Page 1


Οι Πέντε στο Λόφο του Μπίλικοκ Η δέκατη έκτη περιπέτεια των Πέντε Φίλων


v Τα

21 βιβλία της σειράς είναι:

1. Οι Πέντε στο Νησί των Θησαυρών 2. Οι Πέντε πάλι σε περιπέτεια 3. Οι Πέντε φεύγουν μαζί 4. Οι Πέντε στην Κορυφή του Λαθρέμπορα 5. Οι Πέντε πάλι στο Νησί του Κιρίν 6. Οι Πέντε φεύγουν μ’ ένα τροχόσπιτο 7. Οι Πέντε σε κατασκήνωση 8. Οι Πέντε σε φασαρίες 9. Οι Πέντε πέφτουν σε περιπέτεια 10. Οι Πέντε σε διακοπές 11. Οι Πέντε καλοπερνούν 12. Οι Πέντε πηγαίνουν στη θάλασσα 13. Οι Πέντε πηγαίνουν στο Βάλτο του Μυστηρίου 14. Οι Πέντε διασκεδάζουν 15. Οι Πέντε σε μυστικά ίχνη 16. Οι Πέντε στο Λόφο του Μπίλικοκ 17. Οι Πέντε σε δυσκολίες 18. Οι Πέντε στο κτήμα του Φίνιστον 19. Οι Πέντε στο Ντίμον Ροκ 20. Οι Πέντε λύνουν ένα μυστήριο 21. Οι Πέντε πάλι μαζί


Enid Blyton ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΦΙΛΟΙ

16

Οι Πέντε στο Λόφο του Μπίλικοκ Μετάφραση

Βάλια Καραγιάννη Επιμέλεια

Μάγδα Κλαυδιανού Εικονογράφηση

Betty Maxey

GUTENBERG


Τίτλος πρωτοτύπου:

Enid Blyton: Famous Five 16. Five Go to Billycock Hill Οι Πέντε στο Λόφο του Μπίλικοκ

© Copyright 2016 Εκδόσεις Gutenberg, as instructed to the Publisher by Hodder & Stoughton Limited.

All rights reserved. ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG Διδότου 37, 106 80 Αθήνα Τηλ.: 210-3642003 – fax: 210-3642030 ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ιασωνίδου 13, 546 35 Θεσσαλονίκη Τηλ.: 2310-271147 www.dardanosnet.gr * info@dardanosnet.gr e-shop: www.dardanosnet.gr Απαγορεύεται η αναδημοσίευση και γενικά η ολική, μερική ή περιληπτική αναπαραγωγή και μετάδοση έστω μιας σελίδας του παρόντος βιβλίου, κατά παράφραση ή διασκευή με οποιονδήποτε τρόπο (μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό κ.λπ. – Ν. 2121/93, άρθρο 51). Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις δημόσιες υπηρεσίες, βιβλιοθήκες, οργανισμούς κ.λπ. (άρθρο 18). Οι παραβάτες διώκονται (άρθρο 13) και τους επιβάλλονται κατάσχεση, αστικές και ποινικές κυρώσεις σύμφωνα με το νόμο (άρθρα 64-66). ISBN 978-960-01-1762-2  E  K.K. 9566516


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Διακοπές μιας εβδομάδας . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 2. Ξεκίνημα για τους λόφους Μπίλικοκ . . . . . . . . . . . . . . . . 3. Η Φάρμα Μπίλικοκ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 4. Ένα πανέμορφο μέρος για κατασκήνωση . . . . . . . . . . . . 5. Πρώτη νύχτα κι ένας πρωινός επισκέπτης . . . . . . . . . . . . 6. Η Φάρμα «Πεταλούδα» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 7. Η κυρία Τζέινς, μια αράχνη και μια λιμνούλα . . . . . . . . . 8. Ένδειξη για μπελάδες . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 9. Ο ξάδερφος Τζεφ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 10. Και πάλι στη Φάρμα «Πεταλούδα» . . . . . . . . . . . . . . . . . . 11. Μια νύχτα με καταιγίδα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 12. Τι συνέβη στις σπηλιές του Μπίλικοκ . . . . . . . . . . . . . . . . 13. Ένα τρομακτικό σοκ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 14. Ο κύριος Γκρινγκλ ενοχλείται . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 15. Κι άλλα νέα κι ένα νυχτερινό ταξιδάκι . . . . . . . . . . . . . . . 16. Κοιτάζοντας από τ’ ανοιχτά παράθυρα . . . . . . . . . . . . . . 17. Πολλά συμβαίνουν . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 18. Κανείς δεν ξέρει πού να ψάξει . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 19. Ένα πρωί γεμάτο δουλειές . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 20. Ένα περίεργο μήνυμα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 21. Ένα συναρπαστικό τέλος . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

~7~

9 17 23 31 38 45 52 61 68 76 84 91 99 107 114 120 127 135 141 149 157


1. Διακοπές μιας εβδομάδας — Πού είναι ο χάρτης; φώναξε ο Τζούλιαν. Εκείνος εκεί είναι, Τζορτζ; Ωραία! Πού λέτε να τον απλώσουμε; —Στο πάτωμα, πετάχτηκε η Άννα. Ένας χάρτης διαβάζεται πολύ πιο εύκολα απλωμένος στο πάτωμα! Θα τραβήξω το τραπέζι σε μια άκρη. —Μόνο, σε παρακαλώ, πρόσεχε! φώναξε η Τζορτζ. Ο μπαμπάς είναι στο γραφείο του και θυμάσαι πολύ καλά τι συνέβη όταν κάποιος άρχισε να σπρώχνει το τραπέζι την προηγούμενη φορά! Όλοι έβαλαν τα γέλια. Ο πατέρας της Τζορτζ ξεμύτιζε από το γραφείο του μόλις άκουγε κάποιον ξαφνικό θόρυβο. Το τραπέζι τραβήχτηκε προσεχτικά στην άκρη κι ο χάρτης απλώθηκε στο πάτωμα. Ο Τίμι τα ’χασε όταν είδε τους τέσσερις φίλους του γονατισμένους γύρω από ένα κομμάτι χαρτί! Λες να παίζανε κανένα καινούριο παιχνίδι; —Ήσυχα, Τίμι! πρόσταξε ο Ντικ. Ήδη την έκανες τη ζημιά σου σήμερα το πρωί. Και σταμάτα να κουνάς την ουρά σου σαν να είσαι εκκρεμές. —Γουφ! ήταν η απάντηση του Τίμι και ξαπλώθηκε φαρδύς-πλατύς πάνω στον χάρτη. —Σήκω πάνω, ανόητε! αγρίεψε ο Ντικ. Δεν καταλαβαίνεις επιτέλους πως βιαζόμαστε και δεν έχουμε καιρό για παιχνίδια; Ψάχνουμε να βρούμε τι δρόμο θ’ ακολουθήσουμε για τους λόφους Μπίλικοκ…


—Τι όμορφα που ακούγεται: Μπίλικοκ! μονολόγησε η Άννα. Εκεί θα πάμε; —Ναι, απάντησε ο Τζούλιαν, σηκώνοντας το κεφάλι του απ’ το χάρτη. Είναι κοντά σε κάτι σπηλιές που θέλουμε να δούμε, κι εκεί κοντά είναι κι η φάρμα «Πεταλούδα» και… —Φάρμα «Πεταλούδα»! τον διέκοψε έκπληκτη η Τζορτζ. Τι στο καλό είναι αυτό; —Αυτό που λέει η ίδια η λέξη! δήλωσε ο Ντικ. Μια φάρμα για πεταλούδες! Ένας συμμαθητής μου, ο Τόμπι, μου μίλησε γι’ αυτή τη φάρμα. Μένει πολύ κοντά και λέει πως είναι πολύ ενδιαφέρον μέρος· εκκολάπτουν πεταλούδες από κουκούλια κι από αβγά, για να τις πουλήσουν σε συλλέκτες. —Αλήθεια; ρώτησε δύσπιστη η Άννα. Πάντως, πριν από καιρό μού άρεσε να μαζεύω κάμπιες και να τις βλέπω να γίνονται, λίγο λίγο, υπέροχες πεταλούδες. Αλλά πάλι… ένα ολόκληρο αγρόκτημα γι’ αυτές! Μπορούμε πραγματικά να επισκεφθούμε ένα τέτοιο μέρος; —Και βέβαια· ο Τόμπι λέει ότι ο υπεύθυνος της φάρμας χαίρεται να ξεναγεί τους επισκέπτες, απάντησε ο Τζούλιαν. Και πρέπει να σας πω πως το Μπίλικοκ είναι ονομαστό για τα σπάνια είδη πεταλούδας· γι’ αυτό έφτιαξαν μια τέτοια φάρμα εκεί πέρα. Οι εργάτες τρέχουν παντού τριγύρω με απόχες από λεπτό δίχτυ και το βράδυ βγαίνουν για τις μικρές κάμπιες που θα μεταβληθούν σε χρυσαλλίδες. —Όλα αυτά μου φαίνονται συναρπαστικά, είπε ο Ντικ. Έχουμε λοιπόν και λέμε: θα επισκεφτούμε τις σπηλιές, το αγρόκτημα, τον Τόμπι και… —Οι Πέντε Φίλοι θα είναι πάλι μαζί για να περάσουν μια ηλιόλουστη εβδομάδα διακοπών! φώναξε η Τζορτζ χαϊδεύοντας τον Τίμι. Τα τέσσερα παιδιά έπεσαν πάλι με τα μούτρα στη μελέ~ 11 ~


τη του χάρτη· ακολουθούσαν τον δρόμο με τα δάχτυλά τους. Αφοσιωμένοι όπως ήταν, δεν πήραν είδηση τον πατέρα της Τζορτζ που άνοιξε την πόρτα του κι έβαλε, ως συνήθως, τις φωνές: —Ποιος μου πείραξε τα χαρτιά που είχα πάνω στο γραφείο μου; Πού είναι τα χαρτιά που είχα αφήσει; Φάνι! Φάνι, έλα εδώ. —Θέλει τη μαμά, συνειδηποίησε τελικά η Τζορτζ. Πάω να τη φέρω. Ουφ, ξέχασα· έχει πάει για ψώνια στα μαγαζιά. —Γιατί δεν μπορείτε ν’ αφήνετε τα χαρτιά μου στη θέση που τα βάζω; ακούστηκε πάλι η φωνή του πατέρα της Τζορτζ. Φάνι! Φάνι! Ο κύριος Κιρίν βγήκε από το γραφείο του μουρμουρίζοντας συνεχώς. Δεν είδε πως τα παιδιά ήταν ξαπλωμένα στο πάτωμα και προχώρησε καταπάνω τους. Ο Τίμι άρχισε να γαβγίζει χαρούμενος κι όρμησε στην αγκαλιά του, νομίζοντας πως για πρώτη φορά ο πατέρας της Τζορτζ ήταν διαθέσιμος για παιχνίδι! —Ωχ! έκανε η Τζορτζ καθώς το χέρι του πατέρα της τη χτύπησε κατά λάθος στο πρόσωπο. Βρε, μπαμπά, τι είν’ αυτά που κάνεις! —Θείε Κουέντιν, λυπάμαι που σκόνταψες πάνω μας! είπε κι ο Τζούλιαν. Σταμάτα, Τίμι, δεν έχει κανείς διάθεση για παιχνίδια. Βοήθησε τον θείο του να σηκωθεί, ο οποίος είχε πέσει… μεγαλοπρεπώς, περιμένοντας καρτερικά την έκρηξη του θυμού του. —Είναι απαραίτητο να ξαπλώνετε στο πάτωμα; τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα ο θείος του. Κατέβα επιτέλους, Τίμι. Πού είναι η μητέρα σου, Τζορτζ; Μα, σήκω, για όνομα του Θεού, από το πάτωμα! Πού είναι η Τζόαν; Αυτή καθάρισε το γραφείο μου; ~ 12 ~


Η Τζόαν, η μαγείρισσα, εμφανίστηκε στην πόρτα σκουπίζοντας τα χέρια της με την ποδιά της. —Μα τι θόρυβος είναι αυτός… άρχισε να λέει. Ω, συγνώμη, κύριε, δεν ήξερα πως είσαστε εσείς, κι εγώ… —Εσύ, Τζόαν, ξεσκόνισες πάλι το γραφείο μου; σχεδόν ούρλιαξε ο πατέρας της Τζορτζ. —Όχι, κύριε. Μήπως χάσατε τίποτα; Μη σας νοιάζει, θα ’ρθω να το βρω αμέσως, συμπλήρωσε η Τζόαν, που είχε συνηθίσει τη συμπεριφορά του κυρίου Κιρίν. Εσείς, παιδιά, μαζέψτε το χάρτη και βάλτε το τραπέζι στη θέση του. Σταμάτα να γαβγίζεις, Τίμι. Πάρ’ τον έξω, Τζορτζ, για όνομα του Θεού, αλλιώς ο πατέρας σου θα τρελαθεί… —Αναστατώθηκε μόνο που έχασε τα χαρτιά του, απάντησε με απάθεια η Τζορτζ κι έβγαλε τον Τίμι στον κήπο. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν, ενώ ο Τζούλιαν τύλιγε τον χάρτη χαμογελώντας. —Νά η μαμά, έδειξε η Τζορτζ. Ο Τζούλιαν έτρεξε ν’ ανοίξει την εξώπορτα, γιατί η θεία του ήταν φορτωμένη με πολλά ψώνια. —Λοιπόν, αποφασίσατε πού θα πάτε; τους ρώτησε μόλις πλησίασε. —Ναι, είπε ο Τζούλιαν παίρνοντας τις σακούλες από τα χέρια της θείας του για να τις μεταφέρει μέσα. Θα πάμε στους λόφους Μπίλικοκ και μια κι ο φίλος μας ο Τόμπι μένει εκεί, στη Φάρμα Μπίλικοκ, θα μας δανείσει ό,τι χρειάζεται για να κατασκηνώσουμε. —Έτσι, δε θα χρειαστεί να κουβαλάμε στα ποδήλατά μας ούτε σκηνές ούτε στρώματα, παρατήρησε χαρούμενος ο Ντικ. —Θαύμα! χαμογέλασε η θεία του. Κι από φαγητό; Θα τ’ αγοράζετε από τη φάρμα του Τόμπι, φαντάζομαι. —Μάλλον, απάντησε ο Τζούλιαν. Δηλαδή, θα μπορού~ 13 ~


με ν’ αγοράζουμε αβγά ή γάλα ή και το ψωμί που θα χρειαζόμαστε· κι ο Τόμπι λέει πως, όταν φτάσουμε, οι φράουλες θα έχουν σίγουρα ωριμάσει! Η θεία Φάνι χαμογέλασε. —Δεν πρέπει ν’ ανησυχώ, λοιπόν, για το φαγητό σας. Άλλωστε, θα ’χετε και τον Τίμι μαζί σας για να σας προσέχει· έτσι δεν είναι, Τίμι; —Γουφ-γουφ! —Ο θείος Κουέντιν είναι λιγάκι εκνευρισμένος, θεία Φάνι, άλλαξε θέμα ο Ντικ. Θέλει να μάθει ποιος τακτοποίησε το γραφείο του. Όρμησε έξω από το γραφείο –ούτε που μας είδε– κι έπεσε σχεδόν πάνω μας. —Αχ, Θεέ μου, καλύτερα ας βιαστώ να πάω κοντά του. Γιά να δούμε, τι χαρτιά έχασε αυτή τη φορά! Φαντάζομαι πως θα ξέχασε τι χαρτιά μάζεψε. Συνήθως, βρίσκω ένα σωρό σπουδαία έγγραφα μέσα στο καλάθι των σκουπιδιών… Τα παιδιά έβαλαν τα γέλια όσο η κυρία Κιρίν απομακρυνόταν βιαστικά. —Λοιπόν, πάμε να ετοιμαστούμε! πρότεινε ο Τζούλιαν. Δε χρειάζεται να πάρουμε πολλά πράγματα μαζί μας, μια κι ο Τόμπι θα μας βοηθήσει σε οτιδήποτε χρειαστούμε. Θα πάρουμε όμως αδιάβροχα και μπουφάν. Κι ένα-δυο χάρτες. —Και φακούς, συμπλήρωσε η Άννα, γιατί θέλουμε να εξερευνήσουμε εκείνες τις σπηλιές. Ας πάρουμε όμως και μαγιό, μήπως και βρούμε κάποιο μέρος για κολύμπι. Κάνει ακόμα αρκετή ζέστη! —Και κεριά και σπίρτα, πετάχτηκε η Τζορτζ και χτύπησε τις τσέπες του παντελονιού της. Τα πήρα κιόλας! Τα πήρα από την Τζόαν. Πρέπει να πάρουμε όμως και μερικά γλυκάκια. —Ναι, και καμιά κονσέρβα, συμφώνησε ο Τζούλιαν. Λέω να πάρουμε κι ένα ραδιόφωνο! ~ 14 ~


—Αχ, ναι, είναι πολύ ωραία ιδέα, χοροπήδησε η Άννα. Θ’ ακούμε τις αγαπημένες μας εκπομπές και τις ειδήσεις. Δε νομίζω πως θα μπορούμε εκεί ν’ αγοράζουμε περιοδικά. —Πάω να βγάλω τα ποδήλατα από την αποθήκη, ξεκίνησε ο Τζούλιαν. —Ντικ, πάρε τα σάντουιτς από την Τζόαν· είπε πως θα μας έφτιαχνε μερικά, γιατί θα φτάσουμε στη φάρμα του Τόμπι το βράδυ· και βάζω στοίχημα πως πολλές φορές θα πεινάσουμε στο δρόμο! —Γουφ! μπήκε στη μέση κι ο Τίμι, που γνώριζε τη λέξη «πείνα» απέξω κι ανακατωτά. —Λέει πως πρέπει να θυμηθούμε και τα δικά του μπισκότα, εξήγησε γελώντας η Άννα. Πάω να σου φέρω τώρα κιόλας, Τίμι, αν και φαντάζομαι πως μπορείς να μοιραστείς μια χαρά το φαγητό των σκύλων της φάρμας Μπίλικοκ. Η Τζόαν είχε ετοιμάσει δυο μεγάλα καλάθια με σάντουιτς και κέικ, μαζί με δυο μπουκάλια πορτοκαλάδα. —Έτοιμα σας τα ’χω! φώναξε δίνοντάς τα. Αν τα φάτε όλα, δε φαντάζομαι να ξαναπεινάσετε γρήγορα. Να και τα μπισκότα του Τίμι κι ένα κόκαλο! —Είσαι θησαυρός, Τζόαν! γέλασε ο Ντικ. —Εμπρός! ακούστηκε ο Τζούλιαν. Έτοιμα τα ποδήλατα. Ντικ, φέρε τα μπουφάν! Μέσα σε τρία λεπτά, φορτώθηκαν τα πάντα μέσα στα καλάθια των ποδηλάτων. Όλα ήταν έτοιμα για το ξεκίνημα. —Γεια σας, παιδιά! φώναξε η κυρία Κιρίν από την εξώπορτα του κήπου. Τζούλιαν, να προσέχεις τα κορίτσια… και, Τίμι! Να τους προσέχεις όλους! Ο θείος Κουέντιν εμφανίστηκε ξαφνικά στο παράθυρο. ~ 15 ~


—Τι είναι όλη αυτή η φασαρία; Αχ, έφυγαν επιτέλους; Θα ’χω τουλάχιστον λίγη ησυχία εδώ μέσα! Γεια σας! Και να φέρεστε σε όλους ευγενικά… —Ζήτωωω! Φεύγουμε πάλι για διακοπές! Ναι, κι εσύ, Τίμι! Τι καλά!

~ 16 ~


2. Ξεκίνημα για τους λόφους Μπίλικοκ

Ο ήλιος έλαμπε ζεσταίνοντας τα πάντα κι οι Πέντε Φίλοι

έτρεχαν στον παραλιακό δρόμο του Κιρίν Κότιτζ. Ο Τίμι έτρεχε δίπλα στα ποδήλατά τους με τη γλώσσα του να κρέμεται έξω από το στόμα. Η Άννα το έλεγε πάντα πως ο Τίμι είχε την πιο μακριά γλώσσα απ’ όσους σκύλους ήξερε! Η θάλασσα ήταν καταγάλανη κι οι αφροί των κυμάτων έσκαγαν στα βράχια. Μακριά, φαινόταν το νησάκι Κιρίν με το κάστρο στη μέση. —Δεν είναι πολύ όμορφο; είπε ο Ντικ. Ώρες-ώρες ήθελα να μείνουμε εδώ, να κάνουμε μπάνιο κάθε μέρα και βόλτες στο νησάκι της Τζορτζ. —Μπορούμε να τα κάνουμε όλα αυτά το καλοκαίρι, απάντησε ο Τζούλιαν. Είναι πολύ ενδιαφέρον να εξερευνήσουμε καινούρια μέρη. Ο Τόμπι λέει πως οι σπηλιές του Μπίλικοκ είναι υπέροχες. —Πώς είναι ο Τόμπι; ρώτησε η Τζορτζ. Εγώ κι η Άννα δεν τον έχουμε γνωρίσει. —Είναι σκέτο πειραχτήρι, εξήγησε ο Ντικ. Του αρέσει να βάζει κάμπιες στο λαιμό των ανθρώπων κι ένα σωρό παρόμοιες σκανταλιές· και μακριά απ’ αυτόν αν τον δείτε να φοράει ένα υπέροχο τριαντάφυλλο στο πέτο του και σας καλέσει να το μυρίσετε! —Γιατί; αναρωτήθηκε έκπληκτη η Άννα. —Γιατί, όταν σκύψεις πάνω του, θα σου κάνει μούσκε-


μα το πρόσωπο, γέλασε ο Ντικ. Το τριαντάφυλλο είναι ψεύτικο, είναι ένα τρικ. —Δε νομίζω ότι θα τον πολυσυμπαθήσω, δήλωσε η Τζορτζ. Θα φάει μια κατραπακιά πρώτης, αν τολμήσει να μου κάνει τίποτα τέτοιο. —Δεν ιδρώνει τ’ αφτί του! γέλασε ο Ντικ. Απλούστατα, την επόμενη φορά θα σου κάνει κάτι χειρότερο. Μην κατσουφιάζεις, Τζορτζ, ξεκινάμε για διακοπές. Ο Τόμπι είναι μια χαρά παιδί, σκανταλιάρης λίγο, αυτό είν’ όλο! —Θα φάμε παγωτό μόλις φτάσουμε στο χωριό, τους διέκοψε ο Τζούλιαν. —Δύο παγωτά! πετάχτηκε η Άννα. Είχαν μπροστά τους να περάσουν τη μεγάλη ανηφόρα ενός λόφου. Ο Τζούλιαν, όπως πάντα, έφτασε πρώτος στην κορυφή. —Φαίνεται ένα χωριό, τους είπε. Ακριβώς στις ρίζες του λόφου. Γιά να δούμε… ναι, είναι το χωριό Τένικ· θα σταματήσουμε για να ρωτήσουμε πού πουλάνε παγωτά, αν έχουν, βέβαια. Και βέβαια είχαν· φράουλα και βανίλια. Τα τέσσερα παιδιά κάθισαν σ’ ένα τραπεζάκι κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, έξω από το μαγαζάκι με τα παγωτά. Ο Τίμι ξαπλώθηκε εκεί γύρω, με τα μάτια γεμάτα προσμονή. Ήξερε πως στο τέλος θα έγλειφε τουλάχιστον τα άδεια κυπελάκια. —Όχι, Τίμι, δε θα σου αγοράσω παγωτό· αρκετά χοντρός είσαι και χωρίς αυτό, του φώναξε η Τζορτζ, βλέποντάς τον να έχει στυλώσει τα μάτια του στη βανίλια. Ή μάλλον με τόση τρεχάλα μέχρι εδώ, δικαιούσαι ένα, του είπε αλλάζοντας γνώμη τελικά —Γουφ! ενθουσιάστηκε ο Τίμι. —Πάνε χαμένα τα λεφτά, γκρίνιαξε η Άννα, το μισό λιώνει πάνω στο χώμα. ~ 18 ~


Δέκα λεπτά αργότερα, ξεκίνησαν πάλι με ανανεωμένες τις δυνάμεις τους. Ήταν πολύ όμορφα να τρέχουν με τα ποδήλατα στην εξοχή, κάτω από τον ήλιο του Ιουνίου· τα δέντρα ήταν τόσο πράσινα και φουντωτά και οι αγροί χρυσαφένιοι από τις ώριμες καλαμποκιές που έσκυβαν ευγενικά το κεφάλι τους με το ελαφρό αεράκι. Η κίνηση στους έρημους εξοχικούς δρόμους ήταν ελάχιστη· πότε πότε περνούσε κάποιο αγροτικό αυτοκίνητο ή ένα κάρο. —Πρέπει να φτάσουμε στη Φάρμα Μπίλικοκ γύρω στις τέσσερις, υπολόγισε ο Ντικ. Ή μπορεί και πιο γρήγορα. Τι ώρα θα σταματήσουμε για φαγητό, Τζούλιαν, και πού; —Θα βρούμε μια όμορφη τοποθεσία γύρω στη μία το μεσημέρι, απάντησε ο Τζούλιαν. Αλλά ούτε ένα λεπτό πιο μπροστά. Δεν ωφελεί, λοιπόν, να πει κανείς πως πεθαίνει στην πείνα. Είναι μόνο δώδεκα. —Διψάω πολύ, πετάχτηκε η Άννα. Και βάζω στοίχημα πως κι ο Τίμι έχει… κορακιάσει! Ας σταματήσουμε στην πρώτη πηγή που θα δούμε… —Να! Εκεί είναι μία, έδειξε ο Ντικ. Έι, Τίμι, τρέχα! Νερό! Ο Τίμι όρμησε στην πηγή κι άρχισε να πίνει λαίμαργα. Τα παιδιά κατέβηκαν απ’ τα ποδήλατά τους και στάθηκαν περιμένοντας. —Ε, Τίμι, άφησε και λίγο νερό για τα ψαράκια! φώναξε ο Ντικ. Τζορτζ, σταμάτησέ τον πια. Θα γίνει σαν μπαλόνι. —Δεν πρόκειται! Τίμι, αρκετά! Ο Τίμι κατέβασε μια τελευταία γουλιά κι έτρεξε δίπλα στην Τζορτζ. Ο Τζούλιαν είχε αποφασίσει πού θα κάθονταν για φαγητό· στην κορυφή του ψηλού λόφου! Από εκεί θα μπορούσαν να δουν όλη τη γύρω περιοχή· κι έπειτα, εκεί μόνο θα ~ 20 ~


μπορούσαν να αισθανθούν λίγη δροσιά. Γύρισε και το είπε στην παρέα. —Ουφ, επιτέλους, αναστέναξε λαχανιασμένη η Άννα. Ήταν πολύ όμορφα στην κορυφή του λόφου. Ήταν πολύ ψηλά και μπορούσαν να βλέπουν τα πάντα τριγύρω, για χιλιόμετρα και χιλιόμετρα μακριά. Το χορτάρι ήταν δροσερό και μαλακό, ο Τίμι όμως δε συμφωνούσε να ξεκουραστούν πριν από το φαγητό. Ήθελε το κόκαλό του! Πλησίασε το ποδήλατο της Τζορτζ κι άρχισε να μυρίζει το καλάθι. Ναι, ήταν σίγουρος, το κόκαλό του βρισκόταν εκεί! Έριξε μια ματιά τριγύρω για να βεβαιωθεί πως όλοι είχαν ξαπλώσει πάνω στο χορτάρι και δεν τον πρόσεχαν. Έπειτα, άρχισε να τραβολογάει ένα δεματάκι τυλιγμένο σε χαρτί. Η Άννα ήταν ξαπλωμένη αρκετά κοντά στον Τίμι κι άκουσε τον θόρυβο από το χαρτί. —Τίμι! φώναξε έκπληκτη. Μα τι κάνεις; Αυτοσερβιρίζεσαι τα δικά μας σάντουιτς; Η Τζορτζ ανακάθισε στο λεπτό κι ο Τίμι κατέβασε την ουρά, λες και ήθελε να πει: «Συγνώμη, αλλά, εδώ που τα λέμε, δικό μου είναι το κόκαλο!» —Α, το κόκαλο θέλει, είπε η Τζορτζ. Δε θέλει τα δικά μας σάντουιτς. Μα, Άννα, πώς κάνεις έτσι, έπρεπε να ξέρεις πως δε θα πείραζε ποτέ το δικό μας φαγητό! —Πάντως εγώ πείνασα, μουρμούρισε η Άννα. Τζούλιαν, τι λες, θα φάμε; Κι έπειτα, θα ήθελα και κάτι να πιω. Η ιδέα να πιουν αναψυκτικό μετά το φαγητό τούς ενεργοποίησε όλους. Σύντομα, άρχισαν να ξετυλίγουν το τυρί, να εμφανίζονται τα σάντουιτς και τα τεράστια κομμάτια του κέικ που είχε φτιάξει η Τζόαν. Ο Τζούλιαν βρήκε τα μικρά πλαστικά ποτηράκια και τα γέμισε προσεκτικά χυμό πορτοκάλι. —Είναι υπέροχο, είπε ο Ντικ τρώγοντας ένα αφράτο σάντουιτς και κοιτάζοντας το τοπίο γύρω του. Κοιτάξτε… ~ 21 ~


εκείνον το λόφο εκεί πάνω, λέτε να είναι ο ένας από τους λόφους Μπίλικοκ; —Θα κοιτάξω με τα κιάλια, απάντησε ο Τζούλιαν. Ναι, αυτός πρέπει να είναι. Τι παράξενο σχήμα που έχει η κορυφή του· μοιάζει με καπέλο του γερο-Μπίλικοκ. Έδωσε και στους άλλους τα κιάλια. Η Τζορτζ τα έβαλε και μπροστά στα μάτια του Τίμι! —Έλα, δες κι εσύ! Τζούλιαν, λες να μπορεί να δει κι αυτός τόσο μακριά; Σε λίγο τα φαγητά είχαν εξαφανιστεί. Δεν είχε μείνει ψίχουλο! —Θα μείνουμε να ξεκουραστούμε για μισή ώρα ακόμα, δήλωσε ο Τζούλιαν. Θεούλη μου, πώς νυστάζω! Ξάπλωσαν στα μαλακά χόρτα και σύντομα αποκοιμήθηκαν κάτω από τον ζεστό ήλιο. Ακόμη κι ο Τίμι έδειχνε ξεθεωμένος και κοιμισμένος. Η Άννα ένιωσε κάτι να σέρνεται πάνω στο χέρι της και ξύπνησε τρομαγμένη. —Αχ, ένα μεγάλο σκαθάρι! φώναξε τινάζοντάς το από το μπράτσο της. Κοίταξε το ρολόι της. —Ντικ! Τζούλιαν! Ξυπνήστε! Πρέπει να ξεκινήσουμε αν θέλουμε να φτάσουμε στη φάρμα έγκαιρα. Σύντομα, βρίσκονταν στα ποδήλατά τους, τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, φωνάζοντας χαρούμενα, με τον Τίμι να γαβγίζει ακολουθώντας τα ποδήλατά τους. Πραγματικά, το να αρχίζουν οι διακοπές σου είναι το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο!

~ 22 ~


3. Η Φάρμα Μπίλικοκ

Τα παιδιά έτρεξαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν· έφτασαν

λοιπόν στον προορισμό τους πολύ γρήγορα. Θα έφταναν ακόμη πιο νωρίς, αν δεν έπρεπε να κόβουν ταχύτητα εξαιτίας του Τίμι. Είχε τόσο λαχανιάσει, που τα παιδιά αναγκάζονταν να σταματούν κάθε ένα τέταρτο για να ξεκουράζεται. —Κρίμα που είναι τόσο μεγαλόσωμος και βαρύς, παρατήρησε η Άννα. Αν ήταν μικρούλης, θα μπορούσαμε να τον κουβαλάμε στα καλάθια των ποδηλάτων μας. Το Μπίλικοκ ήταν πια πολύ κοντά. Πραγματικά, είχε περίεργο σχήμα, σαν παλιομοδίτικο καπέλο. Στους αγρούς βοσκούσαν κοπάδια από αγελάδες και πιο ψηλά, όπου το γρασίδι ήταν πιο κοντό, οι κτηνοτρόφοι είχαν βάλει τα πρόβατά τους για βοσκή. Στους πρόποδες του λόφου υψωνόταν ένα παλιό κτίριο με άλλα μικρότερα κτίσματα και στάβλους γύρω του. Κάπου εκεί κοντά του ήταν κι ένα μεγάλο θερμοκήπιο. —Αυτή πρέπει να είναι η Φάρμα Μπίλικοκ, παρατήρησε ο Τζούλιαν. Παιδιά, κάναμε ρεκόρ, η ώρα είναι μόλις τρεις και μισή. Πάμε να πλυθούμε στο ρυάκι· όλοι είμαστε σκονισμένοι κι ιδρωμένοι. Τίμι, μπορείς να κάνεις και μπάνιο αν θέλεις! Το νερό ήταν κρύο κι ολοκάθαρο. Τα παιδιά έπλυναν το πρόσωπο, τον λαιμό και τα χέρια τους, επιθυμώντας όμως να κάνουν ό,τι κι ο Τίμι: ένα μπάνιο στα ολοκάθαρα και κρυστάλλινα νερά!


—Τώρα νιώθω πολύ καλύτερα, αναστέναξε ο Ντικ σκουπίζοντας το πρόσωπό του μ’ ένα τεράστιο μαντίλι. Μπορούμε να πάμε λοιπόν, τώρα, και να παρουσιαστούμε στους κυρίους της Φάρμας Μπίλικοκ, ανήγγειλε επίσημα. Ελπίζω μόνο να θυμήθηκε ο Τόμπι ότι ερχόμαστε σήμερα· υποσχέθηκε να μας δανείσει οτιδήποτε χρειαζόμαστε για να κατασκηνώσουμε. Χτενίστηκαν, ξεσκόνισαν τα ρούχα τους και, πιο ευπρεπείς πια, προχώρησαν προς την είσοδο της φάρμας. Σύντομα βρέθηκαν στην αυλή της φάρμας, με τις κότες να μπερδεύονται στα πόδια τους, τις πάπιες να ξελαρυγγιάζονται από τις λιμνούλες και τους σκύλους να γεμίζουν τον αέρα με τα γαβγίσματά τους. Και ξαφνικά, εμφανίστηκε «κάτι» που στρίγγλισε πίσω από μια γωνιά, κάτι μικρό και ροζ. —Τι είναι αυτό; πετάχτηκε η Άννα. Α, ένα γουρουνάκι! Τι γλυκό που είναι! Κι έρχεται καταπάνω μας! Θεούλη μου, τι καθαρό που είναι! Το μικρό αστείο γουρουνάκι άφηνε στο πέρασμά του μικρές στριγγλιές κι έστριψε προς τον Τίμι, που έκατσε έκπληκτος πάνω στα πίσω πόδια του κοιτάζοντας το άγνωστο μικρό πλασματάκι. Σκεφτόταν πως πρέπει να ήταν ένα είδος σκύλου. Χωρίς τρίχωμα.


—Ο Τίμι δεν καταλαβαίνει τίποτα, γέλασε ο Τζούλιαν. Όχι, Τίμι, μη γαβγίσεις, το γουρουνάκι δεν μπορεί να σου κάνει κακό. —Τι γλυκούλι που είναι! επαναλάμβανε συνεχώς η Άννα. Γιά δέστε το. —Επ, τι είναι αυτό; ρώτησε ο Ντικ καθώς ξεχώρισε μια μικροσκοπική φιγούρα να έρχεται από το σπίτι. Σταμάτησε όταν είδε τα παιδιά να στέκονται και να περιμένουν. —Τι όμορφο αγοράκι! είπε η Άννα. Μήπως είναι ο αδερφός του Τόμπι; Το αγόρι δεν έδειχνε μεγαλύτερο από πέντε χρόνων. Τα μαλλάκια του ήταν όλο ξανθιές μπούκλες, τα μάτια του μεγάλα και καστανά κι ένα χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στα χείλη του· ένα χαμόγελο ίδιο με του μεγάλου του αδερφού. —Είναι το γουρουνάκι μου, είπε και πλησίασε τα παιδιά. Μου ξέφυγε… Η Άννα έβαλε τα γέλια. —Πώς το φωνάζεις το γουρουνάκι σου; τον ρώτησε. —Σγουρούλη, απάντησε το παιδί κι έδειξε τη γυριστή ουρίτσα του γουρουνιού του. Έχει σγουρή ουρίτσα. Δεν ισιώνει με τίποτα. Έπιασε το ζωάκι κι άρχισε ν’ απομακρύνεται. —Επ! Εδώ είναι η Φάρμα Μπίλικοκ; του φώναξε ο Τζούλιαν. Έχεις μήπως έναν αδερφό που τον λένε Τόμπι; —Τόμπι; Ναι. Ο Τόμπι είναι εκεί πέρα στην αποθήκη, απάντησε ο μικρός. Μαζί με τον Μπίνκι. —Εντάξει, είπε ο Τζούλιαν. Το αγοράκι έφυγε κουβαλώντας το παράξενο γουρουνάκι, κι ο Τζούλιαν έβαλε τα γέλια. —Μοιάζει με όμορφο ζωάκι κι ο ίδιος! Ελάτε, πάμε να βρούμε τον Τόμπι και τον Μπίνκι. Ίσως ο Μπίνκι να είναι ο τρίτος αδερφός τους. ~ 25 ~


—Ή ένας σκύλος, είπε η Τζορτζ κρατώντας τον Τίμι από το κολάρο. Καλύτερα, λοιπόν, να πάρουμε τα μέτρα μας· μπορεί να ορμήσει στον Τίμι. —Μμμ, ίσως ο Μπίνκι να είναι σκύλος, μουρμούρισε ο Τζούλιαν. Ο Ντικ κι εγώ θα πάμε να βρούμε τον Τόμπι στην αποθήκη· εσείς, κορίτσια, μείνετε εδώ μαζί με τον Τίμι. Τα δυο αγόρια ξεκίνησαν. Καθώς πλησίαζαν άκουσαν δυνατό θόρυβο. Φωνές και γαβγίσματα έφταναν ώς τ’ αφτιά τους. —Πιάσ’ τον, Μπίνκι, κοίταξε! Πήγε κάτω από το σάκο. Χοντροκέφαλε! Τον έχασες πάλι! —Γουφ-γουφ-γουφ! Ραπ-ραπ! Κι άλλες φωνές. Με μεγάλη περιέργεια ο Τζούλιαν κι ο Ντικ χώθηκαν στη μάλλον σκοτεινή αποθήκη. Είδαν τον Τόμπι εκεί πέρα και με κατακόκκινο πρόσωπο να γυρνάει προς το μέρος τους, ενώ τα γαβγίσματα ανέβηκαν έναν τόνο ψηλότερα. ~ 26 ~


—Έι, Τόμπι! φώναξε ο Τζούλιαν. —Ώστε φτάσατε! έτρεξε στην πόρτα ο Τόμπι. Πόσο ανυπόμονος ήμουνα! Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω. Μόνο εσείς οι δυο ήρθατε; Έχω ετοιμάσει σκηνές και εξοπλισμό για τέσσερις! —Τέσσερις ήρθαμε… ή μάλλον πέντε, αν μετρήσουμε και τον Τίμι, απάντησε ο Τζούλιαν. Αφήσαμε τα δυο κορίτσια με τον Τίμι, είναι ο σκύλος μας. Ο δικός σου είναι φιλικός ή θα ’χουμε φασαρίες; —Βέβαια! απάντησε ο Τόμπι και όλοι μαζί βγήκαν στην αυλή. Μόλις ο Μπίνκι είδε τον Τίμι, έμεινε ακίνητος, γρύλισε και τέντωσε τ’ αφτιά του. Επιφυλακτικά, η Τζορτζ πλησίασε μαζί με τον Τίμι. Ο Τίμι δεν ένιωθε και πολύ σίγουρος μπροστά σ’ αυτό τον θεόρατο σκύλο! Ο Τόμπι γονάτισε και κάτι είπε στο αφτί του Μπίνκι: —Μπίνκι, δώσε το πόδι σου σ’ αυτό το καλό κορίτσι· είναι φίλη. Έπειτα, στράφηκε στην Τζορτζ: —Κράτησε το πόδι του και μη φοβάσαι. Η Τζορτζ γονάτισε δίπλα στο σκυλί κι άπλωσε το χέρι της. Στη στιγμή, ο σκύλος έβαλε το πόδι του επάνω και την άφησε να το σφίξει. —Τώρα, η σειρά σου, στράφηκε ο Τόμπι στην Άννα, που έκανε το ίδιο. Ο δικός σας σκύλος χαιρετά μ’ αυτό τον τρόπο; Η Τζορτζ έγνεψε καταφατικά. —Αλήθεια; είπε ο Τόμπι. Πες του να «σφίξει» το πόδι του με τον δικό μου. Μπίνκι, εμπρός! —Εμπρός, Τίμι, κάνε το! διέταξε η Τζορτζ και, πολύ ευγενικά και με μεγάλη σοβαρότητα, τα δυο σκυλιά έσφιξαν τα… πόδια τους. ~ 27 ~


—Θαύμα! είπε ο Τόμπι ευχαριστημένος. Ο Μπίνκι μπορεί να δεχτεί οποιονδήποτε, ζώο ή άνθρωπο, από τη στιγμή που θ’ ανταλλάξει χειραψία μαζί του. Εγώ τον έμαθα να φέρεται έτσι. Όμως, είναι τρομερός κυνηγός ποντικιών. Δεν μπορεί να τα ανεχτεί ούτε δευτερόλεπτο. Λοιπόν, τι λέτε; Πάμε να δούμε τη μαμά μου που σας περιμένει; Έχει ετοιμάσει και τσάι για όλους μας. Πολύ καλή ιδέα! Ήταν το καλωσόρισμα που περίμεναν οι Πέντε Φίλοι. Η Άννα γύρισε και κοίταξε κρυφά τον Τόμπι. Σκεφτόταν πως ήταν ένα μάλλον συμπαθητικό παιδί. Η Τζορτζ δεν ήταν ακόμη τόσο σίγουρη για τη γνώμη της σχετικά με τον Τόμπι. Φορούσε ένα τριαντάφυλλο στο τσεπάκι του· ήταν το τρικ που τους είχε πει ο Τζούλιαν. Μήπως σκόπευε να τους προτείνει να το μυρίσουν; —Είδαμε ένα ξανθομάλλικο αγοράκι πριν από λίγο, παρατήρησε η Άννα. Μ’ ένα μικρό γουρουνάκι. —Α, ήταν ο Μπένι! απάντησε ο Τόμπι γελώντας. Το γουρουνάκι του το φωνάζει Σγουρούλη και το λατρεύει κυριολεκτικά. Θέλαμε να του χαρίσουμε ένα γατάκι ή κάποιο κουταβάκι, αλλά εκείνος τίποτα· μόνο το γουρουνάκι ήθελε. Πηγαίνουν παντού μαζί. Ξέρετε, τα μικρότερα αδέρφια είναι σκέτος μπελάς· όλα, εκτός από τον Μπένι όμως. —Και οι μικρότερες αδερφούλες είναι πότε πότε μπελάς, χαμογέλασε ο Ντικ κοιτάζοντας την Άννα. Βέβαια, η Άννα δεν είναι και πολύ. Εσύ τι λες, Τζούλιαν; Η μητέρα του Τόμπι, η κυρία Τόμας, ήταν μια παχουλή αλλά γλυκιά γυναίκα, με το ίδιο πλατύ χαμόγελο του Τόμπι και του Μπένι στα χείλη της. Τους καλωσόρισε γεμάτη χαρά. —Περάστε μέσα, τους είπε. Ο Τόμπι χαίρεται πολύ που θα κατασκηνώσετε εδώ γύρω· σας έχει ετοιμάσει όλα όσα χρειάζεστε και θα μπορείτε να ’ρχεστε εδώ κάθε μέρα· μπορείτε να παίρνετε αβγά, γάλα και ψωμί, βούτυρο κι οτιδή~ 28 ~


