Page 1


Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης _ Πολυτεχνική Σχολή _ Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών

Οι εξοχικές επαύλεις της Κηφισιάς στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα

φοιτήτρια _ Παπαλού Ειρήνη

ΑΕΜ: 7692

επιβλέπουσα καθηγήτρια _ Δούση Μαρία

Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2017


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


_Περίληψη _Πρόλογος _Εισαγωγή _Η περιοχή της Κηφισιάς: Διαχρονική και Συγχρονική Ανάλυση _Ιστορικά στοιχεία _Γεωγραφική Θέση – Κλίμα _Κοινωνικές αλλαγές στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα _Η αρχιτεκτονική της εποχής _Η κτηριολογία στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα _Η νέα αστική τάξη _Η αθηναϊκή κατοικία _Το αστικό μέγαρο _Οι αρχιτέκτονες της Αθήνας του 19ου και 20ου αιώνα _Theophilus Hansen _Ernst Ziller _Λύσανδρος Καυταντζόγλου _Σταμάτης Κλεάνθης _Έλληνες αρχιτέκτονες _Η εμφάνιση της δεύτερης κατοικία(VILLA) _Οι κάτοικοι της Κηφισιάς στα τέλη

του 19ου και τις αρχές του 20ο αιώνα

_Η αρχιτεκτονική της δεύτερης κατοικίας _Κατηγοριοποίηση των κατοικιών – Τα στιλ _Η επιρροή της εμφάνισης της

εξοχικής κατοικίας στη φυσιογνωμία της Κηφισιάς

4 5 6 9 12 15 17 19 20 23 25 26 28 30 32 33 34 35 37 40

_Οι επαύλεις που σώζονται σήμερα

_Αναλυτική καταγραφή και χαρτογράφηση των επαύλεων της Κηφισιάς

_Αναλυτική παρουσίαση των επαύλεων _Βίλα Καζούλη _Βίλλα Κουτούπη _Έπαυλη “Χρυσάνθεμο” _Οικία Αποστολίδη _Έπαυλη “Πύρνα” _Έπαυλη Ζερβουδάκη _Έπαυλη “Δρυάδες” _Έπαυλη Ζούρα _Έπαυλη “Ατλαντίς” _Έπαυλη Καλαμαρά “Rose” _Οικία Εμμανουήλ Μπενάκη _Οικία Δέλτα _Βίλλα Χρυσώτη _Βίλλα Αμαρυλλίς _Οικία Φωκίωνος Νέγρη _Συμπεράσματα _Η αρχιτεκτονική των επαύλεων _Σύγκριση με το κέντρο της Αθήνας _Σύγκριση με τις εξοχικές κατοικίες της Θεσσαλονίκης _Η κατάσταση σήμερα _Σημερινές χρήσεις και ποσοστό

43 57 63 68 73 76 78 81 83 87 91 95 99 102 106 109 114 118 119 121

εγκατάλειψης

_Φυσιογνωμία Κηφισιάς _Προτεινόμενες Χρήσεις _Βιβλιογραφία

124


ΠΕΡΙΛΗΨΗ 6

Η εργασία αφορά τις εξοχικές επαύλεις του προαστίου της Κηφισιάς κατά το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Η έρευνα αποσκοπεί στο να παρουσιάσει την αρχιτεκτονική της συγκεκριμένης αυτής κατηγορίας κατοίκησης, καθώς και πώς αυτό το είδος κτιρίων επηρέασε τη φυσιογνωμία του προαστίου. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο έλαβε χώρα με την συγκέντρωση και ανασκόπηση βιβλιογραφίας και πηγών, για την ανάλυση και την κατανόηση του πλαισίου, μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η εν λόγω κτηριολογία. Αρχικά, γίνεται μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της περιοχής μελέτης, την Κηφισιά, και παρατίθενται κάποιες αναγνωριστικές πληροφορίες για το προάστιο, όπως η γεωγραφική θέση και οι κλιματολογικές συνθήκες. Στην συνέχεια, παρουσιάζονται οι ιστορικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες που δημιούργησαν το υπόβαθρο για τη δημιουργία της νέας Ελληνικής πρωτεύουσας, της Αθήνας, και μαζί της και την σύσταση της νέας αστικής τάξης. Περιγράφεται η διαμόρφωση της τυπικής αστικής κατοικίας της Αθήνας και των αστικών μεγάρων και παρατίθενται οι επικρατέστεροι και καθοριστικότεροι αρχιτέκτονες που έδρασαν στην πόλη την περίοδο αυτή. Περνώντας στο δεύτερο κεφάλαιο, παρουσιάζεται ο τύπος της εξοχικής κατοικίας, όπως αυτός διαμορφώθηκε σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα. Γίνεται μια κατηγοριοποίηση των στιλ που εφαρμόστηκαν στην Ευρώπη, με βάση την οποία ομαδοποιούνται οι εξοχικές βίλες της Κηφισιάς. Έπειτα, προσεγγίζεται η εμφάνιση και η προσαρμογή του τύπου της εξοχικής

κατοικίας στο προάστιο αυτό και πώς αυτή μετέβαλλε τη φυσιογνωμία της περιοχής. Στο σημείο αυτό, η έρευνα περνάει στο δεύτερο στάδιο, το οποίο πραγματοποιήθηκε μέσα από έρευνα πεδίου, κυρίως με τη βοήθεια φωτογραφικής τεκμηρίωσης. Στην συνέχεια, αφού εντοπίστηκαν τα σωζόμενα κτίρια και τοποθετήθηκαν στους σχετικούς χάρτες, ταξινομήθηκαν σε πίνακες με σύντομη παρουσίαση τους. Τέλος, επιλέγονται 18 κτίρια από όλες τις εξοχικές κατοικίες της περιοχής της Κηφισιάς, τα οποία αναλύονται ξεχωριστά ως προς τα ιστορικά τους στοιχεία, την τυπολογία τους, τα μορφολογικά τους στοιχεία, την κατασκευαστική τους δομή αλλά και την κατάσταση που στην οποία βρίσκονται σήμερα. Εν κατακλείδι, σχολιάστηκε η σημερινή κατάσταση των κτιρίων, τόσο ως προς την παθολογία και το βαθμό συντήρησης τους, την αξιολόγηση της αποκατάστασής τους (όπου έχει γίνει) αλλά και την σημερινή χρήση που φιλοξενούν. Επισημάνθηκε ποια από αυτά τα κτίρια χρησιμοποιούνται ακόμα ως κατοικίες και ποια στεγάζουν άλλες χρήσεις, καθώς πώς επηρεάζει το ίδιο το κτίριο η εκάστοτε χρήση. Συνοψίζοντας, τονίζεται η σημασία αυτών των κτιρίων για την εικόνα του προαστίου της Κηφισιάς τόσο ως συνόλου, όσο και του καθενός ξεχωριστά, ως διασωθέντα δείγματα της αρχιτεκτονικής μιας εποχής. Είναι μείζον ζήτημα να μπορέσουν να συντηρηθούν τα εναπομείναντα αυτά κτίρια και να αξιοποιηθούν, ώστε να αναδειχθούν στο σύγχρονο αστικό ιστό.


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Οι λόγοι για τους οποίους επέλεξα να εκπονήσω την ερευνητική μου εργασία σχετικά με τις εξοχικές κατοικίες της Κηφισιάς είναι πολλοί. Αρχικά, ζώντας στο προάστιο αυτό και έχοντας περπατήσει στους δρόμους του, για χρόνια παρατηρούσα τα επιβλητικά αυτά κτίρια και θαύμαζα την αρχιτεκτονική τους, καθώς ταξίδευε το μυαλό μου σε μια άλλη εποχή. Συχνά αναρωτιόμουν για την ιστορία που μπορεί να κρύβουν πίσω τους και είχα την περιέργεια να ανακαλύψω το εσωτερικό τους. Ακόμη, πριν λίγο καιρό μπήκα σε ένα τέτοιο κτίριο στην Κηφισιά, στα πλαίσια μιας άλλης εργασίας, το οποίο με γοήτευσε ιδιαίτερα. Η συνάντησή μου με αυτό το κτίριο με βοήθησε να συνειδητοποιήσω ακόμη περισσότερο πόσο με ελκύουν τα κτίρια αυτά, με όλες τους τις ομορφιές και τις ιδιαιτερότητες. Τελικός παράγοντας, και μάλλον ο πιο καθοριστικός, ήταν η εκτενής ενασχόλησή μου με τη μελέτη εκλεκτικιστικών κτιρίων των τελών του 19ου αιώνα, κατά το τελευταίο εξάμηνο φοίτησής μου στην Αρχιτεκτονική Σχολή. Για όλους τους παραπάνω λόγους, αποφάσισα να εκπονήσω το ερευνητικό μου θέμα σχετικά με τις εξοχές της Αθήνας και συγκεκριμένα την Κηφισιά, προκειμένου να δώσω στον εαυτό μου την ευκαιρία να απαντήσω στα ερωτήματα που είχα για τα κτίρια αυτά από παιδί.

7


ΕΙΣΑΓΩΓΗ _ ΣΤΟΧΟΙ 8

Στόχος αυτής της έρευνας είναι, μελετώντας την πορεία του προαστίου της Κηφισιάς κατά την περίοδο 1870-1930, να προκύψουν συμπεράσματα για την αρχιτεκτονική των εξοχικών κατοικιών της νέας αστικής τάξης, σε σχέση με την αρχιτεκτονική της πόλης γενικότερα, αλλά και για την σημερινή κατάσταση των κτιρίων αυτών σε συνάρτηση με τις χρήσεις που φιλοξενούν πλέον. Η ανάλυση ξεκινά από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κατασκευάστηκαν οι εξοχικές επαύλεις ως σύνολο. Στην πρώτη ενότητα της έρευνας, με βάση τη βιβλιογραφία που μελετήθηκε, εξετάζονται οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες της πόλης των Αθηνών, με την οποία ήταν άμεσα συνδεδεμένη η περιοχή της Κηφισιάς. Αυτό έχει ως στόχο να κατανοηθούν τα δεδομένα της πόλης κατά την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, οι λόγοι ανάπτυξης στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος αλλά και η σύσταση μιας νέας αστικής τάξης. Η τάξη αυτή θα είναι που θα κατοικήσει και στην εξοχική Κηφισιά και θα μεταβάλει τη φυσιογνωμία της από ένα απλό χωριό σε ένα προάστιο Ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Αρχικά εξετάζεται η οικονομία της πόλης κατά τον 19ο αιώνα, διότι η οικονομική ακμή της πόλης, στην οποία σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι επενδύσεις από την Ευρώπη, καθόρισε το ρυθμό ανάπτυξης της σε όλα τα επίπεδα. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Αθήνα, στην περίοδο την οποία μελετάμε συγκέντρωσε Ευρωπαίους επενδυτές, κυρίως ομογενείς, οι οποίοι επαναπατρίστηκαν, και οι οποίοι έφεραν μαζί τους κουλτούρα και αρχιτεκτονική από την Κεντρική Ευρώπη.

Η πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους απέκτησε ζωή με ραγδαίους ρυθμούς ανάπτυξης, καθώς μέχρι την απελευθέρωση ήταν μια μικρή πόλη περιορισμένης σημασίας. Στην Αθήνα βρήκαν οι αρχιτέκτονες το γόνιμο έδαφος για να εκπληρώσουν όλους τους μορφολογικούς τους πόθους, χάρη στη μέχρι τότε ελάχιστη ανοικοδόμησή της. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια νέα αστική τάξη η οποία καθιέρωσε το πρότυπο της αθηναϊκής κατοικίας (που αφορούσε πιο πολύ τους μεσοαστούς) και το αστικό μέγαρο (που αφορούσε τους μεγαλοαστούς). Σημειώνονται νέες τάσεις στην αρχιτεκτονική των δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων, όπως επίσης και οι αρχιτεκτονικές τάσεις που ήρθαν από το εξωτερικό. Επιπλέον, γίνεται σχολιασμός κάποιων εκ των σημαντικότερων κτιρίων του κύριου ιστού της πόλης, όπως και των αρχιτεκτόνων που συνέδραμαν αποφασιστικά στη δημιουργία της νέας πόλης. Όλη αυτή η κτηριολογία επηρεάζει αποφασιστικά τη φυσιογνωμία του προαστίου της Κηφισιάς, το όποιο από ένα μικρό αγροτικό χωριό μετατρέπεται σε μεγαλοαστικό παραθεριστικό προάστιο. Στα πλαίσια, λοιπόν, της ανάλυσης των ιστορικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, κατά τις οποίες κατασκευάστηκαν οι κατοικίες που θα παρουσιαστούν, στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζεται περισσότερο το προάστιο της Κηφισιάς. Η δεύτερη ενότητα έχει να κάνει με την εξέλιξη του αστικού ιστού της Κηφισιάς, ειδικά στην περίοδο που μελετάται. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η και η σύνδεση της πόλης των Αθηνών με την Κηφισιά, μέσω της επέκτασης του σιδηροδρομικού δικτύου το 1882. Αρχικά, γίνεται και πάλι μια ανάλυση της σύνθεσης του πληθυσμού, δεδομένου ότι σε αυτή τη νέα συνοικία η εγκατάσταση πληθυσμού στην περιοχή σχετιζόταν κυρίως με οικονομικά κριτήρια. Η εισαγωγή ενός νέου τύπου κατοικίας, αυτού της «βίλας», ο οποίος εισήχθη από την Κεντρική Ευρώπη, ήρθε για να εξυπηρετήσει τις παραθεριστικές ανάγκες της μεγαλοαστικής κυρίως τάξης, που ήθελε να αντιμετωπίσει τα ζεστά και ξηρά καλοκαίρια στην Αττική. Μελετώνται τα ευρωπαϊκά στιλ και πρότυπα, με βάση τα οποία οι


ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

αρχιτέκτονες σχεδίαζαν τις εξοχικές επαύλεις, οι οποίες είχαν ρομαντικό ύφος και διάθεση σε αντίθεση με τα αστικά μέγαρα του κέντρου των Αθηνών. Στην συνέχεια, εξετάζονται ορισμένα γενικά στοιχεία για την αρχιτεκτονική των κατοικιών, την τυπολογία και τη μορφολογία τους. Στο δεύτερο τμήμα του κεφαλαίου παρουσιάζονται χάρτες της περιοχής της Κηφισιάς όπου σημειώνονται οι κατοικίες που σώζονται ως και σήμερα. Έπειτα, συγκεντρώνονται συνοπτικά σε έναν πίνακα ορισμένες βασικές πληροφορίες για όλα τα κτίρια, όπως είναι οι χρήσεις του κάθε κτιρίου, η αρχική, η σημερινή, τα ιδιοκτησιακά του στοιχεία αλλά και η χρονολογία κατασκευής του. Σε επόμενη υποενότητα, επιλέγεται ένας αριθμός κτιρίων, και αναλύεται το κάθε κτίριο ξεχωριστά, ξεκινώντας από τα ιστορικά δεδομένα του και συνεχίζοντας με την περιγραφή του, την τυπολογία και την μορφολογία του και τέλος την κατάσταση διατήρησής του. Η περιγραφή των κτιρίων συνοδεύεται από φωτογραφικό υλικό. Επίσης, σχολιάζεται η σημερινή χρήση κάθε κτιρίου και γίνεται αξιολόγηση της συντήρησης του κτιρίου και του τρόπου επανάχρησής του.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με συγκεκριμένη επιστημονική μεθοδολογία. Πρώτα απ’ όλα ανασκόπηση της ελληνικής βιβλιογραφίας (βιβλία, άρθρα, προσωπικές συλλογές, φοιτητικές εργασίες, κ.α.) σχετικής με την Αθήνα κατά τη χρονική περίοδο μελέτης, αλλά και την αρχιτεκτονική της συγκεκριμένης περιόδου στην πόλη. Το πρώτο και δεύτερο κεφάλαιο της εργασίας αποτελούνται κυρίως από αναφορές στην αρχιτεκτονική αυτή. Πολύ βοηθητική, στάθηκε η μελέτη της Ελένης Παπανδρέου «Εκλεκτικιστικές κατοικίες στην Κηφισιά την περίοδο της Μπελ Επόκ, το οποίο πέρα από σημαντικές πληροφορίες, περιέχει και ορισμένα γραμμικά σχέδια των κτιρίων της περιοχής. Επίσης, πολύ σημαντική ήταν η συμβολή του site του Δήμου Κηφισιάς, σχετικά με την αναλυτική παρουσίαση των κτιρίων και τη χαρτογράφησή τους. Σημαντικό ποσοστό του φωτογραφικού υλικού, αντλήθηκε από τη βιβλιογραφία. Πρόσθετα, συγκεντρώθηκαν επιπλέον πληροφορίες με προσωπική έρευνα επί τόπου, τόσο στην περιοχή, όσο και στα κτίρια. Σημαντικό εργαλείο υπήρξε η φωτογραφική τεκμηρίωση κυρίως των όψεων των κτιρίων και σε ορισμένες περιπτώσεις, του εσωτερικού τους, η οποία υπήρξε ουσιαστική για την περαιτέρω ανάλυση των κτιρίων. Επιπλέον μελετήθηκαν διάφοροι χάρτες της πόλης και του προαστίου της Κηφισιάς, παλιοί αλλά και σημερινοί, όπου εντοπίστηκαν τα διάφορα σημεία αναφοράς της πόλης. Με βάση τη βιβλιογραφία, συγκεντρώθηκαν σε καρτέλες τα βασικά στοιχεία των κτιρίων. Πολύ χρήσιμη υπήρξε και η εύρεση του καθεστώτος προστασίας των κτιρίων, στην ιστοσελίδα του υπουργείου πολιτισμού και πιο συγκεκριμένα στον «Διαρκή κατάλογο των κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων της Ελλάδας». Οι εξοχικές επαύλεις της Κηφισιάς, παρ’ όλο που αποτελούν αξιόλογα δείγματα της αρχιτεκτονικής του παρελθόντος, έχουν ήδη μελετηθεί από διάφορους ερευνητές, και υπάρχουν και αρκετά βιβλία που 9


αναφέρονται στις εξοχές των Αθηνών. Μια έρευνα που, ως ένα βαθμό, είναι σχετική με το θέμα της παρούσας και στάθηκε πολύ χρήσιμη, είναι η πτυχιακή εργασία των Α.Σκούφια, Σ.Τζουβέλη, Π.Χουλιαρά: «Η κηποτεχνία στην Ελλάδα τον 20ο αιώνα: το παράδειγμα της Κηφισιάς», η οποία, όμως, ασχολείται με την κηποτεχνία των επαύλεων της Κηφισιάς και όχι με την αρχιτεκτονική τους, όπως η παρούσα. Στην έρευνα που μόλις αναφέρθηκε ωστόσο, γίνεται αναλυτική καταγραφή των διατηρητέων κτισμάτων της Κηφισιάς και σχολιασμός κάποιων εξ’ αυτών. Η συμβολή της παρούσας έρευνας, σε σχέση με προηγούμενες, είναι ότι με βάση τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν, η ομαδοποίηση των κτιρίων σύμφωνα με τα μορφολογικά και τυπολογικά τους στοιχεία και ο σχολιασμός τους, επειδή πρόκειται για συγκεκριμένα κτίρια, γίνεται λίγο πιο αναλυτικά. Επίσης γίνεται αναλυτική καταγραφή όλων των εναπομεινασών εξοχικών κατοικιών στην ευρύτερη περιοχή, χρονολόγηση και σύντομη περιγραφή της καθεμιάς. Τέλος, ένα ακόμα στοιχείο που διαφοροποιεί την παρούσα έρευνα, είναι η προσπάθεια αξιολόγησης των χρήσεων που έχουν αποδοθεί στα κτίρια αυτά σήμερα.

01. αμαξάς στους δρόμους της Κηφισιάς πηγή : http://www.kifissia.gov.gr/

02. Το άλσος της Κηφισιάς συμβάλλει στις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής (φωτογραφία από προσωπική συλλογή)

10


ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ:

Την αρχαϊκή περίοδο ξεκινά η ιστορία της Κηφισιάς, η οποία έχει αγροτικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με την ιστορία, ο βασιλιάς της Αθήνας Κέκρωψ έδωσε στην Κηφισιά το όνομά της, περί το 1500 π.Χ. αφού προσάρτησε σε αυτήν κι άλλους αγροτικούς οικισμούς που υπήρχαν στη Δακρία (ορεινή περιοχή από την Πάρνηθα ως την Πεντέλη). Τότε η Κηφισιά και οι περιφερειακοί οικισμοί απέκτησαν κοινή διοίκηση και οργάνωση. Το εύφορο έδαφός της και η ύπαρξη πηγών δεν άργησαν να μετατρέψουν την Κηφισιά σε ένα σημαντικό αγροτικό κέντρο της περιοχής. Την περίοδο της τυρανίας του Πεισιστράτου(546-548 π.Χ.) ξεκινά η εκμετάλλευση των νερών από τις πηγές της περιοχής, με μεταφορά τους σε υδραγωγείο της Αθήνας. Πέρα από το ρόλο της στην ύδρευση της πόλης των Αθηνών, κατά τον χρυσό αιώνα του Περικλή η Κηφισιά προμηθεύει την Αθήνα με το απαραίτητο πεντελικό μάρμαρο. Τη ρωμαϊκή περίοδο, επί Αδριανού, η Κηφισιά γίνεται πάλι ο υδροδότης της Αθήνας, μετά από την κατασκευή υδραγωγείου στο Λυκαβηττό. Αργότερα, ο Ηρώδης ο Αττικός επιλέγει να κατασκευάσει την κατοικία του στην Κηφισιά, στην οποία φιλοξενούνται Έλληνες και Ρωμαίοι φιλόσοφοι και σοφιστές. Τη Βυζαντινή περίοδο, καλόγεροι και ασκητές εγκατέστησαν μοναστήρια και σκήτες γύρω από τις πηγές του Κηφισού, καθώς και στο Πεντελικό όρος. Κατά τη Βενετική περίοδο, επιφανείς Ενετοί (1388-1456) επέλεξαν την Κηφισιά για να ανεγείρουν πολυτελείς οχυρωμένες επαύλεις (είδη πύργων). Επί Τουρκοκρατίας οι ενετικές

επαύλεις διατηρούνται και χρησιμοποιούνται ως εξοχικές κατοικίες των Οθωμανών μεγιστάνων. Οι κατοικίες αυτές εκτείνονταν κυρίως από τον Προφήτη Ηλία μέχρι τα Αλώνια, ενώ οι υπόλοιπες περιοχές ήταν καλλιεργήσιμες και ανήκαν σε ευκατάστατους Τούρκους. Την περίοδο αυτή, σύμφωνα με την απογραφή του 1540, η Κηφισιά είναι το πολυπληθέστερο χωριό της Αττικής και διαθέτει δικό της τζαμί. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Κηφισιά υπήρχαν 72 τούρκικες ιδιοκτησίες, ενώ μεγάλες εκτάσεις ανήκαν στο βακούφι[1] της Bαλιντέ. Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, μετά την απελευθέρωση, οι Τούρκοι που αποχωρούσαν από την Αττική είχαν το δικαίωμα να πουλήσουν τις περιουσίες 1. Κατά το μουσουλμανικό δίκαιο, το βακούφι είναι μια δικαιοπραξία μέσω

της οποίας ένα φυσικό πρόσωπο παραιτείται από ένα ή περισσότερα αγαθά του και τα θέτει εκτός εμπορικής συναλλαγής, αφιερώνοντάς τα ισοβίως σε έναν ιερό, φιλανθρωπικό ή κοινωνικό σκοπό.

03. Η περιοχή του Κεφαλαρίου στα μέσα του 19ου αιώνα Πηγή: “Αρχόντισσα Κηφισιά”, Μ.Σιμώνη-Λιόλιου

11


τους, ενώ τα βακούφια θα περιέρχονταν στο ελληνικό κράτος ως εθνικές γαίες. Η διαδικασία αυτή προχωρά από το 1831 και εξής, οπότε και εκποιήθηκαν τεράστιες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης και δασών. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν είχε τη δυνατότητα να αγοράσει το σύνολο αυτών των εκτάσεων, οι οποίες καταλήγουν στα χέρια πλούσιων Ελλήνων του εξωτερικού, αλλά και ορισμένων αλλοδαπών. Στην ευρύτερη περιοχή Κηφισιάς-ΑμαρουσίουΧαλανδρίου συναντώνται αγοραστές γνωστοί πλούσιοι Έλληνες της Διασποράς, Φαναριώτες και ξένοι. Με τον τρόπο αυτό σχεδόν όλες οι δασικές εκτάσεις της Κηφισιάς βρίσκονται να ανήκουν στην ιδιοκτησία λίγων πλούσιων γαιοκτημόνων και στην Εκκλησία. Ακόμη, πολλά κτήματα της Κηφισιάς αγοράζουν οι πολιορκητές της Ακρόπολης από τους αντιπροσώπους των Τούρκων αντί ελαχίστου τιμήματος. Ένας άλλος τρόπος απόκτησης γης ήταν η καθιέρωση διαταγμάτων, με τα οποία παραχωρούνταν εκτάσεις γης σε αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Το τέλος της επανάστασης βρίσκει την Αττική κατεστραμμένη, με μεγάλο τμήμα των αγροτικών καλλιεργειών να έχουν καταστραφεί και τους κατοίκους της το 1835 να αριθμούν

τους 181. Οι δυσβάσταχτοι φόροι που επιβάλλονται στις αγροτικές καλλιέργειες, σε συνδυασμό με την ολοένα αυξανόμενη ληστεία στην Κηφισιά οδηγούν στην εγκατάλειψη της γης και στην ανασφάλεια των κατοίκων του προαστίου. Το διάταγμα αυτό αποσκοπεί στο να δοθεί πίσω στην Κηφισιά ο αγροτικός της χαρακτήρας. Έτσι, καθένας από αυτούς τους αγωνιστές έχει δικαίωμα να πάρει έκταση δύο στρεμμάτων γης και να ανεγείρει την κατοικία του καθώς και να φυτεύει τον κήπο. Η ιδιοκτησία των κτημάτων θα είναι πλήρης υπό την προϋπόθεση ότι θα καλλιεργούνται και δε θα ενοικιάζονται. Οι διατάξεις αυτές είναι γνωστές ως “νόμος περί προικοδότησης”. Μετά την εδραίωση του ελληνικού κράτους το χωριό της Κηφισιάς αποτελεί πόλο έλξης για πολλούς επιφανείς της εποχής όπως ο Ραγκαβής, ο Σούτσος, ο Μαυρομιχάλης και ο Μπότσαρης. Αργότερα ο Όθωνας θα δείξει την αγάπη του για το καταπράσινο χωριό, ο οποίος θα φιλοξενηθεί στην πολυτελή αρχοντική κατοικία ενός Ηπειρώτη ευπατρίδη, εν ονόματι Οικονομίδη. Η ύπαρξη δρόμου ανάμεσα στην Αθήνα και στην Κηφισιά φανερώνει το αυξημένο ενδιαφέρον των ισχυρών της εποχής να κάνουν πιο άνετη τη μετάβασή τους στο δημοφιλές προάστιο. Tο μεσαιωνικό χωριό της Κηφισιάς μετατρέπεται σε μια νεοκλασική πολιτεία, όπου οι

04. αμαξάς στην περιοχή της Κηφισιάς στα μέσα του 19ου αιώνα

05. πλατεία Πλατάνου - κέντρο Κηφισιάς

Πηγή: “Αρχόντισσα Κηφισιά”, Μ.Σιμώνη-Λιόλιου

12

Πηγή: “Αρχόντισσα Κηφισιά”, Μ.Σιμώνη-Λιόλιου


διάφορες επαύλεις είναι σαν ξεκολλημένες ζωγραφιές από την Κεντρική Ευρώπη[2]. Το 1840 οι 8 Δήμοι της Αθήνας συγχωνεύονται σε 5, συμπεριλαμβάνοντας τα χωριά και τους συνοικισμούς. Η Κηφισιά υποτάσσεται διοικητικά στο Δήμο Αθηνών. Ως το 1853, που έχουμε την πρώτη επίσημη απογραφή του πληθυσμού, η αστικοποίηση δε φαίνεται να κινείται με ραγδαίους ρυθμούς. Το παλιό μικρό χωριό βρισκόταν εκεί που σήμερα είναι το κέντρο της Κηφισιάς, γύρω από την εκκλησία της Παναγίτσας. Το Κεφαλάρι ήταν η εξοχή της Κηφισιάς. Η ραγδαία εξέλιξη της περιοχής αρχίζει από την εποχή του μεσοπολέμου, η οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στη μέριμνα του τότε πρωθυπουργού Θεόδωρου Δεληγιάννη. Ο ίδιος από προσωπική αγάπη για το προάστιο ασκεί το κύρος του για να ομορφύνει την περιοχή, η οποία αργότερα θα αναδειχτεί περαιτέρω από τα εξοχικά των επιφανών Αθηναίων, όπως ο Λεβίδης, ο Μελάς και ο Δραγούμης. Το 1882 γίνεται η επέκταση της σιδηροδρομικής γραμμής και η Κηφισιά συνδέεται με την Αθήνα. Τότε, με Διάταγμα καταρτίσθηκε το Σχέδιο Ρυμοτομίας, που αξιοποίησε τα κτήματα, τα οποία οι Κηφισιώτες έσπευσαν να πουλήσουν ως οικόπεδα. Το 1922, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή μεγάλος αριθμός προσφύγων εγκαθίστανται προσωρινά στην Κηφισιά, και φιλοξενούνται στα –άδεια το χειμώνα- εξοχικά σπίτια. Ταυτόχρονα, αρκετοί πρόσφυγες βρίσκουν απασχόληση στα χωράφια της περιοχής και εγκαθίστανται μόνιμα στην Κηφισιά. Το 1925, η Κηφισιά αποσπάται από το Δήμο Αθηνών[3]. Στην κοινότητα της Κηφισιάς ανήκουν οι συνοικισμοί Νέα Ερυθραία, Καστρί, Εκάλη και Νέα Κηφισιά. Μεταξύ 1920-1940 κατασκευάζονται αρκετοί δρόμοι, όπως η Αθηνών – Κηφισίας. Αν και οι μόνιμοι κάτοικοι του προαστίου διαρκώς αυξάνονται, η Κηφισιά συνεχίζει να διατηρεί τον εξοχικό της χαρακτήρα ως το Δεύτερο 2. Ευαγγελία Βαλατά-Τσιαμά, “75 Χρόνια Κηφισιά”, Τύπος Κηφισιάς στα Βόρεια Προάστια, Κηφισιά, 2001, σελ.75 3. Σύμφωνα με στοιχεία του αρχείου Δήμου Κηφισιάς, το 1925 ο πληθυσμός της Κηφισιάς έφτανε τους 7.000 κατοίκους, ενώ το καλοκαίρι διπλασιαζόταν.

06. Το “Θηρίο” στον σιδηροδρομικό σταθμό της Κηφισιάς

πηγή: Ψηφιοποιημενο αρχείο Δήμου Κηφισιάς (http://www.kifissia.gov.gr)

Παγκόσμιο πόλεμο. Το 1942 η Κηφισιά γίνεται Δήμος, με πολλούς από τους ιδιοκτήτες των εξοχικών κατοικιών να εγκαθίστανται εκεί κατά την περίοδο της κατοχής. Ωστόσο, κατά την κατοχή και το μεσοπόλεμο πολλές κατοικίες επιτάσονται και το προάστιο υφίσταται ζημιές, που αλλοιώνουν οριστικά το χαρακτήρα του. Στη μεταπολεμική περίοδο 1950-1980 το προάστιο αστικοποιείται όλο και πιο έντονα, με μια ραγδαία ποσοστιαία αύξηση του πληθυσμού. Η εξέλιξη του πληθυσμού των Αθηνών, του Αμαρουσίου και της Κηφισιάς από το 1837 ως το 1907

ΕΤΟΣ 1837 1840 1848 1850 1853 1861 1870 1879 1889 1896 1907

ΑΘΗΝΑ ΜΑΡΟΥΣΙ 12.700 - 19.000 - 26.256 - 26.256 - 30.595 - 42.972 - 48.107 - 68.677 1.216 652 107.251 1.379 128.735 1.712 174.430 2.277

ΚΗΦΙΣΙΑ

938 1.539 2.116 13


ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΣΗ

Ο Δήμος Κηφισιάς βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του λεκανοπεδίου Αττικής. Μετά το νόμο Καλλικράτη στο Δήμο Κηφισιάς συνενώθηκαν οι Δημοτικές Ενότητες Κηφισιάς, Νέας Ερυθραίας και Εκάλης. Η Δημοτική Ενότητα Κηφισιάς συνορεύει βόρεια με τη Ν. Ερυθραία, ανατολικά με την Κοινότητα Πεντέλης και το Δήμο Μελισσίων, νότια με το Δήμο Αμαρουσίου και την Κοινότητα Λυκόβρυσης και δυτικά με το Δήμο Αχαρνών. Η Κηφισιά αποτελείται από δώδεκα πολεοδομικές ενότητες-γειτονιές: Αλώνια, Φάρος, Κεφαλάρι, Στροφύλι, Προφήτης Ηλίας, Πολιτεία, ΆνωΚηφισιά, Κάτω Κηφισιά, Νέα Κηφισιά, Αγία Κυριακή, Αδάμες, Πελοποννησίων. Εκτείνεται από τις βορειοδυτικές υπώρειες της Πεντέλης μέχρι τον Κηφισό ποταμό, με υψόμετρο που ποικίλλει από 160 ως 1110 μέτρα. Το κέντρο της Κηφισιάς βρίσκεται σε υψόμετρο 268 μέτρων. Αναγνωρίστηκε ως Κοινότητα το Φεβρουάριο του 1925 (Φ.Ε.Κ. 48/1925) και περιελάμβανε το συνοικισμό της Εκάλης, ο οποίος αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Κηφισιάς το 1928 (Φ.Ε.Κ. 135/1928) και το Συνοικισμό Νέας Ερυθραίας που αποσπάσθηκε το 1934 (Φ.Ε.Κ. 12/1934).

14

60. χάρτης της ευρύτερης περιοχής των βορείων προαστίων της Αθήνας που δείχνει τα όρια του δήμου Κηφισιάς και τις περιοχές με τις οποίες συνορεύει 61. χάρτης του δήμου Κηφισιάς που φαίνονται οι υποπεριοχές του δήμου Κηφισιάς


ΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

Το κλίμα της Κηφισιάς έχει κύριο χαρακτηριστικό το δροσερό καλοκαίρι, σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος της Αττικής όπου το κλίμα είναι ξηρό και θερμό, και τον κρύο και βροχερό χειμώνα. Ο βιοκλιματικός χαρακτήρας της Κηφισιάς είναι μέσο-μεσογειακός.Το κλίμα θεωρείται πιο ξηρό στα Αλώνια και το Κεφαλάρι και πιο υγρό στην Κάτω Κηφισιά και το Στροφύλι. Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι 16,5 βαθμούς °C, δυόμιση βαθμούς χαμηλότερη από αυτή της Αθήνας. Η μέση ετήσια βροχόπτωση είναι 400 mm και η μέση σχετική υγρασία είναι 63 % (ενώ του κέντρου της Αθήνας 59%).

