Page 1


Ντράιζερ: ὁ συγγραφέας ποὺ ἀπελευθέρωσε τὸ ἀμερικανικὸ μυθιστόρημα. JOHN DOS PASOS

Pρότυπό μου ἦταν πάντα ὁ Ντράιζερ.

SAUL BELLOW

«῾ Η Κάρι μας» ἦρθε στὴν ᾿Αμερικὴ σὰν δυνατός, ἀπελευθερωτικὸς δυτικὸς ἄνεμος· ὅπως ἡ πρώτη δροσερὴ πνοὴ μετὰ τὸν Μὰρκ Τουέιν καὶ τὸν Γουίτμαν. SINCLAIR LEWIS

παραλαμβάνοντας τὸ Νομπὲλ Λογοτεχνίαςτοῦ 1930 

῾ Ο συγγραφέας πού, ξεκινώντας μὲ τὴν «Κάρι μας», μᾶς ἔδειξε ὅλες τὶς πτυχὲς τοῦ «ἀμερικανικοῦ τρόπου ζωῆς» καὶ ποὺ κατάλαβε καλύτερα ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλο ὅτι ἡ σύγκρουση -οἰκονομική, κοινωνική, πο-


λιτική, φυλετική- ἦταν πάντα ἡ κινητήριος δύναμη τῆς ᾿Αμερικῆς. THE WASHINGTON POST

᾿ Ελάχιστα μυθιστορήματα σημάδεψαν τὴν ἱστορία τῆς ἀμερικανικῆς λογοτεχνίας ὅσο «῾ Η Κάρι μας». Καὶ ἐλάχιστα παρουσιάζουν τόσο ξεκάθαρα ὅσο αὐτό, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, τὸν μετασχηματισμὸ τῆς ἀμερικανικῆς ἀλλὰ καὶ τῆς διεθνοῦς οἰκονομίας, τὸ πῶς κινητήριος δύναμήτης σταμάτησε νὰ εἶναι ἡ παραγωγὴ καὶ ἔγινε ἡ κατανάλωση. THE NEW YORK TIMES

᾿ Ενα ἀπὸ τὰ 100 βιβλία ποὺ πρέπει νὰ διαβάσετε. Συναρπαστικὴ καὶ ἀκριβὴς εἰκόνα τῆς ᾿Αμερικῆς στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα - ἑνὸς αἰώνα στὸν ὁποῖο οἱ ΗΠΑ ἔπαιξαν ἀποφασιστικὸ ρόλο. THE GUARDIAN


Μιὰ ἐντυπωσιακὴ ἱστορία, σκληρὴ καὶ ρεαλιστική, ποὺ θὰ χαραχθεῖ στὴ μνήμη τοῦ ἀναγνώστη. DAILY EXPRESS

Στὴν «Κάρι μας» βρίσκουμε συγκεντρωμένους τὴ Μαντὰμ Μποβαρὶ τοῦ Φλομπέρ, τὴν ῾ Οτίλια ἀπὸ τὶς « Ἐκλεκτικὲς Συγγένειες» τοῦ Γκαῖτε, τὸν γοητευτικὸ Βαλμὸν τῶν « Ἐπικίνδυνων Σχέσεων» τοῦ Λακλὸ καὶ πρόσωπα ποὺ θυμίζουν Ντοστογιέφσκι. FRANKFURTER ALLGEMEINE

῾ Ο σημαντικότερος ἐκπρόσωπος τοῦ ἀμερικανικοῦ κοινωνικοῦ μυθιστορήματος κι ἕνα ἀναμφισβήτητα ἀριστουργηματικὸ ἔργο. EL PAÍS

Τὸ «Match Point» τοῦ Γούντι Ἄλεν εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὸν Ντράιζερ. DAILY MAIL


Μὲ φόντο τεράστια πορτρέτα τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Λένιν ὁ Τσάρλι Τσάπλιν, ἡ Ὀλίβια ντὲ Χάβιλαντ καὶ ὁ Θίοντορ Ντράιζερ καλοῦσαν παραγωγοὺς τοῦ Χόλυγουντ, ἔπιναν βότκα, ἔτρωγαν χαβιάρι καὶ φρόντιζαν νὰ προσθέσουν στὶς ταινίες στοιχεῖα σοβιετικῆς προπαγάνδας. ᾿Απὸ τὸ βιβλίο

ΟΙ ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΤΟῦ ΧΟΛΥΓΟΥΝΤ

Ὅσα ἔγραφε ὁ Ντράιζερ τὸ 1900 θὰ μποροῦσε νὰ τὰ ἔχει γράψει σήμερα ὁ Τσόμσκι. OCCUPY WALL STREET


Περιζήτητος σεναριογράφος στὸ Χόλυγουντ, μὲ ἐπιτυχίες ὅπως τὸ «Μιὰ θέση στὸν ἥλιο» μὲ τὸν Μοντγκόμερι Κλὶφτ καὶ τὴ Λὶζ Τέιλορ. Φίλος τοῦ Τσάπλιν. « Ἐχθρὸς τῶν ΗΠΑ» τὴν περίοδο τοῦ Μακαρθισμοῦ. ᾿Αγαπημένος συγγραφέας τοῦ Σκὸτ Φιτζέραλντ· Πηγὴ ἔμπνευσης γιὰ τὸν Γούντι Ἄλεν. ῾ Ο Θίοντορ Ντράιζερ μὲ τὴν «Κάρι μας» ἔδωσε νέο ἀέρα στὴν ἀμερικανικὴ λογοτεχνία, σκανδάλισε καὶ γοήτευσε. Νέα, ὄμορφη, γεμάτη «τρελὰ ὄνειρα γιὰ μακρινούς, ἀσαφεῖς θριάμβους» ἡ Κάρι ξεκινᾶ, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1899, ἀπό τὸ χωριό της γιὰ τὸ Σικάγο. Μιὰ καινούργια ζακέτα, ἕνα καπελάκι, αὐτὰ εἶναι τὰ πρῶτα ποὺ ἐπιθυμεῖ. ῾ Ο μισθὸς ἀπὸ τὴν κουραστικὴ δουλειὰ ποὺ βρίσκει μὲ μεγάλη δυσκολία δὲν ἐπαρκεῖ γιὰ αὐτά, μιὰ καὶ ἡ ἀδελφή της Μίνι καὶ ὁ γαμπρός της ποὺ τὴ φιλοξενοῦν κρατοῦν ἕνα μέρος του. ῾ Ο καλοντυμένος κ. Ντρουὲ ποὺ γνώρισε στὸ τρένο εἶναι πολὺ πρόθυμος νὰ τὴ διευκολύνει. Μιὰ μικρὴ γεύση ἀπὸ ὅσα ἀκολουθοῦν:


132

THEODORE DREISER

῾ Η Κάρι τὸν ἄϕησε νιώθοντας σὰν νά ᾿χε βρεῖ μπροστά της ἕνα μεγάλο χέρι πού ᾿ χε διώξει ὅλες της τὶς ἔννοιες. Τὰ χρήματα ποὺ εἶχε πάρει ἦταν δύο μαλακά, πράσινα, ὡραῖα δεκαδόλαρα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7.

῾ Η πραγματικὴ σημασία τῶν χρημάτων δὲν ἔχει ἀκόμα ἑρμηνευτεῖ καὶ κατανοηθεῖ μὲ ἁπλὰ λόγια. ῞ Οταν ὁ καθένας μας συνειδητοποιήσει πὼς τὰ χρήματα εἶναι ἀποδεκτὰ μόνο ὡς ἠθικὴ ἀνταμοιβή –ὅτι θὰ πρέπει νὰ δίνονται μόνο σὰν ἀμοιβὴ γιὰ μιὰ τίμια δουλειὰ κι ὄχι σὰν σϕετερισμένο προνόμιο–, τότε θὰ ἐξαλειϕθοῦν γιὰ πάντα πολλὰ ἀπ᾿ τὰ κοινωνικά, θρησκευτικὰ καὶ πολιτικά μας βάσανα. ῞ Οσο γιὰ τὴν Κάρι, ἡ ἀντίληψή της γιὰ τὴν ἠθικὴ σημασία τῶν χρημάτων ἦταν ἡ συνηθισμένη. ῾ Ο παλιὸς ὁρισμός. «Χρήματα: κάτι ποὺ ἔχουν ὅλοι οἱ ἄλλοι καὶ ποὺ πρέπει ν᾿ ἀποκτήσω», θὰ ἐξέϕραζε πλήρως τὶς ἀπόψεις της. Τώρα ἔσϕιγγε στὴ ϕούχτα της δύο μαλακά, πράσινα δεκαδόλαρα κι ἔνιωθε πολὺ καλύτερα ποὺ τά ᾿ χε. Ἦταν κάποια δύναμη. Μὲ τὴ νοοτροπία της, θά ᾿ ταν εὐχαριστημένη νὰ βρεθεῖ σ ᾿ ἕνα ἐρημονήσι κρατώντας μιὰ ϕούχτα χαρτονομίσματα, καὶ μόνο ὅταν θὰ ᾿ ρχόταν ἡ ἐξάντληση ἀπὸ τὴν πείνα θὰ συνειδητοποιοῦσε πὼς σὲ μερικὲς περιπτώσεις τὰ χρήματα δὲν ἔχουν καμία ἀξία. Α ᾽ κόμα καὶ τότε ὅμως δὲν θὰ ἀντιλαμβανόταν τὴ σχετικότητα τῆς ἀξίας τους· ἡ σκέψη τους θὰ γυρνοῦσε ἀναμϕίβολα γύρω ἀπὸ τὸ πόσο κρίμα εἶναι νά ᾿ χεις τόση δύναμη καὶ νὰ μὴν μπορεῖς νὰ τὴ χρησιμοποιήσεις. ῾ Η ϕτωχὴ κοπέλα ἀνατρίχιαζε. ᾽Απ᾿ τὴ μιὰ ντρεπόταν ποὺ εἶχε ϕανεῖ ἀδύναμη καὶ εἶχε δεχτεῖ τὰ


