Issuu on Google+

Α ΓΛ ΑΪ Α ΚΩ ΝΣ Τ ΑΝ Τ ΙΝ Ι Δ ΟΥ -ΚΛ ΟΥ Κ ´ I ΝΑ

ΑΪΝΤΕ ΠΑΛΙ... ξεριζώνεται ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὴν Πόλη ( 1 9 5 8 - 1 9 6 8)

ΙΚΑΡΟΣ


©© Ἀγλαΐα Κωνσταντινίδου-Κλουκίνα & \Εκδόσεις \Ίκαρος, 2011 © Γιὰ τὴν εἰκονογράφηση: Σωματεῖον Ἑλλήνων Ὑπηκόων Ἀπελαθέντων © ἐκ Τουρκίας ISBN 978-960-9527-22-4


ΑΪΝΤΕ ΠΑΛΙ... ξεριζώνεται ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὴν Πόλη (1958-1968)


ΑΓΛΑΪΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ-ΚΛΟΥΚI´ΝΑ

ΑΪΝΤΕ ΠΑΛΙ... ξεριζώνεται ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὴν Πόλη (1958-1968)

ΙΚΑΡΟΣ


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ


κι ἡ Πελαγία πάντρεψε τὴν κόρη της, τὴ Σμαρὼ μὲ τὸν Στέλιο ποὺ ἤτανε ἀπ’ τὸ φερίκιοϊ, περιοχὴ πρὶν τὸ Σισλί. Ἡ χαρά τους ἔγινε ἐκεῖ στὴν τοπικὴ ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τὸ Μάιο τοῦ 1958. Ἐμεῖς στὴν Πόλη παντρευόμασταν πάντα δύο φορές. Τὸ νικιάχι, ὁ πολιτικὸς δηλαδὴ γάμος δὲν ἦταν προαιρετικὸς ἀλλὰ ὑποχρεωτικός. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Στέλιος μὲ τὴ Σμαρὼ παντρευτήκανε πρῶτα στὸ Ληξιαρχεῖο καὶ μετὰ στὴν ἐκκλησία. Εἶχε ἔμπει γιὰ τὰ καλὰ ἡ ἄνοιξη καὶ τ’ ἀεράκι ἔσερνε ἀρώματα ἀπ’ τὶς φλαμουριὲς καὶ μαζὶ μὲ τὸ θυμίαμα σκορποῦσε μιὰ μεθυστικὴ εὐωδιὰ γύρω ἀπ’ τὸν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησίας. Ἡ Σμαρώ, ὅπως συμβαίνει σ’ ὅλα τὰ κορίτσια, ζοῦσε τὴν ὡραιότερη στιγμὴ τῆς ζωῆς της. Λεμονανθοὶ στολίζαν τὰ μαλλιά της, μπλεγμένοι σὲ διάδημα ἀνάμεσα στὶς μποῦκλες της κι ἕνα μικρὸ διάφανο πέπλο ἔπεφτε στὸ πρόσωπό της, ἴσιαμε τὸ ὕψος τῶν ματιῶν της. Τὸ νυφικό της νταντέλα κιουποὺρ στὸν μποῦστο καὶ λίγο κάτω ἀπ’ τὴν τάλια1 ἄνοιγε πλούσιο μὲ μία σειρὰ ἀπανωτὰ τούλια ποὺ φουσκῶναν γύρω της, καταλήγοντας ἀπὸ πίσω σὲ μιὰ μακριὰ οὐρὰ ποὺ τὴν βαστοῦσαν δύο ὄμορφα παρανυφάκια.

Τ

oΤΕ ΛΟΙΠoΝ ΓeΝηΚΕ

1. μέση.




Στηριγμένη μὲ χάρη στὸ μπράτσο τοῦ Στέλιου σκορποῦσε συγκρατημένα χαμόγελα σ’ ὅσους μὲ τὰ μάτια σιωπηλὰ καὶ μὲ νόημα τὴν χαιρετοῦσαν. Ἐκεῖνος μὲς στὸ γαμπριάτικο σμόκιν του μὲ τὸ παπιὸν δεμένο γύρω ἀπ’ τὸν ἄσπρο γιακὰ τοῦ πουκαμίσου του κορδωμένος, ἀπολάμβανε εὐτυχισμένος τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς χαμογελώντας στὰ νοηματικὰ πειράγματα τῶν φίλων καὶ γνωστῶν του. Πίσω ἀπ’ τὸν γαμπρὸ ἡ μάνα του, ἡ κυρία Μαφάλντα, χήρα πολλὰ χρόνια μὲ γκρίζο σατὲν φουστάνι κι ἰδιόρυθμο καπέλο σκεπασμένο μὲ πούπουλα καὶ πτερά. Βλέπεις τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ καπέλο χαρακτήριζε ἐπισημότητα κι ἦταν ἀπαραίτητο ἀξεσουάρ. Πίσω ἀπ’ τὴ νύφη, πολὺ συγκινημένη, σχεδὸν ταραγμένη, ἡ μάνα της, ἡ Πελαγία μὲ λιλὰ μεταξωτὸ φουστάνι καὶ ψαθένιο καπελάκι στὸ ἴδιο χρῶμα. Ἀνήσυχη, κάθε τόσο κοίταζε τὸν ἄντρα της ποὺ προσπαθοῦσε μὲ τὴν ἤρεμη ἔκφραση τῶν ματιῶν του νὰ τὴν καθησυχάσει. Ὁ κὺρ Παντελὴς ἦταν πράος ἄνθρωπος, φιλήσυχος καὶ μὲ τὸν τρόπο του ἔκαμνε τὴν οἰκογένειά του νὰ νιώθει ἀσφάλεια. Ἡ Πελαγία ἔχανε τὰ νερά της ὅταν ἐκεῖνος δὲν ἦταν στὸ πλάγι της νὰ τὴν συμπαραστέκεται. Τὸν εἶχε στήριγμά της. Ἦταν καὶ πάλι μιὰ ἠλεκτρισμένη ἐποχὴ ὅσον ἀφοροῦσε τὴν πολιτικὴ κατάσταση. Πρὶν ἕνα μήνα, οἱ τουρκικὲς ἀρχὲς κλείσανε τὴν Ἑλληνικὴ Ἕνωση Κωνσταντινουπολιτῶν κι εἴχανε συλλάβει ἀρκετοὺς Ἕλληνες τῆς Πόλης ποὺ εἶχαν σχέση μὲ τὸ σύλλογο, κατηγορώντας τους γιὰ κατασκοπία. Μία δυσάρεστη ἀβεβαιότητα ἀνησυχοῦσε ὅλους τοὺς Ρωμιοὺς καθόσον καὶ τὸ Κυπριακὸ βρίσκουνταν πάλι σὲ βρασμὸ καὶ μεγάλα συλλαλητήρια μὲ τὸ σύνθημα «Διχοτόμηση ἢ Θάνατος» ὀργανώνουνταν καθημερνὰ στὴν Πόλη. 


