Issuu on Google+


Ο ΦΑΡΟΣ


Τίτλος πρωτοτύπου: The Lighthouse © Alison Moore, 2012

Πρώτη έκδοση στα αγγλικά Αύγουστος 2012, Salt Publishing © για την ελληνική έκδοση Εκδόσεις Ίκαρος, 2013

Μετάφραση από τα αγγλικά: Αθηνά Δημητριάδου Τυπογραφική επιμέλεια: Γεωργία Παπαγεωργίου Σχεδιασμός - Εικονογράφηση εξωφύλλου:

Χρήστος Κούρτογλου - Indyvisuals Collective

Στοιχειοθεσία - Σελιδοποίηση: Εκδόσεις Ίκαρος

Εκτύπωση: Φωτόλιο & Τύπικον Γραφικές Τέχνες Α.Ε. Βιβλιοδεσία: Ι. Μπουντάς - Π. Βασιλειάδης Ο.Ε. Πρώτη έκδοση: Οκτώβριος 2013 ISBN 978-960-9527-92-7

70 Χρόνια Εκδόσεις Ίκαρος 1943–2013 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ • ΒΟΥΛΗΣ 4, 105 62 ΑΘΗΝΑ • Τ: 210 3225152 • www.ikarosbooks.gr


Alison Moore

Ο ΦΑΡΟΣ Μετάφραση - Σημειώσεις - Επίμετρο

Αθηνά Δημητριάδου

ΙΚΑΡΟΣ


Για τη μαμά και τον μπαμπά


Κι έγινε πανύψηλος φάρος και φωτοβολούσε τις φιλικές της αχτίνες που κάποιοι τις έπαιρναν για καλωσόρισμα αντί για προειδοποίηση πως ζυγώνουν σε βράχια.

MYRIEL SPARK, The Curtain Blown by the Breeze


1

ΒΙΟΛΕΤΕΣ

Όρθιος στο κατάστρωμα του φέρι ο Φουθ αδράχνει την κρύα κουπαστή με τα μαλακά του χέρια. Κάτω από το καινούργιο άνορακ ο άνεμος του ρίχνει αλύπητα γροθιές σ’ όλο του το σώμα, του ­α νακατώνει το αραιό πια μαλλί, του φέρνει δάκρυα στα μάτια.

Τέτοιο καιρό καλοκαιριάτικα δεν τον περίμενε. Έχει να πατήσει το πόδι του σε φέρι από δώδεκα χρόνων, από το πρώτο του ταξίδι

στο εξωτερικό μαζί με τον πατέρα του. Και τότε καλοκαίρι ήταν κι είχε τον ίδιο παλιόκαιρο, οπότε δεν θα ’πρεπε να εκπλήσσεται.

Ο πατέρας του τον είχε πάει στο σινεμά του φέρι. Ο Φουθ δεν

θυμάται τι είχαν δει. Όταν κάθισαν στις θέσεις τους, τα φώτα ήταν ακόμη αναμμένα και δεν υπήρχε ψυχή. Θυμάται πως βαστούσε μια μεγάλη σακούλα ζεστό πόπκορν στα πόδια του. Ο πατέρας

του, με την ανάσα του βαριά από την μπίρα που είχε πιει στο μπαρ, γύρισε και είπε στον Φουθ, «Η μητέρα σου πουλούσε πόπκορν».

Κόντευε χρόνος από τότε που είχε φύγει η μητέρα του, όταν

ο Φουθ και ο πατέρας του πήγαν εκείνες τις διακοπές μαζί. Κατά κανόνα δεν γινόταν λόγος γι’ αυτήν κι ο Φουθ λαχταρούσε ν’

ακούσει τον πατέρα του ή έστω κάποιον άλλον να πει, «Η μητέρα σου…», ν’ ανοίξει η καρδιά του. Από την άλλη όμως, όταν την

11


­α νέφεραν, πάντα κάτι στράβωνε, κι ο Φουθ σκεφτόταν πως τελικά καλύτερα να μην είχε ειπωθεί τίποτε.

«Εκείνα τα χρόνια», συνέχισε ο πατέρας του, «τα ψηλά τακού-

νια ήταν μέρος της στολής της ταξιθέτριας».

Ο Φουθ ανακάθισε κι έχωσε το χέρι του στη σακούλα, παρα-

καλώντας σιωπηλά ν’ αρχίσει η ταινία ή έστω τα προσεχώς. Σε λίγο μπήκαν κι άλλοι και κάθισαν κοντά τους, αλλά ο πατέρας του συνέχισε χωρίς να τους δώσει σημασία.

«Είχα βγει ραντεβού με άλλη κοπέλα. Εκείνη δεν ήθελε τίποτε

να φάει, εγώ πάλι ήθελα, οπότε σηκώνομαι και πάω μπροστά, στο

τέρμα του διαδρόμου, όπου στεκόταν η μητέρα σου με τον δίσκο

της ολόφωτο από τον γλόμπο που είχε μέσα. Μου πούλησε μια σακούλα πόπκορν και δέχτηκε να συναντηθούμε το ­επόμενο βράδυ».

Τα φώτα έσβησαν κι ο Φουθ, όλο άγχος πια μέσα στη σκοτει-

νή αίθουσα, ευχόταν να τελειώσει εκεί η κουβέντα, να μην ακούσει τη συνέχεια της ιστορίας.

Ο πατέρας του έγειρε πιο κοντά χαμηλώνοντας τη φωνή του.

«Την πήγα με το αυτοκίνητο στο Πανόραμα. Είχε εκείνο το πολύ

ανοιχτό δέρμα που λάμπει στο φεγγαρόφωτο και, να σου πω την

αλήθεια, περίμενα να μου πει ότι κρύωνε. Εκείνη όμως ήταν ζεστή – τα δικά μου τα χέρια ήταν μπούζι».

Η οθόνη φωτίστηκε, ο Φουθ πάσχισε να συγκεντρωθεί σ’ αυτά

που έβλεπε, στους τίτλους και στο φως που τρεμόσβηνε σε πρόσωπα γεμάτα προσμονή. «Γκρίνιασε πως τα χέρια μου ήταν κρύα

αλλά δεν με σταμάτησε. Δεν ήταν στην τσίτα σαν κάτι άλλα κορίτσια που είχα πάει εκεί πάνω», είπε ο πατέρας του.

