Θρυμματισμένη φρυγανιά - Κρίτων Σαλπιγκτής

Page 1


Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, της σελιδοποίησης, του εξωφύλλου και γενικότερα όλης της αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

© Κρίτων Σαλπιγκτής & Εκδόσεις Ίκαρος 2018 ISBN 978-960-572-256-2


Θ ΡΥ Μ Μ ΑΤ Ι Σ Μ Ε Ν Η Φ ΡΥ ΓΑ Ν Ι Α


ΤΟΥ ΙΔIΟΥ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΉΜ ΑΤΑ

Το ξύπνημα του γίγαντα, Νεφέλη, 1991

Ο τερματοφύλακας που σφύριζε, Παρατηρητής, 1994 Σφαίρες Σωκράτη, όχι κώνειο, μυθιστόρημα (με το ψευδώνυμο Τάσος Κοντέλης), Κέδρος, 2004 ΝΟΥΒΈΛ Α

Τελευταίο δρομολόγιο – Μια ιστορία του αστυνόμου Μπέκα, νουβέλα, Αιγαίον, 2012 ΙΣΤΟΡΙΚΉ ΈΡΕΥΝΑ

Καραολής και Δημητρίου – Η πανήγυρις των οδωνυμίων και η τρίτη αγχόνη, Αιγαίον, 2014 ΚΕΊΜΕΝΑ ΣΕ ΑΝΘΟΛΟΓΊΑ

Στα γήπεδα η πόλη αναστενάζει, Ιανός, 1999

Καραολής και Δημητρίου – Η εκτέλεση που συγκλόνισε την Ελλάδα, Αιγαίον, 2011 ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚ Ά ΣΥΓΓΡΆΜΜ ΑΤΑ

Υδραυλικόν πλήγμα, Ελληνικό Ίδρυμα Εξυπηρετήσεως Πανεπιστημίων, 1972

Ασκήσεις Εδαφομηχανικής, Ελληνικό Ίδρυμα Εξυπηρετήσεως Πανεπιστημίων, 1972


ΚΡ I Τ Ω Ν Σ ΑΛ Π Ι Γ ΚΤH Σ

ΘΡΥΜ ΜΑΤΙΣΜ Ε ΝΗ ΦΡΥΓΑΝΙ Α μυθιστόρημα

ΙΚ ΑΡ ΟΣ



Στον Αριστοτέλη, τον σύμβουλο,

και στον Δημήτρη, τον πρόεδρο.

Στον Ντίνο, απ’ τον οποίον ξεκίνησαν όλα.



ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο αναγνώστης ας γνωρίζει ότι για τις ανάγκες της πλοκής αυτού του μυθιστορήματος, το οποίο εκτυλίσσεται στην Ελλάδα την περίοδο 2011-2012, έφερα στον δρόμο των ηρώων μου, σε μερικές σκηνές, πρόσωπα με πολιτικό ή με θρησκευτικό αξίωμα, καθώς επίσης και με εργαζόμενους σε ελληνικές ή σε αλλοδαπές σχολές της εκπαίδευσης και σε κρατικές υπηρεσίες. Καμία αντιστοίχηση δεν θα πρέπει να γίνει όμως ανάμεσα σ’ αυτά τα μυθιστορηματικά πρόσωπα και στα πραγματικά εκείνης της χρονικής περιόδου. Κατά συνέπεια δεν υπήρξε παραμικρή πρόθεση να μειώσω την αξία τέτοιων υψηλόβαθμων προσώπων ή την αξία του πολυετούς έργου ελληνικών ή αλλοδαπών σχολών της εκπαίδευσης ή του κύρους κρατικών υπηρεσιών και του εργαζόμενου σε όλες αυτές προσωπικού. Μοναδική πρόθεσή μου υπήρξε το να γράψω ένα ενδια­ φέρον μυθιστόρημα. Επομένως οδηγό της σκέψης του αναγνώστη ας αποτελεί το γεγονός ότι, εκ μέρους μου, του προσφέρονται επινοημένοι χαρακτήρες και γεγονότα. Όσο για τα υπαρκτά πρόσωπα, τα οποία εμφανίζω, κάθε


10

ανάλογη διευκρίνιση περιττεύει. Κι αυτό, διότι η χρήση του ονόματός τους σε μικρούς κυρίως ρόλους επιλέχθηκε ανάμεσα είτε σε αγαπημένους φίλους που χάθηκαν, έτσι ώστε να παρατείνω, με μυθιστορηματικό τρόπο, τον βίο τους, είτε ανάμεσα σε εν ζωή ευρισκόμενα πρόσωπα, τα οποία συναίνεσαν να μου δανείσουν τον επαγγελματικό ρόλο τους ή έστω το όνομά τους ενώ, μερικοί φάνηκαν πρόθυμοι να αναλάβουν ακόμη και δολοφονικό ρόλο! Τα ιστορικά γεγονότα στα οποία αναφέρομαι είναι ακριβή, εκτός από τα σημεία εκείνα όπου υπαρκτά πρόσωπα της Ιστορίας εμπλέκονται με τους ήρωές μου και με τις ενέργειές τους. Τέλος η ορθογραφία και η παλαιότερης αντίληψης στίξη της γλώσσας, ας αποδοθούν στην προσκόλληση του ηλι­ κιωμένου αφηγητή και ήρωα του βιβλίου στην εποχή του. Κρ. Σ.


ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Α. Η ΟΙΚΟΓΈΝΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΈΛΗ

Τα παιδιά Αριστοτέλης (Τέλης) Δημητρέλης, καταξιωμένος ποιητής, γεννηθείς το 1937, άγαμος Γεράσιμος Δημητρέλης, συνταξιούχος νομικός, σύζ. Κατερίνας, μικρός αδερφός του Τέλη Κατερίνα Δημητρέλη, νοικοκυρά, σύζ. του Γεράσιμου Οι γονείς Υπάρχουν μόνον σποραδικές αναφορές από τον Τέλη στη μάνα τους.

Β. Η ΟΙΚΟΓΈΝΕΙΑ ΤΕΦΛΙΏΝΗ, ΟΙ ΠΡΌΓΟΝΟΙ Κ ΑΙ Ο ΕΠΊΓΟΝΟΣ

Ο γάμος Φίλιππος Τεφλιώνης, πολ. μηχανικός, γεννηθείς το 1913, σύζ. Ασημώνης, πατ. Αλέξανδρου Ασημώνη Τεφλιώνη, νοικοκυρά, γεννηθείσα το 1919, σύζ. Φίλιππου, μητ. Αλέξανδρου

Οι πρόγονοι Αλέξανδρος Τεφλιώνης, πολ. μηχ/κός, γεννηθείς το 1882, σύζ. Αρίστης, πατ. Φίλιππου, παππούς Αλέξανδρου


12

Αρίστη Τεφλιώνη, νοικοκυρά, σύζ. Αλέξανδρου, απεβίωσε το 1937, πριν γεννηθεί ο εγγονός της Επαμεινώνδας Μπαρής, καθηγητής ΑΠΘ, σύζ. Ευανθίας, πατ. Ασημώνης, παππούς Αλέξανδρου Ευανθία Μπαρή, καθηγήτρια Πειραματικού, σύζ. Επαμεινώνδα, μητ. Ασημώνης, γιαγιά Αλέξανδρου

Ο επίγονος Αλέξανδρος Τεφλιώνης ή Alex Teff, μεγάλης φήμης μαθηματικός με καριέρα στις ΗΠΑ, γεννηθείς το 1945 και συγγραφέας αστυνομικού μυθιστορήματος με παγκόσμια απήχηση Γ. Η ΟΙΚΟΓΈΝΕΙΑ Κ ΑΡΑΔΉΜ Α, ΟΙ ΠΡΌΓΟΝΟΙ Κ ΑΙ ΟΙ ΕΠΊΓΟΝΟΙ

Ο γάμος Νικήτας Καραδήμας, επιχειρηματίας, γεννηθείς το 1913, σύζ. Στέλλας, πατ. Αθανασίας και Αναστασίας Στέλλα Καραδήμα, νοικοκυρά, σύζ. Νικήτα, γεννηθείσα το 1933, μητ. Αθανασίας κι Αναστασίας

Οι πρόγονοι Οι γονείς του Νικήτα πέθαναν όταν ήταν μικρός· μεγάλωσε στα χέρια παππούδων και γιαγιάδων Νικόλαος Ποτηράκης, τεχνίτης οικοδομών, γεννηθείς το 1902, σύζ. Ηλέκτρας, πατ. Στέλλας Ηλέκτρα Ποτηράκη, νοικοκυρά, σύζ. Νικολάου, γεννηθείσα το 1910, μητ. της Στέλλας

Οι επίγονοι Αθανασία και Αναστασία Καραδήμα, δίδυμες κόρες Νικήτα και Στέλλας Καραδήμα, γεννηθείσες το 1953, απέκτησαν από τους γάμους τους η πρώτη έναν γιο και μία κόρη και η δεύτερη μία κόρη Οι γαμπροί Απόστολος Παυλίδης και Αλκίνοος Νικολαΐδης (**)


13 Δ. ΠΡΌΣΩΠ Α ΣΤΟΝ ΠΕΡΊΓΥΡΟ ΤΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΏΝ ΤΕΦΛΙΏΝΗ Κ ΑΙ Κ ΑΡΑΔΉΜ Α

Κυρ-Βασίλης, εργοδηγός και οδηγός φορτηγού του πατέρα και του παππού Τεφλιώνη Τζων Θωμάς, δικηγόρος του πατέρα Τεφλιώνη (*) Σφήκας (Αριστοτέλης), ο επί της υποδοχής ιδιοκτήτης του εστιατορίου «Όλυμπος-Νάουσσα» (*) Ε. ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΈΝΟΙ Μ ΑΘΗΜ ΑΤΙΚΟΊ ΣΤΟΝ ΔΡΌΜΟ ΤΟΥ ΝΕ ΑΡΟΎ ΑΛΈΞ ΑΝΔΡΟΥ

Πέτρος Τόγκας, δίδαξε στην κορύφωση της καριέρας του στη Βαρβάκειο Σχολή και υπήρξε συγγραφέας πολλών μαθηματικών βιβλίων (*) Σωτήρης Κρομμύδας (1924-2012), βιοπορίστηκε με ιδιαίτερα μαθήματα κι εξέδωσε πολλά βιβλιαράκια με θαυμαστές μαθηματικές και γεωμετρικές προτάσεις και αποδείξεις (*) Γεράσιμος Λεγάτος (1916-2012), υφηγητής (1962-1967) και καθηγητής (1974-1984) Φυσικομαθηματικής Σχολής (*) Δημήτρης Κάππος (1904-1985), τακτικός καθηγητής Φυσικομαθηματικής (1956-1985) (*)

ΣΤ. ΠΡΌΣΩΠ Α ΣΤΟΝ ΠΕΡΊΓΥΡΟ ΤΟΥ ΤΈΛΗ Ή ΤΟΥ ΑΛΈΞ ΑΝΔΡΟΥ Ή Κ ΑΙ ΤΩΝ ΔΎΟ

Κυριακούλα, οικιακή βοηθός των αδερφών Δημητρέλη επί είκοσι τέσσερα έτη, απεβίωσε το 2011 Μπέκαρ Τερεμούν Ελ Σεμπάι, Αιγύπτιος φοιτητής Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ Λίνα, οικιακή βοηθός Τέλη Δημητρέλη από τον Μάιο του 2011, αργότερα και των Γεράσιμου - Κατερίνας Τάσος (Ανέστης) Κοντέλης, πολ. μηχανικός και συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων Φρύνη Λουζικιώτη, σύζ. Τάσου (Ανέστη) Κοντέλη Βάσος Φτωχόπουλλος, ιδιοκτήτης των εκδόσεων Αιγαίον της Λευκωσίας (*)


