Page 1


Draft_Asterismos04.indd 2

6/9/13 12:26 μ.μ.


AΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΖΩΤΙΚΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ

Draft_Asterismos04.indd 3

6/9/13 12:26 μ.μ.


Τίτλος πρωτοτύπου: A Constellation of Vital Phenomena © Anthony Marra, 2013

Πρώτη έκδοση στα αγγλικά Μάιος 2013

This translation is published by arrangement with Hogarth Press, an imprint of the Crown Publishing Group, a division of Random House, Inc. © για την ελληνική έκδοση Εκδόσεις Ίκαρος, 2013

Μετάφραση από τα αγγλικά: Αχιλλέας Κυριακίδης Σχεδιασμός - Εικονογράφηση εξωφύλλου:

Χρήστος Κούρτογλου - Indyvisuals Collective

Στοιχειοθεσία - Σελιδοποίηση: Εκδόσεις Ίκαρος

Εκτύπωση: Φωτόλιο & Τύπικον Γραφικές Τέχνες Α.Ε. Βιβλιοδεσία: Ι. Μπουντάς - Π. Βασιλειάδης Ο.Ε. Πρώτη έκδοση: Σεπτέμβριος 2013 ISBN 978-960-9527-87-3

70 Χρόνια Εκδόσεις Ίκαρος 1943–2013 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ • ΒΟΥΛΗΣ 4, 105 62 ΑΘΗΝΑ • Τ: 210 3225152 • www.ikarosbooks.gr

Draft_Asterismos04.indd 4

6/9/13 12:26 μ.μ.


Anthony Marra

AΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΖΩΤΙΚΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ Μετάφραση - Σημειώσεις:

Αχιλλέας Κυριακίδης

ΙΚΑΡΟΣ

Draft_Asterismos04.indd 5

6/9/13 12:26 μ.μ.


Draft_Asterismos04.indd 6

6/9/13 12:26 μ.μ.


Στους γονείς μου και στην αδελφή μου

Draft_Asterismos04.indd 7

6/9/13 12:26 μ.μ.


Draft_Asterismos04.indd 8

6/9/13 12:26 μ.μ.


Ετούτο το θάνατο μου θύμισε το πατημένο αρκουδάγκαθο, ο «τάταρος», καταμεσίς στ’ οργωμένο χωράφι. ΛΈΩΝ ΤΟΛΣΤΌΪ, Χατζή Μουράτ1

Draft_Asterismos04.indd 9

6/9/13 12:26 μ.μ.


Draft_Asterismos04.indd 10

6/9/13 12:26 μ.μ.


Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ

Draft_Asterismos04.indd 11

6/9/13 12:26 μ.μ.


Draft_Asterismos04.indd 12

6/9/13 12:26 μ.μ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

1994 1995 1996 1997 1998 1999 2000 2001 2002 2003 2004 Τη νύχτα που οι στρατιώτες2 έκαψαν το σπίτι της και της πήραν

τον πατέρα, η Χαβάα ονειρεύτηκε θαλάσσιες ανεμώνες. Το ξη-

μέρωμα, ενόσω το κορίτσι ντυνόταν, ο Άχμεντ, που δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, πηγαινοερχόταν έξω από την πόρτα του υπνοδωματίου, κοιτάζοντας πίσω απ’ το τζάμι τον ουρανό που είχε αρχίσει ν’ αχνοφέγγει· πρώτη φορά, χαράματα, ένιωθε πως είχε

αργήσει. Όταν η Χαβάα εμφανίστηκε από το υπνοδωμάτιο, δείχνοντας μεγαλύτερη από οκτώ χρονών, της πήρε τη βαλίτσα από το χέρι, κι εκείνη τον ακολούθησε ώς έξω. Στάθηκαν στη μέση

του δρόμου, κι ο Άχμεντ γύρισε και κοίταξε εκεί όπου ήταν κάποτε το σπίτι της. «Χαβάα, πρέπει να φύγουμε» είπε, μα κανείς τους δεν κουνήθηκε.

Το χιόνι μαλάκωνε γύρω απ’ τις μπότες τους καθώς ατένι-

ζαν στην απέναντι πλευρά του δρόμου μια πλατιά κηλίδα πατικωμένη στάχτη. Μερικά πορτοκαλιά κάρβουνα τσιτσίριζαν μέσα σε λιμνούλες γκρίζο χιόνι, μα όλα τ’ άλλα ήταν καψαλισμένα. Πριν από περίπου επτά χρόνια, ο Άχμεντ είχε βοηθήσει τον

13

Draft_Asterismos04.indd 13

6/9/13 12:26 μ.μ.


Ντόκα να χτίσει μια προέκταση, έτσι ώστε η μικρή να ’χει το δικό της δωμάτιο. Έκανε τα σχέδια, τσεκούρωσε τα ξύλα, τα ’κοψε σε

σανίδες και τα ’κανε δωμάτιο, κι όταν ο Ντόκα τού υποσχέθηκε

ότι θα τον βοηθούσε να χτίσει κι εκείνος μια προέκταση στο δικό του σπίτι όταν θα ’κανε παιδί, ο Άχμεντ ευχαρίστησε τον φί-

λο του και γύρισε σπίτι του μ’ έναν κόμπο στο λαιμό που, όταν η πόρτα έκλεισε πίσω του, γύρισε σε λυγμό. Σαράντα μέτρα κουβάλημα ξυλείας απ’ το δάσος του ’χε φουσκαλιάσει τις παλάμες

και μουσκέψει τις μασχάλες, αλλά τώρα, λίγες ώρες ήταν αρκετές για να γίνουν στάχτη όλα όσα του ’χαν πάρει μήνες να σχεδιάσει, εβδομάδες να κουβαλήσει, μέρες να χτίσει – όλα, εκτός

απ’ τα καρφιά και τα πριτσίνια· όλα, εκτός από τους μεντεσέδες και τις βίδες. Και μαζί τους, όλοι εκείνοι οι μικροί θησαυροί που

τον έκαναν να αισθάνεται εκεί μέσα σαν στο σπίτι του: η σκαλιστή σκακιέρα πάνω στο στρογγυλό τραπεζάκι που, όταν κουνιόταν, ο κοντόχοντρος λευκός βασιλιάς ταλαντευόταν σαν τον μεθυσμένο που τρομάζει να σταθεί όρθιος, κι ο Ντόκα τον είχε βαφτίσει Μπορίς Γιέλτσιν· το πορσελάνινο βάζο με τα περσικά αραβουργήματα και, δίπλα του, το ραδιοκασετόφωνο με μια κεραία

πολύ μακριά ώστε να ξύνει το ταβάνι όταν στηριζόταν στον τηλεφωνικό κατάλογο, αλλά πολύ κοντή ώστε να «πιάνει» οτιδήποτε άλλο εκτός από παράσιτα· το ογδονταπεντάχρονο Κοράνι με το καλλιγραφημένο βιολετί εξώφυλλο που ’χε αγοράσει στη Μέκκα

ο παππούς του Ντόκα. Όλα αυτά, λοιπόν, τα καταβρόχθισαν οι

φλόγες, κι αφού οι φλόγες δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα στο

λόγο του Θεού και το λόγο του Σοβιετικού Μητρώου Τηλεπικοινωνιών, Κοράνι και τηλεφωνικός κατάλογος επέστρεψαν στο στόμα Του μέσα στην ίδια εισπνοή καπνού.

