Issuu on Google+

βασιλική λόη

µελιδόνι


µελιδόνι


εξώφυλλο: πέτρος γκοσιόπουλος έκδοση νοέµβριος 2016 θεσσαλονίκη isbn 978-960-93-8681-4


ο άνθρωπος είναι καιρός µε τη βροχή, µε τη λιακάδα στα βλέφαρα µε την οµίχλη στη φωνή

4


λόγος δια την αργυρή δόση των εξήντα πιστωτών χρόνων. στο µωσαικό της εικόνας, λείπει το γυρτό στόµα που πληρώνει το τίµηµα της καθυστέρησης. και πάλι συνεχίζει αγόγγιχτα ο λόγος δια την ενέργεια, ανίδεη η τελευταία τιτλοφορεί την λιπαρή έννοια της (αδράνειας)

5


χαµόγελο και πίσω το πλαίσιο που τοποθετείται ιριδίζον χείλη αναίµακτη θυσία της µοναχικής µου διαδροµής δίνουν οι ήχοι τους άτακτα δοµηµένοι σας χτύπησα;

6


αβαθή πραγµατικότητα κερµατισµένη σε λεπτά ασηµάδευτων δεικτών, οι νερωµένες χειραψίες αντιγραφές

7


αρχειοθετώ τα βλέµµατα βαστάζουν πολλές κατευθύνσεις της προσφοράς, του δισταγµού αρχειοθετώ τις κινήσεις κοφτές νότες (αγέννητου τραγουδιού) εγώ, σκυµµένος µικρός λογιστάκος στα ριζά της λάµπας που θρέφονται οι αριθµοί και πληθαίνουν

8


ορισµένη η όραση, πινέλο τραβάει γραµµές κύκλους σχηµατίζει την υποµονή και ψηλαφεί τον χώρο γύρω της, αν και η θέρµη του καλοκαιριού διαστέλλει το εύρος των κλειδώσεων συστέλλει των χειλιών το παράπονο

9


στη νυχτερινή περιπολία της ανίας, µοναδική φλυαρία ο φορτικός λίθινος µονόλογος στο πέλµα από το πέρασµα των τυφλών. είναι κι η συνήθεια ακατάδεκτος συγγενής. αποστειρώνοµαι µε της λήθης την αλκοόλη

10


πρωινή εφηµερίδα το γκρίζο φως καταχωρηµένα τα συµβάντα της νυχτερινής υγρασίας στο αυτοκινούµενο διάστηµα µε οµίχλης φώτα αυτοσχεδιάζω αναφορές και σχόλια στο εµπροσθόφυλλο πότε στάσιµη και πάντα από απόσταση

11


πικρό, το φως στο πλάι, χειροποίητο λικέρ µε υπερβάλον ζήλο αλκοόλης, φέρνει την ανακωχή στο στόµα και το στράτευµα των λέξεων επιτάσσει άλλους νευρώνες πιο επιρρεπείς. στη διαφυγή του µατιού περνάει όµηρος στου καµβά τα σκούρα χρώµατα. σκυµµένα πάνω του φοράνε σώµα γυµνό λιπόσαρκο γυναικείο στερηµένο από χαρακτηριστικά. ακροβατώντας λίγο ακόµη πιο χαµηλά πάλι στο φώς πλάι η παρτιτούρα του ανθρώπου µε τις κλεµµένες λεπτοµέρειες, αφηµένη στη µάχη της φιλονικίας του

12


αν και αρνούµαι της διαδροµής το αντίδωρο το µάτι θέλει να παγιδεύται στο άγνωστο νυχτερινό τόξο ουράνιο, οι πόρνες της πολυτεχνείου, στο συµπέρασµα της βροχής στερούµενες από κάθε σύµβολο ισότητας στη λύση της ερωτικής ακράτειας

