Page 1


Η ΧΑΜΕΝΗ

ΑΝΑΓΝΩΣΤΡΙΑ


Τίτλος πρωτοτύπου: La lettrice scomparsa © Sellerio Editore, Palermo, 2016

© για την ελληνική έκδοση Εκδόσεις Ίκαρος, 2018 Μετάφραση από τα ιταλικά: Δήμητρα Δότση

Γλωσσική επιμέλεια - Διορθώσεις: Ελευθερία Κοψιδά

Σχεδιασμός - Εικονογράφηση εξωφύλλου: Χρήστος Κούρτογλου Στοιχειοθεσία - Σελιδοποίηση: Ευτυχία Λιάπη Εκτύπωση: Μητρόπολις Α.Ε.

Βιβλιοδεσία: Ηλ. Μπουντάς - Π. Βασιλειάδης Ο.Ε. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με τον ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, της σελιδοποίησης, του

εξωφύλλου και γενικότερα όλης της αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν.2121/1993.

Πρώτη έκδοση: Μάιος 2018 ISBN 978-960-572-239-5

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ • ΒΟΥΛΗΣ 4, 105 62 ΑΘΗΝΑ • Τ: 210 3225152 • www.ikarosbooks.gr


Fabio Stassi

Η ΧΑΜΈΝΗ ΑΝΑΓΝΏΣΤΡΙΑ Μετάφραση

Δήμητρα Δότση

ΙΚΑΡΟΣ


Δώσαμε ραντεβού σ’ ένα καφέ της οδού Μερουλάνα, δυο βήματα από τη βα­ σιλική της Σάντα Μαρία Ματζόρε. Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να της δώσω κα­ μία εγγύηση. Το ότι δεν είχα σταθερή δουλειά, της το εξομολογήθηκα αμέσως. «Είμαι φιλόλογος», της είπα, «αλλά βρίσκομαι σε αργία». «Σε άδεια εννοείτε;»

«Όχι, περιμένω ν’ αποφασίσουν από το σχολείο αν θα με προσλάβουν ή

αν θα με απολύσουν οριστικά. Ψάχνω ένα μικρό διαμέρισμα που θα μπορώ να το χρησιμοποιώ και ως κατοικία και ως επαγγελματική στέγη κι έτσι βρή­ κα την αγγελία σας».

«Και γιατί χρειάζεστε επαγγελματική στέγη;»

«Πριν από δύο χρόνια γράφτηκα σε μαθήματα counseling και τώρα έχω

προσθέσει κι αυτό το άχρηστο δίπλωμα στο βιογραφικό μου».

«Στα ιταλικά, παρακαλώ», διαμαρτυρήθηκε για να τη διακόψει ένας πα­

ροξυσμικός βήχας.

«Έχω δεχτεί προσφορές από κάποια κέντρα και συμβατικής και εναλλα­

κτικής ιατρικής, αλλά θα προτιμούσα να δουλέψω μόνος μου». «Άρα είστε και γιατρός;» Άρχισα να εκνευρίζομαι. «Όχι, δυστυχώς».

7


«Δεν καταλαβαίνω τότε».

«Μήπως κάνετε πολλές ερωτήσεις;»

«Κοιτάξτε να δείτε, την τελευταία φορά έχασα πολλά χρήματα και ανα­

γκάστηκα να καλέσω την αστυνομία. Είχα νοικιάσει το σπίτι σ’ έναν Μπα­ γκλαντεσιανό που τον συνέλαβαν επειδή διακινούσε γιαμπά, το ναρκωτικό της τρέλας».

Είχα την ακαταμάχητη παρόρμηση να της πω ότι εγώ θα γέμιζα το σπίτι

της μόνο με γυναίκες, όμως η κυρία Ντόλινερ χτένισε με το χέρι της τα γκρί­ ζα της μαλλιά και με περιεργάστηκε μ’ εκείνη την έλλειψη συστολής των ηλι­ κιωμένων ανθρώπων. Ήταν η πρώτη φορά που βλεπόμασταν και με κοιτού­ σε λες και γνωριζόμασταν. Ξεθάρρεψα.

«Συγγνώμη, δεν ήθελα να φανώ αγενής. Δώστε μου μόνο δύο μήνες. Εάν

σ’ αυτό το διάστημα δεν έχω κανένα αποτέλεσμα, θα σας επιστρέψω τα κλει­ διά και θα σας πληρώσω ένα μήνα αποζημίωση».

