Page 1

www.lefkomelani.gr


στο Ρέθυμνο… Εκείνος, πολυταξιδεμένος, με μία έμφυτη περιέργεια για ζωή και εξέλιξη χωμένη σε μία βαλίτσα που έσερνε μαζί του από χώρα σε χώρα, από πόλη σε πόλη, μέχρι που κουράστηκε. Η κούραση αυτή συνοδευόταν από μία μεγάλη επιθυμία να επιστρέψει στις ρίζες του, στον τόπο που γεννήθηκε ο πατέρας και οι παππούδες του. Ήθελε να τιμήσει τις ρίζες του περισσότερο από τον πατέρα του, που έφυγε νωρίς στα ξένα. Από κει θα αντλούσε πλέον την έμπνευση και τη δύναμη να συνεχίσει και, προπαντός, δε θα ένιωθε πλέον μόνος… Εκείνη, από την άλλη όχθη της ζωής, δεν ήξερε τι σημαίνει λέξη «ταξίδι». Ζούσε σ’ έναν μικρόκοσμο από παιδί, γεμάτο δυσκολίες, τις οποίες έπρεπε να ξεπεράσει και να πάει παρακάτω. Δεν ήξερε ποιο ήταν το «παρακάτω», αλλά προχωρούσε με δύναμη, σκεπάζοντας καλά την ευαίσθητη και εύθραυστη φύση της ώστε να μην εκτίθεται στα μάτια των άλλων. Ήταν θέμα επιβίωσης· μία επιβίωση που έτρεφε μέσα της βαθιά μύχια όνειρα και επιθυμίες που ζητούσαν εκπλήρωση. Μόνο στον εαυτό της θα μπορούσε να το εκμυστηρευτεί αυτό, πουθενά αλλού. Συναντήθηκαν ένα πρωί στο μαγαζί που δούλευε εκείνη. Κι εκεί, ανάμεσα στις μυρωδιές των μπαχαρικών και των βοτάνων, το κουβάρι της μοίρας άρχισε να ξετυλίγεται χωρίς να τους ρωτήσει…

www.lefkomelani.gr


ΠΡΟΛΟΓΟΣ Γλυκός, τρυφερός, με γεύση απεριτίφ σε κρυστάλλινο ποτήρι, με την υπογραφή «Keep Calm And Bite Me…». Με λίγες σταγόνες λεμονιού σε θέλω τρυφερά, γλυκά, θηλυκά, ερωτικά μαζί μου… Με τζίντζερ στα βελούδινα χείλη σου, με την ερωτική έξαψη… Με γεύση μήλου η αγάπη, το πάθος μου, ο έρωτάς μου σε θέλει μαζί του δυνατά… Έρωτος σανγκριά γίνομαι και ξαναγίνομαι της θηλυκής σου ύπαρξης… Με λικέρ σε καλωσορίζω στη ζωή μου, τρυφερή μου ύπαρξη… Με ζάχαρη πασαλείβω το ενδιαφέρον και τη φροντίδα μου για σένα… Μία επιθυμία σού χαρίζω μέσα από την έκφραση των γεύσεων… Μέσα από την εναλλαγή των σκηνών…

www.lefkomelani.gr


Έκφραση πρώτη

ειμώνας 2012. Ήταν μία κρύα βροχερή μέρα. Η αναζωογονητική δημιουργικότητα του αέρα είχε φτάσει σε σημείο έκρηξης. Το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα σε μια εκφραστική φάση κινούσε τα νήματα της φύσης. Εξαιρετικά δελεαστική και παροιμιώδης η διαλλακτικότητα του ουρανού με τα πυκνά σύννεφα να παριστάνουν το εκκρεμές στο όλο σκηνικό. Ρυθμοί πρωτόγονοι, ανατρεπτικοί, συντονισμένοι στη σπουδαία χειμωνιάτικη όψη της εποχής σε κοσμικό επίπεδο. Ένας εκρηκτικός φυσικός μηχανισμός είχε πυροδοτηθεί, μεγάλης ισχύος, κρατώντας το αίτημα της εποχής στο χέρι. Μία αυτονόητη αποφασιστική καμπή, γεμάτη ακραίες εξελίξεις και μεγάλες αποκαλύψεις, ζωγραφισμένη στη σκέψη και την πραγματικότητά της. Υπό τη μουσική υπόκρουση «μιας αγάπης που τελείωσε», ένα κεφάλαιο ζωής, για άλλη μια φορά, γι’ αυτό το γλυκό κορίτσι με τα καστανόχρυσα μακριά μαλλιά και τα διαπεραστικά πράσινα μάτια, έκλεινε οριστικά. Μπορεί τα θεμέλια του ψυχικού της κόσμου να είχαν κλονιστεί τραγικά, αλλά η ασφαλής και αποδοτική επένδυση που είχε κάνει πάνω στην αξία της, θα την έβγαζε αργότερα «στα ανοιχτά», εις τον αφρό της ευτυχίας. Ένιωθε θύμα μέσα σ’ έναν κόσμο απρόσωπο και ψυχρό. Το σκηνικό αυτό το ζούσε από την ημέρα που γεννήθηκε. Της δινόταν η εντύπωση πως είχε γεννηθεί σε λάθος οικογένεια. Εδώ, υπήρχε μία αντίφαση. Αντί να προσέχουν οι γονείς τα παιδιά τους, πρόσεχαν τα παιδιά τους γονείς. Κυρίως, το κορίτσι, που πρόσεχε την αδερφή του και φερόταν ώριμα και προστατευτικά απέναντι στη μαμά του, που ήταν φιλάσθενη

www.lefkomelani.gr


και έκανε δύο δουλειές για να τις αναθρέψει γιατί ο προκομμένος ο πατέρας τους ήταν ανύπαρκτος. Μόνο η φωτογραφία του γάμου κρεμασμένη στον τοίχο δήλωνε την παρουσία ενός άνδρα μέσα στο σπίτι. Ήταν αθεράπευτα τεμπέλης και ακαμάτης. Μονάχα στα καφενεία ήξερε να πηγαίνει και να ξημεροβραδιάζεται παίζοντας τάβλι και πίνοντας καφέδες, και να κάνει παιδιά. Αν δεν έλεγε στα κρυφά η μητέρα της στον γιατρό να τη ράψει, τουλάχιστον άλλα τρία θα της είχε αραδιάσει. Ποιος θα τα μεγάλωνε; Θυμάται λίγα από τα παιδικά της χρόνια· αυτά που μαρτυρούν, κυρίως, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στο Δημοτικό με τη μπλε ποδιά και τον άσπρο γιακά ανάμεσα στα άλλα παιδιά της τάξης. Η λευκή κορδέλα στα καστανόξανθα, από το χαμομήλι και τον ήλιο, μαλλιά. Ήταν οι σχολικές αναμνηστικές φωτογραφίες που έβγαζαν κάθε χρόνο και η μητέρα της τις έκανε κορνίζα και τις κρεμούσε στον τοίχο. Ήταν το φυσικό της χρώμα, αλλά τα έλουζε με σαμπουάν klorane από χαμομήλι, που έπαιρνε από το φαρμακείο με το χαρτζιλίκι της και τα στέγνωνε στον ήλιο για να γίνουν ακόμα πιο χρυσοκάστανα. Έτσι το έκαναν και οι φίλες της αργότερα. Ήταν πλέον στο Γυμνάσιο και γκομένιζαν στα διαλείμματα της τάξης. Έπαιζαν «Πυθία» και «μπουκάλα», περιμένοντας να σταθεί το μπουκάλι στον όμορφο συμμαθητή τους για να τις φιλήσει. Σε πάρτι δεν πολυπήγαινε, μια δυο φορές μόνο είχε πάει. Δεν την άφηνε η μητέρα της γιατί είχε τη μικρή της αδερφή να προσέχει, καθώς εκείνη δούλευε πολλές φορές μέχρι αργά. Μόνη της φυσικά δεν την άφηνε να πάει. Ήταν της μόδας να συνοδεύουν οι γονείς τα παιδιά τους στα πάρτι και να κάθονται στο διπλανό δωμάτιο μέχρι αυτά να τελειώσουν. Σωστοί «δυνάστες»! Καλύτερα που δεν πήγαινε γιατί θα νευρίαζε. Μάθαινε από τις φίλες της τι τους έκαναν οι γονείς τους και φρίκαρε. Έπιναν βερμούτ στα κρυφά και έδιναν πότε πότε και κανένα πεταχτό φιλί με τα αγόρια των μεγαλύτερων τάξεων, ενώ κάποιοι κρατούσαν με βάρδιες τσίλιες πίσω από την πόρτα. Στο Λύκειο ήταν λίγο καλύτερα. Προσπαθούσε, σαν κοριτσόπουλο που ήταν, να ξεκλέβει λίγο χρόνο για να πηγαίνει για καφέ με τις φίλες της μετά το σχόλασμα, έτσι για καμιά ωρίτσα. Είχε αποκτήσει και έναν πλατωνικό δεσμό με τον Γιάννη, έξι χρόνια μεγαλύτερό της, και ξεγλιστρούσε για κανένα πονηρό ραντεβουδάκι για φιλιά και χάδια. Μέχρι εκεί έφταναν οι πράξεις· το παραπάνω το φοβόταν. Της είχε περάσει κάτι μηνύματα η μητέρα της περί ηθικής, που άργησε πολύ να καταλάβει και να ξεπεράσει. Έκανε πότε πότε και καμιά κοπάνα, αν και ήταν συνεπής μαθήτρια, για να πάει να τον βρει. Έκρυβε τα ρούχα και τα τακούνια της στον πάτο της σχολικής της τσάντας για να μην την πάρει χαμπάρι η μητέρα της και τα φορούσε λίγο πριν συναντήσει τον νεαρό για να το παίξει «δεσποινίδα». Τι το ‘θελε, όμως; Τότε ακόμα δεν μπορούσε να τα περπατήσει. Να κάνει ένα ολόκληρο βήμα και να μη σκοντάψει. Άσε που την έκοβαν πίσω στη φτέρνα και μάτωνε. Από τότε της είχε μείνει το απωθημένο με τις γόβες. Εκείνος την έβλεπε που ζοριζόταν τόσο και γελούσε. Ησύχασε πλέον, μόνο, όταν πήγε φαντάρος. Έκτοτε δεν τις ξανάβαλε, παρά πολλά χρόνια μετά, όταν είχε πλησιάσει

