14 - Jean Echenoz

Page 1



14


Η έκδοση αυτού του βιβλίου έγινε με την υποστήριξη της Υπηρεσίας

Συνεργασίας και Μορφωτικής Δράσης της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα. La publication de cet ouvrage été soutenue par le service de coopération et d’action culturelle de l’Ambassade de France en Grèce. Collection

Τίτλος πρωτοτύπου: 14

© Les Editions de Minuit, 2012

© για την ελληνική έκδοση Εκδόσεις Ίκαρος, 2014 Μετάφραση από τα γαλλικά: Αχιλλέας Κυριακίδης Σχεδιασμός - Εικονογράφηση εξωφύλλου:

Χρήστος Κούρτογλου - Indyvisuals Collective

Στοιχειοθεσία - Σελιδοποίηση: Εκδόσεις Ίκαρος

Εκτύπωση: Φωτόλιο & Τύπικον Γραφικές Τέχνες Α.Ε. Βιβλιοδεσία: Ι. Μπουντάς - Π. Βασιλειάδης Ο.Ε. Πρώτη έκδοση: Φεβρουάριος 2014 ISBN 978-960-572-015-5

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ • ΒΟΥΛΗΣ 4, 105 62 ΑΘΗΝΑ • Τ: 210 3225152 • www.ikarosbooks.gr


Jean Echenoz

14 Μετάφραση - Σημειώσεις

Αχιλλέας Κυριακίδης

ΙΚΑΡΟΣ



1

Καθώς ο καιρός προμηνυόταν υπέροχος και ήταν Σάββατο,

μέρα που η δουλειά του του επέτρεπε να αργεί, ο Αντίμ, αφού

γευμάτισε, βγήκε για μια βόλτα με το ποδήλατο. Σκοπός του,

να χαρεί τη λιακάδα του Αυγούστου, να γυμναστεί λιγάκι στον καθαρό αέρα της εξοχής και, βεβαίως, να διαβάσει ξαπλωμένος στο χορτάρι, αφού είχε στερεώσει στο όχημά του, κάτω από ένα «χταπόδι», ένα βιβλίο πολύ ογκώδες για τη συρ-

μάτινη σχάρα του. Μόλις βγήκε από την πόλη τσουλώντας και ποδηλάτησε ακόπως καμιά δεκαριά χιλιόμετρα ίσιο δρόμο,

αναγκάστηκε να σηκωθεί στα πετάλια όταν παρουσιάστηκε

μπροστά του ένας λόφος, και να ταλαντεύεται, όρθιος, δεξιά κι αριστερά, αρχίζοντας και να ιδρώνει. Δεν ήταν δα και τίποτα πανύψηλο, είναι γνωστό σε τι ύψος φτάνουν αυτοί οι

γήλοφοι στη Βαντέ,1 ένα απλό ύψωμα ήταν, αλλά έκανε μια χαρά για να σταθείς και ν’ απολαύσεις τη θέα.

Με το που έφτασε ο Αντίμ σ’ αυτή την εδαφική προεξο-

χή, σηκώθηκε ένας βροντώδης άνεμος που παραλίγο να του

πάρει το κασκέτο και να του ρίξει το ποδήλατο – ένα γερό μο7


ντέλο Euntes, σχεδιασμένο από και για κληρικούς,2 κι αγορασμένο από έναν βικάριο που είχε πάθει αρθριτικά. Τέτοιες

­βίαιες, ηχηρές και ξαφνικές ριπές είναι μάλλον σπάνιες σ’

αυτή την περιοχή, ιδίως μ’ έναν τέτοιο ήλιο, κατακαλόκαιρο, κι ο Αντίμ χρειάστηκε να στηριχτεί στο έδαφος με το ένα

του πόδι, κρατώντας το άλλο πάνω στο πετάλι και με το ποδήλατο ελαφρώς γερτό από κάτω του, ενόσω στερέωνε ξανά

το κασκέτο του μέσα στον εκκωφαντικό αέρα. Μετά, κατόπτευσε το τοπίο: ολόγυρα, διάσπαρτα χωριουδάκια, χωράφια και βοσκοτόπια να ’ταν κι άλλα. Επίσης, αόρατος μεν,

αλλά μόλις είκοσι χιλιόμετρα στα δυτικά, έπνεε ο ωκεανός

τον οποίο του ’χε τύχει να διαπλεύσει τέσσερις-πέντε φορές, παρ’ όλο που, εκείνες τις μέρες, μη έχοντας ιδέα από ψάρεμα, ο Αντίμ δεν είχε φανεί ιδιαιτέρως χρήσιμος στην παρέα

του – βέβαια, η επαγγελματική του ενασχόληση με τα λογιστικά τού επέτρεπε, με την επιστροφή στην ξηρά, την άσκηση του πάντα ευπρόσδεκτου καθήκοντος να καταγράψει και

ν’ απαριθμήσει τους μπακαλιάρους, τις σφυρίδες, τα καλκάνια, τα μπαρμπούνια και τ’ άλλα ψάρια.

