Page 1


ΣΤΟ ΚΑΣΕΛ

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΙΚΗ


Τίτλος πρωτοτύπου: Kassel no invita a la lógica © Enrique Vila-Matas, 2014

© για την ελληνική έκδοση Εκδόσεις Ίκαρος, 2017, σε συμφωνία με το λογοτεχνικό πρακτορείο MB Agencia Literaria S.L. Μετάφραση από τα ισπανικά: Νάννα Παπανικολάου Τυπογραφική επιμέλεια: Δημήτρης Πήχας

Σχεδιασμός - Εικονογράφηση εξωφύλλου: Χρήστος Κούρτογλου Στοιχειοθεσία - Σελιδοποίηση: Εκδόσεις Ίκαρος Εκτύπωση: Μητρόπολις Α.Ε.

Βιβλιοδεσία: Ηλ. Μπουντάς - Π. Βασιλειάδης Ο.Ε. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου τέχνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν.

100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, της σελιδοποίησης, του

εξωφύλλου και γενικότερα όλης της αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν.2121/1993.

Πρώτη έκδοση: Μάιος 2017 ISBN 978-960-572-155-8

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ • ΒΟΥΛΗΣ 4, 105 62 ΑΘΗΝΑ • Τ: 210 3225152 • www.ikarosbooks.gr


Enrique Vila-Matas

ΣΤΟ ΚΑΣΕΛ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΙΚΗ Μετάφραση - Σημειώσεις:

Νάννα Παπανικολάου

ΙΚΑΡΟΣ


Στην Πάουλα

από την Πάρμα


1

Όταν ένας συγγραφέας είναι πρωτοποριακός, πρέπει να απαγορεύει στον εαυτό του να κατατάσσεται σε αυτή την κατηγο-

ρία. Ποιος νοιάζεται όμως; Στην πραγματικότητα, η φράση μου είναι απλώς ένα μακγκάφιν1 και ελάχιστη σχέση έχει με αυ-

τά που σκοπεύω να διηγηθώ, αν και στην πορεία μπορεί όλα

όσα πω σχετικά με την πρόσκληση να πάω στο Κάσελ και το με-

τέπειτα ταξίδι μου σε αυτή την πόλη να καταλήξουν ακριβώς σε αυτή τη φράση.

Όπως γνωρίζετε ορισμένοι, για να εξηγήσει κανείς τι είναι

ένα μακγκάφιν, το καλύτερο είναι να καταφύγει σε μια σκηνή

που διαδραματίζεται σε ένα τρένο: «Μπορείτε να μου πείτε τι είναι αυτό το δέμα που βρίσκεται στο χώρο αποσκευών πάνω

απ’ το κεφάλι σας;» ρωτάει ένας επιβάτης. Και ο άλλος απαντάει: «Α, αυτό είναι ένα μακγκάφιν». Τότε ο πρώτος θέλει να

μάθει τι είναι το μακγκάφιν και ο άλλος του εξηγεί: «Το μακγκάφιν είναι ένα εργαλείο για κυνήγι λιονταριών στη Γερμανία». «Μα

1.  Κινηματογραφικός όρος που επινόησε ο Άλφρεντ Χίτσκοκ. Πρόκειται

για προσχηματικό αφηγηματικό στοιχείο πάνω στο οποίο στήνεται η πλοκή.


στη Γερμανία δεν υπάρχουν λιοντάρια», λέει ο πρώτος. «Τότε αυτό εκεί δεν είναι μακγκάφιν», απαντάει ο άλλος.

Το μακγκάφιν είναι κατεξοχήν Το γεράκι της Μάλτας, η πιο φλύα­

ρη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου. Η ταινία του Τζον

Χιούστον αφηγείται την αναζήτηση ενός αγαλματιδίου,το οποίο

ήταν το τίμημα που πλήρωσαν οι Ιππότες της Μάλτας σε έναν Ισπανό βασιλιά για κάποιο νησί. Στην ταινία μιλάνε πάρα πο-

λύ, ασταμάτητα, αλλά στο τέλος το πολυπόθητο γεράκι, για το οποίο τόσοι άνθρωποι είχαν φτάσει ακόμα και στο φόνο, αποδεικνύεται πως είναι απλώς το στοιχείο της αγωνίας που επέτρεψε την εξέλιξη της πλοκής.

Όπως θα έχετε ήδη διαισθανθεί, υπάρχουν πολλά μακγκάφιν.

Το διασημότερο το συναντάμε στο ξεκίνημα της ταινίας Ψυχώ του Χίτσκοκ. Και ποιος δεν θυμάται την κλοπή που διαπράττει στα πρώτα λεπτά η Τζάνετ Λι; Φαίνεται πολύ σημαντική, αλλά αποδεικνύεται τελείως άσχετη με την πλοκή. Εκπληρώνει, όμως, το στόχο της να μας κρατήσει κολλημένους στην οθόνη για την υπόλοιπη ταινία.

Κι έπειτα υπάρχουν, για παράδειγμα, μακγκάφιν σε όλα τα επει-

σόδια των Simpsons. Ο πρόλογος που ανοίγει κάθε επεισόδιο έχει ελάχιστη ή καμία σχέση με την εξέλιξη της ιστορίας στη συνέχεια.

Το πρώτο μου μακγκάφιν το βρήκα στην ταινία Un maledetto

imbroglio2 του Πιέτρο Τζέρμι. Πρόκειται για κινηματογραφική

προσαρμογή ενός μυθιστορήματος του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα.3

2.  Ένα καταραμένο μπέρδεμα. Η ταινία δεν έχει προβληθεί ποτέ στην Ελλάδα. 3.  Ο τίτλος του βιβλίου είναι Quer pasticciaccio brutto de via Merulana. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο Ο φρικτός κυκεώνας στην οδό Μερουλάνα, σε μετάφραση Κώστα Κουντούρη (Φόρμα, 1991).


Σε αυτή την ταινία ο επιθεωρητής Ινγκραβάλο, στις φλέβες του οποίου έρεε καφές, χωμένος στο λαβύρινθο της περίπλοκης

έρευνάς του, μιλούσε πότε πότε στο τηλέφωνο με την αγία σύζυγό του, την οποία δεν βλέπαμε ποτέ. Ήταν άραγε ο Ινγκραβάλο παντρεμένος με μια ΜακΓκάφιν;

Υπάρχουν τόσα μακγκάφιν τριγύρω, που μόλις πριν από ένα

χρόνο τρύπωσε ένα στη ζωή μου, όταν ένα πρωί τηλεφώνησε στο σπίτι μου μια κοπέλα η οποία είπε πως τη λένε Μαρία

Μπόστον και πως είναι η γραμματέας των ΜακΓκάφιν, ενός ζεύγους από την Ιρλανδία που ενδιαφερόταν να με καλέσει σε

δείπνο. Δεν αμφέβαλλε καθόλου ότι κι εγώ θα ήμουν ευτυχής να τους συναντήσω, διότι σκέφτονταν να μου κάνουν μια ακαταμάχητη πρόταση.

Ήταν πολυεκατομμυριούχοι οι ΜακΓκάφιν; Ήθελαν, για κά-

ποιον σκοτεινό λόγο, να με εξαγοράσουν; Αυτό ρώτησα, αντιδρώντας υπό τύπον αστειότητος σε εκείνο το παράξενο, προ-

κλητικό τηλεφώνημα, το οποίο σίγουρα έστησε κάποιος που ήθελε να μου κάνει πλάκα.

