Issuu on Google+


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ


Εικόνα εξωφύλλου: Πραματευτές σε ορεινό δρόμο της Πελοποννήσου. Σχέδιο του D. Cox Jr από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, "Greece: Pictorial, Descriptive and Historical", Λονδίνο, 1844.

Τίτλος: Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ Συγγραφέας: ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Ιστορική & νομική μελέτη Σύνθεση Εξωφύλλου / Ηλεκτρονική Σελιδοποίηση: Μπάμπης Καββαδίας

Άδεια CREATIVE COMMONS - Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα (CC BY-NC-ND 3.0 GR). Το κείμενο προσφέρεται ελεύθερα για πειρατεία με την προϋπόθεση να αναφέρεται ο συγγραφέας και να ειδοποιείται στην διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου bampgs@gmail.com. Ο συγγραφέας επιφυλάσσεται για τα δικαιώματά του μόνο σε ό, τι αφορά κερδοφόρες κινηματογραφικές (κατά προτίμηση χολυγουντιανές) ή τηλεοπτικές μεταφορές. Αίγιο, Γενάρης 2014. 2014.


Η Δίκη του Χοντρογιάννη Χελωνοσπηλιά, Μάρτης 1821 - Βοστίτσα, Μάρτης 1830. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος επιλύει τις διαφορές που προέκυψαν ανάμεσα στους πολίτες του από τις συγκρούσεις της Επανάστασης.

Μπάμπης Καββαδίας

Αίγιο, Γενάρης 2014 traversada.blogspot.gr


ΠΡΟΛΟΓΟΣ................................................................................. 15 Α. ΠΡΟΟΙΜΙΟ ............................................................................ 17 ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ............................................................................... 17 ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ................................................................................21 Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ...................................................21

Β. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΙΝ ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΤΗΣ ΧΕΛΩΝΟΣΠΗΛΙΑΣ ..................................................................23 ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ...................... 23 Δεν ήσαν όλοι οι Έλληνες ραγιάδες................................23 Οι αγρότες ..................................................................23 Οι τεχνίτες και οι έμποροι .............................................25 Οι Κοτζαμπάσηδες .......................................................28 «Αυτοδιοικούμενες κοινότητες»: φερετζές των προνομίων των κοτζαμπάσηδων .....................................................30 Πώς καθοριζόταν η φορολογία ......................................37 Δυσβάσταχτοι για το λαό οι φόροι .................................40 Οι τοκογλύφοι .............................................................44 Οι κάποι .....................................................................50 Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ............................................. 57 Η συνέχεια του Δικαίου και κατά την Τουρκοκρατία ........57 Οι Οθωμανοί δεν τσιγκουνεύτηκαν προνόμια....................60 Άδικο το Δίκαιο των καταχτητών ...................................62 Τα Οθωμανικά Δικαστήρια ανώτερα όλων .......................64 Η απονομή δικαιοσύνης στις ποινικές υποθέσεις ..............66

Γ. ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ..................................................................... 70 ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ..................................70 Η Συνέλευση της Βοστίτζας ..........................................75 Λίγο πριν την έκρηξη....................................................81 ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ...................................................................... 95 ΉΤΑΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΤΗΣ ΧΕΛΩΝΟΣΠΗΛΙΑΣ; ...........................................................................107


Δ. ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ........................................................................ 114 ΟΙ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΑΙΟΙ..................................................................... 114 Ο ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ...................................................................... 118 Ο ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ...................................................................... 119 Συμμετείχε ενεργά στην Επανάσταση .......................... 119 Η συμμετοχή του Ταμπακόπουλου στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Επανάστασης .................................... 124 Η εμπλοκή του Ταμπακόπουλου στα πολιτικά πράγματα134 Η ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ............... 148 Οι πρώτες προσπάθειες για θέσπιση συστήματος Δικαιοσύνης στην Επανάσταση .................................... 148 Τι πραγματικά συνέβαινε ............................................ 158 Γιατί δεν κινήθηκαν δικαστικά ο Ταμπακόπουλος και ο Γιαννακόπουλος εναντίον του Χοντρογιάννη; ................ 179

Ε. Ο ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟ ΕΔΩΛΙΟ ............................193 Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ........................ 193 Έρχεται ο Καποδίστριας ............................................ 193 Τα μέτρα του Καποδίστρια για τη Δικαιοσύνη ............... 198 Οικονομία και Δικαιοσύνη ........................................... 206 Τα Κριτήρια Επιεικείας .............................................. 217 ΤΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ..................................................... 236 ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ «ΚΡΙΤΗΡΙΟΥ» ........................................................... 242 Η επιλογή των «Κριτών» ............................................ 242 Οι Διαιτητές .............................................................. 250 Ο Όρκος................................................................... 260 Αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ............................ 263 Πεδίο εφαρμογής της επιείκειας .................................. 286

ΣΤ. ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ .............................. 293 ΤΟ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΕΙΚΟ ΣΤΟ ΚΛΑΡΙ ............................................. 293 ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ .................................................... 321 Η ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ ............................. 326 Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΖΑΪΜΗΔΩΝ ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΥ .......................................................................... 347


Ζ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ .............................................................. 362 ΙΑ. ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΤΗΣ ΧΕΛΩΝΟΣΠΗΛΙΑΣ ΑΠΟ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΗΓΕΣ .............................................................................................. 362 Από τον Φωτάκο ....................................................... 362 Από τον Γενναίο Κολοκοτρώνη .................................... 365 Από το Σπηλιάδη ....................................................... 366 Από τον Μιχάλη Οικονόμου ......................................... 367 Από τον Κανέλλο Δεληγιάννη ...................................... 367 Από τον Θεόδωρο Ρηγόπουλο ..................................... 368 Από τον Π. Πατρών Γερμανό ...................................... 370 Από τον Ιωσήφ Ζαφειρόπουλο..................................... 370 Από τον Φιλήμονα...................................................... 371 Από τον Finlay........................................................... 375 Από το Σπ. Τρικούπη ................................................. 376 Οι αναμνήσεις του γιου του Ασημάκη Ζαΐμη, Ανδρέα...... 377 Αναφορές οπλαρχηγών για τη συμμετοχή του Χοντρογιάννη στον Αγώνα, ............................................................. 378 ΙΒ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΧΕΛΩΝΟΣΠΗΛΙΑΣ ΠΗΓΩΝ .............................................................. 381 Υπομνήματα Αντρέα Ζαΐμη ......................................... 381 Απομνημονεύματα Φωτάκου ........................................ 381 Απομνημονεύματα Σπηλιάδη ....................................... 383 Απομνημονεύματα Κανέλλου Δεληγιάννη....................... 384 Απομνημονεύματα Γενναίου Κολοκοτρώνη .................... 384 Απομνημονεύματα Ρηγόπουλου ................................... 385 Απομνημονεύματα Μιχαήλ Οικονόμου ........................... 385 Μαρτυρία Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου ................................ 386 Ιστορία Finlay ........................................................... 386 Ιστορία Σπ. Τρικούπη ................................................ 387 Ιστορία Φιλήμονα....................................................... 387 Απομνημονεύματα Π. Πατρών Γερμανού ...................... 388 ΙΙ. ΈΓΓΡΑΦΑ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ ................................................ 389 Η απόφαση του Ιωάννη Φεϊζόπουλου ........................... 389 Η απόφαση του Χριστόδουλου Καλιοντζή ..................... 392 Η απόφαση του Προέδρου του Πρωτοκλήτου Αχαΐας Ν. Φλογαΐτη .................................................................. 394


Το υπ’ αριθμ. 1785 (12-4-1830) έγγραφο του Ν. Φλογαΐτη προς την Κυβέρνηση .................................................. 396 Εμπιστευτική αναφορά του Ν. Φλογαΐτη προς τον Υπουργό Δικαίου Γεννατά ........................................................ 397 ΙΙΙ. ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ (ΑΠΟ ΤΑ Γ.Α.Κ.) ............................................................................................. 416 Η πρώτη μετά τη δίκη αναφορά του Χοντρογιάννη προς τον Καποδίστρια ............................................................. 416 Πρώτη ανάκριση του Χοντρογιάννη .............................. 422 Δεύτερη ανάκριση του Χοντρογιάννη ............................ 425 Η τελευταία αναφορά του φυλακισμένου στο Μπούρτζι του Ναυπλίου Χοντρογιάννη ............................................. 428

ΧΑΡΤΗΣ .................................................................................... 431 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ..................................................................... 432 ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ........................................................... 438


Από τη μια... «Αν θέλουμε να μείνουν όλα όπως είναι, πρέπει να αλλάξουν τα πάντα» ΤΖΟΥΖΕΠΕ ΤΟΜΑΖΙ ΝΤΙ ΛΑΜΠΕΝΤΟΥΖΑ, «Ο ΓΑΤΟΠΑΡΔΟΣ» 1

Κι από την άλλη... «Δεν προδίδεις τους δεσμοφύλακες όταν προσπαθείς να δραπετεύσεις απ’ τη φυλακή. Αντίθετα, είναι στη φύση του ανθρώπου να θέλει να ελευθερωθεί από τις αλυσίδες που τον πνίγουν» ΧΟΣΕ ΜΑΝΟΥΕΛ ΦΑΧΑΡΔΟ, «Ο ΕΞΩΜΟΤΗΣ» 2

1 2

Εκδόσεις «Feltrineli Editore», Μιλάνο, 2005, σελ. 32. Μετάφραση: Χριστίνα Κούλα, εκδ. Opera, Αθήνα, 2002 σελ. 148.


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

14


Πρόλογος

Τι καινούριο επιδιώκει να φέρει η παρούσα εργασία στην μελέτη του περιστατικού της Χελωνοσπηλιάς και των περιπετειών του Χοντρογιάννη; Φιλοδοξία της είναι να «χαλάσει τη σούπα» σε όσους αξιοποιούν τα ιστορικά γεγονότα για να στήνουν ακίνδυνα πανηγυράκια «εθνικής υπερηφάνειας», ξορκίζοντας και συσκοτίζοντας ό, τι επαναστατικό έχει να μας διδάξει η ιστορία. Για το λόγο αυτό η συγκεκριμένη μελέτη κάνει ό, τι όλοι αυτοί σιχαίνονται: Ερευνά το τι πραγματικά έγινε. α) Σηκώνει το χαλί του μύθου «εθνικής ομοψυχίας» και κοιτάζει στα μάτια τις ταξικές αντιθέσεις που χαρακτήρισαν την περίοδο πριν, κατά και μετά την επανάσταση του εικοσιένα. β) Τοποθετεί τόσο το περιστατικό της Χελωνοσπηλιάς όσο και την δίκη του Χοντρογιάννη στο ακριβές χρονικό τους πλαίσιο, εξετάζοντας παράλληλα με τις κινήσεις των πρωταγωνιστών του και όσα διαδραματίζονταν γύρω τους. γ) Αφήνει στην άκρη τους μύθους, τις αγιοποιήσεις, τις προφορικές παραδόσεις και τις κατοπινές διαστρεβλώσεις τους αναφορικά με το περιστατικό της Χελωνοσπηλιάς και τους πρωταγωνιστές του και κάνει χρήση όλων των γραπτών ντοκουμέντων της περιόδου που έχουν δημοσιευτεί, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζονται σε αυτήν και αδημοσίευτα ντοκουμέντα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους. δ) Παρακολουθεί δικονομικά τη διεξαχθείσα δίκη, τόσο από την πλευρά των νόμων και των αρχών που διείπαν τη δ��αδικασία (και της εξέλιξής τους από την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση μέχρι το καποδιστριακό Κράτος) όσο και από την πλευρά της ταυτότητας των δικαστών και του ρόλου που έπαιξαν σε αυτήν. Και όλα τα παραπάνω τα κάνει προσπαθώντας παράλληλα να ρίχνει συνεχώς κλεφτές ματιές στο μέλλον… Μπάμπης Καββαδίας Αίγιο, Γενάρης του 2014 15


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

16


α. ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Το περιστατικό 18 Μάρτη του 1821. Στο στενότερο σημείο της κοιλάδας των Κατζάνων, στη θέση Χελωνοσπηλιά, μια ομάδα 15 περίπου ενόπλων που την αποτελούσαν ο 50χρονος παλιός Κλέφτης Γιάννης Χοντρογιάννης από το Μάζι3, τα παιδιά του και χωριάτες από το Μάζι, την Κερπινή, το Μποντιά 4 και το Κάνι 5, έχει στήσει καραούλι στον δημόσιο δρόμο που οδηγούσε απ’ τα Καλάβρυτα στην Τριπολιτζά. Μόλις εμφανίζεται στο δρόμο μια πομπή μουλαριών που τη συνοδεύουν τρεις καβαλάρηδες -ένας μαύρος με τούρκικη στρατιωτική φορεσιά και δυο με φουστανέλες- οι ένοπλοι τουφεκίζουν στον αέρα, αφήνουν τις κρυψώνες τους και βγαίνουν στο δρόμο. Με τους ένοπλους από τη μια μεριά και το ποτάμι της Κατσάνας6 από την άλλη, η πομπή ακινητοποιείται. Οι ένοπλοι ρίχνουν άγρια τους καβαλάρηδες στο έδαφος. Αμέσως διαπιστώνουν -απογοητευμένοι και συνάμα εξοργισμένοι- ότι άλλους περίμεναν και άλλοι βρίσκονταν μπροστά τους. Οι έντρομοι αιχμάλωτοι τους ξορκίζουν να τους λυπηθούν, λέγοντάς τους ότι αυτοί που περίμεναν οι ένοπλοι πρέπει να βρίσκονταν ήδη στη Λυκούρια. Τους εξηγούν ότι την προηγούμενη μέρα στα Καλάβρυτα, την ώρα που η συντροφιά τους, αποτελούμενη από καμιά δεκαριά Τούρκους και Έλληνες, καβάλαγαν τα άλογα και ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν, μια γυναίκα ήρθε και μή-

Το σημερινό Ελατόφυτο Κλειτορίας Καλαβρύτων. Θα προτιμήσουμε να αναφέρουμε τα τοπωνύμια όπως ακριβώς αναφέρονται στις πηγές της εποχής, δηλαδή όπως ήσαν γνωστά την εποχή που διαδραματίζονται τα περιγραφόμενα σε αυτή τη μελέτη γεγονότα. 4 Μεγάλος και Μικρός Μποντιάς ή Ποντιάς. Χωριά δυτικά των Καλαβρύτων. 5 Η σημερινή Καλλιθέα Κλειτορίας. 6 Ο σημερινός Αοράνιος. 3

17


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

νυσε στον επικεφαλής τους ότι του ετοιμάζουνε χωσιά, ενέδρα. Έτσι, μόλις πέρασαν το Πλανητέρο και το γεφύρι του Αμπίμπαγα 7, βγήκαν από το δημόσιο δρόμο που συνόδευε το Μαζέικο ποτάμι 8 από τις πηγές του, και ακολουθώντας τη διαδρομή Άρμπουνας Αη-Νικόλας - Τουρλάδα, τους έπιασε η νύχτα στα Κρινόφυτα. Κοιμήθηκαν λίγο εκεί πέρα, αλλά μέσα στην άγρια νύχτα έφυγαν και κίνησαν κατά το Γκράβαρι 9. Εκεί, ο χωρικός, στο σπίτι του οποίου στάθηκαν για να ξεκουραστούν λίγο μέχρι να σηκωθεί ο ήλιος, τους είπε κάτι περίεργα μισόλογα, ενώ φαινόταν και φοβισμένος και σαν να ήθελε να φύγουν από το σπιτικό του οι μουσαφιρέοι. Βλέποντας αυτή τη συμπεριφορά, ο επικεφαλής τους αποφάσισε να χωριστεί η συντροφιά. Οι τρεις δυστυχισμένοι διατάχθηκαν να βγουν στο δημόσιο δρόμο συνοδεύοντας τα μουλάρια και τα φορτώματα, και περνώντας από τη Χελωνοσπηλιά να κατευθυνθούν νότια προς το χωριό Παγκράτι και το χωριό Δάρα. Οι υπόλοιποι, με τα γερά τους άλογα, θα οδηγούνταν από τον Γκραβαρίτη χωρικό από τα αδιάβατα για τα φορτωμένα μουλάρια μονοπάτια της ράχης κάτω από την κορυφή Κουκουνάρα για να μπουν στη Λυκούρια, όπου ο επικεφαλής τους είχε γνωστούς που θα τους φύλαγαν, μέχρι να δουν τι στο καλό ήσαν τα ύποπτα εκείνα λόγια που τους είχαν πει πρώτα στα Καλάβρυτα κι ύστερα στο Γκράβαρι. Κι έτσι, ο Χοντρογιάννης και οι σύντροφοί του συνειδητοποίησαν ότι την ώρα που αυτοί, κρυμμένοι στα βράχια της Χελωνοσπηλιάς, είχαν την προσοχή τους στραμμένη στο δημόσιο δρόμο που περνούσε από κάτω τους, ο πραγματικός τους στόχος, ο τοκογλύφος Νικόλας Ταμπακόπουλος από τη Βυτίνα και ο σπαχής10 Σεΐντ-αγάς από του Λάλα της Ηλείας, περνούσαν ουσιαστικά πίσω από την πλάτη τους. Αντί γι’ αυτούς τους δύο, ο Χοντρογιάννης είχε στα χέρια του τρεις ανθρώπους του Ταμπακόπουλου: τον γραμματικό του, Νικολή Γιαννακόπουλο, έναν δούλο του κι έναν στρατιώτη, από Χωριό και γεφύρι στις πηγές του Αροάνιου ποταμού. Διαφορετική ονομασία του Αορανίου ποταμού. 9 Οικισμός που βρισκόταν ανάμεσα στο χωριό Κρινόφυτα και τη Χελωνοσπηλιά. Σήμερα σώζονται μόνο ερείπια. 10 Σπαής: υψηλόβαθμος Αξιωματικός του Οθωμανικού Στρατού στον οποίο ο Σουλτάνος παραχωρούσε σαν τιμάρια ολόκληρες επαρχίες, για να εισπράττει από αυτές τους φόρους και να αποδίδει το μέρος που αναλογούσε στο κεντρικό ταμείο. 7

8

18


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

αυτούς που του είχε παραχωρήσει η Οθωμανική εξουσία για να τον προστατεύουν όταν γυρνούσε στα χωριά και εισέπραττε τα χρήματα που του χρωστάγανε. Οι ένοπλοι σκοτώνουν επί τόπου το μαύρο στρατιώτη και αρχίζουν να δέρνουν και να γδύνουν τον Γιαννακόπουλο και τον δούλο απ’ ό, τι πολύτιμο και μη κουβαλούσαν επάνω τους: Όπλα, τσαρούχια, ρούχα. Την ίδια ώρα ο Χοντρογιάννης ψάχνει στα πράματα που ήσαν φορτωμένα στα μουλάρια για να βρει κάτι συγκεκριμένο. Τα διαμαντικά, τα πλουμιστά υφάσματα, τα τυροκομικά και όλα τ’ άλλα που βρήκε, όμως, δεν φάνηκαν να τον ικανοποιούν. Με μια κοφτή διαταγή του το μπουλούκι των ενόπλων και των γυμνών αιχμαλώτων παίρνουν βιαστικά το δρόμο για τη Λυκούρια. Στο έμπα του χωριού ο Χοντρογιάννης, σπρώχνοντας βάναυσα μπροστά του τον ταλαιπωρημένο Γιαννακόπουλο, αρχίζει να απειλεί θεούς και δαίμονες να του φανερώσουν οι χωριανοί πού κρύβεται ο Ταμπακόπουλος, γιατί τον έχει στείλει ο άρχοντας της Κερπινής κυρ-Ασημάκης Ζαΐμης να του πάρει το κεφάλι. Οι έντρομοι Λυκουριώτες τον οδηγούν στην άλλη άκρη του χωριού, κοντά στο αρχοντικό του προεστού που έκρυβε το Ταμπακόπουλο και την τούρκικη συνοδεία του. Ο Χοντρογιάννης επαναλαμβάνει τις απειλές του προσθέτοντας και το ότι προτίθετο μέχρι και να κάψει το σπίτι εκείνο και όσους βρίσκονταν μέσα του, αν δεν του παραδινόταν ο Ταμπακόπουλος. Έστειλε μέχρι και τον σακατεμένο Γιαννακόπουλο κοντά σε ένα παραθύρι, για να πείσει τον κύρη του και τους Τούρκους συνοδούς του να βγουν και να παραδοθούν στο Χοντρογιάννη. Οι Λυκουριώτες που στέκονταν απ’ έξω έπιασαν στα λόγια το Χοντρογιάννη, ικετεύοντάς τον να μην κάνει πράξη τις απειλές του και να λυπηθεί και το χωριό και τους ανθρώπους. Εκμεταλλευόμενος το ότι ο Χοντρογιάννης ήταν απασχολημένος με τις διαπραγματεύσεις με τους Λυκουριώτες, αλλά και το ότι έπεφτε γοργά το σκοτάδι, ο Ταμπακόπουλος και οι Τούρκοι συνοδοί του ξεγλίστρησαν από το σπίτι και έφυγαν από το χωριό. Με οδηγό το γιο του Λυκουριώτη κοτζαμπάση που τους είχε προφυλάξει από τον Χοντρογιάννη, πέρασαν από το διάσελο κάτω από την κορυφή της

19


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Ντουρντουβάνας και βρέθηκαν στην Καταβόθρα του Φονιά 11, για να συνεχίσουν μετά μονάχοι τους μέχρι το χωριό Ζεγολατιό 12. Εκεί ο Ταμπακόπουλος ζήτησε την προστασία των Τούρκων κεχαγιάδων 13 του Φονιά, μέχρι την άλλη μέρα, όταν και θα ερχόταν ένα σώμα ένοπλων Γορτύνιων, που, έχοντας ειδοποιηθεί για το τι είχε γίνει στη Χελωνοσπηλιά και την καταφυγή του Ταμπακόπουλου και του Σεΐντ-αγά πρώτα στη Λυκούρια και μετά στην κοιλάδα του Φονιά, έσπευσαν να τους προστατέψουν και να τους συνοδεύσουν μέχρι του Δάρα, έξω από τα μέρη που όριζαν οι Καλαβρυτινοί κοτζαμπάσηδες. Μόλις κατάλαβε ο Χοντρογιάννης ότι του είχε ξαναξεφύγει ο Ταμπακόπουλος, αφήνει σ’ ένα λυκουριώτικο σπίτι τον Γιαννακόπουλο και τον δούλο και φεύγει με τους συντρόφους του για την Κερπινή, για να δώσει αναφορά για ό, τι έγινε στον κυρ-Ασημάκη που τον περίμενε στο αρχοντικό του. 9 χρόνια μετά, τον Δεκέμβρη του 1829, εκείνος ο γραμματικός του Ταμπακόπουλου, ο Νικολής Γιαννακόπουλος, ενάγει τον Χοντρογιάννη στα Δικαστήρια του Καποδίστρια και του ζητάει να του επιστρέψει ό, τι του πήρε τον Μάρτη του 1821 στη Χελωνοσπηλιά ή αλλιώς να τον αποζημιώσει για το σύνολο της αξίας τους. Με την από 29 Μάρτη του 1830 απόφαση του Προέδρου του εδρεύοντος στην Βοστίτσα 14 κατά την Αχαΐαν Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου, ο Γιαννακόπουλος δικαιώνεται και ο Χοντρογιάννης κηρύσσεται ένοχος.

Εκείνη την εποχή στο οροπέδιο του Φονιά (σήμερα Φενεού) υπήρχε λίμνη, της οποίας τα νερά όταν αυτή φούσκωνε, έβρισκαν διέξοδο σε καταβόθρες στις ρίζες του Σαϊτά και του Μαυροβουνίου, των βουνών που την έκλειναν στο Νότο. 12 Οικισμός ενδεχομένως κοντά στα χωριά Αμυγδαλιά, Αχλαδιά, Γκιόζα (Μάτι). Πρόκειται για πολύ κοινή ονομασία (αυτό το όνομα έδιναν στους συνοικισμούς που έστηναν οι ζευγάδες, περιζήτητοι περιφερόμενοι εργάτες γης, που είχαν δικά τους ζώα και άροτρα για όργωμα) και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι σχεδόν σε κάθε κάμπο ή πλάτωμα υπήρχε και ένα Ζευγολατειό! Μάλιστα υπάρχει και σήμερα ένα χωριό με το όνομα Ζευγολατιό στην κοιλάδα του Λάδωνα, αλλά βρίσκεται πολύ δυτικά από τα υπόλοιπα γνωστά σημεία στα οποία διαδραματίστηκε το περιστατικό που μας ενδιαφέρει. Για να πάει μάλιστα εκεί κάποιος από την Καταβόθρα του Φενεού θα πρέπει να ξαναπεράσει κοντά από τη Χελωνοσπηλιά! 13 Επιστάτες των οθωμανικών κτημάτων. 14 Το σημερινό Αίγιο. 11

20


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Τα ερωτήματα Ποιος ήταν ο Γιάννης Χοντρογιάννης; Τον έστειλε όντως ο κοτζαμπάσης Ζαΐμης να χτυπήσει τον Ταμπακόπουλο και το Σεΐντ-αγά και γιατί; Ποιος ήταν ο Ταμπακόπουλος και τι άλλο κουβάλαγε, πιο πολύτιμο από διαμαντικά και ακριβά υφάσματα; Το περιστατικό αυτό άραγε εντάσσεται στα γεγονότα του ξεσηκωμού του Εικοσιένα ή ήταν ένα α��λό ληστρικό γεγονός; Ποιο ήταν το Δικαστήριο που δίκασε και καταδίκασε το Χοντρογιάννη τόσα χρόνια μετά το χτύπημα της Χελωνοσπηλιάς; Σε ποιους νόμους στήριξαν οι δικαστές την απόφασή τους;

Ο σκοπός αυτής της μελέτης Σε μεταβατικές περιόδους και σε περιόδους συγκρούσεων δεν παύουν να προκύπτουν διαφορές αστικής και ποινικής φύσης ανάμεσα στους συμμετέχοντες στα γεγονότα αυτών των περιόδων. Η «εθνική ομοψυχία» και «εθνική ομόνοια» απέναντι στον «εχθρό του έθνους» είναι μύθοι που καλλιεργήθηκαν για να εξυπηρετήσουν άλλους σκοπούς και να αποκρύψουν την ιστορική πραγματικότητα. Πώς επιλέγει το καθεστώς που επικρατεί τελικά -μετά από τις συγκρούσεις των μεταβατικών αυτών περιόδων- να επιλύσει αυτές τις διαφορές; Με τα εργαλεία του παρελθόντος, του μέλλοντος ή προτιμά να τις ξεχνά; Κατά πόσο επηρεάζεται η κρίση αυτή από το συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που προηγήθηκαν; Κατά πόσο εκτιμιέται το στρατόπεδο στο οποίο βρίσκεται κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων αυτών –είτε από την αρχή είτε μετά από μεταπήδηση από άλλο- ο κάθε ένας από τους διαφερόμενους; Στην παρούσα εργασία, με αφορμή το χτύπημα της Χελωνοσπηλιάς και την κατοπινή δίκη, θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στις διαφορές που ανακύπτουν σε τέτοιες θερμές περιόδους από 21


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

«πράξεις, προσβάλλουσας τα άτομα και τας ιδιοκτησίας των Συμπολιτών [...] εχούσας χαρακτήρα πταίσματος ή εγκλήματος» 15. Θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα αυτό παίρνοντας σαν δεδομένο ότι «[σ]την κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, οι άνθρωποι εισέρχονται σε σχέσεις καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σε σχέσεις παραγωγής, οι οποίες αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Η ολότητα αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, την πραγματική βάση πάνω στην οποία υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν συγκεκριμένες κοινωνικές μορφές συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την κοινωνική, πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής.» 16 Με τον παραπάνω μπούσουλα θα αποπειραθούμε να ανιχνεύσουμε τις ταξικές αντιθέσεις, την βάση στην οποία ήταν χτισμένη η κοινωνία, αλλά και τις αντανακλάσεις αυτής της βάσης στο νομικό εποικοδόμημα, σε τρεις φάσεις: α) στην περίοδο ακριβώς πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης, β) στην περίοδο της Επανάστασης και γ) στην περίοδο του Καποδίστρια, όταν γινόταν η προσπάθεια να μπουν πιο στέρεα οι βάσεις του νέου Ελληνικού Κράτους υπό την πίεση των ανταγωνισμών των παλιών και των νέων ομάδων που αναμετριόνταν για να έχουν τον πρώτο λόγο στην άσκηση της εξουσίας. Για το σκοπό αυτό εμπιστευτήκαμε κυρίως πρωτογενείς πηγές και παρεμβάσεις συγγραφέων που έζησαν από κοντά τα περιστατικά γύρω από τα οποία θέλουμε να ρίξουμε λίγο περισσότερο φως.

15 16

ΙΒ΄/02-08-1828 Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης. Καρλ Μαρξ «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», σελ. 19.

22


β. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΙΝ ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΤΗΣ ΧΕΛΩΝΟΣΠΗΛΙΑΣ

Οικονομία και Πολιτική στην Τουρκοκρατία Δεν ήσαν όλοι οι Έλληνες ραγιάδες... Στις παρακάτω σελίδες θα ανιχνεύσουμε τις ταξικές διαιρέσεις που επικρατούσαν στον ελληνόφωνο χριστιανικό πληθυσμό που κατοικούσε στην περιοχή κυρίως του Μοριά, μιας και σε αυτόν τον τόπο έλαβαν χώρα τα περιστατικά που μας ενδιαφέρουν. Ακολουθώντας όχι τόσο επιστημονικούς όσο εμπειρικούς κανόνες, βγαλμένους από την καθημερινή τους ζωή, οι συγγραφείς της περιόδου εκείνης χωρίζουν τον υπόδουλο στους Τούρκους ελληνικό πληθυσμό σε τρεις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές ομάδες: α) τους κοτζαμπάσηδες, β) τους «τεχνίτες» και τους εμπόρους και γ) τους αγρότες. Προφανώς και με αυτές μας τις αναφορές δεν φέρνουμε κάτι νέο στην μελέτη των περιόδων αυτών, μιας και η ανάλυσή μας στηρίζεται στις εργασίες άλλων. Θελήσαμε κυρίως να σταθούμε σε πλευρές οι οποίες έχουν περισσότερη σχέση με τους πρωταγωνιστές του περιστατικού της Χελωνοσπηλιάς και να ρίχνουν φως στα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτό, αλλά και σε ό, τι το ακολούθησε. Οι αγρότες Στην χειρότερη οικονομική και κοινωνική κατάσταση βρίσκονταν οι αγρότες (μικροί, μεσαίοι αλλά και εργάτες γης). Δουλεύουν σε σκληρές και αντίξοες συνθήκες για να γίνονται πιο πλούσιοι τόσο οι Τούρκοι κατακτητές, όσο και οι συνεργάτες τους κοτζαμπάσηδες -οι «προδότες» όπως τους αναφέρει ο Ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» στο παρακάτω απόσπασμα- και η Εκκλησία. 23


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Αρχινώντας λοιπόν από τους γεωργούς, ήτοι χωριάτας, φρίττει το πνεύμα μου, εις το να διηγηθώ την ζωήν τους. Αυτοί οι τάλανες, αφού κοπιάσουν δι’ όλον τον χρόνον και υποφέρουν ανεκδιήγητα βάσανα, ποτέ δεν τους περισσεύει ο καρπός των ιδρώτων των, δια να αναπαυθώσιν ούτε μίαν ημέραν, και σχεδόν πάντοτε ευρίσκονται στενοχωρημένοι να πωλώσι μέρος από τα φορέματά των, δια να ζωοτρέφωνται. Τόσα μεγάλα είναι τα βάρη, οπού υποφέρουσι, και τόσον μιαρά η ψυχή των οθωμανών. [...] Πώς ουν ζώσι; Ε! αδελφοί μου, φίλτατοί μου Έλληνες, εσείς το ηξεύρετε, χωρίς να σας το ειπώ. Οι γεωργοί, η σεβασμιωτέρα κλάσις μιας πολιτείας, ο σταθερώτερος στύλος της πολιτικής ευτυχίας, ζη χειρότερα από τα ίδια ζώα. Βέβαια, ο πλούσιος οθωμανός τρέφει τα άλογά του με πολλά καλλιότερα φαγητά από εκείνα, οπού φυλάττουσιν εις την ζωήν και εις τας θλίψεις τον αθώον και δίκαιον χωριάτην. Αλλά, μήπως τελειώνει εις αυτά μόνον η δυστυχία του; Αυτός ο ταλαίπωρος πρέπει προς τούτοις - ω εντροπή ανυπόφορος! - πρέπει, λέγω, να χορτάση την λύσσαν και του ληστού της εκκλησίας, ήτοι του αρχιεπισκόπου, ως κατωτέρω ρηθήσεται, εις τρόπον οπού οι χωριάτες, εξαιρώντας εκείνους τους προδότας και κακούς ανθρώπους, οι οποίοι δια να μην διψήσωσι, πίουσι το αίμα των συναδελφών των, και αποκαθίστανται συνεργοί των τυραννικών προσταγμάτων, αφού χάνουν τα όσα οι οθωμανοί τους αρπάζουσι και τα όσα δίδουσι των καλογήρων, μόλις ημπορούσι να ζήσωσι απ’ όσα τους μένουσι (Σημείωση του «Ανώνυμου» σε αυτό: «Τα συνηθισμένα των φαγητά είναι αγριολάχανα και ψωμί από κριθάρι, δύο ή τρεις φοράς τον χρόνον μόνον τρώγοσι κρέας.»). Αλλά, πώς να παραιτήσω τας καθημερινάς αγγαρείας οπού υποφέρουσι! Ώ ουρανέ, πώς δεν κατακαίεις με τους κεραυνούς σου τόσα βδελυρά τέρατα, οπού μιαίνουν και αφανίζουν το ανθρώπινον γένος! Δεν είναι χωρίον, ώ αγαπητοί, και μάλιστα εις την επικράτειαν του τυράννου των Ιωαννίνων, οπού καθ’ εκάστην να μην πέμπη το έν τρίτον των κατοίκων του, δια να δουλεύη εις τα ανωφελή και πολυέξοδα κτίρια του τυράννου, χωρίς άλλην ανταμοιβήν, ειμή ραβδίσματα και 24


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

πολλάκις θάνατον. Τοιαύτην λοιπόν θλιβεράν και ανυπόφορον ζωήν διάγουσιν οι χωριάτες της ελληνικής γης, και, βέβαια, πολλά χειροτέραν απ’ ό, τι σας την παρέστησεν η διήγησίς μου. 17 Οι τεχνίτες και οι έμποροι Λόγω της καθυστερημένης οικονομικής ανάπτυξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας18, η πλέον ολιγάνθρωπη κοινωνική τάξη ήταν αυτή των τεχνιτών και των εμπόρων, ειδικά στο Μοριά. Δεν επρόκειτο για μια ενιαία κοινωνική και οικονομική ομάδα, και την προσδιορίζουμε καλύτερα εξετάζοντας το τι δεν ήταν οι άνθρωποι που την απαρτίζανε: Αποτελείτο από ανθρώπους που δεν είχαν άμεση σχέση με τη γη, είτε ως ιδιοκτήτες της είτε ως εργάτες σε αυτήν. Και κατ’ επέκταση, παρά τον πλούτο τους, δεν διέθεταν αριστοκρατικά αξιώματα (κοτσαμπασιλήκια κλπ). Στην Πελοπόννησο η ανάπτυξη της βιοτεχνίας – βιομηχανίας ήταν πολύ περιορισμένη, ενώ μεγάλος αριθμός εμπόρων βρισκόταν κυρίως σε Πάτρα και Τρίπολη. Εις την Πελοπόννησον το σπουδαιότερον, ας το ονομάσωμεν έτσι, βιομηχανικόν κέντρον της τότε προεπαναστατικής εποχής, ήτο η Δημητσάνα. Μέχρι των ημερών μας ακόμη σώζεται η έκφρασις «δημητσανίτικο μπαρούτι». Λόγω της σπουδαιότητος της Βιομηχανίας αυτής, θα κάμωμεν ευρυτέραν κάπως ανάλυσιν τα περί αυτής. Κατά τους ιστορικούς η Δημητσάνα ήτο κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας της τουρκοκρατίας σπουδαίον βιομηχανικόν κέντρον υλικών πολέμου. Το πυριτιδοποιείον της Δημητσάνης κατά την εποχήν εκείνην ήτο το μεγαλύτερον όλων,

«Ανωνύμου του Έλληνος Ελληνική Νομαρχία, ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας», σελ. 86-88. 18 «[Τ]ο απέραντο τουρκικό κράτος δεν είχε αναπτυγμένες οικονομικές σχέσεις με το εξωτερικό, η παραγωγή περιοριζότανε για την εσωτερική κατανάλωση. Οι κοινότητες στις γεωργικές περιφέρειες στον καιρό της Τουρκοκρατίας έβγαζαν μόνο το σιτάρι και τ’ άλλα είδη της χρονιάς.» (Γιάννη Κορδάτου «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», τομ. Α΄, σελ. 144) 17

25


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

υπήρξεν δε κατά την Επανάστασιν ο μεγαλύτερος και σπουδαιότερος χορηγός του αγώνος. Η Κρήτη, η Στερεά, η Θεσσαλία, η Κασάνδρα, ο Άθως, εφωδιάζοντο μπαρούτι και σφαίρας από την Δημητσάνα και κυρίως από τους μύλους (εργοστάσια) των αδελφών Σπηλιωτοπούλου. Κατά τινα πίνακα εις ένα και μόνον χρόνον εις μόνην την Πελοπόννησον εστάλησαν 3510 οκάδες σφαιρών, 13106 οκάδες μπαρουτιού και 804.320 φυσίγγια. Κατά τον Σπυρίδ. Τρικούπην «η πόλις των Πατρών ήκμαζεν υπέρ πάσαν άλλην της Πελοποννήσου δια το εμπόριον και το πολύτιμον προϊόν της σταφίδος. Ευρωπάιζε δε υπέρ τας άλλας δια την συχνήν μετά τινων παραθαλασσίων της Ευρώπης πόλεων εξαιτίας του εμπορίου επιμιξίαν και δια την εις εν αυτή διαμονήν προξένων ισχυόντων παρά τας τουρκικαίς αρχαίς». 19 Ούτε αυτοί οι λίγοι τεχνίτες/βιοτέχνες και έμποροι δεν γλίτωναν από την απάνθρωπη καταπίεση: Αλλά, τι να ειπώ, διά τους πολίτας; Ε, αυτοί χωρίς να έχουν ολιγοτέρους κόπους και μόχθους από τους χωριάτας, έχουν τα βάσανα, και περισσότερα και φοβερώτερα, από αυτούς. Οι τεχνίται, λοιπόν, δουλεύουν σχεδόν 18 ώρας το ημερόνυκτον, και ποτέ δεν ημπορούν να αναπληρώσουν τας αναγκαίας χρείας των. Οι προεστοί με τα άδικα δοσίματα, οπού τους επιφορτώνοσι, τους αρπάζουσιν, από το έν μέρος, τον ολίγον καρπόν των ιδρώτων των, το πλήθος των εορτών και αι αγγαρείαι τους εμποδίζουσιν, από το άλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, οπού ήθελαν ημπορέσει να κάμωσι, και ανάμεσα εις τόσας χιλιάδας, όταν τινάς φθάση να αναπληρώση τας χρείας του με όσον κέρδος του μένει, νομίζεται πολλά ευτυχής. Πρόσθες ακόμη τα ανυπόφορα κακά, οπού καθημερινώς δοκιμάζουσιν από τους αχρείους επιστάτας του τυράννου, οι

Γιάννη Κορδάτου «Η Κοινωνική Σημασία της Ελλην. Επαναστάσεως του 1821», σελ. 26-27. 19

26


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

οποίοι, με άκραν ασπλαγχνίαν, και χωρίς συνείδησιν, επιφορτώνοσιν εις τους άλλους τα βάρη του μέρους των, και αυτοί μένουν ασύδοτοι. 20 Όσοι είχαν την δυνατότητα, επεδίωκαν να φεύγουν στο εξωτερικό, όπου θα μπορούσαν να πετύχουν πιο εύκολα πλουτισμό: Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα. Διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. 21 Αυτή η επικοινωνία με το εξωτερικό, και κυρίως με την Δυτική Ευρώπη, είτε για λόγους εμπορικούς είτε για λόγους οικογενειακούς (π.χ. των εν Ελλάδι εμπόρων με τους συγγενείς τους που είχαν μεταναστεύσει στο εξωτερικό και λειτουργούσαν εκεί εμπορικά παραρτήματα), έκανε τους τεχνίτες και τους εμπόρους που παρέμεναν στις ελληνικές πόλεις και χωριά να ξεχωρίζουν για την μόρφωση και την καλλιέργειά τους. Πολύ πριν της επαναστάσεως του 1821 ο πατήρ μου παραλαβών εκ Ζακύνθου την οικογένειάν του ήλθε και εκατοίκησεν εις Τρίπολιν, την πρωτεύουσαν της Πελοποννήσου, δια να εξασκήση την τέχνην του, του ωρολογοποιού, ιδίως όμως δια να συντελέση και αυτός το κατά δύναμιν εις την διάχυσιν, δια των φώτων του, (διότι κατά τους τότε χρόνους, ήτον είς των λογιοτέρων της Τριπόλεως) των της ελευθερίας και των γραμμάτων σπερμάτων εις τας καρδίας των αδελφών του. 22 Σιγά σιγά, και εκμεταλλευόμενη διάφορους εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες, αυτή η ανερχόμενη «τρίτη» τάξη άρχιζε να

Ανώνυμου «Ελληνική Νομαρχία», σελ. 88-89. Λόγος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη προς τους μαθητές. Εκφωνήθηκε στην Πνύκα στις 7/10/1838. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΑΙΩΝ» στις 13/11/1838. 22 Στέφανου Ιω. Στεφανόπουλου, «Απομνημονεύματα τινά της Επαναστάσεως του 1821», σελ. 4. 20 21

27


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ισχυροποιείται, να πλουτίζει, να μορφώνεται και να εμποτίζεται με τις φιλελεύθερες αστικοδημοκρατικές ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και να δελεάζεται από την προοπτική της ανόδου της στην πολιτική εξουσία. Οι Κοτζαμπάσηδες Η τάξη εκείνη η οποία βρισκόταν στην καλύτερη κατάσταση (τουλάχιστον από άποψης οικονομικής ελευθερίας, μιας και η Οθωμανική κατάχτηση δεν πρόσβαλε τις ιδιοκτησίες τόσο αυτών όσο και της Εκκλησίας) τα χρόνια πριν από το Εικοσιένα, ήταν η τάξη των Κοτζαμπάσηδων 23. Οι κοτζαμπάσηδες έχοντας αντίληψη όλων αυτών που τους ένωναν και γνωρίζοντας καλά το πώς θα μπορούσαν να προασπίζονται όλα τα προνόμια με τα οποία τους φιλοδωρούσε ο Οθωμανός καταχτητής, ήσαν η πιο οργανωμένη κοινωνική και οικονομική δύναμη μέσα στον υπόδουλο πληθυσμό: Οι κοτσαμπάσιδες, ή προύχοντες δεν ήσαν λαοπρόβλητοι καθώς τινές γράφουσι και λέγουσι. Αλλ’ ήσαν ένα σώμα ενωμένον δια του μεταξύ των συμφέροντος. 24 Αυτοί, ω Έλληνες, κατέχουσιν εις τας χείρας των όλα τα καθολικά και αληθή πλούτη της επικρατείας, ήτοι τα χωράφια, αμπέλια, και ολόκληρα χωρία, τα οποία ενοικιάζουσι προς τον λαόν, εις τρόπον, οπού ο λαός είναι σχεδόν δούλος μισθωτός από αυτούς, και δουλεύει δια το κέρδος αυτών.25 Πώς όμως γεννήθηκε και αναπτύχθηκε αυτή η τάξη;

23 Χρησιμοποιούμε τον όρο αυτόν με την πιο ευρεία έννοιά του, αυτήν του μεγαλοκτηματία / φεουδάρχη με μεγάλη πολιτική δύναμη και όχι αποκλειστικά του εκλεγμένου από την κοινότητα μέλους των κοινοτικών οργάνων αυτοδιοίκησης. Στην πράξη, ελάχιστοι ήσαν οι πρόκριτοι που εκλέγονταν να συμμετέχουν στα συμβούλια των κοινοτήτων –αποκτώντας έτσι τον τίτλο του κοτζαμπάση- χωρίς να ανήκουν στην ευπορότερη οικονομική και κοινωνική τάξη των κτηματιών / φεουδαρχών. Ακόμα και όταν εκλέγονταν «ταπεινοί» στα κοινοτικά συμβούλια, επρόκειτο για ανθρώπους της απολύτου εμπιστοσύνης των τσιφλικάδων, ουσιαστικά για υποχείριά τους. 24 Φώτιου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», τομ. Α΄, σελ. 32. 25 Ανώνυμου «Ελληνική Νομαρχία», σελ. 63.

28


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Οι πρόκριτοι εν Ελλάδι κατείχον την θέσιν της αριστοκρατίας. Η αληθής αριστοκρατία του Ελληνικού έθνους είχεν εξολοθρευθή υπό της Οθωμανικής κατακτήσεως. Τα τέκνα της ή εσφάγησαν υπό των Τούρκων, ή εις εξορίαν κατηναγκάσθησαν, ή εβιάσθησαν να δεχθώσι τον Μωαμεθανισμόν. […] Η προστασία της Οθωμανικής κυβερνήσεως βαθμηδόν έπλασεν Ελληνική τινα αριστοκρατίαν διοικητικών πρακτόρων και φορολόγων. Η αριστοκρατία αύτη συνίστατο από τους Φαναριώτας εν Κωνσταντινουπόλει και από τους Κοτζαμπασίδες ή προκρίτους εν Ελλάδι. 26 Ακριβώς λόγω αυτών των στενών σχέσεων Τούρκων – Κοτζαμπάσηδων, οι υπόλοιποι υπόδουλοι Έλληνες τους μισούσαν και τους ταύτιζαν με τους κατακτητές: Τοιούτος ήτο ο κοτσάμπασης, όστις κατά τα άλλα πάντα εμιμείτο τον τούρκον, καθώς εις την ενδυμασίαν, εις τους εξωτερικούς τρόπους και εις τα της οικίας του. Η ευζωία του ήτο ομοία με εκείνην του τούρκου και μόνο κατά το όνομα διέφερεν, αντί π.χ. να τον λέγουν Χασάνην, τον έλεγαν Γιάννην και αντί να πηγαίνει εις το τζαμί επήγαινε εις εκκλησίαν. Μόνον κατά τούτο υπήρχε διάκρισις... 27 Η ηθική και πολιτική θέσις της τάξεως ταύτης καλώς εχαρακτηρίσθη δια της ονομασίας “είδος Χριστιανών Τούρκων” 28 Η δε των τοιούτων προεστώτων τάξις, ως μετέχουσα της εξουσίας ή αρχής, άρχησε να διακρίνηται και ως τις ανωτέρα ή αριστοκρατική, ευπορούσα, ευημερούσα και τοις Τούρκοις προσπελάζουσα. Τινές δ’ αυτών και εκολάκευον και υπηρέτουν μάλιστα αυτούς σφόδρα, δι’ ίδια τέλη και συμφέροντα, τα κοινά εν δευτέρω τιθέμενοι λόγω. Τους δε τούτο επιτηδεύοντας ο νοήμων λαός, ως απεσπασμένους απ’ αυτούς, απεκάλει Τουρκολάτρας ή Τούρκους απεριτμήτους, ως ενίους και ίσα με τους Τούρκους και εφοβείτο και εμίσει. 29

George Finlay, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α΄, σελ. 52. Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», τομ. Α΄, σελ. 33. 28 Finlay, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α΄, σελ. 52. 29 Μιχαήλ Οικονόμου «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», σελ. 28-29. 26 27

29


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Προφανώς οι Κοτζαμπάσηδες δεν ζήλευαν την τουρκική εθνική και θρησκευτική ταυτότητα και συμπεριφέρονταν με αυτόν τον τρόπο: Αυτό που επιζητούσαν ήταν να αντιμετωπίζονται από τις κατώτερες τάξεις ως ισότιμοι με τους κατακτητές, όποια εθνικότητα και αν τύχαινε να έχουν αυτοί. Αυτό θεωρούσαν ότι άξιζε στην οικονομική τους δύναμη, μιας και κανένας καταχτητής δεν πρόσβαλε, αμφισβήτησε ή περιόρισε τις έγγειες κτήσεις τους, τα φέουδά τους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον άλλωστε, πέρα από την άσκηση διοικητικών καθηκόντων και την απόλαυση των σχετικών προνομίων, οι κοτζαμπάσηδες μπορούσαν να «αυγατίζουν» τον πλούτο και τις ιδιοκτησίες τους: Τούτους [τους Τούρκους] εμιμήθησαν και οι πλουσιώτεροι των προεστώτων. Εκτός των όσων αυτοί εκ προτέρου διετήρησαν, αγοράζοντες και κατοχάς από τους ευαρίθμους γεωργούς των ολιγανθρώπων χωρίων, ή και από Τούρκους πτωχεύσαντας, απέκτησαν και τινες αυτών τσιφλίκια. 30 Αξιοποιώντας αυτήν ακριβώς την δύναμη, προσκολλούνταν και στα κοινοτικά αξιώματα, διαιωνίζοντας την κοινωνική τους υπεροχή. «Αυτοδιοικούμενες κοινότητες»: φερετζές των προνομίων των κοτζαμπάσηδων Η οθωμανική διοίκηση επέλεξε για τους δικούς της λόγους να ασκεί την κυριαρχία της παρέχοντας αρκετά προνόμια και ευκολίες σε συγκεκριμένες ομάδες των υπόδουλων πληθυσμών. Με αυτό τον τρόπο επεδίωκε να εξομαλύνει τις αντιδράσεις των υπόδουλων λαών απέναντι της Αυτοκρατορίας, μιας και αυτοί έβλεπαν ότι τα επώδυνα μέτρα της τους τα επέβαλλαν άνθρωποι που τους θεωρούσαν «δικούς τους». Γι’ αυτό και τα προνόμια με τα οποία φιλοδώρησε από πολύ νωρίς την εκκλησία και την νέα «αριστοκρατία» που, όπως είδαμε παραπάνω, γεννήθηκε με την τάξη των κοτζαμπάσηδων, είχαν την μορφή της ενίσχυσης των διαφόρων μορφών αυτοδιοίκησης των υπόδουλων κοινοτήτων.