Ο Φουθ ένιωθε το μπούτι του πατέρα του στο δικό του, τις τρί-

χες του μπράτσου του να γαργαλούν το δικό του γυμνό μπράτσο,

τη ζεστή ανάσα με τη μυρωδιά της μπίρας στο αυτί του, το χέρι

του πατέρα του να κάνει βουτιά ανάμεσα στα πόδια του, να πά12


ρει πόπκορν. Τελικά ο πατέρας του σώπασε, βούλιαξε στο κάθισμά του και αφέθηκε στην ταινία. Σε λίγα λεπτά ο Φουθ κατάλαβε από την αναπνοή του πως τον είχε πάρει ο ύπνος.

Ξύπνησε κάπου στη μέση της ταινίας και ζήτησε να μάθει τι

είχε χάσει, όμως ο Φουθ, που τόση ώρα ο νους του αλώνιζε, δεν ήταν σε θέση να του απαντήσει.

Τα φέρι του προκαλούν ναυτία. Ανακατεύεται και μόνο που

φαντάζεται τον εαυτό του να τριγυρίζει ανάμεσα στα μπαρ και

στα εστιατόρια με τις κακόγουστες ταπετσαρίες, να κάθεται σε

τραπέζια υγρά ακόμη από το βετέξ, με τις μυρουδιές των ζεστών πιάτων από τα γύρω τραπέζια να αιωρούνται κάτω από την αψιά μυρουδιά των απορρυπαντικών, το στομάχι του να γίνεται κόμπος. Προτιμάει να είναι έξω, στον καθαρό αέρα.

Μόνο που έξω τσούζει. Και δεν είναι καλά ντυμένος. Δεν έβα-

λε ένα πουλόβερ στο σακ βουαγιάζ που έχει σφηνωμένο ανάμεσα

στα πόδια του. Δεν έχει καν πάρει πουλόβερ μαζί του. Τα κύματα πλαταγίζουν στο κύτος, αρμύρα και πιτσιλιές αχνίζουν στον αέρα. Ο Φουθ νιώθει τον βόμβο της μηχανής, τους κραδασμούς

κάτω από τα πόδια του. Σηκώνει το κεφάλι κατά τον σκοτεινό ουρανό, κατά το φεγγάρι που είναι στη γέμιση, εισπνέει βαθιά, λες και πιάνει το άρωμά του στον άνεμο, λες και νιώθει την έλξη του.

Και να που η ράμπα υψώνεται σαν κρεμαστή γέφυρα. Του Φουθ

του έρχονται στο μυαλό τα φύλλα της μυγοπαγίδας1 τη στιγμή που κλείνουν, μόνον που εδώ η κίνηση είναι πιο αργή, πιο θορυβώδης.

Τα παλαμάρια πέφτουν στο νερό, ο Φουθ, σαν τον επιβάτη

του τρένου που σαστισμένος αναρωτιέται αν είναι το δικό του ή το πλαϊνό τρένο που βγαίνει από τον σταθμό, βλέπει τη στεριά

να ξαμολιέται μακριά του. Η μηχανή αγκομαχάει, το νερό ανάμεσα στην προβλήτα και στο φέρι, που τραβάει κατά τα ανοιχτά, αφρίζει κάτασπρο.

13


Είναι και κάποιος άλλος στο ανοιχτό κατάστρωμα, εκεί κοντά

στα σωσίβια, κάποιος με αδιάβροχο και καπέλο. Τη στιγμή που ο Φουθ γυρίζει να τον κοιτάξει, ο αέρας παίρνει το καπέλο και το

προσγειώνει στη θάλασσα, στα απόνερα. Ο άντρας κάνει στροφή και βλέποντας τον Φουθ βάζει τα γέλια και κάτι του φωνάζει

από την άλλη άκρη, κόντρα στον άνεμο. Τα λόγια χάνονται, όμως ο Φουθ ανταποκρίνεται με ευγενικό γέλιο. Ο άντρας προχωρεί πλάι στην κουπαστή, κρατιέται γερά λες και θα τον πάρει κι αυτόν ο αέρας. Μόλις φτάνει κοντά στον Φουθ, του λέει, «Παρ’ όλα αυτά, προτιμώ να κάθομαι έξω».

«Ναι», λέει ο Φουθ, κι οσφραίνεται στην ανάσα του άλλου το

φαγητό που έχει φάει. «Κι εγώ το ίδιο».

«Με πιάνει κάτι σαν…», λέει ο άλλος χαϊδεύοντας την ευμε-

γέθη κοιλιά του.

«Ναι», λέει ο Φουθ, «κι εμένα το ίδιο».

«Με τα αεροπλάνα τα πάω ακόμη χειρότερα».

Κοιτάζουν το Χάριτζ να ξεμακραίνει, τη θάλασσα μαύρη στο

φεγγαρόφωτο να φουσκώνει και να πέφτει. «Διακοπές;» ρωτάει ο άγνωστος.

«Ναι», λέει ο Φουθ, «πάω στη Γερμανία, για πεζοπορία».

Ο Φουθ εξηγεί ότι σκοπεύει να περπατάει τουλάχιστον δεκα-

πέντε μίλια την ημέρα επί μια εβδομάδα και ότι θα καλύψει κα-

μιά εκατοστή μίλια συνολικά. «Θα πρέπει να είσαι σε άριστη κατάσταση», σχολιάζει ο άλλος.

«Κατά το τέλος της εβδομάδας λογικά θα είμαι», αποκρίνεται

ο Φουθ. «Δεν περπατούσα πολύ το τελευταίο διάστημα».

Ο άλλος βάζει το χέρι του στη μέσα τσέπη του σακακιού του,

βγάζει ένα πρόγραμμα και το δίνει στον Φουθ. «Εγώ πηγαίνω ­σ’ ­έ να συνέδριο, στην Ουτρέχτη».

Ο Φουθ ρίχνει μια ματιά στο πρόγραμμα προτού το επιστρέ-

14


ψει –με προσοχή μέσα σ’ αυτό το χαλασμό– λέγοντας, «Δεν τα πολυπιστεύω κάτι τέτοια».

«Ούτε εγώ», λέει ο άλλος βάζοντας το πρόγραμμα στην τσέπη

του, «για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω καταλήξει». Μένει για μια

στιγμή σιωπηλός, μετά προσθέτει, «Θα επισκεφθώ και τη μητέρα μου που ζει στην Ουτρέχτη. Θα περάσω πρώτα από εκείνη. Η

αλήθεια είναι ότι δεν την βλέπω συχνά. Θα ’χει πιάσει το μαγείρεμα εδώ και μια βδομάδα, κι ας είμαστε δυο άνθρωποι. Ξέρεις τώρα πώς είναι οι μανάδες».

