Page 1

OI ENOXOI Αλέκου Ν. Αγγελίδη

1


Στους άγιους ίσκιους των αξέχαστων γονιών μου τ’ αφιερώνω.

2


Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ Το βιβλίο αυτό δεν γράφτηκε με σκοπό να φέρει στο φως νέα ιστορικά στοιχεία ή να αποδείξει τυχόν αμφισβητούμενες αλήθειες γύρω απ’ την πτώση της Κωνσταντινούπολης και την καταστροφή του Βυζαντίου. Και τούτο, γιατί δεν χρειάζονται επιπρόσθετα στοιχεία δεδομένου ότι τα ήδη υπάρχοντα είναι υπεραρκετά- και ούτε υπάρχουν αμφισβητούμενες αλήθειες, ώστε να μην είναι δυνατή η διαπίστωση των αιτίων και η εξακρίβωση του ρόλου των πρωταιτίων της μεγάλης για το Έθνος και τη Χριστιανοσύνη συμφοράς. Σκοπός του βιβλίου αυτού είναι, να ξαναφέρει στη μνήμη μας ένα μέρος απ’ το ανείπωτο και φριχτό δράμα του 1453. Θέλει να ξαναθυμίσει στον αναγνώστη τα σπουδαιότερα αίτια του χαμού της Πόλης και να υπογραμμίσει για μια ακόμη φορά τη στάση και τα έργα των ηγετών του Έθνους και των υπευθύνων του ανεπανόρθωτου εκείνου χαλασμού της Φυλής. Το μυθιστορηματικό του στυλ δεν αποβλέπει σε επίδειξη λογοτεχνικού ταλέντου κι ούτε διεκδικεί συγγραφικές δάφνες, αλλά προσπαθεί να απαλύνει τη συνηθισμένη μονοτονία μιας απλής ιστορικής απαρίθμησης των διαφόρων γεγονότων και να υπογραμμίσει τη σπουδαιότητα και τη σημασία τους, ώστε να γίνει πιο ενδιαφέρον και όσο το δυνατόν πιο ελκυστικό και πιο ευπρόσδεκτο στον αναγνώστη. Αν το κατορθώσει αυτό, θα έχει πετύχει από ‘’λογοτεχνικής’’ πλευράς στο σκοπό του. Τα αναφερόμενα ιστορικά γεγονότα αντλήθηκαν από ιστορικές μελέτες και συγγράμματα διακεκριμένων Ελλήνων και ξένων επιστημόνων, ιστορικών και βυζαντινολόγων ή συμπεριλήφθηκαν σαν θετικά συμπεράσματα από διασταυρωμένες ιστορικές πληροφορίες. Για την επιπρόσθετη επαλήθευση σπουδαίων γεγονότων και συνταρακτικών περιστατικών χρησιμοποιήθηκαν αριθμητικές παραπομπές, οι οποίες και παραπέμπουν τον αναγνώστη στο βιβλίο ή στα βιβλία των ειδικών ιστορικών επιστημόνων, οι οποίοι και επιβεβαιώνουν τα αναγραφόμενα. Παρ’ ότι το βιβλίο αυτό θα κηλιδώσει στη συνείδηση του αναγνώστη τους υπεύθυνους ή και πρωτεργάτες –λαϊκούς και κληρικούςτης μεγάλης καταστροφής και θα ξαναζωντανέψει στις ψυχές των Ελλήνων το μεγάλο παράπονο και την αιώνια αγανάκτηση της Φυλής για τη στάση και τα έργα των αρχηγών της, δίνεται στη δημοσιότητα με την πεποίθηση ότι εκπληρώνει μια αναγκαιότητα, υπηρετεί έναν εποικοδομητικό σκοπό και συμβάλλει στη διάδοση μιας πικρής μεν αλλά μεγάλης αλήθειας. Αλέκος Ν. Αγγελίδης Μελβούρνη 19 Σ/βρίου 1980

3


‘’Η ήττα της Κων/λεως τόσο αθλία όσον και αξιοθρήνητη, υπήρξε μία μεγάλη νίκη των Τούρκων, μία τρομερή καταστροφή των Ελλήνων, ένα αίσχος των Λατίνων. Με την ήττα αυτή ετραυματίσθη η πίστη των Καθολικών, η θρησκεία εταράχθη και το όνομα του Χριστού εξυβρίσθη και εταπεινώθη. ΄Ενα από τα δύο μάτια του Χριστιανισμού εξεριζώθη. Ένα από τα δύο του χέρια εκόπη εφ’ όσον οι βιβλιοθήκες εκάησαν και οι αρχές της Ελληνικής φιλολογίας –δίχως τις οποίες κανείς δεν μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του μορφωμένο- κατεστράφησαν.’’ Jan Dlugosz Πολωνός Ιστορικός (Από Ιστορία Βασίλιεφ Τόμ Ε σελ. 70)

4


1. ΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ ΘΟΛΩΝΟΥΝ Στις 3 Φεβρουαρίου 1451, τα ανάκτορα του Μουράτ του δεύτερου στην Αδριανούπολη ήταν καταστόλιστα και άστραφταν απ’ την πολυτέλεια και τη μεγαλοπρέπεια. Έλαμπαν απ’ τις χρυσοκέντητες φορεσιές των αυλικών και χίλια χρώματα αντανακλούσαν απ’ τα διαμάντια και τα ακριβά πετράδια, που στόλιζαν τις αστραφτερές στολές του σουλτάνου και των μεγιστάνων της αυλής του. Ήχοι ανατολίτικης μουσικής, κύμβαλα και ζουρνάδες αντηχούσαν στους χρυσοστόλιστους οντάδες του σεραγιού. Ανάμεσα σε αναθυμιάσεις σπανίων αρωμάτων της Ανατολής, μέσα σε θολούς καπνούς μυρωδάτων ναργιλέδων και λουλάδων και σε ονειρώδη θάλασσα πολύχρωμων αραχνοΰφαντων πέπλων, χόρευαν οι πιο διαλεχτές χορεύτριες της απέραντης οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πατώντας πάνω σε βαριά περσικά χαλιά και δρασκελίζοντας βελούδινα χρυσοκέντητα μαξιλάρια, πηγαινοέρχονταν γεροδεμένοι ευνούχοι και μισόγυμνες σκλάβες και σερβίριζαν στους άρχοντες δυνατό ρακί και αχνομυριστούς ανατολίτικους μεζέδες. Πριν από λίγες μέρες, ο μεγάλος αφέντης της Ανατολής, ο πανίσχυρος σουλτάνος Μουράτ ΙΙ, είχε φύγει απ’ την Αδριανούπολη και με μικρή συνοδεία αποτραβήχτηκε σ’ ένα ήσυχο κι όμορφο τοπίο, έξω απ’ την πρωτεύουσα και μακριά απ’ τους θόρυβους του παλατιού, για να ξεκουραστεί. Παρ’ ότι ήταν ακόμη σαράντα εννιά χρονών ο Μουράτ, του άρεσε η ησυχία και η ξεκούραση. Δυο φορές ως τώρα είχε παραιτηθεί απ’ το θρόνο του κι είχε παραδώσει την αρχή στο νεαρό γιο του Μωάμεθ, μόνο και μόνο για να απαλλαγεί απ’ τις σκουτούρες του σεραγιού και να ησυχάσει απ’ τις φροντίδες της διακυβέρνησης της μεγάλης αυτοκρατορίας του. Και τις δυο φορές, όμως, οι πιστοί του γενίτσαροι τον ανάγκασαν να ξαναγυρίσει στην πρωτεύουσα, να ξαναφορέσει το σουλτανικό σκήπτρο και να ξαναπάρει στα χέρια του τα ηνία της αυτοκρατορίας του. Τη φορά αυτή ο Μουράτ ήθελε μόνο να αποτραβηχτεί κάπου για λίγο, να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί. Έβρισκε ιδιαίτερη ευχαρίστηση στο τοπίο αυτό. Ήταν ένα μικρό και όμορφο νησάκι στη συμβολή δύο μικρών ποταμών. Το καλοκαίρι, η βλάστησή του ήταν πλούσια και η πρασινάδα του απαλή και γαλήνια. Τίποτα δεν ανατάρασσε την παραδεισένια ησυχία του μικρού νησιού παρά μόνο τα μελωδικά κελαηδήματα των πολύχρωμων πουλιών, που αμέριμνα πετούσαν από κλαδί σε κλαδί, τα βιαστικά και χαρούμενα τιτιβίσματα της μέλισσας και της πεταλούδας, που χαρούμενες κι όλο πολύχρωμη ζωντάνια γλυκοφιλούσαν πότε το ένα και πότε το άλλο λουλούδι και το ασταμάτητο κελάρισμα των γάργαρων νερών των δύο μικρών ποταμών, που το κρατούσαν ανάλαφρα στην αγκαλιά τους και μέρα-νύχτα το δρόσιζαν πρόθυμα κι ακούραστα. Εδώ, στο μέρος αυτό με την πλούσια

5


βλάστηση, έβοσκαν κοπάδια από παχιά πρόβατα και περήφανα άλογα του σουλτάνου. Την εποχή αυτή του χρόνου, τα τελευταία κρύα του χειμώνα, οι χιονοσκέπαστες κορυφές των γύρω βουνών και οι πρωινοί πάγοι με τις δαντελωτές κι αστραφτερές μύτες τους στις άκρες των ρυακιών, έδιναν διαφορετική μεγαλοπρέπεια στο απόμερο αυτό τοπίο και το έκαναν πιο ήρεμο και πιο γαλήνιο. Εδώ, στην ήσυχη αυτή γωνιά, ήρθε πριν από λίγες μέρες κι εγκαταστάθηκε αθόρυβα ο Μουράτ με την ολιγάριθμη ακολουθία του. Ο καιρός ήταν ευχάριστος τις μέρες εκείνες κι ο μεγάλος αφέντης απολάμβανε την ομορφιά και την ησυχία της φύσης ξαπλωμένος στο μαλακό ντιβάνι του, ανάμεσα στις γυναίκες και στις σκλάβες του. Οι λιγοστοί ακόλουθοί του κατέβαλαν κάθε προσπάθεια, ώστε να κάνουν όσο το δυνατόν πιο ευχάριστη την ολιγοήμερη εδώ παραμονή του. Τις πρώτες μέρες όλα του φάνηκαν ευχάριστα και βολικά. Σήμερα, όμως, απ’ το πρωί δεν αισθάνεται και πολύ καλά ο αντιπρόσωπος του Προφήτη επί της της, γι’ αυτό και ζήτησε να ξαναγυρίσει στην πρωτεύουσα. Το παλάτι του, ώσπου να ηρεμήσει για λίγο με την απουσία του, είναι και πάλι ανάστατο. Οι βεζίρηδες και οι πασάδες, μαζί µ’ όλους τους τιτλούχους του σεραγιού, οργάνωσαν σήμερα μεγάλο γλέντι, για να υποδεχτούν το μεγάλο αφέντη τους. Ο σουλτάνος γλεντά και διασκεδάζει και μαζί του χαίρεται κι ολόκληρη η πρωτεύουσα. Πάνω, όμως, στη μέθη και στο ξεφάντωμα του γλεντιού τα πάντα σκοτείνιασαν. Τα πάντα έσβησαν. Οι ήχοι της μουσικής σταμάτησαν, τα ασημένια τάσια με το ρακί αναποδογύρισαν, οι χορεύτριες και οι σκλάβες εξαφανίστηκαν και οι άρχοντες πανικοβλήθηκαν κι αναστατώθηκαν. Οι γυναίκες του χαρεμιού έκλαιγαν αλλόφρονες και μοιρολογούσαν αναμαλλιασμένες. Ολόκληρο το σεράι αντιλαλούσε από οδυρμούς και κλάματα. Ο περιώνυμος σουλτάνος Μουράτ ο δεύτερος, ο τρόμος των Βυζαντινών στη Μικρά Ασία και στη Χερσόνησο του Αίμου και ο φόβος των χριστιανών της Ανατολής, ήταν νεκρός. Πάνω στο ξεφάντωμα του γλεντιού και στη ζάλη της μέθης, έπαθε αποπληξία κι ύστερ’ από ένδοξη βασιλεία τριάντα ετών και σειρά πολλών νικηφόρων εκστρατειών εγκατέλειψε το φθαρτό κόσμο με τα φθαρτά του αγαθά κι αποδήμησε προς τον προσεχτικά ετοιμασμένο γι’ αυτόν και τους ομοθρήσκους του παράδεισο απ’ το μέγα Προφήτη. Στον παράδεισο με τις αιώνιες απολαύσεις και τις άφθαρτες καλλονές. Μέσα στην παραζάλη και στη σύγχυση του παλατιού απ’ τον αιφνίδιο θάνατο του σουλτάνου, ένας καβαλάρης ξεγλιστρούσε απαρατήρητος και με μεγάλη μυστικότητα άφηνε βιαστικός πίσω του την Αδριανούπολη και κάλπαζε νότια για την Καλλίπολη. Ήταν ένας άντρας ως τριανταπέντε χρόνων, ψηλός, με λεπτή μέση και πλατιούς ώμους. Το κοντό μαύρο γένι του, καθώς γύριζε λίγο προς τα έξω κάτω στο πιγούνι του, τού ‘δινε κάποια χάρη και ταυτόχρονα υπογράμμιζε την αρρενωπότητά του. Τα νευρώδη χαρακτηριστικά του ξεχώριζαν χτυπητά πάνω στο σκληραγωγημένο πρόσωπό του. Φορούσε απλά ρούχα

6


στρατιώτη, με φαρδύ ζωνάρι στη μέση και σκούρο σαρίκι στο κεφάλι του. Στη μέση του, στην αριστερή του μεριά, κρεμόταν απ’ το καφετί ζωνάρι του ένα γυριστό γιαταγάνι με γυαλιστερή λαβή και μερικά κεντήδια στο θηκάρι του και δεξιά του μόλις ξεχώριζε ανάμεσα στις δίπλες του ζωναριού του η λαβή ενός δίκοπου μαχαιριού με ασημένια σκαλίσματα. Το άλογό του, σκούρο μαυροκόκκινο και σβέλτο, µ’ ένα άσπρο σημάδι στο μέτωπο, με λεπτά σηκωμένα αφτιά, κοντή χαίτη και ψηλά νευρώδη πόδια, γυάλιζε στον ήλιο και ξεχώριζε για την ορμή και τη ζωηράδα του. Ο καβαλάρης, σφιγμένος γερά πάνω στη σέλα του αλόγου του, με το σώμα γυρτό προς τα εμπρός, με το πιγούνι του κοντά στην ίσια ψαλιδισμένη χαίτη που ανέμιζε στον αέρα, κρατούσε χαλαρά τα χαλινάρια στα χέρια του και κάπου-κάπου τα χτυπούσε ελαφρά στο λαιμό του ζώου, κάνοντάς το έτσι να τρέχει γρηγορότερα. Το βλέμμα του ανήσυχο πηδούσε απ’ τη μια μεριά του αλόγου του στην άλλη κι ερευνούσε ασταμάτητα το βάθος του δρόμου και τη γύρω περιοχή ως πέρα στον ορίζοντα. Στα μάτια του διακρίνονταν καθαρά η βιασύνη και η ανησυχία του. Στο μυαλό του ήταν ακόμη έντονη η εικόνα του αναστατωμένου παλατιού και στ’ αφτιά του αντηχούσαν ηχηρές οι γοερές κραυγές των αυλικών και οι οιμωγές των γυναικών του χαρεμιού του αποθανόντος μεγάλου κυρίου του. Η αγωνία του, όμως και η ανυπομονησία του να φθάσει γρήγορα και απαρατήρητος στον προορισμό του, τον κατείχαν ολόκληρο. Ο κρύος αέρας του Φεβρουαρίου του πάγωνε το πρόσωπό του, χτυπώντας το με δύναμη καθώς κάλπαζε το άλογό του και η όμορφη θέα των ατέλειωτων πεδιάδων της Θράκης, με τα γραφικά ρυάκια και τους απαλούς λόφους της, τράβηξαν σιγά-σιγά την προσοχή του κι έδιωξαν κάπως απ’ τη σκέψη του τις έντονες εντυπώσεις που είχε χαράξει στο μυαλό του το δραματικό γεγονός του σεραγιού. Τώρα, ανεβοκατέβαινε πλαγιές, περνούσε ρέματα και διέσχιζε δάση και λιβάδια και ξανάβλεπε γνωστές τοποθεσίες, που του θύμιζαν παλιές περιπέτειες και νικηφόρες εκστρατείες. Τα μέρη αυτά τα είχε περάσει κι άλλες φορές ο καβαλάρης παλιότερα σε προηγούμενες εκστρατείες δίπλα στο σουλτάνο, καλπάζοντας περήφανα ανάμεσα στην υπόλοιπη ακολουθία του νεκρού τώρα αφέντη του. Και τα μέρη αυτά, αντί να τον ανακουφίζουν, του βαραίνουν τη σκέψη περισσότερο. Νιώθει το κεφάλι του βαρύ. Προσπαθεί να ξεκουράσει το μυαλό του. Να το ξαλαφρώσει. Να το γαληνέψει. Προσπαθεί, καθώς το άλογό του καλπάζει, να φέρει στο νου του άλλα χαρούμενα κι ευχάριστα γεγονότα. Προσπαθεί να θυμηθεί νικηφόρες εκστρατείες, ευχάριστες περιπέτειες, περασμένους κινδύνους. Η σκέψη του, όμως, δεν μπορεί να φύγει απ’ το παλάτι. Μένει σφηνωμένη εκεί κι όλο γυρίζει από αίθουσα σε αίθουσα μέσα στο σκυθρωπό και πένθιμο ανάκτορο. Κλείνει τα μάτια του σφιχτά, μήπως συνέλθει. Αλλά και με κλειστά τα μάτια, πάλι βλέπει μπροστά του την παγερή όψη του νεκρού σουλτάνου και νομίζει πως τα τύμπανά του θα σπάσουν απ’ τις γοερές κραυγές των γυναικών του χαρεμιού και τους οδυρμούς των σκλάβων. Οι μαυροντυμένοι τοίχοι του σεραγιού κάνουν τα πάντα στη σκέψη του πιο

7


κρύα και πιο αποκρουστικά. Ο θάνατος του Μουράτ γεμίζει µ’ ένα κενό το νου και την καρδιά του. Η σκέψη, ότι έσβησε για πάντα απ’ τη ζωή ένας παλιός εξουσιαστής, γεννά στην ψυχή του καβαλάρη μια παράξενη κι ακαθόριστη ελπίδα. Προσπαθεί να δει με τη φαντασία του το σεράι διαφορετικό, αλλιώτικο, χαρούμενο. Έτσι, όπως ήταν στολισμένο πριν από δυο μήνες κι άστραφτε από χαρές και ξεφαντώματα. Τότε που ο γιος του σουλτάνου, ο νεαρός Μωάμεθ, παντρευόταν την ωραία κόρη του τρομερού Τουρκομάνου εμίρη Τουργατήρ κι ανακηρύσσονταν την ίδια μέρα πρώτος πρίγκιπας, επίτιμος σουλτάνος και διάδοχος του θρόνου. Πόσο έλαμπε το νεαρό ζευγάρι και πόσο δυνατός και σοβαρός του φαινόταν ο διάδοχος με τα λαμπερά μάτια, το μέτριο ανάστημα και τα τοξοτά φρύδια! Ξαναθυμήθηκε ολόκληρη την τελετή του γάμου. Τις χαρές, τα ξεφαντώματα, τα ασταμάτητα γλέντια. Με τις σκέψεις αυτές ηρέμησαν κάπως τα τεντωμένα νεύρα του και ξεκουράστηκε λίγο το αναστατωμένο μυαλό του. Το άλογό του, διαλεγμένο και δυνατό, σταλμένο μαζί με εκατοντάδες άλλα ισάξιά του, δώρο στο σουλτάνο απ’ τους εμίρηδες της Αραβίας, έτρεχε κι όλο έτρεχε όλη την ημέρα και τη νύχτα. Πλησιάζοντας στην Καλλίπολη ένιωσε άλλον αέρα να χτυπάει το πρόσωπό του. Αλλιώς μύριζε η ατμόσφαιρα κι αλλιώς αισθανόταν κανείς εδώ. Ο βαθύς και ρυθμικός βόγγος των κυμάτων της θάλασσας, που ορμητικά και αφρισμένα έφταναν ασταμάτητα στην καθαρή αμουδιά ή έσπαζαν με πάταγο πέρα μακριά στα απόκρημνα βράχια, η τσουχτερή αλμύρα τους, μαζί με τη μυρωδιά του ιώδιου, που ξέχυναν σε κάθε τους βόγγο, γέμιζαν τον αέρα με κάτι το ιδιαίτερο και άγνωστο για κείνους που κατοικούν στα ψηλώματα της Αδριανούπολης. Φθάνοντας στην παραλία ο βιαστικός καβαλάρης, χωρίς να χάσει καιρό, πέρασε τον Ελλήσποντο και μπήκε στη Λάμψακο. Πατώντας στα χώματα της Ασίας, πήρε ξεκούραστο άλογο και συνέχισε με καλπασμό το δρόμο του. Τα μέρη που περνά στο διάβα του του είναι γνωστά. Κι άλλοτε διέσχισε τις εύφορες πεδιάδες της Ασίας, καλπάζοντας προς την Πέργαμο, τη Μαγνησία, τις Σάρδεις ή τη Φιλαδέλφεια. Μια φορά πέρασε το Μαίανδρο ποταμό κι έφτασε στην Ιεράπολη και στη Λαοδικία. Πάντοτε, όμως, κάτω από άλλες συνθήκες. Κάθε ρυάκι, κάθε κάμπος, κάθε πλαγιά, του θυμίζουν και κάτι απ’ τη ζωή του. Θυμάται καλά, πως πριν από εφτά χρόνια, ύστερ’ απ’ τη μάχη της Βάρνας και τη μεγάλη νίκη του Μουράτ κατά των Πολωνών και των Ούγγρων, στις 11 Νοεμβρίου 1444, κουρασμένος απ’ τις ταλαιπωρίες του πολέμου, ο σουλτάνος ζήτησε να αποτραβηχτεί σε μια ήσυχη γωνιά της Μ. Ασίας, για να ησυχάσει. Επιστρέφοντας στην Αδριανούπολη απ’ την εκστρατεία εκείνη, άφησε το θρόνο της αυτοκρατορίας του στο γιο του Μωάμεθ και έφυγε για τη Μαγνησία. Η θύμιση τώρα, ότι τους δρόμους αυτούς τους πέρασε τότε καλπάζοντας δίπλα στον ένδοξο Μουράτ, του φέρνει περηφάνια και του γεμίζει ανακούφιση την καρδιά. Ο μεγάλος εκείνος σουλτάνος, σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, φαινόταν ευδιάθετος και με κέφι πάντοτε τους διηγόταν περιπέτειες απ’ 8


τις εκστρατείες του ή περιστατικά απ’ τις συναντήσεις του με ξένους άρχοντες ή υποτελείς του ηγεμόνες. Κάθε φορά που ο Μουράτ ανάφερνε τους χριστιανούς επαναλάμβανε με πικρία: ‘’Καμιά πίστη δεν μπορεί να έχει κανείς στους άπιστους.’’ Συχνά δε ο μεγάλος αφέντης θυμόταν το πάθημα ενός κάποιου Ιουλιανού και γελούσε. Ο καβαλάρης πλησίαζε στην πόλη του Ανδραμυδίου και στο βάθος διέκρινε ένα δασωμένο λόφο. Στην πλαγιά του γνώριμου αυτού τοπίου, κάτω απ’ τον ίσκιο των δέντρων του, είχαν καθίσει ένα μεσημέρι, πριν λίγα χρόνια, με το σουλτάνο Μουράτ και τη συνοδεία του, για να ξεκουραστούν. Οι γενίτσαροι που τους ακολουθούσαν είχαν πιάσει τους γύρω λόφους για ασφάλεια και ο σουλτάνος, καθισμένος κάτω απ’ το σύδεντρο εκείνο που τώρα ξεχώριζε καθαρά στον ορίζοντα, ξαναθυμήθηκε τον Ιουλιανό και είπε στους ακολούθους του που καθόταν γύρω του. -Τα παλιά χρόνια, υπήρχε ένας χριστιανός αυτοκράτορας στην Πόλη που δεν πίστευε στο Χριστό αλλά στα είδωλα. Στις πέτρες, στις φωτιές, στα αγάλματα, στους αέρηδες και στους αρχαίους θεούς του Ολύμπου. Τον αυτοκράτορα αυτό τον έλεγαν Ιουλιανό και για την απιστία του και την άρνησή του προς το χριστιανισμό, οι χριστιανοί τον ονόμασαν Παραβάτη. Ο Ιουλιανός ήταν γιος του ετεροθαλή αδερφού του Μ. Κωνσταντίνου, του Ιουλίου Κωνσταντίνου. Μετά το θάνατο του Μ. Κωνσταντίνου, ο γιος του Κωνστάντιος, επειδή πίστευε πως ο πατέρας του δηλητηριάστηκε απ’ τους δυο αδερφούς του, έσφαξε όχι μόνο τους δυο υποτιθέμενους ενόχους θείους του αλλά θανάτωσε ακόμα και εφτά ξαδέρφια του και πολλούς άλλους επιφανείς άρχοντες και συγγενείς του πατέρα του. Δυο μόνο παιδιά του Ιουλίου Κωνσταντίνου γλίτωσαν. Ο Γάλλος και ο Ιουλιανός. Αυτός ο τελευταίος έγινε αυτοκράτορας το 355 και το 363 εκστράτευσε εναντίον των Περσών. Πέρασε τον Ευφράτη και σε μια μάχη πληγώθηκε και πέθανε. Έμεινε, όμως, γνωστός με το όνομα Παραβάτης. Στις μέρες μας, παρουσιάστηκε ένας άλλος Ιουλιανός. Αυτός δεν είναι βέβαια αυτοκράτορας. Είναι καρδινάλιος. Παρ’ ότι λοιπόν είναι χριστιανός και μάλιστα μεγάλος ιεράρχης της Δύσης, συμβουλεύει τους χριστιανούς βασιλιάδες και ηγεμόνες, να μην ενεργούν σύμφωνα με την πίστη τους και ούτε να τηρούν το λόγο τους και τις υποσχέσεις τους, γιατί λέγει, οι όρκοι που παίρνουν στο όνομα του Θεού, δεν είναι πάντοτε όρκοι αλλά έχουν ή δεν έχουν αξία, ανάλογα με το πώς θα κρίνει και θα αποφασίσει αυτός, ο Ιουλιανός. Κούνησε κάπως το κεφάλι του, ίσως για να εκδηλώσει εμφανέστερα τη θλίψη του για τον καρδινάλιο Ιουλιανό και συνέχισε: -Θυμάστε τον παπά που έπεσε απάνω μας μέσα στο δάσος της Βάρνας κοντά στο Δούναβη και παρ’ ολίγο να τον πιάσουμε αιχμάλωτο; Θα γελούσατε ακόμα αν τον βλέπατε τότε με τα μάτια σας, πώς έτρεχε ανάμεσα στα πυκνά δέντρα και μέσα στα τελματωμένα νερά, για να ξεφύγει την αιχμαλωσία. Τον λυπήθηκα και συγκράτησα τους γενιτσάρους,

9


που ήταν έτοιμοι να ορμήσουν εναντίον του. Έτσι, ξέφυγε και γλύτωσε από μας. Ανακάθισε πάνω στα πολύχρωμα κιλίμια ο Μουράτ, διόρθωσε τα μαξιλάρια γύρω του, τράβηξε το ναργιλέ του πιο κοντά και συνέχισε: -Ύστερα λοιπόν απ’ τις συμφωνίες που κάναμε με το Βλαδισλαύο, το βασιλιά της Πολωνίας και τον Ουνυάδη της Ουγγαρίας, μετά τη μάχη της Βουδαπέστης τον περασμένο Ιούνιο και δώσαμε το λόγο μας για ειρήνη και υπογράψαμε συνθήκες και ορκιστήκαμε εμείς στο Κοράνι μας κι εκείνοι στη Βίβλο τους, για να κρατήσουμε όλοι το λόγο μας, ο καθένας μας πήρε ήσυχος το δρόμο του για τον τόπο του, με την απόφαση και την πεποίθηση, ότι στο εξής όλοι θα ζήσουμε ειρηνικά. Τότε, όμως, για κακή τύχη των απίστων, έφτασε στην αυλή του Βλαδισλαύου ο καρδινάλιος Ιουλιανός, απεσταλμένος απ’ τον πάπα και ξεσήκωσε τους Πολωνούς, τους Ουγγαρέζους και όλους τους γύρω χριστιανούς πάλι για πόλεμο. Ο Βλαδισλαύος ήθελε πραγματικά ειρήνη και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παραβεί τις συνθήκες που είχε υπογράψει και να πατήσει τον όρκο του. Ο καρδινάλιος, όμως, τον πίεζε και τον προέτρεπε να μη δώσει σημασία σε υποσχέσεις και όρκους, αλλά να παραβιάσει τη συνθήκη και να κηρύξει πόλεμο εναντίον μας, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει λόγος να κρατά τους όρκους του, όταν οι όρκοι αυτοί έχουν δοθεί σε άπιστους. Τράβηξε μια-δυο γεμάτες ρουφηξιές απ’ το ναργιλέ του ο Μουράτ, μισόκλεισε τα μάτια και συνέχισε μισοχαμογελώντας. -Τα πονηρά αυτά λόγια του αρχιερέα έβαλαν σε σκέψεις τους χριστιανούς ηγεμόνες. Επίσης, το ότι ο Ιουλιανός ερχόταν και κατευθείαν απ’ τον πάπα και το ότι ο ίδιος ο πάπας τους υποσχόταν συμπαράσταση και βοήθεια στην εκστρατεία τους εναντίον μας, ερέθιζε τους χριστιανούς και έκανε πιο ελκυστική στις ψυχές τους την παρασπονδία. Επιπλέον, η δήλωση του καρδινάλιου, ότι αναλαμβάνει αυτός όλες τις ευθύνες απέναντι του Θεού για οποιαδήποτε αθέτηση των λόγων τους, αν υπάρχει, όπως είπε, αθέτηση, λύγισε την αδύνατη αντίστασή τους. Για να υποστηρίξει δε περισσότερο τις αμαρτωλές και ύπουλες προτροπές του ο καρδινάλιος, δήλωσε προς τους διστακτικούς ηγεμόνες με επιβλητικό ύφος και στόμφο ότι: ‘’αν νομίζετε ότι, κηρύττοντας τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων, παρασπονδείτε και παραβαίνετε τους λόγους σας, όπως κακώς επιμένετε και υποστηρίζετε και αν με την υποτιθέμενη παράβασή σας αυτή έχετε την εντύπωση ότι δημιουργείτε κάποιο αμάρτημα ενώπιον του Θεού, τότε όλες οι τιμωρίες για το φανταστικό αυτό αμάρτημα να πέσουν στο κεφάλι μου και στο κεφάλι του πάπα, που αντιπροσωπεύει το Θεό επί της γης’’. Αυτά είπε ο μεγαλόσχημος κληρικός στους διστακτικούς ηγεμόνες. Δηλαδή, ό,τι ακριβώς είπαν και οι Εβραίοι, όταν σταύρωσαν το Χριστό. Έτσι, λοιπόν, ο καρδινάλιος Ιουλιανός με δυο κουβέντες έλυσε γρήγορα-γρήγορα τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει οι χριστιανοί άρχοντες απέναντί μας και τους οδήγησε στην καταστροφή. Δεν υπολόγιζε ο ανόητος ότι, με την υπογραφή της ειρήνης που είχε γίνει πριν από λίγες μέρες, ο χριστιανικός στρατός είχε σχεδόν διαλυθεί και όλοι οι Γάλλοι, Ιταλοί, Γερμανοί και άλλοι πολεμιστές και στρατιώτες είχαν φύγει 10


για τις πατρίδες τους. Ούτε διέκρινε καθαρά τις διαθέσεις και τις δυνατότητες του αυτοκράτορα Ιωάννη να πάρει μέρος σε μια καινούρια και άδικη απ’ την αρχή περιπέτεια. Λίγο αν πρόσεχε κι αυτός κι εκείνοι που τον έστειλαν, θα έβλεπαν την πραγματικότητα. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε αμέσως να συγκρατήσει τα πράγματα κι έστειλε για το σκοπό αυτό τον άρχοντα και φίλο του Φραντζή σε μένα, στο Βλαδισλαύο και στον ίδιο τον Ιουλιανό. Η προσπάθεια αυτή του Ιωάννη απέβλεπε στο να αποτρέψει τελείως τη σύγκρουση ή τουλάχιστον να την συγκρατήσει για ευθετότερο χρόνο, όταν θα ολοκληρώνονταν οι συνεννοήσεις τους και θα συμπληρώνονταν όλες οι απαραίτητες προετοιμασίες που χρειάζονταν για μια εκστρατεία. Ο Ιουλιανός, όμως, επέμενε και το κακό ξέσπασε στο κεφάλι του. Μόνο ο Βράκοβιτς της Σερβίας φάνηκε έξυπνος και αποδείχτηκε άνθρωπος με μεγάλο μυαλό. Αρνήθηκε να πάρει μέρος στη συνεννόηση και δήλωσε καθαρά, ότι θα εμποδίσει και το Σκεντέρμπεη να ενωθεί με το Βλαδισλαύο. Ο Βλαδισλαύος, όμως, με τον Ουνυάδη προχώρησαν στο σκοπό τους και ξεσηκώθηκαν εναντίον μας. Ήλπιζαν και στην υποστήριξη των Βουλγάρων, αλλά δεν έβλεπαν οι τυφλωμένοι απ’ τον Ιουλιανό χριστιανοί ότι, κατηγορώντας οι Ούγγροι και ο Ιουλιανός τους Βουλγάρους σαν αιτερικούς, γιατί δεν ήταν καθολικοί και, καταστρέφοντας στο πέρασμά τους τις εκκλησίες τους, αν δεν τους έσπρωχναν νά ‘ρθουν με το μέρος μας, τους έκαναν οπωσδήποτε εχθρούς τους. Έτσι, ο στρατός τους καταστράφηκε, ο Βλαδισλαύος σκοτώθηκε, ο Ουνυάδης έφυγε κακήν-κακώς και πιάστηκε αιχμάλωτος απ’ τον αντίζηλό του πρίγκιπα της Βλαχίας Ντραγκούλ, απ’ όπου με δυσκολία ελευθερώθηκε, ο δε οργανωτής και κύριος υπεύθυνος για όλη την καταστροφή καρδινάλιος Ιουλιανός Κερατσίνι ξέφυγε απ’ τα χέρια τα δικά μας, αλλά κατακομματιάστηκε απ’ τους ίδιους τους Βλάχους, οι οποίοι τον θεώρησαν σαν υπεύθυνο της καταστροφής τους. Ο καρδινάλιος Κερατσίνι ήταν πρόεδρος του συνεδρίου των αντιπαπικών ιεραρχών της Βασιλείας και ίσως ο πάπας, παρ’ ότι αργότερα ο Ιουλιανός πήγε με το μέρος του, να ήθελε να τον βγάλει απ’ τη μέση, γι’ αυτό και τον έστειλε στην Ουγγαρία. Δεν νομίζω να λυπήθηκε ο ποντίφικας πραγματικά, αν τουλάχιστο δεν χάρηκε, όταν έμαθε το θάνατό του. Έχω λοιπόν δίκιο ή όχι, όταν λέω ότι δεν πρέπει να έχουμε καμιά πίστη στους άπιστους; Ρώτησε με έντονο ύφος ο Μουράτ, ενώ με το χέρι του έδινε το σύνθημα της εκκίνησης στη συνοδεία του. Με τις σκέψεις αυτές ο καβαλάρης είχε πλησιάσει το λόφο και περνούσε κάτω απ’ τα γυμνά τώρα δέντρα του. Συγκράτησε λίγο το άλογό του, έριξε μια γρήγορη ματιά στην ήσυχη περιοχή με τα αραιά χαμόκλαδα και τα αμέριμνα γκριζωπά δέντρα, σα να ήθελε κάτι να διακρίνει κάτω απ’ τα μαδημένα απ’ το χειμωνιάτικο βοριά κλαδιά τους και συνέχισε το δρόμο του, αφήνοντας και πάλι ελεύθερα τα χαλινάρια του αλόγου του. Με το φως της αυγής φάνηκαν βαθιά στον ορίζοντα τα βουνά του Σίπυλου. Το αντίκρισμά τους τού ‘δωσε κανούργιο κουράγιο και ξανασπιρούνισε το άλογό του.

11


Χωρίς να το καταλαβαίνει έφτασε στην Πέργαμο και, περνώντας τον Κάικο ποταμό, σταμάτησε λίγο στην απέναντι όχθη του, για να πάρει μια ανάσα το άλογό του. Τα νερά του ποταμού ήταν θολά και φουσκωμένα. Τα δέντρα άχαρα και σταχτιά και μέσα στα γυμνά τους κλαδιά σφύριζε με μανία ο κρύος αέρας, που ορμητικός έφτανε στο σημείο αυτό ακολουθώντας την απροστάτευτη κοίτη του ποταμού. Ο καβαλάρης ξεπέζεψε, τράβηξε το άλογό του στη μέση ενός μικρού αλλά απότομου βράχου για να μην το χτυπάει το κρύο ρεύμα της χαράδρας κι αφού το σκέπασε όσο πιο καλά μπορούσε στις πλάτες του με τη βαριά γούνινη χλαίνη του, άρχισε κι αυτός να βηματίζει γύρω του για να ξεμουδιάσει, κοιτάζοντας με περιέργεια το γνωστό εκείνο πέρασμα του ποταμού. Στη ρίζα του βράχου, διακρίνονται εδώ κι εκεί καπνισμένες πέτρες ή μισοκαμμένα ξύλα, απομεινάρια απ’ τις φωτιές που ανάβουν οι περαστικοί. Η θέση αυτή κάτω απ’ το βράχο είναι απάνεμη και πρόσφορη για λίγη ξεκούραση ανθρώπων και ζώων που περνούν από δω. Γύρισε τα μάτια του προς την κορυφή του βράχου, που με τον όγκο του προστάτευε κι αυτόν και το άλογό του απ’ τον τσουχτερό αέρα και είδε με έκπληξη ότι τα άλλοτε μικρά χαμόκλαδα, που δειλά ξεπρόβαλαν πάνω στην κορυφή του κι ανάρια φύτρωναν εδώ κι εκεί πάνω στο απόκρημνο χείλος του, τώρα έγιναν φουντωτά δέντρα κι αντιστέκονταν με πείσμα στην ορμή του αέρα. Εκεί πάνω, ανάμεσα σ’ εκείνα τα χαμόκλαδα, είχε νιώσει για καλά για μερικές ώρες, πριν λίγα χρόνια, το ψυχρό ρεύμα της κοιλάδας του Κάικου. Τα ρεύματα αυτά είναι ονομαστά για την ψυχρότητά τους και γνωστά σαν κάικα ή καίκια ρεύματα. Δηλαδή τυφλά κι αλλήθωρα. Δεν ξέρει κανείς από πού έρχονται και δεν βλέπουν και τα ίδια πού πηγαίνουν. Ορμούν ασυγκράτητα και ξεπαγιάζουν αδιάκριτα στο πέρασμά τους το κάθε τι. Ο σουλτάνος Μουράτ δεν είχε προλάβει καλά-καλά να φθάσει στη Μαγνησία και οι γενίτσαροι του ζήτησαν να ξαναγυρίσει στην πρωτεύουσα. Δεν μπορούσαν να κάθονται αργοί οι πολεμόχαροι εκείνοι στρατιώτες και να υπακούουν σ’ ένα άπειρο κι αμούστακο ακόμα 14χρονο παιδάκι. Ήθελαν πολέμους, μάχες, περιπέτειες. Για να αναγκάσουν, λοιπόν, το σουλτάνο τους να γυρίσει πίσω, έβαλαν φωτιά στο παζάρι της Αδριανούπολης. Έκαναν ταραχές κι άρχισαν ένα είδος επανάστασης. Ο Μουράτ, µόλις έμαθε τις προθέσεις και τις ενέργειες των γενιτσάρων του, εγκατέλειψε τη Μαγνησία κι αμέσως ξεκίνησε βιαστικός για την πρωτεύουσα. Ο Κάικος, όμως, ανέκοψε τη βιασύνη του και τον σταμάτησε για αρκετές ώρες στο σημείο αυτό. Έβρεχε από μέρες και τα νερά του ποταμού, ορμητικά και αρφισμένα, ξεχείλιζαν απ’ την κοίτη του. Η ξύλινη γέφυρα έτριζε ολόκληρη και κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να παρασυρθεί και να κομματιαστεί απ’ τις πέτρες και τα ξύλα που κατέβαζε ο ποταμός. Εδώ, στο σημείο αυτό, κάτω απ’ αυτόν το βράχο, αναγκάστηκαν να περιμένουν ολόκληρη σχεδόν μέρα, ώσπου να λιγοστέψουν τα νερά του ποταμού και να σταματήσει η γέφυρα να συνταράζεται ολόκληρη.

12


Τις σκέψεις του αυτές διέκοψε ένας ήχος κουδουνιού ζώου, που έφτασε διαπεραστικός στ’ αφτιά του, σκεπάζοντας τη βουή του αέρα και το θόρυβο που έκαναν τα αγριεμένα νερά του ποταμού, καθώς κατρακυλούσαν βιαστικά προς τις μακρινές ακτές του Αιγαίου. Γύρισε τα μάτια του προς την κατεύθυνση του δρόμου ο καβαλάρης απ’ την Αδριανούπολη κι είδε έναν άλλο καβαλάρη να πλησιάζει προς το μέρος του. Ήταν ένας κοντόχοντρος γέρος με γκρίζα μαλλιά και άσπρα γένια, που έσερνε πίσω απ’ το άλογό του ένα νεαρό σκουρόχρωμο μουλάρι µ’ ένα μεγάλο γυαλιστερό χάλκινο κουδούνι στο λαιμό του. Ο γέρος έπρεπε να ήταν ένας απ’ τους συνηθισμένους ζωέμπορους της περιοχής, γιατί αυτοί συνήθιζαν να περνούν στο λαιμό των ζώων που είχαν για πούλημα φανταχτερά λουριά και καμπανιστά κουδούνια για ασφάλεια των ζώων τους αλλά και για να εντυπωσιάζουν τους ενδιαφερόμενους αγοραστές και να κάνουν την πούληση σιγουρότερη. Ο γέρος πλησίασε, χαιρέτησε και κατέβηκε απ’ το άλογό του. -Πολύ νερό και ορμητικό, είπε δείχνοντας προς το ποτάμι. Κι ενώ έδενε το σκοινί του αλόγου του σ’ ένα θάμνο στη βάση του βράχου συνέχισε. Λίγα ποτάμια κατεβάζουν τόσο πολύ νερό μαζεμένο και έτσι ξαφνικά. Πριν από δυο μέρες πέρασα από δω, πηγαίνοντας για τα χωριά πέρα απ’ την Πέργαμο και τα νερά ήταν καθαρά και ήσυχα. Συνήθως, όμως, τα ξεροπόταμα κατεβάζουν πολλά κι απότομα νερά τις κακοκαιρίες και ιδίως όταν περνούν ανάμεσα από γυμνά ξεροβούνια και πετρώδεις λαγκαδιές. -Έχεις δίκιο, είπε ο καβαλάρης απ’ την Αδριανούπολη. Οι ξεροπόταμοι είναι πραγματικά επικίνδυνοι. Κι είναι ύπουλοι, γιατί με τ’ όνομά τους δίνουν την εντύπωση, ότι, σαν ξεροί, είναι αδύναμοι κι ευκολοπέραστοι. Μη σου τύχει, όμως και δοκιμάσεις την υπουλότητά τους. Πλησίασε προς το γέρο που είχε ταχτοποιήσει τα ζώα του και κουνούσε δυνατά τα χέρια του ή κλωτσούσε στον αέρα με τα πόδια του για να συνέλθει απ’ το κρύο και να ζεσταθεί κάπως και συνέχισε. -Θυμάμαι, πριν λίγα χρόνια, ένας ξεροπόταμος στην Ελλάδα μας ανάγκασε να περιμένουμε δυο ολόκληρες μέρες δίπλα του, για να λιγοστέψουν τα ορμητικά νερά του και να μπορέσουμε να περάσουμε απέναντι. Ήταν το χειμώνα του 1446. -Δεν είσαι απ’ τα μέρη αυτά της Μ. Ασίας; τον διέκοψε ο γέρος. -Σα στρατιώτης του μεγάλου μας σουλτάνου, ανήκω παντού και πηγαίνω παντού, όπου με διατάζει η μεγαλειότητά του. -Ατέλειωτες ας είναι οι μέρες του πολυχρονεμένου μας Μουράτ, είπε με κάποιο δέος ο γέρος και πρόσθεσε. Κάποτε υπηρετούσα και γω στο στρατό του και πήρα μέρος σε εκστρατείες του, αλλά ποτέ δεν έφτασα ως την Ελλάδα. Εγώ πολέμησα στα μέρη της Συρίας, της Αραβίας και πήγα προς την Αρμενία. Αλλά απ’ όλες τις μάχες πιο πολύ θυμάμαι τη μάχη της Άγκυρας με τους Μογγόλους του Ταμερλάνου. Τότε ήμουν στις διαταγές του Μούσα, του γιου του ένδοξου Βογιατζίτ. Και, για να μην προχωρήσει περισσότερο στην τραγική εκείνη περιπέτεια για τους Τούρκους, πρόσθεσε βιαστικά.

13


-Αλλά, ας αφήσουμε τις δικές μου περιπέτειες κατά μέρος. Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε κι όλες εκείνες οι ατυχίες κοντεύουν να ξεχαστούν. Πες μου κάτι για τη δική σου περιπέτεια στην Ελλάδα. Συνέχισε την ιστορία που ξεκίνησες. -Το Νοέμβριο του 1446, ξεκινήσαμε απ’ την Αδριανούπολη για τη νότια Ελλάδα, άρχισε ο ψηλόκορμος καβαλάρης. Ο τότε δεσπότης του Μωριά και τώρα αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Κωνσταντίνος, είχε ξεθαρρέψει. Είχε βγει έξω απ’ την Πελοπόννησο και είχε προχωρήσει αρκετά προς βορρά. Ο Μουράτ, μόλις έμαθε το τόλμημα αυτό του Κωνσταντίνου, αμέσως ξεκίνησε µ’ αρκετό στρατό εναντίον του. Όταν μπήκαμε στη Μακεδονία, άρχισαν να καταφθάνουν και να ενώνονται μαζί μας πολυάριθμα σώματα του μπελήρμπεη της Ρούμελης. Έτσι, ο στρατός μας ξεπέρασε τις εξήντα χιλιάδες. Είχαμε περάσει τη Θήβα και τραβούσαμε για τα Μέγαρα. Κάπου στη διαδρομή αυτή, μας συνάντησε μια αντιπροσωπεία του Κωνσταντίνου, η οποία πρότεινε στο σουλτάνο ειρήνη. Αρχηγός της αντιπροσωπείας του δεσπότη ήταν ένας πολύ έξυπνος και διαβασμένος Έλληνας. Ακούγοντας τις τελευταίες αυτές λέξεις ο γέρος ενέτεινε περισσότερο την προσοχή του, ενώ μια παράξενη λάμψη φάνηκε στα μάτια του. -Πώς τον έλεγαν τον Έλληνα αυτό; Ρώτησε με κάποια έκδηλη βιασύνη. -Τον έλεγαν Χαλκοκονδύλη, απάντησε ο καβαλάρης και συνέχισε. Ο τρόπος που μιλούσε έκανε στο σουλτάνο και σ’ όλους μας μεγάλη εντύπωση. Ήταν πραγματικά έξυπνος άνθρωπος και κατατοπισμένος σε όλα. Ο γέρος, σα να ήθελε να εξοικονομήσει καιρό, για να δει καλύτερα με τα μάτια της φαντασίας του και να θαυμάσει λίγο ακόμα τον άγνωστο Έλληνα προσβευτή, διέκοψε το συνομιλητή του, τινάζοντας δυνατά τα χέρια του και τρίβοντας επίμονα τις παλάμες του, για να ξεμουδιάσει και να ζεσταθεί. Για μια στιγμή, συνεπαρμένος απ’ την άγνωστη φυσιογνωμία του Χαλκοκονδύλη, είπε δυνατά στο συνομιλητή του. -Ώστε μεγάλος άνθρωπος εκείνος ο Έλληνας! Πραγματικός πρεσβευτής ε; Πλησίασε το άλογό του κι άρχισε να του τρίβει τα πόδια και το λαιμό, ενώ η σκέψη του πετούσε μακριά στα άγνωστα μέρη της ξακουστής Ελλάδας. Και η σκέψη του καβαλάρη απ’ την Ευρώπη πλανιόταν τις στιγμές αυτές πέρα μακριά πάνω στον ελληνικό ορίζοντα και προσπαθούσε να ξαναζωντανέψει στο μυαλό του εκείνη την εκστρατεία. -Λοιπόν, τι έγινε μετά; ρώτησε ο γέρος µ’ ενδιαφέρον. Δεχτήκατε τους όρους του δεσπότη; -Ο Μουράτ, είπε ο καβαλάρης, δεν δέχτηκε τους όρους ειρήνης που του πρότεινε ο Χαλκοκονδύλης και συνεχίσαμε το δρόμο μας για την Κόρινθο. Έβρεχε δυνατά. Για μια στιγμή, καθώς βαδίζαμε μέσα στη βροχή, έφτασε στ’ αφτιά μας από μακριά ένας παράξενος θόρυβος. Μια βουή, που όλο και πιο πολύ δυνάμωνε όσο προχωρούσαμε. Ξαφνικά 14


βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα τεράστιο, βαθύ κι ορμητικό ποτάμι. Ήταν αδύνατο να το περάσουμε. Καθίσαμε λοιπόν στις λασπωμένες όχθες του και το περιμέναμε να καλμάρει. Όταν, ύστερ’ από δυο μέρες τραβήχτηκαν τα νερά του, το τεράστιο εκείνο ποτάμι δεν ήταν παρά ένας μικρός συνηθισμένος ξεροπόταμος, τον οποίο πολύ εύκολα περάσαμε και προχωρήσαμε για την Κόρινθο. -Λοιπόν, τι έγινε μετά; ξαναρώτησε με ανυπομονησία ο γέρος, ενώ πηγαινοερχόταν νευρικά για να ζεσταθεί. -Μόλις φτάσαμε, ο Μουράτ διέταξε αμέσως επίθεση. Εύκολα κυριέψαμε την πόλη και σφάξαμε όλη τη φρουρά. Μετά, μπήκαμε στην Πάτρα και την κάψαμε. Με τα λόγια αυτά του γενίτσαρου, ο γέρος ένιωσε κάτι να υποχωρεί μέσα του ξαφνικά. Σταμάτησε το βηματισμό κι ακούμπησε την πλάτη του στο λαιμό του αλόγου του. Η γυαλάδα έφυγε απ’ το βλέμμα του και με μάτι αδιάφορο κοίταξε το συνομιλητή του, ο οποίος, βαδίζοντας συνεχώς πάνω-κάτω για να ζεσταθεί κι αυτός, δεν πρόσεξε την ταραχή του γεροζωέμπορα, αλλά συνέχισε τη διήγησή του. -Ύστερα, συνεχίσαμε την προέλασή μας βαθύτερα στο Μωριά χωρίς σοβαρή αντίσταση. Με λίγα λόγια, δώσαμε ένα καλό μάθημα στο δεσπότη Κωνσταντίνο, ο οποίος αναγκάστηκε να μας επιστρέψει όλα τα εδάφη που είχε πάρει πέρα απ’ τον Ισθμό. Δέχτηκε να πληρώνει φόρους στο σουλτάνο και γυρίσαμε στην Αδριανούπολη με εξήντα χιλιάδες χριστιανούς σκλάβους. Ο γέρος στο μεταξύ είχε λύσει το άλογό του και προσπαθούσε να το φέρει κοντότερα σ’ ένα υψωματάκι για να ανεβεί στη σέλα του ευκολότερα. -Πρέπει να συνεχίσουμε το δρόμο μας, είπε. Δεν κάνει να εκθέτουμε τα ιδρωμένα ζώα μας περισσότερο στον κρύο αέρα. Οι δυο καβαλάρηδες μπήκαν στο δρόμο και συνέχισαν με κανονικό στην αρχή βήμα την πορεία τους προς νότο. -Εγώ πηγαίνω για τα χωριά της Φωκαίας, είπε κάποια στιγμή ο γέρος. Εσύ για πού πας, παλικάρι; Ρώτησε με καλοκάγαθο ύφος. -Εγώ θα συνεχίσω ακόμα πιο κάτω. Έχω αρκετό δρόμο ακόμα μπροστά μου, απάντησε ο καβαλάρης και χτύπησε ελαφρά τα χαλινάρια στο λαιμό του αλόγου του. Λίγο πιο κάτω, ο γέρος γύρισε δεξιά και πήρε το δρόμο προς τη Φωκαία, ενώ ο γενίτσαρος συνέχισε με καλπασμό το δρόμο του. Κάθε λίγο, χτυπούσε τα χαλινάρια στο λαιμό του αλόγου του και το ανάγκαζε να τρέχει όσο μπορούσε περισσότερο. Ήθελε να κερδίσει το λίγο χρόνο που έχασε με την αναγκαστική μικρή καθυστέρηση μπροστά στην αφρισμένη κοίτη του Κάικου ποταμού. Κατά το απόγευμα λοξοδρόμησε λίγο αριστερά, αφήνοντας στο βάθος δεξιά του τη Φωκαία και, με το σβήσιμο της μέρας, πέρασε τον Έρμο ποταμό και προχώρησε ασταμάτητα προς την πόλη που ξανοίγονταν μπροστά του. Αργά τη νύχτα, τα πέταλα του αλόγου του χτυπούσαν δυνατά και με γρήγορο ρυθμό τους πλακόστρωτους δρόμους της Μαγνησίας.

15


Γρήγορα και χωρίς δυσκολία, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα μεγάλο πέτρινο αυλόγυρο. Ο τοίχος αυτός, ψηλότερος κι απ’ το ύψος του καβαλάρη, περιέκλειε μια μεγάλη έκταση γεμάτη με κάθε είδους χοντρά πανύψηλα δέντρα, που οι σιλουέττες τους ανάδευαν απ’ το φύσημα του αέρα μέσα στη νύχτα σα σκιές από θεόρατα παράξενα φαντάσματα. Ανάμεσά τους, μακριά, πίσω απ’ το βλοσυρό πέτρινο περίβολο, πρόβαλε ένα παλιό αρχοντικό, που, παρ’ ότι η νύχτα έκρυβε την όψη του, οι αδρές γραμμές του όγκου του έδειχναν τη μεγαλοπρέπειά του. Πίσω του, στο βάθος, υψώνονταν απότομη και στοτεινή η δασωμένη πλαγιά του βουνού. Την ησυχία της νύχτας τάραζε το μονότονο και ηχηρό φύσημα του αέρα, που ασταμάτητα αντιβούιζε στις πλαγιές του Σίπυλου. Μαγεμένος απ’ τον περίεργο θόρυβο του αέρα, που άλλοτε έφτανε στ’ αφτιά σα μακρινό κλάμα παιδιού ή σαν απόκοσμο μοιρολόγι γυναίκας και, συνεπαρμένος απ’ την παραξενιά της ασιατικής νύχτας, ο καβαλάρης θυμήθηκε τις ιστορίες, που, όταν ήταν μικρός, του έλεγε ένας γέρος αξιωματικός του παλατιού για τους παλιούς καιρούς και για τα μέρη αυτά των πολύ παλιών Ελλήνων. Εκεί, στην κορυφή του Σίπυλου, του έλεγε ο γερο-σοφός, η Νιόβη, η θυγατέρα ενός αρχαίου ήρωα, του Ταντάλου, μεταμορφώθηκε σε βράχο κι απολιθώθηκε απ’ τη στενοχώρια της, όταν είδε να κατατοξεύονται όλοι οι γιοι της και όλες οι θυγατέρες της και με φαρμακερά βέλη να ρίχνονται άψυχα στη γη όλα τα παιδιά της απ’ τα οργισμένα παιδιά της θεάς Λυτούς, την Άρτεμη και τον Απόλλωνα. Η άσπλαχνη δολοφονία των παιδιών της έγινε στη Θήβα, αλλά η τραγική μητέρα, μη μπορώντας να ζήσει άλλο στη γη εκείνη, που ήταν ποτισμένη με το αίμα των παιδιών της, ζήτησε απ’ τους θεούς του Ολύμπου, να της επιτρέψουν νά ‘ρθει εδώ σ’ αυτό το βουνό και να συγκατοικήσει με τη μητέρα των θεών, τη μεγάλη και αρχαία θεά Ρέα, που ήταν μαρμαρωμένη πάνω στην ψηλότερη κορυφή του Σίπυλου. Οι θεοί του Ολύμπου λυπήθηκαν τη δόλια μάνα και όχι μόνο της επέτρεψαν νά ‘ρθει στο βουνό αυτό, αλλά την ανέβασαν πάνω στην κορυφή του και την έκαναν ένα με τη µητέρα τους. Από τότε, η Νιόβη ζει μέσα στο πέτρινο άγαλμα της θεάς Ρέας. Η θεά Λυτώ είχε θυμώσει, γιατί η Νιόβη δεν σεβάστηκε τη δύναμη και την υπεροχή των θεών και περηφανεύτηκε ότι, παρ’ ότι αυτή είναι κοινή θνητή, έχει γεννήσει δώδεκα γιους και δώδεκα θυγατέρες, ενώ η Λυτώ, που είναι θεά, έχει μόνο ένα γιο και μια θυγατέρα. Η αλαζονεία της αυτή έφερε την καταστροφή της. Οι σκέψεις αυτές του θύμισαν την απεραντοσύνη του Αλλάχ και τη µηδαμινότητα των ανθρώπων και τού ‘φεραν στο νου του έναν πολύ παλιό του πρόγονο και ιδρυτή του κράτους των Σελτζούκων, το μεγάλο σουλτάνο Αλπ-Αρσλάν. Ο σοφός αυτός άρχοντας έλεγε, η σοφία και η δύναμη του Αλλάχ είναι απέραντες και η δόξα και η μεγαλειότητα των ανθρώπων, όσο σπουδαία κι αν θεωρείται πάνω στη γη, είναι τιποτένια και στο τέλος γίνεται σκόνη. Για μια στιγμή, ο όγκος του αρχοντικού σπιτιού του φάνηκε πως έπαιρνε την όψη βράχου με μορφή κάποιας παράξενης γυναίκας και τού ‘ρθε να τραβήξει τα χαλινάρια που κρατούσε στα χέρια του. 16


Απ’ τα χλιμιντρίσματα και τα ποδοβολητά του αλόγου θορυβήθηκαν οι φρουροί του αρχοντικού και δυο ψηλόκορμοι άντρες πρόβαλαν μέσα στη νύχτα και στάθηκαν απειλητικοί μπροστά στη μεγάλη πόρτα του πέτρινου τοίχου κοντά στο αφρισμένο άλογο. Τα πρόσωπά τους φαίνονταν αγριωπά μέσα στο σκοτάδι και τα γιαταγάνια τους ξεχώριζαν γυμνά στα χέρια τους. Βλοσυροί και λιγόλογοι, µ’ αυστηρή φωνή, σταμάτησαν τον καβαλάρη. -Ποιος είσαι και πού πας; Είπε προστακτικά ένας απ’ τους φρουρούς. -Δεν έχω να πω τίποτα σε σας, απάντησε ο καβαλάρης με σταθερή φωνή, που ο τόνος της δήλωνε βιασύνη κι αποφασιστικότητα. Σας λέγω μόνο ότι έρχομαι απ’ την Αδριανούπολη. Δεν σταμάτησα καθόλου στο δρόμο μου. Αλλά ας μην χάνουμε καιρό. Ανοίξτε την πόρτα και οδηγήστε με αμέσως στον κύριό σας. Οι φρουροί, μόλις άκουσαν ότι ο βιαστικός άγνωστος έρχεται απ’ την πρωτεύουσα και θέλει να δει προσωπικά το μεγάλο τους αφέντη, παρ’ ότι φάνηκαν δισταχτικοί στην αρχή, παραμέρισαν. Άνοιξαν τη μεγάλη βαριά αυλόπορτα και άφησαν να περάσει μέσα ο απροσδόκητος νυχτερινός επισκέπτης, προστάζοντάς τον ταυτόχρονα να κατεβεί απ’ το άλογό του. Στο φως του λιχναριού, που βιαστικά έφερε ένας στρατιώτης, διέκριναν το αφρισμένο απ’ τον ιδρώτα σώμα του αλόγου να αστραποβολά σύγκορμο και ν’ αχνίζει ολόκληρο μέσα στην κρύα νύχτα. Ένα αίσθημα απορίας και τρόμου μαζί ζωγραφίστηκε στα αδρά και σκληραγωγημένα πρόσωπά τους. Η φορεσιά του καβαλάρη δεν έδειχνε αρχοντική. Δεν ήταν, όμως και συνηθισμένη απλού στρατιώτη. Το ίδιο και τα χαλινάρια και η σέλα του αλόγου του. Κάτι λαμπερά σημάδια ξεχώριζαν μέσα στο μισοσκόταδο πάνω στη θήκη του γιαταγανιού του κι αυτό έκανε το στρατιώτη που κρατούσε το λυχνάρι και που τα είχε προσέξει, να σκύψει κάπως το σαρικοφορεμένο κεφάλι του, σα να ήθελε να υποκλειθεί. Ένας άλλος φρουρός πετάχτηκε απ’ το φυλάκιο αγουροξυπνημένος και πήρε το µουσκεμένο άλογο, να το πάει στο σταύλο και να το περιποιηθεί. Η συνοδεία των φρουρών, με το λυχνάρι στο χέρι, ακολούθησε τον ξένο και τον οδήγησε στο μεγάλο κτίριο που βρίσκονταν στο βάθος της δεντροσκέπαστης αυλής. Όσο πλησίαζαν πιο κοντά, το μεγάλο αρχοντικό έδειχνε πιο πολύ την αρχοντιά του. Στεκόταν βουβό κι αγέροχο μέσα στη νύχτα. Δυο-τρία παράθυρά του έφεγγαν ακόμα και το θαμπό τους φως διακόπτονταν πότε-πότε απ’ τα πυκνόφυλλα κλαδιά των δέντρων, καθώς ο αέρας τα ανάγκαζε να κινούνται άρυθμα μπροστά τους. Το όλο οικοδόμημα ήταν σοβαρό, επιβλητικό και μέσα στη νύχτα προξενούσε στο θεατή του κάποιον ανεξήγητο σεβασμό κι ένα ακαθόριστο δέος. Καθώς η συνοδεία άρχισε να ανεβαίνει τα πρώτα σκαλιά της μεγάλης προς τον κάμπο πλακόστρωτης βεράντας, ο ξένος απ’ την Αδριανούπολη σκέφτηκε: Δεν είχε άδικο ο πονηρός και πανέξυπνος μέγας βεζίρης Χαλλίλ πασάς, να υποδείξει αυτό το μέρος στο σουλτάνο Μουράτ για κατοικία του διαδόχου του και μέλλοντα σουλτάνου.

17


Πραγματικά, ο Χαλλίλ πασάς, λογικός και ειρηνόφιλος καθώς ήταν, εύκολα διέκρινε τη θυμώδη και δυναμική ιδιοσυγκρασία του μεγαλύτερου γιου απ’ τους επιζώντες του αφέντη του. Και, επειδή γρήγορα διαπίστωσε τις κατακτητικές και πολεμόχαρες διαθέσεις του, με διάφορα προσχήματα και δικαιολογίες, κατάφερε από νωρίς να πείσει το σουλτάνο, ώστε ο γιος του να απομακρυνθεί όσο το δυνατόν πιο μακριά απ’ την Αδριανούπολη, μόλις θα παρουσιαζόταν μια κατάλληλη ευκαιρία. Και η κατάλληλη ευκαιρία δεν πολυάργησε να παρουσιαστεί. Ο τρομερός Τουργατήρ, τον οποίο έτρεμαν όλοι οι λαοί προς την Αρμενία και την Καπαδοκία, με χαρά δέχτηκε τις προτάσεις της Πύλης κι έστειλε το γρηγορότερο τη νεαρή και όμορφη κόρη του, να γίνει γυναίκα του γιου του ξακουστού Μουράτ, του νεαρού Μωάμεθ, του μέλλοντα διαδόχου του οθωμανικού θρόνου. Ο Τουργατήρ δέχτηκε πρόθυμα να συγγενέψει με το σουλτάνο, γιατί δίπλα του, στην περιοχή της Αμάσειας, ήταν ηγεμόνας ένας απ’ τους γιους του Μουράτ κι έτσι, με το γάμο αυτό, θα είχε σίγουρο και δυνατό σύμμαχο σε περίπτωση επίθεσης απ’ τους Καραμάνους απ’ το νότο ή τον Καρά-Γιουσούγ απ’ το βορρά. Αφού κλείστηκε το συνοικέσιο, ο Μουράτ έστειλε το Σαριζά πασά να φέρει την ξακουστή νύφη με τους πολλούς της θησαυρούς και την πλούσια προίκα της. Ο Σαριζά πασάς, με την όμορφη νύφη και τη μεγάλη ακολουθία της, γρήγορα έφτασε στην Καλλίπολη. Εκεί υποδέχτηκαν την πολύφερνη νύφη μεγιστάνες και πασάδες αντιπρόσωποι του Μουράτ, οι οποίοι και την έφεραν στην Αδριανούπολη. Οι γιορτές του γάμου άρχισαν το Σεπτέμβριο και τελείωσαν το Δεκέμβριο. Καθημερινά έφταναν άρχοντες και αντιπρόσωποι χριστιανών και Τούρκων ηγεμόνων με πολλά και πολύτιμα δώρα, να συγχαρούν το Μουράτ και να δώσουν τις ευχές τους στους νεόνυμφους. Να λοιπόν η ευκαιρία που περίμενε ο Χαλλίλ πασάς, για να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του και να απαλλαγεί απ’ την παρουσία του δύστροπου Μωάμεθ στο σεράι. Πλησίασε το σουλτάνο και με την πονηρή του τακτική κατάφερε, ώστε να δοθεί μια πολύ καλή και ικανοποιητική για όλους λύση. Ο Μουράτ, ανάμεσα στα άλλα δώρα που πρόσφερε στο γιο του με την ευκαιρία του γάμου του, τον διόρισε και ηγεμόνα της Μικράς Ασίας και της Λυδίας. Αμέσως μετά το γάμο, το νεαρό ζευγάρι έφυγε για τη Μαγνησία κι εγκαταστάθηκε στο μεγάλο κι επιβλητικό αυτό σπίτι και για δυο περίπου μήνες τώρα ζει εδώ ήσυχο, ασφαλισμένο και ανενόχλητο και προπαντός μακριά απ’ την Αδριανούπολη και το σεράι. Σιωπηλή και βιαστική η συνοδεία ανέβηκε τα λίγα πέτρινα σκαλιά, διέσχισε την απλόχωρη βεράντα και ζύγωσε στη μεγάλη πόρτα που στέκονταν ατράνταχτη κι απροσπέλαστη μπροστά τους. Ένας βαθύς κρότος κάποιας αμπάρας που σέρνονταν ακούστηκε κι ένας διαπεραστικός τριγμός ανατάραξε απότομα τη νύχτα. Ο θόρυβος αντήχησε οξύτερος και διαπεραστικότερος μέσα στο γεμάτο επιβλητικότητα και δέος αυτό περιβάλλον. Στο άκουσμα των βημάτων των στρατιωτών, που θορυβώδη αντιχούσαν στην πλακόστρωτη βεράντα και πλησίαζαν προς την πόρτα, κάποιος από μέσα μισάνοιξε το ένα φύλλο 18


της μεγάλης διπλής εξώπορτας. Δυο-τρεις κοφτές κουβέντες ανταλλάχτηκαν κι ο θυρωρός, ένας νέος και γεροδεμένος ευνούχος με φαρδιές βράκες και γυμνό στήθος, µ’ ένα μεγάλο και βαθύ σημάδι στο αριστερό του μάγουλο, που άρχιζε απ’ την άκρη του φρυδιού του και κατέβαινε μέχρι το κάτω μέρος του αφτιού του, υποκλίθηκε βαθιά στον ξένο. Έδιωξε τους φρουρούς πίσω στις θέσεις τους, ξανάκλεισε κι αμπάρωσε τη βαριά πόρτα και προχώρησε προς το βάθος του ευρύχωρου διαδρόμου. Έκανε νόημα στον ξένο να περιμένει και μπήκε σ’ ένα απ’ τα διπλανά δωμάτια. Σε λίγο ξαναγύρισε και με μια χειρονομία κάλεσε τον ξένο να προχωρήσει. Ο καβαλάρης απ’ την Αδριανούπολη μπήκε σε μια μεγάλη αίθουσα, που το μισοσκόταδο την έκανε μεγαλύτερη και, πριν προλάβει να φέρει τα μάτια του ένα γύρο και να την περιεργαστεί, μια μεσόκοπη σκλάβα έφερε κι απίθωσε πάνω σ’ ένα σκαλισμένο λυχνοστάτη ένα μικρό και θαμπό λυχνάρι. Έριξε το βλέμμα της στον ξένο, κοντοστάθηκε για λίγο κι έμεινε εκεί στη θέση της, σαν αναποφάσιστη και διστακτική. Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν περίεργα και με τέτοια επιμονή και δύναμη, σα να ήθελε ο καθένας να διαβάσει με μιας την ψυχή και τη σκέψη του άλλου και ν’ αρπάξει γρήγορα κι όλα μαζεμένα τα μυστικά που έκρυβε η καθεμιά απ’ τις δυο καρδιές μέσα της. Η γριά, νικημένη απ’ τη δύναμη των ματιών του ξένου, έσκυψε το κεφάλι της και χάθηκε στο διάδρομο, χωρίς να πει κανένας τους ούτε μια λέξη. Μια διπλανή πόρτα, που ο ξένος δεν είχε ακόμα διαπιστώσει την ύπαρξή της, άνοιξε κι ένας νεαρός άντρας ως είκοσι-εικοσιδύο χρόνων, μάλλον λεπτός, με μέτριο ανάστημα και γαμψή μύτη, παρουσιάστηκε μπροστά του. Ο νέος φορούσε άσπρο μακρύ χιτώνα με φαρδιά κιτρινωπή ζώνη και κιτρινωπές γυαλιστερές λουρίδες στον ποδόγυρο και στα φαρδιά του μανίκια. Ο αγγελειοφόρος, μόλις τον αντίκρισε, έπεσε στα γόνατα κι έσκυψε το κεφάλι του τόσο χαμηλά, που το λερωμένο του σαρίκι ακούμπησε στο πάτωμα. Ήταν ο πρώτος που πρωτοπροσκυνούσε το νέο σουλτάνο Μωάμεθ το δεύτερο. -Πολυχρονεμένε μου αφέντη σε προσκυνώ, είπε με μεγάλη ταπεινότητα ο αγγελειοφόρος απ’ την Αδριανούπολη, ενώ τα χέρια του ελαφρά και με σεβασμό ακουμπούσαν τα πόδια του νέου μονάρχη. Ο μεγάλος Αλλάχ να μεγαλύνει τη βασιλεία σου, πρόσθεσε με φωνή που έδειχνε απόλυτη υποταγή και αφοσίωση. Ο Μωάμεθ τον ανασήκωσε όρθιο και τον ρώτησε βιαστικά και µ’ απορία. -Τι συμβαίνει Μεχμέτ. Πες μου αμέσως και χωρίς περιστροφές. -Πολυχρονεμένε μου αφέντη, επανέλαβε ταπεινά ο Μεχμέτ και με σταθερή φωνή και χαμηλωμένα μάτια συνέχισε. Αν είναι θέλημα του Αλλάχ να πέσει το κεφάλι μου απ’ το χέρι σου, για τα νέα που σου φέρνω, ας γίνει το θέλημά του. Κι αν η μεγαλειότητά σου θέλει να μου χαρίσει τη ζωή, θα μείνω πάντα πιστός υπηρέτης και δούλος της, όσο η παντοδυναμία σου προστάζει.

19


Ο Μωάμεθ δεν τον διέκοψε κι αυτό του έδινε θάρρος να συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις και να φερθεί σαν πραγματικός πιστός του Αλλάχ και υπηρέτης του σουλτάνου. Μόνο τον κρατούσε σφιχτά απ’ το μπράτσο και άκουγε. Παρ’ ότι ο νεαρός πρίγκιπας υποπτεύοταν ότι κάτι το πολύ σπουδαίο συμβαίνει, προσπαθούσε να φαίνεται ήρεμος και συγκρατημένος κι ήθελε να δείξει στον πιστό του αγγελιοφόρο και να αποδείξει και στον εαυτό του, ότι μπορεί να αυτοκυβερνηθεί όταν χρειάζεται. Για μια στιγμή, τού ‘σφιξε δυνατά το χέρι, σα να ήθελε να του πει: ‘’Μη σταματάς. Λέγε. Και λέγε μου σύντομα τι συμβαίνει.’’ -Αφέντη μου, συνέχισε ο Μεχμέτ. Ο μεγάλος Αλλάχ, πριν από τρεις μέρες κάλεσε το δοξασμένο μας βασιλιά, το γενναίο κι ανίκητο πατέρα σου κοντά του. Τη στιγμή αυτή βρίσκεται μαζί με τους άλλους προγόνους του στην κοιλάδα των πραγματικών πιστών του Προφήτη. Πέθανε στο σεράι από αποπληξία πάνω στο γλέντι. Ο Μωάμεθ δεν απάντησε. Έσφιξε τα χείλη και την καρδιά του κι έμεινε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα. Ύστερα, απότομα ξανάσφιξε το μπράτσο του Μεχμέτ και του είπε: -Ποιος άλλος έμαθε την είδηση αυτή έξω απ’ την Αδριανούπολη; -Νομίζω κανένας, απάντησε με πεποίθηση ο Μεχμέτ. Εγώ έφυγα απ’ το παλάτι κρυφά και αμέσως. Κανένας δε με είδε. Κανένας δεν ξέρει πού πήγα. Σε κανένα δεν είπα τίποτα. Ήρθα κατευθείαν εδώ. Δεν καθυστέρησα στο δρόμο και κανένας δε με γνώρισε απ’ όπου πέρασα. Στην Αδριανούπολη θα είναι ακόμα ζαλισμένοι απ’ το τραγικό γεγονός. Πιστεύω, όμως, ότι γρήγορα θα στείλουν κι αυτοί ανθρώπους τους εδώ, για να σου φέρουν και επίσημα την είδηση. -Θα φύγουμε ξημερώματα, τον διέκοψε ο Μωάμεθ. Ξεκουράσου και μην πεις σε κανέναν τίποτα, πρόσθεσε επιτακτικά και έφυγε απ’ την αίθουσα. Ένας γκριζογένης υπηρέτης παρουσιάστηκε σιωπηλά, πήρε το Μεχμέτ μαζί του και τον οδήγησε σ’ ένα διπλανό δωμάτιο για να ξεκουραστεί. Η γριά σκλάβα, της οποίας τα λυπημένα μάτια τον κοίταζαν πριν από λίγο τόσο παράξενα κάτω απ’ το αχνό φως του λυχναριού, τού ‘φερε καθαρά ρούχα και τού ‘δειξε την πόρτα του χαμάμ για να λουστεί. Το ζεστό νερό του λουτρού ξεμούδιασε το ξυλιασμένο απ’ το κρύο και την κούραση κορμί του κι ο ατμός που τον τύλιγε, του ξεκούραζε τα νεύρα και τού ‘δινε καινούρια δύναμη κι αντοχή. Αναλογιζόταν την εμπιστοσύνη που τού ‘δειξε ο καινούριος σουλτάνος κι η καρδιά του σπαρταρούσε από χαρά και περηφάνια. Ήθελε να διώξει όλες τις σκέψεις του και να παραδοθεί ολόκληρος στη μέθη της ευτυχίας του αυτής. Παράξενο, όμως! Άθελά του, όλο και τρύπωνε στο μυαλό του ένα περίεργο ερώτημα. Μια σκέψη αλλόκοτη κι ένα ενδιαφέρον ακατανίκητο γέμιζε το νου του. Χωρίς να το καταλαβαίνει προσπαθούσε να θυμηθεί, πού ξαναείδε αυτή τη γριά σκλάβα. Οπωσδήποτε κάπου την είχε ξαναδεί. Κάτι μέσα του τον βεβαίωνε γι’ αυτό. Θυμήθηκε περιστατικά, ξεσκάλισε

20


γεγονότα και ιστορίες, ξανάφερε στη μνήμη του παλιά περασμένα και, παραδομένος στη γλυκειά ζάλη που προξενεί το μούδιασμα του ζεστού λουτρού, ο νους του αφέθηκε ελεύθερος να τρέχει. Κι έτρεχε αδιάκοπα πίσω. Ξεμάκραινε πολλά χρόνια στο παρελθόν, προσπαθώντας κάτι να βρει, κάτι ν’ ανακαλύψει για την παράξενη αυτή γριά. Για μια στιγμή, πετάχτηκε απάνω σαν κάτι να τον κέντρισε. Η μνήμη του τον τσίμπησε σα βελόνα και τον ανάγκασε με μιας να ξυπνήσει απ’ το λίθαργό του. -Μάλιστα, είπε μονολογώντας. Τώρα θυμάμαι ποια είναι. Πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια, νεαρός τότε κι ο ίδιος, όπως τώρα ο σημερινός αφέντης του, είχε πάει με μια ακολουθία έμπιστων ανθρώπων του σεραγιού στη Σερβία, για να πάρουν τη νεαρή κόρη του πρίγκιπα της Σερβίας Γιώργη Βράκοβιτς, την όμορφη Μάρα, για να γίνει γυναίκα του τότε κυρίου του Μουράτ του δεύτερου. Η Μάρα δεν ήταν μόνο όμορφη, έξυπνη και πλούσια. Η γενιά της, απ’ της μάνας της το μέρος, κρατούσε απ’ την αυτοκρατορική οικογένεια της Τραπεζούντας. Ήταν κόρη της αδερφής του αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνού, του λεγόμενου Καλογιάννη. Κρατούσε, λοιπόν, από πολύ μεγάλα τζάκια, γι’ αυτό και ήταν περιζήτητη. Ο πρίγκιπας ήταν χριστιανός και η Μάρα χριστιανή. Οι στρατιώτες της συνοδείας αναρωτιόταν στο δρόμο, γιατί πηγαίνουμε να φέρουμε νύφη χριστιανή, αφού ο Προφήτης απαγορεύει το γάμο στους πιστούς με άπιστες. Άλλωστε, ο Βράκοβιτς πολλές φορές το είπε καθαρά, ότι θα σέβεται και θα υπακούει το σουλτάνο, αλλά δε θα τουρκέψει. Η συζήτηση έπαιρνε κι έδινε στους στρατιώτες, ώσπου ένας ιμάμης της συνοδείας μπήκε στη μέση κι εξήγησε –πόσα ξέρουν αλήθεια αυτοί οι ιμάμηδες σ’ όποιον Προφήτη κι αν ανήκουν- ότι ο Προφήτης απαγορεύει τέτοιους γάμους στους απλούς πιστούς, όχι, όμως και σ’ ένα σουλτάνο, που είναι κι αυτός Προφήτης επί της γης. Ύστερα, οι γάμοι αυτοί έχουν να κάνουν με συμμαχίες, συμφέροντα του κράτους και κατακτήσεις της αυτοκρατορίας μας. Και αν κανένας μπορεί να τα σκεφτεί όλα αυτά, θα βρει κι άλλες πολλές δικαιολογίες. Και το Κοράνι κάνει εξαιρέσεις –και με το δίκιο του- όταν πρόκειται για το καλό του Ισλάμ. Κάτι τέτοια έλεγε στους στρατιώτες ο ιμάμης, που δεν μπορούσαν να τα καταλάβουν και πολύ καλά οι αγροίκοι εκείνοι μαχητές. Τους μπέρδεψε τόσο πολύ, ώστε στο τέλος παράτησαν τη συζήτηση. Αλλά και στο κάτω-κάτω, γιατί να καταλάβουν; Αυτοί ήταν στρατιώτες. Δεν ήταν ιμάμηδες, να ανακατεύονται σε τέτοια πράγματα. Ύστερα, αφού ο ιμάμης το βρίσκει σωστό, έτσι θα πρέπει να είναι. Το ξανάριξαν λοιπόν στην ξεγνοιασιά, ήπιαν ρακί κι έκαναν κέφι και χαρούμενοι πήγαν κι έφεραν την όμορφη Μάρα με την ακολουθία της και τις σκλάβες της απ’ τη Σερβία. Ναι. Τώρα το βλέπει καθαρά. Η όμορφη νύφη πάντα είχε κοντά της μια ωραία, μεγαλύτερή της στην ηλικία, σκλάβα. Ήταν κι αυτή χριστιανή, όπως και η κυρά της. Φαίνονταν σοβαρή, πρόθυμη και πάντοτε ήταν λιγομίλητη. Με καλοσύνη κι απλότητα φερόταν στις άλλες σκλάβες και, γρήγορα και δίχως πολύ θόρυβο, έκανε ό,τι της ζητούσε η Μάρα. Η σκλάβα αυτή, με το ωραίο της παρουσιαστικό, την απροσποίητη σβελτάδα

21


της και την άδολη καλοσύνη της, πραγματικά ξεχώριζε ανάμεσα στις άλλες σκλάβες. Αν, όμως, κανείς την καλοπρόσεχε θά ‘βλεπε πως τα μεγάλα της μάτια φαίνονταν τις περισσότερες φορές ανέκφραστα και υγρά και τα χείλη της έμεναν κλειστά κι έπαιρναν μια παράξενη σύσπαση, σα νά ‘θελαν με κόπο να συγκρατήσουν έναν παράξενο αναστεναγμό που ανέβαινε απ’ τα βάθη της καρδιάς της. Τώρα θυμάται πόσο έκλαψε η σκλάβα αυτή, όταν μια μέρα, λίγα χρόνια αργότερα, το 1438, έφτασε στο παλάτι η είδηση, ότι ο τρομερός σουλτάνος και αφέντης της Μουράτ ο ΙΙ, αφού νίκησε τον πεθερό του Γιώργη Βράκιβιτς –τι φρίκη! τον πατέρα της Μάρας- στη μάχη του Σμενδέρεβο, συνέλαβε τους δυο γιους του πρίγκιπα της Σερβίας και δικούς του κουνιάδους και τους τύφλωσε . . .! Ναι, αυτή ήταν η γριά σκλάβα, που τον κοίταζε με παράξενη επιμονή και έντονη περιέργεια απόψε. Ήταν η Γιασμίν. Η χριστιανή απ’ τη Σερβία. Φαίνεται, πως η σουλτάνα Μάρα, η χήρα τώρα του Μουράτ ΙΙ, την έστειλε πριν πολύ καιρό εδώ στη Μαγνησία, για να φροντίζει και να περιποιείται το ανάκτορο αυτό και τώρα την άφησε στην υπηρεσία του Μωάμεθ, για να τον υπηρετεί και να τον περιποιείται. Γι’ αυτό χάθηκε απ’ το σεράι και δεν φαινόταν ανάμεσα στις άλλες γυναίκες η όμορφη σκλάβα. Πόσο καλή ήταν η Γιασμίν και πόση εμπιστοσύνη της είχε η Μάρα! Με τις σκέψεις αυτές, ο Μεχμέτ γύρισε στο δωμάτιό του και, ξεκουρασμένος απ’ το λουτρό και ξαλαφρωμένος γιατί έλυσε μια απορία που τον βασάνιζε, δεν κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος. Ξημερώματα ξύπνησε απ’ τη βοή και το θόρυβο των ανθρώπων που μπαινόβγαιναν στο κτίριο και φώναζαν δυνατά δίνοντας διάφορες λιγόλογες διαταγές. Θορυβήθηκε απ’ το ποδοβολητό και τα χλιμιντρίσματα αλόγων, που πηγαινοέρχονταν στην αυλή κι αναστατώθηκε απ’ την οχλοβοή των γενιτσάρων, που βιαστικοί έτρεχαν στις φρουρές και συγκέντρωναν παράξενους σάκους ή πολύσχημα κιβώτια στη μέση της μεγάλης αυλής κάτω απ’ τα δέντρα. Απ’ την οχλοβοή αυτή, ο Μεχμέτ πετάχτηκε επάνω. Ντύθηκε γρήγορα κι ετοιμάστηκε να παρουσιαστεί στο Μωάμεθ. Απ’ το παράθυρο, όμως, του δωματίου του είδε για μια στιγμή το νεαρό σουλτάνο να πηγαινοέρχεται καβάλα στο άλογό του, ανάμεσα στους αξιωματικούς της αυλής του, δίνοντας διάφορες διαταγές. Φαινόταν βιαστικός και ανυπόμονος. Ο Μεχμέτ έτρεξε στο σταύλο, πήρε το άλογό του, που το βρήκε σελωμένο κι έτοιμο να τον περιμένει και βγήκε στην αυλή. Ο νεαρός μονάρχης τον είδε από μακριά, σπιρούνισε το άλογό του κι έτρεξε κοντά του. Χωρίς να δώσει καθόλου καιρό στο Μεχμέτ να τον προσκυνήσει ή να υποκλιθεί τουλάχιστο μπροστά του, του είπε κοφτά. -Ανέβα στο άλογό σου και έλα μαζί μου, ‘’Μεχμέτ αγά’’. Ο Μεχμέτ ξαφνιάστηκε με τα τελευταία αυτά λόγια του Μωάμεθ. Μεχμέτ αγά; Αναρωτήθηκε. Άκουσε καλά ή έτσι του φάνησε; Έγινε λοιπόν τόσο ξαφνικά και εύκολα αγάς, αυτός που μέχρι τώρα ήταν ένας άσημος γενίτσαρος του παλατιού; Ο νους του για λίγο θόλωσε. Το μυαλό του του φάνηκε πως σταμάτησε να λειτουργεί. Τα μάτια του σκοτείνιασαν ξαφνικά απ’ τη στιγμιαία ζάλη του και μόνο η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε ξαφνιασμένος κατάματα το Μωάμεθ. Εκείνος κατάλαβε την ταραχή του και του χαμογέλασε ελαφρά, 22


σα να τού ‘λεγε: ‘’Η αφοσίωσή σου κι η αγάπη σου για μένα δίκαια σ’ ανεβάζουν στο αξίωμα του αγά αυτή τη στιγμή’’. Ταυτόχρονα έβγαλε μια φανταχτερή ασημένια αλυσίδα που φορούσε στο λαιμό του και την έριξε στα χέρια του ξαφνιασμένου υπηκόου του, λέγοντάς του δυνατά κι επίσημα. -Μεχμέτ αγά. Από σήμερα είσαι προσωπικός ακόλουθός μου. Ανέβα στο άλογό σου και μη χάνουμε καιρό. Ο Μεχμέτ, σα να συνήλθε από κάποιο παράξενο όνειρο, πέρασε την ασημένια αλυσίδα στο λαιμό του κι ανάλαφρος σαν το φτερό πήδησε στη σέλα του αλόγου του κι ακολούθησε τον κύριό του, ο οποίος κατευθύνθηκε προς το σωρό των καβαλαραίων αξιωματικών της αυλής του και στάθηκε ανάμεσά τους. Όλοι κράτησαν τα άλογά τους και στράφηκαν προς το διάδοχο του θρόνου. Πού να ήξεραν ότι αυτός, που ακόμα τον νόμιζαν για διάδοχο, είχε γίνει σουλτάνος εδώ και τέσσερις μέρες! Ο Μωάμεθ σταμάτησε το άλογό του, κοίταξε για μια στιγμή γύρω του και είπε προς τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες που ήταν μαζεμένοι στην αυλή. -Όσοι από σας με αγαπούν, ας με ακολουθήσουν· και σπιρουνίζοντας δυνατά το άλογό του κάλπασε ακάθεκτος προς τη μεγάλη αυλόπορτα. Η φωνή του αντήχησε ξερή και κοφτή μέσα στο πρωινό μισοσκόταδο. Δίπλα του κάλπασε ο πιστός του Μεχμέτ και πίσω του ένα μπουλούκι αξιωματικοί και στρατιώτες ξεχύθηκαν, χωρίς να ξέρουν για πού πηγαίνουν. Είχαν αφήσει μακριά πίσω τους τη Μαγνησία, όταν πρόβαλε θαμπός και κρύος ο ήλιος στον ορίζοντα κι άρχισε να σκαρφαλώνει δειλά-δειλά στο συννεφιασμένο και ψυχρό ουρανό της Μ. Ασίας. Κανένας απ’ τους πιστούς ακολούθους του Μωάμεθ δεν ήξερε πού πήγαιναν. Κανένας δεν ρωτούσε τίποτα. Κανένας δεν μιλούσε. Μόνο όλοι αναρωτιόταν μέσα τους, τι συμβαίνει; χωρίς κανένας να τολμάει να ρωτήσει έστω και το παραμικρό το διπλανό του. Μόνο κάλπαζαν και προσπαθούσαν όλοι τους να είναι πιο κοντά στο Μωάμεθ. Ο Μεχμέτ δεν τον άφηνε από κοντά του. Η μέρα προχωρούσε . . . Ο ήλιος έδυσε και ξανανέτειλε κι αυτοί κάλπαζαν καβάλα στ’ άλογά τους. Κατά το απομεσήμερο, ένας διαφορετικός αέρας της θάλασσας χτυπούσε τα πρόσωπά τους. Μπροστά τους, μακριά στο βάθος, άρχισαν να ξεχωρίζουν μέσα στον αχνό ορίζοντα τα στενά του Ελλήσποντου κι απέναντι τα υψώματα της Καλλίπολης. Τα άλογα λαχανιασμένα ξεφυσούσαν δυνατά. Με τεντωμένους τους λαιμούς κι ανασηκωμένες τις χαίτες έτρεχαν ασταμάτητα. Στην Καλλίπολη ανακοίνωσε ο Μωάμεθ σ’ όλους τους πιστούς ακολούθους του το μεγάλο νέο. Όλοι οι άνθρωποί του, αξιωματικοί και στρατιώτες έπεσαν στα γόνατα και τον προσκύνησαν βαθιά. Το είχαν κι αυτοί καμάρι και περηφάνια, που τους δόθηκε η τιμή να προσκυνήσουν πρώτοι το νέο σουλτάνο τους, τον καινούριο αφέντη και κύριο της απέραντης αυτοκρατορίας τους.

23


«Ζήτω ο πολυχρονεμένος μας σουλτάνος», αντιβούιξε μια ιαχή απ’ όλων τα στόματα. Εδώ στην Καλλίπολη, ο Μωάμεθ έμεινε δυο μέρες κι έκανε γνωστό το θάνατο του πατέρα του σ’ όλους τους κατοίκους της πόλης και της γύρω περιοχής. Αμέσως, πολυάριθμα ένοπλα πλήθη άρχισαν να καταφθάνουν από παντού στην Καλλίπολη, για να δουν, να προσκυνήσουν και να ζητοκραυγάσουν το νέο σουλτάνο. Με ακολουθία όλον αυτόν τον ένοπλο όχλο, ξεκίνησε ο νέος μονάρχης για την Αδριανούπολη. Στο δρόμο, όλο και νέοι οπλοφόροι προσθέτονταν στο πλήθος που τον ακολουθούσε κι όλο και πιο πολύ ξεμάκραινε η ουρά της ποικιλόχρωμης συνοδείας του, καθώς διέσχιζαν τις ανοιχτές εκτάσεις της Θράκης, καλπάζοντας προς βορρά. Δεξιά τους τώρα είχαν την Κωνσταντινούπολη και κάπου-κάπου διακρίνονταν στο βάθος του ορίζοντα και κανένας πύργος απ’ τα ερειπωμένα φρούρια των Βυζαντινών. Την εποχή αυτή, η βυζαντινή αυτοκρατορία αποτελούνταν απ’ την Κωνσταντινούπολη κι από ένα τρίγωνο, που εκτείνονταν περίπου 150 χιλιόμετρα προς βορρά και προς δυσμάς της βασιλεύουσας. Η όλη έκτασή της ήταν λίγο παραπάνω απ’ τη μισή Πελοπόννησο. Ο πληθυσμός της δεν ξεπερνούσε τις 80 χιλιάδες κατοίκους. Η καρδιά του Μωάμεθ χτυπούσε δυνατά, καθώς έβλεπε το μικρό αυτό τρίγωνο να απλώνεται δεξιά του και να στέκεται εμπόδιο στα κατακτητικά του σχέδια. Κάλπαζε με το άλογό του και σκεφτόταν, σαν τι προετοιμασίες άραγε να κάνει τώρα ο αυτοκράτορας και σαν τι μέτρα να σκέφτεται να πάρει ή να πήρε κιόλας, για να εμποδίσει την επέκταση των Τούρκων στην Ευρώπη; Θα ασπαστεί, άραγε, τη συνθήκη που είχε συνάψει με το νεκρό πια πατέρα του Μουράτ, για να περνάει ο τουρκικός στρατός το στενό του Βοσπόρου και να πηδάει αμέσως και ελεύθερα απ’ τη μια Ήπειρο στην άλλη ή, με το θάνατο του πατέρα του, θα αρνηθεί την ισχή της; Η αμφιβολία αυτή τον στενοχωρούσε αφάνταστα κι αναλογιζόταν, πόση φασαρία και ανακατωσιά θα μπορούσε να φέρει στα σχέδιά του το φράξιμο του στενού εκείνου περάσματος των πενήντα μέτρων περίπου. Γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι του προς τον πιστό του ακόλουθο Μεχμέτ, ο οποίος εκείνη τη στιγμή πήγαινε τόσο κοντά του, που φαινόταν σα να ακουμπούσαν οι σέλες των αλόγων τους και, συγκρατώντας κάπως το άλογό του, είπε. -Σκέφτομαι το στενό πέρασμα του Βοσπόρου που είναι απέναντι απ’ το Ανατόλια Χισάρ, μπροστά στο φρούριο του ένδοξου Βογιατζίτ. Σπουδαίο σημείο και για τις δυο Ηπείρους. Αυτό το είχε αναγνωρίσει και ο Δαρείος, γιατί κι αυτός ο μεγάλος βασιλιάς εκεί διέταξε να δεθούν οι δυο Ήπειροι με γέφυρα, για να περάσει ο πολυάριθμος στρατός του στην Ευρώπη. Το σπουδαίο εκείνο έργο ανέθεσε στο Σάμιο μηχανικό Μανδροκλή. Σώπασε για λίγο και μετά πρόσθεσε. -Έξυπνοι άνθρωποι αυτοί οι Έλληνες, Μεχμέτ. Με κάθε τρόπο πρέπει να πάρουμε κοντά μας πολλούς απ’ αυτούς και τους πιο έξυπνους. Έχει πολλούς απ’ αυτούς εκεί μέσα κι έδειξε με το χέρι του δεξιά προς την 24


Κωνσταντινούπολη. Ποιος ξέρει σαν τι σκέφτονται τώρα για μας. Γρήγορα, όμως, θα το μάθουμε, όπως γρήγορα θα μάθουν κι αυτοί τι σκεφτόμαστε κι εμείς για την πόλη τους. Μια απότομη νευρική σύσπαση αλλοίωσε προς στιγμή τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και μια λάμψη μίσους άστραψε στο βλέμμα του καθώς πρόφερε τα τελευταία αυτά λόγια. Με νευρικότητα κέντρισε το άλογό του, το οποίο αναπήδησε απότομα και ξεχύθηκε καλπάζοντας προς τον ανοιχτό κάμπο. Ο Μεχμέτ κάλπασε πίσω του κι αυτός και σκέφτηκε: Σε μια-δυο μέρες, μόλις ανακηρυχτεί επίσημα σουλτάνος και απόλυτος εξουσιαστής ολόκληρης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κάποιος θά ‘ρθει κι απ’ την Κωνσταντινούπολη στις γιορτές του σεραγιού και τότε θα μάθει, πώς σκέφτονται και τι θέλουν αυτοί οι άπιστοι εκεί κάτω. Αμίλητος ο Μωάμεθ διασχίζει ασταμάτητα τις πεδιάδες και περνά τα μέρη όπου πριν χρόνια νικήθηκε ο πατέρας του, ο τρομερός Μουράτ ο δεύτερος, απ’ αυτούς τους άπιστους και σπιρουνίζει βίαια το άλογό του για να τρέξει πιο γρήγορα. Να φθάσει όσο το δυνατό συντομότερα στην Αδριανούπολη, να γίνει μια ώρα γρηγορότερα σουλτάνος, για να τελειώσει όσο γίνεται νωρίτερα τους λογαριασμούς του με τον αυτοκράτορα. Κάλπαζε κι αναλογιζόταν πως τώρα ήταν κύριος όλων εκείνων των πλούσιων επαρχιών, που επί αιώνες συγκροτούσαν την εκτεταμένη βυζαντινή αυτοκρατορία των μεγάλων αυτοκρατόρων που γνώρισε η Κωνσταντινούπολη και η Ανατολή. Του Μεγάλου Κωνσταντίνου, του Μεγάλου Θεοδοσίου, του Νικηφόρου Φωκά, του Ιουστινιανού, του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου . . . Σκεφτόταν ότι, όπως όλα αυτά περιήλθαν παλαιότερα στα χέρια των γενναίων προγόνων του, έτσι και το μικρό αυτό τρίγωνο με τη χιλιόχρονη πόλη που απέμεινε θα πέσει στα χέρια τα δικά του. Επικεφαλής της μεγάλης του συνοδείας και του αναρίθμητου λαού που τον ακολουθούσε έφθασε στην Αδριανούπολη. Ντελάληδες και προσωπικοί του απεσταλμένοι είχαν ειδοποιήσει για τον ερχομό του. Βεζίρηδες και πασάδες, αυλικοί και άρχοντες, μαζί με κόσμο πολύ, τον περίμεναν και τον υποδέχτηκαν έξω απ’ την πόλη. Η πρωτεύουσα πλημμύρισε από ενθουσιώδεις πιστούς του. Αμέσως ανακηρύχτηκε σουλτάνος και πήρε το θρόνο του πατέρα του. Μόλις ανέβηκε στο θρόνο, πήραν θέση δίπλα του οι βεζίρηδές του Ιμπραήμ και Σαριτζά και ο μεγάλος ευνούχος Σιαχήν μπέης. Πιο πέρα κάθισαν ο μέγας βεζίρης του Μουράτ Χαλλίλ πασάς και ο βεζίρης Ισαάκ πασάς. Και τούτο, γιατί το μέλλον τους ήταν αβέβαιο, αφού άλλαξε ο κύριός τους. Όταν τους είδε ο πονηρός Μωάμεθ να στέκουν παράμερα, ρώτησε με δυνατή φωνή για να ακουστούν τα λόγια του το Σιαχήν μπέη. -Γιατί οι μεγάλοι αξιωματούχοι του πατέρα μου στέκουν παράμερα; Πέστε τους να πάρουν τις θέσεις που είχαν ως τώρα. Κι έκανε νόημα προς τους δυο βεζίρηδες να πλησιάσουν. Ο Χαλλίλ και ο Ισαάκ πλησίασαν και φίλησαν το χέρι του νέου κυρίου τους. - Θα μείνετε στις θέσεις που είχατε ως τώρα, είπε επιτακτικά στους δυο πασάδες. Έτσι, ο Χαλλίλ πασάς έμεινε στη μεγάλη βεζιρία και ο

25


Ισαάκ πασάς στη διοίκηση των ασιατικών επαρχιών. Ο Μωάμεθ δεν ήθελε να κάνει αλλαγές, για να αποφύγει προστριβές και δυσαρέσκειες, οι οποίες πιθανόν να διαιρούσαν την αυτοκρατορία του. Ήθελε όλους τους οπαδούς του ενωμένους και αφοσιωμένους στο θρόνο του. Αμέσως, όλοι οι μεγιστάνες της πρωτεύουσας και όσοι άλλοι άρχοντες έτυχε να βρεθούν εκεί, τον προσκύνησαν και τον αναγνώρισαν για αρχηγό τους. Κάθε μέρα δε, έφταναν στην Αδριανούπολη πασάδες και άρχοντες απ’ όλα τα μέρη της απέραντης αυτοκρατορίας του, για να τον προσκυνήσουν. Ανάμεσά τους και η Μάρα, η χήρα του πατέρα του Μουράτ και κόρη του Γεωργίου Βράκοβιτς, του ηγεμόνα της Σερβίας. Τη Μάρα την εκτιμούσε ιδιαίτερα και την σεβόταν ο Μωάμεθ, γιατί έδειχνε κι αυτή ξεχωριστό ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Προσπαθούσε, με τον καλό της χαρακτήρα, να επιδράσει, όσο μπορούσε περισσότερο, στην ανατροφή του Μωάμεθ και να του μεταδώσει τις χριστιανικές αρχές της. Από μικρόν του μάθαινε χριστιανικές προσευχές. Ανάμεσα στις γυναίκες του Μουράτ, που ήρθαν να συλλυπηθούν το Μωάμεθ για το θάνατο του πατέρα του και να τον συγχαρούν για την άνοδό του στο θρόνο, ήταν και μια νεαρή γυναίκα µ’ ένα μωρό στην αγκαλιά, το μικρό γιο της Αχμέτ. Την πρώτη μέρα όλα ήταν τυπικά και συγκρατημένα. Την επόμενη, όμως, το παλάτι ξαναφωτίστηκε, ξαναστολίστηκε και άρχισαν οι γιορτές για το ανέβασμα του νέου σουλτάνου στο θρόνο. Μέσα στην οχλαγωγία και στο ανακάτεμα που επικρατούσε στο παλάτι το βράδυ εκείνο, ένας μεγαλόσωμος ευνούχος, πιστός και αφοσιωμένος δούλος του Μωάμεθ, ο Αλής, µ’ ένα νεύμα του κυρίου του ξεγλίστρησε απαρατήρητος και χάθηκε απ’ τη μεγάλη αίθουσα. Σε λίγο ξαναγύρισε και πάλι και απαθής ξαναπήρε τη θέση του δίπλα στο σουλτάνο. Το πρωί μαθεύτηκε, ότι ο μικρός αδερφός (από πατέρα) του Μωάμεθ, πρίγκιπας Αχμέτ, βρέθηκε πνιγμένος μέσα στο λουτρό του. Κανένας δεν πολυπρόσεξε το γεγονός. Ο Μωάμεθ διέταξε να ταφεί κι ο αδερφός του με τιμές στην Προύσα μαζί με τον πατέρα του, στους εκεί τάφους των μεγάλων προγόνων του. Σε δυο μέρες, στην πρωτεύουσα της Ασίας, στην Προύσα, έγινε μεγαλοπρεπής μεγάλη κηδεία, στην οποία το γενικό πρόσταγμα είχε ο βεζίρης Ισαάκ πασάς και η οποία απήλλασσε πλέον από κάθε κίνδυνο τον πανίσχυρο τώρα Μωάμεθ. Τα άλλα δυο αδέλφια του, ο Χασάν και ο Ορχάν, πέθαναν στην Αδριανούπολη και θάφτηκαν στις όχθες της Τούντζας, ο δε πέμπτος αδερφός του Αλαεδδίν είχε πεθάνει στην Αμάσεια. Ο μόνος κίνδυνος που παρέμενε ήταν ο συγγενής του Ορχάν, ο οποίος είχε καταφύγει παλαιότερα στους Βυζαντινούς και ζούσε στην Κωνσταντινούπολη. Ο νεαρός σουλτάνος προσπάθησε απ’ την αρχή να εξουδετερώσει κάθε άμεσο κίνδυνο. Γι’ αυτό και διατήρησε στη μεγάλη βεζιρία τον παλιό μεγάλο βεζίρη του πατέρα του, τον πονηρό και έξυπνο Χαλλίλ πασά, παρ’ ότι γνώριζε ότι αυτός ήταν ο υποκινητής των ταραχών των γενιτσάρων στην Αδριανούπολη και άνθρωποί του έβαλαν φωτιά στο παλάτι της πρωτεύουσας και παρ’ ότι ήταν σίγουρος, ότι αυτός ήταν η αιτία της απομάκρυνσής του στη Μαγνησία. Επίσης, δεν ήταν αμελέτητος 26


και χωρίς υστερόβουλους υπολογισμούς ο διορισμός του άλλου μεγάλου συμβούλου του πατέρα του, του Αλβανού εξωμότη Ισαάκ πασά στη γενική διοίκηση των εκτεταμένων κι ευφορότατων ασιατικών επαρχιών. Οι επαρχίες αυτές αποτελούσαν το αξιολογότερο τμήμα της αυτοκρατορίας του, γι’ αυτό και προσπάθησε να αμείψει όσο μπορούσε καλύτερα τους ανθρώπους εκείνους που φοβόταν περισσότερο. Επιπλέον, προσπάθησε να βγάλει απ’ τη μέση και το δράστη της δολοφονίας του αδερφού του Αχμέτ. Ο έμπιστος Αλής δολοφονήθηκε σε λίγες μέρες από δυο αγνώστους, Έτσι, έσβησε κάθε τυχόν μαρτυρία ή άλλη απόδειξη για τη δολοφονία του μικρού πρίγκιπα Αχμέτ. Σε λίγες μέρες, όταν έγινε γνωστός ο θάνατος του Μουράτ και η άνοδος στο θρόνο του νέου σουλτάνου Μωάμεθ, άρχισαν να καταφθάνουν στην Αδριανούπολη πρεσβευτές και να συρρέουν απεσταλμένοι από ξένους βασιλιάδες και πρίγκιπες, για να συλλυπηθούν την αυλή και να συγχαρούν το νέο σουλτάνο ή για να δηλώσουν την υποτέλειά τους σ’ αυτόν. Μεταξύ των απεσταλμένων αυτών, των οποίων η στάση ήταν δουλική και το ύφος ταπεινότατο, ήταν και οι αντιπρόσωποι των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης και της Τραπεζούντας, των δεσποτών της Πελοποννήσου Θωμά και Δημητρίου, του πρίγκιπα της Σερβίας Γεωργίου Βράκοβιτς, των αρχόντων της Λέσβου Γατελούζων, των Γενουατών του Γαλατά και της Χίου, των ηγεμόνων της Βουλγαρίας, της Βλαχίας, της Ρόδου και άλλων πολλών. Ο σουλτάνος δέχτηκε με μεγάλες τιμές στο πολυτελέστατο ανάκτορό του τους απεσταλμένους απ’ την Κωνσταντινούπολη και συνομίλησε μαζί τους για πολλή ώρα. Η στάση των αντιπροσώπων του αυτοκράτορα ήταν υποτακτική και δουλική1, πράγμα το οποίο πρόσεξε ο σουλτάνος και πήρε νέο θάρρος και δύναμη για την προώθηση των σχεδίων του. Οι αντιπρόσωποι του Κωνσταντίνου, αντί να εκμεταλλευτούν τη δημιουργηθείσα νέα κατάσταση και το κενό που παρουσίασε ο θάνατος του Μουράτ και να εγείρουν σοβαρές αξιώσεις, όπως φοβόταν ο Μωάμεθ, αυτοί τον παρακάλεσαν να σεβαστεί τις υφιστάμενες συνθήκες, που συνομολόγησε παλιότερα η Πύλη με τον αυτοκράτορα και να τις τηρήσει, όπως τις τηρούσε και ο πατέρας του. Δηλαδή, να συνεχίσει κι αυτός να δέχεται τους φόρους που πλήρωνε ο αυτοκράτορας στο Μουράτ και να μην επιτεθεί κατά του Βυζαντίου και τους αφαιρέσει κι άλλες επαρχίες. Ο Μωάμεθ τους διαβεβαίωσε περί των καλών του προθέσεων και οι Βυζαντινοί αντιπρόσωποι, ύστερ’ απ’ αυτό, πήραν το θάρρος να εγείρουν αξιώσεις. Θυμήθηκαν, ότι πριν αρκετό καιρό είχε ζητήσει καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη ο Οθωμανός πρίγκιπας Ορχάν, δισέγγονος του Βογιατζίτ και ξάδερφος του Μωάμεθ. Ο Ορχάν ήρθε σε ρήξη με τους συγγενείς του και, κυνηγημένος απ’ αυτούς, αναγκάστηκε να ζητήσει άσυλο στην Κωνσταντινούπολη. Οι Βυζαντινοί τον περιμάζεψαν και τον προστάτεψαν απ’ τον κίνδυνο που διέτρεχε. Οι απεσταλμένοι του 1

Φραντζή Γ. ‘’Το Χρονικό της Άλωσης’’. Μετάφραση Βασ. Πελασγίτη ‘’Πάπυρος’’. Αθήναι 1971. 27


αυτοκράτορα λοιπόν, μια και είδαν ότι ο νέος σουλτάνος είχε φιλικές διαθέσεις, βρήκαν την ευκαιρία να λύσουν ένα μεγάλο πρόβλημα (!), που απασχολούσε φαίνεται τη βυζαντινή αυλή. Τη διατροφή του Ορχάν! Με μεγάλη ταπεινότητα παρακάλεσαν το σουλτάνο να πληρώσει κάποια επιχορήγηση στον αυτοκράτορα για τη διατροφή του συγγενή του. Ο σουλτάνος, που περίμενε να ακούσει σοβαρές προτάσεις κι προετοιμαζόταν ν’ αντιμετωπίσει μια κάποια σθεναρότερη στάση των Βυζαντινών, έμεινε προς στιγμή άναυδος απ’ τη γελοία αυτή πρόταση και, για να τελειώνει με τους αφελείς και να τους αποκοιμίσει περισσότερο, διέταξε τους ακολούθους του να κανονίσουν αμέσως, ώστε να καταβάλονται κάθε χρόνο στον αυτοκράτορα τριακόσιες χιλιάδες άσπρα, για τη διατροφή του φυγάδα Ορχάν. Είπε δε στους αυλικούς του χαρακτηριστικά. -Είναι πολύ σωστό. Αφού δεν μπορέσατε να τον σκοτώσετε τότε, πρέπει να τον πληρώνετε τώρα. Και συνέχισε. Το ποσό αυτό να το συγκεντρώνετε απ’ τις τουρκικές κτήσεις της κοιλάδας του Στρυμώνα. Δηλαδή, απ’ τα κατεχόμενα απ’ τους Τούρκους ελληνικά εδάφη. Με την τακτοποίηση αυτή της διατροφής του Ορχάν, οι συζητήσεις έληξαν. Οι πρέσβεις ικανοποιήθηκαν με τη ‘’σημαντική’’ τους επιτυχία και έφυγαν για την Κωνσταντινούπολη κι ο Μωάμεθ αποσύρθηκε, πιθανόν γελώντας, για να συνεχίσει ανενόχλητος την περαιτέρω κατάστρωση των κατακτητικών σχεδίων του. Αργότερα, δέχτηκε στο σεράι και συνομίλησε για πολλή ώρα με τον ήρωα των Ούγγρων Ιωάννη Ουνυάδη, βοεβόδα της Τρανσυλβανίας και αντιβασιλιά της Ουγγαρίας. Ο Ουνυάδης πολλές φορές στο παρελθόν πολέμησε τον τουρκικό στρατό µ’ επιτυχία, αλλά τελευταία, πριν από τέσσερα χρόνια, το 1448, κατατροπώθηκε απ’ το Μουράτ στο Κόσσοβο. Ο πονηρός Μωάμεθ, για να απομονώσει περισσότερο τους Έλληνες, ανακαίνισε και ζέστανε τις σχέσεις του με τον Ουνυάδη. Του μίλησε φιλικά και μάλιστα συνομολόγησε και τριετή συνθήκη μαζί του. Το γεγονός αυτό έκανε εντύπωση στους χριστιανικούς λαούς του Αίμου, συγκράτησε και τους Σέρβους σε απραγία και τους κράτησε μακριά από κάθε ενέργεια κατά του σουλτάνου για αρκετόν καιρό. Μάλιστα δε, τους έφερε πλησιέστερα στο τουρκικό στρατόπεδο, όπως αποδείχτηκε αργότερα. Όλο, όμως, το εκδηλούμενο ενδιαφέρον προς τους απεσταλμένους των ξένων ηγεμόνων ήταν τακτική απάτης και συστηματικής παραπλάνησης, γιατί ο Μωάμεθ προσπαθούσε στην πραγματικότητα να αποκοιμίσει τους ηγεμόνες των γύρω χωρών και να κερδίσει χρόνο, για να ετοιμαστεί ανενόχλητος για την εκπλήρωση του μεγάλου του ονείρου. Την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Όσο οι πρεσβευτές, που τον επισκέπτονταν για να τον συλλυπηθούν για το θάνατο του πατέρα του και να τον συγγχαρούν για την άνοδό του στο θρόνο, απαρίθμηζαν και εξυμνούσαν τα κατορθώματα και τις επιτυχίες του πατέρα του, τόσο περισσότερο μεγάλωνε μέσα του η ζήλια και θέριευε η επιθυμία του, να κατορθώσει ό,τι δεν κατόρθωσαν όλοι οι πρόγονοί του. Να κυριέψει την Πόλη.