07. Ο κήπος της έπαυλης “Δρυάδες” _ Περίφημοι ήταν οι κήποι της Κηφισιάς λόγω του κλίματος και της ποικιλίας της χλωρίδας Πηγή: “Ομορφιά και μνήμη”, Μ.Καραβία)

15


ΓΕΩΛΟΓΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ 16

Το έδαφος της Κηφισιάς χαρακτηρίζεται από υψηλή γαιοϊκανότητα[4] καθώς και υψηλή γαιοκαταλληλότητα[5] για ορισμένες καλλιέργειες, ανάμεσά τους και η δασοπονία. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι η Κηφισιά απετέλεσε σημαντικό αγροτικό κέντρο από την αρχαιότητα μέχρι και την εποχή του Β’ παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η ανάπτυξη των μεγάλων ανθοκηπίων, που περιέκλειαν τις εξοχικές επαύλεις από τα τέλη του 19ου αιώνα ως και το μεσοπόλεμο. Το ιδιαίτερα εύφορο έδαφος της Κηφισιάς ευνοεί την ανάπτυξη τόσο του δασικού όσου και του αστικού πράσινου. Οι πηγές της Κηφισιάς ευνοούνταν από το εδαφικό περιβάλλον. Ο παχύς ερυθρός πηλός της νεότερης τριτογενούς περιόδου, λόγω της οριζοντιότητάς του, δεχόταν σταθερή βροχή. Το δε υπέδαφος, ο μαρμαρυγιακός σχιστόλιθος συγκρατούσε το νερό της βροχής και σχημάτιζε σημαντικό υδροφορέα υπογείου νερού. Το υπόγειο νερό της υδροφορίας, είτε εγκλωβίζεται σε εσωτερικές κοιλότητες του πετρώματος, οπότε και είναι εκμεταλλεύσιμο, είτε κυκλοφορεί μέσα σε υπόγειους αγωγούς και τελικά βγαίνει ξανά στην επιφάνεια με τη μορφή πηγών. Οι πηγές αυτές εντοπίζονται συνήθως στα χαμηλά υψόμετρα. Οι σημαντικότερες πηγές του ποταμού Κηφισού ποταμού στην Κηφισιά ήταν η μεγάλη κεντρική πηγή του Κεφαλαρίου, που μέχρι το 1950 ανάβλυζε 400 κυβικά μέτρα νερό την ώρα, και η πηγή του Άη Γιώργη στην αρχή του ρεύματος της Πύρνας. 4. γαιοϊκανότητα: η φυσική ικανότητα της γης να παράγει προϊόντα χωρίς βελτιώσεις όπως λιπάνσεις, αρδεύσεις και στραγγίσεις. 5. γαιοκαταλληλότητα: καταλληλότητα ενός τμήματος της γης για μια συγκεκριμένη καλλιέργεια

08. Άλσος πλατείας Πλατάνου

πηγή: Ψηφιοποιημενο αρχείο Δήμου Κηφισιάς (http://www.kifissia.gov.gr)

09. Πλατεία Σταθμού Σιδηροδρόμου

πηγή: Ψηφιοποιημενο αρχείο Δήμου Κηφισιάς (http://www.kifissia.gov.gr)


ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Αλώνια: Μικρή περιοχή στα νότια του γηπέδου της

Αναβύσσου, όπου το έδαφος είναι επίπεδος βράχος και χρησίμευε για την εγκατάσταση της αλωνιστικής μηχανής και των θημωνιών κάθε καλοκαίρι. Καλήσια: Θέση στους νότιους πρόποδες του πεντελικού όρους. Είναι γνωστό ότι στην Καλήσια (ή αλλιώς “Εκάλη”) λατρευόταν ο Εκαλήσιος Ζευς και γινόταν η Εκαλήσια γιορτή που τελούνταν σε ανάμνηση της γραίας Εκάλης, η οποία υποδέχτηκε το νεαρό Θησέα. Το ιερό του Εκαλήσιου Διός ονομάστηκε Εκαλήσιον, κοινώς Καλήσι και στον πληθυντικό Καλήσια. Κηφισιά: Η περιοχή διασώζει το αρχαίο όνομά της. Σε παλιότερα έγγραφα αναγράφεται με τον τσιτακίζοντα τύπο Τσηβισιά, ενώ οι απαίδευτοι την αποκαλούσαν Κηβισιά. Οι τύποι Κηφισία και Κηφισιά αποτελούν λόγια επαναφορά του αρχαίου ονόματος. Κεφαλάρι: Η λέξη αυτή σημαίνει “πηγή με άφθονο νερό”. Κοκκιναράς: Η θέση έλαβε πιθανότατα το όνομά της από το χρώμα του νερού ή του εδάφους. Κολώνα: Θέση με πηγή στα ανατολικά της Κηφισιάς. Έλαβε το όνομά της από αρχαία ερείπια. Πύρνα: Πιθανόν από τη λέξη πυρναίος που σημαίνει “κατάλληλος προς βρώσιν”. Σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξης, πύρνον σημαίνει “τροφή”. Στροφίλι: Δασώδης έκταση πλησίον της Κηφισιάς. Το όνομά της ανάγεται στη βυζαντινή περίοδο σύμφωνα με μια εκδοχή, και προέρχεται από το στρόβιλος (είδος πεύκου). Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή η λέξη στροφίλι εισήχθη στην Ελληνοαλβανική λέξη stumbil-i, η οποία δηλώνει είδος κοχυλιού όμοιο με στρόβιλο (σβούρα). Φασίδερη: Η ονομασία προέρχεται από το όνομα Φασίδερος, το οποίο, σύμφωνα με έγγραφα, ανήκει σε ιδιοκτήτη ελαιόδεντρων στον ελαιώνα των Αθηνών, κοντά στην Κηφισιά. Χελιδονού: Από τον Αρκάδιο και τον Milchofer αναφέρεται ως Χελιδωνιά, και πιθανότατα, αποτελούσε αρχαίο δήμο.

10. όψη δρόμου στην εξοχή της Κηφισιάς, το Κεφαλάρι

Πηγή: “Κηφισιά: όψεις της ιστορίας της πόλης και του δήμου. Αρχειακά τεκμήρια.”, Β.Βασιλοπούλου, Α.Καστάνης

17


ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ 18

Καθώς την περίοδο αυτή οι κάτοικοι της Αθήνας είχαν αρχίσει να αστικοποιούνται, μπορεί κανείς να διακρίνει έξι κατηγορίες πολιτών: τους γηγενείς, τους Επτανήσιους, τους Φαναριώτες, τις οικογένειες των αγωνιστών της Επανάστασης, τους ανερχόμενους επιχειρηματίες και τους Τραπεζίτες. Η τελευταία ομάδα ήταν και η πιο δραστήρια και σε αυτούς οφείλεται η μεταμόρφωση της Αθήνας σε Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Έχουν την οικονομική δυνατότητα να χτίσουν μεγάλα αστικά ή παραθεριστικά κτίρια, τα οποία αναθέτουν σε αλλοδαπούς ή Έλληνες αρχιτέκτονες. Ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης με το πολιτικό του πρόγραμμα το 1881 ενίσχυσε το ρεύμα επαναπατρισμού των ομογενών, το οποίο είχε αρχίσει να εκδηλώνεται από το 1872, δίνοντας στους Έλληνες κεφαλαιούχους του εξωτερικού καλύτερες ευκαιρίες και συνθήκες εγκατάστασης. Μέσα σε είκοσι χρόνια συγκροτείται η μεγαλοαστική τάξη της Αθήνας από τους ομογενείς, οι οποίοι πέρα από κεφάλαια έφεραν και την Ευρωπαϊκή κουλτούρα τους. Η αρχιτεκτονική θα γίνει το μέσο που υποδηλώνει τη δυναμική ύπαρξη των μεγαλοαστών και την καθιέρωσή τους στην ελληνική κοινωνία. Για το λόγο αυτό, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, οι ομογενείς που επαναπατρίζονται ανεγείρουν μέγαρα, τα οποία δεν έπρεπε να υστερούν από εκείνα της Ευρώπης. Η Αθήνα αποτέλεσε για τους αρχιτέκτονες ένα έδαφος παρθένο, που θα τους επέτρεπε να εκπληρώσουν τους πιο τρελούς τους «μορφοκρατικούς πόθους»[1]. Ο αρχιτέκτονας της εποχής είναι ο μεσάζοντας μεταξύ του καλλιτεχνικού κόσμου και της πραγματικότητας. Καλούνταν να εκπληρώσει τον στόχο του ιδιοκτήτη για εντυπωσιασμό μέσω μιας επιβλητικής κατοικίας, ενώ ταυτόχρονα επιχειρούσε να αυτοπροβληθεί παρουσιάζοντας στην κοινωνία την καλλιτεχνική του τοποθέτηση. 11. Χάρτης της Αθήνας κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου Πηγή: “Το πρόσωπο της Αθήνας”, Ν.Βατόπουλος

1. Ελένη Παπανδρέου, “Εκλεκτικιστικές κατοικίες στην Κηφισιά την περίοδο της Μπέλ Επόκ”, Αθήνα, 1990, σελ. 91


Η ΚΤΗΡΙΟΛΟΓΙΑ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ου ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Η αρχιτεκτονική θεωρία και πράξη στο τέλος του 19ου και κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα επιβάλλουν δυναμικές μορφολογικές διακυμάνσεις. Οι προοδευτικά νέες τάσεις που δημιουργούνται και οι παλιές απόψεις που μεταλάσσονται, διαμορφώνουν μια «νέα αρχιτεκτονική γλώσσα, ικανή να ανταποκριθεί στις ανάγκες της σύγχρονης εποχής»[2]. Στο διεθνή χώρο επικρατούν κινήματα πρωτοπορίας τόσο στις τέχνες όσο και στην αρχιτεκτονική. Νέοι προβληματισμοί τίθενται και νέες ιδεολογίες διαμορφώνονται παγκοσμίως. Ολοένα έδαφος στη «νέα» αρχιτεκτονική κερδίζει η εισαγωγή καινούριων ιδεών αλλά και υλικών, γεγονός άμεσα συνδεδεμένο με τη βιομηχανική επανάσταση. Η Ευρώπη επιδιώκει να καταργήσει τους ιστορικούς

ρυθμούς και την ακαδημαϊκή νοοτροπία στην αρχιτεκτονική σύνθεση, έτσι ώστε λίγα χρόνια αργότερα να διαμορφωθεί το «μοντέρνο στιλ». Μέσα στην πορεία εξέλιξης του αθηναϊκού κλασικισμού, διαμορφώνεται ένα «γραμματολόγιο αφομοιωμένων αισθητικών απαιτήσεων και μορφών»[3]. Το αρχιτεκτονικό αυτό λεξιλόγιο, μετά από ζυμώσεις στο πέρασμα του χρόνο, φτάνει στο επίπεδο που μπορεί εύκολα να προσαρμόζεται στα εκάστοτε συνθετικά προβλήματα, αποκτά ως ρυθμός μια συνθετική και μορφοπλαστική αυτονομία και γνωρίζει την περίοδο ακμής του. Ο ρυθμός αυτός απέκτησε μια ευδιάκριτη αισθητική ταυτότητα, η οποία σταδιακά απομακρύνθηκε από τη μνημειακή υπόσταση των ιστορικών προτύπων και προσαρμόστηκε στις σύγχρονες στυλιστικές αξιώσεις της ιδιωτικής

12. Μονής Αστερίου 7 και Κων. Τσάτσου, Πλάκα

13. Στίλπωνος 14 και Προαιρεσίου, Παγκράτι

Πηγή: “Το πρόσωπο της Αθήνας”, Ν.Βατόπουλος

2. Ν.Θ.Χολέβας, “Η αρχιτεκτονική της “μετάβασης” στην Αθήνα του μεσοπολέμου”, εκδόσεις Libro, Αθήνα, 1998, σελ. 32 3. Μάνος Μπίρης, “Αθηναϊκή Αρχιτεκτονική 1875-1925”, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 2003, σελ. 22

Πηγή: “Το πρόσωπο της Αθήνας”, Ν.Βατόπουλος

19


14. Οι τύποι της Αθηναϊκής αστικής κατοικίας

Πηγή: “Αθηναϊκή Αρχιτεκτονική 1875-1925”, Μ.Μπίρης

αρχιτεκτονικής. Στην πρώιμη φάση προσαρμογής, στις τρεις με τέσσερις πρώτες δεκαετίες που διήρκεσε η ανοικοδόμηση της καινούριας πρωτεύουσας, κυριαρχούσε η συμβολική μνημειακότητα, που εκφραζόταν από στοιχεία ενός “ιδεολογικού” κλασικισμού. Ταυτόχρονα, εμφανίζεται μια δευτερεύουσα τάση, που ενσάρκωνε τη “ρομαντική ιδέα”. Αυτές οι δύο τάσεις συνυπήρχαν στην ώριμή τους μορφή στη γερμανική παράδοση, και εκπροσωπήθηκαν από τους αρχιτέκτονες της συνοδείας του Όθωνα αλλά και από τους Έλληνες αρχιτέκτονες που είχαν σπουδάσει στην Ευρώπη. Οι εξελίξεις που διαμορφώνουν την αρχιτεκτονική της πόλης των Αθηνών πηγάζουν από τις εξελίξεις στο Ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, ωστόσο με πολύ πιο αργούς ρυθμούς. Οι αρχιτέκτονες που δρουν στην Αθήνα εκείνη την περίοδο έχουν φοιτήσει στις Αρχιτεκτονικές Σχολές της Κεντρικής Ευρώπης, ή σπανιότερα είναι απόφοιτοι της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Η σιγουριά που προσφέρει η χρήση των ρυθμών και των δοκιμασμένων προτύπων, καθιστά δύσκολο τον πειραματισμό με νέες τεχνικές. Επιπρόσθετα, 20

όλα τα παραπάνω συμπίπτουν χρονικά με την έντονη επιθυμία της αστικής τάξης αλλά και των κυβερνήσεων να μετατρέψουν την Αθήνα σε μια Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, σε ένα “μικρό Παρίσι”. Ακόμη, η αξιόλογη αρχιτεκτονική παράδοση της Ελλάδας δεν αφήνει ασυγκίνητους τους Έλληνες αρχιτέκτονες, που επιθυμούν να εντάξουν τον ελληνικό στοιχείο στις νέες τους συνθέσεις. Σε μια περίοδο όπου η Αθήνα έχει γίνει έρμαιο των ποικίλων “οραμάτων” των αρχιτεκτόνων και των κυβερνόντων, που θέλουν να της προσδώσουν «την σφραγίδα της κοσμοπολίτικης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας»[4], το κυρίαρχο στοιχείο του αρχιτεκτονικού κλίματος της εποχής είναι η αμφιταλάντευση. Με τον τρόπο αυτό οι αρχιτέκτονες προσαρμόζονται, σαφώς πιο αργά, στα νέα δεδομένα, μέσα από μια αφαιρετική διαδικασία στις μορφολογικές επιλογές και τις αισθητικές προτιμήσεις τους. 4. οπ. πρ. Ν.Θ Χολέβας, “Η αρχιτεκτονική της “μετάβασης” στην Αθήνα του μεσοπολέμου”, σελ. 23

15. Σκαρίφημα όψης τυπικού αστικού μεγάρου

Πηγή: “Αθηναϊκή Αρχιτεκτονική 1875-1925”, Μ.Μπίρης


Η ΝΕΑ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Η μορφολογία του ελληνικού κλασικισμού είναι προϊόν της γερμανικής επιρροής στον ελλαδικό χώρο. Από τα μέσα του 19ου αιώνα κυριαρχεί στην Αθήνα “ο νεοκλασικός Ελληνικός ρυθμός, η αρχιτεκτονική των ωραίων αναλογιών, χωρίς όμως να γεννάται

16. Ηρακλείτου 12 και Τσακάλωφ

Πηγή: “Το πρόσωπο της Αθήνας”, Ν.Βατόπουλος

μονοτονία”[4]. Τα κλασικιστικά αισθητικά ρεύματα που κυριάρχησαν στην αστική αρχιτεκτονική συνδέονται άμεσα με την ακμάζουσα νεοκλασική αισθητική της Ευρώπης. Σε μια περίοδο που είχε μόλις προηγηθεί η εθνική ανεξαρτησία, η ανάγκη για μια ενιαία πολιτισμική ταυτότητα ικανοποιήθηκε από το ρομαντικό κλασικισμό. Προκειμένου να μείνει στο παρελθόν η υποταγή και η σκλαβιά του παρελθόντος και να προβληθεί η “αστική ιδιότητα”, κάθε μορφή που υπενθύμιζε το παρελθόν απορρίπτεται. Η ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική περιθωριοποιείται, για να δώσει τη θέση της στη νέα εκσυγχρονισμένη και εξευρωπαϊσμένη αστική αρχιτεκτονική. Η αρχιτεκτονική πράξη πλέον αποκτά συμβολικό και μνημονικό χαρακτήρα, επίλεκτες αξίες. Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Εκλεκτικισμός θα αφήσει πίσω του τη λατρεία των κλασικών ρυθμών και θα στραφεί προς δευτερεύοντες και μεταγενέστερους ρυθμούς που είναι πιο εύπλαστοι και προσαρμόσιμοι, χωρίς να εκλείψουν και τα νεοκλασικά δείγματα αρχιτεκτονικής. Στα τέλη του αιώνα η Αθήνα εμφανίζεται να έχει την πιο ενιαία ρυθμολογική φυσιογνωμία, με τον εκλεκτικισμό να αφήνει πλέον τη λατρεία των παλιών κλασικών ρυθμών και να στρέφεται προς μεταγενέστερους δευτερεύοντες ρυθμούς, πιο εύπλαστους και προσαρμόσιμους στο πνεύμα της εποχής[5]. Το “πνεύμα” αυτό είναι η “μόδα” που εισάγεται και καθιερώνεται από την, κυρίαρχη αυτή την περίοδο, μεσοαστική τάξη των επαγγελματιών και των επιστημόνων.

4. Κώστας Μπίρης, “Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20ο αιώνα”, Εκδόσεις Καθιδρύματος Πολεοδομίας και Ιστορίας των Αθηνών, Αθήνα, 1966, σελ. 264 5. οπ. πρ. Κώστας Μπίρης, “Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20ο αιώνα”, σελ. 268 21


Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ 22

17. Χαιρεφώντος 12-14, Πλάκα

Πηγή: “Το πρόσωπο της Αθήνας”, Ν.Βατόπουλος

Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα αρχίζει να δημιουργείται μια πιο διακοσμητική αντίληψη, μέσα από τη χρήση συνθετότερων μορφών του κλασικισμού. Η σχεδίαση και η εφαρμογή των ρυθμολογικών στοιχείων γίνεται με μεγάλη ακρίβεια, με πολύ περιορισμένες αποκλίσεις. Η συνεχής επανάληψη των σταθερών μορφών, η πειθαρχία στους κανόνες ρυθμού και η προσαρμογή στα τυποποιημένα συστήματα των όψεων λειτούργησε για αρκετές δεκαετίες ως σχεδιαστικό πρότυπο για την αστική αρχιτεκτονική σύνθεση. Στα πρώτα αθηναϊκά σπίτια χρησιμοποιήθηκε ο ρυθμός διακριτικά, με τη μέγιστη δυνατή απλούστευση. Στις πρώτες απλοϊκές συνθέσεις αφέθηκαν κατά μέρος οι προσδοκίες για επιβλητικές και πολυδάπανες μορφές και επανήλθαν οι πραγματικές αρετές του ρυθμού, όπως η λιτότητα της διακόσμησης, η οπτική αυτάρκεια της αδιάσπαστης επιφάνειας, τα ευθύγραμμα όρια, η γεωμετρική ευκρίνεια, η αυτονομία των στοιχείων και η αυθύπαρκτη διάταξη των κυβικών όγκων. Σταδιακά, η αθηναϊκή αρχιτεκτονική πέρασε σε μια εξελικτική φάση όπου δέχτηκε προσμίξεις και επιρροές στα μορφολογικά χαρακτηριστικά της, στα πλαίσια της αναζήτησης του “αυθεντικού”. Το χαρακτηριστικό αθηναϊκό σπίτι του κλασικισμού έχει διαμορφωθεί πλήρως περί το 1870 και αποτελεί μια οντότητα πλήρως προσαρμοσμένη στις συνθήκες της αστικής ζωής. Συνήθως τα κτίρια είναι διώροφα ή τριώροφα και περιλαμβάνουν οροφοδιαμερίσματα με – τις περισσότερες φορές εσωτερικά- κλιμακοστάσια. Το αθηναϊκό σπίτι χάνει την μέχρι τότε αίσθηση υπαίθριου περιβάλλοντος, οι αυλές και οι ημιυπαίθριοι χώροι συρρικνώνονται, ενώ οι πρασιές και οι ιδιωτικοί κήποι εκλείπουν από την αστική εικόνα. Μεγάλο μέρος της πρόσοψης συχνά “θυσιάζεται” για την κατασκευή χωριστής εξώθυρας για κάθε οροφοδιαμέρισμα. Στην κατανομή του χώρου παρατηρείται μια πληθωρική αντιμετώπιση με φαρδείς διαδρόμους, μεγάλες διαστάσεις δωματίων και μεγάλα εσωτερικά ύψη που έφταναν τα τεσσεράμισι μέτρα.


18. Χάριτος 1 και Ηροδότου, Κολωνάκι, 19. Προαιρεσίου και Πύρωνος 3, Παγκράτι

Πηγή: “Το πρόσωπο της Αθήνας”, Ν.Βατόπουλος

Η καλλιτεχνική παραγωγή που συνόδευε την οικοδόμηση ακόμη και των πιο απλών αθηναϊκών σπιτιών, ήταν μια αυτονόητη κατάσταση, σχεδόν υποχρέωση των κατοίκων. Σε ό,τι αφορούσε τις καλλιτεχνικές ποιότητες δεν υπήρχε ιεράρχηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα πιο απλά αθηναϊκά σπίτια είχαν τον ίδιο πλούτο. Όπως είναι φυσικό, οι αρχοντικές μονοκατοικίες ξεχώριζαν για τον επιβλητικό διάκοσμο, τα ακριβά υλικά εφαρμογής και τις ανέσεις στο εσωτερικό τους. Ακόμη και τα απλούστερα σπίτια, είχαν άψογα μορφολογημένες λεπτομέρειες, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, όπως οι εξώθυρες με τα ξυλόγλυπτα φύλλα που οδηγούσαν στα κομψά (συνήθως ξύλινα) κλιμακοστάσια που οδηγούσαν σε κάθε οροφοδιαμέρισμα. Όλες οι επιφάνειες των τοίχων και των ταβανιών δεν ήταν απλώς υδροχρωματισμένες αλλά συχνά καλύπτονταν με έγχρωμες διακοσμήσεις, ενώ οι οροφές είχαν

σπουδαίες οροφογραφίες με αναγεννησιακά, πομπηϊανά, μανιεριστικά και κλασικά θέματα. Υπήρξε επίσης και πρόοδος της ξυλογλυπτικής, η οποία οφειλόταν αρκετά στο καλής ποιότητας ξύλο από την Σουηδία και εφοδίασε τα κτίρια με άριστης ποιότητας κουφώματα και εσωτερικές επενδύσεις. Επιπλέον, εμφανής ήταν η εξέλιξη της διακοσμητικής μαρμαροτεχνίας, στα τζάκια, τα στηθαία των εξωστών και των κλιμακοστασίων, και της σιδηρουργίας των λεπτομερέστατων κιγκλιδωμάτων. Ενώ η “κοσμητογραφία” όδευε προς την κορυφή της εξέλιξής της, η οικοδομική έκανε σημαντικές προόδους. Παράλληλα με τις παραδοσιακές μεθόδους λίθινης τοιχοποιίας και των ξύλινων πατωμάτων, άρχισαν να χρησιμοποιούνται εξελιγμένες θολοδομίες και συναφείς μικτές κατασκευές με τη χρήση σιδηρών δοκών διπλού ταφ, από την σιδηροβιομηχανία της Ευρώπης. Εκτεταμένη ήταν η χρήση της θηραϊκής γης στις θεμελιώσεις και τις τοιχοποιίες, ιδίως στα κτίρια της εύπορης τάξης. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους άρχισε να εντάσσεται στην οικοδομική το οπλισμένο σκυρόδεμα. Αρχικά αντικατέστησε τα ξύλινα και θολωτά πατώματα, και εν μέρει τις σιδηροδοκούς, ενώ αργότερα χρησιμοποιήθηκε με τη μορφή πλακοδοκών επί τοιχοποιίας ως μέρος του φορέα, και επέτρεψε τη γεφύρωση μεγαλύτερων ανοιγμάτων και την ανοικοδόμηση πολυώροφων κτιρίων. Τυπολογικά, κάθε οροφοδιαμέρισμα είχε πρόσβαση στο ισόγειο από ένα κεντρικό (εσωτερικό συνήθως) κλιμακοστάσιο, από το οποίο ανεβαίνοντας οδηγούνταν κανείς στην κεντρική είσοδο της κατοικίας. Αυτή η αυτοτέλεια της ιδιωτικής αθηναϊκής κατοικίας είναι μία αξιόλογη λειτουργική αρχή. Εισερχόμενος κανείς στο διαμέρισμα βρισκόταν στον προθάλαμο που οδηγούσε στα δωμάτια της κατοικίας. Τα δωμάτια εκείνα που “έβλεπαν” προς το δρόμο χρησίμευαν για την υποδοχή των ξένων και ως σάλες και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με μεγάλες πολύφυλλες πόρτες. Ενώ ο αθηναϊκός κλασικισμός διακρινόταν για την ποιοτική απόδοση των αρχιτεκτονικών μορφών, φαίνεται ότι 23


υστερούσε αρκετά ως προς την κατασκευαστική συνέπεια, και γενικότερα την οικοδομική πληρότητα. Ο λόγος που δεν επιδιωκόταν η άρτια και σύμφωνη με τα ευρωπαϊκά πρότυπα τεχνολογική εφαρμογή είναι τα δυσθεώρητα για την εποχή οικονομικά ύψη. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα στην κατασκευή επικρατούν οι παραδοσιακές μέθοδοι, ενώ για τις πλαστικές λεπτομέρειες των όψεων επικρατούν τα τραβηχτά κονιάματα, έναντι της λαξευτής μαρμαρικής. Τη φέρουσα κατασκευή συνήθως αποτελούσε μια πρόχειρα επεξεργασμένη ημιλαξευτή τοιχοποιία, από φυσικούς λίθους, πωρόλιθο Πειραιά ή, τον ανθεκτικότερο, πωρόλιθο Αίγινας. Οι ξυλοδεσιές έχουν ήδη καταργηθεί. Στα συνηθισμένα διώροφα ή τριώροφα σπίτια οι φέροντες τοίχοι είχαν πάχος στη βάση τους 60-70 εκατοστά, μειούμενο κατά περίπου πέντε εκατοστά ανά όροφο. Η θεμελίωση έφτανε στο βάθος των 80 εκατοστών μέχρι ένα μέτρο κάτω από το επίπεδο του εδάφους. Στις αστικές οικοδομές είχε επικρατήσει η κατασκευή ενός ημιυπογείου χώρου, προκειμένου να απομονώνεται η υγρασία του εδάφους από τον υπερκείμενο όροφο κατοικίας. Αρκετές φορές στο σώμα της λίθινης τοιχοποιίας παρεμβάλλονταν στρώσεις τούβλων (σενάζ οπτοπλίνθων), για την αρτιότερη έδραση των υπερκείμενων μαζών. Οπτόπλινθοι επίσης χρησιμοποιούνταν ανάμεσα στους λαξευτούς λίθους των ορθοστατών των ανοιγμάτων, στην κατασκευή των ανακουφιστικών τόξων για τη δημιουργία ανοιγμάτων καθώς και στους εσωτερικούς τοίχους. Αργότερα, για την κάλυψη των ανοιγμάτων χρησιμοποιήθηκαν μεταλλικές δοκοί διατομής Γ ή διπλού Τ, ανάμεσα στις οποίες τοποθετούνταν στρώσεις τούβλων. Στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα έγιναν γνωστοί οι “χαμηλωμένοι θόλοι”, οι οποίοι αποτελούνταν από τούβλα τοποθετημένα όρθια ή πλαγιαστά, έτσι ώστε τα ακραία να στηρίζονται στα μεταλλικά δοκάρια διατομής διπλού Τ, που γεφύρωναν το χώρο σε παράλληλη διάταξη σε μικρές αποστάσεις (60-80 εκατοστά). Στις καλύτερες κατασκευές χρησιμοποιούνταν υδραυλικά κονιάματα (πρόσμιξη άμμου και θηραϊκής γης), ενώ το πιο σύνηθες ήταν η χρήση ασβεστοκονιάματος με 24

ποταμίσια άμμο και επιχρίσματα με λεπτή άμμο θαλάσσης. Τα πατώματα ήταν εξ’ ολοκλήρου ξύλινα και η κατασκευή τους ήταν λίγο πολύ κοινή στα περισσότερα σπίτια. Τοποθετούνταν δοκάρια από πελεκητή ξυλεία σε απόσταση περίπου μισού μέτρου, τα κενά διαστήματα πληρώνονταν με χώμα (ψευδοπάτωμα) για να επιτευχθεί μια στοιχειώδης μόνωση, και πάνω στην επιφάνεια των δοκαριών καρφώνονταν απευθείας οι σανίδες του πατώματος. Από την κάτω πλευρά των δοκαριών καρφώνονταν πήχεις και επάνω τους –με κάθετη σε αυτούς φορά- οι οροφοπήχεις (μπαγδατί). Το ξύλο χρησιμοποιήθηκε κατά κανόνα και για την κατασκευή των στεγών.

20. Πατησίων 64

Πηγή: “Το πρόσωπο της Αθήνας”, Ν.Βατόπουλος


ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ

Ο βασικός τύπος μονοκατοικίας, που εισήχθη από τη Γερμανία, και για χρόνια δέσποζε στην αστική αρχιτεκτονική ήταν το αστικό μέγαρο. Ο τύπος αυτού του κτιρίου , το «μέγαρο» των πλουσίων λειτούργησε ως υπόδειγμα για την ευρύτερη «πάνδημη» ιδιωτική αρχιτεκτονική. Τα μεσοαστικά σπίτια αποτέλεσαν λίγο πολύ τις οικονομικές παραλλαγές των μνημειακών προτύπων τους[6]. Αυτό βέβαια συμβαίνει ως το βαθμό που τα κτίρια αυτά μπορούν να είναι λειτουργικά και να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της ιδιωτικής ζωής του μέσου Αθηναίου. Παρατηρείται ότι ορισμένες λειτουργικές ιδιαιτερότητες του αστικού σπιτιού ανταποκρίνονται σε χαρακτηριστικές αλλαγές στους κανόνες της καθημερινής ζωής. Για παράδειγμα, η ιδιωτικότητα τονίζεται με την κατάργηση της αυλής και τη μετατροπή του προθάλαμου υποδοχής από ημιυπαίθριο προαύλιο σε εσωτερικό χωλ. Επίσης παρατηρείται μια αύξηση των χώρων υποδοχής, ακόμη και στα μεσοαστικά σπίτια, που εξυπηρετούν στην κοινωνική προβολή των ενοίκων του. Η κάτοψή του είναι τριμερής και έχει απλή συμμετρική διάταξη με ορθολογική διάρθρωση. Η κατανομή των κύριων και δευτερευόντων (βοηθητικών) στοιχείων γίνεται διατηρώντας τη λειτουργικότητα, χωρίς ωστόσο να διαταράσσεται η γεωμετρική δομή του συνόλου και η άκαμπτη μορφολογία της όψης. Το χωλ τοποθετείται στο κέντρο του ισογείου και πλάι σε αυτό βρίσκονται οι αίθουσες υποδοχής ή γραφείων. Στο πίσω μέρος της κάτοψης του ισογείου υπάρχει η κουζίνα και η τραπεζαρία. Το κλιμακοστάσιο, συνήθως με πρόθεση μνημειακής έκφρασης, βρίσκεται στον κεντρικό άξονα του ισογείου και οδηγεί σε παρόμοια διάταξη στον όροφο, όπου 6. οπ. πρ. Κώστας Μπίρης, “Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20ο αιώνα”, σελ. 264

21. Μπενιζέλου 4 και Απόλλωνος, Πλάκα

Πηγή: “Το πρόσωπο της Αθήνας”, Ν.Βατόπουλος

25


22. Αστικά αρχοντικά σπίτια στο κέντρο της Αθήνας Πηγή: “Αθηναϊκή Αρχιτεκτονική 1875-1925”, Μ.Μπίρης

26

φιλοξενούνται τα δωμάτια διαμονής. Συνήθως τα κτίρια αυτού του είδους διαθέτουν ημιυπόγειο που φιλοξενούνταν οι δευτερεύουσες χρήσεις, όπως οι αποθήκες, βοηθητικοί χώροι και τα δωμάτια του προσωπικού. Μορφολογικά, στο γενικό όγκο κυριαρχεί συνήθως ο κυβικός συμπαγής χαρακτήρας. Η όψη ακολουθεί την κλασικιστική λογική της οριζόντιας διαίρεσης της σύνθεσης σε «βάσιν», «κορμόν» και «στέψιν». Οι γενικές αναλογίες της πρόσοψης των αθηναϊκών μεγάρων, που ήταν συχνά διώροφα ή τριώροφα, επέτρεπαν μονό αριθμό ανοιγμάτων (συνήθως τρία ή πέντε), με σταθερή διαίρεση, όπου το κεντρικό είχε μεγαλύτερο (αν όχι διπλάσιο) πλάτος από τα πλαϊνά μέρη. Για τις διώροφες κατοικίες, η απλούστερη τριμερής διάρθρωση με την κεντρική είσοδο και τον εξώστη στον όροφο αποτελούσε ένα βασικό και επαναλαμβανόμενο σχήμα που διατηρήθηκε ως την όψιμη φάση του κλασικισμού του 20ου αιώνα. Η προσθήκη μιας πλαϊνής εισόδου (συνήθως στις διπλοκατοικίες) δημιουργούσε μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή στην αρχική τυπολογία. Συχνή είναι η προεξοχή του κεντρικού τμήματος της σύνθεσης που στέφεται με αέτωμα, σφραγίδα της μνημειακότητας της σύνθεσης. Από την όψη με την επιμελώς λαξευμένη λιθοδομή δε λείπουν οι αρμονικές, κλασικές αναλογίες, η ποικιλία στη διακόσμηση του θριγκού και η στέψη των μεσαίων ανοιγμάτων με κεραμικά πλακίδια. Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, οι δομές εσωτερικής οργάνωσης αυτών των κτιρίων παρέμενα σχεδόν ίδιες με αυτές του τέλους του 19ου. Αντίθετα, η εξωτερική μορφολόγηση ήταν πιο δεκτική σε μεταβολές, όπως επίσης και η διακόσμηση εσωτερικά. Το αισθητικό αποτέλεσμα αυτής της περιόδου απεικόνιζε τη μετάπτωση της αρχιτεκτονικής έκφρασης από το δογματισμό και την ομοιογένεια στην συγκρότηση του ρυθμού, προς ένα πιο εύπλαστο κράμα, αυτό του εκλεκτικιστικού στιλ. Οι προσμίξεις αυτές ήταν σε λογικές δόσεις, χωρίς να αποσυντίθεται το κλασικιστικό ιδίωμα.


ΟΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΚΑΙ 20ου ΑΙΩΝΑ

Τα πρώτα βήματα της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής συμπίπτουν με την εγκαθίδρυση της Βασιλείας του Όθωνα, και πιο συγκεκριμένα με τη μόνιμη παρουσία πολλών Βαυαρών μηχανικών και τεχνιτών αλλά και την περιοδική πρόσκληση διαφόρων Ευρωπαίων (κυρίως Γερμανών) αρχιτεκτόνων για την ανάθεση συγκεκριμένων έργων. Με τον τρόπο αυτό σχεδιάστηκε και χτίστηκε ένα μεγάλο μέρος των σημαντικότερων νεοκλασικών μνημείων της σύγχρονης Ελλάδας. Οι Γερμανοί που δούλεψαν ή εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα αποτέλεσαν με τα έργα τους πρότυπα για τους μετέπειτα Έλληνες μηχανικούς, που διέδωσαν τη νέα αυτή αρχιτεκτονική σε όλη τη χώρα. Ωστόσο ο νεοκλασικισμός που καθιερώθηκε στην Ελλάδα παρουσιάζει ιδιομορφίες που τον διαφοροποιούν σαφώς από τον Ευρωπαϊκό. Η χρονική καθυστέρηση στην υιοθέτηση των αρχιτεκτονικών ρευμάτων, η πιο “πιστή” απόδοση των αρχαίων προτύπων και η λιτότητα λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών οδήγησε στο να λείψουν οι ακρότητες και τα υπερβολικά μεγαλόπνοα έργα.