14

Ρωξάνη, γκαρσόνα παραλιακής καφετερίας κι αργότερα ερωμένη του Αλέξανδρου Τεφλιώνη Φώτης Χρυσομάλλης, ιατρός παθολόγος, λογοτέχνης, παλιός φίλος του Τέλη Δημητρέλη (**) Απόστολος Λυκεσάς, δημοσιογράφος, συγγραφέας, ποιητής (*) Άννα Στεφούλη, καθηγήτρια της γαλλικής και συγγραφέας (*) Φρίξος Καούρης, διευθυντής Γερμανικής Σχολής Θεσσαλονίκης, φορτικός θαυμαστής του Τέλη Ρένα Σπάνια, διακεκριμένη αρχιτέκτων (*) Κώστας Πλαστήρας, φιλόλογος, συγγραφέας και βιβλιοθηκάριος της εταιρείας ΕΜΠ (*) Μελίνα και Δημήτρης (Τάκης) Σαββίδης, ιδιοκτήτες του εστιατορίου «Extra Blatt» Ζαχαρίας Σωτηρίκας, ιδιοκτήτης ξενοδοχείου στο Παληό της Καβάλας, ξάδερφος του Τ. Κοντέλη (*) Τέσα Κυριακίδου, συγκάτοικος στην ίδια οικοδομή με τον Τέλη Δημητρέλη (**) Μάρκος Κοσσυβάκης, καθηγητής Νομικής και συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων (**) Κώστας Σανταμάς, μηχανικός, διοργανωτής της παρουσίασης του βιβλίου στο «Ολύμπιον» (**) Άννυ Σάπικα, τ. μέτοχος «Γενικής Κλινικής» Θεσσαλονίκης, συγκάτοικος γονιών Τάσου Κοντέλη (*) Χρήστος Δαγιόγλου, διανομέας βιβλίων στη Θεσσαλονίκη (*) Δημήτρης (Τάκης) Χραπανάς, Λιτοχωρινός δασοπόνος, αδερφός της ξενοδόχου Ευγενίας Λεμονοπούλου (*) Ζ. ΆΛΛ Α ΔΕΥΤΕΡΕΎΟΝΤΑ ΠΡΌΣΩΠ Α, ΕΠΙΝΟΗΜΈΝΑ Κ ΑΙ ΜΗ

Πρόκειται για πρόσωπα με περιορισμένης χρονικής διάρκειας εμφάνιση, για τα οποία δεν θα προκύψει αναγκαιότητα υπόμνησης της ταυτότητάς τους.

Η. ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΊ

Δημήτρης Μυρτιάδης, αστυνόμος


15

Όλγα Ζαχαροπούλου, υπαστυνόμος Α΄ Λάμαχος Λεονταράκης, δημοσιογράφος, συμβασιούχος συνεργάτης της Αστυνομίας Νίκος Μπιρμπάκος, αστυφύλακας Γιώργος Χατζηπαντελής, αστυφύλακας (*) Κυριάκος Αθανασιάδης, αστυφύλακας (*) Θ. ΕΠΕΞΗΓΉΣΕΙΣ

1. Οι επινοημένοι χαρακτήρες σημειώνονται πιο πάνω χωρίς αστερίσκο. 2. Η αναφορά σε υπαρκτό πρόσωπο επισημαίνεται μ’ έναν αστερίσκο (*) όταν το πρόσωπο αυτό «παίζει» τον εαυτό του και με δύο (**) όταν πρόκειται για επινοημένο χαρακτήρα με δάνειο το όνομα υπαρκτού προσώπου. Σε κάθε περίπτωση η δράση όλων των χαρακτήρων παραμένει επινοημένη.



1

Ό

λα ξεκίνησαν την Παρασκευή 22 Απριλίου 2011 το μεσημέρι, τότε που η κυρία Κυριακούλα έπαθε αποπληξία, ενώ μου έστρωνε το κρεβάτι. Έλειπα εκείνην τη στιγμή από το σπίτι και χάθηκε πολύτιμη ώρα μέχρι να τη βρω τάβλα στο πάτωμα. Έδιωξα από πάνω της τις τρεις από τις τέσσερις γάτες μου που, μόλις τη βρήκαν μπρούμυτα, κουλουριάστηκαν επάνω της. Μόνον ο Μήτσος δεν επωφελήθηκε αλλά, δεν είχα χρόνο να τον ανταμείψω με το χάδι που του άξιζε και κάλεσα αμέσως το 166. Όσο συνέχιζε να αναπνέει, ενθαρρυνόμουν ότι κάτι θα γίνει αλλά, το κακό μάς πρόλαβε καταμεσής της διαδρομής προς το νοσοκομείο και τη χάσαμε στα εξήντα δύο της. Έτσι ελάχιστη από την κατρακύλα της Ελλάδας πρόλαβαν να δουν τα μάτια της, από τότε που μας ανακοίνωσαν πέρυσι ότι, η χώρα μας μπατίρισε. Αντιθέτως τα δικά μου μάτια μαύρισαν για τα καλά με όσα ακολούθησαν και βέβαια το θέμα μου δεν είναι να κακολογήσω τον κόσμο των οικονομικών τεράτων, ο οποίος με το ένα χέρι μάς δάνειζε και με το άλλο μας λιάνιζε. Εγώ θα περιοριστώ στην ιστο-


18

ρία των δικών μου τεράτων, ξεκινώντας κατ’ εξαίρεση από την αγιοσύνη της Κυριακούλας, η οποία επί είκοσι τέσσερα χρόνια με φρόντιζε ακούραστα στο σπίτι. Καθάριζε, ψώνιζε, μαγείρευε, σιδέρωνε. Με κορώνα στο κεφάλι την τιμιότητά της. Μεγάλη υπόθεση να βάζεις στο σπίτι σου άνθρωπο πιο τίμιο από εσένα. Έφευγε και τα άφηνε όλα τακτοποιη­μένα. Γύριζε και τα έβρισκε ρημαδιό. Σκέτο κελεπούρι για έναν μαγκούφη σαν εμένα, με μαύρα μεσάνυχτα από νοικοκυριό, τόσο σπουδαίο ώστε, να παραβλέπω ευχαρίστως ότι ταυτόχρονα ήταν τσαούσα και πεισματάρα. Έκλαψα πικρά για τον χαμό της κι αναλόγως πόνεσαν και τ’ άλλα τρία νοικοκυριά όπου έτρεχε για το μεροκάματο. Σ’ εμένα ερχόταν Τρίτη και Παρασκευή. Στον αδερφό μου, τον Γεράσιμο, και στη γυναίκα του, την Κατερίνα, πήγαινε Δευτέρα και Πέμπτη. Βάλτε και τις δύο άλλες οικογένειες, όπου πήγαινε και να οι τέσσερις ξεβολεμένες πλευρές. Τι να πω; Ας την αναπαύσει ο Θεός διότι, στη ζωή ανάπαυση δεν ήξερε τι θα πει. Η απώλειά της έγινε αμέσως αισθητή καθώς, μας ταλαιπώρησε κι εμένα και τον Γεράσιμο η αδυναμία να την αντικαταστήσουμε αμέσως επάξια. Μιας και σας μίλησα για τον Γεράσιμο, ο κατά δώδεκα χρόνια μικρότερος αδερφός μου αποτελεί το σκληρό καρύδι των άκληρων οικογενειακών υπολειμμάτων μας. Παιδί δεν υπήρξε ποτέ, ο Γεράσιμος γεννήθηκε σοβαρός. Υπήρξε αριστούχος από τα νήπια ως το διδακτορικό του στο Ναυτικό Δίκαιο, αριστεύοντας και στη ζωή ως νομικός σύμβουλος Ελλήνων εφοπλιστών, μα και ως μέτοχος και διακεκριμένο μέλος του διοικητικού συμβουλίου ευρωπαϊκού εφοπλιστικού κολοσσού και μιας εταιρείας ναυπηγικής τεχνολογίας. Την ιλιγγιώδη επαγγελματική πορεία του διέκοπτε περιστασιακά


19

μόνον ο συγγενικός μπελάς της ζωής του, η αφεντιά μου. Σ’ αυτόν προστρέχω όποτε τα βρω μπαστούνια με καθημερινά ζητήματα και κάπως έτσι του φόρτωσα και την αναζήτηση της αντικαταστάτριας της Κυριακούλας. Το αποτέλεσμα ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενο. Πέντε γυναίκες που δοκίμασαν με τη σύζυγό του, την Κατερίνα, τις έβγαλαν όλες άχρηστες. Οπότε, καθώς το θέμα τραβούσε, είπαμε με τη νύφη μου να το αντιμετωπίσουμε μεσοβέζικα, μέχρι να βρεθεί λύση. Το σπίτι μου είχε αρχίσει να βρωμίζει και με το φαΐ βολευό­μουν όπως-όπως. Επί δυόμισι εβδομάδες χάσαμε κι οι δυο τα ίσια μας, εκείνη φορτωμένη με τη δουλειά δύο σπιτιών κι εγώ τρώγοντας σε φοιτητικό μαγειρείο και χωνεύοντας με ξινίλες. Έφτασα στο σημείο να πηγαίνω σώβρακα και κάλτσες στο καθαριστήριο, παρακαλώντας να μου τα πλύνουν χατιρικά. Με το δράμα να τραβά εις μάκρος, η Κατερίνα μού ζήτησε να μάθω τα αναγκαία της πλύσης και του απλώματος. Τα σεντόνια μόνον της ζήτησα να τ’ απλώνει εκείνη στο πλαϊνό μπαλκόνι επειδή, φοβόμουν να σκύψω! Ποιος; Εγώ, που το σκύψιμο στις νεανικές δόξες μου το είχα παιχνιδάκι. Κι όμως κατέληξα στα γεράματα να μου φεύγει το μανταλάκι από το χέρι, καθώς άπλωνα στην εσωτερική απλώστρα, και να βάζω τα κλάμματα επειδή θα πρέπει να το μαζέψω. Επόμενο βήμα υπήρξε το μαγείρεμα. Το ανέλαβε η νύφη μου διότι, με τα φτηνά λάδια του μαγειρείου όπου έτρωγα, σύντομα θα κατέληγα για επισκευή σε συνεργείο αυτοκινήτου, που ξέρει καλύτερα από υλικά του πεταματού. Απ’ την πλευρά μου επιφορτίστηκα τα εβδομαδιαία ψώνια της λαϊκής αγοράς, για να της αγοράζω όσα μου σημείωνε, με βαριά καρδιά. Κι αυτό γιατί η ιδέα της επιστροφής με φορτωμένο το καρότσι στον ανηφορικό δρόμο του σπιτιού


