Page 1


2


Ένα μπακάλικο γεμάτο αναμνήσεις

3


4


ΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ ­ ΤΣΑΤΣΑΡΗ

Ένα μπακάλικο γεμάτο αναμνήσεις

5


Τίτλος: ΕΝΑ ΜΠΑΚΑΛΙΚΟ ΓΕΜΑΤΟ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ Συγγραφέας: ΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ ­ ΤΣΑΤΣΑΡΗ Μακέτα εξωφύλλου: ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΑΛΙΑΝΟΣ D.T.P.­Σελιδοποίηση: ΔΩΡΑ ΦΡΟΝΤΖΟΥ © 2011 ΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ ­ ΤΣΑΤΣΑΡΗ ISBN: 978­960­299­794­9

Οι φωτογραφίες των σελίδων 15­20, 23β, 24α και 29­30 προέρχονται από το βιβλίο «ΣΜΥΡΝΗ» έκδοση της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» Α΄ έκδοση 2002 και έχουν παραχωρηθεί σ’ αυτά από τον συλλέκτη «Σπυρίδωνα Μανουσάκη, την Ένωση Σμυρναίων και το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών». Οι φωτογραφίες των σελίδων 23α και 26­28 προέρχονται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Κ. Παπαρηγόπουλο, τόμος 24, έκδοση της National Geographic.

6


Αφιερωμένο στον παππού μου, στην οικογένειά μου, στην παλιά γειτονιά της οδού Κυδωνιών και στον συνοικισμό της Άνω Ελευσίνας

7


8


ΕΥ Χ Α Ρ Ι Σ ΤΗΡΙΑ Ευχαριστώ πολύ την οικογένειά μου και ιδιαιτέ­ ρως τον σύζυγό μου Γιάννη, τους μαθητές μου όλους χωρίς καμιά εξαίρεση και επίσης ιδιαιτέρως την κα Αρχόντω Γέμελα ­ Μαρούγκα και τον ιατρό­καρδιολόγο κο Άτταλο Νικολάου για την ηθική και όχι μόνο βοήθειά τους στην έκδοση αυτού του βιβλίου!

9


10


Ε Ι Σ ΑΓ ΩΓΗ α Σμυρνέικα τραγούδια ποιος σου τα ’μαθε και τα λες και μου δακρύζεις της καρδιάς μου, Ανθέ; Ο παππούς μου, ο παππούς μου μου τα ’μαθε και είμαι πολύ περήφανη που είχα για παππού εκείνον τον παππού και για γιαγιά εκείνη την γιαγιά...! κι είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτό! Γιατί μεγάλωσα με ιστορίες και παραμύθια αληθινά ενός λαού, που έκανε τον πόνο του τραγούδι και τον ξεριζωμό του παραμύθι! Ένα λαό που δεν πρόδωσε ποτέ θρησκεία και οικογένεια! Ένα λαό που αγάπησε την πατρίδα του, εκείνη την πατρίδα πιο πολύ και από την ίδια του τη ζωή. Ένα λαό που έκανε όντως τον ξεριζωμό του μουσική και την τραγωδία του ιστο­ ρία για τις επόμενες γενιές... Με αυτήν την μουσική μεγάλωσα κι εγώ! Με αυτά τα παρα­ μύθια... για την Σμύρνη, τα Βούρλα, το Αϊβαλί, το Βαϊντίρι, το Ντεμίσι... Όταν μεγαλώσω –έλεγα κάποτε– θα τα γράψω όλα σε βι­ βλίο παππού, όλα αυτά που μου λες. Θα τα γράψω για σένα, παππού Παύλε, για σένα και για όλους τους άλλους, που δεν ανέφερε ποτέ κανείς, σε κανένα βιβλίο, αλλά είσασταν και θα είστε κομμάτι της ματωμένης ιστορίας και της Μικρασιατικής καταστροφής. Εμπρός λοιπόν! Ας αρχίσει η δική μας πονεμένη ιστορία εκείνων των ξεριζομένων ανθρώπων των χαμένων πατρίδων! 11


Ο παππούς μου στα νιάτα του... κάπου εκεί στην «Πατρίδα».

Η περίφημη γειτονιά της οδού Κυδωνιών, πολύ προτού γεννηθώ (1948).

12


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 1 ο

Ο διωγμός Ημέρα, Κυριακή 22 Αυγούστου Ώρα, 11 το βράδυ Χρονιά, 1922... — Μπάρμπα Σάββα, ο Παύλος είναι αυτού; — Τώρα μόλις πήγε να κοιμηθεί λίγο, να ξεκουραστεί και θα ’ρθει κ. Φρούραρχε. — Μπάρμπα Σάββα σε παρακαλώ να τρέξεις να τον ξυ­ πνήσεις και αν εγώ δεν τον δω, πες του να βγει στους δρό­ μους και να ειδοποιήσει τον κόσμο όλο να ’ρθει στο καφενείο σας, εδώ κοντά στο Σταθμό. Ο πατέρας μου έρχεται και με ξυπνά και μου μεταβιβάζει την εντολή του Φρούραρχου. Η εντολή εκτελείται. Ο κόσμος ξυπνά και μαζεύεται γρήγορα στο καφενείο μας που βρισκό­ ταν στο δρόμο για το Σταθμό... Άλλωστε, όλοι ήξεραν ότι κάτι πρόκειται να γίνει... Όλοι κάτι περίμεναν να ξεσπάσει... 13


Ο Φρούραρχος δίνει εντολή σε μένα και σε πέντε ακόμη να πάμε στο Σταθμό και να προϋπαντήσουμε το τρένο που ερχόταν, σφυρίζοντας δαιμονισμένα... Το τρένο –μας είπε– που έρχεται από το Ντεμίσι είναι γεμάτο γυναικόπαιδα που έχουν ανάγκη από βοήθεια... Σε κλάσματα δευτερολέπτων από την εντολή, το τρένο φτάνει γεμάτο απελπισμένο κόσμο. — Παύλο, Παύλο, εγώ είμαι η Ανδρώ, τρέχα, έλα γρήγορα εδώ... — Ανδρώ, εσύ είσαι; Τι έμελλε να πάθουμε; Τι θέλεις; — Παύλο, σε παρακαλώ, κάνε μου μια χάρη. Πάρε αυτό το πεθαμένο παιδί και θάψτο, είναι αμαρτία να μείνει έτσι άθαφτο και να το φάνε τα σκυλιά. Την ίδια στιγμή ακουμπά στα χέρια μου ένα νεκρό παιδί... Ο φίλος μου ο Μιχάλης, που με βλέπει, έρχεται και με βοηθά να θάψουμε το άτυχο αγόρι... Στο μεταξύ η σκηνή γύρω από το τρένο είναι τραγική... Ουρλιαχτά, φωνές, κλάματα, παιδιά που ζητούν την μάνα τους και μάνες τα παιδιά τους... Όλοι όμως έχουν κάτι κοινό... Μια κραυγή... Όλοι κλαίνε και φωνάζουν το ίδιο... «Παναγιά μου, Παναγιά μου, τρέχτε χριστιανοί... Η Σμύρνη καίγεται, η Σμύρνη καίγεται, μας σφάζουνε, μας σφάζουνεεεε...» .

14


Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Όψη του λιμανιού. Το κωδωνοστάσιο της Αγίας Φωτεινής αριστερά επιβάλλεται με την παρουσία του.

15


Γενική άποψη της προκυμαίας της πόλης. Πριν από την παρούσα μορφή υπήρχαν ξύλινες προβλήτες, που είχαν στηθεί μέσα στη θάλασσα.

Η ονομαστή συνοικία Μπέλλα Βίστα (Καλή Θέα).

16


Το εσωτερικό λιμάνι τον καιρό της οικονομικής ακμής της πόλης.

Το κέντρο της πόλης, με περιοχές όπου ζούσε αμιγής ελληνικός πληθυσμός.

17


Η ανακαινισμένη προκυμαία με τις γραμμές του τραμ και το καφενείο.

Νέοι της Σμύρνης με τοπικές ενδυμασίες.

18


Η ηρωική και μαρτυρική μορφή της Εκκλησίας της Σμύρνης, Χρυσόστομος Καλαφάτης, λίγο πριν την εκλογή του ως Μητροπολίτης Σμύρνης.

19


Ο Σμυρναίος αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος απευθύνεται στους συμπολίτες του μετά την επιστροφή του από το μέτωπο τον Ιούλιο του 1919.

Τμήματα του ελληνικού στρατού στην προκυμαία της Σμύρνης, όπου γίνονται δεκτά με ενθουσιασμό από τον ελληνικό πληθυσμό.

20


Ο πανικός διαδίδεται παντού και η τραγική σκηνή επε­ κτείνεται σε όλο το Βαϊντίρι. Η βοήθεια στους διωγμένους συνεχίζεται να παρέχεται σε όλους. Το τρένο φεύγει, φτάνει άλλο τρένο, άδειο να παραλάβει τον κόσμο από το Βαϊντίρι. Εγώ και οι φίλοι μου βοηθούμε τον κόσμο να επιβιβαστεί στο τρένο. Καθένας με τα ρούχα που φορούσε. Κανείς δεν πρόλαβε να σώσει ή έστω να πάρει κάτι από την περιουσία του. Και αυτοί που προλαβαίνουν να πάρουν κάτι, στο δρόμο το πετούν μέσα στην σύγχυσή τους. Ο Μιχάλης που έχει ήδη επιβιβαστεί στο τρένο μού πετά την άκρη του μαντηλιού σαν να θέλει κάτι να δω... Μόλις όμως πηγαίνω κοντά του, τα γερά του μπράτσα με αρ­ πάζουν και χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι πάνω στο τρένο που φεύγει. Κατάλαβε φαίνεται ότι δεν είχα σκοπό να εγκατα­ λείψω τους αβοήθητους, κινδυνεύοντας όμως τη δική μου ζωή... Στο χωριό παραμένουν πολλοί. Άλλοι γιατί δεν πρόφτασαν να επιβιβαστούν και άλλοι γιατί η ηλικία τους, αλλά και ο πατριωτισμός τους και οι αναμνήσεις τους, τους έδεναν με τον τόπο τους, τους εμπο­ δίζουν να φύγουν... Όλοι αυτοί εκτός από μερικούς που σώθηκαν και αργό­ τερα μας διηγήθηκαν όλα αυτά, έπεσαν θύματα της σφαγής των ανελέητων και αιμοχαρών Τούρκων... Ορισμένες γριού­ λες, μαζί και η μητέρα της μελλοντικής πεθεράς μου, είχαν ένα τραγικότερο τέλος... Τις έβαλαν πάνω σε έναν αραμπά, τους έριξαν πετρέλαιο, τους έβαλαν φωτιά και τις άφησαν να χοροπηδούν πάνω στις φλόγες έως ότου κάηκαν ζωντανές... ενώ αυτοί γελού­ σαν βλέποντάς τες να υποφέρουν φρικτά!!! 21


Το τρένο μας φτάνει στην παραλία της Σμύρνης, όπου και αποβιβάζει τον κόσμο... Τα καράβια θα αργήσουν πολύ. Έως ότου έρθουν και μας πάρουν, οι χιλιάδες κόσμου και συγκεκριμένα τα διόμισι εκατομμύρια κόσμου οδηγούνται σε εκκλησίες, σχολεία και δρόμους για διαμονή...

22


Επιστροφή Ελλήνων τραυματιών από το μέτωπο, τον Αύγουστο του 1921.

Τα ερείπια της Σμύρνης ύστερα από την πρωτοφανή σε αγριότητα καταστροφή εκ μέρους του τουρκικού όχλου και στρατού.

