Page 1


Διαβα-Ζώντας την Λισσαβώνα

Κλουβιδάκη Μαριλένα Υπεύθυνος Καθηγητής: Σερράος Κωνσταντίνος Διάλεξη Μάρτιος 2012


Lisboa, a cidade do meu coração Dedicado à todas as pessoas que encontrei lá e fiz-me amar esta cidade.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κύριο Σερράο Κωνσταντίνο για τη βοήθεια του και την ευχάριστη συνεργασία του, καθώς και τον κύριο Alho Carlos που με βοήθησε στο ξεκίνημα αυτής της έρευνας. Ακόμη ένα μεγάλο ευχαριστώ στην φίλη μου την Εύη για την πολύτιμη βοήθειά της και την ανεξάντλητη υπομονή της.


Περιεχόμενα_


1.Εισαγωγή 1.1 Αντί προλόγου ...................................................................................σελ.09 1.2 Γενικά για τη Λισσαβώνα .....................................................................σελ.11 1.3 Ιστορικά, κοινωνικά και σύγχρονα γεγονότα που συνέβαλαν στην πολεοδομική ανάπτυξη και αλλαγή της πολης....................................................................σελ.20

2.Μία πρώτη ανάγνωση του κέντρου της Λισσαβώνας 2.1 Εισαγωγή...........................................................................................σελ.31 2.1.1 Μονοπάτια..............................................................................σελ.36 2.1.2 Άκρες...................................................................................σελ.48 2.1.3 Περιοχές................................................................................σελ.56 2.1.4 Κόμβοι..................................................................................σελ.66 2.1.5 Ορόσημα................................................................................σελ.76 2.2 Ένα πρώτο συμπέρασμα για την πόλη της Λισσαβώνας.....................................σελ.87 2.3 Παράρτημα.........................................................................................σελ.90

3.Ερμηνεία στοιχείων του αστικού χώρου 3.1 Εισαγωγή...........................................................................................σελ.94 3.2 Τόπος...............................................................................................σελ.97 3.3 Περιεχόμενο......................................................................................σελ.105

04


4.Η ψυχογεωγραφία του κέντρου της Λισσαβώνας 4.1 Καταστασιακοί Διεθνείς.........................................................................σελ.114 4.2 Ψυχογεωγραφικοί χάρτες του κέντρου της Λισσαβώνας..................................σελ.120

5.Συμπέρασματα Συμπεράσματα........................................................................................σελ.129

6.Βιβλιογραφία Βιβλιογραφία.........................................................................................σελ.134

7.Παράρτημα Φωτογραφιών Παράρτημα φωτογραφιών..........................................................................σελ.138

05


Εισαγωγή_


08


1.1 Αντί προλόγου_ Πόλεις και άνθρωποι

Δύο έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Οι πόλεις αποτελούν δημιουργήματα των ανθρώπων και άρχισαν να αποκτούν υπόσταση από τα αρχαία ήδη χρόνια. Η τάση των ανθρώπων να συγκεντρώνονται και να οργανώνονται σε μεγάλες ομάδες, υποδηλώνει την ανάγκη τους να εμπλέκονται και να αντιμετωπίζουν διάφορες καταστάσεις ως σύνολα και όχι ως μεμονωμένα άτομα. Ο Italo Calvino στο βιβλίο του “Αόρατες πόλεις”, χαρακτηρίζει τις πόλεις ως ένα σύνολο πραγμάτων, απομνημονεύσεων, επιθυμιών, σημείων μιας γλώσσας. Eπισημαίνει ότι οι πόλεις θεωρούνται τόποι ανταλλαγών, όπως εξηγούν όλα τα βιβλία της ιστορίας και της οικονομίας˙ ανταλλαγές, που δεν περιορίζονται μόνο στις ανταλλαγές εμπορευμάτων, αλλά και στις ανταλλαγές λέξεων, πόθων, αναμνήσεων¹. Έτσι, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τις πόλεις ως χωρικές ενότητες, δοχεία αυτών των καταστάσεων-ανταλλαγών, που είναι απόρροια της συνδιαλλαγής και του συνδυασμού ποικίλων στοιχείων του χώρου˙ στοιχεία που γίνονται αντιληπτά από τον κάτοικο-ταξιδιώτη-περιπατητή, κατά τη χρονική περίοδο που περιπλανάται στο αστικό περιβάλλον. Όμως, ποιά στοιχεία δημιουργούν αυτή την πληθώρα καταστάσεων και ποιές είναι οι καταστάσεις αυτές; Πώς τα αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος και πώς τα αφομοιώνει; Πόσο εύκολο είναι να τα διαβάσει και κατ’ επέκταση να διαβάσει μία πόλη; Πώς συμβάλλουν αυτά τα στοιχεία στην αντίληψη, την πραγμάτωση και την οικειοποίηση του αστικού χώρου; Η απόπειρα περιπλάνησης μέσα στην πόλη, αποτελεί εύκολο εγχείρημα ή όχι, και αν ναί ποιοί παράγοντες συμβάλλουν σε αυτό; Ποιά στοιχεία του αστικού περιβάλλοντος είναι ικανά να διεγείρουν τις αισθήσεις του περιπατητή και να του δώσουν ερεθίσματα προς περαιτέρω έρευνα και αναζήτηση της πόλης; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα στα οποία θα επιχειρήσει να απαντήσει αυτή η διάλεξη, χρησιμοποιώντας ως πεδίο έρευνας, την πορτογαλική πρωτεύουσα˙ την πόλη της Λισσαβώνας.

1. Italo Calvino: Αόρατες πόλεις, 2004, σελ. 16-17

09


10

Εικ. 1: Lisboa, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


1.2 Γενικά για την Λισσαβώνα_ Γενική περιγραφή

Η Λισσαβώνα αποτελεί μία ξεχωριστή και ιδιαίτερη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Συνδεδεμένη με τον πολυμήχανο Οδυσσέα², αποπνέει τον αέρα μιας άλλης εποχής, απλή και λιτή, δεσπόζει επιβλητικά στις βόρειες όχθες του ποταμού Τάγου (Rio Tejo). Χαρακτηριστικό της γνώρισμα αποτελεί η έντονη γεωμορφολογία της. Οι δύο βασικοί παράγοντες που την συνιστούν, είναι το έντονο ανάγλυφο της πόλης, καθώς και η ιδιαίτερα αισθητή παρουσία του υγρού στοιχείου, το οποίο διαδραμάτισε και συνεχίζει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην διάρθρωση και την ανάπτυξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Λισσαβώνας. Ούσα κτισμένη πάνω σε εφτά λόφους³ και στων, μεταξύ τους, κοιλάδων, παρουσιάζεται στο χώρο σαν ένα συνεχές “τσαλάκωμα”, με απότομα ανεβάσματα, κατεβάσματα και ασυνέχειες στο επίπεδο της κίνησης. Αυτή η ιδιομορφία του εδάφους, δημιουργεί ένα δίκτυο κινήσεων και θεάσεων, που “επιβάλλονται” στον περιπατητή και οι απολήξεις τους οδηγούν στα μιραδούρο (miradouro)˙ πλατώματα, διαφορετικών μεγεθών και ποιοτήτων, τα οποία προσφέρουν θέα προς κάποιο κομμάτι της πόλης, κρατώντας πάντοτε οπτική επαφή με το ποτάμι.

Εικ. 2: Χάρτης Πορτογαλίας, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 3 : Miradouro Santa Catarina, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

2. Σύμφωνα με το μύθο, το όνομα της Λισσαβώνας οφείλεται στον πολυμήχανο Οδυσσέα (ή αλλιώς Ulisses στα λατινικά), που λέγεται ότι ήταν ο ιδρυτής της. Το πρωταρχικό όνομα της πόλης ήταν Ulissipona, το οποίο μετατράπηκε αργότερα σε Olissipona από τους Ρωμαίους. Έπειτα, οι βησιγότθοι την μετονόμασαν σε Ulishbona, το οποίο έγινε Lisbona. Με τον ερχομό των αράβων το όνομα της πόλης μετατράπηκε σε Lixboa, το οποίο κατέληξε στο σημερινό όνομα Lisboa. Mία άλλη θεωρία υποστηρίζει, ότι η περιοχή, οφείλει το όνομα Olissipos στους Φοίνικες, οι οποίοι είχαν ονομάσει την Λισσαβώνα “Allis Ubbo”, πράγμα που σημαίνει “Ασφαλές λιμάνι” στα φοινικικά. Πηγή:Justino Mendes de Almeida, De Olisipo a Lisboa:Estudos Olisiponenses 3. Οι εφτά λόφοι ,πάνω στους οποίους είναι κτισμένη η Λισσαβώνα, είναι ο São Vicente, ο Santo André, ο São Jorge, ο Sant’ Ana, ο São Roque, ο Chagas και ο Santa Catarina. Τα ονόματα τους οφείλονται στο όνομα του Αγίου ή της Αγίας που είναι αφιερωμένη η εκκλησία, που τοποθετείται στην κορυφή του εκάστοτε λόφου. Η ιεροποίηση των υψηλών σημείων της πόλης πραγματοποιήθηκε κατά την περιόδο των Σταυροφοριών του 1147, όπου η νέα εξουσία του κλήρου είχε το όραμα να διαμορφώσει μία πιο θρησκευτική και συντηριτική ταυτότητα για την πόλη της Λισσαβώνας.

11


12

Εικ. 4: Η γέφυρα της 25ης Απριλίου, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Το φυσικό σκηνικό της πόλης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα πεδίο εγγραφής γεωλογικών και πολιτισμικών γεγονότων. Με την πάροδο του χρόνου, η πόλη ενσωματώνει στη σύστασή της ιστορικά γεγονότα, φυσικά φαινόμενα, αρχές σχεδιασμού, οικονομικές και κοινωνικές συγκροτήσεις, θρησκευτικές αξίες, παραδόσεις και συναισθήματα, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίον αυτά ερμηνεύτηκαν και αφομοιώθηκαν από τα εκάστοτε κοινωνικά και πολιτισμικά στρώματα. Έτσι, το αστικό περιβάλλον συνιστά μια χωρική δομή που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την διάσταση του χρόνου. Η πόλη αναπτύσσεται και μεταλλάσσεται μέσα στον χρόνο, οικοδομώντας τον εαυτό της και δημιουργώντας ένα κράμα ποικίλων συστημάτων. Αρχική χωροθέτηση Κάνοντας μία πρώτη χωροταξική ανάγνωση της Λισσαβώνας, προσπαθώντας παράλληλα να γίνει μία αναγνώριση των προϋπαρχουσών εγγραφών, το πρώτο πράγμα που μπορούμε να αναφέρουμε, είναι η έντονη παρουσία του υγρού στοιχείου του ποταμού Τάγου στις παρυφές της. Ο ποταμός αποτελεί ένα αυστηρό όριο μεταξύ της ευρύτερης περιοχής της Λισσαβώνας και των περιοχών της Armada, του Seixal και του Montijo, αποκόπτοντας την μεταξύ τους επικοινωνία. Παρ’ όλα αυτά, η σύζευξη των περιοχών αυτών επιτυγχάνεται με τις γέφυρες της 25ης Απριλίου και της Vasco da Gama. Η πρώτη, τοποθετημένη στα δυτικά της πόλης στην περιοχή της Alcântara, και η δεύτερη στα ανατολικά στην περιοχή του Oriente, αποτελούν ορόσημα των περιοχών αυτών και η χρηστική τους λειτουργία αποσκοπεί στην διευκόλυνση της κυκλοφορίας των οχημάτων και καθιστά πιο εύκολη την επικοινωνία με το νότιο κομμάτι της χώρας.

Εικ. 5: Η γέφυρα Vasco da Gama, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

13


Εικ. 6: Χάρτης της Baixa, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

14

Εικ. 7: Χάρτης του Bairro Alto, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Επόμενο ευδιάκριτο στοιχείο στο χώρο αποτελεί η περιοχή της Baixa (Kάτω πόλη). Τοποθετημένη στην κεντρική κοιλάδα που δημιουργούν οι λόφοι Chagas και São Jorge, εγγράφεται μέσα σε ένα ορθογώνιο σχήμα και οι χαράξεις της υποτάσσονται σε ένα αυστηρό και άκαμπτο ιπποδάμειο σύστημα. Η περιοχή οριοθετείται από δύο μεγάλες πλατείες, την praça do Comércio και την praça Rossio, η ένωση των οποίων επιτυγχάνεται κυρίως μέσω των κεντρικών δρόμων της rua Augusta και της rua Áurea. H Kάτω Πόλη φέρει κυρίως εμπορικές Εικ. 8: Praça Rossio, Πηγή: Προσωπικό αρχείο λειτουργίες, οι οποίες συνδυάζονται με εργασιακούς χώρους και χώρους εστίασης. Στην απόληξη της Rua Augusta, είναι τοποθετημένη μια αψίδα, η οποία αποτελούσε την είσοδο της πάλαιας πόλης και όλο αυτό το σύμπλεγμα χαρακτηρίζεται ως το ιστορικό κέντρο της Λισσαβώνας. Αριστερά από την Baixa, στους λόφους Chagas και São Roque, βρίσκεται το Bairro Alto (Άνω πόλη) και το Chiado. Η Άνω πόλη ακολουθεί κι αυτή ένα ιπποδάμειο σύστημα, αλλά σε μία πιο ελεύθερη μορφή, και οι δρόμοι της διαμορφώνονται από το ανισοπεδές ανάγλυφο του λόφου. Το Bairro Alto αλλάζει χαρακτήρα κατά την Εικ. 9: Praça do Comércio , Πηγή: Προσωπικό αρχείο διάρκεια της ημέρας και αυτό οφείλεται κυρίως στις διαφορετικές χρήσεις, που φέρει η περιοχή. Έτσι, κατά τις πρωινές ώρες μέχρι τις αρχές του απογεύματος, θα συναντήσει κανείς μία ήρεμη γειτονιά, όπου οι κάτοικοι αλληλεπιδρούν και εμπλέκονται σε διάφορα δρώμενα˙ μία κατάσταση που αρχίζει να αλλάζει κατά τις απογευματινές ώρες, όταν τουρίστες και κάτοικοι των γύρω περιοχών γεμίζουν τα εστιατόρια και τα μαγαζιά του Bairro˙ πλήθος το οποίο κορυφώνεται τη νύχτα, όπου όλοι αναζητούν την διασκέδαση στους χώρους αναψυχής της περιοχής. Εν αντιθέσει, η γειτονιά του Chiado που βρίσκεται κάτω από το Bairro, ούσα εμπορική ζώνη, είναι ζωντανή κυρίως κατά τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων.

15


Εικ. 10: Συντριβάνι στην Av. da Liberdade , Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 11: Χώρος περιπάτου στην Belém , Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 12: Χάρτης του λόφου São Jorge , Πηγή: Προσωπικό αρχείο

16


Δεξιά από την Baixa στο λόφο São Jorge και São Vicente, τοποθετείται η μαυριτανική περιοχή της Mouraria και η αραβική περιοχή της Alfama. Οι περιοχές αυτές αποτελούν ζώνες κατοικίας με τοπικό εμπόριο και αναπτύσσονται περιμετρικά του λόφου, όπου είναι τοποθετημένο το κάστρο São Jorge. Εντύπωση προκαλεί το άναρχο πολεοδομικό σύστημα με τις αυθόρμητες και δαιδαλώδεις διαδρομές, πάνω στο οποίο δομήθηκε η μεσαιωνική πόλη. Σε αυτό το σύστημα ήρθε αργότερα και συνδέθηκε το πιο ορθολογικό σχέδιο της Baixa, μετά το σεισμό του 1755. Διαβαίνοντας κανείς από το ιστορικό κέντρο και κινούμενος προς τα βορειοανατολικά θα συνταντήσει την Avenida da Liberdade (Λεωφόρος της Ελευθερίας). Πλαισιωμένη από πυκνές συστάδες δέντρων, αποτελεί μία εμπορική ζώνη συνδυασμένη με πολιτιστικούς χώρους, καθώς και χώρους διαμονής. Η Avenida ξεκινάει από την praça Restauradores και καταλήγει στην κυκλική πλατεία, praça Marquês de Pombal, όπου βρίσκεται και η αρχή του πάρκου του Εδουάρδου του 7ου. Η Avenida da Liberdade, μαζί με τις λεωφόρους Fontes Pereira de Melo, República και Almirante Reis αποτελούν τις Avenidas Novas (Καινούριες Λεωφόροι), οι οποίες σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν στα πλαίσια της γενικότερης ανάπτυξης της πόλης προς το βορειοανατολικό κομμάτι της. Τα υπόλοιπα στοιχεία που είναι ευδιάκριτα στο χώρο και ολοκληρώνουν μία πρώτη γενική εικόνα της Λισσαβώνας, είναι η μεγάλη έκταση που καταλαμβάνεται από το πάρκο Montesanto, η περιοχή της Belém στα δυτικά και η περιοχή Oriente στα ανατολικά˙ μία νεοσύστατη περιοχή που οικοδομήθηκε το 1998 για να εξυπηρετήσει την διεξαγωγή της διεθνούς έκθεσης Εxpo ’98. Οι προαναφερθέντες εγγραφές είναι απόρροια διαφόρων γεγονότων, που συνέβησαν στο πέρασμα του χρόνου και άφησαν το στίγμα τους στο ανάγλυφο της πόλης. Στοιχεία ευανάγνωστα, που αποτελούν ζωντανά σημεία στο χώρο και προσδίδουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στην πόλη της Λισσαβώνας.

Εικ. 13: Θέα από το miradouro Parque do Eduardo VII, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

17


Περιφερειακοί οδικοί άξονες Άξονας γέφυρας Avenidas Novas Σημαντικές περιοχές Χώροι Πρασίνου 18


Εικ. 14: Χάρτης γενικής χωροθέτησης στην ευρύτερη περιοχή της Λισσαβώνας Πηγή: Προσωπικό αρχείο

19


1.3 Ιστορικά, κοινωνικά και σύγχρονα γεγονότα που συνέβαλαν στην πολεοδομική ανάπτυξη και αλλαγή της πόλης _

Οι πόλεις συντηρούν πάντα μνήμες μέσα από τους σταθερούς τoυς πυρήνες και τα κέντρα που επιμένουν να αναπτύσσονται με αργούς ρυθμούς. Τόποι λατρείας, εμπορικές περιοχές, κομμάτια όπου η κοινωνική δομή εκφράζεται και δραστηριοποιείται μέσα στους αιώνες, παραμένουν αναλλοίωτα, ακόμα και όταν όλα αυτά κατακλύζονται και υπερκαλύπτονται από επιπρόσθετους δρόμους και πλατείες. Aldo Rossi

Εικ. 15: Χάρτης της Λισσαβώνας το έτος 1650 , Πηγή: www.museudacidade.pt

20

Εικ. 16: Γκραβούρα με την πανοραμική θέα της Λισσαβωνας το έτος 1650 , Πηγή: www.museudacidade.pt


Σεισμός 1755

Πολεοδομικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο τρόπος και οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες σχεδιάστηκαν κάποια από τα προαναφερθέντα χωρικά τεκμήρια του αστικού ιστού της Λισσαβώνας. Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα, το οποίο συγκλόνισε τη Λισσαβώνα και διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή πολεοδομική της διάρθρωση, είναι ο σεισμός που ανατάραξε την πόλη τις πρωινές ώρες της 1ης Νοεμβρίου του 1755. Ο σεισμός, σε συνδυασμό με το τσουνάμι που επακολούθησε, κατέστρεψε ολοσχερώς την σημερινή περιοχή της Baixa και οι φωτιές που ξέσπασαν εξ’ αιτίας του εγκέλαδου, έκαψαν ένα μεγάλο μέρος των περιοχών, που βρίσκονται στους λόφους Chagas, São Pedro de Alcantâra και São Jorge , καθώς και ένα κομμάτι της Ribeira, δηλαδή της περιοχής κατά μήκος του ποταμού. Ο απολογισμός αυτής της μεγάλης φυσικής καταστροφής απαρίθμησε χιλιάδες θύματα, καθώς και τεράστιες υλικές ζημιές σε κεντρικά τμήματα της πόλης. Το μεγάλο πλήγμα που δέχτηκε η πορτογαλική πρωτεύουσα, κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο υπουργός Marquês de Pombal, ο οποίος έχοντας επίγνωση της κατάστασης, θέλησε να ξεκινήσει αμέσως την ανοικοδόμηση της πόλης, προκειμένου να φροντίσει τους επιζόντες αυτής της μεγάλης καταστροφής. Γι’ αυτόν τον λόγο, ανέθεσε τη μελέτη για την τοποθέτηση και τη δομή της νέας πρωτεύουσας στον μηχανικό του βασιλιά, Manuel da Maia. Τα δύο βασικά προβλήματα που απασχολούσαν τις αρχές, ήταν ο τόπος στον οποίο θα κτιζόταν η νέα πορτογαλική πρωτεύουσα, καθώς και ο τρόπος ανοικοδόμησής της. Ο Maia κατέθεσε πέντε προτάσεις⁴ για τον χώρο και τον τρόπο ανοικοδόμησης της νέας πόλης, από τις οποίες έγινε αποδεκτή η τέταρτη. Η συγκεκριμένη πρόταση υποδείκνυε ως θέση το κεντρικό κομμάτι, που είχε καταστραφεί ολοσχερώς από τον σεισμό και υπαγόρευε ως τρόπος ανοικοδόμησης την διατήρηση των ορίων του κέντρου, αλλάζοντας την εσωτερική διάταξη του δομημένου-αδόμητου περιβάλλοντος. Μέσα από 6 προτάσεις επιλέχθηκε το σχέδιο του αρχιτέκτονα Eugénio dos Santos, το οποίο συνέχισε ο Carlos Mardel μετά το θάνατό του. Εικ. 17: Γκραβούρα με σκηνή από το σεισμό του 1755 Πηγή: www.museudacidade.pt