13


στης στιχοµυθίας το παρανάλωµα καίγεσαι γελασµένος από τα καµώµατα της άγνοιας. το δεύτερο σγουρό κεφάλι δεν γίνεται ψιχάλα να σε δροσίσει. το χέρι υψωµένο, άνεµος αναταράσσει τα στάχια ένα µεσηµέρι καυτό του ιούνη, πριν η ανάσα της µπόρας σε απογαλακτίσει από της µιζέριας το στήθος

14


το ακόρεστο µάτι της ανάγκης χάντρα στο προσκεφάλι σου ανυπότακτη, µαζεµένη από τη σοδειά τριάντα µη µε λησµονεί χρόνων. αµήχανος πια στη άκρη της µέρας που περίµενες , τα µικρά ντροπαλά άνθη να θρέψουν την ανεπάρκεια του πόθου σε πληρότητα

15


για κείνους το κυνηγητό της πεταλούδας σε θόλους πλαστικούς αφάνταστους για άλλους το αργό κύληµα του χρόνου στις αρθρώσεις των στιγµών που θα φέρουν µισάνοιχτα χείλη παιδικά δαγκωµένα ώριµα σταφύλια

16


βρέχει ελλειπτικά τρυπώνω νοµίζοντας σε αλληλέγγυα έκθεση. η δυσοσµία του αποχωρητηρίου τυπωµένη σε λευκό φύλλο ατµόσφαιρας οι εικόνες µε συνέπεια ραντίζουν µια υγρή παρακµή µούσκεµα καταφεύγω στο λιθόστρωτο στη λιακάδα του σύννεφου

17


το λευκό της φόρεµα στοχεύει στο κενό, νεανικό δάχτυλο, και η βουλιµία των µατιών δεν αιφνιδιάζεται στις παράλογες απαιτήσεις των ίσκιων µε τη χειρολαβή των οραµάτων βαστιέται ως την επόµενη στάση και δεν την κουράζει η ορθοστασία των πράξεων, ούτε ο λαθραίος επιβάτης στη γαλάζια της αναµονή µε το θρεµµένο χέρι... τσαλακώνει έναν ορίζοντα µισότυφλο και το γέλιο πεσµένο κάτω µοιρολατρεί

18


βαραίνει η µονοτονία των επίπλων η σταθερή τους γειτνίαση µε συµπεριφορές δυστυχώς, δεν αγοράζονται µαζί µε τη διεύρυνση των ορίων τους

19


ο ρόλος κολυµπήθρα και βαφτίζει λαδώνει το µέτωπο, την παρείσακτη αµφιβολία. θα µας πιστώσει το φώς την επόµενη µέρα, κ' αποφεύγεις να µε κοιτάξεις δροµολογείς τα φωνήεντα σώµα, σύµβολο κουλουριασµένο στο σεντόνι ένα ερωτηµατικό για τις ατελείς µέρες ένα λάθος στην ορθογραφία των προηγούµενων. ο όγκος των λεπτών, αργοκίνητα σάπια καράβια βυθίζονται σε παγωµένα όχι.

20


διαγωγή µηδέν το θέλω εκκολάπτεται την αυγή της ανησυχίας εώς το δειλινό

21


στεγνώνει το γιατί σε κακόβουλες υδροροές πετρώνει το γάλα απέναντι στη δυσκαµψία της καθυστέρησης σήµερα του αη δηµήτρη δεν αποµένει παρά να κλείσω ένα λαίµαργο τώρα σε γυάλινο µπουκάλι µακρυά από την αθωότητα του αυτονόητου

22


κάθε τρίωρο δαντελένιο από το µπαούλο της αµνησίας απλώνεται στης αντοχής το λαδωµένο σώµα που κιτρινίζει ακόµα περισσότερο τυπογραφικό λάθος ενός σακάτη χρόνου στην ηρεµία οι καστανές διακυµάνσεις του απρόβλεπτου και η καµπύλη του προσώπου σου αποθηκεύει γλυκύτητα στα βάζα του λεπτοδείκτη

