Skip to main content

LOVECRAFT IS BACK

Page 1

Ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, γεννημένος το 1890 στο Πρόβιντενς του Ρόουντ Άιλαντ, μια από τις πρώτες πόλεις που ιδρύθηκαν στις ΗΠΑ 66 χιλιόμετρα νότια της Βοστόνης, ανήκει στην κατηγορία των διάσημων συγγραφέων που όχι μόνο δεν αναγνωρίστηκαν εν ζωή, αλλά δεν είδαν καν το έργο τους να δημοσιεύεται σε μορφή βιβλίου. Είναι επίσης ένας από τους –μάλλον μετρημένους στα δάχτυλα– συγγραφείς που το όνομά τους χρησιμοποιείται ως επίθετο για να περιγράψει μια ορισμένη κατάσταση, ατμόσφαιρα ή συναίσθημα· και το επίθετο «λαβκραφτικός» είναι συνώνυμο του σκοτεινού, του τρομακτικού, του ζοφερού και του απλησίαστου. Συνδυάζοντας τη μακάβρια σκέψη του Πόε με την ονειρική διάθεση του Ντάνσανι, των δύο λογοτεχνικών προτύπων του, ο εσωστρεφής, φιλάσθενος, μέγας βιβλιοφάγος αλλά και λάτρης της αστρονομίας Λάβκραφτ δημιούργησε ένα εξ ολοκλήρου δικό του σύμπαν υπερφυσικών όντων και μοχθηρών δυνάμεων που ορίζει μέχρι σήμερα τον τρόπο που γράφεται μια ιστορία «κοσμικού» τρόμου και φαντασίας, ταυτόχρονα όμως, όπως όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς, κατορθώνει και να εκφράσει την αγωνία της εποχής του, όσο κι αν ο ίδιος, απομονωμένος για μεγάλες περιόδους της ζωής του στο σπίτι του στο Πρόβιντενς, πιθανότατα δεν ήθελε πολλές σχέσεις μαζί της. Γιατί ενώ στις γοτθικές ιστορίες τρόμου της βικτωριανής περιόδου, που έλκουν την καταγωγή τους απευθείας από τον ρομαντισμό, η απειλή είναι πάντα εξωτερική (το φάντασμα ή ο βρικόλακας), οι ριζικές αλλαγές των αρχών του 20ού αιώνα και η παράλληλη υποβάθμιση του ρόλου του συγγραφέα-διανοητή διευρύνουν το υπαρξιακό του κενό και ανοίγουν διάπλατα τις πύλες στην ταραγμένη και αφιλόξενη άβυσσο της φαντασίας – που κι αυτή ωστόσο ωχριά μπροστά στο μέγεθος και τη συντριπτική ισχύ των υπερκόσμιων χαοτικών δυνάμεων. Οι αφηγητές του Λάβκραφτ είναι πάντα αναξιόπιστοι, ανήμποροι και μικροί μπροστά στο ακατονόμαστο, το μυαλό τους ανεπανόρθωτα διαταραγμένο από τη φρίκη και τον τρόμο που έχουν βιώσει. Το παρόν «φυσιολογικά» αναιρείται, η αφήγηση τοποθετείται σ’ ένα παρελθόν οριστικά χαμένο και η αέναη αγωνία διαποτίζει κάθε σελίδα και παράγραφο, αφήνοντας τον αναγνώστη να αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρξει άλλη λύση εκτός από την τρέλα ή τον θάνατο. Με άλλα λόγια, είναι ακριβώς η ρητή περιφρόνηση του –εξάλλου ακραιφνώς ξενοφοβικού– Λάβκραφτ για την ανθρώπινη συνθήκη, το ανθρώπινο συναίσθημα και την ανθρώπινη αντίληψη που κάνουν τον διογκούμενο τρόμο των ιστοριών του αληθινό και τελικά ανθρώπινο. Θάνος Καραγιαννόπουλος


H. P. Lovecraft – IV Μετάφραση Μαρία Έξαρχου, Κυριάκος Χαλκόπουλος Διόρθωση – Επιμέλεια Θάνος Καραγιαννόπουλος Σχεδιασμός σειράς Karlopoulos&Associates Η εικόνα του εξωφύλλου προέρχεται από το The Public Domain Review Σεπτέμβριος 2020 ISBN: 978-960-436-611-8 BRAINFOOD ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΜΕΠΕ Εμπεδοκλέους 28, 12131 Περιστέρι Τηλ.: 210 2514123, Φαξ: 210 5227768 Email: contact@brainfood.gr www.brainfood.gr • www.brainfoodmedia.gr © Brainfood Εκδοτική 2020 Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση, αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.