23


Τουρκικά στρατιωτικά τμήματα διασχίζουν την προκυμαία, όπου βρίσκονται εγκαταλελειμμένα τα υπάρχοντα των Ελλήνων που κατάφεραν να διαφύγουν, μετά τη φοβερή Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

Το κάψιμο της Σμύρνης και οι τραγικές σκηνές στο λιμάνι της, την ώρα που οι πρόσφυγες προσπαθούν να φύγουν και να σωθούν από τη μανία των Τούρκων. (Λαϊκή εικόνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

24


Η πείνα, η εξαθλίωση και η κακοπέραση θερίζουν τον κόσμο. Μέρες μετά αρχίζουν τα καράβια να έρχονται ένα­ένα, για να πάρουν τον δυστυχισμένο κόσμο... Η φωτιά, όμως, συνεχίζει να καταστρέφει την πανέμορφη Σμύρνη με τα ωραία μεγάλα μαγαζιά και τους όμορφους δρόμους... Το μόνο που μπορείς να ακούσεις είναι ουρλιαχτά, κλά­ ματα και οικετευτικές κραυγές... Την ίδια ώρα οι αδίστακτοι Τούρκοι συνεχίζουν να μας σφάζουν σαν αρνιά και να μας κατακλέβουν... Δεν είχαν ούτε καν την «ευγένεια» να βγάλουν από τα χέρια, τους λαιμούς, και τα αυτιά των ανθρώπων τα κοσμή­ ματα. Χάρην «γρηγοράδας» μας ακρωτηριάζουν και μας αποκε­ φαλίζουν... Τα πλοία που μας παίρνουν από την πατρίδα έχουν προ­ ορισμό την ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά... Από ’κει και πέρα διαμεριζόμαστε στα διάφορα μέρη της Ελλάδος που θα γίνουν για πάντα τώρα πια οι νέες πατρίδες μας... Μέχρι να προσαρμοστούμε, όμως, στην καινούργια μας ζωή, το δράμα θα συνεχιστεί ακόμα για πολύ και η ελπίδα να γυρίσουμε πίσω στα σπίτια μας, στους δικούς μας που ίσως γλίτωσαν, χάνεται με το χρόνο...» Παύλος Αετόπουλος (Τα λόγια είναι ακριβώς όπως κάποτε μου τα διηγήθηκε εκείνος) 25


Παιδιά που φτιάχνουν τούβλα με πρωτόγονο τρόπο. Μόλις εγκατέλειπαν τη ζωή στα αντίσκηνα, οι πρόσφυγες άρχιζαν να χρησιμοποιούν τον ντόπιο πηλό για να κατασκευάσουν οι ίδιοι τα σπίτια τους.

26


Οι πρώτοι πρόσφυγες από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας φτάνουν στη Σμύρνη. (Ιστορικό ένθετο του περιοδικού «ΕΝΑ», Μάρτιος 1986).

27


Πλήθος λαού συνωστίζεται μπροστά στους τοίχους των ανακτόρων της Αθήνας, ψάχνοντας στους καταλόγους που τοιχοκολλούνταν τα ονόματα των αγαπημένων τους που είχαν χαθεί στη σύγχυση της Μικρασιατικής καταστροφής κι εκείνων που μόλις είχαν βρεθεί.

28


Πανοραμική άποψη της σημερινής Σμύρνης σήμερα από το όρος Πάγος (Καντιφέκαλε).

Η περιοχή Μπασμανέ σήμερα. Και μόνο το αντίκρισμά της προκαλεί βαρύ συναίσθημα πόνου για μια τόσο όμορφη χαμένη πατρίδα!

29


Το εντυπωσιακό ρολόι στην πλατεία Διοικητηρίου. Κατασκευάστηκε το 1901 και αποτελεί το σύμβολο της Σμύρνης.

30


ΚΕΦΑΛΑΙ Ο 2 ο

Εκείνα τα βράδια με τον παππού και την γιαγιά... — Άστο, μωρέ, το παιδί, τι το μαλώνεις πάλι; — Έλα από ’δώ, Αννούλα, έλα στον παππού και στη για­ γιά. Κι εγώ πήγαινα πάντα και καθόμουν στο κρεβάτι του παππού και της γιαγιάς. Εκείνο το παλιό μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι και κρεμόμουν κυριολεκτικά από τα χείλη του... Μ’ άρεσε πολύ να πηγαίνω εκεί, τα κρύα βράδυα του χει­ μώνα. Ένα δωμάτιο όλο κι όλο, γιατί το άλλο ήταν το μαγαζί (μπακάλης, ο παππούς, παρακαλώ). Κι όμως για μένα το δω­ μάτιο αυτό ήταν παλάτι! πόσα πράγματα και ζημιές δεν έβρισκα για να κάνω... Κι όταν ησύχαζα και καθόμουν και σταμάταγε η γιαγιά να φωνάζει, άρχιζαν τις ιστορίες για την «πατρίδα», όπως έλεγαν, γιατί αμφιβάλλω αν πίστεψαν ποτέ ότι δεν θα γυ­ ρίσουν πίσω! 31


— Ξέρεις, με τη γιαγιά σου μέναμε δίπλα­δίπλα, μαζί με­ γαλώσαμε... εγώ την περίμενα στο λιμάνι, όταν ήρθαν, με το άλλο καράβι. Μετά από μας, την Στασία μου περίμενα! — Ναι, και με αρραβωνιάσανε με άλλον..., έλεγε η γιαγιά. — Εμένα δε με θέλανε, γιατί λέγανε ότι είμαι άρρωστος και θα πεθάνω γρήγορα... ήταν δύσκολα τα βροχικά τότε!!! —Και πώς τα απέκτησες, παππού; — Α, όλοι μου οι φίλοι, είπαμε να πάμε για κυνήγι αγρο­ γούρουνων στο βουνό. Συχνά πηγαίναμε τότε. Κάποια φορά είχα κρυώσει και δεν με άφηνε η μάνα μου να πάω. Όμως εγώ το έσκασα και πήγα κρυφά μαζί τους. Θυμάμαι, χιόνιζε, έκανε πολύ κρύο και έμεινα ολόκληρη μέρα με βρεγμένα ρούχα. Αυτό ήταν! Μέχρι τη Σμύρνη φτάσαμε με εκείνο τον ενοχλητικό βήχα... και τον κουβαλάω ακόμα. Όμως δεν πέ­ θανα. Έζησα και οικογένεια έκανα και την γιαγιά σου έκλεψα που δεν ήθελαν να μου τη δώσουν... — Αννούλα, έλα από δω, ώρα για ύπνο... — Καληνύχτα, παππού, καληνύχτα γιαγιά, καλό ξημέ­ ρωμα και όνειρα γλυκά...

32


Η γιαγιά μου έχει αγκαλιά τη μητέρα μου μωρό και δίπλα της, η μεγάλη της αδυναμία, ο θείος μου ο Γιώργος, μικρός και αυτός. Δύσκολα ορθοπόδησαν μετά την καταστροφή και ο πόλεμος του ’40 τούς διέλυσε για ακόμη μία φορά. Όμως, η δύναμη της ψυχής τους, τους βοήθησε να σταθούν και πάλι γερά στα πόδια τους.

33


Στην αυλή του σπιτιού μας, ο παππούς, η γιαγιά, η μαμά και ο μπαμπάς μου! Μπορεί η πολυτέλεια να έλειπε, αλλά υπήρχε η αγάπη, το ήθος και ο σεβασμός της οικογένειας.

Πρωτομαγιά του ’58. (Γέμιζαν τα χωράφια και οι αγροί, για να πιάσουν το Μάη...).

34


Όλος μου ο κόσμος αυτό το δωματιάκι. Εκεί τα πρώτα μου βήματα, εκεί τα πρώτα γέλια στο μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι του παππού και της γιαγιάς...

Ποιος είπε ότι μπορούσα να ζήσω μακριά τους; Πες μου κι άλλο παραμύθι παππού... για τότε... για την πατρίδα... για τα ματωμένα χώματά της, πες μου...

35


Έξω από το μαγαζί, πάντα στην αγκαλιά του... Με ρωτάγανε μικρή: — Ποιον αγαπάς, Αννούλα πιο πολύ τη μαμά ή τον μπαμπά σου; — Τον παππού μου, ήταν η απάντηση και έμεναν όλοι άφωνοι... Γιατί ένας ήταν ο παππούς μου ο Παυλής και τον αγάπαγε μαζί μ’ εμένα κι ο κόσμος όλος...

36


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 3 ο

Η αγάπη μεγαλώνει στη φτώχεια — Να μου την κάνεις καλά την γυναίκα μου, γιατρέ, γιατί εγώ τη γυναίκα μου την έκλεψα για να την πάρω, τόσο πολύ την αγάπαγα... — Με είχαν αρραβωνιάσει με έναν κουτσό, αλλά πλούσιο νέο! Ο Παύλος ήρθε ένα βράδυ και χτύπησε την πόρτα... — Στάσσα, εγώ είμαι ο Παύλος, έλα έξω να σε ρωτήσω κάτι... — Τι είναι, καλέ; Τι θες; — Μπορείς να μου δείξεις εκείνο το δρόμο; Κι εγώ πήγα. Γιατί να φοβόμουν άλλωστε; Μαζί είχαμε μεγαλώσει και τότε έβγαλε ένα όπλο και μου ’πε να μη φω­ νάξω, με έχωσε σε ένα αυτοκίνητο και ήρθαμε στα πεθερικά μου, στην Ελευσίνα... Την άλλη μέρα παντρευτήκαμε με όργανα και τραγούδια! Φτωχικά, αλλά αγαπημένα! Πού να μιλήσω, τότε ήταν ντροπή για την κοπέλα! 37


Έτσι, όταν ήρθαν οι δικοί μου να με πάρουν, ήταν πλέον αργά!!! πολύ αργά... Ποτέ δεν είχαν βγει σαν ζευγάρι έξω ο παππούς και η για­ γιά. Δούλευαν στο μαγαζί! Δύσκολη η ζωή σε δυο δωμάτια με τουαλέτα και νεροχύτη έξω! Όμως, αγαπιόντουσαν πολύ! Η γιαγιά ήταν πιο ζωηρή από τον παππού, όμως, όταν φώ­ ναζε εκείνος... μόκο εκείνη... αν και αρχηγός ήταν πάντα εκείνη και περνούσε το δικό της! Πάντα είχε συμβουλές η γιαγιά μου για τους άντρες, το σεξ και τις σχέσεις... Φώναζε ο παππούς να μη μου λέει τέ­ τοια, όμως, εμένα μ’ άρεσε να τ’ ακούω! Τι της έκανα της για­ γιάς! Μοναχοπαίδι και δύσκολο παιδί, παιχνίδι έβρισκα πάντα τις ζημιές στην γιαγιά!!! φώναζε εκείνη και στρίγγλιζε. Και με το δίκιο της! Μόνο ο παππούς, εκείνος ο καλός μου, ποτέ δε φώναξε, ποτέ δε με μάλωσε ως παιδί!Μου συγχωρούσε τα πάντα και εγώ τον λάτρευα!

38


Η κυρα-Στάσσα έξω από το «μπακάλικο».

39


Ο παππούς μου κι εγώ... Έμαθα πολλά κι από τους δύο... Έμαθα τι θα πει να είσαι καθαρός και τίμιος άνθρωπος και να έχεις το κεφάλι ψηλά. Έμαθα τι θα πει θρησκεία και οικογένεια. Έμαθα να αγαπάω τους γύρω μου και να δίνω πάντα! Μα πάνω απ’ όλα έμαθα ότι η ευτυχία μπορεί να υπάρχει και στα λίγα, στα μικρά και στα απλά. Δεν χρειάζεται να ψάχνεις το δάσος, όταν το δέντρο είναι μπροστά σου!...

40


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 4 ο

Το μπακάλικο και οι πελάτες επτέμβριος και 1η μέρα στο σχολείο. Πάντα ερχόταν μαζί μου μέχρι και τα 18 μου, που έφυγε...IIIIIIIIIII Ήταν γούρι ο παππούς! Ήταν μικρό το σπίτι που μεγάλωσα και πάντα θέλαμε να φύγουμε να πάμε στην Αθήνα... Αλλά πώς να φύγω μακριά από τον παππού και την γιαγιά; Δεν μπορούσα να ζήσω μα­ κριά τους και γι’ αυτό όλο πίσω μέναμε. Όλοι τους αγαπούσαν. Και όλοι ψώνιζαν από το μπακά­ λικο του «Παυλή»... Ουρά περίμεναν τα Σάββατα να ψωνί­ σουν και εκείνος να τα γράψει στο τεφτέρι. Πόσα χρέη τού αφήνανε!... Όμως, ο κόσμος τότε έτσι ψώνιζε. Κι αργότερα όταν ανοίξανε τα σούπερ­μάρκετ κι έπεσε η δουλειά, τον σνομπάρανε οι «κυρίες» όλες εκείνες που του χρωστάγανε τα τόσα! Ήθελαν τυρί τυλιγμένο σε κόλλα του σούπερ­μάρκετ κι όχι σε λαδόκολλα κι εφημερίδα που τα τύλιγε ο παππούς. Τώρα τους ξύνιζε, όταν δεν είχαν όμως, και ψώνιζαν βερεσέ, ήταν καλά! Και μου πλήγωναν τον παπ­ 41


πού και τον στεναχωρούσαν και ας μην έλεγε τίποτα. Το ’ξερα εγώ και λυπόμουν!!! Όμως, δεν μπορούσε το δικό μας μικρό μπακάλικο, να συ­ ναγωνιστεί τα μεγάλα σούπερ­μάρκετ, ούτε σε ποικιλία, ούτε σε τιμές. Σε ψυχή όμως και ανθρωπιά, ναι και με το πα­ ραπάνω. Υπήρχαν και εκείνοι οι πελάτες που δεν άλλαζαν συνή­ θειες και έμεναν σταθεροί στις παραδόσεις! Είχαν αλλάξει τα χρόνια, και είχαν έρθει πολλοί μουσουλ­ μάνοι στην Ελευσίνα από τη Θράκη, την Κομοτηνή και τις Σέρρες! Ο παππούς μου μίλαγε φαρσί τα τούρκικα και όλες οι μουσουλμάνες γυναίκες ερχόντουσαν σε αυτόν για ψώνια ή συμβουλές. Πάντα εξυπηρετούσε τους πάντες! Και τίμιος μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε!