23


η µάνα σκυφτή στο περιβόλι µαζεύει σηµεία αναφοράς. η χάρτινη διάθεση της µια χρονική αιµορραγία η εύκαµπτη µέση στηρίζει την επανάληψη η συλλογή υπηρετεί τον απαρεµφατικό χρόνο της

24


µοναχικές στιγµές πάνω από διάχυτα µεγαλώµατα αλειµµένες οι προσδοκίες σε ψίχες εγωισµού µε το που µαρτυρά το µπορεί τα µεγαλεπήβολα σχέδια του τρέφεται το περιττό µε γάλα εµπορίου πνίγεται το απέριττο σε αφελείς υποδείξεις

25


να θεραπεύσει τα εισαγωγικά στα σηµεία του διαλόγου όταν δακτυλογραφεί ανήσυχους µονολόγους ασταµάτητη η ρητορεία της τέχνης να εκκολάπτει ατάλαντα µονόπρακτα

26


τα λουλούδια ταίζουν την αλλεργία µε υποψίες το ανοιξιάτικο βράδυ αν δακρύζει συµβολικά; τα δάκρυα δεν προσφέρουν τις υπηρεσίες τους αφιλοκερδώς.

27


νερά που αρνούνται τη λογική του µατιού, αυτονοµoύν στο σκοτάδι. µείγµα απόρριψης κι αλατιού, ζωσµένα ανθρώπινες ανασφάλειες πάνω τους µέσα τους παθητικά διακωµωδούν τη φύση τους στην προβολή της σελήνης

28


εξοµολόγηση σώµατος σε πράσινο φανελάκι τοιχογραφία από χέρι άκρατης οινοποσίας ρηχή διάλεκτος στο ύψος µιας σταγόνας µε παραλήπτη τα χείλη του αιθέρα

29


να µην λούζουν την προσπάθεια στο άπειρο µένουν κόµποι στης χειραφέτησης τα άκρα να ακονίζουν τις λέξεις στον ορίζοντα βγαίνει η ηχώ ξεκούραστη το µεσηµέρι

30


περνάνε από το θέατρο των χιτώνων ένας ένας υποφωτισµένοι µε τις πλάγιες λάµψεις του ασυνείδητου σκιές χρωµατιστές, σε τελάρο εσωτερικό αλληγορούν µε την κίνηση, λοιδορούν µε την κίνηση φαντάζουν µε ανθρώπους κάτοικοι στο άγονο, τώρα µετοικούν σε πιο γόνιµα µέρη

31


για τους επόµενους µήνες, η µοναξιά θα σβηστεί από τις θεωρήµατα της συνήθειας από τα αξιώµατα των κινήσεων στο ενάµιση τετραγωνικού σώµατος θα συγκατοικήσεις µε ένα πρόσωπο παραδοµένο στην τυφλή του αυταρέσκεια καταναλωµένο σε ένα συµβόλαιο ανάπτυξης

32


πορεύεσαι µε έναν µικρό κύκλο από χηµεία πάντα πρωινές ώρες συναρµολογείς εισπνοές, αρωγές αντιµιλάς, το παλτό της µέρας έτσι ριγµένο στους ώµους, να κρέµονται τα µανίκια φοδράρουν την επαφή

33


σταθερό παραπέτασµα το προφίλ κρύβει το άλλο µισό φεγγάρι πριν τη βροχή αντίστροφη µέτρηση γαλαζωπή ξεκίνησε πάνω από τα κεφάλια µας

34


έντεκα µαθήτριες, που στέκουν µε το ποίηµα της ενοχής, σκαλοπάτια στην νυχτερινή σύγκλιση, ιέρειες σε γκρίζο βωµό, αποθανατισµένες µε το κίτρινο φόρεµα, µε τα πηγαδίσια µάτια οργώνουν το χρόνο µου