Ο Φουθ χαζεύει τη θάλασσα, πώς γεμίζει το όλο και μεγαλύ-

τερο χάσμα ανάμεσα σ’ αυτούς και στην Αγγλία. «Αν ξέρω, λέει!» «Εσύ μόνο για μια βδομάδα πας;»

«Ναι, επιστρέφω το Σάββατο», λέει ο Φουθ.

«Παρομοίως», λέει ο άλλος. «Μέχρι τότε θα ’χω μπουχτίσει

και από τις περιποιήσεις της και από το μπούκωμα. Κάθε φορά που πάω, παίρνω ένα δυο κιλά».

Ο Φουθ βάζει το χέρι στην τσέπη του παλτού του, σφίγγει την

κάρτα εισόδου της καμπίνας. «Λέω να πηγαίνω».

«Για δες», λέει ο άλλος, σπρώχνοντας κατά πίσω τη μανσέτα

του παλτού του για να κοιτάξει το ρολόι του, «κοντεύει μεσάνυχτα». Ο Φουθ θαυμάζει το κομψό ρολόι κι ο άλλος του λέει, «Δώ-

ρο της μητέρας μου. Της το έχω πει ότι ξοδεύεται υπερβολικά για χάρη μου».

Ο Φουθ κοιτάζει το δικό του ρολόι, φτηνιάρικο, αγορασμένο

κοψοχρονιά. Κατά τα φαινόμενα πάει μπροστά. Το διορθώνει,

να δείχνει μεσάνυχτα παρά κάτι, να δείχνει ακόμη την προηγούμενη μέρα. Καληνυχτίζει και φεύγει.

Θα ’χει φτάσει στα μισά του καταστρώματος όταν γίνεται μια

ανακοίνωση από τα μεγάφωνα, θα έχουν ανέμους έξι έως επτά

μποφώρ, ειδοποιούνται οι επιβάτες να μην βγαίνουν έξω. Κατε15


βαίνει τις σκάλες κρατώντας σφιχτά την κουπαστή, βαστώντας

κόντρα στον τοίχο ώσπου φτάνει στην πόρτα, που μοιάζει με αεροστεγή θάλαμο. Προχωρεί και μπαίνει στο σαλόνι.

Έχει αρχίσει η φουσκοθαλασσιά. Ο Φουθ νιώθει το πάτωμα να

γέρνει, να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του. Με βήμα αβέβαιο

δια­σ χίζει την αίθουσα με κατεύθυνση προς τις σκάλες, αρχίζει να κατεβαίνει αναζητώντας το δικό του επίπεδο, ακολουθώντας τη σήμανση που τον οδηγεί στην καμπ��να του.

Ανοίγει με την κάρτα του την πόρτα, την κλείνει ξοπίσω του.

­Ακουμπάει το σάκο του στην πρώτη καρέκλα που βρίσκει, κ ­ ρεμάει

το παλτό του στον γάντζο πίσω από την πόρτα ακριβώς πάνω από την ταμπέλα με τις οδηγίες για την περίπτωση πυρκαγιάς.

Η καμπίνα είναι μικρή, και από εξοπλισμό έχει μόνο την καρέκλα και ένα γραφείο, ένα ντουλάπι, τις κουκέτες στην άλλη άκρη και το μπάνιο. Δεν έχει ούτε παράθυρο ούτε φινιστρίνι. Ρίχνει μια ματιά μέσα στο ντουλάπι με την αόριστη ελπίδα ότι ίσως βρει μια πρέσα σιδερώματος ή ένα ψυγειάκι, αλλά το μόνο που

υπάρχει είναι άδειες κρεμάστρες. Βασικά η πρέσα δεν του χρειά­ ζεται, αλλά μια μπίρα, ευρωπαϊκή μπίρα την τραβούσε η όρεξή του. Ανοίγει την πόρτα του μπάνιου και βρίσκει ένα φλιτζάνι σε πλαστικό περιτύλιγμα δίπλα στον νιπτήρα. Το γεμίζει από τη βρύ-

ση και επιστρέφει με το ποτό του στις κουκέτες. Ανάβει το φως πάνω από το κρεβάτι, σβήνει το κεντρικό φως και κάθεται στην κάτω κουκέτα για να βγάλει τα παπούτσια του.

Βγάζει και τις κάλτσες του κι αρχίζει να κάνει μασάζ στα πό-

δια του που τον πονάνε μετά το πήγαινε έλα στο φέρι και τις τόσες ώρες ορθοστασία και ισορροπία στο ανοιχτό κατάστρωμα. Είχε γνωρίσει κάποτε μια κοπέλα που ήξερε ρεφλεξολογία, που πίεζε

με τους αντίχειρές της την πατούσα του και ήξερε ότι εδώ είναι η καρδιά, εκεί η λεκάνη, εκεί ο σπλήνας και τα λοιπά. 16


Ξανασηκώνεται, βγάζει από την τσέπη του παντελονιού του

έναν μικρό, ασημένιο φάρο και τον τοποθετεί σε ένα τσεπάκι του σάκου του, μην τύχει και κυλήσει και χαθεί. Τοποθετεί κοντά του

το ξυπνητήρι του, βγάζει το ρολόι του, ξεντύνεται. Οι πιτζάμες του είναι ολοκαίνουργιες, χώνει τη μύτη του στο ύφασμα,μυρίζει τη φορμαλδεΰδη του «καινούργιου ρούχου». Τις φοράει. Παίρνει το τσαντάκι με τα χρειώδη και μπαίνει στο μπάνιο.

Περιεργάζεται τον εαυτό του στον καθρέφτη να πλένει τα ­δόντια

του. Δείχνει χλωμός και κουρασμένος. Τον τελευταίο καιρό έπινε πολύ, έτρωγε λίγο και κοιμόταν άσχημα. Γουβιάζει τις παλάμες του κάτω από το κρύο νερό της βρύσης, ξεπλένει το στόμα του, πλένει το πρόσωπό του. Καθώς ανασηκώνεται και απλώνει το χέρι του για την πετσέτα, λίγο νερό στάζει στην πιτζάμα του.

Φαντάζεται τον εαυτό του στην επιστροφή, πώς θα είναι η ει-

κόνα του στον καθρέφτη, ανανεωμένος και ηλιοκαμένος ύστερα

από μια εβδομάδα πεζοπορία στον καθαρό αέρα και στη λιακάδα, μια εβδομάδα με πρώτης τάξεως λουκάνικα και βαθύ ύπνο.

