Skip to main content

Προσεγγίζοντας την άστεγη πόλη

Page 1

Προσεγγίζοντας την άστεγη πόλη


*Ο όρος άστεγη πόλη, είναι διανεισμένος από ένα άρθρο των Cloke, May & Johnsen, που δημοσιεύτηκε το 2008, και χρησιμοποιείται για να περιγράψει την σχέση των αστέγων με την πόλη, πως αυτή προσλαμβάνεται και ανακατασκευάζεται από τους ιδιούς στο πλαίσιο της διαβίωσης τους σε αυτήν, και τις διαφοροποιήσεις σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβάνεται η υπόλοιπη κοινωνία.


Γκιόκα Δήμητρα Ερευνητική Εργασία Τμήμα αρχιτεκτόνων μηχανικών Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Επιβλέπουσα: Ίριδα Λυκουριώτη Σεπτέμβριος 2018


Προσεγγίζοντας την άστεγη πόλη


Περιεχόμενα Εισαγωγή

9

Η διαμόρφωση των συνθηκών

10

Εκφάνσεις του κοινωνικού αποκλεισμού

26

Προσεγγίσεις της αστεγίας

32

Η αναζήτηση των αιτιών

40

α.Η διαμόρφωση της κοινωνίας, η σύγχρονη ανασφάλεια και ο φόβος του «Άλλου» β.Η διαμόρφωση της πόλης, η χωρική αποτύπωση των ανισοτήτων και η συμβολή του κεφαλαίου γ.Η διαμόρφωση της κατοικίας, ο ρόλος της κατοικίας και τα νέα δεδομένα κατοίκησης

α.Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως ταξινομητικό εργαλείο β.Η περίπτωση των αστέγων

α.Διαφοροποιήσεις και ορισμοί

α.Αίτια εκδηλωσης του φαινομένου της αστεγίας β.Το φαινόμενο στην Ελλάδα

|| Το φαινόμενο στη Θεσσαλονίκη,

αριθμοί, ποιοτικά χαρακτηριστικά και αίτια

52

Η πόλη των αποκλεισμών

56

|| Παραδείγματα χωρικού αποκλεισμού

70

Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

72

α.Σχεδιαστικές και νομοθετικές περιθωριοποιήσεις β.Η ποινικοποίηση των αστέγων i.Η εφαρμογή των Anti-homeless laws ii.Η κατάσταση στην Ευρώπη γ.Ο σχεδιασμός ως εργαλείο αποκλεισμού

α.Η ερμηνεία της κατοίκησης β.Η εξαναγκασμένη συνθήκη, όταν η πόλη μετατρέπεται σε «σπίτι» γ.Η ανάπτυξη της καθημερινότητας, επιτελεστικότητα και επινόηση


δ.Οι άστεγοι στο δημόσιο χώρο, χωρικές πρακτικές ε.Η «άστεγη πόλη» i.Τα δίκτυα ii.Ο ρόλος των θεσμικών οργανώσεων

|| Τα δίκτυα, οι δομές και η συμβολή τους στην καθημερινότητα των αστέγων

Συμπεράσματα

92 99


Η λίστα των ανθρώπων που συνέβαλαν στο να ολοκληρωθεί η παρούσα ερευνητική εργασία είναι μεγάλη.Ευχαριστώ τον καθένα και την καθεμία ξεχωριστά, για τις πολύτιμες κουβέντες και την στήριξη καθ’ όλη τη διάρκεια εκπόνησης της.


Εισαγωγή Η παρούσα ερευνητική εργασία απαρτίζεται από δύο αφηγήσεις οι οποίες λειτουργούν παράλληλα ή/και συμπληρωματικά η μία προς την άλλη.Η πρώτη δομήθηκε με βάση υλικό που συγκεντρώθηκε μέσα από τη βιβλιογραφία και τις έρευνες που έχουν γίνει, ανά τα χρόνια, σε σχέση με το φαινόμενο της αστεγίας. Η πορεία που ακολουθείται είναι αρκετά αναλυτική, ξεκινώντας από τη παρουσίαση της σημερινής κατάστασης και την αναζήτηση των αιτιών, καταλήγει στον χωρικό αποκλεισμό των αστέγων και στο πως οι ίδιοι προσπαθούν να αντιπαρέλθουν αυτή τη συνθήκη μέσω της ανάπτυξης της δικής τους καθημερινότητας. Η δεύτερη προέκυψε μέσα από την προσωπική μου ανάγκη να αποτάξω την «αυθεντία» του ερευνητή και να επιβεβαιώσω, ή να απορρίψω, τις θεωρίες τις οποίες διάβαζα, μέσω της προσωπικής επαφή με τους ίδιους τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι άστεγοι. Αυτό επιτεύχθηκε μέσω της συμμετοχής μου σε ομάδες και δομές τις οποίες οι ίδιοι επισκέπτονταν, αλλά και μέσα από συναντήσεις στο πεδίο του δρόμου. Το υλικό στην περίπτωση αυτή προέκυψε τόσο μέσα από προσωπικές παρατηρήσεις, όσο και από μαρτυρίες των ίδιων των αστέγων, οι οποίοι μοιράστηκαν προσωπικές απόψεις και εμπειρίες. Παράλληλα, σημαντική ήταν και η άντληση στοιχείων απο την καταγραφή που πραγματοποιήθηκε τον Μάϊο του 2018, καθώς και η κουβέντα που έγινε με τα μέλη της ομάδας του Street Work της MKO Άρσις.Με πεδίο έρευνας τη Θεσσαλονίκη,λοιπόν, παρατίθενται στοιχεία που αφορούν, πέρα από τους αριθμούς και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων αυτών, τη ζωή των ίδιων, τον αποκλεισμό που υφίστανται και την καθημερινότητα τους.


1

Η διαμόρφωση των συνθηκών


Η διαμόρφωση των συνθηκών

14


Η διαμόρφωση της κοινωνίας

Η διαμόρφωση των συνθηκών Η διαμόρφωση της κοινωνίας, η σύγχρονη ανασφάλεια και ο φόβος του «Άλλου» Ο «ρευστός σύγχρονος» κόσμος, όπως χαρακτηρίζει τη σημερινή πραγματικότητα ο Zygmunt Bauman1, συνοδεύεται από αβεβαιότητα για το μέλλον, ανασφάλεια και φόβο, και , δυστυχώς, παραμένει μέχρι και σήμερα πέρα από τον ατομικό έλεγχο. Αυτό το οποίο πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι οι συνθήκες που επικρατούν σε κοινωνικό επίπεδο δεν αποτελούν συσσώρευση μεμονωμένων και ανεξάρτητων φαινομένων. Αντιθέτως, είναι απόρροια ενός συνόλου σχέσεων και πρακτικών, άρρηκτα συνδεδεμένων μεταξύ τους, οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στο καπιταλιστικό σύστημα και στις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και πολιτικές που προωθούνται. Όσο η οικονομική κρίση βαθαίνει, η κοινωνική ζωή αλλάζει και ελέγχεται από όλο και μικρότερες ομάδες κυρίαρχων τάξεων, οι οποίες επεμβαίνουν με πολυεπίπεδο τρόπο στην καθημερινή ζωή των πολλών και στον χώρο της πόλης όπου ζουν/ζούμε. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις που παραχωρούνται σε αυτές, έχουν στόχο τη διευκόλυνση τους ως προς την αυξημένη συσσώρευση και τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Σύμφωνα με τον Marx, ο καπιταλισμός βασίζεται στη συνεχή αναζήτηση υπεραξίας (κέρδους) και η πολιτική του επηρεάζεται απο τη συνεχή ανάγκη εντοπισμού κερδοφόρων πεδίων για παραγωγή και απορρόφηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου. Στο παιχνίδι αυτό της αναζήτησης, τόσο ο χώρος όσο και το άτομο, λειτουργούν ως μέσα προς εκμετάλλευση και εργαλεία για την επίτευξη των στόχων συσσώρευσης. Το χάσμα των κοινωνικών ανισοτήτων διευρύνεται, διαμορφώνοντας τα δύο άκρα μεταξύ αυτών που κατέχουν τον πλούτο και αυτών που ζουν κάτω από το καθεστώς φτώχειας, ή βρίσκονται στο χείλος αυτού. Ο Charles Booth2 υπήρξε ένας από τους πρώτους που προσπάθησε να διαμορφώσει ένα σταθερό μέτρο της απόλυτης φτώχειας, το οποίο αναφέρεται στην έλλειψη των βασικών απαιτήσεων που καθιστούν δυνατή την φυσικά αποτελεσματική λειτουργία του σώματος.

[1] Bauman, Zygmunt, 2009, Ρευστοί καιροί.Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μτφρ: Γεώρμας Δ. Κωνσταντίνος , Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο [2] Giddens, Anthony, 2009, Κοινωνιολογία, μτφρ: Τσαούσης Γ. Δημήτρης Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg, σ. 377

15


Η διαμόρφωση των συνθηκών

Σύμφωνα με τον Marx3, η σχέση μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, είναι μια σχέση εκμετάλλευσης. Στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες, η πηγή της εκμετάλλευσης είναι λιγότερο εμφανής, και ο Marx αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της προσοχής του στην αποσαφήνιση της φύσης της. Ο ίδιος, θεωρεί ότι στη διάρκεια μιας ημέρας εργασίας οι εργαζόμενοι παράγουν περισσότερο από όσο χρειάζονται οι εργοδότες για να καλύψουν το κόστος αμοιβής των εργαζομένων. Αυτή η υπεραξία είναι η πηγή του κέρδους, το οποίο οι κεφαλαιοκράτες αποσπούν προς ίδιον όφελος4. Η μείωση των μισθών, η εργασιακή επισφάλεια, η χρήση της ανεργίας και ενδεχόμενων απολύσεων ως μέσο παραδειγματισμού και εκφοβισμού, με πρόσχημα την οικονομική δυσχέρεια των εκάστοτε επιχειρήσεων, είναι μια συνθήκη που προωθείται από το ίδιο το σύστημα και λειτουργεί ως εργαλείο του. Οι παραπάνω πρακτικές που αναφέρθηκαν, εντείνουν τα αισθήματα φόβου και ανασφάλειας, τα οποία οξύνονται με την βίαιη καταστροφή της ζωής και της μικρό-ιδιοκτησίας. Οι ταχείς ρυθμοί αλλαγών και η κοινωνική αστάθεια είναι διάχυτα στο περιβάλλον και στην καθημερινότητα των ατόμων. Αυτό συνεπάγεται ένα διαρκή αγώνα από την πλευρά τους, προκειμένου να καταφέρουν να ελέγξουν το παρόν, και το μέλλον, ο οποίος οδηγεί στην εντατικοποίηση της καθημερινότητας και την κυρίευση της από αισθήματα άγχους και σύγχυσης.

[3] ο.π. σ. 343 [4] ο.π. σ.344

16

Διαμορφώνεται έτσι μια ατομοκεντρική κοινωνία, όπου έχει χαθεί πλήρως η έννοια του συλλογικού, κάτι το οποίο προωθείται, ούτως ή άλλως, μέσω της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Ο καθένας δρα και λειτουργεί ως μονάδα, με στόχο την ατομική του επιβίωση και ανέλιξη, με αποτέλεσμα την από-νοηματοδότηση της ουσίας του συλλογικού και των συλλογικών διεκδικήσεων. Η πολιτική εξουσία μεταφέρει την ευθύνη στα ίδια τα άτομα καλώντας, τον καθένα ατομικά, να φροντίσει για την προσωπική του επιβίωση. Παράλληλα, παράγει «εχθρούς φαντάσματα», αποπροσανατολίζοντας τα άτομα από τα πραγματικά αίτια της δυσμενούς κατάστασης στην οποία βρίσκονται και απέναντι στην οποία οφείλουν να εναντιωθούν. Γενικότερα, η νέα εστίαση στο έγκλημα και τους κινδύνους που απειλούν τη σωματική ασφάλεια των ατόμων και την περιουσία τους αποδείχθηκε ότι αναμφίβολα συνδέεται με την «ατμόσφαιρα της αβεβαιότητας» και σχετίζεται απόλυτα


Η διαμόρφωση της κοινωνίας

με το ρυθμό της οικονομικής απορρύθμισης και της συνεπακόλουθης υποκατάστασης της κοινωνικής αλληλεγγύης από την ατομική υπευθυνότητα5. Τα άτομα ήρθαν αντιμέτωπα με μια αντιφατική κατάσταση.Ενώ ακολουθούσαν τις επιταγές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής προς την ανεξαρτησία τους και τη μέριμνα για την προσωπική τους επιβίωση, βρέθηκαν εκτεθειμένα, όντας αδύναμα να ανταποκριθούν στη νέα πραγματικότητα μη έχοντας τη στήριξη των ισχυρών κοινωνικών δεσμών του παρελθόντος. Τότε ήταν η στιγμή που το σύγχρονο κράτος ανέλαβε το ρόλο του «σωτήρως». Επενδύοντας επάνω στους φόβους αυτούς προέταξε τη συλλογική ασφάλεια, με τα κατάλληλα βέβαια μέτρα που την προάσπιζαν, έναντι στην ατομική κακοτυχία. Οι άνθρωποι, λοιπόν, ανίκανοι να διαχειριστούν την ατομική τους «ελευθερία» παρέδωσαν την τύχη τους στην ικανότητα του κράτους να τους προσφέρει προστασία. Όπως έχει επισημάνει και η Deborah Orr6 , ισχυρότατα εμπορικά συμφέροντα έχουν υπάρξει αποφασιστικής σημασίας για την εξάπλωση του πανικού για την τρομοκρατία (όπλα, μηχανισμοί προστασίας και αυτοάμυνας κτλ), ενώ παράλληλα επιβλήθηκαν εκτεταμένοι περιορισμοί στις προσωπικές ελευθερίες. Η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών γίνεται στο «όνομα» του αντιτρομοκρατικού αγώνα και της αστικής ασφάλειας και τάξης. Με πρόσχημα την προστασία μιας κοινότητας, χωρικής ή και ατόμων, η εξουσία ανα-παράγει διακρίσεις και εφαρμόζει κατασταλτικές μεθόθους σε όσους «απειλούν» τη ζωή της οριοθετημένης αυτής κοινότητας.Σύμφωνα με τον Σταυρίδη7, η «κατάσταση εξαίρεσης» αποτελεί μια μόνιμη συνθήκη της σύγχρονης πόλης. Ο Agamben8, αναφερόμενος σε αυτή, μιλά για μια ζώνη μη διακρισιμότητας νόμου-ανομίας, καθώς η αναστολή του νόμου εμφανίζεται ως πράξη που περιλαμβάνεται στο νόμο, η οποία ορίζεται ως η βασική κατασκευή της κατάστασης έκτακτης ανάγκης:νόμιμη άρση του νόμου, νομιμοποιημένη εξαίρεση από το νόμο. Επομένως η βία που εμπεριέχεται στην αναστολή του νόμου είναι δικαιολογημένη: είναι ο νόμος που παραμένει ο μόνος εγγυητής της βίας. Στο όνομα, πάντα, της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Στο πεδίο της πόλης και στους ήδη υπάρχοντες ταξικούς διαχωρισμούς, έρχεται τώρα να προστεθεί μια νέα

[5] Bauman, Zygmunt, 2009, Ρευστοί καιροί.Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μτφρ: Γεώρμας Δ. Κωνσταντίνος, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 39 [6] Orr, D., 2004, στο Bauman, Zygmunt, 2009, Ρευστοί καιροί.Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μτφρ: Γεώρμας Δ. Κωνσταντίνος, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 48 [7] Σταυρίδης, Σταύρος, 2010, Μετέωροι χώροι της ετερότητας, Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σ. 21 [8] Agamben, G., 2005 στο ο.π. σ.22

17


Η διαμόρφωση των συνθηκών

κατηγορία, η επονομαζόμενη ως «επικίνδυνες τάξεις». Οι «επικίνδυνες τάξεις» υπήρχαν και στο παρελθόν, ωστόσο εντοπίζεται μια ειδοποιός διαφορά σε σχέση με το σήμερα. Ενώ παλιότερα το να ανήκεις σε αυτές σήμαινε και πάλι ότι ανήκεις στην κατηγορία των «κοινωνικών αποβλήτων», με ότι αυτό συνεπάγεται, υπήρχε πάντα το ενδεχόμενο ανατροπής και αλλαγής αυτής της συνθήκης, εμπεριείχε δηλαδή την έννοια του προσωρινού. Αντίθετα σήμερα, η είσοδος σε αυτές συνεπάγεται μια παγιωμένη κατάσταση η οποία είναι πολύ δύσκολα αναστρέψιμη. Όπως αναφέρει και ο Bauman9, είναι αποκλεισμένες μόνιμα -μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις «μονιμότητας» που η ρευστή νεωτερικότητα όχι απλώς επιτρέπει αλλά προωθεί ενεργητικά. Αντί να εκλαμβάνεται ως το αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας και επανορθώσιμης κακής τύχης, η σημερινή μορφή αποκλεισμού αποπνέει έναν αέρα οριστικότητας. Σήμερα, όλο και πιο συχνά, ο αποκλεισμός τείνει να είναι μονόδρομος (και να εκλαμβάνεται ως τέτοιος). Από τη στιγμή που γκρεμίζονται, οι γέφυρες δεν επιδιορθώνονται ποτέ. Είναι το αμετάκλητο της έξωσης τους και οι αμυδρές πιθανότητες για να εφεσιβάλουν την ετυμηγορία που καθιστά τους σύγχρονους αποκλεισμένους «επικίνδυνες τάξεις».

Η διαμόρφωση της πόλης, η χωρική αποτύπωση των ανισοτήτων και η συμβολή του κεφαλαίου Το δίπτυχο κοινωνικές ανισότητες-χωρικές ανισότητες δεν είναι ένα νέο φαινόμενο στις πόλεις. Οι κοινωνικές αντιθέσεις προβάλλονται στο επίπεδο του χώρου, ενώ αντίστοιχα ο χώρος διαμορφώνει καθημερινότητες και ορίζει ή αποκλείει συμπεριφορές. Οι «χωρικές ανισότητες» ενυπάρχουν αλλά συγχρόνως παράγουν και αναπαράγουν «χώρους αποκλεισμού», τομές και ασυνέχειες, όχι μόνο για τους μη έχοντες αλλά και για τους «έχοντες και κατέχοντες», σε επίπεδο δομής της πόλης, διάλυση η οποία συνοδεύεται και από πολλαπλές εκφράσεις βίας στο χώρο.

[9] Bauman, Zygmunt, 2009, Ρευστοί καιροί.Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μτφρ: Γεώρμας Δ. Κωνσταντίνος, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 118-119

18

Στο πλαίσιο αυτής της νέας κοινωνικοχωρικής τάξης που προωθείται, οι πόλεις διαιρούνται και η κοινωνική πόλωση αναπτύσσεται σε δύο άξονες: αυτούς που έχουν δικαίωμα ύπαρξης σε αυτήν, οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν στην οικονομική της ανάπτυξη και αποτελούν


Η διαμόρφωση της πόλης

αξιοποιήσιμο εργατικό δυναμικό, και αυτούς οι οποίοι «περισσεύουν» και περιθωριοποιούνται. Οι δυτικές κοινωνίες απωθούν τους διαφορετικούς και όσους αποκλίνουν από τα κυρίαρχα πρότυπα που ορίζει η κανονικότητα. Μια κανονικότητα διαμορφωμένη με τους δικούς τους όρους, έτσι ώστε να εξυπηρετεί το κεφάλαιο. Ο Bauman10 τους χαρακτήρισε ως «κοινωνικά απόβλητα» των Δυτικών κοινωνιών. Στη σημερινή πόλη των διακρίσεων, όπως θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε, γίνεται κανείς δεκτός από τη στιγμή που αποδέχεται, συνειδητά ή χωρίς πλήρη επίγνωση, τους κανόνες χρήσης και λειτουργίας των εκάστοτε αστικών θυλάκων. Στην αντίθετη περίπτωση περιθωριοποιείται και παραγκωνίζεται από τις λειτουργίες και την καθημερινότητα της. Οι θύλακες αυτοί, στους οποίους έχει αναφερθεί εκτενώς ο Σταύρος Σταυρίδης11, είναι πάνω απ' όλα θύλακες προστασίας, είτε γιατί κρατούν μέσα τους κάποιους προστατευόμενους είτε γιατί εγκλείουν μέσα τους κάποιους για να προστατέψουν κάποιους άλλους που βρίσκονται αλλού. Είτε λοιπόν η παραμονή στο θύλακα αποτελεί προνόμιο, είτε δικαίωμα υπό όρους, είτε καταδίκη, είτε μοίρα, ο θύλακας νομιμοποιεί μέσω της εξαίρεσης την υπέρτατη εγγύηση της ασφάλειας. Οι αστικοί θύλακες εξαιτίας του ότι ιδρύονται προσωρινά ή πιο μόνιμα στο έδαφος μιας αστικής συνέχειας μπορούν να εμφανιστούν ως νόμιμες εξαιρέσεις στο όνομα κάποιας αναγκαιότητας12. Η αναγκαιότητα αυτή λειτουργεί ως πρόσχημα, προκειμένου να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες οι οποίες εξυπηρετούν τις ροές του κεφαλαίου στο πεδίο της πόλης. Για να το πετύχει αυτό ορίζεται μια «κανονικότητα» η οποία μέσω της επιβολής κανόνων συμπεριφοράς σε όλο το φάσμα της καθημερινότητας των ατόμων και της δράσης τους έχει στόχο την εύρυθμη λειτουργία της πόλης και την επίτευξη μιας γενικής τάξης του χώρου. Οτιδήποτε έρχεται αντίθετο προς αυτό, ορίζεται ως έτερο. Οι άνθρωποι, τότε, διαχωρίζονται από την εξουσία και τοποθετούνται χωρικά. Με αυτό τον τρόπο ορίζονται οι μεταξύ τους σχέσεις και οι αποστάσεις, ως προς το κανονικό και το έτερο. Η πόλη μετατρέπεται σε μια γεωγραφία των ισχυρών όπου οι σχέσεις εξουσίας αποτυπώνονται στο έδαφος. Μιλάμε δηλαδή πλέον για μια «γεωγραφία των αποκλεισμων».

[10] ο.π. σ. 48 [11] Σταυρίδης, Σταύρος, 2010, Μετέωροι χώροι της ετερότητας, Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σ.23 [12] ο.π. σ.23

19


Η διαμόρφωση των συνθηκών

Πρακτικές όπως αυτή του gentrification, συμβάλλουν ουσιαστικά στην επίτευξη του παραπάνω διαχωρισμού. Το gentrification σχετίζεται άμεσα με τις ροές του κεφαλαίου στο πεδίο της πόλης. Σε χωρικό επίπεδο, στοχεύει στην δελεαστικότερη εκμετάλλευση της, μέσω του ελέγχου των διαδικασιών προσφοράς-ζήτησης, ενώ σε κοινωνικό επίπεδο στην αλλαγή της κοινωνικής συγκρότησης της και στην απομάκρυνση των ανεπιθύμητων πληθυσμών. Με πρόφαση τον εξωραϊσμό και την «αναβάθμιση» μιας γειτονιάς, που συνοδεύεται από εκτίναξη των ενοικίων γης, μια περιοχή οδηγείται στη σταδιακή εκκένωση της από τους παλιούς «φτωχούς» κατοίκους της. Δεν θα ήταν υπερβολή αν χαρακτηρίζαμε το gentrification, ως μια πρακτική αποικιοκρατίας στο εσωτερικό της πόλης, καθώς με την εξέλιξη της διαδικασίας, οι παλαιότεροι και πιο αδύναμοι, οικονομικά και πολιτικά, πληθυσμοί εκτοπίζονται προς όφελος του κεφαλαίου και της μειοψηφίας που κατέχει μέρος του. Ο Neil Smith13 είναι ο κύριος εκφραστής της οικονομικής προσέγγισης περί του φαινομένου. Σύμφωνα με αυτή, κύριος ρυθμιστής της διαδικασίας του gentrification είναι η «διαφορά γαιοπροσόδου» (rent gap), δηλαδή η διαφορά μεταξύ της πραγματικής γαιοπροσόδου, δηλαδή του κεφαλαιοποιούμενου ενοικίου (της τιμής γης), που προσφέρει η τωρινή χρήση της γης και της δυνητικής γαιοπροσόδου που θα μπορούσε να αποκομισθεί με την βέλτιστη και εντατικότερη χρήση της. Η υποβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος οδηγεί στην υποτίμηση της γης και στην μείωση των τιμών των ενοικίων. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στην συσσώρευση στις περιοχές αυτές «κατώτερων» κοινωνικά στρωμάτων, όπως οι χαμηλόμισθοι εργάτες και οι μετανάστες. Όταν η διαφορά γαιοπροσόδου γίνει αρκετά μεγάλη, τότε λειτουργεί ως πρόσφορο έδαφος για το κτηματομεσιτικό κεφάλαιο για επενδύσεις. Αυτό αποτελεί και την έναρξη εφαρμογής των πρακτικών gentrification. [13] Smith, N., 1996, στο Συλλογικό, 2012, Rethink gentrification: Φιλόδοξοι μεσίτες, ξεπεσμένοι μεσοαστοί και σύγχρονοι πληβείοι στο κέντρο της Αθήνας, Κομπρεσέρ, για την πόλη και το χώρο, τ. 4, σ. 36-51 [14] Ley, D., 1986, στο ο.π. σ.36-51

20

Επειδή όμως όταν αναφερόμαστε στο πεδίο της πόλης δεν μπορούμε να το θεωρούμε αποκομμένο από τους χρήστες του, θα ήταν λάθος να παραβλέψουμε τη συμβολή αυτών στη διαμόρφωση και την ανάπλαση του αστικού χώρου. Όπως παρατηρεί ο David Ley14, στις μετά-βιομηχανικές πόλεις η απασχόληση στις υπηρεσίες υπερτερεί σημαντικά της δευτερογενούς παραγωγής, οπότε οδηγούμαστε σε μια έμφαση στην κατανάλωση και την ψυχαγωγία


Η διαμόρφωση της πόλης

και όχι στην παραγωγή. Ο Lefebvre έχει τονίσει ιδιαίτερα στο έργο του την μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την αξία χρήσης στην καταναλωτική αξία ενός τόπου. Η έκφραση αυτού στο πεδίο της πόλης είναι η δημιουργία των κέντρων κατανάλωσης. Η συνεύρεση πλέον των ανθρώπων γίνεται υπό, τη συνειδητή ή ασυνείδητη, κατευθυνόμενη κατανάλωση. Το gentrification μπορεί να εξηγηθεί σαν μια συνέπεια αυτής , καθώς αντιπροσωπεύει τη χωρική της έκφραση στο πεδίο της πόλης. Σημαντικός παράγοντας στην περίπτωση αυτή είναι οι ιδιαιτερότητες ενός τόπου ή πολιτισμού οι οποίες ασκούν σημαντική έλξη, ή μη, στις ροές του κεφαλαίου, και κατά συνέπεια χρησιμοποιούνται στον αγώνα της αναζήτησης προσόδου. Το συλλογικό συμβολικό κεφάλαιο που αποδίδεται σε ονόματα και μέρη, χρησιμοποιείται ως πόλος έλξης για το καταναλωτικό κοινό («branding ») των γειτονιών των πόλεων, με στόχο την εξασφάλιση της «πολυπόθητης» προσόδου, δηλαδή την παραγωγή κέρδους. Η διαδικασία της αγοράς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το μονοπώλιο, που σχετίζεται τόσο με την ιδιοκτησία γης, όσο κ με τα μέσα παραγωγής και τους φυσικούς πόρους.Οι κεφαλαιούχοι προσπαθώντας να αποφύγουν απώλειες κερδών μέσω του ανταγωνισμού, προσπαθούν να τον περιορίσουν επιδιώκοντας τη δημιουργία μονοπωλίων. Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, ωστόσο, τείνει να απορρυθμίσει αυτή τη σχέση βεβαιότητας και ασφάλειας του μονοπωλίου, που υπήρχε στο παρελθόν, λόγω του ανταγωνισμού στα πλαίσια της διεθνοποίησης του εμπορίου. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτή η ανασφάλεια χρησιμοποιούνται πρακτικές όπως η συγκέντρωση του κεφαλαίου σε εταιρείες-κολοσσούς ή η ίδρυση πιο χαλαρών εταιρικών συμμαχιών και η διασφάλιση, με ακόμη μεγαλύτερη αυστηρότητα, των μονοπωλιακών δικαιωμάτων της ατομικής ιδιοκτησίας μέσω διεθνών εμπορικών νόμων οι οποίοι ρυθμίζουν το σύνολο του παγκόσμιου εμπορίου15. O Bauman16, έδωσε τον χαρακτηρισμό «Αρνητική παγκοσμιοποίηση» για να περιγράψει την παραπάνω εξέλιξη. Με τον όρο αυτό αναφέρεται στην επιλεκτική παγκοσμιοποίηση του εμπορίου και του κεφαλαίου, της επιτήρη-

[15] Harvey, David, 2012, Εξεγερμένες πόλεις, Από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης, Αθήνα: Εκδόσεις ΚΨΜ, σ. 182 [16] Bauman, Zygmunt, 2009, Ρευστοί καιροί.Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μτφρ: Γεώρμας Δ. Κωνσταντίνος, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 24

21


Η διαμόρφωση των συνθηκών

σης και της πληροφόρησης, της βίας και των όπλων, του εγκλήματος και της τρομοκρατίας, που όλες είναι ομόφωνες στην αποστροφή τους για την αρχή της εδαφικής κυριαρχίας και την έλλειψη σεβασμού στα κρατικά σύνορα. Στο πεδίο της πόλης η προσπάθεια διεκδίκησης του μονοπωλιακού χαρακτήρα στην εξαγωγή γαιοπροσόδου, σχετίζεται άμεσα με την ιδέα της ανάπτυξης μιας ιδιαίτερης «κουλτούρας» και ταυτότητας μιας τοποθεσίας. Μιλάμε δηλαδή ,πλέον, για μια επιχειρηματικότητα των πόλεων. Η επιχειρηματικότητα των πόλεων επηρεάζεται από τον τρόπο διακυβέρνησης της πόλης, δηλαδή τους όρους σύμπραξης ανάμεσα α. στους δημόσιους τοπικούς φορείς εξουσίας (τοπική, μητροπολιτική, περιφερειακή, εθνική ή υπερεθνική) β. τις οργανωμένες δομές πολιτών (επιμελητήρια, σωματεία, θρησκευτικούς φορείς, εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύματα, τοπικές ομάδες, ΜΚΟ κ.ο.κ.) και γ. σε ιδιωτικά συμφέροντα (εταιρικά και ατομικά), με στόχο τη διαμόρφωση συνασπισμών για την προώθηση ή τη διαχείριση κάθε είδους αστικού ή περιφερειακού μοντέλου ανάπτυξης. Οι δραστηριότητες και οι στόχοι αυτών των συστημάτων διακυβέρνησης (που είναι γνωστά ως «καθεστώτα των πόλεων», «μηχανές ανάπτυξης» ή «συμμαχίες περιφερειακής ανάπτυξης») ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και το συνδυασμό πολιτικών δυνάμεων που δρουν στο εσωτερικό τους17. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να εξετάσουμε τις σχέσεις μεταξύ τοπικών-παγκόσμιων σχέσεων και της λεγόμενης «διαλεκτικής χώρου-τόπου», στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Τοπικές πρωτοβουλίες συνεργάζονται με εταιρίες ή οργανισμούς παγκόσμιας κλίμακας, και το αντίστροφο, υπό το πρίσμα της τοπικής ανάπτυξης.