Συνήθως, όταν πρόκειται για τέτοια τηλεφωνήματα, το κλεί-

νω αμέσως, αλλά η φωνή της Μαρίας Μπόστον ήταν πολύ θερ-

μή και ωραία, κι έπειτα εγώ εκείνη τη στιγμή είχα μια καλή πρωινή διάθεση κι έτσι έπαιξα λίγο πριν το κλείσω. Εκεί έχα-

σα το παιχνίδι, διότι έδωσα το χρόνο στη νεαρά Μπόστον να μου αναφέρει ονόματα κοινών φίλων, τα ονόματα των καλύτερών μου φίλων.

«Αυτό που οι ΜακΓκάφιν σκέφτονται να σου προτείνουν»,

είπε ξαφνικά, «είναι να μάθεις, επιτέλους, τη λύση στο μυστή-

ριο του σύμπαντος. Εκείνοι τη γνωρίζουν ήδη και θέλουν να σου τη μεταδώσουν».

11


Αποφάσισα να συνεχίζω στην ίδια συχνότητα. Το ήξεραν οι

ΜακΓκάφιν ότι δεν έβγαινα ποτέ για δείπνο; Ήξεραν ότι εδώ

και εφτά χρόνια ένιωθα ευτυχισμένος το πρωί, ότι, αντίθετα,

κάθε απόγευμα ανελλιπώς με έπιανε ένα έντονο άγχος που με έκανε να τα βλέπω όλα μαύρα κι άραχνα και ότι ήταν καλύτερα να μη βγαίνω το βράδυ;

Οι ΜακΓκάφιν τα ήξεραν όλα, είπε η Μπόστον, γνώριζαν

ότι ήμουν πολύ επιφυλακτικός με τις νυχτερινές εξόδους. Ακόμα κι έτσι, όμως, δεν ήθελαν καν να φανταστούν ότι προτιμού-

σα να μείνω στο σπίτι απ’ το να μάθω τη λύση στο μυστήριο του

σύμπαντος. Θα ήμουν πολύ δειλός αν επέλεγα να μείνω στο σπίτι.

Έχω δεχτεί στη ζωή μου πολλά παράξενα τηλεφωνήματα, αλ-

λά τούτο δω ήταν μακράν το κορυφαίο. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, η φωνή της Μπόστον γινόταν όλο και πιο ευχάριστη.

Είχε μια ιδιαίτερη χροιά που μου ’φερνε αναμνήσεις κι εγώ δεν ξέρω από τι ακριβώς, αλλά με έκανε να αισθάνομαι γεμάτος

ενέργεια και χαρά περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως τα πρωινά, τα οποία τον τελευταίο καιρό είναι από μόνα τους πολύ γεμάτα με ένταση και αισιοδοξία. Τη ρώτησα αν θα πήγαινε και

εκείνη στο δείπνο όπου θα μου αποκάλυπταν αυτό το μυστικό.

Ναι, είπε, σκέφτομαι να πάω, στο κάτω κάτω είμαι η γραμματέας του ζεύγους και κάποια πράγματα συμπεριλαμβάνονται στις υποχρεώσεις μου.

Λίγα λεπτά αργότερα, αφού είχε εκμεταλλευτεί στο έπα-

κρο την καλή μου διάθεση και την αισιοδοξία μου, είχε καταφέρει να με πείσει πλήρως. Δεν θα το μετάνιωνα, είπε, το μυστήριο του σύμπαντος άξιζε την προσπάθεια. Τα γενέθλιά μου

ήταν τον περασμένο μήνα, της είπα. Σ’ το λέω μήπως και κά12


ποιος έκανε λάθος στην ημερομηνία και μου ετοιμάζει καμιά

γιορτή-έκπληξη. Όχι, είπε η Μπόστον, η έκπληξη βρίσκεται σ’ αυτό που θα σου αποκαλύψουν οι ΜακΓκάφιν, δεν το φαντάζεσαι.

13


2

Κι έτσι τρία βράδια αργότερα έφτανα ακριβής στο ραντεβού μου, στο οποίο δεν εμφανίστηκε το ζεύγος από την Ιρλανδία,

αλλά ήρθε η Μπόστον, λαμπρή νέα, ψηλή, με μαύρα μαλλιά,

κόκκινο φόρεμα και υπέροχα χρυσαφί πέδιλα, έξυπνη και ταυτοχρόνως ετοιμόλογη. Καθώς την κοιτούσα, δεν κατάφερα να κρύψω έναν εσωτερικό αναστεναγμό, τον οποίο ενστικτωδώς

εκείνη, που βρισκόταν στο άνθος της νιότης της, τον αντιλή-

φθηκε. Κατάλαβε ότι μου συνέβαινε κάτι που είχε σχέση με την ηλικία, τη βαθιά θλίψη και τον πόνο για τα καθέκαστα.

Χωρίς αμφιβολία, δεν την είχα ξαναδεί. Ήταν τουλάχιστον

τριάντα χρόνια νεότερή μου. Συγγνώμη για το μπέρδεμα, το πα-

ραμύθι, το μούσι, είπε μόλις χαιρετηθήκαμε. Ρώτησα για ποιο

μπέρδεμα, για ποιο μούσι μού μιλούσε. Καλά, δεν το βλέπεις; Σου είπα ψέματα, δεν υπάρχουν οι ΜακΓκάφιν, είπε. Και μου

εξήγησε ότι θεώρησε το ψέμα, ανακατεύοντας τα πάντα, τον καλύτερο τρόπο για να με καταφέρει να της δώσω σημασία, διότι διαισθανόταν ότι, επειδή είχα στους λογοτεχνικούς κύκλους τη φήμη του εκκεντρικού, ένα εξωφρενικό τηλεφώνημα θα είχε περισσότερες πιθανότητες να ξυπνήσει την περιέρ14


γειά μου και να επιτύχει τον δύσκολο στόχο να με βγάλει από το σπίτι το βράδυ.

Έπρεπε να με δει και να μου κάνει διά ζώσης μια πρόταση

που θα ηχούσε απρεπής αν την έκανε από το τηλέφωνο. Και τι πρόταση ήθελε να μου κάνει; Μήπως την ίδια που ήθελαν να

μου κάνουν και οι ΜακΓκάφιν; Πάνω απ’ όλα, είπε, αισθανό-

ταν ευτυχής που είχε χρόνο μπροστά της για να μου αναπτύξει την πρόταση που της είχαν αναθέσει να μου μεταφέρει τα αφεντικά της, η Κάρολιν Χρίστοφ-Μπακαρτζίεφ και η Τσους Μαρτίνεθ, που ήταν επιμελήτριες της Ντοκουμέντα 13.