30

Οικονόμου «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», σελ. 28.

30


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Αυτή η μορφή «αυτοδιοίκησης» έφτασε στο απόγειό της στον Μο��ιά: [Π]αρατηρούμεν ότι η Πελοπόννησος, μακρότερον αντιστάσα κατά της τουρκικής κατακτήσεως και εξαναγκάσασα πλειότερα προνόμια υπέρ εαυτής, εμόρφωσε τελειότερον και το της αυτοδιοικήσεως σύστημα. Προς στιγμήν μετά την ατυχή του 1770 επανάστασιν εφάνη απολέσασα εν τη πράξει τουλάχιστον, μέγα μέρος των προνομίων αυτής, ταχέως όμως επανήλθεν εις την προτέραν, και έτι ευνοϊκωτέραν μάλιστα, θέσιν αυτής.31 Η δημοτική οργάνωσις του Μορέως ήτο εντελεστέρα ή εις άλλα μέρη της Ελλάδος, πλην δεν ήτο τόσον ελευθέρα. Εκάστη κώμη εξέλεγε τον ίδιον δημογέροντά της. Οι δημογέροντες και ο λαός των πόλεων εξέλεγον προεστούς, και οι προεστοί εξέλεγον τον πρώτον πρόκριτον της επαρχίας. Οι πρόκριτοι διέμενον εις Τριπολιτσάν, προς διεξαγωγήν των υποθέσεων των αναφερομένων εις όλον Χριστιανικόν πληθυσμόν της σατραπείας (pashalik). Οι προεστοί και πρόκριτοι, τη συνδρομή των επισκόπων και των ηγουμένων των κυριωτέρων μοναστηρίων, εξέλεγον ένα βεκίλην ή αρχιπρόκριτον όστις διέμενεν εν Κωνσταντινουπόλει, ως το επίσημον όργανον ανακοινώσεως με τους υπουργούς του Σουλτάνου, και του οποίου καθήκον ήτο να διατηρή τον δραγουμάνον της Πύλης και δραγουμάνον του στόλου ακριβώς πληροφορημένους δια τας υποθέσεις των Ελλήνων το καθ’ εαυτόν εκάτερον. Το σύστημα τούτο περιέβαλε την αριστοκρατίαν του Μορέως με μεγάλην μέθεξιν πολιτικής δυνάμεως, και την καθίστα οιονεί χαλινόν επί της εξουσίας του πασσά. 32 Αυτό το αυτοδιοικητικό σύστημα θεωρήθηκε και θεωρείται ότι λειτούργησε ως μέσο συνοχής των ελληνόφωνων πληθυσμών, και ως φορέας που διατήρησε τη σπίθα της λευτεριάς κλπ. Αυτά όμως τα στοιχεία δε σημαίνουν και το ότι ήταν κατάκτηση των υπόδουλων

Νικολάου Γ. Μοσχοβάκη, «Το εν Ελλάδι Δημόσιον Δίκαιον επί Τουρκοκρατίας», σελ. 90. 32 Finlay, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α΄, σελ. 69-71. 31

31


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Ελλήνων και των αριστοκρατών τους, όπως υπερηφανευόταν παραπάνω ο Μοσχοβάκης: Οι δημοτικοί θεσμοί των Ελλήνων υπό την Οθωμανικήν κυβέρνησιν πολύ εξυμνήθησαν. Πράγματι δεν συνίσταντο εις τίποτε άλλο ειμή εις διαρρυθμίσεις προς διευκόλυνσιν της εισπράξεως της δεκάτης και άλλων φόρων, επί της παραγωγής του εδάφους, τη ενεργεία αυτών των Ελλήνων, όπως προληφθή η εξολόθρευσις του αγροτικού πληθυσμού. Οι Οθωμανοί σουλτάνοι φαίνονται ότι υπήρξαν διορατικώτεροι ως προς τ’ αποτελέσματα δυσβαστάκτου φορολογίας ή οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες οι προ των χρόνων του Διοκλητιανού. […] Η μικρά λαβή την οποίαν οι δημοτικοί θεσμοί των νεωτέρων Ελλήνων έσχον επί της συμπαθείας του λαού αποδεικνύεται εκ της ευκολίας μεθ’ ής διεστράφησαν ούτοι υπό του Καποδίστρια, και μετεβλήθησαν προς νέον σύστημα υπό της Βαυαρικής αντιβασιλείας. Αλλ’ όμως οι θεσμοί ούτοι, καίτοι δεν κατείχον την ενεργητικότητα την απαιτουμένην όπως παραγάγωσιν Εθνικήν Επανάστασιν, εβοήθησαν τους Έλληνας να διατηρήσωσι την πάλην των προς την Οθωμανικήν κυβέρνησιν, εφαρμόζοντες σύστημα τοπικής οργανώσεως, το οποίον τους καθιστά ικανούς να καλώσιν όλην την δύναμιν και τους πόρους του αγροτικού πληθυσμού ταυτοχρόνως εις ενέργειαν. […] Ο λαός μικράν είχε σημασίαν, διότι οι προεστοί σπανίως εξελέγοντο δια λαϊκής ψήφου. Σχεδόν πάσα επιχώριος εξουσία ηρύετο την δύναμίν της εκ της κεντρικής διοικήσεως του πασσά και ενήργουν ως φορολογικοί πράκτορες του σουλτάνου. Το θράσος των προς τας πτωχοτέρας τάξεις των Χριστιανών και τας καταπιέσεις των προς τους Έλληνας αγρότας υπερέβαλλον μόνον οι Τουρκαλβανοί οι συλλέγοντες το χαράτσι. Κατά τους τρόπους και την περιβολήν εμιμούντο τους Τούρκους, και κατηγορούντο ότι συνησπίζοντο με τον ανώτερον κλήρον όπως τηρώσι τον λαόν εν αμαθεία και υποταγή. 33 Ο Φωτάκος είναι ακόμα πιο παραστατικός:

33

Finlay, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α΄, σελ. 58-59, 69.

32


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Την τοιαύτην δε ασυνείδητον και άτιμον διαγωγήν ονομάζουν τινές σύστημα πολιτικόν και δημοκρατικόν μάλιστα. Αλλά ποίος ερωτούσε τους δυστυχείς ραγιάδας; Ο Τούρκος μόνον τους έλεγε: «Βρε! Αυτόν θέλω. Να ακούτε, ει δε μη, σας κόβω το κεφάλι». 34 Οι κοτζαμπάσηδες λοιπόν είχαν σαν πρώτο και κύριο καθήκον τους την είσπραξη των φόρων, ως εξυπηρέτηση προς την οθωμανική διοίκηση που τους παρείχε την δυνατότητα να ζουν και να συμπεριφέρονται ως Τούρκοι και αυτοί οι ίδιοι. Οι κοτζαμπασήδες μάλιστα φρόντιζαν όχι μόνο να ανέρχονται στα κοινοτικά αξιώματα αλλά και να προσκολλώνται σε αυτά πάση θυσία, τόσο αυτοί όσο και οι απόγονοί τους: Αυτοί άμα εξελέγοντο προεστώτες των επαρχιών, εφρόντιζον να διατηρήσωσι την αρχήν του προεστώτος εις την οικογένειάν των, και εστερεώθησαν εις τας επαρχίας, και ωνομάζοντο άρχοντες και προύχοντες και άριστοι και ευγενείς […] και ο χρόνος ως και ο φόβος και επομένως η σιωπή των λαών καθιέρωσαν την εξουσίαν των, και αυτοί όχι μόνον την εφύλαξαν, αλλά την κατέστησαν ούτως ειπείν διαδοχικήν, προσέχοντες και να την διατηρήσωσι τοιαύτην, ώστε αποθνησκόντων των πατέρων τους διεδέχοντο τα τέκνα, εφ’ ώ και κατέφευγον πάντοτε εις όλα τα μέσα και πολλάκις εις αυτό το έγκλημα.35 Από τη στιγμή βέβαια που διακινούνταν τεράστια ποσά και υπήρχε τέτοιο περιθώριο πλουτισμού για τους εμπλεκόμενους στο σύστημα της φορολογίας και στις κοινότητες, δεν ήταν παράλογο το ότι δημιουργήθηκαν και αντίπαλες παρατάξεις στο εσωτερικό της τάξης των κοτζαμπάσηδων. Αντικείμενο της διαπάλης τους ήταν τα ανώτατα αξιώματα του πασαλικιού (δραγουμάνοι, βεκίληδες κλπ), τα οποία απονέμονταν από τους Οθωμανούς. Έτσι δεν μας φαίνεται παράλογο το ότι στις «κομματικές» αυτές παρατάξεις συμμετείχαν και χαμηλόβαθμοι Οθωμανοί αξιωματούχοι, οι οποίοι ανελίσσονταν στα αξιώματα από κοινού με τους συντρόφους τους κοτζαμπασήδες: 34 35

Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», τομ. Α΄, σελ. 33. Σπηλιάδη «Απομνημονεύματα», τομ. Α΄, σελ. 229.

33


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Εσχηματίσθησαν επομένως και υπήρχον και μικτά εκ Τούρκων και προεστώτων κόμματα, ών προεξήρχον οι ισχυρώτεροι εκ τούτων τε και εκείνων διακλαδιζόμενα και μέχρι των κωμών και των χωρίων. Προς δ’ αύξησιν και διά πλειονοψηφίας υπερίσχυσιν, προσεπάθουν έκαστοι αείποτε διά συνάψεως συνοικεσίων, συμπεθερειών (κηδεστειών), κουμπαριών, ήτοι δι’ αναδοχής των βαπτιζομένων παιδιών εκ της αγίας Κολυμβήθρας, ή διά της εν γάμοις θέσεως παρανύμφων εις την των νεονύμφων ένωσιν, προς δε τους αρματωλούς και δι’ αδελφοθεσίας ή αδελφοποιΐας. Διεκρίνοντο δ’ επ’ εσχάτων, το Αχαϊκόν κόμμα, του οποίου προεξήρχον οι των Καλαβρύτων, Βοστίτσης, Πατρών, Ήλιδος και Κορίνθου προύχοντες, και το Καρυτινο-Μεσσηνιακόν, ήτοι το των Μεσημβρινών επαρχιών, ού προεξήρχεν ο της Καρυταίνης. […] Και αι δαπάναι δ’ αύται [δηλ. των κοτζαμπάσηδων στα πλαίσια των κομματικών τους ανταγωνισμών] τον λαόν επεβάρυνον, εγγραφόμεναι έπειτα κεκαλυμμένως, ως είρηται εις τα κοινά των επαρχιών χρέη. Εννοείται δ’ οίκοθεν, ότι το κόμμα το δυνάμενον να δαπανήση πλειότερα παρά τοις Τούρκοις ηδύνατο και να υπερισχύση κατά τας περιστάσεις. Διότι οι Τούρκοι και διά ν’ απολαμβάνουν μεν αυτοί, εξασθενώσι δε δαπανώντες οι Έλληνες και πτωχεύωσιν από σκοπού υπερέθιζον αυτούς, και έλαιον και θείον έρριπτον οι Τούρκοι επιτηδείως εις το πυρ των τοιούτων ελληνικών ερίδων. Όταν δε τα μικτά κόμματα συνεφώνουν και από κοινού εδαπάνων διά των Βεκίλιδων εις βάρος του λαού χρημάτων και της ραδιουργίας, και αυτόν τον Σατράπην, εάν δεν τοις ήρεσκεν, εξεδίωκον, και ούτος τα γινόμενα αγνοών απήρχετο ευχαριστημένος. 36 Ακόμα πιο αποκαλυπτικός για το πόσο έβλαφταν παρά βελτίωναν την κατάσταση των ραγιάδων αυτοί οι κοτσαμπασίδικοι ανταγωνισμοί και οι υπερτιμημένοι από πολλούς «Βεκίληδες», είναι ο Φωτάκος: Είχαν και αυτοί σύστημα, αν και τούτο εδιαιρείτο εις δύο, έκαστον των οποίων παρηκολούθει και υπηρέτει την διαίρεσιν

36

Οικονόμου «Ιστορικά κλπ», σελ. 26-28.

34


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

και την φατρίαν των Τούρκων και με το φρόνημα τούτων έτρεχεν. Επειδή δε οι Έλληνες είχαν πνεύμα περισσότερον των Τούρκων, και εγνώριζαν γράμματα, ένεκα τούτου εφαίνετο, ότι και πολιτικώς αυτοί εδιοικούσαν, διότι αυτοί έδιδαν συμβουλάς και σχέδια διά να τα εφαρμόζουν οι Τούρκοι προς το συμφέρον των, και διά να καταβάλλουν τους εναντίους των, δήλα δη την φατρίαν των άλλων Τούρκων και των ακολουθούντων αυτούς Ελλήνων. Εκάστη φατρία ήθελε να έχη την εξουσίαν διά να διοική τον τόπον και να πλουτή, και διά να την αποκτήση, έστελλεν εις την πρωτεύουσαν έδραν του Σουλτάνου πληρεξουσίους της, τους οποίους καταχρηστικώς ωνόμαζον τοιούτους, διά να προστατεύωσι κατά το φαινόμενον τους ραγιάδες από τας καταχρήσεις των Τούρκων, ενώ αληθώς εστέλλοντο προς τον σκοπόν να απομακρύνουν τους αντιπάλους των από την εξουσίαν και να την λάβωσιν αυτοί. Όλα τα έξοδα, όσα εγίνοντο διά την αποστολήν των τοιούτων πληρεξουσίων και την διαμονήν των εις την Κωνσταντινούπολιν από τον ίδιον ραγιάν επληρώνοντο, όπως οι Τούρκοι και οι λεγόμενοι κοτσαμπάσιδες ήθελαν. Και η μία και η άλλη φατρία εξώδευαν, και οποιαδήποτε έπειτα εφαίνετο νικήτρια, και είχε τον πασάν ιδικόν της, όλα τα γενόμενα έξοδα τα ανελόγιζεν εις βάρος των ραγιάδων. Η νικηθείσα μερίς ενήργει έπειτα μυριοτρόπως εις το να ρίψη τους αντιπάλους διά να έλθη πάλιν εις τα πράγματα, και όταν και αυτή ευτύχει να αποκτήση τον πασάν ιδικόν της, όλα τα γενόμενα από αυτήν προς τούτο έξοδα ήσαν εις βάρος πάλιν του πασά. Ώστε ο ραγιάς δεν είχε καμμίαν ανακούφισιν εκ μέρους των κοτσαμπάσιδων, ή των λεγομένων πληρεξουσίων (βεκίληδων). Όλος ο θόρυβος και η κίνησις εγίνετο προς το συμφέρον των Τούρκων και των συντρόφων των κοτσαμπάσιδων, οι οποίοι ήσαν υπόχρεοι να αναλογίσουν τα βάρη και τα άλλα έξοδα και να εισπράξουν συνάμα. Ούτοι ενήργουν ως υπηρέται των ορέξεων του Τούρκων, και το επάγγελμα αυτό ήτο ο πόρος της απαλλαγής των από τα βάρη και τας φορολογίας. Εισέπρατταν εκατόν και έδιδαν μόνον είκοσι πέντε εξαπατώντες τους Τούρκους. 35


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

[…] Οι στελλόμενοι εις την καθέδραν του Σουλτάνου ως δήθεν πληρεξούσιοι, ως είπαμεν, αυτοί ενεργούσαν και προητοίμαζαν την αποστολήν νέου πασά.37 Οι κομματικοί αυτοί ανταγωνισμοί βάφονταν αρκετές φορές με αίμα: Για την κατάσταση του Μοριά, τέλη του 1812, βάνω εδώ ένα κομμάτι από τα χειρόγραφα σημειώματα της οικογένειας Πετμεζά: «Εις Πελοπόννησον διωρίσθη βεζίρης ο Ίτζελι – Αχμέτ – πασσάς, και έκτοτε οι προεστώτες των επαρχιών της Πελοποννήσου διηρέθησαν, υπέρ άλλοτε ποτε, εις δύο φατρίας, εις τας οποίας ελάμβανον μέρος και οι Τούρκοι. Η μία φατρία ήτο η του Σωτηράκη Λόντου (προεστώτος Βοστίτσης, όστις είχεν οπαδούς τον Ασημάκην Ζαΐμην εκ Καλαβρύτων, Γεώργιον Σισίνην εκ Γαστούνης, Γρηγόριον Παπαφωτόπουλον εξ Αρκαδίας, Αναγνώστην Κοπανίτσαν εκ Μυστρά και Γιαννούλην Καραμάνον εξ Αγίου Πέτρου). Η δε άλλη ήτο η του Γιάννη Δεληγιάννη προεστώτος Λαγκαδίων (όστις είχεν οπαδούς τον Σωτήριον Χαραλάμπην εκ Καλαβρύτων, Θάνον Κανακάρην εκ Πατρών, Παπαλέξην εξ Ανδριτσαίνης, Σωτήριον Κουγιάν εκ Τριπόλεως και Πανούτσον Νοταράν εκ Κορίνθου). Η φατρία του Δεληγιάννη, θέλουσα να καταβάλη την αντίθετον, κατώρθωσε να προσελκύση εις το μέρος της τους επισημοτέρους Τούρκους της Πελοποννήσου, ήτοι τον Αρναούτογλουν, τον Σεχνετζίπην, τον Δεφτέρ-Κεχαγιάν, τον Κιαμίλ-μπεην και Ιζέτ-μπεην, δι’ ών επέτυχε και την εύνοιαν του νέου βεζίρη. Τότε δε κατηγόρησε τον Σωτηράκην Λόντον, τον αρχηγόν της αντιζήλου φατρίας, όστις μεταβάς εις Τρίπολιν δια να αποδείξη την αθωότητά του εις τον Πασσάν, απεκεφαλίσθη εκεί κατά τα 1813 λόγω καταχρήσεων (γρ. 14 Οχτώβρη 1812). Ο αποκεφαλισμός του Σωτηράκη Λόντου κατετρόμαξε και αυτούς εκείνους εκ των προεστώτων, οίτινες τον κατηγόρησαν εις την εξουσίαν, και εξήψε τα πάθη. […] Όταν ανεκλήθη εκ της Πελοποννήσου ο Ίτζελι-πασσάς, η φατρία

37

Φωτάκου «ΑπομΦδενημονεύματα», τομ. Α΄, σελ. 32-34.

36


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

του Λόντου προσεπάθησε να ελκύση και είλκυσε προς το μέρος της πρώτον μεν τους μπέηδας, ως τον Αρναούτογλουν, Κιαμίλην και άλλους, κατόπιν δε και τον νέον Πασσάν. Αφού δε κατώρθωσε τούτο, εκατηγόρησε τον αρχηγόν της αντιθέτου Γιάννην Δεληγιάννην, και ο Πασσάς αποστείλας δημίους απεκεφάλισεν αυτόν εντός της εν χωρίω Λαγκαδίοις οικίας του, κατά το έτος 1816, την δε κεφαλήν του έφερον οι φονείς εις Τριπολιτσάν εκτεθείσαν εις την χλεύην και την περιφρόνησιν των θεατών. Τοιούτω τω τρόπω η φατρία του Λόντου εξεδικήθη…» 38 Πώς καθοριζόταν η φορολογία Οι πελοποννήσιοι ηδυνήθησαν τέλος να κερδήσωσιν έτι σπουδαιότερον προνόμιον εν τη αυτοδιοικήσει, όπερ τα μάλα συνετέλεσεν εις την τελειοτέραν μεν ανάπτυξιν της καθόλου αυτοδιοικήσεως, εις περιορισμόν δε των παρεκτροπών των υπαλλήλων της αρχούσης φυλής. Ούτω δις του έτους καθ’ ορισμένας εποχάς συνήρχοντο πανταχόθεν της Πελοποννήσου οι κοτζαμπασήδες ή επαρχιακοί προεστώτες εν τη πρωτεουούση αυτής, συγκροτούντες συνέλευσίν τινα παρά τω πασσά, καθήκον έχουσαν ιδίως την δικαίαν των φόρων κατ’ επαρχίας επινέμησιν. Η επινέμησις αύτη συγκεφαλαιουμένων των μέχρι τούδε λεχθέντων, εγίνετο ως εξής: Πρώτον μεν ωρίζοντο τη συμπράξει της οθωμανικής αρχής αι του πασσαλικίου δαπάναι, είτα δε οι προεστώτες μόνοι κατά κανόνας, ούς αυτοί έθετον επί τη βάσει του αριθμού και των εισοδημάτων των επαρχιών, ώριζον την αναλογίαν, ήν εκάστη τούτων ώφειλε να συνεισφέρη προς κάλυψιν του ποσού εκείνου, ήτοι του εις την τουρκικήν αρχήν παραδοτέου. Εις το ποσόν τούτο, επανερχόμενοι οι προεστώτες εις τας επαρχίας αυτών, προσέθετον τότε, τη συμπράξει της επαρχιακής συνελεύσεως, και τα δια τας χρείας της επαρχια-

Γιάννη Βλαχογιάννη, «Κλέφτες του Μοριά: Μελέτη ιστορική από νέες πηγές βγαλμένη 1715-1820», σελ. 181-182. 38

37


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

κής αυτοδιοικήσεως αναγκαιούντα χρηματικά ποσά διανέμοντες το ολικόν ποσόν εις τας κατά μέρος κοινότητας. Τούτων πάλιν οι δημογέροντες, προστιθέντες και τα δια τας κοινοτικάς ανάγκας απαιτούμενα, ώριζον τον παρ’ εκάστης οικογενείας οφειλόμενον φόρον και έρανον, ώστε ουδείς οιασδήποτε τάξεως να μένη αφορολόγητος.39 Η πραγματικότητα είναι ακόμα χειρότερη από την απλή περιγραφή του Μοσχοβάκη. Σε κάθε στάδιο της διαδικασίας του καθορισμού των φόρων (από το συμβούλιο των εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης όλου του Πασαλικιού του Μοριά μέχρι και τους επαρχιακούς προεστούς που κατάρτιζαν το φορολογικό κατάστιχο του κάθε «καζά») οι συμμετέχοντες στις «επιτροπές» προσπαθούσαν να φουσκώσουν τους φόρους έτσι ώστε να αποκομίσουν και αυτοί κέρδη. Προσθέτουμε στα παραπάνω και τα «πεσκέσια» στους Τούρκους αξιωματούχους που επέβλεπαν την διαδικασία και επικύρωναν τα φορολογικά κατάστιχα. Όλες οι παραπάνω επιπλέον επιβαρύνσεις μετακυλίονταν από τους από πάνω στους από κάτω, με αποτέλεσμα στο τέλος να επιβαρύνονται με αυτές εξ ολοκλήρου οι αγρότες και ο λαός και να μην μένει σχεδόν τίποτα από την παραγωγή μιας ολόκληρης χρονιάς στους αγρότες: Ο κύριος, παραδείγματος χάριν, δίδει τον σπόρον του γεωργού, ο οποίος, αφού δουλεύση μαζί με την συμβίαν του και τέκνα του δι’ όλον τον χρόνον, αφού, λέγω, αφανίση τα βόδια του και καταχαλάση τα εργαλεία του, συνάζει, τέλος πάντων, τον καρπόν, -και πολλάκις η φύσις δεν ανταποκρίνεται δικαίως εις τους κόπους του- τον οποίον ας υποθέσωμεν ως 10. Ευθύς ο κύριος του χωραφίου λαμβάνει τα 2/3, και μένουσι 3 1/3. Ο επιστάτης του χωρίου, ή μάλλον ειπείν ο φανερός κλέπτης, αρπάζει άλλο έν, και μένουν 2 1/3. Ο κύριος του χωραφίου λαμβάνει δια τον σπόρον 1/3 και ούτως μένουν του γεωργού μόνον 2, από τα οποία έχει να ζωοτραφή και να ενδυθή αυτός και η φαμιλία του. Τοιαύτη περιγραφή πρέπει να κινήσῃ εις σπλάγχνος τας πλέον σκληράς καρδίας, και κάθε Έλλην πρέπει να κλαύση εις την ανάγνωσίν της.40 39 40

Μοσχοβάκη, «Το εν Ελλάδι Δημόσιον Δίκαιον επί Τουρκοκρατίας», σελ. 90. Ανωνύμου «Ελληνική Νομαρχία», σελ. 87.

38


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Στην παραπάνω άθλια κατάσταση πρέπει να προσθέσουμε ότι λόγω και του τρόπου με τον οποίον γινόταν η είσπραξη του φόρου από τους επίσημους φοροεισπράχτορες των Τούρκων, τους κοτζαμπάσηδες, την Εκκλησία αλλά και τους μουσουλμάνους ενοικιαστές των φόρων ολόκληρων περιοχών («Σπαχήδες»), δεν υπήρχε κανένα κίνητρο στον απλό αγρότη να επιδιώξει μέσω της αύξησης της παραγωγής την καλυτέρευση της θέσης του: Ο αγροτικός πληθυσμός της Ελλάδος, όπως και πανταχού εν τη Ανατολή, από του Αδρία μέχρι του Κόλπου της Βεγγάλης, ήτο παγίως προσκολλημένος εις στάσιμον κατάστασιν φορολογικών νόμων. Ήτο αναγκασμένος να εργάζηται την γην, και να συγκομίζη εις το θέρος, σύμφωνα με κανονισμούς κατασκευασμένους όπως προστατεύωσι τας προσόδους του κυριάρχου, όχι όπως ενθαρρύνωσι και αμείβωσι τον κόπον του γεωργού. Ο κυρίαρχος εδικαιούτο να λαμβάνη το δέκατον των καρπών του εδάφους, και αφ’ ής στιγμής ο αμητός ήρχιζε να ωριμάζη, εκείνος εγίνετο συνιδιοκτήτης του όλου. Η ιδιοκτησία του καλλιεργητού εις τα εννέα δέκατα της συγκομιδής εθεωρείτο από της στιγμής εκείνης ως ζήτημα υποκείμενον εις την διάταξιν την αφορώσαν την διάθεσιν της δεκάτης, ήτις ανήκεν εις τον κυρίαρχον. Φιλόπονος αγρότης σπανίως θα ηδύνατο να δρέψη κέρδος τι δια πρωΐμου συγκομιδής, ή δια βελτιώσεως της ποιότητος του προϊόντος του, διότι ο ενοικιαστής των δεκάτων εμίγνυεν ομού όλας τας ποιότητας, και ήτο εν γένει ο πρώτος έμπορος του προϊόντος ανά το διαμέρισμα. Ούτε υπερέχουσα δεξιότης ούτε αύξησις κόπων θα ηδύνατο, τούτων ούτως εχόντων, να επισύρη ανωτέραν τιμήν, αφού αι αγοραί απείχον μακράν, και δρόμοι δεν υπήρχον. 41 Επληρώνετο δε [η φορολογία] εις είδος εν καιρώ της συγκομιδής. Έν μέρος ελαμβάνετο εκ του σωρού. Ο πληθυσμός ήτο αραιός, και όλα τα προϊόντα παρήγοντο εν αφθονία. Δια τούτο, εν καιρώ συγκομιδής η τιμή ήτο πάντοτε χαμηλή. Οι ενοικιασταί των φόρων ήσαν συνήθως προύχοντες και μεγάλοι γαιοκτήμονες. Και είτε Τούρκοι είτε Έλληνες ήσαν, είχον κατ’

41

Finlay, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α΄, σελ. 57.

39


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ουσίαν μονοπώλιον εν τη αγορά. Οι έμποροι εύρισκον επικερδέστερον να συμφωνώσι τας τιμάς μ’ εκείνους οίτινες ηδύναντο να προμηθεύσωσιν ολόκληρον καραβοφόρτωμα ή να συλλέγωσι μικράς ποσότητας λιανικώς, έστω και αντί μικροτέρας τιμής, αλλά με τον κίνδυνον να μη εύρωσιν επαρκή μέσα μεταφοράς εις τον λιμένα της φορτώσεως, και να μη δυνηθώσι να συμπληρώσωσιν έν φορτίον εντός της διορίας.42 Ο χριστιανός ή ο Τούρκος φεουδάρχης δεν είχε κανένα όφελος να πιέσει τους ζευγίτες του καλλιεργητές να σπέρνουν για λογαριασμό του αφεντικού τους περισσότερο γέννημα, ούτε πάλι ο Σπαχής είχε συμφέρο ν’ αυξήσει το ποσοστό του φόρου γιατί και στην μια και στην άλλη περίπτωση αν σύναζε περισσότερο απ’ ό, τι χρειαζότανε δε θάχε τι να το κάνει και τα γεννήματα θα σαπίζανε στις αποθήκες του. Ζήτηση από γεωργικά προϊόντα παρουσιαζότανε μοναχά σε εποχές αφορίας, σιτοδείας κλπ. Η Τουρκία ήταν μια απέραντη γεωργική επαρχία με τη διαφορά πως τα γεωργικά προϊόντα προορίζονταν για την εσωτερική κατανάλωση κ’ όχι για εξαγωγή. [...] Αυτές είναι οι βαθύτερες αιτίες που παρουσιάζουν τους “βαρβάρους” Τούρκους φεουδάρχες ημερώτερους από τους “πολιτισμένους Ευρωπαίους”. 43 Δυσβάσταχτοι για το λαό οι φόροι Οι «ραγιάδες» είχαν απόλυτη επίγνωση του ποιος ευθυνόταν για την βαριά φορολογία που τους τυραννούσε: Οι Έλληνες επί τουρκοκρατίας εδόξαζον μετά βεβαιότητος, ότι όλοι οι αφόρητοι και τρομεροί εκείνοι φόροι εδίδοντο από τους λαούς κατ’ απόφασιν και θέλησιν των προεστώτων, όσοι εφυλακίζοντο πληρώνοντες και βαρύτατα πρόστιμα εφαντάζοντο, ότι εκ των ρηθέντων επήγαζον. 44

Finlay, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α΄, σελ. 69-71. Γιάννη Κορδάτου «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», τομ. Α΄, σελ. 144. 44 Αμβροσίου Φραντζή, «Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος», Τομ. Δ΄, σελ. 209. 42 43

40


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Την ίδια ώρα όμως οι επίσημοι εκπρόσωποί τους στα κοινοτικά συμβούλια σιωπούσαν, υπό τον φόβο των διωγμών από τους Τούρκους και τους αντιπάλους τους κοτζαμπάσηδες: Περί δε των καταχρηστικώς και κεκαλυμμένως εις ταύτα [ενν. τα φορολογικά κατάστιχα] εγγραφομένων και προστιθεμένων ουδείς και γνωρίζων ετόλμα να λάβη θέσιν αντιπολιτεύσεως, να κάμη παρατηρήσεις ή αποκαλύψη τι, αποφεύγων την αναπόφευκτον δια τούτο προγραφήν και καταδρομήν, επί δε των σπουδαιοτέρων και τα υψηλότερα αφορώντων πρόσωπα, εάν ο φιλονεικήσας και ψέξας τυχόν τι δεν επρόφθανε να γίνη αυτοεξόριστος, εγίνετο ανάρπαστος, ερρίπτετο εις τας φυλακάς, κατετρέχετο και επί διαφόροις συκοφαντίαις ετιμωρείτο, εζημιούτο και επτωχύνετο, έστιν ότε δε και της ζωής εστερείτο. Διότι τότε η αντιπολίτευσις εσήμαινε κίνδυνον περί των όλων. […] Οι δε φρονιμώτεροι, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενοι, σιωπηρώς την κεφαλήν κατένευον μόνον. Παρηγόρουν δε και τον λαόν φρονίμως, και τους ώμους υψούντες με τον δάκτυλον επί χειλέων, ως ο Αρποκράτης, εις ησυχίαν προέτρεπον, δεν έμενον εν τούτοις το καθ’ εαυτούς και αμέριμνοι, αλλ’ επροστάτευον και περιέθαλπον μυστικώς, εμμέσως τε και πλαγίως και τους αρματωλούς, ως φόβητρον κατά των Τούρκων, φιλίας, και συνεννοήσεις μετ’ αυτών έχοντες. 45 Τα γραφόμενα του Οικονόμου επιβεβαιώνει και ο Άγγλος Trullet, ο οποίος επικρίνει τους προεστούς, γιατί επαυξάνουν τις εισφορές των κατοίκων και καρπώνονται ένα μέρος από τους φόρους, αφού «έχουν εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της εξουσίας και δεν λογοδοτούν διόλου στους φορολογουμένους. Τα ραβδιά είναι πάντοτε θυμωμένα και οι φυλακές ανοιχτές για κείνους που θα αποτολμούσαν να ζητήσουν λογοδοσία ή να αρνηθούν την καταβολή των αυθαίρετων επιβαρύνσεων. (Κυρ. Σιμόπουλου, Ξένοι περιηγητές στην Ελλάδα, τ. Γ2, σ. 117). 46

Οικονόμου «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», σελ.26. Αθανασίου Θ. Φωτόπουλου, «Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία (1716-1821)», σελ. 171. 45

46

41


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Στους φτωχούς αγρότες λοιπόν δεν έμεναν πολλά περιθώρια. Η μία επιλογή που είχαν ήταν να ξεσπιτώνονται, να παρατάνε τα χωριά και τα χωράφια τους και να μετοικούν σε μεγάλα τσιφλίκια μακριά από τις ρίζες τους. Αυτή η πρακτική, που οδήγησε στην ερήμωση ολόκληρων χωριών, τρομοκράτησε τους κοτζαμπάσηδες: έβλεπαν τους φόρους του καζά να μένουν στα ίδια υψηλά ποσά, αλλά να μην έχουν στη διάθεσή τους αγρότες να τους ξεζουμίσουν για να μπορέσουν να πληρώσουν στον τούρκο πασά το ποσό που περίμενε από αυτούς. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της αντίδρασης των κοτζαμπάσηδων της Βοστίτσας όταν μετοίκησαν όλοι οι κάτοικοι του Γεληνίου σε ζευγολατιά της Κορίνθου: Την ευγενίαν της ταπεινώς προσκυνώ. Λαμβάνοντας το γράμμα σας αμέσως εμίσευσα δια γελήνι. Και από γελήνη επήγα εις Κόρυνθον, επεριπάτησα από τόπον εις τόπον, και εύρηκα και τους ραγιάδες του γεληνίου και τους ομίλησα πολλά, εκείνα οπού έκαμναν χρεία, και δεν εισακούσθηκα κοντά του, αυτοί λέγωντάς μου, ότι δεν υποφέρνομαι τόσον μεζήλι οπού μας ρίχνετε, και αν δεν μαζοχθούν και οι χωριανοί μας οπού είναι εις την κόρυνθον εμείς, είκοσι στραβοί οπού ανεμίναμεν πως θα δυνηθώμεν δια να αποκριθούμεν δέκα έξ χιλιάδες γρόσια, και χωριστά το μουκαντέμ μπόρεζι οπού χρεωστούμεν λέγωντάς μου και άλλα πολλά. φεύγοντας από αυτούς επήγα μέσα εις κόρυνθον και επήρα τον κυρ αντρίκο, και επήγα εις τον επίτροπον ημπραήμ μπελίμπασιν του μπε εφένδη μας, και του επαράστησα το χάλε της Βοστίτζας, οπού το γελήνι αν δεν γυρίση οπίσω περσάνη γίνεται το βιλαέτι μας. και να μην κάμη καμπούλι ο μπέ εφένδης και η ενδοξότης του να χαλάση της βοστίτζας το βιλαέτι εις τας ημέρας τους. Η ενδοξότης του με απεκρίθη ότι ντόστουμ’ πάρτε τους ραγιάδες σας. γυριζάμενοι εις τους τόπους οπού τους ηξεύραμεν δεν τους ηύραμεν. άλλαξαν τον τόπον και επήγαν εις άλλα ζευγαλατεία και άλλοι εις λόγκους. κυρ ανδρέα δια το μπουγιουρτί οπού μας μου έγραφες δεν μου το έδωκαν. μόνον τον ντεσχερέ του μπέ εφένδη μας μου έδωκαν, λέγοντάς μου ότι το έχασαν το μπουγιουρτί, πλην άλλο δεν εκατάλαβα ότι η κόρυνθο με απόφασί της δεν 42


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

τους διώχνει από τον τόπον της. και αν τους έδιωχνεν η κόρυνθον και να τους παρηγορήσωμεν και εμείς εκείνο οπού δυνόμαστε ίσως και κάμομεν δουλειά και έλθουν οπίσω εις τα ερμαδιακά τους, ότι αν ριζώσουν εις τα εκεί και γλυκαθούν δύσκολον είναι να ματαγυρίσουν οποίσω. Εμείς από εδό μαζύ με τους λοιπούς τους εγράψαμεν οπίσω οπού να πάνε δύω άνθρωποι χωριανοί τους να τους ομιλήσουν και να τους παρηγορήσουν, λέγωντάς τους ότι θέλει τους βοηθίσωμεν, και προσμένομεν και αυτή την απόκρισιν από αυτούς. η κακή μου τύχη οπού δεν ευρέθης εδώ, είναι φανεροί ότι όσα και αν τους γράψωμεν εμείς από εδό δεν μας πιστεύουν ωσάν οπού έχουν πίστη εις την ευγενία σου. και αν μογάρετε και το εύρετε εύλογον κάμετε ένα γράμμα προς τους γεληνιότας ίσως και μαζοχθούν δια να θρέψουν, δια να μην χάσωμεν το μετάξι τους. ότι αφού χαθή το μετάξι τους, ότι βοήθια και αν τους κάμωμεν ναφιλέ πηγαίνει. Ταύτα και ξαναπροσκυνώντας σας. 1818: Απριλίου: 8: Βοστίτζα Εις τους ορισμούς σας πρόθυμος Αγγελής Μελετόπουλος Τω Ευγενεστάτω Άρχοντι κυρίω κω Ανδρέα λόντω προεστώ του καζά βοστίτσης προσκυνητώς Εις Τριπολιτζά. 47 Σε άλλη παρόμοια περίπτωση οι κοτζαμπάσηδες φανερώνουν στην αλληλογραφία τους τους φόβους τους για τις αναταραχές που μπορούν να επιφέρουν αυτές οι μετακινήσεις. Την ευγενείαν σας αδελφικώς ασπάζομαι. [..] Προσέτι σας ειδοποιώ ότι εκ της γενικής δυστυχίας του καζά μας άρχισαν να διασκορπίζωνται τα χωρία του, καθώς οι τζιβλιώται 48 εξ ών απέρασαν 15: φαμελίαι και κατώκησαν εις διακοπτόν, και εκ τούτου σκοπεύουν και οι λοιποί μένοντες να αποδημήσωσιν. διό και σας παρακαλώ να ομηλήσετε

«Ιστορικόν Αρχείον του Στρατηγού Ανδρέου Λόντου», τομ. Α΄, σελ. 10-11. Κάτοικοι του χωριού Τσιβλός, κοντά στη Ζαρούχλα Αχαΐας. Σήμερα το χωριό αυτό δεν υπάρχει: το 1913, μετά από κατολίσθηση, η λεκάνη στην οποία βρισκόταν πλημμύρισε από τα νερά του ποταμού Κράθη, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια λίμνη, που κάλυψε το χωριό. 47

48

43


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

μετά του αγά βοϊβονδά σας, και να εκδοθή ένας τεμπήχι μουρασελές στέλλωντας και ένα σεϊμένην εις το διακοπτόν διά να τους ευγάλη εκείθεν και να επιστρέψωσιν οπίσω εις το χωρίον τους, και ώντας εύελπις εις τούτο δεν εκτείνομαι, αλλ’ ελπίζω να επιτύχω της παρακλήσεώς μου, αν όμως και υπεναντίας δεν συμβή τούτο, ανάγκη πάσα να γένη ιλάμι δι’ αυτούς τους φυγάδας και να σταλή εις τριπολιτζάν διά να ξεδοθή πουγιουρλδί με μουπασίρην κατ’ αυτών καθ’ ότι γίνονται ένα παράδειγμα και εις τα λοιπά χωρία του καζάμας οι τοιούτοι, και τότε ακολουθεί περσιανιλίκι [ανταρσία, αναρχία] […]. Τη 16: οκτωμ: καλ: Εις τους ορισμούς Σας και αδελφός Σας Σωτήριος Χαραλάμπης 49 Η δεύτερη εναλλακτική που είχαν όσοι αδυνατούσαν να πληρώσουν τους φόρους τους και έχαναν τις μικρές τους ιδιοκτησίες, δεν ήταν άλλη από το κλαρί, όπως μας λέει και ο κληρικός Αμβρόσιος Φραντζής: [Ό]στις δεν εδύνατο να οικονομήση τους φόρους της εξουσίας, καθώς και πάς άλλος παραπονεμένος, ή φονεύς, ή πράξας άλλο τι εναντίον της δικαιοσύνης και των καθεστώτων, κατέφευγε και συνηνώνετο μετά των Κλεπτών.50 Στο συγκεκριμένο θέμα, των Κλεφτών και της αντιμετώπισής τους, θα επιστρέψουμε λίγο πιο κάτω. Οι τοκογλύφοι Ακούγοντας αυτόν τον όρο, ή τον όρο «τραπεζίτες» που επίσης χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τους συγκεκριμένους ανθρώπους, δεν πρέπει να πηγαίνει ο νους μας στους τραπεζίτες που εμφανίστηκαν στα τέλη του μεσαίωνα στην Ευρώπη (Ολλανδία, Αγγλία, Βενετία κλπ) και στη συνέχεια εξελίχθηκαν στο τραπεζικό σύστημα που γνωρίζουμε. Ελλείψει οργανωμένης αστικής τάξης, μεγαλεμπόρων, μεγαλοβιοτεχνών κλπ –ειδικά στο Μοριά- δεν υπήρχε ανάγκη για χρηματοδότηση επενδύσεων, υπερπόντιων εμπορικών

49 50

Ιστορικόν Αρχείον Ανδρέου Λόντου, τομ. Α΄, σελ. 209-210. Φραντζή, «Επιτομή της Ιστορίας κλπ», τομ. Α΄, σελ. 40.

44


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

μεταφορών και ταξιδιών κλπ. Οι κοτζαμπασήδες όσα χρήματα σκορπούσαν παρά πάνω από αυτά π��υ κέρδιζαν από την αγροτική παραγωγή των τσιφλικιών τους και από την υπερφορολόγηση των ραγιάδων, όπως είδαμε νωρίτερα για τα έξοδα στα οποία προέβαιναν στα πλαίσια των πολιτικών τους αντιπαραθέσεων (π.χ. για να καλοπιάσουν τους σουλτάνους και τους πασάδες) τα ενέτασσαν στα φορολογικά κατάστιχα και έτσι και αυτό το βάρος μετακυλιόταν στους αγρότες. Δεν πραγματοποιούσαν καμία επένδυση π.χ. για να εμπλουτίσουν και να αυξήσουν την παραγωγή των χωραφιών τους, ενώ ήσαν και πολύ δισταχτικοί στο να προβαίνουν οι ίδιοι σε συστάσεις εμπορικών εταιρειών για να προωθούν τα προϊόντα τους στις αγορές. Από την άλλη μεριά, οι αγρότες –ειδικά αυτοί που είχαν στην ιδιοκτησία τους μικρά κτηματάκια- οι οποίοι έτσι κι αλλιώς βρίσκονταν στη χειρότερη θέση, βρίσκονταν σχεδόν συνεχώς στην ανάγκη χρημάτων: Από τη φορολογία δεν τους περίσσευε σχεδόν τίποτα, παρά μόνο τα στοιχειώδη για να ζήσουν, με αποτέλεσμα να προβαίνουν σε έξοδα για να αγοράσουν καρπό, ζωοτροφές κλπ. Και αν συνέβαινε και καμία καταστροφή της παραγωγής λόγω του καιρού, τότε βυθίζονταν στην απελπισία και στην ανέχεια. Ταυτόχρονα, ήταν αναγκασμένοι να συμμετέχουν οι ίδιοι τόσο με χρήματα όσο και με προσωπική εργασία στην κατασκευή έργων υποδομής (δρόμοι, γεφύρια, πηγάδια κλπ), που γίνονταν με επιμέλεια των κατά τόπους κοινοτήτων, μιας και το κεντρικό κράτος αδιαφορούσε. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αυτοί που βρίσκονταν πιο συχνά στην ανάγκη μετρητών για λόγους επιβίωσης ήσαν οι αγρότες –χωρίς βέβαια να αποκλείονται και οι μεμονωμένες περιπτώσεις να προέβησαν σε δανεισμό από τοκογλύφους για να καλύψουν προσωπικά τους έξοδα (π.χ. αγορές νέων χωραφιών κλπ) και εκπρόσωποι της τάξης των κοτζαμπασήδων. Σίγουρα βέβαια οι συγκεκριμένοι προτιμούσαν έναν πιο ανέξοδο τρόπο για να επεκτείνουν τα τσιφλίκια τους: Μετά τα Ορλωφικά και παρά τα γεγονότα που ταλάνισαν τον λαό του Πελοποννήσου, παρατηρείται τάση των μεγαλογαιοκτημόνων, μεταξύ των οποίων υπήρχαν προεστοί, να σχηματίζουν μεγάλες γαιοκτησίες. Η ανάπτυξη του εμπορίου κατέστησε επικερδείς τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις και επέβαλε 45


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

τις μονοκαλλιέργειες. Το τσιφλίκι γίνεται πλέον εμπορική επιχείρηση και υπόκειται στις ανάγκες της αγοράς. Όμως προς το τέλος του 18ου αιώνα, παράλληλα με την πτώση των τιμών των προϊόντων, παρατηρείται καταστροφή της μικρής ιδιοκτησίας και ενίσχυση των μεγάλων ιδιοκτησιών. Τα αίτια και τον τρόπο του σχηματισμού μεγάλων ιδιοκτησιών πρέπει ν’ αναζητήσουμε, εκτός από την εμπορευματοποίηση της παραγωγής, και προς άλλες κατευθύνσεις. Η κάθοδος των Αλβανών για την κατάπνιξη της επανάστασης δημιούργησε στον τόπο κλίμα ανασφάλειας, οπότε σημειώθηκαν μεταναστεύσεις και ως εκ τούτου πολλά κτήματα έμειναν χέρσα. Η αδυναμία πληρωμής των φόρων οδήγησε τους ελεύθερους καλλιεργητές στον δανεισμό και την υποθήκευση της γης τους, η οποία με διάφορες μεθοδεύσεις κατέληξε στην ιδιοκτησία ισχυρών προσώπων, Ελλήνων ή Τούρκων. 51 Οι κοτζαμπάσηδες δεν συγκέντρωναν στα χέρια τους τις ιδιοκτησίες των μικροκαλλιεργητών δανείζοντάς τους απ’ ευθείας χρήματα, αλλά με τον παρακάτω τρόπο: Όπως είδαμε νωρίτερα η φορολογία κατανεμόταν στους καζάδες, στις κοινότητες, και όχι ατομικά στους κατοίκους. Οι τασιλταραίοι του Οθωμανού, οι φοροεισπράχτορές του, είχαν απαίτηση να πηγαίνουν στα χωριά και να παραλαμβάνουν τα σακιά και τους παράδες που έγραφαν τα κατάστιχά τους. Όταν οι χωρικοί δεν μπορούσαν να τα συγκεντρώσουν, κατέφευγαν στους τοκογλύφους. Αυτοί κατέφθαναν με παράδες και έφευγαν έχοντας στα χέρια τους γραμμάτια, υπογεγραμμένα όμως όχι από τους αγρότες, αλλά από τα μέλη των κοινοτικών συμβουλίων, από τους κοτζαμπάσηδες, οι οποίοι υπέγραφαν ως εκπρόσωποι του κάθε καζά. Όταν ερχόταν η ώρα της πληρωμής των γραμματίων οι τοκογλύφοι απευθύνονταν στους κοτζαμπάσηδες και αυτοί είτε τους ικανοποιούσαν, είτε ανανέωναν τα γραμμάτια για μια μεταγενέστερη ημερομηνία. Ανεξάρτητα όμως από το πότε και πώς θα ξεπλήρωναν τους τοκογλύφους, οι κοτζαμπασήδες έσφιγγαν τη θηλιά στο λαιμό των αγροτών όλο το χρόνο, για να τους ξεζουμίσουν

51

Φωτόπουλου «Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κλπ», σελ. 189.