35


και µη νοµίζεις πως ασφαλιστήκαµε πίσω από το µάνταλο της αδιαφορίας µετράµε τις µπουκιές µας στενεύοντας την όρεξη, ακρολιγάµε τον λαιµό να καθίσει το νερό να µαθητεύσει την απλότητα

36


τα σηµερινά τα πρόσωπα κουρνιάζουν σε απόσταση βολής χωνεύονται στην ιδιοτροπία των υλικών περίσσιο λίπασµα στο χωράφι των δεικτών όπου κάποτε άνθιζαν ολόφρεσκα τα σύµβολα

37


δεν µονολογώ, µουδιάζω µε κούρασε το κάθισµα της σιγής ώρα είναι τα πόδια να καθησυχάσουν την πορεία τα δάχτυλα να φυγαδεύσουν το κράτηµα

38


σκοντάφτουν οι χαρές, σε δωµάτιο ασυγύριστο, µυωπικές κυράδες τα έπιπλα κάηκαν κι έµεινε το σπίτι λερό, εργένικο τα εµπόδια παραγράφηκαν η υποθήκη όµως συµβαδίζει

39


µε ανακατεύουν οι εναλλακτικές σου µε ένα τυχαίο χρώµα και ξεθωριάζω στο ηµίφως

40


να ανατρέχεις σε ληγµένες φιάλες γεγονότων είναι τοξικό µετατοπίζεται ο ορίζοντας σε σκηνές υποφωτισµένες από την στέρηση του α' προσώπου

41


θυµίζει ο θάνατος την µυρωδιά της µέρας µε τα φρεσκοπλυµένα και τις σωµατικές φιλοφρονήσεις στέγνωσε τη φωνή από το παράπονο, πριν το µεσηµέρι φανέρωσε τις απώλειες. πριν από το σκοτάδι κάπου ανάµεσα η ζωή θα σε πληρώσει µ΄ ένα χρυσό νόµισµα

42


δώσε µου λίγο νερό µε τα ακροδάχτυλα ο µονόδροµος του ποτηριού µου φέρνει απελπισία

43


η ποίηση υπόθεση αφιλοκερδής

44


να γερνάς και να λαθεύουν τα γραµµατατόσηµα στα χρόνια, να µην γίνεται παράδοση των αποδοχών µια κίτρινη βουλιµία µε σχιστά µάτια συστήνεται ως σύντροφος

45


άνθρωπος αποπροσανατολισµένος το αίµα του µυρίζει απογοήτευση σκίζει τις διαφάνειες της χειρονοµίας του και τις κολλάει στο κάτω µέρος του σώµατος µε µάτια που ξεχνούν φέρνονται ελαττωµατικά χαιδεύουν ξανθά µαλλιά αµούστακα χείλη περιµένοντας ένα επαίτη τέλος να τους γυρίσει το φιλοδώρηµα

46


στον άχωρο χώρο µου βρήκα µια θέση εξορίας στον άχρονο χρόνο µου ζωγραφιστές κλεψύδρες οριζόντιες αθροίζονται δι��φορετικά τα γράµµατα τακτοποιούν τα δάκρυα το βραδινό παράπονο µε την ελαφράδα της αλφαβήτου

47


την ανατολή µε τα ροδαλά στήθη που ασελγεί στο είδος µας κατηγόρησε είδος υπό παρέκκλιση το µνηµονικό του υστερεί σε πρωτοβουλία λούζεται σε αβαθή νερά και ξελογιάζεται σε ξύπνησα, κρατούσα έναν κόµπο στο λαιµό µα δε λύθηκε από το όµορφο χέρι της απόφασης στέριωσε πάνω µου σα κόσµηµα ακριβό

48


είναι φεγγάρι ή ένας ήλιος που λιποθύµησε; στην άκρη της απάντησης βρήκε αποκούµπι το κύµα κι εγώ βρίσκοµαι στην ερηµιά της επόµενης ερώτησης

