Page 1


33 στροφές


Τίτλος πρωτοτύπου: 33 revoluciones

© Jesús Alberto Sánchez Hernández 2015

© για την ελληνική έκδοση Εκδόσεις Ίκαρος, 2016

Η έκδοση πραγματοποιήθηκε σε συμφωνία με το λογοτεχνικό πρακτορείο VicLit. Μετάφραση από τα ισπανικά: Αχιλλέας Κυριακίδης

Σχεδιασμός - Εικονογράφηση εξωφύλλου: Χρήστος Κούρτογλου Στοιχειοθεσία - Σελιδοποίηση: Εκδόσεις Ίκαρος Εκτύπωση: Μητρόπολις Α.Ε.

Βιβλιοδεσία: Ηλ. Μπουντάς - Π. Βασιλειάδης Ο.Ε. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή

τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου τέχνης, σύμφωνα με

τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης-Παρισιού, που κυρώθη-

κε με το ν. 100/1975. Επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή της στοιχειοθεσίας, της σελι-

δοποίησης, του εξωφύλλου και γενικότερα όλης της αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 2121/1993.

Πρώτη έκδοση: Οκτώβριος 2016 ISBN 978-960-572-130-5

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ • ΒΟΥΛΗΣ 4, 105 62 ΑΘΗΝΑ • Τ: 210 3225152 • www.ikarosbooks.gr


Canek Sánchez Guevara

33 στροφές Μετάφραση - Σημειώσεις

Αχιλλέας Κυριακίδης

ΙΚΑΡΟΣ


1

Όλα στροβιλίζονται έξω απ’ το παράθυρο: χάρτινα δέντρα,

αυτοκινητάκια, ξυλόσπιτα, λούτρινα σκυλάκια. Aφρός τρέχει στους δρόμους. Αφήνει πίσω τoυ νερό, φύκια, συντρίμμια, ώσπου να ’ρθει το επόμενο κύμα, κι όλα ξανά από την

αρχή. Η παλίρροια σαρώνει ό,τι δεν καταφέρνει να ρημάξει ο

άνεμος. Η οκέλα αντέχει στα χτυπήματα. Μέσα της, οι διά­ δρομοι γεμάτοι φοβισμένα πρόσωπα κι ανθρώπους που κοπανάνε οδηγίες και αυτονόητα («πρέπει να διατηρήσουμε την

ψυχραιμία μας, σύντροφοι: τίποτα δεν κρατάει για πάντα»). Μιλούν όλοι μαζί (είκοσι γρατζουνισμένοι δίσκοι που ηχούν

ταυτόχρονα): όλοι λένε το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια, όπως στις ουρές ή στις συνελεύσεις – η μανία της ­ομιλίας: δώδεκα

εκατομμύρια γρατζουνισμένοι δίσκοι που παρλάρουν ασταμάτητα. Η χώρα ολόκληρη είναι ένας γρατζουνισμένος δίσκος (όλα επαναλαμβάνονται: κάθε μέρα είναι επανάληψη των προηγουμένων, κάθε εβδομάδα, κάθε μήνας, κάθε χρόνος·

κι από επανάληψη σε επανάληψη, ο ήχος εκφυλίζεται ώσπου

δεν μένει παρά μια θολή και ανεγνώριστη ανάμνηση του αρ7


χικού ακούσματος – η μουσική εξαφανίζεται, παίρνει τη θέση της ένα βραχνό, ακατάληπτο μουρμουρητό). Κάπου μακριά

εξερράγη μια ηλεκτρογεννήτρια, και η πόλη έχει βυθιστεί

στο σκοτάδι. Η οκέλα είναι μια μαύρη τρύπα μέσα σ’ αυτό το σύμπαν που επιμένει να καταρρέει με πάταγο. Τίποτα δε λειτουργεί, αλλά το ίδιο κάνει. Πάντα το ίδιο κάνει. Σαν ένας γρατζουνισμένος δίσκος που επαναλαμβάνεται διαρκώς…

8


2

Ο άνεμος εισβάλλει απ’ τις ρωγμές, οι σωληνώσεις σφυρίζουν, η οκέλα γίνεται μουσικό αντηχείο. Τίποτα δε μοιάζει με

τη μουσική του κυκλώνα· είναι μοναδική, απαράμιλλη, εξαίσια. Στο μικρό διαμέρισμα, ανάμεσα σε τοίχους βαμμένους με ό,τι χρώμα μπορείς να φανταστείς, αλλά χωρίς στολίδια ή

ζωγραφιές, λίγα έπιπλα, η ξύλινη τηλεόραση, το ρώσικο πικάπ, το παλιό ραδιόφωνο, η κάμερα που κρέμεται από ’να

καρφί· το άχρηστο τηλέφωνο και τα βιβλία στο πάτωμα. Το νερό τρυπώνει απ’ τα παράθυρα, οι τοίχοι δακρύζουν, λίμνες

στο πάτωμα. Βούρκος. Βρομιά στη βρομιά. Ένας δίσκος γρατζουνισμένος και βρόμικος. Εκατομμύρια δίσκοι γρατζουνισμένοι και βρόμικοι. Όλη η ζωή είναι ένας δίσκος γρατζουνι-

σμένος και βρόμικος. Ο γρατζουνισμένος δίσκος του χρόνου που γυρίζει και ξαναγυρίζει. Βρόμικος.