Πίσω στην κρεβατοκάμαρα, ανεβαίνει τη σκαλίτσα για την

επάνω κουκέτα, χώνεται ανάμεσα στα σεντόνια και σβήνει το

φως. Ξαπλωμένος ανάσκελα με το ταβάνι λίγα εκατοστά από το

πρόσωπό του προσπαθεί να αποσπάσει τη σκέψη του από το σκαμπανέβασμα του φέρι. Έχει την αίσθηση ότι το στρώμα από κάτω του φουσκώνει και μετατοπίζεται σαν κάτι ζωντανό. Στο ταβάνι υπάρχει μια τρύπα απ’ όπου μπάζει έναν κρύο, μπαγιάτικο

αέρα. Γυρίζει στο πλευρό του, προσπαθεί να αποσπάσει τη σκέψη του από την Άντζελα, η οποία δεν αποκλείεται τούτη τη στιγμή να του μαζεύει τα πράγματα, να του τα βάζει σε κούτες, κάνοντας ταυτόχρονα ένα ξεκαθάρισμα, τι να κρατήσει, τι να πετάξει. Το φέρι συνεχίζει ακάθεκτο να σκίζει τη Βόρεια Θάλασσα,

ο τόπος του όλο και ξεμακραίνει. Ο κρύος αέρας από τον εξαερι17


στήρα τρυπώνει στον γιακά της πιτζάμας του. Γυρίζει πάλι ανάσκελα. Νιώθει την καρδιά του σαν κρέας πληγωμένο – όπως και

είναι. Σαν γδαρμένη, σαν να τρέχει αίμα. Όπως τότε που έφυγε η μητέρα του.

«Πάω σπίτι μου», είχε πει εννοώντας στη Νέα Υόρκη, εννοώ­ν­-

τας τρεις χιλιάδες μίλια μακριά. Όταν είχε πια φύγει, ο Φουθ συνειδητοποίησε ότι δεν είχε αφήσει διεύθυνση. Έριξε μια ματιά

στον πίνακα με τις σημειώσεις στην κουζίνα αλλά το μόνο που

βρήκε ήταν μια μισοτελειωμένη λίστα για ψώνια, ο γραφικός χα-

ρακτήρας της μητέρας του περίπου σαν ευθεία γραμμή, μια δυσανάγνωστη μονοκοντυλιά.

Αναζήτησε στη βιβλιοθήκη φωτογραφίες της Νέας Υόρκης,

βρήκε ουρανοξύστες με ήλιους να ανατέλλουν και να δύουν στην

αντανάκλαση των τζαμιών, ολόφωτους τη νύχτα, τα φώτα τους να καθρεφτίζονται στο ποτάμι.

Από τη μεριά του πατέρα του ήταν Γερμανός, παρότι ο πατέ­

ρας του δεν είχε πάει ποτέ του στη Γερμανία, η πρώτη φορά ­ήταν μαζί με τον δωδεκάχρονο τότε Φουθ. Ο παππούς τού Φουθ είχε

φύγει μικρός από τον τόπο του, δεν έβλεπε την ώρα να φύγει. ­Εγκαταστάθηκε στην Αγγλία και δεν ξαναείδε ποτέ ούτε τον πατέρα του ούτε τον αδελφό του.

«Δηλαδή δεν πήγε ποτέ να τους δει;», είχε ρωτήσει ο Φουθ.

«Όχι», είπε ο πατέρας του. «Το σκεφτόταν συνέχεια αλλά δεν

ξεκίνησε να πάει».

Του Φουθ δεν του άρεσε η ιδέα ότι σηκώνεται κάποιος και φεύ-

γει από το σπίτι του, και μάλιστα στα ξαφνικά, και δεν ξαναβλέπει ποτέ την οικογένειά του.

Αποφασίζει να εγκαταλείψει την επάνω κουκέτα, κατεβαίνει

ψηλαφητά τη σκαλίτσα, ο κρύος αέρας τον ακολουθεί και στην κάτω κουκέτα. 18


Είχε ξυπνήσει μες στη νύχτα και η μητέρα του ήταν εκεί, το στρογγυλό της πρόσωπο από πάνω του, να το φωτίζει το φεγγαρόφωτο

που έμπαινε από ένα άνοιγμα στις κουρτίνες. Όταν έφυγε η μητέρα του, έμεινε μόνος του στο σκοτάδι με τη μυρωδιά της –άρωμα βιολέτας– και με τον ήχο των βημάτων της στη σκάλα.

Το πρωί, την ώρα του μπρέκφαστ η μητέρα του είχε ήδη φύγει

και ο πατέρας του ήταν ήδη μεθυσμένος. Προτού φύγει η μητέρα

του, ο πατέρας του δεν είχε σηκώσει ποτέ χέρι πάνω του. Μετά,

κάθε φορά που το έκανε, το έκανε πάντα στα καλά καθούμενα ή

τελοσπάντων χωρίς ποτέ ο Φουθ να πάρει είδηση έγκαιρα ότι κάτι έτρεχε. Ήταν όπως όταν τα πουλιά πέφτουν πάνω στο τζάμι,

με εκείνο τον ξαφνικό, φρικτό γδούπο, και μετά βλέπεις το πουλί να κείτεται εντελώς ακίνητο καταγής, μπορεί απλώς ζαλισμένο, μπορεί και πληγωμένο ή σακατεμένο.

Ο Φουθ προσπαθούσε να μην μπλέκεται στα πόδια του πατέ-

ρα του. Πότε πότε έμενε έξω, καθόταν στο μονόζυγο ώσπου σκοτείνιαζε τόσο ώστε δεν έβλεπε τη γη κάτω από τα πόδια του, και ο

κήπος θα μπορούσε να είναι κατάμαυρη λίμνη ή απλώς ένα μεγάλο τίποτα, στο οποίο θα έπεφτε με το που θα πηδούσε κάτω. Ήταν

ασφαλής εκεί έξω – όμως μέσα στο σκοτάδι διέκρινε ολο­κάθαρα το φωτεινό τετράγωνο του παράθυρου της κουζίνας.