4. Η πρώτη πρόταση υπαγόρευε ως θέση και δομή την ήδη προϋπάρχουσα. Η δεύτερη πρότεινε την διόρθωση του υφιστάμενου σχεδίου με μόνη προσθήκη την διεύρυνση των οδικών αξόνων. Η τρίτη πρόταση ήταν όμοια με την δεύτερη εμπεριέχοντας ένα επιπλέον στοιχείο, που ήταν η μείωση των υψών των κτηρίων. Η τέταρτη, η οποία επιλέχθηκε εν τέλει, υποδείκνυε την αναδημιουργία του εσωτερικού του κέντρου, κρατώντας τα ήδη υπάρχοντα όρια και αλλάζοντας την εσωτερική σχέση του δομήμενουαδόμητου περιβάλλοντος. Τέλος, η πέμπτη συνιστούσε την εγκατάλειψη των ερειπίων και την οικοδόμηση της νέας πρωτεύουσας κοντά στην περιοχή της Belém˙ μία περιοχή που είχε υποστεί έλαχιστες ζημιές από τον καταστροφικό σεισμό. Πηγή: José-Augusto França, Lisboa:Urbanismo e arquitectura, 2005, σελ. 36

21


22

Εικ. 18: Tο σχέδιο του Santos για την οικοδόμηση της νέας πορτογαλικής πρωτεύουσας, Πηγή: www.museudacidade.pt


O Santos πρότεινε τη δημιουργία ενός αυστηρού ιπποδάμειου συστήματος, το οποίο θα ερχόταν να συνδεθεί με τον υπόλοιπο αστικό ιστό. Αυτό το σύμπλεγμα κάθετων και οριζόντιων δρόμων, θα έφερε εμπορικές λειτουργίες, ώστε να εκπληρεί το όραμα του Marquês de Pombal, που ήθελε να αλλάξει το χαρακτήρα της πόλης, φέρνοντας το εμπόριο στο κέντρο και μεταφέροντας τις κατοικίες στα προάστια. Σύμφωνα με το συγκεκριμένο όραμα, ξεκίνησε να δομείται η Baixa ή αλλιώς Baixa Pombalina. Η περιοχή πλαισιωνόταν από δύο μεγάλες Εικ. 19: Praça do Comércio τέλος του 18ου αιώνα , Πηγή: www.museudacidade.pt πλατείες, την praça Rossio και την praça Terreiro do Paço (Η Αυλή του παλατιού), η οποία μετονομάστηκε σε praça do Comércio (Πλατεία του Εμπορίου) στα πλαίσια του οράματος του Marquês de Pombal. Η πρώτη πλαισιώθηκε από εμπορικές λειτουργίες στην στάθμη του εδάφους και με κατοικίες καθ’ ύψος των κτηρίων, ενώ στη δεύτερη μεταφέρθηκαν οι διοικητικές λειτουργίες της πόλης. Η σύνδεση της περιοχής με το ποτάμι, γινόταν με τις κάθετες οδούς της Baixa. Η Rua Augusta αποτελούσε την είσοδο της νέας πρωτεύουσας, την οποία σηματοδοτούσε η αψίδα που κοσμεί την αρχή του δρόμου˙ μία αψίδα που σχεδιάστηκε εκείνη την εποχή και ολοκληρώθηκε μετά από εκατό χρόνια. Passeio Público 1764

Μέσα στα πλαίσια της γενικότερης ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού της Λισσαβώνας, υπήρχαν κι άλλες προτάσεις για την αλλαγή του αστικού περιβάλλοντος. Μία από αυτές, ήταν η δημιουργία του Passeio Público (Δημόσιος Περίπατος) το 1764. Ο Pombal, θέλοντας να δώσει ευκαιρίες για ψυχαγωγία στην αστική τάξη πέρα από τα όρια της κατοικίας, πράγμα που δεν ήταν σύνηθες στο παρελθόν, εισήγαγε στην ζωή των Πορτογάλων την έννοια του δημόσιου περιπάτου. Σκοπός ήταν η οικειοποίηση του αστικού χώρου και αυτή η αλλαγή αποτέλεσε έναν τρόπο για την επούλωση των πληγών, που άφησε πίσω του ο εγκέλαδος.

Εικ. 20: Passeio Público , Πηγή: www.museudacidade.pt

23


Εικ. 21: Εμπορικό κέντρο Vasco da Gama, Expo , Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 22: Passeio das Tágides, Oriente, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 23: Το σχέδιο για τις Avenidas Novas , Πηγή: Προσωπικό αρχείο με πρωτογενές υλικό από το www.museudacidade.pt

24


To Passeio Público αποτελούσε μία μεγάλη έκταση, η οποία καταλάμβανε τον χώρο που βρίσκεται σήμερα η praça dos Restauradores και η Avenida da Liberdade. Τοποθετημένο στην έξοδο της καινούριας πόλης, επρόκειτο για μια δενδροφυτεμένη περιοχή που προοριζόταν για την συγκέντρωση των αστών. Το συγκεκριμένο κομμάτι αποτελούσε για παραπάνω από έναν αιώνα, μία πράσινη ανάσα στο κέντρο της πόλης, όμως με την δημιουργία του miradouro São Pedro de Alcântara, άρχισε να χάνει την πρωταρχική του σημασία, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί το 1879 η απαλλοτροίωση του, με απώτερο σκοπό την κατασκευή των Avenidas Novas. Avenidas Novas

Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Λισσαβώνα άρχισε να αναπτύσσεται προς τo βορρά. Η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού οδήγησε στην δημιουργία νέων οικιστικών περιοχών, προκειμένου να καλυφθεί η ανάγκη για κατοίκηση. Aυτές οι νέες περιοχές που απευθυνόντουσαν περισσότερο στις μεσαίες και στις πιο ευκατάστατες κοινωνικές τάξεις, επικοινωνούσαν μεταξύ τους με τις Avenidas Novas. Η πρώτη λεωφόρος που κατασκευάστηκε ήταν η Avenida da Liberdade και ακολούθησαν η Fontes Pereira de Mélo, η República και η Almirante Reis. Το σχέδιο για τις νέες λεωφόρους προέβλεπε την διάνοιξη μεγάλων σε πλάτος δρόμων, που θα συνοδευόντουσαν με τον αντίστοιχο χώρο για την κίνηση των πεζών, ο οποίος θα έφερε και ζώνες φύτευσης. Η αρχιτεκτονική που διακοσμούσε αυτές τις οδούς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πιο εκλεκτική και οι λειτουργίες που καταλάμβαναν τους κεντρικούς οδικούς άξονες ήταν πολιτιστικές, εμπορικές καθώς και εργασιακοί χωροι, γεγονός που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Expo’98

Ένα πιο σύγχρονο γεγονός που συνέβαλε στην ανάπτυξη της Λισσαβώνας και άλλαξε σε μεγάλο βαθμό τον αστικό ιστό του ανατολικού τμήματος της πόλης, ήταν η ανάθεση της διεξαγωγής της εθνικής έκθεσης Expo στην πορτογαλική πρωτεύουσα, το 1998. Οι Πορτογάλοι έπρεπε να ορίσουν μία τοποθεσία για τις εγκαταστάσεις της έκθεσης και επέλεξαν την περιοχή στα ανατολικά του δημοτικού διαμερίσματος της Santa Maria das Olivais, στην οποία εγκαθίσταντο πρωτύτερα βιομηχανικές και λιμενικές εγκαταστάσεις. Η περιοχή αυτή απαλλοτροιώθηκε σε όλη της την έκταση με την αιτιολογία της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης και ξανασχεδιάστηκε από την αρχή για την εξυπηρέτηση της έκθεσης. Το μόνο πράγμα που διατηρήθηκε αναλλοίωτο, 25


26

Εικ. 24: Πάρκο των εθνών, Oriente, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


ήταν ο πύργος της Petrogal, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε ως σημείο θέασης της πόλης, ακολουθώντας την λογική των miradouro. Η νέα περιοχή που σχεδιάστηκε, ονομάστηκε Parque das Nações (το πάρκο των Εθνών). Καταλάμβανε 3.400 στρέμματα και εκτεινόταν πέντε χιλιόμετρα κατά μήκος του ποταμού Τάγου. Στο νέο πολεοδομικό σχέδιο που χρησιμοποιήθηκε για την ανάπλαση της περιοχής, προβλέφθηκε η επανάχρηση των κτηρίων της μετά τη λήξη της έκθεσης, ώστε να μην υπάρχει ο κίνδυνος ερήμωσής της. Επομένως, εκτός από πολιτιστικές, τοποθετήθηκαν και εμπορικές χρήσεις, κτήρια γραφείων, κατοικίες, σχολεία και όσοι άλλοι χώροι ήταν απαραίτητοι για την αυτόνομη λειτουργία της περιοχής. Συνεπώς, άρχισε να κατασκευάζεται το μεγαλύτερο αναπτυξιακό πρόγραμμα αστικού σχεδιασμού της Πορτογαλίας, που προσέφερε στην Λισσαβώνα μια αυτόνομη και σύγχρονη περιοχή, η οποία θα μπορούσε να συμβάλλει ενεργά στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Η πόλη λέει όσα πρέπει να σκεφτείς, σε βάζει να επαναλάβεις την κουβέντα της. Δεν κάνεις τίποτα άλλο από το να καταχωρείς τα ονόματα, με τα οποία η ίδια χαρακτηρίζει τον εαυτό της και όλα της τα κομμάτια (Italo Calvino). Κομμάτια που δίνουν στον περιπατητή την δυνατότητα να την αναγνώσει και να αποκτήσει μία γενικότερη αντίληψη του βιώμενου αστικού περιβάλλοντος.

27


Μια πρώτη ανάγνωση της Λισσαβώνας _


2.1 Εισαγωγή_ O Kevin Lynch στο βιβλίο του “ The image of the city ”, δηλώνει ότι κοιτάζοντας κανείς τις πόλεις, μπορεί να αντλήσει μία ιδιαίτερη ευχαρίστηση, όσο κοινότυπη και αν είναι η εικόνα που αντικρίζει. Οι πόλεις αποτελούν χωρικές κατασκευές μεγάλης κλίμακας και τα στοιχεία που τις συγκροτούν, δημιουργούν μία πληθώρα οπτικών ερεθισμάτων, διαφόρων ποικιλιών και ποιοτήτων, η συσχέτιση των οποίων βοηθάει τον περιπατητή στο να αντιληφθεί και να οργανώσει στο μυαλό του τον αστικό χώρο. Τα στοιχεία αυτά ερμηνεύονται σε σχέση με το περιβάλλον τους και σημαντικό ρόλο στην αλληλοσυσχέτιση τους και την πραγμάτωση τους, διαδραματίζουν οι κάτοικοι των πόλεων, οι οποίοι μέσα από τον τρόπο διαβίωσης τους και τις δραστηριότητές τους, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα της εκάστοτε πόλης στο πέρασμα του χρόνου. Ποιότητες νοερής εικόνας

Ο Lynch μέσα από την έρευνά του, προσπαθεί να διαβάσει, να κατονομάσει και να ιεραρχήσει τις ποιότητες που πρέπει να έχει μία πόλη, καθώς και τα στοιχεία που τις συγκροτούν, με απώτερο σκοπό την δημιουργία της νοερής της εικόνας από τους κατοίκουςταξιδιώτες-περιπατητές. Έτσι, το πρώτο πράγμα το οποίο επισημαίνει είναι το στοιχείο της ευαναγνωσιμότητας. Με τον όρο ευαναγνωσιμότητα, αναφέρεται σε σύνολα χωρικών στοιχείων (ορόσημα, περιοχές, μονοπάτια), στον βαθμό δυσκολίας αναγνώρισής τους, καθώς και στην δυνατότητα οργάνωσής τους σε συνεκτικά μοτίβα. Όσο πιο εύκολο είναι να διακριθούν αυτά τα στοιχεία και να κατηγοριοποιηθούν, τόσο πιο εύκολη είναι η ανάγνωση της πόλης. Παρ’ όλο που τα καθαρά σχήματα και η ευαναγνωσιμότητα, συμβάλλουν στην δημιουργία μίας πολεοδομικά άρτιας πόλης, δεν αποτελούν ικανή και αναγκαία συνθήκη για το χαρακτηρισμό αυτό, εφ’ όσον το αστικό περιβάλλον δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα μεμονωμένο στοιχείο, αλλά σε συσχετισμό με τους κατοίκους της και την αντίληψη που έχουν οι ίδιοι γι’ αυτήν. Επίσης, κάνει λόγο για την έννοια του προσανατολισμού. Έννοια, που αποτελεί ζωτικής σημασίας παράγοντα για την ευχάριστη παραμονή του περιπλανούμενου στο αστικό περιβάλλον. Η αίσθηση του προσανατολισμού επιτυγχάνεται με ποικίλους τρόπους, είτε υποβοηθούμενη από διάφορους μηχανισμούς όπως χάρτες, σήματα, νούμερα δρόμων, είτε από αισθητήριους 30


παράγοντες όπως η οσμή, ο ήχος, το άγγιγμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μία ευανάγνωστη χωρική ενότητα, σε συνδυασμό με την ευκολία του περιπατητή να προσδιορίζει τη θέση του σε σχέση με το σύνολο, του προσφέρει μία αίσθηση ασφάλειας κατά το χρονικό διάστημα που περιπλανάται στην πόλη. Ο Lynch μελετώντας το αστικό περιβάλλον, αναζητά να βρει εκείνες τις ποιότητες των φυσικών αντικειμένων, οι οποίες συσχετίζονται με την ταυτότητά τους. Τέτοιες ποιότητες μπορούν να είναι το χρώμα, το σχήμα, το μέγεθος, η θέση ή ακόμα αυτές που επιτυγχάνουν να διεγείρουν κάποια από τις αισθήσεις του παρατηρητή, όταν το αντικείμενο δεν βρίσκεται στο οπτικό του πεδίο. Χάριν αυτής της έρευνας, ορίζεται η λέξη “imageability” ως η ικανότητα ενός αντικειμένου να εικονοποιηθεί. Πρόκειται για την ποιότητα αυτή που διαθέτει ένα φυσικό αντικείμενο, η οποία τού παρέχει αυξημένες πιθανότητες να προκαλέσει μία ισχυρή εικόνα στον παραλήπτη του οπτικού ερεθίσματος. Συμπερασματικά, προσδιορίζοντας την ταυτότητα του εκάστοτε φυσικού αντικειμένου, γίνεται δυνατή η σύνθεση της νοερής εικόνας της πόλης. Τα παραπάνω στοιχεία συμβάλλουν καταλυτικά στην εικονοποίηση του αστικού περιβάλλοντος. Η εικόνα του γεννιέται μέσω της αμφίδρομης σχέσης που υφίσταται μεταξύ του παρατηρητή και του περιβάλλοντα χώρου και τα στοιχεία που συγκροτούν την εικόνα αυτή είναι η ταυτότητα, η δομή και η σημασία. Τα αντικείμενα που συνθέτουν το περιβάλλον, χρειάζεται να έχουν τη δική τους ταυτότητα και να ξεχωρίζουν ως μία οντότητα, να γίνεται σαφής η χωρική τους σχέση με τον παρατηρητή και τα άλλα αντικείμενα και τέλος να εμπεριέχουν μία σημασία είτε πρακτική, είτε συναισθηματική, ώστε να επιτύχουν την διέγερση του οπτικού του νεύρου και να προκαλέσουν ένα οπτικό ερέθισμα. Κτίζοντας την δημόσια εικόνα

Σε αυτό το κεφάλαιο, θα γίνει μία απόπειρα εικονοποίησης του αστικού χώρου του κέντρου της Λισσαβώνας, επιχειρώντας την αναγνώριση των επιμέρους στοιχείων που το συγκροτούν. Κάθε άνθρωπος, είτε κάτοικος, είτε διαβάτης, έχει συνθεδεί με ένα συγκεκριμένο κομμάτι της πόλης και η εικόνα που έχει γι’ αυτήν συσχετίζεται με μνήμες και σημασίες. Τα χωρικά στοιχεία ερμηνεύονται διαφορετικά από τον καθένα, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε άτομο αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο την πόλη. Στόχος αυτού του κεφαλαίου είναι να γίνει μία ομογενοποίηση των στοιχείων και των εικόνων που συνθέτουν το αστικό περιβάλλον, με σκοπό την δημιουργία της δημόσιας εικόνας της πόλης.

31


32


Το πεδίο της έρευνας περιλαμβάνει την περιοχή της Baixa και τις γύρω περιοχές της (Bairro Alto, Chiado, Mouraria, Alfama). Η δημόσια εικόνα θα διασπαστεί σε πέντε μέρη τα οποία θα αποτελέσουν τα μονοπάτια, οι άκρες, οι περιοχές, οι κόμβοι και τα ορόσημα¹. Κάθε μέρος θα μελετηθεί ξεχωριστά, αναζητώντας στο πεδίο έρευνας τα στοιχεία που το αποτελούν και έπειτα θα πραγματοποιηθεί η σύνθεσή τους, με απώτερο σκοπό να προκύψει η νοερή εικόνα του κέντρου της Λισσαβώνας.

1. Kevin Lynch: The image of the city, 1960, σελ. 08

0

50

100

200

300m

Εικ. 1: Χάρτης Περιοχής Μελέτης, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

33


2.1.1 Μονοπάτια_ Ορισμός

Το πρώτο μέρος της εικόνας καταλαμβάνουν τα μονοπάτια. Μονοπάτια χαρακτηρίζονται τα κανάλια κατά μήκος των οποίων παρατηρείται συχνή, περιοδική ή πιθανή κίνηση του περιπατητή. Μπορεί να είναι δρόμοι, πεζόδρομοι, γραμμές μέσων μεταφοράς ή γραμμές τρένων. Συνήθως, τα μονοπάτια αποτελούν κύρια στοιχεία της εικόνας που δημιουργούν οι κάτοικοι-περιπατητές για την πόλη στην οποία κινούνται και κατά μήκος τους επιτυγχάνεται η καλύτερη παρατήρηση της, καθώς και η οργάνωση των επιμέρους στοιχείων του αστικού περιβάλλοντος². Δραστηριότητες και χρήσεις

Οι ποιότητες που μπορεί να έχει ένα τέτοιο κανάλι ποικίλουν, και κάθε μονοπάτι αποτυπώνεται και ξεχωρίζει στο μυαλό του παρατηρητή για διαφορετικούς λόγους. Ένας από αυτούς, είναι η συγκέντρωση μιας συγκεκριμένης δραστηριότητας ή χρήσης κατά μήκους του καναλιού. Συνήθως, οι εμπορικοί δρόμοι αποκτούν σημαντική θέση στην νοερή εικόνα του περιπατητή και είναι εύκολα Εικ. 2: Κάτω από την αψίδα της Rua Augusta, Πηγή: Προσωπικό αρχείο αναγνωρίσιμοι. Τέτοιος δρόμος είναι η Rua Augusta. Η πιο κεντρική οδός της Baixa διακρίνεται για τον εμπορικό της χαρακτήρα και την υλικότητα του εδάφους της, καθώς είναι πλακόστρωτη στη μεγαλύτερη έκτασή της. Ενώνει δύο βαροκεντρικές πλατείες και σηματοδοτείται από την αψίδα που συναντάει κανείς στην απόληξή της. Η αψίδα της Rua Augusta πλαισιώνει την praça do Comércio και δίνει το ερέθισμα στον περιπλανούμενο να ακολουθήσει αυτή την κατεύθυνση, ώστε να ανακαλύψει την πλατεία του εμπορίου και να περπατήσει κατά μήκος του ποταμού Τάγου. 2. Kevin Lynch: The image of the city, 1960, σελ. 47

34


Επιπροσθέτως, στο σύμπλεγμα της Baixa άλλοι δύο δρόμοι που ξεχωρίζουν για την εμπορική τους δραστηριότητα, είναι η Rua Áurea και η Rua da Prata. Η διέλευση των αυτοκίνητων από τις παραπάνω οδούς αποδυναμώνει σε κάποιο βαθμό το χαρακτήρα τους. Παρ’ όλα αυτά, παρατηρείται συχνή κίνηση των πεζών που εξυπηρετούν τις καθημερινές τους ανάγκες, στα καταστήματα που βρίσκονται κατά μήκος των οδών. Η Rua da Prata, εκτός από τις χρήσεις που φέρει, είναι ευδιάκριτη στο μυαλό του παρατηρητή εξ’ αιτίας της διέλευσης της γραμμής του τραμ, το οποίο με το συγκεκριμένο δρομολόγιο εξυπηρετεί την σύνδεση των δυτικών περιοχών της Λισσαβώνας με το κέντρο της. Συμπερασματικά, αυτές οι τρεις οδοί αποτελούν έντονα γραμμικά στοιχεία που ενώνουν την praca Rossio με την praça do Comércio και χαρακτηρίζονται ως μονοπάτια της πόλης. Συνεχίζοντας την έρευνα στο σύμπλεγμα της Baixa, άλλοι δύο δρόμοι που κεντρίζουν το ενδιαφέρον του διαβάτη είναι η Rua da Vitória και η Rua de Santa Justa. Η αρχή της Rua da Vitória βρίσκεται στην έξοδο του σταθμού του μετρό Baixa-Chiado και αποτελεί κομβικό σημείο για την διοχέτευση του κόσμου στην περιοχή της Κάτω πόλης. Από την άλλη πλευρά, η Rua da Santa Justa είναι εύκολα αναγνωρίσιμη, λόγω του μεταλλικού πύργου της Santa Justa. Ο πύργος αυτός αποτελεί ένα από τα μιραδούρο που είναι διασκορπισμένα στην πόλη, προσφέροντας περιμετρικές θεάσεις προς κάποια κομμάτια της.

