Issuu on Google+

ΝΕΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΡΕΒΕΖΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΘΕΡΙΝΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ "ΚΥΑΝΗ ΑΚΤΗ" Α/ Α

ΗΜΕΡΕΣ & ΩΡΕΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ

ΤΙΤΛΟΣ ΤΑΙΝΙΑΣ Α.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ Σκηνοθεσία: Κρις Γουέιτζ

5 - 7/7/13 σε μία προβολή στις 9.15

Κινούμενα σχέδια

1

Μεταγλωττισμένη στα ελληνικά Β.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΑΡΓΩ» / του Μπέν ΄Αφλεκ

ARGO

με τους: Μπέν ΄Αφλεκ,Αλαν Αρκιν,Μπράιαν Κράνστον, Τζον Γκουντμαν, Τέιλορ Σίλινγκ,Κάιλ Σάντλερ

5/7- 9/7/13 5,6 και 7/7 σε μία προβολή : 11.15 9/7 σε δύο προβολές : 9.15 & 11.15 Στις 8/7 δεν θα γίνουν προβολές

2

ΟΣΚΑΡ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΟΣΚΑΡ ΔΙΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟΥ ΣΕΝΑΡΙΟΥ


DJANGO, Ο ΤΙΜΩΡΟΣ Του Κουέντιν Ταραντίνο Με τους: Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Κέρι Γουάσινγκτον, Σάμιουελ

Λ. Τζάκσον, Κέρτ Ράσελ, Κριστόφ Βάλτζ, Τζέιμι Φόξ, RZA

11-17/7/13

12,14,16 & 17/7 σε μία προβολή : 9.15

Στις 13 & 15/7 δεν θα γίνει προβολή

3

ΟΣΚΑΡ Β΄ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ : ΚΡΙΣΤΟΦ ΒΑΛΤΖ ΟΣΚΑΡ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ ΣΕΝΑΡΙΟΥ

TO ΜΕΡΙΔΙΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ Του Κεν Λόουντς Με τους: Τζον Χένσοου, Πολ Μπράνιγκαν, Ρότζερ Άλαν

18/7 - 24/7/13 18,23,24/7 σε δύο προβολές : 9.15 & 11 19,20 & 21/7 σε μία προβολή μετά το τέλος της εκδήλωσης στο κηποθέατρο

Κωμωδία 4

Στις 22/7 δεν θα γίνουν προβολές


Α.

ΟΙ ΚΡΟΥΝΤΣ

Σκηνοθεσία: Κερκ Ντε Μίκο, Κρις Σάντερς

25/7-31/7/13 25,26,27,29 & 31/7 σε μία προβολή στις 9.15

Κινούμενα σχέδια

Μεταγλωττισμένη στα ελληνικά

Στις 28 & 30/7 δεν θα γίνουν προβολές

…………………………………….. 5

Β. IRON MAN 3

…………………..

του Σέιν Μπλακ με τους : Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Γκουίνεθ Πάλτροου, Ντον Τσιντλ, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Γκάι Πιρς

26/7-1/8/13 25,26,27,29 & 31/7 σε μία προβολή στις 11 μμ

6

Στις 28 & 30/7 δεν θα γίνουν προβολές

Περιπέτεια


ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Του Κώστα Γαβρά Με τους: Γκάντ Ελμαλέχ, Γκάμπριέλ Μπέρν, Νατάσα Ρενιέ, Πολ Μπαρέ, Ιπολί Ζιραρντό

1/8 - 3/8/13

7

1 & 3/8 σε δύο προβολές: 9 & 11 μμ Στις 2/8 μία προβολή μετά το τέλος της εκδήλωσης στο κηποθέατρο

ΠΡΙΝ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ με τους: Ίθαν Χοκ, Ζιλί Ντελπί, Ξένια Καλογεροπούλου, Σίμους Ντέιβι - Φιτζπάτρικ, Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη

9/8-14/8/13 9,11 & 14/8 σε δύο προβολές: 9 & 11 μμ 8 Στις 10,12 & 13/8 σε μία προβολή μετά το τέλος της εκδήλωσης στο κηποθέατρο Αισθηματική


Α. ΜΠΑΜΠΟΥΛΕΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

15/8-21/8/13

του Νταν Σκάνλον

σε μία προβολή: 9 μμ Στις 19 & 21/8 δεν θα γίνουν προβολές 9

Κινούμενα σχέδια

Μεταγλωττισμένη στα ελληνικά …………………………………………………………………….

…………………

Β. ΟΔΗΓΟΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ του Ντέιβιντ Ο' Ράσελ με τους

:

Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Μπράντλεϊ Κούπερ, Τζένιφερ Λόρενς, Τζούλια Στάιλς, Κρις Τάκερ, Τζάκι Γουίβερ, Άνουπαμ Κερ

σε μία προβολή: 11 μμ Στις 19/8 μία προβολή μετά το τέλος της εκδήλωσης στο κηποθέατρο Στις 21/8 δεν θα γίνουν προβολές

10 κομεντί ΟΣΚΑΡ Α' ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ: ΤΖΕΝΙΦΕΡ ΛΟΡΕΝΣ


Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ του Γκόρ Βερμπίνσκι με τους : Τζόνι Ντέπ, ΄Αρνι Χάμερ, Τομ Γουίλκινσον, Γουίλιαμ Φίχτνερ, Ελενα Μπόναμ Κάρτερ

22/8-28/8/13 σε δύο προβολές: 8.30 & 11.15 μμ Στις 23 & 28 /8 μία προβολή μετά το τέλος της εκδήλωσης στο κηποθέατρο