42


28η Οκτωβρίου 1983. Η μαμά κι εγώ στο δρόμο της οδού Κυδωνιών, έξω από το μαγαζί.

43


Εξαιτίας του άσθματος δεν μπορούσε να περιμένει στην πρώτη σειρά ο παππούς, για να με δει να παρελαύνω. Όμως, ερχόταν πάντα και χειροκροτούσε κι ας μην με έβλεπε. Έκανε παρέλαση η Αννούλα και ο Παυλής έπρεπε να είναι κάπου εκεί γύρω...

44


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 5 ο

Παντοπωλείον «Η τιμιότης» «

άλι λάθος κάνανε, βγαίνουν μια δραχμή παρα­ πάνω! Θα τα πάω πίσω!»ιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι Δεν τον πείραζε ο δρόμος, φτάνει να γύριζε πίσω στους εμπόρους την δραχμή που του ανήκε ή να διεκδικήσει καλύτερη τιμή στα προϊόντα που έφερναν στο μαγαζί... Άλλοι γελούσαν ή τους φαινόταν περίεργη αυτή η συμπερι­ φορά! Όμως όλοι σεβόντουσαν τον Παυλή και πολλές φορές άνοιγαν την καρδιά τους και συζητούσαν μαζί του, τους πό­ νους τους και τους καημούς που είχαν περάσει. Καλύτερες πελάτισσες τα τελευταία χρόνια ήταν οι μου­ σουλμάνες που μπορούσαν να μιλήσουν την γλώσσα τους μαζί του και να εξυπηρετηθούν, όπως ήθελαν... Με μάθαινε και μένα κάποιες φράσεις ο παππούς! Εγώ τον ρώταγα για κάθε λέξη που δεν καταλάβαινα. Άλλωστε, η προγιαγιά μου και αρμένισσα μαμά του, μί­ λαγε 4 ξένες γλώσσες! Ο παππούς δεν πρόλαβε να μάθει πολλά! Μόνο το «Mum, 45


give me bread and cheese, I go school» ήξερε από αγγλικά και εγώ γέλαγα πάντα, όταν το έλεγε με ανορθόδοξη προ­ φορά... Όμως, τη γλώσσα των μουσουλμάνων την ήξερε καλά... Τραγούδαγα μαζί του και μ’ άρεσε. Μου φαινόταν αστείο να τον ακούω να τραγουδάει σε μία ξένη γλώσσα. Μια φορά –θυμάμαι– λίγο πρωτού «φύγει», τραγούδησε μόνος του, ενώ καθόταν έξω στο πεζοδρόμιο του μαγαζιού, δυνατά... Τα θυμάμαι όλα ακόμα, σαν να ’ταν τώρα... Ισμήρην γκαβαγκλάρι, ντο κιου λουρ, για πρακ κλαρί, μπενίντα τζακίρτζι ντελέρ, γιαρ φίλντα μποίλου για καρίμ γκόνα κλαρέ!!! (Ίσως να μη θυμάμαι ακριβώς την προφορά του ή τα λόγια απόλυτα σωστά).

46


Η ταμπέλα του μαγαζιού μας: «ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ ΣΤΑΣΣΑΣ ΑΕΤΟΠΟΥΛΟΥ» Ήταν μικρό το μαγαζί μας, αλλά είχε τα πάντα!!! Και του «πουλιού το γάλα» έβρισκες σ’ αυτό! Μα πάνω απ’ όλα είχε τον παππού και την γιαγιά μου που έδιναν ζωή στην καθημερινότητα όλων! Ποτέ δεν αρνήθηκε να εξυπηρετήσει κανέναν, μεσημέρι ή βράδυ, δεν τον πείραζε που του κόβανε τον ύπνο, φτάνει οι πελάτες να μείνουν ευχαριστημένοι και να εξυπηρετηθούν!

47


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 6 ο

Ο προπάππους και η Αρμενοπούλα γιαγιά... — Έμοιασες στην προγιαγιά σου, που μίλαγε ξένες γλώσ­ σες, έλεγε πάντα ο παππούς! Πλούσια η προγιαγιά, προνομιούχα με σπουδές σε κολλέ­ γιο θηλέων! Αρμένισσα εκείνη, ορθόδοξος χριστιανός ο προ­ πάππους, ο μπαρμπα­Σάββας κουλουράς στο επάγγελμα. Ε, και; Ήταν ψηλός και όμορφος και εκείνη τον έβλεπε κάθε μέρα από μια τρύπα στον τοίχο του σχολείου που αγόραζε κουλούρι! Κι ο έρωτας ήρθε από μια ματιά, ένα βλέμμα και τέρμα όλα! Τ’ άφησε όλα πίσω της για τον προπάππου! Ε, ήταν και λεβέντης! Την αποκλήρωσαν οι δικοί της που καταδέχτηκε τον γιο του κουλουρά! (Όχι ότι ήταν παραπεταμένος ο προπάππους μου, αλίμονο! Το αντίθετο συνέβαινε μάλιστα! Είχαν έναν από τους μεγαλύτερους φούρνους και από πάνω ξενοδοχείο 48


στο Σταθμό του τρένου. Δεν είχαν όμως τα λεφτά του μεγα­ λέμπορου, πατέρα της γιαγιάς). Εκείνος ήταν μεγαλέμπορος υφασμάτων στη Σμύρνη με ένα από τα μεγαλύτερα εμπο­ ρικά. Πώς θα καταδεχόνταν η μονοκόρη του να μην πάρει κάποιον αντάξιο της δικής τους κοινωνικής τάξης και οικο­ νομικής κατάστασης; Σιγά και που την ένοιαζε εκείνη!!! Αυτό θα πει έρωτας και αγάπη!!! Και ας πέρασαν μαζί δυσκολίες! Ήταν μαζί και αυτό είχε σημασία! Η μόρφωσή της, βέβαια, δεν πήγε ποτέ χαμένη! Όταν χρό­ νια πολλά αργότερα εδώ στην Ελλάδα, στα χρόνια της Κα­ τοχής αν κάποιος Γερμανός χρειαζόταν να έρθει σε επικοινωνία με κάποιον δικό μ ας, η γιαγιά έκανε τον διερ­ μηνέα! Οι γνώσεις της, της φάνηκαν χρήσιμες! Ο παππούς μου, όμως, δυστυχώς στο θέμα της μόρφωσης δεν έμοιασε με τη μητέρα του. Ο διωγμός από την πατρίδα και η καταστροφή του στερήσαν το προνόμιο στην μάθηση.

49


Ο παππούς ο Σάββας και η γιαγιά η Βιργινία. Κόντρα σε κάθε διαφορά κατεστημένου και κοινωνικής τάξης, αγαπήθηκαν και έκαναν μια σωστή οικογένεια μαζί, παρ’ όλα τα εμπόδια και τα προβλήματα που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν.

50


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 7 ο

Η Αρχόντω και η ιδέα του βιβλίου... ίναι 10 η ώρα! Και ακόμη δεν έχω τελειώσει το μά­ θημα! Συνήθως, τελειώνω αργά! Έχω καιρό να συνε­ χίσω τη διήγησή μου! Δεν έχω έμπνευση... Έχω μνήμες διάσπαρτες που δεν μπορώ να τις συγκεντρώσω!!! Μνήμες από σένα παππού, την γιαγιά, το μαγαζί, τη γειτονιά μας! Θυμάμαι ότι ουρά περίμεναν τα Σάββατα όλοι, για να ψω­ νίσουν με το τεφτέρι στα χέρια! Χμ, πώς άλλαξε ο κόσμος έτσι, πώς αλλάξανε τα πράγματα! Τώρα δεν υπάρχουν τεφτέρια, γίνανε πιστωτικές κάρτες! Αναβαθμιστήκανε κι αυτά! Ο κόσμος έγινε ψυχρός και τρέ­ χουν όλοι να προλάβουν... Τι; Όλοι κοιτάνε την πάρτη τους. Κανένας τον άλλον! Τα προβλήματα τους κάνανε έτσι; Δεν ξέρω... Λες καλημέρα και φοβάσαι μήπως παρεξηγηθείς! Δεν ήταν έτσι κάποτε... Υπήρχε αγάπη, φιλία, κατανόηση, εμπι­ στοσύνη, ηρεμία, αλληλεγγύη, ανθρωπιά. Τώρα όλα αυτά έχουν χαθεί. Ο άνθρωπος έχει γίνει λύκος για τον συνάν­ θρωπό του, αδιαφορεί γι’ αυτόν. 51


Όταν «έφυγε» ο παππούς, ο παπα­Κώστας «Θεός σχωρέ­ στον» κι αυτόν, μου είχε πει κάποτε, όταν στην Κατοχή πει­ νάγανε όλοι, ο παππούς μου πήγαινε κρυφά και άφηνε τρόφιμα έξω από την πόρτα του παπά και έφευγε κρυφά, για να μην τον δει κανείς... Το θυμάμαι σαν τώρα!!! — Το ξέρεις ότι ο παππούς σου, στην Κατοχή μού έφερνε τρόφιμα κρυφά; Τον κοίταξα περίεργα... — Όχι, πάτερ, ποτέ δεν είχε πει σε κανέναν μας τίποτα γι’ αυτό. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, όταν μια μέρα στο φούρνο της «Αρχόντως» η ίδια είπε φωναχτά, ότι ο παπ­ πούς μου στην Κατοχή και χρόνια μετά, βοήθαγε χήρες και ορφανά! Κανένας μας δεν γνώριζε τίποτα για τη βοήθεια του παπ­ πού στους φτωχούς της γειτονιάς. Ούτε και σε εμένα είχε πει τίποτα εκείνος. Τι άνθρωποι ήταν τότε τελικά! Πόσο με­ γαλόψυχοι... Ήταν όλοι μια οικογένεια, μια μεγάλη τεράστια οικογένεια που βοήθαγε ο ένας τον άλλον μέσω μιας σιω­ πηλής αλληλεγγύης, αφού όλοι εκείνοι οι άνθρωποι είχαν περάσει τον ίδιο πόνο, την ίδια τραγωδία, την ίδια μοίρα... Πώς ήταν δυνατόν λοιπόν εδώ σε άλλο τόπο να μην είναι όλοι ένα... μια γροθιά να μην πονάει, να μη βοηθάει ο ένας τον άλλον; Αργότερα, βέβαια, ίσως τα χρόνια και τα προ­ βλήματα, οι συνθήκες ζωής στη νέα τους πατρίδα να τους άλλαξαν κάπως...

52


Όταν «έφυγε» ο παππούς για το μακρινό του ταξίδι, η γιαγιά έδωσε όλον τον εξοπλισμό του μπακάλικου, για να φτιάξει ένα δωμάτιο. Πήρα φωτογραφίες το ψυγείο και τη ζυγαριά λίγο πριν τα πάρουνε! Θυμάμαι ότι ήμουν πολύ θυμωμένη και στεναχωρημένη μαζί!!! Είχα την αίσθηση ότι μου παίρνουν ένα κομμάτι του παππού μου!!! Λάθος, η ζωή πάει μπροστά και χρειάζεται να ανανεώνουμε τα πράγματα γύρω μας!

Στο πλάι υπήρχαν οι νταμιτζάνες με ούζο, κονιάκ και κουαντρώ! Επάνω η μπαλάτζα (η ζυγαριά) και τα δράμια (τότε, έτσι ζύγιζαν... σε δράμια, γιατί μονάδα βάρους ήταν τότε η οκά, που ισοδυναμούσε με 400 δράμια (= 1.280 γραμμάρια).