Δηλαδή, είπα, οι ΜακΓκάφιν είναι η Κάρολιν και η Μαρτί-

νεθ. Χαμογέλασε. Ακριβώς, είπε, αλλά τώρα θα ήθελα να ξέρω αν έχεις ακούσει για την Ντοκουμέντα του Κάσελ. Έχω ακούσει

πολλά, είπα. Και μάλιστα κάποιοι φίλοι τη δεκαετία του ’70 είδαν εκεί εκπληκτικά πρωτοποριακά έργα και επέστρεψαν μεταμορφωμένοι. Για να πω την αλήθεια, γι’ αυτόν και γι’ άλλους

λόγους το Κάσελ ήταν ένας μύθος των νεανικών μου χρόνων, ένας μύθος που δεν γκρεμίστηκε. Ήταν και μύθος της γενιάς μου και, αν δεν έκανα λάθος, μύθος των επομένων της δικής

μου γενεών, διότι κάθε πέντε χρόνια συγκεντρώνονταν εκεί

καινοτόμα έργα. Πίσω από το θρύλο του Κάσελ, της είπα καταλήγοντας, βρισκόταν ο μύθος των πρωτοποριών.

Η Μπόστον λοιπόν είπε πως είχε την εντολή να με καλέσει

να συμμετάσχω στην Ντοκουμέντα 13. Και πρόσθεσε ότι, όπως διαπίστωνα, δεν μου είχε πει ψέματα όταν μου είχε μιλήσει για μια ακαταμάχητη πρόταση.

Αισθανόμουν πανευτυχής με αυτή την πρόταση, αλλά συ-

γκράτησα τον ενθουσιασμό μου. Περίμενα μερικά δευτερόλεπτα για να ρωτήσω τι περίμεναν από έναν συγγραφέα όπως εγώ

15


σε μια έκθεση τέχνης όπως αυτή. Απ’ ό,τι ήξερα, πρόσθεσα, οι συγγραφείς δεν πήγαιναν στο Κάσελ. Ούτε και τα πουλιά πάνε να πεθάνουν στο Περού,4 είπε η Μπόστον, αποδεικνύο­ν τας

πως είναι πολύ ετοιμόλογη στις απαντήσεις της. Να μια ωραία φράση μακγκάφιν, σκέφτηκα. Ακολούθησε μια σύντομη αλλά

έντονη σιωπή, την οποία έσπασε εκείνη. Της είχαν αναθέσει να μου ζητήσει να περάσω, επί τρεις εβδομάδες στο τέλος του

καλοκαιριού του 2012, όλα μου τα πρωινά στο κινέζικο εστια­ τόριο Τζένγκις Χαν, που βρίσκεται στα περίχωρα του Κάσελ. «Τζένγκις τι;»

«Τζένγκις Χαν».

«Κινέζικο είναι αυτό;»

«Ναι. Να γράφεις εκεί, μπροστά στον κόσμο».

Με δεδομένη την παλιά μου συνήθεια να γράφω χρονικά

κάθε φορά που με καλούσαν σε κάποιο παράξενο μέρος για

να κάνω κάτι περίεργο (με τον καιρό κατάλαβα ότι όλα τα μέρη μού φαίνονται παράξενα), μου δημιουργήθηκε η εντύπωση

ότι για ακόμα μία φορά βίωνα την αρχή ενός ταξιδιού που θα μπορούσε να καταλήξει σε μια γραπτή ιστορία στην οποία, ως

συνήθως, θα ανακάτωνα αμηχανία και αποτυχημένη ζωή για να περιγράψω τον κόσμο σαν ένα παράλογο μέρος στο οποίο έφτανε κανείς έπειτα από μια εξωφρενική πρόσκληση.

Κοίταξα προς στιγμήν την Μπόστον στα μάτια. Έμοιαζε να

το έχει κάνει επίτηδες, ώστε στο τέλος να γράψω ένα μακροσκελές ρεπορτάζ για μια περίεργη πρόσκληση στο Κάσελ για

να δουλέψω σε κοινή θέα σε ένα κινέζικο. Απέστρεψε το βλέμ4.  Λογοπαίγνιο με το Les oiseaux vont mourir au Pérou, τίτλο βιβλίου και κινη-

ματογραφικής ταινίας του Ρομέν Γκαρί. 16


μα. Αυτό ήταν όλο, είπε, δεν είχε άλλο, απλώς η Κάρολιν και

η Τσους και όλη η ομάδα των επιμελητών τους μου ζητούσαν

να κάθομαι κάθε πρωί σε μια καρέκλα του κινέζικου εστιατορίου και να κάνω ό,τι έκανα κανονικά μια μέρα στη Βαρκελώ-

νη. Δηλαδή μου ζητούσαν απλώς να γράφω και –αυτό μάλιστα–

να προσπαθώ να σχετίζομαι με όποιον έμπαινε στο εστιατόριο

και ήθελε να μου μιλήσει, διότι δεν έπρεπε να ξεχνώ ποτέ ότι η «αλληλοσύνδεση» ήταν μια ιδέα πολύ επιθυμητή και κοινή στο πλαίσιο της Ντοκουμέντα 13.

Μου είπε να μη νομίζω πως ήμουν ο μοναδικός συγγρα­φέας

που θα έκανε αυτό το νούμερο, διότι επρόκειτο να καλέσουν τέσσερις-πέντε ακόμα· Ευρωπαίους, Αμερικάνους, ίσως και κάνα δυο Ασιάτες.

Με ευχαριστούσε που με ήθελαν στο Κάσελ, αλλά όχι και η

ιδέα να κάθομαι επί τρεις εβδομάδες σε ένα κινέζικο εστιατό-

ριο. Αυτό μου ήταν σαφές από την πρώτη στιγμή. Κι έτσι, αν και φοβόμουν ότι θα απέσυραν την πρόσκληση, αισθάνθηκα υποχρεωμένος να πω στην Μπόστον ότι η προσφορά δεν μου

φαινόταν καθόλου ελκυστική, κι επομένως έπρεπε να της ζητήσω να μεταφέρει στην Κάρολιν Χρίστοφ-Μπακαρτζίεφ και

στην Τσους Μαρτίνεθ ότι μόνο και μόνο η ιδέα ότι εκατοντάδες Γερμανοί παππούδες από τα ΚΑΠΗ μπορούσαν να κατέ-

βουν από τα λεωφορεία για να πάνε σε ένα εστιατόριο να δουν τι έγραφα εγώ και να αλληλοσυνδεθούν μαζί μου με είχε, κυριολεκτικά και πνευματικά, σμπαραλιάσει.

Κανείς δεν μίλησε για Γερμανούς παππούδες, με διόρθωσε

η Μπόστον, που είχε αίφνης σοβαρέψει κάπως. Αλήθεια ήταν, κανείς δεν είχε μιλήσει ούτε για παππούδες ούτε για ΚΑΠΗ. Εν πάση περιπτώσει, της είπα, θα ήμουν ευγνώμων αν είχα στο

17


Κάσελ κάποιου άλλου είδους συμμετοχή, να έδινα μια διάλεξη, για παράδειγμα, ακόμα κι αν έπρεπε να τη δώσω στο κινέζικο καταγώγιο. Μια διάλεξη για το χάος στη σύγχρονη τέχνη,

είπα συμφιλιωτικά. Κανείς δεν μίλησε για χάος, είπε η Μπόστον. Ήταν αλήθεια, κανείς δεν είχε μιλήσει για χάος, και το

πιθανότερο ήταν να είχα εγώ μια παλιά και χονδροειδή προκατάληψη εναντίον της σύγχρονης τέχνης και να ήμουν από εκείνους που πίστευαν ότι στην πραγματικότητα ήταν σκέτη καταστροφή ή κοροϊδία, ή κάτι τέτοιο.