11

Στις 27/8 δεν θα γίνουν προβολές Δράσης, περιπέτεια

ΟΙ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΙ του Νταβίντ Σαρόν

30/8-4/9/13

με τους: Ομάρ Σι, Λοράν Λαφίτ, Σαμπρίνα Ουαζάνι

σε δύο προβολές: 8.30 μμ & 10.30 μμ

Στις 3/9 δεν θα γίνουν προβολές

12

κωμωδία


Στις 17/9 δεν θα γίνουν προβολές 14

περιπέτεια


Django unchained Κανείς δεν γυρίζει ταινίες όπως ο Tarantino. Με μια κάπως υπερβολική, σκοτεινά κωμική βία, ευφυείς διαλόγους κι αγάπη για το ρετρό στυλ, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα παραπάνω αποτελούν ενδείξεις ότι αυτό που παρακολουθούμε είναι δημιούργημα του πολυβραβευμένου, αμφιλεγόμενου κι αθυρόστομου σκηνοθέτη. Τώρα, κάτι λιγότερο από τρία χρόνια από την τελευταία και πιο επιτυχημένη ταινία του, Άδωξοι Μπάσταρδη, έρχεται το πολυαναμενόμενο «Django, ο Τιμωρός» για το οποίο οι οπαδοί του Tarantino θα ενθουσιαστούν όταν μάθουν ότι ξεπερνά τις προσδοκίες. Είμαι βέβαιος, διαβάζοντας την υπόθεση και μόνο, ότι οι περισσότεροι (συμπεριλαμβανομένου κι έμενα) πιστέψαμε ότι η ταινία πρόκειται να είναι μια ταινία εκδίκησης ενός σκλάβου με τον τρόπο που οι Άδωξοι Μπάσταρδη ήταν μια εβραϊκή ταινία εκδίκησης. Αυτό ισχύει αλλά όχι καθόλη τη διάρκεια του έργου. Και αυτό γιατί το έργο διαθέτει μια σταθερή τονική αλλαγή σε ολόκληρα τα 165 λεπτά του, με αποτέλεσμα η παρακολούθηση του να είναι μια πραγματική απόλαυση. Σε τέτοιο βαθμό που αναρωτιέσαι: γιατί δεν γίνεται όλες οι ταινίες που διαρκούν σχεδόν τρεις ώρες να είναι τόσο διασκεδαστικές; Από την αρχή μέχρι το τέλος, το «Django» δεν σε απογοητεύει σχεδόν ποτέ. Εάν δεν είναι αστείο θα είναι αγωνιώδες, αν δεν είναι αγωνιώδες θα είναι δραματικό και αν δεν είναι δραματικό θα είναι γεμάτο δράση και αίμα. Ο Tarantino με αριστοτεχνική γραφή αρπάζει το κοινό, το τραβάει στον κόσμο του και δεν το αφήνει μέχρι και η τελευταία λέξη του διαλόγου να ειπωθεί. Τα πράγματα, όμως, δεν είναι όπως φαίνονται και η ταινία του Tarantino είναι κάτι περισσότερο από καθαρή κι απλή ψυχαγωγία. Μακριά από μια στιλπνή ανακεφαλαίωση των λεγόμενων «σπαγγέτι γουέστερν», το «Django, ο Τιμωρός» είναι σίγουρα μια άκρως διασκεδαστική, πλούσια κινηματογραφική απόλαυση, η οποία όμως καταφέρνει, μέσα στο ξέφρενο πιστολίδι και το αίμα, να έχει μερικές επιτυχημένες ανατροπές, εξαιρετική απόδοση χαρακτήρων και ουσία. Μέσα από ένα καταπληκτικό σενάριο, η ταινία μιλάει για τη φρίκη της δουλείας που επικρατούσε στον Αμερικανικό Νότο, καταγράφοντας τις συνθήκες εκείνης της εποχής. Με μια ζωντανή (και αρκετά τρομακτική) γραφική απεικόνιση της δουλείας, που για να είμαι ειλικρινής μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσεις, ο σεναριογράφος πετυχαίνει να καταγράψει τις αντιφάσεις των κοινωνικών και οικονομικών δομών και καταφέρνει να διηγηθεί ιστορικά γεγονότα με άκρως ξεκαρδιστικό κι αδιάντροπο τρόπο. Εύσημα πρέπει να δοθούν, μιας και αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας του έργου, στους ηθοποιούς. Ο Tarantino δεν αποτυγχάνει ποτέ στο να διαθέτει ένα λαμπρό καστ και το «Django, ο Τιμωρός» δεν αποτελεί εξαίρεση. Με μπροστάρη τον Jamie Foxx στον ρόλο του Django να δίνει μια ήσυχη και μετρημένη ερμηνεία, η ταινία ανήκει ολοκληρωτικά στους Christoph Waltz και Leonardo DiCaprio. Ο πρώτος κλέβει την παράσταση από το πρώτο κιόλας λεπτό


κι επισκιάζει τους πάντες με την ανεπανάληπτη ερμηνεία του, μέχρι τη στιγμή της εμφάνισης του δεύτερου. Παίζοντας τον Calvin Candie, ο όποιος στην αρχή είναι όλο φιοριτούρα και γοητεία μέχρι τη στιγμή που θα ξεσπάσει, ο DiCaprio είναι απειλητικά καλός στον ρόλο του κάνοντας σε να τον απεχθάνεσαι. Πραγματική αποκάλυψη. Εξίσου μισητός είναι κι ο Samuel L. Jackson, ο οποίος δίνει την καλύτερη ερμηνεία του εδώ και χρόνια. Πολλοί σκηνοθέτες μπορούν να εκτιμήσουν τη μυθική δύναμη του κινηματογράφου, αλλά λίγοι μπορούν, αβίαστα, να δημιουργούν τη δική τους άμεση μυθολογία όπως ο Tarantino. Λατρεύω ότι μια ταινία σαν αυτή μπορεί να υπάρχει και να είναι τόσο καλή και έξυπνη και τολμηρή και τόσο «kick-ass». Ο χαρακτηρισμός «αξίζει να το δεις» είναι λίγος… Βαθμολογία:

(4.5/5)

«Το Μερίδιο των Αγγέλων» Κινηματογραφιστής των κοινωνικών αδιεξόδων και του δράματος που γεννά η κάθε εποχή με τα προβλήματά της, ο Κεν Λόουντς καταφέρνει να συναρπάσει αυτή τη φορά με μια κωμωδία. Η έκφραση «το μερίδιο των αγγέλων» αναφέρεται στο 2% της ποσότητας του ουίσκι που εξατμίζεται, περιέργως, κατά τη διαδικασία της παλαίωσής του μέσα στο βαρέλι. Μια μικρή ποσότητα πανάκριβου και πολύτιμου ουίσκι θα εξαφανιστεί αντίστοιχα αφού θα υποκλαπεί από μια ομάδα νεαρών μικροαπατεώνων. Αυτή η ενέργεια θα τους βοηθήσει στη δύσκολη προσπάθειά τους να επανενταχθούν στην κοινωνία, δεδομένου ότι παραλίγο να μπουν φυλακή. Κάτω από αυτά τα συμφραζόμενα, η έκφραση και ταυτόχρονα τίτλος της ταινίας «Το Μερίδιο των Αγγέλων» αποκτά μια διττή μεταφορική σημασία: ένα μικρό ποσοστό αυτού του ποτού αποτελεί –στη δεδομένη περίπτωση-το νέκταρ όχι μόνο των αγγέλων του θεού αλλά και κάποιων ‘’αγγέλων-δαιμόνων’’ της γης που δίνουν μάχη για την επιβίωση. Έτσι, ο Κεν Λόουντς μέσα από έναν ευφυή συνδυασμό θα αδράξει την ευκαιρία να διηγηθεί μια ιστορία για απόκληρους της κοινωνίας (ένα από τα αγαπημένα του θέματα) μέσα από ένα διασκεδαστικό σενάριο που φέρει έναν αέρα σκωτσέζικης κουλτούρας και «μυρίζει» παλιό καλό ουίσκι. Οι ιστορίες του βρετανού κινηματογραφιστή είναι γεμάτες άνεργους, μετανάστες χωρίς χαρτιά, εργάτες που χάνουν τα δικαιώματά τους άδικα, κτλ.