Έμεινα αμίλητος για ένα ολόκληρο λεπτό. «Κατάλαβα, δεν πειράζει, σας

ευχαριστώ πάντως. Στη θέση σας δεν θα στοιχημάτιζα ούτε ένα ευρώ για κά­ ποιον σαν κι εμένα».

Έκανα να σηκωθώ, όταν ένα λιπόσαρκο χέρι φορτωμένο με βραχιόλια και

γαλάζιες φλέβες με σταμάτησε.

«Θα είναι η πρώτη σας απόπειρα σ’ αυτόν τον τομέα;»

«Μέχρι το καλοκαίρι είχα μια στήλη σ’ ένα γυναικείο περιοδικό. Είχε μια

σχετική επιτυχία, αλλά μου έδιναν ελάχιστα». «Επιστολές με ερωτικά προβλήματα;» Η ανάκριση δεν είχε τελειωμό.

«Όχι, κάτι σαν ωροσκόπιο. Οι γυναίκες μού περιέγραφαν τα προβλήμα­

τά τους κι εγώ τους πρότεινα ποιο βιβλίο θεωρούσα χρήσιμο να διαβάσουν». «Υπογράφατε με τ’ όνομά σας;» «Όχι».

Κατακοκκίνισα. 8


«Και, για πείτε μου, απέδιδε;»

«Όπως όλες οι θεραπείες ή τα ωροσκόπια: κάποιες φορές».

Έψαξε στην τσάντα της να βρει καραμέλες – διαισθανόμουν πως ήθελε

να καπνίσει. Έβγαλα το πακέτο μου με τα Ζιτάν. «Εγώ καπνίζω αυτά».

«Μην ανησυχείτε, μια χαρά είναι, θα κρατήσω ένα για μετά».

Ήταν η πρώτη φορά που μια γυναίκα καταδεχόταν τα τσιγάρα μου. «Πόσα σας έδιναν;»

«Τριάντα πέντε ευρώ τη βδομάδα, μεικτά. Εκατόν πενήντα τον μήνα,

αν πήγαινε καλά».

«Τουλάχιστον σας άρεσε;»

«Στην αρχή ναι, αλλά μετά από λίγο καιρό δεν είχα πλέον καμία διάθε­

ση για τέτοιου είδους παιχνίδια. Έπαιρνα πάρα πολλά μέιλ κι ένιωθα πως δεν είχα χρόνο για τίποτε άλλο, κι επιπλέον δεν μπορούσα να τσοντάρω στον μι­ σθό μου, όπως νόμιζα στην αρχή».

«Και γι’ αυτό σταματήσατε…»

Έφερε το χέρι της στο στόμα κι ύστερα με κοίταξε πάλι μ’ εκείνο το διεισ­

δυτικό της ύφος. Μπορεί να της θύμιζα τον γιο της ή κάποιον ανιψιό ή κά­ ποιον άντρα που είχε γνωρίσει όταν ήταν νέα.

«Εντάξει, ας κάνουμε μια δίμηνη δοκιμή», είπε εντελώς ανεξήγητα, με­

τά από μερικά ατελείωτα δευτερόλεπτα. «Δεν μ’ ενδιαφέρει τι θα κάνετε στο διαμέρισμά μου. Σας το νοικιάζω μόνο και μόνο επειδή δεν θέλω Πακι­ στανούς ή Σριλανκέζους».

Ένιωθα εξουθενωμένος λες και είχα πάει για ορειβασία. Τα βρήκαμε στα

τετρακόσια ευρώ τον μήνα, μαζί με τα κοινόχρηστα. Ήταν πραγματικά λο­

γική τιμή για εκείνη την περιοχή. Το ίδιο μεσημέρι υπογράψαμε σύμβαση μίσθωσης ορισμένου χρόνου και της έδωσα ένα τσεκ με την προκαταβολή.

Κάπως έτσι έφυγαν και οι τελευταίες οικονομίες που μου είχε αφήσει η

μητέρα μου. Ήταν δίχως άλλο αδικαιολόγητο σφάλμα, όμως λίγο καιρό πιο

9


πριν είχα διαβάσει την ιστορία ενός ανθρώπου που άφηνε το ρεύμα ενός πο­ ταμού να τον παρασύρει γιατί υποστήριζε ότι η μοναδική εφικτή κατεύθυν­ ση είναι εκείνη που σε πηγαίνει το ποτάμι.