28


1.

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΦΡΑΝΤΖΗ

Η Μαύρη θάλασσα ήταν τρικυμισμένη και φουρτουνιασμένη όλον εκείνο τον Οκτώβρη του 1449. Κι όσο ο μήνας έφευγε, τόσο περισσότερο αγρίευαν τα νερά της. Ένα καράβι βολόδερνε όλη την ημέρα ανάμεσα στα μανιασμένα κύματα στ’ ανοιχτά της θάλασσας, μπροστά στην Αμισό, στην αρχαία πόλη του Μιθριδάτη. Τα αφρισμένα κύματα μια τό ‘φερναν κοντά στην ξηρά και μια το ξεμάκραιναν πέρα στ’ ανοιχτά, ώσπου χάνονταν μακριά στο βάθος, πίσω απ’ τις άγριες κορυφές των υδάτινων βουνών που προσπαθούσαν να το κατασπαράξουν. Απ’ τα πανιά και τα ξάρτια του το καράβι φαινόταν βυζαντινό. Για μια στιγμή, δυο πελώρια κύματα, τεράστιοι υδάτινοι όγκοι, υψώθηκαν στα πλευρά του καραβιού κι αυτό, σα να έπεσε σε χάος, χάθηκε στο βάθος της άγριας κοιλάδας που ξαφνικά σχηματίστηκε γύρω του. Τα άγρια κύματα, σα λυσσασμένα θεριά, υψώθηκαν όσο πιο ψηλά μπορούσαν και με μιας λύγισαν, διαλύθηκαν κι έπεσαν, θεόρατοι όγκοι νερού, πάνω στο αδύναμο κι ακυβέρνητο καράβι. Η άγρια υγρή κοιλάδα, που πριν από λίγο είχε σχηματιστεί άξαφνα στη μέση της θάλασσας, είχε τώρα με μιας εξαφανιστεί. Το χάος που είχαν ανοίξει μέσα στο πέλαγος τα πανύψηλα βουνά της ξανάκλεισε απότομα, παρασύροντας μαζί του κι εξαφανίζοντας στο βάθος του και το βυζαντινό πλοίο, που δεν ξαναφάνηκε πια. Γρήγορα, όμως και τελείως αναπάντεχα, η θάλασσα κόπασε και τα κύματα έχασαν την άγρια ορμή τους. Ίσως δεν υπήρχε πλέον λόγος να αγκομαχούν και να αφρίζουν άλλο, μια και είχαν εκπληρώσει πια το φριχτό σκοπό τους. Το σημείο της θάλασσας, όπου πριν από λίγο χαροπάλευε το άγνωστο πλοίο, είχε γεμίσει τώρα από κάθε είδους συντρίμμια, που ξέγνοιαστα χοροπηδούσαν πάνω στα καλμαρισμένα κύματα. Μουσκεμένοι ως το κόκαλο και σχεδόν μισοπεθαμένοι, έφταναν ένας-ένας στη στεριά οι ναυαγοί, ναυτικοί και επιβάτες, γαντζωμένοι γερά πάνω στα κομμάτια του άμοιρου πλοίου τους. Το πλοίο που ναυάγησε είχε φύγει απ’ την Κωνσταντινούπολη με μια ομάδα αντιπροσώπων του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, οι οποίοι πήγαιναν να συναντήσουν τον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Ιωάννη Δ’ τον Κομνηνό. Ο Γεώργιος Φραντζής, ο πιστός φίλος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και αρχηγός της αποστολής, μόλις συνήλθε κι άνοιξε τα μάτια του, σαν έφτασε μισολιπόθυμος στην ήρεμη τώρα ακτή του Πόντου, ανασήκωσε το κεφάλι του κι είδε αρκετούς συντρόφους του πεσμένους εδώ κι εκεί στην αμμουδιά. Δυο-τρεις νεαροί ναυτικοί είχαν συνέλθει και βιαστικοί έτρεχαν στην άμμο. Βοηθούσαν και περιμάζευαν τους εξαντλημένους. Ο Φραντζής ανασηκώθηκε κάπως κι έκανε νόημα στους ναύτες, ότι είναι καλά και δεν χρειάζεται βοήθεια και ξανάπεσε ανάσκελα στην άμμο κατάκοπος. Οι νεαροί κι έμπειροι ναύτες, βιαστικοί και χωρίς να υπολογίζουν την ταλαιπωρία και την εξάντλησή τους, έτρεχαν πάνω29


κάτω στην παραλία, βοηθώντας και περιμαζεύοντας τους συναυαγούς συντρόφους τους. Γρήγορα συγκεντρώθηκαν όλοι οι ναυαγοί κάτω από ένα σύδεντρο λίγο ψηλότερα πιο πέρα απ’ το κύμα και κάποιος ναύτης άναψε (ποιος ξέρει πώς!) μια μεγάλη φωτιά. Εκεί επιδέθηκαν πρόχειρα οι δυο-τρεις μολωπισμένοι και τραυματισμένοι απ’ τα συντρίμμια. Ένας απ’ το πλήρωμα έλεγε στους συγκεντρωμένους γύρω στη φωτιά ναυαγούς, να μην ανησυχούν, γιατί, σύμφωνα με την πορεία και τη θέση του πλοίου τους την ώρα του ναυαγίου, πρέπει να βρίσκονται σε φιλικό έδαφος. -Ευτυχώς που ναυαγίσαμε πολύ κοντά στη στεριά και που η θάλασσα καλμάρησε αμέσως μετά την καταστροφή και δεν έχουμε θύματα. Τα μικροτραύματά μας δεν είναι τίποτα. Επίσης, οι άνθρωποι απ’ τη στεριά, έλεγε ο ναυτικός, θα είδαν οπωσδήποτε το πλοίο μας κι απ’ τα πανιά του και τα διακριτικά μας θα κατάλαβαν σίγουρα ότι το πλοίο ήταν βυζαντινό. Είμαι σίγουρος, ότι ο άρχοντας της πόλης θα στείλει κάποιον να δει τι συμβαίνει και να μάθει για την τύχη των ναυαγών . . . Ο Φραντής έμεινε για λίγο έτσι ξαπλωμένος ανάσκελα στην άμμο και άκουγε με ικανοποίηση τη συζήτηση των συντρόφων του. Μετά, σηκώθηκε και προχώρησε προς το μέρος της φωτιάς. Ένα αίσθημα χαράς ένιωσε μέσα του ο αρχηγός, όταν είδε όλους τους ανθρώπους του ζωντανούς. -Μην ανησυχείτε, τους διέκοψε, υψώνοντας επίτηδες τη φωνή του για να τους δώσει περισσότερο θάρρος καθώς πλησίαζε στη φωτιά και προσπαθούσε κάπου να βρει λίγο μέρος να σταθεί κοντά στη φλόγα να ζεσταθεί. Αν πέσαμε σε φιλικό έδαφος και ρούχα θα βρούμε και τροφή και ό,τι άλλο μας χρειάζεται. Αν, όμως, πέσαμε σε εχθρικό, τότε ο Θεός ας μας βοηθήσει. Βρισκόμαστε, όμως, σε φιλικό έδαφος, όπως σας είπε και ο πολύπειρος καπετάνιος μας, γι’ αυτό μη φοβάστε. Σώπασε για λίγο και κοίταξε γύρω του σιωπηλός, σα νά ‘θελε να εκτιμήσει τη συμφορά. Χαμογέλασε κάπως πικρά και, καθώς προσπαθούσε να βολευτεί σ’ ένα κούτσουρο μισοχωμένο στην άμμο απ’ τις φουρτούνες της θάλασσας, είπε. Ακριβώς πριν από ένα χρόνο, τον περασμένο Οκτώβριο, στις 31, πέθανε ο αυτοκράτορας Ιωάννης ο Παλαιολόγος και σήμερα, τούτον τον Οκτώβριο, κόντεψε να πεθάνουμε και μεις . . . Τελειώνοντας τα λόγια του αυτά, πήρε μια βαθιά αναπνοή σα να ήθελε να ξαναβεβαιωθεί ότι σίγουρα ήταν ζωντανός ύστερ’ απ’ τη μεγάλη θεομηνία. Κοίταξε ψηλά τον ουρανό και μακριά τη θάλασσα κι άφησε τη σκέψη του να φύγει μερικά χρόνια πίσω, ψάχνοντας στο παρελθόν και προσπαθώντας ίσως να βρει καμιά εξήγηση στις αναποδιές αυτές του Οκτώβρη. Έμεινε αρκετή ώρα σιωπηλός. Αναλογίστηκε πολλά και μετά είπε. -Πόσο πιο κοντά φέρνει τον άνθρωπο, φίλοι μου, μια ξαφνική δυστυχία! Πόσο γρήγορα, αυθόρμητα και τελείως απροσποίητα αναπτύσεται ο αγνός και άδολος δεσμός της αγάπης και της αλληλοεκτίμησης μέσα σε μια βαριά κατατρεγμένη κι όμοια δοκιμασμένη ομάδα ανθρώπων! Πόσο κοντά στο συνάνθρωπό του φέρνει τον άνθρωπο η κοινή κακή μοίρα και πόσο γρήγορα η κοινή δυστυχία ισοπεδώνει τις

30


κοινωνικές διαφορές, εξισώνει τους πλούσιους με τους φτωχούς, τους άρχοντες με τους δούλους! Πόσο εύκολα μας συσφίγγει και μας αδελφώνει όλους τους ομοιοπαθείς και πόσο μας κάνει να ενεργούμε απροσποίητα κι αυθόρμητα όλοι μαζί για τη σωτηρία όλων μας η κοινή συμφορά! Η συμφορά που χτυπάει ξαφνικά και χωρίς διάκριση. Πάρτε παράδειγμα από μας τους ίδιους. Η συμφορά μας αυτή δεν είναι κοινή και όμοια για όλους μας; Δε μας χτύπησε όλους με την ίδια μανία και αδιάκριτα; Μήπως τα άγρια κύματα μας ξεχώρισαν σε πλούσιους και φτωχούς ή μήπως όλοι δεν φθάσαμε εδώ στη στεριά κακήν-κακώς, γαντζωμένοι πάνω στα ίδια συντρίμμια του κομματιασμένου καραβιού μας; Αν κανείς μας δει τώρα έτσι μουσκεμένους και ρακένδυτους, θα μας ξεχωρίσει άραγε σε πλούσιους και φτωχούς, σε άρχοντες και δούλους ή θα αισθανθεί τον ίδιο οίκτο και την ίδια συμπόνια για όλους μας; Σταμάτησε για λίγο, κούνησε το κεφάλι του με κάποιο σκεπτικισμό και συνέχισε. -Πόσο ανοίγουν τα μάτια του ανθρώπου στη δυστυχία και πόσο πιο εύκολα τέτοιες ώρες ο καθένας γίνεται πιο πολύ άνθρωπος! Ευτυχείς και μακάριοι οι άνθρωποι που βλέπουν και εκτιμούν το συνάνθρωπό τους σαν τον εαυτό τους πάντοτε κι όχι μόνο σε δύσκολες και ανάποδες ώρες. Ευτυχείς και μακάριοι θα ήσαν και οι άνθρωποι της Κωνσταντινούπολης, αν έβλεπαν τη συμφορά που παραμονεύει δίπλα τους και διέκριναν από τώρα τη δυστυχία που τους περιμένει. Αν άρχοντες και λαός ήθελαν να δουν το μέγεθος της συμφοράς αυτής, τότε πραγματικά θα εκτιμούσε ο ένας τον άλλο. Θα άφηναν τις διχόνοιες. Θα έκλειναν τ’ αφτιά τους στα κηρύγματα του μίσους, που με τόση έντεχνη ευφράδεια αλλά και τόσο πικρό πάθος εκτοξεύονται απ’ τους άμβονες των εκκλησιών. Θα έδιναν κλοτσιά στο Γεννάδιο και θα συγκεντρώνονταν γύρω στον αυτοκράτορα, όπως είμαστε τώρα εμείς εδώ συγκεντρωμένοι γύρω στη φωτιά. Πόσες φορές δεν ζήτησε την ομόνοια των αρχόντων και την προσγείωση των κληρικών ο προηγούμενος αυτοκράτοράς μας Ιωάννης! Την ομόνοια και την αγάπη του λαού του και τη δόξα της Κωνσταντινούπολης είχε στο νου του ο μεγάλος βασιλιάς, όταν ανέβηκε στο θρόνο και με την επιθυμία αυτή σα στερνή του διαθήκη έκλεισε τα μάτια του. -Πες μας κάτι, άρχοντα, για τον παλιό μας αυτοκράτορα εσύ που τον γνώρισες, είπε αυθόρμητα κάποιος νεαρός απ’ τους ναυαγούς, καταγοητευμένος απ’ τα λόγια του Φραντζή. Μη θέλοντας να χαλάσει το χατίρι του ναύτη ο Φραντζής και, για να αποσπάσει και τη σκέψη των ναυαγών απ’ τη δύσκολη θέση που βρίσκονταν αυτή τη στιγμή, συνέχισε. -Τον Ιούλιο του 1425 πέθανε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μανουήλ ο ΙΙ ο Παλαιολόγος και στις 21 του ίδιου μήνα ανέβηκε στο θρόνο ο γιος του Ιωάννης ο VΙΙΙ ο Παλαιολόγος, αδελφός του μεγάλου φίλου μου και σημερινού αυτοκράτορά μας. Τι αγώνες, όμως, έκανε στα χρόνια της βασιλείας του ο δυστυχής κατά του Μουράτ του ΙΙ και κατά των άλλων εχθρών της αυτοκρατορίας μας! Επίσης, απερίγραπτοι είναι οι αγώνες του κατά των διαφόρων αρχόντων της χώρας μας, που πάντοτε προσπαθούσαν και ποτέ δεν σταμάτησαν να προσπαθούν, πώς να

31


υπερσκελίσει και να καταστρέψει ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί τον αυτοκράτορα. Μηχανορραφούν και ραδιουργούν ασταμάτητα. Δημιουργούν φατρίες. Συμμαχούν με τους εχθρούς της πατρίδας μας και συνεταιρίζονται πότε με τη μια και πότε με την άλλη μερίδα των παπάδων. Τυφλωμένοι από μια υστερία αρχομανίας, έχουν σκοπό να θάψουν τελείως ασυλλόγιστα τον ένδοξο αυτό τόπο μια ώρα γρηγορότερα . . . Προσπάθησε πολλά για την Κωνσταντινούπολη ο Ιωάννης. Η αγία, όμως, Πόλη μας περισφίχτηκε πολύ απ’ τους Οθωμανούς μετά το 1430, όταν ο τρομερός σουλτάνος Μουράτ πήρε τη Θεσσαλονίκη απ’ τους Βενετούς και την έκανε δικό του ορμητήριο εναντίον μας. Περισσότερο, όμως, από κάθε τι άλλο στοίχισε στον Ιωάννη η ήττα των χριστιανών του Ουνυάδη στη μάχη του Κοσόβου στις 18 Οκτωβρίου 1448. Πόσο ταράχτηκε τότε ο καλός Ιωάννης, όταν έφτασε στην Κωνσταντινούπολη η τρομερή είδηση της καταστροφής του Ουνυάδη! Ίσως να μην είναι και τελείως ξένη κι άσχετη η φοβερή αυτή πανωλεθρία των χριστιανών με τον επισυμβάντα μέσα σε λίγες μέρες θάνατό του. Ήταν ακόμη νέος αναλόγως ο Ιωάννης όταν πέθανε. Είχε ηλικία πενήντα οχτώ χρόνων. Πολυκύμαντη και ταραχώδης ήταν η βασιλεία του και οι εξωτερικές απειλές, μαζί με τις εσωτερικές έριδες τον τελείωσαν μια ώρα γρηγορότερα . . . Σταμάτησε και πάλι για λίγο ο Φραντζής. Πήρε από δίπλα του μερικά τελείως ξεπλυμένα απ’ τα κύματα και με παράξενο σχήμα ξερά ξύλα και τά ‘ριξε στη φωτιά. Έκανε πως τα σκαλίζει κάπως για ν’ ανάψουν και συνέχισε. -Τα σπουδαία γεγονότα των ημερών του Ιωάννη ήταν η εξάπλωση των Οθωμανών στα Βαλκάνια και το Εκκλησιαστικό Συνέδριο της Φλωρεντίας το 1439. Μακάρι να είχαν εφαρμοστεί οι αποφάσεις και να είχαν πραγματοποιηθεί ως τώρα οι σκοποί του συνεδρίου αυτού και να πετυχαίνονταν η προσέγγιση της Ανατολικής και της Δυτικής εκκλησίας. Τότε, σίγουρα και χωρίς δυσκολίες, η Ανατολή θα υπερπηδούσε εύκολα την οθωμανική λαίλαπα, που τώρα την απειλεί από παντού και η Δύση θα αισθάνονταν ήσυχη και δυνατή στο άλλο άκρο της αρχαίας μας αυτοκρατορίας. Ας όψονται, όμως, οι εχθροί της ένωσης, οι ισχυρογνώμονες Ζηλωταί και πρώτοι-πρώτοι οι στριμμένοι και χοντροκέφαλοι καλόγεροι. Είναι, άραγε, τόσο θρησκόληπτοι οι υποτιθέμενοι ‘’κήρυκες της αγάπης’’ ή μήπως άλλα, δικά τους, σκοτεινά συμφέροντα δεν τους αφήνουν να δουν την πραγματικότητα; Ρώτησε με θυμό ο Φραντζής. Και, ίσως για να κρύψει κάποιο άλλο δυνατό συναίσθημα, σηκώθηκε απότομα απ’ τη θέση του και προχώρησε προς την ακρογιαλιά. Έσκυψε μηχανικά και πήρε μια γυαλιστερή πέτρα απ’ τις πολλές της αμμουδιάς και με δύναμη την πέταξε μακριά μέσα στα ήσυχα τώρα νερά της θάλασσας, σα να ήθελε να πετάξει μαζί της και τις βαριές του σκέψεις που τον βασάνιζαν κι άρχισε να βηματίζει προς την ακρογιαλιά. Τα μάτια του, καθώς προχωρούσε προς το κύμα, έπεσαν πάνω σ’ ένα κομμάτι σανίδι απ’ τα συντρίμμια του πλοίου τους πού ‘βγαλε η θάλασσα και που τώρα έμενε ασάλευτο, μισοσκεπασμένο στην άμμο. Μερικά σκαλισμένα

32


γράμματα διακρίνονταν πάνω στο σπασμένο ξύλο. Ήταν τα τελευταία γράμματα απ’ το όνομα ‘’Ιωάννης’’. Ο Φραντζής σκούντησε με το πόδι του το σπασμένο σανίδι, το πήρε στα χέρια του, το κοίταξε για λίγο περίεργα και, γυρίζοντας πίσω στη συντροφιά, τό ‘φερε και τό ‘ριξε στη φωτιά. Το συντρίμμι αυτό έγινε αιτία, ώστε η σκέψη του να ξαναγυρίσει στο παρελθόν και να συνεχίσει να αναπολεί τη ζωή του αυτοκράτορα Ιωάννη του VIII. -Ναι, θυμάμαι, είπε, όταν ξαναγύρισε στη θέση του και ξανακάθισε δίπλα στη φωτιά, τους παπάδες με πόση ψυχρότητα και πόσο μίσος υποδέχτηκαν τον Ιωάννη, όταν γύρισε απ’ τη Φλωρεντία. Θυμάμαι ακόμα, πόσο ψυχρά του φέρονταν πάντοτε, όταν τους δίνονταν η ευκαιρία. Φώναζαν, βέβαια, σαν παρουσιάζονταν μπροστά τους ‘’Ζήτω ο αυτοκράτορας΄΄, αλλά ταυτόχρονα φώναζαν και ‘’θάνατος στους αζυμήτες’’, εννοώντας τους υποστηριχτές της ένωσης των εκκλησιών, τους ενωτικούς, ενώ ήξεραν ότι κι ο αυτοκράτορας ήταν ενωτικός και πρωτοστατούσε στις προσπάθειες της ένωσης. Τι μπορούσε, όμως, να κάνει όταν πέντε καλόγεροι, στηριγμένοι στην ανοχή ή και στην ανοιχτή συμπαράσταση των αρχόντων, αποθρασύνονται και πιστεύοντας ή καλύτερα εκμεταλλευόμενοι το δικό τους πρόχειρο επιχείρημα, το γνωτό ‘’σταλέντες Θεόθεν’’ κρύβονται αδιάντροπα πίσω απ’ το όνομα του Θεού και γίνονται μεγαλύτεροι κι απ’ τον αυτοκράτορα; Ο Φραντζής άφησε έναν αναστεναγμό και συνέχισε. -Με τον ίδιο τρόπο του φέρθηκαν οι άνθρωποι αυτοί ακόμα και τη μέρα του γάμου του με τη Μαρία την Κομνηνή. Και στο γάμο ατύχησε ο άμοιρος βασιλιάς. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Πρώτα τη Ρωσίδα πριγκίπισσα Άννα, την κόρη του μεγάλου δούκα της Μόσχας. Ύστερα τη Σοφία, την κόρη του μεγάλου μαρκισίου του Μομφεράτου και τέλος τη Μαρία την Κομνηνή, την κόρη του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας. Η άτυχη Μαρία πέθανε όταν ο αυτοκράτορας απουσίαζε στην Ιταλία και δεν βρέθηκε κοντά της τις τελευταίες της ώρες. Παρ’ ότι παντρεύτηκε τρεις φορές ο Ιωάννης δεν άφησε απογόνους. Γι’ αυτό και μετά το θάνατό του ανέβηκε στο θρόνο ο αδελφός του και σημερινός μας αυτοκράτορας Κωνσταντίνος. -Πες μας κάτι για το μεγάλο μας αυτοκράτορα, άρχοντά μου, πετάχτηκε κι είπε ένας άλλος ναύτης, που όρθιος στριφογύριζε στη φωτιά για να στεγνώσει τα μουσκεμένα ρούχα του, όσα του είχαν απομείνει στο κορμί. -Μια και δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να κάνουμε, τουλάχιστο προς το παρόν, ας πούμε κάτι για να περνά η ώρα, ώσπου να στεγνώσουν και τα ρούχα μας και να συνέλθουμε λίγο απ’ το κρύο. Αργότερα, αν δεν παρουσιαστεί κανείς απ’ τους κατοίκους της γύρω περιοχής για να ενδιαφερθεί για την τύχη μας, θα πρέπει να φροντίσουμε για τη διανυκτέρευσή μας εδώ και να σκεφτούμε για τη συνέχιση του ταξιδιού μας. Τώρα, ας περιμαζέψουμε ό,τι χρήσιμο απ’ τα συντρίμμια του καραβιού μας έβγαλε η θάλασσα στη στεριά και μαζεύοντας κι άλλα ξύλα ας ενισχύσουμε την τόσο απαραίτητη σ’ όλους μας φωτιά.

33


Όλοι έτρεξαν στην παραλία κι ο καθένας περιμάζευε ό,τι νόμιζε πως µπορούσε να τους χρειαστεί και τό ‘φερε δίπλα στη φωτιά. Γρήγορα χτενίστηκε όλη η γύρω ακτή και μικροσωροί από παλιοπράγματα και ξύλα γέμισαν το χώρο του προσωρινού καταυλισμού των ναυαγών. Η φωτιά, ενισχυμένη από μπόλικα ξύλα, ύψωνε τις φλόγες της ψηλά κι αναζωογονούσε τους μουσκεμένους ναυαγούς. Γρήγορα ξανακάθισαν όλοι γύρω της κι ο Φραντζής, χωρίς να ξεχάσει την υπόσχεσή του, άρχισε. -Ο σημερινός μας αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, είναι το όγδοο κατά σειρά παιδί απ’ τα δέκα παιδιά του αυτοκράτορα Μανουήλ. Γεννήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1404 και σε ηλικία σαράντα περίπου χρόνων έγινε άρχοντας του Δεσποτάτου του Μυστρά στην αρχαία Σπάρτη της Πελοποννήσου. Το αξίωμα του δεσπότου κράτησε για πέντε χρόνια, δηλαδή απ’ το 1443 μέχρι την ημέρα που έγινε αυτοκράτορας κι ήταν γνωστός με το όνομα Κωνσταντίνος Δραγάσης. Το όνομα Δραγάσης το πήρε απ’ το επίθετο της μητέρας του Ελένης Δραγάση. Όταν πέθανε ο αυτοκράτορας και αδελφός του Ιωάννης, ο Κωνσταντίνος, σαν ο μεγαλύτερος επιζών γιος του Μανουήλ κι ύστερα από εκλογή της Συγκλήτου της Κωνσταντινούπολης, στέφθηκε αυτοκράτορας στο Μυστρά στις 6 Ιανουαρίου 1449, την ημέρα των Θεοφανείων, σε ηλικία σαράντα πέντε χρόνων. Την απόφαση αυτή της βυζαντινής Συγκλήτου την ανακοίνωσαν στον Κωνσταντίνο δυο μεγάλοι άρχοντες, ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός κι ο Μανουήλ Ιάγρος ο Παλαιολόγος, ειδικά σταλμένοι απ’ την Κωνσταντινούπολη για το σκοπό αυτό στο Μυστρά. Στις 22 Μαρτίου του ίδιου χρόνου, έφθασε στη βασιλεύουσα με συνοδεία πολλών πλοίων ο νέος αυτοκράτορας, όπου άρχοντες και λαός τον υποδέχτηκαν θριαμβευτικά. Στις τελετές της στέψης και της υποδοχής ήμουν κι εγώ δίπλα του. Στο άκουσμα των τελευταίων αυτών λόγων του Φραντζή, ο νεαρός ναύτης αλλά και πολλοί άλλοι απ’ τους ναυαγούς έμειναν κατάπληκτοι, γιατί δεν νόμιζαν ότι ο άνθρωπος που τους μιλούσε, με τα σχισμένα και μουσκεμένα ρούχα και που καθόταν κι αυτός ξυπόλυτος μαζί τους γύρω στη φωτιά, ήταν ένας τόσο μεγάλος άρχοντας και τόσο στενός φίλος του αυτοκράτορα. Ο Φραντζής έκανε πως δεν κατάλαβε την κατάπληξη και την προσωρινή ταραχή των συναυαγών του και συνέχισε την κουβέντα. -Ο Κωνσταντίνος παντρεύτηκε σε ηλικία εικοσιτεσσάρων χρόνων, το 1428, τη Μαγδαληνή, κόρη του Λεονάρδου ΙΙ του Τόκκου, κόμητα της Ζακύνθου και της Κεφαλληνίας και δούκα της Λευκάδας. Οι γάμοι έγιναν στο στρατόπεδο των Πατρών. Η Μαγδαληνή ήταν καθολική, μα όταν παντρεύτηκε ασπάστηκε την ορθοδοξία και πήρε το όνομα Θεοδώρα. Το Νοέμβριο, όμως, του επόμενου έτους 1429 η Θεοδώρα πέθανε στην Αχαΐα. Το καλοκαίρι του 1441, ο Κωνσταντίνος, πιεζόμενος απ’ τον άτεκνο αδελφό του, τον τότε αυτοκράτορα Ιωάννη, ξαναπαντρεύτηκε. Τη φορά αυτή πήρε γυναίκα του την Αικατερίνη, την κόρη του ηγεμόνα της Λέσβου Δωρίνου Ι, του Γατελούζου. Τον Αύγουστο, όμως, του 1442 πέθανε και η Αικατερίνη στο Παλαιόκαστρο της Λήμνου από επιπλοκή εγκυμοσύνης, λόγω μεγάλου φόβου, γιατί επί ένα μήνα ήταν πολιορκημένη απ’ τους 34


Τούρκους μαζί με τον άνδρα της μέσα στο κάστρο εκείνο. Το συνοικέσιο με την Αικατερίνη είχα την τιμή να το κάνω εγώ στον αυτοκράτορα και τότε δεσπότη του Μυστρά . . . Λέγοντας τις τελευταίες αυτές φράσεις, ο Φραντζής έσκυψε το κεφάλι του προς τη φωτιά κι έκανε πως σκαλίζει τα ξύλα επίτηδες, για να μη δει την καινούρια ταραχή που ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των ναυτικών. Μετά, συνέχισε με τον ίδιο τόνο στη φωνή του. -Ο Κωνσταντίνος ανέλαβε τις τύχες της αυτοκρατορίας μας με το όνομα Κωνσταντίνος ο ενδέκατος (ΧΙ). Το έργο του ήταν και είναι βαρύ και δύσκολο, ιδίως όπως έχουν σήμερα τα πράγματα. Γι’ αυτό, πρέπει ο κάθε βυζαντινός άρχοντας ή απλός στρατιώτης ή άσημος πολίτης να προσπαθήσει να βοηθήσει όσο μπορεί τον αυτοκράτορά μας στις δύσκολες αυτές μέρες. Και πρώτα-πρώτα, ας τον βοηθήσουμε εμείς. -Εμείς! Πετάχτηκε, χωρίς να το καλοσκεφτεί και ρώτησε κάποιος γεροδεμένος ναυτικός. Και τι μπορούμε να κάνουμε εμείς μια ομάδα ναυαγών, που νηστικοί και άοπλοι βρισκόμαστε καραβοτσακισμένοι σε άγνωστο και ξένο τόπο; -Θα βοηθήσουμε τον αυτοκράτορά μας, είπε σταθερά ο Φραντζής, όταν όλοι μας προσπαθήσουμε να φθάσουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στην Τραπεζούντα. Ξαφνικά, ποδοβολητό αλόγων ακούστηκε να πλησιάζει προς το μέρος τους. Η ομήγυρη των ναυαγών σταμάτησε την κουβέντα κι όλοι πετάχτηκαν στους γύρω αμμόλοφους. Έστρεψαν τα μάτια τους προς το μέρος απ’ το οποίο ερχόταν ο θόρυβος και, εντείνοντας την ακοή τους, προσπάθησαν ν’ αντιληφθούν τι συμβαίνει, Δυο τμήματα καβαλαραίων στρατιωτών τους πλησίασαν από δυο διαφορετικά σημεία. Κρατούσαν όλοι τους γυμνά τα ξίφη στα χέρια τους και προχωρούσαν προς τους ναυαγούς με προφύλαξη. Ο Φραντζής ξεχώρισε απ’ την ομάδα των ναυαγών. Προχώρησε μερικά βήματα μπροστά απ’ τους συντρόφους του και με θάρρος απευθύνθηκε στον πρώτο καβαλάρη, που είχε ήδη πλησιάσει πολύ κοντά του και του είπε. -Στο όνομα του αυτοκράτορα της Βασιλεύουσας Κωνσταντίνου, όποιοι κι αν είσαστε γνωρίσατε στον ηγεμόνα σας, ότι, παρ’ ότι πέσαμε στον τόπο σας χωρίς να το θέλουμε, φθάσαμε εδώ σαν φίλοι και σαν φίλοι θέλουμε να φύγουμε. Αυτό που ζητούμε από σας τώρα είναι να μας οδηγήσετε στο μεγάλο σας άρχοντα. -Ο ένδοξος ηγεμόνας μας, είπε ο αξιωματικός του τμήματος των στρατιωτών, χωρίς να κατεβεί απ’ το άλογό του, μόλις έμαθε απ’ τους κατοίκους του κοντινού χωριού που είναι πίσω απ’ τους λόφους κι έδειξε με το χέρι του βορειοανατολικά, ότι κάπου εδώ ναυάγησε ένα βυζαντινό καράβι, διέταξε να τρέξουμε αμέσως στον τόπο του ναυαγίου και να βοηθήσουμε τους ναυαγούς σ’ ό,τι μας είναι δυνατόν. Αν είσαστε άρχοντες ή φτωχοί, αυτό δεν έχει σημασία για μας. Ποιοι είσαστε, πού πάτε και τι θέλετε, θα το πείτε στον ηγεμόνα μας όταν βρεθείτε μπροστά του. Τώρα, ανεβείτε στα ελεύθερα άλογα που έχουμε μαζί μας ή πίσω απ’ τους στρατιώτες και μη χάνουμε καιρό. Η νύχτα δεν είναι μακριά. 35


Τα άλογα καλπάζοντας απομακρύνθηκαν απ’ την παραλία, αφήνοντας πίσω τους τον τόπο του ναυαγίου. Ο καπνός της φωτιάς, που πριν από λίγο ζέσταινε τους μουσκεμένους ναυαγούς, όλο και γίνονταν πιο αδύνατος καθώς σιγόσβηναν και οι τελευταίες φλογίτσες των ξύλων. Γρήγορα έφτασαν στην Αμισό και, με τη βοήθεια που τους παρέσχε ο εκεί άρχοντας, σαν έμαθε ότι ήταν απεσταλμένοι του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, ξαναετοιμάστηκαν και με το πρώτο καράβι έφυγαν για την Τραπεζούντα. Ο καιρός ήταν ήσυχος και η θάλασσα ήρεμη και απαλή. Ο αέρας φούσκωνε τα πανιά και η Αμισός δεν άργησε να χαθεί πίσω στο βάθος του ορίζοντα. Το πλοίο, καμαρωτό και με βιασύνη, έσχιζε τα νερά της Μαύρης Θάλασσας και προσπαθούσε να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στον προορισμό του. Καθισμένοι σε μια απ’ τις μεγάλες καμπίνες του πλοίου οι αντιπρόσωποι του Κωνσταντίνου είχαν στη μέση το Φραντζή και συζητούσαν για διάφορα θέματα και ιδίως για τις δυσκολίες που συναντούσε και που επρόκειτο να συναντήσει η αυτοκρατορία. Όλοι ήταν καλοντυμένοι, με καθαρά και επιβλητικά ρούχα και φανταχτερά στολίδια και διακριτικά στο λαιμό και στις ζώνες τους και σχεδόν είχαν ξεχάσει την τρομερή περιπέτεια του ναυαγίου. Όλοι τους είχαν ξαναβρεί τον εαυτό τους και συζητούσαν με κέφι και διάθεση. -Ο αυτοκράτορας, είπε για μια στιγμή ο Φραντζής, κάνει ό,τι μπορεί και προσπαθεί πάρα πολύ να αναζωογονήσει και να βελτιώσει τις σχέσεις του Βυζαντίου με τη Δύση. Λίγες μέρες πριν να φύγουμε εμείς απ’ την Κωνσταντινούπολη, ξανάστειλε πρέσβεις στον πάπα και στους άλλους ηγεμόνες της Δύσης για να εκθέσουν τις καλές προς αυτούς προθέσεις του και ταυτόχρονα να προετοιμάσουν το έδαφος για την αποστολή βοήθειας της Δύσης προς την Κωνσταντινούπολη. Την ανάγκη μιας σοβαρής βοήθειας από μέρους των Δυτικών χριστιανών την βλέπει σίγουρη ο Κωνσταντίνος. Και μεις όλοι μας αναγνωρίζουμε μια τέτοια ανάγκη, λόγω της πολύ επικίνδυνα αυξανόμενης τουρκικής απειλής. Αλίμονο, αν ανεβεί στον οθωμανικό θρόνο ο νεαρός διάδοχος Μωάμεθ. Το έχει πει καθαρά, ότι, σαν πρώτο και μοναδικό θέλημα της βασιλείας του, θα βάλει την εκπόρθηση της άγιας πόλης μας. Και, χαμηλώνοντας κάπως τη φωνή του, πρόσθεσε. -Μας ειδοποίησε σχετικά για τις έντονες φιλοπόλεμες διαθέσεις του και τους βάρβαρους σκοπούς του υψηλότατα ιστάμενος πασάς στην Αδριανούπολη. Ο πασάς αυτός μας διαβεβαίωσε, ότι θα κάνει το παν, ώστε να απομακρυνθεί ο ατίθασος πρίγκιπας απ’ την Αδριανούπολη και να ματαιωθούν τα σχέδιά του. -Καλά και η Δύση τι κάνει; Δεν ενδιαφέρεται για την Ανατολή; Ο πάπας δεν συγκινείται για τους εδώ χριστιανούς; Ρώτησε ένας απ’ τον κύκλο του Φραντζή. -Ο πάπας, απάντησε ο Φραντζής, δέχεται ευχαρίστως να σταλεί βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη, μόνο υπό τον όρο, όμως, ότι ο αυτοκράτορας και ο ορθόδοξος κλήρος της Ανατολής θα αναγνωρίσουν επίσημα την υπεροχή του και θα μνημονεύουν το όνομά του στις

36


εκκλησίες, πριν απ’ το όνομα του πατριάρχη. Επιπλέον, ζητά να ανακληθεί απ’ τη Ρώμη και να ξανατοποθετηθεί στον οικουμενικό θρόνο ο δυτικόφιλος πατριάρχης Γρηγόριος και να εφαρμοστούν πιστά απ’ την Κωνσταντινούπολη όλοι οι όροι της απόφασης του συνεδρίου της Φλωρεντίας. Ας μην ξεχνάμε, ότι πάπας σήμερα είναι ο Νικόλαος ο Ε’, πρόσθεσε επιγραμματικά ο Φραντζής και συνέχισε. Βέβαια, ο αυτοκράτορας προσπαθεί με κάθε τρόπο, να δείξει στους ανθενωτικούς τη μεγάλη ανάγκη η οποία επιβάλλει από κάθε πλευρά την υποχώρηση αυτή από μέρους μας. -Παίρνει, όμως, από λόγια το αρρωστημένο κεφάλι του Γεννάδιου; Είπε κάποιος διακόπτοντας. Κοίταξε τους άλλους βιαστικά και συνέχισε. Και να σκεφτεί κανείς, ότι ο άνθρωπος αυτός συνόδεψε τον αυτοκράτορα Ιωάννη στη Φερράρα και στη Φλωρεντία κι ότι τότε ήταν υπέρ της ένωσης και ότι υπόγραψε με το ίδιο του το χέρι τη σχετική διακήρυξη του συνεδρίου! Τώρα είναι φανατικός ανθενωτικός και μεγάλος πονοκέφαλος2. -Είναι, όμως, σωστό να εξαρτάται το μέλλον της χιλιόχρονης Κωνσταντινούπολης κι ολόκληρης της αυτοκρατορίας από έναν θρησκόληπτο κι αμφίβολο καλόγερο και μερικούς ακόμα ομοίους του; Ρώτησε κάποιος άλλος. -Να, κάτι τέτοιοι σαν το Γεννάδιο, το Λουκά Νοταρά, το μητροπολίτη της Εφέσου Μάρκο, το μοναχό Νεόφυτο Ρόδιο, θα θάψουν την πόλη σίγουρα, πρόσθεσε ένας τρίτος. Έγινε κάποια σιωπή και κάποιος, σα να ήθελε να διατυπώσει κάποιο συμπέρασμα, είπε. -Οι δυο άσπονδοι εχθροί, οι δυο μεγάλοι κήρυκες της καθολικής και της ορθόδοξης αγάπης, ο πάπας απ’ τη μια μεριά και ο Γεννάδιος απ’ την άλλη, είναι όπως φαίνεται οι καλύτεροι σύμμαχοι των Οθωμανών. Βέβαια κι οι άλλοι ηγεμόνες της Δύσης δεν πέφτουν παρακάτω, γιατί κι αυτοί λίγο-πολύ συμφωνούν με τις απόψεις του πάπα. Άλλωστε, ο πάπας με τους καρδινάλιούς του και το φανατισμένο καθολικό κλήρο κυβερνούν σήμερα τη Δύση. -Η Βενετία, είπε ο Φραντζής ξαναμπαίνοντας στη συζήτηση, έχει και άλλους λόγους για να είναι δυσαρεστημένη με την Ανατολή. Και τούτο, γιατί, όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος χήρεψε για δεύτερη φορά το 1442, ύστερ’ απ’ το θάνατο της Ιταλίδας συζύγου του Αικατερίνης, αρνήθηκε την πρόταση της Βενετίας και δεν δέχτηκε να παντρευτεί την κόρη του Βενετού δόγη Φόσκαρη. Και τούτο, γιατί αρνιόταν επίμονα η αυλή, η οποία χαρακτήρισε το συνοικέσιο αυτό ‘’ως ανοίκειον και ανάρμοστον’’. Την άρνηση αυτή και τους χαρακτηρισμούς της αυλής η Βενετία τους θεώρησε προσβολή και περιφρόνηση κι από τότε είναι δυσαρεστημένη μαζί μας. Τώρα, ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να παντρευτεί και προσπαθούμε όλοι μας, έχοντας υπόψη και το μεγάλο κίνδυνο των 2

Φραντζή Γ. ‘’Το Χρονικό της Άλωσης ’’. Μετάφραση Βασ. Πελασγίτη ‘’Πάπυρος’’. Αθήναι 1971.

37


Τούρκων, να του βρούμε, μαζί µε μια καινούρια κι όμορφη νύφη και νέους και δυνατούς συμμάχους. -Το τερπνόν μετά του ωφελίμου δηλαδή, πρόσθεσε κάποιος χαριτολογώντας. -Μάλιστα, έτσι είναι, συνέχισε ο Φραντζής. Μετά το θάνατο της Αικατερίνης, έγιναν πολλές κι ατέλειωτες διαπραγματεύσεις για να ξαναπαντρευτεί ο Κωνσταντίνος. Σαν υποψήφιες νύφες αναφέρονταν, εκτός απ’ την κόρη του Βενετού δόγη και η Ισαβέλλα, η αδελφή του ηγεμόνα του Τάραντα Ορσίνη, η κόρη του αντιβασιλιά της Πορτογαλίας Πέτρου, η κόρη του μεγάλου δούκα κι αρχιναύαρχού μας Νουκά Νοταρά . . . Στο άκουσμα του τελευταίου ονόματος κάποιος ασυγκράτητος φώναξε. -Μα, αυτός είναι οπαδός του Γεννάδιου. Κι ένας άλλος πρόσθεσε ειρωνικά. -Για φαντάσου, μέγας δούκας κι αρχιναύαρχος, ακόλουθος ενός καλόγερου!! Η παρεμβολή αυτή δεν χάλασε τον ειρμό της συζήτησης κι ο Φραντζής συνέχισε. -Η κόρη του βασιλιά της Ιβηρίας στον Καύκασο, που πιθανόν να πάμε να βολιδοσκοπήσουμε τον πατέρα της και την ίδια, είναι μια από τις υποψήφιες, καθώς και η Αικατερίνη, η κόρη του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Ιωάννη του IV του Κομνηνού, στον οποίο πηγαίνουμε τώρα και πολλές άλλες, οι οποίες σχεδόν απορρίφτηκαν απ’ την αρχή. Εμείς πρέπει να δώσουμε πιο μεγάλη προσοχή στην εξεύρεση πιστού και δυνατού συμμάχου παρά όμορφης και νεαρής νύφης για τον αυτοκράτορά μας, τόνισε ο Φραντζής. Γυναίκες βρίσκονται πολλές. Πιστοί και υπολογίσιμοι σύμμαχοι είναι δυσεύρετοι και ιδιαίτερα σε δύσκολες εποχές. -Σωστά, είπε κάποιος. Τι διαφορά κάνει, αν τη νέα μας αυτοκράτειρα τη λένε Αικατερίνη ή Θεοδώρα ή Μαρία ή κάτι άλλο; -Δίκαιο, διέκοψε µ’ ευθυμία κάποιος άλλος. ‘’Λύχνου σβησθέντος πάσα γυνή ομοία’’, έτσι δεν έλεγαν και οι σοφοί πρόγονοι; Όλοι γέλασαν με το πνεύμα του αρχαίου ρητού και με τα γέλια και τα σχόλιά τους έδωσαν διαφορετικό τόνο στη συζήτηση, η οποία δεν κράτησε και πολύ, γιατί η ώρα είχε περάσει και όλοι αποφάσισαν να πάνε για ύπνο. Την άλλη μέρα ο αντιπρόσωπος του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Κωνσταντίνου παρουσιάζονταν μπροστά στον αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Ιωάννη Κομνηνό. -Γαληνότατε αυτοκράτορα, είπε υποκλινόμενος με σεβασμό ο υψηλός απεσταλμένος. Ονομάζομαι Γεώργιος Φραντζής και βρίσκομαι εδώ σαν αντιπρόσωπος του μεγάλου κυρίου μου και αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Σας φέρνω τους χαιρετισμούς και τις ευχές του αυτοκράτορα της αγίας πόλης και θεωρώ τιμή μου, που μου δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιαστώ και να προσκυνήσω τη μεγαλειότητά σας. Η αποστολή μου εδώ αφορά και τους δύο μεγάλους αυτοκρατορικούς οίκους, της Τραπεζούντας και της

38


Κωνσταντινούπολης και ο υψηλός σκοπός της, αν με τη βοήθεια του Θεού πραγματοποιηθεί, θα ενώσει ακόμη στερεότερα τους δυο ένδοξους θρόνους και θα ωφελήσει τα μέγιστα τις δυο μεγάλες χριστιανικές αυτοκρατορίες. Για πολλή ώρα μίλησε ο αυτοκράτορας Ιωάννης με τον απεσταλμένο απ’ την Κωνσταντινούπολη και, αφού πήρε τα γράμματα που τού ‘στειλε ο Κωνσταντίνος, είπε στο συνομιλητή του. -Έμαθα για τις ατυχίες του πλοίου σας και τις μεγάλες ταλαιπωρίες που είχατε στο ταξίδι. Νομίζω ότι θα είναι προτιμότερο να σας αφήσω προς το παρόν για να ξεκουραστείτε. Αύριο τα ξαναλέμε. Ο Φραντζής χαιρέτησε κι έφυγε. Μόλις έκλεισε πίσω του την πόρτα ο πρεσβευτής του Κωνσταντίνου, ο Ιωάννης κάλεσε έναν αυλικό του και τον διέταξε να ειδοποιήσει έναν απ’ τους μεγάλους του λογοθέτες, νά ‘ρθει αμέσως στο παλάτι. Ο αυλικός έφυγε και γρήγορα ξαναγύρισε συνοδεύοντας έναν καλοντυμένο άρχοντα με ψαρά μαλλιά. Ο άρχοντας, κρατώντας ένα μάτσο χαρτιά στα χέρια του, μπήκε στη βασιλική αίθουσα και χαιρέτησε με σεβασμό τον Ιωάννη. -Κάθισε, του είπε ο αυτοκράτορας. Ξέρεις, συνέχισε, έχουμε εδώ έναν απεσταλμένο απ’ την Κωνσταντινούπολη. Ονομάζεται Γεώργιος Φραντζής. Κάτι έχω ακούσει γι’ αυτόν. Άκουσα ότι είναι στενός και έμπιστος φίλος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, ένας απ’ τους πιο διαλεγμένους πρεσβευτές του και πολύ έξυπνος . . . Ναι, μου φαίνεται πολύ έξυπνος . . . Για πες μου, ξέρεις τίποτα περισσότερο γι’ αυτόν; Κι έκανε νόημα στο λογοθέτη του να καθίσει. Ο γέρος άρχοντας κάθισε. Ακούμπησε τα χαρτιά μπροστά του πάνω σ’ ένα τραπέζι κι άρχισε να λέει, ξεφυλλίζοντάς τα κάπου-κάπου. -Πληροφορήθηκα κι εγώ την άφιξη του απεσταλμένου Φραντζή και από χθες προσπαθώ να συγκεντρώσω περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτόν. Απ’ ό,τι γνωρίζω, συνέχισε ο άρχοντας κι έδειξε προς τα χαρτιά που βρίσκονταν μπροστά του πάνω στο τραπέζι, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1401. Ο πατέρας του κατάγονταν απ’ τη Λήμνο και υπηρετούσε στην αυτοκρατορική οικογένεια στην Κωνσταντινούπολη. Από μικρός ο Γεώργιος έδειξε τη μεγάλη του εξυπνάδα, γι’ αυτό κι από νεαρή ακόμη ηλικία προσελήφθη στο παλάτι απ’ τον αυτοκράτορα Μανουήλ τον ΙΙ. Είναι συνομήλικος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου κι από μικρός συνδέθηκε με μεγάλη φιλία μαζί του. Μαζί οι δυο νέοι σπούδασαν και ανατράφηκαν με τους ίδιους δασκάλους. Το 1425 ακολούθησε τον Κωνσταντίνο στην Πελοπόννησο, όταν ο αφέντης του έγινε δεσπότης του Μυστρά και ξαναγύρισε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη το 1448, όταν ο Κωνσταντίνος έγινε αυτοκράτορας. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες δίπλα στο φίλο του και τότε δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνο Δραγάση. Αιχμαλωτίστηκε δυο φορές. Μια στη μάχη της Λευκάδας και μια στην πολιορκία των Πατρών. Ο φίλος του, όμως, Κωνσταντίνος τον εξαγόρασε κι έτσι απέκτησε και πάλι την ελευθερία του και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ’ αυτόν. Αντιπροσώπευσε τον Κωνσταντίνο σε πολλές αποστολές και κατά καιρούς στις διοικήσεις της Σηλυβρίας (1443-44) και

39


του Μυστρά (1446) . . . Ο γερο-άρχοντας ανακάτεψε λίγο τα χαρτιά του, σαν κάτι νά ‘ψαχνε να βρει και συνέχισε. -Αυτός στάλθηκε στην Αδριανούπολη απ’ τη βασιλομήτορα Ελένη Δραγάση, για να αναγγείλει στο σουλτάνο Μουράτ το ΙΙ την ανακήρυξη του δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνου Δραγάση σε αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, τον Ιανουάριο ή το Φεβρουάριο του 1449. Με τη μεσολάβηση του Φραντζή και τα πλούσια δώρα του νέου αυτοκράτορα, εξομαλύνθηκαν κι αποκαταστάθηκαν και πάλι οι σχέσεις του Κωνσταντίνου και του Μουράτ. Με τη δική του, επίσης, μεσολάβηση αποσοβήθηκε μεγάλη ρήξη ανάμεσα στους αδελφούς του αυτοκράτορα και δεσπότες της Πελοποννήσου Δημήτριο και Θωμά . . . Ο γερο-λογοθέτης συνέχισε για αρκετή ώρα να μιλά για τη ζωή και τα έργα του βυζαντινού απεσταλμένου. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης όλο και περισσότερο θαύμαζε το ήθος και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του Φραντζή, την πιστή υπακοή του στον Κωνσταντίνο και την απόλυτη αφοσίωσή του στο καθήκον του κι όλο και περισσότερο καλοτύχιζε τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης για τον ανεκτίμητο φίλο του και το σπουδαίο συνεργάτη που είχε. Παρ’ όλες τις προσπάθειες του Φραντζή, να πείσει τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΙV τον Κομνηνό να συγκατατεθεί και να συναφθεί το περιλάλητο συνοικέσιο, δεν τα κατάφερε. Ο Ιωάννης όλο και κάτι καινούριο σκεφτόταν. Έτσι, ο καιρός περνούσε και η υπόθεση δεν κατέληγε σε κανένα αποτέλεσμα. Είχαν περάσει δεκαοκτώ μήνες αναμονής και αγωνίας για το Φραντζή με τις διάφορες μικροϊδιοτροπίες και αναβολές του αυτοκράτορα. Μια μέρα, απ’ τις πρώτες εβδομάδες του Μαρτίου του 1451, ο Φραντζής ζήτησε να δει τον αυτοκράτορα, αποφασισμένος αυτή τη φορά να φέρει τα πράγματα έτσι, ώστε να πάρει μια συγκεκριμένη και τελική απάντηση απ’ τον πατέρα της Αικατερίνης. Ο αυτοκράτορας δέχτηκε να συναντήσει το Φραντζή και μάλιστα είπε στους απεσταλμένους του να του πουν να έλθει αμέσως στο παλάτι. Μόλις έμαθε τις διαθέσεις αυτές του αυτοκράτορα ο Φραντζής, συγκρατημένος όπως ήταν σε κάθε περίπτωση, δεν ήξερε τι να υποθέσει και αμφιταλαντευόταν, μη ξέροντας αν έπρεπε να χαρεί ή να στενοχωρεθεί με την απροσδόκητη αυτή στάση του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας. Πήγε βιαστικός στο παλάτι. Εκεί, οι άνθρωποι του Ιωάννη τον οδήγησαν αμέσως στη συνηθισμένη αίθουσα όπου είχε τις συναντήσεις του κάθε τόσο με τον αυτοκράτορα και τον άφησαν να περιμένει. Στο μυαλό του στριφογύριζαν χίλιες δυο σκέψεις. Ύστερ’ από λίγα λεπτά παρουσιάστηκε ο αυτοκράτορας. Η όψη του έδειχνε έντονη ευδιαθεσία και στο βλέμμα του διακρίνονταν ασυγκράτητη ευθυμία και χαρά. Το γελαστό αυτό ύφος του αυτοκράτορα αύξησε περισσότερο την αμηχανία του Φραντζή, ο οποίος γνώριζε τον Ιωάννη σαν άνθρωπο περισσότερο αινιγματικό και συγκρατημένο και λιγότερο διαχυτικό και

40


ευδιάθετο. Χαιρέτισε τον αυτοκράτορα και, ύστερ’ από υπόδειξή του, κάθισαν στις συνηθισμένες τους θέσεις στο μεγάλο τραπέζι της αίθουσας. -Μεγαλειότατε, είπε ο Φραντζής με σεβασμό, ζήτησα να με δεχθείτε σήμερα, γιατί λείπω πολλούς μήνες απ’ την Κωνσταντινούπολη και νομίζω . . . -Εγώ ζήτησα να σε δω, του είπε διακόπτοντάς τον ο αυτοκράτορας, γι’ αυτό επίτρεψέ μου να σου μιλήσω πρώτος. Έχω να σου ανακοινώσω σπουδαία και ευχάριστα νέα. Τι δώρο, όμως, θα μου δώσεις για τα καλά νέα που θα σου πω; -Πλούσια δώρα δεν έχω, απάντησε ο Φραντζής. Δυστυχώς, δεν έχω κανένα υλικό δώρο που να ταιριάζει στο μεγάλο όνομά σου και στον ένδοξο θρόνο σου. Κι αμέσως σηκώθηκε όρθιος και, υποκλινόμενος βαθιά μπροστά του, πρόσθεσε. -Ο Θεός να χαρίζει άπειρες ημέρες στην άγια βασιλεία σου, που πάντοτε τόσο μας ευεργετεί. Και θα ευεργετήσει τώρα και μένα τον ταπεινό αφάνταστα, αν μου πει το συντομότερο τα ευχάριστα νέα. -Πραγματικά, αγαπητέ μου φίλε, είπε ο Ιωάννης, τα νέα μου είναι συνταρακτικά μεν αλλά πολύ ευχάριστα. -Πολύ καιρό περιμένω για ευχάριστα νέα, είπε ο Φραντζής κι ανυπομονώ να ακούσω. -Σήμερα το πρωί, νωρίς, κατά τα ξημερώματα, είπε με χαμόγελο ο Ιωάννης, άνθρωποί μου απ’ τη Θράκη μου φέραν την είδηση, ότι πριν λίγες μέρες ο φοβερός διώκτης των χριστιανών και ο τρόμος των Βυζαντινών στρατιωτών, ο βάρβαρος εξουσιαστής και μονάρχης της οθωμανικής αυτοκρατορίας Μουράτ ο ΙΙ πέθανε. -Πέθανε; Φώναξε ξαφνιασμένος ο Φραντζής. -Ναι, πέθανε, επανέλαβε ο Ιωάννης, από αποπληξία σε ώρα γλεντιού. Η χριστιανή χήρα του Μαρία Βράκοβιτς, μετά το θάνατό του, ξαναγύρισε στον πατέρα της στη Σερβία. -Πότε πέθανε; Ξαναρώτησε ο Φραντζής, χωρίς καμιά εκδήλωση χαράς ή λύπης. -Στις 3 Φεβρουαρίου, είπε ο αυτοκράτορας με μια έκδηλη έκφραση χαράς. Ο Φραντζής έμεινε σιωπηλός για λίγο. Τώρα κατάλαβε πού οφείλονταν το χαμόγελο και η ευδιαθεσία του Ιωάννη. Τη στιγμιαία αυτή σιωπή του πρόσεξε ο αυτοκράτορας και συνέχισε γελώντας. -Έφυγε απ’ το κεφάλι μας ένας άσπονδος εχθρός. Εξέλειπε πλέον ένας βάρβαρος μαχητής του Ισλάμ. Οι χριστιανοί απ’ τον Καύκασο και την άλλη άκρη του Αίμου κι απ’ τη Μαύρη Θάλασσα ως τη Μεσόγειο θα αναπνεύσουν με ανακούφιση και θα ησυχάσουν. Όλοι οι χριστιανοί σ’ Ανατολή και Δύση, χωρίς καμιά εξαίρεση, θα χαρούν μαθαίνοντας το θάνατο του άγριου και αιμοβόρου σουλτάνου. -Όχι όλοι οι χριστιανοί σε απόλυτη κυριολεξία. Υπάρχει τουλάχιστον μια εξαίρεση, γαληνότατε άρχοντά μου, είπε ο Φραντζής με ήρεμη φωνή και με ύφος απαθές, που έδειχνε ότι οι σκέψεις του την ώρα εκείνη

41


βρίσκονταν κάπου μακριά και προσπαθούσαν να σταθμίσουν ορισμένα, ίσως άγνωστα στον αυτοκράτορα, γεγονότα. -Εξαίρεση; Φώναξε με κατάπληξη ο Ιωάννης. Και ποιος είναι αυτός ο χριστιανός, ο σκλάβος, ο καταδικασμένος, που δε θα χαρεί όταν μάθει ότι απαλλάχτηκε απ’ τον τύραννό του; Ποια είναι αυτή η εξαίρεση; Ξαναρώτησε με έντονο ύφος, σα να υπογράμμιζε την ερώτησή του, για να του δοθεί αμέσως η απάντηση. -Εγώ, απάντησε μονολεκτικά ο Φραντζής. Και, πριν προλάβει να συνέλθει απ’ την απροσδόκητη αυτή απάντηση ο αυτοκράτορας, συνέχισε. Μεγαλειότατε, εσείς γνωρίσατε το Μουράτ το ΙΙ πολύ καλά στα χρόνια σας και είδατε και ζήσατε όλη του τη θηριωδία. Κι εγώ, όμως, δεν τον γνώρισα λιγότερο. Πιστεύω απόλυτα, ότι ο κόσμος απαλλάχτηκε από έναν πραγματικά βάρβαρο και τραχύ εξουσιαστή και συμμερίζομαι στο ακέραιο τη δικαιολογημένη χαρά σας, για το γεγονός αυτό. Ξέρω, όμως, πολύ καλά τον απότομο, ατίθασο και σκληρό χαρακτήρα του διαδόχου του και τώρα ίσως νέου σουλτάνου Μωάμεθ. Ξέρω ποιες είναι οι προθέσεις του, ποιοι είναι οι σκοποί του και τι σχέδια και όνειρα έχει στο μυαλό του ο καινούριος αφέντης της Ανατολής και γι’ αυτό ακριβώς λυπάμαι που πέθανε ο Μουράτ. Δεν πιστεύετε ότι πάντοτε ισχύει το ρητό ‘’μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον’’; Ρώτησε ο Φραντζής. Ο αυτοκράτορας έμεινε σκεπτικός για λίγο κι ύστερα είπε. -Το γεγονός ότι η χήρα του πατέρα του η Μαρία είναι χριστιανή και συγγενής του Βράκοβιτς και δική μου, δεν νομίζεις ότι θα τον συγκρατήσει από τυχόν τολμηρά του σχέδια εναντίον της Κωνσταντινούπολης; -Μακάρι να με βγάλει ψεύτη ο Θεός αλλά δεν το νομίζω. Πιστεύω ότι η Μαρία θα προσπαθήσει να τον νουθετήσει και να τον συγκρατήσει αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έμειναν και οι δυο σιωπηλοί και για μια στιγμή τα μάτια του Φραντζή άστραψαν ξαφνικά και στο πρόσωπό του παρουσιάστηκε κάποια ταραχή. Έσκυψε το κεφάλι λίγο χαμηλότερα για να μην γίνει αντιληπτός απ’ τον αυτοκράτορα, συγκρατήθηκε και ηρέμησε γρήγορα απ’ την πρώτη ταραχή και είπε στον αυτοκράτορα. -Πώς, άραγε, να εκτιμούν την κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη ύστερ’ απ’ τις τελευταίες εξελίξεις; Νομίζω ότι θα πρέπει να στείλω έναδυο απ’ τους ανθρώπους μου, για να μάθουν τι γίνεται εκεί και να μας φέρουν νεότερα απ’ τον αυτοκράτορα. -Πολύ σωστά σκέφτηκες, είπε ο Ιωάννης. Θα δώσω εντολή να φύγει πλοίο αμέσως και να παρασχεθεί στους ανθρώπους σου κάθε ευκολία. Ετοίμασέ τους γρήγορα. Φεύγοντας απ’ το παλάτι του βασιλιά ο Φραντζής, κάλεσε τους ακολούθους του και τους ανακοίνωσε τα συμβάντα. Πρόσταξε δυο-τρεις να ετοιμαστούν για να επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη κι αυτός κάθισε κι έγραψε διάφορες επιστολές, εξηγώντας στον Κωνσταντίνο και σ’ άλλους άρχοντες της πόλης την πορεία του συνοικεσίου με την Αικατερίνη Κομνηνού και τις διαθέσεις του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας πάνω στο θέμα αυτό. Επίσης, ετοίμασε κι ένα μακροσκελές

42


γράμμα για τον Κωνσταντίνο κι έδωσε εντολή στους απεσταλμένους του, το γράμμα αυτό φθάνοντας στην Κωνσταντινούπολη να παραδοθεί αμέσως και προσωπικά στον αυτοκράτορα και μόνο σ’ αυτόν. Αφού ετοίμασε όλα τα γράμματα και τα σφράγισε προσεχτικά ο ίδιος, κάλεσε τους ανθρώπους του που ετοιμάζονταν για το ταξίδι και συνομίλησε μαζί τους ως αργά μετά τα μεσάνυχτα, δίνοντάς τους διάφορες οδηγίες και εντολές.

43


2. ΠΡΟΞΕΝΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΕΡΒΙΑ Στις 28 Μαΐου 1451, ένα καράβι έφτασε στην Κωνσταντινούπολη απ’ την Τραπεζούντα. Δυο-τρεις άνθρωποι βγήκαν βιαστικά στη στεριά, μόλις το καράβι πλεύρισε κι έριξε την άγκυρά του στο λιμάνι. Κάλεσαν τον πρώτο αμαξά και του έδωσαν εντολή να τους πάει στα ανάκτορα των Βλαχερνών. Ο αυτοκράτορας τη μέρα εκείνη ήταν στο κυνήγι. Κυνηγούσε αγριογούρουνα έξω απ’ την Κωνσταντινούπολη μαζί με μια μεγάλη ομάδα αρχόντων. Ένας καβαλάρης έφυγε βιαστικός απ’ τα ανάκτορα και με καλπασμό έφτασε στον τόπο του κυνηγιού. -Μεγαλειότατε, είπε ο αγγελιοφόρος. Στο παλάτι ήρθαν απεσταλμένοι απ’ τον άρχοντα Φραντζή. Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του ο αγγελιοφόρος, ο Κωνσταντίνος σπιρούνισε το άλογό του και έφυγε καλπάζοντας για το παλάτι. Σε λίγο, οι απεσταλμένοι απ’ την Τραπεζούντα παρουσιάστηκαν στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και του παρέδωσαν τις επιστολές του Φραντζή. Του εξήγησαν τα πάντα, όπως τους είχε πει ο αρχηγός τους πριν ξεκινήσουν απ’ την Τραπεζούντα κι έφυγαν, αφήνοντας τον αυτοκράτορα να διαβάσει τις επιστολές του πιστού του φίλου ήσυχος. Άνοιξε πρώτα τη σφραγισμένη προσωπική του επιστολή ο Κωνσταντίνος κι άρχισε να διαβάζει. Ένα τμήμα της επιστολής το διάβασε και το ξαναδιάβασε αρκετές φορές. ‘’Με το θάνατο του τρομερού Μουράτ, έγραφε ο Φραντζής, η Μαρία η χήρα του γύρισε πίσω στους δικούς της στη Σερβία. Αυτό δείχνει, ότι η εμίρησσα ποτέ δεν ασπάστηκε τον Ισλαμισμό και ουδέποτε ξέχασε τη θρησκεία της, την πατρίδα και τους δικούς της. Τους δικούς της! Δικούς της δεν θεώρησε ποτέ τους συγγενείς και την αυλή του Μουράτ, αλλά τους Βράκοβιτς και τη χριστιανική αυλή της Σερβίας και σε συνέχεια τους Κομνηνούς και τους Παλαιολόγους, απ’ τους οποίους λίγο ή πολύ κρατάει το αίμα της. Γαληνότατε αυτοκράτορα. Γνωρίζω ότι η χήρα του Μουράτ έχει περάσει τα πενήντα. Εκτός αυτού, υπάρχουν και άλλοι λόγοι, οι οποίοι, το αναγνωρίζω, δεν συνηγορούν να γίνει το συνοικέσιο αυτό . . . Και ο Κωνσταντίνος διάβασε και ξαναδιάβασε τους λόγους αυτούς και σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν τις λογικές εξηγήσεις που έδινε ο Φραντζής. Είναι, όμως, πολλοί οι λόγοι που συνηγορούν και επιβάλλουν, να μη δοθεί μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες αυτές και φανερώνουν καθαρά ότι ο γάμος αυτός, εάν κατορθωθεί, θα είναι ο καλύτερος από κάθε άλλον. Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, η νύφη απ’ τη Σερβία θα είναι πολύ προτιμότερη από κάθε άλλη υποψήφια, ακόμα κι απ’ αυτή της Τραπεζούντας ή της Ιβηρίας. Ισχυρίζομαι και επιμένω σ’ αυτό το συνοικέσιο και συνιστώ, όπως με κάθε τρόπο πραγματοποιηθεί, γιατί, ύστερα από έναν τέτοιο γάμο, τα εξωτερικά πράγματα της αυτοκρατορίας μας θα πάρουν άλλη τροπή και θα αλλάξουν ριζικά και 44


προς το καλύτερο. Ο ηγεμόνας της Σερβίας, ο υπολογίσιμος Γεώργιος Βράκοβιτς, αν συνδεθεί με τέτοια συγγένεια μαζί σου, θα γίνει ο πιστότερος και ο ισχυρότερος σύμμαχός σου. Ταυτόχρονα, η σύνδεση αυτή θα τονώσει αφάνταστα τους Ούγγρους και τους άλλους χριστιανικούς λαούς και θα τους φέρει πολύ κοντά σου. Το πλησίασμα αυτό των χριστιανικών λαών του Αίμου και η συσπείρωσή τους γύρω απ’ τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, θα κάνει τους Οθωμανούς να ξανασκεφτούν και να αναθεωρήσουν, πιθανώς ριζικά, τα σχέδιά τους και τη στάση τους απέναντί μας. Επιπλέον και ο νέος σουλτάνος των Οθωμανών, ο νεαρός Μωάμεθ, σεβόμενος τη χήρα του πατέρα του, θα συγκρατηθεί και δε θα βαδίσει όπως διατυμπανίζει και φοβερίζει κατά της Κωνσταντινούπολης. Είμαι σίγουρος πως, όταν καλοσκεφτείς τα πράγματα και αναλογιστείς, όπως πάντοτε κάνεις, τα μεγάλα συμφέροντα της βασιλεύουσας, θα συμφωνήσεις αναντίρρητα μαζί μου. Έχε δε υπόψη σου ότι, εκτός του ότι η Μαρία είναι ορθόδοξη και επομένως ευχαρίστως θα γίνει δεκτή στην Κωνσταντινούπολη, ένα μεγάλο μέρος των Σέρβων είναι καθολικοί ή συμπαθείς προς τον πάπα. Αυτό ίσως να αλλάξει τις διαθέσεις των καθολικών και της Δύσης προς την Ανατολή, όταν ο Βράκοβιτς και οι Σέρβοι ταχθούν ανοιχτά και επίσημα στο πλευρό σου. Άλλωστε και μόνη η συνένωση όλων των ορθοδόξων κάτω απ’ το σκήπτρο σου, θα νουθετήσει τον πάπα και θα τον κάνει οπωσδήποτε να ξανασκεφτεί . . .’’. Το σημείο αυτό της επιστολής του Φραντζή το διάβασε πολλές φορές ο Κωνσταντίνος και αναγνώρισε, ότι πραγματικά είχε δίκιο ο πιστός του φίλος. Ειδοποίησε δε με τους αυλικούς του να κληθούν οι άρχοντες του αυτοκρατορικού συμβουλίου για σύσκεψη αύριο το πρωί. Πολυκέντητες και χρυσοστόλιστες άμαξες έφταναν απ’ το πρωί στο μεγάλο περίβολο των ανακτόρων των Βλαχερνών. Υπηρέτες πηγαινοέρχονταν τακτοποιώντας τα άλογα και τις άμαξες και αξιωματούχοι του παλατιού οδηγούσαν στην αίθουσα του συνεδρίου τους πρίγκιπες και τους μεγάλους άρχοντες που κατέφθαναν, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκληση του αυτοκράτορα. Γρήγορα, τα βαριά και όμορφα σκαλισμένα καθίσματα της αίθουσας του συνεδρίου είχαν καταληφθεί απ’ τα μέλη του αυτοκρατορικού συμβουλίου κι απ’ τους άλλους προσκεκλημένους άρχοντες και στην αίθουσα αντηχούσε ο γνωστός θόρυβος της πολυκοσμίας, παρ’ ότι όλοι τους προσπαθούσαν να είναι λιγομίλητοι. Για μια στιγμή, η μεγάλη πόρτα άνοιξε διάπλατα και μπήκε στην αίθουσα ο αυτοκράτορας. Οι άρχοντες όλοι σηκώθηκαν και υποκλίθηκαν στον Κωνσταντίνο. Ο αυτοκράτορας προχώρησε, πήρε τη θέση του στην κεφαλή του μεγάλου τραπεζιού και με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού του έκανε νόημα στους συμβούλους του να καθίσουν. Αμέσως άρχισε να εξηγεί στους άρχοντες τους λόγους για τους οποίους τους κάλεσε εδώ. Μίλησε αρκετή ώρα και κάποτε είπε. -Αυτά είναι τα νέα απ’ την Τραπεζούντα κι αυτές είναι οι γνώμες και οι εισηγήσεις του απεστελμένου μου Φραντζή. Τις βρίσκω σωστές και

45


ενδεδειγμένες για τις παρούσες περιστάσεις και σκέπτομαι να τις εφαρμόσω. Σας κάλεσα εδώ για να ακούσω τις γνώμες σας. -Γαληνότατε αυτοκράτορα, είπε πρώτος ο Μανουήλ Παλαιολόγος. Όπως είναι γνωστό σ’ όλους μας, η αποστολή του Φραντζή και γενικότερα το επιδιωκόμενο συνοικέσιο έχει διπλό σκοπό. Πρώτον, την εξεύρεση νύφης, της οποίας η καταγωγή, το ήθος και το κάλλος να διακρίνονται και να την καθιστούν άξια να γίνει η αυριανή μας αυτοκράτειρα. Και δεύτερον, την εξεύρεση συμμάχων. Δηλαδή και το βασίλειο απ’ το οποίο θα προέρχεται η νύφη να είναι ισχυρό και ο οίκος δυνατός και υπολογίσημος, ώστε η δύναμη που θα προκύψει απ’ την ένωση αυτή, να επηρεάσει αποτελεσματικά την παρούσα κατάσταση και στην Ευρώπη και στην Ασία. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, φαίνεται, ότι ο δεύτερος σκοπός του συνοικεσίου είναι και ο ισχυρότερος και σ’ αυτόν θα πρέπει να στρέψουμε περισσότερο την προσοχή μας και το ενδιαφέρον μας σήμερα. Συμφωνώ με τη γνώμη σας και με τις γνώμες του Φραντζή και υποστηρίζω κι εγώ, ότι πρώτη στον κατάλογο των υποψηφίων αυτοκρατείρων μας να τεθεί η Βράκοβιτς, η χήρα του αποθανόντος σουλτάνου Μουράτ. Εδώ σταμάτησε ο Μανουήλ και το λόγο πήρε ο άρχοντας Ιωάννης ο Ευδαίμονας. -Γαληνότατε αυτοκράτορα και ένδοξοι άρχοντες. Είναι αλήθεια, ότι η πρώην σουλτάνα Μαρία, μετά το θάνατο του άνδρα της Μουράτ, έφυγε στη Σερβία. Το γεγονός αυτό λέγει πάρα πολλά πράγματα. Υπογραμμίζει έντονα τις άριστες αρχές και τον ακέραιο χαρακτήρα της. Το ότι γύρισε στους χριστιανούς σαν πιστή χριστιανή γυναίκα είναι σπουδαίο πράγμα. Απαρνήθηκε τις τιμές και τις δόξες του σεραγιού, που της εξασφάλιζε η θέση της σα γυναίκα του τρομερού Μουράτ και, από φανταχτερή και ένδοξη σουλτάνα που ήταν, προτίμησε το περιθώριο και την ασημότητα. Δεν παρέμεινε πανίσχυρη στους μωαμεθανούς Τούρκους, αλλά με τη θέλησή της επέστρεψε αδύναμη στους χριστιανούς Σέρβους. Ίσως γνώριζε καλά τις βάρβαρες προθέσεις του τότε διαδόχου Μωάμεθ και πιθανόν και τούτο να ήταν ένας λόγος που την ανάγκασε να εγκαταλείψει το γρηγορότερο την Αδριανούπολη. Ίσως επίσης, να φοβήθηκε μην την παντρέψει ο νέος σουλτάνος με το ζόρι με κανένα σκλάβο του, όπως έκανε σε άλλες δυο γυναίκες του πατέρα του. Γιατί, ο εκδικητικός και αιμοβόρος Μωάμεθ, δεν άργησε να δείξει τα βάρβαρα και θηριώδη ένστικτα της ψυχής του. Άρχισε τις βαρβαρότητές του πρώτα-πρώτα απ’ τους ομοθρήσους του και απ’ αυτήν την ίδια την οικογένειά του. Όπως μας πληροφόρησαν άνθρωποι του μεγάλου βεζίρη, του ειρηνόφιλου Χαλλίλ πασά, το ίδιο βράδυ που έφτασε στην Αδριανούπολη απ’ τη Μαγνησία κι ανακηρύχθηκε σουλτάνος, μια απ’ τις γυναίκες του Μουράτ ήρθε να τον συλλυπηθεί για το θάνατο του πατέρα του. Αυτός έβαλε έναν ευνούχο του, ονομαζόμενο Αλή και δολοφόνησε το γιο της και αδελφό του Αχμέτ. Ο Αλής έπνιξε το μικρό Αχμέτ μέσα στο λουτρό. Έτσι, ξεκαθάρισε με το σόι του κι απαλλάχτηκε κι απ’ τον τελευταίο γιο του Μουράτ. Τη μητέρα του Αχμέτ την πάντρεψε με το ζόρι µ’ ένα δούλο του, ονομαζόμενο Ισαάκ. 46


-Ναι, συνέχισε κάποιος άλλος άρχοντας. Θέλησε να απαλλαγεί το γρηγορότερο απ’ οποιαδήποτε ενόχληση των γυναικών του πατέρα του, καθώς κι από κάθε πιθανό διεκδικητή του θρόνου. Γι’ αυτό χρησιμοποίησε τον Αλή και τη δολοφονία. -Σήμερα, μόλις το πρωί, πρόσθεσε ένας άλλος, έφθασαν καινούριες πληροφορίες, ότι ο Αλής αυτός δολοφονήθηκε από δυο αγνώστους τη νύχτα κοντά στο σεράγι. -Βέβαια, είπε ο προηγούμενος, έπρεπε να κλειστεί το στόμα του Αλή και μάλιστα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. -Εκείνο που θέλω να τονίσω, είπε ο προηγούμενος άρχοντας, είναι ότι, ενώ τις άλλες γυναίκες του πατέρα του τις φέρθηκε τόσο άσχημα, της Μαρίας της επέτρεψε να γυρίσει στους δικούς της και μάλιστα την έστειλε πίσω στη Σερβία με τιμές. Αυτό σημαίνει, ότι ή υπολογίζει οπωσδήποτε τη δύναμη του Βράκοβιτς και των Σέρβων και δεν θέλει να δημιουργήσει ζητήματα μαζί τους ή τιμά και σέβεται πραγματικά τη Μαρία περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Ανάμεσα λοιπόν στους άλλους λόγους που συνηγορούν υπέρ της Μαρίας είναι ένας κι αυτός και μάλιστα απ’ τους ισχυρούς, που βάζει την κόρη του Βράκοβιτς πρώτη στη σειρά ανάμεσα στις άλλες υποψήφιες νύφες. Και, αφού τώρα ο Μωάμεθ υπολογίζει το Βράκοβιτς και δεν θέλει να τα χαλάσει μαζί του, φαντασθείτε πόσο θα συνετισθεί όταν οι δυνάμεις Βράκοβιτς – Κωνσταντίνου συνενωθούν. Αλλά και η πρόταση από μέρους του ένδοξου αυτοκράτορά μας, να γίνει γυναίκα του και αυτοκράτειρα του Βυζαντίου η κόρη του Βράκοβιτς, θα συγκινήσει τη Μαρία και οπωσδήποτε θα την κάνει να δεχθεί. -Επειδή όλοι μας αναγνωρίζουμε τα συμφέροντα και τα οφέλη που θα έχουμε από ένα τέτοιο συνοικέσιο, είπε κάπως με πιο επίσημο τόνο ο Μανουήλ, προτείνω να σταλούν αμέσως πρέσβεις στη Σερβία και να μεταβιβάσουν στη σερβική αυλή τις επιθυμίες του αυτοκράτορα και τις αποφάσεις του συμβουλίου μας. Στην αρχή, καλό θα είναι να βολιδοσκοπήσουν πρώτα τον άρχοντα Βράκοβιτς και μετά να μιλήσουν στη Μαρία. Ο Μανουήλ πρόφερε τα τελευταία αυτά λόγια, σα να κατέληγε σε οριστικό συμπέρασμα και σα να ήθελε να δώσει την εντύπωση, ότι δεν χρειάζεται να συνεχιστεί άλλο η σύσκεψη αυτή. Πριν, όμως, προλάβουν να επιδράσουν οι προθέσεις αυτές του Μανουήλ στα άλλα μέλη του συμβουλίου και πριν καθίσει κάτω ο ομιλητής, σηκώθηκε κάπως βιαστικός ο μέγας δομέστιχος, υποκλίθηκε με σεβασμό στον αυτοκράτορα και είπε. -Γαληνότατε αυτοκράτορα και αφέντη όλων μας. Μ’ όλο μου το σεβασμό προς τη μεγαλειότητά σας και με πραγματική επιθυμία, όπως βρεθεί η πιο σωστή και η πιο ενδεδειγμένη λύση στο θέμα αυτό, νομίζω ότι δεν πρέπει να πάρουμε βεβιασμένες αποφάσεις, βασιζόμενοι μόνο σε δεδόμενα που μας παρασύρουν προς μια επιθυμητή λύση. Έχω την εντύπωση, πως επιβάλλεται να ερευνήσουμε και τους λόγους που δεν συνάδουν προς τις δικές μας επιθυμίες. Και πρώτα-πρώτα, η Μαρία συνδέεται με συγγενικούς δεσμούς με την αυτοκρατορική οικογένεια και 47


γι’ αυτό η εκκλησία δε θα ευλογήσει ένα γάμο μεταξύ συγγενών. Δεν το επιτρέπουν οι καθιερωμένοι κανόνες. -Είμαι σίγουρος, είπε ο Ιωάννης ο Ευδαίμονας, ότι ο αρχιστράτηγος θα έχει κι άλλους λόγους να μας αναφέρει, γι’ αυτό ας τους ερευνήσουμε όλους καλύτερα έναν-έναν. Αμέσως σηκώθηκε όρθιος και, απευθυνόμενος προς το μέγα δομέστιχο, συνέχισε. -Οι κανόνες της εκκλησίας είναι νόμοι, οι οποίοι πρέπει πάντοτε να εφαρμόζονται για όλους τους πιστούς. Αλλά εδώ η εκκλησία δεν έχει να αντιμετωπίσει απλώς έναν πιστό. Έχει να κάνει με έναν αυτοκράτορα και μια μέλλουσα αυτοκράτειρα. Δε θα πρέπει να ξεχάσει πόσες δωρεές έχει κάνει η Μαρία στα μοναστήρια και τι προσέφερε ο αυτοκράτορας ως τώρα στις εκκλησίες. Άλλωστε, δεν είναι δύσκολο, στην ανάγκη να γίνουν και μερικές ακόμη εντυπωσιακές δωρεές προς την κατεύθυνση αυτή, οι οποίες οπωσδήποτε θα εξευμενίσουν τους κληρικούς. Τότε, οι αυστηροί κανόνες θα πάρουν εύκολα ανάλογη ευελιξία. Επιπλέον, αν αυτό θεωρείται δύσκολο στην περίπτωση της Μαρίας, το ίδιο και οξύτερο πρόβλημα θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε και στην περίπτωση της κόρης του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Ιωάννη Κομνηνού, γιατί αυτός είναι κοντινότερος συγγενής του αυτοκράτορά μας. -Να ακούσουμε τον επόμενο λόγο, αν υπάρχει, φώναξε κάποιος άρχοντας που καθόταν στην άκρη του τραπεζιού. -Εφόσον θέλετε να αντιπαρέλθετε το σπουδαίο αυτό λόγο με τόση ευκολία, προχωρώ στον επόμενο, είπε ο μέγας δομέστιχος, ενώ μια χαρακτηριστική δυσαρέσκεια ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του. Η Μαρία υπήρξε γυναίκα του μεγαλύτερου μέχρι τώρα εχθρού μας, γυναίκα του αλλόθρησκου και άπιστου Μουράτ και κόρη ενός ύπουλου και διπρόσωπου ηγεμόνα, ενός συνεργάτη και συμμάχου των Τούρκων. Δε θα αναφερθώ σε γεγονότα κι ούτε θα χρονοτριβήσω με λεπτομέρειες, γιατί όλοι σας γνωρίζετε τη στάση του Βράκοβιτς στο Κόσσοβο και αλλού. Το μόνο που λέγω στην περίπτωση αυτή για τον ύπουλο Σέρβο είναι, ότι μας έδωσε τόσες αφορμές και ξεκάθαρες αποδείξεις για τις διαθέσεις του απέναντί μας, ώστε εμείς σήμερα πρέπει να τον θεωρούμε περισσότερο Τούρκο και λιγότερο χριστιανό. Αλλά και αν ακόμη αντιπαρέλθουμε προς στιγμή το ανυπέρβλητο αυτό εμπόδιο, το οποίο ο ίδιος ο Βράκοβιτς όρθωσε μέγα και απροσπέλαστο ανάμεσα στη Σερβία και στην Κωνσταντινούπολη, είμαι βέβαιος και πάλι, ότι η εκκλησία δε θα συγκατατεθεί στην ένωση της γυναίκας ενός αλλόθρησκου και άσπονδου εχθρού της χριστιανοσύνης με τον ευσεβέστατο και ένθερμο πιστό του Χριστού αυτοκράτορά μας. Κανένας ποιμενάρχης και κανένα μέλος της Ιεράς Συνόδου δε θα θελήσει οπωσδήποτε να ανεχθεί και πιστεύω ότι με κανένα τρόπο δε θα επιτρέψει, να ανεβεί στον πάνσεπτο και ιερό θρόνο της αυτοκρατορίας του χριστιανισμού μια γυναίκα που πέρασε απ’ τα σουλτανικά χαρέμια. -Γαληνότατε αυτοκράτορα, είπε ο Ιωάννης ο Ευδαίμονας, ο οποίος κατέρριψε και την προηγούμενη αντίρρηση. Αντιπαρέρχομαι κι εγώ τα υποτιθέμενα τόσο σοβαρά εμπόδια, που όρθωσε ο Βράκοβιτς ανάμεσα

48


στις σχέσεις των δύο χωρών μας, μια και τα αντιπαρήλθε και ο γενναίος αρχιστράτηγος και προχωρώ στο ουσιοδέστερο σημείο της αντίρρησής του. Το γεγονός ότι η Μαρία υπήρξε γυναίκα του σουλτάνου, ούτε κατά διάνοια μπορεί να δώσει επιχείρημα στην εκκλησία να κάνει κάτι αντίθετο με τις αποφάσεις μας. Οι μεγάλοι ποιμενάρχες μας και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, πριν σκεφτούν να αντιδράσουν, αν έχουν σκοπό να αντιδράσουν, πιστεύω ότι θα ανατρέξουν μερικά χρόνια πίσω στην Ιστορία, για να υποστηρίξουν τις τυχόν αντίθετες απόψεις τους. Ας μην ξεχνάμε, όμως, μεγαλειότατε, ότι η γυναίκα του παππού σου, η Ευδοκία, ήταν γυναίκα Τούρκου προτού γίνει αυτοκράτειρα. Και μάλιστα γυναίκα ενός άσημου και άγνωστου μικροάρχοντα. Και το σπουδαιότερο, ότι είχε κάνει και παιδιά μαζί του. Ενώ η Μαρία υπήρξε γυναίκα του επιφανέστερου άρχοντα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτού του ίδιου του σουλτάνου. Επιπλέον, όπως φημολογείται και όπως και πολλές και αξιόπιστες πηγές το επιβεβαιώνουν, η Μαρία ουδέποτε κοιμήθηκε με το σουλτάνο. Επομένως, άρχοντά μου, αφού η εκκλησία ευλόγησε το γάμο της Ευδοκίας, θα αρνηθεί να ευλογήσει το γάμο της Μαρίας; -Υπάρχει και άλλος λόγος, φώναξε άλλος άρχοντας. -Εάν εννοείς σαν λόγο το ότι έχει περάσει η Μαρία τα πενήντα και, λόγω της ηλικίας της, πώς θα τεκνοποιήσει, αν τυχόν μείνει έγκυος, απαντώ ότι αυτό είναι ένα θέμα που πρέπει να αφεθεί στη φροντίδα του Θεού, φώναξε ο Μανουήλ και σηκώθηκε όρθιος. Αυτούς τους λόγους, όμως, τους εξηγεί καθαρά και λογικά στα γράμματα που έστειλε απ’ την Τραπεζούντα ο εκεί απεσταλμένος του αυτοκράτορα άρχοντας Φραντζής. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να χρονοτριβούμε εδώ άσκοπα και να αναμασάμε τα ίδια λόγια. Βέβαια, ορισμένοι άρχοντες ίσως να οδηγούνται και όπως φαίνεται οδηγούνται στις αντιθέσεις τους αυτές και να αποστρέφονται τη σερβική αυλή, επηρεασμένοι ακόμη απ’ τη θέση που πήρε ο πρίγκιπας Βράκοβιτς στο παρελθόν. Συμφωνώ απόλυτα, ότι η στάση του Βράκοβιτς σε συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν ήταν η ενδεδειγμένη και όχι μόνο δυσαρέστησε εμάς κι όλους γενικά τους χριστιανούς, αλλά έβλαψε ειδικότερα την Κωνσταντινούπολη. Δύσκολα, φυσικά, θα μπορέσει κανείς να ξεχάσει το ρόλο που έπαιξε στη μάχη της Βάρνας και πολύ δύσκολα θα του συγχωρήσει κανείς τις επιδεικτικά φιλικές του σχέσεις με το Μουράτ. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι στις πρόσφατες συνθήκες μεταξύ Μωάμεθ και Ουνυάδη έχει την ουρά του κι ο Βράκοβιτς. Είναι, όμως, λογικό και δικαιολογημένο να κρατήσουμε για πάντα εχθρική στάση με τους Σέρβους και, εφαρμόζοντας μια τακτική απομόνωσης, να τους σπρώξουμε εμείς οι ίδιοι πιο κοντά στους Τούρκους και μάλιστα σήμερα που η φιλία τους μας χρειάζεται τόσο πολύ και η συμμαχία τους μας είναι τελείως απαραίτητη; Μήπως και οι δικοί μας αυτοκράτορες κατά το παρελθόν δεν είχαν φιλικές σχέσεις και συμμαχίες με τους Τούρκους και μήπως δεν πολέμησαν παλιότερα για λογαριασμό των Τούρκων; Ας μην ανασκαλίζουμε λοιπόν παλιές πληγές και ας κοιτάξουμε να θεραπεύσουμε με τον καλύτερο τρόπο τους σημερινούς μας πόνους και τις τωρινές μας αδυναμίες.

49


Ο Μανουήλ Παλαιολόγος τόνισε ιδιαίτερα τις τελευταίες του φράσεις, θέλοντας να υπογραμμίσει τη σοβαρότητα των περιστάσεων και να υπενθυμίσει στους αντιφρονούντες άρχοντες, ότι επιβάλλεται να σκεφτούν ψυχραιμότερα στις κρίσιμες αυτές στιγμές, πριν εκφράσουν την τελευταία τους γνώμη. Με τ’ αστραφτερά του μάτια κοίταξε επίμονα όλους τους παρευρισκόμενους και με έκδηλη την πεποίθηση που είχε στην πειστικότητα των λόγων του, ξανακάθισε ικανοποιημένος στο κάθισμά του. Κάποιος σηκώθηκε βιαστικά και προσπάθησε κάτι να πει. Το ύφος του μάλιστα έδειχνε ότι δεν συμφωνούσε με τις προτάσεις του Φραντζή και τις αποφάσεις του αυτοκράτορα, ούτε και με τις υποδείξεις του Μανουήλ, αλλά τον πρόλαβε και τον διέκοψε η χήρα του πρωτοστάτορα Κατακουζηνού. -Το πράγμα, είπε δυνατά η αρχόντισσα, δεν νομίζω ότι θέλει παραπάνω συζήτηση. Όπως το ανέπτυξε ο μεγάλος μας αυτοκράτορας και όπως το υποστήριξε ο ανεψιός μου Μανουήλ και οι άλλοι άρχοντες, φαίνεται καθαρά η αξία του και είναι από κάθε άποψη και ενδεδειγμένο και πραγματοποιήσιμο. Γι’ αυτό, ας μην χρονοτριβούμε άδικα. Ας αποσταλούν αμέσως πρέσβεις στο Βράκοβιτς και οδηγίες στο Φραντζή, να συνεχίσει με το ίδιο φαινομενικό ενδιαφέρον, όπως μέχρι τώρα, τις διαπραγματεύσεις του με τον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό για την κόρη του. Αλλά, μια και μας έκανε το δύστροπο ως τώρα ο Ιωάννης, ας του κάνουμε κι εμείς για λίγο το βαρύ. Με εύσχημο τρόπο, ας καθυστερήσουμε την υπόθεση, ώσπου να δούμε, τι απάντηση θα πάρουμε απ’ τη Σερβία. Μετά, προωθούμε τα πράγματα ανάλογα και εντείνουμε τις προσπάθειές μας στην Τραπεζούντα ή στην Ιβηρία. Τα λόγια αυτά της χήρας του Κατακουζηνού χειροκροτήθηκαν απ’ το μεγαλύτερο μέρος των αρχόντων και, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων μελών, το συμβούλιο αποφάσισε να στείλει αμέσως πρέσβεις στη Σερβία. Επικεφαλής της αποστολής ορίσθηκαν οι θερμοί υποστηρικτές των απόψεων του αυτοκράτορα, ο ανεψιός της χήρας του Κατακουζηνού, Μανουήλ Παλαιολόγος και ο Ιωάννης ο Ευδαίμονας. Οι πρεσβευτές έφυγαν αμέσως για το Σμερδένεβο της Σερβίας και οι απεσταλμένοι του Φραντζή ξαναγύρισαν στην Τραπεζούντα, φέρνοντας μυστικές οδηγίες στον αρχηγό τους, σύμφωνα με το πνεύμα της πριγκίπισσας Κατακουζηνού. Ο πρωτοστάτορας Μανουήλ Παλαιολόγος είχε συγγενικές σχέσεις με τους Κατακουζηνούς και η αυλή του Βράκοβιτς θα τον δεχόταν, όχι μόνο σαν απεσταλμένο του αυτοκράτορα, αλλά και σα συγγενή, γιατί γυναίκα του Βράκοβιτς ήταν η νεαρή Ειρήνη η Κατακουζηνή. Ο Φραντζής στην Τραπεζούντα δεν δυσκολεύτηκε να επιβραδύνει τις συζητήσεις με τον αναποφάσιστο Ιωάννη Κομνηνό και, προφασιζόμενος ότι επιθυμία και εντολή του κυρίου του και αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Κωνσταντίνου είναι να επισκεφτεί και αναζωογονήσει τις σχέσεις του Βυζαντίου με το βασιλιά της Ιβηρίας Γεώργιο,

50


ετοιμάστηκε ν’ αναχωρήσει με τους ανθρώπους του για τη χώρα αυτή του Καυκάσου. Ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας ανακουφίστηκε με τις προθέσεις αυτές του Φραντζή, γιατί έτσι θα ξαλάφρωνε απ’ τις καθημερινές του πιέσεις. Επίσης, με την απουσία του, θα είχε πιο πολύ καιρό, ήσυχος πια, να σκεφτεί και να αποφασίσει για την τύχη της κόρης του. Σε λίγες µέρες, µ’ ένα καλοτάξιδο καράβι, ο απεσταλμένος του Κωνσταντίνου έφυγε για τη μακρινή χώρα του Καυκάσου. Αντικρίζοντας τις ακτές της Ιβηρίας ο Φραντζής και φθάνοντας στα εδάφη της αρχαίας Κολχίδας, ένιωσε ένα παράξενο ρίγος και μια ακαθόριστη συγκίνηση. Θυμήθηκε το μυθικό Ιάσονα, που, κατά παραγγελία του βασιλιά Πελία, έφυγε απ’ την Ιωλκό της Θεσσαλίας με το θρυλικό πλοίο του την Αργώ και με τους γενναίους του αργοναύτες ριψοκινδύνεψε σε άγνωστες θάλασσες κι έφτασε μέχρις εδώ, στα μέρη αυτά που τώρα αντίκριζαν τα μάτια του, για να βρει και να πάρει πίσω στη χώρα του το περιζήτητο χρυσόμαλλο δέρας. Το μυθικό κι ατίμητο εκείνο σύμβολο, που άφησε το όνομα του Ιάσονα αθάνατο στους αιώνες! Και, χωρίς να το θέλει, αναρωτήθηκε κι αυτός μέσα του: Άραγε, επιφυλάσσει και σε μένα η μοίρα κάτι το ξεχωριστό, κάτι το σπάνιο; Είναι ίσως πιθανό, να πάω κι εγώ στο βασιλιά μου ένα κάποιο χρυσόμαλλο δέρας, όχι για να μείνει το δικό μου όνομα αξέχαστο στην Ιστορία, αλλά για να σωθεί και να μείνει η άγια Κωνσταντινούπολη ζωντανή κι αθάνατη για πάντα; Μπαίνοντας στην Ιβηρία, ο Φραντζής έμεινε έκθαμβος απ’ το παράστημα, το σφρίγος και την έκδηλη μαχητικότητα των στρατιωτών του Γεωργίου. Αμέσως αναλογίστηκε πόσο χρήσιμος σύμμαχος θα ήταν ο λαός αυτός στον Κωνσταντίνο. Απ’ τις συναντήσεις του με το βασιλιά της Ιβηρίας δεν εντυπωσιάστηκε καθόλου ο Φραντζής. Μάλλον απογοητεύτηκε, γιατί βρήκε το Γεώργιο πολύ φλύαρο και άνθρωπο με πρωτοφανείς κι αντίθετες για τους Βυζαντινούς ιδέες. -Χαίρομαι ιδιαίτερα, είπε μια μέρα ο βασιλιάς Γεώργιος στο Φραντζή, που ο μέγας αυτοκράτορας της ξακουσμένης πόλης του Μεγάλου Κωνσταντίνου με τιμά με τη δική σου παρουσία εδώ και με κολακεύει πάρα πολύ η επιθυμία του να ζητήσει την κόρη μου σε γάμο . . . Με τα λόγια αυτά του βασιλιά στενοχωρέθηκε κάπως προς στιγμή ο Φραντζής, γιατί, μαθημένος απ’ τις συνεχείς ψευτοϋπεκφυγές και τις μικροαντιρρήσεις του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας, παραξενεύτηκε με μια τόσο εύκολη και χωρίς προλόγους αποδοχή των προτάσεων του Κωνσταντίνου. Επιπλέον, με κανένα λόγο δε θα ήθελε μια τόσο γρήγορη λύση κι ένα τόσο σύντομο κλείσιμο του συνοικεσίου με την κόρη του Γεωργίου, πριν τουλάχιστον μάθει πώς εξελίσσονται τα πράγματα στη Σερβία. -Αλλά, για πες μου, συνέχισε ο βασιλιάς, τι σκέφτεται να προσφέρει ο αυτοκράτορας για το χέρι της κόρης μου; Ο Φραντζής ξαφνιάστηκε με την παράξενη αυτή ερώτηση του βασιλιά. Σύντομα, όμως, συνήλθε απ’ την αρχική έκπληξη και γρήγορα

51


διέκρινε πόσο εύκολα μπορούσε να βγει απ’ τη δύσκολη θέση που τον είχε φέρει ο Γεώργιος με την τόσο σύντομη εκ μέρους του παραδοχή του προτεινόμενου συνοικεσίου. Η ερώτηση αυτή του βασιλιά σήκωνε μεγάλη συζήτηση και οι διαπραγματεύσεις πάνω στο ερώτημα αυτό θα του εξασφάλιζαν το χρόνο που ζητούσε. -Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, είπε ο Φραντζής, δε θα προσφέρει τίποτα πριν ακούσει τις απαιτήσεις της νύφης. -Στο σημείο αυτό, η νύφη προσωπικά δεν εκφέρει καμιά γνώμη και ούτε παίρνει κανένα απολύτως μέρος στις συζητήσεις των συμφωνιών, είπε ο βασιλιάς. Ο πατέρας της είναι εκείνος που θα καθορίσει και θα αξιώσει το είδος και το μέγεθος της προσφοράς απ’ τον υποψήφιο γαμπρό. Δεν γνωρίζω, συνέχισε, τι έθιμα έχετε εσείς στην Κωνσταντινούπολη και τι συστήματα επικρατούν στον τόπο σας. Εδώ στην Ιβηρία, τα έθιμά μας είναι καθαρά και συγκεκριμένα και επικρατούν και εφαρμόζονται απ’ όλους μας από αρχαιοτάτων χρόνων. Δεν πρέπει αλλά και ούτε προτίθεμαι για κανένα λόγο, να τα παραβλέψω και να μην τα τηρήσω κι εγώ. Κατά τα έθιμά μας λοιπόν αυτά, ο γαμπρός υποχρεούται να προσφέρει προίκα στον πατέρα της νύφης και επιπλέον να ντύνει και να συντηρεί τη γυναίκα του, ανάλογα με τα εισοδήματά του και την κοινωνική του θέση. Εγώ δηλώνω καθαρά ότι, όχι μόνο δεν προτίθεμαι να δώσω τίποτα στην κόρη μου αλλά ούτε και είμαι διατεθημένος να δεχθώ μια προσφορά κατώτερη της θέσης μου και μικρότερη απ’ το υψηλό αξίωμα του γαμπρού. Ο Φραντζής, αφού εξήγησε ότι τα έθιμα της Κωνσταντινούπολης στην περίπτωση αυτή είναι τελείως διαφορετικά κι αφού δήλωσε ότι δεν έχει καμιά πρόθεση να ζητήσει την παραβίαση των αρχαίων εθίμων της Ιβηρίας, ζήτησε χρόνο για να εξηγήσει την περίπτωση στον αυτοκράτορα και να ζητήσει συγκεκριμένη εκ μέρους του προσφορά. Ο βασιλιάς δέχτηκε την πρόταση του Φραντζή και οι επίσημες συζητήσεις γύρω απ’ το συνοικέσιο διακόπηκαν, ώσπου να πάνε και νά ‘ρθουν απεσταλμένοι στην Κωνσταντινούπολη και να φέρουν νέες οδηγίες. Το μόνο συγκεκριμένο που έβγαινε απ’ την όλη συμπεριφορά του βασιλιά της Ιβηρίας ήταν, ότι δεχόταν οπωσδήποτε να γίνει η κόρη του γυναίκα του Κωνσταντίνου. Το θέμα της προίκας και το ποσόν που έπρεπε να δώσει ο αυτοκράτορας στο βασιλιά είναι δευτερεύον και στην ανάγκη κανονίζεται όπως-όπως σκέφτηκε ο Φραντζής. Ο καιρός, όμως, περνούσε και στην Ιβηρία δεν έφταναν νεότερα απ’ την Κωνσταντινούπολη. Δεν περίμενε, βέβαια, με τόση αγωνία να μάθει ο Φραντζής πόσα προσφέρει ο Κωνσταντίνος στο Γεώργιο, όσο ανυπομονούσε να μάθει, τι απάντηση πήρε ο αυτοκράτορας απ’ τη Σερβία. Κρατώντας κρυφή την αγωνία του αυτή, συνέχισε να συναντά σχεδόν καθημερινά το βασιλιά και, με τις συχνές τους επαφές και τις πολλές τους συναντήσεις, κατάφερε να του αλλάξει τις πατροπαράδοτες πεποιθήσεις του και τις επίμονες αξιώσεις του. Έτσι, μια μέρα ο βασιλιάς, τελείως απροσδόκητα, είπε στο Φραντζή.