ΤΡΟ Μ ΟΣ Σ ΤΟ ΝΤΑ ΝΓΟΥΙΤΣ – Η Κ ΑΤΑΘ ΕΣΗ ΤΟΥ ΡΑ ΝΤΟΛΦ ΚΑ ΡΤΕ Ρ

IV


Τρόμος στο Ντάνγουιτς (μετάφραση: Μαρία Έξαρχου)


«Γοργόνες, Ύδρες, Χίμαιρες, τρομερές ιστορίες για την Κελαινώ και τις Άρπυιες, που μπορεί σήμερα να ανήκουν στη σφαίρα του μύθου όμως κάποτε υπήρξαν. Είναι αντίγραφα, δείγματα· τα αρχέτυπά τους βρίσκονται μέσα μας και είναι αιώνια. Πώς αλλιώς εξηγείται πως, όταν γίνεται αναφορά σε πράγματα που η λογική μας λέει πως είναι ψεύτικα, εμείς νιώθουμε ανησυχία; Μήπως ο τρόμος γεννιέται μέσα μας αυθόρμητα, επειδή πιστεύουμε πως τέτοια πλάσματα μπορούν να μας βλάψουν σωματικά; Ω, μα αυτό είναι το λιγότερο! Είναι ένας τρόμος με ακόμη βαθύτερες ρίζες. Υπάρχει από τον καιρό που δεν υπήρχε σώμα – και αν δεν υπήρχε ούτε σήμερα σώμα, ο τρόμος θα ήταν ο ίδιος… Αυτό το είδος φόβου είναι καθαρά πνευματικό· το ότι παίρνει τέτοιες διαστάσεις χωρίς να έχει υλική υπόσταση στη Γη και το ότι κυριαρχεί στην αθώα παιδική μας ηλικία είναι προβλήματα που με τη λύση τους ίσως και να μάθουμε κάτι για την κατάστασή μας προ της δημιουργίας του κόσμου, και ίσως τουλάχιστον να αποκτήσουμε μια αίσθηση της γκρίζας περιοχής της προΰπαρξης». – Τσαρλς Λαμπ, Μάγισσες και άλλα τρομακτικά πλάσματα της νύχτας 7


H . P. L O V E C R A F T

Ι Όταν ένας ταξιδιώτης στα βόρεια της κεντρικής Μασαχουσέτης πάρει τη λάθος έξοδο στον αυτοκινητόδρομο του Έιλσμπουρι λίγο μετά το Ντινς Κόρνερ, βγαίνει σε μια περιοχή ερημική και παράξενη. Το έδαφος είναι ανυψωμένο και οι πέτρινοι τοίχοι με τους αγκαθωτούς θάμνους έρχονται όλο και πιο κοντά στις αυλακιές του χωματόδρομου καθώς η στροφή κλείνει. Τα δέντρα στις δασώδεις εκτάσεις μοιάζουν πιο μεγάλα από το κανονικό, ενώ τα αγριόχορτα και τα βάτα οργιάζουν σε βαθμό ασυνήθιστο για κατοικημένη περιοχή. Tα χωράφια ωστόσο είναι ελάχιστα και άγονα, ενώ τα αραιοσπαρμένα σπίτια είναι όλα παμπάλαια, άθλια και ετοιμόρροπα. Χωρίς ο ταξιδιώτης να ξέρει το γιατί, διστάζει να ζητήσει οδηγίες από τις ροζιασμένες, μοναχικές φιγούρες που εμφανίζονται πού και πού στα γκρεμισμένα κεφαλόσκαλα ή στα πετρώδη βοσκοτόπια πάνω στις πλαγιές. Αυτές οι μορφές είναι τόσο σιωπηλές και φευγαλέες που νιώθει κανείς πως έρχεται αντιμέτωπος με κάτι επικίνδυνο, κάτι που καλύτερα να μην έχει καμία σχέση μαζί του. Όταν από κάποιο ύψωμα στον δρόμο ξεπροβάλουν και τα βουνά πάνω από το πυκνό δάσος, αυτό το αλλόκοτο αίσθημα ανη8


Τ Ρ Ο Μ Ο Σ Σ Τ Ο Ν ΤΑΝ Γ Ο Υ Ι Τ Σ

συχίας αυξάνεται. Οι κορυφές είναι πολύ στρογγυλεμένες και συμμετρικές για να μπορέσει κανείς να αισθανθεί άνετα και μερικές φορές ο ουρανός αφήνει να φανούν με εξαιρετική καθαρότητα οι παράξενοι δακτύλιοι των ψηλών πέτρινων στύλων που στεφανώνουν τις περισσότερες απ’ αυτές τις κορυφές. Την πορεία του δρόμου διακόπτουν χαράδρες και ρεματιές με απροσδιόριστο βάθος και ποτέ δεν νιώθεις αρκετά ασφαλής πάνω στις πρόχειρες ξύλινες γέφυρες. Όταν ο δρόμος κατηφορίζει και πάλι απότομα, βγάζει σε κάτι βαλτότοπους που ενστικτωδώς τους αποφεύγει κανείς – για την ακρίβεια τον πιάνει ένας φόβος το βράδυ, όταν ακούγονται οι τρίλιες από τις γιδοβυζάστρες που δεν φαίνονται πουθενά και οι πυγολαμπίδες βγαίνουν λες σε σμήνη για να χορέψουν ανάμεσα στα διαπεραστικά, βραχνά και ανατριχιαστικά επίμονα κοάσματα των βουβαλοβατράχων. Η λεπτή και λαμπερή λωρίδα από τα ανάντη του ποταμού Μισκατόνικ μοιάζει με φίδι έτσι όπως ελίσσεται κοντά στους πρόποδες των ψηλών λόφων απ’ όπου πηγάζει. Πιο κοντά στους λόφους, εκείνο που τραβάει το μάτι είναι περισσότερο οι δεντρόφυτες πλαγιές παρά οι κορυφές με τους πέτρινους στύλους. Αυτές οι πλαγιές υψώνονται τόσο σκοτεινές και απόκρη9