Στην κουζίνα, δύο κουτιά συμπυκνωμένο γάλα, ένα κου-

τί ταμάλ,1 μια σακούλα παξιμάδια. Πιο κει, ένα αβγό, μια φέ-

τα ψωμί, ένα μπουκάλι ρούμι· κάτι μουχλιασμένα αποφάγια.

Σε μια γωνιά του πάγκου, το μίξερ· το τηγάνι πάνω στη στό9


φα (λιγδιασμένο στο πλάι) και το ψυγείο απ’ τη δεκαετία του

πενήντα, άδειο και σβηστό, με την πόρτα ανοιχτή. Στην κά-

μαρα, το κρεβάτι είναι στο κέντρο. Το μπάνιο είναι μικροσκο-

πικό· δεν έχει φως, ούτε τρεχούμενο νερό. Το ντους δε χρησιμοποιείται: να ’ναι καλά ο ντενεκές και η κανάτα. Η οδοντόκρεμα, το αποσμητικό, το ξυράφι για το ξύρισμα. Ο σπασμένος καθρέφτης χαράζει μια ουλή στο είδωλο.

Εκείνος βγαίνει στο μπαλκόνι και μια ριπή ανέμου τον χτυ-

πάει. Μηδαμινός μπροστά στην καταιγίδα, αφημένος στην τύχη του και επαναλαμβάνοντας τον γρατζουνισμένο δίσκο

της ζωής και του θανάτου, ανάβει ένα τσιγάρο μες σ’ αυτό

το προάγγελμα για το τέλος του κόσμου. Ξανά και ξανά, σαν γρατζουνισμένος δίσκος, αναρωτιέται πώς γίνεται και καθετί

φαίνεται απαράλλαχτο παρά τις τόσες εκρηκτικές αλλαγές. Η οκέλα αντέχει, ναι, αλλά όλα τ’ άλλα βυθίζονται ανάμεσα

στα φύκια και τα χαλάσματα που άφησε πίσω της η παλίρροια. Χαμογελάει: σε λίγες μέρες, η θάλασσα θα γιάνει από την τροπική της αρρώστια και ο επαναληπτικός κύκλος τής

ρουτίνας θα ξαναπάρει τις στροφές του, σαν γρατζουνισμένος δίσκος, και θα ξαναβρεί την κανονικότητα.

10


3

Ο γρατζουνισμένος δίσκος της εργασίας. Ο χώρος εργασίας

του, η φωτογραφία του Κυβερνήτη, το μεταλλικό γραφείο, το

κάθισμα για τις αιμορροΐδες, η παμπάλαιη και πελώρια γραφομηχανή, ο πολύγραφος στο πλάι, τα κιτρινισμένα χαρτιά,

οι σφραγίδες, το τηλέφωνο. Εμφανίζεται ο διευθυντής. Πριν μιλήσει, αναδεύει το προγούλι του, σιάχνει τη λευκή του γου-

αγιαμπέρα 2 και καθαρίζει το λαιμό του. Η φωνή του μοιάζει με

του φλάουτου όταν δέχεται εντολές, και με του τρομπονιού

όταν τις δίνει. Όπως τώρα. Βγαίνοντας απ’ το γραφείο, αφήνει πίσω του το βρόντηγμα της πόρτας, κι ο άλλος μένει πάλι μόνος, ακόμα πιο μαύρος, πιο αδύνατος και πιο αγχωμένος. Μα και λίγο πιο υποταγμένος.