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΕΠΤΑ

133

χρήματα, ἀπ᾿ τὴν ἄλλη ὅμως ἡ λαχτάρα της γιὰ ροῦχα ἦταν τόσο ἔντονη ποὺ παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ χαιρόταν. Τώρα θ ᾿ ἀγόραζε ἕνα ὡραῖο ζευγάρι παπούτσια. Θ᾿ ἀγόραζε καὶ καλσὸν καὶ ϕούστα καί... καί... μέχρι πού, ὅπως εἶχε κάνει καὶ πρὶν πάρει τὸ μισθό της, ξεπέρασε στὴ ϕαντασία της καὶ τὸ διπλάσιο τοῦ ποσοῦ ποὺ διέθετε. ᾽ Εκτιμοῦσε πραγματικὰ τὸν Ντρουέ. Γιὰ κείνη καὶ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο ἦταν ἕνας καλόκαρδος ἄνθρωπος· τίποτα κακὸ δὲν ὑπῆρχε πάνω του. Τῆς ἔδωσε τὰ χρήματα γιατὶ μὲ τὴν καλή του καρδιὰ κατάλαβε τὴν ἀνάγκη της. Δὲν θά ᾿ δινε τὸ ἴδιο ποσὸ καὶ σ ᾿ ἕναν ϕτωχὸ νέο, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε πὼς ἕνας ϕτωχὸς νέος δὲν θὰ κινοῦσε τὴ συμπόνια του ὅσο μιὰ ϕτωχὴ κοπέλα. ῾ Η θηλυκότητα ἐπηρέαζε τὰ αἰσθήματά του. Ὑπάκουε στὰ ἔνστικτά του. ῾ Ωστόσο, καὶ σ ᾿ ἕναν ζητιάνο ποὺ θὰ τοῦ ᾿ λεγε «Μά τὸ Θεό, κύριε, πεθαίνω τῆς πείνας», θά ᾿ δινε πρόθυμα τὸ ποσὸ ποὺ συνηθιζόταν νὰ δίνουν στοὺς ζητιάνους καὶ δὲν θὰ τὸ ξανασκεϕτόταν. Δὲν θὰ δίσταζε, δὲν θὰ ϕιλοσοϕοῦσε – δὲν ἦταν ἱκανὸς γιὰ καμιὰ πνευματικὴ λειτουργία ποὺ ν᾿ ἀξίζει νὰ περιγραϕεῖ μ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὅρους. Μὲ τὰ ὡραῖα του ροῦχα καὶ τὴν καλή του ὑγεία ἦταν ἕνα χαρούμενο πεταλουδάκι ποὺ ϕτεροκοποῦσε ἀσυλλόγιστα στὸ ϕῶς τῆς λάμπας. ῍ Αν ἔχανε τὴ θέση του καὶ δεχόταν ἕνα-δυὸ χτυπήματα τῆς μοίρας, θά ᾿ ταν τόσο ἀβοήθητος ὅσο καὶ ἡ Κάρι – ἀβοήθητος, μὴν καταλαβαίνοντας τίποτα, ἀξιολύπητος ὅπως κι ἐκείνη. Σὲ ὅ,τι ἀϕορᾶ τώρα στὴ στάση του ἀπέναντι στὶς γυναῖκες, δὲν σκόπευε νὰ τοὺς κάνει κακό, δὲν θεωροῦσε ἄσχημη γιὰ κεῖνες τὴ σχέση ποὺ προσπαθοῦσε νὰ δημιουργήσει μαζί τους. Τοῦ ἄρεσε ν᾿ ἀγωνίζεται νὰ τὶς κατακτήσει καὶ νὰ τὶς βλέπει νὰ ὑποκύ-


134

THEODORE DREISER

πτουν στὴ γοητεία του, ὄχι γιατὶ ἦταν ἕνας ψυχρὸς ὑπολογιστὴς παλιάνθρωπος μὲ σκοτεινὴ ψυχή, ἀλλὰ γιατὶ τὸν ἔσπρωχνε σ ᾿ αὐτό –τὴν ὑπέρτατη χαρά του– μιὰ ἔμϕυτη ἐπιθυμία. Ἦταν ματαιόδοξος, καυχησιάρης, τὸν θάμπωναν τὰ ὡραῖα ροῦχα ὅπως θὰ θάμπωναν κάθε χαζοκόριτσο. Ἕνας πραγματικὸς παλιάνθρωπος θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἐκμεταλλευτεῖ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ θὰ χρησιμοποιοῦσε γιὰ νὰ κολακέψει κάποια κοπελίτσα. ῾ Η ἐπιτυχία του στὴ δουλειά του ὀϕειλόταν στὴν καλοσύνη του καὶ στὴ ϕήμη τῆς ἑταιρείας. Γεμάτος ἐνθουσιασμό, πετάριζε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, ἀπ᾿ τὸν ἕναν γνώριμο στὸν ἄλλον – δὲν διέθετε τίποτα ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ὀνομάσουμε «πνεῦμα», καμιὰ σκέψη ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ τῆς προσάψουμε τὸ χαρακτηρισμὸ «εὐγενής», καθόλου συναισθήματα ποὺ ν ᾿ ἀκολουθοῦν γιὰ πολὺ κάποιο νῆμα. Μιὰ Σαπϕὼ θὰ τὸν ὀνόμαζε γουρούνι· ἕνας Σαίξπηρ θὰ τὸν ἔλεγε τρελόπαιδο· ὁ γερομεθύστακας Καριόε τὸν θεωροῦσε ἔξυπνο κι ἐπιτυχημένο ἐπιχειρηματία. Γενικὰ ἦταν τόσο καλὸς ὅσο τοῦ ἐπέτρεπε τὸ μυαλό του. ῾ Η πειστικότερη ἀπόδειξη τῆς καλοσύνης του ἦταν πὼς ἡ Κάρι πῆρε τὰ χρήματα. Κανένας ἄνθρωπος μὲ ὑστερόβουλη καὶ σκοτεινὴ ψυχὴ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὴν πείσει νὰ δεχτεῖ ἔστω καὶ δεκαπέντε σὲντς βάζοντας ἁπλῶς ἕνα ϕιλικὸ προσωπεῖο. ῞ Οσοι δὲν ἔχουν ἀνεπτυγμένο πνεῦμα, δὲν εἶναι καὶ τόσο ἀβοήθητοι. ῾ Η ϕύση ἔχει διδάξει στὰ ζῶα νὰ τὸ βάζουν στὰ πόδια ὅταν πλησιάζει κάποιος κίνδυνος. ῎ Εχει ἐμϕυτεύσει στὸ χαζὸ κεϕάλι τοῦ σκίουρου τὸ ϕόβο γιὰ τὰ δηλητήρια. ῾ Η ρήση γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ προστατεύει τὰ πλάσματά του δὲν γράϕτηκε μόνο γιὰ τὰ ζῶα· δὲν εἶναι παρὰ ἡ θρησκευτικὴ ἔκϕραση μιᾶς ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς ἀλήθειας ἡ ὁποία ἔχει καθορίσει


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΕΠΤΑ

135

τὴν ἐξέλιξη τῶν εἰδῶν. ῍ Αν δὲν ἦταν ἔτσι, τότε τί καθοδηγοῦσε τοὺς ἀνθρώπους προτοῦ ἀρχίσουν νὰ σκέϕτονται λογικά, προτοῦ ἀποκτήσουν τὴ σοϕία νὰ σκέϕτονται μόνοι τους; ῾ Η Κάρι δὲν ἦταν σοϕή, κι ἔτσι διέθετε, ὅπως καὶ τὰ ἄσοϕα πρόβατα, γερὸ ἔνστικτο. Τὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης, ποὺ εἶναι πολὺ ἰσχυρὸ σὲ τέτοια ἄτομα, δὲν ξύπνησε σ ᾿ αὐτὴ τὴν περίπτωση. Δὲν ἀποτελοῦσε ἀπειλὴ ὁ Ντρουέ. ᾽Αντίθετα, ἦταν γεμάτος εὐγένεια, ἔντονο ϕυσικὸ πόθο, ματαιοδοξία, μεγάλο θαυμασμὸ γιὰ τὸ γυναικεῖο ϕύλο, γέλιο, ἀκόμα καὶ δάκρυα – αὐτὰ ὅμως δὲν τὰ ϕοβᾶται καμιὰ γυναίκα. ῾ Ο σκίουρος, τὸ γουρούνι, ὁ γελωτοποιός, ἡ πεταλούδα, ὁ ἠθοποιός, ὁ ἐπιχειρηματίας, ὁ ϕιλήδονος – ὅλοι βρίσκονταν καὶ διακρίνονταν μέσα στὸν ἴδιο ἄνθρωπο. ῞ Οταν ἔϕυγε ἡ Κάρι, συγχάρηκε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν καλή της γνώμη γι᾿ αὐτόν. Πόσο χάρηκε ἡ καημένη! Τί χαριτωμένη! Μά τὸ Θεό, ἦταν ντροπὴ νὰ βασανίζονται ἔτσι οἱ νέες κοπέλες· νά ᾿ ρχεται ὁ χειμώνας καὶ νὰ μὴν ἔχει ροῦχα. Θὰ πήγαινε τώρα στοὺς Χάνα καὶ Χὸγκ καὶ θὰ κάπνιζε ἕνα ποῦρο. Θὰ θυμόταν πῶς τὴν ἔπεισε νὰ δεχτεῖ τὰ χρήματα καὶ θὰ κανόνιζε τί θά ᾿ κανε μετά. Αὐτὲς οἱ σκέψεις τὸν ἔκαναν νὰ νιώθει ἀνάλαϕρος. ῾ Η Κάρι γύρισε στὸ σπίτι μὲ πολὺ καλὴ διάθεση, τὴν ὁποία μὲ τὸ ζόρι κατάϕερνε νὰ κρύψει. Τὰ χρήματα περιέπλεκαν τὴν κατάσταση. Πῶς θ ᾿ ἀγόραζε ροῦχα ἀϕοῦ ἡ Μίνι ἤξερε ὅτι δὲν εἶχε λεϕτά; Μόλις μπῆκε στὸ σπίτι, κατάλαβε πὼς αὐτὸ δὲν γινόταν. Θὰ τῆς ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐξηγήσει τὴν ἀγορὰ μιᾶς ζακέτας. —Πῶς τὰ πῆγες; ρώτησε ἡ Μίνι. ῾ Η Κάρι δὲν διέθετε τὴν ὑποκρισία ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τῆς ἐπιτρέψει νὰ πεῖ κάτι τελείως ἀντίθετο ἀπ᾿ ὅ,τι ἔνιωθε. Δὲν θά ᾿ λεγε τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ του-


136

THEODORE DREISER

λάχιστον δὲν θὰ διέψευδε τὰ συναισθήματά της. ῎ Ετσι, ἀϕοῦ ἔνιωθε τόσο καλά, εἶπε: — Μοῦ ὑποσχέθηκαν κάτι. —Ποῦ; —Στὸ «Μπόστον». —Εἶναι σίγουρο; — Θὰ μάθω αὔριο, ἀπάντησε κοϕτὰ ἡ Κάρι μὴ θέλοντας νὰ πεῖ περισσότερα ψέματα. ῾ Η Μίνι αἰσθάνθηκε τὴν καλὴ διάθεση τῆς Κάρι καὶ σκέϕτηκε πὼς ἦταν εὐκαιρία νὰ τῆς μιλήσει γιὰ τὶς ἀπόψεις τοῦ Χάνσον σχετικὰ μὲ τὴν ὅλη της περιπέτεια στὸ Σικάγο. — ῍ Αν τελικὰ δέν... καὶ σταμάτησε προσπαθώντας νὰ βρεῖ ἕναν ἀνώδυνο τρόπο. ῍ Αν δὲν βρῶ κάτι γρήγορα, νομίζω πὼς θὰ γυρίσω σπίτι. ῾ Η Μίνι ἄδραξε τὴν εὐκαιρία. — ῾ Ο Σβὲν πιστεύει πὼς αὐτὸ θά ᾿ ναι τὸ καλύτερο, τουλάχιστον γιὰ τὸ χειμώνα. ῾ Η Κάρι κατάλαβε ἀμέσως τί συνέβαινε. Δὲν ἤθελαν νὰ τὴν κρατήσουν περισσότερο ἔτσι, χωρὶς δουλειά. Δὲν τά ᾿ βαζε μὲ τὴ Μίνι οὔτε τόσο μὲ τὸν Χάνσον. Καθὼς ὅμως συνειδητοποιοῦσε τὴν κατάσταση, χαιρόταν ποὺ εἶχε τὰ χρήματα τοῦ Ντρουέ. — Ναί, τό ᾿ χω σκεϕτεῖ, εἶπε σὲ λίγο. Δὲν ἐξήγησε ὡστόσο ὅτι αὐτὴ ἡ σκέψη τὴν ἀναστάτωνε. ῾ Η Κολούμπια... τί ὑπῆρχε ἐκεῖ γι᾿ αὐτήν; ῎ Ηξερε τὸ ἀνιαρό της περιβάλλον ἀπ᾿ ἔξω κι ἀνακατωτά. ᾽ Εδῶ ἦταν ἡ μεγάλη μυστηριώδης πόλη ποὺ ἀκόμα τὴ μαγνήτιζε. ῞ Οσα εἶχε δεῖ ἦταν μονάχα ἐνδείξεις γιὰ τὸ τί μπορεῖ νὰ ὑπῆρχε. Τώρα, νὰ ϕύγει καὶ νὰ ζήσει τὴν ἴδια βαρετὴ ζωὴ ὅπως παλιά... μόνο ποὺ τὸ σκεϕτόταν κόντευε νὰ ξεϕωνίσει. Εἶχε γυρίσει νωρὶς στὸ σπίτι καὶ πῆγε στὸ σαλόνι γιὰ νὰ σκεϕτεῖ. Τί θά ᾿ κανε; Δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀγο-