53


Κι όμως κανείς από όσους έγραψαν για τους Μικρασιάτες της πόλης μας, της Ελευσίνας, δεν ανέφερε ποτέ τον παππού μου, τον δικό μου τον παππού, την γιαγιά, την κυρα­Δήμη­ τρα, την θεια­Ουρανία την Κουτρούλαινα, την κυρα­Μαρία και τον κυρ­Βαγγέλη, τον κ. Γιώργο τον Κρύωνα!!! Κανένας... Ήταν κι αυτοί, ξέρετε, κομμάτι του συνοικισμού, δεν ήταν μόνο τα μεγάλα ονόματα... Δεν ξέρω πολλά να γράψω για τους άλλους. Η διήγησή μου ξεκίνησε από εκείνη τη μέρα στο φούρνο, όταν ήταν ιδέα της Αρχόντως, να γράψουμε ένα βιβλίο μαζί... Κι ήταν πολύ αργότερα, όταν συζητώντας πάλι κάποια μέρα στο φούρνο της «θειας­Αρχόντως» μού εκμυστηρεύ­ τηκε με δάκρυα στα μάτια ότι η ιδέα για το βιβλίο πήγαζε από τη μεγάλη εκτίμηση και σεβασμό της ίδιας για το πρό­ σωπο του κυρ­Παύλου! Όταν χρόνια πριν σε άσχημες δικές της προσωπικές στιγμές ήταν εκεί εκείνος και η κυρα­Στάσσα, για να την στηρίξουν και να της πουν ένα λόγο καλό, δίνοντάς της κουράγιο, για να συ­ νεχίσει, απαλύνοντάς της λίγο τον πόνο της ψυχής της. Αυτήν τη συναισθηματική φόρτιση του τότε και τη δική της ευγνωμοσύνη στο πρόσωπο του δικού μου παππού, ήταν που θεωρούσε πάντα υποχρέωσή της να βγάλει κά­ ποια στιγμή! Γι’ αυτό όπως μου είπε, έτρεφε πάντα προς το πρόσωπό μου μια ξεχωριστή συμπάθεια και αδυναμία, εκφράζοντας προς εμένα την αγάπη της για την συμπαράσταση των δικών μου σ’ εκείνη χρόνια πριν! Έτσι άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά η ιδέα του βιβλίου που πάντα έλεγα ότι θέλω να γράψω για τον παππού μου κι όλους τους άλλους και όλα όσα μου διηγόταν πάντα για τη ζωή τους στην «Πατρίδα» και μετά εδώ... και όχι μόνο... 54


Αρχικά έμεινε ως ιδέα... Η δουλειά δε μας έδωσε περιθώρια χρόνου. Εγώ συνεχίζω όταν έχω έμπνευση. Δεν με νιοιάζει αν η διήγησή μου δεν έχει πολλές ιστορικές λεπτομέρειες... Έτσι κι αλλιώς την ιστορία τη γράψαν άλλοι και όπως ήθελαν εκεί­ νοι! Εγώ γράφω αυτά που αισθάνομαι, αυτά που άκουσα, αυτά που έζησα, αυτά με τα οποία μεγάλωσα! Ο παππούς ήταν για μένα μαζί με την γιαγιά μου, ένα κομ­ μάτι της ζωής μου, ένα κομμάτι της ιστορίας και της Μικρα­ σιατικής καταστροφής, όπως πραγματικά έγινε, και όχι όπως παρουσιάζεται από πολλούς!

Η Αρχόντω αγέρωχη και λαμπερή, όπως πάντα, σαν γνήσια Μικρασιάτισσα χαμογελά και έχει πάντα μια καλή κουβέντα για όλους! Κόντρα στα προβλήματα και στις δυσκολίες, το γέλιο δεν έφυγε ποτέ απ’ τα χείλη της!

55


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 8 ο

Γιαγιά, θρησκεία, οικογένεια ε τρομάζει η ιδέα του θανάτου! Φοβάμαι στην ιδέα ότι θα χάσω ανθρώπους που αγαπώ! Όταν έφυγε ο παππούς, πόνεσα πολύ και λυπή­ θηκα αφάνταστα! Υπήρχε όμως πίσω ένα κομμάτι του «η γιαγιά». Όταν έφυγε κι εκείνη, δεν περίμενα ποτέ ότι θα λυ­ πόμουν τόσο πολύ! Στον παππού είχα τη μεγαλύτερη αδυναμία! Εκείνη κι εγώ ερχόμασταν συχνά σε κόντρες! Όμως με αγαπούσε πολύ και καμάρωνε για μένα! Η γιαγιά κι εγώ μοιάζαμε πολύ κατά βάθος! Μαλώναμε, φώναζε, μου χτύπαγε την πόρτα και μετά από λίγο φώναζε να πάω από ’κει, για να της κάνω «αποτρίχωση»... Δεν κράταγε κακία η γιαγιά, αλλά όταν θύμωνε, θύμωνε, ... σαν να την αναζωογονούσε ο καυγάς... και μετά ηρεμία... όλα στη θέση τους! Και εγώ την αγάπαγα την γιαγιά μου, πολύ!!! Έμαθα πολλά από εκείνη. Και περισσότερο τη θρησκεία... Της άρεσε 56


πολύ η εκκλησία και με έπαιρνε πάντα μαζί της! Είχε και δικό της στασίδι στην εκκλησία της γειτονιάς. Όλες οι πα­ λιές είχανε! Καθόμουν κι εγώ εκεί! Τον Δεκαπενταύγουστο όταν πηγαίναμε στις παρακλή­ σεις, μ’ άρεσε πάντα αυτή η λειτουργία... Γι’ αυτό πήγαινα κάθε φορά κρινάκια στην εικόνα της Παναγίας. Με έμαθε η γιαγιά σε γιορτές και καλές μέρες να γράφω τα ονόματα «Υπέρ Αναπαύσεως» των δικών μας και να πη­ γαίνω «Πρόσφορο» στην εκκλησία!!! Με έμαθε να πηγαίνω στην «Αποκαθήλωση» της Μ. Πα­ ρασκευής! Με έπαιρνε πάντα μαζί της! Θυμάμαι κάποτε όταν «βγήκε» το «Σώμα του Κυρίου» από την εκκλησία και το περιέφεραν γύρω από την εκκλη­ σία, με κράταγε η καημένη από το χέρι, να μη με χάσει. Φο­ βόταν από τον κόσμο. Μια άλλη γιαγιά που πήγαινε μπροστά, σκόνταψε ξαφνικά και έπεσε, η γιαγιά μου έπεσε πάνω της, η πίσω κυρία πάνω μας και ... Ντόμινο!!! Πέσανε όλοι στην σειρά!!! Ήταν για γέλια η εικόνα αυτή. Συνέχιζε να με κρατά σφιχτά και εγώ προσπαθούσα να απεγκλοβιστώ για να μη με λιώσουν!!! Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό! Την θυμάμαι, όταν σε μικρότερη ηλικία με έκανε βόλτες στο καρότσι, και στα κρυφά μου έδινε παγωτό, γιατί φοβό­ ταν να μη με πονέσει ο λαιμός μου. Συνήθως, με πήγαινε βόλτα, γύρω από το «Μαίρη» (σινεμά καλοκαιρινό, που συ­ νήθως έδειχνε έργα, γεμάτα δάκρυα και πόνο). Τώρα στη θέση του σινεμά, υπάρχουν πολυκατοικίες... Θυμάμαι όταν την Καθαρά Δευτέρα μού έφτιαχνε πάντα μύδια με ρύζι ή άλλοτε κρέμα βανίλια στο γκάζι της μικρής κουζινίτσας που είχε. Μ’ αγάπαγε πολύ η γιαγιά μου κι ας κοντραριζόμασταν 57


έντονα καμιά φορά. Είμασταν ίδιες!!! Χόρευε, κρατώντας φλιτζανάκια στα χέρια, όπως οι Σμυρνιές, και της άρεσε να με βλέπει να χορεύω! Της άρεσε, ακόμα, να μαζεύει τις φίλες της και να κάθον­ ται τα βράδια –μετά που έφυγε ο παππούς– να τις προσέχει και να τις περιοποιείται όλες. Ανάμεσά τους ήταν πάντα η κυρα­Αναστώ, η κυρα­Βα­ σίλω, η κυρα­Μαρία η Βαφειάδαινα. (Εκείνη είχε πάντα μια κολώνια «Μυρτώ» στην τσέπη της)... Όλες τις πρόσεχε και τις φρόντιζε! Διαβάζανε μαζί ρομάντζα και σχολιάζανε τις ερωτικές ιστορίες των περιοδικών!!! Συζητούσαν για την πατρίδα, τη γειτονιά, τα νέα, για ΟΛΑ!!! Η γιαγιά έτρεχε πάντα σε όλους και βοηθούσε όποιον τη χρειαζόταν! Δεν ταλαιπωρήθηκε σχεδόν καθόλου! Είκοσι μέρες αρρώστησε και έφυγε λέγοντας «Αντίο», τέσσερα χρόνια μετά τον παππού! Πήγε κοντά του, κι εγώ αισθάν­ θηκα μεγαλύτερο κενό, από ό,τι τότε με εκείνον!!! Είχε φύγει και το τελευταίο δικό του κομμάτι που είχε αφήσει πίσω εκείνος και αισθάνθηκα έντονα ότι για πρώτη φορά στο «Βιβλίο της ζωής μου», άλλαξε οριστικά πια τώρα, η σελίδα!!!

58


Η γιαγιά με την αδελφή της, τη θεία Ελευθερία. (Εκείνη έμενε στην Παλιά Κοκκινιά του Πειραιά).

Μάνα και κόρη!!!

59


Η γιαγιά, η μαμά και εγώ... (3 γενιές)

60


Αναμνηστικές φωτογραφίες, γυρίζοντας από κάποια παρέλαση το 1992, λίγους μήνες πριν «φύγει» η κυρα-Στάσσα...

61


Πατέρας και Υιος... Αν και η γιαγιά είχε αδυναμία στον θείο μου, ο παππούς είχε έκδηλη αδυναμία στην κόρη του και μαμά μου!!! Και η μαμά μου σε κείνον!

Μπαμπάς, παππούς και εγώ...

62


Παλιότερη φωτογραφία, όλη η οικογένεια μαζί... Εγώ ήρθα κάποια χρόνια μετά... Η γιαγιά της φωτογραφίας είναι η γιαγιά η Χρυσούλα (μητέρα της γιαγιάς μου). Όταν τραγούδαγε αμανέδες, σταματάγαν όλοι για να την ακούσουν...

Ο θείος μου ο Γιώργος στα νιάτα του! Η μεγάλη αδυναμία της γιαγιάς μου... Ο γιος της!!! Τον αγάπαγε πολύ και δεν το έκρυβε...

63


Με τον παππού... έξω από το σιδηρουργείο του Γιακουμή... στο δρόμο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Ελευσίνα!!!

64


Πάντα με έπαιρνε μαζί της στην εκκλησία... και με δίδασκε το σωστό... Ευχαριστώ, γιαγιά Στάσσα... μοιάζαμε τόσο πολύ οι δυο μας.

65


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 9 ο

Μαρία — Άννα, φεύγεις; — Όχι ακόμα, σε λίγο! — Είδα που έκλεισες, γι’ αυτό! Η Μαρία είναι αυτή απέναντι! Είναι η «άλλη μου μαμά»! Έτσι την λέω... έτσι τη λένε και οι μαθητές!!! Χρόνια την γνωρίζω... Τα τελευταία χρόνια όμως ήρθαμε πιο κοντά! Ξέρει πότε έρχομαι, πότε φεύγω, με βοηθάει, όταν τη χρειάζομαι! Της αρέσει να μου παίρνει δώρα και εμένα μ’ αρέσει να με κακομαθαίνει! Δεν είναι τα δώρα που με κάνουν να αγαπάω τη Μαρία! Την έχω συνηθίσει. Κι εκείνη πολλές φορές έχω την εντύ­ πωση ότι το κάνει, γιατί της αρέσει να με βλέπει να κάνω σαν παιδί, της αρέσει να με βλέπει να γελάω, ξέρει ότι είμαι πάντα εκεί, ό,τι κι αν χρειαστεί... Ξέρει ότι βλέπω την ψυχή της και ξέρω πότε θέλει να μι­ λήσει ή όχι!