Ένιωσε τα δάχτυλα του κοριτσιού να του σφίγγουν τον καρπό.

Θα ’θελε να την φορτωθεί στους ώμους του και να τρέξει προς τα 14

Draft_Asterismos04.indd 14

6/9/13 12:26 μ.μ.


βόρεια ώσπου το δάσος να καταπιεί το χωριό, αλλά τώρα, εκεί,

όρθιος μπροστά στα καρβουνιασμένα ξύλα, δεν είχε τη δύναμη

ούτε να ψελλίσει μια παρηγοριά, να πιάσει τη μικρή απ’ το χέρι, να δώσει διαταγή στα πόδια του να τον πάνε εκεί όπου ήθελε.

«Το σπίτι μου.» Η φωνή της έσπασε τη σιωπή τους κι ακούστη-

κε όπως ο μοναδικός ήχος σ’ έναν άδειο διάδρομο. «Μη το βλέπεις έτσι» της είπε. « Έτσι πώς;»

«Σαν ακόμα δικό σου.»

Της τύλιξε το λαμπερό πορτοκαλί κασκόλ γύρω απ’ το λαι-

μό και συνοφρυώθηκε όταν είδε στο μάγουλό της μια δαχτυλιά

από φούμο. Τη νύχτα, όταν ήρθαν οι στρατιώτες, ήταν στο κρεβάτι του, ξύπνιος. Πρώτα ο βόμβος μιας μηχανής ντίζελ (ένας υπόκωφος ήχος που κατέληξε να τον φοβάται πιο πολύ κι από πυ-

ροβολισμό) και μετά, ρώσικα. Πήγε στο καθιστικό κι άνοιξε την κουρτίνα συσκότισης όσο πιο πολύ τολμούσε. Μέσα απ’ το γυάλινο τρίγωνο, προβολείς έσκισαν τη νύχτα. Τέσσερις στρατιώτες,

γεροδεμένοι, καλοθρεμμένοι, ξεπέζεψαν απ’ το καμιόνι. Ο ένας έπινε από ένα μπουκάλι βότκα κι έβριζε το χιόνι κάθε φορά που

παραπατούσε. Τη μέρα που είχε παρουσιαστεί στο στρατολογικό κέντρο του Βλαδιβοστόκ, ο παππούς του του είπε ότι θα ’χε πεθάνει στο Στάλινγκραντ αν δεν είχε αυτό το ευλογημένο μούδιασμα της βότκας, οπότε κι ο στρατιώτης, με τα μάγουλα σκαμμένα

από την οδοντόπαστα που άπλωνε χρόνια στην ακμή του, θεώρησε ότι ο πόλεμος στην Τσετσενία θα ’ταν χειρότερος από εκείνον

του Στάλινγκραντ, και φρόντισε να έχει όλη τη βότκα που θα του χρειαζόταν. Απ’ το καθιστικό του, ο Άχμεντ ήθελε να βάλει μια

φωνή, να χτυπήσει ένα τύμπανο, να ρίξει μια φωτοβολίδα. Αυτοί, όμως, απέναντι, είχαν ήδη φτάσει στην πόρτα του Ντόκα, κι ο Άχμεντ δεν έριξε ούτε μία ματιά στο τηλέφωνο που είχε να

15

Draft_Asterismos04.indd 15

6/9/13 12:26 μ.μ.


κουδουνίσει δέκα χρόνια. Χτύπησαν την πόρτα μία φορά, δύο

φορές, και μετά την γκρέμισαν με τις κλοτσιές. Μέσα από το χάσμα, ο Άχμεντ είδε τη δέσμη ενός φακού να σαλεύει στους τοίχους. Έτσι πέρασαν τα πιο ατελείωτα δύο λεπτά στη ζωή του Άχμεντ, μέχρι που οι στρατιώτες επανεμφανίστηκαν στην εξώπορτα, έχοντας μαζί τους τον Ντόκα. Η ταινία που του ’χαν κολλήσει

στο στόμα, ζάρωνε με κάθε βουβή κραυγή του. Του φόρεσαν μια μαύρη κουκούλα στο κεφάλι. Πού ήταν η Χαβάα; Το μέτωπο του Άχμεντ έσταζε ιδρώτα, τα χέρια του ήταν βαριά σαν από σίδερο. Όταν οι στρατιώτες άρπαξαν τον Ντόκα από τους ώμους και τη ζώνη, τον έριξαν στο πίσω μέρος του καμιονιού και βρόντηξαν

την πόρτα, ο Άχμεντ ένιωσε πρώτα μια ανακούφιση, αλλά γρήγορα σιχάθηκε τον εαυτό του που ήταν ζωντανός, ασφαλής στο

καθιστικό του, ενώ στο καμιόνι απέναντι, ούτε είκοσι μέτρα μακριά, ο Ντόκα ήταν ξεγραμμένος. Πάνω απ’ τον προφυλακτήρα

του καμιονιού υπήρχε ένα άσπρο σταμπωτό 02, κάτι που σήμαινε πως το καμιόνι ανήκε στο Υπουργείο Εσωτερικών, πως δε θα υπήρχε καμία αναφορά του περιστατικού, πως ο Ντόκα επισήμως

δεν είχε συλληφθεί ποτέ, πως δε θα ξαναγύριζε ποτέ. «Πού είναι

το κορίτσι;» ρωτούσε ο ένας στρατιώτης τον άλλον. – «Δεν είναι εδώ.» – «Κοίταξες αν είναι σε καμιά καταπακτή;» – «Δεν είναι.» – «Δες τι θα κάνεις, να τελειώνουμε.» Ο μεθυσμένος στρατιώτης

άνοιξε ένα μπιτόνι βενζίνης και μπήκε τρεκλίζοντας στο σπίτι τού

Ντόκα· όταν επέστρεψε στο κατώφλι, πέταξε πίσω του ένα σπίρτο κι έκλεισε την πόρτα. Φλόγες αναρριχήθηκαν στις μπροστινές κουρτίνες. Τα τζάμια σωριάστηκαν στο περβάζι. Πού ήταν η Χαβάα; Όταν το καμιόνι έφυγε επιτέλους, η φωτιά είχε απλωθεί

στους τοίχους και το ταβάνι. Ο Άχμεντ περίμενε, κι όταν τα πίσω φώτα φαίνονταν μικρά σαν κερασάκια, πέρασε το δρόμο. Κάνοντας έναν μεγάλο κύκλο γύρω από τις φλόγες, μπήκε στο δά16

Draft_Asterismos04.indd 16

6/9/13 12:26 μ.μ.