Η φωτογράφηση της εκμετάλλευσης και της αδικίας χαρακτηρίζει την


πορεία της καριέρας αυτού του συνετού επαναστάτη- κινηματογραφιστή και η παθογένεια της σύγχρονης εποχής δεν τον άφησε αδιάφορο. Οι άνεργοι στην Αγγλία το 2011 ξεπέρασαν για πρώτη φορά το ένα εκατομμύριο. Αυτό το γεγονός ευαισθητοποίησε τον Κεν Λόουτς και τον ώθησε να δημιουργήσει μια ταινία πάνω στη νέα γενιά ανθρώπων των οποίων το μέλλον διαγράφεται σκοτεινό, αμφίβολο και ετοιμόρροπο δεδομένης της γενικότερης αστάθειας που έχει μολύνει όλους τους τομείς. Επηρεασμένος από το ρεύμα του Free Cinema και μένοντας πιστός στη γραμμή του να συνδυάζει τη μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ, έρχεται σε επαφή με έναν άστεγο, θαμώνα των υποβαθμισμένων και κακόφημων συνοικιών της Γλασκώβης, τον Paul Brannigan, και με έναν σπεσιαλίστα-γευσιγνώστη ουίσκι, τον Charlie Maclean. Αυτομάτως τους δίνει ρόλους και τους εντάσσει μέσα στη διήγησή του προσθέτοντας της έτσι έναν τόνο αυθεντικότητας. Από τον Paul Brannigan και τον Charlie Maclean, ο σκηνοθέτης μαζί με το σεναριογράφο του Paul Laverty, αντλεί πληροφορίες αυθεντικές τόσο για τους περιθωριακούς νέους, που ζουν μέσα στη βία και την απόρριψη όσο και για τη διαδικασία παραγωγής ουίσκι.

Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένα κράμα από εικόνες που μας ταξιδεύει από τα άχαρα και γκρίζα προάστια της πόλης στη σκωτσέζικη ύπαιθρο η οποία χαρακτηρίζεται από την παράδοση της στην παραγωγή ουίσκι. Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ο νεαρός Ρόμπι (Paul Brannigan). Αυτός μαζί με άλλα παραστρατημένα παιδιά βρίσκεται στο έδρανο του δικαστηρίου στην αρχή της ταινίας. Τελικά γλιτώνει τη φυλακή και καταδικάζεται σε καταναγκαστική κοινωνική εργασία. Στο μεταξύ, γίνεται πατέρας. Τα αδέλφια της φίλης του τον γρονθοκοπούν με σκοπό να τον απομακρύνουν από αυτή. Ο Ρόμπι μένει σε μια τρώγλη. Οι


ευκαιρίες για να βρει δουλειά όλο και περιορίζονται ενώ τα βίαια επεισόδια περιθωριοποίησής του όλο και αυξάνονται. Το εγκληματικό και σκοτεινό παρελθόν του συνοψίζεται πολύ εκφραστικά στο χαραγμένο του πρόσωπο με τις διάφορες ουλές. Με αυτό το παρουσιαστικό οι ευκαιρίες για επανένταξη περιορίζονται ακόμη περισσότερο. Ωστόσο, στην κοινωνική εργασία κάνει κάποιες γνωριμίες καθοριστικές για τη ζωή του... Αισθητικά η ταινία ακροβατεί μεταξύ του στενόχωρου ντεκόρ του προαστίου της Γλασκώβης και τις καταπράσσινες εκτάσεις των Highlands. Από τα σφιχτά κάδρα του μίζερου τοπίου της πόλης μεταβαίνουμε στην απλωσιά της φύσης όπου σε ένα αποστακτήριο, ο Ρόμπι με την παρέα του θα «βρει την τύχη του». Μια σειρά από κωμικά ευρήματα και διασκεδαστικά επεισόδια μετατρέπουν βαθμιαία την ταινία από τραγωδία σε κωμωδία. Το κοντράστ που δημιουργείται σε αισθητικό επίπεδο συνάδει άψογα με τη μετάβαση από το αδιέξοδο στη λύση των προβλημάτων, από τη στενοχώρια στη χαρά, από το περιθώριο στην επανένταξη στην κοινωνία. Ο σκηνοθέτης θεωρεί ότι η ανεργία αποτελεί ένα μέσο της κυρίαρχης τάξης «για να ασκήσει πειθαρχία στους εργαζόμενους» και ότι η βία, ο εθισμός και η εγκληματικότητα είναι αποτέλεσμα μια «προσχεδιασμένης διαδικασίας εξέλιξης». Με μη-επαγγελματίες ηθοποιούς, με αυτοσχεδιασμό και φαντασία ο Κεν Λόουντς και ο συνεργάτης του σεναριογράφος Paul Laverty («Το όνομά μου είναι Τζο», «Ψωμί και Τριαντάφυλλα» «Γλυκά Δεκάξι» «Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι» κ ά.), θέλησαν να μιλήσουν για τις γενιές των χαμένων ή αδύναμων που διακατέχονται από έναν έντονο πόθο να νικήσουν στη μάχη τους για την επιβίωση. Με σκωτσέζικο χιούμορ για να ελαφρύνουν τη σοβαρότητα του θέματος, καταθέτουν ένα έργο συγκινητικό και διασκεδαστικό ταυτόχρονα γεμάτο επαναστατικότητα και ανθρωπισμό. Παίζουν: Paul Brannigan, John Henshaw, Gary Maitland, William Ruane, Jasmin Riggins, Roger Allam, Charlie Maclean. Η ταινία προβάλλεται από τη Feelgood Entertainment. ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ

IRON MAN 3 Τρία χρόνια πριν, μετά το τέλος της δεύτερης ταινίας του «Σιδερένιου Άντρα», η οποία είχε προβληθεί στην χώρα μας ίδια ακριβώς περίοδο και ίδιο


ακριβώς μήνα, οι θεατές είναι πολύ πιθανό πως θα είχαν αισθανθεί κάπως εξαπατημένοι μιας που οι προσδοκίες που η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη/ηθοποιού Jon Favreau είχε εγείρει, σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να αντικατοπτριστούν στο σικουελικό του δημιούργημα, το οποίο μπορεί να χαρακτηριζόταν από τη σταθερά απολαυστική παρουσία του Robert Downey Jr., εντούτοις το όλο εγχείρημα έμοιαζε μάλλον αβέβαιο και πρόχειρο, με τους Sam Rockwell και Mickey Rourke κυρίως να μην καταφέρνουν να χρησιμοποιήσουν στο φουλ τις υποκριτικές τους ικανότητες, καθιστώντας έτσι τους δευτερεύοντες χαρακτήρες αρκετά υποδεέστερους, με το story να πέφτει στις πλάτες του κεντρικού σούπερ ήρωα, ο οποίος κλήθηκε να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Όταν τελικά μάθαμε πως ο Iron Man θα αποκτούσε τη δική του τριλογιακή κινηματογραφική παρουσία, η αλήθεια είναι πως δεν πετάξαμε και τη σκούφια μας, μιας που το πράγμα φάνηκε πως είχε ήδη εξαντληθεί στη δεύτερη απόπειρα. Πόσο λάθος είχαμε. Το «Iron Man 3» είναι μια από τις καλύτερες σουπερ-ηρωικές ταινίες που υπάρχουν πλέον εκεί έξω και σίγουρα αποτελεί το καλύτερο και πιο αντιπροσωπευτικό φιλμικό δημιούργημα του ανθρώπου με τη χρυσοκόκκινη στολή και με το πιο καυστικό, ατακαδόρικο χιούμορ. Ο λόγος για τον οποίο η νέα ταινία στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, βασίζεται σε ένα μεγάλο ποσοστό -στο μεγαλύτερο θα λέγαμε- στην επιλογή του σκηνοθέτη, μιας που ο Favreau αποφάσισε να πάρει τη σκηνοθετική του ιδιότητα και τα πολλά περιττά του κιλά και να παραμείνει στα μετόπισθεν, κρατώντας μόνο τον ρόλο του Happy Hogan και δίνοντας την σκυτάλη στον Shane Black, ενός σκηνοθέτη που είχε θεωρηθεί από την αρχή της καριέρας του ως ένας σύγχρονος πρωτεργάτης του είδους της σπιντάτης περιπέτειας, μιας που υπήρξε σεναριογράφος του franchise του «Φονικού Όπλου». Αυτή μάλιστα αποτελεί τη δεύτερη συνεργασία του με τον Robert Downey αφού κατά το παρελθόν είχαν ξανασυναντηθεί για τις ανάγκες της ταινίας του, Φιλιά και Σφαίρες, ενός νεο-νουάρ γκανγκστερίζοντος φιλμ, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει πάρει την αναγνώριση που του αξίζει. To τρίτο «Iron Man» είναι ένα χορταστικό οπτικοακουστικό υπερθέαμα, το οποίο σίγουρα θα ικανοποιήσει και τους πιο απαιτητικούς θεατές, καθώς οι ισορροπίες ανάμεσα στην περιπέτεια, την τέρμα τα γκάζια δράση, το ανελέητο χιούμορ και τις ορθά ελάχιστες δραματικές στιγμές είναι ιδανικές. Η γρήγορη σκηνοθεσία και οι ωραίες εναλλαγές ανάμεσα σε τοποθεσίες και καταστάσεις, της προσδίδουν ταχύτητα και σασπένς, αφήνοντας παράλληλα χώρο στους χαρακτήρες να αναπτυχθούν λίγο ακόμη και να δώσουν το δικό τους αδρεναλινάτο στίγμα. Την ίδια στιγμή, ο Tony Stark παρουσιάζεται πιο ανθρώπινος από ποτέ, καλούμενος να αντιμετωπίσει λανθασμένες επιλογές του παρελθόντος, αλλά και σημαντικά ζητήματα του παρόντος τα οποία και θα καθορίσουν το μέλλον του, τόσο στο πλευρό της Pepper Potts, όσο και πίσω από την περσόνα του Iron Man. Η στολή εν προκειμένω δεν διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος από πλευράς παρουσίας στην ταινία, παρόλα αυτά επειδή ο Shane είναι μάστορας δεν σε αφήνει παραπονεμένο, αλλά καταφέρνει να κρατήσει το