Μετὰ τὴ χαρά, οἱ πιὸ στενοὶ συγγενεῖς τοῦ ζεύγους ἦταν καλεσμένοι ἀπ’ τοὺς γονεῖς τῆς νύφης γιὰ νὰ γιορτάσουν ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ γευτοῦν τὶς νοστιμιὲς τῆς κουζίνας τοῦ σπιτιοῦ καὶ τὰ μαγειρέματα ποὺ ἑτοίμασε ἡ Πελαγία μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἀδερφῆς της Σουλτάνας καὶ τῆς γειτόνισσάς της, τῆς Ζωζώκας. Πράματα καὶ θάματα ἀπάνω σ’ ἕνα γιορτινὸ πολίτικο τραπέζι, ἔτσι ὅπως ξεύρουν νὰ τὸ ἑτοιμάζουν οἱ πολίτισσες νοικοκυρές, καταστόλιστο μὲ λουλούδια λόγω τῆς ἰδιαίτερης ἡμέρας, στρωμένο μὲ τραπεζομάντιλο κεντημένο στὸ χέρι καὶ τελείωμα νταντέλα στὴν ἄκρια. Καὶ στὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ τραπεζιοῦ ἡ κυρία Χρυσή, ἡ εὐτραφὴς γιαγιὰ τῆς Σμαρῶς «τὰ πάχη μου, τὰ κάλλη μου» μὲ τὰ διπλὰ καὶ τριπλὰ κερντάνια1 στογγυλοκαθισμένη στὸ φαρδὺ κολτούκι2 της, ἄσπρη κι ἀφράτη, ὅλο ἀρχοντιὰ κι ἐπιβάλλον3, βαστοῦσε καλὰ τὰ ἠνία γιὰ νὰ τὴν σέβουνται. Ἀπ’ τὰ δεξιά της καθισμένοι ὁ γιός της Ὀρέστης μὲ τὴ Κλωντίν, τὴ γαλλίδα γυναίκα του καὶ τὴν κόρη τους Ἀγγέλα καὶ στὴ σειρὰ δύο φιληνάδες τῆς Σμαρῶς, ἡ Ρέα κι ἡ Κορίνα, συμμαθήτριές της ἀπ’ τὸ σκολεῖο κι ἕνας ἀνύπαντρος φίλος τοῦ Στέλιου, ὁ Σωτήρης. Ἀπ’ τὸ σόι τοῦ γαμπροῦ ἐκτὸς ἀπ’ τὴ μάνα του, ὁ ἀδερφός του Στέφανος, μικρότερος ἀπ’ τὸν Στέλιο κι ἐλεύτερος κι οἱ θεῖοι τους Ἀγὰς καὶ Οὐρανία, ἀδερφὴ ἐκείνη τῆς κυρίας Μαφάλντας κι ἡ χήρα ἀδερφὴ τοῦ μακαρίτη πεθεροῦ τῆς Σμαρῶς, ἡ κυρία Σεβαστή. Στὸ πλάγι τους ἡ κυρία Ζωζώκα μὲ τὸν ἄντρα της τὸν κὺρ Σάββα, τὸν γιό τους Δημητρὸ καὶ τὴν κορούλα τους, τὴ Σοφούλα. Ἀπ’ τ’ ἀριστερὰ τῆς γιαγιᾶς Χρυσῆς, ἡ κόρη της ἡ Πελαγία μὲ τὸν ἄντρα 1. προγούλια.

2. πολυθρόνα.

3. ἐπιβολή.




της τὸν Παντελὴ καὶ παραπλάγι ἡ ἄλλη κόρη της, ἡ Σουλτάνα μὲ τὸν ἄντρα της τὸν Παρασκευὰ καὶ τὸν γιό τους Ἀρτέμη. Καλεσμένες καὶ δύο πρῶτες ἐξαδέρφες τοῦ κὺρ Παντελῆ, ἡ Χαρίκλεια κι ἡ Λυγερὴ μὲ τοὺς κοτζάδες1 τους, τὸν Λευτέρη καὶ τὸν Κυριάκο. Μιὰ ντουζίνα σόι καὶ κάνα δυὸ φίλοι ἀπ’ τὴ γειτονιά, ὁ κύριος φωκίων –δάσκαλος σ’ ἑλληνικὸ σκολεῖο– ποὺ ζοῦσε ὁλόμονος κι εἶχε καθαρευουσιάνικη λαλιὰ κι ὁ κύριος Ξενοφῶν, λογοκριτὴς σ’ ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ μὲ τὴ γυναίκα του τὴν Ἀριάδνη, σπουδαία ράφτρα μὲ μεγάλο ἀτελιὲ στὸ Πέρα καθὼς κι ἡ ντελὴ Κατίνα, ἡ Πόντια μὲ τὸ παρατσούκλι «τρελόγκα». Ὅλοι σηκῶναν τὰ ποτήρια τους νὰ τὰ κουτρήσουν κι εὔχουνταν «στεριωμένα νὰ ζήσετε, καλὰ στερνὰ νά ’χετε καὶ σ’ ἕνα μαξιλάρι νὰ γεράσετε».