Χτυπάει το τηλέφωνο, κι ο αδύνατος και αγχωμένος μαύ-

ρος απαντά με σθεναρή φωνή. Δεν ακούει παρά ένα θόρυβο πίσω απ’ τα καλώδια –πίσω, πολύ πίσω, σαν από γρατζουνισμένο δίσκο– και κλείνει. Πηγαίνει ώς το παράθυρο κι ανάβει ένα Popular.3 Η ζωή ακινητοποιείται μπρος στα μάτια

του, μα αυτό δεν τον ξενίζει. Σκέφτεται πως, κατά βάθος, 11


έτσι ήταν πάντα η ζωή: μια συγκαλυμμένη αναστολή της δυ-

νάμεως.4 Ρίχνει μια ματιά στο αυτόματο σοβιετικό ρολόι του:

δέκα το πρωί, κι έχει ήδη βαρεθεί τη δουλειά. Εντάξει, ποτέ

δεν την αγάπησε, αλλά τώρα έχει στ’ αλήθεια κουραστεί (κι αμέσως ανοίγει μια παρένθεση στη σκέψη του κι αναρωτιέται πότε άρχισε αυτό το «τώρα»). Κάθε βράδυ γυρίζει στο μοναχικό του διαμέρισμα, και κάθε πρωί το αφήνει ολομόναχο.

Οι γείτονες; Ένα μάτσο γρατζουνισμένοι δίσκοι χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον. Και η Επιτροπή;5 Αρκεί να συμμετεί-

χε σιωπηλός, να ξεμπέρδευε μ’ ένα-δύο Ζήτω!, κι όλα καλά. Στην πραγματικότητα, κανείς δε νοιάζεται για τίποτα.

12


4

Ώρα για το μεσημεριανό. Η τραπεζαρία είναι γεμάτη τεχνικούς και γραφειοκράτες, η ουρά θυμίζει πρεμιέρα σε σινεμά.

Το φαγητό είναι φτηνό όσο και λίγο, αλλά είναι καλύτερο απ’ το τίποτα κι όλοι το ευγνωμονούν. «Τι έχει σήμερα;» ρωτάνε

αυτοί που περιμένουν αυτούς που βγαίνουν. «Ό,τι είχε και χτες» απαντούν οι τελευταίοι ανόρεχτα. Όταν κάποτε έρχεται η σειρά του, περιεργάζεται βαριεστημένα το δίσκο τού

φαγητού: τον κύκλο της σούπας, το τετράγωνο του ρυζιού, το ορθογώνιο της γλυκοπατάτας, το ποτήρι στη στρογγυλή του

θέση, τα μαχαιροπίρουνα στο αυλάκι. Τρώει σε δέκα λεπτά

και βγαίνει να πάρει τσιγάρα. Οι λιγοστοί ίσκιοι του μεσημεριού δεν καταφέρνουν να μετριάσουν τη ζέστη, πόσο μάλλον

την υγρασία αυτής της ζούγκλας με τα παρακμιακά κτίσμα-

τα και την αιωνόβια ομορφιά. Κάπου πέρα πρέπει να ’ναι η θάλασσα, μα ούτε η αύρα της δε φτάνει ίσαμε εδώ. Γρυλίζοντας, σταματάει μπροστά στο μαγαζάκι της γωνίας: Δεν έχει τσιγάρα, ούτε καφέ, λέει μια καρτέλα γραμμένη με το χέρι. Σαν γρατζουνισμένος δίσκος, γρυλίζει πάλι.

13


5

Το πρέπει και το θέλω. Δακτυλογραφεί το δίλημμά του με τόση μανία, ώστε τα κόμματα και οι τελείες του τρυπάνε το χαρτί. Θέλει να μείνει μόνος στο γραφείο, στην πόλη, στη χώρα, να μην τον ξαναενοχλήσει κανείς. Η μονοτονία εκδηλώνεται

με χίλιους τρόπους και φέρει διάφορα ονόματα: η δουλειά, το ραδιόφωνο, η εφημερίδα, το φαγητό, η σχόλη. Ζω σ’ έναν

γρατζουνισμένο δίσκο, σκέφτεται, που κάθε μέρα γρατζουνίζεται όλο και πιο πολύ. Η επανάληψη κοιμίζει, αλλά κι αυτή η υπνηλία επαναλαμβάνεται· καμιά φορά η βελόνα πηδάει, σκούζει, αλλοιώνει το ρυθμό και ξανακολλάει. Πάντα ξανακολλάει.

Ακούει αποφασιστικά βήματα πίσω από την πόρτα και

ξέρει σε ποιον ανήκουν. Η αναφορά; Σας τη φέρνω σ’ ένα

λεπτάκι. Ο διευθυντής τον λοξοκοιτάζει, φλέβες στη μύτη, ύφος σκυθρωπό, πουτάνας γιος. Ο διευθυντής τον κατσαδιάζει χωρίς να χαλάσει το χτένισμά του. Πολλή μπριγιαντίνη, σκέφτεται εκείνος, πολλή κολόνια, πολύ ταλκ στο σβέρ-

κο. Του ’ρχεται να τον χέσει, να του χέσει τη μάνα, να του χέ15


σει τη ζωή, αλλά το μόνο που κάνει είναι να κουνήσει το κεφάλι του δεξιά-αριστερά δίχως ρυθμό, δίχως νόημα, ανίκανος να καταλάβει προς τι η επίπληξη.