ενδιαφέρον σου αμείωτο, χάρη στην επαρκή παρουσία των δευτερευόντων κακών, οι οποίοι και background έχουν και σε πείθουν για τις διαβολικές τους βλέψεις. Αναμφίβολα, ο ρόλος του Ben Kingsley αποτελεί τον άσσο της ταινίας και σίγουρα την καλύτερη ερμηνεία του τα τελευταία χρόνια, ο Pearce παραμένει κλασικά σατανικός, ενώ και η Gwyneth Paltrow αποκτά υπόσταση απομακρυνόμενη από το φλώρικο προφίλ των προηγούμενων ταινιών. Ο Robert Downey σε one-man-show κρίσεων πανικού, μετά την εξωγήινη αποστολή των Avengers, είναι απολαυστικός, χιουμοριστικά σαρωτικός και έχει μια μυστήρια καλή χημεία με όλους όσους τον περικλείουν, γεννημένος προφανώς για να υποδυθεί τον Iron Man. Και το κάνει εξαιρετικά. Η τρίτη συνέχεια του μαρβελικού ήρωα αποτελεί στο σύνολό της μια καλοκουρδισμένη περιπέτεια γεμάτη εκρήξεις, εντυπωσιακά εφέ, ένα πολύ καλό υποστηρικτικό story, ανατροπές και μπόλικο γέλιο. Αν προτιμήσεις την 3D εκδοχή της, δεν θα δεις και κάτι διαφορετικό απ’ ότι σου έχει γνωρίσει έτσι κι αλλιώς το 3D μέχρι τώρα. Το μόνο σίγουρο είναι πως όποια κι αν επιλέξεις, το αποτέλεσμα θα σε αφήσει ολοκληρωτικά κι απολαυστικά ικανοποιημένο. Α, και φυσικά να περιμένεις μετά τους τίτλους τέλους το καθιερωμένο ολιγόλεπτο «σφηνάκι». Βαθμολογία:

(4/5

Κριτική ταινίας: «Το Κεφάλαιο» Ο γνωστός σκηνοθέτης ταινιών πολιτικού περιεχομένου και κοινωνικού προβληματισμού Κώστας Γαβράς σκηνοθετεί αυτή τη φορά μια ταινία για το χρήμα και την παντοδυναμία του. Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013


«Το Κεφάλαιο» λέγεται η νέα του ταινία με την οποία ασκεί μια δριμύτατη κριτική στον αποχαλινωμένο καπιταλισμό της σύγχρονης εποχής και στον κυνικά σκληρό κόσμο της οικονομίας. Όπως το «Ζ», η «Ομολογία», το «Αμήν» ή ο «Αγνοούμενος» και η νέα αυτή ταινία του Γαβρά έρχεται να στηλιτεύσει μια πραγματικότητα γεμάτη κυνισμό, αμοραλισμό και σκληρές στρατηγικές καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Φανερά επίκαιρος, εμπνέεται από το ομώνυμο βιβλίο του Στεφάν Οσμόντ, ενός πρώην τροτσκιστή και παλιού ανώτερου διοικητικού τραπεζικού στελέχους. Με ωμό τρόπο το βιβλίο καταδικάζει τις διάφορες μορφές καπιταλισμού και ο τίτλος του παραπέμπει στο βιβλίο με τον αντίστοιχο τίτλο του Καρλ Μαρξ. «Και στις δύο περιπτώσεις, (στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ και του Οσμόντ) γίνεται λόγος για το χρήμα και τη συσσώρευσή του, δηλ. το κεφάλαιο», όπως είπε ο σκηνοθέτης.

Μέσα από την ιστορία ενός ανερχόμενου τραπεζίτη, που ανεβαίνει στην εξουσία χάρη σε ένα τυχαίο περιστατικό, ο σκηνοθέτης βρίσκει αφορμή για να καταγγείλει τις ανεπανόρθωτες βλάβες, που προξενεί το κυνήγι του χρήματος και η ακόρεστη επιθυμία αύξησής του «πατώντας επί πτωμάτων». Ο Μαρκ Τουρνέιγ (Γκαντ Ελμαλέχ) είναι ένα νεαρό σχετικά τραπεζικό στέλεχος, ανήσυχα φιλόδοξο, που δεν διστάζει να θυσιάσει την οικογένεια και τις αξίες του προκειμένου να ανέλθει επαγγελματικά και να κερδίσει όσο το δυνατόν περισσότερα λεφτά. Με εξειδίκευση στην προληπτική διαχείριση, όταν γίνεται πρόεδρος μιας μεγάλης γαλλικής τράπεζας θα αλλάξει ριζικά τους κανόνες (ψευτο)δεοντολογίας της και θα προσπαθήσει να «εκσυγχρονίσει» την επιχείρηση, παίρνοντας μεγάλα ρίσκα και ερχόμενος σε συναλλαγή με άλλους «καρχαρίες» της οικονομίας…


Θα φθάσει μάλιστα και στη λήψη της απόφασης απόλυσης ενός μεγάλου αριθμού εργαζομένων για να μεγιστοποιήσει τα κεφάλαια και την ανταγωνιστικότητα της εταιρίας του.