Εικ. 3: Rua Augusta, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 4: Miradouro Santa Justa, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 5: Rua Santa Justa, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

35


36

Εικ. 6: Πρόσοψη κέντρου διασκέδασης στο Bairro Alto, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Αφήνοντας την Κάτω πόλη και ανηφορίζοντας προς την περιοχή του Chiado, άλλοι δύο εμπορικοί δρόμοι που προσελκύουν τον περιπατητή, είναι η πλακόστρωτη Rua do Carmo και η κάθετή της Rua Garret. Η ένωση των δύο οδών γίνεται στην είσοδο του πολυσύχναστου εμπορικού κέντρου Armazéns do Chiado και η Rua Garret καταλήγει στη γνωστή σε όλους, praça do Luis de Camões. Επιπροσθέτως, μονοπάτια μπορούν να χαρακτηριστούν οι οδοί που φιλοξενούν χώρους αναψυχής και πιο συγκεκριμένα χώρους εστίασης και νυχτερινής διασκέδασης. Τέτοιοι δρόμοι είναι οι κάθετες οδοί του Bairro Alto, που είναι αναγνωρίσιμες στην πλειοψηφία των κατοίκων και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας της πόλης. Ο λόγος για τη Rua do Norte, Rua da Barroca, Rua das Notícias, Rua da Atalaia και Rua da Rosa˙ δρόμοι που παρουσιάζουν έντονη νυχτερινή ζωή και αποτελούν πόλο έλξης για πλήθος κόσμου. Η κυκλοφορία των αυτοκινήτων σε αυτές τις οδούς είναι ελεγχόμενη, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στους χρήστες των μαγαζιών να εκμεταλλευτούν και τον εξωτερικό χώρο του κέντρου διασκέδασης στο οποίο βρίσκονται. Εκτός από τις προαναφερθείσες κάθετες οδούς, ως μονοπάτια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και οι οριζόντιες οδοί Travessa da Queimada, Travessa da Cara και Travessa da Boa-Hora, οι οποίες αποτελούν τους συνδετήριους κρίκους των κύριων οδών, φέροντας και οι ίδιες χώρους αναψυχής με την Τravessa da Cara να προσελκύει πληθώρα θαμώνων προς το τελείωμα της ημέρας.

Εικ. 7: Rua do Carmo, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 8: Travessa da Cara, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

37


38

Εικ. 9: Η αφετηρία των γραμμών του τραμ στο πεδίο έρευνας, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Γραμμές του τραμ

Επιπροσθέτως, άλλη μία χρήση που μπορεί να ανάγει ένα δρόμο σε αναγνωρίσιμο κανάλι, είναι οι γραμμές του τρένου και συγκεκριμένα του τραμ. Οι ράγες του τραμ νούμερο 28, αποτυπώνονται στο ανάγλυφο του εδάφους της πόλης και καλύπτουν μία ευρεία περιοχή, η οποία περιλαμβάνει το πέρασμα από τους εφτά λόφους της και από σημαντικά μνημεία και τοπόσημα. Ο δρόμος αλλάζει ονόματα κατά μήκος της διαδρομής του και ο χαρακτήρας του υφίσταται ποιοτικές αλλαγές, ανάλογα με την περιοχή που διέρχεται. Στο πεδίο της έρευνας, ξεκινάει από την πλατεία Camões με το όνομα praça do Luís de Camões. Συνεχίζει μέσα στα ήσυχα σοκάκια του Chiado και εμφανίζεται στην πολυσύχναστη Baixa, ως Rua da Conceição. Κατευθύνεται προς την περιοχή του Castelo ως Largo da Sé, περνώντας από το κάστρο του Αγίου Γεωργίου και τα miradouro της Santa Luzia και του Portas do Sol (οι πόρτες του ήλιου). Έπειτα, χάνεται στα στενά σοκάκια της Graça και των γύρω περιοχών. Ο συγκεκριμένος δρόμος του τραμ δεν αποτυπώνεται στο μυαλό του παρατηρητή ως ένα σύνολο, αλλά ως αποσπασματικά κομμάτια κι αυτό οφείλεται Εικ. 10: Τραμ νούμερο 28, Πηγή: Προσωπικό αρχείο κυρίως στο γεγονός της χρηστικής λειτουργίας που έχει το εκάστοτε κομμάτι, από το οποίο διέρχεται. H κομβική θέση της πλατείας Luís do Camões, χαράσσεται στην μνήμη του παρατηρητή, σε αντίθεση με τα ήρεμα σοκάκια του Chiado, στα οποία δεν υφίσταται κάποια ελκυστική λειτουργία, ώστε να ακολουθήσει κανείς την συγκεκριμένη πορεία. Έτσι, το κανάλι αυτό παρ’ όλο που έχει μία συνέχεια, παρατηρείται η κατάτμησή του σε ισχυρά αλλά και σε ισχνά κομμάτια. Ακόμη μία οδός που μπορεί να ενταχθεί στο δίκτυο των μονοπατιών εξ’ αιτίας της διέλευσης του τραμ, είναι η Rua do Arsenal. Ξεκινώντας από τον κυκλικό κόμβο του Cais do Sodré, περνάει μπροστά από την praça do Município και φτάνει στην πλατεία του Εμπορίου, όπου και αλλάζει η ονομασία της σε praça do Comércio. Διανύοντας ελάχιστα μέτρα, εισέρχεται στην περιοχή της Baixa, όπου ενώνεται με την Rua da Prata και καταλήγει στην praça da Figueira. 39


40

Εικ. 11 : Οι γραμμές του τραμ 28 στα στενά του Chiado, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Εικ. 13 : Οι γραμμές του τραμ 28, Castelo, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 14 : Οι γραμμές του τραμ 28 στην Rua da Conceição , Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 12 : Το τραμ 28 στα στενά της Graça, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

41


42

Εικ. 15: Αγναντεύοντας τον Τάγο, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Επιπλέον, άλλος ένας παράγοντας που καθορίζει την ανάδειξη ενός δρόμου ως σημαντικό κανάλι του αστικού ιστού, είναι η στοίχιση του με ένα φυσικό στοιχείο και ειδικότερα με το στοιχείο του νερού. Η Avenida da Ribeira das Naus ακολουθεί τις όχθες του Τάγου και ενώνει την πλατεία του Cais do Sodré με την praça do Comércio. Παρ’ όλο που η συγκεκριμένη λεωφόρος δεν έχει κάποια ιδιαίτερη χωρική ποιότητα, ώστε να θεωρηθεί ελκυστικό μονοπάτι, παρατηρείται συχνή κίνηση των περιπατητών κατά μήκος της, ιδίως ατόμων που επιδίδονται σε σωματική άσκηση. Ο Τάγος μπορεί να παρομοιαστεί με λίκνο, αμφιθέατρο, προκυμαία μιας μοίρας. Τείνει εκεί όπου για αιώνες, ένας άνθρωπος και ένα πανί φαίνονταν να κυλούν προς άλλου κόσμους και άλλους τόπους, γεύση πικρού φρούτου. Η Λισσαβώνα είναι αυτό το απέραντο ποτάμι, αυτός ο ατελείωτος δελεαστικός ορίζοντας³, που διεγείρει τις αισθήσεις του περιπατητή και δημιουργεί ένα ευχάριστο και νοσταλγικό περιβάλλον κατά μήκος του ποταμού, ανάγοντας με αυτό τον τρόπο τις οδούς που το διατρέχουν σε σημαντικά κανάλια στην νοερή εικόνα του περιπλανούμενου. Επιπρόσθετα στοιχεία

Συνοπτικά, οι προαναφερθέντες παράγοντες συμβάλλουν στη σύνθεση του δικτύου των μονοπατιών, που χαρτογραφούν το κέντρο της Λισσαβώνας. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν επιπρόσθετα στοιχεία τα οποία μπορούν να εντείνουν τον χαρακτήρα ενός καναλιού. Αρχικά, χωρικές ποιότητες όπως το μέγεθος, είναι ικανές να ενδυναμώσουν την εικόνα ενός μονοπατιού. Κάποιοι δρόμοι ξεχωρίζουν για το μεγάλο τους πλάτος, όπως είναι η Rua Augusta και η Rua do Carmo, ενώ κάποιοι άλλοι για τη στενή τους διάσταση, η οποία μπορεί να αντιτίθεται με το ύψος των κτηρίων που καταλαμβάνουν το δρόμο και να εμπλουτίζουν το μονοπάτι, πράγμα που συμβαίνει στα στενά σοκάκια του Bairro Alto. Επίσης, υψίστης σημασίας στοιχείο για ένα μονοπάτι είναι η ποιότητα της κατεύθυνσης, η οποία συσχετίζεται με την γραμμικότητα ή μη μίας οδού, καθώς και με την τοπογραφία του σημείου στο οποίο βρίσκεται. Η καθαρότητα της κατεύθυνσης των καναλιών της Baixa βοηθά την εύκολη περιήγηση μέσα στην πόλη, καθώς και η ανηφορική κλίση σε συνδυασμό με την γραμμικότητα των καναλιών του Chiado και του Bairro Alto διευκολύνει την περιπλάνηση του παρατηρητή. Ακόμη, τα κανάλια που εμπεριέχουν την ποιότητα της κατεύθυνσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και με την έννοια της κλίμακας, δίνοντας έτσι την δυνατότητα στον διαβάτη να προσδιορίζει την θέση του σε σχέση με το περιβάλλοντα χώρο, χρησιμοποιώντας ως στοιχεία μέτρησης τα οικοδομικά τετράγωνα ή κάποια ορόσημα που βρίσκονται κατά μήκος του δρόμου. 3. Pédro Brandão, Filipe Jorge: Lisboa do Tejo, a ribeirinha, 1998

43


44

Εικ. 16: Rua da Prata. Φαίνεται η αρχιτεκτονική τάση Pombalina καθώς και οι κυβόλιθοι στο έδαφος, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Επιπλέον, η φύτευση που φέρει μία οδός, μπορεί να προσελκύσει τον περιπατητή και να δημιουργήσει ευχάριστες συνθήκες περιήγησης κατά μήκος της. Το στοιχείο της φύτευσης παρουσιάζεται έντονα στην Αvenida da Liberdade, η οποία όμως δεν θα εξεταστεί στην παρούσα έρευνα. Ακόμη, η Avenida da Ribeira das Naus φέρει πυκνή φύτευση, που συγκροτείται από μια σειρά ψηλών δέντρων, πράγμα που εντείνει τον χαρακτήρα της. Επιπροσθέτως, συγκεκριμένες προσόψεις μπορούν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον ενός μονοπατιού. Τα κανάλια που ανήκουν στο σύμπλεγμα της Baixa, θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν για τις προσόψεις των κτηρίων τους, καθώς αντιπροσώπευουν την πορτογαλική τάση Pombalina, όμως η σχέση που καθιερώνεται μεταξύ των κτηρίων και του περιβάλλοντα χώρου, αποδυναμώνει την σημασία των προσόψεων και κατά συνέπεια την σημασία των ίδιων των κτηρίων. Τέλος, η υλικότητα ενός μονοπατιού αποτελεί στοιχείο ελάχιστης σημασίας στην νοερή εικόνα του παρατηρητή. Παρ’ όλα αυτά, στην πόλη της Λισσαβώνας καταλαμβάνει σημαντική θέση, καθώς η πλειοψηφία των δρόμων του κέντρου της είναι στρωμένοι με κυβόλιθους που δημιουργούν ποικίλα μοτίβα στο ανάγλυφο της.

Εικ. 17: Φύτευση κατά μήκος της Av. Ribeira das Naus, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 18: Στενά, επικληνή σοκάκια, Bairro Alto, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 19: Στενά, επικληνή σοκάκια, Bairro Alto, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

45


46


Οι προαναφερθείσες οδοί συγκροτούν το δίκτυο των μονοπατιών του κέντρου της Λισσαβώνας. Το επίπεδο δυσκολίας της ανάγνωσής τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χαμηλό, καθώς στο σύνολό τους παρουσιάζουν μία καθαρότητα και μία συνέχεια, που βοηθάει στην αναγνώρισή τους. Τα μονοπάτια που θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι δυσκολεύουν τον περιπατητή να αντιληφθεί την ολική τους ταυτότητα, είναι αυτά που φέρουν τις γραμμές του τραμ. Το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα κανάλια δεν είναι τόσο καθαρά στο μυαλό του παρατηρητή, οφείλεται στο ότι καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση στο πεδίο της έρευνας και παρουσιάζουν ποιοτικές αλλάγες κατά μήκος τους, όπως είναι η αλλαγή του ονόματος, της διεύθυνσης, της χρήσης, του μεγέθους, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται ο χαρακτήρας τους σε κάποια σημεία, μπερδεύοντας τον περιηγητή και αλλοιώνοντας την εικόνα τους στα σημεία αυτά.

Μονοπάτια με αυξημένη κίνηση

Μονοπάτια με κανονική κίνηση

Μονοπάτια με μειωμένη κίνηση Γραμμές του τραμ

0

50

100

200

300m

Εικ. 20: Χάρτης Μονοπατιών, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

47


48

Εικ. 21: Η άκρη του Τάγου στο Cais do Sodré, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


2.1.2 Άκρες_ Ορισμός

Το επόμενο μέρος που θα εξεταστεί για την οικοδόμηση της εικόνας του κέντρου της Λισσαβώνας, είναι οι άκρες. Άκρες ονομάζονται τα γραμμικά στοιχεία, τα οποία δεν γίνονται αντιληπτά από τον παρατηρητή ως μονοπάτια και αποτελούν όρια μεταξύ δύο διαφορετικών χωρικών καταστάσεων ή γραμμικά εμπόδια στην συνέχεια μιας κατάστασης. Μπορεί να είναι ακτογραμμές, σιδηροδρομικές γραμμές ή τείχοι. Χαρακτηρίζονται περισσότερο ως πλευρικές αναφορές, παρά ως ένα σύστημα κύριων αξόνων. Τέτοιες άκρες μπορεί να είναι διαπερατά εμπόδια, τα οποία διαχωρίζουν δύο περιοχές ή γραμμικά κανάλια κατά μήκος των οποίων συσχετίζονται και ενώνονται δύο καταστάσεις. Αυτές οι άκρες, παρ’ όλο που δεν έχουν τόσο κυρίαρχη θέση στην νοερή εικόνα της πόλης, όπως συμβαίνει με τα μονοπάτια, συνεισφέρουν σημαντικά στην οργάνωση των επιμέρους στοιχείων του αστικού περιβάλλοντος, βοηθώντας τον παρατηρητή να οργανώνει και να συσχετίζει ευρύτερες περιοχές, όπως γίνεται με το στοιχείο του νερού ή με ένα τείχος, που οριοθετεί το περίγραμμα μιας πόλης⁴. Άκρες

Κοιτάζοντας το πεδίο έρευνας, το πρώτο στοιχείο που μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκρη είναι το παράκτιο μέτωπο του Τάγου. Ο ποταμός διαμορφώνει το περίγραμμα της Λισσαβώνας και αποτελεί σχεδόν αδιαπέραστο εμπόδιο μεταξύ της πορτογαλικής πρωτεύουσας και των απέναντι περιοχών της. Στην εξεταζόμενη περιοχή ξεκινάει από τον σταθμό των τρένων και των πλοίων του Cais dο Sodré και τελειώνει λίγα μέτρα πριν τον σταθμό των πλοίων της Santa Apolónia. Οι ποιότητες που παρουσιάζονται κατά μήκος αυτής της διαδρομής ποικίλουν, και διαμορφώνουν τη σχέση του ποταμού με την πόλη. Ξεκινώντας την περιγραφή της άκρης του Τάγου από το σταθμό του Cais do Sodré, πρώτο σημείο στάσης αποτελεί το πλάτωμα μπροστά από το ποτάμι. Ο χώρος αυτός είναι εξοπλισμένος με πλαστικά ημισφαιρικά αντικείμενα, που φέρουν εσοχές στην επιφάνειά τους, δημιουργώντας καθιστικά για τους περαστικούς και χώρους φύτευσης. Εν συνεχεία, διασχίζοντας την Avenida da Ribeira das Naus, το μέτωπο του ποταμού είναι τελείως ανεπεξέργαστο και αποτελείται από μία μεγάλη έκταση που καλύπτεται από χαλίκι, πέτρες και άμμο. 4. Kevin Lynch: The image of the city, 1960, σελ. 47

49


50

Εικ. 22: Η άκρη του Τάγου δίπλα από το Cais do Sodré, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Εικ. 23: Η άκρη του Τάγου στο Miradouro Cais das Colunas, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

51


Εικ. 24: Είσοδος προς την Αλφάμα, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

52

Εικ. 25: Είσοδος προς την Αλφάμα, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Έπειτα, φτάνει κανείς στο ίσως σημαντικότερο σημείο του ποταμού, που είναι το Miradouro Cais das Colunas. Εδώ παρατηρείται συνεχής και διαρκής προσέλευση κόσμου, που αρέσκεται στο να κάθεται στα σκαλάκια που οδηγούν προς το ποτάμι και να αγναντεύει το νοσταλγικό τοπίο του Τάγου. Τέλος, το υπόλοιπο μέτωπο μέχρι το σταθμό της Santa Apolónia, συγκροτείται από μια σειρά περιφραγμένων εγκαταστάσεων, που αποτελούνται από ένα σύνολο επαναχρησιμοποιημένων αποθηκών και χώρων στάθμευσης. Σε αυτό το κομμάτι, Εικ. 26: Το κλειστό μέτωπο προς τον Τάγο, Πηγή: Προσωπικό αρχείο αποκόπτεται πλήρως η άμεση επαφή του ποταμού με την πόλη, αφήνοντας σε ορισμένα μόνο σημεία οπτικές φυγές προς το ποτάμι. Τα σημεία, τα οποία είναι ανοικτά προς τον Τάγο, παρουσιάζουν μεγαλύτερη προσέλευση του κόσμου και αποτυπώνονται πιο εύκολα στο μυαλό του παρατηρητή. Αντίθετα, τα κομμάτια που στρέφουν το μέτωπό τους προς την πόλη αποκόπτοντας την επαφή με το ποτάμι, δημιουργούν ισχυρά όρια με αυξημένο βαθμό δυσκολίας στην προσπελασιμότητά τους, με αποτέλεσμα να διασπά την συνέχεια της εικόνας που έχει ο περιπλανούμενος γι’ αυτήν. Έπειτα, μία ακόμη αξιοσημείωτη άκρη είναι η Rua dos Bacalhoeiros, η οποία διατρέχει κατά μήκος του παλαιού μαυριτανικού τείχους, που είναι γνωστό ως Cerca Velha ή Cerca Moura. Η πρόσοψη κατά μήκος της είναι ενιαία και διασπάται σε ελάχιστα σημεία από μικρά ανηφορικά μονοπάτια, που αποτελούσαν τις εισόδους της παλαιάς μεσαιωνικής πόλης. Η εσωστρέφεια της περιοχής δικαιολογείται από τις αμυντικές ανάγκες της εποχής. Η συγκεκριμένη πορεία δεν αποτελεί κλασσική ελκυστική διαδρομή κατά μήκος της, ωστόσο παρουσιάζει ενδιαφέρουσες φυγές προς την δαιδαλώδη συνοικία της Αλφάμα, δίνοντας έναυσμα στον περιπατητή για περαιτέρω εξερεύνηση της περιοχής.

53


54


Τέλος, άλλες δύο οδοί που συμβάλλουν στην ολοκλήρωση του δικτύου των ακρών είναι η rua do Alecrim και η rua da Madalena. Αμφότερες αποτελούν διαχωριστικά στοιχεία μεταξύ δύο περιοχών και παρουσιάζουν έντονη ανηφορική κλίση. Η πρώτη ανεβαίνει μέχρι το λόφο του São Pédro de Alcântara και χωρίζει την περιοχή της Άνω Πόλης από αυτή του Chiado, ενώ η δεύτερη διαχωρίζει την Κάτω Πόλη από την περιοχή της Alfama και του Castelo. Τα παραπάνω γραμμικά τεκμήρια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως οργανωτικά στοιχεία στην νοερή εικόνα της πόλης. Οι ποιότητες που παρουσιάζουν, αποδίδουν μία ποικιλία στον χαρακτήρα τους, δημιουργώντας καθαρά και ελκυστικά σημεία ή αυστηρά και απροσπέλαστα όρια, τα οποία βοηθούν ή δυσχεραίνουν αντίστοιχα, την αντίληψη του παρατηρητή για την εκάστοτε άκρη.