σος πίσω από το σπίτι. Οι μπότες του έσπαγαν τα παγωμένα χαμόκλαδα, και στο φως από τις φλόγες μπορούσε να μετρήσει τα

κούτσουρα. Πίσω απ’ το σπίτι, κρυμμένo ανάμεσα στα δέντρα,

το πρόσωπο του κοριτσιού τρεμόφεγγε. Κάτασπρο δέρμα σε λωρίδες κατηφόριζε απ’ τα μάτια της, ραβδώνοντας τη στάχτη στα

μάγουλά της. «Χαβάα!» φώναξε. Εκείνη, καθισμένη σε μια βαλίτσα, δεν του αποκρίθηκε. Την σήκωσε, την κράτησε στην αγκαλιά του σαν δεμάτι ξύλα, την πήγε στο σπίτι του και, με μια βρεγμένη πετσέτα, σκούπισε τη στάχτη από το μέτωπό της. Την ξάπλωσε στο κρεβάτι, δίπλα στην ανάπηρη γυναίκα του, και μετά

δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Θα μπορούσε να ξαναβγεί και ν’ αρχίσει να πετάει χιονόμπαλες στο φλεγόμενο σπίτι, ή να ξαπλώσει κι αυτός στο κρεβάτι έτσι ώστε το κορίτσι να νιώσει τη θαλπωρή δύο ενήλικων σωμάτων, ή να κάνει τις νίψεις του και να πέσει

πρηνής, αλλά είχε κάνει την ισάα πριν από ώρες, κι αν πέντε κα-

θημερινές προσευχές δεν είχαν μπορέσει να σώσουν το σπίτι τού Ντόκα, ούτε η έκτη θα ’σβηνε τις φλόγες. Αντί για όλα αυτά, πήγε στο παράθυρο του καθιστικού, άνοιξε τις κουρτίνες συσκότισης κι έμεινε να βλέπει πώς χανόταν μες στις φωταψίες το σπίτι

που το είχε βοηθήσει να χτιστεί. Και τώρα, το πρωί, καθώς τύλιγε το πορτοκαλί κασκόλ γύρω απ’ το λαιμό της μικρής, βρήκε μια δαχτυλιά στο μάγουλό της, αλλά δεν την σκούπισε.

«Πού πάμε;» τον ρώτησε. Στεκόταν στο παγωμένο αυλάκι που

είχαν ανοίξει τη νύχτα οι τροχοί. Το χιόνι είχε σωρευτεί δεξιά κι

αριστερά. Ο Άχμεντ δεν ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτό. Του ήταν αδύνατον να φανταστεί για ποιο λόγο οι στρατιώτες μπορεί να ήθελαν τον Ντόκα, πόσο μάλλον το κορίτσι. Η Χαβάα, ίσα που

του ’φτανε ώς τη μέση και ζύγιζε λιγότερο από ένα κοφίνι με καυσόξυλα, αλλά του Άχμεντ του φαινόταν σαν ένα θεόρατο και ρωμαλέο πλάσμα που του ήταν γραφτό να μη φανεί αντάξιός του.

17

Draft_Asterismos04.indd 17

6/9/13 12:26 μ.μ.


«Στο νοσοκομείο» της είπε, προσπαθώντας ν’ ακουστεί κα-

θησυχαστικός. «Γιατί;»

«Γιατί το νοσοκομείο είναι ασφαλές. Είναι το μέρος όπου πά-

νε οι άνθρωποι όταν χρειάζονται βοήθεια. Και ξέρω κάποιον εκεί, μια γιατρίνα» είπε ο Άχμεντ, ενώ το μόνο που ήξερε για τη γιατρίνα ήταν τ’ όνομά της. «Θα μας βοηθήσει.» «Πώς;»

«Θα την ρωτήσω αν μπορείς να μείνεις μαζί της.» Μα τι ­ήταν

αυτό που της είχε πει; Όπως τα πιο πολλά του σχέδια, έτσι κι αυτό ήταν ακμαίο στο νου του, αλλά, μόλις το ξεστόμισε, έπεσε σαν πουλάκι στο πρώτο του πέταγμα. Το κορίτσι σκυθρώπιασε.

«Δε θα γυρίσει – έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε. Κοίταζε την μπλε

δερμάτινη βαλίτσα ανάμεσα στα πόδια τους. Πριν από οκτώ μήνες, ο πατέρας της της είχε ζητήσει να την φτιάξει και να την βάλει στη ντουλάπα όπου και έμεινε ώς την περασμένη νύχτα, οπότε της την έδωσε και την έβγαλε απ’ την πίσω πόρτα, τη στιγμή που οι στρατιώτες γκρέμιζαν την μπροστινή. «Δε νομίζω.»

«Μα καλά… δεν το ξέρεις;» Δεν ήταν μομφή, αλλά έτσι το πή-

ρε εκείνος. Μα ήταν τόσο ανίκανος γιατρός ώστε εκείνη δίσταζε να τον πιστέψει για ό,τι είχε να κάνει με τη ζωή του πατέρα της,

έστω και θεωρητικά; «Ας μην προτρέχουμε» της είπε. «Είναι πιο ασφαλές να πιστεύουμε πως δεν θα γυρίσει.» «Κι αν γυρίσει…;»

Η λαχτάρα που είχε μέσα της αυτή η μικρή ερώτηση, ήταν κά-

τι που δεν το χωρούσε ο νους του. Κι αν την έπιαναν τα κλάμα-

τα; Ξαφνικά, το ενδεχόμενο του φάνηκε τρομακτικό. Πώς θα τη σταματούσε; Θα χρειαζόταν να την ηρεμήσει, να ηρεμήσει κι ο

ίδιος· ήξερε ότι ο πανικός μπορεί να μεταδοθεί απ’ τον έναν άν18

Draft_Asterismos04.indd 18

6/9/13 12:26 μ.μ.


θρωπο στον άλλον ταχύτερα από κάθε ιό. Έπαιξε με το κασκόλ της: είχε σωθεί από τη φωτιά τόσο πορτοκαλί όσο τη μέρα που

βγήκε απ’ το βαφείο. «Άκου μια ιδέα: αν γυρίσει, θα του πω πού βρίσκεσαι. Καλή;»

«Καλή ιδέα είναι μόνο ο πατέρας μου.»

«Και βέβαια είναι» είπε ο Άχμεντ, ανακουφισμένος που του-

λάχιστον σ’ αυτό είχαν συμφωνήσει.