Αποφεύγοντας να μπει σε τεχνικές λεπτομέρειες, που προφανώς θα κούραζαν το θεατή, ο Κώστας Γαβράς εκθέτει το σύγχρονο οικονομικό σύστημα με απλό τρόπο σαν ένα παιχνίδι, στο οποίο όσοι παίρνουν μέρος διακατέχονται από έναν αρρωστημένο ηδονισμό αύξησης κερδών και εξουσίας. Παρακολουθούμε το Μαρκ Τουρνέιγ να έρχεται αντιμέτωπος με όσους επιδιώκουν «να του τη φέρουν» και να εξελίσσεται μέσα σε καταστάσεις άλλοτε τραγελαφικές και άλλοτε φορτισμένες με λίγο σασπένς. Αν και γνωρίζει καλά τις καταστροφικές προεκτάσεις των ενεργειών του, ωστόσο συνεχίζει ακάθεκτος γιατί δείχνει να υποκινείται από μια αόρατη δίψα για βασιλεία. «Ο πρωταγωνιστής μένει μέσα στην πραγματικότητα παρόλο που έχει συνείδηση της πραγματικότητας», όπως είπε ο σκηνοθέτης. Ο Κώστας Γαβράς πριν γυρίσει «Το Κεφάλαιο» έκανε μια έρευνα στο σύγχρονο κόσμο της οικονομίας, ήλθε σε επαφή με τραπεζίτες και προσπάθησε να κατανοήσει τον τρόπο σκέψης τους. Ο Γκαντ Ελμαλέχ, που υποδύεται το κεντρικό πρόσωπο είναι ένας χιουμορίστας ηθοποιός, γνωστός από διάφορες κωμωδίες μεγάλης θεαματικότητας. Ο Κώστας Γαβράς, ωστόσο, δεν διστάζει να του προτείνει αυτό το ρόλο, όπως είχε εμπιστευτεί στο παρελθόν στο μεγάλο κωμικό Τζακ Λέμον να ενσαρκώσει έναν τραγικό ρόλο στην ταινία «Ο Αγνοούμενος». Ο Γκαντ Ελμαλέχ αδράττει την ευκαιρία και αποδεικνύει τις ικανότητές του στην ερμηνεία δραματικών προσώπων. Με απλή σκηνοθεσία, χωρίς ιδιαίτερες κινήσεις της κάμερας ή αλλαγή οπτικών γωνιών, ο σκηνοθέτης καταθέτει ένα ντοκουμέντο πάνω στη σύγχρονη εποχή και την κρίση της, η οποία έχει διαβρώσει τα πάντα. Ακόμη και τα παιδιά, μέσα στο φιλμ, παίζουν απομονωμένα, κλεισμένα στο virtual κόσμο των video-games που έχουν «κάνει μόδα» οι εταιρίες κερδίζοντας εκατομμύρια. Όλα τα παραπάνω συσσωρεύονται στην περίφημη και προκλητική φράση με την οποία κλείνει η ταινία: «Μαζεύουμε χρήματα από τους φτωχούς γιατί είναι πιο πολλοί και τα δίνουμε στους πλούσιους». Παίζουν: Γκαντ Ελμαλέχ, Γκάμπριελ Μπερν, Νατάσα Ρενιέ, Σεσίλ Σαλέτ, Ιπολίτ Ζιραρντό. Η ταινία προβάλλεται από την Odeon. ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ


ΠΡΙΝ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΚΡΙΤΙΚΗ » Μαριάννα Ράντου ΒΑΘΜΟΣ

Ο αμερικανός Jesse (Ethan Hawke) και η παριζιάνα Celine (Julie Delpy) γνωρίστηκαν πριν από δεκαοκτώ χρόνια σ' ένα τρένο. Έπιασαν συζήτηση, γοητεύτηκαν ο ένας από τον άλλον κι αποφάσισαν να κατεβούν από το τρένο μαζί, με αποτέλεσμα να περάσουν μια αξέχαστη νύχτα στη Βιέννη. Εννέα χρόνια αργότερα, ο Jesse, παντρεμένος συγγραφέας πια, θα επιστρέψει στην Ευρώπη για να παρουσιάσει το τελευταίο βιβλίο του που είναι εμπνευσμένο από εκείνη τη μαγική νύχτα που πέρασε με τη Celine στη Βιέννη. Στην παρουσίαση του βιβλίου στο Παρίσι, η Celine θα τον αναζητήσει και θα καταλήξουν να περνούν ένα ακόμα υπέροχο απόγευμα μαζί, συνειδητοποιώντας ότι, τόσα χρόνια μετά, "η μαγεία της στιγμής" δεν έχει περάσει και πως ίσως θα έπρεπε να δώσουν σ' αυτόν τον έρωτα μια ευκαιρία. Εννέα χρόνια αργότερα, είναι ακόμα μαζί και περνούν τις έξι εβδομάδες διακοπών τους στη Μεσσηνία με τις δυο μικρές δίδυμες κόρες τους, χωρίς πια να έχουν το χρόνο να τους πιέζει. Η κινηματογραφική μαγεία είναι άραγε ακόμα εκεί ή έχει δώσει τη θέση της στην αφόρητη καθημερινότητα; Είτε κανείς έχει δει και αγαπήσει τις πρώτες δύο ταινίες της άτυπης 'τριλογίας', «Before Sunrise» και «Before Sunset» (οπότε και η προβολή του «Before Midnight» θα αποτελεί κάτι σαν ιεροτελεστία) είτε έρχεται για πρώτη φορά σε κινηματογραφική επαφή με τον Jesse και τη Celine (οπότε το προαναφερθέν ιστορικό δεν του είναι κινηματογραφικά γνώριμο), παρακολουθώντας το «Before Midnight» δεν θα έχει την αίσθηση ότι βλέπει μια κινηματογραφική ταινία, αλλά πως παρακολουθεί στιγμές από τη ζωή δυο ανθρώπων που θα μπορούσαν να είναι φίλοι του. Οι συζητήσεις, οι ανησυχίες, τα συναισθήματα, οι εντάσεις, οι τσακωμοί, κάθε στιγμή από τη ζωή αυτού του ζευγαριού έχει κάτι το απροσδιόριστα γνώριμο. Κάτι που μοιάζει πιο πολύ αληθινό, παρά κινηματογραφικό. Γι' αυτό το λόγο και ο ρομαντισμός του «Before Midnight» δεν είναι εύκολος, ούτε εύπεπτος. Ώρες-ώρες δεν μοιάζει καν ρομαντικός. Κι όμως, τα δυο ερωτευμένα φοιτητόπουλα που δεν μπορούσαν να αποχωριστούν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Βιέννης, οι δυο χαμένοι εραστές που δεν μπορούσαν να πάρουν ο ένας τα μάτια από τον άλλον εννιά χρόνια μετά στο Παρίσι, είναι ακόμα εκεί, παρόντες, ακόμα και στους πιο σκληρούς, σχεδόν ανθρωποφαγικούς τσακωμούς του ζευγαριού. Η αγάπη τους είναι εκεί, παρούσα, ακόμα και όταν αντικειμενικές και υποκειμενικές δυσκολίες την φθείρουν, την τσαλακώνουν και την απαξιώνουν. Είναι εκεί, όσο ο Jesse είναι διατεθειμένος να φτιάχνει ταξίδια στο χρόνο και η Celine βρίσκει


τη διάθεση να τον ακολουθεί. Και παραμένει εκεί, όσο ο Richard Linklater επιλέγει να κινηματογραφεί στιγμές από τη ζωή ενός ζευγαριού που αποδεικνύει ότι ρομαντισμός είναι να αντέχεις τη φθορά του χρόνου, της ρουτίνας και της καθημερινότητας.