20

μου ήταν εφιαλτική. Η Εμμανουήλ Σωμαράκη όπου μένω, στις Σαράντα Εκκλησιές της Θεσσαλονίκης, εάν στην κατηφόρα ονομάζεται κατρακύλα, στην ανηφόρα μετατρέπεται σε αναρρίχηση στον Όλυμπο. Χώρια τα σκαλοπάτια που παρεμβάλλονται στο πεζοδρόμιο. Το κορμί μου πια δεν τραβάει και κάθε που αντικρίζω τέτοιο σκαλί, τρέμω να μην σκοντάψω. Όχι, δεν πήγαινε άλλο, έπρεπε να βρεθεί σύντομα μία άξια γυναίκα να τα αναλάβει όλα! Πήρα φόρα και δεν πρόλαβα να συστηθώ. Είμαι ο Αριστοτέλης Δημητρέλης. Μικρό με φωνάζανε Τέλη. Το Αριστοτέλης κυριάρχησε μεταξύ δασκάλων και καθηγητών στο σχολείο και μεταξύ των αξιωματικών στον στρατό. Στην υπόλοιπη ζωή μου αντιθέτως σχεδόν ξεχάστηκε, καθώς δεν άργησε να γίνει αντιληπτό από γονείς και φίλους ότι, από μεταξωτό ύφασμα ήμουν φτιαγμένος και η παιδική και πιο τρυφερή προσφώνηση Τέλης, με την παιχνιδιάρικη ρίμα που δημιουργεί το Τέλης Δημητρέλης, μπορεί να θρυψάλιαζε την αριστοτελική στιβαρότητα του βαφτιστικού μου ονόματος αλλά, ταίριαζε καλύτερα στο φυσικό μου. Γεννήθηκα το 1937 στη Θεσσαλονίκη. Εδώ μεγάλωσα κι από εδώ ελπίζω να με καλέσει ο Μεγαλοδύναμος. Διορίστηκα μερικά χρόνια ως φιλόλογος καθηγητής, μετά ως βιβλιοθηκονόμος και τέλος βιοπορίστηκα από ένα μικρό τυπογραφείο, χωρίς η επιχειρηματικότητα να αποτελέσει το μεγαλύτερο ταλέντο μου. Αυτό το επέδειξα στην ποίηση. Οι συλλογές μου μ’ έκαναν πανελληνίως διάσημο. Μαζί με τον Μάρκο Μέσκο και με τον γείτονά μου Ντίνο Χριστιανόπουλο –δύο τετράγωνα πιο κάτω κάθεται αυτή η σουρπουίτσα– μας θεωρούν πνευματικούς πατριάρχες της χώρας. Με κολακεύει αυτή η αντιμετώπιση αλλά, ο χρόνος


21

πολλούς αποκαθήλωσε και κρατώ μικρό καλάθι. Επίσης δεν έχω άλλα να προσφέρω στη λογοτεχνία. Ό,τι είχα να γράψω το έγραψα. Ανάμεσά τους και μερικά πεζά. Καλά αλλά, υποδεέστερης καλλιτεχνικής αξίας από τα ποιήματά μου. Αυτά ως προς το παρελθόν. Ως προς τα όσα ακολούθησαν την αποπληξία της Κυριακούλας, ας ξαναπιάσω το νήμα από την Τρίτη 3 Μαΐου 2011, ημέρα της εβδομάδας που καταφθάνει η λαϊκή στις Σαράντα Εκκλησιές, απ’ όπου θα ψώνιζα όσα μου έγραψε σ’ ένα χαρτάκι η Κατερίνα. Μ’ ένα μολύβι στην τσέπη για να σβήνω ό,τι αγόραζα και σέρνοντας το καρότσι όσο πλησίαζα στην πλατεία Πτεράρχου Λιβεριάδη με τους στρωμένους πάγκους και με τις τέντες, η βουή του πλήθους δυνάμωνε. Δεν βάδιζα σε άγνωστα κατατόπια. Πονηρή Ποντία η Κυριακούλα, για να ξεπεράσει τις δυσκολίες που γεννούσε η μειωθείσα, με την κρίση, σύνταξή μου, με έπαιρνε μαζί της όποτε με έδειχνε η τηλεόραση, για να με δουν οι έμποροι και να μου πιάσουν κουβέντα έτσι ώστε, να της προσφέρουν τα καλούδια τους σε καλύτερη τιμή. Κόλπο το οποίο έπιανε σε βαθμό που διαολιζόμουν! Οποία ταπείνωση για έναν ποιητή να περιφέρεται από πάγκο σε πάγκο της λαϊκής για να αποσπάσει εύσημα από τους πραματευτάδες. – Ωραία τούς τα έχωσες προχθές, κύριε Τέλη! – Προσοχή σού κάθονται τα κοπρόσκυλα όταν, ανοίγει ο στόμας σου! Κάτι τέτοια υποχρεωνόμουν ν’ ακούω κι έτσι, με τον θάνατό της, κληρονόμησα έναν ακόμη μπελά. Από άλλον μανάβη έπαιρνε φρούτα κι από άλλον σαλάτα. Από άλλον μπακάλη φέτα κι από άλλον ελιές. Τέλος, από άλλον χασάπη έπαιρνε κοτόπουλο κι από άλλον μοσχαρίσιο και χοιρινό κρέας. Ζαλάδα σκέτη μέχρι να τους θυμηθώ, κοιτώντας μία


22

το χαρτί και μία τριγύρω. Είχα και το δυσάρεστο καθήκον να τους ενημερώνω για τον χαμό της και ν’ ακούω το «Θεός σ’ χωρέσ’ την!» του καθενός. Στραβά-κουτσά τελείωνα και μοναδικό άσβηστο στο χαρτάκι παρέμενε το ψαρονέφρι. Αλλά σε ποιο κινητό ψυγείο βρισκόταν ο δεύτερος χασάπης; Προσπαθώντας να θυμηθώ τη φάτσα του, βλέπω έναν μουστάκια να μου κουνάει από απόσταση το χέρι. Αυτός ήταν. Κι απάνω που σηκώνω το χέρι να τον αντιχαιρετήσω, μου κάνει επίμονα νόημα «Έλα, έλα!». Την ίδια στιγμή με προσπερνά σαν σίφουνας ένα μελαψό παλικάρι, με υψωμένα τα χέρια και κουνώντας τις παλάμες, όπως οι αθλητές που χαιρετούν το πλήθος, φτάνει με γρήγορες διασκελιές στον πάγκο. Ακολουθώντας τις πατημασιές του, ακούω τον χασάπη να του λέει: – Βρε, καλώς τον Μπέκα. – Γκεια σου, κύριο Αντώνης, αφεντικό! απαντάει ο μελαχρινός νεαρός με διάπλατο χαμόγελο. Κοιτώ πλάγια ν’ αντιληφθώ τι τόσο σημαντικό απέσπασε την προσοχή του χασάπη από την αφεντιά μου και μου φεύγει το καφάσι! Διότι αντικρίζω ένα πλάσμα υπερκόσμιο, με προφίλ θεϊκής προελεύσεως, που με ζαλίζει και κατακλύζομαι από ταραχή, λιώνω, σβήνω, μου κόβονται τα γόνατα. Για να μην σωριαστώ κάτω στηρίζομαι στο τροχήλατο καροτσάκι αλλά, το γλυκό δηλητήριο της καλλονής του με διαποτίζει, καθώς ο χασάπης επιτέλους με προσέχει και μου απευθύνει τον λόγο: – Ο πιο εκλεκτός πελάτης μου! Τι κάνεις, κύριε Τέλη; Καιρό έχω να σε δω στην τηλεόραση. Γυρίζει ο νεαρός να δει σε ποιον μιλάει, τον βλέπω κατά πρόσωπο και ταράζομαι ακόμη περισσότερο. Καλέ, τι μάτια


23

είναι αυτά; Κατάμαυρα, υγρά, με βλέμμα διαπεραστικό, να σε κοιτάει και να σε τρυπάει! Τι χείλη και τι ματοτσίνορα; Αχ, τι ουρανοκατέβατο μπερεκέτι ήταν αυτό στα γεράματα; Να βρεθεί ένας επίγειος Θεός της Ομορφιάς στο διάβα μου και να χάσω το μυαλό μου καταμεσής της λαϊκής; Κι ενώ βουλιάζω σε τέτοιες σκέψεις, αντιλαμβάνομαι ότι κι εκείνος ταράζεται από το βλέμμα μου και παίζουν τα βλέφαρά του και την άλλη στιγμή κατεβάζει το παντελόνι και το μποξεράκι και στρέφεται προς τη μεριά μου. Κι εγώ, πώς να κρατηθώ; Γονατίζω και τον γεμίζω με φιλιά. Και καθώς διεγείρεται, παρατώ τις λαγόνες του, φέρνω τα χέρια μπροστά, γραπώνω το μόριό του κι αρχίζει η παλάμη μου να παλινδρομεί κατά μήκος του άξονά του και το σφαχτάρι μου να σπαρταράει όλο και πιο ξεσηκωμένο και ενώ νιώθω να πλησιάζει η στιγμή που... – Κύριε Τέλη, τι έπαθες; με συνεφέρνει η φωνή του χασάπη. Έχει δίκιο. Το μόνο που κινώ πέρα-δώθε σαν μανιακός, είναι το καρότσι. Γιατί το κάνω; Διότι με συνεπήρε αυτό το παιδί και το θεριό ξανασάλεψε μέσα μου. Ο γλυκός δυνάστης της ζωής μου, αυτός που νόμιζα ότι ροκανίστηκε μαζί μου σαν με πήρανε τα χρόνια, ο βασιλιάς της ηδονής μου, που πρώτα με ξεστράτιζε στην ατραπό του έρωτα, με χόρταινε στα τέσσερα ντουβάρια και μετά με ξεφτίλιζε όταν, με θολωμένο νου, έβγαινα στον δρόμο φωνάζοντας «Μην φεύγεις, γύρνα πίσω!» και σε δύο λεπτά δεν ήξερα πώς να κρυφτώ από τον κόσμο και πού από την ντροπή. Ήταν κακοτράχαλος ο δρόμος τότε, όχι όπως σήμερα, που κατέληξε ασφαλτοστρωμένη λεωφόρος και το ξεσάλωμα τελειωμό δεν έχει. Πείτε με ξεπερασμένο που το βλέπω έτσι, δεν με


24

πειράζει, ιδέα δεν αλλάζω. Είμαι παλαιάς κοπής λίρα εγώ. Η παρατεινόμενη σιωπή μου στο μεταξύ είχε θορυβήσει τον χασάπη: – Τι έπαθες και κουνούσες το καρότσι μπρος-πίσω; – Από τη στενοχώρια για την Κυριακούλα. Τη χάσαμε. – Τι μου λες; Πέθανε η Κυριακούλα; Απίστευτο. Με μόνη απίστευτη τη γελοιότητα αυτών των εκφράσεων, δεν κάθισα να χάσω τα λόγια μου κι έμεινα στα τυπικά. – Ζωή σ’ ελλόγου σου, καλέ μου. Γι’ αυτό βγήκα μόνος να ψωνίσω αλλά, κουράστηκα. Το καρότσι έχει τιγκάρει κι όσο σκέφτομαι την ανηφόρα ως το σπίτι... Γι’ αυτό το κουνούσα νευρικά. Επειδή τα πόδια δεν με κρατάνε. – Μην αγχώνεσαι! Θα σου βρω εγώ λύση. Θα σε βοηθήσει ο Μπέκας. Τι απροσδόκητο δώρο ήταν αυτό; Το παλικάρι μού χαμογελούσε. – Εγώ, κύριο. Εγώ καρότσι. – Μπέκα σε λένε; – Μπέκαρ. Μπέκαρ Τερεμούν Ελ Σεμπάι. – Μπέκαρ; Και γιατί το φωνάζεις Μπέκα το παιδί; ρώτησα τον χασάπη. – Και πώς να το φωνάζω, κύριε Τέλη,; – Μπέκαρ. Τόσο δύσκολο είναι; – Εμένα μ’ αρέσει το Μπέκας. Τι να κάνω τώρα; – Κι εμένα μ’ αρέσει περισσότερο το Μπέκας αλλά, καλύτερα να τον λες Μπέκαρ. Και να μου βάλεις δυο μερίδες ψαρονέφρι. Σε χωριστό χαρτί η κάθε μία. – Ό,τι τραβάει η καρδιά σου. Σε ένα λεπτό τις ετοίμασε. – Έξι ευρώ και είκοσι. Έξι για εσένα, κύριε Τέλη.