Βάδισαν στον Δασικό Δρόμο του Ελντάρ, τη μοναδική οδική

αρτηρία του χωριού, κι οι πατημασιές τους άρχισαν να γράφονται

απ’ το σημείο όπου σταματούσαν τα ίχνη των ελαστικών. Σπίτια κι απ’ τις δύο πλευρές του δρόμου, χωρίς αριθμούς, αλλά με επώνυμα. Σ’ ένα παράθυρο χωρίς κάσα, ένα πρόσωπο εμφανίστηκε για μια στιγμή κι αμέσως χάθηκε.

«Σφίξε το κασκόλ σου» της υπέδειξε. Αν εξαιρέσεις τα χρόνια

που σπούδαζε στην Ιατρική, είχε ζήσει όλη του τη ζωή στο Ελντάρ και δεν είχε πια καμία εμπιστοσύνη στις τεΐπ, τις παραδοσιακές φατριακές δομές που είχαν επιβιώσει από έναν αιώνα τσαρική

κι άλλον έναν αιώνα σοβιετική διακυβέρνηση, για να αποσυν­ τεθούν σ’ έναν πόλεμο εθνικής ανεξαρτησίας. Αναβιωμένος το

1999, μετά από μια ανακωχή πολύ άνομη για να την πεις ειρήνη,

ο δεύτερος πόλεμος ξέφτισε την τεΐπ του χωριού σε τόσο μικρές μο-

νάδες αφοσίωσης, ώστε, αν εξαιρέσεις την πιστότητα του γονιού προς το παιδί του, όλα τ’ άλλα ατόνησαν. Η υλοτομία, η μοναδική υγιής βιομηχανία του χωριού, έπαψε να λειτουργεί αμέσως μετά τους πρώτους βομβαρδισμούς, κι όσοι δεν μπορούσαν να ξενιτευτούν, δεν είχαν άλλη βιώσιμη προοπτική απ’ το να διακινούν όπλα για τους αντάρτες ή να δίνουν πληροφορίες στο στρατό.

Όπως βάδιζαν, πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τον ώμο της Χα-

βάας. Επειδή την ήξερε πάντα δυνατή και στωική, αυτή η παραί-

τησή της κι η παθητικότητά της τον είχαν ξαφνιάσει. Συνέχιζε να 19

Draft_Asterismos04.indd 19

6/9/13 12:26 μ.μ.


περπατάει βαριά, κλοτσώντας χιόνι με κάθε της βήμα, κι ο Άχμεντ, σε μια προσπάθεια να την κάνει να χαμογελάσει, της ψι-

θύρισε ένα ανέκδοτο μ’ έναν τυφλό ιμάμη και μια κουφή πόρνη, που μπορεί να μην ήταν και πολύ κατάλληλο για ένα οκτάχρονο

παιδί, αλλά ήταν το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί. Εκείνη το άκουσε με προσοχή, αλλά δεν χαμογέλασε. Ανέβασε το φερμουάρ του μπουφάν που φορούσε πάνω από μια φόρμα η οποία είχε ζεστάνει τους ώμους πέντε αδελφών στο Μάντσεστερ ώσπου ο έκτος, ένας σθεναρά φιλάνθρωπος εξάχρονος, το ’δωσε σ’ έναν έρανο που είχε διοργανώσει στο σχολείο του ο Ερυθρός Σταυρός, έτσι ώστε ν’ αναγκαστεί η μητέρα του να του αγοράσει καινούργιο.

Στο τέλος του χωριού, εκεί όπου ο δρόμος, φτάνοντας στο δά-

σος, στένευε, πέρασαν μπροστά από ένα πορτρέτο γύρω στο ένα

μέτρο, καρφωμένο σ’ ένα δέντρο. Πριν από δύο χρόνια, όταν σαράντα ένας χωριανοί είχαν εξαφανιστεί μέσα σε μία μέρα, ο Άχμεντ ζωγράφισε τα σαράντα ένα πορτρέτα τους σε σαράντα ένα

κοντραπλακέ, κι αφού τα πέρασε με βερνίκι για να ’ναι στεγανά, τα κρέμασε σε όλο το χωριό. Τούτο δω ήταν το πορτρέτο μιας

ωραίας και φιλάρεσκης γυναίκας που της είχε ξεγεννήσει τη δεύτερη κόρη. Παρότι την κυνήγησε για χρόνια, ποτέ του δεν πληρώθηκε για τη γέννα. Κι όταν την εξαφάνισαν, μαζί με τους άλλους, αποφάσισε να την ζωγραφίσει με μία τρίχα να βγαίνει κατσαρωτή απ’ το αριστερό της ρουθούνι. Τώρα, ξαναβλέποντας το

πορτρέτο, χαμογέλασε και συμφιλιώθηκε με το φάντασμα της ματαιόδοξης γυναίκας: έμοιαζε με μια αποκεφαλισμένη γιγάντισσα

που σε ατένιζε από τον κορμό. Σε λίγο, δε θα ’ταν παρά δύο μάτια, μία μύτη κι ένα στόμα που ξεθώριαζαν ανάμεσα στα δέντρα.

Το δάσος υψωνόταν γύρω τους – ψηλές, σκελετωμένες ση-

μύδες, με γκρίζες φλοίδες που ξετυλίγονταν σπειρωτά απ’ τους

κορμούς. Πήγαιναν άκρη άκρη στο δρόμο, πατώντας στα χαλίκια 20

Draft_Asterismos04.indd 20

6/9/13 12:26 μ.μ.


και σε παγωμένα χαμόκλαδα. Εκεί, αφού δεν είχε ίχνη από ερπύστριες, είχες ελάχιστες πιθανότητες να πατήσεις νάρκη. Παρ’ όλα αυτά, ο Άχμεντ είχε το νου του για κανένα εξόγκωμα στο χιόνι. Και, για καλό και για κακό, περπατούσε λίγα μέτρα μπροστά

από το κορίτσι. Θυμήθηκε ένα άλλο ανέκδοτο, για έναν ερωτοχτυπημένο κομισάριο, αλλά αποφάσισε να μην το πει. Όταν εκείνη άρχισε να ξεμένει λίγο, μπήκαν στο δάσος, και μετά από

πέντε λεπτά περπάτημα, της έδειξε ένα πεσμένο κούτσουρο που δε φαινόταν απ’ το δρόμο. Αμέσως μόλις κάθισαν, του ζήτησε την μπλε βαλίτσα της. Της την έδωσε, κι εκείνη την άνοιξε κι έκανε μια σιωπηλή απογραφή των περιεχομένων της. «Τι έχει μέσα;» τη ρώτησε.