Οδηγός Αισιοδοξίας Silver Linings Playbook 2013 Text Size 7.9/10

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ • • • •

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντέιβιντ Ο' Ράσελ, ΣΕΝΑΡΙΟ: Ντέιβιντ Ο'Ράσελ, ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μπράντλεϊ Κούπερ, Τζένιφερ Λόρενς, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Τζάκι Γουίβερ, Τζούλια Στάιλς, Κρις Τάκερ ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 122'

Από τον Λουκά Κατσίκα Με την καινούργια του ταινία, ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ προσπαθεί να σκαρφιστεί με τι θα μπορούσε να μοιάζει μια κομεντί αν ήταν φτιαγμένη για θεατές οι οποίοι αντιπαθούν τις κομεντί. Το αποτέλεσμα κατέληξε να διεκδικεί κάπως υπερβολικά οκτώ υποψηφιότητες στα φετινά Οσκαρ. Όλα ξεκίνησαν από το αναπάντεχο ντεμπούτο του: Με το σεξουαλικά φορτισμένο οικογενειακό δράμα του «Spanking the Monkey», ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ συστήθηκε το 1994 ως μια ασυνήθιστη περίπτωση δημιουργού. Δουλεύοντας μέσα σε σαφή χολιγουντιανά πλαίσια και γνώριμα κινηματογραφικά είδη, ο σκηνοθέτης υπηρέτησε για τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της καριέρας του ένα ριψοκίνδυνο θεματικά σινεμά της μοντέρνας ανθρώπινης νεύρωσης, των δυσλειτουργικών σχέσεων, των ηρώων που αποδεικνύεται ότι έχουν άφθονους εσωτερικούς δαίμονες να παλέψουν και του χιούμορ που μπορούσε να πηγάζει από τις πιο αναπάντεχες περιοχές. Όλα αυτά άγγιξαν το αποκορύφωμα και πιθανόν τα όριά τους με το «I ♥ Huckabees» (2004), ένα παράτολμο προσωπικό σχέδιο που ο Ράσελ αποκλείεται να είχε υλοποιήσει αν δεν είχε προηγηθεί η μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία που συνάντησαν πέντε χρόνια πριν οι «Τρεις Ηρωες». Μόνο που η ντελιριακή και εντελώς καμικάζι υπαρξιακή φάρσα του δεν φρόντισε μόνο να μοιράσει τους κριτικούς αγρίως σε δυο στρατόπεδα (εκείνους που το υποστήριξαν και εκείνους που το μίσησαν) αλλά κυρίως


συνετρίβη στα ταμεία, βάζοντας απότομο φρένο στην ξέφρενη δημιουργική πορεία του σκηνοθέτη. Μετά την αποδοκιμασία που συνάντησαν οι «Huckabees» και μια ατυχέστατη προσπάθειά του να ολοκληρώσει μια σάτιρα με τίτλο «Nailed», ο Ντείβιντ Ο. Ράσελ συνειδητοποίησε προφανώς ότι το να τολμάς να είσαι διαφορετικός δεν χαίρει πάντα εκτίμησης στο σημερινό κινηματογραφικό τοπίο, γι' αυτό και έκρινε σωστότερο το να προσαρμοστεί σε φιλικότερες στον χρήστη συνταγές. Κάπως έτσι ανέλαβε να γυρίσει κατόπιν παραγγελίας του πρωταγωνιστή και παραγωγού Μαρκ Γουόλμπεργκ την ταινία «The Fighter», παραδίδοντας ένα αξιοπρεπές δράμα και κερδίζοντας έτσι την αυτόματη εύνοια των οσκαρικών ψηφοφόρων, οι οποίοι χάρισαν στην ταινία εφτά υποψηφιότητες. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει τώρα και με τον «Οδηγό Αισιοδοξίας», μια σχετικά παράδοξη περίπτωση σκρούμπολ κομεντί στην οποία ένα τυπικό boy meets girl ειδύλλιο υπονομεύεται εξαρχής από το γεγονός ότι χτίζεται ανάμεσα σε δυο λίαν απροσδόκητους εμπλεκόμενους: Ενα μανιοκαταθλιπτικό άντρα ο οποίος μετά το εξιτήριό του από το ψυχιατρείο προσπαθεί να πάρει την κατεστραμμένη του ζωή και πάλι στα χέρια του και μια νευρωτική νεαρή χήρα η οποία τον πείθει να συμμετάσχουν σε ένα διαγωνισμό χορού, προσφέροντάς του ως αντάλλαγμα να τον βοηθήσει να προσεγγίσει την πρώην σύζυγό του. Σεναριογράφος και σκηνοθέτης αυτού του ιδιόρρυθμου προξενιού ανάμεσα σε δυο εκρηκτικές ιδιοσυγκρασίες, ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ πλαισιώνει το πρωταγωνιστικό ζευγάρι του με μια εξίσου εξεζητημένη πινακοθήκη δευτερευόντων χαρακτήρων και τοποθετεί την δράση στο περιβάλλον ενός μονότονου προαστείου της Φιλαδέλφεια το οποίο λειτουργεί ως ιδανική αντίστιξη στις απανωτές εκκεντρικότητες που διαδραματίζονται στην οθόνη. Οι μυστηριώδεις μέθοδοί του με τους ηθοποιούς αποδίδουν στο μεταξύ και πάλι καρπούς, σπρώχνοντας τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο να παραδώσει την καλύτερη ερμηνεία του από την εποχή του «Ο Πρόεδρος, Ένα Ροζ Σκάνδαλο και Ενας Πόλεμος» (δώδεκα ολόκληρα χρόνια, δηλαδή), χρωματίζοντας με ποικίλλες αποχρώσεις την Τζένιφερ Λόρενς και μεταμορφώνοντας τον μέχρι πρότινος άχαρο Μπράντλεϊ Κούπερ σε έναν εκφραστικό και εναλλακτικό ζεν πρεμιέ. Παρά τις επιμέρους αρετές του, ωστόσο, ο «Οδηγός Αισιοδοξίας» φαίνεται να παίρνει την αλλοτινή τρέλα που περιείχε το σινεμά του Ντέιβιντ Ο. Ράσελ και να τη μετατρέπει σε προσφιλή φόρμουλα, κατάλληλη για όλους τους θεατές. Ο άνθρωπος που ξεκίνησε την καριέρα του με ένα χιουμοριστικό αιμομεικτικό δράμα («Spanking the Monkey»), παρήγαγε μια από τις πιο αξιομνημόνευτες κωμωδίες καταστάσεων μέσα από την ελεγχόμενη υστερία του «Φλερ��άροντας τις Συμφορές» (1996) και τόλμησε να αστειευτεί με ένα ολότελα σοβαρό θέμα όπως είναι ο πόλεμος και οι ασυδοσίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στους «Τρεις Ηρωες» (1999), εδώ ακολουθεί τον δρόμο του ασφαλούς. Οτιδήποτε παράξενο και άβολο υπάρχει στο φιλμ μεταφράζεται σταδιακά σε ανώδυνο και χαριτωμένο, το χάπι εντ γίνεται αυτοσκοπός και τηλεγραφείται από πολύ νωρίς, τα ψυχικά νοσήματα των δυο ηρώων αποδεικνύονται ένα απλό αφηγηματικό όχημα που


υπάρχει μόνο και μόνο για να κατορθώσει να τους φέρει πιο κοντά και τα πάντα δείχνουν να υπηρετούν μια απλή επίκληση στις θεραπευτικές αλχημείες της αγάπης.