25

Τον πλήρωσα. Ο Μπέκαρ μού πήρε από το χέρι το καρότσι, αγγίζοντάς με. Του το άφησα με μικρή καθυστέρηση για να παρατείνω το άγγιγμά μας και μόλις του έδειξα προς τα πού θα πάμε, ο χασάπης τού φώναξε: – Μπέκα! Ο κύριος Τέλης είναι ο εθνικός μας ποιητής! Το παιδί τον κοίταξε απορημένο. – Μπέκαρ όχι κατάλαμπα. – Εθνικός ποιητής. Το πρόσωπό του φωτίστηκε και γύρισε σ’ εμένα. – Εσύ ετνική Ελλάντα; Μπράβο! Football coach; Basketball coach; – Στην ποίηση, Μπέκαρ. Στην ποίηση. – Τι είναι ποίηση; Water Polo; Handball; – Από πού είσαι, Μπέκαρ; – Μπέκαρ from Egypt. Αίγκυπτος. – Α, Αιγύπτιος. Ποίηση είναι... να, δες τι είναι η ποίηση! και του έκανα στον αέρα με ενωμένα τα δάχτυλα την κίνηση της γραφής. – Writer; Poet; Τα αγγλικά μου είναι άθλια αλλά, το πόετ το κατάλαβα. – Πόετ είμαι. Ποιητής. Γράφω ποίηση. – Εσύ ετνική Ελλάντα πόετ. Great poet. Like Cavafy. Μπέκαρ κατάλαμπα. Διέθετε χάρη το νινί μου, πέρα από ομορφιά. Η κίνηση του σώματος και των χεριών του ήταν χάρμα οφθαλμών. Η φωνή του βαθειά, με τόνο χαμηλό και γαλήνιο. Τέλος, παρά τα αδέξια ελληνικά του, ήταν φανερό ότι, διέθετε καλλιέργεια για να ξέρει τον Καβάφη. Φλεγόμουν να μάθω καθώς προχωρούσαμε πώς την απέκτησε, όπως και κάθε τι άλλο στη ζωή του. Να ρουφήξω κάθε λέξη του κι αυτόν μαζί αν


26

γινόταν. Ετοιμαζόμουν να τον ρωτήσω πώς βρέθηκε στην Ελλάδα αλλά με πρόλαβε. – Μπέκαρ, εντώ εφτά μήνες. Ένα κρόνο ματαίνω ελληνικά και μετά student of philosophy. My father’s grandfather was a personal friend of Constantine Cavafy. Κι εγώ που νόμισα ότι απλώς τον είχε ακουστά. – Προσωπικός φίλος του Καβάφη; Τι λες, βρε παιδάκι μου; Ο προπάππους σου; – And a great admirer of his work. – Αντμάιρερ; Τι θα πει αντμάιρερ; – Fan! Very fan. – Φαν; Φανατικός δηλαδή; Θαυμαστής; Μπράβο, παιδί μου. – Ναι. Fan. Μπέκαρ, σπίτι, Αλεξανταρία, έχω χαρτί Κα­βάφη. – Στην Αλεξάνδρεια; – Ναι. Χαρτί Καβάφη. Πολύ χαρτί. – Βιβλίο; – Όχι μπιμπλίο. Χαρτί. Ένα χαρτί και ένα και ένα. Πο­λύ χαρτί. Καλό κι αυτό! Ο Μπέκαρ είχε κληρονομήσει απ’ τον προπάππου του τα μονόφυλλα, στα οποία τύπωνε ο Καβάφης τα ποιήματά του και τα μοίραζε στους φίλους του. Ήθελα να τον ρωτήσω περισσότερα αλλά, καθώς στρίβαμε στη Σωμαράκη, θυμήθηκα τη συμβουλή του παθολόγου και στενού φίλου μου, Φώτη Χρυσομάλλη, να μην μιλάω στην ανηφοριά. Ξέρει τι γλωσσοκοπάνα είμαι και φρόντισε να μου βάλει κόφτη. Το λαχάνιασμα δεν άργησε να εμφανιστεί. Πού να μιλούσα κιόλας. Ο Μπέκαρ αμέσως μ’ έπιασε αγκαζέ για να


27

με βοηθήσει. Ευγενικό παιδί! Αποκάλυψη! Και τι γλυκιά η επαφή του! Ατυχώς στην επάνω γωνία φτάναμε. Θα τον έπειθα άραγε να με ακολουθήσει στο ισόγειο διαμέρισμά μου; Δεν χρειάστηκε! Μπροστά στην εξώθυρα της οικοδομής, μόλις έβγαλα τα κλειδιά, ο Μπέκαρ άπλωσε το χέρι. – Μπέκαρ πόρτα. Το σφαχτάρι μου. Θα μου την άνοιγε. Άλλο ένα άγγιγμα κέρδος. Την άνοιξε, πέρασε μέσα το καρότσι και την κράτησε ανοιχτή, κάνοντάς μου νόημα να περάσω. Μετά έπιασε το δεύτερο κλειδί και μου το έδωσε. Την εξώπορτα του διαμερίσματος θα την άνοιγε ο νοικοκύρης του σπιτιού. Είχε τρόπους. Μακάρι να μην τους διατηρούσε όταν ερχόταν, εάν ερχόταν ποτέ, η ώρα να τους ξεχάσει. Ήδη ονειρευόμουν αμαρτωλές περιπτύξεις. Τι απογοήτευση! Από την κουζίνα ακουγόταν θόρυβος πιάτων. Είχε έρθει η νύφη μου στο σπίτι. Βρήκε την ώρα! – Κατερίνα; Ξεπρόβαλε, σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά. – Ψώνισες ό,τι είπαμε; Το βλέμμα της περιεργαζόταν τον κούκλο. – Ναι αλλά, πολλά μου έγραψες! Καλά που βρέθηκε ο Μπέκαρ. Μόνος μου ήταν αδύνατον να τα κουβαλήσω. – Πάντα βρίσκεις εσύ λύση, δεν ανησυχώ. Αλλά κι εγώ δεν σε ξεχνάω. Σου πήρα φρυγανιές, που δεν βρίσκεις στη λαϊκή. Φρυγανιές; Παξιμάδια τής είχα ζητήσει. Σαν να μην έφτανε αυτό... – Πες στον... στον βοηθό σου να κάτσει στο γραφείο σου κι έλα να δεις κάτι στο πλυντήριο. Σου είπα να μην βάζεις τα πετσετάκια του τσαγιού με...


28

– Αχ, μην με φορτώνεις άλλα. Είπα να πω δύο λόγια με το παιδί. Μπέκαρ, να σου γνωρίσω τη νύφη μου. – Γκυναίκα σου όνομα Νύφη; – Δεν είναι γυναίκα μου. Τη λένε Κατερίνα. – Α, Κατερίνα. Κυρία Κατερίνα, Μπέκαρ εγκώ. Τι κάνει; Καλά; Τα επόμενα λόγια τα απηύθυνε σ’ εμένα. – Όχι γκυναίκα σου, ε; Τι επιμονή ήτανε αυτή; Την είχε βάλει στο μάτι; Όμορφη είναι η Κατερίνα αλλά, δεν ήταν ώρα να τον χάσω μέσα από τα χέρια μου από την ίδια μου τη νύφη. – Είμαι γυναίκα του αδελφού του! του εξήγησε εκείνη αγέλαστη. – Κατερίνα, βρήκες καμία να μας καθαρίζει; – Μου στείλανε άλλη μία και την έδιωξα. Δεν ήξερε πού πάνε τα τέσσερα. Πού θα πάει; Θα βρω. – Βρες, γιατί σε λίγο θα μας κλαίνε οι ρέγκες. Άκου. Θέλω να προσφέρω κάτι στο παιδί. Μπέκαρ, θες τσάι; – Τσάι. Ναι. Πριν της πω να το κάνει, με πρόλαβε. – Καν’ το εσύ, δεν προλαβαίνω. Έχω να ξεκοκκαλίσω την κότα και να σ’ την κάνω κοτόσουπα. Το ψαρονέφρι θα το ψήσεις μόνος σου το μεσημέρι. – Θα το κάψω. – Καψ’ το, αλλιώς δεν θα μάθεις. Πάω να σιδερώσω τώρα και να σας αφήσω μόνους. Έβαλα, λοιπόν, τον Μπέκαρ να κάτσει στο γραφείο και μπήκα να του φτιάξω τσάι στην κουζίνα. Με τον παλιό βραστήρα της Κατερίνας το φτιάχνω ευκολότερα από ό,τι με το διαβολάκι. Του το σερβίρισα με δύο φρυγανιές.


29

– Φρυγανιά! του ξαναείπα. Τσάι και φρυγανιά. – Α! Χάμπαζα-μέι-χάμες.1 Καλό! πρόσθεσε, βουτώντας την μία φορά στο τσάι. Την κατάπιε, όπως ήθελα να τον καταπιώ κι εγώ. Κόντευα να σκάσω! Με τέτοια ομορφιά στο σπίτι, βρήκε την ώρα να μου κουβαληθεί η Κατερίνα. – Κύριο Τέλης, τηλέφωνο ντικό σου. Έχει Μπέκαρ. Άκουγαν καλά τα αυτιά μου; Ζητούσε το τηλέφωνό μου; Έκοψα μία σελίδα από το τετράδιό μου και του το έγραψα. Της έριξε μία ματιά και ρώτησε: – Mobile ντεν έχει; – Μομπάιλ; Τι θα πει μομπάιλ; Το παλικάρι έβγαλε το κινητό του και μου το έδειξε. – Α, κινητό δεν έχω. Όχι. Μόνον αυτό! Έγραψε κάτι, έσκισε τη μισή σελίδα και μου την έδωσε. – My mobile number! Ο αριθμός του κινητού του. Για να μην ξεροσταλιάζω μπρος στη συσκευή, πότε θα μου τηλεφωνήσει. Μου πα­ ραχωρούσε το ελεύθερο να τον καλέσω όποτε ήθελα. Ευτυχώς! Η αγωνία της ερωτικής αναμονής δεν αντέχεται. Σηκώθηκε να φύγει. – Μπέκαρ πάω κυρ-Αντώνη. Τσάι καλό. Φρυγκανιά καλό. Ευχαριστώ, κύριο Τέλης. – Μισό λεπτό! του είπα. Μην φύγεις! Έβαλα το χέρι στην τσέπη να του δώσω κάτι για τον κόπο του. Αντέδρασε. – Κύριο Τέλης, όχι. Εσύ ετνική Ελλάντα πόετ. Great poet. Εγκώ όχι λεφτά. Εσύ κάνει Μπέκαρ ξέρω Καβάφη. 1. Φρυγανιά στα αραβικά.