10


1 ΒΙΝΤΣΕ ΚΟΡΣΟ

COUNSELOR ΥΠΑΡΞΙΑΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ Bien sûr, nous eûmes des orages1

Ήταν εντυπωσιακή η πινακίδα στην πόρτα του καινούριου μου

διαμερίσματος. Ένα παλιό πλυσταριό ανακαινισμένο με λιγοστά χρήματα. Τα πάντα σε κοινή θέα: η θολωτή οροφή, το κρεβάτι πάνω στο ξύλινο πατάρι και τα βιβλία που είχα φέρει.

Ξανακοίταξα την πινακίδα με καμάρι και κατάπληξη μα-

ζί και περίμενα να έρθει η πρώτη μου πελάτισσα. Χτύπησε το κουδούνι στις πέντε το απόγευμα, ακριβής στην ώρα της. Από την ταραχή μου βγήκα στο πλατύσκαλο και στεκόμουν εκεί, με

την πλάτη στον τοίχο, να αφουγκράζομαι με κομμένη την ανάσα τους βορβορυγμούς του ασανσέρ που ανέβαινε.

Τα τακούνια από τις μπότες της αντήχησαν νευρικά στις σκά-

λες. Ώσπου επιτέλους την είδα να ανεβαίνει τα πέντε σκαλο-

πάτια που τη χώριζαν από τον τελευταίο όροφο. Φορούσε ένα γκρίζο αδιάβροχο, με τη ζώνη σφιχτοδεμένη στη μέση. Τα μαλλιά της ήταν σπαστά κι ατίθασα. Έκανα στην άκρη και της είπα να περάσει.

1. Τα αποσπάσματα με τα οποία ξεκινά κάθε κεφάλαιο είναι στίχοι από το τραγούδι του Ζακ Μπρελ «La chanson des vieux amants» («Το τραγούδι των παλιών εραστών»). [Σ.τ.Μ.]

11


Το πλεονέκτημα της γκαρσονιέρας είναι ότι απλοποιεί τον

χώρο και τον συμπτύσσει σε μία και μόνο ματιά. Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα πορτμαντό, αλλά η πελάτισσά μου φρόντισε μόνη της το θέμα. Κοίταξε βιαστικά το γραφείο, τη μικρή κουζίνα,

την αφίσα του Μπάστερ Κίτον κι ύστερα άφησε το αδιάβροχο στον καναπέ, και με απόλυτη φυσικότητα κάθισε στην παλιά

δερμάτινη πολυθρόνα δεκαετίας του πενήντα που είχα αγοράσει μια εβδομάδα νωρίτερα από το παζάρι της Πόρτα Πορτέζε.

Κάθισα κι εγώ και άνοιξα το τετράδιό μου. Την έλεγαν Κάρ-

λα και η ιστορία της δεν ήταν σε καμία περίπτωση πρωτότυ-

πη: δεν είχε πάρει πτυχίο, δεν είχε σύντροφο, δεν της άρεσε να βγαίνει από το σπίτι. Με λίγα λόγια ένιωθε ανεπαρκής και εκτός τόπου και χρόνου. Το κλασικό ψάρι έξω απ’ το νερό. Μόνο το διάβασμα την έκανε να νιώθει καλά.

Επί τρία τέταρτα μου μιλούσε ασταμάτητα για τα μαλλιά

της, για την επίμονη ανθεκτικότητά τους σε κάθε χτένισμα, για το αδιανόητο γεγονός ότι μια μέρα ήταν σγουρά και την άλλη ίσια, πάντα όμως το αντίθετο απ’ αυτό που ήθελε, και

για τους τόσους και τόσους καβγάδες που της είχαν στοιχίσει

με τη μητέρα της. Όταν ήταν μικρή ντρεπόταν τόσο πολύ που δεν έβγαινε από το σπίτι και μάλιστα είχε την απαίτηση να μη βγαίνει και κανείς άλλος. Όταν μεγάλωσε, έφτασε στο σημείο

να τα λούζει ακόμη και τρεις φορές την ημέρα, με καταστροφικά έως και κωμικά αποτελέσματα.