0

50

100

200

300m

Εικ. 27: Χάρτης Ακρών, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

55


2.1.3 Περιοχές_ Ορισμός

Στο επόμενο στάδιο ανάλυσης της δημόσιας εικόνας της Λισσαβώνας, βρίσκονται οι περιοχές. Περιοχές χαρακτηρίζονται τα μεγαλύτερης κλίμακας δισδιάστατα κομμάτια της πόλης, τα οποία γίνονται αντιληπτά από τον περιπατητή ως ενότητες με ενιαίο χαρακτήρα, μέσα στις οποίες έχει την δυνατότητα να εισέλθει. Πάντοτε αναγνωρίζονται από το εσωτερικό τους και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σημεία αναφοράς. Η πλειοψηφία των κατοίκων μιας πόλης δομεί τον περιβάλλοντα χώρο μέχρι ενός σημείου με βάση τις περιοχές, οι οποίες μαζί με τα μονοπάτια αποτελούν τα κυρίαρχα στοιχεία της⁵. Τα φυσικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν τις περιοχές, συγκροτούνται από θεματικές συνέχειες, οι οποίες αποτελούνται από ένα σύνολο ποικίλων στοιχείων όπως είναι οι υφές, ο χώρος, η φόρμα, οι λεπτομέρειες, τα σύμβολα, οι τύποι των κτιρίων, οι χρήσεις, οι δραστηριότητες, ο βαθμός διατήρησης, η τοπογραφία, οι κάτοικοι. Ακόμη, μπορεί να παρουσιάζουν μία ομοιογένεια σε στοιχεία όπως οι προσόψεις των κτιρίων, τα υλικά, τα χρώματα και να προσδιορίζονται ή να ταυτίζονται με μία κοινωνική χροιά. Η εικονοποίηση και η σύνθεση των παραπάνω δεδομένων δημιουργούν μία θεματική ενότητα, η οποία αποκτά ένα συγκεκριμένο όνομα και αντιπαρατίθεται σε σχέση με την υπόλοιπη πόλη, γεννώντας την έννοια της περιοχής.

Δομή και όρια

Οι θεματικές ενότητες, καταλαμβάνοντας σημαντική θέση στο μυαλό του περιπατητή, αποτελούνται από μία σειρά ποιοτήτων που τις προσδίδουν ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα. Σημαντικό ρόλο στην κατανόησή τους διαδραματίζει η δομή τους. Μία καθαρή και ευανάγνωστη δομή αποτελεί βοηθητικό εργαλείο για τον διαβάτη, ώστε να τις αντιληφθεί, καθώς και να προσδιορίσει τη θέση του σε σχέση με το σύνολο της πόλης. Ακόμη, ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που βιώνεται η εκάστοτε περιοχή και ο ρόλος του ανθρώπινου παράγοντα σε αυτή την πραγμάτωση του χώρου. 5. Kevin Lynch: The image of the city, 1960, σελ. 47

56


Περιοχές

Ενισχυτικός παράγοντας στην ανάγνωση μίας θεματικής ενότητας αποτελούν τα όρια, τα οποία είναι απόρροια της δομής της. Τα όρια παρουσιάζουν ποικίλες διαβαθμίσεις. Έτσι, άλλοτε είναι ισχυρά και ευδιάκριτα και άλλοτε ισχνά, αβέβαια, ανύπαρκτα. Σε κάποια σημεία μπορεί να διαχέονται σε γειτονική περιοχή και να αποτελούν τον γόρδιο δεσμό δύο ενοτήτων ή σε κάποια άλλα να γίνεται εμφανής η δομή τους και να δημιουργούν αυτόνομες ενότητες. Οι περιοχές που παρατηρούνται στο πεδίο έρευνας είναι οι εξής: Baixa, Chiado, Bairro Alto, Bica, Cais do Sodré, Castelo, Alfama και Mouraria. H Baixa ή αλλιώς “Κάτω πόλη”, τοποθετημένη στην χαμηλότερη στάθμη, γίνεται αντιληπτή από τον παρατηρητή ως ένα άκαμπτο ορθογώνιο, που αποτελείται από κάθετες και οριζόντιες οδούς, που της προσδίδουν μία αυστηρή δομή. Εμπορική κυρίως ζώνη, υποδέχεται πλήθος ανθρώπων καθημερινά και προσφέρει άμεση επαφή με το ποτάμι. Αντίθετα, στην περίπτωση της περιοχής του Chiado ο περιπατητής δεν έχει ολική αντίληψη της χωρικής ενότητας, πράγμα που οφείλεται στο γεγονός ότι είναι πιο εξοικειωμένος με το εμπορικό κομμάτι της, αγνοώντας το ήσυχο οικιστικό μέρος της. Στην κορυφή του λόφου São Pédro de Alcântara εδρεύει το Bairro Alto ή διαφορετικά η “Άνω πόλη”. Τo Bairro Alto είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την έντονη νυχτερινή ζωή της Λισσαβώνας και αναγνωρίζεται αποσπασματικά από την πλειοψηφία των περιπλανούμενων, αφού το αμιγώς οικιστικό κομμάτι του δεν κατέχει σημαντική θέση στην εικόνα του διαβάτη. Η περιοχή στο σύνολο της είναι οικιστική, φέροντας στο πιο ζωντανό κομμάτι της χώρους αναψυχής στην στάθμη του εδάφους. Με αυτόν τον τρόπο, συνδυάζεται μία χρήση που προκαλεί έντονη όχληση με μία καθαρά ήπια λειτουγία, δημιουργώντας έτσι προβλήματα στους κατοίκους της περιοχής, κατά τις ώρες λειτουργίας των χώρων αναψυχής. Η Άνω πόλη γειτνιάζει με την οικιστική περιοχή της Bica και κατηφορίζοντας κανείς προς το ποτάμι, φτάνει στο Cais do Sodré, μέρος που αποτυπώνεται στο υποσυνείδητο του περιπλανούμενου ως μεταφορικός κόμβος, εφ’ όσον σε αυτό το σημείο εδρεύουν οι σταθμοί αφίξεων-αναχωρήσεων των τρένων, των πλοίων και του μετρό. Οι υπόλοιπες τρεις θεματικές ενότητες τοποθετούνται δεξιά της Κάτω πόλης, στην κορυφή και στους πρόποδες του λόφου του São Jorge. Την κορυφή καταλαμβάνει η περιοχή του Castelo, ενώ στην πλευρά που στρέφεται προς το ποτάμι τοποθετείται η Alfama. Αρκετοί από τους διαβάτες συγχέουν αυτές τις δύο ενότητες, αντιλαμβάνοντάς τις ως μία και δίνοντάς της το όνομα της δεύτερης. Το γεγονός αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, 57


58

Εικ. 28: Γειτονιά στην περιοχή Mouraria, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


καθώς διαβάζοντας κανείς το ανάγλυφο του λόφου μπορεί να διακρίνει την σπειροειδή δομή που τον περικυκλώνει και που καταλήγει στην κορυφή του, όπως και το άναρχο σύστημα με τα δαιδαλώδη στενά στους πρόποδες του. Η υφιστάμενη σπείρα αποτελούσε το κέντρο της μαυριτανικής πόλης και είναι το σημερινό Castelo, ενώ η άναρχη δομή συγκροτούσε την αραβική κοινότητα της Alfama. Τέλος, πίσω από το λόφο βρίσκεται η Mouraria και το σύνολο των τριών αυτών περιοχών αποτελούν μια οικιστική ενότητα, που παρουσιάζει διάφορα σημεία ενδιαφέροντος. Οι προαναφερθείσες θεματικές ενότητες συγκροτούν την κεντρική περιοχή της Λισσαβώνας. Άλλες είναι αναγνωρίσιμες στο σύνολο τους, ενώ άλλες αποσπασματικά. Κάποιες εμπεριέχουν πορείες που προσελκύουν τον περιπατητή, ενώ κάποιες άλλες αδυνατούν στο να προσφέρουν ισχυρά οπτικά ερεθίσματα. Παρατηρείται ότι οι χρήσεις με όχληση, συνεχή ροή και ανακύκλωση του πλήθους όπως είναι οι εμπορικές, ενδυναμώνουν την εικόνα μιας περιοχής, ενώ η οικιστική χρήση δεν αποτελεί πόλο έλξης για τον διαβάτη. Παρ’ όλο που οι θεματικές ενότητες στο σύνολο τους, δεν είναι σαφώς οριοθετημένες στο μυαλό του παρατηρητή,εξ’ αιτίας των ήπιων λειτουργιών τους, συγκροτούν ένα δίκτυο ενδιαφέρουσων πορειών, oι οποίες ενισχύονται από το έντονο ανάγλυφο της πόλης, που προσφέρει συνεχώς οπτικές φυγές προς ποικίλα κομμάτια της, μαγνητίζοντας με αυτόν τον τρόπο το βλέμμα του θεατή και δίνοντάς του το ερέθισμα να “χαθεί” μέσα στους δρόμους των περιοχών αυτών, αναζητώντας σκηνές καθημερινότητας.

Εικ. 29: Mouraria, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 30: Alfama, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 31: Bairro Alto, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

59


60

Εικ. 32: Miradouro Portas do Sol,Περιοχή Castelo, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Εικ. 33: Σκηνές καθημερινότητας στην Αλφάμα, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

61


62


0

50

100

200

300m

Εικ. 34: Χάρτης των περιοχών της Λισσαβώνας, όπως είναι στην πραγματικότητα, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

63


64


0

50

100

200

300m

Εικ. 35: Χάρτης των περιοχών της Λισσαβώνας, όπως τις αντιλαμβάνεται ο περιπατητής, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

65


2.1.4 Κόμβοι_ Ορισμός

Συνεχίζοντας την οικοδόμηση της εικόνας της πόλης, σειρά έχουν οι κόμβοι. Οι κόμβοι αποτελούν στρατηγικά σημεία μιας πόλης, στα οποία ο περιπατητής μπορεί να εισέλθει και χαρακτηρίζονται ως εστίες συγκέντρωσης. Μπορεί να είναι η συμβολή δύο κύριων οδών, η διασταύρωση δύο μονοπατιών, μεταβατικοί χώροι μεταξύ δύο δομών ή ακόμη απλές συγκεντρώσεις που κερδίζουν το ενδιαφέρον του διαβάτη εξ’ αιτίας μίας χρήσης ή ενός φυσικού χαρακτηριστικού, όπως είναι μία προσφιλής γωνία ή μία πλατεία. Είναι άρρηκτα συνδενδεμένοι με την έννοια του μονοπατιού και των περιοχών, αφού ένας κόμβος μπορεί να αποκτήσει υπόσταση μέσω της διασταύρωσης δύο μονοπατιών, καθώς και να αποτελεί κεντρικό σημείο ή τον πυρήνα μίας περιοχής. Το σύνολο τους καταλαμβάνει θέση στην εικόνα σχεδόν κάθε κατοίκου και πολλές φορές αποτελούν κύρια στοιχεία της⁶. Νοητικά, σκεπτόμενος κανείς έναν κόμβο θεωρεί ότι πρόκειται για μικρής έκτασης σημείο μέσα στην πόλη, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να είναι μεγάλοι ανοικτοί χώροι, όπως είναι οι πλατείες, εκτεταμένα γραμμικά στοιχεία, ακόμη και μία ολόκληρη περιοχή. Συμπερασματικά, το μέγεθος των κόμβων μεταβάλλεται ανάλογα με την κλίμακα στην οποία αυτοί εξετάζονται. Συμβολή οδών

Αρχικά, η συμβολή κύριων οδικών αξόνων αποτυπώνεται στο μυαλό κάθε παρατηρητή, εφ’όσον σε τέτοια σημεία βρίσκεται σε εγρήγορση προκειμένου να λάβει απόφαση για την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει, προσλαμβάνοντας πιο εύκολα τα γύρω χωρικά στοιχεία. Συνήθως τέτοια σημεία οργανώνονται με βάση κυκλικές δομές, οι οποίες μπορεί να είναι πλατείες, όπως συμβαίνει με την praça do Duque da Terçeira. Πρόκειται για έναν κυκλικό κόμβο, τοποθετημένο στην περιοχή του Cais do Sodré, που προσλαμβάνει και διοχετεύει την κίνηση των αυτοκινήτων από και προς τους κύριους παραλιακούς οδικούς άξονες. Ακόμη, εξετάζοντας τα προαναφερθέντα μονοπάτια, παρατηρείται ότι η διασταύρωση των δρόμων Rua Garret και Rua do Carmo δημιουργεί έναν αρκετά ελκυστικό κόμβο, καθώς η συμβολή τους καταλήγει στην είσοδο του εμπορικού κέντρου Armagéns do Chiado. 6. Kevin Lynch: The image of the city, 1960, σελ. 47-48

66


Μεταφορικό δίκτυο

Επιπροσθέτως, το μεταφορικό δίκτυο μίας πόλης δημιουργεί ένα σύνολο σημείων, τα οποία αποτελούν υψίστης σημασίας τεκμήρια για την οργάνωση της πόλης από τον περιπατητή. Μελετώντας το πεδίο έρευνας, ο πρώτος και πιο σημαντικός μεταφορικός κόμβος στην εικόνα του εκάστοτε περιπλανούμενου είναι ο σταθμός του Cais do Sodré. Ο σταθμός φέρει υδάτινες και χερσαίες γραμμές, εξυπηρετώντας καθημερινά πλήθος κόσμου. Εδώ τοποθετούνται οι αποβάθρες των πλοίων, που συνδέουν την πορτογαλική πρωτεύουσα με τις απέναντι περιοχές της. Ακόμη, επιτυγχάνεται η σύνδεση του κέντρου της πόλης με τις δυτικές περιοχές της Λισσαβώνας με την βοήθεια των γραμμών του τρένου, οι οποίες φτάνουν μέχρι την παραθαλάσσια περιοχή του Cascais, ενώ ταυτόχρονα μπορεί κανείς να επιβιβαστεί στην πράσινη γραμμή του υπόγειου σιδηρόδρομου, που ενώνει το κέντρο με τις βορειοδυτικές περιοχές της. Τέλος, εξωτερικά του σταθμού τοποθετούνται στάσεις λεωφορείων και τραμ που κατευθύνονται προς διάφορα σημεία της πόλης. Συμπερασματικά, το Cais do Sodré αποτελεί μεγάλης εμβέλειας μεταφορικό κόμβο, Εικ. 37: Στάση του τραμ στο Cais do Sodré, Πηγή: Προσωπικό αρχείο πράγμα που τον ανάγει σε σημαντικό στοιχείο στην εικόνα της Λισσαβώνας. Συνεχίζοντας την έρευνα των μεταφορικών κόμβων, άξιος λόγου είναι ο σταθμός του μετρό Baixa-Chiado. Εδώ μπορεί κανείς να επιβιβαστεί είτε στην πράσινη, είτε στην μπλε γραμμή του υπόγειου σιδηρόδρομου με κατεύθυνση το βορειοδυτικό ή το βορειοανατολικό κομμάτι της πόλης αντίστοιχα. Ο σταθμός καταλαμβάνει ένα μεγάλο υπόγειο κομμμάτι, που υπέργεια ανταποκρίνεται στις περιοχές της Baixa και του Chiado. Επομένως, ερχόμενος κανείς από το συγκεκριμένο σταθμό, μπορεί να βρεθεί είτε στην Kάτω πόλη είτε στην αρχή της Άνω πόλης. Άλλος ένας σημαντικός μεταφορικός κόμβος είναι ο κεντρικός σταθμός των τρένων στην πλατεία Rossio, που ενώνει την Λισσαβώνα με την γειτονική πόλη της Sintra, καθώς και ο σταθμός των πλοίων στην Praça do Comércio. Εικ. 36: Είσοδος για το σταθμό των τρένων στο Cais do Sodré, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

67


68

Εικ. 38: “Αυτοί οι δρόμοι μας ανήκουν.Βγείτε έξω!”, Αλφάμα, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Οι παραπάνω δομές αποτελούν, είτε μεγάλης, είτε μικρής εμβέλειας μεταφορικούς κόμβους, που εξυπηρετούν καθημερινώς εκατοντάδες άτομα. Αντίθετα, υπάρχουν σταθμοί οι οποίοι δεν έχουν τόσο έντονο χαρακτήρα, όπως είναι ο σταθμός του μετρό της Rossio και του Terreiro do Paço, γεγονός που μπορεί να οφείλεται στο ότι πολλοί από τους διαβάτες προτιμούν να περπατήσουν μέσα στο κέντρο, εφ’ όσον οι αποστάσεις είναι εύκολα διανυόμενες, παρά να μεταβούν από το ένα σημείο στο άλλο χρησιμοποιώντας τα μέσα μεταφοράς. Θεματικές συγκεντρώσεις

Εικ. 39: Συγκέντρωση στην praça Luis de Camões, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Όπως προαναφέρθηκε, ένα είδος θεματικής συγκέντρωσης μπορεί να χαρακτηριστεί ως κόμβος. Από την περιπλάνηση στο αστικό περιβάλλον αντιλαμβάνεται κανείς, ότι οι κάτοικοι της πόλης είναι πλήρως εξοικειωμένοι με τον δημόσιο χώρο, τον οποίο εκμεταλλεύονται σε μεγάλο βαθμό και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι θεματικές συγκεντρώσεις να αποτελούν τους σημαντικότερους κόμβους στην σύνθεση της εικόνας της πόλης. Εικ. 40: Συγκέντρωση στην praça Luis de Camões, Πηγή: Προσωπικό αρχείο Ξεκινώντας την ανάλυση των θεματικών συγκεντρώσεων από τα μεγαλύτερης έκτασης χωρικά στοιχεία, η εντονότερη και σημαντικότερη παρουσιάζεται στην praça do Luis de Camões. Η μικρή, ωοειδούς σχήματος πλατεία, που βρίσκεται στην αρχή του Bairro Alto, αποτελεί ένα από τα πιο ζωντανά σημεία της πόλης. Το κιόσκι της πλατείας υποδέχεται καθημερινά εκατοντάδες περιπατητές, πλήθος που ανακυκλώνεται συνεχώς κατά την διάρκεια της ημέρας. Η πλατεία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα σημείο συνάντησης. Σημείο συνάντησης των εργαζομένων, που απολαμβάνουν το ρόφημά τους στο αναψυκτήριο της πλατείας κατά την διάρκεια του μεσημεριανού τους διαλείμματος, των θαμώνων των κέντρων διασκέδασης του Bairro Alto και των μουσικών, που συγκεντρώνονται στις πολυγωνικές κλίμακες που περιβάλλουν το άγαλμα του Camões, παίζοντας μουσική μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες και δίνοντας την ευκαιρία στον κάθε περαστικό να ενσωματωθεί και να συμμετέχει στην συγκέντρωση τους.

69


70

Εικ. 41: Το κιόσκι στην praça Luis do Camões, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Εικ. 42: Skateboard στην praça da Figueira, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

71


72

Εικ. 43: Festival στην praça do Comércio, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


Παραμένοντας στην κατηγορία των πλατειών, άλλη μία θεματική συγκέντρωση παρατηρείται σε μία από τις μεγαλύτερες πλατείες της πόλης, την praça do Comércio. Ο χώρος της πλατείας χρησιμοποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα για την διεξαγωγή διαφόρων εκδηλώσεων, όπως μουσικά φεστιβάλ, ημερίδες ζωγραφικής αλλά και για άλλες δραστηριότητες. Επίσης, λίγα μέτρα δεξιά από την praça Rossio βρίσκεται το Largo do São Domingos⁷, σημείο αναγνωρίσιμο από την επιγραφή “Lisboa, Cidade da Tolerância”⁸, που αναγράφεται στον πλαϊνό τοίχο της πλατείας. Εδώ συγκεντρώνονται καθημερινά μετανάστες πορτογαλικών αποικιών της Αφρικής. Πρόκειται για οικονομικά εξαθλιωμένους μικροπωλητές, που προσπαθούν να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους στους περαστικούς. Μετατοπιζόμενος κανείς παράλληλα και δεξιά από την praça Rossio κατά ένα οικοδομικό τετράγωνο, θα βρεθεί στην praça da Figueira. Μπορεί η συγκεκριμένη πλατεία να μην είναι ιδιαίτερα προσφιλής στο ευρύ κοινό, παρ’ όλα αυτά προσελκύει μία ειδική κατηγορία ανθρώπων που αρέσκονται στο να επιδίδονται στο skateboard. Η πλατεία κατά τις απογευματινές ώρες, γεμίζει με άτομα νεαρής ηλικίας που προσπαθούν να επιδείξουν τις ικανότητες τους στην ξύλινη σανίδα.