H . P. L O V E C R A F T

μνες που εύχεται κανείς να μπορούσε να τις αποφύγει, όμως δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Περνώντας από μια σκεπαστή γέφυρα, ο ταξιδιώτης φτάνει σ’ ένα μικρό χωριό στριμωγμένο ανάμεσα στο ποτάμι και την κάθετη πλαγιά του βουνού Ράουντ και απορεί βλέποντας τις φαγωμένες ολλανδικές στέγες, που μαρτυρούν μια αρχιτεκτονική παλαιότερη από κείνη της διπλανής περιοχής. Και δεν είναι καθόλου καθησυχαστικό όταν, κοιτάζοντας πιο προσεκτικά, καταλαβαίνει πως τα περισσότερα σπίτια είναι εγκαταλειμμένα και ετοιμόρροπα κι ότι η εκκλησία με το σπασμένο καμπαναριό φιλοξενεί τώρα το μοναδικό, τρισάθλιο μπακάλικο του χωριού. Δύσκολο να εμπιστευτείς το σκοτεινό τούνελ της σκεπαστής γέφυρας, μα δεν γίνεται και να το αποφύγεις. Όταν πια κανείς το διασχίσει, του έρχεται απ’ τον δρόμο του χωριού μια ανεπαίσθητη δυσάρεστη μυρωδιά, σαν να ’ναι μαζεμένη εκεί μια μούχλα και μια σήψη αιώνων. Πάντα νιώθεις ανακούφιση φεύγοντας από κείνο το μέρος, όταν παίρνεις τον στενό δρόμο γύρω από τους πρόποδες του βουνού για να διασχίσεις μετά τα πεδινά, ώσπου να βγεις και πάλι στον αυτοκινητόδρομο του Έιλσμπουρι. Πού και πού, οι ταξιδιώτες το μαθαίνουν εκ των υστέρων ότι πέρασαν από το Ντάνγουιτς. 10


Τ Ρ Ο Μ Ο Σ Σ Τ Ο Ν ΤΑΝ Γ Ο Υ Ι Τ Σ

Οι ξένοι επισκέπτονται το Ντάνγουιτς όσο το δυνατόν λιγότερο και, μετά από μια συγκεκριμένη περίοδο που στην περιοχή είχε επικρατήσει ο τρόμος, δεν υπάρχουν πλέον πινακίδες που να οδηγούν εκεί. Από αισθητικής άποψης το τοπίο είναι ιδιαίτερης ομορφιάς, ωστόσο δεν συρρέουν εκεί καλλιτέχνες και τουρίστες. Δύο αιώνες νωρίτερα, όταν ο κόσμος έπαιρνε στα σοβαρά τις ιστορίες για το αίμα των μαγισσών, τη λατρεία του Σατανά και τις παράξενες παρουσίες στο δάσος, έτσι δικαιολογούσε κανείς το γεγονός ότι απέφευγε την περιοχή. Στην εποχή μας, που επικρατεί η λογική –εφόσον ο τρόμος που απλώθηκε στο Ντάνγουιτς το 1928 αποσιωπήθηκε απ’ όσους σκέφτονταν το καλό της πόλης και του κόσμου–, οι άνθρωποι το αποφεύγουν χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς το γιατί. Ίσως ένας λόγος –παρόλο που δεν μπορεί να ισχύει και για τους ανίδεους περαστικούς– να είναι πως η παρακμή και ο εκφυλισμός του ντόπιου πληθυσμού έχουν καταντήσει πια αποκρουστικά, όπως άλλωστε συμβαίνει σε πολλές απόμερες γωνιές της Νέας Αγγλίας. Πρόκειται πλέον για ξεχωριστή φυλή, με εμφανή τα πνευματικά και φυσικά σημάδια του εκφυλισμού και της αιμομιξίας. Η αντίληψή τους είναι σε γενικές γραμμές θλιβερά χαμηλή και στα 11


H . P. L O V E C R A F T

γραπτά τους μνημεία ξεχωρίζουν η απροκάλυπτη διαφθορά, οι μισοκαλυμμένοι φόνοι, οι αιμομιξίες και πράξεις σχεδόν ασύλληπτης βίας και διαστροφής. Οι παλιοί ευγενείς, απόγονοι δύο ή τριών οικογενειών με οικόσημο που ήρθαν από το Σάλεμ το 1692, είναι κάπως λιγότερο παρηκμασμένες, αν και πολλοί απ’ αυτούς έχουν αναμειχθεί σε τέτοιο βαθμό με την άθλια μάζα που μόνο τα ονόματά τους παραπέμπουν στην καταγωγή που έχουν ατιμάσει. Κάποιοι Ουάτλι και Μπίσοπ στέλνουν ακόμα τους μεγαλύτερους γιους τους στο Χάρβαρντ και στο Μισκατόνικ, αλλά αυτοί οι γιοι σπάνια επιστρέφουν στα σπίτια με τις ετοιμόρροπες ολλανδικές στέγες όπου γεννήθηκαν οι ίδιοι και οι πρόγονοί τους. Κανείς, ούτε όσοι γνωρίζουν τα γεγονότα που πρόσφατα προκάλεσαν τέτοιο τρόμο, δεν ξέρουν να πουν ακριβώς τι τρέχει με το Ντάνγουιτς. Οι παλιοί θρύλοι μιλούν για ανόσια τελετουργικά και συνάξεις Ινδιάνων, που με τις οργιαστικές τους προσευχές καλούσαν άνομες σκοτεινές υπάρξεις από τους μεγάλους στρογγυλεμένους λόφους κι έπαιρναν απάντηση από τη γη που σειόταν και τρανταζόταν. Το 1747, ο αιδεσιμότατος Άμπιτζα Χόντλι, που μόλις είχε αναλάβει στη ρεφορμιστική προτεσταντική εκκλησία του χωριού Ντάνγουιτς, 12