www.lefkomelani.gr


τα τριάντα. Πλέον, δεν είχε κανένα πρόβλημα στησίματος, αφού τις περπατούσε πολύ άνετα. Μετά τα πολλά γράμματα, γεμάτα φλερτ και υποσχέσεις αγάπης που είχαν ανταλλάξει, γιατί έκανε και δυο χρόνια φαντάρος, ξαφνικά η σχέση τους σταμάτησε. Άφησε στην άκρη τα σαλιαρίσματα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της οικογένειάς της που την είχε ανάγκη. Έπρεπε να βοηθήσει τη μητέρα της και την αδερφή της. Ήταν ο πρώτος της έρωτας και λυπόταν πολύ που είχε τελειώσει από μέρους της τόσο άδοξα, όμως, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Κράτησε στην καρδιά της τις όμορφες εφηβικές στιγμές που πέρασε μαζί του και συνέχισε. Εκείνος δεν της το συγχώρησε ποτέ, παρόλο που αργότερα παντρεύτηκε μία συμμαθήτριά της από το Λύκειο και έκανε και δυο παιδιά. Το έβλεπε στο βλέμμα του, όταν καμιά φορά τον συναντούσε τυχαία στον δρόμο. Δεν ξαναμίλησαν ποτέ. Γέλασε δυνατά. Της ήρθε στο μυαλό μία σκηνή που, όποτε τη θυμόταν, την έπιανε νευρικό γέλιο. Είχε πάει η ψυχή της «στην Κούλουρη!». Ο νεαρός έκανε άπειρες προσπάθειες να την πείσει να βρεθούν στα κρυφά για να την ξεμοναχιάσει λίγο έξω από το χωριό, μακριά από το σπίτι των παππούδων της, μην τυχόν και τους δει κανένα μάτι και μπλέξει. Μόνο στα φιλιά είχαν μείνει, που κι αυτά τα έδιναν κλεφτά έξω από το σχολείο ή όταν πήγαιναν για καφέ στην πόλη. Είχε ορμές και πάνω στα ντουζένια του την έβλεπε σαν ξερολούκουμο! Εκείνη, όμως, από την άλλη δεν του καθόταν γιατί η μητέρα της τής «τα ‘χε πρήξει» από μικρή με το θέμα της παρθενιάς και της ατίμωσης, παίρνοντας σαν τρανταχτό παράδειγμα τον πατέρα της, που την ξεμυάλισε μικρή και την άφησε έγκυο. Έτσι, οι παππούδες της είχαν αναγκαστεί να «σκεπάσουν» το συμβάν και να τους παντρέψουν. Εκείνη, δεν τον ήθελε για άνδρα της, αλλά τι θα μπορούσε να κάνει 16 χρονών κοπέλα τότε; Ήταν ένας εφηβικός έρωτας, που αργότερα έληξε άδοξα. Έτσι, της έκανε συνεχώς κατήχηση για να μην πάθει τα ίδια, σε σημείο που, όταν τη ζόριζε ο νεαρός, αυτή τρόμαζε και το ‘βαζε στα πόδια! Δεν του καθόταν με τίποτα. Από τα πολλά, κάποια στιγμή, μια καλοκαιρινή μέρα τού είπε το «ναι» και τον ακολούθησε στο βουνό για να δουν δήθεν το σπήλαιο του Δία. Ο νεαρός είχε αυτοκίνητο και θα πήγαιναν μέχρι ένα σημείο με αυτό. Μετά, θα περπατούσαν για να φτάσουν στο σπήλαιο. Μέρα ήταν, πολλοί βοσκοί τριγύρω, αν της συνέβαινε κάτι, θα φώναζε και θα την άκουγαν. Είχαν κάτσει να ξαποστάσουν έξω από τη σπηλιά. Εκείνος, ξαναμμένος και ερωτευμένος, δεν την άφηνε ήσυχη. Τη χάιδευε και τη φιλούσε, μέχρι που την έκανε να χαλαρώσει αρκετά και να ξεχαστεί για λίγο στην αγκαλιά του. Σαλιάριζαν πολλή ώρα. Εκεί που αντάλλαζαν φιλιά αμέριμνοι, ξαφνικά ακούστηκε πίσω από τα σκίνα και τα πουρνάρια μία γνώριμη γυναικεία φωνή. «Έλα, Βασίλη! Προχώρα από δω πάνω. Ο δρόμος είναι χαλασμένος μέχρι εδώ μπροστά στο σπήλαιο». Ήταν μία μπάσα χοντρή φωνή, που κάθε άλλο παρά γυναίκα θύμιζε. Σαν νταλικέρης μιλούσε. Πετάχτηκαν με έναν πήδο όρθιοι. Μία γυναίκα σε όλη τη «χώρα» είχε αυτή την τόσο χαρακτηριστική φωνή… η Πρόεδρος τση Χώρας! «Χώρα» έδειχνε να ‘ναι τότε το Ρέθυμνο, μετά άρχισε ραγδαία να εξελίσσεται μέχρι που έγινε μια μεγάλη πόλη. Έτσι,

www.lefkomelani.gr


άλλωστε, το αποκαλούσαν και οι κάτοικοι. Είχε φέρει το γκρέιντερ να φτιάξει τον δρόμο γιατί οι βροχές τον είχαν χαλάσει και δεν μπορούσαν οι άνθρωποι να πηγαίνουν στις δουλειές τους. «Βασίληηηη! Από δω σου είπα να ‘ρθεις! Πού πας από κει;», ακούστηκε ξανά η γυναικεία φωνή, αλλά αυτήν τη φορά με αντίλαλο. Αν και ήταν αρκετά κοντή και παχουλή, περπατούσε στα κατσάβραχα τόσο άνετη, με τη γόβα στιλέτο και το κολλητό τζην που τόνιζε τόσο τα ψωμάκια της, λες και έκανε περίπατο στην παραλία του Ρεθύμνου. Τέτοια άνεση είχε η γκόμενα! Δεν καταλάβαινε τίποτα. Τους έπιασε πανικός. Την άκουγαν τόσο κοντά τους, που νόμιζαν πως ήταν δίπλα τους. Πώς θα έφευγαν από κει; Αν τους έβλεπε, θα το έλεγε στη μάνα της και στους παππούδες και τότε ποιος τους άκουγε! Είχε ταραχτεί πολύ. Τι γκαντεμιά! Αυτή η γυναίκα δε μασούσε με τίποτα. Θα μπορούσε κανείς να τη βρει στα πιο απίθανα σημεία. Ο νεαρός, αφού κοίταξε προσεκτικά προς το μέρος απ’ όπου ερχόταν η φωνή, κρατώντας την κοπέλα σφιχτά από το χέρι για να την κάνει να νιώσει ασφαλής, της έδειξε κάνοντάς της νόημα πού βρισκόταν και προς τα πού θα πήγαιναν εκείνοι. Άρχισαν να προχωρούν σκυφτά προς την αντίθετη κατεύθυνση και να κατηφορίζουν την πλαγιά για να φτάσουν από την άλλη πλευρά του σπηλαίου, εκεί που δεν υπήρχε δρόμος και ήταν δύσκολο να τους δει, αφού δύο τεράστιοι βράχοι θα τους έκρυβαν. Το θέμα ήταν πώς θα έφταναν εκεί γιατί δεν ήταν και τόσο κοντά και κάποια σημεία ήταν εκτεθειμένα στα μάτια των περαστικών. «Βασίλη, ε Βασίλη! Μέχρι εδώ θα ‘ρθεις να καθαρίσουμε και τα χόρτα!», ξαναφώναξε. Τον είχε ζαλίσει τον άνθρωπο, «Βασίλη και Βασίλη»! Σέρνονταν σαν τα φίδια για να μην τους δει. Τι αγωνία κι αυτή! Μέχρι που κρύφτηκαν πίσω από τα βράχια. Επιτέλους! Όμως, τα ρούχα τους ήταν μες στα χώματα. Πώς θα γύριζε στο σπίτι σε τέτοιο χάλι; «Βασίληηη!», ξανακούστηκε η μπάσα φωνή και αυτήν τη φορά φαινόταν πολύ νευριασμένη. Δεν της πήγαινε καλά δουλειά και άρχιζε να «τα παίρνει». Μακριά τους και ας έκανε ό, τι ήθελε με τον Βασίλη. Εκείνη είχε γλιτώσει, πάντως, από τη γλώσσα της. Ήταν ασφαλής τώρα πια πίσω από τα βράχια. Θα κατηφόριζαν σιγά σιγά και θα ήταν σε μία ώρα πίσω στο χωριό. Σταμάτησαν στο ποτάμι και πλύθηκαν λίγο. Ο παππούς θα ήταν σίγουρα στο καφενείο. Αν και η γιαγιά έπινε καφέ στη γειτόνισσα, τη Σμαρώ, θα τη γλίτωνε την ανάκριση. «Αχ, Παναγία μου! Ας μην είναι στο σπίτι η γιαγιά!», σκέφτηκε κοντοφτάνοντας. Μπήκε διστακτικά στην αυλή και προχώρησε προς την κουζίνα. Πανηγύρισε, σχεδόν, όταν είδε πως έλειπαν και οι δύο. «Ουφ, ευτυχώς!», είπε και έτρεξε να πλυθεί και να αλλάξει. Όταν έγινε δεκαοχτώ και τελείωσε το Λύκειο, επειδή λυπόταν πολύ τη μητέρα της, δε συνέχισε τα γράμματα, παρόλο που ήταν καλή μαθήτρια. Γι’ αυτό άρχισε να δουλεύει μεροκάματο όπου έβρισκε, για να τη βοηθάει. Ευτυχώς, γιατί λίγο αργότερα απέλυσαν τη μητέρα της από τη δουλειά και θα προέκυπτε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. Όχι, βέβαια, πως δεν υπήρχε ήδη. Αλλά να, ήταν κι αυτό μία μικρή αβάντα. Με τις σκάλες που καθάριζε η μητέρα της τρεις φορές την εβδομάδα σε πολυκατοικίες, τι θα πρωτόκαναν; Τα χρήματα ήταν πολύ

www.lefkomelani.gr


λίγα. Εκείνη, όμως, ήταν πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Ένα χαμόγελο πανέμορφο και λαμπερό, που σε μαγνήτιζε. Σ’ αυτήν είχε μοιάσει το κορίτσι. Ήταν πάντα δυνατή και αισιόδοξη ό, τι και να της συνέβαινε. Μέχρι που αρρώστησε από καρκίνο και πέθανε λίγα χρόνια μετά και η λάμψη της χάθηκε μαζί με το χαμόγελο. «Πώς μεταμορφώνονται οι άνθρωποι όταν χάνουν τη δουλειά τους ή όταν εγκαταλείπονται από την οικογένεια ή από μία μακροχρόνια σχέση!», σκεφτόταν. «Θυμώνουν, οργίζονται, μοιρολατρούν, τα βάζουν με την τύχη τους πέφτουν ανήμποροι σε κατάθλιψη. Μπλοκάρουν το ένστικτο της επιβίωσης, της εξέλιξης, του προορισμού». Όμως, εκείνη βαθιά μέσα της ήξερε πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι, τόσο μίζερα και φτωχά. Ήξερε πως θα της χαμογελάσει η τύχη της και πως θα είχε κι εκείνη το ίδιο αισιόδοξο χαμόγελο, γι’ αυτό έκανε κουράγιο και μόνο χαρούμενες σκέψεις. Λίγο πριν ξεψυχήσει, την είχε συμβουλέψει, δίνοντας την ευχή της, να μη χάσει ποτέ την πίστη της στον Θεό, τη ζωή και το χαμόγελό της. Και, πραγματικά, λίγο αργότερα συνειδητοποίησε πως δεν έπεσε έξω. Η διαίσθησή της ήταν απόλυτα εύστοχη. Είχε ξημερώσει μία νέα εποχή για ̔κείνη και τώρα βρισκόταν στο κατώφλι αυτής της αλλαγής σε μία κάπως άβολη, εκτεθειμένη και γυμνή θέση. Ο χρόνος δεν είχε κλείσει ακόμα κανένα τραύμα. Δεν ήξερε πώς συνέβαινε αυτό, αλλά δεν μπορούσε να το ελέγξει, λες και κάποιος άλλος κινούσε τα νήματα και τη γέμιζε αισιοδοξία. Τώρα, θα μου πεις, μια αλλαγή δεν ήταν η ζωή της όλη; Δε θυμάται κάτι που να κράτησε πολύ. Μόνο ο σεβασμός προς τον εαυτό της, οι αξίες της, τα «πιστεύω» της και τα όνειρά της έμεναν σταθερά στον χρόνο. Ένιωθε ότι έτσι γεννήθηκε, αλλά παραδεχόταν πως είχε πάρει και πολλά από τη μητέρα της όσα πρόλαβε να τους δώσει η χριστιανή. Το ρεύμα της αλαζονικής στάσης και συμπεριφοράς του κόσμου απέναντι στα πράγματα, όπως έβλεπε να κυριαρχεί γύρω της, προσπαθούσε να την παρασύρει, να την παραπλανήσει, οδηγώντας τη σε δαιδαλώδεις διαδρομές χωρίς διέξοδο. Η τροφή ήταν δηλητηριώδης και σε οδηγούσε πολύ εύκολα στην «κοινωνική παχυσαρκία» και στη «λιπαρή εξάρτηση» από τη μάζα. Οι λιτοδίαιτες υψηλές αξίες της κινδύνευαν, όμως, ήταν fan της υγιεινής διατροφής και τα ισχυρά αντισώματα γνώσης την εμπόδιζαν να κολλήσει τον ιό της πρόκλησης. Το πλανητικό ρεύμα των υποτιθέμενων αλλαγών την έβρισκε εμβολιασμένη και πειθαρχημένη στο ένστικτό της. «Ευχαριστώ, δε θα πάρω», σκεφτόταν ξανά και ξανά. «Πρώτον, κάνω δίαιτα και… δεύτερον, καλούμαι να ακολουθήσω την ειμαρμένη της αντιοξειδωτικής δημιουργικής μου έκφρασης. Τα όσα μου δίδαξε η μητέρα μου. Ήταν ένας σοφός άνθρωπος». Δάκρυζε και χαμογελούσε με τους φιλοσοφικούς όρους που χρησιμοποιούσε. Εντάξει, παραδεχόταν ενδόμυχα τα λάθη που είχε κάνει ως νεαρή κοπελούδα και κάποια ήταν πολύ σοβαρά. Δεν είχε κάπου να στηριχτεί, να ζητήσει μια συμβουλή. Αφού τα ‘κανε θάλασσα, έπαιρνε μια βαθιά ανάσα, κάνοντας ένα βήμα πίσω από τις εξελίξεις που μόνη της είχε δημιουργήσει, και προσπαθούσε να διορθώσει ό, τι διορθωνόταν. Δεν της ήταν και εύκολο, αλλά την έκανε πιο ώριμη και δυνατή. Κυριολεκτικά, είχε πάρει τη ζωή στα χέρια της, μακριά από κάθε επιρροή της οικογένειας. Μιλούσε για οικογέ-