66


Η Μαρία εκτιμά αυτούς που της δίνουν ένα και δίνει την ψυχή της! Ήρθαμε πιο κοντά τότε που αρρώστησε η γιαγιά, η κυρα­ Δήμητρα και έτυχε «απλά» να είμαι εκεί. Η κυρα­Δήμητρα ήταν κι αυτή Μικρασιάτισσα και φίλη με την γιαγιά και τον παππού! Αυστηρή και σοβαρή γυναίκα όπως όλες της ηλικίας της. Περήφανη γυναίκα με αρχές. Είχε πάντα κότσο τα κάτα­ σπρα μαλλιά της και φορούσε γυαλιά. Έλεγε πάντα ότι «τη γυναίκα πρέπει να τη δεις, όταν ξυπνάει το πρωί και πλυθεί και όχι όταν φτιασιδωθεί, γιατί όλες όμορφες είναι τότε! Δίκιο δεν είχε; Είχε και ένα γατάκι κάποτε, που το λάτρευε η κυρα­Δή­ μητρα, τον Κίτσο. Έπαιζε μαζί της και χωνόταν στα μαλλιά της! Δεν πρόλαβε να μεγαλώσει πολύ! Το δηλητηρίασαν και μαζί και την κυρα­Δήμητρα! Στεναχωρέθηκε πολύ! Αν και το γατάκι δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτά που είχε περάσει, για να έρθει από την πατρίδα εδώ. Τα συζητάγαν καμιά φορά με τη γιαγιά τα καλοκαίρια που κάθονταν στην πόρτα! Είχε δώσει και συνέντευξη η κυρα­Δήμητρα στην ταινία «Αγέλαστος Πέτρα», για την πόλη μας! Αυτά ακριβώς είχε πει, με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο...

67


ΚΕΦΑΛ ΑΙ Ο 10 ο

Κυρα-Δήμητρα «

η με ρωτάτε... πού να ξέρω πότε γεννήθηκα, η μαμά μας είχε πάθει συμφόρεση... πάντως το ’22... που ήρθαμε από την πατρίδα... ήμουνα 6 ή 7 χρονών... Γεννήθηκα στα Βουρλά, δεν μπορώ να θυμηθώ καλά το χωριό μας... από τους μεγάλους όμως θυμάμαι πως λέγανε ότι ήταν ωραίο και πλούσιο μέρος τα Βουρλά κοντά στη Σμύρνη... Το σπίτι μας ήταν γωνιακό, μεγάλο, με μπαλκόνια... κάτω ήταν το μπακάλικο του πατέρα μας..., τρία κορίτσια και δύο αγόρια είμασταν τα παιδιά και πάνω το σπίτι μας. Μεγάλο Αρχοντικό... Είχε τον τρόπο του ο πατέρας μας... είχε κτήματα πολλά, χωράφια και αμπέλια και ανθρώπους που τα φρόντιζαν... Τώρα που το θυμάμαι... όταν ήτανε οι αναταραχές και όλοι λέγανε ότι κάτι θα ξεσπάσει... Ένα βράδυ φόρτωσε ένα γαϊδουράκι με πράγματα, για να μας πάρει να φύγουμε και να έρθουμε κρυφά στην Αθήνα... 68


Η κυρα-Δήμητρα και η Μαρία (η άλλη μου μαμά). Απ’ ό,τι βλέπετε κούκλα και αυτή...

69


Τον πήρανε είδηση οι γείτονες και τον σταμάτησαν, απει­ λώντας ότι αν δεν τους έδινε λεφτά, δε θα τον άφηναν να φύγει... και θα μπαίνανε στο σπίτι μας να τα πάρουν όλα... Δε τους τα έδινε; Θα γλυτώναμε... μείναμε και καταστρα­ φήκαμε... Αντί να τους τα δώσει λοιπόν, πήρε τενεκέδες μεγάλους που βάζανε το βούτυρο, έσκαψε στην αυλή του σπιτιού μας, έβαλε μέσα χρυσαφικά, λεφτά, ασημικά, τα πάντα... και τα σκέπασε... Είπε στην μητέρα μας και στον μεγάλο μας τον αδελφό... αν σωνόταν κανείς και γύριζε, να ξέρανε πού ήταν τα λεφτά... Όταν αργότερα σκορπίσαμε και πιάσανε τον πατέρα μας, εκείνος δεν ήρθε μαζί μας από τη πατρίδα, μάλλον.... όχι σί­ γουρα τον σκοτώσανε... Ο αδελφός μου ο Νίκος με αυτά τα λεφτά τη γλύτωσε... Τους είχανε χωμένους μαζί με άλλους στην φυλακή και εκεί ένας Τούρκος τους είπε αν κάποιος είχε κρυμμένα λεφτά να τα φανερώσει, για να τον αφήσουν ελεύθερο... Τότε ο αδελφός μου μαζί με κάποιον γείτονά μας τότε... που ήξερε καλύτερα τα τούρκικα είπαν στον Τούρκο για τους κρυμμένους τενεκέδες και οι τρεις μαζί γύρισαν και έσκα­ ψαν στην αυλή μας... Βρήκαν τον ένα, θαμπώθηκε ο Τούρκος από το μάλαμα και το χρυσό... (Βρήκαν μόνο τον έναν, τον άλλο δεν το μαρ­ τύρησε ο αδελφός μου)... τους άφησε λοιπόν και πήραν το καΐκι. Έτσι σώθηκε ο Νίκος μας... αλλιώς ποιος ξέρει τι θα γινόταν. Όταν ξέσπασε το κακό άρχισε όλος ο κόσμος να τρέχει προς ένα σημείο... και κρύφτηκαν όλοι σε ένα σπίτι, μεγάλο... ήμουν πολύ μικρή, προσπαθώ να θυμηθώ... 70


Φωνές από παντού για τη φωτιά... και τη σφαγή... αρχί­ σαμε να φεύγουμε και από ’κει, κατεβαίνοντας τόσος πολύς κόσμος, έσπασε η σκάλα η ξύλινη, η μεγάλη... και εγώ άφησα την μητέρα μου από το χέρι... Μέσα στη φασαρία άρχισα να κλαίω μόνη μου, κάποιος με πήρε, με άφησε παρακάτω, κάποιος άλλος έξω και μετά βρήκα τους δικούς μου... μπροστά ένας Τούρκος, πίσω εμείς... και πηγαίναμε, πού πηγαίναμε... κανείς δεν ήξερε... Ξαφνικά κάπου κοντά στην «Σκάλα» (η Σκάλα ήταν μέρος παραλιακό που πηγαίναμε 3 μήνες και παραθερίζαμε το κα­ λοκαίρι), άρχισαν να πέφτουν τουφεκιές... Άφησε η μάνα το παιδί και το παιδί... τη μάνα... βρέθηκα μόνη μου κι έρημη στην μέση του πουθενά... Πήρα μόνη μου το δρόμο για τη Σκάλα... και εκεί βρήκα κα­ ταφύγιο στην εκκλησία του Αγίου Νικόλα... Κάποιος γέρος που βρέθηκε με βοήθησε, με τάισε και με πήγε μέχρι τη βάρκα, που μαζί με άλλους περάσαμε απέναντι στη Χίο, νομίζω... Όχι, όχι, ο παππούς δεν ήρθε μαζί μας, Άγιος ήταν, ο Άγιος Νικόλας και με προστάτεψε και με έσωσε από το κακό... Οι δικοί μου με είχαν για νεκρή... μόνη μου ήρθα στην Ελ­ λάδα από την πατρίδα... Εδώ βρήκα τους άλλους αργότερα... στην Κρήτη, βρέθηκα στην Χίο, στον ένα θείο, στον άλλο, μέχρι να βρω την μάνα και τα αδέλφια μου... που με είχαν για νεκρή... Άστα, παιδί μου... Καταστροφή μεγάλη... Όχι, δεν ξαναγύρισα ποτέ πίσω στην πατρίδα, ο γιος μου πήγε και ένας ανιψιός μου. Με ’λεγε ότι θα με πάει να δω τα μέρη μας ξανά... και να πάω... πού να πάω... τι να δω; Τραβήξαμε κι εδώ που ήρθαμε... 17 χρονών παντρεύ­ τηκα... πρόσφυγας και κείνος... Στην αρχή οι ντόπιοι δεν μας έβλεπαν με καλό μάτι και δε μας ήθελαν... οι προσφυγιοί μας έλεγαν... 71


Τους φαινόταν περίεργο που εμείς φοράγαμε παπούτσια και να μην είχαμε φοράγαμε πλεκτά, τυρλικάκια τα λέγαμε... εκείνοι οι άνθρωποι όλοι ξυπόλητοι ήταν... στα χωράφια όλη μέρα... τι να κάνουν και αυτοί... Μετά μας συμπάθησαν... εκτίμησαν το νοικοκυριό μας και την μαγειρική μας... τους μάθαμε να κάνουν γιουβαρλάκια, γεμιστά και στιφάδο... Εκείνοι... μόνο ψητά και κρασί ήξε­ ραν... Το νοικοκυριό και η καθαριότητά μας ακόμα και στα μικρά μας σπίτια τους έκαναν να μας συμπαθήσουν...» Αν και μέχρι τώρα κυρα­Δήμητρα... οι ντόπιοι ακόμα μας διαχωρίζουν και μας αποκαλούν συνοικισμιώτες, παρότι οι Μικρασιάτες έφεραν μαζί με τον πόνο της καταστροφής τους, την κουλτούρα, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα ενός λαού, που πέρασε δια πυρός και σιδήρου, για να σταθεί ξανά στα πόδια του και να συνεχίσει να δημιουργεί σε μια άλλη πατρίδα αυτά που δεν πρόλαβε να κάνει στην δική του πατρίδα... Και συμπλήρωνε η κυρα­Στάσσα, τελείωνε η κυρα­Μαρία, συμφωνούσε ο κυρ­Παύλος... Και έτσι πέρναγαν τα βράδια του καλοκαιριού, έξω στα πεζοδρόμια με τους μεγαλύτερους να συζητούν όλα αυτά..., για εκείνη την αλησμόνητη πατρίδα... κι εμείς όλοι να τρέ­ χουμε, να γελάμε, να παίζουμε... ανάμεσα σε μυρωδιές από το αγιόκλημα της αυλής της κυρα­Δήμητρας, το γιασεμί, τα νυχτολούλουδα της κυρα­Ανάστως... τα τριαντάφυλλα του ίδιου κήπου... και τους ήχους των τριζονιών στα δέντρα... Αισθήσεις νοσταλγικές... για εποχές και γειτονιές σαν αυτή, που φύγαν ανεπιστρεπτί... 72


Όταν τελείωσε ο πόλεμος. (Ποιος νοιαζόταν τώρα πόσο χρονών ήταν ο καθένας), πήγαν όλοι μαζί σχολείο... συνεχίζοντας από εκεί που είχαν σταματήσει λόγω της Κατοχής... Έξω από το ταπητουργείο αναμνηστική σχολική φωτογραφία.

73


Κάθε χρόνο θυμόντουσαν όλοι τα γενέθλια της Αννούλας... κι αν το ξεχνούσαν, τους το θύμιζα εγώ... όμως πέρναγαν όλοι καλά... και έφευγαν με τις καλύτερες εντυπώσεις!!! Άλλες γειτονιές όντως...

74


Όλα τα φορεματάκια μου ήταν πάντα σχεδιασμένα και ραμμένα απ’ τη μαμά... Κοκέτα με είχε πάντα... Από ένα άλλο παιδικό πάρτυ... που δεν ήθελα να φύγω με τίποτα (γι’ αυτό και το βλέμμα όλο νάζι και παράπονο...)