«Πρόσεξέ με!» απαιτεί ο βρυχηθμός του αφεντικού. «Με

προσέχεις;»

16


6

Σχολάει. Επί οκτώ ώρες διόρθωνε χαρτιά, υπέγραφε εγκυ­ κλίους, έβαζε σφραγίδες, συνέτασσε αναφορές, έβγαζε αντί-

γραφα, ανεχόταν τον προϊστάμενο, και κάτι άλλα, ψιλά. Οκτώ ώρες ατελείωτες, όπως το καλοκαίρι ή η μοναξιά. Οκτώ ώρες

αφιερωμένες στο τίποτα. Σήμερα, όμως, είναι ημέρα πληρωμής, κι αυτό θαρρείς και δίνει κάποιο νόημα στον καθημερινό νιχιλισμό, στη φάρσα της κοινωνικής προσφοράς, στο ντελίριο της υπηρεσίας.

Μυρίζει τον κίτρινο φάκελο που γράφει πάνω με το χέρι τ’

όνομά του, και μετρά εκείνα τα χρωματιστά χαρτονομίσματα που η αξία τους, το ξέρει καλά, είναι τόσο σχετική όσο και

η πραγματικότητά μας. Δε θέλει να γυρίσει σπίτι του, λιμπίζεται ένα παγωτό· βαδίζει αργά, βλέποντας τους γρατζουνισμένους δίσκους να περνάνε με το χαμόγελο του τέλους τού

μηνός, φουσκωμένοι από έμμισθη υπερηφάνεια. Δεν υπάρχει ησυχία στην πόλη: όλοι μιλάνε μαζί, πιο πολύ απ’ το συνηθισμένο, ακούγονται σαν βόμβος, οι γυναίκες σαν το ζου-

ζούνισμα της βασίλισσας μέλισσας. Κι όλες εδώ φαντάζονται 17


ότι είναι βασίλισσες. Φτάνει κάποτε στο παγωτατζήδικο, αλλά η ουρά τού κόβει την όρεξη. Προσπερνά. (Να πάω σινεμά;

Ξέχνα το.) Στρίβει στη Σαν Λάσαρο,6 χώνεται σ’ ένα δρομάκι

και εξοκέλλει σ’ ένα μπαρ. Το μπαρ είναι σκοτεινό και μυρίζει κάτουρο ανδρικό: μεγάλη μπάρα, βρόμικα τραπεζάκια,

φτηνό ρούμι – τίποτ’ άλλο. Κανείς δε χαμογελάει, κανείς δε χαιρετάει. Καθένας στον κόσμο του.

Σε μια γωνία, τέσσερις τύποι παίζουν ντόμινο όπως κάθε

μέρα κάθε χρόνου. Όλα ίδια κι απαράλλαχτα: τ’ άσπρα κό-

καλα με τις μαύρες τελίτσες, τα διπλά εννιάρια,7 οι κραυγές

και οι βλαστήμιες. Δίπλα σε κάθε παίκτη, το αιώνιο ποτήρι

ρούμι· στο κέντρο, το σταχτοδοχείο γεμάτο γόπες. Αυτό είναι,

σκέφτεται, ο γρατζουνισμένος δίσκος της εθνικής κουλτού-

ρας. Σε μιαν άλλη γωνία, μια γυναίκα μ’ ένα παρδαλό συνθετικό φουστάνι μιλάει μόνη της ενώ ξεφυλλίζει τη χθεσινή

εφημερίδα. Τέσσερις σελίδες, όλες ίδιες, ίδιο ύφος, ίδια ψέματα, ίδιο τροπάριο, κάθε τους λέξη εξοργιστική. Η γυναίκα γογγύζει.

Εκείνος κάθεται στην μπάρα, παραγγέλνει ένα ρούμι, ανά-

βει ένα τσιγάρο και πιάνει το συνηθισμένο παραλήρημα της

σκέψης του: το σύμπαν είναι ένας γρατζουνισμένος δίσκος χωρίς καμία σχετικότητα ή κβαντομηχανική, γεμάτος αυλάκια όπου κυλάει αυτή η ζωή από κοσμική σκόνη, βιομηχανικό

γράσο και καθημερινή πίσσα. Πίνει μια μεγάλη γουλιά, βγάζει έναν ήχο απ’ το λαρύγγι του και γέρνει το κεφάλι του, αηδιασμένος και ευγνώμων.

Το ρούμι είναι η ελπίδα του λαού, σκέφτεται.

18

33 στροφές  

Το μυθιστόρημα «33 στροφές» του Canek Sánchez Guevara είναι μια ειλικρινής ιστορία για τις απογοητεύσεις μιας γενιάς που πίστεψε στις ιδέες...

Advertisement