www.lefkomelani.gr


νεια, εννοώντας τον πατέρα της που είχε εξαφανιστεί με μία αλλοδαπή, πριν καλά καλά πεθάνει η μητέρα της. Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί μόνο προβλήματα θα τους δημιουργούσε, αν έμενε μαζί τους. Η γιαγιά και ο παππούς της, από τη μεριά της μητέρας της, τις αγκάλιαζαν εκείνη και την αδερφή της και προσπαθούσαν για το καλύτερο. Γέροι άνθρωποι ήταν, με μία μικρή σύνταξη του Ο.Γ.Α. και με πολλά προβλήματα υγείας, συνεπώς δε γινόταν να καλύψουν τις ανάγκες των δύο κοριτσιών. Έδιναν τα περισσότερα χρήματά τους στα φάρμακα. Η αγάπη τους γι’ αυτά τα δύο ορφανά κορίτσια ήταν άπειρη, αλλά δεν τις χόρταινε. Παρά την παραδοσιακή τους φιλοσοφία και αυστηρότητα έτσι όπως είχαν μεγαλώσει τους έκαναν όλα τα χατίρια. Είχαν ένα ζεστό σπιτικό, φτωχό φαγητό και άπειρη αγάπη γι’ αυτές. Έτσι, έμεναν στους παππούδες, μιας και το σπίτι που νοίκιαζαν το είχαν εγκαταλείψει γιατί δεν μπορούσαν να πληρώνουν το ενοίκιο και τα έξοδά του. Αυτό γινόταν για τρία χρόνια περίπου, μέχρι που οι παππούδες πέθαναν σε διάστημα εφτά μηνών ο ένας από τον άλλον και έμειναν πραγματικά μόνες. Η μαμά τους ήταν μοναχοπαίδι· έτσι, δεν είχαν θείους ή ξαδέρφια για να ζητήσουν τη βοήθειά τους. Με τη βοήθεια των γειτόνων και την ενορία της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας, όπου ανήκαν οι παππούδες, έκαναν τις κηδείες τους. Λίγο αργότερα, η αδερφή της γνώρισε από προξενιό ένα παλληκάρι, το παντρεύτηκε κι έφυγε για την Αμερική. Εκεί έμενε ο νεαρός άνδρας με την οικογένειά του, διατηρώντας μία αλυσίδα από ελληνικά εστιατόρια στην Αστόρια της Νέας Υόρκης. Η Ωκυρρόη δεν ήθελε να πάει μαζί τους, παρά την επιμονή της αδερφής της. Θα πήγαινε να τους βρει κάποια στιγμή για να κάνει διακοπές, αφού πρώτα μάζευε χρήματα, καθώς τα έξοδα ήταν πάρα πολλά γι’ αυτήν. Έμεινε στο νησί, στο Ρέθυμνο, στο σπίτι των παππούδων. Ευτυχώς για ̔κείνη, ήταν δικό τους κι έτσι δεν είχε να πονοκεφαλιάζει για το ενοίκιο. Απλά, ήταν μια παλιά κατασκευή, άνω των ογδόντα χρόνων και είχε πολλά λειτουργικά προβλήματα παρ’ όλες τις επιδιορθώσεις των παππούδων. Ήταν, όμως, κεντρικά, σε πολύ καλό σημείο της πόλης, και, αν ζοριζόταν, θα μπορούσε εύκολα να το πουλήσει. Σαν οικόπεδο ήταν μεγάλο, με τεράστια αυλή και αποθηκευτικούς χώρους, αλλά το σπίτι μέσα ήταν άβολο, με τα αρκετά μικρά δωμάτια. Ήταν η μόνη κληρονομιά που είχαν εκείνη και η αδερφή της. Τα δυο κορίτσια δεν έχασαν την επαφή μεταξύ τους. Μιλούσαν πάρα πολύ συχνά στο τηλέφωνο. Η αδερφή της τής έστελνε συχνά χρήματα για να μπορεί η Ωκυρρόη να τα βγάζει πέρα. Έκανε δύο παιδιά και απασχολήθηκε και αυτή στην επιχείρηση του άνδρα της. Οι ανιψιές της ήταν δύο πανέμορφα κορίτσια, που, όταν έρχονταν στο νησί για διακοπές για να δουν τη θεία τους, δεν ξεκολλούσαν από πάνω της. Την υπεραγαπούσαν, όπως κι αυτή άλλωστε. Η αδερφή της είχε αποποιηθεί το μερίδιό της στο σπίτι και την είχε βοηθήσει οικονομικά να το συνεφέρουν λίγο και να λύσουν κάποια βασικά θέματά του. Δεν ήθελαν να το πουλήσουν, για κανέναν λόγο, παρά μόνο, αν θα υπήρχε σοβαρή ανάγκη από το μέρος της Ωκυρρόης. Όλα αυτά γίνονταν κρυφά από τον σύζυγό της για-

www.lefkomelani.gr


τί ήταν και οι δύο πολύ περήφανες και δεν ήθελαν να δίνουν αφορμές για σχόλια. Η Ωκυρρόη χαιρόταν που η αδερφή της ζούσε τόσο καλά εκεί και ήταν ευτυχισμένη με τον άνδρα της και τις δύο υπέροχες κόρες τους. «Αυτές είναι οικογένειες», σκεφτόταν συχνά με χαμόγελο. «Ευτυχώς, δεν έπεσε ''το μήλο κάτω από τη μηλιά'', που λέει και η παροιμία», σκεφτόταν και χαμογελούσε με ανακούφιση. Είχε πιάσει δυο δουλειές, απ’ όταν ακόμα ζούσαν οι παππούδες τους, μία στο παραδοσιακό μαγαζί του Μανούσου με τα κρητικά βότανα και σουβενίρ και μία δεύτερη σε μία παμπ-καφετέρια στην παλιά πόλη. Με το χαρτζιλίκι της δεύτερης δουλειάς, πλήρωνε την ιδιωτική σχολή αισθητικής που είχε γραφτεί. Ήταν μόλις για δύο χρόνια και παρόλο τον κόπο και τα ξενύχτια της στη δουλειά, τα κατάφερε περίφημα και την τελείωσε. Πήρε και μία υποτροφία τεσσάρων μηνών για μαθήματα μακιγιάζ στο Παρίσι. Στεναχωρήθηκε, όμως, αφάνταστα που δεν μπορούσε να πάει γιατί τα υπόλοιπα έξοδα ήταν γι’ αυτήν πολλά και δεν ήθελε να επιβαρύνει κι άλλο την αδερφή της, άσε που θα ‘χανε και τις δουλειές της. Η σχολή, όμως, είχε εντυπωσιαστεί από το ταλέντο της, τη λάμψη και τη θετική αύρα της, που της έδωσε τη δυνατότητα να κάνει μαθήματα μέσω διαδικτύου, παίρνοντας έτσι το πτυχίο της και, μάλιστα, με καλό βαθμό. Αυτή η επιτυχία την παρέπεμψε να ασχοληθεί και με ένα άλλο κομμάτι που αγαπούσε πολύ και αυτό ήταν οι εναλλακτικές θεραπείες και το μασάζ. Έμαθε ρέικι και, παίρνοντας τους τρεις βαθμούς που απαιτούνταν, έγινε δασκάλα. Έμαθε μασάζ αγιουρβεδικό κοντά στην Ιβέτ, μία εξωτερική συνεργάτιδα της σχολής, την οποία ακολουθούσε στις περισσότερες συνεδρίες της. Είχε γίνει το δεξί της χέρι. Ήταν πολύ τυχερή γιατί εκείνο το διάστημα οι εναλλακτικές αυτές είχαν γίνει μόδα στην Ελλάδα και τα ραντεβού τους, συνεχώς, αυξάνονταν. Έβγαζε πολύ καλά χρήματα, με αποτέλεσμα να αφήσει τη δουλειά της καφετέριας γιατί δεν προλάβαινε και κουραζόταν πολύ. Έτσι, είχε κρατήσει μόνο αυτήν στο μαγαζί με τα βότανα γιατί τα χρήματα κι εκεί ήταν αρκετά καλά και γνώριζε και πολύ κόσμο που μπορούσε άνετα να μυήσει στις εναλλακτικές θεραπείες και στο μασάζ. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, πέρα από κάποιες περιστασιακές ανάπαυλες, που ήταν πολύ λίγες, θυμόταν αργότερα τον εαυτό της μόνο να δουλεύει. Είχε μπει στη δίνη της εργασιοθεραπείας. Ξεκινούσε 7 η ώρα κάθε πρωί και τελείωνε στις 11 κάθε βράδυ. Πουλούσε βότανα, θεράπευε και θεραπευόταν μέσα από όλο αυτό το πάρε-δώσε των ενεργειών, το σμίξιμο, την επικοινωνία, την επαφή. Της έκανε καλό, τη βοηθούσε και, παρόλη τη σωματική της κούραση, η ψυχή της ξεκουραζόταν, καθάριζε και λυτρωνόταν. Τώρα, καθώς τα σκάλιζε στη σκέψη της, διαπίστωνε πως στο τέλος όλα κατέληγαν αίσια και καλά. Χμ, όπως και τώρα. «Στέκομαι στην κορυφή της συνειδητότητάς μου με αξιοπρέπεια, πίστη, αισιοδοξία, ευρηματικότητα», είπε δυνατά, ρουφώντας μια γουλιά τσάι με δίκταμο και θυμάρι από τις κορφές του Ψηλορείτη. Η μυρωδιά άφηνε μία γαργαλι-