46


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

και να βγάλουν από αυτούς όχι μόνο το ποσό για το οποίο είχαν υπογράψει, αλλά και το κατιτίς τους. Ένας άλλος λόγος για να έχει στα χέρια του ένας τοκογλύφος γραμμάτια με την υπογραφή κάποιου κοτζαμπάση ήταν ο εξής: όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα -Έλληνες κοτζαμπάσηδες και Τούρκοι αξιωματούχοι («Σπαχήδες»)- «ενοικίαζαν» τους φόρους ολόκληρων επαρχιών και καζάδων: Δεσμεύονταν απέναντι στον πασά και την Οθωμανική διοίκηση ότι θα πλήρωναν αυτοί το φόρο που αναλογούσε στην επαρχία της οποίας τους φόρους νοίκιασαν (αρκετές φορές προκαταβάλλοντάς τον όλο ή ένα μεγάλο μέρος του –προσφεύγοντας στον δανεισμό από τους τοκογλύφους), και μετά αυτοί εισέπρατταν από τους ραγιάδες όχι μόνο όσα κατέβαλλαν στους Τούρκους αλλά και αρκετά παραπάνω. Τα κέρδη τους αυξάνονταν και από το γεγονός ότι οι έμποροι και οι καραβοκύρηδες προτιμούσαν να συναλλάσσονται με όσους μπορούσαν να τους προσφέρουν ολοκληρωμένα φορτώματα πλοίων. Έτσι, έχοντας «νοικιάσει» το φόρο είχαν τη δυνατότητα να παρέχουν στους εμπόρους που περίμεναν στα μεγάλα λιμάνια την παραγωγή των χωραφιών ολόκληρων επαρχιών και όχι την παραγωγή μόνο των δικών τους εκτάσεων –ελλείψει κι όλας αγροτικών συνεταιρισμών. Αυτή βέβαια η πρακτική, της ενοικίασης των φόρων ολόκληρων επαρχιών και καζάδων, αύξανε την ευθύνη των συγκεκριμένων τσιφλικάδων απέναντι στον Τούρκο πασά και το Σουλτάνο: Αυτόν δεν τον ενδιέφερε ούτε η ποιότητα του καρπού που θα παρήγαγε η γη κάθε επαρχίας ούτε αν οι εισπράχτορές του θα παίρνανε τα σακιά και τα χρήματα που απαιτούντο από έναν ή περισσότερους ραγιάδες. Αξίζει μάλιστα να σημειώσουμε ότι ακριβώς λόγω της φύσης των χρεών που δημιουργούνταν από τις κοινότητες και τους κοτζαμπασήδες, αρκετές φορές οι τοκογλύφοι βρίσκονταν να είναι ουσιαστικά αυτοί σπαήδες, υπενοικιαστές φόρων ολόκληρων χωριών, μιας και αδυνατώντας οι κοτζαμπασήδες να τους αποπληρώσουν κάποιο δανεισμό, τους μεταβίβαζαν τα φοροεισπραχτικά δικαιώματα που είχαν. Όπως και νά ‘χει, οι τοκογλύφοι γίνονταν πολύ πιεστικοί όταν επρόκειτο να απαιτήσουν την επιστροφή των χρημάτων που είχαν 47


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

δανείσει στους κοτζαμπάσηδες. Ας δούμε εδώ χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε ανάμεσα στους κοτζαμπάσηδες της Βοστίτσας και τον Βυτινιώτη τοκογλύφο Νικόλαο Ταμπακόπουλο. Κατ’ αρχάς, έχουμε μια «κοινή» χρεωστική ομολογία όλων των κοτζαμπάσηδων της Βοστίτσας προς τον τοκογλύφο. Δηλαδή με την εγγύηση των εκλεγμένων κοτζαμπασήδων, οι κάτοικοι του καζά της Βοστίτσας δανείστηκαν ρευστά από τον Ταμπακόπουλο για να πληρώσουν τους φόρους τους προς την Οθωμανική Διοίκηση: 1818: σεπτεμβρίου αη: Βοστίτζα. δια της παρούσας μας κοινής ομολογίας φανερόνομεν και ομολογούμεν ημείς οι γέροντες του καζά βοστίτζης χώρας τε και χωρίων, ότι ελάβομεν δανεικώς δια χρείαν του καζά μας παρά του κυρ Νικολάου ταμπακοπούλου γρόσια χιλιάδες οκτώ οκτακόσια δεκαοκτώ, και παράδες είκοσι, ήτοι: Ν: γρ: χιλιάδες: 8818: 20: τα οποία υποσχόμεθα να του τα δώσωμεν εις τας αρχάς του ελευσομένου σεπτεμβρίου, μαζί με το διάφορόν τους προς τριάντα τα 100 τον χρόνον, χωρίς λόγον προφάσεως, και ούτως εδώκαμεν την παρούσαν μας εις χείρας της ευγενείας του δια ασφάλειαν. ανδρέας λόντος βεβαιώ. κωνσταντίνος δημητρίου βεβαιώ. Αγγελής μελετόπουλος βεβαιώ. Αναγνώστης χαραλάμπης βεβαιώ. Σπυρίδων χαραλάμπης βεβαιώ. αναγνώστης ανδριόπλος βεβεώ. Πανάγος Χρυσανθ: βεκίλης του καζά βεβαιώ. 52 Τις περισσότερες φορές αυτές οι κοινές ομολογίες ήσαν προκάλυμμα ατομικών δανεισμών του σπουδαιότερου κοτζαμπάση του κάθε τόπου –εν προκειμένω, του Αντρέα Λόντου. Γι’ αυτό το λόγο και ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος αρχίζει να απαιτεί πιεστικά την επιστροφή των χρημάτων του από τον Αντρέα

Όλες οι επιστολές του Ταμπακόπουλου προς τον Λόντο στο: «Ιστορικόν Αρχείον του Στρατηγού Ανδρέου Λόντου», τομ. Α΄, σελ. 22-23, 238-239, 241-243, 245-246, 248-249, 251, 255-256 και 259. 52

48


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Λόντο και όχι τους άλλους κοτζαμπάσηδες, ομολογώντας στα γράμματά του ότι τα χρέη προς αυτόν προέρχονταν όχι μόνο από την παραπάνω «κοινή ομολογία», αλλά και από άλλες ατομικές του Λόντου: Επιστολή της 15/09/1819: «[…] είνε περιττόν δια να Σας παρακαλέσω να μου στείλετε τα γρόσια τα της ομολογίας Σας κοινής και μερικής. και τα της πούσουλας. και αν μου στείλετε πόλιτζαν. η οποία να γίνη εις ορδινείαν μου και με διορίαν ή δυνατόν ημερόν 11: δια να ημπορέσω να την πουλίσω ευκόλως και εγώ και με κάθε πρώτον περιμένο ή την πόλιτζαν ή τα μετριτά. […]» Επιστολή της 24/09/1819: «[…] δια μέσον του ευγενεστάτου αδελφού κυρ ανδρέα ζαΐμη Σας έγραφον και Σας έστελνα και την πούσουλαν καζά Σας ως η διαταγί Σας. και Σας επαρακαλούσα δια να μου στείλετε και τα γρόσια της κοινής Σας και μερικής ομολογίας. και έος ώρας με το να μην μου τα εστείλατε αλλά και ευγενές γράμμα Σας υστερούμαι. Έρχομαι δια του παρόντος μου να εροτίσω πρώτον δια την αγαθίν μοι υγιείαν Σας, και έπειτα να Σας παρακαλέσω και να Σας το αναενθιμίσο οπού να φροντίσιτε να μου ��α στείλετε με κάθε πρώτον. τόσον τα των ομολογιών Σας, ωσαν και τα του χαβαλέ μωρέως, αν Σας σταθί δυνατόν δια να μου σταλθουν και αυτά, κατά το παρόν με το να ευρέθιν σικλιτισμένος δι’ αυτό Σας αναπαρακαλώ οπού να μου τα προφθάσιτε. […]» Επιστολή της 13/12/1819: «[…]Σας επροσκαλούσα δια να μου προφτάστε και τα γρόσια της κοινής Σας ομολογίας και μερικίς Σας. ομοίως και τα της πούσουλας. οπού ή εις μετριτά να μου τα στείλετε έως ώρας αλλά και απόκρισίν Σας υστερούμαι. και όντας να ευρίσκομαι πολλά στενοχοριμένος, εβιάσθιν και Σας στέλνο τον παρόντα πεζόν επήτιδες και παρακαλώ τον αδελφόν οπού αν από άλλαις φροντίδες τοπικάς Σας δεν εφροντίσατε δια να κάμετε την οικονομίαν να φροντίσετε καν ήδη κάμνοντας τα αδύνατα δυνατά δια να μου τα στείλετε αον: ή εις πόλιτζαν ή εις μετριτά και θέλει με υποχρεόσετε μεγάλως. και Σας αναπαρακαλώ μην μουλείψουν έτζι να ζη ο αδελφός. και αν είναι εις πόλιτζαν με τον 49


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

παρόντα πεζόν μου τα στέλνετε όχι και είναι εις μετριτά μου τα στέλνετε με αν[θρωπ]όν Σας. όμως να μην μουλείψουν. όχι και όλα δεν τα οικονομισητε κατά το παρόν (οπού δεν το πιστεύον όταν ήθελε θελείσετε) όσα ημπορέσιτε μοι τα στέλνετε και τα άλλα ας είναι κατόπι. αν θα μου στείλης πολίτζαν να είναι αη: και βα: και ή δυνατόν η διορία με τα 11: ημέρας –είμαι βέβαιος ότι τον πεζόν μπόσικον δεν θα μοι τον στείλετε και δι’ αυτό δεν Σας βαρύνο με περισσοτέρας παρακλήσεις […]» Οι επιστολές συνεχίζουν να φτάνουν σα βροχή στο αρχοντικό του Λόντου, τόσο πιεστικές, που σχεδόν δεν μας πάει η καρδιά να κακολογήσουμε τον κοτζαμπάση όταν αποφεύγει με πολύ χοντρό τρόπο να συναντηθεί με τον τοκογλύφο σε μα επίσκεψή του στην Τριπολιτζά: Επιστολή της 4/10/1820: «[…] Μετά την ερότησην της αγαθής υγιας Σας, και αισίου αρίβου Σας εις ταυτώθι, Σας λέγω το χανετιλήκι Σας οπού εδείξατε εις τον μισευμόν Σας διατί να μην με κάμετε γνωστόν τον καλόν Σας μισευμόν. όχι δια άλλο τι αλλά δια να Σας οιδούμε. εις άλλους οπού δεν τον εκάματε είχετε δίκαιον δι’ ότι Σας εζιτούσαν δια να σας έχουν εδώ δια συνοδίαν τους. εγώ όμως όχι. αλλά ενθιμίσθε οπού Σας είπον ότι ακούοντας τον εαυτόν Σας καλά μισεύσεται και μην δίδεται ακρόασιν εις κανένα, διατί να μην μου το ειπής.» Και αμέσως μετά ο Ταμπακόπουλος συνεχίζει απτόητος το γνώριμο τροπάρι του: «Σας ενθιμίζο να μου στείλης τα ρέστα της πρώτης ομολο:[γίας] οπού είναι δύω χιλιάδες τόσα γρόσια […]». Οι κάποι Είδαμε νωρίτερα ότι η φτώχεια και η ανέχεια δεν ήταν οι μοναδικοί λόγοι που οδηγούσαν τους ραγιάδες στην κλεφτουριά: Η κυριότερη αιτία που πολλοί –κυρίως κτηνοτρόφοι και φτωχοαγρότες- γίνονταν κλέφτες, ήταν η φτώχεια και η ανέ-

50


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

χεια που τους έσπρωχνε στην κλεψιά. Κ’ επειδή όταν ανακαλύφτονταν δεν μπορούσαν να ζήσουν στα χωριά τους, έπαιρναν τα βουνά. Μερικοί όμως έβγαιναν στο κλαρί, γιατί έρχονταν σε αντίθεση με τους κοτζαμπάσηδες και τις τουρκικές αρχές. Οι αγγαρείες, η τοκογλυφία, οι φοροεισπράχτορες, οι άδικες τιμωρίες, ανάγκαζαν όσους δεν μπορούσαν να βαστάξουν τις καταπιέσεις αυτές να βγούνε στο κλαρί. […] “Πολλοί Έλληνες ραγιάδες –γράφει ο Κασομούλης- μη υπομένοντας τας αδικίας των διοικητών Τούρκων, τα βαρειά δοσίματα και τους τυραννικούς Προεστούς, πάντοτε εφοβέριζαν με το σηκώνομαι κλέφτης” (Ενθυμήματα Στρατιωτικά, τ. Γ΄, σ. 25). Επίσης πολλές φορές οι φτωχοαγρότες σε στιγμές αγανάχτησης λέγανε: “Εγώ ραγιάς δε γίνομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω, δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτζαμπασήδες”. Αυτά είναι σωστά, αλλά δεν είναι σωστό πως οι εκδηλώσεις αυτές είχαν ομαδικό και εθνικό χαρακτήρα. 53 Ό, τι και να οδήγησε τον καθένα στο κλαρί, η παρουσία στα βουνά του Μοριά τόσων ενόπλων που αμφισβητούσαν την εξουσία του σουλτάνου και των τούρκων και Ελλήνων αντιπροσώπων του και που επιβίωναν χωρίς να συμβάλλουν στην παραγωγή –το αντίθετο μάλιστα!- ήταν ενοχλητική και έπρεπε να κατασταλεί. Η Οθωμανική διοίκηση επέλεξε για μια ακόμα φορά να μετακυλήσει την ευθύνη στους κοτζαμπάσηδες: τους έδωσε τη δυνατότητα να προσλάβουν ένοπλους με αστυνομικές κυρίως αρμοδιότητες για να χτυπήσουν την κλεφτουριά: Όλους τους Κλέπτας αυτούς από την εποχήν του 1785, και 87, η Οθωμανική εξουσία πάντοτε τους κατεδίωκε με διαφόρους στρατολογίας, αλλ’ ολίγους εξ αυτών συνελάμβανε, τους οποίους και έσφαζεν ευθύς. Ενίοτε εγίνοντο και απάται εκ μέρους τινών εκ των κατά τας εποχάς εκείνας προεστώτων δια να τους δολοφονήσωσι. Κατ’ εξοχήν δε όταν διώριζον

53

175.

Κορδάτου «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», τομ. Α΄: Τουρκοκρατία, σελ.

51


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

τους Κλέπτας, Κάπιδες, ή Κάπους και Καπομπασίδες (φύλακας) δια τους ζωοκλέπτας, και δια κάθε είδος αρπαγής και δυναστείας των μικροτέρων Κλεπτών.54 Όντως, οι Κοτζαμπάσηδες στρατολογούσαν τους Κάπους, αυτούς τους άτυπους αγροφύλακες, από τις τάξεις των Κλεφτών: Εκ δε των ορεινών, οι μάλλον φιλελεύθεροι, διατηρούντες την εις τους Τούρκους ανυποταξίαν, περιεφέροντο ένοπλοι, εις ομάδας συσσωματωμένοι και εις τα ορεινά προφυλαττόμενοι. Οι δε Τούρκοι δια να τους καθησυχάζουν και κατασταίνουν ημέρους και αβλαβείς, διώριζον αυτούς δια των προεστώτων εις την έμμισθον υπηρεσίαν των κάππων, ως τους σωματάρχας ή Καπετανέους, καπομπασίδες Τουρκιστί ωνόμαζον. Ήν δ’ η υπηρεσία των κάππων Αστυνομία τις Διοικητική, κινητή και μεταβατική εκάστη πανταχού της εν ή διωρίζετο επαρχίας. Επαγρυπνούσα να μη γίνη τις κλοπή δια ρήξεως, αναβάσεως ή οπωσδήποτε, ή ζωοκλοπή. Υπεύθυνος ν’ ανακαλύπτη τους τε κλέπτας και τα κλοπιμαία, και ταύτα μεν αποδίδη εις τους κυρίους αυτών, τους δε συλλαμβανομένους κλέπτας εις την αρχήν. Μη κατορθούσα δε, υπόχρεος ήτο ν’ αποζημιή και ικανοποιή τον ζημιωθέντα εκ των ιδίων της αποδοχών. Σπανίως δε τούτο συνέβαινε, της εξιχνιάσεως και ανακαλύψεως δυσκόλως διαφευγούσης την αστυνομίαν αυτήν. Υπηρέται δε της εξουσίας θεωρούμενοι και οι κάπποι, και αυτάς τας των Τούρκων αταξίας περιώριζον θεμιτώς και ενόπλως. Και εις άλλας συνετέλουν υπηρεσίας. Εις δε τας πρωτευούσας, όπου Τούρκοι κατώκουν πολλοί, προς αποφυγήν συγκρούσεως ή άλλου τινός απευκταίου, φρονίμως ποιούντες οι κάπποι και μάλιστα οι καπομπασίδες, δεν εισήρχοντο, θεωρούμενοι ως κλεφτοκαπεταναίοι ανυπότακτοι, διότι, άμα παυόμενοι, «ευθύς το γύριζαν ‘ς το κλέφτικο» ήτοι διήγον ως αρματωλοί ανυπότακτοι. Διό και οι Τούρκοι “ποτέ με καλό ‘μμάτι δεν τους έβλεπον”, κατά τας κοινάς φράσεις. Και ως εκτός του ιδίου αυτών νόμου θεωρουμένους, αείποτε και οπωσδήποτε επεβουλεύοντο

54

Φραντζή, «Επιτομή της Ιστορίας κλπ», τομ. Α΄, σελ. 40.

52


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

αυτούς ως τοιούτους και την εξόντωσίν των επεδίωκον. Τοιούτοι υπήρχον επ’ εσχάτων, προ της επαναστάσεως οι Κολοκοτρωναίοι, Πλαπουταίοι, Πετμεζαίοι και άλλοι, πρότεροι και ύστεροι τούτων, μέχρι της επαναστάσεως. Όθεν αφορμήν τινα λαμβάνοντες κατεδίωκον αυτούς οι Τούρκοι και αυτούς τους χωρικούς ραγιάδες ηνάγκαζον να συνεξέρχωνται μετ’ αυτών εις παγανιαίς, ήτοι περιπολίας, προς καταδίωξιν αυτών ως κλεπτών, αυστηρότατα τιμωρούντες και τους τροφοδοτούντας ή αποκρύπτοντας, ή οπωσδήποτε εφοδιάζοντας, ή υποβοηθούντας αυτούς. 55 Δεν είναι λίγες οι αναφορές για τις πρωτοβουλίες που έλαβαν οι Κοτζαμπάσηδες στο να κυνηγάνε τους Κλέφτες, και όχι πάντα επειδή ενοχλούσαν τους Οθωμανούς, μιας και σε μία τουλάχιστον περίπτωση οι κυνηγημένοι Κλέφτες ήσαν διορισμένοι ως Κάποι: Ο Θ. Κολοκοτρώνης (στην Αυτοβιογρ. σελ. 13) μιλεί για φερμάνι, που είχε φτάσει στον πασσά να εξοντωθή αυτός και οι Πετμεζαίοι, στα 1802. Ένας βόϊβοντας της Πάτρας είχε προκαλέσει το φερμάνι (που θα πη, αφορμή ήταν οι Πετμεζάδες). Ο Θ. Κολοκοτρώνης διηγιέται, περίεργα, πως ο πασσάς κάλεσε τους προύχοντες των δύο επαρχιών Ντεληγιάννη κι’ Ασ. Ζαΐμη, και τους ζήτησε τα κεφάλια των Κλεφτών (που ήτανε Κάποι στις επαρχίες τους). Ύποφτοι όμως εκείνοι πιάσαν το κλαρί, ως που ένα από τους Πετμεζαίους σκοτώθηκε. […]. Τα χειρόγραφα σημειώματα των Πετμεζαίων κατηγορούν τους προύχοντες Ασημ. Ζαΐμη, Χαραλάμπη και Φωτίλα, μα και το Ντεληγιάννη ως δολοφόνους των Κλεφτών. Ο Αθ. Πετμεζάς έμαθε το σκέδιο της δολοφονίας του, μπήκε με το σώμα του στα Καλάβρυτα, έπιασε όλους τους κοτζαμπασήδες, τους φοβέρισε με το σπαθί στο χέρι, μα δεν τους κακοποίησε. Οι προύχοντες κατορθώσανε ν’ ανακληθή το φερμάνι, κι ο Θανάσης ξανάγινε πάλι Αρματωλός (γρ. Κάπος), ο Δ. Ζαΐμης βάφτισε το παιδί του κι’ αγαπήσανε. Κι ο Θοδ. Κολ. παρασταίνει, μ’ όσα γράφει, πως το φερμάνι είχε ανακληθή, αφού συχωρεμένος, ξανάγινε Κάπος: “Τον Σεπτέμβριον μήνα

55

Οικονόμου «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», σελ. 43-44.

53


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

(1803) επήρα το Αρματωλίκι (γρ. Καπιλίκι). Ο Ντεληγιάννης ηύρε τρόπον”. 56 Βλέπουμε λοιπόν ότι η ιδιότητα του Κάπου ήταν κάτι πολύ ρευστό και πολύ συχνά εναλλασσόταν με αυτήν του Κλέφτη, ενώ αρκετές φορές οι δύο αυτές ιδιότητες συγχέονταν. Ένα πρακτικό αποτέλεσμα αυτής της σύγχυσης ήταν η απροθυμία τους να εισέρχονται στα μεγάλα αστικά κέντρα, ακόμα και όταν συνόδευαν τον Κοτζαμπάση που τους είχε υπό την προστασία του. Ο αείμνηστος Κανέλλος Δεληγιάννης πρό τινος ών εις Λαγκάδια μετέβαινεν […] εις Τρίπολιν εις ήν διέμενεν ως προεστώς, εν συνοδία, μέχρις Αλωνισταίνης, των τότε Κάπων, Δημητρίου Κολιοπούλου ή Πλαπούτα και Νικηταρά Σ��αματελοπούλου και τινών στρατιωτών αυτών, οίτινες δι’ ουδένα λόγον ήρχοντο εις Τρίπολιν. 57 Η συχνή εναλλαγή όμως της ταυτότητας Κάπος/Κλέφτης είχε και ένα άλλο επακόλουθο: Την ανάπτυξη ισχυρών δεσμών αλληλεγγύης και συντροφικότητας ανάμεσα στους ενόπλους αυτούς. Γι’ αυτό και οι Κάποι σχεδόν ποτέ, και παρά την απειλή της συλλογικής ευθύνης που τους απέδιδαν οι Τούρκοι για τα εγκλήματα που διαπράττονταν στην περιοχή ευθύνης τους, δεν επιτίθεντο στους συντρόφους τους Κλέφτες, όπως έκαναν οι Αρματωλοί στη Ρούμελη: Η υπηρεσία των Κάπων ήταν εξάρτημα της υπηρεσίας του κοτζάμπαση, που τονε διώριζε. Η υπηρεσία των Αρματωλών, στη Ρούμελη, δεν άκουε τον κοτζάμπαση παρά τον πασσά, και καταντούσε συχνά σε τρομερούς πολέμους με την Κλεφτουριά, ενώ τον Κλέφτη του Μοριά τον κυνηγούσε ο Αρβανίτης πάντα, κι όχι ο Κάπος. Φυσικά κι απ’ τους Κάπους του Μοριά βγήκανε σπουδαίοι στρατιωτικοί του Ιερού αγώνα, όχι γιατί μορφωθήκανε στην υπηρεσία του Κάπου, αλλά του Κλέφτη, πρώτα απ’ όλα. Κ’ οι Κάποι συχνά σκοτώνονταν από

Βλαχογιάννη, «Οι Κλέφτες του Μοριά κλπ», σελ. 131. Τις παραπάνω κατηγορίες για το κυνήγι των Κλεφτών και συγκεκριμένα των Κολοκοτρωναίων τις αρνείται βέβαια έντονα ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματά του («Απομνημονεύματα αγωνιστών του 21», τ. 16, Κανέλλου Δεληγιάννη Απομνημονεύματα, τομ. Α´, σελ. 45-46 και 242-243). 57 Στεφανόπουλου, «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 16-17. 56

54


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

την τούρκικη αρχή, άμα κάνανε κρυφά τον Κλέφτη. Των Κάπων η δουλειά ήτανε περισσότερο ειρηνική παρά πολεμική, αφού, καθώς είπα, ποτέ δεν μαλλώνανε με τους Κλέφτες.58 Επομένως, αυτό που ήταν πάντα ξεκάθαρο ήταν η σχέση Κοτζαμπάση – Κάπου: Όταν κάποιος Κλέφτης διοριζόταν Κάπος από κάποιον κοτζαμπάση του χρώσταγε αιώνια ευγνωμοσύνη. Ας δούμε, για παράδειγμα, τι στάση κράτησε στον πρώτο Εμφύλιο, μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, ο καπετάνιος Βασίλης Πετμεζάς, ο οποίος υπηρέτησε ως Κάπος του κοτζαμπάση των Καλαβρύτων Ασημάκη Ζαΐμη: Προσελθών τω Ασημ. Ζαΐμη ο οπλαρχηγός Βασ. Πετμεζάς κατέθεσεν ενώπιον τούτου τα όπλα και τους ακολούθους προσείπε λόγους: «Αφέντη! Η αφεντειά σου μ’ έδωκες αυτά τα άρματα, και με είπες να σκοτώνω Τούρκους. Τώρα έπαρέ τα, γιατί με είπαν να τα μεταχειρισθώ κατά του αφεντός μου, και εγώ δεν γίνομαι άπιστος. 59 Όταν όμως ο κοτζαμπάσης δεν φερόταν καλά στον Κάπο (κάτι που συνέβαινε πάρα πολύ συχνά), αυτός έτρεφε μίσος άσβεστο. Ας δούμε το παράδειγμα ενός άλλου κάπου, πάλι από την υπηρεσία του Ασημάκη Ζαΐμη: Κατά δε τα 1818 πάλιν εφάνη [ο Αναγνώστης Στριφτόμπολας] εις Τριπολιτσάν ως σωματοφύλαξ του Ασημάκη Ζαΐμη, ενδεδυμένος και ωπλισμένος ως οι τότε Τούρκοι. Εκεί ησθένησε βαρέως, και ο Ζαΐμης δεν τον επεριποιήθη, αλλά τον αφήκε και έφυγε, και πολύ δια τούτο ελυπήθη, και φοβούμενος τους Τούρκους κατέφυγεν εις του Ιωάννου Στεφανοπούλου […]. Ούτω εις το σπίτι αυτού ησφαλίσθη ο Στριφτόμπολας, και εκεί εξεγέρεψε, και κατόπιν παραπονούμενος έλεγεν, ότι πλέον δεν θέλει να δουλεύση κανένα, και ότι θέλει να γείνη κλέφτης, και έφυγεν εκείθεν και ύστερον ήλθεν εις Λεβίδι, όπου και απέθανεν εις την μάχην ταύτην […].60

Βλαχογιάννη, «Οι Κλέφτες του Μοριά κλπ», σελ. 20-21, 28-29. Ιωάννου Φιλήμονος «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», τομ. Δ΄, σελ. 89. 60 Φωτάκου «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών», σελ. 43. 58 59

55


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Οι κοτζαμπάσηδες αξιοποιούσαν τους κάπους όχι μόνο αναθέτοντάς τους αστυνομικά καθήκοντά, αλλά εντάσσοντάς τους και στη σωματοφυλακή τους. Δεν ήταν τόσο το ότι φοβούνταν τυχόν επιθέσεις εναντίον τους, όσο το ότι επιθυμούσαν για λόγους γοήτρου να εμφανίζονται συνοδευμένοι από πολλούς ενόπλους, όπως ακριβώς και οι Τούρκοι αξιωματούχοι. Η παρουσία τόσων ενόπλων παληκαριών περιποιούσε περισσότερη τιμή στον κοτζαμπάση όχι μόνο σε πολιτικές εμφανίσεις του, αλλά και σε χαρές: [Ο Ανδρέας Ζαΐμης] σύζυγον είχε την Ελένην, αδελφήν του αγωνιστού Κανέλλου Δηλιγιάννη, και τον γάμον αυτού συνώδευσαν 400 Καλαβρυτινοί έφιπποι μεταβάντες εις Λαγκάδια. Εκ του γάμου δε τούτου παρεισώθη ψαλλόμενον παρεφθαρμένον πλέον (εγώ ήκουσα αυτό παρά του πατρός μου) το εξής άσμα: Δεν ευρέθη παλληκάρι, την Ελένη να την πάρη παρά βρέθ’ ο Ζαϊμάκος, απ’ την Κερπινή Ασημάκος 61 μάνα ‘ρχονται συμπεθέροι, όλο παληοκερπιναίοι, μάνα ‘ρχόνται Κερπινιώταις, με της τράγινες καπότες. Την επήραν την Ελένη τη ζαχαροζυμωμένη, την επήρανε και πάει, σ’ της Καρύταινας το πλάι. 62 Ένας τέτοιος Κάπος -και πρώην Κλέφτης, σίγουρα ένας από τους τετρακόσιους καβαλαραίους που συνόδευαν τον Αντρίκο Ζαΐμη στο γάμο του, ήταν και ο Γιάννης Χοντρογιάννης του Ανδρούτζου, από το Μάζι, πιστός υποτακτικός του Καλαβρυτινού κοτζαμπάση Ασημάκη Ζαΐμη.

61 Το εν λόγω δημοτικό αναφέρει -για λόγους ποιητικής αδείας;- ως γαμπρό τον Ασημάκη Ζαΐμη, ενώ γνωρίζουμε από τις ιστορικές πηγές ότι αυτός που παντρεύτηκε την Ελένη Δεληγιάννη ήταν ο γιος του Ασημάκη, Αντρέας. 62 Γεωργίου Παπανδρέου «Καλαβρυτινή Επετηρίς», σελ. 115-116.

56


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Η Δικαιοσύνη επί Τουρκοκρατίας Η γνωριμία που επιχειρήσαμε στην προηγούμενη ενότητα με τους κύριους πρωταγωνιστές της ιστορίας μας, τον κοτζαμπάση Ασημάκη Φωτήλα, τον κάπο του Γιάννη Χοντρογιάννη και τον τοκογλύφο Νικόλαο Ταμπακόπουλο, δεν αρκεί για να προχωρήσουμε στην εξέταση των περιστατικών γύρω από τη Χελωνοσπηλιά και τη μετέπειτα δίκη. Έχει αξία να δούμε και το πώς διαμορφώθηκε το δίκαιο, οι νόμοι και οι διαδικασίες, βάσει των οποίων διεξήχθη η κρίση του χτυπήματος της Χελωνοσπηλιάς από το νεοσύστατο ελληνικό Κράτος. Το Δίκαιο και η διαδικασία απονομής του σε όλην αυτήν την πορεία, από την Τουρκοκρατία στην Επανάσταση και τέλος στις πρώτες οργανωμένες προσπάθειες σύστασης ενός σύγχρονου Κράτους, δεν μπορούν να κινούνται ανεξάρτητα από τις βασικές σχέσεις αναπτύσσονταν κάθε στιγμή στην κοινωνία. «Η Δικαιοσύνη, ως μηχανισμός επίλυσης των διαφορών στην ταξική κοινωνία, αποτελεί μέρος του πλέγματος των σχέσεων που ορθώνονται πάνω στην υλική βάση της κοινωνίας. Οι τρόποι, οι μορφές επίλυσης των διαφορών προσδιορίζονται σε τελική ανάλυση από τα χαρακτηριστικά αυτής ακριβώς της υλικής βάσης της κοινωνίας, όπως ακριβώς και ο ίδιος ο χαρακτήρας των διαφορών προκύπτει από το περιεχόμενο των παραγωγικών και λοιπών κοινωνικών σχέσεων.» 63 Η συνέχεια του Δικαίου και κατά την Τουρκοκρατία Στην παρούσα εργασία ο κλάδος του δικαίου που θα μας απασχολήσει περισσότερο είναι ο ποινικός (ή «εγκληματικός», σύμφωνα με την ορολογία της περιόδου που εξετάζουμε). Αυτό έχει μια σημασία να το τονίσουμε, μιας και η συντριπτική πλειοψηφία των μελετών για το Δίκαιο και την απονομή του την

Δημήτρη Καλτσώνη «Το Δικαστήριο από την πρωτόγονη κοινωνία στην αταξική», σελ. 19. 63

57


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

περίοδο της Τουρκοκρατίας στέκονται κυρίως στις αστικές νομικές ρυθμίσεις και διαδικασίες. Και αυτό γιατί σε εκείνους κυρίως τους τομείς φαίνεται οι υπόδουλοι να αναπτύσσουν ένα δικό τους, αυτόνομο δίκαιο. Αυτή η αυτονομία ήταν αποτέλεσμα λόγων αντικειμενικών: Ο Τούρκος καταχτητής λόγω της χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της ανυπαρξίας σχεδόν του εμπορευματικού τρόπου παραγωγής δεν ενδιαφέρθηκε να εισάγει ενιαίες νομικές ρυθμίσεις σε όλην του την επικράτεια. Αρκείτο στην είσπραξη των φόρων και στην εμπέδωση ενός κλίματος ησυχίας και ηρεμίας και υπακοής στην εξουσία του σε όλες τις καταχτημένες περιοχές. Τα παραπάνω έδωσαν το περιθώριο στις κατά τόπους κοινότητες να αναπτύξουν με σχεδόν ελεύθερο τρόπο την νομοθεσία τους, αρκεί βέβαια να μην έρχονταν σε σύγκρουση με τις παραπάνω δύο έγνοιες των Οθωμανών. Το πεδίο που προσφερόταν για επιβίωση (ουσιαστικά για συνέχεια και όχι αναγέννηση) παλιότερων κανόνων (είτε σε μορφή εθίμων είτε σε μορφή κανόνων δικαίου που είχαν θεσμοθετηθεί από τη βυζαντινή αυτοκρατορία) ήταν ακριβώς το αστικό δίκαιο και η δικονομία του. Γι’ αυτό το λόγο και μελετητές του δικαίου εκείνης της περιόδου εντοπίζουν αρκετές γραμμές που ένωναν τις δικαιικές ρυθμίσεις διαφόρων περιόδων: «Για πολλά χρόνια, αλλά και στις μέρες μας ακόμα, είναι πλατειά απλωμένη η αντίληψη ότι με την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας στα 1453 έπαψε σε όλη την Ανατολή να έχει πρακτική σημασία το ρωμαϊκό δίκαιο. Πιστεύεται ότι σε όλες τις χώρες που καταλήφθηκαν τότε και αργότερα από τους τούρκους και κυρίως σε ολόκληρη την Ελλάδα εισήχθησαν για κάθε θέμα οι τούρκικοι νόμοι κι από τότε εφαρμόζονταν αυτοί αποκλειστικά. Σχεδόν κανένας δε σκέφτηκε μέχρι σήμερα πως σε όλους τους κατακτημένους λαούς οι παλιοί κανόνες δικαίου διατηρήθηκαν τουλάχιστον σαν εθιμικά δίκαια και έχουν επιζήσει

58


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

μέχρι τις μέρες μας, με σημαντικές βέβαια εθιμικές τροποποιήσεις ανάλογα με τις συνθήκες και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε εποχής.» 64 Η επιβίωση αυτών των νομοθετικών ρυθμίσεων και η προσπάθεια απονομιμοποίησης των οθωμανικών νόμων θεωρήθηκε ότι εκπορευόταν και από ένα αλυτρωτικό πνεύμα: «Την εποχή αυτή γινόταν στην Ελλάδα μια έντονη προσπάθεια να εφαρμόζεται σε όλες τις σχέσεις όσο το δυνατό περισσότερο το παλιό δίκαιο. Προσπάθεια δηλαδή βασισμένη στην ίδια ακριβώς σκέψη που, σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, συντήρησε τόσο την ελπίδα πως κάποτε η χώρα θα ελευθερωθεί όσο και την ιδέα πως η παλιά βυζαντινή αυτοκρατορία διακόπηκε μόνο προσωρινά, αλλά ποτέ οι νέοι καταχτητές δε μπορούσαν να την εξαφανίσουν. Προσπαθούσαν δηλαδή οι έλληνες την εποχή αυτή, για κάθε θέμα, να μένουν πιστοί στα παλιά και να διαιωνίζουν την κατάσταση που επικρατούσε στην Κωνσταντινούπολη την εποχή της Άλωσης, ώστε στραμμένοι σε ένα πιο ευτυχισμένο παρελθόν και μέλλον να εξουδετερώνουν κάπως στις συνέπειές κάθε σχέσης το θλιβερό παρόν. Η ιδέα και προσπάθεια αυτή, που τόσο έντονα προβάλλουν σε ολόκληρη την ελληνική ιστορία του Μεσαίωνα, εκφράστηκαν με ιδιαίτερη έμφαση στο χώρο του δικαίου. Εδώ, και μάλιστα κυρίως εδώ, πάσχιζαν με κάθε τρόπο οι έλληνες να διατηρήσουν τους παλιούς θεσμούς και νόμους της ελληνικής αυτοκρατορίας – τους ρωμαϊκούς – και εξακολουθούσαν να τους θεωρούν νομικά ισχυρούς και δεσμευτικούς. Όλοι οι τούρκικοι δημόσιοι θεσμοί και διατάξεις, αντίθετα, σαν προϊόντα μιας παράνομης κυβέρνησης που απλώς υπήρχε σαν κατάσταση, δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ και κανείς δεν υποβλήθηκε σ’ αυτούς με τη δική του θέληση.» 65

64 Dr Gustav Geib, «Παρουσίαση της κατάστασης του Δικαίου στην Ελλάδα στη διάρκεια της τουρκοκρατίας και ως τον ερχομό του βασιλιά Όθωνα του Α΄», σελ. 55-56. 65 Geib «Παρουσίαση της κατάστασης του Δικαίου στην Ελλάδα κλπ», σελ. 5556.

59


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Οι παραπάνω εκτιμήσεις του Geib στον Μοριά δεν φαίνεται να ισχύουν. Όντως, ο Μοριάς συγκεκριμένα είχε να ζήσει στο σύνολό του «ευτυχισμένες μέρες» υπό βυζαντινορθόδοξη κυριαρχία από τον 13ο αιώνα. Βέβαια πρέπει να αποβάλουμε από το μυαλό μας την αντίληψη περί αδιάλειπτων «τεσσάρων αιώνων τουρκικής σκλαβιάς». Ας δούμε ποιοι διαφέντεψαν την ευρύτερη περιοχή που μας απασχολεί σε αυτήν την εργασία, τη Βοστίτσα και τα Καλάβρυτα, στους αιώνες πριν το Εικοσιένα: Μέχρι το 1209-10: Βυζαντινοί. 1209-10 – 1420: Φράγκοι, Βασίλειο της Νάπολης, Εταιρία Ναβαρραίων, Δουκάτο Κεφαλονιάς κλπ. 1420 – 1458: Δεσποτάτο του Μιστρά (Παλαιολόγοι) 1458 – 1463: Τούρκοι 1463 – 1470: Ενετοί 1470 – 1685: Τούρκοι 1685 – 1718: Ενετοί 1718 – 1821: Τούρκοι Η επιβίωση, επομένως, κάποιων ψηγμάτων βυζαντινής/ρωμαϊκής νομοθεσίας στις σχέσεις που αφορούσαν την έγγεια ιδιοκτησία και τις κληρονομικές και οικογενειακές σχέσεις μέχρι και την επανάσταση υπαγορευόταν περισσότερο από την ανάγκη σταθερότητα στις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις, παρά σε νοσταλγία για ενδοξότερα παρελθόντα. Και αυτό σε συνδυασμό με την αδυναμία (ή και την απροθυμία) όλων αυτών των προσωρινών δυναστών να επιβάλουν τις δικές τους νομοθετικές ρυθμίσεις στα συγκεκριμένα θέματα. Οι Οθωμανοί δεν τσιγκουνεύτηκαν προνόμια Όταν φάνηκε ότι η κατάσταση σταθεροποιήθηκε στο Μοριά, δηλαδή κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία (1718 κι έπειτα) βλέπουμε να παραχωρούνται και εδώ τα προνόμια που είχαν ήδη παραχωρήσει οι Τούρκοι στις περιοχές που είχαν ήδη υπό την κατοχή τους για περισσότερα χρόνια. Αυτά τα προνόμια σε συνδυασμό και με την ισχυρή ήδη παρουσία κοινοτικών θεσμών, αλλά και την de facto δύναμη της Εκκλησίας, έχουν σαν αποτέλεσμα το σύνολο σχεδόν 60


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

των αστικών διαφορών να δικάζεται από ρωμαίικα δικαστικά συμβούλια (κοινοτικά ή εκκλησιαστικά) εφαρμόζοντας κανόνες δικαίου διάφορους των οθωμανικών. Η Οθωμανική Διοίκηση αποδέχτηκε και ανέχτηκε την εφαρμογή ενός δικαίου διαφορετικού από το δικό της, μιας και δεν αμφισβητείτο ευθέως η ουσία της κυριαρχίας της. Άλλωστε οι ίδιοι που εφάρμοζαν αυτό το δίκαιο, η Εκκλησία πρώτα και κύρια και μετέπειτα οι Κοτζαμπάσηδες, δεν έκρυβαν ούτε στιγμή την απόλυτη υποταγή τους στους Οθωμανούς και δεν έπαυαν ποτέ να προτρέπουν το λαό να «κάθεται φρόνιμα». Το Δίκαιο που εφάρμοζαν αυτά τα συμβούλια είχε την καταγωγή του στο Ρωμαϊκό και το Βυζαντινό Δίκαιο: Η Εκκλησία «ξέθαψε» βυζαντινές κωδικοποιήσεις νόμων, όπως την Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου, και έτσι άρχισαν να εφαρμόζονται όποιες από τις διατάξεις που αναφέρονταν σε αυτά τα βιβλία ήταν δυνατό. Κανείς βέβαια δεν απέτρεπε κάποιες κοινότητες να εφαρμόζουν δικές τους, εθιμικές, νομικές ρυθμίσεις, όταν δεν τους ικανοποιούσαν οι βυζαντινοί. Επαναλαμβάνουμε όμως ότι όλες αυτές οι ρυθμίσεις εφαρμόζονταν όπου υπήρχε αυτή η δυνατότητα και η ανοχή τόσο από τις Οθωμανικές Αρχές, όσο και από τα άλλα Κράτη, με τους υπηκόους των οποίων είχαν σχέσεις οι υπόδουλοι. Για παράδειγμα, όσο αναπτυσσόταν η εμπορευματική παραγωγή στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι εμπορικές επαφές των υπόδουλων παραγωγών με τους ξένους εμπόρους, φάνηκε ότι ένα άλλο δίκαιο έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, ελλείψει μοντέρνων και ικανοποιητικών για τα μέρη δικαιικών ρυθμίσεων, τόσο των Βυζαντινών, όσο και των Οθωμανών. Η λύση βρέθηκε στις σελίδες του Γαλλικού Εμπορικού Κώδικα, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονταν ενιαία στις εμπορικές σχέσεις ανάμεσα σε Έλληνες και Ευρωπαίους (ακόμα και ανάμεσα στους Έλληνες, στους Έλληνες παραγωγούς και στους Έλληνες εμπόρους που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν εμπορικά στα λιμάνια της Ευρώπης). Σύμμαχος στην εφαρμογή του Γαλλικού Εμπορικού Δικαίου ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα ήταν και η απροθυμία της οικονομικά υπανάπτυκτης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να αξιοποιήσει κεντρικά εμπορικά την αγροτική παραγωγή των αχανών εκτάσεων που κατείχε και να αναπτύξει τις σχέσεις της με τα Ευρωπαϊκά 61


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

κράτη. Αυτή η «απροθυμία» -ή ανικανότητα- στον τομέα του Δικαίου μεταφραζόταν σε απροθυμία να δημιουργήσει δικούς της κανόνες δικαίου για τη ρύθμιση των εμπορικών της σχέσεων με τους το εξωτερικό που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της μοντέρνας εμπορικής ανάπτυξης. Άδικο το Δίκαιο των καταχτητών Στους λόγους βέβαια που οι υπόδουλοι φαίνονταν να προτιμούν τα «εθνικά» δικαστήρια από αυτά του καταχτητή θα πρέπει να εντοπίσουμε και την μεγάλη δυσπιστία που έτρεφαν απέναντι τόσο στους νόμους των Οθωμανών (όπου αυτοί υπήρχαν), όσο και στους εφαρμοστές τους, τους κατήδες και τους άλλους αξιωματούχους. Ο Ρωμαϊκός νόμος, όστις εκανόνιζε τας αστικάς σχέσεις των Ελλήνων, περιεσώζετο καλλίτερον και δικαιότερον απενέμετο παρ’ όσον οι τιμαριωτικοί θεσμοί της Σελδζουκικής αυτοκρατορίας, ή αι διατάξεις των Οθωμανών σουλτάνων, αίτινες εκανόνιζον τ’ αστικά δικαιώματα κ’ επροστάτευον την ιδιοκτησίαν των Τούρκων. Η περίστασις αύτη, ότι ο Έλλην ηδύνατο να ομιλή περί ισονομίας ως μονίμου τινός, ενώ ο Τούρκος ηδύνατο μόνον να θεωρή ταύτην ως αυθαίρετον, έδιδεν εις τον Ελληνικόν πληθυσμόν ηθικήν τινα επιρροήν επί του Τουρκικού, εις έν των σπουδαιοτέρων στοιχείων της κοινωνίας. Οι Ρωμαίοι έκαμαν έν μέγα καλόν εις τους Έλληνας επιβάλοντες αυτοίς το αίσθημα και την ισχύν του νόμου, δι’ ών επολεμήθη η έμφυτος φιλαυτία, η ιδιοτέλεια και η ισχυρογνωμοσύνη των. Το συναίσθημα του δικαίου ενεφυτεύθη ούτω εις το πνεύμα των Ελλήνων, και αφού η βάσις του ηυρύνθη δια της επιστροφής των εις τον Χριστιανισμόν, ποτέ δεν εχάθη έκτοτε. Ο συνδυασμός ούτος θρησκείας και νόμου, τα οποία είναι ούτω συνυφασμένα εις την εθνικήν ύπαρξιν ώστε να επιδρώσιν εις πάν ατομικόν πνεύμα, είνε το μέγα στοιχείον της κοινωνικής υπεροχής των Ελλήνων επί των Τούρκων.(*) Το αίσθημα της ισονομίας φαίνεται ισχυρόν εις το πνεύμα του κατ’ άτομον Τούρκου, και δεν είνε τόσον πρόθυμος να 62


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

κορέση την ιδιοτέλειάν του δι’ αδίκων πράξεων, όσον ο Έλλην. Και όμως, ζωή και περιουσία ήσαν καθ’ όλου επισφαλή παρά τοις Τούρκοις μάλλον ή τοις Έλλησι. Η έλλειψις νόμων και δικονομίας καθιστά την απονομήν της δικαιοσύνης αυθαίρετον, και ετήρει την Τουρκικήν κοινωνίαν εις κατάστασιν βαρβαρότητος. (*) συνοπτική απόδοση του αγγλικού πρωτοτύπου A 105 (σε μετάφραση δική μου): «Οι Ρωμαίοι, επιβάλλοντας την νομοθεσία τους σε όλα τα έθνη που καταχτούσαν, πρόσφεραν ένα μεγάλο προνόμιο στους Έλληνες: Ανέκαθεν οι Έλληνες ήσαν ισχυρογνώμονες και αυθάδεις. Κάθε Έλληνας ανυπομονούσε να επιβάλει την κρίση του πάνω στους άλλους και ήταν πρόθυμος να αψηφήσει το νόμο όποτε μπορούσε για να ικανοποιήσει τα συμφέροντά του, ελπίζοντας σε ατιμωρησία. Οι Ρωμαίοι ανάγκασαν τους Έλληνες να αναγνωρίσουν την αρχή ότι η Δικαιοσύνη έπρεπε να επιβάλλεται ανεξαιρέτως σε όλους και σύμφωνα με συγκεκριμένες νομικές διαδικασίες. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσαν να επιβάλουν τον νόμο ως κάτι ισχυρότερο και μονιμότερο από την όποια διακυβέρνηση.» 66 Τα κενά αυτά της Οθωμανικής Νομοθεσίας δεν οφείλονταν προφανώς στην «κατωτερότητα» των Τούρκων ως «φυλή», αλλά στις οικονομικές ανάγκες του κρατικού τους σχηματισμού και στο οικονομικό σύστημα που ίσχυε στην αυτοκρατορία τη συγκεκριμένη περίοδο. Η νομοθετική παραγωγή, ακόμη και τη ρωμαϊκή περίοδο κατά την οποία οι εμπορευματικές σχέσεις γνώρισαν τη μεγαλύτερη ανάπτυξη στο δουλοκτητικό κόσμο, ήταν μικρή γιατί, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε η ανάγκη της ρύθμισης κάθε κοινωνικού προβλήματος με νόμο. Αυτό συνέβαινε απλούστατα, γιατί ο νόμος δεν κυριαρχούσε στο ρυθμιστικό πεδίο. Και δεν κυριαρχούσε γιατί η νομική ρύθμιση συμβαδίζει με την ανάπτυξη της εμπορευματικής μορφής, συνδέεται μαζί της μέσω της έννοιας του υποκειμένου δικαίου, του γενικού, αφηρημένου, α-ιστορικού υποκειμένου, τέτοιου όπως ακριβώς

66

Finlay «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α, σελ. 154.

63


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

είναι και ο κάτοχος του εμπορεύματος. Έτσι, η κυριαρχία του νόμου στο εποικοδόμημα μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στον καπιταλισμό, όπου η εμπορευματική μορφή γενικεύεται, ενώ παράλληλα με την τελευταία γενικεύεται και η ιδιότητα του υποκειμένου δικαίου. 67 Στην αβεβαιότητα που γεννούσε στους πολίτες αυτή η ανυπαρξία νόμων ρυθμιστικών κάθε σχέσης θα πρέπει να προσθέσουμε και τα –νόμιμα και επιβεβλημένα- μπαξίσια. Όποιος απευθυνόταν σε οθωμανικό Δικαστήριο για να ζητήσει την επίλυση ενός προβλήματός του, έπρεπε να προκαταβάλει ένα 10% της αξίας του αντικειμένου της δίκης στον Δικαστή, ξυπνώντας την βουλιμία του για περισσότερα, μιας και η διαφθορά αυτών των αξιωματούχων ήταν κάτι το φυσιολογικό και αυτονόητο 68. Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, λοιπόν, οι φορείς εξουσίας στις τοπικές κοινότητες των ραγιάδων, οι κοτζαμπάσηδες και η Εκκλησία, μπορούσαν να «γεμίσουν» τα όποια κενά ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ανάγκες της κάθε κοινότητας χωρίς σχεδόν κανένα εμπόδιο. Αυτή η ειδυλλιακή σχεδόν κατάσταση για το λεγόμενο «εθνικό Δίκαιο» των Ελλήνων δεν ίσχυε παντού και πάντα. Τα Οθωμανικά Δικαστήρια ανώτερα όλων Ακόμα και για αντιδικίες στις οποίες οι Οθωμανοί είχαν δώσει το απόλυτο ελεύθερο να τις λύνουν οι υπόδουλοι με όποιον τρόπο ήθελαν, αυτοί που αισθάνονταν αδικημένοι από το «εθνικό» δικαιοδοτικό όργανο μπορούσαν να καταφύγουν στα επίσημα Δικαστήρια του Οθωμανικού Κράτους (τα οποία εξέταζαν την υπόθεση από την αρχή, σαν να μην είχε προηγηθεί άλλη δικαστική διαδικασία για αυτήν την υπόθεση) και να επιδιώξουν εκεί μια καλύτερη ρύθμιση. Τα Δικαστήρια των Οθωμανών επικρατούσαν έναντι όλων των άλλων και οι αποφάσεις τους ήσαν δεσμευτικές και μπορούσαν να εφαρμοστούν/εκτελεστούν από τον επίσημο κρατικό μηχανισμό 69.