52


-Την ώρα που θα φεύγει η κόρη μου για την Κωνσταντινούπολη, θα της δώσω πενηνταέξι χιλιάδες χρυσά νομίσματα και επιπλέον θα της στέλνω κάθε χρόνο άλλες τρεις χιλιάδες, για να τα ψοδεύει όπως θέλει αυτή, σε ελεημοσύνες ή όπου αλλού νομίζει η ίδια. Εκτός απ’ αυτά, θα της δώσω σκεύη χρυσά και αργυρά και περιδέρια και κοσμήματα με πολύτιμες πέτρες και διαμάντια και πολυτελή ενδύματα και ακριβά υφάσματα πολλά και ποικίλα και ό,τι άλλο ταιριάζει στην ξακουστή κόρη του βασιλιά της Ιβηρίας. Ετοιμάσου, αν θέλεις, να πας με αντιπρόσωπό μου στην Κωνσταντινούπολη, για να αναγγείλεις την απόφασή μου αυτή στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Διέταξα να ετοιμαστεί για το σκοπό αυτό και πλοίο με έμπειρο και δοκιμασμένο καπετάνιο. Τις μέρες που ετοιμαζόταν να φύγει ο Φραντζής απ’ την Ιβηρία, πήρε γράμμα απ’ τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Το γράμμα αυτό τον στενοχώρησε πάρα πολύ και τον έκανε να επισπεύσει την αναχώρησή του. Ο αυτοκράτορας έγραφε στο γράμμα του: ‘’Με ρωτάς αν σε περιμένω. Σε περιμένω και μάλιστα με μεγάλη ανυπομονησία. Δεν υπάρχει εδώ ούτε ένας, με τον οποίο να μπορώ να συσκεφτώ και να συζητήσω. Ο καθένας κοιτάζει αποκλειστικά και μόνο τα προσωπικά του συμφέροντα. Από τότε που έφυγες μακριά, η μητέρα μου πέθανε και λίγο αργότερα πέθανε και ο Κατακουζηνός, ο οποίος μπορούσε να έχει αμερόληπτη γνώμη. Ο Λουκάς Νοταράς ισχυρίζεται ότι, μόνον αυτός γνωρίζει τι πρέπει να γίνει και τίποτα δεν είναι καλό και λογικό, εκτός απ’ τις δικές του γνώμες. Ο μέγας δομέστιχος είναι θυμωμένος με τους Σέρβους. Με ποιον, λοιπόν, μπορώ να σκεφτώ; Με τους καλόγηρους; Ή μήπως με ανθρώπους οι οποίοι είναι αμαθείς και ανίδεοι όπως αυτοί; Με τους άρχοντες; Ο καθένας απ’ αυτούς ανήκει και σε ξεχωριστό κόμμα και θα παραδώσει εκεί που δεν πρέπει το μυστικό που τυχόν θα του εμπιστευθώ . . . Η παρουσία σου εδώ μου είναι απαραίτητη3. Σε δυο-τρεις μέρες, ο βασιλιάς της Ιβηρίας µ’ όλη του την ακολουθία συνόδευε τον απεσταλμένο του αυτοκράτορα μέχρι το λιμάνι και την ώρα που έμπαινε στο στολισμένο πλοίο του άξιου θαλασσινού Αντώνη Ρίτσου, τού ‘σφιξε το χέρι και του είπε. -Όταν την άνοιξη θα ξαναγυρίσεις να πάρεις την κόρη μου και να την πας νύφη στον αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη, ανάμεσα στα άλλα δώρα μου, που θα έχω ετοιμάσει για σένα, θα είναι και τέσσαρα φορτώματα εξαιρετικής μετάξης, που το καθένα αξίζει πάνω από πεντακόσια χρυσά νομίσματα. Ο Φραντζής εντυπωσιάστηκε με το πλούσιο και μεγαλοπρεπές αυτό φιλοδώρημα κι ευχαρίστησε τον καλοκάγαθο βασιλιά της μακρινής Ιβηρίας. Κι ενώ ο καπετάνιος Ρίτσος άνοιγε τα πανιά κι έδινε διαταγές στο πλήρωμα, ο Φραντζής με τον πρεσβευτή της Ιβηρίας και την ακολουθία τους, όρθιοι στο κατάστρωμα, χαιρετούσαν το βασιλιά και τους

3

Φραντζή Γ. ‘’Το Χρονικό της Άλωσης’’ Εκδ. Βόννης Σελίδα Mijiatovic ‘’The Last Emperor Of The Greeks’’ ‘’

222. 126. 53


αυλικούς του, που συγκινημένοι κατευόδωναν το πλοίο, ενώ αυτό σιγάσιγά άφηνε πίσω του τη στεριά της μακρινής χώρας του Καυκάσου. Το Σεπτέμβριο του 1451, ο καπετάν Ρίτσος έριξε άγκυρα στα ήσυχα νερά του λιμανιού της Κωνσταντινούπολης. Ο Κωνσταντίνος, ύστερ’ από εικοσιπέντε περίπου μήνες, ξαναείδε τον αγαπητό του φίλο και με χαρά τον δέχτηκε στα ανάκτορα των Βλαχερνών. Απ’ τον αυτοκράτορα έμαθε ο Φραντζής ότι, παρά την επιμονή του Μανουήλ Παλαιολόγου και των άλλων απεσταλμένων στη Σερβία, παρά τον ενθουσιασμό και τις προσπάθειες του ίδιου του ηγεμόνα Βράκοβιτς, δεν κατορθώθηκε να αλλάξει γνώμη η Μαρία και να δεχθεί να γίνει αυτοκράτειρα του Βυζαντίου. Πολλοί είπαν, ότι η Μαρία δεν δέχτηκε να παντρευτεί τον Κωνσταντίνο, γιατί ήθελε να προωθήσει το γάμο του με τη νεαρή εξαδέλφη της Ειρήνη Νοταρά4. Πάντως, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, επέμεινε στην αρχική της αρνητική απόφαση και δεν θέλησε να ξαναφύγει μακριά απ’ τους δικούς της. Ορκίστηκε δε να αποσυρθεί σε μοναστήρι της πατρίδας της και να γίνει καλογριά. Ο Φραντζής, ακούγοντας τα λόγια αυτά του αυτοκράτορα, απόρησε με την όλη εξέλιξη του ζητήματος και την τελεσίδικη κι αμετάβλητη απόφαση της Μαρίας και, χωρίς να πει λέξη, αναλογίστηκε: Η χήρα του τρομερού σουλτάνου των Τούρκων, του πανίσχυρου ατιπροσώπου του Προφήτη του Ισλάμ επί της γης, αποφάσισε να ταφεί ζωντανή σε βυζαντινό μοναστήρι και να πεθάνει χριστιανή περιβεβλημένη το φτωχό ράσο της απλής καλογριάς! . . . Δεν έμεινε πλέον παρά η κόρη του βασιλιά της Ιβηρίας. Σε λίγες μέρες, ο Κωνσταντίνος δέχτηκε με μεγάλες τιμές σε πανηγυρική ακρόαση τον πρεσβευτή του βασιλιά Γεωργίου και ετοίμασε αυτοκρατορικό χρυσόβουλο με χρυσή σφραγίδα, στο οποίο δήλωνε καθαρά, ότι η βασιλοπούλα της Ιβηρίας ήτο πλέον γυναίκα του κι αυτός ο άνδρας της και το οποίο επίσημα πλέον επικύρωνε τους όρους του συνοικεσίου, όπως τους είχαν κανονίσει στην Ιβηρία ο πατέρας της νύφης με το Φραντζή. Το χρυσόβουλο αυτό υπέγραψε ο αυτοκράτορας ιδιοχείρως, μπροστά στον πρεσβευτή και στους άρχοντες του παλατιού και στο πάνω μέρος του χαρτιού χάραξε τρεις σταυρούς κατά το έθιμο των βασιλιάδων της Ιβηρίας και το παρέδωσε στον αντιπρόσωπο του βασιλιά. Μετά, αποχαιρέτησε τον πρεσβευτή και, δείχνοντας προς το Φραντζή, είπε. -‘’Συν Θεώ, τω ερχόμενω έαρι ελεύσεται μετά τριήρεων παραλαβείν την εμήν σύνευνον την νεόνυμφον.’’ Αλλά ουδέποτε ήλθε το ‘’ερχόμενον έαρ’’.

4

Mijiatovic ‘’The Last Emperor . . .

‘’

Σελίδα

98. 54


3.

ΡΟΥΜΕΛΗ – ΧΙΣΑΡ

Ο νεαρός σουλτάνος μόλις είχε γυρίσει απ’ την Ασία, όπου βιαστικά πήγε και γρήγορα κατέπνιξε την επανάσταση του Ιμπραήλ μπέη της Καραμανίας, ο οποίος είχε τολμήσει να σηκώσει κεφάλι κατά του αφέντη του. Στο γυρισμό απ’ την Μ. Ασία, ένα ήσυχο απόβραδο, μόλις είχαν περάσει τη Νικομήδεια κι έστριβαν αριστερά για το Βόσπορο και κει που πήγαινε ο ήλιος να βασιλέψει πέρα προς τον καθαρό ορίζοντα της Κωνσταντινούπολης, φάνηκαν από μακριά οι λόφοι και οι τρούλοι των εκκλησιών της βασιλεύουσας. Στο αντίκρισμά τους, ο Μωάμεθ άφησε να του ξεφύγει ένας βαθύς αναστεναγμός. Κι ενώ πλησίαζαν στα νερά του Βοσπόρου κι έμπαιναν στην περιοχή του Ανατόλια-χισάρ, είπε στο Μεχμέτ που ακολουθούσε δίπλα του. -Ένα φρούριο φυλάγει ένα στενό πολύ καλά. Δυο, όμως, το κάνουν απόρθητο. Μόλις φθάσουμε στην Αδριανούπολη, ειδοποίησε όλους τους διοικητές και τους πασάδες της Ανατολής και της Ευρώπης νά ‘ρθουν αμέσως στην πρωτεύουσα. Ο Μεχμέτ συγκατένευσε κουνώντας το σαρικοφορεμένο κεφάλι του και πρόσθεσε. -Θα γίνει όπως διατάζεις πολυχρονεμένε μου πατισάχ. Καθώς περνούσαν κάτω απ’ τα πελώρια τείχη του φρουρίου, γύρισαν τα κεφάλια τους και περιεργάστηκαν τις ψηλές κορυφές των πύργων. Πάνω στην κάθε μια διακρίνονταν κι ένα μεγάλο κανόνι. Τα στόμιά τους ήταν στραμμένα προς τον Εύξεινο πόντο και το Βόσπορο. Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά προς το τεράστιο φρούριο, ο Μωάμεθ είπε στο Μεχμέτ. -Τι σπουδαία και πόσο χρήσιμα είναι τα φρούρια αυτά όταν είναι γεροχτισμένα, καλά οπλισμένα και στο σημείο που πραγματικά χρειάζονται! Και, σα να μονολογούσε με τον εαυτό του, πρόσθεσε. -Ο κόσμος σε θαυμάζει Βογιατζίτ. Αλλά αυτοί που θαυμάζουν τώρα εσένα κάποτε θα τρέμουν εμένα. Ύστερ’ από μικρή σιωπή γύρισε προς το Μεχμέτ αγά και του είπε. -Το τρομερό αυτό φρούριο το έχτισε πριν χρόνια ο ένδοξος σουλτάνος και πρόγονός μου Βογιατζίτ. Έξυπνος σουλτάνος και μεγάλος αρχηγός, πρόσθεσε με περηφάνια ο Μωάμεθ. Κατάφερνε να παίρνει πάντα τους χριστιανούς με το μέρος του και να τους βάζει να πολεμούν γι’ αυτόν στην πρώτη γραμμή. Στον πόλεμο κατά των Βλάχων, στη μάχη της Ραβίνα το 1395, μπροστά πήγαινε ο Σέρβος πρίγκιπας Λαζάροβιτς και δίπλα στο Βογιατζίτ πολεμούσαν ο δεσπότης Δραγάσης και ο βασιλιάς Μάρκος της Βλαχίας. Και οι δυο αυτοί χριστιανοί ηγεμόνες σκοτώθηκαν στη μάχη εκείνη εναντίον των χριστιανών. Τη μάχη της Νικόπολης κατά των σταυροφόρων το 1396 θα την έχανε ο Βογιατζίτ αν δεν ορμούσε την τελευταία στιγμή ο ίδιος ο Σέρβος πρίγκιπας με πέντε χιλιάδες καλά

55


γυμνασμένο ιππικό του. Το 1392, στην εκστρατεία που οργάνωσε ο Βογιατζίτ στη Μαύρη Θάλασσα κατά της Σινώπης, επικεφαλής του τουρκικού στόλου έβαλε τον ίδιο τον αυτοκράτορα Μανουήλ. Έτσι, τον εξέθεσε στη Δύση κι όταν δεν τον χρειάζονταν άλλο, όχι μόνο τον εγκατέλειψε αλλά τον ανάγκασε να γκρεμίσει και τους δυο καινούριους πύργους που είχε χτίσει στα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Έπρεπε, όμως, να τους είχε σκοτώσει όλους τους άπιστους ηγεμόνες τότε, όταν πολύ έξυπνα τους μάζεψε όλους στις Σέρρες το χειμώνα του 1393-94. Τον αυτοκράτορα Μανουήλ ΙΙ, τον αδερφό του δεσπότη του Μωριά Θεόδωρο, τον Ιωάννη VII, ανεψιό του ατοκράτορα, τον πεθερό του αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δραγάση, το Στέφανο Λαζάροβιτς της Σερβίας και πολλούς άλλους. Τελευταία, όμως, άλλαξε γνώμη και δεν τους σκότωσε. Έκοψε μόνο κάτι χέρια κι έβγαλε κάτι μάτια από μερικούς ακολούθους τους. Έκανε μια μικρή διακοπή ο Μωάμεθ, σα να ήθελε να κρίνει την αποτυχία εκείνη του Βογιατζίτ και συνέχισε. -Έχτισε, όμως, αυτό το φρούριο κι απέκοψε την Κωνσταντινούπολη από κάθε επαφή της με τις πόλεις και τους λαούς του Εύξεινου Πόντου. Έτσι, με την Καλλίπολη στα Δαρδανέλια και με το Ανατόλια-χισάρ στο Βόσπορο, απομονώνεται τελείως η Κωνσταντινούπολη. Αρκεί να γίνει καλή χρήση των οχυρών αυτών. Ξανασταμάτησε και πάλι. Γύρισε το κεφάλι του πίσω κι έριξε ακόμη μια ματιά στους απότομους κι επιβλητικούς τοίχους του φρουρίου και πρόσεθεσε. -Να ειδοποιηθούν αμέσως όλοι οι πασάδες όπως σου είπα. Χτύπησε τα ασημοστολισμένα χαλινάρια στο λαιμό του αλόγου του και συνέχισε το δρόμο του με καλπασμό. Κοντά του κάλπασε κι ολόκληρη η φανταχτερή ακολουθία του. Σ’ όλη τη διαδρομή μέχρι την Αδριανούπολη, ο Μωάμεθ φαινόταν ταραγμένος και ανήσυχος. Τα ψηλά κι επιβλητικά φρούρια της Κωνσταντινούπολης, που ξεπρόβαλαν σκυθρωπά κι ογκώδη στον ορίζοντα και οι γυαλιστεροί τρούλοι των εκκλησιών της, που αντανακλούσαν την ανταύγιά τους στο στερέωμα, ερέθιζαν την κατακτητική του μανία και τον έκαναν νευρικό κι απότομο. Φθάνοντας στην Αδριανούπολη κλείστηκε στο σεράι και, σαν τραυματισμένο θηρίο, στριφογύριζε μόνος του μέσα στα δωμάτιά του, χωρίς να μπορεί να βρει έστω και μιας στιγμής ησυχία. Το όραμα της Κωνσταντινούπολης και η επιθυμία της κατάκτησής της δεν τον άφηναν να κλείσει μάτι. Αργά μετά τα μεσάνυχτα, ξύπνησε το Μεχμέτ αγά. -Πάρε μερικούς γενιτσάρους, του είπε και πήγαινε να μου φέρεις τώρα εδώ το Χαλλίλ πασά. Ο Χαλλίλ πασάς ταράχτηκε όταν είδε να μπαίνουν γενίτσαροι της προσωπικής φρουράς του Μωάμεθ στο δωμάτιό του μέσα στη νύχτα. Ο γερο-βεζίρης προσπάθησε να φανεί δυνατός και να κρύψει την τρομάρα του. -Μεγάλε μου άρχοντα, του είπε ο Μεχμέτ μόλις άνοιξε η πόρτα του δωματίου του και βρέθηκε μπροστά του. Ο μεγάλος μας σουλτάνος σε 56


καλεί τώρα αυτή τη στιγμή κοντά του. Ντύσου, όσο μπορείς πιο γρήγορα και πάμε. Λύγισαν τα γόνατα του Χαλλίλ πασά, σαν άκουσε ότι τον καλεί ο Μωάμεθ τέτοια ώρα. Γνώριζε καλά το βάρβαρο και σκληρό χαρακτήρα του νεαρού σουλτάνου κι απ’ την πολύχρονη πείρα του, ήξερε τι μπορεί να σημαίνει μια τόσο βιαστική πρόσκληση και μάλιστα σε μια τόσο προχωρημένη ώρα της νύχτας. Συγκράτησε όσο μπορούσε καλύτερα την ψυχραιμία του, φόρεσε το μακρύ χιτώνα και το χοντρό πανωφόρι του και ζήτησε την άδεια απ’ το Μεχμέτ αγά να του επιτρέψει να περάσει για λίγο στο διπλανό δωμάτιο. Ο Μεχμέτ δεν έφερε αντίρρηση. -Πάμε, όμως, όσο μπορείς πιο γρήγορα, του είπε. Ο σουλτάνος είναι άγρυπνος και περιμένει. Ο μεγάλος βεζίρης μπήκε στο διπλανό δωμάτιο και φίλησε τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Τους μίλησε ήρεμα και προσπάθησε όσο μπορούσε περισσότερο να μην τους τρομοκρατήσει. Η γυναίκα του άρχισε να κλαίει μέσα στη νύχτα ενώ ο Χαλλίλ προσπαθούσε να την καθησυχάσει λέγοντάς της ότι δεν πρέπει να βάζει κακό στο μυαλό της. Κάποια σπουδαία υπόθεση θα προέκυψε, της έλεγε. Κάποιο επείγον θέμα ίσως να παρουσιάστηκε, που δεν επιδέχεται αναβολή και επιβάλλεται να λυθεί αμέσως, γι’ αυτό και με καλεί τέτοια ώρα. Μην ανησυχείς. Κοιμήσου ήρεμη και θα γυρίσω αμέσως. Ενώ ψιθύριζε τα λόγια αυτά στη γυναίκα του, απ’ το μυαλό του περνούσαν χίλιες δυο ιδέες. Η σκέψη του σταματούσε στο χριστιανό ψαρά και στην πιο πιστή του σκλάβα την Ελιφέτ. Η Ελιφέτ συναντιόταν ταχτικά με τον ψαρά κι αυτή μόνο παραλάβαινε τα φρέσκα ψάρια, που ταχτικά έφερνε στο βεζίρη ο γερο-ψαράς απ’ τη θάλασσα της Κωνσταντινούπολης. Πολύ φοβόταν, μήπως ο ψαράς εξαγοράστηκε απ’ το Ζαγανό πασά ή άλλους εχθρούς του ή μήπως η πιστή του σκλάβα έπεσε σε κανένα σφάλμα κι ανακαλύφτηκαν οι σκευωρίες του και οι συνεννοήσεις του με τους χριστιανούς. Παρ’ ότι η σκέψη αυτή τον έκανε να τρέμει, δεν ήθελε να πιστέψει ότι η πιστή του Ελιφέτ, αυτή που βρήκε τόση καλοσύνη στο παλάτι του, τον πρόδωσε. Αλλά κι αν ακόμη είπε κάτι η Ελιφέτ, σκέφτηκε, ποιος θα πιστέψει μια γριά χριστιανή σκλάβα και θα αμφισβητήσει τα λόγια ενός μεγάλου βεζίρη; Η σκέψη αυτή τού ‘δωσε θάρρος και δύναμη. Στεραίωσε τα γόνατά του κι ένιωσε το μυαλό του καθαρότερο. Πριν ανοίξει την πόρτα για να βγει απ’ το δωμάτιο της γυναίκας του, βρήκε ψαχουλευτά ένα βαρύ σεντούκι που ήταν στη γωνιά του δωματίου πίσω απ’ την πόρτα κι ήταν σκεπασμένο µ’ ένα χοντρό χαλί. Τράβηξε το χαλί και τό ‘ριξε βιαστικά στο πάτωμα. Εύκολα άνοιξε το βαρύ καπάκι του σεντουκιού και, παραμερίζοντας μερικά βαριά ρούχα, ανέσυρε από μέσα ένα μεγάλο χάλκινο πλατύ σα βαθύ δίσκο κιβώτιο, τό ‘βαλε κάτω απ’ το χοντρό πανωφόρι του και βιαστρικός άνοιξε την πόρτα και γύρισε στο δωμάτιό του, όπου τον περίμενε ο Μεχμέτ αγάς με τους γενιτσάρους του. -Πάμε, είπε στο Μεχμέτ με προσποιητή βιασύνη και ψυχραιμία. Αρκετά αργήσαμε. Δεν πρέπει ο μεγάλος μας σουλτάνος να περιμένει.

57


Σε λίγο η συνοδεία έφτασε στο σεράι. Ο Μεχμέτ άνοιξε την πόρτα του δωματίου του Μωάμεθ και ανάγγειλε την άφιξη του μεγάλου βεζίρη. -Να περάσει. Να περάσει μέσα αμέσως, ακούστηκε αγριεμένη η φωνή του Μωάμεθ. Ο Χαλλίλ πασάς μπήκε στο δωμάτιο κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Δεν ήθελε να ακούσει κανένας το τι επρόκειτο να λεχθεί μέσα στη μισοσκότεινη αίθουσα. Ο Μωάμεθ ήταν μόνος. Φαινόταν ταραγμένος. Η όψη του ξαναμμένη απ’ την ταραχή και τα μάτια του αγριωπά και παράξενα απ’ την αγρυπνία. Το δωμάτιο ανάστατο και τα στρώματα του κρεβατιού ανακατεμένα και πεταγμένα εδώ και κει άτακτα στο πάτωμα. Πρώτη φορά ο γερο-βεζίρης είχε κληθεί τέτοια ώρα απ’ το σουλτάνο του και πρώτη φορά αντίκριζε το Μωάμεθ έτσι εξαγριωμένο κι ανήσυχο. Μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω του, τράβηξε το πλατύ χάλκινο κιβώτιο κάτω απ’ το πανωφόρι του, έβγαλε το καπάκι του και το άφησε στο πάτωμα και, κρατώντας το μεγάλο κουτί σα δίσκο πάνω απ’ το κεφάλι του, πλησίασε με σεβασμό το Μωάμεθ και άφησε το βαθύ δίσκο στα πόδια του. Ο δίσκος ήταν γεμάτος χρυσά νομίσματα. Όταν τον είδε ο Μωάμεθ ξαφνιάστηκε για μια στιγμή, σούφρωσε τα φρύδια του και ρώτησε. -Τι σημαίνει αυτό, Λάλα μου; (δηλαδή θείε ή δάσκαλέ μου). Η λέξη Λάλα έδωσε θάρρος στο γερο-βεζίρη και το μυαλό του με μιας βρήκε την προηγούμενη διαύγειά του και δεν δυσκολεύτηκε να σοφιστεί μια απάντηση. -Μεγαλειότατε, είπε πονηρά ο Χαλλίλ πασάς. Είναι παλιά συνήθεια, όταν ο σουλτάνος καλεί τους μεγάλους αξιωματούχους του κράτους τέτοια ώρα ασυνήθιστη, αυτοί δεν πρέπει να παρουσιάζονται μπροστά του με άδεια χέρια. Σε παρακαλώ, δέξου αυτόν το λίγο χρυσό. Άλλωστε, δεν προσφέρω στη μεγαλειότητά σου τίποτα δικό μου. Προσφέρω απ’ ό,τι η μεγαλοσύνη σου θέλει να έχω. -Πάρτα αυτά από δω, είπε ο σουλτάνος με ήπιο ύφος και τα έσπρωξε πιο πέρα. Είναι δικά σου. Δεν θέλω το χρυσό σου. Εκείνο που θέλω είναι, να με βοηθήσεις να κυριεύψω την Κωνσταντινούπολη. Στο άκουσμα των λόγων αυτών, ο Χαλλίλ ένιωσε μεγάλη ανακούφιση. Ένα τεράστιο βάρος έφυγε από πάνω του κι ένα ανείπωτο ξαλάφρωμα αισθάνθηκε στην ψυχή του και σ’ ολόκληρο το είναι του. Με πραγματική χαρά στον τόνο της φωνής του και με προποιητή βεβαιότητα στα λόγια του είπε. -Ο Θεός που σ’ έκανε κυρίαρχο τόσων ελληνικών επαρχιών θα σου δώσει και την Κωνσταντινούπολη. Είμαι έτοιμος να θυσιάσω και τη ζωή μου κι όλα μου τα υπάρχοντα στην υπηρεσία του κυρίου μου. Ο σουλτάνος ηρέμισε κάπως με τα λόγια αυτά του μεγάλου βεζίρη του και με μαλακότερη φωνή είπε. -Κοίταξε το κρεβάτι μου. Γυρίζω πάνω σ’ αυτό όλη τη νύχτα απ’ τη μια μεριά στην άλλη, χωρίς να μπορώ να βρω ύπνο ή να αισθανθώ κάποια ανακούφιση. Ήθελα απόψε να σου μιλήσω. Ήθελα να σου υπενθυμίσω, ότι δεν πρέπει να επιτρέψεις ποτέ στον εαυτό σου να 58


αλλάξει ή να εξαγοραστεί με χρυσό ή άργυρο. Ας πολεμήσουμε τους Έλληνες με σταθερή θέληση κι επιμονή και με εμπιστοσύνη στον Αλλάχ και στο Μεγάλο Προφήτη. Ας εργαστούμε για να κερδίσουμε τη μακραίωνη κατοικία και το θρόνο των καισάρων5. Έμεινε για λίγο σκεπτικός, ενώ το βλέμμα του άστραφτε από θυμό. Χτύπησε τη γροθιά του δυνατά στο γόνατό του και συνέχισε. -Θα πρέπει να βρεθεί μια λύση. Δεν μπορεί. Θα υπάρχει κάποιος τρόπος, ώστε η χιλιόχρονη Κωνσταντινούπολη να γίνει δική μου. Κοίταξε το Χαλλίλ ξανά στα μάτια και πρόσθεσε. -Διέταξα το Μεχμέτ αγά να ειδοποιηθούν όλοι οι πασάδες και οι διοικητές των επαρχιών, νά ‘ρθουν το γρηγορότερο στο σεράι. Συγκεντρώστε τους όλους όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Αν είναι δυνατόν νά ‘ρθουν απόψε. Δεν μπορώ να υποφέρω άλλο αυτήν την αγωνία. Σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει μέσα στο δωμάτιο. Ο Χαλλίλ πασάς τον κοίταζε με το σταθερό του βλέμμα, καθώς πηγαινοέρχονταν σαν τραυματισμένο θηρίο απ’ τη μια άκρη του δωματίου στην άλλη και προσπαθούσε να εκτιμήσει σωστά την ψυχική του ταραχή και τα ζηλόφθονα και μεγαλομανή αισθήματά του, που περιέζωναν σα φίδια την καρδιά του. Ύστερ’ από δυο-τρεις βόλτες μέσα στο δωμάτιο, ο Μωάμεθ ξαναγύρισε κοντά στο Χαλλίλ και κάθισε στη θέση του. Για λίγη ώρα, έμειναν κι οι δυο άντρες σκεπτικοί. Μέσα στην ησυχία της νύχτας, ο Μωάμεθ έβγαλε ένα βαθύ και πονεμένο αναστεναγμό κι άπλωσε το χέρι του προς το μέρος του Χαλλίλ. Τράβηξε το δίσκο με τα χρυσά νομίσματα και πρώχνοντάς τα προς το μέρος του γερο-βεζίρη του είπε. -Είναι δικά σου. Κράτησέ τα. Και τού ‘δωσε το χέρι του, για να τον ευχαριστήσει που ήρθε τέτοια ώρα και να τον βοηθήσει να σηκωθεί απ’ τη θέση του. Σε λίγο, ο Μεχμέτ είδε πάνω απ’ τα παράθυρα του σεραγιού το μεγάλο βεζίρη Χαλλίλ πασά, να βγαίνει απ’ την αψιδωτή αυλόπορτα των ανακτόρων και να κατευθύνεται προς το παλάτι του. Ήταν βιαστικός και κάτι φούσκωνε το χοντρό του πανωφόρι κάτω απ’ τη δεξιά του μασχάλη. Τα άσπρα του γένια φαίνονταν πιο λαμπερά μέσα στο αχνοσκόταδο της αυγής. Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Η ειδοποίηση του Μεχμέτ θορύβησε τους πασάδες και η πρόσφατη κατατρόπωση του Ιμπραήμ μπέη της Καραμανίας τους τρόμαξε περισσότερο. Γνώριζαν τον ατίθασο χαρακτήρα και την αυταρχικότητα του Ιμπραήμ, γι’ αυτό και η τόσο γρήγορη υποταγή του στο Μωάμεθ τους είχε εκπλήξει πραγματικά. Η φήμη της αυταρχικότητας του σουλτάνου, η οποία τόσο γρήγορα είχε διαδοθεί και τόσο χειροπιαστά είχε αποδειχθεί, τους έκανε να βάζουν στο μυαλό τους χίλιες δυο κακές σκέψεις. Γρήγορα, όμως, κατέφθασαν όλοι και στο μεγάλο συμβούλιο που συγκροτήθηκε στο σεράι διαικρίνονταν ανάμεσα στους άλλους ο μέγας

5

Mijiatovic ‘’The Last Emperor . . .’’ Δούκα Μ. ‘’Χρονικό της Άλωσης’’ Εκδ. Βόννης

Σελίδα 129. ‘’ 140. 59


βεζίρης Χαλλίλ πασάς, ο Καρατζά πασάς, ο Ζαγανός πασάς, ο Ισφεντίν χαν, ο Φιρούζ αγάς, ο καπετάν πασάς Μπαλτόγλου και άλλοι. Μόλις ο αξιωματούχος του παλατιού χτύπησε το ασημοστόλιστο ραβδί του δυνατά στο πάτωμα, σε ένδειξη του ερχομού του σουλτάνου, όλοι οι συγκεντρωμένοι μεγάλοι τιτλούχοι σηκώθηκαν όρθιοι και, στο αντίκρισμα του αυταρχικού και τρομερού κυρίου τους, έσκυψαν χαμηλά τα κεφάλια τους και τον προσκύνησαν βαθιά, ενώ αυτός διέσχιζε τη μεγάλη αίθουσα και προχωρούσε προς το μεγαλοπρεπή κι αστραφτερό απ’ τα πολλά πετράδια θρόνο του. Ο Μεχμέτ, δίπλα του όρθιος, παρακολουθούσε, πόσο τα άλλοτε βλοσυρά πρόσωπα των τρομερών και δίστροπων μεγιστάνων της ανατολής και της δυτικής αυτοκρατορίας του Ισλάμ έχαναν το χρώμα τους, απέβαλλαν την τραχύτητά τους και γίνονταν απαλά και υποτακτικά μπροστά στο μεγάλο σουλτάνο, στον απόλυτο μονάρχη κι αντιπρόσωπο του Προφήτη επί της γης. Αφού συνήλθαν οι καλεσμένοι απ’ την πρώτη ταραχή που ένιωσαν με την παρουσία του σουλτάνου και κάθισαν στα χαμηλά ντιβάνια τους κι ανάμεσα σε παχιά πολύχρωμα μαξιλάρια, ο Χαλλίλ πασάς διέκοψε τη σιγή και απηύθηνε λίγα λόγια αβροφροσύνης προς τους μεγάλους τιτλούχους. Ύστερα, υποκλίθηκε προς το μέρος του σουλτάνου και κάθισε στο ξεχωριστό απ’ τα άλλα ντιβάνι του. Το λόγο πήρε ο Μωάμεθ και, με σταθερή φωνή και έντονο ύφος, απευθύνθηκε προς τους καλεσμένους του. -Όλοι γνωρίζετε τα κατορθώματα των μεγάλων προγόνων μας και τις προσπάθειές τους για το καλό του λαού μας και το θρίαμβο του Ισλάμ. Ο μεγάλος Οσμάν πρωτομπήκε στα βυζαντινά εδάφη και το 1326 κατέλαβε την Προύσα. Το 1354 πέρασε στην Ευρώπη και κυρίεψε την Καλλίπολη. Ο τρομερός Μουράτ ο πρώτος, το 1365 πήρε απ’ τους Βυζαντινούς την Αδριανούπολη και την έκανε δεύτερη πρωτεύουσα του κράτους μας. Κυρίεψε την Άγκυρα, τη Σόφια, το Διδυμότειχο. Ο ένδοξος Βογιατζίτ κατατρόπωσε τους χριστιανούς στη Νικόπολη και επεξέτεινε το κράτος του μέχρι τον Ευφράτη και μέχρι τα νότια της Ελλάδας. Ο μέγας Μουράτ ο δεύτερος, τον οποίο όλοι σας υπηρετήσατε, κυρίεψε τη Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα και συνέτριψε τους χριστιανούς στη Βάρνα και στο Κόσσοβο. Όλοι αυτοί οι μεγάλοι σουλτάνοι δόξασαν το Ισλάμ και το όνομά τους. Κατατεμάχισαν την κάποτε λαμπρή κι ονομασή αυτοκρατορία της Ανατολής και περιόρισαν τον άλλοτε ένδοξο βασιλιά των βασιλέων σ’ ένα μικρό και καταρημαγμένο τρίγωνο της γης. Η άλλοτε ονομαστή και περιώνυμη πόλη του Κωνσταντίνου, απομονωμένη και ξεκομμένη σήμερα απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, τρέμει σα φύλλο κάτω απ’ την απειλή του γιαταγανιού μας. Μόνο ο αυτοκράτορας και οι απερίσκεπτοι άρχοντές της τολμούν ακόμα να υψώνουν το κεφάλι και, με πολύ θράσος και μεγάλη απερισκεψία, να δηλώνουν εμφαντικά την παρουσία τους. Δεν βλέπουν, ότι οι καιροί άλλαξαν. Δεν θέλουν να παραδεχτούν, ότι πλησιάζει το τέλος τους. Δεν θέλουν να καταλάβουν, ότι δεν είμαστε διατεθημένοι με κανένα τρόπο να ανεχθούμε άλλο την παρουσία τους ανάμεσά μας. Δεν θέλουν να πιστέψουν, ότι είναι πλέον γραφτό και μεγάλο κισμέτ για τη

60


γενιά μας, να ισοπεδώσει και να εξαλείψει το στοιχειωμένο αυτό τρίγωνο απ’ το πρόσωπο της γης. Ένας μόνο εκεί μέσα βλέπει την αλήθεια κι αναγνωρίζει την πραγματικότητα. Ο καλόγερος Γεννάδιος και το κόμμα των ανθενωτικών παπάδων του. Οι ανόητοι άρχοντες εκεί κάτω, χωρίς αρχοντικά και ο αυτοκράτορας χωρίς αυτοκρατορία, νόμισαν ότι με την απουσία μου στη Μ. Ασία θα μπορούσαν να σηκώσουν κεφάλι και να κινηθούν εναντίον μας. Δεν βλέπουν την αδυναμία τους, τα χρέη τους, την κατάντια τους. Αλλά και αν ακόμα κάτι μπορούν να κάνουν, δε θα το αποφασίσουν ποτέ, γιατί σπαταλούν όλον τον καιρό τους σε λόγια, χωρίς να προχωρούν ποτέ σε έργα. Τώρα λοιπόν που ήμουν στη Μ. Ασία εναντίον του Ιμπραήμ της Καραμανίας, μου στείλαν πρεσβευτές στην Προύσα και μου ζητούσαν να αυξήσω την επιχορήγηση προς τον αυτοκράτορα για τη διατροφή του προδότη Ορχάν. Πραγματική τους αποστολή δεν ήταν να αποσπάσουν μια κάποια αύξηση της διατροφής ενός φυγάδα. Θέμα, άλλωστε, το οποίο πριν από λίγους μήνες είχε τακτοποιηθεί στην Αδριανούπολη κι ούτε ήταν τόσο επείγον, ώστε να χρειάζεται να το λύσουμε στη μέση εκστρατείας, αλλά θέλησαν να επωφεληθούν την εκστρατεία μου αυτή και να με αναγκάσουν να υποχωρήσω σε άλλα σπουδαιότερα σημεία. Με απείλησαν οι αχρείοι, ότι θα αφήσουν ελεύθερο τον προδότη Ορχάν και θα τον αναγνωρίσουν ηγεμόνα της Θράκης. Θυμήθηκα τις συστάσεις του παλιού μου δασκάλου και μεγάλου μας βεζίρη –κι έδειξε µ’ έκδηλη ικανοποίηση προς το Χαλλίλ πασά- και, παρ’ ότι μέσα μου έβραζα από θυμό και μια έξαψη νευρικότητας µ’ είχε κυριέψει, συγκρατήθηκα. Έμεινα απαθής και με ηρεμία άκουσα τις απόψεις τους. Θα μπορούσα να τους γδάρω ζωντανούς επιτόπου και να στείλω τα κεφάλια τους δώρο στον αυτοκράτορά τους. Δεν το έκανα, όμως. Αντίθετα, έδειξα κατανόηση και τους υποσχέθηκα, ότι θα εξετάσω τις προτάσεις του αυτοκράτορα αμέσως μόλις θα γυρίσω στην Αδριανούπολη και θα κάνω ό,τι είναι δίκαιο και σωστό. Σταμάτησε για λίγο, κοίταξε προσεχτικά όλους γύρω του, έριξε μια δεύτερη πονηρή ματιά στο Χαλλίλ πασά, σα να ήθελε να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τις συμβουλές που τού ‘δωσε παλιότερα και συνέχισε με ύφος γεμάτο ειρωνεία. -Πραγματικά, επιστρέφοντας στην Αδριανούπολη εξήτασα τις απαιτήσεις των Ελλήνων και σήμερα τις έχω έτοιμες. Θα σας τις πω ποιες είναι, αφού πρώτα δώσουμε την ευκαιρία στο μεγάλο βεζίρη, να μας πει κι αυτός τις απόψεις του πάνω στο θέμα αυτό, γιατί κι αυτός δέχτηκε εδώ ξεχωριστή πρεσβεία του αυτοκράτορα. Ο Μωάμεθ εκτιμούσε κατά βάθος το Χαλλίλ πασά κι αναγνώριζε τη σοφία του και τη λογική του. Γι’ αυτό και τον κρατούσε στη μεγάλη αυτή θέση. Το γεγονός, όμως, ότι ο Χαλλίλ συμβούλεψε τον πατέρα του Μουράτ, να τον απομακρύνει απ’ την Αδριανούπολη και να τον στείλει στη Μαγνησία, είχε δημιουργήσει μια προκατάληψη κι ένα κρυφό μίσος μέσα του για το μεγάλο βεζίρη. Επιπλέον, η φιλειρηνική πολιτική του και η μετριοπαθής στάση του απέναντι στους Βυζαντινούς, ενίσχυαν την 61


ψυχρότητα του σουλτάνου απέναντί του. Γι’ αυτό και τού ‘δωσε τώρα το λόγο να μιλήσει στο σουμβούλιο για το ίδιο θέμα, όχι για να ζητήσει τη γνώμη του, αλλά για να ακουστούν σ’ όλους εκεί και οι δικές του απόψεις, ώστε να ξεκαθαριστεί η θέση του και να εκτεθεί μόνος του, σε περίπτωση που πραγματικά κρατούσε φιλοβυζαντινή στάση. Ο Χαλλίλ πασάς, όμως, δεν έπεφτε εύκολα σε τέτοιες παγίδες. Είχε μεγαλώσει κι είχε γεράσει μέσα στη διπλωματία και γνώριζε να εκτιμά σωστά τις κακοτοπιές και να ελίσσεται επιδέξια στις δυσκολίες. Ο Χαλλίλ είχε πατέρα Σέρβο και μητέρα Ελληνίδα. Γεννήθηκε χριστιανός. Πιάστηκε μικρός απ’ τους Τούρκους κι εξισλαμίστηκε. Από μικρός ήταν έξυπνος και φιλομαθής. Εύκολα μορφώθηκε και γρήγορα μπήκε στην υπηρεσία του σουλτάνου, φθάνοντας μέχρι το ανώτατο αξίωμα του μεγάλου βεζίρη. Είχε αναδειχθεί μεγάλος διπλωμάτης. Ήταν συγκρατημένος στις κρίσεις του και λογικός στις αποφάσεις του. Ήταν αρχηγός μιας φιλειρηνικής κίνησης στο παλάτι, πράγμα το οποίο τον έφερνε αντιμέτωπο με το στρατιωτικό κόμμα των πολεμόφιλων Οθωμανών. Οι οπαδοί του κόμματος αυτού πάντοτε τον κατέκριναν για την ηρεμία και τη συντηρητικότητα στις αποφάσεις του και τον χαρακτήριζαν φίλο των χριστιανών. Μάλιστα, του είχαν βγάλει και το παρατσούκλι Γκιαούρ-γιολντασί και Γκιαούρ-ορτάγκ (φίλο και σύμμαχο των απίστων)6. Ο Χαλλίλ πασάς, με ήρεμο τόνο και σταθερή φωνή, πήρε το λόγο στο συμβούλιο και είπε. -Πραγματικά, πριν από λίγο καιρό και όταν ο πολυχρονεμένος μας σουλτάνος έλειπε στη Μ. Ασία, δέχτηκα κι εγώ εδώ στην Αδριανούπολη μια αντιπροσωπεία απ’ την Κωνσταντινούπολη για το θέμα του φυγάδα Ορχάν. Είναι αλήθεια, πως η παράλογη, άκαιρη και γελοία θα μπορούσα να πω, αξίωση της Κωνσταντινούπολης, όχι μόνο με εξέπληξε αλλά με εξενεύρισε κιόλας. Ίσως με μεγαλύτερη δυσκολία, απ’ ότι ο πολυχρονεμένος μας σουλτάνος κράτησε τα νεύρα του, κράτησα κι εγώ την ψυχραιμία μου και κατάφερα ν’ ακούσω χωρίς να διακόψω τους πρεσβευτές. Όταν τελείωσαν τους είπα: -Γνωρίζω, ότι τα οικονομικά του κράτους σας βρίσκονται σε μεγάλη ακαταστασία. Γνωρίζω, ότι τα έξοδα της ενθρόνισης του αυτοκράτορα και τα πλούσια δώρα που προσέφερε στους διαφόρους άρχοντες με την άνοδό του στο θρόνο, όπως συνηθίζεται στις μέρες μας και περισσότερο σε σας τους Βυζαντινούς, όχι μόνο άδειασαν τα ταμεία του κράτους σας, αλλά αύξησαν αβάσταχτα και το δημόσιο χρέος σας. Τα θησαυροφυλάκιά σας δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σήμερα ούτε στα έξοδα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων σας και δυσκολεύεστε να πληρώσετε ακόμα και την προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα7. Η πτώχευση απειλεί το δημόσιο και το κράτος σας δεν είναι σε θέση να σκεφτεί σοβαρά οποιαδήποτε πολεμική απόπειρα εναντίον μας. Όλος ο χρυσός κι όλα τα αυτοκρατορικά κοσμήματα και οι θησαυροί του παλατιού σας έχουν από 6 7

Mijiatovic ‘’The Last Emperor . . .’’ Mijiatovic ‘The Last Emperor . . .’’

Σελίδα Σελίδα

100. 98. 62


χρόνια παραδοθεί σαν ενέχειρο στους Βενετούς απ’ την αυτοκράτειρα Άννα και τον τότε νεαρό γιο της Ιωάννη τον V, η οποία με τον τρόπο αυτό απέσπασε μεγάλο δάνειο απ’ τη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου, για να μπορέσει να συνεχίσει τον εμφύλιο πόλεμο κατά του Ιωάννη Κατακουζηνού. Έτσι, το κράτος σας βρίσκεται δίχως αντίκρισμα και βαριά χρεωμένο, χωρίς να μπορεί να ανταποκριθεί στα χρέη του και αδυνατεί να επιστρέψει τα δανεικά στους Βενετούς. Σκεφτήκατε λοιπόν, ότι πηγή εξεύρεσης χρημάτων μπορεί να γίνει ο σουλτάνος. Εκμεταλλευτήκατε τις διαβεβαιώσεις του σουλτάνου, ότι επιθυμεί πραγματικά να διατηρηθεί η ειρήνη μεταξύ μας κι αποφασίσατε, κάνοντας κατάχρηση των συμφωνιών, να αξιώσετε διπλασίαση της επιχορήγησης για τη διατροφή του Ορχάν, σάμπως να μην είναι αρκετά τριακόσιες χιλιάδες άσπρα να συντηρήσουν έναν άνθρωπο, ένα φυγάδα και παράνομο διεκδικητή του θρόνου του νόμιμου σουλτάνου μας. Τα μάτια του πονηρού Χαλλίλ πηγαινοέρχονταν ανήσυχα καθώς μιλούσε κι ασταμάτητα ερευνούσαν τα πρόσωπα των παρευρισκομένων, προσπαθώντας να συλάβουν τις εκδηλώσεις τους. Ιδιαίτερη ικανοποίηση του προξενούσε η ευχαρίστηση, που έντονα εκδηλωνόταν στο πρόσωπο του Μωάμεθ. Με την ίδια σταθερότητα στη φωνή του, ο μεγάλος βεζίρης συνέχισε. -Ξαφνιάστηκα πραγματικά όταν άκουσα τους αντιπροσώπους του αυτοκράτορα να δηλώνουν ότι, αν ο σουλτάνος δεν αυξήσει την επιχορήγηση, η αυλή του Κωνσταντίνου θα αναγκαστεί να αφήσει ελεύθερο τον διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου πρίγκιπα Ορχάν και δε θα φέρει καμία απολύτως ευθύνη για τις μελλοντικές του ενέργειες. Ετόνισαν μάλιστα, ότι ο Ορχάν έχει πάρα πολλούς οπαδούς στη Θράκη και, με την έξοδό του απ’ την Κωνσταντινούπολη, ενδέχεται να μεταβληθούν τα πράγματα ριζικά κι ανεπανόρθωτα για την Αδριανούπολη. Η απειλή αυτή με εξόργισε πραγματικά και είπα στους πρέσβεις: -Ανόητοι Έλληνες. Από καιρό έχω μάθει να διακρίνω τις ανοησίες και τις πανουργίες σας. Όταν ο σουλτάνος Μουράτ ζούσε, σας ήταν ίσως δυνατό να κινείσθε όπως θέλατε, γιατί ήταν άνθρωπος πράος, βολικός και ανεκτικός. Αλλά ο σουλτάνος Μωάμεθ είναι τελείως διαφορετικός. Εάν η Κωνσταντινούπολη διέφυγε την οργή και τη δύναμη του Μουράτ τότε, αυτό είναι ίσως μια απόδειξη ότι ο Αλλάχ δεν ήθελε να τιμωρήσει τις παρανομίες και τις αμαρτίες σας. Ανόητοι! Ακόμη η μελάνη στο χαρτί της συνθήκης που συνομολογήσατε δεν στέγνωσε και σεις μας έρχεστε με ανόητες απειλές. Κάνετε λάθος. Δεν είμαστε άπειροι κι ούτε απλά μικρά παιδιά για να τρομάξουμε εύκολα. Εάν πραγματικά πιστεύετε, ότι μπορείτε να κάμετε κάτι, είσαστε ελεύθεροι να το κάμετε. Εάν επιθυμείτε να ανακηρύξετε τον Ορχάν σουλτάνο της ευρωπαϊκής Τουρκίας, ανακηρύξετέ τον. Εάν θέλετε να φέρετε τους Ούγγρους από τούτη τη μεριά του Δούναβη, φέρετέ τους. Παρακαλέστε τους να έρθουν. Εάν θέλετε να ξαναπάρετε τις χώρες που χάσατε, προσπαθείστε. Αλλά, να είσαστε

63


βέβαιοι για ένα πράγμα. Το μόνο που θα πετύχετε, θα είναι να χάσετε κι αυτό το λίγο που έχετε8. Τόνισα δε στους πρεσβευτές του αυτοκράτορα, ότι η τελική απάντηση θα δοθεί απ’ το σουλτάνο όταν επιστρέψει απ’ την εκστρατεία. Και, γυρίζοντας προς του παρευρισκομένους, πρόσθεσε: -Εσείς συμβουλεύσατε το σουλτάνο μας κατά την κρίση σας κι ο μεγάλος μας αφέντης ας δώσει στους Βυζαντινούς την απάντηση που θεωρεί σωστή και δίκαιη. Με τα λόγια αυτά τελείωσε την αναφορά του ο Χαλλίλ. Υποκλίθηκε προς το Μωάμεθ και ξανακάθισε στη θέση του. Ο Μωάμεθ, ευχαριστημένος απ’ τη στάση που κράτησε στην απουσία του ο μεγάλος βεζίρης κι ενθουσιασμένος απ’ το ύφος και τα λόγια του, είπε με έκδηλη ικανοποίηση. -Η απάντηση αυτή του Χαλλίλ πασά εκφράζει ακριβώς το πνεύμα που επικρατεί σήμερα στο σεράι και δηλώνει καθαρότατα τις προθέσεις μου και τις προθέσεις των αρχόντων της μεγάλης μας αυτοκρατορίας. Ελπίζω οι άπιστοι να εκτιμήσουν την απάντηση αυτή που πήραν απ’ το μεγάλο βεζίρη το καλοκαίρι του 1451 και να την θυμούνται πάντοτε στο μέλλον. Οι προειδοποιήσεις που τους δώσαμε τότε θα πάρουν οντότητα σήμερα και με τη συμπαράσταση τη δική σας θα ενισχυθούν, θα ισχυροποιηθούν και γρήγορα θα γίνουν πραγματικότητα. Και, γυρίζοντας προς το Χαλλίλ πασά, πρόσθεσε. -Ίσως να είχαν κάπου-κάπου δίκιο οι παλιότεροι, όταν κατηγορούσαν για φιλελληνισμό τον Αλή πασά, το μεγάλο βεζίρη του Βογιατζίτ. Ο άνθρωπος εκείνος είχε ένα αβάσταχτο πάθος προς το χρυσάφι. Αν καμιά φορά απέφευγε να δίνει τελικές απαντήσεις σε εξωτερικά ζητήματα και σε υποθέσεις που προέκυπταν με ξένους ηγεμόνες και όλο ανέβαλε τις λύσεις για αργότερα, το έκανε από φιλοχρηματία κι όχι από άλλον κακό σκοπό. Απλούστατα, μισούσε τους άπιστους, αγαπούσε, όμως, το χρυσάφι τους. Ο δικός μου ο μεγάλος βεζίρης, όμως, με την απάντησή του αυτή, απέδειξε ότι είναι πιστός στον Προφήτη και στο σουλτάνο του κι ότι είναι πραγματικά ακέραιος και άτρωτος σύμβουλος και υπηρέτης. Ουδέποτε είχα υπηψία γι’ αυτόν ή για κανέναν άλλο από σας. Είμαι σίγουρος, ότι όλοι σας είσαστε πιστοί και αφοσιωμένοι στο σουλτάνο σας κι ότι θα κάμετε το καθήκον σας, όπως η θέση σας το απαιτεί και ο νόμος του Προφήτη καθορίζει. Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και επευφήμησαν το σουλτάνο τους. Ο Μωάμεθ τους ευχαρίστησε ενθουσιασμένος και τους έκανε νόημα να καθίσουν. Μετά συνέχισε. -Δεν χρειάστηκε να εξετάσω καθόλου τις προτάσεις της Κωνσταντινούπολης. Απλούστατα, διατάζω να σταματήσει αμέσως κάθε επιχορήγηση προς τον αυτοκράτορα και να διωχθούν όλοι οι εισπράκτορες των Βυζαντινών απ’ την περιοχή του Στρυμώνα που παίρνουν απ’ τους κατοίκους της εκεί περιοχής τον μέχρι τώρα

8

Mijiatovic ‘’The Last Emperor . . .’’

Σελίδα

101. 64


καθιερωμένο φόρο για τη διατροφή του Ορχάν. Δε θα συντηρούμε εμείς οι ίδιοι τους προδότες που μας επιβουλεύονται. Διέκοψε για μια στιγμή. Κοίταξε αυστηρά γύρω του και συνέχισε. –Επίσης, σας κάλεσα όλους εδώ, για να σας ανακοινώσω, ότι αποφάσισα να προστατέψω με τον πιο καλό τρόπο που νομίζω το πέρασμα του στρατού μας απ’ την Ευρώπη στην Ασία και αντίθετα πάνω απ’ το Βόσπορο. Πριν από ενενήντα περίπου χρόνια (το 1361), ο ένδοξος Μουράτ ο πρώτος κυρίεψε την Αδριανούπολη και το 1365 την έκανε πρωτεύουσα του κράτους του. Χάρισε σε μας την ωραία αυτή πόλη, με την εντολή να την φυλάξουμε και να την μεγαλύνουμε όσο μπορούμε περισσότερο. Βασιλεύοντας, όμως, στην Ευρώπη ο μεγάλος εκείνος σουλτάνος, δεν ξέχασε ούτε και παραμέλησε και την Ασία. Το ίδιο έκαναν και οι διάδοχοί του και ξακουστοί πρόγονοί μας Βογιατζίτ και Μουράτ ο δεύτερος. Έχουμε, λοιπόν κι εμείς ιερό καθήκον και μεγάλη υποχρέωση, να ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους και να κάνουμε ό,τι μπορούμε καλύτερο για την εξάπλωση της αυτοκρατορίας μας και τη δόξα του Ισλάμ. Σήμερα, οι καιροί άλλαξαν και επιβάλλεται γρήγορα και με μεγάλη ταχύτητα να μπορεί ο στρατός μας να περνά απ’ τη μια Ήπειρο στην άλλη πάνω απ’ το Βόσπορο, χωρίς τη συγκατάθεση ή την άδεια των Βυζαντινών. Για το σκοπό αυτό, θα χτιστεί εκεί και σε μέρος που θα διαλέξω ο ίδιος μεγάλο φρούριο. Το νέο φρούριο θα χτιστεί στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, κάπου απέναντι απ’ το Ανατόλια-χισάρ. Έτσι, τα δυο φρούρια θα ελέγχουν τη θαλάσσια διάβαση απ’ το Μαρμαρά στον Εύξεινο και ταυτόχρονα θα μας εξασφαλίζουν σίγουρο και ασφαλές πέρασμα απ’ τη μια Ήπειρο στην άλλη. Θέλω το φρούριο αυτό να είναι γερό, επιβλητικό, καλά εξοπλισμένο και να προξενεί το φόβο και τον τρόμο σ’ όποιον το αντικρίζει. Και προπαντός, θέλω το χτίσιμό του ν’ αρχίσει αμέσως και να τελειώσει αμέσως. Θέλω προθυμία και ταχύτητα. Καθένας από σας θ’ αναλάβει να χτίσει κι ένα μέρος του νέου φρουρίου με δικά του υλικά, δικούς του εργάτες και δικά του έξοδα. Ο Μεχμέτ αγάς παρατήρησε, ότι τα τελευταία αυτά λόγια του Μωάμεθ έφεραν κάποια ταραχή στα πρόσωπα των πασάδων. Με γρήγορες ματιές αλληλοκοιτάχτηκαν μεταξύ τους αλλά, διατηρώντας την αυτοκυριαρχία τους, συνέχισαν με προσποιητή απάθεια να παρακολουθούν με θερμό, δήθεν, ενδιαφέρον τις εντολές και υποδείξεις του κυρίου τους. Ο Μωάμεθ πρόσεξε κι αυτός την ταραχή των πασάδων κι επίτηδες συνέχισε με έντονο ύφος. -Στη δουλειά της ανέγερσης του φρουρίου θα πάρουν μέρος, εκτός απ’ τους σκλάβους, τους εργάτες και τους στρατιώτες και όλοι αδιάκριτα οι αξιωματικοί, οι αγάδες, οι μπέηδες και οι πασάδες. Θέλω όλοι εσείς εδώ, να κουβαλήσετε στα χέρια και στις πλάτες σας τις πρώτες πέτρες. Και θέλω, με το παράδειγμά σας και τη διαρκή συμμετοχή σας στην καθημερινή δουλειά, να δείξετε στους άλλους τη σπουδαιότητα του φρουρίου αυτού και να υπογραμμίσετε σ’ όλους τους εργαζόμενους την επιθυμία και την επίμονη θέληση του σουλτάνου σας για το χτίσιμό του. Θέλω, όλοι να αισθανθούν και να νιώσουν τη ζωτική σημασία που θα 65


έχει για το Ισλάμ το νέο αυτό οχυρό. Δε θα δεχθώ καμιά αντίρρηση και καμιά αδιαφορία από κανένα. Και όποιος δυστροπεί, θα αποκεφαλίζεται αμέσως. Το φρούριο θα χτιστεί πάνω σε έδαφος των Ελλήνων. Γι’ αυτό, ο Καρατζά πασάς θα αναλάβει τη φρούρηση ολόκληρης της γύρω περιοχής, για να εξασφαλιστεί η ανεμπόδιστη μεταφορά των υλικών και η απρόσκοπτη εργασία των τεχνιτών. Ο καπετάν πασάς θα αγρυπνεί με το στόλο του για κάθε απρόοπτο ενδεχόμενο απ’ τη θάλασσα. Και ο Φιρούζ αγάς θ’ αναλάβει τη φρούρηση των έργων. Τη γενική επίβλεψη και εποπτεία θα έχω εγώ ο ίδιος. Ο Χαλλίλ πασάς θα ειδοποιήσει, όπως ξέρει αυτός, τον αυτοκράτορα για τις προθέσεις μου αυτές. Βασικά, το φρούριο θα έχει σχήμα τριγώνου. Σε κάθε γωνιά θα υπάρχει κι ένας μεγάλος πύργος. Τον ένα μεγάλο πύργο προς τη θάλασσα, µ’ όλα του τα φρούρια και τις οχυρώσεις, θ’ αναλάβει να χτίσει ο Χαλλίλ πασάς. Τον άλλο μεγάλο πύργο προς την ξηρά θα χτίσει ο Ζαγανός πασάς και τον τρίτο πύργο θα αναλάβει ο Σαριτζά πασάς. Ο καθένας σας θα πληρώσει ο ίδιος και με δικά του χρήματα όλες τις δαπάνες της κατασκευής. Εγώ θ’ αναλάβω τα τείχη κι όλα τα υπόλοιπα έργα του φρουρίου. Τώρα, προσευχηθείτε στον Αλλάχ για την επιτυχία του έργου μας και το βράδυ σας προσκαλώ όλους να δειπνήσουμε στο σεράι. Θα μας περιποιηθούν οι γυναίκες του χαρεμιού του αποστάτη Ιμπραήμ μπέη της Καραμανίας. Λέγοντας τις τελευταίες αυτές λέξεις, σηκώθηκε κι άρχισε να διασχίζει την αίθουσα κατευθυνόμενος προς την πόρτα. Ταυτόχρονα, όλοι οι πασάδες κι οι άλλοι τιτλούχοι σηκώθηκαν και υποκλίθηκαν βαθιά, χωρίς να πει κανείς ούτε μια λέξη. Πριν βγει απ’ την αίθουσα, ο Μωάμεθ στάθηκε για μια στιγμή. Γύρισε το αυστηρό του βλέμμα προς τους τρομοκρατημένους αξιωματούχους του και πρόσθεσε με στόμφο. -Το έργο θα γίνει. Κάθε εμπόδιο θα υπερπηδηθεί. Κάθε αντίρρηση ή αδράνεια θα τιμωρείται με θάνατο. Εάν δε κανείς από σας αντιδράσει, θα βρεθώ στην ανάγκη να του πάρω το κεφάλι εγώ με τα ίδια μου τα χέρια. Έντρομοι οι πασάδες την άλλη μέρα εγκατέλειψαν την Αδριανούπολη και γρήγορα ξαναγύρισαν στις επαρχίες τους. Με βιασύνη συγκέντρωσαν στρατιές από αμέτρητους τεχνίτες, εργάτες και υποζύγια όλων των ειδών και επικεφαλής οι ίδιοι πολυάριθμων στρατιωτών, κατευθύνονταν όλοι σε λίγες μέρες προς το στενό πέρασμα του Βοσπόρου. Ο μεγάλος βεζίρης, ο πονηρός Χαλλίλ πασάς, για να μην φανεί ότι οι Τούρκοι παραβιάζουν τις ισχύουσες συμφωνίες και για να διατηρηθούν οι ισχύουσες διπλωματικές συνήθειες, έστειλε πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη και ζητούσε την άδεια των Βυζαντινών για την ανέγερση παραθαλάσσιου φρουρίου στο Βόσπορο. Έλεγε δε, ότι ο σουλτάνος αποφάσισε να χτίσει φρούριο εκεί για να προστατέψει το εμπόριο απ’ τα κουρσάρικα πλοία των Καταλωνών. Ο αυτοκράτορας και η αυλή της Κωνσταντινούπολης, που δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να χτιστεί ένα τέτοιο φρούριο δίπλα τους και σε ένα τόσο ζωτικό και στρατηγικό σημείο, δυσκολεύτηκαν πάρα πολύ να

66


βρουν κατάλληλη απάντηση στις προτάσεις του Χαλλίλ. Ήθελαν η απάντησή τους, αφ’ ενός μεν, να μην επιτρέπει το χτίσιμο του φρουρίου, αφ’ ετέρου δε, να μην δίνει και αφορμή διατάραξης των σχέσεων των δύο ηγεμόνων. Τελικά, δόθηκε η εξής απάντηση στους Τούρκους πρεσβευτές. «Ο αυτοκράτορας ευχαρίστως θα συμφωνούσε στις προθέσεις του φίλου του σουλτάνου. Δυστυχώς, όμως, το προτεινόμενο μέρος για την ανέγερση του φρουρίου δεν ανήκει σ’ αυτόν αλλά στους Φράγκους του Γαλατά, στους οποίους έχει μεταβιβαστεί παλιότερα. Ως εκ τούτου, φοβάται μήπως η απόφαση αυτή του σουλτάνου τον φέρει αντιμέτωπο με τους Φράγκους.» Σίγουρα ο Έλληνας διπλωμάτης, που ανέλαβε την ιδέα της απάντησης και συνέταξε το κείμενό της, θα ήταν μάλλον περήφανος για την επιτυχία του αυτή. Ο Χαλλίλ πασάς, όμως, μόλις διάβασε την απάντηση του αυτοκράτορα, χαμογέλασε πονηρά ανάμεσα στα γένια του για την τόση αφέλεια των Ελλήνων και ανταπάντησε. «Ο σουλτάνος δεν ήθελε να θίξει τα αισθήματα του καλού φίλου του αυτοκράτορα, γι’ αυτό και δεν επιθυμούσε ν’ αρχίσει το χτίσιμο του φρουρίου χωρίς την τυπική του έγκριση. Αλλά, αφού ο αυτοκράτορας δηλώνει ότι το έδαφος αυτό ανήκει στους Φράγκους, ο σουλτάνος, ο οποίος δεν στενοχωριέται καθόλου για τα αισθήματα και τις προθέσεις των ανθρώπων εκείνων, θα προχωρήσει χωρίς καμιά περαιτέρω καθυστέρηση στην ανοικοδόμηση του οχυρού.» Οι Έλληνες παγιδεύτηκαν στην ίδια τους την απάντηση και τα όπλα που προόριζαν για τους Τούρκους τα έστρεψαν εναντίον τους. Ύστερα κι απ’ την κατ’ αυτόν τον τρόπο διπλωματική τακτοποίηση του θέματος με το Βυζάντιο, άρχισαν να καταφθάνουν στο Βόσπορο κατά χιλιάδες οι στρατιές των εργατών και των στρατιωτών των Τούρκων κι απ’ την Ασία κι απ’ την Ευρώπη. Στις 26 Μαρτίου 1452, κατέφθασε και ο Μωάμεθ επικεφαλής μεγάλης στρατιάς γενιτσάρων. Ο ίδιος διάλεξε το στενότερο μέρος του Βοσπόρου, κοντά στο χωριό των Ασωμάτων, ακριβώς απέναντι απ’ τη θέση του Ανατόλια-χισάρ. Εδώ ήταν χτισμένη παλιά εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, προστάτη του Βοσπόρου. Η εκκλησία γκρεμίστηκε και πάνω στα ερείπιά της μπήκαν την ίδια μέρα τα θεμέλια του νέου φρουρίου. Απ’ το σημείο αυτό είχε περάσει στην Ασία και ο Μέγας Αλέξανδρος πριν από δεκαοκτώ περίπου αιώνες. Την πρώτη μέρα που άρχισαν οι εργασίες έγινε μεγάλο πανηγύρι. Σφάχτηκαν πολλά κριάρια κι άλλα ζώα και το αίμα τους ανακατεύτηκε στη λάσπη των χτιστών ή χύθηκε άφθονο στα θεμέλια του κτιρίου. Οι εργασίες προχωρούσαν αλματωδώς και ο κάθε χτίστης, με ποινή θανάτου, ήταν υποχρεωμένος, μαζί με δυο βοηθούς του, να χτίσει έναν πήχη τοίχο την ημέρα. Οι πέτρες έρχονταν απ’ την Ανατολή, τα δε θεόρατα δοκάρια απ’ τη Νικομήδεια και την Ποντοηράκλεια. Αδιάκοπη κίνηση ένωνε τις δυο ακτές και αεικίνητη στρατιά κάθε είδους ανθρώπων και ζώων πηγαινοέρχονταν απ’ την Ανατολή στη Δύση και αντίθετα για τις ανάγκες της οικοδομής. Οι τεράστιες ποσότητες τροφών, που χρειάζονταν για τις χιλιάδες των ανθρώπων και των ζώων του 67


πρωτάκουστου αυτού συνεργείου, εξασφαλίζονταν απ’ την αναγκαστική προσφορά των Ελλήνων κατοίκων των γύρω βυζαντινών επαρχιών. Τις περιοχές αυτές τις είχε λαφυραγωγήσει συστηματικά και τις είχε ρημάξει κυριολεκτικά ο Καρατζά πασάς με τους γενιτσάρους του. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος σκέφτηκε στην αρχή να αντιδράσει με έφοδο κατά των σχεδίων του σουλτάνου και να εμποδίσει με τα όπλα το φοβερό έργο της πολυπληθούς εκείνης στρατιάς. Αλλά αποθαρρύνθηκε απ’ τους τρομοκρατημένους συμβούλους του, απ’ τους συγκλητικούς και τους ιερείς, οι οποίοι θεώρησαν τελείως παράλογο ένα τέτοιο τόλμημα του αυτοκράτορα. Τελικά, αποφασίστηκε να σταλούν αντιπρόσωποι στο σουλτάνο και να τον παρακαλέσουν, να εγκαταλείψει την εκτέλεση του έργου, συστήνοντάς του να σεβαστεί τις υπάρχουσες συνθήκες, οι οποίες απαγόρευαν να χτιστεί από μέρους των Τούρκων οποιοδήποτε οχύρωμα πάνω στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου. Καλύτερα να μην έλεγε τα λόγια αυτά ο απεσταλμένος του αυτοκράτορα. Και δε θα τα έλεγε, αν δεν είχε τα μάτια κατεβασμένα και αν πρόσεχε το ελαφρό νόημα που του έκανε με το χέρι για να σταματήσει ο Μεχμέτ αγάς που στεκόταν λίγο πιο πίσω απ’ το Μωάμεθ. Ο Μωάμεθ θύμωσε απ’ την παρουσία και τα λόγια των πρεσβευτών του Κωνσταντίνου κι εξοργισμένος τους διέκοψε απότομα και είπε. -Θα γδάρω ζωντανό όποιον πρεσβευτή ξανά ’ρθει και µ’ ενοχλήσει στο εξής για την υπόθεση αυτή. Εγώ δεν παίρνω τίποτ’ απ’ την πόλη σας. Αλλά και τι να πάρω; Ο βασιλιάς δεν έχει τίποτα εκτός απ’ την τάφρο και τα τείχη. Επιπλέον, αν αποφασίσω να χτίσω φρούριο σ’ εκείνο το σημείο ή όπου αλλού θέλω, δεν έχει κανένα δικαίωμα να µ’ εμποδίσει. Όλα τα φρούρια του στομίου του Βοσπόρου και προς την ανατολή και προς τη δύση είναι δικά μου και η περιοχή κατοικείται από Τούρκους. Γιατί οι Έλληνες δεν έχουν την άδειά μου να κατοικούν στα μέρη αυτά. Πώς θέλετε να ξεχάσω πόσα δεινά έπαθε ο πατέρας μου, όταν ο βασιλιάς σας συμμάχισε με τους Ούγγρους; Αλλά, ό,τι ο ένδοξος Μουράτ δεν κατόρθωσε να κάνει, θα το κάνω εγώ με τη βοήθεια του Αλλάχ. Φύγετε και πέστε στο βασιλιά σας, ότι ο σημερινός άρχοντας της Αδριανούπολης δεν είναι σαν τους προηγούμενους. Οι πρεσβευτές του Κωνσταντίνου, ύστερ’ απ’ τα αυστηρά αυτά λόγια του Μωάμεθ, προσπάθησαν να τον παρακαλέσουν όπως διατάξει τουλάχιστον το στρατό του να μην λεηλατεί και κακομεταχειρίζεται τους κατοίκους των γύρω περιοχών. Αντί αυτού, όμως, ο σουλτάνος διέταξε, όπως οι γύρω βυζαντινές επαρχίες αναλάβουν τη συντήρηση όλου εκείνου του αμέτρητου πλήθους των στρατιωτών και των εργατών του φρουρίου, με τη ρητή εντολή να αποκεφαλίζονται αμέσως όσοι αρνούνται να παραδώσουν τα τρόφιμά τους στους Τούρκους. Όταν γύρισαν οι απεσταλμένοι του Κωνσταντίνου στην πόλη και περιέγραψαν τη συνάντησή τους με το Μωάμεθ κι είπαν τα όσα άκουσαν απ’ το στόμα του, η αυλή ολόκληρη και οι άρχοντες του Βυζαντίου κατατρόμαξαν. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να στείλει τρόφιμα στα συνεργεία του φρουρίου, για να δείξει την καλή του πρόθεση και να

68


αποφευχθεί η λεηλασία των κατοίκων της γύρω περιοχής. Σε τίποτα, όμως, δεν ωφέλησε η προσφορά του αυτή, παρά μόνο στην επιτάχυνση των εργασιών κι έδειξε περισσότερο και έμπρακτα την αδυναμία στην οποία είχε περιέλθει το Βυζάντιο. Επίσης, ο ίδιος ο αυτοκράτορας διέταξε τους κατοίκους της περιοχής των Επιβατών και των γύρω επαρχιών να επιτρέπουν, χωρίς καμία αντίσταση, στους Τούρκους να βόσκουν τα ζώα τους στα χωράφια εκείνων των περιοχών και παρακάλεσε και πάλι το σουλτάνο να σεβαστεί τους κατοίκους και να προστατέψει τη ζωή τους. Όλες αυτές οι υποχωρήσεις αποδείχτηκαν ανώφελες. Οι γενίτσαροι κατέσφαξαν τους κατοίκους των Επιβατών, γιατί έφεραν αντιρρήσεις στις προθέσεις των Τούρκων. Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, μαθαίνοντας την απάντηση του σουλτάνου και τα φοβερά και απειλητικά λόγια που ξεστόμισε στους Έλληνες πρεσβευτές και, βλέποντας και τις εργασίες του φρουρίου να προχωρούν και το φοβερό οικοδόμημα να ανυψώνεται απειλητικό, τρομοκρατήθηκαν. Κυριεύτηκαν δε από απόγνωση και πανικό, σαν έμαθαν τις σφαγές των Επιβατών κι έτρεχαν αλλόφρονες στις εκκλησιές, για να κάνουν χίλιους σταυρούς μπροστά στις εικόνες ή να ακουμπήσουν γονατιστοί εκατό φορές το μέτωπό τους στο πλακόστρωτο του ναού, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους. Παρακαλούσαν το Θεό, να τους πάρει απ’ τη ζωή, για να μην δουν την καταστροφή της πόλης με τα μάτια τους και να μην ακούσουν μια μέρα τη φοβερή κραυγή: ‘’η Άγια Πόλη κυριεύτηκε’’. Κι ενώ οι ιερείς και ο λαός και μαζί του οι έμποροι και οι κρασοπώλες έτρεχαν στις εκκλησιές για να προσευχηθούν, διάφορες ομάδες εργένηδων ανέργων, αφού βρήκαν την ευκαιρία και ήπιαν αρκετό κρασί χωρίς να πληρώσουν και μεθυσμένοι αστειεύονταν και γελούσαν για το φόβο και τον πανικό των άλλων κατοίκων, οπλίστηκαν και με δική τους πρωτοβουλία βγήκαν απ’ τη βόρεια πύλη, με σκοπό να σταματήσουν το χτίσιμο του φρουρίου και να κυνηγήσουν το σουλτάνο μακριά απ’ την Κωνσταντινούπολη. Ο σουλτάνος, βλέποντάς τους έξω απ’ τα τείχη, διέταξε το Μεχμέτ μπέη να τους επιτεθεί. Οι γενίτσαροι αμέσως έπεσαν επάνω τους και κανένας δεν ξαναγύρισε στην πόλη. Άλλοι σκοτώθηκαν κι άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι κι έγιναν σκλάβοι. Η απερισκεψία αυτή των μεθυσμένων έδωσε αφορμή στους Τούρκους να προχωρήσουν προς τις περιοχές της Κωνσταντινούπολης, όπου ο Μεχμέτ μπέης έπιασε σκλάβους κι άρπαξε πολλά ζώα απ’ τα χωράφια και τα σπίτια των κατοίκων. Στο μεταξύ, οι εργασίες του χτισίματος δεν σταματούσαν μέρα και νύχτα και οι τοίχοι του φρουρίου υψώνονταν όλο και πιο ψηλά. Ο σουλτάνος είχε στείλει ντελάληδες σ’ όλα τα σημεία της αυτοκρατορίας του και ζητούσε απ’ τους αγάδες και τους μπέηδες, τους ιμάμηδες και τους καδήδες να συγκεντρώνουν εργάτες και με ευθύνη τους να τους φέρνουν στο Βόσπορο, για να δουλέψουν στο φρούριο. Το πολύχρωμο και ποικίλο αυτό πλήθος, με τα παράξενα εργαλεία και τις ιδιόρρυθμες φορεσιές, το πήγαινε-έλα των μακρόσυρτων καραβανιών και των κάθε είδους καϊκιών, που πηγαινοέρχονταν μέρανύχτα και ξεφόρτωναν υλικά και ανθρώπους, η παράξενη και ασταμάτητη

69


οχλοβοή του τεράστιου αυτού ανθρώπινου πλήθους και οι βάρβαρες και συνεχείς φωνές των αγάδων και των επιστατών, έδιναν μια πρωτότυπη όψη σ’ όλη τη γύρω περιοχή του Βοσπόρου. Τη νύχτα, οι αναρίθμητες φωτιές των εργατών, ο υπόκοφος μυκηθμός των χιλιάδων ζώων, οι φωνές και τα κλάματα των απαχθέντων χριστιανών κατοίκων των γύρω περιοχών, οι ήχοι των ζουρνάδων, των λαγούτων και των αυλών, τα σαντούρια και τα ντέφια, μαζί με τις θεόρατες φωτιές των πολυάριθμων ασβεστοκαμινιών, που έκαιγαν νύχταμέρα πάνω στη θέση ‘’Καταφύγια’’, γέμιζαν το σκοτάδι µ’ ανατριχίλα και τις καρδιές µ’ έντονο αίσθημα φρίκης και τρόμου. Ο αυτοκράτορας έκανε και μια τελευταία προσπάθεια για να διατηρηθεί η ειρήνη. Ξανάστειλε πρεσβευτές του στο σουλτάνο, να τον παρακαλέσουν και πάλι, να μην εξολοθρεύει τους κατοίκους της υπαίθρου και να τον διαβεβαιώσουν, για μια ακόμη φορά, για τις καλές προθέσεις των Βυζαντινών. Ο σουλτάνος, όμως, θύμωσε τόσο πολύ με την εμφάνιση των πρεσβευτών, ώστε διέταξε να τους αποκεφαλίσουν αμέσως. Όταν ο Κωνσταντίνος έμαθε τον αποκεφαλισμό των πρεσβευτών του και τη σφαγή των κατοίκων των Επιβατών έκλεισε όλες τις πύλες των τειχών, αφού πρώτα μπήκαν μέσα στην πόλη όσοι απ’ τους γύρω κατοίκους πρόλαβαν να ξεφύγουν το θάνατο. Οι μικροαπόπειρες των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης εναντίον του φρουρίου, για να διαλύσουν τους εργάτες και να σταματήσουν το χτίσιμό του, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Το μόνο που κατάφεραν με τον τρόπο που έγιναν, ήταν να εξαγριώσουν περισσότερο τους Τούρκους και να επιταχύνουν την επίσημη και τρομερή πολιορκία της Κωνσταντινούπολης. Κάτω απ’ το οδυνηρό πλατάγισμα του μαστιγίου και την απειλή του γιαταγανιού, μέσα σ’ εκατόν πενήντα περίπου μέρες, κατά τα τέλη Αυγούστου, το μέγα φρούριο ήταν έτοιμο και στεκόταν ογκώδες και επιβλητικό πάνω στο στενό πέρασμα του Βοσπόρου. Το φρούριο με τα πελώρια ντουβάρια, που είχαν πάχος από εφτά ως δέκα μέτρα, με τον τεράστιο τριγωνικό περίβολο και τους τρεις πανύψηλους πύργους του, δυο προς την ξηρά κι έναν, το φοβερότερο, προς τη θάλασσα, με τα μεγάλα και πολυάριθμα κανόνια του, σκόρπιζε τον τρόμο, όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη και τους γύρω κατοίκους αλλά και σ’ όλα τα πλοία των δυτικών χωρών, που αναγκάζονταν για εμπορικούς λόγους να περνούν απ’ το στενό, πηγαίνοντας ή γυρίζοντας απ’ τη Μαύρη Θάλασσα. Τα πρωτοφανή σε δύναμη και χαλασμό κανόνια του ανάγκαζαν όλα τα πλοία που περνούσαν από κει, αδιάκριτα σε ποια χώρα ανήκαν, να σταματούν μπροστά στο φρούριο, να κατεβάζουν τα πανιά τους, να χαιρετούν την τουρκική σημαία που κυμάτιζε ψηλά στον πύργο του Βοσπόρου και να πληρώνουν ακριβά διόδια, αν ήθελαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Στο φρούριο αυτό, ο σουλτάνος, πριν φύγει για την Αδριανούπολη, εγκατέστησε φρούραρχο το βάρβαρο Φιρούζ αγά με τετρακόσιους διαλεγμένους φανατικούς στρατιώτες. Στις 28 Αυγούστου, φεύγοντας για την πρωτεύουσά του, πέρασε επιδεικτικά κοντά απ’ την Κωνσταντινούπολη επικεφαλής μιας στρατιάς Τούρκων από πενήντα

70


χιλιάδες διαλεχτούς στρατιώτες του και στρατοπέδευσε σε μικρή απόσταση έξω απ’ τα τείχη. Εδώ έμεινε τρεις μέρες και έφιππος, με μεγάλη ακολουθία, περιήλθε και περιεργάστηκε τα μεγάλα Θεοδοσιανά τείχη της πόλης. Έδωσε εντολή στους μηχανικούς του να συντάξουν χάρτη των τειχών και να καταγράψουν όλους τους πύργους και τα υπάρχοντα οχυρώματα με κάθε δυνατή λεπτομέρεια. Κανείς απ’ τις φρουρές του Κωνσταντίνου δεν τόλμησε να κινηθεί ή να προσπαθήσει να εμποδίσει το Μωάμεθ στην περιοδεία του αυτή. Όλοι κλείστηκαν στην Κωνσταντινούπολη γεμάτοι φόβο κι αγωνία, προσπαθώντας να μαντέψουν τις προθέσεις των Οθωμανών. Το τρίτο πρωί, όμως, οι τρομοκρατημένοι Κωνσταντινουπολίτες είδαν με ανακούφιση πάνω απ’ τα ψηλά τείχη άδειο και εγκαταλειμμένο το προσωρινό στρατόπεδο του σουλτάνου. Οι Τούρκοι, ανενόχλητοι και κατά την αρέσκειά τους, πήραν το δρόμο της επιστροφής για την πρωτεύουσά τους, αφού, με την επιβλητική παρουσία τους, κλόνισαν ακόμη περισσότερο την τρομαγμένη καρδιά της πόλης και ενίσχυσαν πιο πολύ την ηττοπάθεια που φώλιαζε κι όλο μεγάλωνε μέσα της. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1452, ο Μωάμεθ, αφού ανόρθωσε και πάλι τις φοβερές αρχαίες Συμπληγάδες Πέτρες στο Βόσπορο, ξαναγύρισε θριαμβευτής στην Αδριανούπολη. Εκεί, άρχοντες και λαός του επιφύλαξαν λαμπρή υποδοχή. Τώρα πια, με εξασφαλισμένο το ελεύθερο πέρασμα απ’ τη μια Ήπειρο στην άλλη, με την τριετή συμμαχία που είχε προ ολίγου συνάψει με τον Ουνυάδη της Ουγγαρίας, με την υποταγή και την υποτέλεια του Βράκοβιτς της Σερβίας και με την πάταξη του Ιμπραήμ μπέη της Καραμανίας, θα μπορέσει να προχωρήσει πραγματικά και σίγουρα πλέον για την εκστρατεία των ονείρων του. Η βασιλεύουσα ήταν πλέον ουσιαστικά πολιορκημένη.

71


4.

Ο ΟΥΡΒΑΝ ΑΓΑΣ

Την ίδια μέρα που έφτασε ο Μωάμεθ στην Αδριανούπολη, αποφασίστηκε το χτίσιμο καινούριου και λαμπρού ανακτόρου στην πρωτεύουσα για το νεαρό μονάρχη. Αργά το βράδυ, κάποιος τιτλούχος του παλατιού πλησίασε με χαμηλωμένο το κεφάλι στην ομήγυρη των πασάδων, που λαμπροφορεμένοι όλοι περιστοίχιζαν το σουλτάνο σε μια απ’ τις μεγάλες αίθουσες του σεραγιού και συζητούσαν για τη θέση και τα σχέδια του νέου παλατιού κι έκανε νόημα στον Μεχμέτ αγά. Ο Μεχμέτ πήγε κοντά του κι ο αξιωματικός κάτι του ψιθύρισε στό αφτί. Βιαστικοί υποκλίθηκαν κι οι δυο προς το μέρος του σουλτάνου και των πασάδων και βγήκαν απ’ την αίθουσα. Στο βάθος του διαδρόμου, είδε με έκπληξη ο Μεχμέτ μια μικρή ομάδα εξαγριωμένων γενιτσάρων να κρατούν σφιχτά καθηλωμένο στη γωνία κάποιον άγνωστο μέσης ηλικίας με φράγκικα ρούχα και μαύρο κοντό γένι. Ο άγνωστος είχε το παράστημα δυνατού άντρα και η όψη του και τα λαμπερά μάτια του έδειχναν καλλιεργημένο κι έξυπνο άνθρωπο. Μόλις είδε το Μεχμέτ, τινάχτηκε δυνατά για να ξεφύγει απ’ τα σφιξίματα των γενιτσάρων και είπε. -Έτσι υποδέχεστε αυτούς που σας αγαπούν; Κι έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού του τους άξεστους γενιτσάρους. -Ποιος είσαι και τι θέλεις εδώ; τον ρώτησε ο Μεχμέτ. -Αυτό τον ρωτάμε κι εμείς τόση ώρα, είπε ο αξιωματικός της φρουράς αλλά δεν απαντά κι επιμένει να δει το μεγάλο μας αφέντη και να μιλήσει μόνο σ’ αυτόν. -Θέλει να δει το σουλτάνο; Ρώτησε ο Μεχμέτ και μια έντονη έκφραση απορίας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. -Είμαι σίγουρος, πως ο σουλτάνος θα λυπηθεί πολύ και θα θυμώσει άσχημα μαζί σας, αν μάθει ότι, παρά την άρνησή μου, με αναγκάσατε να ανακοινώσω το όνομά μου σε στρατιώτες, είπε με σταθερή φωνή ο ξένος. Ο Μεχμέτ διέταξε τους φρουρούς να ελευθερώσουν απ’ τα δυνατά σφιξίματά τους τον άγνωστο επισκέπτη τους και να τον περιποιηθούν, ώσπου να ειδοποιήσει αυτός το σουλτάνο. -Άλλωστε, αν ο πολυχρονεμένος μας αφέντης διατάξει να του πάρετε το κεφάλι, δεν βλάπτει αν ο ισχυρόγνωμων επισκέπτης μας βρει τους προγόνους του κάπως περιποιημένος, είπε σε τόνο λίγο αστείο ο Μεχμέτ και έφυγε. Επιστρέφοντας στην αίθουσα του συμβουλίου, βρήκε τους πασάδες να συζητούν με το σουλτάνο. Το ύφος του κι ο τόνος της φωνής του μαρτυρούσαν πως οι κουβέντες τους ήταν από εκείνες που λένε οι άνθρωποι μόνο και μόνο για να περνάει η ώρα ή για να καθυστερήσουν κάπως την αναχώρησή τους και κατάλαβε πως η συζήτηση για το καινούριο σεράι είχε τελειώσει. Πλησίασε το χρυσοστόλιστο ντιβάνι του σουλτάνου και, σκύβοντας το κεφάλι του, ανακοίνωσε χαμηλόφωνα στον κύριό του την παρουσία του παράξενου επισκέπτη στους διαδρόμους του

72


παλατιού και την επιμονή του, να τον δει προσωπικά και να μιλήσει μόνο σ’ αυτόν. -Φαίνεται διαβασμένος είπες; Ρώτησε µ’ ενδιαφέρον ο σουλτάνος το Μεχμέτ αγά. Φέρτε τον αμέσως μπροστά μου, συνέχισε κι έκανε νόημα µ’ ελαφριά κίνηση του χεριού του στους πασάδες που στεκόταν γύρω του ότι μπορούν να πηγαίνουν. Γύρισε το βλέμμα του προς το Χαλλίλ πασά και, µ’ ένα νεύμα του κεφαλιού του, τού ‘δειξε ότι τον θέλει να παραμείνει κοντά του. Ο Χαλλίλ πασάς ξανακάθισε στο ντιβάνι του, ενώ ο Μεχμέτ έτρεξε βιαστικός προς την πόρτα, βγήκε στο διάδρομο και σχεδόν αμέσως ξαναγύρισε, συνοδεύοντας τον άγνωστο με τα φράγκικα ρούχα. Μόλις μπήκε στη μεγάλη αίθουσα ο ξένος, έμεινε έκθαμβος απ’ τον πλούτο και την πολυτέλειά της κι ένα ζωηρό αίσθημα θαυμασμού εκδηλώθηκε στο πρόσωπό του. Τα μάτια του, σπινθηροβόλα και περίεργα, διέγραψαν ένα γρήγορο κύκλο ανάμεσα στα ντιβάνια, στα χαλιά και στ’ άλλα ακριβά έπιπλα και στολίδια του δωματίου και σταμάτησαν επάνω στη σοβαρή κι αυστηρή μορφή του σουλτάνου, που περίμενε όρθιος στο βάθος κοντά σ’ ένα απ’ τα μεγάλα παράθυρα με τις βαριές βυσσινιές κουρτίνες. Δίπλα του στεκόταν ο μεγάλος βεζίρης Χαλλίλ πασάς. Το βλέμμα του μονάρχη ήταν επιβλητικό κι ανάγκασε τη ματιά του ξένου να χαμηλώσει. Ο Μωάμεθ προχώρησε προς το κέντρο της μεγάλης αίθουσας, ενώ ο επισκέπτης έκλινε τα γόνατα και προσκυνούσε βαθιά τον εξουσιαστή της απέραντης οθωμανικής αυτοκρατορίας. -Ποιος είσαι και τι θέλεις; Του είπε κοφτά ο σουλτάνος. Τι είναι αυτό που σ’ έκανε να τολμήσεις να παρουσιαστείς μπροστά μου; Δεν ξέρεις, ότι µ’ ένα και μόνο νεύμα μου μπορεί να πέσει το κεφάλι σου στη γη; -Πολυχρονεμένε μου αφέντη, είπε με χαμηλή αλλά σταθερή φωνή ο ξένος. Όλοι γνωρίζουν πάνω στη γη πόσο απέραντη είναι η εξουσία σου και πόσο απεριόριστη είναι η δύναμή σου. Ξέρω, ότι μπορείς να με διώξεις από εδώ με το χειρότερο τρόπο. Ξέρω, ότι μπορείς να με σκοτώσεις αμέσως και να ρίξεις το κεφάλι μου στα σκυλιά. Ξέρω, ότι μπορείς να με πετάξεις μέσα σ’ ένα κοπάδι σκλάβων και να ξεχαστώ εκεί για πάντα. Το όνομά μου να ξεχαστεί και να σβήσει, όπως θα ξεχαστώ και θα σβήσω κι εγώ απ’ τη ζωή. Και, υψώνοντας το κεφάλι του, συνέχισε με δυνατότερη φωνή. -Πιστεύω, όμως, ότι δε θα καταφύγεις σε καμιά απ’ αυτές τις λύσεις. Γιατί, αν με διώξεις, διώχνεις μαζί μου και μια μεγάλη πιθανότητα που σου στέλνει ο Αλλάχ, για να πραγματοποιήσεις το μοναδικό όνειρο της ζωής σου. Αν με σκοτώσεις, μαζί μου θα σκοτώσεις και τη μεγάλη ευκαιρία που σου στέλνει ο Προφήτης και ταυτόχρονα θα σκοτώσεις και τη μοναδική και πολύχρονη επιθυμία των πιστών ολόκληρης της αυτοκρατορίας σου. Γι’ αυτό και επειδή ήρθα σαν φίλος κι όχι σαν εχθρός, πιστεύω ότι δε θα κάνεις μια τέτοια απερισκεψία. Νομίζω, ότι θα θέλεις οπωσδήποτε να μάθεις το όνομά μου. Το όνομά μου είναι . . . Δίστασε, όμως, να προφέρει τ’ όνομά του και, συγκρατώντας τη φωνή του, έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα προς το Χαλλίλ πασά και το 73


Μεχμέτ αγά, οι οποίοι παρακολουθούσαν με έκδηλο ενδιαφέρον τα λόγια του, σα να ήθελε να πει στο στουλτάνο: ‘’Μήπως είναι καλύτερα αυτοί να φύγουν;’’ Ο σουλτάνος κατάλαβε το δισταγμό του και του είπε ενθαρρυντικά. -Πες μας ποιος είσαι. Δεν υπάρχει κανείς εδώ που να σ’ αναγκάζει να σωπαίνεις. -Κατάγομαι απ’ τη Βλαχία, συνέχισε ο ξένος και είμαι μηχανικός. Πολλοί με θέλουν Βλάχο κι άλλοι λένε ότι η γενιά μου κρατάει απ’ την Ουγγαρία. Δεν έχει, όμως, μεγάλη σημασία αυτό. Ονομάζομαι Ουρβανός. Στο άκουσμα του ονόματός του και ο σουλτάνος και ο Χαλλίλ πασάς κάρφωσαν πιο έντονα επάνω του τα βλέμματά τους. Ένα έντονο κύμα οργής και θυμού πλημμύρισε το στήθος του Μωάμεθ και τα μάτια του σκοτείνιασαν για µια στιγμή. Συγκρατήθηκε, όμως κι αμέσως επιβλήθηκε στον εαυτό του. Έκρυψε κάθε αγανάκτησή του, μαλάκωσε το βλέμμα του και, με ήρεμο ύφος, του είπε σε φιλικό τόνο. -Έλα, σήκω επάνω. Κάθισε εδώ. Και του έκανε νόημα να καθίσει σ’ ένα απ’ τα αδειανά ντιβάνια που ήταν δίπλα του. Ο Ουρβανός σηκώθηκε αργά και με την ησυχία του και κάθισε στη θέση που του υπέδειξε ο Μωάμεθ, σίγουρος πια ότι είχε κερδίσει το παιχνίδι. Αν όχι ολόκληρο, το πρώτο και σπουδαιότερο μέρος οπωσδήποτε. Ο σουλτάνος και ο Χαλλίλ πασάς κάθισαν στα διπλανά ντιβάνια, βάζοντας τον Ουρβανό στη μέση. Ο Μεχμέτ αγάς κάθισε απέναντί του και μόνο άκουγε σιωπηλός. Απ’ το μυαλό του πέρασαν σαν αστραπή τα λόγια που του είπε ο Μωάμεθ στο δρόμο προς την Καλλίπολη, όταν, γυρίζοντας πριν δεκαεννιά περίπου μήνες απ’ τη Μαγνησία, κάλπαζαν ο ένας δίπλα στον άλλο: ‘’Έξυπνοι άνθρωποι αυτοί οι χριστιανοί Μεχμέτ’’. Ο Χαλλίλ πασάς, σιωπηλός και με αινιγματικό βλέμμα, κοίταζε τον Ουρβανό, ενώ μια έντονη υποψία κι ένας ακαθόριστος φόβος έσφιγγαν την ψυχή του κι έκαναν την καρδιά του να χτυπά δυνατά στο στήθος του. Πολύ φοβόταν, μήπως η παρουσία του ανθρώπου αυτού στην Αδριανούπολη σημάνει τη δική του καταστροφή και το δικό του τέλος. Έτρεμε η καρδιά του, µήπως ο ατίθασος κι αποφασιστικός αυτός χριστιανός γνωρίζει κάτι απ’ τη στάση του και τις επαφές του με τον αυτοκράτορα και τη βυζαντινή αυλή και, ξεστομίζοντας καμιά λέξη, τον προδώσει στο σουλτάνο. Πόσες φορές μέσα στο λιγοστό διάστημα της παρουσίας του ξένου στο σεράι δεν ζήτησε από μέσα του να του επιβάλει όσο το δυνατό γρηγορότερα ο σουλτάνος την ποινή του θανάτου! Πόση ανακούφιση θα αισθανόταν, αν έβλεπε αμέσως τον απροσδόκητο κι ανεπιθύμητο επισκέπτη νεκρό! -Είσαι ο μηχανικός, ο κατασκευαστής των κανονιών της Κωνσταντινούπολης; Ρώτησε με απορία αλλά και φανερή νευρικότητα ο σουλτάνος. -Ναι, αυτός είμαι, απάντησε ο επισκέπτης άφοβα. -Και τι θέλεις στην Αδριανούπολη; Πώς τόλμησες να μπεις εδώ μέσα; Πρόσθεσε ο μεγάλος βεζίρης. Και, ελπίζοντας ότι θα κεντρίσει την 74


οργή του σουλτάνου, συνέχισε με έκδηλη δριμύτητα στη φωνή του. Μήπως σκέφτηκες και συ να παίξεις το ρόλο ενός άλλου Μίλου Κοβίλοβιτς; Του ανόητου εκείνου Σέρβου, που με πονηριά και απάτη μπήκε στη σκηνή του ένδοξου Μουράτ του πρώτου και τον δολοφόνησε, ύστερ’ απ’ την καταστροφή που έπαθαν οι ομοεθνείς του απ’ το μεγάλο εκείνο σουλτάνο στη μάχη του Κόσσοβο; -Μεγάλε μου άρχοντα, τον διέκοψε ήρεμα ο Ουρβανός. Εγώ δεν είμαι ένας απερίσκεπτος κι άμυαλος στρατιώτης. Είμαι ένας δοκιμασμένος και πολύπειρος μηχανικός. Δεν ήρθα εδώ για να παίξω το ρόλο του ήρωα και να δολοφονήσω ή να πειράξω κανέναν. Άλλωστε, οι γενίτσαροι κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους. Μπορούν οι ίδιοι να σας διαβεβαιώσουν ότι, όταν παρουσιάστηκα σ’ αυτούς και με ψάξανε, δεν βρήκαν ούτε ένα σουγιά επάνω μου. Εγώ δεν ήρθα για να αρπάξω τη ζωή σας ή κάτι άλλο από σας. Ήρθα να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου. Να δουλέψω για σας, αν το θέλετε, απάντησε με σταθερή φωνή και πειστικότητα ο Ουρβανός. Απέφυγε να πει, ότι κάποιοι άγνωστοι Τούρκοι εμπορευόμενοι που μπαινόβγαιναν στην Κωνσταντινούπολη τον πλησίασαν προ καιρού και ενίσχυσαν την ιδέα της φυγής στο μυαλό του. Αν χρειαζόταν θα το έλεγε. Προτιμούσε, όμως, να παρουσιάσει τα πράγματα απ’ την πραγματική τους πλευρά. Ήθελε να δείξει, ότι ολόκληρη αυτή η ιδέα ήταν δική του, όπως και ήταν και ήθελε να τονίσει, ότι ήρθε εδώ καθαρά και μόνο από δική του σκέψη και πρωτοβουλία. Το πλησίασμα των Τούρκων εμπόρων έγινε μετά και ήταν απλή σύμπτωση. -Τι σ’ ανάγκασε να φύγεις απ’ την Κωνσταντινούπολη; Συνέχισε ο Χαλλίλ πασάς, μάλλον ηρεμότερα. -Πολυχρονεμένε μου πασά. Δε θα σου κρύψω τίποτα. Θα σου πω όλη την αλήθεια, είπε ο Ουρβανός, με ύφος που έδειχνε την ειλικρίνειά του. Όταν ήρθα στην Κωνσταντινούπολη πριν από καιρό και μπήκα στην υπηρεσία του αυτοκράτορα, δούλεψα πραγματικά με ζήλο κι έκανα αρκετά κανόνια, με τα οποία ενισχύθηκαν οι πύργοι των τειχών και των άλλων φρουρίων στα σύνορα της Πόλης. Έκανα επίσης κανόνια για τα πλοία του αυτοκράτορα. Μάλιστα, με τα κανόνια μου, τα οποία πλήρωσε ο μεγάλος δούκας Νοταράς, εξοπλίστηκαν πέντε δρόμωνες. Παρ’ όλες, όμως, αυτές τις μεγάλες μου προσφορές ο αυτοκράτορας δε με πλήρωνε καλά. Αλλά κι αυτά τα λίγα που μου υποσχέθηκε δε μου τα έδινε. Όχι, όμως, γιατί δεν ήθελε αλλά γιατί δεν υπάρχουν χρήματα στα ταμεία. Οι άρχοντες και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, μαζί με τους ανώτερους κληρικούς, τις πολυάριθμες εκκλησίες και τα μοναστήρια, κρατάνε τη γη και εκμεταλλεύονται και στραγγίζουν κυριολεκτικά αυτούς που την δουλεύουν. Άδικα ο αυτοκράτορας επικαλείται τον πατριωτισμό των αρχόντων και των πλουσίων. Άδικα προσπαθεί στο όνομα του Θεού να συγκινήσει την καρδιά τους και να τους κάνει να προσφέρουν μέρος απ’ τους θησαυρούς τους για την οχύρωση της πόλης. Τα τείχη είναι ερειπωμένα. Οι τροφές λιγοστές κι ο λαός φτωχός και ρακένδυτος. Για να γίνει κάτι, χρειάζονται χρήματα. Αλλά οι μεγάλοι άρχοντες διπλοκλειδώνουν τα

75


ταμεία τους και το μόνο που σκέφτονται είναι, πώς θα υπερισχύσει ο ένας πάνω στον άλλο και πώς θα αυξήσουν περισσότερο τις περιουσίες τους. Τώρα μάλιστα, που ξαναμπήκαν οι αρχιερείς του πάπα στις εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, κληρικοί και λαός έγιναν χίλια κομμάτια. Ο αυτοκράτορας διέταξε να πάρουν τα δισκοπότηρα απ’ τις εκκλησιές κι ό,τι άλλο χρυσαφικό υπάρχει, να τα λυώσουν και να τα κόψουν νομίσματα, για ν’ αντιμετωπιστούν κάπως οι ανάγκες των προετοιμασιών του πολέμου. Η διαταγή αυτή εξόργισε περισσότερο τους ιερείς και αύξησε το θράσος και την αθυροστομία τους κατά του αυτοκράτορα. Τον κατηγορούν ανοιχτά, ότι επίτηδες και συστηματικά ξεγυμνώνει τις εκκλησιές και τα μοναστήρια, για να τα ταπεινώσει και να τα παραδώσει στους Λατίνους . . . Ο σουλτάνος με το μεγάλο βεζίρη άκουγαν σιωπηλοί και με προσοχή και δεν διέκοπταν τον Ουρβανό, ο οποίος συνέχισε να μιλά για πολλή ώρα. Για μια στιγμή, τον ρώτησε ο σουλτάνος. -Πώς είσαι τόσο σίγουρος, ότι εγώ θα σε πληρώσω περισσότερα για να δουλέψεις για μένα; Δεν ξέρεις, ότι το μαστίγιο των γενιτσάρων μπορεί να σε βάλει να δουλεύεις μέρα-νύχτα, ακόμα και χωρίς τροφή και ξεκούραση; -Ναι, το ξέρω. Ξέρω, ότι οι γενίτσαροι μπορούν να με κάνουν να δουλεύω ακατάπαυστα σα σκλάβος. Με τη φοβέρα, όμως, θα δουλεύω σαν εργάτης, όχι σαν τεχνίτης. Οι μεγάλες σκέψεις της τέχνης, πολυχρονεμένε μου αφέντη, δεν βγαίνουν απ’ το μυαλό με το μαστίγιο κι ούτε μπαίνουν στη δούλεψη κανενός με την απειλή του γιαταγανιού. Ο Μεχμέτ θαύμαζε το θάρρος και την εξυπνάδα του ξένου. Αμφέβαλε, όμως, για την ασφάλεια της ζωής του, γιατί τα λόγια που έλεγε δεν ήταν συνηθισμένα κι ούτε τα κατάλληλα για τα αφτιά του απότομου και αυστηρού σουλτάνου. Μπορεί να είναι, σκέφτονταν, ένας μεγάλος μηχανικός αλλά τι μπορεί να κάνει ένας άπιστος και τι ανάγκη έχει απ’ αυτόν μια αμέτρητη και παντοδύναμη στρατιά αφοσιωμένων πιστών του Αλλάχ; Τις σκέψεις αυτές του Μεχμέτ διέκοψε ο σουλτάνος λέγοντας. -Και τι μπορείς να προσφέρεις σε μένα παραπάνω απ’ ό,τι πρόσφερες στον άσπονδο εχθρό μου; Τού ‘φτιαξες μεγάλα κανόνια κι οχύρωσες όλα του τα φρούρια. Με τα κανόνια που ήρθες, όπως λες, να φτιάξεις, αν σε κρατήσω στη ζωή, πώς θα μπορώ να αντιπαρασταθώ στα ίδιας δυναμικότητας κανόνια του αυτοκράτορα και μάλιστα όταν αυτά θα βομβαρδίζουν το στρατό μου από μεγάλο ύψος, ψηλά από τα τείχη με πέτρινα βλήματα των εκατό και των διακοσίων λιτρών; -Πολυχρονεμένε μου αφέντη, είπε βιαστικά ο Ουρβανός. Πρώταπρώτα, ο αυτοκράτορας δε θα μπορέσει να κανονιοβολήσει το στρατό σου από ψηλά, γιατί τα τείχη είναι ερειπωμένα και δε θα μπορέσουν για πολύ να κρατήσουν στις επάλξεις τους κανόνια και να αντέξουν στα τρομερά τραντάγματα και στους κλυδωνισμούς τους. Γιατί, τα κανόνια του αυτοκράτορα ρίχνουν πέτρες από διακόσιες μέχρι τριακόσιες λίτρες η καθεμιά και είναι πραγματικά μεγάλα και τρομερά. Δεν ήρθα, όμως, εδώ

76


για να σου φτιάξω τα ίδια κανόνια. Τα κανόνια που θα φτιάξω για σένα θα είναι τέτοια, που, μαζί με τ’ όνομά σου, θα μείνουν κι αυτά ονομαστά στην Ιστορία. Οι γενιές που θά ‘ρθουν μελλοντικά στον κόσμο θα μιλούν για σένα και γι’ αυτά με θαυμασμό. -Και οι μηχανικοί μου προσπάθησαν να κάνουν μεγαλύτερα κανόνια αλλά δεν το κατάφεραν. Όσο πιο μεγάλο γίνεται το κανόνι τόσο πιο γρήγορα σπάζει. Τα κανόνια αυτά, ύστερ’ από μια ή δυο βολές, ραγίζουν και γίνονται κομμάτια, είπε ο σουλτάνος. -Αν μου δώσεις τα υλικά και τους ανθρώπους που θα σου ζητήσω, απάντησε ο Ουρβανός, διακόσιες λίτρες θα ζυγίζει ένα μόνο κομμάτι απ’ τα πολλά, στα οποία θα σπάζει το μεγάλο πέτρινο βλήμα που θα ρίχνουν τα καινούρια κανόνια σου. Όσο αφορά για τα ραγίζματα, να μη στενοχωριέσαι. Εξασφάλισέ μου μόνο μπόλικο μαλλί και λάδι. Ο Μωάμεθ εντυπωσιάστηκε απ’ τα λόγια αυτά του Ουρβανού και, παρ’ ότι ήθελε να συνεχίσει τη συζήτηση μαζί του και να προχωρήσει στις λεπτομέρειες της κατασκευής των κανονιών, συγκράτησε τον κρυφό ενθουσιασμό του και την περιέργειά του και, με προσποιητή ηρεμία, σηκώθηκε όρθιος κι είπε στο Μεχμέτ αγά. -Να τον περιποιηθείτε και να τον τακτοποιήσετε σ’ ένα απ’ τα κτίρια του σεραγιού. Και, γυρίζοντας προς τον Ουρβανό, συνέχισε. Αύριο θα ξανασυναντηθούμε εδώ για να συνεχίσουμε τη συζήτηση. Θα έχω και τους μηχανικούς μου μαζί μου. Ένας αυλικός μπήκε στην αίθουσα στο κάλεσμα του Μεχμέτ και πήρε τον Ουρβανό, ο οποίος υποκλίθηκε βαθιά και έφυγε. Ενώ δε έκλεινε η πόρτα πίσω τους, ο Μωάμεθ είπε στο Χαλλίλ. -Αλήθεια λέει ο άπιστος. Να τον προσέξετε. Μας χρειάζεται. Μας χρειάζονται πολλοί σαν κι αυτόν. Κι ύστερα από μικρή διακοπή πρόσθεσε. Θα βάλω τους άπιστους να πάρουν οι ίδιοι την πόλη τους και να μου την παραδώσουν. Ο Χαλλίλ πασάς έδειξε κι αυτός χαρά και φάνηκε πως συμμερίζεται τις σκέψεις του σουλτάνου. Στην πραγματικότητα, όμως, προσπαθούσε να κρύψει, όσο πιο έντεχνα μπορούσε, κάποια ακαθόριστη αλλά έντονη στενοχώρια που του προξένησε η όλη συζήτηση με το δραπέτη μηχανικό. Η παρουσία και η προσφορά του Ουρβανού ενίσχυαν αφάνταστα τα κατακτητικά σχέδια του Μωάμεθ και σχεδόν διέλυαν τα δικά του φιλειρηνικά όνειρα. Υποκλίθηκε κι αυτός μπροστά στο σουλτάνο κι έφυγε για το παλάτι του. Στο δρόμο σκεφτόταν τι τρόπο να βρει, αν ακόμα υπήρχε κανένας, για να σταματήσει τις προετοιμασίες για τη μεγάλη εκστρατεία κατά της Πόλης. Για να μπορέσει, όμως, κάτι να κάνει έπρεπε να γνωρίζει πολύ καλά όλα όσα συνέβαιναν γύρω του. Γνώριζε την παλιότερη δυσαρέσκεια του Μωάμεθ προς το άτομό του και πολύ αμφέβαλε αν ο σουλτάνος του εκμυστηρεύεται όλες του τις σκέψεις και του ανακοινώνει όλες του τις προθέσεις. Και, για να μπορέσει να κάνει κάτι για να τον συγκρατήσει απ’ το μεγάλο εγχείρημα που προετοιμάζει, πρέπει να γνωρίζει την κάθε του κίνηση, την κάθε του σκέψη.