Ο Μοναχικός Καβαλάρης The Lone Ranger 2013 Text Size 6.7/10

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ • • • • •

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γκορ Βερμπίνσκι, ΣΕΝΑΡΙΟ: Τεντ Έλιοτ, Τζάστιν Χέιθ, Τέρι Ρόσιο, ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Τζόνι Ντεπ, Άρμι Χάμερ, Ελενα Μπόναμ Κάρτερ, Γουίλιαμ Φίτστνερ, Τομ Γουίλκινσον ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 149' ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΗΤΑ: 12 και άνω

Από τον Νεκτάριο Σάκκα Με εμφανή τη διάθεση να μην παρεκκλίνει από την επιτυχημένη συνταγή των «Πειρατών», ο Γκορ Βερμπίνσκι μάς προσφέρει ένα ανοικονόμητο ρόλερ-κόστερ σε συσκευασία γουέστερν, για να εναποθέσει τελικά σχεδόν τα πάντα στις φιλότιμες και συνήθως απολαυστικές αυτοσχεδιαστικές επινοήσεις του αναμφισβήτητου σταρ της ταινίας, του Τζόνι Ντεπ. Κάπως έτσι, ο «Μοναχικός Καβαλάρης» καταλήγει να είναι μονοδιάστατος, άδειος από οτιδήποτε το καινούριο και αποκλειστικά προσανατολισμένος σε μία προσοδοφόρα παρουσία στα παγκόσμια ταμεία. Η ομάδα που μας έφερε τους «Πειρατές της Καραϊβικής» παρουσιάζει για πρώτη φορά στο σινεμά έναν θρύλο της αμερικανικής κουλτούρας, τον Μοναχικό Καβαλάρη, οι διάσημες ραδιοφωνικές -και μετέπειτα τηλεοπτικές- περιπέτειες του οποίου κρατούν από το μακρινό 1933. Με εμφανή τη διάθεση να μην παρεκκλίνει από την επιτυχημένη συνταγή των «Πειρατών», ο Γκορ Βερμπίνσκι μάς προσφέρει ένα ανοικονόμητο ρόλερ-κόστερ σε συσκευασία γουέστερν, για να εναποθέσει τελικά σχεδόν τα πάντα στις φιλότιμες και συνήθως απολαυστικές αυτοσχεδιαστικές επινοήσεις του αναμφισβήτητου σταρ της ταινίας, του Τζόνι Ντεπ - μέσα από τα μάτια του ήρωά του, άλλωστε, ξετυλίγεται το όλο στόρι της ταινίας.


Καθώς οι πιονέροι κινούνται δυτικά στην αμερικανική ήπειρο με τον σιδηρόδρομο να τους ανοίγει το δρόμο για τη νέα εποχή, ένας νεαρός δικηγόρος ονόματι Τζον Ριντ (Άρμι Χάμερ) ονειρεύεται να υπερασπιστεί τη δικαιοσύνη με αποκλειστικό όπλο το νόμο. Η απέχθειά του για τη βία, ωστόσο, μετριάζεται καθώς η αιμοσταγής συμμορία του διαβόητου δραπέτη Μπουτς Κάβεντις (Γουίλιαμ Φίχτνερ) αλωνίζει στην περιοχή, παράλληλα με τα αδιαφανή επιχειρηματικά σχέδια που εξυφαίνονται ανεμπόδιστα πάνω στις ραγδαία επεκτεινόμενες ράγες. Καταλυτικό ρόλο στη σταδιακή μεταμόρφωση του Ριντ σε μασκοφόρο ήρωα (Μοναχικό Καβαλάρη) παίζει η απρόσμενη συνάντησή του με τον Τόντο (Τζόνι Ντεπ), έναν εκκεντρικό, περιπλανώμενο Ινδιάνο της φυλής Κομάντσι, ο οποίος αναζητά εκείνους που ξεκλήρισαν κάποτε το χωριό του. Κάπως έτσι, οι δύο ολότελα αταίριαστοι χαρακτήρες συμμαχούν προκειμένου να αποκαταστήσουν τη δικαιοσύνη. Οι αναφορές του «Μοναχικού Καβαλάρη» στα γουέστερν του Τζον Φορντ και του Σέρτζιο Λεόνε είναι παραπάνω από εμφανείς, όσο πρόδηλες είναι και οι προσπάθειες των παραγωγών να συνθέσουν μία ταινία-υβρίδιο των «Πειρατών» (βλέπε τον Ντεπ στην ινδιάνικη εκδοχή του Τζακ Σπάροου, αλλά και την αισθητική των σκηνών δράσης) και του «Κάποτε Στη Δύση». Ωστόσο, η σύμπραξη της Ντίσνεϊ και του μεγαλοπαραγωγού Τζέρι Μπρουκχάιμερ, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίας τόσο του Βερμπίνσκι όσο και των σεναριογράφων των «Πειρατών», Τεντ Έλιοτ και Τέρι Ρόσιο, κατευθύνει αυτό το πανάκριβο εγχείρημα προς μία ξαναζεσταμένη εκδοχή των περασμένων επιτυχιών της παραπάνω ομάδας. Είναι χαρακτηριστικό πως ο καλός Βερμπίνσκι αδυνατεί να επαναλάβει τη διασκεδαστική επαναπροσέγγιση του γουέστερν, όπως είχε καταφέρει μερικά χρόνια πριν με το «Rango». Οι αιτίες γι' αυτό είναι αρκετές. Καταρχάς, η αφόρητα σχηματοποιημένη εκδοχή καλού-κακού και η πληθώρα μονοδιάστατων χαρακτήρων αποδυναμώνει αισθητά την ίδια την πλοκή. Πάνω σε αυτή την αδυναμία, έρχεται το ρόλερ-κόστερ υπερθέαμα, στα πρότυπα των θεματικών πάρκων της Ντίσνεϊ και της σειράς των «Πειρατών», για να επικρατήσει ολοκληρωτικά κατά το τρίτο μέρος της ταινίας. Ενώ όμως η αντίστοιχη αισθητική στις σκηνές δράσης έχει χρησιμοποιηθεί επιτυχημένα σε διάφορες περιπτώσεις κατά το πρόσφατο παρελθόν (βλέπε «Rio» και «Οι Περιπέτειες Του Τεντέν: Το Μυστικό Του Μονόκερου»), στον «Μοναχικό Καβαλάρη» καταλήγει να υπογραμμίζει το άνισο, γεμάτο αδυναμίες σενάριο. Η αλήθεια είναι πως η παρουσία του τετραπέρατου αλλά και επιρρεπούς στη μανιέρα Ντεπ στο ρόλο ενός ακόμα ήρωα με πειραγμένο μυαλό εξακολουθεί να ασκεί γοητεία στο κοινό, παρά το γεγονός ότι με τα χρόνια το εκπλήσσει όλο και πιο σπάνια. Παρόλα αυτά, οι κωμικές σφήνες του προσφέρουν πολύτιμη, αν και στιγμιαία τόνωση στην ταινία, αποτελώντας ίσως το μοναδικό αληθινά αναπάντεχο συστατικό της. Ο μορφονιός Άρμι Χάμερ που τον πλαισιώνει, χάνεται για ακόμα μία φορά χωρίς την καθοδήγηση ενός σκηνοθέτη του επιπέδου Φίντσερ («The Social Network»). Κι αν οι Τομ Γουίλκινσον (στο ρόλο του αδίστακτου επιχειρηματία) και Γουίλιαμ Φίχτνερ προσπαθούν φιλότιμα να ξεχωρίσουν, η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ και η Ρουθ Γουίλσον