«Τα ενθύμιά μου» του απάντησε, αλλά εκείνος δεν κατάλαβε

τι ήθελε να πει. Ξετύλιξε ένα άσπρο μαντίλι, έβγαλε ένα μικρό

καρβέλι ξερό μαύρο ψωμί, το ’κοψε στα δυο και της έδωσε το μεγαλύτερο κομμάτι. Εκείνη άρχισε να τρώει με βουλιμία. Η πείνα ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη στο στομάχι του, ώστε την ένιωθε

σαν εσωτερικό του όργανο που φλέγμαινε. Δε βιάστηκε να δαγκώσει, κι όταν το ’κανε, έφτιαξε με τη γλώσσα μια μεγάλη μπίλια ψύχα και την κράτησε μέσα απ’ το μάγουλό του σαν παστίλια. Αν το ψωμί δεν του γέμιζε το στομάχι, τουλάχιστον ας του γέμιζε το στόμα. Η μικρή είχε φάει το μισό της κομμάτι, όταν εκείνος αποφάσισε τη δεύτερη δαγκωνιά.

«Να μη βιάζεσαι» της είπε. «Το στομάχι δεν γεύεται.»

Εκείνη έκανε μια παύση για ν’ αναλογιστεί αυτό που είχε α-

κούσει, κι αμέσως ξανάπεσε στο ψωμί. «Ούτε η γλώσσα ­πεινάει» είπε με γεμάτο στόμα. Ύστερα, μάζεψε τα ψίχουλα στη χούφτα της και τα ’ριξε στο στόμα της.

«Παλιά» της είπε, «δε μ’ άρεσε το μαύρο ψωμί.» Όταν ήταν

παιδί, μαύρο ψωμί έτρωγε μόνο αν ήταν αλειμμένο με μια κου21

Draft_Asterismos04.indd 21

6/9/13 12:26 μ.μ.


ταλιά μέλι. Μέσα σ’ ένα χρόνο, η μητέρα του τού έκοψε αυτή την ιδιοτροπία κόβοντας όλο και πιο μεγάλες φέτες, μέχρι που το πρωινό του αποτελούνταν πια από μια μικρή, θλιβερή όαση από μέλι, μέσα σε μια έρημο μαύρου ψωμιού. «Να φάω και το δικό σου τότε;»

«Είπα: παλιά» της απάντησε και φαντάστηκε ένα ξέχειλο βά-

ζο μέλι πάνω σ’ έναν πάγκο, χωρίς ίχνος ψωμιέρας τριγύρω.

Η Χαβάα γονάτισε και περιεργάστηκε τη βάση του κούτσου-

ρου. «Θα ’ναι εντάξει μόνη της η Ούλα;» τον ρώτησε.

Η γυναίκα του δεν ήταν ποτέ εντάξει μόνη της – ούτε μαζί του,

ούτε με κανέναν. Εκείνος πίστευε ότι είχε λύκο, σε συνδυασμό

με πρόωρη άνοια, αλλά, στην ουσία, τα νεύρα της ήταν σε τέτοιο χάλι, ώστε της πονούσαν οι αγκώνες όταν μιλούσε, και το αριστερό της πόδι είχε περισσότερη λογική από το μυαλό της. Εκείνο το πρωί, πριν φύγει, της είπε ότι θα ’λειπε όλη τη μέρα. Καθώς

η Ούλα τον κοίταξε μ’ εκείνο το άδειο βλέμμα της, εκείνος κατάλαβε ότι αποτελούσε άλλο ένα απ’ τα πολλά οράματά της, οπότε της κράτησε το χέρι και της περιέγραψε από μνήμης τον γαλήνιο λειμώνα μιας ελαιογραφίας του Ζαχάροφ, το βοτανόκηπο και την

καλύβα, μέχρι που την πήρε ο ύπνος. Άραγε, όταν θα ξυπνούσε

το πρωί, θα τον ξανάβρισκε καθισμένο στο κρεβάτι, δίπλα της;

Ίσως ένα κομμάτι του ήταν ακόμα εκεί, καθισμένο στο κρεβάτι· ίσως, πάλι, τον είχε ονειρευτεί.

«Είναι ενήλικας» της είπε μετά από λίγο και χωρίς να το πολυ-

σκεφτεί. «Δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς για τους ενήλικες.» Η Χαβάα, πίσω από το κούτσουρο, δεν απάντησε.

Προσπαθούσε πάντα να της συμπεριφέρεται ως παιδί, κι ε-

κείνη ανταποκρινόταν, λες και η παιδική ηλικία και η αθωότητα ήταν πλάσματα της φαντασίας που είχαν πεθάνει πριν από πολύ

καιρό κι ανασταίνονταν μόνο σε παιχνίδια και σε ζαβολιές. Η μό22

Draft_Asterismos04.indd 22

6/9/13 12:26 μ.μ.


νη φορά που η Χαβάα είχε βρεθεί σε σχολείο, ήταν όταν πήγαν να

κλέψουν θρανία για να τα κάνουν καυσόξυλα, αλλά μερικές φορές ο Άχμεντ αναλογιζόταν ότι μοιράζονταν την ίδια πάνω-κάτω

σοφία, με λίγες διαφορές που οφείλονταν στην ηλικία και την

εμ­πειρία. Φυσικά και δεν ήταν έτσι τα πράγματα, αλλά το ’χε ανάγκη να πιστεύει ότι εκείνη ήταν πολύ πιο ώριμη από ένα παιδί της ηλικίας της, ότι μπορούσε να τα βγάλει πέρα με ό,τι κανένα οκτάχρονο δεν είναι ικανό ν’ αντιμετωπίσει. Η Χαβάα κατέβηκε απ’ το κούτσουρο χωρίς να τον κοιτάξει. «Τι είν’ αυτό;» τη ρώτησε.

« Ένα κατεψυγμένο έντομο» του είπε και το ’βαλε στην τσέ-

πη της.

«Σε περίπτωση που πεινάσεις αργότερα, ε;» τη ρώτησε. Το χαμόγελό της ήταν το πρώτο της εκείνη τη μέρα.

Ξανάπιασαν το βάδισμα, και το γρήγορο βήμα του κοριτσιού

αναπλήρωσε τον χαμένο χρόνο από τη στάση τους. Εκείνος, με

βαθιές αναπνοές, προσπαθούσε να διώξει απ’ τον αέρα αναθυμιάσεις από ντίζελ ή καμένα λάστιχα. Το φως της μέρας τούς παρείχε ένα βαθμό ασφάλειας. Δεν υπήρχε κίνδυνος να τους πάρουν για αγριόσκυλα.

Άκουσαν τους στρατιώτες πριν δουν το σημείο ελέγχου. Ο Άχ-

μεντ σήκωσε το χέρι του. Ο άνεμος γέμισε τα κενά ανάμεσα στα δάχτυλά του. Ο Δασικός Δρόμος του Ελντάρ, που κάποτε χρησίμευε για τη μεταφορά της ξυλείας, ένωνε το χωριό με την πόλη Βολτσάνσκ. Τα μονοπάτια ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων ήταν

ο μοναδικός τρόπος πρόσβασης στην πόλη και, τους τελευταίους μήνες, οι στρατιώτες είχαν περιορίσει την παρουσία τους σε ένα

και μοναδικό σημείο ελέγχου, που απείχε γύρω στο μισό χιλιόμε-

τρο από εκεί όπου βρίσκονταν, μετά από μιαν απότομη στροφή. «Πίσω στο δάσος.»