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΕΠΤΑ

137

ράσει καινούργια παπούτσια καὶ νὰ τὰ ϕορέσει ἐδῶ. Θά ᾿ πρεπε νὰ ϕυλάξει λίγα χρήματα γιὰ νὰ πληρώσει τὸ εἰσιτήριο τῆς ἐπιστροϕῆς της. Δὲν ἤθελε νὰ δανειστεῖ ἀπὸ τὴ Μίνι. ᾽Αλλὰ κι αὐτὰ τὰ χρήματα πῶς θὰ τὰ δικαιολογοῦσε; ῍ Ας εἶχε τουλάχιστον ἀρκετὰ ὥστε νά ᾿ ναι ἀνεξάρτητη! Συλλογίστηκε τὸ πρόβλημα ξανὰ καὶ ξανά. Τὸ πρωὶ ὁ Ντρουὲ θὰ περίμενε νὰ τὴ δεῖ μὲ μιὰ καινούργια ζακέτα, αὐτὸ ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ γίνει. ῾ Ο Χάνσον ἀνυπομονοῦσε νὰ τὴ δεῖ νὰ ϕεύγει γιὰ τὸ σπίτι της, κι ἐκείνη ἤθελε νὰ ϕύγει, ὄχι ὅμως νὰ ἐπιστρέψει στὰ μέρη της. Καθὼς σκεϕτόταν πῶς θ᾿ ἀντιμετώπιζαν ἐδῶ τὸ ὅτι εἶχε χρήματα χωρὶς νὰ ἐργάζεται, ἄρχισε νὰ τῆς ϕαντάζει ϕοβερὸ τὸ γεγονὸς πὼς τά ᾿ χε πάρει. ῎ Ενιωσε ντροπή. ῾ Η ὅλη κατάσταση τῆς προξενοῦσε κατάθλιψη. ῞ Οταν βρισκόταν μὲ τὸν Ντρουέ, τὰ πάντα ἦταν τόσο ξεκάθαρα! Τώρα ἦταν ὅλα μπερδεμένα, ἕνα ἀδιέξοδο – πολὺ χειρότερα ἀπὸ πρίν, γιατὶ τώρα κρατοῦσε στὰ χέρια της μιὰ σανίδα σωτηρίας χωρὶς ὅμως νὰ μπορεῖ νὰ τὴ χρησιμοποιήσει. Τὸ ἠθικό της ἔπεσε τόσο ποὺ ὅταν ἔτρωγαν ἡ Μίνι σκέϕτηκε πὼς ἡ ἀδελϕή της θά ᾿ χε περάσει ἄλλη μιὰ δύσκολη μέρα. ῾ Η Κάρι τελικὰ ἀποϕάσισε νὰ ἐπιστρέψει τὰ χρήματα. Δὲν ἦταν σωστὸ νὰ τὰ κρατήσει. Θὰ κατέβαινε τὸ πρωὶ καὶ θά ᾿ ψαχνε γιὰ δουλειά. Τὸ μεσημέρι θὰ συναντοῦσε τὸν Ντρουέ, ὅπως εἶχαν συμϕωνήσει, καὶ θὰ τοῦ ἐξηγοῦσε. Μόλις πῆρε αὐτὴν τὴν ἀπόϕαση, ἔχασε τελείως τὴ διάθεσή της, μέχρι ποὺ ξανάγινε ἡ παλιὰ Κάρι τῆς ἀπελπισίας. ῾ Ωστόσο, πράγμα παράξενο, αἰσθανόταν κάποια ἀνακούϕιση μόνο καὶ μόνο ποὺ κρατοῦσε τὰ χρήματα στὸ χέρι. ᾽Ακόμα καὶ μετὰ τὶς καταθλιπτικές της


138

THEODORE DREISER

ἀποϕάσεις μποροῦσε νὰ διώχνει ἀπὸ τὸ νοῦ της τὸ πρόβλημα, καὶ τότε τὰ εἴκοσι δολάρια ϕαίνονταν ἕνα θαυμάσιο ὀνειρεμένο πράγμα. ῎ Α, λεϕτά, λεϕτά, λεϕτά! Τί ὄμορϕο νὰ τά ᾿ χει κανείς! Πῶς θὰ λύνονταν ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ προβλήματα ἂν εἶχε πολλὰ χρήματα! Τὸ πρωὶ σηκώθηκε καὶ βγῆκε νωρίς. ῾ Η ἀπόϕασή της νὰ ψάξει γιὰ δουλειὰ ἦταν ἀρκετὰ σταθερή, ἀλλὰ τὰ χαρτονομίσματα στὴν τσέπη της, ἀκόμα καὶ μετὰ ἀπ᾿ ὅλες τὶς σκέψεις καὶ τὶς στενοχώριες, ἔκαναν τὸ πρόβλημα τῆς δουλειᾶς νὰ ϕαίνεται, ἔστω καὶ ἐλάχιστα, λιγότερο τρομερό. Περπατοῦσε στὴν περιοχὴ μὲ τὰ καταστήματα τῆς χονδρικῆς πώλησης, ἀλλὰ κάθε ποὺ σκεϕτόταν νὰ μπεῖ μέσα καὶ νὰ ζητήσει δουλειά, ἔχανε τὸ κουράγιο της. Τί δειλὴ ποὺ ἦταν! συλλογιζόταν. Κι ὅμως, εἶχε ζητήσει δουλειὰ τόσες ϕορές· δὲν θά ᾿ ταν τίποτα διαϕορετικό. Προχώρησε πολὺ καὶ τελικὰ ἀπευθύνθηκε κάπου, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. ῞ Οταν βγῆκε, ἔνιωθε πὼς ἡ τύχη ἦταν ἐναντίον της. Δὲν ἄξιζε νὰ προσπαθήσει. Χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, ἔϕτασε στὴν ὁδὸ Ντίαρμπορν. ᾽ Εδῶ βρισκόταν τὸ πολυκατάστημα «Φέαρ» μὲ τὰ πάμπολλα ϕορτηγὰ μεταϕορῶν γύρω γύρω, τὴ μεγάλη του βιτρίνα, τὸ πλῆθος τῶν ἀγοραστῶν. ᾽Αμέσως πέταξαν οἱ στενάχωρες σκέψεις. ᾽ Εδῶ ἦταν ποὺ σκόπευε νά ᾿ ρθει γιὰ ν᾿ ἀγοράσει τὰ καινούργια της ροῦχα. Τώρα σκέϕτηκε νὰ μπεῖ μέσα καὶ νὰ ρίξει μιὰ ματιά, ἔτσι, γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ. Θὰ κοιτοῦσε τὶς ζακέτες. Δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ εὐχάριστο στὸν κόσμο ἀπὸ τὴ μέση κατάσταση ὅπου ἰσορροποῦμε καμιὰ ϕορὰ ὅταν διαθέτουμε τὰ μέσα, ἔχουμε τὴν ἐπιθυμία, κι ὡστόσο ἡ συνείδησή μας ἢ ἡ ἀβουλία μας μᾶς κάνει νὰ διστάζουμε. Σ ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση βρι-


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΕΠΤΑ

139

σκόταν ἡ Κάρι ὅταν ἄρχισε νὰ τριγυρνᾶ στὸ κατάστημα ἀνάμεσα στὰ ὡραῖα πράγματα. ῞ Οταν εἶχε πρωτοδεῖ αὐτὸ τὸ κατάστημα, τὴν εἶχε μαγέψει. Τώρα σταματοῦσε μπροστὰ σὲ καθετί, ἐνῶ τὴν προηγούμενη ϕορὰ τὰ εἶχε προσπεράσει ὅλα βιαστικά. ῾ Η γυναικεία της καρδιὰ τὸ λαχταροῦσε. Πῶς θὰ τῆς πήγαινε τοῦτο! Πόσο θὰ τὴν ὀμόρϕαινε τὸ ἄλλο!... Στάθηκε κοιτώντας τοὺς κορσέδες κι ἔμεινε ἐκστατικὴ βλέποντας τοὺς θαυμάσιους συνδυασμοὺς χρωμάτων καὶ δαντέλας. ῎Α, ἂν μποροῦσε ν᾿ ἀποϕασίσει, θ ᾿ ἀγόραζε ἕναν ἀπ᾿ αὐτούς. Χασομέρησε καὶ στὰ κοσμήματα. Εἶδε τὰ σκουλαρίκια, τὰ βραχιόλια, τὶς καρϕίτσες, τὶς ἁλυσίδες. Καὶ τί δὲν θά ᾿ δινε γιὰ νὰ τ ᾿ ἀποκτήσει ὅλα! Πόσο θὰ τὴν ὀμόρϕαιναν μερικὰ ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα! ῾ Ο μεγάλος πειρασμὸς ἦταν οἱ ζακέτες. ῞ Οταν μπῆκε στὸ κατάστημα, εἶχε ἤδη στρέψει τὴν προτίμησή της σὲ μιὰ μικρή, παράξενη, σκούρα ζακέτα μὲ τὰ μεγάλα μαργαριταρένια κουμπιὰ ποὺ ἦταν ἡ τελευταία λέξη τῆς μόδας ἐκεῖνο τὸ ϕθινόπωρο. Ἤθελε ὅμως νὰ πειστεῖ πὼς δὲν θὰ προτιμοῦσε τελικὰ καμία ἄλλη. Τὶς κοίταξε ὅλες κι ἀποϕάσισε πὼς αὐτὴ ποὺ εἶχε διαλέξει ἦταν ἡ καλύτερη. ῞ Ολη τὴν ὥρα ἀμϕιταλαντευόταν, πότε πείθοντας τὸν ἑαυτό της πὼς ἂν ἤθελε μποροῦσε νὰ τὴν ἀγοράσει ἀμέσως καὶ πότε ξαναϕέρνοντας στὸ νοῦ της τὴν πραγματικὴ κατάσταση. Τελικὰ ἔϕτασε τὸ μεσημέρι καὶ δὲν εἶχε κάνει τίποτα. ῎ Επρεπε τώρα νὰ πάει καὶ νὰ ἐπιστρέψει τὰ χρήματα. ῾ Ο Ντρουὲ τὴν περίμενε στὴ γωνία. — Γειά σου, τῆς εἶπε. Ποῦ εἶναι ἡ ζακέτα; Κι ἔπειτα, χαμηλώνοντας τὰ μάτια του: —Τὰ παπούτσια; ῾ Η Κάρι λογάριαζε νὰ τοῦ ἀνακοινώσει τὴν ἀπό-