ποτε άλλο χρειάζεστε. Και προπαντός, μην ντραπείτε να ζητήσετε οτιδήποτε! Ξαφνικά, ξεσηκώθηκε μεγάλος σαματάς και το γουρουνάκι του Μπένι όρμησε μέσα στο δωμάτιο. —Να τα μας πάλι! αγανάκτησε η κ. Τόμας. Τι θα κάνουμε μ’ αυτό το ζωντανό! Μπένι, Μπένι! Σου έχω απαγορεύσει ν’ αφήνεις το γουρούνι σου να μπαίνει μέσα στο σπίτι. Αν ήταν γάτα ή σκύλος, δε θα με πείραζε καθόλου, μα ένα γουρούνι… Μπένι! Ο γιος της πήρε ένα ύφος μετανιωμένο. —Λυπάμαι, μαμά, μα όλο σκανταλιές κάνει σήμερα. Πω πω! Τι τσάι είναι αυτό! Μπορώ να φάω και να πιω τώρα; —Μόλις το ’φτιαξα· μήπως θέλεις λίγη κρέμα; ρώτησε η μητέρα του. Κι εσείς, παιδιά, τι προτιμάτε; —Γάλα, σας παρακαλώ, φώναξε πρώτη η Άννα κι οι υπόλοιποι συμφώνησαν. Τίποτα δε θα ήταν πιο ωραίο από ένα ποτήρι παγωμένο γάλα, ολόφρεσκο και με όλη του την κρέμα. Έκατσαν όλοι για να κολατσίσουν· τίποτε άλλο δε θα τους φαινόταν πιο όμορφο από όσα είχε πάνω του εκείνο το τραπέζι. Ήταν ένα μεγάλο κομμάτι ζαμπόν στη μέση του τραπεζιού, τραγανιστές φέτες ολόφρεσκου σπιτικού ψωμιού, καταπράσινα μαρούλια, ντομάτες κι ολοκόκκινα μικρά ραπανάκια. Μετά, τους περίμενε ένα υπέροχο κέικ φρούτων και μια ολόκληρη πιατέλα από κολοκυθάκια. Ένα πιάτο ήταν γεμάτο φρέσκο βούτυρο κι ολόκληρα δοχεία με μοσχομυριστό μέλι. Τι να πρωτοπάρεις; —Μακάρι να είχα να φάω μια ολόκληρη βδομάδα, θαύμασε ο Ντικ. Αυτό είναι φαγητό μετά από μια κουραστική μέρα. —Δεν ήξερα αν είχατε φάει μεσημεριανό, είπε η κ. Τόμας. Λοιπόν, Τόμπι, εσύ είσαι ο οικοδεσπότης. Φρόντισε τους καλεσμένους σου, σε παρακαλώ, και, Μπένι, κατέβα~ 29 ~


σε το γουρουνάκι απ’ τα γόνατά σου. Δεν το επιτρέπω να βρίσκεται το γουρούνι κοντά στο τραπέζι του φαγητού! —Ο Σγουρούλης θ’ αρχίσει να στριγγλίζει αν δει το ζαμπόν, γέλασε ο Τόμπι. Ξέρετε, είναι ο παππούς του Σγουρούλη… Ο Μπένι κατέβασε το γουρουνάκι βιαστικά, μήπως και… στενοχωρηθεί, κι εκείνο πήγε και κάθισε δίπλα στον Τίμι, που, περισσότερο έκπληκτος παρά ευχαριστημένος, του έκανε χώρο να σταθεί. Το φαγητό ήταν υπέροχο κι ο Τόμπι καλός οικοδεσπότης. Η Άννα κάθισε δίπλα στον μικρό Μπένι, που τον είχε συμπαθήσει πάρα πολύ. —Λοιπόν, είπε η κυρία Τόμας, όταν όλοι είχαν τελειώσει το φαγητό, ποια είναι τα σχέδιά σας; Τόμπι, δείξε στα παιδιά πού έχεις βάλει τον εξοπλισμό της κατασκήνωσής τους. Μετά, θα αποφασίσουν σε ποιο μέρος θα μείνουν. —Ελάτε τότε, τους είπε ο Τόμπι. Ο Μπένι, ο Σγουρούλης κι ο Μπίνκι συνόδεψαν κι αυτοί την παρέα. Τράβηξαν για τον λόφο. Απομακρύνονταν γεμάτοι καινούριες εικόνες και πανευτυχείς. Σε ποιο ακριβώς μέρος θα κατασκήνωναν; Τι όμορφα που θα ήταν να κοιμούνται στο ύπαιθρο! Και να βλέπουν τ’ αστέρια μέσα από τ’ ανοίγματα της σκηνής…

~ 30 ~


4. Ένα πανέμορφο μέρος

για κατασκήνωση Ο Τόμπι είχε βάλει όλο τον εξοπλισμό της κατασκήνωσης

μέσα σε μια γειτονική αποθήκη. Πήρε τους Πέντε εκεί. Ο Τζούλιαν κι ο Ντικ κοίταξαν τη στοίβα με το καραβόπανο, τους γάντζους και τα σκοινιά. Ναι, εκείνες οι δυο τέντες ήταν ό,τι έπρεπε, αν ο καιρός έμενε τόσο καλός για όλη τη βδομάδα, δεν θα χρειάζονταν καν σκηνές! Θα μπορούσαν να κοιμηθούν κυριολεκτικά κάτω απ’ τα αστέρια. —Είναι όλα μια χαρά, Τόμπι, ευχαρίστησε ο Τζούλιαν. Μας έβαλες ακόμα και κατσαρολάκι και τηγάνι. —Ίσως θέλετε να τηγανίσετε τίποτα αβγά ή κάτι άλλο· ίσως θελήσετε να φτιάξετε και σούπα. Το τηγάνι είναι αρκετά μεγάλο για να τηγανίσετε μια και καλή το φαγητό όλων σας, συμπλήρωσε ο Τόμπι σηκώνοντας το τηγάνι. Ξαφνικά, το κατέβασε, χωρίς καθόλου δύναμη, στο κεφάλι του Σγουρούλη, που το ’βαλε στα πόδια. —Ο Σγουρούλης μου! πρόσεξε! κλαψούρισε ο Μπένι κι έσπρωχνε τον Τόμπι που είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια. Σε μισώ! Σε μισώ! —Πήγαινε βρες τον, άλλαξε διάθεση αμέσως ο Τόμπι και χάιδεψε τα μαλλιά του αδερφού του. Ο Μπένι άρχισε να τρέχει πίσω απ’ το ζωάκι του, αστείος μ’ εκείνα τα χοντρούλικα μικρά ποδαράκια του. —Τον ξεφορτωθήκαμε για λίγα λεπτά τουλάχιστον, εί-


πε ο Τόμπι. Πού είχαμε μείνει; Τι σας έλεγα; Α, φαντάζομαι να πήρατε φακούς μαζί σας, ε; Κεριά, πήρατε; Σπίρτα; —Έχουμε απ’ όλα, δήλωσε ο Ντικ. Έχουμε φέρει και μπουφάν αλλά και μαγιό. Είδα πως μας έχεις βάλει και μερικές κουβέρτες, ε; —Μπορεί να κάνει ψύχρα τις βραδινές ώρες, απάντησε ο Τόμπι. Λοιπόν, τι λέτε; Να σας βοηθήσω να τα φορτώσουμε στα ποδήλατα; Ήταν πολύ δύσκολο να χωρέσουν όλα εκείνα τα πράγματα πάνω σε τέσσερα ποδήλατα και, στο τέλος, ο Τόμπι βρήκε ένα καροτσάκι όπου και τα στοίβαξαν. —Θα πάρουμε τα ποδήλατά μας κάποια άλλη στιγμή, είπε ο Τζούλιαν. —Μπορείτε να τ’ αφήσετε εδώ! τους βεβαίωσε ο Τόμπι. Κανείς δε θα τα πειράξει. Θα φύγετε τώρα; Μμμ, έχω ένα δέμα για σας, το ετοίμασε η μαμά. Είναι λίγο ζαμπόν, φρέσκα αβγά, ψωμί, βούτυρο και τα σχετικά. —Της χρωστάμε μεγάλη ευγνωμοσύνη, είπε ο Τζούλιαν. Πάμε, λοιπόν· όλα είναι φορτωμένα στο καροτσάκι. Εσύ, Ντικ, κι εγώ θα το σπρώχνουμε. Θα χρειαστεί να το σπρώχνουμε κι οι δυο μαζί όταν φτάσουμε στην ανηφόρα του λόφου. Λέω να στήσουμε τις σκηνές στην πλαγιά, ώστε η θέα να είναι όλη στα πόδια μας. Φάνηκε κι ο Μπένι μαζί με το γουρουνάκι του. Το παιδί κουβαλούσε ένα τεράστιο καλάθι με κατακόκκινες ώριμες φράουλες. —Τις μάζεψα για σας, είπε και τις έδωσε στην Άννα. —Πω πω! Μπένι, σ’ ευχαριστούμε πάρα πολύ! —Μπορώ να ’ρθω και να δω την κατασκήνωσή σας όταν θα ’ναι έτοιμη; ρώτησε. Να φέρω και το γουρουνάκι μου; Δεν έχει δει ποτέ του κατασκήνωση. —Και βέβαια μπορείς, απάντησε η Άννα. Μπορούμε να ~ 32 ~


φύγουμε τώρα, Τζούλιαν; Και με το γάλα, τι θα κάνουμε; Η κυρία Τόμας είπε πως θα μπορούσαμε να πάρουμε και μαζί μας. —Αχ, βέβαια, το είχα ξεχάσει! ξαφνιάστηκε ο Τόμπι. Το έχω ετοιμάσει, μάλιστα. Νά, εκεί το άφησα. Μπήκε στην αποθήκη και γύρισε κουβαλώντας δυο μπουκάλια, δυο μεγάλα μπουκάλια. Τα τοποθέτησε προσεκτικά στις δυο γωνιές του μικρού καροτσιού. —Είμαστε έτοιμοι τώρα, φαντάζομαι, κατέληξε ο Τζούλιαν και μαζί με τον Ντικ άρχισαν να σπρώχνουν το καρότσι προς την εξώπορτα. Ο Τίμι κι ο Μπίνκι έτρεχαν μπροστά κι όλοι οι υπόλοιποι ακολουθούσαν. Ο Μπένι τούς συνόδεψε μέχρι την έξοδο της φάρμας, κι από ’κεί κι έπειτα ο Τόμπι τον έστειλε πίσω στο σπίτι. —Ξέρεις τι είπε η μαμά, Μπένι, του είπε. Δεν μπορείς να έρθεις μαζί μας τώρα, θα είναι πολύ αργά όταν θα επιστρέψουμε εγώ κι ο Μπίνκι. Τα χειλάκια του Μπένι σούφρωσαν, αλλά δεν τόλμησε να τους ακολουθήσει. Πήρε τον Σγουρούλη στην αγκαλιά του μήπως και το γουρουνάκι προσπαθούσε να τρέξει πίσω από τους άλλους. —Ο Μπένι είναι πολύ γλυκό μωρό, είπε η Άννα. Μακάρι να είχα κι εγώ ένα μικρό αδερφούλη σαν τον δικό σου, Τόμπι. —Καλός είναι. Λίγο κλαψιάρης βέβαια, αλλά προσπαθώ να του φέρομαι όπως πρέπει, συμπλήρωσε ο Τόμπι. Μερικές φορές του φέρομαι απότομα, γιατί το παρακάνει με τα μωρουδίσματά του. Είναι και λίγο αστείος, είπε μετά από λίγο ο Τόμπι, βοηθώντας στο σπρώξιμο του καροτσιού. Πάντοτε έχει κοντά του περίεργα ζωάκια. Πέρσι είχε δυο βατραχάκια που τον ακολουθούσαν συνεχώς! Μια φορά τα είχε φέρει μέσα στο σαλόνι… ~ 33 ~


—Και φέτος έχει ένα γουρουνάκι! είπε η Τζορτζ που, όπως κι η Άννα, διασκέδαζε με τα φερσίματα του Μπένι. Δε νομίζεις πως ο Τίμι δίπλα στο Σγουρούλη ήταν πολύ αστείο θέαμα; Βάζω στοίχημα πως ο Τίμι νομίζει ακόμα πως είναι ένα κουταβάκι χωρίς τρίχωμα! Ανέβαιναν στον λόφο, ακολουθώντας ένα στενό μονοπάτι. Το καρότσι σκουντούφλαγε πάνω στις πέτρες, έγερνε στις λακκούβες και σύντομα χρειάστηκε να το σπρώχνουν τέσσερις ή πέντε για να μπορέσει να συνεχίσει την ανάβαση. —Θα πάμε μακριά ακόμη; λαχάνιαζε ο Τόμπι. Μήπως θέλετε να κατασκηνώσετε τέρμα τέρμα; Στην κορυφή; —Όχι, απάντησε ο Τζούλιαν. Στη μέση περίπου, γιατί θέλουμε να έχουμε καλή θέα στον κάμπο, Τόμπι. Δεν έχουμε πολύ δρόμο ακόμα. Τι λέτε, όμως, καθόμαστε λίγο να ξεκουραστούμε; Κάθισαν, ευχαριστημένοι που θα έπαιρναν μια ανάσα χωρίς να… λαχανιάζουν. Η θέα ήταν υπέροχη. Μακριά στον ορίζοντα υψώνονταν εκατοντάδες μικροί λόφοι και μπροστά τους απλώνονταν στρέμματα σπαρμένης πεδιάδας. Κίτρινα κομμάτια από ώριμα καλαμπόκια και καταπράσινα από γρασίδι κι άλλα σπαρτά. —Μ’ αρέσουν αυτά τα χρυσά χωράφια ανάμεσα στα καταπράσινα, είπε η Άννα. Κοιτάξτε! Πόσα ποταμάκια τρέχουν στην πεδιάδα! Κι εκεί κάτω, πέρα στην άκρη… εκείνο το βαθύ πράσινο, είναι δάση! —Τι είναι εκείνο εκεί κάτω; έδειξε η Τζορτζ κάτι που έμοιαζε με τεράστιο αγρό, με μεγάλες αποθήκες στο μέσον του. —Είναι αεροδρόμιο, εξήγησε αμέσως ο Τόμπι. Είναι λιγάκι περίεργη ιστορία. Μυστικά αεροπλάνα και τα παρόμοια. Τα ξέρω αυτά γιατί ένας ξάδερφός μου δουλεύει εκεί· ~ 34 ~


είναι σμηναγός. Έρχεται μερικές φορές και μας επισκέπτεται και μας λέει μερικά πράγματα. Είναι ένα μέρος «πειραματικό». —Δηλαδή, τι σημαίνει αυτό; ρώτησε η Άννα. —Νά, δοκιμάζουν κάποιες νέες ιδέες, εξήγησε ο Τόμπι. Απασχολούνται κυρίως με πολύ μικρά αεροπλάνα, απ’ αυτά που χωράνε μόνο έναν άνθρωπο. Μη φοβηθείς αν ακούσεις θορύβους από τη μεριά του αεροδρομίου. Βέβαια, δεν ξέρω τι είδους θόρυβοι είναι, πάντως ξέρω πως έχουν σχέση με τα πειράματα που κάνουν. —Μακάρι να μπορούσαμε να πάμε να το δούμε από κοντά, είπε ο Ντικ. Μ’ αρέσουν πολύ τ’ αεροπλάνα. Θα πετάξω κι εγώ κάποτε, όταν μεγαλώσω. —Καλύτερα να συναντηθείτε με τον ξάδερφό μου, είπε ο Τόμπι. Ίσως σας πάρει μαζί του μια απ’ αυτές τις μέρες για μια βόλτα. —Πολύ θα ’θελα να τον γνωρίσω, χαμογέλασε ο Ντικ ενθουσιασμένος. Το ίδιο κι ο Τζούλιαν. —Εγώ λέω να ξεκινήσουμε, τους έκοψε ο Τζούλιαν και σηκώθηκε. Δε θα προχωρήσουμε και πολύ ακόμα, η θέα δεν μπορεί να γίνει πιο όμορφη όσο κι αν ανέβουμε! Η Τζορτζ κι η Άννα πήγαν μπροστά για να βρουν μια τοποθεσία κατάλληλη για κατασκήνωση, ενώ τα τρία αγόρια έσπρωχναν το καρότσι σιγά σιγά. Ο Τίμι όμως ήταν αυτός που βρήκε την τοποθεσία! Έτρεχε μπροστά τόσο διψασμένος, που όταν άκουσε τον ήχο τρεχούμενου νερού έτρεξε προς τα εκεί χωρίς δεύτερη σκέψη. Κάτω από ένα βράχο κελάρυζε το νερό μιας υπόγειας πηγής. —Τζούλιαν! Κοίταξε τι βρήκε ο Τίμι! φώναξε σε λίγο κι η Τζορτζ. Μια μικρή πηγούλα· τι λες, δεν είναι πολύ όμορφο μέρος για να στήσουμε τις σκηνές; ~ 35 ~


—Θαύμα! φώναξε κι ο Τζούλιαν, αφήνοντας το καρότσι για να πάει να δει από κοντά. Ναι! Είναι ό,τι πρέπει. Υπέροχη θέα, άφθονο χορτάρι, δέντρα και τρεχούμενο νερό! Όλοι συμφώνησαν κι άρχισαν να ξεφορτώνουν τα σύνεργα από το καρότσι. Δεν έστησαν την τέντα γιατί όλοι επέμειναν να κοιμηθούν έξω, κάτω απ’ τ’ αστέρια· το απόγευμα άλλωστε ήταν πολύ ζεστό. Κανείς δεν ήθελε να περιοριστεί κάτω από μια τέντα. ~ 36 ~


Η Άννα ξετύλιξε το δέμα με τα τρόφιμα, ψάχνοντας να βρει ένα πολύ δροσερό μέρος για να τα τοποθετήσει. Ανέβηκε στον βράχο απ’ όπου ανάβλυζε η πηγή· αυτό ήταν! Καθάρισε το μέρος από τις πέτρες και τα ξερόκλαδα κι ανακάλυψε μια μικρή σπηλιά κουρνιασμένη σε μια βαθιά εσοχή. «Εδώ είναι πιο δροσερά από οπουδήποτε», σκέφτηκε η Άννα. Πραγματικά, δεν ήταν μόνο δροσερά, μα παγωμένα! Θα χωρούσε όμως τα μπουκάλια με το γάλα κι όλα τ’ άλλα; «Περίπου ή μάλλον ίσα ίσα», σκέφτηκε. Της Άννας της άρεσε να τακτοποιεί τα πάντα όμορφα όμορφα, σαν νοικοκυρούλα. Ρίχτηκε λοιπόν στη δουλειά. Η Τζορτζ έβαλε τα γέλια όταν την είδε. —Δεν πρόκειται ν’ αλλάξεις ποτέ σου, Άννα! —Πες του Τίμι να μην τολμήσει να χώσει το κεφάλι του μέσα στο «ψυγείο» μου, παρατήρησε η Άννα, σπρώχνοντας τον Τίμι που ήδη είχε πλησιάσει. Θεέ μου, ετούτος είναι βρεγμένος. Πήγαινε να τιναχτείς κάπου αλλού, Τίμι, με γέμισες πιτσιλιές! Ο Τόμπι έπρεπε να φύγει, γιατί η ώρα ήταν ήδη περασμένη. —Θα σας δω αύριο! τους φώναξε. Αχ, πόσο θα ’θελα να μείνω εδώ πάνω μαζί σας! Γεια χαρά! Τα παιδιά, αφού τον χαιρέτησαν, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και χαμογέλασαν. —Είναι καλός, μα χαίρομαι που μείναμε μόνοι μας, εμείς, οι Πέντε Φίλοι, παρατήρησε η Τζορτζ. Άντε, ώρα να τακτοποιηθούμε. Αυτή εδώ είναι η καλύτερη κατασκήνωση που είχαμε ποτέ!

~ 37 ~


5. Πρώτη νύχτα κι ένας

πρωινός επισκέπτης — Τι ώρα είναι; τινάχτηκε ο Τζούλιαν και κοίταξε το ρολόι του. Θεούλη μου! Είναι σχεδόν οχτώ! Δε νιώθετε κουρασμένοι; —Ναι, απάντησαν με μια φωνή ο Ντικ, η Άννα κι η Τζορτζ. Ακόμα κι ο Τίμι συμφώνησε μ’ ένα «γουφ». —Με όλη τη σημερινή ποδηλατάδα κι εκείνο το βαρύ καρότσι που ανεβάσαμε ώς εδώ, μόλις που μπορώ να κουνηθώ! διαμαρτυρήθηκε ο Ντικ. Προτείνω να φάμε κάτι πρόχειρο, κάτι από το «ψυγείο» της Άννας, κι ύστερα ν’ απλωθούμε πάνω στο παχύ γρασίδι. Ακόμα κι εδώ πάνω κάνει ζέστη. Θα μουλιάζαμε αν μέναμε μέσα σε σκηνή. —Κανείς μας δεν έχει αντίρρηση, χαμογέλασε ο Τζούλιαν. Άννα, τι προτείνεις για φαγητό; —Ψωμί, βούτυρο και το τυρί της κυρίας Τόμας, απάντησε χωρίς δισταγμό η Άννα. Και ντομάτα, παγωμένο γάλα και τις υπέροχες φράουλες του Μπένι στο τέλος. —Υπέροχα, είπε ο Τζούλιαν. Εσύ τι λες, Τίμι; Άννα, αν ετοιμάσετε μαζί με την Τζορτζ το βραδινό μας, τότε εγώ κι ο Ντικ θα φτιάξουμε τα κρεβάτια. Αλήθεια, αισθάνομαι πως αν καθίσω ή ξαπλώσω κάπου, δε θα ’χω το κουράγιο να ξανασηκωθώ! —Έλα, πάμε, είπε ανυπόμονα ο Ντικ και ξεκίνησαν να βρουν ένα καλό μέρος για ύπνο.


Σύντομα το βρήκαν. —Λες και φτιάχτηκε ειδικά για μας! φώναξε χαρούμενος ο Ντικ. Θα κοιμηθούμε σαν βασιλιάδες. Δε χρειάζεται ούτε κουβέρτα να στρώσουμε μ’ όλα αυτά τα ξερά φύλλα. Βοήθησέ με να σηκωθώ· δεν με κρατάνε τα πόδια μου από την κούραση! Ο Τζούλιαν τον βοήθησε και φώναξε τα κορίτσια: —Άννα! Τζορτζ! Φέρτε το φαγητό εδώ πέρα. Βρήκαμε ένα πολύ καλό μέρος. Είναι δίπλα σ’ αυτόν τον τεράστιο θάμνο. Τα κορίτσια πλησίασαν με το φαγητό και τ’ αγόρια κουβάλησαν μερικές κουβέρτες από τα πράγματα μέσα στο καρότσι. Τις έστρωσαν πάνω στο μαλακό και παχύ χορτάρι. —Ούτε παραγγελία να το είχαμε αυτό το μέρος! είπε η Τζορτζ. —Ο μεγάλος θάμνος θα μας προφυλάσσει μια χαρά από τον αέρα, παρατήρησε ο Ντικ παίρνοντας το γάλα από την Άννα. Είναι ιδανικό για ύπνο, κι η θέα είναι κάτι περισσότερο από υπέροχη. Η παρέα μαζεύτηκε γύρω από το φαγητό, χαρούμενη, την ώρα που ο ήλιος στη δύση του έστελνε τις τελευταίες ακτίνες στον ορίζοντα. Η ημέρα είχε μεγαλώσει αισθητά και δε χρειαζόταν ν’ ανάψουν τα κεριά ακόμα. Έφαγαν τα πάντα κι έπειτα πήγαν στη μικρή πηγή για να πλυθούν. Ξάπλωσαν στις κουβέρτες ευτυχισμένοι, με ανοιχτά τα μάτια για λίγο. —Καληνύχτα! φώναξε ο Τζούλιαν. Ο Τίμι κράτησε, για ένα-δυο λεπτά, ξύπνια τα κορίτσια, προσπαθώντας να βολευτεί ανάμεσά τους. —Σταμάτα να κουνιέσαι, Τίμι, του φώναξε η Τζορτζ. Και θυμήσου πως πρέπει να μας προσέχεις, έστω κι αν δεν υπάρχει ψυχή γύρω μας. Ξάπλωσε λοιπόν ακίνητος, διαφο~ 39 ~


ρετικά θα σε πετάξω έξω απ’ τις κουβέρτες! Καληνύχτα, Άννα! Σύντομα η Τζορτζ βυθίστηκε στον ύπνο, το ίδιο κι ο Τίμι, έτσι κουρασμένος που ήταν από τα τόσα χιλιόμετρα που έτρεξε. Η Άννα έμεινε ξύπνια για μερικά λεπτά, κοιτάζοντας τ’ αστέρια μέσα στην απόλυτη σιγαλιά της νύχτας. Μόνο ο κελαρυστός θόρυβος της πηγής ακουγόταν. Ένιωθε πολύ ευτυχισμένη. «Δε θέλω να μεγαλώσω», σκέφτηκε. «Δεν μπορεί να υπάρχει τίποτα πιο όμορφο στον κόσμο απ’ αυτό που ζω τώρα – να είμαι με τους φίλους μου και να περνάμε τόσο όμορφα. Όχι! Δε θέλω να μεγαλώσω!» Έπειτα, βυθίστηκε κι αυτή στον ύπνο καθώς η νύχτα έπεφτε όλο και πιο πολύ. Εκείνη τη νύχτα όλοι κοιμήθηκαν μονορούφι, εκτός από τον Τίμι. Ο Τίμι σήκωσε το ένα του αφτί όταν άκουσε ένα θόρυβο ακριβώς πάνω από το κεφάλι του. Ο θόρυβος επαναλήφθηκε και μόνο τότε άνοιξε τα μάτια του. Ήταν ένα μικρό ζουζούνι που έκανε κύκλους και βουτιές, ψάχνοντας για την τροφή του. Ο θόρυβος που έκανε ήταν τόσο ανεπαίσθητος, που μόνο η ακοή του Τίμι μπορούσε να τον συλλάβει. Ησύχασε όμως και το ’ριξε πάλι στον ύπνο. Κανείς δεν κουνήθηκε μέχρι που ένας πολύ δυνατός θόρυβος τους ξύπνησε όλους. «Ρ-ρ-ρ-ρ-ρ-ρ-ρ! Ρ-ρ-ρ-ρ-ρ-ρ-ρ!» Πετάχτηκαν όλοι στο λεπτό. Τι συνέβαινε; —Είναι ένα αεροπλάνο, είπε ο Τζούλιαν βλέποντας το μικρό σκάφος να πετάει πάνω από τον λόφο. Πρέπει να είναι απ’ το αεροδρόμιο εκεί κάτω. Θεούλη μου! Είναι εννιά και πέντε! Παιδιά, κοιμόμαστε δώδεκα ολόκληρες ώρες. —Εγώ, πάντως, θα κοιμηθώ κι άλλο, δήλωσε ο Ντικ και κουλουριάστηκε πάλι πάνω στην κουβέρτα κλείνοντας τα μάτια του. —Όχι, δε θα κοιμηθείς, γέλασε ο Τζούλιαν και του ’δω~ 40 ~


σε μια σπρωξιά. Είναι χάσιμο χρόνου ο ύπνος όταν η ημέρα είναι τόσο όμορφη. Ε, κορίτσια! Ξυπνήσατε; —Ναι, φώναξε η Τζορτζ κι ανακάθισε, τρίβοντας τα μάτια της. Εκείνο το αεροπλάνο με ξύπνησε. Κι η Άννα ξύπνησε, το ίδιο κι ο Τίμι, όπως βλέπεις. Νομίζω πως κυνηγάει ένα αγριοκούνελο ή κάτι τέτοιο. —Πάμε να πλυθούμε όλοι μαζί στην πηγή, πρότεινε η Άννα. Η Τζορτζ κι εγώ θα ετοιμάσουμε έπειτα το πρωινό μας. Θέλει κανείς βραστό αβγό; Ο ήλιος έλαμπε στον γαλανό ουρανό και τα λογής λογής έντομα είχαν ξυπνήσει από ώρα κι έκοβαν βόλτες παντού! Τα παιδιά πλύθηκαν με το παγωμένο νερό, ο Τίμι έπινε με την ψυχή του κι έπειτα κάθισαν για το πρωινό. ~ 41 ~


Ήταν εύκολο ν’ ανάψεις μια μικρή φωτιά, μια κι ο τεράστιος θάμνος τούς προστάτευε κι απ’ το παραμικρό αεράκι, και να βράσεις αβγά στο κατσαρολάκι. Το ψωμί, το βούτυρο κι οι ντομάτες συμπλήρωσαν τέλεια το φαγητό, που τέλειωσε μ’ ένα ποτήρι κρύο γάλα για τον καθένα. Και μέσα σ’ όλα αυτά, ο Τίμι άρχισε να γαβγίζει προειδοποιητικά και να κουνάει συνεχώς την ουρά του· τα παιδιά μάντεψαν πως ερχόταν ο Τόμπι. Άκουσαν έπειτα και το γάβγισμα του Μπίνκι, που απαντούσε στον Τίμι. —Γεια και χαρά σε όλους! ακούστηκε η φωνή του Τόμπι που εμφανίστηκε πίσω από τον γιγάντιο θάμνο. —Περάσατε ήσυχα τη νύχτα; Πώς αργήσατε έτσι; Ακόμη πρωινό τρώτε; Πολύ υπναράδες είσαστε· εγώ ξύπνησα στις έξι! Άρμεξα τις αγελάδες, καθάρισα το στάβλο τους, τάισα τις κότες και μάζεψα τ’ αβγά. Οι Πέντε Φίλοι ντράπηκαν! Κοίταξαν με θαυμασμό τον Τόμπι· πω πω, μα αυτός ήταν σωστός αγρότης! —Σας έφερα κι άλλο γάλα, ψωμί κι αβγά… κι ένα κέικ, τους είπε κι άφησε δίπλα τους το καλάθι. —Έκανες πολύ πολύ καλά, χαμογέλασε ο Τζούλιαν. Ξέρεις πως πρέπει να πληρώνουμε για καθετί που παίρνουμε από τη φάρμα. Σου είπε μήπως η μαμά σου πόσο κοστίζουν τα χτεσινά τρόφιμα κι αυτά που μας έφερες σήμερα; —Μμμ, η μαμά μου λέει πως δε χρειάζεται να την πληρώσετε, απάντησε ο Τόμπι. Επειδή όμως ξέρω πως δε θα το δεχτείτε, προτείνω να πληρώνετε εμένα κάθε φορά κι εγώ θα βάζω τα χρήματα σ’ ένα κουτί για ν’ αγοράσω ένα όμορφο δώρο στη μαμά από μέρους σας. Συμφωνείτε; —Είναι καλή ιδέα, έγνεψε ο Τζούλιαν. Δεν μπορούμε να παίρνουμε τρόφιμα και να μην πληρώνουμε· όμως, ξέρω πώς σκέφτονται οι μαμάδες· δε θέλουν να πληρώνονται για αυτά που προσφέρουν απ’ την αγάπη τους! Θα κάνουμε, ~ 42 ~


λοιπόν, αυτό που λες. Πόσα νομίζεις ότι χρωστάμε μέχρι τώρα για να σ’ τα δώσουμε; —Γιά να δούμε, είπε ο Τόμπι με ύφος επιχειρηματία. Θα σας χρεώσω σε τιμές χονδρικής, όχι λιανικής. Θα κάνω το λογαριασμό την ώρα που θα καθαρίζετε. Τα κορίτσια έπλυναν ποτήρια και πιάτα στην πηγή και τ’ αγόρια μετέφεραν τα τρόφιμα για να τα τακτοποιήσει η Άννα στο «ψυγείο» της. Ο Τόμπι έκανε τον λογαριασμό κι ο Τζούλιαν τον πλήρωσε. —Όλα εντάξει, όπως γίνεται στην αγορά, είπε ο Τόμπι. Ευχαριστώ πολύ. Τι λέτε να κάνετε σήμερα; Υπάρχουν κάτι φανταστικές σπηλιές για εξερεύνηση, αν έχετε κέφι για κάτι τέτοιο· υπάρχει κι η Φάρμα «Πεταλούδα». Ή μήπως θέλετε να ’ρθετε στη δική μας φάρμα και να περάσουμε εκεί την ημέρα; —Όχι, όχι σήμερα, απάντησε ο Τζούλιαν, που δεν ήθελε να μπλέκονται στα πόδια της κυρίας Τόμας και να την ενοχλούν. Ούτε και νιώθω μεγάλη διάθεση για τις σπηλιές σήμερα το πρωί. Εσείς, κορίτσια, τι λέτε να κάνουμε; Πριν όμως προλάβουν ν’ αποφασίσουν, ο Μπίνκι κι ο Τίμι άρχισαν να γαβγίζουν, με στυλωμένα τα πόδια στο χώμα, κοιτάζοντας προς την ίδια κατεύθυνση: ίσα προς τον γιγάντιο θάμνο. —Ποιος είναι, Τίμι; ρώτησε η Τζορτζ. Πήγαινε να δεις! Εμπρός, λοιπόν! Ο Τίμι έτρεξε πίσω από τον θάμνο, ακολουθούμενος από τον Μπίνκι, κι έπειτα, τα παιδιά άκουσαν μια φωνή που φανέρωνε έκπληξη. —Γεια σου, Μπίνκι! Τι κάνεις εδώ πάνω; Ποιος είναι ο φίλος σου; —Είναι ο κύριος Γκρινγκλ, εξήγησε ο Τόμπι. Ένας από τους ιδιοκτήτες της Φάρμας «Πεταλούδα». Έρχεται συχνά ~ 43 ~


εδώ πάνω με την απόχη του, γιατί το μέρος είναι θαυμάσιο και βρίσκει εδώ πολλές πεταλούδες. Ένας άντρας εμφανίστηκε πίσω από τον θάμνο· ήταν μια μάλλον περίεργη φιγούρα, ατημέλητος και με γυαλιά που γλιστρούσαν συνεχώς στη μύτη του, τα μαλλιά του ήταν πολύ μακριά. Κουβαλούσε μια μεγάλη απόχη για πεταλούδες και σταμάτησε μόλις είδε τα πέντε παιδιά. —Γεια σας! τα χαιρέτησε. Ποιοι είναι όλοι αυτοί, Τόμπι; Πώς μαζευτήκατε τόσοι πολλοί εδώ πάνω; —Είναι φίλοι μου, κύριε Γκρινγκλ! Επιτρέψτε μου να σας συστήσω. Ο Τζούλιαν Κιρίν, ο Ντικ Κιρίν, η Άννα Κιρίν, η Τζορτζ Κιρίν, είναι όλα ξαδέρφια, κι ο σκύλος τους, ο Τίμι. —Αχά! Χαίρομαι που σας γνωρίζω. Πίσω από τα γυαλάκια του έλαμπαν με περιέργεια δυο φωτεινά μάτια. Κούνησε σε χαιρετισμό το κεφάλι του στο καθένα από τα τέσσερα ξαδέρφια. —Τρία αγόρια κι ένα κορίτσι! Δε φαίνεστε για παιδιά που καταστρέφουν το τοπίο ή ανάβουν φωτιές για πλάκα. —Ούτε που θα σκεφτόμασταν να κάνουμε κάτι τέτοιο, είπε η Τζορτζ ευχαριστημένη που την πήρε γι’ αγόρι. Τίποτα δεν μπορούσε να ευχαριστήσει την Τζορτζ περισσότερο. —Κύριε Γκρινγκλ, θα μπορούσαμε να επισκεφτούμε τη φάρμα σας; Θα μας άρεσε πάρα πολύ! —Και βέβαια, καλό μου αγοράκι, και βέβαια. Δεν έχουμε συχνά επισκέπτες, κι έτσι είναι σημαντικό γεγονός για μας όταν κάποιος μας έρχεται. Από εδώ, από εδώ, παρακαλώ!

~ 44 ~


6. Η Φάρμα «Πεταλούδα»

Ο κ. Γκρινγκλ μπήκε μπροστά δείχνοντας τον δρόμο· κα-

τέβαιναν τον λόφο από ένα μονοπάτι που στη μια και την άλλη μεριά του μεγάλωναν καταπράσινοι θάμνοι· ήταν τόσο φουντωμένοι, που με δυσκολία διακρινόταν το μονοπάτι για κάποιον που δεν το γνώριζε. Ξαφνικά, ακούστηκε μια λαχανιασμένη φωνούλα: —Τόμπι, Τόμπι! Εδώ είμαι! Να ’ρθω κι εγώ μαζί σας; —Είναι ο Μπένι και το γουρουνάκι! είπε η Άννα γελώντας, καθώς το παράξενο ζευγάρι εμφανιζόταν ανάμεσα στα χόρτα, κάπου μπροστά τους. Ο Τίμι έτρεξε προς τον Σγουρούλη και τον μύρισε πάλι, χωρίς ακόμα να μπορεί να καταλάβει τι είδος παράξενου κουταβιού ήταν! —Τι κάνεις εδώ πάνω; αγρίεψε ο Τόμπι. Ξέρεις πολύ καλά πως δεν πρέπει να τριγυρίζεις τόσο μακριά από τη φάρμα. Θα χαθείς καμιά μέρα, Μπένι. —Ο Σγουρούλης μού ξέφυγε, απολογήθηκε ο Μπένι, κοιτάζοντας τον αδερφό του με τα τεράστια καστανά του ματάκια. —Θέλεις να πεις πως ήθελες να δεις πού πηγαίνω, γι’ αυτό με πήρατε από πίσω εσύ και το γουρούνι σου, τον διόρθωσε νευριασμένος ο Τόμπι. —Ο Σγουρούλης το ’σκασε! Κι έτρεχε γρήγορα, επέμεινε ο Μπένι, έτοιμος να κλάψει.


—Είσαι ψευτράκος. Χρησιμοποιείς το ζωάκι για να δικαιολογηθείς. Περίμενε όμως και θα δεις· θα το πω στον μπαμπά κι εκείνος θα σε μάθει να φέρεσαι. Έλα, λοιπόν, τώρα μαζί μας, κι αν ο Σγουρούλης το ξαναβάλει στα πόδια, άφησέ τον! Βαρέθηκα πια μ’ αυτό το γουρούνι. —Θα τον πάρω στην αγκαλιά μου, είπε ο Τόμπι και πήρε το ζωάκι στα χέρια του. Σύντομα όμως το άφησε πάλι κάτω, γιατί στρίγγλιζε τόσο δυνατά που ο Τίμι κι ο Μπίνκι τον περικύκλωσαν με μεγάλο ενδιαφέρον. —Μμμ, λοιπόν, θα προχωρήσουμε; ξερόβηξε ο κύριος Γκρινγκλ. Μου φαίνεται πως σήμερα θα ’χουμε πάρτι με τέτοια μεγάλη παρέα! —Οι πεταλούδες σας φοβούνται τα σκυλιά και τα γουρούνια; ρώτησε ο Μπένι τρεχαλίζοντας δίπλα του. Πρέπει να τ’ αφήσουμε απέξω; —Μην κάνεις ανόητες ερωτήσεις, Μπένι, τον έκοψε ο Τόμπι. Άφησε έπειτα μια κραυγή κι έπιασε το χέρι του κυρίου Γκρινγκλ. —Κοιτάξτε, κύριε! Κοιτάξτε εκείνη την πεταλούδα. Δε θα προσπαθήσετε να την πιάσετε; Είναι σπάνια; —Όχι, είναι πολύ συνηθισμένη. Μα, δε σου έμαθαν τίποτα στο σχολείο; Περίεργο να μην ξέρεις μια τόσο κοινή πεταλούδα! —Τζούλιαν, έχουμε μαθήματα για πεταλούδες; ρώτησε ο Τόμπι χαμογελώντας. Τι λέτε, κύριε Γκρινγκλ, δεν έρχεστε να μας μάθετε για τις πεταλούδες στα λάχανα, στα μπιζέλια, τις νύμφες των κουνουπιδιών, τους «Κόκκινους Ναυάρχους», τους «Γαλάζιους Καπετάνιους», τις «Αυστριακές Νύμφες» και… —Έλα, μην είσαι πειραχτήρι, Τόμπι, τον έκοψε ο Τζού~ 46 ~


λιαν, βλέποντας πως ο κύριος Γκρινγκλ δεν είχε καθόλου χιούμορ και δεν έβρισκε αστεία αυτά που έλεγε ο Τόμπι. Κύριε Γκρινγκλ, υπάρχουν σπάνιες πεταλούδες εδώ γύρω; —Α, βέβαια, βέβαια, κι όχι μόνο αυτό, αλλά υπάρχουν από όλα τα είδη. Θα πρέπει να πω πως μια πεταλούδα σημαίνει εκατοντάδες αβγά, που τα εκκολάπτουμε και τα πουλάμε… Ξαφνικά όμως σταμάτησε, γιατί σκόνταψε πάνω στο πόδι της Τζορτζ: —Συγνώμη, αγόρι μου! ~ 47 ~


Και συνέχισε: —Υπάρχει μια καφέ Argus εκεί πέρα· είναι η πρώτη που βλέπω φέτος απ’ αυτό το σπάνιο είδος! Μείνετε μακριά, σας παρακαλώ. Τα παιδιά και τα σκυλιά έμειναν ακίνητα καθώς ο άντρας στις μύτες των ποδιών πλησίαζε την πεταλουδίτσα που άπλωνε τα φτερά της πάνω σ’ ένα λουλούδι. Με μια κίνηση, η απόχη παγίδεψε την πεταλούδα. Σε λίγο, την έδειχνε στα παιδιά. —Να τη, μια θηλυκή καφέ Argus, μια από την οικογένεια των Μπλε Πεταλούδων που τη βλέπουμε συχνά το κατακαλόκαιρο. Θα μου δώσει ένα σωρό αβγά που σε λίγο χρόνο θα γίνουν μικρούτσικες κάμπιες και… —Μα, αυτή δεν είναι μπλε πεταλούδα, διέκοψε η Άννα. Είναι καφετιά με όμορφες πορτοκαλιές βουλίτσες στις άκρες των φτερών της. —Το ίδιο είναι, ανήκει στην οικογένεια της Μπλε Πεταλούδας, επέμεινε ο κ. Γκρινγκλ, παίρνοντας την πεταλούδα προσεκτικά με τα δυο του δάχτυλα από το δίχτυ και βάζοντάς την στην ειδική θήκη. —Κύριε Γκρινγκλ, γρήγορα! Εδώ πέρα είναι μια υπέροχη πεταλούδα! φώναξε η Τζορτζ. Είναι πράσινη και μαύρη στα μεγάλα φτερά, με κόκκινες βούλες στα μικρά. Αχ, γρήγορα… Είμαι σίγουρη πως τη θέλετε αυτή εδώ! —Δεν είναι πεταλούδα αυτή, είπε ο Ντικ που ήξερε αρκετά πράγματα γι’ αυτές. —Είναι ένας μικρός σκόρος, είπε ο άντρας και ετοίμασε την απόχη. —Μα οι σκόροι δεν πετάνε με το φως της ημέρας, υποστήριξε η Τζορτζ. Μόνο τη νύχτα. —Βλακείες! την έκοψε κοιτάζοντας το έντομο που έπιασε, ανεβάζοντας τα γυαλιά του. Τι μπορούν να ξέρουν τ’ ~ 48 ~


αγόρια σήμερα; Όταν ήμουν εγώ μικρός, σχεδόν κάθε παιδί ήξερε ότι υπάρχουν σκόροι της ημέρας και της νύχτας! —Μα… άρχισε πάλι η Τζορτζ, αλλά σταμάτησε μπρος στη ματιά που της έριξε ο άντρας. —Αυτός εδώ είναι σκόρος της ημέρας κι ανήκει στην οικογένεια Μπουρνέτ με τις έξι βούλες, είπε αργά αργά, λες κι απευθυνόταν σε μικρό παιδί. Του αρέσει να πετάει στο ζεστό φως του ήλιου. Σας παρακαλώ, μην προσπαθείτε να διαφωνήσετε μαζί μου. Δε μου αρέσει αυτού του είδους η αγραμματοσύνη. Η Τζορτζ κοίταξε νευριασμένη τον Ντικ, που τη σκούντησε χαϊδευτικά: —Έχει δίκιο, χοντροκέφαλη, της είπε ψιθυριστά. Δεν ξέρεις πολλά πράγματα για τους σκόρους, γι’ αυτό μη λες τίποτα, Τζορτζ, διαφορετικά δε θα μας πάρει μαζί του. —Θα ήθελα δυο-τρεις ακόμα απ’ αυτό το είδος. Ίσως αν κοιτούσατε όλοι τριγύρω, να βρίσκαμε μερικές ακόμα απ’ αυτές. Όλοι, άρχισαν να ψάχνουν εδώ κι εκεί, να κουνάνε τα κλαδιά των θάμνων απ’ όπου περνούσαν. Ο Τίμι κι ο Μπίνκι ενδιαφέρθηκαν πολύ για το καινούριο «παιχνίδι» κι άρχισαν να ψάχνουν κι αυτοί μυρίζοντας ένα γύρο τα πάντα. Ο κ. Γκρίνγκλ χρειάστηκε πολλή ώρα μέχρι να τους οδηγήσει στη Φάρμα «Πεταλούδα» και τα παιδιά άρχισαν να μετανιώνουν που του ζήτησαν να την επισκεφθούν. Σταμάτησαν τόσο πολλές φορές, ψάχνοντας πότε το ένα και πότε το άλλο έντομο, και ζαλίστηκαν τόσο από την πολυλογία του άντρα, που ο Ντικ γύρισε και ψιθύρισε στην Άννα τον πόνο του! —Φυλάτε τις πεταλούδες και τ’ άλλα έντομα μέσα σε γυάλινα κουτιά; ενδιαφέρθηκε ο Τζούλιαν. —Ναι, απάντησε ο κύριος Γκρινγκλ. Ελάτε, θα σας δείξω τι κάνουμε εγώ κι ο φίλος μου ο κ. Μπρεντ. Δεν είναι εδώ σήμερα κι έτσι δε θα μπορέσετε να τον γνωρίσετε. ~ 49 ~


Το μέρος ήταν πραγματικά παράξενο. Το σπίτι έμοιαζε ετοιμόρροπο. Δύο από τα παράθυρα ήταν σπασμένα και από τη στέγη έλειπαν αρκετά κεραμίδια. Τα γυάλινα όμως σπιτάκια ήταν όλα τέλεια κι ολοκάθαρα. Φαίνεται πως οι ιδιοκτήτες της φάρμας ενδιαφέρονταν περισσότερο για τις πεταλούδες τους παρά για τους εαυτούς τους. —Μένετε εδώ ολομόναχος μαζί με τον κύριο Μπρεντ; ρώτησε ο Ντικ, που δεν του άρεσε καθόλου η μοναχική ζωή. —Α, όχι. Μένει μαζί μας κι η ηλικιωμένη κ. Τζέινς. Μερικές φορές έρχεται κι ο γιος της και ασχολιέται με επιδιορθώσεις στη φάρμα· καθαρίζει και τα γυάλινα σπιτάκια. Νά η γυναίκα που σας λέω· εκεί πέρα. Δεν μπορεί να αντέξει οποιοδήποτε έντομο, γι’ αυτό και δεν πλησιάζει ποτέ τα γυάλινα σπιτάκια. Μια ηλικιωμένη γυναίκα που έμοιαζε σαν μάγισσα τους κοιτούσε μισοκρυμμένη πίσω από ένα παράθυρο του σπιτιού. Η Άννα φοβήθηκε μόλις την είδε. Ο Τόμπι χαμογέλασε. —Δεν είναι καθόλου κακιά, γύρισε και είπε στην Άννα. Την ξέρει η μαγείρισσά μας, γιατί έρχεται συχνά κι αγοράζει αβγά και γάλα. Δεν έχει καθόλου δόντια, γι’ αυτό και δεν μπορεί να μιλήσει κανονικά· αυτό είναι που την κάνει να φαίνεται σαν μάγισσα. —Δε μ’ αρέσει καθόλου η εμφάνισή της, μουρμούρισε η Άννα πλησιάζοντας το πιο κοντινό από τα «σπίτια» με τις πεταλούδες. Ω! Εδώ είναι χιλιάδες πεταλούδες! Πραγματικά! Πλήθος απ’ αυτές πέταγαν, ενώ άλλες, σε μικρές παρέες, κάθονταν κάπου. Τα παιδιά είδαν πως μέσα στα γυάλινα σπίτια ήταν φυτεμένοι ένα σωρό θάμνοι και φυτά από τα οποία κρέμονταν ολόκληρα τσαμπιά από κουκούλια και μικρές κάμπιες. Αλλού υπήρχαν ολόκληρα κλωνάρια από ένα είδος φυτού· επάνω τους βρίσκονταν δεκάδες κάμπιες που έτρωγαν συνεχώς. ~ 50 ~


Η Φάρμα «Πεταλούδα» ήταν σίγουρα πολύ ενδιαφέρον μέρος και τα παιδιά περιπλανήθηκαν σ’ όλα τα γυάλινα σπίτια, παρατηρώντας κάμπιες όλων των ειδών και των χρωμάτων, χρυσαλλίδες και κουκούλια που ο κύριος Γκρινγκλ φύλαγε προσεκτικά μέσα σε κουτιά, περιμένοντας να εμφανιστεί απ’ αυτά η πεταλούδα ή κάποιο άλλο έντομο. —Σαν μαγεμένα είναι, είπε ο κύριος Γκρινγκλ με βαθιά φωνή και με μάτια που έλαμπαν πίσω από τα μικροσκοπικά γυαλιά του. Μερικές φορές, ξέρετε, αισθάνομαι σαν να είμαι εγώ ο μάγος και ότι η απόχη που πιάνω τις πεταλούδες είναι το μαγικό μου ραβδί! Τα παιδιά ένιωσαν κάπως άβολα, ακούγοντάς τον να λέει τέτοια λόγια και με τέτοιον επιβλητικό τόνο· ένιωσαν ακόμα πιο περίεργα, βλέποντάς τον να κουνάει την απόχη σαν πραγματικό… μαγικό ραβδί. Αυτός ο άνθρωπος έδειχνε πραγματικά πολύ περίεργος. —Κάνει τρομερή ζέστη εδώ μέσα, είπε ο Τζούλιαν. Πάμε να βγούμε έξω, στον αέρα. Αρκετά είδαμε ώς τώρα, νομίζω. Αντίο σας, κύριε Γκρινγκλ και σας ευχαριστούμε πολύ! Βγήκαν όλοι έξω παίρνοντας βαθιές ανάσες. Τότε, όμως, άκουσαν μια ξερή φωνή να ’ρχεται από πίσω τους: —Δρόμο από ’δώ πέρα! Δρόμο!