[17] Harvey, David, 2012, Εξεγερμένες πόλεις, Από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης, Αθήνα: Εκδόσεις ΚΨΜ, σ. 189 [18] Cox, K., 1997, στο ο.π. σ. 190 [19] ο.π. σ. 191

22

Επομένως η παγκοσμιοποίηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια αδιαφοροποίητη οντότητα αλλά ως μια γεωγραφικά διαρθρωμένη διάταξη παγκόσμιων δραστηριοτήτων και σχέσεων18. Η ροή του κεφαλαίου είναι εξίσου εύκολη τόσο σε περιοχές υψιλόμισθων στρωμάτων όσο και σε περιοχές χαμηλόμισθων κοινωνικών στρωμάτων, και συχνά μοιάζει να διέπεται γεωγραφικά από κριτήρια αρκετά διαφορετικά από εκείνα που παραδοσιακά καθορίζουν τόσο την αστική όσο και την μαρξιστική πολιτική οικονομία19. Τα κριτήρια αυτά σχετίζονται με συμφέροντα επί του κεφαλαίου της γης και των μακροπρόθεσμων


Η διαμόρφωση της κατοικίας

επενδύσεων στο δομημένο περιβάλλον και έχουν ως στόχο την παραγωγή κέρδους.Αυτή είναι συχνά η έννοια των λεγόμενων «μηχανών ανάπτυξης των πόλεων»: η ενορχήστρωση της δυναμικής που έχει η επενδυτική διαδικασία και η παροχή καίριων δημόσιων επενδύσεων στον σωστό τόπο και χρόνο ώστε να ενισχυθεί η επιτυχία του ανταγωνισμού εντός πόλεων και περιφερειών20. Στην περίπτωση αυτή προκειμένου να εξασφαλιστούν οι μονοπωλιακές πρόσοδοι χρησιμοποιούνται πρακτικές οι οποίες αφορούν επενδύσεις τόσο στις υλικές υποδομές (δρόμοι, λιμάνια, συστήματα αποχέτευσης και ύδρευσης κτλ) όσο και στις κοινωνικές (εκπαίδευση, πολιτισμός, επιστήμες, τεχνολογία κτλ). Στόχος όλων αυτών είναι η εκπλήρωση των μονοπωλιακών προσόδων, στα πλαίσια της αστικοποίησης, προς όφελος των ιδιωτικών και κρατικών δυνάμεων. Αυτό στο οποίο επανερχόμαστε είναι ότι, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε δεδομένο ότι όταν μιλάμε για «αστικούς θύλακες», «χώρους αποκλεισμού» και «απαγορευτικούς χώρους», αναφερόμαστε σε παγιωμένες, χωρικά, σχέσεις. Για ακόμη μια φορά το κεφάλαιο και οι ροές του είναι αυτές που επεμβαίνουν, αναδιαμορφώνουν και εν τέλει καθορίζουν αυτές τις σχέσεις. Η ασταμάτητη αυτή κερδοσκοπία πάνω στο χώρο είναι μια διαδικασία την οποία ο Harvey χαρακτήρισε ως συσσώρευση δια της υφαρπαγής. Ωστόσο, ακόμη και αν τα αίτια είναι βαθύτερα και απομακρυσμένα από το τοπικό της πόλης, τα αποτελέσματα τους επηρεάζουν την κοινωνία και τον χώρο όπου ζει. Οι πόλεις έχουν καταστεί χωματερές για παγκόσμια δημιουργημένα και κυοφορούμενα προβλήματα21. Η διαμόρφωση της κατοικίας, ο ρόλος της κατοικίας και τα νέα δεδομένα κατοίκησης Η χωρική ανισότητα, οι κοινωνικές διαιρέσεις και πολώσεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το ζήτημα της στέγασης. Οι κανόνες που επιβάλλονται στο πεδίο της πόλης, προκείμενου να επιβάλουν την τάξη και να ελέγξουν την κοινωνία, προωθούν πρακτικές κατοίκησης οι οποίες είναι σύμφωνες με αυτές και περνούν στο χώρο της κατοικίας. Όπως έχει αναφέρει και ο Lefebvre22, με την καταστροφή της πόλης κάτω από τις αβάσταχτες πιέσεις, η κοινωνίας

[20] Logan, J. & Molotch, H., 1999, στο ο.π. σ. 19 [21] Bauman, Zygmunt, 2009, Ρευστοί καιροί.Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μτφρ: Γεώρμας Δ. Κωνσταντίνος, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 140 [22] Lefebvre, Henry, 2007, Δικαίωμα στην πόλη, Χώρος και πολιτική, μτφρ: Τουρκινιώτης Παναγιώτης, Αθήνα: Εκδόσεις Κουκίδα, σ. 107

23


Η διαμόρφωση των συνθηκών

τείνει να θεμελιωθεί από τη μια στην οργανωμένη χωροταξία, στο αστικό «πλέγμα» που καθορίζεται από τις αναγκαιότητες της κυκλοφορίας και, από την άλλη, στις μονάδες κατοικίας, όπως οι τομείς μονοκατοικιών και τα «μεγάλα συγκροτήματα». Περνώντας από την κλίμακα της πόλης σε αυτή της κατοικίας, εύκολα διαπιστώνουμε ότι στη γενική συνθήκη εμπορευματοποίησης της γης, ο χώρος της κατοικίας επηρεάζεται δομικά. Η κατοικία ως χωρική υπόσταση είναι κάτι το οποίο χρησιμοποιήθηκε και προωθήθηκε ιδιαίτερα από το κεφάλαιο, το οποίο ενδιαφέρεται για την καταναλωτική αξία της ως αγαθό και όχι για την αξία χρήσης που της αποδίδουμε. Η κατοικία μετατράπηκε σε ένα ακόμη εμπόρευμα, γύρω από το οποίο εφαρμόστηκαν πρακτικές οι οποίες ακολουθούσαν τις επιταγές της γενικότερης εμπορευματοποίησης του χώρου. Σύμφωνα με τον Heidegger, το πραγματικό ζήτημα της κατοικίας είναι ότι οι θνητοί πρέπει πάντοτε να αναζητούν ξανά από την αρχή την ουσία της κατοίκησης, ότι πρέπει να μαθαίνουν από την αρχή την κατοίκηση23. Η αίσθηση του ανοίκειου, του ανέστιου που κατατρέχει τον σύγχρονο άνθρωπο οφείλεται ακριβώς σε αυτό, στο ότι δεν κατοικεί πλέον, με την πλήρη σημασία της λέξης24. Αν εξετάσουμε το ρόλο της κατοικίας στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής κοινωνίας σε βάθος χρόνου, θα διαπιστώσουμε ότι εξακολουθεί να επιτελεί τρεις διακριτές, αλλά παράλληλα συνδεόμενες υπό το πρίσμα του καπιταλισμού, λειτουργίες. Αρχικά, αποτελεί ένα εμπόρευμα, επάνω στο οποίο γίνονται επενδύσεις και χρησιμοποιείται/ πωλείται για την απόκτηση κέρδους. Δεύτερον, είναι ταυτισμένη με μια αξία χρήσης η οποία συνδέεται άμεσα και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις ροές του κεφαλαίου. Και τελευταίο, είναι άμεσα, και καταναγκαστικά, συνδεδεμένη με την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης και με την καθημερινότητα της. [23] Heidegger, Martin, 2008, Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι, μτφρ: Ξηροπαΐδης Γιώργος, Αθήνα: Εκδόσεις Πλέθρον, σ.75 [24] Λέφας, Παύλος, 2008, Αρχιτεκτονική και Κατοίκηση, Από τον Heidegger στον Koolhaass, Αθήνα: Εκδόσεις Πλέθρον, σ.29

24

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ιδιόκτητη κατοικία ήταν κάτι το οποίο προωθούνταν για πολλά χρόνια, και στην ελληνική κοινωνία, και λειτουργεί ως κοινωνικό γόητρο, ένδειξη πλούτου και άρα είναι συσχετισμένο με την κοινωνική θέση του ατόμου. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε την έκθεση της παγκόσμιας τράπεζας, η οποία δημοσιεύτηκε το 2009, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι:


Η διαμόρφωση της κατοικίας

[...]Η ιδιοκτησία της κατοικίας, συνήθως το μεγαλύτερο περιουσιακό στοιχείο ενός νοικοκυριού, είναι σημαντική για τη δημιουργία πλούτου, την κοινωνική ασφάλεια και την πολιτική.Όσοι έχουν ιδιόκτητο σπίτι ή εγγυημένη μίσθωση έχουν μεγαλύτερο μερίδιο συμμετοχής στην κοινότητα, ως εκ τούτου είναι πιθανότερο να ασκήσουν πίεση διεκδικώντας περιορισμό της εγκληματικότητας, ισχυρότερη διακυβέρνηση και καλύτερες τοπικές και περιβαλλοντικές συνθήκες.25 Ο ταξικός διαχωρισμός στο πλαίσιο της κατοίκησης και η λειτουργία της ιδιόκτητης κατοικίας ως μέσο κοινωνικής αναγνώρισης γίνονται εύκολα κατανοητά αν εξετάσουμε τη σχέση και τις ποιοτικές διαφορές μεταξύ αστικού κέντρου και προαστίων, καθώς και την κοινωνική διαστρωμάτωση στα διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας με βάση τους ορόφους. Η κρίση της κατοικίας είναι ένα παράγωγο του καπιταλιστικού συστήματος το οποίο εντάθηκε τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο της αβεβαιότητας που επήλθε λόγω οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με παλαιότερο κείμενο της Άννυς Βρυχέα, διανύουμε μια περίοδο μεταβατική, στη διάρκεια της οποίας τα νέα δεδομένα που αφορούν τα ζητήματα κατοίκησης και κατοικίας κινούνται σε δυο κατευθύνσεις. Στην πρώτη κατεύθυνση, νέες παράμετροι προκύπτουν από φαινόμενα και καταστάσεις που συνδέονται με τις κοινωνικές και χωρικές κρίσεις, τη φτώχεια και τους πολλαπλούς αποκλεισμούς, ενώ στη δεύτερη συγκεντρώνονται όλοι εκείνοι οι μετασχηματισμοί που απορρέουν από τις γενικότερες αλλαγές οι οποίες συντελούνται στο οικονομικό, εργασιακό, κοινωνικό, οικογενειακό και πολιτιστικό επίπεδο26. Στο πλαίσιο όλων των αλλαγών ο χώρος της κατοικίας υφίσταται διαβρώσεις, οι οποίες μεταβάλλουν το ρόλο της σε μια κοινωνία. Παράλληλα, οι αλλαγές που συνέβησαν, και εξακολουθούν να συμβαίνουν, τα τελευταία χρόνια, συνέβαλαν στον μετασχηματισμό των ρυθμών και της οργάνωσης της καθημερινής ζωής και κατ' επέκτασιν και της κατοικίας. Η αύξηση της κινητικότητας κάθε μορφής (κυρίως όσων αφορά τον εργασιακό τομέα), η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη και η είσοδος της στο χώρο της κατοικίας, η οποία οδήγησε στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης εργασία-κατοικία και στην ανάπτυξη ενός νέου είδους κοινωνικότητας μέσω του ψηφιακού χώρου και των μέσων κοινω-

[25] World Development Report 2009: Reshaping Economic Geography, 2009, στο Harvey, David, 2012, Εξεγερμένες πόλεις, Από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης, μτφρ: Χαλμούκου Κατερίνα, Αθήνα: Εκδόσεις ΚΨΜ, σ. 77 [26] Βρυχέα, Άννη, 2003, Κατοίκηση και Κατοικία, Διερευνώντας τα όρια της αρχιτεκτονικής, Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σ.331-339

25


Η διαμόρφωση των συνθηκών

νικής δικτύωσης, άρχισαν να διαμορφώνουν νέες χωρικές απαιτήσεις και σχέσεις στο εσωτερικό της. Η διττή κατάσταση στην οποία έχει επέλθει η κοινωνία σήμερα, είναι προφανής, αν λάβουμε υπόψη τα παραπάνω. Η συνθήκη της εντοπισμένης ελευθερίας περνάει από την κλίμακα της πόλης σε αυτή της κατοικίας.Ορίζοντας ένα «έξω» ως διαφορετικό και πιθανόν απειλητικό και ένα «μέσα» ως ίδιο και προστατευτικό, οι άνθρωποι αυτο-εξορίζονται σε χώρους-καταφύγια, υψώνοντας «τείχοι» σε ότι βρίσκεται εκτός της ακτίνας ασφαλείας που έχουν ορίσει. Καταλήγουν με αυτό τον τρόπο η ελευθερία τους να περιορίζεται στα στενά όρια της ασφάλειας που την εγγυάται. Ο μόνος τρόπος για να αισθανθούν πλέον ασφαλείς και να έχουν την -εσφαλμένη- αίσθηση ότι έχουν τον έλεγχο της ζωής τους είναι χτίζοντας τείχη και αυτοεξορίζοντας τους εαυτούς τους στους χώρους κατοικίας τους.

[27] Arendt, Hannah, 2008, Η ανθρώπινη κατάσταση, μτφρ: Ροζάνης Στέφανος, Αθήνα: Εκδόσεις Γνώση, σ.276

26

Ο φόβος και η απομόνωση είναι χαρακτηριστικά της σημερινής εποχής και η κατοικία λειτουργεί ως ένα -πλασματικό- καταφύγιο. Σύμφωνα με τον Montesquieu,το κύριο χαρακτηριστικό της τυραννίας ήταν ότι στηριζόταν στην απομόνωση του τυράννου από τους υπηκόους του και στην απομόνωση των υπηκόων μεταξύ τους από τον αμοιβαίο φόβο και την αμοιβαία υποψία- και ως εκ τούτου αποτελούσε μια μορφή διακυβέρνησης που αντέβαινε προς τη θεμελιώδη ανθρώπινη προϋπόθεση της συλλογικότητας, τη σύμπραξη και τη συνομιλία27. Η αστάθεια που υπάρχει διάχυτη σε κάθε έκφανση της καθημερινής ζωής προκαλεί λοιπόν, ενός είδους σύγχυση. Τα άτομα έχοντας την -εσφαλμένή, όπως αναφέραμε- αίσθηση ότι η ιδιοκτησία θα τους προσφέρει ασφάλεια, τείνουν να αισθάνονται ακόμη περισσότερο ανασφαλείς και αδύναμοι να αντιμετωπίσουν τον πραγματικό εχθρό τους, που είναι υπερτοπικός και παγκόσμιος.


Η διαμόρφωση της κατοικίας

27


2

Εκφάνσεις του κοινωνικού αποκλειμού


Εκφάνσεις του κοινωνικού αποκλεισμού

30


Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως ταξινομητικό εργαλείο

Εκφάνσεις του κοινωνικού αποκλεισμού Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως ταξινομητικό εργαλείο Ο κοινωνικός αποκλεισμός, με την έννοια της ταξινόμησης και της διάκρισης ταυτοτήτων, αποτελεί δημιούργημα του ίδιου του συστήματος και εξυπηρετεί τη λειτουργία του, όπως ήδη αναλύθηκε. Κάνοντας μια αναδρομή στην ιστορία θα αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο ο αποκλεισμός ατόμων ή και ολόκληρων πολιτισμικών ομάδων συνετέλεσε είτε στον αφανισμό τους είτε στην ακραία περιθωριοποίηση τους και στη χρήση του γεγονότος της περιθωριοποίησης τους ως μέσο εκφοβισμού και παραδειγματισμού της υπόλοιπης κοινωνίας. Αποτελεί εξ' ορισμού τη βάση για τη δημιουργία και την αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων και είναι δομικό στοιχείο τους. Σύμφωνα με τον Σταυρίδη1 στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων δεν μπορούμε να υποθέσουμε οντότητες που προϋπάρχουν της σύγκρισης τους αλλά χρειάζεται να βρούμε πως οι συγκρίσεις κυριολεκτικά αποδίδουν ταυτότητες και επομένως διακρίνουν ετερότητες. Αντίστοιχα, στο πεδίο των πολιτισμικών ταυτοτήτων η διαφοροποίηση είναι προϊόν μια σχέσης αντιπαράθεσης ή οροθέτησης που μπορεί να επιδεικνύεται με τη διάκριση συμπεριφοράς, τεχνημάτων, συλλογικών πεποιθήσεων ή, πιο γενικά, με τη διάκριση πρακτικών συλλογικής νοηματοδότησης. Για τον Μitchell Foucault και για τον Benedict Anderson η ταξινόμηση δεν είναι μια πρακτική της εξουσίας που διαπιστώνει τη διαφοροποίηση ταυτοτήτων αλλά μια διαδικασία παραγωγής εκείνων των ταυτοτήτων που εξυπηρετούν τη νομιμοποίηση και την αναπαραγωγή ενός ορισμένου καθεστώτος κυριαρχίας2. Παράγεται έτσι μια σχέση μεταξύ ταυτότητας και ετερότητας. Ετερότητα με την έννοια του ότι αντιβαίνει στο κοινωνικά αποδεκτό και αξιοποιήσιμο. Συνεπώς, η διαδικασία διάκρισης βασίζεται σε ένα μηχανισμό ο οποίος συγκρίνει το «κανονικό» με οτιδήποτε θεωρείται ότι δεν εντάσσεται σε αυτό. Η παραγωγή κοινωνικών ταυτοτήτων αποτελεί θεμελιώδη άξονα για τη λειτουργία της σημερινής κοινωνίας και απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνική αναπαραγωγή και τη νομιμοποίηση της.Γιατί, όπως αναφέρει ο Foucault, κοινωνικός έλεγχος σημαίνει πάνω από όλα ταξινόμηση.

[1] Σταυρίδης, Σταύρος, 2010, Μετέωροι χώροι της ετερότητας, Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σ. 33 [2] ο.π. σ. 34

31


Εκφάνσεις του κοινωνικού αποκλεισμού

Ο κοινωνικός αποκλεισμός, προκύπτει από τη συσσώρευση, και τη νοηματοδότηση τους ως τέτοιων, αρνητικών χαρακτηριστικών και κοινωνικών μειονεκτημάτων τα οποία οδηγούν στην αδυναμία συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ο γάλλος κοινωνιολόγος Serge Paugam3 πρότεινε τρεις βασικούς άξονες , ως προς την ανάλυση του φαινομένου ως κοινωνική κατασκευή. Ο πρώτος άξονας έχει να κάνει με την αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων, ο δεύτερος με την απώλεια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ο τρίτος με τη διάρρηξη του κοινωνικού δεσμού. Οι τρεις αυτοί άξονες δεν λειτουργούν κατ' ανάγκη σωρευτικά ως προς την εμφάνιση του φαινομένου και η διαδικασία του αποκλεισμού δεν απαιτεί την ταυτόχρονη ύπαρξη τους.Υπάρχει ωστόσο μια σχετική βεβαιότητα ότι όταν εμφανίζονται στοιχεία αποκλεισμού που σχετίζονται έστω και με έναν από τους τρεις πολύ σύντομα θα εκδηλωθούν και στους υπόλοιπους.

[3] Paugam, S., 1996, στο Παπαδοπούλου, Δέσποινα και Κουραχάνης, Νίκος, 2017, Άστεγοι και κοινωνικός αποκλεισμός στην Ελλάδα της κρίσης, Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος, σ. 21

32

Η αποκλειόμενη ομάδα εσωτερικεύει την κοινωνική καταδίκη και περιθωριοποίηση εντείνοντας τον αποκλεισμό. Οδηγούμαστε, θα λέγαμε, στη δημιουργία μιας κοινωνικής τάξης απέναντι στην οποία οι υπόλοιποι καλούνται να πάρουν θέση. Στην περίπτωση των αστέγων, η απόδοση της ταυτότητας αυτής του «περιθωριακού τύπου» -φετίχ της σημερινής κοινωνίας- και η αντιμετώπιση τους ως τέτοιους, οδηγεί σε εντονότερη περιθωριοποίηση, ακόμη και εθελούσια, καθώς τα άτομα «εσωτερικεύουν την καταπίεση». Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ αυτών και των κοινωνικά αποδεκτών ταυτοτήτων συντελεί στην όξυνση του φαινομένου. Αυτό συνεπάγεται ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία στην επανένταξη των ατόμων στην κοινωνική ζωή καθ' ότι αυτό έχει άμεσο, αρνητικό, αντίκτυπο στην ψυχική τους κατάσταση, μεγεθύνοντας αισθήματα όπως αυτά της ματαιότητας και του πεσιμισμού, που ήδη προϋπάρχουν. Παράλληλα, αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια τη χρήση ουσιών, την εμφάνιση ψυχιατρικών προβλημάτων και την ανάπτυξη παραβατικών συμπεριφορών. Έχει διαπιστωθεί μέσα από έρευνες ότι η ζωή στο δρόμο συνδέεται άμεσα με αυτα. Όλα τα παραπάνω αναπαράγουν έναν φαύλο κύκλο όσων αφορά τις ζωές αυτών τον ανθρώπων και συμβάλλουν στη διαιώνιση του φαινομένου.


Η περίπτωση των αστέγων

Η περίπτωση των αστέγων Η περίπτωση των αστέγων, και του φαινομένου της έλλειψης στέγης γενικότερα, αποτελεί ακραία μορφή συσσωρευμένων ανισοτήτων, όχι μόνο στεγαστικών αλλά και πολλαπλών (στην εργασία, τους κοινωνικούς δεσμούς, την εκπαίδευση, την οικογένεια κ.λ.π.). Αποτελεί ένα πολυδιάστατο φαινόμενο το οποίο δεν σχετίζεται μόνο με την έλλειψη ενός καταφυγίου ή μιας σκεπής επάνω από το κεφάλι κάποιου. Σύμφωνα με τον Peter Somerville4, η έλλειψη στέγης εμπλέκει διαφορετικές πτυχές της ζωής ενός ανθρώπου οι οποίες σχετίζονται με τη φυσική λειτουργία του σώματος (έλλειψη σωματικής άνεσης και ζεστασιάς), τη συναισθηματική πλευρά (απώλεια χαράς και αγάπης), τη χωρική του άνεση (έλλειψη ιδιωτικότητας), την οντολογική (αίσθηση αποκοπής και περιθωριοποίσης από την κοινωνία, ανομία) και την πνευματική (έλλειψη ελπίδας και στόχων). Για τον Caplow5, η αστεγία είναι μια μορφή αποκοπής από την υπόλοιπη κοινωνία, η οποία προκαλείται από την απώλεια ενός «συνδετικού δεσμού» (π.χ. εργασία, οικογένεια ή σπίτι) που συνδέει ή ενώνει τα άτομα με την κοινωνία.Η έλλειψη ενός συνδετικού δεσμού έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό τους από το κοινωνικό γίγνεσθαι.

[4] Somerville, Peter, 2013, Understanding Homelessness, Housing, Theory and Society, σ. 1 [5] Caplow, 1973, στο Ravenhill, Megan, 2014, The culture of homelessness: an ethnographic study (PhD Thesis), σ. 11-12

33


3

Προσεγγίσεις της αστεγίας


Προσεγγίσεις της αστεγίας

36


Διαφοροποιήσεις και ορισμοί

Προσεγγίσσεις της αστεγίας Διαφοροποιήσεις και ορισμοί Η ετερογένεια που υπάρχει ως προς τις συνθήκες διαβίωσης αλλά και το χρονικό διάστημα που βρίσκονται σε μια συνθήκη έλλειψης στέγης ή επισφαλούς στέγασης, συμβάλλει στην αδυναμία ύπαρξης ενός κοινού ορισμού και μιας κοινής προσέγγισης, καθώς η σκοπιά από την οποία προσεγγίζεται κάθε φορά διαφέρει. Η Megan Ravenhill1 διακρίνει τρεις κατηγορίες αστέγων, που σχετίζονται με τον ορισμό του «σπιτιού» (home), χωρίς ωστόσο να χρησιμοποιεί τη λέξη homeless, ως εξής: 1. Άστεγοι (Roofless): είναι όσοι δεν έχουν μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους τα βράδια και αναγκάζονται να κοιμηθούν σε δρόμους, παγκάκια, πάρκα ή ανάμεσα σε θάμνους. Η εν λόγω κατηγορία αποτελείται από τα άτομα τα οποία η κοινωνία θεωρεί ως άστεγα. 2. Στερούμενοι κατοικίας (Houseless): είναι όσοι ζουν σε υπόστεγα, αυτοκίνητα, τροχόσπιτα ή σκηνές, οι οποίοι, χωρίς να ανήκουν, στην πρώτη κατηγορία θεωρούνται επίσης άστεγοι. 3. Άνθρωποι που ζουν σε επισφαλείς συνθήκες στέγασης (Precariously housed): όσοι ζουν σε ξενώνες, καταλήψεις, φτηνά ξενοδοχεία, σπίτια οικείων, προσωρινά καταλύματα, καταφύγια με υπεράριθμους τροφίμους, ή όσοι αναμένεται να υποστούν έξωση. Παράλληλα με τις συνθήκες διαβίωσης, σημαντικός είναι και ο παράγοντας του χρονικού διαστήματος που τα άτομα ζούνε κάτω από αυτές τις συνθήκες. Με βάση αυτό θα μπορούσαμε να ορίσουμε τρείς διαφορετικές κατηγορίες, οι οποίες αφορούν, α) τους περιστασιακά άστεγους, που είναι προσωρινά άστεγοι εξαιτίας ενός ξαφνικού και κρίσιμου συμβάντος (π.χ. ενδοοικογενειακή σύγκρουση, διαζύγιο, έξωση, αποφυλάκιση, απόλυση), β) τους εναλλασσόμενους άστεγους, που σε διαφορετικές χρονικές περιόδους άλλοτε έχουν και άλλοτε δεν έχουν στέγη και γ) τους χρόνια άστεγους, που παραμένουν χωρίς στέγη για μεγάλες χρονικές περιόδους (π.χ. χρόνιοι χρήστες ναρκωτικών ουσιών, ψυχικά ασθενείς, μακροχρόνια άνεργοι, εθνικές/ φυλετικές μειονότητες)

[1] Ravenhill, Megan, 2014, The culture of homelessness: an ethnographic study (PhD Thesis), σ. 16

37


Προσεγγίσεις της αστεγίας

Στη βιβλιογραφία2 συναντάμε την ύπαρξη πέντε κύριων τύπων ορισμών ως προς το φαινόμενο: Πρώτον, οι θεσμικοί ή νομικοί ορισμοί, οι οποίοι χρησιμοποιούνται από τις εθνικές ή τοπικές κυβερνήσεις και έχουν στόχο την κατοχύρωση τους σε ένα θεσμικό ή νομοθετικό πλαίσιο. Πρόκειται ουσιαστικά για ορισμούς οι οποίοι χρησιμοποιούνται ως εργαλεία προκειμένου να διαχωρίσουν τα άτομα που δικαιούνται την κρατική πρόνοια, εξαιρώντας συνήθως μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων. Οι ορισμοί αυτοί λαμβάνουν υπόψη τους, συνήθως, τους «ορατούς άστεγους» και βασίζονται σε μια στερεοτυπική, αρκετά περιορισμένη, προσέγγιση. Δεύτερον, ορισμοί οι οποίοι αφορούν τη σχέση του ατόμου με την κατοικία, τις προσωπικές ανάγκες και τον βαθμό μονιμότητας τους, και βασίζονται σε μια υποκειμενική θεώρηση του φαινομένου. Οι ορισμοί αυτοί ενσωματώνουν όλες τις πιθανές ερμηνείες της αστεγίας, από αυτούς που στερούνται έναν χώρο κατοικίας ως εκείνους που θα επιθυμούσαν άλλες συνθήκες διαβίωσης. Ωστόσο, παρ' όλο που πρόκειται για αρκετά ευέλικτους ορισμούς, το εύρος και η γενική σκοπιά από την οποία προσεγγίζουν το φαινόμενο, είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε παρερμηνείες. Τρίτον, οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται για στατιστικούς λόγους. Στην περίπτωση αυτή το φαινόμενο αναγνωρίζεται ως ένα κοινωνικό πρόβλημα, με στόχο την ποσοτική του καταμέτρηση και τη χρησιμοποίηση των δεδομένων από οργανισμούς ή φορείς. Οι στατιστικοί ορισμοί, δεν αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητοι, αλλά ως έρευνες οι οποίες ενσωματώνονται σε άλλους ορισμούς. Τέταρτον, οι ορισμοί οι οποίοι σχετίζονται αποκλειστικά με την έλλειψη κατοικίας και τη βιωσιμότητα της. Οι ορισμοί αυτοί θεωρούνται αρκετά ελλιπείς, καθώς παραβλέπουν άλλες πτυχές του φαινομένου.