Έχουμε πρώτη του μηνός Αυγούστου,3 κι ο Αντίμ αφήνει το

βλέμμα του να πλανηθεί στο πανόραμα. Από εκείνον το λόφο όπου στεκόταν, μόνος, είδε πέντ’-έξι σκόρπιες πολίχνες

με σπιτάκια στοιβαγμένα κάτω από ένα κωδωνοστάσιο, συνδεόμενες μέσω ενός αραιού οδικού δικτύου στο οποίο κυκλο-

φορούσαν όχι τόσο τα σπάνια αυτοκίνητα της περιοχής όσο βοϊδάμαξες και ζεμένα άλογα που μετέφεραν τις δημητριακές σοδειές. Το τοπίο ήταν αναμφιβόλως ευχάριστο, αν και προς στιγμήν είχε αναστατωθεί από εκείνη τη θορυβώδη και

πραγματικά ασυνήθιστη για την εποχή εισβολή του ανέμου, 8


ο οποίος, αναγκάζοντας τον Αντίμ να κρατάει το γείσο του

με το χέρι, καταλάμβανε όλο τον ηχητικό χώρο. Δεν ακουγόταν παρά μόνο αυτό το φύσημα του αέρα, η ώρα ήταν τέσσερις το απόγευμα.

Κι ενώ το βλέμμα του πηγαινοερχόταν αφηρημένα απ’ τη

μία πολίχνη στην άλλη, παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια

του ένα φαινόμενο που του ήταν εντελώς άγνωστο: στην κορυφή κάθε καμπαναριού, αιφνιδίως και ταυτοχρόνως, είχε

αρχίσει να διαφαίνεται μια μικρής μεν έκτασης, αλλά ρυθμική κινητικότητα· μια εύρυθμη εναλλαγή ενός μαύρου τετραγώνου και ενός λευκού τετραγώνου που διαδέχονταν το

ένα το άλλο κάθε δύο-τρία δευτερόλεπτα είχε αρχίσει να εκπορεύεται σαν εναλλασσόμενο φως, σαν δυαδικός σκαρδαμυγμός που θύμιζε το αυτόματο κλαπέτο κάποιων μηχανών

στο εργοστάσιο, κι ο Αντίμ, αδυνατώντας να εξηγήσει αυτά τα μηχανικά νύγματα, διακινδύνευσε να τ’ αποδώσει σε

σπινθηρίσματα ή βλεφαρίσματα που του έστελναν μακρόθεν άγνωστοι.

Μετά, σταματώντας το ίδιο κοφτά όπως είχε ενσκήψει, ο

κυκλωτικός βρυχηθμός του αέρα έδωσε τη θέση του στον αχό τον οποίο κάλυπτε ώς εκείνη τη στιγμή: όλο αυτό δεν ήταν

παρά οι καμπάνες, οι οποίες, μπαίνοντας σε λειτουργία από

την κορυφή αυτών των κωδωνοστασίων, σήμαιναν ομοφώνως, παράγοντας μια σοβαρή, βαριά και απειλητική αταξία,

στην οποία, καίτοι πολύ νέος για να έχει παρακολουθήσει πολλές κηδείες, ο Αντίμ διέκρινε ενστικτωδώς τον ήχο του συναγερμού που ενεργοποιούνταν σπανιότατα και που μόνο η εικόνα του του έφτανε νωρίτερα απ’ τον ήχο του.

Ο συναγερμός, δεδομένης της τότε παγκόσμιας κατάστα9


σης, σηματοδοτούσε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, επι-

στράτευση. Όπως όλος ο κόσμος, αλλά χωρίς να το πολυπιστεύει, ο Αντίμ την περίμενε, αλλά του ήταν αδύνατον να

φανταστεί ότι θα γινόταν Σάββατο. Δεν αντέδρασε αστραπιαία, αλλά, αφού έμεινε γύρω στο ένα λεπτό ακούγοντας τις βαρύγδουπες καμπάνες, όρθωσε πάλι το ποδήλατό του,

έβαλε πάλι το πόδι του στο πετάλι κι αφέθηκε να γλιστρήσει στην πλαγιά και να πάρει το δρόμο για το σπίτι του. Ένα απότομο τράνταγμα και, χωρίς να το αντιληφθεί ο Αντίμ,

το χοντρό βιβλίο έπεσε από το ποδήλατο, άνοιξε πέφτοντας

κι έμεινε για πάντα στην άκρη του δρόμου, μπρούμυτα πάνω σ’ ένα απ’ τα κεφάλαιά του που έφεραν τον τίτλο “Aures habet, et non audiet”.4

Με το που μπήκε στην πόλη,5 ο Αντίμ άρχισε να βλέπει τους

συμπολίτες του να βγαίνουν απ’ το σπίτι τους, να σχηματίζουν

ομάδες και να συγκλίνουν προς την Κεντρική Πλατεία. Οι άνδρες έδειχναν νευρικοί, πυρετικοί μέσα στη ζέστη, γύριζαν