Εντάξει, είπα ξαφνικά, δεν υπάρχει χάος στη σημερινή τέ-

χνη, ούτε κρίση ιδεών ούτε κανένα κώλυμα. Και, αφού το είπα αυτό, δέχτηκα να πάω στο Κάσελ. Ένιωσα αμέσως μια βαθιά ικανοποίηση: δεν μπορούσα να ξεχάσω ότι είχα ονειρευτεί

πολλές φορές πως οι πρωτοπόροι με θεωρούσαν έναν απ’ αυτούς και πως μια μέρα με καλούσαν στο Κάσελ. Αλλά ποιοι ήταν τελικά οι πρωτοπόροι;

18


3

Το πρόσωπο της Μπόστον φωτίστηκε, και για μια στιγμή μού

φάνηκε πραγματικά να λάμπει, ίσως από ικανοποίηση επειδή έφερε εις πέρας την αποστολή να με καταφέρει να δεχτώ αυτή την πρόταση.

Εγώ ήξερα για ποιο λόγο είχα δεχτεί, αλλά δεν υπήρχε θέμα

να τον εξομολογηθώ εκεί. Πέρα απ’ το πόσο πρωτότυπος και λογοτεχνίζων ήταν ο τρόπος με τον οποίο με προσκάλεσαν, δέχτηκα επειδή δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσα να κάνω αυτό που μου είχαν προτείνει –ήταν λες και είχα βαλθεί να

παίξω στην αγαπημένη μου ποδοσφαιρική ομάδα: κάτι που δεν επρόκειτο να μου προτείνουν ποτέ, ακόμα κι αν ο λόγος ήταν

τα εξήντα τρία χρόνια που έκλεισα πρόσφατα–, αλλά κι επειδή εδώ και καιρό, από τότε που ξεπέρασα την κατάρρευση που μου προκάλεσαν οι καταχρήσεις, συνερχόμουν απ’ όλες τις απόψεις

και, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, το γράψιμό μου είχε αρχίσει να κάνει ανοίγματα προς άλλες τέχνες εκτός της λογο-

τεχνίας. Με άλλα λόγια, είχα πάψει να έχω εμμονή μόνο με τη λογοτεχνία και είχα ανοίξει το παιχνίδι και σε άλλους τομείς.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, για τον άνθρωπο που γερ19


νούσε και δεν έκανε τίποτα για να το κρύψει, το να πάει στο

Κάσελ σήμαινε να συναντηθεί με τη χάρη ενός κόσμου καινούργιου γι’ αυτόν. Ίσως εκεί να του έρχονταν ιδέες αλλιώτικες απ’ τις συνηθισμένες και πιθανώς, αν είχε γαϊδουρινή υπομονή, να κατάφερνε να αποκτήσει μια κατά προσέγγιση άποψη για την κατάσταση της σύγχρονης τέχνης στις αρχές του 21ου αιώ­να. Ήταν, επιπλέον, πολύ περίεργος να δει αν υπήρ-

χαν πολλές δια­φ ορές ανάμεσα στην αμφιβόλου ύπαρξης λογοτεχνική πρωτοπορία της στιγμής και στην πρωτοπορία της

τέχνης, η οποία έδινε ραντεβού κάθε πέντε χρόνια στην Ντοκουμέντα. Στον λογοτεχνικό χώρο, το πρωτοποριακό είχε χά-

σει έδαφος, για να μην πούμε πως είχε μάλλον εξαφανιστεί, αν και ίσως απέμεναν ορισμένα ποιητικά εγχειρήματα που

παρουσίαζαν ακόμα κάποιο ενδιαφέρον. Συνέβαινε, όμως, το ίδιο και στον κόσμο των τεχνών, ο οποίος γιόρταζε στο Κάσελ την περιοδική αντιεμπορική έκθεση του νεωτεριστικού;

Διότι φημολογείτο ότι η Ντοκουμέντα δεν είχε μολυνθεί ιδιαι­ τέρως από τους νόμους της αγοράς.

Ήθελα να πάω στην Ντοκουμέντα, της είπα, αλλά χωρίς

να χρειάζεται να περάσω από το Τζένγκις Χαν, διότι εκεί, χωρίς αμφιβολία, θα ένιωθα τελείως εκτός τόπου. Η Μπόστον με

κοίταξε, χαμογέλασε συγκαταβατικά και είπε ότι είχα ξεστομίσει τη λέξη-κλειδί. Διότι η Ντοκουμέντα της Κάρολιν Χρίστοφ-

Μπακαρτζίεφ και της Τσους Μαρτίνεθ είχε σκοπό να βάλει στο βαρύ της πυροβολικό την ιδέα του εκτοπισμού, ήθελε να τοποθετήσει τους καλλιτέχνες έξω από τις συνηθισμένες εγκεφαλικές τους εστίες.

Δεν θέλησα να διαπιστώσω τι ακριβώς ήταν γι’ αυτήν μια

εγκεφαλική εστία, αντιθέτως, όμως, θέλησα να μάθω αν υπήρ20


χε έστω μία ελάχιστη πιθανότητα να μου προσφέρουν κάποια εκδήλωση διαφορετική από τα παράλογα πρωινά στο κινέζικο εστιατόριο. Καλύτερα να μην αρνιόμουν να πατήσω στο Τζένγκις Χαν, μου είπε, διότι επρόκειτο να γίνει διαδοχικά το επι-

χειρησιακό κέντρο προσκεκλημένων συγγραφέων, κι εγώ δεν γινόταν να κάνω κάτι διαφορετικό από τους άλλους. Μπορού-

σε πάντως να μου πει ότι θα ήταν όλα εύκολα, με διαβεβαίωνε ότι θα είχα χρόνο, και με το παραπάνω μάλιστα, να αφιερώσω σ’ αυτό που ήξερα να κάνω καλύτερα: να παρατηρώ, να παρακολουθώ, να περπατώ σαν εκ πεποιθήσεως χασομέρης. Ήξεραν

–διότι όλη η ομάδα των επιμελητών που με διάβασε έτσι το ερ-

μήνευσε– ότι μου άρεσε να είμαι κάτι σαν άστατος διαβάτης που συνεχώς περιφέρεται ασκόπως.

Χαμογέλασα χωρίς να καλοξέρω γιατί. Θα σου μειώσουμε το

κινέζικο βασανιστήριο, είπε ξαφνικά. Δεν καταλαβαίνω, της είπα. Θα δεις, είπε. Κάνοντας χρήση της δικαιοδοσίας που έχω

από την Κάρολιν Χρίστοφ-Μπακαρτζίεφ και την Τσους Μαρτίνεθ, σου κατεβάζω από τρεις σε μία εβδομάδα το χρόνο που πρέπει να περάσεις στο κινέζικο εστιατόριο.