Εικ. 44: Lisboa,Cidade da Tolerância, Πηγή: www.flickr.com

Εικ. 45: Erasmus Corner, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

7. Largo στα πορτογαλικά είναι η μικρή πλατεία 8. “Lisboa,Cidade da Tolerância”- “Λισσαβώνα,η πόλη της Ανοχής”.Επιγραφή που θα βρει κάνεις να αναγράφεται σε άλλες 32 γλώσσες,σε έναν τοίχο στα βορειοδυτικά της πλατείας São Domingo στο κέντρο της πόλης.Αφιερώμενη,μαζί με ένα ακόμη μνημείο,στην μνήμη των Ιουδαίων,που βρήκαν τραγικό θάνατο στην σφαγή που έγινε το 1506.Στις 19 Απριλίου του 1506 οι καθολικοί,θεωρώντας υπεύθυνους τους Ιουδαίους,για την πείνα,την ξηρότητα και την πανούκλα,που αποδεκάτιζαν την πόλη,άρχισαν να καίνε και να σφάζουν τους Ιουδαίους.Μία σφαγή που κράτησε 3 μέρες και σταμάτησε με την εντολή του βασιλιά Manuel I,όταν ένας υπήκοος του βασιλιά,σκοτώθηκε στην αναταραχή της σφαγής.Μετά από 5 αιώνες φτιάχτηκε ο τοίχος,θέλοντας να περάσει το μήνυμα,ότι πρέπει να είμαστε ανεκτικοί και να σεβόμαστε τη διαφορετικότητα του συνανθρώπου μας,χωρίς να την κατακρίνουμε,κτίζοντας με αυτό τον τρόπο ένα ειρηνικό περιβάλλον διαβίωσης.

73


74


Αφήνοντας την Kάτω πόλη και ανηφορίζοντας προς το Bairro Alto, μπορεί να δει κανείς στα στενά σοκάκια της Άνω πόλης άλλη μία θεματική συγκέντρωση και συγκεκριμένα στην γωνία της Travessa da Cara με την Rua do Teixeira. Η γωνία είναι γνωστή με το όνομα erasmus corner και συγκεντρώνει κατα τις βραδινές ώρες πληθώρα νεαρού κόσμου, που αναζητά την διασκέδαση στα μαγαζιά των οδών αυτών. Τα προαναφεθέντα σημεία, μαζί με τα μιραδούρο São Pédro de Alcântara, Santa Luzia και Pοrtas do Sol αποτελούν τους κόμβους της πόλης. Ο χαρακτήρας του καθενός ποικίλει και όλοι μαζί εμπλουτίζουν την εικόνα της Λισσαβώνας, καθιστώντας πιο εύκολη και πιο ευχάριστη την περιπλάνηση του εκάστοτε διαβάτη στο αστικό περιβάλλον.

Συμβολές δρόμων Μεταφορικό Δίκτυο Θεματικές Συγκεντρώσεις Θεματικές Συγκεντρώσεις σε miradouro Σημείωση: Η αυξομοίωση στο μέγεθος των μεταφορικών κόμβων πραγματοποιείται με βάση την εμβέλεια τους, ενώ οι το μέγεθος των υπόλοιπων κόμβων αυξομειώνεται με βάση την έκταση που καταλαμβάνουν στο χώρο.

0

50

100

200

300m

Εικ. 46: Χάρτης κόμβων, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

75


76

Εικ. 47: To κάστρο του Αγίου Γεωργίου, Λήψη από το μιραδούρο της Graça, Πηγή: Προσωπικό αρχείο


2.1.5 Ορόσημα_ Ορισμός

Το τελευταίο μέρος της εικόνας της πόλης συγκροτείται από τα ορόσημα. Τα ορόσημα είναι ένα άλλου είδους σημείο αναφοράς μέσα στην πόλη, τα οποία είναι σημειακά, με αποτέλεσμα ο παρατηρητής να μην μπορεί να εισέλθει σε αυτά. Είναι συνήθως ευκόλως προσδιοριζόμενα φυσικά αντικείμενα όπως κτήρια, επιγραφές, μαγαζιά, βουνά. Κάποια, είναι ορατά από μακρινές αποστάσεις και από ποικίλες γωνίες και θέσεις, αποτελώντας ακτινωτές αναφορές. Μπορεί να τοποθετούνται μέσα στην πόλη ή σε απόσταση τέτοια ώστε να φαίνονται από μακρυά και να σηματοδοτούν μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Τέτοιου είδους ορόσημα είναι οι απομονωμένοι πύργοι, οι μεγάλοι λόφοι, τα κάστρα. Άλλα, έχουν τοπικό χαρακτήρα και βρίσκονται στο οπτικό πεδίο του παρατηρητή από συγκεκριμένες θέσεις και γωνίες. Τέτοια είναι επιγραφές, μαγαζιά, δέντρα και άλλες λεπτομέρειες του αστικού περιβάλλοντος, τα οποία προσφέρουν ποικίλες εικόνες στον παρατηρητή⁹. Υπερτοπικά Ορόσημα

Αρχικά θα εξεταστούν τα μεγαλύτερης κλίμακας ορόσημα. Τα πρώτα στοιχεία που πρέπει να αναφερθούν, παρ’ όλο που δεν θα πραγματοποιηθεί εκτεταμένη αναφορά σε αυτά, είναι οι γέφυρες 25 do Abril και η Vasco Gama. Ορατές ούσες από μεγάλες αποστάσεις, σηματοδοτούν το δυτικό και το ανατολικό κομμάτι της πόλης αντίστοιχα, εμπεριέχοντας έτσι και την ποιότητα της κατεύθυνσης, βοηθώντας τον περιπατητή να προσανατολιστεί σε σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο. Ακόμη το άγαλμα του Χριστού, που τοποθετείται στην περιοχή της Armada και το υδραγωγείο που βρίσκεται στα σύνορα της περιοχής της Alcântara και του Campolide, αποτελούν χαρακτηριστικά χωρικά τεκμήρια στην ευρύτερη περιοχή της Λισσαβώνας. Μεταβαίνοντας στον πεδίο της έρευνας, το πρώτο στοιχείο που μπορούμε να αναφέρουμε είναι το κάστρο που τοποθετείται επιβλητικά στην κορυφή του λόφου São Jorge. Ορατό από πολλές οπτικές γωνίες, το κάστρο σηματοδοτεί τον πυρήνα τής τότε μαυριτανικής περιοχής και αποτελεί ένα από τα miradouro της πορτογαλικής πρωτεύουσας. Επιπρόσθετα, ανεβαίνοντας

9. Kevin Lynch: The image of the city, 1960, σελ. 48

77


78


Εικ. 48: Πανοραμική θέα από το miradouro São Jorge , Πηγή: Προσωπικό αρχείο

79


80

Εικ. 49: Miradouro Cais das Colunas , Πηγή: Προσωπικό αρχείο


κανείς στα miradouro που βρίσκονται περιμετρικά του κέντρου της πόλης, μπορεί να χρησιμοποιήσει ως ορόσημα, χωρικά στοιχεία, ώστε να αντιληφθεί την θέση του σε σχέση με το ευρύτερο αστικό περιβάλλον. Σημεία λοιπόν, όπως η praça do Comércio, η praça Rossio, ακόμη και το ποτάμι θεωρούνται ορόσημα, όταν η παρατήρηση της πόλης γίνεται από μεγάλο υψόμετρο. Επιπλέον, περπατώντας στην Kάτω πόλη, άλλα τρία σημεία που ξεχωρίζουν είναι ο μεταλλικός πύργος της Santa Justa, η εκκλησία Ιgreja do Carmo και η αψίδα της Εικ. 50: Η αψίδα της Rua Augusta, Πηγή: Προσωπικό αρχείο Rua Augusta. Το πρώτο, πρόκειται για έναν ανελκυστήρα που καταλήγει σε μία τετράγωνη πλατφόρμα, η οποία χαρακτηρίζεται ως miradouro και προσφέρει θεάσεις προς την Kάτω πόλη, την πρώην μαυριτανική ζώνη και το ποτάμι. Το δεύτερο, πρόκειται για την μοναδική εκκλησία που σώθηκε από το σεισμό του 1755, μαζί με το θέατρο Trindade. Απόρροια του σεισμού ήταν η πτώση της οροφής της εκκλησίας. Το υπόλοιπο κτίσμα έμεινε άθικτο και στεγάζει σήμερα το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Το τελευταίο σημείο, σηματοδοτεί την είσοδο της νέας πορτογαλικής πρωτεύουσας, που οικοδομήθηκε μετά το σεισμό του 1775. Ο λόγος για την αψίδα της Rua Augusta, που αποτελεί σημείο κατατεθέν για την περιοχή της Baixa. Το τελευταίο στοιχείο μεγάλης κλίμακας που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ορόσημο είναι ο καθεδρικός ναός της Λισσαβώνας. Τοποθετημένος στους πρόποδες του λόφου São Jorge, προσελκύει εκαντοντάδες τουρίστες καθημερινώς. Το κτίσμα του ναού άλλαξε με την πάροδο του χρόνου και κυρίως την περίοδο του μεγάλου σεισμού, όπου ένα μεγάλο μέρος του καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε μεταγενέστερα, έχοντας ως αποτέλεσμα ο καθεδρικός να αποτελεί ένα συνοθύλευμα αρχιτεκτονικών τάσεων. Τοπικά Ορόσημα Όπως προαναφέρθηκε, εκτός από τα μεγάλης κλίμακας ορόσημα, υπάρχουν και τα τοπικά. Το πρώτο τοπικό σημείο, που καταλαμβάνει σημαντική θέση στην εικόνα της πλειοψηφίας των παρατηρητών και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ταυτότητα της Λισσαβώνας, είναι οι κολώνες που βρίσκονται στο miradouro Cais das Colunas. Οι μονολιθικές κολώνες, που τοποθετούνται στο τέλος των κλιμάκων που χάνονται μέσα στον Τάγο, σηματοδοτούσαν την είσοδο της πόλης από το νερό και ήταν η έδρα όλων των εμπορικών ανταλλαγών τα παλαιότερα χρόνια. Κατασκευάστηκαν την 81


82

Εικ. 51: Λεπτομέρεια στην είσοδο του Armagéns do Chiado , Πηγή: Προσωπικό αρχείο


εποχή μετά το σεισμό, στο πλαίσιο του γενικότερου οράματος του Marquês de Pombal να προσδώσει στο κέντρο της πόλης αμιγώς εμπορικό χαρακτήρα. Ακόμη, ένα τοπικό ορόσημο αποτελεί το άγαλμα του Fernando Pessoa έξω από την pastelaria Brazileira στην περιοχή του Chiado. Η Brazileira αποτελούσε το σημείο συνάντησης των διανοούμενων του προηγούμενου αιώνα και ο διάσημος πορτογάλος ποιητής ήταν συχνός θαμώνας του εστιατορίου, γι’ αυτόν τον λόγο το άγαλμά του κοσμεί τον προαύλιο χώρο του μαγαζιού, δίνοντας την ευκαιρία στους περαστικούς να αποθανατίσουν μία στιγμή μαζί του σε ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο. Λίγα μέτρα πιο κάτω βρίσκεται το εμπορικό κέντρο Armagéns do Chiado, στοιχείο εύκολα αναγνωρίσιμο στο χώρο. Τέλος, το μαγαζί A Ginjinha, που τοποθετείται στο largo do São Domingos, είναι γνωστό για την πώληση του παραδοσιακού πορτογαλικού λικέρ ginja και αποτελεί ορόσημο για την περιοχή καθώς και χώρο συγκέντρωσης αρκετών, που σπεύδουν καθημερινώς να απολαύσουν το παραδοσιακό λικέρ. Τα ορόσημα αποτελούν σημαντικά στοιχεία για την αντίληψη που έχει ο περιπατητής για την πόλη. Στην πλειοψηφία τους χρησιμοποιούνται ως μέσα Εικ. 54: Το άγαλμα του Fernando Pessoa, Πηγή: Προσωπικό αρχείο προσανατολισμού, ειδικά τα μεγαλύτερης κλίμακας, τα οποία βοηθούν κυρίως τους διαβάτες, που δεν είναι τόσο εξοικειωμένοι με το αστικό περιβάλλον της πόλης. Οι καθαρές μορφές προσδίδουν έντονο χαρακτήρα στα στοιχεία αυτά και οι κοντινές αποστάσεις μεταξύ τους, δίνουν τη δυνατότητα στον διαβάτη να κινηθεί στο χώρο με βάση τα ορόσημα, έχοντας συνεχώς επίγνωση για την θέση του σε σχέση με το σύνολο. Ακόμη, παρατηρείται ότι μία δραστηριότητα, όπως είναι η πώληση ενός παραδοσιακού ποτού, είναι ικανή να μετατρέψει ένα αντικείμενο σε τοπικό ή υπερτοπικό ορόσημο μέσα στην πόλη. Εικ. 52: A Ginjinha, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ. 53: O Καθεδρικός, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

83


84


Με το τέλος αυτού του κεφαλαίου, ολοκληρώθηκε η ανάλυση των πέντε στοιχείων που δομούν την δημόσια εικόνα της πόλης. Το υλικό αυτό αποτελεί το πρώτο στάδιο ανάλυσης και πρέπει να συσχετιστεί, ώστε να προκύψει η νοερή δημόσια εικόνα της Λισσαβώνας.

Σημείωση: Οι μεγάλες κουκίδες αντιπροσωπεύουν το υπερτοπικά ορόσημα, ενώ οι μικρές τα τοπικά. 0

50

100

200

300m

Εικ. 55: Χάρτης οροσήμων, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

85


86


2.2 Ένα πρώτο συμπέρασμα για την πόλη της Λισσαβώνας_ Η δημόσια εικόνα της εκάστοτε πόλης δομείται από τη σύνθεση και τη συσχέτιση ενός συνόλου μικρότερων σειριακών εικόνων, οι οποίες αποτελούν απόρροια των φυσικών αντικειμένων του αστικού χώρου. Το σύνολο των εικόνων αυτών, είναι δημιούργημα της αμφίδρομης σχέσης που υφίσταται μεταξύ του παρατηρητή και των παρατηρούμενων αντικειμένων. Συνεπώς, διαμέσου αυτή της διαδικασίας γεννιέται μία σειρά διαδοχικών καταστάσεων, στην οποία εμπλέκεται ο περιπατητής και μέσα από την πραγμάτωσή τους αρχίζει να αντιλαμβάνεται και να οργανώνει στο μυαλό του το αστικό περιβάλλον. Η αντίληψη του γι’ αυτό δομείται σταδιακά και η εικόνα που δημιουργεί για την πόλη στην οποία κινείται, αποτελεί επίτευγμα πεπερασμένων εμπειριών και συνεχούς τριβής με αυτήν. Τα στοιχεία που αναλύθηκαν σε αυτό το κεφάλαιο, αποτελούν την πρώτη ύλη για την οικοδόμηση της δημόσιας εικόνας της Λισσαβώνας. Το υλικό που προέκυψε από την έρευνα πρέπει να αλληλοσυσχετιστεί, ώστε να προκύψει η έκβαση της αλληλεπίδρασης αυτών των χωρικών τεκμηρίων. Κάθε στοιχείο από μόνο του είναι ικανό να προκαλέσει ένα οπτικό ερέθισμα στον εκάστοτε περιπλανούμενο, όμως η ένωσή του με κάποιο άλλο μπορεί είτε να το ενδυναμώσει, είτε να μειώσει τη σημασία του. Συμπερασματικά, οι περιοχές ούσες μεγαλύτερης κλίμακας τεκμήρια στο χώρο, εμπεριέχουν στη δομή τους το σύνολο των υπόλοιπων στοιχείων και μέχρι ενός βαθμού οφείλουν την εσωτερική τους διάταξη σε αυτά. Ακόμη, τα μονοπάτια που είναι αναγνωρίσιμα από την πλειοψηφία των περιπατητών, διασταυρώνονται μεταξύ τους με αποτέλεσμα να δημιουργούν ισχυρούς κόμβους, χαρακτηρίζουν τις περιοχές που διατρέχουν και αποτελούν πορείες κατά μήκος των οποίων οργανώνονται τα ορόσημα, τα οποία με την σειρά τους ανάλογα με το μέγεθος τους, αντιτίθενται στο σύνολο, διασπώντας 0

50

100

200

300m

Εικ. 56: Η Δημόσια Εικόνα της Λισσαβώνας, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

87


μία χωρική συνέχεια ή εντείνοντάς την. Επομένως, το σύνολο των χωρικών δεδομένων συνεργάζονται μεταξύ τους σε ένα γενικότερο πλαίσιο, το οποίο αποκτά μία συγκεκριμένη δομή και αναγνωρίζεται από τον περιπατητή ως ένα σύμπλεγμα μέσα στο οποίο κινείται. Εξετάζοντας τον χάρτη με την σύνθεση όλων των στοιχείων, το πρώτο πράγμα που μπορεί να αναφερθεί είναι η πυκνότητα των χωρικών δεδομένων στις περιοχές της Baixa και του Bairro Alto. H Baixa στο σύνολο της δομείται από σημαντικά κανάλια και η είσοδος της σηματοδοτείται από το ορόσημο της Rua Augusta. Η σύνδεση των μονοπατιών μεταξύ τους είναι επαρκής ώστε να δημιουργήσουν μία ενίαια εικόνα για την περιοχή και όπως παρατηρείται από τον χάρτη, τα κανάλια της συνδέονται μεταξύ τους και καταλήγουν είτε σε ορόσημα είτε σε κόμβους, ενδυναμώνοντας με αυτό τον τρόπο το χαρακτήρα του συνόλου των στοιχείων, που εμπλέκονται στο σύμπλεγμά της. Η Κάτω πόλη γίνεται αντιληπτή από τον παρατηρητή σχεδόν στο σύνολο της, σε αντίθεση με το Bairro Alto, που είναι αναγνωρίσιμο σε ένα μόνο μέρος του. Στην αναγνωρίσιμη περιοχή της Άνω πόλης συγκεντρώνεται επίσης ένα σύνολο σημαντικών καναλιών που χαρακτηρίζουν την περιοχή και η άκρη της Rua do Alecrim οριοθετεί την εξωτερική της πλευρά. Δεν παρατηρείται η εμφάνιση άλλων στοιχείων εντός αυτής της θεματικής ενότητας, εκτός από έναν κόμβο και η σύνθεση της πραγματοποιείται αποκλειστικά από τα κανάλια που την διατρέχουν. Οι υπόλοιπες θεματικές ενότητες κατέχουν διάσπαρτα κάποια στοιχεία τα οποία όμως είναι η αιτία που αυτά αποτυπώνονται στο μυαλό του περιπλανούμενου. Έτσι, το Cais do Sodré αναδεικνύεται εξ’ αίτιας της μεγάλης εμβέλειας του μεταφορικού του κόμβου, το Castelo για το μαυριτανικό κάστρο που τοποθετείται στην κορυφή του και το Chiado για τα κανάλια του που φέρουν εμπορικές λειτουργίες, καθώς και για τα ορόσημα και τους κόμβους που τοποθετούνται είτε στην συμβολή των μονοπατιών, είτε κατά μήκος τους. Παρατηρείται, ότι κυρίως τα συμπλέγματα που διατρέχονται από μονοπάτια με εμπορικές λειτουργίες και χώρους αναψυχής συγκεντρώνουν τα περισσότερα σημεία ενδιαφέροντος. Παρ’όλα αυτά, και τα αμιγώς οικιστικά κομμάτια της πόλης παρουσιάζουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα που δίνουν το ερέθισμα στο περιπατητή να προβεί σε περαιτέρω εξερεύνηση. Το γεγονός ότι σημαντικά κανάλια διέρχονται από αυτές τις περιοχές, αυξάνει την πιθανότητα στο να τις επισκεφτεί ο περιπατητής και να λάβει μέρος στις καταστάσεις που δημιουργούνται στο επίπεδο της γειτονιάς. Γενικά, η Λισσαβώνα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία ευανάγνωστη πόλη. Η ισχυρή ταυτότητα των φυσικών αντικειμένων του αστικού της περιβάλλοντος, μειώνουν το βαθμό δυσκολίας ανάγνωσής της από τον περιπατητή. Η έντονη γεωμορφολογία της αποτελεί 88


καταλυτικό στοιχείο στην αίσθηση του προσανατολισμού του εκάστοτε περιπλανούμενου, εφ’όσον υπάρχει συνεχώς οπτική επαφή με το στοιχείο του νερού καθώς και με τα ορόσημα μεγάλης κλίμακας, δίνοντας του με αυτό τον τρόπο την ευκαιρία να προσδιορίζει τη θέση του σε σχέση με το σύνολο και προσφέροντάς του ένα αίσθημα ασφάλειας κατά την διάρκεια περιήγησής του στο δημόσιο χώρο. Το σημείο στο οποίο παρατηρείται ότι η δημόσια εικόνα έχει σοβαρό πρόβλημα είναι στη σχέση της πόλης με το ποτάμι. Κοιτάζοντας το χάρτη αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ανατολικό κομμάτι του κέντρου της πόλης αποκόπτεται σε αυξημένο βαθμό από τον Τάγο, καθώς οι αποθήκες που υπάρχουν και οι χώροι στάθμευσης αποκόπτουν την επικοινωνία με το νερό. Το συγκεκριμένο φαινόμενο παρατηρείται σε μεγαλύτερη έκταση, εκτός των πλαισίων του πεδίου έρευνας και οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι στα τέλη του 19ου αιώνα η πόλη έστρεψε την πλάτη της προς το ποτάμι και άρχισε να αναπτύσσεται προς το εσωτερικό της και συγκεκριμένα προς το βόρειο τμήμα της. Τα χωρικά τεκμήρια που αναλύθηκαν σε αυτό το κεφάλαιο, προέκυψαν μέσα από την επί τόπου έρευνα της περιοχής μελέτης, καθώς και από συζητήσεις με μόνιμους κάτοικους της πόλης ή με περαστικούς που παρέμειναν στην πόλη για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη των τεκμηρίων αυτών στην ανθρώπινη κλίμακα, ψάχνοντας τη σχέση μικρότερων στοιχείων που αυξάνουν την ικανότητα ενός συνόλου να εικονοποιηθεί και να προκαλέσει ένα έντονο οπτικό ερέθισμα στον παρατηρητή. Τέτοια στοιχεία είναι διασκορπισμένα μέσα στην πόλη και τοποθετούνται ακόμη και σε περιοχές που δεν συγκεντρώνουν κάποια από τα προαναφερθέντα χωρικά τεκμήρια. Στο επόμενο κεφάλαιο θα γίνει η προσπάθεια εύρεσης και συσχέτισης των συγκεκριμένων στοιχείων, που αποτελούν την αιτία της ιδιαίτερης ατμόσφαιρας που αποπνέει η πόλη της Λισσαβώνας.