Τ Ρ Ο Μ Ο Σ Σ Τ Ο Ν ΤΑΝ Γ Ο Υ Ι Τ Σ

έκανε ένα αξιομνημόνευτο κήρυγμα για την παρουσία του Σατανά και των δαιμονίων του: Πρέπει να ομολογήσουμε πως αυτά τα ανοσιουργήματα, αυτή η καταχθόνια ακολουθία δαιμόνων, είναι πλέον γνωστή σε όλους και δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ύπαρξή της. Οι καταραμένες φωνές του «Αζαζέλ» και του «Βουζραέλ», του «Βελζεβούλ» και του «Βελιάλ» βγαίνουν μέσα απ’ τη γη και τις έχει ακούσει πλήθος αξιόπιστων μαρτύρων που βρίσκονται εν ζωή. Εγώ ο ίδιος, ούτε δύο εβδομάδες πριν, άκουσα με τ’ αυτιά μου έναν πολύ ξεκάθαρο διάλογο μεταξύ των διαβολικών δυνάμεων στον λόφο πίσω από το σπίτι μου. Ακούστηκε ένα κροτάλισμα και κάτι που κατρακυλούσε, μετά ένα βογκητό, μια κραυγή κι ένας συριγμός που δεν μπορεί να έβγαιναν από πλάσμα αυτού του κόσμου· πρέπει να έρχονταν από εκείνα τα βάθη που μόνο η μαύρη μαγεία μπορεί να αποκαλύψει και μόνο ο διάβολος να φανερώσει. Λίγο μετά απ’ αυτό το κήρυγμα ο κύριος Χόντλι εξαφανίστηκε, σώζεται όμως το κείμενο, που τυπώθηκε στο Σπρίνγκφιλντ. Στα επόμενα χρόνια εξακολούθησαν να ακούγονται κάθε τόσο θόρυβοι από τους λόφους, χωρίς οι γεωλόγοι και οι φυσιογράφοι να έχουν λύσει ακόμα το μυστήριο. 13


H . P. L O V E C R A F T

Άλλες αφηγήσεις κάνουν λόγο για τη δυσωδία κοντά στους δακτύλιους που σχηματίζουν οι πέτρινοι στύλοι ψηλά στους λόφους και για αέρινα πλάσματα που μπορεί κανείς ν’ ακούσει αμυδρά την ώρα που περνούν βιαστικά από ορισμένα σημεία στα βάθη των μεγάλων φαραγγιών. Άλλοι πάλι προσπαθούν ακόμα να εξηγήσουν το μυστήριο με τον Κήπο του Διαβόλου – μια γυμνή, ξερή πλαγιά όπου δεν λέει να φυτρώσει δέντρο, θάμνος ή χορτάρι. Οι ντόπιοι τρέμουν επίσης τις γιδοβυζάστρες, που ακούγονται πάντα τις ζεστές νύχτες. Ορκίζονται πως αυτά τα πουλιά είναι ψυχοπομποί που περιμένουν τις ψυχές των ετοιμοθάνατων και πως οι απόκοσμες φωνές τους συντονίζονται με τις φωνές της αγωνίας εκείνων που υποφέρουν. Αν καταφέρουν να πιάσουν την ψυχή τη στιγμή που αφήνει το σώμα, τότε φτερουγίζουν μακριά και οι διαπεραστικές τρίλιες τους ακούγονται σαν δαιμονικό γέλιο. Αν όμως αποτύχουν, τότε βυθίζονται σταδιακά στη σιωπή απογοητευμένες. Αυτές οι ιστορίες είναι φυσικά ξεπερασμένες και γελοίες, αφού μας έρχονται από τα πολύ παλιά χρόνια. Το Ντάνγουιτς ιδρύθηκε πράγματι τόσο παλιά που ακούγεται γελοίο: είναι παλιότερο από κάθε άλλη κοινότητα σε ακτίνα πενήντα χιλιομέτρων. Στα νότια του χωριού στέκουν ακόμη οι τοίχοι από 14


Τ Ρ Ο Μ Ο Σ Σ Τ Ο Ν ΤΑΝ Γ Ο Υ Ι Τ Σ

το κελάρι και την καμινάδα του παλιού σπιτιού των Μπίσοπ, χτισμένου πριν από το 1700, ενώ στους καταρράκτες τα ερείπια του μύλου, που χτίστηκε το 1806, είναι το πιο σύγχρονο δείγμα αρχιτεκτονικής που θα συναντήσει κανείς. Η βιομηχανία δεν άνθισε στην περιοχή και τα εργοστάσια του δέκατου ένατου αιώνα δεν επιβίωσαν για πολύ. Πιο παλιοί βέβαια είναι οι μεγάλοι δακτύλιοι που σχηματίζουν οι χοντροκομμένοι πέτρινοι στύλοι στις κορυφές των λόφων, αυτοί όμως αποδίδονται γενικά στους Ινδιάνους και όχι στους αποίκους. Στοιβαγμένα κρανία και κόκαλα, όπως βρέθηκαν μέσα σ’ αυτούς τους δακτυλίους και γύρω από έναν μεγάλο βράχο που μοιάζει με τραπέζι στον λόφο Σέντινελ, συντηρούν τη λαϊκή πεποίθηση πως αυτά τα μέρη ήταν κάποτε τα νεκροταφεία των Πόκαμτακ, παρόλο που πολλοί εθνολόγοι, αγνοώντας πόσο παράλογη και απίθανη είναι μια τέτοια θεωρία, επιμένουν να πιστεύουν πως οι σοροί ανήκουν σε Καυκάσιους.