27


ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΝΣΕΝ

Γεννήθηκε το 1813 στην Κοπεγχάγη της Δανίας. Σπούδασε στη Σχολή Αρχιτεκτονικής της Κοπεγχάγης, όπου αποφοίτησε το 1831. Παρέμεινε στην Κοπεγχάγη ως το 1836 όπου εργάστηκε στην Αρχιτεκτονική Σχολή ως βοηθός διδάσκοντα. Το 1838, μετά από παρότρυνση του αδερφού του Χριστιανού Χάνσεν, επίσης αρχιτέκτονα, που εργαζόταν στην Αθήνα, έρχεται στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Στο διάστημα μέχρι το 1843 φέρεται να ασχολείται με την κατάρτιση, την οργάνωση και την μεταφορά τεχνογνωσίας στο ακόμα αδύναμο Αθηναϊκό Πανεπιστήμιο. Παράλληλα μελέτησε επισταμένως τα γνήσια κλασσικά και Ελληνιστικά

28

24, 25. Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος Όψη οδού Πανεμπιστημίου (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο), Αναγνωστήριο (Πηγή: http://www.dinfo.gr)

23. προσωπογραφία του Θεόφιλου Χάνσεν Πηγή: https://alchetron.com/Theophil-Hansen

μνημεία της πόλης, αποτυπώνοντας έτσι γνήσια στοιχεία, που αργότερα θα ανατυπώσει στα κτίριά του. Εστίασε σε ιδιαιτέρως εξεζητημένα θέματα για την εποχή, όπως οι χρωματισμοί των κλασσικών έργων αλλά και τα Βυζαντινά μνημεία. Δεν έμεινε μόνο στη μελέτη, αλλά συμμετείχε και σε αναστηλώσεις. Ο Θεόφιλος Χάνσεν θα έχει τη


Εθνική Βιβλιοθήκη και το Ζάππειο Μέγαρο (πάτησε πάνω στα υπάρχοντα σχέδια του Φ.Μπουλανζέ και υλοποιήθηκε με μεγάλες μετατροπές).

26. Το κτίριο της Ακαδημίας Αθηνών - Όψη επί της οδού Πανεπιστημίου (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο)

δυνατότητα να μελετήσει, να σχεδιάσει, να αποτυπώσει, να αναστηλώσει τα αρχαία μνημεία και να τα χρησιμοποιήσει ως πρότυπα στα αρχιτεκτονικά του δημιουργήματα. Το 1842 αναλαμβάνει το πρώτο προσωπικό κτίριο της καριέρας του, που είναι το Αστεροσκοπείου στο λόφο των Νυμφών, δωρεά του Έλληνα επιχειρηματία, Γεωργίου Σίνα. H γνωριμία τους θα καθορίσει απόλυτα τη ζωή και την επαγγελματική πορεία του Th. Hansen. Ακολουθεί το μέγαρον Δημητρίου - ξενοδοχείον της Μεγάλης Βρετανίας έναντι των ανακτόρων. Τα δύο αυτά κτίρια θεωρούνταν από τότε σημαντικά. Υπήρξε γεννήτορας του Ελληνικού νεοκλασικισμού, που μελετώντας τα γνήσια Ελληνικά μνημεία στην αρχή της καριέρας του, δημιούργησε μερικά από τα σημαντικότερα, παγκοσμίως γνωστά νεοκλασικά κτίρια, σε Ελλάδα & Αυστρία. Στην ελληνική πρωτεύουσα σχεδίασε το Αστεροσκοπείο Αθηνών, την Ακαδημία Αθηνών (την οποία επέβλεψε ό τότε βοηθός του Ερνέστος Τσίλλερ), την

27. Το Αστεροσκοπείο Αθηνών (πηγή: http://www.frapress.gr/politismos)

28. Το Ζάππειο Μέγαρο (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο) 29


ΕΡΝΕΣΤΟΣ ΤΣΙΛΛΕΡ

Ο Ερνέστος Τσίλλερ ήταν Γερμανός αρχιτέκτονας από τη Σαξονία, ο οποίος έδρασε στη Βιέννη και την Ελλάδα κατά τον 19ο και 20ό αιώνα. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και διασημότερους αρχιτέκτονες στην ελληνική επικράτεια σχεδιάζοντας και επιβλέποντας εκατοντάδες κτήρια. Σπούδασε αρχιτεκτονική στη Βασιλική Σχολή Οικοδόμησης στη Δρέσδη την περίοδο 1855 - 1858 και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Βιέννη, όπου προσελήφθη ως σχεδιαστής στο γραφείο του Θεόφιλου Χάνσεν. Το 1912 είχε ήδη στολίσει την Αθήνα με πολλά από τα αριστουργήματά του. Σχεδίασε πάνω από 900 κτίρια, μεταξύ των οποίων η Ακαδημία, η Εθνική Βιβλιοθήκη το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το Παναθηναϊκό Στάδιο και το Ζάππειο Μέγαρο. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1923.

30

30. Βασιλικό Θέατρο

Πηγή : http://www.alfavita.gr/arthron/koinonia

Ο Ερνέστος Τσίλλερ ανήκει στους αρχιτέκτονες που επέδρασαν στην κτηριολογία και στην οικοδομική της Αθήνας, με τη δημιουργία μιας “φορτωμένης νεοκλασικής αναγέννησης με ρωμαϊκά στοιχεία”[1]. Είναι ο κύριος εκφραστής των κλασικιστικών τάσεων του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα και στο έργο του στον Ελλαδικό χώρο διαπιστώνουμε την ωρίμανση του ύφους του. Το 1860 ο Τσίλλερ έρχεται στην Ελλάδα ως βοηθός του Χάνσεν και αναλαμβάνει την επίβλεψη των έργων του. Από το 1870 ήδη αναλαμβάνει δικές του δουλειές, οι οποίες είναι μια μακροσκελής λίστα από ανάκτορα, δημαρχεία, δικαστήρια, θέατρα, μουσεία, εκκλησίες και άλλα δημόσια κτίρια, καθώς και μια σειρά από ιδιωτικές κατοικίες. Έργα του βρίσκουμε τόσο στην Αθήνα όσο στην περιφέρεια. Από το έργο του δε λείπει φυσικά η ενασχόληση με την αρχαιολογία, αφού συμμετείχε ενεργά σε ανασκαφές και έγραψε αξιόλογες αρχαιολογικές μελέτες. Οι αρχιτεκτονικές του συνθέσεις είναι ιδιαίτερα φορτωμένες, χωρίς αυτό να υποβιβάζει την καλαισθησία και τις ωραίες 29. Προσωπογραφία του Ερνέστου Τσίλλερ Πηγή : http://www.alfavita.gr/arthron/koinonia

1. Ιωάννης Τραυλός, “Νεοκλασική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα”


εξωτερική διακόσμηση, ακριβώς κάτω από το γείσο. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό γνώρισμα που συναντάται συχνά σε αυτό τον τύπο κατοικίας του Τσίλλερ είναι η κυριαρχία ενός πύργου, με κυκλικό, τετράγωνο ή πολυεδρικό σχήμα. Ο πύργος γίνεται απαραίτητο διακοσμητικό στοιχείο και αποτελεί σαφή αναφορά στη μεσαιωνική κυριαρχία.

31. Μέγαρο Συγγρού

Πηγή : http://www.lifo.gr/team/sansimera/58597

αναλογίες. Ο Τσίλλερ θεωρεί ότι η εγχώρια αρχιτεκτονική πρέπει να διακρίνεται από το ελληνικό της χρώμα και γι’ αυτό παρατηρείται, ιδίως στις κατοικίες που σχεδιάζει, μια τάση προς το “βυζαντινισμό”[2]. Για το λόγο αυτό καταφέρνει τα έργα του να επιβληθούν μορφολογικά και να διατηρήσουν στην Ελλάδα αμείωτο το ενδιαφέρον του κλασικισμού. Παρόλο που ο Τσίλλερ κινήθηκε μέσα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, κατόρθωσε να δώσει στο έργο του πρωτότυπο χαρακτήρα και να το κρατήσει σε πολύ υψηλό επίπεδο. Ο «εκλεκτικισμός» του Τσίλλερ διαθέτει μια ισορροπία και μια μορφολογική ενότητα χάρη στον σεβασμό που έδειξε ο ίδιος απέναντι στις τοπικές συνθήκες και τις κοινωνικές ανάγκες. Πιο συγκεκριμένα, στον τύπο της εξοχικής κατοικίας, που θα αναφερθούμε εκτενέστερα στην συνέχεια, είναι βαθιά επηρεασμένος από τη γερμανική και αγγλική αγροτική αρχιτεκτονική. Χαρακτηριστικό γνώρισμα που χρησιμοποιείται στην πλειοψηφία των παραθεριστικών κατοικιών που σχεδίασε είναι η ξύλινη 2. Δημήτρης Φιλιππίδης, “Νεοκλασική Αρχιτεκτονική”

32. Ξενοδοχείο Μπάγκειον, 33. Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης Πηγή : http://www.lifo.gr/team/sansimera/58597

31


ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΚΑΥΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ 32

Γόνος της μεγάλης θεσσαλονικιώτικης οικογενείας Σπανδωνή, ο αρχιτέκτων Λύσανδρος Καυταντζόγλου, γεννήθηκε το 1811 στη Θεσσαλονίκη. Στην Επανάσταση του 1821, φυγαδεύτηκε με την οικογένειά του στην Γαλλία. Ύστερα από πολυετείς σπουδές αρχιτεκτονικής,1824 - 1836, στην Ακαδημία του Αγίου Λουκά στη Ρώμη, δοκίμασε να εγκατασταθεί, το 1838, στην Ελλάδα, αλλά απέτυχε. Για το λόγο αυτό, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου έφτασε τελικά στην Ελλάδα το 1843, όπου διορίστηκε διευθυντής του Σχολείου των Τεχνών, μετέπειτα Πολυτεχνείου. Έθεσε τις βάσεις για την οργάνωση και την ανάπτυξη του Ιδρύματος και ήταν βασικός παράγοντας της ανέγερσης του κτηριακού συγκροτήματος του Πολυτεχνείου, του οποίου κατέστρωσε τα σχέδια.

34. Προσωπογραφία του Λύσανδρου Καυταντζόγλου

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λύσανδρος-Καυταντζόγλου

35. Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λύσανδρος-Καυταντζόγλου

Ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου, όντας ένας από τους εξέχοντες αρχιτέκτονες του 19ου αιώνα, υπήρξε άτεγκτος οπαδός του ορθόδοξου κλασικισμού. Ως διευθυντής του Σχολείου των Τεχνών εκφώνησε μια σειρά από πανηγυρικούς λόγους τονίζοντας κάθε φορά το θαυμάσιο ιδεολόγημα της «ελληνικής τέχνης», ήτοι την επιστροφή των τεχνών στην κοιτίδα τους, στην ελεύθερη πια Ελλάδα, για να λάμψουν όπως πρώτα. Μάλιστα τότε η ονομασία της αρχιτεκτονικής ήταν «ελληνική», αντί του σημερινού όρου νεοκλασική. Βέβαια αξίζει να επισημάνουμε ότι, ενώ δήλωνε πιστός στο κλασικό ιδεώδες, έχοντας εκπαιδευθεί σε μια ακαδημία της Ευρώπης, σχεδιάζει σπουδαία δημόσια κτήρια –Αρσάκειο και Πολυτεχνείο– στα οποία υπάρχουν άμεσες αναφορές και στη Ρώμη και στην Αναγέννηση. Ήταν λάτρης της αρχαίας ελληνικής τέχνης, προσκολλημένος στο ρομαντικό κλασικισμό και ευαίσθητος απέναντι στη βυζαντινή αρχιτεκτονική. Η αρχιτεκτονική του θα θαυμάζεται εσαεί έχοντας αφήσει τα σημάδια της λαμπρής τέχνης του μέσω των έργων του που συγκαταλέγονται στα νεότερα ιστορικά μνημεία.


Κόσμησε με λαμπρά έργα του την ελληνική πρωτεύουσα. Κάποια από αυτά είναι το Αρσάκειο Παρθεναγωγείο, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το Οφθαλμιατρείο Αθηνών, ο ναός του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, O Ναός της Αγίας Ειρήνης στην οδό Αιόλου, η Δυτική εκκλησία και ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου. Επιπλέον έχει σχεδιάσει και πραγματοποιήσει πάνω από δεκαπέντε ιδιωτικά κτήρια σε ολόκληρη την Ελλάδα. Είχε κάνει επίσης τα σχέδια για ένα μεγαλοπρεπές πανελλήνιο ηρώο-μνημείο, ένα μικρό Πάνθεο, τα οποία, παρά το ότι βραβεύτηκαν από την Γαλλική Ακαδημία Καλών Τεχνών, τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν.

37. Αρσάκειο Μέγαρο Πηγή: http://ernstziller.blogspot.gr

36. Καθολική εκκλησία Αγίου Διονυσίου

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λύσανδρος-Καυταντζόγλου

38. Οφθαλμιατρείο Αθηνών

Πηγή: http://www.e-dimosio.gr

33


ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΛΕΑΝΘΗΣ 34

Γεννήθηκε το 1802 στο Βελβενδό Κοζάνης. Στα 18 του έφυγε για το Βερολίνο όπου σπούδασε αρχιτεκτονική. Υπήρξε λάτρης των αναγεννησιακών μορφών, τις οποίες απέδιδε με καλαισθησία και λιτότητα. Το 1828, μαζί με τον συνάδελφό του Έντουαρτ Σάουμπερτ, ήρθαν στην Ελλάδα, όπου ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας τους ανέθεσε την ευθύνη για τον σχεδιασμό δημοσίων κτιρίων. Το 1833 εκπόνησαν το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, το οποίο όμως δεν τέθηκε τελικά σε εφαρμογή γιατί κρίθηκε πολυδάπανο. Το 1834 συνέταξε τον πολεοδομικό σχεδιασμό της πόλης του Πειραιά. Τα ονομαστότερα κτίρια του Κλεάνθη ήταν ο Γοτθικός ναός στην οδό Φιλελλήνων, το μέγαρο της Αγγλικής πρεσβείας στη πλατεία Κλαυθμώνος (έχει κατεδαφιστεί), το

40. Οικία Κλεάνθη - Παλιό Πανεπιστήμιο Αθηνών Πηγή: http://www.archaiologia.gr/

41. Πύργος Δουκίσσης Πλακεντίας

Πηγή: http://paratiritirio-penteli.blogspot.gr/

39. Προσωπογραφία του Σταμάτη Κλεάνθη Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki

μέγαρο της Κοντέσσας Θεοτόκη στην οδό Σωκράτους, το μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας (Villa Ilissia σημερινό Βυζαντινό Μουσείο), ο πύργος της Δούκισσας της Πλακεντίας στη Πεντέλη (“Καστέλλον Ροδοδάφνης”) και η οικία του στην Πλάκα (στέγασε τα πρώτα 4 χρόνια της λειτουργίας του το Πανεπιστήμιο Αθηνών). Τα έργα του Κλεάνθη έχουν ιδιαίτερη αρχιτεκτονική σημασία διότι αποτελούν τα πρώτα δείγματα νεοελληνικού


42. Αγγλικανική Εκκλησία Αγίου Παύλου Πηγή: http://wikimapia.org

ΑΛΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ

μεσογειακού ρυθμού. Ήταν πολύ γνωστός στο εξωτερικό αφού ήταν ο πρώτος Έλληνας εκθέτης στην Έκθεση του “Κρύσταλ Πάλας” του Λονδίνου και στην οποία έλαβε το πρώτο χρυσό Βραβείο. Εκτός όμως των αρχιτεκτονικών του δραστηριοτήτων είχε επιδοθεί και σε επιχειρήσεις σχετικές με τη τέχνη του. Είχε εκμισθώσει τα λατομεία μαρμάρου της Τήνου, της Πάρου και τελικά της Πεντέλης, τα μάρμαρα των οποίων χρησιμοποιούσε στις επενδύσεις των κτιρίων του. Για τα δείγματα αυτά των μαρμάρων είχε τιμηθεί στο Λονδίνο με το Α΄ Χρυσό Βραβείο.

Οι Έλληνες αρχιτέκτονες εξακολουθούν να χτίζουν με την καθιερωμένη απλότητα του ελληνικού νεοκλασικισμού και ρομαντισμού. Όλα τα κτίρια αυτής της περιόδου, είτε απλούστερα είτε πιο πλούσια μορφολογικά, διατηρούν ατόφια την οικοδομική τους έκφραση. Σχεδόν πάντα υπάρχει μια μαρμάρινη βάση στο κτίριο, μαρμάρινα σκαλοπάτια, οι “πορτοσιές”, τα πήλινα ακροκέραμα, καθώς και τα μπαλκόνια με τα ατόφια μαρμάρινα διακοσμητικά φουρούσια. Όλα αυτά φυσικά δε θα μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς τους άριστους τεχνίτες, με την έμφυτη δεξιοτεχνία τους στο χειρισμό του μαρμάρου, του ξύλου, του μετάλλου και της πέτρας. Στα εκατό χρόνια που επικρατούσε η νεοκλασική αρχιτεκτονική, δεν έπαψε παράλληλα και η πηγαία λαϊκή δημιουργία, που διατήρησε την παράδοση του γραφικού αθηναϊκού σπιτιού. Οι προδιαγραφές για το σπίτι αυτό αντιπροσώπευαν τις πραγματικές ανάγκες της καθημερινής ζωής των κατοίκων, όπως η προσαρμογή στο κλίμα και η λειτουργικότητα.

35


ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ου ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΗΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ 36

Ο τύπος δεύτερης κατοικίας πρωτοεμφανίζεται στα Ρωμαϊκά χρόνια, όπου οικοδομούνταν δεύτερες κατοικίες έξω από τις πόλεις με ονομασία “villa rustikana” και “villa suburbana”. Στην Ελλάδα αυτός ο τύπος κατοικίας ως το 1880 ήταν ελάχιστα διαδεδομένος. Μετά το 1880 (επί Βασιλέως Γεωργίου Α’) ανεγείρονται σεβαστός αριθμός επαύλεων στις παρυφές των μεγάλων αστικών κέντρων της Ελλάδας. Τα εξοχικά σπίτια αποτελούν ξεκάθαρα ιδιωτικά οργανωμένη, ασχεδίαστη δόμηση, που αντιβαίνει προς οτιδήποτε θυμίζει την συλλογικότητα της πόλης. Ο χαρακτήρας της δόμησης αυτής είναι άμεσα συνυφασμένος με την προσωρινότητα, παρόλο που οι συνοικισμοί των παραθεριστικών κατοικιών αποτελούν προπομπούς αστικής ανάπτυξης.

Η πλουτοκρατική τάξη εισάγει τη δεύτερη κατοικία, μια κατοικία παραθεριστικού/εξοχικού τύπου, στα προάστια της Αθήνας. Επιθυμεί την απομάκρυνση, έστω και προσωρινά, από τη θορυβώδη πόλη της Αθήνας, που, ιδίως το καλοκαίρι, υποφέρει από ζέστη, σύννεφα σκόνης, έλλειψη πρασίνου και λειψυδρία. Οι νέοι αστοί θα ανακαλύψουν ξανά τα αγαθά της υπαίθρου, που αποτελεί συνδυασμό «αισθητικής απόλαυσης και υγιεινής διαβίωσης, κρατώντας αισθητή απόσταση ασφαλείας»[1]. Ακόμη, οι αστοί αντιμετωπίζουν τα προάστια ως εκδρομείς, γνωρίζοντας ότι δε θα εγκατασταθούν ποτέ εκεί, αντίληψη που κατά την εποχή του μεσοπολέμου θα ανατραπεί μαζικά. Η ένταξη του αθηναϊκού πληθυσμού στην ύπαιθρο της Αττικής είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ύπαρξη ελεύθερου χρόνου. Αυτό εκ των πραγμάτων περιορίζει τα κοινωνικά στρώματα που μπορούν να «αποσυρθούν» στις εξοχικές τοποθεσίες αποκλειστικά στην οικονομική ολιγαρχία της πόλης. 1. Δημήτρης Φιλιππίδης, “Προάστια και εξοχές της Αθήνας του ‘30”, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 2006, σελ. 13


Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ

Κοινό γνώρισμα όλων των προαστιακών περιοχών είναι η δόμηση ανεξάρτητων μεταξύ τους κτισμάτων κατοικίας. Κάθε σπίτι περιβάλλεται από κήπο, έχει επομένως την ευχέρεια να ακολουθεί οποιοδήποτε περίγραμμα, ανάλογα με τη διάταξη των δωματίων και των εξωστών. Όσες μεταμορφώσεις και να υποστεί ένα προάστιο, η αρχή του ελεύθερα οργανωμένου περιγράμματος της κατοικίας είναι μια ιδιότητα που μένει αναλλοίωτη στο χρόνο.

44. Έπαυλη “Κόλυμβος”

Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

43. Βίλλα “Κλήματα” _ Διέθετε έναν από τους πιο πλούσιους και ξακουστούς κήπους της Κηφισιάς Πηγή: “Αρχόντισσα Κηφισιά”, Μ.Σιμώνη-Λιόλιου

Σε ό,τι αφορά το μορφολογικό τομέα, η αρχιτεκτονική σχεδίαση της δεύτερης κατοικίας πρέπει να είναι κλασικιστική αλλά να διαφέρει και από το μέγαρο των Αθηνών. Η βίλα οφείλει να εντάσσεται αρμονικά στο τοπίο της Κηφισιάς και να παρουσιάζει μια ρομαντική σύνθεση. Οι μεγαλοαστοί ιδιοκτήτες των επαύλεων, που είχαν εικόνες από τα ευρωπαϊκά κτίρια, βρίσκουν ότι

η αρχιτεκτονική αυτή ταιριάζει περισσότερο στο πράσινο τοπίο της Κηφισιάς. Με τον τρόπο αυτό, δίνεται στις επαύλεις ένα “ρομαντικό” ύφος. Η έπαυλη που θα προκύψει πρέπει να εναρμονίζεται με το Ελληνικό τοπίο σε μια σύνθεση που θα εντυπωσιάζει. Σε αυτό το πνεύμα, πολλοί αρχιτέκτονες, ανάμεσά τους και ο Ερνέστος Τσίλλερ, για να πετύχουν το στοιχείο του εντυπωσιασμού επιχειρούν τον συνδυασμό περισσοτέρων του ενός ρυθμού. Βασικό χαρακτηριστικό των εξοχικών προαστιακών κατοικιών είναι ότι αντλούν τις μορφές τους από την αγροτική, λαϊκή αρχιτεκτονική της κεντρικής Ευρώπης. Η ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική ήταν συνδεδεμένη με τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και τα περισσότερα μορφολογικά στοιχεία θεωρούνταν καταβολές της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Μετά την απελευθέρωση, οι Έλληνες του νεοσύστατου κράτους επιθυμούν την απαλλαγή τους από οτιδήποτε μπορεί να θυμίζει τον 37


45. Βίλλα “Mon Plaisir” - αγροτική κατοικία τύπου κεντρικής Ευρώπης Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

46. Βίλλα Έλλη _ Έχει κατεδαφιστεί

Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

τουρκικό ζυγό, συμπεριλαμβανομένης της αρχιτεκτονικής. Ακόμη ένας λόγος που τα κεντρο-ευρωπαϊκά πρότυπα κυριαρχούν ήταν διότι οι αρχιτέκτονες που ασχολήθηκαν με τις Ελληνικές εξοχικές επαύλεις ήταν κυρίως Γερμανομαθείς. Εκτός του ότι αγνοούσαν την παραδοσιακή ελληνική αρχιτεκτονική, συνέθεταν αρχιτεκτονική σύμφωνα με τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής τους παιδείας. Τέλος, υπάρχει έντονη σύγκρουση ανάμεσα στους ομογενείς και τους ντόπιους μεγαλοαστούς, εκ των οποίων οι μεν οικοδομούν κατά τα Ευρωπαϊκά πρότυπα ενώ οι δε σύμφωνα με την ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική.

47. Βίλλα Ανεμώνη

Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

38


ΚΑΤΗΓΟΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΙΩΝ - ΤΑ ΣΤΙΛ

Πολλοί αρχιτέκτονες, όπως ο Ερνέστος Τσίλλερ και ο Χάνσεν σχεδίασαν κτίρια που χαρακτηρίζονται από τη μείξη αρχιτεκτονικών ρυθμών, εμπνεόμενοι σε μεγάλο βαθμό από την αγροτική αρχιτεκτονική της Κεντρικής Ευρώπης. Οι κατοικίες που προέκυψαν μπορούν να διακριθούν σε: • Νεοκλασικές • Ειδυλλιακές ή γραφικές (picturesque) • Εκλεκτικιστικές Στην κατηγορία των εκλεκτικιστικών κατοικιών συμπεριλαμβάνονται οι: • Μεσαιωνικές • Φρουριακές (γοτθικές, νεοβυζαντινές) 49. Ειδυλλιακή κατοικία στην συμβολή των οδών Κασσαβέτη και Λαδά Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

48. Οικία Δέλτα _ Φρουριακό δείγμα αρχιτεκτονικής Πηγή: “Αρχόντισσα Κηφισιά”, Μ.Σιμώνη-Λιόλιου

Τα κτίρια της Κηφισιάς, που ακολούθησαν τον κυρίαρχο της εποχής νεοκλασικό ρυθμό είναι λίγα και αποτελούν εξαιρέσεις στη ρομαντική αρχιτεκτονική της πόλης. Στο τέλος του 20ου αιώνα το ρεύμα του νεοκλασικισμού βρίσκεται στο τέλος του και η αρχιτεκτονική σχεδίαση κινείται στις πλέον ειδυλλιακές συνθέσεις. Οι ειδυλλιακές ή γραφικές κατοικίες που αντιπροσωπεύουν το ρομαντισμό έχουν χαρακτηριστικά που μπορούν να τις εντάξουν στις αγροτικές κατοικίες της Ευρώπης. Το στιλ αυτό συναντάται στην Αγγλία και τη Γερμανία. Στην Ελλάδα ο Τσίλλερ δείχνει να είναι εξοικειωμένος με αυτό το αρχιτεκτονικό ρεύμα. Στον συγκεκριμένο ευρωπαϊκό ρυθμό προσπαθεί να διατηρήσει ως ένα βαθμό το ελληνικό ύφος με αποτέλεσμα τη δημιουργία του “ελληνοελβετικού” στιλ, που κυριαρχεί στην Κηφισιά ως το 1930. Τα χαρακτηριστικά αυτού του στιλ είναι η ασύμμετρη πρόσοψη, η πλούσια διακοσμημένη ξύλινη κατασκευή της οροφής με ψηλές καμινάδες και διάταξη πύργου, οι τοξωτές βεράντες που στηρίζονται σε 39


πεσσούς ή κίονες, οι συμμετρικά διατεταγμένες πέργκολες, οι εξώστες που στηρίζονται σε ελικωτούς γεισίποδες και η πληθώρα διακοσμητικών μοτίβων. Οι ξύλινες διακοσμήσεις υποδηλώνουν μια λειτουργικότητα και εμφανίζονται είτε ως δαντέλες που ακολουθούν το γείσο της στέγης είτε αναδεικνύουν τα σενάζ με περίτεχνες ξυλοδεσιές. Οι γραφικές κατοικίες διακρίνονται σε εκείνες που είναι συμμετρικές και κλειστές έτσι ώστε, αν αφαιρούνταν τα ξύλινα διακοσμητικά στοιχεία θα θύμιζαν έργα του Νεοκλασικισμού, και σε εκείνες στις οποίες κυριαρχεί το πνεύμα της αγροτικής αρχιτεκτονικής με την ελεύθερη διάρθρωση των χώρων. Ο εκλεκτικιστικός ρυθμός επικράτησε στην Ευρώπη τον 19ο αιώνα και είχε ως κύριο χαρακτηριστικό τη μείξη στοιχείων και ρυθμών από διαφορετικές εποχές (και περιοχές). Στην Ελλάδα γνώρισε περιορισμένη ακμή στις αρχές του 20ου αιώνα. Η αστική τάξη ήθελε να προσαρμόσει την αρχιτεκτονική της δεύτερης κατοικίας στην ισχύουσα

50. Ειδυλλιακή κατοικία αγροτικού τύπου Κεντρικής Ευρώπης, στην συμβολή Αθανασίου Διάκου και Ύδρας Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

40

51. Βίλλα “Ατλαντίς” _ Έργο του Ερνέστου Τσίλλερ με έντονα στοιχεία από τη βυζαντινή αρχιτεκτονική Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

τεχνοτροπία της Ευρώπης. Τα αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτού του αρχιτεκτονικού τύπου ήταν τα μεσαιωνικά και τα φρουριακά. Η αρχιτεκτονική των μεσαιωνικών κατοικιών θύμιζε μεσαιωνικούς πύργους. Η μεσαιωνική φρουριακή αρχιτεκτονική των πύργων, όπως διαμορφώθηκε στην Ευρώπη, έχει αφήσει στην ιστορία της πλούσια μορφολογικές εικόνες. Από αυτή πηγάζουν ποικιλία στοιχείων (φρουριακών, πυργοειδών, κ.λπ.) που αποτελούν, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του ρομαντισμού, την κύρια πηγή μορφολογικής ανανέωσης. Οι εικόνες αυτές συνδέονται συναισθηματικά με όλη τη μυθολογία του Μεσαίωνα, η οποία είναι συνυφασμένη με το ρομαντικό ιδεώδες. Αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό αυτών των κατοικιών είναι η ύπαρξη πύργου τετράγωνου ή οκτάγωνου με οξυκόρυφη στέγη. Όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία προσπαθούν να τονίσουν μια έντονη ελευθερία


απαλλαγμένη από συμμετρία. Συνήθως ο πύργος είχε διακοσμητικό ρόλο και πιο σπάνια φιλοξενούσε το κλιμακοστάσιο και ένα δωμάτιο στην απόληξή του. Στην κατηγορία των φρουριακών κτιρίων ανήκουν οι εκλεκτικιστικές κατοικίες με έντονα μεσαιωνικά φρουριακά χαρακτηριστικά και προσεγμένη συμμετρία. Τα στηθαία εμφανίζονται με τη μορφή επάλξεων , κάνοντας το κτίριο να δείχνει πιο βαρύ, αυστηρό και ογκώδες. Τα φρουριακά κτίρια χωρίζονται σε δύο υποκατηγορίες, τα γοτθικά και τα νεοβυζαντινά. Τα οξυκόρυφα στοιχεία στην στέγη, από τη μια πλευρά, αποτελούν χαρακτηριστικά της γοτθικής αρχιτεκτονικής διακόσμησης. Από την άλλη, ο ελληνικός ρομαντισμός δέχτηκε επιρροές από την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική του Βυζαντίου. Ωστόσο, οι κατοικίες που υιοθέτησαν νεοβυζαντινά στοιχεία είναι λίγες. 53. Βίλλα Ευκλείδη _ ελληνοελβετικού στιλ εξοχική κατοικία Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

52. Βίλλα Λίλλη _ Νεοκλασική προαστιακού τύπου εξοχική κατοικία Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

54. Εξοχική κατοικία τυπολογίας αγγλικής προαστιακής βίλλας στην συμβολή οδών Κασσαβέτη 19 Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

41


ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΣΤΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΗΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ

Η ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΗΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΞΟΧΙΚΗΣ 42

55. Η επέκταση του σιδηροδρόμου των Αθηνών

πηγή: Ψηφιοποιημενο αρχείο Δήμου Κηφισιάς (http:// www.kifissia.gov.gr)

Το είδος της δεύτερης παραθεριστικής κατοικίας (βίλα ή έπαυλη) εμφανίστηκε στα προάστια της Αθήνας, όπως ο Πειραιάς και το Παλαιό Φάληρο, με πιο έντονη την ανάπτυξη του φαινομένου στην Κηφισιά. Η Κηφισιά διατηρούσε έντονα τον εξοχικό της χαρακτήρα ως τότε και οι κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής προσφέρονταν για τη φιλοξενία κατά τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες. Η σχετικά μικρή απόσταση μεταξύ Αθήνας και Κηφισιάς (μόλις 14 χιλιόμετρα) παρότρυνε τους Αθηναίους σε μια εκδρομή, ως έναν καθιερωμένο τρόπο διασκέδασης. Η απόσταση αυτή φαινομενικά μειώθηκε κι άλλο όταν το 1882 επεκτάθηκε η γραμμή του σιδηροδρόμου και έφτασε ως την Κηφισιά. Έτσι από το 1885 η Κηφισιά απέκτησε το ατμοκίνητο τραίνο της, το γνωστό ως “Θηρίο”. Την ίδια εποχή καταρτίστηκε το πρώτο ρυμοτομικό διάταγμα. Τα μεγάλα σε έκταση κτήματα τεμαχίστηκαν και πουλήθηκαν ως οικόπεδα, αφού οι ιδιοκτήτες των κτημάτων (κυρίως έμποροι) δεν έδειχναν

ενδιαφέρον για την αγροτική εκμετάλλευσή τους. Την περίοδο αυτή οι περισσότερες επαύλεις χτίζονταν κοντά στον σταθμό του τρένου, στην περιοχή που είναι σήμερα γνωστή ως “Στροφύλι”. Αυτή η ανοικοδόμηση άλλαξε ριζικά την εικόνα της Κηφισιάς, μετατρέποντας την από ένα μικρό χωριό σε κηπούπολη. Ο τύπος της εποχής διαφημίζει το προάστιο ως “το υγιέστερο και δροσερότερο προάστιο της Αθήνας”. Συγκεκριμένα η διαφήμιση έγραφε “Δάσος πυκνόν πεύκων, νερά άφθονα, ορίζων ονειρώδης, καθιστούν την τοποθεσίαν ταύτην μαγευτικήν θερινήν διαμονήν. Συγκοινωνία άρτια ευρωπαϊκής εξοχής με τον κατασκευαζόμενον ηλεκτρικόν σιδηρόδρομον “ΑθηνώνΚηφισίας”[2]. Το προάστιο διαρκώς αναβαθμιζόταν, κερδίζοντας όλο και περισσότερους Αθηναίους επισκέπτες, είτε για διασκέδαση είτε για διακοπές. Στις αρχές του 2. Μαίρη Σιμώνη-Λιόλιου, “Αρχόντισσα Κηφισιά: Η ρομαντική ιστορία του χθες ως το 1950”, Εκδόσεις Εφημερίδας Κηφισιάς, Αθήνα, 2002, σελ. 38

56. ακουαρέλα που απεικονίζει τη Βίλα Καζούλη _ Δεξιά απεικονίζεται η Βίλα Ανεμώνη και αριστερά η βίλα Μπενάκη πηγή: www.greekarchitects.gr/Οδοιπορικό-στη-βίλα-Καζούλη


με γοργούς ρυθμούς ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Τα αρχοντικά της Κηφισιάς ήταν στο επίκεντρο των κοσμικών εκδηλώσεων της Μπελ Επόκ. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου παρατηρείται υποχώρηση του Διαφωτισμού και ευρεία διάδοση του ρομαντισμού, καλλιτεχνικού κινήματος που εμφανίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στην Αγγλία και τη Γερμανία. Ο ρομαντισμός πρέσβευε την πρόταξη του συναισθήματος έναντι της πνευματικής νηφαλιότητας, της φαντασίας έναντι της κρίσης, την ελευθερία έκφρασης των συναισθημάτων, την επιστροφή στο Μεσαίωνα έναντι του Κλασικισμού, τον ατομικισμό και τη λατρεία του εγώ. Η αρχιτεκτονική της περιόδου εγκαταλείπει τον Κλασικισμό και

57. Ο Πύργος της Κηφισιάς (ξενοδοχείο “Grande Bretagne”) διαχρονικό τοπόσημο της περιοχής της Κηφισιάς

Πηγή: “Κηφισιά: όψεις της ιστορίας της πόλης και του δήμου. Αρχειακά τεκμήρια.”, Β.Βασιλοπούλου, Α.Καστάνης

20ου αιώνα η δημοτική αρχή της Αθήνας κατασκεύασε υπονόμους και οχετούς και λίγο αργότερα εγκατέστησε δίκτυο ηλεκτροφωτισμού. Οι απαιτήσεις που είχαν τα αρχοντικά της Κηφισιάς για προσωπικό και εργατικά χέρια για τη γη της αλλά και για τα νταμάρια της Πεντέλης, έφεραν επιπλέον κατοίκους στην περιοχή. Ο κόσμος που ήρθε σε αναζήτηση εργασίας ήταν από την Πελοπόννησο, την Ήπειρο και τα νησιά, κυρίως τις Κυκλάδες. Όλη αυτή η εργατική τάξη εγκαταστάθηκε στην ανατολική Κηφισιά και με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε μια ζωντανή γειτονιά, τα Αλώνια. Λίγο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικοδόμηση ξενοδοχείων στο Κεφαλάρι αλλά και η ολοένα εντονότερη χρήση του αυτοκινήτου οδήγησε στην ανάπτυξη και την περιοχή του Κεφαλαρίου, όπως και στη μόνιμη εγκατάσταση πολλών Αθηναίων εκεί. Η Κηφισιά αρχίζει να αναπτύσσεται οικιστικά

58. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Κλ. Μαρκαντωνάκης και ο Εμμανουήλ Μπενάκης στην είσοδο της Βίλας Δέλτα (φωτογραφικό αρχείο μουσείου Μπενάκη)

43


επηρεάζεται από τα ογκώδη μεσαιωνικά αναγεννησιακά κτίρια με τις μεγάλες ασυμμετρίες, ως άμεση απόρροια του Ρομαντισμού. Ο ιδιότυπος προαστιακός χαρακτήρας τους είναι αποτέλεσμα σύμμειξης διαφορετικών ρυθμών και μορφολογικών στοιχείων, πλαισιωμένων από ένα πλούσιο φυσικό περιβάλλον. Η συνολική εικόνα των διατηρητέων της Κηφισιάς κάθε άλλο παρά ομοιογένεια παρουσιάζει. Οι βίλες της Κηφισιάς είναι δημιουργίες μια μεταβατικής εποχής, που χαρακτηρίζεται από ασάφεια και ρευστότητα των ιδεολογικών προσανατολισμών, ανακατατάξεις αισθητικών αξιών αλλά και σποραδική (άστοχη σε μερικές περιπτώσεις) χρήση των ξένων προτύπων. Στην Κηφισιά κτίσθηκαν περίτεχνες βίλες, που δεν ήρθαν σε αντιστοιχία με την εγχώρια αρχιτεκτονική παράδοση, μετατρέποντας το προάστιο σε ένα κοσμοπολίτικο θέρετρο επιφανών. Η Κηφισιά είναι, μαζί με την Αθήνα, το κέντρο της πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής ζωής της χώρας. Από το 1950 ως το 1980 λαμβάνει χώρα μια αλλοίωση της φυσιογνωμίας της Κηφισιάς, με αιτία την έντονη αστικοποίηση. Η επενδυτική προσπάθεια με στόχο τη δημιουργία και η μέθοδος της αντιπαροχής οδήγησαν στην κατεδάφιση κτιρίων ανυπολόγιστης αξίας, όπως ή Έπαυλη Ξύδη, η έπαυλη Πεντέλη και οι δίδυμοι πύργοι των Μαυρομιχαλέων. Σήμερα στην Κηφισιά υπάρχουν 143 διατηρητέα κτίσματα που ανήκουν στην κατηγορία των εξοχικών προαστιακών κατοικιών της περιόδου μεταξύ 1870 και 1936, τα οποία προστατεύονται με το Προεδρικό Διάταγμα «Περί χαρακτηρισμού της κεντρικής περιοχής της Κηφισιάς ως παραδοσιακό οικισμό». Χαρακτηρίζονται έτσι διατηρητέα τα κτίρια της Κηφισιάς, όχι μόνο για την αρχιτεκτονική τους αξία αλλά και για τη διατήρηση της φυσιογνωμίας του προαστίου.