77


Μπαίνοντας στο παλάτι του ο Χαλλίλ, κάλεσε να παρουσιαστεί μπροστά του η Ελιφέτ. Σχεδόν αμέσως, άνοιξε η πόρτα και πρόβαλε μια μαυροντυμένη γυναίκα. Μπήκε αθόρυβα στον οντά του μεγάλου βεζίρη και με χαμηλωμένο πρόσωπο πλησίασε κοντά του. Η σκλάβα σήκωσε σιγά τα μάτια της και τον κοίταξε ήρεμα. Το πρόσωπό της φαινόταν λίγο χλομό. Τα μαλλιά της είχαν αρχίσει να ασπρίζουν από πολύ νωρίς και τώρα όλο της το παρουσιαστικό έδειχνε μια γυναίκα πρόωρα γερασμένη, παρ’ ότι δεν ήταν παραπάνω από σαρανταπέντε χρονών. Τα μάτια της φαινόταν πράα και ήσυχα. Αν τα πρόσεχε, όμως, κανείς, θα διέκρινε μέσα στη θλίψη τους τη σπινθηροβόλα εξυπνάδα της και θα έβλεπε να κρύβεται στο βάθος τους μια ζωντάνια και μια ακαθόριστη ανησυχία. -Άκουσε Ιβάνα, της είπε ο πασάς. Η Ελιφέτ ταράχτηκε με τα πρώτα λόγια του πασά. Ήξερε πως ο αφέντης της ποτέ δεν την φώναζε με το χριστιανικό της όνομα, το οποίο κι αυτή η ίδια κόντευε να ξεχάσει, όταν την ήθελε για μια συνηθισμένη και καθημερινή δουλειά. Ιβάνα, τη φώναζε μόνον όταν επρόκειτο να της εμπιστευθεί κάτι σπουδαίο και σοβαρό. Κάτι που δε θα τό ‘λεγε σ’ οποιονδήποτε. Αμέσως αναλογίστηκε, πόσο καλά της φερνόταν πάντοτε ο πασάς και πόση κατανόηση έδειχνε πάντα στη δυστυχία της. Γι’ αυτήν, παρ’ ότι ήταν ο αφέντης και ο εξουσιαστής της, ήταν πραγματικά ένας προστάτης μέσα στο βάρβαρο κι αλλόθρησκο συρφετό της Αδριανούπολης. Πόσα δεν της ξαναθύμισε το όνομα Ιβάνα! Ένας κόμπος ανέβηκε απότομα στο λαιμό της και τα μάτια της τα ένιωσε ζεστά. Έσφιξε, όμως, την καρδιά της και σήκωσε το βλέμμα της θαρρετά. Κάρφωσε τα μάτια της με ζωντάνια πάνω στο Χαλλίλ πασά, επιστρατεύοντας όλη της την προσοχή, σα να του έλεγε με τα υγρά της μάτια: Θα κάνω αμέσως ό,τι που πεις. Σ’ ευχαριστώ που μού ‘χεις εμπιστοσύνη.’’ -Θυμάσαι πόσες φορές μου είπες, συνέχισε ο μεγάλος βεζίρης, ότι ευχαρίστησες το Θεό που πιστεύεις, που σ’ έριξε στα χέρια μου όταν σκλάβα ήρθες εδώ απ’ τη Σερβία, ακολουθώντας τότε την καινούρια σουλτάνα μας Μάρα, την κόρη του Βράκοβιτς; Πιστεύω, ότι τα λόγια αυτά, κάθε φορά που τά ‘λεγες, έβγαιναν πραγματικά απ’ την καρδιά σου. -Πολυχρονεμένε μου αφέντη, είπε η Ιβάνα με κάποια συγκίνηση στον τόνο της φωνής της. Ο Θεός ας σε προστατεύει και ας πληθαίνει τις μέρες της ζωής σου. Πάντα προσεύχομαι για σένα και ποτέ δεν ξεχνώ πως, το ότι βρίσκομαι σήμερα στη ζωή, το χρεωστώ στην καλοσύνη σου. Απ’ τη μεγάλη ομάδα των γυναικών που ήρθαμε εδώ με την κόρη του αφέντη της Σερβίας, μόνο λίγες ζούνε απ’ ότι ξέρω. Μια είναι η Γιασμίν, που υπηρετεί το μεγάλο μας αφέντη, το σουλτάνο και δυο-τρεις ακόμα βρίσκονται μέσα στο σεράι. Οι άλλες πέθαναν ή χάθηκαν στα βάθη της Ασίας. -Ανέφερες τη Γιασμίν. Εννοώ την Ιλένα, διέκοψε ο Χαλλίλ. Γι’ αυτήν ακριβώς θέλω κι εγώ να σου μιλήσω. Είναι κι αυτή χριστιανή, συνέχισε και ξέρω ότι δε θα θελήσει, όπως δεν θέλεις κι εσύ και όπως

78


δεν θέλω κι εγώ να πάθουν κανένα κακό οι ομόθρησκοί σας. Για να προσπαθήσω, όμως, κάτι να κάνω, αν μπορέσω, πρέπει να ξέρω ό,τι γίνεται μέσα στο σεράι. Πρέπει να ξέρω, τι νομίζει και πώς σκέφτεται για το κάθετι ο σουλτάνος. Κάθε πληροφορία θα μου είναι χρήσιμη. Νομίζω, πως απ’ την Ιλένα θα μπορέσεις να μάθεις πολλά, αν την καταφέρεις και την κάνεις να καταβάλει κάθε προσπάθεια, να μαθαίνει ό,τι μπορεί απ’ το περιβάλλον της σουλτάνας περισσότερο και να μας ενημερώνει ανάλογα. Δεν χρειάζεται να σου πω περισσότερα, ούτε και να σου συστήσω να προσέχεις. Κι άλλη φορά μπήκες πραγματικά στη δούλεψή μου και σ’ ευχαριστώ. -Θα κάνω ό,τι μπορώ. Θα κάνω το παν, είπε η Ιβάνα με πεποίθηση. Μην ανησυχείς. Υποκλίθηκε κι έφυγε απ’ το δωμάτιο, αφήνοντας το Χαλλίλ πασά μοναχό. Αυτός άναψε το ναργιλέ του, μισοξάπλωσε στο ντιβάνι του κι έπεσε σε βαθιούς συλλογισμούς. Το βράδυ αργά, μια μικρή ομάδα ανθρώπων ήταν σκυμμένη πάνω σ’ ένα τραπέζι με χαρτιά μέσα σ’ ένα δωμάτιο του σεραγιού. Ανάμεσά τους ο Μωάμεθ, με τον πιστό του Μεχμέτ αγά, έδειχνε στα χαρτιά και μιλούσε διαρκώς. Κάθε τόσο, οι Τούρκοι μηχανικοί που ήταν γύρω του έστρεφαν κλεφτά τα μάτια τους προς την πόρτα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην δείχνουν την ταραχή και την ανυπομονησία τους. Με τις συχνές ματιές τους προς την πόρτα, τις νευρικές τους κινήσεις και τα μετρημένα τους λιγόλογα, έδειχναν καθαρά, πως κάτι τους ενοχλούσε. Κάποιον περίμεναν με αγωνία. Για μια στιγμή, η πόρτα άνοιξε κι ένας άντρας με κοντό γένι μπήκε στο δωμάτιο. Ήταν ντυμένος με καινούρια περιποιημένα ρούχα κι απάνω του έλαμπαν τα χρυσοκέντητα σιρίτια και τ’ άλλα φανταχτερά στολίδια της φορεσιάς του. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, έβγαλε το κόκκινο φέσι του με τη μακριά κιτρινόμαυρη χρυσαφένια φούντα του και το κράτησε με ύφος άρχοντα στο δεξιό του χέρι. Υποκλίθηκε με σεβασμό και σοβαρός-σοβαρός προχώρησε προς το τραπέζι. -Πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, είπε στο Μωάμεθ. Με συγχωρείτε, αν σας έκανα να περιμένετε. Πιστέψτε με, ουδέποτε θα τολμούσα να σκεφτώ ένα τέτοιο πράγμα. Μόλις με ειδοποίησαν, ήρθα αμέσως. Ο Μωάμεθ χαιρέτισε, έκανε µια κίνηση του χεριού του, σα νά ‘θελε να δείξει ότι δεν συμβαίνει τίποτα και τον κάλεσε να πλησιάσει στο τραπέζι, λέγοντας στους άλλους που ήταν γύρω του. -Αυτός είναι ο νέος μας σύμβουλος, δείχνοντας προς τον καλοντυμένο άντρα. Ονομάζεται Ουρβανός. Από τώρα θα τον ξέρετε σαν Ουρβάν αγά, Ο Μεχμέτ ξαφνιάστηκε αναγνωρίζοντας τον Ουρβανό μέσα στη χρυσοκεντημένη τούρκικη φορεσιά. Φαινόταν τόσο διαφορετικός τότε που φορούσε τα φράγκικα! Αλλά είναι και τόσο επιβλητικός τώρα με τα ολοκέντητα ρούχα που του χάρισε ο σουλτάνος!

79


Ο Ουρβανός υποκλίθηκε ελαφρά προς το μέρος των συμβούλων του Μωάμεθ και προχώρησε με σταθερό βήμα προς το τραπέζι. Έριξε μια ματιά πάνω στα χαρτιά του τραπεζιού κι ένα ελαφρό χαμόγελο πέρασε βιαστικά στα χείλη του. Πήρε μερικά χαρτιά στα χέρια του κι είπε γυρίζοντας προς το σουλτάνο. -Μεγαλειότατε. Βλέπω ότι έχεις τους χάρτες των τειχών της Κωνσταντινούπολης. Και κούνησε ελαφρά τα χαρτιά που κρατούσε στα χέρια του. Δεν πρέπει, όμως, να βασίζεσαι σ’ αυτά, συνέχισε και ξανάριξε κάπως περιφρονητικά στο τραπέζι τα χαρτιά που κρατούσε. -Οι χάρτες αυτοί, είπε ο Μωάμεθ με κάποια περηφάνια, έχουν συνταχτεί πριν από λίγα χρόνια. Το 1422, ο τότε ένδοξος σουλτάνος Μουράτ ο ΙΙ ανέθεσε στον ξακουστό Έλληνα μηχανικό Γεώργιο Αμυρούζη να του φτιάξει χάρτες των διαφόρων χωρών. Ο Αμυρούζης έφτιαξε τότε και το σπουδαίο αυτό χάρτη της Κωνσταντινούπολης κι έδειξε προς έναν πραγματικά καλλιτεχνικό και όμορφα χρωματισμένο χάρτη, που ήταν απλωμένος πάνω στο τραπέζι. Ο μεγάλος Μουράτ αγαπούσε τους σοφούς και τους διαβασμένους ανθρώπους, πρόσθεσε με περηφάνια για τον πατέρα του ο Μωάμεθ και συνέχισε. Επιπλέον, πριν από λίγες μέρες οι μηχανικοί μου Σαριτζέ και Μουσλά εδ-διν κι έδειξε με το βλέμμα του προς το μέρος των Τούρκων μηχανικών που καθόταν παραπέρα γύρω στο τραπέζι, σημείωσαν πάνω στους χάρτες όλες τις μεταβολές που έγιναν τον τελευταίο καιρό στα τείχη. -Είναι σπουδαίο έργο πραγματικά, είπε ο Ουρβανός, δείχνοντας προς τους χάρτες του Μωάμεθ, αλλά εδώ έχεις ζωγραφισμένο στο χάρτι, πώς φαίνεται το τείχος απέξω. Πράγμα το οποίο δεν λέει και πολλά πράγματα σ’ ένα στρατηγό. Εγώ θα σου πω, πώς φαίνονται από μέσα κι ακόμα, πώς είναι οχυρωμένα και τι περικλείουν πίσω απ’ τις επάλξεις τους και μέσα στα φρούριά τους. Οι μηχανικοί Σαριτζέ και Μουσλά εδ-διν, που ήταν περήφανοι μέχρι τώρα για την χαρτογραφική τους επιτυχία, δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν μια έντονη δυσαρέσκεια και ταπείνωση που ένιωσαν με τα λόγια αυτά ενός προδότη και προσπάθησαν να διαμαρτυρηθούν. Ο σουλτάνος, όμως, τους καθήλωσε µ’ ένα βλέμμα του, που δεν σήκωνε αντιρρήσεις και τους έγνεψε με αυστηρότητα να καθίσουν στις θέσεις τους. Σιωπηλοί, ξανακάθισαν γύρω στο μεγάλο τραπέζι. Ο Ουρβανός κάθισε σχεδόν απέναντι απ’ το σουλτάνο κι ακριβώς απέναντι απ’ το Μεχμέτ αγά. Πήρε τα χαρτιά στα χέρια του, τα ανακάτεψε κάπως τραβώντας ένα-δυο απ’ τη μέση της δεσμίδας και φέρνοντάς τα στο επάνω μέρος και, βάζοντας τα δυο πρώτα προς το τέλος, έκανε πως τα τακτοποιεί με κάποια σειρά. Έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα δικό του χαρτί, το άπλωσε πάνω στ’ άλλα και άρχισε να λέει. -Πριν από λίγες μέρες, στις 16 Ιανουαρίου, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπως θα γνωρίζει η μεγαλειότητά σου, ο Γενουάτης πλοίαρχος Ιωάννης Ιουστινιάνης µ’ ένα μεγάλο πλοίο 1200 τόνων και µ’ ένα άλλο 800 τόνων και µ’ εφτακόσιους καλά οπλισμένους στρατιώτες. Στο δοκιμασμένο αυτό πολεμάρχη, στον άλλοτε κυβερνήτη της Κιάφας, ο αυτοκράτορας ανέθεσε την επιστασία της επισκευής και της οχύρωσης

80


των τειχών και την προετοιμασία γενικά της άμυνας της πόλης. Επίσης, υποσχέθηκε ότι, για τις υπηρεσίες του αυτές, θα του παραχωρήσει το νησί της Λήμνου, αν η νίκη του πολέμου που προετοιμάζεται δεν δώσει σ’ αυτόν και στους στρατιώτες του τα λάφυρα και τις αμοιβές που περιμένουν. Ο Ιουστινιάνης, λοιπόν, εργάζεται πυρετωδώς μέρα και νύχτα και προσπαθεί με κάθε τρόπο να οργανώσει την άμυνα, να οχυρώσει τα φρούρια και να επισκευάσει τα πανάρχαια και κατεστραμμένα απ’ τους πολέμους κι απ’ τα χρόνια τείχη. Τα οχυρώματα της Κωνσταντινούπολης είναι σήμερα πραγματικά πανάρχαια. Τα πρώτα αξιόλογα τείχη της πόλης χτίστηκαν κατά τον 5ο αιώνα απ’ το Θεοδόσιο το μικρό. Τα τείχη αυτά πολλές φορές επισκευάστηκαν απ’ τους μετέπειτα αυτοκράτορες, γιατί πολλές φορές έπαθαν μεγάλες ζημιές από σεισμούς ή διάφορες κατά καιρούς επιδρομές εχθρικών λαών. Οι μεγαλύτερες επισκευές, ανακαινίσεις και επεκτάσεις των τειχών αυτών έγιναν κατά τον 9ο αιώνα απ’ τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, τον καταγόμενο απ’ τη Φρυγία και το Θεοδόσιο το Μέγα. Από επιγραφές κι άλλα σκαλιστά επιγράμματα, που βρίσκονται ακόμα πάνω σε διάφορες εντοιχισμένες μαρμάρινες πλάκες, συμπεραίνουμε πως ολόκληρο σχεδόν το τείχος προς τον Κεράτιο Κόλπο το έχτισε ο Μέγας Θεοδόσιος. Το τμήμα αυτό αρχίζει από εδώ απ’ το φρούριο των Επτά πύργων κι έδειξε ο Ουρβανός κάποιο σημείο πάνω στο χάρτη και προχωρεί μέχρι το ανάκτορο του Βελισαρίου κοντά στον Κεράτιο Κόλπο. Απ’ το σημείο δε αυτό αρχίζει το τείχος που χτίστηκε τον 7ο αιώνα απ’ τον Ηράκλειο και περικλείει την εκκλησία και το ανάκτορο των Βλαχερνών. Αμέσως μετά τη μεγάλη πύλη των Βλαχερνών και το μέγα φρούριο του Πενταπυργίου, το τείχος του Ηρακλείου προχωρεί ακολουθώντας την απόκρημνη κατάβαση του εδάφους και ξανασυνεχίζει ανυψούμενο, ώσπου φθάνει την πύλη της Αδριανούπολης και συνεχίζει προς την Προποντίδα. Απ’ τον Κεράτιο μέχρι το ανάκτορο του Βελισαρίου, έξω απ’ το τείχος, περνάει μεγάλος λιθόστρωτος δρόμος, απ’ τον οποίο φαίνεται καθαρά το τεράστιο ύψος του τείχους, το οποίο προξενεί ίλιγγο στον παρατηρητή. Απ’ το μέρος της θάλασσας, η πόλη περιβάλλεται με απλό τείχος. Το τείχος αυτό προς το μέρος του Κερατίου έχτισε ο Μέγας Κωνσταντίνος. Στην πάροδο του χρόνου επισκευάστηκε αρκετές φορές και ιδίως απ’ τους αυτοκράτορες Μιχαήλ και Θεόφιλο. Οι αυτοκράτορες αυτοί το επισκεύασαν και το ανακαίνισαν τόσο πολύ, που φαίνεται σα να χτίστηκε απ’ αυτούς, όπως μαρτυρούν οι διάφορες επιγραφές που υπάρχουν εδώ κι εκεί. Το τείχος στην περιοχή αυτή δεν είναι και πολύ μεγάλο, γιατί η θέση εδώ είναι τέτοια, που, για να προσβάλει κανείς την πόλη απ’ το σημείο αυτό, πρέπει να έχει γερό στόλο στη διάθεσή του. Από εδώ κατάφερε και μπήκε στην Κωνσταντινούπολη ο Ερρίκος Δανδόλος το 1204 με την τέταρτη σταυροφορία των Λατίνων. Από εδώ προσπάθησαν να μπουν στην πόλη κι οι Άβαροι και οι Άραβες αλλά δεν τα κατάφεραν, γιατί τους ρήμαξε το υγρό πυρ των υπερασπιστών. Ακούγοντας ο σουλτάνος τις λέξεις ‘’υγρό πυρ’’, άστραψαν τα μάτια του και, διακόπτοντας τον Ουρβανό, τον ρώτησε απότομα.

81


-Πες μου, τι ξέρεις για το υγρό πυρ; Ξέρεις τη συνταγή του; Αν την γνωρίζεις, πριν μου την πεις, ζήτησέ μου ό,τι θέλεις. Δόξες, τιμές, πλούτη . . ., όσα μου ζητήσεις θα τα έχεις αμέσως. Μόνο πες μου τη σύνθεση και το μείγμα του τρομερού αυτού όπλου. -Πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, είπε ο Ουρβανός. Ήρθα εδώ με σκοπό να σε υπηρετήσω και να σου πω ό,τι γνωρίζω. Να σου προσφέρω όλες τις γνώσεις μου. Να σου φανερώσω όλα τα μυστικά που κατέχω και να κάνω ό,τι με διατάξεις. Γνωρίζω, ότι τις μεγάλες υπηρεσίες τις αμείβεις με μεγάλα δώρα, σα μεγάλος που είσαι βασιλιάς. Λυπούμαι, όμως, ιδιαίτερα γιατί δεν μπορώ να ικανοποιήσω την επιθυμία σου αυτή και να σε βοηθήσω, όπως μου ζητάς. Το μυστικό του υγρού πυρός φυλάγεται σαν κόρη οφθαλμού απ’ τους Βυζαντινούς. Το μόνο που γνωρίζω είναι λίγα πράγματα γύρω απ’ την ιστορία του τρομερού αυτού όπλου. Ανακαλύφτηκε από έναν Έλληνα μηχανικό απ’ τη Συρία, τον Καλλίνικο κατά το έτος 6759 και πρωτοχρησιμοποιήθηκε εναντίον του στόλου του Άραβα χαλίφη Μωαβία, ο οποίος κατέλαβε το λιμάνι της Κυζίκου κι από κει εξόρμησε και πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη. Το περίφημο υγρό πυρ κατάκαψε τα πλοία του και τον ανάγκασε να λύσει την πολιορκία και να φύγει. Ό,τι απόμεινε απ’ το στόλο του, ξεφεύγοντας το υγρό πυρ, καταστράφηκε στο γυρισμό από μεγάλη θαλασσοταραχή. Επίσης, το 717 οι Άραβες προχώρησαν απ’ την Πέργαμο, έφτασαν στην Άβυδο και, περνώντας στις ευρωπαϊκές ακτές, πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη από ξηράς. Ταυτόχρονα, 1800 πλοία τους πέρασαν απ’ τον Ελλήσποντο στην Προποντίδα και πολιόρκησαν την Πόλη κι απ’ τη θάλασσα. Αλλά και πάλι, παρά τη μεγάλη τους ναυτική δύναμη, δεν κατάφεραν τίποτα, γιατί το τρομερό υγρό πυρ των Ελλήνων κατέστρεψε το στόλο τους. Ό,τι απόμεινε απ’ τις δυνάμεις των Αράβων ξεφεύγοντας τη μανία του τρομερού πυρός αποδεκατίστηκε απ’ την πείνα και το τρομερό κρύο του χειμώνα εκείνου του 717-71810. Ο πονηρός Χαλλίλ πασάς δεν έχασε την ευκαιρία, που του παρουσίασαν τα λόγια του Ουρβανού, για να πτοήσει το φρόνημα του Μωάμεθ. Εκμεταλλεύτηκε την περίπτωση και µ’ έξυπνο τρόπο προσπάθησε, διηγούμενος τα παθήματα άλλων επιδρομέων, να τονίσει τη δύναμη του φοβερού όπλου και να υπογραμμίσει τις συνέπειες που μπορούσαν να έχουν οι δυνάμεις του σουλτάνου, σε περίπτωση που θα αποφάσιζε να εκστρατεύσει εναντίον του Κωνσταντίνου. -Την ίδια τύχη είχε κι ο Ρώσος πρίγκιπας Ιγκόρ, είπε ο Χαλλίλ, παίρνοντας βιαστικά το λόγο, όταν κατά το 941, κυριεύοντας τις ακτές της Βιθυνίας και του Βοσπόρου, πήρε τη Χρυσούπολη και πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη. Το υγρό πυρ κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος του στόλου του. Το υπόλοιπο, όσο γλίτωσε απ’ τις αδηφάγες φλόγες του Vasiliev A. A. ‘’History Of The Byzant. Emp. Τόμος Β. Σελίδ. 82. Χατζή Π. ‘’Γενική Ιστορία’’ ‘’ 51. 10 Vasiliev A. A. ‘’History Of The Byzant. Empir . . .’’ Τόμ. Β Σελ. 109. 9

82


τρομερού υγρού όπλου, τράπηκε σε φυγή και πήρε αμέσως και χωρίς αναβολή το δρόμο της επιστροφής για τη Ρωσία. Και, προσπαθώντας να υπογραμμίσει ιδιαίτερα τη δύναμη και τη σημασία του φοβερού αυτού όπλου των Ελλήνων, συνέχισε. -Ο Ιγκόρ δεν συνετίστηκε, φαίνεται, όσο έπρεπε απ’ την πρώτη του καταστροφή και δεν έλαβε όσο έπρεπε υπόψη του τη δύναμη του υγρού πυρός κι ύστερα από τρία χρόνια, το 944, ετοιμάστηκε και εκστράτευσε για δεύτερη φορά εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Όταν, όμως, του θύμισαν, όπως έπρεπε, τη φοβερή δύναμη της υγρής φωτιάς, που έμπαινε παντού και έκαιγε τα πάντα κι έκανε κι αυτήν ακόμη τη θάλασσα να φλέγεται και να βράζει, σκέφτηκε ψυχραιμότερα και, παρ’ ότι είχε ήδη ξεκινήσει για την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω και να δεχτεί τους όρους ειρήνης που του πρότεινε ο αυτοκράτορας. Και, τονίζοντας τις λέξεις εντονότερα, πρόσθεσε. -Το υγρό πυρ, λοιπόν, τον ανάγκασε να επιστρέψει στο Κίεβο και να υπογράψει ειρήνη με τους Βυζαντινούς, με όχι και τόσο ευνοϊκούς όρους για τους Ρώσους. Και το υγρό πυρ ήταν εκείνο που τον ανάγκασε να διακηρύξει, ότι η ειρήνη εκείνη επρόκειτο να διαρκέσει ‘’όσο θα διαρκεί ο ήλιος και ο κόσμος τώρα και εις τους αιώνας’’11. Βέβαια, τη δύναμη της φλόγας του αντιμετώπισαν και πολλοί δικοί μας ένδοξοι πρόγονοι και υπάρχουν ακόμα άνθρωποι μεταξύ μας που δοκίμασαν τη θανατηφόρα λάμψη του. Με κάποιο χαμόγελο ικανοποίησης στην έκφρασή του ο Χαλλίλ πασάς κοίταξε τον Ουρβανό, σα να του έλεγε ότι μπορεί να συνεχίσει. -Όπως λέει ο μεγάλος μας βεζίρης, συνέχισε ο Ουρβανός, η δύναμη του όπλου αυτού είναι τρομαχτική και το μυστικό του πολύ καλά κρατημένο. Κατασκευάζεται μέσα σε τρίσβαθα κι απλησίαστα πετρόχτιστα υπόγεια. Κανένας δεν επιτρέπεται να πλησιάσει στα μέρη αυτά. Ακόμα και όποιος φρουρός των σπηλαίων αυτών ξεφύγει απ’ την αυστηρά καθορισμένη θέση του και περάσει στην απαγορευμένη περιοχή, θανατώνεται αμέσως. Όλοι όσοι δουλεύουν μέσα στα σπήλαια αυτά είναι ξεγραμμένοι απ’ τη ζωή, γιατί ουδέποτε έρχονται σ’ επικοινωνία µ’ αυτή. Εάν ποτέ κανείς απ’ αυτούς που γνωρίζουν τα μυστικά του όπλου βγει στην επιφάνεια της γης, απαγορεύεται αυστηρά να μιλήσει σε οποιονδήποτε ζωντανό άνθρωπο. Και μια ακόμα λέξη αν πει, έστω και στο φρουρό που τον συνοδεύει, θανατώνεται αμέσως. Μάλιστα, παλιότεροι αυτοκράτορες ήθελαν να κόβονται οι γλώσσες όλων εκείνων που εργάζονταν στα υπόγεια της κατασκευής του υγρού πυρός. Ύστερ’ απ’ αυτές τις συνθήκες, μου ήταν τελείως αδύνατο να μάθω, έστω και το παραμικρό για το τρομερό αυτό όπλο, πρόσθεσε ο Ουρβανός. Ο Μωάμεθ έμεινε για λίγο σκεφτικός και στενοχωρημένος. Γρήγορα, όμως, συνήλθε και, δίνοντας έναν τόνο εύθυμο στη φωνή του, σα να ήθελε να διαλύσει τη δυσάρεστη ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει γύρω τους η συζήτηση του υγρού πυρός, είπε. 11

Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byzant. . . .’’ Τόμ.Γ. Σελ.

34-35. 83


-Μπορεί να το μάθουμε κι αυτό κάποτε. Αν και τότε νομίζω ότι θα μας είναι άχρηστο. Τώρα, ας προχωρήσουμε στο θέμα μας κι ας συνεχίσουμε την εξέταση των τειχών. Και, γυρίζοντας προς τον Ουρβανό, πρόσθεσε. Συνέχισε τον περίπατο που μας χάρισες μέσα στα φρούρια του αυτοκράτορα. Ο Ουρβανός ξαναγύρισε το βλέμμα του πάνω στους χάρτες του και συνέχισε. -Το τείχος, το χτισμένο προς τις όχθες της Προποντίδας, αρχίζει απ’ το φρούριο των Επτά πύργων. Αποτελείται από πολλούς και οχυρούς προεξέχοντες τετραγωνικούς πύργους, περικλείει το ανάκτορο του Βουκολέοντα και καταλήγει στον πύργο του Μαρμαρά. Έτσι, το μεγάλο χερσαίο τείχος που προστατεύει το δυτικό μέρος του τριγώνου της Κωνσταντινούπολης κι έχει μήκος έξι χιλιάδων οκτακοσίων οκτώ μέτρων (6808 µ.), μπορεί να διαιρεθεί σε δυο τμήματα τελείως διαφορετικά μεταξύ τους. Το νότιο, που αρχίζει απ’ τον πύργο του Μαρμαρά και τελειώνει κοντά στον πύργο της Αδριανούπολης και το βόρειο, απ’ την πύλη της Αδριανούπολης μέχρι τον Κεράτιο Κόλπο. Το πρώτο τμήμα, επειδή το έχτισε ο Μέγας Θεοδόσιος, λέγεται Θεοδοσιανό τείχος. Αυτό αποτελείται από δυο παράλληλα τείχη, το εσωτερικό και το εξωτερικό. Το εσωτερικό τείχος βρίσκεται προς το μέρος της πόλης κι είναι και το αρχαιότερο και ισχυρότερο. Φέρει επάλξεις κι έχει ύψος 22 μέτρα. Περιλαμβάνει 17 πύργους, οι οποίοι έχουν ύψος 17 περίπου μέτρα. Το τείχος αυτό χτίστηκε απ’ τον έπαρχο της πόλης Ανθέμιο. Το εξωτερικό τείχος χωρίζεται απ’ το εσωτερικό με άδεια λουρίδα γης πλάτους περίπου 5 μέτρων και χτίστηκε μέσα σε εξήντα μέρες απ’ τον έπαρχο Κύρου Κωνσταντίνο, όπως μαρτυρεί εντοιχισμένη επιγραφή. Το τείχος αυτό επισκευάστηκε και ενισχύθηκε απ’ τον Ιωάννη VIII τον Παλαιολόγο κατά καιρούς, απ’ το 1431 μέχρι το 1444. Κι αυτό το τείχος έχει επάλξεις και ύψος 7 περίπου μέτρα και έχει πύργους ύψους 16 περίπου μέτρα. Το τείχος αυτό περιστοιχίζεται από μεγάλη τάφρο βαθιά, με πλάτος 20 μέτρα, γεμάτη με θαλασσινό νερό. Η τάφρος αυτή απέχει απ’ το τείχος 6 περίπου μέτρα. Τις λουρίδες αυτές της γης μπροστά και πίσω απ’ το εξωτερικό τείχος οι Βυζαντινοί τις ονομάζουν εξωτερικό και εσωτερικό περίβολο. Εδώ, στις θέσεις αυτές είναι συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος των υπερασπιστών της πόλης, εκτός από κείνους που βρίσκονται στους πύργους και στις επάλξεις κι εδώ είναι τοποθετημένες όλες οι διάφορες αμυντικές μηχανές, οι καταπέλτες, οι βελορίπτες, τα μεγαλύτερα πυροβόλα κλπ.. Στις κατηφοριές και στις ανηφοριές, η τάφρος φαίνεται σα να συνεχίζεται από ένα πλήθος λιθόχτιστων δεξαμενών γεμάτων θαλασσινό νερό, που έρχεται απ’ τον Κεράτιο Κόλπο και την Προποντίδα. Έτσι, η πόλη περιβάλλεται από ένα τεράστιο υδάτινο δαχτυλίδι και μοιάζει με νησί. Ανάμεσα στις πύλες της Αδριανούπολης και του Ρωμανού περνά χείμαρρος, ο οποίος διασχίζει την κοιλάδα του Λύκου, περνά μέσα απ’ την πόλη και χύνεται στη θάλασσα. Υπάρχουν κι εδώ τοιχοποιίες και άλλα έργα για να συγκρατούν το χείμαρρο, όταν χρειάζεται για να γεμίζουν µε τα νερά του την τάφρο. 84


Η πρώτη απ’ τις τέσσερις μεγάλες πύλες του Θεοδοσιανού τείχους, καθώς ερχόμαστε απ’ την Προποντίδα, είναι η ονομαστή Χρυσή πύλη. Αυτή χτίστηκε κατά το 388 με 391 προς τιμή του Μ. Θεοδοσίου και απ’ αυτήν έμπαιναν θριαμβευτικά στην πόλη οι νικητές αυτοκράτορες, όπως ο νικηφόρος Φωκάς και οι διάφοροι επιφανείς ξένοι. Παλαιότερα, η πύλη αυτή προστατευόταν μόνο από δυο μαρμάρινους πύργους. Αλλά ο προκάτοχος του σημερινού αυτοκράτορα, ο Ιωάννης VIII ο Παλαιολόγος, έχτισε καινούριο φρούριο, το οποίο οι Ρώσοι προσκυνητές που επισκέπτονται την Κωνσταντινούπολη το ονομάζουν συνήθως φρούριο του Καλογιάννη. Ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο πύργο, προς βορράν της Χρυσής πύλης και προς το μέρος του φρουρίου των Επτά πύργων, υπάρχει άλλη μικρότερη πύλη, η οποία, πάνω στο αέτωμά της, φέρει τον αυτοκρατορικό αετό και η οποία χτίστηκε κι αυτή από παλαιότερους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Την πύλη αυτή, ο πατριάρχης και οι παπάδες συνηθίζουν να την ονομάζουν Χρυσεία πύλη ή Μικρά πύλη. Δεύτερη μεγάλη πύλη είναι η πύλη της Σηλύβριας, απ’ την οποία ξεκινά κι ο δρόμος για την ομώνυμη μικρή πόλη της Σηλύβριας προς τις ακτές της Προποντίδας. Η πύλη αυτή ονομάζεται και πύλη της Πηγής και χτίστηκε απ’ τον άρχοντα της Σηλύβριας Μανουήλ Βρυέννιο, επί βασιλείας του Ιωάννη του VIII. Πιο πέρα, υπάρχει κι άλλη μικρή πύλη, την οποία ανοίγουν μόνο μια φορά το χρόνο, για να περάσει ο βασιλιάς να πάει στο αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής και στο διπλανό ανάκτορό του, που είναι χτισμένο μέσα στο πλούσιο σε κυνήγι μεγάλο δάσος. Η τρίτη μεγάλη πύλη είναι η πύλη του Ρηγίου, η οποία δεν έχει και σπουδαία σημασία. Ύστερ’ απ’ αυτήν είναι η πύλη του αγίου Ρωμανού, δίπλα στην ομώνυμη εκκλησία. Η πύλη αυτή είναι η τελευταία μέχρι την κοιλάδα του Λύκου. Απ’ την απέναντι μεριά του χειμάρου αυτού είναι η πύλη της Αδριανούπολης, η οποία είναι γνωστή και σαν πύλη του Χαρισίου ή του Πολυανδρίου ή του Μυριανδρίου. Πιο πέρα είναι η πύλη του Ξυλοκέρου ή η Κερκόπορτα. Ο Ουρβανός σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα του απ’ τους χάρτες και κοίταξε προσεχτικά το Μωάμεθ και τους άλλους ακροατές του. Όλοι τους ήταν πραγματικά κρεμασμένοι απ’ τα χείλη του. Τον άκουγαν προσεχτικά και τον παρακολουθούσαν λέξη-λέξη μέσα στα τείχη, πηδώντας μαζί του απ’ το ένα οχυρό στο άλλο. Η αφοσίωση αυτή των Τούρκων στα λόγια του και το έκδηλο ενδιαφέρον τους για όσα τους έλεγε, κολάκευαν ιδιαίτερα τον Ουρβανό, ο οποίος, διατηρώντας τον ίδιο πάντοτε τόνο στη φωνή του, συνέχισε. -Σε περίπτωση πολιορκίας ή πολέμου, όλες αυτές οι μεγάλες πύλες κλείνονται και οι γέφυρες που είναι πάνω απ’ τη μεγάλη τάφρο διαλύονται. Ανοίγονται, όμως, οι διπλανές μικρές στρατιωτικές πύλες για τις ανάγκες του στρατού, οι οποίες και φυλάγονται μέρα και νύχτα. Τέτοιες πύλες είναι η πύλη του Δευτέρου, η οποία οδηγεί στην ομώνυμη συνοικία της Πόλης και η οποία βρίσκεται ανάμεσα στον δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο πύργο, προς βορράν της μεγάλης Χρυσής πύλης. Η πύλη του Τρίτου, ανάμεσα στον τέταρτο και πέμπτο πύργο, προς βορράν της πύλης της Σηλύβριας. Η πύλη του Τετάρτου, ανάμεσα στον έννατο 85


και δέκατο πύργο, προς βορράν της πύλης του Ρωσίου. Η πύλη της αγίας Κυριακής ή του Πέμπτου, η οποία βρίσκεται στην κοιλάδα του Λύκου, ανάμεσα στις πύλες του Ρωμανού και της Αδριανούπολης. Στο αέτωμα της πύλης αυτής υπάρχει επιγραφή προς τιμή του υπάτου Πουσαίου, ο οποίος έζησε επί Θεοδοσίου του δευτέρου και ο οποίος πιστεύεται πως την έχτισε. Υπάρχει και έκτη στρατιωτική πύλη προς βορράν της πύλης του Χαρισίου και ανάμεσα σ’ αυτή και στο ανάκτορο του Πορφυρογέννητου κι είναι γνωστή με το όνομα πύλη του Ξυλοκέρου ή Κερκόπορτα. Αυτήν την πύλη την ονόμασαν έτσι οι Βυζαντινοί, γιατί παλιότερα οδηγούσε σε ξύλινο κίρκο, δηλαδή ιππόδρομο που βρίσκονταν κοντά στην εκκλησία του αγίου Μάμαντος. Ο Ουρβανός πήδησε με το δάχτυλο πάνω στο χάρτη το χείμαρο του Λύκου, τραβώντας μαζί του και τα βλέμματα των ακροατών του και, χωρίς να διακόψει καθόλου, συνέχισε. -Το δεύτερο τμήμα του χερσαίου τείχους, από την πύλη της Αδριανούπολης μέχρι τον Κεράτιο Κόλπο, αποτελείται από διάφορα οχυρώματα, τα οποία περισσότερο αποβλέπουν στην υπεράσπιση του μεγαλοπρεπούς ανακτόρου των Βλαχερνών και της εκκλησίας της Παναγίας των Βλαχερνών. Επειδή το έδαφος στο τμήμα αυτό είναι απότομο κι ανώμαλο και δεν ήταν δυνατή η κατασκευή προστατευτικής τάφρου, ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Κομνηνός, για να μπορέσει να υπερασπιστεί καλύτερα την πόλη απ’ τις επιδρομές των Σταυροφόρων, διέταξε την κατασκευή τειχών και άλλων αμυντικών έργων εδώ. Απώτερος σκοπός του ήταν να προφυλάξει καλύτερα τα ανάκτορα των Βλαχερνών και τη μικρή συνοικία της Καλιγαρίας. Το τείχος αυτό έχει μεγάλους και επιβλητικούς πύργους, όπως είναι ο πύργος του Ανεμά, του Ισαακίου Αγγέλου, του Μαρκιανού και του Αναστασίου. Οι πύργοι αυτοί χτίστηκαν και οχυρώθηκαν απ’ τους διάφορους κατά καιρούς αυτοκράτορες. Το τμήμα του τείχους, απ’ τον πύργο του Ανεμά μέχρι τον Κεράτιο, χτίστηκε αρχικά μεν απ’ τον Ηράκλειο, για την υπεράσπιση της εκκλησίας των Βλαχερνών, επισκευάστηκε δε απ’ τον αυτοκράτορα Μιχαήλ. Ο δε μικρός προμαχώνας του πενταπυργίου στην πύλη των Βλαχερνών, μετά την εκκλησία του αγίου Νικολάου, χτίστηκε απ’ το βασιλιά Λέοντα τον τρίτο, τον Αρμένιο. Η τελευταία, κοντά στον Κεράτιο Κόλπο πύλη, είναι η λεγόμενη Ξυλόπορτα της γέφυρας του αγίου Καλλινίκου, η οποία χτίστηκε επί Ιουστινιανού. Το τείχος δε και οι πύργοι του τμήματος αυτού χτίστηκαν επί αυτοκράτορα Θεοφίλου. Έτσι, η περιοχή των Βλαχερνών με το μεγάλο ανάκτορο, όπου μένει τώρα ο αυτοκράτορας κι η περιώνυμη εκκλησία, προστατεύονται από τρεις σειρές τειχών. Η πρώτη σειρά αποτελείται απ’ το τείχος του Μανουήλ Κομνηνού και του Ηρακλείου. Η δεύτερη, από παλιότερο τείχος που έχτισαν βασιλείς πριν απ’ το Μανουήλ κι η τρίτη, από το τείχος Θεοδοσίου. Το τμήμα αυτό της αμύνης ποτέ δεν προσβλήθηκε από κανέναν εχθρό στο διάστημα τόσων αιώνων, παρά μόνο απ’ τους Σταυροφόρους το 1204. Όλοι δε οι κατά καιρούς πολιορκητές έστρεφαν πάντοτε την προσοχή τους στο Θεοδοσιανό τείχος και ιδιαίτερα στην περιοχή της πύλης της Αδριανούπολης και της πύλης του Ρωμανού. Φαίνεται, πως η περιοχή

86


αυτή είναι το κλειδί της Πόλης. Και τούτο, γιατί όποιος κυριέψει το σημείο αυτό γίνεται αμέσως κύριος του μεγάλου δρόμου που περνά κατά μήκος των έξι μεγάλων λόφων της περιοχής, διασχίζει την πόλη απ’ τη μια άκρη ως την άλλη και, περνώντας απ’ τα κυριότερα μέρη της, φθάνει μέχρι την αγία Σοφία. Τα εξωτερικά τείχη της Πόλης σχηματίζουν ένα τεράστιο πέτρινο τρίγωνο, στην κάθε γωνιά του οποίου υψώνεται κι ένα μεγάλο φρούριο. Το ένα απ’ αυτά τα φρούρια λέγεται Κυνήγιον και βρίσκεται στο χώρο της αρχαίας ακρόπολης, κοντά στον άγιο Δημήτριο. Το άλλο είναι το φρούριο των Επτά πύργων, στην ακτή της Προποντίδας και το τρίτο είναι το Κυκλόβιον ή το λεγόμενο Πενταπύργιον, το οποίο βρίσκεται στην αρχή του χερσαίου τείχους. Στο σημείο αυτό σταμάτησε για λίγο ο Ουρβανός και κοίταξε το Μωάμεθ, που, σκυμμένος πάνω στους χάρτες, σιωπηλός και αφοσιωμένος, παρακολουθούσε με προσοχή και απληστία, προσπαθώντας να συγκρατήσει ολόκληρη την περιγραφή και την ιστορία των φοβερών τειχών λέξη προς λέξη. -Πολυχρονεμένε μου αφέντη, ξανασυνέχισε σχεδόν αμέσως ο Ουρβανός. Ίσως να ήταν περιττή όλη αυτή η πολυλογία μου. Την θεώρησα, όμως, απαραίτητη, αφ’ ενός μεν για να δεις τις διαθέσεις μου και να πιστέψεις, ότι πραγματικά και με τη θέλησή μου ήρθα να δουλέψω εδώ για σένα και για το μεγαλείο της βασιλείας σου και να σου πω ό,τι γνωρίζω για τα τείχη και για την άμυνα των Βυζαντινών και αφ’ ετέρου, γιατί πιστεύω ότι, γνωρίζοντας κάτι απ’ την ιστορία και την ηλικία των τειχών και των φρουρίων, θα συμπεράνεις και μόνος σου, σε τι κατάσταση βρίσκονται όλα αυτά τα προαιώνια χτίσματα σήμερα. Ο Μωάμεθ, συγκεντρώνοντας τις σκέψεις του, που τη στιγμή εκείνη, πατώντας πάνω στα λόγια του Ουρβανού, έτρεχαν πίσω αιώνες και παρακολουθούσαν το χτίσιμο των τρομερών εκείνων φρουρίων που ανυπέρβλητα στέκονταν μπροστά του κι απροσπέλαστα ορθώνονταν εμπόδια στα σχέδιά του, ανακάθισε στο ντιβάνι του και είπε. -Πες μου ό,τι ξέρεις. Πες μου ό,τι έχεις στο νου σου να μου πεις. Πες μου τα όλα. Πάρε με μαζί σου και με τα λόγια σου γύρισέ με πάνω στα τείχη, μέσα στα φρούρια, ψηλά στους πύργους, παντού. Δείξε μου τα πάντα και στ’ όνομα του Αλλάχ, ζήτησέ μου ό,τι θέλεις. -Τώρα για τώρα, θέλω ένα ρακί ν’ ανοίξει ο λαιμός μου. Είπε κάπως αστειευόμενος ο Ουρβανός, σα να ήθελε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία, για να επιταχύνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε την ανάπτυξη μιας οικειότητας με το μεγάλο μονάρχη. Ώσπου να ανακαθίσει και ν’ απλωθεί κάπως αναπαυτικότερα ο Ουρβανός στο ντιβάνι του, δυο Τούρκοι μηχανικοί, µ’ ένα νεύμα του σουλτάνου, έτρεξαν αμέσως κι έφεραν μπόλικο ρακί κι ασημένια τάσια για όλους. Ο Μεχμέτ αγάς, ζαλισμένος απ’ την πολυλογία, τα πολλά ονόματα και τις ημερομηνίες του Ουρβανού και σα νά ‘θελε μια ευκαιρία να διώξει όλα αυτά απ’ το μυαλό του και να ξαναβρεί το χαμένο εαυτό του, υποκλίθηκε απ’ το κάθισμά του κι ενώ περνούσε ο δίσκος με το ρακί από

87


μπροστά του, πριν ακόμα τον αφήσει καλά-καλά στο τραπέζι ο μηχανικός που τον έφερνε, άπλωσε το χέρι του, πήρε το κανάτι κι άρχισε να γεμίζει τα ομορφοσκαλισμένα γυαλιστερά τάσια. Το δυνατό ρακί γέμισε τις φαρδιές κοιλιές των κυπέλλων ως επάνω, αφήνοντας έναν κύκλο από μικρές και λαμπερές φουσκίτσες στο δίσκο της επιφάνειάς τους, σα σημάδι της καλής του ποιότητας και της μεγάλης του αψάδας. Ταυτόχρονα, το άρωμά του, προκλητικό και ασυγκράτητο, απλώθηκε σ’ ολόκληρη την αίθουσα. Όλοι, ξεχνώντας προς στιγμή ότι βρίσκονταν μπροστά στον τρομερό εξουσιαστή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και, χωρίς να περιμένουν καμιά άλλη πρόσκληση, άπλωσαν τα χέρια τους ανυπόμονα προς τα μικρά τάσια, τα πήραν απ’ τον ασημένιο βαρύ δίσκο και με μια γρήγορη κίνηση άδειασαν το περιεχόμενό τους στα στόματά τους. Τα μάτια όλων ανοιγόκλεισαν με μιας και τα πρόσωπά τους συσπάστηκαν απ’ την κάψα του ρακιού, αφήνοντας να τα αυλακώσει προς στιγμή μια έντονη αλλά φευγαλέα γκριμάτσα. Ο Ουρβανός, για να προβάλει κάπως τον εαυτό του και να δείξει στους άλλους μηγχανικούς την ισχύ του και την οικειότητά του με το σουλτάνο, αντί ν’ αφήσει το άδειο τάσι του στο δίσκο, άπλωσε το χέρι του, πήρε το κανάτι με το ρακί, ξαναγέμισε το κυπελλάκι του και το κατέβασε κι αυτό με μιας. Ξανάστραψαν τα μάτια του απ’ την πολύ σπιρτάδα του ποτού και κούνησε κάπως το κεφάλι του για να μετριάσει κάπως το τσούξιμο που αισθάνθηκε στο λαιμό του. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του δυο-τρεις φορές και είπε. -Μεγάλε μου σουλτάνε. Με την άδειά σου και αν τα λόγια μου τα βρίσκεις ενδιαφέροντα επίτρεψέ μου να συνεχίσω. -Μα τον Αλλάχ, Ουρβανέ, είπε ο Μωάμεθ, απόψε νομίζω ότι βλέπω το μισό μου όνειρο τελειωμένο. Συνέχισε. Συνέχισε και λέγε μου ως το πρωί για τα τείχη, τα οχυρώματα και τις αδυναμίες τους. -Τα κολοσσιαία αυτά τείχη, ξανάρχισε ο Ουρβανός, βρίσκονται σήμερα πραγματικά σε άθλια και ελεεινή κατάσταση. Πολλά τμήματα και πολλοί πύργοι έχουν να επισκευαστούν για αιώνες. Ο Ιωάννης ο Παλαιολόγος, γυρίζοντας απ’ το συνέδριο της Φλωρεντίας το 1436, έκανε μερικές επισκευές αλλά όχι και σπουδαίες. Επίσης, πριν λίγα χρόνια, το 1448, ο Γεώργιος Βράκοβιτς, ο άρχοντας της Σερβίας, επισκεύασε με δικά του έξοδα έναν πύργο στο τείχος της ακτής της Προποντίδας. Τον πύργο της Ανεμάνδρας κοντά στην Ξυλόπορτα επισκευάζει σήμερα με δικά του έξοδα ο Λατίνος καρδινάλιος Ισίδωρος, ο οποίος βρίσκεται τώρα στην Κωνσταντινούπολη σαν αντιπρόσωπος του πάπα της Ρώμης. Έγιναν κι άλλες μικροεπισκευές εδώ και κει απ’ τους δυο μηχανικούς του Κωνσταντίνου, το Μανουήλ Ιάγαρη και το μοναχό Νεόφυτο Ρόδιο, στους οποίους ο αυτοκράτορας ανέθεσε τη γενική επιστασία της επισκευής των τειχών. Αυτοί, όμως, μπαλώνουν μόνο κακήν-κακώς εδώ και κει τα ερείπια και, όπως διαδίδεται, έφαγαν κι απέκρυψαν το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων. Άλλωστε και πόσο θα μπορούσαν να επισκευαστούν τέτοια τεράστια τείχη μήκους τριάντα χιλιομέτρων εγκαταλειμμένα επί αιώνες; Τα τείχη αυτά, που απέξω 88


φαίνονται τόσο τρομερά και απροσπέλαστα, δε θα μπορέσουν ν’ αντέξουν και πολύ στα τεράστια πυροβόλα που έχω στο νου μου να σου ετοιμάσω. Στα τελευταία αυτά λόγια του Ουρβανού, ο Μωάμεθ δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τελείως ένα χαμόγελο, εκδηλώνοντας έτσι κάποιο αίσθημα ευχαρίστησης, που προσπαθούσε από ώρα να κρατήσει κρυφό μέσα του. -Θα χρειαστώ, όμως, υλικά και εργάτες, συνέχισε ο Ουρβανός. Θέλω χαλκό. Πολύ χαλκό και σίδερο. Και χέρια. Χέρια πολλά. Με δύναμη και όρεξη για δουλειά. -Ό,τι χρειαστείς θα το έχεις. Τόνισε με σιγουριά ο σουλτάνος. Έχω εδώ σίδερο απ’ το Ερζουρούμ και το Χατάυ της Ασίας και χαλκό απ’ τα βουνά του Αίμου και της Μ. Ασίας. Σήμερα έφτασε διαλεχτός και μπόλικος απ’ το Εργκανί και το Μουλκούλ της Αρμενίας κι απόψε ή αύριο φθάνουν σαράντα φορτώματα απ’ το πολύτιμο μέταλλο της Χαλκιδικής. Υπάρχει κι αρκετό απ’ τα ορυχεία της Σερβίας. Διάλεξε όποιο θέλεις. Πάρε όσο θέλεις. Χρησιμοποίησε εκείνο που σου κάνει καλύτερα. Θα διατάξω να φέρουν κι άλλο. Όσο χρειαστείς. Και για χέρια, να πάρεις όσους και όποιους εργάτες θέλεις. Όλοι οι μηχανικοί που είναι εδώ απόψε και έδειξε τους παρευρισκομένους γύρω του κι άλλους αν θέλεις, ακόμα και πολλοί τεχνίτες μπαίνουν απ’ αυτή τη στιγμή στις διαταγές σου. Μόνο κάνε γρήγορα. -Απ’ αύριο το πρωί το έργο μου αρχίζει. Τόνισε με βεβαιότητα ο Ουρβανός. -Μπορείς να μου κάνεις κανόνια διπλάσια σε δύναμη απ’ του αυτοκράτορα; Ρώτησε με έκδηλο ενδιαφέρον κι ανυπομονυσία ο Μωάμεθ. -Τα κανόνια που θα σου φτιάξω θα είναι τα μεγαλύτερα που έκανε ποτέ άνθρωπος. Θα είναι τρεις και τέσσερις φορές δυνατότερα και τρομερότερα απ’ τα πιο δυνατά και τα πιο τρομερά που υπάρχουν σήμερα στον κόσμο. Ο σουλτάνος ξαναγέμισε το ασημένιο τάσι του ρακί και το ήπιε σε δυο ρουφηξιές. Έγειρε ελαφρά στο ντιβάνι του κι ακούμπησε το κεφάλι και την πλάτη του στα πολύχρωμα και μαλακά μαξιλάρια. Έμεινε έτσι μισοξαπλωμένος και σιωπηλός, αφήνοντας το βλέμμα του ελεύθερο να πλανηθεί μέσα στην απλοχωριά της μεγάλης αίθουσας. Σίγουρα, οι σκέψεις του θα κολυμπούσαν τις στιγμές αυτές μέσα σε πελάγη ανείπωτης ευτυχίας. Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και κόντευε να ξημερώσει, όταν όλοι τους, ζαλισμένοι απ’ το ρακί και ικανοποιημένοι απ’ την καλή έκβαση που είχε για όλους η συζήτηση αυτή, αποφάσισαν να πάνε για ύπνο. Οι Τούρκοι μηχανικοί, παρ’ ότι τους κακοφάνηκε στην αρχή, γιατί τους παραμέριζε τόσο ξαφνικά και τόσο βάναυσα ο παράξενος αυτός ξένος, έφευγαν τώρα χαρούμενοι, αναλογιζόμενοι ότι ξεφορτώθηκαν με τον πιο εύκολο κι απροσδόκητο τρόπο ένα μεγάλο βάρος από πάνω τους. Ξαλάφρωσαν από μια τεράστια ευθύνη, την οποία, καθόλου απίθανο, να πλήρωναν στο τέλος και με το κεφάλι τους. Φεύγοντας απ’ την αίθουσα ο Ουρβανός κοντοστάθηκε και είπε στο σουλτάνο.

89


-Σου είπα, πολυχρονεμένε μου, ότι μπορώ να κατασκευάσω τρομερά κανόνια κι αυτό είναι αλήθεια η οποία σύντομα θα αποδειχθεί. Εκείνο, όμως, που δε σου είπα είναι, ότι δεν μπορώ να τα τοποθετήσω και να σημαδέψω με ακρίβεια στο στόχο. -Κάνε μου εσύ μεγάλα κανόνια κι άφησε την τοποθέτηση και το σημάδεμα σε μένα, είπε ο σουλτάνος με χαμόγελο και κατευθύνθηκε σ’ ένα απ’ τα διπλανά δωμάτια ακολουθούμενος απ’ το Μεχμέτ αγά.

90


5. ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΥΡΟΒΟΛΟ Την άλλη μέρα πρωί-πρωί ο Ουρβάν αγάς, με μια ομάδα τεχνιτών και μερικούς εργάτες, άφηνε το σεράι κι ακολουθώντας τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε έξω απ’ την πόλη, έφυγε μακριά απ’ την Αδριανούπολη και χάθηκε πίσω απ’ τους λόφους μέσα στο δάσος. Ο μεγάλος τεχνίτης έψαχνε όλη την ημέρα να βρει κατάλληλο μέρος για να εγκαταστήσει το πολυάριθμο συνεργείο του. Έπρεπε το μέρος όπου θα εγκαθίστατο το εργοστάσιο κατασκευής των κανονιών να είναι ελαφρώς επικλινές και σκιερό, να έχει αρκετά και καλά ξύλα η γύρω περιοχή του και προπαντός το χώμα του να είναι αργυλώδες και με μεγάλη κατά το δυνατόν περιεκτικότητα καθαρού πηλού. Έτρεξαν αρκετά όλη την ημέρα πάνω-κάτω, ώσπου να βρουν το μέρος που πληρούσε τους όρους των απαιτήσεών τους και προσφέρονταν άριστα για την αγκατάσταση του πρωτοφανούς εργοστασίου τους. Οι εργάτες έμειναν εκεί για να καθαρίσουν το μέρος σύμφωνα με τις υποδείξεις του Ουρβανού κι οι άλλοι γύρισαν στην Αδριανούπολη, για να πάρουν το υπόλοιπο προσωπικό, τα εργαλεία και τα υλικά που θα τους χρειαστούν. Ξημερώματα της άλλης μέρας, μια ατέλειωτη στρατιά από σκλάβους, εργάτες και τεχνίτες, με πολυάριθμα καραβάνια ζώων, φορτωμένα με τα πιο παράξενα εργαλεία και υλικά, ανέβαινε τους λόφους προς το ‘’εργοστάσιο’’, αφήνοντας πίσω την Αδριανούπολη. Επί πολλές μέρες αργότερα, δεκάδες μουλάρια φορτωμένα με λινάρι, μαλλί ή καννάβι κι εκατοντάδες άλλα ζώα ή βοϊδάμαξα φορτωμένα με μέταλλο χαλκού ή σιδήρου ανέβαιναν ασταμάτητα τους δασωμένους λόφους, κουβαλώντας υλικά και τρόφιμα στον Ουρβανό. Μεγάλες ομάδες εργατών έσκαβαν, κοσκίνιζαν, καθάριζαν και ξεχώριζαν σε σωρούς το κατάλληλο χώμα, με το οποίο θα ζυμώνονταν μέσα σε μεγάλους λάκους από εκατοντάδες πόδια σκλάβων ο απαιτούμενος για τα καλούπια του κανονιού πηλός. Επί μέρες τον ζύμωναν ασταμάτητα κι επίμονα οι βάρδιες των σκλάβων, για να γίνει απαλός και εύπλαστος. Κάθε τόσο, έριχναν με προσοχή μέσα στη λάσπη μεγάλες ποσότητες από τρίχες αλόγων ή καμήλων, λινάρι ή καννάβι, για να ενισχύεται η αντοχή του πηλού και να γίνεται το μείγμα πιο συμπαγές. Μ’ αυτόν τον καλοζυμωμένο απ’ τους εργάτες πηλό έκαναν οι τεχνίτες ένα τεράστιο σε διαστάσεις είδος σωλήνα, με εξογκωμένο σαν αχλάδι το ένα του άκρο. Το εξωτερικό μέρος του σωλήνα αυτού οι τεχνίτες το λείαιναν όσο μπορούσαν περισσότερο, γιατί τελικά θα αποτελούσε το καλούπι, πάνω στο οποίο θα χύνονταν το εσωτερικό μέρος της κάννης του κανονιού. Το άλλο άκρο του πήλινου σωλήνα, το εξογκωμένο σαν αχλάδι, θα σχημάτιζε την κοιλιά του πυροβόλου, όπου θα έμπαινε το μπαρούτι. Τον πηλό αυτό επεξεργάζονταν προσεχτικά οι τεχνίτες κάτω απ’ τη σκιά των δέντρων, για να μην τον ξεράνει απότομα ο ήλιος και παρουσιάσει με τις ρωγμές του εσοχές και εξοχές η κάνη του πυροβόλου.

91


Ταυτόχρονα, άλλοι τεχνίτες, χωρισμένοι σε ξεχωριστό συνεργείο, έφτιαχναν με τον καλοδουλεμένο πηλό ένα είδος τεράστιου πιθαριού, με πολύ μακρύ λαιμό και ανοιχτό κι απ’ τα δυο μέρη. Εδώ, οι τεχνίτες προσπαθούσαν να λειάνουν όσο μπορούσαν περισσότερο την εσωτερική επιφάνεια του ‘’πιθαριού’’, γιατί σ’ αυτήν επάνω θα χυνόταν η εξωτερική επιφάνεια της κάνης του κανονιού. Όταν ο ‘’σωλήνας’’ και το ‘’πιθάρι’’ ήταν έτοιμα κι αφού ψήθηκαν κατάλληλα σε καμίνια και προσεχτικά ώστε να μην χάσουν ούτε και κατά το ελάχιστο το αρχικό τους σχήμα, στήθηκαν ανάποδα όρθια και τοποθετήθηκαν με προσοχή το ένα μέσα στο άλλο, έτσι ώστε ο σωλήνας να βρίσκεται στο κέντρο του πιθαριού. Το επάνω μέρος του ανάποδου πιθαριού, που εξείχε περίπου έναν πήχη πιο πάνω απ’ το αχλαδωτό τέλος του εσωτερικού σωλήνα, ήταν ανοιχτό. Απ’ το άνοιγμα αυτό θα χυνόταν ανάμεσα στο χώρο που όριζαν τα δυο πήλινα καλούπια το λυωμένο μέταλλο. Έτσι, σχηματίστηκε ένα τεράστιο κατασκεύασμα, το οποίο κι αποτέλεσε το καλούπι απ’ το οποίο επρόκειτο να παραχθεί το µεγαλύτερο και θρυλικότερο πυροβόλο της εποχής. Όλο αυτό το αλλόκοτο πήλινο σύμπλεγμα συναρμολογήθηκε μέσα σ’ ένα μεγάλο λάκκο, ο οποίος ανοίχτηκε με προσοχή στη βάση ενός επικλινούς σημείου που είχε υποδείξει ο Ουρβανός. Για να αντέξει το παράξενο αυτό καλούπι στη μεγάλη πίεση και στο τεράστιο βάρος του λυωμένου μετάλλου που θα χύνονταν μέσα του περισφίχτηκε γύρω-γύρω και σε κοντινές αποστάσεις με μεγάλα σιδερένια στεφάνια που είχαν κατασκευαστεί εκ των προτέρων και στεραιώθηκε καλά γύρω-γύρω με χοντρούς κορμούς δέντρων, μπηγμένους βαθιά στη γη. Το κενό που υπήρχε γύρω-γύρω, ανάμεσα στο πρωτότυπο καλούπι και στους τεράστιους πασσάλους, γεμίστηκε με χώμα και πέτρες. Έτσι, το τεράστιο καλούπι του πυροβόλου θάφτηκε ολόκληρο σ’ έναν μεγάλο λόφο από χώμα καλά πατημένο και προσεχτικά στηριγμένο με ξηρολιθιές από πέτρες και κορμούς δέντρων. Ο χειροποίητος αυτός λόφος είχε φαρδύ στριφογυριστό μονοπάτι στα πλευρά του, ώστε να μπορούν γρήγορα και με ευκολία οι εργάτες να φθάνουν μέχρι την κορυφή του, όπου ήταν και το άνοιγμα του καλουπιού, το οποίο έμοιαζε με στόμα πηγαδιού. Ψηλότερα, γύρω απ’ το λόφο με το καλούπι, σε σχήμα ημικυκλικό, έκαιγαν επί τρεις συνεχείς μέρες μεγάλες και δυνατές φωτιές, τροφοδοτούμενες συνεχώς από εκατοντάδες εργάτες με χοντρά και διαλεγμένα ξύλα που είχαν συνάξει από μέρες κι είχαν στιβάξει μεθοδικά γύρω-γύρω στις θέσεις όπου επρόκειτο να αναφτούν οι φωτιές. Οι φωτιές αυτές, στις οποίες μέσα τώρα έβραζε ο χαλκός, συνδέονταν με το καλούπι με μεγάλα πήλινα ανοιχτά επικλινή αυλάκια. Τα αυλάκια αυτά θα έφερναν το λυωμένο μέταλλο μέσα στο καλούπι. Μεγάλοι διχαλωτοί κορμοί δέντρων, μπηγμένοι στο έδαφιος ο ένας δίπλα στον άλλο και φέροντας χοντρά πήλινα μαξιλάρια στις διχάλες τους, στήριζαν τα επικλινή αυλάκια και τα έφερναν απ’ τα γύρω καμίνια στο καλούπι. Την τρίτη μέρα, το λυωμένο μέταλλο, νερουλό και άμορφο, άρχισε να τρέχει ασταμάτητα απ’ όλα τα αυλάκια μέσα στο μεγάλο καλούπι. Ο Ουρβανός πηγαινοέρχονταν συνέχεια, μια στις φωτιές και μια στο καλούπι, παρατηρώντας τη ροή του μετάλλου και δίνοντας διαταγές, ώστε

92


να διατηρούνται οι φωτιές πάντοτε στο ίδιο ύψος και να έχουν συνέχεια την αυτή δύναμη, για να μπορεί το μέταλλο να τρέχει ασταμάτητα και με την ίδια πάντοτε θερμοκρασία απ’ τα αυλάκια στο καλούπι. Έτσι, θα μπορούσε το λυωμένο μείγμα να παίρνει συμπαγή φόρμα μέσα σ’ αυτό, χωρίς να σχηματίζονται ρωγμές στο κανόνι. Σ’ ολόκληρη την περιοχή επικρατούσε η βαριά μυρωδιά του λυωμένου μετάλλου και η θερμοκρασία στη χαμηλή κοιλάδα ήταν ανυπόφορη. Σπινθήρες ξεπηδούσαν ασταμάτητα απ’ τα πυρωμένα αυλάκια που έφερναν την κόκκινη λάβα στο μεγάλο καλούπι κι όλα τα χαμηλά φύλλα των δέντρων, χτυπημένα απ’ την πρωτοφανή και ανυπόφορη θερμοκρασία των καμινιών και του υγρού χαλκού, κρέμονταν μαραμένα και ζαρωμένα στα κλαδιά τους. Η πύρα που αντανακλούσε απ’ τα ανοιχτά αυλάκια είχε µετατρέψει ολόκληρο το λαγκάδι σ’ ένα τεράστιο ανοιχτό και ανυπόφορο καμίνι. Ο ζεστός αέρας χοροπηδούσε ανάμεσα στα δέντρα και το χαρακτηριστικό τρεμούλιασμα που δίνει στον αέρα η δυνατή ζέστη διακρίνονταν ολοκάθαρα, όπου κι αν έστρεφες τα μάτια σου. Οι εργάτες άλλαζαν κάθε λίγο βάρδιες, για να μπορέσουν ν’ αντέξουν στην τρομερή δοκιμασία της ανοιχτής φωτιάς. Μόνο ο Ουρβανός δεν έδινε σημασία στη φοβερή ζέστη κι ακούραστα έτρεχε από καμίνι σε καμίνι κι από αυλάκι σε αυλάκι, παρακολουθώντας τη ροή του λυωμένου χαλκού. Όταν ολόκληρο το καλούπι γέμισε με λυωμένο μέταλλο κι έφτασε μέχρι τα επάνω χείλη του αναποδογυρισμένου ‘’πιθαριού’’ όπως έπρεπε, με μια φωνή του Ουρβανού έσπασαν τα πήλινα αυλάκια οι τεχνίτες, στα σημεία που αυτός είχε νωρίτερα προκαθορίσει, για να μην περάσει παραπανίσιο κι άχρηστο μέταλλο στο καλούπι. Τα αυλάκια κόπηκαν λίγα μόνο μέτρα πιο πέρα απ’ το στόμιο του καλουπιού κι όλο το υγρό μέταλλο, που βρέθηκε εκείνη τη στιγμή μέσα σ’ αυτά, χύθηκε με πάταγο στη βάση του χωματένιου λόφου του καλουπιού μέσα σ’ ένα ρηχό λάκκο, ειδικά σκαμμένο για το σκοπό αυτό εκ των προτέρων. Ο λυωμένος χαλκός, καθώς άγγιζε τον πιθμένα της λακκούβας, τσουρούφλιζε το χώμα, σκορπίζοντας παντού μια παράξενη μυρωδιά. Ταυτόχρονα, ένα βίαιο σύννεφο καπνού και ατμών ξεχύνονταν με ορμή και βιασύνη μέσ’ απ’ το λάκκο κι ακάθεκτο σκέπαζε το γύρω χώρο κι ανέβαινε γκριζόσκουρο στον ουρανό. Τα πήλινα αυλάκια γρήγορα ξεστράγγισαν μέσα στο ρηχό λάκκο και το υγρό μέταλλο αμέσως σχεδόν ηρέμισε μέσα σ’ αυτόν. Μια γυαλιστερή ασημοπράσινη βαριά τσίπα φάνηκε στην επιφάνειά του, μόλις σκόρπισαν ο καπνός και οι ατμοί. Τίποτα δεν ρυτίδωνε και δεν ανατάραζε τη βαριά μεταλλική όψη της λακκούβας. Μόνο, κάπου-κάπου έβγαινε απ’ το βυθό καμιά φουσκάλα, ανέβαινε απροσδόκητα στην επιφάνεια και ξεσπούσε βίαια στον αέρα, σα μικροσκοπική έκρηξη υφαιστείου, σκορπώντας πιτσιλιές υγρού χαλκού στο χείλωμα του λάκκου. Γρήγορα και οι μικροεκρήξεις αυτές εξαφανίστηκαν τελείως κι η επιφάνεια της λακκούβας πύχτωνε και έπαιρνε μια διαφορετική γυαλάδα. Ο Ουρβανός επιθεώρησε προσεχτικά το λόφο του καλουπιού, παρατηρώντας μήπως διακρίνει καμιά μετακίνηση των πασσάλων ή καμιά ρωγμή στον καλοπατημένο σωρό του χώματος. Γύρισε δυο-τρεις φορές γύρω στο θαμμένο καλούπι και κάπου-κάπου πλησίαζε κοντά στο χώμα

93


εδώ κι εκεί το πρόσωπό του ή την ανάποδη του χεριού του, προσπαθώντας να αισθανθεί τυχόν αναθυμιάσεις ζεστού καπνού, υδρατμών ή μυρωδιάς. Δεν αντιλήφθηκε τίποτα απ’ αυτά, που ίσως να πρόδιναν την ύπαρξη ρωγμών στο καλούπι. Ικανοποιημένος τραβήχτηκε πιο πέρα απ’ τον τεράστιο χωμάτινο σωρό και, κοιτάζοντας προς την κορυφή του καλουπιού, είπε με έκδηλη ικανοποίηση. –Μέχρι στιγμής, όλα πήγανε καλά. Θ’ αφήσουμε για δυο μέρες το καλούπι απείραχτο. Θα δώσουμε καιρό στο μέταλλο να κρυώσει μόνο του κανονικά. Ύστερ’ από δυο μέρες, αφήρεσαν τους κορμούς των δέντρων, τις πέτρες και τα χώματα κι όλα τα γύρω προστατευτικά που συγκρατούσαν τον όγκο του καλουπιού και το βάρος του μετάλλου κι έσπασαν το καλούπι. Ένας τεράστιος όγκος ξεπρόβαλε μέσα απ’ τα χωμάτινα σπλάχνα του κι είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου. Αμέσως, τεχνίτες με διάφορα εργαλεία άρχισαν να τρίβουν και να λειαίνουν μέσα κι έξω την επιφάνεια του κανονιού. Την άλλη μέρα το κανόνι ήταν έτοιμο. Το μεγαλύτερο πυροβόλο που είχε γνωρίσει ο κόσμος και το οποίο επρόκειτο να σημαδέψει και ν’ αλλάξει την ιστορία της ανθρωπότητας ήταν έτοιμο στο κοντινό δάσος της Αδριανούπολης και μερίμενε τη μεταφορά του στο μέρος όπου επρόκειτο να δράσει. Ο σουλτάνος έμεινε έκθαμβος στο ακτίκρισμα του μεγάλου πυροβόλου, του οποίου ο τεράστιος όγκος έλαμπε φρεσκογυαλισμένος στον ήλιο. Απ’ τη χαρά και την ικανοποίησή του χάρισε πολλά και μεγάλα δώρα στο χριστιανό δημιουργό του. Η στρατιά των εργατών ξανάπεσε στη δουλειά για την κατασκευή και άλλων πυροβόλων κι όλοι μιλούσαν με χαρά για τη μεγάλη τους επιτυχία κι αισθάνονταν ανακούφιση και περηφάνια, αντικρίζοντας τον τεράστιο κολοσσό που βγήκε απ’ τα χέρια τους και ξεχνούσαν την ταλαιπωρία και την κούραση που ένιωσαν με τη σκληρή και ασταμάτητη δουλειά τόσων ημερών. Και μόνο ο Ουρβανός ένιωθε καινούριο αβάσταχτο βάρος να του βαραίνει τους ώμους. Η σκέψη, πώς θα κουνήσει απ’ τη θέση του και θα μεταφέρει τόσα χιλιόμετρα μακριά ένα βάρος διακοσίων πενήντα χιλιάδων οκάδων, του προξενούσε ίλιγγο. Το ίδιο βράδυ, που μέσα στο δάσος της Αδριανούπολης περίμενε έτοιμο και επιβλητικό τη μεταφορά του το μεγάλο πυροβόλο, ένας άγνωστος κακοντυμένος εργάτης χτυπούσε μια μικρή πόρτα στο πίσω μέρος του παλατιού του μεγάλου βεζίρη Χαλλίλ πασά. Ο άγνωστος, μισοκρυμμένος ανάμεσα στα πυκνά δέντρα της πίσω αυλής του μεγάλου κτιρίου, κρυφομιλούσε με την Ελιφέτ και της ζητούσε να τον πάει αμέσως στον πασά. Κάτι είπε ακόμα στην Ελιφέτ ο άγνωστος κι η χριστιανή σκλάβα ορθάνοιξε τη μικρή πόρτα κι ο κακοντυμένος άντρας τρύπωσε βιαστικά στο παλάτι. Δεν πέρασε πολλή ώρα και η μικρή πορτούλα ξανάνοιξε και πρόβαλε διστακτικός και με προφύλαξη ο άγνωστος. Τώρα ήταν ντυμένος με ρούχα απλού χωρικού. Μέσα στο αχνό σκοτάδι της αυλής, κάτω απ’ τα πυκνά δέντρα, τον περίμενε η Ελιφέτ κρατώντας ένα γερό άλογο απ’ το χαλινάρι. Ο

94


άγνωστος χωρικός αθόρυβα δρασκέλισε την πορτούλα και βγήκε στην αυλή. Κοίταξε βιαστικός κι ερωτηματικά την Ελιφέτ που στεκόταν λίγα βήματα πιο πέρα και ξανάστρεψε το κεφάλι του προς την πόρτα. Η Ελιφέτ είδε απ’ το άνοιγμα της πόρτας το Χαλλίλ πασά να δίνει στον άγνωστο ένα βέλος και να του λέει. -Το νου σου σ’ αυτό το βέλος. Θα κατεβείς στην κοιλάδα του Λύκου και θα πλησιάσεις στην πύλη του Ρωμανού ή στην πύλη της Αδριανούπολης. Πρέπει να είναι νύχτα. Σκοτεινά οπωσδήποτε. Πλησίασε όσο μπορείς πιο κοντά. Και τέντωσε το τόξο σου με δύναμη. Βάλε όλη σου τη δύναμη. Τράβηξε τη χορδή δυνατά. Πολύ δυνατά. Το βέλος αυτό πρέπει οπωσδήποτε να περάσει πάνω απ’ τα τείχη . . . Ο άγνωστος πήρε το βέλος απ’ το χέρι του Χαλλίλ πασά και τό ‘βαλε ανάμεσα στα άλλα βέλη μέσα στη θήκη που είχε κρεμασμένη στον ώμο του. Υποκλίθηκε ελαφρά προς το μέρος του πασά που στεκόταν όρθιος στο βάθος του διαδρόμου πίσω απ’ τη μισάνοιχτη πορτούλα κι έτρεξε προς το μέρος της Ελιφέτ. Πήδησε βιαστικός στο άλογο, χαμογέλασε στη σκλάβα κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα, καλπάζοντας προς την Κωνσταντινούπολη.

95


6.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ

Πυκνά μαύρα σύννεφα σκεπάζουν από μέρες τώρα τον ουρανό της Χίου. Το νησί συνταράζεται ολόκληρο απ’ την ανεμοθύελλα. Η θάλασσα μανιασμένη το χτυπά από παντού. Μεγάλοι υδάτινοι όγκοι με ορμή και πάταγο χιμούν στις ακτές του και το κάνουν να τρέμει απ’ τα θεμέλιά του και να συνταράζεται σύγκορμο. Το λιμάνι της πόλης κατακλίζεται από πελώρια κύματα, που ορμητικά και αφρισμένα ξεχύνονται παντού, σα να θέλουν να καταπιούν και να ισοπεδώσουν τα πάντα. Ψηλά στις αφρισμένες κορυφές τους ή χαμηλά, ανάμεσα στο χάος που σχηματίζουν οι υδάτινοι όγκοι τους, καθώς ξεχωρίζουν σε πανύψηλα βουνά, κλυδωνίζονται, έρμαια της μανιασμένης φύσης, τα καράβια και οι γαλέρες που βρέθηκαν αραγμένα στα γύρω μουράγια. Ο κόσμος, με φρίκη και δέος, παρακολουθεί τρομαγμένος πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα και τις αμπαρωμένες πόρτες τη μανία και την ορμή των εξαγριωμένων στοιχειών της φύσης, που με τόση θεαματική μεγαλοπρέπεια βάλθηκαν εδώ και μέρες να επιδείξουν την ακατανίκητη δύναμή τους και την αδάμαστη βιαιότητά τους. Ανάμεσα στα πλοία, που δεμένα στο λιμάνι βολοδέρνουν στις κορυφές των κυμάτων ή στροβιλίζουν και χάνονται στα σκαμπανεβάσματα της τρικυμισμένης θάλασσας, ξεχωρίζει ένα σκούρο γενουάτικο καράβι. Είναι μια τρικάταρτη γερή και επιβλητική γαλέρα. Έφτασε πριν αρκετές μέρες στο νησί και καμαρωτή μπήκε κι άραξε στο λιμάνι. Στην κορυφή του μεσαίου καταρτιού ήταν υψωμένο το πολύχρωμο λάβαρο της αγίας Έδρας, με χρυσοκέντητα πάνω στο βαρύ μεταξωτό του ύφασμα τα φανταχτερά διακριτικά του πάπα. Ο καιρός τότε ήταν καλός και κόσμος πολύς είχε ξεχυθεί στην παραλία, να δει και να θαυμάσει το μεγάλο κι επιβλητικό καράβι, που περήφανο και καταστόλιστο έφτανε στο νησί. Εντύπωση έκανε στους κατοίκους η υποδοχή που επιφύλαξαν οι άρχοντες κι οι κληρικοί του νησιού στο καράβι αυτό του πάπα. Από νωρίς, η προκυμαία και οι γύρω χώροι του λιμανιού είχαν κατακλυστεί από λαμπροφορεμένους άρχοντες και χρυσοστόλιστους κληρικούς. Πρώτος ξεχώριζε στην πομπή ο αρχιεπίσκοπος Χίου και Μυτιλήνης Λεονάρδος, ακολουθούμενος από χορεία ιεραρχών και πλήθος κατώτερων κληρικών. Πολλά μικρά πλοιάρια ξανοίχτηκαν νωρίτερα έξω απ’ το λιμάνι, για να υποδεχτούν τη γενουάτικη γαλέρα. Καθώς το τρικάταρτο πλοίο πλησίαζε στην προκυμαία, μπροστά στην πλώρη του, πάνω στο ψηλό καταστόλιστο κατάστρωμά του, ξεχώριζε η μικρή σιλουέττα του ξερακιανού ιεράρχη κι αντιπροσώπου του πάπα, καρδινάλιου Ισίδωρου. Με επευφημίες και ζητωκραυγές, το χοντρόσκαρο τρικάταρτο καράβι έριξε τις άγκυρές του στο λιμάνι κι ο καρδινάλιος Ισίδωρος βγήκε στη στεριά. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος τον υποδέχτηκε με χαρά και πρώτος υποκλίθηκε μπροστά του, του φίλησε το χέρι και ασπάστηκε το χοντρό δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλό του, δείγμα της

96


μεγάλης αρχιερατικής του θέσης. Τον καρδινάλιο χαιρέτησαν κι όλοι οι άρχοντες και οι προεξέχοντες του νησιού. Μετά, οι δυο ιεράρχες, ακολουθούμενοι απ’ τους τοπικούς άρχοντες, τους κληρικούς και τον περίεργο λαό και συνοδευόμενοι απ’ τους πενήντα ένοπλους στρατιώτες που είχε μαζί του ο Ισίδωρος, προερχόμενους απ’ την προσωπική φρουρά του πάπα, κατευθύνθηκαν στο αρχιεπισκοπικό μέγαρο. Ιδιαίτερη εντύπωση έκαναν στο λαό του νησιού οι πολύχρωμες στολές των αξιωματικών και των στρατιωτών του σιδηρόφραχτου αποσπάσματος του καρδινάλιου. Όλοι τους έφεραν αλυσιδωτούς θώρακες, βαριά σιδερένια κράνη, ψηλές ως τη μέση σχεδόν μεταλλικές περικνημίδες, μακριά δόρατα, βαριά ξίφη και μεγάλες στρογκυλές ασπίδες. Στο πέρασμά τους, η σιδερένια τους αρματωσιά βροντούσε δυνατά και ρυθμικά κι αυτό τους έκανε πιο επιβλητικούς και πιο απρόσβλητους. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος είναι περαστικός απ’ τη Χίο. Προορισμός του είναι η Κωνσταντινούπολη. Η χιλιόχρονη άγια πόλη κινδυνεύει να σαρωθεί απ’ τη μανία και την ορμητικότητα των μωαμεθανών. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος είδε από καιρό τον κίνδυνο που διατρέχει η χριστιανοσύνη της Ανατολής απ’ τους Τούρκους και, με απανωτές επιστολές και πυκνούς απεσταλμένους του, προσπάθησε να συγκινήσει τη Δύση, να κινήσει το ενδιαφέρον της και να αποσπάσει τη βοήθειά της. Έκανε πολλές υποχωρήσεις ο αυτοκράτορας, πολιτικές και θρησκευτικές, για να μπορέσει να προσελκύσει το ενδιαφέρον των χριστιανών Λατίνων και να εξασφαλίσει τη συνδρομή τους για τη σωτηρία της θανάσιμα κινδυνεύουσας ύπαρξης των ορθοδόξων χριστιανών της Κωνσταντινούπολης κι ολόκληρης της Ανατολής. Δέχτηκε την ένωση των εκκλησιών Ανατολής και Δύσης και υποσχέθηκε να εφαρμώσει στο ακέραιο και με το παραπάνω τους όρους του συνεδρίου της Φλωρεντίας. Ύστερ’ απ’ τις τόσες υποσχέσεις του αυτοκράτορα και τις μεγάλες υποχωρήσεις των ορθοδόξων, πρώτος ‘’συγκινήθηκε’’ ο πάπας Νικόλαος V και πρώτος αυτός αποφάσισε να εκδηλώσει έμπρακτα το ενδιαφέρον του για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης και την επιβίωση της χριστιανοσύνης της Ανατολής. Γι’ αυτό και στέλνει τώρα με το καράβι αυτό, σαν προσωπικό του απεσταλμένο τον καρδινάλιο Ισίδωρο στην Κωνσταντινούπολη με πενήντα ένοπλους στρατιώτες(!). Φαίνεται, πως ο πάπας είχε μεγάλη πεποίθηση στις ικανότητες των στρατιωτών του και υποτιμούσε αφάνταστα την αριθμητική υπεροχή και τη δυναμικότητα των στρατιωτών του Μωάμεθ ή φαίνεται, ότι θα είχε τελείως πρωτοφανές και ιδιότροπο χιούμορ ή ίσως θα είχε εκ των προτέρων ξεγραμμένη την Κωνσταντινούπολη, όταν έστελνε μια διμοιρία Λατίνων σπαθοφόρων, να αντιμετωπίσουν και να συγκρατήσουν μια πανίσχυρη αυτοκρατορία, της οποίας οι στρατιές ήταν αναρίθμητες και οι πολεμιστές της πολεμοχαρείς, έμπειροι και προπαντός φανατισμένοι πιστοί του Ισλάμ, έτοιμοι να θυσιαστούν για τον Προφήτη τους. Ίσως πάλι, ο πάπας υπολογισμένα να ενεργούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο και υστερόβουλα να ποντάριζε πάνω στην επίθεση των Τούρκων, στηριζόμενος σε δικά του απώτερα και καιροσκοπικά σχέδια. Ίσως, αντίθετα με τις υποσχέσεις που έδινε στον αυτοκράτορα, να ήλπιζε να επιβληθεί ευκολότερα στο τέλος

97


πάνω σε μια εξασθενημένη, αδύναμη και καταβλημένη Ανατολή. Άλλωστε, με τους υπολογισμούς του αυτούς και τις σημερινές του ενέργειες, ο πάπας δεν ξέφευγε καθόλου απ’ τη στάση των προκατόχων του και δεν παραβίαζε ούτε και στο ελάχιστο τη γραμμή που ξεκάθαρα είχαν χαράξει οι προηγούμενοι απ’ αυτόν άγιοι ποντίφικες για τον ατίθασο και ισχυρογνώμονα χριστιανισμό της Ανατολής, όπως τον χαρακτήριζαν. Ο πάπας Γρηγόριος VII είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του απέναντι των ορθοδόξων. Σε γράμμα του, που έγραψε το 1073 στον Eboyly de Rossi δήλωνε καθαρά: ‘’ότι είναι πολύ καλύτερα για μια χώρα να παραμένει κάτω απ’ την κυριαρχία και την κατοχή του Ισλάμ, παρά να κυβερνάται από χριστιανούς, οι οποίοι αρνούνται να αναγνωρίσουν τα δικαιώματα του πάπα’’12. Κι από τότε, τα λόγια του πάπα Γρηγορίου έγιναν αρχή και αξίωμα ανάμεσα στο καθολικό ιερατείο και όλοι έκτοτε παραδέχονται, ότι είναι προτιμότερη η επικράτηση του Ισλάμ στην Ανατολή παρά η ύπαρξη χριστιανών, που δεν δέχονται να σκύψουν υποτακτικά τον αυχένα τους στον πάπα. Επομένως, κατά τον πάπα Νικόλαο, πενήντα Λατίνοι στρατιώτες είναι ίσως αρκετοί για την πραγμάτωση των σκοπών της αγίας Έδρας. Μια διμοιρία Λατίνων σπαθοφόρων είναι ‘’μέγα δείγμα’’ του απεριόριστου χριστιανικού ενδιαφέροντος της Δύσης και ‘’τρανή απόδειξη’’ της αμέριστης και ενεργού συμπαράστασης των χριστιανών της Ιταλίας κι ολόκληρης της Εσπερίας προς το χριστιανισμό της Κωνσταντινούπολης και της Ανατολής. Κατά τον Ισίδωρο, όμως, η δύναμη των πενήντα στρατιωτών ίσως να θεωρείται γελοία και ο ίδιος πιθανόν να ντρέπεται να εμφανιστεί στην Κωνσταντινούπολη σαν αντιπρόσωπος του πάπα κι ολόκληρου του καθολικού χριστιανισμού. Διαισθάνεται βαθιά στην ψυχή του τον εξευτελισμό και την ταπείνωση που θα νιώσει την ώρα που θα αποβιβάζεται στην άγια πόλη σαν αρχηγός της αποστελούμενης απ’ τη Δύση μιας διμοιρίας, σαν ενίσχυση προς την θανάσιμα κινδυνεύουσα Ανατολή. Γι’ αυτό και προσέγγισε στη Χίο με την ελπίδα, ότι θα συγκινήσει τις καρδιές των εκεί χριστιανών και θα μπορέσει να στρατολογήσει μερικούς ακόμα απ’ τους κατοίκους του νησιού, ώστε να μη γελοιοποιηθεί κατά την απόβασή του στην Κωνσταντινούπολη. Οι λίγοι αξιωματικοί που ακολουθούν τον καρδινάλιο, μέρες τώρα περιφέρονται στην πόλη και γυρίζουν στο νησί προσπαθώντας να στρατολογήσουν κι άλλους ικανούς για πόλεμο νησιώτες και να αυξήσουν το ένοπλο σώμα της ακολουθίας του Ισιδώρου. Μιλούν στο λαό όταν τους δίνεται η ευκαιρία, όπου κι αν τον συναντήσουν. Μέσα στα κρασοπωλεία, στους δρόμους, στις πλατείες, στις εκκλησίες. Πριν από μερικές μέρες, ένα απόβραδο, μέσα σ’ ένα χαμηλοτάβανο και πληκτικό καπηλειό, που βρισκόταν ξεκομμένο στην άκρη μιας πλατείας στη γειτονιά του λιμανιού, ένας Γενουάτης αξιωματικός, χωρίς να καλοδιακρίνεται απ’ τους καπνούς του ταμπάκου, τις αναθυμιάσεις του 12

Mijiatovic ‘’The Last Emperor Of The Greeks’’

Σελίδα

17. 98


κρασιού και τις ανάσες των πολυπληθών θαμώνων, που, λόγω της κακοκαιρίας, είχαν αφήσει τις δουλειές τους και συνωστίζονταν στα καφενεία, έλεγε με δυνατή φωνή σε μια ομάδα εργατών και ψαράδων που τον περιστοίχιζαν στο βάθος της αποπνιχτικής αίθουσας. -Ο άγιος ποντίφικας, ο πάπας Νικόλαος ο V, στέλνει τις ευλογίες του σε όλους σας εδώ στο νησί της Χίου και σ’ όλα τα γύρω νησιά του Αιγαίου. Υπογραμμίζει σ’ όλους τους χριστιανούς νησιώτες τον κίνδυνο που διατρέχει σήμερα η άγια πόλη της Ανατολής, η δοξασμένη Κωνσταντινούπολη, απ’ τους βάρβαρους κι άπιστους Τούρκους και σας καλεί να ταχθείτε στο πλευρό του και να ενώσετε και σεις τις προσπάθειές σας και τις δυνάμεις σας με τις δικές του, ώστε, προσερχόμενοι με προθυμία και θέληση κάτω απ’ την ένδοξη και αγία σημαία του, να δημιουργθεί ένας μεγάλος και αξιόλογος στρατός, του οποίου η δύναμη θα ματαιώσει κάθε απειλή των απίστων της Ανατολής και θα εξασφαλίσει τη ζωή, την ελευθερία και τη δόξα στην Κωνσταντινούπολη. Την ώρα αυτή, δυο-τρεις εργάτες, που ερχόταν από άλλο κρασοπωλείο, μπήκαν στη θολή κι αποπνιχτική αίθουσα, προχώρησαν στο βάθος της κι ενώθηκαν με τους ακροατές του Λατίνου αξιωματικού. Ένας απ’ αυτούς, τριανταπεντάρης περίπου, ψηλόκορμος κι αδύνατος, με στενά και κοντά ρούχα που φαινόταν πάνω του σαν ξένα και πρόσθεταν με τη μικρότητά τους περισσότερο ύψος στο μπόι του, με φουντωτά και μπερδεμένα μαλλιά, ακούγοντας τα λόγια αυτά του αξιωματικού και μισοζαλισμένος όπως ήταν απ’ το κρασί που είχε πιει ως τώρα, τον διέκοψε και με τη δυνατή φωνή του τον ρώτησε. -Τι άλλο στέλνει ο άγιος πάπας εκτός απ’ τις ευλογίες του; -Στέλνει την κατάρα του στους εχθρούς της Κωνσταντινούπολης. Απάντησε με ετοιμότητα ο αξιωματικός. -Καλά για τους εχθρούς, είπε ο μισομεθυσμένος εργάτης. Για τους φίλους τι άλλο στέλνει; Γι’ αυτούς που θα ταχθούν κάτω απ’ την αγία του σημαία δεν στέλνει τίποτα; Δεν προσφέρει τίποτα στους εθελοντές; Πρόσθεσε με απορία ο ξερακιανός άντρας και συνέχισε με γρηγορότερο ρυθμό, σα να βιαζόταν να πει ό,τι ήθελε, πριν τον διακόψει ο αξιωματικός με την απάντησή του. Πριν από λίγο, ήρθε στον καφενέ που είναι πιο κάτω κοντά στην προκυμαία ένας καθολικός καλόγερος. Μάλιστα, τον κεράσαμε και μια-δυο κούπες κρασί. Δε μας χάλασε το χατίρι. Το ήπιε και παίνεψε και τη φετινή σοδειά μας. Καλό ανθρωπάκι ο καλόγερος . . . Κι αυτός μίλησε στο καφενείο για στρατούς, για εκστρατείες, για κινδύνους της Κωνσταντινούπολης . . . για τη σωτηρία του αυτοκράτορα . . . για δόξα του χριστιανισμού . . . Τέτοια πράγματα . . . Καλό ανθρωπάκι . . . Με το ριχτό του ράσο και το φαλακρό του στην κορυφή κεφάλι , έμοιαζε σαν Κριτής ή σαν Προφήτης . . . Τον λέγανε μάλιστα και Αντώνιο . . . Με τη σχοινένια ζώνη στη μέση του έμοιαζε πραγματικά σαν προσωποποίηση αγίου. Ο εργάτης, ενώ έλεγε τις τελευταίες αυτές λέξεις, προσπάθησε, με μια κατάλληλη κίνηση του χεριού του και μια ιδιόμορφη έκφραση του 99


προσώπου του, να δείξει ότι τού ‘κανε καλή εντύπωση ο καλόγερος. Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στους συγκεντρωμένους γύρω του, στηρίχτηκε στον ώμο του διπλανού του και, κοιτάζοντας κατάματα τον αξιωματικό, συνέχισε. -Ο Αντώνιο, λοιπόν, μας είπε ότι ο πάπας στέλνει σ’ όλους μας γενικά εδώ κι έκανε μια μεγάλη κυκλική κίνηση με το χέρι του, τα πιο καλά του χαιρετίσματα και τις πιο καλές του ευλογίες κι επιπλέον, σ’ όσους θα καταταγούν στο στρατό του, στέλνει και άφεση των αμαρτιών τους. -Μάλιστα, μάλιστα, είπε ο αξιωματικός µ’ ενθουσιασμό. Αυτό θα σας το έλεγα κι εγώ, αν δε με διέκοπτες, πρόσθεσε με γρηγοράδα. -Ο Αντώνιο, όμως, συνέχισε ο ψηλόκορμος άντρας, είχε μαζί του έτοιμα συγχωροχάρτια, που ήταν υπογραμμένα όλα απ’ το ίδιο το άγιο χέρι του μεγάλου ποντίφικα. Μας τα έδειξε κιόλας. Το μόνο που απόμενε ήταν να γραφτεί στο άδειο μέρος το όνομά σου, για να αλλάξουν τα πάντα. Όλες οι αμαρτίες συγχωρεμένες. Και μάλιστα, όχι με λόγια. Με χαρτιά επίσημα . . . Ο Αντώνιο . . . καλό ανθρωπάκι, με ρώτησε: ‘’Να γράψω σ’ ένα απ’ αυτά τ’ όνομά σου;’’ Έτοιμος ήμουνα να πω, γράφτο. Δεν ξέρω, όμως, τι με κράτησε και του είπα. Άσε να το σκεφτώ απόψε. Αύριο το πρωί το γράφεις. Ξημερώνοντας η καινούρια μέρα, γίνομαι κι εγώ καινούριος άνθρωπος. Και, γυρίζοντας προς τους θαμώνες που ήταν γύρω του, είπε. -Ξέρετε, δεν θέλω τέτοια σημαντικά γεγονότα να συμβαίνουν νύχτα. Γιατί, έτσι και το γράψει ο Αντώνιο, ο άγιος εκείνος καλόγερος, το ταπεινό κι αμαρτωλό όνομά μου στο άγιο κι ευλογημένο απ’ τον πάπα χαρτί του, έχω τον παράδεισο εξασφαλισμένο. Όλες οι πόρτες θα με περιμένουν ανοιχτές στον άλλο κόσμο. Κοντοστάθηκε για λίγο, έφερε το δάχτυλο του δεξιού του χεριού στο μεγάλο κι αναμαλλιασμένο κεφάλι του, σα να ήθελε να δείξει τη βαρύτητα της σκέψης του και συνέχισε. Αλλά, σάμπως κάτι να μού ‘λεγε μέσα μου, ότι μπορεί να βρω και κάτι καλύτερο. Άλλωστε, έτσι πρέπει να είναι. Αφού, όπως λέμε, πάντοτε υπάρχουν και χειρότερα, γιατί να μην υπάρχουν πάντοτε και καλύτερα; Ύστερα, αν ο Αντώνιο περιμένει και μια νύχτα ακόμα, πριν γράψει το όνομά μου στο άγιο χαρτί, δεν χάλασε ο κόσμος. Βέβαια, δεν ήθελα να περάσει ο αγαθός Αντώνιο μια ολόκληρη νύχτα αβεβαιότητας. Γι’ αυτό και, για να του εκφράσω την ανυστεροβουλία μου και τις καλές μου διαθέσεις για το άτομό του, του γέμισα ως επάνω την κούπα του κρασί. Ο καλός μου φίλος, ίσως για να με ευχαριστήσει ή για να δείξει ότι δεν έχει τίποτα εναντίον μου, την ήπιε μονορούφι και τώρα κοιμάται στον καφενέ,διπλωμένος στην καρέκλα του με το κεφάλι του γυρμένο στο τραπέζι. -Δε μου λες, αφεντικό, ρώτησε τον αξιωματικό ένας άλλος γεροδεμένος εργάτης με κουρεμένο κεφάλι, που είχε ριχτό στην πλάτη του ένα σχισμένο χιτώνιο Λατίνου στρατιώτη, δεν πληρώνει τίποτα ο