Την άκουγα με προσοχή, αν και μάλλον κάποια περίεργη

γκριμάτσα θα πρέπει να μου ξέφυγε διότι εντελώς ξαφνικά με παρακάλεσε να την παίρνω στα σοβαρά. Τα ασύλληπτα μαλλιά της ήταν ο βασικός λόγος που φθονούσε όλες της τις φίλες.

«Δοκίμασα ό,τι θεραπεία υπάρχει: ελαιόλαδο, λάδι Αργκάν

12


(κατευθείαν από τις αμμουδιές του Μαρόκου), λάδι τζοτζόμπα,

καρύδας, μακαντέμια, αυτό το σπάνιο καρύδι της Αυστραλίας, ρετσινόλαδο, λάδι από γλυκά αμύγδαλα, βελούδινο κι αρωματικό καριτέ, κρέμα από σπόρους λιναριού, αφρό με εκχυλίσματα

μπαμπού, μια ειδική μάσκα από μεδούλι βοδιού, μαλακτικό με πρωτεΐνες μεταξιού, εκχύλισμα φλοιού πεύκου, αιθέριο έλαιο σόγιας, κανναβέλαιο, άνθη πορτοκαλιάς, κρέμα με βάση την

παπάγια και μια άλλη εξωτική με χουρμά της ερήμου, βούτυρο μάνγκο, τα ενεργά συστατικά των ανθών της βαμβακιάς και

του κουκουτσιού του αβοκάντο, μια μυστηριώδη λοσιόν ονόματι φόρμουλα 09. Ξέρω ότι υπάρχει ένα θαυματουργό και πανάκριβο έλαιο που βγαίνει μόνο στη Χαβάη, αλλά δεν το βρήκα

πουθενά. Μήπως αυτές οι σπασμωδικές μου έρευνες υποδηλώνουν ότι πάσχω από κάποια ασθένεια; Μη γελάτε κάτω από τα

μουστάκια σας και πείτε μου ότι έχετε κάποιο βιβλίο που μπο-

ρεί να με βοηθήσει», με ρώτησε στο τέλος κι έσκυψε το κεφάλι. Περίμενα μέχρι να ξαναστρέψει το βλέμμα της προς το μέ-

ρος μου. Η έκφρασή της ήταν τόσο αποκαρδιωμένη και παρα-

κλητική που μου ερχόταν να τη φιλήσω και, για μία φορά, θα ήταν λιγότερο ταπεινωτικό αν άκουγα το ένστικτό μου.

Στο μέλλον τα ανδροειδή δεν θα έχουν τέτοια προβλήμα-

τα, σκέφτηκα χωρίς κάποιον προφανή λόγο. Για μερικά δευτερόλεπτα μπήκα στον πειρασμό να της προτείνω κάποιο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Μπράντμπερι ή του

Μπάλαρντ, αλλά μπορεί να ήταν επικίνδυνο. Της είπα τότε,

με εκείνο το ύφος του αμετανόητου γόη που ενίοτε μου βγαί-

νει, ότι τα περισσότερα λογοτεχνικά πρόσωπα πάσχουν από το

ίδιο τρομακτικό αίσθημα του ασυμβίβαστου με τον κόσμο από το οποίο έπασχε κι εκείνη. Ωστόσο, ορισμένοι λογοτέχνες –ο

13


Έρνεστ Χέμινγουεϊ για παράδειγμα– δεν έπαψαν ποτέ να υποστηρίζουν ότι οι συγγραφείς πρέπει να προσπαθούν να γρά-

φουν θετικές ιστορίες τις οποίες θα ζουν και οι ήρωες και οι αναγνώστες τους.

Ήταν η πρώτη μου περίπτωση και δεν ήθελα να της προτεί-

νω θεραπείες δευτέρας διαλογής.

Κοίταξα τα βιβλία που κατέκλυζαν τους τοίχους του διαμε-

ρίσματος και, μιας και είχα αναφερθεί στον Χέμινγουεϊ, της

πρότεινα ένα από τα λιγότερο φημισμένα του βιβλία, το Μια κινητή γιορτή.

Δεν το γνώριζε.