[2] ο.π. σ. 12-13

38

Πέμπτον, τους ορισμούς που υιοθετεί το ευρύ κοινό.Οι ορισμοί αυτοί, αν και δεν χρησιμοποιούνται από την επίσημη βιβλιογραφία, είναι αρκετά κρίσιμοι, καθώς επηρεάζουν ιδιαίτερα τη στάση που έχουν απέναντι στο ζήτημα το κράτος και οι διάφοροι οργανισμοί. Οι κοινωνικά επικρατούντες ορισμοί μπορεί να οδηγήσουν στην κοινωνική


Διαφοροποιήσεις και ορισμοί

απάθεια ή, αντίστροφα, την κοινωνική οργή και την αίτηση για λήψη κοινωνικών μέτρων και να διαμορφώσουν στερεότυπα που μπορούν να είναι είτε χρήσιμα είτε υπονομευτικά ως προς το φαινόμενο. Όσων αφορά τους θεσμικούς ορισμούς, ο ευρωπαϊκός οργανισμός FEANTSA3, ανέπτυξε, το 2005, μια τυπολογία για την έλλειψη στέγης και τον αποκλεισμό από την κατοικία με την ονομασία ETHOS4. Σκοπός αυτής της τυπολογίας είναι να συμβάλει στην βελτίωση της καταγραφής και της χαρτογράφησης του προβλήματος, και στην ανάπτυξη μιας κοινής ορολογίας όσων αφορά το ζήτημα των αστέγων στην Ευρώπη, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η διακρατική ανταλλαγή δεδομένων. Η εν λόγω τυπολογία ορίζει τρία χαρακτηριστικά του «σπιτιού» η έλλειψη των οποίων περιγράφει την έλλειψη στέγης. Το να έχει κανείς «σπίτι» σημαίνει: 1. να έχει οίκημα (ή χώρο), στον οποίο το άτομο και η οικογένεια του έχουν την αποκλειστική κυριότητα (φυσική διάσταση), 2. να είναι κανείς σε θέση να διαθέτει προσωπικό χώρο και να απολαμβάνει τις κοινωνικές του σχέσεις (κοινωνική διάσταση), και 3. να έχει κανείς έναν νόμιμο τίτλο για την ιδιοκτησία ενός χώρου (νομική διάσταση). Με βάση αυτή την ανάλυση προκύπτουν οι παρακάτω κύριες διαφοροποιήσεις: άστεγοι στον δρόμο, έλλειψη κατοικίας, επισφαλής στέγη και ανεπαρκής ή ακατάλληλη στέγη, οι οποίες όλες υποδηλώνουν την έλλειψη σπιτιού. Κατά συνέπεια η τυπολογία ETHOS κατατάσσει τους ανθρώπους που είναι άστεγοι σύμφωνα με τις συνθήκες διαβίωσης και στέγασης. Οι 4 αυτές βασικές εννοιολογικές κατηγορίες που αναφέρθηκαν χωρίζονται με τη σειρά τους σε 13 υποκατηγορίες σύμφωνα με επιμέρους λειτουργικούς ορισμούς (βλ.πίνακα). Στην Ελλάδα, ο «επίσημος» ορισμός των αστέγων δόθηκε αρκετά αργότερα, και για πρώτη φορά, μόλις το Φεβρουάριο του 2012.Σύμφωνα με το άρθρο 29 του νόμου 40525, ως άστεγοι, «ορίζονται όλα τα άτομα που διαμένουν νόμιμα στη χώρα, τα οποία στερούνται πρόσβασης ή έχουν επισφαλή πρόσβαση σε επαρκή ιδιόκτητη, ενοικιαζόμενη ή παραχωρημένη κατοικία που πληροί τις αναγκαίες τεχνικές προδιαγραφές και διαθέτει τις βασικές

[3] European Federation of National Organisations working with the Homeless, μτφρ. Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία οργανώσεων που εργάζονται με τους αστέγους [4] FEANTSA, 2005, ETHOS - European Typology on Homelessness and Housing Exclusion [5] Άρθρο 29 Ν. 4052/ΦΕΚ Α’ 41/01.03.2012

39


Προσεγγίσεις της αστεγίας

υπηρεσίες ύδρευσης και ηλεκτροδότησης» καθώς επίσης δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε εκείνους «που διαβιούν στο δρόμο, σε ξενώνες, αυτοί που φιλοξενούνται από ανάγκη προσωρινά σε ιδρύματα ή άλλες κλειστές δομές, καθώς και αυτοί που διαβιούν σε ακατάλληλα καταλύματα». Όπως διαπιστώνουμε υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με τον ορισμό όπως διατυπώθηκε από τον ευρωπαϊκό οργανισμό FEANTSA, καθώς σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία αποκλείονται ευρείες κοινωνικές ομάδες, όπως για παράδειγμα οι μετανάστες χωρίς χαρτιά οι οποίοι δεν «διαμένουν νομίμως» στη χώρα. Κάτι τέτοιο προφανώς συντελεί στην αδυναμία ποσοτικοποίησης του φαινομένου καθώς εξαιρείται ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που ζουν είτε στο δρόμο είτε σε επισφαλείς συνθήκες στέγασης.

40


Διαφοροποιήσεις και ορισμοί

εικ. 1: η τυπολογία ETHOS

41


4

Η αναζήτηση των αιτιών


Η αναζήτηση των αιτιών

44


Αίτια εκδήλωσης του φαινομένου της αστεγίας

Η αναζήτηση των αιτιών Αίτια εκδήλωσης του φαινομένου της αστεγίας Η αναζήτηση των αιτιών των διαφόρων κοινωνικών προβλημάτων είναι μια σύνθετη διαδικασία κατά την οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο οι συνθήκες που επικρατούν σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, όσο και οι αντιλήψει που επικρατούν γύρω από την έννοια, και την ερμηνεία, του ατόμου και της κοινωνίας. Σύμφωνα με τον Foucault1, οι ερμηνευτικές προσλήψεις για τους σχετικούς παράγοντες διαφοροποιούνται αναλόγως των εκάστοτε κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών, καθώς και των αναπαραστάσεων που ο κυρίαρχος λόγος κατασκευάζει για τις ευάλωτες κοινωνικά ομάδες. Η διαδρομή κάθε ανθρώπου προς την έλλειψη στέγης εμπεριέχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία αλληλεπιδρούν μοναδικά μεταξύ τους στο πλαίσιο της συγκυρίας στην οποία διαδραματίζονται2. Οι υποστηρικτές της προσέγγισης των διαδρομών (pathways), βασίζουν την έρευνα τους στις ατομικές εμπειρίες και διαδρομές των ατόμων για την εκδήλωση του φαινομένου. Πιο συγκεκριμένα, μια διαδρομή προς και από την αστεγία μπορεί να οριστεί ως «η πορεία ενός ατόμου ή ενός νοικοκυριού, η εμπειρία τους ως άστεγοι και η πορεία που ακολουθούν για να βγουν από την κατάσταση αυτή και να έχουν πρόσβαση σε ασφαλή κατοικία»3. Στο σημείο αυτό θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια συνολική εικόνα των παραγόντων που μπορούν να συμβάλλουν στην εκδήλωση του φαινομένου και να κάνουμε μια σχετική κατηγοριοποίηση τους, βασισμένη κυρίως στη βιβλιογραφία, χωρίς ωστόσο να παραβλέπουμε την πολυπλοκότητα του και το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια καθαρή γραμμική σχέση μεταξύ αυτών και της συνθήκης της αστεγίας. Ως προς το φαινόμενο, για δεκαετίες επικράτησαν δύο προσεγγίσεις με εγγενή λειτουργιστικά χαρακτηριστικά, εκ των οποίων η πρώτη εστίαζε σε ψυχολογικά αίτια και στην προσωπική ευθύνη του ατόμου ενώ η δεύτερη σε δομικά αίτια που έχουν να κάνουν με την οργάνωση της κοινωνίας και τις αναδιαρθρώσεις του κράτους ευημερίας. Σύμφωνα

[1] Foucault, M., 1980, στο Παπαδοπούλου, Δέσποινα και Κουραχάνης, Νίκος, 2017, Άστεγοι και κοινωνικός αποκλεισμός στην Ελλάδα της κρίσης, Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος, σ. 84 [2] Anderson, I., & Tulloch, D., 2000 στο ο.π. σ. 91 [3] Anderson, I., & Tulloch, D., 2000 στο Somerville, Peter, 2013, Understanding Homelessness, Housing, Theory and Society, σ. 7

45


Η αναζήτηση των αιτιών

με τον λειτουργισμό, η κοινωνία είναι ένα σύστημα στο οποίο ένα σύνολο στοιχείων, ή επιμέρους στοιχεία, βρίσκονται σε αλληλεπίδραση μεταξύ τους4. Το μοντέλο της προσωπικής ευθύνης εστιάζει στην ατομική υπαιτιότητα ως βασικό αίτιο εκδήλωσης του φαινομένου της αστεγίας. Σύμφωνα με αυτό η αστεγία και απόκλισης από τους κυρίαρχους κοινωνικούς κανόνες είναι αποτέλεσμα ατομικών πράξεων. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι το άτομο, μέσω των προσωπικών του επιλογών, οδηγείται στην αποκοπή του και στην περιθωριοποίηση από το κοινωνικό γίγνεσθαι αφού αποκλίνει από τις κυρίαρχες κοινωνικές και ηθικές αξίες. Η χρήση και η εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες και το αλκοόλ είναι δύο παράδειγμα «εθελούσιας», θα λέγαμε, αποκοπής, καθ' ότι κρίνονται ως αίτια και όχι ως αποτελέσματα κοινωνικών προβλημάτων, ενώ χαρακτηρίζουν και το «προφίλ» των αστέγων. Ακόμη ένας παράγοντας που συνδέεται με την αστεγία είναι οι ψυχικές ασθένειες, καθώς θεωρούνται, δεδομένης της έλλειψης επαρκούς μέριμνας, ότι οδηγούν στο να καταστεί κάποιος άστεγος. Ωστόσο, είναι σημαντικό να τονιστεί, ότι τόσο οι εξαρτήσεις όσο και η ύπαρξη ψυχικών ασθενειών δεν προϋπάρχουν εξ' ορισμού του φαινομένου. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες άστεγοι, λόγω των δυσμενών συνθηκών διαβίωσης, έχουν εμφανίσει είτε εθισμούς σε ουσίες είτε διαφόρου τύπου ψυχικές ασθένειες, αφού βρεθούν στην κατάσταση αυτή, και όχι πριν.

[4] Turner, J., & Maryanski, A.Z., 1979 στο Παπαδοπούλου, Δέσποινα και Κουραχάνης, Νίκος, 2017, Άστεγοι και κοινωνικός αποκλεισμός στην Ελλάδα της κρίσης, Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος, σ. 59 [5] Rossi, P., 1989 στο ο.π. σ. 61

46

Διαπιστώσεις όπως αυτή συνδέονται με το μοντέλο των δομικών κοινωνικών αιτίων, αυτό που εστιάζει στη δομή της κοινωνίας και στις επικρατούσες κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες. Σύμφωνα με τον Peter Rossi5, μεγάλες αλλαγές στη σφαίρα της κοινωνίας και της οικονομίας επιφυλάσσουν αρνητικές κοινωνικές συνέπειες για τις ευάλωτες κοινωνικά ομάδες. Στους δομικούς παράγοντες συγκαταλέγονται η αύξηση των τιμών των κατοικιών και των ενοικίων, η επισφαλής εργασία, οι χαμηλοί μισθοί και τα υψηλά ποσοστά ανεργίας. H πολυπλοκότητα του φαινομένου και η συμβολή πολλαπλών παραγόντων στην εμφάνιση του, οδήγησε στην σταδιακή εξάλειψη του διπόλου μεταξύ ατομικών και δομικών παραγόντων και στην αντικατάσταση τους από μια


Αίτια εκδήλωσης του φαινομένου της αστεγίας

πιο ολιστική προσέγγιση.Όσων αφορά την ατομική προσέγγιση, το βασικό πρόβλημα έγκειται στο ότι το άτομο στην περίπτωση αυτή κρίνεται με βάση στερεοτυπικές αντιλήψεις, χαρακτηρίζοντας το εκ των προτέρων ως δυσλειτουργικό, χωρίς να εξετάζονται άλλοι συντελεστές οι οποίοι μπορεί να συνέβαλαν σε αυτή την κατάσταση, όπως για παράδειγμα η ανεργία. Αντίστοιχα, όσων αφορά την δομική προσέγγιση, η επικέντρωση στα δομικά αίτια, ως μοναδικό υπαίτιο, δίνει την αίσθηση ότι τα άτομα είναι ανίκανα να αντιδράσουν και να επηρεάσουν το μέλλον τους. Σαφώς, και αυτό δεν μειώνει τον ρόλο που παίζουν οι κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες, ωστόσο πάντα υπάρχει η δυνατότητα αντίδρασης ή/και διάδρασης από την πλευρά του ατόμου. Όπως υποστηρίζει και ο Giddens6 με βάση τη θεωρία της δομοποίησης (structuration), δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις μια κοινωνία ως ένα δίπολο μεταξύ δομών και ατομικών δυνατοτήτων. Αντιθέτως, θα πρέπει να δεις τον τρόπο με τον οποίο οι δομές και οι ατομικές δυνατότητες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ύπήρξε, λοιπόν, η ανάγκη μιας νέας προσέγγισης η οποία θα επεδίωκε να συνδυάσει τα παραπάνω. Στις αρχές της δεκαετίας του '90 έγινε μια προσπάθεια συνδυασμού των δομικών παραγόντων με αυτούς που σχετίζονται με προσωπικές επιλογές ή/και ευπάθειες. Σύμφωνα με την προσέγγιση της «Νέας Ορθοδοξίας», όπως αυτή ονομάστηκε, η αστεγία μπορεί να εξηγηθεί με αναφορά στον τρόπο με τον οποίο οι δομικές αλλαγές της κοινωνίας έχουν εντονότερη επίδραση σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, είτε εξαιτίας της ύπαρξης ενός δομικού μειονεκτήματος είτε (συχνότερα) εξαιτίας κάποιων ευπαθειών οι οποίες καθιστούν το άτομο ανίκανο να αντιμετωπίσει τις αλλαγές αυτές7. Όπως υποστηρίζει και η Fitzpatrick8, οι δομικοί παράγοντες δημιουργούν, ευνοϊκές συνθήκες για την εμφάνιση των αστέγων, και οι άνθρωποι οι οποίοι αντιμετωπίζουν προσωπικά προβλήματα είναι περισσότερο ευάλωτοι και εκτεθειμένοι σε αυτό τον κίνδυνο. Παράλληλα, ωστόσο, με τους δομικούς και τους ατομικούς παράγοντες έχει διαπιστωθεί ότι σημαντική είναι και η συμβολή τόσο των θεσμικών όσο και των σχεσιακών παραγόντων. Η ύπαρξη ή η απουσία θεσμικού πλαισίου, ο τρόπος διασποράς των κοινωνικών υπηρεσιών στον χώρο, τα κριτήρια πρόσβασης τους και τα κριτήρια ορισμού των δικαιούχων, η μορφή των υπηρεσιών και τα

[6] Giddens, A., 1984 στο Ravenhill, Megan, 2014, The culture of homelessness: an ethnographic study (PhD Thesis), σ. 39 [7] May, J., 2000 στο Somerville, Peter, 2013, Understanding Homelessness, Housing, Theory and Society, σ. 5 [8] Fitzpatrick, 2005 στο Παπαδοπούλου, Δέσποινα και Κουραχάνης, Νίκος, 2017, Άστεγοι και κοινωνικός αποκλεισμός στην Ελλάδα της κρίσης, Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος, σ. 87

47


Η αναζήτηση των αιτιών

είδη των παροχών τους είναι σημαντικές συνιστώσες που ευνοούν ή αποθαρρύνουν, βελτιώνουν ή επιδεινώνουν την αποτελεσματικότητα των πολιτικών για την αντιμετώπιση της απώλειας στέγης9. Αντίστοιχα, η χαλάρωση και η διάρρηξη του κοινωνικού δεσμού, η ύπαρξη σε ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον και η απουσία ενός επαρκούς κοινωνικού περίγυρου, ή δικτύου φίλων, μπορεί να συμβάλει στην αύξηση των πιθανοτήτων για την εμφάνιση του φαινομένου. Ο Bill Edgar10 έκανε μια προσπάθεια να συγκεντρώσει όλους τους παραπάνω παράγοντες (δομικούς, θεσμικούς, σχεσιακούς, ατομικούς) και να τους κατηγοριοποιήσει, αναλύοντας παράλληλα με ποιο τρόπο μπορεί να συμβάλλει ο καθένας από αυτούς στην απώλεια στέγης. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δομικοί παράγοντες προκαλούνται από τις συνέπειες της φτώχειας και της θέσης στην απασχόληση και επίσης από τις παραμέτρους που εμποδίζουν την πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες. Οι θεσμικοί παράγοντες, σχετίζονται με τη απουσία υποστήριξης σε μια σειρά ζητημάτων που προκαλούνται από ανεπαρκείς δομές ή έλλειψη κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και από μακροχρόνια διαμονή σε ιδρύματα ή σε άλλες μορφές εγκλεισμού. Από την άλλη πλευρά, παράγοντες σχέσεων, όπως η ενδοοικογενειακή βία ή ένα διαζύγιο, είναι δυνητικοί κίνδυνοι πρόκλησης της απώλειας στέγης. Τέλος, οι προσωπικοί παράγοντες είναι οπωσδήποτε κεντρικό ζήτημα στην πρόκληση της απώλειας στέγης. Οι ατομικοί παράγοντες, όπως η έλλειψη επίγνωσης για ενδεχόμενους κινδύνους, ή η άγνοια των επιλογών και των προοπτικών σε μια δύσκολη κοινωνική κατάσταση, ή ζητήματα εξαρτήσεων από ουσίες, ή τα οικονομικά χρέη, μπορούν να εκθέσουν τους ανθρώπους σε ακραίες κοινωνικές καταστάσεις.

Το φαινόμενο στην Ελλάδα

[9] Morse, G., 1992 στο Παπαδοπούλου, Δέσποινα και Κουραχάνης, Νίκος, 2017, Άστεγοι και κοινωνικός αποκλεισμός στην Ελλάδα της κρίσης, Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος, σ. 87 [10] Edgar, B., 2009, στο ο.π. σ. 88

48

Η εμφάνιση των αστέγων στην Ελλάδα αποτελεί ένα σχετικά νέο φαινόμενο, καθώς πριν το ξέσπασμα της κρίσης αυτοί που δεν είχαν πρόσβαση σε κατοικία ήταν ελάχιστοι. Αυτό δεν οφειλόταν σε καμία περίπτωση στην ύπαρξη επαρκούς κράτους πρόνοιας. Η ιδιοκτησία κατοικίας αποτελούσε για πολλά χρόνια σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής οικογένειας. Στην απόκτηση της λειτούργησαν υποβοηθητικά, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, πολιτι-


Το φαινόμενο στην Ελλάδα

κές αποφάσεις που διευκόλυναν τον τομέα της κατασκευής (αυθαίρετα, αντιπαροχές), καθώς και διευκολύνσεις που παρέχονταν από το χρηματοπιστωτικό σύστημα για την απόκτηση στεγαστικών δανείων (τα κριτήρια τα οποία έπρεπε να πληρεί κάποιος προκειμένου να καταφέρει να πάρει κάποιο δάνειο ήταν μηδαμινά). Παράλληλα, η ύπαρξη άτυπων στενών οικογενειακών και κοινωνικών δικτύων, η οποία ήταν πολύ ισχυρή στην ελληνική κοινωνία, λειτουργούσε ως σφαίρα ασφαλείας, προστατεύοντας τα πιο ευάλωτα άτομα που εντάσσονταν στο πλαίσιο του. Σύμφωνα με την Ferrera11, η Ελλάδα ομαδοποιείται στο Νοτιοευρωπαϊκό καθεστώς ευημερίας. Αυτό συνεπάγεται ότι παρά το γεγονός ότι η στεγαστική υποστήριξη των ατόμων και των οικογενειών αποτελεί μέλημα του κράτους και είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη12, υπάρχει μια διαχρονικά περιορισμένη συμβολή του σε αυτό, με αποτέλεσμα την ευθύνη να την αναλάμβάνει ο άτυπος θεσμός της οικογένειας. Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, το 2010, οι συνθήκες που επικράτησαν σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, καθώς και οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν (ύψηλές φορολογήσεις κτλ), έφεραν πολλά νοικοκυριά αντιμέτωπα με ένα αυξημένο κόστος στέγασης. Αυτό είχε ως συνέπεια την αδυναμία αυτών να ανταπεξέλθουν στις στεγαστικές τους ανάγκες όπως η πληρωμή ενοικίων, λογαριασμών κοινής ωφέλειας, ακόμη και η διατροφή. Παράλληλα, πολλά από αυτά αντιμετωπίζουν μεγάλη δυσκολία αποπληρωμής των δανείων, καταναλωτικών ή/και στεγαστικών, με αποτέλεσμα να βρίσκονται υπό τον κίνδυνο εξώσεων. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσοστό ιδιόκτητης κατοικίας στην Ελλάδα ανέρχεται σε ποσοστό 75%, εκ των οποίων περίπου το 20% έχει αγοραστεί μέσω δανείου ή/και είναι υποθήκευμένο13. Ιδιαίτερα μετά την άρση του νόμου περί της «προστασίας της πρώτης κατοικίας», πολλές οικογένειες βρίσκονται στο χείλος του να βρεθούν κυριολεκτικά στο δρόμο. Όλα αυτά, βέβαια, δεν είναι αποκομμένα από τις συνθήκες που επικρατούν στον εργασιακό τομέα. Οι χαμηλοί μισθοί, η εργασιακή επισφάλεια, η παροδική και η ανασφάλιστη εργασία δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ο φόβος της απόλυσης είναι σημείο των καιρών, με τα ποσοστά ανεργίας να βρίσκονται το έτος 2017 στο 21,5 %14.

[11] Ferrera, M., 1996 στο σ. 88 [12] Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ελληνικού Συντάγματος: «Η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που τη στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους.» , Σύνταγμα της Ελλάδας, 1975, Προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας και παιδικής ηλικίας, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες, άρθρο 21, Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων [13] EUROSTAT, 2015, Στατιστικές στέγασης [14] ΕΛΣΤΑΤ, 2018, Συνθήκες διαβίωσης στην Ελλάδα, Ελληνική στατιστική υπηρεσία

49


Η αναζήτηση των αιτιών

[15] όπως ορίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ: «Ο δείκτης «ποσοστό ατόμων με υλικές στερήσεις» εκτιμά το επίπεδο διαβίωσης μετρώντας το ποσοστό του πληθυσμού που δεν μπορεί να ανταποκριθεί οικονομικά ή στερείται, λόγω οικονομικής αδυναμίας, τουλάχιστον 3 από έναν κατάλογο 9 αγαθών και υπηρεσιών: – Πληρωμή πάγιων λογαριασμών, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, πάγιοι λογαριασμοί (ηλεκτρικού ρεύματος, νερού, αερίου κλπ.), δόσεις πιστωτικών καρτών ή δόσεις δανείου για οικοσκευή, διακοπές κλπ., ή αγορές με δόσεις κύριας κατοικίας – Διακοπές για μία εβδομάδα – Διατροφή που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας – Έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες αξίας, περίπου, 540 ευρώ – Τηλέφωνο (περιλαμβάνεται και το κινητό τηλέφωνο) – Έγχρωμη τηλεόραση – Πλυντήριο ρούχων – ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο – Ικανοποιητική θέρμανση» [16] ΕΛΣΤΑΤ, 2018, Συνθήκες διαβίωσης στην Ελλάδα, Ελληνική στατιστική υπηρεσία [17] όπως ορίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ: «Πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό: ο δείκτης αναφέρεται στο ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή στερείται υλικών αγαθών ή διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας.» [18] ΕΛΣΤΑΤ, 2018, Συνθήκες διαβίωσης στην Ελλάδα, Ελληνική στατιστική υπηρεσία [19] National Centre of Social Research, 2002 στο Theodorikakou, Ο., Alamanou, Α. & Katsadoros, Κ., 2015, “Neo-homelessness” and the Greek Crisis, NGO Klimaka

50

Τα χαρακτηριστικά της νέας εποχής συμπληρώνονται από την αύξηση των ατόμων με υλικές στερήσεις15, το ποσοστό των οποίων ανέρχεται, μέχρι και το έτος 2016, σε 42,5 % του συνολικού πληθυσμού16. Αντίστοιχη αυξητική τάση είχαν και τα ποσοστά του πληθυσμού που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού17, τα οποία αυξήθηκαν μέσα στα έτη 2009-2016 από 29,3% σε 35,6%18 (ποσοστό το οποίο εν έτη 2016 ήταν το υψηλότερο ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε.). Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και η χαλάρωση των κοινωνικών δεσμών, που είχαν ρυθμιστικό, και πολλές φορές σωτήριο, ρόλο στο παρελθόν. Η παράλληλη κοινωνική κρίση, στο πλαίσιο της γενικότερης νεοφιλελευθεροποίησης, ανέτρεψε το παραδοσιακό οικογενειακό μοντέλο και διέρρηξε τους ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς του παρελθόντος. Πιο συγκεκριμένα, με το πέρασμα των χρόνων και όσο η ελληνική κοινωνία «μετασχηματιζόταν» η παραδοσιακή δομή της οικογένειας άλλαξε. Οι σχέσεις και τα δίκτυα υποστήριξης που υπήρχαν πρότερα, στα οποία εντάσσεται και η «παραδοσιακή» δομή της οικογένειας, άρχισαν να διαβρώνονται και να μεταβάλλονται. Μέχρι τώρα η οικογένεια στην Ελλάδα λειτουργούσε ως ένας μηχανισμός στήριξης για τα μέλη της, συγκεντρώνοντας και διανέμοντας αγαθά, οικονομικά και υλικά, σε όσα από αυτά το είχαν ανάγκη. Ωστόσο, το μεσογειακό μοντέλο οικογένειας αρχίζει να δυτικοποιείται πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα να αρχίζει να εξαλείφεται η αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της. Ως αποτέλεσμα, πολλά άτομα τα οποία δεν έχουν πλέον τη στήριξη της οικογένειας να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού19. Οι μεταβολές αυτές συνέβαλαν στην ανατροπή και στον επαναπροσδιορισμό του προηγούμενου υποστηρικτικού κοινωνικού μοντέλου. Τα άτομα καλούνται τώρα μόνα τους να αντιμετωπίσουν την οποιαδήποτε δυσχέρεια. Το δικαίωμα στην κατοικία οφείλει να προστατεύεται από το ελληνικό κράτος. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του συντάγματος20 «H απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Kράτους.». Παρ' όλα αυτά δεν ορίζεται σε θεσμικό πλαίσιο η υποχρέωση των τοπικών αρχών και της κεντρικής διοίκησης, ούτε υπάρχει


Το φαινόμενο στην Ελλάδα

ένα σαφές πρόγραμμα για παροχή στέγης και ψυχοκοινωνικής στήριξης σε άτομα ή κοινωνικές ομάδες που διαβιούν ή διατρέχουν κίνδυνο να βρεθούν εκτός στέγης. Συνεπώς, η ανυπαρξία επαρκούς στεγαστικής πολιτικής και η υποχώρηση του, ήδη ανεπαρκούς, κράτους πρόνοιας προς μια νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση, κάθε άλλο παρά συμβάλλουν σε αυτό. Απόρροια όλων των παραπάνω είναι τα τελευταία χρόνια να αντιμετωπίζουμε μια πρωτοφανή, για τα ελληνικά δεδομένα, αύξηση των αστέγων. Ο άστεγος πληθυσμός της Ελλάδας μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε τρεις κύριες κατηγορίες. Η πρώτη αποτελείται από άτομα τα οποία βρέθηκαν στο δρόμο λόγω ενός συνδυασμού παραγόντων όπως, η ανεργία και το χαμηλό εισόδημα, τα ψυχικά προβλήματα, συνήθως συνδυασμένα με κάποιο εθισμό (τυχερά παιχνίδια, ναρκωτικά, αλκοόλ) και η έλλειψη υποστηρικτικού δικτύου. Τα άτομα τα οποία συγκαταλέγονται σε αυτή την κατηγορία είναι κυρίως έλληνες ή μετανάστες οι οποίοι πάσχουν από ψυχικές διαταραχές και συνήθως είναι μακροχρόνια άστεγοι. Η δεύτερη κατηγορία είναι αυτή των νεο-άστεγων. Σε αυτούς ανήκουν άστεγοι οι οποίοι μέχρι πρότινος είχαν ένα ικανοποιητικό επίπεδο ζωής και έχουν ένα σχετικά υψηλό επίπεδο μόρφωσης. Όσων αφορά τους λόγους για τους οποίους βρέθηκαν σε αυτή τη συνθήκη συνήθως έχει να κάνει με οικονομικές δυσκολίες και ανεργία. Οι μετανάστες που συγκαταλέγονται σε αυτοί την κατηγορία είναι αυτοί που, θα λέγαμε, ότι έχουν ένα υψηλό επίπεδο κοινωνικής ενσωμάτωσης. Η τελευταία κατηγορία έχει να κάνει κατά βάση με μετανάστες, οι οποίοι αναζητούν άσυλο και βρίσκονται σε μια κατάσταση «αναμονής», μη έχοντας νόμιμα χαρτιά παραμονής. Οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα έλλειψης στέγης, αν και τις περισσότερες φορές προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες στεγαζόμενοι σε ακατάλληλα σπίτια, με μεγάλη συγκέντρωση ατόμων21. Η νέα κατηγορία περιθωριοποιημένων ατόμων, οι επονομαζόμενοι ως «νεοάστεγοι», έκανε την εμφάνιση της τα τελευταία χρόνια. Ο όρος «νεο-άστεγοι» εισήχθη από τη ΜΚΟ Κλίμακα, προκειμένου να περιγράψει ένα διαφοροποιημένο πληθυσμό αστέγων, ο οποίος προέκυψε όχι πολύ μετά το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα. Συγκριτικά με τον «παραδοσιακό»22 άστεγο πληθυσμό, οι «νεο-άστεγοι» δεν εμφανίζουν σοβαρά ψυχικά προβλή-