Παρακολουθώντας τον πατέρα του να τριγυρίζει μέσα στην

κουζίνα, να βγάζει διάφορα από το ψυγείο και να τα μυρίζει, να

ψάχνει τα ντουλάπια και ν’ ανοίγει μια κονσέρβα, ν’ ανάβει ­έ να μάτι της κουζίνας, ο Φουθ ήξερε τι ώρα έπρεπε να μπει μέσα για

φαγητό. Αν περίμενε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, το φαγητό θα κρύωνε, το πράγμα θα στράβωνε. Αν πάλι έβλεπε τον πατέρα του

να κάθεται μόνος του στο γυμνό τραπέζι, ήξερε ότι έπρεπε να περιμένει μέχρι να φύγει ο πατέρας του, και μόνον τότε ­έμπαινε μέσα και πήγαινε κατευθείαν για ύπνο.

19


Στο κάτω μέρος του κήπου, πίσω από τον φράχτη ήταν το σπίτι

της Γκλόριας. Ο Φουθ έκανε παρέα με τον Κένι, τον γιο της Γκλόριας, από την πρώτη Δημοτικού, παρότι είχαν ελάχιστα κοινά μεταξύ τους. Ο Φουθ δεν ήταν κατά βάση κοινωνικός, ενώ ο Κένι

είχε πάντα κορίτσια ή μια συμμορία αγόρια γύρω του. Ο Κένι έπαιζε ποδόσφαιρο και πόλεμο, ο Φουθ πήγαινε στη βιβλιοθήκη

και έμενε εκεί ώσπου να τελειώσει το κενό. Ο Κένι πήγαινε σε αγώνες ανώμαλου δρόμου μαζί με τον μπαμπά του και μπορούσε

να σου φτιάξει ένα ποδήλατο από το μηδέν. Όταν ο Φουθ διέλυσε

το δικό του ποδήλατο και μετά δεν κατάφερνε να το συναρμολογήσει, ο πατέρας του αρνήθηκε να τον βοηθήσει. Τελικά ο Φουθ ­έβαλε όλα τα κομμάτια –τον μηχανισμό, την αλυσίδα, τα πεντάλ

και όλα τα άλλα– σ’ ένα κουτί και τα φύλαξε στην αποθήκη με τη σκέψη ότι κάποια μέρα θα μάθει πώς να το κάνει.

Ο Κένι και ο Φουθ είχαν τη συνήθεια να στέκονται μπροστά

στο παράθυρο της κρεβατοκάμαράς του ο καθένας –ήταν αντικριστά στην πίσω αυλή– όταν έσβηναν τα φώτα στο σπίτι, με ­έ να φακό στο χέρι και να κάνουν σινιάλα μέσα στο σκοτάδι. Κάτι σαν

τα σήματα Μορς, μόνο που δεν σήμαιναν τίποτα. Ο Κένι έστελνε ένα-δύο-τρία φλας και ο Φουθ του ανταπέδιδε ένα-δύο-τρία φλας.

Ο Κένι συνέχιζε, φλας, παύση, μετά κι άλλο φλας και ο Φουθ τον

μιμούνταν. Κάποια στιγμή το παιχνίδι σταματούσε. Για τον Φουθ ήταν σαν να ατένιζε φάρο μέσα στη νύχτα στο βάθος του ορίζον­ τα. Ήταν αυτή η στιγμιαία αναλαμπή και μετά το τίποτα, κι εσύ

περίμενες την επόμενη αναλαμπή, με το βλέμμα στυλωμένο στο σημείο απ’ όπου είχε έρθει και απ’ όπου θα ξαναρχόταν το φως, μόνο που για την ώρα κοίταζες το σκοτάδι.

Όταν πια η αναλαμπή που έκοβε το σκοτάδι δεν ερχόταν, σή-

μαινε πως ο Κένι είχε πάει για ύπνο, οπότε πήγαινε και ο Φουθ για ύπνο. Μεγαλώνοντας απέκτησε τη συνήθεια να παίρνει τον 20


φακό στο κρεβάτι του και να διαβάζει κάτω από τα σκεπάσματα την κάποτε απαγορευμένη λογοτεχνία από τη βιβλιοθήκη της μητέρας του.

Κάπου στα μισά του Δημοτικού ο Κένι έφυγε – ο πατέρας του

μετακόμισε και ο Κένι τον ακολούθησε. Συνέβη ξαφνικά, κανείς

δεν είπε στον Φουθ ότι ο Κένι επρόκειτο να φύγει ή ότι είχε φύγει, και ο Φουθ πέρασε κάμποσα βράδια μπροστά στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας περιμένοντας να δει τον φακό του Κένι, στέλνοντας τα δικά του σήματα, ένα-δύο-τρία, σαν το σινιάλο του ναυτίλου, χωρίς να παίρνει απάντηση.

Τον Κένι δεν τον ξαναείδε πριν από τα Χριστούγεννα. Συναν­

τήθηκαν τυχαία στο χασάπικο. Μπήκε η Γκλόρια, στάθηκε στην

ουρά πίσω από τον Φουθ και τη μητέρα του, είπε γεια. Ο Κένι την περίμενε απέξω και ο Φουθ πήγε να τον βρει. Ρώτησε τον Κένι

γιατί είχε φύγει και ο Κένι τον κοίταξε σαν να ’χε μπροστά του κανένα χαζό και είπε, «Πήγα με τον μπαμπά μου». «Ναι, αλλά γιατί έφυγε ο μπαμπάς σου;»

«Δεν γινόταν να κάτσει αφότου έμαθε για τη σχέση», του εί-

πε ο Κένι.

Όταν τέλειωσε το Δημοτικό και η μητέρα του Φουθ έφυγε

και ο Φουθ άρχισε να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του καθισμέ-

νος στο μονόζυγο μέσα στο σκοτάδι, σκεφτόταν συχνά πυκνά τον Κένι που δεν τον είχε δει κάπου δυο χρόνια, από τότε στου χασάπη. Κοίταζε το άδειο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας του

Κένι, κι ακριβώς από κάτω την Γκλόρια που έτρωγε μόνη της στην κουζίνα.

Αυτή η γυναίκα φαίνεται πως δεν είχε φιλενάδες, να τις κα-

λεί στο σπίτι της, όπως έκανε η μητέρα του, που τις μάζευε στο

καθιστικό ή στην αυλή, αν ήταν καλός ο καιρός, και καμιά φορά τους έβαζε ν’ ακούσουν ένα αγαπημένο της τραγούδι, έναν

21


αγα­πημένο της τραγουδιστή κι άρχιζε να χορεύει, ενόσω εκείνος έπαιζε μόνος του κάπου εκεί κοντά, μια που του είχε πει να

μην είναι μες στα πόδια της, οπότε κι αυτός ζύγωνε όσο πιο κο-

ντά τολμούσε, υπνωτισμένος από τη φασαρία και τα αρώματα και τις φιλενάδες της μητέρας του με τα μίνι τους. Η Γκλόρια δεν ήταν ανάμεσά τους.

