχης τῆς οἰκογένειας καὶ πατέρας τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ, ἀναφέρεται στὶς ἑξῆς πηγές: Γούδας (1876, τ. Η´, σ. 238), Φιλήμων (1860, τ. Γ´, σ. 68), Λάππας (1958, σ. 58), Ἐνισλείδης (1978, σ. 284), Κλεφτοδῆμος (1988, σ. 345), Ν.Ε.Λ. Ἡλίου (1947, τ. ΙΕ´, σ. 422), Κόκκινος (1956, τ. A´, σ. 295), Ε. Πάπυρος L.B. (2006, τ. ΜΑ´, σ. 335), Ε.Ε.Ε. (1988, τ. Η´, σ. 123), Ε.Λ. Ἐλευθερουδάκη (1930, τ. Ι´, σ. 409), Παπαγιώργης (2003, σ. 206) καὶ Παπαϊωάννου (1991, σ. 223). 7. Ἀριθμὸς πρωτοκόλλου ἀπόφασης 7.516/15-8-1863, ὅπως ἔχει ἀποτυπωθεῖ στὸ κείμενο ποὺ συνοδεύει «Τὸ γενεαλογικὸ δένδρο τῆς οἰκογένειας Πανουργιᾶ», αὐτ., Παράρτημα, σσ. 504-507.


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ



ἀδελφοῦ τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ: «Τοῦ δ’ ἑτέρου ἀδελφοῦ τὰ ὀρφανὰ εἶχον ἄλλον φιλόστοργον πατέρα, παρὰ τῷ θείῳ των· ἀλλ’ ὁ μὲν υἱὸς ἐκείνου Παναγιώτης Κιτέας ἐφονεύθη ἐν τῇ μάχῃ τῶν Πεντεορίων· ἡ δὲ θυγατὴρ Ζωίτσα, ἀποκατασταθεῖσα τῇ μερίμνῃ τοῦ Πανουριᾶ, ἐγκατέλειπε τρεῖς θυγατέρας καὶ δύο υἱούς, τὸν γνωστὸν παρ’ ἡμῖν οἰκονομικὸν ὑπάλληλον Ἡρακλέα Πανουριᾶν· καὶ τὸν ἐπίσης γνωστὸν Παναγιώτην, ἔμπορον· πολλαπλασιάσας μάλιστα ὁ Νάκος Πανουριᾶς, ὅσας ἐκληρονόμησεν ἀρετὰς διὰ μερίμνης ὅλως πατρικῆς ἀποκατέστησε πάνυ καταλλήλως οὐ μόνον τὰ ὀρφανὰ ταῦτα, ἀλλὰ καὶ τὰς τέσσαρας ἄγαμους ἀδελφάς του […]». Ὁ δεύτερος γιὸς τοῦ Δημητρίου Ξηροῦ Κωνσταντῖνος ἀπέκτησε ἕναν γιό, τὸν Δημήτριο, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε ὡς στρατιώτης τοῦ Πανουργιᾶ (ψυχογιός), γνωστὸς καὶ ὡς «Μῆτρος τοῦ Πανουριᾶ». Ὁ Σταθόπουλος (1994, σ. 288) τὸν καταχωρίζει ὡς «Πανουριᾶς Δημήτριος τοῦ Κ. Φωκὶς (Δρέμισα): Ἀνθυπολοχαγὸς ἀρχαίας φάλαγγος, Ἀνθυπολοχαγὸς Δ´ Ἐλαφροῦ Τάγματος, 25αρχος τῆς χιλιαρχίας Δυοβουνιώτη (1829)». Ὁ Δημήτριος εἶχε ἕναν γιό, τὸν Κωνσταντῖνο Πανουργιᾶ, πρόξενο τῆς Ἑλλάδας, ὁ ὁποῖος δὲν ἄφησε ἀπογόνους. Ἑπομένως, ὁ κλάδος αὐτὸς τῆς οἰκογενείας ἐξέλειψε. Ὁ Γούδας (1876, τ. Η´, σ. 265) ἀναφέρει σχετικά: «Ὁ γέρων Πανουριᾶς, εἶχεν, ὡς εἴδομεν, καὶ δύω ἀδελφούς, τὸν Κωνσταντῖνον καὶ Ἰωάννην, ἐνωρὶς ἀποθανόντας καὶ μόνον τὴν ἔντιμον ἔνδειαν κληροδοτήσαντας εἰς τὰ ὀρφανά των. Τὸν μὲν μονογενὴ υἱὸν τοῦ πρώτου Δημήτριον ἐξεπαίδευσεν ἰδίαις δαπάναις ἐν Κερκύρᾳ ὁ ἀρματωλὸς καὶ κλέφτης Πανουριᾶς· ἀποθανόντος δὲ τούτου ὑπολοχαγοῦ, ἔμεινεν ὁ μόνος υἱός του Κωνσταντῖνος, τὸ ἐπάγγελμα δικηγόρος». Συνοψίζοντας, ἀπὸ τοὺς δύο γιοὺς τοῦ Δημήτριου Ξηροῦ, Ἰωάννη καὶ Κωνσταντῖνο, δὲν ὑπάρχουν ἀπόγονοι ἐξ ἀρρενογονίας. Οἱ ἄρρενες ἀπόγονοι τοῦ Δημητρίου Ξηροῦ προέρχονται μόνο ἀπὸ τὸν γιὸ τοῦ Πανουργιᾶ, οἱ ὁποῖοι κρατοῦν ὡς ἐπίθετο τὸ Πανουργιᾶς ἀντὶ γιὰ Ξηρός8. Ὑπάρχει συγγένεια μεταξὺ τοῦ γνωστοῦ ὁπλαρχηγοῦ Ἰωάννη Γκούρα 8. Γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὸ ὄνομα Πανουργιᾶς, βλ. στὸ κεφάλαιο «Ἡ γέννηση καὶ τὸ ὄνομα Πανουργιᾶς», αὐτ., σσ. 41-45.




Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ

καὶ τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ, χωρὶς ὅμως νὰ καθορίζεται ἐπακριβῶς ἡ συγγενικὴ σχέση οὔτε στὴν ἱστορία οὔτε στὴν οἰκογενειακὴ παράδοση9. Κατὰ μία ἐκδοχή, ὁ Γκούρας θεωρεῖται ἀνιψιὸς τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ. Ὁ Γούβαλης (1978, τ. ΣΤ´, σ. 4) γράφει σχετικά: «Δέκα ἑπτὰ ἐτῶν, ὁ Γκούρας ἀκολούθησε τὸν ἐκ μητρὸς θεῖο τοῦ Πανουργιᾶ». Πιθανῶς ἡ συγγένεια τοῦ Γκούρα νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν πρώτη σύζυγο τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ, Μαρία Κουμαριτσιώτη. Κατὰ δεύτερη ἐκδοχή, ὁ Γκούρας εἶναι ξάδερφος10 τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ: σὲ ἐπιστολὴ τοῦ Γκούρα πρὸς τὸν Ἀναστάσιο Λιδωρίκη στὶς 9/5/182511, ὁ πρῶτος ἀναφέρει τὸν Κιτέα ὡς ἀνιψιό του. Ἐφόσον ὁ Κιτέας εἶναι γιὸς τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ, Ἰωάννη, προκύπτει συγγένεια ξαδέρφου, χωρὶς νὰ προσδιορίζεται, ὡστόσο, πῶς προέρχεται ἡ συγγένεια αὐτή.

9. Ὁ Σπαθιᾶς (1971, σ. 32), ὁ Ἀβραὰμ (1957, σ. 278), ὁ Καλονάρος (1997, σ. 149), ἡ Ε.Ε.Ε. (1985, τ. Γ´, σ. 145), ὁ Βυζάντιος (1874, σ. 345), ὁ Κόκκινος (1957, τ. Γ´, σ. 204) καὶ τὸ Ε.Λ. Ἐλευθερουδάκη (1928, τ. Γ´, σ. 937) ἀναφέρουν ἀόριστα γιὰ συγγένεια Γκούρα καὶ Γερο-Πανουργιᾶ. 10. Οἱ ἱστορικοὶ ποὺ θεωροῦν τὸν Γκούρα ξάδερφο τοῦ Γερο-Πανουργιᾶ εἶναι οἱ ἑξῆς: Ἐνισλείδης (1978, σ. 289), Φιλήμων (1860, τ. Γ´, σσ. 70-71), Τρικούπης (1978, τ. A´, σ. 171), Βορτσέλας (1907, σ. 401)· ἐπίσης, τὸ Ν.Ε.Λ. Ἡλίου (1947, τ. ΙΕ´, σ. 506). 11. Ἡ ἐπιστολὴ δημοσιεύθηκε στὴν Ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, φύλλο 63.3, στὶς 12 Μαΐου 1825.


ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΔΕΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821