Καλτσώνη «Το Δικαστήριο κλπ», σελ. 151. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΑ, σελ. 111. 69 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΑ, σελ. 111-117. 67

68

64


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Σε αρκετές περιπτώσεις οι υπόδουλοι ήσαν πολύ πρόθυμοι να καταφεύγουν στην οθωμανική δικαιοσύνη, επειδή οι ρυθμίσεις της ήσαν πολύ ευνοϊκότερες για αυτούς από τους νόμους των παπάδων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα διαζύγια: Την ίδια αξιοπαρατήρητη ευελιξία παρουσιάζουν στις αποφάσεις τους και τα δικαστήρια των υποδούλων με τον σκοπό να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο της εφαρμογής του δικαίου του κυριάρχου, όταν τούτο είναι ευνοϊκώτερο για τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων. Διαμορφώνουν νομολογία ικανή να τους αποτρέψη από την προσφυγή στα οθωμανικά δικαστήρια που σαν φυσική συνέπεια είχε την εφαρμογή του μουσουλμανικού δικαίου. Αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που σχετίζονται με τη λύση του γάμου. Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια, στα οποία είχε χορηγηθή με τους προνομιακούς ορισμούς η δικαιοδοσία της εκδικάσεως των υποθέσεων οικογενειακού δικαίου των υποδούλων, ερμήνευαν με μεγάλη ευρύτητα τους λόγους διαζυγίου που προέβλεπε το βυζαντινό δίκαιο με σκοπό να περιλάβουν όσο το δυνατόν περισσότερες περιπτώσεις. […]Η στειρότητα, η πρόωρη παύση της εμμήνου ρύσεως, η ψυχρή ιδιοσυγκρασία της συζύγου, η μεγάλη διαφορά ηλικίας, όταν ο άνδρας ήταν νεώτερος, θεωρήθηκαν επίσης σαν λόγος διαζυγίου. Ακόμη η ανικανότητα σαν λόγος διαζυγίου επεκτάθηκε σε νόσους που μπορούσαν να έχουν κάποια σχέση με τη γαμική ομιλία, όπως π.χ. η κακοσμία του στόματος, όζαινα, αφροδίσια νοσήματα, παράλυση των άκρων, ανίατες πηγές και γενικώτερα κάθε σοβαρό και ανίατο νόσημα. Εκτός από τα παραπάνω η εκκλησιαστική νομολογία θεωρεί σαν παραπτώματα που μπορούν να δώσουν αφορμή για διαζύγιο την υπέρμετρη οινοποσία, την άρνηση της γυναίκας να ακολουθήση τον άνδρα, την ηθική και υλική παραμέληση της γυναίκας εκ μέρους του συζύγου, την καταδίκη σε ποινικό αδίκημα και τη γενικώτερη κακή διαγωγή του συζύγου. […] Όλα αυτά, όπως είναι φανερό, εκτόπισαν κάθε υπόλειμμα συντηρητικότητος που ανέκαθεν επιδείκνυε η Εκκλησία στους λόγους διαζυγίου, και έχουμε αποφάσεις δικαστικές που νομιμοποιούν ακόμη και το αυθαίρετο μονομερές διαζύγιο. Οι 65


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

παραχωρήσεις αυτές της Εκκλησίας, που φθάνουν ουσιαστικά στην κατάργηση των λόγων διαζυγίου, δεν πρέπει να αποδοθούν, όπως πολύ σωστά υποστηρίζει ο Δ. Γκίνης, σε περισσότερο φιλελεύθερες τάσεις που τυχόν επικράτησαν στους κόλπους της, αλλά οφείλονται αποκλειστικά στον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεξε γενικώτερα ο θεσμός του γάμου από τον κατακτητή. Γιατί οι ενδιαφερόμενοι χριστιανοί στην άρνηση των εκκλησιαστικών αρχών να χορηγήσουν διαζύγιο κατέφευγαν στον ιεροδίκη για να λύσουν τον γάμο τους και πολλές φορές ασπάζονταν τη μωαμεθανική θρησκεία. Γιατί ο μωαμεθανικός νόμος έδινε τη δυνατότητα στον άνδρα να χορηγήση διαζύγιο δι’ αποπομπής, έστω και αν δεν είχε κανένα ιδιαίτερο λόγο. 70 Η απονομή δικαιοσύνης στις ποινικές υποθέσεις Ο τομέας όμως στον οποίο δεν επιτρεπόταν με κανέναν τρόπο να ακολουθηθούν άλλες δικαιικές ρυθμίσεις από αυτές του κυρίαρχου Κράτους, ήταν αυτός του ποινικού Δικαίου. Το Ποινικό (ή εγκληματικό) Δίκαιο δεν αφορούσε μόνο τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους, τις συμφωνίες και τις αντιγνωμίες τους, αλλά και το σεβασμό στο Κράτος. Επίσης οι βαριές ποινές που προέβλεπε δεν μπορούσαν να επιβάλλονται και να εκτελούνται από άλλους πέρα από τους επίσημους φορείς του Κράτους. Οποιαδήποτε προσπάθεια των τοπικών κοινοτήτων να υποκαταστήσουν την κεντρική Οθωμανική εξουσία στην επιβολή ποινών όπως η θανατική ή η φυλάκιση θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ευθεία αμφισβήτησή της. [Ο]ι αρχές του κατακτητή διατήρησαν την αποκλειστική τους εξουσία για την εκδίκαση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας και την επιβολή ποινών κατά των φονέων. Σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας ποτέ δεν επέτρεψαν ούτε και ανέχθηκαν το δικαίωμά τους αυτό να ενασκηθή από τους υποδούλους. Οι ελληνικές όμως κοινοτικές αρχές, παρ’ όλο που

70

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΑ΄, σελ. 115-116.

66


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

δεν είχαν καμμιά δικαιοδοσία, δεν έμεναν απαθείς αν συνέβαινε ανθρωποκτονία στα όρια της περιφερείας τους. Αντίθετα, κινούμενες από την ανάγκη των πραγμάτων, διαδραμάτιζαν έναν ρόλο ενεργό, που σε πολλές περιπτώσεις εξουδετέρωνε απόλυτα την ανάμιξη του κυριάρχου. Και αυτό γιατί για να επιληφθούν οι αρχές του κυριάρχου της διώξεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας χρειαζόταν έγκληση των κληρονόμων του φονευθέντος, που μπορούσαν όμως και να παραιτηθούν από το δικαίωμα της εκδικήσεως συμβιβαζόμενοι χρηματικά. Έτσι λοιπόν οι κοινοτικές αρχές πολύ δραστήρια κινούνταν για να επιτύχουν χρηματικό συμβιβασμό μεταξύ δράστου και συγγενών του θύματος, ώστε να αποφευχθή η επέμβαση των αρχών του κατακτητή, που θα είχε ολέθριες συνέπειες για τα εξασθενημένα οικονομικά των υποδούλων. Γιατί, στην περίπτωση που ο δράστης της ανθρωποκτονίας δεν είχε περιουσία η αυτή δεν ήταν επαρκής, την αποζημίωση του παθόντος έπρεπε να την καταβάλουν οι συγγενείς του εγκληματία ή, αν δεν είχε συγγενείς, οι κάτοικοι της ίδιας συνοικίας η του χωριού, γιατί όλοι αυτοί ήταν συλλογικά υποχρεωμένοι για την καταβολή της αποζημιώσεως. Ακόμη και στην περίπτωση που ο δράστης ήταν άγνωστος, για την καταβολή της αποζημιώσεως του παθόντος ήταν υποχρεωμένοι οι κάτοικοι των χωριών όπου είχε τελεσθή η ανθρωποκτονία και είχε βρεθή το πτώμα του φονευθέντος. Αλλά οι περιπέτειες των υποδούλων δεν τελείωναν με την καταβολή αυτής μόνο της υποχρεώσεως. Επιπρόσθετα οι οθωμανικές αρχές ζητούσαν και πρόστιμο. Για την καταβολή του θεωρούσαν υπόχρεους, σύμφωνα με τις αρχές της συλλογικής ευθύνης που είχε κληροδοτηθή από τους Βυζαντινούς, και τους κατοίκους της περιφερείας όπου είχε τελεσθή η ανθρωποκτονία. Το πρόστιμο αυτό, που η είσπραξή του εθεωρείτο νόμιμη στις περιπτώσεις που ο δράστης του εγκλήματος παρέμενε άγνωστος η φυγάς, το εισέπρατταν παράνομα οι Οθωμανοί αξιωματούχοι και στην περίπτωση που ο δράστης ήταν γνωστός, αλλά ακόμη και όταν ο θάνατος είχε επέλθει

67


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

από φυσιολογική αιτία η από τυχαίο περιστατικό, που όπως είναι φανερό δεν υπήρχε καμμιά εγκληματική πράξη.71 Ταυτόχρονα οι υπόδουλοι «δικαστές» είχαν τη δυνατότητα να εκδικάζουν ηπιότερες ποινικές υποθέσεις, αδιάφορες για τον κατακτητή, εφαρμόζοντας νέους κανόνες, διαμορφωμένους από την ανάγκη. Οι εθιμικές ποινικές διατάξεις, με τις οποίες οι υπόδουλοι αντιμετώπισαν τις αξιόποινες πράξεις στηρίζονται σε εθιμικούς κανόνες που δεν παρουσιάζουν καμμιά σχέση ή ομοιότητα με το δίκαιο του κατακτητή ούτε όμως και με το βυζαντινό δίκαιο. Παρουσιάζονται τελείως ξένες προς τις αυστηρότατες διατάξεις των δύο αυτών δικαίων, που σαν συνηθέστατη κύρωση είχαν τον ακρωτηριασμό των μελών του υπαιτίου εγκληματικής πράξεως. Το εθιμογενές αυτό ποινικό δίκαιο, που βλάστησε σε ορισμένες περιοχές του ελληνικού χώρου, δεν εμφανίζεται ομοιογενές και ενιαίο αλλά προσαρμοσμένο στις εκάστοτε επικρατούσες τοπικές συνθήκες. Οι εθιμικοί κανόνες διακρίνονται γενικά για την επιείκεια των απειλουμένων ποινών κατά των αδικοπραγούντων, των οποίων προεξάρχουν οι χρηματικές. Αυτό προφανώς οφείλεται στην αδυναμία των υποδούλων να επιβάλουν βαριές ποι��ές, μεταξύ των οποίων, όπως είναι ευνόητο, και τη θανατική. 72 Βλέπουμε λοιπόν ότι η κυριότερη αρχή η οποία διείπε τις διαδικασίες απονομής δικαιοσύνης από τα δικαιοδοτικά όργανα των υποδούλων ήταν αυτή της «επιείκειας», μια αρχή παντελώς ξένη τόσο με τη φιλοσοφία περί απονομής δικαιοσύνης της χριστιανικής εκκλησίας όσο και της ίδιας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 73. Η εφαρμογή της αρχής αυτής ήταν καθαρά επιταγή της ανάγκης και των πρακτικών δυσκολιών που επέβαλε η οθωμανική κατάκτηση, αλλά αυτό δεν εμπόδισε μελετητές να εντοπίσουν σε αυτό το σημείο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΑ, σελ. 111-117. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΑ, σελ. 111-117. 73 Ενδεικτικές ποινές της θεοσεβούμενης Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: Θανάτωση (στην πυρά κλπ), ακρωτηριασμοί (ρινοτομίες, τυφλώσεις κλπ), μαστιγώσεις, εξορίες, δήμευση περιουσιών, δημόσια διαπόμπευση. Απουσιάζουν οι στερητικές της ελευθερίας ποινές (αν εξαιρέσουμε τον εγκλεισμό σε μοναστήρι για τις μοιχαλίδες). 71

72

68


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

«συνέχεια» από τα αρχαία χρόνια και να παρουσιάσουν τους οθωμανόφιλους μητροπολίτες και κοτζαμπάσηδες του Ελληνικού Μεσαίωνα ως συνεχιστές και εφαρμοστές των φιλοσοφικών διδασκαλιών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη 74. Όμως… […] τέτοιες παρομοιώσεις πολύ συχνά γίνονται αφορμή να παραβλέπονται οι αληθινές και χαρακτηριστικές αιτίες ορισμένων σχέσεων και φαινόμενα που οφείλουν την εμφάνισή τους σε ιδιαίτερες συνθήκες του παρόντος να εξηγούνται σαν να προέρχονται από εντελώς άσχετες ρυθμίσεις του παρελθόντος. Με τον τρόπο αυτό πραγματικά ένα σωρό νεοελληνικές συνήθειες θεωρήθηκε ότι προέρχονται από την εποχή της κλασσικής αρχαιότητας και κυρίως από τους ηρωϊκούς χρόνους. Δε θα ‘ταν βέβαια καθόλου δύσκολο να βρίσκει κανείς συχνά εκπληκτικές ομοιότητες ανάμεσα στα ήθη και τα έθιμα των ομηρικών ηρώων και των σημερινών κατοίκων της Ελλάδας, που όμως θα μπορούσε τελικά να είναι περισσότερο φαινομενικές και τυχαίες παρά πραγματικές. Οι τόσο συχνές εντυπωσιακές αυτές ομοιότητες πάντως δεν οφείλονται στο ότι οι σημερινοί έλληνες, παρόλες τις προσμίξεις με μη ελληνικές και κυρίως σλαυικές φυλές θα πρέπει μάλλον να εξακολουθούν να θεωρούνται απόγονοι των αρχαίων ελλήνων, άποψη εναντίον της οποίας υπάρχει στις μέρες μας μεγάλη διαμάχη, αλλά στο ότι και τότε και τώρα υπάρχουν οι ίδιοι λόγοι δημιουργίας των φαινομένων αυτών. Χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο και κάποια παιδική ηλικία του έθνους. 75

74 Βλ. π.χ. την εργασία του Τηλ. Γαβρ. Φιλιππίδου «Η Ποινική Νομοθεσία κατά την Εθνεγερσίαν», ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1974. 75 Geib «Παρουσίαση της κατάστασης του Δικαίου στην Ελλάδα κλπ», σελ. 100101.

69


γ. ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ

Οι προετοιμασίες για την Επανάσταση Όσο πλησίαζε ο Μάρτης του 1821 η κατάσταση στο Μοριά έμοιαζε με καζάνι έτοιμο να εκραγεί. Οι Φιλικοί όργωναν τις πόλεις και τα χωριά οργανώνοντας μαζικά κόσμο: Οι μεν έμποροι και αστοί απευθύνονταν κυρίως στους συναδέλφους τους, όπως φαίνεται τόσο από τα αρχεία του Γ. Σέκερη, αλλά και από απομνημονεύματα αγωνιστών της περιόδου εκείνης: [Ε]κατηχήσαμεν εν Τριπόλει τους Ευγένιον Κωνσταντίνον, Ε. Βερβενιώτην, Δημήτριον Σταμέλον, Αθανάσιον Μπιλάλην, Αθανάσιον Λαγόν, Βασίλειον Κατσίκαν, Στάθην Χρηστοδουλόπουλον, Π. Αρβάλην, Ευθύμιον Βλαντούσαν, Γιαννάκην Μπαρουξήν, άπαντας εμπόρους και τα μάλιστα ευϋπολήπτους, τιμίους και φιλελευθέρους, και τους Γ. Κοντόγεωργαν, Ν. Λακασάν, Λαλεσπύρον κλπ. Ούς ελάβομεν ακολούθως μαζύ μας εις Λάσταν και κατεστήσαμεν Μπουλουξίδας μετά των Ντάναση και Σεμπέκου Λαστιωτών κάππων. Συνελθόντες ακολούθως εις διάσκεψιν μετά τούτων και μετά των αδελφών Γεωργίου και Παναγιώτου Γιαννακοπούλων, Τριπολιτών, εμπόρων μεμυημένων εις τα της επαναστάσεως, παρά του Π. Ζάρκου, απεφασίσαμεν και εκατηχήσαμεν και τους αδελφούς Σωτήριον και Προκόπιον Σαρδελαίους, Ευθύμιον Σταυρόπουλον, Αναγνώστην Ροντόπουλον και Γεώργιον Αντωνόπουλον εμπόρους, οίτινες ανεδείχθησαν, αληθείς πατριώτες και προέβημεν εις αγοράς όπλων, πολεμοφοδίων κτλ άτινα απεστέλλοντο νύκτωρ και εν μεγάλη μυστικότητι εις Μαγούλιανα και

70


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Λάσταν της Γορτυνίας, ένθα υπήρχον πολλοί αρειμάνιοι επαναστάται, έτοιμοι πρώτοι να εγείρωσι τα όπλα εις την φωνήν της πατρίδος, και εις άλλα μέρη. 76 Οι δε κοτζαμπάσηδες, δυσανασχετώντας για την εξάπλωση της ιδέας της Επανάστασης σε κόσμο από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, προσπαθούσαν να οργανώσουν όλους τους όμοιούς τους και τους παπάδες για να ισοσταθμίσουν την κατάσταση. Εγώ, ως είρηται, ευρισκόμενος έν και ήμισυ έτος εις την Κωνσταντινούπολιν και λαβών σχέσεις μετά του Πελοποννησίου Παναγιώτου Σιέκερη, και δι’ αυτού μετά του Κουμπάρη και Αλεξάνδρου Μαύρου εκατηχήθην παρά του πρώτου το μυστήριον της Εταιρίας εκείνης και μ’ έδωκε τα εφοδιαστικά έγγραφα, τον βαθμόν (αρχιερεύς). Έως εκείνην την εποχήν δεν υπήρχον άλλοι κατηχημένοι εις την Πελοπόννησον παρά μόνος ο Παναγιώτης Αρβάλης, προς τον οποίον με έδωκε γράμματα να γνωρισθώμεν και να βάλωμεν εις ενέργειαν τον προσηλυτισμόν. Φθάσας λοιπόν εις την Τριπολιτσάν κατά τα τέλη του 7βρίου 1817 εμβήκαμεν μετ’ αυτού εις πλήρην ενέργειαν και κατά τα τέλη αυτού του έτους εκατήχησα τους αδελφούς μου, τους γυναικαδελφούς μου Παπατσώνηδες, τον εκ Δημητσάνης γαμβρόν μου Αθανάσιον Αντωνόπουλον και διαφόρους άλλους συγγενείς μας. Ώστε δι’ ημών και δια πολλών άλλων υποκειμένων απεσταλμένων από την εταιρίαν εκείνην, οίον του Ηλία Χρυσοσπάθη, του Αντωνίου Πελοπίδα, Στεμνιτσιώτου, του Ευμορφόπουλου, του Γκούστη και άλλων, συστημένων προς ημάς και προς τον Αρβάλην, κατηχήθησαν οι πλείστοι των αρχιερέων και εγκριτοτέρων της Πελοποννήσου και μέχρι των 1819 έγινε ένας αρκετός αριθμός εταίρων διακεκριμένων. Αλλ’ ο ακράτητος ενθουσιασμός του Ηλία Χρυσοσπάθη και του Αρβάλη κατήντησαν να κατηχηθούν και δευτέρας τάξεως άνθρωποι, οίτινες δεν ηδύναντο να συντελέσουν εις τίποτε. 77

76 77

Στεφανόπουλου, «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 8. Δεληγιάννη Απομνημονεύματα, τομ. Α΄, σελ. 82.

71


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Στους καταλόγους που κρατούσε ένας από τους επί κεφαλής της Φιλικής Εταιρείας, ο Παναγιώτης Σέκερης, διαπιστώνουμε ανάγλυφα την απεύθυνση των εκπροσώπων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Ταυτόχρονα διαπιστώνουμε και τα ψέματα που λέγανε ορισμένοι εξ αυτών, όταν επρόκειτο να υπερτονίσουν τα της συμβολής τους στην προετοιμασία του Αγώνα. Για παράδειγμα ο… προλαλήσας Κανέλλος Δεληγιάννης (Κανέλλος Παπαγιαννόπουλος στον παρακάτω πίνακα): 150. Ανδρέας Λόντος. – Προεστώς Βοστίτζας. Χρόνων 32. Δια Αντωνίου Πελοπίδα. Γρ. 1500. Θέλει μετρίσει οπότε και όπου διορισθή. 17 Νοεμβρίου 1818. Βοστίτζα. 238. Παναγιώτης Αρβάλης. – Έμπορος. Χρόνων 40. Δια του Νικηφόρου Παμπούκκη. Γρ. 200. υπόσχεται Τλρ 500. 19 Φεβρουαρίω 1819. Τριπολιτζά. 255. Ανδρέας Ζαΐμης. – Προεστώς Καλαβρύτων. Χρόνων 28. Δια Ανδρέου Λόντου. Γρ. 1500. 20 Φεβρουαρίου 1819. 273. Παναγιωτάκης Α. Ζαΐμης. – Ευγενής. Χρόνων 24. Δια του Ανδρέα Ζαΐμη. Γρ. 1000. 20 Μαρτίου 1819. Κερπινή. 298. Ασημάκης Ζαΐμης. – Προεστώς Κερπινής. Χρόνων 58. Δια του υιού του Ανδρέου. Γρ. 2000. 23 Απριλίου 1819. 299. Σωτήριος Χαραλάμπης. – Προεστώς Καλαβρύτων. Χρόνων 49. Δια Π. Αρβάλη. Τλρ. 600. 25 Απριλίου 1819. Τριπολιτζά. 338. Λέων Μεσινέζης.- Κωνσταντινουπολίτης. Έμπορος. Χρόνων 32. Δια Ανδρέου Λόντου. Γρ. 500. 6 Ιουνίου 1819. Βοστίτζα. 407. Κανέλλος Παπαγιαννόπουλος. – Χρόνων 37. Δια του Παναγιώτη Αρβάλη. Γρ. 1500. 10 Σεπτεμβρίου 1819. Τριπολιτζά. 414. Ασημάκης Φωτήλας.- Προεστώς Καλαβρύτων. Χρόνων 58. Δια του Παναγιώτη Αρβάλη. Γρ. 1500. 26 Σεπτεμβρίου 1819. Τριπολιτζά. 72


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

424. Αγγελής Μελετόπουλος.- Από Τριπολιτζά. Βοστιτζάνος. Έμπορος. Χρόνων 60. Δια Π. Αρβάλη. Γρ. 1500 30 Οκτωβρίου [1819]. 78 Οι κοτζαμπασήδες είχαν πολλούς λόγους να φοβούνται από την εξάπλωση της ιδέας του «Εθνικού ξεσηκωμού»: Οι φιλελεύθερες αστικοδημοκρατικές ιδέες που είχαν σαρώσει όλην την Ευρώπη στα χρόνια μετά την Γαλλική Επανάσταση αποτελούσαν μια ευθεία απειλή της εξουσίας και των προνομίων που είχαν αποκτήσει με κόπο όλους αυτούς τους αιώνες. Η νέα τάξη που έμπαινε δυναμικά στο προσκήνιο της ιστορίας και ζητούσε απαιτητικά την άνοδό της στην εξουσία -άνοδο που την εμπόδιζαν οι παρωχημένοι Οθωμανοί και οι συνεργάτες τους- φαινόταν αποφασισμένη να τους εκθρονίσει και να ξεσηκώσει εναντίον τους και το λαουτζίκο, που μέχρι τώρα τον είχαν του χεριού τους. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι κοτζαμπάσηδες που αντιλήφθηκαν έγκαιρα ότι το μέλλον βρισκόταν ακριβώς σε αυτά που απειλούσαν την υπόστασή τους, και γι’ αυτό συμμετείχαν από νωρίς στις προετοιμασίες, μαύρα πρόβατα της τάξης τους: Νύκτα τινά του 8βρίου μηνός 1820 ηκούσθη κρότος εις την θύραν του εν Καλυβίοις της Λάστας […] οίκου των πολυκτημόνων αδελφών Παππαζαφειροπούλων […]. Υπηρέτης δε τις του οίκου ηνέωξε την θύραν και εισήλθε πεζός εκ Καλαβρύτων, όστις αποχωρήσαντος του υπηρέτου, εξέβαλεν εκ του έσωθι μέρους του παπουτσίου του επιστολήν απευθυνομένην προς τον Κωνστ. Παππαζαφειρόπουλον και εν ελλείψει τούτου προς τον Παππά Γεώργιον Οικ. Παππαζαφειρόπουλον και ηρώτησε τις είναι ούτος. Ο Οικονόμος απήντησεν ότι αυτός είναι ο Παππά Γεώργιος και ότι ο Κωνσταντίνος είναι εις Λάσταν και ότι η επιστολή την αυτήν νύκτα λαμβάνεται παρ’ αυτού. Και τωόντι είς των υπηρετών μετά του μονογενούς υιού του Οικονόμου Ιωάννου, ιππεύσαντες πάραυτα δύω ημιόνους απήλθον εις Λάσταν, μείναντος του πεζού εις Καλύβια. Φθάσαντες οι απεσταλμένοι εις Λάσταν ενεχείρησαν την επιστολήν τω Κωνσταντ. Παππαζαφειροπούλω όστις ανεώξας Βαλερίου Γ. Μέξα «Οι Φιλικοί, κατάλογος των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη». 78

73


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

αυτήν, ανέγνω τα εξής συμβολικά γράμματα: «Το καράβι με τας πραγματείας έφθασεν εις Πάτρας, κίνησον ευθύς που λάβης την επιστολήν μου και πέρασε από εδώ δια να υπάγωμεν μαζύ εις Πάτρας και παραλάβομεν τας πραγματείας. Ανδρέας Ζαΐμης». Ο Κωνστ. Παππαζαφειρόπουλος ηννόησε τον σκοπόν της προσκλήσεως και πάραυτα ενδυθείς ίππευσε τον ένα ημίονον και μετά του υπηρέτου εφίππου, έφθασεν εις Καλύβια, όπου συνομιλήσας μετά του αδελφού του Οικονόμου, παρέλαβε τον γραμματοκομιστήν και εξεκίνησε δια Καλάβρυτα, όπου έφθασεν αυθημερόν. Εκεί συννενοηθείς μετά του Ζαΐμη και των άλλων προυχόντων της Επαρχίας Καλαβρύτων, περί της επαναστάσεως, περί των μέσων άτινα είχον και περί των συνδρομών άς έξωθι περιέμενον, επανήλθεν εις Λάσταν με την συμφωνίαν του να άρωμεν πάντες τα όπλα εις ορισμένην ημέραν. 79 Όπως και να ‘χει, η μελέτη των ταξικών αυτών συγκρούσεων, που ξεκίνησαν από απλές αντιγνωμίες για την έναρξη της Επανάστασης, προχώρησαν σε πολιτικές δολοφονίες –άλλες επιτυχημένες, όπως του Καμαρινού από την πλευρά των Φιλικών 80, ή ανολοκλήρωτες, όπως του Παπαφλέσσα μετά τη συνέλευση της Βοστίτζας από την πλευρά των κοτζαμπάσηδων- και κατέληξαν σε αιματηρές ένοπλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης (Εμφύλιοι), έχει μια αξία, μιας και το νομικό σύστημα της χώρας που αποφάσισε την καταδίκη του Χοντρογιάννη το 1830 ήταν απότοκός τους και καθρέφτης τους.

79 80

Στεφανόπουλου, «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 19-20. Κορδάτου «Η Κοινωνική Σημασία κλπ», σελ. 57-58.

74


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Η Συνέλευση της Βοστίτζας Η πρώτη ανοιχτή αντιπαράθεση των εκπροσώπων των δύο αυτών τάξεων, από τη μια των φεουδαρχών-κοτζαμπάσηδων και από την άλλη των αστών και των ενθουσιωδών υποστηριχτών των φιλελεύθερων δημοκρατικών ιδεών ήταν στη Συνέλευση της Βοστίτζας, που κράτησε από τι 26 έως τις 30 Γενάρη του 1821. Η Φιλική Εταιρεία είχε εξαπλωθεί παντού και ακόμα πλατύτερα είχε φτάσει το μήνυμά της για εξέγερση των υπόδουλων Ρωμιών. Το πολιτικό της πρόγραμμα παρέμενε ανομολόγητο, αλλά η μαζική πλειοψηφία των ορκισμένων μελών της –τα οποία «τύχαινε» να είναι και τα πιο ενθουσιώδη- ανήκαν στην τάξη των εμπόρων και των τεχνιτών που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν τόσο μέσα στον Ελλαδικό χώρο όσο και έξω από αυτόν. Τα οικονομικά τους συμφέροντα τη δεδομένη στιγμή έβρισκαν τους καλύτερους εκφραστές στο επίπεδο των ιδεών στα κηρύγματα της Γαλλικής Επανάστασης. [Η] σχηματισθείσα νέα κοινωνική τάξις, η αστική, εις την υπόδουλον Ελλάδα είχεν φθάσει εις μεγάλην ανάπτυξιν υλικήν. Ένεκα του λόγου αυτού (αντικειμενικός όρος μιας Επαναστάσεως) και του επικρατούντος πανευρωπαϊκού αναβρασμού εκ της διαδόσεως και του φανατισμού που εδημιούργησαν αι γαλλικαί επαναστατικαί (δημοκρατικαί) ιδέαι (υποκειμενικός όρος) η ελληνική αστική τάξις ωθήθη προς την ιδέαν της Επαναστάσεως κατά του Τουρκικού ζυγού. Βεβαίως εάν η τότε ανδρωθείσα ελληνική αστική τάξις δεν ευρίσκετο εις την υλικήν ακμήν εις την οποίαν ευρίσκετο με την τεραστίαν ανάπτυξιν του εμπορίου και της ναυτιλίας εσωτερικώς και εξωτερικώς δεν θα ήτο ψυχικώς προπαρασκευασμένη να δεχθή τας γαλλικάς επαναστατικάς ιδέας και να φανατισθή από τα δόγματα της Γαλλικής Επαναστάσεως. Διότι ήτο ως τάξη σχηματισμένη και οικονομικώς ευρίσκετο εις υπερτάτην ακμήν δι’ αυτό ηθέλησεν να ανέλθη ως τάξις κοινωνική επιδιώκουσα κατά πρώτον και απαράβατον όρον να εκδιώξη τους Τούρκους, διότι η κυριαρχία των ήτο το μεγαλύτερον και ανυπέρβλητον εμπόδιον δια την πολιτικήν άνοδον εις την εξουσίαν της. Δι’ αυτό μόνον αυτήν την τάξιν –τους έλληνας αστούς δηλαδή- συνεκίνησαν τότε αι γαλλικαί και δημοκρατικαί επαναστατικαί ιδέαι. Οι κοτσαμπάσηδες και ο κλήρος τουναντίον 75


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

εξεδήλωσαν προς τον γαλλικόν δημοκρατισμόν μίσος και αντιπάθειαν. 81 Παρ’ όλ’ αυτά η πρόσδεση και των Κοτζαμπάσηδων στο σκοπό της «εθνικής» εξέγερσης ήταν απαραίτητη, μιας και αυτοί διέθεταν και πολιτική εμπειρία και μεγάλο πλούτο και πρόσβαση σε μέσα και δυνάμεις. Ο μόνος τρόπος που μπορούσαν να σκεφτούν για να πάρουν με το μέρος τους τους Κοτζαμπάσηδες και να στηθεί έτσι μια πραγματικά ισχυρή συμμαχία, που θα είχε τη δυνατότητα να διώξει από την εξουσία τους διεφθαρμένους και παρηκμασμένους Οθωμανούς θα ήταν να κάνουν ορισμένες υποχωρήσεις οι πρωτεργάτες της «εθνικής» συνωμοσίας αστοί. Παραβλέποντας τις δημοκρατικές τους αντιλήψεις αποζήτησαν την στήριξη του εγχειρήματός τους από ένα από τα αντιδραστικότερα καθεστώτα της Ευρώπης, την Τσαρική Ρωσία, και τη στρατολόγηση στο σκοπό τους ανοιχτά συντηρητικών και αντιδημοκρατικών στελεχών του Τσαρικού καθεστώτος, πρώτα τον Καποδίστρια και μετά τον Υψηλάντη. Η Φ.Ε. όμως παρ’ όλα ταύτα εξηκολούθη να πιστεύη ότι ο Καποδίστριας εν τέλει θα επείθετο. Δια να επιτύχη δε εις τον προσηλυτισμόν κατά το δυνατόν περισσοτέρων οπαδών διέδιδε τουναντίον ότι κάποια «Αρχή» είνε εν γνώσει των σκοπών της Εταιρίας και ευνοεί και υποστηρίζει αυτήν. Η ψευδής αυτή διάδοσις κατά την γνώμην μας είχεν ως σκοπόν να προσηλυτίση μάλλον τους Δημογέροντας της Πελοποννήσου και τους ανωτέρους κληρικούς οι οποίοι φυσικά μόνον εάν μία μεγάλη Δύναμις και προ παντός η μοναρχική Ρωσσία υπεστήριζεν την Φ.Ε. θα ήσαν διατεθημένοι να ακολουθήσουν τους Φιλικούς και να επαναστατήσουν κατά των Τούρκων. […] Έπρεπε λοιπόν οι διευθύνοντες την Φ.Ε. προς προσηλυτισμόν των φεουδαρχών ν’ αφίσουν να υπονοηθή ότι μια «Αρχή» διευθύνει και εξυπηρετεί τους σκοπούς της Εταιρίας. Απ’ αυτό και μόνον το δόλωμα εκινήθησαν οι Έλληνες φεουδάρχαι. Εάν αντελαμβάνοντο ούτοι εγκαίρως ότι η Φιλική Εταιρία είνε μια συνωμοτική οργάνωσις με επαναστατικάς ι-

81

Κορδάτου «Η Κοινωνική Σημασία κλπ», σελ. 47-48.

76


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

δέας μη υποστηριζομένας από την Ρωσσίαν η οποία ήτο μεγάλη Δύναμις και εχθρά άσπονδος της Τουρκίας δια κατακτητικούς σκοπούς, ασφαλώς δεν θα ελάμβανον ενεργόν μέρος εις την Επανάστασιν. 82 Δεν πρέπει να παραβλέπουμε βέβαια και τη συγκίνηση που θα προξενούσε και στο λαό η είδηση για τη στήριξη της Επανάστασης από τη Ρωσία, το «ξανθόν γένος», τα «ορθόδοξα αδέρφια μας» και όλα αυτά τα σχετικά. Τέλος πάντων, η Συνέλευση της Βοστίτζας ήταν η πρώτη μεγάλη ευκαιρία να αντιπαρατεθούν οι δύο παραπάνω πλευρές, οι κοτζαμπάσηδες και οι αστοί, και να εκφραστούν ξεκάθαρα οι πραγματικές προθέσεις των πρώτων. Με μπροστάρη τον Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό η σύσκεψη που αρχικά είχε ως θέμα την οργάνωση της εξέγερσης κατέληξε σε επίθεση εναντίον του αντιπροσώπου της Φιλικής Εταιρείας, Αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Δικαίου, του γνωστού Παπαφλέσσα. Συνελεύσεως δε γενομένης, ο Π. Π. πρότεινε να γίνη σκέψις ακριβής εις τα εξής ουσιώδη κεφάλαια. α΄) Αν είναι σύμφωνον όλον το Έθνος εις τοιούτον επιχείρημα, ή μόνη η Πελοπόννησος θέλει το επιχειρισθή. β΄) Αν ο καιρός είναι αρμόδιος, εν ώ η λοιπή Ευρώπη γαληνιά. γ΄) Πώς άρα θέλει διατεθώσιν εις τούτο αι Ευρωπαϊκαί Δυνάμεις και μάλιστα αι γειτονικαί. δ΄) Αν τωόντι η Ρωσσία θέλει λάβει μέρος εις τας υποθέσεις του Έθνους των Ελλήνων, και θέλει το συνδράμει, και τίνι τρόπω, εν ώ ειρηνεύει με την Οθωμανικήν Πόρταν. ε΄) Αν είναι προετοιμασία των αναγκαίων ενός πολέμου, και πόθεν, και πώς θέλει οικονομηθώσιν αι άφευκτοι μεγάλαι δαπάναι.83 Τα παραπάνω ζητήματα που έθεσαν στον Παπαφλέσσα δια του Π. Πατρών Γερμανού προφανώς και ήσαν οι προφάσεις που πρόβαλλαν οι κοτζαμπάσηδες για να καθυστερήσουν ή και να ματαιώσουν την Επανάσταση. Γι’ αυτό ό, τι και να τους απαντούσε ο Παπαφλέσσας, αυτοί δεν θα ήσαν ικανοποιημένοι.

82 83

Κορδάτου «Η Κοινωνική Σημασία κλπ», σελ. 53-54. Μητροπολίτου Π. Π. Γερμανού «Απομνημονεύματα», σελ. 24.

77


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Επί μιάς δε εκάστης των ειρημένων προτάσεων, ηρώτων τον Φλέσαν οι συναθροισθέντες δια να τους βεβαιώση, εάν αυτά πάντα υπάρχουν έτοιμα από την εταιρίαν, και επί καταφατική απαντήσει, τότε ήθελον λάβει τα όπλα κατά της εξουσίας. Ο δε Φλέσας, αν και απροσδοκήτως ευρέθη εις τας δεινάς ταύτας ερωτήσεις, απεκρίνατο όμως εις αυτάς καταλλήλως, αλλά δεν τον επίστευον. Μετά δε την ανάπτυξιν των ανωτέρω προτάσεων, ήλθον εις λόγους πολλούς και τότε ο Αρχιμανδρίτης θυμωθείς τους εφοβέρισεν, ότι αν δεν συγκατανεύσουν να επαναστατήσουν, αυτός είναι διατεταγμένος από την Σεβ. Αρχήν, την οποίαν παρίστανον ως πραγματικήν τότε, να μισθώση 1000 Πισινοχωρίτας και Σαμπαζότας και άλλους τόσους Μανιάτας να κάμη την αρχήν της επαναστάσεως, και όποιον πιάσουν χωρίς όπλα οι Τούρκοι, ας τον θανατώσουν. […] Γενομένης δε πολλής ομιλίας και φιλονεικίας, έφερον οι πρόκριτοι και πολλά παραδείγματα αποτυχίας. Τότε ο Αρχιμανδρίτης εστενοχωρήθη διότι δεν συγκατένευον, και εβιάσθη να τους απειλήση και πάλιν. Αλλ’ ο Παλαιών Πατρών εξαγριωθείς κατ’ αυτού, τον ύβρισε και τον είπεν εξολέστατον. 84 Οι ακρότητες του Παπαφλέσσα εξόργισαν όχι μόνο δηλωμένους εχθρούς των επαναστατικών ��δεών, όπως τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τους συντηρητικούς κοτζαμπάσηδες, αλλά και αυτούς τους προκρίτους που διάκεινταν πολύ πιο φιλικά από τους άλλους στην ιδέα της εξέγερσης, όπως τον Αντρέα Ζαΐμη από τα Καλάβρυτα, γιο του Ασημάκη Ζαΐμη. Επί των παρά του Γρηγορίου Δικαίου εκφρασθέντων τούτων εις την Συνεδρίασιν αυτήν πρώτος πάντων ο Ανδρέας Ζαήμης αναλαβών την απάντησιν είπεν: «Όλα τα παρά του Δικαίου λεχθέντα είναι άστατα, απελπισμένα, στασιαστικά, ιδιοτελή, και σχεδόν μπιρμπάντικα. Και αν λάβωμεν αυτά ως βάσιν έχοντα, αναμφιβόλως παίρνομεν το έθνος εις τον λαιμόν μας, και θέλομεν επισύρει εις τας κεφαλάς μας το αιώνιον ανάθεμα, επειδή καμμιάς λογής

84

Φωτάκου «Βίος του Παπά Φλέσσα», σελ. 17-19.

78


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

θετικότης υπέρ του ελπιζομένου ισχυρού και υψηλού έργου δεν υπάρχει.» Επί τοις λόγοις αυτοίς του Ανδρέου Ζαήμη όλα τα μέλη σύμφωνα, είπον: «ότι βέβαια χάνεται το έθνος μας, καθότι τα πάντα είναι όλως διόλου ανέτοιμα». 85 Ο Παπαφλέσσας, κατανοώντας ότι ήδη οι κοτζαμπάσηδες είχαν αρχίσει να εξυφαίνουν σχέδιο δολοφονίας του, συνέχισε να επιμένει στις διαβεβαιώσεις του πιο ήρεμα πλέον, αναγκάζοντας τώρα τους Κοτζαμπάσηδες να ομολογήσουν τους πραγματικούς τους φόβους από την ενδεχόμενη επιτυχία της Επανάστασης. Τα λόγια του άλλου πρόκριτου των Καλαβρύτων -πολιτικού αντιπάλου του προλαλήσαντα Ζαΐμη- Σωτήρη Χαραλάμπη είναι παραπάνω από αποκαλυπτικά: Τότε ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο δυνατώτερος της εποχής εκείνης και τολμηρότερος, καθώς εκάθητο εις τον Τουρκικόν σοφάν (ανάκλιντρον), κλίνας τα γόνατα, ενώσας τας δύω των χειρών του παλάμας και σηκώσας αυτάς έμπροσθεν του προσώπου του, είπε μετά θαυμασμού προς την συνέλευσιν: «Ούτως άγιοι αρχιερείς και ευγενέστατοι άρχοντες, πιστεύω ότι είναι αληθή όσα ο σεβάσμιος Αρχιμανδρίτης μας είπεν, ότι η Σεβ. Αρχή επρόβλεψε παντού να έχη δυνάμεις δια να κινήση την επανάστασιν, καθώς και εις την Πόλιν υπάρχει πλήθος στρατιωτών, ως λέγει, να κάψουν τον στόλον, να σκοτώσουν και τον Σουλτάνον και να καύσουν και την Κωνσταντινούπολιν. Η δε ομόθρησκος Ρωσσία θα συντροφεύση τον Υψηλάντην με στρατεύματα, και χωριστά όπου θα κηρύξη τον πόλεμον κατά του Σουλτάνου. Αλλ’ ημείς εδώ, αφού σκοτώσωμεν τους Τούρκους, εις ποίον θα παραδοθώμεν, ποίον θα έχωμεν ανώτερον; Ο ραγιάς ευθύς αφού πάρει τα όπλα, δεν θα μας ακούη και δεν θα μας σέβεται, και θα πέσωμεν εις τα χέρια εκείνου (δεικνύων τον Νικήταν), ο οποίος προ ολίγου δεν ημπορούσε να κρατήση το περούνι να φάγη.» 86

85 86

Φραντζή, «Επιτομή της Ιστορίας κλπ», τομ. Α΄, σελ. 98. Φωτάκου «Βίος του Παπα Φλέσσα», σελ. 20-21.

79


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Σαν απάντηση στην προσβολή των κατώτερων τάξεων –τους ραγιάδες, που ευθύς αφού πάρουν τα όπλα δεν θα ακούνε τους κοτζαμπάσηδες- στο πρόσωπο του αδερφού του (αυτός ήταν ο Νικήτας που «δεν ημπορούσε να κρατήση το περούνι να φάγη»), ο Παπαφλέσσας επέλεξε να καλοπιάσει τους συνομιλητές του και να τους χαϊδέψει στο ευαίσθητο σημείο τους: στην δίψα τους για εξουσία, κατορθώνοντας να ξαναπάρει με το μέρος τους τους πιο ενθουσιώδεις με το σκοπό της Επανάστασης προεστούς, τον Καλαβρυτινό Αντρέα Ζαΐμη και τον Βοστιτσάνο Αντρέα Λόντο. Μετά την ομιλίαν ταύτην, σηκωθείς ο Αρχιμανδρίτης Φλέσας εζήτησεν από την ομήγυριν τον λόγον να ομιλήση. Και αφού του εδόθη είπε τοιαύτα: «Άγιοι αρχιερείς και ευγενέστατοι άρχοντες, απορώ δια την ομιλίαν του κ. Σωτηρίου Χαραλάμπη να φρονή ούτως! Εάν σκοτώσωμεν τους Τούρκους όλους, θα σκοτώσωμεν και τον Κιαμήλ-Μπέη, τον πρώτον Αγάν της Πελοποννήσου. Τότε η Ευγενεία του θα πάρη την θέσιν του. Τοιουτοτρόπως απαριθμών και άλλους επισήμους Τούρκους, και μοιράζων τας θέσεις των εις τους προύχοντας, απέδειξε δια τούτου, ότι αφού λείψουν οι Τούρκοι θα έλθουν βέβαια αυτοί εις τα πράγματα. Μετά δε ταύτα εσηκώθη ο Ανδρέας Ζαήμης, ωμίλησε και αυτός σύμφωνα με τους λόγους του Αρχιμανδρίτου. Μετά τούτον ωμίλησεν ο Ανδρέας Λόντος, και εσυμφώνησε μετ’ αυτών, και έπειτα άπαντες, και ούτως εσυμβιβάσθησαν κατά τον ακόλουθον τρόπον. Η συνέλευση έληξε χωρίς να έχει αποφασιστεί κάτι συγκεκριμένο, κάποια άμεση δράση, πέρα από την γενική βούληση των προκρίτων του Μοριά να καθυστερήσουν κι άλλο την Επανάσταση. Ο Παπαφλέσσας όμως αδιαφόρησε για την κωλυσιεργία των κοτζαμπασήδων και συνέχισε τα πύρινα κηρύγματά του, απευθυνόμενος πλέον μόνο στους εκπροσώπους των κατώτερων κοινωνικών τάξεων, στο λαό και στους ορκισμένους στη Φιλική Εταιρία εμπόρους και τεχνίτες. […] μοι είπεν ότι είναι ο Παππά Φλέσσας, ότι έρχεται από την πηγήν της επαναστάσεως την Ρωσσίαν, ότι περιήλθε διάφορα μέρη και εύρε τους Χριστιανούς έτοιμους πανταχού 80


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

προς επανάστασιν, ότι ήδη έρχεται εκ Καλαβρύτων δια να μάθη τι πράττομεν εις Τρίπολιν. Τότε εδιηγήθην και εγώ τα τρέχοντα εν Τριπολιτσά, εν Μισθρά, Καλάμαις και Καρυταίνη και είδον αυτόν λίαν ευχαριστημένον. Αποχαιρετίσας με τέλος μοι είπε να προσέχωμεν πολύ μήπως ανακαλυφθώμεν εις τους Τούρκους, να έχωμεν θάρρος πολύ, διότι μας βοηθούν μεγάλαι δυνάμεις, να γνωστοποιήσω εις τους αδελφούς ότι το σχέδιον είναι ίνα έλθωσιν από πάσαν Επαρχίαν, ανά δέκα χιλιάδες άνδρας ένοπλοι εις τα πέριξ της Τριπόλεως και άμα ακούσωμεν οι εν Τριπόλει πυροβολισμούς εις τα Τρίκορφα συχνούς, τότε θέλομεν είδει στρατόν προχωρούντα κατά της Τριπόλεως ότε να σηκωθώμεν, αφού οπλισθώμεν καλά, και να ορμήσωμεν κατά των Τούρκων, διότι οι πολιορκηταί τάχιστα, ως αστραπή, θέλουσι επιπέσει κατά της πόλεως από διάφορα μέρη και ούτω κυριεύσει αυτήν και κατασφάξει τους Τούρκους και ότι αυτός αναχωρεί δια Καλάμας, Μάνην, Μιστρά και άλλα μέρη της Πελοποννήσου δια να γνωστοποιήση και εις τους αυτόσε εταιριστάς όσα εις εμέ είπε και να τους βιάση να συναθροισθώσι μίαν ώραν ταχύτερον και να κινήσωσι κατά της Τριπόλεως, ταύτα δε πάντα θέλουσι γίνει εντός ολίγων ημερών.87 Λίγο πριν την έκρηξη Χάρη στα κηρύγματα του Παπαφλέσσα και των άλλων αντιπροσώπων της Φιλικής Εταιρείας που είχαν καταφτάσει στον Μοριά από το εξωτερικό –οι περισσότεροι παιδιά και συγγενείς ντόπιων εμπόρων και κοτζαμπάσηδων- αλλά και τον ενθουσιασμό των αστών που βρίσκονταν ήδη στο Μοριά, οι προετοιμασίες εντείνονταν με φρενήρεις ρυθμούς. Μετ’ ολίγας ημέρας από τας τελευταίας ταύτας κατηχήσεις ήλθεν εις Τρίπολιν ο Γάλλος Φιλιππάκης Ρομπέρ, ως έμπορος ωρολογίων, τουφεκίων, μπιστολίων κλπ, και μετ’ αυτού, ως ωρολογοποιός, ευκόλως εσχετίσθην και ως εκ της σχέσεως μοι επρότεινεν ίνα τον συντρέξω προς πώλησιν των 87

Στεφανόπουλου, «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 29-30.