140

THEODORE DREISER

ϕασή της μὲ κάποιον ἔξυπνο τρόπο, ἀλλὰ τώρα, ὅ,τι εἶχε λογαριάσει, πῆγε χαμένο. — ῏ Ηρθα νὰ σᾶς πῶ πὼς δὲν μπορῶ νὰ πάρω τὰ χρήματα. — ῎ Α, αὐτὸ εἶναι λοιπόν! ῾ Ωραῖα, ἔλα μαζί μου. Πᾶμε ἐδῶ στοὺς Σλέσινγκερ καὶ Μάγερ. ῾ Η Κάρι τὸν ἀκολούθησε. Ξαϕνικὰ ξέχασε ὅλες της τὶς ἀμϕιβολίες καὶ τὶς ἀποϕάσεις. Δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀρχίσει νὰ τοῦ ἐξηγεῖ ὅλα τὰ σοβαρὰ πράγματα ποὺ εἶχε σκεϕτεῖ. — ῎ Εϕαγες; ῎ Οχι βέβαια. ῎ Ελα νὰ μποῦμε ἐδῶ. Καὶ μπῆκαν σ ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ ὄμορϕα ἑστιατόρια πέρα ἀπ᾿ τὴν ὁδὸ Στάιτ, στὸ Μονρόε. — Δὲν πρέπει νὰ πάρω τὰ λεϕτά, εἶπε ἡ Κάρι ἀϕοῦ βολεύτηκαν σὲ μιὰ γωνιὰ κι ὁ Ντρουὲ παράγ γειλε. Δὲν μπορῶ νὰ ϕορέσω καινούργια ροῦχα ἐκεῖ. Τί θὰ τοὺς πῶ; —Τί θὲς νὰ κάνεις; τῆς χαμογέλασε. Νὰ μὴν τ ᾿ ἀγοράσεις; — Νομίζω πὼς θὰ γυρίσω στὸ σπίτι μου, εἶπε κουρασμένη. — ῎ Ελα τώρα, τὸ κακὸ εἶναι πὼς τὸ παρασκέϕτηκες αὐτὸ τὸ ζήτημα. Θὰ σοῦ πῶ ἐγὼ τί νὰ κάνεις. Λὲς ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ τὰ ϕορέσεις ἐκεῖ. Γιατί δὲν νοικιάζεις ἕνα ἐπιπλωμένο δωμάτιο νὰ τὰ ϕυλᾶς γιὰ καμιὰ βδομάδα; ῾ Η Κάρι κούνησε ἀρνητικὰ τὸ κεϕάλι της. ῞ Οπως ὅλες οἱ γυναῖκες, ἀρνιόταν γιὰ νὰ κάνει τοὺς ἄλλους νὰ τὴν πείσουν. Σ ᾿ ἐκεῖνον ἔπεϕτε ὁ ρόλος νὰ διαλύσει τοὺς δισταγμούς της. — Γιατί θὲς νὰ γυρίσεις; τὴ ρώτησε. — Δὲν βρίσκω δουλειὰ ἐδῶ. — Δὲν θέλουν νὰ σὲ κρατήσουν, διαισθάνθηκε ὁ Ντρουέ.


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΕΠΤΑ

141

— Δὲν μποροῦν. — Θὰ σοῦ πῶ ἐγὼ τί νὰ κάνεις. ῎ Ελα μαζί μου. Θὰ σὲ ϕροντίσω ἐγώ. ῾ Η Κάρι ἄκουσε τὰ λόγια του χωρὶς ν ᾿ ἀντιδράσει. ῾ Η παράξενη κατάστασή της τὰ ἔκανε νὰ μοιάζουν μ᾿ ἕνα εὐεργετικὸ ἀεράκι ἀπὸ μιὰ ἀνοιχτὴ πόρτα. ῾ Ο Ντρουὲ σκεϕτόταν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὅπως κι ἐκείνη, κι ἦταν εὐχάριστος, καθαρός, ὡραῖος, καλοντυμένος καὶ συμπονετικός. ῾ Η ϕωνή του ἦταν ἡ ϕωνὴ ἑνὸς ϕίλου. —Τί θὰ κάνεις στὴν Κολούμπια; τὴ ρώτησε, ξυπνώντας μὲ τὰ λόγια του στὸ μυαλὸ τῆς Κάρι τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνιαροῦ κόσμου πού ᾿ χε ἀϕήσει. Δὲν ὑπάρχει τίποτα ἐκεῖ. Πρέπει νὰ μείνεις στὸ Σικάγο. Μπορεῖς νὰ βρεῖς ἐδῶ ἕνα ὡραῖο δωμάτιο καὶ ροῦχα κι ἔπειτα θὰ βρεῖς καὶ καμιὰ δουλειά. ῾ Η Κάρι κοίταξε ἀπὸ τὸ παράθυρο ἔξω στὸν πολυσύχναστο δρόμο. Νά την ἡ θαυμάσια μεγάλη πόλη, τόσο ὡραία ὅταν δὲν εἶσαι ϕτωχός. Πέρασε μιὰ κομψὴ ἅμαξα ποὺ τὴν ἔσερναν δύο γυαλιστερὰ ἄλογα· μέσα καθόταν μιὰ νεαρὴ κυρία. —῍ Αν γυρίσεις πίσω, τί θά ᾿ χεις; ρώτησε ὁ Ντρουέ. Δὲν ὑπῆρχε κανένας ὑπαινιγμὸς στὴν ἐρώτηση. Φανταζόταν ἁπλῶς πὼς δὲν θά ᾿ χε τίποτε ἀπ᾿ ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἐκεῖνος θεωροῦσε θαυμάσια. ῾ Η Κάρι ἔμεινε ἀκίνητη κοιτάζοντας ἔξω. ᾽Αναρωτιόταν τί θά ᾿ κανε. Οἱ ἄλλοι περίμεναν πὼς θὰ γυρνοῦσε σπίτι της αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα. ῾ Ο Ντρουὲ ἐπανῆλθε στὸ ζήτημα τῶν ρούχων. — Γιατί δὲν παίρνεις μιὰ ὡραία ζακετούλα; Σοῦ χρειάζεται. Τὰ λεϕτὰ θὰ σ ᾿ τὰ δανείσω. Δὲν χρειάζεται νὰ στενοχωριέσαι γι᾿ αὐτά. Μπορεῖς νὰ μείνεις σ ᾿ ἕνα ὡραῖο δωμάτιο μόνη σου. Δὲν θὰ σὲ πειράξω. ῾ Η Κάρι ἄρχισε νὰ παρασύρεται, ἀλλὰ δὲν μπο-


142

THEODORE DREISER

ροῦσε νὰ ἐκϕράσει τὶς σκέψεις της. Αἰσθάνθηκε περισσότερο παρὰ ποτὲ τὴν ἀπελπιστική της κατάσταση. — ῍ Αν μποροῦσα νὰ βρῶ καμιὰ δουλειά... εἶπε. — ῎ Ισως μπορέσεις, ἐπέμεινε ὁ Ντρουέ, ἂν μείνεις ἐδῶ. Δὲν θὰ μπορέσεις ἅμα ϕύγεις. Οἱ δικοί σου δὲν θὰ σ ᾿ ἀϕήσουν νὰ μείνεις ἄλλο. Γιατί δὲν μ᾿ ἀϕήνεις νὰ σοῦ βρῶ ἕνα ὡραῖο δωμάτιο; Δὲν θὰ σ ᾿ ἐνοχλῶ... δὲν πρέπει νὰ ϕοβᾶσαι. ῎ Επειτα, ὅταν βολευτεῖς, ψάξε γιὰ δουλειά. Κοίταξε τὸ χαριτωμένο της πρόσωπο καὶ οἱ πνευματικές του ἱκανότητες ἀναζωογονήθηκαν. Ἦταν πολὺ γλυκιά, δὲν ὑπῆρχε ἀμϕιβολία. ῎ Εμοιαζε νά ᾿ χει θέληση. Δὲν ἦταν ὁ συνηθισμένος τύπος τῆς ἐργάτριας. Δὲν ἦταν ἀνόητη. Στὴν πραγματικότητα, ἡ Κάρι εἶχε περισσότερη ϕαντασία καὶ περισσότερο γοῦστο ἀπ᾿ αὐτόν. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκείνη κλωθογύριζε στὸ μυαλό της ὁρισμένα θέματα ποὺ τὴν ἔκαναν νὰ νιώθει θλίψη καὶ μοναξιὰ ἔδειχνε πὼς διέθετε μεγαλύτερη λεπτότητα ἀπὸ κεῖνον. Τὰ ϕτωχικά της ροῦχα ἦταν καθαρὰ καί, χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ, ἔγερνε τὸ κεϕάλι της πολὺ χαριτωμένα. —Πιστεύετε πὼς θὰ μποροῦσα νὰ βρῶ κάτι; τὸν ρώτησε. —Σίγουρα, τῆς ἀπάντησε γεμίζοντάς της τὸ ϕλιτζάνι. Θὰ σὲ βοηθήσω ἐγώ. Τὸν κοίταξε, κι ἐκεῖνος γέλασε καθησυχαστικά. —Θὰ σοῦ πῶ τί θὰ κάνουμε. Θὰ πᾶμε στοὺς Σλέσινγκερ καὶ Μάγερ καὶ θὰ πάρεις ὅ,τι θέλεις. ῎ Επειτα θὰ ψάξουμε γιὰ δωμάτιο. Μπορεῖς ν ᾿ ἀϕήσεις τὰ πράγματα ἐκεῖ. Καὶ μετὰ θὰ πᾶμε στὸ θέατρο. ῾ Η Κάρι κούνησε ἀρνητικὰ τὸ κεϕάλι της. — Καλά, μπορεῖς νὰ γυρίσεις στὸ διαμέρισμα,


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΕΠΤΑ

143

δὲν πειράζει. Δὲν χρειάζεται νὰ μείνεις στὸ δωμάτιο. ῾Απλῶς νοίκιασέ το κι ἄσε τὰ πράγματά σου ἐκεῖ. ᾽Απόμεινε ν᾿ ἀμϕιταλαντεύεται μέχρι ποὺ τέλειωσαν τὸ γεῦμα. —Πᾶμε νὰ ρίξουμε μιὰ ματιὰ στὶς ζακέτες, τῆς πρότεινε. Πήγανε μαζί. Στὸ κατάστημα βρῆκαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ θαυμάσια πράγματα ποὺ μὲ τὴ λάμψη καὶ τὸ θρόισμά τους κατακτοῦσαν ἀμέσως τὴν Κάρι. Κάτω ἀπ᾿ τὴν ἐπίδραση τοῦ καλοῦ γεύματος καὶ τῆς ἀκτινοβόλας παρουσίας τοῦ Ντρουέ, ὅσα τῆς πρότεινε τῆς ϕαίνονταν κατορθωτά. Διάλεξε μιὰ ζακέτα σὰν ἐκείνη ποὺ τῆς εἶχε ἀρέσει στὸ «Φέαρ». ῞ Οταν τὴν κράτησε στὰ χέρια της, ἔμοιαζε ἀκόμα ὡραιότερη. ῾ Ο ὑπάλληλος τὴ βοήθησε νὰ τὴ ϕορέσει καὶ τῆς ταίριαζε τέλεια. ῾ Ο Ντρουὲ εἶδε τὴ βελτίωση –ἔδειχνε πολὺ κομψή– κι ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του. — Αὐτὸ εἶναι, τῆς εἶπε. ῾ Η Κάρι κοιτάχτηκε στὸν καθρέϕτη. Αἰσθανόταν εὐχαριστημένη βλέποντας τὸν ἑαυτό της. Τὰ μάγουλά της κοκκίνισαν. — Αὐτὸ εἶναι, ἐπανέλαβε ὁ Ντρουέ. Πάρ᾿ τη. — Κοστίζει ἐννιὰ δολάρια. — ᾽ Εντάξει, πάρ᾿ τη. ῎ Εβγαλε ἀπ᾿ τὸ πορτοϕόλι της τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο χαρτονομίσματα. Σὲ λίγα λεπτὰ ἡ ἀγορὰ εἶχε τελειώσει καὶ ἡ Κάρι βγῆκε ϕορώντας τὴ ζακέτα. ᾽Απὸ τοῦ Σλέσινγκερ πῆγαν σ ᾿ ἕνα κατάστημα ὅπου ἡ Κάρι διάλεξε παπούτσια. ῾ Ο Ντρουὲ στεκόταν δίπλα της, κι ὅταν εἶδε πόσο τῆς πήγαιναν, τῆς εἶπε: — Φόρεσέ τα. ῾ Η Κάρι ὅμως κούνησε τὸ κεϕάλι της ἀρνητικά. Σκεϕτόταν πῶς θὰ γύριζε στὸ σπίτι. Τῆς ἀγόρασε