www.lefkomelani.gr


στική ένταση ευεξίας και τόνωσης στον χώρο. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο του καθιστικού της, εκεί που απολάμβανε κάθε πρωί το εκλεκτό ρόφημά της, ερχόμενη σε επαφή με την οπτική της φύσης και του «εγώ» της. Ήταν ένας μικρός χώρος, κάτι σαν καθιστικό, απλό, λιτό, φωτεινό και υπέροχα διακοσμημένο. Είχε και μία καταπληκτική θέα πέρα από την αυλή. Το σπίτι είχε πολλά μικρά δωμάτια, τα οποία δεν ήταν λειτουργικά. Χρησιμοποιούσε μόνο δύο-τρία που είχαν περισσότερο φως και θέα στην υπέροχη αυλή. Έτσι, το έχτισαν το σπίτι τους κάποτε οι παππούδες, ένα ένα δωμάτιο, και συμπλήρωναν όσο αυξανόταν η οικογένεια και δε χωρούσαν πια, γιατί δεν είχαν οικονομική άνεση για περισσότερα ανοίγματα. φύση ξεδιπλωνόταν μπροστά της χωρίς ντροπή. Ένα γραφικό πέτρινο εκκλησάκι, ένας γέρικος πλάτανος συνωμοτούσε σ’ αυτήν την πράσινη ακουαρέλα με περίσσια προθυμία. Υπήρχε μία απαρτία από κόκκινες τριανταφυλλιές, τρυφερές, γεμάτες ρομάντζο και βελούδινη κινητικότητα. Θρασύτατες, απολαυστικές βουκαμβίλιες, διάχυτες στο χώμα, σε τόνο προσποίησης, μωβ και άσπρο, τόνιζαν την απόλαυση της θέας. Αγόγγυστα αφοσιωμένες ροδιές υπηρετούσαν χρόνια τώρα το γήινο αιθέριο τοπίο. Λεύκες, δυναμικά απερίσπαστες, ορθώνονταν προστατευτικά σε οποιονδήποτε κίνδυνο εισέβαλλε στο σκηνικό και προκαλούσε αιθαλομίχλη. Ευλογημένα τα χέρια της γιαγιάς και του παππού· ό, τι φύτευαν, άνθιζε και μοσχομύριζε. Κοιτούσε μαγεμένη τα γοητευτικά αυτά δεδομένα της φύσης και μνήμες μέσα της από το παρελθόν χόρευαν σαν ξωτικά του δάσους. Ζητούσε λύτρωση από έναν προσωπικό παραλογισμό στο «εδώ και τώρα» για να μη γίνει χαλκομανία περασμένη από πρέσα. Στατιστικά, η σχέση της με αυτόν τον «φευγάτο» τύπο την είχε πάει πίσω, τόσο, που η ζωή της τη δεδομένη στιγμή θύμιζε τρέιλερ για αντικαταθλιπτικά. «Αποφράδα ζωή! Πού είναι οι χυμοί σου, το πάθος σου, τα όνειρά σου, οι ελπίδες σου! Στέγνωσαν οι κρύπτες της ζωής μου, το νερό τελείωσε. Η τροφή με ποτά, τζανκ, βαλεριάνες, ηρεμιστικά και full jazz δείχνουν να με θυμώνουν. Θέλω μία άνοιξη μες στο καταχείμωνο, γεμάτη φυγή, αναζήτηση, διεκδίκηση, απαίτηση. Γεμάτη γνωριμίες, γοητεία, έρωτα. Γεμάτη δυνατότητες και προοπτικές στη ρουλέτα της ελεύθερης αγοράς, εκεί όπου ανοίγουν μύτες με την παραμικρή αφορμή, υπερασπίζοντας τους νόμους της ύπαρξης και της επιβίωσης. Θέλω μία αλλαγή, βρε αδερφέ! Βαρέθηκα να είμαι μόνη μέσα στη σχέση μου. Μία ευγενική ψυχή να με προσέχει. Να με καταλαβαίνει. Ζητάω πολλά; Δε θέλω άλλους τερμίτες στη ζωή μου. Μου φτάνει ο τελευταίος δάσκαλος με τα βιβλία της ανάγνωσης και της αριθμητικής στο χέρι και όλα αυτά τα κουλά που έζησα μαζί του. Αρκετά ψυχολογικά θέματα ανέχτηκα και κατανόησα. Αποφράδα γυνή, ως πότε θα σκορπίζεσαι περιπλανώμενη και δήθεν μοιραία; Φτάνει πια! Ως εδώ! Πού είναι το DNA σου, να αδράξει την ευκαιρία μέσα από αυτήν την τραγικότητα; Πού σεργιανάει η τύχη σου; Γιατί δεν έρχεται να σε βρει; Κράτα τις μνήμες σου, και ας μην είναι πλέον του γούστου σου, και αφέσου

www.lefkomelani.gr


στην κυκλικότητα της ζωής, θα μου πεις, κριτικάροντάς με. Καλά, εντάξει, και λίγη τύχη δε βλάπτει! Ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Αυτή θα αναλάβει τις ευθύνες της και θα σε οδηγήσει σε μία νέα και χρήσιμη πραγματικότητα. Θα τις αναλάβει; Ας είναι, θα κάνω υπομονή. Εκεί, θα ποτιστεί η δύναμη της ψυχής σου και οι επιθυμίες της με το νερό της λύτρωσης. Έτσι, θα απολαύσεις μία ολοκαίνουργια άγνωστη διαδρομή μέσα στη ρευστότητα αυτού του γενέθλιου συστήματος. Ελπίζω να μη με κοροϊδεύεις». Κάθε μέρα οι ίδιες σκέψεις επαναλαμβάνονταν, λες και περίμενε μία απάντηση από τον άλλο της εαυτό, από τη φύση που κοιτούσε έξω από το παράθυρο, από τον ουρανό. Μετά, απογοητευόταν και σιωπούσε. Κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια. «Χμ…, σε αφρούς κυμάτων άφησα τη σκέψη μου να αργοπλανιέται και χάθηκε η ώρα, η ώρα της ημέρας, η ώρα της πραγματικότητας, η ώρα των καθηκόντων». Είχε και αυτό το φιλότιμο που την έκανε κουμάντο. «Καλημέρα, καθημερινότητα! Ας τεντωθώ λίγο να ξεπιαστώ...», και συνέχιζε σιγοτραγουδώντας «Ρίξε μια ζαριά καλή και για μένα, βρε ζωή!». Έσερνε τις παντόφλες της βαριεστημένα μέχρι το μπάνιο. Θα ‘ριχνε ξανά λίγο νερό στο πρόσωπό της, μήπως και ξυπνούσε να κάνει και καμιά δουλειά. «Χάθηκα πάλι στη διαδρομή των επιλογών μου. Βλέπεις, τώρα προσπαθώ να βγαίνω σεργιάνι με το νέο μου φλερτ που λέγεται ''αποφασιστικότητα'' και ανανεώνω την γκαρνταρόμπα μου με χαρούμενες στυλιστικές επιλογές. Άντε πάλι από την αρχή! Θα τα πάρω τα πράγματα και θα τα βάλω σε κουτάκια, τακτοποιώντας τα. Είμαι και νοικοκυρά, φτου να μη ματιαστώ, η πανέρμη! Όμως, είμαι και πωλήτρια, πωλήτρια μπαχαρικών, ποτών και ηδύποτων, αποξηραμένων φρούτων και καρπών, βοτάνων θεραπευτικών, που, με φιλικό ρεαλισμό, το επαγγελματικό μου status έχει συμβιβαστεί εδώ και πέντε χρόνια για χάρη της επιβίωσης. Χμ, καμία δουλειά δεν είναι ντροπή. Ντροπή είναι να μην ακολουθείς το όνειρό σου, μέχρι αυτό να δει το φως του ήλιου, να πάρει σάρκα και οστά, να αποκτήσει πνοή, να ζήσει κοντά σου. Στέκει ανυπόμονα μπροστά μου η αγάπη μου για την αστρολογία, οι μεταφυσικές μου ανησυχίες, συγγραφή, το καλλιτεχνικό μου ''make up" γίγνεσθαι, αισθητική ψυχοσύνθεση, η δική μου καπελερί. Στην άκρη του ουρανού, στην άκρη της γης, σαν ένα μεγάλο έργο τέχνης φιγουράρει μέσα σε μία χρυσή σκαλιστή κορνίζα έτοιμο να δημοπρατηθεί». Χαμογελά και σηκώνεται βαριεστημένα από την πολυθρόνα της. «Έχω ρεπό σήμερα», σκέφτηκε. «Από τις λίγες φορές του τελευταίου διαστήματος που έχω λίγο χρόνο και αντί να κάνω κάτι για μένα, θα βυθιστώ ξανά στις υποχρεώσεις του μαγαζιού, στέλνοντας ευχές στους πελάτες που γιορτάζουν, με email, μηνύματα, τηλέφωνα· ένα ζεστό κανάλι επικοινωνίας να δημιουργήσω και πάλι, με σεβασμό και εκτίμηση από το μαγαζί». Ήταν απαραίτητο να ανοίξει την πόρτα της ευγένειας και να πει «χρόνια πολλά» στην κυρία Νικόλ με τη γνήσια αυθεντικότητά της, μία αυθεντικότητα που στηρίζει χρόνια την εταιρεία. Έπρεπε να το κάνει εκείνη. Το αφεντικό της το ‘βρισκε βαρετό. Δεν τα πήγαινε καλά