81


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

εμπορευμάτων του. Μαθόντες οι εν Τριπόλει εταιρισταί την έλευσιν του Ρομπέρ και το είδος της εμπορίας του, και μη θέλοντες ν’ αναμιχθώσιν εις την αγοράν δια να μη δώσωσιν υποψίας με παρεκίνησαν ίνα προβώ μυστικώς και επιτηδείως εις την αγοράν των όπλων και ούτω και έπραξα. Ηγόρασα δι’ εκουσίων των εταιριστών συνεισφορών, εις τας κάσσας αυτών, αρκετά Ντουφέκια, και πιστόλια και δια να μη δώσω υποψίαν επροσποιήθην ότι τα ηγόρασα προς μεταπώλησιν, και πολλά μεν, τα πλείστα, εστάλησαν δια του Κωνσταντίνου Παπαζαφειρόπουλου εις Λάσταν, εξ ών τινά μεν διενεμήθησαν ακολούθως μετ’ άλλων πολλών επί τούτω από διαλείμματα εις διαλείμματα συναγομένων, τινά δε έδωσα εις τους κήρυκας δια να τα πωλήσωσι δήθεν, άλλα δε εξέθηκα εις το εργαστήριόν μου, αλλά και δια τα μεν και δια τα δε εζήτουν τοιαύτην τιμήν υψηλήν, ώστε ουδείς ανεδέχθη αγοραστής και ούτως εύρον καιρόν και έπεμψα και εκ τούτων τινά νύκτωρ εις Λάσταν, θέττων αυτά εις σακκία βάμβακος κτλ. δια να μη είδη τις ότι τα όπλα στέλλονται εις τα βουνά. Δυστυχώς όμως ο Γραμματεύς του Μουσταφάγα Νησιώτη, Βοεβόνδα της Καρυταίνης, Χριστιανός, ού τ’ όνομα αισχύνομαι να μνημονεύσω ώδε, με επρόδοσεν εις τον Μουσταφάγα τούτον, είπον ότι αγοράζω ντουφέκια και μπιστόλια και τα πέμπω του γαμβρού μου Κωνστ. Παπαζαφειροπούλου εις Λάσταν. 88 Οι υποψίες που είχαν αρχίσει και μπαίναν στα μυαλά των Οθωμανών δεν έγιναν όμως σιγουριά, οπότε το έργο της προετοιμασίας και του εξοπλισμού των εμπειροπόλεμων Κάπων -των πρώην Κλεφτών- συνεχίστηκε ακώλυτο. […] Αφού επέστρεψεν εις Λάσταν ο Κωνστ. Παππαζαφειρόπουλος επεδόθημεν εις το έργον της κατηχήσεως σπουδαιότερον και εις το έργον της προπαρασκευής προς ην επανάστασιν δραστηριότερον, διενήμομεν λοιπόν όπλα, τσαρούχια και χρήματα εις διαφόρους καπετανέους και κάπους των πέριξ της Λάστας χωρίων και κωμοπόλεων εις άς διέπρεπον προ πάντων εν μεν Βαλτεσινίκω ο Παναγούλιας, εν Καρνεσίω ο

88

Στεφανόπουλου, «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 8-9.

82


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Χρυσαντάκης, Παναγουλόπουλος και Βαρβάκης, εν Βυτίνη ο Ροζής, εν Λάστα οι Ντανασαίοι και Σεμπέκος, εν Μαγουλιάνοις ο Ζούβελος και Κοσμόπουλος και εν άλλοις χωρίοις άλλοι, ούς δεν ενθυμούμαι, και παρηγγείλαμεν αυτούς να ήναι έτοιμοι με τα παληκάρια των και εις την πρόσκλησιν να μας ακολουθήσωσι.89 Οι Κοτζαμπάσηδες μέσα σε αυτή τη γενική κοσμογονία προσπάθησαν με νύχια και με δόντια να συγκρατήσουν τα πράγματα και να καθυστερήσουν την εξέγερση. Πολύ γρήγορα όμως αφέθηκαν να τους παρασύρει το ανυποχώρητο ποτάμι. Ήδη από τις πρώτες στιγμές της συμμετοχής τους στην Φιλική Εταιρεία επιδείκνυαν τη σιχασιά τους για αυτούς που την απαρ��ίζανε και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τη σαμποτάρουν, μέχρι τουλάχιστον να γίνει παραδεκτή η «υπεροχή» τους. Και άλλας απείρους εμπαθείς συκοφαντίας και βλασφημίας φλυαρούν καθ’ ημών, δια να μας προσβάλουν δήθεν, αλλ’ έκαστος νοήμων Έλλην και αμέτοχος παθών δύναται να εννοήση, ότι ο λαός και ο όχλος ουδέποτε εσυλλογίσθη ή συλλογίζεται περί ελευθερίας, μήτ’ αισθάνεται τι εστί πατριωτισμός. Εις όλους τους αιώνας και εις όλας τας εποχάς πάντοτε οι εγκριτώτεροι και νοημονέστεροι είναι εκείνοι, οίτινες έχοντες επιρροήν ιδιοκτησίας, πλούτη και άλλα πλεονεκτήματα, αυτοί κινούν και τον λαόν, αυτούς ακολουθούν και οι πάντες. Είναι αληθινόν, ότι οι προύχοντες και οι αρχιερείς της Πελοποννήσου παρεδέχθημεν και ησπάσθημεν και εγινήκαμεν μέλη της Εταιρίας αυτής, δια τον λόγον να πείθωμεν τους απλουστέρους της δευτέρας τάξεως ανθρώπους ή και της τρίτης ότι υπάρχει μία Υπερτάτη μυστηριώδης Αρχή και άγνωστος, εις την οποίαν πρέπει να πειθώμεθα όλοι δια να τους πείσωμεν ότι αυτή σύγκειται από Έλληνας επισήμους άνδρας, και δεν είναι η Ρωσία, η οποία μας ηπάτησε πολλάκις και μας κατέστρεψε, καθότι τότε, αν εγνώριζαν ότι ήτο δάκτυλος ρωσικός, ουδείς ελάμβανε μέρος. Αυτόν λοιπόν τον τρόπον εκάμαμεν επιχείρημα και εκερδίσαμεν τας καρδίας των οργάνων

89

Στεφανόπουλου, «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 21.

83


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

του λαού με το παράδειγμά μας. Αλλ’ ημείς την εγνωρίζαμεν από την πρώτην ημέραν του σχηματισμού της, ότι εσύγκειτο από ανθρώπους ασημάντους, Σκουφάδες, Αναγνωστοπούλους και συντροφίαν, οίτινες εκ των ποιημάτων και συγγραμμάτων του αοιδίμου Ρήγα Φεραίου ή Βελιστίνου ενθουσιασμένοι συνέπηξαν αυτήν την μυστηριώδη Εταιρίαν ή Αρχήν, τους οποίους ουδείς εγνώριζε και ουδεμίαν βαρύτητα ή υπόληψιν έχοντας εις τον κόσμον. Μ’ όλα ταύτα ο σχηματισμός της συνετέλεσε δια τον γενικόν σκοπόν τον εδικόν μας. 90 Όση απέχθεια όμως και να έτρεφαν για τις ιδέες της Επανάστασης και τους πρεσβευτές τους, σιγά σιγά αντιλήφθηκαν ότι με τη συμμετοχή τους –την έστω και χλιαρή- θα εξασφάλιζαν κάποιους ιδιοτελείς σκοπούς: Μεταξύ τούτων [των προκρίτων] υπήρχον και τινές ευρίσκοντες συμφέροντα εις την μεταβολήν μάλλον ή εις την καθεστώσαν τάξιν των πραγμάτων, καθό κατάχρεοι εις τους Τούρκους και μη έχοντες ν’ αποδώσωσι τα οφειλόμενα. Και άλλοι, οίτινες εσυλλογίζοντο ότι, αν όχι από τους Τούρκους, ήθελον καταδικασθή απ’ αυτούς τους Έλληνας επαναστάτας και απολεσθή ως τουρκίζοντες, και δια τούτο επροτίμησαν ν’ αποθάνωσι πολεμούντες τους Τούρκους. 91 Ενδεχομένως κάποιοι από αυτούς να πίστευαν ακόμα και τότε στο ψέμα των Φιλικών και να έλπιζαν για την εποπτεία της Ρωσίας στην νέα κατάσταση, ψέμα που συνέχιζαν να το αναπαράγουν και οι ίδιοι ακόμα και μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, όπως ο Κανέλλος Δεληγιάννης: Τότε ο Κολοκοτρώνης αναβάς εις πέτραν τινά ομίλησεν εκταμένως περί πατριωτισμού, περί ελευθερίας μετά συντριβής καρδίας και επί τέλους επρόφερε τα εξής: «Αδελφοί μου βλέπω ότι φοβείσθε, αλλ’ ούτω δεν θα κάμωμεν δουλιά, διατί φοβείσθε και φεύγετε; Εγώ εις αυτά τα βουνά με είκοσι και με σαράντα ανθρώπους άλλοτε εκτυπούσα τους Τούρκους και δεν μου έκαμον τίποτε και τόρα όπου εσηκώθη όλος ο κόσμος φοβείσθε από τους παλαιότουρκους; Δεν ακούσατε 90 91

Δεληγιάννη «Απομνημονεύματα», τομ. Α΄, σελ. 99. Σπηλιάδη «Απομνημονεύματα», τομ. Α΄, σελ. 24.

84


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

από τον κυρ Κανέλλον Δεληγιάννην, ότι οι Ρούσσοι επήρανε την Ενδρενέ 92 και έως τόρα θα επήραν και την Πόλιν και μας στέλνουν αρχηγόν εδώ με χρήματα, με μπαγιονέτα δέκα χιλιάδων και με πολεμοφόδια και όπλα; Ενταύθα ο κυρ Κανέλλος εβεβαίωσε ταύτα.93 Τις πρώτες μέρες λοιπόν του Μάρτη του 1821 οι πάντες ήσαν ανάστατοι, περιμένοντας με κομμένη την ανάσα άλλος τα Ρούσικα πλοία να καταλάβουν πρώτα την Πόλη και μετά να κατηφορίσουν στο Αιγαίο, άλλος τον Κολοκοτρώνη να αποβιβαστεί με 10.000 φουσάτα και να απελευθερώσει το Μοριά, κι άλλος τους Μανιάτες του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να ανηφορίσουν προς την Τριπολιτζά. Οι Οθωμανοί όμως «μυρίστηκαν» ότι κάτι εκρηκτικό ετοιμάζεται: Η τουρκική Αρχή οσάκις συνελάμβανε πολιτικάς υποψίας, συνείθιζε ν' ασφαλίζεται λαμβάνουσα ομήρους. Εν τη παρούση όμως περιστάσει φοβηθείσα την παρακοήν των Χριστιανών ηρκέσθη εις την υπ' άλλην πρόφασιν κλήσιν εις Τριπολιτσάν εν πρώτοις μεν των προεστώτων, έπειτα δε και των αρχιερέων προσκαλουμένων συνήθως οσάκις ή πόλεμος εξωτερικός επέκειτο, ή εσωτερικαί ταραχαί ανεφύοντο. Σκοπός δε της εξουσίας ήτο μηδενός να επιτρέψη την έξοδον και να ματαιώση τοιουτοτρόπως ό, τι ετεκταίνετο. Η συγκάλεσις αύτη κατεθορύβησεν όλους συνειδότας την ενοχήν και εικάζοντας την αιτίαν.94 Οι κοτζαμπασήδες τρομοκρατήθηκαν. Παρόλο που είχαν προβλέψει μια τέτοια αντίδραση των Οθωμανών και είχαν αποφασίσει ήδη από τη μάζωξη της Βοστίτσας ότι θα αρνούνταν να προσέλθουν στην Τριπολιτσά βρίσκοντας διάφορες προφάσεις, αρκετοί από αυτούς, με πρώτον και σπουδαιότερον τον αδερφό του Κανέλλου Δεληγιάννη Θεόδωρο, θεώρησαν σωστό να παραδοθούν, μήπως και έτσι καθησυχάσουν τους Τούρκους. Μέχρι και ο απόλυτος άρχοντας της «αδούλωτης» Μάνης –ο οποίος ονειρευόταν το θρόνο του μέλλοντος

Η σημερινή Εντιρνέ (βυζ.: Ανδριανούπολη). Στεφανόπουλου, «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 43-44. 94 Σπυρίδωνος Τρικούπη «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», τομ. Α΄, σελ. 92 93

52.

85


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

να δημιουργηθεί Ελληνικού Βασιλείου και ο οποίος τις ημέρες εκείνες έκρυβε τον άρτι αφιχθέντα από τα Επτάνησα ΚολοκοτρώνηΠετρόμπεης Μαυρομιχάλης υπάκουσε και έστειλε στην Τριπολιτσά τον γιο του Αναστάση και έναν ανιψιό του. Κάποιοι όμως λείπανε από αυτή τη δυσοίωνη συγκέντρωση τόσων Μοραϊτών αρχόντων, προκαλώντας εύλογες υποψίες σε αυτούς που βρίσκονταν υπό κράτηση: Οι δε συνελθόντες εις Τρίπολιν Αρχιερείς και Προύχοντες πέμπουσιν ομοφώνως Καλόγηρόν τινα εκ των του Μεγάλου Σπηλαίου κατά τύχην εκεί ευρεθέντα προς τον Παλαιόν Πατρών Γερμανόν, ίνα ερωτήση αυτόν, «διατί ενώ είχον συμφωνήσει άπαντες, να επαναστατήσωσι κατά τον Ιούλιον, αυτοί έδραξαν τα όπλα τότε, ότε οι λοιποί ήσαν εις τας χείρας της Οθωμανικής εξουσίας;» 95 Οι μόνοι που είχαν αποφασίσει να μην υπακούσουν στην διαταγή του τοποτηρητή του Χουρσήτ Πασά ήσαν οι προεστοί και οι επίσκοποι της Αχαΐας. Ήσαν δε ο Π. Πατρών, ο επίσκοπος Κερνίτσης Προκόπιος, ο [Αντρέας] Ζαήμης, ο Χαραλάμπης, ο Λόντος, ο Φωτίλας και ο Θεοχαρόπουλος. […] Την δε επιούσαν [δηλαδή στις 11 Μάρτη] μετέβησαν εις την μονήν της αγίας Λαύρας, και απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν καλόγηρον φέροντα προς τον πατριάρχην γράμματα εις καθησύχασιν της Πύλης, αν τυχόν διεβάλλοντο παρά των εν Πελοποννήσω τουρκικών Αρχών ως απειθείς και κακά βουλευόμενοι. Διά του αυτού γραμματοκομιστού εκοίνωσαν και τοις εφόροις της Εταιρίας την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων αιτούμενοι τας οδηγίας των. Λαβόντες οι εν Τριπολιτσά αγάδες τα προς αυτούς γράμματα των Αχαιών δεν τα εξέλαβαν ως απατηλά, και κατεταράχθησαν […]. Αφ ού δε έστειλαν τα περί ών ο λόγος γράμματα και απέπεμψαν και τον Καλαμογδάρτην, μη όντα εκ των Φιλικών, επέμειναν επί τη προτέρα γνώμη, ό εστι, μήτε να παραδοθώσιν εις την εξουσίαν, μήτε να επιτεθώσιν έως ού έλθω-

Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου «Οι Αρχιερείς και Προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821», σελ. 11. 95

86


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

σιν αι έξωθεν αναμενόμεναι απαντήσεις. Υποπτεύοντες δ’ ένοπλον καταδίωξιν διά την παρακοήν, απεφάσισαν να στρατολογήσωσι μυστικώς εις υπεράσπισιν, αν η χρεία το εκάλει. Επειδή δε ασύμφορον ενόμισαν να συνδιατρίβωσιν όλοι μη τύχη αίφνης και συλλυφθώσιν, διεχωρίσθησαν. Και ο μεν Π. Πατρών και ο [Αντρέας] Ζαήμης απήλθαν εις Νεζερά, ο δε Κερνίτσης και Φωτίλας εις Κερπινήν, ο δε Χαραλάμπης και Θεοχαρόπουλος εις Ζαρούχλαν, ο δε Λόντος εις Διακοφτόν.96 Ένας από τους συμμετέχοντες στη μάζωξη εκείνη στην Μονή της Αγίας Λαύρας, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός είναι πιο λιτός αλλά πιο αποκαλυπτικός στην περιγραφή του, ενώ ταυτόχρονα μας πληροφορεί ότι μαζί με τους υπόλοιπους κοτζαμπασήδες ήταν και ο πατέρας του Αντρέα Ζαΐμη, ο γέρος κυρ-Ασημάκης: Και ούτως […] οι δε συσκεφθέντες απεφάσισαν να μη δώσωσιν αιτίαν τινά, αλλά ως πεφοβισμένοι να παραμερίσωσιν εις ασφαλή μέρη. Όθεν μερισθέντες ανεχώρησαν εκ της Λαύρας, ο μεν Π.Π., ο Κερνίκης και Ανδρέας Ζαήμης διά τα Νεζερά. Ο δε Ασημάκης Ζαήμης και Φωτήλας διά την Κερπινήν. Ο δε Σωτήριος Χαραλάμπης και Σωτήριος Θεοχαρόπουλος διά Ζαρούχλαν. Εν τοσούτω έγραψαν εις τον Πετρόμπεϊν και εις τους Δελιγιανναίους και εις άλλα μέρη, διά να ιδούν, τι σκοπόν έχουν. Αλλ’ εκείνοι έχοντες εις την Τριπολιτζάν τους συγγενείς των, δεν ετόλμων μηδέ να αναφέρωσι περί τοιούτων πραγμάτων. Απέστειλαν δε και εις την Κωνσταντινούπολιν άνθρωπον, διά να πληροφορήση τους εκεί Εφόρους περί της καταστάσεως των πραγμάτων της Πελοποννήσου, και να τους φέρη εκείθεν ειδήσεις και οδηγίας. 97 Τόσο οι μέσα στην Τριπολιτζά κοτζαμπάσηδες όσο και οι απ’ έξω, πάντως, φαίνονταν λοιπόν αποφασισμένοι να καθυστερήσουν όσο γινόταν το ξέσπασμα της Επανάστασης, αγνοώντας ταυτόχρονα τα γεγονότα της Μολδοβλαχίας, τις πρώτες μάχες του Αλέξανδρου Υψηλάντη και την ήττα του. Και αυτό προς θλίψη όσων ακόμα και σήμερα προσπαθούν να πείσουν για «ευλογία τ��ν Όπλων του Α-

96 97

Τρικούπη «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», τομ. Α΄, σελ. 56-57. Π. Π. Γερμανού «Απομνημονεύματα», σελ. 28-29.

87


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

γώνα από την Εκκλησία στην Αγία Λαύρα, όταν και ύψωσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός το λάβαρο» -έστω και στις 11-13 Μάρτη, μιας και το παραμυθάκι της σφύζουσας από «εθνική συγκίνησης» και «χριστιανορθόδοξη ταπεινότητα» δοξολογίας της 25ης Μαρτίου έχει καταρρεύσει. Την αναχώηση των κοτζαμπάσηδων και των επισκόπων από την Μονή της Αγίας Λαύρας φαίνεται να την επίσπευσε μια πολύ ανησυχητική γι’ αυτούς είδηση: Ευρισκομένου μου έτι εις το Σχολείον ήκουσα τα της Επαναστάσεως, και πρώτον ότι ο Ν. Σολιώτης εφόνευσεν εν τω δήμω Νωνάκριδος (Κλουκίνες) Τούρκους τινάς, και άλλους εν τω δήμω Φελλόης (τμήμα Χασίων) των Καλαβρύτων. Ταύτα δ’ εγένοντο κατά την 13 και 14 Μαρτίου 1821, καθ’ όν καιρόν ευρίσκοντο συνηθροισμένοι εν Αγία Λαύρα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Κερνίτζης (Καλαβρύτων) Προκόπιος, ο Ανδρ. Ζαΐμης, Σωτ. Χαραλάμπης, Ανδρ. Λόντος, Ασημ. Φωτήλας, Σωτ. Θεοχαρόπουλος, Πετιμεζαίοι και άλλοι […].98 Την ανησυχία των κοτζαμπασήδων την επέτεινε το γεγονός ότι ο Νικόλαος Σολιώτης… […] ήταν άνθρωπος τρίτης τάξεως, υπηρέτης του Σωτήρη Χαραλάμπη. 99 Γινόταν ακόμα πιο φανερό ότι η κατάσταση ξέφευγε από τα χέρια τους, όταν ακόμα και άνθρωποι δικοί τους έκαναν του κεφαλιού τους και ό, τι τους έλεγαν άλλοι: Αυτός [εννοεί ο Σολιώτης] επαρακινήθη από τον Αρχ. Φλέσαν να κτυπήση πρωρήτερα τους Τούρκους και να κόψη τας μακρυνάς και ακάρπους συνελεύσεις των αρχόντων των Καλαβρύτων και Πατρών.100 Από τους κοτζαμπάσηδες λοιπόν που δεν είχαν υπακούσει στη διαταγή του Καϊμακάμη να προσέλθουν στην Τριπολιτσά, οι μεν Αχαιοί είδαμε ότι αποφάσισαν να κρυφτούν, βλέποντας την Επανάσταση να είναι αναπόφευκτη, ενώ άλλοι προσπαθούσαν να πείσουν

98 Απομνημονεύματα Θεόδωρου Ρηγόπουλου, Επετηρίδα των Καλαβρύτων 1978-1979, σελ. 9. 99 Δεληγιάννη Απομνημονεύματα, τομ. Α΄, σελ. 113. 100 Φωτάκου «Απομνημονεύματα», σελ. 17 της έκδοσης του 1858.

88


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

για την αναγκαιότητα της αναβολής του Ξεσηκωμού, επικαλούμενοι τους αιχμάλωτους των Τούρκων συγγενείς τους: Πριν εκκινήσωμεν τον στρατόν τούτον, ενομίσαμεν πάντες οι πρόκριτοι αναγκαίον, ίνα απέλθη ο Κωνστ. Παππαζαφειρόπουλος εις Λαγκάδια, διά να συνομιλήση μετά του εξαδέλφου του Κανέλλου του Δεληγιάννη και είδη εάν ούτος συνήθροισε τον υπ’ αυτόν στρατόν των Λαγκαδίων και των παρακειμένων αυτοίς χωρίων διά να τον ενώση μετά του εδικού μας και ούτως καθιστώντες αρκετά ισχυρόν σώμα να προβώμεν κατά Τριπόλεως, καθόσον το συμφέρον της πατρίδος δεν απεδέχετο πλέον αναβολής πολέμου και καθόσον οι Αλωνιστιώται, Πιανιώται, Χρυσοβιτσιώται, Αρκουδορεματίται, Δαβιώται, Λιμποβιτσιώται, Ροϊνιώται, Ζαρακοβίται και άλλοι εκ των πλησίον χωρίων της Τριπόλεως ήσαν έτοιμοι και τους Καρυτινούς περιέμενον ίνα εκκινήσωσι. Ο Κανέλλος όμως Δεληγιάννης, έχων τον αδελφόν του Θεόδωρον εν Τριπόλει αιχμάλωτον και φυλακισμένον, εζήτησε ν’ αναβληθή η εκστρατεία διά τινας ημέρας, διότι επίστευεν ότι θέλει δυνηθή ο αδελφός του να ελευθερωθή. Μαθόντες την είδησιν ταύτην υπομείναμεν διά τινας ημέρας, και ειδοποιήσαμεν τα δέοντα εις τους Αλωνιστιώτας και λοιπούς, επειδή όμως παρήρχοντο αι ημέραι και ο Θ. Δεληγιάννης δεν εξήρχετο, επειδή οι Τούρκοι μετεχειρίσθησαν και την αλωπεκή, ραδιουργούντες τους ραγιάδες φίλους και γνωρίμους των, και επειδή η περαιτέρω αναβολή ηδύνατο να φέρη καταστροφήν του κινήματος, απεφασίσαμεν και άνευ του Κανέλλου Δεληγιάννη και άνευ και αυτού του Κολοκοτρώνου, όν από ημέρας εις ημέραν περιέμενον και δεν ήρχετο, να κινήσωμεν και ούτω και επράξαμεν […].101 Την ανησυχία τους αυτή συμμερίζονταν και οι Αχαιοί κοτζαμπάσηδες, αλλά αυτοί ήσαν ανήμποροι να καθυστερήσουν την έναρξη του αγώνα και κατέφυγαν σε μαλώματα. Λέει ο γιος του Ν. Σολιώτη: Την επιούσαν μετά τον φόνον των Τούρκων εν Πόρταις ο Σ. Χαραλάμπης έγραφε προς τον πατέρα μου περίπου τάδε:

101

Στεφανόπουλου, «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 36-37.

89


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

«Καπετάν Νικολάκη: Τι έκαμες; Θα πάρης τα παιδιά των αρχόντων εις τον λαιμόν σου (εννοών τους εν Τριπολιτσά κρατουμένους ομήρους. Ας μείνη το ό, τι έγινε μυστικόν». Το γράμμα αυτό σώζεται εν τη οικογενεία ημών.102 Όπως και να ‘χει, οι κλεισμένοι στις 11 του Μάρτη στην Αγία Λαύρα Αχαιοί κοτζαμπάσηδες και επίσκοποι δεν απευθύνθηκαν με επιστολές τους μόνο στον Πατριάρχη, τους Φιλικούς και τους Οθωμανούς αξιωματούχους, όπως μας αναφέρει παραπάνω ο Σπ. Τρικούπης και ο Π.Π. Γερμανός. Αποδέκτες επιστολών τους ήσαν και γνωστοί συνεργάτες της Οθωμανικής Διοίκησης, ή έστω, Έλληνες των οποίων ο λόγος είχε βαρύτητα ανάμεσα στους Τούρκους. Ένας μάλιστα από αυτούς βρισκόταν μόλις 2 ώρες ποδαρόδρομο από την Αγία Λαύρα, στα Καλάβρυτα, κάνοντας φιλότιμα τη δουλίτσα του. Ήδη από τον Γενάρη του 1821 ο τραπεζίτης – τοκογλύφος Νικόλαος Ταμπακόπουλος βρίσκεται στα Καλάβρυτα και προσπαθεί να εισπράξει τα χρήματα που του χρωστούν η Κοινότητα των Καλαβρύτων και οι Καλαβρυτινοί κοτζαμπάσηδες. [Ο] Νικόλαος Ταμπακόπουλος, τον δανειστήν επαγγελόμενος εις Τριπολιτσάν, έχων να λαμβάνη αρκετά χρήματα από τον έπαρχον [Καλαβρύτων] Αρναούτογλουν, ενοικιαστήν και των προσόδων της επαρχίας, δι’ άς ο αδελφός του Γ. Ταμπακόπουλος, έμπορος, είχε δώσει εγγύησιν εις Κωνσταντινούπολιν, καθώς και αρκετά δάνεια από τους προεστώτας και άλλους Καλαβρυτινούς και από την επαρχίαν, ευρίσκετο ομού με τον έπαρχον εις Καλάβρυτα. 103 Στο γράμμα που στέλνει στις 9 του Μάρτη στον αδελφό του, που βρισκόταν στην Οδησσό, ο Ταμπακόπουλος περιγράφει τα εξής: Οι εδώ προεστοί μου υπόσχονται ότι τα δίνουν και αυτά, όμως πότε θα τα δώσουν δεν ηξεύρω. Εγώ με το να μην έδωσα πίστιν εις τα λεγόμενά τους θα τον στείλω οπίσω. Θα τους κακοφανή, στοχάζομαι, όμως δεν πειράζει. Από κυρΑνδρέα Ζαΐμη δεν ημπόρεσα δια να πάρω παρά από τα της

102 Άρθρο του Χρ. Νικ. Σολιώτη στην εφημερίδα «Νέα Εφημερίς», αρ. 95 (4/4/1884). Αναφέρεται και στο Αθ. Φωτόπουλου «Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κλπ.». 103 Σπηλιάδη «Απομνημονεύματα», τομ. Α΄, σελ. 28.

90


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

πολίτζας 104 ούτε ομολογίαν μοι έδωσε έως ώρας. Εγώ έχω σχεδόν δύο μήνες εδώ και παρά δεν ημπόρεσα δια να πάρω από όσα μοι χρεωστούν κοινό τε και μερικοί. Και όσο μεν χωρίς να θέλω μεγαλωτάτη […] και δυστυχία μένει εις όλον τον Μορέα και ο Κύριος Θεός να κάμη το έλεός του. Του άρχοντος κυρ-Ασημάκη 105 του έγραψα ένα γράμμα εχθές, και τι του έγραψα ούτε εγώ δεν είδα και του το έστειλα με τον δούλον μου και του απεκρίθη ότι έπειτα μοι αποκρίνεται. Και ήλθε οπίσω εχθές χωρίς απόκρισιν. Καθώς βλέπω δεν έχει σκοπόν δια να δώση ούτε καν τα όσα έχει απάνω του και ουχί άλλα, και ας σας δουλεύη. Εγώ σας έχω τζίρκα δύο ήμισυ χιλιάδες γρόσια παράν από τον λογαριασμόν βεκίληδων από τα όσα έχω συναγμένα, και απέρασέ τα εις λογαριασμόν μου […] Τα διαμαντικά με είχατε στείλει δεν ημπόρεσα δια να τα δώσω, και αμέσως όταν με ορδινάρη ο κυρ-Αναγνώστης 106, θέλει τα δώσω εις όποιον ήθελε μοι γράψει […]. Αδελφέ από κάτι βρωμόλογα οπού εβγήκαν, οπού να έχη την οργήν του Κυρίου εκείνος οπού τα επρωτόβγαλε […] Δεν ημπορούμε να πάρωμε παρά από κανένα μέρος, ασφάλειαν το αλισβερίσι δι’ όλου. Και εμείναμεν όλοι με τα χέρια στον κόρφον νεκροί και παταγωμένοι, και ο άγιος θεός να δώση δια να παύσουν αυτά τα βρωμόλογα, διότι ευρίσκομαι εις μεγάλην δυστυχίαν. Επάσχισαν και πάσχουν με όλους τους τρόπους οι πολυχρόνιοι βουτζούχηδες 107 του Μορέως μαζί με τον

Γραμμάτιο, από το ιταλικό polizza. Παρά τη συνωνυμία του με τον άλλο Καλαβρυτινό κοτζαμπάση, τον Φωτήλα, όταν οι άνθρωποι της εποχής έλεγαν «ο κυρ-Ασημάκης» όλοι αναφέρονταν στον Ασημάκη Ζαΐμη. 106 Επρόκειτο σίγουρα για τον Αναγνώστη Παπαγιαννόπουλο ή Δεληγιάννη, μεγαλύτερο αδερφό του Κανέλλου, του κοτζαμπάση της Καρύταινας. Ζούσε στην Κωνσταντινούπολη και ασχολιόταν με το εμπόριο, ενώ στην Ελλάδα ήρθε αμέσως μετά την Επανάσταση. Ήταν παντρεμένος με τη Σμαράγδα Νικ. Ταμπακοπούλου (Δεληγιάννη «Απομνημονεύματα», τομ. Α, σελ. 131) και ο γάμος αυτός σίγουρα ήταν γάμος συμφέροντος, για να ενωθούν οι δύο οικογένειες, και συγκεκριμένα οι περιουσίες και τα συμφέροντά τους. Για αυτές τις επιγαμίες στο Μοριά βλ. Αθαν. Φωτόπουλου «Οι κοτζαμπάσηδες κλπ». 107 πρόσωπα, προσωπικότητες, από το τουρκικό vucuh. Εννοεί τους Οθωμανούς αξιωματούχους. 104

105

91


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

πολυχρόνιον κιαμακάμπεη 108 δια να εβγάλουν από το στόμα του ενού και του άλλου αυτά τα βρωμόλογα, βεβαιότατα ήθελον ευκολύνω κάθε μου υπόθεσιν και ήθελε μισεύσω. Τώρα όμως δεν ημπορώ να το ακολουθήσω διότι είμαι απλωμένος εις τον μεν και δε, και δεν με κοιτάζει κανείς εις τα μάτια. Θα μείνω ακόμη, ίσως δώση ο Κύριός μου και παύσουν, και ετότε γλιτώνοντας από μερικά εντερέσια μου μισεύω […] να σας απολαύσω κατά την επιθυμίαν μου.109 Είναι πολύ χαρακτηριστικές οι λέξεις που επιλέγει ο Τοκογλύφος Ταμπακόπουλος όταν αναφέρεται στους μεν Οθωμανούς («πολυχρόνιοι») και στις δε διαδόσεις για το επικείμενο ξέσπασμα της Επανάστασης («βρωμόλογα»). Είναι πραγματικά σοκαριστική και η επιθυμία του να πάψουν να διαδίδονται αυτά τα «βρωμόλογα»! 110 Η απροθυμία των Καλαβρυτινών κοτζαμπάσηδων να ανανεώσουν τις ομολογίες των χρεών τους προς τον τοκογλύφο οφείλεται προφανώς σε αυτά τα «βρωμόλογα» που διαδίδονται. Τόσο ο Φωτήλας και ο Ζαΐμης όσο και ο Σωτηράκης Χαραλάμπης συμμετείχαν στη Συνέλευση της Βοστίτζας και γνώριζαν καλά το αναπόφευκτο ξέσπασμα της Επανάστασης. Δεν αρνούνταν βέβαια τόσο από «πατριωτισμό», μη δεχόμενοι πλέον να συνάψουν οικονομικές συμφωνίες με συνεργάτες των Οθωμανών, όσο για λόγους καθαρά συμφεροντολογικούς: Στο νέο Κράτος δεν έπρεπε να υπάρχουν ομολογίες χρεών τους σε άλλους Έλληνες. Παρά την άρνησή τους όμως να ξεπληρώσουν τα χρέη τους προς τον τοκογλύφο ή έστω να ανανεώσουν τα γραμμάτιά τους, οι κλεισμένοι στην Αγία Λαύρα κοτζαμπάσηδες, τρομοκρατημένοι από την διαταγή του Καϊμακάμη να προσέλθουν στην Τριπολιτζά, θεωρούν

108 Εννοεί τον καϊμακάμη, δηλ. τον αντικαταστάτη του απουσιάζοντος εκείνη τη μέρα σε εκστρατεία κατά του Αλή Πασά στην Ήπειρο πασά της Πελοποννήσου. 109 Επιστολή της 09-03-1821 του Νικολάου Ταμπακόπουλου προς τον αδελφό του Γεώργιο. ΓΑΚ Σειρά Κ Φάκελος 48α΄, δημοσιευμένη στο Φωτόπουλου «Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κλπ», σελ. 330-331. 110 Αυτή η φρασεολογία σε ένα ιδιωτικό γράμμα προς τον αδερφό του είναι ασύμβατη με τις πληροφορίες που τον ήθελαν να είναι μέλος της Φιλικής Εταιρείας και να γνωρίζει πράγματα για τον επικείμενο ξεσηκωμό. (βλ. παρακάτω Απομνημονεύματα Σπηλιάδη για το χτύπημα στη Χελωνοσπηλιά).

92


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

σκόπιμο να του ζητήσουν τη βοήθειά του στην καταπράυνση των απειλητικών διαθέσεων των Οθωμανών: Χαρακτηριστική των διαθέσεων των ηγετών της Αχαΐας είναι μια επιστολή του Σωτ. Χαραλάμπη προς τον Νικόλαο Ταμπακόπουλο, ο οποίος βρισκόταν τότε στα Καλάβρυτα. Ημερομηνία αναγράφεται η 11 Μαρτίου, ενώ μνεία του τόπου λείπει. Το πιθανότερο είναι ότι γράφτηκε την πρώτη ημέρα της άφιξής του στην Αγία Λαύρα. Υπογράφει ο Σωτ. Χαραλάμπης, το κείμενο όμως απηχεί τη γνώμη και την επιθυμία όλων των ηγετών. Ο Ταμπακόπουλος, πρόσωπο που φαίνεται πως είχε γνώση όλων των κινήσεων, καλείται να καθησυχάσει τις τουρκικές αρχές των Καλαβρύτων (βοεβόδα και καδή) και να πληροφορεί τον επιστέλλοντα για όσα συνέβαιναν στην Τριπολιτσά. (*) (*) «Ομίλησε και η ευγένειά σου οπού ευρεθήκατε αυτού του ενδοξοτάτου αγά βοϊβόντα μας τα αναγκαία δια την ησυχίαν του και δια την ευταξίαν του κοινού καζά μας και κασαμπά και ο άγιος Θεός θέλει βοηθήσει και ημάς και θέλει αποδειχθεί η αθωότητά μας […] Μη λείπης να μου γράφης ό, τι μανθάνεις από Τριπολιτζάν και από κάθε άλλο μέρος» (ΓΑΚ, σειρά Κ48).111 Έτσι λοιπόν, όλα τα πιόνια ήσαν στημένα στις θέσεις τους: Στη σημαντικότερη πολιτεία του Μοριά, την Τριπολιτσά, οι Οθωμανοί περίμεναν με τον πέλεκυ υψωμένο πάνω από το κεφάλι κοτζαμπασήδων και επισκόπων. Σε απόσταση ασφαλείας απ’ τα Καλάβρυτα και με τον Βοϊδιά 112 να τους κρύβει την Πάτρα, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Αντρέας Ζαήμης κρύβονταν στο αγαπημένο μοναστήρι του πρώτου, στην Παναγιά τη Χρυσοποδαρίτισσα, κοντά στα Νεζερά 113. Στο Διακοφτό, σε απόσταση αναπνοής από τη Βοστίτσα,

Φωτόπουλου «Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κλπ», σελ. 317. Η επιστολή του Χαραλάμπη προς τον Ταμπακόπουλο εκδόθηκε με σχόλια στο Ιωάννας Γιανναροπούλου «Μια επιστολή του Σ. Χαραλάμπη», Πρακτικά Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών, Αθήνα, 1986, σελ. 49-64. 112 Το σημερινό Παναχαϊκό όρος. 113 Ο σημερινός Κάλανος. 111

93


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

βρισκόταν ο Λόντος, ενώ σε μια γούβα του Χελμού, στη Ζαρούχλα, κρυβόταν ο Χαραλάμπης. Και στην ορεινή Κερπινή, οι δυο Ασημάκηδες, ο Ζαΐμης και ο Φωτήλας, κάθονται στην αυλή του Ζαϊμέικου αρχοντικού σχεδιάζοντας τις επόμενες κινήσεις τους. Την ίδια ώρα, στις πόλεις και τα χωριά του Μοριά οι ραγιάδες, οι έμποροι κι οι κάποι δεν συγκρατιόνταν -και δεν αναφερόμαστε μόνο στο παραπάνω περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Νικόλαο Σολιώτη: Κατά τα μέσα μάλιστα του Μαρτίου το πράγμα επροχώρησε πολύ, όλοι οι Πελοποννήσιοι το εγνώριζαν, άφησαν όλαις ταις άλλαις δουλειαίς των και εις τα πράγματα του πολέμου μόνον ενασχολούντο. Παντού έβλεπες κίνησιν και συνάμα φόβον και χαράν διά το άρχισμα της επαναστάσεως. Τα πάντα όσον ημπορούσαν τα ετοίμασαν και δεν εχρειάζετο παρά να δοθή το σημείον της ενάρξεως του αγώνος. Οι Τούρκοι, οι οποίοι ήταν εις τα χωρία ως σεϊμένιδες και τασιλταραίοι (εισπράκτορες) και άλλοι, τα έβλεπαν πλέον φως φανερά και δεν ημπορούσαν τα πράγματα πλέον να κρυφθούν. Δια τούτο δια να μη πηγαίνουν αυτοί εις την Τριπολιτσάν και λέγουν ό, τι έβλεπαν εις τα χωριά, άρχισαν πρωτήτερα από τας 15 Μαρτίου και ύστερα οι Έλληνες να σκοτώνουν τους διασκορπισμένους αυτούς Τούρκους ανά ένα ή δύο ή και περισσοτέρους, όπου τους εξεμονάχιαζαν. 114

114

Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 64-65.

94


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Το ίδιο το χτύπημα Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Π.Π. Γερμανού που είδαμε νωρίτερα, ο Ασημάκης Ζαΐμης παρακολουθεί από κοντά τις συζητήσεις των ομοίων του και των επισκόπων. Δεν γνωρίζουμε αν τοποθετήθηκε σε αυτές –σύμφωνα, άλλωστε, με τον ιστορικό Σπ. Τρικούπη που τον είχε γνωρίσει ήταν εξαιρετικά ολιγόλογος. Στις 13 του Μάρτη λοιπόν, όταν χώρισαν όσοι ήσαν κλεισμένοι στην Αγία Λαύρα, κατευθύνθηκε προς το χωριό του, την Κερπινή. Το πέρασμα από τα Καλάβρυτα ήταν αναπόφευκτο, δεν ήταν όμως αναπόφευκτη και η συνάντησή του με τον Ταμπακόπουλο. Γνωρίζουμε για τις επιστολές του Ταμπακόπουλου προς αυτόν με τις οποίες ο τοκογλύφος του ζητούσε μετ’ επιτάσεως να του ξεπληρώσει κάτι από αυτά που του χρώσταγε, αλλά και την διαφαινόμενη άρνηση του Ζαΐμη να του δώσει το παραμικρό. Γνωρίζουμε όμως και την επιστολή που του έστειλε ο Σωτήρης Χαραλάμπης από την Αγία Λαύρα, ζητώντας του να παρέμβει για να ηρεμήσουν οι Οθωμανοί. Πώς όμως θα μπορούσε ο Ταμπακόπουλος να ικανοποιήσει τον καλό του φίλο; Σίγουρα θα του κακοφαινόταν να αποβούν άκαρποι εκείνοι οι δύο μήνες που είχε κάτσει στα Καλάβρυτα ζητώντας την αποπληρωμή των χρεών του καζά προς αυτόν. Πόσο μάλλον για να καθησυχάσει τους Οθωμανούς γι’ αυτά τα «βρωμόλογα», που αν απόβαιναν αληθινά θα τον εξέθεταν και τον ίδιο. Έχοντας χωρίσει από τους άλλους κοτζαμπάσηδες, ο Φωτήλας και ο Ζαΐμης νιώθουν πιο άνετα να συζητήσουν άλλα πράγματα από αυτά που κυριαρχούσαν τόσο στη Συνέλευση της Βοστίτζας όσο και στη μάζωξη στην Αγία Λαύρα: Όθεν και ο γέρων Ασημ. Φωτίλας, πνέων την ελευθερίαν της πατρίδος, πείθει τον Ασημ. Ζαΐμην να κινηθώσιν εις επανάστασιν, διότι ο Κολοκοτρώνης θα κινηθή από την Μάνην αφεύκτως, εν ώ εις την επανάστασιν τον υποδεικνύει και την απόσβεσιν του χρέους του»115.

115

Σπηλιάδη «Απομνημονεύματα», τομ. Α΄, σελ. 31.

95


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Με δεδομένο λοιπόν ότι η παρουσία του «φίλου» της Οθωμανικής Διοίκησης Ταμπακόπουλου και των Τούρκων στρατιωτών που τον συνόδευαν / προστάτευαν στα Καλάβρυτα επιφύλασσε κινδύνους για τον επικείμενο ξεσηκωμό, αλλά και το ότι ο τοκογλύφος έπρεπε άμεσα να πάει στην Τριπολιτζά, όπου θα ασκούσε όλην του την επιρροή για να καθησυχάσει και να «κοιμίσει» τους Τούρκους, ο Ασημάκης Ζαΐμης συλλαμβάνει ένα ριψοκίνδυνο σχέδιο: Ο Ν. Ταμπακόπουλος εκ Βυτίνης, τοκιστής ών (τραπεζίτης), είχε δανείσει το Κοινόν της επαρχίας Καλαβρύτων, και κατά τον Μάρτιον μετέβη εις Καλάβρυτα ίνα εισπράξη εκ των δανείων του έχων μεθ’ εαυτού και τινα Οθωμανόν Σεϊδήν ονόματι μετ’ άλλων. Αλλ’ ολίγα εισέπραξε, και δια τα λοιπά ανενέωσε τα ομόλογα, τα πλείστα των οποίων υπέγραψεν ιδίω ονόματι ο Ζαΐμης μη συγκατατεθειμένων, ως λέγεται, των άλλων προεστώτων να αναλάβουν ιδίω ονόματι τα χρέη της επαρχίας, κατά την επίμονον απαίτησιν του Ταμπακοπούλου. Ο δε Ζαΐμης έπραξε τούτο, ως λέγεται, ν’ αποδιώξη εκείθεν ό, τι τάχιστα τον Ταμπακόπουλον, ίνα ετοιμάσωσι το κίνημα. 116 Ο Ζαΐμης βέβαια δεν επαναπαυόταν στην εκτίμηση του Φωτήλα ότι μετά την Επανάσταση τα παλιά χρέη θα σβηστούν. Είχε αποφασίσει να κάνει και κάτι πιο δραστικό για να διασφαλίσει ότι δεν θα έμενε ούτε ένα χαρτί στα χέρια του τοκογλύφου με το όνομά του: Τα συμβάντα τα σχετιζόμενα προς τον Γερμανόν και τους προύχοντας της Αχαΐας συχνά αναφέρονται ως τα πρώτα επαναστατικά κινήματα. Αλλά το αληθές είνε ότι ο λαός τη εισηγήσει των Φιλικών, έλαβε τολμηρώς τα όπλα ενώ οι ανώτεροί του εχρονοτρίβουν. Ο Ασημάκης Ζαΐμης, ο σιωπηλός πρόκριτος των Καλαβρύτων, φρονών ότι οι φίλοι του καθίσταντο υπερβολικοί με τας υπεκφυγάς των, επροσπάθησε να τους βιάση διά τινος ληστρικής πράξεως εις αποφασιστικήν πορείαν (*). Είχε πολλούς ενόπλους Χριστιανούς εις την υπηρεσίαν του, έπεμψε δε δύο όπως απαγάγωσι τον Σεΐδαγαν Απομνημονεύματα Θεόδωρου Ρηγόπουλου, Επετηρίδα των Καλαβρύτων 1978-1979, σελ. 10. 116

96


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

της Λάλλας, μετακομίζοντα μέγα ποσόν χρημάτων. Ο κυρ Ασημάκης εφρόνει ότι μία τοιαύτη ληστρική πράξις θα έθετε τέρμα εις το αναποφάσιστον των συμπολιτών του. 117 Το πώς δόθηκε η διαταγή για το χτύπημα αυτό από τον Ασημάκη Ζαΐμη, το περιγράφει γλαφυρά –και με αρκετές αναμενόμενες ρομαντικές και εθνοπρεπείς ανακρίβειες- ο Σπυρίδων Τρικούπης: Ο γέρων Ασημάκης Ζαήμης, προεστώς των Καλαβρύτων και πατήρ του Ανδρέου, είχε παρ’ αυτώ δύο παλαιούς κλέπτας, τον Χονδρογιάννην και τον Πετιώτην, ούς άλλοτε λυτρώσας του θανάτου ηγάπα, επιστεύετο, κατήχησε τα της Εταιρίας και προπαρεσκεύαζεν εις τον μελετώμενον αγώνα. Την 15 μαρτίου, εν ώ εγευμάτιζε μόνος εν τω χωρίω του, τη Κερπινή, υπηρετούντων του Χονδρογιάννη και του Πετιώτη, τους ηρώτησε «τι νέον;» Εκείνοι απεκρίθησαν, ότι την επαύριον ανεχώρει εις Τριπολιτσάν, φέρων χρήματα του δημοσίου, ο Σεηδής Λαλιώτης, σπαής, και ότι, αν τοις έδιδε την άδειαν, έτοιμοι ήσαν να τον κτυπήσωσι καθ’ οδόν, και αρπάσωσι και φέρωσι τα χρήματα προς τον αυθέντην των επ’ ωφελείαν του γένους. Ο γέρων Ζαήμης, ολιγολογώτερος και αυτών των παλαιών Σπαρτιατών, τους εκύτταξεν ασκαρδαμυκτί, τοις ένευσε να τον κεράσωσι, και αφ’ ού έπιεν εις την ελευθερίαν της πατρίδος, έκαμε τον σταυρόν του και τοις είπε, «’ς την ευχήν μου παιδιά» 118 Ο πραγματικός βέβαια στόχος του Ασημάκη Ζαΐμη δεν ήταν ο Σεΐντ-αγας. Έπειτα ο Ν. Ταμβακόπουλος Τραπεζίτης, συνοδευόμενος υπό τινος Τούρκου Σεϊδή, ανεχώρησεν από Καλάβρυτα δια Τρίπολιν, ότε οι Χονδρογιανναίοι, εξαρτώμενοι από τον Ζαΐμην, ενέδρευσαν εις Χελωνοσπηλιάν, θέσιν δι’ ής έμελλε να διαβή ο Ταμβακόπουλος, ίνα φονεύσωσι τον τούρκον, και αφαιρέσωσιν από τον Ταμβακόπουλον τας χρεωστικάς ομολογίας τινών Προκρίτων.119

Finlay «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α΄, σελ. 193-194. Τρικούπη «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», τομ. Α΄, σελ. 76-77. 119 Ιωάννη (Γενναίου) Θ. Κολοκοτρώνη «Ελληνικά Υπομνήματα», σελ. 4. 117

118

97


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Αφού του έδωσε την διαταγή ο Ασημάκης Ζαΐμης ο Χοντρογιάννης, που είχε ήδη μαζί του κάποιους από τους γιους του –κατά πάσα πιθανότητα τους δύο μεγαλύτερους- διάλεξε το καταλληλότερο σημείο για το χτύπημα, τη Χελωνοσπηλιά, και κατευθυνόμενος προς τα εκεί μεγάλωσε την συντροφιά του με μερικούς ακόμα έμπιστούς του άντρες: [Ο] Χονδρογιάννης από το Μάζι [και] ο Λαμπρούλιας από το χωρίον Μποτιά, εκίνησαν από την Κερπινήν, εκατέβηκαν και εις το χωρίον Κάνι και επήραν και τον Ασημάκην Ντόλκα, Γιάννη Ντόλκα από το χωρίον Κάνι και Γεώργιον Δημόπουλον από Μάζι […]. 120 Η ενέδρα όμως στη Χελωνοσπηλιά δεν είχε την κατάληξη που επεδίωκαν: Κατ' εκείνας δε τας ημέρας ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος από την Βυτίναν τραπεζίτης της Τριπολιτσάς ανεχώρησεν από τα Καλάβρυτα, διά να υπάγη εις την Τριπολιτσάν έχων προς ασφάλειάν του και συνοδίαν τον Σεϊδήν Λαλιώτην και έως δέκα Τούρκους και Έλληνας. Την ώραν δε όπου ανέβη εις το άλογόν του, η γυναίκα του Σωτήρη Χαραλάμπη τον επλησίασε και του είπε κρυφά να έχη τον νουν του, διότι εις τον δρόμον θα τον κτυπήσουν διά να πάρουν τα χρήματα και της ομολογίαις όπου εχρεώστουν τινές πρόκριτοι των Καλαβρύτων. Αφού δ' έφθασαν εις το γεφύρι του Αμπήμπαγα άλλαξαν τον δρόμον τον δημόσιον και την νύκτα έφθασαν εις το χωρίον Κρινόφυτα, όπου και εκοιμήθηκαν ολίγον, και έπειτα εσηκώθησαν και την αυτήν νύκτα επήγαν εις το χωρίον Κράβαρι, το οποίον ήτο ιδιοκτησία των Κωστάκιδων. Εκεί ο χωρικός Κουτσοληάς, εις το σπίτι του οποίου έμειναν, είπε προς τον Ταμπακόπουλον ύποπτα λόγια, και διά τούτο εφόρτωσεν αμέσως τα ζώα του, και τα έστειλε με τους δούλους του δι' άλλου δρόμου να περάσουν την Χελωνοσπηλιάν, έπειτα να κολλήσουν κατά το Παγκράτι και εκείθεν να υπάγουν εις του Δάρα όριον της πατρίδος του. Αφού δε τα ζώα με τα φορτώματα έφθασαν εις την Χελωνοσπηλιάν έπεσαν εις την χωσιάν των

120

Φωτάκου «Απομνημονεύματα», έκδοση 1858, σελ. 15.