[20] Σύνταγμα της Ελλάδας, 1975, Προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας και παιδικής ηλικίας, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες, άρθρο 21, Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων [21] Alamanou et al, 2011 στο Theodorikakou, Ο., Alamanou, Α. & Katsadoros, Κ., 2015, “Neo-homelessness” and the Greek Crisis, NGO Klimaka [22] ο όρος παραδοσιακός χρησιμοποιείται, ώστε να γίνει αναφορά στην πρώτη κατηγορία αστέγων, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση που έγινε παραπάνω.Σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει διάθεση κανονικοποίησης και νομιμοποίησης του φαινομένου

51


Η αναζήτηση των αιτιών

ματα, ή προβλήματα παραβατικότητας, και εμφανίζουν να έχουν περισσότερες πιθανότητες κοινωνικής επανένταξης και ενσωμάτωσης, συγκριτικά με τους πρώτους. Παρ' όλα αυτά, η απώλεια στέγης είναι από μόνη της ένα παράγοντας αυξημένοθ άγχους για το άτομο, καθώς οι «νεο-άστεγοι» είχαν μέχρι πρότινος ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο και οι περισσότεροι από αυτούς δεν περίμεναν ποτέ ότι θα αντιμετώπιζαν τόσο έντονα και σοβαρά προβλήματα επιβίωσης. Αυτή είναι μια πολύ μεγάλη αλλαγή στη ζωή τους, η οποία προκαλεί σοκ, ειδικά στην αρχή, και έντονα αισθήματα άγχους, θλίψης, θυμού, φόβου κτλ. Η τωρινή τους κατάσταση και η αδυναμία τους να υποστηρίξουν επαρκώς τις οικογένειες τους, και τους ίδιους τους εαυτούς τους, θα συμπληρώσουμε, επιδρά αρνητικά στην προσωπική τους εικόνα και στον ρόλο τους στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον αλλά και ευρύτερα στις κοινωνικές τους σχέσεις23. Τα στατιστικά δεδομένα που έχουμε σήμερα για τον αριθμό των αστέγων στην Ελλάδα έχουν προκύψει από σπασμωδικές έρευνες δημόσιων και ιδιωτικών φορέων, ωστόσο πρόκειται για μια αρκετά ελλειμματική καταμέτρηση.Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι οι καταγραφές αφορούν κυρίως τους «ορατούς» άστεγους ή αυτούς που φιλοξενούνται σε κάποια σχετική δομή.Αυτό σημαίνει ότι αποκλείεται αυτόματα μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων όπως αυτοί που διαμένουν σε επισφαλείς συνθήκες και αυτοί που κοιμούνται σε αυτοκίνητα ή άλλου τύπου ακατάλληλα καταλύματα.Παράλληλα, αποκλείεται και ο μεγάλος αριθμός των μεταναστών οι οποίοι διαμένουν υπο αυτές τις συνθήκες, καθώς, δεν είναι «νόμιμοι» κάτοικοι της χώρας και δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες, από τις οποίες γίνεται συνήθως η άντληση των στοιχείων. Για όλους τους παραπάνω λόγους θα αποφύγουμε η οποιαδήποτε παράθεση στατιστικών στοιχείων και αριθμών που αφορούν το ζήτημα, γίνεται με σχετική επισφάλεια.

[23] Theodorikakou, Ο., Alamanou, Α. & Katsadoros, Κ., 2015, “Neo-homelessness” and the Greek Crisis, NGO Klimaka

52

Οι πρακτικές οι οποίες εφαρμόζονται για να αντιμετωπίσουν την κρίση έχουν ως αποτέλεσμα οι πολίτες να εγκλωβίζονται μέσα σε αυτό το πλαίσιο των πολιτικών αναταραχών, ενώ παράλληλα αυξάνεται το χάσμα των κοινωνικών ανισοτήτων, μια συνθήκη η οποία αυξάνει τα κοινωνικά προβλήματα. Η αύξηση του αριθμού των αυτοκτονιών, η ανάδυση του πληθυσμού των «νεο-άστεγων», τα αυξημένα ποσοστά παραβατικότητας και η οικονομική


Το φαινόμενο στην Ελλάδα

ανασφάλεια δεν είναι «αποτελέσματα» μια παθογενούς κατάστασης στο πλαίσιο της κρίσης.Αντιθέτως, αποτελούν λογικά επακόλουθα ενός συστήματος που είναι αποκομμένο από την κοινωνική πραγματικότητα14. Ενός συστήματος το οποίο προωθεί την κοινωνική ανισότητα με πρόσχημα την αντιμετώπιση της κρίσης. Δεν θα ήταν γενίκευση να πούμε ότι κοινός παρονομαστής όλων των αυτών των ανθρώπων είναι η φτώχεια και οι ακραίες κοινωνικές ανισότητες που προωθούννται. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί το ότι πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα. Μια δεκαετία πριν το ξέσπασμα της παγκόσμιας και Ευρωπαϊκής κρίσης, πολλοί ειδικοί αναλυτές, όπως οι Gordon και Townsend15, επεσήμαναν ότι στην Ευρώπη τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ου αιώνα: «η ταχύτητα της κοινωνικής πόλωσης φαίνεται να είναι πολύ γρηγορότερη τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ου αιώνα από οποιαδήποτε άλλη περίοδο στην καταγεγραμμένη ιστορία, επειδή οι μισθοί και η αγορά εργασίας έχουν απορρυθμιστεί, η προοδευτική φορολογία μειώθηκε, η κοινωνική ασφάλιση έχει αποδυναμωθεί και οι δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες έχουν ουσιαστικά ιδιωτικοποιηθεί». Πιο συνοπτικά, επειδή στο σύνολο της Ευρώπης ακολουθούνται οι επιταγές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

[24] Theodorikakou, Ο., Alamanou, Α. & Katsadoros, Κ., 2015, “Neo-homelessness” and the Greek Crisis, NGO Klimaka, σ.209 [25] Gordon, D. & Townsend, P., 2000 στο Theodorikakou, Ο., Alamanou, Α. & Katsadoros, Κ., 2015, “Neo-homelessness” and the Greek Crisis, NGO Klimaka

53


Η περίπτωση της Θεσσαλονίκης

­Το φαινόμενο στη Θεσσαλονίκη Η καταγραφή1, από την οποία αντλήθηκαν κυρίως τα παρακάτω στοιχεία, κινήθηκε χωρικά στο Δυτικό άκρο της Θεσσαλονίκης, την περιοχή γύρω από τον ΟΣΕ, στο κέντρο της πόλης και στο παραλιακό μέτωπο από το Λευκό Πύργο μέχρι και την οδό Μάρκου Μπότσαρη.Στις περιοχές αυτές συμπεριλήφθηκαν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, το ανατολικό κομμάτι της Άνω Πόλης, μέχρι τα σύνορα του με Άγιο Παύλο, και η περιοχή γύρω από τον οδικό άξονα της 25ης Μαρτίου.2 Παρ’ όλο που η καταγραφή αυτή κάλυψε μεγάλο κομμάτι της πόλης, τα όποια αποτελέσματα θα παρατεθούν με σχετική επιφύλαξη. Η δυσκολία καταγραφής του φαινομένου έγκειται κυρίως στα μεγάλα ποσοστά «κρυφής αστεγίας», ανθρώπων, δηλαδή, που ζουν σε άθλιες συνθήκες και στερούνται ακόμη και είδη πρώτης ανάγκης, παρόλο που δεν διαμένουν στο δρόμο, και άλλων οι οποίοι διαμένουν σε αυτοκίνητά ή άλλα σημεία, τα οποία είναι δύσκολα προσβάσιμα. Ωστόσο, κρίθηκε σημαντικό να χρησιμοποιήσουμε τα στοιχεία που αντλήθηκαν από αυτή προκειμένου να διαμορφώσουμε μια πρώτη εικόνα για το φαινόμενο στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Οι αριθμοί και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά Σύμφωνα με την καταγραφή ο αριθμός των αστέγων στην πόλη της Θεσσαλονίκης αγγίζει τους 380, εκ των οποίων οι 171 μένουν στο δρόμο ενώ οι υπόλοιποι χρησιμοποιούν τις υπάρχουσες δομές ή στεγάζονται σε κάποιο από τα υποστηριζόμενα διαμερίσματα.

[1] βλ. παράρτημα 1 [2] βλ. χάρτη

54

Από αυτούς οι περισσότεροι είναι ελληνικής καταγωγής, ενώ ακολουθούν άτομα με προέλευση από χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής ένωσης.Τα αποτελέσματα αυτά θεωρούμε ότι δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα. Εκτιμάται, μέσα από την προσωπική εμπειρία και δεδομένης της μεταναστευτικής κρίσης, ότι ο αριθμός των αστέγων ατόμων προερχόμενων από χώρες της Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής είναι αρκετά μεγάλος.Ωστόσο, είναι κατανοητό ότι οι άνθρωποι αυτοί , δεδομένης της έλλειψης νόμιμων χαρτιών, δεν έχουν πολλές φορές πρόσβαση σε υπηρεσίες και επιλέγουν σημεία τα οποία είναι δυσπρόσιτα, προκειμένου να προστατευθούν, δυσκολεύοντας πολύ την πρόσβαση σε αυτούς.


Όσον αφορά τις ηλικιακές ομάδες είναι εντυπωσιακό ότι σχεδόν όλοι ανήκουν στις λεγόμενες «παραγωγικές» ηλικίες.Το ποσοστό αυτών αγγίζει περίπου το 80% των καταγραφέντων, με το 40% να το αποτελούν άτομα ηλικίας 18-44 ετών. Σχετικά με την κατανομή των φύλων, οι άνδρες άστεγοι υπερτερούν κατά πολύ των γυναικών, χωρίς ωστόσο να εκλείπουν οι γυναίκες. Κλείνοντας, την παράθεση των στοιχείων, είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι οι χρήστες ουσιών και οι ψυχικά νοσούντες που καταγράφησαν αποτελούν σημαντική μειονότητα, αναλογικά με το σύνολο. Τα άιτια Στην πόλη της Θεσσαλονίκης τα αίτια δεν μπορούν να είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που συνδέονται με της εμφάνιση της αστεγίας και στην υπόλοιπη χώρα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της καταγραφής, το 25% των αστέγων αναφέρει ως αιτία για την οποία βρίσκεται στο δρόμο τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, την ανεργία, τα οικογενειακά προβλήματα και τα προβλήματα υγείας. Στο σύνολο επίσης του άστεγου πληθυσμού είναι εντυπωσιακό ότι οι μισοί περίπου εξ αυτών, βρίσκονται για πρώτη φορά στο δρόμο, με τους περισσότερους να δηλώνουν ότι πρώτερα κατοικούσαν σε δικό τους σπίτι. Η διαπίστωση αυτή αποδεικνύει την αυξητική τάση του φαινομένου τα τελευταία χρόνια.

55


[4]

[1]

[2]

[1] Περιοχή γύρω από τον Σιδήροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης [2] Λιμάνι Θεσσαλονίκης [3] Κέντρο Θσσαλονίκης [4] Άνω τμήμα Πλατείας Αριστοτέλους μέχρι και τη Ρωμαϊκή αγορά [5] Ανατολικό κομμάτι της Αγίου Δημητρίου μέχρι και Άνω Πόλη, στα σύνορα με Άγιο Παύλο [6] Περιοχές γύρ από την Αψίδα του Γαλερίου και τη Ροτόντα [7]Παραλιακό μέτωπο της Θεσσαλονίκης, από τον Λευκό πύργο μέχρι και την οδό Μάρκου Μπότσαρη [8]Περιοχές γύρω από τον οδικό άξονα της 25ης Μαρτίου


[5]

[6]

[3]

[7]

[8]

250

500

1000

2000 μ


5

Η πόλη των αποκλεισμών


Η πόλη των αποκλεισμών

60


Σχεδιαστικές και νομοθετικές περιθωριοποιησεις

Η πόλη των αποκλεισμών Σχεδιαστικές και νομοθετικές περιθωριοποιησεις Στο πεδίο της πόλης η ρευστή κατάσταση που επικρατεί σε ευρύτερο επίπεδο, οδηγεί σε έντονες συγκρούσεις περί του αστικού χώρου και της διεκδίκησης του. Οι ενέργειες που γίνονται για την αισθητικοποίηση των πόλεων οι οποίες στοχεύουν στον εξωραϊσμό τους και, τελικά, στην μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα τους εντός του πλαισίου της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης απαγορεύουν την ύπαρξη και τη δράση ομάδων οι οποίες θεωρείται ότι ενοχλούν και αλλοιώνουν αυτή την εικόνα. Όπως έχουν επισημάνει πολλοί γεωγράφοι, η παγκοσμιοποίηση στην πραγματικότητα δεν επιβεβαιώνεται από την «εξόντωση του χώρου από το χρόνο», αλλά μέσω της παραγωγής και αναπαραγωγής συγκεκριμένων ειδών χώρων1. Η εικόνα είναι το παν. Ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία η έννοια του τοπικού έχει χάσει την προηγούμενη της έλξη, οι πόλεις, και οι κυρίαρχες τάξεις εντός τους, κάνουν ότι μπορούν προκειμένου να προσελκύσουν το κεφάλαιο, οικονομικό ή/και συμβολικό. Το αίσθημα του φόβου είναι διάχυτο στο κόσμο που μας περιβάλλει, και όπως σχολιάζει και ο Nan Ellin2, «ο παράγοντας του φόβου, στην οικοδόμηση και αναδόμηση των πόλεων, έχει σίγουρα αυξηθεί, όπως φαίνεται από τον πολλαπλασιασμό των κλειδωμένων αυτοκινήτων και των πορτών κατοικιών, των συστημάτων ασφαλείας, από τη δημοφιλία των «περιφραγμένων» και «ασφαλών» κοινοτήτων για όλες τις ηλικιακές και εισοδηματικές ομάδες, καθώς και από την αυξανόμενη επιτήρηση των δημόσιων χώρων, για να μην αναφερθούμε στις ατελείωτες εκπομπές περί κινδύνου τις οποίες αναμεταδίδουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης». Σε αυτό συμβάλλει η απομάκρυνση των «παραβατικών» ομάδων η οποία συνεπάγεται, σύμφωνα με όσα προφασίζεται η κυρίαρχη τάξη, τη δημιουργία ενός «ποιοτικού» και «ασφαλούς» περιβάλλοντος για τα προνομιούχα υποκείμενα που δρουν σε αυτό, όπως οι επιχειρηματίες, οι τουρίστες και οι καταναλωτές. Η εικόνα λοιπόν αυτή της πόλης, καταλήγει να είναι πιο ισχυρή από τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των κατοίκων της. Μέσω της

[1] Mitchell, Don, 1997, The Annihilation of Space by Law: The Roots and Implications of Anti‐Homeless Laws in the United States, Antipode, σ.304 [2] Ellin, N., στο Bauman, Zygmunt, 2009, Ρευστοί καιροί.Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μτφρ: Γεώρμας Δ. Κωνσταντίνος, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 131

61


Η πόλη των αποκλεισμών

απαγόρευσης της επιτέλεσης βασικών δραστηριοτήτων, οι οποίες είναι απαραίτητες για την επιβίωση ενός ανθρώπου, και του περιορισμού των κινήσεων στο δημόσιο χώρο, ουσιαστικά σκιαγραφείται, ακόμη και αν δεν διατυπώνεται ξεκάθαρα, η απώθηση των αστέγων από εκεί, καθώς αφορούν δράσεις οι οποίες εκτελούνται από ανθρώπους οι οποίοι διαβιούν εκεί και προσπαθούν να καλύψουν τις καθημερινές βιοτικές τους ανάγκες εντός του. Ο Neil Smith, χρησιμοποίησε τον όρο «ρεβανσιστική πόλη», για να περιγράψει όλες αυτές τις πρακτικές που εφαρμόζονται σε τοπικό επίπεδο και στοχεύουν στην εξόντωση των ανθρώπων οι οποίοι κρίνεται ότι «δεν έχουν θέση» σε αυτή. Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για καθαρά εκδικητικές πρακτικές -από την αστική τάξη και το κεφάλαιο προς τους φτωχούς- , οι οποίες στοχεύουν στην εξολόθρευση όσων αποκλίνουν και όσων δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της. Αυτό προφανώς έρχεται σε αντίθεση με το ρόλο της πόλης. Δημιουργώντας «απαγορευτικούς χώρους» αφαιρείται αυτόματα ο χαρακτήρας του κοινού, της σύμπραξης, της αλληλεπίδρασης και προπάντων της ελεύθερης κίνησης σε αυτήν. Η απονοηματοδότηση του χώρου και η μετατόπιση του ενδιαφέροντος στην ανταλλακτική του αξία είναι «σημείο των καιρών». Η σημασία της αξίας χρήσης του δημόσιου χώρου περιορίζεται.Πλέον, σχεδιάζεται και λειτουργεί με τέτοιους όρους έτσι ώστε να εξυπηρετεί την επιχειρηματική ελίτ και την υψηλή κοινωνία που έχει το δικαίωμα να κινείται εντός του.

[3] Mitchell, Don, 1997, The Annihilation of Space by Law: The Roots and Implications of Anti‐Homeless Laws in the United States, Antipode, σ.305

62

Ο Mitchell3 χαρακτήρισε το καθεστώς αυτό ως εγκληματικό, καθώς ποινικοποιούνται κατά κύριο λόγο όλες οι δράσεις των φτωχών στρωμάτων, και στη συγκεκριμένη των αστέγων, οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο πεδίο της πόλης. Όπως επεσήμανε, το καθεστώς αυτό νόμιμα (ή και κάποιες φορές μεταφορικά, χωρίς να αποκαλύπτονται οι πραγματικές προθέσεις) εξοντώνει το μοναδικό χώρο στον οποίο οι άστεγοι μπορούν να υπάρξουν. Με το να καθορίζουν ποιες είναι οι αποδεκτές συμπεριφορές και δράσεις στο δημόσιο χώρο, επί της ουσίας με το να εξοντώνουν τους χώρους αυτούς, στοχεύουν στην εξόντωση των ίδιων των αστέγων, στο όνομα της μετατροπής της πόλης σε μια μεγάλη παιδική χαρά στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου.


Σχεδιαστικές και νομοθετικές περιθωριοποιησεις

Οι πρακτικές αυτές ποινικοποίησης των αστέγων αντανακλούν και ενισχύουν την γενικότερη αίσθηση αποκλεισμού που χαρακτηρίζει τις σημερινές κοινωνίες, αυτή που θεωρεί ότι το να αποκλείεις κάποιους ανθρώπους από τα δικαιώματα τους όχι μόνο ως πολίτες, αλλά και ως σκεπτόμενα και δρώντα υποκείμενα, είναι παράλληλα και καλό και δίκαιο4. Η πορεία η οποία ακολουθείται είναι λίγο πολύ η ακόλουθη: αρχικά, αποδίδεται σε αυτούς μια πολύ συγκεκριμένη, στερεοτυπική ταυτότητα, αυτή του παραβατικού τύπου, με ψυχικά προβλήματα, ο οποίος βρίσκεται σε αυτή τη συνθήκη κατ' επιλογήν. Στη συνέχεια, τα άτομα αυτά να κρίνονται υπαίτια για τις δυσμενείς συνθήκες των πόλεων και η αντίληψη αυτή προωθείται έντονα στην κοινωνία. Αυτό δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για τη νομιμοποίηση μιας σειράς πρακτικών, οι οποίες στοχεύουν στις λεγόμενες «εκκαθαρίσεις των πόλεων». Αυτό που στην πραγματικότητα προωθείται δεν είναι κάτι άλλο πέρα από ένα σύνολο πειραματικών ενεργειών, σχεδιασμένων να ξεπεράσουν τα δεινά που έχουν προκληθεί από τη συσσώρευση κεφαλαίου και τη νομοθεσία σήμερα, που την επιτρέπει. Ο στόχος είναι να κατασκευάσουν, μέσων μιας σειράς νόμων και προωθούμενων ιδεολογικών κατασκευών (όπως για παράδειγμα η καλλιέργεια αρνητικών στερεοτύπων γύρω από το ζήτημα των αστέγων), μια αποδεκτή συνθήκη ενάντια στην ανασφάλεια του σήμερα. Μέσω της επιβολής συγκεκριμένων νόμων και κανόνων, ή με τη χρήση άλλων πρακτικών, επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα επιφανειακά «οργανωμένο» και «τακτοποιημένο» περιβάλλον, ώστε να λειτουργήσει θετικά τόσο απέναντι στους εκάστοτε επενδυτές όσο και στους «νόμιμους» χρήστες, αποκρύπτοντας βέβαια την πραγματικότητα. Είναι σημαντικό να εξετάσουμε τη σχέση που υφίσταται μεταξύ νομοθετικών πολιτικών και σχεδιαστικών πρακτικών, όσων αφορά την περιθωριοποίηση ομάδων από το αστικό τοπίο ή/και κάποια ευρύτερη περιοχή. Οι σχεδιαστικές πρακτικές (είτε αναφερόμαστε σε επίπεδο πόλης ή/ και συγκεκριμένης περιοχής, είτε σε επίπεδο μικροκλίμακας και αστικού εξοπλισμού) νομιμοποιούνται μέσω του θεσμικού πλαισίου και είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις ευρύτερες πολιτικές που προωθούνται. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις λειτουργούν καταλυτικά στον αποκλεισμό ατόμων και ομάδων από αυτόν, παράγοντας νόμους και

[4] ο.π. σ. 306

63


Η πόλη των αποκλεισμών

κανόνες χρήσης του χώρου και επιβάλλοντας ποινές σε όσους δεν τους ακολουθούν και δεν συμμορφώνονται με αυτούς. Σύμμαχοι, και υποκινητές, σε αυτό είναι και οι αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι, οι οποίοι μέσω των σχεδιαστικών πρακτικών που εφαρμόζουν δημιουργούν «απαγορευτικούς χώρους» προκειμένου να αποκλείσουν τα «κακοποιά» και περιθωριακά στοιχεία.

Η ποινικοποίηση των αστέγων Η ποινικοποίηση των αστέγων μέσω συγκεκριμένων νομοθετικών ρυθμίσεων έχει πλέον εδραιωθεί στις Η.Π.Α. και σταδιακά αρχίζει να εξαπλώνεται και στην Ευρώπη, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης και του γενικευμένου νεοφιλελευθερισμού. Οι νόμοι αυτοί, των οποίων η στόχευση είναι, όπως αναλύσαμε και παραπάνω, η απόκρυψη του φαινομένου και η «εξυπηρέτηση» όσων έχουν δικαίωμα ύπαρξης στο δημόσιο χώρο, δηλαδή όσων εξυπηρετούν τη ροή και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: -Νομοθεσία η οποία καθίστα παράνομο τον ύπνο, τη στάση ή την την αποθήκευση προσωπικών αντικειμένων σε δημόσιο χώρο. -Διατάγματα τα οποία ποινικοποιούν την επαιτεία, με στόχο την απομάκρυνση των άστεγων και των άπορων έξω από τα κέντρα των πόλεων. -Τοπικά μέτρα τα οποία απαγορεύουν ή περιορίζουν τη διανομή φαγητού σε δημόσιους χώρους, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η συνάθροιση ατόμων που είναι άστεγοι. -«Επιχειρήσεις σκούπα» σε περιοχές όπου διαμένουν άστεγοι, με στόχο και πάλι την απομάκρυνση τους έξω από τα κέντρα των πόλεων. -Επιλεκτική εφαρμογή «ουδέτερων νόμων», όπως το πέρασμα από το δρόμο ενώ ο σηματοδότης δεν το επιτρέπει, η άσκοπη περιφορά στους δρόμους και η κατανάλωση αλκοόλ σε δημόσιους χώρους, σε άτομα όπως οι άστεγοι. -Διατάγματα τα οποία αφορούν τη δημόσια υγιεινή και απαγορεύουν σχετικές δραστηριότητες σε δημόσιο χώρο (όπως για παράδειγμα η δημόσια ούρηση), ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν ή όχι εγκαταστάσεις που να μπορούν να καλύψουν αυτές τις ανάγκες. -Απαγορεύσεις που δεν επιτρέπουν την απόσπαση αντι64


Η ποινικοποίηση των αστέγων

κειμένων από κάδους απορριμμάτων. -Ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων χώρων και χρήση ιδιωτικής αστυνόμευσης, με στόχο την απαγόρευση εισόδου σε άστεγους, και άλλες αντίστοιχες ομάδες ,και τον αποκλεισμό τους.5 Συνοδευτικά με τις παραπάνω πρακτικές υπάρχουν δύο θεωρίες οι οποίες προωθούνται κοινωνικά -έμμεσα ή άμεσα- και λειτουργούν ενισχυτικά στις παραπάνω ενέργειες προκειμένου να τις αιτιολογήσουν. Πρόκειται για τη «Θεωρία των σπασμένων παραθύρων» και τη θεωρία «Not In My Back Yard (NIMBY)», η οποία θα μεταφραφόζαν στα ελληνικά ως «Όχι στη δική μου αυλή». Η «Θεωρία των σπασμένων παραθύρων» διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1982 απο τους James Q. Wilson και George L. Kelling. Οι ίδιοι υποστήριξαν ότι μια περιοχή που παρουσιάζει σημάδια παραμέλησης και παρακμής, οδηγείται σταδιακά σε ολοένα περισσότερες και βαρύτερες εγκληματικές συμπεριφορές, που αν δεν καταπολεμηθούν εν τη γενέσει τους και αφεθούν να συνεχίσουν το έργο τους, είναι βέβαιο ότι θα καταλήξουν σε αποκλίνουσες συμπεριφορές, εγκληματικές πράξεις, αποδιάρθρωση του κοινωνικού ιστού και αύξηση της ανασφάλειας των πολιτών. Η θεωρία αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πως εφαρμόζεται ο έλεγχος στο δημόσιο χώρο. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι, για ακόμη μια φορά, δεν εξετάζεται η φύση των αιτίων που οδηγούν τα άτομα στην εκάστοτε παραβατική συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε γενικεύσεις και αυθαιρεσίες, οι οποίες είναι πολύ εύκολο να καταλήξουν σε κατάχρηση της εξουσίας από την πλευρά των αστυνομικών δυνάμεων και την άδικη ποινικοποίηση ατόμων. Η θεωρία NIMBY, από την άλλη, εκφράζει την άρνηση των πολιτών, και της κοινωνίας συνολικότερα, να αποδεχθούν ή να ανεχθούν συμπεριφορές, δραστηριότητες ή χρήσεις του χώρου, οι οποίες είναι δυσάρεστες και ενοχλητικές, κατά τη γνώμη τους. Η θεωρία αυτή θα λέγαμε ότι εκφράζεται μέσω δύο διαφορετικών προσεγγίσεων. Η πρώτη αφορά την αντίδραση σε εγκαταστάσεις όπως ενεργειακά πάρκα, εργοστάσια και χωματερές, η οποία αποτελεί τη «θετική όψη» της θεωρίας, καθώς σχετίζεται με την αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος και εναντιώνεται στα μεγάλα επιχειρηματικά έργα. Η άλλη όψη, ωστόσο, αφορά την πιο κοινωνική, θα λέγαμε, προσέγγιση της

[5] FEANTSA, 2015, Criminalising homeless people – banning begging in the EU, σ. 3

65


Η πόλη των αποκλεισμών

θεωρίας. Αυτή σχετίζεται με την εναντίωση ενός μέρους της κοινωνίας στην εγκατάσταση κοινωνικών υπηρεσιών ή δομών οι οποίες απευθύνονται σε κατώτερα κοινωνικά στρώματα, όπως η εναντίωση στην κατασκευή εργατικών κατοικιών σε ορισμένες περιοχές, ή στην εγκατάσταση «περιθωριοποιημένων» ομάδων, όπως οι χρήστες ναρκωτικών, οι μετανάστες και οι άστεγοι. Η αιτιολόγηση που προφασίζονται για τα παραπάνω είναι ότι η εγκατάσταση των ατόμων αυτών στις περιοχές που κατοικούν οι ίδιοι θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της εγκληματικότητας και κατ’ επέκταση την υποβάθμιση τόσο των περιοχών όσο και του βιοτικού τους επιπέδους συνολικά. i. Η εφαρμογή των anti-homeless laws Χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής των antihomeless laws (όπως αναφέρονται στη βιβλιογραφία) είναι αυτό των Η.Π.Α., με απαρχή τη Νέα Υόρκη. Εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του '90, υπό τη δημαρχεία του Rudolph W. Giuliani, υιοθετήθηκαν μια σειρά μέτρων τα οποία στόχευαν στην πάταξη του εγκλήματος. Βασισμένα στην ιδεολογία της «μηδενικής ανοχής», σύμφωνα με την οποία τιμωρείται αυστηρά οποιαδήποτε ενέργεια δεν είναι συμβατή με τους κυρίαρχους κανόνες, ανεξαρτήτως του βαθμού σοβαρότητας, επεδίωκαν να αποτάξουν την αίσθηση της αταξίας και της αστάθειας που χαρακτήριζαν την πόλη την περίοδο εκείνη.