59. Ειδυλλιακή έπαυλη στην οδό Τσαλδάρη 29 Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

44


ΤΩΝ ΔΙΑΤΗΡΗΤΕΩΝ ΕΠΑΥΛΕΩΝ ΤΗΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ

ΠΛΗΡΗΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ

Στην Κηφισιά έζησαν, ή πέρασαν μεγάλο μέρος της ζωής τους, πολλοί γνωστοί πολιτικοί της νεώτερης Ελλάδας, όπως ο θεόδωρος Δηλιγιάννης, ο Παύλος Μελάς, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Στέφανος Στρέιτ και ο Ίων Δραγούμης. Ανάλογη ήταν και η παρουσία σε τούτο το κομμάτι της Αττικής Γης των ανθρώπων του χώρου των Γραμμάτων και των Τεχνών, όπως η Πηνελόπη Δέλτα, ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Όλες αυτές οι προσωπικότητες αλλά και πληθώρα άλλων Κηφισιωτών του “χτες” και του “σήμερα” έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην καθιέρωση της Κηφισιάς ως ένα κέντρο Πολιτισμού και Δημιουργίας.

62. χάρτης όπου φαίνονται όλες οι διατηρητέες επαύλεις του δήμου της Κηφισιάς (σύμφωνα με το ηλεκτρονικό αρχείο του Δήμου Κηφισιάς www.e-kifisia.gr/kifisia-landmarks) 45


Η συγκεκριμένη περιοχή είναι η σημερινή Κάτω Κηφισιά, μέρος της οποίας (κοντά στην οδό Τατοΐου) είναι μέρος της περιοχής με την ονομασία “Στροφύλι”. Όπως παρατηρούμε, οι εξοχικές κατοικίες είναι συγκεντρωμένες κοντά στους σημερινούς κεντρικούς οδικούς άξονες και είναι οργανωμένες σε γειτονιές. Η παρουσία τους πυκνώνει όσο πλησιάζουμε στην οδό Τατοΐου, γεγονός που δικαιολογείται αν αναλογιστεί τη μικρή απόσταση της περιοχής από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Κηφισιάς. Ο σιδηρόδρομος ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που οδήγησαν στην κατοίκηση της Κηφισιάς. Η συγκεκριμένη περιοχή συγκεντρώνει πλήθος από τις πιο αρχοντικές επαύλεις της Κηφισιάς, οι οποίες ανήκαν στους πιο επιφανείς Αθηναίους. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η Έπαυλη Αλευρά, Βίλλα Κουτούπη, ο Πύργος “Λυδία” , η Έπαυλη “Δρυάδες” (εικ.63), η Οικία Παύλου Μελά, η Έπαυλη “Πύρνα” (εικ.65), η οικία Πηνελόπης Δέλτα (εικ.67), η Έπαυλη Ατλαντίς (εικ.66), η Οικία Καλαμαρά “Rose” και η Έπαυλη “Χρυσάνθεμο” (εικ.64). 66

63

67 65 64

Πηγή φωτογραφικού υλικού:

“Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

46


71

68

70

72 69 Πηγή φωτογραφικού υλικού: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

73

Η συγκεκριμένη περιοχή συγκεντρώνει μικρό μέρος των εξοχικών επαύλεων της Κηφισιάς. Οι περισσότερες τοποθετούνται κοντά τον σταθμό του σιδηρόδρομου. Ένας από τους σημαντικότερους λόγους που η περιοχή αυτή δεν οικοδομήθηκε είναι γιατί το μεγαλύτερο μέρος της ανήκε στον επιφανή ομογενή από την Αίγυπτο, Καζούλη, στον οποίο ανήκε έκταση 50 στρεμμάτων στην σημερινή περιοχή του σημερινού ΚΑΤ. Στο οικόπεδο αυτό έκτισε την έπαυλη για την κόρη του, τη γνωστή ως σήμερα “Βίλλα Καζούλη” (εικ.70). Επίσης αξιόλογα κτίρια της περιοχής είναι η οικία της κόμησσας De Brooke (εικ.71) και η Βίλλα Ανεμώνη (εικ.73) Οι κατοικίες που απεικονίζονται βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Στροφιλίου και συγκεκριμένα στις διευθύνσεις Κόκκοτα 9 (εικ.69), Κόκκοτα 9 (εικ.68) καιΑχαρνών 14 (εικ.72). 47


74

75

76

78 Πηγή φωτογραφικού υλικού: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

Η περιοχή αυτή αποτελεί μέρος του ιστορικού κεντρου της Κηφισιάς. Σε αυτήν υπήρχε το εμπορικό κέντρο του προαστίου και η επονομαζόμενη “Πλατεία Πλατάνου”, σημείο συναντήσεων και κοινωνικής συναναστροφής για την εποχή που μελετάμε. Σήμερα ακόμη αποτελεί το εμπορικό και ιστορικό κέντρο της Κηφισιάς, και έχει επικρατήσει σε αυτό η ονομασία “Αλώνια”. Στην περιοχή αυτή κατοικούσαν κυρίως η μεσοαστική τάξη. Οι κατοικίες που συναντάμε εδώ είναι λιγότερο μεγαλοπρεπείς και οι διαστάσεις τους είναι πιο περιορισμένες, ενώ η πολεοδομία του συγκροτήματος θυμίζει την Πλάκα της Ακρόπολης με τα στενά δρομάκια και λιτά διώροφα σπίτια. Ενδεικτικά , κάποιες από τις κατοικίες που δεσπόζουν είναι η Βίλλα Αμαρυλλίς (εικ. 75), η Βίλλα “Έλλη” (εικ.74) και ο Πύργος της Κηφισιάς, ενώ αν μετακινηθούμε βορειότερα προς το Κεφαλάρι συναντάμε την έπαυλη “Λομβέρδος”, την Έπαυλη “Ρετσίνα” (εικ.78) και τη Βίλλα “Mon Plaisir”. Ακόμη μερικά από τα πιο φημισμένα εκλεκτικιστικά σπίτια της περιοχής είναι αυτά στην οδό Κασσαβέτη 19 (εικ. 77), 35 (εικ. 76) και στην συμβολή των οδών Κασσαβέτη και Λαδά (εικ. 79). 48

77

79


Η συγκεκριμένη περιοχή είναι το επονομαζόμενο Κεφαλάρι. Το Κεφαλάρι αποτελούσε την εξοχή της Κηφισιάς και άργησε να αναπτυχθεί σε σχέση με το υπόλοιπο προάστιο. Οι επαύλεις που υπάρχουν εκεί είναι μεταγενέστερες και αρκετές από αυτές κάνουν χρήση του οπλισμένου σκυροδέματος. Επίσης, το Κεφαλάρι ήταν περιοχή όπου κτίστηκαν τα ξενοδοχεία της Κηφισιάς, όπως το “Πεντελικόν”, το “Ολυμπία” και το “Σέσιλ”. Κάποιες από τις επαύλεις που ξεχώρισαν είναι η Βίλλα “Mon Reve”, η Οικία Παπαδοπούλου, η έπαυλη “Χλόη” (εικ. 84), η Οικία του στρατηγού Μεταξά (εικ.82), η βίλλα Λίλλη (εικ. 86), η Έπαυλη Δηληγιάννη (εικ. 81) και η εξοχική κατοικία του Φωκίωνος Νέγρη (εικ.85).

80

83 85

81 82

86

84

Πηγή φωτογραφικού υλικού: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία

49


50


넃⼀넃

51


넃⼀넃

52


넃⼀넃

53


넃⼀넃

54


넃⼀넃

55


넃⼀넃

56


넃⼀넃

57


58


ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΕΠΑΥΛΕΩΝ

Βίλλα Καζούλη Ιστορικά Στοιχεία Η Βίλα Καζούλη βρίσκεται στην συμβολή των οδών Ζηρίνη και Λαμπράκη. Κτίστηκε από άγνωστο αρχιτέκτονα στα τέλη του 190ου αιώνα και ήταν ιδιοκτησία του Ροδίτη μεγαλοεπιχειρηματία από την Αίγυπτο, Νικολάου Καζούλη. Ήταν η εξοχική παραθεριστική κατοικία του ίδιου και της κόρης του Ιωάννας Καζούλη. Η ακριβής χρονολογία ανέγερσης του κτιρίου δεν είναι γνωστή, αλλά χρονολογείται ανάμεσα στο 1880 και το 1900. Σύμφωνα με πηγές, η Έπαυλη Καζούλη χτίστηκε πάνω σε ένα τούρκικο νεκροταφείο. Ωστόσο αυτή η πληροφορία δε έχει επιβεβαιωθεί.

87. γωνιακή όψη της Βίλας Καζούλη Πηγή: φωτογραφικό αρχείο μουσείου Μπενάκη

88. απεικόνιση του οικοπέδου της Βίλας Καζούλη στο χάρτη της περιοχής

Η Βίλα δέσποζε αρχικά σε ένα οικόπεδο 150 στρεμμάτων, ο οποίος είχε αγοραστεί λίγα χρόνια πριν την ανέγερση του κτιρίου. Σύμφωνα με πηγές της εποχής η βίλλα Καζούλη είχε έναν από τους πιο εντυπωσιακούς κήπους της Κηφισιάς, με μεγάλη ποικιλία χλωρίδας, ενώ μέσα στο κτήμα υπήρχαν μικρότερα σπίτια που στέγαζαν το προσωπικό, που απαριθμούσε σχεδόν 100 άτομα. Το κτήμα αυτό φιλοξένησε μεγαλοπρεπείς δεξιώσεις και μεγάλες προσωπικότητες της πολιτικής, πνευματικής και επιστημονικής ζωής της Αθήνας των αρχών του 20ου αιώνα . Η Ιωάννα Καζούλη παντρεύτηκε -σε δεύτερο γάμοτον Αιγυπτιώτη αρχαιολόγο και αρχιτέκτονα Παναγιώτη Αριστόφρωνος, ο οποίος άλλαξε τον τρούλο και του έδωσε την σημερινή του μορφή. (1932) Ο Παναγιώτης Αριστόφρωνος μετέτρεψε τη βίλλα από παραθεριστική κατοικία σε χώρο έντονης πολιτιστικής δραστηριότητας. Διέθετε αξιόλογη συλλογή βιβλίων, την οποία ήθελε να στεγάσει στα 25 δωμάτια της Βίλλας μετατρέποντάς την σε 59


βιβλιοθήκη. Το όραμά του δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου του. Κατά την περίοδο της κατοχής η βίλλα Καζούλη επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως γερμανικό φρουραχείο, ως αρχηγείο των SS και αργότερα ως νοσοκομείο των Γερμανών αξιωματικών. Το 1953 χρησιμοποιήθηκε ως Κέντρο Περίθαλψης των Σεισμοπαθών του Ιονίου. Το 1964 πουληθηκε από τους κληρονόμους στο ΙΚΑ. Σε ένα τμήμα του κτήματος κτίστηκε το νοσοκομείο ΚΑΤ.

91. Τα λιοντάρια που βρίσκονται στην είσοδο του κτιρίου είναι έργο του γνωστού γλύπτη Δημήτρη Φιλιππότη. Τοποθετήθηκαν εκεί εξ’ αρχής και λειτουργούσαν ως ένδειξη ισχύος και γόητρο για την τότε ισχυρή οικογένεια Καζούλη. Πηγή: Αρχείο φωτογραφιών Αντώνη Βάρδα

Το 1976 η Βίλλα Καζούλη κυρήσσεται διατηρητέα ως έργο τέχνης που χρήζει κρατικής προστασίας. Το 1979 κυρήσσεται διατηρητέος και ο υπαίθριος περιβάλλων χώρος της, ως τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους που χρήζει κρατικής προστασίας. Η ρυμοτόμηση του 1979 “κόβει” το οικόπεδο του Καζούλη στα δύο, καθώς η οδός Γρηγορίου Λαμπράκη περνάει μέσα από αυτό. Το 1985 η αυτοψία που γίνεται στο κτίριο μετά τον σεισμό πιστοποιεί ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση, χωρίς υλικές ζημιές. Το 1988 γίνεται πρόταση για για φιλοξενία του Μουσείου Ιστορίας της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, η οποία ωστόσο απορρίπτεται. Τον Ιούλιο του 1995, μετά από σειρά έντονων συζητήσεων ,αποφασίζεται η αποκατάσταση του κτιρίου. Από το 2001 έως σήμερα η Βίλλα Καζούλη στεγάζει το Εθνικό Δίκτυο Πληροφορικής και Περιβάλλοντος.

89, 90. Φωτογραφίες από το εσωτερικό της Βίλας Καζούλη, λίγο πριν το 1940. Πάνω απεικονίζεται ο Παναγιώτης Αριστόφρων, ο οπόιος στέγασε στα 25 δωμάτια της βίλας την προσωπική του συλλογή βιβλίων, μετατρέποντάς την σε μια αξιόλογη βιβλιοθήκη. _ Πηγή: Αρχείο φωτογραφιών Αντώνη Βάρδα

60

Η δομημένη επιφάνεια της έπαυλης είναι 2.500 τ.μ. και αναπτύσσεται σε τέσσερα επίπεδα, δύο υπόγεια, ισόγειο και δώμα. Στο β’υπόγειο υπόγειο συναντούμε βοηθητικούς χώρους ενώ στο α’ υπόγειο (ημιυπόγειο) συναντάμε τα δωμάτια υπηρεσίας.


Τυπολογικά στοιχεία Η βίλα Καζούλη είναι μια εξοχική παραθεριστική κατοικία του τέλος του 19ου αιώνα. Η πρώτη εντύπωση αντικρίζοντας τη βίλα Καζούλη είναι το ιδιόμορφο σχήμα της κάτοψής της. Αποτελείται απο δύο ίσες πτέρυγες , σε ορθή γωνία μεταξύ τους. Οι δύο πτέρυγες -βόρεια και νότια- στην συμβολή τους ενώνονται με τον επιβλητικό κεντρικό τρούλο. Όλη η σύνθεση είναι συμμετρική ως προς τη διχοτόμο της ορθής γωνίας. Η τοποθέτηση του τρούλου γίνεται εσωτερικά με οκταγωνική γαλαρία, που στεγάζει το κεντρικό αίθριο του κτιρίου. Η είσοδος στο κτιρίου γίνεται από τη γωνία του κτίσματος, η οποία έχει κάτοψη τεταρτημόριου κύκλου (εικόνα 1). Στο σημείο αυτό δημιουργείται ένας ημιυπαίθριος χώρος στοάς, με έξι κολώνες. Εσωτερικά, μπαίνοντας στο κτίριο υπάρχει ένας κεντρικός χώρος (χωλ), που λειτουργεί ως προθάλαμος για το χώρο της κεντρικής υποδοχής (σάλα - εικόνα 2). Σε αυτό το χώρο βρίσκεται το γραφείο του ιδιοκτήτη (επέμβαση του Αριστόφρωνα) και το κυκλικό αίθριο του κτιρίου. Από το κεντρικό χωλ ξεκινά ένας διάδρομος, ο οποίος εκτείνεται και στις δύο πτέρυγες. Κατά μήκος αυτού

κάτοψη ημι-υπογείου

κάτοψη ισογείου

92. φωτογραφία της εισόδου-στοάς του κτιρίου Πηγή: φωτογραφίες από προσωπικό αρχείο

93. πρόπυλο-ανεμοφράκτης

του διαδρόμου είναι διαδοχικά τοποθετημένα δωμάτια και στις δύο πλευρές του. Τα δωμάτια της υπηρεσίας του κτιρίου είναι τοποθετημένα στο ημι-υπόγειο. Η κατακόρυφη επικοινωνία επιτυγχάνεται μέσω του κεντρικού κλιμακοστασίου που υπάρχει στο κεντρικό χωλ, αλλά και από δύο ακόμη μικρότερα κλιμακοστάσια, ένα σε κάθε πτέρυγα, που χρηιμοποιούνταν κυρίως από την υπηρεσία.

κάτοψη ορόφου

94. κεντρική αίθουσα αιθρίου

61


Μορφολογικά στοιχεία Η έπαυλη Καζούλη είναι βασισμένη στη νεοκλασική αρχιτεκτονική, εμπλουτισμένη με στοιχεία από αναγεννησιακά. Ο αναγεννησιακός τρούλος (εικόνα 95) αποτελεί ένα δυσανάλογα μεγάλο τμήμα του κτιρίου, το οποίο προσπαθεί να εναρμονιστεί με τη βάση του κτιρίου. Η καμπύλη μορφή της κεντρικής εισόδου (εικόνα 92), με σαφείς αναφορές στην αναγεννησιακή αρχιτεκτονική, συνδυάζεται με τις δύο επιβλητικές μαρμάρινες σκάλες, συμμετρικά τοποθετημένες, που μας ανεβάζουν στο επίπεδο της εισόδου στη βίλας. Στο σημείο αυτό ο τοίχος είναι επενδεδυμένος με μια λεπτομερή και εντυπωσιακή ορθομαρμάρωση. Ένα αξιόλογο στοιχείο της σύνθεσης της βίλας Καζούλη είναι η συμμετρία που παρουσιάζει το κτίριο ως προς ένα κεντρικό σημείο. Αυτό δεν είναι άλλο από την κεντρική είσοδο, όπου οι δύο “γωνιακές” πτέρυγες

συγκλίνουν με απόλυτη συμμετρία. Ο χειρισμός αυτός συναντάται σε όλα τα δείγματα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Εσωτερικά, εισερχόμενοι στο κτίριο ερχόμαστε πρώτα σε επαφή με τη σχηματοποιημένη τοσκανο-δωρική μορφή των έξι κιόνων της βεράντας, ενώ σχεδόν αμέσως περνάμε από το πρόπυλο (εικόνα 93). Εκεί συναντάμε τον μαρμάρινο ανεμοφράκτη (πιθανόν μεταγενέστερη προσθήκη), ο οποίος ανατρέπει τη μέχρι τώρα λιτή εικόνα του κτιρίου. Περνώντας στο εσωτερικό του κτιρίου παρατηρούμε την οκταγωνική εσωτερική διάταξη του αναγεννησιακού τρούλου που δεσπόζει στο χώρο του χωλ. Γύρω από αυτό το χώρο διπλού ύψους διαμορφώνονται εσωτερικά μπαλκόνια (εικόνα 94) σε δύο στάθμες (α’υπόγειο και ισόγειο). Στα δάπεδα του α’ υπογείου και του ισογείου συναντάμε μαρμάρινες πλάκες από άσπρο και μαύρο μάρμαρο (εικόνα 94), τσιμεντοπλακίδια με περίτεχνη διακόσμηση (εικόνα 96) και ξύλινα δάπεδα. Πλούσιος είναι και ο διάκοσμος των οροφών, τόσο εσωτερικά (τρούλος εικόνα 97) όσο και εξωτερικά (βεράντες - εικόνα 98).

φωτογραφίες από τις μορφολογικές λεπτομέριες του κτιρίου (φωτογραφικό αρχείο Μανώλη Οικονόμου) (από αριστερά) 95. τρούλος όπως διαμορφώθηκε από τον Αριστόφρωνα, 96. εσωτερική διακόσμηση του τρούλου, 97 μωσαϊκά πλακίδια χωλ και διαδρόμου, 98. οροφογραφίες βεράντας

62


Κατασκευαστική δομή Η βίλα αποτελεί μια σύμμικτη κατασκευή από φέρουσες τοιχοποιίες λιθοδομών στα υπόγεια (α και β) και οπτοπλίνθων στο ισόγειο. Η κατασκευή των οριζόντιων στοιχείων γίνεται με μεταλλικές δοκούς διπλού ταφ, πάνω στις οποίες δημιουργούνται θολίσκοι από οπτόπλινθους. Στις βεράντες οι μεταλλικοί δοκοί γεφυρώνονται με σχιστόπλακες. Σύμφωνα με το αρχείο του Υπουργείου Πολιτισμού (Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων Αττικής), οι αρχικές δίριχτες κεκλιμένες στέγες των πλευρικών πτερύγων ήταν ξύλινες. Μετά την αποκατάσταση του κτιρίου το 2001 αντικαταστάθηκαν από οπλισμένο σκυρόδεμα και μεταλλικούς δοκούς. Ο οξυκόρυφος τρούλος της αίθουσας υποδοχής σήμερα είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, και πιθανολογούμε ότι ο αρχικός ήταν μεταλλικός.

99 φωτογραφίες από το εσωτερικό του κτιρίου πριν την ανακαίνιση (φωτογραφικό αρχείο Μανώλη Οικονόμου) 99. αίθριο 100. θολίσκοι οροφής β’ υπογείου 101. κατασκευή βοηθητικών χώρων β’υπογείου (κουζίνα) 102. διάδρομος δωματίων α’υπογείου 103. δωμάτιο αιθρίου β’υπόγειο

100

101

102

103 63


Σημερινή κατάσταση Το 1996 ξεκινά η αποκατάσταση της βίλας Καζούλη, η οποία παρέμενε ερειπωμένη από το 1964. Για όλες αυτές τις δεκαετίες η βίλα ήταν έρμαιο των καιρικών συνθηκών και του χρόνου. Σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων της γειτονιάς, κατά καιρούς έχουν σημειωθεί βανδαλισμοί στο κτίριο, ενώ σε περιόδους όπου η περίφραξη ήταν ελιπής, η βίλα χρησιμοποιούταν από τοξικομανείς. Σήμερα το κτίριο στεγάζει το Εθνικό Κέντρο Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης. Κατά την αποκατάσταση του κτιρίου αντικαταστάθηκαν οι στέγες και ο θόλος από αντίστοιχα στοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος, για λόγους στατικότητας. Ακόμη, προστέθηκαν στον κεντρικό χώρο υποδοχής καινούρια μεταλλικά υποστυλώματα, σε

105

104 64

107

αντικατάσταση των προΰπαρχόντων κιόνων, για ενίσχυση της στατικότητας του κτιρίου (εικόνα 6). Τα δάπεδα από μάρμαρο και μωσαϊκό συντηρήθηκαν (εικόνες 105, 107), με λίγες εξαιρέσεις όπου τοποθετήθηκαν νέα αντί κατεστραμμένων τμημάτων),εκτός από τα ξύλινα δάπεδα (εικόνα 103) που αντικαταστάθηκαν εξ’ολοκλήρουαπό καινούρια. Όλο το κτίριο σοβατίστηκε εκ νέου, ενώ οι οροφογραφίες στο εσωτερικό και στις βεράντες είναι σύγχρονες (δεν έχει διασταυρωθεί αν είναι ακριβής απομίμηση των προϋπαρχουσών). Επιπρόσθετα, η ορθομαρμάρωση στην κεντρική είσοδο και ο μαρμάρινος ανεμοφράκτης συντηρήθηκαν (εικόνα 106).

106

Πηγή: φωτογραφικό Μανώλη Οικονόμου

αρχείο


Βίλλα Κουτούπη Ιστορικά Στοιχεία Μέσα στα στενά της Κάτω Κηφισιάς, κοντά στην εθνική οδό, βρίσκεται ένα εντυπωσιακό αρχοντικό. Στη Δεύτερη πάροδο Χαλκίδας (αναφέρεται και ως οδός “Βελανιδιάς”), στο οικοδομικό τετράγωνο 930 του Δήμου Κηφισιάς, υψώνεται ένας πύργος των αρχών του προηγούμενου αιώνα, κτισμένος το 1910. Αυτό το αρχοντικό κτίστηκε ως παραθεριστική κατοικία του Θαλή Κουτούπη[1], υπουργού και στενού συνεργάτη του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο πύργος κτίστηκε περίπου στα 1910 για να λειτουργήσει ως κατοικία για την οικογένεια Κουτούπη και λειτούργησε ως οικία για τριάντα περίπου χρόνια. Την περίοδο της Κατοχής,

107. απεικόνιση της τοποθεσίας της Βίλας Κουτούπη στο χάρτη

Στο χάρτη φαίνονται και οι πιο κοντινές της διατηρητέες επαύλεις (γκρι χρώμα). Φαίνεται ότι η βίλα Κουτούπη (κόκκινο)ήταν απομακρισμένη από τον κυρίως οικισμό της Κηφισιάς.

σύμφωνα με μαρτυρίες, στο αρχοντικό είχε εγκατασταθεί η Γκεστάπο. Μεταπολεμικά, τη δεκαετία του 1950, η οικογένεια Κουτούπη νοίκιασε το κτίριο στην οικογένεια Μαζαράκη[2], η οποία το λειτούργησε ως ξενοδοχείο[3]. Το 1992 το κτίριο χαρακτηρίστηκε διατηρητέο από το Υπουργείο Πολιτισμού ως έργο τέχνης που χρειάζεται κρατική προστασία. Από το 1998 μέχρι τον σεισμό του 1999 το κτίριο χρησιμοποιείτο για πολιτιστικές εκδηλώσεις του Δήμου Κηφισιάς. Το 1999 δωρήθηκε από την οικογένεια Κουτούπη στο Δήμο Κηφισιάς, ο οποίος αποφάσισε την παραχώρηση του κτιρίου για ορισμένο χρονικό διάστημα στο υπουργείο Πολιτισμού προκειμένου να φιλοξενήσει την Αρχαιολογική Συλλογή Κηφισιάς. Το 2002 εγκρίθηκε η μελέτη αποκατάστασης του πύργου και το 2004 κηρύχθηκε διατηρητέος και ο περιβάλλων χώρος της βίλας Κουτούπη.

108. Η βίλλα Κουτούπη πριν την αποκατάστασή της Πηγή: Φωτογραφικό αρχείο Υ.ΠΕ.Κ.Α

65


Τυπολογικά Στοιχεία

1. Σύμφωνα με το αρχείο τού (τότε) ΥΠΕΧΩΔΕ, που το κήρυξε διατηρητέο το 1992, ο πύργος χτίστηκε περίπου στα 1910. Ο ιδιοκτήτης του, ο Θαλής Κουτούπης, ένα ιδιαίτερα σημαντικό πολιτικό πρόσωπο της εποχής. Ο Κουτούπης ήταν συνιδρυτής της «Ομάδας των Εννέα» (κοινωνιολόγων), μαζί με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου (μετέπειτα πρωθυπουργό), που προετοίμασε το έδαφος για την «επανάσταση του 1909». Το 1909 πρωτοστάτησε, ως μέλος της διοικούσας επιτροπής του Στρατιωτικού Συνδέσμου, στο Κίνημα στο Γουδί, το 1911 εξελέγη βουλευτής Λακωνίας και το 1913 εξέδωσε την ημερήσια εφημερίδα «Νέα Ελλάς», μαζί με τους Αλ. Παπαναστασίου, Π. Αραβαντινό και Γ. Σταμάτη. Το 1915 ο Θαλής Κουτούπης πρωτοστάτησε στην έξοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων και στο «Κίνημα της Θεσσαλονίκης», υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Το 1916 έγινε υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας στην προσωρινή κυβέρνηση Βενιζέλου και καθιέρωσε για πρώτη φορά το 8ωρο εργασίας. Το 1923 επανεξελέγη βουλευτής Λακωνίας, με τη Δημοκρατική Ενωση του Αλ. Παπαναστασίου. Το 1932 έγινε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στην Πάντειο Σχολή, ενώ παράλληλα είχε πλούσιο συγγραφικό έργο.

Η βίλα Κουτούπη είναι μια προαστιακού τύπου εξοχική κατοικία των αρχών του 20ου αιώνα. Είναι ένα διώροφο κτίριο, που αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και όροφο, με συνολικό εμβαδόν 538,52 τ.μ. Η κάτοψη του είναι ορθογωνική, με μόνη εξαίρεση τον κυκλικό πύργο. Η είσοδος του κτηρίου βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του, όπου ανεβαίνει κανείς τρία σκαλιά για να βρεθεί στον εξώστη του ισογείου. Ο εξώστης αυτός περιβάλλεται από προστώο με καμάρες και δημιουργεί βεράντα στον όροφο. Αφού διαβεί κανείς την στεγασμένη είσοδο, περνά στο εσωτερικό του σπιτιού, στο κεντρικό χωλ. Μέσω αυτού του χωλ διοχετεύεται η κίνηση στους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού. Στα δεξιά του χωλ, βρίσκεται η σάλα και το

2. Μαρτυρία Μιλτιάδη Κουτούπη: «Δόθηκε σε ένα ζεύγος που λειτουργούσε τότε ένα πολύ επιτυχημένο ζαχαροπλαστείο στην Κηφισιά. Αυτοί το μετέτρεψαν σε ξενοδοχείο για τα παράνομα ζευγάρια και λειτούργησε έτσι ως τις αρχές του ’60. Κατόπιν το σπίτι έμεινε κενό και με τα χρόνια ερειπώθηκε. Κάποια στιγμή, η οικογένειά μας αποφάσισε να δωρίσει το κτίριο στον Δήμο Κηφισιάς, καθώς ήταν αδύνατον πλέον να το συντηρήσουμε. Δεν είμαι όμως απόλυτα ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα, νομίζω ότι έχουν παραφθαρεί το ύφος και η αισθητική του. Χαίρομαι όμως που σώθηκε.» 3. Το “κουτούπωμα”: προέρχεται όντως από το Θαλή Κουτούπη. «Προέκυψε σε μια χαριτωμένη στιχομυθία στη Βουλή... και όχι από τη χρήση του σπιτιού ως ξενοδοχείου», εξηγεί ο Μιλτιάδης Κουτούπης.

66

109. Όψη της βίλας, πριν την αποκατάσταση όπου φαίνεται ο βαθμός ερείπωσης και η καταστροφή του πύργου (φωτογραφικό αρχείο Υ.ΠΕ.Κ.Α.)


γραφείο του Θαλή Κουτούπη και αριστερά η κουζίνα, η τραπεζαρία, ένα ακόμη καθιστικό και οι χώροι υγιεινής. Στο βάθος του χωλ βρίσκεται ο ημικυλινδρικός όγκος όπου φιλοξενείται το κλιμακοστάσιο. Ανεβαίνοντας από το κλιμακοστάσιο στον όροφο βρισκόμαστε σε ένα διάδρομο κίνησης που αντιστοιχεί στο χωλ του ισογείου. Στις ίδιες θέσεις με τους χώρους του ισογείου συναντάμε τα πέντε υπνοδωμάτια του ορόφου

κάτοψη ισογείου

και τους χώρους υγιεινής. Τα ανατολικά υπνοδωμάτια διέθεταν μικρούς ημικυκλικούς εξώστες, ενώ αυτά στη δυτική πτέρυγα μοιράζονταν τον εξώστη που δημιουργεί το προστώο του ισογείου. Τέλος, το υπόγειο του κτιρίου φιλοξενεί βοηθητικές χρήσεις, αποθηκευτικούς χώρους και τα υπνοδωμάτια του υπηρετικού προσωπικού.

κάτοψη ορόφου

67


Μορφολογικά Στοιχεία Στο κτίριο επικρατούν τα εκλεκτικιστικά μορφολογικά στοιχεία. Ως «έπαυλις» φέρει τα κατάλοιπα ενός όψιμου Ευρωπαϊκού ιστορισμού, ανάμεικτα με τοπικιστικά στοιχεία, κυρίως ως προς την κατασκευαστική δομή της. Είναι μια προαστιακή έπαυλη, παραθεριστικού τύπου, με έντονο το φρουριακό στοιχείο. Οι όψεις της χαρακτηρίζονται από την εμφανή λαξευτή λιθοδομή που τις διαμορφώνει, ενώ ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία της είναι ο κυκλικός πύργος. Ουσιαστικά πρόκειται για τρεις κύριους όγκους, δυο ορθογωνικούς και έναν κυλινδρικό. Ένα ακόμη ημικυκλικό στοιχείο που παρατηρείται στο κατά τα άλλα ορθογωνικό κτίριο είναι τα μπαλκόνια του ορόφου. Επιπροσθέτως, στον εξώστη της εισόδου του ισογείου συναντά κανείς καμάρες, μορφή που παραπέμπει στη μεσαιωνική και βυζαντινή αρχιτεκτονική.

110. Βορειο-δυτική όψη _ Φωτογραφικό αρχείο Υ.ΠΕ.Κ.Α 68

Επίσης, αξιόλογο μορφολογικό στοιχείο είναι τα ανοίγματα του κτιρίου με τη διακόσμηση από κεραμικά στοιχεία στα πρέκια. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρατηρήσει κανείς ότι στη βίλα Κουτούπη, παρά το φρουριακό της χαρακτήρα, γίνεται μια προσπάθεια για απλούστερη μορφή. Πρόκειται για έναν νεωτερισμό, στον οποίο αποδίδονται οι απλουστεύσεις στις μορφές των κιγκλιδωμάτων και των πορτών, η ύπαρξη δώματος αντί στέγης και οι πολλαπλοί εξώστες.

111. Βορειο-ανατολική όψη _ Φωτογραφικό Αρχείο Υ.ΠΕ.Κ.Α.