100


άγιος της Ρώμης στους εθελοντές στρατιώτες; Βλέπεις, έχουμε και οικογένειες. Γυναίκες, παιδιά να ταΐσουμε. -Βεβαίως πληρώνει, απάντησε με έμφαση ο αξιωματικός. Ο κάθε εθελοντής από σας θα πληρώνεται μισθό Λατίνου στρατιώτη. -Και το συγχωροχάρτι, συγχωροχάρτι; Ρώτησε με αγωνία και χαρά ένας τρίτος μικρόσωμος ξανθωπός άντρας, με αραιά μαλλιά και ξεθωριασμένα μάτια, που παρακολουθούσε με προσοχή κι ενδιαφέρον τη συζήτηση. -Βεβαίως, είπε ο αξιωματικός. Ο μισθός, μισθός κι εκείνο είναι άλλο πράγμα. Την ώρα εκείνη, ένας αξιωματικός της αστυνομίας μπήκε στην αίθουσα και προχώρησε με προσποιητή απάθεια προς τη μικρή ομήγυρη των ακροατών του Λατίνου αξιωματικού. Διέκρινε το γεροδεμένο άντρα με το στρατιωτικό χιτώνιο στην πλάτη και τους άλλους δυο φίλους του που στεκόταν δίπλα του και βιαστικός κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Για μια στιγμή, η ματιά του γεροδεμένου εργάτη διασταυρώθηκε με το βλέμμα του αστυνομικού. Ένα ρίγος ξαφνικό κι απότομο διέτρεξε ολόκληρο το σώμα του απ’ την κορυφή ως τα νύχια. Κάτι το επικίνδυνο κι ανησυχητικό διέκρινε στο βλέμμα του αστυνομικού ο απλοϊκός αλλά έξυπνος εργάτης. Έσφιξε την καρδιά του και συγκράτησε τον εαυτό του, όσο πιο ψύχραιμα µπορούσε, για να μην εξωτερικέψει την ταραχή που τον συντάραζε απ’ τον κίνδυνο που ένιωθε να πλησιάζει τώρα με σταθερά και σίγουρα πια βήματα τους δυο φίλους του κι αυτόν. Προσποιούμενος πως δεν είδε καθόλου τον αστυνομικό, γύρισε βιαστικά προς το μέρος του Λατίνου αξιωματικού και με δυνατό τόνο στη φωνή του, για ν’ ακουστεί καθαρά γύρω του, φώναξε. -Αφού είναι έτσι, γράψε το θηρίο αυτό στα κατάστοιχα του στρατού σας. Έχει μικρό σώμα αλλά μεγάλη οικογένεια κι οπωσδήποτε θα έχει ανάγκη απ’ το μισθό του στρατιώτη. Και λέγοντας αυτά, έσπρωξε ελαφρά προς τα εμπρός τον κοντόσωμο ξανθωπό εργάτη. Όσο για το συγχωροχάρτι, συνέχισε πειραχτικά, δεν πιστεύω να το έχει ανάγκη. Η μεγάλη του οικογένεια και οι πολλές του φροντίδες δεν του δίνουν καιρό να αμαρτήσει. Ο μικρόσωμος οικογενειάρχης, σπρωγμένος απ’ το δυνατό χέρι του φίλου του, έκανε δυο-τρία ακανόνιστα βήματα μπροστά κι έμεινε εκεί σαν αποσβολωμένος, χτυπημένος από κάποιο δυνατό τρακ που του προξενούσαν οι ξαφνικές κι ανεξήγητες ενέργειες του φίλου του και τα παράξενα και σκοπτικά γέλια των άλλων θαμώνων του μαγαζιού. Ο αστυνομικός, που είχε στο μεταξύ πλησιάσει στην ομήγυρη, κοντοστάθηκε για λίγο, κοίταξε περίεργα κι ερωτηματικά τον ξαφνιασμένο κοντόξανθο υποψήφιο στρατιώτη, έριξε και μια γρήγορη ματιά στους δυο φίλους του και, καθώς περνούσε από κοντά τους, ψιθύρισε κουνώντας αργά το κεφάλι του. -Ίσως είναι καλύτερα για σας στο στρατό παρά στη φυλακή. Έμεινε για λίγο διστακτικός στη θέση του και μετά, χωρίς να πει λέξη, συνέχισε με αργό βήμα το γύρο του μαγαζιού και, φθάνοντας στην

101


πόρτα, δρασκέλισε το κατώφλι της, βγήκε στο δρόμο και χάθηκε μέσα στη νύχτα. Ο γεροδεμένος εργάτης, που αδιάκοπα λοξοκοιτούσε τον αστυνομικό κι άκουσε τα λόγια του, όταν τον είδε να βγαίνει απ’ το καπηλειό, άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης και χαράς και χτύπησε με ικανοποίηση στην πλάτη τον ψηλόκορμο φίλο του. Κάτι ήταν έτοιμος να του ψιθυρίσει στο αφτί, αλλά εκείνος τού ‘κλεισε πονηρά το μάτι, σα να τού ‘λεγε: ‘’Έννοια σου και δε μου ξέφυγε τίποτα.’’ Τη βουβή συνεννόηση των δυο φίλων διέκοψε η φωνή του αξιωματικού, ο οποίος στραμμένος προς το μέρος του τον ρώτησε. -Γιατί δεν κατατάσσεσαι και συ στο στρατό του πάπα και μόνο προτρέπεις τους άλλους; -Δεν προτρέπω κανέναν, απάντησε σοβαρά ο εργάτης. Απλώς υποδεικνύω σ’ ένα φτωχό οικογενειάρχη κάποιο τρόπο, να θρέψει τα παιδιά του. Όσο για μένα, αν καταταγώ, θα το κάνω περισσότερο για το συγχωροχάρτι παρά για το μισθό. Ένας είμαι και εργένης και δεν έχω ανάγκη από τροφή, γιατί δεν τρώω. Μόνο πίνω, πρόσθεσε με καταφανή φαιδρότητα στο στρογγυλωπό του πρόσωπο ο δυνατός άντρας και συνέχισε. Έτσι, μια που δεν ξοδεύω χρόνο ούτε και για φαγητό, έχω αρκετό στη διάθεσή μου για να αμαρτάνω. Γι’ αυτό λοιπόν, αν θά ‘ρθω μαζί σας, θα το κάνω μόνο και μόνο για το συγχωροχάρτι. Δεν είναι και λίγο πράγμα! Άλλοι πληρώνουν ακριβά. Ολόκληρες περιουσίες, για ν’ αποχτήσουν το χαρτί αυτό με την άγια υπογραφή του πάπα και μας εδώ μας δίνεται η ευκαιρία να ξεκαθαρίσουμε με μια μονοκονδυλιά μια ζωή ολόκληρη. Ολόκληρο παρελθόν. Και τι παρελθόν! Σκούρο. Μελαχρινό. Ίσως κατάμαυρο. Και να αγνοήσουμε την προσφορά! Να χάσουμε την ευκαιρία! Το πράγμα είναι σοβαρό και ξεκάθαρο. Δεν θέλει συζήτηση. Ο εργάτης συνέχισε να μιλά με το ίδιο ύφος, ενώ ο αξιωματικός τον άκουγε, άλλοτε µ’ ευχαρίστηση κι άλλοτε με δυστροπία και συγκρατημένο θυμό. Δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά, αν ο απλός αυτός άνθρωπος μιλούσε σοβαρά και πίστευε πραγματικά στα όσα έλεγε ή αν ειρωνευόταν και κορόιδευε την όλη προσπάθεια του πάπα. Ερχόταν στιγμές, που ήθελε να τον σταματήσει και να τον πετάξει έξω απ’ την αίθουσα ή να τον συλάβει και να τον κλείσει στην πιο σκοτεινή φυλακή. Κι ερχόταν πάλι στιγμές, που πραγματικά παρακαλούσε από μέσα του να μη σταματήσει ποτέ τα λόγια του ο παράξενος κι απλοϊκός εκείνος εργάτης. Γιατί, τα λόγια του αυτά, αστεία ή σοβαρά, πραγματικά ή ειρωνικά, τόνωναν το ενδιαφέρον των άλλων θαμώνων του καπηλειού κι αύξαναν τον κύκλο των ακροατών του. Έτσι, αυξάνονταν κι οι πιθανότητες επιτυχίας της αποστολής του και δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία που του παρουσιάζονταν, για να αυξηθεί ο αριθμός των αντρών που θα είχε αύριο στις διαταγές του. Αν το τμήμα του μεγάλωνε αρκετά, θα μεγάλωναν ανάλογα και τα γαλόνια τα δικά του κι η ιδέα της προαγωγής τον έκανε συγκρατημένο και ανεκτικό. Ο γεροδεμένος εργάτης εύκολα διέκρινε την υποχωρητικότητα αυτή του αξιωματικού και διέγνωσε με ακρίβεια τους λόγους της πρωτοφανούς

102


αυτής ανεκτικότητάς του και, εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία που του παρουσιαζόταν, συνέχισε. -Πολύ θα ήθελα να καταταγώ κι εγώ στο στρατό σας αλλά δεν θέλω να προσβάλω τον πάπα και τη Δύση. -Τι εννοείς µ’ αυτό; Ρώτησε παραξενεμένος και κάπως θυμωμένος ο αξιωματικός. -Να, είπε με απλό ύφος ο εργάτης. Ολόκληρος πάπας, µ’ όλα τα χριστιανικά κράτη της Δύσης στο πλευρό του, στέλνει πενήντα στρατιώτες στην Κωνσταντινούπολη! Αν καταταγώ κι εγώ θα γίνουμε δυο απ’ τη Χίο, μια και κατατάχτηκε ο φίλος από εδώ κι έδειξε το μιικρόσωμο και ξεθωριασμένο άντρα, που ακόμα στεκόταν σαστισμένος δυο-τρία βήματα πιο μπροστά απ’ τους άλλους. Τότε, το ποσοστό του νησιού μας, σε αναλογία με την έκταση και τον πληθυσμό του, θα είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ το ποσοστό της συμμετοχής του πάπα και των βασιλιάδων της Δύσης και δεν θέλω να γίνω εγώ αιτία να θιγεί το φιλότιμο κανενός απ’ τους πονετικούς και μεγαλόκαρδους αυτούς άρχοντες, ούτε και να κακοκαρδιστεί κανένας απ’ τους μεγάλους Λατίνους χριστιανούς, τους πραγματικά πιστούς τηρητές των λόγων του Θεού. Με τα τελευταία αυτά λόγια του αθυρόστομου νησιώτη θύμωσε ο αξιωματικός του πάπα, αλλά συγκράτησε τα νεύρα του και πάλι περιορίστηκε στο να ενώσει κι αυτός το προσποιητό του χαμόγελο με τα τρανταχτά γέλια των άλλων και να προσθέσει ανδεικτικά. -Δεν πειράζει. Δεν πειράζει. Ποιος προσέχει τώρα ποσοστά κι αναλογίες. Εδώ προσπαθούμε όλοι μας να σώσουμε την Κωνσταντινούπολη που κινδυνεύει. -Αν είναι έτσι, φώναξε πρόθυμα ο ξερακιανός εργάτης με τα στενά ρούχα και τα φουντωτά μαλλιά, έρχομαι κι εγώ μαζί σας. Ντύνομαι κι εγώ στρατιώτης. Με τη διαφορά, όμως, ότι εγώ θα πάω στην Κωνσταντινούπολη πρώτα για τη σωτηρία της άγιας Πόλης κι ύστερα για τις άλλες προσφορές. Εγώ ενεργώ πάντα κατά συνείδηση. Ποτέ δεν έκανα κάτι με υπολογισμούς. Υπολόγιζα να καταταγώ μέρα. Υπολόγιζα να μην κακοκαρδίσω το φίλο μου Αντώνιο. Υπολόγιζα να μην αλλάξω σωτήρα και να πάρω συγχωροχάρτι απ’ αυτόν. Αλλά, όπως σας είπα, οι υπολογισμοί μου δεν βγαίνουν ποτέ. Εκείνο που συνήθως πάντοτε πετυχαίνει είναι ό,τι κάνω κατά συνείδηση και με αυθορμητισμό. Όχι με σχέδια και υπολογισμούς. -Τότε γράφομαι κι εγώ κι έρχομαι μαζί σας, είπε ο γεροδεμένος εργάτης που στεκόταν δίπλα στον ξερακιανό μισοζαλισμένο φίλο του και τον συγκρατούσε με τον ώμο του, υποβαστάζοντάς τον έτσι, ώστε να στέκεται στα πόδια του. Εμείς κι οι τρεις, συνέχισε κι έδειξε με μια κίνηση του χεριού του προς τους άλλους δυο φίλους του, μαζί γυρίζουμε άνεργοι ή δουλεύουμε όταν έχει δουλειά, μαζί πίνουμε κρασί και ξενυχτάμε και μαζί συναντάμε τη χαρά ή αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο. Μια που είμαστε μαζί στη φθορά και στην αμαρτία, συνέχισε γελώντας, ας πάμε μαζί και στην εξιλέωση και στη σωτηρία. Ο αξιωματικός χάρηκε για την τριπλή αυτή επιτυχία του και βιαστικός τράβηξε την καρέκλα του και κάθισε δίπλα στο τραπέζι που 103


ήταν κοντά του. Παραμέρισε κάπως τις κούπες και τα μισόγιομα κανάτια του κρασιού κι άνοιξε έτσι τόπο για τα χαρτιά του. Τα άπλωσε φαρδιάπλατιά μπροστά του, έτσι που να φαίνονται καθαρά από παντού τα διακριτικά του πάπα και οι μεγάλοι σταυροί της αγίας Έδρας. Τα ξεφύλλισε για λίγο, έψαξε ανάμεσά τους και τράβηξε πάνω-πάνω το χαρτί που ζητούσε. Πήρε θεαματικά την πένα στο χέρι του κι ήταν έτοιμος να γράψει τους ‘’νεοσωθέντες’’ στα κατάστιχά του. -Πριν γράψεις τα ονόματά μας στα χαρτιά σου και πριν γίνουμε επίσημα στρατιώτες σου, θα σου ζητήσουμε μια χάρη, είπε ο γεροδεμένος άντρας. Ο αξιωματικός συγκράτησε την πένα του, σήκωσε ξαφνιασμένος το βλέμμα του απ’ τα χαρτιά και τους κοίταξε περίεργος κι ενοχλημένος. Πριν προλάβει, όμως, να πει λέξη, συνέχισε ο γεροδεμένος εργάτης. -Αν γίνεται, την ώρα που θα μπαίνουμε στο πλοίο για την Κωνσταντινούπολη, να δώσεις και τους δυο μισθούς μας κι αν μπορείς και περισσότερους, στη γυναίκα του μικρού μας φίλου. Κι απλώνοντας το βαρύ του χέρι, αγκάλιασε τον κοντόσωμο άντρα απ’ τον ώμο και τον τράβηξε κοντά του. Τον έσφιξε πάνω του φιλικά και του χαμογέλασε με καλοσύνη. Ο αξιωματικός είπε ένα βιαστικό ‘’γίνεται, γίνεται’’ κι έσκυψε πάνω στα χαρτιά του με την πένα του στο χέρι. Η κακοκαιρία κράτησε μέρες κι ανάγκασε τον Ισίδωρο να παραμείνει στο νησί πολύ περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζε. Το εμπόδιο αυτό έγινε αιτία, ώστε να στρατολογηθούν περισσότεροι νησιώτες κι η διμοιρία του καρδιναλίου να γίνει λόχος. Η δύναμη τώρα που θα πήγαινε να σώσει την Κωνσταντινούπολη απ’ την καταστροφή έφτανε τους διακόσιους άντρες. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος, όσον καιρό έμεινε στη Χίο, συσκέπτονταν διαρκώς με τον αρχιεπίσκοπο του νησιού Λεονάρδο. Οι δυο ιεράρχες προσπαθούσαν μαζί να βρουν τον καλύτερο τρόπο, για την αντιπετώπιση και την εξουδετέρωση της τουρκικής απειλής. Και δεν σκέφτονταν μόνο για την Κωνσταντινούπολη αλλά και γι’ αυτά ακόμα τα νησιά του Αιγαίου και την ίδια τη Χίο, γιατί το θράσος των Τούρκων τελευταία είχε κορυφωθεί κι ο πολυάριθμος στόλος του Μωάμεθ όργωνε τις θάλασσες και ισοπέδωνε κι ερήμωνε στο πέρασμά του τις ακτές που δεν ανήκαν σ’ αυτόν. Το πράγμα γινόταν δυσκολότερο και η κατάσταση για το νησί κρισιμότερη τώρα που επρόκειτο να φύγει κι ο Λεονάρδος απ’ αυτό και ν’ ακολουθήσει τον Ισίδωρο στην Κωνσταντινούπολη. Η παρουσία του στη βασιλεύουσα κρίνονταν απ’ τον Ισίδωρο κι απ’ τον πάπα απαραίτητη, γιατί ο καρδινάλιος είχε ανάγκη από κάθε συμπαράσταση φιλολατίνων κληρικών στην Κωνσταντινούπολη, όπου επρόκειτο να αντιμετωπίσει, συγκεκριμένα και χωρίς περιστροφές πλέον, τη γνωστή ως τώρα αδιαλλαξία κι επίμονη ακαμψία των ορθοδόξων της Ανατολής στους σκοπούς και στις επιδιώξεις του πάπα.

104


Οι δυο ιεράρχες αντάλλαζαν γνώμες κι έψαχναν να βρουν τον προσφορότερο και τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο προσέγγισης των ορθοδόξων, μόλις θα έφταναν στην Κωνσταντινούπολη. Βέβαια, είχαν τους υποστηριχτές τους εκεί, αλλά οι εχθροί τους στην Πόλη ήταν περισσότεροι και ισχυρότεροι. Γι’ αυτό και πονοκεφάλιαζαν, συσκέπτονταν και εξήταζαν τα πράγματα απ’ την κάθε τους πλευρά. Ο σκοπός τους δεν ήταν μόνο να σώσουν την Κωνσταντινούπολη απ’ τους Τούρκους. Ήταν να την φέρουν και κοντά στη Ρώμη. Μέσα στον κύκλο της δικαιοδοσίας του πάπα, αν ήταν δυνατόν. Σε μια τέτοια σύσκεψη, βρήκε τους δυο ιεράρχες ο Γενουάτης καπετάνιος της παπικής γαλέρας, όταν ήρθε στο αρχιεπισκοπικό κτίριο, για να ανακοινώσει στον καρδινάλιο, ότι ο καιρός άρχισε να καλμάρει κι ότι, σε μια-δυο μέρες το πολύ, θα μπορέσουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους για την Κωνσταντινούπολη. Ο Ισίδωρος ξαφνιάστηκε πραγματικά απ’ τα λόγια του καπετάνιου και, μη μπορώντας να συγκρατήσει το ξάφνιασμά του αυτό, ρώτησε µ’ έκδηλη απορία τον ηλιοκαμένο ναυτικό. -Μα έξω ο αέρας λυσσομανά κι η θάλασσα κατάμαυρη και μανιασμένη ξερνάει αφρούς και μουγκρίζει ασταμάτητα. Πώς είναι δυνατόν, τόσο σύντομα να αποβάλει όλη τη φρικτή της δύναμη και μανία, να περιμαζέψει τα άγρια και λυσσασμένα κύματά της και ήρεμη και γαλήνια να κάνει τόπο στο μικρό κι αδύναμο καράβι μας για να συνεχίσει το δρόμο του; Και, πριν προλάβει ν’ απαντήσει ο καπετάνιος, ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος με την ίδια απορία συμπλήρωσε. -Ο αέρας, αντί να ελαττώνεται δυναμώνει περισσότερο. Σήμερα μάλιστα, έχει τέτοια ορμή και σφυρίζει τόσο άγρια, που νομίζεις πως τό ‘βαλε πείσμα και προσπαθεί ν’ αναποδογυρίσει ολόκληρο το νησί. -Εκείνο που ξέρουμε εμείς οι ναυτικοί, είπε με ήρεμο αλλά σταθερό τόνο στη φωνή του ο καπετάνιος, είναι τα μυστικά της θάλασσας και του αέρα. Πολλές φορές, δεν μπορούμε να εξηγήσουμε με λέξεις την αναμενόμενη μεταβολή του καιρού, ούτε στον ίδιο τον εαυτό μας. Την βλέπουμε, όμως, την αισθανόμαστε, την νιώθουμε μέσα στο είναι μας την αλλαγή. Και την διακρίνουμε αλάνθαστα κι ολοκάθαρη σαν φωτεινό όραμα. Έχουμε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στο αισθητήριό μας αυτό, που με σιγουριά ξεκαθαρίζει στο μυαλό μας τα σημάδια της φύσης και μας προλέγει με βεβαιότητα, αν ο καιρός πάει προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Και πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στην ανεξήγητη αυτή διαίσθησή μας, γιατί απ’ αυτή εξαρτάται η σωτηρία του πλοίου μας και η ίδια η ζωή μας. Ειδοποιημένος λοιπόν κι εγώ απ’ την ανεξήγητη αυτή διαίσθησή μου, σας ειδοποιώ και σας, να ετοιμάζεστε γρήγορα, γιατί, σε μια ή δυο μέρες το πολύ, θ’ ανοίξουμε πανιά. Αν δεν αναγκάζει την αγιοσύνη σας τίποτα άλλο εκτός απ’ τον καιρό να παρατείνετε την παραμονή σας στη Χίο, καταπιαστείτε με τις προετοιμασίες σας για τη συνέχιση του ταξιδιού μας. Οι δυο ιεράρχες αλληλοκοιτάχτηκαν με απορία κι έστρεψαν κι οι δυο ταυτόχρονα τα γεμάτα αμφιβολία βλέμματά τους προς τον καπετάνιο. 105


Ο καπετάνιος, χωρίς να τους δώσει καιρό να συνέλθουν και να εκδηλώσουν με λόγια για δεύτερη φορά τη δυσπιστία τους, είπε. -Αφήστε να κατέχουμε και μεις οι ναυτικοί τουλάχιστον τα μυστικά της θάλασσας και των αέρηδων. Κι ενώ υποκλινόταν να φύγει απ’ την αίθουσα, έδωσε ένα φωτεινότερο τόνο στο βλέμμα του και πρόσθεσε με χαμόγελο. -Έχετε εμπιστοσύνη στον καπετάνιο σας κι ετοιμάζεστε. Πραγματικά, τη νύχτα ο αέρας κόπασε και το μουγκριτό των κυμάτων άσβησε. Το πρωί, η άγρια μαυρίλα, που επί τόσες μέρες τύλιγε τα πάντα, είχε χαθεί απ’ τον ορίζοντα και ο βαρύς και μολυβένιος ουρανός είχε αρχίσει να ξαναβρίσκει το χρώμα του. Το χάος της θάλασσας είχε κλείσει και τα υδάτινα βουνά της είχαν ισοπεδωθεί. Το νησί ξαναστάθηκε στα πόδια του και η ζωή ξανάρχισε και πάλι να δείχνει έντονα τα σημάδια της πάνω σ’ αυτό. Ο κόσμος όλος ξαναζωντάνεψε κι οι κάτοικοι κυκλοφορούσαν με ανακούφιση στους δρόμους ή έτρεχαν βιαστικοί εδώ και κει, για να διαπιστώσουν με καταφανή έκπληξη και στενοχώρια τ’ αχνάρια που χάραξαν βαθιά στη ράχη του νησιού τους τ’ αγριεμένα στοιχειά της φύσης στο μανιασμένο πέρασμά τους. Οι άνθρωποι διαπίστωναν τη μικρότητά τους, καθώς παρατηρούσαν με δέος τα ξεριζωμένα δέντρα, τα σαρωμένα σπίτια και τις άλλες καταστροφές του αέρα ή τις βαθιές ανασκαφές, τις απίστευτες ισοπεδώσεις και τις τρομαχτικές παραμορφώσεις που έκαναν στη χιώτικη γη τα τεράστια κι ορμητικά κύματα, καθώς χτυπούσαν ασταμάτητα με τους αφρισμένους όγκους τους επί τόσες μέρες τις ήμερες και όμορφες οκρογιαλιές. Το απόγευμα, η προκυμαία ήταν γεμάτη κόσμο. Η μεγάλη γενουάτικη γαλέρα φόρτωνε κι ετοιμάζονταν με βιασύνη για να φύγει. Τα βίντσια του καραβιού ανέβαζαν ασταμάτητα κιβώτια, κοφίνια, τσουβάλια κι άλλα δέματα στο κατάστρωμα, τα οποία βιαστικοί ναύτες κατέβαζαν µ’ άλλα βίντσια στην κοιλιά του πλοίου και τα τοποθετούσαν προσεχτικά και με τη σειρά στο βάθος των αμπαριών. Ο καπετάνιος γύριζε ανήσυχος, πότε στη μια άκρη του πλοίου και πότε στην άλλη κι ακούραστος πρωτοστατούσε κι επέβλεπε στο φόρτωμα και στις προετοιμασίες του καραβιού. Αργά το βράδυ, μπήκαν στο πλοίο οι δυο ιεράρχες, ο Ισίδωρος κι ο Λεονάρδος με τις ακολουθίες τους και τελευταίοι ανέβηκαν οι διακόσιοι στρατιώτες του καρδιναλίου και πήραν τις θέσεις τους γύρω-γύρω στο κατάστρωμα. Οι πολύχρωμες στολές τους και τα παράξενα και ποικίλα όπλα τους έδιναν μια ιδιότροπη όψη στη σκούρη γαλέρα. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν τρεις λατινοντυμένοι στρατιώτες. Ένας ψηλόκορμος ξερακιανός καστανομάτης με φουντωτά μαλλιά και πυκνά φρύδια, οπλισμένος με μακρύ ακόντιο, κοντό ξίφος και στρογγυλή ασπίδα, η οποία, μπροστά στο ύψος του κορμιού του, φαινόταν μικροσκοπική και τιποτένια, χωρίς να μπορεί να καλύψει και να προστατέψει ούτε το ένα τέταρτο του σώματός του. Ένας γεροδεμένος μελαχρινός με κανονικό ανάστημα, φαρδιούς ώμους και τετράγωνο σώμα που έδινε την εντύπωση παλαιστή, με μαύρα γυαλιστερά μάτια και κουρεμένο κεφάλι, έφερε αλυσιδωτό θώρακα, 106


σιδερένιο κράνος και βαριά στενόμακρη ασπίδα. Στη μέση του κρεμόταν απ’ τη φαρδιά ζώνη του ένα μεγάλο και βαρύ σπαθί με γυαλιστερή λαβή και ελαφρά καμπυλωτή λεπίδα. Κι ένας κοντός και μικροκαμωμένος τοξότης, με αραιά ξανθωπά μαλλιά και γαλανά ξεθωριασμένα μάτια. Στο κεφάλι του φορούσε ελαφρό κράνος που έμοιαζε με σκούφο και στην πλάτη του κουβαλούσε, περασμένη απ’ τον ώμο του, μια τριμμένη δερμάτινη φαρέτρα γεμάτη βέλη. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα παλιό φρεσκοδιορθωμένο τόξο με καινούρια χορδή από στριμμένα νεύρα βοδιού και γυαλιστερή λαβή από κοκκινωπό δέρμα ζώου, ενώ με το άλλο χαιρετούσε προς τη στεριά ή σκούπιζε κάθε τόσο τα δακρυσμένα μάτια του. Η παράξενη συντροφιά των τριών στρατιωτών, με την ανομοιομορφία της και τη χτυπητή παραξενιά της, τραβούσε τα βλέμματα όλων και προξενούσε το μειδίαμα των άλλων. Σχεδόν όλη τη νύχτα, ο κόσμος κατέκλυζε την παραλία. Αποχαιρετούσε τους δικούς του, που νεοστρατολογημένοι έφευγαν για την Κωνσταντινούπολη και κατευόδωναν το χοντρόσκαρο καράβι. Όσο, όμως, προχωρούσε η νύχτα, τόσο ο κόσμος αραίωνε στην προκυμαία. Κατά τα ξημερώματα το πλοίο ξανοίχτηκε απ’ το λιμάνι, άνοιξε τα πανιά του κι έβαλε πλώρη προς βορράν. Γρήγορα χάθηκε απ’ τα μάτια των τριών φίλων το λιμάνι της Χίου και μαζί µ’ αυτό μια γυναίκα τριγυρισμένη από τέσσερα μικρά παιδιά, που, παρ’ όλο το κρύο της αυγής και τ’ αγιάζι της θάλασσας, έμενε καρφωμένη στη θέση της στην άκρη του γιαλού, κουνώντας απαρηγόρητη το μαντίλι της. Το απόγευμα, η γενουάτικη γαλέρα έφτασε στη Λέσβο και την άλλη μέρα άφησε τα ήσυχα νερά του νησιού της Σαπφούς και τράβηξε για τα Δαρδανέλια. Γρήγορα χάθηκαν πίσω της μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας οι ακτές και τα βουνά της Λέσβου και φάνηκαν καθαρά στο δεξιό μέρος του ορίζοντα οι ακτές της Μ. Ασίας. Οι στρατιώτες και όσοι από το πλήρωμα δεν είχαν βάρδια, καθισμένοι στο κατάστρωμα ή γερμένοι στις κουπαστές, αγνάντευαν τα πλάτη του Αιγαίου και παρατηρούσαν με περιέργεια τις μακρινές παραλίες. Κατά το απομεσήμερο, μια παρέα στρατιώτες, καθισμένοι στο πίσω κατάστρωμα της γαλέρας, παρακολουθούσαν σιωπηλοί τις δαντελωτές ακτές, που, άλλοτε διακρίνονταν καθαρά κι άλλοτε χάνοντας στο βάθος του ορίζοντα. Όλοι τους ήταν αμίλητοι και σκεφτικοί. Νόμιζε κανείς, πως όλοι μαζί σκέφτονταν το ίδιο πράγμα και όλοι μαζί ανάδευαν στο μυαλό τους τα ίδια περασμένα. Το καράβι βρισκόταν απέναντι απ’ τα μέρη της αρχαίας Τροίας κι έσχιζε περήφανο και με γρηγοράδα τη θάλασσα. Δυο παχιές γραμμές από πυκνούς αφρούς έτρεχαν πίσω του. Οι αφρισμένες γραμμές, αν τις παρακολουθούσες για λίγο, σου έδιναν την εντύπωση ότι το πλοίο έμενε σταθερό κι ακίνητο στη θέση του κι ότι αυτές έτρεχαν ακράτητες, με μεγάλη ταχύτητα σα δαιμονισμένες προς τα πίσω. Βιάζονταν να φύγουν μακριά απ’ το πλοίο, να απομακρυνθούν στο πέλαγος και να χαθούν στον 107


ορίζοντα. Οι δυο αλυσίδες των αφρών, όσο πιο μακριά έφευγαν απ’ το σκάφος, τόσο πιο πολύ αποχωρίζονταν μεταξύ τους και τόσο περισσότερο ξεμάκραιναν η μια απ’ την άλλη κι έσβηναν στην απεραντοσύνη της θάλασσας. Την ασταμάτητη αυτή απομάκρυνση των δυο υδάτινων γραμμών και το σβήσιμο των αφρών τους στην ανοιχτή θάλασσα παρακολουθούσε σιωπηλός ο κοντόξανθος τοξότης, γερμένος στην κουπαστή και κάθε τόσο αναστέναζε και σκούπιζε τα μάτια του. Ίσως να παρέβαλε τις δυο αφρισμένες γραμμές με την οικογένειά του, που άφησε πίσω στη Χίο και τον εαυτό του, που έφευγε τώρα γρήγορα απ’ αυτή και χάνονταν στις μακρινές θάλασσες της Πόλης. Το γεμάτο θλίψη ρεμβασμό και τη βαθιά σιωπή των στρατιωτών διέκοψε η φωνή ενός γεροδεμένου μελαχρινού στρατιώτη με μαύρα μάτια και κουρεμένο κεφάλι. Ο μελαχρινός στρατιώτης, σα να διάβασε τις σκέψεις του μικρόσωμου ξανθού φίλου του και να κατάλαβε το δράμα της ψυχής του, θέλησε να διαλύσει τη ζοφερότητα που είχε κυριέψει την καρδιά του και να δώσει άλλο τόνο στην ατμόσφαιρα του καταστρώματος. Γι’ αυτό, πετάχτηκε όρθιος και, δείχνοντας προς τα μέρη της Μ. Ασίας, είπε στους συντρόφους του δυνατά. -Βλέπετε τα απέναντι υψώματα; Κάπου εκεί στο βάθος ήταν η πόλη της αρχαίας Τροίας. Τα νερά αυτά διέσχισαν και οι γιοι του Ατρέα, ο Αγαμέμνονας με το Μενέλαο, μαζί με τον Αχιλλέα, τον Οδυσσέα, το Διομήδη, τον Πάτροκλο, το Μηριόνη κι άλλους ξακουστούς βασιλιάδες κι αρχοντόπουλα, όταν, πολλούς αιώνες πριν, ήρθαν εδώ με τους στρατούς τους, για να τιμωρήσουν τους άρπαγες Τρώες και να ξεπλύνουν τη ντροπή και το στίγμα που τους κόλλησε ο Πάρης, όταν, παραβαίνοντας τους ορισμούς των Θεών και καταπατώντας τους νόμους των ανθρώπων, άρπαξε την ωραία Ελένη, τη γυναίκα του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου και την έφερε στην Τροία. Όλοι οι στρατιώτες, στο άκουσμα των λόγων αυτών του συναδέλφου τους, ξέφυγαν απ’ τις βαριές σκέψεις τους και συνήλθαν απ’ τους ζοφερούς ρεμβασμούς τους. Ανακάθισαν σαν ηλεκτρισμένοι στις θέσεις τους και προσπάθησαν γρήγορα να ξαναβρούν τον εαυτό τους. Η απροσδόκητη και διαπεραστική φωνή του φίλου τους τους έκανε να φαίνονται σα να είχαν ξυπνήσει ξαφνικά από ένα βαθύ ύπνο. Η ελαφρά ταραγμένη όψη τους και οι ανεπαίσθητες στιγμιαίες αλλά αυθόρμητες συσπάσεις των προσώπων τους έδειχναν καθαρά, πως μόλις είχαν ξαναγυρίσει από κάποια μακρινή περιοδεία, από έναν κουραστικό περίπατο στα βάθη ενός άγνωστου και φανταστικού κόσμου, στου οποίου τα στενά περάσματα ή τα αχανή πλάτη περιπλανιόταν ως τώρα αχαλίνωτες κι ελεύθερες οι σκέψεις τους. Κοίταξαν βιαστικοί το συνάδελφό τους κι έστρεψαν επίμονα τα βλέμματά τους μακριά στις ακτές, σα να ήθελαν, όχι μόνο να διακρίνουν τις παραλίες και τα υψώματα της αρχαίας Τροίας, αλλά και να δουν μπροστά τους ολοζώντανη την αρχαία πόλη με τους ξακουστούς κατοίκους της και τους δοξασμένους άρχοντές της, το σεβαστό Πρίαμο, τον πολεμόχαρο Έκτορα, το σεμνό Αινεία.

108


-Στις ακτές αυτές, συνέχισε ο γεροδεμένος στρατιώτης, άραξαν τα αργίτικα καράβια κι εδώ έφτασε κι αποβιβάστηκε πρώτος στη στεριά και πρώτος απ’ τους Αργίτες πάτησε τ’ άγνωστα χώματα της Τροίας ο Πρωτεσίλαος, ο αρχηγός των Θεσσαλών. Εκεί, στα υψώματα αυτά, συνέχισε ο στρατιώτης κι έδειξε μακριά με το χέρι του προς τη Μ. Ασία, τον πολύ παλιό καιρό υπήρχε ένα πελώριο και ισχυρό τείχος που προστάτευε την ξακουσμένη πόλη του μεγάλου θεού Δία, την Τροία. Το τείχος αυτό ήταν αδιάβλητο κι απροσπέλαστο απ’ τους ανθρώπους, γιατί δεν είχε χτιστεί από χέρια θνητών. Το είχαν χτίσει οι ίδιοι οι θεοί με τα θεϊκά τους χέρια. Την εποχή εκείνη, πολύ πριν απ’ τον Τρωικό πόλεμο, βασιλιάς της Τροίας ήταν ο Λαομέδοντας. Ο Λαομέδοντας ήταν καλός και δίκαιος βασιλιάς και προπαντός υπάκουος στους θεούς και υμνητής του Δία. Ο πατέρας των θεών, ο παντοδύναμος βροντοσείστης, είχε δει το σεβασμό του Λαομέδοντα κι είχε προσέξει τις τακτικές και πλούσιες θυσίες και την αφθονία των σφαγείων που συχνά έκαιγε στους βωμούς προς τιμή του ο βασιλιάς, γι’ αυτό και πάντοτε προστάτευε την πόλη του και φύλαγε το λαό της, οδηγώντας τον στην πρόοδο και στην ευημερία. Κάποτε, τα πράγματα στον Όλυμπο δεν πήγαιναν και τόσο καλά κι οι θεοί άρχισαν να μαλώνουν και ν’ αλληλοτρώγονται. Ο μεγάλος Δίας, ο πατέρας τους, θέλησε να επιβάλει την τάξη ανάμεσα στους θεούς και τιμώρησε παραδειγματικά τους ταραχοποιούς και τους πρωταίτιους των διενέξεων και των προστριβών που είχαν ξεσπάσει μέσα στα θεϊκά παλάτια. Ένοχοι κρίθηκαν ο Ποσειδώνας κι ο Απόλλωνας κι ο οργισμένος Δίας, ίσως ύστερ’ από υπόδειξη της Ήρας, τους διέταξε να πάνε στην Τροία και να μπουν στην υπηρεσία του Λαομέδοντα, με την εντολή να κάνουν πάντοτε και χωρίς αντίρρηση ό,τι τους διατάξει ο θνητός εκείνος βασιλιάς. Οι τιμωρημένοι θεοί έφυγαν αμέσως απ’ τον Όλυμπο κι ήρθαν στη μακρινή Τροία, όπου και παρουσιάστηκαν στο Λαομέδοντα. Αυτός, οδηγημένος κατάλληλα απ’ το Δία, διέταξε το μεν Ποσειδώνα να του χτίσει ένα μεγάλο και απρόσβλητο τείχος για να προστατεύεται η πόλη απ’ τους εχθρούς της, το δε Απόλλωνα να του βόσκει τα πρόβατα και τ’ άλλα του κοπάδια στα γύρω λιβάδια. Οι δυο θεοί έκαναν συνειδητά τη δουλειά τους κι έτσι η Τροία απόκτησε γερά τείχη και άφθονα και καλοθρεμένα κοπάδια. -Μακάρι να είναι και τα τείχη της Κωνσταντινούπολης χτισμένα από κανένα θεό και ν’ αντέξουν στη λαίλαπα των Τούρκων, είπε με σιγανή φωνή σαν προσευχή ένας τοξότης που στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή. Ο μελαχρινός στρατιώτης με το κουρεμένο κεφάλι, σα να μην άκουσε τον ψίθυρο του συναδέλφου του, συνέχισε την ιστορία του. -Όταν το έργο τελείωσε κι οι θεοί ζήτησαν να πληρωθούν για τη δουλειά τους, ο Λαομέδοντας αρνήθηκε να τους πληρώσει, με τη δικαιολογία, ότι ήταν τιμωρημένοι και δεν δικαιούνταν μισθό. Ο Ποσειδώνας τότε θύμωσε και, σα θεός της θάλασσας που ήταν, έστειλε απ’ τα βάθη της ένα τερατόμορφο κήτος και το διέταξε να γυρίζει γύρω

109


στα τείχη της πόλης και να τρώει τους ανθρώπους της13. Το τέρας αυτό σκότωσε αργότερα ο Ηρακλής με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς14. Έτσι, απαλλάχτηκε ο τόπος απ’ το φοβερό εκείνο θεριό. -Λες και μεις, σαν άλλοι Ηρακλήδες, με τη βοήθεια της Παναγίας, ν’ απαλλάξουμε την Πόλη απ’ το μωαμεθανικό τέρας που την απειλεί; Ρώτησε δυνατά και κάπως χαρούμενα ο τοξότης που στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή κι άκουγε με προσοχή την ιστορία της Τροίας. Όλοι γύρισαν προς το μέρος του, γέλασαν με τα λόγια του κι άρχισαν να τον πειράζουν, που ήθελε να παραβάλει το κοντό του ανάστημα με το μπόι του Ηρακλή. -Εδώ στην Τροία, συνέχισε ο στρατιώτης διακόπτοντας τα γέλια και τα πειράγματα των συναδέλφων του, στράφηκε η προσοχή του μεγάλου Κωνσταντίνου κι αυτήν την πόλη διάλεξε στην αρχή για πρωτεύουσα του κράτους του ο μεγάλος βασιλιάς. Μάλιστα, πήγε ο ίδιος στην Τροία και καθόρισε τα όρια της μελλοντικής πόλης. Τα έργα της ανοικοδόμησης της νέας πρωτεύουσας άρχισαν αμέσως. Οι πύλες της είχαν χτιστεί και σε πολλά κτίρια οι εργασίες είχαν προχωρήσει αρκετά, όταν ένα βράδυ, όπως λέει ο χριστιανός συγγραφέας του πέμπτου αιώνα Σωζόμενος, παρουσιάστηκε ο Θεός στον Κωνσταντίνο και του είπε, να διαλέξει άλλη πόλη για πρωτεύουσά του. Τελικά, ο αυτοκράτορας διάλεξε το Βυζάντιο. Επί ένα αιώνα αργότερα, όσοι ταξίδευαν στην Τροία, μπορούσαν να διακρίνουν ακόμα τα ημιτελή έργα του Κωνσταντίνου15. Το μεγάλο γενουάτικο πλοίο με ολάνοιχτα τα πανιά του γλυστρούσε γρήγορα πάνω στα ήσυχα νερά της θάλασσας και περνούσε δίπλα απ’ την Τένεδο. Οι ακτές διακρίνονταν ολοκάθαρες κι οι λόφοι της ξεχώριζαν απαλοί και καταπράσινοι -Εδώ, στο όμορφο αυτό νησί, είπε ο στρατιώτης με το κουρεμένο κεφάλι, άραξαν οι Αργίτες τα μελανά καράβια τους για λίγο, πριν βάλουν πλώρη τελικά για την Τροία. Κι από εδώ άρπαξε ο μεγάλος βασιλιάς κι αρχιστράτηγος των Ελλήνων Αγαμέμνονας την ροδομάγουλη Χρυσοπούλα, την ιέρεια του Απόλλωνα, της οποίας η αρπαγή τόσα κακά έφερε αργότερα στο στρατόπεδο των Ελλήνων. -Κι εδώ, στο νησί αυτό, σταμάτησαν για να ξεκουραστούν οι πρώτοι κάτοικοι του Βυζαντίου, όταν, πριν από εικοσιδύο περίπου αιώνες, έψαζαν με τα καράβια τους στις θάλασσες, να βρουν την όμορφη τοποθεσία της Κωνσταντινούπολης και να την κατοικήσουν, είπε με δυνατή φωνή ο ξερακιανός ψηλόκορμος στρατιώτης με τα μακριά και φουντωτά μαλλά, δείχνοντας με το μακρύ του ακόντιο προς το μέρος του νησιού. Όλοι γύρισαν τα βλέμματά τους προς το μέρος του και τον κοίταξαν με περιέργεια κι ενδιαφέρον. Με κάποια έκδηλη ευχαρίστηση στο βλέμμα του τον κοίταξε κι ο γεροδεμένος στρατιώτης με το 13

14 15

Ομήρου Ιλιάδα. Ραψωδία Η στίχος 453. Ομήρου Ιλιάδα Ραψωδία Φ στίχ. 450-460. Ομήρου Ιλιάδα Ραψωδία Υ στίχος 145. Vasiliev A. A. ‘’History Of The Byzant. Emp…’’ Τόμ. Α σελ. 79. 110


κουρεμένο κεφάλι που μιλούσε ως τώρα, σα να του έλεγε: Έτσι μπράβο. Πες και συ κάτι, να ξεκουραστώ κι εγώ. Ο ξερακιανός στρατιώτης, που κατάλαβε την παράκληση του φίλου του, συνέχισε. -Ναι, είπε στους συναδέλφους του, από δω πέρασαν οι πρώτοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης ή καλύτερα του αρχαίου Βυζαντίου. Και ακολουθώντας την ίδια πορεία, όπως κι εμείς τώρα, έφτασαν στη μαγευτική επτάλοφη άκρη του Βοσπόρου, όπου και έχτισαν την από τότε ελληνικότατη και πάντοτε ξακουστή Πόλη. Όλοι οι στρατιώτες σιωπηλοί κάρφωσαν τα βλέμματά τους πάνω στον ξερακιανό συνάδελφό τους και με έκδηλη ανυπομονησία κρεμάστηκαν απ’ τα χείλη του. Όλοι τους, με τεταμένη την προσοχή κι έντονο το ενδιαφέρον, περίμεναν ν’ ακούσουν για την προϊστορία της Κωνσταντινούπολης, τη δημιουργία της βασιλεύουσας, για τη σωτηρία της οποίας τώρα πήγαιναν ν’ αγωνιστούν. Ο ψηλόκορμος στρατιώτης διέκρινε το άμετρο ενδιαφέρον των συναδέλφων του και, για να ικανοποιήσει τη διψασμένη επιθυμία τους, άρχισε. -Κατά τα μέσα του εβδόμου π.Χ. αιώνα16, Έλληνες μετανάστες από διάφορες ελληνικές πόλεις και κυρίως απ’ τη Μίλητο και τα Μέγαρα άρχισαν να φθάνουν στα παράλια της Προποντίδας και να ιδρύουν εκεί ελληνικές αποικίες. Οι αποικίες αυτές, με την επικράτησή τους και την πρόοδό τους, εξέτειναν την ελληνική κυριαρχία πέρα απ’ την άλλη άκρη του Αιγαίου κι αποτέλεσαν ταυτόχρονα και καινούριους εμπορικούς σταθμούς, οι οποίοι έφερναν σ’ επαφή τους κατοίκους της κυρίας Ελλάδας με τις χώρες της Μαύρης Θάλασσας και με τους λαούς που κατοικούσαν στα ενδότερα της Ασίας. Κατά το 657 π.Χ., Μεγαρείς μετανάστες, με αρχηγό τους το Βύζα, πέρασαν τον Ελλήσποντο και, υπερνικώντας την αντίσταση των διαφόρων θρακικών φυλών της περιοχής, κατόρθωσαν να εγκατασταθούν στους καταπράσινους λόφους των ακτών του Κερατίου Κόλπου και να ιδρύσουν μικρή πόλη, την οποία ονόμασαν Βυζάντιο, προς τιμή του αρχηγού τους Βύζα. Παλιός μύθος λέει, ότι ο Βύζας, πριν ξεκινήσει με τους μετανάστες του για την εύρεση νέας χώρας, ρώτησε το Μαντείο των Δελφών, προς ποιο σημείο είναι προτιμότερο να κατευθυνθεί και πού είναι καλύτερα να χτίσει τη νέα πόλη του. Η Πυθία, σύμφωνα με την τάση που είχε να δίνει διφορούμενες συμβουλές, του έδωσε τον εξής χρησμό: ‘’Ίδρυσε την πόλη σου στη χώρα των τυφλών’’, του είπε. Ο Βύζας με τους μετανάστες του περιπλανήθηκαν αρκετά στις θάλασσες, αναζητώντας ‘’τη χώρα των τυφλών’’, ώσπου κάποτε έφτασε στη Τένεδο. Πέρασε τον Ελλήσποντο, διέσχισε τη θάλασσα του Μαρμαρά κι έφτασε κοντά στο Βόσπορο, σε μια άλλη ελληνική αποικία, στη Χαλκηδόνα. Εκεί, οι Χαλκηδόνιοι, παλιοί Μεγαρείς άποικοι που είχαν φθάσει στα μέρη αυτά πριν από δεκαεφτά περίπου χρόνια, τον υποδέχτηκαν με χαρά και για μέρες τον φιλοξένησαν πρόθυμα κι αυτόν και τους ανθρώπους του. 16

Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byzant. Emp…’’ Τόμ. Α σελ. 78. 111


Αλλά, παρά τη μεγάλη κι αυθόρμητη περιποίηση που έτυχαν οι περιπλανώμενοι μετανάστες από τους εκεί συμπατριώτες τους, ο Βύζας ήταν πάντοτε κατηφής και στενοχωρημένος, γιατί ο καιρός περνούσε και δεν ήξερε ποια κατεύθυνση ν’ ακολουθήσει και ποιο δρόμο να πάρει, για να βρει τη χώρα που του είχε πει η Πυθία. Παρ’ ότι ρωτούσε απ’ όπου περνούσε τους κατοίκους που συναντούσε, να του πουν αν ξέρουν κάτι για τη ‘’χώρα των τυφλών’’, δεν είχε μάθει το παραμικρό, γιατί κανείς ποτέ δεν είχε ακούσει τίποτα για μια τέτοια χώρα. Στενοχωρημένος ο αρχηγός των μεταναστών ανέβηκε μια μέρα σ’ ένα ύψωμα και, καθισμένος σε μια μεγάλη πέτρα, σκεφτόταν, τι έπρεπε να κάνει και ποια κατεύθυνση να πάρει για να βρει τη χώρα του χρησμού. Για μια στιγμή, όπως καθόταν πάνω στο βράχο, ανασήκωσε τα μάτια του κι είδε στο βάθος του ορίζοντα μια σειρά από καταπράσινους λόφους να απλώνονται ήμεροι και μαγευτικοί μέχρι το δαντελωτό κύμα της γαλανής θάλασσας. Η καρδιά του ανασκίρτησε κι η ψυχή του πλημμύρισε από ευτυχία. ‘’Να η χώρα που ψάχνω’’, φώναξε αυθόρμητα και πετάχτηκε όρθιος απ’ τη χαρά του. ‘’Αυτή είναι η χώρα των τυφλών. Πραγματικά, τυφλοί είναι οι γύρω κάτοικοι, που δεν είδαν μια τόσο όμορφη γη, αλλά πήγαν κι έχτισαν τα χωριά και τις πόλεις τους μέσα στα ξεροβράχια και στους λασπόκαμπους.’’ Πραγματικά, η θέση του Βυζαντίου ήταν ασύγκριτα καλύτερη απ’ τη θέση της άλλης αποικίας των Μεγαραίων, τη Χαλκηδόνα. Όπως μας λέγει ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός του πέμπτου αιώνα Ηρόδοτος, όταν ο Πέρσης στρατηγός του Δαρείου και του Ξέρξη Μεγάβαζος έφτασε στο Βόσπορο κι είδε τις θέσεις των δύο μερών, ονόμασε τους κατοίκους της Χαλκηδόνας τυφλούς, γιατί, έχοντας τη δυνατότητα εκλογής, διάλεξαν την χειρότερη απ’ τις δυο τοποθεσίες, παραβλέποντας τελείως την ασύγκριτη υπεροχή της θέσης του Βυζαντίου. Εκεί λοιπόν, πάνω στους καταπράσινους και μαγευτικούς εκείνους λόφους, πλάι στο απαλό κύμα της καταγάλανης θάλασσας, έφερε ο Βύζας τους Μεγαρείς μετανάστες του κι έχτισαν την καινούρια πόλη τους, την οποία, όπως είπαμε, ονόμασαν Βυζάντιο προς τιμή του αρχηγού τους. Η μικρή αυτή κι άσημη στην αρχή αποικία, που, λόγω της θέσης της, ένωνε τους λαούς της Μαύρης Θάλασσας με τους λαούς της Μεσογείου και τους λαούς της Ευρώπης με τους λαούς της Ασίας, έγινε ονομαστή και σπουδαία με το πέρασμα των χρόνων κι έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο μέχρι σήμερα στην Ιστορία. Η αίγλη και η φήμη της ξαπλώθηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα κι η ομορφιά της, τα πλούτη και η δόξα της κέντρισαν τη ζηλοφθονία πολλών λαών, οι οποίοι ξεσηκώθηκαν εναντίον της και κατ’ επανάληψη προσπάθησαν να την κατακτήσουν. Ο ξερακιανός στρατιώτης, που τα πλούσια και μακριά μαλλιά του ανέμιζαν ελεύθερα καθώς τα χτυπούσε ο αέρας της θάλασσας, βλέποντας ότι το ενδιαφέρον των ακροατών του παραμένει ακμαίο, συνέχισε τη συζήτησή του. -Πλούσια και τρικυμισμένη είναι η ιστορία της μικρής αυτής στην αρχή αποικίας. Το Βυζάντιο κυριεύτηκε απ’ τους Πέρσες του Δαρείου το

112


512 π.Χ. και το 478 π.Χ. ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Παυσανίας, ο νικητής των Πλαταιών (479 π.Χ.), καταδιώκοντας τους Πέρσες, ελευθέρωσε και τη μικρή αυτή πόλη. Ο Παυσανίας αργότερα κατηγορήθηκε ότι συνεννοούνταν με τους Πέρσες για να γίνει τύραννος της Ελλάδας, γι’ αυτό ανακλήθηκε απ’ το Βυζάντιο στη Σπάρτη, όπου και θανατώθηκε το 476 π.Χ.. Ύστερ’ απ’ τη φυγή του Παυσανία, το Βυζάντιο περιήλθε στη δικαιοδοσία των Αθηναίων και μπήκε στη συμμαχία της Δήλου. Το 412 π.Χ., ύστερ’ απ’ την ήττα των Αθηναίων στις Συρακούσες και την πτώση της αθηναϊκής ισχύος, το Βυζάντιο αναγνώρισε τη σπαρτιατική υπεροχή. Μετά από πέντε χρόνια, όμως, το 408 π.Χ. ξανακυριεύτηκε απ’ τους Αθηναίους με τον Αλκιβιάδη ύστερα από πολιορκία. Αλλά το 405, ύστερ’ απ’ την ολοκληρωτική ήττα των Αθηναίων απ’ τους Σπαρτιάτες στην ‘’Αιγός ποταμοίς’’ μάχη, ο αρχηγός των Σπαρτιατών Λύσανδρος ξαναπήρε το Βυζάντιο και διόρισε φιλοσπαρτιατική κυβέρνηση. Το 404, ο Θρασύβουλος, αφού ελευθέρωσε την Αθήνα απ’ το σπαρτιατικό ζυγό και κατέλυσε την τυραννία κι ανακήρυξε τη δημοκρατία, έδιωξε και τη φιλοσπαρτιατική κυβέρνηση απ’ το Βυζάντιο, αναστήλωσε κι εδώ τη δημοκρατία κι επανέφερε την πόλη στο στρατόπεδο των Αθηναίων. Το 337, το Βυζάντιο έγινε μέλος της Αθηναϊκής Συμπολιτείας. Το 340 π.Χ., πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς απ’ το Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας. Ο Μ. Αλέξανδρος, στην εκστρατεία του προς την Ασία, κυρίεψε το Βυζάντιο, το οποίο αργότερα έμεινε το πλείστον αυτόνομο. Η αυτονομία του αυτή διαταράχτηκε για λίγο επί Βεσπασιανού (70-79 µ.Χ.). Σύντομα ξαναέγινε αυτόνομο, για να κυριευτεί το 196 µ.Χ. απ’ τον αυτοκράτορα Σέπτιμο Σεβήρο, ύστερ’ από μακρά πολιορκία. Ο Σεβήρος γκρέμισε τα τείχη του Βυζαντίου και κατέσφαξε τους κατοίκους του. Άλλαξε, όμως, γνώμη γρήγορα και ξαναέχτισε την πόλη. Την μεγάλωσε και την μετονόμασε Αντωνίνια, στο όνομα του γιου του Μάρκου Αυριλίου Αντωνίνου. Το όνομα αυτό δεν διατηρήθηκε για πολύ καιρό και γρήγορα ξεχάστηκε κι έσβησε. Η έκβαση του εμφυλίου πολέμου μεταξύ του Μ. Κωνσταντίνου και του Λικινίου αποφασίστηκε στις ακτές του Βοσπόρου. Ο Λικίνιος νικήθηκε τελικά στη Χρυσούπολη στις 18 Σεπτεμβρίου 324. Ύστερ’ απ’ αυτή του την επιτυχία ο Μ. Κωνσταντίνος, εκτιμώντας τη στρατηγική σημασία της περιοχής κι επειδή είδε και το όνειρο, όπως μας λέγει ο ιστορικός Σωζόμενος κι όπως μας είπε κι ο συνάδελφός μας πριν από λίγο, αποφάσισε να κάνει πρωτεύουσα του κράτους του το Βυζάντιο. Έδωσε εντολή λοιπόν, να χτιστεί στη μαγευτική εκείνη τοποθεσία του Βοσπόρου καινούρια και μεγάλη πόλη. Ο ίδιος δε, µ’ ένα ακόντιο στο χέρι, σημάδεψε στο χώμα τα όρια της νέας πόλης. Έτσι, το Βυζάντιο επικράτησε ανάμεσα στη Ναϊσσό, στη Σόφια, στη Θεσσαλονίκη και στην Τροία, πόλεις που είχε υπόψη του ο Μ. Κωνσταντίνος, για να μεταφέρει το θρόνο του κι έγινε πρωτεύουσα της μεγάλης αυτοκρατορίας του. Στις 8 Νοεμβρίου 324, γιορτάστηκε η θεμελίωση της νέας πόλης και σ’ έξι χρόνια, στις 11 Μαΐου 330 ανακηρύχτηκε επίσημα η μεγαλοπρεπής νέα πόλη σε πρωτεύουσα του κράτους και πήρε το όνομα Νέα Ρώμη και

113


Κωνσταντινούπολη. Τελικά, επικράτησε το όνομα Κωνσταντινούπολη. Πόλη του Κωνσταντίνου. Κι έτσι έμεινε γνωστή στην Ιστορία. Το Βυζάντιο στην αρχή και μετά η Κωνσταντινούπολη στη μακραίωνη ιστορία της, είδε μέρες δόξας και μεγαλείου. Δέχτηκε, όμως και πολλές επιθέσεις διαφόρων λαών και ηγεμόνων, απ’ τις οποίες οι σπουδαιότερες είναι: Κατά τον τρίτο µ.Χ., αιώνα οι Γότθοι πέρασαν το Δούναβη, λεηλάτησαν τη Μακεδονία και τη Θράκη και κυρίεψαν το Βυζάντιο. Επίσης, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε χωρίς επιτυχία: Απ’ τους Πέρσες και τους Αβάρους το 626 µ.Χ.. Απ’ τους Άραβες το 674-678 και το 717-718. Απ’ τους Βουλγάρους το 813 και το 913. Απ’ τους Ρώσους το 860, 941 και το 1043. Απ’ τους Πετσενέγκους το 1090-1091. Το 1082, δόθηκαν απ’ τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό πολλά εμπορικά προνόμια, ακόμα και τμήμα της πόλης στους Βενετούς. Μετά απ’ τους Βενετούς, παραχωρήθηκαν προνόμια στους Γενουάτες, στους Πιζαίους και σ’ άλλους Λατίνους αποίκους. Οι Ιταλοί ήταν καλοί ναυτικοί κι έτσι η εμπορική ναυτιλία της Κωνσταντινούπολης πέρασε σιγά-σιγά στα χέρια των Δυτικών και η πρόοδος της Πόλης εξαρτήθηκε κατά πολύ απ’ αυτούς. Όμως, τα προνόμια αυτά κι οι διάφορες χαριστικές παραχωρήσεις των αυτοκρατόρων προς τους Δυτικούς άρχισαν να επιφέρουν προστριβές και να γίνονται αιτίες ρήξεων μεταξύ των ντόπιων στοιχείων και των παρείσακτων ξένων, οι οποίες και κατέληξαν στις μεγάλες σφαγές του 1182. Το 1203, οι στρατιές της τετάρτης σταυροφορίας εμφανίστηκαν μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, για να επαναφέρουν τον αυτοκράτορα Ισαάκιο ΙΙ. Η πόλη κυριεύτηκε απ’ τους σταυροφόρους αλλά για ένα χρόνο συνέχισε να κυβερνιέται απ’ τους Βυζαντινούς. Στις 13 Απριλίου 1204, οι σταυροφόροι ξανακυρίεψαν την Κωνσταντινούπολη. Τη φορά αυτή, την λεηλάτησαν συστηματικά, την πυρπόλησαν και κατέσφαξαν τους κατοίκους της. Οι Βυζαντινοί άρχοντες εκδιώχτηκαν και κατέφυγαν στη Νίκαια και στην Ήπειρο κι ενθρονίστηκε Λατίνος αυτοκράτορας ο Μπολντουίν της Φλάνδρας. Η λατινική κατοχή, η οποία κράτησε περίπου εξήντα χρόνια (1204-1261), ήταν η πλέον καταστρεπτική στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης17. Η πόλη λεηλατήθηκε συστηματικά. Όλα τα τιμαλφή και ιδίως τα άγια λείψανα και τα ιερά σκεύη μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ακόμα και τα μπρούντζινα αγάλματα της πόλης τα έλυωσαν οι Δυτικοί, για να τα κάνουν νομίσματα. Το 1261, ο Έλληνας αυτοκράτορας της Νικαίας Μιχαήλ VIII, ο Παλαιολόγος, έδιωξε τους Λατίνους και ξαναπήρε την Κωνσταντινούπολη. Η πόλη, όμως, ήταν καταστραμμένη και με τον καιρό άρχισε να παραμελείται περισσότερο, ώσπου η συντήρησή της εγκαταλείφθηκε σχεδόν τελείως απ’ τους Βυζαντινούς. Κατά το τέλος του

17

Encyclopaedia Britannica

Τόμος 12 Σελίδα

706. 114


13ου και αρχές του 14ου αιώνα, μόνο λίγα κτίρια χτίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Αργότερα και με το πέρασμα των χρόνων, η πόλη έπεσε σε τέλεια παρακμή και γέμισε ερειπωμένα κτίρια κι εγκαταλειμμένες εκτάσεις. Μόνο η συνοικία του Γαλατά στην ασιατική ακτή του Κερατίου Κόλπου, η οποία παραχωρήθηκε στους Γενουάτες απ’ το Μιχαήλ τον VIII τον Παλαιολόγο και η οποία αποτελούσε ξεχωριστό απ’ την Κωνσταντινούπολη οικισμό, συνέχισε να προοδεύει και να διακρίνεται. Τους τελευταίους δυο αιώνες, η βυζαντινή αυτοκρατορία απειλήθηκε απ’ τους Οθωμανούς, οι οποίοι, βίαιοι και μαχητικοί, άρχισαν να στρέφονται εναντίον της. Η απειλή αυτή φάνηκε για λίγο πως άρχισε να υποχωρεί, ύστερ’ απ’ την ήττα των Τούρκων στη μάχη της Άγκυρας, το 1402, απ’ τον Ταμερλάνο. Πριν από δέκα χρόνια, όπως όλοι σας θα θυμόσαστε, ο Μουράτ ο δεύτερος ξαναπολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι στρατιώτες άκουγαν με προσοχή τον ξερακιανό συνάδελφό τους, που τόσα πολλά ήξερε για την ιστορία της χιλιόχρονης και ξακουστής Κωνσταντινούπολης. Κανένας τους δεν είχε πάει ως τώρα στα δοξασμένα αυτά μέρη και κανενός τα μάτια δεν είχαν αντικρίσει ποτέ τη λαμπρή πόλη του Κωνσταντίνου, το άστρο της Ανατολής και το καμάρι της Ορθοδοξίας. Με απληστία παρακολουθούσαν τις διηγήσεις του φίλου τους και, με φανερή ανυπομονησία, ήθελαν ν’ ακούσουν και να μάθουν όσο το δυνατόν περισσότερα για τη βασιλεύουσα των πόλεων και το λίκνο του χριστιανισμού της Ανατολής. Ήθελαν, όταν τα μάτια τους αντικρίσουν το άγιο στερέωμά της και τα πόδια τους πατήσουν τα ιερά χώματά της, να γνωρίζουν κάτι απ’ την ιστορία της, για να μπορέσουν να νιώσουν σ’ όλο του το μέγεθος το μεγαλείο της και να κατορθώσουν να εισχωρήσουν με τη σκέψη τους όσο πιο βαθιά γίνεται στο δοξασμένο και πολυτάραχο παρελθόν της. -Από πού προέρχονται οι Τούρκοι και πώς και πότε πρωτοπαρουσιάστηκαν στην Ευρώπη; Ρώτησε με έκδηλο ενδιαφέρον ένας στρατιώτης με πυκνά μαλλιά και μαύρα γένια απ’ τη Λέσβο και πρόσθεσε. Ξέρεις, ποτέ δε μου δόθηκε η ευκαιρία να ξανακούσω τέτοιες ιστορίες, ούτε ποτέ μου πήγε καν η σκέψη σε τέτοια πράγματα. Τώρα, όμως, οι διηγήσεις σου αυτές κάτι το ασυνήθιστο και άγνωστο ξύπνησαν μέσα μου. Νομίζω, πως ένα άδειο χάος άνοιξε στην ψυχή μου κι ανυπόμονο ζητά να γεμίσει το τεράστιο κενό του με ιστορίες και γεγονότα, με διηγήσεις και συμβάντα του παρελθόντος. Κοίταξε τριγύρω του τους σιωπηλούς συναδέλφους του και, σα ντροπιασμένος για την αυθόρμητη κι ειλικρινή εξομολόγησή του, με την οποία ξεσκέπαζε τελείως την αμάθειά του, κατέβασε το βλέμμα του κι έσκυψε το κεφάλι του ταπεινωμένος. Και, σα να ήθελε να δικαιολογηθεί κάπως για το φέρσιμό του αυτό, πρόσθεσε μονολογώντας. -Αν ήταν δυνατό να πήγαινα κι εγώ στο σχολείο όταν έπρεπε . . . Αν ήξερα να διαβάζω λίγο . . .

115


Ο ξερακιανός στρατιώτης, παρ’ ότι είχε κουραστεί κι ο ίδιος κι είχε και την εντύπωση ότι είχε κουράσει και τους ακροατές του, κεντρισμένος απ’ την άδολη ομολογία του συναδέλφου του, συνέχισε. -Μετά το θάνατο της τελευταίας διαδόχου της Μακεδονικής δυναστείας, της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (1059), λόγω της επικρατούσας απειθαρχίας και αναρχίας στο κράτος, διάφοροι στρατιωτικοί οίκοι της Ασίας εξεγέρθηκαν κατά της Κωνσταντινούπολης και ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Ισαάκιο τον Κομνηνό (1057). Ο Ισαάκιος πέθανε το 1959 και τον διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος Δούκας. Επί της εποχής του Δούκα, εμφανίστηκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι. Οι Σελτζούκοι, κλάδος μογγολικής φυλής, είναι οι πρώτοι Τούρκοι που εισέβαλαν στις ανατολικότερες ασιατικές επαρχίες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Με αρχηγό τους τον Αλπ-Αρσλάν ξεκίνησαν απ’ τις πεδιάδες του Τουρκιστάν κατά τον 11ο αιώνα, διέσχισαν την Περσία κι έφτασαν μέχρι των παραλίων του Αιγαίου και του Ελησπόντου. Επί βασιλείας του Μιχαήλ ΙΙ, διαδόχου του Δούκα, κυρίεψαν τη Μ. Ασία, όπου και ίδρυσαν ισχυρό κράτος. Απ’ τους Άραβες πήραν τη μωαμεθανική θρησκεία κι έγιναν πιστοί και φανατικοί οπαδοί του Μωάμεθ. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι, σε αντίθεση με τους Οσμανίδες Τούρκους, δεν διακρίνονταν μόνο για την πολεμική τους ορμή, όπως διακρίνονταν τότε όλοι οι νεοφανείς μωαμεθανοί, αλλά είχαν κι άλλες αρετές, τις οποίες οι Οσμανίδες Τούρκοι ουδέποτε απέκτησαν και τις οποίες οι Άραβες (οι πρώτοι μωαμεθανοί) εν μέρει μόνο παρουσίασαν. Οι Σελτζούκοι αγάπησαν με ζήλο τα γράμματα και τις τέχνες κι οι σουλτάνοι τους, καθώς και οι ανώτατοι αξιωματούχοι του κράτους τους, είχαν εξαιρετική μόρφωση18. Ήταν διαπρεπείς λόγιοι κι εφάρμοζαν όλες τις ανώτερες αρετές τους στην καθημερινή τους ζωή και στη διακυβέρνηση του κράτους τους. Ονομαστός σουλτάνος των Σελτζούκων ήταν ο Τογρούλβεγ, ο οποίος πέθανε το 1063 κι ο οποίος θεωρείται ένας απ’ τους ιδρυτές του κράτους των Σελτζούκων. Ο ανεψιός του Αλπ-Αρσλάν, ξακουστός για τα πολεμικά του κατορθώματα και την προσήλωσή του στα παραγγέλματα της ηθικής και της θρησκείας, προήγαγε τους Σελτζούκους σε μεγάλη και υπολογίσιμη δύναμη της εποχής. Πιο θαυμαστός, όμως, υπήρξε ο βεζίρης Νιζάμ-Ελ-Μουλκ, ο οποίος, εκτός του ότι διακρίνονταν για την ευρεία του μόρφωση, τη μεγάλη του αρετή και την άμεμπτη δικαιοσύνη του, αγωνίστηκε πραγματικά για τη διάδοση της παιδείας σ’ όλον το μωαμεθανικό κόσμο κι αποδείχτηκε δίκαιος και σοφός κυβερνήτης κι ακάματος και μεγάλος ευεργέτης των φτωχών. Το παρακάτω ιστορικό περιστατικό μας δίνει μια εικόνα του βαθμού της ανωτερότητας και του ήθους των ηγεμόνων των Σελτζούκων. Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ρωμανός Διογένης, διάδοχος του Κωνσταντίνου Δούκα, πολεμώντας το 1071 τους Σελτζούκους, συνελήφθη αιχμάλωτος απ’ τον Αλπ-Αρσλάν στη μάχη του Μάρτζικερτ και, όχι μόνο 18

Παπαρηγόπουλου Κ. ‘’Επίτομος Ιστορία Ελλην. Έθνους’’ Σελ. 12. 116


δεν έπαθε κανένα κακό, αλλά αντίθετα βρήκε εξαιρετική περιποίηση. Όταν δε ο νικητής Αλπ-Αρσλάν ρώτησε τον αιχμάλωτό του αυτοκράτορα Ρωμανό, τι θα έκανε αν αυτός τον είχε συλάβει αιχμάλωτο, ο Ρωμανός απάντησε με ειλικρίνεια, ότι θα τον τιμωρούσε με τρόπο φοβερό. Τότε ο Αλπ-Αρσλάν απάντηασε στο Ρωμανό με τα εξής σπουδαία λόγια: ‘’Αλλά, όπως βλέπεις, του είπε, εγώ δε σε μιμούμαι κι απορώ πώς εσύ σκέφτεσαι αντίθετα, ενώ ακούω ότι ο Χριστός σας διδάσκει την ειρήνη και κηρύττει την αμνηστεία του κακού, τιμωρεί τους υπερήφανους και δίδει χάρη στους ταπεινούς.’’ Κατόπιν, άφησε ελεύθερο το Ρωμανό, ο οποίος βρήκε οικτρό θάνατο αργότερα από ομοδόξους του πολιτικούς του αντιπάλους και πέθανε στο νησί Πρώτη. Αργότερα κι ενώ ο Αλπ-Αρσλάν ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει προς το Τουρκεστάν, για να καταστείλει εκραγείσες εκεί ταραχές, τραυματίστηκε θανάσιμα με ξίφος από ένα χριστιανό και πέθανε. Πεθαίνοντας, παραδέχτηκε ότι παραβίασε την οφειλόμενη προς το Θεό ταπείνωση, διότι θεώρησε τον εαυτό του μεγάλο κυρίαρχο, πανίσχυρο και ανώτερο κάθε προσβολής κι ότι γι’ αυτό του το κρίμα ο Θεός τον κατακρήμνισε απ’ το ύψος των επιγείων αξιωμάτων του και του απέδειξε, με το χέρι ενός ελαχίστου και άσημου αιχμαλώτου, πόσο μηδαμινή είναι η δύναμή του και ζήτησε συγχώρηση. Επίσης, άφησε εντολή στο γιο του και διάδοχό του Μαλέκ-Σαχ, να τοποθετήσει στον τάφο του την εξής επιγραφή: ‘’Όλοι εσείς, όσοι είδατε την μέχρι των ουρανών υψωθείσα μεγαλειότητα του Αλπ-Αρσλάν, ελάτε στη Μερού να δήτε ότι η μεγαλειότητα αυτή έγινε σκόνη.’’ Αργότερα, κατά το 1215 με 1225, μια μοναδική φυλή της πατριάς των Οσμανιδών Τούρκων του Ογούζ-Χαν, με αρχηγό της το Σουλεϊμάν-Χαν, διωγμένη απ’ το Μαχάν της Βορειοανατολικής Περσίας απ’ τις ορδές του Τσέγκις-Χαν, πέρασε το Αζερμπαϊτζάν κι έφτασε στις αρμενοκουρδικές επαρχίες της σημερινής Τουρκίας. Εκεί ο Σουλεϊμάν εγκαταστάθηκε προσωρινά με το λαό του. Επειδή, όμως κι εκεί οι Οσμανίδες κινδύνευαν απ’ το κατερχόμενο όλο και πιο νότια μογγολικό κύμα, αναγκάστηκαν, ακολουθώντας την κοιλάδα του Ευφράτη, να φθάσουν ύστερ’ από πέντε χρόνια στο Χαλέπι. Σύντομα, οι διάφορες ομάδες των Οσμανιδών Τούρκων συνενώθηκαν και ίδρυσαν κράτος, το οποίο επεξέτειναν σε βάρος των Σελτζούκων και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να στεριώσουν και να μεγαλώσουν το κράτος τους, με πρωταρχικό σκοπό να διαδώσουν τη θρησκεία τους, το μωαμεθανισμό. Φιλοπόλεμοι όπως ήταν κι επηρεασμένοι κι απ’ τις διδαχές του κορανίου τους, πολέμησαν με πείσμα τους γειτονικούς τους λαούς κι ιδιαίτερα τους χριστιανούς. Ο ισλαμισμός γέμισε τις ψυχές τους με πρωτοφανή και μοναδικό θρησκευτικό ενθουσιασμό και πίστεψαν ακράδαντα ότι, για να υπηρετήσουν τον Αλλάχ, πρέπει να υποτάξουν τους άπιστους και να κυριέψουν τον κόσμο. Ο σκοπός αυτός μπήκε σα μοναδική επιδίωξη και προορισμός στη ζωή τους κι ο θρησκευτικός φανατισμός συντέλεσε, ώστε

117


να αποβούν μια ξεχωριστή και διακεκριμένη πολεμική δύναμη στον κόσμο. Μια απ’ τις σπουδαίες αρχικές επιτυχίες των Τούρκων ήταν η κατάληψη της Ιερουσαλήμ το 1074. Το 1326, ο Οσμάν ή Οθωμάν κυρίεψε την Προύσα και ίδρυσε στη Μ. Ασία το οθωμανικό κράτος. Το 1331, οι Οθωμανοί πήραν τη Νίκαια και έξι χρόνια αργότερα, το 1337, κυρίεψαν τη Νικομήδεια. Επίσης, εκμεταλλεύτηκαν τις έριδες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και ιδιαίτερα τις μακροχρόνιες ένοπλες ρήξεις μεταξύ του Ιωάννου V του Παλαιολόγου και του Ιωάννου VI του Κατακουζηνού και το 1338 πέρασαν στην Ευρώπη. Το 1354, κυρίεψαν την Καλλίπολη κι έκτοτε άρχισε η αλματώδης τους επικράτηση στη χερσόνησο του Αίμου. Το 1362, επί Μουράτ Ι, κυρίεψαν την Αδριανούπολη, την οποία κι έκαναν δεύτερη πρωτεύουσα του κράτους τους. Απ’ την εποχή αυτή αρχίζει η επίσημη και μόνιμη πλέον εγκατάσταση των Τούρκων στην Ευρώπη. Το γεγονός αυτό επηρέασε βαθύτατα τη μετέπειτα ιστορία των χωρών του Αίμου και της Ευρώπης. Το 1371, νίκησαν τους Σέρβους και κατέστησαν φόρου υποτελή το βασιλιά της Σερβίας. Επίσης, το 1382 κυρίεψαν τη Σόφια και κατέστησαν φόρου υποτελή και το βασιλιά της Βουλγαρίας. Το 1386 κατέλαβαν τη Ναϊσσό της Σερβίας, την πατρίδα του Μ. Κωνστανίνου και τη Θεσσαλονίκη. Το δε 1388 κατέλυσαν το βουλγαρικό κράτος. Οι Οθωμανοί, ύστερ’ απ’ τη μεγάλη τους νίκη εναντίον των χριστιανών Σέρβων, Βοσνίων, Κροατών, Πολωνών, Ούγγρων, Βλάχων και Αλβανών στη μάχη του Κόσσοβο, στις 15 Ιουνίου 1389, επιβλήθηκαν στα Βαλκάνια. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο σουλτάνος Μουράτ Ι αλλά ο διάδοχός του Βογιατζίτ συνέχισε τους πολέμους και το 1393 ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Βουλγαρίας και πολιόρκησε ανεπιτυχώς τον ίδιο χρόνο την Κωνσταντινούπολη. Οι χριστιανοί της Ουγγαρίας, μαζί με Δυτικούς σταυροφόρους, προσπάθησαν να εμποδίσουν την περαιτέρω εξάπλωση των Οθωμανών αλλά νικήθηκαν το 1396 στη μάχη της Νικόπολης. Ύστερ’ απ’ τις νίκες στη μάχη του Κόσσοβο και στη μάχη της Νικόπολης, οι Τούρκοι απέκτησαν τη φήμη των πιο σπουδαίων πολεμιστών και των πιο τρομερών μαχητών του μωαμεθανισμού. Αργότερα, ο σουλτάνος Βογιατζίτ νικήθηκε στη μάχη της Άγκυρας το 1402 απ’ τον Ταμερλάνο και συνελήφθη αιχμάλωτος. Τότε, ο Έλληνας αυτοκράτορας Μανουήλ επωφελήθηκε της αδυναμίας εκείνης των Τούρκων κι ελευθέρωσε μερικές πόλεις στην Ασία, καθώς και τη Θεσσαλονίκη, την οποία, όμως, ξαναπήραν οριστικά οι Τούρκοι το 1430. Τον ίδιο χρόνο κυρίεψαν και τα Γιάννενα. Ο διάδοχος του Βογιατζίτ, Μουράτ ΙΙ, πολιόρκησε ανεπιτυχώς την Κωνσταντινούπολη το 1422 και νίκησε τον ουγγρικό στρατό στη Βάρνα το 1444 και το 1447 ο ήρωας της Ουγγαρίας Ουνυάδης, ο οποίος πολλές φορές ως τώρα είχε νικήσει τους Τούρκους, νικήθηκε απ’ το Μουράτ κι η Ουγγαρία έγινε υποτελής στους Τούρκους. Επίσης, ο Μουράτ ΙΙ νίκησε το Γεώργιο Καστριώτη ή Σκενδέρμπεη, ο οποίος είχε κατανικήσει και διαλύσει κυριολεκτικά τέσσερις φορές τον τουρκικό στρατό στην Κρόια 118


και στο Σβέντιγκραδ της Αλβανίας. Ύστερ’ απ’ τις νίκες του αυτές κατά του Ουνυάδη και του Σκενδέρμπεη, ο Μουράτ ΙΙ στράφηκε προς το Δεσποτάτο του Μυστρά και εισέβαλε στην Πελοπόννησο. Αναγκάστηκε, όμως, ν’ αποσυρθεί το 1447, αφού κατέστησε το δεσπότη του Μυστρά Κωνσταντίνο Δραγάση φόρου υποτελή. Μ’ αυτόν τον τρόπο επέβαλε την κυριαρχία του σ’ ολόκληρη την ελληνική χερσόνησο. Ύστερ’ απ’ τη μάχη του Κόσσοβο (1389) και τη συντριβή και των τριών τελευταίων προμάχων του χριστιανισμού, του Ουνυάδη της Ουγγαρίας (1444), του Σκενδέρμπεη της Αλβανίας (1447) και του δεσπότη του Μυστρά, η Κωνσταντινούπολη είχε πλέον απομονωθεί και κυκλωθεί από παντού. Το 1448, πέθανε στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας Ιωάννης VIII και τον διαδέχτηκε ο έως τότε δεσπότης του Μυστρά Κωνσταντίνος Δραγάσης, ο σημερινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Επίσης, στις αρχές Φεβρουαρίου 1451, πέθανε ο Μουράτ ΙΙ και τον διαδέχτηκε ο γιος του Μωάμεθ, ο σημερινός σουλτάνος. Ο ξερακιανός στρατιώτης κοντοστάθηκε για λίγο, να πάρει μια αναπνοή και συνέχισε. -Τα πράγματα δε θα ήταν σήμερα τόσο δύσκολα και οι Τούρκοι δε θα μας απειλούσαν τόσο θανάσιμα, αν, από χρόνια πριν, ο πάπας και οι καθολικοί της Δύσης . . . Στο σημείο αυτό μια δυνατή φωνή ενός αξιωματικού πάνω απ’ τη γέφυρα διατάραξε την ησυχία της μικρής φιλόμαθης ομάδας και θορύβησε τους περιπλανώμενους στα πελάγη της ιστορίας στρατιώτες, διακόπτοντας ταυτόχρονα με τη βίαιη και τη διαπεραστική της ένταση τη διήγηση του ψηλόκορμου κι αδύνατου στρατιώτη. Ήταν ώρα για αλλαγή της βάρδιας κι ο αξιωματικός καλούσε εκείνους που έπρεπε ν’ αναλάβουν υπηρεσία να πάνε αμέσως στα πόστα τους. Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση και στο βάθος ξεπρόβαλαν σκυθρωπές κι επιβλητικές οι ακτές των στενών. Οι δυσκολοπέραστοι βράχοι των Δαρδανελίων. Μερικοί απ’ τους λιγοστούς στρατιώτες της ομάδας έφυγαν για ν’ αντικαταστήσουν άλλους συναδέλφους τους στις διάφορες φρουρές και υπηρεσίες του πλοίου. Ανάμεσα σ’ αυτούς έφυγε κι ο αδύνατος ακοντιστής με τα φουντωτά μαλλιά και τα πυκνά φρύδια, καθώς και ο γεροδεμένος ξιφοφόρος με το κουρεμένο κεφάλι και τον αλυσιδωτό θώρακα. -Πάμε παιδιά. Είπε ο ψηλός στρατιώτης, καθώς έσκυβε για να πάρει το μακρύ του ακόντιο απ’ το κατάστρωμα, όπου ήταν αφημένο δίπλα στα πόδια του. Απόψε φυλάμε σκοποί με το φίλο από εδώ κι έδειξε το γεροδεμένο στρατιώτη που στεκόταν δίπλα του μπροστά στις καμπίνες του καπετάνιου, των ιεραρχών και των άλλων υψηλών προσώπων. Άλλη φορά, ελπίζω να συνεχίσουμε την κουβέντα μας και να πούμε περισσότερα. Και, καθώς γύριζε για να φύγει, έκλεισε πειραχτικά το μάτι στους συναδέλφους του.

119


Ύστερ’ απ’ την αναχώρηση των ομιλητών και των άλλων στρατιωτών, η ομάδα διαλύθηκε. Τελευταίοι έμειναν ο νεαρός στρατιώτης με τα σγουρά μαλλιά και τα μαύρα γένια που ανέβηκε στο καράβι στη Λέσβο κι ο ξανθωπός κοντόσωμος τοξότης απ’ τη Χίο. -Εγώ θα έχω βάρδια μετά τα μεσάνυχτα, είπε ο τοξότης. -Κι εγώ το ίδιο. Φαίνεται πως θα είμαστε παρέα, απάντησε ο άλλος και οι δυο μαζί κατευθύνθηκαν προς τη μέση του καταστρώματος. Κάθισαν κάτω απ’ το πισινό μικρό κατάρτι της τρικάταρτης γαλέρας κι ακουμπισμένοι στα διάφορα κιβώτια που ήταν καλοτοποθετημένα και δεμένα εκεί, αγνάντευαν σιωπηλοί το ανοιχτό πέλαγος.

120


7.

‘’ΟΙ ΨΑΡΙΑΝΟΙ’’

Η θάλασσα ήταν ήσυχη και το καράβι γλιστρούσε πάνω στα γαλανά νερά της κι όλο πλησίαζε προς τον προορισμό του. Ησυχία επικρατούσε στο κατάστρωμα και μόνο ο αργός βηματισμός των δύο φίλων, που πηγαινοέρχονταν στο επάνω μικρό κατάστρωμα μπροστά στην καμπίνα του καπετάνιου, τάραζε κάπου-κάπου τους ρεμβασμούς και τις σκέψεις των δύο συναδέλφων, οι οποίοι συνέχιζαν να αγναντεύουν σιωπηλοί τον ορίζοντα. Τη σιωπή διέκοψε ο στρατιώτης με τα μαύρα γένια λέγοντας. -Καλόκαρδοι κι έξυπνοι άνθρωποι οι ομιλητές μας. Φαίνονται πολύ διαβασμένοι. -Πραγματικά παλικάρια στην ψυχή, πρόσθεσε ο τοξότης, που κι αυτός τις ίδιες σκέψεις ανάδευε στο μυαλό του κι έδειξε προς τους δυο φίλους του. Οι δυο στρατιώτες, που πριν από λίγο είχαν το λόγο κι έλεγαν τόσα ενδιαφέροντα πράγματα στους συναδέλφους τους, τώρα έπαιρναν τις θέσεις τους πάνω στη γέφυρα, μπροστά στην καμπίνα του καπετάνιου. -Αυτοί είναι πραγματικοί άνθρωποι με καθαρή ψυχή κι αληθινά αισθήματα, συνέχισε ο τοξότης και κούνησε ελαφρά στον αέρα το τόξο του, σα να ήθελε έτσι να υπογραμμίσει το θαυμασμό του για τους φίλους του και συνέχισε. -Ακούς, να δώσουν κι οι δυο τους τον πρώτο στρατιωτικό τους μισθό στη γυναίκα και στα παιδιά μου φεύγοντας απ’ τη Χίο! Το πιστεύεις εσύ, ότι υπάρχουν σήμερα τέτοιοι άνθρωποι; Ρώτησε το διπλανό του σκουντώντας τον ελαφρά στο γόνατο. -Δεν είναι συγγενείς σου; Ρώτησε με κάποια απορία ο στρατιώτης απ’ τη Λέσβο. Σε προσέχουν τόσο πολύ και σου φέρονται με τόση καλοσύνη, που θα πρέπει να είναι κάτι παραπάνω από φίλοι σου. -Δεν είναι συγγενείς μου, ούτε παλιοί φίλοι μου. Δεν είναι ούτε πατριώτες μου. Ούτε καν γνωστοί μου, απάντησε ο τοξότης, κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του. -Πραγματικά, περίεργοι άνθρωποι, είπε ο νεαρός στρατιώτης απ’ τη Λέσβο. Λίγες μόνο ώρες έχουμε μαζί αλλ’ απ’ την πρώτη στιγμή που τους αντίκρισα ανεβαίνοντας στο πλοίο τους συμπάθησα και τους εκτίμησα. Η ευθύτητα του χαρακτήρα τους, η απλότητα της ψυχής τους κι η καλοσύνη τους, με συγκίνησαν και µ’ έκαναν να τους αγαπήσω και να τους σεβαστώ. Κάτι μου λέει μέσα μου, πως δεν έπεσα έξω. -Υποσχέθηκα στον εαυτό μου, ότι δε θα μιλήσω σε κανένα για τους ανθρώπους αυτούς, είπε ο τοξότης. Αλλά, η εκτίμησή μου κι η αγάπη μου γι’ αυτούς πλημμυρίζουν τώρα το είναι μου και το βλέπω πως η φτωχή μου καρδιά δεν είναι σε θέση να κρατήσει μόνη της όλο το βάρος του μεγαλείου των ψυχών των δυο αυτών συναδέλφων μας. Νιώθω την ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον. Να μοιραστώ με κάποιον τη χαρά μου, το 121


θαυμασμό μου, την εκτίμησή μου γι’ αυτούς. Επειδή βλέπω, ότι και συ πρόσεξες πραγματικά κι εκτίμησες σωστά τη λεβεντιά και την καθαρότητα της ψυχής τους, θα σου πω ό,τι ξέρω για τους δυο αυτούς συναδέλφους μας. Κοντοστάθηκε για λίγο, σα να ήθελε να πάρει κουράγιο ή να ξανασκεφτεί αν έπρεπε να μιλήσει για το μεγάλο μυστικό των φίλων του και, με εμπιστοσύνη στην εχεμύθεια και στην κρίση του συναδέλφου του, άρχισε, -Στη Χίο δούλευα εργάτης σ’ ένα μικρό ψαροκάικο. Σκληρή δουλειά κι απ’ τη νύχτα ως τη νύχτα. Χωρίς ανασασμό και ξεκούραση. Έχω, βλέπεις, οικογένεια. Γυναίκα και τέσσερα παιδιά. Κι όλα μικρά. Πολλές οι υποχρεώσεις μου. Τα μάτια του άστραψαν καθώς θυμήθηκε τη γυναίκα του και τα παιδιά του, που άφησε πίσω στη Χίο και μια έντονη σύσπαση αυλάκωσε για μια στιγμή το πρόσωπό του. Κάποιο βάρος ένιωσε να του πιέζει το στήθος και να του κλείνει το λαιμό. Έσφιξε την καρδιά του και, συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις του, συνέχισε. -Δυο-τρεις μέρες πριν απ’ την τελευταία μεγάλη κακοκαιρία, που χτύπησε το νησί μας κι όλα τα νησιά του Αιγαίου, είχα ξανοιχτεί ξημερώματα με μια βάρκα κι έφερνα γύρα τα απλωμένα στ’ ανοιχτά δύχτια μας. Ήταν βαθιά χαραυγή. Μόλις είχε αρχίσει να ξεχωρίζει η μέρα απ’ τη νύχτα. Η θάλασσα ήταν ήσυχη και το νερό ήρεμο σα λάδι. Έκανε, όμως, ψύχρα τσουχτερή τις ώρες εκείνες κι ας μη φυσούσε καθόλου αέρας. Όσο ξημέρωνε, τόσο ξεχώριζες εδώ και κει συννεφάκια από χαμηλή ομίχλη, που, καθώς μετακινούνταν αργά-αργά γλιστρώντας πάνω στο ήσυχο νερό, άλλοτε πύκνωναν περισσότερο και γίνονταν μουντά και σκοτεινά, στενεύοντας έτσι το πλάτος της θάλασσας κι άλλοτε ξεχώριζαν, αραίωναν και, σαν ξεθωριασμένο πέπλο, ξεδιάλυναν τον ορίζοντα κι άφηναν τη ματιά ελεύθερη να χάνεται στην απεραντοσύνη της μαβιάς γυαλάδας του νερού. Τα πάντα ήταν σιωπηλά και ναρκωμένα εκείνη την ώρα. Μόνο ο ελαφρός χτύπος των κουπιών της βάρκας μου ακουγόταν σαν κρυστάλλινο παιχνίδισμα μέσα στη γαλήνια ησυχία της απόμακρης εκείνης αυγής. Σπρωγμένα απ’ τις μηχανικές κι ασυναίσθητες κινήσεις των χεριών μου τα κουπιά, ανάδευαν ρυθμικά τα μισορυτιδωμένα και νωχελικά νερά. Καθώς η βάρκα προχωρούσε αθόρυβα πάνω στο μαλακό βαθυπράσινο κρύσταλλο που τρεμούλιαζε γύρω μου, τα μάτια μου παρατηρούσαν μηχανικά τα απλωμένα δύχτια, ενώ η ψυχή μου, μεθυσμένη απ’ το αρμυρό άρωμα της θάλασσας και κεντρισμένη απ’ το δυνατό ιώδιο της αυγής, ταξίδευε μακριά μου σε κόσμους φανταστικούς κι απόγειους. Σαγηνεμένος απ΄τη χλομή γυαλάδα της σκουροπράσινης θάλασσας και μπλεγμένος μέσα στις μαβιές και γκρίζες τούφες της πρωινής ομίχλης, νόμιζα πως δεν βρισκόμουν άλλο στη γη. Καθώς περνούσα ανάμεσα στις απαλές τουλίπες της καταχνιάς, ένιωσα τον εαυτό μου ανάλαφρο και μετέωρο να πετά στο άπειρο και να χάνεται μέσα σε κόσμους παράξενους κι αλλιώτικους. Είχα ξεχάσει τα βάσανα της ζωής. Είχα απαλλαγεί απ’ τις φροντίδες του κόσμου μας. Είχα πραγματικά ξεφύγει απ’ το γνωστό και γερασμένο μας περιβάλλον. 122


Μέσα στην απόκοσμη εκείνη σιωπή και πάνω στην παράξενη έξαρση της ψυχής μου, μια φωνή αντήχησε ξαφνικά κι απότομα, σα διαπεραστικός ήχος στριγκλής και δαιμονισμένης καμπάνας. Η θεϊκιά και παραδεισένια γαλήνη με μιας θρυματίστηκε και σα χιλιοκομματιασμένο γυαλί σωριάστηκε γύρω μου. Τρομαγμένος έγειρα ελαφρά στο πλευρό μέσα στη βάρκα μου και μου φάνησε σα να έπεσα απ’ τον ουρανό. Κρατήθηκα απ’ τα κουπιά κι έμεινα στη θέση μου σαν απολιθωμένος. Η έξαρσή μου έσβησε, οι οραματισμοί μου διαλύθηκαν, οι φαντασίες μου διασκορπίστηκαν. Η σκέψη μου ξαναγύρισε κρύα κοντά μου κι εγώ ξαναντίκρυσα τη ζωή και ξαναβρέθηκα πίσω στη γη. Ένιωσα και πάλι την καρδιά μου να χτυπά στο στήθος μου κι αισθάνθηκα το βάρος της γήινης πραγματικότητας, με τις πολλές φροντίδες της και τις αναρίθμητες καθημερινές έγνοιες της, να βαραίνει τους αδύνατους ώμους μου. -Ε, πατριώτη . . . Τι μέρος είναι εδώ; Είναι μακριά η στεριά; Αντιλάλησε δαιμονισμένα µια απροσδόκητη διαπεραστική φωνή ξεσχίζοντας τα ομιχλένια πέπλα του ορίζοντα. Ταυόχρονα, ο σκούρος και άσχημος όγκος μιας παλιάς βάρκας ξεπρόβαλε στο βάθος μιας ανάλαφρης και άυλης στοάς απ’ τις πολλές που με περιέβαλαν και που εκείνη τη στιγμή σχημάτιζαν τα κινούμενα μικρά και απαλά συννεφάκια της καταχνιάς πάνω στη γυάλινη όψη της θάλασσας. Προσπάθησα να συνέλθω απ’ το ξάφνιασμα και την ταραχή μου και, χωρίς να το καλοκαταλάβω, φώναξα κι εγώ δυνατά. -Όχι, δεν είναι μακριά. Εδώ είναι η Χίος. Η άγνωστη βάρκα, με σβέλτα χτυπήματα των κουπιών της στο νερό κι ακολουθώντας τη γραμμή του μήκους της αέρινης στοάς, πλησίαζε προς το μέρος μου με γρηγοράδα. Όταν έφτασε κοντά μου, διέκρινα δυο ανθρώπους καθισμένους στα σκαριά των κουπιών. Ήταν δυο μεστωμένοι άντρες, γύρω στα 30 με 35 χρόνια. Φαίνονταν εξαντλημένοι και ταλαιπωρημένοι. Η όλη τους κατάσταση έδειχνε ανθρώπους που είχαν μέρες στη θάλασσα. -Φαίνεται πως ο Θεός μας έστειλε κοντά σου, είπε ο ένας, καθώς άπλωνε το χέρι του για να πιαστεί απ’ τη βάρκα μου. Οι δυο βάρκες πλησίασαν κοντά-κοντά, σκούντησε η μια την άλλη καθώς άγγιζαν τα πλευρά τους, τραντάχτηκαν για μια στιγμή κι οι δυο κι έμειναν εκεί ακουμπιστές δίπλα-δίπλα η μια κοντά στην άλλη, να λικνίζονται ελαφρά πάνω στο φρεσκοταραγμένο νερό. -Μήπως έχεις κάτι να πιω, φίλε; Ρώτησε με δυσκολία ο άλλος ξένος. Τα χείλη του φαινόταν στεγνά και σκισμένα απ’ τη δίψα και την αρμύρα της θάλασσας. -Δεν έχω στη βάρκα τίποτα, του είπα και λυπάμαι πραγματικά γι’ αυτό. Αλλά, ελάτε μαζί μου στη στεριά. Η ακτή δεν είναι μακριά. Στο φτωχικό μου, κάτι θα βρεθεί για να ξεδιψάσετε και να συνέλθετε. -Όχι, όχι, είπε βιαστικά ο ένας απ’τους δυο. Σ’ ευχαριστούμε πολύ. Δε θα βγούμε στη στεριά. -Τότε, περιμένετε εδώ, τους είπα με κάποιον απερίσκεπτο αυθορμητισμό. Θα πάω εγώ και θα σας φέρω κάτι. Και, χωρίς να

123


περιμένω απάντηση, άρχισα να τραβώ τα κουπιά της βάρκας μου και να βάζω πλώρη για τη στεριά. Οι δυο άγνωστοι δεν μίλησαν καθόλου κι εγώ απομακρύνθηκα και χάθηκα από κοντά τους μέσα στ’ αραιά συννεφάκια της ομίχλης. Μόλις πάτησα στη στεριά, έτρεξα βιαστικός στη μικρή καλύβα που είχα σα στέκι μου, λίγα βήματα πιο πέρα απ’ την ακρογιαλιά. Πήρα το ασκί με το νερό, έβαλα σ’ ένα μεγάλο κανάτι λίγο κρασί, άρπαξα κι ό,τι προσφάι βρισκόταν εκεί, πήδησα τρεχάτος στη βάρκα μου και βιαστικός άρχισα να τραβώ και πάλι κουπιά, επιστρέφοντας στους ταλαιπωρημένους άγνωστους. Δεν προχώρησα, όμως, λίγα μέτρα και μέσα στην ομίχλη ξεπρόβαλε μπροστά μου η βάρκα με τους δυο επιβάτες της. -Αποφασίσαμε να σ’ απαλλάξουμε απ’ τον κόπο της διπλής διαδρομής και σ’ ακολουθήσαμε, είπε ο ένας απ’ τους δυο καθώς πλησίαζε η βάρκα τους προς το μέρος μου. -Ποιους έχεις μαζί σου στη στεριά; Ρώτησε µ’ ενδιαφέρον ο άλλος. -Κανέναν. Τους απάντησα απονήρευτα. Είμαι μόνος μου. Και θα είμαι μόνος όλη την ημέρα σήμερα. Αύριο περιμένω να περάσει το καΐκι μας από δω. -Τότε, αν θέλεις, σου κάνουμε παρέα για λίγο, είπε ο ξένος. Οι δυο βάρκες μας γύρισαν προς την ακτή και γρήγορα οι καρίνες τους χώθηκαν στην άμμο και μεις πηδήσαμε στη στεριά. Ξαπλωμένοι μπροστά στην καλύβα οι δυο ξένοι, αφού δροσίστηκαν με το νερό κι έφαγαν ό,τι βρέθηκε στο ταγάρι μου, παρακολουθούσαν σιωπηλοί το ρόδισμα της αυγής και το φευγιό της χρυσοπράσινης ομίχλης, που σιγά-σιγά συμπυκνώνονταν σε σύννεφο και τραβιόταν μακριά στον ορίζοντα, ξεσκεπάζοντας δειλά-δειλά την ήσυχη όψη της θάλασσας. Καθισμένος κι εγώ δίπλα τους, παρακολουθούσα σιωπηλός τους δυο άγνωστους φιλοξενουμένους μου και αν και εγωιστικό, δεν το κρύβω, ένιωθα κρυφή χαρά κι έντονη περηφάνια, που μπόρεσα, με λίγο νερό κι ένα κομμάτι ψωμί, ν’ ανακουφίσω και να συνεφέρω δυο ταλαιπωρημένους ανθρώπους. Καθώς τους κοίταζα με ικανοποίηση, πρόσεξα το μπόι τους και τα χαρακτηριστικά τους. Ο ένας, με τα στεγνά και σκισμένα απ’ τη δίψα χείλη, ήταν ψηλός, ξερακιανός, με καστανά μάτια και φουντωτά μαλλιά. Κι ο άλλος, γεροδεμένος, με μεγάλους ώμους, στρογγυλό κεφάλι και κανονικό ανάστημα. Και οι δυο μπροστά σε μένα φαίνονταν γίγαντες. -Δε μας ρώτησες, φίλε, ποιοι είμαστε κι από πού ερχόμαστε, μου είπε ο ψηλότερος απ’ τους δυο. -Δεν έχει σημασία αυτό, απάντησα. Κι ούτε μας χρειάζεται οπωσδήποτε αυτή η λεπτομέρεια τώρα. Εκείνο, όμως, που θέλουμε την ώρα αυτή, είπα αλλάζοντας τον τόνο της φωνής μου, είναι μια καλή φωτιά. Τώρα μάλιστα, που σταματήσαμε την κωπηλασία αισθανόμαστε πιο τσουχτερή την πρωινή ψύχρα. Ένα ζεστό δε θα ήταν άσχημο τώρα το πρωί. Θα κάνω λοιπόν μια γύρα για να μαζέψω ξύλα. Μετά, καθισμένοι γύρω στη φωτιά, προχωρούμε στις λεπτομέρειες, αν θέλετε. Και, λέγοντας

124


αυτά, σηκώθηκα και προχώρησα πέρα απ’ την άμμο προς τα χαμόκλαδα, ψάχνοντας για ξύλα. Είχα μαζέψει αρκετά κι ετοιμαζόμουν να γυρίσω πίσω, όταν ένας ποδοβολητός αλόγων με κάρφωσε στη θέση μου. Με τα ξύλα στην αγκαλιά μου, γύρισα προς το μέρος του δρόμου απ’ όπου ερχόταν ο θόρυβος. -Γεια σου Μανουήλ. Ακούστηκε μια γνώριμη φωνή, που ερχόταν απ‘ την απέναντι κατεύθυνση. Γύρισα το κεφάλι μου κι είδα το Βικέντη, ένα Λατίνο αξιωματικό της αστυνομίας της περιοχής μας, ακολουθούμενο από έναν ένοπλο χωροφύλακα, να με πλησιάζει, ενώ δυο-τρεις άλλοι χωροφύλακες έρχονταν απ’ την πλευρά του μεγάλου δρόμου καλπάζοντας προς το μέρος μου. -Καλημέρα αφεντικό. Είπα κάπως ξαφνιασμένος. Πώς από δω; -Δεν έμαθες τίποτα, μωρέ Μανόλη; Έκανε µ’ απορία ο Βικέντης, που είχε φθάσει κιόλας κοντά μου και συνέχισε. Πριν από τρεις μέρες, στη Σάμο σκοτώθηκε ένας άρχοντας μιας επαρχίας από δυο ντόπιους δολοφόνους. Η αστυνομία της περιοχής και των γύρω νησιών αναστατώθηκε και καταζητεί τους φονιάδες. Μήπως είδες κανέναν άγνωστο να περιφέρεται εδώ γύρω; Και, λέγοντας αυτά, ξεπέζεψε απ’ το άλογό του κι έκανε νόημα με το χέρι του στους χωροφύλακες να μείνουν εκεί μέσα στους θάμνους και να τον περιμένουν. Έδωσε τα χαλινάρια του αλόγου του σ’ έναν απ’ αυτούς και προχώρησε μαζί μου προς την καλύβα. Μόλις απομακρύνθηκε απ’ τους χωροφύλακες, με ρώτησε. -Υπάρχει τίποτα στην καλύβα; -Κάτι ίσως να υπάρχει στο κανάτι, του απάντησα. Αλλά κι αν αυτό είναι άδειο, θα σου φτιάσω ένα ζεστό για να συνέλθεις απ’ το πρωινό κρύο. Ήξερα ότι του άρεσε πολύ το κρασί. Αυτό ήταν κοινό μυστικό στο νησί, γιατί όλοι τον κερνούσαν κανένα ποτήρι, όταν τό ‘φερνε η περίσταση, για να τά ‘χουν καλά μαζί του. Δεν ήταν κακός άνθρωπος ο Βικέντης αλλά, σα χωροφύλακας δεν ήταν να του έχεις κι απόλυτη εμπιστοσύνη. -Τι το θέλεις το ζεστό πρωί-πρωί; είπε ο αξιωματικός καθώς προχωρούσε. Καλύτερα να βρεθεί το κανάτι γεμάτο. Έστω και μισό. Έτσι, απαλλάσσεσαι και συ απ’ τις φωτιές και τα ζεστά νερά, πρόσθεσε σε τόνο αστείο και γέλασε. Χαμογέλασα κι εγώ μαζί του. Είχαμε φθάσει κοντά στην καλύβα και τα γέλια του Βικέντη ξάφνιασαν τους δυο άγνωστους φίλους μου. Όπως μου λέγαν αργότερα, φεύγοντας εγώ από κοντά τους, τους πήρε ο ύπνος και δεν αντιλήφθηκαν τίποτα, παρά ξύπνησαν τρομαγμένοι απ’ τα γέλια του αστυνομικού. Μόλις πλησιάσαμε λοιπόν στην καλύβα, τινάχτηκαν κι οι δυο επάνω τρομαγμένοι, μη ξέροντας τι να κάνουν. Στο αντίκρυσμά τους, σάστισε κι ο Βικέντης και δεν ήξερε κι αυτός τι να υποθέσει, γιατί δεν περίμενε να συναντήσει δυο ξένους στην καλύβα μου τέτοια ώρα.