[6] Barret, W., 1995, στο Συλλογικό, 2012, Neil Smith: Ποια νέα πολεοδομία;Ο ρεβανσισμός των ‘90s , Κομπρεσέρ, για την πόλη και το χώρο, τ. 4, σ. 30

66

Ο Giuliani, εκμεταλλευόμενος την οικονομική, και κατ' επέκταση κοινωνική, αστάθεια της εποχής και χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την «ανάκτηση των δημόσιων χώρων της Νέας Υόρκης», ξεκίνησε μια σειρά δράσεων οι οποίες στόχευαν στον αφανισμό των αστέγων. Ανάμεσα στα μέτρα που πάρθηκαν ήταν μεταξύ άλλων η έντονη αστυνόμευση, η παρακολούθηση των αστέγων μέσω της καταχώρησης τους σε βάση δεδομένων, η διαρκής απειλή φυλάκισης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης και, τελικά, η βίαιη εξώθηση τους στην περιφέρεια του κέντρου, όπου ήταν ο μόνος χώρος που τους επιτρεπόταν να υπάρχουν. Ο ίδιος δεν αρνήθηκε ποτέ την πραγματική στόχευση των δράσεων του.Αντιθέτως, σε μια «εμπιστευτική» σύσκεψη με εκδότες εφημερίδων ο ίδιος δήλωσε: «Η συρρίκνωση του φτωχού πληθυσμού εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και των αστέγων, δεν είναι ένα κρυφό κομμάτι της στρατηγικής μας.Αυτή είναι η στρατηγική μας»6.


Η ποινικοποίηση των αστέγων

Το παράδειγμα της Νέας Υόρκης ακολούθησαν μια σειρά πόλεων των Η.Π.Α.. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε μια σειρά απαγορεύσεων σε αυτές, όπως για παράδειγμα: -στο Σαν Φρανσίσκο, απαγορεύτηκε η κατασκήνωση σε δημόσιους χώρους, καθώς επίσης και η ούρηση, η αφόδευση και η άσκοπη περιφορά στους δρόμους. -σε πολλές πόλεις όπως η Σάντα Κρουζ, το Φίνιξ, το Σαιντς Πιτσμπουργκ απαγορεύτηκε ο ύπνος σε δημόσιο χώρο. -στην Ατλάντα και το Τζάκσονβιλ είναι παράνομο να περιφέρεσαι σε ένα χώρο στάθμευσης χωρίς σαφή αιτιολόγηση (και κατ' επέκταση ενέργειες όπως η στάση σε αυτούς, το να ζητάς χρήματα ή άλλες όπως η ούρηση και η αφόδευση) -σε πόλεις όπως η Σάντα Κρουζ, το Όρεγκον και το Τέννεσσι επιβλήθηκε στους επαίτες να αποκτήσουν άδεια για αυτό (κάτι που συνεπάγεται την καταχώρηση τους σε μια βάση δεδομένων, με δακτυλικά αποτυπώματα και φωτογραφίες) -στο Σινσινάτι, η επαιτεία ποινικοποιήθηκε, ενώ παράλληλα κρίθηκε παράνομο το να κάθεσαι ή να ξαπλώνεις στα πεζοδρόμια ii. Η κατάσταση στην Ευρώπη Στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια μια σειρά αντίστοιχων μέτρων κάνουν την εμφάνιση τους. Χωρίς να αναφέρονται ξεκάθαρα στους άστεγους, μέσω των απαγορεύσεων που προωθούνται σκιαγραφείται η δική τους δράση στο δημόσιο χώρο. Αυτό δίνει το δικαίωμα, και σε αυτή τη περίπτωση, στις αστυνομικές δυνάμεις ή/και τους ιδιωτικούς φύλακες να φέρονται με πολύ μεγάλη βιαιότητα απέναντί τους , να κατάσχουν ή να πετούν στα σκουπίδια τα υπάρχοντα τους και πολλές φορές να τους οδηγούν στη φυλάκιση. Η παραπάνω θεώρηση ενισχύεται βασιζόμενη σε μια διεξοδική έρευνα του οργανισμού FEANTSA7. Σύμφωνα με αυτή, ενώ το να είσαι άπορος ή άστεγος δεν κρίνεται ως ποινικό αδίκημα και είναι κοινωνικά, θα λέγαμε, αποδεκτό, στην Ευρώπη, μια νέα τάση άρχισε σταδιακά να αναδύεται: η χρήση τοπικών διαταγμάτων προκειμένου να στοχοποιηθούν ομάδες που βρίσκονται στο περιθώριο αυτής της κοινωνίας, συμπεριλαμβανόμενων και των άστεγων, έτσι ώστε να αναγκαστούν να φύγουν από τους δημόσιους χώρους. Η «τιμωρία» των ανθρώπων αυτών

[7] FEANTSA, 2013, Mean streets, A report on the criminalization of homeless in Europe, σ. 15-21

67


Η πόλη των αποκλεισμών

είναι ουσιαστικά η απαγόρευση επιτέλεσης βασικών καθημερινών δραστηριοτήτων, η απαγόρευση πρόσβασης σε κοινωνικές υπηρεσίες , και γενικότερα νομοθετικές ρυθμίσεις οι οποίες καθιστούν αδύνατη την ύπαρξη τους στο δημόσιο χώρο, συνοδευόμενες, πολλές φορές, από φυλάκιση, αποκλεισμό από χώρους και απελάσεις, όσων αφορά τους μετανάστες. Ενδεικτικά, και πάλι, θα αναφερθούμε, σε μια σειρά μέτρων που πάρθηκαν σε διάφορες Ευρωπαϊκές πόλεις, όπως για παράδειγμα: -η επιβολή προστίμων σε όσους κοιμούνται στο δρόμο ή σε παγκάκια στη Φρανκφούρτη. -ένας νέος νόμος ο οποίος εξουσιοδοτεί τις τοπικές αρχές της Ουγγαρίας να «καθαρίζουν» τους δρόμους από τους αστέγους, κυρίως τις τουριστικές περιοχές, και να καταστρέφουν τα προσωρινά καταλύματά τους που βρίσκονται σε ανοιχτούς χώρους και δάση. -η απαγόρευση της επαιτείας, καθώς και της διανομής φαγητού σε άστεγους, την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων, στην πόλη Κόμο της Ιταλίας. -η επιχείρηση σκούπα για τους άστεγους που προετοιμάζεται στο Λονδίνο, ενόψει του γάμου ενός μέλους της Βασιλικής οικογένειας. Οι παραπάνω απαγορεύσεις συνοδευόμενες πολλές φορές από την επιβολή προστίμων, και με δεδομένη την απαγόρευση της επαιτείας, καθιστούν αδύνατη την αποπληρωμή αυτών με αποτέλεσμα την συσσώρευση επιπλέων χρεών σε άτομα τα οποία, ήδη, αδυνατούν να καλύψουν τις βασικές βιοτικές τους ανάγκες. Αυτό είναι και το οξύμωρο όλων αυτών των πρακτικών. Οι στοχεύσεις είναι ξεκάθαρες. Τα μεγάλα αστικά (και οικονομικά) κέντρα προωθούν την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, στοχεύουν στον πλήρη αποκλεισμό των κοινωνικά ανίσχυρων και εστιάζουν το ενδιαφέρον στην εξυγίανση της εικόνας της πόλης και στην απόκτηση μεγαλύτερης ανταλλακτικής αξίας της γης.Η ποινικοποίηση της επιβίωσης στο δημόσιο χώρο, είναι δομικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας.

68


Ο σχεδιασμός ως εργαλείο αποκλεισμού

Ο σχεδιασμός ως εργαλείο αποκλεισμού Οι παραπάνω νομοθετικές ρυθμίσεις συνοδεύονται τις περισσότερες φορές από χωρικές επεμβάσεις οι οποίες ολοκληρώνουν το σχέδιο εξολόθρευσης των παρείσακτων από την πόλη.Όπως έχει επισημάνει ο Ocean Howell, ο οποίος διδάσκει ιστορία της αρχιτεκτονικής στο πανεπιστήμιο του Όρεγκον, «Όταν σχεδιάζεις εναντίον κάποιου το γνωρίζεις. Οι υπόλοιποι μπορεί να μην το βλέπουν, αλλά εσύ το ξέρεις. Το μήνυμα είναι σαφές: δεν είσαι μέλος της κοινότητας, τουλάχιστον όχι της κοινότητας η οποία είναι δεκτή εδω.8». Πρακτικές όπως αυτή του gentrification και της διαμόρφωσης «προστατευμένων» αστικών θυλάκων συμβάλλουν ουσιαστικά στην χωρική αναδιάρθρωση της πόλης και στην εξυγίανση της.Στην περίπτωση των αστέγων ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η διαχείριση, και ο σχεδιασμός, του αστικού εξοπλισμού και της μικροκλίμακας. Με πρόσχημα και πάλι την αισθητική αναβάθμιση μιας περιοχής, η τοποθέτηση ειδικά σχεδιασμένου αστικού εξοπλισμού και οι διάφορες σημειακές επεμβάσεις λειτουργούν ως εργαλεία χωρικού αποκλεισμού για τους άστεγους. Όπως έχει σχολιάσει και ο Harvey9, τα αισθητικά κριτήρια έχουν πολλές φορές λειτουργήσει ως μέσα για την ανάληψη πολιτικής και κοινωνικής δράσης.. Ο αστικός χώρος, μέσω του σχεδιασμού του, απορρίπτει, με έμμεσο τρόπο, τα ανθρώπινα σώματα. Ο αστικός εξοπλισμός και οι διάφορες σημειακές επεμβάσεις στο αστικό τοπίο, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην «εικόνα» της πόλης και ορίζουν έμμεσα τις αποδεκτές ενέργειες και δράσεις στο εσωτερικό της. Η μικροαρχιτεκτονική των πόλεων συμβάλλει ουσιαστικά στον έλεγχο του αστικού τοπίου και στον αποκλεισμό ατόμων από αυτό. Χώροι, σημεία και αντικείμενα, τα οποία χρησιμοποιούνται ως επί το πλείστον από τους ανθρώπους που διαβιούν στο δρόμο και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας τους ανασχεδιάζονται ή αντικαθίστανται από άλλα στο πλαίσιο της αισθητικής «αναβάθμισης». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα παγκάκια, τα οποία χρησιμοποιούνται συνήθως από τους άστεγους

εικ.2: καρφιά τοποθετημένα μπροστά από βιτρίνα καταστήματος

εικ.3: παγκάκι διαχωρισμένο με βραχίωνες

[8] Andreou, Alex, 2015, Anti-homeless spikes: ‘Sleeping rough opened my eyes to the city’s barbed cruelty’, The Guardian [9] Harvey, D., 1990, στο Mitchell, Don, 1997, The Annihilation of Space by Law: The Roots and Implications of Anti‐Homeless Laws in the United States, Antipode, σ.324

69


Η πόλη των αποκλεισμών

εικ.4: συστάδες καρφιών τοποθετημένες κάτω από γέφυρα

εικ.5: «Μην κατουράτε εδώ!Σας κατουράμε πίσω!»

εικ.6: Μπάρα στήριξης σε στάση λεωφορείου

70

ως σημεία ύπνου και ανάπαυσης. Η αντικατάσταση τους από άλλα των οποίων η μορφή είναι τέτοια ώστε να μην επιτρέπει την κατάκλιση, όπως για παράδειγμα τα κεκλιμένα παγκάκια, ή η τοποθέτηση διαχωριστικών βραχιόνων στην επιφάνεια τους, αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα «εχθρικού σχεδιασμού». Τα τελευταία χρόνια αποτελεί συχνό φαινόμενο, τόσο σε πόλεις των Η.Π.Α. όσο και της Ευρώπης, η αντικατάσταση τους, συνήθως σε στάσεις λεωφορείων και στους σταθμούς του μετρό, από τις ονομαζόμενες «μπάρες στήριξης».Η μορφή αυτών είναι τέτοια ώστε να μην επιτρέπει στο χρήστη ακόμη και το να καθίσει σε αυτό (ραβδοειδής μακρόστενες μπάρες, πολύ μικρές επιφάνειες τοποθετημένες σε ύψος που αγγίζει το 1.50 μ. περίπου). Άλλες τακτικές που εφαρμόζονται είναι η τοποθέτηση φυτεύσεων σε εισόδους πολυκατοικιών και μπρόστά από βιτρίνες καταστημάτων, προκειμένου και πάλι να αποτρέπεται η στάση και η κατάκλιση, και η απομάκρυνση θάμνων, ή άλλης αντίστοιχης βλάστησης, από σημεία τα οποία λειτουργούσαν προστατευτικά για τους άστεγους, καθώς εκεί μπορούσαν να αποκτήσουν κάποια ιδιωτικότητα, να αποφύγουν τα βλέμματα των περαστικών και κυρίως τις δυνάμεις καταστολής. Παράλληλα, η τοποθέτηση εκτοξευτήρων νερού σε υπαίθριους χώρους, αλλά ακόμη και στα πεζοδρόμια και τις εισόδους πολυκατοικιών, λειτουργεί απωθητικά προς αυτούς. Όσων αφορά το ζήτημα της υγιεινής, και πιο συγκεκριμένα της ούρησης, η μη προνόηση για την κατασκευή δημόσιων αποχωρητηρίων, η οποία πολλές φορές είναι μια συνειδητη πολιτική απόφαση, με την παράλληλη απαγόρευση της δημόσιας ούρησης, αποτελούν μια ξεκάθαρη ενέργεια η οποία έχει στόχο να πλήξει τον άστεγο πληθυσμό. Στα παραπάνω προστίθενται πλέον μέτρα όπως η βαφή τμημάτων τοίχων με υγροαπωθητικό χρώμα, σε περιοχές όπου συχνάζουν «περιθωριακές» ομάδες, το οποίο έχει την ιδιότητα να «επιστρέφει» πίσω οποιοδήποτε υγρό στοιχείο προσκρούσει στην επιφάνεια του. Η ενέργεια αυτή συνοδευόμενη από επιγραφές με το εριστικό σχόλιο «Μην κατουράτε εδώ, Σας κατουράμε πίσω», είναι τουλάχιστον απάνθρωπη. Από τις πιο ακραίες και βίαιες στρατηγικές αποκλεισμού των αστέγων είναι η τοποθέτηση συστάδων αιχμηρών αντικειμένων, όπως για παράδειγμα καρφιών, σε σημεία όπου συχνάζουν και κοιμούνται άστεγοι. Η τοποθέτηση τους γίνεται είτε σε μεγάλες εκτάσεις, όπως κάτω από γέφυρες όπου σύχναζαν να κατασκηνώνουν, ή ακόμη και σημειακά, σε εισόδους πολυκατοικιών και


Ο σχεδιασμός ως εργαλείο αποκλεισμού

μπροστά από βιτρίνες καταστημάτων. Συμπεράσματα Η επιβίωση στον αστικό χώρο είναι αδύνατη. Οι άστεγοι και οι διαμένοντες σε αυτόν καλούνται καθημερινά να δώσουν λύση σε προβλήματα που έχουν να κάνουν με την καθημερινή τους διαβίωση. Οι πρακτικές ωστόσο που αναλύθηκαν παραπάνω, κάθε άλλο παρά συμβάλλουν σε αυτό.Η ποινικοποίηση τους και η επιβολή προστίμων, η απαγόρευση στάσης και κίνησης σε δημόσιους χώρους, συντελούν, αντιθέτως, στην όξυνση του προβλήματος. Οι στοχεύσεις των πρακτικών αυτών δεν είναι άλλες από την μετατροπή των πόλεων σε «πάρκα καταναλωτισμού και ψυχαγωγίας», στα οποία, είναι ξεκάθαρο, δεν ανήκει η φιγούρα του άστεγου και του επαίτη. Όπως έχει επισημάνει ο Ευρωπαίος επίτροπος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, Nils Muiznieks, «Η ποινικοποίηση της φτώχειας κρύβει το πρόβλημα από τη δημόσια θέα και υπονομεύει τις προσπάθειες που γίνονται για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των Ρομά (και άλλων) που είναι κοινωνικά στιγματισμένοι και περιθωριοποιημένοι»10. Είναι αναγκαίο να διαβεβαιώσουμε ότι ο δημόσιος χώρος, οι δημόσιες υποδομές και ο αστικός εξοπλισμός θα είναι προσβάσιμα σε όλους -συμπεριλαμβανόμενου και του άστεγου πληθυσμού.

εικ.7: το αυτοκόλλητο design crime, του Stuart Semple

[10] FEANTSA, 2015, Criminalising homeless people – banning begging in the EU

71


Η περίπτωση της Θεσσαλονίκης

Παραδείγματα χωρικού αποκλεισμού Οι περιπτώσεις χωρικού αποκλεισμού στην Θεσσαλονίκη, και γενικότερα στον Ελλαδικό χώρο, είναι τις περισσότερες φορές μικρής κλίμακας, ή γίνονται έμμεσα, με αποτέλεσματα να μην γίνονται συνήθως αντιληπτές, ειδικά από κάποιον ο οποίος δεν παρακολουθεί συστηματικά τον αστικό χώρο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εκλείπουν. Αντιθέτως, μέσα από μαρτυρίες έχουν αναφερθεί ενέργειες οι οποίες είχαν στόχο την εξώθηση ανθρώπων από τα σημεία που είχαν επιλέξει να κοιμούνται ή, απλά, να περνούν το χρόνο τους. Μερικά παραδείγματα αποτελούν, το ξήλωμα παγκακιού όπου κοιμόταν άστεγος επί της συμβολής των οδών Ζεύξιδος και Παύλου Μελά, το οποίο αποτελεί σημείο με έντονη εμπορική και ψυχαγωγική δραστηριότητα, ή το ξήλωμα, αντίστοιχα, μια συστάδας παγκακιών επι της οδού Πολυτεχνείου, όπου ήταν σημείο συγκέντρωσης και διανυκτέρευσης μιας παρέας αστέγων. Αντίστοιχα, υπάρχει μαρτυρία από τους ίδιους τους άστεγους, για το διωγμό τους από την εσοχή της εισόδου πολυκατοικίας όπου είχαν βρει καταφύγιο για το βράδυ, μέσω της τοποθέτησης διπλής πόρτας και της δημιουργίας προθαλάμου σε αυτή. Χαρακτηριστικό επίσης παράδειγμα αποτελεί ο διωγμός αστέγου από κεντρικό σημείο της πόλης, τον πεζόδρομο της Μελενίκου. Σύμφωνα με ανθρώπους που τον γνώριζαν προσωπικά, επρόκειτο για έναν άνθρωπο μέσης ηλικίας, ο οποίος διέμενε εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και είχε διαμορφώσει το «χώρο» του, χωρίς ωστόσο να προκαλεί κανένα πρόβλημα. Αυτό που μάλλον προκαλούσε πρόβλημα ήταν η εικόνα αυτού του ανθρώπου και των πραγμάτων του, η οποία δεν συμβάδιζε με τον αστικό χαρακτήρα της πόλης, με αποτέλεσματα μια μέρα όλα του τα υπάρχοντα να βρεθούν στα σκουπίδια. Τα περιστατικά αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα από αυτά που συμβαίνουν καθημερινά, χωρίς τις περισσότερες φορές να υποπίπτουν στην αντίληψη μας. Μεγαλύτερης κλίμακας επεμβάσεις θα λέγαμε ότι αποτελούν οι επιχειρήσεις «σκούπα» που εκτελούνται από τις αστυνομικές δυνάμεις, σε σημεία τα οποία αποτελούν τόπους συγκέντρωσης και διανυκτέρευσης αστέγων, οι οποίες γίνονται πολλές φορές με βίαιο τρόπο και καταλήγουν 72


σε συλλήψεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, όπως στον Ι.Ν. Παναγίας Δεξιάς ή στον Ι.Ν. Κυρίλλου και Μεθοδίου, γίνονται υπο την εντολή της εκκλησίας. Σε σχέση με τη Θεσσαλονίκη, είναι σημαντικό να αναφερθούμε και στην κατάληψη «Επιβίωση», η οποία πραγματοποιήθηκε σε κτίριο της Μονής Βικεντίου Αδελφών Ελέους Αγίου Παύλου, όπου στεγαζόταν το παλιό νοσοκομείο Άγιος Παύλος, επί της οδού Φράγκων. Εκεί είχαν βρει καταφύγιο περίπου 30 άτομα, άστεγοι και άποροι της πόλης, ανάμεσα τους και οικογένειες με παιδιά, οι οποίοι μέσω διαδικασιών αυτοδιαχείρισης και αυτοοργάνωσης προσπάθησαν να αλλάξουν τις ζωές τους. Η κατάληψη, ωστόσο, εκκενώθηκε μετά από δύο μήνες, με βίαιο τρόπο, καταλήγοντας σε προσαγωγές ατόμων. Οι ενέργειες αυτές βρίσκουν πολλές φορές σύμφωνη την πλευρά της κοινωνίας. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου οι ίδιοι οι κάτοικοι της πόλης έχουν επιδιώξει την απομάκρυνση ανθρώπων από τις γειτονιές τους. Όπως αναφέρει η Η., κοινωνική λειτουργός του προγράμματος Street work της ΜΚΟ Αρσις, δεν είναι λίγες οι φορές που τους εχει ζητηθεί να «μετακινήσουν» ανθρώπους.Αιτήματα όπως, «Δεν τον θέλω! Να φύγει από τη γειτονιά μου!» και «Τι θα γίνει; Γιατί δεν τους παίρνετε;», αποτελούν συχνό φαινόμενο. Η θεωρία ΝΙΜΒΥ (Not In My Back Yard, μτφρ: Όχι στη δική μου αυλή), εξηγεί πλήρως τα παραπάνω.Οι άστεγοι κρίνονται ανεπιθύμητοι στις περιοχές αυτές, καθώς φέρουν το στίγμα του «περιθωριακού» και «παραβατικού» τύπου. Οι κάτοικοι θεωρούν ότι οι άνθρωποι αυτοί θα «μολύνουν» τις γειτονιές τους και, κατ’ επέκταση, απαιτούν την απομάκρυνση τους από αυτές.

73


6

Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

76


Η ερμηνεία της κατοίκησης

Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης Η ερμηνεία της κατοίκησης Ο Waldron1 υποστηρίζει ότι το να είσαι άστεγος στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής κοινωνίας σημαίνει πολύ απλά το να μην έχεις ένα χώρο τον οποίο μπορείς να αποκαλέσεις «δικό σου». Σύμφωνα με τον ίδιο, «ένας τρόπος για να περιγράψουμε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένας άστεγος θα ήταν να πούμε ότι δεν υπάρχει κάποιος χώρος ο οποίος να αποτελεί ιδιόκτητη έκταση που διέπεται από κανόνες ιδιωτικής ιδιοκτησίας και στον οποίο να του επιτρέπεται να βρίσκεται». Η παραπάνω προσέγγιση θα μπορούσε να κριθεί ελλιπής σε μια πρώτη επιφανειακή ανάγνωση. Αδιαμφισβήτητα, το ζήτημα της ιδιοκτησίας ενός χώρου (μόνιμης ή/ και περιστασιακή, στο πλαίσιο της ενοικίασης) είναι μια αρχή που διέπει τις καπιταλιστικές κοινωνίες, όπως και αναλύσαμε, και λειτουργεί καθοριστικά για την κοινωνική θέση του ατόμου. Ωστόσο, όπως έχει επισημάνει και η Ravenhill2, εάν θέλουμε να κατανοήσουμε τι σημαίνει να είσαι άστεγος και να δώσουμε έναν ορισμό οφείλουμε πρώτα να αντιληφθούμε τι σημαίνει «σπίτι». Όπως τονίζει, κατανοώντας την έννοια του «σπιτιού» και των λειτουργιών που επιτελούνται στο εσωτερικό του, και συνδέονται με αυτό, μπορεί να συμβάλλει στο να κατανοήσουμε τι σημαίνει να είσαι χωρίς αυτό. Οφείλουμε να κατανοήσουμε πρωτίστως τι σημαίνει έχω ένα χώρο «δικό μου», όχι με τους στενούς όρους της ιδιοκτησίας, αλλά με βάση τις σχέσεις οι οποίες αναπτύσσονται εντός του. Η έκφραση «είμαι σπίτι μου», η αίσθηση του ανήκειν κάπου, δεν σχετίζεται αποκλειστικά με τη χωρική διάσταση. Αντιθέτως πρόκειται για μια πολυσδιάσταση εμπειρία, στα πλαίσια της οποίας εμπλέκονται και αναπτύσσονται ποικίλων ειδών σχέσεις και συνδέεται άμεσα με την κάλυψη όχι μόνο των βιολογικών αναγκών, αλλά και των συναισθηματικών και ψυχολογικών. Συνεπώς, η αστεγία σαν φαινόμενο-κατάσταση, θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως το σύνολο των διαδικασιών, και η διαμόρφωση των αντίστοιχων συνθηκών, οι οποίες μπορούν να διαβρώσουν την εμπειρία του να «είμαι σπίτι μου».

[1] Waldron, J., 1991 στο Mitchell, Don, 1997, The Annihilation of Space by Law: The Roots and Implications of Anti‐Homeless Laws in the United States, Antipode, τόμος 29, τεύχος 3, σ. 310 [2] Ravenhill, Megan, 2014, The culture of homelessness: an ethnographic study (PhD Thesis), σ.13

77


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

Η έννοια του «σπιτιού» αποτελεί μια υποκειμενική ερμηνεία, καθώς προκύπτει μέσα από μια βιωματική προσέγγιση η οποία εξαρτάται από το εκάστoτε υποκείμενο. Η Dovey3 κάνει τη διάκριση, στην Αγγλική γλώσσα, μεταξύ House και Home, ορίζοντας ως House την καθαρά χωρική διάσταση του σπιτιού και ως Home την εννοιολογική του διάσταση, την άυλη του υπόσταση, την σχέση σύνδεση με το χώρο και τη βιωμένη του εμπειρία. Σύμφωνα με την ίδια, η αντίληψη μας για την έννοια του Home σήμερα συνδέεται με τρεις βασικές διαδικασίες. Λειτουργεί ως τάξη, η οποία μας τοποθετεί στον κόσμο, ως ταυτότητα, μια διαδικασία μέσω της οποίας συνδεόμαστε με το κόσμο, και ως διαλεκτική διαδικασία μέσω της οποίας «αισθάνομαι σπίτι μου». Η Ravenhill4 το θέτει ως εξής, «Το «σπίτι» είναι ένα αίσθημα ασφάλειας, εμπιστοσύνης, συνέχειας και σταθερότητας που επιτρέπει τη φυσική, συναισθηματική και ψυχολογική ευρωστία, η οποία είναι αναγκαία για να μπορέσει κανείς να βιώσει τη φιλία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι ένα κεντρικό σημείο στη ζωή μας, από το οποίο άλλες δραστηριότητες όπως δουλειά, κοινωνικοποίηση, ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων μπορούν να αναπτυχθούν. Είναι, επίσης, ένας χώρος μοναδικός μέσω του οποίου τα άτομα προσδιορίζουν τον εαυτό τους και στον οποίο μπορούν να είναι ο πραγματικός εαυτός τους. Ένας χώρος που τους δίνει την αίσθηση ότι «αγκυροβολούν» στην κοινωνία που ζουν ισότιμα με τους άλλους ή έχουν την δυνατότητα να το κάνουν».

Η εξαναγκασμένη συνθήκη, όταν η πόλη μετατρέπεται σε «σπίτι»

[3] Dovey , Kimberly, 1985, Home and Homelessness: Introduction , στο Altman, Irwin and Carol M. Werner eds. Home Environments. Human Behavior and Environment: Advances in Theory and Research. Vol 8. New York: Plenum Press [4] Ravenhill, Megan, 2014, The culture of homelessness: an ethnographic study (PhD Thesis), σ. 14-15

78

Ο δημόσιος χώρος αποτελεί έναν χώρο αλληλεπίδρασης και κοινωνικοποίησης, προσωρινό και χρονικά πεπερασμένο όμως, για όσους διαθέτουν ένα προσωπικό χώρο, ένα χώρο ιδιωτικότητας. Για τους άστεγους δεν υφίσταται η διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου, αφού ο δημόσιος χώρος αποτελεί το μοναδικό, ίσως, σημείο αναφοράς για αυτούς. Εκλείπει συνεπώς αυτή η συμπληρωματική σχέση δημόσιου-ιδιωτικού, όπως την ορίσαμε παραπάνω, η οποία αποτελεί προνόμιο όσων διαθέτουν δυνατότητα πρόσβασης και στα δύο αυτά είδη χώρων.