75


ΚΕΦΑΛ ΑΙ Ο 11 ο

Παιδιά μιας άλλης γεννιάς, μιας άλλης εποχής... λλάξανε πολύ τα χρόνια, τα σκηνικά γύρω μας και τα παιχνίδια των παιδιών. Εκεί που τώρα είναι πολυκατοικίες κοντά στο 2ο γυ­ μνάσιο, κάποτε ήταν απλά αλάνες. Εκεί παίζαμε και πετά­ γαμε χαρταετούς την Καθαρή Δευτέρα! Εκεί ψάχναμε χελώνες και τζιτζίκια στα δέντρα! Εκεί στήθηκαν κάποτε σκηνές και παράγκες μετά τον σεισμό του ’81! Τώρα δεν υπάρχει ούτε χώρος να περάσεις! Υπάρχουν βέ­ βαια πάρκα και πλατείες, αλλά όχι αλάνες! Είχαν κι αυτές την ομορφιά τους! Σου έδιναν ένα αίσθημα ελευθερίας! Πήγαινα τακτικά βόλτα με τον μπαμπά μου και μ’ άρεσε να μαζεύω παπαρούνες την Άνοιξη! Ή άμα έβρισκα «ζήνες» (μεγάλες χρυσόμυγες) τις έφερνα στον παππού, τις έδενε με κλωστούλα, τις βάζαμε στην ζάχαρη και τις άφηνα να πετάνε τριγύρω! Δεν τις φοβόμουνα! Μου άρεσε να τις βλέπω να πετάνε! Όλα τα πιτσιρίκια το 76


κάνανε τότε αυτό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, όταν ήμουν πολύ μικρή, ένα περιστατικό με ζήνες: Ο «θείος Γιάννης» (άνδρας της θείας Φωτούλας που ήταν γειτόνισσα και φίλη της μαμάς), ήρθε ένα πρωί στην γειτο­ νιά με ένα τσουβάλι από δαύτες! Πού τις είχε βρει τόσες ζήνες μαζεμένες; «Έλα, Αννούλα να δεις!». Καλά, τρελάθηκα απ’ τη χαρά μου! Με τι ασχολιόμασταν τότε, ε; Τώρα τα παιδιά έχουν Mo­ bile T.V., Internet και Facebook!!! Εμείς είχαμε γυαλένιες, ζήνες, πατίνια, ποδήλατα και ψυχή παιδική! Μ’άρεσε να παίζω, γυαλένιες με τα αγόρια της γειτονιάς, να κερδίζω «Αμερικανάκια» (πολύχρωμες κίτρινες ήταν νο­ μίζω), αν και τις περισσότερες φορές εκείνοι με κέρδιζαν!!! Θυμάμαι μια χρονιά έτυχε να θυμηθούν ότι γιορτάζω... Ρώτησαν λοιπόν τυχαία... — Κυρά Χρύσα, αύριο που γιορτάζει η Αννούλα, θα μας κεράσεις; — Ναι, και βέβαια, ελάτε όλοι!!! Για πλάκα ή όχι, ήρθαν γύρω στα 20 άτομα να μου πουν «Χρόνια Πολλά». Για το γλυκό ή για μένα, η έκπληξη και η χαρά μου ήταν μεγάλη! Λίγο αργά, ίσως, αλλά ευχαριστώ πολύ όλους τους φίλους και γνωστούς, αν το διαβάσει κανείς και θυμηθεί το γεγο­ νός!

77


Ο «θείος Γιάννης» που μου έφερνε τις ζήνες!

Η κυρα-Μαρία είχε αγελάδες! (Πολλοί είχαν τότε νομίζω). Η θεία Φωτούλα, η μαμά μου, η θεία Κούλα. (Φιλενάδες, γειτόνισσες, αδελφές, όλα!!!) Μπορεί οι ανέσεις να μην ήταν επαρκείς, αλλά οι νέες της εποχής ήταν πάντα «στην τρίχα», ρομπτεσάν, πασουμάκια, καλοραμμένες ρομπίτσες, από νοικοκυριό... ποια να πρωτοπαινέψω τώρα!!! Ήταν όλες μία προς μία...

78


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 12 ο

Άλλοι άνθρωποι τότε... ταν τότε αλλιώς οι γειτονιές και οι άνθρωποι που ζούσαν σε αυτές. Βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, έλεγαν «Καλημέρα» και το εννοούσαν. Ο γείτονας ήταν «σεβαστός», ήταν γείτονας, φίλος κι «αδελφός»! Πάντως, κάπου μέσα μου πιστεύω ότι και τώρα δεν έχουν αλλάξει πολύ οι άνθρωποι κατά βάθος. Τα προβλήματα και ο σύγχρονος τρόπος ζωής τούς έκαναν να απομακρυνθούν και να γίνουν πιο ψυχροί μεταξύ τους! Αν είχαν σβήσει όλα μέσα μας, ίσως κανείς δεν θα θυμό­ ταν τα παλιά! Αν τους ρωτήσεις, όλοι κάτι έχουν να σου πουν για τις παλιές γειτονιές, τον συνοικισμό και τα χρόνια εκείνα. Ίσως υπήρχε περισσότερη εμπιστοσύνη μεταξύ τους τότε. Τώρα κάπου έχουμε γίνει όλοι άγνωστοι μεταξύ αγνώ­ στων. Τώρα είναι πολύ κοντά τα σπίτια μεταξύ τους και πολύ μακριά οι καρδιές των ανθρώπων που μένουν μέσα σ’ αυτά. Δεν είναι σίγουρα δικό μας αυτό το λάθος! Είναι;;; 79


Τότε ο κόσμος διασκέδαζε με «τραπέζια» σε σπίτια φιλικά και οικογενειακά. Πολύ ζεστασιά, καλό κρασί και κέφι! Τα προβλήματα έμεναν πίσω...

80


Έπαιρναν το δρόμο απ’ τις σιδηροδρομικές γραμμές και πήγαιναν με τα πόδια μέχρι την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στον Ασπρόπυργο! Παρέες-παρέες! Αν κουράζονταν... δεν ξέρω! Πάντως απ’ ό,τι «δείχνουν» το διασκέδαζαν και η παρέα... πάνω απ’ όλα...

Εκδρομές της εποχής.

81


ΚΕΦΑΛ ΑΙ Ο 13 ο

Ο Άτταλος, τα περιστέρια και ο χαρταετός άποτε στη γειτονιά έγινε μόδα να έχουν όλοι περι­ στέρια. — Παππού, θέλω κι εγώ περιστέρια!!! — Πάμε, μου είπε! Με πήρε από το χέρι και πήγαμε στον Άτταλο, ένα φίλο του παλιό, κοντά στο Παλιό Πηγάδι! Είχε μια μεγάλη καμάρα, όταν έμπαινες μέσα! Αυτό θυμά­ μαι έντονα! Είχε περιστέρια ο άνθρωπος και ο παππούς μου πήρε ένα ζευγάρι! Ε, ρε χαρά και πανηγύρια! Μου έφτιαξε και περιστερώνες στην αυλή μας, από παλιά ξύλινα κουτιά (της ρέγγας) και τα δύο περιστέρια έγιναν αργότερα 102... Ήταν όμως πολύ ψηλά και ποτέ δεν μπόρεσα να δω τα μικρά, όταν έβγαιναν από τα αυγά. Καημός μου έμεινε αυτό. Καθαρή Δευτέρα και πάντα γεμάτο το μαγαζί του Παυλή! 82


Ο ταραμάς, ο χαλβάς και οι πίκλες έφευγαν του σκοτω­ μού. Πανικός γινόταν στο μαγαζί από τον κόσμο! Παρ’ όλα αυτά στο δίπλα δωμάτιο ο παππούς όλος πε­ ριέργως έβρισκε χρόνο, για να μου φτιάξει τον δικό μου χαρ­ ταετό!!! Ουρά από χαρτιά εφημερίδας και ζύγια επιδέξια, για να πετάξει ψηλά! Δεν πήγαινε χαμένος ο χαρταετός, αφού μέρες αργότερα και μετά την Καθαρή Δευτέρα, αν χανόταν ο παππούς, ξέ­ ραμε πάντα ότι πήγαινε να δοκιμάσει αν πετάει ο αετός του! Πέταγε παππού, πέταγε και ήταν ο καλύτερος, γιατί τον έφτιαχνες εσύ! Πάντα εσύ! Άλλη μεγάλη χαρά μου, ήταν όταν ερχόταν φορτωμένος από την Αθήνα με τόσα πράγματα για το μαγαζί! Μ’ άρεσε να σκαλίζω τις τσάντες και να βρίσκω διάφορα...

83


Η γειτονιά μας σ’ όλο της το μεγαλείο... Εγώ γεννήθηκα πολλά χρόνια μετά... αλλά μεγάλωσα, ακούγοντας τα κατορθώματα όλων... Εκείνα τα βράδια του καλοκαιριού που όλοι έβγαιναν με την καρεκλίτσα στην πόρτα τους και συζητούσαν για τα παλιά, για τα καθημερινά, ανταλάσσοντας νέα και κουτσομπολιά!

Ενθύμιο 1951. Η μαμά μου είναι κάπου στο κέντρο (η πιο όμορφη είναι) ... για μένα, την ξεχώρισα αμέσως, μόλις είδα τη φωτογραφία (εντελώς αντικειμενική είμαι...)

84


Η μαμά μου (26 Απριλίου 1945) λίγο μετά τον πόλεμο. (Παιδιά πληγωμένα, με τη θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους). Η μία «καταστροφή» (1922) μετά την άλλη (1940).

85


Η Καμάρα του Άτταλου (του φίλου του παππού) με τα περιστέρια... Αν προσέξετε, θα δείτε τους περιστερώνες ψηλά. Την φωτογραφία μου την έδωσε ο εγγονός του Άτταλου, του φίλου του παππού, και συνονόματός του Ιατρός Καρδιολόγος Άτταλος Νικολάου, ο οποίος είναι δικός μας οικογενειακός φίλος τώρα πια όλως περιέργως από τις συγκυρίες της ζωής!

86


(1934). Σήμα κατατεθέν του συνοικισμού και της γειτονιάς το «καφενείο» του Λαζάρου. Σχόλια, νέα, δυσάρεστα ή ευχάριστα «περνούσαν» πάντα από ’κεί. Και συνεχίζουν ακόμα...

87


ΚΕΦΑΛ ΑΙ Ο 14 ο

Ο παππούς και η αγάπη του για μένα ας περίμενε πάντα, όταν γυρίζαμε από τις καλοκαι­ ρινές διακοπές μας στα Μέθανα και κέρναγε τον ταξιτζή, που μας έφερνε από το λιμάνι του Πειραιά, λεμονάδα για να δροσιστεί. Επειδή πολύ απλά, η Αννούλα του γύριζε σπίτι και μαζί της η χαρά και τα παιχνίδια!!! Φώναζε πολλές φορές η γιαγιά και νευρίαζε με τα παιχνίδια, που κουβαλούσα και τις αταξίες μου. Εκείνος ποτέ! Αντίθετα συμμετείχε πολλές φορές και την μάλωνε που μου φώναζε. Έλεγε η μάνα μου, ότι δεν κάνω δουλειές και πρέπει να μάθω λοιπόν! (Πώς; Ποτέ δεν άφησαν το παιδί (εμένα) να βάλει το χέρι του στο νερό. Όλα οι άλλοι τα έκαναν για μένα... Οι «πριγκίπισσες» δεν κάνουν δουλειές!). Κι εκείνος είχε πάντα τη δικαιολογία... — Μην το μαλώνετε το παιδί που δεν κάνει δουλειές, εκείνο σας βλέπει και ξέρει, όταν χρειαστεί να κάνει. Σωστός ο παππούς... είχε και εκεί δίκιο όπως πάντα! Έβλεπα, αποτύπωνα και μάθαινα... καρμπόν της μάνας μου έγινα στις δουλειές και στο νοικοκυριό! 88


Δεν υπήρχε περίπτωση να με μαλώσει κανείς! Κάποτε –θυμάμαι– πήγαινα τρίτη γυμνασίου τότε. Είχα πάντα φωνή «καμπάνα» που λένε, δυνατή και καθαρή. Τα ποιήματα ήταν το φόρτε μου! Έτριζαν όλα, όταν απήγγελνα στο μεγάφωνο! Ζούσα το ποίημα που έλεγα και μου άρεσε να το απαγγέλνω σωστά, χρωματίζοντας ανάλογα τη φωνή μου. Κάποιος καθηγητής του γυμνασίου τότε, θεώρησε ότι η καθαρότητα της φωνής μου δεν ήταν σωστή και μου πήραν τελευταία στιγμή το ποίημα που επρόκειτο να απαγγείλω. Κακώς, γιατί εγώ είχα και καθαρότητα φωνής και καθαρό­ τητα ψυχής! Για εκείνον αμφιβάλλω πολύ! Τέλος πάντων! Με κλάματα, λοιπόν, ήρθα στο σπίτι και μπήκα στο μαγαζί του παππού. — Τι ’ναι κορίτσι μου; Τι ’ναι Αννούλα; Γιατί κλαις; Αυτό ήταν, φόρεσε τις πολίτικες παντόφλες του και με πήρε από το χέρι και πίσω στο γυμνάσιο. Με έβγαλαν από το γραφείο, για να πουν ιδιαιτέρως του παππού και καλά ότι «ψευδίζω» λέει και γι’ αυτό μου πή­ ρανε το ποίημα! Κι εκείνος τους απάντησε και ας μην είχε «πτυχία», είχε όμως μόρφωση κοινωνική και πτυχία ζωής και εντιμότητας! — Τα παιδιά τα πληγώνετε ψυχολογικά, τους είπε, με αυτά που κάνετε. Ωραίοι δάσκαλοι είστε... Λυπάμαι που θε­ ωρείστε και παιδαγωγοί!... Μπράβο, παππού, καθάρισες για πάρτη μου!!! Με πήρε από το χέρι και ήρθαμε σπίτι. Σιγά και να μην τ’ άφηνε έτσι ο Παυλής για το Αννάκι του! Να μην το στηρίξει ψυχολογικά και να καυτηριάσει το άδικο. Αυτός ήταν ο παππούς μου! Διεκδικούσε το δίκιο, το δικό του και όσων αγαπούσε, πάντα με τρόπο σωστό και έντιμο, γιατί είχε ψυχή και μυαλό καθαρό, όπως όλοι οι Μικρασσιάτες. 89


Και το όνομα αυτής... Άννα... (21/05/1972)

90


Με τον παπα-Κώστα, ιερέα και με μια νονά, που μπορεί να μη βλέπω συχνά, αλλά είμαι πολύ περήφανη για εκείνη.