98


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

απεσταλμένων του Ασημάκη Ζαΐμη […], και τοιουτοτρόπως τα φορτώματα διηρπάγησαν. 121 Έχουμε ήδη δει ποιος ήταν ο Σωτηράκης Χαραλάμπης, του οποίου η γυναίκα ειδοποίησε τον Ταμπακόπουλο για τη χωσιά: Πολιτικός αντίπαλος του Ασημάκη Ζαΐμη από παλιά, ήδη από όταν οι αντίπαλες παρατάξεις Δεληγιανναίων και Λονταίων κατόρθωναν να κόβουν για χατήρι τους οι Τούρκοι τα κεφάλια των εχθρών τους. Ακόμα, οι παρεμβάσεις του Χαραλάμπη στη Συνέλευση της Βοστίτσας ήσαν παραπάνω από αποκαλυπτικές για τις διαθέσεις της τάξης των κοτζαμπασήδων απέναντι στην προοπτική της Επανάστασης. Ο ίδιος βέβαια εκείνες τις ημέρες κρυβόταν στη Ζαρούχλα, αλλά η γυναίκα του, ακόμα και αν δεν ήξερε τίποτα ούτε για την επιστολή που είχε στείλει ο άντρας της στον τοκογλύφο στις 11 του Μάρτη ούτε και για τον επικείμενο ξεσηκωμό, ήξερε καλά τις συντροφικές σχέσεις που ένωναν τους δύο άντρες της Δεληγιάννικης παράταξης. Δεν θα διστάσουμε μάλιστα να πιθανολογήσουμε ότι τους δύο μήνες που ο Ταμπακόπουλος έμενε στα Καλάβρυτα, φιλοξενούνταν στο σπίτι του Χαραλάμπη. Όπως και να ‘χει, ο Χοντρογιάννης και οι σύντροφοί του ήσαν πεισμωμένοι για να πετύχουν την αποστολή τους. Στα χέρια τους είχαν μόνο τους δούλους του Ταμπακόπουλου και όχι τον ίδιο: [Στη] Χελονωσπηλιά […] επίασαν έναν αράπην εισπράκτορα και τον Νικόλαον Γιαννακόπουλον εξ Αλωνισταίνης, άνθρωπον του Ταμπακοπούλου και τους έδεσαν μαζί. 122 Από τους αιχμαλώτους του ο Χοντρογιάννης έμαθε πού βρισκόταν ο τοκογλύφος και κινήθηκε άμεσα για να τον πιάσει: Ο δε Ταμβακόπουλος με τους συντρόφους του ωδηγήθη από τον Κουτσοληάν να υπάγη δι' άλλης οδού εις την Λυκούριαν και εκεί εις το σπίτι του Αναγνώστη Μακρή. Αφού δε έφθασαν εκεί, ο Μακρής, αν και ήτο τότε άρρωστος, όμως

Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 65-67. Σημείωση του Φωτάκου στη σελίδα 15 της έκδοσης του 1858 των «Απομνημονευμάτων» του. Στην μεταγενέστερη έκδοση του 1899 ο Φωτάκος φαίνεται να τοποθετεί τη σύλληψη του Γιαννακόπουλου και του αράπη στρατιώτη σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο. Βλέπε σχετικό σχολιασμό στην αξιολόγηση των πηγών που επιχειρούμε παρακάτω, στο Παράρτημα Ιβ. 121

122

99


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

άδειασε το σπίτι του, έβγαλε τα πολεμοφόδια, τα προετοιμασμένα διά την επανάστασιν, και εδέχθη τον Ταμβακόπουλον και τους Τούρκους, διότι ήτο φίλος του Σωτήρη Χαραλάμπη. Τότε ο Αναγνώστης Κολιόπουλος, προεστώς και αυτός ως και ο Μακρής, έχων τον Χονδρογιάννην και τους λοιπούς ηθέλησαν να καύσουν το σπίτι του Μακρή και μαζύ με αυτό τον Ταμπακόπουλον και τους Τούρκους, λέγοντες, ότι τοιαύτην διαταγήν είχαν από τον Ζαΐμην, και ότι πληρώνουν το σπίτι του. Αλλ' ο Μακρής ως και άλλοι εκεί φίλοι του Σ. Χαραλάμπη ακούσαντες ταύτα εδυσαρεστήθησαν και είπαν, ότι αυτοί δεν είχαν ομοίαν διαταγήν από τον Χαραλάμπην. Μετά ταύτα ο Κωνσταντής υιός του Μακρή και άλλοι Λυκουριώται επήραν τους περί τον Ταμβακόπουλον και τους συνώδευσαν έως εις του Μπούγα το διάσελον κατά του Φονιά εις την Καταβόθραν, και εκεί τους αφήκαν. Εκείθεν δε ο Ταμπακόπουλος επήγεν εις το Ζευγολατιό, χωρίς να γνωρίζη έως εδώ τι έγειναν τα φορτώματά του, εννόησεν όμως, ότι όλα ταύτα εγίνοντο διά να φονευθή μετά των Τούρκων συντρόφων του ενθυμηθείς τους λόγους της γυναικός του Χαραλάμπη και του Κουτσοληά. Από δε το χωρίον Ζευγολατιό συνεννοήθη με τους ευρεθέντας Τούρκους Κεχαγιάδες του Κάμπου, και με τους συγγενείς και πατριώτας του Βυτινιώτας και τον φίλον του Μάρκον Κολοκοτρώνη, οι οποίοι επήγαν ωπλισμένοι, και εκείθεν ούτοι συνώδευσαν αυτόν εις την Βυτίναν, τον δε Σεϊδήν με τους Τούρκους εις την Τριπολιτσάν. Οι δε περί τον Χονδρογιάννην αφού επήραν τα φορτώματα, ως είπαμεν, εις την Χελωνοσπηλιάν, ηύραν εκεί κατά τύχην τον Νικόλ. Γιαννακόπουλον από την Αλωνίσταιναν άνθρωπον του Ταμβακοπούλου και ένα Αράπην Τούρκον όστις εισέπραττε χρήματα του Ταμβακοπούλου εις τα χωρία, τον οποίον εσκότωσαν κατά το Κεφαλάρι εις τους Μύλους. 123 Τα νέα για το χτύπημα έφτασαν με το Σεΐντ-αγά στην Τριπολιτσά και προκάλεσαν μεγάλη ταραχή, τόσο στους Τούρκους, όσο και στους κοτζαμπασήδες:

123

Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 65-67.

100


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Αφού, ως προείρηται, υπήγεν ο Σεϊδής εις Τριπολιτσάν και τους εδιηγήθη όλα τα συμβεβηκότα, και η εξουσία και όλοι ανεξαιρέτως οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς εξηγριώθησαν κατά των Χριστιανών και αμέσως επροσκάλεσαν τους προεστώτας όλους και τους αρχιερείς εις την μεγάλην σάλαν του Καϊμακάμη παρόντων όλων των αγάδων και μπέηδων και τους ερώτουν: «Τι πράγμα είναι αυτό το κίνημα των Καλαβρυτινών;» Και αυτοί ομοφώνως απήντησαν ότι δεν γνωρίζουν τίποτε, αλλ’ εξ εικασίας φρονούν ότι είναι στρατήγημα των αποστόλων του Αληπασιά δια να ενοχοποιήσουν αυτούς και άλλους ακόμη και έβαλαν τίποτε μπιρμπάντας και το έκαμαν, και φρονούμεν ότι αυτό είχε διπλούν σκοπόν και δια να αρπάσουν και τα χρήματα του Ταμπακόπουλου ». 124 Οι Οθωμανοί όμως, ακόμα και εκείνη τη στιγμή, φαίνεται να πείθονται ότι το παραπάνω χτύπημα ήταν καθαρά και μόνο μια ληστρική επίθεση. Δεύτερον, η τουρκική αρχή έλαβε μέτρον, υποχρεώσασα τους παρ’ αυτή αρχιερείς και προκρίτους, όπως γράψωσι προς τους Αχαιούς και προτρέψωσι τούτους, ίνα επανέλθωσι μεν εις το καθήκον του υπηκόου, αν τυχόν επλανήθησαν της ευθείας οδού, συντρέξωσι δε προς την καταστροφήν των αναφανέντων ταραχοποιών και εισέλθωσιν επί τέλους εις Τρίπολιν. Επίστευεν άρα, ή υπεκρίνετο πιστεύουσα τα γινόμενα ως έργα κλεπτών και ουχί συστηματικόν του τόπου μελέτημα; Τοιούτου πνεύματος γράμματα των αρχιερέων και προκρίτων προκαλέσασα και δια τας άλλας επαρχίας της Πελοποννήσου, η αρχή παρεσκεύαζε συγχρόνως την αποστολήν δυνάμεως στρατιωτικής εις Καλάβρυτα, λόγω μεν ίνα καταδιώξη τους κλέπτας και ταραξίας, κυρίως δε ίνα συλλάβη τους αρχιερείς και προκρίτους της Αχαΐας. Πέμψασα δε τα προς αυτούς γράμματα των εν Τριπόλει διά τινος Χρήστου Χαροκόπου, διηύθυνε συγχρόνως και εις την Γόρτυνα, ήν παρά πάσαν άλλην των ομόρων επαρχιών υπώπτευε, την ακόλουθον

124

Δεληγιάννη «Απομνημονεύματα», τομ. Α΄, σελ. 143.

101


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

δ��αταγήν, οικίαν και πνεύματι και γλώσση εις τουρκικήν διοίκησιν. Ταύτην καταχωρίζομεν εν τω κειμένω ως πρώτον επίσημον έγγραφον, δι’ ού βεβαιούνται ού μόνον η εποχή του πρώτου εν τοις Καλαβρύτοις κρούσματος, αλλά και το πνεύμα και τα τότε μέτρα της τουρκικής εξουσίας (1): «Μεχμέτ Σαλήχ ελέω Θεού (2) Καπιτζήμπασης και Μόρα Καϊμακάμης. Προς εσάς, γέροντες και λοιποί ραγιάδες των χωρίων καζά Καρύταινας, φανερόνομεν, ότι εις τον καζά Καλαβρύτων επάνω εις τον δρόμον Κατζάναις ευγήκαν μερικοί κλέπται, ως επληροφορήθημεν, και εβάρεσαν μερικούς περαστικούς (3) και τον Νικολήν Ταμπακόπουλον, εδώ ερχόμενον. Και επειδή τούτο το κάμωμα είναι πολλά εναντίον και εις το γενικόν νιζάμι του τόπου και εις τας υψηλάς βασιλικάς προσταγάς και εις το σουρούτι, οπού με νέχρι χοτζέτια (4) είναι δεμένον εις όλους τους καζάδες του Μορέως, δια τούτο έχοντες άγρυπνον πρόνοιαν εις όλα αυτά, εστείλαμεν κατά το παρόν μερικούς εδικούς μας ανθρώπους εις τον καζάν Καλαβρύτων δια να κτυπήσουν και κυνηγήσουν αυτούς τους κακούργους κλέπτας. Επειδή όμως ενδέχεται αυτοί οι κακότροποι να καταντήσωσι και εις τον εδικόν σας καζάν, ή να φανώσιν αυτού άλλοι τοιούτοι κακούργοι, δια τούτο γράφοντες το παρόν μας μπουγιουρδί σας προστάζομεν σφοδρώς, οπού ως πιστοί και ευπειθείς ραγιάδες, να μην υποφέρετε τους τοιούτους, μήτε να δεχθήτε τελείως κανένα από αυτούς, μήτε κρυφά, μήτε φανερά, μήτε να τους δώσετε ψωμί ή άλλον τίποτε ζαχιρέ, αλλά αμέσως κατά το κοινόν σουρούτι και νιζάμι, άμα οπού φανώσιν εις τα μέρη σας, και εις τον Βοεβόδα του καζά σας να δίδητε είδησιν, και εσείς οι ίδιοι ή μαζί με τους εδικούς μας ανθρώπους, αν έλθωσιν αυτού, ή και μόνοι σας, να φιλοτιμηθήτε να αποδείξητε το ρεαγιαλίκι και το σαδδακάτι σας, και να τους κυνηγήσετε αυτούς τους αχρείους, ή να τους βαρέσετε, με όποιον τρόπον ημπορείτε, να τους σκοτώσετε και να στείλετε τα μιαρά κεφάλια τους εδώ εις το Διβάνι του Μορέως. Αν όμως αυτοί οι αχρείοι θελήσωσι να σας γελάσουν και σας ειπούν, ότι είναι κάποι διωρισμένοι από κανένα καζάν, ή ήθελαν σας δείξουν και μουρασελέδες, να μη 102


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

τους ακούσητε τελείως. Επειδή αυτοί οι κάποι και βασιλικώς είναι διόλου εμποδισμένοι, και από το μέρος μας δεν είναι τελείως ριτζάς ή μεσολάβησις δι’ αυτούς. Όθεν έξω από τους εδικούς μας ανθρώπους και από τους σεϊμένιδες του μπουλούκπαση του καζά σας, οπού πρέπει να γνωρίζητε δια ζαμπίτας, τους επιλοίπους, είτε φανεροί κλέπται είναι, είτε ως κάποι και πράβοι περιφέρονται, να μη τους δέχεσθε τελείως, αλλά με κάθε προθυμίαν να τους κυνηγήσετε, με ό, τι τρόπον ημπορείτε, και να πασχίσητε διόλου να τους εξολοθρεύσετε, χωρίς να κάμετε παραμικρόν κουσούρι εις το χρέος του σαδδακατίου σας. Και αν με το κυνήγημα και την προθυμίαν σας εξολοθρευθώσιν αυτοί οι κακότροποι, θέλετε ευεργετηθή με την πρέπουσαν ανταμοιβήν. Αν όμως (ό μη γένοιτο!) δεν κατορθωθή τούτο, και εσείς θέλετε υποπέσει εις οργήν, και εις άλλα περισσότερα ασκέρια είναι ανάγκη να κάμωμεν ταΐνι, και θέλουν σας προξενηθούν βαρειά έξοδα και ζημίαι... 1821 μαρτίου 20 Διβάνι Μορέως.» (1) Σημειωτέον προσέτι, ότι το έγγραφον αυτό, όπερ εύρομεν κατά το 1826 εν Ναυπλία καλύπτον το στόμιον λυκήθου (λαδικού) εντός παντοπωλείου, χρησιμεύει και ως αναίρεσις επίσημος, όσων τινές έγραψαν εσφαλμένως περί του πρώτου εν τοις Καλαβρύτοις κρούσματος, ισχυριζόμενοι ως ανύπαρκτον, ότι «Σεϊδής Λαλιώτης εβαρέθη εν ταις Κατζάναις». (2) Όλα τα έγγραφα των κατά τας ελληνικάς επαρχίας τουρκικών αρχών, και προ πάντων τα διοικητικά, εγράφοντε πάντοτε εν τοιαύτη μιξοβαρβάρω γλώσση δι’ Ελλήνων γραμματέων. Επίσης και οι ιδιώται Τούρκοι ανταπεκρίνοντο προς τους ραγιάδας Έλληνας διά τοιαύτης γλώσσης. Αλλά, και μεθ’ όσην αν έφερεν αύτη διαφθοράν δια της επιμιξίας τουρκικών λέξεων, δείκνυνται οι Τούρκοι δικαιότεροι των προκατόχων κατακτητών Εννετών, ως σεβασθέντες τουλάχιστον την γλώσσαν του κατακτηθέντος λαού. Συνήθως δ’ ο τίτλος της αρχής εσημειούτο εν κεφαλίδι της διαταγής εις τουρκικήν γλώσσαν, ως και η περίληψις των διατασσομένων, αν ήσαν ουσιώδη. Τοιαύτη προετίθετο και η υπογραφή του πασσά λόγω μεγαλοπρεπείας, ενίοτε δε μεν δια 103


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

της χειρός ωσεπιτοπλείστον δε δια σφραγίδος ένεκα αγραμματοσύνης. Τω δε «ελέω Θεού» (Αλλαχίν ιναγετί ιλλέ) ουδέποτε εχρώντο οι Τούρκοι εξουσιασταί οιουδήτινος βαθμού και τάξεως. Αντί δε τούτου είθιστο παρ’ αυτοίς το «Μπα χάτι χουμαγιούν» (δια προστάγματος βασιλικού). Επομένως το ενταύθα «ελέω Θεού» έστι κατάχρησις, αποδιδομένη εις ανοήτους θωπεύσεις. (3) Παρατηρητέον ενταύθα τον τρόπον, δι’ ού η τουρκική αρχή εκφράζεται, σιωπώσα μεν περί του Σεϊδή σιπαχή, αναφέρουσα δε μόνον «μερικώς περαστικούς». Αληθώς, Τούρκος ανήρ ούτε ενόει ποτέ, πώς δύναται κατά του Τούρκου δια των όπλων, αν τι τοιούτον συνέβαινε. Δια τούτο και ο Μεχμέτ Σαλήχ εξ υπερηφανείας ουκ ωνόμασε τον Σεϊδή σιπαχήν, ίνα μη δείξη, ότι Τούρκος ανήρ εστι προσβλητέος υπό ραγιάδων. (4) «Σουρούτι» εννοείται η τάξις. «Νέζρι χοτζέτια» δε εισί τα υποσχετικά έγγραφα των επαρχιών, βεβαιωμένα παρά της λεγομένης υπό των Τούρκων ιεράς Κρίσεως. Τοιαύτα νέζρι χοτζέτια, εγγυώμενα την ησυχίαν του τόπου και την ασφάλειαν των οδοιπόρων, ενεργήθησαν μετά την όλην καταστροφήν των αρματωλών της Πελοποννήσου, γενομένην τω 1806, ουτωσί. Οι διοριζόμενοι προεστοί των επαρχιών και δημογέροντες επαρουσιάζοντο ενώπιον του Καδδή και υπισχνούντο εγγράφως την δια του κοινού της επαρχίας αποζημίωσιν παντός, όστις υπέκυπτεν εις οιανδήτινα ή παρά κλεπτών ή παρ’ άλλων κακοποιών ανθρώπων ζημίαν. Τα τοιαύτα υποσχετικά έγγραφα εβεβαιούντο δια της σφραγίδος του Καδδή, και είχον πλήρες επίσημον κύρος. Δια του μέτρου αυτού η τουρκική εξουσία υπεχρέου και εθεώρει υπευθύνους τους κατοίκους κατά των κλεπτών και ταραχοποιών. Εν πάση δε περιστάσει συνυπεχρεούντο προς συνδρομήν αμοιβαίαν και αι πλησιόχωροι επαρχίαι. 125

Φιλήμονος «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», τομ. Γ΄, σελ. 12-14 και σελ. 406-407 οι σημειώσεις 125

104


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Στο μνημείο που έχει στηθεί στη Χελωνοσπηλιά για το χτύπημα έχει χαραχτεί με μεγάλα γράμματα στο βράχο η ημερομηνία «16 Μαρτίου 1821». Πότε ακριβώς όμως έγινε το χτύπημα; «Οι Φραντζής, Σπηλιάδης, Τρικούπης, Οικονόμου τοποθετούν το επεισόδιο αυτό στις 16 Μαρτίου 1821, οι Φιλήμων και Δεληγιάννης στις 18, ο Ανδρέας Ζαΐμης, προφανώς λανθασμένα στις 9.» 126 Η επικήρυξη των δραστών του επεισοδίου από τον Τούρκο καϊμακάμη, όπως την διέσωσε ο Φιλήμων, έχει ημερομηνία 20 Μάρτη 1821. Επομένως όντως, η πιο πιθανή ημερομηνία είναι η 18 Μαρτίου. Η συνέχεια είναι γνωστή. Στις 21 του Μάρτη ξεσηκώνεται η Πάτρα και οι Τούρκοι που κατοικούσαν σ’ αυτήν κλείνονται στο Κάστρο. Την αυτήν ημέραν ήλθεν εις το μέσον ένοπλος και ο Παναγιώτης Καρατσάς, απλούς τεχνίτης έως τότε, ο οποίος εξ αυτής της αρχής του κινήματος απέκτησε πολλήν υπόληψιν δια την ανδρίαν του και τον πατριωτισμόν του. Ούτος θέλων να δώση καιρόν να παραμερίσωσιν οι συμπατριώται του Πατρείς τα γυναικόπαιδά των και τα πράγματά των δια νυκτός, συννοηθείς και μετά του Νικολάου Γερακάρη, ενός των αρχηγών των Επταννησίων, διέσπειρεν ανθρώπους εις διάφορα μέρη της πόλεως φωνάζοντας δι’ όλης της νυκτός, αλέρτα, επί σκοπώ να υποθέτωσιν οι Τούρκοι, ότι οι Έλληνες ήσαν πολλοί και προσεκτικοί, και να μη τολμήσωσι νυκτικήν έξοδον εναντίον των εγκατελειπόντων την πόλιν. […] Την δ’ επαύριον (22 Μαρτίου) οι Τούρκοι ευρέθησαν όλοι συνηγμένοι εντός της ακροπόλεως, όπου και διέμειναν κανονοβολούντες μόνον την πόλιν. Εντοσούτω οι πέριξ σημαντικοί Αχαιοί μαθόντες τα συμβάντα των Πατρών, έσπευσαν να εισέλθωσιν εις την πόλιν φέροντες και όσους εδυνήθησαν να συμπαραλάβωσιν εκ του προχείρου οπλοφόρους. Και πρώτος μεν εισήλθε περί την μεσημβρίαν της 22 ο Παπαδιαμαντόπουλος. Μετ’ αυτόν δε ο

Χρήστου Γ. Κωνσταντινόπουλου «Άγνωστα στοιχεία για το επεισόδιο της Χελωνοσπηλιάς και τους Χοντρογιανναίους», Επετηρίς των Καλαβρύτων, τ. 5, 1973. 126

105


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Αντρέας Λόντος υπό ερυθράν σημαίαν την οποίαν κατεσκεύασεν ο ίδιος ως έτυχε και ως ήθελε την στιγμήν εκείνην, έχουσαν εν τω μέσω μέλανα σταυρόν εξ ενός μόνο προσώπου. […] Εισήλθαν δε την αυτήν ημέραν και ο Π. Πατρών Γερμανός, και ο Κερνίτσης Προκόπιος, και ο Ανδρέας Ζαΐμης και ο Βενιζέλος Ρούφος, σύροντες κατόπι των πλήθη οπλοφόρων και ροπαλοφόρων. 127 Στις 23 Μάρτη (4 Απρίλη) ξεσκώνεται η Μάνη. Ψυχή της ο Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας, ο Νικηταράς, ο Κεφάλας. Με πολεμοφόδια σταλμένα από τους Φιλικούς της Σμύρνης, που είχαν μεταφερθεί με καράβια στις μανιάτικες ακτές εξοπλίζουν 2.000 Μανιάτες και Μεσσήνιους και στις 23 μπαίνουν στην Καλαμάτα. Τους επαναστάτες ακολουθεί και ο μπέης της Μάνης Πέτρος Μαυρομιχάλης, που τοποθετείται επικεφαλής της «Μεσσηνιακής Γερουσίας».128 Η ιστορία μπαίνει σε νέο κεφάλαιο.

127 128

Τρικούπη «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», τομ. Α΄, σελ. 79-80. Τάσου Βουρνά «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», τομ. Α΄, σελ. 79.

106


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Ήταν επαναστατική πράξη το χτύπημα της Χελωνοσπηλιάς; Πάνω κάτω τις ίδιες ημέρες συνέβησαν και άλλα παρόμοια περιστατικά σε διάφορα μέρη του Μοριά, πέρα από τις μεμονωμένες δολοφονίες απλών Τούρκων ή Οθωμανών αξιωματούχων. Ακολουθούν ορισμένα ενδεικτικά πα��αδείγματα, σε τυχαία χρονολογική σειρά (η οποία έτσι κι αλλιώς δεν είναι σίγουρη). Την αυτήν ημέραν την αυγήν όπου οι άλλοι έπερναν τα φορτώματα του Ταμπακοπούλου, ο Σωτήρης Παπαδέας από Μάζι με τους συντρόφους του Θανάση Φιφέ, τον Θανάση Κωστόπουλον Μαζαίους, τον Γιαννάκην Βίρα από το χωρίον Κουρνόφιτα, και τον Γαλάνην από το χωρίον Βρόσθαινα, εσκότωσε τον Αράπη του Αρναούτογλου [του Βοεβόδα Καλαβρύτων] κατά την θέσιν Παλαιόπυργον και Κεφαλάβρυσα. […] Κατά δε το δείλι της αυτής ημέρας οι ίδιοι αφού ήλθαν και άλλοι και έγειναν έως 12, χωσιασμένοι ολίγον παραπάνω εις τα Πλατάνια, εσκότωσαν τον καφετσήν του Αρναούτογλου, ο οποίος ήρχετο με τον σουρτζή εις του Δάρα, δια να ετοιμάση το κονάκι του αφέντη του. Αλλά τον σουρτζή ως χριστιανόν τον άφησαν και εκείνος έτρεξε πίσω και ειδοποίησε τον αφέντη του, ο οποίος ήρχετο έως μίαν ώραν μακρότερα, τον σκοτωμόν του Καφετζή από τους κλέφτας. Εγύρισε λοιπόν ο Αρναούτογλους ευθύς πίσω δια τα Καλάβρυτα και περνών νύκτα από τα Σουδενά άφησε δύο φορτώματα από τα πράγματά του εις το σπίτι του Ασημάκη Σκαλτσά αρματωλού και επήγε και εκλείσθη εις τα Καλάβρυτα. Την άλλην ημέραν οι ίδιοι επίασαν του Αμπίμπαγα το γεφύρι και εφύλαγαν τον δημόσιον δρόμον διά να σκοτώσουν Τούρκους. Εκεί έτυχε να έρχεται από τας Πάτρας ο Σελήμαγας, τζινδάραγας (κλειδούχος) του Ναυπλίου, με άλλους

107


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

τρεις Τούρκους, τους επίασαν ζωντανούς και τους επήραν τα χρήματά τους.129 * * * Εν τούτοις εν τη Επαρχία Καρυταίνης, και ιδίως κατά τα ορεινά μέρη αυτής, οι ατρόμητοι κάτοικοι αναφανδόν περιέπαιζον τους Τούρκους και ηρνούντο την πληρωμήν των φόρων των, τέσσαρας μάλιστα Σπαΐδας εφόνευσεν εις τα Βλάχικα Καλύβια ο Θεόδωρος Καρδαράς μετ’ άλλων τινών στρατιωτών, και ήρπασε τους φόρους ούς είχον συνάξει από τους Χριστιανούς. 130 Ποιο ήταν το κυριότερο χαρακτηριστικό που ξεχώριζε το χτύπημα της Χελωνοσπηλιάς από τα άλλα περιστατικά; Είναι το μόνο στο οποίο έμπαινε σαφέστατα στο στόχαστρο ένας ορθόδοξος Ρωμιός! Και μάλιστα Έλληνας ο οποίος –όπως θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο- στη συνέχεια συμμετείχε ενεργά στην Επανάσταση, τόσο χρηματοδοτώντας την, όσο και παίρνοντας μέρος στις πολιτικές της διεργασίες και στις μάχες της, χάνοντας μάλιστα και την ίδια τη ζωή του στην μάχη των Τρικόρφων το 1827, κατά του Ιμπραήμ! Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό, το ότι ο στόχος ήταν ένας Ρωμιός, είναι που θέλησαν από πολύ νωρίς να αποκρύψουν οι ιστορικοί οι σύγχρονοι του περιστατικού αλλά και η ίδια η οικογένεια του Χοντρογιάννη, όταν μετά από χρόνια αιτείται κάποιο χρηματικό βοήθημα από το Κράτος. Όλοι οι ανωτέρω –τις μαρτυρίες και καταγραφές των οποίων παρουσιάζουμε στο Παράρτημα Ια αυτής της μελέτης- στέκονται περισσότερο στην παρουσία του Σεΐντ-αγά στα Καλάβρυτα και παρουσιάζουν σχεδόν σα σύμπτωση την αναχώρησή του μαζί με τον Ταμπακόπουλο από τα Καλάβρυτα. Κι έτσι έμεινε στο θρύλο και στην ιστορία το χτύπημα της Χελωνοσπηλιάς ως το «πρώτο τουφέκι της Επανάστασης». Στην πραγματικότητα βέβαια τα κίνητρα αυτού που διέταξε το χτύπημα, του Ασημάκη Ζαΐμη δεν ήσαν αποκλειστικά και μόνο «πατριωτικά». Όπως καταγράφει και ο Finley για τις ημέρες εκείνες:

129 130

Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», τομ. Α΄, σελ. 67-69. Στεφανόπουλου, «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 31.

108


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Διάφοραι ληστρικαί πράξεις είχον διαπραχθή εν τη πεποιθήσει ότι η ατιμωρησία τάχιστα έμελλε να βασιλεύση. 131 Τοποθετώντας επομένως την πράξη αυτή στην ιστορική περίοδο στην οποία διαδραματίστηκε προβαίνουμε στο χαρακτηρισμό της ως βαθιά επαναστατικής. Οι αυτουργοί της, και οι άμεσοι και οι ηθικοί, είχαν απόλυτη επίγνωση ότι μια τέτοια επίθεση θα επιτάχυνε τις επαναστατικές διαδικασίες και θα γινόταν αντιληπτή από όλους ως ευθεία επίθεση κατά της οθωμανικής εξουσίας, ακόμα και αν στα θύματά της συμπεριλαμβάνονταν και διακεκριμένοι Ρωμιοί. Είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο το πώς οι ορκισμένοι στην Φιλική Εταιρεία έμποροι και τεχνίτες της Τριπολιτσάς εξόπλιζαν τους κάπους των γύρω περιοχών. Είδαμε επίσης το πώς το Ζαϊμέικο είχε προβεί σε προετοιμασίες και συνεννοήσεις ήδη από το 1820, ή και νωρίτερα. Επομένως δεν μπορεί να σταθεί η άποψη που θέλει τον κάπο του Ασημάκη Ζαΐμη Χοντρογιάννη απλά και μόνο να υπακούει τυφλά σε ό, τι του λέει ο προύχοντας από τον οποίο εξαρτάται. Ήξερε τι έκανε, γιατί γνώριζε τι γινόταν απ’ άκρη σ’ άκρη στο Μοριά. Ακόμα και αν δεν είχε ορκιστεί στη Φιλική Εταιρεία -ο κοτζαμπάσης θα το θεωρούσε πολύ υποτιμητικό να ορκίσει έναν Κλέφτη σαν ίσο του, ενδοιασμό που δεν είχαν οι έμποροι Φιλικοί- σίγουρα ήξερε τι προετοιμαζόταν. Επίσης, και τις προηγούμενες χρονιές το Κοινό των Καλαβρύτων και οι Καλαβρυτινοί κοτζαμπασήδες χρωστούσαν χρήματα στον Ταμπακόπουλο και στους άλλους τοκογλύφους: Ο Νικ. Ταμπακόπουλος, σε συνεργασία με τον αδελφό του Γεώργιο που διέμενε στην Κωνσταντινούπολη, προέβαινε σε ποικίλες επιχειρήσεις οικονομικής φύσης. Το 1819 είχε αναλάβει την είσπραξη της φορολογίας των πελοποννησιακών επαρχιών για τα έξοδα των βεκίληδων. Από το ποσό των 63.000 γρ. τα 29397:10 γρ. θα εισπράττονταν από την επαρχία των Καλαβρύτων. Βλ. αντίγραφο του σχετικού λογαριασμού από το του Μορέως κατάστιχον υπό του κοινού γραμματικού (Τριπολιτσά 24-10-1819), ΓΑΚ Κ 48α΄. 132

131 132

Finlay «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α΄, σελ. 193. Φωτόπουλου «Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κλπ», σελ. 329-330.

109


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Πρώτη φορά όμως τώρα, τον Μάρτη του 1821 αποφασίστηκε μια τέτοια ενέδρα και ληστεία του φοροεισπράχτορα τοκογλύφου. Τις προηγούμενες χρονιές ο Ασημάκης Ζαΐμης τα έφερνε αλλιώς βόλτα. Κατά το πέρασμά του από το χωριό Σοποτό 133 το 1806, ο περιηγητής Willialm Martin Leake έκανε την παρακάτω παρατήρηση: Η δεκάτη εισπράττεται από τον κυρ-Ασημάκη των Καλαβρύτων του οποίου η χειρότερη από τους Τούρκους καταπιεστική συμπεριφορά αναγκάζει τους κατοίκους να εγκαταλείπουν τον τόπο αυτό και πολλά σπίτια να μένουν άδεια. 134 Επομένως, εάν δεν βρισκόμασταν ελάχιστες στιγμές πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης κατά πάσα πιθανότητα ο Ασημάκης Ζαΐμης δεν επρόκειτο να έδινε μια τέτοια εντολή στον Χοντρογιάννη. Ό, τι ποσό και να ήταν γραμμένο στις υπογεγραμμένες από αυτόν ομολογίες σε κάθε άλλη περίπτωση θα συλλεγόταν από τον ιδρώτα των φτωχών αγροτών. Βέβαια δεν πρέπει να μας διαφεύγει και το εξής: Τόσο ο Χοντρογιάννης όσο και ο Ζαΐμης όταν αποφάσιζαν το χτύπημα κατά του Ταμπακόπουλου, δεν μπορούσαν να προβλέψουν την μελλοντική του εξέλιξη, τη συμμετοχή του στην Επανάσταση και το θάνατό του σε μάχη της. Αυτός που είχαν απέναντί τους ήταν ένας τοκογλύφος, συνεργάτης της Οθωμανικής Εξουσίας ο οποίος είχε αναλάβει την είσπραξη των φόρων διαφόρων καζάδων, προστατευόμενος μάλιστα από στρατιωτική δύναμη που του την είχε διαθέσει ο Οθωμανός! Είναι χαρακτηριστική για την εικόνα που έτρεφαν οι ξεσηκωμένοι Έλληνες για τους ομοεθνείς τους που κατά την διάρκεια του Αγώνα συλλαμβάνονταν στο πλευρό των Οθωμανών: Οι Τούρκοι ηγάπων εκείνους εκ των Ελλήνων, οίτινες τους εβοήθουν εις τας ωμότητας και τας αδικίας των, και εγίνοντο όργανα εις τους σκοπούς των. Διά τούτο οι τοιούτοι Έλληνες είχον ισότητα τινά και ελευθερίαν, ει δε μη, και αυτοί θα ήσαν εις την θέσιν του ραγιά. Αυτοί επλησίαζαν και υπηρέτουν τους Τούρκους διά να πλουτήσουν διά της αδικίας και της καταπιέσεως των ομοεθνών των. Ήσαν Τούρκοι κατά την ψυχήν

133 134

Τη σημερινή Αορανία, κοντά στην Κλειτορία. William Martin Leake, “Travels In The Morea”, τομ. Β΄, σελ. 255.

110


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

και την καρδίαν, και μόνον το όνομά των ήτο Χριστιανικόν. Οι Έλληνες δεν πρέπει να έχουν καμμιαν καλήν ιδέαν περί των τοιούτων ανθρώπων, και ούτε αρμόζει να γράφουν τα ιστορικά των διηγήματα, ότι ο δείνα ήτο διερμηνεύς εις τον στόλον του Σουλτάνου, και ήτο καλός άνθρωπος και ότι ωφέλησε το Έθνος. Τοιαύτας μωρίας δεν πρέπει να τας φέρουν ως παραδείγματα φιλοπατρίας, και να επαινούν ανθρώπους τοιούτους, ως δήθεν συντελέσαντας εις την εθνικήν παλιγγενεσίαν. Και ο λόγος είναι απλούς. Αυτοί οι άνθρωποι εγεννήθησαν Έλληνες και Χριστιανοί. Οι γονείς των εχρεώστουν να δώσουν εις αυτούς ανατροφήν ομοίαν με την του Έθνους των, και να διδάξουν αυτούς την πάτριον θρησκείαν. Εχρεώστουν επίσης να διδάξουν τα τέκνα των αυτά μίαν επιστήμην ή τέχνην διά να πορίζωνται τα προς συντήρησίν των με τον ιδρώτα του προσώπου των. Αλλ’ αυτοί εφρόντισαν μόνον να μάθουν τα παιδία των γράμματα Τουρκικά, ή και Γαλλικά, διά να ευκολύνωνται εις τας υποθέσεις των, και να γίνωνται υπηρέται και μισθωτοί των Τούρκων διά να κερδήσουν περισσότερα χρήματα. Ουδείς εκ τούτων ειργάζετο διά την σωτηρίαν του Έθνους των. Ο ιδιωτικός βίος των τοιούτων ανθρώπων δεν έχει καμμίαν σχέσιν με τα Εθνικά πράγματα. Μάλιστα ερραδιούργει ο ένας τον άλλον διά να πιέση και να λάβη αυτός την θέσιν του. Επρόδιδαν όχι μόνον τους Έλληνας, αλλά και πάντα άλλον άνθρωπον διά ν’ απολαύσουν ωφελείας περισσοτέρας. Όλοι όσοι ήσαν εις την Τουρκικήν υπηρεσίαν και την εις θάνατον καταδίκην των αδελφών των Χριστιανών έγραφαν κατά διαταγήν του αυθέντου των, από τον οποίον επληρώνοντο. Από την άδικον φορολογίαν, την αρπαγήν, την δήμευσιν και εν γένει από την δυστυχίαν των αδελφών των αυτοί εμισθοδοτούντο, έκτιζαν σπίτι, ενδύοντο λαμπρά και ��ολύτιμα φορέματα αυτοί, αι γυναίκες των και τα παιδία των. Μόνον περί εαυτών εφρόντιζαν, και όχι περί των αδελφών των και ομοθρήσκων των, οίτινες έστεκαν δυστυχείς και παραπονεμένοι έξω της θύρας του αυθέντου των Τούρκου. Εσχετίζεντο με τους άλλους Τούρκους διά να τους γνωρίσουν, ότι ήσαν του δείνος Αγά και ότι ήσαν πιστοί, και εδύνατο να εισχωρούν εις όλα των τα μυστικά. Ελαμπροφόρουν εις τας εορτάς και 111


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

τας πανηγύρεις των Τούρκων, και τέλος πάντων μόνον η περιτομή (σουνούτευμα) έλειπε διά να ήναι και αυτοί τέλειοι Τούρκοι. 135 Ο Ταμπακόπουλος, λοιπόν, τη δεδομένη στιγμή του χτυπήματος της Χελωνοσπηλιάς ήταν ένας εκπρόσωπος του καταχτητή, ένας σύμμαχός του, ένας εχθρός δηλαδή και ο ίδιος. Ήταν αυτός που πρόσβαλλε την ιδιοκτησία πρώτα και κύρια των ραγιάδων και έπειτα και των κοτζαμπάσηδων, γι’ αυτό και η προσβολή της δικιάς του ιδιοκτησίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί ληστεία, αλλά απαλλοτρίωση, επανόρθωση και απονομή δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστική η φράση του ίδιου του Χοντρογιάννη, σε μια μεταγενέστερη αναφορά του προς τον Καποδίστρια, όπου παραπονιέται για την καταδίκη του: Καταδικάζομαι ότι έγδησα ένα άνθρωπων οπού ήτον μαζή με τους τούρκους χωρίς να τον ιδώ τελίος εγώ, ο οποίος και αν καθός αυτός λέγη εγδύθη, εγδύθη μαζή με τους τούρκους από σαράντα στρατιώτας και όχι από εμέ τον οποίον τόρα ζητή. μπορέσατε εξοχότατε το δήκεον λάβετε εις στοχασμόν ότι εις εκήνην την στηγμήν κατά την οποίαν οι έληνες εκίνουν τα όπλα κατά των τούρκον εφόνεβαν και όσους χριστιανούς ήθελον να ακολουθούν αυτούς ος προδόντες της πατρίδος και ενώ εγώ δεν είδα τελίος αυτόν τον άνθρωπον όταν ήτον ως λέγει με τους τούρκους να καταδικάζομαι διότι εγδύθη. 136 Η πράξη λοιπόν του Χοντρογιάννη, όποιος κι αν την παρήγγειλε -ακόμα και ο μισητός και χειρότερος από τους Τούρκους κοτζαμπάσης Ζαΐμης- και ακόμα και αν αυτός που την εκτέλεσε δεν θα προέβαινε σε αυτήν χωρίς να έχει λάβει κάποια σχετική εντολή 137,

Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», τομ. Α΄, σελ. 252-254. Αναφορά του Χοντρογιάννη από τον Απρίλη του 1830. ΓΑΚ/Περίοδος Καποδίστρια/Υπουργείο Δικαίου/φ. 061. 137 Ο Σπ. Τρικούπης και ο Ι. Φιλήμων βέβαια θέλουν τον Χοντρογιάννη να προτείνει αυτός το χτύπημα κατά του Σεΐντ-αγά και τον Ζαΐμη να του δίνει την έγκρισή του με μια ευχή. Αν όμως το χτύπημα συνδυάζεται με την ξαφνική υπογραφή από τον Ζαΐμη όλων των χρεογράφων του Ταμπακόπουλου για να τον διώξει από τα Καλάβρυτα, τότε η καταγραφή των Τρικούπη και Φιλήμονα δεν έχει βάση στην πραγματικότητα και μοιάζει να γίνεται μόνο και μόνο να παρουσιάσει 135

136

112


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

ήταν ληστρική –γιατί πρόσβαλλε την εξουσία του Οθωμανικού καθεστώτος και των συνεργατών του- και γι’ αυτό επαναστατική. Πρέπει να εντάσσεται χωρίς κανένα δισταγμό στα γεγονότα της Επανάστασης του Εικοσιένα, και βεβαίως χωρίς να αποκρύπτεται ή να συσκοτίζεται το γεγονός ότι στράφηκε κατά Έλληνα -ακόμα κι αν αυτός ο Έλληνας αργότερα σκοτώθηκε με καριοφίλι στο χέρι σε μάχη κατά των Οθωμανών.

την πράξη του Χοντρογιάννη ως αποκλειστικά και μόνο επαναστατική και εναντίον αποκλειστικά και μόνο του Σεΐντ-αγά.

113


δ. ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Οι Χοντρογιανναίοι Ο γέρων Χονδρογιάννης από τα Μαζέικα υπηρέτησε στρατιωτικώς με όλα τα παιδιά του. Ευρέθη δε εις πολλάς μάχας καθ’ όλον τον αγώνα.138 Λίγο περισσότερες και πιο συγκεκριμένες πληροφορίες για τη συμμετοχή των Χοντρογιανναίων στις μάχες της Επανάστασης παίρνουμε από τις αναφορές που υπέγραψαν διάφοροι Καπεταναίοι το 1865, όταν η χήρα και τα παιδιά του Χοντρογιάννη ζητούν να τους χορηγηθεί από την Κυβέρνηση κάποιο οικονομικό βοήθημα. Ακολουθεί η αίτηση και τα πιστοποιητικά. Σημείωση στο νώτο της αίτησης: Προς την επί των εκδουλεύσεων του αγώνος στρατιωτικήν επιτροπήν. Από το εσώκλειστον πιστοποιητικόν πληροφορείται η Σ. επιτροπή τας καθ’ όλον το διάστημα της επαναστάσεως στρατιωτικάς εκδουλεύσεις του αποβιώσαντος πατρός μου, Χονδρογιάννη και παρακαλώ την Σ. επιτροπή να διατάξη την προς αυτόν ανήκουσαν αμοιβήν και υποσημειομαι με σέβας. *** Η αίτηση: Μαζέϊκα την 23 Δεκεμβρίου 1865 Προς την επί των στρατιωτικών εκδουλεύσεων στρατιωτικήν επιτροπήν.

138

Φωτάκου «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών», στο λήμμα «ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΗΣ».