Η εξαναγκασμένη συνθήκη

Η Jahiel5 διερευνά την έννοια του «σπιτιού» μέσω των λειτουργιών που καλύπτονται και επιτελούνται στο εσωτερικό του, δίνοντας παράλληλα μια εικόνα για τα προβλήματα και τις ανάγκες που συνεπάγεται η έλλειψη του. Με βάση, λοιπόν, την θεώρηση της ένα σπίτι προσφέρει, και κατ' επέκταση προκαλεί όταν δεν υφίσταται, τα παρακάτω: 1. προστασία από τα καιρικά φαινόμενα - οι άστεγοι είναι εκτεθειμένοι στα καιρικά φαινόμενα και σε καταστάσεις όπως η αφυδάτωση, θερμοπληξία, η υποθερμία και η δυσφορία εξαιτίας των συνθηκών στις οποίες είναι αναγκασμένοι να διαβιώσουν. 2. προστασία από την εγκληματικότητα - οι άστεγοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ληστείας, ξυλοδαρμού, βιασμού ή και δολοφονίας. 3. ένα μέρος όπου μπορεί κανείς να αναπαυθεί, να κοιμηθεί, να αποφορτιστεί από το άγχος, να πλυθεί, να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα και να πλύνει τα ρούχα του - τους άστεγους χαρακτηρίζει το άγχος, η κούραση, η έλλειψη ύπνου, η μειωμένη κριτική ικανότητα, οι αργές αντιδράσεις, η αψιθυμία, οι κακές συνθήκες υγιεινής, καθώς και τα βρώμικα ρούχα, τα οποία και τους στιγματίζουν πολλές φορές. 4. ένα μέρος όπου φιλοξενούνται τα υπάρχοντα του ατόμου - οι άστεγοι είναι αναγκασμένοι να κουβαλούν και να μεταφέρουν τα λιγοστά υπάρχοντά τους, καθ' ότι εκλείπει ένας συγκεκριμένος χώρος αποθήκευσης. 5. ένα μέρος για να απομονωθείς, ο προσωπικός χώρος του ατόμου - οι άστεγοι βιώνουν καθημερινά την ένταση, το αυξημένο άγχος και συναισθήματα απογοήτευσης, ενώ παράλληλα είναι εκτεθειμένοι σε ποικίλες μεταδοτικές ασθένειες και μολύνσεις. 6. ο έλεγχος της εισόδου, ένα μέρος για τη συνεύρεση με φίλους - οι άστεγοι έρχονται σε επαφή με ανθρώπους που μπορεί να τους αναστατώσουν ή να τους εκμεταλλευτούν, ενώ χαρακτηρίζονται από την έλλειψη μιας ισορροπημένης κοινωνικής ζωής. 7. ένα μέρος που αντανακλά την προσωπικότητα, τις προσωπικές προτιμήσεις και τη δημιουργικότητα του ατό-

[5] Jahiel, 1992, στο ο.π. σ. 30

79


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

μου - τους άστεγους χαρακτηρίζει η ανωνυμία, το πεσμένο ηθικό, καθώς και η αυξημένη έκθεση στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά. 8. ένα μέρος όπου κανείς ζει και μεγαλώνει την οικογένειά του, που παρέχει πρότυπα στα παιδιά, που αποτελεί τον χώρο μελέτης και διαβάσματος των ανηλίκων - οι άστεγοι διακρίνονται από προβληματική οικογενειακή ζωή και από συναισθηματικό άγχος. Τα παιδιά έρχονται σε επαφή με κακές επιρροές και πρότυπα, ενώ δεν έχουν καλές επιδόσεις στο σχολείο. Κάποιες φορές μάλιστα τα παιδιά διαχωρίζονται από τους γονείς τους. 9. μια διεύθυνση. Ένα μέρος όπου κάποιος μπορεί να έρθει σε επαφή με το άτομο μέσω ταχυδρομείου ή τηλεφώνου. Ένα μέρος κοντά στην εργασία ή την αναψυχή - οι άστεγοι έχουν δυσκολίες στην αναζήτηση εργασίας ή τη λήψη παροχών εξαιτίας της έλλειψης κάποιας προσωπικής διεύθυνσης. 10. ένα σύμβολο του να ανήκεις σε μια κοινότητα, το οποίο διευκολύνει την πολιτική δράση - οι άστεγοι διακρίνονται από μειωμένη ικανότητα συμμετοχής στα «πολιτικά δρώμενα» και από αδυναμία να ασκήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα. 11. ένα μέρος που παρέχει στον ιδιοκτήτη του ‘’κοινωνικό κύρος’’ - οι άστεγοι διακρίνονται από το ιδιαίτερα χαμηλό ‘’κοινωνικό κύρος’’, με άμεση συνέπεια την μειωμένη αυτοεκτίμηση. 12. ένα μέρος με οικονομική αξία. Η κατοικία ως επένδυση χρημάτων και ως ένα μέρος άμεσα συνδεδεμένο με την επικερδή εργασία - οι άστεγοι διακρίνονται από την ιδιαίτερα κακή οικονομική κατάσταση, καθώς και από μειωμένη ικανότητα να τη βελτιώσουν. Αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ των αστέγων και όλων των υπολοίπων που διαθέτουν έναν χώρο κατοικίας. Για τους περισσότερους ανθρώπους είναι αυτονόητο ότι κάποιες ανάγκες καλύπτονται εντός του χώρου κατοικίας τους ή χρησιμοποιώντας άλλες μεθόδους, πέραν της χρήσης του δημόσιου χώρου. Για παράδειγμα πολλές από τις καθημερινές βιολογικές λειτουργίες, όπως ο ύπνος και η ούρηση, ή άλλες ανά80


Η ανάπτυξη της καθημερινότητας

γκες, όπως η διατροφή και το μπάνιο, θεωρείται δεδομένο ότι τελούνται στον χώρο κατοικίας ή σε κάποιο άλλο, αντίστοιχα, ιδιωτικό χώρο, όπου όμως έχουμε προηγουμένως την άδεια του εκάστoτε ιδιοκτήτη να συμπεριφερθούμε αναλόγως. Όσοι ωστόσο στερούνται έναν ιδιωτικό χώρο αναγκάζονται είτε να αναζητήσουν έναν, όπου θα τους έχει παρασχεθεί αντίστοιχη άδεια (κάτι το οποίο είναι αρκετά δύσκολο, δεδομένου του στιγματισμού και της προκατάληψης που υπάρχει ως προς αυτά τα άτομα), είτε να εφηύρουν μεθόδους με τις οποίες να καλύψουν τις ανάγκες αυτές εντός του δημοσίου χώρου. Οι ίδιοι αδυνατούν να οριοθετήσουν ένα σαφή προσωπικό και ιδιωτικό χώρο εντός του δημοσίου, με αποτέλεσμα να μοιράζονται δημοσίως ένα κομμάτι της καθημερινότητας τους και των επιτελέσεων της. Αυτό συνεπάγεται μια σειρά από προβλήματα τα οποία πέρα από την έλλειψη χωρικής υποδομής σχετίζονται και με διαφόρου τύπου μειονεξίες οι οποίες προκύπτουν από την έλλειψη άνεσης και ασφάλειας, από την έλλειψη ελέγχου σε ένα χώρο και απο τη συνολικότερη στέρηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η ανάπτυξη της καθημερινότητας, επιτελεστικότητα και επινόηση Όντας άνθρωποι απογυμνωμένοι από τα κοινωνικά και πολιτικά τους δικαιώματα, κινούνται μέσα στο πεδίο της πόλης προσπαθώντας να εν-τοπίσουν τους εαυτούς τους σε αυτό. Αναζητούν ένα πεδίο ασφάλειας όπου θα καταφέρουν να διαμορφώσουν την καθημερινότητα τους, την δική τους πραγματικότητα. Έχοντας, ωστόσο, ταυτιστεί με το προφίλ ενός παρείσακτου και παραβατικού ατόμου, που κινείται στα όρια της ανομίας, είναι αναγκασμένοι να διαμένουν υπό όρους. Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι οι άστεγοι, ως προς την κατοίκηση στο πεδίο της πόλης, κατοικούν σε «μη-τόπους». Οι «μη-τόποι» σύμφωνα με τον Auge συνιστούν μια ιδιαίτερη μορφή κατάστασης εξαίρεσης, η οποία συνδυάζει την προσωρινότητα με την ανα-παραγωγή της συνήθειας. Ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται για αυτούς σε μια εξαναγκασμένη συνθήκη ύπαρξης όπου, μη έχοντας άλλη επιλογή, επιτελούν όλες τις λειτουργίες της καθημερινής τους ζωής. Συνεπώς, δραστηριότητες οι οποιες επιτελούνται ιδιωτικά από την υπόλοιπη κοινωνία οι ίδιοι 81


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

αναγκάζονται είτε να τις πράττουν δημόσια, σε κοινή θέα, είτε να αναζητούν και να εφευρίσκουν μια σχετική ιδιωτικότητα εντός του δημόσιου χώρου. Η ζωή τους οργανώνεται εντός του δημοσίου χώρου όπου μέσω συγκεκριμένων τακτικών επιδιώκεται η οικειοποίηση του προκειμένου να επιβιώσουν. Η συνθήκη της αστεγίας έχει τα χαρακτηριστικά της συνθήκης του μετεωρισμού, όπως την ορίζει ο Σταυρίδης6. Μετεωρισμού με την έννοια της ταλάντευσης ανάμεσα στα διακρινόμενα μέρη μεταξύ των αστικών θυλάκων που διαμορφώνονται εντός του πεδίου της πόλης. Τα υποκείμενα βρίσκονται μετέωρα ανάμεσα σε ένα πριν και ένα μετά, ανάμεσα σε πρακτικές κατοίκησης οι οποίες επιβεβαίωναν τα επιβεβλημένα πρότυπα, τόσο σε επίπεδο πόλης όσο και σε επίπεδο κατοικίας, και σε μια κατάσταση όπου όλα αυτά ανατρέπονται. Το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι αν μπορούμε να δούμε την κατοίκηση του αστικού πεδίου, από την πλευρά των αστέγων, ως μια «εν δυνάμει» πρακτική «κριτικής κατοίκησης». Δεδομένου ότι η κανονικότητα διακόπτεται, με βίαιο πολλές φορές τρόπο, οι ίδιοι καλούνται να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, μέσα από μια δημιουργική διαδικασία ανάκλησης συνηθειών, επαναπροσαρμογής και επανανοηματοδότησης τους.

[6] Σταυρίδης, Σταύρος, 2010, Μετέωροι χώροι της ετερότητας, Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σ. 103 [7] ο.π. σ. 104

82

Αποτελεί δηλαδή μια διαδικασίας επινόησης, με την έννοια που ορίζει ο Σταυρίδης7 «επινόηση, ως διαδικασία ανάπλασης της σχέσης με το παρελθόν ενόψει ενός μέλλοντος όχι δεδομένου (διαφορετικού επομένως απο το “προβλέψιμο” μέλλον του παραδοσιακού κόσμου), τότε η επινόηση μπορεί να περιγράψει πρακτικές χαρακτηριστικές των κοινωνιών που σημάδεψε και σημαδεύει το νεωτερικό όραμα. Ούτε βέβαια πρέπει να κεντροθετήσουμε την επινόηση σε ελεύθερα δρώντα υποκείμενα.[...] Η επινόηση λοιπόν μπορεί για κάποιους να συναρτάται άμεσα με ανάγκες της επιβίωσης ενώ για κάποιους να συνιστά μια λιγότερο ή περισσότερο “πολυτελή” αναζήτηση νέων μορφών βίωσης του παρόντος.[...]Είναι η δυναμική του κοινωνικού ανταγωνισμού που γεννά στις κοινωνίες της νεωτερικής συνθήκης διαφορετικές μορφές επινόησης και διαφορετικά ζητούμενα επινόησης». Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να αναφερθούμε και στην έννοια των «εκφραστικών κινήσεων» (gestures). Με τον όρο αυτό ο Benjamin αναφέρεται σε πράξεις οι οποί-


Η ανάπτυξη της καθημερινότητας

ες προκύπτουν μέσω της διακοπής μιας συνήθειας και οι οποίες δεν ολοκληρώνονται με την τέλεση τους, αλλά αποτελούν ένα πεδίο δυνητικών πρακτικών οι οποίες αντιτίθενται στην ομοιογένεια και στην ταξινομητική τάση. Όσων αφορά την ανάπτυξη των καθημερινών πρακτικών, ζωής και διαβίωσης, ο άστεγος όντας εκτεθειμένος στο αστικό πεδίο, γνώριμο για αυτόν υπό διαφορετικό πρίσμα πριν, καλείται να το επανεξετάσει και να το επανα-οικειοποιηθεί. Έχοντας ως υπόβαθρο τον κοινωνικά κατασκευασμένο «γραμμικό ρυθμό» της προηγούμενης κατάστασης, καλείται να τον προσαρμόσει στα νέα αυτά δεδομένα που του επιτάσσουν οι συνθήκες. Η μνήμη και η επανάληψη πρακτικών μπορεί τότε να λειτουργήσει ως μια επινοητική διαδικασία και να φανερώσει πτυχές ενός νέου παρόντος, όπου όμως δεν παγιώνονται οι ρόλοι-ταυτότητες και οι δράσεις των υποκειμένων. Το παραπάνω συμπέρασμα ισχυροποιείται εάν δεχτούμε τη θεώρηση του Bhabha8 ο οποίος βλέπει την επανάληψη ως ένα πεδίο δυνητικής απόκλισης και επινόησης, για την οποία καθοριστικός είναι ο παράγοντας του χρόνου. Το υποκείμενο της εκφοράς καλείται κάθε φορά να δράσει σε μια μοναδική στιγμή. Όπως αναφέρει, η επανάληψη δεν είναι μια διαδοχή σε έναν κενό και ομοιογενή χρόνο, αυτόν που προϋποθέτει ο δυτικός λόγος, αλλά αναγκαστικά υφίσταται την ασυνέχεια του συμβάντος που διαφοροποιεί το πριν και το μετά, το προϋπάρχον ή προϋποτιθέμενο και το τελούμενο. Με αυτό τον τρόπο ακόμη και τα ίδια τα σημεία μπορεί να γίνουν αντικείμενο οικειοποίησης, να μεταφραστούν, να επαναϊστορικοποιηθούν και να διαβαστούν με νέο τρόπο. Στο πλαίσιο αυτής της επανανοηματοδότησης της πόλης και των σημείων έρχεται να προστεθεί και αυτή των αντικειμένων. Ο υλικός πολιτισμός κατέχει σημαντική θέση στις κοινωνίες καθώς εκδηλώνει ένα ολόκληρο σύστημα αξιών και πεποιθήσεων. Ειδικά στις καταναλωτικές κοινωνίες στον αγώνα της κατανάλωσης και της απόκτησης αγαθών τα αντικείμενα ταυτίζονται με ένα πλαίσιο νοηματοδότησης που αφορά τη χρηστικής και την ανταλλακτική τους αξία. Στο πλαίσιο της μετέωρης κατάστασης, ωστόσο, οι εκφραστικές κινήσεις έρχονται να ανατρέψουν την κοινωνικά εγκαθιδρυμένη ταυτότητα των αντικειμένων, ανοίγοντας ένα νέο πεδίο ενδεχόμενων πρακτικών χρήσης.

[8] Bhabha, στο ο.π.σ. 108

83


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

Οι άστεγοι στο δημόσιο χώρο, χωρικές πρακτικές Όσον αφορά την ύπαρξη των αστέγων στο δημόσιο χώρο θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δυο ευρείες κατηγορίες οι οποίες αφορούν τη συχνότητα μετακινησιμότητας τους ή, αντίστοιχα, το βαθμό μονιμότητας τους σε κάποιο σημείο ή περιοχή. Εντοπίζουμε, λοιπόν, τους «μόνιμους» και τους «περιφερόμενους», με τους πρώτους να αποτελούν αυτούς που τείνουν να διαμορφώσουν το δημόσιο χώρο σε ένα κομμάτι κατοικίας αναπτύσσοντας χωρικά και κοινωνικά δίκτυα γύρω από αυτό και τους δεύτερους να αποτελούν όσους μετακινούνται διαρκώς και συνήθως επιλέγουν έναν πιο ευτελή τρόπο διαβίωσης. Είναι σημαντικό ωστόσο να διευκρινιστεί ότι οι διακρίσεις αυτες δεν αποτελούν παγιωμένες καταστάσεις αλλά εξαρτώνται κάθε φορά από τα εκάστοτε δεδομένα και συνθήκες που επικρατούν σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Όπως έχει επισημαίνει ο Ducan9, οι άστεγοι βρίσκονται σε μια διαρκή μετακίνηση από «κύριους» σε «περιθωριακούς» χώρους. Η απόδοση του χαρακτηρισμού «κύριος» ή «περιθωριακός» γίνεται με βάση τα κριτήρια και την αξία που θέτει η κυρίαρχη αντίληψη και η υπόλοιπη κοινωνία για τα σημεία του χώρου. Φαίνεται ότι οι άστεγοι προτιμούν να κατοικούν περιθωριοποιημένες από την κοινωνική συνοχή της πόλης περιοχές, στις οποίες οι «στιγματισμένες» τους ταυτότητές είναι λιγότερο πιθανό να επιβαρύνουν την καθημερινότητα των «κανονικών» ανθρώπων.

[9] Ducan, J., 1983, στο Cloke, Paul, Jon, May & Johnsen, Sarah, 2008, Performativity and affect in the homeless city, Environment and Planning D: Society and Space, τεύχος 26, σ.243 [10] Ravenhill, Megan, 2014, The culture of homelessness: an ethnographic study (PhD Thesis), σ. 177

84

Η Ravenhill10 αναφέρει τέσσερις τρόπους με τους οποίους οι άστεγοι χρησιμοποιούν και παρεμβαίνουν στον δημόσιο χώρο αποσκοπώντας κάθε φορά σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Έτσι, με την δημιουργία ή την εγκατάσταση ενός εμποδίου σε δημόσιους χώρους όπως οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια τραβούν την προσοχή του κοινού, άλλοτε εκούσια και άλλοτε ακούσια. Άλλοτε, επιλέγουν τοποθεσίες που παρέχουν ασφάλεια τόσο από τα καιρικά φαινόμενα, όσο και από την υπόλοιπη κοινωνία, δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο τις κατάλληλες συνθήκες για να κοιμηθούν. Έπειτα, διαμορφώνοντας τον δημόσιο χώρο και το περιβάλλον τους με τη χρήση διαφόρων αντικειμένων και κατασκευών που έχουν επιμεληθεί προσωπικά, αποσκοπούν στην οικοδόμηση μιας ατομικής ή και συλλογικής ταυτότητας. Τέλος, στην προσπάθειά


Η «άστεγη πόλη»

τους να δημιουργήσουν την έννοια του «σπιτιού», οριοθετούν τμήματα δημόσιων χώρων και προσπαθούν να αποκτήσουν τον απόλυτο έλεγχό τους οικοδομώντας ένα βιώσιμο περιβάλλον, το οποίο θα μπορεί να φιλοξενήσει τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, τα υπάρχοντά τους, την έκφραση των συναισθημάτων τους, καθώς και μια σειρά από καθορισμένες ενέργειες.

Η «άστεγη πόλη» Οι Cloke, May και Johnsen11 κάνουν λόγο για την «άστεγη πόλη». Σύμφωνα με τους ίδιους η πόλη ανασυστήνεται στους άστεγους ως το περίγραμμα μιας σειράς θεσμικών (ή και μη θεσμικών) χώρων. Υπό αυτή την έννοια η πόλη μπορεί να νοηθεί με όρους ενός διαγράμματος χρόνου-χώρου κανονιστικής οργάνωσης διακοπτόμενης από κόμβους περιοχών παροχής υπηρεσιών, όπως τα υπνωτήρια και τα κέντρα ημέρας, καθώς επίσης και από λιγότερο επίσημους αλλά εξίσου νομικά ρυθμιζόμενους χώρους, όπως τα πάρκα. Πιο συγκεκριμένα, θα λέγαμε ότι η πόλη αναλύεται για τους ίδιους ως ένα διπλό σύστημα χαρτών αποτελούμενους απο διαδρομές κίνησης, σημεία στάσεις και κόμβους, εκ των οποίων ο ένας αφορά τις οργανώσεις που παρέχουν μια σειρά από υπηρεσίες στους ίδιους και ο άλλος από τα σημεία εκείνα που νοηματοδοτούνται ως τέτοια από τους ίδιους, τα οποία καλύπτουν τις προϋποθέσεις που οι ίδιοι έχουν θέσει και συμβάλλουν στην καθημερινή τους διαβίωση. Τα παραπάνω βέβαια δεν αποτελούν παγιωμένες θέσεις στη ζωή των αστέγων. Αντιθέτως, όπως υποστηρίζουν και πάλι οι Cloke, May και Johnsen12, ο άστεγος πληθυσμός αρνείται αυτές τις ρυθμιστικές διαδικασίες με, συχνά, δημιουργικό τρόπο, αναπτύσσοντας μια σειρά τακτικών που επανεξετάζουν το χώρο της πόλης με νέο τρόπο. Αναφερόμενος στην έννοια της τακτικής ο De Certau13 την ορίζει ως «την υπολογισμένη δράση που καθορίζεται από την απουσία ιδιοτόπου.Άρα, καμία οριοθέτηση της εξωτερικότητας δεν παρέχει δυνατότητα αυτονομίας στην τακτική.Ο τόπος της είναι αποκλειστικά και μόνον ο τόπος του άλλου. [...] Κινείται αποσπασματικά, βλέποντας και κάνοντας. Εκμεταλλεύεται τις “ευκαιρίες” και εξαρτάται

[11] Cloke, Paul, Jon, May & Johnsen, Sarah, 2008, Performativity and affect in the homeless city, Environment and Planning D: Society and Space, τεύχος 26, σ.242 [12] ο.π. σ.242 [13] De Certau, Michel, 2010, Επινοώντας την καθημερινή πρακτική, Η πολύτροπη τέχνη του πράττειν, μτφρ: Καψαμπέλη Κική, Αθήνα: Εκδόσεις Σμίλη, σ. 145

85


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

από εκείνες, χωρίς κάποια βάση όπου να δημιουργήσει αποθέματα κερδών, να αυξήσει έναν “ίδιον” και να προβλεψει εφορμήσεις. Ότι κερδίζει δεν διατηρείται. Αυτός ο ου τόπος της επιτρέπει ασφαλώς κινητικότητα, πάντα όμως υπακούοντας στα γυρίσματα που φέρνει ο χρόνος, για να πιάσει στον αέρα τις δυνατότητες που προσφέρει η στιγμή. Πρέπει να είναι σε εγρήγορση για να χρησιμοποιήσει τις ρωγμές τις οποίες ανοίγουν οι ιδιαίτερες συγκυρίες στην επιτήρηση που ασκείται από την εξουσία του κυρίου του τόπου. Επιδίδεται στη λαθροθηρία. Κάνει αιφνιδιασμούς. Μπορεί και εμφανίζεται εκεί που δεν την περιμένεις. Είναι πανούργο επινόημα, είναι τέχνασμα.» Εάν δεχτούμε τον ορισμό του De Certau περι της τακτικής και ερμηνεύσουμε με βάση αυτόν τις επιτελέσεις των αστέγων στο χώρο, σε συνδυασμό με την ανάλυση που έγινε παραπάνω περί της οικειοποίησης του χώρου, τότε καταλήγουμε σε ένα σύνολο αλληλοδιαπλεκόμενων δικτύων κίνησης και στάσης, τα οποία διαμορφώνονται με βάση τα νέα χωρικά και χρονικά δεδομένα που τους επιβάλλονται, με τα οποία οι ίδιοι είτε συμβιβάζονται είτε τα αμφισβητούν. i. Τα δίκτυα Τα δίκτυα αυτά, για τα οποία γίνεται λόγος, μπορούμε να τα διαχωρίσουμε σε τρεις βασικές κατηγοριοποιήσεις οι οποίες αφορούν την κάλυψη των καθημερινών τους βιοτικών αναγκών, την ανάγκη τους για κοινωνικοποίηση και κοινωνική διάδραση και τις ανάγκες τους για οικονομική ενίσχυση. Σε μια προσπάθεια, λοιπόν, να κατανοήσουμε το πως διαμορφώνεται η «άστεγη πόλη», για την οποία μιλάμε, θα αναλύσουμε το καθένα από αυτά καθώς και τον ρόλο των θεσμικών οργανώσεων στην ανάπτυξη τους. Δίκτυο κάλυψης βιοτικών αναγκών: πρόκειται για το δίκτυο που σχηματίζεται με βάση τα σημεία της πόλης που επιλέγουν για να κοιμηθούν, να τραφούν και να ικανοποιήσουν τις προσωπικές τους ανάγκες υγιεινής, αλλά και άλλες όπως η ούρηση και η αφόδευση. Όσον αφορά τον ύπνο, τα είδη καταλυμάτων που επιλέγουν , ή διαμορφώνουν, είναι συνήθως: α. Αυτοσχέδια παραπήγματα, συνήθως εκτός του κέ86


Η «άστεγη πόλη»

ντρου των πόλεων ή σε σημεία όπου δεν υπάρχει έντονη ορατότητα, όπως κάτω από γέφυρες. Καταλήψεις εγκαταλελειμμένων κτιρίων. β. Διαμονή σε ξενώνες φιλοξενίας, όπως τα υπνωτήρια αστέγων. γ. Διαβίωση με ευτελή υλικά, όπως κουβέρτες, χαρτόκουτες, υπνόσακοι.Στην περίπτωση αυτή τα σημεία τα οποία επιλέγουν εξαρτώνται άμεσα από τις καιρικές συνθήκες και μπορούν να είναι είτε παγκάκια, είτε υπόστεγα και είσοδοι πολυκατοικιών. δ. Διαμονή υπό επισφαλείς συνθήκες, σε διαμερίσματα χωρίς ρεύμα και νερό ή σε χώρους οι οποίοι προορίζονται για άλλη χρήση, όπως οι αποθήκες. Η καθημερινή διατροφή τους καλύπτεται σε μεγάλο ποσοστό, συνήθως, από συσσίτια, τα οποία παρέχονται από διάφορες οργανώσεις και θεσμοθετημένους οργανισμούς. Συχνά ωστόσο, εξαιτίας του ότι διαμορφώνεται ένα άτυπο δίκτυο με εργαζόμενους, ή ιδιοκτήτες, καταστημάτων σίτισης, όπως επίσης και με ανθρώπους, κυρίως όταν αναφερόμαστε σε άστεγους οι οποίοι διαμένουν «μόνιμα» σε κάποια γειτονιά, τους προσφέρεται τροφή από αυτούς, είτε υπολείμματα της ημέρας είτε κανονικό γεύμα. Το ζήτημα της υγιεινής είναι αρκετά δύσκολο, για όσους δεν διαθέτουν ένα χώρο κατοικίας. Με τις δημόσιες τουαλέτες να εκλείπουν, ή να έχουν και αυτές ελεγχόμενη πρόσβαση, οι ίδιοι αναγκάζονται να χρησιμοποιούν είτε τις τουαλέτες καταστημάτων, εάν βέβαια τους παρασχεθεί άδεια, είτε το δημόσιο χώρο, όπου προσπαθούν να εντοπίσουν τα κατάλληλα σημεία εντός του. Υπάρχουν ωστόσο και ορισμένες οργανώσεις και ιδρύματα, όπως τα κέντρα ημέρας, όπου τους δίνεται η δυνατότητα να κάνουν χρήση της τουαλέτας,να πλυθούν, ή, ακόμη, να πλύνουν τα ρούχα τους. Δίκτυο κοινωνικοποίησης: πρόκειται για το δίκτυο που σχηματίζεται με βάση τα σημεία που επιλέγουν για να κοινωνικοποιηθούν και να έρθουν σε επαφή με άλλους ανθρώπους (άστεγους ή, σπανιότερα, μη). Οι χώροι αυτοί αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ζωής τους, καθώς όντας το περιθώριο της κοινωνίας, τους βοηθά στο να επανακτήσουν, και να διατηρήσουν μια ταυτότητα, πέραν αυτής του «άστεγου». Τα σημεία που επιλέγουν είναι είτε κεντρικά σημεία της 87


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

πόλης, όπως πάρκα και πλατείες, όπου συχνάζει και ο «κανονικός» πληθυσμός της πόλης, είτε πιο απομακρυσμένα, τα οποία οι ίδιοι έχουν νοηματοδοτήσει ως τόπους συνάντησης. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφερθούμε στις ομαδοποιήσεις που σχηματίζουν μεταξύ τους, οι οποίες σχετίζονται με τα σημεία και τον τρόπο που επιλέγουν για να καλύψουν τις ανάγκες τους, καθώς και τους άτυπους νόμους που διαμορφώνουν εντός αυτών των ομάδων και των δικτύων. Η κοινή ταυτότητα που μοιράζονται, η οποία τους έχει αποδοθεί από την κοινωνία, δεν λειτουργεί απαραίτητα ως ενοποιητικό στοιχείο για τους ίδιους. Αντίθετα οι ίδιοι επιλέγουν με πολύ προσοχή, τόσο τους ανθρώπους με τους οποίους θα συναναστραφούν και θα αναπτύξουν σχέση όσο και τα σημεία στα οποία θα περάσουν το χρόνο τους. Παράλληλα διαμορφώνουν άτυπους κανόνες χρήσης των χώρων όπου υπάρχουν και κινούνται, προσπαθώντας να οργανώσουν την καθημερινότητα τους, και τη ζωή τους κατ' επέκτασιν. Δίκτυο οικονομικής ενίσχυσης-επαιτείας: μια μερίδα του άστεγου πληθυσμού επιλέγει την επαιτεία ως μέσο για την απόκτηση κάποιων χρημάτων. Είναι σημαντικό ωστόσο να τονιστεί ότι η επαιτεία, όπως είναι ταυτισμένη στον κοινό νου, τις περισσότερες φορές, δεν αποτελεί εργαλείο των ίδιων των αστέγων, καθώς οι περισσότεροι επαφίενται στην αυτόβουλη συνεισφορά κάποιων ανθρώπων ή σε κάποιο επίδομα που μπορεί να τους παρέχεται. Παρ' όλα αυτά υπάρχουν σημεία στο πεδίο της πόλης, ή και μεγαλύτερης κλίμακας δρόμοι, περιοχές, τα οποία αποτελούν πρόσφορο έδαφος για κάποιον που επαιτεί. Τα σημεία αυτά βρίσκονται συνήθως σε κεντρικούς, εμπορικούς δρόμους, ή άλλα προνομιακά σημεία, όπως δίπλα σε ΑΤΜ.Χαρακτηριστικό αυτών είναι ότι τις περισσότερες φορές τα εκάστοτε αυτά σημεία χρησιμοποιούνται από συγκεκριμένα άτομα, σε μια λογική «κατοχύρωσης της θέσης», ενώ συχνά αποτελούν αιτίες διαπληκτισμού εάν κάποιος άλλος τις καταλάβει. Ο άτυπος αυτός «νόμος» που αναπτύσσεται, είναι γιατί θεωρείται ότι κατοχυρώνοντας κάποιος μια συγκεκριμένη θέση σταδιακά αναπτύσσει ένα κύκλο «μόνιμων πελατών» θα λέγαμε, μέσω της επανάληψης της εικόνας του και κατ' επέκτασιν της αναγνώρι88