ΙΙ Στην κοινότητα του Ντάνγουιτς, σε μια μεγάλη 15


H . P. L O V E C R A F T

και εν μέρει κατοικημένη αγροικία σε μια πλαγιά έξι χιλιόμετρα από το χωριό και δυόμισι από το κοντινότερο σπίτι, γεννήθηκε ο Ουίλμπουρ Ουάτλι, την Κυριακή 2 Φεβρουαρίου του 1913, στις 5 π.μ. Ο κόσμος θυμόταν την ημερομηνία επειδή ήταν της Υπαπαντής, που στο Ντάνγουιτς τη γιορτάζουν περιέργως με άλλο όνομα, και επειδή όλο το προηγούμενο βράδυ ακούγονταν οι θόρυβοι από τους λόφους και όλα τα σκυλιά της περιοχής γάβγιζαν επίμονα. Λιγότερο αξιοπρόσεκτο ήταν το γεγονός πως η μητέρα ανήκε στους ξεπεσμένους Ουάτλι. Ήταν μια ελαφρώς παραμορφωμένη, άσχημη γυναίκα που έπασχε από αλφισμό και ζούσε με τον ηλικιωμένο και ημίτρελο πατέρα της, που όταν ήταν νέος ακούγονταν γι’ αυτόν οι πιο τρομακτικές ιστορίες μαγείας. Η Λαβίνια Ουάτλι, απ’ όσο γνώριζαν οι χωρικοί, δεν είχε σύζυγο, αλλά σύμφωνα με τα έθιμα της περιοχής δεν απαρνήθηκε το παιδί, για την καταγωγή του οποίου οι χωρικοί θα μπορούσαν –όπως και έκαναν– να υποθέσουν ό,τι ήθελαν. Αντιθέτως, η Λαβίνια φαινόταν υπερβολικά περήφανη για το σκουρόχρωμο, τραγόμορφο νεογνό της, που ερχόταν σε τρομερή αντίθεση με το δικό της αρρωστιάρικο χρώμα και τα κοκκινωπά αλμπίνικα μάτια, και πολλοί την άκουσαν να ξεστομίζει παράξενες προφητείες για τις ασυνήθιστες δυνάμεις και το τρομερό του μέλλον. 16


Τ Ρ Ο Μ Ο Σ Σ Τ Ο Ν ΤΑΝ Γ Ο Υ Ι Τ Σ

Η Λαβίνια ήταν πράγματι ικανή για κάτι τέτοιο, αφού ήταν ένα μοναχικό πλάσμα που συνήθιζε να τριγυρίζει στους λόφους όταν έπιαναν οι καταιγίδες και έκανε προσπάθειες να διαβάσει τα μεγάλα βιβλία με τη βαριά μυρωδιά, που εδώ και δύο αιώνες ανήκαν στον πατέρα της και στην οικογένεια των Ουάτλι και που διαλύονταν από την παλαιότητα και τις τρύπες που τους είχαν ανοίξει τα σκουλήκια. Δεν είχε πάει ποτέ της σχολείο, ωστόσο είχε αποστηθίσει όλα τα αποσπάσματα από τις αρχαίες δοξασίες που της είχε διδάξει ο γερο-Ουάτλι. Ο κόσμος πάντα φοβόταν την απομονωμένη αγροικία εξαιτίας των όσων λέγονταν για τον γερο-Ουάτλι και τη μαύρη μαγεία, και ο ανεξήγητος και βίαιος θάνατος της κυρίας Ουάτλι, όταν η Λαβίνια ήταν δώδεκα χρονών, δεν είχε βοηθήσει καθόλου στην αύξηση της δημοτικότητας του μέρους εκεί. Η Λαβίνια ήταν ξεκομμένη από τον κόσμο, κλεισμένη σ’ ένα σπίτι με παράξενη ατμόσφαιρα, και επιδιδόταν σε μεγαλεπήβολες, αχαλίνωτες ονειροπολήσεις και μάλλον ιδιόμορφες ενασχολήσεις. Το νοικοκυριό εξάλλου δεν έτρωγε πολύ από τον χρόνο της, καθώς οι έννοιες της τάξης και της καθαριότητας είχαν εκλείψει από καιρό σ’ εκείνη την οικογένεια. Μια φρικτή στριγκλιά, που ο αντίλαλός της 17