Σιγά σιγά έμαθε τα χούγια της Γκλόριας. Όταν έμπαινε στην

κουζίνα για να ετοιμάσει το βραδινό της, άναβε το ραδιόφωνο.

Άνοιγε την πίσω πόρτα, φώναζε τη γάτα και όλο της έδινε κανένα μεζέ από το πιάτο της. Όταν τέλειωνε, συμμάζευε και με το

ραδιόφωνο να παίζει ανέβαινε επάνω, να κάνει ντους ή μπάνιο, κι ο Φουθ την έβλεπε, έβλεπε την ασαφή ροδαλότητά της κατακερματισμένη πίσω από τους ρόμβους του τζαμιού. Μετά ξανα-

κατέβαινε στην κουζίνα με το νυχτικό, καθόταν στο τραπέζι και έπινε ένα δυο ποτά. Ξανατάιζε τη γάτα, μπορεί και να έβγαζε τα

σκουπίδια, ή, εκείνο το καλοκαίρι με την ξηρασία, να έβγαινε και να έριχνε ένα γερό πότισμα με το λάστιχο στον κήπο της μέσα στο

σκοτάδι. Μοναδική εξαίρεση σ’ έναν δρόμο με καψαλισμένα και

κιτρινισμένα παρτέρια, εκεί που τα φυτά των γειτόνων μαράζωναν και πέθαιναν, ο κήπος της Γκλόριας οργίαζε.

Η πίσω πόρτα άνοιξε και στο κατώφλι φάνηκε η Γκλόρια με τη

σακούλα των σκουπιδιών, όμως αντί να κατευθυνθεί προς τους τε-

νεκέδες, κατευθύνθηκε προς το μέρος του, διασχίζοντας τον κήπο, χωρίς να αφήσει τη σακούλα, φορώντας μόνον το νυχτικό της.

Έγειρε πάνω από τον φράχτη και του είπε, «Μόνος κι έρημος;» Μη ξέροντας τι να της απαντήσει ο Φουθ έμεινε σιωπηλός.

«Κι εγώ το ίδιο», του είπε, στριφογυρίζοντας τη σακούλα. «Δεν

θα ’λεγα όχι για λίγη παρέα».

Η Γκλόρια έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του Φουθ κα-

τά το σπίτι, κατά το παράθυρο της κουζίνας. «Αυτό που χρειάζε22


στε τώρα ο μπαμπάς σου κι εσύ είναι να πάτε διακοπές», του είπε. «Αυτό έκανα εγώ όταν με άφησε ο άντρας μου. Πήγα διακοπές. Και ύστερα από δυο εβδομάδες λιακάδας και κοκτέιλ, ούτε που τον σκεφτόμουνα πια».

Ο Φουθ άκουσε τον πατέρα του να τον φωνάζει, στράφηκε

­κατά το παράθυρο και τον είδε να του κάνει νόημα να πάει ­μέσα.

Γυρίζοντας ξανά προς το μέρος της Γκλόριας, την είδε να απομακρύνεται με τη σακούλα των σκουπιδιών.

«Τι ήθελε αυτή;» τον ρώτησε ο πατέρας του με το που μπήκε

στην κουζίνα.

«Κουβέντα ήθελε» «Τι σου έλεγε;»

«Πως νιώθει μοναξιά».

«Δεν θέλω να έχεις κουβέντες μαζί της».

Στο τραπέζι υπήρχαν μπολ με σούπα από μοσχαρίσια ουρά.

Κάθισαν να φάνε και ο Φουθ είδε από το γυμνό παράθυρο της κουζίνας τους στην πέρα άκρη του σκοτεινού κήπου το φως να σβήνει στην κουζίνα και σε όλο τον κάτω όροφο στο σπίτι της Γκλόριας. Σε ένα λεπτό άναψε το φως του μπάνιου.

Πάνω από το παράθυρο της κουζίνας τους υπήρχε ένα κουρτι-

νόξυλο. Τότε που μετακόμισαν σ’ αυτό το σπίτι, όταν ο Φουθ ­ήταν

επτά ετών, η μητέρα του είχε πάρει μέτρα για τις κουρτίνες, αλλά τελικά δεν κατάφερε να τις φτιάξει προτού φύγει. Έκανε σχέδια να βάψει το σπίτι από πάνω μέχρι κάτω, αλλά όταν έβαψε το

κομμάτι γύρω από το πλατύσκαλο, σταμάτησε και δεν συνέχισε

ποτέ. Τα περισσότερα κάδρα που είχε φέρει από το προηγούμενο σπίτι δεν κρεμάστηκαν ποτέ και τα παρτέρια φυτεύτηκαν μεν, αλλά στην πορεία τα έπνιξε το αγριόχορτο.

Ο πατέρας του, αφού έγλειψε το πιάτο του, σηκώθηκε και φό-

ρεσε τα μοκασίνια του λέγοντας, «Εγώ θα βγω. Τέλειωνε το φαΐ

23


σου, είναι ώρα να πας για ύπνο». Με το άνοιγμα της πόρτας ο ­κρύος αέρας της νύχτας τρύπωσε μέσα κι έμεινε εκεί.

Το φως στο μπάνιο της Γκλόριας έσβησε, ο Φουθ την είδε να

μπαίνει στην κρεβατοκάμαρά της. Κατέβασε στα γρήγορα τη σούπα του προσπαθώντας να στριμώξει τα τελευταία κομματάκια το κρέας που είχαν μείνει στον πάτο. Είδε την Γκλόρια να κάθεται

μπροστά στον καθρέφτη της τουαλέτας της, να περιεργάζεται την εικόνα της με το νυχτικό, να αγγίζει απαλά τα μαλλιά της. Μετά ξαναβγήκε στο πλατύσκαλο. Το αμέσως επόμενο λεπτό άναψε το

φως στο χολ του ισογείου και όταν ξανάσβησε, ο Φουθ σηκώθηκε βιαστικά, άφησε το άδειο μπολ στον νεροχύτη και πήγε για ύπνο.

Ξυπνάει μέσα στο σκοτάδι. Δεν βλέπει τίποτε, δεν ξέρει πού βρίσκεται.