49


η τσέπη µου δεν γέµισε από το ανάστηµα των χρηµάτων µένει αδειανή, στο νησί της αµφιβολίας. σφυρίζει από το τρύπιο ύφασµα ο αχός της θάλασσας κοχύλι χνάρια υπογραµµίζουν την ευθεία σε εµένα και την σχεδία της πόλης

50


οι άκρες των µαλλιών σου έπεσαν σε παλάµες ξένες όµως τα µάτια σου είναι εδώ δυο µικροί βολβοί και σε λίγο, µια αναπνοή εποχή, θα ανθίσουν σε κατακόκκινες παπαρούνες

51


σου ταχυδρόµησα τα τελευταία γραπτά µου επέλεξα την γραφή των κεφαλαίων σε περίπτωση που αυξήθηκε η µυωπική σου ευδιαθεσία για της αποδοκιµασίας το απόκοµµα δεν βρήκα κάτι ακόµα, έχεις µουλιάσει στο κρασί και την ανορεξία, στείλε µου δυο αντιφιλιά συγγραφικά ένα στα χείλη, κι ένα στο µέτωπο γραµµατόσηµο αλληλογραφίας

52


στέκει µια µικρή φιγούρα τώρα πλάι µου ενορχηστρώνει τους φόβους σε παιδικό νανούρισµα και µε περιφρουρεί στον µυστικό της κήπο µε χάρτινα λουλούδια και πτήσεις χελιδονιών στης νεροµπογιάς το όραµα µ' αγαπάει µε τα πρωινά φιλιά κι ας µε ψαλιδίζει στου χαρτονιού της την βροχή, µε καθησυχάζει ότι θα βάλει όλα τα χρώµατα στου τόξου την φαρέτρα

53


ζεστός ο αποψινός χειµώνας µε τρυφερές βροχές και αποµιµήσεις κρύου έξω από το παράθυρο ξελόγιασε τα άνθη του φλεβάρη

54


(είµαι καλά) το καλάθι της έκφρασης περιέχει πρωινή ναυτία,φλούδες ψέµατος,σπόρους υποµονής, το κρέµασες δεύτερο µαστό να ταίσεις εµένα, την πρόσχαρη αµηχανία µια θάλασσα θυσία ένας ουρανός βωµός κι εσύ το λυρικό δειλινό

55


έστειλα τα παιδιά µου εκδροµή και δάκρυσαν στον ήλιο και τον άνεµο άµαθα στο φως και την παράλειψη σιωπηλοί φετιχιστές της ακρότητας και της στείρας λεπτοµέρειας, µυρίζει το στόµα τους ξηµέρωµα και χαµοµήλι

56


λάθεψε το κύµα γλύφει ανεµικά περάσµατα, τους δρόµους δεν φτύνει ξανθό νερό µα πικρό σάλιο έχει χέρια, πόδια κουβαλάει την µνήµη αλλά όχι για να ξαναπεράσει από κει για να χαθεί µαζί της σε νέο χώµα,είµαι τρύπια βάρκα και µε σέρνω στην άκρη της σελίδας

57


δειλά πορτρέτα να κρύβονται πίσω από τις γραµµές ασαφή τα χρώµατα περίµενα τις παλάµες τους ,ιδρωµένες στην άκρη να µην δίνονται από το βάρος

58


βρέχει χωρίς τελεία οι παράγραφοι της σταγόνας µιλάνε για µια ιστορία αγάπης µε ανταπόκριση χρειάζεται η ερµηνεία για να ακούσω αυτό που δεν µπορούν να δούν τα µάτια

59


είναι δοχεία στεγνά το κλωνάρι τους ξεραίνεται προοδευτικά στιγµή στιγµή αποµάκρυνση αποµάκρυνση το τοπίο τους καθηµερινά δεν περιέχει γαλάζιο ουρανό και χορτάρι, λειτουργούν αφαιρετικά µια ξέπνοη παραίτηση στην κυριολεξία τους σπέρνει αυτό που δεν συνέβει και βλέπουν µόνο ένα δάσος προθέσεων