89


2.3 Παράρτημα_ Απαντήσεις διάφορων ατόμων στην ερώτηση : “Ποια είναι η πιο έντονη εικόνα που έχεις από την Λισσαβώνα;”

Για μένα η πιο έντονη εικόνα είναι από το μιραδούρο του Erasmus Corner. Έχω περάσει πολύ ωραίες στιγμές εκεί. Τον πρώτο καιρό ειδικά που δεν έκανε κρύο και ήταν γεμάτο,καθόμασταν κάτω, πίναμε, κουβεντιάζαμε και γνωρίζαμε κόσμο. Εύη Σαγροπούλου

Η πιο έντονη εικόνα που έχω από τη Λισσαβωνα ειναι η θέα που μπορεί να αντικρίσει κανείς από το μιραδούρο του πάρκου του Εδουάρδου. Άμα την παρατηρήσεις είναι σαν μία ευθεία γραμμή που καταλήγει στο ποτάμι του Τάγου. Μπορείς να δεις το πάρκο το οποίο σταματάει στο άγαλμα του Marquês de Pombal και στον ορίζοντα ξεπροβάλλει το ποτάμι και η απέναντι πλευρά της Λισσαβώνας. Ειρήνη Φαραντάτου

Το πιο σημαντικό μέρος για μένα είναι η praça Luis de Camões, γιατί θεωρώ ότι είναι η αφετηρία και ο τερματισμός όλων των καταστάσεων που συμβαίνουν μέσα στην πόλη. Κλουβιδάκη Μαριλένα

ΔεκλξδασλκφασφαΔεν έχω μία συγκεκριμένη εικόνα για την πόλη, αλλά για ένα είδος συμπεριφόρας κι αυτό είναι ότι οι Πορτογάλοι ξέρουν να ζούν έξω.

To Klouvidaki Marilena From Watanabe Thais

90

Εγώ είμαι ερωτευμένη με την Alfama. Μ’ αρέσει πολύ η αίσθηση που αποπνέει. Τα στενά δρομάκια, τα παλιά κτήρια, τα σκαλιά , οι απλωμένες μπουγάδες. Όλα αυτά σου βγάζουν μία οικειότητα. Φαίη Ιωαννίδου

Μ’ αρέσει πάρα πολύ το Mosteiros dos Jeronimos, γιατί είναι πολύ λεπτομερές και κάθε φορά που το βλέπω, ανακαλύπτω και κάτι διαφορετικό. Diana Poe

Το μέρος που αγαπάω περισσότερο στη Λισσαβώνα είναι ο περιπάτος κατά μήκος του ποταμού από την praça do Comércio μέχρι το Cais do Sodré Ana Maia

Μ’ αρέσει πάρα πολύ να περνάω χρόνο στην praça Camões. Εκεί μπορείς να βρεις άτομα απο διάφορες χώρες μιλάνε, να ανταλλάσουν απόψεις, να περνάνε καλά όλοι μαζί. Είναι ένα πολυπολιτισμιλό σημείο. Tatiana Cristina Canselinha Sousa Araújo.


Η πιο έντονη εικόνα που έχω από τη Λισσαβώνα είναι η θέα από το μπαλκόνι μου. Σφακιωτάκη Ειρήνη

Δεν έχω μία συγκεκριμένη εικόνα από την πόλη, γιατί πιστεύω ότι λίγο ή πολύ μπορείς να βρεις ίδια σκηνικά και σε άλλες πόλεις. Όμως, ένα πράγμα που μπορώ να πω ότι όπου και να κοιτάξω βλέπω όμορφες λεπτομέρειες. Ακόμη και στον κάδο απορριμάτων έχουν το έμβλημα της πόλης.Αυτό την κάνει ξεχωριστή. Stefanie Weingartner Μ’ αρέσει να περπατώ στα στενά σοκάκια του Bairro Alto κατά τη διάρκεια της ημέρας. Είναι πολύ ήρεμο και έχει τελείως διαφορετικό πρόσωπο σε σχέση με το βράδυ. Flavio Peralta

Η πιο έντονη εικόνα που έχω από τη Λισσαβώνα είναι οι αναμνήσεις που μου χάρισαν τα άτομα που γνώρισα εκει. Federica Castegnaro

Η πιο έντονη εικόνα που έχω είναι όταν έμενα στο Bairro Alto και άνοιγα το παράθυρο μου. Κοιτούσα κάτω τους ανθρώπους στο δρόμο. Έμοιαζαν με μυρμύγκια. Eleonor Ekevik

Ένα πράγμα που θα μπορούσα να πω για τη Λισσαβώνα είναι ότι οταν την κοιτάω από το αεροπλάνο μου δίνει την εντύπωση ότι έχει άσπρο χρώμα. Θα μπορούσα να πω ότι το Πόρτο είναι περισσότερο γκρι ή καφέ.Η Λισσαβώνα για μένα είναι άσπρη, αλλά όταν την δεις από κοντά στην ανθρώπινη κλίμακα μπορείς να δεις ότι είναι πολύχρωμη.

Μ΄αρέσει να κινούμαι στην Rua Garret πάνω κάτω και να βγαζω φωτογραφίες.Κάνω συνέχεια κύκλους και κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει Μιλτιάδης Κωνσταντίνος

Conny

Ήταν ένα καλοκαιρινό βράδυ. Είχε πολύ ζέστη και ήμουν στο αμάξι, ψάχνωντας να βρω θέση να παρκάρω. Ήμουν σε ένα δρόμο κοντά στην praça de Alegria, όπου και πάρκαρα. Βγήκα έξω από το αμάξι, το κλείδωσα, περπάτησα για λίγο και ξαφνικά ένα ωραίος ήχος έσπασε τη σιωπή της νύχτας. Ήταν ένας άντρας που έπαιζε σαξόφωνο. Αυτή είναι η Λισσαβώνα για μένα.

Οι μικροί δρόμοι των παραδοσακών συνοικιών σε σχέση με το φως δημιουργούν μία σειρά από εικόνες που μαγνητίζουν το θεατή. Carina Cruz

Filipa Moura 91


Ερμηνεία στοιχείων του αστικού χώρου_


3.1 Εισαγωγή_ Η πόλη όμως δεν φανερώνει το παρελθόν της, το περιλαμβάνει όπως τις γραμμές ενός χεριού, γραμμένο στις γωνιές των δρόμων, στις γρίλιες των παραθυριών, στις κουπαστές των κλιμακοστασίων, στις αντένες των αλεξικέραυνων, στα κοντάρια των λαβάρων, το κάθε κομμάτι χαραγμένο με τη σειρά του από γρατζουνίσματα, πριονίσματα, εγκοπές, βίαια χτυπήματα. Italo Calvino Ο Gordon Cullen στο βιβλίο του “Townscape” αναφέρεται στο οπτικό αντίκτυπο, που μπορεί να έχει μία πόλη σε έναν παρατηρητή. Χαρακτηρίζει την συνδιαλογή πολλών κτηρίων μαζί ως μία τέχνη, που δεν περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της αρχιτεκτονικής και που δημιουργεί ένα περιβάλλον γεμάτο εκπλήξεις, αφού αποκαλύπτεται σταδιακά στον περιπατητή, χωρίς ο ίδιος να έχει επίγνωση για το περιέχομενο του, πέρα από αυτό που βρίσκεται στο οπτικό του πεδίο. Τα κτήρια σε συνδυασμό με το δημόσιο χώρο αποτελούν αντικείμενο μιας τέχνης που αποσκοπεί στην συσχέτιση, τον συνδυασμό και τη διαχείριση όλων αυτών των στοιχείων, λαμβάνοντας ως τελικό προϊόν τη δημιουργία ενός αστικού δρώμενου. Κύριο μέσο αντίληψης των δρώμενων που λαμβάνουν χώρα στο αστικό περιβάλλον, αποτελεί η αίσθηση της όρασης. Τα οπτικά μέσα του παρατηρητή προσλαμβάνουν πάντοτε περισσότερες πληροφορίες από αυτές που αναζητά κάθε φορά, κατακτώντας με αυτόν τον τρόπο ένα σύνολο πεπερασμένων εμπειριών και αναμνήσεων, που μπορούν να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή που θα λάβει ένα οπτικό ερέθισμα συσχετιζόμενο με αυτές. Συνεπώς, το περιβάλλον αποτελεί ένα πεδίο συναισθηματικών αντιδράσεων που προκαλούνται ,είτε με, είτε χωρίς την βούληση του περιπατητή και πραγματώνονται με τρεις τρόπους: την σειριακή όραση, τον τόπο και το περιεχόμενο. Η σειριακή όραση αποτελεί τη διαδοχική πρόσληψη εικόνων κατά μήκος μιας διαδρομής. Η ποικιλία των στοιχείων που τοποθετούνται κατά μήκος της είναι ικανή να προκαλέσει ένα έντονο οπτικό ερέθισμα, εφ’ όσον τα στοιχεία αυτά αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους και δημιουργούν μια σειρά αντιθέσεων. Αντιθέτως, μία εύπεπτη εικόνα δεν προκαλεί ενδιαφέρον και μπορεί να καταλήξει να χαρακτηριστεί μονότονη. Έπειτα, ο τόπος αναφέρεται στη σχέση του ανθρώπινου σώματος με το περιβάλλον και στο βαθμό οικειοποίησης του δημόσιου χώρου. 94


Τέλος, το περιεχόμενο εξετάζει τα στοιχεία που συγκροτούν το υπόβαθρο της πόλη όπως είναι τα χρώματα, η υλικότητα, η κλίμακα, ο χαρακτήρας, η προσωπικότητα, καθώς και τις εκφάνσεις διαφόρων εποχών και τάσεων. Σε αυτό το κεφάλαιο θα εξεταστούν τα στοιχεία του τόπου και του περιεχομένου στην πόλη της Λισσαβώνας, με απώτερο σκοπό να γίνει πιο κατανοητό το αστικό περιβάλλον της, καθώς και να φανούν σε μικρότερη κλίμακα οι ποιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την δημόσια εικόνα της.

95


Εικ.1

Εικ.5

Εικ.2

Εικ.6

Εικ.4

96

Εικ.3

Εικ.7


3.2 Τόπος_ Οικειοποίηση του δημόσιου χώρου¹ Δημόσιος χώρος. Έννοια που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι μίας πόλης. Ποιότητες, όπως ένα σκιαζόμενο μέρος, ένα παγκάκι κάτω από ένα δέντρο, ένα καθιστικό με θέα το ποτάμι, είναι λόγοι που οδηγούν στην οικειοποίηση του από τους περιπατητές. Πρόκειται για χώρους που δημιουργούν ένα στατικό περιβάλλον και φέρουν συνήθως δημόσιο εξοπλισμό, προσελκύοντας τον κόσμο να δαπανήσει ένα μέρος από το χρόνο του στο συγκεκριμένο μέρος. Οι Πορτογάλοι, όντας πλήρως εξοικειωμένοι με τον δημόσιο χώρο, τον έχουν εντάξει στην καθημερινότητά τους, αξιοποιώντας τον στο έπακρον. Τα miradouro που είναι διασκορπισμένα στην πόλη και βρίσκονται συνήθως στις κορυφές των λόφων, φιλοξενούν καθημερινά εκατοντάδες κόσμου, που κοινωνικοποιούνται και εμπλέκονται σε διάφορες καταστάσεις, όπως είναι ένα μουσικό δρώμενο. Επιπροσθέτως, εκτός από τους ήδη διαμορφωμένους χώρους, που είναι πρόσφοροι και προορισμένοι για την οικειοποίηση τους από τους κατοίκους , παρατηρείται ότι υπάρχει και η οικειοποίηση του δρόμου. Φεστιβάλ όπως το “Todos” (Όλοι) που λαμβάνει χώρα στην πορτογαλική πρωτεύουσα κάθε Σεπτέμβρη, καθώς και ο εορτασμός του Santo Antonio τον Ιούνιο, δίνει το έναυσμα στους κατοίκους τους πόλης να καταλάβουν χώρους κίνησης, όπως είναι οι δρόμοι κυκλοφορίας των αυτοκινήτων και τα πεζοδρόμια, για να διεξαχθούν διάφορες δραστηριότητες, όπως είναι μία θεατρική παράσταση, ένας αγώνας επιτραπέζιας αντισφαίρισης, μία επίδειξη χορευτικών ικανοτήτων. 1. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 23. O Cullen κάνει τη χρήση της λέξης possesion of a place το οποίο μεταφράζεται σαν κατοχή του τόπου. Επειδή η λέξη κατοχή όμως, εμπεριέχει αρνητική έννοια, αποδίδεται πιο ελεύθερα ως οικειοποίηση του τόπου.

Εικ.8

Εικ.9

Εικ. 1: Miradouro Santa Catarina Εικ. 2: Ώρες χαλάρωσης στο miradouro Santa Catarina Εικ. 3: Θεατρική παράσταση στο δημόσιο χώρο γειτονιάς της Mouraria, κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ “Todos” Εικ. 4: Χορός στην Praça da Figueira Εικ. 5: Miradouro Santa Luzia Εικ. 6: Miradouro Santa Catarina Εικ. 7: Σκετς στο δρόμο κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ “Todos”, Mouraria Εικ. 8: Εορτασμός του Santo Antonio στους δρόμους της Alfama Εικ. 9: Επιτραπέζια παιχνίδια στο δρόμο, Φεστιβάλ “Todos” Πηγή:Προσωπικό αρχείο

97


Οικειοποίηση του δημόσιου χώρου μέσω της κίνησης² Η ανθρώπινη αντίληψη για την οικειοποίηση του αστικού χώρου δεν περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της στατικής οικειοποίησης, αλλά και στην οικειοποίησή του μέσω της κίνησης. Σαφώς οριοθετημένες πορείες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οικειοποίησης μέσω της κίνησης , όπως συμβαίνει με την πορεία κατά μήκος του Τάγου, όπου χρησιμοποιείται από άτομα που επιδίδονται σε σωματική άσκηση, καθώς και από ανθρώπους που αρέσκονται να περπατούν κατά την πορεία αυτού. Εικ.12

2. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 23

Εικ.13

Εικ.10

Εικ.11

98

Εικ. 10: Tρέξιμο κατά μήκος του ποταμού, Santos Εικ. 11: Ποδηλασία κατά μήκος του ποταμού, Alcântara Εικ. 12: Περπάτημα κατά μήκος του ποταμού, Cais do Sodré Εικ. 13: Δημόσιος περίπατος κατά μήκος του ποταμού, Belém Πηγή:Προσωπικό αρχείο


Προνομιακές ζώνες³ Επιπροσθέτως, εξετάζεται η προνομιακή ζώνη, ως ένα επιπλέον στοιχείο οικειοποίησης του χώρου, η οποία εμφανίζεται στην πόλη της Λισσαβώνας κατά μήκος του ποταμού. Η συγκεκριμένη ζώνη παρουσιάζει διαφορετικό χαρακτήρα στο σύνολο του μετώπου του Τάγου και οικειοποιείται από τους περιπατητές με διαφορετικούς τρόπους. Έτσι, παρατηρούμε άτομα να κάθονται δίπλα στο ποτάμι, αποκτώντας άμεση επαφή με τον Τάγο και κάποια άλλα να ψαρεύουν σε διάφορα σημεία.

Εικ.18

3. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 24

Εικ.16

Εικ.14

Εικ.15

Εικ.17

Εικ. 14: Cais das Colunas Εικ. 15: Cais das Colunas Εικ. 16: Ψάρεμα στον Τάγο, Belém Εικ. 17: Η προνομιακή ζώνη δίπλα από το μνημείο των εξερευνητών, Belém Εικ. 18: Ψαρεύοντας στον Τάγο, Armada Πηγή:Προσωπικό αρχείο

99


Σημεία συγκέντρωσης⁴ Τα σημεία συγκέντρωσης αποτελούν ένα άλλο είδος οικειοποίησης του δημόσιου χώρου. Πρόκειται για στοιχεία που αναπτύσσονται καθ’ ύψος και αποτελούν πόλο έλξης για τους διαβάτες. Ένα άγαλμα στο κέντρο μιας πλατείας αποτελεί συνήθως σημείο συγκέντρωσης, όπως συμβαίνει στην praça do Luis do Camões και στη praça Rossio. 4. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 26 5. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 38

Αλλαγή επιπέδου⁵ Η αλλαγή επιπέδου αποτελεί σημαντικό παράγοντα ώστε να προκληθεί μία συναισθηματική αντίδραση. Ο παρατηρητής όταν βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, τον καταβάλλουν συναισθήματα κατωτερότητας, φόβου για το άγνωστο που βρίσκεται πιο πάνω από αυτόν, ενώ όταν βρίσκεται σε υψηλότερα σημεία νιώθει ανώτερος, ενθουσιασμένος, γεμάτος αδρεναλίνη που έχει κατακτήσει την κορυφή και επιβλέπει το περιβάλλον γύρω του.

Εικ.21 Εικ.19

Εικ.20

100

Εικ. 19: Praça do Luis de Camões Εικ. 20: Praça Rossio Εικ. 21: Θέα από το miradouro Senhora do Monte, Graça Εικ. 22: Κοιτώντας από κάτω τη γέφυρα της Rua do Alecrim, Rua São Paulo, Cais do Sodré Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ.22


Οριοθετώντας τον χώρο⁶ Μία κορδέλα, ένα σκοινί, ένα κατακόρυφο κομμάτι ξύλου έχουν την ικανότητα να δημιουργήσουν ή να οριοθετήσουν έναν χώρο, δείχνοντας πόσο εύθραυστα και ρευστά είναι τα όρια. H οικειοποίηση του δημόσιου χώρου, οριοθετώντας τον και “καταλαμβάνοντάς” τον για μία συγκεκριμένη δραστηριότητα αποτελεί εύκολο εγχείρημα. Μικροπωλητές απλώνουν σεντόνια στην έκταση του Campo de Santa Clara στη Graça, κάθε Τρίτη και Σάββατο, εκθέτοντας τα εμπορεύματα τους στην γνωστή αγορά Feira da Ladra. Ακόμη, ο εορτασμός του Santo Antonio δίνει την ευκαιρία στους κατοίκους με μία κορδέλα και ένα σιδερένιο προστατευτικό να δημιουργήσουν ένα υπαίθριο εστιατόριο, προσφέροντας στους περαστικούς τα εδέσματά τους.

Εικ.23

6. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 32 Εικ. 23: Πορτογαλικά εδέσματα κατά τον εορτασμό του Santo Antonio, Alfama Εικ. 24: Υπαίθριο εστιατόρια κατά τον εορτασμό του Santo Antonio, Praça São Paulo, Cais do Sodré Εικ. 25: Feira da Ladra, Graça Εικ. 26: Γιορτάζοντας τον Santo Antonio, Alfama Εικ. 27: Οριοθετώντας τον χώρο με μία κορδέλα, Alfama Πηγή: Προσωπικό αρχείο Εικ.26 Εικ.24

Εικ.25

Εικ.27

101


Εικ.30 Εικ.31

Εικ.28 Εικ.32

Εικ.29

102

Εικ.34

Εικ.33


Θεάσεις⁷ Πρόκειται για εικόνες που συσχετίζουν τη θέση του παρατηρητή (το εδώ) με αντικείμενα που βρίσκονται σε απόσταση από αυτόν (το εκεί), δίνοντας του την δυνατότητα να έχει πλήρη επίγνωση και αντίληψη του αντικειμένου θέασης και προσφέροντάς του ένα αίσθημα ανωτερότητας. Τα σημεία θέασης ποικίλουν. Μπορεί να είναι μία εικόνα που βλέπει κανείς από υπερυψωμένες πλατείες ή πλατώματα, όπως συμβαίνει με τα miradouro. Επιπλέον, εικόνες που αντικρίζει κανείς από το παράθυρό του ή από έναν περίπατο στην γειτονιά του. Τέλος, το αντικείμενο παρατήρησης μπορεί να αποκαλύπτεται απ’ ευθείας στον παρατηρητή ή να προβάλλεται μέσα από μία συστάδα δέντρων.