144

THEODORE DREISER

μιὰ τσάντα κι ἕνα ζευγάρι γάντια καὶ τὴν ἄϕησε ν᾿ ἀγοράσει ἐκείνη τὸ καλσόν. — Αὔριο νά ᾿ ρθεις ν ᾿ ἀγοράσεις μιὰ ϕούστα. Σὲ ὅλες τὶς κινήσεις τῆς Κάρι ὑπῆρχε κάποιος ϕόβος. ῞ Οσο περισσότερο προχωροῦσε, τόσο ϕανταζόταν πὼς ὅλα ἐξαρτιόνταν ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμα κάνει. ᾽Αϕοῦ δὲν εἶχε κάνει ἐκεῖνο καὶ τ ᾿ ἄλλο, ὑπῆρχε τρόπος νὰ ξεϕύγει. ῾ Ο Ντρουὲ ἤξερε ἕνα μέρος στὴ Λεωϕόρο Γουάμπας ὅπου νοίκιαζαν δωμάτια. Τὰ ἔδειξε στὴν Κάρι ἀπ᾿ ἔξω καὶ τῆς εἶπε: — Λοιπόν, εἶσαι ἡ ἀδελϕή μου. Τὰ κανόνισε ὅλα μὲ ἄνετο τρόπο – διάλεξε ἕνα δωμάτιο ἀϕοῦ ἐξέτασε διάϕορα, εἶπε τὴ γνώμη του, ἐντόπισε τὰ μειονεκτήματα. —Τὶς ἀποσκευὲς θὰ τὶς ϕέρουμε σὲ μιὰ-δυὸ μέρες, εἶπε στὴ σπιτονοικοκυρὰ ποὺ ϕαινόταν πολὺ εὐχαριστημένη. ῞ Οταν ἔμειναν μόνοι, ἡ συμπεριϕορὰ τοῦ Ντρουὲ δὲν ἄλλαξε καθόλου. Συνέχιζε τὴν ἴδια κουβέντα ποὺ ἔκαναν ἔξω στὸ δρόμο. ῾ Η Κάρι ἄϕησε τὰ πράγματά της. — Γιατί δὲν μετακομίζεις ἐδῶ ἀπόψε; — ῎ Ω, δὲν μπορῶ. — Γιατί ὄχι; — Δὲν θέλω νὰ τοὺς ἀϕήσω ἔτσι. Βγῆκαν καὶ πάλι καὶ περπάτησαν στὴ λεωϕόρο κι ὁ Ντρουὲ ἄρχισε νὰ μιλᾶ γι᾿ αὐτὸ τὸ θέμα. ῾ Ο ἀέρας εἶχε πέσει κι εἶχε βγεῖ ἥλιος. Κουβεντιάζοντας μὲ τὴν Κάρι, ὁ Ντρουὲ ἔμαθε λεπτομέρειες γιὰ τὴν κατάσταση στὸ σπίτι. — Φύγε ἀπὸ κεῖ, τῆς εἶπε. Δὲν θὰ τοὺς νοιάξει. Θὰ σὲ βοηθήσω ἐγώ. Τὸν ἄκουγε νὰ μιλᾶ, μέχρι ποὺ οἱ ϕόβοι της ἐξα-


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΕΠΤΑ

145

ϕανίστηκαν. Θὰ τῆς ἔδειχνε λίγο τὴν πόλη κι ἔπειτα θὰ τὴ βοηθοῦσε νὰ βρεῖ δουλειά. Γιὰ νὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια, τὸ μισοπίστευε κι ὁ ἴδιος. ᾽ Εκεῖνος θὰ ταξίδευε καὶ ἡ Κάρι θὰ ἐργαζόταν. — Θὰ σοῦ πῶ τί νὰ κάνεις. Πήγαινε στὸ σπίτι, πάρε ὅ,τι θέλεις καὶ ϕύγε. Τὸ σκέϕτηκε γιὰ πολλὴ ὥρα καὶ τελικὰ συμϕώνησε. Θὰ τὴ συνόδευε μέχρι τὴν ὁδὸ Πιόρια καὶ θὰ τὴν περίμενε. Θὰ τὸν συναντοῦσε στὶς ὀχτώμισι. Στὶς πεντέμισι ἔϕτασε στὸ σπίτι καὶ στὶς ἕξι ἡ ἀποϕασιστικότητά της εἶχε μεγαλώσει. — Δὲν σὲ πήρανε λοιπόν, εἶπε ἡ Μίνι μιλώντας γιὰ τὸ «Μπόστον» ποὺ τῆς εἶχε ἀναϕέρει ἡ Κάρι. — ῎ Οχι, τῆς ἀπάντησε λοξοκοιτώντας την. — Δὲν νομίζω πὼς ἀξίζει νὰ συνεχίσεις νὰ ψάχνεις αὐτὸ τὸ ϕθινόπωρο. ῾ Η Μίνι ἔνιωθε πὼς ὁ Χάνσον θὰ προτιμοῦσε νὰ ϕύγει ἡ Κάρι κι ἔτσι προσπαθοῦσε νὰ σπρώξει τὰ πράγματα πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση. ῾ Η Κάρι δὲν ἀποκρίθηκε. ῞ Οταν ἦρθε στὸ σπίτι ὁ Χάνσον, συμπεριϕερόταν μὲ τὸν ἴδιο ἀνεξιχνίαστο τρόπο. Πλύθηκε σιωπηλὰ καὶ πῆγε νὰ διαβάσει τὴν ἐϕημερίδα του. Στὸ δεῖπνο ἡ Κάρι ἔνιωθε λίγο νευρική. ᾽Απ᾿ τὴ μιὰ αἰσθανόταν πὼς δὲν τὴν ἤθελαν ἐδῶ, κι ἀπ᾿ τὴν ἄλλη τὰ σχέδιά της τὴν ἀναστάτωναν. — Δὲν βρῆκες τίποτα, ἔ; ρώτησε ὁ Χάνσον. ῾ Η Κάρι ἀπάντησε ἀρνητικά. ᾽ Εκεῖνος ξανάρχισε νὰ τρώει καὶ συλλογιζόταν πὼς τοῦ ἦταν βάρος νὰ τὴν ἔχει ἐδῶ. Θά ᾿ πρεπε νὰ πάει σπίτι της, αὐτὸ ἦταν ὅλο. ῎ Ετσι κι ἔϕευγε, δὲν θὰ ξαναρχόταν τὴν ἄνοιξη. Τὴν Κάρι τὴ ϕόβιζε αὐτὸ ποὺ πήγαινε νὰ κάνει, ἀλλὰ χαιρόταν ποὺ θά ᾿ βαζε τέρμα σ ᾿ αὐτὴ τὴν κα10

THEODORE DREISER, ῾Η Κάρι μας


146

THEODORE DREISER

τάσταση. Δὲν θὰ τοὺς ἔνοιαζε. Εἰδικὰ ὁ Χάνσον θὰ χαιρόταν ποὺ θὰ τὴν ξεϕορτωνόταν. Δὲν τὸν ἐνδιέϕερε ἡ τύχη της. Μετὰ τὸ ϕαῒ πῆγε στὸ μπάνιο γιὰ νὰ γράψει ἀνενόχλητη ἕνα μικρὸ σημείωμα. «Γειά σου, Μίνι», ἔγραϕε. «Δὲν γυρίζω σπίτι. Θὰ μείνω γιὰ λίγο στὸ Σικάγο καὶ θὰ ψάξω γιὰ δουλειά. Μὴ στενοχωριέσαι. ῞ Ολα θὰ πᾶνε καλά». Στὸ σαλόνι ὁ Χάνσον διάβαζε τὴν ἐϕημερίδα του. ῞ Οπως πάντα, ἡ Κάρι βοήθησε τὴ Μίνι νὰ τακτοποιήσει τὰ πιάτα. ῎ Επειτα κάθισε λίγο κοιτώντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο. ῞ Οταν ἦρθε ἡ ὥρα, ξαναγύρισε στὴν τραπεζαρία. — Λέω νὰ πάω νὰ σταθῶ λίγο στὴν εἴσοδο. Μόλις ποὺ μποροῦσε νὰ κρύψει τὸ τρέμουλο τῆς ϕωνῆς της. ῾ Η Μίνι θυμήθηκε τὴ συμβουλὴ τοῦ Χάνσον. — ῾ Ο Σβὲν λέει πὼς δὲν εἶναι σωστὸ νὰ στέκεσαι ἐκεῖ. — ᾽Αλήθεια; Δὲν θὰ τὸ ξανακάνω... τελευταία ϕορά. ῎ Εβαλε τὸ καπέλο της καὶ χασομέρησε λίγο στὴν κρεβατοκάμαρά τους ψάχνοντας ἕνα μέρος γιὰ νὰ βάλει τὸ σημείωμα. Τελικὰ τό ᾿ βαλε κάτω ἀπὸ τὴ βούρτσα τῆς Μίνι. ῞ Οταν ἔκλεισε τὴν πόρτα, στάθηκε μιὰ στιγμὴ καὶ προσπάθησε νὰ ϕανταστεῖ τί θὰ σκέϕτονταν. Αἰσθάνθηκε πὼς ἔκανε κάτι πολὺ παράξενο. Κατέβηκε τὰ σκαλιὰ ἀργά. ῎ Εξω περνοῦσαν τράμ, παίζανε τὰ παιδιά... Κοίταξε πίσω στὶς σκάλες καὶ προχώρησε ἀργὰ στὸ δρόμο. ῞ Οταν ἔϕτασε στὴ γωνία, τάχυνε τὸ βῆμα της. ᾽ Εκείνη τὴν ὥρα ὁ Χάνσον ρωτοῦσε τὴ γυναίκα του:


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΟΚΤΩ

147

— ῾ Η Κάρι εἶναι κάτω στὴν εἴσοδο πάλι; — Ναί. Εἶπε πὼς εἶναι ἡ τελευταία ϕορά. Αὐτὸς ἔσκυψε πάνω ἀπ᾿ τὸ μωρὸ ποὺ ἔπαιζε στὸ πάτωμα κι ἄρχισε νὰ τὸ πειράζει μὲ τὸ δάχτυλό του. ῾ Ο Ντρουὲ τὴν περίμενε στὴ γωνία ὅλος κέϕι. — ῎ Ελα, Κάρι, τῆς εἶπε καθὼς ἐκείνη τὸν πλησίαζε μὲ ζωηρὸ βῆμα. Τὰ κατάϕερες, ἔτσι; ῎ Ελα νὰ πάρουμε τὸ τράμ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8.