125


Κατάλαβα την αγωνία και την αμηχανία όλων και, γυρίζοντας προς το μέρος του Βικέντη, πρόσθεσα με απάθεια και ηρεμία, καθώς άφηνα τα ξύλα να πέσουν με θόρυβο απ’ την αγκαλιά μου. -Δε σου είπα καθαρά, ότι έχω και δυο φιλοξενούμενους στην καλύβα μου. Αυτό εννοούσα όταν αμφέβαλα αν θα υπάρχει κάτι ή όχι στο κανάτι. Όταν έφυγα για να μαζέψω ξύλα, οι δυο τεμπέληδες κοιμόταν και το κανάτι κάτι είχε μέσα. Δεν πιστεύω να υποκρίνονταν τον κοιμισμένο και να περίμεναν πότε θα απομακρυνθώ εγώ, για να πέσουν επάνω του και να το στραγγίσουν, είπα µ’ έναν τόνο αστειότητας, προσπαθώντας να ηρεμίσω κάπως την τεταμένη ατμόσφαιρα. Ο γεροδεμένος άγνωστος με μιας πετάχτηκε επάνω αγουροξυπνημένος και ξαφνιασμένος κοίταζε προς το μέρος μας. Έμεινε για μια στιγμή αναποφάσιστος, μη ξέροντας τι να κάνει. Κατάλαβα την αμηχανία του και, για να προλάβω καμιά αποκοτιά του, είπα στο Βικέντη. -Είναι δυο ξαδέρφια της γυνμαίκας μου απ’ τα Ψαρά. Οι μάνες τους είναι αδερφές του πεθερού μου. Καλά παιδιά αλλά άνεργοι. Ήρθαν εδώ με την ελπίδα ότι θα βρουν δουλειά σε κανένα ψαροκάικο. Σήμερα-αύριο, περιμένουμε το δικό μας καΐκι να περάσει από δω. Αν έχουν τύχη, ίσως κάτι να γίνει με τον καπετάνιο μας. Στο μεταξύ κι ο ξερακιανός άγνωστος είχε ξυπνήσει, είχε πεταχτεί όρθιος και κοίταζε ξαφνιασμένος το Βικέντη, το σύντροφό του κι εμένα. Εγώ συνέχισα με απάθεια την κουβέντα μου, απευθυνόμενος προς τους δυο αγνώστους. -Μην ξαφνιάζεστε παιδιά, είπα και μη χάνετε το χρώμα σας. Άδικα ξυπνήσατε. Δεν είναι ο καπετάνιος του καϊκιού που περιμένουμε και που τόσο σκεφτόσασταν, πώς θα παρουσιαστείτε μπροστά του. Είναι ο Βικέντης. Ένας καλός άνθρωπος του νόμου. Είναι ο καλύτερος αξιωματικός της αστυνομίας μας. Και, γυρίζοντας προς το Βικέντη, πρόσθεσα. -Από εδώ είναι ο Νικοφόρος κι έδειξα το γεροδεμένο άγνωστο κι από εδώ ο Ανδρόνικος κι έδειξα τον ξερακιανό σύντροφό του. Τα ονόματα ήταν δικά μου. Της στιγμής. Δεν ξέρω αν τους άρεσαν ή όχι. Πάντως, τη στιγμή εκείνη δεν έφερε κανένας τους καμιά αντίρρηση. Τα δέχτηκαν κι οι δυο ευχαρίστως και τα διατηρούν ακόμα. Έτσι τους ξέρουν όλοι όσοι τους γνώρισαν μετά. Ο Νικηφόρος κι ο Ανδρόνικος καλμάρησαν και, με ηρεμία και καλοκαμουφλαρισμένη προσποίηση, έδωσαν τα χέρια στο Βικέντη και τον χαιρέτησαν. Ο Βικέντης πρότεινε κι αυτός το χέρι του και ανταπέδωσε το χαιρετισμό με καλοσύνη. Εγώ, για να πληροφορήσω καλύτερα τους φίλους μου, συνέχισα την κουβέντα, στραμμένος προς τον αστυνομικό. -Καλό μέρος τα Ψαρά αλλά ξερό και άγονο. Λίγες και μετρημένες οι δουλειές και μεγάλο κι αμέτρητο το σόι της Ευδοκίας, της γυναίκας μου. Τρία αδέλφια έχει η μάνα της και δυο αδελφές. Κι έναν αδελφό ο πατέρας της. Χρόνια είχα να δω τα ξαδέρφια μου. Κι όταν, πριν από τέσσερα χρόνια, πήγαμε με την Ευδοκία στους δικούς της, ο Νικηφόρος

126


κι ο Ανδρόνικος έλειπαν απ’ το νησί και δεν τους είδαμε. Η γυναίκα μου πάντα έλεγε. Βρε Μανόλη, θα φύγουμε και δε θα δούμε τα παιδιά; Οι δυο ξένοι µ’ άκουγαν με προσοχή και με χαμόγελο γεμάτο έντεχνη οικειότητα γύριζαν πονηρά τα μάτια τους και με κοίταζαν κάπουκάπου. Στο πρόσωπό τους διάβαζα καθαρά την ικανοποίησή τους και το πόσο ήθελαν να µ’ ευχαριστήσουν για τις τόσο απαραίτητες πληροφορίες που τους έδινα, οι οποίες τους ήταν αφάνταστα χρήσιμες. Ο Βικέντης δεν έδινε και μεγάλη σημασία στα λόγια μου κι ούτε και ήθελε να μάθει και πολλά πράγματα για τον αριθμό και τη φτώχεια των συγγενών μου στα Ψαρά. Περισσότερο, τον ενδιέφερε το κανάτι κι ήταν πραγματικά περίεργος να διαπιστώσει, σαν τι ποσότητα περιείχε εκείνη τη στιγμή. Αυτή την αδυναμία του την γνώριζα, γι’ αυτό και παρέτεινα την κουβέντα μου. Ήθελα να τον κρατώ σε αγωνία. Ήξερα, ότι η παρατεινόμενη αναμονή εκνευρίζει τον άνθρωπο μέχρι ένα βαθμό και θολώνει κάπως τη νηφαλιότητα του μυαλού του. Κι εκείνες τις στιγμές, ήθελα το μυαλό του Βικέντη να θολώσει όσο περισσότερο γινόταν. Με απάθεια και τελείως φυσικά, αφού είπα όσα έκρινα απαραίτητα ότι έπρεπε να πω, για την καλύτερη κατατόπιση των δυο ξένων μου κι αφού ήρθε η κατάλληλη ώρα, προχώρησα στο βάθος της καλύβας, πήρα στα χέρια μου το κανάτι και με κρυφή χαρά διαπίστωσα απ’ το βάρος του ότι δεν ήταν άδειο. Με έκδηλη την ικανοποίηση στο πρόσωπό μου, βγήκα απ’ την καλύβα και ξαναγύρισα στη συντροφιά. -Κάτι υπάρχει μέσα, είπα, κουνώντας ελαφρά αλλά επιδεικτικά το πήλινο κανάτι προς το μέρος του Βικέντη. Εκείνος, από λεπτότητα και χωρίς στην πραγματικότητα να το θέλει, είπε. -Δώσε πρώτα στα παιδιά να πιούνε λίγο. Το κρασί κάνει καλό το πρωί. Τονώνει τα νεύρα και ξυπνά τον οργανισμό, πρόσθεσε κάπως φιλοσοφικά. -Α, μπα, είπα με βιασύνη. Τα παιδιά σπάνια πίνουν κρασί το πρωί. Προτιμούν πάντοτε ένα ζεστό ρόφημα. Τους ξέρω εγώ. Γι’ αυτό βγήκα πρωί-πρωί να μαζέψω ξύλα. -Ούτε και συ θα πιεις λίγο Μανουήλ; Ρώτησε ο Βικέντης, καθώς έπαιρνε στα χέρια του το κανάτι. Και, χωρίς να περιμένει απάντηση, τό ‘φερε στα χείλη του και κατέβασε με μιας το μισό περιεχόμενό του. Σκούπισε το στόμα του με το χέρι του και, κυριευμένος από μια μεγάλη ικανοποίηση για την καλή ποιότητα του κρασιού, είπε. -Στη Σάμο έγινε δολοφονία κι εδώ εμείς αναστατωθήκαμε και ξενυχτάμε, γυρίζοντας στο κρύο και ψάχνοντας στις ερημιές όπως πάντοτε κάποιον άγνωστο. Ξανασήκωσε το κανάτι, κατέβασε και το υπόλοιπο περιεχόμενό του και πρόσθεσε. -Κάποια στραβοξυλιά, μικρή ή μεγάλη, θά ‘κανε κι εκείνος ο άρχοντας και τον περιποιήθηκαν ανάλογα. Ποτέ, χωρίς λόγο δεν γίνεται τίποτα. Συνήθως γίνονται υπερβολές αλλά πάντοτε υπάρχει κάποιος λόγος. Και, γυρίζοντας προς τους δυο ‘’Ψαριανούς’’, ρώτησε.

127


-Εσείς έχετε ησυχίες εκεί στα Ψαρά; -Μικρό το μέρος μας και λιγοστοί οι κάτοικοί του, είπε ο Ανδρόνικος. Σχεδόν γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο. Κι όταν σ’ έναν τόπο είναι όλοι γνωστοί, σπάνια παρουσιάζονται μεγάλες παραφωνίες. -Μακάρι, μακάρι να ζήτε ειρηνικά κι αγαπημένα και να υπακούτε στους άρχοντές σας, είπε ο αστυνομικός κι άφησε το άδειο κανάτι προσεχτικά στην άμμο. Μετά, σηκώθηκε όρθιος κι ετοιμάστηκε να φύγει. Σηκωθήκαμε και μεις και τον ξεβγάλαμε δυο βήματα πιο πέρα απ’ την καλύβα, χωρίς να προχωρήσουμε πιο ψηλά στην άμμο, για να μην γίνουμε αντιληπτοί απ’ τους χωροφύλακες που περίμεναν πιο πέρα. Ο Βικέντης χαιρέτησε όλους μας και φεύγοντας πρόσθεσε. –Γεια σας και καλές επιτυχίες στις δουλειές σας. Και, γυρίζοντας σε μένα, είπε. Μανουήλ, το κρασί σου είναι πάντα θαυμάσιο. Με μεγάλα βήματα έφυγε προς το μέρος που τον περίμεναν οι χωροφύλακες και γρήγορα χάθηκε ανάμεσα στα χαμόκλαδα. Σε λίγο ακούσαμε τον ποδοβολητό των αλόγων να χάνεται μακριά στην ερημιά. Ο μικρός τοξότης σταμάτησε τη διήγησή του κι έμεινε για λίγο σιωπηλός. Κοίταξε τους δυο φίλους του, το Νικηφόρο και τον Ανδρόνικο που πηγαινοέρχονταν οπλισμένοι πάνω στη γέφυρα μπροστά στην καμπίνα του καπετάνιου, έριξε μια ματιά στο συνάδελφό του που καθόταν δίπλα του κάτω απ’ το πισινό κατάρτι ακουμπισμένος στα κιβώτια και τον άκουγε σιωπηλός και συνέχισε. -Φεύγοντας ο Βικέντης, ξαναγυρίσαμε στην καλύβα. Οι δυο ‘’Ψαριανοί’’, καθώς επέστρεφαν στις θέσεις τους, στάθηκαν για λίγο σιωπηλοί και με προσποιητή σοβαρότητα κοίταξαν ο ένας τον άλλο. Με κάποια επισημότητα ο ψηλόκορμος με τα φουντωτά μαλλιά μισοϋποκλίθηκε μπροστά στο φίλο του και αυτοσυστήθηκε προφέροντας το καινούριο του όνομα, ‘’Ανδρόνικος’’. Ο γεροδεμένος φίλος του, με το ίδιο σοβαρό ύφος, ανταπέδωσε την υπόκλιση και πρόφερε τυπικά, ‘’ Νικηφόρος’’. Μετά, ξέσπασαν κι οι δυο στα γέλια κι ήρθαν κοντά µου. Μ’ αγκάλιασαν και µ’ ευχαρίστησαν για την όλη στάση μου απέναντί τους και για την έξυπνη, όπως είπαν, από μέρους μου, αντιμετώπιση του Βικέντη. Μετά κι οι τρεις μαζί ταχτοποιήσαμε τα ξύλα, ανάψαμε τη φωτιά και καθίσαμε γύρω της. Σιωπηλοί παρακολουθούσαμε στην αρχή τα πρώτα παιχνιδίσματα της φλόγας. -Λοιπόν, που λες, ‘’ξάδερφε Μανόλη’’, είπε για μια στιγμή ο Ανδρόνικος, θα πρέπει να ξέρεις και συ κάτι για τα ‘’ξαδέρφια’’ σου. Και, χωρίς περιστροφές, συνέχισε. Πρώτα-πρώτα τα ονόματα που μας έδωσες μας ταιριάζουν περίφημα. Είναι αλήθεια, συνέχισε, πως ο φίλος από εδώ κι έδειξε προς το μέρος του άλλου ‘’Ψαριανού’’, όσες φορές κι αν έμπλεξε σε καυγάδες, ποτέ δεν έχασε. Πάντοτε φέρνει νίκες . . . Βλέπεις, είναι και το σκαρί του έτσι φτιαγμένο, γι’ αυτό δε θα μπορούσε να του ταιριάσει καλύτερο όνομα απ’ το ‘’Νικηφόρος’’. Όσο για μένα, φαίνεται πως πρόσεξες το φτιάξιμό μου και το διπλό περίπου μπόι μου, γι’ αυτό και μου κόλλησες το διπλό όνομα. Δεν είναι ούτε άσχημη, ούτε αταίριαστη ιδέα. Το όνομα, λοιπόν, ‘’Ανδρόνικος’’ μου έρχεται ακριβώς στα μέτρα μου και θα το κρατήσω. 128


Ύστερα, συνέχισε, πρέπει να ξέρεις ότι δεν είμαστε Ψαριανοί και επιπλέον μάθε ότι είμαστε εκείνοι που σκότωσαν τον άρχοντα της Σάμου. Ο Νικηφόρος κοίταξε κάπως παράξενα το φίλο του, σα να μην συμφωνούσε απόλυτα με την αθυροστομία του αυτή και οι δυο μαζί κάρφωσαν περίεργα τα βλέμματά τους επάνω μου, προσπαθώντας µ’ αγωνία να διαβάσουν στο πρόσωπό μου τις αντιδράσεις μου απ’ τη συγκλονιστική τους αυτή εκμυστήρευση. -Κατάλαβα απ’ την αρχή, τους απάντησα, ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Ο Βικέντης δεν κατεβαίνει εύκολα σ’ αυτά τα μέρη μόνο για λίγο κρασί. Επίσης, άνθρωποι ναυαγοί ή έστω και απλώς ταλαιπωρημένοι απ’ τη θάλασσα, δεν αρνούνται χωρίς λόγο να βγουν στην ξηρά, όταν πλησιάζουν στην ακτή που τόσο λαχταρούσαν να δουν και μάλιστα, όταν εκεί τους περιμένει τροφή, νερό και ξεκούραση. Κάτι, όμως, μού ‘λεγε και μένα μέσα μου ότι δεν είσαστε δυο κακούργοι. Δυο δολοφόνοι, χωρίς αιτία ανώτερη για την πράξη σας. Αν κάτι κάνατε, κάποιος σοβαρός λόγος θα σας ανάγκασε να φθάσετε μέχρις εκεί. -Μας φέρθηκες σαν αδελφός και θα σου μιλήσουμε και μεις σαν αδέλφια, είπε ο Νικοφόρος, με τόνο που έδειχνε ότι κάθε προηγούμενος δισταγμός του και κάθε αμφιβολία του για μένα είχαν τελείως διαλυθεί και εξανεμιστεί. Με τον Ανδρόνικο, είπε, είμαστε δάσκαλοι στο μεγαλύτερο και το καλύτερο σχολείο της Σάμου. Χρόνια φίλοι και κάθε μέρα μαζί και στο σχολείο και έξω απ’ αυτό. Ο Ανδρόνικος είχε μια αδελφή, όμορφη, λογική και μετρημένη. Ένα κομμάτι μάλαμα, που λέμε. Η καλοσύνη της δεν μετριόταν. Την αγαπούσα από καιρό. Κι εκείνη με συμπαθούσε. Ο Ανδρόνικος τό ‘ξερε και τό ‘μαθαν και οι γονείς τους. Αρραβωνιαστήκαμε και γρήγορα ορίσαμε την ημερομηνία του γάμου μας. Παντευτήκαμε την περασμένη Κυριακή. Στο σημείο αυτό, ο Νικηφόρος σταμάτησε, γιατί, παρ’ ότι απ’ την αρχή φαινόταν πως έβαζε όλα του τα δυνατά και πίεζε τον εαυτό του για να μπορέσει να συνεχίσει, ένα αναφιλητό τού ‘κλεισε το λαιμό. Το βλέμμα του θόλωσε και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. -Είναι καλός και τίμιος ο Νικηφόρος, είπε ο Ανδρόνικος, που, σφίγγοντας κι αυτός την καρδιά του, προσπάθησε να καλύψει το κενό που παρουσίασε η δυνατή συγκίνηση του Νικηφόρου. Η Άννα, η συγχωρεμένη αδελφή μου, τον αγαπούσε πραγματικά κι όλοι στο σπίτι μας τον εκτιμούσαμε αφάνταστα, για την ευθύτητα του χαρακτήρα του και την ειλικρίνειά του. Ο γάμος έγινε με το καλό κι η αδελφή μου έφυγε με τις ευχές όλων μας απ’ το πατρικό μας σπίτι για το σπίτι του άντρα της. Το δικό της σπίτι. Ο Νικηφόρος στο μεταξύ συνήλθε απ’ την ταραχή του και, σφίγγοντας την καρδιά του, συνέχισε. -Το βράδυ, όμως, της μέρας του γάμου μας και, μόλις φθάσαμε με την Άννα στο σπίτι μας, ύστερ’ απ’ το ολοήμερο γλέντι που είχαμε στο σπίτι των γονιών της, δυο άνθρωποι του τοπικού άρχοντα Γκαμπριέλε

129


μπήκαν στο σπίτι μου απειλητικοί και ζήτησαν να πάρουν την Άννα στο κονάκι του άρχοντα. Η Άννα ήταν όμορφη κι ο Γκαμπριέλε από καιρό περίμενε την κατάλληλη ώρα για να εξασκήσει τα δικαιώματά του. Ήθελε να εφαρμόσει οπωσδήποτε το δικαίωμα της πρώτης νύχτας. Η Άννα, στο άκουσμα της απαίτησης αυτής του Γκαμπριέλε, πάγωσε απ’ την τρομάρα και το φόβο της κι έτρεξε κοντά μου ζητώντας την προστασία μου. Τα μάτια της με κοίταξαν ικετευτικά για μια στιγμή και μετά έσκυψε το κεφάλι της, σα να προετοιμάζονταν, αδύναμη απ’ το βάρος και τον όγκο των απαίσων νόμων των δυνατών, να υποκύψει στη μοίρα της. Η σκέψη, ότι θα έπαιρναν τη γυναίκα μου από κοντά μου και μάλιστα την πρώτη μέρα του γάμου μας και θα μου την επέστρεφαν το άλλο πρωί, μου ξέσκισε τα στήθια και μου θόλωσε το μυαλό. Τα πάντα μπροστά μου σκοτείνιασαν κι έχασα κάθε έλεγχο στον εαυτό μου. Άρπαξα τους δυο οπλοφόρους του Λατίνου άρχοντα απ’ τους λαιμούς και, πριν καλά-καλά καταλάβουν τι συμβαίνει, χτύπησα τα κεφάλια τους τό ‘να με τ’ άλλο τόσο δυνατά, που κι οι δυο με μιας έπεσαν κάτω αναίσθητοι. Χωρίς ν’ ασχοληθώ περισσότερο με τα αναίσθητα εκείνα κτήνη, πήρα την Άννα απ’ το χέρι και κατεβήκαμε τρέχοντας τις σκάλες, προσπαθώντας να φύγουμε απ’ το σπίτι όσο πιο γρήγορα γινόταν. Θέλαμε να εξαφανιστούμε όσο πιο μακριά μπορούσαμε απ’ το Λατίνο άρχοντα και τους ανθρώπους του. Αλλά, μόλις βγήκαμε στην αυλή, πέσαμε πάνω στον ίδιο το Γκαμπριέλε, ο οποίος, βλοσυρός και με το σπαθί στο χέρι, στεκόταν μπροστά στο δρόμο μας, ανάμεσα σε δυο οπλοφόρους, περιμένοντας µ’ ανυπομονυσία να του φέρουν τη νύφη. Τόσο πολύ ποθούσε την Άννα ο απαίσχυντος Γενουάτης, που δεν περίμενε να του την πάνε οι άνθρωποί του στο κονάκι του, όπως γίνονταν µ’ όλες σχεδόν τις νεόνυμφες του νησιού. Ήθελε ν’ απλώσει τα βρομερά του χέρια πάνω στο ανάγγιχτο κορμί της γυναίκας μου, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Μόλις μας είδε να προσπαθούμε να φύγουμε με την Άννα, έκανε δυο-τρία βήματα μπροστά, σήκωσε το σπαθί του και προσπάθησε να εμποδίσει τη φυγή μας. -Δεν σέβεσαι τους νόμους και δεν υπακούς στις διαταγές μου; Φώναξε οργισμένος ο Γκαμπριέλε, σείοντας απειλητικά το σπαθί του καταπάνω μου. -Αυτή σου η θέληση δε θα γίνει ποτέ, βρυχήθηκα µ’ όση δύναμη είχα μέσα μου. Και, τραβώντας την Άννα απ’ το χέρι, όρμησα προς το αριστερό μέρος της αυλής. Προσπαθήσαμε κι οι δυο να ξεφύγουμε τους δράκοντες εκείνους της νύχτας, που σαν αρπαχτικά όρνια κοίταζαν τη γυναίκα μου με τα αισχρά τους βλέμματα. Έσφιξα την Άννα κοντά μου και τρέξαμε προς τη διπλανή πόρτα του περιβόλου, με την ελπίδα πως θα ξεφύγουμε τους διώκτες μας. Μόλις, όμως, στρίψαμε αριστερά κι αρχίσαμε να τρέχουμε με τις πλάτες γυρισμένες προς το Γκαμπριέλε, ένας απ’ τους στρατιώτες του όρμησε προς το μέρος μας και με δύναμη έριξε το ακόντιό του καταπάνω μας. Το βαρύ ακόντιο, παρ’ ότι προοριζόταν για μένα, βρήκε την Άννα στην πλάτη και καρφώθηκε στο κορμί της. Η

130


κοφτερή του μύτη τρύπησε τη σάρκα της, ξέσκισε την καρδιά της κι άνοιξε το στήθος της. Βλέποντας την Άννα μου να πέφτει αιμόφυρτη δίπλα μου, έχασα κάθε αίσθηση. Τρελάθηκα. Έγινα θηρίο, Χωρίς να σκεφτώ καθόλου, γύρισα πίσω, όρμησα πάνω στο στρατιώτη που είχε ρίξει το ακόντιο και, όπως ήταν ακόμα ξαφνιασμένος απ’ την αστοχία του όπλου του και ζαλισμένος απ’ το αναπάντεχο αποτέλεσμα της προσπάθειάς του, άρπαξα το σπαθί απ’ τη μέση του, το ανέμισα στον αέρα και το κατέβασα, µ’ όση δύναμη μπορούσα να επιστρατέψω μέσα στην τρέλα μου, στο κεφάλι του. Νομίζω πως τον έσκισα πέρα για πέρα στα δυο. Με την ίδια ορμή, έπεσα πάνω στο Γκαμπριέλε και, πριν καλοπρολάβει να συνέλθει κι αυτός απ’ την τρομάρα του και να δει τι συμβαίνει, με μια σπαθιά τού ‘ριξα το κεφάλι στο χώμα. Ο στρατιώτης που βρισκόταν δίπλα του δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα. Προσπάθησε να τραβήξει το σπαθί του για να υπερασπιστεί τον αφέντη του και τη ζωή του αλλά, πριν προλάβει να το σηκώσει για να με χτυπήσει, ήταν νεκρός. Έτρεξα κοντά στην Άννα. Είχε ξεψυχήσει. Το ακόντιο είχε κόψει το νήμα της ζωής της. Ήταν πεσμένη μπρούμυτα στο χώμα και πλημμυρισμένη στο αίμα της. Χτυπημένος θανάσιμα απ’ το χαμό της, χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να βηματίζω. Δεν αισθανόμουν τι έκανα και πού πήγαινα. Βγήκα στο δρόμο και, δεν ξέρω γιατί και πώς, έφτασα στο πατρικό σπίτι της Άννας. Θυμάμαι, πως ήταν όλοι τους εκεί ακόμη καθισμένοι γύρω στα τραπέζια με τα ποτήρια τους γεμάτα, όπως τους αφήσαμε λίγο πριν, όταν φύγαμε με τη γυναίκα μου για το σπίτι μας. Έπιναν χαρούμενοι και γλεντούσαν. Συνέχιζαν το γάμο της κόρης τους. Δεν ξέρω πώς ήταν η όψη μου και πόσο βουτηγμένος ήμουν στα αίματα. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι όλοι τους, μόλις με είδαν, κέρωσαν. Κανείς δεν μιλούσε. Όλοι πάγωσαν και τα εύθυμα γέλια τους μετατράπηκαν σε πικρούς θρήνους. Ο Ανδρόνικος έτρεξε κοντά μου. Δεν αλλάξαμε λέξη. Νόμιζες, πως τού ‘χε κοπεί κι αυτουνού η λαλιά. Μαζί, γυρίσαμε βιαστικοί στο σπίτι μου. Η Άννα μου ήταν άψυχη στη θέση που την είχε καρφώσει πριν από λίγο το άσπλαχνο ακόντιο του βάρβαρου στρατιώτη, τριγυρισμένη απ’ τα σώματα των νεκρών στρατιωτών, που κοίτονταν εδώ κι εκεί μέσα στην αυλή. Το κεφάλι του Γκαμπριέλε είχε κυλήσει δίπλα στη μικρή αυλόπορτα που βρίσκονταν μπροστά στην είσοδο του σπιτιού κι εμπόδιζε το άνοιγμά της. Τού ‘δωσα μια κλοτσιά κι άνοιξα την πόρτα. Καθώς κύλησε μακριά, πρόβαλαν με φρίκη και σαρκασμό τα δόντια του, σα να με απειλούσαν ακόμα. Αγνόησα την απειλή και πήγα κοντά στην Άννα. Έκλεισα τα μάτια μου και τράβηξα με δύναμη απ’ την πλάτη της το λοξογερμένο ακόντιο. Το νεανικό κορμί της τραντάχτηκε για λίγο και ξανάπεσε βαρύ και άψυχο στο χώμα. Ο Ανδρόνικος τα είχε χαμένα. Έσκυψε στη νεκρή αδελφή του και της χάιδεψε τα μαλλιά. Νομίζω πως έκλαιγε με λιγμούς. Ένιωσα όλα γύρω μου να στριφογυρίζουν μανιασμένα και να χάνονται χοροπηδώντας σε μια παράξενη θολούρα και να σβήνουν από μπροστά μου. Έσφιξα την καρδιά μου και παρακάλεσα το Θεό να μου δώσει κουράγιο. Γονάτισα δίπλα στη γυναίκα μου και την πήρα στην αγκαλιά μου. Τα δάκρυά μου έπεφταν καυτά πάνω στο κρύο πρόσωπό της. Πνιγμένος στους λιγμούς, 131


την μετέφερα στο δωμάτιό μας. Ξάπλωσα το άψυχο κορμί της πάνω στο κρεββάτι μας και, σκίζοντας το μουσκεμένο απ’ τον ιδρώτα και τα δάκρυα πουκάμισό μου, προσπάθησα να πλύνω το πρόσωπό της. Τα μακριά μαύρα ματόκλαδα των κλεισμένων για πάντα ματιών της, μαζί με τα τοξοτά πυκνά και γραμμωτά φρύδια της, πλαισίωναν την κερένια χλομάδα πού ‘χε απλώσει στα μάγουλά της ο θάνατος. Το ήρεμο πρόσωπό της μού ‘σχιζε την καρδιά. Ο Ανδρόνικος στεκόταν δίπλα μου κι έκλαιγε σιωπηλά, κρατώντας στα χέρια του το ματωβαμμένο ακόντιο που είχα τραβήξει μέσ’ απ’ τα σπλάχνα της αδελφής του. Για μια στιγμή, ακούσαμε θόρυβο στο διάδρομο. Οι δυο στρατιώτες, που τόση ώρα κοίτονταν αναίσθητοι στο πάτωμα, κεραυνωμένοι απ’ το δυνατό χτύπημα που τους έδωσα νωρίτερα στα κεφάλια τους, όταν αρχικά μπήκαν στο σπίτι και ζήτησαν με το ζόρι να πάρουν την Άννα, συνήλθαν κάπως, σηκώθηκαν και τρικλίζοντας μισοζαλισμένοι, με τα σπαθιά στο χέρι, μπήκαν απειλητικοί στο δωμάτιο. Δεν ήξεραν τι είχε συμβεί και όρμησαν προς το κρεβάτι να πάρουν την Άννα, όπως τους είχε διατάξει ο Γκαμπριέλε. Μόλις τους είδε ο Ανδρόνικος, βρυχήθηκε σαν τραυματισμένο θηρίο. Όρμησε καταπάνω τους και, με το ακόντιο που κρατούσε στα χέρια του, τους ξάπλωσε νεκρούς στα πόδια του κρεββατιού, εκεί όπου κοίτονταν η άψυχη αδελφή του. Με δάκρυα στα μάτια και σπαραγμό στην καρδιά φιλήσαμε την Άννα, σταυρώσαμε όσο πιο απαλά μπορούσαμε τα χέρια της στο ματωμένο στήθος της και τρέξαμε στο σπίτι των γονιών της. Πετάξαμε τα ματωμένα ρούχα μας και, με χίλιες προφυλάξεις, ξεγλιστρώντας απαρατήρητοι μέσα στη νύχτα, κατεβήκαμε στην παραλία. Κόψαμε τα σκοινιά της πρώτης βάρκας που βρέθηκε μπροστά μας και, χωρίς κανένα εφόδιο, ξανοιχτήκαμε στη θάλασσα. Ο αέρας, τα κύματα και η τύχη μας, μας έφεραν εδώ. Ο Νικηφόρος σταμάτησε τη διήγησή του κι έμεινε σιωπηλός κι ακίνητος στη θέση του. Η έκφρασή του τό ‘δειχνε καθαρά. Εκείνες τις στιγμές, η σκέψη του πετούσε μακριά. Ήταν πίσω στο σπίτι του, κοντά στη νεκρή γυναίκα του. Ο Ανδρόνικος κι εγώ κλαίγαμε ασταμάτητα μέσα στην καλύβα, χωρίς να προσπαθούμε καθόλου να κρύψουμε τα δάκρυά μας. Οι λιγμοί συντάραζαν τα στήθη μας. Μπροστά μας, το ήσυχο κύμα της χιώτικης παραλίας αργοχτυπούσε τα βότσαλα, σα να θρηνούσε κι αυτό μαζί μας τον άδικο χαμό της Άννας. Ο πρωινός του φλοίσβος ράγιζε την καρδιά μας και τρυπούσε το είναι μας. Έφτανε στ’ αφτιά μας σαν απόκοσμο και μακρινό μοιρολόγι. Ο Μανουήλ σταμάτησε τη διήγησή του στο σημείο αυτό και γύρισε τα δακρυσμένα μάτια του προς το μέρος του συναδέλφου του, που σιωπηλός τόση ώρα καθόταν δίπλα του ακουμπισμένος στα καλοστιβαγμένα κιβώτια και τον άκουγε αμίλητος. Τον είδε να σκουπίζει κι αυτός τα δάκρυά του απ’ τα κατακόκκινα μάτια του. Ο πόνος της ψυχής των δυο αντρών εκείνη τη στιγμή καταριόταν την απανθρωπιά και την αδικία των βάρβαρων και πικρών νόμων των δυνατών.

132


Ο μικρόσωμος τοξότης έριξε μια ματιά πάνω στη γέφυρα κι ατένισε με περηφάνια τους δυο ‘’Ψαριανούς’’, που στέκονταν σοβαροί κι αμίλητοι, απροσπέλαστοι φρουροί μπροστά στις καμπίνες του καπετάνιου και των ιεραρχών. Χτύπησε ελαφρά στον ώμο το δακρυσμένο συνάδελφό του απ’ τη Λέσβο και, δείχνοντας με το δάχτυλό του ψηλά προς τη γέφυρα του καραβιού, είπε με στόμφο. -Αυτοί είναι οι φίλοι μας. Και πρόσθεσε με πεποίθηση. Νομίζω, ότι κι ο Θεός θα τους δικαιώσει.

133


9. ΔΥΟ ΛΕΓΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ Το Νοέμβριο του 1452, μια μεγάλη γαλέρα με φανταχτερά και εμφανή τα διακριτικά του πάπα έμπαινε στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Δυο άλλα μικρότερα εμπορικά πλοία την συνόδευαν. Μια μεγάλη πομπή Λατίνων κληρικών, αντιπροσώπων του πάπα και λατινοντυμένων στρατιωτών, αποβιβάστηκε βιαστικά απ’ το επιβλητικό σκουρόχρωμο καράβι. Από καιρό ανησυχούσε για το καράβι αυτό ο αυτοκράτορας και κάθε μέρα ζητούσε να μάθει, αν έφτασε καμιά νεότερη είδηση για την τύχη του. Η αποθράσυνση του τουρκικού στόλου κι οι τελευταίες κακοκαιρίες στενοχωρούσαν όλο και περισσότερο τον Κωνσταντίνο. Η άφιξη του λατινικού πλοίου σκόρπισε τις αμφιβολίες και τους φόβους του αυτοκράτορα κι η παρουσία του αντιπροσώπου του πάπα και των στρατιωτών του του έδωσε κουράγιο και δύναμη και νέα ελπίδα για το μέλλον. Μερικές άμαξες έφεραν τους αντιπροσώπους της Δύσης κατευθείαν στα ανάκτορα. Πρώτος ανάμεσα στους νεοαφιχθέντες ξένους είναι ο προσωπικός απεσταλμένος του πάπα Νικολάου του V και γνωστός από παλιά στην Κωνσταντινούπολη, καρδινάλιος Ισίδωρος. Μαζί του είναι κι ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος. Ο Κωνσταντίνος με χαρά τους υποδέχτηκε και για πολλή ώρα συνομίλησε με τους υψηλούς ξένους του. -Ανησυχούσα για σας και για την ασφάλειά σας, είπε για μια στιγμή ο αυτοκράτορας. Οι άσπονδοι εχθροί μας, βλέπετε, δεν διστάζουν σήμερα μπροστά σε τίποτα. Και η μεγαλύτερη ακόμη βαρβαρότητα είναι πράγμα απλό γι’ αυτούς. -Δεν περίμενα κι εγώ να κρατήσει τόσο πολύ το ταξίδι μου, είπε ο καρδινάλιος. Άφησα τη Ρώμη πριν από αρκετό καιρό. Στην αρχή, όλα πήγαιναν καλά και το ταξίδι μας ήταν ευχάριστο. Προσεγγίσαμε στη Χίο, για να παραλάβουμε και τον αδελφό και άγιο Μυτιλήνης Λεονάρδο και να δώσουμε την ευκαιρία και στα εμπορικά πλοία που μας ακολουθούσαν, να έρθουν σ’ επαφή με την αγορά του νησιού. Εκεί, όμως, τρομερή κακοκαιρία μας έκλεισε στο λιμάνι για αρκετές μέρες. -Λυπούμαι πραγματικά, είπε ο επίσκοπος Μυτιλήνης, που, χωρίς να το θέλω, έγινα αιτία μιας τόσο μεγάλης κι ανεπίτρεπτης καθυστέρησης. -Ίσα-ίσα, διέκοψε ο Κωνσταντίνος. Χαρά μου που σας έχω και τους δυο κοντά μου στις δύσκολες αυτές ώρες. Ζήτησα απ’ τον άγιο ποντίφικα, να μου στείλει αντιπροσώπους του και ικανούς θεολόγους, για να μπορέσω με τη βοήθειά τους να υπερπηδήσω τις δυσκολίες και να αποφύγω τα δεινά, που συσσωρεύει απερίσκεπτα στη δύστυχη αυτή πόλη και στο λαό της η διαλλαξία και η στραβοκεφαλιά ορισμένων εδώ ισχυρογνωμόνων. Σήμερα, χαίρομαι ιδιαίτερα που ο πάπας μου έστειλε δυο απ’ τους καλύτερους ανθρώπους του . . .

134


-Θα κάνουμε ό,τι μπορέσουμε για να σωθεί η Κωνσταντινούπολη, τόνισε ο καρδινάλιος και να επιζήσει στην Ανατολή ο χριστιανισμός. Αυτή, άλλωστε, είναι και η επιθυμία και η επιδίωξη του πάπα. -Όπως ίσως θα μάθατε, συνέχισε ο Κωνσταντίνος, οι Τούρκοι πριν από δυο ή τρεις μήνες έκτισαν μεγάλο και ισχυρότατο φρούριο πάνω στο στένωμα του Βοσπόρου. Η πόλη μας σχεδόν κυκλώθηκε από παντού. Όλες οι εκτάσεις προς την περιοχή του φρουρίου ερημώθηκαν. Τα χωριά λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν. Οι κάτοικοι σφάχτηκαν ή σκλαβώθηκαν. Παντού πέρασε φωτιά και σίδερο. Όταν έπρεπε να αντιδράσουμε δυναμικά δεν το κάναμε. Πολλοί απ’ τους άρχοντες στάθηκαν αντιμέτωποι και αντίθετοι προς τις επιθυμίες μου και µ’ απέτρεψαν από ένα τέτοιο εγχείρημα. Αποφεύγουμε συντονισμένο αγώνα, όταν πρέπει και καταφεύγουμε σε ληστρικές ενέργειες, όταν δεν πρέπει. Προ ημερών, πέντε πλοία μας, τελείως ασυλλόγιστα και χωρίς κανένα πραγματικά όφελος, επιτέθηκαν εναντίον των τουρκικών ακτών, προξένησαν ζημιές στον τουρκικό πληθυσμό και άρπαξαν πολλούς μωαμεθανούς κατοίκους απ’ τα χωριά τους, τους οποίους και πούλησαν σκλάβους στις αγορές της Κωνσταντινούπολης. Τέτοιες απερίσκεπτες ενέργειες εξαγριώνουν περισσότερο το σουλτάνο και ίσως και με κάποιο δίκαιο και τον κάνουν να μας επιτεθεί μια ώρα γρηγορότερα. -Ναι, κάτι άκουσα για την ετσιθεληστική κι αψυχολόγητη επιδρομή του μεγάλου δούκα Νοταρά στις τουρκικές ακτές, είπε ο Ισίδωρος. Ο αυτοκράτορας, αποφεύγοντας να χαρακτηρίσει ή να κρίνει την αυταρχικότητα και την ισχυρογνωμοσύνη του μεγάλου δούκα, άφησε τελείως απαρατήρητο τον υπαινιγμό του Ισιδώρου και προχώρησε. -Απ’ τα μεγάλα κανόνια του νέου τουρκικού φρουρίου στο Βόσπορο βυθίστηκαν ή έπαθαν μεγάλες ζημιές αρκετά λατινικά και δικά μας πλοία ως τώρα. Πριν από λίγες μέρες, πριονίστηκαν ζωντανοί και κομματιάστηκαν φρικτά ναύτες πλοίου της Βενετίας. Το κακό έγινε αβάσταχτο και χτυπά αδιάκριτα και τους δυο χριστιανικούς κόσμους. Και την Ανατολή και τη Δύση. Με μόνη διαφορά, ότι η Ανατολή σήμερα νιώθει οδυνηρότερα τα χτυπήματα του κοινού εχθρού. Οι βάρβαροι σήμερα συγκεντρώνονται και απειλούν θανάσιμα την Ανατολή. Θέλουν να σβήσουν πρώτα το προπύργιο του χριστιανισμού, την Κωνσταντινούπολη, για να στραφούν μετά ανενόχλητοι και ακάθεκτοι προς τη Δύση. Δυστυχώς, το μέγεθος του κακού που κρέμεται πάνω απ’ τα κεφάλια μας, δεν το βλέπει καθαρά και σ’ όλη του την έκταση ούτε η Ανατολή, ούτε η Δύση. Γιατί, αν το έβλεπαν, θα είχαν ως τώρα και οι δυο συνετισθεί. Καταβάλλω κάθε προσπάθεια για τη συνένωση των δύο χριστιανικών κόσμων αλλά, δυστυχώς, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Γι’ αυτό ζήτησα τη δική σας βοήθεια. Να βρούμε όλοι μαζί μια καλή λύση για τη σωτηρία της χριστιανικής πόλης του Μ. Κωνσταντίνου. Μια σωτηρία του χριστιανισμού. Έστειλα αρκετές επιστολές στον πάπα Νικόλαο και πρότεινα διάφορες λύσεις. Εγώ δεν έχω αντίρρηση σε λογικές οπισθοδρομήσεις και επιθυμώ, όπως η ποθούμενη λύση βρεθεί μέσα στα πλαίσια των παλαιοτέρων μας συζητήσεων και έχει σα βάση τους όρους του συνεδρίου της Φλωρεντίας του 1439. Βέβαια, πολλοί άρχοντες, 135


συνέχισε ο αυτοκράτορας και μεταξύ αυτών, δυστυχώς, συγκαταλέγεται και ο μεγάλος δούκας και πρωτοστάτορας Λουκάς Νοταράς, αντιδρούν με πείσμα στις προσπάθειές μου αυτές και θεωρούν απαράδεκτους τους όρους της Φλωρεντίας. Πιστεύω, όμως και ελπίζω, ότι, μπροστά στο μεγάλο κίνδυνο που μας απειλεί, θα συνετιστούν και θα συνέλθουν. Εκείνοι που είναι πιο επικίνδυνοι και πιο ισχυρογνώμονες είναι οι κληρικοί. Υπάρχει μια μερίδα αρχιερέων, ένα μεγάλο τμήμα ιερέων και μια πληθώρα μοναχών, οι οποίοι ούτε καν δέχονται συζήτηση για την προσέγγιση Ανατολής και Δύσης. Οι άνθρωποι αυτοί, άλλοτε προβάλλουν δογματικές διαφορές, άλλοτε ενδιαφέρονται ποια πόλη, η Ρώμη ή η Κωνσταντινούπολη, θα έχει το προβάδισμα και άλλοτε συζητούν, για να βρουν, ποιος και σε ποιον πρέπει να υποκλίνεται και ποιος και ποιανού χέρι πρέπει να φιλάει πρώτος. Δεν βλέπουν, δυστυχώς, τη σαρικοφορεμένη καμήλα, που λυσσασμένη κι ολόρθη στέκεται μπροστά τους και απειλεί θανάσιμα το χριστιανισμό, αλλά διυλίζουν τον κώνωπα και λογοφέρνουν για να βρουν, αν τα δεξιά ή τα αριστερά του πόδια είναι πιο χρήσιμα σ’ αυτόν. Δεν ξέρουν, παρ’ ότι θέλουν να περιβάλουν τον εαυτό τους με την αίγλη της αυθεντίας επί των θρησκευτικών ζητημάτων, ότι η μεγάλη θρησκοληψία και η αρρωστημένη θρησκευτικότητα είναι εχθροί αυτής της ίδιας της θρησκείας και καταστροφή του ανθρώπου. Ένας καλόγερος, ο Γεννάδιος κι ένας παπάς, ο Νεόφυτος ο Ρόδιος, μαζί με μερικούς ακόμα ομοίους τους, είναι η πέτρα του σκανδάλου. Για να κινήσω το ενδιαφέρον της κλίκας των ισχυρογνωμόνων αυτών ανθρώπων υπέρ της σωτηρίας της πόλης, συμπεριέλαβα μέσα σ’ αυτούς που έχουν τη φροντίδα για την επισκευή των τειχών και τον Ρόδιο. Αυτός και ο Ιάγαρης πρωτοστατούν στις επισκευές των πύργων. Ελπίζω, ο παπάς αυτός να κάνει το καθήκον του προς τη βασιλεύουσα. Δυστυχώς, ο λαός είναι αμαθής και δεισιδαίμων. Αυτά τα μειονεκτήματά του τα καλλιεργούν κατάλληλα και τα εκμεταλλεύονται κατά κόρον οι διάφοροι καιροσκόποι, που καιροφυλακτούν να επικρατήσουν πάνω στη ζωή του και στην ύπαρξή σου με τον α’ ή β’ τρόπο. Αυτή την αμάθειά του εκμεταλλεύτηκαν και εκμεταλλεύονται σήμερα συστηματικά και στο έπακρο και οι καλόγεροι σαν το Γεννάδιο. Μεταχειρίστηκαν και μεταχειρίζονται το όνομα του Θεού και της εκκλησίας, για να σπείρουν και να καλλιεργήσουν ένα μεγάλο μίσος, το οποίο, δυστυχώς, τώρα άνθισε και ωρίμασε. Το μίσος αυτό, αν δεν βρούμε τρόπο να το διαλύσουμε και να το καταστρέψουμε αμέσως αλλά το αφήσουμε να αναπτυχθεί και να καρπίσει, τότε, άνθρωποι σαν το Γεννάδιο θα το θερίσουν ανενόχλητοι και θα παραδώσουν τον καρπό του στο Μωάμεθ. Ο καρπός αυτός θα είναι η καταστροφή της Πόλης και η ταπείνωση του χριστιανισμού. Βέβαια, τα έργα και η τακτική των οπαδών του Γεννάδιου δεν απαλλάσσουν εμάς τους άλλους από καμιά ευθύνη. Τουναντίον, κάνουν το έργο μας δυσκολότερο και τις ευθύνες μας μεγαλύτερες. Μια καταστροφή της Κωνσταντινούπολης δε θα αφήσει καθαρό κι αμόλυντο το δικό μας όνομα, επειδή εργάστηκαν εντατικά και ασυλλόγιστα ορισμένοι άλλοι, για να πετύχουν ένα βδελυρό και

136


κατάπτυστο αποτέλεσμα και να καταστρέψουν με το πείσμα τους, μέσα σε λίγο καιρό, ό,τι η ευφυΐα αιώνων δημιούργησε. Η Ιστορία θα έχει να πει πολλά και για μένα και για σας και για τον πάπα και για όλους όσους βλέπαμε από παλιά ή βλέπουμε τώρα με απάθεια ή καιροσκοπικά και υστερόβουλα τα όσα συνέβαιναν ή συμβαίνουν γύρω μας. Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, η μόνη ενδεδειγμένη ενέργεια όλων μας θα πρέπει να είναι η κοινή προσπάθεια προσέγγισης των εκκλησιών και των δύο χριστιανικών κόσμων. Μόνον η ένωση των εκκλησιών θα δώσει δύναμη σ’ όλους τους χριστιανούς ν’ αντισταθούν με επιτυχία στον μανιασμένο ισλαμισμό. Και μόνον η ένωση αυτή θα κάμψει τις βάρβαρες και καταστρεπτικές βλέψεις των Οθωμανών. Όπως πληροφορούμαστε από φίλους μας ψηλά ιστάμενους στο οθωμανικό στρατόπεδο, ο Μωάμεθ άρχισε να ετοιμάζεται πυρετωδώς, για να εκστρατεύσει εναντίον μας. Μάλιστα, νεότερες πληροφορίες μας καθιστούν γνωστό, ότι έδωσε εντολή να ναυπηγηθούν πολλά πλοία, χωρίς να φείδεται εξόδων. Σταμάτησε για λίγο ο αυτοκράτορας. Κοίταξε τους δυο κληρικούς, που σιωπηλοί τον άκουγαν με προσοχή, κούνησε ελαφρά το κεφάλι του, σα να ήθελε να δώσει μεγαλύτερη σημασία στα επόμενα λόγια του και συνέχισε. -Γιατί να µην ξοδεύει, όμως, περισσότερα; Τι τον εμποδίζει; Με το σύστημα της υποτέλειας που εφαρμόζουν με επιτυχία στους αδύνατους λαούς οι Οθωμανοί, δεν χρειάζεται να ξοδεύουν δικά τους χρήματα. Τα όπλα τους τα πληρώνουν με χριστιανικά χρήματα απ’ τους φόρους υποτέλειας που παίρνουν απ’ τους διάφορους υποταγμένους και ημιυποταγμένους χριστιανούς ηγεμόνες. Το στρατό τους τον ενισχύουν με χριστιανούς στρατιώτες, γιατί, απαραίτητος όρος σε κάθε συνθήκη που κάνουν με τους νικημένους λαούς, είναι η αναντίρρητη αποστολή στρατιωτών στο σουλτάνο, όταν αυτός το απαιτήσει. Ακόμη και το κράτος τους κατάφεραν να βάλουν να το διοικούν μεγάλοι αξιωματούχοι με χριστιανική προέλευση αλλά σύμφωνα με τις επιταγές του Ισλάμ και τις απαιτήσεις του σουλτάνου. Εκμεταλλεύτηκαν, δηλαδή και εκμεταλλεύονται όλη τη δυναμικότητα και την εξυπνάδα των χριστιανών όσο μπορούν καλύτερα. Μήπως, άραγε, η δική μας τακτική και οι ασταμάτητες έριδες και προστριβές μας, έσπρωξαν δικό μας δυναμικό προς το στρατόπεδο των Τούρκων και μήπως, ό,τι εμείς εταπεινώσαμε και περιφρονήσαμε, οι Τούρκοι το εξύψωσαν και το ανέδειξαν; Ξανασταμάτησε για λίγο, έριξε μια περίλυπη κι αινιγματική ματιά στους συνομιλητές του και συνέχισε. -Όσο εμείς θα μιλάμε για Ανατολή και Δύση και θα χωρίζουμε σε φατρίες και κόμματα, τόσο αυτοί θα δυναμώνουν και θα συσπειρώνονται. Και, όσο εντονότερα εμείς θα λογοφέρνουμε και θα διχογνωμούμε, τόσο ευκολότερα θα συνεχίζουμε να δίνουμε όπλα στους μαχητές του Ισλάμ, για να σβήσουν και μας και τη θρησκεία μας μια ώρα γρηγορότερα. Πρέπει, αγαπητοί μου φίλοι, να μονοιάσουμε. Να ενωθούμε όσο μπορούμε νωρίτερα. Ο προκάτοχός μου αυτοκράτορας και αδελφός μου Ιωάννης έκανε ό,τι μπορούσε και ό,τι του επέτρεπαν οι συνθήκες για την ένωση των εκκλησιών. Πρωτοστάτησε για τη σύγκληση του συνεδρίου της

137


Φλωρεντίας και µ’ όλη τη δύναμή του και το κύρος του εργάστηκε για την επιτυχία του. Έκανε βήματα πίσω και πήγε προσωπικά ο ίδιος σ’ αυτό. Αν τότε, ο μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος και οι όμοιοί του δεν αντιδρούσαν τόσο πεισματικά και παραδέχονταν τις γνώμες του Βησσαρίωνα και τις δικές σου Ισίδωρε, τώρα η Ανατολή και η Δύση θα ήσαν πολύ κοντά και ούτε καν θα χρειαζόταν, εσείς μεν να ταλαιπωρείσθε στα άγρια κύματα και στις τρικυμίες της θάλασσας, εμείς δε να περιμένουμε με αγωνία τον ερχομό σας και τη βοήθεια της Δύσης. Κουρασμένος ψυχικά, απ’ τη μακρά ανασκόπηση της οδυνηρής πραγματικότητας του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, ο αυτοκράτορας σταμάτησε. Το μέτωπό του ήταν ιδρωμένο και στο πρόσωπό του ήταν καταφανή τα σημάδια της θλίψης που βασάνιζε την καρδιά του τις στιγμές αυτές. Κοίταξε διαδοχικά τους δυο ιεράρχες, που, απορημένοι απ’ την τόση ειλικρίνεια, τον κοίταζαν κι αυτοί σιωπηλοί και με ήρεμη φωνή ρώτησε. -Ποιες είναι οι απόψεις του πάπα; -Γαληνότατε αυτοκράτορα, είπε ο καρδινάλιος Ισίδωρος. Στο συνέδριο της Φλωρεντίας, όπου είχα την τιμή να ακολουθώ το μεγάλο θεολόγο απ’ τη Νίκαια Βησσαρίωνα, θαύμασα την ειλικρίνεια του τότε αυτοκράτορα αείμνηστου Ιωάννη και πίστεψα πραγματικά στην άδολη επιθυμία του για τη γεφύρωση των δύο κόσμων. Πίστεψα, πραγματικά, στη δυνατότητα της ένωσης του χριστιανισμού και στις αγαθές και άδολες προσπάθειες των υποστηρικτών της στην Κωνσταντινούπολη. Σήμερα, την πίστη μου αυτή την ατσαλώνουν περισσότερο οι ειλικρινείς σας προθέσεις, για ένα πραγματικό πλησίασμα Ανατολής και Δύσης και πιστεύω, για άλλη μια φορά, ότι ο μεγάλος αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας εργάζεται πραγματικά για την ένωση και είναι πρόθυμος να κάνει το κάθε τι για το μεγαλείο και τη δόξα του χριστιανισμού. Ο άγιος ποντίφικας της Ρώμης, ο πάπας Νικόλαος ο V, με χαρά δέχτηκε τον πρεσβευτή σας Ανδρόνικο Βρυέννιο Λεονταρά τον περασμένο Σεπτέμβριο (1451) και καθαρά διατύπωσε τις απόψεις του στις 5 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου σε γράμμα του που σας έστειλε µ’ αυτόν. Λυπάται ειλικρινά, που η Κωνσταντινούπολη και οι Έλληνες δεν παραδέχτηκαν ακόμα επίσημα τις αποφάσεις του συνεδρίου της Φλωρεντίας και στενοχωρείται, που ακόμα δεν επαναφέρθηκε, κατά τα συμφωνηθέντα, στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης ο δεδηλωμένος υπέρ της ένωσης των εκκλησιών πατριάρχης Γρηγόριος. Σήμερα, παρ’ όλη τη δειχθείσα από μέρους της Ανατολής αδιαφορία και αδράνεια, είναι πρόθυμος να σας παράσχει κάθε δυνατή βοήθεια. Ωθούμενος απ’ την επιθυμία αυτή, κινείται προς κάθε κατεύθυνση και προσπαθεί να διεγείρει και να τονώσει το ενδιαφέρον και των άλλων ηγεμόνων της Δύσης, ώστε η βοήθεια που θα αποσταλεί να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη και οπωσδήποτε αποτελεσματική. Όλοι μας γνωρίζουμε, όμως, ότι, παρά τις τόσες προσπάθειες και την καλή θέληση και των δύο μερών, υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση. Το χάσμα αυτό ανοίχτηκε απ’ την εκκλησία και μεγάλωσε απ’ τις υπονομευτικές ενέργειες των κληρικών. Ποιοι πρωτοστάτησαν κατά καιρούς στη διεύρυνση του

138


χάσματος αυτού δεν έχει και μεγάλη σημασία σήμερα. Η αναζήτηση πρωταιτίων και ο καταμερισμός ευθυνών τώρα, με τις επικρατούσες συνθήκες, δεν πρόκειτα να ωφελήσει σε τίποτα την παρούσα κατάσταση. Μάλλον, θα βλάψει αφάνταστα τις προσπάθειες της ένωσης. Θα ξανανοίξει χειρότερα παλιές πληγές και θα ευρύνει περισσότερο το χάσμα που υπάρχει ανάμεσά μας. Είναι πάντως γνωστό, ότι ο καθολικός κλήρος δεν έπαιξε μικρότερο ρόλο στο δυσάρεστο και καταστρεπτικό αυτό έργο. Την πραγματικότητα, όμως, αυτή λίγοι την αντιλαμβάνονται και λιγότεροι την παραδέχονται. Ελάχιστοι δε είναι προετοιμασμένοι και θέλουν να αναλάβουν ευθύνες και με συνέπεια δέχονται να πρωτοστατήσουν για τη γεφύρωση του υπάρχοντος καταστρεπτικού χάσματος. Ένας απ’ τους ελάχιστους αυτούς είναι και ο πάπας Νικόλαος. Άσχετα αν αναγνωρίζει ή όχι όσο πρέπει τις ευθύνες στους καθολικούς, προσπαθεί με κάθε τρόπο να προσελκύσει και να συσπειρώσει γύρω του και τους άλλους άρχοντες της Δύσης και να κεντρίσει τη φιλοτιμία και το ενδιαφέρον τους για την Ανατολή. Για να μπορέσει, όμως, να πείσει τους δύστροπους καθολικούς ηγεμόνες και να τους ξεσηκώσει σε μια γενική σταυροφορία κατά των μωαμεθανών, επιβάλλεται να έχει στα χέρια του αναμφισβήτητα και αδιάσειστα επιχειρήματα. Μεγάλη ώθηση θα δώσει στις προσπάθειές του η εκδήλωση αμοιβαίας κατανόησης από μέρους της Ανατολής. Ο πάπας θα χαρεί ιδιαίτερα, όταν δει να παίρνεται κάποια επίσημη και τολμηρή πρωτοβουλία από μέρους της Κωνσταντινούπολης για το πλησίασμα των δύο κόσμων. Θέλει να παρασχεθούν πειστικές ενδείξεις καλής θέλησης των ορθοδόξων. Και μια τέτοια εντυπωσιακή ένδειξη θα ήταν μια τυπική τουλάχιστον αλλά οπωσδήποτε επίσημη αναγνώριση των όρων του συνεδρίου της Φλωρεντίας. Ο καθολικός καρδινάλιος διέκοψε τα λόγια του και κοίταξε τον επίσκοπο Λεονάρδο, ο οποίος συνέχισε λέγοντας. -΄Ενδοξε αυτοκράτορα. Απ’ ό,τι γνωρίζω και απ’ όσα ελέχθησαν τώρα εδώ, αποδεικνύεται καθαρά, ότι τόσον εσείς, όσον και ο αδελφός Ισίδωρος, καθώς κι εγώ, τουλάχιστον προσωπικά επιθυμούμε πραγματικά το πλησίασμα των δύο κόσμων, την ένωση όλων των χριστιανών και τη συγκόλληση του περιλάλητου και φθοροποιού ρήγματος, που κακή μοίρα άνοιξε ανάμεσα στην Ανατολική και Δυτική εκκλησία, προς ζημία και ταλαιπωρία των λαών μας και όνειδος και ταπείνωση του χριστιανισμού. Εφόσον, λοιπόν, οι προθέσεις όλων μας εδώ ταυτίζονται και οι διαθέσεις του πάπα συγκλίνουν με τις δικές μας, επιβάλλεται πλέον, μιας και η Δύση άρχισε να δείχνει κάπως εντονότερο ενδιαφέρον για την Κωνσταντινούπολη, να συγκληθεί, όσο είναι ακόμα καιρός, μια σύσκεψη αρχόντων και κληρικών εδώ στην Κωνσταντινούπολη και να αποφασισθεί η επίσημη από μέρους σας παραδοχή και ανεπιφύλακτη υπόσχεση εφαρμογής των αποφάσεων της Φλωρεντίας. Επίσης, εξίσου επιβεβλημένη θεωρείται σήμερα και η ανάκληση απ’ τη Ρώμη και επανατοποθέτηση στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης του πατριάρχη Γρηγορίου. Βέβαια, σε μια τέτοια ενέργεια θα αντιδράσει ο Γεννάδιος και οι φανατισμένοι ανθενωτικοί οπαδοί του.

139


Αλλά, ας προσπαθήσουμε εμείς, όπως το συμβούλιο που θα συγκληθεί και η τελετή που θα γίνει για το σκοπό αυτό, να έχουν τέτοια έκταση και απήχηση, ώστε μέσα στην απεραντοσύνη τους να χαθούν οι παραφωνίες λίγων καλογήρων και μερικών αμετάπιστων λαϊκών. Ο επίσκοπος Λεονάρδος σταμάτησε για λίγο και βρήκε την ευκαιρία ο καρδινάλιος Ισίδωρος να μπει στη μέση και με πεποίθηση και σταθερή φωνή να δηλώσει. -Άσχετα απ’ την έκβαση όλων αυτών των ενεργειών που η επιθυμία μου είναι να στεφθούν όλες με επιτυχία, εγώ προσωπικά θέτω τον εαυτό μου και τους διακόσιους άνδρες που έφερα μαζί μου στη διάθεση της Κωνσταντινούπολης και είμεθα όλοι έτοιμοι να αγωνιστούμε κάτω απ’ τις διαταγές του αυτοκράτορα για την άμυνα και τη σωτηρία της άγιας πόλης του Κωνσταντίνου. Θα θέλαμε πολύ, να ανατεθεί ξεχωριστά σε μας η φύλαξη ενός τμήματος των τειχών, αν αυτό δεν βλάπτει τα γενικότερα σχέδια της αμύνης της πόλης. Επίσης, προσφέρομαι ο ίδιος να επισκευάσω ένα μέρος του τείχους της Κωνσταντινούπολης με τα δικά μου έξοδα και με τη βοήθεια των ανθρώπων μου. Ο αυτοκράτορας, στο άκουσμα της δήλωσης αυτής του καρδιναλίου, σηκώθηκε όρθιος και με καταφανή συγκίνηση του είπε. -Αισθάνομαι πραγματική χαρά για την απόλυτη κατανόηση που βρίσκω από μέρους σας και με πραγματική συγκίνηση δέχομαι και εκτιμώ τη γενναία σας προσφορά. Θα συνεχίσουμε λοιπόν μαζί, καταβάλλοντες κάθε προσπάθεια, για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης και τη δόξα του χριστιανισμού. Ο Θεός ας μας βοηθήσει.

140


10.

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Οι δυο Λατίνοι ιεράρχες κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια προετοιμάζοντας το έδαφος, ώστε το συμβούλιο που επρόκειτο να συγκληθεί να έχει την ποθούμενη επιτυχία. Παρά τις πολλές και μεγάλες αντιδράσεις των αρχόντων, των οπαδών του Γεννάδιου και ιδίως του μεγάλου δούκα και πρωτοστάτορα Λουκά Νοταρά, ο οποίος ερχόταν σε αξίωμα δεύτερος μετά τον αυτοκράτορα, αποφασίστηκε η επίσημη αναγνώριση των συμφωνιών της Φλωρεντίας από μέρους των Βυζαντινών. Καθορίστηκε δε, όπως, την ημέρα του Αγίου Σπυρίδωνα, γίνει σχετική προς τούτο τελετή στην Αγία Σοφιά. Πραγματικά, στις 12 Δεκεμβρίου (1452), εορτή του Αγίου Σπυρίδωνα, στο μεγάλο και ιστορικό ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, στο θαυμάσιο αυτό κτίσμα του Ιουστινιανμού, άρχισαν από νωρίς να καταφθάνουν οι πολυτελέστατες άμαξες των αρχόντων και των προκρίτων της χιλιόχρονης Πόλης. Ολόκληρος ο τεράστιος χώρος του ναού ήταν κατάμεστος κόσμου. Στον αυτοκρατορικό θρόνο στεκόταν όρθιος ο αυτοκράτορας, περιστοιχισμένος από άρχοντες και αυλικούς, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζε ο μέγας δούκας Νοταράς. Οι αρχιερείς, με τα λαμπρά και χρυσοκέντητα άμφιά τους, γέμιζαν το χώρο του ιερού βήματος. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο τοποτηρητής του πατριαρχικού θρόνου κι αντικαταστάτης του εξόριστου πατριάρχη Γρηγορίου και ο συλλειτουργών μαζί του αντιπρόσωπος του πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος, με τον αρχιεπίσκοπο Χίου και Μυτιλήνης Λεονάρδο. Τους αρχιερείς αυτούς βοηθούσε χορεία άλλων αρχιερέων και ομάδα από τριακόσιους περίπου ιερείς. Την ώρα που οι ψαλμωδίες και οι ύμνοι της μεγαλοπρεπούς ιστορικής συλλειτουργίας γέμιζαν με τη μελωδικότητά τους και την ιερή τους κατάνυξη τους θόλους της Αγίας Σοφίας, ο περιβόητος και φανατικός υπερορθόδοξος καλόγερος, ο διαβόητος Γεννάδιος, μέσα απ’ το κελλί του μεγάλου μοναστηριού του Παντοκράτορα όπου μόναζε, ξεστόμιζε τις φοβερότερες κατάρες κατά της ένωσης, του αυτοκράτορα και αυτής ακόμα της Κωνσταντινούπολης. Υποκρινόμενος παράξενη, τάχα, ψυχολογική κατάσταση και δείχνοντας ότι δήθεν βρίσκεται υπό την επήρεια μυστηριωδών υπερδυνάμεων, νηστεύοντας συνεχώς και προσευχόμενος, προέλεγε το μέλλον της Πόλης. Προέλεγε και διατυμπάνιζε, ότι θα βρουν την πόλη ακατονόμαστα δεινά, γιατί οι εχθροί του χριστιανισμού επέτρεψαν σε βρομερούς ανθρώπους του σκύλου του πάπα να μπουν στην Αγία Σοφιά και να μολύνουν με την παρουσία τους το Ιερό. Πρόφερε λόγια ακαταλαβήστικα σε είδος χρησμών και προέβλεπε τον ερχομό του τέλους της αυτοκρατορίας, σταλμένον απ’ τη θεία οργή, ένεκα της συμμαχίας του αυτοκράτορα με τους αιρετικούς. Οι παράξενοι εκείνοι χρησμοί του, τα μπερδεμένα λόγια του και το έκδηλο μίσος του, ηλέκτριζαν τους οπαδούς του και τους αφελείς και απλοϊκούς ανθρώπους και τους εξόργιζαν κατά της ένωσης και του αυτοκράτορα19. 19

Δούκα Μ. . ‘’Χρονικό της Άλωσης’’

Σελίδα

254. 141


Αλλόφρονες ομάδες εξαγριωμένων ανδρών και γυναικών, ιερέων και μοναχών, καλογραιών και κάθε είδους ανθρώπων, περιέτρεχαν φωνασκούντες στους δρόμους, εκτοξεύοντας τις χειρότερες κατάρες και βλαστήμιες εναντίον των πάντων. Δεν έχουμε ανάγκη από καμιά ένωση, φώναζαν και έψαλαν ύμνους στη Θεοτόκο, την οποία καλούσαν να κατεβεί απ’ τους ουρανούς και να σώσει την Πόλη. Φώναζαν με υστερία να δείξει το θαύμα της. Να κατεβεί απ’ τον ουρανό και να αναλάβει αυτή την προστασία της Κωνσταντινούπολης απ’ τους Τούρκους. Άλλοι φώναζαν ‘’θάνατος στους αζυμίτες και στους ενωτικούς’’. Δεν υπάρχει, έλεγαν, ανάγκη της μισητής ένωσης. Η Παναγία, που έδιωξε τους στρατούς του Χορσόη, των Αράβων και των Σαρακηνών, θα διώξει και τους στρατούς του Μωάμεθ, αν αυτός επιτεθεί. Ακόμα και μέσα στην εκκλησία της Αγίας Σοφιάς δημιουργήθηκαν ασχήμιες απ’ την ομάδα που περιστοίχιζε το φανατικό ανθενωτικό κληρικό Νεόφυτο Ρόδιο. Την ώρα που γινόταν η λιτανεία και με ψαλμωδίες και κατάνυξη περιέφεραν μέσα στην εκκλησία το ιερό λείψανο του αγίου Σπυρίδωνα, μαζί με τα άγια λείψανα άλλων αγίων, οι φανατικοί Ζηλωταί και πολέμιοι της ένωσης κραύγαζαν κατά των ενωτικών και εναντίον του πάπα. Αλλά και τη στιγμή που ο αυτοκράτορας δήλωνε επίσημα ότι παραδέχεται τους όρους της Φλωρεντίας και τάσσεται υπέρ της ένωσης των δύο εκκλησιών και όταν οι από κοινού συλλειτουργούντες ορθόδοξοι και καθολικοί αρχιερείς ανέπεμψαν δεήσεις υπέρ του πάπα Νικολάου του V και του παλινορθωθέντα πατριάρχη Γρηγορίου, οι φανατισμένοι Ζηλωταί και οι οπαδοί του Γεννάδιου, άντρες και γυναίκες, καλόγεροι και παπάδες, καλογριές και άνθρωποι κάθε κατηγορίας, εγκατέλειψαν την εκκλησία, βγήκαν στους δρόμους και ενώθηκαν με τους άλλους ανθενωτικούς διαδηλωτές και, ενώ μέσα στην εκκλησία συνεχιζόταν η ιστορική συλλειτουργία και γιορτάζονταν έτσι η λήξη του μεγάλου και μακροχρόνιου σχίσματος των εκκλησιών, οι φανατισμένοι διαδηλωτές, παρασυρμένοι απ’ τη θρησκοληψία των παπάδων και, μη βλέποντας ή μη θέλοντας να δουν το μεγάλο οθωμανικό κίνδυνιο που παραμόνευε δίπλα τους, φώναζαν με οργή και πείσμα ‘’θάνατος στους αιρετικούς. Καλύτερα Ισλάμ παρά πάπας . . .’’ Την ώρα που ο καρδινάλιος Ισίδωρος βγήκε απ’ το Ιερό και παρουσιάστηκε για μια στιγμή στην Ωραία Πύλη, ακούστηκαν μέσα στο πλήθος φωνές αποδοκιμασίας. ‘’Έξω απ’ το ναό του Θεού οι αιρετικοί. Δεν θέλουμε εδώ αυτούς που έδιωξαν οι αδελφοί μας απ’ το Κίεβο. Μπράβο στο μέγα πρίγκιπα της Μόσχας Βασίλειο.’’ Στο άκουσμα των αποδοκιμασιών αυτών, ένας νεαρός που στεκόταν στριμωγμένος ανάμεσα στο πλήθος έξω απ’ την εκκλησία, κοντά στη μεγάλη είσοδο, ρώτησε µ’ απορία ένα διπλανό του γέροντα με κοντό άσπρο γένι κι ένα σημάδι στο μάγουλο. -Γιατί καταφέρονται με τόσο μίσος εναντίον του καρδιναλίου; Γιατί ανακατεύουν το Κίεβο, το Ρώσο πρίγκιπα. . .; Λάμπρου Επ. ‘’Παλαιολογικά και Πελ/σιακά’’. Τόμ. Β. σελ. 131. 142


Ο γέρος κοίταξε το νεαρό για λίγο και μετά του είπε. -Οι προστριβές αυτές και τα μαλώματα ανάμεσα στις δυο εκκλησίες είναι πολύ παλιές. Έχουν αρχίσει αιώνες πριν. Και, άλλοτε μεν ησυχάζουν και σχεδόν ξεχνιούνται κι άλλοτε πάλι φουσκώνουν και θεριεύουν και, σα μανιασμένα κύματα, ορμούν και απειλούν να πνίξουν κι Ανατολή και Δύση. Και, λέγοντας αυτά οι δυο συνομιλητές τραβήχτηκαν πιο πέρα, έξω απ’ το συνωστισμό και τον πολύ κόσμο, προς την άκρη του περίβολου της εκκλησίας. Κάθισαν σε μια μεγάλη πελεκητή πέτρα που βρίσκονταν εκεί κοντά πεσμένη και μισοχωμένη στη γη κι ο γέρος συνέχισε. -Η Ανατολή κατηγορεί τη Δύση και η Δύση την Ανατολή. Η τακτική αυτή είναι κοινό γνώρισμα των ανθρώπων, που δεν έχουν το θάρρος και τη δύναμη να φέρουν το βάρος των πράξεών τους και την ευθύνη των ελαττωμάτων τους. Εμείς οι ανατολικοί, λέμε ζήτω ο πατριάρχης μας και οι καλόγεροί μας και κείνοι, οι δυτικοί, λένε ζήτω ο πάπας μας και όλοι οι καθολικοί. Αν με ρωτήσεις να σου πω ποιος έχει δίκιο, για να είμαι ειλικρινής θα σου απαντήσω απλά. Δεν ξέρω. Αν ακούσεις τον ένα, τον πάπα πώς τα λέει, δε θ’ αργήσεις να πας με το μέρος του κι αν ακούσεις τον άλλο, αλλάζεις θέση και πας με το μέρος εκείνου. Και τούτο, γιατί είμαστε λαός. Λαός, κοπάδι. Κι επειδή, δεν ξέρουμε ό,τι και όσα πρέπει να ξέρουμε, μας τραβάει ο ένας από εδώ κι ο άλλος από κει και πάντοτε δίνουμε δίκιο στο μεγαλύτερο καταφερτζή. Αν τύχει και τον καταλάβουμε ποτέ ποιος είναι και τι θέλει, είναι πλέον αργά, γιατί έχουμε πάθει τη ζημιά. Άκουσες να φωνάζουν πριν από λίγο και να αναφέρουν το Κίεβο, τη Μόσχα, τον πρίγκιπα Βασίλειο κλπ.. Θα σου πω λίγα απ’ όσα έγιναν παλιότερα. Θα προσπαθήσω να σου πω τα πιο σπουδαία και µ’ όση περισσότερη αντικειμενικότητα μπορώ κι εσύ κρίνε μόνος σου, όπως θέλεις. Το καλοκάγαθο γεροντάκι βολεύτηκε όσο μπορούσε καλύτερα πάνω στη σκληρή πέτρα, ακούμπησε τα δυο του χέρια πάνω στο ραβδί του, κοίταξε στα μάτια τον ανυπόμονο νεαρό και συνέχισε. -Πριν από μερικά χρόνια προέκυψε ένα εκκλησιαστικό ζήτημα. Μήπως και πότε έπαψαν να προκύπτουν εκκλησιαστικά ζητήματα; Αλλά αυτό ενδιαφέρει περισσότερο τώρα τη διήγησή μας. Το ζήτημα των Ουσσιτών. Αυτοί ήταν Βοημοί, οπαδοί του Ουσσίου (John Huss), ενός Τσέχου θρησκευτικού μεταρρυθμιστή του περασμένου αιώνα. Το 1430 λοιπόν, ο τότε πάπας Ευγένιος ο IV κάλεσε τους μεγάλους αρχιερείς και θεολόγους της Δύσης, για να εξετάσουν τα κηρύγματα και τις δοξασίες των Ουσσιτών και να επαναφέρουν τους αιρετικούς εκείνους, όπως τους αποκαλούσαν, στη θέση τους και να τους βάλουν στον ίσιο δρόμο. Η σύνοδος αυτή των αρχιερέων άρχισε στη Βασιλεία το 1431 και τελείωσε στη Φλωρεντία το 1439. Η Κωνσταντινούπολη έστειλε κι αυτή αντιπροσώπους της, για να παρακολουθήσουν τις εργασίες του συνεδρίου. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν κι ο ηγούμενος ενός μοναστηριού της Κωνσταντινούπολης, ονομαζόμενος Ισίδωρος. Ο ηγούμενος αυτός

143


βοηθούσε πολύ την ένωση των δύο εκκλησιών και προσπαθούσε όσο μπορούσε περισσότερο, όταν του δινόταν η ευκαιρία, για την εξεύρεση μιας λύσης προς την κατεύθυνση αυτή. Στη σύνοδο της Βασιλείας, οι πατέρες της καθολικής εκκλησίας αποφάσισαν, αφού τακτοποιήσουν το ζήτημα των Ουσσιτών, ν’ ασχοληθούν και με το ελληνικό ζήτημα. Το ζήτημα των ορθοδόξων. Η απόφαση αυτή της συνόδου έθιξε τους ορθοδόξους και τους έκανε να διαμαρτυρηθούν έντονα, γιατί η σύνοδος, με την απόφασή της αυτή, τους χαρακτήριζε ουσιαστικά αιρετικούς, όπως και τους Ουσσίτες. Στην πραγματικότητα, ο πάπας Ευγένιος ο IV δεν έβλεπε με συμπάθεια τη σύνοδο αυτή της Βασιλείας, γιατί πολλοί απ’ τους συνοδικούς είχαν στο νου τους να συζητήσουν και διάφορες εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες δεν ήθελε ο ποντίφικας. Ο πάπας είδε ότι το πνεύμα που επικρατούσε στη Βασιλεία δεν ευνοούσε καθόλου τις απόψεις και τους σκοπούς του, γι’ αυτό και θέλησε να μεταφέρει το συνέδριο στη Βολωνία. Η πρότασή του, όμως, αυτή δεν έγινε δεκτή και παρουσιάστηκαν διχογνωμίες και προστριβές ανάμεσα στους ιεράρχες. Έτσι, οι πατέρες-σύνεδροι διαιρέθηκαν κι ο πάπας με τέσσερις καρδινάλιους εγκατέλειψε το συνέδριο. Ο βασιλιάς της Ουγγαρίας Σιγισμούνδος, ο δούκας του Μιλάνου και όλοι σχεδόν οι ηγεμόνες της Δύσης τάχθηκαν με το μέρος των συνέδρων της Βασιλείας και μόνο η Βενετία και η Φλωρεντία πήγαν με το μέρος του πάπα. Ο πάπας αποκάλεσε το συνέδριο ‘’συναγωγή του σατανά’’ και το συνέδριο αποκάλεσε τον Ευγένιο σχισματικό κι ανίκανο και τον αποκήρυξε. Ταυτόχρονα, αφόρισε και τους Βενετούς, τους συμπατριώτες του πάπα που πήγαν με το μέρος του. Οι υποστηριχτές της συνόδου απ’ τη μια μεριά κι ο πάπας απ’ την άλλη άρχισαν χωριστές διαπραγματεύσεις με τον τότε αυτοκράτορα Ιωάννη. Η κάθε μερίδα επιδίωκε να πάρει τους Βυζαντινούς με το μέρος της κι έδειχνε πως ενδιαφερόταν, δήθεν, με κάθε τρόπο για την εξεύρεση ευνοϊκής λύσης της παλιάς διαφοράς Ανατολής και Δύσης κι ότι προσπαθούσε για μια ευκολότερη προσέγγιση των δύο χριστιανικών κόσμων. Πρεσβευτές ανταλλάχτηκαν μεταξύ του πάπα και της Κωνσταντινούπολης και μεταξύ των συνέδρων της Βασιλείας και του αυτοκράτορα. Οι αντιπρόσωποι των συνέδρων της Βασιλείας που ήρθαν τότε απ’ την Κωνσταντινούπολη για να πλησιάσουν τους Βυζαντινούς μίλησαν στην ιερά σύνοδο και είπαν, ότι ο πάπας είναι άκυρος πια, αφού έχει καθαιρεθεί και ανίσχυρος πλέον να βοηθήσει σ’ οτιδήποτε την Κωνσταντινούπολη. Απείλησαν δε πως, αν οι Ορθόδοξοι δεν ταχθούν με το μέρος τους και δεν στείλουν αντιπροσώπους τους στη Βασιλεία, τα δυτικά έθνη θα κηρύξουν πόλεμο κατά της Κωνσταντινούπολης και θα την κυριέψουν. Υπογράμμισαν επίσης τη θέληση και τη δύναμη των εθνών της Δύσης για μια τέτοια εκστρατεία20. Οι αντιπόσωποι του πάπα που ήρθαν λίγο αργότερα εδώ μίλησαν κι αυτοί στην ιερά σύνοδο το Σεπτέμβριο του 1437 και δήλωσαν στον 20

Pears E. ‘’The Destruction Of The Greek Empire’’ Σελίδα 122. 144


αυτοκράτορα, ότι ο πάπας είναι αποφασισμένος να συγκαλέσει άλλο συνέδριο και, σε περίπτωση που η Κωνσταντινούπολη θα ταχθεί με το μέρος του, δεν έχει αντίρρηση ο ποντίφικας, η πρόσκληση του συνεδρίου να γίνει στο όνομα του αυτοκράτορα. Επιπλέον, προσφέρθηκαν κι αυτοί, όπως και οι προηγούμενοι αντιπρόσωποι, να πληρώσουν όλα τα έξοδα αποστολής και διαμονής των αντιπροσώπων της Κωνσταντινούπολης στην Ιταλία. Τις μέρες εκείνες που γίνονταν οι συναντήσεις με τις αντιπροσωπείες των Δυτικών, ήρθε πρεσβεία απ’ το σουλτάνο κι ειδοποίησε τον αυτοκράτορα να προσέξει πολύ τις αποφάσεις του, γιατί η φιλία του με το Μουράτ θα έχει πολύ μεγαλύτερη αξία απ’ τη φιλία του με τη Δύση21. Ο αυτοκράτορας και η σύνοδος, αφού άκουσαν και τις δυο αντιπροσωπείες των Λατίνων κι έλαβαν υπόψη και τις φοβέρες των Τούρκων, αποφάσισαν τελικά να ταχθούν με το μέρος του πάπα. Ο πάπας Ευγένιος ο IV φάνηκε στους Βυζαντινούς περισσότερο πρόθυμος στο πλησίασμα Ανατολής και Δύσης. Οι διαθέσεις του ήταν πιο ξεκαθαρισμένες κι ο ίδιος έδειχνε μεγαλύτερη κατανόηση κι ελαστικότητα . . . Στο σημείο αυτό, μια δυνατή βοή από διαμαρτυρίες και μπερδεμένες φωνές των αντιφρονούντων σκέπασε τους ήχους της ψαλμωδίας που έβγαιναν απ’ τις ανοιχτές πόρτες και τα παράθυρα της Αγίας Σοφιάς και γέμιζαν τους γύρω χώρους του προαύλιου. Ο γέρος διέκοψε τη διήγησή του και, με μια κίνηση του χεριού του και μια γκριμάτσα στο πρόσωπό του, έδειξε τη δυσφορία του και την αντιπάθειά του για τις απρέπειες που συνέβαιναν στο χώρο της εκκλησίας. Σαν καλμάρησε το κύμα των φωνασκιών, ο γέρος με τ’ άσπρα γένια και το σημάδι στο μάγουλο συνέχισε. -Επειδή, λοιπόν, ο πάπας είδε τα διαιρεμένα πνεύματα των πατέρων της συνόδου της Βασιλείας και προέβλεψε τα αποτελέσματα της αδιαλλαξίας τους κι αφού έμαθε και την απόφαση του αυτοκράτορα, όρισε σαν τόπο της συνόδου τη Φερράρα της Ιταλίας. Το Νοέμβριο του 1437, ο αυτοκράτορας Ιωάννης κι ο πατριάρχης Ιωσήφ έφυγαν απ’ την Κωνσταντινούπολη με πλοία του πάπα και το Φεβρουάριο του επόμενου έτους έφτασαν στη Βενετία. Ο πάπας κι οι Βενετοί χάρηκαν ιδιαίτερα με τον ερχομό του αυτοκράτορα και του πατριάρχη και τους δέχτηκαν τελικά με μεγάλες τιμές. Λέγω τελικά, γιατί στην αρχή τα πράγματα είχαν μπερδευτεί. Όταν βγήκε ο αυτοκράτορας στη Φερράρα, έβρεχε δυνατά και η υποδοχή δεν έγινε όπως έπρεπε. Επιπλέον, ο πάπας επέμενε, όπως, την ώρα της υποδοχής, ο πατριάρχης Ιωσήφ του φιλήσει το πόδι. Ο πατριάρχης δεν συμφωνούσε με κανένα τρόπο στην αξίωση αυτή του πάπα και δεν ήθελε να βγει απ’ το πλοίο22. Τελικά, έγινε κάποιος συμβιβασμός, γιατί η παρουσία του αυτοκράτορα και της συνοδείας του στη Φερράρα θα έδινε μεγάλο κύρος στο συνέδριο του πάπα κι έτσι τα πράγματα εξομαλύνθηκαν και αποφεύχθηκε η μεγάλη 21 22

Pears E. ‘’The Destruction Of The Greek Empire’’ Σελίδα 123. Nicol D. M. ‘’The Last Centuries Of The Byzant.’’ Σελίδα 373. 145


ταπείνωση του πατριάρχη. Τον αυτοκράτορα Ιωάννη συνόδευε ο αδελφός του Δημήτριος, δεσπότης τότε του Μυστρά, ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης Ιωσήφ, ο μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος με τον αδελφό του Ιωάννη, ο ξακουστός και πολυδιαβασμένος αρχιεπίσκοπος Νικαίας Βησσαρίων, ο αρχιεπίσκοπος Σάρδεων Διονύσιος, ο αρχιεπίσκοπος Χίου Λεονάρδος, ο Νεόφυτος ο Ρόδιος, ο Γεώργιος Αμιρούζης, ο Γεώργιος ο Τραπεζούντιος, ο Συρόπουλος, ο Γεώργιος Φραντζής, ο Γεννάδιος, ο κοινός διερμηνέας Νικόλαος Σεκονδίνος ο καταγόμενος απ’ την Εύβοια23 και πολλοί άλλοι κληρικοί και λαϊκοί. Περίπου επτακόσια άτομα. Η μεγάλη αυτή συνοδεία, η οποία περιλάμβανε 30 επισκόπους, πολλούς άρχοντες και αρκετούς διακεκριμένους λόγιους, έμεινε για λίγο στη Βενετία και μετά πήγε στη Φερράρα. Οι Βενετοί έδειξαν στους Έλληνες τους θησαυρούς του Αγίου Μάρκου. Οι θησαυροί της Βενετίας ήταν πραγματικά σπάνιοι. Άφθαστοι σε τέχνη και αμύθητοι σε αξία. Ο Συρόπουλος, όταν τους είδε, είπε μελαγχολικά: ‘’όλοι αυτοί οι θησαυροί ήταν κάποτε δικοί μας . . . Είναι τα αφιερώματα και τα κειμήλια της Αγίας Σοφιάς και των μοναστηριών της Πόλης, που λεηλάτησαν και άρπαξαν οι Λατίνοι στην εξηκονταετία που κατείχαν την Κωνσταντινούπολη . . .’’ Κάποιος που βρέθηκε δίπλα του κι άκουσε το παράπονό του, του είπε πως δεν έχει απόλυτο δίκιο. Πολλά απ’ τα ανεκτίμητα εκείνα αντικείμενα κι ιδίως οι αυτοκρατορικοί θησαυροί είχαν παραδοθεί στους Βενετούς απ’ την αυτοκράτειρα Άννα το 1343, σαν ενέχυρα για την απόσπαση χρημάτων απ’ τη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου, υπό μορφή δανείου, για να μπορέσει η τότε αυτοκράτειρα κι ο μέγας δούκας Απόκαυκος να συνεχίσουν τον εμφύλιο πόλεμο κατά του Ιωάννη Κατακουζηνού. Επίσης, ο άρχοντας Φραντζής, όταν είδε τις πολυτελέστατες και καταστόλιστες με μετάξια γόνδολες των Βενετών κι όταν πάτησε το πόδι του στην πόλη με τα χίλια κανάλια, στάθηκε για λίγο αμίλητος και μαγεμένος απ’ την ομορφιά και την πρωτοτυπία της πόλης είπε: ‘’Βενετία υπέροχη, υπεροχότατη! Βενετία σοφή! Σοφότατη! Η πόλη του ψαλμού του Δαβίδ: «Ο Θεός εθεμελίωσε πόλιν επί των υδάτων . . .24» -Με την ακολουθία του πατριάρχη ήταν κι ο Γεννάδιος; Ρώτησε µ’ απορία ο νέος. Αυτός που σήμερα καταριέται τον αυτοκράτορα και τον αποκαλεί αμαρτωλό κι αιρετικό ήταν τότε ακόλουθός του σε μια τέτοια αποστολή; -Ο Γεννάδιος παλιότερα δεν ήταν κληρικός. Μετείχε στην αποστολή περισσότερο σαν ακόλουθος του αυτοκράτορα παρά του πατριάρχη. Ήταν γραμματέας στην υπηρεσία του παλατιού και δικαστής και ονομαζόταν Γεώργιος Σχολάριος. Αυτό είναι το λαϊκό του όνομα. Ακολούθησε τον αυτοκράτορα στο συνέδριο της Φλωρεντίας και μάλιστα υποστήριξε και την ένωση των εκκλησιών κι υπέγραψε και την τελική διακήρυξη του συνεδρίου. Κατείχε πολύ καλά τη λατινική γλώσσα κι ίσως η λατινομάθειά του αυτή να ήταν ο κυριότερος λόγος που τον πήρε μαζί 23 24

Παπαρηγόπουλου Κ. ‘’Ιστ. του Ελλην. Έθνους’’ Τόμ. 6 Σελ. 295. Pears E. ‘’The Destruction Of . . .’’ Σελίδα 123. 146


του ο αυτοκράτορας στην Ιταλία. Ήταν θαυμαστής του Γρηγορίου Παλαμά και υποστηριχτής των Ησυχαστών. Θαύμαζε το Λατίνο Θεολόγο Θωμά Ακουίνο και τις εργασίες του και παραδέχονταν τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Διαφωνούσε με το νεοπλατωνιστή απ’ το Μυστρά Γεώργιο Γεμιστό, το γνωστό με το όνομα Πλέθωνα. Γι’ αυτό κι όλο καυγάδιζαν όταν συζητούσαν οι δυο τους όσο χρόνο βρισκόταν μαζί στην Ιταλία. Ο Πλέθων ήταν για το Μυστρά την εποχή εκείνη ότι ήταν ο Μετοχίτης για την Κωνσταντινούπολη τον περασμένο αιώνα25. Όταν το 1409 πέθανε ο Θεόδωρος, ο αδελφός του δεσπότη του Μυστρά Μανουήλ, ο Πλέθων εκφώνησε λόγο στην κηδεία του, ενώ τον επικήδειο, τον οποίο είχε συντάξει ο ίδιος ο Μανουήλ, τον εκφώνησε ένας καλόγερος ονομαζόμενος Ισίδωρος. Αυτή ήταν η πρώτη δημόσια εμφάνιση του Πλέθωνα. Τότε ήταν γύρω στα πενήντα κι ήταν ονομαστός και σεβαστός φιλόσοφος. Ύστερα, έγινε σύμβουλος του Μανουήλ. Ήταν οπαδός και θαυμαστής του Πλάτωνα και προσπάθησε να παίξει στην αυλή του Μανουήλ στο Μυστρά το ρόλο που έπαιξε ο Πλάτωνας στην αυλή του Διονυσίου του δευτέρου στις Συρακούσες. Αργότερα, όταν γύρισε στην Κωνσταντινούπολη, ο Γεννάδιος επηρεάστηκε απ’ το φανατικό ανθενωτικό μητροπολίτη της Εφέσου Μάρκο, άλλαξε ιδέες κι έγινε καλόγερος. Έγινε φοβερός εχθρός της ένωσης και μεγάλος πολέμιος του αυτοκράτορα. Την ένωση αντέκρουσαν κι οι πατριάρχες Αντιοχείας, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων. Ο πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Μητροφάνης, ο οποίος προσπαθούσε να προωθήσει την ένωση, πέθανε το 1443 και για ένα χρόνο ο οικουμενικός θρόνος χήρεψε. Στο διάστημα αυτό, οι ανθενωτικοί ισχυροποιήθηκαν περισσότερο. Όταν δε το 1444 πέθανε κι ο Μάρκος ο Ευγενικός, η αρχηγία της παράταξης των ανθενωτικών δόθηκε στον καλόγερο Γεννάδιο. Αυτός εξήγησε την αρχαία γραφή που βρέθηκε χαραγμένη πάνω στον τάφο του Μ. Κωνσταντίνου. Κατά την εξήγηση του Γεννάδιου, η γραφή εκείνη προέλεγε, ότι είναι πεπρωμένο η Πόλη να πέσει στα χέρια των Τούρκων26. Στις 15 του περασμένου Νοεμβρίου, μίλησε πάνω απ’ τον άμβωνα μπροστά στον αυτοκράτορα και στους άρχοντες και κατηγόρησε ανοιχτά την ένωση των εκκλησιών. Ο νέος άκουγε εκστατικός, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα πάντα, ενώ ο γέρος τον πήγαινε από έκπληξη σε έκπληξη. -Λοιπόν, στη σύνοδο αυτή, συνέχισε, που πρωτοσυνεδρίασε στη Φερράρα στις 9 Μαρτίου 1437, ο πάπας Ευγένιος δέχτηκε την ίδια μέρα τον πατριάρχη Ιωσήφ. Τέσσερις καρδινάλιοι και εικοσιπέντε επίσκοποι, μαζί με πολλούς άρχοντες και ευγενείς, υποδέχτηκαν τον πατριάρχη και τον παρουσίασαν στον πάπα. Ο πάπας σηκώθηκε απ’ το θρόνο του, τον αγκάλιασε και τον υποδέχτηκε με χαρά και θέρμη. Μετά, τον έβαλε να καθίσει δίπλα του σ’ ένα κάθισμα ίδιο µ’ αυτά που καθόταν οι καρδινάλιοι. Η συνεδρίαση αυτή ήταν τυπική και το συνέδριο αποφάσισε 25 26

Nicol D. M. ‘’The Last Centuries . . .’’ Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . .’’

Σελίδα Σελίδα

360. 122. 147


ν’ αναβάλει τις εργασίας του για τέσσερις μήνες, δίνοντας έτσι καιρό στους ιεράρχες της Βασιλείας, να συνετιστούν και να έρθουν κι αυτοί στο συνέδριο. Τελικά, η επόμενη συνεδρίαση έγινε τον Οκτώβριο του 1437. Αρκετοί απ’ τους συνέδρους της Βασιλείας ήρθαν στη Φερράρα. Μεταξύ αυτών ήταν κι ο καρδινάλιος Ιούλιος Κεσαρίνο, ο πρόεδρος του συνεδρίου της Βασιλείας, ο οποίος και διακρίθηκε ανάμεσα στους Λατίνους θεολόγους. Επίσης, σπουδαίο ρόλο έπαιξε στο συνέδριο κι ο αρχηγός των Φραγκισκανών κληρικών Ιωάννης, καθώς και άλλοι Φραγκισκανοί ιερωμένοι, οι οποίοι είχαν παλιότερα επισκεφτεί την Ανατολή. Στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου ορίστηκαν έξι Λατίνοι κι έξι ορθόδοξοι θεολόγοι, για να διατυπώσουν τα θέματα του συνεδρίου. Βασικά, τα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκε το συνέδριο ήταν: 1) Η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Το καθαρά δογματικό θέμα του ‘’Filiogue’’. 2) Το είδος των ποινών για κάθαρση. 3) Η κατάσταση των ψυχών πριν απ’ την τελική κρίση. 4) Η χρήση των αζύμων στην Αγία Μετάληψη. 5) Τα πρωτεία του πάπα27. Στο συνέδριο της Φερράρα πήρε μέρος κι ο ηγεμόνας της Ρωσίας μέγας πρίγκιπας της Μόσχας Βασίλειος ο δεύτερος, ο αποκαλούμενος τυφλός κι έστειλε σαν αντιπρόσωπο της ρωσικής εκκλησίας τον τότε μητροπολίτη Κιέβου Ισίδωρο. Ο Ισίδωρος αυτός δεν ήταν άλλος απ’ τον ηγούμενο του μοναστηριού του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης, που στο μεταξύ είχε γίνει ιεράρχης και το 1436 είχε τοποθετηθεί μητροπολίτης Κιέβου της Ρωσίας. Και ο Ισίδωρος πάλι αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον εκ Πελοποννήσου λόγιο και θεολόγο, τον μετέπειτα μοναχό, εκείνο που εκφώνησε επικήδειο λόγο στην κηδεία του άρχοντα Θεοδώρου, του αδελφού του δεσπότη του Μυστρά Μανουήλ το 1409. Κι επίσης, δεν είναι άλλος απ’ τον τώρα καρδινάλιο της Βολωνίας και αντιπρόσωπο του πάπα, που βλέπεις κι ακούς αυτή τη στιγμή να λειτουργεί μέσα στην Αγία Σοφιά. -Αυτός είναι ο Ισίδωρος; ρώτησε ο νέος με κατάπληξη κι έστρεψε το βλέμμα του προς την εκκλησία, σα να ήθελε να δει τον καρδινάλιο, του οποίου η φωνή ξεχώριζε εκείνη τη στιγμή απ’ τις άλλες στην ψαλμωδία. Έμεινε για λίγο εκστατικός και άφωνος. Μετά, γυρίζοντας προς το γέρο, του είπε ανυπόμονα. Τι άλλο ξέρεις απ’ τη ζωή και τη δράση του καρδινάλιου; Κι ενέτεινε περισσότερο την προσοχή του. -Ο Ισίδωρος, πραγματικά, συνέχισε ο γέρος, ευνοούσε την ένωση των εκκλησιών, όπως κι ο Βησσαρίωνας και μίλησε αρκετές φορές µ’ αυτό το πνεύμα στο συνέδριο και µ’ επιμονή υποστήριξε το πλησίασμα της Ανατολής και της Δύσης. Μάλιστα, σ’ ένα λόγο του είπε: ‘’Η ένωση, αν πραγματοποιηθεί, θα δημιουργήσει ένα μνημείο, το οποίο θα συναγωνίζεται τον κολοσσό της Ρόδου και του οποίου η κορυφή θα

27

Pears E. ‘’The Destruction Of . . .’’

Σελίδα

125. 148


έφθανε στον ουρανό, ενώ η λαμπρότητά του θα ήτο αισθητή τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση28.’’ Το συνέδριο δεν παρέμεινε και πολύ στη Φερράρα, γιατί μια μεγάλη επιδημία ξέσπασε στην πόλη αυτή και οι σύνεδροι, φοβούμενοι το μεγάλο λοιμό, το μετέφεραν στη Φλωρεντία. Έτσι τουλάχιστον εξήγησαν τη μεταφορά του απ’ τη Φερράρα στη Φλωρεντία. Όπως, όμως, στη Βασιλεία οι σύνεδροι διαιρέθηκαν σε παπικούς και αντιπαπικούς, έτσι και στη Φλωρεντία διαιρέθηκαν σε ενωτικούς και ανθενωτικούς. Απ’ τους ορθόδοξους αντιπροσώπους, εκτός απ’ τον αυτοκράτορα που πρωτοστάτησε για την ένωση, τάχθηκαν υπέρ της ένωσης και την υποστήριξαν με κάθε τρόπο ο αρχιεπίσκοπος Νικαίας Βησσαρίων, ο μητροπολίτης Κιέβου Ισίδωρος κι ο αρχιεπίσκοπος Χίου Λεονάρδος. Εναντίον της ένωσης τάχθηκαν ο μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος ο Ευγενικός, ο αδελφός του Ιωάννης, ο Νεόφυτος ο Ρόδιος, ο επίσκοπος Ηρακλείας και άλλοι, οι οποίοι με κάθε μέσο πολέμησαν τη γεφύρωση του χάσματος, γιατί θεωρούσαν το πλησίασμα αυτό όχι σαν ισότιμη ένωση των δύο χριστιανικών κόσμων αλλά σαν υποταγή και υποδούλωση της Ανατολής στη Δύση. Τα ‘’πρωτεία’’ του πάπα απασχόλησαν περισσότερο τη σύνοδο των ιεραρχών απ’ ότι το πραγματικά δογματικό ζήτημα του ‘’Filiogue’’. Παρ’ όλες, όμως, τις διαμάχες, τις αντιδράσεις και τα απρόοπτα, η σύνοδος προχώρησε στο έργο της, το οποίο, ύστερ’ από εικοσιέξι συνεδριάσεις τελείωσε στις 6 Ιουλίου 1439. Στις 14 Ιουλίου εξέδωσε την απόφασή της, με την οποία κηρύσσονταν η ένωση των εκκλησιών και γεφυρώνονταν το χάσμα, που επί τόσους αιώνες συντάραζε το χριστιανισμό. Έτσι τουλάχιστον πίστευαν κι έτσι διέδιδαν οι οπαδοί της ένωσης. Επειδή οι σύνεδροι, καθολικοί κι ορθόδοξοι, ενωτικοί και ανθενωτικοί, προέβλεπαν την αντίδραση του λαού κι ιδιαίτερα των κληρικών και των καλογήρων της Ανατολής και, για να μη δοθεί άμεση λαβή διαμαρτυρίας, συνέταξαν στο τέλος του συνεδρίου διακήρυξη σε πολλά αντίγραφα, απ’ τα οποία τέσσερα υπέγραψαν μόνο οι Έλληνες και τα υπόλοιπα οι Λατίνοι. Στα αντίγραφα των Ελλήνων δεν αναφέρονταν τίποτα για την υπεροχή του πάπα. Απ’ αυτά τα αντίγραφα έστειλε το συνέδριο στην Κωνσταντινούπολη και στην Ανατολή, ενώ στα άλλα των Λατίνων υπήρχε παράγραφος, που αναγνώριζε την πρωτοκαθεδρία στον πάπα. Τέτοια αντίγραφα στάλθηκαν στο Λονδίνο, στο Παρίσι και σ’ άλλα μέρη της Δύσης. Αργότερα, τα αντίγραφα των Λατίνων δεν τα αναγνώρισαν οι Έλληνες σαν αυθεντικά αλλά τα χαρακτήρισαν σαν πλαστά και άκυρα29. Την περιβόητη αυτή απόφαση της συνόδου της Φλωρεντίας δεν υπέγραψαν οι ανθενωτικοί σύνεδροι, όπως ο Μάρκος της Εφέσου, ο Ρόδιος, ο επίσκοπος της Ηράκλειας και άλλοι.

28

Vasiliev A.A. ‘’History Of The Byzant Empire’’ Τόμ. Ε Σελίδα 94. Pears E. ‘’The Destruction Of . . .’’ Σελίδα 128.

29

149


Ο επίσκοπος της Ηράκλειας, επιστρέφοντας για την Κωνσταντινούπολη, πέρασε απ’ τη Βενετία. Στη λειτουργία του Αγίου Μάρκου, κλήθηκε απ’ τους καθολικούς να πει το ‘’Πιστεύω’’. Το είπε παραλείποντας το ‘’Filiogue’’30. Ο ίδιος επίσκοπος επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη δήλωσε, ότι θα προτιμούσε να του κοπεί το χέρι παρά να υπογράψει τη διακήρυξη της ένωσης31. Επιπλέον, οι πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχίας και Αλεξανδρείας, ομόφωνα αποκήρυξαν την ένωση και την καθολική εκκλησία και δήλωσαν, ότι θα αφορίσουν κάθε ορθόδοξο κληρικό, ο οποίος θα τολμήσει να ταχθεί με το μέρος των ενωτικών32. Αντίθετα, με χαρά την υπόγραψαν οι ένθερμοι υποστηρικτές της, ο Βησσαρίων της Νικαίας, ο Ισίδωρος του Κιέβου, ο Λεονάρδος της Χίου και άλλοι κληρικοί. Ο πατριάρχης Ιωσήφ, ο οποίος ήταν ογδόντα χρονών, πέθανε και θάφτηκε στη Φλωρεντία, λίγες μέρες πριν τελειώσουν οι εργασίες του συνεδρίου και υπογραφεί η ένωση. Οι ανθενωτικοί τότε είπαν αμέσως, ότι ο θάνατος του πατριάρχη ήταν ένα ακόμη σημείο της ασέβειας των ενωτικών και δείγμα της παρανομίας του συνεδρίου. Απ’ την άλλη μεριά, οι καθολικοί είπαν ότι ο πατριάρχης, πριν πεθάνει, υπέγραψε δήλωση, η οποία βρέθηκε αργότερα σε μια φωλιά περιστεριών, με την οποία ασπάστηκε τον καθολικισμό και αναγνώρισε την υπεροχή του πάπα. Επίσης, όταν οι ενωτικοί γύρισαν στην Κωνσταντινούπολη, διαπίστωσαν ότι, κατά την απουσία τους, οι εδώ ανθενωτικοί είχαν διαγείρει τα πνεύματα κατά της ένωσης κι είχαν ξεσηκώσει τόσο πολύ το λαό, ώστε η όλη τους προσπάθεια στη Φλωρεντία, για να πετύχουν όσο το δυνατόν καλύτερους όρους συμβιβασμού με τον πάπα και τους καθολικούς, έπεσε στο κενό και τα επιτεύγματά τους ήταν πλέον δώροάδωρο. Επιπλέον και η δική τους παρουσία στην Κωνσταντινούπολη γινόταν τώρα δύσκολη κι ανεπιθύμητη . . . Τα ίδια περίπου συνέβαιναν και στη Ρωσία. Όταν ο τότε μητροπολίτης Ισίδωρος διέταξε να διαβαστεί η απόφαση της Φλωρεντίας στον καθεδρικό ναό της Αναλήψεως στη Μόσχα, δεν βρήκε καμιά απολύτως υποστήριξη. Αντίθετα, ο μέγας πρίγκιπας της Μόσχας Βασίλειος του φέρθηκε ψυχρά, δεν τον αποκαλούσε όπως πρώτα ‘’ποιμένα και διδάσκαλο’’ του ποιμνίου του, αλλά λύκο και εχθρό του. Τελικά, τον συνέλαβε και τον φυλάκισε σε μοναστήρι. Αργότερα δραπέτευσε από κει ο Ισίδωρος κι έφυγε στην Ιταλία. Ο πάπας τον έκανε καρδινάλιο της καθολικής εκκλησίας και τον έστειλε σήμερα εδώ σαν αντιπρόσωπό του. Επίσης, καρδινάλιο έκανε και το Βησσαρίωνα της Νικαίας, τον οποίο και κράτησε κοντά του. Ο Βησσαρίων ήταν τόσο σπουδαίος και ξακουστός, που θα γινόταν και πάπας, αν η καταγωγή του δεν ήταν ελληνική. Ο σοφός αυτός άνθρωπος είχε γεννηθεί στην Τραπεζούντα κι είχε σπουδάσει στην Κωνσταντινούπολη. Την εποχή εκείνη, συναντήθηκε εδώ 30 31 32

Pears E. ‘’The Destruction Of . . .’’ Pears E. ‘’The Destruction Of . . .’’ Pears E. ‘’The Destruction Of . . .’’