Απ’ αυτά που μου έλεγε κατάλαβα ότι το Τζένγκις Χαν δεν

βρισκόταν και σε πολύ κεντρικό σημείο του Κάσελ, αντιθέτως, ήταν στα νότια του πάρκου Καρλσάουε, που με τη σειρά του γειτόνευε με τη δασική ζώνη. Με άλλα λόγια, το κινέζικο βρισκό-

ταν στα περίχωρα του Κάσελ. Ή δεχόμουν ή όχι. Δεν θα ήταν άσχημα να το δεχτώ, διότι, αφού περνούσα απ’ το κινέζικο, θα

μπορούσα να κάνω μεγάλους περιπάτους στο πάρκο και στο δάσος. Θα ήταν μια διαφορετική εμπειρία, θα μπορούσα να δω

ασυνήθιστα πράγματα, ακόμα και να ανακαλύψω (χαμογέλασε) ποια ήταν η λύση στο μυστήριο του σύμπαντος…

21


Αυτή η πρόταση είχε ελάχιστη λογική – για να μην πω ότι

στερείτο παντελώς λογικής. Σίγουρα η πρόσκληση σε ένα κινέζικο στα περίχωρα του Κάσελ είχε μια δόση παλαβομάρας, αλλά μας χώριζε ένας χρόνος από το ταξίδι και σκέφτηκα, ή θέλησα να πιστέψω, ότι, πιθανώς, σε αυτό το διάστημα που απέμενε οι επιμελήτριες (ίσως έπρεπε να τις αποκαλώ πρακτόρισ-

σες ή εφόρους, δεν ήμουν και πολύ σχετικός με αυτά) θα είχαν κι άλλες ιδέες σχετικά με το τι θα μπορούσα να κάνω εγώ εκεί.

«Και δεν μου λες, τελικά θα μου αποκαλύψει κανείς το μυ-

στήριο του σύμπαντος;» είπα.

Η απάντησή της, με εκείνη τη φωνή που όλο το βράδυ δεν

έχασε τη γοητεία της, ήταν ύπουλη. Γι’ αυτό της ζήτησα την

άδεια να τη σημειώσω σε μια χαρτοπετσέτα και της είπα ότι θα αφιέρωνα όλη μου τη ζωή για να τη θαυμάζω.

«Το θέμα είναι ότι χωρίς τους ΜακΓκάφιν δεν μπορούμε να

κάνουμε και πολλά», είπε η Μπόστον. «Το πολύ πολύ να τραγουδήσουμε ντο, ρε, μι, ντο, αλλά φυσάει, και ο αέρας θα μας το φέρει πίσω. Το δείπνο όμως έλαβε τέλος».

Έδειχνε να ελέγχει επακριβώς το χρόνο που έπρεπε να διαρ-

κέσει το δείπνο. Εν πάση περιπτώσει, καλύτερα να τελείωναν

όλα εκεί, διότι στο σπίτι, προτού ξεκινήσω, είχα πάρει ένα χά-

πι για την ευφορία το οποίο εκείνη την εποχή προσπαθούσε να πατεντάρει ο παλιός μου συμμαθητής δόκτωρ Κολιάδο (άλλαξα το επίθετο για να μη χρησιμοποιήσω το αληθινό όνομα αυτού του αγαπητού και ολίγον αποτυχημένου εφευρέτη ναρκωτικών θεραπευτικού χαρακτήρα).

Είχα πάρει εκείνο το χάπι σκεπτόμενος πως θα με βοηθού-

σε να μειώσω το νυχτερινό μου άγχος. Κι ενώ στην αρχή με είχε πιάσει μια χαρά, εδώ και κάμποση ώρα η δράση του έπεφτε 22


κατακόρυφα και η κατάστασή μου γινόταν επικίνδυνη, διότι

είχα αρχίσει να παρατηρώ ότι αναδυόταν η σκοτεινή διάθεση που με έπιανε κάθε απόγευμα και βράδυ, η βαθιά μελαγχολική μου πλευρά. Και, επιπλέον, το έβλεπα να ’ρχεται: από στιγμή σε στιγμή η Μπόστον θα με ρωτούσε πού είχα αφήσει εκείνο το υποτιθέμενο έντονο άγχος που της είχα πει ότι με έπιανε

ανελλιπώς τα απογεύματα, τόσο που ήταν προτιμότερο να μη βγαίνω τα βράδια… Μου προκαλούσε τρόμο αυτή η ερώτηση

για ένα λόγο παραπάνω, αφού η μελαγχολία μου αυξανόταν

με φρενήρη ταχύτητα. Έφτασα μάλιστα στο σημείο να φοβάμαι ότι το πρόσωπό μου θα έπαιρνε τη μορφή του μίστερ Χ ­ άιντ,

και γι’ αυτό μου φάνηκε πολύ καλή η ιδέα ότι η βραδιά θα τελείωνε μια ώρα αρχύτερα.

23


4

Μερικές εβδομάδες αργότερα έκλεισα ραντεβού ένα βράδυ με την Τσους Μαρτίνεθ. Αλλά όταν έφτασα το σημείο του ραντε-

βού βρήκα εκεί τη Μαρία Μπόστον, ακόμα πιο διασκεδαστική και λαμπερή από την περασμένη φορά, λες και ήθελε να μου

επισημάνει πως ήταν ικανή να μπει στο πετσί ενός ρόλου σημαντικότερου απ’ αυτόν που υποδύθηκε μπροστά μου την πρώτη φορά. Τη ρώτησα για την Τσους και οι ματιές μας διασταυρώθηκαν παράξενα. Η στιγμή μού φάνηκε ακατανόητα άβολη. «Δεν σου πέρασε απ’ το μυαλό ότι είμαι η Τσους;» είπε.

Προς στιγμήν κατάφερε να με κάνει να νιώσω εντελώς ηλί­

θιος. Έπρεπε να καταλάβω, είπε, ότι την πρώτη φορά για να μου

τηλεφωνήσει είχε θεωρήσει καλύτερο να παραστήσει τη Μαρία Μπόστον, όνομα πιο δελεαστικό και με περισσότερη ενέργεια από το Τσους Μαρτίνεθ, που είναι πιο γνήσιο. Στη συνέ-

χεια δεν μπόρεσε να επανορθώσει το μπέρδεμα, το ψέμα, και το έκανε τώρα.

«Η Τσους είμαι. Πάντα ήμουν η Τσους. Το καταλαβαίνεις;» Μου ακούστηκε σαν: Μωρέ τι βλάκας είσαι εσύ!

Χαμογέλασα. Τι κάνει κανείς σε αυτές τις περιπτώσεις; Εί24


χα ξαναπάρει από εκείνα τα χαπάκια για την ευφορία του δό-

κτορα Κολιάδο –ήλπιζα να είναι το δεύτερο και τελευταίο στη ζωή μου–, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, δεν γινόταν να έχω όλο το βράδυ ένα ύφος γεμάτο άγχος. Κι έτσι μου βγήκε με πολύ φυσικό τρόπο ένα χαμόγελο, αν και στην πραγματικότητα μάλλον χαμογελούσα σαν χαζός. Η αλήθεια είναι πως ήμουν

χωμένος για τα καλά σ’ έναν μπελά, διότι από την πρώτη στιγμή είχα παρατηρήσει ότι η καλή διάθεση ως συνέπεια του φαρ-

μάκου με το οποίο πειραματιζόταν ο Κολιάδο –το αποκαλούσε «ασπιρίνη της συμπάθειας»– ήταν μια χαρά, αλλά υπολειπόταν αρκετά από την επιθυμητή.

Χαμογέλασα σαν φουκαράς ηλίθιος.

«Και βέβαια είσαι η Τσους», είπα. «Πάντα ήσουν η Τσους.

Καταλαβαίνω».