το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, κουβέντιαζαν, χειρονομούσαν

αδέξια, χωρίς πολλή αυτοπεποίθηση. Ο Αντίμ πέρασε πρώτα από το σπίτι του για ν’ αφήσει το ποδήλατο, και μετά ενώθηκε με το ρεύμα που, τώρα, εισέρρεε απ’ όλες τις αρτηρίες

προς την πλατεία όπου μυρμήγκιαζε ένα πλήθος χαμογελαστό που ανέμιζε σημαίες και μπουκάλια, που χειρονομούσε

και στριμωχνόταν, που δεν άφηνε σχεδόν καθόλου χώρο στα κάρα με τα άλογα που ήδη μετέφεραν ομάδες. Όλος ο κόσμος

έδειχνε πολύ ευχαριστημένος με την επιστράτευση: ένθερμα

λογύδρια, ακατάσχετα γέλια, ύμνοι και φανφάρες, πατριωτικά επιφωνήματα ανάκατα με χρεμετισμούς.

Στην άλλη πλευρά της πλατείας, γωνία με την οδό Κρε-

10


μπιγιόν, εκεί όπου ήταν το μαγαζί με τα μεταξωτά, κι ανάμεσα από εκείνο το ζωηρό πλήθος, το κατακόκκινο απ’ την

έξαψη και τον ιδρώτα, ο Αντίμ ξεχώρισε τη σιλουέτα του Σαρλ και προσπάθησε, εξ αποστάσεως, να τραβήξει το βλέμμα του.

Δεν τα κατάφερε, όμως, κι έτσι έπιασε ν’ ανοίγει δρόμο ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο Σαρλ, στο περιθώριο όλης εκείνης

της κινητικότητας, φορώντας, όπως στο γραφείο του στο εργοστάσιο, ένα κοστούμι ταιριαστό με μια στενή ανοιχτόχρωμη γραβάτα, έριχνε το απαθές του βλέμμα στον Τύπο, με κρε-

μασμένη στο λαιμό του, ως συνήθως, τη φωτογραφική μηχα-

νή του, Rêve Idéal.6 Προχωρώντας για να τον συναντήσει, ο Αντίμ αναγκαζόταν να σφίγγεται και να χαλαρώνει ταυτόχρονα – έργο αντιφατικό μεν, αλλά που του χρειαζόταν για

να κατανικήσει αυτή τη συνεσταλμένη αμηχανία την οποία,

βρέξει-χιονίσει, του προξενούσε η παρουσία του Σαρλ. Ο άλλος ούτε καν τον κοίταξε στο πρόσωπο, καθώς το βλέμμα του

είχε παρεκκλίνει προς το σφραγιδόλιθο που ο Αντίμ φορούσε στο μικρό του δάχτυλο.

Μπα, είπε ο Σαρλ, καινούργιος. Και τον φοράς στο δε-

ξί, ε; Συνήθως φοριέται στο αριστερό.7 Το ξέρω, παραδέχτηκε ο Αντίμ, αλλά δεν το κάνω για νάζι, είναι που με πονάει ο

καρπός. Α, μάλιστα, συγκατένευσε ο Σαρλ, αλλά δεν σ’ ενοχλεί στις χειρα­ψίες. Δεν κάνω πολλές χειραψίες, επισήμανε ο

Αντίμ, άλλωστε, σ’ το είπα, είναι γι’ αυτούς τους πόνους που έχω στον δεξιό καρπό, με ανακουφίζει. Είναι λίγο βαρύ, αλλά την κάνει τη δουλειά του. Είναι σαν μαγνητικό, πώς να σ’

το πω. Μαγνητικό, επανέλαβε ο Σαρλ, χαμογελώντας αμυδρά, ξεφυσώντας αμυδρά κι από τη μύτη, κουνώντας πάνω

κάτω το κεφάλι, σηκώνοντας τους ώμους και αποστρέφοντας 11


το βλέμμα – και οι πέντε αυτές κινήσεις σε ένα δευτερόλεπτο, και για άλλη μία φορά ο Αντίμ αισθάνθηκε ταπεινωμένος.

Τι έχεις, δοκίμασε ν’ αλλάξει κουβέντα, δείχνοντας με

τον αντίχειρα μια παρέα που κράδαινε κάτι πανό, τι έχεις να

πεις γι’ αυτό. Ήταν αναπόφευκτο, απάντησε ο Σαρλ, κλείνοντας το ένα απ’ τα ψυχρά του μάτια για να κολλήσει το άλ-

λο στο σκόπευτρό του, αλλά δεν το βλέπω να κρατάει πάνω από δεκαπέντε μέρες. Μην είσαι και τόσο σίγουρος, αποτόλ-

μησε να φέρει αντίρρηση ο Αντίμ. Τι να σου πω, είπε ο Σαρλ, θα δούμε αύριο.

12


Millions discover their favorite reads on issuu every month.

Give your content the digital home it deserves. Get it to any device in seconds.