• Ἕνα πλῆθος ἀπὸ ἄγνωρα συναιστήματα πλημμυρίζαν τὴν καρδιὰ τῆς Σμαρῶς, μακριὰ πιὰ ἀπ’ τὸ πατρικό της σπίτι. Δύσκολη τὸν πρῶτο καιρὸ ἡ καινούργια ζωὴ κι ἡ προσαρμογὴ στὴ νέα πραγματικότητα. Ἡ πεθερά της τοὺς παραχώρησε τὸ ἀπάνω πάτωμα ἀπ’ τὸ δίπατο σπιτικό της στὸ φερίκιοϊ. Κάτω ἐκείνη μὲ τὸν ἄλλο γιό της τὸν Στέφανο, ἀπάνω ὁ Στέλιος μὲ τὴ Σμαρώ. Τὰ ἔπιπλα τὰ πραγγείλανε στὸν κὺρ Λευτέρη, τὸν ἄντρα τῆς ἐξαδέρφης τοῦ κὺρ Παντελῆ, ποὺ ἦταν καλὸς καὶ φημισμένος ἐπιπλοποιὸς στὴν πιάτσα. Γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε 1. συζύγους.




μὲς στὸ ἐργοστάσιο ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα ποὺ τὸ εἶχε ὁ μπαμπάς του. Ἦταν κάτω τὸ ἐργοστάσιο κι ἀπ’ ἐπάνω ἦταν τὸ σπίτι του. Εἶχε καὶ μία διώροφη ἔκθεση χαμηλά, μερικὰ χάνια1 μετὰ τὸ ξενοδοχεῖο «Πέρα Παλάς». Ἔκαμνε ὡραῖα ἔπιπλα κι ἦταν καλὸς τεχνίτης. Σ’ ἐκείνονα παρήγγειλε ἡ Σμαρὼ τραπεζαρία κλασικὴ μὲ σκαλίσματα, βιτρίνα καὶ μπουφὲ καπλαμαδένιο μὲ κατρέφτη ἀποπάνω καὶ σκαλιστὴ κορνίζα μὲ κορδόνι δουλεμένη γύρω-γύρω. Στὴν κρεβατοκάμαρη κρεβάτι μὲ ἀψηλὸ μέτωπο στὸ ντουβάρι. Σαλόνι μὲ καναπὲ μεγάλο καὶ φοτέι2 μὲ αὐτιὰ στὸ πλάγι καὶ μιὰ ντορμέζα στὸ βυσσινὶ χρῶμα ποὺ τὴν βάλανε καντάντικρα στὴ σεμινέ.3 Γενῆκαν κάτι ἔπιπλα ὄνειρο! Ἦρτε κι ὁ κὺρ Λευτέρης στὸ σπίτι καὶ πολὺ ὡραῖα τὰ μοντάρισε. ...Κι ὕστερα, θυμᾶται ἡ Σμαρώ, κλείσανε τὴν ἡμερομηνία γιὰ τὸ γάμο, γιὰ νὰ ἑτοιμαστοῦν τὰ προσκλητήρια ποὺ τὰ δώκανε ἕνα-ἕνα στὸ χέρι τῶν συγγενῶν, τῶν φίλων καὶ τῶν γνωστῶν πηγαίνοντας στὰ σπίτια τους, γιατὶ ἔτσι ἦταν τότε κι ἀποτελοῦσε τιμὴ γιὰ τὸν καλεσμένο νὰ πάρει τὴν πρόσκληση ἀπ’ τὸ χέρι τῶν μελλονύμφων. Ἡ ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ἔγινε ὁ γάμος τους, εἶναι μεγαλόσχημη καὶ τρουλοειδὴς μὲ ἀψηλὸ μεταλλικὸ καμπαναριὸ καὶ πίσω ἀπ’ τὸ ἱερὸ ἔχει φοινικοειδὴ δέντρα. Ἡ Σμαρὼ θυμᾶται τὸ πόσο δύσκολα ἦβραν ἡμέρα γιὰ νὰ τελέσουν τὸ μυστήριο, γιατὶ πολλὰ νέα ζευγάρια περιμέναν τότε τὴ σειρά τους γιὰ νὰ παντρευτοῦν ἐκεῖ, κι αὐτὸ γιατὶ ἡ συγκεκριμένη ἐκκλησία εἶχε γλιτώσει ἀπ’ τὶς πυρπολήσεις τῶν Σεπτεμβριανῶν τὸ 1955 ἐπειδὴ προστατεύτηκε ἀπ’ τοὺς ἀλβανοὺς φύλακές της κι ἦταν μία ἀπ’ τὶς πάρα πολὺ λίγες ἐκκλησίες –τὶς μετρη1. πολυκατοικίες.

2. πολυθρόνες.



3. τζάκι.