Μέσα στὶς δυνάμεις ποὺ κυριαρχοῦν στὸ σύμπαν, ὁ ἀπαίδευτος ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ϕτερὸ στὸν ἄνεμο. ῾ Ο πολιτισμός μας βρίσκεται ἀκόμα σ ᾿ ἕνα ἐνδιάμεσο στάδιο – δὲν εἴμαστε θηρία γιατὶ δὲν μᾶς κυβερνάει πιὰ μόνο τὸ ἔνστικτο, δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι γιατὶ δὲν μᾶς κυβερνᾶ ἀκόμα μόνο ἡ λογική. ῾ Η τίγρη δὲν ἔχει εὐθύνες. Τὴν ὁρίζουν οἱ δυνάμεις τῆς ζωῆς. Μ ᾿ αὐτὲς γεννιέται καὶ μπορεῖ νὰ προστατεύσει τὸν ἑαυτό της χωρὶς νὰ σκέϕτεται. Βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπ᾿ τὶς ϕωνὲς τῆς ζούγκλας· τὰ ἔνστικτά του ἀμβλύνονται ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη βούληση καὶ ἡ ἐλεύθερη βούλησή του σπάνια εἶναι τόσο ἀνεπτυγμένη ὥστε νὰ ἀντικαταστήσει τὰ ἔνστικτά του καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει μὲ ἀσϕάλεια. Γίνεται τόσο σοϕὸς ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπακούει πάντα στὰ ἔνστικτα καὶ τὶς ἐπιθυμίες του· εἶναι ἀκόμα τόσο ἀδύναμος ποὺ δὲν μπορεῖ πάντα νὰ τὰ ἀγνοεῖ. Σὰν ζῶο, οἱ δυνάμεις τῆς ζωῆς του τὸν ἔχουν μάθει νὰ ὑπακούει στὰ ἔνστικτά του· σὰν ἄνθρωπος, δὲν ἔχει μάθει ἀκόμα νὰ ὑπακούει στὶς δυνάμεις τῆς ζωῆς. Ταλαντεύεται σ ᾿ αὐτὸ τὸ ἐνδιάμεσο ἐπίπεδο – τὰ ἔνστικτά του δὲν τὸν ὁδηγοῦν σὲ ἁρμονία μὲ τὴ ϕύ-


148

THEODORE DREISER

ση οὔτε μπορεῖ ἀκόμα νὰ πετύχει μόνος του αὐτὴ τὴν ἁρμονία μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή του. Φτερὸ στὸν ἄνεμο· κάθε πνοὴ τοῦ πάθους τὸν πετάει ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, ἄλλοτε δρᾶ σύμϕωνα μὲ τὴ βούλησή του κι ἄλλοτε σύμϕωνα μὲ τὸ ἔνστικτό του, σϕάλλει μὲ τὸ ἕνα, ἐπανορθώνει μὲ τὸ ἄλλο, χάνει μὲ τό ᾿ να, κερδίζει μὲ τ ᾿ ἄλλο – ἕνα πλάσμα ἀνυπολόγιστα εὐμετάβλητο. ῎ Εχουμε τὴν παρηγοριὰ νὰ γνωρίζουμε πὼς ἡ ἐξέλιξη συνεχίζεται, πὼς τὸ ἰδανικὸ εἶναι ἕνα ϕῶς ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ σβήσει. ῾ Ο ἄνθρωπος δὲν θὰ ἰσορροπεῖ πάντα ἔτσι ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ στὸ κακό. ῞ Οταν τακτοποιηθεῖ αὐτὴ ἡ σύγκρουση τῆς ἐλεύθερης βούλησης μὲ τὸ ἔνστικτο, ὅταν τὸ μυαλὸ χαρίσει στὴ βούληση τὴ δύναμη ν᾿ ἀντικαταστήσει πλήρως τὸ ἔνστικτο, ὁ ἄνθρωπος δὲν θά ᾿ ναι πιὰ τόσο εὐμετάβλητος. ῾ Η πυξίδα τοῦ μυαλοῦ θὰ δείχνει σταθερὰ κι ἀταλάντευτα στὸν μακρινὸ πόλο τῆς ἀλήθειας. Στὴν Κάρι, ὅπως καὶ σὲ πάμπολλους ἀπὸ μᾶς, τὸ ἔνστικτο καὶ ἡ λογική, ἡ ἐπιθυμία καὶ ἡ σκέψη, πάλευαν γιὰ τὴν πρωτοκαθεδρία. Στὴν Κάρι, ὅπως καὶ σὲ πάμπολλους ἀπὸ μᾶς, τὸ ἔνστικτο κι ἡ ἐπιθυμία ἦταν ἐν μέρει ἀκόμα νικητές. Τ ᾿ ἀκολουθοῦσε. Περισσότερο τὴν κατεύθυναν παρὰ κατευθύνονταν ἀπὸ κείνη. ῞ Οταν ἡ Μίνι, μετὰ ἀπὸ μιὰ νύχτα ἀνησυχίας ἀνάμικτης μὲ ἀπορία, ποὺ δὲν ἦταν πραγματικὴ λύπη ἢ ἀγάπη, βρῆκε τὸ ἄλλο πρωὶ τὸ σημείωμα, ϕώναξε: — Γιά κοίτα! —Τί; ρώτησε ὁ Χάνσον. — ῾ Η Κάρι μας πῆγε νὰ μείνει κάπου ἀλλοῦ. ῾ Ο Χάνσον πετάχτηκε ἀπ᾿ τὸ κρεβάτι του πιὸ γρήγορα ἀπ᾿ ὅ,τι συνήθως καὶ διάβασε τὸ σημείωμα. ῾ Η μόνη ἔνδειξη γιὰ τὸ τί σκεϕτόταν ἦταν ἕνας μι-


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΟΚΤΩ

149

κρὸς ἦχος ποὺ ἔκανε μὲ τὴ γλώσσα του – ὁ ἦχος ποὺ βγάζουν μερικοὶ ἄνθρωποι ὅταν θέλουν νὰ κάνουν ἕνα ἄλογο νὰ προχωρήσει. —Ποῦ λὲς νὰ πῆγε; ρώτησε ἡ Μίνι πολὺ ἀναστατωμένη. — Δὲν ξέρω, ἀπάντησε μὲ μιὰ κυνικὴ λάμψη στὰ μάτια. Τώρα τό ᾿κανε. ῾ Η Μίνι κούνησε παραζαλισμένη τὸ κεϕάλι της. —Τί μπορεῖς νὰ κάνεις; σήκωσε τὰ χέρια του ὁ Χάνσον. ῾ Η Μίνι, μὲ τὴ γυναικεία της ϕύση, εἶχε μεγαλύτερη διαίσθηση ἀπὸ κεῖνον. Λογάριασε τί πιθανότητες ὑπῆρχαν σ ᾿ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις. — ῎ Αχ, εἶπε στὸ τέλος, καημενούλα Κάρι! Τὴν ὥρα ποὺ γινόταν αὐτὴ ἡ συζήτηση, στὶς πέντε τὸ πρωί, ἐκείνη ἡ τυχερούλα κοιμόταν, λίγο ἀνήσυχη, στὸ καινούργιο της δωμάτιο – μόνη. Μερικὲς ϕορὲς ἀνησυχοῦμε γιὰ τὴν κατάσταση κάποιου ἄλλου πολὺ περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι ὁ ἴδιος. Οἱ ἄνθρωποι συχνὰ δὲν θρηνοῦν γιὰ κάτι ποὺ τοὺς συμβαίνει τόσο ὅσο νομίζουμε. Ὑποϕέρουν, ἀλλὰ μὲ γενναιότητα. Στενοχωριοῦνται γιὰ ἄλλα πράγματα, ὄχι ὅμως γιὰ τὴν κατάστασή τους. Καθὼς τοὺς κλαῖμε, βλέπουμε κάθε λεπτομέρεια τῆς κατεστραμμένης τους ζωῆς, μιὰ μπερδεμένη εἰκόνα χρόνων γεμάτων δυστυχία, ὅπως διαβάζουμε μιὰ μακρόχρονη τραγωδία συμπυκνωμένη σ ᾿ ἕνα μικρὸ μυθιστόρημα. Στὸ μεταξὺ τὸ θύμα ἐκείνη τὴ συγκεκριμένη μέρα ἢ τὴν ἑπόμενη δὲν ἀγωνιᾶ· ὑποδέχεται τὴ μοίρα του λεπτὸ μὲ λεπτὸ καὶ ὥρα μὲ τὴν ὥρα, ὅπως ἔρχεται. Τὸ ἀξιοσημείωτο στὴν κατάσταση τῆς Κάρι ἦταν ὅτι διέκρινε δυνατότητες ἐξέλιξης. Δὲν ἦταν ἄνθρωπος τῶν ἡδονῶν ὥστε νὰ λαχταρᾶ νὰ ζήσει ναρκωμένη στὴν ἀγκαλιὰ τῆς πολυτέλειας. Στριϕογύριζε


150

THEODORE DREISER

ἀναστατωμένη ἀπ᾿ τὴν τόλμη της, χαρούμενη γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή της, κι ἀναρωτιόταν ἂν θά ᾿ βρισκε καμιὰ δουλειὰ καὶ τί θά ᾿ κανε ὁ Ντρουέ. ᾽ Εκεῖνος εἶχε τὸ μέλλον του κανονισμένο, ἐκτὸς κι ἂν συνέβαινε κανένα ἀπρόοπτο. Δὲν μποροῦσε νὰ ἀποϕύγει ὅ,τι ἐπρόκειτο νὰ κάνει. Δὲν μποροῦσε νὰ διακρίνει ἀρκετὰ καθαρὰ ὥστε νὰ ἐπιθυμεῖ νὰ κάνει κάτι διαϕορετικό. Παρασυρόταν ἀπὸ τὴν ἔμϕυτη ἐπιθυμία του νὰ παίξει τὸν γνωστὸ κατακτητικό του ρόλο. Θὰ τοῦ δημιουργοῦνταν ἡ ἀνάγκη ν᾿ ἀπολαύσει τὴν Κάρι ὅπως τοῦ δημιουργοῦνταν ἡ ἀνάγκη νὰ ϕάει ἕνα καλὸ πρωινό. Μπορεῖ νά ᾿ νιωθε κάποιες στοιχειώδεις τύψεις γιὰ ὅ,τι ἔκανε, καὶ μέχρι αὐτὸ τὸ σημεῖο ἦταν κακὸς κι ἁμαρτωλός. ᾽Αλλὰ οἱ ὁποιεσδήποτε τύψεις του θὰ ἦταν στοιχειώδεις, μπορεῖτε νά ᾿στε σίγουροι. Τὴν ἑπομένη ἐπισκέϕτηκε τὴν Κάρι στὸ δωμάτιό της. Ἦταν πάλι χαρούμενος, μὲ μεταδοτικὴ ζωντάνια. — ῎ Ε, γιατί ἔτσι κατσουϕιασμένη; ῎ Ελα, πᾶμε γιὰ πρωινό. ῎ Εχεις ν᾿ ἀγοράσεις καὶ τ ᾿ ἄλλα σου ροῦχα σήμερα. ῾ Η Κάρι τὸν κοίταξε ἐνῶ ἀπ᾿ τὸ βλέμμα της περνοῦσε μιὰ γρήγορη σκέψη. — Θά ᾿ θελα νὰ βρῶ καμιὰ δουλειά, εἶπε. — Θὰ βρεῖς. Ποιός ὁ λόγος νὰ στενοχωριέσαι τώρα; Βολέψου. Δὲς τὴν πόλη. Δὲν θὰ σ ᾿ ἐνοχλήσω. —Τὸ ξέρω, ἀποκρίθηκε μισοπιστεύοντάς τον. — ῎ Εβαλες τὰ καινούργια σου παπούτσια, ἔτσι; Θαῦμα! Βάλε καὶ τὴ ζακέτα σου. ῾ Η Κάρι ὑπάκουσε. —Σοῦ ρ᾿ χεται γάντι, παρατήρησε ἀγγίζοντάς την στὴ μέση καὶ κοιτάζοντάς την μὲ πραγματικὴ εὐχαρίστηση, ἀϕοῦ ὀπισθοχώρησε λίγο. Αὐτὸ ποὺ σοῦ