www.lefkomelani.gr


με τα τηλέφωνα και με το διαδίκτυο. Άσε που ήταν και λίγο μουρτζούφλης και θα τα θαλάσσωνε. Ήταν με τα φεγγάρια του. Πότε γελούσε και πότε έβριζε. Δήλωνε πασίχαρος που είχε αναλάβει με δική της πρωτοβουλία το κομμάτι αυτό. «Χρόνια πολλά και στον κύριο Νικοέλλο, με το έξυπνο χιούμορ, που ζει πάντα μεταξύ φτώχειας και χλίδας, σέρνοντας το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης από χώρα σε χώρα. Μικρά καθημερινά πράγματα συνθέτουν το παζλ της μοναδικότητάς του. Και η αφραγκία του, επίσης. Δε βαριέσαι!», έλεγε γελώντας. «Μια ζωή την έχουμε. Θα ζήσουν και οι πλούσιοι, θα ζήσουν και οι φτωχοί!». Και συνέχιζε να επικοινωνεί και να μιλάει στο τηλέφωνο… «Σινιόρ Νίχο, χρόνια πολλά και σ’ εσένα! Εδώ θα κάνω μία στάση και θα ασχοληθώ λίγο παραπάνω μαζί του. Το γιατί, δεν το ξέρω. Αλλά να, νιώθω κάτι παραπάνω γι’ αυτόν. Μια οικειότητα να το πεις. Μια επικοινωνιακή έλξη να το πεις. Τέλος πάντων, κάτι υπάρχει που τώρα δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Δικαιολογούμαι κιόλας… Είναι και νέος πελάτης, με νέα οπτική και προοπτική, χαρισματικός, και με στοχευμένη προσέγγιση στα πράγματα. Η φιλική του διάθεση ενδιαφέρουσα, όπως και το χιούμορ του. Τι άλλο να πω! Δε φτάνουν αυτά; Το καταστατικό του σαβουάρ βιβρ επίσης, ζητά να ασχοληθώ λίγο παραπάνω με τον συγκεκριμένο επισκέπτη για να του εκμυστηρευτώ τη μοναδικότητα της πιστότητας του πελάτη». Δήλωνε φανατικός στα βότανα του Ψηλορείτη και τα τιμούσε δεόντως. Σαν νέος γείτονας και πελάτης, χρήζει αμέριστης προσοχής. Άσε που τους είχε φέρει πολύ νέο κόσμο στο μαγαζί και το αφεντικό της έτριβε τα χέρια του από ευχαρίστηση κάθε φορά που τον έβλεπε. «Δούλευα μεθοδευμένα πάνω σ’ αυτό το κομμάτι της δουλειάς μου και η επιτυχία ήταν πάντα δεδομένη, όσο και αν δεν με αντιπροσώπευε το αντικείμενό της και ήταν απλά συμπαθητικό. Όμως… ήμουν ο εαυτός μου· κινητική, επικοινωνιακή, χαρούμενη, με πλήρη κατάθεση συναισθημάτων, προέκταση ορίων, συμπάθεια ζωής. Ουσιαστικά, τον εαυτό μου πουλούσα δια μέσου της δουλειάς. Απλά ερχόταν το ''τερπνόν μετά του ωφελίμου" και ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Τα ‘χα βρει με τον εαυτό μου από την ημέρα που γεννήθηκα. Ήξερα να πέφτω και να σηκώνομαι. Έβαζα λίγο ιώδιο στην πληγή και συνέχιζα. Άσε που αυτοσαρκαζόμουν συχνά και αυτό άρεσε. Ξέρεις, αυτό δηλώνει αυτοπεποίθηση, φαινομενική ή μη, δε θα το εξετάσω τώρα. Δεν πειράζει. Τα φράγκα να πέφτουν κι εγώ θα χορεύω πεντοζάλη». «Εσύ, μικρή, παντού θα τα κατάφερνες», έλεγε και γελούσε. «Το μάτι σου κόβει και τα παίρνεις εύκολα τα γράμματα». «Ο σινιόρ Νίχο είχε ένα τονισμένο sense of humor και σκέψη μου δεν άργησε να ανταποκριθεί. Ήθελα να πειράξω τη φιλελεύθερη φύση του και να τον κάνω να γελάσει δυνατά, όπως συνήθιζε. Θυμάμαι, το ‘λεγε για μέρες, πόσο γέλασε με την ψυχή του, όμως, χωρίς να το ξέρω, αυτό ήταν μόνο η αρχή ενός

www.lefkomelani.gr


έρωτα που θα ξετυλιγόταν αργά και σταθερά ύστερα από αυτό το περιστατικό. Λες και με είχαν ακούσει οι Ουρανοί το πρωί που άνοιγα το παράθυρο να μπει μέσα ο ήλιος και ο φρέσκος δροσερός αέρας. Άμα το Σύμπαν συνηγορεί, τι τα θες τα δικά σου σενάρια; Κάψ’ τα. Άρχισα, λοιπόν, να γράφω αστείες πικάντικες λέξεις και να τις στολίζω με έκφραση λόγου, αποσιωπητικά, κόμματα, θαυμαστικά. Έτσι, συνήθιζε κι εκείνος να στολίζει όσα έλεγε, με θαυμαστή παραστατικότητα σαν μικρό παιδί. Αγαπητέ σινιόρ Νίχο, αγαπητέ φίλε Νίχο, χρόνια σου πολλά, γλυκά, δημιουργικά, ευτυχισμένα. Στιγμές… με πολύ σασπένς… και σοκολάτες Λεπτά… με πολύ χιούμορ και… τσαχπινιά Ώρες… με ατελείωτη δράση… ταράν… ταράν… ννν… 009 Skysmile… yeah… Μέρες… αχαλίνωτης φαντασίας και… οραματισμού Sex… sex… sex… Μήνες σύγκρουσης, εξηγήσεων και παρεξηγήσεων… και πολύ… καρουζέλ, χα! Χρόνια… κομψά, φινετσάτα, κουρεμένα… στην τελευταία λέξη της μόδας Imagination… to the people… to your people… around you For… you All of… οβ you…που λέει και η φίλη μου η Ευθυμία στα βλάχικα! Όλα αυτά για τη γιορτή σου… και άλλα πολλά από κοντά… Ανάμεσα στις μυρωδιές των βοτάνων… Y.Γ. Θέλω να συζητήσουμε τη θέση για το spa. Μου έβαλες ιδέες. Γίνεται; Θα το ήθελα πολύ… όσον και εφόσον… Θα τα πούμε όταν έρθεις… Φιλιά! Να περάσεις τέλεια σήμερα». Το email είχε φύγει με ταχύτητα φωτός. Κύματα οι λέξεις, με υπονοούμενα, περνούσαν ωκεανούς, ισημερινούς, μεσημβρινούς, βόρειους και νότιους πόλους. Χείμαρρος η υποσυνείδητη έκφραση δημιουργούσε ερωτηματικά και μία βαθύτατη ικανοποίηση. Μία αφροδισιακή φλόγα, άγνωστη, μεταξύ σοβαρού και αστείου προκαλούσε τις αισθήσεις. Δεν ήξερε το γλυκοκόριτσο εκείνη τη στιγμή ότι πυροδοτούσε μία «σεξ»… πηρική γλυκιά σχέση ζωής με τη σαρκώδη βελούδινη σκέψη της. Το κάρμα της την οδηγούσε σ’ ένα ήσυχο λιμάνι ασφάλειας, σιγουριάς, αρμονίας. Όλες της οι δυσκολίες θεραπεύονταν ως δια μαγείας, εκείνης της μαγείας που μόνο το Σύμπαν ξέρει να δίνει απλόχερα, όταν θελήσει να ενώσει δύο ψυχές. Χάρηκε πάρα πολύ με τις ευχές της γιατί, αν και

www.lefkomelani.gr


την ήξερε πολύ λίγο, του ήταν ιδιαίτερα συμπαθής. Ίσως, και κάτι περισσότερο, αλλά ακόμα ήταν νωρίς για να μπορεί να το προσδιορίσει. άνδρας ήταν διοικητικό στέλεχος σε μία μεγάλη αμερικάνικη εταιρεία ξενοδοχείων και σε ̔κείνο το timing βρισκόταν στο κοσμοπολίτικο Μιλάνο για δουλειές της εταιρείας. Πρόσφατα, είχε αναλάβει εξ’ ολοκλήρου και ένα νέο πολυτελές «boutique hotel» με σουίτες στις πλαγιές ενός ελαιώνα κοντά στην ενετική πόλη του Ρεθύμνου, στην καρδιά του νησιού. Έπρεπε κι αυτό να ακολουθήσει την επιτυχή πορεία των υπολοίπων γι’ αυτό έχρηζε προσοχής από τα θεμέλια. Εκτός αυτού, υποστήριζε και την παγκοσμίως γνωστή αφοσίωση στη φιλοξενία χαρακτηριστικό του κρητικού λαού. Ο Νίχο καταγόταν από την Κρήτη. Ο πατέρας του ήταν Κρητικός, η μητέρα του Ισπανίδα. Είχε γεννηθεί στην Ελβετία, εκεί όπου είχε μεταναστεύσει ο πατέρας του ως έμπορος λαδιών, εργένης τότε. Παντρεύτηκε αρκετά χρόνια αργότερα και έκανε μόνο ένα παιδί. Ο Νίχο έμενε σε ένα προάστιο κοντά στο Σάλτσμπουργκ. Σπούδασε οικονομικά, διοίκηση επιχειρήσεων, μάρκετινγκ. Μιλούσε άπταιστα τρεις ξένες γλώσσες αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά και είχε πολλά αριστεία και υποτροφίες. Ταξίδευε πολύ από μικρός, στην αρχή με την οικογένειά του και αργότερα μόνος του ως φοιτητής, με πυξίδα την περιέργειά του ως ταξιδιάρης συλλέκτης για να έχει στα γεράματά του άπειρες souvenir εμπειρίες να θυμάται και να αφηγείται. Όμως, την αγάπη του για το νησί δεν την αντικαθιστούσε τίποτα. Συχνά, έπιανε τη σκέψη του να γυρνά στο χωριό, στους παππούδες και στις ξέγνοιαστες μέρες που περνούσε τα καλοκαίρια και τα Σαββατοκύριακα, όταν έμεναν εκεί. Θυμόταν τα παιδικά του χρόνια στο σχολείο και η νοσταλγία τον τύλιγε ζεστά. Ήταν πάντα γραμμένο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ότι κάποτε θα γύριζε πίσω στο νησί, εκεί όπου ανήκε, στις ρίζες του. Στο αγαπημένο του χωριό, τον Μύρθιο, στον νομό Ρεθύμνης. Το χωριό ήταν μόλις 20χλμ. μακριά από το Ρέθυμνο και είχε μία καταπληκτική θέα προς τον όρμο του Πλακιά και το Λιβυκό Πέλαγος. Ήταν ένα πολύ μικρό αλλά πανέμορφο χωριουδάκι, με μόλις 536 κατοίκους τότε τώρα, είχαν μείνει όλοι κι όλοι 88. Παλιά, ήταν μεγαλύτερο, αλλά όλη η νέα γενιά, ψάχνοντας την τύχη της, είχε μεταναστεύσει αλλού. Σύμφωνα με την παράδοση, ονομάστηκε έτσι γιατί κάποτε στο κέντρο του χωριού υπήρχε μία μεγάλη μυρτιά. Οι κάτοικοι δεν είναι όλοι γνήσιοι Κρήτες. Υπάρχουν άποικοι από τα Σφακιά και από άλλα μέρη της Κρήτης. Αντίστοιχα, και οι προπαππούδες του Νίχο είχαν έρθει από τα Σφακιά στον Μύρθιο, λόγω του ότι είχαν πολλά πρόβατα και άλλαζαν μέρη, ψάχνοντας εύφορο έδαφος για τροφή. Ο Νίχο θυμόταν πάρα πολλές φορές πόσο υπέροχα περνούσε στο χωριό με τους παππούδες, όταν πήγαινε τα Σαββατοκύριακα και το καλοκαίρι, μέχρι που αυτό, όταν μεγάλωσε λίγο, χάθηκε ξαφνικά. Στην αρχή, πήγαινε Δημοτικό στο Ρέθυμνο. Εκεί, είχαν νοικιάσει οι γονείς του ένα διαμέρισμα για να μένουν και να πηγαίνει σχολείο. Έμεναν μαζί με τη μητέρα του για να βλέπουν τους παππούδες, που ήταν μόνοι και είχαν πολλά προβλήματα υγείας. Ο πατέρας του πηγαινοερχόταν στο εξωτερικό λόγω της δουλειάς του. Πριν καλά καλά βγάλει το Δημοτικό, οι παππούδες πέθαναν και έτσι, λίγο αργότερα, έφυγαν οριστικά