μένες στὰ δάκτυλα τοῦ ἑνὸς χεριοῦ– ποὺ διασωθῆκαν ἀπ’ τὴ μανία τῶν βανδάλων. Οἱ ὑπόλοιπες ἦταν σὲ κακὰ χάλια κι οἱ Ρωμιοὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὶς ἀναστηλώσουν σιγὰ-σιγὰ ἀφοῦ καταφέρναν πρῶτα ἀπ’ ὅλα «ν’ ἀναστηλώσουν» τὸ ἠθικό τους κι ὕστερα, ὅσο γίνουνταν, τὶς περιουσίες τους. Στὰ χρόνια ποὺ ἀκουλουθῆσαν μετὰ τὶς καταστροφὲς τῶν Σεπτεμβριανῶν πολλοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ἀπ’ τοὺς ὁμογενεῖς ποὺ ξεσηκωθῆκαν καὶ τελικὰ φύγαν, ἄλλοι γιὰ τὴν Ἑλλάδα κι ἄλλοι γιὰ τὴ Γερμανία, τὴν Ἀμερικὴ καὶ τὸν Καναντά. Ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπ’ τὶς καταστραμμένες περιουσίες τους, προσπαθῆσαν νὰ τὸ φέρουν σὲ μία ρέγουλα γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ τὶς πουλήσουν ὅσο-ὅσο καὶ νὰ φύγουν μὲ βαριὰ καρδιὰ ἀφήνοντας πίσω ἀγαπημένα πρόσωπα, συγγενεῖς, φίλους καὶ γειτόνους ἀλλὰ κι ἀξέχαστες ἀναμνήσεις, ὄμορφες θύμισες, ἔντονα συναισθήματα... Πόσο πολὺ μεγάλο κακὸ κάμανε –χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν– ὄχι μόνο στὴ Ρωμιοσύνη ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴν πατρίδα τους, ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἐμπνευστῆκαν, ὀργανῶσαν κι ὁδηγῆσαν στὶς καταστροφὲς τὶς ὀρδὲς τῶν περιθωριακῶν, ἐκείνη τὴ νύκτα τῆς 6ης πρὸς τὴν 7η Σεπτεμβρίου! Τὴν ἐξέθεσαν στὰ μάτια ὅλου τοῦ πολιτισμένου κόσμου καὶ τὴν ἀπογυμνῶσαν ἀπ’ τὸν πολύτιμο ἀρχαιολογικό, ἱστορικὸ καὶ πολιτιστικὸ πλοῦτο, ἱκανὸ νὰ τραβήξει τὸ ἐνδιαφέρον ἐπισκεπτῶν ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ποὺ θὰ ἐνίσχυαν τὸν τουρισμό της.

Ἡ Πελαγία ἔχοντας πάντα τὴν ἔννοια τῆς νιόπαντρης κόρης της, κάθε δυὸ καὶ τρεῖς ἔφευγε ἀπ’ τὸ Καλγιοντζὴ Κουλοὺκ καὶ ποῦ τὴν ἔχανες ποῦ τὴν ἔβρισκες ἐκεῖ στὸ φερίκιοϊ γιὰ νὰ βοηθήσει τὴ Σμαρὼ πότε στό ’να καὶ πό


τε στ’ ἄλλο. Στὸ συγύρισμα, στὸ πλύσιμο, στὸ μαγείρεμα... Ἡ Ζωζώκα, ἡ γειτόνισσά της, πολλὲς φορὲς τὴν ὁρμήνευε νὰ μὴν τὸ παρακάνει γιατὶ καὶ τὴν κακομαθαίνει ἀλλὰ καὶ κινδυνεύει νὰ σχολιαστεῖ ἀπ’ τὴν πεθερὰ ποὺ στὸ κάτωκάτω ἀποπάνω της μένει κι ἂν ἡ Σμαρὼ εἶχε καμιὰ ἀπορία ἐκείνηνα ἦταν σωστὸ νὰ ρωτήσει. – Γιάπμα, τζάνιμ!1 – Σωστὰ μιλεῖς, Ζωζώ μου, ἀλλὰ μὴν ξεχνᾶς ἡ ἄλλη εἶναι πεθερά. Ἀλλιῶς μιλεῖς στὴ μάνα σου κι ἀλλιῶς στὴν πεθερά σου. Ἔχεις κι ἐσὺ κόρη καὶ κάποια στιγμὴ θὰ μὲ θυμηθεῖς. Τὴν ἤθελε κι ἡ Σμαρὼ τὴ μάνα της. Τὴν περίμενε μὲ λακτάρα ἀπ’ τὸ παράθυρο τοῦ μπαλκονιοῦ της κι ἄνοιγε ἡ καρδιά της μόλις τὴν ἔβλεπε νὰ ξεμυτίζει ἀπ’ τὴ γωνία τοῦ σοκακιοῦ. Αὐτὸ τὸ σταμάτημα τῆς δουλειᾶς της μετὰ τὴν παντρειά της, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπ’ τοὺς γονεῖς καὶ τὴ γιαγιά της, τὸ καινούργιο περιβάλλον κι ὁ νέος ρυθμὸς τῆς ζωῆς της, φέρανε τ’ ἀπάνω-κάτω. Τὴν κάμανε χαραμπάτι.2 Πολλὲς οἱ ὧρες ποὺ ἔμνησκε μόνη της. Ὁ Στέλιος, ὅπως ὅλοι οἱ Ρωμιοὶ τῆς Πόλης ἐργατικός, οἰκογενειάρχης καὶ κουβαλητὴς δούλευε ἀπ’ τὸ πρωὶ ἴσιαμε τὸ βράδυ, μαζὶ μὲ τὸν ἀδερφό του στὰ δέρματα καὶ τὰ γουναρικά. Συνεχίζανε τὴν οἰκογενειακὴ ἐπιχείρηση. Τὰ μαγαζιὰ στὴν Πόλη ἀνοῖγαν στὶς 7.30 τὸ πρωὶ καὶ σφαλνοῦσαν στὶς 7.30 τὸ βράδυ. Δωδεκάωρη ἐργασία καὶ πολλὲς φορὲς οἱ μαγαζάτορες ἀπ’ τὴ δουλειὰ δὲν προφταίνανε νὰ φᾶν τὸ μεσημέρι. Οἱ μόνες γιορτὲς ποὺ τὰ μαγαζιὰ 1. Μὴν τὸ κάνεις, ψυχή μου.

2. ἄνω-κάτω.