Η «άστεγη πόλη»

σης τους απο τους περαστικούς και έτσι είναι πιο εύκολο να αποκομίσει κάποια χρήματα ή οφέλη. ii. O ρόλος των θεσμικών οργανώσεων Το κράτος πρόνοιας έχει δώσει τη θέση του σε μη κυβερνητικές οργανώσεις και εκκλησιαστικούς φορείς, οι οποίοι καλούνται να παρέχουν υπηρεσίες σε άστεγους και άπορους προκειμένου να επιβιώσουν. Το ίδιο το κράτος έχει πάρει μια θέση παρατηρητή, και ίσως κάποιες φορές χρηματοδότη, στην κατάσταση αυτή παρακάμπτοντας επιδεικτικά τα δομικά αίτια του φαινομένου. Η κατάσταση αυτή, όπως και αναλύσαμε, είναι συστατικό στοιχείο του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Συνεπώς και ο ρόλος των εκάστοτε οργανώσεων δεν είναι να επιλύσουν το πρόβλημα αλλά να λειτουργήσουν υποβοηθητικά σε ένα φαινόμενο το οποίο διαρκώς διευρύνεται και εξαπλώνεται. Ο Agier14 αναρωτιέται εάν οι εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικούς φορείς δεν είναι «φορείς αποκλεισμού με λιγότερο κόστος» και μια επινόηση σχεδιασμένη να ξεφορτώνει και να διαλύει το άγχος του υπόλοιπου κόσμου, να συγχωρεί την ενοχή και να κατευνάζει τις τύψεις των θεατών, καθώς και να προκαλεί τη διάχυση του αισθήματος του επείγοντος και του φόβου περί απρόοπτων εξελίξεων. Η Ravenhill15 κάνει λόγο για μια «Βιομηχανία αστέγων». Με τον όρο αυτό αναφέρεται στις θεσμοθετημένες οργανώσεις και τα εθελοντικά εγχειρήματα, στις εκστρατείες, την εκκλησία και το φιλανθρωπικό της έργο,καθώς επίσης και στην ακαδημαϊκή κοινότητα, τους διανοούμενους, τα κέντρα ερευνών, τους συγγραφείς, ακόμη και στα εκπαιδευτικά προγράμματα που αναπτύσσονται εντός των πανεπιστημίων. Η «Βιομηχανία» αυτή, όπως και κάθε βιομηχανία, αντλεί πόρους απο την αγορά, αποτελώντας, σήμερα, αναπόσπαστο κομμάτι της. Βρίσκεται σε ένα διαρκή αγώνα αναζήτησης κονδυλίων και επιδοτήσεων, χορηγιών, και γενικότερα απορρόφησης οικονομικών πόρων για την διεκπεραίωση του έργου της. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει διάθεση για μηδενισμό των όσων παρέχονται από αυτές καθώς για κάποιους ανθρώπους είναι ζωτικής σημασίας και, πολλές φορές, η μοναδική βοήθεια που τους

[14] Bauman, Zygmunt, 2009, Ρευστοί καιροί.Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μτφρ: Γεώρμας Δ. Κωνσταντίνος, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 76 [15] Ravenhill, Megan, 2014, The culture of homelessness: an ethnographic study (PhD Thesis), σ. 17

89


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

παρέχεται. Παράλληλα, οι έρευνες που γίνονται τα τελευταία χρόνια, έχουν συμβάλλει στην βελτίωση αυτών των παροχών και της απόκτησης μιας περαιτέρω γνώσης σχετικής με το φαινόμενο. Ωστόσο δεν αμφισβητούμε το ότι όλες αυτές οι δράσεις λειτουργούν πυροσβεστικά, αναπαράγοντας εν τέλει τον φαύλο κύκλο του φαινομένου και οδηγώντας πολλές φορές στο αδιέξοδο τους ωφελούμενους. Είναι σημαντικό, λοιπόν, να εξετάσουμε τη σχέση αυτής της ονομαζόμενης ως «Βιομηχανία αστέγων» με τους ίδιους τους άστεγους και του ρόλου που διαδραματίζει στην καθημερινότητα και στις ζωές τους. Η ύπαρξη των θεσμικών φορέων λειτουργεί παράλληλα, και συμπληρωματικά, στη διαμόρφωση της καθημερινότητας των αστέγων. Οι υπηρεσίες που παρέχονται, οι οποίες αφορούν την κάλυψη αναγκών όπως ο ύπνος και η σίτιση, καθώς και άλλων, όπως το μπάνιο, το πλύσιμο ρούχων και την παροχή αυτών, την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις ζωές τους. Ιδιαίτερα στα πρώτα «στάδια» της αστεγίας, και στην μετάβαση του υποκειμένου από την κατάσταση του «στεγασμένου» σε αυτή του «άστεγου».

[16] Cloke, Paul, Jon, May & Johnsen, Sarah, 2008, Performativity and affect in the homeless city, Environment and Planning D: Society and Space, τεύχος 26, σ.243 [17] αναφερόμαστε, κυρίως, στα κέντρα ημέρας και διανυκτέρευσης, ή γενικότερα σε πιο αυστηρά θεσμοθετημένες οργανώσεις, και όχι τόσο σε συσσίτια και δράσεις της εκκλησίας, τα οποία έχουν έναν πιο ανθρωπιστικό χαρακτήρα.

90

Μέσα από έρευνες έχει προκύψει η εξάρτηση των ατόμων από τις υπηρεσίες αυτές, το οποίο οδηγεί στη δημιουργία ενός κάποιου είδους γκέτο γύρω από τα σημεία στα οποία εδράζονται, τα οποία βρίσκονται συνήθως εκτός του κέντρου των πόλεων, σε υποβαθμισμένες περιοχές. Όπως έχουν σχολιάσει και οι Cloke, May και Johnsen16 αυτού του είδους η θεσμική στήριξη και ο περιορισμός των ατόμων γύρω από, ή και μέσα σε, αυτούς τους χώρους αποτελεί μια στρατηγική επιβολής της εξουσίας μέσω της οργάνωσης και πειθαρχίας του χώρου, με αποτέλεσμα οι γεωγραφικές περιοχές της παροχής υπηρεσιών να διαμορφώνουν σημαντικά τις γεωγραφικές περιοχές της αστεγίας στην πόλη. Ωστόσο, η είσοδος σε αυτές17 προϋποθέτει την κάλυψη πολύ συγκεκριμένων κριτηρίων καθώς και την υπακοή σε αυστηρούς κανόνες χρήσης. Οι χρήστες αυτών των χώρων, και οι διαμένοντες εκεί, είναι αναγκασμένοι να συμμορφώνονται με κανόνες, όπως η απαγόρευση του καπνίσματος και της κατανάλωσης αλκοόλ, η απαγόρευση σεξουαλικών συνευρέσεων, και άλλων. Η συνθήκη


Η «άστεγη πόλη»

αυτή δημιουργεί αυτόματα ένα αίσθημα μειονεξίας, απέναντι στους υπόλοιπους της κοινωνίας, και αναπαράγει το αίσθημα του αποκλεισμού. Πρόσθετα, είναι σύνηθες το φαινόμενο είτε να απαγορεύεται η είσοδος σε αυτούς τους χώρους, λόγω της μη πλήρωσης επαρκών κριτηρίων, είτε ωφελούμενοι να εξωθούνται απο αυτούς, λόγω της ανυπακοής στους κανόνες λειτουργίας τους. Είναι κατανοητό ότι όλοι αυτοί οι κανονισμοί χρήσης και λειτουργίας αυτών των χώρων και των υπηρεσιών, τίθενται προκειμένου να προστατευτούν τα μέλη και οι ωφελούμενοι αυτών και να αποφευχθούν ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Εντούτοις, είναι σαφές ότι πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι έχουν βιώσει την περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό και έχουν ενσωματωμένο πολύ θυμό, με αποτέλεσμα πολλές φορές να εκφράζουν βίαιες και αντιδραστικές συμπεριφορές. Συνεπώς, ο αποκλεισμός από αυτές μπορεί να έχει πολύ αρνητικό αντίκτυπο στις ζωές τους. Ο ρυθμιστικός χαρακτήρας των οργανώσεων αυτών και οι αυστηροί κανόνες που επιβάλλονται, λειτουργούν, πολλές φορές, απωθητικά ως προς τους ίδιους τους άστεγους. Επανερχόμενοι, λοιπόν, στην αυτενέργεια των ατόμων αυτών διαπιστώνουμε την άρνηση αυτων πολλές φορές να συμβιβαστούν με τους κανόνες που επιβάλλονται και να απορρίπτουν τις όποιες παροχές από αυτές. Είναι σύνηθες φαινόμενο, να προτιμούν την αυτονομία τους και την πλήρη ανεξαρτητοποίηση τους από αυτές, ακόμη και αν υπάρχει ο κίνδυνος να χάσουν τα οφέλη που αποκομούν από τη σύνδεση τους

Συμπεράσματα Όπως διαπιστώσαμε το πεδίο της πόλης δεν αποτελεί ένα χώρο σχεδιασμένο για να δεχτεί την κατοίκηση με αυτούς τους όρους. H καθημερινότητά τους, το πώς ζουν και κινούνται μέσα σε αυτή, καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο οριοθετείται ο χώρος γύρω τους και το πως δέχονται και βιώνουν την απαγόρευση πρόσβασης σε μια σειρά από δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Τα όρια αυτά, τα οποία είναι είτε νοητά είτε πραγματικά, μπαίνουν από εξωτερικούς προς αυτούς παράγοντες, όπως το κράτος και η υπόλοιπη κοινωνία, δι91


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

αμορφώνοντας το πεδίο στο οποίο έχουν τη δυνατότητα να κινούνται. Από την άλλη, οι χώροι και τα σημεία της πόλης νοηματοδοτούνται από τους ίδιους τους άστεγους και επενδύνονται υλικά και συναισθηματικά, προκειμένου να δεχτούν ένα κομμάτι της καθημερινότητας τους. Είναι κατανοητό ότι η ανάλυση των επιτελέσεων και της καθημερινότητας των αστέγων η οποία προηγήθηκε θα μπορούσε να ερμηνευτή από κάποιον ως μια απόκρυψη της πραγματικότητας, ωραιοποίηση της κατάστασης και μη αναγνώριση της δυσμενούς συνθηκης στην οποία οι ίδιοι βρίσκονται. Ωστόσο, η διερεύνηση όλων των παραπάνω κρίθηκε σημαντική ως μια προσπάθεια ανάλυσης της σχέσης της πόλης με τους άστεγους, τόσο από την ρυθμιστική πλευρά της ίδιας, όσο και από την οπτική των ίδιων των ανθρώπων που διαμένουν σε αυτή. Απώτερος στόχος αυτού είναι αποτίναξη στερεοτυπικών αντιλήψεων γύρω από αυτούς και, τελικά, στην αντιμετώπιση τους ως υποκείμενα τα οποία βρίσκονται σε μια συνθήκη, όχι κατ' επιλογήν, την οποία προσπαθούν μέσω των τακτικών που χρησιμοποιούν να διαμορφώσουν και να την κάνουν, όσο το δυνατόν περισσότερο, βιώσιμη.

92


Η «άστεγη πόλη»

93


Η περίπτωση της Θεσσαλονίκης

Τα δίκτυα, οι δομές και η συμβολή τους στην καθημερινότητα των αστέγων Οι άστεγοι στο πεδίο της πόλης αναπτύσσουν τη δική τους καθημερινότητα, αξιοποιώντας τα στοιχεία του χώρου και τις όποιες παροχές είναι διαθέσιμες. Όπως αναφέρει η Η., κοινωνική λειτουργός του προγράμματος Street work της ΜΚΟ Αρσις, «Υπάρχουν πολλοί που έχουν μια καθημερινότητα. Το πρωί θα φάω εκεί. Το μεσημέρι θα πάω να αράξω εκεί. Το απόγευμα θα πάω εκεί. Το βράδυ θα πάω να αράξω στο μέρος όπου κοιμάμαι.». Μετακινούνται, δηλαδή, και εναλλάσουν τα σημεία της πόλης προκειμένου να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Ανάγκες οι οποίες όμως έχουν μια άλλη βαρύτητα σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους οι οποίοι διαθέτουν ένα χώρο κατοικίας.Όπως επισημαίνει ο Μ., νοσηλευτής της ίδιας ομάδας, «Οι προτεραιότητες αλλάζουν όταν μένεις στο δρόμο». Ο Β., άστεγος, ο οποίος τον τελευταίο καιρό ζει επισφαλώς στεγαζόμενος σε σπίτι με ένα φίλο του, το επιβεβαιώνει αυτό με την απάντηση που δίνει σε σχέση με το ζήτημα της υγιεινής και του μπάνιου, «Μπάνιο; Μια φορά το μήνα καλά δεν είναι; Ειδικά το χειμώνα.». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούν τα στοιχεία και τον αστικό εξοπλισμό γύρω τους. Όπως αναφέρουν και πάλι τα μέλη της ομάδας του Street work, «Υπάρχει μια ευρηματικότητα!». Πέρα από πιο «οικείες», αν μπορούμε να τις ονομάσουμε έτσι, χρήσεις, όπως είναι τα παγκάκια και τα υπόστεγα, τα οποία χρησιμοποιούν για να κοιμηθούν και να προφυλαχθούν, ή τα συντριβάνια, τα οποία χρησιμοποιούν πολλές φορές για να πλυθούν, υπάρχουν και άλλα στοιχεία του χώρου στα οποία οι ίδιοι αποδίδουν μια τελείως διαφορετικη χρήση απο την καθιερωμένη. Παραδείγματα αυτών είναι η μετατροπή του κιβωτίου ασφαλείας ηλεκτροδότησης σε ντουλάπι, η μετατροπή των κλαδιών των δέντρων σε κρεμάστρες και η χρήση των εσοχών στα τείχη της Άνω πόλης ως ράφια. Μια από τις πιο παράδοξες χρήσεις που αναφέρθηκε είναι αυτή της μετατροπής ενός κάδου σκουπιδιών σε αποθηκευτικό χώρο. Όπως τονίζουν τα μέλη της ομάδας, «υπάρχει πολλές φορές η ανάγκη από τους ίδιους τους άστεγους για περιποίηση του προσωπικού τους χώρου και για διαμόρφωση του με βάση την προσωπική τους αισθητική». Πολλές φορές επεμβαίνουν στο χώρο, μέσω της χρήσης ή της τοποθέτησης εμποδίων, σε 94


μια προσπάθεια να αποκοπούν, έστω και νοητά, από την ταραχώδη αστική συνθήκη και να αισθανθούν ότι έχουν έναν προσωπικό χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επέμβαση ενός αστέγου σε ένα εγκαταλελειμμένο περίπτερο, το οποίο μετέτρεψε σε «κατοικήσιμο» χώρο. Τα δίκτυα Μέσα από προσωπικές παρατηρήσεις και επικοινωνία με τους ίδιους τους άστεγους επιβεβαιώθηκε η διαμόρφωση των «άτυπων» δικτύων (δίκτυο κάλυψης βιοτικών αναγκών-δίκτυο κοινωνικοποίησης-δίκτυο επαιτείας), στα οποία αναφερθήκαμε. Συμφωνα με την καταγραφή που πραγματοποιήθηκε οι περισσότεροι από τους άστεγους επιλέγουν να διαμένουν στην ύπαιθρο, με λίγους από αυτούς να επιλέγουν χώρους όπως το υπνωτήριο. Από τους πρώτους, οι περισσότεροι χρησιμοποιούν ευτελή υλικά για τον ύπνο τους, ενώ υπάρχουν αναφορές για ανθρώπους οι οποίοι κοιμούνται μέσα σε αυτοκίνητα ή παρατημένα κτίρια. Στο κέντρο της πόλης δεν συναντούμε συνήθως κατασκευές με ένα πιο «μόνιμο» χαρακτήρα. Οι άνθρωποι οι οποίοι επεμβαίνουν στο χώρο με αυτό τον τρόπο επιλέγουν συνήθως σημεία τα οποία βρίσκονται περιφερειακά αυτού, και πιο συγκεκριμένα στην περίπτωση της Θεσσαλονικής, στο δυτικό κομμάτι της πόλης. Ωστόσο, οι περισσότεροι έχουν συγκεκριμένα σημεία τα οποία επιλέγουν για ύπνο, τις λεγόμενες «καβάτζες». Όσων αφορά τη σίτιση, συνήθως δεν αποτελεί πρόβλημα για τους ίδιους. ‘Όπως αποδείχθηκε και από τα αποτελέσματα της καταγραφής, τα συσσίτια και οι κουζίνες που οργανώνονται από αλληλέγγυες δομές είναι αυτα που οι άστεγοι επισκέπτονται με μεγαλύτερη συχνότητα, σε σχέση με τις υπόλοιπες παρεχόμενες υπηρεσίες Αντίστοιχα, όσων αφορά το μπάνιο, και γενικότερα ζητήματα υγιεινής, υπάρχουν δομές οι οποίες προσφέρουν αντίστοιχους χώρους. Ωστόσο οι ίδιοι δεν το επιλέγουν συχνά, αλλά αντίθετα προσπαθούν να το καλύψουν με άλλους τρόπους όπως η χρήση τουαλετών καταστημάτων, όπου βέβαια τους επιτρέπεται, για τοπικό πλύσιμο και αφόδευση, ή η πραγμάτωση τους σε εξωτερικό χώρο, χρησιμοποιώντας κουβάδες, μπουκάλια ή άλλα αντικεί95


Η περίπτωση της Θεσσαλονίκης

μενα. Μέσα από την παρατήρηση και την εμπλοκή μαζί τους, επιβεβαιώνεται η σημαντικότητα των κοινωνικών δικτύων που σχηματίζουν, με τα σημεία της πόλης να έχουν καταλυτικό ρόλο σε αυτά. Εντός της πόλης, οι πλατείες και τα πάρκα, νοηματοδοτούνται από τους ίδιους ως τόποι συνάντησης και συνάθροισης. Αντίστοιχα, τα συσσίτια, το κέντρο ημέρας, ή άλλοι χώροι, όπως το στέκι μεταναστών, λειτουργούν για τους ίδιους ως «άτυπα» ραντεβού στο εβδομαδιαίο τους πρόγραμμα.Στα σημεία αυτά διαμορφώνουν ομαδοποιήσεις, παρέες και σχέσεις, φιλικές ή ερωτικές. Υπάρχει, ωστόσο, μια ειδοποιός διαφορά η οποία επηρεάζει σημαντικά την επιλογή αυτών των σημείων. Οι ίδιοι είναι περισσότερο επιφυλακτικοί στις σχέσεις που αναπτύσσουν και τους ανθρώπους που επιλέγουν για να περάσουν τη μέρα τους. Αναζητούν κοινά χαρακτηριστικά ή αντίστροφα απορρίπτουν συμπεριφορές οι οποίες δεν συμφωνούν με τους δικούς τους κώδικες. Όπως ανέφερε ο Β., στην παρέα του δεν ήταν δεκτά άτομα τα οποία ανέπτυσσαν επιθετικές ή/και σεξιστικές συμπεριφορές όταν έπιναν. Ενώ ο ίδιος και ο φίλος του Γ. είναι χρήστες αλκοόλ, προτιμούν όπως τονίζει, «να πίνουν ένα, δύο, τέσσερα, πέντε μπουκάλια και μετά να γυρνάω σπίτι, είτε, αν δεν αισθάνομαι καλά, να κοιμάμαι εδώ. Προτιμώ να πίνω μόνος, παρά να έχω φασαρίες!». Όσων αφορά την επαιτεία, στη Θεσσαλονίκη συναντάται κυρίως σε μεγάλους εμπορικούς δρόμους, όπως η Εγνατία και η Τσιμισκή, και δευτερευόντως σε περιοχές με νυχτερινή ζωή. Από τους ανθρώπους που συνάντησα κανείς δεν επαιτεί, πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις, ωστόσο οι περισσότεροι είναι δεκτικοί σε βοήθεια από ανθρώπους, όταν αυτό γίνεται καλοπροαίρετα. Όπως εξηγούν οι κοινωνικοί λειτουργοί, η επαιτεία συνδυάζεται συνήθως με κυκλώματα εκμετάλλευσης, γεγονός που δυσκολεύει πολύ την προσέγγιση των ανθρώπων αυτών. Για τους παραπάνω λόγους θα αποφευχθεί η περαιτέρω αναφορά σε αυτό.

96


Οι δομές Στη Θεσσαλονίκη, υπάρχουν αρκετές οργανώσεις οι οποίες ασχολούνται με τον άστεγο πληθυσμό της πόλης, με τις περισσότερες από αυτές να αποτελούν Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις ή να συνδέονται με εκκλησιαστικού φορείς. Οι δημόσιοι φορείς λειτουργούν συνήθως σε συνεργασία με τις παραπάνω, παρέχοντας χρηματοδότηση και χώρους για να στεγαστούν οι διάφορες δομές. Στο πλαίσιο αυτού του κειμένου θα γίνει εκτενέστερη αναφορά σε ορισμένες από αυτές1, οι οποίες, με βάση τα στοιχεία που συλλέχθηκαν, κρίθηκε ότι αποτελούν κομβικά σημεία για τους ίδιους. Η πρώτη δομή από αυτές που θα αναφερθούμε είναι το υπνωτήριο αστέγων.Το υπνωτήριο, αποτελεί μια δομή του δήμου σε συνεργασία με την ΜΚΟ Αρσις και στεγάζεται επί της οδού Ανδρέου Γεωργίου, δυτικά του κέντρου της πόλης, σε κτίριο της Φιλόπτωχου Αδελφότητας Ανδρών Θεσσαλονίκης. Η χωρητικότητα του κτιρίου είναι 65 άτομα, ενώ σε περιπτώσεις ψύχους μπορεί να φιλοξενήσει μέχρι 80 περίπου. Η άδεια παραμονής εκεί παρέχεται κατόπιν λήψης ιστορικού και κατάθεσης των αντίστοιχων χαρτιών και έχει διάρκεια μέχρι έξι μήνες. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στο υπνωτήριο δεν μπορούν να πάρουν άδεια παραμονής οικογένειες και ανήλικα παιδιά. Η λειτουργία του είναι καθημερινή, και οι ωφελούμενοι έχουν την άδεια να παραμείνουν εκεί μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας. Το κέντρο ημέρας αποτελεί ακόμη μια δομή του δήμου σε συνεργασία με την ΜΚΟ Praksis. Το κτίριο βρίσκεται επί της οδού Μοναστηρίου, στο δυτικό τμήμα της πόλης, και η λειτουργία του είναι καθημερινή. Ανάμεσα στις παροχές του πέρα από κάποιο ελαφρύ γεύμα, που προσφέρεται συνήθως, και εγκαταστάσεις που αφορούν την προσωπική υγιεινή, είναι μια σειρά από υπηρεσίες συμβουλευτικής καθώς και ψυχολογικής στήριξης. Ο αυστηρά ρυθμιστικός χαρακτήρας, ωστόσο, των παραπάνω δομών λειτουργεί πολλές φορές, όπως αναλύσαμε, αποθαρρυντικά για τους άστεγους. Όπως πολλοί άστεγοι είπαν, συγκεκριμένα για το υπνωτήριο, «Καλλιεργεί ένα αίσθημα εγκλωβισμού», γι' αυτό και δεν το επιλέγουν. Όπως αναφέρει ο Μ., μέλος της ομάδας του Street

[1] για τις υπόλοιπες βλέπε: Παράρτημα 2

97


Η περίπτωση της Θεσσαλονίκης

work, «Είναι δύσκολο να ζεις με όρια. Όταν συνηθίζεις να ζεις έξω το να μπεις σε μια δομή σε μια δομή με κάποια πιο αυστηρά όρια σε δυσκολεύει πάρα πολύ». Τα όρια αυτά, και κατ' επέκταση οι αντίστοιχες παρεκκλίσεις των αστέγων, έχουν οδηγήσει πολλές φορές στον αποκλεισμό τους από αυτές. Στο σημείο αυτό αξίζει να σχολιάσουμε και την τοποθεσία των παραπάνω δομών, την οποία κρίνουμε κάθε άλλο παρά τυχαία. Και οι δύο αυτές δομές, στις οποίες αναφερθήκαμε, βρίσκονται στο νοτιοδυτικό κομμάτι της Θεσσαλονίκης, εκτός του κέντρου της πόλης, σε μια περιοχή «υποβαθμισμένη», με αρκετά συχνά περιστατικά εγκληματικότητας. Τα παραδείγματα αυτά ενισχύουν συνεπώς τις προωθούμενες πρακτικές περί «γκετοποίησης» και στοχευμένης εξώθησης των αστέγων από τα κέντρα των πόλεων. Μέσα από τις αναφορές των ίδιων των αστέγων, κρίθηκε σημαντική και η συνεισφορά του Χριστιανικού στεκιού, το οποίο λειτουργεί υπό την επίβλεψη της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας Θεσσαλονίκης (ΕΕΕΘ). Στο χώρο αυτό, ο οποίος βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, παρέχεται φαγητό καθημερινά, κάποιες από αυτές και καφές, ενώ κάποιες μέρες της εβδομάδας δίνεται η δυνατότητα στους ωφελούμενους να κάνουν μπάνιο και να προμηθευτούν καθαρά ρούχα. Ωστόσο,ο ανθρωπιστικός του χαρακτήρας και το γεγονός ότι βασίζεται κυρίως στη φιλανθρωπία, με βάση τις θρησκευτικές αρχές, θεωρούμε ότι για ακόμη μια φορά δεν συμβάλλει ουσιαστικά στην βελτίωση των συνθηκών, παρά μόνο παροδικά. Στο σημείο αυτό κρίνεται σημαντικό να γίνει αναφορά στο Στέκι Μεταναστών, το οποίο αποτελεί μια αυτο-οργανωμένη, μη-χρηματοδοτούμενη δομή, και τα τελευταία χρόνια λειτουργεί ως τόπος συνάντησης αστέγων, ντόπιων και μεταναστών. Εκεί, πέρα από το φαγητό και τα ρούχα, προσφέρεται και συμβουλευτική, όχι στα πλαίσια υπηρεσίας, αλλά μέσα από τις ομάδες που στεγάζονται στο χώρο αυτό. Παράλληλα, με πρωτοβουλία μίας από τις ομάδες που στεγάζονται εκεί, έχει αναπτυχθεί ένα «δίκτυο υποστήριξης αστέγων», προσφέροντας οικονομική στήριξη σε ανθρώπους που το έχουν ανάγκη. Επίσης, μια ακόμη δράση η οποία κρίνεται σημαντική και προωθείται από την ίδια ομάδα, είναι το καθημερινό βραδινό μοίρασμα 98


φαγητού σε άστεγους της πόλης και η προσωπική επαφή με αυτούς. Βασική στόχευση μέσα από όλες τις δράσεις είναι η ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων με τους ίδιους τους άστεγους και η παροχή ενός χώρου όπου οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούν να εκφραστούν και να συμπεριφερθούν ελεύθερα για κάποιες ώρες. Με πρόταγμα την αυτο-οργάνωση και την αλληλεγγύη αποτελεί, ίσως, τη μόνη δομή η οποία προσφέρει μια άλλη οπτική για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Δεν είναι λίγες οι φορές που επιτεύχθηκε η ενσωμάτωση αυτών των ανθρώπων σε μια ομάδα και η σταδιακή επανένταξη τους στην κοινωνία.