Σελίδα Σελίδα Σελίδα

127. 128. 129. 150


στην Κωνσταντινούπολη με τον Ιταλό ανθρωπιστή Φίλεφο, ο οποίος είχε έρθει κι αυτός στην Πόλη για να παρακολουθήσει ανώτερα μαθήματα. Η γνωριμία του με το Φίλεφο τον έφερε σ’ επαφή με την κίνηση των Ιταλών ανθρωπιστών κι έμαθε απ’ αυτόν το ενδιαφέρον που έδειχναν οι Ιταλοί την εποχή εκείνη για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την τέχνη. Το ανώτερο ελληνικό πνεύμα και την άφταστη ελληνική φιλολογία είχε μεταφέρει κι είχε μεταδώσει με μεγάλη επιτυχία στην Ιταλία ο Μανουήλ Χρυσολωράς από το 1366, με τις σχολές που είχε ανοίξει στη Φλωρεντία, στην Πάβια, στη Βενετία και στη Ρώμη. Μια μέρα, στη Φλωρεντία, κατά τη διάρκεια της συνόδου, μας είπε ο Βησσαρίων: ‘’Δεν κρίνω σωστή την απομόνωσή μας απ’ τους Λατίνους, παρά την ύπαρξη όλων των ευλογοφανών αιτίων . . .’’ -Σας είπε ο Βησσαρίων στη Φλωρεντία; Φώναξε με κατάπληξη ο νέος. Μα, ποιος είσαι, καλέ μου γέροντα; Ξέρεις τόσα πολλά πράγματα, τόσα γεγονότα και με τόσες λεπτομέρειες, που δεν έχω ξανακούσει ποτέ μου. Πες μου, ποιος είσαι; Ξαναρώτησε ο νεαρός κι έριξε ένα παρακλητικό και γεμάτο θαυμασμό βλέμμα στο γλυκομίλητο και πολύξερο γεροντάκι. Ο γέρος, με προσποιητή απάθεια, χωρίς να δείξει την ταραχή του για τις τελευταίες λέξεις που άθελά του του ξέφυγαν και με το ίδιο καλοκάγαθο και απλό ύφος, συνέχισε. -Κάποτε ήμουν κι εγώ νέος σαν και σένα. Πήρα μέρος σε πολλές μάχες κι όσο μπορούσα πολέμησα για τον τόπο αυτό και με το πνεύμα και με τα όπλα κι έδειξε το σημάδι που είχε στο μάγουλο. Προσπάθησα ό,τι περνούσε απ’ το χέρι μου καλύτερο για τούτη την Πατρίδα. Αναστέναξε για λίγο και κούνησε το κεφάλι του με λύπη, σα να έβλεπε όλους τους κόπους της ζωής του να πηγαίνουν χαμένοι και είπε. -Πολέμησα τους Τούρκους του Μουράτ στην πολιορκία της Πόλης το 1422 κι ακολούθησα τον αυτοκράτορα Ιωάννη στη Φλωρεντία. Έλαβα μέρος στις εργασίες του συνεδρίου και παρακάθισα στο συμπόσιο που παρέθεσε ο πάπας στο τέλος του συνεδρίου. Πήγα μαζί με τον αυτοκράτορα στη Βενετία απ’ όπου περάσαμε επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη. Το όνομά μου είναι . . . Τη στγμή αυτή φάνηκε να βγαίνει οργισμένος απ’ την εκκλησία ο μέγας δούκας Νοταράς και πίσω του ακολουθούσε ένα πλήθος δυσαρεστημένων ανθενωτικών. Με φωνές και χειρονομίες, βλοσυροί κι ορμητικοί σα μανιασμένο κύμα, διέσχισαν το γεμάτο πιστούς προαύλιο της Αγίας Σοφιάς και προχώρησαν προς το δρόμο. Το κύμα αυτό του φανατισμένου κι εξοργισμένου πλήθους έπεσε απροσδόκητα επάνω στους δυο συζητητές, οι οποίοι, χωρίς να το καταλάβουν, παρασύρθηκαν απ’ την ορμή του και χάθηκαν μέσα στην ανθρωποθάλασσα. Αργότερα, ο νεαρός ξαναγύρισε εκεί στο ίδιο μέρος και κάθισε στη γωνιά της μεγάλης πελεκητής πέτρας. Ακριβώς εκεί όπου καθόταν πριν από λίγο το καλό γεροντάκι με το άσπρο γένι και το σημάδι στο μάγουλο. Σκεφτόταν τα λόγια του κι έψαχνε με το βλέμμα του να ξαναδεί το ήρεμο κι άδολο πρόσωπο του γέρου με τα αστραφτερά μάτια και την καθαρή ψυχή. Καθισμένος στην άκρη της πέτρας ο νεαρός ένιωθε την ψυχή του να

151


διψά γι’ αλήθεια και µ’ ανυπομονησία περίμενε τον άγνωστο γέροντα, να βγει απ’ το τρικυμισμένο πλήθος και νά ‘ρθει κοντά του, για να συνεχίσει τις τόσο ενδιαφέρουσες και γεμάτες αλήθεια ιστορίες του και να του δώσει απάντηση στα χίλια ερωτήματα που τώρα βασάνιζαν τη σκέψη του. Αλλά ο γέρος δεν ξανάρθε. Πόσο ήθελε να μάθει τ’ όνομά του! . . . Αλγεινή εντύπωση έκανε σ’ όλους κι ιδιαίτερα στους αντιπροσώπους του πάπα, όταν ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς, ανθενωτικός και θερμός οπαδός του Γεννάδιου, φεύγοντας απ΄ το ναό της Αγίας Σοφιάς, ξεστόμισε, φωνάζοντας δυνατά, τα τρομερά εκείνα και δηλητηριώδη για την περίπτωση λόγια: ‘’Καλύτερα να δούμε στη μέση της πόλης να βασιλεύει σαρίκι τούρκικο παρά καλύπτρα λατινική33. Τα λόγια αυτά έφεραν αναστάτωση στον κόσμο και μεγάλος σάλος παρατηρήθηκε μέσα κι έξω απ’ την εκκλησία. Ο νεαρός έμεινε άναυδος απ’ τις παράξενες αυτές εκδηλώσεις του πλήθους. Σιωπηλός κι αποσβολωμένος απ’ τους εξωφρενισμούς και τις απρέπειες του εξαγριωμένου όχλου, συνέχισε να κάθεται στην άκρη της μεγάλης πέτρας και να κοιτάζει απορημένος στο κενό. Σα φουσκωμένο κύμα ανεβοκατέβαινε η ταραχή μέσα στο απέραντο πλήθος και με ορμή και ηλεκτρισμένο πείσμα εξωτερικεύονταν και συγκρούονταν οι ερεθισμένες αντιθέσεις των αντιφρονούντων. Ανάμεσα στους φανατισμένους ήταν και μερικοί ψύχραιμοι, που προσπάθησαν να συγκρατήσουν κάπως τα πράγματα. Με την επέμβαση των λίγων αυτών κατορθώθηκε, ώστε οι εκδηλώσεις των μανιασμένων κυμάτων και το ξέσπασμα της απότομης έξαψης των αντιθέσεων, να μην έχουν τραγικότερα κι αιματηρά αποτελέσματα. Ο κόσμος, όμως, διαιρέθηκε με πείσμα και διαιρέθηκε βαθιά κι ανεπανόρθωτα. Άλλοι έμειναν πιστοί στον αυτοκράτορα και στην ένωση κι άλλοι έφυγαν οργισμένοι απ’ την εκκλησία κι ενώθηκαν με τους μανιασμένους διαδηλωτές των δρόμων. Ύστερ’ απ’ την πρώτη βίαιη σύγκρουση των παθών και το διαμελισμό του μεγάλου πλήθους που είχε προσέλθει στην εκκλησία για να παρακολουθήσει την ιστορική εκείνη λειτουργία, διάφορες μικροομάδες ψυχραιμότερων ανθρώπων, διασκορπισμένες εδώ κι εκεί μέσα στο μεγάλο περίβολο της εκκλησίας, συζητούσαν κι έκριναν καθένας με τον τρόπο του τα έκτροπα γεγονότα. -Να είμαστε σίγουροι, είπε κάποιος από μια τέτοια ομάδα ανθρώπων, που σπρωγμένοι απ’ το ερεθισμένο πλήθος είχαν έρθει και στεκόταν τώρα δίπλα στον αποκαρδιωμένο νεαρό, ότι, όσο καλή κι αν είναι η θέληση των εδώ Λατίνων, θα διαβιβαστούν οπωσδήποτε στον πάπα τα συναισθήματά μας αυτά και οι βίαιες εκδηλώσεις κι αλίμονό μας αν ως τότε δεν έχουν φύγει απ’ τα ιταλικά λιμάνια για την Κωνσταντινούπολη τα λατινικά πλοία με τη βοήθεια που μας υποσχέθηκαν οι καθολικοί. -Όση βοήθεια κι αν μας στείλουν απ’ τη Δύση, δε θα μπορέσουμε ν’ αντισταθούμε στο Μωάμεθ με τους τόσους συμμάχους του που έχει μέσα 33

Δούκα Μ. ‘’Χρονικό της Άλωσης’’

Σελίδ.

264-65. 152


στην Κωνσταντινούπολη, πρόσθεσε ένας άλλος κι έδειξε ένα γύρω με το χέρι του προς τους ασχημονούντες διαδηλωτές. -Εμείς σπαταλάμε τις δικές μας δυνάμεις ασυλλόγιστα και άδικα, είπε ένας ψηλός γριζομάλλης άντρας με ηλιοκαμένο πρόσωπο και ρούχα ναυτικού και ζητούμε βοήθεια απ’ τη Δύση ή την Παναγία. Βέβαια, στα παλιότερα χρόνια μας βοήθησε η Παναγία αλλά δουλέψαμε κι εμείς κι αγωνιστήκαμε σκληρά. Τραβήξαμε μπροστά με καρτερία και θάρρος. Είδε κι η Μεγαλόχαρη τη θέλησή μας και μας βοήθησε. Είχαν πολύ δίκιο οι παλιότεροι που έλεγαν: ‘’συν Αθηνά και χείρα κίνει’’. Σήμερα, βαρεθήκαμε, φαίνεται, εμείς τους κόπους και τις θυσίες που απαιτεί ένας αγώνας για τη σωτηρία της πατρίδας και, κρυμμένοι πίσω απ’ τις αμφίβολες προφητείες διαφόρων βλαμμένων καλόγερων, προσπαθούμε να ρίξουμε τις ευθύνες μας αλλού και να φορτώσουμε το βάρος της άμυνας της πόλης μας στη Θεοτόκο. Αμ, δεν γελιέται έτσι η Παναγία . . . -Άκουσες γέρο, ρώτησε ένας εργάτης απ’ αυτούς που δούλευαν στα τείχη κι επισκεύαζαν τα αρείπια, τι τέρατα και σημεία άρχισαν να παρουσιάζονται στην πόλη; Πολλοί λένε, ότι είδαν τα άστρα να μπερδεύουν τους δρόμους τους, ν’ αλλάζουν πορείες στον ουρανό ή να συγκρούονται μεταξύ τους. Άλλοι ισχυρίζονται, ότι τα είδαν, άλλοτε να τρέχουν με μεγαλύτερη ταχύτητα ή να σταματούν απότομα κι άλλοτε πάλι να βγάζουν καπνούς και να λάμπουν περισσότερο ή να διαλύονται και να εξαφανίζονται τελείως . . . -Ναι, ναι, πετάχτηκε και πρόσθεσε μια γυναίκα. Λένε, ότι οι εικόνες στα μοναστήρια ιδρώνουν κι έκανε από συνήθεια το σταυρό της, αγάλματα αγίων και μεγάλων ανδρών δακρύζουν και κλαίνε. Διάφοροι άντρες ή γυναίκες, καλόγεροι και καλογριές το περισσότερο, αποχτούν νέες παράξενες ικανότητες ή χάνουν κι αυτές τις συνηθισμένες λιγοστές που είχαν. Άλλοι δίνουν χρησμούς, άλλοι εξηγούν όνειρα, άλλοι παρατηρούν και ερμηνεύουν διάφορα σημεία, άλλοι οραματίζονται απίθανα πράγματα στα καλά καθούμενα . . . -Κι οι παπάδες που τους ρωτάμε, πρόσθεσε μια γριά, μας λένε ότι όλα αυτά είναι σημάδια τα οποία προλέγουν τη συντέλεια του κόσμου. Ειδοποιούν για την καταστροφή της Πόλης. Ο Γεννάδιος απ’ το κελί του φωνάζει, ότι ο Θεός αποφάσισε να καταστρέψει την Πόλη. ‘’Είναι θέλημα των Αγίων, λέει, η Πόλη να τουρκέψει.’’ -Κι άλλοι πάλι, αισθάνονται παράξενα τραντάγματα της γης και σεισμούς, συνέχισε η γυναίκα. Άλλοι βλέπουν εδώ και κει να βγαίνουν ατμοί απ’ το χώμα και να πηδούν ξαφνικά ζεστά νερά ή παρατηρούν παράξενα σημάδια πάνω στο φεγγάρι. Παρακολουθούν το πέρασμα των πουλιών. Εξετάζουν τις στάσεις των αγαλμάτων . . . -Τα ξέρω. Τα ξέρω και τα ακούω όλα αυτά κάθε μέρα, διέκοψε ο ναυτικός. Δε σας κάνει, όμως, εντύπωση το γεγονός, ότι όλοι αυτοί οι οραματιζόμενοι και οι άνθρωποι με τις παράξενες ικανότητες ανήκουν σ’ αυτούς εκεί, που τώρα περνούν φωνάζοντας και βρίζοντας τον αυτοκράτορα; Κι έδειξε μια ομάδα διαδηλωτών του Γεννάδιου που περνούσε με φωνές και θόρυβο απ’ τον απέναντι δρόμο.

153


-Στο μυαλό αυτών των ανθρώπων, συνέχισε ο γριζομάλλης άντρας με το ηλιοκαμένο πρόσωπο, επικρατούν οι πανθεϊστικές ιδέες. Οι ιερές πηγές, οι θαυματουργές εικόνες, τα θαυματουργά λείψανα κι όλες οι άλλες μπερδεμένες έννοιες που έχουν γίνει στις μέρες μας η πιο παραδεχτή φόρμα της θρησκείας μας. Ξεχωρίζουν τις εκκλησίες και τις εικόνες της Παναγίας σε κατηγορίες και κηρύττουν, ότι η μια Παναγία είναι καλύτερη απ’ την άλλη κι ο κόσμος τρέχει να προσκυνήσει σαν καλύτερη την ξακουστότερη Παναγία, την πιο θαυματουργή, περιφρονώντας την άλλη σαν κατώτερη και δευτερεύουσα, σαν ανίκανη για θαύματα κι αδύναμη να μας παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια. Μα όλες οι Παναγίες δεν είναι μία και η αυτή; Αυτή η μία Θεοτόκος; Κληρικοί, που θέλουν να λέγονται και πατέρες της εκκλησίας και να θεωρούνται μεγάλοι θεολόγοι και ποιμένες του Έθνους, λένε ότι ο τάδε Άγιος Γεώργιος ή Δημήτριος είναι ανώτερος κι επομένως βρίσκεται κοντότερα στο Θεό απ’ τον τάδε, επίσης Άγιο Γεώργιο ή Δημήτριο, ο οποίος είναι παρακατιανός και με μικρότερες ικανότητες. Ξεχνούν, ότι ένας είναι ο Άγιος Γεώργιος ή ο Άγιος Δημήτριος και μια και πάντοτε ίδια η αξία του και η ικανότητά του. Τέτοιες θεωρίες και τέτοια κηρύγματα δε θα σώσουν τη δύστυχη Κωνσταντινούπολη. Αντίθετα, θα την καταστρέψουν μια ώρα γρηγορότερα. Οι σκέψεις, οι ενέργειες και τα κηρύγματα των ανθρώπων αυτών είναι όλα αρνητικά και γεμάτα ηττοπάθεια34. Ο νεαρός, ακούγοντας τα λόγια αυτά του γέρου σηκώθηκε όρθιος και πλησίασε περισσότερο προς τη μικρή συντροφιά. Ο γκριζομάλλης άντρας πρόσεξε το ενδιαφέρον του νεαρού και, στρέφοντας το βλέμμα του, τον κοίταξε στα μάτια και συνέχισε. -Εγώ, είπε, είμαι όλα μου τα χρόνια ναυτικός. Γύρισα όλο το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Μπήκα στα καράβια από μικρό παιδί. Ταξίδεψα στην Αίγυπτο, στην Πορτογαλία, στις χώρες της Αραβίας. Μια ζωή γυρίζω μέσα στις θάλασσες. Πέρασα φουρτούνες στη Μαύρη Θάλασσα, πέρα στην Αζοφική, στην Ιβηρία, στην Τραπεζούντα, στην Οδησσό, στη Σικελία, στη Συρία. Πάντοτε έκανα το σταυρό μου και δούλευα. Δούλευα σκληρά. Στις μεγάλες θαλασσοταραχές, με τη σκέψη μου έλεγα την προσευχή μου και με τα χέρια μου κρατούσα γερά, όσο μπορούσα πιο γερά, το τιμόνι ή το κουπί και κανόνιζα τα πανιά. Δεν περίμενα να δακρύσει το κατάρτι, ούτε να δω φωτιά στον ουρανό για να σωθώ. Αν πρόσεχα και παρατηρούσα τέρατα και σημεία κι αν ήθελα να δω σημάδια στο φεγγάρι και παράξενα σχήματα στις κορυφές των μανιασμένων κυμάτων, θα έβλεπα πολλά μέσα στην παραζάλη μου και θα είχα κάνει με τη φαντασία μου κι άλλα τόσα. Κι αν σταύρωνα τα χέρια και προσπαθούσα να τα ερμηνεύσω, θα με είχε καταπιεί η θάλασσα και δε θα ήμουν τώρα εδώ. -Έχει δίκιο ο φίλος, είπε κάποιος. Είναι ανάγκη ν’ αφήσουμε όλοι τους χρησμούς, τα όνειρα και τις αρρωστημένες θρησκοληψίες και να πάμε να δουλέψουμε με όρεξη στα τείχη, αν θέλουμε να συνέλθουμε κάπως απ’ την ψυχική ατονία και σωματική εξάρθρωση που πάθαμε. Η 34

Pears E. ‘’The Destruction Of . . .’’

Σελίδα

184. 154


δουλειά θα κάνει καλό και σε μας και στην πόλη. Για δες τόσα χέρια πώς πάνε χαμένα! Συνέχισε δείχνοντας το πλήθος των μανιασμένων διαδηλωτών. Πόση δουλειά θα τελείωναν όλοι αυτοί σήμερα στους πύργους και πόση δύναμη θα πρόσθεταν στην άμυνα της πόλης! . . . -Εγώ, είπε ο γεροναυτικός, δεν πιστεύω ούτε στις παραξενιές των ανθενωτικών, ούτε στη βοήθεια του πάπα, όσο πιστεύω στη θέληση τη δική μας. Τι να σου κάνει η ξένη βοήθεια; Τι τα θέλουμε τα όπλα της Δύσης, όταν εμείς δε θα έχουμε καρδιά και κουράγιο να τα κρατήσουμε; Όταν θα μας αφαιρέσουν την ψυχή και θα μας έχουν καταρρακώσει το θάρρος και τη θέληση οι μάγοι και οι ψευτοπροφήτες; Ο αποθαρρυμένος στρατιώτης είναι νικημένος πριν μπει στη μάχη κι ο πανικόβλητος ναυτικός πνίγεται στη μπουνάτσα. Τα λόγια και τα έργα αυτών εδώ κι έδειξε προς τους ταραχοποιούς, αφαιρούν το κουράγιο απ’ τον άνθρωπο. Τον δηλητηριάζουν με παραξενιές, τον γεμίζουν αμφιβολίες, του μπερδεύουν το μυαλό και τη θέληση. Τον φέρνουν σε θέση, ώστε να μην μπορεί να ξεχωρίσει το χριστιανό απ’ τον Τούρκο. Ακούς εκεί, να φθάσουμε σε σημείο, που οι μισοί ν’ αγωνιζόμαστε να οχυρώσουμε την πόλη κι οι άλλοι μισοί να προσπαθούμε να την παραδώσουμε, σήμερα κιόλας αν είναι δυνατόν, στους Τούρκους! Οι μεγάλες μάζες των αργών καλογήρων κι είναι σήμερα πάρα πολλές, δεν προσέφεραν ποτέ όσα έπρεπε στην πόλη. Πάντοτε ενεργούσαν κι ενεργούν για το δικό τους μόνο συμφέρον. Τον καιρό της ειρήνης χαρακτηρίζει τη ζωή τους η αδράνεια κι η μετριότητα και σήμερα, την ώρα του πολέμου, κάθε ενθουσιασμός για τη σωτηρία της πόλης έχει πεθάνει μέσα τους35. Δεν φθάνει που είναι άρρωστοι οι ίδιοι, πανικοβάλλουν και τους άλλους. -Αν ήταν από κάποιο μέρος ο Μωάμεθ να έβλεπε το τι γίνεται εδώ, δε θα ξόδευε χρήματα να χτίζει φρούρια και να ετοιμάζει στρατό, είπε κάποιος με δυσφορία. Θα έκανε αρχιστράτηγό του το Γεννάδιο με στρατηγό το Νεόφυτο κι επιτελείο τους καλόγερους οπαδούς τους κι αυτοί αμέσως θα του παρέδιναν την πόλη. -Μήπως δε θα τα μάθει τα χάλια μας; πρόσθεσε ο νεαρός. -Τα ξέρει και τρίβει τα χέρια του απ’ τη χαρά του, είπε ο εργάτης. Όπου κι αν έψαζε δε θά ‘βρισκε καλύτερους συμμάχους. -Αυτοί οι καλόγεροι κι είναι χιλιάδες απ’ αυτούς, με τα ακατάληπτα κηρύγματά τους και τις μπερδεμένες κουβέντες τους, κάνουν το λαό θρησκόληπτο και δεισιδαίμονα και τον φανατίζουν επικίνδυνα, είπε ο γέρος. -Τόσο πολύ, πρόσθεσε ένας άλλος της συντροφιάς, που κι αν ακόμα σήμερα κατεβεί απ’ τον ουρανό άγγελος Κυρίου και πει καθαρά, ότι η πόλη θα σωθεί αν η Ανατολή ενωθεί με τη Δύση, ο κλήρος μας δε θα το δεχθεί36. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από μπροστά τους μια ομάδα διαδηλωτών. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένας ρασοφόρος. Pears E. ‘’The Destruction Of . . .’’ Mijiatovic C. ‘’The Lasts Emperor . . .’’ Δούκα Μ. ‘’Χρονικό της Άλωσης’’

35 36

Σελίδα Σελίδα Σελίδα

383. 125. 257. 155


-Να, αυτός εκεί δεν είναι ο παπα-Νεόφυτος ο Ρόδιος; είπε κάποιος απ’ τη διπλανή παρέα που στεκόταν στη γωνιά της εκκλησίας προς το δρόμο. -Μα, αυτόν τον είδα να περιφέρεται στα τείχη και να επιστατεί στις επισκευές, είπε µ’ απορία ο εργάτης. -Βέβαια, πρόσθεσε ένας άλλος. Σ’ αυτόν και στον μαστρο-Ιάγαρη ανατέθηκε η επισκευή των παλιών τειχών. -Και πιστεύετε εσείς, ότι θα επισκευάσει τείχη αυτός ο παπάς; Θα φτιάξει φρούρια που θ’ αντέξουν στο σίφουνα του Μωάμεθ; ρώτησε ο γκριζομάλλης ναυτικός. Στο μεταξύ, άλλη μια μεγάλη ομάδα ανθενωτικών σταματούσε λίγο πιο κάτω, μπροστά στο μαρμάρινο ανδριάντα του Μ. Κωνσταντίνου. Κάποιος που πήγαινε βιαστικός μπροστά, έδειχνε προς το άγαλμα του ιδρυτή και πρώτου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης κι έλεγε δυνατά προς το πλήθος. -Κοιτάξτε τον Άγιο Κωνσταντίνο. Προσέξτε το χέρι του προς ποια κατεύθυνση δείχνει. Θυμηθείτε τα λόγια του και τη μεγάλη προφητεία που είπε. ‘’Από κει θα έλθει εκείνος που θα με νικήσει37.’’ Μάλιστα, από κει. Από κει που δείχνει με το χέρι του. Απ’ την Ανατολή. Ήρθε η ώρα της καταστροφής. Τι περιμένουμε άδικα; Πιστεύετε ή δεν πιστεύετε στα λόγια του Αγίου; Είναι θέλημα Κυρίου να τουρκέψει η Πόλη και τούτο εξαιτίας των μεγάλων ανομημάτων και των πολλών κριμάτων μας. Εμολύναμε τα όσια και τα ιερά με τις άνομες σχέσεις μας με τους αιρετικούς. Να, ο Άγιος Κωνσταντίνος το δείχνει καθαρά. Από κει θα έρθει ο νέος μας κύριος. Ο αιώνιος Θεός θέλησε να φέρει τη σκληρή τιμωρία, για να πραγματοποιηθούν όλες οι προφητείες. Το λέει καθαρά η παλιά προφητεία ‘’Κωνσταντίνος γιος Ελένης έκτισε την 38 Κωνσταντινούπολη και Κωνσταντίνος γιος Ελένης θα την χάσει .’’ Ο Μ. Κωνσταντίνος το είπε καθαρά. ‘’Η πόλη θα κυριευθεί όταν θα συσκοτισθεί η σελήνη και θα φωτίζεται μόνον ένα κομμάτι της39.’’ Μην κοπιάζετε εναντίον των βουλών του Κυρίου. Όποιος αντιτίθεται στα έργα του Θεού ματαιοπονεί. Αμαρτάνει. Μην αντιδράτε στις θελήσεις Του. Αφήστε να γίνουν όλα κατά το θέλημά Του. Μόνον προσπαθήσετε την ώρα της τιμωρίας και της κρίσης να βρεθείτε κοντά σ’ αυτό το άγαλμα. Κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο. Γιατί, θα είναι μακάριοι όσοι βρεθούν κοντά στο άγαλμα του Αγίου. Το λένε καθαρά οι προφητείες. Οι Τούρκοι θα φθάσουν μέχρι την Αγία Σοφία. Δε θα μπορέσουν, όμως, να μπούνε μέσα. Γιατί άγγελος Κυρίου θα κατεβεί εξ ουρανού και θα σταθεί εδώ, στο άγαλμα του Αγίου. Και μακάριοι όσοι θα βρίσκονται κάτω απ’ το άγαλμα αυτό. Γιατί, σ’ έναν απ’ αυτούς τους ανθρώπους ο άγγελος θα παραδώσει τη ρομφαία. Σ’ έναν άνθρωπο φτωχό και άσημο, ο άγγελος του Κυρίου θα παραδώσει τη ρομφαία της δυνάμεως και τη βασιλεία της Πόλης. Σ’ αυτόν θα αναθέσει την εκδίωξη των εχθρών του λαού του Κυρίου και σ’ Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’ Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’ 39 Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος 37 38

Σελίδα Σελίδα Σελίδα

319. 173. 230. 156


αυτόν θα δώσει δύναμη τέτοια, ώστε οι Τούρκοι θα τραπούν σε φυγή. Και θα φύγουν κι απ’ τα ανατολικά κι απ’ τα δυτικά μέρη της πόλης μέχρι τα όρια της Περσίας, σε τόπο καλούμενο Μονοδένδριο. Τέτοια θα είναι η δύναμη της ρομφαίας του αγγέλου . . . Ο κήρυκας έλεγε κι όλο έλεγε ασταμάτητα. Νέο κύμα διαδηλωτών ξεπρόβαλε στη στροφή του δρόμου. Γύριζε εξαγριωμένο απ’ το μοναστήρι του Παντοκράτορα, ενισχυμένο απ’ τις ευλογίες κι ερεθισμένο απ’ τις κατάρες του Γεννάδιου. Κάποιος προσπάθησε να πει, ότι χωρίς τη βοήθεια των Λατίνων η πόλη θα χαθεί. Το εξαγριωμένο πλήθος απάντησε. ‘’Καλύτερα να γίνουμε Τούρκοι παρά Λατίνοι40.’’ Δάκρυσαν τα μάτια του ναυτικού με την κατάντια των συμπολιτών του και µε τα θανάσιμα χτυπήματα που έδιναν στην πόλη τα δολοφονικά κηρύγματα των συσκοτισμένων απ’ το φανατισμό και των δηλητηριασμένων απ’ το θρησκευτικό μίσος κληρικών. Έσκυψε το κεφάλι του, για να μην δουν οι συνομιλητές του το δράμα της ψυχής του κι έφυγε μουρμουρίζοντας. -Ο Θεός ας βάλει το χέρι του. Στο δρόμο, σκόρπια χαρτιά παρασύρονταν απ’ τον αέρα ή ήταν κολλημένα εδώ κι εκεί στις λάσπες. Έσκυψε και πήρε ένα. Ήταν απ’ αυτά που είχε γράψει ο Γεννάδιος. Πολλά ήταν τοιχοκολλημένα στους τοίχους του μοναστηριού του Παντοκράτορα και στην πόρτα του κελιού του κι άλλα είχαν μοιραστεί έξω και κυκλοφορούσαν στον κόσμο. Ο ναυτικός το ξετσαλάκωσε κι άρχισε να το διαβάζει. Το άψυχο χαρτί που παρασύρονταν απ’ τον αέρα στο δρόμο έγραφε: ‘’Ω Έλληνες, ανάξιοι κάθε οίκτου! Πού σας έχουν οδηγήσει τα σφάλματά σας; Είστε άπιστοι στο Θεό σας. Τοποθετήσατε τις ελπίδες σας στη βοήθεια των Λατίνων και μαζί με την πόλη σας παραδίνετε και την πίστη σας στην καταστροφή. Θεέ μου! Λυπήσου με. Δεν φέρω την ντροπή Σου στην ψυχή μου. Δυστυχισμένοι άνθρωποι! Σταματήστε για λίγο και σκεφτείτε τι κάνετε. Με την πόλη σας μαζί χάνετε και την πίστη σας, την οποία οι πατέρες σας σας άφησαν και πάτε στην απιστία. Αλίμονο σε σας κατά την ημέρα της κρίσεως . . .41’’. Ο ναυτικός παράτησε το διάβασμα. Άφησε το λασπωμένο χαρτί απ’ το χέρι του να το παρασύρει ο άνεμος και συνέχισε το δρόμο του μονολογώντας. -Ρίξε, καλόγερε, λάδι στη φωτιά . . .

40 41

Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . .’’ Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . .’’ Δούκα Μ. ‘’Χρονικό της Άλωσης’’ Λεονάρδου Πάσκουλου

Σελίδα Σελίδα Σελίδα Σελίδα Σελίδ.

123. 123. 141. 257. 477-478. 157


11. ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΜΜΑΧΩΝ -Μεγαλειότατε. Οι ασχήμιες των ανθενωτικών συνεχίζονται στους δρόμους της Πόλης ακόμη και σήμερα, ανέφερε ένας αυλικός στον αυτοκράτορα, την επόμενη μέρα, μετά τη λειτουργία της ένωσης. Χθες, συνέχισε ο αυλικός, έφθασαν στο λιμάνι πέντε μεγάλα και καλά εξοπλισμένα πλοία απ’ τη Χίο κι ένα απ’ την Πελοπόννησο, φορτωμένα με απαραίτητα για την Πόλη εμπορεύματα. -Να κρατηθούν αμέσως τα πλοία αυτά και να μην επιτραπεί η αναχώρησή τους απ’ το λιμάνι. Θα μας χρειαστούν για την άμυνα της Πόλης, είπε ο αυτοκράτορας και συνέχισε απευθυνόμενος προς τον αυλικό. Να ειοδοποιηθούν αμέσως ο καρδινάλιος Ισίδωρος, ο Χίου και Μυτιλήνης Λεονάρδος, ο βαΐλος Μηνώτος και αντιπρόσωποι των Βενετών εμπόρων, ο μέγας δούκας Νοταράς και όλοι οι άρχοντες, οι εντεταλμένοι με την άμυνα της πόλης, να συγκεντρωθούν για σύσκεψη μαζί μου στο ναό της Αγίας Σοφίας. Επίσης, να παρευρεθούν οι κυβερνήτες των πλοίων και οι πλοίαρχοι Γεβριήλ Τρεβηζάνος και Ζαχαρίας Γριόνης. Οι δυο αυτοί πλοίαρχοι έφθασαν εδώ για να παραλάβουν και να συνοδέψουν τα εμπορικά πλοία της Βενετίας που έρχονται την εποχή αυτή απ’ το Τανάιν της Αζοφικής θάλασσας. Ο αυλικός υποκλίθηκε κι έφυγε αμέσως απ’ την αίθουσα. Σε λίγο, το μεγάλο προαύλιο των ανακτόρων των Βλαχερνών διασχίζονταν από βιαστικούς αγγελιοφόρους που έτρεχαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Το απόγευμα, πλήθος λαού ήταν συγκεντρωμένο μέσα κι έξω απ’ τη μεγάλη εκκλησία και παρακολουθούσε την ανοιχτή σ’ όλους συνεδρίαση των αρχόντων. -Σπουδαίο και ζωτικό ρόλο στην κατά καιρούς άμυνα της πόλης μας έπαιξαν τα πλοία, είπε για μια στιγμή ο αυτοκράτορας. Χωρίς την εξασφάλιση της Κωνσταντινούπολης απ’ τη θάλασσα, η σωτηρία της θα είναι δύσκολη. Για μια αποτελεσματική, όμως, από θαλάσσης άμυνα χρειάζονται πλοία. Πλοία πολλά και καλά οπλισμένα. Δυστυχώς, σήμερα η Πόλη δεν είναι όπως ήτο άλλοτε εξασφαλισμένη απ’ τη θάλασσα. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, πλοία. Έχουμε ανάγκη κι απ’ το πιο ασήμαντο πλεούμενο. Νομίζω ότι είναι επιβεβλημένο, είπε επιτακτικά, όλα τα ευρισκόμενα σήμερα στο λιμάνι μας πλοία, να παραμείνουν κοντά μας και να χρησιμοποιηθούν για την καλύτερη άμυνα της Πόλης. -Σήμερα, όπως έχουν τα πράγματα, είπε παίρνοντας το λόγο ένας απ’ τους άρχοντες της επιτροπής για την άμυνα της πόλης, η Κωνσταντινούπολη κινδυνεύει. Και πρωταρχικός και μοναδικός σκοπός όλων μας είναι η σωτηρία της. Για τη σωτηρία της πόλης πρέπει να ενδιαφερόμαστε όλοι. Για τη σωτηρία της πόλης πρέπει να σκεφτόμαστε όλοι, όσοι σήμερα βρισκόμαστε μέσα στα τείχη της ή κάτω απ’ τη σκέπη της. Αν τα πέντε πλοία των Βενετών, που ήρθαν χθες, δεν μείνουν μαζί μας κι εγκαταλείψουν την Κωνσταντινούπολη, τότε είναι ενδεχόμενιο και

158


τα άλλα βενετικά ή γενουάτικα πλοία, που βρίσκονται εδώ, να θελήσουν να φύγουν, οπότε, χωρίς πλοία θα γίνουμε ευκολότατη λεία των Τούρκων. -Σκοπός που ήρθαμε στην Κωνσταντινούπολη, είπε παίρνοντας το λόγο ο καρδινάλιος Ισίδωρος, είναι να βοηθήσουμε με κάθε τρόπο την όσο το δυνατόν γρηγορότερη κι αρτιότερη προετοιμασία της άμυνας. Όλοι γνωρίζουμε τη μεγάλη σημασία που έχουν τα πλοία στην αποτελεσματική αντίστασή μας εναντίον των επιδρομέων και όλοι παραδεχόμαστε πόσο μεγάλη ανάγκη πλοίων έχει σήμερα η Κωνσταντινούπολη. Επιβάλλεται λοιπόν να συμφωνήσουμε όλοι μας με τη γνώμη του αυτοκράτορα και, χωρίς εμπόδια και χρονοτριβή, να θέσουμε όλοι μας τα υπάρχοντα εδώ πλοία μας στη διάθεσή του. Σύντομα περιμένουμε κι άλλα πολλά πλοία να σταλούν εδώ απ’ τον άγιο ποντίφικα της Ρώμης, απ’ το μεγάλο ηγεμόνα της Βενετίας κι από άλλους ηγεμόνες της Δύσης. Δεν γνωρίζουμε, όμως, πότε θα φθάσει αυτή η βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη, όπως δεν γνωρίζουμε και πότε θα μας επιτεθεί ο Μωάμεθ. Αυτή ακριβώς η αμφιβολία κι η αγωνία μας αναγκάζει να πάρουμε τα μέτρα μας, όσο πιο καλά και γρήγορα μπορούμε και μας υπαγορεύει, επιτακτικά και οπωσδήποτε, να κρατήσουμε και να οργανώσουμε κατάλληλα όλα τα πλοία που βρίσκονται σήμερα κοντά μας . . . Με τις σκέψεις αυτές συμφώνησαν όλοι σχεδόν οι παρευρισκόμενοι και η σύσκεψη λύθηκε με την απόφαση, όπως γίνει άλλη σύσκεψη αύριο στα πλοία, για να κανονιστούν οι λεπτομέρειες της παράδοσής τους στον αυτοκράτορα. Το απόγευμα της επόμενης ανέβαιναν στο καράβι του πλοιάρχου Αλοΰζο Διέδου ο καρδινάλιος Ισίδωρος με τον αρχιεπίσκοπο Χίου Λεονάρδο. Εδώ τους περίμεναν οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορα, ο βαΐλος των Βενετών, ο πλοίαρχος Τρεβηζάνος κι άλλοι πλοίαρχοι κι έμποροι των Βενετών. Με την άφιξη του Ισιδώρου άρχισε η σύσκεψη. Πρώτος πήρε το λόγο ο καρδινάλιος και είπε. -Αν οι πέντε γαλέρες μείνουν εδώ, θα ενισχύσουν αφάνταστα την άμυνα της πόλης απ’ τη θάλασσα και, μαζί με τα άλλα πλοία που διαθέτουμε, θα αυξήσουν τη δύναμή μας, ώστε δε θα έχουμε να φοβηθούμε, μήπως τουρκικά πλοία μας επιτεθούν ξαφνικά και μας προξενήσουν ζημιές στο λιμάνι ή στ’ άλλα σημεία της αμύνης μας απ’ την πλευρά της θάλασσας. -Αν τα πλοία αυτά παραμείνουν εδώ, είπε ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος, όχι μόνο θα ενισχυθεί η άμυνα της πόλης απ’ τη θάλασσα και οι Τούρκοι δε θα τολμήσουν ούτε και το παραμικρό απ’ το μέρος αυτό αλλά ταυτόχρονα θα ενισχυθεί αφάνταστα και το ηθικό των μαχητών στα χερσαία τείχη. Η παραμονή των βενετικών πλοίων στην Κωνσταντινούπολη θα έχει, εκτός απ’ τις δυο αυτές επιδράσεις και τρίτη εξίσου σπουδαιότατη. Οι Τούρκοι, βλέποντας ότι τα πλοία της Βενετίας παραμένουν μαζί μας κι ότι είναι έτοιμα κι αυτά να πάρουν, αν χρειαστεί, μέρος στην άμυνα της πόλης, θα σκεφτούν πολύ πριν επιχειρήσουν κάτι. Γιατί πάντοτε θ’ αναλογίζονται ότι, χτυπώντας τα πλοία της Βενετίας, γίνονται αμέσως εχθροί του δόγη, του πάπα και ολόκληρης της Δύσης.

159


Μπορεί, την περίπτωση του καπετάν Ρίτσου να την δικαιολογήσουν σα μια αβλεψία κι ένα ατύχημα. Σαν ένα μεμονωμένο και τυχαίο γεγονός. Πώς, όμως, θα δικαιολογήσουν στη Δύση μια μελετημένη επίθεση εναντίον ενός σεβαστού αριθμού λατινικών πλοίων, αν υποτεθεί ότι αποτολμήσουν και τα επιτεθούν; Επιμένω λοιπόν κι εγώ, όπως τα πλοία αυτά παραμείνουν εδώ και παρακαλώ τους κυβερνήτες και τα πληρώματα να δεχθούν πρόθυμα να βοηθήσουν µ’ όλες τους τις δυνάμεις στη μεγάλη προσπάθεια της διάσωσης της Κωνσταντινούπολης. Μ’ αυτό το πνεύμα και για πολλή ώρα μιλούσε ο Λεονάρδος. Ύστερ’ απ’ αυτόν, το λόγο πήγε ο βαΐλος της παροικίας των Βενετών της Κωνσταντινούπολης Ιερώνυμος Μηνώτος και υποστήριξε κι αυτός τις απόψεις των δυο αρχιερέων. Τελειώνοντας το λόγο του δήλωσε εμφαντικά. -Δηλώνω, ότι οι έμποροι συμπατριώτες μου δε θα φορτώσουν τα εμπορεύματά τους στα πλοία. Αφ’ ενός μεν, γιατί δεν θέλουν να φύγουν τα πλοία από εδώ και αφ’ ετέρου, γιατί τα εμπορεύματα αυτά θα είναι απαραίτητα και θα μας χρειαστούν οπωσδήποτε για να καλύψουμε μέρος των αναγκών της αποκλεισμένης Κωνσταντινούπολης. Αμέσως, πήρε το λόγο ο πλοίαρχος Γαβριήλ Τρεβηζάνος και με επιμονή και νευρικότητα στη φωνή του υποστήριξε τις αντίθετες απόψεις του. -Στη χθεσινή μας συνάντηση, δε μου δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρω τις απόψεις μου, οι οποίες πιστεύω πως είναι απόψεις και των άλλων πλοιάρχων και γι’ αυτό και επικράτησε τελικά η λανθασμένη εντύπωση, ότι λύθηκε το ζήτημα της δέσμευσης όλων των πλοίων. Δεν αμφισβητώ τις άμεσες ανάγκες της Κωνσταντινούπολης κι ούτε παραγνωρίζω τη σημασία και το ρόλο των πλοίων στην άμυνά της. Έχω, όμως, συγκεκριμένες διαταγές να εκτελέσω. Τις διαταγές αυτές τις έλαβα πριν φύγω απ’ τη Βενετία και δεν μπορώ σήμερα να τις παραβλέψω. Οι διαταγές στις οποίες έχω υποχρέωση και καθήκον να υπακούσω είναι αυστηρές και μου λένε καθαρά, ότι δεν πρέπει να μείνω στην Κωνσταντινούπολη περισσότερο από δέκα μέρες απ’ την ημέρα που θα φθάσει εδώ το τελευταίο πλοίο μας απ’ την Τραπεζούντα. Όπως ξέρετε, η χώρα μας έχει εμπορικές σχέσεις με τις μακρινές περιοχές του Τανάιν της Αζοφικής θάλασσας και, μια φορά το χρόνο, ορισμένα πλοία μας επισκέπτονται τη χώρα αυτή για την εξυπηρέτηση των εμπορικών μας συναλλαγών. Σκοπός της άφιξής μας εδώ είναι, να παραλάβουμε τα πλοία αυτά και να τα συνοδέψουμε με ασφάλεια πίσω στην πατρίδα. Τα δυο πλοία, το δικό μου και του καπετάν Γριόνη, επιστρέφοντας απ’ τον Εύξεινο Πόντο, περάσαμε ως εκ θαύματος το φοβερό νεόχτιστο φρούριο των Τούρκων στο Βόσπορο και με δυσκολία φθάσαμε σώοι εδώ. Κι όλος αυτός ο κίνδυνος κι όλη αυτή η ταλαιπωρία γίνεται περισσότερο για σας, τους Βενετούς εμπόρους, τόνισε με δυνατή φωνή ο πλοίαρχος, απευθυνόμενος προς τους παρευρισκόμενους συμπατριώτες του. Και, στραμμένος προς αυτούς, συνέχισε. Ήρθα να παραλάβω τα εμπορεύματά σας. Αλλά, αφού εσείς δεν θέλετε να τα φορτώσω, θα φύγω τη νύχτα αυτή, απόψε. Θα ξεκινήσω το βράδυ αυτό οπωσδήποτε. Θα φύγω χωρίς

160


καμιά αναβολή, ακόμη και δίχως έρμα στα αμπάρια μου. Όποιος θέλει νά ‘ρθει μαζί μου στη Βενετία, ας έρθει. Το λόγο ξαναπήρε αμέσως ο βαΐλος και είπε. -Κύριε πλοίαρχε. Έχοντας μπροστά μου τη στιγμή αυτή ολόκληρο το δράμα της δύστυχης αυτής πόλης και διαισθανόμενος σ’ όλο το μέγεθος την αγωνία και το χτυποκάρδι σύμπαντος του χριστιανισμού της Ανατολής, τολμώ να σας ικετέψω για μια ακόμη φορά, πρώτα για την αγάπη του Θεού κι ύστερα για την τιμή της χριστιανοσύνης και την τιμή του ηγεμόνα της Βενετίας, να μείνετε όλοι σας εδώ στην Κωνσταντινούπολη και να ταχθείτε στις διαταγές του αυτοκράτορα. Ας μην διαφεύγει δε απ’ τη σκέψη κανενός κι ιδιαίτερα των Βενετών, ότι προ καιρού υπέγραψα, σαν αντιπρόσωπος του ενδόξου δόγη της Βενετίας, συμφωνία με τον αυτοκράτορα και υποσχέθηκα, ότι εμείς οι Βενετοί θα του παράσχουμε κάθε δυνατή βοήθεια, αν ποτέ δύσκολες συνθήκες το επιβάλουν. Ο πλοίαρχος αντιτάχθηκε και πάλι στις παρακλήσεις του βαΐλου, ξαναπροβάλλοντας τα προηγούμενα επιχειρήματά του. Ύστερ’ απ’ την επίμονη αυτή άρνηση των ναυτικών, οι συζητήσεις διακόπηκαν κι οι εικοσιένας αντιπρόσωποι εγκατέλειψαν το πλοίο και συνέχισαν τις συζητήσεις τους στην εκκλησία της Παναγίας Φόρου χωρίς τους πλοιάρχους. -Αν δεν θέλουμε να σκεφθούμε σε τι δεινή θέση θα βρεθούν οι μαχητές του αυτοκράτορα όταν ο Μωάμεθ επιτεθεί, ας σκεφτούμε τους δικούς μας στρατιώτες. Αυτούς που ήρθαν εδώ μαζί μου και μαζί µ’ άλλους άρχοντες εθελοντικά να πολεμήσουν για την Κωνσταντινούπολη, είπε ο Ισίδωρος. -Υπάρχει εδώ μια μεγάλη κι αναπτυγμένη εμπορική παροικία Βενετών, συνέχισε ο Μηνώτος, η οποία, λόγω της οικονομικής της δράσης, είναι πολύ υπολογίσιμη για τη Βενετία και δεν πρέπει να εγκαταλειφτεί έτσι απροστάτευτη στις δύσκολες αυτές ώρες, γιατί έτσι το θέλει ένας πλοίαρχος. Είμαι σίγουρος ότι, αν τη στιγμή αυτή βρισκόταν εδώ ο ίδιος ο άρχοντας της Βενετίας, ο γαληνότατος δόγης του Αγίου Μάρκου, θα συμφωνούσε απόλυτα με τις απόψεις τις δικές μας κι όχι του Τρεβηζάνου. -Προτείνω, είπε κάποιος άλλος άρχοντας, να κρατηθούν εδώ τα πλοία οπωσδήποτε και να καταβάλονται τετρακόσια δουκάτα το μήνα σε κάθε πλήρωμα για τη μισθοδοσία του. Τη διατροφή δε να την αναλάβει η πόλη. -Κι εγώ προτείνω, πρόσθεσε κάποιος άλλος, να ορισθεί το ποσόν των τριών χιλιάδων δουκάτων σαν πρόστιμο στον πλοίαρχο εκείνο που θα αποπειραθεί να πάρει το πλοίο του και να φύγει. Ο στόλος του αυτοκράτορα φρουρεί το λιμάνι αλλά στην ανάγκη να ξανατοποθετηθεί η µεγάλη αλυσίδα και να φραχτεί το στόμιό του. -Χωρίς χρονοτριβή να γίνει ψηφοφορία ανάμεσά μας, φώναξε κάποιος άλλος δυνατά και να ενεργήσουμε αμέσως σύμφωνα με τις αποφάσεις που θα πάρουμε.

161


Δόθηκαν χαρτιά στους εικοσιέναν παρευρισκόμενους κι όλοι ψήφισαν αμέσως. Είκοσι τάχθηκαν υπέρ της άποψης της παραμονής των πλοίων στην Κωνσταντινούπολη κι ένας μόνο ψήφισε εναντίον. Οι αποφάσεις αυτές αμέσως ανακοινώθηκαν στον αυτοκράτορα κι ο Τρεβηζάνος ζήτησε να παρουσιαστεί στον Κωνσταντίνο. Σε μερικές μέρες, στις 26 Ιανουαρίου 1453, μια ομάδα Λατίνων ναυτικών ανέβαινε τις σκάλες των ανακτόρων των Βλαχερνών. -Γαληνότατε αυτοκράτορα, είπε ο Τρεβηζάνος ενώ υποκλινόταν με σεβασμό μπροστά στον Κωνσταντίνο. Οι κύριοι πλοίαρχοι κι έδειξε προς το μέρος τους καθώς τους παρουσίαζε στον αυτοκράτορα, ο καπετάν Ζαχαρίας Γριόνης, ο καπετάν Πέτρος Νταβάντσιο, ο καπετάν Ιωάννης Κόκκος κι εγώ, λάβαμε προ καιρού γνώση της απόφασης των είκοσι που πάρθηκε στη συνεδρίαση της Παναγίας Φόρου κι ύστερ’ από δική μας σκέψη, αποφασίσαμε να ζητήσουμε να μας επιτρέψετε να φορτώσουμε στα πλοία μας τα εμπορεύματα και τα πράγματα που ανήκουν στον κάθε πλοίαρχο. -Την απόφαση των είκοσι πληροφορήθηκα κι εγώ, είπε ο Κωνσταντίνος και βλέπω πόσο σωστά και πόσο απροκατάληπτα και γενναία αντιμετωπίζουν την παρούσα κατάσταση οι Λατίνοι της Κωνσταντινούπολης. Απ’ τη στάση που κρατάτε τις τελευταίες μέρες, βλέπω ότι και σεις συμμερίζεστε στο ακέραιο τους πόθους και τις επιδιώξεις των άλλων εδώ συμπατριωτών σας κι ενώνετε τις προσπάθειές σας µ’ αυτούς για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης. Θα δεχθώ λοιπόν την πρότασή σας και θα επιτρέψω τη φόρτωση στα πλοία όλων των εμπορευμάτων και των άλλων ειδών των πλοιάρχων που βρίσκονται στο λιμάνι, μόνον όταν, με επίσημο όρκο, αναλάβετε την υποχρέωση να παραμείνετε εδώ και υποσχεθείτε ότι δε θα φύγετε απ’ την Κωνσταντινούπολη, παρά μόνον ύστερ’ από ειδική προς τούτο διαταγή μου. -Αναλαμβάνουμε την υποχρέωση αυτή, δήλωσαν όλοι μαζί οι ναυτικοί και υποσχόμεθα ότι θα παραμείνουμε εδώ όσο μας χρειάζεται η Κωνσταντινούπολη και όσο μας διατάζει ο αυτοκράτορας. Υποκλινόμενοι δε μπροστά στον Κωνσταντίνο, χαιρέτισαν με σεβασμό κι έφυγαν επιστρέφοντας στα πλοία τους. Χίλια διακόσια περίπου δέματα ήταν στιβαγμένα στις αποβάθρες του λιμανιού, τα οποία αποτελούνταν από νίτριο, χαλκό, χρυσό, λουλάκι, κερί, μαστίχα, διάφορους σπόρους κι άλλα είδη. Μόλις επέστρεψαν οι καπεταναίοι απ’ τα ανάκτορα στο λιμάνι, δόθηκαν αμέσως διαταγές για το φόρτωμα όλων αυτών των δεμάτων στα πλοία. ‘’Γρήγορα, γρήγορα’’, ακούγονταν η φωνή του καπετάν Νταβάντσιο προς τους ναύτες του, που προσπαθούσαν καταϊδρωμένοι ν’ αρπάζουν ασταμάτητα τα δικά τους δέματα απ’ την προκυμαία και να τα φορτώνουν στο πλοίο τους, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. -Φορτώνετε με προσοχή και τάξη, ακουγόταν οι φωνές των καπεταναίων των άλλων πλοίων που ήταν αραγμένα δίπλα στη γαλέρα του Νταβάντσιο. Το καράβι μας, έλεγαν, εννοώντας ο καθένας το δικό του, πρέπει να φορτωθεί με σύστημα και τάξη. Τα δέματα να

162


τοποθετηθούν στα αμπάρια με σιγουριά και σταθερότητα. Τα πολύ βαριά κάτω-κάτω. Δεν ξέρουμε τι μας περιμένει. Πρέπει το πλοίο να έχει τις δυνατότητες ανά πάσα στιγμή να κινηθεί με ευχέρεια και να μην το δυσκολεύει η κακοφορτωμένη πραμάτειά του σε διάφορους ελιγμούς. Ενώ ανέβαιναν και τα τελευταία δέματα στα πλοία, φάνηκαν από μακριά δυο μεγάλες γαλέρες να προχωρούν προς το λιμάνι. Οι ναύτες των βενετικών πλοίων, κατάκοποι απ’ τη σκληρή δουλειά του φορτώματος, στάθηκαν, άλλοι στα καταστρώματα κι άλλοι στην προκυμαία και παρακολουθούσαν τα δυο πλοία που έμπαιναν στο λιμάνι. Αυτά πλησίασαν, έριξαν τις άγκυρές τους και πλεύρισαν στην προβλήτα. Ήταν και τα δυο γενουάτικα. Έρχονταν απ’ τη Χίο κι είχαν κυβερνήτη τους τον ξακουστό καραβοκύρη κι ονομαστό πολεμιστή Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη. Το γνωστό με το όνομα καπετάν Λόγγο. Ο καπετάν Λόγγος ήταν γνωστός στα μέρη του Εύξεινου Πόντου, γιατί παλιότερα είχε κάνει και ηγεμόνας της Θεοδοσίας, της απομακρυσμένης αυτής γενουάτικηγς αποικίας της Κριμαίας. Ο Ιουστινιάνης, με τους εφτακόσιους καλά οπλισμένους πολεμιστές του, φάνηκε ότι θα ενίσχυε αφάνταστα την άμυνα της Κωνσταντινούπολης. Προς το παρόν, έδωσε οπωσδήποτε με την παρουσία του καινούριο θάρρος στους μαχητές της Πόλης κι εμψύχωσε το φρόνημα του πληθυσμού.

163


12.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ ΗΤΤΟΠΑΘΕΙΑΣ

Το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης πάντοτε ήταν γεμάτο από κάθε είδους πλοία που έφταναν ως εδώ κι απ’ τις πιο μακρινές κι άγνωστες στους πολλούς χώρες και οι προκυμαίες του κάθε μέρα είχαν κίνηση με το πήγαιν-έλα των ναυτικών και με το φόρτωμα ή το ξεφόρτωμα των εμπορευμάτων. Τον τελευταίο, όμως, καιρό, με τη βιαστική κι εσπευσμένη προώθηση κάθε είδους ζωτικών και απαραίτητων εφοδίων, που με δυσκολία και κίνδυνο έφταναν στην αποκλεισμένη πόλη, η κίνηση κι η νευρικότητα στο λιμάνι είχε αυξηθεί. Λόγω της μεγάλης σημασίας του λιμανιού και της αναμφισβήτητης σπουδαιότητας των εφοδίων που ξεφορτώνονταν σ’ αυτό, αλλά και λόγω της ασφάλειας των ίδιων των πλοίων που ήταν αγκυροβολημένα στα μουράγια ή πηγαινοέρχονταν περιπολώντας και φρουρώντας τις ακτές από ενδεχόμενη αιφνιδιαστική απόπειρα των Τούρκων, φύλαγαν νύχτα και μέρα πάνω στα πλοία και γύρω στις προκυμαίες άγρυπνες σκοπιές από ένοπλους στρατιώτες και ναύτες. Περιπολίες οπλισμένων αντρών περιφέρονταν στη στεριά ανάμεσα στα κιβώτια και στα δέματα των εμπορευμάτων και των εφοδίων που περίμεναν τη μεταφορά τους στις αποθήκες της πόλης. Στις 25 Φεβρουαρίου, λίγο μετά το μεσημέρι, τέσσερις καπεταναίοι ανέβηκαν στο καράβι του καπετάν Νταβάντσιο που ήταν αραγμένο ανάμεσα σ’ άλλα καράβια στη δεξιά πλευρά της προκυμαίας. Οι τέσσερις ναυτικοί ήταν οι κυβερνήτες των κρητικών καραβιών που ήταν αραγμένα δίπλα στο καράβι του Βενετού καπετάνιου. Μείναν αρκετή ώρα πάνω στο πλοίο και κάθε φορά που έμπαινε στην καμπίνα κάποιος ναυτικός της βάρδιας για να προσφέρει κανένα ρακί στους επισκέπτες ή να ρωτήσει τον καπετάνιο του, αν έχει τίποτα να διατάξει, άκουγε τους κλεισμένους στην καμπίνα πέντε καπεταναίους να συζητούν πάντοτε για περιπέτειες διαφόρων ταξιδιών τους και περισσότερο για τους κινδύνους και τις δυσκολίες που πέρασαν στο τελευταίο τους ταξίδι ώσπου να φθάσουν στην Κωνσταντινούπολη. Η ώρα περνούσε κι οι καπεταναίοι έπιναν ρακί, εξιστορούσαν περασμένα και κάπου-κάπου, όταν η κουβέντα έφτανε σε προσωπικές τους περιπέτεις, γελούσαν δυνατά, δίνοντας την εντύπωση ότι περνούσαν αμέριμνοι ένα αργόσχολο απομεσήμερο. Αργά το απόγευμα, ένας νεαρός άντρας διέσχισε με γρήγορα βήματα την προκυμαία και βιαστικός πλησίασε το φρουρό που φύλαγε στο ανέβασμα του βενετικού πλοίου και του ζήτησε να του επιτρέψει ν’ ανεβεί στο κατάστρωμα, γιατί ήθελε οπωσδήποτε να δει προσωπικά τον καπετάνιο. -Άφισέ τον νά ‘ρθει επάνω. Φώναξε ο καπετάν Πέτρος Νταβάντσιο στο φρουρό, φέρνοντας το πρόσωπό του κοντά στο ανοιχτό φιλιστρίνι της

164


καμπίνας του, απ’ όπου παρακολουθούσε διαρκώς την προκυμαία και τη σκάλα του πλοίου του. Ο νεαρός άντρας έδειχνε Γενουάτης, αλλά δεν παρουσίαζε τίποτα το ξεχωριστό. Άλλωστε, όπως είχαν μπλεχτεί τελευταία οι άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη και ιδιαίτερα στο λιμάνι της, δύσκολα ξεχώριζε κανείς το Βενετό απ’ το Γενουάτη, τον Κωνσταντινουπολίτη απ’ το Λατίνο, το νησιώτη απ’ το στεριανό, τον Ευρωπαίο απ’ τον Ασιάτη. Ο άγνωστος φαινόταν ένας απ’ τους πολλούς και συνηθισμένους ανθρώπους που εργάζονταν καθημερινά στο λιμάνι και ξεφόρτωναν ή μετέφεραν εμπορεύματα. Ο φρουρός του πλοίου άφησε τον άγνωστο να περάσει και τού ‘δειξε με το δάχτυλο από μακριά την πόρτα της καμπίνας του καπετάνιου. Εκείνος προχώρησε βιαστικός προς το μέρος που τού ‘δειξε ο σκοπός, ενώ ο καπετάνιος σηκώθηκε απ’ τη θέση του και βιαστικός του άνοιξε την πόρτα. Ο ξένος μπήκε στην καμπίνα κι έριξε μια γρήγορη κι ερευνητική ματιά στους τέσσερις επισκέπτες του καπετάνιου. Ανυπόμονα και με κάποια αμφιβολία στο βλέμμα του κοίταξε ερωτηματικά το Νταβάντσιο. -Είναι δικοί μου, είπε ο καπετάνιος κι έκλεισε την πόρτα. Ύστερ’ από μισή ώρα, ο άγνωστος επισκέπτης έβγαινε και πάλι στη στεριά κι έπαιρνε τον ανηφορικό δρόμο για την πόλη. Ενώ έβγαινε απ’ την καμπίνα ο ξένος, ακούστηκε η φωνή του καπετάνιου που του συνιστούσε να γυρίσει πίσω στο πλοίο νωρίς. -Ξέρεις, είναι δύσκολο να κυκλοφορεί κανείς εδώ στο λιμάνι αυτές τις μέρες αργά με το σκοτάδι. Γι’ αυτό, πρέπει να είσαι πίσω οπωσδήποτε πριν βασιλέψει ο ήλιος. Μην αργήσεις . . . Ο καπετάν Πέτρος Νταβάντσιο ξαναγύρισε στο κάθισμά του κι οι Κρητικοί καραβοκύρηδες συνέχισαν την κουβέντα μαζί του. -Την εποχή αυτή, είπε ένας, τα νερά φουσκώνουν εδώ στα μέρη αυτά. -Ναι, διέκοψε κάποιος άλλος. Αέρηδες στη Μαύρη Θάλασσα ανακατώνουν τα νερά και δημιουργούν ρεύματα. Είναι δύσκολο και επικίνδυνο να προσπαθήσει κανείς να ταξιδέψει κόντρα στα ρεύματα αυτά με μικρό καράβι. -Πραγματικά, μπήκε στη μέση ένας άλλος. Τα ρεύματα αυτά που εισορμούν απ’ το Βόσπορο και προχωρούν προς τα Δαρδανέλια γίνονται ταχύτερα όσο πλησιάζουν τα στενά. Το καράβι που θα βρει ένα τέτοιο ρεύμα και θα μπορέσει να το ακολουθήσει, γρήγορα και χωρίς μεγάλη προσπάθεια κόβει αρκετά μίλια την ώρα και χωρίς να το καταλάβει βγαίνει στο Αιγαίο. -Δύσκολα, λοιπόν, να κινηθούν δώθε αυτή την εποχή τουρκικά πλοία απ’ την Καλλίπολη και να ταξιδέψουν κόντρα σ’ αυτά τα ρεύματα, πρόσθεσε με κάποιο χαμόγελο ο Βενετός καπετάνιος. -Σωστά, είπε ένας απ’ τους Κρητικούς. Αλλά, για τις σκέψεις και τις απόπειρες των Τούρκων δεν είναι κανένας σίγουρος. Όπως δεν είναι σίγουρος και για τα ρεύματα της Μαύρης Θάλασσας. Τα ρεύματα αυτά

165


δεν είναι πάντοτε σταθερά κι ούτε πάντοτε παρουσιάζονται σε συγκεκριμένη εποχή και ώρα . . . Γύρω στο θέμα αυτό συνεχίστηκε για λίγη ακόμη ώρα η συζήτηση, ώσπου οι τέσσερις θαλασσινοί απ’ την Κρήτη χαιρέτησαν το Βενετό καπετάνιο και γύρισαν στα πλοία τους. Με τη δύση του ήλιου, οι καπεταναίοι έδωσαν στα πληρώματά τους τις συνηθισμένες διαταγές και οδηγίες για τη νύχτα και ή πήγαν στις καμπίνες τους για να ησυχάσουν ή συζητούσαν στο κατάστρωμα με τους άντρες της βραδινής βάρδιας για να περάσει η ώρα. Γρήγορα ξαπλώθηκε πάνω στο πλοίο η συνηθισμένη ησυχία του απόβραδου κι όσο έπεφτε το σκοτάδι, τόσο και οι κινήσεις των πληρωμάτων μέσα στο καράβι γινόταν αραιότερες. Από νωρίς, ο καπετάνιος του κρητικού πλοίου που ήταν αραγμένο δίπλα στο πλοίο του καπετάν Νταβάντσιο, είχε καθίσει πάνω στο κατάστρωμα, ανάμεσα σε μερικές καλοτυλιγμένες κουλούρες χοντρών σχοινιών. Είχε ανάψει την πίπα του και, ρουφώντας το βαρύ μελανό καπνό της, ρέμβαζε στο σούρουπο, αφήνοντας το βλέμμα του να πλανιέται μακριά στον ορίζοντα που όλο και στένευε καθώς πλησίαζε η νύχτα. Η σκέψη του έτρεχε πολύ πιο μπροστά απ’ το βλέμμα του. Περνούσε σαν αστραπή τα Δαρδανέλια, διέσχιζε με μιας το Αιγαίο και µ’ ανακούφιση αλλά και πόνο αντίκριζε τις χιονισμένες κορυφές του Ψηλορείτη. Περιέτρεχε με χαρά πάνω-κάτω πολλές φορές τ’ αγαπημένο του νησί, ξεκινώντας απ’ το ακροτήρι της Σπάθας και τελειώνοντας στη μύτη του Σίδερου. Με δυσκολία προσπαθούσε ο καπετάνιος να κρατά τις σκέψεις του μακριά απ’ το χωριό του και κάθε φορά που ο νους του σκάλωνε στο σπίτι του, τραβούσε, χωρίς να το θέλει, μια διπλή ρουφιξιά απ’ την πίπα του. Φούσκωνε το στήθος του και φυσούσε τον καπνό με δύναμη έξω απ’ τα χείλη του. Ο παράξενος αυτός αναστεναγμός του έδιωχνε μακριά τον καπνό, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διώξει και τη σκέψη του μακριά απ’ τους δικούς του. Δεν ήθελε να δει την αγωνία και τη λύπη τους. Φοβόταν, μην γίνει αντιληπτή η παρουσία του κοντά τους και ξαναζωντανέψει στις καρδιές τους ο ναρκωμένος πόνος του χωρισμού. Πόσον καιρό έχει να τους δει! Τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τους γέρους γονείς του! Μήνες τώρα λείπει μακριά τους. Χωρίς να το θέλει, αναρωτιέται: Άραγε θα τους ξαναδεί; Αν ξεσπάσει η λαίλαπα της Αδριανούπολης και εκραγεί το ηφαίστειο της Κωνσταντινούπολης, θα ξεφύγει άραγε αυτός απ’ την οργή και τη λάβα τους . . . ; Απορροφημένος στις σκέψεις του αυτές, δεν κατάλαβε πότε άρχισε για καλά να νυχτώνει. Η πίπα του είχε σβήσει κι ο δίσκος του ήλιου είχε χαθεί πριν από ώρα πίσω απ’ τον ορίζοντα, μακριά στη δύση. Ο Κρητικός καπετάνιος, σα να ξύπνησε από βαθύ ύπνο, πετάχτηκε όρθιος, έδιωξε με μιας όλες του τις σκέψεις απ’ το μυαλό του και βιαστικός κατέβηκε στ’ αμπάρια του καραβιού. Η μέρα είχε πάρει και την τελευταία της χλομάδα και χανόταν βιαστική πίσω στα μακρινά βουνά της Θράκης. Με το φανάρι στο χέρι γύρισε κι εξήτασε καλά όλα τα αμπάρια. Όλα εκεί κάτω ήταν με προσοχή τακτοποιημένα. 166


Μίλησε στο πλήρωμα που τον περίμενε συγκεντρωμένο στην κοιλιά του καραβιού, όπως το είχε διατάξει από νωρίς. Έδωσε μερικές οδηγίες ακόμα κι άρχισε να ξανανεβαίνει τις σκάλες που οδηγούσαν στο κατάστρωμα. Στο τρίτο σκαλοπάτι κοντοστάθηκε και είπε. -Και τώρα όλοι στα κρεβάτια σας. Θέλω απόλυτη ησυχία και μεγάλη προσοχή. Το νου σας όμως. Δε θα κοιμηθεί κανείς. Έφερε την επιβλητική και διαπεραστική ματιά του ένα γύρο μέσα στο μισοσκόταδο του αμπαριού κοιτάζοντας στα μάτια έναν-έναν τους ανθρώπους του κι ενώ άφηνε στο πάτωμα το φανάρι που ως τώρα κρατούσε στα χέρια του είπε με χαμηλή φωνή. -Ο Θεός μαζί μας. Ξαναγύρισε στο κατάστρωμα και κάθισε πάλι ανάμεσα στις κουλούρες των σχοινιών. Σιωπηλός και κλεισμένος στον εαυτό του ξανάπεσε σε συλλογισμούς. Από νωρίς, καθώς έπεφτε το σκοτάδι, αραιά σύννεφα είχαν αρχίσει να σκεπάζουν εδώ και κει τον ουρανό. Κοκκινωπά και δαντελωτά στην αρχή, γινόταν γκριζόσκουρα και πυκνά όσο προχωρούσε η ώρα. Το ελαφρό αεράκι, που απαλό ως τώρα ερχόταν απ’ τον Εύξεινο, γινόταν πιο αισθητό και πιο κρύο κι όλο έφερνε καινούρια συννεφάκια πέρα απ’ τη Μαύρη Θάλασσα. Ο ουρανός βάραινε περισσότερο και σκοτείνιαζε γρηγορότερα. Η θάλασσα του Μαρμαρά, ενοχλημένη απ’ το κρύο αεράκι που της έστελνε ο Εύξεινος, άρχιζε να ρυτιδώνεται κι ο φλοίσβος των κυμάτων γύρω στα αραγμένα πλοία γινόταν δυνατότερος. Η ώρα προχωρούσε αργά και το κρύο αεράκι δυνάμωνε. Ο καπετάνιος στο κατάστρωμα παρακολουθούσε τη θάλασσα σιωπηλός, σα να μετρούσε τα ελαφρά λικνίσματα του πλοίου του, που όλο και δυνάμωναν περισσότερο και γινόταν εντονότερα και πυκνότερα, όσο πιο πυκνά και έντονα έφταναν από μακριά τα κύματα, που ακράτητα τώρα έπαιζαν ανάμεσα στα βουβά καράβια του λιμανιού. Τυλιγμένος στο σκούρο χοντρό πανωφόρι του ο Κρητικός θαλασσινός κι ακίνητος πάνω στο κατάστρωμα, δεν ξεχώριζε ανάμεσα στις μεγάλες κουλούρες των σχοινιών που τον περιέβαλαν. Το σκοτάδι είχε πέσει για καλά. Ο ουρανός είχε σκεπαστεί πια με πυκνά σύννεφα. Η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά και απόλυτη ησυχία επικρατούσε στο λιμάνι. Τα βήματα των φρουρών, που αργά πηγαινοέρχονταν έξω στην προκυμαία κι επάνω στο καράβι, εύκολα τα σκέπαζε τώρα ο θόρυβος των κυμάτων που ασταμάτητα χτυπούσαν στα πλευρά των πλοίων. Για μια στιγμή, μια σκιά πήδησε απ’ το διπλανό καράβι του Βενετού καπετάν Πέτρου και στάθηκε για λίγο ακίνητη πάνω στο κατάστρωμα του κρητικού καραβιού, λίγο πιο πέρα απ’ τον καπετάνιο. Ο καπετάνιος, που ως τώρα ανυπόμονος κι ακίνητος περίμενε μέσα στο σκοτάδι, σηκώθηκε απ’ τις κουλούρες των σχοινιών που καθόταν και αθόρυβα προχώρησε προς τη σκιά κρατώντας σφιχτά στο χέρι του το κρητικό σπαθί του. -‘’Νέφος.’’ Είπε σιγανά καθώς πλησίαζε προς το μέρος του αγνώστου. -‘’Κύμα.’’ Απάντησε η σκιά με σταθερή αντρίκια φωνή αλλά σπασμένη ξενική προφορά.

167


Οι δυο άντρες πλησίασαν ο ένας τον άλλο. Ο καπετάνιος νόμισε για μια στιγμή πως έβλεπε μπροστά του μέσα στο σκοτάδι τον άγνωστο που νωρίτερα το απόγευμα είχε έρθει στο βενέτικο πλοίο την ώρα που μαζί με τους άλλους καπετάνιους συζητούσαν στην καμπίνα του καπετάν Νταβάντσιο. Δεν ήταν, όμως, τώρα ώρα για περιττές σκέψεις κι αδικαιολόγητες χρονοτριβές. Άλλωστε, τι διαφορά κάνει ποιος είναι ο απεσταλμένος του καπετάν Πέτρο; Σημασία δεν έχει η όψη του. Σημασία έχουν τα λόγια του, σκέφτηκε και πλησίασε πιο κοντά του. -Είναι ώρα, είπε ο άγνωστος ψιθυριστά. Ο αέρας δυναμώνει κι ο θόρυβός του, μαζί με τον κρότο των κυμάτων, θα μας καλύψουν. Ο καπετάν Πέτρος είναι έτοιμος. Ειδοποιήστε και τους άλλους. Κόβετε τα σχοινιά ένας-ένας. Με σειρά, όμως, μη μπερδευτούμε μεταξύ μας. Να ξανοίγεται ο ένας πριν κόψει σχοινιά ο επόμενος. -Σύμφωνοι, είπε ο καπετάνιος. Ειδοποιώ αμέσως τους άλλους. Ας κάνει αρχή ο καπετάν Πέτρος. Θα τον ακολουθήσουμε με τα κουπιά στην αρχή, όπως τα συζητήσαμε. Πήγαινε και καλή τύχη. -Καλή τύχη, πρόσθεσε κι ο άγνωστος και με μιας τινάχτηκε πάνω στο σχοινί που κρατούσε στα χέρια του. Έκανε ένα σάλτο στον αέρα και πηδώντας πάνω στην κουπαστή ξαναβρέθηκε μέσα στο πλοίο του. Ο Κρητικός πλοίαρχος, με γρήγορα βήματα κι όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, κατέβηκε στα αμπάρια. Στην κοιλιά του πλοίου ήταν σκοτεινιά κι επικρατούσε ησυχία. Το πλήρωμα, όμως, ήταν ξάγρυπνο και περίμενε. -Καπετάνιε. Ακούστηκε μια χαμηλή φωνή στο σκοτάδι. -Ανάψετε κανένα κερί να βλεπόμαστε και να βλέπουμε και τι κάνουμε, πρόσταξε ο καπετάνιος. Αμέσως, μερικά αναμμένα κεριά ξεπρόβαλαν εδώ και κει μέσα στο χαμηλοτάβανο χώρο του αμπαριού και με το τρεμουλιαστό κι αδύνατο φως τους ξεδιάλυναν κι αραίωσαν κάπως το βαθύ σκοτάδι της μεγάλης αποθήκης, της βυθισμένης σχεδόν ολόκληρης στο νερό. Τα άγρυπνα πρόσωπα των ναυτικών ξεπρόβαλαν παράξενα στ’ αντιφεγγίσματα των κεριών. Οι όψεις τους φαίνονταν κάπως παραμορφωμένες κι άχρωμες. Όλοι ανακάθισαν στις θέσεις τους. Ανοιγόκλεισαν τα βλέφαρά τους, έτριψαν γρήγορα τα ενοχλημένα απ’ το φως των κεριών μάτια τους για να συνέλθουν κι έμειναν σιωπηλοί. Με κρατημένες τις ανάσες κρεμάστηκαν ανυπόμονα απ’ τα χείλη του καπετάνιου τους. Αυτός πλησίασε κοντά σ’ ένα αναμμένο κερί που ήταν κολλημένο στο πάτωμα προς το κέντρο του αμπαριού και είπε. -Όλα είναι έτοιμα. Ετοιμάστε την πρώτη σειρά των κουπιών και κρατάτε τα στη θέση τους, όσο πιο αθόρυβα μπορείτε. Όταν σας πω εγώ, τραβάτε κουπί δυνατά αλλά με αργό και σταθερό ρυθμό. Μετά, φώναξε κάποιον κοντά του και τον πρόσταξε. -Πήδησε αμέσως στο διπλανό καράβι και πες τους να ετοιμαστούν γρήγορα και να ειδοποιήσουν και τους άλλους. Κάτι του είπε ακόμη κι ενώ ο ναύτης βιαστικός έκανε τα πρώτα βήματα για να βρεθεί στις σκάλες και να βγει στο κατάστρωμα ο καπετάνιος τον άρπαξε απ’ το μανίκι και πρόσθεσε. -Όχι θορύβους. Και να θυμάσαι: ‘’Νέφος’’ – ‘’Κύμα.’’ 168


Ο ναύτης ανέβηκε τρεχάτος τις σκάλες. Πίσω του ακολούθησε κι ο καπετάνιος. Κι από κοντά του μερικοί ναύτες. Ανέβηκαν όλοι αθόρυβα στο κατάστρωμα και περίμεναν σιωπηλοί κάτω απ’ το μεσαίο κατάρτι. -Πάρτε τα μεγάλα κοντάρια, είπε σε δυο ναύτες σιγά ο καπετάνιος και να περιμένετε στην πρύμη. Και σεις, είπε σε δυο άλλους, καθίστε δίπλα τους και κόψτε τα σχοινιά μόλις σας κάνω νόημα. Δε θα είμαι μακριά σας. Τα μάτια σας τέσσερα και το νου σας σε μένα. Όχι μπερδέματα και καθυστερήσεις. Οι ναύτες έφυγαν αμέσως για τις θέσεις τους. -Εσύ κάθισε εδώ στη σκάλα, είπε σ’ έναν άλλο ναύτη και πρόσεχε σ’ εμένα. Μόλις σου πω, δώσε αμέσως το συνιάλο στους κοπηλάτες. Και συ, είπε σ’ έναν άλλο μεγαλόσωμο ναύτη, πρόσεχε το τιμόνι. Κράτα το γερά ώσπου νά ‘ρθω εγώ. Αμέσως οι ναύτες έφυγαν αθόρυβα για τις θέσεις τους κι ο καπετάνιος προχώρησε λίγα βήματα πάνω στο κατάστρωμα προς το διπλανό ιταλικό πλοίο. Ο αέρας δυνάμωνε και τα κύματα χτυπούσαν δυνατότερα στα πνευρά των καραβιών, πιτσιλώντας κάπου-κάπου κρύες αρμυρές σταγόνες στα πρόσωπα των ξάγρυπνων ναυτικών. Ο ουρανός είχε σκεπαστεί με πυκνά μαύρα σύννεφα και το βαθύ σκοτάδι της χειμωνιάτικης νύχτας είχε τυλίξει τα πάντα μέσα στην αόρατη αγκαλιά του. Για μια στιγμή, το καράβι του καπετάν Νταβάντσιο άρχισε σιγά-σιγά να κινείται και ν’ αλλάζει θέση, ξεμακραίνοντας σιγάσιγά απ’ το διπλανό καράβι των Κρητικών. Με κρατημένη την ανάσα οι Κρητικοί πάνω απ’ το κατάστρωμα του πλοίου τους, παρακολουθούσαν βουβοί το ιταλικό σκάφος, που απομακρύνονταν αθόρυβα απ’ την προκυμαία και ξέφευγε γλιστρώντας ανάμεσα απ’ τ’ άλλα αραγμένα καράβια. Μόλις η σιλουέτα του ξεμάκρυνε κι άρχισε να μπερδεύεται με τα σκαμπανεβάσματα των κυμάτων και να χάνει το σχήμα της μέσα στο σκοτάδι, ο καπετάνιος του κρητικού πλοίου που στεκόταν ολόρθος κι ακίνητος πάνω στο κατάστρωμα της πρύμης κατέβασε με μια απότομη κίνηση το χέρι του και σχεδόν αμέσως το καράβι του άρχισε να γλιστρά πάνω στα κύματα. Οι ναύτες της πρύμης, με μια γρήγορη κίνηση, έκοψαν με τα τσεκούρια τους τα σχοινιά που κρατούσαν το καράβι δεμένο στο λιμάνι και ταυτόχρονα οι άλλοι με τα μακριά κοντάρια ακουμπισμένα στην προκυμαία τό ‘σπρωξαν δυνατά και το ξεκόλλησαν απ’ τη θέση του. -Μπρος τα κουπιά. Είπε ψιθυριστά ο καπετάνιος στο ναύτη που περίμενε στις σκάλες των αμπαριών. Αυτός κατέβηκε τροχάδην τα σκαλοπάτια και με χαμηλή φωνή είπε στους λίγους κωπηλάτες που περίμεναν αμίλητοι κι έτοιμοι στις θέσεις τους. -Βάλτε μπρος. Προσεχτικά κι αθόρυβα. Μη βιάζεστε στην αρχή. Τα κουπιά βούτηξαν στο νερό και, με δυνατό και σύγχρονο τράβηγμα των ναυτών, το καράβι τραντάχτηκε ελαφρά στην αρχή κι αμέσως άρχισε γρήγορα να απομακρύνεται απ’ τ’ άλλα καράβια και να βγαίνει στ’ ανοιχτά. Ο καπετάνιος έτρεξε στην πλώρη και όρθιος ολόμπροστα στη μύτη του πλοίου του δεν άφηνε απ’ τα μάτια του το

169


καράβι του καπετάν Πέτρου που πήγαινε μπροστά. Το ακολουθούσε κατά πόδας, προσπαθώντας να πλέει κι αυτός μέσα στην ‘’αυλακιά’’ που άφηνε στο δρόμο της η βενέτικη γαλέρα. Γρήγορα οι ναύτες της πρύμης διέκριναν πίσω τους τη σιλουέτα ενός άλλου καραβιού που τους ακολουθούσε στο σκοτάδι. Ο καπετάν Νταβάντσιο δεν δυσκολεύτηκε να βρει κάποιο θαλάσσιο ρεύμα που ξεχύνονταν απ’ το Βόσπορο κι ορμητικό τραβούσε προς τα Δαρδανέλια. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου κι ο Κρητικός καπετάνιος να φέρει κι αυτός το πλοίο του πάνω σ’ αυτό το γρήγορο θαλάσσιο ρεύμα. Με την ίδια ευκολία και οι άλλοι καπεταναίοι ξανοίχτηκαν απ’ το λιμάνι κι ακολούθησαν αυτούς που προηγούνταν. Εφτά πλοία στη σειρά και µ’ ανοιχτά πανιά έφευγαν τώρα ολοταχώς μέσα στη νύχτα απαρατήρητα και με κατεύθυνση τα Δαρδανέλια. Ο Βενετός καπετάνιος, ορθός στο κατάστρωμα δίπλα στον τιμονιέρη του, παρακολουθούσε τη θάλασσα κι έψαχνε με το εξασκημένο και διαπεραστικό του βλέμμα το σκοτεινό ορίζοντα. Είχε πει στους άλλους καπετάνιους ότι, αν παρουσιαστούν τουρκικά καράβια, θα τους κάνει σινιάλο να παραταχθούν για μάχη ή να σκορπίσουν, ανάλογα με την περίπτωση. Η αυγή βρήκε τα πλοία ν’ αρμενίζουν στη μέση της θάλασσας του Μαρμαρά. Συνέχισαν όλη την ημέρα την πορεία τους, χωρίς, για καλή τους τύχη, να παρουσιαστεί ούτε ένα τουρκικό ή άλλο πλοίο και με τη δύση του ήλιου πλησίασαν στα Στενά. Εδώ ο κίνδυνος μεγάλωνε. Μπροστά στο άνοιγμα των Στενών από δεξιά τους διακρίνονταν στο βάθος, σπινθηρίζοντας εδώ κι εκεί μέσα στο σκοτάδι, τα φώτα της Καλλίπολης. Εδώ στάθμευε ο τουρκικός στόλος. Στο κρητικό πλοίο που ακολουθούσε τον καπετάν Πέτρο επικρατούσε σιωπή. Όλοι, αφοσιωμένοι τάχα στη δουλειά τους, προσπαθούσαν να κρύψουν το φόβο και την ταραχή τους. Ο καπετάνιος, ακουμπισμένος στην κουπαστή, προσπαθούσε να βρει και να ξεκαθαρίσει στο μυαλό του έναν καλό, τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης κάθε απροόπτου κινδύνου, που ήταν ενδεχόμενο να τους παρουσιαστεί καθώς πλησίαζαν την Καλλίπολη. -Θα τα καταφέρουμε να περάσουμε απαρατήρητοι, καπετάνιε; Ρώτησε ένας ναύτης, που τού ‘φερε κάτι να βάλει στο στόμα του. -Αν τα κατάφερναν τότε, είπε στο ναύτη ο καπετάνιος, πριν από εκατό χρόνια, το 1354, οι Βυζαντινοί και κρατούσαν στα χέρια τους την Καλλίπολη, τώρα δε θα διατρέχαμε κανένα κίνδυνο και ίσως να μη χρειαζόταν καθόλου να περάσουμε με τέτοιες συνθήκες από εδώ εμείς. Κι αν κάτι καμιά φορά μας έφερνε σ’ αυτά τα νερά, θ’ ανυπομονούσαμε πότε να φθάσουμε στην πόλη αυτή κι έδειξε προς το μέρος της Καλλίπολης. Τα φώτα της Καλλίπολης, συνέχισε, θα τα βλέπαμε με χαρά και λαχτάρα να λάμπουν ελκυστικά στο δρόμο μας και να μας καλούν ν’ αράξουμε και να ξεκουραστούμε στη στεριά της και στους καφενέδες της. Τώρα,

170


όμως, που εδώ είναι ο ναύσταθμος του τουρκικού στόλου και τα μεγάλα κανόνια της φυλάγουν το έμπα των στενών, τα ίδια φώτα τα βλέπουμε σα σκιάχτρα μέσα στη νύχτα κι άχρωμα κι επιβλητικά να στρέφονται καταπάνω μας σαν του χάρου τα μάτια. Ήπιε μια-δυο ρουφηξιές απ’ το φλυτζάνι του και συνέχισε. -Θα τα παίξουμε, όμως, όλα για όλα. Θα περάσουμε ανάμεσα απ’ τα τουρκικά πολεμικά κι όπου το βγάλει η άκρη. Ο ναύτης, κεντρισμένος απ’ τη μεγάλη του περιέργεια, δεν έδωσε σημασία στο θανάσιμο κίνδυνο που τους απειλούσε αλλά ρώτησε. -Ποιος αυτοκράτορας βασίλευε τότε στην Κωνσταντινούπολη, καπετάνιε, όταν χάθηκε η Καλλίπολη; Ο καπετάνιος σκέφτηκε λίγο αλλά, μη μπορώντας να δώσει τη σωστή απάντηση, είπε. -Τι διαφορά κάνει ποιος αυτοκράτορας την έχασε και ποιος σουλτάνος την πήρε; Το γεγονός είναι, ότι σήμερα την έχουν οι Τούρκοι κι εμείς πρέπει να περάσουμε απ’ ανάμεσά τους. Μη φοβάστε όμως. Θα πλέουμε όσο μπορούμε μακριά απ’ την Καλλίπολη, κοντά στις ασιατικές ακτές. Όσο θα μας επιτρέπει φυσικά το γρήγορο ρεύμα που ακολουθούμε. Εσείς, πιάνετε πάντα με γερά χέρια, εκτελείτε τις προσταγές μου ακριβώς και γρήγορα και μη φοβάστε. Έχετε, όμως, πάντα και τα σπαθιά ζωσμένα στη μέση σας, πρόσθεσε. Και δίνοντας την άδεια κούπα στο ναύτη, τού ‘κανε νόημα να γυρίσει στο πόστο του. Περνώντας ο ναύτης δίπλα απ’ τον τιμονιέρη, τον άκουσε να του λέει χαμηλόφωνα. -Την χάσαμε, εννοώντας την Καλλίπολη, όταν μαλώναν οι δυο Γιάννηδες. Ο Κατακουζηνός και ο Παλαιολόγος, για το ποιος θα γίνει αυτοκράτορας. Τότε βρήκε ευκαιρία ο Μουράτ ο πρώτος και πάτησε πόδι οριστικά στην Ευρώπη και τώρα τραβάμε χτυποκάρδι εμείς . . . Τα εφτά πλοία, ακολουθώντας το γρήγορο θαλάσσιο ρεύμα κι επωφελούμενα το πυκνό σκοτάδι της νύχτας, μπήκαν στα Στενά. Δεξιά τους απλώνονταν η Καλλίπολη και στην ποδιά της ήταν αραγμένα πολυάριθμα τουρκικά πολεμικά, που με τις αδρές σιλουέτες τους έδιναν μια παράξενη κι ανατριχιαστική όψη στο σκοτεινό φόντο του ορίζοντα της πόλης. Όσο τα χριστιανικά πλοία βρίσκονταν απέναντι στην Καλλίπολη, ο χρόνος κυλούσε αργά και στους φυγάδες ναυτικούς φαίνονταν πως τα πλοία τους δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν απ’ τον τόπο τους και ν’ απομακρυνθούν απ’ το επικίνδυνο εκείνο μέρος. Αβάσταχτη αγωνία τους κατείχε όλους. Οι καρδιές τους χτυπούσαν δυνατά και στα μέτωπά τους ο ιδρώτας ήταν κρύος. Το γρήγορο ρεύμα, όσο κι αν οι δραπέτες μέσα στη βαριά συνείδησή τους και στην αγωνία τους το νόμιζαν αργοκίνητο και σταματημένο, έκανε ασταμάτητα τη δουλειά του κι όλο κι απομάκραινε τα πλοία τους απ’ τον τουρκικό ναύσταθμο. Οι Τούρκοι, φαίνεται, υπολογίζοντας στη στενότητα του περάσματος και στην παρουσία τόσου πολυάριθμου πολεμικού στόλου τους, θα νόμιζαν ίσως ότι ήταν αδύνατο σ’ οποιοδήποτε πλοίο να πλησιάσει τα Στενά και τελείως αδύνατο ν’ αποπειραθεί να περάσει απ’ ανάμεσά τους, 171


γι’ αυτό και το θεώρησαν περιττό ν’ αγρυπνούν ή να περιπολούν τη νύχτα. Έτσι, τα πλοία ανενόχλητα προσπέρασαν τα αραγμένα τουρκικά πολεμικά κι απαρατήρητα διέσχισαν τα στενά των Δαρδανελίων και βγήκαν στο Αιγαίο. Με ανακούφιση και χαρά ξανοίχτηκαν στη γαλανή γνωστή τους θάλασσα κι αφήνοντας δεξιά τους την Ίμβρο κι αριστερά τους την Τένεδο άνοιξαν πανιά για τη Χίο. Η χαρά όλων ήταν απερίγραπτη, που τόσο εύκολα ξεγλίστρησαν και βγήκαν σώοι απ’ τα επικίνδυνα στενά. Αγκαλιάζονταν και φιλιόταν μεταξύ τους κι ευχαριστούσαν το Θεό και τους καπετάνιους τους, που τους έβγαλαν τόσο εύκολα μέσα απ’ τον τρομερό κλοιό των Τούρκων. Τα πλοία στη σειρά, τό ‘να πίσω απ’ τ’ άλλο, έσχιζαν με ταχύτητα τα νερά της θάλασσας του Αιγέα κι όλο μίκραιναν την απόσταση που τα χώριζε απ’ το νησί του προορισμού τους. Ο μυρωμένος αέρας του Αιγαίου είχε καλμάρει τα νεύρα όλων και τα πνεύματά τους είχαν ηρεμίσει. Ένιωθαν τα καράβια τους σίγουρα και τους εαυτούς τους εξασφαλισμένους πλέον απ’ το μεγάλο κίνδυνο που τους απειλούσε όταν βρίσκονταν πέρα απ’ τα νερά του Ελλησπόντου, στα στενά της Καλλίπολης και στη θάλασσα του Μαρμαρά. Ξέγνοιστοι τώρα και χαρούμενοι, προσπαθούσαν να διώξουν και τα τελευταία ίχνη κακών σκέψεων, που τυχόν τους απόμειναν ακόμη στο μυαλό τους απ’ τη μεγάλη τους δοκιμασία και να γεμίσουν την καρδιά τους και το νου τους με σκέψεις ξεγνοισιάς, σιγουριάς και πεποίθησης για την οριστική τους πλέον σωτηρία. Καθισμένοι σ’ ένα απάνεμο μέρος του καταστρώματος, κατάντικρυ στον ήλιο, μια ομάδα Κρητικών ναυτών, έχοντας στη μέση τον καπετάνιο τους, συζητούσαν δυνατά και υπογράμμιζαν, ο καθένας με τον τρόπο του, τους μεγάλους κινδύνους που κατάφεραν να υπερπηδήσουν στο ταξίδι της φυγής τους απ’ την Κωνσταντινούπολη. -Αυτοί οι κίνδυνοι που περάσαμε ως εδώ, είπε ο καπετάνιος για μια στιγμή, δεν ήταν σίγουροι κι αναπόφευκτοι κίνδυνοι. Δηλαδή, δεν τους περιμέναμε στα σίγουρα, γιατί δεν ήταν οπωσδήποτε μπροστά μας. Ήταν μόνο πιθανοί και ενδεχόμενοι. Με γερή κωπηλασία κι ασταμάτητη δουλειά όλων μας, με ευνοϊκό αέρα και λίγη καλή τύχη, τους περάσαμε χωρίς να πάθουμε τίποτα. Οι κίνδυνοι, όμως, που ήταν σίγουροι και που δε θα μπορούσαμε με κανένα τρόπο να τους αποφύγουμε ήταν εκείνοι που μας απειλούσαν αν μέναμε στην Κωνσταντινούπολη. -Ήταν πραγματικά τόσο φοβερά τα πράγματα στην Πόλη, καπετάνιε; Ρώτησε ένας ναύτης απ’ την παρέα. -Φοβερότερα απ’ ότι μπορεί να φανταστεί ο καθένας σας, απάντησε ο καπετάνιος. Και μια που τώρα τα πάντα για μας έχουν τελειώσει και τραβούμε ήσυχοι για την πατρίδα μας, το μυστικό έχει πλέον ατονίσει και δεν νομίζω ότι ωφελεί σε τίποτα να συνεχίζουμε να το κρατάμε κρυφό. Γι’ αυτό, θα σας μιλήσω ανοιχτά, πώς είχαν τα πράγματα. Όλοι κοίταξαν τον καπετάνιο τους στα μάτια κι ανυπόμονοι κρεμάστηκαν απ’ τα χείλη του. Ο καπετάνιος έριξε μια ματιά σ’ όλους και είπε. 172


-Το απόγευμα της τελευταίας μέρας που ήμασταν στην Κωνσταντινούπολη, μας κάλεσε ο καπετάν Νταβάντσιο στο πλοίο του όλους τους καπετάνιους τούτων των καραβιών κι έδειξε με μια κίνηση του χεριού του τα πλοία που ταξίδευαν στη σειρά. Καθίσαμε κάμποση ώρα στην καμπίνα του και συζητήσαμε γύρω απ’ την κατάσταση της Πόλης. Τα πράγματα δεν φαινόταν καθόλου καλά κι αρχίσαμε να συζητάμε για φυγή, μια που ο αυτοκράτορας και το συμβούλιο των είκοσι μας είχαν δεσμεύσει κι εμάς και τα πλοία μας. -Και, πώς σας είχε εμπιστοσύνη εσάς τους Κρητικούς και σας κάλεσε ο καπετάν Πέτρος; Ρώτησε ένας ναύτης. Δεν φοβήθηκε μήπως κανείς προδώσει την υπόθεση, αφού ήξερε καλά, όπως και όλοι μας ξέραμε, ότι ο αυτοκράτορας απαγόρεψε τη φυγή κάθε πλοίου χωρίς ειδική διαταγή του και μάλιστα επέβαλε και πρόστιμο τριών χιλιάδων δουκάτων στον καπετάνιο που θα αποπειραθεί να πάρει το πλοίο του και να δραπετεύσει; -Όλοι φυσικά ξέραμε τις διαταγές του αυτοκράτορα. Απάντησε ο καπετάνιος. Κι ο καπετάν Νταβάντσιο ήταν ένας από κείνους που εναντιώθηκαν στις αποφάσεις αυτές του αυτοκράτορα, πριν να βγει η διαταγή του για τα πλοία και η θέλησή του να γίνει νόμος κι ανοιχτά καταψήφισε την απόφαση των ‘’Εικοσιένα’’ στη σύσκεψη της Παναγίας του Φόρου. Μόνος αυτός επέμενε, όπως τα εμπορικά πλοία, που ήρθαν ή θα έρχονταν στο μέλλον στην Κωνσταντινούπολη, να είναι ελεύθερα να μείνουν ή να φύγουν, αν θέλουν, μαζί με τα πληρώματά τους. Με τη γνώμη αυτή του καπετάν Νταβάντσιο συμφωνήσαμε κι εμείς λίγο-πολύ τις μέρες εκείνες που γίνονταν ακόμη οι συζητήσεις γύρω απ’ το θέμα της ανεξαρτησίας των πλοίων. Αυτό το πρόσεξε ο καπετάν Πέτρος και προσπάθησε να μας πλησιάσει και να μας πείσει, να υποστηρίξουμε τις απόψεις του, αν μας δοθεί η ευκαιρία. Επειδή, όμως, εμείς, σαν πολίτες του Βυζαντίου, δεν είχαμε δικαίωμα να εκφέρουμε γνώμη, παρά μόνον υποχρέωση να εφαρμόσουμε τις αποφάσεις των αρχόντων, δεν ψηφίσαμε αλλά ψήφισαν μόνο οι Βενετοί και οι Γενουάτες καπεταναίοι. Γιατί, στην πραγματικότητα οι συζητήσεις και τα συμβούλια αφορούσαν μόνο τα ξένα πλοία, τα πλοία των Λατίνων. Τα δικά μας πλοία, σαν πλοία βυζαντινά, υπάγονταν κατευθείαν και χωρίς καμιά συζήτηση στις διαταγές του αυτοκράτορα. Αλλά κι αν ακόμη παραδεχτούμε ότι δεν είμαστε Βυζαντινοί πολίτες, όπως αρέσει στους Λατίνους να πιστεύουν, γιατί το νησί μας κατέχετε απ’ αυτούς, τότε και πάλι δε μας πέφτει λόγος εμάς, γιατί τις αποφάσεις τις παίρνουν οι κυρίαρχοι κι εμείς μόνο εκτελούμε. Οι συζητήσεις, όμως, αυτές, στις οποίες πήραμε μέρος κι εμείς και τα σχόλια που κάναμε γύρω απ’ το θέμα αυτό, μας έφεραν κοντά στον καπετάν Νταβάντσιο κι αρχίσαμε έτσι να ξανοιγόμαστε όλο και περισσότερο στις ανταλλαγές γνωμών και να συσκεπτόμαστε όλοι μαζί, προσπαθώντας να βρούμε τι είναι προτιμότερο να κάνουμε στην προκειμένη περίπτωση. Όλοι κλίναμε στη φυγή. Το τελευταίο, λοιπόν, απόγευμα που ήμασταν συγκεντρωμένοι πάνω στο πλοίο του καπετάν Πέτρου, ήρθε ένας Γενουάτης απεσταλμένος από ανθρώπους του καπετάνιου, κατοίκους της γενουάτικης συνοικίας του Πέραν, που είχαν σχέσεις και μυστικές επαφές 173


με μεγάλα πρόσωπα της Πύλης και της αυλής του σουλτάνου. Μας ειδοποίησαν µ’ αυτόν, ότι οι Τούρκοι, με τις γνώσεις και τη βοήθεια κάποιου φυγάδα χριστιανού μηχανικού, κατασκεύασαν ένα τεράστιο πυροβόλο, πρωτοφανές σε όγκο και δύναμη και, με μεγάλη συνοδεία τουρκικού στρατού, το κατεβάζουν προς την Κωνσταντινούπολη. Υπολόγιζαν δε, πως σε κανένα μήνα θα έφτανε μπροστά στα τείχη της Πόλης. Επιπλέον, ήταν σίγουρο, ότι δουλεύουν ασταμάτητα χιλιάδες εργάτες στα δάση της Αδριανούπολης και κατασκευάζουν κι άλλα πολλά και μεγάλα πυροβόλα. Εδώ σταμάτησε λίγο ο καπετάνιος. Έριξε μια ματιά στην απέραντη θάλασσα, περιεργάστηκε αργά-αργά τα εφτά πλοία που ταξίδευαν στη σειρά το ένα πίσω απ’ το άλλο και ξανασυνέχισε με κάποιο έντονο δέος στο βλέμμα του. -Τα πυροβόλα των Τούρκων, που λίγο-πολύ γνωρίσαμε στο ΡούμεληΧισάρ, είναι παιγνίδια μπροστά σ’ αυτό που κατεβαίνει τώρα απ’ τη Θράκη. Εκατόν πενήντα ζευγάρια βόδια το σέρνουν και δυο χιλιάδες άνθρωποι το υπηρετούν. Πού να σταθούμε εμείς μπροστά σε μια τέτοια δύναμη! Σ’ ένα τέτοιο θεριό; Ξέρετε τι θα πει μπομπάρδα που να εκσφενδονίζει πέτρα χιλίων λίτρων; Ύστερα, νομίζετε ότι οι Τούρκοι θα φέρουν έξω απ’ την Κωνσταντινούπολη ένα τόσο τεράστιο πυροβόλο και θα το αφήσουν μόνο του μπροστά στα τείχη ή μόνο με λίγους στρατιώτες; Όχι. Θα πλημμυρίσουν τους κάμπους της Θράκης και τα παράλια με στρατό. Κι άντε ύστερα να περάσεις Καλλίπολη και Δαρδανέλια ή να σταθείς στα νερά του Μαρμαρά. Επίσης, η φαγωμάρα ενωτικών και ανθενωτικών, η απειθαρχία των αρχόντων και η ασυδωσία του κλήρου, μας αποκάρδιωσαν και νέκρωσαν κάθε ενδιαφέρον και ελπίδα μέσα μας. Ο λαός, παρασυρμένος απ’ τους καλόγερους, διαιρέθηκε βαθιά κι ανεπανόρθωτα. Κανένας πια στην Κωνσταντινούπολη δεν παίρνει μεταλαβιά απ’ τα χέρια των ενωτικών παπάδων κι ούτε κανένας τους καλεί σε βαπτίσεις η κηδείες. Ιδιαίτερα μεγάλο και υστερικό πείσμα παρατηρείται ανάμεσα στις καλόγριες. Μια μάλιστα διακρινόμενη, όπως λένε, για την ευλάβειά της, απ’ το φόβο της μήπως ποτέ αναγκαστεί να πάει με τους Λατίνους, προτίμησε, παρασυρμένη απ’ τη θρησκευτική υστερία της, να αποβάλει το χριστιανικό ράσο της, να φορέσει τούρκικα ρούχα, να μη νηστεύει άλλο αλλά να τρώει κρέας τις μέρες της νηστείας, να προσεύχεται και να προσφέρει θυσίες στον Προφήτη Μωάμεθ. Γι’ αυτό, ύστερ’ απ όλα αυτά, αποφασίσαμε, όπως επιβάλλονταν, να φύγουμε γρήγορα. Το αποφασίσαμε, λοιπόν, και σωθήκαμε. Σώσαμε εφτακόσιες ψυχές και εφτά πλοία . . . -Ναι, σωθήκαμε, διέκοψε ένας ναύτης με ήρεμο τόνο στη φωνή του και μια χαρακτηριστική απάθεια στην όψη του, που έδειχνε σα να μιλούσε στον άνεμο. Σωθήκαμε! Επανέλαβε αργά μονολογώντας. Κι αμέσως έστρεψε αποφασιστικά το βλέμμα του πίσω προς το μέρος της Κωνσταντινούπολης και είπε, τονίζοντας μια-μια τις λέξεις του. Σωθήκαμε εμείς αλλ’ αφαιρέσαμε απ’ τη δύστυχη Κωνσταντινούπολη εφτά πλοία γεμάτα

174


πολύτιμα εφόδια. Αφαιρέσαμε απ’ την άμυνά της εφτά καράβια γρήγορα και κατάλληλα για πόλεμο. Εμείς οι χριστιανοί ξεγυμνώσαμε τις επάλξεις των πύργων της κι αφαιρέσαμε εφτακόσιους πολεμιστές απ’ τα τείχη της. Απ’ τα τείχη της πόλης μας. Απ’ το προπύργιο και την καρδιά του χριστιανισμού . . . Ο ναύτης, χωρίς να αλλάξει την έκφραση του προσώπου του, σταμάτησε τα λόγια του, βυθίζοντας το βλέμμα του μακριά στον απέραντο ορίζοντα. Απόλυτη σιωπή επικράτησε στο κατάστρωμα. Τίποτα δεν ανάσαινε. Μαζί του νόμιζες πως σταμάτησαν με μιας και οι καρδιές όλων των συνομιλητών του. Μόνο ο ψίθυρος της θάλασσας αντιβούιζε αβάσταχτος σαν κατάρα στ’ αφτιά των δραπετών. Ο ναύτης κούνησε αργά το κεφάλι του, αναστέναξε και συνέχισε. -Αν η πόλη σωθεί απ’ τη μεγάλη θύελλα που την περιμένει και ζήσει, τότε εμείς οι εφτακόσιοι που προτιμήσαμε τη φυγή, στερημένοι για όλη μας τη ζωή από κάθε χαρά και περηφάνια, που με απλοχεριά θα σκορπίσει η Πόλη στους υποστηριχτές και στους σωτήρες της, θα ζητήσουμε πολλές φορές ο καθένας μας, να μας είχαν πάρει χθες βράδυ είδηση οι Τούρκοι και να μας είχαν βουλιάξει μέσα στα νερά του Μαρμαρά. Μέσα στα νερά της Πόλης. Της άγιας Πόλης, την οποία καταβάθος όλοι μας αγαπούμε και λατρεύουμε. Αν πάλι η πόλη του Κωνσταντίνου πεθάνει και χαθεί, όλοι εμείς οι φυγάδες, που χαρούμενοι τώρα αντικρίζουμε τα βουνά της Χίου, θα ζητήσουμε πολλές φορές ο καθένας μας στην υπόλοιπη μίζερη ζωή μας να είχαμε πεθάνει νωρίτερα απ’ την άγια Πόλη, την οποία με τη λιποταξία μας δολοφονήσαμε. Δε θα έρχεται, όμως, ο θάνατος όταν θα τον ζητούμε. Κάθε φορά που θα σκεφτόμαστε την Πόλη, οι στιγμές μας θα είναι τυραννικές. Ο χρόνος θα κυλάει για μας αργά και οι ώρες θα είναι ατελείωτες και μαύρες. Η ζωή μας θα είναι μαρτυρική και τρισάθλια. Ο θάνατος δε θα μας καταδέχεται κι ο χάρος θα μας αποφεύγει. Κανείς δεν θέλει το δολοφόνο, το φυγάδα, το λιποτάχτη . . . Τα λόγια αυτά του ναύτη σκόρπισαν μια βαριά και πένθιμη σιγή. Χίλιες τύψεις με μιας έπεσαν μαζεμένες και βάραιναν αβάσταχτα τις ένοχες συνειδήσεις των λιποταχτών. Βουτηγμένος ο καθένας στη σιωπή και στο δράμα του, προσπαθούσε να βρει κάποια δικαιολογία, κάποιο ελαφρυντικό για τον εαυτό του, για να μετριάσει και να απαλύνει τον πόνο της ψυχής του. Τα καυτά λόγια του άσημου ναύτη τρυπούσαν σαν πυρωμένα καρφιά ολόκληρη την ύπαρξη του καθενός. -Λέτε να μας είδαν οι Τούρκοι, ρώτησε κάποιος άλλος ναύτης, όταν περνούσαμε τα στενά της Καλλίπολης και δεν θέλησαν να μας χτυπήσουν; Δεν θέλησαν να χτυπήσουν τους απροσδόκητους συμμάχους τους; Τα λόγια αυτά του δεύτερου ναύτη έριξαν κι άλλο λάδι στη φωτιά που έκαιγε τώρα εντονότερα μέσα στα στήθη της συντροφιάς. Κανείς δεν απάντησε. Κανείς δεν είπε τίποτα. Όλοι έμειναν βουβοί. Κάτι τους έπνιγε όλους και τους έσφιγγε το λαιμό. Ήταν η ίδια η συνείδησή τους, που γιγαντωμένη ορθώθηκε μπροστά τους και συνέθλιβε το είναι τους. Κανείς δεν πρόφερε λέξη. Κανείς δεν έβρισκε μια 175


δικαιολογία, μια απάντηση, που να μετριάζει και ν’ ανακουφίζει το δράμα της ψυχής τους. Και τούτο, γιατί δεν υπήρχε δικαιολογία. Δεν υπήρχαν λέξεις για να φτιάξουν απάντηση. Κανείς δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τα ερωτήματά του. Να απαντήσει στη συνείδησή του. Η μόνη λύση και πάλι ήταν η φυγή. Βουβοί και συντριμμένοι απ’ την ανείπωτη δοκιμασία τους, χωρίς να ανταλλάξουν άλλη λέξη, σηκώθηκαν σκυθρωποί κι έφυγαν απ’ τη συντροφιά. Άλλοι κατέβηκαν στ’ αμπάρια κι άλλοι σκόρπισαν εδώ κι εκεί στο κατάστρωμα. Κρεμάστηκαν σαν άψυχα ράκη στις κουπαστές κι άφησαν τα βλέμματά τους να πλανιούνται αόριστα στο πέλαγος. Ο καπετάνιος έφυγε κι αυτός αμίλητος απ’ το κατάστρωμα και κλείστηκε στην καμπίνα του ολομόναχος. Τώρα οι ακτές της Χίου φαινόταν καθαρά και τα εφτά πλοία με τους εφτακόσιους φυγάδες γρήγορα άραξαν στο λιμάνι της. Από εδώ τα πλοία χωρίστηκαν και το καθένα συνέχισε το δρόμο του για την πατρίδα του. Ο καπετάν Νταβάντσιο έφυγε για τη Βενετία και τα τέσσερα κρητικά καράβια συνέχισαν την πορεία τους για την Κρήτη. Αργότερα μαθεύτηκε ότι όλα έφτασαν σώα στον προορισμό τους. Επίσης, έγινε γνωστό, ότι τα πλοία του Νταβάντσιο φυγάδεψαν άρχοντες και πλούσιες οικογένειες Κωνσταντινουπολιτών, οι οποίοι ακριβοπλήρωσαν στους καπετάνιους το ναύλο τους για το ταξίδι τους αυτό. Στην Κωνσταντινούπολη, το πρωί της 26ης Φεβρουαρίου, μόλις άρχισε να αραιώνει το σκοτάδι, οι ναύτες είδαν με κατάπληξη ένα μεγάλο μέρος του λιμανιού να είναι άδειο. Τα σχοινιά στα αγκυροβόλια ήταν κομμένα και τα πλοία που στάθμευαν εκεί έλειπαν. Το διαβρωτικό έργο του Γεννάδιου είχε αρχίσει να αποδίδει πρώιμα και με αφθονία τους πικρούς καρπούς του.