Κατασκευαστική Δομή

Σημερινή Κατάσταση

Φαίνεται έντονα η τάση για χρήση νέων για την εποχή υλικών από βιοτεχνίες ή μικρές βιομηχανίες που λειτουργούν στην περιοχή (πρώιμη προκατασκευή δομικών στοιχείων, κεραμοποιία, κλπ.). Στον συγκεκριμένο πύργο συναντάμε το σημαντικό στοιχείο ενός προκατασκευασμένου λιθοσώματος με καλούπι ώστε να δίνεται η εντύπωση της λαξευτής τοιχοποιίας. Η τεχνοτροπία αυτή χρησιμοποιείται με πολύ έντεχνο τρόπο ώστε να δίνει μια ενιαία εικόνα. Η εσωτερική τοιχοποιία είναι κατασκευασμένη από συμπαγή πλινθοδομή, μονή ή διπλή, ανάλογα αν είναι φέρουσα ή όχι. Η χρήση οπλισμένου σκυροδέματος για τα υποστυλώματα του ημιυπαίθριου χώρου του ισογείου και τους μικρούς προβόλους του ορόφου, αλλά και η χρήση των μεταλλικών δοκών διπλού τάυ για τη διαμόρφωση των οροφών, θεωρείται πρωτοπόρα για την εποχή. Επιπρόσθετα, μεγάλη καινοτομία για τη εποχή είναι η κατασκευή του κλιμακοστασίου, το οποίο αποτελεί ανεξάρτητη κατασκευή με φτερωτή σκάλα σε κεντρικό υποστύλωμα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Τα κεραμικά στοιχεία των τόξων είναι διακοσμητικά, ενώ υπάρχει οριζόντιο πρέκι σκυροδέματος ή συνεχής δοκός για τη δομική κατασκευή. Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της κατασκευής είναι η ποδιά των παραθύρων, που είναι απομίμηση λαξευτής μαρμάρινης ταινίας από χυτό σκυρόδεμα με λεπτόκοκκα αδρανή. Το ίδιο ισχύει και για τα κολωνάκια των βεραντών που κρατούν τα πρέκια. Τα κουφώματα είναι ξύλινα ταμπλαδωτά με γαλλικά πατζούρια και τοξωτούς φεγγίτες επίσης με παντζουρόφυλλα, που είναι σαφής Ευρωπαϊκή επιρροή. Στα δάπεδα ως κύριο στοιχείο επικρατεί το μωσαϊκό, ενώ ξύλινα πατώματα δεν βρέθηκαν. Το δώμα πιθανολογείται ότι είχε επικάλυψη με μαλτεζόπλακες ορθογωνικής κοπής.

Το κτίριο είχε υποστεί μεγάλες ζημιές λόγω πολυετούς εγκατάλειψης, αλλά και του σεισμό του 1999. Το 1999 δωρήθηκε από την οικογένεια Κουτούπη στον Δήμο Κηφισιάς και ανακαινίστηκε με χρηματοδότηση από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, μέσω της Περιφέρειας Αττικής, με προϊσταμένη αρχή τον Δήμο Κηφισιάς. Το κτίριο εγκαινιάστηκε το 2010 και αρχικά προοριζόταν για πολιτιστικό κέντρο. Τελικά επικράτησε η πρόταση να στεγάσει την Αρχαιολογική Συλλογή Κηφισιάς, που βρίσκεται σήμερα σε κτίριο ιδιοκτησίας του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού στη συμβολή των οδών Γεωργαντά και Κασσαβέτη. Η Αρχαιολογική Συλλογή δεν θα στεγάζεται μόνο στην οικία Κουτούπη αλλά και σε γειτονικά κτίρια, που αποκαταστάθηκαν από τον Δήμο Κηφισιάς για τον σκοπό αυτό. Το νέο Μουσείο στη Βίλα Κουτούπη έχει δυνατότητα εκθεσιακού χώρου 400 τ.μ. Η ημερομηνία λειτουργίας της συλλογής στους νέους χώρους δεν έχει ακόμα να καθοριστεί, καθώς η μετατροπή των χώρων σε μουσειακούς βρίσκεται σε εξέλιξη.

112, 113. Ο πύργος της έπαυλης πριν και μετά την αποκατάσταση Φωτογραφικό Αρχείο Υ.ΠΕ.Κ.Α.

69


Έπαυλη “Χρυσάνθεμο” Ιστορικά στοιχεία Η Έπαυλις “Χρυσάνθεμο” βρίσκεται στην συμβολή των οδών Όθωνος και Τατοΐου, συγκεκριμένα στον αριθμό 21 της οδού Τατοΐου και στο οικοδομικό τετράγωνο υπ’ αριθμόν 130. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η οδός Τατοΐου, στην περιοχή του Στροφυλίου, αποτελούσε έναν από τους πιο δημοφιλείς δρόμους για την ανέγερση των εξοχικών κατοικιών των μεγαλοαστών της εποχής, κυρίως λόγω της μικρής απόστασης από τον σταθμό του τρένου. Το συγκεκριμένο κτίριο απεικονίζεται σε πολλές cartes postales της εποχής, γεγονός που αποδεικνύει την υψηλή αρχιτεκτονική και διακοσμητική αξία τόσο του κτιρίου όσο και του “παραμυθένιου” κήπου του. Το 1890 ολοκληρώνεται η ανέγερση του “Χρυσάνθεμου”, με πρώτο ιδιοκτήτη στον Ιωάννη Π. Λάμπρου. Πιθανολογείται η συγγένεια του πρώτου ιδιοκτήτη με την οικογένεια του ιστοριοδίφη - νομισματολόγου Παύλου Ι. Λάμπρου, και του γιου του Πρωθυπουργού Σπυρίδωνος Λάμπρου. Η κοινωνική θέση αυτή θα εξηγούσε την οικονομική κατάσταση του Ιωάννη Λάμπρου και το γεγονός ότι επέλεξε να ανεγείρει εκεί την κατοικία του. Ωστόσο η πληροφορία αυτή παραμένει υπόθεση, καθώς δεν έχει επαληθευτεί. Από το 1918 η έπαυλη περνάει στα χέρια του στρατηγού Νικόλαου Τρικούπη, ο οποίος αποτέλεσε ηγετική μορφή στη Μικρασιατική εκστρατεία ενώ από το 1950 και για μία δεκαετία το κτίριο στέγαζε νευρολογική κλινική, όπως και πολλά άλλα νεοκλασικά κτίρια την ίδια εποχή. Σταδιακά από το 1960 και μετά το “Χρυσάνθεμο” εγκαταλείφθηκε και λεηλατήθηκε σε μεγάλο βαθμό αφού του αφαιρέθηκαν όλα τα διακοσμητικά στοιχεία, εκτός από αυτά που ήταν σε ασφαλή σημεία. 70

113. Η έπαυλη Χρυσάνθεμο όπως φαίνεται από αέρος πηγή αεροφωτογραφίας: neoclassicalgreece.blogspot.gr

114. χάρτης της περιοχής όπου φαίνεται η τοποθεσία του “Χρυσάνθεμο” (κόκκινο) σε σχέση με τις υπόλοιπες βίλες (γκρι) της περιοχής


Τυπολογικά Στοιχεία Η Έπαυλη “Χρυσάνθεμο” έχει να επιδείξει μια ιδιαίτερη τυπολογία. Αρχικά, πρόκειται για ένα διώροφο κτίριο με ημιυπόγειο και ημιώροφο. Εισερχόμενος κανείς από τον προαύλιο χώρο ανεβαίνει την κεντρική μαρμάρινη σκάλα, στην οποία καταλήγουν δύο ράμπες εκατέρωθεν.. Δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο, μια μνημειώδης είσοδος στη νοτιο-ανατολική όψη του κτιρίου που ανεβάζει τον επισκέπτη στη βεράντα του υπερυψωμένου ισογείου. Στην συνέχεια, μόλις περάσει κανείς την πόρτα εισέρχεται στο κτίριο, στο χώρο μιας κεντρικής σάλας. Προχωρώντας προς το εσωτερικό, υπάρχουν δύο πόρτες στο βάθος της σάλας. Η αριστερή πόρτα οδηγεί σε μια ακόμη σάλα, η

κάτοψη ισογείου

οποία πιθανολογούμε ότι φιλοξενούσε την τραπεζαρία του σπιτιού, και η οποία συνδέεται άμεσα με το χώρο παρασκευής του φαγητού και μια μικρή αποθήκη. Οι δύο σάλες μοιράζονται ένα μεγάλο υπόστεγο εξώστη. Η δεξιά πόρτα οδηγεί απευθείας στο κλιμακοστάσιο που συνδέει κατακόρυφα τους χώρους του κτιρίου. Το κλιμακοστάσιο, ωστόσο, είναι προσβάσιμο και εξωτερικά του κτιρίου, από μια πλευρική είσοδο, γεγονός που αποδίδουμε στην ύπαρξη υπηρετικού προσωπικού. Ανεβαίνοντας στον όροφο οι χώροι έχουν την ίδια διάταξη με αυτούς του ισογείου. Το κλιμακοστάσιο οδηγεί στα δύο υπνοδωμάτια που, και σε αυτή την στάθμη, μοιράζονται μία βεράντα, ακριβώς πάνω από τη βεράντα του ισογείου. Ενδεχομένως, ο εναπομείναντας χώρος

κάτοψη ορόφου 71


72

115. Το “Χρυσάνθεμο” όπως είναι σήμερα, μετά την αποκατάσταση (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο)

116. Κάρτ ποστάλ του 20ου αιώνα, όπου απεικονίζεται το “Χρυσάνθεμο” (πηγή: neoclassicalgreece.blogspot.gr)

βόρεια του κλιμακοστασίου να φιλοξενούσε τα δωμάτια υπηρεσίας ή κάποιου είδους αποθηκευτικό χώρο. Το κλιμακοστάσιο συνεχίζει και στο δεύτερο όροφο, ο οποίος οδηγεί στο δώμα της οροφής. Το ημιυπόγειο, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, φιλοξενούσε αποθηκευτικούς χώρους, χώρους εργασίας για την υπηρεσία του σπιτιού, όπως για παράδειγμα το πλυσταριό, και τα υπνοδωμάτια της υπηρεσίας. Η ιδιομορφία της τυπολογίας του έγκειται στο ότι το σχέδιο του κτιρίου συνδυάζει τη νεοκλασική συμμετρία με στοιχεία ασυμμετρίας. Το βασικό τμήμα της κάτοψης, σχήματος “Τ”, παρουσιάζει συμμετρία στην όψη ως προς το μήκος. Ταυτόχρονα παρουσιάζει ασυμμετρία ως προς το ύψος των δύο προεξεχόντων χώρων, καθώς το βόρειο τμήμα φιλοξενεί έναν ημιώροφο, έναν παραπάνω όροφο και το τμήμα της στέγης που σκεπάζει το κλιμακοστάσιο. Η στέγαση του κτιρίου είναι εν μέρει επίπεδη και εν μέρει κεκλιμένη. Ο κεντρικός (ανατολικός) και ο νότιος όγκος στεγάζονται με δίρριχτη στέγη. Στα υπόλοιπα τμήματα του κτιρίου υπάρχει δώμα και μία τετράριχτη στέγη στον πύργο, στην απόληξη του κλιμακοστασίου.

Μορφολογικά Στοιχεία Η έπαυλη “Χρυσάνθεμο” είναι ένα «δείγμα νεοκλασικού κτιρίου με όλα τα βασικά χαρακτηριστικά γωρίσματα του ρομαντικού και ρεαλιστικού κινήματος και την ανάμνηση του μπαρόκ, όπως αυτή διατηρείται σε όλα σχεδόν τα νεοκλασικά κτίρια»[1]. Το αρχοντικό είναι νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, ωστόσο με αρκετή συνθετική ελευθερία. Χαρακτηριστικός είναι ο χωρισμός του κτηρίου σε τρια μέρη: βάση, κορμό και στέψη. Αποτελείται από τρεις όγκους, εκ των οποίων ο ένας (βορειοανατολικός) είναι εμφανώς πιο ψηλός κατά ενάμιση όροφο. Το ισόγειο διαχωρίζεται οπτικά από τον πρώτο όροφο με περιμεντρική ταινία, ενώ ο κεντρικός όγκος της όψης στέφεται με αέτωμα. Το ίδιο συμβαίνει και στη νότια όψη του κτιρίου. Αξίζει να αναφερθεί ότι σε αυτά τα δύο τμήματα του κτιρίου η στέγη είναι δίρριχτη, και “εξαφανίζεται” πίσω από το αέτωμα.

1. οπ. πρ. Μαίρη Σιμώνη-Λιόλιου, “Αρχόντισσα Κηφισιά”


Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην κεντρική είσοδο του κτιρίου, η οποία τοποθετείται κεντρικά στον κύριο όγκο της σύνθεσης. Για να φτάσει κανείς εκεί ανεβαίνει είτε από μια επιβλητική μαρμάρινη σκάλα, είτε από τις δύο πλευρικές ράμπες που πλαισίωναν την σκάλα. Στην απόληξη της σκάλας ήταν τοποθετημένα δύο αγάλματα γυναικείων μορφών που κρατούσαν τα φανάρια του φωτισμού, ενώ κάτω από αυτές ήταν τοποθετημένα δύο αγάλματα “σφίγγες”. Η είσοδος στο κτήριο πραγματοποιείται από μια επιβλητική, μεγάλου ύψους, ξύλινη πόρτα με γλυπτό διάκοσμο, η οποία πλαισιώνεται από ψευδοκολώνες και στέφεται με αέτωμα. Εκατέρωθεν της υπάρχουν συμμετρικά τοποθετημένα αγάλματα, δίνοντας στην είσοδο ακόμη πιο μνημειακό χαρακτήρα. Στον πρώτο όροφο και με απόλυτη αντιστοίχιση υπάρχει μπαλκονόπορτα που βγάζει σε έναν μικρό εξώστη, και αυτή πλαισιωμένη από ψευδοπαραστάδες και αέτωμα, καθώς και δύο ακόμη αγάλματα συμμετρικά τοποθετημένα σε εσοχή. Η ίδια δομή ακολουθείται και στη νότια όψη του κτιρίου, με τη μόνη διαφορά ότι στον κεντρικό της άξονα φιλοξενούσε ακόμη δύο αγάλματα, αντί για πόρτες. Σε όλα τα ανοίγματα υπάρχουν χαρακτηριστικά νεοκλασικά υπέρθυρα τύπου αετώματος, τα οποία είναι

117

118

κεντρικά τοποθετημένα ως προς την όψη, και φέρουν ακροκέραμα στην κορυφή τους. Το κτίριο όταν κατασκευάστηκε είχε πολύ υψηλή διακοσμητική αξία, αλλά δυστυχώς στις μέρες μας, λόγω της απώλειας όλου του διακόσμου αυτή έχει μειωθεί. Όπως αναφέρθηκε, πέραν των αγαλμάτων και του γλυπτού διακόσμου που έχει απολεσθεί, βλέπουμε από φωτογραφικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη βιβλιογραφική έρευνα, ότι υπήρχαν ακόμη: •Ζωγραφιστά γύψινα ταβάνια στο εσωτερικό (εικ.117,118) •Μικρά ακροκέραμα στις στέγες •Πέντε ολόσωμα αγάλματα σε κοίλες εσοχές (εικ.120), τα οποία έχουν αντικατασταθεί σήμερα από αντίγραφα •Κορνίζες στις εσοχές των αγαλμάτων •Κυματιστό - τοξωτό ταβάνι στη βεράντα •Δύο αγάλματα ξαπλωμένων λεόντων στην πλευρική σκάλα του κήπου •Περίτεχνη μπαλούστρα στις βεράντες •Νεοκλασικές γλάστρες-κρατήρες στις βεράντες •Κάγκελα “σφίγγες” (εικ.119) στο μπαλκονάκι του κεντρικού όγκου, τα οποία έχουν αντικατασταθεί με σύγχρονα απλούστερα •Μαρμάρινο σιντριβάνι με αγαλματίδιο

119

120 73


121, 122. Το “Χρυσάνθεμο” σε δύο φωτογραφίες αφού είχε ερειπωθεί και του είχε αφαιρεθεί όλος ο διάκοσμος. Είναι προφανής η καταπόνηση που έχει υποστεί το κτίριο μετά την πολύχρονη εγκατάλειψη. (121: φωτογραφικό αρχείο Υπουργείου Πολιτισμού, 122: neoclassicagreece.blogspot.gr)

Ως προς τα κατασκευαστικά, γνωρίζουμε ότι το κτίριο αποτελείται από φέρουσα λιθοδομή. Υποθέτουμε ότι οι εσωτερικοί τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από οπτόπλινθους και οι στέγες είναι ξύλινες. Σημερινή κατάσταση Το κτίριο “αποκαταστάθηκε” τη δεκαετία του 1990. Από το 1960 μέχρι την περίοδο της αποκατάστασης το κτίριο είχε λεηλατηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό με αποτέλεσμα να έχει μείνει μόνο η κατασκευαστική του δομή. Όπως 74

φαίνεται από το φωτογραφικό υλικό που παρατίθεται, το “Χρυσάνθεμο” είχε ερειπωθεί και είχε αφαιρεθεί από αυτό όλος ο άλλοτε πλούσιος διάκοσμός του. Ωστόσο, η ανακαίνισή του πιο πολύ αλλοίωσε το υπάρχον αρχοντικό παρά σεβάστηκε την πρότερη μορφή του. Το κτίριο εξωτερικά δε θυμίζει σε τίποτα το αρχικό, με αποτέλεσμα να μοιάζει σαν καινούριο, έχοντας χάσει τη μαγεία της παλιάς έπαυλης. Ο διάκοσμος έχει αφαιρεθεί ολοκληρωτικά, τα γλυπτά που αντικατέστησαν τα προϋπάρχοντα είναι απομιμήσεις, μέτριας ποιότητας, ενώ ο άλλοτε “παραμυθένιος” κήπος έχει κατακερματιστεί από τα κτίρια που προστέθηκαν μεταγενέστερα.


Οικία Αποστολίδη Ιστορικά Στοιχεία Ο πύργος Αποστολίδη είναι ένας από τους πιο εντυπωσιακούς και καλύτερα διατηρημένους πύργους της Κηφισιάς. Χτίστηκε το διάστημα 1915-1920 σε σχέδια Βέλγου αρχιτέκτονα για το Χρήστο Αποστολίδη. Το αρχοντικό βρίσκεται στην συμβολή των οδών Δηλιγιάννη και Τατοΐου 10, στο οικοδομικό τετράγωνο υπ’ αριθμόν 163 στο Στροφύλι της Κηφισιάς. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η οδός Τατοΐου στο Στροφύλι ήταν η πιο δημοφιλής οδός για την ανέγερση των εξοχικών κατοικιών των μεγαλοαστών της εποχής, ενώ και η οδός Δηλιγιάννη φιλοξενούσε αρκετές βίλες. Το γεγονός ότι το αρχοντικό Αποστολίδη είναι χτισμένο σε αυτή την τοποθεσία αποτελεί απόδειξη της κοινωνικής θέσης και της οικονομικής επιφάνειας του ιδιοκτήτη. Σήμερα αποτελεί την κατοικία της οικογένειας Ευκλείδη Βογιατζάκη.

123. χάρτης της περιοχής όπου φαίνεται η τοποθεσία της έπαυλης Αποστολίδη (κόκκινο) σε σχέση με τις υπόλοιπες βίλες (γκρι) της περιοχής

124. Οικία Αποστολίδη (φωτογραφικό αρχείο Υ.ΠΕ.Κ.Α.)

125. Όψη επί της οδού Δηλιγιάννη (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Κηφισιά: όψεις της ιστορίας της πόλης και του δήμου. Αρχειακά τεκμήρια”)

75


Τυπολογικά Στοιχεία Αυτό που χαρακτηρίζει την συντακτική τυπολογία της Οικίας Αποστολίδη είναι η συνθετική ελευθερία και η απόλυτη ασυμμετρία, τόσο στην κάτοψη όσο και στις όψεις. Η είσοδος στην κατοικία γίνεται από τη νότια όψη του κτιρίου, όπου ο επισκέπτης ανεβαίνει μια μαρμάρινη σκάλα για να βρεθεί στην στεγασμένη βεράντα του υπερυψωμένου ισογείου. Στην συνέχεια, εισερχόμενος στο εσωτερικό του σπιτιού συναντά το χωλ, το οποίο αποτελεί το κέντρο του σπιτιού, απ’ όπου ξεκινούν όλες οι χρήσεις. Προχωρώντας προς το εσωτερικό του σπιτιού και με αρχή το χωλ, διαμορφώνεται ένας διάδρομος ο οποίος χωρίζει την κάτοψη σε δύο τμήματα και διοχετεύει την κίνηση στους

B

76

χώρους του ισογείου. Έτσι, ανατολικά του διαδρόμου βρίσκονται οι χώροι υποδοχής, η σάλα και η τραπεζαρία του αρχοντικού, ενώ στο δυτικό τμήμα τοποθετούνται η κουζίνα και ένας ακόμη βοηθητικός χώρος. Στο τέλος του διαδρόμου υπάρχει η σκάλα υπηρεσίας, η οποία εξυπηρετούσε την κατακόρυφη επικοινωνία στο κτίριο και χρησιμοποιούταν αποκλειστικά από την υπηρεσία του σπιτιού, γι αυτό και είναι τοποθετημένη σε άμεση επαφή με τους βοηθητικούς χώρους. Από το κεντρικό χωλ έχει κανείς πρόσβαση στο κύριο κλιμακοστάσιο του αρχοντικού. Το κλιμακοστάσιο είναι τοποθετημένο στον πύργο του κτίσματος, ο οποίος διαμορφώνεται εξωτερικά ως αυτόνομο κτίσμα αλλά στην πραγματικότητα ενσωματώνεται χωρικά στην κυρίως πτέρυγα. Από το κλιμακοστάσιο οδηγείται ο επισκέπτης στον όροφο, ο οποίος ακολουθεί τη διάταξη του ισογείου. Στον όροφο ο μακρόστενος χώρος υποδοχής του ισογείου χωρίζεται εγκάρσια σε υπνοδωμάτια. Η κατακόρυφη αυτή αντιστοιχία των χώρων αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των εκλεκτικιστικών αρχοντικών της περιόδου. Το χωλ του ορόφου έχει πρόσβαση σε έναν εξώστη, ο οποίος στεγάζει τον αντίστοιχο εξώστη του ισογείου. Ακόμη δύο υπνοδωμάτια έχουν πρόσβαση σε υποτυπώδεις εξώστες πολύ μικρών διαστάσεων. Το αρχοντικό διαθέτει επίσης ημιυπόγειο, στο οποίο φιλοξενούνταν βοηθητικοί και αποθηκευτικοί χώροι, καθώς και τα δωμάτια της υπηρεσίας.


Μορφολογικά Στοιχεία Η Έπαυλη Αποστολίδη αποτελεί μια ρομαντική εκλεκτικιστική σύνθεση, με μεγάλη συνθετική ελευθερία ως προς τη μορφολογία της. Σε όλα τα στοιχεία του κτιρίου γίνεται εμφανής η προσπάθεια τονισμού της ελευθερίας της μορφής. Στο κτίριο υπερισχύει ο μεσαιωνικός χαρακτήρας, με στοιχεία από αρχιτεκτονική πύργου. Τέτοια στοιχεία που διαθέτει η συγκεκριμένη έπαυλη είναι ο οξυκόρυφος πύργος, οι καμπύλες επιφάνειες στην αδρή λίθινη τοιχοποιία της και οι τραπεζοειδείς στέγες (mansards) στο κεντρικό τμήμα του κτιρίου, οι οποίες είναι καλυμμένες με ειδικές φολίδες. Ωστόσο γίνεται παρεμβολή ετερογενών μορφών που επηρεάζουν το γενικότερο χαρακτήρα του κτιρίου, όπως η αναγεννησιακή βεράντα εισόδου με τις καμπύλες αποτμήσεις. Ο πύργος είναι πολυγωνικός και οξυκόρυφος, τοποθετημένος στην πιο διακεκριμένη γωνία της έπαυλης, ώστε να δίνει την τάση κατακορυφισμού στην όλη σύνθεση. Παρόλο που στις περιπτώσεις πύργων στα μεσαιωνικά κτίρια ο ρόλος του πύργου είναι καθαρά διακοσμητικός,

127. Πύργος της έπαυλης (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο)

στην οικία Αποστολίδη αποτελεί μια εξαίρεση, αφού φιλοξενεί το κεντρικό κλιμακοστάσιο. Για το λόγο αυτό αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, τα ανοίγματα περιμετρικά του πύργου παρουσιάζουν μια ανηφορική κλίση και δεν είναι τοποθετημένα στην ίδια στάθμη. Το υπερυψωμένο ισόγειο, η μαρμάρινη σκάλα που σε ανεβάζει στον στεγασμένο εξώστη αλλά και τις επιβλητικές κολώνες που στηρίζουν τον εξώστη τονίζουν την είσοδο του αρχοντικού. Στο κτίριο παρατηρούνται ανοίγματα όλων των μορφών και των σχημάτων, όπως τα παραλληλόγραμμα ανοίγματα των εξωστών, τα θολωτά ανοίγματα του πύργου και τα ιδιόμορφα τραπεζοειδή παράθυρα της στέγης.

126. Στέγη της έπαυλης (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο)

Ως προς την κατασκευαστική δομή, ο φέρων οργανισμός είναι από εμφανή λιθοδομή σε όλο το ύψος του κτιρίου. 77


Έπαυλη “Πύρνα” Η έπαυλη Πύρνα κτίστηκε την περίοδο 1910 - 1919 στην συμβολή των οδών Τατοΐου και Νικολάου, στον αριθμό 2. Αποτελούσε την εξοχική κατοικία της οικογένειας Νικολάου. Πρόκειται για διώροφη νεοκλασσική κατοικία προαστιακού τύπου. Η κάτοψή της είναι ορθογωνική και η διάταξη των χώρων είναι τυπική ως προς τη δομή της. Διαθέτει υπόγειο, ισόγειο και όροφο. Το υπόγειο φιλοξενεί βοηθητικούς και αποθηκευτικούς χώρους, το ισόγειο τους χώρους υποδοχής και ο όροφος τα υπνοδωμάτια. Σε ότι αφορά τη μορφολογική σύνθεση, αποτελείται από έναν κύριο όγκο ο οποίος αποκτά μεγαλύτερη ποικιλία στοιχείων και ξεφεύγει από το συμπαγές πρίσμα. Εμπλουτίζονται και επαυξάνονται τα λιτά στοιχεία και η μορφή γίνεται πιο ελεύθερη, πιο σύνθετη. Άλλοι όγκοι υποχωρούν, άλλοι προβάλλουν, αλλά πάντα οι χώροι είναι ανεπτυγμένοι πάνω σε έναν άξονα. Είναι φανερή η διάθεση να ξεπεραστεί η λιτότητα, δίνοντας τη θέση της σε μια πλούσια μορφή. Η είσοδος στο κτίριο γίνεται, μέσω μιας επιβλητικής μαρμάρινης σκάλας. Ο κύριος άξονας της όψης που είναι και ο άξονας εισόδου στέφεται με αέτωμα. Τα ανοίγματα είναι ορθογωνικά και αξονικά τοποθετημένα. Στέφεται από δύο τετράρριχτες στέγες, επενδεδυμένες με γαλλικό κεραμίδι. Η διακόσμηση πρεκιών, κουφωμάτων και η περιμετρική σκοτία της στέγης είναι βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά που εντάσσουν την κατοικία στο νεοκλασικισμό. Η φέρουσα λιθοδομή του στατικού φορέα είναι επιχρισμένη σε γήινους τόνους. Η φέρουσα τοιχοποιία είναι εκ λιθοδομής, ενώ ο φορέας της στέγης είναι ξύλινος. Το εσωτερικό του σπιτιού φέρει περίτεχνα γύψινα στην οροφή και εντυπωσιακό μαρμάρινο τζάκι.

128. χάρτης όπου διακρίνεται η θέση της “Πύρνας” (κόκκινο) και η σχέση της με τις επαύλεις της γύρω περιοχής (γκρι)

129. Η κύρια όψη της “Πύρνας”, επί της οδού Τατοΐου (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο) 78


130

131

132

133

134

135

130. βόρεια όψη, 131. λεπτομέρεια γείσου και διακόσμησης κύριας όψης, 132. κύρια είσοδος, 133. μαρμάρινη διακόσμηση άνωθεν της εισόδου, 134. μαρμάρινο τζάκι σάλας, 135. γύψινη διακόσμηση οροφής (φωτογραφικό αρχείο Υπουργείου Πολιτισμού)

79


Έπαυλη Ζερβουδάκη Ιστορικά στοιχεία Η έπαυλη στην οδό Τατοϊου 31 στο οικοδομικό τετράγωνο 160 του Στροφυλίου της Κηφισιάς χτίστηκε από τους αδερφούς Αξελλούς το 1915 για την οικογένεια Παντελή Ζερβουδάκη, ο οποίος ήταν έμπορος από την Σύρο. Από το 1939 περνάει στα χέρια του Ιωάννη Μεταξά και γίνεται η κατοικία του. Το 1979 το κτίριο ανακηρύσσεται διατηρητέο ως έργο τέχνης που χρειάζεται κρατική προστασία. Μετά από ένα χρόνο, έγινε αίτηση από τον ιδιοκτήτη για αλλαγή στους περιορισμούς της δόμησης, η οποία όμως απορρίφθηκε. Πλέον αποτελεί την οικία της οικογένειας Σωτηριάδη.

Τυπολογικά στοιχεία Πρόκειται για μια παραθεριστική κατοικία των αρχών του 20ού αιώνα. Αποτελείται από ημιυπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο και δύο ορόφους. Η σύνθεση χαρακτηρίζεται από αρκετή ελευθερία καθώς η κάτοψη είναι ελεύθερη και συνιστά τυπικό δείγμα έκκεντρης κτιριολογικής σύνθεσης των σπιτιών της κατηγορίας αυτής. Σχηματίζεται από τρεις βασικούς όγκους, εκ των οποίων ένας είναι πύργος. Η είσοδος στο κτίριο γίνεται σταδιακά. Αρχικά από τον περιβάλλοντα χώρο μπορεί κανείς να ανέβει μία από τις δύο σκάλες που οδηγούν στη βεράντα του υπερυψωμένου ισογείου. Από εκεί θα περάσει στο στεγασμένο τμήμα της βεράντας του ισογείου, όπου θα αντικρίσει την κύρια είσοδο του αρχοντικού. Περνώντας στο εσωτερικό του Β

136. χάρτης όπου διακρίνεται η θέση της έπαυλης Ζερβουδάκη (κόκκινο) και η σχέση της με τις επαύλεις της γύρω περιοχής (γκρι) 80

κάτοψη ισογείου


κτιρίου, ο πρώτος χώρος που συναντά είναι το κεντρικό χωλ, μέσω του οποίου διοχετεύεται η κίνηση και στους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού. Σε άμεση γειτνίαση με το κεντρικό χωλ, βρίσκεται το καθιστικό (σάλα) του σπιτιού και η τραπεζαρία, ενώ σε επαφή με την τραπεζαρία βρίσκεται η κουζίνα. Εναλλακτικά, η είσοδος στο κτίριο μπορεί να γίνει και πλευρικά του κτιρίου, απευθείας στην σάλα του ισογείου, μέσω ενός στεγασμένου εξώστη, ο οποίος αποτελεί τη βεράντα για το νότιο υπνοδωμάτιο.

137. Όψη της Έπαυλης Ζερβουδάκη επί της οδού Τατοΐου

φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία

Από το κεντρικό χωλ σε άμεση θέαση βρίσκεται το κλιμακοστάσιο. Το κεντρικό κλιμακοστάσιο της κατοικίας τοποθετείται χωρικά μέσα στον πύργο και εκτείνεται σε όλους τους ορόφους. Η δομή της κάτοψης του πρώτου ορόφου είναι ίδια με του ισογείου, με μόνη διαφορά ότι οι δύο χώροι που φιλοξενεί είναι υπνοδωμάτια. Από το χωλ του ορόφου υπάρχει πρόσβαση σε μια βεράντα στην κύρια όψη του κτιρίου. Το κλιμακοστάσιο συνεχίζει στο δεύτερο όροφο, ο οποίος μάλλον φιλοξενούσε ένα ακόμη υπνοδωμάτιο, το οποίο βρίσκεται στον κεντρικό όγκο σε εσοχή. Μπροστά του διαμορφώνεται μια ευρύχωρη βεράντα. Το κτίριο διαθέτει ακόμη ημιυπόγειο, το οποίο, όπως σε όλες τις μεγαλοαστικές κατοικίες της εποχής, φιλοξενούσε βοηθητικούς και αποθηκευτικούς χώρους, καθώς και τα δωμάτια της υπηρεσίας.

138. Η κύρια όψη της Έπαυλης Σταθάτου, επί της οδού Τατοΐου, πριν την αποκατάσταση (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Κηφισιά: όψεις της ιστορίας της πόλης και του δήμου. Αρχειακά τεκμήρια”)

81


Μορφολογικά στοιχεία

εκκεντρικότητά του πετυχαίνει να δώσει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη μορφολογική ελευθερία της σύνθεσης και προσδίδει ένα στοιχείο κατακορυφότητας. Αυτός ο πύργος στεγάζεται από έναν τρούλο κεντρο-ευρωπαϊκού τύπου, σε αντίθεση με το νότιο πύργο, ο οποίος στεγάζεται από δίριχτη στέγη με κεραμίδι.

Μορφολογικά, η σύνθεση χαρακτηρίζεται από μεγάλη ελευθερία, χωρίς όμως αυτό να του στερεί την ισορροπία και την τήρηση των αναλογιών. Στην περίπτωση της οικίας Ζερβουδάκη, οι μορφές, η ποικιλία και ο πλούτος “δεν στερούνται διακριτικότητας και κατά Ως προς την κατασκευαστική δομή, ο φέρων οργανισμός περίπτωση κομψότητας”[1]. του αρχοντικού αποτελείται από εμφανή λιθοδομή από Το σύνολο της σύνθεσης είναι εκλεκτικιστικό, αφού πολυγωνικούς λίθους και οι στέγες είναι ξύλινες. αναμειγνύονται σε αυτό στοιχεία ανομοιογενή. Αποτελεί μια ενδιαφέρουσα περίπτωση εκλεκτικισμού των αρχών 1. οπ. πρ. Η Ελένη Παπανδρέου, “Εκλεκτικιστικές κατοικίες στην του 20ύ αιώνα, με έντονα νεοβυζαντινά στοιχεία. Ο Κηφισιά την περίοδο της Μπέλ Επόκ”, σελ. 111 Βυζαντινός χαρακτήρας αποδίδεται με την ποικιλία και το παιχνίδισμα των μορφών των παραθύρων, τα οποία είναι δίλοβα ή τρίλοβα με ημικυκλικά τόξα κουφωμάτων, και αντιγράφουν σχετικά πιστά στα βυζαντινά πρότυπα. Ακόμη ένα στοιχείο που παραπέμπει στη βυζαντινή αρχιτεκτονική είναι η τοξοστοιχία που στεγάζει τη βεράντα του ισογείου, με τους μαρμάρινους ραδινούς κίονες. Τέλος, ένα επιπλέον στοιχείο που κάνει αναφορά στο βυζαντινό πρότυπο είναι η αδρή τοιχοποιία από εμφανή πολυγωνική λιθοδομή. Αξιοσημείωτο αρχιτεκτονικό στοιχείο της σύνθεσης είναι ο βόρειος πύργος, ο οποίος στεγάζει το κλιμακοστάσιο. Με την 139. κύρια όψη της έπαυλης Ζερβουδάκη (φωτογραφίες από προσωπικό αρχείο) 82


Έπαυλη “Δρυάδες” Στην περιοχή του Στροφυλίου της Κάτω Κηφισιάς, στον αριθμό 25 της οδού Πεσμαζόγλου, συναντάμε την έπαυλη “Δρυάδες”. Η έπαυλη κτίστηκε το 1903 από τον αρχιτέκτονα Καραθανασόπουλο, μαθητή του Ερνέστου Τσίλλερ, για την οικογένεια του Ιωάννη Πεσμαζόγλου. Ήταν ένα από τα πέντε σπίτια που κτίστηκαν τότε, μέσα στο ίδιο οικόπεδο, για τα παιδιά του. Η έπαυλη Δρυάδες ήταν Αιγυπτιακού στιλ. Τα γύρω τέσσερα σπίτια ήταν το Ελληνικό, το Γερμανικό, το Ελβετικό και το Αραβικό. Η έπαυλη Δρυάδες, το 1924 αγοράστηκε από το Διευθυντή της Ιωνικής τράπεζας, Λοβέρδο. Κατά την περίοδο του πολέμου χρησιμοποιήθηκε ως κρατητήριο και για την στέγαση των προσφύγων. Μετά τον πόλεμο έγινε σε αυτό, το γυμνάσιο Μαντούνα. Από το 1963 και για αρκετά χρόνια έμεινε κλειστό και χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη. Το 1978 κάηκε σχεδόν ολοσχερώς. Στην συνέχεια πέρασε στο Γρηγόρη Χατζηελευθεριάδη, ο οποίος το ανακαίνισε για να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί.