H . P. L O V E C R A F T

κάλυψε μέχρι και τους θορύβους στους λόφους και το γάβγισμα των σκυλιών, ακούστηκε τη νύχτα που γεννήθηκε ο Ουίλμπουρ, αλλά κανείς γιατρός ή μαία από την περιοχή δεν παραβρέθηκε στη γέννησή του. Οι γείτονες το έμαθαν μια εβδομάδα αργότερα, όταν ο γερο-Ουάτλι πήγε με το έλκηθρό του στο χωριό και άρχισε να μιλά ασυνάρτητα στους αργόσχολους που μαζεύονταν στο κατάστημα του Όσμπορν. Κάτι πάνω στον γέρο φαινόταν να έχει αλλάξει –κάτι λάθρο διακρινόταν πλέον στο θολό μυαλό του, κάτι που τον μετέτρεπε ανεπαίσθητα από πηγή του φόβου σε θύμα του– παρόλο που δεν ήταν άνθρωπος που θα τον αναστάτωνε ιδιαίτερα κάποιο κοινό οικογενειακό γεγονός. Μέσα σε όλα, άφησε να φανεί κι ένα ίχνος υπερηφάνειας σαν αυτή που έτρεφε αργότερα και η κόρη του, και όσα είπε για τον πατέρα του παιδιού τα θυμούνταν για χρόνια μετά πολλοί από εκείνους που τα άκουσαν. «Δε με νοιάζει τι νομίζει ο κόσμος, άμα το αγόρι της Λαβίνια έμοιαζε στον πατέρα του δεν θα ’ταν σαν τίποτα που ξέρετε. Μη θαρρείτε πως οι μόνοι άντρες είναι αυτοί εδώ γύρω. Η Λαβίνια έχει διαβάσει κι έχει δει πράματα που οι πιο πολλοί από σας μόνο έχετε να τα λέτε. Εγώ όμως λέω ότι ο άντρας της είν’ ο καλύτερος του Έιλσμπουρι. Κι αν ξέρατε ό,τι ξέρω εγώ για τους λόφους, θα ξέρατε 18


Τ Ρ Ο Μ Ο Σ Σ Τ Ο Ν ΤΑΝ Γ Ο Υ Ι Τ Σ

κι ότι δεν έχει γίνει καλύτερος γάμος απ’ τον δικό της. Βάλτε το λοιπόν καλά στο νου σας: μια μέρα θ ’ ακούσετε το παιδί της Λαβίνια να φωνάζει τ ’ όνομα του πατέρα του απ ’ την κορυφή του λόφου Σέντινελ!» Οι μόνοι άνθρωποι που είδαν τον Ουίλμπουρ τον πρώτο μήνα της ζωής του ήταν ο γερο-Ζεκάρια Ουάτλι, ένας από τους Ουάτλι που είχαν παραμείνει κάπως αξιοπρεπείς, και η σύντροφος του Ερλ Σόγιερ, η Μέιμι Μπίσοπ. Η Μέιμι έκανε μια επίσκεψη στους Ουάτλι από καθαρή περιέργεια κι έπειτα εξιστόρησε ό,τι είδε· ο Ζεκάρια όμως έφερε και μερικές αγελάδες ράτσας Όλντερνι, που ήταν ξακουστές για το γάλα τους και που ο γερο-Ουάτλι τις είχε αγοράσει από τον γιο του Ερλ, τον Κέρτις. Η οικογένεια του μικρού Ουίλμπουρ ξεκίνησε έτσι ν’ αγοράζει ζώα από τον Κέρτις ως και το 1928, όταν ο τρόμος ήρθε στο Ντάγουιτς για να φύγει μετά και πάλι. Ο ετοιμόρροπος στάβλος των Ουάτλι, ωστόσο, ούτε για μια στιγμή δεν φάνηκε να πάσχει από υπερπληθυσμό. Μια εποχή, ο κόσμος είχε τόση περιέργεια που πήγαινε κρυφά και μετρούσε τα ζώα στο κοπάδι που έβοσκε στην επικίνδυνη απότομη πλαγιά πάνω από την παλιά αγροικία, και κανείς δεν μέτρησε ποτέ πάνω από δέκα ή δώδεκα ασθενικά και αδύναμα ζώα. Προ19


H . P. L O V E C R A F T

φανώς, για τη μεγάλη θνησιμότητα των ζώων των Ουάτλι ευθυνόταν κάποιο παράσιτο ή μια νόσος που προερχόταν ίσως από το μολυσμένο χορτάρι ή τους αρρωστημένους μύκητες και την ξυλεία στον άθλιο αχυρώνα. Τα ζωντανά που έβγαιναν για βοσκή έφεραν παράξενα τραύματα και πληγές που έμοιαζαν κάπως με τομές, και μια δυο φορές κατά τους πρώτους μήνες κάποιοι επισκέπτες είπαν ότι μπορεί να είδαν παρόμοιες πληγές και στον λαιμό του γκριζαρισμένου, αξύριστου γέρου και της ατημέλητης αλμπίνας κόρης του με το σγουρό μαλλί. Την άνοιξη μετά τη γέννηση του Ουίλμπουρ, η Λαβίνια άρχισε ξανά τις συνηθισμένες βόλτες της πάνω στους λόφους, κουβαλώντας το μελαψό μωρό στα δυσανάλογα χέρια της. Το ενδιαφέρον του κόσμου για τους Ουάτλι υποχώρησε, αφού οι περισσότεροι χωριανοί είδαν το μωρό και κανείς δεν μπήκε στον κόπο να σχολιάσει τη γρήγορη ανάπτυξη του νεογέννητου, που έμοιαζε να μεγαλώνει με την κάθε μέρα που περνούσε. Η ανάπτυξη του Ουίλμπουρ ήταν πράγματι εντυπωσιακή, καθώς μέσα σε τρεις μήνες από τη γέννησή του είχε αποκτήσει ασυνήθιστο όγκο και μυϊκή δύναμη για βρέφος που δεν έχει χρονίσει ακόμα. Οι κινήσεις του, μέχρι και οι φωνές που έβγαζε, ήταν συγκρατημένες και προμελετημένες σε βαθμό εξαιρετικά 20