μέναν κλειστὰ ἦταν οἱ τουρκικές. Τὸ Ραμαζὰν μπαϊραμὶ1 μὲ ἀργία τριῶν ἡμερῶν καὶ τὸ Κουρμπὰν μπαϊραμὶ2 μὲ ἀργία τεσσάρων ἡμερῶν. Αὐτὲς καὶ περιμέναν οἱ Ρωμιοὶ γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν κομμάτι. Ἡ Σμαρὼ κοίταζε συνέχεια τὸ ρολόγι της κι ὅταν τὸ βράδυ πλησίαζε ἡ ὥρα ποὺ περίμενε τὸν Στέλιο ἡ καρδιά της κτυποῦσε δυνατὰ καὶ φούσκωνε σὰν ζυμάρι ἀπ’ τὴν εὐτυχία. Ἀγκαλιάζουνταν καὶ σὰν καλούπι χώνουνταν ὁ ἕνας στὸ σχῆμα τοῦ ἄλλου. Ἡ Σμαρὼ διατηροῦσε τὴ φιλία ποὺ τὴν ἕνωνε μὲ τὶς παλιὲς συμμαθήτριές της, τὴ Ρέα καὶ τὴν Κορίνα, ποὺ πολὺ συχνὰ τὴν ἐπισκέπτουνταν τὸ κεντὶ3 καὶ βρίσκαν τὴν εὐκαιρία νὰ τὰ κουβεντιάσουν οἱ τρεῖς τους. Ἦταν ἀχώριστες. Ἡ Ρέα ἦταν πολὺ ὄμορφη. Μία τετράξανθη καλλονὴ μὲ σιταρὶ δέρμα. Μὲ μάτια παιδικὰ κι ἀθῶα, ἀσκαντάλιστα μάτια. Ἡ ὀμορφάδα της σὰν τὰ γάργαρα νερὰ ἔκαμνε θραύση! Εἶχε κάτι λαιμὰ σὰν τὸ γάλα καὶ τὰ μαλλιά της πέφταν στοὺς ὤμους της ὁλόχρυσες μποῦκλες μεταξένιες, ἐνῶ στὸ μέτωπό της πάντα κρέμουνταν μὲ σκέρτσο, ἕνας κυματιστὸς κουλὲς4 ἀπ’ τὰ μαλλιά της. «Ματάκια ἐλίτσες, μυτίτσα κονδυλένια, μάγουλα τριαντάφυλλα...», ὅπως τὴν περιέγραφε ἡ γιαγιὰ Χρυσή. Ἦταν μοναχοκόρη ἡ Ρέα, χαϊδεμένη, μοσκοαναθρεμμένη καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ ἕνα μαζεμένο κορίτσι. Ἦταν πιὸ τακτικὴ ἀπ’ τὴν Κορίνα στὸ σπίτι τῆς Σμαρῶς γιατὶ τοὺς τελευταίους μῆνες μιλοῦσε5 μὲ τὸν Σωτήρη, τὸν φίλο τοῦ Στέλιου, ποὺ τὸν εἶχε γνωρίσει στὸ τραπέζι ποὺ ἔγινε τὸ βράδυ τοῦ γάμου στὸ σπίτι τῆς κυρίας 1. ἡ γιορτὴ τῆς νηστείας. 2. ἡ γιορτὴ τῆς θυσίας τοῦ ἀρνιοῦ. 3. ἀπόγευμα. 4. κατσάρωμα. 5. τὰ εἶχε φτιάξει.




Πελαγίας. Ὁ Σωτήρης τότε τὴν ἔσφιξε τὸ χέρι καὶ λὲς κι ἡ καρδιά του κτυποῦσε μὲς στὴ φούχτα της. Τόσο ἐγκάρδια ἦταν ἡ χειραψία του! Ἀνταλλάξαν οἱ δυό τους κάποια ντροπαλὰ βλέμματα μὲ νόημα. Ἄρεσε ὁ ἕνας τὸν ἄλλονα καὶ στὸ τέλος τὴν ζήτησε ἐκεῖνος νὰ τὴν πάει στὸ σπίτι της. Ἐκείνη ἐπίτηδες κουβάλησε καὶ τὴν Κορίνα μαζί της. Γιατὶ ἔτσι ἦταν τότε δὲν μποροῦσες νὰ σὲ δοῦν ἔξω μόνη σου μ’ ἕναν νέο ποὺ δὲν ἦταν ἀκόμη ἀρραβωνιαστικός σου. Τὴν ἴδια νύκτα πρὶν κοιμηθεῖ ἔβαλε κάτω ἀπ’ τὸ προσκέφαλό της μερικὰ κουφέτα, ἀπ’ τὸ δίσκο τοῦ γάμου τῆς Σμαρῶς, μαζὶ μ’ ἕνα κατρέφτη κι ἕνα κτένι, ὅπως τὴν εἴπανε. Κοιμήθηκε κι ὅταν εἶδε στ’ ὄνειρό της σκόρπιες σκιὲς προσώπων νὰ περνοῦν ἀπὸ μπρός της, οἱ παλμοὶ τῆς καρδιᾶς της κτυπῆσαν δυνατὰ ὅταν μία ἀπ’ τὶς σκιὲς ξεθόλωσε καὶ φάνηκε τὸ μοῦτρο τοῦ Σωτήρη. Τό ’δεσε λοιπὸν ἡ Ρέα καὶ κάθε κεντὶ ἔρχουνταν ἀπὸ νωρὶς στὸ σπίτι τῆς Σμαρῶς τὰ λέγανε οἱ δυὸ φιληνάδες κι ὕστερα τὸ βράδυ ὁ Στέλιος συνεννοημένος ἔφτανε μαζὶ μὲ τὸν Σωτήρη. Ἀνέβαινε ἀποκάτω κι ὁ Στέφανος, ὁ ἀδερφὸς τοῦ Στέλιου, ἔβγαζε κι ἡ Σμαρὼ τὸ φαγὶ ποὺ τὸ πρωὶ εἶχε μαγειρέψει μὲ τὴ μάνα της κι ὅ,τι ἄλλο μεζελίκι κουβανοῦσε ἀπ’ τὸ Μπαλοὺκ Παζὰρ1 ὁ Στέλιος καὶ στῆναν τσουμπούσι μὲ ρακί, μπύρα ἢ κρασί, τὸ εἰδύλλιο πλέκουνταν κι ἡ ὥρα περνοῦσε γλήγορα κι εὐχάριστα. Ἡ Κορίνα πάλι ἦταν ἀλλιώτικια. Μικροκαμωμένη, προκομμένη, μυαλωμένη, τετραπέρατη. Δὲν τὴν ξέφευγε τίποτε· σ’ ἀγόραζε καὶ σὲ πουλοῦσε, ποὺ λένε. «Μιὰ Κορίνα» ὅπως ἔλεγε κι ἡ ἴδια «δὲν ἀπογοητεύεται εὔκολα». Ἀπὸ μικρὴ ἤξευρε τί ἤθελε καὶ πῶς νὰ τὸ διεκδικήσει χωρὶς δι1. Ψαραγορά.