140. χάρτης όπου διακρίνεται η θέση της έπαυλης “Δρυάδες” (κόκκινο) και η σχέση της με τις επαύλεις της γύρω περιοχής (γκρι)

140. φωτογραφία του “Αιγυπτιακού” σπιτιού της ιδιοκτησίας Πεσμαζόγλου (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία)

Στην έπαυλη Δρυάδες γίνεται προσπάθεια ανανέωσης της Νεοκλασικής μορφολογίας με αποτέλεσμα την παρέκκλιση της σύνθεσης από τις βασικές αρχές. Στο συγκεκριμένο κτίριο σε αντίθεση με τους εύστοχους χειρισμούς του Τσίλλερ σε ανάλογες περιπτώσεις, η ποικιλία οδηγεί σε μορφολογική ακαμψία, με αποτέλεσμα την απομάκρυνση της μορφής από το Νεοκλασικό πνεύμα[1]. Πρόκειται για μια διώροφη κατοικία προαστιακού τύπου, με ορθογωνική κάτοψη, συμμετρική ως προς δύο κάθετους κεντρικούς άξονες. Στα τέσσερα άκρα της οικοδομής υψώνονται πυργίσκοι. Σε ότι αφορά τη μορφολογική σύνθεση, παρατηρείται μια επί μέρους ελευθερία που εμφανίζεται με τον συνδυασμό μιας 1. οπ. πρ. Ελένη Παπανδρέου, “Εκλεκτικιστικές κατοικίες στην Κηφισιά την περίοδο της Μπέλ Επόκ”, σελ. 97 83


αυστηρής ορθογωνικής ογκοπλασίας με ένα τονισμένο κυκλικό τμήμα στη μια πλευρά του κτίσματος. Οι ακραίοι όγκοι με την υπερύψωσή τους, συμπιέζουν το κεντρικό τμήμα ασφυκτικά, ενώ η παρουσία του, δημιουργεί μια έντονη δυσαρμονία στις αναλογίες. Τα ανοίγματα είναι ορθογωνικά και αξονικά τοποθετημένα. Όλο το κτίριο είναι επιχρισμένο εξωτερικά και στο ισόγειο δημιουργούνται οριζόντιες σκοτίες. Το ισόγειο διαχωρίζεται από τον όροφο με περιμετρική γύψινη ταινία. Η κάλυψη του κτιρίου γίνεται με δυο τετράριχτες και μια δίριχτη στέγη. Κάτω από την στέγη στους τέσσερις πύργους υπάρχει περιμετρική ζωοφόρος με ζωγραφικό διάκοσμο σε γαλάζιο φόντο. Ο διάκοσμος εμπλουτίζεται με τις αετωματικές απολήξεις των παραθύρων του ορόφου αλλά και με το γείσο της στέγης και την πληθώρα ακροκέραμων. Οι ανάγλυφες παραστάσεις που υπάρχουν περιμετρικά του κτιρίου δεν προσδίδουν τίποτα το ιδιαίτερο, μοιάζουν ξένες στην όλη σύνθεση, ενώ παραμένουν στοιχεία που εντυπωσιάζουν εύκολα.

142. Κύρια όψη της έπαυλης “Δρυάδες” επί της οδού Πεσμαζόγλου (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία) 84

142. Κήπος της έπαυλης “Δρυάδες” (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία)

143. Νότια Όψη της έπαυλης “Δρυάδες” από την οδό Πεσμαζόγλου (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο)


Έπαυλη Ζούρα Ιστορικά Στοιχεία Σε έναν από τους δημοφιλέστερους δρόμους της Κηφισιάς της εποχής που μελετάμε, στη γωνία της οδού Εμμανουήλ Μπενάκη αριθμό 11-13 με την οδό Πεσμαζόγλου, υπάρχει η εντυπωσιακή Έπαυλη Ζούρα. Χτίστηκε το 1872 στο 116ο οικοδομικό τετράγωνο της Κηφισιάς, στην περιοχή του Στροφυλίου από τον αρχιτέκτονα Χριστιανό Χάνσεν για την οικογένεια Βουδούρη. Αργότερα το αρχοντικό αγοράστηκε από τον Ιωάννη Τρικούπη (και ονομάστηκε “Πύργος Τρικούπη”) και κατόπιν πέρασε στην ιδιοκτησία του Ιωάννη Ζούρα. Τέλος, κληρονομήθηκε από την κόρη του Ιωάννη Ζούρα, Μαργαρίτα Τσολακάκη, η οποία δώρισε το κτίριο προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για κοινωφελή σκοπό. Το 2003 εγκρίθηκε η άδεια της έπαυλης Ζούρα για πολιτιστική χρήση, ως “Πολιτιστικό και Μορφωτικό Ίδρυμα” που θα στέγαζε την πινακοθήκη της Κλέλιας Χατζηιωάννου.

145. Όψη της έπαυλης Ζούρα (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία)

144. χάρτης όπου διακρίνεται η θέση της έπαυλης Ζούρα (κόκκινο) και η σχέση της με τις επαύλεις της γύρω περιοχής (γκρι)

146. Έπαυλη Ζούρα (φωτογραφία από αρχείο Υ.ΠΕ.Κ.Α.) 85


Τυπολογικά Στοιχεία Πρόκειται για μια εντυπωσιακή προαστιακού τύπου εξοχική κατοικία του τέλους του 19ου αιώνα. Είναι διώροφη, με υπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο, όροφο και σοφίτα. Στην ενδιαφέρουσα κάτοψη η όλη διάρθρωση φαίνεται κανονική. Η κάτοψή της είναι σχεδόν ορθογωνική, με έναν ημικυκλικό όγκο και ένα γωνιακό πύργο. Η κυκλική απόληξη και ο πύργος δίνουν ελευθερία η οποία δεν προέρχεται από την εσωτερική σύνθεση αλλά από την εξωτερική μορφολόγηση της όψης.

B

κάτοψη ισογείου 86

147, 148. τομές εγκάρσιες, τομή πύργου (αρχείο Υ.ΠΕ.Κ.Α.)

Η πρόσβαση στο εξωτερικό του κτιρίου γίνεται από τη νοτιοανατολική όψη, με μια είσοδο ιδιαίτερα τονισμένη με ημικυκλικό περιστύλιο. Δύο μαρμάρινες σκάλες ανεβάζουν τον επισκέπτη στον εξώστη του ισογείου. Η στεγασμένη είσοδος δημιουργεί έναν υπαίθριο χώρο για την σταδιακή εισαγωγή στο αρχοντικό, ενώ παράλληλα διαμορφώνει και εξώστη στον όροφο. Μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο και περνώντας τις δύο διαδοχικές πόρτες, που θυμίζουν διαμόρφωση ανεμοφράκτη, βρίσκεται στο χωλ, απ’ όπου ξεκινούν οι πιο “δημόσιοι” χώροι του σπιτιού. Δεξιά του χωλ βρίσκεται η σάλα, αριστερά η τραπεζαρία και στη συνέχεια η κουζίνα και στο βάθος υπάρχει μια επιβλητική σκάλα που οδηγεί στον όροφο της έπαυλης. Ανεβαίνοντας στον όροφο συναντά κανείς την ίδια διάταξη με το ισόγειο. Υπάρχει ένα κεντρικό χωλ που μοιράζει την κίνηση στα τρία υπνοδωμάτια. Στον όροφο διαμορφώνονται επίσης τρεις βεράντες, μία πάνω από το περιστύλιο της εισόδου και δύο στη βορειοδυτική όψη. Δύο ακόμη μικρών διαστάσεων εξώστες διαμορφώνονται στα υπνοδωμάτια της νοτιοδυτικής όψης. Ακριβώς κάτω από την σκάλα του ισογείου που ανεβάζει στον όροφο υπάρχει ένα μικρότερων διαστάσεων κλιμακοστάσιο που οδηγεί στο υπόγειο. Το υπόγειο φιλοξενεί βοηθητικές χρήσεις, αποθήκες και τα προσωπικά δωμάτια της υπηρεσίας.


Μορφολογικά Στοιχεία Η Έπαυλη Ζούρα αποτελεί μία εκλεκτικιστικού τύπου εξοχική κατοικία, στην οποία συνυπάρχει ο νεοκλασικισμός με τα έντονα στοιχεία μπαρόκ. Σε ό,τι αφορά τα νεοκλασικά πρότυπα, η κατοικία ακολουθεί τη δομή “βάση, κορμός και στέψη”. Ωστόσο, ο αρχιτέκτονας σε προσπάθεια εντυπωσιασμού προσδίδει στην έπαυλη μια εκτενή συνθετική ελευθερία στη διαμόρφωση των όψεων. Στη βάση του αρχοντικού εμφανίζεται η λιθοδομή του υπογείου. Οι όροφοι είναι επιχρισμένοι σε χρώμα μπεζ, ενώ σε σημεία, όπως η βάση του πυργίσκου στο ισόγειο, το επίχρισμα είναι λευκό και διαμορφώνει πυκνές σκοτίες. Οι δύο όροφοι διαχωρίζονται σαφώς μεταξύ τους με οριζόντιες σκοτίες και η στέψη του κτιρίου γίνεται με 3 διαφορετικούς τρόπους. Στη ζώνη της εισόδου διαμορφώνεται διακοσμητική καμάρα, η οποία πίσω της κρύβει μια τρίριχτη στέγη. Οι άλλες δύο πλευρικές στέγες είναι επίσης τρίριχτες, ενώ οι δύο στέγες στην πίσω όψη είναι τετράριχτες. Όλες οι στέγες είναι επενδεδυμένες με κεραμίδι και περιμετρικά φέρουν ακροκέραμα. Τέλος, ο πυργίσκος στη νότια όψη στέφεται από οκταγωνική οξυκόρυφη στέγη.

149. Φωτογραφία της Όψης από την οδό Εμ.Μπενάκη (φωτογραφία από προσωπικό Αρχείο)

Η είσοδος του σπιτιού τονίζεται χάρη στην τοποθέτησή της στο κέντρο της όψης, με την προεξοχή του ημικυκλικού εξώστη. Το προστώο με τις μαρμάρινες κολώνες και οι μαρμάρινες σκάλες με τις κυκλικές απολήξεις παραπέμπουν σε γαλλικό μπαρόκ, με σκοπό τον εντυπωσιασμό του επισκέπτη όταν εισέρχεται στο κτίριο. Το προστώο πλαισιώνεται πλευρικά από καμάρες. Στην κατακόρυφη ζώνη της εισόδου, διαμορφώνεται, πάνω από τη σοφίτα, καμάρα με έντονες διακοσμήσεις. Η τοξωτή αυτή απόληξη αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο του γαλλικού μπαρόκ και πετυχαίνει να δώσει ακόμη περισσότερη έμφαση στη μορφολογική ελευθερία της σύνθεσης. 150

151

152

153

150. νοτιο-ανατολική όψη, 151. νοτιο-δυτική όψη, 152. βόρεια όψη, 153. δυτική όψη (αρχείο Υ.ΠΕ.Κ.Α.)

87


88

Ο πύργος στη γωνία της σύνθεσης ακολουθεί με την σειρά του το νεοκλασικό πρότυπο της κατακόρυφης δομής, εμπλουτισμένο όμως διακοσμητικά από στοιχεία ιταλικού μπαρόκ. Η βάση του σχηματίζει έναν κύβο, πλαγίως «τοποθετημένο» στην υπόλοιπη σύνθεση. Στην επόμενη στάθμη, ο πύργος βρίσκεται σε υποχώρηση και σχηματίζει έναν οκταγωνικό όγκο, ενώ η στέψη γίνεται με οκταγωνική στέγη. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του εκλεκτικιστικού πύργου είναι τα οκτώ περιμετρικά τοξωτά ανοίγματα της σοφίτας, που συναντώνται μόνο σε αυτό το σημείο της σύνθεσης.

Ως προς την κατασκευαστική δομή ο φέρων οργανισμός του κτιρίου είναι από λιθοδομή και οι στέγες διαμορφώνεται από ξύλινα στοιχεία.

154. Κύρια όψη της Έπαυλης Ζούρα (φωτογραφία από το αρχείο του Υ.ΠΕ.Κ.Α.)

155. Ο πύργος της Έπαυλης (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία)


Έπαυλη “Ατλαντίς” Ιστορικά Στοιχεία

έπαυλη πωλήθηκε στον Ανέστη Διακοδημήτρη ο οποίος την επισκεύασε και την κατοικεί. Ένα χρόνο αργότερα η έπαυλη χαρακτηρίστηκε διατηρητέα ως έργο τέχνης που χρήζει κρατικής προστασίας.

Η ιστορική έπαυλη “Ατλαντίς” βρίσκεται στην συμβολή των οδών Εμμανουήλ Μπενάκη και Πεσμαζόγλου στον αριθμό 10, στο οικοδομικό τετράγωνο 225 στην περιοχή του Στροφυλίου της Κηφισιάς. Η περιοχή στην οποία είναι τοποθετημένη η βίλα, και ακόμη πιο συγκεκριμένα η οδός Μπενάκη ήταν μια από τις πιο δημοφιλείς οδούς για την ανοικοδόμηση των εξοχικών κατοικιών της μεγαλοαστικής τάξης της Αθήνας του 19ου και 20ου αιώνα. Η έπαυλη που μετρά 447 τ.μ. ολοκληρώθηκε το 1897 με σχέδια και υπό την επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλλερ, σε ένα οικόπεδο δεκαπέντε στρεμμάτων, για την εφοπλιστική οικογένεια Καββαδία. Οι αρχικοί ιδιοκτήτες Μαρία και Ελένη Καββαδία, πούλησαν την έπαυλη στον ανιψιό τους τον εφοπλιστή Σόλωνα Βλαστό από τη Νέα Υόρκη, και εκδότη της ελληνόφωνης εφημερίδας “Ατλαντίς”, ο οποίος την επισκεύασε και κατοίκησε εκεί για δυο χρόνια. Το 1981 η

157. Οικία Βλαστού (Φωτογραφικό αρχείο Υ.ΠΕ.Κ.Α.)

156. χάρτης όπου διακρίνεται η θέση της έπαυλης “Ατλαντίς” (κόκκινο) και η σχέση της με τις επαύλεις της γύρω περιοχής (γκρι)

158. Φωτογραφία κύριας όψης (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία) 89


Τυπολογικά Στοιχεία Η έπαυλη “Ατλαντίς” είναι μια παραθεριστικού τύπου εξοχική κατοικία της Κηφισιάς. Είναι διώροφη, δηλαδή αποτελείται από ισόγειο και όροφο, ενώ η κάτοψή της είναι ορθογωνική. Εισερχόμενος κανείς στον προαύλιο χώρο συναντά τη νότια όψη, η οποία είναι διώροφη και απόλυτα συμμετρική ως προς τον κατακόρυφο άξονα που περνά από το κέντρο της. Στο ισόγειο δημιουργείται μια στεγασμένη στοά, η οποία διαμορφώνεται από περιστύλιο με ημικυκλικές καμάρες και η οποία πετυχαίνει μια πιο σταδιακή είσοδο από τον εξωτερικό στον εσωτερικό χώρο. Το περιστύλιο της στεγασμένης βεράντας της εισόδου συνιστά τον εξώστη που διαμορφώνεται στον όροφο. Στον εξώστη του ορόφου διαμορφώνονται άλλοι δύο στεγασμένοι χώροι, στα άκρα της βεράντας, με τις ίδιες ημικυκλικές καμάρες του ισογείου.

Η κύρια είσοδος στο κτίριο γίνεται από τη νότια όψη, επί της οδού Πεσμαζόγλου. Ύστερα, περνώντας μέσα από την στοά, συναντά κανείς την επιβλητική πόρτα και εισέρχεται στην αίθουσα υποδοχής. Στη δυτική πτέρυγα του κτιρίου υπάρχει το σαλόνι και πιο βόρεια ο χώρος του γραφείου και στην ανατολική συναντάται διαδοχικά η τραπεζαρία, η κουζίνα, μια αποθήκη, ένας κοιτώνα της υπηρεσίας του σπιτιού και ένας χώρος υγιεινής. Στο χώρο υποδοχής, ακριβώς απέναντι από την κύρια είσοδο υπάρχει μια εντυπωσιακή σκάλα που ανεβάζει τον επισκέπτη στον όροφο. Ανεβαίνοντας από το ισόγειο, παρατηρούμε ότι η διάταξη των χώρων του ορόφου είναι ίδια με αυτή του ισογείου. Το μόνο που αλλάζει είναι η χρήση των χώρων, που είναι το κεντρικό χωλ-καθιστικό το οποίο διοχετεύει την κίνηση στα δωμάτια. Αυτά είναι τέσσερις κοιτώνες και δύο λουτρά. Τα δύο νότια υπνοδωμάτια όπως και το καθιστικό έχουν άμεση πρόσβαση στον κύριο εξώστη.

B

κάτοψη ισογείου

κάτοψη ορόφου

δεξιά σελίδα: 159. όψη του κτιρίου από την οδό Εμ.Μπενάκη 160. διακοσμητικό άγαλμα εξώστη οροόφου 161, 162. ζωγραφική διακόσμηση οροφών και όψης εξώστη (φωτογραφίες από προσωπικό αρχείο)

90


Μορφολογικά Στοιχεία Η οικία Βλαστού αποτελεί δείγμα εκλεκτικιστικής ρομαντικής προαστιακής βίλας. Αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της θαυμαστής ικανότητας του Τσίλλερ στη μορφολογική επεξεργασία των θεμάτων του, καθώς καταφέρνει να συνδυάσει τον –κατά τα άλλα ευρωπαϊκό- τύπο τη προαστιακής βίλας με τοπικά στοιχεία. Η σύνθεση απομακρύνεται από τα νεοκλασικά πρότυπα, που συνήθως ακολουθεί ο Τσίλλερ στις αστικές κατοικίες του. Το κτίριο χαρακτηρίζεται από έντονη συμμετρία, και ιδιαίτερα στις όψεις του που είναι συμμετρικές ως προς τον κατακόρυφο άξονα που περνά από το μέσο τους. Όλα τα ανοίγματα είναι ορθογωνικά και τοποθετημένα σε αξονικές θέσεις. Η χρήση των δύο όγκων, δεξιά και αριστερά στον όροφο είναι αρκετά τολμηρή, δίνοντας έμφαση στην συμμετρία. Η κάτοψη είναι ορθογωνική και είναι σχεδόν εντελώς συμμετρική ως προς το κέντρο της, δηλαδή εκατέρωθεν του άξονα που περνά από το μέσο του κεντρικού χωλ. Η στέγη είναι τετράριχτη με γαλλικό κεραμίδι.

160

161

162

159

Το ελληνικό στοιχείο που υπερτερεί στην σύνθεση είναι το έντονο στοιχείο της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Χαρακτηριστικό της σύνθεσης είναι η επιλογή του Τσίλλερ για εμφανή πολυγωνική λιθοδομή χρώματος μπεζ, η οποία παραμένει ανεπίχριστη. Το χρώμα της λιθοδομής προσδίδει ένα μεσαιωνικό χαρακτήρα στο κτίσμα, και έναν εξωτισμό, που το απομακρύνει ακόμη περισσότερο από 91


τα νεοκλασικά πρότυπα. Σαφείς αναφορές στα βυζαντινά πρότυπα είναι οι ημικυκλικές καμάρες από εμφανή λιθοδομή που διαμορφώνουν το περιστύλιο της βεράντας του ισογείου. Με την ίδια μορφολογία αποδίδονται και τα δύο στεγασμένα τμήματα του εξώστη του ορόφου. Ένα ακόμη στοιχείο στους εξώστες είναι τα σταυροθόλια που σχηματίζονται στις οροφές των εξωστών, τα οποία στολίζονται από εξαιρετικής ποιότητας υδατογραφίες σε γαλάζιο[1] φόντο. Στον εξώστη του ορόφου υπάρχει ζωγραφική διακόσμηση με πομπηϊανές παραστάσεις κάτω από την στέγη και δυο πήλινα αγάλματα πλαισιώνουν το κεντρικό άνοιγμα. Στην τεχνική έκθεση που είχε καταβληθεί το 1981 από πλευράς του Ανέστη Διακοδημήτρη για την αποκατάσταση του κτιρίου αναφέρει ότι εσωτερικά υπάρχουν θαυμάσιες διακοσμημένες οροφές, πρόσφατα ανακαινισμένες. Η πρόσοψη είναι έντονα επεξεργασμένη, με πληθώρα διακοσμητικών στοιχείων. Τόσο τα στοιχεία αυτά, όσο και τα επιμέρους , είναι δοσμένα με τόση εκλέπτυνση αναλογιών και τόση πειθαρχημένη ποικιλία, που δε μειώνουν την συμμετρία του συνόλου , αλλά την εμπλουτίζουν.

163. Όψη της “Ατλαντίδας” από την οδό Πεσμαζόγλου (φωτογραφία από προσωπική συλλογή)

Κατασκευαστική Δομή Η φέρουσα τοιχοποιία δεν αποτελείται από λιθοδομή, όπως θα συμπέραινε κανείς εκ πρώτης όψεως. Η τεχνική έκθεση που είχε καταβληθεί το 1981 αναφέρει ότι η φέρουσα δομή αποτελείται από συμπαγείς οπτόπλινθους, μονά ή διπλά τοποθετημένους, αναλόγως αν η τοιχοποιία είναι φέρουσα ή πλήρωσης. Ο οριζόντιος φέρων οργανισμός είναι ξύλινος, όπως επίσης και η κατασκευή της στέγης. 1. Το γαλάζιο φόντο χρησιμοποιούταν κατ’ εξοχήν στις βυζαντινές τοιχογραφίες και οροφογραφίες 92

164. Ο εξώστης της “Ατλαντίδας” με όλο το ζωγραφικό διάκοσμο (φωτογραφία από προσωπική συλλογή)


Έπαυλη “Rose” Ιστορικά Στοιχεία Στην οδό Πεσμαζόγλου, ακριβώς δίπλα στο έργο του “Ατλαντίς” για την οικογένεια Βλαστού, ο Ερνέστος Τσίλλερ επιλέγει να κτίσει τη βίλα Rose, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει ως τη θερινή του κατοικία. Στην οδό Πεσμαζόγλου αριθμό 12, στο οικοδομικό τετράγωνο 225 στο Στροφύλι της Κηφισιάς, το 1890 ολοκληρώνεται η κατασκευή του Rose, σύμφωνα με τα σχέδια και υπό την επίβλεψη του ίδιου του Τσίλλερ. Στην συνέχεια περιήλθε στην ιδιοκτησία των οικογενειών Καστανάρ και Βούλτσου. Κατόπιν πέρασε στην ιδιοκτησία Πέτρου Ρακά, ο οποίος την επισκεύασε, για να κατοικήσει εκεί με την οικογένεια του. Το 1982 το κτίριο κηρύσσεται διατηρητέο ως έργο τέχνης που χρειάζεται κρατική προστασία.

165. χάρτης όπου διακρίνεται η θέση της έπαυλης “Ατλαντίς” (κόκκινο) και η σχέση της με τις επαύλεις της γύρω περιοχής (γκρι)

166. σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ που απεικονίζει την έπαυλη Rose

πηγή: σύγγραμμα “Ερνέστος Τσίλλερ: Προσπάθεια μικρογραφίας” του Δ.Παπαστάμου

167. σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ που απεικονίζει την έπαυλη Rose

πηγή: σύγγραμμα “Ερνέστος Τσίλλερ: Προσπάθεια μικρογραφίας” του Δ.Παπαστάμου

93


Τυπολογικά Στοιχεία Πρόκειται για μια προαστιακού τύπου εξοχική κατοικία του τέλους του 19ου αιώνα. Είναι διώροφη, δηλαδή αποτελείται από ισόγειο και όροφο με ορθογωνική κάτοψη. Η σύνθεση χαρακτηρίζεται από την αρχή της συμμετρίας, χαρακτηριστικό γνώρισμα της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής που χρησιμοποιούσε ο Τσίλλερ. Ο κεντρικός όγκος της σύνθεσης χαρακτηρίζεται από συμμετρία στην κάτοψη ως προς τον κατακόρυφο άξονα που διέρχεται από το μέσο της, και πάνω στον οποίο υπάρχει η είσοδος και το κεντρικό κλιμακοστάσιο. Αυτή η συμμετρία εμφανίζεται και στην πρόσοψη, η οποία χαρακτηρίζεται από απόλυτη συμμετρία ως προς τον κατακόρυφο άξονα που διέρχεται από κέντρο της. Η στέγαση γίνεται από μια τετράριχτη και δύο τρίριχτες στέγες.

κάτοψη ισογείου

94

Εισερχόμενος κανείς στον προαύλιο χώρο του κτιρίου, από την οδό Πεσμαζόγλου παρατηρεί τη στεγασμένη βεράντα του ισογείου, η οποία διαμορφώνεται από περιστύλιο με καμάρες. Αυτός ο υπαίθριος στεγασμένος χώρος αποτελεί μια σταδιακή μετάβαση του επισκέπτη από το εξωτερικό του κτιρίου στο εσωτερικό. Στο κέντρο της βεράντας υπάρχει η κεντρική είσοδος, η οποία οδηγεί στην αίθουσα υποδοχής του αρχοντικού. Στα ανατολικά του χωλ υπάρχει η σάλα του σπιτιού ενώ στα δυτικά διαδοχικά η τραπεζαρία, η κουζίνα, μια αποθήκη και ένας κοιτώνας για το υπηρετικό προσωπικό. Τόσο από την σάλα όσο και από την τραπεζαρία υπάρχει άμεση πρόσβαση σε δύο πλευρικές βεράντες. Αξίζει σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι υπάρχει μια πλευρική σκάλα στη βορειοδυτική πτέρυγα του κτίσματος η οποία οδηγεί απευθείας στην κουζίνα, και χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από την υπηρεσία. Ακριβώς

κάτοψη ορόφου


απέναντι από τη κεντρική είσοδο στο χωλ και σε άμεση θέαση υπάρχει μια επιβλητική σκάλα η οποία οδηγεί στον όροφο. Η κάτοψη του ορόφου διατηρεί την κεντρική διάταξη της κάτοψης ισογείου, μικρότερη μόνο κατά ένα μέρος στο οποίο υπάρχει τρίριχτη στέγη. Η κάτοψη σχήματος τάυ αποτελείται από έναν προθάλαμο που διαχέει τους κατοίκους στα τρία υπνοδωμάτια του ορόφου. Και τα τρία υπνοδωμάτια έχουν πρόσβαση στον εξώστη ο οποίος διαμορφώνεται από το περιστύλιο της στεγασμένης εισόδου.

168. Φωτογραφία της εισόδου της έπαυλης Rose (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία)

Μορφολογικά Στοιχεία Το Rose αποτελεί δείγμα εκλεκτικιστικής ρομαντικής βίλας. Ο Τσίλλερ επιχειρεί εδώ, για πρώτη φορά, να συνδυάσει το ευρωπαϊκό πρότυπο των ρομαντικών εξοχικών κατοικιών με τα νεοκλασικά ιδεώδη του. Το αποτέλεσμα είναι άρτιο και ισορροπημένο. Συνειδητή επιλογή του αρχιτέκτονα είναι η ενσωμάτωση του “ρομαντικού ύφους” στην σύνθεση. Για να επιτευχθεί αυτό και το κτίριο να απομακρυνθεί από το νεοκλασικό πρότυπο, επιλέγεται η εισαγωγή ελληνικών στοιχείων, και συγκεκριμένα βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Η σύνθεση αποτελείται από έναν κύριο διώροφο όγκο, και έναν μικρότερο μονώροφο. Η κάτοψη, όπως ήδη αναφέραμε, είναι ορθογωνική και το κύριο τμήμα της σχηματίζει ένα Τάυ. Η πρόσοψη του κτιρίου χαρακτηρίζεται από συμμετρία ως προς τον κατακόρυφο άξονα που διέρχεται από το μέσο της. Όλα τα ανοίγματα είναι ορθογωνικά και είναι τοποθετημένα σε αξονικές θέσεις. Η πρόσοψη ακολουθεί το τρίπτυχο βάση - κορμός - στέψη, ακολουθώντας το νεοκλασικό πρότυπο. Η εισαγωγή του βυζαντινού στοιχείου γίνεται με πολλαπλό τρόπο. Εξωτερικά, επιλέγεται εμφανής πολυγωνική λιθοδομή χρώματος μπεζ, η οποία παραμένει ανεπίχριστη, και παραπέμπει στις βυζαντινές εκκλησίες. Ένα ακόμη βυζαντινό στοιχείο είναι η στεγασμένη βεράντα της εισόδου, η οποία περιβάλλεται από περιστύλια από λιθοδομή, που σχηματίζουν καμάρες μεταξύ τους. Στην οροφή της βεράντας του ισογείου δημιουργούνται σταυροθόλια, στα οποία είναι ζωγραφισμένα γεωμετρικά θέματα σε μπλε και χρυσό χρώμα. Αυτό αποτελεί μία ακόμη σαφή αναφορά στη βυζαντινή αρχιτεκτονική. Κάτω από την στέγη υπάρχει μια περιμετρική διακοσμητική ταινία, ενώ επιπλέον συναντάμε γείσο νεοκλασικού ρυθμού. Τα κουφώματα των ανοιγμάτων και τα παντζούρια είναι ξύλινα, μπορντό χρώματος. Η στέγη είναι τετράριχτη, με βυζαντινό κεραμίδι. 95


Κατασκευαστική Δομή Δεν υπάρχουν στοιχεία που να μας κατατοπίζουν σχετικά με την κατασκευαστική δομή του κτιρίου. Πιθανολογούμε ότι η εμφανής λιθοδομή του κτιρίου είναι φέρουσα και η τοιχοποιία πλήρωσης γίνεται από συμπαγείς οπτόπλινθους. Ο οριζόντιος φέρων οργανισμός του κτιρίου είναι πιθανότατα από ξύλο, όπως επίσης και ο φέρων οργανισμός της στέγης.

169. Φωτογραφία της έπαυλης Rose (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία) 96


Οικία Εμμανουήλ Μπενάκη Ιστορικά Στοιχεία Στην περιοχή Στροφύλι της Κηφισιάς προβάλλει μέσα στη μεγαλοπρέπεια η βίλα του εθνικού ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη, ο οποίος ήταν έμπορος βαμβακιού από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το 1900 έρχεται στην Αθήνα και κτίζει το σπίτι του στην περιοχή στην συμβολή των οδών Εμμανουήλ Μπενάκη[1] αριθμό 42 και Στροφυλίου, στο οικοδομικό τετράγωνο 223 της Κηφισιάς. Η βίλα είναι κτισμένη σε έκταση περίπου 25 στρεμμάτων, ένα μέρος των οποίων είχε αφιερωθεί για την εκτροφή και κατοικία επιλεγμένων θηραμάτων, που συντηρούσε η οικογένεια. Στο κτίριο αυτό γίνονταν πολλές αξιόλογες εκδηλώσεις, ενώ τα καλοκαίρια φιλοξενούσε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, φίλο της οικογένειας Μπενάκη.

170. χάρτης όπου διακρίνεται η θέση της έπαυλης Μπενάκη (κόκκινο) και η σχέση της με τις επαύλεις της γύρω περιοχής (γκρι)

Το 1929, μετά το θάνατο του Εμμανουήλ Μπενάκη, το σπίτι πέρασε στην ιδιοκτησία της κόρης του, Αλεξάνδρας Μπενάκη, και από αυτή στην κόρη της, Δωροθέα Ντέιβις και τον σύζυγό της Λέοντα Μελά. Από το ζεύγος Μελά πέρασε στα χέρια της κόρης τους, Αλεξάνδρας Μελά, ενώ σήμερα αποτελεί την οικογένεια Δημήτριου Δεληγιάννη, ο οποίος αγόρασε την ιδιοκτησία από την Αλεξάνδρα Μελά το 1982.

171. φωτογραφία της όψης της οικίας Μπενάκη από το σύγγραμμα “Αρχόντισσα Κηφισιά” της Μ.Σιμώνη-Λιόλιου 97


Τυπολογικά Στοιχεία Η έπαυλη “Μπενάκη” κτίστηκε ως μόνιμη κατοικία για την επταμελή οικογένεια του Εμμανουήλ και της Βιργινίας Χωρέμη. Παρ’ όλα αυτά, διατηρεί τα χαρακτηριστικά της προαστιακής εξοχικής κατοικίας ενός μεγαλοαστού των αρχών του 20ού αιώνα. Πρόκειται για μια διώροφη κατοικία με ορθογωνική κάτοψη και συνολικό εμβαδό περίπου 400 τ.μ. Η κάτοψη είναι σχήματος “Τ”, και είναι σχεδόν συμμετρική ως προς τον άξονα Βορρά-Νότου. Η είσοδος στην οικία γίνεται πλευρικά, από μια είσοδο στην όψη της οδού Μπενάκη. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα σημεία της τυπολογίας του αρχοντικού είναι η έλλειψη της αίθουσας υποδοχής (χωλ), που υπήρχε στα περισσότερα αρχοντικά της περιόδου αυτής. Αντ’ αυτού υπάρχει απλώς ένας στενός διάδρομος που οδηγεί στο βάθος στην κεντρική σάλα του σπιτιού, που περιλαμβάνει το σαλόνι και την τραπεζαρία. Από την σάλα υπάρχει πρόσβαση στην υπερυψωμένη βεράντα του

172. ξυλόγλυπτο διακοσμητικό τη κύριας όψης (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία) 98

ισογείου, και μέσω αυτής, από δύο πλευρικές σκάλες στον προαύλιο χώρο. Σε συνέχεια με το σαλόνι, προχωρώντας νοτιότερα στην κάτοψη, υπάρχει ένα μικρότερο καθιστικό και αμέσως μετά το γραφείο του Εμμανουήλ Μπενάκη. Στο ανατολικό τμήμα της κάτοψης και σε άμεση επαφή με την τραπεζαρία υπάρχει η κουζίνα και δίπλα σε αυτήν, ένα λουτρό και μια μικρή αποθήκη. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι η πρόσβαση στην κουζίνα για το υπηρετικό προσωπικό γίνεται απευθείας από τον προαύλιο χώρο, από μια δεύτερη μικρότερη είσοδο. Από τον κεντρικό διάδρομο μπορεί κανείς να διακρίνει το κεντρικό κλιμακοστάσιο που οδηγεί στον όροφο. Στον όροφο του κτιρίου, η διάταξη της κάτοψης ακολουθεί τη δομή του ισογείου. Πάν από το διάδρομο του ισογείου υπάρχει ένας άλλος διάδρομος, που διανέμει τους κατοίκους στα τέσσερα υπνοδωμάτια. Πάνω από την κουζίνα και τα λουτρά του ισογείου υπάρχουν τρεις χώροι υγιεινής και δύο βοηθητικοί χώροι.

1. Ο Εμμανουήλ Μπενάκης γεννήθηκε στην Σύρο το 1843, όπου ο πατέρας του Αντώνιος Μπενάκης (1800-1867) είχε καταφύγει από τη Χίο ύστερα από τις σφαγές και την καταστροφή της. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο της Ερμουπολέως, σπούδασε εμπορικά στην Αγγλία. Το 1866 πήγε στην Αλεξάνδρεια και εργάσθηκε στην αρχή ως υπάλληλος και αργότερα ως διευθυντής των επιχειρήσεων εξαγωγής βάμβακος του Οίκου Χωρέμη. Το 1870 νυμφεύθηκε τη Βιργινία, αδελφή του Ιωάννου Κ. Χωρέμη, και έγινε συνέταιρος στον Οίκο Χωρέμη - Μπενάκη. Μαζί απέκτησαν έξι παιδιά. Η μόνιμη εγκατάστασή του στο Στροφύλι της Κηφισιάς συμπίπτει χρονικά με την ανάληψη της διακυβερνήσεως της Ελλάδος από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, του οποίου στάθηκε αφοσιωμένος φίλος και πολύτιμος συνεργάτης. Το 1910 εξελέγη βουλευτής Αττικοβοιωτίας. Ήταν ο πρώτος υπουργός του νεοσύστατου Υπουργείου Γεωργίας, Εμπορίου, και Βιομηχανίας. Το 1914 οι Αθηναίοι τον εξέλεξαν Δήμαρχό τους. Το 1916 καταδιώχθηκε, κακοποιήθηκε, και φυλακίσθηκε από τους αντιβενιζελικούς. Το 1920 ακολούθησε το Βενιζέλο στην εξορία και εγκαταστάθηκε στη Νίκαια και, αργότερα, στο Παρίσι. Γύρισε στην Ελλάδα το 1924. Το Δεκέμβριο του 1926 ο Εμμανουήλ Μπενάκης ανακηρύσσεται επίτιμος δημότης Κηφισιάς. Στις 8 Απριλίου 1927, με αφορμή τη θεμελίωση του Κολλεγίου Αθηνών και της Σχολής Νοσοκόμων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τον ανακήρυξε Εθνικό Ευεργέτη. Πέθανε στις 20 Ιουνίου 1929 και κηδεύθηκε δημοσία δαπάνη.