«Πού είμαι;» ρωτάει δυνατά, προτού καταλάβει ότι είναι μό-

νος του. Νομίζει ότι είναι στο δωμάτιο των ξένων, αλλά κάτι δεν κολλάει. Μετά νομίζει ότι είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι που αγόρασε δεύτερο χέρι για το καινούργιο διαμέρισμα, αλλά νιώθει

ότι κι εκεί πέφτει έξω. Στο τέλος συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στο

φέρι. Είναι σε διακοπές, σκέφτεται, αυτό είναι όλο, πάει διακοπές και ξαναβυθίζεται σε ύπνο.

Όταν πήγε με τον πατέρα του στην Ευρώπη, είχαν κάνει μέρα το

ταξίδι με το φέρι. Εκτός από το σινεμά που τον πήγε και τα πόπκορν που τον άφησε να φάει, του είχε αγοράσει και ζαχαρωτά συσκευασμένα σε κούπα από το duty-free και τόσα πολλά σακου-

λάκια φιστίκια από το μπαρ, ώστε του Φουθ του ερχόταν να κά-

νει εμετό στο αυτοκίνητο σε όλη τη διαδρομή από το φέρι μέχρι το ξενοδοχείο τους στη Γερμανία.

Το δωμάτιο του ξενοδοχείου είχε δυο μονά κρεβάτια κι ένα μι-

24


κρό μπάνιο. Όταν ερχόταν η ώρα για ύπνο, ο Φουθ ζητούσε να μείνει ένα φως αναμμένο και ο πατέρας του άναβε το φως του μπάνιου και άφηνε την πόρτα μισάνοιχτη. « Ύπνο τώρα», έλεγε. Όμως

ο Φουθ ξαγρυπνούσε γυρισμένος προς τη χαραμάδα το φως, πα-

ρακολουθώντας τον πατέρα του μέσα από τον καθρέφτη πίσω ­από τον νιπτήρα να αλλάζει πουκάμισο, να χτενίζει τα μαλλιά του, να

πλένει τα δόντια του και μετά –ο Φουθ έκλεινε γρήγορα τα μάτια του και προσπαθούσε να ανασαίνει σαν να κοιμόταν– να φεύγει κλείνοντας προσεκτικά την πόρτα πίσω του.

Τα πρωινά ο πατέρας του ήταν εκεί, στο άλλο μονό κρεβάτι,

λαγοκοιμόταν με το στόμα ανοιχτό, η μπόχα του αλκοόλ διάχυτη στον αέρα. Όταν ο Φουθ σηκωνόταν για να πάει στο μπάνιο,

ο πατέρας του αναδευόταν, ρωτούσε, με τα μάτια μισόκλειστα κόντρα στο φως της μέρας, τι ώρα ήταν. Ο Φουθ του έλεγε και ο πατέρας του σχολίαζε έκπληκτος πώς πέρασε έτσι η ώρα. «Εσύ

πάντως κοιμήθηκες καλά», έλεγε στον Φουθ, κι εκείνος δεν έλεγε τίποτε για το πώς ακούγοντας κάποιο θόρυβο τις μικρές πρωινές ώρες, έβλεπε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας να ανοίγει, το

φως να μπαίνει από τον διάδρομο και τον πατέρα του να γυρίζει

με μια γυναίκα, διαφορετική γυναίκα κάθε βράδυ. Όταν η πόρτα έκλεινε πίσω τους, ο πατέρας του κι αυτές οι γυναίκες διέσχιζαν ψηλαφητά το δωμάτιο, που φωτιζόταν αχνά από το φως του

μπάνιου, όπου τις πήγαινε ο πατέρας του, προς στιγμή το φως του μπάνιου φώτιζε για τα καλά την κρεβατοκάμαρα, προτού η πόρτα

κλείσει ξανά, αφήνοντας τη χαραμάδα απ’ όπου ο Φουθ μπορούσε να τους παρακολουθεί μέσα από τον καθρέφτη. Και ο Φουθ, που δεν είχε κοιμηθεί καλά, στεκόταν το πρωί μέσα στο μπάνιο

αποφεύγοντας ν’ αγγίξει τον νιπτήρα, αποφεύγοντας να κοιταχτεί στον καθρέφτη.

Δεν έλεγε κουβέντα στον πατέρα του για το ότι ξυπνούσε κα25


ταλαβαίνοντας ότι είχε βρέξει το κρεβάτι του. Σκέπαζε τα βρεγμένα σεντόνια με την κουβέρτα και ετοιμαζόταν για έξοδο, ξέροντας ότι στη διάρκεια της απουσίας του θα του τα άλλαζαν.

Ο Φουθ ανοίγει τα μάτια μέσα στο σκοτάδι και ακούει μια γυναίκα να του μιλάει δυνατά σε γλώσσα που του είναι ακατανόητη.

Μισοκλείνοντας τα μάτια κοιτάζει το ξυπνητήρι του, προσπαθών­ τας να διακρίνει τη θέση των φωσφοριζέ δεικτών. Δεν ξεχωρίζει

τον πάτο τής επάνω κουκέτας, οπότε απλώνει το χέρι και τον αγγίζει, μόνο και μόνο για να καθησυχάσει τον εαυτό του ότι βρίσκεται εκεί που νομίζει ότι βρίσκεται. Εντοπίζει ψηλαφητά τον διακόπτη στον τοίχο και ανάβει το φως.

Είναι πρωί, το φέρι φτάνει όπου να ’ναι στο Χεκ της Ολλαν­

δίας. Ο Φουθ σηκώνεται από το κρεβάτι.

Κάνει ντους με αφρόλουτρο που έχει άρωμα μήλου και σκέ-

φτεται την Άντζελα. Είναι περίεργος πώς πέρασε την Παρασκευή

το βράδυ της και τι σχεδιάζει για το Σαββατόβραδό της. Τα περισσότερα κοινά τους βράδια της Παρασκευής τα περνούσαν στον

καναπέ μπροστά στην τηλεόραση. Τώρα, τόσο νωρίς Σαββατιάτικα, την φαντάζεται να έχει μόλις γυρίσει από τη βραδινή της

­έξοδο ή να κοιμάται ακόμη, ή να μην κοιμάται, δίπλα σε έναν ­ά λλον άντρα. Ο ίδιος έχει να πάει με άλλη γυναίκα πάνω από δεκαπέντε χρόνια.