Τ Ρ Ο Μ Ο Σ Σ Τ Ο Ν ΤΑΝ Γ Ο Υ Ι Τ Σ

σπάνιο για ένα μωρό και στην πραγματικότητα κανείς δεν απόρησε όταν, στους επτά μήνες, άρχισε να περπατάει χωρίς βοήθεια, μια ικανότητα που τελειοποίησε μετά από έναν μόλις μήνα. Λίγο καιρό μετά, την παραμονή των Αγίων Πάντων, στην κορυφή του λόφου Σέντινελ φάνηκε τα μεσάνυχτα μια μεγάλη φωτιά, ακριβώς στο σημείο που βρίσκεται η παλιά πέτρα που μοιάζει με τραπέζι, καταμεσής του σωρού με τα αρχαία κόκαλα. Έγινε κι ένα σούσουρο όταν ο Σίλας Μπίσοπ –από τους αξιοπρεπείς Μπίσοπ– είπε πως είχε δει το παιδί ν’ ανεβαίνει τον λόφο τρέχοντας, με τη μητέρα του ν’ ακολουθεί από πίσω, περίπου μια ώρα πριν φανεί η φωτιά στον λόφο. Ο Σίλας πάλευε να μαζέψει μια αγελάδα που είχε φύγει απ’ το κοπάδι, αλλά σχεδόν ξέχασε τον σκοπό του όταν είδε φευγαλέα στο θαμπό φως του φαναριού του τις δύο μορφές. Έτρεχαν σχεδόν αθόρυβα μες στα χαμόκλαδα και ο άναυδος παρατηρητής σχημάτισε την εντύπωση πως ήταν ολόγυμνοι. Μετά είχε κάποιες αμφιβολίες για το αγόρι, που ίσως και να φορούσε μια ζώνη με κρόσσια κι ένα σκουρόχρωμο κοντό ή μακρύ παντελόνι. Έκτοτε, ο Ουίλμπουρ ήταν πάντα ντυμένος στην τρίχα και κουμπωμένος ως τον γιακά. Αν τυχόν κάτι πήγαινε στραβά ή έστω κινδύνευε να πάει στραβά με τα ρούχα του, 21


H . P. L O V E C R A F T

εκείνος πάντα θύμωνε και συγχυζόταν. Η αντίθεση με την ατημέλητη μητέρα και τον παππού του έκανε μεγάλη εντύπωση στους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού, ώσπου ο τρόμος που απλώθηκε το 1928 φανέρωσε τελικά τι κρυβόταν από πίσω. Τον επόμενο Γενάρη κυκλοφόρησαν μερικά ακόμη κουτσομπολιά, γιατί «το μαύρο κουτσούβελο της Λαβίνια» είχε αρχίσει να μιλάει σε ηλικία μόλις έντεκα μηνών. Αυτό προκάλεσε αίσθηση τόσο επειδή η προφορά του διέφερε από εκείνη της περιοχής όσο και επειδή δεν ψεύδιζε καθόλου, όπως συμβαίνει συνήθως με τα μικρά παιδιά, ακόμα και στα τρία ή στα τέσσερά τους χρόνια. Γενικά το παιδί δεν ήταν τόσο ομιλητικό, αλλά όταν μιλούσε ήταν λες και ο λόγος του διέθετε ένα απροσδιόριστο χαρακτηριστικό που απουσίαζε εντελώς από το Ντάνγουιτς και τους κατοίκους του. Το παράξενο δεν ήταν σ’ αυτά που έλεγε, ούτε στους απλούς ιδιωματισμούς που χρησιμοποιούσε· ήταν κάτι που φαινόταν να συνδέεται αόριστα με τον τόνο της ομιλίας του ή με τα εσωτερικά όργανα που παρήγαγαν τον ήχο. Εκτός αυτού, το πρόσωπό του παρουσίαζε μια εντυπωσιακή ωριμότητα για την ηλικία του: παρότι είχε λεπτό σαγόνι, σαν της μητέρας του και του παππού του, η έντονη και πρόωρα σχηματισμένη μύτη του, σε συνδυασμό με τα 22