~ 51 ~


7. Η κυρία Τζέινς, μια αράχνη

και μια λιμνούλα Ο Τίμι γρύλισε· το ίδιο κι ο Μπίνκι. Τα παιδιά γύρισαν κι

είδαν την ηλικιωμένη γυναίκα που έμοιαζε με μάγισσα να στέκεται εκεί με τα μπερδεμένα άσπρα μαλλιά της να κρέμονται γύρω από το πρόσωπό της. —Τι συμβαίνει, κυρία… εμ… κυρία Τζέινς; ρώτησε ο Τζούλιαν που ευτυχώς θυμήθηκε το όνομά της. Δεν κάνουμε τίποτε κακό. —Ο γιος μου δε θέλει ξένους εδώ γύρω, είπε η κυρία Τζόουνς, τόσο στρυφνά που μόλις μπόρεσαν να καταλάβουν τι εννοούσε. —Αυτό το μέρος, απ’ όσο ξέρουμε, ανήκει στον κύριο Γκρινγκλ και το φίλο του, επέμεινε έκπληκτος ο Ντικ. —Σου είπα πως ο γιος μου δε θέλει ξένους;, τσίριξε πάλι η ηλικιωμένη γυναίκα, κουνώντας απειλητικά το χέρι της. Του Τίμι δεν του άρεσε αυτό κι άρχισε πάλι να γρυλίζει. Εκείνη, αμέσως, τον έδειξε με το δάχτυλό της κι έβαλε κάτι τσιρίδες που η Άννα, χωρίς να το καταλάβει, πισωπάτησε. Πραγματικά, αυτή η γυναίκα έμοιαζε καταπληκτικά με μάγισσα – και φώναζε σαν μάγισσα. Ο Τίμι αντέδρασε παράξενα. Έβαλε την ουρά στα σκέλια σταματώντας το γρύλισμα κι έτρεξε να κρυφτεί πίσω από την Τζορτζ. Η Τζορτζ τα ’χασε, αλλά και ενοχλήθηκε μαζί. —Μοιάζει σαν να προσπαθεί να κάνει μάγια στον Τίμι,


είπε ο Ντικ μισογελώντας, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει και την Άννα ή την Τζορτζ να γελάσουν κι αυτές. Παίρνοντας τον Τίμι από το κολάρο, η Τζορτζ απομακρύνθηκε γρήγοραμ με την Άννα να τρέχει από πίσω τους. Τ’ αγόρια έβαλαν τα γέλια. Ο Μπίνκι έτρεξε πίσω από τον Τίμι κι ο Τόμπι ανέλαβε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. —Ο γιος σου δε βρίσκεται καν εδώ· τι δουλειά έχει επομένως να σου λέει τι θέλει ή τι δε θέλει ή να δίνει διαταγές για τους επισκέπτες; Δάκρυα εμφανίστηκαν ξαφνικά στο πρόσωπο της ηλικιωμένης γυαίκας. —Θα με χτυπήσει, έκλαιγε. Θα μου στρίψει το χέρι! Φύγετε! Φύγετε, σας λέω! Αν έρθει, θα μου κάνει κακό. Είναι κακό, κι ας είναι γιος μου, είναι κακός άνθρωπος! —Είναι τρελή, η καημένη, μουρμούρισε ο Τόμπι που λυπόταν την κυρία Τζέινς. Η μαγείρισσά μας συχνά λέει πως είναι τρελή, αν και δεν μπορεί να κάνει κακό σε κανέναν. Ο γιος της δεν είναι τόσο κακός· είναι πολύ ικανός στις επιδιορθώσεις και συνηθίζουμε να τον καλούμε στη φάρμα μας όταν χρειάζεται διόρθωμα κάποια στέγη ή κάτι παρόμοιο. Αλλά ούτε τόσο καλός είναι όσο ήταν παλιότερα. Ελάτε, πάμε να φύγουμε. Κι ο κύριος Γκρινγκλ είναι λίγο παράξενος, δε συμφωνείτε; Ξεκίνησαν να βρουν τα κορίτσια· ο Τζούλιαν εξακολουθούσε να αισθάνεται άβολα. —Πώς είναι ο φίλος του κυρίου Γκρινγκλ, εκείνος που τον βοηθάει; ρώτησε τελικά. —Δεν ξέρω. Δεν τον έχω δει ποτέ, απάντησε ο Τόμπι. Λείπει τον περισσότερο καιρό· νομίζω πως πουλάει αβγά, κάμπιες και τα παρόμοια καθώς και τα καλύτερα έντομα και πεταλούδες που έχουν στη φάρμα. —Πολύ θα ήθελα να ξαναδώ τα γυάλινα σπίτια με τις ~ 53 ~


πεταλούδες, αλλά ο κύριος Γκρινγκλ μού δίνει στα νεύρα. Εκείνα τα λαμπερά μάτια πίσω από τα μικροσκοπικά γυαλιά… Σκέφτεται κανείς πως τέτοια λαμπερά μάτια δεν είναι φυσικό να χρειάζονται γυαλιά! —Ε! Τζορτζ, Άννα! φώναξε ο Τζούλιαν. Περιμένετέ μας, ερχόμαστε. Πρόλαβαν τα κορίτσια κι ο Τζούλιαν χαμογέλασε στην Τζορτζ: —Νόμισες πως θα μετέτρεπε τον Τίμι σε κάποιο μαυριδερό σκαθάρι, ε; —Όχι, και βέβαια όχι, απάντησε κατακόκκινη η Τζορτζ. Απλώς, δε μου άρεσε καθόλου αυτή η γριά… έτσι που έδειχνε με το δάχτυλό της τον Τίμι. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Τίμι γρύλισε· γι’ αυτό τον πήρα και φύγαμε. —Δεν άκουσες τι είπε για τον γιο της, πετάχτηκε ο Ντικ. Άρχισε να κλαίει και είπε πως θα τη χτυπήσει και θα της έστριβε το χέρι αν δε φεύγαμε… και, ξέρεις, ο γιος της δε βρίσκεται εδώ! —Είναι τρελή, συμπέρανε η Τζορτζ. Δε θέλω να ξανάρθω εδώ πέρα. Τι λέτε να κάνουμε τώρα; —Θ’ ανέβουμε στην κατασκήνωσή μας για φαγητό, δήλωσε ο Τζούλιαν χωρίς να σηκώνει αντίρρηση. Έλα μαζί μας, Τόμπι· ή μήπως έχεις τίποτα δουλειές στη φάρμα σας; —Όχι. Τις τέλειωσα όλες. Πολύ θα μ’ άρεσε να φάω μαζί σας εκεί ψηλά στο λόφο. Δεν πέρασε πολλή ώρα για να φτάσουν στην κατασκήνωσή τους. Όλα βρίσκονταν όπως τα είχαν αφήσει. Το φαγητό ήταν πολύ κεφάτο, μια κι ο Τόμπι είχε μεγάλη διάθεση γι’ αστεία. Εκείνο που είχε τη μεγαλύτερη επιτυχία ήταν μια απομίμηση πραγματικής αράχνης, που ο Τόμπι κρέμασε στον θάμνο όσο η Άννα κι η Τζορτζ έλειψαν για να ετοιμάσουν το φαγητό. Ο Ντικ κρυφογελούσε συνεχώς. ~ 54 ~


—Περίμενε να τη δει η Άννα, έλεγε και ξανάλεγε. Η Τζορτζ λέει πως δε φοβάται τις αράχνες, αλλά αν δει αυτή εδώ που είναι τεράστια, βάζω στοίχημα πως θ’ αρχίσει να τρέμει ακόμα και τις πιο μικρές. Η Άννα δεν την είδε όσο έτρωγε τις φράουλές της. Έπειτα όμως, την έπιασε το μάτι της, καθώς ο αέρας την κουνούσε πέρα-δώθε, να κρέμεται ακριβώς πάνω από το κεφάλι της Τζορτζ. —Ωωωωωω! Ωωωω, Τζορτζ, πρόσεχε! Είναι ένα τέρας αράχνη ακριβώς πάνω από το κεφάλι σου! —Τι… φοβάται η Τζορτζ τις αράχνες; έσκουξε ο Τόμπι. Κάνει σαν κορίτσι! Η Τζορτζ γύρισε και τον κοίταξε άγρια: —Δε δίνω δεκαράκι για τις αράχνες. —Χαίρομαι που δεν τις φοβάσαι, συνέχισε ο Τόμπι. Αν τις φοβόσουν, θ’ άρχιζα να σε φωνάζω Τζορτζίνα. Αυτό δεν είναι το πραγματικό σου όνομα; —Τζορτζ! Φύγε από εκεί! ούρλιαξε η Άννα. Είναι σχεδόν λίγους πόντους από το κεφάλι σου σου λέω· τα πόδια της κουνιούνται λες κι είναι έτοιμα να πιαστούν στα μαλλιά σου. Τζορτζ, είναι τεράστια σου λέω! Ίσως είναι μια από εκείνες τις δηλητηριώδεις που ζουν στην Αφρική. Ίσως είναι μια ταραντούλα! Ο άνεμος φύσηξε λίγο, ίσα για να κάνει την αράχνη να κινηθεί κάπως πιο ρεαλιστικά. Ακόμα κι ο Ντικ ήταν ευχαριστημένος που η αράχνη δεν ήταν πραγματική. Η Τζορτζ δεν μπόρεσε να κρατηθεί από το να κοιτάξει ψηλά· όταν όμως είδε εκείνο το τεράστιο πλάσμα από πάνω της, πετάχτηκε στο λεπτό από τη θέση της και… προσγειώθηκε πάνω ακριβώς στα πόδια του Τόμπι, κάνοντάς τον να χύσει τις φράουλες με την κρέμα. —Να τι κατάφερες, Τζορτζίνα, είπε ο Τόμπι ενοχλημέ~ 55 ~


νος, προσπαθώντας να μαζέψει τις φράουλες. Είπες πως δε σε φοβίζουν οι αράχνες. Θα την πάρω από εκεί, λοιπόν, για να ξαναπάς στη θέση σου και να μ’ αφήσεις να φάω με ησυχία τις φράουλες. —Όχι, όχι… μην την αγγίζεις… ωχ! φώναξε η Άννα. Ο Τόμπι όμως, παίρνοντας την έκφραση της γενναιότητας στο πρόσωπό του, πήρε την αράχνη από τον θάμνο και την κούνησε κοντά στην Άννα, που έπεσε δίπλα στο λεπτό. Έπειτα, την έκανε να «περπατήσει» πάνω στο γόνατο του Ντικ κι ο Τίμι έχωσε το μουσούδι του για να δει τι συμβαίνει. Ήρθε κι ο Μπίνκι, που με μια απότομη κίνηση έκοψε τη νάιλον κλωστή που είχε δέσει την αράχνη ο Τόμπι και την κράτησε με την πατούσα του. —Τι ανακατεύεσαι, βλάκα! του φώναξε ο Τόμπι και του ’δωσε μια σπρωξιά. Αχ, η ωραία μου αραχνίτσα… τη χάλασες! —Τι σημαίνουν όλα αυτά; φώναξε έντρομη η Άννα. ~ 56 ~


—Αρκετά, Τόμπι, μπήκε στη μέση ο Τζούλιαν. Το αστείο τέλειωσε. Η Τζορτζ αγριοκοίταξε τον Τόμπι και το πρόσωπό της φούντωσε από θυμό: —Αστείο; Αστείο; Περίμενε και θα σ’ το ξεπληρώσω το σημερινό, Τόμπι! Εγώ δεν μπορώ να το πω αυτό αστείο… Το λέω ύπουλο. Ήξερες πολύ καλά πως η Άννα δεν αντέχει τις αράχνες. —Ας αλλάξουμε θέμα συζήτησης, μπήκε στη μέση διαλλακτικά ο Ντικ. Τι λέτε να κάνουμε σήμερα τ’ απογευματάκι; —Εγώ ξέρω τι θα ήθελα να κάνω, άρχισε ο Τζούλιαν. Θα ’θελα ένα μπάνιο. Κάνει πάρα πολλή ζέστη. Αν ήμαστε στο Κιρίν, θα βρισκόμουνα συνεχώς μέσα στη θάλασσα. —Μακάρι να ήμασταν στο Κιρίν, μουρμούρισε η Τζορτζ. —Αν θέλετε πραγματικά να κάνετε μπάνιο, μπορώ να σας πάω σε μια λιμνούλα, πρότεινε ο Τόμπι, που ανυπομονούσε να ξαναφτιάξει τη γνώμη που είχαν οι άλλοι γι’ αυτόν. —Λιμνούλα; Πού; ρώτησε αμέσως ο Ντικ. —Να, βλέπετε το αεροδρόμιο εκεί κάτω; Βλέπετε κι αυτή την πηγή εδώ απ’ όπου παίρνετε νερό; Κυλάει ώς κάτω το λόφο, συναντιέται με δυο-τρεις άλλες κι όλες μαζί χύνονται στη λιμνούλα λίγο πιο πέρα από τ’ αεροδρόμιο. Το νερό της είναι παγωμένο· έχω κάνει πολλές φορές μπάνιο, εκεί. —Μου αρέσει πολύ η ιδέα, χαμογέλασε ο Τζούλιαν ευχαριστημένος. Θα πάμε μετά από λίγη ώρα. Τα κορίτσια θα θέλουν να πλύνουν και να ξεκουραστούν. Έπειτα, χρειάζεται να χωνέψουμε καλά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε. Όλοι συμφώνησαν και τα κορίτσια βιάστηκαν να πάνε στην πηγή. —Αν ο Τόμπι έχει κι άλλα τέτοια ανόητα τρικ, θα δοκιμάσω κι εγώ μερικά δικά μου, πάνω του! δήλωσε η Τζορτζ. ~ 57 ~


Για να πω την αλήθεια, έχω σκοπό να τον βουλιάξω μέσα στη λιμνούλα. —Είναι καλό παιδί, Τζορτζ, είπε η Άννα. Απλώς τα έχει συνηθίσει αυτά τα παιχνίδια στο σχολείο, έτσι λέει ο Ντικ. Βάζω στοίχημα πως οι δάσκαλοι θα τον έχουν στην μπούκα του κανονιού! Σύντομα, γύρισαν κοντά στ’ αγόρια για λίγης ώρας ξεκούραση. Η ώρα πέρασε γρήγορα. —Φεύγουμε, Τίμι, μην απομακρύνεσαι, φώναξε η Τζορτζ. Νά το μαγιό σου, Ντικ, και το δικό σου, Τζούλιαν. Τι καλά που σκεφτήκαμε να τα πάρουμε μαζί! —Κι εσύ, Τόμπι; Δεν έχεις μαζί σου μαγιό, παρατήρησε ο Τζούλιαν. —Έτσι κι αλλιώς, θα περάσουμε κοντά απ’ τη φάρμα για να φτάσουμε στη λιμνούλα, άρχισε ο Τόμπι. Θα φύγω, λοιπόν, λίγο, για να πάρω το μαγιό μου και θα τρέξω να σας προλάβω. Ξεκίνησαν. Εκτός από το αεροπλάνο που τους είχε ξυπνήσει το πρωί, δεν είχαν δει κανένα άλλο. Το αεροδρόμιο φαινόταν πολύ ήσυχο. —Περιμένετε μέχρι ν’ αρχίσουν να πειραματίζονται με κάποιο νέο είδος αεροπλάνου που μου είχε πει ο ξάδερφός μου, και τότε να δείτε τι θα γίνει! είπε ο Τόμπι. Ο θόρυβος είναι τόσο δυνατός, που δεν μπορείς να σταθείς πουθενά… —Θα μας αφήσει ο ξάδερφός σου να επισκεφτούμε το αεροδρόμιο κάποια απ’ αυτές τις μέρες; ρώτησε ο Τζούλιαν. Πολύ θα μας άρεσε. Δε θα πολυενδιαφέρει τα κορίτσια, αλλά ο Ντικ κι εγώ θα περάσουμε θαύμα! —Εγώ, πάντως, θα ήθελα πολύ να έρθω, πετάχτηκε η Τζορτζ. Θα είναι το ίδιο ενδιαφέρον και για μένα! —Μα εσύ είσαι κορίτσι, αντέκρουσε ο Τόμπι. Τα κορί~ 58 ~


τσια δεν καταλαβαίνουν τίποτα για τ’ αεροπλάνα ή τ’ αυτοκίνητα, τα πλοία… ή τις αράχνες! Αλήθεια, δε βλέπω τι θα σ’ ενδιέφερε στο αεροδρόμιο, χρυσή μου Τζορτζίνα! —Το όνομά μου δεν είναι Τζορτζίνα. Και μη με λες εμένα «χρυσή μου»… —Βουλώστε το κι οι δυο σας! αγρίεψε ο Τζούλιαν. Το απόγευμα είναι πολύ όμορφο για να το χαραμίζουμε σε καβγάδες. Κοιτάξτε, αυτή είναι η φάρμα σας, Τόμπι; Φτάσαμε πολύ γρήγορα. —Ναι, απάντησε ο Τόμπι. Έλα, Μπίνκι, πάμε τρεχάλα σπίτι. Δε θ’ αργήσω, Τζούλιαν. Προχωρήστε ίσια μπροστά, προς εκείνο το μεγάλο πεύκο που φαίνεται στον ορίζοντα. Όταν φτάσετε, θα έρχομαι κι εγώ. Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ενώ οι υπόλοιποι συνέχισαν σιγά-σιγά προς το πεύκο που τους έδειξε. Θα ήταν υπέροχο ένα μπάνιο στην κρύα λιμνούλα! Ο Τόμπι ήταν σίγουρα πολύ ικανός στο τρέξιμο! Πριν φτάσουν καν στο μεγάλο πεύκο, πρόλαβε την παρέα ξέπνοος και με το μαγιό στο χέρι! —Εκεί πέρα είναι! λαχάνιαζε ο Τόμπι. Να… η λιμνούλα! Όμορφη δεν είναι; Πραγματικά, μπροστά τους απλωνόταν η λιμνούλα, βαθυγάλανη και λεία σαν γυαλί. Τη μια πλευρά της περικύκλωναν τεράστια δέντρα, ενώ καταπράσινοι θάμνοι φύτρωναν παντού. Τα πέντε παιδιά προχώρησαν ευχαριστημένα, αλλά ξαφνικά σταμάτησαν σε μια μεγάλη πινακίδα, καρφωμένη πάνω σ’ ένα δέντρο. ΜΗΝ ΠΛΗΣΙΑΖΕΤΕ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΕΡΙΟΧΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

~ 59 ~


—Τι σημαίνει αυτό; αναρωτήθηκε στενοχωρημένος ο Ντικ. Τελικά, δεν μπορούμε να κάνουμε μπάνιο! —Μη δίνετε σημασία, παιδιά, τους ενθάρρυνε ο Τόμπι. Δε σημαίνει τίποτα! Κι όμως, σήμαινε· γρήγορα θα ανακάλυπταν τι!

~ 60 ~


8. Ένδειξη για μπελάδες — Τι ακριβώς εννοείς όταν λες ότι η πινακίδα δε σημαίνει τίποτα; απόρησε ο Τζούλιαν. Τότε, γιατί την έβαλαν εδώ; —Α, υπάρχουν τέτοιες πινακίδες παντού στ’ αεροδρόμιο, απάντησε αδιάφορα ο Τόμπι. Σου λένε απαγορεύεται κι ότι υπάρχει κίνδυνος. Όμως, δεν υπάρχει. Μόνο αεροπλάνα υπάρχουν εδώ, ούτε όπλα ούτε βόμβες ούτε τίποτα. Είναι πολύ ήσυχο μέρος. —Γιατί δε ρώτησες τον ξάδερφό σου γιατί έβαλαν αυτές τις πινακίδες; ρώτησε ο Ντικ. Κάποια αιτία πρέπει να υπάρχει! —Αφού σου λέω πως οι πινακίδες είναι εδώ και χρόνια στην περιοχή, άρχισε να εκνευρίζεται ο Τόμπι. Χρόνια! Μπορεί κάποτε να χρησίμευαν σε κάτι, τώρα όμως όχι. Μπορούμε να κάνουμε και μπάνιο κι οτιδήποτε άλλο μας αρέσει. —Εντάξει, μα ελπίζω να ξέρεις τι λες, υποχώρησε ο Τζούλιαν. Πάντως, πρέπει να πω πως ούτε βλέπω τι χρησιμότητα μπορεί να έχουν τέτοιες πινακίδες εδώ, αφού δεν υπάρχει ούτε φράχτης ούτε σύρματα για να εμποδίζουν την είσοδο στην περιοχή. —Τότε, πάμε να βάλουμε το μαγιό μας, φώναξε ο Ντικ. Εσείς, κορίτσια, μπορείτε να πάτε πίσω από κείνο το θάμνο. Άντε, τι κάθεστε; Σε λίγο, όλοι φορούσαν τα μαγιό τους και βούτηξαν στη λιμνούλα που τους έκρυβε μια έκπληξη: ήταν πολύ βαθιά.


Ήταν όμως κι όσο έπρεπε δροσερή. Τα δυο σκυλιά όρμησαν στα ήσυχα νερά της κι άρχισαν να κολυμπούν γύρω-γύρω. Τα παιδιά τούς έριχναν νερά, κι ο Τίμι άρχισε τα γαβγίσματα καταπώς το συνήθιζε. —Σιωπή, Τίμι! φώναξε αμέσως ο Τόμπι. —Μα, γιατί; απαίτησε να μάθει η Τζορτζ, κολυμπώντας. —Να, ίσως κάποιος από το αεροδρόμιο τον ακούσει, είπε τελικά ο Τόμπι. —Εσύ είπες πως δεν πειράζει να κολυμπήσουμε εδώ! φώναξε τώρα η Τζορτζ. Να δεις τι θα πάθεις τώρα! Η Τζορτζ έκανε μια βουτιά κι έπιασε τα πόδια του Τόμπι κάτω απ’ το νερό, τραβώντας τον προς τα κάτω. Εκείνος φώναζε και κλοτσούσε, η Τζορτζ όμως ήταν πολύ δυνατή για να μπορέσει να της ξεφύγει! Όταν τον άφησε, ο Τόμπι εμφανίστηκε στην επιφάνεια κατάχλομος. —Σε είχα προειδοποιήσει πως θα σ’ εκδικηθώ για την αράχνη! φώναξε η Τζορτζ και κολύμπησε με μεγάλες απλωτές μακριά του. Ο Τόμπι την πήρε από πίσω, αναγκάζοντας τον εαυτό του να ακολουθεί όλο το «δρομολόγιο» της Τζορτζ γύρω γύρω στη λιμνούλα. Η Τζορτζ ήταν θαυμάσια κολυμβήτρια. Τα υπόλοιπα παιδιά είχαν βάλει τα γέλια γι’ αυτή τη χωρίς ελπίδα για τον Τόμπι κούρσα. —Εγώ στοιχηματίζω υπέρ της Τζορτζ, είπε ο Ντικ ξαναμμένος. Θα μπορούσε να νικήσει σχεδόν όλα τ’ αγόρια, στο κολύμπι. Πάντως, τον Τόμπι τον έβαλε στη θέση του μια χαρά. Από εδώ κι εμπρός θα σκέφτεται πολύ πριν εφαρμόσει κάποιο κόλπο με αράχνες και τέτοια! Ο Τίμι άρχισε να γαβγίζει πάλι όταν είδε τον Τόμπι να κυνηγάει την Τζορτζ· σε λίγο τον ακολούθησε κι ο Μπίνκι. —Σκασμός, Μπίνκι! φώναξε ο Τόμπι. Σου είπα: Σταμάτα να γαβγίζεις! ~ 62 ~


Πριν όμως προλάβει ο Μπίνκι να υπακούσει, κάτι συνέβη. Μια δυνατή φωνή ακούστηκε από την άλλη πλευρά της λιμνούλας. —Τι συμβαίνει εδώ; Καταπατάτε περιουσία του κράτους. Δεν είδατε την πινακίδα; Τα σκυλιά σταμάτησαν να γαβγίζουν και τα πέντε παιδιά κοίταζαν γύρω τους να δουν ποιος φώναζε. Ήταν κάποιος που φορούσε στολή της Αεροπορίας, ένας μεγαλόσωμος άντρας με κόκκινα μάγουλα. —Τι είναι; φώναξε ο Τζούλιαν κολυμπώντας προς το μέρος του. Μόνο μπάνιο κάνουμε, δεν κάναμε τίποτα κακό. —Δεν είδατε την πινακίδα; επέμεινε ο άντρας δείχνοντάς τη. —Ναι, μα δεν είδαμε να υπάρχει κανείς κίνδυνος εδώ γύρω, απάντησε πάλι ο Τζούλιαν. —Γιά βγείτε έξω! ούρλιαξε ο άντρας. Όλοι σας. Εμπρός. Βγήκαν όλοι στην ακρολιμνιά· η Άννα φοβόταν. Βγήκαν κι οι σκύλοι και στάθηκαν κοιτάζοντας τον άντρα. Εκείνος, μόλις τους είδε, ηρέμησε κάπως. —Τα σκυλιά σας ήταν που γάβγιζαν; Μμμ… γιά να δούμε… ώστε όλοι σας είστε παιδιά… αν κι ο ένας σας είναι αρκετά μεγάλος για να καταλαβαίνει πότε τα πράγματα είναι σοβαρά και πότε όχι! κι έδειξε τον Τζούλιαν. Κάπου σ’ έχω ξαναδεί εσένα, μικρέ! και στράφηκε στον Τόμπι. Μάλιστα, πάλι εδώ γύρω τριγυρνούσες. —Είχα πάει να δω τον ξάδερφό μου, είναι ο σμηναγός Τόμας, είπε ο Τόμπι. Δεν έκανα τίποτα κακό… κι ούτε κατασκόπευα. Σας λέω, πήγα μόνο να δω τον ξάδερφό μου! —Καλά, λοιπόν, θα του το πω, είπε ο άντρας, και θα του πω ακόμη να σου δώσει μια γερή στα πισινά. Έχουμε σαφείς οδηγίες να μην επιτρέπουμε σε κανέναν να πλησιάζει, ένα σωρό πινακίδες υπάρχουν εδώ γύρω! ~ 63 ~


—Τότε κάποιο μυστικό θα υπάρχει, τόλμησε ο Τόμπι μ’ ένα ξαφνικό χαμόγελο. —Σιγά μη σου έλεγα αν υπάρχει ή όχι! κάγχασε ο άντρας. Ο Τζούλιαν σκέφτηκε πως ήταν ώρα να επέμβει. Αυτός ο άντρας ήταν υποχρεωμένος να κάνει το καθήκον του κι ο Τόμπι φέρθηκε απαίσια που τους έπεισε ότι οι πινακίδες δεν ήταν σημαντικές. —Ζητάμε συγνώμη, κύριε, που μπήκαμε σε απαγορευμένη περιοχή, είπε με την καθαρή κι ευχάριστη φωνή του. Δεν πρόκειται να ξανάρθουμε εδώ για μπάνιο, σας το υπόσχομαι. Λυπάμαι που αναγκαστήκατε να κάνετε όλο αυτό το δρόμο για να μας πείτε πως δεν επιτρέπεται να μένουμε εδώ. Ο φρουρός κοίταξε τον Τζούλιαν μ’ εκτίμηση. Είχε κάτι αυτό το αγόρι που κέρδιζε γρήγορα την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό των άλλων ανθρώπων. Χαμογέλασε λοιπόν και χαιρέτησε στρατιωτικά. —Δεν πειράζει τώρα πια. Λυπάμαι που σας έκοψα στη μέση το μπάνιο σας με τέτοια ζέστη. Και… εμ… αν αυτός ο αυθάδης από ’δώ (κι έδειξε τον Τόμπι) ζητήσει άδεια για κολύμπι από τον σμηναγό Τόμας, εγώ δε θα ’χω καμιά αντίρρηση. —Ευχαριστούμε, είπε ο Τζούλιαν. Πάντως, δε θα μείνουμε καιρό στην περιοχή· μόνο λίγες μέρες. —Γεια σας, λοιπόν, είπε ο άντρας και απομακρύνθηκε με γοργά βήματα. —Λοιπόν, είπε ο Τόμπι τελείως ξεδιάντροπα, τι ήθελε να ’ρθει και να μας χαλάσει το μπάνιο μας; Αφού είπε πως δεν υπάρχει κανένα μυστικό, γιατί τότε… —Ε, σκάσε επιτέλους! νευρίασε ο Ντικ. Τον άκουσες τι είπε για τις διαταγές που έχουν! Δεν είναι κανένας ανόητος μαθητής που προσπαθεί να κάνει τον έξυπνο όπως κάνεις ~ 64 ~


εσύ στο σχολείο, Τόμπι, και πολλοί άλλοι ακόμα! Είναι στρατιώτης. Και καλά θα κάνεις να φροντίσεις να βάλεις λίγο μυαλό, Τόμπι! —Συμφωνώ, μπήκε κι ο Τζούλιαν στη μέση. Ας μην πούμε όμως τίποτε άλλο. Πάμε να σκουπιστούμε. Μετά, θα γυρίσουμε στη φάρμα και θα πούμε στην ευγενική σου μαμά να μας δώσει κι άλλα τρόφιμα. Πεινάω σαν λύκος μετά το μπάνιο. Ο Τόμπι ένιωθε μάλλον μειωμένος μετά από όλα αυτά. Έριξε μια βιαστική ματιά στην Τζορτζ για να δει πώς είχε πάρει τη νίκη της. Η Τζορτζ, όμως, δεν κόμπαζε ποτέ σε βάρος του νικημένου, έτσι ο Τόμπι ένιωσε μεγάλη ανακούφιση. —Να ρωτήσω τον ξάδερφό μου αν μπορεί να πάρει άδεια για να κολυμπάμε στη λιμνούλα; ρώτησε δειλά δειλά την ώρα που ντύνονταν. —Μάλλον όχι, απάντησε ο Τζούλιαν. Θα ήθελα όμως να συναντήσω τον ξάδερφό σου μια από τις επόμενες μέρες που θα είμαστε εδώ. —Μπορεί να μας κάνει βόλτα και με το αεροπλάνο, είπε γεμάτος ελπίδα ο Τόμπι. Α, κοιτάξτε εκεί… είναι ο παλιομασκαράς ο Μπένι… και το γουρουνάκι! Ο Μπένι πλησίασε λαχανιασμένος, κουβαλώντας φυσικά και το ζωάκι του! —Μοιάζεις με τον Τομ του παραμυθιού, του είπε ο Τζούλιαν χαϊδεύοντας τις ξανθές του μπούκλες. Έκλεψε ένα γουρουνάκι και το ’βαλε στα πόδια κρατώντας το στην αγκαλιά του όπως εσύ το δικό σου. —Μα αυτό εδώ είναι ολόδικό μου, έκανε έκπληκτος ο Μπένι. Δεν το έκλεψα. Ήρθα να σας βρω γιατί η μαμά μού είπε πως σας προσκαλεί για φαγητό. —Έχεις την πιο καλή μαμά του κόσμου! γέλασε η Άννα ~ 65 ~


παίρνοντας το αγοράκι από το χέρι. Γιατί δεν αφήνεις κάτω το γουρουνάκι σου; Είναι πολύ βαρύ. —Θα μου το σκάσει, απάντησε σοβαρά σοβαρά ο Μπένι. Γι’ αυτό το κουβαλάω. —Βάλε του ένα κολάρο στο λαιμό, μ’ ένα λουρί για να το κρατάς, τον συμβούλεψε ο Ντικ. —Δεν έχει λαιμό, απάντησε ο Μπάνι, και πραγματικά το γουρουνάκι ήταν τόσο χοντρό που το κεφάλι του δεν ξεχώριζε από το υπόλοιπο σώμα. Η μικρή παρέα πήρε το δρόμο του γυρισμού στη φάρμα. Το γουρουνάκι, μόλις αναγνώρισε το μέρος, πετάχτηκε από τα χέρια του Μπένι και έτρεξε μπροστά σκούζοντας. Φαινόταν έκπληκτο κι ευχαριστημένο που βρέθηκε πάλι σε γνώριμα μέρη. Κάθε φορά που το γουρουνάκι έσκουζε, ο Τίμι σήκωνε τ’ αφτιά του. Νόμιζε πως πονούσε κι αυτό τον έκανε ν’ ανησυχεί! Η κυρία Τόμας τούς είδε από το παράθυρο. —Ελάτε μέσα! τους προσκάλεσε. Σκέφτηκα πως θα θέλατε να κολατσίσετε μαζί μας· άλλωστε, έχω κι έναν επισκέπτη που σίγουρα θα θέλατε να γνωρίσετε! —Ποιος είσαι; πετάχτηκε ο Τόμπι τρέχοντας στο σπίτι. Ω! Εσύ είσαι, ξάδερφε Τζεφ! Έι, Τζούλιαν, Ντικ, κοιτάξτε, είναι ο ξάδερφός μου ο Τζεφ απ’ το αεροδρόμιο! Αυτός που σας έλεγα! Ξάδερφε Τζεφ, έλα να γνωρίσεις τους φίλους μου. Ο Τζούλιαν, ο Ντικ, η Άννα, η Τζορτζίνα… εμ… ήθελα να πω η Τζορτζ… και ο Τίμι! Ένας ψηλός κι όμορφος νέος άντρας σηκώθηκε από την καρέκλα του, χαμογελαστός. Οι Πέντε Φίλοι τον κοίταξαν και τον συμπάθησαν αμέσως. Τι όμορφος νέος άντρας, τι δυνατός και τι ολοκάθαρα ειλικρινή μάτια που είχε! Ποιος δε θα ’θελε έναν τέτοιο ξάδερφο! Όλη η παρέα ζήλεψε τον Τόμπι εκείνη τη στιγμή. ~ 66 ~


—Γεια χαρά σας! είπε ο Τζεφ. Χαίρομαι που σας γνωρίζω. Έι… κοιτάξτε το σκυλάκι! Προς έκπληξη όλων, ο Τίμι άνοιξε δρόμο, κατευθύνθηκε στον Τζεφ και φτάνοντάς τον του έδωσε το πόδι του, έτοιμος να τον χαιρετήσει, με όλους τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς! —Τι κάνετε; ρώτησε σοβαρός-σοβαρός ο Τζεφ και του έδωσε αμέσως το χέρι. —Ο Τίμι δεν το ’χει ξανακάνει αυτό, ποτέ του! τα ’χασε η Τζορτζ. Αυτό θα πει έκπληξη. Θα πρέπει να σε συμπάθησε πάρα πολύ!