91


Με την νονά μου έξω από το μαγαζί...

92


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 15 ο

Μάνα μου, κυρα-Xρύσα 20­01­2010 (Είχα ανάγκη να βγάλω την συναισθηματική μου φόρτιση μετά το δικό σου ξαφνικό «αντίο») Ποιος, ποιος από μένα θα σε πάρει αν όχι η γη και το φεγ­ γάρι, Μάνα μου; Και ποιος για μένα ό,τι έκανες θα κάνει; Ποιος τον πόνο θα κρατάει να μην με πιάνει; Ποιος; ποιος; Μάνα, ποιος; Μάνα μου, σε αγαπάω, Μάνα μου λείπεις, και θα μου λεί­ πεις πολύ!!! Μάνα μου, σε πονάω... Για άλλους ήταν Μάνα το βιβλίο αυτό και τώρα ανήκεις και συ στην δική τους παρέα. Στην γειτονιά των Αγγέλων!!! Έφυγες Μάνα και δε μου το ’πες, εσύ που μου ’λεγες τα πάντα!!! Αλλά το έβλεπα! Κανείς δεν πίστευε τα προαισθή­ ματα, κανείς δεν πίστευε τα όνειρα, κανείς!!! Ήταν ξημερώματα Κυριακής Μάνα, και ποιος να μου το ’λεγε πως θα ’ταν Κυριακή (17­01­2010) που έφυγες... έτσι απλά... κοιμήθηκες και ξέχασες να ξυπνήσεις!!!

93


Γιατί μαμά, γιατί δεν φώναζες να σε κρατήσω πίσω; Βουνά, έσκιζα για σένα, μάνα, βουνά!!! Πονάω, μαμά, πονάω πολύ!!! Όλοι λένε ότι δε θέλεις να με βλέπεις να κλαίω! Προσπαθώ, Μάνα, προσπαθώ αλλά είναι δύσκολο!!! Το ξέρω ότι θα συνέλθω, το ξέρω, αλλά είναι νωρίς!!! Ήσουνα πάντα εκεί, μαμά μου, πάντα εκεί!!! Στα καλά μου και στα άσχημα, στα γέλια μου και στα δάκρυα!!! Πάντα με πρόσεχες και ανησυχούσες και αυτό στο κατέκρινα ως ελάτ­ τωμα κι ας ήξερα ότι κάποτε θα το ζήταγα, αλλά δε θα το ’χα!!! Στην πόρτα στεκόσουν πάντα, μαμά μου, στην πόρτα και με περίμενες ή περίμενες να φύγω και κοίταγες μέχρι να φτάσω πέρα!!! Και γύρναγα πίσω να σε κοιτάξω, γιατί ήξερα ότι δεν θα σε έβλεπα πολύ ακόμα!!! Το ’ξερα Μάνα, το ’ξερα!!!

94


Η μαμά μου μαζί με φίλες της και συμμαθήτριες στην σχολή κοπτικής-ραπτικής που πήγαινε.

95


Όλες οι κοπέλες τότε γνώριζαν κοπτική-ραπτική. Έραβαν μόνες τους τα ρούχα τους και επιδιόρθωναν ό,τι χρειαζόταν! Μια καλή νοικοκυρά ήξερε απαραιτήτως ράψιμο, γιατί η μόρφωση σε γυμνάσιο ή πανεπιστήμιο ήταν περισσότερο «επιτρεπτή» στ’ αγόρια! Τα κορίτσια ήταν για το «σπίτι»!!!

96


97


Μαμά - Μπαμπάς Ήταν πάντα κοκέτα η κυρα-Χρύσα... κι όταν ντυνόταν είχε στυλ ηθοποιού και ύφος αριστοκράτισσας!!! Ήταν όμορφη η Μάνα μου και της αρέσανε τα λούσα!!! Μ’ έμαθε και μένα να περιποιούμαι τον εαυτό μου και να ντύνομαι ωραία!!! Όταν άρχισα εγώ να μεγαλώνω, μεγάλωναν και τα έξοδα σπουδών μου επίσης... Εκείνη έκανε στην «άκρη» τον εαυτό της... και τα λούσα και εγώ δεν στερήθηκα ποτέ τίποτα, ούτε από σπουδές ούτε από «λούσα». Ήμουνα για εκείνη όλος της ο κόσμος εγώ κι ο μπαμπάς... Σάμπως για μένα δεν ήτανε; Η μεγαλύτερη αγάπη μου απ’ όλες ήταν εκείνη... Η Μάνα μου... η Κυρα-Χρύσα!!!

98


Εγώ

99


Εκδρομή στην Τρίπολη

Διακοπές στα Μέθανα με τον Μπαμπά

100


Μπαμπάς - Μαμά και Βίον ανθόσπαρτον!!! Τι διαφορετικές φωτογραφίες γάμου τότε... με τώρα... Τώρα τα άλμπουμ είναι ψηφιακά... και οι φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης...

101


Πάντα ανησυχούσες γιατί το σπίτι μας ήταν μικρό και δεν είχε τις «βολές» του, όπως έλεγες... Όμως εμένα, Μάνα... δεν μ’ ένοιαζε ποτέ, γιατί το είχες πάντα κι έλαμπε από πάστρα κι αρχοντιά! Και στην πιο όμορφη στιγμή της ζωής μου ήμουν πολύ περήφανη που μεγάλωσα στο «δικό μας» παλάτι και «πέταγα» που ήσασταν δίπλα μου!!! Το σπίτι μας! ήταν για μένα το πιο πλούσιο απ’ όλα. Σύμβολο οικογένειας, αγάπης και φροντίδας...

102


Τον λάτρευα τον παππού, μέχρι που πήγες εσύ κοντά του! Ο δικός σου πόνος κάλυψε τον πόνο και την τόση αγάπη μου για κείνον!!! Ήσουν για μένα, μάνα, ο κόσμος όλος, ο κόσμος όλος!!! Έτρεμα στην ιδέα του δικού σου θανάτου!!! Μέχρι που σ’ αντίκρισα εκεί, εκείνο το πρωί της Κυριακής... Δεν ήσουνα εσύ, εκεί! Εσύ είχες φύγει!!! Ούτε καν το πήρες είδηση!!! Μαμά, έλεγες πάντα μην κάνω σαν τρελή, όταν θα φύγεις! Όλα έλεγες είναι μες στη ζωή και πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι για όλα!!! Είχες δίκιο Μάνα, αλλά ήξερες ότι σε αγαπάω πολύ! Κι ας έλεγα καμιά φορά διάφορα στα νεύρα μου επάνω!!! Ήξερες ότι θα πονέσω Μάνα και με προετοίμαζες και ας μην περίμενες να φύγεις!!! Έκανες λάθη πολλές φορές και τα ’βλεπα! Φώναζα, νευ­ ρίαζα, αλλά πάντα εσένα υποστήριζα στο τέλος, γιατί ήσουνα η μάνα μου η κυρα­Χρύσα και είχες πάντα δίκιο!!! Ο κόσμος όλος να καιγόταν, εγώ εσένα είχα από πάνω! Πάντα δίπλα μου! Και τώρα δίπλα μου θα είσαι μαμά, γιατί θα σε κουβαλάω παντού και πάντα μέσα μου, στην καρδιά μου, στο μυαλό μου, στο είναι μου ολόκληρο!!! Μαμά, σου καταλό­ γιζα ευθύνες για πολλά, αλλά και πολλά σου είπα ευχαριστώ!!! Μάνα σε ευχαριστώ για όλα!!! Σ’ ευχαριστώ, γιατί ήσουνα εσύ η μάνα μου, η κυρα­Χρύσα!!! Η μάνα μου!!! Μαμάααα!!! Κι όταν κάποτε έρθει η ώρα να έρθω εγώ εκεί πάνω, τότε και εκεί, είμαι σίγουρη στην πόρτα θα ’σαι, μάνα, στην πόρτα και θα με περιμένεις, όπως στην πόρτα στεκόσουν και με περίμενες πάντα, για να με πάρεις από το χέρι, να μην πονέσει η πριγκίπισσα, όταν θα ’ρθει κοντά σου!!! Γιατί πριγκίπισσα με μεγάλωσες, μάνα... πριγκίπισσα!!! Μάνα, Μάνααα, Μαμά μου!!! 103


Για σένα, κυρα-Χρύσα μου, για μένα θα είσαι πάντα εδώ...

104


Μαμά και εγώ

105


Γεμάτο παιχνίδια πάντα γύρω μου... Δεν στερήθηκα τίποτα... Ποτέ!!! Μια μικρή «πριγκίπισσα» στο αρχοντικό της (κι ας ήταν μόνο 3 δωμάτια)

106


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 16 ο

Οδός Κυδωνιών, ένας δρόμος, μια γειτονιά, μια ιστορία διήγησή μου φτάνει στο τέλος της. Δεν ξέρω αν θέλω να γράψω άλλο! Οι μνήμες μου είναι πολλές! Έρχονται και φεύγουν, δεν ξέρω αν μπορέσω ποτέ να τις συγκεντρώσω και να χω­ ρέσουν σε ένα μόνο βιβλίο! Άλλωστε, η ζωή του καθενός είναι από μόνη της ένα βι­ βλίο! Το βιβλίο ξεκίνησε για τον παππού μου, τον Παύλο, τη γιαγιά μου, τη Στάσσα, και τις αναμνήσεις μου από τα παι­ δικά μου χρόνια! Κομμάτια μνήμης που αποτύπωσα στο χαρτί, σε διάφορα χρονικά διαστήματα! Ο θάνατος της μάνας μου με σημάδεψε ανεξίτηλα! Δεν θέλω να γράψω άλλο... Σε άλλους θα αρέσει το βιβλίο μου και σε άλλους ίσως όχι! Ξεκίνησα, γράφοντας σκέψεις στο χαρτί, δεν ξέρω αν τελικά τα γεγονότα ήταν απλά ένας τρόπος να ξυπνήσω στους ανα­ 107


γνώστες μου μνήμες για τις παλιές εποχές και άλλες γειτο­ νιές! Γειτονιές σαν την δικιά μου, της οδού Κυδωνιών! Κανο­ νικά πάροδος Ηρακλείου ήταν το σπίτι μας, όμως πάντα, όταν με ρωτούσαν έδινα την διεύθυνση «Κυδωνιών 25», την διεύθυνση του παππού και της γιαγιάς!!! Πόσα γέλια ακούστηκαν και πόσα παιχνίδια δεν παίζαμε σε αυτήν την γειτονιά! Και τι να πρωτοθυμηθώ! Τα καλοκαίρια βγαίναμε όλοι στις πόρτες με τις καρέκλες και καθόμασταν έξω στο πεζοδρόμιο... συζητούσαν όλοι για όλους! Η κυρα­Μαρία, η γιαγιά μου, η θεία η Κούλα, η κυρα­Ου­ ρανία η Κουτρούλαινα (πάντα μου έφερνε κάτι όταν πή­ γαινε κάθε χρόνο διακοπές στην Αιδηψό ή όταν είχε πάει στα Ιεροσόλυμα), η κυρα­Ανάστω, ο κυρ­Βαγγέλης, ο παπ­ πούς, αργότερα η κυρα­Δήμητρα... Όλοι!!! Θυμόντουσαν την «Πατρίδα» και λέγανε ιστορίες για κείνα τα χρόνια...

108


Ένας δρόμος και μία «ιστορία».