Μορφολογικά Στοιχεία Παρόλο που η βίλα Μπενάκη αποτελεί μια μόνιμη κατοικία ήδη από τον 20ό αιώνα, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά μιας ρομαντικής, προαστιακής, εξοχικής κατοικίας. Η βίλα αποτελεί ένα πλούσιο αρχιτεκτονικό δείγμα εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής, με έντονες τις επιδράσεις του βορειο-ευρωπαϊκού τύπου κατοικίας. Το κτίριο εντάσσεται στην κατηγορία του Ελληνο-Ελβετικού στιλ, που καθιέρωσε ο Ερνέστος Τσίλλερ στα τέλη του 19ου αιώνα. Το αρχοντικό αποτελείται από έναν κύριο όγκο, και ακόμη έναν δεύτερο όγκο σε προεξοχή στην ανατολική όψη. Η λιθοδομή του κτιρίου είναι επιχρισμένη εξωτερικά σε δύο τόνους, μπεζ και λευκό. Τα ανοίγματα είναι ορθογωνικά και αξονικά τοποθετημένα, ενώ είναι περιμετρικά διακοσμημένα από λευκά πλαίσια. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του κτιρίου είναι η διαφορετικότητα ανάμεσα στις όψεις του, και πιο συγκεκριμένα η απόλυτη συμμετρία και ο πλούτος διακόσμησης της ανατολικής όψης σε σύγκριση με την ασύμμετρη και πιο λιτή δυτική όψη. Το πιο εντυπωσιακό μορφολογικό γνώρισμα του κτιρίου είναι οι διακοσμητικές ξύλινες, δαντελωτές επενδύσεις που πλαισιώνουν κάτωθεν τις στέγες, οι οποίες είναι ιδιαίτερα λεπτομερείς και απεικονίζουν φυτικά και γεωμετρικά θέματα. Οι στέγες είναι δίρριχτες, με έντονες κλίσεις και σοφίτα, ακλουθώντας τα βορειο-ευρωπαϊκά πρότυπα.

173. Όψη της οικίας Μπενάκη από την οδό Εμ.Μπενάκη (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο)

99


Κατασκευαστική Δομή

Σήμερα

Ο φέρων οργανισμός είναι κατασκευασμένος από λιθοδομή. Πιθανολογούμε ότι οι τοίχοι πλήρωσης στο εσωτερικό του σπιτιού είναι από συμπαγείς οπτόπλινθους. Ο οριζόντιος φέρων οργανισμός γίνεται από ξύλινα στοιχεία, ενώ και η δομή της στέγης είναι από ξύλο.

Η βίλα Μπενάκη σήμερα αποτελεί την κατοικία της οικογένειας Δημήτρη Δεληγιάννη, ο οποίος το αποκατέστησε το 1996. Δυστυχώς η αποκατάσταση αλλοίωσε αρκετά την όψη του κτηρίου, η οποία τονικά απέχει αρκετά ως προς το καινούριο χρώμα.

αριστερά: 174. Κύρια όψη της Οικίας Μπενάκη (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία)

175. ξυλόγύπτη διακόσμηση στέγης (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο) 100


Βίλα Δέλτα Στην περιοχή του Στροφυλίου της Κάτω Κηφισιάς, στη διασταύρωση των οδών Εμμανουήλ Μπενάκη και Δέλτα, συναντάμε το λευκό πύργο, ή αλλιώς τη Βίλα της Πηνελόπης Δέλτα. Η οικία της Πηνελόπης Δέλτα στην Κηφισιά κτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από αρχιτέκτονα που ακόμη παραμένει άγνωστος. Το 1912 το κτήριο πουλήθηκε από τον πρώτο ιδιοκτήτη του, τον δικηγόρο Κ. Λύτσικα, στον πατέρα της Πηνελόπης Δέλτα, Εμμανουήλ Μπενάκη, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα το μεταβίβασε στην κόρη του.

177. Η Πηνελόπη Δέλτα στα σκαλιά της βϊλας Δέλτα, μαζί με τονΣτέφανο Δέλτα, τον Ελ.Βενιζέλο, τον Κλ.Μαρκαντωνάκη και τον Εμ.Μπενάκη (φωτογραφία από αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

176. χάρτης όπου διακρίνεται η θέση της Βίλας Δέλτα (κόκκινο) και η σχέση της με τις επαύλεις της γύρω περιοχής (γκρι)

178. Η Πηνελόπη Δέλτα στο μπαλκόνι της βϊλας Δέλτα

(φωτογραφία από αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

101


Η οικογένεια Δέλτα πρωτοκατοίκησε εκεί το 1916, όταν εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα. Η Πηνελόπη Δέλτα έζησε στο σπίτι αυτό για είκοσι πέντε χρόνια ως την ημέρα που αυτοκτόνησε, στις 2 Μαΐου 1941. Χάρη στη γενναιόδωρη προσφορά της κόρης της Πηνελόπης Δέλτα, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, η έπαυλη της Κηφισιάς περιήλθε στην κατοχή του Μουσείου Μπενάκη το 1989 και φιλοξενεί τα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου. Το κτήμα ήταν το γνωστό “Pavillion ΣΟΒΙΡΑΛ” και πήρε το όνομά του από τα αρχικά των ονομάτων των τριών κοριτσιών της Πηνελόπης και του Στεφάνου Δέλτα, Σοφία, Βιργινία και Αλεξάνδρα.

Η βίλα Δέλτα είναι χαρακτηριστικό δείγμα της όψιμης νεοκλασικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ού αιώνα, με πολλά εκλεκτικά δάνεια μορφολογικών στοιχείων από τη μεσαιωνική αρχιτεκτονική. Ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τα πρότυπα της φρουριακής αρχιτεκτονικής. Χαρακτηριστικό της φρουριακής μορφολογίας είναι ο πύργος που δεσπόζει στην πρόσοψη του αρχοντικού, ο οποίος χρησιμοποιείται ως κλιμακοστάσιο, όπως άλλωστε συνηθίζεται στην τυπολογία των ρομαντικών κατοικιών της Κηφισιάς. Η σύνθεση αποτελείται από δύο κύριους όγκους, οι οποίοι καλύπτονται από δώματα. Τα ανοίγματα είναι ορθογωνικά και τοποθετούνται αξονικά σε κάθε όγκο. Το κτίριο διαθέτει ημιυπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο και δύο ορόφους. Η είσοδος στο κτίριο γίνεται μέσω μιας επιβλητικής μαρμάρινης σκάλας που οδηγεί σε έναν στεγασμένο εξώστη στο υπερυψωμένο ισόγειο. Στη νοτιοδυτική πλευρά του κτηρίου η οικογένεια Δέλτα

179. Όψη της Βίλας Δέλτα

180. Η κύρια όψη της Βίλας Δέλτα από την οδό Εμ. Μπενάκη

(φωτογραφία από το σύγγραμμα “Αρχόντισσα Κηφισιά” της Μ.Σιμώνη

102

(φωτογραφία από προσωπικό αρχείο)


κατασκεύασε ένα πρόκτισμα προκειμένου να επεκταθεί ο χώρος εργασίας της συγγραφέως και εγκατέστησε έναν εξωτερικό ανελκυστήρα. Το εσωτερικό της οικίας είναι λιτό, με ξύλινες επενδύσεις. Οι εργασίες αποκατάστασης του κτηρίου ξεκίνησαν το 1992 σύμφωνα με την αρχιτεκτονική μελέτη των Γ. Πλέσσα και Α. Ζάννα. Η ανακαίνιση του έγινε με ελάχιστες παρεμβάσεις στο εσωτερικό, ώστε να εξασφαλιστεί η λειτουργικότητά του, δίχως να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία του. Σήμερα το υπόγειο φιλοξενεί χώρους συντήρησης, οι αίθουσες υποδοχής του ισογείου διατίθενται για εκθέσεις, διαλέξεις και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις και ο όροφος εξυπηρετεί τις ανάγκες του αρχείου του μουσείου Μπενάκη. 182. Φωτογραφία από την κεντρική σάλα του μουσείου της Πηνελόπης Δέλτα (φωτογραφικό αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

181. Φωτογραφία της Βίλας Δέλτα (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία)

183, 184. Φωτογραφίες της σκάλας από το ισόγειο στον όροφο (φωτογραφικό αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

103


Βίλα Χρυσώτη Ιστορικά Στοιχεία Πάνω στον κεντρικότερο οδικό άξονα που διατρέχει την Κηφισιά, τη λεωφόρο Κηφισίας, συναντά κανείς ένα εντυπωσιακό “κάστρο”. Στην συμβολή της οδού Κηφισίας στον αριθμό 299 με την οδό Εμμανουήλ Μπενάκη, στο Φάρο της Κηφισιάς, βρίσκεται η Έπαυλη Χρυσώτη. Αυτή η εντυπωσιακή φρουριακή σύνθεση χτίστηκε ως εξοχική κατοικία για την οικογένεια Χρυσώτη την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα (ολοκληρώθηκε περίπου το 1910).

Τυπολογικά Στοιχεία Η σύνθεση της Έπαυλης Χρυσώτη είναι φανερά κανονική και ορθογωνική. Χαρακτηρίζεται από αυστηρή συμμετρία ως προς την κάτοψή της και κατά τους δύο άξονες. Η κεντρική είσοδος βρίσκεται επί της οδού Κηφισίας, αφού πρώτα περάσει ο επισκέπτης από μια στοά που διαμορφώνεται στη πρόσοψη. Ο στεγασμένος υπαίθριος χώρος διαμορφώνει ένα προστώο, το οποίο λειτουργεί στον όροφο ως βεράντα. Ο ίδιος χειρισμός υπάρχει και στη δυτική όψη της οδού Πεσμαζόγλου, με τη διαφορά ότι δεν υπάρχει είσοδος σε αυτή την πλευρά, αλλά μόνο ανοίγματα. Οι σχέσεις των χώρων από το χωλ προς το εσωτερικό, δε θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιτυχημένες[1]. Το μεγάλο εμβαδό της κάτοψης αλλά και το ύψος του κτιρίου αναγκάζει τη διάσπαση του χώρου σε μικρότερους, προκειμένου να 1. οπ. πρ. Ελένη Παπανδρέου, “Εκλεκτικιστικές κατοικίες στην Κηφισιά την περίοδο της Μπέλ Επόκ”, σελ. 108

185. χάρτης όπου διακρίνεται η θέση της Βίλας Χρυσώτη (κόκκινο) και η σχέση της με τις επαύλεις της γύρω περιοχής (γκρι) 104

186. Φωτογραφία της Βίλας Χρυσώτη από την οδό Κηφισίας (φωτογραφία από το σύγγραμμα “Ομορφιά και μνήμη” της Μ.Καραβία)


μπορέσουν να λειτουργήσουν οι τοιχοποιίες στατικά. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργούνται πολλαπλοί μικρότεροι χώροι. Δυστυχώς, δε γνωρίζουμε με σιγουριά από τη βιβλιογραφία πώς ήταν δομημένοι οι χώροι. Εισερχόμενος κανείς από την κεντρική είσοδο ο πρώτος χώρος που συναντά είναι η αίθουσα υποδοχής. Σε άμεση γειτνίαση με το χωλ της εισόδου και δυτικά πιθανολογούμε ότι βρίσκεται η κεντρική σάλα της οικίας, καθώς πρόκειται για το μεγαλύτερο χώρο του σπιτιού. Στην συνέχεια, αν κινηθεί κανείς πιο βόρεια, συναντά άλλους τρεις επιμέρους χώρους, που πιθανολογούμε ότι ήταν δύο καθιστικά και ένα γραφείο. Ανάμεσα στο χωλ και την σάλα παρεμβάλλεται ένας διάδρομος. Ο χώρος δυτικά της κεντρικής σάλας γνωρίζουμε ότι είναι το παρασκευαστήριο. Αυτό δίνει μια εξήγηση για την ύπαρξη του διαδρόμου,

καθώς με αυτόν τον τρόπο δε χρειαζόταν να περάσει το υπηρετικό προσωπικό στο εσωτερικό του σπιτιού χωρίς να γίνει αντιληπτό από τους επισκέπτες που βρίσκονται στην σάλα. Δυτικά της αίθουσας υποδοχής βρίσκεται το κεντρικό κλιμακοστάσιο που οδηγεί στον όροφο. Ανάμεσα στο κεντρικό κλιμακοστάσιο και στην κουζίνας βρίσκεται η τραπεζαρία. Στον πρώτο όροφο η διάταξη είναι ίδια με του ισογείου. Από το κλιμακοστάσιο βρισκόμαστε σε έναν κεντρικό διάδρομο που διανέμει την κίνηση στα έξι υπνοδωμάτια. Στον ίδιο χώρο με την τραπεζαρία του ισογείου υπάρχουν δύο λουτρά στον όροφο. Δίπλα ακριβώς στα λουτρά υπάρχει ένα δευτερεύον κλιμακοστάσιο που οδηγεί στο δεύτερο όροφο. Στο δεύτερο όροφο υπάρχουν άλλα δύο δωμάτια.

B

κάτοψη ισογείου

κάτοψη ορόφου 105


Μορφολογικά Στοιχεία Η έπαυλη Χρυσώτη αποτελεί μια παραθεριστικού τύπου εξοχική κατοικία των αρχών του 20ού αιώνα. Το κτίριο αποτελείται από διασπασμένους όγκους διαφορετικών υψών, ενός, δύο και τριών ορόφων. Μέσα από την υψομετρική διαφορά και τις εξοχές και εσοχές των όγκων δημιουργείται ένα παιχνίδι ογκοπλασίας, το οποίο δε φαίνεται να εξυπηρετεί κάποια λειτουργική σκοπιμότητα. Η συγκεκριμένη διάπλαση των όγκων οδηγεί σε μια επιβλητική σύνθεση, “βαριά και ασφυκτική, χωρίς χάρη” [2]. Στο αρχοντικό γίνεται μια προσπάθεια απόδοσης της μεσαιωνικής μορφολογίας, με πολύ έντονη την παρουσία της φρουριακής αρχιτεκτονικής. Η σύνθεση

αποτελεί μια απομίμηση αρχιτεκτονικής κάστρου. Το κτίριο είναι επιχρισμένο εξωτερικά και τα ανοίγματά του είναι αξονικά τοποθετημένα και ορθογωνικά. Στην όψη της οδού Κηφισίας, τα ανοίγματα του ορόφου είναι τοξωτά, για να δέσουν οπτικά με τις καμάρες που δημιουργούνται στην στεγασμένη στοά του ισογείου. Η στέγασή του γίνεται με δώματα, που υποστηρίζουν ακόμη περισσότερο το φρουριακό του χαρακτήρα. Η Ε. Παπανδρέου χαρακτηρίζει “ιδιάζουσα” τη διαμόρφωση των στηθαίων των δωμάτων, που παίρνουν τη μορφή επάλξεων. Κάτω από τις επάλξεις η διακόσμηση εντείνεται ακόμη περισσότερο, με τοξύλια, που προβάλλονται έντονα. Επιτείνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η βαριά μορφολογία του κτιρίου.

2. οπ. πρ. Ελένη Παπανδρέου, “Εκλεκτικιστικές κατοικίες στην Κηφισιά την περίοδο της Μπέλ Επόκ”, σελ 108

187, 188. Κύρια όψη του κτιρίου επί της οδού Κηφισίας (φωτογραφίες από προσωπικό αρχείο) 106


Κατασκευαστική Δομή Ο φέρων οργανισμός του κτιρίου είναι από λιθοδομή. Η τοιχοποιία είναι ιδιαίτερα πλατιά, προκειμένου να φέρει το μεγάλο οίκημα, ιδίως περιμετρικά και στα σημεία που το κτίριο γίνεται τριώροφο. Πιθανολογούμε ότι η εσωτερική τοιχοποιία αποτελείται από συμπαγείς οπτόπλινθους και ο οριζόντιος φέρων οργανισμός από ξύλινα στοιχεία. Σήμερα

189. Όψη του κτιρίου επί της οδού Κηφισίας (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο)

190. Όψη των φρουριακών στηθαίων των δωμάτων (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο)

Το κτίριο έχει αποκατασταθεί εσωτερικά και εξωτερικά. Η σύγχρονη αποκατάσταση θυμίζει μορφολογικά πιο πολύ ανακαίνιση, καθώς το κτίριο μοιάζει εντελώς καινούριο. Το χρώμα του εξωτερικού επιχρίσματος δεν είναι ιδιαίτερα επιτυχημένο, καθώς απέχει τονικά από το παλιό. Τα κουφώματα είναι ξύλινα και είναι τα αρχικά, που έχουν συντηρηθεί και βαφτεί.

191. Κύρια όψη του κτιρίου - Διαφαίνονται οι τρεις διαφορετικοί τύποι ανοιγμάτων (φωτογραφία από προσωπικό αρχείο) 107


Βίλα Αμαρυλλίς Στην περιοχή των Αλωνίων, στην συμβολή των οδών Κυριάκου και Αγίων Θεοδώρων, συναντάμε μία από τις πιο ιστορικές οικίες των αρχών του 20ού αιώνα, τη Βίλλα “Αμαρυλλίς”. Πρόκειται για την οικία του ποιητή, συγγραφέα και δημοσιογράφου Γεώργιου Δροσίνη, όπου και έζησε τα τελευταία δεκατρία χρόνια της ζωής του. Η βίλα πήρε το όνομά της από την κεντρική ηρωίδα του πρώτου μυθιστορήματος που έγραψε ο Δροσίνης το 1886. Το κτίριο ανεγέρθη κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου Α’ από τον Σπετσιώτη μεγαλέμπορο του Λιβόρνου, Χατζηανάργυρο ως τόπος διαμονής του. Μαζί με το καθαυτό σπίτι, ο Χατζηανάργυρος έκτισε στο βάθος του κήπου ένα παράρτημα στενόμακρο, με δυο

192. Κύρια όψη του κτιρίου επί της οδού Αγ.Θεοδώρων (φωτογραφίες από προσωπικό αρχείο) 108

193. χάρτης όπου διακρίνεται η θέση της Βίλας “Αμαρυλλίς” (κόκκινο) και η σχέση της με τις επαύλεις της γύρω περιοχής (γκρι)

πατώματα, προορισμένο για την υπηρεσία. Το 1879 ο θείος του Δροσίνη, Αναστάσιος Διομήδης Κυριακός, αγόρασε σε πλειστηριασμό της Εθνικής Τράπεζας το ακίνητο. Το κτίριο είχε περιέλθει στην Εθνική τράπεζα βαριά υποθηκευμένο από το γιο του Χατζηανάργυρου. Το 1918 ο Στράτος Δροσίνης, ο αδερφός του ποιητή έγινε ο πρώτος ιδιοκτήτης της έπαυλης. Το σπίτι έμεινε νοικιασμένο μέχρι το 1927, όταν και επισκευάστηκε, ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε. Η ανακαίνιση ολοκληρώθηκε το 1928 και από τότε και για μια δεκαετία χρησιμοποιήθηκε ως παραθεριστική κατοικία για τον ποιητή Δροσίνη και τον αδερφό του. Από το 1939 ο ποιητής ξεκίνησε να κατοικεί μόνιμα στην «Αμαρυλλίδα». Μετά το θάνατο του Δροσίνη το 1943 το σπίτι περιήλθε στην αδελφή του Αικατερίνη, και από αυτήν πέρασε στα χέρια του δήμου Κηφισιάς το 1957 μέσω της διαθήκης της. Μετά από μια πολυετή δικαστική διαμάχη μεταξύ του Δήμου Κηφισιάς και της Εθνικής τράπεζας, στην οποία ήταν υποθηκευμένο το σπίτι, το 1984, το σπίτι περνάει στα χέρια του Δήμου ως Μουσείο, για να γίνει Πνευματικό Κέντρο του


Δήμου. Από το 1997 ανήκει στο Δήμο Κηφισιάς και στο ισόγειό της στεγάζεται η Δημοτική Βιβλιοθήκη, όπως ήταν η επιθυμία του ποιητή. Στον όροφο στεγάζεται το μουσείο Δροσίνη, όπου προβάλλεται τόσο το σημαντικό έργο του ίδιου, όσο και εικόνες από τον ιστορικό Δήμο Κηφισιάς. Η βίλα, που ανακαινίστηκε εκ βάθρων τη δεκαετία του 1990, δεν χαρακτηρίζεται για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική της, έχει όμως ιστορική αξία και αποτελεί δείγμα εξοχικής κατοικίας των τελών του 19ου αιώνα. Αποτελείται από φέρουσα λιθοδομή, επιχρισμένη, με εμφανείς γωνιόλιθους μεγάλων διαστάσεων. Η πρόσοψη χαρακτηρίζεται από συμμετρία ως προς τον κατακόρυφο άξονα που διέρχεται από το μέσο της. Το ισόγειο και ο όροφος διαχωρίζονται οπτικά από μια περιμετρική ταινία που διατρέχει όλες τις όψεις. Τα ανοίγματα είναι ορθογωνικά, τοποθετημένα σε αξονικές θέσεις. Η είσοδος στο κτίριο πραγματοποείται

από την οδό Κυριάκου, μέσω μίας στεγασμένης βεράντας. Στην ανατολική πτέρυγα του κτιρίου διαμορφώνεται ακόμη ένας εξώστης, με θέα προς την αυλή της οικίας. Ακόμη, παρατηρούμε την ύπαρξη δευτερεύουσας σκάλας που οδηγεί στο ισόγειο, η οποία πιθανότατα ήταν η είσοδος της υπηρεσίας. Η στέγαση του κτιρίου γίνεται με τετράριχτη στέγη. Στο ισόγειο του μουσείου στην Κηφισιά δεσπόζει η «Ακατάδεκτη», το γλυπτό του Γάλλου Alexandre Falguiere, που υπήρχε στη βίλα από την εποχή που κατοικούσε εκεί η οικογένεια Δροσίνη. Αποτελείται από μια περίτεχνη μαρμάρινη κολόνα στην οποία στηρίζεται το κεφάλι μιας νεαρής κοπέλας. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η κεντρική αίθουσα του ορόφου, όπου γίνεται η αναπαράσταση της εποχής που έζησαν ο ποιητής και οι βασικοί ήρωες των έργων του.

194. Πίσω όψη του κτιρίου, από την πλευρά αυτή διαμορφωνόταν η αυλή

195.Η όψη του κτιρίου επί της οδού Κυριάκου, διακρίνεται η κύρια είσοδος

(φωτογραφίες από προσωπικό αρχείο)

(φωτογραφίες από προσωπικό αρχείο)

109


196. Η στοά της κεντρικής εισόδου

197. Η έξοδος από το κτίριο προς την αυλή

199. Το χωλ της εισόδου (φωτογραφίες από προσωπικό αρχείο) 110

198. Το μουσείο Δροσίνη - Ένα από τα υπνοδωμάτια του ορόφου

200. Το κεντρικό κλιμακοστάσιο

201. Το ισόγειο της βίλας Αμαρυλλίς έχει μετατραπεί στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κηφισιάς


Οικία Νέγρη Ιστορικά Στοιχεία Σε έναν από τους σημαντικότερους δρόμους που συνδέει το Κεφαλάρι με την Κηφισιά, στην περιοχή του Φάρου Κηφισιάς, επέλεξε να οικοδομήσει ο Φωκίων Νέγρης την κατοικία του. Ο Φωκίων Νέγρης[1], έλληνας ομογενής με καταγωγή από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, αποφασίζει το 1870 να εγκαταλείψει το Παρίσι στο οποίο διέμενε και να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Το 1900 ολοκληρώνεται η εξοχική του κατοικία στο προάστιο της Κηφισιάς, στην συμβολή των οδών Γεωργαντά και Δηλιγιάννη, στον αριθμό 48, στο οικοδομικό τετράγωνο 71.

Μετά το θάνατο του Νέγρη, το σπίτι πέρασε στα χέρια της οικογένειάς του, της συζύγου του, Ελένη Ρίζου – Νερουλού και έπειτα στην κόρη του, Λουκία Νέγρη. Από τη Λουκία Νέγρη –δε γνωρίζουμε το πότε ακριβώς- το κτίριο πέρασε στα χέρια του δήμου, όπου και χρησιμοποιήθηκε για να στεγάσει τις υπηρεσίες του Πρασίνου Ταμείου του Δήμου Κηφισιάς. Το 2008 η Έπαυλη Νέγρη αγοράστηκε από την κατασκευαστική εταιρεία “ΙΟΝΙΟΣ. Α.Ε.”, η οποία εκπόνησε μελέτη αποκατάστασης του κτιρίου, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε.

203. χάρτης όπου διακρίνεται η θέση της Βίλας Νέγρη (κόκκινο) και η σχέση της με τις επαύλεις της γύρω περιοχής (γκρι)

202. Η όψη της Βίλας Νέγρη, όπου φαίνονται οι επεμβάσεις που έχει υποστεί το κτίριο (φωτογραφίες από έρευνα πεδίου)

1. Ο Φωκίων Νέγρης (31 Μαρτίου 1846 - 15 Ιανουαρίου 1928[1]) ήταν Έλληνας μεταλλειολόγος, γεωλόγος, πολιτικός και πρώτος πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών. Διετέλεσε διευθυντής της Εταιρείας των Μεταλλουργείων του Λαυρίου και εν συνεχεία δήμαρχος της πόλης του Λαυρίου (1895 - 1898. Ως υπουργός Οικονομικών εισήγαγε σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην κοινωνική ασφάλιση. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και καταγόταν από τις σπουδαίες φαναριώτικες οικογένειες Νέγρη. Έζησε μέχρι το 1870 στο Παρίσι, όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

111


Τυπολογικά Στοιχεία

εξωτερικής σκάλας, επί της οδού Γεωργαντά. Από εκεί εισέρχεται σε ένα προεξέχων δωμάτιο εισόδου, και από εκεί περνά στο χωλ. Δεξιά του χωλ βρίσκεται μια μεγαλόπρεπη σάλα με τζάκι, η οποία φιλοξενούσε το σαλόνι. Από το σαλόνι υπάρχει άμεση πρόσβαση στο εξώστη στη βόρεια όψη του κτιρίου. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφέρουμε ότι υπάρχουν δύο σενάρια για το πού είναι τοποθετημένη η τραπεζαρία του σπιτιού. Η πρώτη περίπτωση θα είναι να ήταν τοποθετημένη στον ίδιο χώρο με το καθιστικό. Ωστόσο αυτό δε φαίνεται πολύ πιθανό, λόγω της μεγάλης έκτασης του κτιρίου. Η δεύτερη περίπτωση είναι η τραπεζαρία να ήταν τοποθετημένη στο δωμάτιο που βρίσκεται νότια της σάλας. Αυτό είναι το πιθανότερο, δεδομένου ότι η κουζίνα βρίσκεται στον ακριβώς δίπλα χώρο. Με αυτόν τον τρόπο, η κουζίνα είναι σε άμεση επαφή με την σκάλα της υπηρεσίας αλλά και με την τραπεζαρία. Τα άλλα δύο δωμάτια του ορόφου πιθανότατα είναι υπνοδωμάτια. Στη θέση της σκάλας υπηρεσίας υπάρχει στον όροφο ξύλινη σκάλα που οδηγεί στην σοφίτα. Εκεί υπάρχει ένα δωμάτιο, το οποίο μάλλον ήταν υπνοδωμάτιο. Ο χώρος αυτό έχει πρόσβαση σε ένα μεγάλο εξώστη στην στάθμη της σοφίτας.

.

.

Η έπαυλη Νέγρη είναι μία τυπική προαστιακή εξοχική κατοικία των αρχών του 20ού αιώνα. Πρόκειται για διώροφο κτίριο με σοφίτα. Η κάτοψή του είναι ορθογωνική και χαρακτηρίζεται από συμμετρία. Δυστυχώς στο κτίριο, λόγω των διαφορετικών χρήσεων που είχε κατά καιρούς, έχουν προκληθεί μεγάλες αλλοιώσεις στην τυπολογία του. Θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το συντακτικό του κτιρίου, κάνοντας μια υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη την τυπολογία των αστικών κατοικιών της Αθήνας. Αρχικά, χρειάζεται να αναφέρουμε ότι υπάρχουν δύο είσοδοι στο κτίριο από τον προαύλιο χώρο, μία από το ισόγειο και μία από τον όροφο. Το πιθανότερο είναι ότι η είσοδος στο ισόγειο εξυπηρετούσε την υπηρεσία της οικογένειας, η οποία συνηθίζεται να εισέρχεται στο κτήριο από διαφορετική είσοδο. Με αυτόν τον τρόπο, συμπεραίνουμε ότι το ισόγειο είχε χρήσεις βοηθητικές, αποθηκευτικούς χώρους και τα υπνοδωμάτια της υπηρεσίας. Στο πίσω μέρος του κτιρίου, υπάρχει μια ξύλινη σκάλα, η οποία οδηγεί στον όροφο. Ο επισκέπτης ανεβαίνει στον όροφο μέσω της

. .

.

.

.

.

.

.

.

. .

.

.

.

.

.

.

.

.

.

. .

.

.

ΑΠΟΘΗΚΗ ΚΑΤΩΘΕΝ ΣΚΑΛΑΣ

ισόγειο 112

όροφος

σοφίτα


Μορφολογικά Στοιχεία Η προαστιακή αυτή βίλλα είναι εκλεκτικιστικό δείγμα, με έντονα νεοκλασικά στοιχεία. Η σύνθεση αποτελείται από τρεις όγκους, έναν κεντρικό, έναν στη βόρεια όψη σε προεξοχή και έναν στο νότιο τμήμα. Οι όψεις της χαρακτηρίζονται από λιτότητα, συμμετρία και ισορροπία. Οι όψεις διαμορφώνονται από λιθοδομή, επιχρισμένη σε μπεζ και γκρι χρώμα. Τα ανοίγματα είναι ορθογωνικά και είναι τοποθετημένα σε αξονικές θέσεις. Πάνω από τα ανοίγματα των δύο κύριων όψεων υπάρχουν μαρμάρινες διακοσμήσεις. Ανάμεσα στον όροφο και την προεξέχουσα στέγη διαμορφώνεται περιμετρική διακοσμητική ταινία. Το ισόγειο και ο όροφος διακρίνονται οριζοντίως μεταξύ τους με προεξέχον γείσο. Η κάλυψη γίνεται με τετράρριχτη στέγη από γαλλικά κεραμίδια. 205. Η κύρια όψη της έπαυλης επί της οδού Γεωργαντά. Διακρίνεται το τμήμα του κτιρίου (αριστερά) που είναι το αρχικό σε αντίθεση με τη μεταγενέστερη επέμβαση (δεξιά) που αλλοιώνει το χαρακτήρα του

(φωτογραφία από έρευνα πεδίου)

Αξιόλογο μορφολογικό δείγμα αποτελούν η μαρμάρινη σκάλα εισόδου, καθώς και τα περίτεχνα μεταλλικά κιγκλιδώματα της σκάλας και των εξωστών. Εσωτερικά το κτίριο έχει πλούσιο διάκοσμο από πολλών ειδών μωσαϊκά και πλακίδια. Φυσικά, τα πιο εντυπωσιακά βρίσκονται στον όροφο, όπου ήταν οι πιο επίσημοι χώροι της οικίας. Τα κουφώματα είναι πολύ περίτεχνα, και τα επιχρίσματα στο εσωτερικό του σπιτιού είναι σε έντονα χρώματα. Στο δωμάτιο της σάλας υπάρχει μαρμάρινο τζάκι και γύψινα στην οροφή. 204. Η κύρια όψη της έπαυλης επί της οδού Γεωργαντά (φωτογραφία από έρευνα πεδίου) 113


114

206. τα δάπεδα στο εσωτερικό της οικίας (φωτογραφίες από έρευνα πεδίου)

208. Παράθυρο ανοιγόμενο, 209. μαρμάρινη σκάλα και κεντρική είσοδος της οικίας (φωτογραφίες από έρευνα πεδίου)

207. τριπλή πόρτα κεντρικής σάλας (φωτογραφίες από έρευνα πεδίου)

210. γύψινο οροφής κεντρικής σάλας (φωτογραφίες από έρευνα πεδίου)


Σήμερα Η τελευταία χρήση του κτιρίου ως γραφεία του δημόσιου φορέα οδήγησε σε προσθήκες και παρεμβάσεις που έχουν προκαλέσει αλλοιώσεις στο κτίριο. Τέτοιες αλλοιώσεις είναι, για παράδειγμα, η προσθήκη ενός νέου όγκου στην ανατολική όψη, για να στεγάσει την κουζίνα των υπηρεσιών και η προσθήκη χώρων υγιεινής. Τέλος, η εγκατάλειψη της έπαυλης για σχεδόν μία δεκαετία έχει κοστίσει στο κτίριο, αφού πέρα από την υγρασία στο εσωτερικού του υπάρχουν ζημιές στην στέγη που έχει κατά τόπους υποχωρήσει.

211

212

213

211. φέρων οριζόντιος ογανισμός από δοκίδες από σκυρόδεμα και συμπαγείς οπτόπλινθους 212. μπαγδατί οροφής ορόφου 213. λιθοδομή εξωτερικού χώρου και οπτοπλινθοδομή εσωτερικού τοίχου (φωτογραφίες από έρευνα πεδίου)

Κατασκευαστική Δομή Η φέρουσα δομή του κτιρίου αποτελεί ένα πρωτότυπο για την εποχή δείγμα. Ο κατακόρυφος φορέας αποτελείται από λιθοδομή στο ισόγειο και οπτοπλινθοδομή στους ορόφους. Ο οριζόντιος φορέας αποτελείται από διαδοκίδωση από μπετονένια δοκάρια, σε συνδυασμό με οπτόπλινθους. Η οροφή αποτελείται από ξύλινα στοιχεία και η οροφή του ορόφου δομείται με τη μέθοδο του μπαγδατί.

214. Δεύτερη είσοδος κτιρίου από το ισόγειο

(φωτογραφίες από έρευνα πεδίου)

115


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η αρχιτεκτονική των επαύλεων

116

Έχοντας μελετήσει την περιοχή της Κηφισιάς διεξοδικά, καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες άνθισε η συνοικία αυτή, μπορούμε να εξαγάγουμε κάποια συμπεράσματα όσον αφορά τους αρχιτεκτονικούς τύπους που εμφανίστηκαν και τη φυσιογνωμία που της προσέδωσαν. Όπως προκύπτει από την ανάλυση της περιοχής, καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της Κηφισιάς διαδραμάτισε η επέκταση του σιδηροδρόμου, του επονομαζόμενου «Θηρίου». Την εποχή που ο σιδηρόδρομος έφτασε στο προάστιο, η περιοχή γνώρισε ραγδαία άνθιση ενώ ταυτόχρονα οι εξοχικές και ειδυλλιακές επαύλεις που φιλοξενούνταν εκεί αυξήθηκαν. Το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοικιών αυτών κτίστηκαν στην περιοχή του Στροφυλίου, η οποία βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με τον σταθμό του τρένου, και συγκεκριμένα στις σημερινές οδούς Τατοΐου, Πεσμαζόγλου και Εμ.Μπενάκη. (χάρτης 1) Σταδιακά η ανοικοδόμηση εξαπλώθηκε σε όλη την σημερινή Κάτω Κηφισιά, ενώ αργότερα η εμφάνιση του αυτοκινήτου στις αρχές του 20ου αιώνα μετατόπισε το ενδιαφέρον των μεγαλοαστών στη βορειότερη Κηφισιά. Στο Κεφαλάρι, που ως τότε παρέμενε παρθένο, ανοικοδομήθηκαν τόσο εντυπωσιακές επαύλεις όσο και πολυτελή ξενοδοχεία. Ουσιαστικά, δημιουργήθηκε ένα δίκτυο που συνέδεε τους επιμέρους οικισμούς της Κηφισιάς μεταξύ τους, το Στροφύλι με τα Αλώνια και στην συνέχεια με το Κεφαλάρι. (χάρτης 2) Η ολοένα εκτενέστερη χρήση του αυτοκινήτου είχε ως αποτέλεσμα να

στραφεί η κρατική μέριμνα προς τη διάνοιξη οδικών αρτηριών και συγκεκριμένα της οδού Αθηνών-Κηφισιάς (σήμερα λεωφόρος Κηφισίας). Επί της οδού αυτής, στην Πλατεία Πλατάνου στο κέντρο της Κηφισιάς, αναπτύχθηκε όλη η εμπορική δραστηριότητα της Κηφισιάς, όπως ζαχαροπλαστεία, εστιατόρια και κέντρα διασκεδάσεως. Η μεγάλη αυτή ανάπτυξη δημιούργησε την ανάγκη για εργατικό δυναμικό, που ολοένα πλήθαινε λόγω της αυξανόμενης ζήτησης των επαύλεων της περιοχής για υπηρετικό προσωπικό. Αυτό το εργατικό δυναμικό κατοίκησε στην περιοχή των Αλωνίων, η οποία ξεχωρίζει της υπόλοιπης Κηφισιάς λόγω της απλότητας των αρχιτεκτονικών μορφών.