60


το σκοινί των αποστάσεων τα πρωινά, σηκώνει την αυλαία και το δυσπρόσιτο του χαρακτήρα αναζητεί το χειροκρότηµα της τσέπης η ιδιότητα της µάνας να βρίσκεται σε τήξη και σε κάθοδο τα απόνερα από τα ψυχρά του µάτια πριν µάθει να υποφέρει την ίδια την λέξη

61


τραβώ την άκρη του ουρανού να δειχθεί η καλλιγραφία του ήλιου πεζά, ανέκφραστα γράµµατα ράµµατα στο περίµενε µήνες τώρα η βροχή ανακυκλώνεται στο δικό της σύρµα δένει την εξήγηση κόµπο στο ανθισµένο κλαδί

62


όγκοι αέρα λύνονται και ξελύνονται ρυθµικά την απριλιάτικη τούτη ώρα δεν τονίζουν τα γεγονότα τα συντροφεύουν παραµεληµένοι παρατηρητές αόρατων πράξεων

63


παραµιλάς συχνά από αποφυγή ή για διαφυγή; όταν θα µεγαλώσεις θα έχεις απορροφήσει το γιατί στις φλέβες

64


έχει η έγνοια µυρωδιά ναφθαλίνης ή γιασεµιού; νταντεύεται η ανησυχία µε ζάχαρη ή δάκτυλα; έχει η αγκαλιά προορισµό ανάµεσα στα ανοιγοκλεισίµατα; έχει η φωνή σου αρνητικό τραγούδι το κλάµα; πάλι απέδρασα από το γενικό στο ειδικό

65


παιδί ανασύρει από το τετράδιο της αντιγραφής το παιχνίδι µε τα σφαλιστά µάτια τεντώνει τα χέρια να λογαριαστεί µε την συντοµογραφία όλων όσων δεν βλέπει, τα κλειστά µάτια υποσηµείωση στην εφεύρεση ερώτησης η δίχρονη σκιά της απάντηση προς αφελείς

66


η σκιά της γλώσσας βαραίνει πάνω µου τερµατίζει σε πολυσύλλαβες αφωνίες ο καιρός λαχταρά να µε προδώσει συνηθισµένο το ανθρώπινο γένος να προδίδεται από εφησυχαστικούς ορισµούς

67


µαλακό το χιόνι στο παράθυρο κι αν ο χιονάνθρωπος παραιτήθηκε από την δηµιουργία ας κατηγορήσει τον άργιλο της φωνής της που απορρόφησε το παγωµένο στοιχείο

68


υποταγή στην αναντίρρητη ρήση των πεπραγµένων µε την ακολουθία φωτός , σκοταδιού έλλειµµα η ορθή στάση του σώµατος στο κλάσµα αφηρηµένη ροή η συνείδηση δεν δίνονται διευκρινήσεις και για φυλλάδιο παραπόνων ένα ενοχλητικό ρίγος στη ραχοκοκαλιά

69


το βλέµµα του σπιτιού ζευγαρώνει µε τις προθέσεις των ανθρώπων του µε αρνητικό πρόσηµο στο συναίσθηµα καίγονται λευκό χαρτί στον άνεµο τα λάφυρα του µατιού. το παράθυρο ψιθυρίζει εικόνες στο κουρασµένο αυτί διαβάζει ανορθόγραφα κοµµάτια ουρανού και θάλασσας από µέσα µου

70


σε κανέναν δεν ανήκει η γνωριµία µε το µετά διψασµένο το πήγαινε, φροντίζει να διαψεύδεται διαρκώς µε το έλα

71


η οικειότητα δεν αναγνωρίζεται από τις επαφές η στενότητα χώρου , µεγεθυντικός φακός, αλλάζει τις εκφράσεις θέλει απόσταση για να δεις την συνολική αγάπη, να κάνεις ένα βήµα πίσω