9. Ο ξάδερφος Τζεφ — Τ’ αγαπάω τα σκυλιά, είπε ο Τζεφ και χάιδεψε το κεφάλι του Τίμι. Ο σκύλος σας είναι χάρμα και πολύ έξυπνος, έτσι δεν είναι; Η Τζορτζ έγνεψε καταφατικά, ευχαριστημένη. Συμπαθούσε όποιον επαινούσε τον Τίμι. —Ναι, είναι πολύ έξυπνος. Βρέθηκε δίπλα μας σε όλες μας τις περιπέτειες. Μπορεί να γίνει πολύ άγριος αν καταλάβει πως κάποιος θέλει να μας κάνει κακό. Κοίταξε, θέλει να σφίξετε πάλι τα χέρια! Μα, δεν είναι αστείος; Ο Τζεφ χαιρέτησε για άλλη μια φορά τον Τίμι, κι εκείνος ξάπλωσε δίπλα του χωρίς να το κουνάει ρούπι, λες κι ήταν δικός του. Η Τζορτζ δεν πειράχτηκε. Συμπάθησε τον ξάδερφο Τζεφ όσο κι ο Τίμι! —Πες μας για τη δουλειά σου, παρακάλεσε ο Ντικ. Αυτό το αεροδρόμιο είναι τόσο παράξενο· δεν έχει συρματοπλέγματα γύρω του, πού και πού πετάει κάποιο αεροπλάνο, και δε φαίνεται ψυχή στον αεροδιάδρομο! Εσύ πετάς συχνά; —Όχι και πολύ συχνά προς το παρόν, απάντησε ο Τζεφ. Αλλά μην απορείτε που δεν υπάρχει φράχτης! Πιστέψτε με, ο υπεύθυνος αξιωματικός ξέρει ανά πάσα στιγμή ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει και ποιος πλησιάζει τ’ αεροδρόμιο και μπορώ να πω πως υπάρχουν και έξτρα μέτρα ασφάλειας. —Αλήθεια! πετάχτηκε η Τζορτζ. Θέλεις να πεις πως ο αξιωματικός ήξερε ότι βρισκόμαστε στη λιμνούλα;


—Εσύ τι λες; Φαντάζομαι πως κάποιος σας ακολούθησε κι έψαξε να βρει ποιοι είσαστε και γιατί βρεθήκατε εκεί κι όλα αυτά, πριν σας μιλήσει οποιοσδήποτε… Όλα αυτά φαίνονταν μυστηριώδη. Τους ακολούθησε; Πώς; Ποιος; Και πού είχε κρυφτεί για να μην τον βλέπουν; Ο Ντικ έκανε και φωναχτά αυτές τις ερωτήσεις στον Τζεφ, αλλά ο νεαρός αεροπόρος κούνησε το κεφάλι. —Λυπάμαι, δεν μπορώ να σας δώσω απάντηση. Όμως, δε χρειάζεται ν’ ανησυχείτε, κανείς δε σας υποπτεύεται! Και γελώντας, συμπλήρωσε: —Ίσως η θεία μου από εδώ να έδωσε καλές συστάσεις για σας! Η κυρία Τόμας γέλασε, αλλά δεν είπε τίποτα. Έγνεψε στην Άννα και την Τζορτζ να τη βοηθήσουν να φέρει όσα είχε ετοιμάσει. Ήταν όλα το ίδιο όμορφα, όπως και την προηγούμενη φορά. Τα κορίτσια τριγύριζαν πότε για να τακτοποιήσουν τα φλιτζάνια για το τσάι, πότε για να στρώσουν τις πετσέτες, ενώ τ’ αγόρια βομβάρδιζαν τον Τζεφ με ερωτήσεις. —Θα μπορούσες, άραγε, να μας πάρεις μαζί σου όταν θα πετάς κάποια μέρα; ρώτησε ο Τόμπι αυτό που τον έκαιγε περισσότερο. —Δε νομίζω πως θα μου επιτρεπόταν, άρχισε ο Τζεφ. Και δεν ξέρω αν μπορώ ακόμα και να ρωτήσω τέτοιο πράγμα. Βλέπετε, τα αεροπλάνα είναι ειδικά, δεν παίρνουν επιβάτες και… —Και βέβαια, καταλαβαίνουμε, είπε βιαστικά ο Τζούλιαν, που δεν ήθελε να βρεθεί σε δύσκολη θέση ο Τζεφ. Ούτε που σκεφτήκαμε ότι μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Πότε θα ξαναπετάξεις; Θα θέλαμε να σε δούμε από το λόφο όπου έχουμε κατασκηνώσει. —Θα μπορούσατε να με δείτε με κιάλια. Θα σας πω τον ~ 69 ~


αριθμό του αεροπλάνου μου· είναι γραμμένος στην «κοιλιά» του, κι έτσι θα ξέρετε πως θα είμαι εγώ που κάνω κύκλους γύρω από το λόφο. Όμως, δε θα μπορώ, φοβάμαι, να κάνω μανούβρες ή βουτιές προς το μέρος σας. Μόνο κάποιοι χοντροκέφαλοι αρχάριοι διακινδυνεύουν με κάτι τέτοια. —Θα κοιτάμε κάθε μέρα για να σε δούμε, είπε ο Ντικ, ο οποίος ζήλευε που ο Τόμπι είχε έναν τέτοιο ξάδερφο. Δε φαντάζομαι να μπορέσεις κι εσύ να μας δεις, αλλά εμείς θα σε χαιρετάμε! Το τσάι ήταν πια έτοιμο κι όλοι τράβηξαν τις καρέκλες τους γύρω από το τραπέζι. Ο Μπένι τριγύριζε στο δωμάτιο με το γουρουνάκι κάτω απ’ τη μασχάλη· τελικά, το άφησε μέσα στο καλάθι της γάτας κι έτρεξε να πάρει κι αυτός τη θέση του. Ο Σγουρούλης το ’ριξε στον ύπνο, ροχαλίζοντας πότε πότε. —Δε θα αγριέψει η γάτα αν δει άλλον στη θέση της; ρώτησε η Τζορτζ βλέποντας το καλάθι. —Καθόλου, απάντησε η κ. Τόμας. Την περασμένη χρονιά τής το είχαν πάρει τα δυο βατραχάκια του Μπένι και πρόπερσι… —Ένα αρνάκι, την πρόλαβε πριν τελειώσει τη φράση της ο Τόμπι. —Α, ναι, κι ο γερο-Τίκλι, ο γάτος, δε φάνηκε να ενοχλείται καθόλου, συνέχισε η κυρία Τόμας, βάζοντας φρέσκο γάλα σε όλα τα ποτήρια. —Είναι καλός ο γάτος μας, χαμογέλασε ο Τόμπι. Πού είναι τώρα; Πολύ θα ήθελα να δω πώς θ’ αντιμετωπίσει το Σγουρούλη. Αν δοκιμάσει να μπει κι ο γάτος στο καλάθι, όπως έγινε με το αρνάκι, μάλλον θ’ αποτύχει· το γουρουνάκι είναι τόσο χοντρό, που δεν αφήνει χώρο για τίποτα. Όλα τα φαγητά ήταν υπέροχα, κι ο Τόμπι συνέχισε τις σκανταλιές του. Αυτή τη φορά, αντί για αλάτι έβαλε ζάχα~ 70 ~


ρη στο πιάτο της Άννας και πρόσφερε αλάτι στην Τζορτζ, που ζήτησε ζάχαρη για τις φράουλές της. Και τα δυο κορίτσια άκουγαν με τέτοια προσοχή ό,τι έλεγε ο Τζεφ, που ούτε κατάλαβαν τι είχε κάνει ο Τόμπι, που σχεδόν κόντεψε να πέσει κάτω απ’ τα γέλια όταν είδε την έκφραση που πήρε το πρόσωπό τους στην επόμενη μπουκιά απ’ αυτά που έτρωγαν. Αλάτι με φράουλες! Ζάχαρη και ραπανάκια! Αηδία σκέτη… —Πολύ αστείος είσαι! είπε ενοχλημένη η Τζορτζ. Περίμενε όμως και θα δεις! Παρ’ όλα αυτά, η Τζορτζ δε συνέχισε, γιατί δεν είχε καθόλου διάθεση ν’ ασχολείται με τον Τόμπι, όταν ο Τζεφ μιλούσε για τόσο ενδιαφέροντα πράγματα· τα μάτια της έλαμπαν από ευχαρίστηση. Η μεγάλη της επιθυμία ήταν να πετάξει με αεροπλάνο και το μόνο που ευχόταν ήταν να πραγματοποιήσει γρήγορα το όνειρό της. Ο Μπένι δεν έδινε και μεγάλη προσοχή. Περισσότερο νοιαζόταν για τα ζωάκια παρά για τ’ αεροπλάνα. Έτρωγε το φαγητό του ήσυχα και κοιτούσε το γουρουνάκι του μέσα στο καλάθι της γάτας· πότε πότε ακουμπούσε το χέρι της μητέρας του όταν ήθελε να της πει κάτι: —Ο Σγουρούλης το ’σκασε πάλι σήμερα, της είπε εμπιστευτικά. Ακριβώς, στη λιμνούλα των αλόγων. —Πόσες φορές θα σ’ το πω να μην πηγαίνεις εκεί, είπε η μητέρα του. Την άλλη φορά είχες πέσει μέσα! —Μα ο Σγουρούλης έτρεξε προς τα εκεί, διαμαρτυρήθηκε ο Μπένι, ενώ τα μεγάλα μάτια του την κοίταζαν όλο αθωότητα. Έπρεπε, μαμά, να τρέξω από πίσω του, δεν έπρεπε; Είναι το γουρουνάκι μου. —Μμμ, θα τον τιμωρήσω το Σγουρούλη αν σε πηγαίνει σε μέρη που δε θέλω να πηγαίνεις. Δεν μπορώ να τον αφήσω να γίνει ανυπάκουος, μπορώ; ~ 71 ~


Η ερώτηση αυτή χρειαζόταν σκέψη κι ο Μπένι συνέχισε να τρώει με ύφος σοβαρό, αγνοώντας κυριολεκτικά όλους τους άλλους. Η Άννα γύρισε και τον κοίταξε κάμποσες φορές, χαμογελώντας για τους παράξενους για την ηλικία του τρόπους. Τι όμορφα που θα ήταν αν είχε έναν αδερφούλη σαν κι αυτόν εδώ! —Λοιπόν, πρέπει να πηγαίνω, είπε κάποια στιγμή ο Τζεφ, όταν όλοι είχαν τελειώσει το φαγητό. Ευχαριστώ για όλα, θεία Σάρα. Ήμουν τυχερός που βρέθηκα σήμερα κοντά στη Φάρμα Μπίλικοκ! Γεια και χαρά σε όλους! Γεια σου, Τίμι! Όλοι μαζί τον συνόδεψαν ώς την έξοδο της φάρμας, μαζί κι ο Τίμι με τον Μπίνκι. Ο Μπένι ξύπνησε το γουρουνάκι του για να το πάρει κι αυτό μαζί με όλες τις κλοτσιές και τις στριγγλιές του. Όλα μαζί κοιτούσαν τον ψηλό, γεροδεμένο αεροπόρο να απομακρύνεται μακριά στον ορίζοντα. —Σας άρεσε; ρώτησε ο Τόμπι όλο περηφάνια. Δεν είναι υπέροχος; Είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτόν. Θα γίνει από τους πιο έξυπνους αεροπόρους στη χώρα, να το ξέρετε! —Φαίνεται πως είναι πανέξυπνος, συμφώνησε ο Ντικ. Τι τυχερός που είσαι, Τόμπι! —Καλύτερα να γυρίσουμε στην κατασκήνωσή μας αφού τα κορίτσια βοηθήσουν τη μαμά σου στην κουζίνα, είπε ο Τζούλιαν που δεν ήθελε να καταχραστούν τη φιλοξενία της κυρίας Τόμας. Τόμπι, μπορείς να μας ετοιμάσεις μερικά τρόφιμα για την περίπτωση που δε σε συναντήσουμε αύριο; —Εντάξει, απάντησε ο Τόμπι και ξεκίνησε σφυρίζοντας ευχαριστημένος. Ο Μπένι εμφανίστηκε πάλι, με το γουρουνάκι να τρέχει γύρω του. —Γεια σου! χαμογέλασε ο Ντικ. Μήπως σου την κοπάνησε πάλι το γουρουνάκι σου; —Αν το ’σκαγε κι ερχόταν στην κατασκήνωσή σας, θα ~ 72 ~


θυμώνατε; γέλασε πονηρά ο Μπένι κοιτάζοντας τον Ντικ ίσα στα μάτια. —Δεν πρέπει να το κάνει αυτό, δήλωσε σοβαρά ο Ντικ, μαντεύοντας τι σκεφτόταν το αγοράκι· σκεφτόταν να πάει ο ίδιος ο Μπένι στην κατασκήνωση κι έπειτα να πει πως έψαχνε για το γουρουνάκι που «το είχε σκάσει»! Πολύ έξυπνο! Ο Μπένι δεν είπε τίποτε άλλο και συνέχισε την περιπλάνησή του. Τ’ αγόρια πήγαν να βρουν τον Τόμπι και να τον βοηθήσουν να πακετάρει τα τρόφιμα. —Πρέπει να πληρώσουμε και το λογαριασμό, θυμήθηκε ο Τζούλιαν ψάχνοντας για το πορτοφόλι του. Ήταν καλή η ιδέα του Τόμπι να μαζεύει τα λεφτά για να πάρει ένα δώρο εκ μέρους μας στη μαμά του. Είναι πολύ γλυκιά γυναίκα. Σύντομα, τα παιδιά έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού. Ο Τόμπι έμεινε πίσω για να κάνει τις δουλειές που του αναλογούσαν στη φάρμα· να μαζέψει τ’ αβγά, να τα πλύνει και να τα βάλει στις θήκες που τα τοποθετούσαν για να τα πουλήσουν. —Θα ’ρθω να σας δω αύριο! τους είπε πριν ξεκινήσουν. Έχω ένα ωραίο σχέδιο· ίσως πάμε τις σπηλιές, αν θέλετε! Όλα ήταν ήσυχα στον λόφο που ανέβαιναν σιγά σιγά οι Πέντε Φίλοι. Ξαφνικά, μια μεγάλη πεταλούδα ήρθε να ξεκουραστεί πάνω στο λουλούδι ενός ανθισμένου θάμνου, ακριβώς μπροστά στην Τζορτζ· ήταν μια πεταλούδα που κανείς τους δεν είχε ξαναδεί, έστω και παρόμοια. —Κοιτάξτε τη! φώναξε χαρούμενη η Άννα. Αχ, τι όμορφη που είναι! Τζούλιαν, τι είδους πεταλούδα είναι; —Ιδέα δεν έχω! απάντησε ο Τζούλιαν. Ίσως είναι μια ασυνήθιστη Φριτιλάρι, αν και είναι νωρίς ακόμα για το είδος της. Εκείνος ο συλλέκτης, ο κύριος Γκρινγκλ, είπε πως ο λόφος είναι φημισμένος για τις σπάνιες πεταλούδες που έχει. Αυτή εδώ η πεταλούδα είναι σίγουρα σπάνια, και πόσο όμορφη είναι! ~ 73 ~


Παρατηρούσαν την πεταλούδα ν’ ανοίγει και να κλείνει τα φτερά της πάνω στο κάτασπρο λουλούδι του θάμνου. —Πρέπει να προσπαθήσουμε να την πιάσουμε, πρότεινε ο Ντικ. Είμαι σίγουρος πως ο κύριος Γκρινγκλ θα ενθουσιαστεί. Ίσως πάρει και τ’ αβγά της, οπότε θα ’χει ολόκληρο σμήνος απ’ αυτή τη σπάνια οικογένεια. —Έχω ένα πολύ λεπτό μαντίλι, είπε η Άννα. Νομίζω πως μπορώ να την πιάσω χωρίς να χαλάσω τα φτερά της. Θα τη βάλουμε στο μικρό κουτάκι που μας έδωσε ο Τόμπι για να βάζουμε τη ζάχαρη. Εμπρός, Ντικ, άδειασέ το. Σε μισό λεπτό, η πεταλούδα ήταν μέσα στο κουτί, σώα και ασφαλής, γιατί η Άννα έβαλε όλη την προσοχή της να μην της κάνει κακό. ~ 74 ~


—Τι υπέροχο έντομο! είπε ο Ντικ κλείνοντας το καπάκι. Πάμε να τη δώσουμε στον κύριο Γκρινγκλ. Αυτό θα πει να του κάνουμε έκπληξη! —Κι εκείνη η μάγισσα, ξέρετε, η κ. Τζέινς; αντέδρασε η Άννα. Δε θέλω να την ξανασυναντήσω. —Θα της πω να πάρει το σκουπόξυλό της και να πετάξει μακριά! γέλασε ο Τζούλιαν. Έλα, Άννα, μη γίνεσαι ανόητη· αυτή η γυναίκα δεν μπορεί να σου κάνει κανένα κακό. Πήραν λοιπόν το μικρό μονοπάτι που οδηγούσε στη Φάρμα «Πεταλούδα». Σύντομα, είδαν την αντανάκλαση των ακτίνων του ήλιου πάνω στα γυάλινα σπιτάκια. Η Τζορτζ κι η Άννα έδειχναν όλο και πιο διστακτικές καθώς πλησίαζαν, αλλά κι ο Τίμι σταμάτησε με την ουρά στα σκέλια. —Καλά, λοιπόν, εσείς μείνετε εδώ, είπε ανυπόμονα ο Ντικ. Ο Τζούλιαν κι εγώ δε θ’ αργήσουμε να γυρίσουμε. Και ξεκίνησαν. —Πραγματικά, ελπίζω να μην αργήσουν! ψιθύρισε η Άννα γεμάτη ανησυχία. Δεν ξέρω γιατί, αλλά νιώθω περίεργα κάθε φορά που ερχόμαστε εδώ. Στ’ αλήθεια έτσι αισθάνομαι!

~ 75 ~


10. Και πάλι στη Φάρμα «Πεταλούδα»

Ο Ντικ κι ο Τζούλιαν προχώρησαν προς τα γυάλινα σπί-

τια με τις πεταλούδες και τις κάμπιες. Κοιτούσαν από κάθε γωνιά, αλλά δεν έβλεπαν κανέναν. —Ο κύριος Γκρινγκλ πρέπει να είναι στο σπίτι, υπέθεσε ο Τζούλιαν. Πάμε απέξω να τον φωνάξουμε. Αν είναι μέσα, θα μας ακούσει και θα βγει. Δε θέλω να χτυπήσουμε την πόρτα, γιατί δεν πολυσυμπαθώ την κ. Τζέινς. Έμειναν λοιπόν απέξω κι έβαλαν τις φωνές: —Κύριε Γκρινγκλ! Κύριε Γκρινγκλ! Ο κ. Γκρινγκλ δε φάνηκε, αλλά κάποιος, στο πάνω πάτωμα, μισοτράβηξε την κουρτίνα και κρυφοκοιτούσε. —Κύριε Γκρινγκλ! Πιάσαμε μια σπάνια πεταλούδα και σας τη φέραμε! Το παράθυρο άνοιξε και φάνηκε η ηλικιωμένη κ. Τζέινς, που αυτή τη φορά έμοιαζε πραγματικά σαν μάγισσα. —Ο κυρ Γκρινγκλ δεν είναι ’δώ! μούγκρισε. —Ο φίλος του, τότε, ο κύριος Μπρεντ; φώναξε ο Ντικ. Μήπως είναι μέσα; Η ηλικιωμένη γυναίκα τούς κοίταξε, κάτι μουρμούρισε κι εξαφανίστηκε ξαφνικά από το παράθυρο. Ο Ντικ γύρισε και κοίταξε έκπληκτος τον Τζούλιαν. —Μα γιατί εξαφανίστηκε έτσι ξαφνικά; Σχεδόν σαν να την τράβηξε κάποιος βίαια προς τα πίσω. Τζούλιαν, δε μου αρέσουν καθόλου όλ’ αυτά.


—Γιατί; Νομίζεις πως είναι κι ο γιος της μέσα; ρώτησε ο Τζούλιαν, που κι αυτός δεν καταλάβαινε όσα γίνονταν. —Δεν ξέρω. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά τριγύρω. Ίσως ο κύριος Γκρινγκλ βρίσκεται κάπου εδώ· μπορεί η γριά να προσπαθεί να μας κοροϊδέψει! Έκαναν τον γύρο του σπιτιού και κρυφοκοίταξαν στην αποθήκη. Κανείς δε βρισκόταν εκεί. Έπειτα, άκουσαν βήματα και γύρισαν βιαστικά. Ένας άντρας κατευθυνόταν προς το μέρος τους, μικρόσωμος κι αδύνατος, φορώντας σκούρα γυαλιά! Κουβαλούσε μια απόχη για πεταλούδες κι έγνεψε στα δυο αγόρια. —Ο φίλος μου ο Γκρινγκλ έφυγε· μήπως μπορώ να σας εξυπηρετήσω σε τίποτα; —Α! Μήπως είστε ο κύριος Μπρεντ; ρώτησε ο Ντικ. Να, βρήκαμε μια σπάνια πεταλούδα, γι’ αυτό ήρθαμε. Έβγαλε έπειτα το κουτί που είχαν τοποθετήσει την πεταλούδα και την έδειξε στον άντρα. Ο κύριος Μπρεντ την κοίταξε μέσα από τα σκούρα του γυαλιά. —Χμ, χμ! Ναι, είναι υπέροχη, αυτό είναι αλήθεια. Θα την αγοράσω. —Μα, όχι, μπορείτε να την πάρετε χωρίς να πληρώσετε τίποτα, απάντησε αμέσως ο Ντικ. Σε ποιο είδος ανήκει; Είναι απ’ τα γνωστά; —Δεν μπορώ να πω χωρίς να την εξετάσω προσεκτικά. —Μήπως είναι Φριτιλάρι; πετάχτηκε ο Τζούλιαν. Εμείς έτσι νομίζουμε. —Μπορεί· μοιάζει πάρα πολύ, απάντησε ο κύριος Μπρεντ και ξαφνικά έβγαλε ένα χαρτονόμισμα και το έδωσε στον Ντικ. Αυτό είναι για σας και ευχαριστώ πολύ. Θα πω στον κύριο Γκρινγκλ πως ήρθατε. Γύρισε απότομα κι έφυγε, κρατώντας ακόμη την απόχη για τις πεταλούδες πάνω από τον ώμο του. ~ 77 ~


Ο Ντικ κοίταξε το χαρτονόμισμα κι έπειτα τον κύριο Μπρεντ. —Τι παράξενος άνθρωπος, μουρμούρισε. Αυτός μαζί με τον κύριο Γκρινγκλ αποτελούν το πιο παράξενο ζευγάρι που έχω δει! Τι θα τα κάνουμε τα χρήματα, Τζούλιαν; Δεν τα θέλω! —Θα δούμε μήπως μπορέσουμε να τα δώσουμε στην καημένη την κ. Τζέινς, απάντησε ο Τζούλιαν, γενναιόδωρος όπως πάντα. Έτσι που είναι, μάλλον ο μισθός της είναι πολύ μικρός, της κακομοίρας! Προχώρησαν ώσπου έφτασαν μπροστά στο σπίτι. Έλπιζαν να βρουν τη φτωχή γυναίκα και μετά από κάποιο δισταγμό χτύπησαν την πόρτα. Η πόρτα άνοιξε κι εκείνη στεκόταν εκεί, μουρμουρίζοντας και μασώντας τα λόγια της όπως πριν: —Φύγετε! Θα ’ρθει ο γιος μου και θα με χτυπήσει. Δεν του αρέσουν καθόλου οι ξένοι. Φύγετε σας είπα! —Εντάξει, την καθησύχασε ο Ντικ. Νά… έχουμε κάτι για σας, και της έβαλε στο χέρι το χαρτονόμισμα. Εκείνη το κοίταξε σαν να μην πίστευε στα μάτια της κι έπειτα, σχεδόν αστραπιαία, έσκυψε και το ’κρυψε σ’ ένα από τα λιωμένα παπούτσια της. Όταν ανασηκώθηκε, τα μάτια της ήταν πλημμυρισμένα από τα δάκρυα. —Είσαστε πολύ καλοί, ψιθύρισε και τους άγγιξε χαϊδευτικά. Ναι, είσαστε καλοί. Μείνετε μακριά απ’ αυτό εδώ το μέρος. Ο γιος μου είναι κακός άνθρωπος. Φυλαχτείτε μακριά απ’ αυτό το μέρος! Τ’ αγόρια ξεκίνησαν σιωπηλά, μη ξέροντας τι να πρωτοσκεφτούν. Ο Τόμπι όμως είπε πως γνώριζε τον γιο της γριάς· είπε πως δούλευε πότε πότε στη φάρμα τους. Αλλά γιατί η γριά έλεγε συνεχώς πως ο γιος της είναι σκληρός; Θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον τρελή για να μιλάει μ’ αυτό τον τρόπο για τον γιο της! ~ 78 ~


—Πολύ παράξενη οικονόμος για το σπίτι, σκέφτηκε φωναχτά ο Τζούλιαν καθώς πλησίαζαν στα κορίτσια που τους περίμεναν. Γνωρίσαμε δυο ανθρώπους που ασχολούνται με πεταλούδες, και οι δυο τους αποδείχτηκαν μάλλον περίεργοι. Γνωρίσαμε μια γρια-μάγισσα, πολύ περίεργη κι αυτή, και μάθαμε για ένα γιο που μάλλον την τρομοκρατεί! Λέω να μην ξαναπατήσουμε το πόδι μας στα μέρη τους! —Συμφωνώ απόλυτα, χαμογέλασε ο Ντικ. Γεια σας, κορίτσια· ελπίζω να μη σας κάναμε να περιμένετε πολύ. —Μάλλον αυτό καταφέρατε, γκρίνιαξε η Άννα. Αυτή τη στιγμή λέγαμε να στείλουμε τον Τίμι να δει τι συμβαίνει! Φοβηθήκαμε μήπως σας μάγεψαν και σας έκαναν ποντίκια ή τίποτα τέτοιο, συμπλήρωσε χαμογελαστή. Τ’ αγόρια διηγήθηκαν τι έγινε με τον κ. Μπρεντ, το χαρτονόμισμα και την κ. Τζέινς. —Είναι όλοι μαζί μια αστεία, τρελή παρέα, κατέληξε ο Ντικ. Μου φαίνεται πως από εδώ και μπρος δε θα δίνουμε σημασία σε καμιά πεταλούδα, όσο σπάνια κι αν είναι! Και είμαι σίγουρος πως η πεταλούδα που βρήκαμε ήταν της οικογένειας Φριτιλάρι. Εσύ τι λες, Τζούλιαν; —Συμφωνώ, και τα ’χασα όταν ο κύριος Μπρεντ δεν ήταν σίγουρος γι’ αυτό, απάντησε ο Τζούλιαν. Έχω το προαίσθημα πως ο κύριος Γκρινγκλ είναι ο πιο ειδικός από τους δυο τους. Ίσως ο κύριος Μπρεντ να κάνει τις χαμαλοδουλειές· καταλαβαίνετε τώρα, να προσέχει και να καθαρίζει τις κάμπιες και τα παρόμοια. Έφτασαν επιτέλους στην κατασκήνωσή τους κι ο Τίμι πήγε αμέσως στο «ψυγείο». Η Άννα όμως κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. —Όχι, Τίμι, δεν είναι ακόμη ώρα για φαγητό. Τι να σου κάνω; Είσαι άτυχος. —Τι λέτε να κάνουμε; είπε ο Ντικ και ξαπλώθηκε φαρ~ 80 ~


δύς-πλατύς πάνω στα ξερά χόρτα. Τι υπέροχο απόγευμα που είναι! —Ναι… μα δε μ’ αρέσει έτσι που είναι ο ουρανός δυτικά, παρατήρησε ο Τζούλιαν. Βλέπετε, εκείνα τα σύννεφα που πλησιάζουν σιγά σιγά, αντίθετα προς τον άνεμο; Μου φαίνεται, φίλοι μου, πως αύριο θα ’χουμε βροχή! —Να πάρει η οργή! φώναξε η Τζορτζ. Θα μπορούσε να κρατήσει ο καλός καιρός για άλλη μια βδομάδα, τουλάχιστον! Τι θα κάνουμε αν αρχίσει βροχή; Θα καρφωθούμε μέσα στις σκηνές ολόκληρες μέρες! —Έλα, Τζορτζ, μην το παίρνεις και τόσο άσχημα! γέλασε ο Ντικ. Θα μπορούμε να επισκεφθούμε τις σπηλιές. Ξέρω όμως τι θα κάνουμε τώρα! Θα ανοίξουμε το ραδιάκι μας. Αν βρούμε καλή μουσική, θα περάσουμε υπέροχα εδώ πάνω! —Εντάξει, αλλά, για όνομα του Θεού, βάλ’ το σιγά, είπε η Άννα. Δε μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που παίρνουν ραδιόφωνα μαζί τους στην εξοχή και βάζουν τέρμα τη φωνή· έτσι, καταστρέφεται όλη η ησυχία κι η σιωπή της εξοχής! —Θεούλη μου, Άννα, τι νεύρα είναι αυτά! είπε η Τζορτζ, κοιτάζοντας έκπληκτη την ξαδέρφη της. —Δεν ξέρεις τόσο καλά την ήσυχη αδερφή Άννα όσο την ξέρουμε εμείς, Τζορτζ, γέλασε ο Τζούλιαν με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. Γίνεται πραγματικά πολύ νευρική όταν νομίζει πως κάποιος χαλάει την ηρεμία των άλλων. Μια φορά, έκανα μεγάλη προσπάθεια να τη σταματήσω για να μην πάει να κάνει παρατήρηση σε μια παρέα που έκανε πικ-νικ· είχαν βάλει το μαγνητόφωνό τους τόσο δυνατά που ξεκούφαινε και, παρά τις θυμωμένες εκφράσεις όλων γύρω τους, δεν έδιναν δεκαράκι. Αν δεν την είχα συγκρατήσει, η Άννα μας θα τους το ’χε πάρει το μαγνητόφωνο και θα το ’σπαγε σε κάποιου το κεφάλι! ~ 81 ~


—Ω, Τζούλιαν! Μα πώς λες τέτοια πράγματα! διαμαρτυρήθηκε η Άννα. Πραγματικά, έτσι ένιωθα, μα δε θα έκανα ποτέ μου κάτι τέτοιο! —Εντάξει, δεσποινίς μου, μη μου φωνάζεις! γέλασε ο Τζούλιαν και τη χάιδεψε στο κεφάλι. Ο Τζούλιαν και ο Ντικ αγαπούσαν πολύ το μικρότερο μέλος της παρέας και την πρόσεχαν σαν τα μάτια τους. Το κοριτσάκι γύρισε και τους χαμογέλασε. —Καλά, λοιπόν, ας ακούσουμε λίγη μουσική, είπε τελικά. Ο Τζούλιαν έφερε το ραδιάκι και το ’βγαλε από τη θήκη του. Το άνοιξε κι αμέσως ακούστηκε η φωνή του εκφωνητή. Ο Τζούλιαν χαμήλωσε την ένταση. —Είναι οι ειδήσεις των επτά, εξήγησε. Τι λέτε, θα τις ακούσουμε; Έφταναν όμως στο τέλος τους και όταν τέλειωσαν τις διαδέχτηκε μια ανακοίνωση. Ναι, θα μετέδιδαν ένα έργο συμφωνικής μουσικής. Γρήγορα, οι πρώτες νότες απλώθηκαν απαλά στον καθαρό αέρα της εξοχής. Τα τέσσερα παιδιά βολεύτηκαν καλύτερα στο χορτάρι, με τα μάτια στυλωμένα στη δύση του ήλιου που χάριζε άπειρους χρωματισμούς στον ουρανό. Τα σύννεφα φαίνονταν τώρα περισσότερα στον ορίζοντα. Σύντομα, ο ήλιος θα κρυβόταν πίσω τους. Τι κρίμα! Και τότε, σκεπάζοντας τη μουσική, ακούστηκε ένας άλλος ήχος· ο ήχος ενός αεροπλάνου: «Ρ-ρ-ρ-ρ-ρ-ρ! Ρ-ρ-ρ-ρρ-ρ! Ρ-ρ-ρ-ρ-ρ-ρ!». Ο ήχος ήταν τόσο δυνατός, που ο Ντικ και ο Τζούλιαν έκλεισαν τ’ αφτιά τους, ενώ ο Τίμι άρχισε να γαβγίζει ξέφρενα. —Πού είναι; ρώτησε ο Ντικ ψάχνοντας στον ουρανό. Ακούγεται πολύ κοντά μας. Λέτε να είναι ο ξάδερφος Τζεφ; —Νάτο… ανεβαίνει πίσω από το λόφο! έδειξε ο Τζούλιαν. ~ 82 ~


Τα τέσσερα παιδιά μπορούσαν τώρα να ξεχωρίσουν άνετα τον αριθμό του αεροπλάνου: 5-6-9! —Είναι το αεροπλάνο του Τζεφ! Είναι το αεροπλάνο του! Αυτός είναι ο αριθμός! Ελάτε, παιδιά, να τον χαιρετήσουμε! Άρχισαν όλα μαζί να κουνούν τα χέρια τους σαν δαιμονισμένοι, αν και ήξεραν πως ο Τζεφ δε θα μπορούσε να τους δει. Παρατηρούσαν τώρα το αεροπλάνο να προσγειώνεται στο μικρό αεροδρόμιο, ώσπου σταμάτησε. Ο Τζούλιαν κοίταξε με τα κιάλια του κι είδε μια μικρή ανθρώπινη φιγούρα να κατεβαίνει πηδώντας. —Βάζω στοίχημα πως είναι ο Τζεφ, είπε. Θεούλη μου! Πόσο θα ’θελα να ’χω κι εγώ ένα αεροπλάνο, να πετάω πάνω από λόφους κι από θάλασσες! Να πετάω ψηλά!

~ 83 ~


11. Μια νύχτα με καταιγίδα

Η παρέα, σε λίγο, άρχισε να ετοιμάζεται για το βραδινό

φαγητό κι ο Τίμι έτρεχε γύρω τους, τάχα για να βοηθήσει, αλλά μάλλον περιμένοντας κάποιον να του προτείνει να μεταφέρει το ψωμί ή ένα κομμάτι ζαμπόν με το στόμα του. Ποτέ όμως δεν ήταν τυχερός! Καθώς έτρωγαν το φαγητό τους, ο Τζούλιαν έριχνε ανήσυχες ματιές στον ουρανό. —Θα ’χουμε σύντομα βροχή, είπε τελικά. Εκείνο το σύννεφο κάλυψε σχεδόν το μισό ουρανό. Νομίζω πως πρέπει να φροντίσουμε να στήσουμε τις σκηνές. —Άι στο καλό! Αυτό μας έλειπε! γκρίνιαξε η Τζορτζ. —Και καλά θα κάνουμε να τις στήσουμε γρήγορα, συμπλήρωσε ο Ντικ. Νιώθω ήδη την υγρασία κι ο αέρας άρχισε να παγώνει. Οι κουβέρτες θα μας είναι απαραίτητες το βράδυ! —Πάμε τότε να βγάλουμε τα πράγματα από το καρότσι, δεν έχασε καιρό ο Τζούλιαν. Δε θα μας πάρει πολλή ώρα αν βοηθήσουμε όλοι μαζί. Μέσα σε τρία τέταρτα, οι σκηνές είχαν τακτοποιηθεί δίπλα στην προστατευτική γωνιά που σχημάτιζε ο τεράστιος θάμνος. —Κάναμε πραγματικά επαγγελματική δουλειά, είπε ικανοποιημένος ο Ντικ. Μόνο με τυφώνα θα μπορούσαν να χαλάσουν οι σκηνές· θα είμαστε εντελώς ασφαλείς ό,τι και να


φέρει η νύχτα. Δεν είναι καλύτερα να μαζέψουμε ξερόχορτα και να στρώσουμε μέσα; Νομίζω πως έτσι θα κοιμηθούμε πάνω σε… πούπουλα. Αυτό κι έκαναν. Τελειώνοντας, κοίταξαν τον ουρανό. Ναι, δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία. Ερχόταν βροχή, ίσως και καταιγίδα. Μπορεί, όμως, αύριο να ήταν όλα ήσυχα κι η μέρα το ίδιο όμορφη όπως κι οι προηγούμενες. Έστω όμως κι αν έπεφταν έξω στις προβλέψεις τους, θα μπορούσαν να εξερευνήσουν τις σπηλιές, όπως τους είπε κι ο Τόμπι. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει πια και τα παιδιά αποφάσισαν να μπουν όλα μαζί στη μια σκηνή και ν’ ακούσουν και πάλι ραδιόφωνο. Φώναξαν και τον Τίμι, μα εκείνος προτίμησε να μείνει απέξω. Άνοιξαν το ραδιόφωνο, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα ο Τίμι άρχισε να γαβγίζει. Η Τζορτζ το έκλεισε αμέσως. —Έτσι γαβγίζει μόνο όταν έρχεται κάποιος, εξήγησε. Ποιος να ’ναι άραγε; —Ο Τόμπι, για να μας πει πως είναι καλύτερα να πάμε στη φάρμα για να περάσουμε τη νύχτα, υπέθεσε ο Ντικ. —Ίσως η ηλικιωμένη κυρία Τζέινς που βγήκε να μαζέψει βότανα για τα μαγικά της φίλτρα! έσκασε στα γέλια η Τζορτζ. Όλοι μαζί γέλασαν. —Χαζούλα! την πείραξε ο Ντικ. Αν και πρέπει να παραδεχτώ πως η νύχτα είναι φτιαγμένη για τις μάγισσες! Ο Τίμι συνέχισε να γαβγίζει κι ο Τζούλιαν έβγαλε το κεφάλι του από το άνοιγμα της σκηνής. —Τι είναι, Τίμι; Ποιος έρχεται; —Γουφ, γουφ, ήταν η απάντηση του Τίμι, που δε γύρισε το κεφάλι του προς τον Τζούλιαν αλλά έδειχνε να παρατηρεί κάποιον ή κάτι μέσα στο μισόφωτο. —Κάποιο ζωάκι θα είδε, ακούστηκε η Τζορτζ μέσα από ~ 85 ~


τη σκηνή. Πάντα γαβγίζει όταν δεν μπορεί να τρέξει και να το φτάσει. —Μμμ, ίσως έχεις δίκιο, είπε ο Τζούλιαν. Αλλά πρέπει να βγω και να βάλω τον Τίμι να με οδηγήσει σ’ αυτό που είδε και τον έκανε να γαβγίζει. Πρέπει να μάθουμε τι ήταν. Είναι φανερό πως ο Τίμι ακούει ή βλέπει κάτι που τον αναστατώνει! Γλίστρησε έξω από τη σκηνή και πλησίασε τον Τίμι. —Έλα, Τίμι, τον κάλεσε. Τι είναι; Τι σε ανησυχεί; Ο Τίμι κούνησε την ουρά του κι έτρεξε μπροστά από τον Τζούλιαν. Φαινόταν πως δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει. Ο Τζούλιαν τον ακολούθησε, σκοντάφτοντας πάνω σε θάμνους και πέτρες, νευριασμένος που δεν είχε πάρει τον φακό του. Ο Τίμι έτρεχε κατεβαίνοντας τον δρόμο που οδηγούσε στο αεροδρόμιο, έπειτα έκανε μια στροφή σε μια συστάδα δέντρων και σταμάτησε. Άρχισε πάλι να γαβγίζει δυνατά. Ο Τζούλιαν είδε μια σκοτεινή σκιά να κινείται. —Ποιος είναι εκεί; Ποιος είναι; —Εγώ είμαι, ο κύριος Μπρεντ, απάντησε ανήσυχη μια φωνή. Ήρθα να δω τα μελίσσια μας. Ήθελα να βεβαιωθώ πως είναι ασφαλή, γιατί έρχεται βροχή. —Ω! έκανε ο Τζούλιαν. Έπρεπε να το είχα σκεφτεί. Είναι κι ο κύριος Γκρινγκλ μαζί; —Ναι, αν ο σκύλος σας λοιπόν ξαναγαβγίσει, θα ξέρετε πως είμαστε εμείς, είπε ο κύριος Μπρεντ. Ερχόμαστε συχνά εδώ πάνω τις νύχτες· μαζεύουμε διάφορα έντομα που πετάνε ή μπορούμε να τα βρούμε μόνο τη νύχτα κι αφήνουμε την ημέρα για τις πεταλούδες. Δεν μπορείς να κάνεις αυτό το σκυλί να σταματήσει να μου γαβγίζει; Φαίνεται να μην είναι καθόλου εκπαιδευμένο. —Σταμάτα, Τίμι! διέταξε ο Τζούλιαν, κι ο Τίμι έκλεισε υπάκουα το στόμα του, αν και εξακολουθούσε να στέκεται ~ 86 ~


έτοιμος να ορμήσει και κοιτάζοντας επίμονα τον άντρα μέσα στο σκοτάδι. —Θα συνεχίσω παρακάτω τη δουλειά μου, είπε ο κ. Μπρεντ. Μπορείς λοιπόν να πάρεις από ’δώ αυτόν το σκύλο και να πας όπου έχεις κατασκηνώσει. Κι αμέσως προχώρησε ανάβοντας τον φακό του. —Μένουμε πάνω στο λόφο, είπε ο Τζούλιαν. Καμιά διακοσαριά μέτρα πιο πάνω. Α, ώστε έχετε φακό. Μακάρι να είχα κι εγώ το δικό μου. Ο άντρας δεν είπε τίποτε άλλο, αλλά συνέχισε αργά τον δρόμο του φωτίζοντας το μονοπάτι με τον φακό του. Ο Τζούλιαν πήρε τον δρόμο της επιστροφής, αν και μέσα στο σκοτάδι που όλο πύκνωνε δεν ήταν καθόλου εύκολο. Έχασε τον προσανατολισμό του, ενώ ο Τίμι, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί διάλεξε λάθος δρόμο, τον ακολούθησε μένοντας ευγενικά συνεχώς δίπλα του. —Μήπως πήρε λάθος κατεύθυνση; αναρωτήθηκε κάποια στιγμή ο Τζούλιαν. Να πάρει η οργή! Ντικ! Τζορτζ! Άννα! Φωνάξτε μου! Δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Είχε απομακρυνθεί όμως τόσο πολύ από την κατασκήνωση, που οι φίλοι του δεν ήταν δυνατόν να τον ακούσουν. Ο Τίμι χρειάστηκε να προχωρήσει οδηγώντας τον για μεγάλη απόσταση, πριν διακρίνουν τους φακούς των τριών παιδιών. Ο Τζούλιαν αισθάνθηκε μεγάλη ανακούφιση. Δεν είχε καμιά διάθεση να βρεθεί μέσα στην καταιγίδα, και μάλιστα από εκείνη την πλευρά του λόφου που ήταν περισσότερο εκτεθειμένη στον δυτικό αέρα και τη βροχή. —Εσύ είσαι, Τζούλιαν; ακούστηκε ανυπόμονη η φωνή της Άννας. Θεέ μου, πόσο άργησες! Μήπως χάθηκες; —Σχεδόν! απάντησε ο Τζούλιαν. Σαν χαζός ξέχασα να πάρω το φακό μου· ο Τίμι όμως ήξερε το δρόμο μια χαρά. Χαίρομαι που είμαι πάλι μαζί σας· άρχισε κιόλας να βρέχει. ~ 87 ~


—Γιατί γάβγιζε έτσι ο Τίμι; ρώτησε η Τζορτζ. —Ήταν ο κύριος Μπρεντ, απάντησε ο Τζούλιαν. Είπε πως κάπου γύρω ήταν κι ο κύριος Γκρινγκλ. —Με τέτοια βροχερή νύχτα; Τι βγήκαν να κάνουν; αναρωτήθηκε η Άννα. Όλα τα έντομα θα φρόντισαν να βρουν ένα καλό μέρος για να κρυφτούν! —Βγήκαν για να δουν αν είναι ασφαλή τα μελίσσια τους, εξήγησε ο Τζούλιαν. Ο Τίμι μπήκε στη σκηνή κι έκατσε δίπλα στην Τζορτζ και την Άννα. —Πιάνεις πολύ χώρο, Τίμι, κι η σκηνή είναι μικρή, τον κοίταξε η Τζορτζ. Δεν μπορείς να στριμωχτείς λιγάκι ακόμα; Όχι, ο Τίμι δεν μπορούσε. Ήταν μεγάλος σκύλος και μάλλον παχουλός. Έβαλε το υγρό από τη βροχή κεφάλι του πάνω στο γόνατο της Τζορτζ κι αφέθηκε βαρύς βαρύς. —Τι λέτε να κάνουμε τώρα; είπε ο Τζούλιαν βολεύοντας το φακό πάνω στο ραδιόφωνο, ώστε να φωτίζει λίγο-πολύ ολόκληρη τη σκηνή. Το ραδιόφωνο πάντως, δεν έχει τίποτε ενδιαφέρον για ν’ ακούσουμε, συνέχισε ο Τζούλιαν. —Έχω φέρει τις κάρτες μαζί μου, θυμήθηκε η Τζορτζ. Ας παίξουμε λίγο. Ήταν μάλλον δύσκολο μέσα στη μικρή σκηνή, και ιδιαίτερα όταν ο Τίμι αποφάσιζε να σηκωθεί ξαφνικά και να χώσει τη μουσούδα του ανάμεσα στα χέρια κάποιου από την παρέα. Η καταιγίδα εν τω μεταξύ γινόταν όλο και πιο άγρια κι η βροχή προσπαθούσε να διαπεράσει το ύφασμα της σκηνής και να στάξει μέσα… Ο Τίμι ξανάρχισε να γαβγίζει. Πέρασε πάνω από πόδια και γόνατα κι έβγαλε το κεφάλι του από το άνοιγμα της σκηνής, γαβγίζοντας όλο και δυνατότερα. —Παραλίγο να πάθω συγκοπή έτσι που πετάχτηκε! φώναξε ο Ντικ και τράβηξε πίσω τον Τίμι. Έλα, Τίμι, είναι εκεί~ 88 ~


νοι οι θεότρελοι με τις πεταλούδες και τα έντομα. Μην ασχολείσαι άλλο μαζί τους! Βάζω στοίχημα πως το διασκεδάζουν. Ο Τίμι όμως αρνιόταν να σωπάσει, κι ακόμα μούγκρισε όταν ο Τζούλιαν προσπάθησε να τον μπάσει μέσα στη σκηνή. —Μα τι έπαθε επιτέλους; τα ’χασε ο Τζούλιαν. Σταμάτα, Τίμι! Μας ξεκούφανες πια! —Κάτι τον αναστατώνει, κάτι ασυνήθιστο, παρατήρησε η Τζορτζ. Ακούστε! Κραυγή ήταν αυτό; Αφουγκράστηκαν όλοι, αλλά η βροχή έπεφτε τόσο επίμονα που ήταν αδύνατον να ξεχωρίσεις οποιονδήποτε άλλον ήχο. —Μμμ, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ό,τι κι αν είναι αυτό που ανησυχεί τον Τίμι, παρατήρησε ο Ντικ. Δεν μπορούμε να περιπλανιόμαστε μέσα στη βροχή· θα γίνουμε μούσκεμα και μπορεί και να χαθούμε! Ο Τίμι εξακολουθούσε να γαβγίζει κι η Τζορτζ νευρίαζε: ~ 89 ~


—Τίμι! Σταμάτα! Μ’ άκουσες; Να σταματήσεις αμέσως! τον διέταξε. Τόσο σπάνια νευρίαζε έτσι η Τζορτζ μαζί του, που ο Τίμι γύρισε και την κοίταξε έκπληκτος. Η Τζορτζ τον έπιασε από το κολάρο και τον έσπρωξε βίαια μέσα στη σκηνή. —Και τώρα, κάτσε ήσυχα! τον διέταξε. Ό,τι κι αν είναι, εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα! Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένας άλλος θόρυβος ακούστηκε, που δεν ήταν ούτε από τη βροχή ούτε από τον αέρα. Οι Πέντε Φίλοι αφουγκράστηκαν μένοντας εντελώς ακίνητοι. «Ρ-ρ-ρ-ρ-ρ-ρ! Ρ-ρ-ρ-ρ-ρ-ρ! Ρ-ρ-ρ-ρ-ρ-ρ! Ρ-ρ-ρ-ρ-ρ-ρ!» Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. —Αεροπλάνα! μουρμούρισε ο Ντικ μη πιστεύοντας στ’ αφτιά του. Αεροπλάνα! Μ’ αυτό τον καιρό; Μα τι συμβαίνει, επιτέλους!