109


Εμείς, όταν είμαστε παιδιά, τρέχαμε στο δρόμο και παί­ ζαμε διάφορα παιχνίδια... Παίζαμε κρυφτό, κάναμε ποδή­ λατο, παίζαμε μήλα, ρακέτες και τα αγόρια κάνανε πατίνι. Πάντα ήθελα να μάθω πατίνι! Σιγά, μην τα κατάφερνα, έχανα πάντα την ισορροπία μου! Όταν έπαιζα ρακέτες και τα μπαλάκια πηγαίνανε ψηλά στα κεραμύδια, τότε σιγά, μην κλάψει η Αννούλα. Φώναζε ο παππούς κάποιο από τα αγόρια της γειτονιάς, ανέβαιναν στα κεραμύδια και μου έφερναν τα μπαλάκια!!! Βέβαια, μετά έπαιζαν και με τις ρακέτες μου, αλλά εντά­ ξει... (δεν με πείραζε ποτέ αυτό!) Όλοι με πρόσεχαν και με αγαπούσαν! Εντάξει, υπήρχαν και κάποιοι «ξυνοί»... που δε με συμπα­ θούσαν ιδιαίτερα και το έδειχναν σε κάθε ευκαιρία που τους δινόταν... Σε κάθε γειτονιά υπάρχουν τέτοια φαινόμενα! Τι να κάνουμε τώρα, αυτούς τους προσπερνάμε... αν δεν αξί­ ζουν να ασχοληθείς μαζί τους... Υπάρχουν τα μηδενικά, υπάρχουν και τα δεκάρια... Έτσι είναι η ζωή!!! Στ’ αυτιά μου αντηχούν ακόμα τα γέλια και οι φωνές μας από τα παιχνίδια τότε! Και ξαφνικά... σιγή... τρέχανε όλοι να κρυφτούν! Έβγαινε ο «Γκιόκας» που τον ξυπνήσαμε και φώναζε να φύγουμε. Ήταν ο «μπαμπούλας» της γειτονιάς... Όλοι τον τρέμαμε και τον φοβόμασταν... Σαχλαμάρες, εγώ δεν τον φοβήθηκα ποτέ, και το ’ξερε!!! Μόνο φωνές ήταν, ο «θείος Χρήστος». Εμένα με αγάπαγε, όπως και η θεία μου η Κούλα. Στην αυλή τους μεγάλωσα! Έτρωγα από το πιάτο του «Μελετάκι» αυγά με πατάτες! Του το ’φτιαχνε η θεία Κούλα πάντα, όταν γύριζε από τη δουλειά, τα μεσημέρια. Δεν ήθελα το δικό μου. Του Μελέτη ήθελα, το δικό του φα­ 110


γητό φαινόταν πιο νόστιμο, επειδή του είχα μεγάλη αδυ­ ναμία! — Άστον πια, θα σου φτιάξω άλλο εσένα. — Όχι, θεία Κούλα, εγώ αυτό θέλω, του Μελέτη... — Άστο, ρε μάνα, το Αννιώ να κάνει ό,τι θέλει... Έφυγε πρώτη εκείνη... Κι ήταν Σάββατο, όταν μας είπε το «Αντίο». Ο θείος Χρίστος έφυγε αρκετά χρόνια μετά, ανήμερα Μ. Παρασκευή, 11 η ώρα το πρωί. Και ο Μελέτης μου, έφυγε προπαραμονές Χριστουγέννων, 2 χρόνια μετά τον πατέρα του! Δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει τη θεία την Κούλα, ποτέ!!! Και κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να «καταλάβει» εκείνον! Εγώ πάντως ξάδελφε στην μνήμη μου θα σε έχω «κού­ κλο», όπως περπάταγες κάποτε σ’ αυτήν την γειτονιά, ντυ­ μένος με άσπρο παντελόνι, πουκάμισο στην τρίχα και κολώνια που μύριζε και όταν ακόμα είχες φύγει! Σ’ αγάπαγα πολύ και ήμουν πολύ περήφανη για σένα! Κι εσύ περήφανος για το Αννιώ!

111


Ο Μελετάκης μας... η αδυναμία μου η μεγάλη και κάτω στην αγκαλιά της θείας Κούλας. Στην αυλή τους μεγάλωσα και έπαιξα και έτρεξα και γέλασα και έκλαψα! Δεν θυμάμαι αν σας το είπα ποτέ, αλλά σας αγάπαγα πολύ και τους δύο... ήσασταν ένα μεγάλο κομμάτι από τα παιδικά μου χρόνια...

Ήσασταν το παιχνίδι και το καταφύγιό μου όταν σαν μοναχοπαίδι βαριόμουν να παίζω μόνη μου... Μελέτη, ελπίζω και ’κεί που είσαι τώρα, ξάδελφέ, όταν περνάς να μυρίζει στο διάβα σου εκείνη η κολώνια και να ανθίζουν ρόδα και τριαντάφυλλα όταν βγαίνει η θεία μου η Κούλα.

112


Κ ΕΦΑΛΑΙ Ο 17 ο

Μια αξέχαστη γειτονιά ι άλλο να θυμηθώ από τη γειτονιά εκείνη! Το αγιό­ κλημα της κυρα­Δήμητρας απέναντι που κόβαμε τα λουλουδάκια το καλοκαίρι, γιατί μας άρεσε να τρώμε το μέλι που είχαν... Να θυμηθώ τον υπέροχο κήπο της κυρα­Ανάστως. Γεμά­ τος τριαντάφυλλα, κρίνα και δειλινά που ευωδίαζαν τα βρά­ δια του καλοκαιριού. Καλή γυναίκα η κυρα­Ανάστω... στα τελευταία της, δεν έβλεπε θυμάμαι, αλλά με χαιρετούσε πάντα, όταν πέρναγα, γνώριζε τον ήχο από ένα κουδουνάκι που είχα στα κλειδιά μου... Μια φορά –θυμάμαι– στα γενέθλιά μου ο «Λουκάς» (γιος της κυρ­Ανάστως), έκοψε και μου έφερε από τον κήπο τους, τα πιο ωραία τριαντάφυλλα! Περίμενα κάθε μέρα έξω από το μαγαζί τον γλυκό μου τον μπαμπά να γυρίσει από την δουλειά του στην Αθήνα, για να μου φέρει «κάτι»... Κάθε μέρα κι άλλο παιχνίδι...

113


Φώναζε ο παππούς ότι με κακομαθαίνει... Άδικο είχε; Ό,τι ήθελα τον έκανα τον μπαμπά... Αδυναμία μεγάλη ο μπαμπάς μου μέχρι και τώρα... μεγα­ λύτερη στην μάνα μου βέβαια, αλλά ο μπαμπάς ήταν αλ­ λιώς! Έπρεπε να μου πει δεκάδες παραμύθια, για να με πάρει ο ύπνος. Πού τα έβρισκε όλα αυτά, άραγε και πάντα έπρεπε όλα να είχαν «χάπι εντ» Όλα... Με πρίγκιπες και πριγκίπισσες! Τι να κάνω, το έχω ξαναπεί... ήμουνα δύσκολο παιδί, αλλά όλως περιέργως με συμπαθούσαν όλοι. (Οι περισσότεροι τουλάχιστον, νομίζω...) Άλλοι άνθρωποι τότε! Τώρα λες καλημέρα και σε κοιτάνε περίεργα. Αν και κατά βάθος πιστεύω ότι αν χαμογελάσεις στους άλλους, θα σου χαμογελάσουν κι αυτοί. Δεν χάθηκαν όλα! Υπάρχουν πολλά καλά αισθήματα κρυμμένα σε όλους μας... Αρκεί να τα βρούμε... Είναι ωραίο να αναπολείς στο παρελθόν... Όποιος δεν βλέπει στο παρελθόν του, δεν θα μπορέσει να δει ούτε στο μέλλον. Ξυπνάει αισθήματα και μνήμες το παρελθόν, που ίσως πολλές φορές να βοηθούν στη διαμόρφωση καλύτερων χα­ ρακτήρων για το αύριο...

114


Αγιόκλημα, γιασεμιά, δειλινά, άνθρωποι που με μεγάλωσαν με φροντίδα και αγάπη και αναμνήσεις χαραγμένες μέσα μου για πάντα...

115


116


Τραπέζι στο σπίτι μας... Η μαμά ήταν τέλεια νοικοκυρά και τους εξυπηρετούσε όλους στην εντέλεια! Ο παππούς ήταν πάντα περήφανος για κείνη.

117


Άργος Όταν ήρθαν από την Μ. Ασία, οικογένειες ολόκληρες χάθηκαν και διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Ο αδελφός του παππού, ο θείος ο Παναγιώτης βρέθηκε στο Άργος, όπου παντρεύτηκε εκεί την θεία την Άννα και έκανε οικογένεια! Εδώ στη φωτογραφία είναι ο γιος του ο αγαπημένος μου ο θείος Αντρέας από κάποιο Πάσχα που είχαμε πάει εκεί! Τα πιο ωραία Πάσχα των παιδικών μου χρόνων τα πέρασα εκεί! Θείε Αντρέα, θεία Φιφή, Τάκη, Νίτσα, Άννα, Δημήτρη, παιδάκια είστε ένα κομμάτι από μένα! Σας αγαπάω και σας έχω πάντα στην καρδιά μου! Ευχαριστώ για όλα εκείνα τα Πάσχα που πέρασα μαζί σας!

118


Ε ΠΙ ΛΟΓΟΣ

Για όλους εσάς νάφερα ξανά ότι η διήγησή μου δεν είχε πολλές ιστο­ ρικές λεπτομέρειες κι αυτό, γιατί εγώ απλά έγραψα αυτά που έζησα, αυτά που αισθάνθηκα και μοιρά­ στηκα με ανθρώπους που πέρασαν από την παιδική μου ηλι­ κία. Ο παππούς μου ήταν πάντα το έναυσμα, για να αρχίσω το βιβλίο. Έχω πολλές, ατέλειωτες μνήμες που είναι αδύνατον να συγκεντρώσω... Ανέφερα ονόματα από την γειτονιά μας κι άλλους ίσως να ξέχασα. Σε αυτούς ζητώ συγνώμη! Δεν θυμόμουν πολλά να γράψω για όλους! Αν υπάρχουν στοιχεία, αν μπορέσω ποτέ να τα συγκεν­ τρώσω... μόνη μου δεν μπορώ... ίσως η διήγησή μου συνεχί­ σει! Για όλους αυτούς όμως που είναι περισσότερο γνωστές και συγκεντρώνουν στοιχεία για τις δικές τους αναφορές, καλό θα ήταν να συμπεριλαμβάνουν και «μικρά ονόματα» στις αναφορές αυτές. Γιατί την ιστορία την γράψαν οι «μι­ κροί». Όλοι οι «μικροί»... Οι «μεγάλοι» (όπως πάντα) απλά συμμετείχαν... 119


Για όλους αυτούς λοιπόν που θα υπάρχουν στην μνήμη μου για πάντα... Για εκείνη την παλιά γειτονιά... Για τα καλοκαιρινά βράδια, γεμάτα αγιόκλημα, γιασεμί και δειλινά... Για τα παιδιά με τα ποδήλατα... τις γυαλένιες, τις ρακέτες και τα γέλια... Για τον παππού μου, τη γιαγιά μου... και όλους τους άλ­ λους Μικρασιάτες... γέμισα...

ΕΝΑ ΜΠΑΚΑΛΙΚΟ ΓΕΜΑΤΟ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ!!! Εις το επανιδείν!!!

120


121


122


ΠΕ Ρ Ι Ε ΧΟΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ......................................................................................................................... 11 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 1 ο Ο διωγμός ........................................................................................................................ 13 Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ....................................................

15

.............................................

23

ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 2 ο Εκείνα τα βράδια με τον παππού και την γιαγιά........ 31 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 3 ο Η αγάπη μεγαλώνει στη φτώχεια .................................................. 37 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 4 ο Το μπακάλικο και οι πελάτες................................................................ 41 123


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 5 ο Παντοπωλείον «Η τιμιότης».................................................................. 45 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 6 ο Ο προπάππους και η Αρμενοπούλα γιαγιά...

...................

48

ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 7 ο Η Αρχόντω και η ιδέα του βιβλίου... ........................................... 51 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 8 ο Γιαγιά, θρησκεία, οικογένεια ............................................................... 56 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 9 ο Μαρία .................................................................................................................................... 66 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 10 ο Κυρα­Δήμητρα .......................................................................................................... 68 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 11 ο Παιδιά μιας άλλης γεννιάς, μιας άλλης εποχής...

......

76

ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 12 ο Άλλοι άνθρωποι τότε... ................................................................................. 79 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 13 ο Ο Άτταλος, τα περιστέρια και ο χαρταετός ...................... 82

124


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 14 ο Ο παππούς και η αγάπη του για μένα ........................................ 88 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 15 ο Μάνα μου, κυρα­Xρύσα ................................................................................. 93 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 16 ο Οδός Κυδωνιών, ένας δρόμος, μια γειτονιά, μια ιστορία..................................................................................................................... 107 ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ 17 ο Μια αξέχαστη γειτονιά ................................................................................. 113 ΕΠΙΛΟΓΟΣ ........................................................................................................................ 119

125


128

Ένα μπακάλικο γεμάτο αναμνήσεις  

Προσωπικές εμπειρίες της συγγραφέα που ξεκινούν από τον ξεριζωμό του παππού της από τη Σμύρνη του 1922

Advertisement