Τ Ρ Ο Μ Ο Σ Σ Τ Ο Ν ΤΑΝ Γ Ο Υ Ι Τ Σ

μεγάλα, σκουρόχρωμα και κάπως λατίνικα μάτια του, του έδιναν έναν αέρα που τον έκανε να μοιάζει σχεδόν ενήλικος και υπερφυσικά έξυπνος. Ήταν ωστόσο εξαιρετικά άσχημος, παρ’ όλη τη φαινομενική ευφυΐα του: υπήρχε κάτι το ζωώδες και σχεδόν τραγίσιο στα χοντρά χείλη, το κιτρινωπό δέρμα με τους μεγάλους πόρους, τα σκληρά σπαστά μαλλιά του και τα αλλόκοτα μεγάλα αυτιά. Δεν πέρασε πολύς καιρός πριν ο κόσμος τον αντιπαθήσει πιο πολύ από τη μητέρα και τον παππού του και όλες οι ιστορίες γι’ αυτόν περιλάμβαναν και αναφορές στα μάγια που έκανε παλιά ο γερο-Ουάτλι και για το πώς κάποτε οι λόφοι τραντάχτηκαν, τότε που φώναξε το τρομερό όνομα του Γιογκ-Σοθόθ μέσα σ’ έναν πέτρινο δακτύλιο, κρατώντας στα χέρια του ανοιχτό ένα μεγάλο βιβλίο. Τα σκυλιά απεχθάνονταν το αγόρι, που έπρεπε πάντα να βρίσκει τρόπους να αμύνεται απέναντι στη λύσσα που τα έπιανε μόλις πλησίαζε. ΙΙΙ Στο μεταξύ, ο γερο-Ουάτλι συνέχιζε να αγοράζει ζώα χωρίς το κοπάδι του να αυξάνεται σημαντικά σε αριθμό. Άρχισε ακόμη να κόβει ξύλα και να επι23


H . P. L O V E C R A F T

διορθώνει τα άδεια δωμάτια του σπιτιού: ήταν ένα ευρύχωρο σπίτι με τριγωνική στέγη και το πίσω μέρος του βυθισμένο ολόκληρο στη βραχώδη πλαγιά και, ως τότε, τα τρία λιγότερο κατεστραμμένα δωμάτια του ισογείου αρκούσαν για τον ίδιο και την κόρη του. Ο γέρος θα πρέπει να είχε τεράστια αποθέματα δυνάμεων για να καταφέρει να ολοκληρώσει μια τόσο σκληρή δουλειά και, παρόλο που κατά καιρούς συνέχιζε να παραμιλάει ακατάληπτα, τα κατορθώματά του στην ξυλουργική έδειχναν να είναι αποτέλεσμα πολύ λογικών υπολογισμών. Έπιασε δουλειά με το που γεννήθηκε ο Ουίλμπουρ και τακτοποίησε αμέσως μία από τις πολλές αποθήκες, τη σανίδωσε και την κλείδωσε μ’ ένα γερό, καινούργιο λουκέτο. Τώρα, με την ίδια δεξιοτεχνία, ανακαίνιζε τον εγκαταλειμμένο επάνω όροφο. Η παράνοιά του φάνηκε μόνο στο γεγονός ότι κάρφωσε όλα τα παράθυρα στο τμήμα του σπιτιού που ήθελε να ανακαινίσει – αν και βέβαια πολλοί δήλωναν πως κι από μόνη της η ανακαίνιση ήταν μια τρέλα. Λιγότερο ακατανόητο ήταν το ότι πρόσθεσε κάτω ένα ακόμη δωμάτιο για τον μικρό του εγγονό – ένα δωμάτιο που το είδαν πολλοί επισκέπτες, αν και σε κανέναν δεν επιτράπηκε να ανέβει στο καλά σφραγισμένο επάνω πάτωμα. Είχε γεμίσει εκείνο το δωμάτιο με ψηλά και σταθερά ράφια και άρχισε 24


Τ Ρ Ο Μ Ο Σ Σ Τ Ο Ν ΤΑΝ Γ Ο Υ Ι Τ Σ

σταδιακά να τακτοποιεί με προσοχή όλα τα παλιά του βιβλία, ή τουλάχιστον τα κομμάτια τους που σάπιζαν και προηγουμένως στοιβάζονταν πρόχειρα εδώ κι εκεί σε διάφορα δωμάτια του σπιτιού. «Εγώ δεν τα χρησιμοποίησα και τόσο», είπε, ενώ προσπαθούσε να κολλήσει μια σκισμένη σελίδα με γοτθική γραμματοσειρά με μια κόλλα που είχε φτιάξει στη σκουριασμένη εστία της κουζίνας, «αλλά ο μικρός θα ξέρει καλύτερα τι να τα κάνει. Θέλει να τα ’χει όσο πιο τακτικά γίνεται, γιατί τούτα θα ’ναι όλη του η μάθηση». Όταν ο Ουίλμπουρ ήταν ενός έτους και επτά μηνών –τον Σεπτέμβριο του 1914– το σώμα και οι ικανότητές του είχαν πάρει μάλλον ανησυχητικές διαστάσεις. Σωματικά έμοιαζε λες και ήταν τεσσάρων, ήταν πολύ εύστροφος και μιλούσε με ευφράδεια. Έτρεχε συνέχεια στα χωράφια και στους λόφους και συνόδευε τη μητέρα του σε όλες τις περιπλανήσεις της. Στο σπίτι τον απορροφούσαν οι αλλόκοτες εικόνες και τα σχέδια στα βιβλία του παππού του, με τον γερο-Ουάτλι να τον δασκαλεύει και να τον κατηχεί για πολλές ώρες τα ήσυχα απογεύματα. Η ανακαίνιση του σπιτιού είχε πια τελειώσει και όσοι το έβλεπαν αναρωτιούνταν γιατί ο γερο-Ουάτλι είχε βγάλει το ένα από τα επάνω παράθυρα και το είχε αντικαταστήσει 25


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
LOVECRAFT IS BACK by Brainfood - Issuu