23

Draft_Asterismos04.indd 23

6/9/13 12:26 μ.μ.


«Πάλι θα φάμε;»

«Θα περπατήσουμε. Πρέπει να κάνουμε ησυχία.»

Το κορίτσι κατένευσε κι έφερε τον δείκτη στα χείλη της. Ολό-

κληρο το δάσος είχε παγώσει κι είχε σωριαστεί στο χώμα. Στρεβλωμένα κλαδιά ξεπρόβαλλαν απ’ το χιόνι και τους έγδερναν τα

καλάμια καθώς έφερναν έναν μεγάλο γύρο για να παρακάμψουν το σημείο ελέγχου που φαινόταν ανάμεσα απ’ τα δέντρα και δεν

ήταν παρά ένας μαραγκιασμένος μουσαμάς του στρατού, καρφωμένος στον κορμό μιας λεύκας, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να προσλάβει έναν αέρα νομιμότητας. Μια χούφτα στρατιώ­ τες στέκονταν δίπλα του. Ήταν αδύνατον ο Άχμεντ και η Χαβάα

να μην έκαναν θόρυβο πατώντας τα πεσμένα, παγωμένα φύλλα, αλλά οι στρατιώτες, οκτώ άνδρες που πιο εύκολα θ’ αντάλλασσαν μεταξύ τους αφροδίσια νοσήματα παρά τσετσένικες λέξεις, έδειχναν λιγότερο σβέλτοι κι από ανεγκέφαλα ελάφια, και

επέστρεψαν στο δρόμο, καμιά διακοσαριά μέτρα μετά το σημείο

ελέγχου. Ένας κρόκινος ήλιος έλαμπε ανάμεσα σε άσπρα σύννεφα. Κόντευε μεσημέρι. Μέσα στο δάσος, τα δέντρα επαναλαμβάνονταν απαράλλαχτα, αλλά το καθένα ήταν μοναδικό ως προς

την περίμετρο του κορμού και τον αριθμό των κλαδιών και των πεσμένων φύλλων γύρω από τη βάση του. Ασήμαντες ιδιομορφίες, αλλά οι ασήμαντες ιδιομορφίες είναι αυτές που συνθέτουν δύο μάτια, μία μύτη κι ένα στόμα σε πρόσωπο.

Τα δέντρα άνοιξαν σ’ ένα πλατύ χωράφι που η δημοσιά το έ-

κοβε στη μέση.

«Πρέπει να βιαστούμε λίγο» της είπε κι άκουσε τα βήματά της

πίσω του να γίνονται πιο γρήγορα. Γύρω στα μισά του δρόμου, έπεσαν πάνω στα κομμένα καπούλια ενός λύκου. Πιο μέσα, στο χωράφι, το αίμα είχε βάψει το χιόνι καφετί κοκκινωπό. Με την

παγωνιά, τίποτα δεν είχε αποσυντεθεί. Τρία μέτρα πολτοποιη24

Draft_Asterismos04.indd 24

6/9/13 12:26 μ.μ.


μένα σπλάχνα συνέδεαν το κεφάλι και τα μπροστινά ποδάρια

του λύκου με τη ράχη του. Ό,τι απέμενε απ’ το πρόσωπό του, είχε παγώσει στην τελευταία του έκφραση. H γλώσσα του κρεμόταν έξω απ’ το μουσούδι.

«Να τι παθαίνεις άμα δεν προσέχεις» είπε ο Άχμεντ. Προσπά-

θησε να κοιτάξει αλλού, αλλά ο λύκος ήταν παντού. «Δε λογάριασε τις νάρκες.»

«Εμείς προσέχουμε.»

«Ναι. Θα μείνουμε στο δρόμο. Δε θα πάμε απ’ τα χωράφια.»

Η Χαβάα στάθηκε δίπλα του. Ο ώμος της ακουμπούσε το πλευ-

ρό του. Ποτέ δεν είχε απομακρυνθεί τόσο πολύ απ’ το σπίτι της.

«Δεν ήταν πάντα έτσι» της είπε. «Πριν γεννηθείς, υπήρχαν

λύκοι, πουλιά, έντομα, κατσίκες, πρόβατα, ελάφια...»

Το παχύ χιόνι απλωνόταν εκατό μέτρα προς το δάσος. Λίγα

πεθαμένα κοτσάνια ξεπρόβαλλαν μέσα απ’ τον καφετή παγετό,

στο σημείο όπου ο λύκος θα κειτόταν ώς την άνοιξη. Με τα βαριά

τους χνότα, ο Άχμεντ και η Χαβάα έγραφαν σχήματα στον παγω-

μένο αέρα. Κανένας προφήτης δεν είχε προοιωνιστεί ένα τέτοιο τέλος. Κανένας ήχος σάλπιγγας, κανένα αγγέλου φτεροκόπημα δεν είχε προμηνύσει εκείνο το συγκεκριμένο χωράφι, μ’ εκείνο το συγκεκριμένο κορίτσι να κρατάει εκείνο το συγκεκριμένο χέρι. «Από δω πέρασαν» είπε ο Άχμεντ, ατενίζοντας το χωράφι. «Πού τους πήγαν;»

«Συνεχίζουμε το περπάτημα.» Άσπρα ζουζούνια γύρω από έναν σβηστό γλόμπο.

Ένα στιβαρό χέρι στον ώμο της την έβγαλε από το όνειρο. Η

Σόνια ήταν ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι στα Επείγοντα, φορώντας

ακόμα την ιατρική της μπλούζα. Προτού κοιτάξει το χέρι που την

είχε ξυπνήσει, προτού σηκωθεί από το αποτύπωμα που το σώ25

Draft_Asterismos04.indd 25

6/9/13 12:26 μ.μ.


μα της είχε αφήσει στο λεπτό στρώμα, έβαλε το χέρι στην τσέπη της, πιο πολύ από ένστικτο, και ταρακούνησε το κεχριμπαρένιο

μπουκαλάκι με τα χάπια, λες και το περιεχόμενό του την είχε ακολουθήσει στα όνειρά της και ήθελε κι αυτό ξύπνημα. Οι αμφεταμίνες αποκρίθηκαν μ’ ένα κροτάλισμα. Η Σόνια ανασηκώθηκε, εντελώς ξύπνια, κι έδιωξε τα ζουζούνια μ’ ένα βλεφάρισμα.

«Σε ζητάει κάποιος» είπε η νοσοκόμα Ντέσι από πίσω της, κι

άρχισε να μαζεύει τα σεντόνια πριν ακόμα η Σόνια σηκωθεί.