~ 90 ~


12. Τι συνέβη στις σπηλιές του Μπίλικοκ

Η μικρή παρέα μέσα στη σκηνή τα είχε χαμένα. Για ποιο

λόγο τα αεροπλάνα απογειώθηκαν μέσα σε μια τέτοια νύχτα με καταιγίδα! —Μήπως κάνουν πειράματα για τις καταιγίδες; άρχισε τις υποθέσεις ο Ντικ. Κάτι τέτοιο όμως δεν πρέπει να είναι αναγκαίο, ε; —Ίσως ήταν αεροπλάνα που ήρθαν να προσγειωθούν εδώ και δεν απογειώθηκαν, είπε η Άννα. —Είναι πιθανό… ίσως ήρθαν να προστατευθούν στο αεροδρόμιο μόλις ξέσπασε η καταιγίδα, υπέθεσε ο Ντικ. Ο Τζούλιαν όμως κούνησε το κεφάλι του. —Όχι, είπε. Αυτό εδώ το αεροδρόμιο είναι πολύ μακριά από τους συνηθισμένους αεροδιαδρόμους των αεροπλάνων, κανείς δε ενδιαφέρεται να έρθει ώς εδώ· είναι τόσο μικρό άλλωστε. Περισσότερο είναι πειραματικός σταθμός παρά οτιδήποτε άλλο. Οποιοδήποτε αεροπλάνο συναντούσε δυσκολίες με τον καιρό, θα μπορούσε να κατευθυνθεί εύκολα σ’ ένα κανονικό αεροδρόμιο. —Λες να ήταν κι ο Τζεφ σε κάποιο από τα δύο που ακούσαμε; αναρωτήθηκε η Τζορτζ. —Τι θα λέγατε για λίγο ύπνο; άλλαξε την κουβέντα η Άννα. Είναι τόσο ζεστά εδώ, κάτω από την τέντα, που άρχισα να νυστάζω πολύ. —Μμμ, ναι, είναι αργά άλλωστε, συμφώνησε κι ο Τζού-


λιαν ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι του. Εσείς, κορίτσια, κι ο Τίμι μπορείτε να μείνετε σ’ αυτή τη σκηνή. —Ωραία, έτσι δε θα βραχούμε κιόλας. Καληνύχτα, Τζούλιαν, καληνύχτα, Ντικ. Τ’ αγόρια έφυγαν κι η Άννα μαζί με την Τζορτζ τυλίχτηκαν στις κουβέρτες τους. —Καληνύχτα, μουρμούρισε νυσταγμένα η Άννα. Κράτα τον Τίμι δίπλα σου. Δεν τον αντέχω να ξαπλώνεται πάνω στα πόδια μου, είναι πολύ βαρύς. Οι Πέντε Φίλοι κοιμήθηκαν βαθιά και ξύπνησαν το επόμενο πρωί, ενώ έξω έβρεχε κι ο ουρανός ήταν γεμάτος σκούρα σύννεφα. —Τι απαίσιος καιρός! αναστέναξε ο Ντικ βγάζοντας το κεφάλι του από το άνοιγμα της σκηνής. Έπρεπε να είχαμε ακούσει το δελτίο καιρού· έτσι, θα ξέραμε αν πρόκειται ν’ ανοίξει καθόλου ο καιρός σήμερα. Τι ώρα είναι, Τζούλιαν; —Οχτώ και κάτι. Θεούλη μου, πολύ κοιμόμαστε αυτές τις μέρες! Πάντως δε βρέχει και πάρα πολύ τώρα· πάμε να δούμε αν ξύπνησαν τα κορίτσια κι έπειτα στην πηγή για να πλυθούμε. Έφαγαν όλοι μαζί το πρωινό τους, όχι βέβαια τόσο χαρούμενα όσο τις άλλες φορές, γιατί στη σκηνή μέσα ήταν πολύ στενόχωρα κι ο καιρός δεν ευνοούσε τη χαρούμενη διάθεση. Ίσως όμως και να καλυτέρευε κι έτσι θα μπορούσαν να επισκεφθούν τον Τόμπι στη φάρμα. —Καλύτερα να πάμε για εξερεύνηση στις σπηλιές, πρότεινε ο Ντικ μετά το πρωινό. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο για να κάνουμε, κι εγώ δε συμφωνώ καθόλου να παίζουμε με τις κάρτες ολόκληρο το πρωινό. —Κανείς μας δε θέλει! φώναξε κι η Τζορτζ. Ας βάλουμε τα αδιάβροχα και ας ψάξουμε να βρούμε τις σπηλιές. —Μπορούμε να συμβουλευτούμε το χάρτη, βρήκε τη λύ~ 92 ~


ση ο Τζούλιαν. Έχει και μεγάλη κλίμακα. Θα πρέπει να υπάρχει δρόμος ή μονοπάτι προς τις σπηλιές, γιατί είναι πολύ φημισμένες. Ίσως βρίσκονται γύρω από το λόφο, λίγο πιο κάτω από την κατασκήνωσή μας. —Καλά, δεν πειράζει, θα ψάξουμε να τις βρούμε, αλλά κι αν δεν τις βρούμε, δε θα στενοχωρηθούμε κιόλας. Θα κάνουμε έναν όμορφο περίπατο ψάχνοντας, κατέληξε ο Ντικ. Ξεκίνησαν προχωρώντας πάνω στα υγρά χορτάρια, με τον Τίμι να χοροπηδάει μπροστά τους. —Πήραμε όλοι φακούς; ρώτησε ξαφνικά ο Ντικ. Εγώ πήρα τον δικό μου, αλλά θα τους χρειαστούμε όλους μέσα στις σπηλιές! Ναι, όλοι είχαν τους φακούς, εκτός από τον Τίμι, φυσικά, που, όπως είπε η Άννα, τα μάτια του ήταν καλύτερα κι από φακούς μέσα και στο πιο πυκνό σκοτάδι! Κατέβηκαν τον λόφο και κατευθύνθηκαν στη βορεινή πλευρά· έφτασαν σ’ ένα πετρώδες μονοπάτι, όπου το χορτάρι φαινόταν να είναι κομμένο με κάποιο γεωργικό εργαλείο. —Μοιάζει να οδηγεί κάπου, είπε ο Τζούλιαν σταματώντας. —Ίσως οδηγεί σε κάποιο ορυχείο, παρατήρησε ο Ντικ. Όπως στο ορυχείο που είναι κοντά στο Κιρίν. —Ας το ακολουθήσουμε και βλέπουμε, κατέληξε η Τζορτζ και προχώρησαν όλοι μαζί. Πέρασαν μια γωνία που σχηματιζόταν με βράχια και συνάντησαν μια πινακίδα. ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΣΠΗΛΙΕΣ ΤΟΥ ΜΠΙΛΙΚΟΚ ΠΡΟΣΟΧΗ

Ακολουθείτε τα σκοινιά χωρίς να απομακρύνεστε Προσοχή μη χάσετε τον δρόμο σας μέσα στους διαδρόμους που δεν έχουν σκοινιά.

~ 93 ~


—Γιά να θυμηθούμε, τι μας είπε ο Τόμπι για τις σπηλιές; αναρωτήθηκε ο Τζούλιαν. —Είναι εκατοντάδων χρόνων κι έχουν σταλακτίτες και σταλαγμίτες, παρατήρησε η Τζορτζ. —Α, ξέρω τι είναι αυτά, πετάχτηκε η Άννα. Μοιάζουν με το νερό που παγώνει και κρέμεται από τις στέγες των σπιτιών. —Ναι, αυτά είναι οι σταλακτίτες, ενώ αυτά που δημιουργούνται στο έδαφος και υψώνονται πάνω σ’ αυτό είναι οι σταλαγμίτες, εξήγησε ο Ντικ. —Ποτέ μου δεν μπορώ να ξεχωρίσω το ένα από το άλλο, είπε η Άννα. ~ 94 ~


—Είναι εύκολο! επέμεινε ο Τζούλιαν. Ο σταλακτίτης κρέμεται από την οροφή και ο σταλαγμίτης «σηκώνεται» από το έδαφος κι ενώνεται μ’ αυτόν που κρέμεται από ψηλά! Οι υπόλοιποι έβαλαν τα γέλια. —Δε θα ξαναξεχάσω ούτε το ένα ούτε το άλλο, είπε γελαστή η Άννα. Το μονοπάτι που ακολουθούσαν πλάταινε καθώς πλησίαζαν κι έχασε την πετρώδη όψη του. Ακριβώς μπροστά από την είσοδο, ο χώρος ήταν λείος χωρίς την παραμικρή πετρούλα. Η είσοδος ήταν κάπου τρία μέτρα ψηλή και πάνω της υπήρχε μια πινακίδα με μαύρα καλλιτεχνικά γράμματα:

ΣΠΗΛΙΕΣ ΤΟΥ ΜΠΙΛΙΚΟΚ Σε μια άλλη πινακίδα δίπλα, επαναλαμβανόταν η προειδοποίηση της πινακίδας που είχαν συναντήσει πιο μπροστά στο μονοπάτι. —Διάβασέ την, Τίμι, γέλασε η Τζορτζ βλέποντάς τον να την παρατηρεί. Και μην απομακρύνεσαι από κοντά μας! Προχώρησαν και άναψαν αμέσως τους φακούς τους. Ο Τίμι τα ’χασε βλέποντας τα τοιχώματα να γυαλίζουν μόλις έπεφτε πάνω τους το φως των φακών. Άρχισε να γαβγίζει κι η ηχώ ταξίδευε και γύριζε πίσω το γάβγισμα, που τη δεύτερη φορά ακουγόταν πολύ περίεργα. Του Τίμι δεν του άρεσε καθόλου αυτό και στριμώχτηκε δίπλα στην Τζορτζ. Εκείνη έβαλε τα γέλια. —Έλα, χαζούλη! Σπηλιές είναι, δεν είναι τίποτα τρομερό! Θεούλη μου, τι κρύο κάνει εδώ μέσα! Ευτυχώς που φοράμε τα μπουφάν! Πέρασαν μέσα από μια-δυο μικρές σπηλιές κι έπειτα έφτασαν σε μια υπέροχη, γεμάτη από ολόλαμπρους σταλακτίτες. Μερικοί κρέμονταν από την οροφή κι έφταναν σχεδόν ώς το έδαφος. Άλλοι «φύτρωναν» από κάτω και συναγωνίζο~ 95 ~


νταν στο ύψος και στους χρωματισμούς. Μερικά κομμάτια ήταν κολλημένα στις πλευρές κι είχαν γίνει ένα με τους άλλους βράχους με την πάροδο εκατοντάδων χρόνων. Έμοιαζαν με ολόλαμπρα γυαλιστερά μαξιλαράκια. —Ω! θαύμασε η Άννα με κομμένη ανάσα. Τι υπέροχο θέαμα! Πόσο γυαλίζουν και πόσο λάμπουν στο φως των φακών! —Μου θυμίζει κάποιους καθεδρικούς ναούς που έχω δει, αναπόλησε ο Τζούλιαν κοιτάζοντας ψηλά, στην οροφή της σπηλιάς. Δεν ξέρω γιατί. Όλα αυτά τα σχήματα… που συμπλέκονται μεταξύ τους και φτιάχνουν φανταστικές εικόνες! Ελάτε, όμως, ας προχωρήσουμε στην επόμενη. Η επόμενη σπηλιά ήταν πιο μικρή, αλλά είχε μερικούς υπέροχους σε χρωματισμούς σταλαγμίτες και σταλακτίτες, που έλαμπαν σαν πολύτιμες πέτρες. —Είναι σαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου! θαύμασε η Άννα. Η συνεχόμενη σπηλιά δεν είχε χρώματα, μόνο ένα άσπρο παντού, σε τοίχους, οροφή, πάτωμα. Τόσο πολλοί σταλακτίτες είχαν ενωθεί μεταξύ τους, που σχημάτιζαν λες διαδρόμους από κολόνες. Έφτασαν σ’ ένα τρίστρατο. Η κεντρική σπηλιά είχε σκοινιά, ενώ τα δύο άλλα τούνελ δεν είχαν. Τα παιδιά κοίταζαν σ’ αυτά που ήταν κατασκότεινα και ανατρίχιασαν. Τι απαίσιο συναίσθημα να κατέβεις σ’ ένα απ’ αυτά και να χαθείς στη σκοτεινιά τους! —Πάμε στη σπηλιά με τα σκοινιά, έδειξε η Τζορτζ. Μόνο και μόνο για να δούμε πού οδηγεί· μάλλον σε κάποιες άλλες σπηλιές. Ο Τίμι έτρεχε μυρίζοντας το έδαφος κι η Τζορτζ τον φώναξε κοντά της. —Τίμι! Θα χαθείς, γύρνα πίσω. ~ 96 ~


Ο Τίμι όμως δε γύρισε. Χάθηκε μέσα στο σκοτάδι και τα παιδιά δεν ήξεραν τι να κάνουν. —Τι να κυνηγάει άραγε; είπε ο Ντικ. Κι όλοι μαζί βάλθηκαν να τον φωνάζουν: —Τίμι! Τίμι! Η ηχώ επέστρεφε πίσω μόνη της. Ο Τίμι γάβγισε τελικά, απαντώντας στις φωνές τους. Η ηχώ πολλαπλασίασε τον ήχο, που γύρισε πίσω εκκωφαντικός. Η Άννα έβαλε αμέσως τα χέρια στ’ αφτιά της. «Γουφ-ουφ-ουφ-ουφ!» έκανε η ηχώ. Κι έπειτα, εμφανίστηκε ο Τίμι στο φως των φακών τους, δείχνοντας έκπληκτος από τον τεράστιο θόρυβο που είχε ξεσηκώσει το γάβγισμά του. —Θα σε δέσω, Τίμι, τον απείλησε η Τζορτζ. Μείνε κοντά μου τώρα, κακομοίρη μου, γιατί μου φαίνεται πως δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει να χαθείς μέσα σ’ αυτές τις αιωνόβιες σπηλιές! Ο Τίμι κατάλαβε, γι’ αυτό κι έμεινε υπάκουα δίπλα στην Τζορτζ. Τα παιδιά συνέχισαν την εξερεύνηση, ακολουθώντας συνεχώς τα σκοινιά και αποφεύγοντας όλες τις σπηλιές που δεν είχαν. Ξαφνικά, ενώ εξέταζαν κάτι που έμοιαζε με παγωμένη λιμνούλα, ένας περίεργος θόρυβος έφτασε στ’ αφτιά τους. Σηκώθηκαν κι αφουγκράστηκαν. Ήταν ένας ήχος σαν σφύριγμα που γέμισε τη σπηλιά. Έγινε οξύς, έπειτα χαμήλωσε για να δυναμώσει πάλι, μέχρι που τα παιδιά αναγκάστηκαν να βάλουν τα χέρια στ’ αφτιά τους. Έπειτα, έσβησε το ίδιο ξαφνικά όπως και όταν πρωτοακούστηκε. Ο Τίμι δεν μπορούσε να τον αντέξει. Γάβγιζε και έτρεχε γύρω γύρω σαν τρελός. Έπειτα ένας δεύτερος θόρυβος άρχισε! Η ηχώ τον πολλαπλασίαζε, αυξανόταν κι υποχωρού~ 97 ~


σε σαν να γινόταν μια κίνηση μπρος-πίσω. Η Άννα άρπαξε το μπράτσο του Ντικ τρομοκρατημένη! —Τι είναι; φώναξε. Πάμε να φύγουμε γρήγορα! Μπροστά ο τρομαγμένος Τίμι και πίσω τα παιδιά έτρεξαν με αγωνία να βγουν από τις σπηλιές του Μπίλικοκ, λες και πίσω τους έτρεχαν κυνηγώντας τους εκατοντάδες αγριεμένα σκυλιά!

~ 98 ~


13. Ένα τρομακτικό σοκ

Οι Πέντε Φίλοι στάθηκαν λαχανιασμένοι έξω από την εί-

σοδο των σπηλιών, χωρίς ακόμα να έχουν συνέλθει από την τρομάρα που πήραν. —Φιου! αναστέναξε ο Τζούλιαν σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Πολύ τρομακτικός εκείνος ο ήχος. Εκείνο το σφύριγμα με χτύπησε κατευθείαν μέσα στο μυαλό. Ήταν σαν… σαν σειρήνα αστυνομικού αυτοκινήτου. Κι εκείνα τα μουγκρητά… —Ήταν τόσο τρομερά, μουρμούρισε ξέπνοα η Άννα. Ήταν σαν να μούγκριζαν άγρια ζώα. Δεν πρόκειται να ξαναμπώ σ’ αυτές τις σπηλιές για τίποτα στον κόσμο. Πάμε πίσω στην κατασκήνωσή μας. Πήραν το δρόμο του γυρισμού συλλογισμένοι. Η βροχή είχε πια σταματήσει και τα σύννεφα είχαν αρχίσει να διαλύονται. Οι Πέντε Φίλοι έκατσαν μέσα στη σκηνή τους συζητώντας αυτό που τους έτυχε. —Θα ρωτήσουμε τον Τόμπι μήπως αυτοί οι θόρυβοι είναι κάτι συνηθισμένο μέσα στις σπηλιές, άρχισε ο Ντικ. Αναρωτιέμαι αν κάποιος που θα θελήσει να επισκεφθεί τις σπηλιές ξέρει πως θα του κοπεί το αίμα με κάτι τέτοια! —Μου φαίνεται πως είμαστε λιγάκι φοβιτσιάρηδες, γέλασε ο Τζούλιαν που είχε αρχίσει να ντρέπεται μάλλον για την αντίδρασή του.


—Αν εσύ δε φοβάσαι, μπορείς να γυρίσεις πίσω και να απολαύσεις με την ησυχία σου τα μουγκρητά, πρότεινε πειραχτικά η Τζορτζ. Μπορείς ν’ αρχίσεις και να μουγκρίζεις. Ίσως τρομάξει έτσι κι όποιος μούγκριζε όση ώρα ήμαστε εμείς μέσα στις σπηλιές! —Δεν έχω σκοπό να κάνω αγώνες μουγκρίσματος, απάντησε σοβαρά ο Τζούλιαν. Έψαξε έπειτα για τα κιάλια του, κι όταν τα βρήκε τα κρέμασε στο λαιμό του. —Πάω να δω το αεροδρόμιο, είπε. Ίσως μπορέσω να ξεχωρίσω κάπου τον Τζεφ. Έβαλε τα κιάλια στα μάτια και κοίταξε στο αεροδρόμιο. Ξαφνικά του ξέφυγε ένα σφύριγμα θαυμασμού. —Πολλά γίνονται εκεί κάτω σήμερα το πρωί! φώναξε έκπληκτος. Είναι δεκάδες άνθρωποι! Τι να συμβαίνει άραγε; Υπάρχουν ακόμα ένας σωρός αεροπλάνα που πρέπει να έφτασαν σήμερα το πρωί! Ο ένας μετά τον άλλο, όλα τα παιδιά κοίταξαν με τα κιάλια. Ναι, ο Τζούλιαν είχε δίκιο. Σίγουρα κάτι συνέβαινε στο αεροδρόμιο. Άντρες κυκλοφορούσαν βιαστικοί κι έπειτα ένα ακόμη αεροπλάνο φάνηκε στον ουρανό, για να προσγειωθεί μετά από λίγο. —Κοιτάξτε! Κι άλλο αεροπλάνο! φώναξε ο Ντικ. Από πού ήρθαν όλα αυτά; Ούτε που ακούσαμε τίποτα. Θα πρέπει να ήρθαν όσο εμείς βρισκόμασταν στις σπηλιές, υπέθεσε ο Ντικ. Μακάρι να μπορούσαμε να ρωτήσουμε τον Τζεφ για το τι συμβαίνει. —Μπορούμε να κατέβουμε στη φάρμα μετά το μεσημεριανό μας και να ρωτήσουμε τον Τόμπι μήπως έμαθε τίποτα, πρότεινε η Άννα κι οι υπόλοιποι συμφώνησαν. —Ευτυχώς που βγαίνει πάλι ο ήλιος, χαμογέλασε η Τζορτζ. Θα στεγνώσει και το χορτάρι αργά ή γρήγορα. Ας ~ 100 ~


ακούσουμε όμως τις ειδήσεις, ίσως πιάσουμε το δελτίο καιρού. Δεν έχω καμιά διάθεση να κουβαλάω το μπουφάν μου αν πρόκειται να βγει για τα καλά ο ήλιος. Άνοιξαν το ραδιόφωνο, αλλά το δελτίο καιρού είχε τελειώσει. —Να πάρει! είπε ο Ντικ και άπλωσε το χέρι για να το κλείσει, άκουσε όμως μια λέξη που τον σταμάτησε. Άκουσε «Μπίλικοκ». Άφησε το χέρι του μετέωρο και έσκυψε ν’ ακούσει καλύτερα. Η φωνή του παρουσιαστή συνέχιζε: «Τα αεροπλάνα που εκλάπησαν από το αεροδρόμιο του Μπίλικοκ ήταν μεγάλης αξίας, λόγω των νέων οργάνων που δοκιμάζονταν σ’ αυτά. Είναι δε πιθανό να εκλάπησαν ειδικά γι’ αυτά τα οργάνα. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι τα οδήγησαν δύο πιλότοι μας – ο Τζέφρι Τόμας και ο Ρέι Γουέλς. Κανένα σήμα δεν έχει ληφθεί έως τώρα από τα δύο αεροπλάνα. Και τα δύο εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας που ξέσπασε στο Μπίλικοκ τη νύχτα». Ακολούθησε μια παύση κι ο παρουσιαστής συνέχισε τις ειδήσεις με άλλα θέματα. Ο Ντικ έκλεισε το ραδιόφωνο και γύρισε να κοιτάξει τους υπόλοιπους. Κανείς δε μιλούσε για λίγο. —Πώς μπόρεσε ο Τζεφ να κάνει κάτι τέτοιο; Ο Τζεφ προδότης; Πώς μπόρεσε να πάρει αεροπλάνο και να το πουλήσει στον εχθρό! είπε πρώτος ο Τζούλιαν, λέγοντας ουσιαστικά φωναχτά τη σκέψη όλων τους. —Ακούσαμε τ’ αεροπλάνα που έφευγαν! θυμήθηκε ο Ντικ. Ήταν δύο. Θεούλη μου! Πρέπει να πάμε στην αστυνομία και να τους πούμε ό,τι ξέρουμε. Δεν είναι βέβαια και πολλά. Μα είναι περίεργο να έκανε ο Τζεφ ένα τέτοιο πράγμα. Τον συμπαθούσα πάρα πολύ. —Κι εγώ, ψιθύρισε η Άννα κοιτώντας μακριά. ~ 101 ~


—Κι ο Τίμι, πετάχτηκε η Τζορτζ. Και σπάνια κάνει λάθος στις συμπάθειές του. —Τι να κάνει, άραγε, ο καημένος ο Τόμπι; αναρωτήθηκε ο Ντικ. Ο Τζεφ γι’ αυτόν ήταν ολόκληρος ο κόσμος. Ο Τίμι έτρεξε, ξαφνικά, αρκετά μέτρα μακριά τους κι άρχισε να γαβγίζει· κάποιον καλωσόριζε αυτή τη φορά. Ο Τζούλιαν κοίταξε να δει ποιος ήταν. Ήταν ο Τόμπι! Τους πλησίασε κι έκατσε δίπλα τους. Έδειχνε χλομός και φοβισμένος, αν και προσπάθησε να χαμογελάσει στην παρέα. —Έχω πολύ άσχημα νέα, άρχισε με παράξενη φωνή. —Ξέρουμε, τον βοήθησε ο Ντικ. Μόλις ακούσαμε ειδήσεις. Αχ, Τόμπι! Τι ήταν αυτό με τον Τζεφ! Το πρόσωπο του Τόμπι συννέφιασε ακόμα πιο πολύ και δάκρυα εμφανίστηκαν στα μάτια του. Δεν προσπάθησε καν να τα σκουπίσει· αισθανόταν ολομόναχος και φαινόταν να έχει ξεχάσει ακόμα και την παρουσία των παιδιών. Ο Τίμι πέρασε αμέσως πάνω από τα πόδια του Τζούλιαν, πλησίασε τον Τόμπι κι άρχισε να του γλείφει με συμπάθεια τα χέρια. Το αγόρι έβαλε το χέρι του γύρω από το λαιμό του Τίμι κι άρχισε να μιλάει. —Δεν ήταν ο Τζεφ! Ο Τζεφ δε θα έκανε ποτέ του κάτι τέτοιο. Δε θα μπορούσε! Το ξέρετε πως δε θα το έκανε ποτέ, έτσι δεν είναι; Και γύρισε ζητώντας επιβεβαίωση από τους υπόλοιπους. —Δεν μπορώ να το πιστέψω, μουρμούρισε ο Τζούλιαν. Μου φάνηκε τόσο ειλικρινής και ευθύς χαρακτήρας, έστω κι αν τον συνάντησα μόνο μία φορά! —Ήταν… νά, σαν ένας ήρωας για μένα, συνέχισε ο Τόμπι, σκουπίζοντας τα υγρά του μάγουλα με το μαντίλι. Όταν η στρατιωτική αστυνομία ήρθε το πρωί στη φάρμα μας για να μας κάνει ερωτήσεις για τον Τζεφ, επειδή είναι ανιψιός ~ 103 ~


του μπαμπά μου, δεν πίστευα στ’ αφτιά μου. Νευρίασα τόσο πολύ μ’ ένα βλάκα απ’ αυτούς που παραλίγο να τον κλοτσήσω άγρια. Η μαμά μ’ έβγαλε έξω απ’ το δωμάτιο. —Είναι σίγουρο πια πως ο Τζεφ κι ο άλλος έφυγαν; ρώτησε ο Τζούλιαν. Δεν έχει φύγει κανένας άλλος πιλότος από τη βάση; —Όχι. Έκανα κι εγώ την ίδια ερώτηση, απάντησε απελπισμένος ο Τόμπι. Όλοι βρίσκονταν στο προσκλητήριο σήμερα το πρωί, εκτός από τον Τζεφ και το Ρέι. Ξέρετε, ο Ρέι είναι ο καλύτερος φίλος του Τζεφ. —Άσχημα τα πράγματα, μουρμούρισε ο Ντικ ύστερ’ από μια παύση. —Όμως, δεν είναι αλήθεια ότι ο Τζεφ είναι προδότης! ούρλιαξε ο Τόμπι. Εσείς αυτό πιστεύετε; —Όχι, εγώ δεν το πιστεύω, βιάστηκε να πει ο Ντικ. Μη νευριάζεις έτσι εύκολα. Εγώ δεν… σταμάτησε όμως, γιατί ο Τίμι άρχισε να τρέχει γαβγίζοντας. Κοίτα να δεις ποιος έρχεται; Ο Τζούλιαν είδε δυο στρατιωτικούς αστυνόμους να στέκονται κοιτάζοντας τον εξαγριωμένο Τίμι. —Έλα, Τίμι. Εντάξει. Είναι φίλοι! Ο Τίμι έτρεξε κοντά στον Τζούλιαν κι οι δυο άντρες μπόρεσαν να προχωρήσουν. —Μόνο παιδιά έχετε κατασκηνώσει εδώ; ρώτησε ο πρώτος. Θα θέλαμε να σας κάνουμε μερικές ερωτήσεις για χτες βράδυ. Εδώ δεν ήσασταν; —Μάλιστα, κύριε. Και ξέρουμε για ποιο λόγο ήρθατε, απάντησε ο Τζούλιαν. Θα σας πούμε όσα ξέρουμε, αλλά είμαστε σίγουροι πως ο σμηναγός Τόμας δεν έχει καμιά ευθύνη για όλα αυτά, κύριε. —Αυτό είναι δουλειά άλλων. Λοιπόν, ας καθίσουμε κι ας αρχίσουμε την κουβέντα. ~ 104 ~


Σε λίγο, ήταν καθισμένοι όλοι πάνω στα χόρτα, ενώ ο Τζούλιαν έλεγε όλα όσα ήξερε, που δεν ήταν και πολλά· ήξερε μόνο για τον θόρυβο που έκαναν τα δύο αεροπλάνα πετώντας μαζί πάνω από το λόφο. —Και δεν ακούσατε τίποτα ύποπτο χτες βράδυ… τίποτα απολύτως; ρώτησε ο πρώτος άντρας. —Τίποτα, απάντησε ο Τζούλιαν. —Ούτε τριγυρνούσε κανείς εδώ, φαντάζομαι, συνέχισε ο δεύτερος άντρας κοιτάζοντας το σημειωματάριό του. —Μμμ, ναι, κάποιοι τριγυρνούσαν, είπε ο Τζούλιαν καθώς θυμήθηκε ξαφνικά τους ιδιοκτήτες της φάρμας με τις πεταλούδες. Ο πρώτος αστυνομικός έκανε μερικές σύντομες ερωτήσεις και τα παιδιά είπαν όσα ήξεραν, ο Τζούλιαν τα περισσότερα, φυσικά. —Είσαι σίγουρος ότι είδες τον κύριο Μπρεντ; —Μμμ, έτσι είπε, απάντησε ο Τζούλιαν. Και είχε και την απόχη για τις πεταλούδες στον ώμο του· φορούσε και τα ίδια σκούρα γυαλιά που φορούσε όταν τον είδαμε το πρωί. Βέβαια ήταν πολύ σκοτεινά, αλλά πιστεύω πως ήταν ο κύριος Μπρεντ. Όμως, ούτε είδα ούτε άκουσα τον κύριο Γκρινγκλ. Ο κύριος Μπρεντ είπε πως ήταν εκεί γύρω. —Καταλαβαίνω, είπε ο αστυνομικός κι ο άλλος έκλεισε το σημειωματάριο. Ευχαριστούμε πολύ. Θα τους επισκεφτούμε στη φάρμα τους. Τα παιδιά προθυμοποιήθηκαν να τους δείξουν τον δρόμο κι έτσι όλη η παρέα περπάτησε σχεδόν ώς τη Φάρμα «Πεταλούδα». —Λοιπόν, και πάλι σας ευχαριστούμε. Από εδώ κι εμπρός δε σας χρειαζόμαστε άλλο, χαμογέλασε ο πρώτος αστυνομικός. Γυρίστε πίσω στην κατασκήνωσή σας. —Κύριε, θα μας ειδοποιήσετε αμέσως μόλις μάθετε πως ~ 105 ~


δεν έφταιγε ο ξάδερφός μου ο Τζεφ; ρώτησε ο Τόμπι γεμάτος ελπίδα. Θα επικοινωνήσει μαζί σας, είμαι σίγουρος, μόλις ακούσει πως τον υποπτεύεστε. —Στάθηκες άτυχος, αγόρι μου· είναι ξάδερφός σου, ε; Αλλά θα πρέπει να το πάρεις ψύχραιμα, ήταν ο Τζεφ Τόμας αυτός που πήρε τ’ αεροπλάνο χτες βράδυ. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό.

~ 106 ~


14. Ο κύριος Γκρινγκλ ενοχλείται

Η στρατιωτική αστυνομία πλησίαζε τη Φάρμα «Πεταλούδα», ενώ τα πέντε παιδιά έστεκαν ακίνητα παρατηρώντας τους· το ίδιο έκανε κι ο Τίμι, με την ουρά κατεβασμένη κι ακίνητη. Δεν ήξερε βέβαια τι ακριβώς είχε συμβεί, αλλά ήταν σίγουρος πως έγινε κάτι κακό… —Δε βγαίνει τίποτα με το να στεκόμαστε εδώ, έσπασε τη σιωπή ο Τζούλιαν. Βάζω στοίχημα πως η αστυνομία δεν πρόκειται να βγάλει τίποτα χρήσιμο από την κουβέντα μ’ εκείνους τους δύο· ούτε που θα κατάλαβαν τι γινόταν χτες βράδυ. Αυτοί δεν έχουν μάτια παρά μόνο για τα έντομά τους! Τη στιγμή ακριβώς που ξεκινούσαν να φύγουν, όμως, άκουσαν κάποια δυνατή κραυγή που τους έκανε να σταματήσουν έκπληκτοι. —Πρέπει να είναι η κυρία Τζέινς, είπε ο Ντικ. Τι να έπαθε; —Πάμε καλύτερα να δούμε, πρότεινε ο Τζούλιαν κι όλοι μαζί, με τον Τίμι από κοντά, κατηφόρισαν τρεχάλα τον λόφο. Καθώς πλησίαζαν στη φάρμα, άκουγαν τις φωνές των δύο αστυνομικών. —Έλα, έλα γιαγιά, ηρέμησε! Ήρθαμε να κάνουμε μόνο μερικές ερωτήσεις! —Φύγετε, φύγετε! ούρλιαζε η ηλικιωμένη γυναίκα κι έσπρωχνε τον έναν άντρα με το κοκαλιάρικο χέρι της. Γιατί ήρθατε; Φύγετε σας λέω!


—Άκουσέ με, γιαγιά, και ηρέμησε, συνέχισε υπομονετικά ο ένας αστυνομικός. Θέλουμε να μιλήσουμε με τον κύριο Γκρινγκλ και τον κύριο Μπρεντ, εδώ είναι; —Ποιους; Ποιους είπες; Α, αυτούς; Βγήκαν μαζί με τις απόχες τους. Είμαι ολομόναχη εδώ και τους φοβάμαι τους ξένους. Φύγετε. —Άκουσε, είπε τώρα ο άλλος αστυνομικός. Ο κύριος Γκρινγκλ κι ο κύριος Μπρεντ βρίσκονταν στους λόφους χτες βράδυ; —Είμαι στο κρεβάτι μου τις νύχτες. Πού να ξέρω; Φύγετε κι αφήστε με να ησυχάσω. Οι αστυνομικοί αντάλλαξαν ένα βλέμμα μεταξύ τους και κούνησαν τα κεφάλια τους. Ήταν ολοφάνερα άχρηστο να προσπαθήσουν να μάθουν κάτι από την τρομοκρατημένη ηλικιωμένη γυναίκα. —Καλά, καλά, φεύγουμε, γιαγιά. Λυπόμαστε που σε τρομάξαμε· δεν υπάρχει όμως κανένας λόγος να φοβάσαι. Έφυγαν κατευθυνόμενοι προς τον λόφο καθώς είδαν τα παιδιά να στέκονται στους πρόποδες. —Ακούσαμε τις φωνές της κυρίας Τζέινς, δικαιολογήθηκε ο Τζούλιαν. Γι’ αυτό ήρθαμε να δούμε τι συμβαίνει. —Οι κύριοι που έχουν τη φάρμα βγήκαν με τις απόχες τους, είπε ο αστυνομικός. Περίεργη ζωή κάνουν, να πιάνουν συνεχώς έντομα και ν’ ασχολούνται με αβγά και κάμπιες. Μου φαίνεται πως δε θα ξέρουν τίποτα για όσα έγιναν χτες βράδυ. Όχι βέβαια πως περιμέναμε να μάθουμε τίποτα παραπάνω από όσα ξέρουμε! Μας φτάνει ότι δυο πιλότοι πέταξαν με τ’ αεροπλάνα τους, ότι ξέρουμε τα ονόματά τους· και δε χρειάζεται τίποτα παραπάνω! —Πάντως, ο ένας δεν ήταν ο ξάδερφός μου ο Τζεφ, δήλωσε νευριασμένος ο Τόμπι. Οι άντρες σήκωσαν αδιάφορα τους ώμους κι έφυγαν μαζί. ~ 108 ~


Τα πέντε παιδιά ανέβηκαν πάλι στον λόφο, κάνοντας τη διαδρομή σιωπηλά. —Καλύτερα να φάμε κάτι, είπε τελικά ο Τζούλιαν. Δε φάγαμε για μεσημεριανό και η ώρα είναι περασμένη. Τόμπι, μείνε να φας κάτι μαζί μας. —Δεν μπορώ να καταπιώ ούτε μπουκιά. Τίποτα! —Άννα, Τζορτζ, θα φέρετε ό,τι έχουμε; ρώτησε ο Τζούλιαν, και τα δυο κορίτσια μαζί με τον Τίμι έτρεξαν στο «ψυγείο». Κανείς δεν είχε διάθεση για φαγητό, αλλά όταν απλώθηκαν τα φαγητά κατάλαβαν αμέσως πόσο πεινούσαν – εκτός από τον καημένο τον Τόμπι, που καθόταν χλομός, προσπαθώντας να καταπιεί μια μπουκιά από το σάντουιτς που του είχε φτιάξει η Άννα. Ο Τίμι άρχισε να γαβγίζει πριν τελειώσουν το φαγητό και τα παιδιά στράφηκαν όλα να δουν ποιος ερχόταν. Ο Τζούλιαν νόμισε πως είδε κάποια κίνηση στις ρίζες του λόφου και πήρε τα κιάλια. —Νομίζω πως είναι ο κύριος Γκρινγκλ, είπε. Βλέπω και την απόχη του. Μάλλον θα βγήκε για πεταλούδες. —Ας τον φωνάξουμε, πρότεινε ο Ντικ. Μπορούμε να του πούμε για την επίσκεψη της αστυνομίας όταν έλειπε. Δε θα πρέπει να κατάλαβε τίποτα από όσα θα του είπε η κ. Τζέινς. Ο Τζούλιαν τού φώναξε κι ύστερα ακούστηκε η απάντηση. —Ανεβαίνει, έδειξε ο Ντικ. Ο Τίμι έτρεξε να τον συναντήσει κι έπειτα από λίγο ο άντρας έφτανε λαχανιασμένος στην κατασκήνωσή τους. —Έλπιζα να σας δω, τους είπε. Θα ήθελα να ψάξετε για μερικά σπάνια έντομα· ψάχνω την πεταλούδα της οικογένειας Σίναμπαρ. Έχει ένα γυαλιστερό γκρίζο από κάτω και… και… —Ναι, την ξέρουμε, τον έκοψε ο Τζούλιαν. Θα ψάξου~ 109 ~


με. Θέλαμε όμως να σας πούμε ότι δύο αστυνομικοί της στρατιωτικής αστυνομίας ήρθαν στη φάρμα σας πριν από λίγο, για να σας κάνουν μερικές ερωτήσεις για χτες βράδυ. Ο κύριος Γκρινγκλ φάνηκε να τα χάνει εντελώς. —Μα… μα τι στο καλό με ήθελαν οι αστυνομικοί; είπε τελικά μόλις συνήλθε λίγο. —Τίποτα σπουδαίο, συνέχισε ο Τζούλιαν. Για να σας ρωτήσουν μήπως είδατε τίποτα ύποπτο όταν ψάχνατε για έντομα χτες βράδυ· βλεπετε, δύο αεροπλάνα… Ο κύριος Γκρινγκλ τον διέκοψε με έκπληκτη φωνή. —Μα, αγαπητό μου παιδί, δε βγήκα έξω χτες το βράδυ! Με τέτοιο καιρό δε θα μπορούσα να κάνω τίποτα έξω. —Μα, άρχισε ο Τζούλιαν το ίδιο έκπληκτος, είδαμε το φίλο σας τον κύριο Μπρεντ κι εκείνος είπε ότι ήσαστε μαζί. Ο κύριος Γκρινγκλ κοίταξε τον Τζούλιαν σαν να ήταν τρελός: —Ο κύριος Μπρεντ! είπε τελικά. Μα ο Πίτερ, ο κύριος Μπρεντ, δηλαδή, ήταν στο σπίτι μαζί μου! Ήμασταν απασχολημένοι με τη δακτυλογράφηση των σημειώσεών μας. Ακολούθησε σιωπή. Ο Τζούλιαν πήρε μια βαθια ανάσα. Τι σήμαιναν όλα αυτά; Μήπως ο κύριος Γκρινγκλ προσπαθούσε να κρύψει το γεγονός ότι αυτός κι ο φίλος του βρίσκονταν στον λόφο την περασμένη νύχτα; —Μα είμαι σίγουρος πως είδα τον κύριο Μπρεντ, επέμεινε ο Τζούλιαν. Παραδέχομαι πως ήταν πολύ σκοτεινά, αλλά είδα σίγουρα την απόχη για τις πεταλούδες και τα σκούρα γυαλιά που φοράει. —Δε φοράει γυαλιά! τον αποστόμωσε ο κύριος Γκρινγκλ ενοχλημένος. Τι παραμύθια είναι αυτά; Μήπως μου σκαρώνετε κανένα ανόητο αστειάκι; Αν δεν μπορείτε να μιλήσετε λογικά, καλύτερα να πηγαίνω. —Περιμένετε! φώναξε ο Ντικ, που φαινόταν πως κάτι ~ 110 ~


άλλο τον απασχολούσε. Είπατε πως ο κ. Μπρεντ δε φοράει γυαλιά, τότε ποιος ήταν ο άντρας που του δώσαμε χτες την πεταλούδα; Ήταν γύρω στις έξι το απόγευμα και μας έδωσε κι ένα χαρτονόμισμα. Είπε πως ήταν ο κύριος Μπρεντ, ο φίλος σας! —Όλα αυτά είναι ανοησίες! άρχισε να θυμώνει ο κύριος Γκρινγκλ. Κάθομαι και χάνω τον καιρό μου με ανόητα παιδιά! Ο Μπρεντ δε φοράει σκούρα γυαλιά, σας λέω, και δεν ήταν σπίτι στις έξι χτες τ’ απόγευμα· είχε πάει στη διπλανή πόλη για αγορές. Δε γίνεται λοιπόν να τον συναντήσατε! Τώρα, είχε πια σηκωθεί όρθιος· έδειχνε πολύ νευριασμένος. —Λοιπόν, δίστασε ο Τζούλιαν. Όλα αυτά μοιάζουν με αίνιγμα… —Αίνιγμα! Δεν είσαστε τίποτα άλλο παρά μια παρέα διαβολόπαιδα και κακομαθημένα από πάνω! έχασε τελείως την ψυχραιμία του ο κύριος Γκρινγκλ. Ο Τίμι τον προειδοποίησε μ’ ένα γρύλισμα· δεν επέτρεπε σε κανέναν να φωνάζει έτσι άγρια στους φίλους του! Ο κύριος Γκρινγκλ έφυγε θυμωμένος. Τα παιδιά τον άκουσαν να παραμιλάει βρίζοντας μόνος του. Κοιτάχτηκαν κατάπληκτα μεταξύ τους. —Στ’ αλήθεια, δεν καταλαβαίνω τίποτα! αναστέναξε ο Τζούλιαν. Λέτε να ονειρευόμουνα ξύπνιος χτες βράδυ; Όχι, τον είδα, τον μισοείδα πάντως και εκείνος πραγματικά είπε πως ήταν ο κύριος Μπρεντ κι ότι ο κύριος Γκρινγκλ ήταν κάπου πιο πέρα. Αλλά, αν δεν ήταν ο κύριος Μπρεντ, τότε ποιος ήταν; Και τι έκανε μέσα στην καταιγίδα! Κανείς δεν μπορούσε να δώσει απάντηση. Ο Τόμπι μίλησε πρώτος. —Ίσως ο άντρας που είδες χτες να είναι μπλεγμένος με την κλοπή των αεροπλάνων· ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται! —Αδύνατο, Τόμπι! απάντησε ο Τζούλιαν. Είναι πολύ ~ 112 ~


τραβηγμένο αυτό που λες. Δεν μπορώ να πω πως τα καταλαβαίνω όλα, αλλά, ειλικρινά, δεν έμοιαζε με άνθρωπο που θα μπορούσε να κλέψει ένα αεροπλάνο! —Ποιος ήταν ο άντρας που μας έδωσε το χαρτονόμισμα, αν δεν ήταν ο κύριος Μπρεντ; μονολόγησε ο Ντικ. —Μήπως ήταν ο γιος της κυρίας Τζέινς που έκανε ψέματα τον κύριο Μπρεντ, έτσι γι’ αστείο; αναρωτήθηκε η Τζορτζ. —Πώς ήταν; ρώτησε αμέσως ο Τόμπι. Γνωρίζω τον Γουίλ Τζέινς· σας είπα πως έρχεται συχνά στη φάρμα μας. Δεν τον παίρνουμε τώρα, γιατί πίνει τόσο πολύ που γίνεται αφόρητος. —Ο άντρας που είδαμε ήταν μικρόσωμος και αδύνατος και φορούσε σκούρα γυαλιά, άρχισε ο Ντικ, κι ο Τόμπι τον διέκοψε αμέσως: —Τότε δεν ήταν ο Γουίλ! Εκείνος είναι ψηλός και γεροδεμένος και δε φοράει ποτέ του γυαλιά! —Τότε ποιος στο καλό ήταν! Και γιατί έκανε ψέματα πως είναι ο κύριος Μπρεντ; αναρωτήθηκε για άλλη μια φορά ο Ντικ. —Για όνομα του Θεού, ας φάμε πρώτα, τους διέκοψε η Τζορτζ. Σταματήσαμε ήδη αρκετές φορές, κι αν συνεχίσουμε έτσι, μας βλέπω να μην τελειώνουμε ποτέ! Θέλεις λίγο ζαμπόν ακόμα, Τζούλιαν; Άρχισαν πάλι όλοι να τρώνε σιωπηλά και με το μυαλό τους να δουλεύει συνεχώς. —Δε νομίζω πως τελικά έχει κάποια σχέση αυτός ο άντρας με την κλοπή των αεροπλάνων, κατέληξε μετά από ώρα, σκυθρωπός, ο Τόμπι. —Εγώ νομίζω πως, όπως πάντα, όλα τα πράγματα θέλουν πιο προσεκτική εξέταση, είπε ο Ντικ με σοβαρότητα. Εγώ νομίζω πως πρέπει να ’χουμε τα μάτια μας και τ’ αφτιά μας ανοιχτά. Κάτι συμβαίνει στη Φάρμα «Πεταλούδα»! ~ 113 ~


15. Κι άλλα νέα κι ένα

νυχτερινό ταξιδάκι Οι Πέντε Φίλοι πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος του απομε-

σήμερου συζητώντας για το μυστήριο του ανθρώπου που είχε προσποιηθεί πως ήταν ο κ. Μπρεντ. Ήταν πραγματικά δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί κάποιος να κάνει μια τέτοια ανοησία, ειδικά όταν μπορούσε να αποκαλυφθεί τόσο εύκολα. —Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι πως υπάρχει κάποιος τρελός που του είχε κολλήσει πως είναι ο κύριος Μπρεντ! είπε τελικά ο Ντικ. Δεν υπάρχει πια αμφιβολία πως δεν μπορούσε να αναγνωρίσει την πεταλούδα που του δώσαμε. —Ξέρετε τι λέω εγώ και μου φαίνεται καλή ιδέα; διέκοψε η Τζορτζ. Γιατί δεν πάμε κρυφά στη Φάρμα «Πεταλούδα» σήμερα το βράδυ και να δούμε αν ο ψεύτικος κύριος Μπρεντ βρίσκεται εκεί, και τον πραγματικό, που δεν έχουμε δει ποτέ μας, με την ευκαιρία, και τον κύριο Γκρινγκλ; —Μμμ, ναι… καλή ιδέα, είπε σοβαρά ο Τζούλιαν. Αλλά μόνο ο Ντικ κι εγώ, όχι εσύ κι η Άννα. —Θα ’ρθω κι εγώ, πετάχτηκε ο Τόμπι. —Εντάξει, συμφώνησε ο Τζούλιαν. Πρέπει όμως να είμαστε πολύ προσεκτικοί, γιατί αν συμβαίνει κάτι παράξενο εκεί, δε θα είναι καθόλου καλό να μας κάνουν τσακωτούς. Φοβάμαι πως κάτι τέτοιο δε θα μας ήταν καθόλου ευχάριστο!