114


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Το πρώτον υπέρ αναστάσεως της πατρίδος εκ πυρσοκρότημα υπό του πατρός ημών εγένετω ένεκα του οποίου ο πατήρ ημών περιουσίας κολοσαίας ούσης κατεστράφισαν, και η υποφενομένη δε υιοί μετά της Γηραιάς ημών μητρός μείναντες και υπ’ αυτής πόνοις μητρικοίς ηλικιωθέντες και νυμφευθέντες, συντηρούμεθα και ταύτην συντιρούμεν δι’ υδρώτος προσωπικώς οικογενιάρχες ήδη όντες. Η ιστορία πλείστον όσων περί του πατρός ημών ποιήται λόγον, τα δ’ επισυναπτόμενα ποιστοποιητικά υπηρεσίας και ταυτότιτος [διασαφούσιν], ει και ελλειπώς τας τούτου εξαιρέτους εκ δουλεύσεις και ημείς ηθέλομεν ως […….] τινός θεωρισθή ήν επιχαίρουμεν τη εν τη δήμης μετά λεπτομερείας [παρασταθέντων] και τα δια πολλούς ιστορικούς λόγους λείαν [αναγκαία]. Αλλ’ όμως, ει και εξαιρέτους εκ τους πατρώς ημών εκδουλεύσεις αύται ουδόλως αντιμείφθησαν έως σήμερον ουδ’ η γηραιά αυτού χήρα η ατυχής ημών Μήτηρ υπόψιν ελείφθη όπερ έδη εξ επαγγέλματος γενέσθαι, επακολούθησεν όλως απροσδοκήτως περιπετείας τούτου και της οικογενείας του, ένεκα των οποίων Δεν επεζητήθισαν ουδέποτε τα μάλλων παντώς Άλλου [διατηρουμένου] δικαιωματόστου. Οι υποφενόμενοι εξαιτούμεθα την δικαιωσύνην της επιτροπής και εν τούτοις υποσημειούμεθα ευπειθέστατοι κάτοικοι Μαζεΐκων της Κλειτορείας των καλαβρύτων. Νικολ. Χονδρογιάννης δ. Χοντρογιανις. *** Το πρώτο πιστοποιητικό: Πιστοποιούμεν οι υποφαινόμενοι ότι ο αποβιώσας Χοντρογιάννης κάτοικος του χωρίου Μάζι ήτον ο πρώτος όστις έρριψεν όπλον κατά των εχθρών εις την επαρχίαν Καλαβρύτων κατά το 1821 και ο οποίος εις το μετά ταύτα εξακολούθησε πολεμών, τους εχθρούς με διακεκριμμένην ικανότητα στρατιωτικήν, ευρεθείς εις πολλάς και σπουδαίας μάχας, και ιδίως εις τας πολιορκίας Πατρών και Τριπόλεως. Εις ένδειξιν όθεν δίδομεν το παρόν μας κατ’ αίτησιν του Δημητρίου υιού του δια τα περετέρω. 115


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Την 27 Ιουνίου 1865 Φίλια Π. Πετμεζάς, Α. Μπόλιαρης Ανθυπολοχαγός, Π. Θ. Σακελλαρόπουλος Ανθυπολοχαγός Φάλαγγος. *** Το δεύτερο πιστοποιητικό: Πιστοποιείται επί τη οριζομένη υπό του νόμου ποινή και τη υποχρεώσει της ανηκούσης πολιτικής αποζημιώσεως ότι ο εκ Μαζίου του Δήμου Κλειτορίας μηκέτι ζων Ιωάννης Χοντρογιάννης, πριν μεν η επανάστασις αρχίσει, έχων περί αυτόν του ικανούς, εφόνευσε παρά τας πηγάς του λάδωνος ποταμού τον εκ Καλαβρύτων Οθωμανόν Ιουσούφ Αιθίοπα –μετά τούτο δε κατεδίωξε τον οθωμανόν Σεϊντιά λαλιώτην κατά την θέσιν Χελωνοσπηλιά. την επομένην τον Αρναούτογλουν βοεβώδαν Καλαβρύτων κατά την θέσιν Φροξυλιάν, ούτινος και τον Καφφεντσήν εφόνευσε. γενομένης δε της επαναστάσεως υπηρέτησεν ως αξιωματικός την πατρίδα υπό τας διαταγάς του τε Ανδρέου Ζαήμη και εμού παραυρεθείς εις διαφόρους μάχας τε και ακροβολισμούς και ιδίως διακριθείς εις την πολιορκίαν των εν Καλαβρύτοις οθωμανών μέχρι της εκπολιορκήσεως αυτών, εις τας μάχας Λεβιδίου, Σαραβαλίου, Πριναροκάστρου, Γηροκομείου και Ακράτας και εις την Τρικόρφων, Πιάνης τε και Δαβιάς κατά των αιγυπτίων. Έτι δε και εις τας περί την Ακρόπολιν των Αθηνών υπό τον αδελφόν μου Γκολφίνον Πετιμεζάν, δι’ άς υπηρεσίας του ουδόλως ανταμείφθη. Καθ’ όλον το μέχρι τέλους διάστημα της υπηρεσίας του εφέρθη με ζήλον και τιμιότητα, και κατ’ αίτησιν των υιών του Δημητρίου και Νικολάου εγένετο το παρόν και εδόθη εις χείρας των. Την 24 Ιουλίου 1865 Αίγιον Β. Πετιμεζάς υποστράτηγος γ. Πετιμεζάς ταγματάρχης. Επικυρούται το γνήσιον των ανωτέρω υπογραφών του υποστρατήγου Β. Πετμεζά και του Ταγματάρχου Γκολφίνου Πετμεζά Την 30 Ιουλίου 1865 Καλάβρυτα Ο Δήμαρχος Καλαβρύτων 116


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Παπανικολόπουλος. *** Σημείωση του παραλήπτη στο φάκελο: Ο ρηθείς αγωνιστής είναι εκ των πρώτων όστις έρριψεν Ντουφέκι. Εγκρίνεται δια τας εκδουλεύσεις του να ταχθή εις την 7 τάξη. Έχων μάλιστα και Στρατιώτας υπό την οδηγίαν του. 139

Εθνική Βιβλιοθήκη/Τμήμα Χειρογράφων/Αρχεία Αγωνιστών, δημοσιευμένα στο Δημητρίου Πανόπουλου «Χονδρογιανναίοι, η τραγωδία των πρώτων επαναστατών του 1821». 139

117


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Ο Γιαννακόπουλος

Ο Γιαννακόπουλος ήταν, όπως ο ίδιος γράφει στην αίτησή του προς «την επί των στρατιωτικών εκδουλεύσεων επιτροπήν», μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Πήρε μέρος στην Επανάσταση και δράση του υπήρξε αξιόλογη. Πολέμησε στις πιο σημαντικές μάχες που έγιναν στην Πελοπόννησο, επικεφαλής 50 περίπου συγχωριανών του. Δυό φορές τραυματίστηκε και δυό φορές κάηκε το σπίτι του από τον εχθρό. Χρημάτισε επίσης φροντιστής το 1823 στην Κόρινθο και αργότερα (1827) «κατά τα μέρη της Βοστίτσας και Π. Πατρών». Για τη γενναιότητά του μιλούν οι Θ. Κολοκοτρώνης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Δ. Πλαπούτας, Νικηταράς, Γενναίος κ.α. Ήταν επίσης εγγράμματος και φαίνεται πως για κάποιο διάστημα διετέλεσε και γραμματέας του Ταμπακόπουλου. 140

Κωνσταντινόπουλου «Άγνωστα στοιχεία κλπ», σελ. 37-38, με πληροφορίες από το φάκελο του αγωνιστή Νικολάου Γιαννακόπουλου στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης. 140

118


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ Χ��ΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Ο Ταμπακόπουλος Συμμετείχε ενεργά στην Επανάσταση Η παρουσία του Νικόλαου Ταμπακόπουλου στα διάφορα γεγονότα της Επανάστασης έχει καταγραφεί πιο αναλυτικά από αυτήν του Χοντρογιάννη. Και αυτό γιατί δεν επρόκειτο για έναν απλό στρατιώτη. Ο Ταμπακόπουλος πολέμησε σε διάφορες μάχες, δαπάνησε τεράστια ποσά για την Επανάσταση, ενώ έπαιξε και σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα εκείνης της περιόδου. Τον βλέπουμε να συμμετέχει και να διακρίνεται στην πρώτη μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση του Αγώνα. Λίγες μέρες μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης και την έλευση του Κολοκοτρώνη έξω από την Τριπολιτσά πείθεται και ο τελευταίος δυσκίνητος κοτζαμπάσης να συμμετάσχει στην Επανάσταση: Την 28 Μαρτίου μετά τον πόλεμον έφθασε και ο Κανέλλος Δελιγιάννης με τους βουνίσιους και ανταμώθηκε με τον Κολοκοτρώνην, εφιλήθηκαν και εκοιμήθηκαν μαζί εις ένα και το αυτό σπίτι του Μιχελή. 141 Μαζί με τον Δεληγιάννη εισρέουν μαζικά στο επαναστατικό στράτευμα και άλλες προσωπικότητες της Αρκαδίας, ανάμεσά τους και ο Ταμπακόπουλος, και συμμετέχουν με τις δυνάμεις τους στην πολιορκία της Τριπολιτσάς και τον αποκλεισμό του Οθωμανικού Στρατού μέσα σε αυτήν: Κατά δε την Μεγάλην Τετράδην εξεστράτευσαν υπέρ τας τρεις χιλιάδας Τούρκων εις την κωμόπολιν Αλωνίσταιναν, όπου ήσαν συσσωματωμένοι ο Κανέλλος Δεληγιάννης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. […] Το σχέδιον των εκ Τριπόλεως εις Αλωνίσταιναν εξελθόντων Οθωμανών ήτο να ενωθώσι μετά των Λαλαίων, και αφού ήθελον καταστρέψει πρότερον τας καθ’ οδόν μέχρι Λάλα Κωμοπόλεις της Γόρτυνος Αλωνίσταιναν, Βυτίναν, Μαγούλιανα, Λαγκάδια και λοιπάς, να εφοδιάσωσι την Τρίπολιν με τροφάς, και είτα να υποτάξωσιν εκ συμφώνου

141

Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», τομ. Α΄, σελ. 82.

119


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

αμφότεροι την Πελοπόννησον. Αφού λοιπόν ηνάγκασαν εις μεν την Πάπαιναν και Πιάναν τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην μεθ’ εκατόν πεντήκοντα σχεδόν στρατιωτών, εις δε την Αλωνίσταιναν τον Κανέλλον Δελιγιάννην μετά οκτακοσίων περίπου και τον μετ’ αυτού Δημήτριον Παπατζώνην να οπισθοδρομήσωσιν, απεπειράθησαν να διαβώσι το Διάσελον της Αλωνισταίνης, αλλ’ απεκρούσθησαν τοσούτον σφοδρώς, ώστε ηναγκάσθησαν να παραιτήσωσι το οποίον συνέλαβον σχέδιον επιστρέψαντες εις Τρίπολιν. Μέγα δε συνετέλεσεν ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος εις το να εμποδισθή η διά του Διασέλου διάβασις αυτών.142 Προφανώς και η συμμετοχή κάποιου σε μια επανάσταση δεν είναι ένα γεγονός που μπορεί να υποτιμηθεί ως κάτι τυχαίο ή περιστασιακό. Η πολύμορφη συμμετοχή σε αυτά τα γεγονότα προϋποθέτει καλή αντίληψη της ουσίας των πραγμάτων, ακόμα και αν είναι αποτέλεσμα της συγκυρίας ή της ανάγκης. Ακόμα και αν δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για διαφορετικές συμπεριφορές. Επίσης η συμμετοχή στην Επανάσταση δε σημαίνει και άνευ όρων συμφωνία με τους σκοπούς της και αποδοχή των αποτελεσμάτων της. Νομίζομεν απαραίτητον να τονίσωμεν και τούτο: ότι αι Επαναστάσεις (εθνικαί και οικονομικαί) δεν είναι το αποτέλεσμα της εξεγέρσεως και επαναστατικότητος (αριθμητικώς) της πλειοψηφίας του λαού. Καμμία επανάστασις δεν είναι έργον της πλειοψηφίας. Αι επαναστάσεις (κοινωνικαί και εθνικαί) εις την πράξιν είναι έργον μιας μειοψηφίας φωτισμένης, προοδευτικής η οποία ηγείται του κινήματος και η οποία παρασύρει και άλλας μερίδας και τάξεις κοινωνικάς μαζί της. Η επαναστατούσα αυτή μειοψηφία εάν επιτύχη εις τα πρώτα κτυπήματά της μεταχειρίζεται βίαν άμεσον (δικτατορίαν) δια να κρατηθή και συνεχίση τον αγώνα της. […] Και εις την ελληνικήν «Εθνικήν» επανάστασιν του 21, το ίδιον συνέβη. Επαναστάτησεν όχι όλος ο ελληνικός υπόδουλος λαός ως δια συν-

142

Ζαφειρόπουλου «Οι Αρχιερείς και οι Προύχοντες κλπ», σελ. 22.

120


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

θήματος αλλά τα μέλη της Φιλικής Εταιρίας και οι συμμαχήσαντες προύχοντες και οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, Στερεάς, Θεσσαλίας, κτλ. 143 Όντως, στην Επανάσταση του Εικοσιένα συμμετείχαν μαζικά πλατιά κομμάτια του πληθυσμού, από όλες τις κοινωνικές τάξεις, επιδεικνύοντας σε αρκετές περιπτώσεις απίστευτη αυταπάρνηση και αυτοθυσία και συμβάλλοντας σε αυτή με ό, τι καλύτερο μπορούσε να προσφέρει ο καθένας. Αυτό όμως δε σημαίνει –ούτε και ήταν απαραίτητο- να συμφωνούν όλοι μεταξύ τους για την προοπτική του κινήματος αυτού, να μοιράζονται τα ίδια οράματα για το μέλλον. Η κάθε μερίδα συμμετείχε, είτε επικρατούσε η δικιά της αντίληψη για τα πράγματα σε κάθε δεδομένη στιγμή είτε όχι έχοντας πρώτα και κύρια στο μυαλό τα δικά της συμφέροντα και το πώς αυτή θα «έβγαινε από πάνω» από τις άλλες όταν θα καταλάγιαζαν τα πράγματα. Με κριτήριο το συσχετισμό δύναμης κάθε στιγμή προχωρούσαν σε υποχωρήσεις, παραχωρήσεις ή έβγαιναν ακόμα πιο διεκδικητικά στην χαλαρή αυτή συμμαχία. Και όταν τα πράγματα έφταναν στο απροχώρητο, το λόγο τον είχαν τα όπλα, τα οποία ουκ ολίγες φορές στράφηκαν από τους Τούρκους στους μέχρι πρότινος συναγωνιστές Ρωμιούς. Με το ξέσπασμα της Επανάστασης οι παρατάξεις αυτές έκαναν ακόμα πιο διακριτά τα χαρακτηριστικά που τους χώριζαν, χαρακτηριστικά που είχαν δημιουργηθεί ήδη από τον καιρό που η Φιλική Εταιρεία εξαπλωνόταν: Και η Φιλική πορεύεται προς την επανάσταση με σχηματισμένες στους κόλπους της τρεις τάσεις ή ρεύματα: α) το αστικό-δημοκρατικό. Αποτελεί συνέχεια του κηρύγματος του Ρήγα και πραγματώνεται ιδεολογικά στη συγκεκριμένη στιγμή από το Σκουφά. Στηρίζεται στις λαϊκές μάζες και στην προοδευτική μερίδα της αστικής τάξης (αγρότες, μικροί και μεσαίοι έμποροι, λόγιοι, υπάλληλοι, γραμματικοί). Μετά το θάνατο του Σκουφά την εκπροσωπούν οι Αναγνω-

143

Κορδάτου «Η Κοινωνική Σημασία κλπ», σελ. 66.

121


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

στόπουλος, Παπαφλέσσας, Νικηταράς, Αναγνωσταράς, Κολοκοτρώνης, Ανδρούτσος κ.α. Στην επαναστατημένη Ελλάδα την εκπροσωπεί ο Δημήτριος Υψηλάντης. β) Το συντηρητικό – συμβιβαστικό. Σ’ αυτό ανήκει η συντηρητική μερίδα των αστών που ήθελε την επανάσταση για ν’ αποσπάσει από τους Τούρκους την οικονομική ηγεσία, αλλά φοβάται τη συμμετοχή των μαζών γιατί τις βλέπει σα δύναμη ριζικής και εκρηκτικής αλλαγής. Στην πορεία της δράσης της συνάπτει συμμαχίες με τους κοτζαμπάσηδες και έχει επαφές με τους Άγγλους. Σ’ αυτήν ανήκουν οι Μαυροκορδάτος, Ιγνάτιος, Νέγρης, Καρατζάς, Κουντουριωταίοι, Ορλάνδος, Βουδούρης κ.α. γ) Το αντιδραστικό. Αποτελείται από τα φεουδαρχικά στοιχεία που η νομοτέλεια των γεγονότων τα έσυρε στην Φιλική και αργότερα στην Επανάσταση. Την υπονομεύουν από τα μέσα, διεκδικούν συνεχώς την ηγεσία, παραμερίζοντας τα λαϊκά στοιχεία, και προσπαθούν να ματαιώσουν κάθε ευρείας κλίμακας ένοπλη εξέγερση για να αποφύγουν τις δημοκρατικές επιπτώσεις της. Εκπρόσωποι του οι μεγαλοκοτζαμπάσηδες του Μοριά Ζαΐμης, Λόντος, Χαραλάμπης, Νοταράς, Π. Πατρών Γερμανός, Χρύσανθος Μονεμβασίας κ.α. Πολιτικά στηρίζονται κι αυτοί στους Άγγλους. Είναι αυτοί που με την πολιτική τους οδήγησαν στις εμφύλιες συγκρούσεις μέσα στη φωτιά της Επανάστασης (1824-25).144 Πολύ χρήσιμες για να κατανοήσουμε τις απόψεις των Φιλικών και των προοδευτικών αστών που πρωταγωνίστησαν στο θέριεμα της Φιλικής Εταιρείας είναι οι παρακάτω γραμμές του Ν. Σπηλιάδη: Οι δ’ Έλληνες […] έλαβον τα όπλα, αποφασίσαντες να αποθάνωσιν ή να ζήσωσιν ελεύθεροι, προ πάντων οι μυρίους υποστάντες κινδύνους δια να επαναστατήσωσι το έθνος κατά των τυράννων, και μάλιστα ο αρχιμανδρίτης Δικαίος, ο Αναγνωσταράς και άλλοι εταίροι ενθουσιασταί της ελευθερίας, μεταξύ των οποίων εισίν οι φρονούντες ότι οι πλειότεροι των

144

Βουρνά «Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας», τομ. Α΄, σελ. 66.

122


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

ολιγαρχικών ετυράννουν τους χριστιανούς πολύ απανθρωπότερον ή οι Τούρκοι, ότι δεν θ’ απομακρυνθώσιν ό, τι εξ απαλών ονύχων έμαθον εν ώ μάλιστα εγήρασαν εις τας έξεις των, και επομένως δεν αγαπώσι την ισονομίαν και την ελευθερίαν˙ θεωρούντες δε ότι εις τας πολιτικάς μεταβολάς είν’ αδύνατον να στερεωθή νέα τάξις πραγμάτων, αν δεν καθαρισθή η πόλις από τους ευρίσκοντας την τροφήν και την ζωήν των εις την παλαιάν […].145 Μέσα λοιπόν σε αυτή την άλλοτε ήπια και άλλοτε σφοδρότατη αντιπαλότητα, όπου οι μεν επιζητούσαν την διατήρηση μιας παραλλαγής του παλιού status quo και οι δε επιδίωκαν την εκ βάθρων ανατροπή κάθε τινός που θύμιζε το παρελθόν, η συμμετοχή οποιουδήποτε σε αυτά τα γεγονότα δεν γινόταν να είναι «ουδέτερα» χρωματισμένη. Κανείς δεν μπορεί να «καθαγιάζεται», κανείς δεν αποκτά το ακαταλόγιστο από μόνη τη συμμετοχή του στα επαναστατικά γεγονότα. Ούτε για το παρελθόν του –όποιο και αν ήταν αυτό- ούτε και τη στάση του σε αυτά τα γεγονότα. Και ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος από την αρχή στάθηκε στο πλευρό των πιο αντιδραστικών δυνάμεων που έδρασαν στην Επανάσταση, των κοτζαμπάσηδων –έστω και αν κράταγε με λεβεντιά το καριοφίλι. Αναμενόμενο, μιας και ήδη από την επιστολή του της 9ης Μαρτίου 1821 προς τον αδελφό του φαινόταν πολύ δυσαρεστημένος για τα «βρωμόλογα» που διαδίδονταν κατά των πολυχρονεμένων Οθωμανών αφεντάδων. Η τοκογλυφική - τραπεζική του δραστηριότητα (κυρίως και σε μικρότερο βαθμό η εμπορική) είχε άμεση σχέση με τη συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, των φεουδαρχών και η περιουσία του οφειλόταν ξεκάθαρα σε αυτήν. Πολύ γρήγορα από απλός πάροχος διευκολύνσεων σε ρευστό στους κοτζαμπάσηδε�� βρέθηκε σχεδόν αντικαταστάτης τους και απ’ ευθείας εισπράχτορας των φόρων από τους αγρότες ολόκληρων επαρχιών, πάντα με την προστατευτική ασπίδα τόσο των προεστών όσο και των Οθωμανών. Ήταν λοιπόν και αυτός ένας από αυτούς που θα πληττόταν ανεπανόρθωτα από την εγκαθίδρυση ενός διαφορετικού καθεστώτος 145

Σπηλιάδη «Απομνημονεύματα», τομ. Α’, σελ. 210-212.

123


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

στον τόπο μετά το διώξιμο των Οθωμανών, ειδικά όταν μετά από τόσους κόπους είχε κατορθώσει να φτάσει και ο ίδιος στο επίπεδο των εχόντων την ανάγκη του κοτζαμπασήδων. Η συμμετοχή του Ταμπακόπουλου στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Επανάστασης Σύμφωνα με την αναφορά που έστειλε ο γιος του Ταμπακόπουλου στην Επιτροπή για τα Αριστεία του Αγώνα στα μέσα της δεκαετίας του 1850, ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος συντηρούσε στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο από 40 ενόπλους και συμμετείχε σε διάφορες μάχες: Καί τις ο στρατηγός υπό τον οποίον ετέλει ο Νικ. Ταμπακόπουλος, εξαιρέσει του Γενικού αρχηγού της Πατρίδος Θεοδ. Κολοκοτρώνη; Και είναι δυνατόν να υποτεθή ότι εκ διαλειμμάτων υπηρέτησε την Πατρίδα ως στρατιωτικός, όταν παρευρεθείς εις την μάχην της Πιάνας εξεπλήρωσε πλήρως το καθήκον του; Όταν διηύθυνε μόνος την διήμερον μάχην του διασέλου της Βυτίνης και έτρεψεν εις φυγήν πολυάριθμον εχθρικήν στρατιάν; Όταν επήλθεν επίκουρος εις Λεβίδιον και συνετέλεσε τα μάλιστα εις την τροπήν των Οθωμανών και εις την ένδοξον εκείνην δια τα ελληνικά όπλα νίκην. Όταν παρευρέθη εις την μάχην της Συλίμνας μετά του Κανέλλου Δεληγιάννη καθ’ ήν απωθήθησαν οι Οθωμανοί φονευθέντος του αρχηγού αυτών Ομεραγιαντζίκου Μπίμπαση, και ελευθέρας καταστάσεως της διόδου επήλθον επίκουροι εις τους εν Βαλτετσίω μαχομένους και συνετέλεσαν τα μέγιστα εις την περίφημον εκείνην νίκην των ελληνικών όπλων; Όταν μετά τας ανωτέρω στρατιωτικάς του εκδουλεύσεις παρευρέθη καθ’ όλον το διάστημα της πολιορκίας της Τριπόλεως εις την άλωσιν του Ναυπλίου, εις την τρομεράν των Δερβενακίων μάχην και εις την επί πλέον επικύνδυνον στρατηγικήν εκείνην θέσιν το Αγρηλόβουνο κατά στήθος προσβληθέντων και αποκρουσθέντων των εχθρών, πληγωθέντος του υπασπιστού του Παν. Χρυσανθοπούλου ή Κακλαμάνου; Όταν παρευρέθη εις την σπουδαίαν εκείνην κατά του Σουλίου 124


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

της Κορινθίας μάχην καθ’ ήν έπεσε ο περίδοξος Αναγν. Πετμεζάς; Όταν μετά την έλευσιν του Ιμβραήμ παρευρέθη εις την μάχην της Τραμπάλας αρχηγός οπισθοφυλακής υπάρχων; Όταν ήτο παρών μετά του αρχηγού εις την κατά τον Αχλαδόκαμπον αψιμαχίαν και εις την αρκετά σπουδαίαν κατά το Παρθένιον μάχην, και έλαβε μέρος σπουδαιότατον εις την κατά των Τρικόρφων μάχην, καθ’ ήν έπεσε μαχόμενος;146 Η συμμετοχή του σε αυτές τις πολεμικές επιχειρήσεις, αν κρίνουμε από το περιστατικό που παραθέτουμε παρακάτω (που έλαβε χώρα λίγες μέρες πριν τη μάχη των Τρικόρφων, το καλοκαίρι του 1825), ήταν άμεση, με τον ίδιο να μην φοβάται τη μπαρούτη και να μπαίνει στην πρώτη γραμμή: Ο δε Θ. Κολοκοτρώνης με την μικράν συνοδίαν του και με τον Ν. Ταμβακόπουλον, όστις έτυχε τότε να είναι μαζί μας, εμείναμεν οπίσω του χωρίου Μπερτσοβά, όπου είναι μικρά βρυσούλα η οποία αναβλείχει ολίγον νερόν. Είμεθα όλοι πεινασμένοι, αλλά δεν είχαμεν τίποτε να φάγωμεν. Ο Ν. Ταμβακόπουλος κατά τύχην ηύρεν εκεί οπού έφευγεν ένα ταγάρι με ολίγον ψωμί αραποσιτένιον έως μιάμισυν οκάν, και μας εφώναξε να υπάγωμεν εκεί εις την βρυσούλαν να το φάγωμεν όλοι μαζί. Εκεί δε ευρέθη και ένα φόρτωμα κρασί, το οποίον φαίνεται ότι κάποιος Έλλην το επήγαινεν εις την οικογένειάν του, και επειδή είδε τους Τούρκους όπισθεν ερχομένους, φοβηθείς το εξεφόρτωσε, το αφήκεν εκεί και έφυγεν. Είχαμεν δε και το τάσι του Αρχηγού, και αρχίσαμεν με αυτό να ροφώμεν κρασί, μας έδωκε δε και ο Ταμβακόπουλος του καθενός από δύο μπουκιές μπομπόταν. Αλλ’ ο αρχηγός δεν εδύνατο ποτέ να φάγη το αραποσιτένιον ψωμί, όσην πείναν και αν είχε διότι του ήρχετο εμετός. Και ευκολώτερον ήτο να πίη το βαρύτερον ιατρικόν, παρά να φάγη μπομπόταν. Εν τούτοις δεν επροφθάσαμεν όλοι να ρουφήξωμεν από μίαν τασιάν κρασί, και μας επλάκωσαν οι Τούρκοι ιππείς, και μας ετουφέκισαν. Αυτοί έφεραν εμπρός μας κυνηγούντες δύο Έλληνας, οίτινες αν ήσαν Μπερτσοβίται ή από άλλον τόπον, τούτο είναι άγνωστον,

146

Τρύφωνος Ξηρού, «Η Βυτίνα και οι ήρωές της», σελ. 112-117.

125


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

διότι δεν τους είδαμεν πλέον. Ένας δε καβαλάρης Τούρκος ολίγον έλειψε να πιάση τον ένα ζωντανόν, αλλ’ ο Έλλην μη έχων άλλο μέσον να σκοτώση τον Τούρκον και να σωθή, εκτύπησε με το τουφέκι του κατακέφαλα το άλογόν του τόσον δυνατά, ώστε τούτο εζαλίσθη και εγύριζε τριγύρω και τοιουτοτρόπως διέφυγε τον κίνδυνον. Ο δε άλλος και αυτός ωσαύτως εκυνηγείτο από άλλον Τούρκον ιππέα, όστις διά το δύσβατον και το ανώμαλον του τόπου δεν εδύνατο να τον πιάση. Φαίνεται όμως ότι ο Έλλην είχεν πρότερον πιστολίσει τον Τούρκον εις την μύτην, και τα αίματα έτρεχαν έμπροσθεν αυτού. Ενώ δε ο Τούρκος τον επλησίασε κρατών το σπαθί του γυμνόν διά να τον βαρέση, ο Έλλην με πολλήν επιτηδειότητα ορμήσας επέρασε ταχέως από κάτω από την κοιλίαν του αλόγου εγκρεμίσθη τον κατήφορον και έφυγε. Τους δύο αυτούς Τούρκους ημείς έπειτα τους ετουφεκίσαμεν και τους εσκοτώσαμεν, αλλά τους επήραν οι άλλοι σύντροφοί των, οι οποίοι κατόπιν μας κατεδίωξαν και μας ηνάγκασαν να φύγωμεν εκείθεν, και έπειτα πάλιν όλοι συνηθροίσθησαν επάνω εις ένα καταρράχι, και εστείλαμεν άνθρωπον να είπη του Γενναίου να καταβή και αυτός αφού νυκτώσει, να περάση από εκεί όπου είμεθα και ημείς, και ούτω να φύγωμεν όλοι ομού διά την Σιλήμναν, όπου ήσαν ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Δ. Παπατσώνης και οι λοιποί, να είπωμεν προς αυτούς τα γενόμενα, και μετά ταύτα ν’ αναχωρήσωμεν μετ’ αυτών εις το Χρυσοβίτσι κατά την απόφασιν του Αρχηγού. Προτού δε νυκτώσει, από εκεί όπου εκαθήμεθα και επεριμέναμεν να έλθει ο Γενναίος, ημείς μεν εβλέπαμεν τους φύλακάς μας, αυτοί δε πάλιν έβλεπαν τους Αγίους Δέκα, και όλον τον δρόμον ο οποίος φέρει από τον κάμπον της Τριπολιτσάς, και ενώ είμεθα απελπισμένοι, μαραμένοι και συλλογισμένοι, όμως αρχίσαμεν μεταξύ μας να λέγωμεν λόγια ο ένας του άλλου, και να γίνωνται γέλοια ξέκαρδα. Ό, τι φαγητόν εκλεκτόν ήρχετο εις τον νούν εκάστου, το ανέφερεν με πολλήν επιθυμίαν, και πειράζων τον άλλον έλεγε: θέλετε ψητόν καλόν να φάγετε; Άλλος δε πάλιν έλεγε του άλλου: Έχω χοιρομέρι καλόν, και ψωμί αφράτον. Αγαπάτε να πάρετε ολίγον; Και ούτω γελώντες και αστεϊζόμενοι, εγαργαλίζαμεν την όρεξίν μας, και επί 126


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

τέλους από τα πολλά γέλοια εκαταντήσαμεν να είπωμεν και προς αυτόν τον Αρχηγόν αν αγαπά και αυτός να πάρη ένα μεζέν από όσα φαγητά ανεφέραμεν. Τι δε μας απεκρίθη; «Εγώ, είπεν, απόψε θα φάγω τα καλύτερα φαγητά. Η τύχη μου δεν με αφίνει έτσι». Τότε εγελάσαμεν περισσότερον διά την τύχην του. Αλλ’ ώ του θαύματος. Ολίγα λεπτά της ώρας επέρασαν, και η φρουρά μας εφώναξεν ότι δύο άνθρωποι φαίνονται ερχόμενοι, έχοντες και δύο ζώα φορτωμένα και ζητούν τον Αρχηγόν, και ότι στέλλονται προς τούτον από την Γαστούνην από τον Γ. Σισίνην με γράμματα. Τότε ο αρχηγός είπεν εις τους φύλακας να καλέσουν τους ανθρώπους να έλθουν εκεί όπου ήτο, και αφού ήλθαν παρέδωκαν τα γράμματα, εξεφόρτωσαν τα ζώα, τα οποία έφεραν διάφορα φαγητά στεγνά, ήτοι χοιρομέρια, σαλσιτσότα Αγγλικά, μαντολάτο της Ζακύνθου, κουλούρια της Κεφαλληνίας, κρασιά διάφορα, γαλέτες, κεράσια Λαλέικα, και αραποσίτια χλωρά ακόμη. Ότι έπεσε ο ήλιος να κοιμηθή και ήρχετο η νύκτα, τότε έφθασαν και οι Γαστουναίοι, οι απεσταλμένοι του Σισίνη. Τότε ο Αρχηγός αστεϊζόμενος είπεν ότι δεν θα μας δώση τίποτε από τα φαγητά αυτά, διότι προηγουμένως τον επεριγελάσαμεν. Ο δε Ταμβακόπουλος απεκρίθη και είπε προς αυτόν, ότι εγώ το ιδικόν μου εύρημα το εθυσίασα όλον, και αν ήθελεν ας έτρωγεν. Ημείς δε οι άλλοι του είπαμεν επίσης ότι απόψε θα γυμνασθώμεν πώς γίνεται η έφοδος, και ας συλλογισθή τούτο καλά, αν αύριον θα του μείνη τίποτε από αυτά, τα οποία του έστειλαν. Τοιουτοτρόπως αστεϊζόμενοι μεταξύ μας και γελώντες, εφάγαμεν και έπιαμεν καλά, έπειτα ήλθε και ο Γενναίος, έφαγε και αυτός, και όλοι ύστερον ανεχωρήσαμεν διά την Σιλήμναν και το Χρυσοβίτσι. 147 Παράλληλα, πέρα από τις μπομπότες που πρόσφερε στον Κολοκοτρώνη, φαίνεται να έχει δαπανήσει τεράστια χρηματικά ποσά – τον κόπο και τον ιδρώτα των αγροτών του Μοριά- τόσο για τη συντήρηση του παραπάνω στρατιωτικού σώματος, όσο και για άλλους σκοπούς:

147

Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», τομ. Β΄, σελ. 124-128.

127


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

α) Τω 1819 εδωροδόκησε τον Κατρή Αγάν αρχηγόν της εν Πελοποννήσου Τουρκικής χωροφυλακής και τον γαμβρόν αυτού Σαϊδή Αγάν με 9.000 τάλληρα, ίνα μη καταδιώκονται οι Χριστιανοί, και ίνα εισέρχωνται και εξέρχωνται ελευθέρως οι προεστοί εις Τρίπολιν, όπερ και επραγματοποιήθη. β) Τω 1820 είχεν επισωρεύσει εις Βυτίναν πολεμοφόδια αξίας 12.000 ταλλήρων. γ) Το αυτό έτος έδωκεν εις τον αντιστράτηγον Κεφάλαν 1.000 τάλληρα δια πολεμοφόδια. δ) Έδωκεν εις τον Δικαίον Παπαφλέσαν 300 ενετικά φλωριά, ίνα τα χρησιμοποιήση δια τον σκοπόν της Επαναστάσεως. ε) Εδωροδόκησε τον Ιμβραήμ Αρναούτογλου των Καλαβρύτων με 53.082 γρόσια ήτοι 8.300 τάλληρα, δια να τον πείση να γράψη εις τους εν Τριπόλει Τούρκους, να μη καταφέρωνται κατά των προεστών και να μη ζητούν εις την Τρίπολιν σ��γκέντρωσιν αυτών, και δι’ άλλους λόγους, αλλά και δια να είναι ελεύθεροι δια την προπαρασκευήν της επαναστάσεως, την οποίαν ωσφραίνοντο οι Τούρκοι. Και επέτυχε αυτό ο Αρναούτογλου. στ) Έδωκεν εις τον Θεόδ. Κολοκοτρώνην, μόλις αφιχθέντα εκ Ζακύνθου (8 Ιανουαρίου 1821) 500 ενετικά φλωριά και 1.000 τάλληρα. ζ) Κατά το διάστημα της πολιορκίας της Τριπόλεως επρομηθεύθη δια του εν Καλάμαις πενθερού του Αναγν. Χρηστακοπούλου πολεμοφόδια αξίας 9.000 ταλλήρων. η) Κατά το διάστημα της πολιορκίας των Πατρών εδαπάνησε δια το υπό τον αντιστράτηγον Κωνσταντίνον Ταμπακόπουλον σώμα 12.000 τάλληρα. θ) Εις την κατά Δράμαλην εκστρατείαν εδαπάνησε 2.500 τάλληρα. ι) Εις την πολιορκίαν του ναυπλίου εδαπάνησε 300 τάλληρα. ια) Κατά το 1822 η Κυβέρνησις ονομάσασα στρατηγούς τον Κανέλλον Δεληγιάννην και τον Νικόλαον Ταμπακόπουλον, διέταξε τον Κανέλλον Δεληγιάννην να μεταβή εις Στερεάν, τον δε Ταμπακόπουλον να μεταβή εις Κόρινθον προς παντελή καταστροφήν των λειψάνων του Δράμαλη. Εις την εκστρατείαν ταύτην εδαπάνησε 3.000 τάλληρα. ιβ) Εις την κατά Ιμβραήμ εκστρατείαν εδαπάνησε 7.000 τάλληρα (Τραμπάλα, Αχλαδόκαμπος Παρθένιον, Τρίκορφα). 148

148

Ξηρού, «Η Βυτίνα και οι ήρωές της», σελ. 112-117.

128


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Τέλος, ο Ταμπακόπουλος χάνει τη ζωή του στην καταστροφική μάχη των Τρικόρφων το 1827, στην οποία όπως είδαμε και παραπάνω, μάλλον συμμετείχε και ο Γιάννης Χοντρογιάννης: Την 22 Ιουνίου εξήλθον αιχμάλωτοι τινες από Τριπολιτσάν, και είπον τον Κολοκοτρώνην ότι ο Ιμπραχίμ ητοιμάζετο να κατέλθη εις την Μεσσηνίαν, να υποδεχθή τον Χουσεήνπασιαν, φθάσαντα εις Νεόκαστρον από την Κρήτην με έξ χιλιάδας στράτευμα. Ο δε Κολοκοτρώνης απεφάσισε να τον πολεμήση εις Τριπολιτσάν, επ’ ελπίδι να τον εμποδίση του να ενωθή με τας νέας δυνάμεις του. Όθεν προσεκάλεσε τους μεν εις Λεβίδι να μεταβώσιν εις το υπερκείμενον της Τριπολιτσάς όρος της Επανωχρέπας, όπου έμελλε να μεταβή και αυτός. Τους δ’ εν Πιάνα και Χρυσοβίτσι, τον Γενναίον δηλαδή, Κανέλλον Δελιγιάννην, Δ. Παπατσιώνην και λοιπούς να καταλάβωσι τα υπάρχοντα παλαιά οχυρώματα των Τρικόρφων απέναντι της Συλίμης μίαν ώραν μακράν της Τριπολιτσάς με δύω χιλιάδας και οκτακοσίους. […] Την 23 το εσπέρας εκίνησαν ο Γενναίος και οι άλλοι δια τα Τρίκορφα. Πλην αφ’ ού έφθασαν εις τα ειρημένα οχυρώματα, επειδή οι εν Λεβίδι έγραψαν τον Κολοκοτρώνην ότι δεν ηδύναντο να φθάσωσιν εκείνην την ημέραν εις την Επανωχρέπαν, διετάχθησαν μεν εκείνοι ν’ αποσυρθώσιν εις Ζαράκοβαν, είκοσι λεπτά της ώρας μακράν των οχυρωμάτων εκείνων, έφθασαν δε ούτοι μ’ όλον τούτο τα μεσάνυκτα εις την Επανωχρέπαν, και την 24 ο Κολοκοτρώνης ειδοποίησε περί τούτου πολύ πρωί τον Γενναίον και τους μετ’ αυτού και τους διέταξε πάλιν να καταλάβωσι τα αυτά οχυρώματα. Αλλ’ ο Ιμπραχίμ πυρά ιδών εις την Επανωχρέπαν, εννόησεν ότι συνάγονται στρατεύματα να τον πολεμήσωσι εις τα Τρίκορφα, και διέταξε να κινηθώσι στρατιώται τινές εις τα εκεί οχυρώματα να τα καταλάβωσιν. Όθεν, ότε ο Γενναίος κατέλαβε δύω οχυρώματα, κατέλαβον συγχρόνως και οι Τούρκοι το τρίτον πολύ πλησίον εκείνων, και δια τούτο συνεκρούσθησαν με την προσθοφυλακήν του. Ήρχισαν επομένως να μάχωνται. Τότε ο Κανέλλος Δελιγιάννης καταλιπών το σώμα των στρατιωτών του, ως τετρακοσίων, ανέβη εις την Επανωχρέπαν, όπου ο Κολοκοτρώνης, ο Ζαΐμης και ο Λό129


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ντος, και δεν θα ευρεθή εις το πεδίον της μάχης. Ο δε Ιμπραχίμ κινηθείς πανστρατειά εις Συλίμναν, προσέβαλε τον Γενναίον, και τον κατεπολέμει και με έξι πυροβόλα και με βομβίδας. […] Οι Έλληνες εμάχοντο εν τοσούτω με αμίμητον γενναιότητα, ώστε και τινες ώρμησαν πολλάκις εις τα πυροβόλα του εχθρού να τα κυριεύσωσι, και δεν επέτυχον. Ο δε Ιμπραχίμ επολέμει προς τον Γενναίον πέντε ώρας αδικόπως. Έπειτα ώρμησε το μέγα μέρος του στρατού εναντίον του, και τότε έπιπτον εις τα οχυρώματά του τα βόλια των τουφεκίων και αι σφαίραι των πυροβόλων και αι βομβίδες ωσάν χάλαζα […] Μετά ταύτα κινεί ο Ιμπραχίμ αυτός επί κεφαλής οκτώ χιλιάδων σχεδόν πεζών τε και ιππέων, και διαβάς μεταξύ των οχυρωμάτων του Γενναίου και του Ιω. Νοταρά, διευθύνθη κατά των Καλαβρυτινών και του Π. Νοταρά. Αφ’ ού δε ώρμησεν εναντίον των, μόλις εκένωσαν τα τουφέκια των, και ετράπησαν εις φυγήν, δόντος πρώτου το κακόν παράδειγμα οπλαρχηγού τινός Καλαβρυτινού, Ιωάννου Ροΐδη ονόματι από τας Ρογιάς. Άμα δε τραπέντων των Καλαβρυτινών, ετράπησαν και οι Κορίνθιοι του Νοταρά, και τότε εις μάτην προσπαθεί ο Γενναίος να εμποδίση τους μετ’ αυτού μαχομένους του να φύγωσι, και μάλιστα αφ’ ού οι εχθροί κατέλαβον των τραπέντων τα οχυρώματα, εξ ών, ως υπερκειμένων των του Γενναίου, τον εκτύπων θανατηφόρως. Εδόθησαν άμα εις φυγήν πρώτοι του Κανέλλου οι στρατιώται, διότι ο διοικών αυτούς αξιωματικός Παπασταθούλης τρέπεται εις φυγήν. Μετά ταύτα περιεκυκλώθη ο Γενναίος, και ήδη τον εκτύπων οι εχθροί πανταχόθεν, ώστε μη δυνάμενοι επί πλέον και οι περί τούτον ν’ ανθέξωσιν, ετράπησαν ωσαύτως οι τελευταίοι, και αμέσως υφ’ όλων των εχθρών δύω ώρας διωκόμενοι, εφονεύθησαν διακόσιοι εβδομήντα εξ αυτών, εν ώ είκοσι μόλις εφονεύθησαν από τ’ άλλα σώματα. Εκ δε των διακοσίων εβδομήντα οι σημαντικώτεροι ήσαν […] ο Ν. Ταμπακόπουλος εκ Βυτίνης, [κλπ]. 149

149

Σπηλιάδη «Απομνημονεύματα», τομ. Β’, σελ. 360-363.

130


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Ο θάνατος του Ταμπακόπουλου αναφέρεται και στην επίσημη έκθεση για τη μάχη που συνέταξαν οι οπλαρχηγοί Λόντος, Ζαΐμης, Κολοκοτρώνης κλπ στην Βυτίνα και έστειλαν στην έδρα της Προσωρινής Διοίκησης στο Ναύπλιο: Σεβαστή Διοίκησις! (εις Ναύπλιον) Εις τας 23 του παρόντος συνεκροτήθη πόλεμος μετά των εχθρών περί τα Τρίκορφα. Η μάχη όλην την ημέραν έγινεν υπέρ ημών. Αλλ’ οι Έλληνες, οίτινες έχουν μόνην την ανδρείαν χωρίς κανένα άλλο προτέρημα αισθήσεως, επροχώρησαν αμελώς από τας προσδιωρισμένας θέσεις των, και ο εχθρός παρατηρών ακριβώς τα κινήματά των ώρμησεν εις το αδυνατώτερον μέρος και τους έτρεψεν εις φυγήν ώστε εστάθη αδύνατον να αναλάβουν πάλιν τας θέσεις των έπειτα από τόσας προτροπάς, ως είναι ίδιον των Ελλήνων. Εν τω μεταξύ αυτού του καταδιωγμού, εχάθησαν καθώς και εις τα ταμπούρια όχι περισσότεροι των τριάκοντα, συναριθμούμενοι μετ’ αυτών οι μακαρίται Παπατζώνης, Γεώργιος Δημητρακόπουλος Αλωνιστιώτης, Ταμπακόπουλος και άλλοι τινες σημαντικοί. […] Τη 25 Ιουνίου 1825 Βυτίνα Οι πατριώται ανδρέας λόντος θ. κολοκοτρώνης ανδρέας ζαήμης δημητράκης πλαπούτας Ιωάννης Ν(οταράς) 150 Στη λεπτομερέστατη περιγραφή της μάχης των Τρικόρφων από τον Φωτάκο βλέπουμε κάποιες παραπάνω λεπτομέρειες για το ρόλο που έπαιξαν σε αυτήν την ήττα οι Καλαβρυτινοί και συγκεκριμένα τόσο ο Αντρέας Ζαΐμης όσο και ο Βασίλειος Πετμεζάς, υπό των οποίων –όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο- πολέμησε ο Χοντρογιάννης στην μάχη των Τρικόρφων: 132-133: Πλησίον δε αυτών [του σώματος των Κορινθίων] ήσαν τα Καλαβρυτινά στρατεύματα του Ανδρέα Ζαΐμη. Ο δε

150

Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, τον. Ε΄, σελ. 216-217

131


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Βασίλειος Πετιμεζάς δεν ηθέλησε να λάβη μέρος εις την μάχην, διότι από το Λεβίδι όπου ήτο, δεν εσυμφώνει περί του σχεδίου της μάχης με τον γενικόν Αρχηγόν, λέγων, ότι έπρεπε να κλεισθούν πρώτον εις τα Τρίκορφα στρατιώται του Κολοκοτρώνη, και κατά την ακμήν της μάχης να υπάγουν βοήθεια των μαχομένων τα έξω στρατεύματα, όσα ήσαν εις το Λεβίδι, ως και η δύναμις των Βερβαίνων. Ο Πετιμεζάς ήτο, ως ανωτέρω είπαμεν, ολίγον ψυχραμένος, διότι ο Ζαΐμης έλαβε την αρχηγίαν των Καλαβρυτινών στρατιωτών, και διά τούτο δεν ήθελε να πολεμήση, και πρώτος αυτός μάλιστα έφυγεν εκείθεν και κατόπιν αυτού οι Κορίνθιοι, και ούτως η λιποταξία έγεινε γενική και η μάχη εχάθη, ως κατωτέρω θα είπωμεν. […] Οι δε περί τον Α. Ζαΐμην, τον Λόντον και λοιποί παρηγγέλθησαν υπό του Γενικού Αρχηγού να έλθουν από το Λεβίδι και να καταλάβουν την θέσιν Μύτικα, από την οποίαν, ισχυράν ούσαν, να φοβερίζουν τους Τούρκους, ώστε να μη υπάγουν όλοι εις τα Τρίκορφα, αλλ’ ούτε και εκεί εις τον Μύτικα να πλησιάσουν. Αλλ’ αυτοί αρνήθησαν να καταλάβουν την θέσιν ταύτην, και επροτίμησαν να πιάσουν την Επάνω Χρέπαν, και ούτω μετέβαλαν το σχέδιον του Αρχηγού […]. Αφού δε οι περί τον Ζαΐμην, ως είπαμεν, δεν ήσαν σύμφωνοι να καταλάβουν τον Μύτικαν, ο Αρχηγός τότε έγραψε πάλιν προς αυτούς και ώρισε και την ώραν της αναχωρήσεώς των από το Λεβίδι, ώστε διά νυκτός να αναβούν επάνω εις το βουνόν της Επάνω Χρέπας, όπου αυτοί, ως ανωτέρω είπαμεν, ήθελαν να τοποθετηθούν, και όθεν όλη η πόλις της Τριπολιτσάς φαίνεται, ως και ο κάμπος αυτής και τα κύκλω χωρία, χωρίς όμως να τους παραγγείλη, ώστε όταν έλθουν εκεί να μην ανάψουν φωτιαίς, και να μη κάμουν θόρυβον, και βάλουν φωνάς, διότι την πρόνοιαν αυτήν την αφήκαν εις τους αρχηγούς του στρατεύματος. Αλλ’ αυτοί έπραξαν τα ενάντια, διότι άμα ανέβησαν εις το βουνόν, και φωτιαίς πολλαίς άναψαν, και κραυγάς μεγάλας έβαλαν, και οι Τούρκοι ιδόντες της φωτιαίς, και ακούσαντες τας φωνάς των Ελλήνων, ενόησαν τον σκοπόν των, και τοιουτοτρόπως σηκωθέντες την νύκτα επρόλαβαν και έπιασαν και αυτοί ένα μέρος του εν Τρικόρφοις οχωρώματος προτού οι Έλληνες καταλάβουν αυτό 132


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

ολόκληρον. Τούτο δε έγεινεν ένεκα κακής εξηγήσεως, διότι ο Ζαΐμης λαβών το πρώτον γράμμα του Κολοκοτρώνη απάντησεν, ότι δεν ήτο έτοιμος να έλθη κατά την ορισθείσαν ώραν, και τούτο, διότι έπρεπε να ειδοποιήση και τους λοιπούς ευρισκομένους εις άλλα μέρη, και ότι θέλει του γράψει πότε θα ήναι έτοιμος. Τούτο το γράμμα λαβών ο Κολοκοτρώνης εμποδίσθη να ξεκινήση, και παρήγγειλεν εις τους σωματάρχας να μην υπάγουν να καταλάβουν το οχύρωμα, αλλά να περιμείνουν. Τρεις ώραι και περισσότερον επέρασαν, και λαμβάνει άλλο γράμμα από τον Ζαΐμην, όστις τον ειδοποίει ότι έφθασεν εις την Επάνω Χρέπαν. Ο Ζαΐμης είχε διατάξει τον Β. Πετιμεζάν ολίγον προστακτικώς και τούτο του εκακοφάνη, και δεν ηθέλησεν ούτος να ξεκινήση μαζύ με τους άλλους, αλλ’ έμεινεν οπίσω, και την άλλην ημέραν ήλθεν εις την Επάνω Χρέπαν, όταν η μάχη εγίνετο εις το οχύρωμα των Τρικόρφων, και εκεί έμεινεν, χωρίς να λάβη μέρος εις την μάχην, και εις το εξής πλέον μέχρι του έτους 1826 δεν έκαμε κανέν συμβούλιον μετά του Ζαΐμη. […] Ο Κολοκοτρώνης μετά την μάχην των Τρικόρφων απελπισθείς από την εν γένει αποτυχίαν των Πελοποννησίων και ιδίως από τους Καλαβρυτινούς, μάλιστα δε από τους Πετιμεζαίους, εξ όσων είδε προ της μάχης κατά την Επάνω Χρέπαν, διώρισε τον Α. Ζαΐμην εξ επαγγέλματος αρχηγόν της επαρχίας των Καλαβρύτων. Ένεκα τούτου οι Πετιμεζαίοι εσκληρύνθησαν περισσότερον και αντενήργουν έκτοτε συστηματικώτερα εναντίον της στρατολογίας του Ζαΐμη. […] Όσους δε από τους Κορινθίους και τους Καλαβρυτινούς τότε εχάθησαν αυτούς όλους εβλασφημήσαμεν, διότι δεν εστάθησαν να πολεμήσουν. […] Ο δε Κολοκοτρώνης και ο Ζαΐμης έτυχαν τότε μαζύ και έθεσαν τον εαυτόν των εις κίνδυνον, και μάλιστα ο Ζαΐμης. Οι δύο δε ούτοι εστάθησαν κατά την θέσιν Αλώνι Καλογερικόν της μονής Επάνω Χρέπας, και εκείθεν έστειλαν με ολίγους στρατιώτας τον σημαιοφόρον του Ζαΐμη Μιχάλην Κλαπατσουνιώτην, εγνωσμένον και επίσημον παληκάρι. Αυτός έπιασεν ένα λοφίσκον πέτρινον, όστις είναι εκεί εις την ράχην, μεταξύ των ερχομένων Τούρκων από το Περθόρι, και των άλλων από την Ζαράκοβαν, έρριψαν ολίγα 133


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

τουφέκια δεξιά και αριστερά και τους εχασοημέρησε να ενωθούν και να αποκλείσουν τους περισσότερους Έλληνας, οι οποίοι ήρχοντο από το σκορπισθέν οχύρωμα. […] Ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος διά να σωθή επιάσθη από την ουράν του αλόγου, το οποίον ο Ζαΐμης ίππευεν. Τοιουτοτρόπως όλοι ανέβησαν επάνω εις την ράχιν του βουνού Μενελάου και εκείθεν εχωρίσθημεν.151 Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε σε ποιο ακριβώς σώμα συμμετείχε ο Χοντρογιάννης –και ενδεχομένως και κάποιος ή κάποιοι από τους γιους του: Σε αυτό του Αντρέα Ζαΐμη, του γιου του προστάτη του, ο οποίος διακρίθηκε μεν για τη γενναιότητά, αλλά του οποίου η πολεμική απειρία, η έλλειψη στρατιωτικής ευφυΐας και η ατυχία συνετέλεσαν στην ήττα, ή σε αυτό του Βασίλη Πετμεζά, του πρώην κάπου του Ασημάκη Ζαΐμη, που χολωμένος από τον παραγκωνισμό του από έναν «πολιτικό» άνδρα δε δίστασε να σαμποτάρει ανοιχτά τη μάχη; Η εμπλοκή του Ταμπακόπουλου στα πολιτικά πράγματα Πολύ πιο σημαντική όμως ήταν η παρουσία του στα πολιτικά πράγματα της Επανάστασης, στο πλευρό πάντα του Κανέλλου Δεληγιάννη και των Μοραϊτών κοτζαμπασήδων. Ελλείψει των Οθωμανών, οι κοτζαμπασήδες ήσαν σίγουροι ότι αυτοί θα έπαιρναν στα χέρια τους την εξουσία: Εκλιπόντος του Κράτους του Σουλτάνου έκαστος προεστός ήρχισε να νομίζη τον εαυτόν του Σουλτάνον και να αντιποιήται άπαντα τα Σουλτανικά προνόμια. Οι Χριστιανοί δ’ εκείνοι πασάδες παρεσκευάζοντο να συνεχίσουν απαράλλακτα το έργον των Τούρκων προκατόχων των…» 152 Μια από τις πρώτες τους κινήσεις, για να προκαταλάβουν πολιτικά τα πράγματα και να κάνουν από πολύ νωρίς εμφανές ότι οι

151 Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», τομ. Β΄, σελ. 132-133, 134, 137-138 και 145-146. 152 Karl Mendelssohn-Bartholdy, «Ιστορία της Ελλάδος, από της εν έτει 1453 αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι των καθ' ημάς χρόνων», τομ. Α΄, σελ. 371372

134


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

κοτζαμπάσηδες ήταν αυτοί που θα έκαναν κουμάντο στη συνέχεια, ήταν η Εφορία των Τρικόρφων: Ο δε Κανέλος Δεληγιάννης, ως ανήρ πολιτικός και κατά το λεγόμενον όχι του ντουφεκιού, διωρίσθη έφορος μετά τεσσάρων άλλων, του Ν. Ταμπακοπούλου, Σπ. Κουλά, Δ. Παπαγιαννοπούλου εκ Μαγουλιάνων και Γ. Δημητρακοπούλου εξ Αλωνισταίνης. Διωρίσθησαν δε ούτοι ως πολιτικοί άρχοντες της επαρχίας Καρυταίνης, εις ούς ανετέθη πάσα οικονομική διαχείρισις και η προμήθεια των αναγκαίων του πολέμου, και ανέλαβον και ούτοι προθύμως την υπηρεσίαν ταύτην, διωρίσθησαν δε και άλλοι υποδεέστεροι κατά τα τμήματα. Το περί των ειρημένων οργανισμών της Καρυταίνης καταστατικόν υπεγράφη ειρηνικώς και εκ συμφώνου υπό πάντων την 28 Απριλίου.153 Ουσιαστικά αυτή η εφορία θα αναλάμβανε την τροφοδοσία και την οργάνωση του καρυτινού στρατοπέδου εν όψει του άμεσου στρατιωτικού στόχου, την κατάληψη της Τριπολιτσάς. 154 Για να το κάνει αυτό, τα μέλη της είχαν αναλάβει τα παρακάτω καθήκοντα: Όπως επί Τουρκοκρατίας, κατένεμαν φόρους στις επαρχίες και προχωρούσαν στην είσπραξή τους, είτε στη μορφή χρημάτων, είτε στη μορφή προϊόντων, τα οποία πουλούσαν και κρατούσαν το αντίτιμο. Αυτή είχε πολλήν δύναμιν, διέταττε όλα και αγροικέτο εις όλα, είχε την αλληλογραφίαν όλης της Πελοποννήσου και έξω ακόμα, και χωρίς την διαταγήν του Κανέλ. Δεληγιάννη δεν εγίνετο τίποτε. Εφρόντιζε διά τας τροφάς και τα πολεμοφόδια του στρατοπέδου και διά την πληρωμήν των Μανιατών, και ο Κολοκοτρώνης αυτός [δηλ. μέχρι και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης] ήτον ευπειθής εις όλας τας διαταγάς της. 155 Τα άτομα που είχαν αναλάβει αυτά τα καθήκοντα βέβαια, ήσαν οι ίδιοι που έκαναν ακριβώς τα ίδια πράγματα και επί Τουρκοκρατίας!