www.lefkomelani.gr


από το Ρέθυμνο και πήγαν στην Ελβετία. Ο Νίχο συνέχιζε να θυμάται με νοσταλγία τον παππού του και τις υπέροχες ασχολίες του. Με όλα καταπιανόταν αυτός ο άνθρωπος. Ήταν πολύ άξιος και προκομμένος. Είχε ένα μεγάλο σπίτι, παραδοσιακό, από πέτρα και μία αυλή πλουμιστή, γεμάτη λουλούδια, δέντρα και κηπευτικά. Όλα μόνος του τα είχε φτιάξει, με τα δυο του χέρια. Το σπίτι του ήταν πάντα ανοιχτό για όλους, όπως και η καρδιά του. Θυμάται που τον έπαιρνε κατά το τέλος του Σεπτέμβρη στην παραλία Παλίγκρεμνος, που ήταν λίγο πιο κάτω. Εκεί, στο χωριό, συνέβαινε ένα παράξενο φαινόμενο όταν είχε Πανσέληνο, κυρίως, από τις αρχές του Σεπτέμβρη μέχρι τα τέλη Γενάρη. Το φεγγάρι, μόλις έβγαινε από την Ανατολή, χτυπούσε σ ’έναν βράχο και καθρεπτιζόταν μέσα σε όλη τη θάλασσα, ειδικά στη συγκεκριμένη παραλία. Έτσι, έβγαιναν στην άμμο μεγάλα καλαμάρια, τα οποία μάζευαν οι κάτοικοι με μακριές βέργες. Ήταν μία από τις μοναδικές εμπειρίες που ζούσε με τον παππού του. Πόσο του έλειπαν! Αφού πέθαναν, το σπίτι ρήμαξε. Οι γονείς του έφυγαν στο εξωτερικό και κανένας δεν ασχολήθηκε με αυτό. Ούτε και η αδερφή του πατέρα του, η θεία Αντιγόνη, που έριξε κι αυτή μαύρη πέτρα και έφυγε με τον σύζυγό της για τον Καναδά. Λίγο μετά πέθαναν σε τροχαίο. Η μικρή του ξαδέρφη, η Φαίδρα, η κόρη της δηλαδή, έψαχνε την ταυτότητά της, χαμένη στην Ευρώπη. Ευτυχώς για ̔κείνη, που δεν είχε πάει μαζί τους. Η νοσταλγία τον έτρωγε σαν σαράκι. Ήθελε να γυρίσει πίσω. Ώσπου κάποια στιγμή αυτό πήρε σάρκα και οστά και έγινε πραγματικότητα. Είχαν περάσει πολλά χρόνια που γύριζε από χώρα σε χώρα, κυρίως, για δουλειές, αλλά εκμεταλλευόταν παράλληλα και το κομμάτι «διασκέδαση». Είχε, όμως, μπουχτίσει. Είχε κουραστεί. Έτσι, άφησε πίσω του προτάσεις δελεαστικές και, χωρίς πολλή σκέψη, ήρθε να δουλέψει στο νησί. Έτρεφε μια βαθιά ευγνωμοσύνη για το κρητικό χώμα και, κάθε φορά που ερχόταν, έσκυβε και το φιλούσε. Είχε κληρονομιά από τους παππούδες του· συναισθηματική και υλική μητέρα του καταγόταν από το Οβιέδο, βόρεια της Ισπανίας. Είχε επισκεφτεί ελάχιστες φορές τους θείους και τους παππούδες του εκεί. Καλοί άνθρωποι, ευγενείς, αλλά όχι σαν τους παππούδες στην Κρήτη, που δεν τους άλλαζε με όλο το χρυσάφι του κόσμου! Οι γονείς του συνέχιζαν να ζουν στην Ελβετία, στο εκπληκτικό προάστιο του Σάλτσμπουργκ, σε μία κατοικία χαμένη μες το πράσινο που είχαν αγοράσει πανάκριβα πριν από πολλά χρόνια για τα γεράματά τους. Ο πατέρας του δεν ήθελε να γυρίσει μόνιμα στο νησί. Προτιμούσε να ζει στην Ελβετία γιατί το ήθελε πολύ και η γυναίκα του. Έπαιρναν μία πολύ καλή σύνταξη και ζούσαν άνετα, απολαμβάνοντας την καθημερινότητά τους μακριά από τη βουή της πόλης, την ένταση και το άγχος. Είχαν έναν τεράστιο κήπο, γεμάτο από καρποφόρα δέντρα και πανέμορφα λουλούδια, καθώς και ένα περιβόλι με λαχανικά της εποχής. Είχαν συγκεντρώσει κότες, κατσίκες και άλλα ζωντανά και τα φρόντιζαν, αφιερώνοντας πολλές ώρες από την ημέρα τους σε αυτά. Ζούσαν εναρμονισμένοι με τη φύση και με τους λίγους και διαλεχτούς φίλους και γείτονες που είχαν κρατήσει επαφή και επικοινωνία, ανταλλάζοντας επισκέψεις και παρέες ο ένας στο σπίτι του άλλου.

www.lefkomelani.gr


Πόσο δύσκολο φάνταζε και για τους δύο. Ήταν μοναχικές ψυχές και παρόλο που είχαν μία τεράστια ανομολόγητη επιθυμία για ένωση και σμίξιμο, φαινόταν ολοκάθαρα στο βλέμμα τους ότι, για αρχή, αυτό τους ήταν πρακτικά δύσκολο. Είχαν μάθει να μένουν μόνοι στη ζωή τους, στον χώρο τους, με τα πράγματά τους και τις συνήθειές τους. Παρόλο που προσπαθούσαν να το κάνουν όσο πιο απλό και εύκολο γινόταν, αλλά δεν ήταν. Δεν ήταν νεαρούδια πια. Η ηλικία τους ήταν ώριμη, όπως και οι απαιτήσεις τους μες στην καθημερινότητα, η βολή τους, τα χούγια τους. Εκείνη πλησίαζε τα σαράντα κι εκείνος ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερός της. «Το ‘βλεπε το όνειρο» το αρσενικό και τα μουτράκια, όχι μόνο τα δικά της αλλά και τα δικά του, να συνοφρυώνονται στα…κρυφά. Ήταν ένα σοβαρό φλερτ με ακόμα σοβαρότερη υποδομή. Το έβλεπε, το ένιωθε, το ζούσε μέσα στις στιγμές που συναντιούνταν. Χμ…, έπρεπε να το προβλέψει και να φτιάξει ένα όμορφο αλλά και αστείο πλάνο για να τα βρουν. Θα το σκεφτόταν τώρα που θα πήγαινε στο Μιλάνο. Πάντα μέσα στο αεροπλάνο αξιοποιούσε δημιουργικά τον χρόνο του, μακριά από κλήσεις, φάτσες και στόματα. Στο κοσμοπολίτικο Μιλάνο, εκεί όπου βρισκόταν, μέσα στη ζάλη της μεγαλύτερης τουριστικής έκθεσης των Βαλκανίων, με τους χιλιάδες επισκέπτες, τουρίστες, επιχειρηματίες, έλαβε το email από το γλυκοκόριτσο και χαμογέλασε, έλαμψε, χάρηκε! Ο κυκεώνας των διαπραγματεύσεων, οι ξέφρενοι ρυθμοί των συμβολαίων, των αγοραπωλησιών, των συναντήσεων και των γευμάτων, το glamorous ύφος effect, όλα αυτά τον είχαν εξαντλήσει. Πάντα, ήταν μία εύθυμη νότα το γλυκοκόριτσο γι’ αυτόν, χωρίς να ξέρει το γιατί. Την ήξερε χάρη στο μαγαζί με τα μπαχαρικά, μόλις τρεις μήνες. Τον βοηθούσε να αποδρά μέσα από εικόνες, που, μέχρι τότε δεν είχε συναντήσει στα ταξίδια του, ούτε στα γήινα, μα ούτε και στα πνευματικά. Όποτε τον εξυπηρετούσε στο μαγαζί, του ‘πιανε την κουβέντα. Φλυαρούσε φιλοσοφικά και ας μην είχε βγει ποτέ παραέξω από το νησί. Του μιλούσε για τη φύση, τις θεραπείες και τις ευεργετικές ιδιότητές τους, για όλες αυτές τις αόρατες συμπαντικές ενέργειες και την επιρροή τους πάνω στη ζωή του ανθρώπου. Το πόσο καλό σού έκαναν, αν ήξερες να τις διακρίνεις και να τις καλωσορίζεις κοντά σου. Τελικά, τον μπέρδευε. «Ποιος από τους δυο ήταν ο πιο πολυταξιδεμένος;», απορούσε. Όμως, αυτό τον μαγνήτιζε κάθε φορά όλο και περισσότερο, αλλά δεν είχε μπει στη διαδικασία να αναρωτηθεί και πάλι το γιατί. Απλά, κολλούσε. Κολλούσε όλο και περισσότερο. «Να, ένας άνθρωπος που μπορείς να κάνεις μία αξιόλογη κουβέντα μαζί του», σκεφτόταν. «Όλο σαλιάρηδες εγωιστές συναντάς γύρω σου, που καυχιούνται και επιδεικνύουν τα πλούτη τους, τα σκάφη τους, τα σπίτια, τις πισίνες, τα ταξίδια και την καλοπέρασή τους. Γι’ αυτό η Ελλάδα έχει φτάσει σ’ αυτό το χάλι». Έπρεπε να της απαντήσει. Η κίνησή της τον είχε χαροποιήσει πολύ. Κάθισε σ’ ένα καφέ μέσα στον εκθεσιακό χώρο, παρήγγειλε έναν εσπρέσο και άρχισε να συνθέτει ένα κονσέρτο από λέξεις με λατίνιες νότες, αυτές του εραστή. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του με μία χροιά πρόκλησης.

www.lefkomelani.gr


Τη ζωή δεν πρέπει να την απαρνιέσαι. Πρέπει να τραγουδάς γι' αυτή· να την προκαλείς· να την παίζεις· να την αγαπάς και να την ονειρεύεσαι· Το μήνυμα συνοδευόταν από μία φωτογραφία Ανδαλουσιανής νεαρής, γεμάτη πάθος χορεύτριας, παρασυρόμενη σε ρυθμούς φλαμένγκο, με κίνηση γεμάτη αισθησιασμό και χάρη. Φορούσε μία γαλάζια κυματιστή φούστα, με έντονα τονισμένο μπούστο, που του θύμιζε αυτό του κοριτσιού, σε σκούρο μπλε φόντο. Κόκκινα μακριά σκουλαρίκια ενίσχυαν το πάθος, με μία κόκκινη βεντάλια συντονισμένη με τους παλμούς της καρδιάς της. Η επιβλητική ιστορία αυτού του χορού την αγκάλιαζε με άποψη. Του άρεσε η απάντηση. Πάτησε «αποστολή» και το μήνυμα έφυγε. «Μα, τι έχω πάθει ο άνθρωπος! Πρώτη φορά γράφω τόσο ρομαντικά σε γυναίκα. Πού πήγε ο ρεαλισμός μου;». «Περίπατο», του απαντά σιγά η ψυχή του. «Με εισιτήριο χωρίς επιστροφή», συμπλήρωσε το τραγούδι που ακουγόταν μέσα στο café. Απόρησε, αλλά η δίνη της πόλης και της δουλειάς του, τον ρούφηξε ξανά στην υποχρέωση και στα καθήκοντα που έπρεπε να φέρει εις πέρας. Μία μοναδική συνύπαρξη του Νίχο και της Ωκυρρόης στον γήινο χωροχρόνο ξεκινούσε αργά, αλλά δεν το ήξερε, με την τσιγγάνικη κουλτούρα σε όρους ντουέντε, που υποδηλώνουν ένα είδος μαγείας, μυστηριακής δύναμης, ιδιαιτερότητας. Η ανύψωση ψυχής με τραγούδι και χορό μόλις ξεκινούσε. Τα αόρατα χτυπήματα των δαχτύλων του κάρματος και ο κοφτός βηματισμός «zapateado» της άρχουσας τάξης των πραγμάτων, παραδοσιακά και με ακρίβεια, θα τους οδηγούσε σε μία συγκινησιακή αλέγρικη εποχή δέσμευσης. Ο παρτενέρ είχε μπει για τα καλά στο πετσί του ρόλου και η αυλαία στον μαγικό κόσμο της ψυχής είχε ανοίξει. Μία αγάπη ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια τους με σκηνικά και κουστούμια που έκαναν το «εσύ» και το «εγώ» να γίνεται «ένα». Οι τρεις μέρες που ακολούθησαν μέχρι ο Νίχο να επιστρέψει στο νησί προσπάθησαν να σκεπαστούν από μια χρυσή σιωπή, αλλά δεν τα κατάφεραν. Ο καθένας, για τους δικούς του λόγους, χάθηκε μέσα σ’ αυτό που είχε συμβεί. Έψαχνε να βρει τις ρίζες της διαίσθησης που είχε δημιουργήσει αυτή η αποκάλυψη. Μία σκέψη είχε ξεφύγει από τον πυρήνα και περιπλανώμενη απάγγελλε λυρικά… «Νεαρή νύμφη, πανέμορφη, που τραγουδάς και χορεύεις στα λιβάδια και τις πλαγιές… Μα, τι σου συμβαίνει ξαφνικά; Μάταια προσπαθείς να ξεφύγεις από τα χέρια του Απόλλωνα για να γλιτώσεις. Δέξου το νέκταρ και την αμβροσία της ψυχής