«Τι με θέλει;» Έσκυψε να πιάσει τα πόδια της, κι ανακουφί-

στηκε που τα ’χε βρει στα θέση τους.

«Τώρα νομίζει ότι είμαι γραμματέας» είπε η ηλικιωμένη νο-

σοκόμα, κουνώντας πέρα-δώθε το κεφάλι. «Σε λίγο θ’ αρχίσει να

μου τσιμπάει τον πισινό όπως εκείνος ο ογκολόγος που έδιωξε τέσσερις νοσοκόμες μέσα σ’ ένα χρόνο. Τι αισχρό επάγγελμα. Δεν έχω γνωρίσει ούτε έναν ογκολόγο που να μην ήταν μουρντάρης.» «Ντέσι, ποιος είναι αυτός που θέλει να με δει;»

Η ηλικωμένη νοσοκόμα σήκωσε το βλέμμα, ξαφνιασμένη. «Κά-

ποιος από το Ελντάρ.» «Για τη Νατάσα;»

Η Ντέσι έσφιξε τα χείλια της. Θα μπορούσε να πει όχι ή όχι αυ-

τή τη φορά ή δεν τα παρατάς καλύτερα, αλλά δεν είπε τίποτα και κούνησε πάλι το κεφάλι της.

Ο άντρας ακουμπούσε με τη ράχη στον τοίχο του διαδρόμου.

Το σακάκι του κρεμόταν στους ώμους του σαν να ’ταν ακόμα στο

κρεμαστάρι. Ένα κορίτσι στεκόταν δίπλα του κι επιθεωρούσε τα περιεχόμενα μιας μπλε βαλίτσας.

«Η Σόνια Αντρέιγεβνα Ραμπίνα;» τη ρώτησε. Εκείνη δίστασε.

Είχε οκτώ χρόνια όχι μόνο ν’ ακούσει, αλλά και να προφέρει φωναχτά ολόκληρο τ’ όνομά της.

«Με λένε Άχμεντ.» Κοντά μαύρα γένια κάλυπταν τα μάγου-

26

Draft_Asterismos04.indd 26

6/9/13 12:26 μ.μ.


λά του. Με την κρέμα ξυρίσματος ν’ αποτελεί προϊόν πολυτε­λείας γα πολλούς, της ήταν αδύνατον να καταλάβει αν ο άντρας ήταν αντάρτης ουαχάμπι ή απλώς άπορος.

«Είσαι γενειοφόρος;»3 τον ρώτησε.

Εκείνος, αμήχανος, άγγιξε τις φαβορίτες του. «Όχι, όχι. Κα-

θόλου! Απλώς… έχω μέρες να ξυριστώ.» «Τι θέλεις;»

Ο Άχμεντ έδειξε με το πιγούνι το κορίτσι με το πορτοκαλί κα-

σκόλ, το μπόλικο ροζ παλτό και τη φόρμα με το λογότυπο της ­Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, πιθανότατα (υπέθεσε η Σόνια) από τις

χιλιάδες στολές της Μάντσεστερ που είχαν πλημμυρίσει τις φιλανθρωπικές αγορές όταν ο Μπέκαμ μεταγράφηκε στη Ρεάλ Μαδρίτης. Το δέρμα της ήταν χλομό και κέρινο σαν άγουρο αχλάδι.

Όταν η Σόνια πλησίασε, η μικρή είχε ανοίξει τη βαλίτσα, είχε βά-

λει το χέρι της μέσα και κρατούσε ένα αντικείμενο που η Σόνια δεν μπορούσε να το δει.

«Χρειάζεται ένα μέρος να μείνει» είπε ο Άχμεντ.

«Κι εγώ χρειάζομαι ένα αεροπορικό εισιτήριο για τη Μαύρη

Θάλασσα.»

«Δεν έχει πού να πάει.»

«Κι εγώ έχω δέκα χρόνια να κάνω ηλιοθεραπεία.» «Σε παρακαλώ» της είπε.

«Εδώ είναι νοσοκομείο· όχι ορφανοτροφείο.» «Δεν υπάρχουν ορφανοτροφεία.»

Από συνήθεια, η Σόνια στράφηκε προς το παράθυρο, αλλά

δεν είδε τίποτα μέσα απ’ τα τζάμια που ήταν μπανταρισμένα με

κολλητική ταινία. Το μοναδικό φως έβγαινε από τους λαμπτήρες

φθορισμού στο ταβάνι, και η γαλαζωπή του απόχρωση έκανε τους πάντες να δείχνουν υποθερμικοί. Ζουζούνι ήταν αυτό γύρω απ’ το γλόμπο; Όχι· πάλι είχε παραισθήσεις.

27

Draft_Asterismos04.indd 27

6/9/13 12:26 μ.μ.


«Χθες το βράδυ, η ασφάλεια συνέλαβε τον πατέρα της. Μάλ-

λον τον πήγαν στη Χωματερή.» «Λυπάμαι πολύ.»

«Ήταν καλός άνθρωπος. Πριν από τους πολέμους ήταν δενδρο-

κόμος στο Ελντάρ. Δεν είχε δάχτυλα. Ήταν πολύ καλός στο σκάκι.»

«Είναι πολύ καλός στο σκάκι» είπε απότομα το κορίτσι κι αγριο­

κοίταξε τον Άχμεντ. Η γραμματική ήταν το μόνο μέρος όπου η Χαβάα μπορούσε να κρατήσει τον πατέρα της ζωντανό, κι αφού διόρ­

θωσε τον Άχμεντ, ακούμπησε πίσω στον τοίχο και με κοφτές, σίγουρες αναπνοές είπε είναι είναι είναι. Ο πατέρας της ήταν το πρόσωπο της μέρας και της νύχτας της, ήταν τα πάντα, κι είχε τόσο πολύ εμποτίσει τον κόσμο της, ώστε της ήταν αδύνατον να τον

περιγράψει, όπως αν της ζητούσες να σου περιγράψει τον άνεμο.

Ο Άχμεντ ζωντάνεψε τον δενδροκόμο με μικρά χαρακτηριστι-

κά στιγμιότυπα, και η Σόνια τον άφησε να μιλήσει περισσότερο απ’ ό,τι έκανε συνήθως, γιατί κι εκείνη είχε προσπαθήσει να ζωντανέψει με τα λόγια, κι εκείνη είχε προσπαθήσει ν’ αναπλάσει

πράγματα σχεδιάζοντας τη μορφή τους με στάχτες, κι εκείνη είχε ελπίσει ότι, καταρτίζοντας λίστες με τα αγαπημένα φαγητά,

τα αγαπημένα τραγούδια και τις ενοχλητικές συνήθειες της Νατάσας, ίσως η αδελφή της ενσαρκωνόταν αυτομάτως. «Λυπάμαι» επανέλαβε.