σταγμοὺς κι ἀμφιβολίες, ἐνῶ ἡ Ρέα ἀκόμη καὶ τώρα ποὺ μεγάλωσε δὲν μποροῦσε ν’ ἀποφασίσει τί παπούτσια ν’ ἀγοράσει, τί γλυκὸ νὰ διαλέξει, τί ὕφασμα νὰ ράψει. Ἡ Κορίνα μόλις τελείωσε τὸ Ἰωακείμειο ἔπιασε δουλειὰ στὴ Singer καὶ τ’ ἀπογέματα συμμετεῖχε στοὺς ἐρασιτεχνικοὺς θιάσους τῆς ὁμογένειας. Εἶχε μιὰ ἀνεξαρτησία πρωτόγνωρη γιὰ τὴν ἐποχή της. Κορμὶ λυγερὸ καὶ καλοκαμωμένο. Γλυκιὰ σὰ ζάχαρη, τσαχπίνα, καμωματού, πολὺ σβέλτα, μὲ τὸ μοῦτρο της γιομάτο πιτσυλάδες1. Τὰ μαλλιά της μαῦρα, πηκτά, κυματιστά, χύνουνταν στὶς πλάτες της ἢ πλεγμένα σὲ πλεξούδα, δετὰ μὲ μεταξωτὴ φαρδιὰ κορδέλα. Τὰ φρύδια της σμικτά, ἑνωμένα ἐλαφρὰ στὴ βάση τῆς κοντυλένιας μυτούλας της. Ἡ Κορίνα εἶχε λογισμὸ καὶ καρδιὰ μακριὰ πηγαιμένα, ἀλλοῦ βυθισμένα... μὲ λίγα λόγια ἦταν ἀπ’ ἐκεῖνες ποὺ ξετρελαίνουν τοὺς γνωστικοὺς καὶ γνωστικεύουν τοὺς παλαβούς. – Αὐτὴ θὰ σὲ τὸν ξελαγιάσει τὸν γιό, μιὰ καὶ δυὸ πού ’ρχεται ἀπάνω. Γι’ αὐτήνε πολλὰ μεθύσια κι ἀγρύπνιες θὲ νὰ κάμει ὁ γιός σου, ἔλεγε ἡ κυρία Ριζᾶ στὴ φιληνάδα της τὴν κυρία Μαφάλντα, ἐννοώντας τὸν μικρότερο γιό της τὸν Στέφανο. – Ἄ, ποῦ νὰ ὄψεται ἡ νύφη μας. Ὅλη μέρα μὲ τὶς φιληνάδες της, φωτιὰ θὰ μᾶς ἀνάψει! Ἡ Ρέα κι ἡ Κορίνα ἦταν οἱ πιὸ καλὲς φιληνάδες τῆς Σμαρῶς. Ἂν ἔβλεπε κανεὶς τὴ χαρά τους ὅταν τὴν ντύσανε νύφη, θὰ καταλάβαινε. Κι ἐκείνη ὅμως τὶς ἀγαποῦσε καὶ τὶς δύο καὶ δὲν ξεχνοῦσε ἐκεῖνο τὸν πρῶτο καιρὸ τὸ πόσο πολὺ τὴν σταθήκανε στὴν «ἀπομόνωσή» της. Γιατὶ τωόντι ἔτσι ἔνιωθε μέχρι νὰ κάμει τὸ μωρό της καὶ ν’ ἀρχίσει νὰ νταλέβεται2 μ’ αὐτό. 1. φακίδες.

2. ἀσχολεῖται.