30

Κοίταζε τη φωτογραφία του στον τοίχο. Θα το έπαιρνα στα πόδια το χρυσό μου να του διδάξω τον αγαπημένο μου ποιητή. – Θες να σου κάνω μαθήματα για τον Καβάφη; – Καβάφη και ελληνικά. Μπέκαρ μετά καρότσι αγκοράσπίτι ένα, δύο, πολλά, πολλά. Θα μου κουβαλούσε σε αντάλλαγμα τα ψώνια όσες φορές ήθελα. Θα ήμουν τρελός αν δεν δεχόμουν. – Εντάξει, Μπέκαρ. Το είπα και πέρασα στον κόσμο του ονείρου. Με έσφι­ξε στην αγκαλιά του και μου έσκασε τρία φιλιά στα μάγουλα, κατά το συνήθειο των πιστών του Αλλάχ. Ήτανε ώρα να τον ξεπροβοδίσω. Τον έβγαλα ως το πεζοδρόμιο για να κερδίσω δύο λεπτά παραπάνω κοντά του. Με αποχαιρέτησε σιωπη­λά με ένα τελευταίο εγκάρδιο βλέμμα, με την υγρασία που με αναστατώνει, και τον κοίταζα να κατηφορίζει όταν, μία φωνή έφτασε στ’ αυτιά μου από το απέναντι πεζοδρόμιο. – Τέλη! Τέλη, εσύ είσαι; Μπα, σε καλό του, ποιος ρωτούσε; Γύρισα να δω αλλά, με τον ήλιο κόντρα, μόλις που διέκρινα μία λεπτή φιγούρα με υψωμένο το χέρι. – Εγώ είμαι. Εσύ ποιος είσαι; Ο λεγάμενος διέσχισε τον δρόμο και ήρθε δίπλα μου. – Καλά σε κατάλαβα μετά από τόσα χρόνια! Με παραδέχεσαι; Μέγας είσαι Κύριε! Ποιος ήταν αυτός ο, εξήντα και βάλε, λυγερόκορμος, με τα προσεκτικά χτενισμένα πάνω απ’ το φαρδύ μέτωπο γκρίζα μαλλιά; Από πού ξεφύτρωσε; Αν και... από κοντά σαν κάποιον να μου θύμιζε αλλά, ποιον;


31

– Βρε, άνθρωπε του Θεού, σε παραδέχομαι αλλά, ποιος είσαι; – Εδώ σε θέλω! Για να δούμε, θα με θυμηθείς; Αμάν σκοτούρα μεσημεριάτικα! Ποιος ήταν ο σκασμένος; Κι όμως! Ξαφνικά σκορπίσανε τα σύννεφα κι άνοιξαν οι ουρανοί της μνήμης. – Μην μου πεις ότι είσαι ο Αλέξανδρος; – Εγώ είμαι! – Ο Αλέξανδρος ο Τε... μισό λεπτό να θυμηθώ, ο Τεφ..., ο Τεφ..., αχ, πώς ήτανε το επίθετό σου; – Τεφλιώνης! μου θύμισε – Καλέ, ο Αλέξανδρος Τεφλιώνης! Έλα Χριστέ και Παναγιά! – Τέλη μου, γλυκέ μου Τέλη! Προστάτη μου! πρόσθεσε κι έπεσε στην αγκαλιά μου. Ήταν τόσο συναισθηματικά φορτισμένο αυτό το «Προστάτη μου!», που ξύπνησε μονομιάς μέσα μου τα παλιά. Ήταν προστατευόμενός μου τη δεκαετία του ’50, όταν παίζαμε σ’ αυτήν τη γειτονιά. Στην οικοδομή όπου βρίσκεται το ισόγειο διαμέρισμά μου, βρισκόταν τότε το πατρικό μου, ένα σπιτάκι με κήπο τριγύρω. Τριγύρω έπαιζα με τα παιδιά της γειτονιάς. Για την ακρίβεια εκείνα έπαιζαν βώλους κι εγώ τα κοιτούσα. Αλλά επειδή στα λόγια δεν με έφτανε κανείς, με τις εξυπνάδες που πετούσα, κέρδιζα χάρις σ’ αυτά όσους πόντους έχανα ως άσχετος των ασχέτων στο σημάδι. Στην κατηφόρα έτσι και σου έφευγε ο βώλος ήταν αδύνατον να τον πιάσεις. Γι’ αυτό παίζαμε ψηλότερα, εκεί όπου η κάθετη οδός Αριστόβουλου Μπακαδήμα στρίβει και ισιώνει. Εκεί αμόλησα το καλοκαίρι του 1947 μία εξυπνάδα, η οποία προξένησε τέτοια χάχανα ώστε, άρχισαν να πέφτουν από


32

τα γέλια τα παιδιά στο χώμα, κρατώντας την κοιλιά τους. Χάρις σ’ αυτήν, εκείνην την ημέρα χρίστηκα αρχηγός και διαιτητής στις διαφωνίες τους, θέση την οποία διατήρησα πέντε χρόνια. Τότε, το 1952, στα δέκα πέντε μου, βγήκε στη γειτονιά ένας λεπτοκαμωμένος επτάχρονος να παίξει μαζί μας. Κίνδυνος να μας πατήσει αμάξι στον λόφο μας δεν υπήρχε. Μόνον στο κέντρο έβλεπες σποραδικά μερικά γιώτα χι και το λεωφορείο περνούσε απ’ τα μέρη μας μόνον από τον κεντρικό δρόμο. Ο μπόμπιρας ήταν καλοντυμένος, με ολοκαίνουργια παπούτσια τον χειμώνα, εκεί όπου εμείς φορούσαμε ξεχαρβαλωμένα σκαρπίνια, από έκτο χέρι και βάλε, ενώ το καλοκαίρι, όταν εμείς περπατούσαμε ξυπόλυτοι, αυτός έβγαινε με ωραία δερμάτινα πέδιλα. Ήταν φανερό. Στο σπίτι του το τραπέζι ήταν πιο καλά στρωμένο από το δικό μας. Περισσότερο όμως απ’ το ντύσιμό του μας θάμπωσαν οι βώλοι του! Όταν ρωτώντας μας «Να παίξω κι εγώ;» είδαμε κάτι γυάλινες μπίλιες στην ανοιχτή παλάμη του τα χάσαμε. Οι δικοί μας ήταν χωμάτινοι, γι’ αυτό. Ακόμα κι εγώ, που δεν καιγόμουν σαν τα άλλα τα παιδιά, έσπευσα να τις δω από κοντά και ξετρελάθηκα, όπως όλοι, από μία, μεγαλύτερη σε μέγεθος και πλουμιστή στο εσωτερικό, μπίλια που την έλεγε τζιτζιλόνα – ένα θαύμα της τεχνολογίας που δεν είχαν ξαναδεί τα μάτια μας. Αποτέλεσμα; Όλοι βάλθηκαν να κερδίσουν τις γυάλινες μπίλιες του, διακινδυνεύοντας χωμάτινους βώλους. Σαν να έβαζαν εκείνοι δραχμές κι ο άλλος χρυσές λίρες. Ο μικρός πάντως ξεκαθάρισε κάτι: ότι θα έπαιζε με την τζιτζιλόνα αλλά, όποτε έχανε, θα πλήρωνε το τίμημα της ήττας με μικρές γυάλινες μπίλιες. Κάθε άλλος θα περίμενε βδομάδες μέχρι να τον κάνουν δεκτό


33

στην παρέα. Με τις γυάλινες μπίλιες όμως το δέλεαρ δεν ήταν μικρό κι ο Αλέξανδρος μπήκε αμέσως με τιμητική πρόσκληση, καθώς όλοι είπαν από μέσα τους «Καλώς το κορόιδο!» και η κατεργαριά επιστρατεύτηκε αμέσως. Εκεί όμως στάθηκα φρουρός του. – Επειδή ο μικρός δεν ξέρει, άρχισες τις μπαγαποντιές, βρε Παντέλο; Δεν ντρέπεσαι; Πριν από δύο λεπτά δεν είπες «Όλα δικά μου;». Γιατί το ξανάπες; Ο Αλέξανδρος με κοίταξε απορημένος. – Μία φορά επιτρέπεται; Τα μάτια του χαραμτζή έβγαζαν αστραπές απ’ τον θυμό. – Μία! επιβεβαίωσα. Παντέλο, δωσ’ του την μπίλια του. Στεκόταν με το κεφάλι χαμηλωμένο. Έβγαλε έναν χωμάτινο βώλο να του δώσει. – Για χαζό με πέρασες; ύψωσε ανάστημα ο Αλέξανδρος. Ντροπιασμένος ακόμη περισσότερο ο Παντέλος αναζήτησε βοήθεια στο βλέμμα των υπολοίπων. Διατηρούσα ακόμα την εκτίμησή τους ως διαιτητής; Δεν είχε λαθέψει. Μου έριχναν εχθρικές ματιές. Είχα πάρει το μέρος του πλουσιόπαιδου. Δεν τόλμησαν να με αποκαθηλώσουν αμέσως αλλά, το έκαναν τη δεύτερη φορά που στάθηκα ασπίδα του, όταν ήρθε μετά και με κοίταξε, λες κι έβλεπε κι εγώ δεν ξέρω ποιον. – Είσαι ο προστάτης μου! Θα μου στέκεσαι πάντα; – Όσο έχεις δίκιο, Αλέξανδρε, θα σου στέκομαι. Του άνοιξα την αγκαλιά μου και χώθηκε μέσα. Γυρίζοντας στο σπίτι, βρήκα την τζιτζιλόνα στην τσέπη μου. Άχρηστη μεν αλλά τη φύλαξα χρόνια. Την έχασα από έναν λοκατζή στα είκοσι πέντε μου. Τον Αλέξανδρο τον έχασα νωρίτερα. Ήταν Σεπτέμβριος του 1955 όταν, στα δέκα του πια, ήρθε κλαμμένος.


34

– Σε αδίκησαν πάλι; Θες βοήθεια; – Όχι. Ο μπαμπάς θα γκρεμίσει το σπίτι. Φεύγουμε. Το σπίτι τους ήταν μονώροφο, απέναντι από το δικό μας. Έμεινε άδειο μερικά χρόνια όταν, όπως άκουσα από τους γονείς μου, οι ιδιοκτήτες του σκοτώθηκαν στην Κατοχή, κατά την πτώση του γκαζοζέν τους σε χαράδρα. Το πώς καταδέχθηκε αργότερα μία πλούσια σαν τη δική του οικογένεια, με μπαμπά πολιτικό μηχανικό, επάγγελμα πολύ προσοδοφόρο τα χρόνια της ανοικοδόμησης, να έρθει το 1947 στη φτωχική γειτονιά μας, μου το εξήγησε το 1955 ο Αλέξανδρος, μαζί με τα δυσάρεστα της αναχώρησής τους. Οι μακαρίτες ήταν άκληροι θείοι της μάνας του κι έτσι οι γονείς της κληρονόμησαν το σπίτι και το έδωσαν προικώο στη μοναχοκόρη τους, όταν παντρεύτηκε το 1944. Οπότε, αντί να νοικιάσουν σπίτι στο κέντρο, που θα το σήκωνε η τσέπη του πατέρα του, διάλεξαν να μείνουν στη μονοκατοικία εδώ ψηλά, που τώρα θα χαλούσαν. – Αμάν, βρε Αλέξανδρε. Και γιατί φεύγετε; – Θα σηκώσει ο μπαμπάς οικοδομή κι όταν την τελειώσει θα γυρίσουμε και θα μείνουμε στο τελευταίο πάτωμα, να βλέπουμε όλη τη Θεσσαλονίκη. – Τι στενοχωριέσαι τότε, άμα είναι να γυρίστε; Όμως δεν γύρισαν! Ήταν ο καιρός που εγώ μόλις είχα πετύχει στη Φιλοσοφική Σχολή. Οι πρώτες πολυκατοικίες φύτρωναν στην πόλη αλλά, στο ύψωμα των Σαράντα Εκκλησιών η μόδα δεν είχε απλωθεί ακόμα. Η δική τους ήταν από τις πρώτες. – Ήμουν το poulain σου, Τέλη, θυμάσαι; Ζητούσε να τον φωνάζω πουλαίν σαν τη μάνα του, η οποία, ως κόρη καλής οικογενείας, ήταν γαλλομαθής, κατά