176


13.

ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ

Κατά τα τέλη Ιανουαρίου 1453 μια απειράριθμη στρατιά από σκλάβους, εργάτες και ζώα διέσχιζε αργά-αργά τις ερημωμένες απ’ τους ασταμάτητους πολέμους πεδιάδες της Θράκης και τα καταστραμμένα πριν από λίγα χρόνια απ’ τους Βουλγάρους του Φερδινάνδου χωριά της περιοχής. Ο τόπος καταστράφηκε απ’ τους φεύγοντες κακήν-κακώς Τούρκους του Μουράτ ΙΙ και λεηλατήθηκε κι ερημώθηκε τελείως απ’ τις νικηφόρες τότε στρατιές των Βουλγάρων. Η ατέλειωτη αυτή φάλαγγα των εργατών και των σκλάβων ξεκίνησε απ’ την Αδριανούπολη και προχωρούσε με αργό ρυθμό προς την Κωνσταντινούπολη. Προπομπός και κεφαλή της ήταν σώμα χιλίων ατάκτων ιππέων με αρχηγό τον Καρατζά πασά. Στο μέσο της καταπληκτικής αλλά και γραφικής εκείνης πομπής εκατόν πενήντα ζευγάρια διαλεγμένων βοδιών έσερναν το μεγάλο και πρωτοφανές κανόνι του Ουρβανού. Διακόσιοι εργάτες προηγούνταν της φάλαγγας με σκαπτικά εργαλεία και φτυάρια, για να ανοίγουν δρόμο μέσα στα χωράφια, στα λιβάδια και στα δάση, απ’ όπου περνούσαν και ανά διακόσιοι γεροί άντρες προχωρούσαν σε κάθε πλευρό του κανονιού, για να το συγκρατούν πάνω στο τεράστιο έλκυθρό του, όπου το έδαφος ήταν ανώμαλο και επικίνδυνο. Ακολουθούσαν πενήντα τεχνίτες ξυλουργοί, με πολυάριθμους εργάτες, όλοι τους έτοιμοι πάντοτε να προσφέρουν οποιαδήποτε υπηρεσία θα χειραζόταν. Πάνω από δυο μήνες κατέβαινε η παράξενη αυτή φάλαγγα προς νότο. Στο πέρασμά της λεηλατούσε και ερήμωνε ό,τι είχε επιζήσει απ’ τη μανία των πολέμων των παλιότερων χρόνων. Φόβο και τρόμο προξενούσε στους κατοίκους όλων εκείνων των περιοχών η θέα του τρομερού πυροβόλου. Στις 2 Απριλίου, η πολύμορφη, γιγαντιαία και τερατόμορφη εκείνη σαύρα έφτασε και σταμάτησε οχτώ χιλιόμετρα έξω απ’ την Κωνσταντινούπολη. Οι ιππείς του Καρατζά λεηλάτησαν και λαφυραγώγησαν τον Άγιο Στέφανο, τα Επιβατά, τη Βιζύη και άλλες κωμοπόλεις και προάστεια της Κωνσταντινούπολης. Άτακτα σώματα Τούρκων κυρίεψαν τα φρούρια στις ακτές του Εύξεινου Πόντου, παλούκωσαν τους φρουρούς και κατέσφαξαν τους κατοίκους. -------------------------------Απ’ τις αρχές Μαρτίου είχε δώσει εντολή ο Μωάμεθ στο Μεχμέτ αγά, να στείλει ντελάληδες και κήρυκες προς όλες τις κατευθύνσεις της οθωμανικής επικράτειας, για να διεγείρουν το θρησκευτικό φανατισμό των πιστών του Ισλάμ και να καλέσουν όλους τους ικανούς για πόλεμο άντρες να συγκεντρωθούν στην Αδριανούπολη. Κατά τα μέσα Μαρτίου, είχαν ήδη φθάσει στην τουρκική πρωτεύουσα οι πρώτοι απ’ τους πιο πολεμόχαρους αξιωματούχους. Κάθε μέρα, νέα στίφη

177


ημιαγρίων μαχητών, με αρχηγούς δερβίσηδες, μολλάδες, μωαμεθανούς καλογήρους, ιμάμηδες και άλλους φανατισμένους πιστούς του Προφήτη, υπακούοντας στις διαταγές του Μωάμεθ, περνούσαν στις ακτές της Ευρώπης και τραβούσαν για την Αδριανούπολη. Ολόκληρη η πρωτεύουσα, με τους γύρω χώρους της και τα χωριά της, είχε πλημμυρίσει από βάρβαρα και πολεμοχαρή στίφη μωαμεθανών, που κατέφθαναν απ’ όλα τα σημεία της επικράτειας του Ισλάμ. Τα ανάκτορα της Αδριανούπολης το βράδυ της 22ας Μαρτίου ήταν ανάστατα και γεμάτα από μεγάλους τιτλούχους, που έφταναν πρόθυμοι εδώ στην ειδοποίηση του σουλτάνου και έτοιμοι να χύσουν άφοβα κι αναντίρρητα το αίμα τους γι’ αυτόν. Η μεγάλη αίθουσα του σεραγιού νεκρώθηκε για μια στιγμή, παρ’ ότι ήταν γεμάτη από πασάδες και αγάδες, μόλις άνοιξε η πόρτα και ο Μεχμέτ αγάς ανήγγειλε την άφιξη του Μωάμεθ. -Πολυχρονεμένε μου αφέντη, είπε ο Χαλλίλ πασάς. Όλοι οι πασάδες και οι μεγάλοι κι ένδοξοι διοικητές όλων των επαρχιών του κράτους σου είναι εδώ και σε προσκυνούν. Όλοι οι αξιωματούχοι σηκώθηκαν όρθιοι, έσκυψαν τα κεφάλια τους και προσκύνησαν το σουλτάνο τους με σεβασμό. Ο Μωάμεθ, ικανοποιημένος απ’ την καταφανή εκδήλωση υποταγής των βαρβάρων και πολεμόχαρων υποτελών του, προχώρησε με περισσότερη περηφάνια προς το θρόνο του. Ανέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια και, με έντονη αλαζονεία στο βλέμμα του, κάθισε στο βελουδένιο και χρυσοκέντητο κάθισμά του και είπε. -Σας καλωσορίζω όλους και σας ευχαριστώ, που πρόθυμα και αμέσως ήρθατε στην πρωτεύουσα. Καθίστε όλοι σας και ακούστε με, τι έχω να σας πω. Όλοι κάθισαν στα ντιβάνια και στα καθίσματα που ήταν μέσα στην τεράστια αίθουσα και σιωπηλοί έστρεψαν τα ηλιοκαμένα και τραχιά πρόσωπά τους προς το σουλτάνο και με αγωνία κάρφωσαν τα αγριεμένα βλέμματά τους πάνω του. Ανάμεσά τους, εκτός απ’ το μεγάλο βεζίρη Χαλλίλ πασά, το Ζαγανό πασά, τον Τουραχάν μπέη, το Μπαλτόγλου ή Σουλεϊμάν πασά, τον Καρατζά πασά, τον Ισαάκ πασά, το Μαχμούτ πασά και το Σαριτζά πασά, ξεχώριζαν και οι άγριες φυσιογνωμίες του Καρά-Σεμς-δε-διν, του ΜενΣενάνι, του Αμηρά Μπόκαρη, του Ακ-Σεμς-εδ-διν, του Μινέλ-Φινέρη, του Ινσάρ Ντέντε, του Τζεμπ-Αλή, του Τζισλή Ντέντε, του Καραμάνογλου, του γιου του δυνάστη του Αϊδινίου Μπέβογλου και άλλων. Ο Μωάμεθ, κρατώντας το χρυσοκέντητο κι αδαμαντοκόλλητο μαστίγιό του στο χέρι, σηκώθηκε όρθιος στο θρόνο του, κοίταξε γύρω του με αυστηρότητα και με δυνατή φωνή και αυταρχικό ύφος είπε. -Αποφασίζω να επιτεθώ και να κυριέψω την Κωνσταντινούπολη. Ένας αυθόρμητος αναστεναγμός χαράς και ικανοποίησης ξέφυγε απ’ τα στήθη όλων των αξιωματούχων και σαν ξαφνική ανεμοζάλη αντιβούισε μέσα στην αίθουσα ο άγριος αλαλαγμός των ημιάγριων Ασιατών. Τα βλοσυρά βλέμματα όλων άστραψαν από ικανοποίηση και στα πρόσωπά τους ζωντάνεψε ωμή η βαρβαρότητα και το μένος της καταστροφής, που βυσσοδομούσε ως τώρα στις καρδιές τους. 178


-Είναι θέλημα του Αλλάχ, συνέχισε με δυνατή φωνή ο σουλτάνος, ό,τι δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν οι ένδοξοι πρόγονοί μου, να το κατορθώσω εγώ. Θέλω, όλοι σας, σαν πραγματικοί πιστοί του μεγάλου Προφήτη, να πολεμήσετε με ανδρεία, όπως πάντοτε πολεμούσαν και οι γενναίοι πρόγονοί σας, προς δόξαν του Ισλάμ και της απέραντης αυτοκρατορίας μας. Θέλω, ο καθένας σας να ενθαρρύνει, να εμψυχώσει και να φανατίσει τους στρατιώτες και τους μαχητές που έχει μαζί του. Δεν πρέπει ένα μικρό τρίγωνο με μερικές χιλιάδες απίστων να στέκεται εμπόδιο μπροστά μας και να μας φράζει το ελεύθερο πέρασμα απ’ τη μια θάλασσα στην άλλη. Η Κωνσταντινούπολη είναι σήμερα μια πόλη σκιάχτρο, χωρίς ψυχή και δύναμη. Είναι ντροπή μας, να την υπολογίζουμε και να ανεχόμαστε ακόμη να βλέπουμε να κυματίζουν στα ερειπωμένα τείχη της οι δικέφαλοι αετοί και στους μισογκρεμισμένους πύργους της τα λάβαρα του αυτοκράτορα. Σας βεβαιώνω, ότι είναι θέλημα του Αλλάχ η Κωνσταντινούπολη αυτή τη φορά να γίνει δική μας. Δυνατές φωνές και άγριες εκδηλώσεις χαράς ξέφυγαν απ’ τα στόματα των πολέμαρχων και βάρβαρων εμίρηδων με τα τελευταία αυτά λόγια του Μωάμεθ. Ο σουλτάνος ξανακάθισε στο θρόνο του, χτύπησε δυνατά το μαστίγιό του στο τραπέζι που ήταν μπροστά του και συνέχισε. -Διορίζω το Ζαγανό πασά γενικό διοικητή όλων των στρατευμάτων της Ασίας, τα οποία θα κυκλώσουν την πόλη απ’ το αριστερό μέρος του Μάλτεπε μέχρι τις ακτές της Προποντίδας. Ο Αλβανός εξωμότης Ζαγανός πασάς σηκώθηκε όρθιος και υποκλίθηκε βαθιά προς το μέρος του σουλτάνου. -Διορίζω τον Μπελήρμπεη της Ρούμελης Καρατζά πασά, συνέχισε ο Μωάμεθ, γενικό διοικητή όλων των ευρωπαϊκών στρατευμάτων, τα οποία θα κυκλώσουν την πόλη απ’ το δεξιό μέρος του Μάλτεπε μέχρι τον Κεράτιο Κόλπο. Ο Καρατζά πασάς σηκώθηκε όρθιος και υποκλίθηκε κι αυτός με τη σειρά του στο σουλτάνο. -Επίσης, διορίζω καπετάν-πασά το διοικητή της Καλλίπολης Μπαλτόγλου, ο οποίος στο εξής θα είναι γενικός αρχηγός του στόλου. Θα μετακινήσει το στόλο του απ’ την Καλλίπολη και θα αγκυροβολήσει κοντά στο στόμιο του Βοσπόρου, στο Διπλοκιόνιο. Με βάση του το σημείο αυτό θα πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη απ’ τη θάλασσα. Σηκώθηκε κι ο Βούλγαρος εξωμότης Μπαλτόγλου, ο γνωστός στους περισσότερους εκεί σα Σουλεϊμάν πασάς και υποκλίθηκε, όπως και οι προηγούμενοι. Οι άλλες λεπτομέρειες για τη διάταξη των μικρότερων τμημάτων, συνέχισε ο σουλτάνος, θα καθοριστούν επιτόπου έξω απ’ τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Μη χάνουμε, λοιπόν, καιρό. Οι γενικοί διοικητές να διατάξουν τα τμήματά τους να ξεκινήσουν αμέσως. Εγώ φεύγω αύριο το πρωί με τον Χαλλίλ πασά. Το κάθε τμήμα, πριν ξεκινήσει από δω, να αναφέρει στο Μεχμέτ αγά κι έδειξε τον ακόλουθό του που στεκόταν δίπλα του και δυο βήματα πιο πίσω, το όνομα του αρχηγού του, από ποια περιοχή προέρχεται και ποια είναι η δύναμή του σε αριθμό ανδρών. Και, λέγοντας αυτά, σηκώθηκε όρθιος και φώναξε δυνατά. 179


-Εμπρός, λοιπόν, για τα τείχη. Τα τελευταία αυτά λόγια του σκεπάστηκαν από αλαλαγμούς και αλλόφρονες κραυγές απ’ τους ημιάργριους πολέμαρχους που ήταν συγκεντρωμένοι στην αίθουσα. Ορμητικοί και ενθουσιασμένοι εγκατέλειψαν το σεράι κι όλοι βιαζόταν να ξεκινήσουν μια ώρα γρηγορότερα για την εκτέλεση της μεγάλης προσταγής του Αλλάχ. Όλη τη νύχτα η Αδριανούπολη δεν ησύχασε απ’ το ποδοβολητό των αλόγων, τις φωνές των στρατιωτών και των ατάκτων οπλοφόρων, τους κρότους των χιλιάδων μεταφορικών κάρων και των αναρίθμητων φορτηγών ζώων, που ετοιμάζονταν και ξεκινούσαν για τη μεγάλη εκστρατεία. Το σεράι ήταν κι αυτό ανάστατο. Αξιωματικοί των τμημάτων τα οποία ήταν έτοιμα να ξεκινήσουν πηγαινοέρχονταν κι έδιναν αναφορά των δυνάμεών τους στο Μεχμέτ αγά, ο οποίος όλη τη νύχτα επέβλεπε την καταγραφή του στρατού, που γίνονταν από μια ομάδα χριστιανών γραφιάδων και Οθωμανών καλογήρων. Ένας κατέγραφε τα τμήματα του Ζαγανού πασά. Άλλος τα τμήματα του Καρατζά πασά. Άλλος του Μαχμούτ, του Ισαάκ και άλλοι των άλλων αρχηγών. Ξημέρωσε και οι γραφιάδες κατέγραφαν συνέχεια. Για μια στιγμή, ο Μεχμέτ έριξε μια ματιά στην καταγραφή των τμημάτων του Καρατζά πασά. Πάνω-πάνω, η μακροσκελής κατάσταση έγραφε με μεγάλα γράμματα: ‘’Μπελήρμπεης της Ρούμελης.’’ Και παρακάτω κατέγραφε μια-μια τις τουρκοκρατούμενες ή τις υποτελείς περιοχές της Ευρώπης και απέναντι σε κάθε μια τον αριθμό των μαχητών που έστειλε η κάθε περιοχή. Ο Μεχμέτ διάβασε: Νικόπολη – Διδυμότειχο δώδεκα χιλιάδες Σέρραις – Βέροια, Σκόπια δεκαπέντε χιλιάδες Οχρίδα, Καστοριά εφτά χιλιάδες Αυλαίς, Ροδοβίτζιο, Γρεβενά, Στήπη τέσσαρες χιλιάδες Άρτα και Γιάννενα χίλιους Τρίκαλα, Λάρισδα, Φάρσαλα, Φανάρι, Ζητούνι, Δομοκός, Σάλωνα, Λεβαδιά, Ελλάδα, Πάτρα, Άγραφα, Βελούχι, Πρωτόλιο εικοσιπέντε χιλιάδες. Η καταγραφή του στρατού του Ζαγανού πασά έδειχνε ως τώρα περίπου εβδομήντα χιλιάδες και οι γραφιάδες έγραφαν ασταμάτητα. Το πρωί της 23ης Μαρτίου, σήμαναν τα τύμπανα και αντήχησαν οι σάλπιγγες του σεραγιού. Δώδεκα χιλιάδες γενίτσαροι και μερικές χιλιάδες σπαχήδες ήταν παραταγμένοι στην αυλή των ανακτόρων. Πρώτοι στη γραμμή ξεχώριζαν καβάλα οι πασάδες με πρώτο το Χαλλίλ πασά. Ουρανομήκεις κραυγές και αλαλαγμοί τράνταξαν την ατμόσφαιρα, όταν ξεπρόβαλε περήφανος καβάλα στο άλογό του ο Μωάμεθ, περιστοιχισμένος από φανταχτερή και πολυάριθμη ακολουθία. Οι πασάδες των γενιτσάρων κάλπασαν με τ’ άλογά τους προς το μέρος του και τον χαιρέτισαν με σεβασμό μόλις πλησίασαν κοντά του. Ο Μωάμεθ αμέσως προχώρησε προς τη μεγάλη έξοδο του προαυλίου των ανακτόρων και τον

180


ακολούθησαν όλοι οι αυλικοί του, οι πασάδες και οι γενίτσαροι. Η επιχείρηση για την άλωση της Κωνσταντινούπολης είχε αρχίσει. Όλοι οι δρόμοι της Θράκης που οδηγούσαν προς την Κωνσταντινούπολη ήταν γεμάτοι από ατέλειωτες φάλαγγες ανθρώπων και ζώων, που άλλοτε ξεχώριζαν ποικιλόχρωμες κάτω απ’ τις ακτίνες του ήλιου να σέρνονται ανάμεσα στα χαμόκλαδα σαν τεράστιες σαύρες, που πότε ανεβοκατέβαιναν πλαγιές, περνούσαν λαγκάδια και ρυάκια και πότε χάνονταν προς στιγμή πίσω από λόφους ή μέσα σε δάση, για να ξαναπαρουσιαστούν αναπάντεχα λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα. Άλλοτε εξαφανίζονταν μέσα σε τεράστια σύννεφα κίτρινης σκόνης που σήκωνε ο βηματισμός χιλιάδων ανθρώπων, ο ποδοβολητός των αλόγων, οι χιλιάδες τα βοϊδάμαξα των μεταγωγικών και τα αμέτρητα κοπάδια των σφαγίων που ακολουθούσαν το στρατό για τη διατροφή του. Τα κοπάδια αυτά όλο και πλήθαιναν απ’ τη διαρπαγή και τη λεηλασία των χωριών, τα οποία είχαν την τύχη να βρίσκονται πάνω στο δρόμο των βάρβαρων αυτών στιφών του Μωάμεθ. Ατις 5 Απριλίου, το κύριο σώμα του μεγάλου και πρωτοφανούς σε ορμή και βαρβαρότητα για την Ευρώπη στρατού είχε φθάσει μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.

181


14.

Η

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

ΑΡΧΙΖΕΙ

Στην αριστερή όχθη του χειμάρου του Λύκου πολυάριθμοι Τούρκοι στρατιώτες δούλευαν ασταμάτητα. Έσκαβαν τάφρους, σήκωναν αναχώματα κι έχτιζαν διάφορα οχυρώματα με πέτρες, χώματα και κορμούς δέντρων. Σαν ετοιμάστηκε το μέρος που είχε διαλέξει ο ίδιος ο Μωάμεθ για την εγκατάσταση του στρατηγείου του πάνω στο ύψωμα του Μάλτεπε, στήθηκε η πολυτελής και επιβλητική σκηνή του. Ακριβώς στο ίδιο μέρος και περίπου δυο χιλιάδες διακόσια μέτρα μακριά απ’ τα τείχη της Πόλης κι απέναντι απ’ την πύλη του Ρωμανού, είχε στήσει κι ο πατέρας του, Μουράτ ο ΙΙ, τη σκηνή του, όταν, πριν από τριάντα χρόνια, το 1422, είχε πολιορκήσει κι αυτός, χωρίς επιτυχία, όμως, την Κωνσταντινούπολη. Μόλις ετοιμάστηκε η μεγαλοπρεπής σκηνή, ο Μωάμεθ, σαν γνήσιος μωαμεθανός και φανατικός πιστός του Προφήτη, διέταξε να απλωθεί το μεσημέρι προς την κατεύθυνση της Μέκκας το πολύτιμο χαλί που είχε πάντα μαζί του για τις προσευχές του. Γονάτισε µ’ αυστηρή ευλάβεια προς το μέρος της Μέκας ανάμεσα σε δεκαπέντε χιλιάδες γενιτσάρους που αποτελούσαν την προσωπική του φρουρά και προσευχήθηκε επίσημα, φωνάζοντας δυνατά ‘’Αλλάχ, Αλλάχ’’. Οι δυνατές φωνές του ακούστηκαν μακριά μέσα στο πολυθόρυβο στρατόπεδό του και με μιας ολόκληρος ο πολυάριθμος στρατός του έπεσε στα γόνατα και μιμήθηκε το παράδειγμα του αφέντη του. Μόλις σηκώθηκε απ’ την επίσημη και θεαματική προσευχή του, διέταξε να συγκεντρωθούν στη σκηνή του όλοι οι πασάδες και οι διοικητές των μεγάλων τμημάτων, οι οποίοι και αποτελούσαν το πολεμικό του συμβούλιο. Το συμβούλιο, υπό την προεδρία του Μωάμεθ, εξήτασε την επικρατούσα κατάσταση στις δυνάμεις πολιορκίας και χώρισε την περίμετρο της Κωνσταντινούπολης σε περιοχές. -Το ζωτικότερο και το πιο κρίσιμο σημείο των τειχών, όπως υποστήριξε παλιότερα και ο Ουρβάν αγάς και όπως βλέπετε σήμερα και σεις οι ίδιοι εδώ, είναι η περιοχή γύρω απ’ την πύλη του Ρωμανού, είπε ο σουλτάνος. Αυτό το διαπίστωσα κι εγώ ο ίδιος, όταν προ μηνών, γυρίζοντας απ’ το νέο μας φρούριο του Βοσπόρου, το Ρούμελη-χισάρ, πέρασα από εδώ και παρατήρησα τα τείχη. Επίσης, στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγω κι απ’ τις περιγραφές και τις λεπτομέρειες που μου έδωσε ο Ουρβάν αγάς, ότι το σημείο αυτό είναι ‘’η αχίλλειος πτέρνα’’ της Κωνσταντινούπολης. Γι’ αυτό, τη διοίκηση της θέσης αυτής θα την αναλάβω εγώ με το Χαλλίλ πασά. Όπως βλέπετε, ακριβώς απέναντι απ’ το ζωτικό σημείο, έχω στήσει και τη σκηνή μου. Εδώ, λοιπόν, θα είναι το κέντρο των επιχειρήσεων. Δε θα μεταβάλω τον καταμερισμό των δυνάμεων. Η διάταξη θα μείνει βασικά η ίδια, όπως κανονίστηκε στην Αδριανούπολη πριν ξεκινήσουμε για δω. Απλώς, σήμερα θα κάνουμε μια επανεξέταση και θα συμπληρώσουμε, αν χρειαστεί κάτι να συμπληρωθεί.

182


Σταμάτησε λίγο, γύρισε το βλέμμα του προς το Ζαγανό πασά και συνέχισε. -Ο Ζαγανός πασάς θα επιτηρεί τα υψώματα του Πέραν των Γενουατών μαζί με όλη τη νότια ακτή του Κερατίου, απ’ την άκρη του Γαλατά μέχρι τις εκβολές του Κύδαρη και πιο κει όλο το μέρος της βόρειας ακτής του Κερατίου απ’ την ανατολική εσχατιά μέχρι την Ξυλόπορτα. Ο Ζαγανός κούνησε καταφατικά το κεφάλι του κι ο Μωάμεθ συνέχισε. -Ο Μπελήρμπεης της Ρούμελης, ο Καρατζά πασάς, θα φρουρεί τον τομέα απ’ την Ξυλόπορτα μέχρι το ανάκτορο του Πορφυρογέννητου και πιο πέρα μέχρι την πύλη του Χαρισίου. Ο Μπελήρμπεης της Ανατολής Ισαάκ πασάς, μαζί με το Μαχμούτ πασά, θα διοικούν την περιοχή αριστερά της σκηνής μου, από το Τοπ-Καπού, τη θέση που είναι το μεγάλο πυροβόλο μέχρι τη χρυσή πύλη και πιο πέρα μέχρι το φρούριο των Επτά Πύργων. Ο καπετάν πασάς, ο Μπαλτόγλου, όπως είπαμε, θα μεταφέρει ολόκληρο το στόλο στη θέση Διπλοκιόνιο και θα πολιορκήσει την πόλη απ’ τη θάλασσα. Οι πασάδες δεν διέκοψαν καθόλου το σουλτάνο. Κάθε φορά που σήκωνε τα μάτια του απ’ τους χάρτες και τους κοίταζε, κουνούσαν όλοι καταφατικά τα σαρικοφορεμένα κεφάλια τους κι απαντούσαν με λιγόλογα, μόνο όταν τους ρωτούσε. Δεν ήθελαν να εκφέρουν καμιά γνώμη, ούτε να εκδηλώσουν καμιά προτίμηση στον τρόπο και στη διεξαγωγή της πολιορκίας, γιατί δεν γνώριζαν ακόμα στις λεπτομέρειές τους τις σκέψεις και τις προθέσεις του Μωάμεθ. Όλοι τους περιορίζονταν μόνο σε γενικά ζητήματα. -Πώς θα οργανωθεί το επικουρικό σώμα; Ρώτησε ο Καρατζά πασάς. -Ο καθένας σας θα έχει τις δικές του εφεδρείες, απάντησε ο Μωάμεθ. Εγώ θα έχω κοντά μου το γενικό επικουρικό σώμα της εκστρατείας, το οποίο θα στέλνω όπου βλέπω ότι υπάρχει άμεση ανάγκη βοηθείας. Εσείς θα έχετε τα δικά σας σώματα για τις δικές σας ιδιαίτερες ανάγκες της περιοχής σας. Και, λέγοντας αυτά, έφερε ένα γύρω το βλέμμα του και κοίταξε όλους στα μάτια με δύναμη, σα να ήθελε να διαβάσει τις σκέψεις τους. Μετά συνέχισε. -Ο στρατός θα παραταχθεί σε τρεις σειρές. Στην πρώτη σειρά μπροστά στα τείχη θα συμπεριληφθούν όλα τα άτακτα σώματα, ο στρατός της Μακεδονίας, της Θράκης και της υπόλοιπης Ελλάδας, οι αποστολές των ξένων ηγεμόνων και όλοι οι μισθοφόροι. Στη δεύτερη σειρά θα τοποθετηθούν οι μωαμεθανοί χωροφύλακες και όλα τα καθαρώς οθωμανικά στρατεύματα. Και στην τρίτη σειρά θα παραταχθούν οι γενίτσαροι. Αυτή η διάταξη θα τηρείται και στις εφόδους. Επιμένω στην αυστηρή τήρηση αυτής της τακτικής. Οι επιθέσεις εναντίον των οχυρών της Πόλης θα αρχίζουν με την πρώτη σειρά και θα υποστηρίζονται απ’ τη δεύτερη και την τρίτη. Θα δώσετε αυστηρές διαταγές, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε λιποψυχία ή οπισθοχώρηση. Οποιοσδήποτε οπισθοχωρεί απ’ την πρώτη σειρά, θα εκτελείται επιτόπου απ’ τη δεύτερη 183


ή την τρίτη. Οι στρατιώτες της πρώτης σειράς θα φέρουν όλοι άσπρα σαρίκια, ενώ της δεύτερης κόκκινα. Ιδιαίτερη προσοχή θέλω να δώσει στη διαταγή μου αυτή η στρατιά του Καρατζά πασά που αποτελείται από πολλά και διαφορετικά τμήματα. Ο Μεχμέτ αγάς που ήταν παρών, ακούγοντας τα τελευταία λόγια του σουλτάνου σκέφτηκε. Έξυπνα σκέφτεται ο αφέντης μας. Θέλει να σκοτωθούν πρώτα οι χριστιανοί και οι ξένοι που βρίσκονται στο στρατό μας και να χυθεί όσο το δυνατό λιγότερο οθωμανικό αίμα . . . Καλά είπε κάποτε ότι: θα βάλω τους άπιστους να πάρουν οι ίδιοι την Πόλη τους και να την παραδώσουν σε μένα . . . Τις σκέψεις του αυτές τις διέκοψε η δυνατή φωνή του σουλτάνου. -Δεν εννοώ, όμως, ότι οι άλλες στρατιές δε θα πρέπει να εφαρμόσουν τη διαταγή μου αυτή με την ίδια αυστηρότητα. Ή ότι η δεύτερη και τρίτη σειρά θα είναι λιγότερο επιθετικές. Χτύπησε το μαστίγιό του στη μπότα του, κοίταξε αυστηρά τους επιτελείς του και πρόσθεσε με νευρικότητα. -Αν χρειαστεί, θα πάρω το κεφάλι οποιουδήποτε παραβάτη με τα ίδια μου τα χέρια. Σταμάτησε για λίγο και με την ίδια ορμητικότητα συνέχισε. -Πηγαίνετε και εμψυχώσετε τους στρατιώτες σας. Πέστε τους, ότι έχουν μπροστά τους μια πόλη πλούσια και πολύκοσμη. Αν την πάρουν, οι αμέτρητοι θησαυροί και οι πολυάριθμοι σκλάβοι που θα πέσουν στα χέρια τους θα είναι δικοί τους. Τα λάφυρα θα είναι πλούσια και ζηλευτά. -Το ηθικό του στρατού είναι άριστο και ο ενθουσιασμός του υπέροχος, είπε ο Ζαγανός πασάς. Η ορμή του είναι ασυγκράτητη και η θέλησή του για πόλεμο αλύγιστη, γιατί αισθάνεται, όπως και ο αφέντης του, ότι πρόκειται να εκτελέσει έργο ιερό και ταγμένο γι’ αυτόν απ’ τη μοίρα. Είναι το μεγάλο του ‘’κισμέτ’’. Γνωρίζει, ότι πρόκειται να πολεμήσει για τη δόξα του Ισλάμ. Γνωρίζει, ότι πρόκειται να αγωνιστεί για το μεγάλο του σουλτάνο και να προσπαθήσει με κάθε θυσία να εκτελέσει τις διαταγές του, γιατί πιστεύει, ότι οι διαταγές του αφέντη του είναι το θέλημα του μεγάλου Προφήτη. Το λόγο αμέσως πήρε ο Καρατζά πασάς και είπε. -Ο μέγας Προφήτης το είπε καθαρά. ‘’Άριστος ηγεμών θα είναι εκείνος που θα κυριεύσει την Πόλη και η στρατιά του θα είναι η αρίστη.’’ Κάθε στρατιώτης σήμερα πιστεύει ότι ανήκει σ’ αυτήν την αρίστη στρατιά και όλοι τους είναι περήφανοι που υπηρετούν έναν τέτοιο άρχοντα. Όλοι οι στρατιώτες, απ’ τον πρώτο ως τον τελευταίο, είναι πρόθυμοι να πέσουν στη φωτιά, προκειμένου να εκτελέσουν τις διαταγές του αρίστου ηγεμόνα. Βιαστικός μπήκε στη μέση ο Ισαάκ πασάς και είπε. -Όλος ο στρατός γνωρίζει, πόσο επιβεβλημένος και πόσο ιερός είναι ο πόλεμος αυτός και πόσο αποβλέπει στην επικράτηση του Ισλάμ. Το κοράνιο το λέγει καθαρά και οι στρατιώτες το γνωρίζουν όλοι και πιστεύουν, ότι θα είναι εξίσου μακάριοι, είτε ζήσουν στο τέλος, είτε πεθάνουν τώρα με το γιαταγάνι στο χέρι. Γνωρίζουν ότι, όσοι μεν επιζήσουν τους περιμένουν, όπως και η μεγαλειότητά σου υπόσχεται, 184


άπειρα και πλούσια τα λάφυρα της Πόλης. Όσοι δε πέσουν στον ιερό αυτό αγώνα πρώτοι στη γραμμή της μάχης, τους περιμένουν, όπως ο Προφήτης υπόσχεται, ανοιχτές οι πόρτες του παραδείσου, όπου αφάνταστες σε ομορφιά και ατέλειωτες σε απαρίθμηση είναι οι απολαύσεις της αιωνιότητας, ετοιμασμένες για τους αποδημούντες πολεμιστές στον άλλο Κόσμο. Γι’ αυτό, μην αμφιβάλλεις για το θάρρος, την ορμητικότητα και το ζήλο των στρατιωτών σου. -Είναι αλήθεια, ότι έχουμε πολλούς αλλοεθνείς και πάρα πολλούς χριστιανούς στο στρατό μας, είπε ο Μαχμούτ πασάς. Η καταγραφή των τμημάτων που έγινε στην Αδριανούπολη, πριν φύγουμε από κει, δείχνει ότι υπηρετούν κάτω απ’ τα μπαϊράκια μας πάνω από τριανταπέντε χιλιάδες χριστιανοί. Νομίζω, ότι καλό θα είναι να έχουμε το νου μας στα πολυάριθμα αυτά τμήματα, αν και πιστεύω ότι θα πολεμήσουν οπωσδήποτε για μας, μια και δεν έχουν άλλη εκλογή. Άλλωστε, η έξυπνη τακτική της διάταξης των στρατιών μας σε τρεις αλλεπάλληλες σειρές, δεν τους επιτρέπει να κάνουν και διαφορετικά. Επιπλέον, όπως πληροφορούμαστε, πολλά παράξενα και υπερφυσικά πράγματα συμβαίνουν τελευταία μέσα στην Κωνσταντινούπολη. Εικόνες στις εκκλησίες των απίστων δακρύζουν, οι άνθρωποι παραφέρονται ή αποχτούν αλλόκοτες και παράξενες ιδιότητες, καλογριές βλέπουν οράματα ή παράξενα όνειρα και πολλά άλλα. Όλα αυτά οι παπάδες τους τα εξηγούν σε βάρος των πολιορκημένων και διακηρύττουν φανερά, ότι ήρθε πια η ώρα να πέσει η Πόλη στα χέρια του Μωάμεθ. Επομένως και αν κανείς χριστιανός στρατιώτης μας δεν θέλει να πολεμήσει για μας, δε θ’ αποφασίσει ποτέ να δραπετεύσει από μας και να καταφύγει μέσα στα τείχη της ξεγραμμένης απ’ τους ομοθρήσκους του παπάδες πόλης. Κανείς δε θα θελήσει να μπει μέσα στην πολιορκημένη πόλη και να συνταυτίσει τη μοίρα του με τους αποκλεισμένους μέσα στα τείχη, τη στιγμή που όλοι εκεί κάτω προσπαθούν να βγουν έξω, να εγκαταλείψουν την πόλη και να φύγουν μακριά. Η ψυχολογική κατάσταση που καλλιεργούν ορισμένοι καλόγεροι μέσα στην πόλη –και είναι πολλοί αυτοί- είναι αναμφισβήτητα προς όφελός μας. Την ώρα αυτή, ένας εκκωφαντικός κρότος των μεγάλων κανονιών του Ρούμελη-χισάρ τράνταξε όλο το στρατόπεδο και σκέπασε τη φωνή του Μαχμούτ πασά. Όλοι έφεραν τα χέρια τους στ’ αφτιά τους και προσπαθούσαν τρίβοντάς τα να τα ανακουφίσουν. Όταν συνήλθαν κάπως απ’ τη δοκιμασία αυτή, ο Μωάμεθ είπε. -Πώς να μην δώσουν τέτοιες εξηγήσεις οι άπιστοι και φοβιτσιάρηδες παπάδες, όταν κάθε πελώρια πέτρα που φεύγει απ’ το στόμα αυτού του θηρίου στέλνει μπροστά στον αιώνιο Κριτή τους ομοδόξους τους που τολμούν να αντικρίσουν και να εμφανιστούν μπροστά στο τρομερό και πανίσχυρο φρούριό μας; Πηγαίνετε ν’ ανακοινώσετε τις αποφάσεις μας στους στρατιώτες σας. Γνωρίσετε σ’ όλους, ότι η πολιορκία της πόλης αρχίζει σήμερα. Με τα λόγια αυτά, διαλύθηκε το πολεμικό συμβούλιο και ο Μωάμεθ, φεύγοντας οι πασάδες, έδωσε εντολή στο Μεχμέτ αγά, να στείλει αμέσως ντελάληδες προς όλες τις κατευθύνσεις και να 185


διαλαλήσουν προς όλα τα σημεία του απέραντου στρατοπέδου του την έναρξη της πολιορκίας. Σχεδόν αμέσως, πολυάριθμοι ντελάληδες και ουλεμάδες περιέτρεχαν τα τάγματα των Τούρκων και με τις βαριές ή διαπεραστικές φωνές του κραύγαζαν: ‘’Η πολιορκία της πόλης αρχίζει. Η πολιορκία της πόλης αρχίζει τώρα.’’ Έδιναν θάρρος στους μαχητές και τους προέτρεπαν να πέσουν με θέληση και πείσμα στον αγώνα, γιατί ο μέγας Προφήτης, με καθαρά σημάδια, έδειξε σαφέστατα, ότι η μεγαλοπρεπής και πλούσια πόλη έμελλε πλέον να πέσει στα χέρια τους. Ταυτόχρονα, τα πολυπληθέστατα ασιατικά στρατεύματα έστηναν τις ποικιλόχρωμες σκηνές τους κατά μήκος της μεγάλης γραμμής από το ύψωμα του Μάλτεπε μέχρι τις ακτές της Προποντίδας κι έπαιρναν θέσεις απέναντι απ’ τα τείχη στο μέρος αυτό, ενώ τα ευρωπαϊκά σώματα, τα οποία προέρχονταν κυρίως απ’ τη Μακεδονία, τη Θράκη και τη Νότια Ελλάδα, ακροβολίζονταν κατά μήκος της γραμμής που άρχιζε απ’ τη σκηνή του Μωάμεθ και τελείωνε στον Κεράτιο Κόλπο. Φρίκη και τρόμο προξένησε στους άτυχους Κωνσταντινουπολίτες ο πρωτοφανής σε αγριότητα και απερίγραπτος σε ποικιλία σιδερένιος κύκλος, που σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα περιέζωσε από παντού τη δύστυχη πόλη τους.

186


15.

ΚΑΤΑΝΟΜΗ

ΕΥΘΥΝΩΝ

Απ’ τις καλά φρουρούμενες πύλες των ανακτόρων των Βλαχερνών μπαινόβγαιναν διαρκώς τμήματα στρατού, μεγάλοι άρχοντες και βιαστικοί αγγελιοφόροι. -Από πού έρχεσαι εσύ; Ρώτησε αυστηρά ένας αυλικός που στεκόταν οπλισμένος σε μια απ’ τις πόρτες του περιβόλου του παλατιού έναν καβαλάρη, που έφτανε καλπάζοντας στην πύλη. Ο επιβλητικός τόνος της φωνής του αυλικού έκανε το βιαστικό καβαλάρη να συγκρατήσει τα χαλινάρια του καταϊδρωμένου αλόγου του και να απαντήσει γρήγορα σε εξίσου έντονο τόνο, θέλοντας να υπογραμμίσει τη βιασύνη του. -Απ’ το στρατηγό Ματθαίο Ασάνη. -Κι εγώ απ’ το μεγάλο δεσπότη Δημήτριο, ξεφώνισε ένας άλλος, που τη στιγμή εκείνη έφτανε καλπάζοντας. -Μαζί συναντηθήκαμε έξω απ’ τα τείχη, πρόσθεσε ο πρώτος και μόλις προλάβαμε και περάσαμε την τρίτη στρατιωτική πύλη, προτού οι Τούρκοι πιάσουν τα γύρω πόστα. -Ποιον θέλετε να δείτε; Ξαναρώτησε ο αυλικός με τη βαριά φωνή του, ενώ έκανε τόπο να περάσουν στο προαύλιο οι δυο αγγελιοφόροι, που με δυσκολία κρατούσαν τα ξαναμμένα άλογά τους. -Τον αυτοκράτοτα. Απάντησαν και οι δυο µ’ ένα στόμα. Και, καθώς ξεχύνονταν με καλπασμό προς τη μεγάλη αυλή των ανακτόρων, πρόσθεσαν. Φέρνουμε μηνύματα απ΄ τη Θεσσαλία και το Μωριά. Εκείνη τη στιγμή, ένας άλλος καβαλάρης έφτασε βιαστικός στην πύλη. Ο φρουρός τον σταμάτησαε και του είπε αυστηρά. -Εσύ κατέβα απ’ το άλογό σου. Κι έκανε νόημα σε δυο στρατιώτες που παράστεκαν δίπλα του. Οι στρατιώτες, με τα ξίφη τους γυμνά, παρατάχτηκαν αμέσως μπροστά στον άγνωστο καβαλάρη, που παραξενεμένος και χωρίς αντίσταση, έκανε όπως του είπαν. -Θέλω να δω τον αυτοκράτορα, είπε καθώς πηδούσε απ’ το άλογό του, ενώ η όψη του αυλακωνόταν από έναν αβάσταχτο πόνο που ένιωσε σ’ όλο του το κορμί καθώς πατούσε στο χώμα. Ασυναίσθητα κι αδιαφορώντας για το αυστηρό ύφος και τη βλοσυρότητα του φρουρού, προσπάθησε να ισάξει τα πόδια του και να ορθώσει το κορμί του, που είχε γίνει σκληρό κι αλύγιστο σαν ξύλο απ’ τη συνεχή ιππασία. -Να δεις τον αυτοκράτορα! Έκανε με απορία ο αξιωματικός. Και, γυρίζοντας προς τους δυο στρατιώτες που είχαν πλησιάσει τον καβαλάρη, τους διέταξε. Αφοπλίστε τον. Τούρκοι δεν επιτρέπεται να περάσουν απ’ αυτήν την πύλη. Απορώ, πώς πέρασες και την προηγούμενη. Κι ενώ οι δυο στρατιώτες προχώρησαν για να πάρουν το σπαθί του ξένου απ’ τη ζώνη του, αυτός έκανε δυο γρήγορα βήματα πίσω και πρόσθεσε χαμογελώντας και κοιτάζοντας τον εαυτό του. -Έχεις δίκιο, άρχοντά μου, που με πέρασες για Τούρκο. Πραγματικά, τα ρούχα αυτά είναι τούρκικα. Αλλά, χάρη σ’ αυτά έφτασα μέχρις εδώ. 187


Και στην πύλη των τειχών, μπαίνοντας στην πόλη, είχα την ίδια ιστορία με τους φρουρούς. Κι εκείνοι με νόμισαν για Τούρκο και µ’ εμπόδισαν στην αρχή να μπω. Αλλά και οι Τούρκοι απέξω με νόμισαν για Τούρκο και µ’ άφησαν να περάσω και να φθάσω ως τα τείχη, σαν τους είπα ότι είμαι άνθρωπος του Μπελήρμπεη της Ρούμελης κι ότι έχω διαταγή απ’ τον ίδιο τον πασά, να πλησιάσω όσο μπορέσω περισσότερο στην πόλη και να εξετάσω τα τείχη και τις πύλες από κοντά. Ακούγοντας τα λόγια αυτά οι στρατιώτες κοντοστάθηκαν κι ο αξιωματικός ξαναρώτησε πιο ήρεμα. -Ποιος είσαι κι από πού έρχεσαι; -Είμαι Ηπειρώτης κι έρχομαι απ’ τον Σκεντέρμπεη. Αυτός με συμβούλεψε να ντυθώ έτσι, για να μπορέσω να περάσω τον κλοιό των Τούρκων. Βλέπεις, εγώ δεν στάθηκα τόσο τυχερός όσο οι δυο προηγούμενοι αγγελιοφόροι που μόλις πέρασαν την πύλη. Πέρασα όλη τη Θράκη συνταξιδεύοντας με τα ασκέρια του Μπελήρμπεη Καρατζά πασά που κατέβαιναν για την Πόλη. Με πέρασαν για δικό τους και με τάιζαν κιόλας σ’ όλο το δρόμο. Είχε δίκιο ο Σκεντέρμπεης όταν μου συνιστούσε, ότι πρέπει οπωσδήποτε να φαίνομαι σαν Τούρκος. Κι ενώ έλεγε αυτά, έβγαλε ένα γράμμα μέσα απ’ τις δίπλες του ζωναριού του και τό ‘δωσε στον αξιωματικό λέγοντας. -Ας μην χάνουμε καιρό. Αν δεν αφήνεις εμένα να περάσω, δώσε αυτό το γράμμα αμέσως στον αυτοκράτορα ή στους ανθρώπους του. Προσοχή, όμως, μην πέσει στα χέρια κανενός παπά ή καλόγερου. Ο αξιωματικός του χαμογέλασε και του έκανε νόημα να περάσει. Ο απλοϊκός Ηπειρώτης, καθώς διάβαινε την αψίδα της πύλης, πρόσθεσε. -Δεν ξέρουμε σήμερα ποιοι απ’ αυτούς είναι δικοί μας. -Εσύ ποιον θέλεις; Εσύ ποιος είσαι; Για πού πηγαίνεις εσύ . . .; ακούγονταν συνέχεια η φωνή του αυλικού στην πύλη, ενώ ο γύρω χώρος ήταν πάντοτε γεμάτος στρατιώτες και αγγελιοφόρους, που, άλλοι έρχονταν λαχανιασμένοι κι άλλοι έφευγαν βιαστικοί. Ο θόρυβος και η βιασύνη σταμάτησε για μια στιγμή στο χώρο της πύλης, όταν μια πολυτελής άμαξα έφτασε κι ένας απ’ τους επιβάτες της κατέβηκε, πλησίασε τον αξιωματικό της φρουράς και του είπε επιτακτικά. Ο κυρ-βαΐλος Ιερώνυμος Μηνώτος, ο άρχοντας της βενετικής παροικίας της Κωνσταντινούπολης, προσκεκλημένος απ’ τον αυτοκράτορα, θέλει να περάσει. Ο αξιωματικός, αναγνωρίζοντας απ’ τα φανταχτερά διακριτικά την άμαξα του βαΐλου, στάθηκε προσοχή με τους στρατιώτες του κι έκανε τόπο. Τα χαλινάρια των αλόγων χτύπησαν στις ράχες τους κι η άμαξα με τους υψηλούς επιβάτες της προχώρησε προς το βάθος της αυλής των ανακτόρων.

----------------------------------

188


-Γαληνότατε αυτοκράτορα. Οι βάρβαροι γιοι του αιμοβόρου Τουραχάν πασά, Αχμέτ και Ομάρ, απ’ τον περασμένο Οκτώβριο που επιτέθηκαν εναντίον μας, προχώρησαν ακάθεκτοι στη Θεσσαλία. Πέρασαν τη Λάρισα και κατέβηκαν προς νότο. Στο πέρασμά τους τα θηρία αυτά σφάζουν, καίνε και καταστρέφουν τα πάντα, έλεγε ένας απ’ τους δυο αγγελιοφόρους που στεκόταν όρθιοι μπροστά στον Κωνσταντίνο. Ο στρατηγός μας Ασάνης καταβάλλει κάθε προσπάθεια, για να συγκρατήσει τα βάρβαρα στίφη του Τουραχάν. -Στέλνει κι άλλες δυνάμεις ο μεγάλος μας δεσπότης Δημήτριος προς βορράν για ενίσχυση του στρατηγού Ασάνη, πρόσθεσε ο άλλος αγγελιοφόρος. Αλλά, όπως θα δει η μεγαλειότητά σου κι απ’ τις έγγραφες αναφορές που φέραμε, η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη. -Πόσο πιο κάτω απ’ τον Ισθμό κατέβηκαν οι Τούρκοι; Ρώτησε µ’ ενδιαφέρον και θλίψη ο αυτοκράτορας. -Αφού πάτησαν και λεηλάτησαν την Κόρινθο και την Πάτρα, ξεχύθηκαν προς το κέντρο της Πελοποννήσου κι έφτασαν στο Μεσσηνιακό κόλπο. Μεγάλα δεινά πέρασε και περνά η άτυχη Αρκαδία . . . Κι όλα τα πατημένα απ’ τους άπιστους μέρη μας ερημώθηκαν φριχτά. -Μια μόνο ελπίδα έχουμε, όπως είπε ο στρατηγός, πρόσθεσε ο άλλος αγγελιοφόρος. Ίσως κάτι να κάνουμε στα στενά της Σιδηρούπολης. Δεν γνωρίζω, όμως, τι έγινε και πώς ακριβώς έχουν σήμερα τα πράγματα. Είναι καιρός που έφυγα απ’ τα μέρη του πολέμου ξεκινώντας για δω. Οι αγγελιοφόροι έλεγαν, έλεγαν κι όλο αράδιαζαν πανωλεθρίες και συμφορές. Ο αυτοκράτορας άκουγε σιωπηλός και σκεφτικός για αρκετή ώρα. Κάποτε, διέκοψε τους αγγελιοφόρους και ρώτησε. -Και τι γνώμη έχουν οι αδελφοί μου Δημήτριος και Θωμάς για τη βοήθεια που τους ζήτησα; -Γαληνότατε αυτοκράτοραα, είπε ο απεσταλμένος απ’ το Δημήτριο αγγελιοφόρος. Οι ένδοξοι αδελφοί σου και δεσπότες της Πελοποννήσου, με μεγάλη τους λύπη, αναγκάζονται να σου συστήσουν να κάνεις ό,τι μπορείς για την άμυνα της βασιλεύουσας με ό,τι υπάρχει εδώ μέσα στα τείχη. Βοήθεια απέξω και ιδίως απ’ την Πελοπόννησο είναι δύσκολο σήμερα τουλάχιστο να περιμένεις. Ο Κωνσταντίνος κούνησε το κεφάλι του κι έκανε νόημα στους αγγελιοφόρους να αποσυρθούν. Βγαίνοντας αυτοί απ’ την αίθουσα, οι φρουροί έμπασαν τον Ηπειρώτη με τα τούρκικα ρούχα. -Ενδοξότατε αυτοκράτορα, είπε ο τουρκοφορεμένος αγγελιοφόρος. Έρχομαι απ’ τον Σκεντέρμπεη. Ξέρω, ότι ο χρόνος σου είναι πολύτιμος, γι’ αυτό θα αποφύγω τις πολλές κουβέντες. Ο Κωνσταντίνος τον κοίταξε κάπως περίεργα στην αρχή κι άπλωσε το χέρι του να πάρει τα γράμματα που τού ‘δινε ο αγγελιοφόρος. Μετά, με σταθερή φωνή κι ενδιαφέρον, τον ρώτησε. -Τι μου μηνύει ο γενναίος Καστριώτης; -Οι πολυάριθμες στρατιές του Τουραχάν πασά, που σκόπιμα τις εξαπέστειλε ο σουλτάνος εναντίον μας και εναντίον του ηγεμόνα του

189


Μυστρά, μας έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση κι εμποδίζουν κάθε αποστολή βοήθειας από μέρους μας προς τη βασιλεύουσα. Η εκστρατεία αυτή εναντίον μας και εναντίον της Ελλάδος, συνέχισε ο απεσταλμένος απ’ την Αλβανία, ήταν όπως φαίνεται ιδέα του Αλβανού εξωμότη Ζαγανού πασά, ο οποίος, όπως μαθαίνουμε, είναι αντίθετος με το μεγάλο βεζίρη Χαλλίλ πασά και ξεσήκωσε με τις πολεμόχαρες ιδέες του και το σουλτάνο στις βάρβαρες αυτές επιδρομές. Ένας χτύπος στην πόρτα διέκοψε την αναφορά του απεσταλμένου. Με την άδεια του αυτοκράτορα, η πόρτα άνοιξε κι ένας αυλικός ξεπρόβαλε απ’ το διάδρομο στο άνοιγμά της. Υποκλίθηκε στον Κωνσταντίνο κι ανήγγειλε την άφιξη του βαΐλου των Βενετών. Ο Ηπειρώτης αγγελιοφόρος υποκλίθηκε κι έφυγε. Ο αυλικός πέρασε μέσα το Βενετό άρχοντα, υποκλίθηκε κι αυτός με τη σειρά του κι έφυγε, κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Ο αυτοκράτορας συνομίλησε για αρκετή ώρα με το Βενετό βαΐλο. -Πάντοτε είχαμε αδελφικές σχέσεις μαζί και πάντοτε ήμασταν έτοιμοι να υπακούσουμε σε κάθε διαταγή του αυτοκράτορα, είπε ο Βενετός άρχοντας. Ύστερα, όμως, απ’ ότι έπαθαν τα πλοία των Βενετών απ’ τους Τούρκους και τα πυροβόλα του τρομερού Ρούμελη-χισάρ, οι Βενετοί της Κωνσταντινούπολης είναι έτοιμοι να βοηθήσουν µ’ όποιον τρόπο ο αυτοκράτορας και οι άρχοντες της άμυνας νομίζουν καλύτερο. -Δεν έπρεπε να σταθούμε όλοι μας με σταυρωμένα τα χέρια, είπε ο αυτοκράτορας και να επιτρέψουμε στους Τούρκους να χτίσουν τόσο εύκολα μπροστά στην πόρτα μας ένα τόσο ισχυρό και αδιάβλητο τώρα φρούριο. Δεν ξέρω, αν οι άρχοντες που αντιστάθηκαν τότε στις προθέσεις μου να αντιδράσουμε δυναμικά όσο υπήρχε ακόμη καιρός είναι με το μέρος της Κωνσταντινούπολης ή μετεπήδησαν στο στρατόπεδο των εχθρών της. Πόσες και πόσες συμφορές δε μας προξένησε η παρουσία του φρουρίου αυτού . . . ! Σταμάτησε λίγο και κοίταξε με το διαπεραστικό του βλέμμα κατάματα το Μηνώτο. Ύστερα, με αργό ρυθμό και βαθιά σκέψη, πρόσθεσε. -Και, άγνωστο πόσες άλλες μας προετοιμάζει ακόμη . . . -Ναι, είπε ο βαΐλος. Στις 10 Νοεμβρίου, τα πυροβόλα του φρουρίου χτύπησαν δυο γαλέρες του Βενετού Ιερώνυμου Μοροζίνη που έφτασε εδώ απ’ τη Θεοδοσία της Μαύρης Θάλασσας με πλούσιο εμπόρευμα. Ευτυχώς και γλίτωσαν τα πλοία κι έφτασαν όλα αυτά τα εφόδια στα χέρια μας. Στις 26 του ίδιου μήνα, όμως, το βενετικό πλοίο με καπετάνιιο τον τόσο γνωστό στ’ όλους μας θαλασσινό καπετάν Αντώνη Ρίτζο δεν είχε, δυστυχώς, την ίδια τύχη με τις γαλέρες του Μοροζίνη. -Ναι, θυμάμαι το Φραντζή, είπε ο αυτοκράτορας, πόσα μού ‘λεγε και πόσο θαύμαζε τον άξιο εκείνο καραβοκύρη, όταν τον έφερνε πίσω στην Κωνσταντινούπολη απ’ τη μακρινή Ιβηρία. -Όπως είναι γνωστό σ’ όλους μας, συνέχισε ο βαΐλος, το πλοίο του βυθίστηκε και το πλήρωμα πιάστηκε απ’ τους βάρβαρους Τούρκους του φρουρίου. Ο καπετάν Ρίτζος στάλθηκε στην Αδριανούπολη απ’ τον Φιρούζ αγά κι εκεί ο αιμοβόρος σουλτάνος τον σούβλισε. Πολλοί απ’ τους ναύτες 190


διχοτομήθηκαν ζωντανοί και κομματιάστηκαν με πριόνια. Φρικτά πράγματα . . . Έκανε μια κίνηση αποστοφής και μια γκριμάτσα αηδίας και συνέχισε. -Άδικα έστειλα τότε στην Αδριανούπολη τον Φαβρούτσιο Κορνέρ, σαν προσωπικό μου απεσταλμένο, για να προσπαθήσει να σώσει το Ρίτζο. -Ο ίδιος ο Μιχάλη Δούκας μας βεβαίωσε, διέκοψε ο Κωνσταντίνος, για τα τραγικά εκείνα γεγονότα, ο οποίος έτυχε τις μέρες εκείνες να βρίσκεται κοντά στο σουλτάνο, σταλμένος απ’ το Γενουάτη ηγεμόνα της Λέσβου Γατελούζο . . . -Ναι, ήταν αυτόπτης μάρτυρας των αιμοσταγών έργων του Μωάμεθ, συνέχισε ο βαΐλος. Ο ίδιος είπε, ότι είδε τα κομματιασμένα σώματα των δύστυχων Βενετών πεταγμένα έξω απ’ τους πύργους του φρουρίου, άταφα και ριγμένα να φαγωθούν απ’ τα τσακάλια και τα όρνια. Αμφιβάλλω, όμως, αν ο Δούκας ή ο Γενουάτης κύριός του έκαναν τίποτα για τη σωτηρία των δύστυχων εκείνων ναυτικών. Ο αυτοκράτορας, που γνώριζε το βαΐλο, τον άφησε να αναφέρεται σε παλιότερα γνωστά γεγονότα, γιατί κατάλαβε ότι ο Βενετός άρχοντας ήθελε με την πολυλογία του αυτή να εκθέσει τη μεγάλη του δυσαρέσκεια προς το Μωάμεθ, ύστερ’ απ’ τη θανάτωση του Ρίτζου και να βεβαιώσει κι αυτόν τον ίδιο για την τέλεια αφοσίωση των Βενετών της Κωνσταντινούπολης προς τη βυζαντινή αυλή. Ήθελε επίσης, να τονίσει στον αυτοκράτορα την αντιπάθειά του προς τους εμπορικούς αντιζήλους των Βενετών, τους Γενουάτες του Πέραν και να του συστήσει, να μην δίνει και μεγάλη εμπιστοσύνη στα λόγια και στις υποσχέσεις τους. Επίσης, επειδή ο αυτοκράτορας ήλπιζε σε μια υπολογίσιμη βοήθεια απ’ τους Βενετούς, για να δείξει την εκτίμησή του και τη συμπάθειά του προς τους συμπατριώτες του βαΐλου και προς αυτόν τον ίδιο, άφηνε τον άρχοντα να ομιλεί υπέρ των συμπατριωτών του. Και μάλιστα, για να συνηγορήσει κι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος στα όσα έλεγε ο Μηνώτος και να τα υποστηρίξει εμφανέστερα, επικαλούνταν περισσότερο, όταν του δινόταν η ευκαιρία, μαρτυρίες και επιβεβαιώσεις των αντιζήλων του βαΐλου Γενουατών. -Αλλά και ως εκ θαύματος δεν γλύτωσε στις 4 Δεκεμβρίου η βενετική γαλέρα του Ιάκωβου Κόκκου που έφτασε εδώ με τόσα χρήσιμα εμπορεύματα απ’ την Τραπεζούντα; Ρώτησε με σιγουριά ο Μηνώτος. -Πολλά υπέφεραν μέχρι τώρα οι Βενετοί της πόλης μας για το καλό όλων μας και περισσότερο του χριστιανισμού, είπε ο Κωνσταντίνος. Και δεν αμφιβάλλω, ότι είναι πρόθυμοι να προβούν σε κάθε θυσία, ώστε να μην δουν τον ισλαμισμό να εκτοπίζει το χριστιανισμό απ’ την Ανατολή. Τα λόγια αυτά για την υποστήριξη του χριστιανισμού κολάκεψαν ιδιαίτερα το Βενετό βαΐλο, γι’ αυτό κι ο αυτοκράτορας χρησιμοποίησε τη λέξη ‘’χριστιανισμός’’ δυο φορές κοντά-κοντά. -Για την υποστήριξη του χριστιανισμού, συνέχισε ο βαΐλος με καινούριο κουράγιο στη φωνή του, τονίζοντας εμφαντικά τις λέξεις του και της άγιας Πόλης, εμείς οι Βενετοί της Κωνσταντινούπολης

191


συγκεντρώσαμε τα πληρώματα πέντε γαλερών μας, χίλιους περίπου άνδρες και τους θέτουμε στις διαταγές του αυτοκράτορα. -Ευχαριστώ τους Βενετούς άρχοντες και τους Βενετούς πολεμιστές, είπε ο Κωνσταντίνος. Ποτέ δεν αμφέβαλα για την αγάπη τους προς τη χριστιανική Κωνσταντινούπολη και πάντοτε ήμουν σίγουρος για το άδολο κι αμέριστο ενδιαφέρον τους για τη σωτηρία και τη δόξα της άγιας Πόλης. Νομίζω, ότι καλό θα είναι, οι γενναίοι αυτοί χίλιοι Βενετοί πολεμιστές να ετοιμαστούν αμέσως και με όλον τους τον οπλισμό, ο οποίος να επιλεγεί με προσοχή, να παρελάσουν γύρω στα τείχη. Έτσι, η παρουσία τους θα δώσει μεγάλο θάρρος στις φρουρές των τειχών και πιθανό να σπάσει το ηθικό των Τούρκων, όταν δουν ότι οι Λατίνοι παίρνουν ενεργό μέρος στην άμυνα της πόλης και ότι οι Βενετοί ενδιαφέρονται άμεσα για την ασφάλεια και την ακεραιότητά της. -Αυτό θα γίνει αμέσως, είπε ο βαΐλος και σηκώθηκε όρθιος. Και με τόνο επίσημο τόνισε. Θέτω και ο ίδιος τον εαυτό μου στη διάθεση του αυτοκράτορα και προτείνω να αναλάβω εγώ με τους ανθρώπους μου την υπεράσπιση ενός ζωτικού σημείου των οχυρωμάτων. Μια σπουδαία πύλη, τα ανάκτορα των Βλαχερνών ή κάτι παρόμοιο. -Ευχαριστώ και πάλι τους Βενετούς και τον άρχοντά τους, είπε ο αυτοκράτορας, για τη μεγάλη αγάπη τους προς την Κωνσταντινούπολη και για την παραδειγματική προθυμία τους να αγωνιστούν για την άμυνα και τη σωτηρία της. Θα καλέσω το συμβούλιο της αμύνης για την εξέταση της υφισταμένης καταστάσεως και την ανάθεση της αμύνης των τειχών στους διάφορους στρατηγούς. Είμαι βέβαιος, ότι το συμβούλιο θα εκτιμήσει ανάλογα την προθυμία αυτή των Βενετών και θ’ αναθέσει σ’ αυτούς τη φρούρηση ενός οπωσδήποτε ενδιαφέροντος τμήματος των οχυρώσεων της πόλης μας. Ο Βενετός βαΐλος ευχαρίστησε τον Κωνσταντίνο, χαιρέτισε κι έφυγε. Σε λίγη ώρα κι ενώ χίλιοι Βενετοί μαχητές παρήλαυναν πάνοπλοι με λάβαρα και ήχους σαλπίγγων πάνω στα τείχη, ο αυτοκράτορας καλούσε το πολεμικό συμβούλιο και τους άρχοντες σε συνεδρίαση.

-----------------------Κάλεσα σήμερα το μέγα πολεμικό συμβούλιο, είπε ο αυτοκράτορας, για να εξετάσουμε και πάλι την εξέλιξη των πραγμάτων και να αποφασίσουμε οριστικά πλέον τα της αμύνης της πόλης. Πρέπει ολόκληρη η περίμετρος των τειχών να κατανεμηθεί σε τομείς και να ορισθούν οι αρχηγοί της αμύνης όλων των επί μέρους τμημάτων. Όλοι οι άρχοντες, οι στρατηγοί και οι ναύαρχοι, Έλληνες και Λατίνοι, σιωπηλοί μέσα στη μεγάλη αίθουσα των ανακτόρων, άκουγαν με προσοχή τον αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος, όρθιος μπροστά σ΄ ένα χάρτη της Κωνσταντινούπολης κρεμασμένο σ’ έναν τοίχο της αίθουσας, έλεγε.

192


-Όπως γνωρίζετε, το ασθενέστερο σημείο των τειχών είναι η περιοχή της πύλης του Ρωμανού. Την αδυναμία της θέσης αυτής την αντιλήφθηκαν και οι Τούρκοι, γι’ αυτό και στρέφουν ιδιαίτερα την προσοχή τους προς το σημείο αυτό. Όλες οι επιθέσεις τους μέχρι τώρα συγκλίνουν προς την περιοχή της πύλης αυτής και οι στρατιώτες τους στον τομέα αυτό είναι πιο επίμονοι και βίαιοι. Θα ήθελα, λοιπόν, πρώταπρώτα να τακτοποιηθεί και να εξασφαλισθεί η άμυνα της περιοχής αυτής. Ποιος απ’ όλους σας θέλει να αναλάβει την διοίκηση του τμήματος αυτού; Την ερώτηση αυτή του Κωνσταντίνου κάλυψε απόλυτη σιγή. Όλοι οι άρχοντες, Έλληνες και Λατίνοι, κατέβασαν τα μάτια και απέφευγαν να μιλήσουν. Όλοι γνώριζαν τις σοβαρές αδυναμίες και την κακή άμυνα της περιοχής του Ρωμανού και, αναμετρώντας ο καθένας τις δυνάμεις του, προτιμούσε να μένει σιωπηλός. Επιπλέον, όλοι γνώριζαν ότι ο υπερασπιστής της πύλης του Ρωμανού θα έχει να αντιμετωπίσει τον ίδιο το Μωάμεθ και θα πρέπει να αντισταθεί στο εκλεκτότερο και επιθετικότερο σώμα του τουρκικού στρατού. Θα αναγκαζόταν να αναμετρηθεί με δώδεκα χιλιάδες γενιτσάρους. Ο αυτοκράτορας περιέφερε το βλέμμα του ανάμεσα στους σιωπηλούς άρχοντες και διέκρινε τη διστακτικότητα και την απροθυμία τους. Είδε την ατολμία τους και την αβεβαιότητά τους. Αναλογίστηκε, όμως κι ο ίδιος τις μικρές δυνάμεις που διέθεταν οι στρατηγοί του. Έφερε στο μυαλό του την κακή κατάσταση των τειχών και των πύργων. Σκέφτηκε τη μεγάλη δύναμη των πυροβόλων του Μωάμεθ, ιδιαίτερα στο σημείο αυτό και σιωπηρά τους δικαιολόγησε. Τη σιωπή διέκοψε ο γενναίος Γενουάτης πολεμιστής Ιωάννης Ιουστινιάνης. Ο μεγαλόσωμος καπετάνιος σηκώθηκε όρθιος, υποκλίθηκε στον αυτοκράτορα και είπε. -Μεγαλειότατε. Έχοντας πεποίθηση στη βοήθεια του Θεού, δηλώνω ότι είμαι έτοιμος με τους στρατιώτες μου να υπερασπιστώ τη θέση αυτή προς τιμή του ονόματός Του εναντίον κάθε προσβολής από μέρους του εχθρού. Αγαλίαση και κουράγιο σκόρπισαν τα λόγια αυτά του Ιουστινιάνη. Όλοι οι άρχοντες σηκώθηκαν όρθιοι και άρχισαν να χειροκροτούν και να επευφημούν το γενναίο μαχητή. Ο αυτοκράτορας, με χαρά και συγκίνηση, συγχάρηκε το Γενουάτη πολεμιστή και του ανέθεσε τη διοίκηση της άμυνας της κρίσιμης αυτής περιοχής. -Αναλαμβάνω εγώ τον επόμενο τομέα δίπλα στο γενναίο Ιουστινιάνη, είπε μεγαλόφωνα ο Ιωάννης Κατακουζηνός. Όλοι οι σύμβουλοι έστρεψαν τα μάτια τους με θαυμασμό προς τον τολμηρό Ιωάννη και χειροκρότησαν με χαρά την προθυμία και το θάρρος του. -Τον επόμενο τομέα θα αναλάβουμε εμείς, σηκώθηκε και είπε με πεποίθηση στον αυτοκράτορα ο Ιταλός Παύλος Μπουκιάρδι. Γνωρίζουμε, ότι η θέση αυτή βρίσκεται σε ψηλό σημείο και ότι είναι εξίσου ασθενής και ευπρόσβλητη όπως και η προηγούμενη. Έχουμε, όμως, εμπιστοσύνη στη δύναμή μας, στον οπλισμό και στο θάρρος των ανδρών μας και πιστεύουμε ότι θα αντισταθούμε με επιτυχία.

193


Έτσι, η άμυνα της περιοχής απ’ την πύλη της Αδριανούπολης (την λεγόμενη Πολυάνδριο ή Μυριάνδριο) μέχρι την περιοχή της πύλης του Πορφυρογέννητου ανατέθηκε στο ιταλικό σώμα των αδελφών Παύλου Αντώνιου και Τρωΐλου Μπουκιάρδι42. Ύστερ’ απ’ την αρχή που έκαναν οι Ιταλοί και ο Κατακουζηνός, η κατανομή των τειχών έγινε σύντομα και χωρίς δυσκολίες. Γρήγορα και πρόθυμα οι υπόλοιποι άρχοντες ανέλαβαν ο καθένας την υπεράσπιση μιας θέσης. Ο γέρος αλλά εμπειρότατος τοξότης Θεόδωρος Καρυστινός ανέλαβε την περιοχή της πύλης της Καλιγαρίας. Τα ανάκτορα των Βλαχερνών ανέλαβε ο βαΐλος της βενετικής παροικίας Ιερώνυμος Μηνώτος. Συνέχεια, τοποθετήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Χίου Λεονάρδος μαζί με άλλους Γενουάτες αρχηγούς. Αυτοί ανέλαβαν το υπόλοιπο τμήμα μέχρι την Ξυλόπορτα στις ακτές του Κερατίου Κόλπου. Την υπεράσπιση της πύλης της Σηλύμβριας ανέλαβε ο Μαυρίκιος Καττάνεος μαζί με το Νικόλαο Γουδέλη και το Βαπτιστή Γρίττη. Η υπεράσπιση της Χρυσής πύλης ανατέθηκε στον Καταρίνο Κονταρίνη, στον πιο επιφανή άντρα της βενέτικης παροικίας και στον Ανδρόνικο Κατακουζηνό. Οι δυο αυτοί ανέλαβαν και τη φρούρηση όλης της παραλίας της Προποντίδας απ’ τον πύργο του Μαρμάρου μέχρι τις περιοχές του Κερατίου κόλπου. Τη φρούρηση της ακρόπολης ανέλαβε ο Βενετός πλοίαρχος Γαβριήλ Τρεβηζάνος με μόνο πενήντα άντρες. Στα πληρώματα δύο κρητικών πλοίων ανατέθηκε η φύλαξη της Ωραίας πύλης. Τον πύργο του Αγίου Δημητρίου ανέλαβε ο καρδινάλιος Ισίδωρος με τους διακόσιους άντρες του. Το δυτικό τείχος της Προποντίδας δόθηκε στον Ιάκωβο Κονταρίνη. Συνέχεια, τοποθετήθηκαν Έλληνες μαχητές και μετά απ’ αυτούς ο από χρόνια φυγάς Τούρκος πρίγκιπας Ορχάν, με μικρό τμήμα Τούρκων μισθοφόρων. Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων ορίστηκε σα σταθμός του μεγάλου δούκα Λουκά Νοταρά, όπου θα στάθμευε με μικρό εφεδρικό σώμα, για να μπορεί να τρέχει και να βοηθάει όπου χρειαστεί. Ο Βενετός ναύαρχος Διέδος ανέλαβε τη φρούρηση της πύλης του Φαρίου. Ο Γερμανός μηχανικός Ιωάννης Γκραντ ανέλαβε το συνεργείο υπονομοποιών. Ο αυτοκράτορας έστησε το στρατηγείο του στην πύλη του Χαρισίου, έχοντας μαζί του και το συγγενή του Φραγκίσκο Τολέδο, τον απόγονο του Αλεξάνδρου Κομνηνού. Ο Βενετός βαΐλος ανέλαβε την υπεράσπιση της περιοχής των Βλαχερνών και σε λίγο ταχτοποιούσε τους μαχητές του μέσα και γύρω στα οχυρώματα των ανακτόρων. Άραγε, ο Βενετός άρχοντας ήθελε πραγματικά να φρουρήσει τα ανάκτορα ή προσπαθούσε να κατέχει ένα ζωτικό σημείο της πόλης για κάθε ενδεχόμενο;

42

Σλουμβέρζε Γ. ‘’Κων/νος Παλαιολόγος’’

Σελίδα

120. 194


Ο τουρκικός στρατός έβλεπε με απορία τους καλοοπλισμένους Βενετούς στρατιώτες να παρελαύνουν με μουσικές και σάλπιγγες πάνω στα τείχη κι αναρωτιόταν, πότε και πόσοι Ιταλοί έφτασαν απ’ την Ιταλία για να βοηθήσουν τον αυτοκράτορα. Την εμφάνιση αυτή των Βενετών προσπάθησε να εκμεταλλευτεί ο Χαλλίλ πασάς, για να πείσει το σουλτάνο να λύσει την πολιορκία της Πόλης. Αλλά ο ισχυρογνώμων μονάρχης δεν πείθονταν με κανένα τρόπο και ήταν αποφασισμένος να προσπαθήσει με όλες τις δυνάμεις του να εκπληρώσει το όνειρο της ζωής του.

195


16.

Ο ΥΑΞΑΣ ΠΡΟ ΔΙΛΗΜΑΤΟΣ

Πριν επιχειρήσει την εκστρατεία αυτή ο Μωάμεθ, έστειλε παντού ανθρώπους του να ειδοποιήσουν τους διοικητές των επαρχιών του και τους ηγεμόνες που ήταν υποτελείς του, να συγκεντρώσουν και να του στείλουν στην Αδριανούπολη όσο πιο πολύ στρατό μπορούσε ο καθένας. Σ’ άλλους έλεγε την αλήθεια για ποιο σκοπό ήθελε το στρατό αυτό και σ’ άλλους όχι. Ένας καβαλάρης διέσχιζε τις πεδιάδες κι ανεβοκατέβαινε τα βουνά της Θράκης και της Βουλγαρίας καλπάζοντας προς τη Σερβία. Απ’ όλα τα τουρκικά φρούρια που περνούσε στο δρόμο ζητούσε, με ειδική διαταγή που είχε απ’ το σουλτάνο, να του δίνουν καινούριο άλογο και να του παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια, ώστε να φθάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στον προορισμό του. Οι Τούρκοι φρούραρχοι, που έτρεμαν όταν άκουγαν το όνομα του Μωάμεθ, γιατί ήξεραν ότι κάθε παράβαση προσωπικής διαταγής του τιμωρούνταν με αποκεφαλισμό, έσπευδαν να τον εξυπηρετήσουν και να τον βοηθήσουν όσο μπορούσαν περισσότερο. Με το άλογό του καταϊδρωμένο και κατάκοπος απ’ την πολυήμερη ιππασία, έφτασε ο αγγελιοφόρος στο Σμερδένεβο. Τράβηξε κατευθείαν στο ανάκτορο του ηγεμόνα και ζήτησε, κατά διαταγή του σουλτάνου, να τον παρουσιάσουν αμέσως στο Βράκοβιτς. -Άρχοντά μου, είπε ο Τούρκος αγγελιοφόρος στο Βράκοβιτς. Ο πολυχρονεμένος και μεγάλος μας αφέντης με διέταξε να σας παραδώσω αυτά αμέσως και μόλις φθάσω στο Σμερδένεβο κι έδωσε μερικά γράμματα στον ηγεμόνα της Σερβίας. Επίσης, μου είπε να σας τονίσω ιδιαίτερα ότι, ό,τι σας ζητά το θέλει αμέσως και χωρίς καθυστέρηση. Αύριο το πρωί θα φύγω επιστρέφοντας στην Αδριανούπολη και θέλω να μου δώσετε συγκεκριμένη απάντηση. Ο Βράκοβιτς μόλις έμεινε μόνος άρχισε να διαβάζει τα γράμματα του Μωάμεθ. Κάλεσε μερικούς άρχοντές του και έδωσε εντολή να ειδοποιηθεί και να παρουσιαστεί αμέσως μπροστά του ο βοεβόδας του Μπρέζνικ Υαξάς. Οι άρχοντες που κάλεσε ο Βράκοβιτς και ο Υαξάς ειδοποιήθηκαν αμέσως και παρουσιάστηκαν στον ηγεμόνα τους. -Μόλις πριν από λίγο, είπε ο Βράκοβιτς, κατέφθασε ένας ειδικός απεσταλμένος του Μωάμεθ και μου έφερε αυτά τα γράμματα κι έδειξε με το χέρι του μερικά χαρτιά που ήταν μπροστά του πάνω στο τραπέζι. Μου γράφει, ότι κάποιος άρχοντας, διοικητής μακρινής επαρχίας της αυτοκρατορίας του στην Ασία, επαναστάτησε και θέλει να τον επαναφέρει στην τάξη. Επικαλείται, λοιπόν, παλιότερες συμφωνίες που είχαμε με τον πατέρα του Μουράτ και οι οποίες ισχύουν και σήμερα και ζητά να του στείλουμε ένα σώμα σερβικού ιππικού, να τον βοηθήσει στην εκστρατεία του αυτή. Βέβαια, όχι ότι δεν έχει αρκετές δυνάμεις για να επιβληθεί μόνος του, αλλά ζητά και τη δική μας παρουσία, για να δείξει στους βάρβαρους ομοθρήσκους του στην Ασία πόσο φιλικά και αδελφωμένα ζει

196


με τους αλλόθρησκους λαούς της Ευρώπης. Θέλει, όπως φαίνεται, να μεταχειριστεί τη δική μας παρουσία στην Ασία σαν όπλο διπλωματικό και να εντυπωσιάσει τον επαναστάτη εμίρη και τους άλλους εμίρηδες της Ανατολής και έμμεσα να τους δείξει, πόσο άριστες είναι οι προθέσεις του για τους ομοθρήσκους του, αφού είναι τόσο καλές για τους αλλοθρήσκους του, οι οποίοι τον ακολουθούν ακόμη και στον πόλεμο. -Θέλει, δηλαδή, να επιβληθεί και δυναμικά αλλά και διπλωματικά στην Ασία και να εξασφαλιστεί πιο σίγουρα από εκείνη την κατεύθυνση, πρόσθεσε ένας άρχοντας. -Το σώμα, λοιπόν, που θα του στείλουμε εμείς, συνέχισε ο Βράκοβιτς, θα έχει μάλλον συμβολικό χαρακτήρα. Για να είναι, όμως, αισθητή η παρουσία του και εντονότερο το ψυχολογικό αποτέλεσμα, πρέπει να είναι και κάπως ευάριθμο. -Είναι δυνατόν να αρνηθούμε να στείλουμε στρατιώτες μας να πολεμήσουν για το Μωάμεθ; Ρώτησε ένας απ’ τους παρευρισκομένους. -Πιστεύω, ότι είναι κρυφή επιθυμία όλων μας να μην εκτελέσουμε αυτήν την παράκληση-διαταγή του σουλτάνου, είπε ο Βράκοβιτς και συνέχισε. Έχουμε, όμως, σήμερα τη δύναμη να αρνηθούμε στις επιθυμίες του και να υποστηρίξουμε μόνοι μας την άρνησή μας αυτή δυναμικά αν χρειαστεί; Γιατί, δεν πρέπει να παρασυρθούμε από συναισθηματισμούς και να αγνοήσουμε την πραγματικότητα. Πού μπορούμε να ελπίσουμε σε περίπτωση που ο απότομος και εκδικητικός σουλτάνος μας επιτεθεί; Να στραφούμε στον Ουνυάδη; Δεν βλέπω ελπίδες από κει, γιατί κι αυτός είναι δεμένος με τη συμφωνία που υπέγραψε εδώ στο Σμερδένεβο πριν λίγο καιρό με το Μωάμεθ και δεν βλέπω πιθανότητες να θελήσει να την αθετήσει και να εκστατεύσει εναντίον του, απλώς και μόνο επειδή εμείς αρνηθήκαμε να στείλουμε λίγους ιππείς, ένα συμβολικό σώμα Σέρβων στην Αδριανούπολη. Να στραφούμε στους δεσπότες της Πελοποννήσου και της Ηπείρου; Αυτοί είναι τόσο πολύ στριμωγμένοι τώρα απ’ τον Τουραχάν πασά, που δεν ξέρουν πού να καταφύγουν για να σώσουν τους εαυτούς τους. Να ζητήσουμε βοήθεια απ’ τον αυτοκράτορα; Αυτός δεν μπόρεσε να σηκώσει κεφάλι όταν χτίζαν οι Τούρκοι δίπλα του το Ρούμελη-χισάρ και θα βοηθήσει εμάς τώρα που είναι κυκλωμένος από παντού; -Επομένως, είπε κάποιος, δεν υπάρχει λόγος να σκεφτόμαστε να αντιδράσουμε στις απαιτήσεις του Μωάμεθ. Άλλωστε, δεν είναι και κανένα πολύ σπουδαίο πράγμα αυτό που μας ζητά. Θέλει ένα σώμα δικού μας ιππικού να τον βοηθήσει στην Ασία. -Σκέφτομαι, είπε ο Βράκοβιτς παίρνοντας το λόγο, να αναθέσω την αρχηγία του σώματος στον άρχοντα Υαξά κι έδειξε προς το μέρος του βοεβόδα του Μπρέζνικ. Επειδή κανένας δεν έφερε αντίρρηση, δόθηκαν οι αναγκαίες οδηγίες στον αρχηγό του σώματος των ιππέων και διατάχτηκε να ετοιμαστεί και να φύγει το συντομότερο για την Αδριανούπολη. Την άλλη μέρα το πρωί, ο Τούρκος απεσταλμένος του Μωάμεθ άφηνε το Σμερδένεβο κι έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής για την Αδριανούπολη. Μαζί με την προφορική συγκατάθεση του Βράκοβιτς, για

197


την αποστολή ιππικού προς το σουλτάνο, έφερε και ορισμένα γράμματα του ηγεμόνα της Σερβίας προς το Μωάμεθ. Επίσης, ο Τούρκος απεσταλμένος, φεύγοντας απ’ την Αδριανούπολη, πήρε μαζί του απ’ το σεράι και ορισμένα άλλα γράμματα, καλά φυλαγμένα, τα οποία ίσως του χρειαζόταν κατά την επιστροφή, ανάλογα με την απάντηση του Βράκοβιτς. Φεύγοντας απ’ τη Σερβία, σταμάτησε στο πρώτο τουρκικό φρούριο που ήταν πάνω στο δρόμο του και παρέδωσε δυο γράμματα στο φρούραρχο. -Το ένα, του είπε, είναι δικό σου. Έρχεται κατευθείαν απ’ το Μωάμεθ. Το άλλο να το προωθήσεις αμέσως με δικό σου άνθρωπο στα πλησιέστερα τμήματα του Τουραχάν πασά που πολεμούν τους δεσπότες και αδελφούς του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Δημήτριο και Θωμά. Πρέπει να φθάσει στα χέρια του αμέσως και με ευθύνη δική σου. Σύστησε δε αμέσως στους στρατιώτες σου, ώστε στο σερβικό σώμα που πρόκειται να περάσει από εδώ για την Αδριανούπολη, να φερθούν όσο μπορούν πιο καλά και τους Σέρβους ιππείς να τους θεωρήσουν σα δικούς μας στρατιώτες. Ό,τι άλλο χρειάζεται να ξέρεις, θα το βρεις γραμμένο στο γράμμα που σου στέλνει το σεράι. Ο αγγελιοφόρος κοιμήθηκε το βράδυ στο φυλάκιο και το πρωί ξεκούραστος συνέχισε το δρόμο του. Ήθελε να γυρίσει γρήγορα, για ν’ αναγγείλει στον αφέντη του τις ευχάριστες ειδήσεις που έφερνε απ’ τη Σερβία. Δεν ήταν, όμως και απόλυτη ανάγκη να καλπάζει μέρα-νύχτα ασταμάτητα, όπως έκανε όταν πήγαινε για τη Σερβία. Τώρα, μπορεί να ξεκουράζεται και λίγο και να κοιμάται πιο ήσυχος. Όταν έφτασε στο επόμενο τουρκικό φυλάκιο, παρέδωσε γράμμα και στον εδώ φρούραρχο. Έδωσε και προφορικά ορισμένες οδηγίες, όπως και στον προηγούμενο, ξεκουράστηκε, πήρε ξεκούραστο άλογο και συνέχισε το δρόμο του. Το ίδιο συνέβη και στ’ άλλα φρούρια που πέρασε γυρίζοντας στην Αδριανούπολη. Σε λίγες μέρες, χίλιοι πεντακόσιοι Σέρβοι ιππείς, με αρχηγό τους τον Υαξά, διέσχιζαν τη Μακεδονία και τη Θράκη και προχωρούσαν για την Αδριανούπολη. Στο δρόμο, οι Τούρκοι στρατιώτες τους υποδέχονταν με χαρά και οι διοικητές των τουρκικών φρουρίων τους παρείχαν με προθυμία κάθε εξυπηρέτηση και διευκόλυνση. Η συμπεριφορά αυτή των Τούρκων, την οποία δεν περίμεναν να συναντήσουν οι Σέρβοι, τους έκανε μεγάλη εντύπωση και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις η υπέρμετρη καλοσύνη τους τους ξάφνιαζε. Αφού πέρασαν τη Φιλιππούπολη κι έφτασαν στα τελευταία χωριά της προς το μέρος της Αδριανούπολης, συνάντησαν κι άλλα σώματα του Μπελήρμπεη πασά, που προέρχονταν από διάφορες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης και κατευθύνονταν για την τουρκική πρωτεύουσα. Σ’ ένα απ’ τα χωριά αυτά ξεπέζεψαν για να ξεκουραστούν κι αυτοί και τ’ άλογά τους. Κάθισαν εδώ κι εκεί κάτω απ’ τους ίσκιους των δέντρων ξέγνοιαστοι παρέες-παρέες. Άλλοι έτρωγαν, άλλοι κοιμόταν κι άλλοι συζητούσαν μισοξαπλωμένοι στα χόρτα. Σ’ ένα φουντωτό δέντρο, που ξεχώριζε ανάμεσα στ’ άλλα σε μια χορταριασμένη πλαγιά δεξιά του δρόμου, αναπαύονταν ο Υαξάς με τους 198


αξιωματικούς του. Ο καιρός ήταν καλός και όλοι μισοξαπλωμένοι στην πρασινάδα απολάμβαναν τον ήλιο και τη γραφικότητα του τοπίου. Πιο κάτω, έβοσκαν ελεύθερα τα άλογά τους, μισοχαμένα μέσα στο πυκνό και καταπράσινο χορτάρι, που γίνονταν ψηλότερο και πιο βαθυπράσινο όσο η πλαγιά πλησίαζε προς το ποταμάκι. -Πολλά τμήματα συναντήσαμε στο δρόμο μας, είπε για μια στιγμή ο αρχηγός. -Και άλλα φαίνονται να κινούνται ανάμεσα στα χωριά, πέρα στους κάμπους ή ψηλότερα στις πλαγιές, πρόσθεσε ένας ακόλουθός του, ο Μιχαήλ Κωσταντίνοβιτς. -Φαίνεται, πως μεγάλο στρατό ετοιμάζει ο Μωάμεθ για την Ασία. Θέλει, ίσως, να θαμπώσει τον επαναστάτη ηγεμόνα με το πλήθος του στρατού του, συνέχισε ο Υαξάς χωρίς να κινηθεί καθόλου απ’ τη θέση του όπου ήταν ξαπλωμένος. Την αμεριμνησία των στρατιωτών και την ησυχία που επικρατούσε κάτω απ’ τα σκιερά δέντρα ανατάραξε ο καλπασμός ενός αλόγου και οι φωνές του καβαλάρη του, που, αναστατωμένος και με έκδηλη την αγωνία στο πρόσωπό του, φώναζε και χειρονομούσε πάνω απ’ το ξαναμμένο άλογό του. -Καπετάνιε, καπετάνιε . . . Όλοι οι στρατιώτες, ξαφνιασμένοι απ’ τις παράξενες φωνές και τη βιασύνη του καβαλάρη συναδέλφου τους, πετάχτηκαν όρθιοι και έστρεψαν τα βλέμματά τους περίεργα προς το μέρος που ακουγόταν οι φωνές και ο θόρυβος του καλπασμού. Ο στρατιώτης συνέχισε να φωνάζει. -Καπετάνιε, καπετάνιε . . . Μερικοί στρατιώτες του έκαναν νόημα, δείχνοντάς του κάποιο μεγάλο και βαθίσκιο δέντρο λίγο πιο πέρα στην άκρη του δρόμου. Αυτός κάλπασε προς την κατεύθυνση εκείνη και, πριν καλά-καλά σταματήσει το άλογό του κάτω απ’ το μεγάλο δέντρο, πήδησε απ’ τη ράχη του και βιαστικός και με έντονη έξαψη άρχισε να λέει. -Καπετάνιε. Καπετάνιε, μας είπαν ψέματα . . . ψέματα . . . Ο Υαξάς τού ‘κανε νόημα να καθίσει για να συνέλθει. Τού ‘δωσε κάτι να πιει για να ηρεμίσει και προσπάθησε να συγκρατηθεί και να φανεί ψύχραιμος κι ο ίδιος. Μόλις ο στρατιώτης ήπιε μια-δυο γουλιές ρακί από ένα μικρό παγούρι που τού ‘δωσε ο Υαξάς απ’ την τσέπη του, είπε σε πιο ήρεμο τόνο. -Καπετάνιε, μας είπαν ψέματα. Δεν πάμε για την Ασία. Βγήκα πιο πάνω στο χωριό για ν’ αγοράσω κάτι στα μαγαζιά . . . Εκεί έμαθα τρομερά πράγματα . . . Όλος αυτός ο στρατός που συγκεντρώνεται εδώ ετοιμάζεται να χτυπήσει την Κωνσταντινούπολη. -Την Κωνσταντινούπολη! Είπε έκθαμβος ο αρχηγός και κοίταξε στα μάτια τον Κωσταντίνοβιτς, που είχε μείνει κι αυτός εμβρόντητος με τα λόγια του λαχανιασμένου στρατιώτη.

199


Έτσι λένε όλοι στο χωριό. Για εκστρατεία κατά της Κωνσταντινούπολης συζητούν οι στρατιώτες των άλλων τμημάτων του Μπελήρμπεη. Το λένε ανοιχτά οι γενίτσαροι . . . Ο Υαξάς έμεινε για λίγο άφωνος και σκεφτικός. Ύστερα, έστειλε μερικούς ανθρώπους του στα γύρω χωριά να συγκεντρώσουν πιο συγκεκριμένες πληροφορίες. Όταν γύρισαν οι απεσταλμένοι του, κάλεσε όλους τους αξιωματικούς του και τους είπε. -Πραγματικά, πέσαμε θύματα απάτης. Από πληροφορίες που έχουμε από διαφορετικές πηγές, βγαίνει καθαρά το συμπέρασμα ότι πάμε να πολεμήσουμε εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Στο σημείο αυτό, ένας θόρυβος και πάλι παρατηρήθηκε ανάμεσα στους στρατιώτες που ξεκουράζονταν πιο πέρα κάτω απ’ τα δέντρα προς το δρόμο. Ο Υαξάς και οι αξιωματικοί του διέκοψαν τη συζήτηση και σηκώθηκαν όρθιοι να ‘δουν τι συμβαίνει. -Πού είναι ο καπετάνιος; Φώναξε από μακριά ένας στρατιώτης σε μια ομάδα συναδέλφων του, που αμέριμνοι ήταν ξαπλωμένοι στα χόρτα μια μικρής πλαγιάς. -Εκεί πιο κάτω νομίζω, είπε ένας απ’ τη συντροφιά κι έδειξε προς το μεγάλο δρόμο, όπου κάθονταν ο Υαξάς με τους αξιωματικούς του. -Για πήγαινε Μιχαήλ να ‘δεις τι συμβαίνει και ποιος είναι αυτός που έρχεται καβάλα στο άλογο. Μην τον φέρεις εδώ. Κράτησέ τον πιο κάτω. Δεν θέλω να μας βρει έτσι όλους συγκεντρωμένους τους αξιωματικούς. Ο Μιχαήλ Κωσταντίνοβιτς έτρεξε αμέσως προς την κατεύθυνση του ξένου καβαλάρη. -Θέλω τον αρχηγό σας, είπε στο Μιχαήλ ο Τούρκος αγγελιοφόρος. Έχω να του παραδώσω μια διαταγή απ’ το Μπελήρμπεη Καρατζά πασά. -Περίμενε εδώ, τον πρόσταξε ο Κωσταντίνοβιτς. Κατέβα απ’ το άλογό σου και κάθισε λίγο να ξαποστάσεις. Θα στείλω ένα στρατιώτη να τον βρει και να του πει ότι τον ζητάς. Κι έκανε νόημα σ’ ένα Σέρβο στρατιώτη να ειδοποιήσει τον Υαξά, προσθέτοντας και μερικές ακόμη λέξεις στα σερβικά. Ο στρατιώτης έφυγε αμέσως και σε λίγο ήρθε ο αρχηγός. Ο Τούρκος αγγελιοφόρος του παρέδωσε τη διαταγή, χαιρέτησε και έφυγε. Ο Υαξάς ξεδίπλωσε το χαρτί και ανυπόμονα άρχισε να διαβάζει τη νέα διαταγή των Τούρκων. Διάβαζε και σιγοπερπατούσε προς το δέντρο, όπου είχαν έρθει στο μεταξύ και οι άλλοι αξιωματικοί. Ο Μιχαήλ που βάδιζε δίπλα στον Υαξά παρατήρησε ότι, όσο ο αρχηγός του προχωρούσε στο διάβασμα της διαταγής, τόσο περισσότερο έχανε το χρώμα του. Όταν έφτασαν στο δέντρο και κάθισαν ανάμεσα στους άλλους αξιωματικούς, ο Υαξάς ήταν πελιδνός. -Τι συμβαίνει; Ρώτησαν με απορία οι άλλοι αξιωματικοί. Ο αρχηγός έριξε μπροστά τους τη διαταγή και είπε. -Δεν είναι διαταγή του Καρατζά πασά. Είναι διαταγή του σουλτάνου. Μας διατάζει, να πάρουμε αμέσως το συντομότερο δρόμο και να

200


κατευθυνθούμε προς την Κωνσταντινούπολη, για να ενωθούμε με τα εκεί στρατεύματα του Καρατζά πασά43. -Αυτό δε θα γίνει ποτέ, διέκοψε ο Μιχαήλ Κωσταντίνοβιτς. -Να γυρίσουμε πίσω, είπε ένας άλλος. -Μη βιάζεστε, μη βιάζεστε, τους καθησύχασε ο αρχηγός τους. Πρέπει να ξέρετε, ότι όλα τα τουρκικά φρούρια από εδώ μέχρι τη Σερβία, καθώς και τα τμήματα του Τουραχάν πασά, που βρίσκονται κοντά στην πατρίδα μας, έχουν ειδοποιηθεί να έχουν το νου τους και να μη μας επιτρέψουν να γυρίσουμε πίσω. Διατάχτηκαν να μας χτυπήσουν αλύπητα, αν προσπαθήσουμε κάτι τέτοιο. -Είμαστε χίλιοι πεντακόσιοι κι όλοι διαλεχτοί ιππείς, είπε κάποιος. Θα τους χτυπήσουμε και μεις και νομίζω ότι θα περάσουμε. -Είμαστε χίλιοι πεντακόσιοι, είπε κάποιος άλλος αλλά μόνο εδώ κοντά μας υπάρχουν δώδεκα χιλιάδες γενίτσαροι και χώρια ο στρατός του Μπελήρμπεη. -Να σκορπιστούμε σε μικροομάδες, για να μην δίνουμε στόχο και να φεύγουμε λίγοι-λίγοι και χωριστά, πρόσθεσε κάποιος άλλος. Εδώ είναι τόσα πολλά ξένα και διαφορετικά τμήματα, που είμαι σίγουρος ότι λίγοιλίγοι θα μπερδευτούμε ανάμεσά τους και θα περάσουμε απαρατήρητοι. -Αν αποφασίσουμε σα λύση το δρόμο της φυγής, αυτός ο τρόπος θα είναι μάλλον ο καλύτερος. Είναι, όμως, αυτή και η καλύτερη λύση; Ρώτησε ο Υαξάς και συνέχισε. Μήπως με τη φυγή μας φέρουμε σε δύσκολη θέση τον ηγεμόνα μας και την πατρίδα μας; Μήπως ο Βράκοβιτς, αποβλέποντας σε ευρύτερα και άγνωστα σε μας συμφέροντα της Σερβίας, γνώριζε την αλήθεια και αποφάσισε την αποστολή μας αυτή, γιατί έτσι έπρεπε να γίνει; Μήπως, μαθαίνοντας τη φυγή μας ο σουλτάνος επιτεθεί με τα πολυάριθμα που έχει εδώ συγκεντρωμένα στρατεύματά του εναντίον της Σερβίας; Δε θα του είναι και πολύ δύσκολο να καταστρέψει τη χώρα μας. Τώρα μάλιστα που έχει τις στρατιές του Τουραχάν πασά στα νότια σύνορά μας. Σταματούν τον πόλεμο αμέσως, αν θέλουν, με τους δεσπότες του Μωριά και της Ηπείρου και στρέφονται εναντίον μας. Ποιος θα μας βοηθήσει τότε; Σταμάτησε για λίγο και με τόνο που έδειχνε ότι κατέληγε σ’ ένα βαρύ κι ανεπιθύμητο συμπέρασμα συνέχισε. -Η φυγή είναι ίσως εύκολη. Οι συνέπειες, όμως, τραγικές. Επικράτησε σιγή. Κανείς απ’ τους αξιωματικούς του Υαξά δεν πρόφερε λέξη. Όλοι έβρισκαν τα λόγια του αρχηγού τους σωστά, παρ’ ότι δεν ήθελαν να τα παραδεχτούν. Βασάνιζαν το μυαλό τους κάτι να βρουν, με κάποιο επιχείρημα να αντικρούσουν την τρομερή αλήθεια, την αναπόφευκτη πραγματικότητα. Ήθελαν να υποστηρίξουν τη φυγή. Δεν ήθελαν να πολεμήσουν κατά των ομοθρήσκων τους και υπέρ του Μωάμεθ. Δεν μπορούσαν όμως. Ήταν αργά. Είχαν πιαστεί στην παγίδα. Άλλη λύση δεν υπήρχε. Σιωπηλοί, ένας-ένας, άρχισαν να γυρίζουν στα τμήματά τους και να ετοιμάζονται να συνεχίσουν το δρόμο τους, με κατεύθυνση αυτή τη φορά 43

Mijiatovic C. ‘’The Last Emperor . . .’’

Σελίδα

133. 201


την Κωνσταντινούπολη. Δρόμος πραγματικού μαρτυρίου. Τουλάχιστον για ορισμένους απ’ αυτούς. Μέσα στη βαριά και καταθλιπτική σιωπή που επικρατούσε, ακούστηκαν ξερά τα λόγια του Κωσταντίνοβιτς που πρόφερε μονολογώντας, καθώς απομακρύνονταν απ’ το δέντρο της θλιβερής συγκέντρωσης των αξιωματικών του Υαξά. -Θα πάμε στον πόλεμο της Πόλης, αφού έτσι ήταν γραφτό μας. Αλλά, αν πολεμήσουν όλοι όπως θα πολεμήσουμε εμείς, η Πόλη δε θα πέσει ποτέ.

202


17.

ΦΛΟΓΕΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Καταπονεμένοι και κουρασμένοι οι Έλληνες και οι άλλοι μαχητές του αυτοκράτορα από τη μεγάλη χθεσική επίθεση των Τούρκων στην κοιλάδα του Λύκου, αναστατώθηκαν με τις κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών και τις φωνές των πολιτών, το πρωί εκείνο της 20ης Απριλίου. Όσοι απ’ τους μαχητές δεν ήταν την ώρα εκείνη στις επάλξεις, άρπαξαν τα όπλα τους κι έτρεξαν στις προκαθορισμένες θέσεις τους. Όλοι βγήκαν έντρομοι και αναστατωμένοι στα τείχη. Ο λαός ανέβηκε στα ψηλώματα και στα καμπαναριά ή στις στέγες των σπιτιών και στους τρούλους των εκκλησιών. Κάτω στο λιμάνι, άλλοι σκαρφάλωναν στα κατάρτια των πλοίων και στις ανεμόσκαλες κι άλλοι έτρεχαν βιαστικοί να βγουν στα ψηλώματα τη