—Πάρτε τον Τίμι μαζί σας, πρότεινε αμέσως η Τζορτζ. —Όχι, γιατί μπορεί ν’ αρχίσει τα γαβγίσματα, απάντησε ο Ντικ. Μην ανησυχείς, Τζορτζ. Άλλωστε, περάσαμε αρκετές περιπέτειες ώς τώρα, ώστε να ξέρουμε πώς να φυλαγόμαστε σε τέτοιες περιπτώσεις. Αχ, ανυπομονώ να ’ρθει το βράδυ! Όλοι τους άρχισαν να νιώθουν πιο χαρούμενοι, ακόμα κι ο Τόμπι. —Φεύγω τώρα, είπε. Έχω πολλές δουλειές να τελειώσωακόμα στη φάρμα. Θα σας συναντήσω στη μεγάλη βαλανιδιά πίσω απ’ τη Φάρμα «Πεταλούδα». —Εντάξει, είπε ο Τζούλιαν. Να είσαι εκεί κατά τις δέκα. Όχι, καλύτερα στις έντεκα, για να είναι πιο σκοτεινά. —Γεια χαρά! —Καλύτερα νιώθω που καταστρώσαμε αυτό το σχέδιο, είπε ο Ντικ αφού χαιρέτησαν τον Τόμπι. Είναι κιόλας πεντέμισι! Και μην προτείνεις τίποτα για φαΐ, Τζορτζ, γιατί φάγαμε πολύ αργά. —Δε θα πρότεινα τίποτα τέτοιο. Θα φάμε άλλωστε το βράδυ. Μόνο μην ξεχάσουμε ν’ ακούσουμε τις ειδήσεις των έξι, ίσως πουν τίποτα για τον Τζεφ και το φίλο του, τον Ρέι. Πριν λοιπόν από τις έξι άνοιξαν το ραδιοφωνάκι και περίμεναν ν’ αρχίσουν οι ειδήσεις. Το πρώτο θέμα ήταν για τα κλεμμένα αεροπλάνα. Τα παιδιά άκουγαν κρατώντας ακόμα και την ανάσα τους. «Τα δύο αεροπλάνα που εκλάπησαν από το Μπίλικοκ χθες βράδυ, από τους σμηναγούς Τζέφρι Τόμας και Ρέι Γουέλς, βρέθηκαν. Και τα δύο αεροπλάνα έπεσαν στη θάλασσα· υπάρχει μια πιθανότητα να έχουν πνιγεί οι πιλότοι, αφού μέχρι τώρα δεν έχουν βρεθεί. Άλλες ειδήσεις: Στο Εδιμβούργο σήμερα το απόγευμα διεξάγονται μεγάλοι αγώνες αυτοκινήτων…» ~ 115 ~


Ο Τζούλιαν έκλεισε το ραδιόφωνο και κοίταξε λυπημένος τους φίλους του. —Αυτό ήταν λοιπόν! Έπεσαν και τα δυο! Ίσως να έφταιγε η καταιγίδα γι’ αυτό. Πάντως, έτσι, κανείς εχθρός δε θα μπορέσει να αντιγράψει τα καινούρια όργανα των αεροπλάνων. —Μα αυτό σημαίνει ότι ο ξάδερφος του Τόμπι… σκοτώθηκε, είπε η Άννα και το πρόσωπό της ήταν κατάχλομο. —Ναι. Αλλά θυμήσου ότι, αν πέταξε με το αεροπλάνο, τότε πρέπει να είναι προδότης της πατρίδας του, είπε επίσημα ο Ντικ. Και στους προδότες αξίζει ο θάνατος. —Ο ξάδερφος του Τόμπι όμως δε φαινόταν για προδότης, αντιμίλησε με ένταση η Τζορτζ. Φαινόταν τόσο πατριώτης, δεν μπορώ να βρω καλύτερη λέξη απ’ αυτή. Αν έκανα λάθος γι’ αυτόν, τότε δε θα είμαι σίγουρη για τίποτα από εδώ κι εμπρός. Τον συμπάθησα πάρα πολύ. —Κι εγώ, αναστέναξε ο Ντικ. Συμβαίνουν όμως και τέτοια. Εγώ εύχομαι να μην ήταν ξάδερφος του Τόμπι, ήταν σαν ήρωας γι’ αυτόν. Και δε νομίζω πως θα μπορέσει ποτέ να το ξεπεράσει· είναι κάτι που δεν μπορείς να το αντέξεις! Κανείς δε μίλησε για λίγη ώρα. Είχαν όλοι λυπηθεί βαθιά, όχι μόνο με την ιδέα ότι ο ξάδερφος Τζεφ ήταν προδότης, αλλά επίσης για το ότι πνίγηκε. Ήταν τόσο τρομερό αυτό το τέλος για τον γελαστό και όμορφο σμηναγό που αστειευόταν μαζί τους δύο μέρες πριν, αλλά ήταν το τέλος που άξιζε σε προδότη. —Νομίζετε πως πρέπει να τα μαζεύουμε και να γυρίσουμε σπίτι; μουρμούρισε η Άννα. Εννοώ πως θα είναι ενοχλητικό για τους Τόμας να μπερδευόμαστε στα πόδια τους μετά απ’ αυτό που τους έτυχε. —Μα δε χρειάζεται να τους ενοχλούμε, παρατήρησε ο ~ 116 ~


Τζούλιαν. Κι έπειτα, θα είναι σκληρό να εγκαταλείψουμε τον Τόμπι σε τέτοιες στιγμές. Θα τον βοηθήσει να έχει φίλους γύρω του. —Ναι, έχεις δίκιο, συμφώνησε κι ο Ντικ. Τώρα είναι η στιγμή να αποδείξουμε πως είμαστε καλοί φίλοι. Ο καημένος ο Τόμπι θα είναι σαν χαμένος μετά τα τελευταία νέα. —Θα σας περιμένει άραγε το βράδυ στη βελανιδιά; ρώτησε η Τζορτζ. —Δεν ξέρω, απάντησε ο Τζούλιαν. Πάντως, δεν πειράζει αν δεν έρθει· ο Ντικ κι εγώ μπορούμε να κάνουμε άνετα τη δουλειά και μόνοι μας. Θα φύγει και λίγο το μυαλό μας απ’ αυτή την τραγωδία, με το να προσπαθήσουμε να λύσουμε το μυστήριο στη Φάρμα «Πεταλούδα». Πήγαν για μια βολτούλα γύρω από τον λόφο, με τον Τίμι να τρέχει χαρούμενος τριγύρω τους. Δεν μπορούσε, φυσικά, να καταλάβει τη σοβαρότητα των φίλων του και το χαμόγελο που δεν ζωγραφιζόταν πια στα χείλη τους· εκείνος ήταν χαρούμενος που μπορούσε να κυνηγάει ανενόχλητος αγριοκούνελα. Έφαγαν γύρω στις οχτώ κι έπειτα άνοιξαν το ραδιόφωνο ν’ ακούσουν το πρόγραμμα. —Θ’ ακούσουμε και τις ειδήσεις των εννιά, είπε ο Ντικ. Ίσως υπάρχει και τίποτα νεότερο. Οι ειδήσεις όμως επανέλαβαν ακριβώς ό,τι είχαν πει πρωτύτερα, ούτε λέξη παραπάνω. Ο Ντικ έκλεισε το ραδιόφωνο και γύρισε να κοιτάξει το αεροδρόμιο. Υπήρχαν ακόμη πολλά αεροπλάνα εκεί, αν και αρκετά είχαν φύγει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο Τζούλιαν έστρεψε τα κιάλια του στον διάδρομο προσγείωσης. —Δεν υπάρχουν και πολλοί άνθρωποι πια εκεί κάτω. Ησυχάζουν τα πράγματα. Σκέψου τι σοκ για όλους που θα ήταν τα χθεσινοβραδινά. ~ 117 ~


—Μπορεί να μην άκουσαν καν τ’ αεροπλάνα ν’ απογειώνονται με εκείνη την καταιγίδα, παρατήρησε η Τζορτζ. —Δε συμφωνώ, είπε ο Ντικ. Εμείς τα ακούσαμε. Γιατί δεν πηγαίνετε για ύπνο, κορίτσια; Εγώ κι ο Τζούλιαν πρέπει να μείνουμε ξύπνιοι. —Μακάρι να παίρνατε και τον Τίμι μαζί σας, είπε η Τζορτζ. Δε μ’ αρέσει το περιβάλλον της Φάρμας «Πεταλούδα», ούτε εκείνη η γριά-«μάγισσα», ούτε κι ο άντρας που προσποιούνταν τον κύριο Μπρεντ. —Έλα, Τζορτζ, σταμάτα ν’ ανησυχείς, γέλασε ο Τζούλιαν. Ώς τις δώδεκα θα είμαστε πίσω, φαντάζομαι. Τα κορίτσια αρνήθηκαν να πάνε για ύπνο στη σκηνή τους, κι έτσι έμειναν όλοι μαζί να κουβεντιάζουν, βλέποντας και τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου να χάνονται πίσω, στον καθαρό ορίζοντα. Ο καιρός ήταν και πάλι υπέροχος κι ούτε ένα συννεφάκι δεν υπήρχε στον ουρανό. Ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς πως μόλις χθες κυριαρχούσε η καταιγίδα. —Λοιπόν, είπε τελικά ο Τζούλιαν κοιτάζοντας το ρολόι του, ώρα να πηγαίνουμε. Τίμι, να προσέχεις τα κορίτσια. —Γουφ, απάντησε ο Τίμι καταλαβαίνοντάς τον τέλεια. —Κι εσείς να προσέχετε, προειδοποίησε η Άννα. Θα σας συνοδέψουμε για λίγο – είναι τόσο όμορφο αυτό το βράδυ. Ξεκίνησαν όλοι μαζί· τα κορίτσια σε λίγο γύρισαν πίσω. Ο Τζούλιαν κι ο Ντικ συνέχισαν να κατεβαίνουν το λόφο. Είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά όταν έφταναν στη φάρμα. —Πρέπει να προσέχουμε πολύ για να μη μας δει κανένας, ψιθύρισε ο Τζούλιαν. Η νύχτα είναι ξάστερη. Έφτασαν στη μεγάλη βελανιδιά. Ο Τόμπι δεν ήταν εκεί, αλλά ύστερα από δυο λεπτά άκουσαν έναν ελαφρό θόρυβο κι είδαν τον Τόμπι, λίγο λαχανιασμένο, να πλησιάζει. —Συγνώμη που άργησα, ψιθύρισε. Ακούσατε τις ειδήσεις των έξι; ~ 118 ~


—Ναι και λυπηθήκαμε πάρα πολύ, Τόμπι, είπε ο Τζούλιαν. —Εγώ εξακολουθώ να μην μπορώ να πιστέψω ότι ο ξάδερφός μου κι ο φίλος του έκλεψαν τ’ αεροπλάνα· κάποιος άλλος το έκανε, γι’ αυτό και δεν αναστατώθηκα περισσότερο. Αν ο Τζεφ δεν έκλεψε τ’ αεροπλάνο, τότε δεν ήταν και μέσα σ’ αυτό όταν έπεσε στη θάλασσα. Καταλαβαίνετε; —Ναι, απάντησε ο Τζούλιαν, ευχαριστημένος για την εξήγηση που έδινε ο Τόμπι· τουλάχιστον, έτσι δε θα στενοχωριόταν τόσο πολύ. —Τι σχέδια έχετε; ρώτησε σιγανά ο Τόμπι. Υπάρχει φως στα παράθυρα του σπιτιού και δε νομίζω να έχουν τραβήξει τις κουρτίνες. Μπορούμε να πάμε λοιπόν και να κρυφοκοιτάξουμε! —Καλή ιδέα, είπε ο Τζούλιαν. Ελάτε και, για όνομα του Θεού, μην κάνετε θόρυβο. Θα μπω εγώ μπροστά. Σιωπηλά και σιγανά πλησίασαν το σπίτι. Τι θα έβλεπαν κοιτάζοντας μέσα από τα φωτισμένα παράθυρα;

~ 119 ~


16. Κοιτάζοντας από

τ’ ανοιχτά παράθυρα Κι οι τρεις τους πλησίασαν στις μύτες των ποδιών στο σπίτι.

—Μην πλησιάζετε και πολύ όταν είναι να κοιτάτε μέσα, συμβούλεψε ο Τζούλιαν. Να κρατάτε μια μικρή απόσταση. Θα μπορούμε έτσι να βλέπουμε ποιοι είναι μέσα στα δωμάτια, αλλά χωρίς να μπορούν εκείνοι να μας δουν. Το ελπίζω, δηλαδή! —Κοιτάξτε στα δωμάτια του ισογείου, ψιθύρισε ο Ντικ. Βλέπετε; Το παράθυρο της κουζίνας είναι εκεί κάτω. Μπορεί να είναι μέσα κι η κυρία Τζέινς, αν βέβαια είναι όρθια τέτοια ώρα. Προχώρησαν στο παράθυρο που οι κουρτίνες του ήταν τραβηγμένες. Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από το φως ενός κεριού κι ήταν γεμάτο σκιές. Η ηλικιωμένη κυρία Τζέινς βρισκόταν πράγματι εκεί. Κουνιόταν μπρος-πίσω, καθισμένη πάνω σε μια κουνιστή πολυθρόνα και μολονότι τα παιδιά δεν μπορούσαν να δουν το πρόσωπό της, ένιωθαν πως η γυναίκα αυτή ήταν δυστυχισμένη και τρομαγμένη. Το κεφάλι της ακουμπούσε σχεδόν στο στήθος της και τα αχτένιστα μαλλιά της πλαισίωναν μπερδεμένα το πρόσωπό της. —Δεν είναι μάγισσα η καημένη! ψιθύρισε ο Ντικ, πολύ λυπημένος από την εικόνα της εγκατάλειψης που έδινε η γυναίκα. Είναι μονάχα μια φτωχή, βασανισμένη γριά γυναίκα.


—Γιατί είναι όρθια τέτοια ώρα; αναρωτήθηκε ο Τζούλιαν. Θα πρέπει να περιμένει κάποιον. —Ναι, ίσως. Καλύτερα τότε να προσέχουμε, προειδοποίησε ο Τόμπι, κοιτάζοντας πίσω του λες και περίμενε να εμφανιστεί κάποιος ξαφνικά. —Πάμε από την μπροστινή πλευρά του σπιτιού, πρότεινε τώρα ο Ντικ. Αυτό κι έκαναν. Είδαν ένα φωτισμένο παράθυρο, πολύ πιο φωτεινό από το δωμάτιο της κουζίνας. Κοίταξαν μέσα κι είδαν δυο άντρες να κάθονται γύρω στο τραπέζι, σκυμμένοι πάνω στα χαρτιά τους. —Ο κύριος Γκρινγκλ! είπε ο Τζούλιαν με χαμηλή φωνή. Κι ο άλλος πρέπει να είναι ο φίλος του, ο κύριος Μπρεντ, υποθέτω. Σίγουρα δε φοράει μαύρα γυαλιά όπως ο άντρας που μας έδωσε το χαρτονόμισμα. Δεν του μοιάζει στο παραμικρό! Κοίταξαν όλοι μαζί τον φίλο του κυρίου Γκρινγκλ. Ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος, μ’ ένα μικρό μουστάκι, σκούρα μαλλιά και μάλλον μεγάλη μύτη. —Τι κάνουν τώρα; ψιθύρισε ο Τόμπι. —Σαν να φτιάχνουν καταλόγους. Ίσως φτιάχνουν τους λογαριασμούς των πελατών τους, υπόθεσε ο Τζούλιαν. Πάντως πρέπει να πω πως δε φαίνεται να κάνουν τίποτε το ύποπτο, αλλά μια κανονική δουλειά. Νομίζω πως ο κύριος Γκρινγκλ έλεγε την αλήθεια πως δεν ήταν ο κύριος Μπρεντ αυτός που μας έδωσε το χαρτονόμισμα, και σίγουρα δεν είναι αυτός που κάθεται δίπλα του ο άνθρωπος που είδαμε στο λόφο με την απόχη για τις πεταλούδες στον ώμο του. —Τότε, ποιος ήταν; απόρησε για άλλη μια φορά ο Ντικ, τραβώντας τους άλλους από το παράθυρο, για να μπορούν να μιλάνε πιο άνετα. Και γιατί να κουβαλάει την απόχη και να λέει τέτοια ψέματα; Για ποιο λόγο βρέθηκε στο λόφο τη νύχτα που έκλεψαν τ’ αεροπλάνα; ~ 121 ~


—Πραγματικά, γιατί; Πολύ θα ήθελα να τον ρωτήσω! είπε ο Τόμπι με πολύ δυνατή φωνή. Οι άλλοι του έγνεψαν αμέσως κι εκείνος μίλησε σιγότερα. —Κάτι περίεργο γινόταν χτες βράδυ, κάτι που δε γνωρίζουν οι υπεύθυνοι του αεροδρομίου. Πολύ θα ήθελα να βρω αυτόν τον ψεύτικο κύριο Μπρεντ που συνάντησες στο λόφο, Τζούλιαν! —Ίσως να μπορέσουμε, μουρμούρισε ο Τζούλιαν. Υπάρχει άλλο φωτισμένο παράθυρο; Ναι, εκεί πάνω, κάτω από τη στέγη. Ποιος να είναι εκεί, άραγε; —Ίσως ο γιος της κυρίας Τζέινς, υπόθεσε ο Ντικ. Αυτός μόνο είναι ικανός να κοιμηθεί στο κρεβάτι της κι εκείνη να την αναγκάσει να κοιμηθεί στην καρέκλα! —Πώς μπορούμε να δούμε μέσα στο φωτισμένο παράθυρο; ρώτησε ο Τόμπι. Επ! Μπορούμε να σκαρφαλώσουμε σ’ εκείνο το δέντρο. —Υπάρχει κι ευκολότερος δρόμος, είπε ο Τζούλιαν κι έδειξε μια ξύλινη σκάλα που βρισκόταν στερεωμένη στον τοίχο της κοντινής αποθήκης. —Αυτό είναι! Έτσι είναι πολύ πιο εύκολα, χαμογέλασε με ανακούφιση ο Ντικ. Θα πρέπει όμως να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Όποιος κι αν είναι στο δωμάτιο, θα πάει αμέσως στο παράθυρο αν ακούσει τον παραμικρό ήχο που μπορεί να κάνουμε με τη σκάλα! —Θα τα καταφέρουμε, μην ανησυχείς, τον καθησύχασε ο Τζούλιαν. Το παράθυρο δεν είναι πολύ ψηλά κι η σκάλα σχεδόν ελαφριά. Μπορούμε να την ακουμπήσουμε πολύ απαλά πάνω στον τοίχο και να μην ενοχλήσουμε κανέναν. Η σκάλα ήταν πραγματικά πολύ ελαφριά. Τ’ αγόρια δεν είχαν καμιά δυσκολία να την κουβαλήσουν και να την τοποθετήσουν εκεί που ήθελαν, χωρίς κανέναν απολύτως θόρυβο. —Θ’ ανέβω εγώ, ψιθύρισε ο Τζούλιαν. Κρατάτε σταθε~ 122 ~


ρά τη σκάλα και τα μάτια σας δεκατέσσερα γύρω γύρω! Κάντε μου σινιάλο αν ακούσετε τίποτα, γιατί δεν έχω καμιά διάθεση να παγιδευτώ στην κορφή της σκάλας! Τα άλλα δυο παιδιά κράτησαν τη σκάλα κι ο Τζούλιαν ανέβηκε αθόρυβα. Έφτασε στο φωτισμένο παράθυρο και πολύ προσεκτικά σήκωσε το κεφάλι του τόσο όσο για να βλέπει μόλις στο δωμάτιο. Ήταν φωτισμένο από το φως ενός κεριού· ήταν ένα φτωχικό κι ασυγύριστο δωματιάκι. Ένας άντρας καθόταν πάνω στο κρεβάτι· ήταν γεροδεμένος κι ο λαιμός του σχεδόν δεν ξεχώριζε από τους ώμους του· ναι, πρέπει να ήταν ο γιος της κυρίας Τζέινς, που εκείνη έλεγε πως την κακομεταχειριζόταν. Ο άντρας διάβαζε μια εφημερίδα πολύ κοντά στο κερί. Καθώς τον κοιτούσε ο Τζούλιαν, έβγαλε ένα μεγάλο ρολόι, το κοίταξε και μουρμούρισε κάτι που ο Τζούλιαν δεν μπορούσε ν’ ακούσει. Σηκώθηκε, και το αγόρι φοβήθηκε τόσο πολύ μην το δει, που βιάστηκε να κατέβει αμέσως τη σκάλα.


—Είναι ο γιος της εκεί, ψιθύρισε στους άλλους. Φοβήθηκα πως θα ’ρχόταν να κοιτάξει έξω από το παράθυρο, γι’ αυτό κατέβηκα κάτω τόσο γρήγορα. Να πάρει η οργή! Μου μπήκε μια ακίδα στην παλάμη! Τόμπι, ανέβα εσύ πάλι για ένα-δυο λεπτά, μόνο και μόνο για να είμαστε απόλυτα σίγουροι ότι πράγματι είναι ο Γουίλ Τζέινς. Ο Τόμπι ανέβηκε τη σκάλα μόλις βεβαιώθηκε πως ο άντρας δε θα πλησίαζε το παράθυρο για να κοιτάξει. Κατέβηκε αμέσως σχεδόν. —Ναι, αυτός είναι ο Γουίλ, αλλά, τι να πω, ήταν αλλαγμένος! Δείχνει πολύ σκληρός τώρα και δε φαίνεται ο τίμιος άντρας που ήξερα πριν από καιρό. Η μαμά λέει πως έμπλεξε με κακές παρέες κι ότι άρχισε να πίνει. Γι’ αυτό ίσως να μου φαίνεται αλλαγμένος. —Κοιτούσε το ρολόι του λες και περίμενε κάποιον, μονολόγησε ο Τζούλιαν. Αναρωτιέμαι τώρα μήπως ο άντρας που είδα στο λόφο πρόκειται να ’ρθει εδώ απόψε… Είναι μια σκέψη που λες κι έχει κολλήσει στο μυαλό μου. —Ας κρυφτούμε κάπου κι ας περιμένουμε, πρότεινε ο Τόμπι. Κανείς δε με πήρε είδηση όταν έφυγα από το σπίτι μου κι έτσι δε θα με ψάχνουν. Πάντως, δε θ’ ανησυχούσε η μαμά, ακόμα κι αν ήξερε πως βγήκα νυχτερινό «περίπατο» μαζί σας! —Θα κρυφτούμε σ’ εκείνη την αποθηκούλα, έδειξε ο Τζούλιαν, κι όλοι στις μύτες των ποδιών πήγαν προς το μισογκρεμισμένο κτίσμα. Μύριζε βρομιές και δε φαινόταν πουθενά καθαρός τόπος για να κάτσουν. Τελικά, ο Τζούλιαν απομάκρυνε μερικούς βρόμικους σάκους κι έκατσαν στη γωνιά περιμένοντας μέσα στο σκοτάδι. —Ουφ! έκανε ο Ντικ. Τι απαίσια μυρωδιά· είναι σαν σάπιες πατάτες ή κάτι τέτοιο. Μακάρι να ’χαμε διαλέξει άλλη κρυψώνα. ~ 124 ~


—Σσς! είπε ο Τζούλιαν ξαφνικά, δίνοντάς του ταυτόχρονα μια σπρωξιά. Κάτι ακούγεται! Κάθισαν σιωπηλοί κι αφουγκράζονταν. Ναι, ήταν απαλά βήματα, πολύ απαλά, λες και γίνονταν από κάποιον που φορούσε λαστιχένια παπούτσια. Ο σιγανός θόρυβος πέρασε από την αποθήκη κι έπαψαν να τον ακούν. Έπειτα, ακούστηκε ένα σιγανό σφύριγμα. Ο Τζούλιαν σηκώθηκε και κοίταξε από το σπασμένο παράθυρο. —Νομίζω πως στέκονται δυο άντρες κάτω από την κρεβατοκάμαρα της κυρίας Τζέινς. Πρέπει να είναι οι άντρες που περίμενε ο γιος της. Θα κατέβει κι αυτός. Ελπίζω μόνο να μην έρθουν εδώ μέσα για να μιλήσουν! Αυτή ήταν τρομερή σκέψη, αλλά δεν υπήρχε πια δυνατότητα για να πάνε κάπου αλλού, γιατί εκείνη τη στιγμή βγήκε έξω από το σπίτι ο Γουίλ Τζέινς. Οι τρεις άντρες πολύ γρήγορα προχώρησαν στην πίσω μεριά του σπιτιού. —Ελάτε, είπε ο Τζούλιαν. Ας τους ακολουθήσουμε. Ίσως ακούσουμε τίποτα που θα μας εξηγήσει τι συμβαίνει. —Τι ώρα είναι; ρώτησε ο Ντικ. Ελπίζω να μην ανησυχούν τα κορίτσια. Πρέπει να είναι γύρω στις δώδεκα, ε; —Ναι, απάντησε ο Τζούλιαν. Δεν μπορούμε όμως να φύγουμε τώρα. Τα κορίτσια θα καταλάβουν πως κάτι παρακολουθούμε. Ακολούθησαν το δρόμο που πήραν οι τρεις άντρες προς τα γυάλινα σπίτια με τις πεταλούδες. Εκεί, άρχισαν να κουβεντιάζουν, αλλά με τόσο σιγανή φωνή που τα τρία αγόρια δεν άκουγαν τίποτα παραπάνω από ένα μουρμουρητό. Έπειτα, ο ένας από τους άντρες ύψωσε τη φωνή του. Ήταν ο Γουίλ Τζέινς. Ο Τόμπι αναγνώρισε αμέσως τη φωνή του και το είπε στους άλλους. ~ 125 ~


—Είναι νευριασμένος για κάτι, εξήγησε. Πάντα χάνει την ψυχραιμία του όταν νομίζει πως κάποιος δεν του φέρεται καλά· και τώρα κάτι τέτοιο φαίνεται πως συμβαίνει. Οι δύο άντρες προσπάθησαν να τον ησυχάσουν, αλλά εκείνος δεν ηρεμούσε. —Θέλω τα λεφτά μου! Σας βοήθησα, δε σας βοήθησα; Σας έκρυψα εδώ μέχρι να τελειώσει η δουλειά, αυτό δεν έκανα; Τότε, δώστε μου τα λεφτά μου! Η φωνή του κόντεψε να γίνει κραυγή κι οι δυο άντρες φάνηκε να τρόμαξαν. Αυτό που συνέβη μετά δεν το έμαθαν ποτέ τα παιδιά· εντελώς ξαφνικά, ακούστηκε ο γδούπος μιας γροθιάς κι ένα πέσιμο κι έπειτα κι άλλο. Ο Γουίλ Τζέινς γελούσε. Και δεν ήταν καθόλου καλό γέλιο! Σε λίγα δευτερόλεπτα μια ανυπόμονη φωνή ακούστηκε από το δωμάτιο όπου ο κύριος Γκρινγκλ και ο φίλος του δούλευαν. —Ποιος είναι εκεί; Τι συμβαίνει; Κρακ! Αυτός ήταν ο ήχος από γυαλί που σπάει! Ο Γουίλ Τζέινς είχε αρπάξει μια μεγάλη πέτρα και την πέταξε σ’ ένα κοντινό γυάλινο σπίτι για πεταλούδες. —Δεν είναι τίποτα, κύριε! Ήρθα να δω ποιος τριγυρίζει! φώναξε ο Γουίλ. Όποιος κι αν ήταν, έσπασε ένα από τα σπίτια για τις πεταλούδες σας. Βγήκα για να τους πιάσω. Προχώρησε προς το σπίτι – και τότε, εντελώς τυχαία, το φως του φακού του έπεσε πάνω στα τρία αγόρια. Του ξέφυγε μια κραυγή! —Ποιος είναι; Εδώ είναι, κύριε! Είναι παιδιά που προσπαθούσαν να σπάσουν τα σπίτια! Πιάστε τα· έπιασα κιόλας τα δύο! Πιάστε και το τρίτο!

~ 126 ~


17. Πολλά συμβαίνουν

Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που, χωρίς να προλάβουν να το

συνειδητοποιήσουν, τα τρία παιδιά βρέθηκαν αιχμάλωτα και χωρίς ελπίδα να το σκάσουν. Ο μεγαλόσωμος Γουίλ Τζέινς είχε πιάσει τον Ντικ και τον Τόμπι, στο καθένα του χέρι κι από έναν, τόσο δυνατός ήταν. Ο Τζούλιαν είχε πέσει ίσα πάνω στον κύριο Γκρινγκλ και τον κύριο Μπρεντ, που φαίνονταν κυριολεκτικά εξαγριωμένοι. —Τι δουλειά είχατε να ’ρθετε εδω-πέρα· γιατί σπάσατε τα τζάμια; ούρλιαζε ο κύριος Γκρινγκλ κουνώντας ή μάλλον τραντάζοντας τον Τζούλιαν. Θα φύγουν όλες οι πεταλούδες από το άνοιγμα! —Αφήστε με. Δε σπάσαμε εμείς το τζάμι, φώναζε ο Τζούλιαν. —Αυτός το ’κανε! Τον είδα! ούρλιαζε ο Γουίλ Τζέινς. —Δεν τον είδες! νευρίασε ο Τόμπι. Άσε με να φύγω, Γουίλ. Είμαι ο Τόμπι Τόμας από τη Φάρμα Μπίλικοκ. Άσε με, αλλιώς ο πατέρας μου θα έχει να πει πάρα πολλά για σένα! —Αχά! Ώστε είσαι ο Τόμπι Τόμας, ε; Ο Τόμπι Τόμας που ο πατέρας του δε με παίρνει στη δουλειά γιατί του σηκώνω κεφάλι. Γιά περίμενε και θα δεις τι θα πω στην αστυνομία πως σε είδα να κάνεις. Θα πω πως είστε τα παιδιά που μας κλέβουν τις κότες! Ο Γουίλ έσπρωξε τα αγριεμένα παιδιά προς την αποθήκη, φωνάζοντας στους δύο άλλους άντρες:


—Θα τους βάλουμε όλους εδώ και θα τους κλειδώσουμε. Να δούμε τότε αν εξακολουθούν να είναι θυμωμένοι ή θα μας παρακαλάνε γονατιστοί! Κι εκείνη τη στιγμή, ενώ τ’ αγόρια προσπαθούσαν ν’ απαλλαγούν από τους τρεις άντρες, ακούστηκε κάτι που αναγάλλιασε την καρδιά του Τζούλιαν· το γάβγισμα ενός σκύλου! —Ο Τίμι! Είναι ο Τίμι! φώναξε ο Τζούλιαν. Φωνάξτε τον! Ο Τζέινς δε θα μπορεί να σας σέρνει άλλο, είπε στους δυο φίλους του. —Τίμι, Τίμι! φώναξε ο Ντικ κι ο Τίμι έτρεξε αμέσως προς το μέρος του κι άρχισε να μουγκρίζει τόσο άγρια, που ο Γουίλ σταμάτησε να τραβάει τ’ αγόρια προς την αποθήκη. —Ελευθέρωσέ μας, διαφορετικά θα σου ορμήσει! προειδοποίησε ο Ντικ. Ο Τίμι γρύλισε πάλι και δάγκωσε ελαφρά τον αγκώνα του Γουίλ, μόνο και μόνο για να του θυμίσει πως μπορούσε να χρησιμοποιεί τα δόντια του… Ο Γουίλ άφησε αμέσως και τα δυο αγόρια. Ο Τίμι έτρεξε έπειτα προς τον Τζούλιαν, αλλά ο Μπρεντ κι ο Γκρινγκλ είχαν ήδη ακούσει τα γρυλίσματά του και δεν περίμεναν άλλη προειδοποίηση! Έσπρωξαν μακριά τους τον Τζούλιαν κι έτρεξαν προς το σπίτι. Το ίδιο έκανε κι ο Γουίλ Τζέινς· τ’ αγόρια τον είδαν να μπαίνει στο δωμάτιό του διακρίνοντας τη σκιά του από το φως του κεριού. —Ευτυχώς που δεν πήγε να τρομάξει την καημένη τη μαμά του, παρατήρησε ο Τζούλιαν ισιώνοντας τα ρούχα του. Μπράβο, Τίμι! Ήρθες πάνω στην ώρα! —Βάζω στοίχημα πως τον έστειλαν τα κορίτσια μόλις είδαν πως πέρασε η μία ώρα από τότε που φύγαμε, χαμογέλασε ο Ντικ. Ο Τίμι μπορεί πάντα να ακολουθεί εύκολα τα ίχνη κι έτσι μας βρήκε. Τώρα, πρέπει να προσέχουμε· κάπου εδώ χτύπησε ο Γουίλ εκείνους τους δυο άντρες. ~ 128 ~


Οι δυο άντρες όμως δε φαίνονταν πουθενά. Θα πρέπει να συνήλθαν και να έφυγαν αμέσως. —Θα έφυγαν όσο γινόταν η φασαρία μ’ εμάς! είπε λυπημένος ο Τόμπι. Τι λέτε να κάνουμε τώρα; —Να γυρίσουμε στην κατασκήνωση, δήλωσε ο Τζούλιαν. Δε μάθαμε τίποτα περισσότερο από όσα ξέραμε πριν έρθουμε, εκτός από το ότι βεβαιωθήκαμε για το ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες της φάρμας κι ότι ο Τζέινς είναι πιο μοχθηρός κι από τους δυο άντρες που είδαμε να χτυπάει… —Κι ότι κάπου τους βοήθησε και τους έκρυψε εδώ και δεν τον πλήρωσαν, συμπλήρωσε ο Ντικ. Όμως, πώς τους βοήθησε, σε τι και γιατί; —Ιδέα δεν έχω, είπε ο Τζούλιαν. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο σήμερα το βράδυ, το μυαλό μου αρνιέται να δουλέψει. Πήγαινε κι εσύ σπίτι σου, Τόμπι. Θα ξανασυζητήσουμε αύριο για όσα συνέβησαν. Ο Τόμπι ξεκίνησε για τη φάρμα προβληματισμένος αλλά κι ενθουσιασμένος. Τι βράδυ κι αυτό! Τι θα έλεγε ο Τζεφ όταν θα του τα διηγούνταν! Αλλά όχι, δεν μπορούσε να του τα πει. Οι άνθρωποι έλεγαν πως είχε χαθεί με το αεροπλάνο κι ότι βρισκόταν τώρα στον βυθό της θάλασσας. «Δεν τους πιστεύω, όμως», σκέφτηκε το κουρασμένο παιδί. «Δεν - πρόκειται - να - τους - πιστέψω!» Τα κορίτσια ένιωσαν μεγάλη ανακούφιση όταν είδαν τ’ αγόρια και τον Τίμι να επιστρέφουν! —Τι συνέβη; Γιατί αργήσατε τόσο πολύ; Ο Τίμι σάς βρήκε, ε; έπεφταν βροχή οι ερωτήσεις. —Δε θα μπορούσε να είχε έρθει σε καλύτερη στιγμή! γέλασε ο Τζούλιαν στο φως του φακού της Τζορτζ. Εσείς τον στείλατε, έτσι δεν είναι; —Ναι, απάντησε η Τζορτζ. Πάντως, κι εκείνος το ήθε~ 129 ~


λε. Γάβγιζε σιγανά συνεχώς όσο καταλάβαινε πως αργείτε κι έτσι τον στείλαμε να σας βρει! —Και πραγματικά χρειαζόμασταν βοήθεια! γέλασε ο Ντικ και ξαπλώθηκε φαρδύς-πλατύς πάνω στα χόρτα. Ακούστε, κορίτσια, θα σας πούμε την… ιστορία μας! Πότε ο Ντικ, πότε ο Τζούλιαν διηγήθηκαν τα πάντα. —Μα τι να είναι αυτό που συμβαίνει εκεί κάτω; αναρωτήθηκε έκπληκτη η Τζορτζ. Τι βρομοδουλειές έκανε ο Γουίλ Τζέινς μ’ εκείνους τους δυο τύπους; Κι εμείς πώς μπορούμε να μάθουμε; —Αυτός πάντως δεν πρόκειται να μας πει, μουρμούρισε ο Τζούλιαν. Και κανείς δεν μπορεί να τον αναγκάσει. Αλλά νομίζω πως, αν κατέβουμε εκεί αύριο το πρωί και μάθουμε πως έχει φύγει, ίσως πείσουμε την κ. Τζέινς να μας πει μερικά από τα μυστικά της. —Ναι, είναι καλή η ιδέα σου, συμφώνησε η Τζορτζ. Πρέπει να ξέρει σε τι είναι μπλεγμένος ο γιος της· ειδικά αν έκρυβε εκείνους τους δυο στο σπίτι. Θα ήταν υποχρεωμένη να τους φτιάχνει φαγητό και να τους περιποιείται. —Τώρα όμως, αγαπητοί μου φίλοι, άρχισε ο Τζούλιαν και τεντώθηκε νυσταγμένος, θέλω να κοιμηθώ. Καλή σας νύχτα, λοιπόν! —Έλα, Άννα, εμείς φταίμε που τους περιμέναμε! γέλασε η Τζορτζ. Τώρα, μπορούμε κι εμείς να το ρίξουμε στον ύπνο. Ελπίζω να έφτασε κι ο Τόμπι σπίτι του χωρίς να τον κατάλαβε κανείς. Θα πρέπει να κοιμάται τώρα στο κρεβάτι του. Ναι, ο Τόμπι ήταν σπίτι αλλά δεν κοιμόταν. Το μυαλό του ήταν συνεχώς στον ξάδερφό του τον Τζεφ. Σκεφτόταν τι μπορούσε να κάνει, αλλά δεν έβρισκε τίποτα. Ο Τζεφ είχε εξαφανιστεί κι αυτός, μόνο που αυτός δεν πίστευε τη βαριά κατηγορία του προδότη… κι από πάνω, οι άλλοι έλεγαν πως είχε πνιγεί. ~ 130 ~


Το άλλο πρωί, τα παιδιά ξύπνησαν αργά, ακόμα κι ο Τίμι. Δεν υπήρχαν και πολλά τρόφιμα πια στο «ψυγείο» κι ο Τζούλιαν έλπιζε πως ο Τόμπι θα το σκεφτόταν και θα τους έφερνε νέες προμήθειες. Αν όχι, θα έπρεπε οπωσδήποτε να κατέβουν στη φάρμα. Έφαγαν λοιπόν ψωμί, τυρί και βούτυρο, μια και δεν υπήρχε τίποτε άλλο. —Νομίζω πως πρέπει να πάμε στη φάρμα, είπε ο Τζούλιαν. Εσύ, Ντικ, θα αναλάβεις να κάνεις τις ερωτήσεις στην κ. Τζέινς, αφού σ’ έχει πάρει με καλό μάτι μετά το χαρτονόμισμα που της έδωσες! —Εντάξει, συμφώνησε ο Ντικ. Είμαστε έτοιμοι; Ξεκίνησαν για τη Φάρμα «Πεταλούδα». Όταν πλησίασαν, άρχισαν να περπατούν με προσοχή για να μην πέσουν πάνω στον Γουίλ Τζέινς. Δε φαινόταν κανείς, όμως, ούτε κι οι ιδιοκτήτες της φάρμας. —Ίσως έφυγαν ψάχνοντας για πεταλούδες, υπέθεσε ο Ντικ. Να η κυρία Τζέινς! Προσπαθεί η καημένη να κρεμάσει την μπουγάδα της. Τα μισά όμως της πέφτουν στο χώμα. Άννα, πήγαινε να τη βοηθήσεις. Η Άννα έτρεξε πρόθυμα κοντά στην ηλικιωμένη γυναίκα. —Θα σας απλώσω εγώ τα ρούχα, της είπε. Η κυρία Τζέινς γύρισε προς την Άννα, που τα έχασε όταν είδε πως το δεξί μάτι της γυναίκας ήταν μελανιασμένο κι είχε πρηστεί. —Πώς έγινε έτσι το μάτι σας; ενδιαφέρθηκε η Άννα. Δώστε μου ολόκληρο το καλάθι. Θεούλη μου, τι μεγάλη μπουγάδα είναι αυτή! Η κυρία Τζέινς φαινόταν λίγο ζαλισμένη. Άφησε την Άννα να απλώσει τα ρούχα, χωρίς να πει κουβέντα· στεκόταν ακίνητη και την παρατηρούσε. —Πού είναι ο κύριος Γκρινγκλ κι ο κύριος Μπρεντ; ρώτησε η Άννα συνεχίζοντας το άπλωμα. ~ 131 ~


Η κυρία Τζέινς κάτι μουρμούρισε. Η Άννα κατάλαβε τελικά ότι είχαν φύγει για πεταλούδες από το πρωί. —Και πού είναι ο γιος σας ο Γουίλ; Η κυρία Τζέινς άρχισε να κλαίει. Η ηλικιωμένη γυναίκα σήκωσε την ποδιά της σκεπάζοντας ολόκληρο το γερασμένο κεφάλι της κι έτρεξε τρεκλίζοντας προς την πόρτα της κουζίνας. —Θεέ μου! Τι έπαθε άραγε σήμερα το πρωί; είπε η Άννα στους φίλους της που είχαν πλησιάσει. Ο Ντικ έτρεξε στην πόρτα της κυρίας Τζέινς και τη βοήθησε να μπει μέσα, καθίζοντάς την τελικά στην κουνιστή πολυθρόνα. Η ποδιά της γλίστρησε από το κεφάλι της κι η γυναίκα γύρισε να τον κοιτάξει. —Είσαι αυτός που μου έδωσε τα λεφτά, μουρμούρισε και του χάιδεψε το κεφάλι. Είσαι καλός. Κανείς άλλος δεν είναι καλός μαζί μου. Ο γιος μου είναι κακός. Με χτυπάει. —Εκείνος σου έκανε έτσι το μάτι, γιαγιά; Πότε; Σήμερα; —Ναι, ήθελε λεφτά, πάντα λεφτά θέλει, έλεγε κλαίγοντας η κυρία Τζέινς. Και δε θα του δώσω ποτέ τα λεφτά που μου ’δωσες. Γι’ αυτό με χτύπησε. Κι έπειτα, ήρθε η αστυνομία και τον πήρε. —Τι! Τον πήρε η αστυνομία; Σήμερα το πρωί; ρώτησε έκπληκτος ο Ντικ, ενώ οι υπόλοιποι ήρθαν ακόμα πιο κοντά, το ίδιο έκπληκτοι. —Είπαν πως έκλεψε, ότι λήστεψε τον αγρότη του Ντάρβιλ. Του έκλεψε, είπαν, τις πάπιες του. Αλλά φταίνε εκείνοι οι κακοί άνθρωποι· αυτοί άλλαξαν τον γιο μου. Κάποτε ήταν καλός γιος. —Ποιοι άνθρωποι; ρώτησε ο Ντικ. Πες τα μας όλα, γιαγιά. Εμείς σε καταλαβαίνουμε και θα σε βοηθήσουμε. —Εσύ είσαι που μου έδωσες τα λεφτά, ε; Θα βοηθήσεις μια φτωχή γριά; Αυτοί, σου λέω, άλλαξαν το γιο μου κι έγινε κακός. ~ 133 ~


—Πού βρίσκονται τώρα; Μήπως τους έκρυψε εδώ; —Ήταν τέσσερις άντρες, μουρμούρισε με σιγανή φωνή, έτσι που ο Ντικ μόλις και την άκουγε. Του υποσχέθηκαν λεφτά αν τους έκρυβε εδώ. Είχαν ένα μυστικό, καταλαβαίνεις; Μιλούσαν μόνο γι’ αυτό όταν έμεναν στο δωμάτιό μου, εγώ όμως τους παρακολουθούσα και άκουγα. —Ποιο ήταν το μυστικό; ρώτησε ο Ντικ ενώ η καρδιά του χτυπούσε άγρια. Ίσως τώρα να ξεκαθάριζαν ποιο ήταν το μυστήριο. —Κάτι παρακολουθούσαν, ψιθύρισε η κ. Τζέινς. Παρακολουθούσαν κάτι έξω στους λόφους. Μερικές φορές την ημέρα κι άλλοτε τις νύχτες. Συνέχεια. Κρύβονταν στο δωμάτιό μου, τους μαγείρευα, χωρίς να μου δίνει κανείς τίποτα. Ήταν κακοί άνθρωποι. Έβαλε πάλι τα κλάματα και τα τέσσερα παιδιά τη λυπούνταν όλο και περισσότερο. Ακούστηκαν βήματα απέξω κι ο κύριος Γκρινγκλ πέρασε έξω από το παράθυρο. Κοίταξε μέσα και, έκπληκτος, είδε τα παιδιά μέσα στην κουζίνα. —Τι! Εσείς πάλι! Δρόμο από εδώ! Τα είπα όλα στην αστυνομία όταν ήρθαν να πιάσουν τον Γουίλ Τζέινς, σήμερα το πρωί. Θα σας «επισκεφθούν» πολύ σύντομα, μην ανησυχείτε καθόλου! Τα είπα όλα για τα σπασμένα τζάμια! Όμως… όμως… είστε διάβολοι… Πώς τολμήσατε να ξανάρθετε εδώ;

~ 134 ~


18. Κανείς δεν ξέρει πού να ψάξει — Πάμε, είπε η Τζορτζ. Δεν μπορούμε να μάθουμε τίποτε άλλο από την καημένη τη γιαγιά. Χαίρομαι όμως που έπιασαν το γιο της για κλεψιές. Τουλάχιστον, δε θα είναι εδώ για να τη χτυπάει. Ο κύριος Γκρινγκλ άρχισε πάλι να μιλάει θυμωμένα, αλλά οι Πέντε Φίλοι δεν είχαν καθόλου διάθεση να τον ανεχτούν. Ο Τίμι άλλωστε είχε αρχίσει να γρυλίζει. —Φεύγουμε, κύριε Γκρινγκλ, είπε ψυχρά ο Τζούλιαν. Θα χαρούμε να μας επισκεφθεί η αστυνομία, αν πραγματικά την ειδοποιήσατε. Πολλά περίεργα γίνονται εδώ πέρα που εσείς δεν τα γνωρίζετε. Δε βλέπετε τίποτα άλλο πέρα από τις πεταλούδες και τις κάμπιες σας. —Τι σε πειράζει εσένα, ανάγωγο πλάσμα; φώναξε ο κύριος Γκρινγκλ. —Θα έκανε καλό αν βλέπατε πως εκείνος ο τύπος, ο Τζέινς, χτύπησε για άλλη μια φορά τη μητέρα του, συνέχισε απτόητος ο Τζούλιαν. Ούτε το πρησμένο μάτι της δε θα προσέξατε! Ίσως, λοιπόν, η αστυνομία έρθει σύντομα για να σας ανακρίνει γύρω από τους τέσσερις ξένους που κρύβονταν στη μικρή κρεβατοκάμαρα του δεύτερου πατώματος! —Τι; Τι είναι αυτά που λες; Τι εννοείς; ρώτησε έκπληκτος ο κύριος Γκρινγκλ, χάνοντας αμέσως το υπεροπτικό ύφος του. Άντρες; Από πού; Ποιους; —Δεν ξέρω, μακάρι να ήξερα!