35

το ρεύμα της εποχής. Να πέτυχε άραγε στην κούρσα της ζωής ο τρυφερός παιδικός φίλος μου; Καλοζωισμένος έδειχνε και μου το επιβεβαίωσε κι ο ίδιος όταν, μετά από μερικές σύντομες βουτιές στο παρελθόν στα όρθια, αποφασίσαμε να παρατείνουμε τη συζήτηση στο σπίτι μου έτσι ώστε, να του κάνει η Κατερίνα έναν καφέ και να καθίσω διότι, η ορθοστασία με τσακίζει. Ακούγοντας η νύφη μου μιαν άγνωστη φωνή να με ρωτάει «Τι καφέ θα μου κάνεις;» ξεπρόβαλε να δει πώς γίνεται με έναν να βγαίνω και με άλλον να μπαίνω και, βλέποντας έναν καλοβαλμένο κύριο αυτήν τη φορά, ανακουφίστηκε. Τους σύστησα, εξηγώντας τι σχέση έχω με τον καθένα τους, όπως και τον λόγο της παρουσίας της Κατερίνας στο σπίτι μου. – Η κολώνα του σπιτιού μου αυτόν τον καιρό. Η παραδουλεύτρα που είχα πέθανε κι η Κατερίνα με φροντίζει. Απλώνανε και οι δύο το χέρι. – Ένας άγγελος δηλαδή! είπε ενθουσιωδώς ο Αλέξανδρος. Χαίρω πάρα πολύ, Κατερίνα! πρόσθεσε, πιάνοντάς της το χέρι με τα δύο δικά του. – Γιατί, υπάρχει λόγος; του απάντησε, τραβώντας το χέρι της απότομα. Ασυνήθιστη η αντίδραση της νύφης μου. Αλλά και μπερμπάντικο το βλέμμα του φίλου μου. Είχε εξελιχθεί σε γυναικά ο Αλέξανδρος! Είχε πέσει όμως σε βράχο. – Εμένα να με συγχωρείτε! είπε η Κατερίνα και κίνησε για την κουζίνα. Από εκεί γύρισε και τον ρώτησε: – Άκουσα ότι θέλετε καφέ. Πώς τον πίνετε; Ο Αλέξανδρος ξεροκατάπιε για να χωνέψει την κρυάδα του πληθυντικού.


36

– Με λίγη ζάχαρη και καϊμάκι. – Τέλη, εσύ θες τσάι; Α, τις άνοιξες τις φρυγανιές. Σου άρεσαν; – Όχι, άρεσαν στο παιδί. – Δηλαδή από εδώ και πέρα να σου παίρνω αυτήν τη μάρκα; Άφησα αναπάντητη τη σπόντα της. Ο Αλέξανδρος χαμογελούσε. – Εμένα μ’ αρέσουν οι φρυγανιές με τσάι. Όχι, για πρωινό. Μετά από το γεύμα. – Μετά από το γεύμα; Τρελή συνήθεια, πώς την κόλλησες; – Από μια σχέση αγάπης, η οποία γύρισε σε μίσος. – Τη συνήθεια όμως τη διατήρησες. – Εσύ θα έκανες πλαστική επέμβαση σ’ ένα σημάδι από τραύμα; Εγώ ποτέ! Τη διατήρησα ισοβίως. – Θα μου τα πεις. Αρχίζοντας από τότε που χαθήκαμε. Το τελευταίο που θυμάμαι ήταν τα μαθήματα γερμανικής που έκανες. – Ο πατέρας μου επέμενε να μπω στη Γερμανική Σχολή, η μάνα μου προτιμούσε τους φρέρηδες του Δελασάλ. Περισσότερα για την πορεία του δεν θυμόμουν. Εκεί είχα μείνει. Τότε που οι συναντήσεις μας αραίωσαν για τα καλά με την ανέγερση της οικοδομής, πριν από την οποία, τον Οκτώβριο του 1955, ρίξανε το παλιό σπίτι. Νοέμβριο μπήκαν οι σκαφτιάδες κι ανοίξανε τον λάκκο, με τα φορτηγά να απομακρύνουν τα μπάζα. Μετά ακολούθησε το μαρτύριο της περιστρεφόμενης μπετονιέρας στο πεζοδρόμιο, με τον ανατριχιαστικό ήχο της να σουβλίζει τ’ αυτιά των περιοίκων. Έπεσαν θεμέλια, ρίξανε κι ενάμισι μέτρο ψηλότερα από τη γη την οροφή του υπογείου, με τον αρχιμάστορα να φωνάζει


37

σε κάθε εργάτη, που φορτωνόταν τον ντενεκέ με το σκυρόδεμα, να τον αδειάσει γρήγορα, μην πήξει το μπετόν. Κάτι που όλο και γινόταν δυσκολότερο όσο ο σκελετός ψήλωνε. Υπήρξε κι ένα ατύχημα. Έπεσε ένας εργάτης απ’ την τελευταία πλάκα, του τέταρτου ορόφου, και σκοτώθηκε. Οι εργασίες σταμάτησαν και στήθηκαν απ’ έξω ασφαλίτες σε εικοσιτετράωρη βάση, μην πειραχτεί το παραμικρό μέχρι να ψάξουν οι ειδικοί. Σκοτείνιασαν τα μάτια του Αλέξανδρου σαν του το είπα. Δεν ήταν παράσημο για τον μηχανικό μπαμπά του να σκοτώνεται κάποιος σε γιαπί του. Κι ενώ, μέχρι να συμβεί αυτό, τα λέγαμε τότε κάθε Κυριακή, που ερχόταν μαζί του, λες και αυτό το ατύχημα υπήρξε κατάρα που του άλλαξε τα σχέδια, ο πατέρας του πούλησε τον σκελετό με το οικόπεδο και οι Τεφλιώνηδες χάθηκαν από τη γειτονιά μας. Για να είμαι ειλικρινής η παρέα του δεν μου έλειψε και τόσο. Με την επιτυχία μου στη Φιλοσοφική Σχολή πήρα πόντους κοινωνικά και με το γερό διάβασμα βάλθηκα να γίνω πρόσωπο αξιόλογο, κοιτώντας ταυτόχρονα να κρύψω το κουσούρι μου, το οποίο είχε ξυπνήσει αλλά, πού; Η φωνή της Κατερίνας ακούστηκε. – Τέλη, έτοιμα είναι. Έλα να τα πάρεις. Δεν ήθελε να δει τα μούτρα του. Καθώς τα έφερνα, το βλέφαρο του Αλέξανδρου πετάριζε από την τσατίλα. Πλήρωνε το σαλιάρισμά του. – Στην υγειά σου, Αλέξανδρε, πολύ χάρηκα που ξαναβρεθήκαμε. – Εις υγείαν, Τέλη, κι εγώ το χάρηκα πολύ. Τραβήξαμε από μία ρουφηξιά. – Να σου πω, Αλέξανδρε, τα δικά μου. Τελείωσα τη Φιλοσοφική, πήγα φαντάρος και διορίστηκα καθηγητής γυ-


38

μνασίου στο Διδυμότειχο. Υπηρέτησα δύο χρόνια εκεί και παραιτήθηκα. Δούλεψα έως το 1972 βιβλιοθηκονόμος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. Το 1975 έγινα τυπογράφος, αφήνοντας τη θέση μου στον εξαίρετο Κώστα Πλαστήρα, εάν τον έχεις ακουστά. – Πού να τον ξέρω, βρε Τέλη; Λείπω πολλά χρόνια από την Ελλάδα αλλά, δεν έπαψα να έρχομαι κάθε καλοκαίρι. – Πού ζεις, Αλέξανδρε; – Στις Ηνωμένες Πολιτείες! – Μωρέ μπράβο! Θα μου τα πεις. Εμένα που λες, κάτι βλακώδη φορολογικά μέτρα το 2005, ότι ντε και καλά κέρδιζα τόσα, μου έκλεισαν το τυπογραφείο. Από τότε πορεύομαι με τη μικρή σύνταξή μου και με τη βοήθεια του αδερφού μου, του Γεράσιμου, του άντρα της Κατερίνας, ο οποίος όποτε τον χρειαστώ είναι στο πλευρό μου. Τα δικά σου τώρα! Το είπα αλλά, το μυαλό μου ξέφυγε κι έτρεξε στον Μπέκαρ. Καλέ τι παιδί ήταν αυτό, τι ομορφιά, τι λεπτό σώμα, τι βάδισμα; – Εγώ, Τέλη, διάβασα ότι εκτός από τυπογράφος έγινες και σπουδαίος ποιητής. – Δεν λέω, καλά τα κατάφερα και σ’ αυτό. – Σεμνό σε ακούω. Λεφτά έβγαλες; – Από την ποίηση; Χρυσάφι! – Σοβαρά μιλάς; – Χρυσάφι δεν είναι η αγάπη του κόσμου; Πού πήγε το μυαλό σου, στα δολάρια; Αυτά τα άφησα για εσένα, να τα κάνεις κομπόδεμα! Τα μάζεψες; – Αμέ, δεν έχω παράπονο.


39

– Λες και αμέ τώρα; Έγινες Αθηναίος χαμουτζής; Εκεί το κόλλησες το αμέ; – Τέλη, πού να σ᾽ τα λέω. Όταν αραιώσαμε, νοικιάσαμε προσωρινά ένα διαμέρισμα κοντά στο Διοικητήριο αλλά, τελικά μετακομίσαμε στην Αθήνα. Δέκα εννιά χρόνια μετά έμαθα τον λόγο. Θα σ’ τον πω στην ώρα του. Το αποτέλεσμα ήταν να περάσω στη Γερμανική Σχολή Αθηνών, στο Doerpfeld Gymnasium, αντί στην εδώ. – Κι ως Αθηναίος πλέον, μετά το αμέ... Ε, μην μου πεις ότι και την γκάβλα έμαθες να τη λες καύλα; – Καύλα τη λέω, Τέλη, τι να κάνω; Πώς να την πω γκάβλα; Μ’ αθηναϊκές παρέες μεγάλωσα. – Παραπάνω σπούδασες; – Βέβαια. Ήμουν ξεφτέρι στα πρακτικά μαθήματα. Ο πατέρας με έσπρωχνε για πολιτικό μηχανικό, σαν τον ίδιο και τον παππού. Με έσπρωξε να μάθω γερμανικά διότι, μετά το πτυχίο ονειρευόταν να πάω στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης για μεταπτυχιακές σπουδές, όπως εκείνοι. – Και πέρασες στο Μετσόβιο; – Ούτε στο Μετσόβιο, ούτε στο εδώ Πολυτεχνείο. Μου πήρε τα μυαλά μία ωραία και ξέφυγα από το διάβασμα, λέγοντας πότε ότι πάω να διαβάσω μ’ έναν συμμαθητή μου και πότε στο αναγνωστήριο. Ξέρεις τι γίνεται όταν ανακαλύψεις τι έχεις στο βρακί σου. Δεν ήταν ώρα να συζητήσω ότι, εκεί μέσα, εκείνον τον έτρωγε από τον βορρά κι εμένα από τον νότο. – Απέτυχες δηλαδή στις εξετάσεις; – Όχι αλλά, μπήκα στο μαθηματικό τμήμα της Φυσικομαθηματικής. Δεν ήμουν κακός μαθητής, σ’ το είπα. Το φουστάνι με φρενάρισε από το Πολυτεχνείο.