«Οι στρατιώτες δεν έψαχναν μόνο τον πατέρα της» είπε ο Άχ-

μεντ σιγανά, κοιτάζοντας το κορίτσι.

«Να την κάνουν τι;» ρώτησε η Σόνια.

«Όλους τους άλλους τι τους κάνουν δηλαδή;» Η επιτακτική

του αυτοπεποίθηση της ήταν οικεία· την είχε δει στο πρόσωπο τόσων συζύγων, αδελφών και γιων, και χαιρόταν που, τώρα, την αναγνώριζε ξανά στο πρόσωπο ενός ξένου, χωρίς να συγκινηθεί. «Άσ’ την να μείνει, σε παρακαλώ» της είπε. 28

Draft_Asterismos04.indd 28

6/9/13 12:26 μ.μ.


«Δεν μπορεί.» Αυτή ήταν η σωστή απόφαση, η πιο υπεύθυνη.

Ήδη την έπνιγε η φροντίδα των ετοιμοθανάτων. Ποιος μπορεί να ’χε την απαίτηση απ’ αυτήν να φροντίζει και τους ζωντανούς;

Ο άντρας κοίταξε τα πόδια του με μια γκριμάτσα απογοήτευ-

σης που για κάποιο λόγο της θύμισε το β) ηλεκτροφιλικό αρωμα-

τικό υποκατάστατο, τη μοναδική λανθασμένη απάντησή της στις εξετάσεις οργανικής χημείας στο πανεπιστήμιο. «Πόσους γιατρούς έχετε εδώ;» τη ρώτησε, προφανώς αποφασισμένος να δοκιμάσει μια διαφορετική προσέγγιση. « Έναν.»

« Έναν για όλο το νοσοκομείο;»

Η Σόνια σήκωσε τους ώμους. Δηλαδή τι περίμενε αυτός ο

άντρας; Όσοι είχαν διδακτορικό ή μάστερ, καταθέσεις και προ­ νοη­τικότητα να το σκάσουν, το ’χαν κάνει ήδη. «Η Ντέσι το διευθύνει. Εγώ απλώς δουλεύω εδώ.»

« Ήμουν γενικός παθολόγος. Όχι χειρουργός, καμία ειδίκευ-

ση, αλλά είχα άδεια.» Έφερε το χέρι στα γένια του. Ένα ψίχουλο

έπεσε. «Το κορίτσι θα μείνει μαζί σου, κι εγώ θα δουλέψω εδώ μέχρι να βρεθεί ένα σπίτι.»

«Κανείς δεν θα την πάρει.»

«Τότε θα συνεχίσω να δουλεύω εδώ. Αποφοίτησα από την Ια-

τρική μέσα στους πρώτους δέκα του έτους μου.»

Ήδη είχε αρχίσει να την ενοχλεί ο τρόπος εκείνου του άντρα να

μετατρέπει την παράκληση σε εντολή. Είχαν περάσει οκτώ χρόνια από τότε που επέστρεψε από την Αγγλία με το πλήρες όνομά

της, κι ακόμα δεχόταν τον ίδιο σεβασμό που την είχε τόσο πολύ ξαφνιάσει όταν έφτασε στο Λονδίνο για να σπουδάσει ιατρική.

Δεν είχε σημασία ότι δεν ήταν μόνο γυναίκα, αλλά και ρωσικής

εθνικότητας· ως η μόνη χειρουργός στο Βολτσάνσκ, ήταν σεβαστή, τιμημένη και αγαπητή εν πολέμω όσο δεν θα ήταν ποτέ εν

29

Draft_Asterismos04.indd 29

6/9/13 12:26 μ.μ.


ειρήνη. Και τώρα, αυτός ο χωριάτης γιατρός, αυτός ο κοκαλιάρης

που αν του πίεζε το στομάχι θ’ άγγιζε τη σπονδυλική του στήλη, περίμενε πραγματικά τη συγκατάθεσή της; Πιο πολύ κι από τον

τόνο της φωνής του την αγανακτούσε η ακρίβεια των εκτιμή­σεών του. Ήταν η τελευταία ενός προσωπικού πεντακοσίων ατόμων,

κι όλο το βάρος της φροντίδας είχε πέσει πάνω της. Ζούσε με αμφεταμίνες και ζαχαρούχο συμπυκνωμένο γάλα, είχε συχνές παραισθήσεις, δεν συνέπασχε εύκολα με τους ασθενείς της κι είχε

δει αρκετές περιπτώσεις δευτερογενούς διαταραχής μετατραυματικού στρες ώστε να αναγνωρίζει τον εαυτό της ανάμεσά τους.

Στο βάθος του διαδρόμου, μέσα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα της αίθουσας αναμονής, είδε τον ποδόγυρο ενός μαύρου φουστανιού, το γκρίζο χρώμα πάνινων παπουτσιών που κάποτε ήταν άσπρα,

κι ένα πράσινο χιτζάμπ που, αντί να καλύπτει τα μακριά μαύρα

μαλλιά, κρατούσε το σπασμένο χέρι μιας νεαρής γυναίκας με εύθρυπτα οστά και έλλειψη ασβεστίου, που πίστευε ότι αυτό ήταν

το εικοστό δεύτερο σπασμένο οστό της, ενώ, στην πραγματικότητα, ήταν μόνο το εικοστό πρώτο της.

«Στους δέκα πρώτους από τους εκατό;» ρώτησε η Σόνια, με α-

προκάλυπτο σκεπτικισμό.

Ο Άχμεντ κούνησε το κεφάλι του ζωηρά. «Από τους ενενήντα

έξι, για την ακρίβεια.»

«Τότε πες μου: τι κάνεις αν ο ασθενής σου δεν ανταποκρίνεται;» «Χμμμ… για να σκεφτώ…» ψέλλισε ο Άχμεντ. «Στην αρχή, θα

του δώσω να συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο για να πάρω μια

ιδέα του ιστορικού του και να μάθω την κατάσταση της οικογένειάς του, ασθένειες και λοιπά.»

«Ερωτηματολόγιο σε ασθενή που είναι αναίσθητος;»

«Ε, όχι! Χαζομάρες λες τώρα» είπε ο Άχμεντ, διστακτικά. «Το

ερωτηματολόγιο θα το έδινα στη γυναίκα του.» 30

Draft_Asterismos04.indd 30

6/9/13 12:26 μ.μ.

Profile for Ikaros Publishing LTD

Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων  

Τις τελευταίες μέρες του 2004, σ’ ένα χωριουδάκι της Τσετσενίας, η οκτάχρονη Χαβάα κρύβεται στο δάσος όταν οι ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις...

Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων  

Τις τελευταίες μέρες του 2004, σ’ ένα χωριουδάκι της Τσετσενίας, η οκτάχρονη Χαβάα κρύβεται στο δάσος όταν οι ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις...

Advertisement