«Ακούστε να δείτε», της είπα ήρεμος, «δεν πρόκειται για μυ-

θιστόρημα αλλά για βιβλίο αναμνήσεων. Ο Χέμινγουεϊ θυμάται τη λογοτεχνική του μαθητεία στο Παρίσι τη δεκαετία του ’20. Ήταν η πιο όμορφη περίοδος της ζωής του».

Παρότι πάντοτε με ενοχλούσε η φωνή μου, είχε έρθει η στιγ-

μή να επιστρατεύσω όλη την απαραίτητη πειθώ μου.

«Προσοχή, όμως», συνέχισα. «Έναν συγγραφέα που σου

αφηγείται τη ζωή του δεν πρέπει ποτέ να τον παίρνεις τοις μετρητοίς γιατί αν είναι πραγματικός συγγραφέας θα ανανεώνει

σε κάθε του αράδα, μέχρι το τέλος της ζωής του, το σύμφωνο απιστίας με την πραγματικότητα το οποίο σύναψε στην αρχή της καριέρας του. Για έναν μυθιστοριογράφο, η ίδια του η αυ-

τοβιογραφία δεν είναι παρά μία ακόμα ευκαιρία μυθοπλασίας.

Όλοι οι συγγραφείς ξέρουν καλά ότι για να σχηματίσουν έστω μια ιδέα περί αλήθειας πρέπει να διασχίσουν μια ολόκληρη θά-

λασσα από ψέματα. Αυτό είναι το παράδοξό τους. Το Μια κινητή γιορτή κυκλοφόρησε μετά θάνατον και είναι ίσως το τελευταίο

βιβλίο που έγραψε ο Χέμινγουεϊ πριν αυτοκτονήσει. Κάτι σαν 14


διαθήκη. Στις σελίδες του θα συναντήσετε κι άλλους μεγάλους

θρύλους της λογοτεχνίας, λόγου χάριν τον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, στιγματισμένους από τρομερές ανασφάλειες. Για να καταλάβετε, ένα βράδυ ο Χέμινγουεϊ αναγκάστηκε να τον πάει

στην τουαλέτα ενός μαγαζιού, να του κατεβάσει τα παντελόνια και να τον διαβεβαιώσει ότι εκείνη η παλαβιάρα η γυναίκα του έφταιγε για όλα τα προβλήματα που του προκαλούσε.

Μαζί τους μπορείτε να κοιμηθείτε σε φτηνά δωμάτια ξενοδο-

χείων. Να ζείτε με λιγότερο από δέκα φράγκα την ημέρα. Θα μάθετε να κουβαλάτε στην τσέπη σας ένα άγουρο κάστανο κι

ένα λαγοπόδαρο για γούρι. Στο τέλος όμως θα συμφιλιωθείτε με τη ζωή και με τις ελπίδες σας. Μόλις το διαβάσετε, θα μπορέσουμε να συζητήσουμε για όλα αυτά».

Καλύτερα να της έλεγα ν’ αλλάξει κομμωτήριο, μόνο που

ακόμη δεν το ήξερα. Νόμιζα απλώς ότι είχα κάνει το καθήκον μου, και μάλιστα καλά. Ο χρόνος της κουβέντας μας είχε περάσει και τώρα απέμενε η αμήχανη διαδικασία της πληρωμής.

Έβαλα τα δυνατά μου να φανώ υπεράνω, μολονότι χρειαζόμουν επειγόντως χρήματα.

Η Κάρλα δεν είπε κουβέντα.

«Αν θέλετε, μπορείτε να με ξοφλήσετε την επόμενη φορά»,

αναγκάστηκα να της πω.

Κοίταξα τα χέρια της που ψαχούλευαν στην τσάντα, όμως

εκείνη δεν έβγαλε κανένα πορτοφόλι. Το πρώτο πράγμα που εισέπραξα ήταν τα λόγια της.

«Έρχομαι εδώ για να μου βρείτε μια θεραπεία για το πρό-

βλημά μου κι εσείς τι μου προτείνετε; Το μεταθανάτιο έργο ενός αυτόχειρα!»

Ένας υστερικός μορφασμός αλλοίωσε το πρόσωπό της. 15


«Το αντιλαμβάνεστε;»

Όχι, δεν το αντιλαμβανόμουν.