40

Γκαβλιάρης από μικρός μάς βγήκε ο Αλέξανδρος, και τώρα στα... για σιγά! Το 1945 ήταν γεννημένος, φέτος είχαμε 2011, άρα ήταν εξήντα έξι χρονών και παρέμενε από τους τύπους που ό,τι σκύβει το πηδάνε. – Στην Αθήνα ο μπαμπάς σου σήκωσε οικοδομές; – Συνεταιρικά με έναν συμφοιτητή του. – Τι τα έκανε τόσα κλεφτά; – Τώρα αυτό σου ξέφυγε ή εν γνώσει σου το είπες; – Αστεία το είπα, δεν ήθελα να σε προσβάλω. – Αφού δεν ήτανε τόσο τίμιος τι να με προσβάλεις; Το θέμα ήταν άλλο. Ότι, έξαλλος από την αποτυχία μου, με πέρασε από ανάκριση αλλά, μόλις του φανέρωσα ότι με ξεμυάλισε μία ωραία, έδειξε κατανόηση και μου εξήγησε ότι, αν θέλω να χαίρομαι όμορφες, ο ασφαλέστερος τρόπος ήταν να πετύχω. – Κάτι θα ήξερε ο πατέρας σου, δεν μπορεί! – Τέλη, μην ξύνεις πληγές τώρα. Το γεγονός ήταν ότι εξάρτησε το φοιτητικό χαρτζιλίκι μου από τους βαθμούς. Όσο πιο καλοί ήταν, τόσο πιο καλά θα ενίσχυε την τσέπη μου ώστε, να το γλεντάω. – Απέδωσε η μέθοδος; – Αρίστευσα σε όλους τους τομείς. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου, Τέλη! – Στην Αμερική πώς βρέθηκες; – Στη μάνα μου το οφείλω, έστω και αν σκέφτηκε λάθος. Έπεισε τον πατέρα μου να με βάλουν να ξαναδώσω εξετάσεις για το Πολυτεχνείο κι αν πετύχω να αφήσω τη Φυσικομαθηματική. Εκείνος τότε πήγε και βρήκε τον περίφημο μαθηματικό της εποχής Πέτρο Τόγκα, του οποίου τα βιβλία τα είχαμε για ευαγγέλιο.


41

– Δεν τον θυμάμαι, τα μαθηματικά δεν τα έπαιρνα. – Σου έλειπε το μαθηματικό μυαλό, όχι η ευφυΐα. Όπως ο κουτσός, που δεν κάνει για χορευτής, μπορεί να γίνει άριστος σκακιστής, έτσι κι εσύ έγινες άριστος ποιητής. Ρώτησε, που λες, ο πατέρας μου τον Τόγκα εάν δεχόταν να μου παραδώσει μαθήματα κι εκείνος τον παρέπεμψε σ’ έναν μαθητή του, από το γυμνάσιο της Καβάλας, όπου είχε διδάξει παλαιό­ τερα, έναν Θασίτη στην καταγωγή, τον οποίο θεωρούσε το λαμπρότερο μαθηματικό μυαλό της χώρας και τον πιο κατάλληλο για να με αναλάβει. – Ήταν πράγματι έτσι; – Έτσι ήταν. Ήρθε που λες στο σπίτι ένας κύριος κοκκινομάλλης, γύρω στα σαράντα, που έπαιζε στα δάχτυλα την άλγεβρα, τη γεωμετρία, την τριγωνομετρία, τη φυσική και τη χημεία και επί πλέον διέθετε εκπληκτική μεταδοτικότητα, με την οποία με μάγεψε. Σε τέσσερις μήνες με είχε έτοιμο να ξαναδώσω εισαγωγικές και να πάρω υψηλούς βαθμούς. Οι εξετάσεις όμως αργούσαν κι επειδή απολάμβανα τη διδασκαλία του, του ζήτησα να μην σταματήσουμε για να με ενισχύσει από τώρα και στα μαθήματα που διδάσκονται στο Πολυτεχνείο. «Να το εγκρίνουν οι γονείς σου πρώτα» μου είπε κι η ιδέα μου πράγματι τους καλάρεσε. – Πώς λεγόταν ο καθηγητής; – Σωτήρης Κρομμύδας. Γεννημένος το 1924 από πατέρα ψαρά, που τον κατάπιε η θάλασσα κι ανέλαβε η μάνα του τη βάρκα. Αυτή τον σπούδασε με προτροπή του Τόγκα. Πέρασε πρώτος στη Φυσικομαθηματική αλλά, στον στρατό δεν τον έκαναν αξιωματικό. Τον έχρισαν, άκουσον-άκουσον, τραυματιοφορέα. – Ήταν κομουνιστής;


42

– Ο μακαρίτης ο πατέρας του. – Ούτε στο πανεπιστήμιο τον προσέλαβαν να διδάξει; – Ούτε σε δημοτικό δεν τον διόρισαν! Κατέβηκε απελπισμένος στην Αθήνα, ζήτησε βοήθεια από τον Τόγκα και, χάρις στις συστάσεις του, δίδαξε σε παιδιά πολλών οικογενειών και κέρδισε την εκτίμησή τους. – Ε, δεν θα τους έβαλε κι όλους στο Πολυτεχνείο! – Ούτε εγώ μπήκα να φανταστείς! Παρ’ ότι ήμουν ο καλύτερος μαθητής που πέρασε από τα χέρια του… – Τι έγινε; Απέτυχες πάλι; – Μην βιάζεσαι. Ο Σωτήρης με οδήγησε στα μαθηματικά όσο ψηλά δεν φαντάζεσαι. Μου έλεγε ότι «Μαθηματική γη εύφορη σαν τη δική σου, δεν έχω ξαναβρεί. Όποιον σπόρο κι αν ρίξω, φυτρώνει!». – Τρομερός έπαινος! – Για πότε με πέρασε από τα μαθηματικά της σειράς στη μη ευκλείδειο γεωμετρία, στον Γκάους, στον Λομπατσέφσκι, στον Ρίμαν ούτε εγώ το κατάλαβα. Μου έμαθε θεωρία των αριθμών... – Θα πάει μακριά η βαλίτσα με τα μαθηματικά παρακλάδια; Με ζάλισες. – Η ουσία είναι ότι ο Σωτήρης μίλησε για τις ικανότητές μου στον Τόγκα, τονίζοντάς του ότι, οι γονείς μου με προορίζουν για το Πολυτεχνείο και θα εγκαταλείψω τη Φυσικομαθηματική αν πετύχω. «Μην αφήσουμε να πάρει λάθος δρόμο ένα τέτοιο φαινόμενο», του τόνισε. Ο Τόγκας πήρε τότε έναν υφηγητή της Σχολής μου, τον Γεράσιμο Λεγάτο και, μαθαίνοντας ότι στις εξετάσεις της Σχολής αρίστευα, τον προέτρεψε να μου βάλει δύσκολες ασκήσεις επομένων ετών. Ο Λεγάτος με κάλεσε στο γραφείο του


43

και, παρ’ ότι πρωτοετής, του έλυσα ακόμη και θέματα του έτους αποφοίτησης. Τηλεφώνησε τότε μπροστά μου στον Τόγκα και του είπε ότι είχανε να κάνουν με μαθηματική διάνοια και ότι συμφωνεί απολύτως πως θα ήταν κρίμα να χαραμιστώ στο Πολυτεχνείο. Μόνον που θα έπρεπε να το εξηγήσουν στους γονείς μου πρώτα. – Τι μου λες, Αλέξανδρε; Μπράβο. – Όταν άκουσε τον υφηγητή του ο καθηγητής, ο Δημήτριος Κάππος, να του μιλάει για την περίπτωσή μου, θέλησε να βεβαιωθεί κι ο ίδιος. Τον κατέπληξα κι αυτόν και τότε καλέσανε τους γονείς μου στην Ιπποκράτους, στον εκδοτικό οίκο του Τόγκα. Ο Κάππος φλεγόταν από περιέργεια να μάθει ποιος μαθηματικός με έβαλε σε τέτοιον τελικό δρόμο κι όταν άκουσε από το στόμα του Τόγκα το όνομα του Κρομμύδα, απόρησε πώς δεν τον είχε ακουστά κι ο Τόγκας τού εξήγησε ότι ήταν πολιτικοί οι λόγοι. – Τι κρίμα για τον δάσκαλό σου. – Αδικία, τι να λέμε τώρα; Οι έπαινοι των καθηγητών έπεισαν τους γονείς μου, οι οποίοι συμφώνησαν να τελειώσω τη Σχολή και να συνεχίσω αργότερα σε ένα κορυφαίο πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Έπαιξε ρόλο και το δέ­ λεαρ του υψηλού μισθού που θα μου εξασφάλιζε, μετά από τις εκεί σπουδές μου, η πρόσληψή μου από κάποια μεγάλη εταιρεία. Χρωστάω πολλά στον Κάππο, στον Λεγάτο και στον Τόγκα, που τους έπεισαν διότι, ο δικός τους ο λόγος με οδήγησε στις μεγάλες λεωφόρους της επιστήμης μου. – Όπως και στον Κρομμύδα, που κατάλαβε εγκαίρως το ταλέντο σου και το ανέδειξε. – Ναι, δεν λέω αλλά, στα μάτια των γονιών μου το κύρος


44

των καθηγητών του πανεπιστημίου μέτρησε περισσότερο από το δικό του. – Α, με αυτήν την έννοια δεν τον περιέλαβες. Και; Σου βγήκε σε καλό; – Δεν γινόταν καλύτερα. Όταν οι δικοί μου άφησαν στην άκρη τον τσακωμό για το πού θα συνέχιζα τις σπουδές, μια και ο πατέρας μου πρότεινε τη Γερμανία κι η μάνα μου αντιπρότεινε τη Γαλλία, η συμβιβαστική λύση βρέθηκε στο να επιλέξουν από κοινού τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάπως έτσι μ’ έστειλαν να μάθω αγγλικά, ώσπου να τελειώσω τη Φυσικομαθηματική. Μετά έκανα μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορική εργασία στο Μπέρκλεϋ και με πήρανε καθηγητή στο ΜΙΤ, το Τεχνολογικό Ίδρυμα της Μασαχουσέτης, που θεωρείται από τα καλύτερα πανεπιστήμια μαθηματικών στον κόσμο, μαζί με το Πρίνστον, το Χάρβαρντ και το Στάνφορντ. – Μεγαλεία, Αλέξανδρε! Εύγε! Μου εξιστόρησε και πώς πρόκοψε. Μόλις έλυσε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 δύο μαθηματικούς γρίφους άλυτους επί χρόνια, τον προσέλαβε μία μεγάλη μηχανολογική εταιρεία, όπου τη μία προαγωγή την ακολουθούσε μια άλλη, με συνεχή αύξηση μισθού και αργότερα μπόνους επί των πωλήσεων και τέλος μετοχές της εταιρείας, που αβγατίσανε κι έφτασε σήμερα να κατέχει πέραν αυτών πολλά άλλα, γενικώς ό,τι αγοραζόταν. Η πορεία του ήταν όντως εντυπωσιακή. Μόνον ένα θέμα δεν έθιγε. – Οικογένεια, παιδιά, δεν έκανες; – Ο πατέρας μου, Τέλη, όταν τον ρώτησα γιατί μάλωνε τόσο συχνά με τη μάνα μου, μου είπε: «Παιδί μου, μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα».