99


Εν κατακλείδι «η αστεγία δεν υπάρχει επειδή το σύστημα αποτυγχάνει, αλλά επέιδη δουλεύει»

Peter Marcuse

Ο δημόσιος χώρος αποτελεί στην ιδεατή του μορφή έναν χώρο σύμπραξης, αλληλεπίδρασης και ελεύθερης έκφρασης. Οι πολιτικές ωστόσο που προωθούνται, τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, οι οποίες έχουν στόχο την εμπορευματοποίηση του, μετατρέπουν τους δημόσιους χώρους γύρω μας σε κέντρα κατανάλωσης και ψυχαγωγίας, με γνώμονα την αισθητική τους αναβάθμιση. Το φαινόμενο της αστεγίας εκφράζεται κατά βάση στον αστικό χώρο. Οι άστεγοι διαθέτουν ως μοναδικό χώρο διαβίωσης το δημόσιο χώρο της πόλης. Η ύπαρξη των αστέγων στο πεδίο της πόλης κινείται, πλέον, παράλληλα με τους ρυθμούς της, χωρίς αυτό να γίνεται πολλές φορές αντιληπτό. Ένας παράλληλος κόσμος που ξεδιπλώνεται μέσα από αυτοσχέδια καταλύματα, συσσίτια και κέντρα υποδοχής. Η χωρική αυτή διάσταση του φαινομένου είναι ιδιαίτερης σημασίας. Οι πολλαπλές εκφάνσεις του αποκλεισμού που βιώνουν αυτά τα άτομα αποτυπώνονται χωρικά και διαμορφώνουν νέα πεδία εντός της πόλης. Η πρώτη περίπτωση αποκλεισμού είναι αυτή που τους στερεί τον προσωπικό χώρο και η οποία τους εξωθεί στο πεδίο της πόλης. Εκεί, ο αποκλεισμός προωθείται και αποτυπώνεται χωρικά μέσω της παραγωγής απαγορευτικών χώρων και χώρων αποκλεισμού.Στην περίπτωση αυτή οι «μη συμβατοί» χρήστες, δηλαδή αυτοί οι οποίοι δεν εξυπηρετούν τα επιχειρηματικά συμφέροντα των πόλεων και δεν συμβάλλουν ενεργά στην παραγωγή κεφαλαίου ως άνεργοι ή μη ιδιοκτήτες, στους οποίους ανήκουν και οι άστεγοι, απωθούνται, ή αντίστροφα εγκλωβίζονται σε τόπους, προκειμένου να μην «μολύνουν» την εικόνα της πόλης. Οι ίδιοι οι άστεγοι ωστόσο, πέρα από παθητικοί δέκτες, υπάρχουν στην πόλη και ως ενεργά υποκείμενα.Οι ίδιοι είτε ατομικά, είτε συλλογικά πολλές φορές, επιδρούν και ανακατασκευάζουν το χώρο της πόλης προκειμένου να διαμορφώσουν τη δική τους πραγματικότητα.Στην καθημερινή τους πορεία εντός της αναπτύσσουν δίκτυα και αξιοποιούν τα υλικά αγαθά και τις παρεχόμενες υπηρεσίες , με 101


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

στόχο να ανταπεξέλθουν και να βελτιώσουν, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, τη δυσμενή κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Η υπόλοιπη κοινωνία από την πλευρά της διατηρεί μια παθητική, εάν όχι απαξιωτική, στάση. Οι αντιλήψεις που επικρατούν κινούνται σε δύο κατευθύνσεις οι οποίες επηρεάζονται και διαμορφώνονται από την προπαγάνδα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η πρώτη από αυτές αφορά την αναπαραγωγή στερεοτυπικών αντιλήψεων και τη σύνδεση της αστεγίας αποκλειστικά με την ατομική υπαιτιότητα και με παραβατικές συμπεριφορές. Ο φόβος του «Άλλου» επικρατεί και οδηγεί στην ανάγκη αυτοπροστασίας. Από την άλλη υπάρχει και μια πιο «ευαισθητοποιημένη» αντίληψη, η οποία όμως και πάλι δεν οδηγεί στην ανάληψη ενός ενεργού ρόλου από την πλευρά του μη-άστεγου. Σπάνια κάποιος αντιλαμβάνεται τους άστεγους ως ισάξια και ισότιμα μέλη της κοινωνίας και να τους απεθύνει το λόγο ή να προσπαθεί να τους προσεγγίσει. Γενικότερα υπάρχει μια έντονη επανάπαυση από την πλευρά της κοινωνίας και μετάθεσης της ευθύνης στις ανθρωπιστικές οργανώσεις, προκειμένου να απαλύνουν, τα κοινωνικά αίτια της φτώχειας και της συρρίκνωσης των δημόσιων προνοιακών θεσμών. Ωστόσο, όπως διαπιστώσαμε, πρόκειται για μια πολιτική έκτακτης ανάγκης- διαχείρισης η οποία δεν καταφέρνει να συμβάλλει ουσιαστικά στην καταπολέμηση του φαινομένου. Η δράση των διαφόρων οργανώσεων λειτουργεί, συνήθως, πυροσβεστικά παράγοντας νέα αδιέξοδα.Θα ήταν συνεπώς αφελές να θεωρήσουμε ότι οι κοινωνικές πολιτικές καταπολέμησης του αποκλεισμού, οι οποίες περαιώνονται σήμερα μόνο μέσα από αυτές τις οργανώσεις, έχουν ως στόχο την απαλοιφή του. Αντίθετα θα λέγαμε ότι προσπαθούν μέσω της χρήσης και εφαρμογής παροδικών μέτρων είτε να αποκρύψουν τα αίτια του φαινομένου, είτε να καλλιεργήσουν ένα αίσθημα ανεκτικότητας όσων αφορά το φαινόμενο, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αναπαραγωγή του. Αυτό στο οποίο καταλήγουμε είναι ότι δεν πρέπει να θρέφουμε αυταπάτες ότι ακόμη και αν υπήρχε ένας καθολικός ορισμός και μια ακριβής ποσοτική καταμέτρηση των αστέγων, τόσο σε τοπικό, όσο και σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, θα συνέβαλε ουσιαστικά στην αντιμετώπιση και στην επίλυση του φαινομένου.Η σημερινή κρίση, όπως την αναλύσαμε, οδηγεί σε μια αντίφαση.Αυτό που 102


συμβαίνει είναι μια παράλληλη αυξητική τάση των άδειων κτιρίων και κατοικιών και του αριθμού των αστέγων. Είναι οξύμωρο συνεπώς να μιλάμε για έλλειψη στέγης ενώ γύρω μας υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός κτιριακού αποθέματος, που βρίσκεται σε κατάσταση αχρησίας. Το ίδιο το σύστημα παράγει, συντηρεί και αναπαράγει, την αστεγία και προωθεί την ανάπτυξη ακραίων μορφών κοινωνικών ανισοτήτων, οι οποίες δεν αφορούν μόνο το ζήτημα της στέγασης αλλά το σύνολο της ύπαρξης του ανθρώπου ως κοινωνικό και πολιτικό ον. Κρίνεται συνεπώς απαραίτητο να αντιληφθούμε τα άτομα αυτά ως ισάξια μέλη της κοινωνίας τα οποία έχουν ίσα δικαιώματα με όλους τους υπόλοιπους. Μέσω της κατανόησης του πως οι ίδιοι ως δρώντα υποκείμενα προσπαθούν ανταπεξέλθουν, και να αντιπαρέλθουν, τη συνθήκη στην οποία βρίσκονται, ίσως συμβάλει στην αποτίναξη του κοινωνικού στιγματισμού, ο οποίος έχει αρνητικό πρόσχημα, και στην ανάπτυξη μιας ουσιαστικότερης αντιμετώπισης του φαινομένου. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο εάν κατανοήσουμε τα βαθύτερα αίτια και αποτάξουμε στερεοτυπικές αντιλήψεις. Μόνο τότε, ίσως, καταφέρουμε να διαμορφώσουμε, μαζί με τα ίδια τα υποκείμενα που βρίσκονται σε αυτή τη συνθήκη, τις κατάλληλες βάσεις για διεκδίκηση βασικών δικαιωμάτων τα οποία δεν συνδέονται μόνο με το χώρο της κατοικίας, αλλά και με την ύπαρξη μας καθημερινά εντός της πόλης, και της συνολικότερης ύπαρξης μας ως κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα. Παραπάνω προσπαθήσαμε να δώσουμε μια συνολική εικόνα του φαινομένου, η οποία, όπως και έγινε αντιληπτό, είναι πολύ δύσκολο να εξαντληθεί στο πλαίσιο αυτής της εργασίας.

103


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

Βιβλιογραφία Βιβλία ΑΡΕΝΤ, Χάνα, 2008, Η ανθρώπινη κατάσταση, μτφρ: Ροζάνης Στέφανος ,Αθήνα: Εκδόσεις Γνώση ΒΡΥΧΕΑ, Αννη, 2003, Κατοίκηση και Κατοικία, Διερευνώντας τα όρια της αρχιτεκτονικής, Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα GIDDENS, Anthony, 2009, Κοινωνιολογία, μτφρ: Τσαούσης Γ. Δημήτρης, Αθήνα; Εκδόσεις Gutenberg HARVEY, David, 2012, Εξεγερμένες πόλεις, Από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης, Αθήνα: Εκδόσεις ΚΨΜ HEIDEGGER, Martin, 2008, Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι, μτφρ: Ξηροπαΐδης Γιώργος, Αθήνα: Εκδόσεις Πλέθρον KNOX, Paul & PINCH, Steven, 2009, Κοινωνική γεωγραφία των πόλεων, μτφρ: Αλεξανδρή Γωγώ, Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλας ΛΕΦΑΣ, Παύλος, 2008, Αρχιτεκτονική και Κατοίκηση, Από τον Heidegger στον Koolhaass, Αθήνα: Εκδόσεις Πλέθρον LEFEBVRE, Henry, 2007, Δικαίωμα στην πόλη, Χώρος και πολιτική, μτφρ: Τουρκινιώτης Παναγιώτης, Αθήνα: Εκδόσεις Κουκίδα MASSEY, Doreen, 2001, Φιλοσοφία και πολιτικές της χωρικότητας, Αθήνα: Εκδόσεις Α.Παπασωτηρίου & Σια Ο.Ε. ΜΠΑΟΥΜΑΝ, Ζίγκμουντ, 2009, Ρευστοί καιροί.Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μτφρ: Γεώρμας Δ. Κωνσταντίνος, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο ΝΤΕ ΣΕΡΤΩ, Μισέλ, 2010, Επινοώντας την καθημερινή πρακτική, Η πολύτροπη τέχνη του πράττειν, μτφρ: Καψαμπέλη Κική, Αθήνα: Εκδόσεις Σμίλη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δέσποινα & ΚΟΥΡΑΧΑΝΗΣ, Νίκος, 2017, Άστεγοι και κοινωνικός αποκλεισμός στην Ελλάδα της κρίσης, Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος RAVENHILL, Megan, 2014, The culture of homelessness: an ethnographic study (PhD Thesis), διαθέσιμο από, Michigan: ProQuest LLC, (UMI: U615614)

104


ΡΟΖΑΝΗΣ, Στεφανος, 2013, Εκδοχές της πόλης: Simmel-Benjamin-Cacciari-Adorno, Αθήνα: Εκδόσεις Εξάρχεια ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, Σταύρος, 1990, Η συμβολική σχέση με το χώρο, Πως οι κοινωνικές αξίες διαμορφώνουν και ερμηνεύουν τον χώρο, Αθήνα: Εκδόσεις Κάλβος ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, Σταύρος, 2010, Μετέωροι χώροι της ετερότητας, Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια Άρθρα σε επιστημoνικά περιοδικά CLOKE, Paul, JON, May & JOHNSEN, Sarah, 2008, Performativity and affect in the homeless city, Environment and Planning D: Society and Space, τεύχος 26, σ. 241263, doi: 10.1068/d84j, (τελευταία πρόσβαση: 11/08/2018) DOVEY , Kimberly, 1985, Home and Homelessness: Introduction , στο Altman, Irwin and Carol M. Werner eds. Home Environments. Human Behavior and Environment: Advances in Theory and Research. Vol 8. New York: Plenum Press, http://www.asu. edu/courses/aph294/total-readings/dovey%20--%20homeandhomelessness.pdf, (τελευταία πρόσβαση: 11/08/2018) MITCHELL, Don, 1997, The Annihilation of Space by Law: The Roots and Implications of Anti‐Homeless Laws in the United States, Antipode, τόμος 29, τεύχος 3, σ. 303335, https://doi.org/10.1111/1467-8330.00048, (τελευταία πρόσβαση: 09/08/2018) SOMMEVILLE, Peter, 2013, Understanding Homelessness, Housing, Theory and Society, τεύχος 30, σ. 384-415, doi: 10.1080/14036096.2012.756096 Πρακτικά συνεδρίων ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, Μαρία και ΚΑΨΑΛΗ, Ματίνα, 2015, Η ανάδυση μιας νέας χωροκοινωνικής τάξης στην Ελλάδα της κρίσης: η νομιμοποίηση της κρίσης κατοικίας και η αορατότητα των νέων περιθωριοποιημένων ομάδων, στα πλαίσια του Εργαστηρίου Urban Conflicts: συναντήσεις και συγκρούσεις στην πόλη, Θεσσαλονίκη ΤΣΑΒΔΑΡΟΓΛΟΥ, Χάρης, 2015, Ο αναδυόμενος κοινός χώρος και οι διαθεματικές πολιτικές περίφραξής του στην Ελλάδα την εποχή της κρίσης, στα πλαίσια του Εργαστηρίου Urban Conflicts: συναντήσεις και συγκρούσεις στην πόλη, Θεσσαλονίκη Έντυπο υλικό Συλλογικό, 2012, Rethink gentrification: Φιλόδοξοι μεσίτες, ξεπεσμένοι μεσοαστοί και σύγχρονοι πληβείοι στο κέντρο της Αθήνας, Κομπρεσέρ, για την πόλη και το χώρο, τ. 4, σ. 36-51

105


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

Συλλογικό, 2012, Neil Smith: Ποια νέα πολεοδομία;Ο ρεβανσισμός των '90s , Κομπρεσέρ, για την πόλη και το χώρο, τ. 4, σ. 26-35 Συλλογικό, 2012, Neil Smith: Νέος Παγκοσμισμός, Νέα Πολεοδομία: Το gentrification ως παγκόσμια στρατηγική των πόλεων, Κομπρεσέρ, για την πόλη και το χώρο, τ. 4, σ. 52-73 Κείμενα από διαδίκτυο ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ, NIMBY, http://nimby.com/, (τελευταία πρόσβαση: 11/08/2018) FEANTSA, 2005, ETHOS - European Typology on Homelessness and Housing Exclusion, https://www.feantsa.org/en/toolkit/2005/04/01/ethos-typology-on-homelessness-and-housing-exclusion, (τελευταία πρόσβαση: 07/08/2018) FEANTSA, 2013, Mean streets, A report on the criminalization of homeless in Europe, file:///C:/Users/Dimitra/Downloads/Mean%20Streets%20-%20Full.pdf.pdf, (τελευταία πρόσβαση: 09/08/2018) FEANTSA, 2015, Criminalising homeless people – banning begging in the EU, https://www.feantsa.org/download/2015-02-07_draft_criminalisation_policy_statement-38703600034690521366.pdf, (τελευταία πρόσβαση: 09/08/2018) KINDER, D. Peter, Not in My Backyard Phenomenon, https://www.britannica.com/topic/Not-in-My-Backyard-Phenomenon, (τελευταία πρόσβαση: 08/04/2018) ΚΟΚΚΙΝΟΓΕΝΗΣ, Ιωάννης, Η θεωρία των σπασμένων παραθύρων ( Broken Windows theory ) και η συμβολή της στην εγκληματολογία, https://curia.gr/i-theoria-ton-spasmenon-parathiron-broken-windows-theory-kai-i-simvoli-tis-stin-egklimatologia/, (τελευταία πρόσβαση: 08/04/2018) ΚΟΥΡΑΧΑΝΗΣ, Νίκος, 2014, Τα (τηλε)παιχνίδια της εξαθλίωσης και η κοινωνική πολιτική για τους άστεγους, https://enthemata.wordpress.com/2014/05/24/nikkour/, (τελευταία πρόσβαση: 17/10/2017) ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ, Στρατής, 2014, Η μνήμη αφηγείται την πόλη, https://enthemata.wordpress.com/2014/03/01/riki-pothiti/, (τελευταία πρόσβαση: 17/10/2017) THEODORIKAKOU, Οlga, ALAMANOU, Αnta & KATSADOROS, Κyriakos, 2015, “Neo-homelessness” and the Greek Crisis, NGO Klimaka, https://www.feantsaresearch.org/download/ot_et_al_review6144018687950662512.pdf, (τελευταία πρόσβαση: 08/08/2018)

106


Άρθρα από διαδίκτυο ANDREOU, Alex, 2015, Anti-homeless spikes: ‘Sleeping rough opened my eyes to the city’s barbed cruelty’, The Guardian, https://www.theguardian.com/society/2015/ feb/18/defensive-architecture-keeps-poverty-undeen-and-makes-us-more-hostile, (τελευταία πρόσβαση: 09/08/2018) ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ, Μάρω, 2017, Ανέστιοι και πλάνητες, http://www.kathimerini. gr/939314/article/politismos/eikastika/anestioi-kai-planhtes, (τελευταία πρόσβαση: 04/01/2018) BEAVIS, James, 2017, Spat on and ignored': what I've learned from a month sleeping rough in London, https://www.theguardian.com/cities/2017/jan/06/what-learnedsleeping-rough-london, (τελευταία πρόσβαση: 04/01/2018) BORROMEO, Leah, 2015, These anti-homeless spikes are brutal. We need to get rid of them, The Guardian, https://www.theguardian.com/commentisfree/2015/ jul/23/anti-homeless-spikes-inhumane-defensive-architecture, (τελευταία πρόσβαση: 11/08/2018) BUCHANAN, T. Rose, 2015, Selfridges installs 'inhumane' anti-homeless spikes outside Manchester store, Independent, https://www.independent.co.uk/news/uk/ home-news/selfridges-installs-inhumane-anti-homeless-spikes-outside-manchester-store-10049442.html, (τελευταία πρόσβαση: 11/08/2018) COHEN, Josh, New anti-homeless architecture: Seattle uses bike racks to block rough sleepers, https://www.theguardian.com/cities/2018/jan/24/anti-homeless-architecture-seattle-bike-racks-block-rough-sleepers, (τελευταία πρόσβαση: 11/08/2018) COHEN, Steven, 2017, https://www.huffingtonpost.com/steven-cohen/the-not-in-mybackyard-sy_b_8910632.html, (τελευταία πρόσβαση: 08/04/2018) DOVEY, Rachel, 2018, New Database Shames City Planners Into Ditching Hostile Design, https://nextcity.org/daily/entry/new-database-shames-city-planners-into-ditchinghostile-design?utm_source=Next+City+Newsletter&utm_campaign=15845ea1f0-Issue_286&utm_medium=email&utm_term=0_fcee5bf7a0-15845ea1f0-44035365, (τελευταία πρόσβαση: 11/08/2018) EHRENREICH, Barbara, 2011, Occupy Wall Street brings homelessness into the open, https://www.theguardian.com/commentisfree/cifamerica/2011/oct/24/occupy-wall-street-homelessness-us, (τελευταία πρόσβαση: 04/01/2018) GANI, Aisha, 2015, https://www.theguardian.com/world/2015/nov/27/walls-that-peeback-people-urinate-in-public, (τελευταία πρόσβαση: 07/04/2018) 107


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

GEORGE L. KELLING & WILSON, Q. James, 1982, Broken Windows, The police and neighborhood safety, https://www.theatlantic.com/magazine/archive/1982/03/broken-windows/304465/, (τελευταία πρόσβαση: 08/04/2018) ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ, Κική, 2012, Οι «νεοάστεγοι» αποδεικνύουν ότι η φτώχεια δεν κάνει διακρίσεις, http://news.in.gr/greece/article/?aid=1231219738, (τελευταία πρόσβαση: 03/10/2017) ΜΟΥΡΓΗΣ, Γιώργος, 2018, Η υπεράσπιση της διαφορετικότητας και τα «σκουπίδια» πίσω από τη στολισμένη κουρτίνα μας http://tetartopress.gr/i-yperaspisi-tis-diaforetikotitas-ke-ta-skoupidia-piso-apo-ti-stolismeni-kourtina-mas/, (τελευταία πρόσβαση: 04/01/2018) SHERWOOD, Harriet, 2018, Windsor council leader calls for removal of homeless before royal wedding, The Guardian, https://amp.theguardian.com/society/2018/jan/03/ windsor-council-calls-removal-homeless-people-before-royal-wedding?CMP=share_ btn_fb&__twitter_impression=true, (τελευταία πρόσβαση: 11/08/2018) ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ, 2014, Anti-homeless studs at London residential block prompt uproar, The Guardian, https://www.theguardian.com/society/2014/jun/07/anti-homelessstuds-london-block-uproar, (τελευταία πρόσβαση: 11/08/2018) Συντακτική ομάδα TVXS, 2017, Στη Φρανφούρτη κόβουν πρόστιμα σε αστέγους, http:// tvxs.gr/news/eyropi-eop/sti-frankfoyrti-koboyn-prostima-se-astegoys?utm_source=FacebookE&utm_campaign=userBaseE&utm_medium=247730, (τελευταία πρόσβαση: 04/01/2018) Συντακτική ομάδα TVXS, 2017, Φτώχεια και τροφή με κουπόνια στις ΗΠΑ, http://tvxs. gr/news/kosmos/ftoxeia-kai-trofi-me-koyponia-stis-ipa?utm_source=FacebookE&utm_ campaign=userBaseE&utm_medium=247481, (τελευταία πρόσβαση: 04/01/2018) Συντακτική ομάδα ΑΠΕ-ΜΠΕ, 2017, Οι άστεγοι στο κέντρο της Αθήνας, http://www. amna.gr/home/article/212492/Apokleistiko-APE-MPE-Oi-astegoi-sto-kentro-tis-Athinas, (τελευταία πρόσβαση: 04/01/2018) Συντακτική ομάδα The Press Project, 2017, Αυξήθηκαν κατά 140% σε δύο χρόνια οι άστεγοι της Γερμανίας, https://www.thepressproject.gr/article/119744#.Wgwmbagg_lA.facebook, (τελευταία πρόσβαση: 04/01/2018) Συντακτική ομάδα The Press Project, 2017, Έξωση στους κατοίκους της κοινωνικής πολυκατοικίας από το Δ.Αθηναίων, https://www.thepressproject.gr/article/120708/Eksosi-stous-katoikous-tis-koinonikis-polukatoikias-apo-to-D-Athinaion#.WiV103fdVZ4. facebook, (τελευταία πρόσβαση: 04/01/2018)

108


Πρόσθετο υλικό Άρθρο 29 Ν. 4052/ΦΕΚ Α' 41/01.03.2012 ΕΛΣΤΑΤ, 2018, Συνθήκες διαβίωσης στην Ελλάδα, Ελληνική στατιστική υπηρεσία, http://www.statistics.gr/documents/20181/7146186/LivingConditionsInGreece_0718. pdf/74519750-4050-4634-9b9f-f5410c3eddb3, (τελευταία πρόσβαση: 08/08/2018) EUROSTAT, 2015, Στατιστικές στέγασης, http://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php?title=Housing_statistics/el, (τελευταία πρόσβαση: 08/08/2018) Σύνταγμα της Ελλάδας, 1975, Προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας και παιδικής ηλικίας, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες, άρθρο 21, Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων Αρχικά αποτελέσματα πιλοτικής απογραφής αστέγων στο δρόμο και σε δομές υποστήριξής τους στους Δήμους: Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Πειραιά,Ηρακλείου, Ν. Ιωνίας, Ιωαννιτών και Τρικκαλων, https://government.gov.gr/wp-content/uploads/201 8/07/%CE%91%CE%A1%CE%A7%CE%99%CE%9A%CE%91-%CE%91%CE%A0% CE%9F%CE%A4%CE%95%CE%9B%CE%95%CE%A3%CE%9C%CE%91%CE%A4 %CE%91-%CE%9C%CE%AC%CE%B7%CF%82-2018-2-1.pdf, (τελευταία πρόσβαση: 01/09/2018) Πηγές εικόνων εικ.1: https://www.feantsa.org/download/el___6311838887283173706.pdf εικ.2: Denna Jones, https://www.flickr.com/photos/dennajones/149199122 εικ.3: https://www.flickr.com/photos/dennajones/149199122/in/photolist-ebFGEbp3hWW-cgjMoJ-97P7nZ-6n2uYi-ca1c2d-bBXjcg-bVx9YV-cr485j-pN42k-ppokyR-bp3mvh-bp3r5d-nZy5mT-cvgsEN-5jFWwb-8h3o8B-cCm1bG-ccUq1f-bBXmhR-ca1cCUeRDQDh-csvxQj-dQmDFB-bp3ksd-cba2ZC-dqjwrV-bBXh5B-Ch6w5-q74gpb-kCENQn-8qhHwP-bBXih8-bBXg8t-3z7to-cgjJBd-on7yjZ-7RoJ33-e3JHXP-bp3rSb-bBXj7Xqv2efy-cba2Ej-cKmhhy-bBXcQX-cd8mgf-eoipoi-fueYRU-8ctMHj-jYQKna εικ.4: http://www.webjazba.com/2014/06/26/anti-homeless-spikes-homeless-people-living-under-bridges/ εικ.5: Arton Krasniqi, https://www.ksta.de/koeln/innenstadt/sote-wildpinkler-wand-am-koelner-hauptbahnhof-23321156 εικ.6:http://www.dismalgarden.com/archives/item/defensive_architecture/2802 εικ.7: https://hostiledesign.org/products/design-crime-sticker-sheet 109


Πρακτικές κατοίκησης στο πεδίο της πόλης

Παράρτημα Παράρτημα 1 Η καταγραφή στη οποία αναφερόμαστε πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2018, σε συνεργασία του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου, Κοινωνικών υπηρεσιώνς και φορέωνς των Δήμων, εθνικών δημόσιων φορέων (ΕΚΚΑ-ΕΙΕΑΔ-ΟΚΑΝΑ-ΚΕΘΕΑ-ΕΛΣΤΑΤ) και ΜΚΟ, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε προγράμματα σχετικά με το φαινόμενο της αστεγίας. Ως εργαλεία καταγραφής χρησιμοποιήθηκαν: Εργαλεία καταγραφής αστέγων • Ειδική Φόρμα Παρατήρησης αστέγων στο δρόμο • Ειδικό Ερωτηματολόγιο συνέντευξης με αστέγους στο δρόμο • Ερωτηματολόγιο συνέντευξης με αστέγους που υποστηρίζονται από δομές • Ερωτηματολόγια για αστέγους που μένουν σε υποστηριζόμενα διαμερίσματα. • Ηλεκτρονική εφαρμογή online καταγραφής των δεδομένων στην ΗΔΙΚΑ Α.Ε. Τα πρώτα αποτελέσματα είναι διαθέσιμα στον παρακάτω σύνδεσμο: https://government.gov.gr/wp-content/uploads/2018/07/%CE%91%CE%A1 %CE%A7%CE%99%CE%9A%CE%91-%CE%91%CE%A0%CE%9F%CE%A4 %CE%95%CE%9B%CE%95%CE%A3%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%91%CE%9C%CE%AC%CE%B7%CF%82-2018-2-1.pdf

Παράρτημα 2 Οικόπολις Λειτουργεί ως στέκι της οικολογικής κίνησης Θεσσαλονίκης. Μια φορά την εβδομάδα μοιράζεται φαγητό στη στοά, ενώ διαθέτουν και αποθήκη ρούχων, τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης. ΜΚΟ Άρσις Σε σχέση με το φαινόμενο της αστεγίας λειτουργούν δύο προγράμματα εκ των οποίων το ένα αφορά την παρέμβαση στο δρόμο (πρόγραμμα «Street work») και το άλλο την παροχή υπηρεσιών στέγασης και κοινωνικής φροντίδας (πρόγραμμα «Στέγαση και Επανένταξη»). Παράλληλα έχει αναλάβει, σε συνεργασία με το δήμο Θεσσαλονίκης, τη λειτουργία του υπνωτηρίου αστέγων. ΜΚΟ Praksis H ΜΚΟ Praksis συντονίζει προγράμματα τα οποία αφορούν την πρόληψη της αστεγίας (πρόγραμμα «Κοινωνική κατοικία»).Παράλληλα παρέχει ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες στο πολυϊατρείο που διαθέτει. Η Praksis έχει αναλάβει, σε συνεργασία με το δήμο Θεσσαλονίκης τη λειτουργία του Κέντρου Ημέρας αστέγων.

110


Γιατροί του Κόσμου Οι Γιατροί του Κόσμου είναι μια μη κυβερνητική οργάνωση η οποία παρέχει ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες σε ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν ασφαλιστική κάλυψη. ΚΙΑ (Κοινωνικό ιατρείο αλληλεγγύης) Το ΚΙΑ αποτελεί μια αυτο-οργανωμένη δομή παροχής ιατροφαρμακευτικών υπηρεσιών. Δυνατότητα πρόσβασης σε αυτό έχουν όλοι,ενώ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στους ανασφάλιστους και τους μη δικαιούντες άλλες παροχές αντίστοιχης φύσεως. Κοινωνικό κέντρο-Στέκι μεταναστ(ρι)ών Το Κοινωνικό κέντρο-Στέκι μεταναστών είναι μια αυτο-οργανωμένη δομή, η οποία καθημερινά αποτελεί έναν χώρο ανοιχτό προς όλους όσους το έχουν ανάγκη. Καθημερινά υπάρχει η δυνατότητα παροχής φαγητού, ενώ σε εβδομαδιαία βάση διανέμονται ρούχα σε άστεγους και μετανάστ(ρι)ες και υπάρχει η δυνατότητα παροχής νομικών συμβουλών σε όσους το επιθυμούν. Χριστιανικό Στέκι Το χριστιανικό στέκι λειτουργεί υπό την επίβλεψη της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας Θεσσαλονίκης (ΕΕΕΘ).Στο χώρο αυτό διανέμεται φαγητό καθημερινά και δύο φορές την εβδομάδα λειτουργεί και τις απογευματινές ώρες.Επίσης παρέχεται η δυνατότητα για μπάνιο, μια φορά την εβδομάδα και σε μηνιαία βάση διανέμονται ρούχα και κουβέρτες. Συσσίτια Από την πλευρά της εκκλησίας υπάρχουν πληθώρα συσσιτίων (διαθέσιμα στο: http:// www.imth.gr/default.aspx?page=226) Ο δήμος Θεσσαλονίκης συνεργάζεται με την Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης για την πραγματοποίηση ενός από αυτά, το οποίο υλοποιείται σε κτίριο επί της οδού Αμύντα 11. Κρίνεται σημαντικό να αναφερθεί ότι για τη συμμετοχή σε αυτο απαιτείται η προσκόμιση των απαιτούμενων δικαιολογητικών.

111


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Προσεγγίζοντας την άστεγη πόλη by Dimitra Gkioka - Issuu