«Δεν θα μπορούσατε να είστε πιο ειλικρινής. Συγχαρητή-

ρια. Με δυο λόγια μου υπενθυμίσατε ότι δεν είμαι πια είκοσι

χρόνων, ενισχύσατε την πεποίθησή μου ότι η πιο όμορφη περίοδος της ζωής μου έχει περάσει ανεπιστρεπτί και μου ζητάτε να δεχτώ χωρίς πολλά πολλά τη μιζέρια στην οποία είμαι βυθισμένη καθημερινά».

Ένιωσα τον λαιμό μου να ξεραίνεται κι ένα κύμα ντροπής

δια­πέρασε το κορμί μου. Η γυναίκα συνέχισε αμείλικτη:

«Είστε ένας αναιδής του αισχίστου είδους, γιατί ούτε καν

φαντάζεστε πώς είστε ούτε καν που συνειδητοποιείτε τι λέτε.

Κρατήστε καλύτερα για τον εαυτό σας τον φιλοσοφικό σας εξάψαλμο, λες και δεν το ξέραμε ότι οι συγγραφείς μιλάνε πάντα για την πάρτη τους και γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια

τις δικές μας ανησυχίες. Πάνω απ’ όλα όμως, σας παρακαλώ,

μην ξαναπείτε σε καμία γυναίκα όλες αυτές τις φλυαρίες περί συμφώνων απιστίας, ψεμάτων κι άλλες τέτοιες φαλλοκρατικές αηδίες. Είναι επικίνδυνο. Και, στο κάτω κάτω, τι βγάλατε από το μαγικό σας καπέλο; Τις εξομολογήσεις ενός άντρα ή

μάλλον ενός εξηντάχρονου και βάλε πουτανιάρη. Τι να τις κά-

νω τις συμβουλές τις δικές σας και των καλλιεργημένων φίλων σας; Εσείς νομίζετε ότι η ζωή είναι μια δοκιμασία που πρέπει να την περάσουμε, θέλοντας και μη, και ανάγετε καθετί στη γιγάντια αγωνία σας να αποδείξετε τις επιδόσεις σας». Ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα.

«Αν ήθελα τέτοιες οδηγίες θα απευθυνόμουν σε σεξολό-

γο, και αν χρειαζόμουν φυλαχτά ή κάποιον να με ξεματιάσει

θα τηλεφωνούσα σε χειρομάντη, όχι σ’ έναν βιβλιοθεραπευ16


τή που μιλάει για άγουρα κάστανα και λαγοπόδαρα. Καλύτερα να επισκεφτείτε εσείς και τους δύο, τους χρειάζεστε περισσότερο από μένα».

Σκέφτηκα ότι έπρεπε να αρχειοθετήσω αυτή τη συνεδρία

ως την επιτομή όλων των λαθών που πρέπει να αποφεύγουν οι επίδοξοι βιβλιοθεραπευτές.

Το μόνο που έλειπε ήταν οι τελικές ατάκες.

«Μαλακίες! Το ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί να γιατρέψει κα-

νέναν το ήξερα ήδη, αλλά είχα ψευδαισθήσεις, ήλπιζα ότι χά-

ρη στη δουλειά σας θα ξέρατε τουλάχιστον τα προβλήματα των γυναικών και θα μπορούσατε να μου μάθετε κάτι παραπάνω. Έκανα λάθος. Είστε ένας απατεώνας! Κλασικός Ιταλός, ψευ-

τοκουλτουριάρης και κατά βάθος σνομπ. Πού να ξέρετε εσείς από γυναίκες;»

Περίπου αυτά μου καταλόγισε η Κάρλα, με όση οργή είχε μέ-

σα της. Στο χέρι κρατούσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της. Φοβόμουν ότι η απογοήτευσή της θα μεταλλασσόταν σε μια ανε-

ξέλεγκτη επιθετική δύναμη. Κάλυψα το πρόσωπό μου και την ίδια στιγμή αναρωτιόμουν γιατί πάντα κατέληγα εγώ να κάνω ψυχανάλυση, ακόμη κι όταν βρισκόμουν στην άλλη πλευρά του τραπεζιού.

Η Κάρλα έκλεισε την τσάντα της και με ένα νευρικό ξέσπα-

σμα έριξε μια κλοτσιά στο γραφείο μου εκσφενδονίζοντας ό,τι

υπήρχε επάνω. Ικανοποιημένη επιτέλους, άρπαξε το αδιάβροχό της και προχώρησε προς τις σκάλες.