45

– Κι εσύ ασφαλώς στον χορό είχες τον νου σου, όχι στο πήδημα. Ξεκαρδίστηκε. – Είσαι και χωρατατζής, μπράβο. – Το ότι δεν έκανες οικογένεια όμως δεν μ’ αρέσει. – Τέλη, με καβγατζήδες γονείς, πώς να στεριώσει μέσα μου η πίστη στην οικογένεια; Αλλά κι εσύ που με μαλώνεις, γιατί δεν έκανες οικογένεια; Άμα με έβλεπε στα είκοσι, θα καταλάβαινε γιατί. Για να ρωτάει τώρα φαίνεται ότι, το κουσούρι μου το έκρυψαν τα γηρατειά. Καλύτερα να το προσπερνούσα. – Έχεις δίκιο! Με αποστόμωσες. – Ο γάμος έχει απαιτήσεις, Τέλη. Με σκέπτεσαι με γυναίκα και δύο-τρία παιδιά; Πόσα θα περίσσευαν για εμένα; Ενώ έτσι; Κάθε χρόνο με άλλην ερχόμουν στην Ελλάδα, στα ελληνικά νησιά. Στα καλύτερα ξενοδοχεία. Καμία δεν πείραξα. Καλά περάσαμε κι ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του μετά. Ούτε ποτέ υποσχέθηκα γάμο. Το ξεκαθάριζα από την αρχή. Εάν εκείνη ήθελε να ελπίζει, ήταν δικό της θέμα. Άσε το πόσο κοστίζει το διαζύγιο κι η διατροφή στις ΗΠΑ. Εάν σου πω, θα σου φύγει το καφάσι. – Θυμάσαι και το καφάσι; Μια χαρά τα μιλάς τα ελληνικά ακόμα. – Σ’ το εξήγησα. Κάθε χρόνο ερχόμουν. Δεν έχασα την επαφή. Έχουμε και τα δορυφορικά κανάλια από χρόνια και βλέπουμε ελληνική τηλεόραση. – Τη Θεσσαλονίκη πώς τη θυμήθηκες εφέτος; – Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Ένα από τα ελάχιστα που χρωστάω στον πατέρα μου – αυτός μου το έμαθε. – Από πού θα αντλήσεις πάλι όφελος, Αλέξανδρε; Από


46

καμία τσαπερδόνα εξ Αμερικής; Ή μήπως αυτήν τη φορά ήρθες ελεύθερο πουλί και γι’ αυτό ψάχνεις να βρεις σε ξένες φωλιές ταίρι, αν κρίνω από... Προς την κουζίνα κοίταζα για να καταλάβει. – Σσσστ! έκανε ο Αλέξανδρος. Όχι. Ένας από τους λόγους που ήρθα είναι το τελευταίο βιβλίο μου. Μεταφράζεται και θα εκδοθεί οπότε, θα πρέπει να παραβρεθώ στην παρουσίαση. – Θα παρουσιάσεις μαθηματικό βιβλίο; Τι μου λες; – Αστυνομικό είναι, στις ΗΠΑ και στην Αγγλία κάνει θραύση. Σε τρεις μήνες πουλήθηκαν 8.800.000 αντίτυπα! Μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες, θα κυκλοφορήσει σύντομα σε όλον τον κόσμο. Πώς δεν μου ήρθε ταμπλάς; Εγώ με τόση αναγνώριση που είχα τύχει πουλούσα 10.000 αντίτυπα σ’ όλη την Ελλάδα κι ο Αλέξανδρος μιλούσε για εκατομμύρια; Ρε, μπας κι ήταν τερατολόγος κι έψαχνε μυγοχάφτη; – Ήρθα να ρυθμίσω και κάτι εκκρεμότητες. – Για κληρονομικά μιλάς; Ποιος πέθανε; Η μάνα σου; – Ασ’ τα, Τέλη. Θα σ’ τα πω άλλη ώρα. – Όπως θες. Ποιοι θα παρουσιάσουν εδώ το βιβλίο; – Έχω μία λίστα, που μου έδωσε ο Κύπριος εκδότης μου. – Ο Βάσος Φτωχόπουλλος, των εκδόσεων Αιγαίον; – Τον ξέρεις; – Πολύ καλά. Θα μου εκδώσει κι εμένα την τελευταία ποιητική συλλογή μου το φθινόπωρο. Την κρατάω χρόνια στο συρτάρι. – Θα έχουμε τον ίδιο εκδότη λοιπόν. Είναι αξιόπιστος, έτσι άκουσα.


47

– Ο μεγαλύτερος Έλληνας εκδότης. Τι περιέχει ο κατάλογος; – Θεσσαλονικείς συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών. Θέλω να τους γνωρίσω και να καταλήξω σε ποιους θα προτείνω να μιλήσουν. Μισό λεπτό να σου διαβάσω τη λίστα και, για όποιον γνωρίζεις, θα μου λες τι ξέρεις. Μάρκος Κοσσυβάκης. – Καθηγητής Νομικής, πενηντάρης. Καλά καταρτισμένος. Τον συνιστώ. – Τάσος Κοντέλης, πολιτικός μηχανικός. – Πολύ καλός φίλος. Πολιτικός μηχανικός, εξηντάρης. Τον συμπαθώ. – Φαίη Κύκκου. Πολιτειολόγος. – Καταπληκτική συγγραφέας. Να δεις πώς λένε το βιβλίο της... – Ποιος έκλεψε το σάμαλι από την Αχειροποίητο γράφει εδώ. – Έκανε πάταγο όταν κυκλοφόρησε! Μία σαρανταπεντάρα είναι. – Ωραία; – Εκπάγλου ασχήμιας. – Τη διαγράφω τότε. Απόστολος Λυκεσάς. Δημοσιογράφος. – Διάβασα εγκωμιαστικές κριτικές για ένα αστυνομικό του, το Μπλάνκο. Κατάλληλος κι αυτός. – Άννα Στεφούλη. – Η γυναίκα του. Καθηγήτρια. Έγραψε ένα πολύ καλό βιβλίο, το Πελαργοί πετούσανε. Αστυνομικά δεν ξέρω να έχει γράψει αλλά, για να είναι στον κατάλογο... – Είσαι θησαυρός. Θα τους κάνεις μία κρούση; – Θέλει ρώτημα; Τα τηλέφωνά τους τα έχεις; – Στη λίστα. Σ’ την αφήνω, την έχω σκαναρισμένη.


48

Χτύπησε το κινητό του. Συζήτησε κάτι για έπιπλα και κοστολόγια και σηκώθηκε. – Φεύγω. Οι δουλειές περιμένουν. Γράψε μου το τηλέφωνό σου και σύντομα θα ξανανταμώσουμε. Του το έδωσα σε μία σελίδα του τετραδίου μου. Με περίμενε με μια κάρτα στο χέρι. – Τέλη, είναι στα αγγλικά αλλά, έχω γραμμένο με στυλό το ελληνικό mobile μου. Το κινητό που λέτε εδώ. – Δεν τη θέλω την κάρτα, θα το γράψω στον κατάλογό μου. Όπως και του Μπέκαρ. Έτσι και έχανα το χαρτί όπου μου το σημείωσε, θα έχανα το φως μου. Μου το υπαγόρευσε και εξέφρασε μία απορία: – Κινητό δεν έχεις, Τέλη; – Δεν τρελάθηκα. – Θα συζητήσουμε άλλη ώρα πόσο χρήσιμο είναι. – Δεν έχω να συζητήσω τίποτα. – Μην μου πεις ότι δεν έχεις και τηλεόραση. – Δεν έχω. Άντε. Να πας τώρα. Και να ξανάρθεις με άδεια χέρια. Μην μου κουβαλήσεις αυτά που δεν έχω. Έλα όπως είσαι. Έχουμε πολλά να πούμε. Κι από τους συγγραφείς θα σου έχω σύντομα νέα. Κίνησε να βγει, όπως μπήκε. Κανονικός μουρντάρης. Αντί να χαιρετήσει από μακριά την Κατερίνα, έχωσε το κεφάλι στην πόρτα της κουζίνας. Τον πήρα από κοντά. – Σας αφήνω γοητευμένος. Χάρηκα απροσμέτρητα για τη γνωριμία σας. Εισέπραξε ένα ξερό «Χαίρετε!» και πολύ του ήταν. Χωρίς να τον κοιτάξει. Γύρισε να φύγει αλλά, μπρος στη βιβλιοθήκη του χωλ στάθηκε και περιεργάστηκε τους τίτλους. – Υπάρχουν ποιήματά σου εδώ να μου χαρίσεις; Θέλω να


49

τα διαβάσω, να χαρώ τα κατορθώματά σου. Τόσα διάβασα γι’ αυτά! – Αλέξανδρε, να με συγχωρείς. Έπρεπε να σ’ τα δώσω, χωρίς να τα ζητήσεις. Πάω να τα φέρω από το πίσω δωμάτιο. Γύρισα σε λίγο κρατώντας τη συγκεντρωτική συλλογή ποιημάτων μου Υπνωτήριον Έλξεως. Με περίμενε με τα μάτια καρφωμένα σ’ ένα σημείο της βιβλιοθήκης. – Δες τι σου έφερα. Το έπιασε λες και κρατούσε στα χέρια έναν νεοσσό. – Τέλη, με συγκινείς! – Άσε τις συγκινήσεις και δωσ’ το μου να σου γράψω αφιέρωση. Δεν θα το πάρεις χωρίς την υπογραφή μου. Του το τράβηξα απ’ τα χέρια. – Τέλη, πριν υπογράψεις, θα μου βγάλεις από τη βιβλιο­ θήκη Τα άνθη του κακού, να τα δω; Σε αντίθεση προς τη χοντροκομμένη στάση του προς την Κατερίνα, με λεπτότητα που με κατέπληξε, απέφυγε ν’ αγγίξει το βιβλίο, διώχνοντας σαν καλό αεράκι από μέσα μου την ανάγωγη συμπεριφορά του που προηγήθηκε. Τσίμπησα προσεκτικά το βιβλίο και το τράβηξα. Τα άνθη του κακού του Σαρλ Μπωντλαίρ τα είχα στη σπάνια πρώτη έκδοση του 1932 των εκδόσεων «Ατέρμων Αναζήτησις», σε μετάφραση Δημητρίου Στασινοπούλου, ο οποίος, κατά τη συνήθεια της εποχής, που αποκαλούσαν τον Μπάιρον Βύρωνα, τον Ζαν Βαλζάν Γιάννη Αγιάννη και τον Ζαβέρ Ιαβέρη, τον Σαρλ τον αποκαλούσε Κάρολο. Να ’τανε μόνον αυτό; Η αναγραφή του τίτλου στο εξώφυλλο μου θύμισε την παλιά δεύτερη γραφή του γράμματος κάππα, τη λεγόμενη καλλιγραφική, όταν το γράφαμε συνθέτοντας ένα ύψιλον ενωμένο με ένα ιώτα από δεξιά του. Κάπως έτσι:


50

Έβγαλα το βιβλίο, φύσηξα γερά τη σκόνη από την κορφή του, το ξεφύλλισα προσεχτικά λες και θα ξεπηδούσε έτσι από τις σελίδες του κάτι από τη συγκίνηση που ένιωσα όταν πρωτοδιάβασα αυτό το υφάδι της ομορφιάς με την κακία και της βίας με την ηδονή και ρώτησα τον Αλέξανδρο: – Τα έχεις διαβάσει τα ποιήματά του; – Ντρέπομαι που το λέω αλλά, όχι. – Για να μην ντρέπεσαι, λοιπόν, όταν τα διαβάσεις και μαγευτείς και δεν θα θες να μου το γυρίσεις πίσω, σ’ το χα­ρίζω! Είναι δικό σου! Έπεσε στην αγκαλιά μου με την ίδια θέρμη, με την οποία με αγκάλιασε μόλις με αναγνώρισε. Γλυκάθηκα πάλι. Βρε, οι παιδικές φιλίες πώς ζωντανεύουν! – Τέλη, είσαι υπέροχος, με σκλάβωσες! – Άντε, να πας στη δουλειά σου τώρα. Ώρα καλή. Και τον ξεπροβόδισα. Γυρίζοντας τράβηξα προς την κουζίνα. – Κατερίνα; – Μην ξαναφέρεις τέτοιο σούργελο στο σπίτι, όταν είμαι εγώ εδώ. Πες μου ότι πρόσεξες τι σου ζήτησα και ότι θα το τηρήσεις. – Το πρόσεξα. Θα το τηρήσω. Σε πόσην ώρα θα έχεις έτοι­μο το φαγητό; – Με τη σαλάτα που θα σου κόψω τελευταία στιγμή, πες μισή ώρα.


Millions discover their favorite reads on issuu every month.

Give your content the digital home it deserves. Get it to any device in seconds.