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΟΚΤΩ

151

χρειάζεται τώρα εἶναι μιὰ καινούργια ϕούστα. ῎ Ελα, πᾶμε γιὰ πρωινό. ῾ Η Κάρι ἔβαλε τὸ καπέλο της. —Ποῦ εἶναι τὰ γάντια; τὴ ρώτησε. — ᾽ Εδῶ, ἀπάντησε βγάζοντάς τα ἀπὸ τὸ συρτάρι τοῦ κομοδίνου. — ῎ Ελα. ῎ Ετσι σαρώθηκε ὁ πρῶτος της ϕόβος. Αὐτὸ γινόταν κάθε ϕορά. ῾ Ο Ντρουὲ δὲν τὴν ἄϕηνε γιὰ πολὺ μόνη. Εἶχε καὶ τὶς ὧρες τῆς μοναξιᾶς της, ἀλλὰ κυρίως τῆς γέμιζε τὶς ὧρες μὲ ξεναγήσεις. Στὸ «Κάρσον» τῆς ἀγόρασε μιὰ ὡραία ϕούστα καὶ πουκάμισο. ᾽ Εκείνη ἀγόρασε μὲ τὰ χρήματά του διάϕορα μικροπράγματα ἀπαραίτητα γιὰ τὸν καλλωπισμό, μέχρι ποὺ τελικὰ ἔμοιαζε μὲ τελείως ἄλλη κοπέλα. ῾ Ο καθρέϕτης τὴν ἔπεισε γιὰ μερικὰ πράγματα ποὺ ἡ ἴδια πίστευε ἀπὸ καιρό. Ναί, ἦταν χαριτωμένη. Τί ὡραῖα ποὺ τῆς ἐρχόταν τὸ καπέλο καὶ τί ὄμορϕα ποὺ ἦταν τὰ μάτια της! Δάγκωσε τὰ κόκκινά της χείλη κι ἔνιωσε γιὰ πρώτη ϕορὰ τὸ ρίγος τῆς ἐξουσίας. ῾ Ο Ντρουὲ ἦταν τόσο καλός! Ἕνα βράδυ πῆγαν νὰ δοῦν τὸν Μικάδο, μιὰ ὀπερέτα ἐξαιρετικὰ δημοϕιλὴ ἐκείνη τὴν ἐποχή.* Πρὶν πᾶνε, ξεκίνησαν γιὰ τὸ ἑστιατόριο «Γουίντσορ», ποὺ βρισκόταν στὴν ὁδὸ Ντίαρμπορν, ἀρκετὰ μακριὰ ἀπ᾿ τὸ διαμέρισμα τῆς Κάρι. Φυσοῦσε κρύος ἀέρας κι ἀπ᾿ τὰ παράθυρά της ἡ Κάρι μποροῦσε νὰ δεῖ τὸν οὐρανὸ στὴ δύση, ρὸζ ἀκόμα ἀπὸ τὸ ϕῶς ποὺ χανόταν, ἀλλὰ μπλὲ πάνω ἐκεῖ ὅπου συναντοῦσε τὸ σκοτάδι. Ἕνα στενόμακρο ρὸζ σύννεϕο ἁπλωνόταν σὰν κάποιο νησὶ σὲ μακρινὲς θάλασσες. Μερικὰ νεκρὰ κλαδιὰ δέντρου ποὺ κουνιοῦνταν πέρα δῶθε στὸν ἄνεμο τῆς θύμισαν μιὰ εἰκόνα οἰκεία – τὴ θέα ποὺ ἔβλεπε ἀπ᾿ τὸ σπίτι της τὸν Δεκέμβριο.


152

THEODORE DREISER

Σώπασε κι ἔσϕιξε τὰ μικρά της χέρια. —Τί συμβαίνει; ρώτησε ὁ Ντρουέ. — Δὲν ξέρω – καὶ τὰ χέρια της ἔτρεμαν. Διαισθάνθηκε κάτι καὶ πέρασε τὸ χέρι του στὸν ὦμο της χτυπώντας την χαϊδευτικὰ στὸ μπράτσο. — ῎ Ελα, τῆς εἶπε τρυϕερά, ὅλα πᾶνε μιὰ χαρά. Φόρεσε τὴ ζακέτα της. — ᾽Απόψε καλύτερα νὰ τυλίξεις κι αὐτὸ τὸ μαντήλι στὸ λαιμό σου. Προχώρησαν στὴν ὁδὸ ῎Ανταμς κι ἔπειτα ἔστριψαν πρὸς τὰ δυτικά. Τὰ ϕῶτα στὰ καταστήματα ἄστραϕταν κιόλας χρυσά. Οἱ στοὲς ἦταν ἐπίσης ϕωτισμένες, καθὼς καὶ τὰ παράθυρα τῶν γραϕείων ψηλά. ῾ Ο κρύος ἄνεμος τοὺς μαστίγωνε μὲ ξαϕνικὲς ριπές. Τὰ ἐργοστάσια καὶ τὰ καταστήματα ἔκλειναν καὶ ὁ κόσμος ἄρχισε νὰ γεμίζει τοὺς δρόμους πηγαίνοντας στὸ σπίτι του· κουκουλώνονταν μ᾿ ἐλαϕριὰ πανωϕόρια, κατέβαζαν χαμηλὰ τὰ καπέλα τους. Περνοῦσαν μικρὲς πωλήτριες δυὸ-δυό, τέσσερις-τέσσερις, ϕλυαρώντας καὶ γελώντας. Ἦταν ἕνα θερμὸ ἀνθρώπινο θέαμα. Ξαϕνικὰ μιὰ κοπέλα ἀπὸ κάποια ὁμάδα ϕτωχοντυμένων κοριτσιῶν ποὺ περνοῦσαν κοίταξε τὴν Κάρι ἀναγνωρίζοντάς την. Τὴν ἀναγνώρισε κι ἡ Κάρι. Ἦταν μία ἀπ᾿ τὶς κοπέλες ποὺ δούλευαν στὸ ἐργοστάσιο. ῾ Η κοπέλα δὲν ἔδειχνε πολὺ σίγουρη καὶ τὴν κοιτοῦσε ἐρευνητικά. ῾ Η Κάρι ἔνιωθε πὼς τώρα τὶς χώριζαν ὁλόκληρες θάλασσες. Θυμήθηκε τὶς μέρες τοῦ ἐργοστασίου ξαϕνιασμένη. ῾ Ο Ντρουὲ δὲν πῆρε εἴδηση, μέχρι ποὺ ἡ Κάρι κουτούλησε σ ᾿ ἕναν περαστικό. — ῎ Εχεις ἀλλοῦ τὸ νοῦ σου, παρατήρησε. ῎ Εϕαγαν καὶ πήγανε στὸ θέατρο. Τὸ θέαμα ἄρεσε πάρα πολὺ στὴν Κάρι – τὰ χρώματα καὶ ἡ χάρη


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΟΚΤΩ

153

του. Φανταζόταν μακρινὲς χῶρες, δύναμη καὶ καταπληκτικοὺς ἀνθρώπους. ῞ Οταν τέλειωσε, ἀπόμεινε νὰ θαυμάζει τὶς ἅμαξες καὶ τὶς ἀκριβοντυμένες κυρίες. —Περίμενε λίγο, εἶπε ὁ Ντρουὲ ὅταν μπῆκαν στὸ ϕουαγέ, ὅπου συναντιοῦνταν κυρίες καὶ κύριοι, θρόιζαν ϕοῦστες, ἔνευαν καλοχτενισμένα κεϕάλια, ἄστραϕταν χαμόγελα. Κάτσε νὰ δοῦμε. — ῾ Εξήντα ἑϕτά, ϕώναξε ὁ ἄνθρωπος ποὺ καλοῦσε τὶς ἅμαξες. Ἑξήντα ἑϕτά. — Δὲν εἶναι θαῦμα; εἶπε ἡ Κάρι. —Τέλεια, ἀποκρίθηκε ὁ Ντρουέ. Τοῦ ἄρεσε αὐτὸ τὸ ὄμορϕο χαρούμενο θέαμα ὅσο καὶ σ ᾿ ἐκείνη. ῎ Εσϕιξε θερμὰ τὸ μπράτσο της. Κάποια στιγμὴ τὸν κοίταξε μὲ λαμπερὰ μάτια καὶ μισάνοιχτα χείλη, ἀπ᾿ ὅπου ϕαίνονταν τὰ ἴσια της δόντια. Τὸν κατέκλυσε ἕνα κύμα πόθου. Καθὼς ἔβγαιναν, τῆς ψιθύρισε: —Εἶσαι ὄμορϕη. Στάθηκαν σ ᾿ ἕνα σημεῖο καὶ εἶδαν ἕναν ἁμαξὰ νὰ βοηθᾶ δυὸ κυρίες νὰ μποῦν στὴν ἅμαξα. — Μεῖνε μαζί μου καὶ κάποτε θά ᾿ χουμε κι ἐμεῖς ἅμαξα, εἶπε ὁ Ντρουέ. ῾ Η Κάρι μόλις ποὺ ἄκουσε τὴ ϕωνή του – τόσο γεμάτο ἦταν τὸ κεϕάλι της ἀπ᾿ αὐτὸν τὸ στρόβιλο τῆς ζωῆς. Μπήκανε σ ᾿ ἕνα ἑστιατόριο γιὰ νὰ τσιμπήσουν κάτι μετὰ τὸ θέατρο. Κάποια στιγμὴ ἡ Κάρι σκέϕτηκε πόσο ἀργὰ ἦταν, ἀλλὰ τώρα δὲν τὴν ὅριζαν ἀπ᾿ τὸ σπίτι. Ἂν εἶχε ἀποκτήσει ποτέ της ὁρισμένες συνήθειες, τώρα θὰ ἐπιδροῦσαν πάνω της. Οἱ συνήθειες εἶναι παράξενα πράγματα. Μποροῦν νὰ σηκώσουν ἀπ᾿ τὸ κρεβάτι ἕνα διόλου θρησκευόμενο ἄτομο γιὰ νὰ πεῖ προσευχές – ποὺ εἶναι μονάχα συνήθεια


154

THEODORE DREISER

κι ὄχι πίστη. Τὸ θύμα τῆς συνήθειας, ἂν μία ϕορὰ δὲν κάνει αὐτὸ ποὺ ἔχει συνηθίσει, νιώθει μιὰ μικρὴ ἐνόχληση στὸ μυαλό του, κάτι ἐκνευριστικό, ποὺ νομίζει πὼς εἶναι τύψη, ἡ μικρὴ ἤρεμη ϕωνὴ ποὺ τὸν ἐπαναϕέρει στὸν ἴσιο δρόμο. ῍ Αν ἡ παρασπονδία εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, τότε ἡ συνήθεια θὰ τὸν ἀναγκάσει μὲ αὐστηρότητα νὰ κάνει χωρὶς νὰ σκέϕτεται ὅ,τι εἶχε συνηθίσει. « ῎Αχ, εὐτυχῶς», λέει τὸ ἄτομο, «ἔκανα τὸ καθῆκον μου», ἐνῶ στὴν πραγματικότητα δὲν ἔχει κάνει τίποτ ᾿ ἄλλο παρὰ ν᾿ ἀκολουθήσει τὶς ἀπαράβατες συνήθειές του. ῾ Η Κάρι δὲν εἶχε πάρει ἀπ᾿ τὸ σπίτι της αὐστηρὲς ἀρχές. Ἂν εἶχε, θά ᾿ νιωθε μεγαλύτερη ἀναστάτωση στὴ συνείδησή της. Τώρα ἔϕαγε χωρὶς ἰδιαίτερες τύψεις. Κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση ὅλων ὅσων συνέβαιναν –τοῦ ὡραίου ἀνεκδήλωτου πάθους ποὺ ἔτρεϕε γιὰ κείνην ὁ Ντρουέ, τοῦ ϕαγητοῦ, τῆς πολυτέλειας ποὺ τῆς προξενοῦσε ἀκόμα κατάπληξη–, χαλάρωσε κι ἄκουγε μὲ τ ᾿ ἀϕτιά της τεντωμένα. Ἦταν καὶ πάλι τὸ θύμα τῆς ὑπνωτικῆς ἐπίδρασης τῆς πόλης, τοῦ μαγνητισμοῦ τεράστιων δυνάμεων. ῎ Εχουμε ἀκουστὰ γιὰ τὴν παράδοξη δύναμη τοῦ Νιαγάρα: ὅταν κοιτᾶς πολλὴ ὥρα τὴν ὁρμή του, σὲ κυριεύουν ἀνεξέλεγκτες, τολμηρὲς σκέψεις. ῎ Εχουμε ἀκουστὰ γιὰ τὴν ἐπίδραση τῆς ὑπνωτικῆς σϕαίρας – ἀποδεδειγμένη ἐπιστημονικά. ῾ Ο ἄνθρωπος εἶναι τόσο ἐξοικειωμένος μὲ τὶς ἀνεξήγητες, ἀόρατες δυνάμεις, ὥστε νὰ ἀμϕισβητεῖ πιὰ πὼς τὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ καταλαβαίνει καὶ κυριαρχεῖται ἀπὸ πράγματα ποὺ δὲν ϕαίνονται. Τὸ ϕεγγάρι δὲν μαγνητίζει μονάχα τὸ νερὸ τῆς θάλασσας. ῞ Ολα ὅσα ϕαντάζεται κάποιος κοιτάζοντας ἕνα ἐκθαμβωτικό, γοητευτικὸ ἢ ἄσχημο, θέαμα, δημιουργοῦνται περισσότερο ἀπὸ τὸ θέαμα καὶ λιγότερο ἀπ᾿ τὸ μυαλὸ τοῦ παρατηρητῆ. Αὐτὲς