Και μ’ αυτά τα λόγια, οι Πέντε Φίλοι έφυγαν όλοι μαζί, αφήνοντας ανήσυχο κι έκπληκτο πίσω τους τον κύριο Γκρινγκλ. —Του άξιζε, είπε ο Τζούλιαν. Ακούς εκεί να του φέρεται σαν σκλάβα η καημένη η γυναίκα κι εκείνος ούτε να καταλαβαίνει τη δυστυχία και το φόβο της! Ούτε το μαυρισμένο της μάτι δεν πρόσεξε. Άσ’ τον, λοιπόν, να γυρίσει πίσω στις πεταλούδες του! —Τι εννοούσε η κυρία Τζέινς λέγοντας πως τέσσερις άντρες κρύβονταν στο δωμάτιό της; αναρωτήθηκε η Άννα. Και γιατί ανέβαιναν να κοιτάζουν από το λόφο; Για ποιο λόγο; Ο ένας απ’ αυτούς πρέπει να είναι εκείνος που είδες τη νύχτα της καταιγίδας, Τζούλιαν, εκείνος που υποκρινόταν ότι είναι ο κύριος Μπρεντ. Νομίζω πως υποκρινόταν ώστε να υπάρχει λόγος για να βρίσκεται εκεί πάνω, γι’ αυτό κουβαλούσε μαζί του και την απόχη για τις πεταλούδες. —Ναι, έχεις δίκιο, συμφώνησε ο Τζούλιαν. Βέβαια, μπορεί να κατασκόπευαν το αεροδρόμιο· ναι, αυτό πρέπει να έκαναν. Πώς δεν το σκέφτηκα νωρίτερα; Το κατασκόπευαν μέρα-νύχτα, δύο την ημέρα κι οι άλλοι δύο τη νύχτα, υποθέτω· και πλήρωναν τον Τζέινς για να τους κρύβει στο δωμάτιο. Όμως, σε τι υπόθεση να είναι ανακατεμένοι; —Τζούλιαν, μπορεί… είναι δυνατόν να έχουν σχέση με τα κλεμμένα αεροπλάνα; ρώτησε η Τζορτζ μ’ έναν ξαφνικό ενθουσιασμό στη φωνή. —Μπορεί. Σίγουρα κι είναι δυνατόν, κατέληξε κι ο Τζούλιαν. Δεν καταλαβαίνω όμως το μπέρδεμα του Τζεφ Τόμας και του Ρέι Γουέλς. Κάπου δεν ταιριάζει σε όλη την ιστορία. Μου φαίνεται, παιδιά, πως κάποιο μυστήριο αχνοφαίνεται μπροστά μας! Πάμε στη Φάρμα Μπίλικοκ να δούμε αν ο πατέρας του Τόμπι είναι εκεί. Νομίζω πως πρέπει να του πούμε όλα όσα ξέρουμε. ~ 136 ~


—Είναι σωστή η ιδέα σου, φώναξε ευχαριστημένη η Άννα. Χρειαζόμαστε σίγουρα τη βοήθεια κάποιου μεγάλου. —Φύγαμε τότε! έδωσε το πρόσταγμα ο Τζούλιαν και τρεχάτοι κατέβηκαν σ’ ελάχιστο χρόνο το λόφο. Σύντομα, βρίσκονταν στη φάρμα, φωνάζοντας τον Τόμπι. —Τόμπι! Πού είσαι; Έχουμε νέα! Ο Τόμπι εμφανίστηκε στην πόρτα του στάβλου, χλομός, λες κι είχε περάσει μια πολύ άσχημη νύχτα. —Ω, γεια σας! Τι νέα; Τα μόνα νέα που θέλω να ξέρω είναι ό,τι αφορά τον Τζεφ. Δεν μπορώ να τον βγάλω από το μυαλό μου. —Πού είναι ο πατέρας σου; ρώτησε ο Τζούλιαν. Νομίζουμε πως πρέπει ν’ ακούσει κι αυτός αυτά που έχουμε να πούμε. Εκείνος θα ξέρει τι πρέπει να γίνει. —Θα τον φωνάξω. Μπα-μπά! Μπαμπά! Σε ζητάνε! Ο πατέρας του ήρθε βιαστικός από το διπλανό χωράφι. —Τι συμβαίνει; Έχω πολλή δουλειά. —Μπαμπά, ο Τζούλιαν κι ο Ντικ έχουν κάτι να σου πουν. Δε θα σε καθυστερήσουν πολύ. —Καλά, λοιπόν. Τι είναι, παιδιά; ρώτησε ο κύριος Τόμας γυρνώντας το ευγενικό μελαχρινό του πρόσωπο προς τ’ αγόρια. Έχετε τίποτα μπλεξίματα; —Όχι, κύριε, όχι ακριβώς, είπε ο Τζούλιαν. Θα σας εξηγήσω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Κι άρχισε να του διηγείται όσα γνώριζαν για τη Φάρμα «Πεταλούδα», για τον άντρα που είχε δει στους λόφους, την ηλικιωμένη κ. Τζέινς και τον γιο της που τη μεταχειριζόταν τόσο άσχημα. Ο αγρότης κούνησε πολλές φορές το κεφάλι του σ’ αυτό το σημείο. —Α, είπε. Ο Γουίλ είναι πολύ αλλαγμένος αυτή τη χρονιά. Έμπλεξε με πολύ κακές παρέες. —Κάποιους απ’ αυτή την παρέα τούς συναντήσαμε κι ~ 137 ~


εμείς, συνέχισε ο Τζούλιαν, λέγοντας για τη χθεσινοβραδινή τους περιπέτεια· μίλησε και για όσα τους είχε πει η κ. Τζέινς εκείνο το πρωί. —Πού είναι μπλεγμένος πάλι αυτός ο Γουίλ Τζέινς; αναρωτήθηκε ο κύριος Τόμας. Ίσως, και δεν έχω πολλές αμφιβολίες, να είναι ανακατεμένος και στην κλοπή αυτών των αεροπλάνων! Ο Τόμπι ζωντάνεψε αμέσως και στο πρόσωπό του απλώθηκε λίγο χρώμα, καλύπτοντας τη χλομάδα του. —Μπαμπά! Ίσως τα αεροπλάνα να τα έκλεψαν αυτοί οι άνθρωποι. Τέσσερις δεν ήταν; Θα ήταν αρκετά δυνατοί για να αναγκάσουν τον Τζεφ και τον Ρέι να πάνε μαζί τους· μπορεί ακόμα οι δύο απ’ αυτούς να πέταξαν με τ’ αεροπλάνα ενώ οι άλλοι δύο να έμειναν να φυλάνε τον Τζεφ και τον Ρέι εκεί που θα τους έχουν φυλακίσει! —Μμμ… ίσως και να ’χεις δίκιο, Τόμπι, είπε σκεφτικός ο πατέρας του. Αυτό όμως είναι υπόθεση της αστυνομίας. Πρέπει να ανακρίνουν αμέσως τον Γουίλ. Αν ο Τζέφ κι ο Ρέι είναι αιχμάλωτοί τους, πρέπει να τους βρούμε και να τους ελευθερώσουμε. Ο Τόμπι άρχισε να χοροπηδάει ευτυχισμένος. —Το ήξερα πως δεν έφταιγε ο Τζεφ! Το ήξερα πως δε θα έκανε ποτέ του κάτι τέτοιο. Μπαμπά, σε παρακαλώ, πάρε αμέσως την αστυνομία! Ο κ. Τόμας βιάστηκε να τρέξει στο σπίτι για να τηλεφωνήσει και σύντομα μιλούσε στην αστυνομία για όλα όσα ήξερε. Εκείνοι τον άκουγαν εμβρόντητοι κι αμέσως κατάλαβαν την τρομακτική σημασία της πληροφορίας που έδωσαν τα παιδιά. —Θα ανακρίνουμε αμέσως τον Γουίλ Τζέινς, είπαν. Κρατείται για κλοπή κι έτσι τον έχουμε στη διάθεσή μας. Θα σας τηλεφωνήσω, κύριε, σε μισή περίπου ώρα. ~ 138 ~


Η μισή ώρα ήταν ατέλειωτη για τα παιδιά. Ο Τζούλιαν κοιτούσε συνεχώς το ρολόι του, αλλά και κανείς άλλος δεν μπορούσε να καθίσει ήσυχος, πόσο μάλλον ο Τόμπι. Η Άννα ένιωθε πολύ νευρική και σκέφτηκε να παίξει λίγο με τον Μπένι. Αλλά ούτε ο Μπένι ούτε το γουρουνάκι του ήταν εκεί· έπρεπε λοιπόν να περιμένει υπομονετικά. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, πετάχτηκαν όλοι λες και τους διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο κύριος Τόμας έτρεξε να το σηκώσει. —Ναι, ναι… αστυνομία; Ναι, σας ακούω. Ω!… Ναι… ναι… Ο αγρότης κρατούσε το ακουστικό τόσο κοντά που κανείς άλλος δεν μπορούσε ν’ ακούσει. Τα παιδιά τον παρακολουθούσαν προσπαθώντας να καταλάβουν από την έκφραση του προσώπου του. —Καταλαβαίνω! Είναι βέβαια πολύ απογοητευτικό, άκουσαν να λέει ο κ. Τόμας κι η καρδιά τους μαύρισε. Ευχαριστώ. Ναι, πολύ ανησυχητικό. Αντίο σας! Κατέβασε το ακουστικό και κοίταξε τα παιδιά. Ο Τόμπι μίλησε πρώτος: —Ο Τζεφ έκλεψε το αεροπλάνο; Ε, μπαμπά; Ο Τζεφ; —Όχι! είπε ο πατέρας του κι αμέσως ο Τόμπι βρέθηκε στην αγκαλιά του. —Τότε, τίποτε άλλο δε μ’ ενδιαφέρει! φώναξε. Αχ, το ήξερα, το ήξερα πως δεν ήταν ο Τζεφ! —Γιά περίμενε, γιά περίμενε μια στιγμή! τον έκοψε ο κ. Τόμας. Υπάρχει κάτι που είναι πολύ ανησυχητικό. —Τι; βαριανάσανε ο Τόμπι. —Ο Γουίλ Τζέινς παραδέχτηκε πως εκείνοι οι τέσσερις άντρες ήρθαν για να κλέψουν τ’ αεροπλάνα. Δύο απ’ αυτούς είναι πρώτης τάξης πιλότοι. Οι άλλοι δύο σχεδίασαν κι έπιασαν τον Τζεφ και τον Ρέι τη νύχτα της καταιγίδας. ~ 139 ~


Τους έβγαλαν, αφού τους χτύπησαν, από το αεροδρόμιο και τους έκρυψαν κάπου. Οι πιλότοι τότε ανέβηκαν στ’ αεροπλάνα και πέταξαν μακριά. Όταν χτύπησε ο συναγερμός, ήταν πια πολύ αργά. —Άρα, όταν τ’ αεροπλάνα βυθίστηκαν στη θάλασσα, τα οδηγούσαν οι πιλότοι της συμμορίας· αυτοί πνίγηκαν κι όχι ο Τζεφ κι ο Ρέι! είπε ο Τζούλιαν. —Ναι, μα εδώ είναι το ανησυχητικό. Οι άλλοι δύο άντρες, αυτοί που συνέλαβαν τον Τζεφ και το Ρέι, τους έκρυψαν κάπου κι ο Τζέινς δε λέει πού. Αρνήθηκαν να τον πληρώσουν επειδή τα αεροπλάνα βυθίστηκαν και το σχέδιό τους απέτυχε κι επίσης αρνούνται να του πουν πού βρίσκονται ο Τζεφ κι ο Ρέι. —Και τώρα αυτοί οι δυο θα το ’χουν σκάσει και θα ’χουν αφήσει τον Τζεφ και το Ρέι εκεί που τους έκρυψαν, να πεθάνουν από την πείνα και τη δίψα! φώναξε ξαφνικά ο Τόμπι και κάθισε ξανά χλομός όπως πριν. —Ακριβώς, είπε ψύχραιμα ο κύριος Τόμας. Αν τους βρούμε βέβαια, όσο γίνεται πιο γρήγορα, έχει καλώς, αν όμως… —Μπαμπά, πρέπει να τους βρούμε, πρέπει! —Αυτό πιστεύει κι η αστυνομία. Κανείς όμως δεν ξέρει πού να ψάξει! «Κανείς όμως δεν ξέρει πού να ψάξει!» Οι ίδιες λέξεις επαναλαμβάνονταν στο μυαλό του καθενός τους. Κανείς δεν ξέρει πού να ψάξει!

~ 140 ~


19. Ένα πρωί γεμάτο δουλειές

Νεκρική σιωπή ακολούθησε τα τελευταία λόγια του κυρίου

Τόμας. «Κανείς δεν ξέρει πού να ψάξει». Πού να βρίσκονται άραγε ο Τζεφ κι ο Ρέι, που ανησυχούν και στενοχωριούνται, ξέροντας πως κάποιοι έκλεψαν τ’ αεροπλάνα τους και τα νέα συστήματα οργάνων που περιείχαν; —Θα τα χάσουν αν μάθουν πόσο εύκολα οργανώθηκε κι εκτελέστηκε το σχέδιο της κλοπής! παρατήρησε ο Ντικ. Δεν πρέπει να υπάρχει και κάποιος άλλος στο αεροδρόμιο που να συνεργάστηκε μαζί τους; —Σίγουρα, συμφώνησε κι ο κ. Τόμας. Αυτά τα πράγματα προγραμματίζονται με όλες (και τις παραμικρές) λεπτομέρειες· και ήταν πολύ τυχεροί που ξέσπασε κι η καταιγίδα όταν χρειαζόταν να φύγουν απαρατήρητοι και τ’ αεροπλάνα ν’ απογειωθούν. Από εκεί κι ύστερα, δεν υπήρχε φόβος! —Ναι, η βροχή ήταν απίστευτα δυνατή, θυμήθηκε η Τζορτζ. Κανείς δε θα βρισκόταν έξω, ακόμα κι οι σκοποί του αεροδρομίου θα είχαν ψάξει ένα μέρος για να προστατευθούν. Ήταν μεγάλη τύχη για τη συμμορία τους! —Φαντάζομαι πως θα ήταν απόλυτα ικανοποιημένοι όταν από το κρησφύγετό τους στη φάρμα είδαν να ’ρχεται η καταιγίδα! συμπλήρωσε ο Ντικ. —Εκείνο που με προβληματίζει είναι πώς ο κύριος Μπρεντ κι ο κύριος Γκρινγκλ δεν υποπτεύθηκαν τίποτα, ενώ τέσσε-


ρις άγνωστοι τύποι γυρόφερναν τη Φάρμα «Πεταλούδα», παρατήρησε σκεφτικός ο Τζούλιαν. —Δεν υπάρχει τίποτε άλλο στο μυαλό τους πέρα από κάμπιες και πεταλούδες, εξήγησε ο Τόμπι. Βάζω στοίχημα πως η αστυνομία θα έχει σίγουρα κάτι να τους πει! —Το ζήτημα είναι τι κάνουμε τώρα! δήλωσε ο Τζούλιαν μ’ έναν αναστεναγμό. Γύρισε προς τον κύριο Τόμας που είχε βυθιστεί στις σκέψεις του: —Εσείς τι νομίζετε, κύριε; Υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε; —Αμφιβάλλω. Η αστυνομία πήρε καταγγελίες για δύο άντρες που οδηγούσαν με πολύ μεγάλη ταχύτητα ένα κλειστό φορτηγό. Ο αριθμός του αυτοκινήτου σημειώθηκε από μερικούς ανθρώπους που έκαναν παράπονα για την ταχύτητά τους. Η αστυνομία τώρα, από την πλευρά της, πιστεύει πως είναι το φορτηγό που χρησιμοποιήθηκε για να μεταφέρει τον Τζεφ και τον Ρέι στο μέρος όπου τους έκρυψαν – σε κάποιο έρημο ορυχείο ή σε κάποιο μόνιμα αχρησιμοποίητο υπόγειο. Υπάρχουν αρκετά τέτοια μέρη. Δε φαινόταν, πραγματικά, τίποτα που να μπορούσαν να κάνουν· ήταν αδύνατον να ψάξουν σε όλες τις δυνατές κρυψώνες, σε ακτίνα πολλών μιλίων γύρω από το αεροδρόμιο! —Λοιπόν, εγώ πρέπει να γυρίσω στις δουλειές μου, αναστέναξε ο κ. Τόμας. Πού είναι η μητέρα σου, Τόμπι; Νομίζω πως πρέπει να πας και να της πεις όσα νεότερα μάθαμε για την υπόθεση. —Πήγε για ψώνια, απάντησε ο Τόμπι κοιτάζοντας το ρολόι. Θα γυρίσει λίγο πριν από το μεσημεριανό φαγητό. —Φαντάζομαι πως κι ο Μπένι θα πήγε μαζί της, είπε ο κ. Τόμας πλησιάζοντας στην πόρτα. Πού είναι ο Σγουρούλης, το γουρουνάκι του; Ελπίζω να μην τον πήρε κι αυτόν μαζί του. ~ 142 ~


—Νομίζω πως τον πήρε, είπε ο Τόμπι και κοίταξε τα τέσσερα παιδιά σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι. Νομίζω πως δεν έχετε αρκετά τρόφιμα εκεί πάνω, έτσι δεν είναι; Να σας φέρω να πάρετε μαζί σας στο γυρισμό; —Αν δεν είναι μεγάλη φασαρία… άρχισε ο Τζούλιαν απολογητικά. Του φαινόταν άσχημο να σκέφτεται για τροφή τη στιγμή που ο Τζεφ κι ο Ρέι θα ήταν κάπου δεμένοι, πεινασμένοι και διψασμένοι. —Θα σας φέρω, είπε ο Τόμπι. Έλα μαζί μου, Άννα, για να μου πεις τι χρειάζεστε. Κι έφυγαν προς την κουζίνα. Σύντομα, η Άννα διάλεξε τα τρόφιμα που χρειάζονταν, προσπαθώντας ταυτόχρονα να κάνει τον καημένο τον Τόμπι να χαμογελάσει λίγο. —Να μείνουμε και να σε βοηθήσουμε σήμερα το πρωί, Τόμπι; πρότεινε ο Τζούλιαν όταν γύρισαν πίσω στους άλλους. Ήξερε πως ο Τόμπι είχε πολλές δουλειές στη φάρμα, αν και ήταν εβδομάδα διακοπών, και σκέφτηκε πως θα του έκανε καλό να έχει φίλους κοντά του ένα τέτοιο πρωινό γεμάτο σκέψεις. —Ναι, πολύ θα μου άρεσε να μείνετε! χαμογέλασε λίγο ο Τόμπι. Είπα στον πατέρα μου πως θα ασβέστωνα σήμερα τα κοτέτσια κι η ημέρα είναι ό,τι πρέπει για τέτοια δουλειά. Εσύ κι ο Ντικ μπορείτε να με βοηθήσετε, ώστε να είναι έτοιμο ώς την ώρα του φαγητού. —Έγινε. Θα σε βοηθήσουμε όλο το πρωί κι έπειτα θα γυρίσουμε στην κατασκήνωση για ένα ωραίο πικ-νικ, πρότεινε ο Τζούλιαν. Κι αν έχεις τελειώσει κι εσύ τις δουλειές που πρέπει να κάνεις, θα μπορούσες να ’ρθεις μαζί μας και να το ρίξουμε στις βόλτες τ’ απομεσήμερο… —Αχ, ναι! φώναξε ο Τόμπι με αρκετά φτιαγμένη πια τη ~ 143 ~


διάθεσή του. Ελάτε τότε. Πάω να φέρω τον ασβέστη και τις βούρτσες για το άσπρισμα. Ε, Μπίνκι, έλα να βοηθήσεις, κι εσύ, Τίμι! —Γιά μια στιγμή! Εμείς δεν μπορούμε να βοηθήσουμε; έβαλε τις φωνές η Τζορτζ. Μπορώ να ασβεστώνω το ίδιο καλά όσο κι οποιοσδήποτε άλλος! —Όχι, όχι, Τζορτζ, είναι δουλειά γι’ αγόρια, όχι για κορίτσια, αρνήθηκε ο Τόμπι κι έφυγε μαζί με τον Τζούλιαν και τον Ντικ, αφήνοντας πίσω του μια κόκκινη από τα νεύρα Τζορτζ. —Την πρόσβαλες! είπε χαμογελώντας ο Ντικ. Ο Τόμπι τα ’χασε. —Αλήθεια; Ω, βέβαια, ξέχασα πως δεν τις θέλει τις κοριτσίστικες δουλειές! Περιμένετέ με λίγο! Κι έτρεξε στο παράθυρο φωνάζοντας: —Έι, Τζορτζ! Τι θα έλεγες αν έκανες μερικές δουλειές για τη μαμά μου; Δε βρίσκει ποτέ καιρό να ξεβοτανίσει τον κήπο της και πάντα νευριάζει για την ακαταστασία που έχει. Μπορείς, μαζί με την Άννα, να τον τακτοποιήσετε λίγο; —Ναι, και βέβαια! φώναξε η Άννα βγαίνοντας στην πόρτα. Έλα, Τζορτζ, μην είσαι τόσο κακόκεφη! Πάμε να τον ξεχορταριάσουμε και να τον κάνουμε όμορφο. Η κυρία Τόμας είναι τόσο ευγενική και καλή, που θέλω να κάνω κάτι που θα την ευχαριστήσει. —Εντάξει· κι εγώ θα το ’θελα να την ευχαριστήσω. —Μακάρι να ήταν εδώ κι ο Μπένι, ευχήθηκε η Άννα, καθώς μαζί με την Τζορτζ πήραν όλα τα εργαλεία κι ήταν πια έτοιμες ν’ ανοίξουν πόλεμο με τ’ αγριόχορτα. Πολύ θα μου άρεσε να τρέχει αυτός ο μικρούλης ολόγυρά μας, να κάνει ερωτήσεις μ’ εκείνη τη γλυκιά φωνούλα του, συνέχισε η Άννα. —Κι εμένα μ’ αρέσει ο Μπένι, χαμογέλασε η Τζορτζ, βγάζοντας μια τούφα αγριόχορτα. Να πάρει η οργή, περισσότερα αγριόχορτα παρά λουλούδια! ~ 144 ~


—Ας πάρουμε και τον Μπένι στην κατασκήνωση, αν βέβαια έρθει κι ο Τόμπι. Έπειτα, θα μπορεί ο Τόμπι να τον φέρει πίσω. Τον αγαπώ το μικρούλη τον Μπένι, θα τον προσέχω εγώ όσο εσείς θα κάνετε βόλτα ή οτιδήποτε άλλο. —Εντάξει, απάντησε η Τζορτζ, με το μυαλό της κολλημένο στην «προσβολή» του Τόμπι. Εκείνο το πρωί, όλα τα παιδιά δούλεψαν πολύ σκληρά! Τα κοτέτσια ήταν ολοκάθαρα και καλοασβεστωμένα. Τα κορίτσια είχαν καθαρίσει όλα τα αγριόχορτα κι έστεκαν χαρούμενες για τη δουλειά τους. Τότε, ακούστηκε μακριά η μηχανή ενός αυτοκινήτου κι ο ήχος όλο και πλησίαζε. —Πρέπει να είναι η κυρία Τόμας που γυρίζει από την αγορά, παρατήρησε η Τζορτζ. Γρήγορα, να τελειώσουμε κι αυτή τη γωνίτσα, μόνο δέκα λεπτά δουλειά είναι! —Ο Μπένι θα ’ρθει όπου να ’ναι τρεχάτος, για να δει τι κάνουμε, είπε η Άννα. Κι ο Σγουρούλης μαζί, βέβαια. Θεέ μου, γέμισα την ένατη σακούλα με αγριόχορτα! Τα τρία αγόρια πλησίαζαν ακριβώς εκείνη τη στιγμή, κουνώντας τους άδειους κουβάδες και τις βούρτσες του ασπρίσματος. Ήρθε κι ο Τίμι, γεμάτος ασβέστες σε όλο του το τρίχωμα! —Γεια σας, κορίτσια! χαιρέτησε ο Ντικ. Κάνατε πολύ καλή δουλειά, τώρα μπορεί κανείς να βλέπει τα λουλούδια! Τα κορίτσια σηκώθηκαν ευχαριστημένα. —Ναι, δείχνει όμορφος ο κήπος τώρα, είπε η Άννα ισιώνοντας την πλάτη της. Μου φαίνεται, Τόμπι, πως γύρισε η μαμά σου. Καλύτερα να πηγαίνουμε, γιατί σε λίγο θα φάτε· κι εμείς, όμως, πεινάμε σαν λύκοι! —Εντάξει, συμφώνησε ο Τόμπι. Θα μαζέψω εγώ τα σακιά και τα εργαλεία· μην κουράζεστε άλλο! —Α, σ’ ευχαριστούμε, είπε η Τζορτζ. Εμείς, η Άννα, ο ~ 146 ~


Ντικ, ο Τζούλιαν κι εγώ, θα γυρίσουμε στην κατασκήνωση κι εσύ φέρνεις, όταν έρθεις, και τα υπόλοιπα τρόφιμα, που δεν είναι ακόμη έτοιμα, τι λες; —Εντάξει, απάντησε ο Ντικ. Εσύ θα πάρεις το ένα καλάθι κι εμείς το άλλο. Η Άννα κι η Τζορτζ έτρεξαν να βρουν την κυρία Τόμας, αλλά δεν τα κατάφεραν. Δεν ήταν πουθενά. —Δεν πειράζει, κάπου θα είναι απασχολημένη, είπε σηκώνοντας τους ώμους η Άννα. Θα φύγουμε, λοιπόν, κατευθείαν για να ετοιμάσουμε το φαγητό μας. Αυτό κι έκαναν. Τ’ αγόρια έπλυναν τα χέρια τους. Ο Τόμπι είχε φύγει για να βρει τη μητέρα του και να της πει όσα είχαν μάθει από την αστυνομία· τον είχε, όμως, ήδη προλάβει και της τα είχε πει ο πατέρας του. Τώρα φαινόταν πολύ ανήσυχη. —Καημένε Τζεφ! Καημένε Ρέι! έλεγε και ξανάλεγε. Εκείνη την ώρα ακούστηκαν τα βήματα του Ντικ και του Τζούλιαν. —Νόμιζα πως είναι ο Μπένι, είπε. Πού είναι ο μικρούλης μου; —Ο Μπένι… μα ήταν μαζί σου, δεν ήταν; αναρωτήθηκε ο Τόμπι. Μήπως τον άφησες στ’ αυτοκίνητο; Μα πάλι, πώς είναι δυνατόν; —Τι εννοείς, Τόμπι; φώναξε έκπληκτη η μητέρα του. Άφησα τον Μπένι εδώ στη φάρμα. Δεν τον πήρα μαζί μου, ποτέ δεν τον παίρνω όταν έχω να κάνω πολλά ψώνια· βαριέται πολύ! —Μα, μαμά, δεν τον είδα καθόλου ολόκληρο το πρωί! Δεν είναι στη φάρμα. Έχω να τον δω ώρες ολόκληρες! —Ωχ! αναφώνησε η μητέρα του φοβισμένη. Τόμπι, τι να του συνέβη; Σκέφτηκα πως θα τον πρόσεχες εσύ, όπως κάνεις πάντα! ~ 147 ~


—Κι εγώ νόμιζα πως ήταν μαζί σου! φοβήθηκε κι ο Τόμπι. Ντικ, Τζούλιαν, μήπως είδατε τον Μπένι, ή το γουρουνάκι του; —Όχι, ούτε για μια στιγμή! είπε ο Ντικ. Θεούλη μου, πού να έχει πάει; Μήπως πήγε προς το λόφο, προσπαθώντας να βρει την κατασκήνωσή μας; Το ξέρω πως κάτι τέτοιο το ήθελε πολύ. —Τόμπι! Στη χαράδρα! είπε η κυρία Τόμας κατάχλομη. Πήγαινε, ίσως έπεσε. Κοίταξε πρώτα στους στάβλους, ακόμα και στο καμαράκι με τη γεννήτρια. Αχ, Μπένι, Μπένι, πού είσαι; Γύρισε προς τον Ντικ και τον Τζούλιαν που στέκονταν ανήσυχοι δίπλα της. —Πηγαίνετε στην κατασκήνωσή σας, τους είπε. Και σ’ όλο το δρόμο μη σταματήσετε να ψάχνετε και να τον φωνάζετε. Ίσως να έχει χαθεί στην πλαγιά. Ο μικρούλης μου ο Μπένι! Ίσως του το ’σκασε πάλι το γουρουνάκι, όπως δικαιολογείται συνέχεια, κι ακολουθώντας το χάθηκε! Αχ, Θεέ μου, τι να κάνω!

~ 148 ~


20. Ένα περίεργο μήνυμα

Ο Τόμπι έφυγε τρεχάτος για τη χαράδρα, τρομοκρατημέ-

νος. Η χαράδρα ήταν αρκετά βαθιά, είχε νερό που σχημάτιζε λιμνούλα στο μέσον της, κι ο Μπένι δεν ήξερε να κολυμπάει. Ο Ντικ κι ο Τζούλιαν έτρεξαν βιαστικοί προς το λόφο, φωνάζοντας τ’ όνομα του Μπένι απ’ όπου κι αν περνούσαν. Έψαξαν τις κατάφυτες πλαγιές, γυρεύοντας το αγοράκι· τίποτα. Ανησυχούσαν κι οι δυο τους πάρα πολύ. Ο Μπένι είχε μανία με τις περιπλανήσεις και το γουρουνάκι του ήταν καλή δικαιολογία για να πηγαίνει όπου θέλει! —Μπένι! Μπένι! φώναζαν και μερικές φορές η ηχώ γύριζε πίσω, φωνάζοντας κι αυτή τα ίδια λόγια. —Ίσως τον βρούμε στην κατασκήνωση, έλπιζε ο Ντικ. Ξέρω πως ήθελε πάρα πολύ να την επισκεφθεί. Ίσως είναι εκεί τώρα. —Το ελπίζω, είπε λυπημένος ο Τζούλιαν. Αλλά σκέφτομαι πως η απόσταση είναι πολύ μεγάλη για τα μικρά του ποδαράκια. Κι έπειτα, δεν μπορεί να βρήκε το δρόμο, μια και δεν είχε έρθει ποτέ ώς εκεί! —Ίσως να τον είδαν πουθενά τα κορίτσια, ήταν η τελευταία ελπίδα του Ντικ. Τι μέρα κι η σημερινή! Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκονται ο Τζεφ κι ο Ρέι και κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται ο μικρούλης ο Μπένι! Δεν μπορώ να πω πως περνάμε κι όμορφες διακοπές!


—Συναρπαστικές, αλλά γεμάτες αγωνία, μουρμούρισε ο Τζούλιαν. Πάντα όλο σε περίεργες υποθέσεις μπλεκόμαστε! Ποτέ δεν περάσαμε ήσυχα και ήρεμα! Ο Ντικ κοίταξε με την άκρη του ματιού του τον Τζούλιαν και χαμογέλασε: —Θα ήθελες πραγματικά ήρεμες διακοπές, Τζούλιαν; Εγώ δε σε πιστεύω, ακόμα κι αν πεις ναι! Έλα, ας αρχίσουμε να τον φωνάζουμε πάλι! Έφτασαν τελικά στην κατασκήνωση χωρίς να δουν ούτε ίχνος του Μπένι. Ούτε και στην κατασκήνωση βρισκόταν. Τα κορίτσια κι ο Τίμι ήταν μόνοι τους. Τρομοκρατήθηκαν όταν έμαθαν για τον Μπένι. Η Άννα έγινε κατάχλομη. —Πάμε να ψάξουμε, είπε. Πρέπει! —Μμμ, μπορείς να φτιάξεις μερικά σάντουιτς πολύ γρήγορα; ρώτησε ο Ντικ. Πεινάμε πάρα πολύ και πιστεύω πως η ετοιμασία τους θα γίνει αμέσως. Μπορούμε να τρώμε καθώς θα περπατάμε. Ας κάνουμε ένα σχέδιο για το πώς θα ψάξουμε, την ώρα που θα φτιάχνουμε το φαγητό. Η Τζορτζ κι η Άννα στρώθηκαν στη δουλειά. Τα δάχτυλα της Άννας έτρεμαν από τη σκέψη πως ο Μπένι είχε χαθεί. —Ελπίζω να μην του συνέβη τίποτα, αναστέναξε. Αλλά πάλι, είναι χαμένος ολόκληρο το πρωί· ώρες! Η καημένη η κυρία Τόμας! —Τα σάντουιτς είναι έτοιμα, φώναξε η Τζορτζ. Τι σχέδιο προτείνεις, Τζούλιαν; Θα χωριστούμε και θα διαλέξουμε διαφορετικές κατευθύνσεις; —Ναι, απάντησε ο Τζούλιαν. Εσείς πηγαίνετε προς τα εκεί, Άννα και Τζορτζ, η μία λίγα μέτρα πιο ψηλά κι η άλλη χαμηλότερα, ώστε οι φωνές σας να καλύπτουν ολόκληρη την περιοχή. Ο Ντικ κι εγώ θα κάνουμε το ίδιο απ’ αυτή ~ 150 ~


την πλευρά. Θα πάμε και στη Φάρμα «Πεταλούδα», μήπως και περιπλανιέται κάπου εκεί γύρω. Ξεκίνησαν όλοι και σε λίγο η πλαγιά αντηχούσε από τις φωνές τους και την ηχώ που γύριζε πίσω. Ο Τζούλιαν πήγε στη Φάρμα «Πεταλούδα» κι έψαξε παντού. Δε φαινόταν κανείς. Ούτε κι η κυρία Τζέινς. Κάπου είχε πάει κι οι ιδιοκτήτες είχαν βγει για πεταλούδες, όπως πάντα. Τους είχαν δει η Τζορτζ κι η Άννα και τους φώναξαν: —Μήπως είδατε πουθενά ένα μικρό παιδί και το γουρουνάκι του; —Όχι, καθόλου, απάντησαν στεγνά οι δύο άντρες. —Φαντάζομαι πως μιλάνε έτσι επειδή εξακολουθούν να νομίζουν πως τ’ αγόρια τούς έσπασαν το τζάμι! είπε η Τζορτζ. Μακάρι να έψαχναν κι αυτοί για τον Μπένι, αντί να ψάχνουν για πεταλούδες. Ήταν δύο ώρες πριν βρεθεί ο Μπένι κι οι Πέντε Φίλοι είχαν σχεδόν εγκαταλείψει την προσπάθεια. Είχαν συναντηθεί στην περιπλάνησή τους στο λόφο και στέκονταν απελπισμένοι, μη ξέροντας τι άλλο να κάνουν. Ήταν ο Τίμι που τέντωσε ξαφνικά τ’ αφτιά του. Έπειτα γάβγισε. —Τι είναι, Τίμι; ρώτησε αμέσως η Τζορτζ. Πήγαινε να δεις! Ο Τίμι έτρεξε αμέσως. Σταματούσε κάθε λίγο κι αφουγκραζόταν κι έπειτα ξανασυνέχιζε. Τα παιδιά προσπαθούσαν ν’ ακούσουν· τίποτα! —Γιατί πηγαίνει προς τις σπηλιές; αναρωτήθηκε ο Τζούλιαν. Στις σπηλιές! Πώς δεν το σκεφτήκαμε πιο πριν; Όμως, πώς αυτό το μικρό πλασματάκι μπόρεσε να βρει το δρόμο προς τα εκεί, είναι μακρύς και μπερδεμένος ο δρόμος από τη φάρμα Μπίλικοκ! —Ίσως ακολούθησε το γουρουνάκι του, παρατήρησε η Άννα. Πάντοτε νομίζαμε πως προσποιούνταν ότι το γου~ 151 ~


ρουνάκι του το ’σκαγε, ώστε να περιπλανιέται όπου ήθελε και να ρίχνει το βάρος στον Σγουρούλη. Αυτή τη φορά, όμως, πιστεύω πως πραγματικά το ’σκασε! —Ας ελπίσουμε πως ο Τίμι άκουσε τον Μπένι, αναστέναξε ο Τζούλιαν. Το επόμενο λεπτό, όλοι άκουσαν κάτι, μια μικρή κουρασμένη φωνούλα που έλεγε: «Σγουρούλη! Σγουρούλη! Σε θέλω, πού είσαι;». —Μπένι! φώναξαν όλοι μαζί και όρμησαν μπροστά χωρίς να υπολογίζουν πού πατάνε! Ο Τίμι ήταν ο πρώτος που έφτασε, φυσικά, κι όταν τα τέσσερα παιδιά πλησίασαν τον είδαν να χαϊδεύεται με αγάπη στο κατσαρομάλλικο αγοράκι, που είχε τυλίξει τα χεράκια του γύρω από το λαιμό του Τίμι. —Μπένι! Αχ, Μπένι γλυκό μου, σε βρήκαμε επιτέλους! φώναξε η Άννα και γονάτισε δίπλα του. Εκείνος κοίταξε τα παιδιά χωρίς να εκπλήσσεται καθόλου που τους έβλεπε. —Ο Σγουρούλης το ’σκασε, ψέλλισε. Το ’σκασε. Μπήκε εκεί μέσα – κι έδειξε προς τις σπηλιές. —Ευτυχώς που δεν τον ακολούθησες! φώναξε τρομαγμένη η Τζορτζ. Ίσως, αν το έκανες, να μη σε είχαμε βρει ποτέ! Έλα τώρα, πρέπει να σε πάμε σπίτι. Μόλις πήγε όμως να τον πάρει στην αγκαλιά της, τ’ αγοράκι άρχισε να κλοτσάει και να φωνάζει: —Όχι! Όχι! Θέλω το Σγουρούλη! Θέλω το Σγουρούλη! —Θα έρθει όταν κουραστεί να τριγυρνάει στις σπηλιές, τον παρηγόρησε η Άννα. Η μαμά σου, όμως, σε θέλει τώρα, σε περιμένει και το φαγητό σου! —Πεινάω, υποχώρησε ο Μπένι. Θέλω το φαγητό μου· όμως θέλω και το Σγουρούλη. Σγουρούλη! Σγουρούλη! Έλα ’δώ! ~ 152 ~


—Πρέπει να τον πάμε σπίτι του, δήλωσε ο Ντικ. Η μητέρα του θα είναι φοβερά τρομαγμένη. Το γουρουνάκι θα βγει από τις σπηλιές, αν φυσικά μπορεί να θυμηθεί το δρόμο. Διαφορετικά… δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό! Δεν μπορούμε να περιπλανιόμαστε στις σπηλιές κι ιδιαίτερα εκεί όπου δεν υπάρχουν σκοινιά. Θα χαθούμε στα σίγουρα! Έλα, Τζορτζ, φέρε τον Μπένι. —Ο Σγουρούλης θα γυρίσει μόλις είναι έτοιμος, είπε η Τζορτζ παρηγορητικά, καθώς κουβαλούσε τ’ αγοράκι μακριά από την είσοδο των σπηλαίων. Τώρα, όμως, σε θέλει πολύ η μαμά σου και το φαγητό σου είναι έτοιμο και σε περιμένει. Με τον Τίμι να χοροπηδάει χαρούμενος δίπλα της, η Τζορτζ κατέβαινε το μονοπάτι με τον Μπένι στην αγκαλιά. Ήταν τόσο χαρούμενα τα παιδιά που τον βρήκαν, που πρόσκαιρα ξέχασαν το δράμα του Τζεφ και του Ρέι. Έκαναν αστεία στον μικρούλη για να τον κάνουν να μη θυμάται το ζωάκι του. Η κυρία Τόμας έκανε σαν τρελή απ’ τη χαρά της μόλις είδε τον γιόκα της. —Αχ, Μπένι! Μπένι! του έλεγε συνεχώς. Τι χάλια ζευγάρι που είστε εσύ και το γουρουνάκι σου… —Το ’σκασε, τραγουδούσε ο Μπένι. Είχε στρογγυλοκαθίσει στη θέση του στο τραπέζι κι είχε ριχτεί με τα μούτρα στο φαγητό. Όλοι, κάθονταν και τον κοιτούσαν πανευτυχείς που ήταν πάλι ανάμεσά τους· με δυσκολία έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω του όσο έτρωγε το φαγητό του. Επιτέλους, κάποτε τελείωσε: —Πάω να ψάξω για το Σγουρούλη, ανήγγειλε και κατέβηκε απ’ την καρέκλα του. —Όχι, δε θα πας! δήλωσε η μητέρα του. Θα μείνεις κοντά μου. Θέλω να με βοηθήσεις να φτιάξουμε γλυκά. Ο Σγουρούλης θα γυρίσει μόλις το θελήσει. ~ 153 ~


Και μέσα σε μία ώρα, όσο ο Τζούλιαν, ο Ντικ, η Άννα, η Τζορτζ κι ο Τόμπι ήταν απασχολημένοι με το να κάνουν τις υπόλοιπες δουλειές που είχαν μείνει πίσω, ο Σγουρούλης ξαναγύρισε. Μπήκε τρεχάτος στην αυλή, αφήνοντας τα συνηθισμένα του σκουξίματα και κάνοντας τους πάντες να στραφούν προς το μέρος του. —Σγουρούλη! Ώστε γύρισες! φώναξε η Τζορτζ κι ο Τίμι έτρεξε προς το μέρος του μυρίζοντάς τον παντού. Το γουρουνάκι τριγύριζε συνεχώς, ψάχνοντας για τον Μπένι κι ο Τζούλιαν έβαλε τα γέλια… —Κάποιος έχει γράψει κάτι πάνω του! Έλα εδώ, Σγουρούλη, άσε με να δω. Το γουρουνάκι έτρεξε προς το μέρος του κι ο Τζούλιαν εξέτασε τα μουντζουρωμένα μαύρα γράμματα.