Εικ. 28: Θέα από το παράθυρου σπιτιού στην Graça Εικ. 29: Θέα από το miradouro Santa Catarina, Bairro Alto Εικ. 30: Θέα από τα στενά δρομάκια της περιοχής Lapa Εικ. 31: Θέα από το miradouro Portas do Sol, Castelo Εικ. 32: Θέα από το miradouro Santa Justa, Baixa Εικ. 33: Θέα από το jardim do Torrel, Campo Santana Εικ. 34: Θέα από το miradouro Santa Luzia, Castelo Εικ. 35: Θέα από το miradouro Portas do Sol, Castelo Πηγή: Προσωπικό αρχείο

7. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 41

Εικ.35

103


Ενώνοντας το έδαφος⁸

Πορείες πεζών⁹

Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να ενώσει κανείς μία πόλη είναι το έδαφος. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται για την επίστρωση του εδάφους πρέπει να παρουσιάζουν ενδιαφέρον και να ξεχωρίζουν επαρκώς, ώστε να γίνεται αντιληπτή η χρήση της περιοχής που καταλαμβάνουν. Στόχος αποτελεί να αναδειχθούν τα κτήρια και να ενωθούν με το σύνολο. Στην Λισσαβώνα, η μεγαλύτερη έκταση του εδάφους του κέντρου της είναι στρωμένη με κυβόλιθους, που συνδυάζονται με ποικίλους τρόπους, σχηματίζοντας διάφορα μοτίβα στο ανάγλυφο της.

Το σύνολο των δρόμων που προορίζεται για τους πεζούς, συγκροτεί ένα δίκτυο που ενώνει με βιώσιμο τρόπο την πόλη, συνδέοντας διαφορετικές περιοχές με κλίμακες, πεζόδρομους, ή άλλα μέσα, έχοντας πάντα ως γνώμονα την διατήρηση της συνέχειας και της πρόσβασης του δικτύου της πόλης. 9. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 54

8. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 53 Εικ. 36: Υλικά εδάφους,Santos Εικ. 37: Υλικά εδάφους, Bairro Alto Εικ. 38: Σκαλιά προς το λόφο São Jorge, Mouraria Εικ. 39: Επικλινές έδαφος στην Alfama Εικ. 40: Πεζόδρομος, Restauradores Εικ. 41: Πεζόδρομος, Baixa Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ.36

Εικ.39 Εικ.41

Εικ.37

Εικ.38

Εικ.40

104


3.3 Περιεχόμενο_ Αμεσότητα¹⁰ Κάγκελα, προστατευτικά, επιγραφές “Προσοχή κίνδυνος” αποτελούν εμπόδια μεταξύ του περιπατητή και στοιχείων όπως το νερό ή ένα ύψωμα. Ο παρατηρητής αναζητά την αμεσότητα, η οποία του διεγείρει τις αισθήσεις του και τον βοηθάει να αντιλαμβάνεται τις αντιθέσεις που υπάρχουν στο περιβάλλον. Με αυτόν τον τρόπο, αυξάνονται οι πιθανότητες να γίνει μάρτυρας μίας ευχάριστης εικόνας. Στην Λισσαβώνα το παράκτιο μέτωπο από το κέντρο προς τα δυτικά, προσφέρει αυτή την αμεσότητα στον περιπλανούμενο, εν αντιθέσει με το ανατολικό κομμάτι που είναι πλήρως αποκομμένο από την πόλη, καθώς παλιές βιομηχανίες καταλαμβάνουν το μέτωπο του Τάγου˙ μία κατάσταση που αλλάζει στην περιοχή του Oriente, όπου το ποτάμι δίδεται και πάλι στην διάθεση του περιπατητή.

Εικ.42

Εικ.43

Εικ.44

10. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 61 Εικ. 42: Το μέτωπο του Τάγου στην Belém Εικ. 43: Docas, Belém Εικ. 44: Το μέτωπο του Τάγου κατά μήκος της Ribeira das Naus Πηγή: Προσωπικό αρχείο

105


Κοιτάζοντας την λεπτομέρεια¹¹ Κοιτάζοντας κανείς τις λεπτομέρειες του αστικού χώρου λαμβάνει μέρος σε μια διαδικασία εκπαίδευσης του ματιού, το οποίο παρατηρώντας μικρής σημασίας στοιχεία, μπορεί να ανακαλύψει μια πληθώρα ποιοτήτων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον, προκαλώντας έτσι στον παρατηρητή μία συναισθηματική έξαρση. Μία οπτική φυγή προς το ποτάμι μπορεί από μόνη της να προκαλέσει ένα συναίσθημα ευφορίας στον περιπατητή, πράγμα που ενισχύεται όταν το ουράνιο τόξο ξεπροβάλλει από τον ουρανό και χάνεται μέσα στο ποτάμι. Μικρές λεπτομέρειες που μπορούν σίγουρα να κάνουν την διαφορά σε μια εικόνα.

Εικ.45

11. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 63 Εικ.48

Εικ.46

Εικ.51

Εικ.52

Εικ.50 Εικ.47

Εικ.49

Εικ. Εικ. Εικ. Εικ. Εικ. Εικ.

106

45: 46: 47: 48: 49: 50:

Οπτική φυγή προς το ποτάμι, Alfama Σήμα ποδηλατόδρομου, Cais do Sodré Fado, Alfama Σκηνή από γειτονιά του Bairro Alto Real eyes, Realize Real Lies, Graça Πρόσωπο σε τοίχο φταιγμένο από το ξύσιμο του σοβά, Alcântara

Εικ. 51,52: Ζωγραφιά σε τοίχο προς τιμή των ηλικιωμένων που έζησαν στην Alfama, Alfama Εικ. 53: Ζωγραφιά σε τοίχο, Alfama Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ.53


Οικειότητα¹² Στενά δρομάκια σε γειτονιές, άνθρωποι στο δρόμο, μία απλωμένη μπουγάδα και μία σχισμή καθαρού ουρανού μπορούν να δημιουργήσουν ένα πρόσχαρο περιβάλλον, το οποίο σηματοδοτείται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και προσφέρει ένα αίσθημα οικειότητας και ζεστασιάς. 12. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 69

Εικ.58 Εικ.60

Εικ.54

Εικ.56

Εικ.59 Εικ.61

Εικ.55

Εικ.57

Εικ. 54: Αστικό δρώμενο, Lapa Εικ. 55: Τρώγοντας οικογενειακά, Alfama Εικ. 56: Αυλή σε σπίτι, Alfama Εικ. 57: Γειτονιά στην Lapa Εικ. 58: Σκηνή καθημερινότητας στην περιοχή της Alfama Εικ. 59: Στενάκι στην Alfama Εικ. 60: Σκηνή καθημερινότητας στην περιοχή της Alfama Εικ. 61: Πρόσοψη σπιτιού, Alfama Πηγή: Προσωπικό αρχείο

107


Σημαντικά αντικείμενα¹³

Κλίμακα¹⁴

Συχνά, κοινά αντικείμενα που βρίσκονται διασκορπισμένα στο αστικό περιβάλλον επιτυγχάνουν να ξεχωρίσουν στο γενικότερο σύνολο εξ’ αιτίας της μορφής τους ή του χρώματος τους. Συνήθως, πρόκειται για αντικείμενα που περιλαμβάνονται στον δημόσιο εξοπλισμό μίας πόλης.

Η ποιότητα της κλίμακας εμπεριέχεται σε όλα τα φυσικά αντικείμενα που βρίσκονται στο αστικό περιβάλλον και αποτελεί εργαλείο για την διαχείριση της τέχνης της αντίθεσης. Η κλίμακα δεν αποτελεί φυσικό μέγεθος, αλλά μέσο μέτρησης των φυσικών αντικειμένων. Πρόκειται για ένα βοηθητικό εργαλείο σύγκρισης δύο στοιχείων, τα οποία μπορούν να αντιπαρατεθούν μεταξύ τους. Η ανθρώπινη κλίμακα αποτελεί θεμελιώδη βάση σύγκρισης αντικειμένων του αστικού περιβάλλοντος.

13. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 73 14. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 79

Εικ.65

Εικ.62

Εικ.67

Εικ.64

Εικ.6

3

108

Εικ. 62: Κρουνός, Bairro Alto Εικ. 63: Βρύση στην praça do Carmo, Chiado Εικ. 64: Τα μυρμήγκια στην praça do Município, Baixa Εικ. 65: Rua Augusta, Baixa Εικ. 66: Cais do Sodré Εικ. 67: Το μνημείο των εξερευνητών, Belém Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ.66


Υφές¹⁵ Παρατηρώντας κανείς το αστικό περιβάλλον αντιλαμβάνεται ότι δομείται από ένα σύνολο υλικών, τα οποία είναι υπεύθυνα για την υπάρξη των υφών. Αδρές και λείες επιφάνειες, πέτρινοι τοίχοι, ξύλινες λεπτομέρειες, κυβόλιθοι για την επικάλυψη του εδάφους δημιουργούν μία ποικιλία στον αστικό χώρο, την οποία μπορεί να αντιληφθεί κανείς με έναν απλό περίπατο στο αστικό περιβάλλον. 15. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 92

Εικ.72

Εικ. Εικ. Εικ. Εικ.

68: 69: 70: 71:

Αδρές και λείες επιφάνειες, Alfama Αδρές και λείες επιφάνειες, Alfama Στενάκι στην Alfama Κυβόλιθοι, Alfama

Εικ.73

Εικ.74

Εικ.69

Εικ.71

Εικ.68 Εικ.70

Εικ. 72: Πρόσοψη κτηρίου, Alfama Εικ. 73: Miradouro Santa Luzia, Castelo Εικ. 74: Azulejos Εικ. 75: Σκηνή από γειτονιά στο Santos Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ.75

109


Γράμματα¹⁶ Τα γράμματα βρίσκονται παντού στο αστικό περιβάλλον. Επιγραφές μαγαζιών, ονόματα και αριθμοί δρόμων, πινακίδες αποτελούν στοιχεία τα οποία τα χρησιμοποιούν, έχοντας ως σκοπό την παροχή μίας πληροφορίας στον περιπατητή. Επιτυχημένες πινακίδες μπορούν να θεωρηθούν αυτές που περνούν το μήνυμα που θέλουν, από την απόσταση που θεωρείται ότι πρόκειται να διαβαστoύν. Τα γράμματα μπορεί να είναι έντονα, τυπογραφημένα, σκαλιστά, χρωματιστά και τοποθετούνται σε ποικίλα πλαίσια. 16. Gordon Cullen: Townscape, 1961, σελ. 93 Εικ.76

Εικ. 76: H Λισσαβώνα στο δρόμο, Πρόγραμμα για τις εκδηλώσεις για τον εορτασμό του Santos Antonio Εικ. 77: Επιγραφή καταστήματος, Rua São Paulo Εικ. 78: Πανό στην Alfama κατά τη διάρκεια του εορτασμού του Santos Antonio Εικ. 79: Γράμματα στο έδαφος

Εικ.80

Εικ.81

Εικ.83

Εικ.78 Εικ.77

Εικ.82

Εικ.

79

110

Εικ. 80,81: Οδοί στην Alfama Εικ. 82,83,84: Πινακίδες οδών Πηγή: Προσωπικό αρχείο

Εικ.84


Εικ. 85: “Καλό ταξίδι. Η Λισσαβώνα σε περιμένει”, Miradouro Senhora do Monte , Πηγή: Προσωπικό αρχείο

111


Η ψυχογεωγραφία του κέντρου της Λισσαβώνας_


4.1 Καταστασιακοί Διεθνείς_ Oι Καταστασιακοί Διεθνείς αποτελούν ένα ριζοσπαστικό κίνημα, που εμφανίστηκε στην Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ιδρυτής τους ήταν ο γάλλος θεωρητικός Guy Debord και το σύνολο της ομάδας συγκροτούσαν καλλιτέχνες διαφορετικών κλάδων, όπως συγγραφείς, ζωγράφοι και αρχιτέκτονες. Κάποια από τα μέλη του κινήματος συμμετείχαν στους Λεττριστές Διεθνείς, ένα κίνημα που δρούσε στην Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και αντλούσε το θεωρητικό του υπόβαθρο από τον ντανταϊσμό και τον σουρρεαλισμό. Οι Καταστασιακοί αντιτιθέμενοι στις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν εκείνη την εποχή, ασκούσαν έντονη κριτική, τονίζοντας πόσο άδεια είναι η καθημερινότητα των ανθρώπων. Χαρακτήριζαν τον κόσμο ως ένα ασφυκτικό χώρο, στον οποίο το πλήθος αντιδρούσε με βάση το ένστικτό του και όχι τις επιθυμίες του, με αποτέλεσμα ο κόσμος αυτός να κυριαρχεί στον τρόπο ύπαρξής του και να το συντρίβει. Ακόμη, κατέκριναν την τάση των ανθρώπων να ζουν αποξενωμένοι από το κοινωνικό σύνολο, πράγμα που οφειλόταν στα καταναλωτικά πρότυπα, τα οποία άρχιζαν να προσδιορίζουν τις επιθυμίες των ατόμων και να καταπνίγουν κάθε είδος ελευθερίας. Στόχος τους ήταν η αλλαγή αυτής της κατάστασης. Μέριμνά τους αποτελούσε το γεγονός να σκέφτονται και να μιλάνε ευθέως στο κοινό, με απώτερο σκοπό να το κάνουν να προβληματιστεί για τις συνθήκες διαβίωσής του. Η αποσύνθεση των ατομικών τεχνών, καθώς και η αδυναμία ανανέωσης τους, παρήγαγαν ένα δημιουργικό κενό, το οποίο ήθελαν να εκμεταλλευτούν προσπαθώντας να προωθήσουν τις σκέψεις τους για την αλλαγή της κοινωνίας. Το πρόβλημα το εντόπιζαν κυρίως στην έλλειψη δυνατοτήτων για την παραγωγή μια σειράς παιχνιδιών μέσα στην καθημερινότητα. Απαρνούμενοι αυτήν την κατάσταση, αναζητούσαν καινούριες συνθήκες ζωής, μέσα στις οποίες θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν νέες ευκαιρίες για παιχνίδι. Ακόμη, επιθυμούσαν να αντιμετωπίσουν το ολικό πρόβλημα της κουλτούρας, ώστε να καταλήξουν σε μια συνολική θεωρία παιχνιδιού και στην πρακτική της συνειδητής κατασκευής ατμοσφαιρών. Συνεπώς, ο σκοπός τους ήταν να καθιδρύσουν νέες καταστασιακές ατμόσφαιρες¹ στο αστικό περιβάλλον, οι οποίες θα εναλλάσσονται συνεχώς δημιουργώντας έναν ενδιαφέροντα αστικό χώρο. 1. Η λέξη ατμόσφαιρα αποτελεί μετάφραση της γαλλικής λέξης ambiance.

114


Οι θεωρίες και οι απόψεις τους πραγματώνονται κυρίως μέσα από τις έννοιες της ψυχογεωγραφίας του βιώμενου χώρου και της ενωτικής πολεοδομίας. Η ψυχογεωγραφία αναφέρεται στη μελέτη των συγκεκριμένων επιδράσεων τού, συνειδητά ή όχι, διαμορφωμένου γεωγραφικού περιβάλλοντος, που επηρεάζει άμεσα την συναισθηματική συμπεριφορά των ατόμων και που παρουσιάζεται σύμφωνα με τον ορισμό του Asger Jorn, ως η επιστημονική φαντασία της πολεοδομίας². Τα μέσα της ψυχογεωγραφίας ποικίλουν. Το σπουδαιότερο αντικατοπτρίζεται στην έννοια της πειραματικής dérive, η οποία αποτελεί έναν πειραματικό τρόπο συμπεριφοράς, που είναι δεμένος με τις συνθήκες της αστικής κοινωνίας. Πρόκειται για την τεχνική του γρήγορου περάσματος μέσα από ποικίλες ατμόσφαιρες³. Στόχος της dérive ήταν να βρεθεί η χαμένη οικειότητα της πραγματικής ζωής, πίσω από το σύνθετο πρόσωπο της σύγχρονης κοινωνίας. Έτσι, οι καταστασιακοί αφιέρωσαν τους εαυτούς τους σε μια συνεχή περιπλάνηση μέσα στην πόλη του Παρισιού, ψάχνοντας να βρουν σημάδια από αυτό που ονομάζει ο λεττριστής Ivan Cthcheglov “ξεχασμένες επιθυμίες⁴”˙ εικόνες παιχνιδιού, εκκεντρικότητας, μυστικής επανάστασης, δημιουργικότητας και άρνησης. H dérive διαχωρίζεται από τις κλασσικές έννοιες του ταξιδιού και του περιπάτου, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αναγνώριση επιδράσεων ψυχογεωγραφικής φύσης και με τον καθορισμό μιας παιχνιδιστικής συμπεριφοράς. Επιπροσθέτως, βρίσκεται στο δρόμο της ενωτικής πολεοδομίας. Το να μη θέλει να διαχωρίσει κάποιος το θεωρητικό από το πρακτικό όσον αφορά την ενωτική πολεοδομία, είναι όχι μόνο σαν να προωθεί την κατασκευή με την θεωρητική σκέψη, αλλά κυρίως σαν να μη διαχωρίζει την άμεση παιχνιδιστική χρήση της πόλης, που γίνεται συλλογικά αντιληπτή από την πολεοδομία σαν κατασκευή. Τα παιχνίδια και οι πραγματικές συγκινήσεις δεν διαχωρίζονται από τα σχέδια της ενωτικής πολεοδομίας, όπως μετέπειτα η υλοποίηση της ενωτικής πολεοδομίας, δεν πρέπει να διαχωρίζεται από τα παιχνίδια και τις συγκινήσεις που θα γεννηθούν μέσα σ’ αυτήν την ολοκλήρωση. Συνεπώς, η dérive εκτός από τρόπος δράσης είναι συγχρόνως ένα μέσο γνώσης στα θέματα ψυχογεωγραφίας και της θεωρίας της ενωτικής πολεοδομίας. Ο όρος ενωτική πολεοδομία αναφέρεται στη θεωρία της συνολικής χρήσης τεχνών και τεχνικών, που συνεισφέρουν στην ολοκληρωτική κατασκευή ενός περιβάλλοντος σε δυναμική σχέση με τις εμπειρίες της συμπεριφοράς⁵. Αρχικά η ενωτική πολεοδομία δεν είναι μια 2. Κλωντ Λωράν, Πάνος Τουρνικιώτης, “Χωροταξία”, 1979, σελ. 20 3. Κλωντ Λωράν, Πάνος Τουρνικιώτης, “Χωροταξία”, 1979, σελ. 7 4. Tom McDonough, “Guy Debord and the Situationist International, Texts and Documents”, The long walk of the Situationist International, 2002, σελ. 4 5. Κλωντ Λωράν, Πάνος Τουρνικιώτης, “Χωροταξία”, 1979, σελ. 7

115


116

Εικ. 1: “The naked city”, Πηγή: Διαδίκτυο


πολεοδομική θεωρία, αλλά μια κριτική στην πολεοδομία. Αποβλέπει σε ένα πεδίο πειραματισμού για τον κοινωνικό χώρο των μελλοντικών πόλεων, προσπαθώντας να αποτινάξει από πάνω τους τις επιδράσεις του φονξιοναλισμού και να καταλήξει σε ένα περιβάλλον το οποίο να είναι ικανό να υποκινήσει την ευαισθησία. Επιπλέον, πηγαίνει κόντρα στο παθητικό θέαμα, που αποτελεί αρχή της υφιστάμενης κουλτούρας. Κατακρίνει και χαρακτηρίζει τις σημερινές πόλεις ως ένα αξιοθρήνητο θέαμα, ένα συμπλήρωμα των μουσείων για τους τουρίστες που τους περιφέρουν σε γυάλινα λεωφορεία, ενώ οι προθέσεις της ενωτικής πολεοδομίας είναι να αντιμετωπίσει τον αστικό χώρο σαν ένα πεδίο ομαδικού παιχνιδιού. Η ενωτική πολεοδομία δεν είναι ιδεαλιστικά χωρισμένη από το σημερινό πεδίο των πόλεων. Διαμορφώνεται από την πείρα πάνω σε αυτό το πεδίο και από τις κατασκευές που υπάρχουν. Πρέπει ο άνθρωπος να εκμεταλλευτεί τα σημερινά σκηνικά με την αποδοχή του αστικού χωρικού παιχνιδιού, καθώς και να δημιουργήσει καινούρια. Οι Καταστασιακοί θέλοντας να ξεκινήσουν να κατασκευάζουν καταστάσεις μέσα στο υφιστάμενο μπετονένιο περιβάλλον, έχοντας ως στόχο να το ανάξουν σε κάτι ανώτερο, στράφηκαν προς την χρήση και ανάπτυξη της ενωτικής πολεοδομίας. Το πλεονέκτημα της, ότι δηλαδή γίνεται αντιληπτή από όλων των ειδών τις τέχνες, τους οδήγησαν να την χρησιμοποιήσουν ως μέσο για την ολική σύνθεση του περιβάλλοντος, αποσκοπώντας στην εφεύρεση νέων, καθώς και στην επαναχρησιμοποίηση των ήδη υπάρχουσων αρχιτεκτονικών και πολεοδομικών μορφών. Το εγχείρημα τους αποσκοπούσε στην δημιουργία δυναμικών πεδίων, τα οποία τα ονόμασαν περιοχές. Καθε περιοχή ήταν ικανή να οδηγήσει σε μια συγκεκριμένη αρμονία, η οποία λειτουργούσε αυτόνομα και ήταν ανεξάρτητη από γειτονικές αρμονικές θεματικές ενότητες. Συνεπώς, κάθε γειτονιά της πόλης θα έτεινε να προκαλεί ένα συγκεκριμένο συναίσθημα στο οποίο θα εκτίθενται οι χρήστες. Ένα σημαντικό έργο των καταστασιακών αποτελούσε ο ψυχογεωγραφικός χάρτης του Παρισιού, που εξέδωσε το 1957 ο Debord με το όνομα “The Naked City”. H Γυμνή πόλη επρόκειτο για ένα περίεργο χάρτη της Πόλης του φωτός και ήταν δύσκολο να γίνει αντιληπτό το απεικονιστικό του περιεχόμενο. Ο χάρτης εμπεριείχε δεκαεννέα τομείς του Παρισιού, που ήταν τυπωμένοι με μαύρο μελάνι και οι τομείς αυτοί συνδέονταν με κόκκινα βέλη διαφόρων κατευθύνσεων και μεγεθών. Απώτερος σκοπός του Debord ήταν να απεικονίσει σημεία μέσα στην πόλη που ήταν πρόσφορα για την κατασκευή χωρικών καταστάσεων και όχι να αποτυπώσει τις ήδη υπάρχουσες ατμόσφαιρες που υφίσταντο στον αστικό χώρο. Κάθε τομέας αποτελούσε μία μονάδα ατμόσφαιρας και οι συνδέσεις τους με τα βέλη αντιπροσώπευαν τις πιθανές κινήσεις του ανθρώπινου σώματος στο χώρο. Οι αποστάσεις μεταξύ των τομέων δεν 117