Κατά τη διάρκεια αυτής της δεύτερης συνάντησης, εκείνη

επαναβεβαίωσε όλα όσα μου είχε ήδη πει: η ίδια και η Κάρολιν

Χρίστοφ-Μπακαρτζίεφ συμφωνούσαν να μου μειώσουν τις μέρες που έπρεπε να περάσω στο Κάσελ, μία εβδομάδα ήταν αρκετή. Το μόνο που ζητούσαν ήταν να περνάω για λίγο τα πρωινά από το κινέζικο, και θα μου ήταν ευγνώμονες αν επικοινωνούσα όσο μπορούσα περισσότερο με τον κόσμο που θα περνούσε από κει, με όσους θα ενδιαφέρονταν γι’ αυτά που θα έγρα-

φα, ή με εκείνους που θα ενδιαφέρονταν για την ιδιότητά μου ως συγγραφέα, ακόμα και με αυτούς που θα αναρωτιόντουσαν τι διάολο έκανα εγώ χαμένος σε εκείνο το κινέζικο εστιατόριο στα περίχωρα του Κάσελ, και τα λοιπά.

Χαμένος! Για ποιο λόγο ήθελαν να με δουν να εξαφανίζομαι;

Ήθελαν να γελάσουν μαζί μου; Αποφάσισα να τη ρωτήσω γιατί

δύο γυναίκες που μετά βίας γνώριζα, εκείνη και η Κάρολιν, εί25


χαν αποφασίσει να σχεδιάσουν εξ αποστάσεως την εξαφάνισή μου σε μια γωνιά ενός κινέζικου το καλοκαίρι του 2012. Τι συμφέρον είχαν να χαθώ δίπλα σε ένα δάσος; Ευτυχώς η ερώτηση

συνέπεσε με μια έκρηξη χαράς, άμεσο αποτέλεσμα του φαρμάκου, γεγονός που δεν μου επέτρεψε να εξωτερικεύσω παρά μόνο ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό μου, χωρίς καθόλου ανησυχία. Νομίζω, είπε εκείνη, ότι τα παραφουσκώνεις τα πράγ-

ματα. Σύντομη σιωπή. Θέλησα να πω ότι, εν πάση περιπτώσει, υπήρχε και κάτι καλό πίσω από την ιδέα να χαθώ και ότι εκείνη, ως επιμελήτρια της Ντοκουμέντα 13, με έφερνε σκοπίμως

αντιμέτωπο με μια πρόκληση: έπρεπε να αποδεχτώ ως αθώο και πραγματικό το γεγονός ότι η πρότασή της ήταν υπερβολικά λιτή. Έπρεπε να το αποδεχτώ και να διασώσω αυτή την αποκρουστική προσφορά χάρη στη φαντασία μου.

Πήρα το θάρρος να ρωτήσω αν εκείνη και η Κάρολιν ήταν

σίγουρες ότι, από τη στιγμή που θα βρισκόμουν στην Ντοκουμέντα, η παρατηρητική μου ικανότητα θα με βοηθούσε να εμ-

βαθύνω στο υπέρλαμπρο μεγαλείο –το είπα όσο πιο ειρωνικά μπορούσα– της σύγχρονης τέχνης.

Με κοίταξε. Κατάλαβα ότι δεν επρόκειτο να επιβεβαιώσει

ή να διαψεύσει οτιδήποτε, κι έτσι έγινε. Περιορίστηκε να μου συστήσει να μη χάσω απ’ τα μάτια μου το δάσος δίπλα από το κινέζικο εστιατόριο, διότι στα δάση διαδραματίζονται πάντα οι αληθινές ιστορίες.

Επί χρόνια πίστευα πως για να γράφει κανείς καλά πρέπει

να διάγει έκλυτο βίο, της είπα. Και τι σχέση έχει αυτό τώρα; ρώτησε αμέσως. Καμία, Τσους, είναι απλώς ένα μακγκάφιν, κά-

τι που υποπτεύομαι πως ήταν κι αυτό που είπες για τις αληθι-

νές ιστορίες, της απάντησα. Για μια στιγμή μπερδεύτηκαν όλα, 26


έσπασε ο ρυθμός της συζήτησης. Καταλήξαμε να σιωπήσουμε. Προσπαθώντας να σώσω την κατάσταση, το μόνο που μου ήρθε να της πω ήταν ότι εγώ είχα μια κάποια τάση προς τα μακ-

γκάφιν. Αυτό όμως της προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη και περισσότερη σιωπή.

Ώσπου εκείνη αποφάσισε να ρίξει την ένταση και άρχισε

να μου λέει ότι την επομένη θα πήγαινε στο Αφγανιστάν, διότι η Ντοκουμέντα που ετοίμαζε με την Κάρολιν και την ομάδα

των επιμελητών δεν θα γινόταν μόνο στη γερμανική πόλη Κά-

σελ, αλλά θα επεκτεινόταν στην Καμπούλ, την Αλεξάνδρεια, το Κάιρο και το Μπανφ του Καναδά. Με εξαίρεση τις διοργα-

νώτριες, τη μικρή ομάδα εργασίας και μερικούς καλεσμένους, οι επισκέπτες δεν θα μπορούσαν να δουν ολόκληρη την Ντο-

κουμέντα. Λυπόταν που έπρεπε να περάσει κάποιο διάστημα στο εξωτερικό, διότι η συζήτηση μαζί μου τη διασκέδαζε πολύ και ήταν ευγνώμων για το πόσο καλά το πήρα που μου παρουσιάστηκε ως Μπόστον τη μια μέρα και την άλλη μου αποκάλυψε την πραγματική της ταυτότητα.

Εντάξει, της είπα, πάντως είναι μια ανακούφιση το να ξέ-

ρω πως δεν θα ξαναλλάξεις όνομα. Μην ανησυχείς, είπε, και χαμογέλασε αινιγματικά ενώ άρχισε να μου μιλάει για το φύλλο πορείας της Ντοκουμέντα και επέμενε για την επέκταση του

χώρου από το Κάσελ στην Καμπούλ, την Αλεξάνδρεια, το Κάιρο και το Μπανφ και με προειδοποίησε –σε περίπτωση που μου

’χε περάσει απ’ το μυαλό– να μη θεωρήσω ότι εκείνη και η Κάρολιν είχαν καμιά μετα-αποικιακή συμπεριφορά· απλώς επρόκειτο για καθαρή πολύφωνη βούληση.

Συγκράτησα στο μυαλό μου αυτό το επίθετο που δεν είχα ξα-

νακούσει («πολύφωνη») και λίγο αργότερα μου φάνηκε πως διέ­ 27


κρινα κάποια ελπίδα στο σκοτεινό μου μέλλον ως έγκλειστου σε ένα πολύφωνο κινέζικο εστιατόριο όταν, μεταξύ άλλων, μου εί-

πε ότι το Critical Art Ensemble είχε βρει έναν απομακρυσμένο χώρο, ακόμα πιο πέρα από το δάσος του Κάσελ, και προετοίμαζε έναν κύκλο διαλέξεων για τις εκατό μέρες που θα διαρκού-

σε η έκθεση. Εισηγήσεις, μου είπε, στις οποίες δεν θα πήγαινε πιθανώς κανείς, δεν θα τις άκουγε κανείς, αφού το μέρος βρισκόταν τόσο μακριά. Ξαφνικά μου ήρθε η ιδέα ότι αυτός ο χώρος διαλέξεων τις οποίες δεν θα παρακολουθούσε κανείς ήταν

ίσως ιδανικός (τουλάχιστον καλύτερος από το αναθεματισμένο κινέζικο) για να δώσω μια διάλεξη πάνω σε οποιοδήποτε θέ-

μα για την πρωτοπορία και την τέχνη του νέου αιώνα, και της ζήτησα να μεσολαβήσει για να συμπεριληφθώ στους εκατό ει-

σηγητές που θα προσκαλούσε το Critical Art Ensemble, διότι αίφνης τίποτα δεν με ενθουσίαζε περισσότερο από το να προγραμματίσω μια διάλεξη που θα εκφωνούσα πέρα από το δάσος και θα ʹχε τον τίτλο… «Διάλεξη χωρίς κοινό».