www.lefkomelani.gr


μου για να παραμείνεις ζωντανή…». Έπειτα… Έσκυψε και κάθισε δίπλα στον Νίχο, που συνέχιζε να κοιτάει τον ουρανό μέσα από τα τεράστια βιτρό παράθυρα του εκθεσιακού χώρου. πυκνοκατοικημένος λόφος του Le Suquet «έκοβε», άκομψα, το απέραντο του γαλάζιου. Χρόνια τώρα στροβιλιζόταν και χανόταν μέσα σε μία θυελλώδη ερωτική διαδρομή χωρίς ζεστασιά και συντροφικότητα, χωρίς δεδομένα πάθους και πόθου στην καρδιά και το μυαλό του. Βοή και σκοτάδι, αυτό που φέρει η καθημερινότητα του one night stand και οι φρενήρεις ρυθμοί μιας απαιτητικής δουλειάς. Κόντρα στα σχέδιά του δημιουργούσαν και τα Ελληνοαμερικανάκια αφεντικά του, που έπαιζαν κακομαθημένο ράγκμπυ με τα νεύρα και τα όριά του. Μία ξαφνική ατίθαση αντίδραση προέκυπτε και «άνοιγε μύτες». Λάθος επιχειρηματίες, βολεμένοι, υποτιθέμενοι φιλοαμερικάνοι, με μία δυσδιάκριτη γνώση των πραγμάτων. Το έπαιζαν «σωτήρες» και «ξερόλες» γιατί είχαν βάλει στο μάτι τη μίζα. Εικονογραφημένοι Έλληνες με μία παράδοση της νεότερης Ελλάδας, που σκηνοθετούσε τα σενάρια της εκδούλευσης, της δολιοφθοράς και της ρεμούλας. Όλο αυτό σαμπόταρε ενεργά τη λειτουργία αυτής της ξενοδοχειακής μονάδας και, για τον Νίχο, το κόστος ήταν μεγάλο, το φορτίο ευθύνης μεγατόνων και οι ισορροπίες αμφιλεγόμενες. Όμως, οι φίλοι του, τα «Αμερικανάκια», του έδιναν τη θέση ισχύος και το προβάδισμα του manager για να πάει παρακάτω. Η μονάδα αυτή, χτισμένη σε μία ιερή τοποθεσία, όμοια με αυτήν των Δελφών, είχε μία μυστηριακή, διάχυτη, καθάρια ενέργεια, που βοηθούσε σιωπηλά τις εξελίξεις. Διέσχιζε την πλαγιά του φαραγγιού μέσα από ένα νοητό μονοπάτι και κατέληγε στο λιμάνι της πόλης, απ’ όπου και χυνόταν στη θάλασσα. Εκεί, έβρισκε εκτόνωση. Ο Νίχο έδινε καθημερινές μάχες για να περάσει πρακτικά πλέον τα σχέδιά του σε φάση υλοποίησης. Οι στόχοι και τα στάνταρ ήταν υψηλά και δεν επιτρεπόταν να σκοντάφτουν στο χαμηλό κατώφλι της ακαμψίας. Οι τουρίστες– επισκέπτες και οι προσδοκίες της εταιρείας έπρεπε να σμίξουν και να γευτούν τους καρπούς της ίασης που πρόσφερε αυτή η ενέργεια. Όμως, ακόμα βρισκόμασταν στην καρδιά του χειμώνα. Οι εξελίξεις ήταν στη δίνη του χιονιά… Ο Νίχο ζούσε μέρες βροχερές, με δυνατούς αέρηδες και ακραία καιρικά φαινόμενα. Οι εκκρεμότητες, τεράστια κύματα που τον έπνιγαν. Κάθε άλλο παρά φυσιολογικός άνθρωπος ένιωθε… Άλλο ένα ταξίδι αστραπή ολοκληρωνόταν στον ορίζοντα. Άλλη μία διαδρομή σχηματιζόταν στην Ευρώπη για να φέρει ένα ουράνιο τόξο έξυπνων συμφωνιών και πολύχρωμων συνεργασιών.

www.lefkomelani.gr


Κάννες Νότια Γαλλία Ένα δημοφιλές θέρετρο στην Κυανή Ακτή, με τεράστιες αμμώδεις παραλίες. Τον φιλοξενούσε ένα αναγεννησιακό ζεστό ξενοδοχείο κοντά στις παράκτιες Άλπεις, με θέα τον λόφο Le suquet. «Μακρύς ο δρόμος μέχρι το φαράγγι», σκεφτόταν. Από τη μία πόλη στην άλλη, με μια βαλίτσα στο χέρι. «Θέλουμε να νιώσουμε την αληθινή αγάπη», τραγουδούσαν οι δροσοσταλίδες στο παράθυρο του δωματίου, σε ρευστό ραντεβού εκείνη τη στιγμή με τη ζωή του. Ενεργές, όπως η αρσενική του φύση, η καθεμία ξεχωριστά ήθελε να αφηγηθεί μία ιστορία έρωτα, μικρή, φευγαλέα, περαστική. Όλες μαζί, όσο και να προσπαθούσαν να κρατηθούν στο τζάμι, έπεφταν στο περβάζι του ανικανοποίητου. Η σκέψη του δεν ξεκολλούσε από το γλυκοκόριτσο και κρεμόταν στο χαμόγελό της. Ήταν αυτό που τον είχε μαγέψει από την πρώτη στιγμή που τη γνώρισε. Τον είχε κάνει να του είναι ιδιαίτερα συμπαθής. «Μη σταματάς ποτέ να χαμογελάς. Να τους τρίβεις το χαμόγελό σου στα μούτρα», της είχε πει την πρώτη φορά που την είδε στο μαγαζί με τα μπαχαρικά. «Είναι το δυνατό σου χαρτί». Είχε πάρει χαμπάρι τη διαφωνία του αφεντικού της με έναν πελάτη και την προσπάθειά της να μπει στη μέση με χαμόγελο και ευγένεια για να τους βοηθήσει να τα βρουν. Τίποτα δε συγκρινόταν με το μεγαλείο της γλυκιάς του Μούσας. Την είχε βαπτίσει «Μούσα». Μα, τι του συνέβαινε τελικά; Ξαφνικά, έπιασε τον εαυτό του να ταξιδεύει σ’ έναν ωκεανό πρωτόγνωρων συναισθημάτων πάνω στα κύματα ενός κόκκινου έντονου έρωτα. Ένιωθε περίεργα και μία ανατριχίλα διαπερνούσε όλο το κορμί του. Αναρωτιόταν πώς θα ήταν, αν όλο αυτό έβγαινε αληθινό και το ζούσε στην πραγματικότητα. Το πάθος συνόδευε σιωπηλά τις αισθήσεις της σκέψης, οι οποίες έπαιζαν νοερά πάνω στα πορφυρά σεντόνια. Άναβαν σαν σπίθες από μία φωτιά που μόλις ξεκινά να παραδίνεται στη ζεστασιά της εμπειρίας. Οι σκέψεις του γύριζαν γύρω από κ̔ είνη. Η καρδιά του χτυπούσε διαφορετικά και οι παλμοί της είχαν γλυκάνει. Είχαν αφήσει πίσω τον θυμό και την ένταση. «Είμαι σοβαρός τώρα ή ακροβατώ πάνω στα… πασαλειμμένα σοκολατάκια με την παχύρευστη κρέμα από αμύγδαλα που κάνουν την εμφάνισή τους για να απογειώσουν το πάθος; Στους χουρμάδες, στα γλασαρισμένα με κόκκινη ζαχαρόπαστα, αφροδισιακά, αγιουρβεδικά μπισκότα, με μείγμα αλεσμένης γλυκόριζας, γκι και μέλι, ψίχα φιστικιού, τα ξερά φρούτα, τα δαμάσκηνα, τα καβουρντισμένα αμύγδαλα και τα ψιλοκομμένα καρύδια; Ένα βήμα χρειαζόταν για να γίνει η ένωση αυτή των ψυχών, των κορμιών, των γεύσεων», σκέφτηκε. Καλημέρα, με χιούμορ, με αίσθηση της πείνας, με όρεξη προκλητική, στυμμένη σαν πορτοκάλι, με κεράσι και κουκούτ, με ρόδι αληθινής

www.lefkomelani.gr


γεύσης δροσιάς, με φράουλα γεύσης φιλιού, με μία υπέροχη κίνηση παραδοσιακής αφροδισιακής σοκολάτας, με παχύρευστη κρέμα από αμύγδαλα, σουλτανίνες, χουρμάδες, αλεσμένη πιπερόριζα, γλασαρισμένα με κόκκινη ζαχαρόπαστα, από μείξη ζάχαρης και αλεύρι ρεβιθιού, αγιουρβεδικά μπισκότα, με γκι, μέλι και ψίχα φιστικιού, με μόκα σε κόκκους σκόνης. Ένα γαργαλιστικό γλυκύτατο email έκανε ξανά την εμφάνισή του στην οθόνη του iphone του Νίχο και έφυγε και πήγε να τη βρει, να τη χρωματίσει, να της δώσει μία γεύση ενός ολοκαίνουργιου έρωτα που φαινόταν να ‘ρχεται από τον μακρινό ορίζοντα με ταχύτητα. Να τη μεταμορφώσει σε πεταλούδα ήθελε, που πετά μακριά από το κουκούλι της, ανοίγοντας τα υπέροχα πολύχρωμα φτερά της. Να πετάξει ψηλά, μακριά, προς την κατεύθυνση των ονείρων της. Τελικά, είχε αποφασίσει μετά το σοκ της πρώτης επαφής να συνεχίζει να επικοινωνεί μαζί της μέχρι να γυρίσει πίσω στο νησί. Τα νέα δεδομένα είχαν αλλάξει την αρχική του άποψη για σιωπή. «Πόσο διατεθειμένη είσαι να το κάνεις αυτό;», σκέφτηκε ο Νίχο. Και συνέχισε, «Όλα είναι εδώ, μπροστά σου, δεν έχεις παρά να απλώσεις τα χέρια σου και να τα αγγίξεις». Μα, τι του συνέβαινε τελικά; Γιατί σκεφτόταν τόσο περίεργα και πρωτότυπα; Πρωτόγνωρες σκέψεις τον τύλιγαν και τον έκαναν να απορεί. Όμως… Ένιωθε για πρώτη φορά απίστευτα όμορφα. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν τον ξένιζε. «Σου ζητώ το χέρι ως καβαλιέρος για να σε παρασύρω στον μαγικό χορό του άγνωστου, μακριά από κάθε μιζέρια. Να ξετυλίξουμε μαζί το μεγαλείο του έρωτα, να το μοιραστούμε μοναδικά και μεγαλόπρεπα. Να ανακαλύψουμε τον μυστικό κωδικό του σμιξίματος και να ξεκλειδώσουμε την πόρτα της ηδονής και των αισθήσεων πάνω στα κατακόκκινα σατέν σεντόνια της καρδιάς». Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και με ένα ονειροπόλο ύφος πήρε έναν μαρκαδόρο και έγραψε στο γαλάζιο σεντόνι ένα ποίημα του Γιάννη Ρίτσου…1 ...Ψηφίζω τὸ γαλάζιο. Ἐγὼ τὸ κόκκινο. Κι ἐγώ. Τὸ σῶμα σου ὡραῖο. Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο. Χάθηκα στὸ ἀπέραντο. Διαστολὴ τῆς νύχτας. Διαστολὴ τοῦ σώματος. Συστολὴ τῆς ψυχῆς. Ὅσο ἀπομακρύνεσαι