118


είναι αντιπροσωπευτικές, αφού ο χάρτης δεν είναι σχεδιάσμενος υπό κλίμακα, ούτε προσανατολισμένος με βάση το βόρρα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στις πεποιθήσεις του Debord που ήθελε να αντιμετωπίζει το χώρο ως πεδίο κοινωνικής πρακτικής, που αποκτά σάρκα και οστά από τα κοινωνικά σύνολα και όχι ως περιεχόμενο. Συνοπτικά, οι Καταστασιακοί προσπαθούσαν να δημιουργήσουν ένα νέο τρόπο ζωής . Έναν τρόπο για το πώς οι άνθρωποι οργανώνουν τις επιθυμίες τους, τους πόνους, τους φόβους, τις ελπίδες, τις φιλοδοξίες, τα όρια και τις κοινωνικές τους σχέσεις. Έτσι, στρέφονται στην αρχιτεκτονική, με απώτερο σκοπό να τροποποιήσουν τις τρέχουσες αντιλήψεις για το χώρο και το χρόνο, καθώς θεωρούν ότι αποτελεί τον πιο εύκολο τρόπο για να τα αρθρώσει κανείς, οργανώνοντας έτσι την πραγματικότητα. Η οργάνωση αυτή δεν θα είναι παροδική αλλά διαμορφωτική, που θα εγγράφεται στην αιώνια καμπύλη των ανθρωπίνων επιθυμιών και των προόδων για την πραγματοποίησή τους. Έτσι, άμεσο χρέος του αρχιτέκτονα θα είναι να κατασκευάζει καταστάσεις μέσα στο αστικό περιβάλλον, καθώς και μέσα σε χώρους, εξετάζοντας το αντίκτυπο που έχουν οι καταστάσεις αυτές στις συμπεριφορές των χρηστών. Το έργο των Καταστασιακών και η ενασχόλησή τους με την ψυχογεωγραφία του χώρου, αποτέλεσαν έναυσμα για την παραγωγή αυτού του κεφαλαίου. Έχοντας ήδη μελετήσει το αστικό περιβάλλον του κέντρου της Λισσαβώνας, δομώντας την δημόσια εικόνα του και εξετάζοντας τα επιμέρους στοιχεία που το αποτελούν, ενδιαφέρον παρουσιάζει η απεικόνιση των στοιχείων αυτών σε ψυχογεωγραφικούς χάρτες, προβάλλοντας τις πυκνότητες του κόσμου, τις κινήσεις που πραγματοποιούν καθώς και τις ατμόσφαιρες που συνθέτουν το περιβάλλον.

119


120


4.2 Ψυχογεωγραφικοί χάρτες του κέντρου της Λισσαβώνας_ Χάρτης με ατμόσφαιρες Ο διπλανός χάρτης απεικονίζει τις ατμόσφαιρες που παρατηρούνται στο κέντρο της Λισσαβώνας. Κάθε χρώμα αντιπροσωπεύει μία διαφορετική αστική κατάσταση και όλες μαζί εμπλέκονται σε ένα ομαδικό παιχνίδι. Το κίτρινο προσδιορίζει την κατοικία καθώς, και την ηρεμία και την ησυχία που επικρατεί σε αυτές τις περιοχές. Το κόκκινο χρησιμοποιείται για το εμπόριο και τους χώρους αναψυχής, που είναι χρήσεις με έντονη όχληση. Το μπλε αντιπροσωπεύει την ατμόσφαιρα του νερού και το νοσταλγικό τοπίο του Τάγου, που προσφέρει ένα αίσθημα γαλήνης και ηρεμίας στο περιπατητή, που επιλέγει να περπατήσει μέσα στα πλαίσια αυτής της ατμόσφαιρας. Τέλος, το πράσινο υποδεικνύει του ανοικτούς χώρους, οι οποίοι αποτελούν ζωντανά σημεία, όπου παρατηρείται συνεχής ανακύκλωση του πλήθος. Κοιτάζοντας κανείς το χάρτη αντιλαμβάνεται ότι αυτές οι ατμόσφαιρες είτε διαδέχονται η μία την άλλη, είτε εμπλέκονται μεταξύ τους, δημιουργώντας μία πληθώρα καταστάσεων, τις οποίες βιώνει ο περιπλανούμενος κατά διάρκεια περιήγησής του στο αστικό περιβάλλον.

121


122


Ψυχογεωγραφικός χάρτης κατά την διάρκεια της ημέρας Ο διπλανός χάρτης απεικονίζει την πυκνότητα, καθώς και τις ροές των ανθρώπων στο αστικό περιβάλλον, κατά τη διάρκεια της ημέρας. Επειδή τα συγκεκριμένα στοιχεία αλλάζουν ανάλογα με τη μέρα της εβδομάδας, θεωρείται ότι ο χάρτης αναφέρεται σε μία ημέρα, όπου οι άνθρωποι εργάζονται, τα κατασταστήματα είναι ανοικτά και ο κόσμος βγαίνει έξω το βράδυ. Κοιτάζοντας το χάρτη, παρατηρούμε ότι η μεγαλύτερη πυκνότητα του κόσμου παρατηρείται στους εμπορικούς δρόμους, τους μεταφορικούς κόμβους καθώς και σε αξιοθέατα της πόλης. Τα βέλη αντιπροσωπεύουν τις ροές του πλήθους και πως κινείται μέσα στο χώρο.

123


124


Ψυχογεωγραφικός χάρτης κατά την διάρκεια της νύχτας Η εικόνα της πόλης αλλάζει τη νύχτα. Το κέντρο αδειάζει και όλοι μαζεύονται στο Bairro Alto αναζητώντας την διασκέδαση στα στενά σοκάκια της Άνω πόλης. Επίσης, παρατηρείται συγκέντρωση στο Cais do Sodré, όπου βρίσκονται τα μεγαλύτερα σε μέγεθος, νυχτερινά μαγαζιά της Λισσαβώνας. Ακόμη, το miradouro São Pédro de Alcântara γεμίζει από κόσμο, που κοινωνικοποιείται, παίζει μουσική, τραγουδάει, απολαμβάνει το ποτό του.

125


Συμπεράσματα_


128


Λισσαβώνα. Η πόλη των επτά λόφων. Επιβλητικά τοποθετημένη στις όχθες του Τάγου, η πορτογαλική πρωτεύουσα αποπνέει μία ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Το φυσικό σκηνικό της πόλης μαρτυρά γεγονότα που συνέβησαν σε βάθος χρόνου και άφησαν το στίγμα τους στο έντονο ανάγλυφό της. Χωρικά τεκμήρια που μπορούν να διαβαστούν από τον εκάστοτε χρήστη του αστικού περιβάλλοντος. Το άμεσο αποτέλεσμα που μας προσφέρει η συγκεκριμένη έρευνα είναι τα φυσικά στοιχεία που δομούν την πόλη της Λισσαβώνας, αποκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο την ταυτότητά της. Ερωτήματα σχετικά με τον αστικό περιβάλλον και την πραγμάτωση του αστικού χώρου τόσο από τους κατοίκους, όσο και από τους ταξιδιώτες, αποτέλεσαν έναυσμα για την αφετηρία της έρευνας. Στόχος ήταν να αποδοθεί με το βέλτιστο δυνατό τρόπο ο παλμός της πόλης με την χρήση φωτογραφικού υλικού και φραστικών περιγραφών. Το επιστημονικό υπόβαθρο που επιλέχθηκε να χρησιμοποιηθεί περιελάμβανε μεθόδους ανάγνωσης του αστικού περιβάλλοντος πολεοδόμων όπως ο Kevin Lynch, o Gordon Cullen και οι Καταστασιακοί Διεθνείς. Κάθε μέθοδος προσέγγιζε τον αστικό χώρο σε διαφορετική κλίμακα και αποσκούσε σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η επιλογή στοιχείων από την καθεμία, καθώς και η κατάλληλη σύνθεσή τους οδήγησαν στην ανάγνωση του κέντρου της Λισσαβώνας, προβάλλοντας το χαρακτήρα και την ταυτότητά της. Η συγκεκριμένη μέθοδος δεν δημιουργήθηκε αποκλειστικά για την πορτογαλική πρωτεύουσα, αλλά μπορεί να βρει εφαρμογή σε οποιαδήποτε πόλη και να επιλέξει κανείς. Συνοπτικά, σκοπό αποτέλεσε η οικοδόμηση της νοερής εικόνας της πόλης και πιο συγκεκριμένα η αντίληψη που έχει ο εκάστοτε περιπλανούμενος γι’ αυτήν, καθώς κινείται στο αστικό της πεδίο. Η εικόνα που προσλαμβάνει ο περιπατητής για την πόλη αποτελεί απόρροια μίας σειράς μικρότερης κλίμακας στοιχείων, τα οποία συναντά κατά την περιήγησή του στον αστικό χώρο και η σύνθεση αυτών οδηγεί στην κατασκευή της γενικότερης εικόνας. Ακόμη, η ποικιλομορφία τους καθώς και οι ποιότητες που τα χαρακτηρίζουν, ανάγουν το περιβάλλον της πόλης σε ένα ζωντανό οργανισμό που έχει άμεση επίδραση στον ψυχισμό των χρηστών. Συμπερασματικά, η ανάγνωση του κέντρου της Λισσαβώνας αποτελεί εύκολο εγχείρημα. Οι καθαρές δομές και η έντονη ταυτότητα των στοιχείων που το συνθέτουν, προσφέρει ένα ευχάριστο πεδίο μίας συνεχούς περιπλάνησης. Ελκυστικά τοπία, όμορφες λεπτομέρειες, κόσμος που κατακλύζει τους δρόμους, είναι μερικές εικόνες που μπορεί να αντλήσει κανείς από τον αστικό χώρο της πόλης. Βοηθητικό στοιχείο στον αστικό περίπατο αποτελεί η γεωμορφολογία της. Το γεγονός ότι είναι κτισμένη πάνω σε εφτά λόφους , δίνει την δυνατότητα στον περιπατητή να έχει οπτική επαφή με το ποτάμι και με άλλα αναγνωρίσιμα χωρικά τεκμήρια, έχοντας πάντοτε επίγνωση για τη θέση του σε σχέση με την πόλη. 129


Επιπροσθέτως, κάποια κομμάτια του κέντρου μπορεί να μην είναι αναγνωρίσιμα στο σύνολο τους από το μέσο περιπατητή, όμως αυτό δεν μειώνει τη σημασία τους στο χώρο, ούτε τα καθιστά υποδεέστερα σε σχέση με τα υπόλοιπα στοιχεία. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι η πλειοψηφία των περιπλανούμενων συγχέουν τις περιοχές του Castelo και της Alfama και τις θεωρούν ως μία ενότητα, δεν μπορεί να αποδυναμώσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των δύο αυτών περιοχών, καθώς και το αντίκτυπο που έχουν στην ψυχισμό του διαβάτη. Η αυθεντικότητάς τους και η ποικιλία των εικόνων που μπορούν να του προσφέρουν, τíς καθιστά ξεχωριστές και η γοητεία τους βρίσκεται στo ότι του αποκαλύπτονται σταδιακά. Ένα σημαντικό πρόβλημα που εντοπίζεται στην δημόσια εικόνα της πόλης, είναι η σχέση της με το ποτάμι. Τα αμιγώς ανοικτά σημεία προς τον Τάγο παρουσιάζονται στα δυτικά, στην περιοχή της Belém, στο κέντρο, στο Cais do Sodré και στο miradouro Cais das Colunas και στα ανατολικά, στην περιοχή του Oriente. Κατά μήκος του υπόλοιπου παράκτιου μετώπου ο βαθμός προσπελασίμοτητας ποικίλει. Ετσι, υπάρχουν σημεία τα οποία μπορεί να μη δίδονται άμεσα στην διάθεση του περιπατητή, αλλά η προσέγγισή τους αποτελεί εύκολο εγχείρημα και σημεία τα οποία απαγορεύουν πλήρως την πρόσβαση του προς το ποτάμι. Το φαινόμενο της πλήρης αποκοπής του Τάγου από τον αστικό ιστό της πόλη, παρουσιάζεται κυρίως στο ανατολικό του τμήμα, όπου η έκταση του μετώπου του καταλαμβάνεται από παλιές εγκαταστάσεις βιομηχανιών, παλιές αποθήκες και εγκαταλελειμμένες μαρίνες. Αναμφισβήτα, συνεχίζοντας κανείς τη μελέτη στην πόλη της Λισσαβώνας, πέρα από τα όρια του πεδίου που εξετάστηκαν σε αυτή τη διάλεξη, μπορεί να ανακαλύψει κι άλλα προβληματικά σημεία, εκτός από το παράκτιο μέτωπο, που δυσχεραίνουν την δημόσια εικόνα της. Το αστικό περιβάλλον της πορτογαλικής πρωτεύουσας ξεχωρίζει για την απλότητα και την ελκυστικότητα των στοιχείων που το συνθέτουν. Στοιχεία που δίνονται στον διαβάτη, άλλοτε ως έτοιμες πληροφορίες και άλλοτε ως ερεθίσματα για περαιτέρω εξερεύνηση. Ο αστικός της χώρος θυμίζει σκηνικά θεάτρου, όπου κάτοικοι και ταξιδιώτες εναλλάσσονται στους ρόλους των θεατών και των ηθοποιών και εμπλέκονται ως σύνολο, σε αστικά δρώμενα. Το μεγάλο θεατρικό σκηνικό της πόλης είναι συναισθηματικά φορτισμένο με σημασίες, έννοιες, νοήματα, που προκαλεί τον περαστικό να τα ανακαλύψει και να αποτελέσει συστατικό των συναισθηματικών αντιδράσεων, που πραγματοποιούνται στον αστικό της χώρο. Γιατί, όπως λέει και ο μεγάλος πορτογάλος ποιητής Fernando Pessoa, διαμέσου του ετερώνυμού του Álvaro Campos: “Afinal, a melhor maneira para viajar é sentir” “Τελικά,ο καλύτερος τρόπος για να ταξιδεύεις, είναι να αισθάνεσαι” 130


Εικ. 1: Cabo da Roca, το δυτικότερο σημείο της Ευρώπης, Sintra, Πηγή: Προσωπικό αρχείο

“Afinal, a melhor maneira para viajar é sentir” F.P. 131


Βιβλιογραφία_


Βιβλία Calvino, Italo, “Οι αόρατες πόλεις”, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2002 Correia Filho, Jõao, “Lisboa em Pessoa”, Livros d’ Hoje, Lisboa, 2011 Cullen, Gordon, “Townscape”, The architectural press, London,1961 França, José-Augusto, “Lisboa: Urbanismo e Arquitectura”, Livros Horizente, Lisboa, 2005 Lynch, Kevin, “The image of the city”, Τhe M.I.T. press Cambridge, London, 1960 Λωράν, Κλωντ, Τουρνικιώτης, Πάνος, Μετάφραση, “Χωροταξία”, Ακμών, Αθήνα, 1979 Martins Barata, J.P., “Pensar Lisboa”, Livros Horizente, Lisboa, 1989 McDonough, Tom, “ Guy Debord and Situationist International, texts and documents”, The Μ.Ι.Τ. press Cambridge, London, 2002 • Mendes de Almeida, Justino, “De Olisipo a Lisboa,Estudos Olisiponenses”, edicões Cosmos, Lisboa, 1992 • Pessoa, Fernando, “O que o turista deve ver”, Livros Horizente, Lisboa, 1992 • Southwork, Michael, Banerjee, Tridib, “City sense and city design : writings and projects of Kevin Lynch”, The M.I.T. press Cambridge, London, 1995 • • • • • • • •

Διαλέξεις • Αλεβίζου, Παναγιώτα, “Μαθήματα ψυχογεωγραφίας: δύο αναγνώσεις και μία πόλη”, Διάλεξη:2011/16 • Γεντίμη, Μελπομένη, “Λισαβόνα: χωρικές εκφράσεις της θεατρικότητας_ ο τόπος σκηνη”, Διάλεξη:2008/41 • Καλογερά, Παναγιώτα, Τσαφούλια, Λουκία, “Μία πορεία στη λεωφόρο Almirante Reis: ο δρόμος ως οδηγός ανάγνωσης της πόλης της Λισαβόνας”, Διάλεξη:2008/10 • Σφαντού, Ελένη, “Ψυχο-γεωγραφική αποτύπωση μιας τυχαίας διαδρομής”, Διάλεξη:2005/84 • Χατζηφώτη, Όλγα, Χρυσανθοπούλου, Χριστίνα, “Καταστασιακή διεθνής: για αρχιτέκτονες”,Διάλεξη:2011/03 • Χρανιώτη, Αναστασία, “Αναγνώσεις_ Λισαβόνα”, Διάλεξη:2010/46 134


Διαδίκτυο www.museodacidade.pt www.wikipedia.org www.maps.google.com www.lxplantas.cm-lisboa.pt www.flickr.com

135


Παράρτημα φωτογραφιών_

Σημείωση: Οι συγκεκριμένες φωτογραφίες είχαν επιλεχθεί για τη διάλεξη αλλά τελικά δεν χρησιμοποίηθηκαν, οπότε παρατίθενται σε αυτό το παράρτημα. Όλες οι φωτογραφίες αποτελούν προσωπικά αρχεία.


138

Εικ. 1: Η γέφυρα της 25ης Απριλίου


Εικ. 2: Ψαρεύοντας στον Τάγο

139


140

Εικ. 3: Ψαρεύοντας στον Τάγο


Εικ. 4: Αγναντεύοντας τον Τάγο

141


142

Εικ. 5: Ζωγραφίζοντας στην praça Luís do Camões


Εικ. 6: Praça Luís do Camões

143


144

Εικ. 7,8: Σκηνές από το Bairro Alto κατά τη διάρκεια του μεσημεριού


Εικ. 9: Περιμένοντας το Elevador da Bica

Εικ. 10: Σκηνές από την περιοχή της Graça

145


146

Εικ. 11: Μαθήματα tango στην καφετέρια Portas do Sol, Castelo


Εικ. 12: Miradouro Senhora do Monte, Graça

147


148

Εικ. 13: Miradouro Cais das Colunas


Εικ. 14: Νύχτα στο Castelo

149


150

Εικ. 15,16: Σκηνές από την περιοχή της Alfama


Εικ. 17,18: Σκηνές από τις περιοχές του Castelo και της Alfama

151


152

Εικ. 19: Rua do Carmo, Chiado


Εικ. 20: Bairro Alto

Εικ. 21: Miradouro Cais das Colunas

153


154

Εικ. 22: Πλανόδιοι Μουσικοί


Εικ. 23: Θέαμα κάτω από την αψίδα της Rua Augusta

155


156

Εικ. 24: Αγναντεύοντας τον Τάγο, Miradouro Cais das Colunas


Εικ. 25: Σκηνή από την Αλφάμα

157


158

Εικ. 26: Σκηνικό στην Alfama


Εικ. 27: Tο πλοίο για το Casillas, Cais do Sodré

159


Διαβα-Ζώντας την Λισσαβώνα  

Πρόκειται για μια έρευνα που έχει να κάνει με το αστικό περιβάλλον της Λισσαβώνας και πως το αντιλαμβάνεται ο εκάστοτε περιπατητής

Advertisement
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you