72


συγγενής µε µια ηµεροµηνία γάµου ενός µη δίσεκτου έτους είναι πράγµατι µυστήριο που οι ζωές µας κάνουν ανακωχή στην οµίχλη του άγνωστου για να παπαγαλίσουν την αρµονία, µε σηµείο συνάντησης την απόρριψη

73


η υποµονή δεν έχει κόκαλα µήτε κλειδώσεις να λυγίζει σε επιµέρους αιτήµατα έχει µικρό δεκανίκι να βαστά τις απένταρες ώρες, την αφέλεια

74


ερηµόνησο του σπιτιού µου, κράζουν γλάροι σε αυτοσχέδια κύµατα, φωνές που βρέθηκαν

75


έρχεται η σκόνη να διαφεντέψει να δώσει εντολές στον µικρόκοσµο των χεριών. έχει επαναληπτική σχέση µε το σήµερα διαβάζεται αντίστροφα στο φύλλο των αργόσχολων είναι η αντίρρηση των πραγµάτων στην αλλαγή τους, στον ίσκιο της κερασιάς δεν υπάρχει υπάρχει ως τεχνητή απάντηση της φθοράς

76


ένας άνθρωπος απλώνεται κλήµα στον µικρό µου τόπο,σχεδόν συνοµήλικοι στο ύψος στην πείνα στη δίψα προσπερνάει την γκρίνια της πέτρας τεντώνεται στον αντίλαλο του ήλιου φέρνει δώρα,χάλκινα φύλλα, αλυσίδα από παρθένες ρώγες στα σµήνη των άπιστων

77


έφυγε µε τα µικρά πουλιά που φυλάκιζε ο άντρας της στα στενάχωρα κλουβιά κι άφησε στη βεράντα της προικώο µια σκούπα κι ένα θαλασσί πανάκι, να ενοχοποιούν την ανηµπόρια και την ερηµιά τους, δεν µπορώ να διαβάσω παρακάτω τα παραθυρόφυλλα είναι σφαλιστά

78


επιστρέφει το βλέµµα πίσω, να ξαναδιαβάσει τη διακήρυξη που βασίζει τη ζωή του, τα σκαλοπάτια που ακουµπά η συµπεριφορά, τα παράθυρα που εδραιώνει στο σώµα

79


έχει θαφτεί κάτω από µαρµάρινα λόγια χαιρετίζεται ως σώµα πνιγµένου ονείρου χωρίς ανάπαυλα,η φλυαρία, µενεξεδένιο άρωµα εξωστρεφή της επιθυµίας να µε βρει και να γεννήσω ηµιµαθής στίχους συγγραφικό νερό γλυκό

80


αγαλµατοποιώ το φόβο σε δώδεκα δάκτυλα, µισής µέρας διαδροµή χηρεύουν οι ιδιότητες µου οι ανθρώπινες

81


µνήµη ψαριού στο χέρι όσο διαρκεί το τάισµα µικρού παιδιού και τα λέπια ορφανά στην µελαµίνη, δίνουν αναχωρήσεις στο µπλε της αντοχής στο κίτρινο της µαργαρίτας απροσδιόριστο ταξίδι µε χορταίνει απορία µε ταίζει αλµυρό ψωµί κι έχει διαφορά η αρχή και το τέλος δυό δεκάρες έλλειµµα

82


το έργο δηµοσιεύεται µε άδεια creative commons 4.0 αναφορά δηµιουργού µη εµπορική χρήση-όχι παράγωγα έργα µπορεί να αναπαραχθεί, να διανεµηθεί και να παρουσιαστεί στο κοινό εφόσον κάτι τέτοιο γίνεται µε αναφορά στον δηµιουργό και για µη εµπορικό σκοπό.


isbn 978-960-93-8681-4


μελιδόνι