Ενθουσιάστηκα με τον τίτλο μου! Φαίνεται ότι το χάπι, δεδο-

μένου ότι το ζητούμενo ήταν να σου φτιάχνει τη διάθεση, λει-

τουργούσε τέλεια. Ίσως όμως ο ενθουσιασμός που επέδειξα να ήταν υπερβολικός. Θα το σκεφτούμε, είπε εκείνη ψυχρά, λες

και είχε ενοχληθεί που με είδε επιτέλους ενθουσιασμένο με την πιθανότητα να ασχοληθώ στο Κάσελ με κάποια εκδήλωση πράγ-

ματι ενδιαφέρουσα. Γρήγορα όμως διόρθωσε και είπε ότι της άρεσε πολύ ο τίτλος της διάλεξής μου και ότι μπορούσα να ξεκινήσω την προετοιμασία της, διότι από εκείνη τη στιγμή έμπαι-

νε στο πρόγραμμα, γεγονός όμως που δεν με απάλλασσε από το καθημερινό μου πέρασμα από το κινέζικο.

Στράβωσε ελαφρώς η χαρούμενη έκφραση στο πρόσωπό μου.

28


Τι εμμονή με αυτό το εστιατόριο, σκέφτηκα εγώ. Χωρίς κοινό, χωρίς κοινό, η διάλεξη χωρίς κοινό, την άκουσα να επαναλαμβάνει, λες και ξαφνικά η ιδέα της παντελούς απουσίας κοινού πέρα απ’ το δάσος να διέγειρε και εκείνη.

Στο τέλος βρήκαμε και τις ιδανικές ημερομηνίες για το τα-

ξίδι μου στο Κάσελ: οι τελευταίες έξι μέρες από τις εκατό που

διαρ­κούσε η Ντοκουμέντα· έξι μέρες του Σεπτέμβρη, οπότε, έχοντας αποχαιρετήσει την καλοκαιρινή ζέστη και πριν από το

επικείμενο κλείσιμο της έκθεσης, ήταν σίγουρο πως, όπως και

τις προηγούμενες φορές, η πόλη θα συγκέντρωνε τους περισσότερους επισκέπτες.

Όταν αποχαιρετιστήκαμε, δεν επέδειξε την ευγένεια να μου

πει ότι με κορόιδεψε και ότι δεν ήταν η Τσους Μαρτίνεθ, όπως

ήθελε και κατάφερε να με κάνει να πιστέψω. Δεν έμαθα για

το ψέμα της παρά ένα χρόνο αργότερα, όταν έφτασα στο Κάσελ και ενημερώθηκα για την αλήθεια, την οποία δεν κατάφερα ούτε καν να διαισθανθώ εκείνο το βράδυ που την αποχαιρέ-

τησα πεπεισμένος πως ήταν η Τσους και βάλθηκα να περπατώ σε έρημους δρόμους, παίρνοντας ήρεμος και ικανοποιημένος το μονοπάτι της επιστροφής στο σπίτι.

29


5

Κατά τη διάρκεια της αργής επιστροφής μου στο σπίτι, εν μέ-

σω μια ασταθούς ψυχολογικής κατάστασης, πηγαινοέρχονταν στο νου μου ξανά και ξανά τα λόγια που έγραψε ο Κάφκα σε ένα

γράμμα προς τη Φελίτσε Μπάουερ: «Το Μαρίενμπαντ είναι ασύλληπτα ωραίο. […] Σκέφτομαι πως αν ήμουνα Κινέζος και γύριζα τώρα στο σπίτι μου (στο βάθος είμαι ένας Κινέζος που επιστρέφει στο σπίτι του), θα έκανα το παν για να ξανάρθω εδώ».5

Από όλα τα γραπτά του Κάφκα, αυτό είναι το μοναδικό από-

σπασμα στο οποίο λέει για τον εαυτό του ότι «στο βάθος είναι Κινέζος», πράγμα που μάλλον μας δείχνει ότι, όταν ο Μπόρχες νόμισε πως αναγνώρισε τη φωνή και τις συνήθειες του Κάφκα σε κείμενα από διαφορετικές λογοτεχνίες και από διάφορες προγενέστερές του εποχές, πολύ πιθανόν να κατάφερε να

διακρίνει μια συγγένεια του Κάφκα με τον Χαν Γιου, τον πεζογράφο του 9ου αιώνα. Ο Μπόρχες τον είχε μόλις ανακαλύψει

5.  Ελίας Κανέτι, Η άλλη δίκη – Τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε, μτφρ.:

Αλέξανδρος Ίσαρης, Scripta, Αθήνα 2012. 30


στην εξαιρετική Τεκμηριωμένη ανθολογία της κινεζικής λογοτεχνίας,6 που εκδόθηκε στη Γαλλία το 1948.

Σύμφωνα με όσα έγραψε ο Κάφκα στη Φελίτσε Μπάουερ,

γίνεται σαφές ότι ο συγγραφέας από την Πράγα διαισθανόταν

τη μυστηριώδη σχέση του με την Κίνα και ίσως –ποιος ξέρει;– και με τον προγενέστερό του Χαν Γιου.

Εκείνο το βράδυ, κατά τη διάρκεια της αργής επιστροφής μου

στο σπίτι, φανταζόμουν –για οποιονδήποτε λόγο, είχα πολλούς

εξάλλου– ότι ήμουν ο πρωταγωνιστής της φράσης του Κάφκα, ήμουν δηλαδή Κινέζος και γύριζα στο σπίτι μου. Και μάλιστα

υπήρχαν και φορές που έφτασα στο σημείο να διασκεδάζω βάζοντας τον εαυτό μου σε αυτό το ρόλο. Μέχρι που όλα πήραν άλλη τροπή και τα προσωρινά ευχάριστα αποτελέσματα του φαρ-

μάκου έπαψαν να είναι ευχάριστα. Αίφνης όλα σκοτείνιασαν και έπεσα με τα μούτρα στην κατάσταση άγχους και μελαγ-

χολίας που ήθελα να αποφύγω. Δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα για να ξεφύγω από αυτή την απότομη πτώση της ψυχολογικής

μου διάθεσης κι έτσι καταράστηκα χίλιες φορές την ώρα και τη στιγμή που αφέθηκα στα χέρια του δόκτορα Κολιάδο. Θυμήθηκα παλιές νυχτερινές πεζοπορίες, όπου κυριαρχούσε η ίδια αγχώδης αίσθηση πως ο κόσμος ήταν γεμάτος μηνύματα με μυστικούς κώδικες. Και εν μέσω αυτών των άσχημων σκέψεων,

και ενώ προσπαθούσα ματαίως να ανακτήσω το χιούμορ μου

και έλεγα στον εαυτό μου ότι ήταν πολύ περίεργο που έναν Κινέζο σαν και μένα τον είχαν καλέσει σε έναν ασιατικό θύλακο της μακρινής Γερμανίας, ενώ τα σκεφτόμουν όλα αυτά λοι6.  Georges Margouliès, Anthologie raisonnée de la littérature chinoise, Payot, Παρίσι 1948.