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΟΚΤΩ

155

οἱ παράξενες, ἀνεπαίσθητες εἰσροές, ποὺ ἀλλάζουν, μεταμορϕώνουν, διαλύουν, προμηνύουν ἴσως τὴν ἑρμηνεία τοῦ μυστηριώδους στίχου τοῦ Σαίξπηρ: «Ὑπάρχουν περισσότερα πράγματα σὲ οὐρανὸ καὶ γῆ, ῾Οράτιε, ἀπ᾿ὅσα ἔχει ὀνειρευτεῖ ἡ ϕιλοσοϕία σου». Εἴμαστε τελικὰ περισσότερο παθητικοὶ παρὰ ἐνεργητικοί, περισσότερο καθρέϕτες παρὰ μηχανές, καὶ ἡ πηγὴ τῶν ἀνθρώπινων πράξεων δὲν ἔχει ἀκόμα ἐντοπιστεῖ οὔτε βυθομετρηθεῖ. — Λοιπόν, εἶπε ὁ Ντρουέ, καλύτερα νὰ πηγαίνουμε. Εἶχαν κάτσει ἐκεῖ ἀρκετὴ ὥρα καὶ πολλὲς ϕορὲς εἶχαν διασταυρωθεῖ τὰ βλέμματά τους. ῾ Η Κάρι αἰσθανόταν τὶς δονήσεις ποὺ προκαλοῦνταν ἀπὸ τὸ βλέμμα του – ποὺ ἦταν τὸ βλέμμα του. Εἶχε τὸν δικό του τρόπο ν᾿ ἀγγίζει τὸ χέρι της, σὰν νά ᾿ θελε νὰ τῆς ἐξηγήσει κάτι ἢ νὰ κάνει κάτι νὰ τῆς ἐντυπωθεῖ. Τ ᾿ ἄγγιξε καὶ τώρα καθὼς τῆς πρότεινε νὰ ϕύγουν. Σηκώθηκαν καὶ βγῆκαν. ῾ Η πόλη ἦταν ἔρημη, ἐκτὸς ἀπὸ λίγους διαβάτες ποὺ περνοῦσαν σϕυρίζοντας, λίγα τράμ, λίγα ϕωτισμένα παράθυρα σὲ ἀνοιχτὰ κέντρα. Περπάτησαν στὴ Λεωϕόρο Γουάμπας ἐνῶ ὁ Ντρουὲ συνέχιζε νὰ τῆς ἐξηγεῖ διάϕορα πράγματα. Καθὼς μιλοῦσε, κρατοῦσε σϕιχτὰ τὸ μπράτσο τῆς Κάρι. Κάθε τόσο, ἅμα πετοῦσε κανένα πνευματῶδες ἀστεῖο, τὴν κοιτοῦσε καὶ οἱ ματιές τους συναντιοῦνταν. Τελικὰ ἔϕτασαν στὰ σκαλιὰ καὶ ἡ Κάρι στάθηκε στὸ πρῶτο – τώρα τὸ κεϕάλι της βρισκόταν στὸ ἴδιο ὕψος μὲ τοῦ Ντρουέ. Πῆρε τὸ χέρι της καὶ τὸ κράτησε τρυϕερά. Τὴν κοίταξε κατάματα, ἐνῶ ἐκείνη ἔστρεϕε τὸ βλέμμα της δεξιὰ κι ἀριστερά. ᾽ Εκείνη τὴν ὥρα ἡ Μίνι κοιμόταν βαθιὰ μετὰ ἀπὸ ἕνα βράδυ γεμάτο ἀνήσυχες σκέψεις. ῾ Ο ἀγκώνας


156

THEODORE DREISER

της βρισκόταν σὲ ἄβολη θέση κάτω ἀπ᾿ τὸ πλευρό της. Οἱ μύες του ἐρέθισαν μερικὰ νεῦρα καὶ τώρα στὸ ναρκωμένο μυαλὸ δημιουργήθηκε μιὰ θαμπὴ εἰκόνα. Φαντάστηκε πὼς ἐκείνη καὶ ἡ Κάρι βρίσκονταν κάπου κοντὰ σ ᾿ ἕνα παλιὸ ἀνθρακωρυχεῖο. ῎ Εβλεπε τὰ βαγονέτα καὶ τὸ βουνὸ ἀπὸ χῶμα καὶ κάρβουνο ποὺ ἄδειαζαν. Κοιτοῦσαν σ ᾿ ἕνα βαθὺ πηγάδι – διέκριναν τὶς παράξενες βρεγμένες πέτρες πολὺ χαμηλά, ἐκεῖ ὅπου ὁ τοῖχος διαλυόταν σὲ ἀχνὲς σκιές. ῾ Υπῆρχε κρεμασμένο ἐκεῖ ἕνα παλιὸ καλάθι ποὺ χρησιμοποιοῦσαν κάποτε γιὰ νὰ κατεβαίνουν δεμένο μ᾿ ἕνα ϕθαρμένο σκοινί. — ῎ Ελα νὰ μποῦμε μέσα, πρότεινε ἡ Κάρι. — ῎ Ω, ὄχι! — Ναί, ἔλα. ῎Αρχισε νὰ τραβάει τὸ καλάθι καὶ τώρα, μὴν ἀκούγοντας καμιὰ διαμαρτυρία, μπῆκε μέσα καὶ κατέβαινε, κατέβαινε. — Κάρι! ϕώναξε, Κάρι, ἔλα πίσω! ἀλλὰ τώρα ἡ Κάρι εἶχε κατέβει πολὺ βαθιὰ καὶ οἱ σκιὲς τὴν εἶχαν καταπιεῖ τελείως. Μετακίνησε τὸ χέρι της. Τώρα ἡ μυστηριώδης σκηνὴ ἄλλαξε παράξενα καὶ η Μίνι βρέθηκε κοντὰ σὲ νερά, σ ᾿ ἕνα μέρος ποὺ δὲν εἶχε ξαναδεῖ. Βρίσκονταν πάνω σὲ μιὰ σανίδα ἢ σ ᾿ ἕνα κομμάτι γῆς ποὺ ἐκτεινόταν πολὺ μακριὰ καὶ στὴν ἄκρη στεκόταν ἡ Κάρι. Τώρα αὐτὸ τὸ πράγμα ἄρχισε νὰ βυθίζεται καὶ ἡ Μίνι ἄκουγε τὸν ὑπόκωϕο ἦχο τοῦ νεροῦ ποὺ τὸ κατάπινε. — ῎ Ελα, Κάρι! ϕώναξε, ἡ Κάρι ὅμως ἀπομακρυνόταν ὅλο καὶ πιὸ πολύ, μέχρι ποὺ ἦταν ἀδύνατο πιὰ νὰ τὴν ἀκούσει. Κάρι! Κάρι! ᾽Αλλὰ ἡ ϕωνή της ἠχοῦσε ἀπόμακρη καὶ τὰ ἀλλόκοτα νερὰ ρουϕοῦσαν, ἔσβηναν τὸ τοπίο. ᾽Απο-


ΚΕΦΑΛ ΑΙΟ ΟΚΤΩ

157

μακρύνθηκε γεμάτη ὀδύνη, σὰν νά ᾿ χε χάσει κάτι. Ποτέ της δὲν εἶχε αἰσθανθεῖ τέτοιαν ἄϕατη λύπη. ῎ Ετσι συνέχιζε τὸ κουρασμένο της μυαλό – παράξενα ϕαντάσματα, θολές, μπερδεμένες εἰκόνες. ῾ Η τελευταία τὴν ἔκανε νὰ ϕωνάξει δυνατά, γιατὶ ἡ Κάρι σκαρϕάλωνε σ ᾿ ἕναν βράχο καὶ τὰ δάχτυλά της γλίστρησαν – τὴν εἶδε νὰ πέϕτει. — Μίνι! Τί ἔχεις; Ξύπνα! εἶπε ὁ Χάνσον ἀνήσυχος ταρακουνώντας την. —Τί; Τί ἔγινε; ρώτησε κοιμισμένη ἀκόμα ἡ Μίνι. — Ξύπνα καὶ γύρνα ἀπ᾿ τὴν ἄλλη. Παραμιλᾶς. Μιὰ βδομάδα περίπου μετὰ ὁ Ντρουὲ ἔμπαινε στοὺς Χάνα καὶ Χόγκ, ἄψογος στὸ ντύσιμο καὶ στοὺς τρόπους. — Γειά σου, Τσάρλι, ϕώναξε ὁ Χάρστγουντ ἀπὸ τὸ γραϕεῖο του. ῾ Ο Ντρουὲ τὸν πλησίασε. —Πότε ξαναϕεύγεις; —Πολὺ σύντομα. — Δὲν σὲ εἴδαμε αὐτὴ τὴ ϕορά. —Εἶχα δουλειές. Κουβέντιασαν γιὰ λίγα λεπτὰ μὲ γενικότητες. — ῎ Ακου, ἔκανε ὁ Ντρουὲ σὰν νὰ τοῦ ᾿ χε ἔρθει ξαϕνικὴ ἔμπνευση, θέλω νά ᾿ρθεις ἕνα βράδυ. — Νά ᾿ρθω ποῦ; —Στὸ σπίτι μου ϕυσικά, χαμογέλασε ὁ Ντρουέ. ῾ Ο Χάρστγουντ τὸν κοίταξε ἐρευνητικὰ μὲ μιὰ ὑποψία χαμόγελου στὰ χείλη. ᾽ Εξέτασε μὲ τὸν πολύπειρο τρόπο του τὸ πρόσωπο τοῦ Ντρουὲ κι ἔπειτα εἶπε μὲ ὕϕος τζέντλεμαν: —Σίγουρα· θὰ χαρῶ πολύ. — Θὰ παίξουμε καὶ χαρτιά. — Νὰ ϕέρω καὶ κανένα κρασάκι; — ῾ Ωραῖα. Θὰ κάνεις μιὰ γνωριμία.


Αναζητ�στε το εδ�

       

 www.gutenbergbooks.gr /gutenbergbooks

Theodore Dreiser - Η Κάρι μας  
Theodore Dreiser - Η Κάρι μας