Ὁλημερὶς γυρνοῦσε ἄσκοπα στὶς κάμαρες καὶ χάζευε τὰ προικιά της καὶ τὰ δῶρα ποὺ πῆρε στὴ χαρά της. Τὴν κρυστάλλινη φοντανιέρα μὲ τόση ψιλοδουλειὰ ἀπάνω της, δῶρο τοῦ θείου Παρασκευᾶ καὶ τῆς θείας Σουλτάνας, τὸ βυσσινὶ καντιφεδένιο τραπεζομάντιλο λούσου, δῶρο τῆς γιαγιᾶς Χρυσῆς μὲ τὸ νταντελένιο σεμενάκι ἀσορτί. Μέσα στὸν μπουφὲ τὸ σερβίτσιο τοῦ φαγιοῦ, μὲ δεκαοκτὼ μεγάλα πιάτα καὶ δεκαοκτὼ μικρά, μὲ τὴ σαλατιέρα του, τὴ σουπιέρα του καὶ τὰ πιατάκια τοῦ γλυκοῦ ἄλλα τόσα... Τὰ μαχαιροπίρουνα μὲ τὰ μονογράμματα τῶν παππούδων. Τὸ σερβίτσιο μὲ τὰ κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια σ’ ὅλα τὰ μπόγια1. Τοῦ νεροῦ, τοῦ κρασιοῦ καὶ τῆς σαμπάνιας, μιὰ δωδεκάδα τὸ καθένα ἀπ’ αὐτά... Καὶ στὸ κάτω μέρος τῆς βιτρίνας τὰ κεντήματα ποὺ ἡ μάνα της τὰ εἶχε δώκει νὰ κεντηθοῦν στὶς καλύτερες κεντῆστρες τῆς Πόλης. Τὰ στόλιζε ἀπάνω στὸν μπουφέ, στὰ τραπεζάκια τοῦ σαλονιοῦ, στὰ κομοντίνα τῆς κρεβατοκάμαρής της, τ’ ἄλλαζε θέση τὰ μὲν μὲ τὰ δὲ ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ τὰ χαρεῖ. Στὸ ντουβάρι ἀντίκρυ κρεμασμένες τρεῖς μεγάλες πολὺ παλιὲς εἰκόνες. Τὶς κοιτάζει καὶ λὲς ὅτι οἱ βυζαντινὲς αὐτὲς Παναγίες τὴν παρατηροῦν μὲ τὸ βλέμμα τους γεμάτο ἀπὸ ἀγάπη, στοργή, προστασία καὶ κατανόηση. Στὴν πεθερά της δὲν πολυκατέβαινε τὴν ἡμέρα, τὸ βραδάκι καμιὰ φορὰ καὶ πάντα μαζὶ μὲ τὸν Στέλιο της, γιατὶ δὲν ἔνιωθε εὔκολα. Κι ὅταν μιὰ-δυὸ φορὲς ἔτυχε νὰ κατέβει γιὰ νὰ ζητήσει κάτι «Ἦβρες τὴν πόρτα νά ’ρτεις;» τὴν εἶπε ἐκείνη ἐχτρικά. – Τοὺς ἔδωκε σπίτι νὰ κάτσουν, ἔλεγε ἡ Πελαγία στὴ 1. μεγέθη.




Ζωζώκα ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι –ψεύτρα νὰ ἔβγω– πὼς ἡ κυρία Μαφάλντα φροντίζει γιὰ τὰ γεράματά της. – Ἔλα μπρέ, Πελαγία μου, στὰ συγκαλά σου. Τί φαντάζεσαι! Μόνο αὐτὰ τὰ δύο παλικάρια ἔχει καὶ προσπαθεῖ νὰ τά ’χει κοντά της, κακὸ εἶναι; Ἡ Ζωζὼ ἤξευρε ἀπὸ ἰνταρὲ1 καὶ πολιτικὴ γιατὶ ἔμνησκε μαζὶ μὲ πεθερά, τὴν κυρία Ἰουλία, ποὺ δὲν ἦταν κι ἀπ’ τὶς εὔκολες πεθερές... Οἱ περισσότεροι ὅταν μιλούσανε γι’ αὐτὴν τινάζαν τὸ γιακά τους. – Τί μὲ στραβοκοιτάζεις καὶ ξινίζεις τὰ μοῦτρα σου; Ψέματα λέω; – Αὐτὸ γιά, δὲν σὲ λέγω κι ἐγώ; Νὰ τά ’χει κοντά της ἀλλὰ καὶ τὴ Σμαρώ μου, νὰ μὴ τὴν ξεχωρίζει. Ἡ κυρία Μαφάλντα σὰ σύζυγος, σὰ μάνα, σὰ φιληνάδα, σὰ γειτόνισα δὲ�� ἦταν κακιά. Σὰ πεθερὰ ὅμως... Ὁ ρόλος αὐτὸς δὲν τὴν πήγαινε καθόλου γιατὶ δὲν ἤξευρε νὰ τὸν παίζει σωστά. Ἐξάλλου μὴν ξεχνοῦμε ὅτι αὐτὸ ποὺ λέγει ἡ νύφη ἀλλιώτικα τὸ παίρνει ἡ πεθερὰ κι αὐτὸ ποὺ λέγει ἡ πεθερὰ ἀλλιώτικα τὸ παίρνει ἡ νύφη. Γενήκανε καὶ κάτι παρατράγουδα πρὶν τὸ γάμο καὶ μιὰ-δυὸ παρατηρήσεις στὴ Σμαρὼ «ἐσένα ἡ μάνα σου μόνο τὰ κάμνει ὅλα καλά;», «θὰ διεῖς ὅτι ὁ γάμος δὲν εἶναι μόνο χαρὲς καὶ λουλούδια» καὶ «κοίταξε νὰ κάμεις γλήγορα παιδὶ νὰ νιώσει εὐτυχισμένος ὁ Στέλιος μου». – Μαμά, ἔλεγε ἡ Σμαρὼ στὴ μάνα της, θὰ τὸν καταφέρω ν’ ἀγοράσουμε δικό μας σπίτι μακριὰ ἀπ’ ἐδῶ. – Ὑπομονὴ καὶ θὰ γίνει κι αὐτὸ κοκόνα μου, τὴν ἔλεγε ἡ μάνα της χωρὶς νὰ τὸ πολυπιστεύει. Ὄχι γιατὶ δὲν θὰ πηγαῖναν καλὰ οἱ δουλειὲς τοῦ Στέλιου –γιατὶ ὁ Στέλιος 1. ὑπομονή.