«Και, σας παρακαλώ, πετάξτε από το παράθυρο αυτή τη γε-

λοία πινακίδα που έχετε κρεμάσει έξω», ξαναφώναξε από την

πόρτα. «COUNSELOR ΥΠΑΡΞΙΑΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ. Ποιον

μπορεί να αναγεννήσει ένας τύπος σαν κι εσάς όταν εσείς πρώτoς 17


απ’ όλους είστε αυτός που χρειάζεται αναγέννηση. Άντε γαμήσου, μαλάκα».

Έκανα να την ακολουθήσω στις σκάλες, αλλά το μόνο που

πρόλαβα να δω ήταν το αδιάβροχό της να χάνεται μέσα στο

ασανσέρ. Ήθελα τουλάχιστον να της διευκρινίσω ότι η ηδονή της εξύβρισης δεν ήταν δωρεάν, αλλά έδωσα τόπο στην οργή.

Την ίδια ακριβώς στιγμή μια ηλικιωμένη κυρία βγήκε στο

πλατύσκαλο. Καλύτερα να μην υπήρχαν μάρτυρες σ’ αυτή τη σκηνή, αλλά μάλλον δεν ήταν η μέρα μου. Της απηύθυνα ένα

από κείνα τα γρήγορα και αφύσικα νεύματα χαιρετισμού που

ανταλλάσσουν αμήχανα δυο γείτονες, άγνωστοι ακόμα μεταξύ τους, με την πεποίθηση ότι κατ’ ανάγκη θα ξανασυναντηθούν. Την είχα ξαναδεί, πριν από μερικές μέρες, να κουβα­λάει

μια σακούλα ψώνια κι είχα την αίσθηση πως ένιωσα το κοφτε-

ρό της επικριτικό βλέμμα πίσω από την πλάτη μου ακόμη κι όταν έστριψα στη γωνία και ανέβηκα σπίτι, σαστισμένος και καμπουριασμένος.

Για κάμποσο καιρό αναρωτιόμουν μήπως εκείνο το απόγευ-

μα η κυρία Παρόντι ήθελε να μου κάνει κάποια ερώτηση. Θα

μπορούσε να με ρωτήσει αν ήμουν πράγματι εγώ ο καινούριος ένοικος του ρετιρέ, μόνο που δεν βρήκε το θάρρος. Έμεινε μεταξύ μας σαν κάτι ασήμαντο που δεν ειπώθηκε ποτέ· πολύ πιθανόν όμως να είχα αυτή την εντύπωση μόνο και μόνο λόγω όσων ακολούθησαν στη συνέχεια.

Επέστρεψα στο διαμέρισμά μου και διπλοκλείδωσα την πόρτα. Η πελάτισσά μου είχε δίκιο: ο πρώτος που έπασχε από προ-

βλήματα αποδοχής ήμουν εγώ και μόνο εγώ. Ένας από τους λό-

γους που με άφησε η Σερένα ήταν και αυτός. Ποιον ήθελα να κοροϊδέψω; Αφότου μ’ έδιωξαν από το σχολείο, η ιδέα να ανοί18


ξω γραφείο βιβλιοθεραπείας ήταν λύση απελπισίας. Δεν θα κατάφερνα ποτέ να επιβιώσω μ’ αυτή τη δουλειά.

Έβαλα στο πικάπ έναν δίσκο του Ιβ Μοντάν και ήπια τρεις

μπίρες στη σειρά.

Tu vois, je n’ai pas oublié

La chanson que tu me chantais... Ήταν θλιβερό να γίνομαι σμπαράλια με τέτοιον τρόπο, μόνο που δεν μπορούσα να το ξορκίσω.

19

Η χαμένη αναγνώστρια - Fabio Stassi  

Ένας καινούριος, γοητευτικός λογοτεχνικός χαρακτήρας, ένας άνεργος του σήμερα που απαλύνει τις πνευματικές ή σωματικές παθήσεις των ανθρώπων...

Η χαμένη αναγνώστρια - Fabio Stassi  

Ένας καινούριος, γοητευτικός λογοτεχνικός χαρακτήρας, ένας άνεργος του σήμερα που απαλύνει τις πνευματικές ή σωματικές παθήσεις των ανθρώπων...

Advertisement