31


πόν –κάπως συγκεχυμένα, εννοείται– και περπατούσα προς το

σπίτι προβληματισμένος με θέματα τέτοιου είδους –επίσης συ-

γκεχυμένα–, θυμήθηκα ένα πολύ έντονο και κρίσιμο για μένα όνειρο που είχα δει πριν από τρία χρόνια στον οικισμό Σαρτζάνα

της βόρειας Ιταλίας, όταν πήγα εκεί για μια διεθνή συνάντηση

συγγραφέων. Με φιλοξένησαν σε ένα πανδοχείο που λεγόταν Locanda dell’Angelo,7 καταμεσής του κάμπου, δηλαδή οχτώ

χιλιόμετρα έξω από το αστικό κέντρο, και εκεί, με το που μπήκα στο δωμάτιό μου σε αυτό το μακρινό ξενοδοχείο, το πρώτο

πράγμα που ανακάλυψα ήταν ότι είχα ξεχάσει στη Βαρκελώνη

τα υπνωτικά χάπια και το βιβλίο που σκόπευα να διαβάζω προ-

τού κοιμηθώ. Ακόμα κι έτσι, παρότι δεν είχα στη διάθεσή μου τα συνηθισμένα μου ηρεμιστικά, κατάφερα να κοιμηθώ, σχεδόν κυριολεκτικά ψόφιος από τη νύστα που με έπιασε όταν θυμήθηκα ένα δοκίμιο του Βάλτερ Μπένγιαμιν στο οποίο ισχυριζόταν πως οι λέξεις δεν είναι σύμβολα, υποκατάστατα άλλων

πραγμάτων, αλλά ονόματα Ιδεών. Στον Προυστ, στον Κάφκα, στους υπερρεαλιστές, έλεγε ο Μπένγιαμιν, η λέξη απομακρύ-

νεται από τη σημασία με την «αστική» έννοια και ανακτά τη στοιχειώδη και χειρονομιακή ισχύ της. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, στην εποχή του Αδάμ η λέξη και η κίνηση της ονοματοδοσίας ταυτίζονταν. Από τότε η γλώσσα είχε βιώσει μια μεγάλη πτώση, της οποίας η Βαβέλ ήταν –κατά τον Μπένγιαμιν– απλώς ένα στάδιο. Σκοπός της θεολογίας ήταν να ανακτήσει

τη λέξη, με όλη την αρχική μιμητική της ισχύ, από τα ιερά κείμενα στα οποία είχε διατηρηθεί.

Αναρωτήθηκα εκεί, στη Σαρτζάνα, αν οι εκπεσούσες γλώσ-

7.  Το Χάνι του Αγγέλου (ιταλικά). 32


σες μπορούσαν ακόμα, και είχαν την πρόθεση στο σύνολό τους, να μας φέρουν κοντά σε κάποιες αλήθειες που έχουν σχέση με την άγνωστη απαρχή του ιδιώματος. Και τη στιγμή που ξαφνικά κατάλαβα ότι, κατά βάθος, σε όλη μου τη ζωή, και χωρίς να

έχω πλήρη συνείδηση, προσπαθούσα να αναδομήσω ένα λόγο αποσυναρμολογημένο (τον πρωταρχικό λόγο, που είχε χαθεί στο

σκοτάδι του χρόνου), αποκοιμήθηκα και άρχισα να βλέπω ένα

πολύ έντονο όνειρο, στο οποίο προχωρούσαν με βήμα ταχύ δύο φίλοι, ο Σέρχιο Πιτόλ και ο Ραούλ Εσκάρι. Περπατούσαν οι δυο

τους σαν κουρντισμένοι στους δρόμους ενός παλιού αστικού πυρήνα, πιθανώς ευρωπαϊκού. Αντιθέτως, η βροχή μού φαινόταν

πως έπεφτε περιέργως πολύ αργά και πως είχε την ίδια τοξική όψη της βροχής που πέφτει στην Πόλη του Μεξικού. Μπήκαν

σε μια αίθουσα μελέτης και ο Σέρχιο άρχισε να γράφει σύμβο-

λα που εγώ δεν είχα ξαναδεί. Τα έγραφε με μεγάλη ταχύτητα σε έναν πίνακα πολύ έντονου πράσινου χρώματος. Ο πίνακας μεταμορφώθηκε σε μια πύλη ενσωματωμένη σε μια οξυκόρυφη αραβική αψίδα, μια πύλη ενός ακόμα πιο έντονου πράσινου χρώματος, πάνω στην οποία ο Πιτόλ έγραφε, επιβραδύνοντας το ρυθμό του χεριού του, το ποίημα μιας άγνωστης άλγεβρας: τύπους και μυστηριώδη μηνύματα καβαλιστικού, εβραϊκού χαρακτήρα, αν και ο χαρακτήρας ίσως να ήταν απλώς μουσουλμανικός, μουσουλμανικός της Κίνας, ή απλώς ιταλικός, της

εποχής του Πετράρχη. Ήταν το ποίημα μιας άλγεβρας περίεργης, χωρίς πατρίδα, που με παρέπεμπε στο κέντρο του μυστηρίου του σύμπαντος, ενός σύμπαντος που έμοιαζε γεμάτο μηνύματα με κάποιον μυστικό κώδικα.

Όταν το επόμενο πρωί ξύπνησα, είχα την αίσθηση ότι είχα

βρεθεί πολύ κοντά σε ένα μήνυμα ουσιαστικής σημασίας και 33


υποπτευόμουν ότι μόνο ο Πιτόλ ήξερε τις βαθύτερες προεκτάσεις του. Καμιά φορά, όταν, όπως σήμερα, επιστρέφω σε αυτό το όνειρο, αντιλαμβάνομαι ότι τη μέρα που μου τηλεφώνησε η Μπόστον για να μου πει πως οι ΜακΓκάφιν ήθελαν να μου

αποκαλύψουν το μυστήριο του σύμπαντος, εν μέρει δέχτηκα να πάω στο ραντεβού διότι το υποσυνείδητό μου βρισκόταν ακόμα

υπό την επήρεια του ονείρου της Σαρτζάνα. Δεν αποκλείε­ται

μάλιστα, όταν μερικές μέρες αργότερα δέχτηκα να πάω στο Κάσελ, να το έκανα κατά βάθος –αν και πολύ κατά βάθος– επειδή

περίμενα να βρω εκεί το μυστικό της σύγχρονης τέχνης, ή πιθανώς τη μύηση στην ποίηση μιας άγνωστης άλγεβρας, ή ίσως μια πύλη ενσωματωμένη σε μια οξυκόρυφη αραβική αψίδα,

μια πύλη με μακρινό κινέζικο παρελθόν, πίσω από την οποία η αγνή γλώσσα ζει μια κρυφή ζωή.

34

Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική - Enrique Vila-Matas  

Ένα περίεργο τηλεφώνημα διακόπτει την καθημερινότητα ενός συγγραφέα. Η μυστηριώδης γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής τού λέει ότι οι...