ἦταν προκομμένος– ἀλλὰ γιατὶ δὲν πίστευε ὅτι ἐκεῖνος θὰ δέχουνταν νὰ φύγει μακριὰ ἀπ’ τὴ μάνα του. Ἡ κυρία Μαφάλντα ἦταν τύπος γυναίκας ξεπεσμένης ἀπὸ πλούτη. Στὴ ζωή της δὲν τὴν ἔλειψε τίποτα. Ὅλα τὰ καλά της τὰ εἶχε κι ἦταν καλομαθημένη. Ἀσκημούτσικη ἄμα1 λεφτοὺ ὅταν τὴν πῆρε ὁ κ. Ντίνος, ὁ μακαρίτης ὁ ἄντρας της, ἀπὸ προξενειὸ καὶ μὲ τράχωμα2. Τὴν ἄφηκε πολλὰ ὁ μπαμπάς της ποὺ ἦταν γουναρὰς καὶ πρόεδρος τῆς συντεχνίας τῶν γουναράδων κι ἔκαμε τεράστια περιουσία κι ὅλη τὴν ἄφηκε μετὰ τὸ θάνατό του στὶς τρεῖς κόρες του, τὴν Οὐρανία τὴ μεγαλύτερη, τὴν Κορνηλία καὶ τὴ Μαφάλντα τὴ μικρότερη. Ὕστερα ἀκουλουθῆσαν δύσκολες ἡμέρες κι ἀβάστακτοι φόροι ποὺ οἱ κυβερνήσεις τοῦ τόπου ἐπέβαλαν ἀνελέητα στὴ μειονότητα. Ἦρταν κι ἄσκημα γεγονότα τό ’να πάνω στ’ ἄλλο, καταποδιαστὲς3 συμφορὲς κι ἀτυχίες. Ἡ κυρία Μαφάλντα ἔχασε τὸν ἄντρα της, καταστράφηκε ἀπ’ τὸ βαρλίκι4 καὶ μόνο αὐτὸ τὸ σπίτι στὸ φερίκιοϊ μπόρεσε νὰ κρατήσει ἀπ’ τὴ μεγάλη περιουσία τοῦ μπαμπᾶ της. Τὸ φερίκιοϊ ἦταν μιὰ ἀριστοκρατικὴ περιοχὴ τότε, ποὺ περιλάμβανε τὶς συνοικίες Σισλί, Νισάντασι, Νετζὶπ καὶ Σινέμκιοϊ κι ἡ κυρία Μαφάλντα ποὺ ἦταν μαθημένη μὲ ὑπηρέτριες καὶ γκουβερνάντες, δὲν τὴν ἔμεινε ἄλλο τίποτε γιὰ νὰ κομπάζει καὶ νὰ μεγαλοπιάνεται παρὰ αὐτὸ μόνο τὸ σπίτι. Οὔτε ἀκόμη κι αὐτὰ τὰ οἰκογενειακὰ κειμήλια ποὺ σὲ ὧρες δύσκολες ἀναγκάστηκε νὰ τὰ πουλήσει. Τὰ μόνα ποὺ βάσταξε, τὰ δυὸ δακτυλίδια, ποὺ τῆς τὰ εἶχε δωρίσει ὁ ἄντρας της ὅταν γέννησε τὰ παιδιά τους καὶ ποὺ τὰ φοροῦσε ἐναλλάξ. 1. ἀλλά. 2. προίκα. 3. ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη. 4. φόρος περιουσίας.




Κοντή, γεμάτη ἀλλὰ κυρίως κοντή. Πανύψηλος ὁ συγχωρεμένος της καὶ λιγνός. Ὅταν φωτογραφίζουνταν στὰ φωτογραφεῖα ἐκείνη κάθουνταν πλάγι του πάντα σὲ καρέκλα γιὰ νὰ μὴ φαίνεται ἡ διαφορὰ ἀπὸ τὸ κόντος της. Τὸ μαλλί της γκρίζο καὶ τσιτωμένο, πιασμένο σὲ σινιὸν πίσω στὸ κεφάλι μ’ ἕνα κτενάκι ποὺ ἄλλαζε πότε μὲ στράς, πότε μὲ χρωματιστὲς πέτρες, πότε μὲ μαργαριτάρια, ἀναλόγως μὲ τὸ ντύσιμό της. Ὅ,τι περιποιημένο κι ἂν φοροῦσε ἀπάνω της αὐτὴ ἡ γυναίκα δὲν μποροῦσε νὰ φαντάξει λόγω τοῦ κόντους της! – Θυμᾶσαι τὴ Μαφάλντα στὴ χαρὰ τῆς Σμαρῶς; σχολιάστηκε τότε. Εἶχε χαθεῖ «ἡ κοντὴ» μὲς στὴν καπελαδούρα της. Τί τά ’θελε ἡ εὐλογημένη, ἀπάνω ἀπ’ ἕνα τόσο μεγάλο καπέλο, τὰ πτερὰ καὶ τὰ πούπουλα;

• Ἐκεῖ στὸ δρόμο γιὰ τὸ σπίτι, μόλις ἔφτανε στὴ γωνία Καλ γιοντζὴ Κουλοὺκ καὶ Ταρλάμπασι στὸ καρακόλι1, ἀπὸ μακριὰ ξεχώριζε μέσ’ ἀπ’ τὴ στοίχιση τῶν μπαλκονιῶν τὸ στενὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ της μὲ τὸ μαβὶ τὸ στόρι καὶ τὸν νταντελένιο μπερντέ. Πίσω ἀπ’ αὐτὸ τὸ παράθυρο μεγάλωσε ἡ Σμαρὼ σεριανίζοντας στὸ καλντιρίμι τὸν κόσμο ποὺ πηγαινοέρχουνταν καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ μαχαλᾶ ποὺ παίζαν στὸ σοκάκι. Ἤτανε πολὺ μικρὴ τότε γιὰ νὰ γνωρίζει τὸ πόσες ἀλλαγὲς θὰ συνέβαιναν ἀργότερα στὴ ζωή της... Ἔντονη ἡ παρουσία τῆς κυρίας Χρυσῆς μὲς στὸ πατρικὸ 1. ἀστυνομικὸ τμῆμα.




Άιντε πάλι