—Δεν μπορώ να καταλάβω τι λέει, είπε. Κάποιος έκανε την ανοησία να γράψει πάνω στο δέρμα του. Με το πλύσιμο όμως θα φύγει πολύ εύκολα. —Περίμενε! φώναξε ο Ντικ απότομα, καθώς ο Τζούλιαν πήγαινε να πάρει ένα σφουγγάρι. Περίμενε, σου λέω! Κοιτάξτε, υπάρχει ένα ΤΖ κι ένα Τ και από κάτω ένα Ρ κι ένα Γ! —ΤΖ και Τ και Ρ και Γ! επανέλαβε ο Τόμπι καθώς όλοι τώρα βρίσκονταν μαζεμένοι πάνω από το γουρουνάκι. Η φωνή του Τόμπι έγινε κραυγή: —Είναι τα αρχικά του Τζεφ Τόμας και του Ρέι Γουέλς. Όμως, τι να σημαίνει αυτό; Ποιος έγραψε εκεί αυτά τα γράμματα; —Υπάρχουν κι άλλα, μικρότερα και μισοσβησμένα, έδειξε ο Τζούλιαν. Κράτησε ακίνητο το γουρουνάκι, Ντικ. Πρέπει, πρέπει να μπορέσω να τα διαβάσω! Είναι κάτι σαν μήνυμα από τον Τζεφ και το Ρέι. Το γουρουνάκι πρέπει να βρέθηκε στο μέρος που τους έχουν κρύψει! Κοιτούσαν όλοι τα μουντζουρωμένα γράμματα. Ήταν σχεδόν αδύνατον να διαβαστούν, αλλά η γρήγορη σκέψη του Ντικ τα συνδύασε τελικά. —Η λέξη είναι ΣΠΗΛΙΕΣ! είπε. Κι έδειξε το σχήμα από ένα-ένα γράμμα. —Κι έπειτα, ξέρουμε πως ο Σγουρούλης βρισκόταν εκεί! —Ω! Ώστε εκεί είναι κρυμμένοι ο Τζεφ κι ο Ρέι! αναφώνησε ο Τζούλιαν. Πολύ κοντά μας τελικά – κι εμείς σκεφτόμαστε πως θα βρίσκονταν μίλια μακριά! Γρήγορα – πού είναι ο πατέρας σου, Τόμπι; Βρήκαν τον κύριο Τόμας και του έδειξαν τις λέξεις στην πλάτη του Σγουρούλη. Εκείνος τα ’χασε: —Ώστε το γουρουνάκι περιπλανιόταν στις σπηλιές. Τι γουρούνι είναι κι αυτό… Παντού χώνει τη μύτη του! Και φαίνεται πως πήγε τυχαία εκεί όπου βρίσκονται ο Τζεφ κι ~ 155 ~


ο Ρέι. Τι παράξενος τρόπος για να στείλουν μήνυμα· θα μπορούσαν να δέσουν ένα χαρτί στην ουρά του ή γύρω από το λαιμό του· αυτά εδώ τα γράμματα στην πλάτη του είναι σχεδόν αδύνατο να διαβαστούν! —Παραλίγο να τα σβήσω γιατί νόμισα πως κάποιος έκανε ένα άσχημο αστείο, άρχισε ο Τζούλιαν. Μα την πίστη μου, αν το είχα κάνει, δε θα ξέραμε τώρα πού βρίσκονται ο Τζεφ κι ο Ρέι. Τι λέτε να κάνουμε, κύριε; Να πάμε αμέσως στις σπηλιές; Να τηλεφωνήσουμε στην αστυνομία; —Και τα δύο! αποφάσισε ο κ. Τόμας. Η αστυνομία πρέπει να το μάθει γιατί ψάχνουν παντού. Λοιπόν, εσείς ξεκινήστε για τις σπηλιές· πάρτε όμως ένα μεγάλο κουβάρι σκοινί, γιατί σίγουρα θα τους έχουν κρύψει σε σπηλιά που δεν έχει σκοινί. Πάρτε και τον Τίμι μαζί σας. Είναι πολύ χρήσιμος. —Και βέβαια θα τον πάρουμε! είπε ο Τζούλιαν. Θα πάρουμε και το γουρουνάκι, ώστε να τον μυρίσει πρώτα ο Τίμι κι έπειτα ν’ ακολουθήσει τα χνάρια του μέσα στις σπηλιές. Έτσι, δε θα χρειαστεί να ψάχνουμε στα τυφλά. Θα βρούμε τον Τζεφ και το Ρέι πολύ πιο γρήγορα. Οι Πέντε Φίλοι ξεκίνησαν αμέσως μαζί με τον Τόμπι, μ’ εκείνη τη φλόγα του ενθουσιασμού μέσα στα μάτια και τη χαρά στην καρδιά τους. —Ο καλός μας ο Τζεφ κι ο Ρέι! έλεγαν συνεχώς. Κρατήστε, παιδιά, λίγο ακόμη. Ερχόμαστε να σας ελευθερώσουμε!

~ 156 ~


21. Ένα συναρπαστικό τέλος

Λαχάνιασαν τα πέντε παιδιά κι ο Τίμι ώσπου ν’ ανέβουν

στο λόφο. Ο Τζούλιαν κουβαλούσε το φοβισμένο γουρουνάκι, που κλοτσούσε κι έσκουζε χωρίς κανείς ωστόσο να του δίνει σημασία· θα αποκτούσε σπουδαιότητα μόλις έφταναν στις σπηλιές! Μα όχι νωρίτερα! Έφτασαν επιτέλους στο μονοπάτι που οδηγούσε στις σπηλιές. Είδαν την είσοδο και την προειδοποιητική πινακίδα από πάνω. —Τίμι! φώναξε η Τζορτζ καθώς ο Τζούλιαν άφηνε κάτω, χωρίς όμως να του ξεφεύγει, το γουρουνάκι. Τίμι, έλα εδώ! Μύρισε το Σγουρούλη· μπράβο! Ξαναμύρισέ τον, και τώρα ακολούθησε τα ίχνη! Μύρισε κι ακολούθησε όλο το δρόμο που έκανε μέσα στις σπηλιές. Ακολούθησε τα ίχνη, Τίμι! Ο Τίμι ήξερε πάρα πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει· έβαλε τη μύτη του στο χώμα κι ακολούθησε τη μυρωδιά των βημάτων του Σγουρούλη. Σύντομα, άρχισε να τρέχει στην πρώτη σπηλιά. Σταμάτησε και γύρισε να κοιτάξει πίσω. —Προχώρα, Τίμι, προχώρα, ξέρω πως σου φαίνεται παράξενο αυτό που κάνεις μια κι ο Σγουρούλης είναι μαζί μας, αλλά θέλουμε να μάθουμε πού πήγε, φώναξε η Τζορτζ, που φοβήθηκε μήπως νομίσει ο Τίμι ότι του κάνουν κάποιο ανόητο αστείο και τα παρατήσει. Ο Τίμι ξαναέβαλε τη μύτη του κάτω στο έδαφος. Έφτα-


σε σ’ εκείνη την υπέροχη σπηλιά που ήταν γεμάτη σταλακτίτες και σταλαγμίτες· προχώρησε στην επόμενη, που ήταν γεμάτη θαυμάσια χρώματα. Στην επόμενη μετά, ώσπου σταμάτησε στο σταυροδρόμι που είχαν σταματήσει και τα παιδιά στην πρώτη τους επίσκεψη. —Εδώ είμαστε, στα τρία τούνελ, είπε η Τζορτζ. Βάζω στοίχημα πως ο Τίμι δε θα προχωρήσει σ’ εκείνο με τα σκοινιά που θα έπαιρνε ο οποιοσδήποτε επισκέπτης… Καθώς η Τζορτζ μιλούσε, ο Τίμι, με τη μύτη στο χώμα, ακολουθώντας τη μυρωδιά που είχε αφήσει το γουρουνάκι, πήρε την αριστερή κατεύθυνση κι όλοι ακολούθησαν με τους φακούς αναμμένους στο τούνελ, που δεν είχε προστατευτικά σκοινιά για να δείχνουν τον δρόμο του γυρισμού. —Θυμάστε εκείνους τους φριχτούς ήχους που ακούσαμε την άλλη φορά; ρώτησε ο Ντικ. Λοιπόν, βάζω στοίχημα πως ήταν από το θόρυβο που έκαναν οι άντρες της συμμορίας που μας άκουσαν. Φαντάζομαι πως άκουσαν τον Τίμι να γαβγίζει κι ο Τίμι γάβγισε γιατί πρέπει να τους κατάλαβε. Έκαναν τότε εκείνους τους τρομακτικούς θορύβους για να μας τρομάξουν, ξέροντας πως η ηχώ τούς πολλαπλασιάζει και τους κάνει ν’ ακούγονται φριχτά. —Πάντως, το σίγουρο είναι πως μας τρόμαξαν, είπε η Άννα ανατριχιάζοντας. Ναι – αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να ήταν– σήμερα δεν ακούγεται τίποτα. Θεέ μου, τι μακρύ τούνελ που είναι! Κοιτάξτε, στο βάθος χωρίζεται σε άλλα δύο! —Ο Τίμι θα ξέρει ποιο δρόμο πρέπει ν’ ακολουθήσει, βεβαίωσε η Τζορτζ. Κι έτσι ήταν. Με τη μύτη στο έδαφος, διάλεξε τ’ αριστερό χωρίς να διστάσει καθόλου. —Δε χρειαζόταν να πάρεις το σκοινί, Τζούλιαν, είπε ο Τόμπι. Ο Τίμι μπορεί εύκολα να μας ξαναβγάλει έξω, έτσι δεν είναι; ~ 158 ~


—Ναι, απάντησε ο Τζούλιαν. Είναι καλύτερος από οποιοδήποτε σκοινί! Όμως, χωρίς τον Τίμι δε θα βρίσκαμε ποτέ την έξοδο. Είναι πάρα πολλές οι σπηλιές και τα τούνελ. Τώρα, πρέπει να βρισκόμαστε στην καρδιά του λόφου. Ο Τίμι σταμάτησε ξαφνικά, σήκωσε το κεφάλι κι αφουγκράστηκε. Μήπως άκουγε τον Τζεφ και το Ρέι; Γάβγισε δυνατά… κι από κάπου κοντά, ακούστηκε μια φωνή: —Έι, έι, από ’δώ. Από ’δώ! —Είναι ο Τζεφ! φώναξε ο Τόμπι, χορεύοντας από τη χαρά του. Τζεφ, μ’ ακούς; Τζεφ! Μια φωνή ήρθε σε απάντηση: —Έι, Τόμπι! Από εδώ! Από εδώ! Ο Τίμι έτρεξε λίγο και σταμάτησε. Στην αρχή, τα παιδιά δεν μπορούσαν να δουν γιατί· έπειτα κατάλαβαν πως ο διάδρομος σταματούσε εκεί· ένας τοίχος ορθωνόταν μπροστά! Κι όμως, η φωνή του Τζεφ έφτανε ολοκάθαρη: —Εδώ είμαστε, εδώ! —Να! Υπάρχει μια τρύπα στο πάτωμα του τούνελ, ακριβώς δίπλα στον Τίμι! φώναξε ο Τζούλιαν φωτίζοντας το σημείο με τον φακό του. Εδώ βρίσκονται ο Τζεφ κι ο Ρέι, κάτω από την τρύπα. Έι, Τζεφ, εδώ κάτω βρίσκεστε; Ο Τζούλιαν έριξε το φως του φακού του ακριβώς μέσα στην τρύπα, κι εκεί, ξαπλωμένος στο έδαφος της σπηλιάς ήταν ο Ρέι και όρθιος δίπλα του ήταν ο Τζεφ! —Δόξα τω Θεώ, μας βρήκατε! φώναξε. Εκείνοι οι τύποι μάς είπαν πως θα μας άφηναν εδώ και δε θα γύριζαν να μας ελευθερώσουν. Ο Ρέι στραμπούληξε το πόδι του και δεν μπορεί να το πατήσει καθόλου. Μας έσπρωξαν μέσα σ’ αυτή την τρύπα χωρίς προειδοποίηση, γι’ αυτό κι ο Ρέι δεν μπόρεσε να προφυλαχτεί καθώς έπεφτε. Με τη βοήθειά σας, όμως, μπορούμε να τον βγάλουμε εύκολα έξω. —Τζεφ, αχ Τζεφ, χαίρομαι τόσο πολύ που σας βρήκα~ 159 ~


με! γελούσε συνέχεια ο Τόμπι κοιτάζοντας μέσα από την τρύπα, δίπλα στον Τζούλιαν. Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να σας τραβήξουμε πάνω; Αυτή η τρύπα δεν είναι και πολύ μεγάλη. —Αν καταφέρετε να τραβήξετε εμένα, είναι το πρώτο που μπορεί να γίνει, είπε ο Τζεφ. Έπειτα, οι δυο σας θα κατέβετε κάτω για να βοηθήσετε το Ρέι να σταθεί όρθιος, ώστε να τον τραβήξω πάνω. Είναι απαίσιο το μέρος εδώ κάτω· δεν υπάρχει κανένα άνοιγμα εκτός απ’ αυτό που στέκεστε. Δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγουμε, μια κι ο Ρέι χτύπησε και δεν μπορούσε να με βοηθήσει να σκαρφαλώσω εκεί! Μετά από ένα σωρό «ακροβατικά» από τον Τζεφ, τον Τζούλιαν και τον Ντικ, τα δυο αγόρια κατάφεραν να τραβήξουν τον Τζεφ, που βάζοντας τους ώμους και τα χέρια του στην τρύπα βγήκε σιγά-σιγά και πάτησε στο χώμα του τούνελ! Ο Τόμπι κι η Τζορτζ κρατούσαν τους δυο φίλους τους από τα πόδια, ώστε να μη γλιστρήσουν κι αυτοί από το βάρος του Τζεφ που θα τους τραβούσε μέσα στην τρύπα! Κι η Άννα κρατούσε το γουρουνάκι, που προσπαθούσε όσο μπορούσε να… πέσει μέσα στην τρύπα! Ο Τίμι σκεφτόταν πως όλη αυτή η διαδικασία ήταν πολύ περίεργη και θεώρησε καλό ν’ αρχίσει τα γαβγίσματα, φοβίζοντας το γουρουνάκι που έτρεμε ολόκληρο! —Ουφ! έκανε ο Τζεφ όταν κι ο Ρέι βρισκόταν πια επάνω. Δεν το πίστευα πως θα καταφέρναμε να βγούμε ποτέ απ’ αυτόν τον τάφο. Ας φύγουμε απ’ αυτό το εφιαλτικό μέρος όσο πιο γρήγορα μπορούμε. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι καθαρός αέρας, τροφή και νερό! Προχώρησαν προς την έξοδο των σπηλαίων χάρη στον Τίμι που έδειχνε τον δρόμο. Δε χρειαζόταν ούτε να μυρίζει· τον είχε μάθει πια απέξω κι ανακατωτά. Βγήκαν στον φωτεινό ήλιο του Ιουνίου· οι δυο άντρες χρειάστηκε να κλεί~ 160 ~


σουν τα μάτια μέχρι να τον συνηθίσουν, μετά το σκοτάδι που επικρατούσε στις σπηλιές. —Καθίστε λίγο μέχρι να συνηθίσετε, πρότεινε ο Τζούλιαν. Και πείτε μας πώς γράψατε το μήνυμα πάνω στο γουρουνάκι! Πώς μπήκε στην τρύπα; Ο Τζεφ έβαλε τα γέλια. —Να, άρχισε. Ο Ρέι κι εγώ βρισκόμαστε μέσα σ’ εκείνη την τρύπα χωρίς ρολόι για να ξέρουμε τι ώρα είναι, αν είναι μέρα ή νύχτα, αν είναι Τετάρτη ή Παρασκευή! Και, ξαφνικά, ακούσαμε έναν παράξενο θόρυβο και την επόμενη στιγμή ένα «πράγμα» έπεσε από την τρύπα ίσα πάνω μας! Άρχισε να… στριγγλίζει κι έτσι μαντέψαμε πως ήταν γουρουνάκι – αν και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε πώς ήταν δυνατό να… προσγειωθεί ένα γουρουνάκι στα κεφάλια μας! Όλοι έβαλαν τα γέλια, ακόμα κι ο Ρέι. —Συνέχισε, είπε ανυπόμονα ο Ντικ. Τι έγινε μετά; —Για αρκετή ώρα δε σκεφτήκαμε πως θα μπορούσε να μας χρησιμέψει σαν αγγελιαφόρος, συνέχισε ο Τζεφ. Η ιδέα ήταν του Ρέι! —Με δυσκολία καταφέραμε να καταλάβουμε το μήνυμά σας, παρατήρησε ο Ντικ. —Αν πάρεις υπόψη σου πως μας τα πήραν όλα μας τα πράγματα, ακόμα και τα στιλό μας, για να μην πω για τα λεφτά, το ρολόι και το φακό, κι ότι ήταν απόλυτα σκοτεινά σ’ εκείνη την τρύπα, τότε είμαι σίγουρος πως θα πεις ότι κάναμε υπέροχη δουλειά στην πλάτη του γουρουνιού! γέλασε ο Τζεφ. —Μα με τι γράψατε, αφού σας τα είχαν πάρει όλα; απόρησε η Τζορτζ. —Ο Ρέι βρήκε ένα μικροσκοπικό κομμάτι κάρβουνο ζωγραφικής στη μικρή τσέπη του παντελονιού του, εξήγησε ο Τζεφ. Είναι κάρβουνο που χρησιμοποιούμε για να σημειώ~ 161 ~


νουμε την πορεία μας πάνω στους μεγάλους χάρτες. Ο Ρέι, λοιπόν, κρατούσε το γουρουνάκι κι εγώ έγραψα με κεφαλαία στην πλάτη του τη λέξη ΣΠΗΛΙΕΣ. Δεν μπορούσα να δω τι έκανα στα σκοτεινά, αλλά έλπιζα πως θα μπορούσε να διαβαστεί. Έπειτα, σηκώθηκα κι έσπρωξα το καημένο το γουρουνάκι έξω από την τρύπα! Ήταν καλό το… σημάδι μου κι έτσι δεν είχαμε απρόοπτες πτώσεις! —Αυτό είναι περιπέτεια! θαύμασε ο Τζούλιαν. Μα την πίστη μου, σταθήκατε πολύ τυχεροί με το γουρουνάκι – να πέσει έτσι τυχαία στην τρύπα! Αυτό το γουρουνάκι είναι σαν τον περιπλανώμενο Ιουδαίο, το σκάει συνέχεια. Όταν σκέφτομαι πως παραλίγο να σβήσω το μήνυμά σας, ανατριχιάζω ολόκληρος. —Το ίδιο κι εγώ, και μόνο που το ακούω! αναστέναξε ο Τζεφ. Γιά πείτε μου όμως τώρα, τι συνέβη όταν ανακάλυψαν πως εξαφανιστήκαμε από το αεροδρόμιο; —Ξέρατε πως σας έκλεψαν τα αεροπλάνα, έτσι δεν είναι; μπήκε στη μέση ο Ντικ. —Το μάντεψα όταν άκουσα δύο αεροπλάνα ν’ απογειώνονται και να πετάνε πάνω από το λόφο, είπε ο Τζεφ. Άκουσα το γάβγισμα ενός σκύλου, καθώς μας έφερναν δεμένους στις σπηλιές· ο Τίμι ήταν; Έλπιζα πως θα ερχόταν για να βοηθήσει να ελευθερωθούμε… —Μα ναι, πρέπει να ήταν τότε που άρχισε να γαβγίζει τη νύχτα της καταιγίδας! φώναξε η Τζορτζ καθώς της ήρθε στο μυαλό εκείνη η σκηνή. Ώστε εσείς ήσαστε, τι κρίμα που δεν το ξέραμε! —Εκείνα τα δύο αεροπλάνα έπεσαν στη θάλασσα εξαιτίας της καταιγίδας, Τζεφ, του εξήγησε ο Τόμπι. Τους πιλότους δεν μπόρεσαν να τους βρουν. —Ω! έκανε ο Τζεφ κι έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή. Θα μου λείψει το αεροπλανάκι μου, ας ελπίσουμε πως θα πά~ 162 ~


ρω σύντομα άλλο, κι ο Ρέι, βέβαια! Ρέι, παλιόφιλε, πώς αισθάνεσαι τώρα; Μπορείς να προχωρήσεις; —Ναι, αν τ’ αγόρια με βοηθήσουν όπως πριν. Λέω να ξεκινάμε. Προχωρούσαν πολύ αργά, αλλά ευτυχώς συναντήθηκαν με την αστυνομία στο μισό της διαδρομής. Ο κ. Τόμας τούς είχε τηλεφωνήσει κι είχαν έρθει όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Στήριζαν τώρα αυτοί τον Ρέι κι η παρέα προχωρούσε γρηγορότερα. —Άφησε κάτω το γουρουνάκι, Άννα. Θα πρέπει να κουράστηκες τόση ώρα που το κουβαλάς, της είπε ο Ντικ. Μοιάζεις με την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Κι εκείνη κουβαλούσε ένα γουρουνάκι! Η Άννα έβαλε τα γέλια: —Μου φαίνεται πως θα κοιμηθεί, ακριβώς όπως και το γουρουνάκι της Αλίκης! Ένιωσαν όλοι ανακούφιση όταν έφτασαν επιτέλους στη φάρμα Μπίλικοκ. Το καλωσόρισμα της κυρίας Τόμας, του άντρα της και του Μπένι ήταν συγκλονιστικό. Το αγοράκι άρπαξε τον Σγουρούλη από τα χέρια της Άννας κι άρχισε να το μαλώνει τρυφερά: —Το ’σκασες πάλι· τι κακό που είσαι! Τρέχεις όμως πολύ γρήγορα! του έλεγε ώσπου τελικά το άφησε κάτω. Αυτό το ’σκασε αμέσως προς τον αχυρώνα, με τον Μπένι να τρέχει πίσω του και την Άννα να τρέχει κι αυτή να τον φέρει πίσω. —Σας έχω ετοιμάσει τσάι! ανάγγειλε η κ. Τόμας, που πίστευε πως είναι ό,τι καλύτερο για τέτοιου είδους περιπέτειες… Ξέρω πως ο Τζεφ κι ο Ρέι θα πεινάνε σαν λύκοι· έχεις αδυνατίσει πολύ, καλέ μου Τζεφ. Κάθισαν όλοι γύρω από το μεγάλο τραπέζι. Ο Τόμπι δίπλα στον ήρωά του, τον ξάδερφο Τζεφ. ~ 163 ~


—Μαμά! είπε ο Τόμπι με μάτια που έλαμπαν από χαρά. Αυτό δεν είναι πρόχειρο φαγητό! Είναι κάτι υπέροχο! Τζεφ, τι θα φας; —Απ’ όλα! Λίγο απ’ ό,τι υπάρχει πάνω στο τραπέζι. Θ’ αρχίσω με δύο βραστά αβγά, τρεις φέτες ζαμπόν, δύο φέτες ψωμί με βούτυρο και λίγη από εκείνη τη θαυμάσια σαλάτα. Ήταν το πιο χαρούμενο κολατσιό και για πρώτη φορά ο Μπένι έμεινε στο τραπέζι όσο κρατούσε το φαγητό, χωρίς να φεύγει συνέχεια για να ψάχνει το γουρουνάκι. Γιατί να μην έχουν τέτοια πάρτι κάθε μέρα; Γιατί να μην είναι όπως σήμερα ο μπαμπάς μαζί τους, ξεκαρδισμένος στα γέλια; Τι κρίμα που οι δύο αστυνομικοί δεν μπορούσαν να μείνουν, ο Μπένι είχε ένα σωρό ερωτήσεις να τους κάνει! Πού ήταν όμως ο Τίμι; Ναι, ήταν κάτω από το τραπέζι. Ο Μπένι τον ακουμπούσε με το πόδι του. Και ναι, ήταν κι ο Μπίνκι εκεί, ακριβώς δίπλα στον Τόμπι. Ο Τόμπι γλίστρησε το χέρι του κάτω από το τραπέζι, μ’ ένα μεγάλο κομμάτι κέικ που το ’πιασε αμέσως το στόμα του Τίμι – ναι, κι ο Τίμι περνούσε υπέροχα! Όλοι λυπήθηκαν όταν τέλειωσε το φαγητό. Ο Τζεφ κι ο Ρέι έπρεπε να πάνε στο αεροδρόμιο κι ο κύριοςΤόμας προσφέρθηκε να τους πάει με τ’ αυτοκίνητο. Τα παιδιά τούς συνόδεψαν ώς την πόρτα. —Τώρα θα είναι πολύ ανιαρά στην κατασκήνωσή μας, γκρίνιαξε ο Ντικ. Συνέβησαν τόσο πολλά πράγματα τις τελευταίες μέρες – και τώρα δεν έμεινε τίποτα άλλο για να συμβεί! —Εγώ πάντως σας υπόσχομαι πως κάτι θα σας συμβεί, κάτι θαυμάσιο! γέλασε πονηρά ο Τζεφ. —Τι; ρώτησαν όλοι με μεγάλη περιέργεια. —Θα δω πότε θα μπορέσω να σας πάω βόλτα μ’ ένα αεροπλάνο και θα το οδηγώ εγώ! ανήγγειλε ο Τζεφ. ~ 164 ~


Τι φωνές και ζήτω ξεσήκωσε η υπόσχεση του Τζεφ! —Κι εμένα, κι εμένα! Και το Σγουρούλη! φώναξε ο Μπένι. —Πού είναι ο Σγουρούλης; ρώτησε κάποια στιγμή ο Τζεφ κοιτάζοντας έξω από το αυτοκίνητο. Πρέπει να σφίξουμε τα χέρια, ήταν θαυμάσιος φίλος για μένα και τον Ρέι; Πού είναι τώρα; —Δεν ξέρω, απάντησε ο Μπένι κοιτάζοντας ολόγυρα. Θα πρέπει να… —Το ’σκασε! φώναξαν όλοι οι άλλοι μαζί, ενώ ο Τίμι άρχισε να γαβγίζει. Έβαλε τα μπροστινά του πόδια στο αυτοκίνητο κι άρχισε να γλείφει το χέρι του Τζεφ. —Σ’ ευχαριστώ, παλιόφιλε! του είπε ο Τζεφ. Ούτε χωρίς εσένα θα τα καταφέρναμε! Γεια χαρά σε όλους· θα σας δω αύριο, και τότε φφφσσστ! Θ’ ανέβουμε να φτάσουμε τα σύννεφα!

~ 165 ~


ΟΙ ΠΈΝΤΕ ΦΊΛΟΙ

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΦΙΛΟΙ είναι μια παρέα τεσσάρων παιδιών κι ενός σκύλου που τους διακρίνει έντονη ανησυχία για όσα συμβαίνουν γύρω τους και διοχετεύουν την ενέργειά τους σε διάφορες περιπέτειες, λύνοντας προβλήματα που αρχικά τουλάχιστον φαίνονται σαν μυστήρια ανεξήγητα χωρίς αρχή και τέλος. Η επιμονή όμως των τεσσάρων παιδιών, του αρχηγού Τζούλιαν, του μικρότερου αδερφού του Ντικ, της ακόμα μικρότερης αδερφής τους Άννας και της δύστροπης ξαδέρφης τους Τζορτζ, που θέλει οπωσδήποτε να παριστάνει το αγόρι, και του σκύλου της Τίμοθι, τους βοηθάει να λύσουν προβλήματα δύσκολα, ακόμη και για τους ειδικούς για τη λύση τους αστυνομικούς.

Έτσι, όταν δεν έχουν σχολείο, αντιμετωπίζουν και μια φανταστική, συναρπαστική περιπέτεια, που λες πως τους ακολουθεί σε κάθε τους βήμα.

Περίληψη με λίγα λόγια των βιβλίων της σειράς

1. Οι Πέντε στο Νησί των Θησαυρών Στην ιστορία αυτή σχηματίζεται η παρέα των Πέντε Φίλων. Το κυνήγι του θησαυρού στο νησί κάνει τα παιδιά να σώσουν την οικογενειακή περιουσία και να περάσουν ενδιαφέρουσες καλοκαιρινές διακοπές.


2. Οι Πέντε πάλι σε περιπέτεια Ανέλπιστα γεγονότα, μυστικές διαβάσεις και κλεμμένα χαρτιά συνθέτουν άλλη μια συναρπαστική περιπέτεια για τα τέσσερα παιδιά και τον Τίμοθι, που περνούν τις χριστουγεννιάτικες διακοπές τους στο Κιρίν Κότιτζ.

3. Οι Πέντε φεύγουν μαζί Θέλοντας να ξεφύγουν από τους Στικ που τους φρόντιζαν, οι Πέντε Φίλοι κρύβονται στο Νησί του Κιρίν. Νά όμως που οι Στικ εμφανίζονται στο νησί. Τα παιδιά τούς υποπτεύονται για λαθρεμπόριο. Μια παιδική κραυγή όμως αλλάζει τα πράγματα.

4. Οι Πέντε στην Κορυφή του Λαθρέμπορα Οι Πέντε Φίλοι προσπαθούν να ξεδιαλύνουν τα παράξενα πράγματα που συμβαίνουν στην Κορυφή του Λαθρέμπορα, όπου φιλοξενήθηκαν επειδή με την καταιγίδα ένα δέντρο έπεσε πάνω στο Κιρίν Κότιτζ.

5. Οι Πέντε πάλι στο Νησί του Κιρίν Ο πατέρας της Τζορτζ «δανείζεται» το νησί από την κόρη του, για να κάνει τα πειράματά του. Και το χειρότερο: χτίζει έναν μυστηριώδη πύργο πάνω στα ερείπια του παλιού κάστρου. Άλλη μια ιστορία για τους Πέντε Φίλους.

6. Οι Πέντε φεύγουν μ’ ένα τροχόσπιτο Οι Πέντε Φίλοι αποφασίζουν να περάσουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές κοντά στα τροχόσπιτα ενός τσίρκου. Με τη βοήθεια του Τίμι και του Πόνγκο του χιμπατζή, ανακαλύπτουν τους εγκληματίες και κάνουν τις διακοπές τους συναρπαστικές.


7. Οι Πέντε σε κατασκήνωση Το να κατασκηνώσουν στους βάλτους φάνηκε συνταρακτική ιδέα στους Πέντε Φίλους για να περάσουν τις διακοπές τους. Τότε έμαθαν για το τρένο-φάντασμα και το μυστήριο που έσερνε μαζί του. Πόσο χάρηκαν που είχαν κοντά τους τον γερο-Λάφρι να τους συμπαρασταθεί όταν τα πράγματα έγιναν δύσκολα!

8. Οι Πέντε σε φασαρίες Η εξόρμηση των Πέντε Φίλων σε διακοπές με τα ποδήλατά τους πήγαινε θαυμάσια μέχρι που συνάντησαν τον Ρίτσαρντ. Τότε, όλα έγιναν δύσκολα. Το τετράγωνο μυαλό του Τίμοθι και η περιέργεια του Τζούλιαν τους βγάζουν από τη δύσκολη θέση.

9. Οι Πέντε πέφτουν σε περιπέτεια Η συνάντηση των Πέντε Φίλων με την Τζο ήταν από μόνη της μια περιπέτεια. Κουρελιάρα, αγαπούσε πολύ τα σκυλιά, σκαρφάλωνε σαν γάτα, ήταν άφοβη και ήταν «σωσίας» της Τζορτζ. Στην απόδραση των Πέντε Φίλων από τον Κόκκινο Πύργο η βοήθειά της στάθηκε πολύτιμη.

10. Οι Πέντε σε διακοπές Ο Ντικ και η Άννα, το πρώτο κιόλας βράδυ της εκδρομής των Πέντε Φίλων στα μέσα της σχολικής περιόδου, εξαφανίζονται. Ένα μυστηριώδες μήνυμα τους οδηγεί στα «Δύο Δέντρα», κοντά στο «Σκοτεινό Νερό», κι ανακαλύπτουν γιατί ο Βρόμικος Ντικ και η Μάτζι αγωνιούν ν’ απαλλαγούν απ’ αυτούς.


11. Οι Πέντε καλοπερνούν Οι Πέντε Φίλοι περνούν τις διακοπές τους μέσα σε δυο παλιά τσιγγάνικα τροχόσπιτα. Η περιπέτεια τους χαμογελά όταν βλέπουν ένα πρόσωπο στο παράθυρο του ερειπωμένου κάστρου. Όμως δεν υπάρχει πέρασμα για το κάστρο…

12. Οι Πέντε πηγαίνουν στη θάλασσα Γιατί λάμπει το φως τις νύχτες με καταιγίδα στον ερειπωμένο πύργο των πειρατών; Άλλο ένα μυστήριο που θα λύσουν οι Πέντε Φίλοι.

13. Οι Πέντε πηγαίνουν στο Βάλτο του Μυστηρίου Γιατί θέλουν τόσο πολύ οι Τσιγγάνοι να κατασκηνώσουν στο Βάλτο του Μυστηρίου; Περίεργοι να το ανακαλύψουν, οι Πέντε Φίλοι τούς ακολουθούν, όμως όλα γίνονται συναρπαστικά όταν η ομίχλη καλύπτει την περιοχή…

14. Οι Πέντε διασκεδάζουν Άλλη μια περιπέτεια για τους Πέντε Φίλους, που μαζί με την Μπέρτα, την κόρη ενός αμερικανού επιστήμονα, και την Τζο, τη μικρή τσιγγανοπούλα, ανακαλύπτουν ίχνη από μυστηριώδεις επισκέπτες…

15. Οι Πέντε σε μυστικά ίχνη Κάποιος προσπαθεί να τρομοκρατήσει τους Πέντε Φίλους. Ποιος; Και γιατί; Οι Πέντε Φίλοι είναι αποφασισμένοι να διαλευκάνουν την υπόθεση. Οι πρώτες ενδείξεις οδηγούν στο παλιό αγροτόσπιτο.


16. Οι Πέντε στο Λόφο του Μπίλικοκ Οι Πέντε Φίλοι παίρνουν μέρος σε μια συναρπαστική επιχείρηση σωτηρίας μέσα στα επικίνδυνα τούνελ των σπηλαίων του Μπίλικοκ.

17. Οι Πέντε σε δυσκολίες Οι Πέντε Φίλοι περνούν τις χριστουγεννιάτικες διακοπές τους, ενώ η περιπέτεια δεν αργεί να μπει στο δρόμο τους.

18. Οι Πέντε στο κτήμα του Φίνιστον Οι Πέντε Φίλοι μαθαίνουν ότι τα υπόγεια κελιά υπάρχουν ακόμα στο κάστρο Φίνιστον κι εκεί ψιθυρίζεται πως υπάρχει κρυμμένος θησαυρός…

19. Οι Πέντε στο Ντίμον Ροκ Στον Φάρο Ντίμον Ροκ οι Πέντε Φίλοι ανακαλύπτουν και ακολουθούν ένα τούνελ κάτω από τη θάλασσα, βρίσκοντας θησαυρούς για να βρεθούν τελικά κλειδωμένοι μέσα στον Φάρο.

20. Οι Πέντε λύνουν ένα μυστήριο Οι Πέντε Φίλοι βρίσκουν ένα μυστήριο στο νησί των ψιθύρων. Στο τέρμα του διαδρόμου με τα χρυσά αγαλματάκια και τους άλλους θησαυρούς. Όμως τι κρύβεται πίσω από τη γωνιά;

21. Οι Πέντε πάλι μαζί Οι Πέντε Φίλοι μπλέκουν στο μυστήριο του τσίρκου, το οποίο λύνεται αναπάντεχα έπειτα από μια φεγγαρόλουστη επίσκεψη στο νησί Κιρίν.


ΤΟ ΜΑΓΑΖΑΚΙ ΤΗΣ Α-ΓΩΝΙΑΣ

Τρέισι Γουέστ

Ερημούπολη… Μια περίεργη πόλη με πολλά μυστικά. Και με ένα ακόμη πιο περίεργο παλαιοπωλείο: το Μαγαζάκι της Γωνίας του κυρίου Σ. Κριμ. Ναι, το μαγαζάκι αυτό πουλάει τα πάντα, και κάτι εκεί μέσα σίγουρα ενδιαφέρει κι εσένα. Όμως πρόσεχε! Ίσως σε περιμένουν απίστευτες περιπέτειες έτσι και το αγοράσεις. Τουλάχιστον, θα έχεις την ικανοποίηση να κινείς εσύ τα νήματα της ιστορίας. Μην περιμένεις λοιπόν. Διάλεξε το μονοπάτι σου! Μια σειρά φαντασίας για παιδιά από 10 ετών και άνω, γεμάτη περιπέτεια και μυστήριο.


Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΜΟΥ ΜΟΝΟΚΕΡΟΣ

Λίντα Τσάπμαν Μια σειρά φαντασίας με ήρωα ένα μονόκερο με χρυσαφένιο κέρατο και μαγικές δυνάμεις! Ευχήθηκες ποτέ να είχες ένα πόνι; Η Λόρεν Φόστερ το έκανε. Κι όταν η οικογένειά της μετακόμισε στην εξοχή, το όνειρό της έγινε πραγματικότητα. Όμως όταν εντελώς τυχαία διαβάζει μια ιστορία για ένα πόνι που μεταμορφώνεται σ’ έναν ολόλευκο μονόκερο, αρχίζει να κοιτάζει το δικό της άλογο, το Ηλιοβασίλεμα, και ν’ αναρωτιέται μήπως… απλά, μήπως…;

Το πόνι της Λόρεν, το Ηλιοβασίλεμα, γίνεται ένας πανέμορφος μονόκερος όταν εκείνη λέει τις κατάλληλες μαγικές λέξεις. Η Σκιά, ένα μικρό πόνι, φοβάται πάρα πολύ να περάσει τα εμπόδια. Μόνο το Ηλιοβασίλεμα, με τις μαγικές του δυνάμεις, μπορεί να κάνει τη Σκιά να νικήσει τους φόβους της. Όμως, μια νύχτα με καταιγίδα, η Σκιά πρέπει να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο ολομόναχη…


ΑΙΣΏΠΟΥ ΜΎΘΟΙ

Γιάννης Γιάννος

Ο Αίσωπος μιλάει στις καρδιές μας εδώ και χιλιάδες χρόνια. Οι αφηγήσεις του σπουδαιότερου και διασημότερου μυθοποιού της αρχαιότητας, με τον ξεχωριστό, συμβολικό, ηθικοδιδακτικό και αλληγορικό τους χαρακτήρα. Η χάρη και η απλότητα του αρχαίου λόγου, που συνοδεύεται εδώ από μια θαυμάσια απόδοσή του στη νεοελληνική γλώσσα, δεσπόζουν και στην ποιητική απόδοση των παραβολών, που έρχεται να κωδικοποιήσει ρυθμικά τον πεζό αισώπειο λόγο, αποδεικνύοντάς τον ζωντανή πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. Μια πλήρης συλλογή των Μύθων του Αισώπου που διαβάζεται όπως θέλει κάθε φορά ο αναγνώστης! Η καλαίσθητη αυτή έκδοση συνοδεύεται από πολύχρωμες ζωγραφιές που ζωντανεύουν τη δράση κάθε ιστορίας.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ Τρία παραμύθια για μικρούς και μεγάλους Ο Βασίλης Κρεμμυδάς είναι γνωστός ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ιστορικούς. Τα επιστημονικά έργα που έχει γράψει είναι πολλά και ιδιαιτέρως τεκμηριωμένα. Μέρος αυτής της πλούσιας γνώσης του, θέλησε να το μοιραστεί και με αναγνώστες μικρών ηλικιών. Ο επιστημονικός του λόγος γίνεται ελκυστική αφήγηση και η ιστορία της ναυσιπλοΐας παραμύθι που διηγείται ένας παππούς στον εγγονό του. Ο πόλεμος και η αγριότητά του, η Κατοχή και η ποικίλη καθημερινότητά της συνδέονται με το σήμερα στο πρόσωπο του παππού Αχιλλέα. Μέσα από τις διηγήσεις του η Ιστορία ζωντανεύει, αποκτά φωνή και, μάλιστα, φωνή οικεία. Γίνεται αφορμή για οικογενειακές συζητήσεις που πλουτίζουν με ευχάριστο τρόπο τις γνώσεις των παιδιών για διάφορα θέματα και κεντρίζουν το ενδιαφέρον τους για το παρελθόν του τόπου μας. Ο Ηριδανός, ένα όμορφο Ελληνάκι με πατέρα Αφρικανό, στενοχωριέται όταν οι συμμαθητές του τον φωνάζουν, επιθετικά, «μετανάστη». Παύει, όμως, να θεωρεί τη λέξη αυτή προσβλητική όταν ο παππούς του Αχιλλέας τού εξηγεί τι σημαίνει μετανάστης και τι ντόπιος και γιατί οι άνθρωποι μεταναστεύουν, τον γνωρίζει με πρόσφυγες στη χώρα μας και του διηγείται την ιστορία των πολλών Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική.


Enid Blyton - Οι Πέντε Φίλοι στο Λόφο του Μπίλικοκ  
Enid Blyton - Οι Πέντε Φίλοι στο Λόφο του Μπίλικοκ