215. χάρτης 1 _ φαίνεται το δίκτυο των δημοφιλών οδών του 19ου αιώνα

216. χάρτης 2 _ φαίνονται οι περιοχές της Κηφισιάς όπως διαμορφώθηκαν


Αυτομάτως μπορούμε να διακρίνουμε τις ιδιαίτερα περίτεχνες επαύλεις του Στροφυλίου και του Κεφαλαρίου από τις απλούστερες και φτωχότερες κατοικίες των Αλωνίων. Οι πρώτες, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν με βάση διάφορες παραμέτρους, όπως το αν είναι εξοχικές ή μόνιμες (διάγραμμα 1), ανάλογα με τη χρονολογία ανέγερσής τους (διάγραμμα 2) και με το αρχιτεκτονικό στιλ που ακολουθούν (διάγραμμα 3). Παρατηρούμε ότι η πλειοψηφία των επαύλεων αντιτίθεται στα νεοκλασικά πρότυπα του κέντρου της Αθήνας και χαρακτηρίζεται από ρομαντική διάθεση. Κυρίαρχη είναι η μορφολογική ποικιλία που σημειώνεται στην Κηφισιά, με τις βίλες της να εντάσσουν

όλα τα ευρωπαϊκά αρχιτεκτονικά στιλ σε λίγα οικοδομικά τετράγωνα. Η ειδυλλιακή αρχιτεκτονική ισορροπεί μέσα στο καταπράσινο προάστιο, το οποίο δίνει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί κάθε είδους αρχιτεκτονικό στιλ. Οι ρομαντικές επαύλεις (221) γειτνιάζουν με στιβαρές φρουριακές κατασκευές (220), η κεντρο-ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική συνυπάρχει με τη μεσαιωνική και οι βυζαντινές μορφές (223) βρίσκουν τη θέση τους σε νεοκλασικά κτίρια (222). Μπορούμε λοιπόν να παρατηρήσουμε ένα μικρό αριθμό νεοκλασικών κατοικιών, οι οποίες χαρακτηρίζονται από συμμετρία και ορθοκανονικότητα. Επιπλέον, μπορούμε να συναντήσουμε επαύλεις που κάνουν αναφορές στα βυζαντινά πρότυπα, όπως τις εμπνεύστηκε ο Τσίλλερ, με σταυροθόλια στις οροφές, εμφανή λιθοδομή και στεγασμένους εξώστες με στοές. Συχνά, προκειμένου να επιτευχθεί ο επιζητούμενος εντυπωσιασμός, στην Κηφισιά προτιμάται η μεσαιωνική ειδυλλιακή αρχιτεκτονική, η οποία χαρακτηρίζεται από ασύμμετρες λιθόκτιστες κατασκευές, επιβλητικούς πύργους και περίτεχνες διακοσμήσεις. Ένα ακόμη στιλ που συναντάται είναι το φρουριακό, το οποίο διαμορφώνει στιβαρές και αυστηρές ογκοπλασίες, με δώματα και επάλξεις. Τέλος, από την ποικιλία αυτή δε

217. διάγραμμα 1:

κατηγοριοποίηση των επαύλεων με βάση τον τύπο κατοίκησης

218. διάγραμμα 2:

κατηγοριοποίηση των επαύλεων με βάση τη χρονολογία ανέγερσής τους

219. διάγραμμα 3:

κατηγοριοποίηση των επαύλεων με βάση το αρχιτεκτονικό στιλ

117


220. Βίλα Χρυσώτη, 221. Τσαλδάρη 29 , 222. Έπαυλη “Πύρνα”, 223. Έπαυλη “Ατλαντίς” (φωτογραφίες από προσωπικό αρχείο)

θα μπορούσε να εκλείπει η κεντρο-ευρωπαϊκή αγροτική αρχιτεκτονική, με τις έντονες κλίσεις στις στέγες και τις περίτεχνες ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις. Παρόλη τη μορφολογική διαφοροποίηση, διακρίνουμε στις βίλες των εξοχών της Κηφισιάς ορισμένα κοινά στοιχεία. Τα κοινά σημεία που συναντώνται στις κατοικίες αυτές αφορούν κυρίως στα λειτουργικά τους χαρακτηριστικά. Αρχικά, σε ότι αφορά την τοποθέτηση του κτιρίου στο οικόπεδο, η κύρια όψη βρίσκεται πάντα παράλληλα τοποθετημένη στο δρόμο που περνά μπροστά από το οικόπεδο και είναι κεντραρισμένη ως προς το πλάτος του οικοπέδου. Επίσης, τοποθετείται σε υποχώρηση από το δρόμο, δημιουργώντας προαύλιο χώρο στην μπροστινή 118

πλευρά του οικοπέδου. Στις περιπτώσεις που το οικόπεδο είναι μεγαλύτερο, δημιουργούνται δύο αυλές, μια μπροστά και μια πίσω από το κτίριο. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό που παραμένει κοινό σε όλες σχεδόν τις επαύλεις της Κηφισιάς είναι η σειρά τοποθέτησης των χρήσεων (διαγράμματα 224, 225) στον εσωτερικό χώρο, η οποία ακολουθεί την ίδια τυπολογία στις συνθέσεις αυτές. Αξίζει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι τα λειτουργικά χαρακτηριστικά ακολουθούν τη μορφή του κτιρίου, δηλαδή η μορφολόγηση των όψεων προηγείται της διαμόρφωσης των χώρων εσωτερικά. Συχνά πριν εισαχθεί κάποιος στο κτίριο περνά από έναν στεγασμένο εξώστη, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται η κύρια είσοδος. Από εκεί εισέρχεται σε ένα χωλ, το οποίο διανέμει την κίνηση στην κεντρική σάλα, την τραπεζαρία και το γραφείο, εφόσον υπάρχει. Σε άμεση γειτνίαση με την τραπεζαρία βρίσκεται η κουζίνα και οι βοηθητικοί χώροι (που έχουν ξεχωριστή είσοδο εξωτερικά για το υπηρετικό προσωπικό - φαίνεται στο διάγραμμα 224). Από το χωλ υπάρχει άμεση οπτική επαφή προς το κλιμακοστάσιο που οδηγεί στον όροφο, ο οποίος έχει σχεδόν πάντα την ίδια διάταξη χώρων με το ισόγειο και φιλοξενεί τα υπνοδωμάτια της οικογένειας. Σε περίπτωση που το κτίριο διαθέτει πύργο, το κλιμακοστάσιο εντάσσεται χωρικά στον πύργο (διάγραμμα 225). Σύνηθες είναι οι επαύλεις να διαθέτουν υπόγειο, το οποίο φιλοξενεί βοηθητικές χρήσεις, αποθηκευτικούς χώρους και τα υπνοδωμάτια της υπηρεσίας. Τέλος, η κατασκευαστική δομή των κατοικιών της Κηφισιάς είναι πανομοιότυπη στις περισσότερες κατοικίες που μελετήθηκαν. Ο κατακόρυφος φέρων οργανισμός αποτελείται από λιθοδομή στους εξωτερικούς τοίχους, η οποία συχνά είναι εμφανής και ανεπίχριστη. Η οριζόντια φέρουσα δομή αποτελείται από ξύλινα στοιχεία και εφαρμόζεται η μέθοδος του μπαγδατί. Ωστόσο παρατηρήθηκαν και περιπτώσεις όπου ο οριζόντιος φέρων οργανισμός αποτελείται από μεταλλικές δοκούς, και σε ορισμένα νεότερα κτίρια χρησιμοποιείται ακόμη και από οπλισμένο σκυρόδεμα. Οι εσωτερικοί τοίχοι


διαμορφώνονται είτε από λιθοδομή είτε από συμπαγείς οπτόπλινθους. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι το πλάτος της τοιχοποιίας μειώνεται όσο ανεβαίνει η στάθμη του κτιρίου, δηλαδή μειώνεται καθώς ανεβαίνουμε όροφο, όπως συμβαίνει σε όλα τα κτίρια της εποχής αυτής. Η στέψη των κτιρίων γίνεται με ξύλινες στέγες, καλυμμένες με κεραμίδια βυζαντινού ή γαλλικού τύπου.

224. διάγραμμα 4: διάγραμμα χρήσεων ισόγείου (Βίλα Rose)

225. διάγραμμα 5: διάγραμμα χρήσεων ισόγείου (Βίλα Κουτούπη) 119


Σύγκριση με το κέντρο της Αθήνας Η Αθήνα διαμόρφωσε την αρχιτεκτονική της φυσιογνωμία κατά κύριο λόγο από την αστική τάξη που έζησε σε αυτήν, ξεκινώντας από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν και ορίστηκε ως πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Βασικό χαρακτηριστικό της αθηναϊκής κοινωνίας είναι η ένταξη ενός νέου πληθυσμού, των ομογενών του εξωτερικού, οι οποίοι επαναπατρίζονται και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην πορεία την πόλης. Αυτή η τάξη εγκαθίσταται στο κέντρο της Αθήνας, όπου και ανεγείρει τη μόνιμη κατοικία της σύμφωνα με τα νεοκλασικά πρότυπα που επιτάσσει η εποχή. Η μεγαλοαστική τάξη είναι αυτή που θα ανεγείρει τα επιβλητικά αστικά μέγαρα, τα οποία ακολουθούν τους κανόνες του νεοκλασικισμού. Στο κέντρο της Αθήνας, η αρχιτεκτονική των κατοικιών χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα στη μορφή και υπακοή στους κανόνες που έθετε το ρεύμα του νεοκλασικισμού, με τις συνθέσεις να χαρακτηρίζονται από ορθογωνικότητα και απόλυτη συμμετρία. Δεν υπάρχει καμία παρέκκλιση από την τυπολογία των αστικών κατοικιών και ως προς τη μορφολογία, οι ελευθερίες του αρχιτέκτονα είναι σαφώς περιορισμένες. Ωστόσο, όπως ήδη αναφέραμε, η μεγαλοαστική τάξη των ομογενών της Αθήνας έφερε μαζί της από την Ευρώπη την κουλτούρα, τον πολιτισμό αλλά και τις εικόνες που είχε αποκτήσει. Η Κηφισιά από την άλλη ήταν μια σχεδόν παρθένα περιοχή, που προσφερόταν για τη δημιουργία εξοχικών κατοικιών. Οι νέοι μεγαλοαστοί αποφασίζουν να ανεγείρουν στην περιοχή αυτή τις εξοχικές τους επαύλεις για να απαλλαγούν από το ζεστό και ξηρό κλίμα της Αθήνας. Ταυτόχρονα, επιδιώκουν να εφαρμόσουν τα αρχιτεκτονικά στιλ που έφεραν ως ανάμνηση από το εξωτερικό στις εξοχικές κατοικίες τους στα προάστια. Για το λόγο αυτό, προκύπτει η Κηφισιά ως μια προαστιακή περιοχή που χαρακτηρίζεται από έντονη ποικιλία ως προς τα αρχιτεκτονικά στιλ που τη διαμορφώνουν. Φιλοξενεί ένα μεγάλο εύρος αρχιτεκτονικών μορφών, κομψές 120

και ειδυλλιακές επαύλεις, που ανήκουν στο κλίμα ενός καθυστερημένου ρομαντισμού με μακρινές νεοκλασικές και εκλεκτικιστικές αναμνήσεις.

226. Νεοκλασικό αστικό μέγαρο στο κέντρο της Αθήνας Πηγή: “Το πρόσωπο της Αθήνας”, Ν.Βατόπουλος

Προαστιακές Βίλες: 227. Βίλα Έλλη, 228. Αιγυπτιακή Βίλα Πεσμαζόγλου Πηγή: “Ομορφιά και Μνήμη”, Μ.Καραβία


Σύγκριση με τις εξοχικές κατοικίες της Θεσσαλονίκης Οι ομοιότητες των δύο εξοχών είναι αρκετές. Και στις δύο περιοχές, η εξέλιξη των προαστίων των εξοχών συνδέεται χρονικά με την επέκταση του συγκοινωνιακού δικτύου και την ένωση τους με το κέντρο της πόλης, στην περίπτωση της Αθήνας με σιδηρόδρομο και στη Θεσσαλονίκη μέσω τραμ. Αυτή η σύνδεση διευκόλυνε τη μετακίνηση των αστών από την κατοικία της πόλης στην παραθεριστική κατοικία των εξοχών των προαστίων. Και τα δύο προάστια προορίζονταν για την εξοχική διαμονή των αστών και αποτελούσε ένα μέσο εντυπωσιασμού και προβολής της εκάστοτε οικογένειας, καθώς και την κοινωνική εδραίωση των αστών στη ζωή της πόλης. Η κοινωνική αυτή προβολή οδήγησε στην ανέγερση επιβλητικών κτισμάτων, τα οποία έδωσαν μια ρομαντική ειδυλλιακή φυσιογνωμία στις δύο αυτές συνοικίες. Οι διαφορετικοί αρχιτεκτονικοί ρυθμοί που συναντώνται στην περιοχή, παρέπεμπαν σε πόλεις του εξωτερικού, και παρόλο που δεν υπήρχε καμία μορφολογική αρμονία, η διαφορετικότητα των αρχιτεκτονικών συνθέσεων έδιναν μια ισορροπημένη ποικιλία στη φυσιογνωμία των εξοχών. Η ανομοιότητα των δύο περιοχών έγκειται στη ανομοιότητα των αστών που τις κατοίκησαν. Από τη μία πλευρά, οι μεγαλοαστοί της Αθήνας, ομογενείς του

229. Βίλα Καπαντζή Πηγή: www.grecehebdo.gr

230. Βίλα Χωρέμη _ Πηγή: “Ομορφιά και μνήμη”, Μ. Καραβία)

εξωτερικού στην πλειοψηφία τους, υιοθετούν τις Ευρωπαϊκές τάσεις στις κατοικίες τους, αφήνοντας πίσω τους τα κατάλοιπα της Τουρκοκρατίας και φέρνοντας μαζί τους τον τρόπο ζωής και τα ερεθίσματα από την Ευρωπαϊκή καταβολή τους. Για το λόγο αυτό ο εξευρωπαϊσμός της Αθήνας δηλώνεται με την παρουσία φρουριακών, μεσαιωνικών και ειδυλλιακών κατοικιών, έντονα επηρεασμένων από την αγροτική αρχιτεκτονική της κεντρικής Ευρώπης. Από την άλλη πλευρά, η Θεσσαλονίκη χαρακτηρίζεται από μια διαχρονική πολυπολιτισμικότητα, η οποία συνέβαλε στην εισαγωγή ξένων στοιχείων στην αρχιτεκτονική της πόλης. Ωστόσο η Θεσσαλονίκη βρίσκεται ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία, με αποτέλεσμα στις παραθεριστικές επαύλεις να κυριαρχούν οι ευρωπαϊκές τάσεις συνδυασμένες με

231. Βίλα Χρυσώτη _ Πηγή: φωτογραφία από προσωπικό αρχείο

233. Βίλα “Δρυάδες” _ Πηγή: φωτογραφία από προσωπικό αρχείο

232. Chateau Mon Bonheur Πηγή: www.panoramio.com

234. Βίλα Αλλατίνη Πηγή: http://isnella.blogspot.gr

121


τα στοιχεία της οθωμανικής παράδοσης. Στις επαύλεις της Βασιλίσσης Όλγας συναντάται έντονα το οθωμανικό ροκοκό. Περνώντας από τη γενικότερη εικόνα ομοιότητας της φυσιογνωμία των δυο συνοικιών στα επιμέρους κτίρια, μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις ανάμεσα σε μεμονωμένες κατοικίες. Παρατηρούμε ότι υπάρχουν επαύλεις που παρουσιάζουν εξαιρετικές ομοιότητες, παρόλο που βρίσκονται σε απόσταση 500 χιλιομέτρων. Έτσι, βλέπουμε την έπαυλη Χωρέμη (εικ. 230) της Κηφισιάς να θυμίζει τη Βίλλα Καπαντζή (εικ.229) της Θεσσαλονίκης, τη φρουριακή βίλα Χρυσώτη (εικ. 231) να έχει αρκετά κοινά στοιχεία με την “chateau mon bonheur” (εικ. 232), την Έπαυλη Δρυάδες (εικ. 233) να θυμίζει τη βίλα Αλλατίνι (εικ. 234) και την έπαυλη της Ζούρα (εικ. 235) να μοιάζει αρκετά με τη Βίλα Μορντώχ (εικ. 236).

235. Έπαυλη Ζούρα

Πηγή: φωτογραφικό αρχείο Υ.ΠΕ.Κ.Α.

122

236. Βίλα Μορντώχ Πηγή: www.grecehebdo.gr


Η κατάσταση σήμερα _Σημερινές χρήσεις και ποσοστό εγκατάλειψης Όλα τα κτίρια που προαναφέρθηκαν έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα, είτε ως μεμονωμένα κτίρια είτε ως σύμπλεγμα που αποτελεί τον ιστορικό πυρήνα του οικισμού της Κηφισιάς. Τα περισσότερα είναι ιδιοκτησίες ιδιωτών και ένα μικρό ποσοστό (5/140=4%) έχει παραχωρηθεί στο δήμο ή στο κράτος ως δωρεά. Από τις 140 επαύλεις παραθεριστικού χαρακτήρα που υπάρχουν στη δημοτική ενότητα της Κηφισιάς οι 90 διατηρούν τη χρήση της κατοικίας ως και σήμερα, 16 είναι εγκαταλελειμμένες και 34 έχουν άλλη χρήση. Οι λοιπές χρήσεις που αποδίδονται στα κτίρια είναι: • πολιτιστικοί χώροι όπως μουσεία, με τη Βίλα “Αμαρυλλίς” να είναι το μουσείο Δροσίνη και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Κηφισιάς, την έπαυλη “Ρετσίνα” να στεγάζει το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή, το κτίριο στην συμβολή των οδών Κηφισίας και Δηλιγιάννη να είναι ιδιωτικός εκθεσιακός χώρος τέχνης, τη Βίλα Δέλτα να στεγάζει το αρχείο του Μουσείου Μπενάκη και τη Βίλα Κουτούπη να φιλοξενεί την Αρχαιολογική Συλλογή Κηφισιάς. Οι λειτουργίες αυτές αλλοιώνουν ελάχιστα έως καθόλου τα συγκεκριμένα κτίρια, καθώς εντάσσονται εύκολα στο παρελθόν και στη φυσιογνωμία τους, ενώ παράλληλα σέβονται και τονίζουν ακόμη περισσότερο το χαρακτήρα τους. • Γραφειακοί χώροι, όπως τα γραφεία ναυτιλιακής εταιρείας στην έπαυλη “Χρυσάνθεμο”, το υποκατάστημα τράπεζας στην οδό Κασσαβέτη 35 και οι δημόσιες υπηρεσίες Πράσινου Ταμείου στη Βίλα Καζούλη. Μια τέτοιου είδους λειτουργία μπορεί επιτυχώς να ευημερήσει στους χώρους ενός διατηρητέου κτιρίου όπως αυτό, καθώς η κομψότητα των κτιρίων αυτών και οι ευχάριστοι χώροι που δημιουργούνται αποτελούν ένα φιλόξενο περιβάλλον για τον εργαζόμενο και τον επισκέπτη του κτιρίου. Επίσης η χρήση αυτή δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις, οι οποίες να

επιφέρουν αλλαγές στο κτίριο. • Εστιατόρια ή καφέ-μπαρ, όπως τα κτίρια στη οδό Δηλιγιάννη 54, στην συμβολή των οδών Κυριαζή και Αγ.Θεοδώρων, στην οδό Παπαδιαμάντη 4 και στην συμβολή Κασσαβέτη και Κηφισίας. Στην περίπτωση αυτής της λειτουργίας η διαμόρφωση του χώρου εξαρτάται από την ευαισθησία και την προσοχή που θα δοθεί από τον ιδιοκτήτη, καθώς στο παράδειγμα κτιρίου της Δηλιγιάννη 54, η σημερινή εικόνα δε θυμίζει σε τίποτα την προϋπάρχουσα έπαυλη και θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή ως ένα σύγχρονο σημερινό κτίριο. Αντίθετα, τα άλλα τρία κτίρια προσεγγίζουν με σεβασμό το υπάρχον κτίριο και προσαρμόζουν τη νέα χρήση με προσοχή και ευαισθησία. • Δεδομένης της τοποθεσίας, πολλές από τις επαύλεις που βρίσκονται στο σημερινό κέντρο της Κηφισιάς (15) έχουν μετατραπεί σε καταστήματα ένδυσης και υπόδησης, όπως η έπαυλη στην οδό Κασσαβέτη 19, τα περισσότερα κτίρια των οδών Αργυροπούλου, Κασσαβέτη, Κολοκοτρώνη, Λεβίδου και Μυρσίνης,. Στις πιο πολλές περιπτώσεις η μετατροπή της χρήσης έχει γίνει με σεβασμό στο υπάρχον κτίριο αναδεικνύοντάς το ταυτόχρονα. Η λειτουργία του καταστήματος είναι συμβατή με την υπάρχουσα τυπολογία, δεδομένου ότι δε χρησιμοποιεί ακραίες διακοσμητικές τεχνικές που δεν εναρμονίζονται με τον εσωτερικό χώρο. • Κέντρα προσχολικής αγωγής, όπως παιδικοί σταθμοί και νηπιαγωγεία, όπως η έπαυλη “Φιλιππίδη” στην οδό Χ.Τρικούπη 66, η έπαυλη στην συμβολή των οδών Ύδρας και Αθ.Διάκου και η βίλα στην συμβολή οδών Διονύσου και Παπαδιαμάντη. Η χρήση αυτή είναι ακόμη μία επιτυχής επιλογή για την κατηγορία των κτιρίων που μελετάμε, αφού δημιουργεί ένα ευχάριστο περιβάλλον για τις ηλικίες των παιδιών, ενώ η ύπαρξη προαύλιου χώρου αποτελεί ένα ακόμη πλεονέκτημα για την απασχόληση των παιδιών. • Το μεγαλύτερο μέρος των εξοχικών επαύλεων της Κηφισιάς σήμερα διατηρούν τη χρήση της κατοικίας. Η 123


συνηθέστερη χρήση αποτελεί και την πιο θεμιτή, καθώς πέρα από τη μορφολογία διατηρεί σχεδόν ανέπαφη και την τυπολογία του κτιρίου, ενώ οι αλλοιώσεις που απαιτεί στο εσωτερικό είναι ελάχιστες ως μηδενικές. Οι λειτουργίες που αποδόθηκαν στις εξοχικές επαύλεις της Κηφισιάς κατάφεραν να διατηρήσουν την πλειοψηφία των κτιρίων σε μια αξιοπρεπή κατάσταση. Η κρατική μέριμνα βοήθησε στο να διατηρηθούν τα κτίρια αυτά και τα προστάτευσε από τυχόν καταστροφικές χρήσεις και επεμβάσεις. Σαφώς, παρατηρούνται και ορισμένα εγκαταλελειμμένα, όπου ο βαθμός εγκατάλειψης και φθοράς δεν είναι ιδιαίτερα προχωρημένος και με την σχετική μέριμνα η κατάσταση θα είναι αναστρέψιμη. Αξίζει να σημειωθεί ότι κάποια από τα εγκαταλελειμμένα κτίρια αυτής της περιοχής φανερώνουν σημάδια πρόσφατης εγκατάλειψης, προφανώς λόγω του κόστους συντήρησης σε συνδυασμό με τη δύσκολη οικονομική κατάσταση της περιόδου που διανύουμε. _Φυσιογνωμία Κηφισιάς (διατήρηση/αλλοίωση) Πολύ θετικό είναι το γεγονός ότι οι όροι δόμησης της περιοχής έχουν συμβάλει σημαντικά στη διατήρηση της ταυτότητας του προαστίου, που αν και πλέον αποτελεί ένα προάστιο μόνιμης κατοίκησης, εξακολουθεί να θυμίζει εξοχική συνοικία. Στο μεγαλύτερο μέρος της Κηφισιάς, δηλαδή στο Στροφίλι και το Κεφαλάρι, ο προαστιακός χαρακτήρας έχει διατηρηθεί. Οι περιοχές αυτές φιλοξενούν κατοικίες από τον 19ο αιώνα ως και σύγχρονες κατοικίες του σήμερα, οι οποίες όμως τηρούν σαφείς αποστάσεις μεταξύ τους, διατηρούν χαμηλό ποσοστό κάλυψης με αποτέλεσμα να διαθέτουν προαύλιους χώρους και περιορίζονται ως προς το ύψος ανέγερσης των κτιρίων, με αποτέλεσμα μια διατηρείται μια σχετική ομοιομορφία στις γειτονιές. Στο βαθμό αυτό η φυσιογνωμία της Κηφισιάς ως ένα ήσυχο παραθεριστικό προάστιο πρασίνου έχει διατηρηθεί. 124

Η περιοχή του Κέντρου της Κηφισιάς όμως, η πλατεία Πλατάνου και τα Αλώνια, έχουν υποστεί σημαντική αλλοίωση ως προς τη φυσιογνωμία τους. Τα πλατιά πεζοδρόμια και το χαμηλό ύψος των κτιρίων καθιστούν τη βόλτα στην Κηφισιά ακόμη ευχάριστη. Αντιθέτως, το πράσινο περιορίστηκε σημαντικά, σε μεμονωμένα δέντρα και παρτέρια, στριμωγμένα ανάμεσα στους δρόμους που τη διασχίζουν. Στους δρόμους αυτούς συνυπάρχουν –όχι και τόσο αρμονικά- πεζοί και οχήματα, όπου ιδιαίτερα τις ώρες αιχμής δυσκολεύουν την κυκλοφορία ραγδαία. Η έντονη δόμηση στην περιοχή του κέντρου της Κηφισιάς έχει αλλοιώσει τη φυσιογνωμία της στο βαθμό που τα παλιά αρχοντικά κατεδαφίστηκαν για να αντικατασταθούν από σύγχρονες, και θα έλεγε κανείς, άχαρες κατασκευές, όπως το κτίριο στην συμβολή των οδών Κηφισίας και Κασσαβέτη και το εμπορικό κέντρο στην συμβολή των οδών Λεβίδου και Κολοκοτρώνη. Τα παραδείγματα αυτά των κτιρίων είναι μεμονωμένα και λίγο επηρεάζουν τη θετική διάθεση που δημιουργείται στον επισκέπτη από τη φυσιογνωμία και την ομορφιά του προαστίου. _Προτεινόμενες Χρήσεις Η αποκατάσταση και η επανάχρηση όλων αυτών των κτιρίων είναι αναγκαία προϋπόθεση για να επιβιώσει η συνοικία των εξοχών της Κηφισιάς στο πέρασμα του χρόνου. Ευτυχώς, υπάρχει ήδη εκτεταμένη κρατική μέριμνα, από το Υπουργείο Πολιτισμού, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής αλλά και από την πλευρά του Δήμου Κηφισιάς. Οι δύο πρώτοι φορείς έχουν καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για την κήρυξη και την προστασία της ιστορικής αυτής περιοχής και των κτισμάτων που εμπεριέχει. Ο Δήμος Κηφισιάς από την πλευρά του έχει αποκαταστήσει και χρησιμοποιεί κτίρια εξ’αυτών για να στεγάσει υπηρεσίες του, δίνοντας τους ζωή. Από τη μελέτη της περιοχής, συμπεραίνουμε ότι είναι επιτακτική ανάγκη να βρίσκονται τα κτίρια αυτά σε χρήση.


Όλες οι λειτουργίες που επιτρέπονται και έχουν εφαρμοστεί στις εξοχικές επαύλεις της Κηφισιάς, εφόσον εφαρμόζονται με σεβασμό στο κτίριο και με ευαισθησία στη μορφή και την ιστορία του, μπορούν να εξυπηρετήσουν τις σύγχρονες ανάγκες του ανθρώπου. Η καλύτερη πρόταση για τη συνοικία των εξοχών είναι να αποκτήσουν όλες οι βίλες μία χρήση, όσο το δυνατόν πιο συμβατή με την τυπολογία και τους χώρους που διαθέτουν, ώστε να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας τους. Η διατήρηση της χρήσης της κατοικίας αποτελεί το πιο επιτυχημένο παράδειγμα, καθώς διατηρεί το κτίριο σχεδόν ανέπαφο. Ακόμη, επιτυχημένη είναι η ένταξη των γραφειακών χώρων και των υπηρεσιών στα κτίρια αυτά αφού δεν έχουν υπερβολικές απαιτήσεις για προσαρμογές στην υπάρχουσα δομή. Οι πολιτιστικές χρήσεις, οι γραφειακοί χώροι και οι χώροι αναψυχής είναι λειτουργίες συμβατές με τις βίλες της Κηφισιάς, που θα αναδείξουν τα κτίρια και θα φέρουν περισσότερο κόσμο σε επαφή με την κομψότητα και την αίγλη τους. Με τον τρόπο αυτό, ο κόσμος θα γνωρίσει τις επαύλεις της Κηφισιάς, θα μαθαίνει για την ιστορία της συνοικίας και θα γίνει ένα πρώτο βήμα για την εξοικείωσή του και τη διάσωσή τους. Εν κατακλείδι, κρίνεται αναγκαία η διάσωση και η διατήρηση όλων των επαύλεων που υπάρχουν ως σήμερα και η απόδοση χρήσης σε όσες στερούνται αυτής ως σήμερα.

125


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 126

• Βαλατά-Τσιαμά Εαγγελία, “75 χρόνια Δήμος Κηφισιάς”, Τύπος Κηφισιάς στα Βόρεια Προάστια, Κηφισιά, 2001 • Βασιλοπούλου Βιβή, Ανδρέας Καστάνης, “Κηφισιά: όψεις της ιστορίας της πόλης και του δήμου. Αρχειακά τεκμήρια.”, Ελληνικές Εκδόσεις ΑΕ, Αθήνα, 2005 • Βατόπουλος Νίκος, “Το πρόσωπο της Αθήνας”, εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα, 2002 • Ιωάννου Γιώργος, “Καρτ ποστάλ του παρελθόντος”, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2009 • Καζέρος Νίκος - Λέφας Παύλος (επιμέλεια έκδοσης), “Χωρίς όρια: οι αχανείς εκτάσεις των Αθηναϊκών προαστίων”, Εκδόσεις future, Αθήνα, 2003 • Καραβία Μαρία, “Κηφισιά: Ομορφιά και μνήμη”, Εκδόσεις Συλλόγου Προστασίας Κηφισιάς, 1989, Αθήνα • Μπίρης Κώστας, “Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20ο αιώνα”, Εκδόσεις Καθιδρύματος Πολεοδομίας και Ιστορίας των Αθηνών, Αθήνα, 1966 • Μπίρης Μάνος, “Αθηναϊκή Αρχιτεκτονική 1875-1925”, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 2003 • Μπίρης Μάνος, “Νεοκλασική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα”, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 2001 • Μποκάρης Σπύρος, “Η Κηφισιά που αγάπησα”, 1997 • Μπούφτα Αναστασία, ερευνητική εργασία με θέμα “Τα αρχοντικά της Θεσσαλονίκης”, Ξάνθη, 2012 • Παπαϊωάννου Θανάσης, “Ενθύμιον Αθηνών: η Αθήνα, ο Πειραιάς και τα προάστια στις αρχές του αιώνα μας”, Εκδόσεις Γνώμη, Αθήνα, 1984 • Παπανδρέου Ελένη, “Εκλεκτικιστικές κατοικίες στην Κηφισιά την περίοδο της Μπέλ Επόκ”, Αθήνα, 1990 • Παπαστάμος Δημήτρης, “Ερνέστος Τσίλλερ: Προσπάθεια μικρογραφίας”, Αθηναϊκό κέντρο εκδόσεων, Αθήνα, 1973 • Σιμώνη-Λιόλιου Μαίρη, “Αρχόντισσα Κηφισιά: Η ρομαντική ιστορία του χθες ως το 1950”, Εκδόσεις Εφημερίδας Κηφισιάς, Αθήνα, 2002 • Σιμώνη-Λιόλιου Μαίρη, “Περπατώντας στους βαθυσκίωτους δρόμους της πόλης μας: Οδωνύμια, ονομασία των δρόμων της Κηφισιάς”, Εφημερίδα Κηφισιά, Αθήνα, 2004 • Σκούφιας Αθανάσιος, Τζουβέλης Σπυρίδων, Χουλιαρά Παναγιώτα, “Η κηποτεχνία στην Ελλάδα τον 19ο και 20ο αιώνα: το παράδειγμα της Κηφισιάς” (πτυχιακή εργασία), Α.Τ.Ε.Ι Πειραιά, Σχολή τεχνικών εφαρμογών, τμήμα πολιτικών δομικών έργων, Αθήνα, 2009 • Τραυλός ιωάννης, “Νεοκλασική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα”, Εκδόσεις Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας, Αθήνα, 1967 • Φιλιππίδης Δημήτρης, “Νεοκλασική Αρχιτεκτονική”, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 1984 • Φιλιππίδης Δημήτρης, “Προάστια και εξοχές της Αθήνας του ‘30”, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 2006 • Χολέβας Νικόλαος, “Η αρχιτεκτονική της “μετάβασης” στην Αθήνα του μεσοπολέμου”, εκδόσεις Libro, Αθήνα, 1998


ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Δαφέρμου Κατερίνα, “Στο σαλόνι της Πηνελόπης”, www.tovima.gr , 11/1/2009, πολιτισμός/μνήμες • Λιάλιος Γιώργος, “Η βίλα του Θαλή Κουτούπη αποκαλύπτει τα μυστικά της”, http://www.kathimerini.gr , επικαιρότητα/ελλάδα, 20/9/2014 • Οικονόμου Μανώλης, “Οδοιπορικό στη βίλα Καζούλη”, www.greekarchitects.gr , 21/5/2010, αρχιτεκτονικές ματιές • Παπανδρέου Ελένη, “Εκλεκτικιστικές κατοικίες στην Κηφισιά στα χρόνια της «Μπελ Επόκ»”, www.archaiologia.gr, archaeology&arts • Τζαναβάρα Χαρά, “Βίλα Αμαρυλλίς: Το σπίτι όπου ρίζωσε ο Δροσίνης”, www.efsyn.gr, 8/8/2015 • (χωρίς αρθρογράφο), “Γιατί αποκαλούν «στοιχειωμένη» τη Βίλα Καζούλη”, www.mixanitouxronou.gr , viral videos, 15/10/2015 • (χωρίς αρθρογράφο), “Η Βίλα Καζούλη στην Κηφισιά”, http://www.authorway.com , Έν Αθήναις/ Αθήνα/ Βίλα Καζούλη • (χωρίς αρθρογράφο), “Η εντυπωσιακή βίλα του πρώην υπουργού Κουτούπη αποκαλύπτει τα μυστικά της”, http://www.iefimerida.gr, 20/9/2014 • (χωρίς αρθρογράφο), “Ιστορία της Κηφισιάς”, http://www.kifissia.gov.gr, Αρχική σελίδα, καρτέλα “Ιστορία” • (χωρίς αρθρογράφο), “Κηφισιά, η παραμυθένια έπαυλις “Χρυσάνθεμον”, http://neoclassicalgreece. blogspot.gr • (χωρίς αρθρογράφο), “Οικία Δέλτα”, www.benaki.gr , το μουσείο/τα κτήρια/οικία Δέλτα • (χωρίς αρθρογράφο), “Παραλαβή της βίλας Κουτούπη”, http://www.amarysia.gr , Αρχική>Κηφισιά>Πολιτική • (χωρίς αρθρογράφο), “ Το Ζάππειον που έχασε η Κηφισιά!”, http://e-kifisia.gr , 24/4/2016

127

The mansions of Kifisia in the late 19th and early 20th century  

This diploma thesis concerns the mansions of the suburb of Kifisia in the late 19th and early 20th century. The research aims to present the...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you