www.lefkomelani.gr


σὲ πλησιάζω. Ἕνα ἄστρο ἔκαψε τὸ σπίτι μου. Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν στὴν ἀπουσία σου. Σὲ ἀναπνέω. γλῶσσα μου στὸ στόμα σου ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου σκοτεινὸ δάσος. Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν καὶ τὰ πουλιά. Ὅπου βρίσκεσαι ὑπάρχω. [...] Ἡδονή πέρα ἀπ' τὴ γέννηση πέρα ἀπ' τὸν θάνατο... [...] Τώρα μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου κι ὁ σφυγμός μου... «Είναι τα συναισθήματα που ανακατεύονται σαν τη θάλασσα, πότε γίνονται μικρά κομματάκια που σε δροσίζουν και πότε τεράστια κύματα που σε παίρνουν, σε σηκώνουν, σε πετούν στην άλλη άκρη της ζωής σου… Έχεις δει τον δρόμο που σχηματίζει το φεγγάρι πάνω στη θάλασσα όταν λάμπει ολόγιομο τις νύχτες... Πόσες φορές δεν έχεις περπατήσει τα όνειρά σου πάνω σ’ αυτήν τη χρυσή διαδρομή, πόσες φορές δεν έχεις ταξιδέψει τα όνειρά σου και τις επιθυμίες σου σ’ αυτή, τις μοναχικές νύχτες σου…». Δεν πειράζει που είχε λερώσει με γράμματα τα σεντόνια. Αυτοί θα τα έβλεπαν απλώς… λερωμένα. Αυτός, όμως, τα έβλεπε απλά αποκαλυπτικά τα όσα είχε γράψει. Ας του τα χρέωναν. Ήταν διατεθειμένος να πληρώσει. Αν και το σώμα του δεν τον ακολουθούσε από την κούραση, μέσα του ένιωθε μία αστείρευτη και ανεξάντλητη ενέργεια και δύναμη. Και το ταξίδι για ̔κείνον δεν είχε

www.lefkomelani.gr


τελειωμό. Ένα ατέρμονο πήγαινεέλα… Και ήταν μόνος… Πόσο μόνος ένιωθε… Παρόλο που, και να σκεφτείς πως, δεν ήταν καθόλου ερωτύλος. Μόνο με το «business γίγνεσθαι» ασχολιόταν ολημερίς. Τον είχε απορροφήσει εντελώς. Άντε και καμιά αρπαχτή στα ταξίδια του. Τίποτα σταθερό και φυσιολογικό. Αυτός ο ρόλος δεν του πήγαινε καθόλου, όμως, αυτήν τη φορά ένιωθε τελείως διαφορετικά, σε σημείο, μάλιστα, που ανησυχούσε. Γιατί… το σκηνικό ήταν φτιαγμένο μόνο για δύο. Χρώματα, μουσικές, έρωτας, όλα σ’ ένα «φευγάτο» για πολλούς και άκρως ακατάλληλο σκηνικό. Οι ματιές χάνονταν η μία μέσα στην άλλη και τα σώματα μπλέκονταν σε μία γιορτή. Το πάθος γινόταν πιο δυνατό καθώς συναντούσε το όνειρο… «Ερωτεύσου», του έλεγε η σκέψη του. «Όλα όσα έχεις φανταστεί είναι εδώ… Ζήσε τα με όλη τη δύναμη της ψυχής σου… Χόρεψε μαζί της στο ηλιοβασίλεμα. Είναι το δώρο σου, που σε παρασύρει στον μαγικό αισθησιακό χορό του… Όλη η πόλη μία μυστική φωλιά για τον έρωτά σου, που φυλάει τα πιο βαθιά μυστικά. Εδώ, καθετί που ονειρεύτηκες μπορεί να συμβεί, αρκεί να το θελήσεις. Μην αργήσεις, δε θα κρατήσει για πάντα, τώρα σου δίνεται. Ο έρωτας σε καλεί προκλητικά, παίζοντας κλασική μουσική με τα όρια και τις αντοχές σου. Σου απλώνει το χέρι και σε προσκαλεί στη γιορτή του. Άκου το βιολί στην άκρη του δρόμου· το επιβεβαιώνει σε ''σολ''''φα'' νότες. Είμαι όλα όσα είμαι, επειδή εσύ μ’ αγαπάς. Μα, πώς μπορώ να είμαι τόσο σίγουρος γι’ αυτό που αποκαλώ ''έρωτα''; Ναι, είναι έρωτας. Έρωτας με την πρώτη ματιά, τη δεύτερη, την τρίτη, κεραυνοβόλος. Τελικά, δε ζει μόνο στα παραμύθια». Βουκουρέστι 3.00π.μ. Το «Παρίσι των Βαλκανίων», όπως το αποκαλούν οι άνθρωποι που το επισκέπτονται. Έχουν, τουλάχιστον, έναν καλό λόγο για να το λένε αυτό! Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλοί καλοί λόγοι για να λέγεται έτσι. Είναι μία από τις πιο όμορφες πόλεις της Ευρώπης και ένα από τα πιο προσβάσιμα μέρη της. Το δίκτυο μαζικής μεταφοράς του είναι το τέταρτο στον κόσμο. Η Ρουμανία είναι η πλουσιότερη χώρα της Ευρώπης σε πόρους χρυσού. Βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Dambovita, 70χλμ. βόρεια του Δούναβη. Πολύβουη, γοητευτική, κοσμοπολίτικη, ζωηρή. Είναι ένας συγκοινωνιακός κόμβος της ανατολικής Ευρώπης. Γεμάτη ιδρύματα, πολιτιστικούς χώρους, παραδοσιακές αγορέςστοές και χώρους αναψυχής. Έτσι, κινεί έντονα το ενδιαφέρον των τουριστώνεπισκεπτών. Τριγυρνούσε στα γραφικά σοκάκια της πόλης. Βρισκόταν σε μία παράνομη γειτονιά γεμάτη χαμαιτυπεία. Η ατμόσφαιρα μύριζε αλκοόλ και πρέζα. Η νύχτα τού πήγαινε πολύ. Έμπαινε στο πετσί του ρόλου. Αισθανόταν άνετα, χαλαρά, οικεία. Ύστερα από μία μαραθώνια παραμονή στο «πράσινο» μπαράκι, εκεί όπου συνήθιζε να πηγαίνει όποτε βρισκόταν σ’ αυτήν την πόλη για να πιει κανένα αυθεντικό ρούμι, ένιωσε την ανάγκη να βγει στο φως του

www.lefkomelani.gr


φεγγαριού και να περπατήσει. Παντού έβλεπε σκουπίδια, όπως αυτά που κουβαλούσε η ζωή του. Οι ανασφάλειες καθρεπτίζονταν στους λερωμένους τοίχους και μπερδεύονταν με τα μισοσβησμένα graffiti περί επανάστασης. Η ησυχία σκέπαζε τη γειτονιά, που τρόμαζε πότε πότε από τις φωνές που έβγαιναν από τα στέκια, μόλις άνοιγε η πόρτα και ξεχύνονταν στους δρόμους. Θρασύτατοι μέθυσοι έκαναν οχτάρια και τα ‘βαζαν με την τύχη τους. Αυτή η πόλη είχε μία παρακμιακή ομορφιά τέτοιες ώρες. Λίγοι μπορούσαν να τη δουν. Χαμογέλασε και συνέχισε να περπατά μέχρι που ήρθε το ξημέρωμα. Είχε χαλαρώσει μέσα στις στιγμές του χρόνου. Αν ήθελε, θα μπορούσε να οργιάσει. Όπου και να γύριζε το κεφάλι του τον περίμενε ένα κόκκινο φως, έτοιμο να σβήσει για πάρτη του. Όμως, απόψε τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Εκείνος δεν ήθελε. Ήταν η πρώτη φορά που η ιδέα τον ξένιζε. Σκεφτόταν το κορίτσι και δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω. Περπατώντας προς το ξενοδοχείο, θυμήθηκε τι συνέβαινε κάποτε σε αυτά τα παρακμιακά στενά και ανατρίχιασε. Τι είχε ο ίδιος ξετελέψει. Εδώ, το τοπίο ήταν διαφορετικό. Άλλαζε. Ήταν μία σκοτεινή περιοχή κοντά στο κέντρο της πόλης. Δεν ήταν του εγκληματικού ρίσκου, αλλά δήλωνε φοβιστική. Είχε σκοτάδια, μια παράξενη ατμόσφαιρα, υγρή, να μυρίζει μούχλα. Η άσχημη μυρωδιά προερχόταν από τους υπονόμους. Εκεί κατοικούν άνθρωποι, οι πιο πολλοί στα υπόγεια. Το έβλεπες από τους φεγγίτες που άναβαν χαμηλόφωτα. Σκιάζεται κανείς βλέποντας σκιές να τον πλησιάζουν για να τον δουν από κοντά. Να του ζητήσουν τσιγάρο, φωτιά ή κανένα νόμισμα. Να του προτείνουν κάτι από τη μαύρη αγορά. Θα μπορούσε να συνεχίσει να φλυαρεί για τα καμώματα των ανθρώπων και τα δικά του, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν έβρισκε κανέναν σοβαρό λόγο για να το κάνει. Γύρισε στο ξενοδοχείο κατάκοπος, ύστερα από μία σκληρή και απαιτητική μέρα. Είχε πάει 4 τα ξημερώματα. Τρεις ώρες μόνο του απέμεναν για να κοιμηθεί λίγο και να ξεκουραστεί. Στις 7 έπρεπε να σηκωθεί, να ετοιμάσει τη βαλίτσα του και να φύγει για το αεροδρόμιο.

www.lefkomelani.gr


Έκφραση δεύτερη

ράγα 10.00π.μ.. Έπρεπε να κάνει μια στάση κι εδώ για μια μέρα. Να κανονίσει κάτι δουλειές και μετά θα γύριζε πίσω στην Κρήτη. Τα Χριστούγεννα έρχονταν. Μαζί και τα δώρα των Μάγων. Η χαρά απερίγραπτη, για πρώτη φορά. Και η επιθυμία επίσης. Θα ήταν εκεί, αγκαλιά με τη μούσα του, στο νησί. Θα της σιγοψιθύριζε στο αυτί με έναν ενθουσιασμό σαν σχολιαρόπαιδο που γράφει έκθεση ιδεών. Μία φωνή μέσα του τού έλεγε συνεχώς… ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΕΔΩ…

www.lefkomelani.gr

Έκφραση ζωής κάτω από την κόκκινη ομπρέλα – Αντωνίου Ειρήνη  

Ερωτική νουβέλα: https://tinyurl.com/y428wxq9

Έκφραση ζωής κάτω από την κόκκινη ομπρέλα – Αντωνίου Ειρήνη  

Ερωτική νουβέλα: https://tinyurl.com/y428wxq9

Advertisement