πασχίζουν μέσα από τους περιορισμένους τους ρόλους να αναδιαμορφώσουν από κοινού, η μία στην εκκεντρική και η άλλη στην παραδοσιακή μορφή της, την αρχετυπική, σκληροτράχηλη ηρωίδα των γουέστερν. Με δεδομένη την εμπλοκή του Μπρουκχάιμερ στο εγχείρημα με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αλλά και το γεγονός ότι η Ντίσνεϊ φημίζεται για τα συντηρητικά αντανακλαστικά της σε ό,τι αφορά την υλοποίηση περισσότερο τολμηρών ιδεών, μοιάζει λογικό που «Ο Μοναχικός Καβαλάρης» καταλήγει να είναι μονοδιάστατος, άδειος από οτιδήποτε το καινούριο και αποκλειστικά προσανατολισμένος σε μία προσοδοφόρα παρουσία στα παγκόσμια ταμεία. Ανεξάρτητα όμως από τις επιδόσεις του στα ταμεία, το δυστύχημα είναι πως εκείνο που ξεκίνησε ως ένας φιλόδοξος φόρος τιμής στο είδος του γουέστερν, κατέληξε σε παρωδία.

Ο Κανόνας της σιωπής Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Ρέντφορντ Πρωταγωνιστούν: Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Τζούλι Κρίστι, Σούζαν Σαράντον Η κριτική από τον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο Ο Τζιμ Γκραντ (Ρόμπερτ Ρέντφορντ) είναι ένας επιφανής δικηγόρος που αναλαμβάνει υποθέσεις προάσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πατέρας μία κόρης, την οποία μεγαλώνει μόνος του, στα ήρεμα προάστια του Όλμπανι, στη Νέα Υόρκη. Ο κόσμος του έρχεται τα πάνω-κάτω όταν ένας φιλόδοξος νέος δημοσιογράφος, ο Μπεν Σέπαρντ (Σία Λαμπέφ), αποκαλύπτει την πραγματική του ταυτότητά, αυτή δηλαδή ενός πρώην ακτιβιστή της οργάνωσης Weather Underground, που εξαιτίας της συμμετοχής του σε μία ένοπλη ληστεία, καταζητείται για φόνο. Έχοντας ζήσει για περισσότερα από 30 χρόνια ως δικηγόρος, ο Γκραντ πρέπει τώρα να τραπεί σε φυγή. Εξαιτίας του, το FBI εξαπολύει ανθρωποκυνηγητό σε όλη τη χώρα, ενώ αυτός προσπαθεί να εντοπίσει το μοναδικό άτομο που μπορεί να «καθαρίσει» το όνομά του. Ο Σέπαρντ γνωρίζει τη σημασία της δημοσιογραφικής του αποκάλυψής και συνειδητοποιεί ότι αυτή είναι η ευκαιρία της καριέρας του. Είναι αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να επωφεληθεί. Ψάχνει βαθιά στο παρελθόν της οργάνωσης. Παρά τις προειδοποιήσεις του αρχισυντάκτη του και τις απειλές του FBI, ο Σέπαρντ παρακολουθεί στενά κάθε βήμα του Γκραντ. Καθώς ο Γκραντ αναμοχλεύει το παρελθόν του και επανασυνδέεται με πρώην μέλη της αντιπολεμικής οργάνωσης Weather Underground στην οποία ανήκε, o Σέπαρντ συνειδητοποιεί ότι κάτι δεν κολλά στην ιστορία. Καθώς το FBI στενεύει τον κλοιό γύρω από τον Γκραντ, ο Σέπαρντ ανακαλύπτει συγκλονιστικά μυστικά που ο Γκραντ κρατούσε κρυμμένα τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Όταν οι δύο τους έρχονται αντιμέτωποι πρόσωπο με πρόσωπο στο Μίσιγκαν, θα πρέπει να βρουν τρόπο να συμφιλιωθούν με το ποιοι πραγματικά είναι και τι θέλουν από τη ζωή. Κοντά στις ανησυχίες της νεότητας και τα ιδεολογικά του πιστεύω, Ο Κανόνας της Σιωπής είναι ένα πολιτικό δράμα με στοιχεία θρίλερ που συνδυάζει τη φιλελεύθερη, ουμανιστική πλευρά του Ρόμπερτ Ρέντφορντ με τη μόνιμη εξερεύνηση της οικογενειακής δυναμικής- ταυτόχρονα, είναι και η καλύτερη του ταινία απο το Quiz Show. Η υπενθύμιση της ακραίας δράσης των Weather Underground, ή Weathermen, που βαφτίστηκαν απο το στίχο του Μπομπ Ντίλαν στο Blowin' in the Wind, μια έμπρακτα αντιπολεμική, αντάρτικη στάση απέναντι στις αμερικανικές επεμβάσεις σε ξένα κράτη που κατέληξε σε αιματηρές επιθέσεις σε ντόπιο έδαφος και έσβησε με το τέλος του Βιετνάμ, αποτελεί μια σημαντική ιστορική υποσημείωση για τους


αγώνες της ριζοσπαστικής αριστεράς στις ΗΠΑ, και ο Ρέντφορντ δεν προσπαθεί να ματαιώσει την εγκυρότητα των προθέσεων της οργάνωσης, τονίζοντας ωστόσο την καταδικαστέα έκφραση της βίας. Κρατάει για τον εαυτό του μια ουδέτερη προς φιλική στάση στα πρόσωπα και τα γεγονότα (δικηγόρος με συνείδηση, ο ρόλος του στην ταινία) και επιλέγει να κυβερνάται απο την ισορροπία της ηλικίας και την ευθύνη της πατρότητας. Έξυπνα σπέρνει ζιζάνια στον δημοσιογράφο, προκαλώντας τον σε μια μάχη του ταλέντου με την εγωπάθεια του- κάνοντας παράλλη��α μια λεπτή αναφορά στους Ανθρώπους του Προέδρου. Και αναμενόμενα, δημιουργεί μια ίντριγκα απαγκίστρωσης απο το παρελθόν, με ένα κοπιώδες και επώδυνο ξεκαθάρισμα λογαριασμών, που κινηματογραφικά μεταφράζεται σε κομψό κυνηγητό και ρομαντική φλόγα που έχει αφήσει ίχνη και απωθημένα. Καμία αντίρρηση: το φιλμ υπηρετεί το ακαδημαϊκό, αν και παλιομοδίτικα εκτελεσμένο σινεμά με προοδευτικές ιδέες που ανέκαθεν αρέσει στον Ρέντφορντ, και εξακολουθεί να το κάνει καλά. Στις λίγες της ατάκες, η Σούζαν Σαράντον φαίνεται να εννοεί κάθετι που λέει. Πηγή: www.lifo.gr


Πρόγραμμα θερινού κιν φου