Κλείνει το νερό, βγαίνει από το ντους πατώντας προσεκτικά

στο αντιολισθητικό πάτωμα και πιάνει τον εαυτό του να σκέφτεται ακόμη τον πατέρα του και τις γυναίκες που κουβαλούσε στο

μπάνιο του ξενοδοχείου. Σκύβει πάνω από τον νιπτήρα, σκουπίζει με την παλάμη του τον θολό από τους ατμούς καθρέφτη και

περιεργάζεται ξανά την εικόνα του. Δεν βλέπει τον πατέρα του στον εαυτό του. 26


Πίσω στην κρεβατοκάμαρα ντύνεται και ξαναβάζει τον αση-

μένιο φάρο στην τσέπη του παντελονιού του. Κάνει ένα γύρο στο δωμάτιο, μαζεύει τα διάφορα είδη που παρέχονται δωρεάν –ένα

στιλό, φακελάκια καφέ και ζάχαρη, ατομικά γαλατάκια, τα υπόλοιπα μπουκαλάκια των καλλυντικών, το σκουφί για το ντους, το

πλαστικό φλιτζάνι– και τα βάζει στο σακ βουαγιάζ του, με προοπτική να τα χρησιμοποιήσει στο καινούργιο του διαμέρισμα.

Αφήνει την καμπίνα του παίρνοντας μαζί του τον σάκο και το

άνορακ, γιατί δεν θέλει να ξαναγυρίζει. Κατευθύνεται προς το

εστιατόριο για το μπρέκφαστ, αλλά με το που μπαίνει στην αίθουσα και παίρνει το μάτι του την ουρά, και του χτυπάει η μυρωδιά του ζεστού αυγού, του ζεστού κρέατος, αλλάζει γνώμη. Φοράει το άνορακ, κρεμάει τον σάκο στον ώμο του και παίρνει δρόμο για το ανοιχτό κατάστρωμα.

Φαίνεται ότι έβρεξε και συνεχίζει να βρέχει κάπου στο βάθος,

ίσα μια ψιχάλα πια που διαστίζει το νερό. Τα μεταλλικά σκαλιά

γλιστρούν, αναγκάζεται να προχωρεί με προσοχή. Ο ουρανός έχει ακόμη ένα αχνό γκρίζο χρώμα αλλά αρχίζει να καθαρίζει καθώς ζυγώνουν στην Ολλανδία. Με τα χέρια στη βρεγμένη κουπαστή ο Φουθ παρακολουθεί την άφιξη του φέρι στο ολλανδικό

τέρμιναλ. Στην άλλη άκρη του καταστρώματος ο άντρας με το αδιάβροχο που έχασε το καπέλο του κάνει το ίδιο.

Ο Φουθ βάζει το ρολόι του μια ώρα μπροστά. Είναι ώρα να

κατέβει στο κατάστρωμα των αυτοκινήτων. Όταν θα του κάνουν

νόημα να προχωρήσει, θα βάλει μπροστά και θα βγει σε μια άλλη ­ήπειρο, θα κρατήσει για πρώτη φορά το τιμόνι σε μια άλλη χώρα.

«Δεν αργούμε».

Γυρίζει και βλέπει δίπλα του τον άντρα με το αδιάβροχο. «Πού πας στη Γερμανία;» τον ρωτάει ο άντρας.

27


«Στο Χέλχαους»,2 λέει ο Φουθ. «Κοντά στο Κόμπλεντς. Έχω πο-

λύ δρόμο μπροστά μου».

«Ε, όχι και τόσο. Κάτι λίγες ώρες».

«Αν δεν χάσω τον δρόμο», λέει ο Φουθ, φέρνοντας στο νου του

την εικόνα του παμπάλαιου οδικού άτλαντα της Ευρώπης στη θέση του συνοδηγού. Τις μακρινές αποστάσεις τις έκανε ανέκαθεν η Άντζελα, που είναι και καλύτερη στον προσανατολισμό.

Το φέρι δένει. «Πρέπει να πηγαίνουμε στα αυτοκίνητα», ­λ έει

ο Φουθ.

«Εγώ είμαι με τα πόδια», του λέει ο άλλος. «Πού είπες ότι πηγαίνεις;»

«Στην Ουτρέχτη. Δεν είναι μακριά από εδώ. Την προσπερ-

νάς καθ’ οδόν προς το Κόμπλεντς. Αν έχεις χρόνο, κάνε μια στάση για καφέ».

Ο Φουθ κοιτάζει το υγρό πανωφόρι του άντρα, οσμίζεται τη

βροχή που παγιδεύτηκε στην ύφανσή του. Κοιτάζει τα απομεινάρια της βροχής στις βλεφαρίδες του, στα φρύδια του, στο γυμνό του κεφάλι. Φαντάζεται τον άντρα καθισμένο στη θέση του συνοδηγού, να διαβάζει τον χάρτη, να ξέρει τους δρόμους. «Να σε πάρω μαζί μου μέχρι την Ουτρέχτη;» λέει

Ο άλλος δεν κρύβει τη χαρά του. «Να σου πω, μια που είναι

ο δρόμος σου, πολύ ευγενικό από μέρους σου που το σκέφτηκες. Μπορούμε να πιούμε έναν καφέ στο σπίτι της μητέρας μου». «Ευχαρίστως, πολύ ευχαρίστως», λέει ο Φουθ.

«Με λένε Καρλ», του συστήνεται ο άντρας τείνοντάς του

το χέρι.

Το χέρι του Καρλ είναι φαρδύ και ηλιοκαμένο και πιάνοντάς

το ο Φουθ το νιώθει ζεστό. Το χέρι του Φουθ –λιγνό, ασπρουλιάρικο και κρύο– σχεδόν χάνεται μέσα στην παλάμη του αλλουνού. «Φουθ», αποκρίνεται. Ο Καρλ σκύβει πιο κοντά του, στρέφοντας 28


το αυτί του προς το μέρος του Φουθ, σαν να μην έπιασε το όνομα, οπότε ο Φουθ επαναλαμβάνει, «Φουθ».

Οι δυο άντρες αφήνουν την κουπαστή και προχωρούν μαζί προς

τα μέσα. Οι υγρές επιφάνειες του πλοίου γυαλίζουν στο πρώτο

φως της μέρας και ο Φουθ αναρωτιέται πόση ώρα θα μείνει άρα-

γε το φέρι σε τούτο το ανοιχτόκαρδο λιμάνι προτού κάνει στροφή και πάρει τον δρόμο του γυρισμού στην κρύα, γκρίζα θάλασσα.

29


O Φάρος