Οικονόμου «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», σελ. 130. Βλ. Στάθη Τσοτσορού «Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715-1828», σελ. 211-212. 155 Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», τομ. Α΄, σελ. 128. 153 154

135


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Η ραγδαία επιτυχία των Ελλήνων κατά τας πρώτας εβδομάδας της Επαναστάσεως ενέβαλε την διαχείρισιν πολλών πολιτικών και οικονομικών υποθέσεων εις χείρας των εν ενεργεία προεστών και δημογερόντων. Οι προύχοντες, οίτινες εξήσκουν ήδη μεγάλην επίσημον εξουσίαν, πάραυτα οικειοποιήθησαν εκείνην την οποίαν είχον εξασκήσει μέχρι τούδε οι σφαγέντες βοεβόδαι και βέηδες. Έκαστος των προκρίτων επροσπάθησε ν’ αναδειχθή μικρός ανεξάρτητος ηγεμονίσκος, και έκαστος οπλαρχηγός διαμερίσματος ανέλαβε δικαιοδοσίαν αρχιστρατήγου. Η Επανάστασις, πριν παρέλθη εξάμηνον, εφάνη ως να επροίκισε την Ελλάδα με στίφος όλον Αληπασάδων. […Έ]καστος προεστώς ανέλαβε τα προνόμια του Σουλτάνου. 156 Από τα παραπάνω μέλη της Εφορίας των Τρικόρφων, πέρα από τον ονομαστό κοτζαμπάση Κανέλλο Δεληγιάννη και τον τοκογλύφο και ενοικιαστή φόρων Ταμπακόπουλο, επί Τουρκοκρατίας παρόμοια καθήκοντα είχαν και ο Κουλάς (σύμβουλος των Τούρκων μέχρι και τον Μάρτη του 1821) και ο Γ. Δημητρακόπουλος (σεντούκ εμίνης, ταμίας των Οθωμανών) 157! Ήταν ακόμα πολύ νωρίς και η πολιτική υπεροχή των κοτζαμπάσηδων δεν είχε αμφισβητηθεί. Με τις πρώτες όμως στρατιωτικές επιτυχίες τον Απρίλη και το Μάη σε Βαλτέτσι, Βέρβενα, Δολιανά, οι -έτσι κι αλλιώς- λαοφιλείς Καπεταναίοι άρχιζαν να διεκδικούν δυναμικά μερίδιο από την πολιτική εξουσία, έχοντας και τη λαϊκή στήριξη: Οι προύχοντες και ο ανώτερος κλήρος εβαυκαλίζοντο με την ελπίδα ότι η έξωσις των Τούρκων θα καθίστα αυτούς διαδόχους της εξουσίας του Σουλτάνου. Η διαγωγή των τάχιστα τους απεμόνωσεν από της συμπαθείας του λαού, και είδον τους στρατιωτικούς αξιωματούχους, τους οποίους προσεδόκων να μεταχειρησθώσιν ως όργανα, περιβληθέντας το μεγαλείτερον μέρος της εξουσίας την οποίαν επεθύμουν ν’ αρπάσωσι. 158

Finlay «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α΄, σελ. 275-276. Βλ. Τσοτσορού «Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί κλπ», σελ. 211-212. 158 Finlay «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α΄, σελ. 279. 156 157

136


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Οι κοτζαμπασήδες όμως σχεδόν δεν μπορούν να το διανοηθούν αυτό. Αυτοί που μέχρι πριν λίγους μήνες ήσαν υπό την εξουσία τους και τους προσέφεραν τις ένοπλες υπηρεσίες τους τώρα, με τη στήριξη των αστών, φαίνονταν να σηκώνουν κεφάλι! Δεν ήσαν λίγοι οι κοτζαμπάσηδες που μετά τις πρώτες εντυπωσιακές στρατιωτικές επιτυχίες φαίνονταν μετανιωμένοι για τη συμμετοχή τους στον Αγώνα και τρομοκρατημένοι από την αυξανόμενη δύναμη των Καπεταναίων: Την ημέραν όπου αντάμωσα τον αρχηγόν είχα πάγει εις το σπίτι του Δημητρίου Δελιγιάννη, ευρήκα μέσα και τους Καπεταναίους του τους εχαιρέτησα, και δεν με εδέχθησαν με τον τρόπον όπου με εδέχοντο έξω πριν έμβωμεν μέσα εις την Τριπολιτσάν, μάλιστα ήκουσα ύβρεις κατά του αρχηγού μου και φοβερισμούς. Του έκαμα την παρατήρησιν, ότι δεν αρμόζουν αυτά τα λόγια να τα λέγη ο Δεληγιάννης διά τον φίλον του τον Κολοκοτρώνην, και μου είπεν ότι δεν τον έχει φίλον τον κλέφτην, και δεν τον φοβείται πλέον. Αυτά όλα τα έκαμα γνωστά εις τον αρχηγόν μου. Αυτός δε μου είπε καμόσου ότι δεν μου είπες τίποτε. Τώρα όπου ο Άγιος Θεός ηθέλησε και μας εδυνάμωσε και επήραμεν την Τριπολιτσάν, ας λέγουν ό, τι θέλουν. Έχουν δίκαιον παιδί μου. Διότι βλέπουν τούτους σκοτωμένους (και έδειξε τα Τουρκικά πτώματα), με τους οποίους είχαν μαζί την εξουσίαν. Τώρα την επήρεν το έθνος. Αν εγελάσθηκαν και έκαμαν την επανάστασιν, ήλπιζαν να κληρονομήσουν τους Τούρκους και να γείνουν αυτοί εις τον τόπον τους, αλλ’ αργά το εσυλλογίσθηκαν. 159 Μετά την άλωσιν της Τριπολιτσάς εκείνο το οποίον ο αρχηγός μου προείπεν αλήθευσεν. Οι πρόκριτοι μετενόησαν διά το κίνημα, επειδή αντί αυτών εφάνησαν ότι οι καπεταναίοι με τον Δ. Υψηλάντην έγειναν δυνατώτεροι και έλαβαν όλην την επιρροήν του λαού της Πελοποννήσου.160 Είναι χαρακτηριστικό το μίσος που διατηρούσε για τους Καπεταναίους ένας από τους Μοραΐτες αρχικοτζαμπάσηδες, ο Κανέλλος

159 160

Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», τομ. Α΄, σελ. 256-257. Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», τομ. Α΄, σελ. 265.

137


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Δεληγιάννης, όταν πολλά χρόνια μετά την Επανάσταση προσπαθεί να μειώσει την αξία της συμβολής τους στον Αγώνα: Ότι δε οι λεγόμενοι κλέπται κατεδίωκον τους Τούρκους ή τους έβλαπτον ποτέ (καθώς τινες αναισχύντως λέγουν και γράφουν εις τας ψευδοϊστορίας των), ή εάν οι Τούρκοι είχον ποτέ υπονοίας ή φόβον από τοιούτους ανθρώπους, οίτινες εκρύπτοντο από τρύπαν εις τρύπαν εις τα όρη και εις τα δάση, τροφοδοτούμενοι κρυφίως από τους ποιμένας και τους γεωργούς με μεγάλον κίνδυνον της ζωής των, πεποιθότες εις μόνην την προστασίαν των προυχόντων να σωθώσιν, αν προδοθούν, είναι μωρία να πιστεύη άνθρωπος λογικός τοιαύτα ονειροπολήματα! Εις όλας τας κωμοπόλεις και εις τα χωρία της Πελοποννήσου υπήρχον Τούρκοι αγάδες, σπαήδες, κιαχαγιάδες και διάφοροι υπάλληλοι της υπηρεσίας. Προκαλώ λοιπόν αυτούς τους λέγοντας και γράφοντας να αποφανθούν, εις ποίαν εποχήν, εις ποίαν επαρχίαν, εις ποίον χωρίον, εις ποίον μέρος ετόλμησαν ποτέ οι κλέπται να προσβάλουν, να φονεύσουν ή να βλάψουν ένα Τούρκον; Ουδέποτε συνέβη ή ηκούσθη το τοιούτον! Άρα γίνονται γελοιωδέστεροι μάλλον να προσπαθούν να δώσουν τοιαύτην ιδιότητα εις ανθρώπους, οίτινες ούτε την εφαντάσθησαν ποτέ ούτε την είχον, και θέλουν να παραμορφώσουν αδιαφιλονικήτους αληθείας και να γράφουν ότι οι Τούρκοι εφοβούντο από σαράντα ή πενήντα ληστάς! Αλλά το έτι γελοιωδέστατον είναι να γράφουν, ότι οι προύχοντες εφοβέριζον τους Τούρκους με τους κλέπτας. Και πάλιν, ότι ο γέρων Δεληγιάννης και άλλοι εκ των προυχόντων επεβουλεύοντο την ζωήν του Κολοκοτρώνη και άλλα τοιαύτα. Ώστε ποίαν λογικήν απάντησιν να κάμη τις εις τοιούτους εμπαθείς και άφρονας ανθρώπους; Έπρεπε να γνωρίζουν, ότι, εάν ο γέρων Δεληγιάννης δεν τους επροστάτευε και δεν τους επροφύλαττε, δεν ηδύναντο να ζήσουν εις την Πελοπόννησον ουδέ δύο εβδομάδας. Αλλά νομίζοντες, φαίνεται, οι κόλακες πανηγυρισταί των, ότι με τοιαύτας ανουσίους κομπορρημοσύνας θα δώσουν βαρύτητα τινα εις αυτούς, να αποδείξουν δήθεν, ότι κάτι εσήμαινον και αυτοί! Οι προύχοντες όμως τους επροστάτευον και τους περιέθαλπον από πατριωτικά αισθή138


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

ματα κινούμενοι και από Χριστιανικήν συμπάθειαν με κίνδυνον ενίοτε του εαυτού τους, αλλ’ ουδέποτε τους εστοχάσθησαν, εάν υπάρχουν εν τοις ζώσι!161 * * * «Ανασκευή της Ιστορίας Σπυρίδωνος Τρικούπη»: [...] Όσα δε αναφέρει εις κεφ. Αον σελ. 18 περί των λεγομένων κλεπτών, τον παραπέμπω εις τας σελ. 3 και εξής και δύναμαι να πιστεύσω, ότι θέλει πεισθή ότι εις την Πελοπόννησον ουδέποτε υπήρξαν τοιούτοι κλέπται, οίους τους χαρακτηρίζει, αλλ’ ούδ’ αρματολοί να έχουν τοιαύτα ευγενή αισθήματα υπέρ της απολυτρώσεως και ελευθερίας του έθνους των. Αλλ’ όλοι, το εναντίον μάλιστα, ήτον άνθρωποι αγράμματοι, γεννημένοι και ανατεθραμμένοι εις τον άγριον βίον αι συνειθισμένοι παιδιόθεν εις την διαρπαγήν και κακεντρέχειαν να ζώσι με τους ιδρώτας των φιλησύχων πολιτών. Όσον δε δια τα καπετανάτα λεγόμενα της Ρούμελης, άτινα υπήρξαν προ πολλών ετών και οι κατέχοντες αυτά εγίνοντο πότε αρματολοί και πότε λησταί ή κλέπται (καθώς ωνομάζοντο τότε) κατά τας περιστάσεις και κατά τας ορέξεις του δυνατού εκείνου σατράπου της Ηπείρου του διαβοήτου Αλή πασιά, άπαντες ούτοι οι διαπρέψαντες καπεταναραίοι ονομαζόμενοι ήτον πλαστουργήματα του ιδίου σατράπου Αλή πασιά, ανατεθρεμμένοι μέσα εις την αυλήν του, ζυμωμένοι με την διαφθοράν του και την κακοήθειαν του αιμοβόρου εκείνου τυράννου και εγίνοντο όργανα των σκοπών του και τους μετεχειρίζετο ως δημίους. Ώστε έβανε τον ένα και εφόνευε τον άλλον, δια να τους δώση ως αμοιβήν το αρματολίκι μίας επαρχίας. Και αφού απέκτων μικρά τινά εύνοιαν του θηρίου εκείνου, έπραττον ασυνειδήτως τα τρομερώτερα και απανθρωπότερα κακουργήματα. Και ουδέποτε εσυλλογίσθη κανένας εξ αυτών τι εστίν ελευθερία του έθνους, φθάνει να ελάμβανον τα αρματολίκια δια τα συμφέροντά τους και όχι ποτέ από γενικόν αίσθημα. Καθότι προ των 1821 ολίγοι τινές εξ αυτών ήτον μυημένοι τα μυστήρια της Φιλικής λεγομένης εκείνης Εταιρίας καθότι ουδείς εκ των αποστόλων

161

Δεληγιάννη «Απομνημονεύματα», τομ. Α΄, σελ. 45-46.

139


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

αυτής ετολμούσεν να κατηχήση μερικούς ζυμωμένους εις την διαφθοράν της αυλής του Αλή πασιά, επειδή ήτον αδύνατον να μην την προδώσουν εις αυτόν.162 Βλέποντας λοιπόν να μεγαλώνει η δύναμη των μέχρι τότε υποτακτικών τους, και γνωρίζοντας ότι επίκειται άμεσα η κάθοδος του Δημητρίου Υψηλάντη, ως του νέου πλέον Αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας, για να αναλάβει τα ηνία της Επανάστασης, οι κοτζαμπάσηδες προχωράνε σε πραξικοπηματικές κινήσεις, τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο πολιτικό επίπεδο. Κατ’ αρχάς, αποπειρώνται να διορίσουν εαυτούς στρατιωτικούς διοικητές, παίρνοντας τα όπλα από τους πεπειραμένους κλέφτες και Καπεταναίους: Οι πλειότεροι των ολιγαρχικών, της Πελοποννήσου προ πάντων, άμα λαβόντες τα όπλα εφαντάσθησαν να συστήσουν τον τιμαριωτισμόν εις την Ελλάδα, αμειβόμενοι με την εξουσίαν και δύναμιν των Τούρκων Τοπαρχών εις τας επαρχίας έκαστοι, αντί της εξουσίας και δυνάμεως την οποίαν είχον ως προεστώτες υπό τους Τούρκους. […] Εφαντάσθησαν λοιπόν να έχωσιν υπό την διοίκησίν των τα όπλα των επαρχιών, και διά των όπλων να κατακυριεύσωσιν εις αυτάς αποκαθιστάμενοι βασιλίσκοι, και να αρπάζωσι διά των όπλων τα δημόσια εισοδήματα και διά τούτων να διατηρώσι και τα όπλα αυτά και την πολιτικήν εξουσίαν εις αυτούς.163 Επειδή οι Προεστώτες των Επαρχιών της Πελοποννήσου, βλέποντες ότι ηύξανε βαθμηδόν η δύναμις των Καπιταναίων, με το να έλαβον επιρροήν εις τους στρατιώτας, και φοβούμενοι μήπως τους αφαιρεθή διόλου το στρατιωτικόν και υποκύψουν εις την υπεροχήν των Καπιταναίων, εκ των οποίων υπώπτευον περί εαυτών, εστοχάσθησαν να προλάβουν το τοιούτον, και να εφελκύσουν το στρατιωτικόν, διά να ελαττωθή η δύναμις των Καπιταναίων, και επομένως να ματαιωθούν και οι σκοποί του Υψηλάντη, τον οποίον ενόμιζον σύμφωνον με τους Καπιταναίους. Όθεν έκαμαν αρχήν οι Καλαβρυτινοί και οι Πατραίοι. Και οι μεν πρώτοι απέβαλον τους Πετιμεζαίους,

162 163

Δεληγιάννη «Απομνημονεύματα», τομ. Α΄, σελ. 242-243. Σπηλιάδη «Απομνημονεύματα», τομ. Α΄, σελ. 209, 210.

140


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

οι δε δεύτεροι τους Κουμανιώτας, και διέτρεχεν εις αυτάς τας επαρχίας αμφισβήτησις.164 Κατά δεύτερον, συστήνουν χωρίς τη συναίνεση κανενός άλλου πέραν του εαυτού τους την Πελοποννησιακή Γερουσία, ένα πολιτικό όργανο για την προσωρινή διακυβέρνηση του επαναστατημένου Μοριά: Και τοι δε της ρηθείσης Γερουσίας μυκτηρισθείσης ως αυτοχειροτονήτου δια τον τρόπον της συστάσεώς της, και το πλάγιον των σκοπών της μη αρεσάσης και μη εισακουομένης, εφημίσθη μ’ όλον τούτο και ηκούσθη, ότι οπωσδήποτε εσχηματίσθη γενική τις αρχή εν Πελοποννήσω ονομασθείσα Γερουσία της Πελοποννήσου. Όπερ πολύ ωφέλησεν ηθικώς, και ως καλόν εξετιμήθη έπειτα το πράγμα εν γένει. Εκλέξασα δε καθέδραν αυτής την Στεμνίτζαν η Γερουσία αύτη μετέβη εκεί, μετ’ ού πολύ δε και εις Τρίκορφα. Εσυστήθησαν δ’ έπειτα υπ’ αυτής, ατάκτως πάντοτε, ήτοι αυθαιρέτως και μονομερώς. Και επαρχιακαί τινες αρχαί, Δημογεροντείαι ή Εφορίαι, κατά τύπους και ονόματα διάφορα. Και καλόν μεν ήτο και η των τοιούτων τοπικών αρχών σύστασις, αλλ’ η αφορμή, η σπουδή, ο τρόπος και ο πλάγιος σκοπός, καθ’ ά εγίνοντο, ήσαν σκανδαλώδη ως αυθαίρετα ή φατριαστικά και μονομερή. διό και πρόξενα πολλών κακών έγειναν έπειτα. Και επηλήθευσε το αξίωμα «το καλόν ούκ έστι καλόν, εάν μη καλώς γένηται». 165 Στην Πρώτη Πράξη της Πελοποννησιακής Γερουσίας, με ημερομηνία 26 Μαΐου 1821, αμέσως μετά την υπογραφή του Κανέλλου Δεληγιάννη φιγουράρει η υπογραφή του Νικολάου Ταμπακόπουλου. 166 Με την αυθαίρετη αυτή σύσταση της Γερουσίας οι κοτζαμπασήδες διακήρυξαν τον σκοπό τους τα πράγματα να συνεχιστούν σχεδόν όπως είχαν επί Τουρκοκρατίας. Αμέσως οργανώθηκαν κι άλλες κατά τόπους εφορίες -σαν αυτήν των Τρικόρφων- οι οποίες ανα-

164 165 166

Π. Π. Γερμανού «Απομνημονεύματα», σελ. 85. Οικονόμου «Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», σελ. 153-154. Βλ. «Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», τομ. Α΄, σελ. 422.

141


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

λαμβάνουν τα ίδια φοροεισπραχτικά καθήκοντα, προκαλώντας αντιδράσεις εκ μέρους των κατοίκων των διαφόρων επαρχιών, οι οποίες συνεχίστηκαν και μετά την Α΄ Εθνοσυνέλευση και το Προσωρινό Πολίτευμα που ψηφίστηκε εκεί (Επίδαυρος, Δεκέμβρης 1821 – Γενάρης 1822). Χαρακτηριστικά τα παράπονα των επιστατών των Καλαβρύτων για τη συμπεριφορά των τοπικών εφόρων το Μάη του 1823: Στις 23 Μαΐου [1822;] οι επιστάτες Καλαβρύτων αναφέρουν στον υπουργό της Οικονομίας: «… ημείς έχοντες εδώ δέκα ημέρας δεν εκάμομεν αρχήν δι’ όλον εις το υπούργημά μας, και βλέπομεν μεγάλην αργότητα και αμέλειαν, και φοβούμεθα ότι δεν κατορθόνομεν το υπούργημά μας. πασχίζωμεν ενερ��ώμεν όσον δυνάμεθα αλλά δεν βλέπωμεν συνδρομητάς εχθές εκράχθημεν παρά των κυρίων εφόρων, λέγοντάς μας ότι ως οίδατε εστάλησαν προκηρύξεις εις όλα τα χωρία της επαρχίας μας, και βλέπεται οπού μερικοί έφοροι έκαμον αρχήν και έρχονται, αλλ’ αγωρασταί δεν φαίνονται, αλλ’ ούτε άλλος τις ημπορεί να εύγη, χωρίς ημείς πρώτοι εάν δεν εύγωμεν αγορασταί, δια να ενθαρρυνθούν, και να ευγάλουν τας υποψείας οπού έχουν οι λοιποί, τα οποία και αυτά δι’ ημών θέλει αγορασθώσι, και αν ήσθε πληρεξούσιοι να αποφασίσετε όλην την επαρχίαν ολικώς σας δίδωμεν γρόσια -150: χιλιάδες εις τρεις δώσεις, δια δέκατα, τρίτα, εμπεριλαμβάνωμε όλων των εθνικών κτημάτων, έξω μόνον από εργαστήρια εθνικά. ημείς απεκρίθημεν πως είναι παράνομον, και μάλιστα εις τοιαύτην τιμήν…» (ΓΑΚ, Υπ. Οικονομίας, φ. 5). Στο τμήμα αυτό του εγγράφου γίνεται σαφές ότι οι έφοροι (κοτζαμπάσηδες) στόχευαν στο συνολικό έλεγχο της επαρχίας (όπως γινόταν στην Τουρκοκρατία), με στόχο να γίνει αναγκαία για τη λειτουργία του συστήματος η ύπαρξη ενός μεταπράτη ανάμεσα στο κράτος και στο λαό, ο οποίος θα μετακυλούσε στις πλάτες των χωρικών τη διευκόλυνση που θα παρείχε στο Εθνικό Ταμείο με την άμεση είσπραξη των φόρων. Στη συνέχεια του εγγράφου διευκρινίζεται ότι οι έφοροι (κοτζαμπάσηδες) ξεκαθάρισαν τη θέση τους και ως προς τον τρόπο πληρωμής των δόσεων: «… μας είπον προσέτι ότι άσπρα οπού έχουν δοσμένα εις το Μινιστέριον θέλουσι να τα 142


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

κρατήσωσι από τα ενοίκια και από αυτά οπού μετριθώσιν δια το πρώτο κόστι…» 167 Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι κάτοικοι των χωριών του Μοριά αντιδρούσαν ακόμα πιο δυναμικά στην προσπάθεια των κοτζαμπασήδων να διατηρηθεί το status quo της Τουρκοκρατίας και τα τοτινά τους προνόμια και συνήθειες. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως σε αυτήν του χωριού Δάρα τον Ιούνη του 1823, έχουμε δυναμικές εξεγέρσεις: Στις 22 Ιουνίου 1823 οι αγοραστές των δικαιωμάτων της Τριπολιτσάς αναφέρουν στο Υπουργείο της Οικονομίας: «Χθες δι’ αναφοράς μας προς το σεβαστόν συμβούλιον των υπουργών αναφέρομεν περί της απειθείας και αντιστάσεως δαρέων μη δεχθέντων τους αγοραστάς των εισοδημάτων του χωρίου των, δια να σταλθή εκτελεστική δύναμις δια την επιστασίαν και σύναξιν των εισοδημάτων αυτών, και δεν εισηκούσθημεν. όθεν παρετούμενοι του χωρίου εκείνου, δίδομεν εις βάρος του εθνικού ταμείου τα γρόσια δέκα πέντε χιλιάδες εννοούμενα, από σύναξιν των προϊόντων… υπογράφουν «οι πατριώτες»: Κανέλλος Δεληγιάννης (για τον αυτάδελφό του Πανάγο, Πάνος Θ. Κολοκοτρώνης (γιος του γέρου) και Ν. Ταμπακόπουλος, ο γνωστός στην Τουρκοκρατία ενοικιαστής φόρων. Η απίθανη αυτή συμμαχία δημιουργήθηκε μετά το συμβιβασμό του Θ. Κολοκοτρώνη –αντιπροέδρου τώρα του Εκτελεστικού- και των Δεληγιανναίων, και στη συγκεκριμένη περίπτωση απαιτούσε να σταλεί εκτελεστική δύναμη για να καταστείλει την εξέγερση των Δαρέων (ΓΑΚ, Υπ. Οικονομίας, φ. 8). 168 Το όνομα του Ταμπακόπουλου μόνο τυχαία δεν φιγουράρει στην παραπάνω αναφορά. Ακόμα και όταν διαλύθηκε η πρώτη Εφορία των Τρικόρφων και συστάθηκαν άλλα όργανα για να κάνουν τη δουλειά της, ο ίδιος συνέχισε αυτά που έκανε επί Τουρκοκρατίας. Αντί να τον διορίζουν βέβαια οι Οθωμανοί «Σπαή» τώρα τον διόριζαν οι κοτζαμπάσηδες. Και όπως και επί Τουρκοκρατίας, τα παράπονα δεν έλειπαν: 167 168

Τσοτσορού «Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί κλπ», σελ. 258-259. Τσοτσορού «Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί κλπ», σελ. 259-260.

143


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Υπερτάτη Διοίκησις. Αναφερόμεθα υποκάτωθεν γυναίκες Λουκαΐτισσσης οπού οι άνδρες μας εθανατώθησαν εις τον ιερόν αγώνα της πατρίδος μας, άλλοι μεν εις την Γράνα και άλλοι μεν εις τον ερχομόν Δράμαλη. Η Σεβαστή Γερουσία την απερασμένην χρονιά μας είχεν δώσει στους σπαήδες του χωριού μας διαταγήν και μας έδωσαν δια ένα χρόνο γέννημα δια ζωοτροφίας, εμάς και των μπαιδιών μας, προς δώδεκα οκάδες τον μήνα της κάθα ψυχής. Εφέτος, επειδή το χωργιό μας επουλήθη εις άλλους σπαήδες, δεν μας έδιναν τίποτες. Και επροχθές πάλιν με αναφορές μας αναφέραμεν προς την Υπερτάτην Διοίκησιν οπού να μας δοθή το γέννημα, καθώς και επέρυσι. Και εδιωρίσθη ο Νταπακόπουλος σπαής του χωργιού μας να μας δοθή το γέννημα. Όθεν ο ειρημένος Νταπακόπουλος μόνον δια έναν μήνα μας δίδει. Παρακαλούμεν την Υπερτάτην Διοίκησιν οπού να μας διορίση να μας δοθή των έξ μηνών πρώιμον και των έξ μηνών όψιμον, καθώς και επέρυσι μας εδόθη. Εί δε ενού μηνός, τι να το κάμωμεν. Και αυτό δια να μην μείνωμεν υστερημένες. Παρακαλούμεν και προστρέχομεν εις το έλεος της Διοικήσεως. Τη 25 Ιουνίου 1823, Τριπολιτζά Οι δούλες σας Θανάσενα Κουνέλενα Γιάννκενα Αντριανού Καραπράτζενα Ανδριανού Κρινόλενα Τζαβάρενα 169 Γιατί αντιδρούσαν έτσι… «αντεθνικά» οι αγρότες των χωριών του Μοριά; Γιατί δεν δέχονταν να ομονοήσουν προς τον κοινό σκοπό, την Έγερση του Έθνους, και γιατί δεν υπάκουαν προθύμως στα κελεύσματα των φοροεισπραχτόρων – αντιπροσώπων του Κράτους; Απάντηση στο σημαντικό αυτό ερώτημα έρχονται να δώσουν οι αναφορές των επάρχων Φαναρίου και Ανδρούσας προς το Υπουργείο της Οικονομίας, στην προσπάθειά τους να το ενημερώσουν για τα γεγονότα της περιόδου: «…εδώ οι

169

«Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας», τομ. ΙΑ΄, σελ. 189.

144


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

χωριάτες, να δώσωσι εις τα δέκα τρία δεν τα δέχονται, να πληρώση όμως το κάθε χωρίον τα δικαιώματά του κατά την αγοράν μουκατά, ευχαριστείται φθάνει μόνον να μην έχωσιν ιλτιτζαμιτζίδες ανδριτσάνους, τους οποίους μισούσι καθ’ υπερβολήν…», αναφέρει στις 4 Σεπτεμβρίου 1823 από την Ανδρίτσαινα ο έπαρχος Φαναρίου Παναγιώτης Πολύδορος (ΓΑΚ, Υπ. Οικονομίας, φ. 11). […] Και από τα δύο έγγραφα γίνεται φανερό ότι οι χωρικοί δεν αρνούνται να αποδώσουν στο έθνος τα δικαιώματά του, ούτε να εκστρατεύσουν αμέσως. Ο λαός απορρίπτει τους παρασιτικούς μεσάζοντες, οι οποίοι και μέσα στην Επανάσταση κατορθώνουν να νομιμοποιήσουν τη θέση τους, αφού ήδη μετά τη Β΄ Εθνοσυνέλευση και τις συμμαχίες του Θ. Κολοκοτρώνη εξασφαλίζουν την εκτελεστική δύναμη. 170 Ήταν πλέον πασιφανές ότι οι κόποι και τα ελάχιστα εισοδήματα των πολιτών πήγαιναν οπουδήποτε αλλού εκτός από τον αγώνα: Οι μεγάλοι εθνικοί θησαυροί και η πληθύς των ιδιωτικών και δημοσίων κτημάτων, άτινα μετά την έξωσιν και καταστροφήν των Τούρκων περιέπεσαν εις ελληνικάς χείρας, κατ’ ελάχιστον μόνον διετέθησαν εις τας ανάγκας του αγώνος και προς όφελος του μέλλοντος να ιδρυθή νέου κράτους… Οι Έλληνες πρόκριτοι επολιτεύοντο συνωδά τω αξιώματι «Ο ζημιών το έθνος ουδένα ζημιοί». Τι ωραίοτερον δι’ αυτούς από επικερδή επανάστασιν; Ελάμβανον τους φόρους των Ελλήνων χωρικών, οίτινες εισέρρεον εις τα βαλάντιά των τακτικώτατα όπως άλλοτε εις τα των Τούρκων τα χρήματα και σκεύη. Ηδύναντο δε ν’ ασκώσι και την μεγαλοδωρίαν του πλουσίου ασώτου, όστις ουδεμίαν δίδει προσοχήν εις την φθίνουσαν οσημέραι πατρικήν κληρονομίαν. Αι πλήρεις σίτου τουρκικαί αποθήκαι ηνεώχθσαν και το περιεχόμενον επωλήθη εις γελοίας τιμάς.171 Τα εθνικά εισοδήματα απεστρέφοντο του να γείνωσι χρήσιμα εις τας ανάγκας του πολέμου, κ’ εδαπανώντο εις διατήρησιν των οίκων και των οπαδών των ολιγαρχών τούτων.

Τσοτσορού «Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί κλπ», σελ. 260. Μένδελσον τ. Α΄, 371 στο Τ. Σταματόπουλου «Ο Εσωτερικός Αγών», τομ. Α΄, σελ. 221. 170 171

145


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Ουδέ είς αρχοντίσκος ηδύνατο να περιπατήση εις τας οδούς της Τριπολιτσάς χωρίς ν’ ακολουθήται από σπείραν ενόπλων ανδρών.172 Παράλληλα με τις κερδοφόρες οικονομικές του δραστηριότητες, ο Ταμπακόπουλος δεν φάνηκε αχάριστος στους παλιούς του συνεργάτες. Ακόμα και μετά την Επανάσταση είχε διατηρήσει επαφές με Οθωμανούς και χριστιανούς συνεργάτες τους. Άλλοτε αυτές οι επαφές -τόσο οι δικές του όσο και της οικογένειάς τους- αξιοποιήθηκαν για να συλλέξουν τα ελληνικά στρατεύματα πολύτιμες πληροφορίες, όπως π.χ. από μια τουρκάλα που βρισκόταν μέσα στο πολιορκούμενο Ναύπλιο και ενημέρωσε τους Έλληνες ότι μπορούσαν να καταλάβουν αμαχητί το Παλαμήδι: Η περί ής ο λόγος Οθωμανίς έχουσα υπόληψιν και σέβας προς τον Βασίλειον Χρηστακόπουλον δια την οικογένειαν και τα προτερήματά του, εκοινολόγει εις αυτόν όλα όσα διέτρεχον, μ’ όλον ότι ο Β. Χρηστακόπουλος έχαιρε και παρ’ όλων των προκρίτων Οθωμανών της Ναυπλίας, και παρά του ιδίου Αλή Πασσά Ναυπλιώτου πολλήν υπόληψιν εξ αιτίας των προτερημάτων και της οικογενείας του ήτις συνέτρεξεν επί Τουρκοκρατίας τον Αλή Πασσά και άλλους εις χρηματικάς των ανάγκας, ως επαγγελομένη τον Μεγαλέμπορον, μάλιστα αφ’ ού συνηνώθη μετά του Γαμβρού του Ταμπακοπούλου, όντος ευκαταστάτου.173 Άλλες φορές βέβαια οι επαφές του αξιοποιήθηκαν για να διασωθούν εχθροί των επαναστατημένων Ελλήνων. Για παράδειγμα η παρέμβασή του υπέρ του τουρκολάτρη διερμηνέα του Χουρσήτ Πασά, ο οποίος ήταν ένας από αυτούς που είχαν προδώσει την Φιλική Εταιρεία στους Οθωμανούς το 1820: Ο Χουρσήτ Πασσάς, διοριζόμενος εις την Πελοπόννησον (όπου έφθασε τον Δεκέμβριον του 1820), έλαβε Διαταγήν έκτακτον να παρατηρήση τα κινήματά της, και να εμβάση εις αυτήν Στρατεύματα από την Στερεάν, εάν δοθή χρεία. Οι Πελοποννήσιοι, ειδοποιηθέντες περί τούτου από την Κωνστα-

172 173

Finlay «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Α΄, σελ. 279. Φραντζή, «Επιτομή της Ιστορίας κλπ», τομ. Β΄, σελ. 129-130.

146


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

ντινούπολιν εγκαίρως, έλαβον μέτρα αρμόδια, και δεν υπώπτευον ήδη την ανακάλυψιν των πραγμάτων εις άλλον, ειμή εις τον Διερμηνέα του ιδίου Σατράπου Σταυράκην Ιωβίκην, Κωνσταντινουπολίτην. Δια τον ομολογούμενον Τουρκολατρισμόν του έσπευδεν ούτος να ανακαλύψη τα πάντα με κάθε τρόπον. […] Συμπίπτει τέλος πάντων προδιδομένη εντελώς η Εταιρία προς τον Σεχνετσήπ Εφένδην και δι’ αυτού προς τον Καϊμακάμην. (*) (*) Έγινεν από τον (άλλως φρόνιμον) Σωτήριον Κουγιάν, Προεστώτα της Τριπολιτσάς, και τον Διερμηνέα της Πελοποννήσου. Μετά την άλωσιν της Τριπολιτσάς διέσωσεν υπερασπισθείς τον δεύτερον ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος. Τον δε πρώτον εθανάτωσαν οι Έλληνες, υποχρεώσαντες να καταφάγη πρώτον το αυτίον του.174 Εδώ αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι –όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο- ο «φρόνιμος» μεν, προδότης δε Σωτήρης Κουγιάς ανήκε προεπαναστατικά –όντας κοτζαμπάσης της Τριπολιτσάς- στην πολιτική παράταξη των Δεληγιανναίων.

Ιωάννης Φιλήμων, «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας», σελ. 325 και 372-373. 174

147


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Η απονομή της Δικαιοσύνης στην Επανάσταση Εάν ο Ταμπακόπουλος και ο Γιαννακόπουλος θεωρούσαν ότι είχαν πληγεί από το χτύπημα στη Χελωνοσπηλιά, και ότι δικαιούνταν να διεκδικήσουν επανόρθωση και αποζημίωση για ό, τι έχασαν εκείνη τη μέρα αλλά και την τιμωρία των υπευθύνων του χτυπήματος, είχαν άραγε τη δυνατότητα να διεκδικήσουν το δίκιο τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης; Οι πρώτες προσπάθειες για θέσπιση συστήματος Δικαιοσύνης στην Επανάσταση Είδαμε και σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι από πολύ νωρίς εκδηλώθηκαν οι θεμελιώδεις διαφωνίες ανάμεσα σε κοτζαμπασήδες και αστούς για την «επόμενη ημέρα». Οι μεν κοτζαμπασήδες επιθυμούσαν την διατήρηση των αυξημένων εξουσιών που τους είχαν παραχωρηθεί από τους Τούρκους, οι οποίες εκτείνονταν στο πολιτικό πεδίο, το οικονομικό, αλλά και την απονομή της Δικαιοσύνης. Στον τομέα λοιπόν της Δικαιοσύνης, οι κοτζαμπασήδες επιδίωκαν τη διατήρηση του συστήματος που εφαρμοζόταν επί Τουρκοκρατίας: Για όποια διαφορά είχαν, οι πολίτες απευθύνονταν στον Μητροπολίτη είτε στους Κοτζαμπασήδες. Όπου συμφωνούσαν οι διάδικοι, είχαν την δυνατότητα να επιλέξουν δύο από τους σεβάσμιους πολίτες της κοινότητας (έναν η κάθε πλευρά) για να δικάσουν την υπόθεση –ουσιαστικά επρόκειτο για μια συνεννόηση δύο ουδέτερων με την διαφορά ατόμων και όχι για εκδίκαση. Αλλιώς οι αρχές της κοινότητας και οι Μητροπολίτες σύστηναν έκτακτα δικαστικά συμβούλια, το οποίο εξέταζαν τις υποθέσεις και εξέδιδαν αποφάσεις εφαρμόζοντας είτε κάποιον παλιό κανόνα δικαίου ή κάποιο τοπικό έθιμο είτε κρίνοντας τα μέλη του με βάση τις προσωπικές τους αντιλήψεις περί δικαίου. Στο πρώτο επίσημο πολιτικό κείμενο που εξέδωσαν οι Μοραΐτες Κοτζαμπασήδες όταν μαζεύτηκαν στην Μονή των Καλτεζών και έφτιαξαν πραξικοπηματικά την Πελοποννησιακή Γερουσία –στην Διακήρυξη της οποίας όπως είδαμε και προηγουμένως φιγουράρει 148


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

φαρδιά πλατειά και η υπογραφή του Νικόλαου Ταμπακόπουλουοι παραπάνω αντιλήψεις εκφράζονται γλαφυρότατα: Σύμφωνα με τη Διακήρυξη των Καλτετζών (26 Μαΐου 1821) επταμελές δικαστήριο (Γερουσία), υπό την προεδρία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, θα αποφάσιζε για όλες τις υποθέσεις «καθ’ όποιον τρόπον η θεία Πρόνοια τους φωτίσει και γνωρίσωσιν ωφέλιμον».175 Ένα παράδειγμα απόφασης αυτού του κριτηρίου είναι το παρακάτω, όπου ο Αντιπρόεδρος της Γερουσίας αποφαίνεται σε αστική υπόθεση κτηματικής διαφοράς: Η ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΗ ΓΕΡΟΥΣΙΑ Προς τους Εφόρους της επαρχίας Τριπόλεως Θεωρηθείσης της διαφοράς του Κωνσταντίνου Τζικόπουλου μετά του Αδάμη Παλιώτου περί του εις το χωρίον Κερασίτζα κειμένου χωραφίου, απεδείχθη και δια μαρτυριών και δια των εμφανισθέντων οθωμανικών εγγράφων ότι ο Κωνσταντίνος ηγόρασε το χωράφιον παρά του εξουσιάζοντος αυτό Τούρκου. Όθεν η φιλογενία σας να διορίσετε τον Αδάμην να παραιτηθή από το χωράφιον εκείνο και να το αφήση εις την εξουσίαν του Κωνσταντίνου χωρίς προφάσεως και αντιλογίας. Υγιαίνοιτε. 1822, Ιούνιος 13, εν Τριπόλει. Ο Αντιπρόεδρος Ασημάκης Φωτήλας Ο Αρχιγραμματεύς Ν. Σπηλιάδης 176 Από την άλλη, όμως, οι αστοί δεν μπορούσαν να μείνουν ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο σύστημα. Όραμά τους το Κράτος Δικαίου, όπως το βροντοφώναξαν οι Διαφωτιστές, το έβαλε στην πράξη η Γαλλική Επανάσταση και άρχιζε να θεριεύει με τον Βοναπάρτη. Δεν

175 Νικόλαου Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση και την Καποδιστριακή περίοδο (1821-1832). Απόπειρες υποκαταστάσεως της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική», Ανάτυπο από την «Επιστημονική Επετηρίδα Σχολής ΝΟΠΕ ΑΠΘ, τ. Ι’», σελ. 113. 176 Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Θ΄, σελ. 8.

149


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

επρόκειτο για ρομαντικές επιδιώξεις, αλλά για μια χειροπιαστή ανάγκη: Μόνο με ένα τέτοιο σύστημα Δικαίου θα μπορούσαν να προστατευτούν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Το περιεχόμενο του δικαίου, αλλά κυρίως η μορφή του, εξαρτώνται επίσης όχι μόνο από την ουσία του τρόπου παραγωγής αλλά και από τη μορφή του. Ο καταμερισμός της εργασίας αποτελεί ιστορικά τη γενεσιουργό αιτία της ταξικής διαφοροποίησης όσο και της εμπορευματικής μορφής. Η ιστορική πορεία της τελευταίας είναι αδιάσπαστα δεμένη με την ιστορική πορεία του δικαίου. Η γενίκευση της εμπορευματικής παραγωγής στον καπιταλισμό έχει σαν συνέπεια την κυριαρχία της νομικής μορφής ρύθμισης, τη βαρύνουσα θέση της νομικής ιδεολογίας στο σύστημα της ιδεολογίας της κυρίαρχης τάξης. 177 Η έλευση λοιπόν του Υψηλάντη στην Ελλάδα τον Ιούνη του 1821 σήμανε και το γέρσιμο της πλάστιγγας του συσχετισμού δυνάμεων προς το μέρος των αστών. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου εισήλθον εις το πλοίον, όπου ο Υψηλάντης, να τον χαιρετήσωσι, και τους εδέχθη καθήμενος εις την καθέκλαν επί του καταστρώματος με πολλήν ψυχρότητα, ώστε ο Αθ. Κανακάρης υπάγει προς αυτόν με θάρσος, άπτεται της δεξιάς του και τον βιάζει ούτως ειπείν να εγερθή, τον λέγει το καλώς ήλθες και δίδουσι προς αλλήλους τον ασπασμόν. Τούτ’ αυτό πράττουσι και οι λοιποί προεστώτες μετά τον Κανακάρην. Αλλ’ άμα φανέντων του Κολοκοτρώνη, του αρχιμανδρίτου Δικαίου, του Αναγνωσταρά και άλλων, υπάγει εις υπάντησίν των και τους δέχεται πολύ φιλοφρόνως. Τούτο ιδόντες οι προεστώτες, ισκιάζονται έκτοτε, και διανοούνται κακά εναντίον του, εν ώ ήσαν προ ολίγου διατεθειμένοι να τον υποστηρίξωσι δια να θαρρύνωσι μάλιστα τον λαόν, προς τον οποίον τον παρίστων ως τότε ως τον προσδοκώμενον δια την κοινήν σωτηρίαν, και συνάμα δια ν’ αποφύγωσι την εκ της αντιζηλίας όλων αυτών προς αλλήλους διαίρεσιν.178 177 178

Καλτσώνη «Το Δικαστήριο κλπ», σελ. 149. Σπηλιάδη «Απομνημονεύματα», τομ. Α’, σελ. 206.

150


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Αυτή η υποτιμητική προς τους κοτζαμπασήδες συμπεριφορά συνοδεύτηκε και από κάποιες δειλές εκφράσεις των οραμάτων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού στο πολιτικό πεδίο, μαζί με το αίτημα εκ μέρους του Υψηλάντη για διάλυση της πραξικοπηματικά συστηθείσας Πελοποννησιακής Γερουσίας –αίτημα που παραλίγο να οδηγούσε στην πρώτη στασιαστική κίνηση κατά τη διάρκεια της Επανάστασης! Μετά τούτο εζήτησεν ο Υψηλάντης την διάλυσιν της εν Καλτεζιαίς Γερουσίας και να του δοθή εγγράφως η πληρεξουσιότης να διοική. Τούτο δεν επαρεδέχθησαν οι άρχοντες. Και ο Υψηλάντης τότε εδυσαρεστήθη και ετοιμάζετο να φύγη διά τας Καλάμας. […] Αλλά προτού να φύγη ο Υψηλάντης διά το Λεοντάρι ανεφάνη οχλαγωγία διά να σκοτώσουν τους προύχοντας οπού δεν ηθέλησαν να αφήσουν ελευθέραν την διοίκησιν, ως ήθελεν ο Υψηλάντης. Και Αυτήν την εκίνησεν ο Σωτηράκης Παπαγιαννόπουλος από Βαλτετσινίκον της Γόρτυνος. Αυτός με άλλους πολλούς την είχεν οργανίσει προ ημερών. Αλλ’ ο Κολοκοτρώνης εβγήκε και τους καθησύχασε διά της δημηγορίας του, αφού έγεινε πρώτα σύντροφός των και τους έβγαλε ξέμακρα του χωριού διά να τους ομιλήση. Τους είπεν ότι θα τους ομιλήση και έπειτα από την ομιλίαν ό, τι αποφασίσουν θα τους ήναι σύντροφός των. Διότι και αυτός επιθυμεί τον σκοτωμόν των αρχόντων. Έπειτα τους έφερε διάφορα παραδείγματα και λόγους της εποχής εκείνης, και εις το τέλος είπεν, αλλ’ αν τους σκοτώσωμεν, να τον βεβαιώσουν τι θα ειπή ο κόσμος και οι λοιποί χριστιανοί και οι βασιλείς της Ευρώπης. Θα το επαινέσουν ή θέλουν το κατηγορήσει. Θα ειπούν ότι οι Έλληνες δεν επαναστάτησαν να σκοτώσουν τους Τούρκους τους τυράννους των, αλλά σκοτώνονται οι ίδιοι μεταξύ τους και σκοτώνουν τους προκρίτους των και δεν είναι άξιοι ελευθερίας. Οι λόγοι αυτοί έκαμαν το πλήθος και διελύθη, αφού τους υπεσχέθη ότι τους φέρνει πίσω τον Υψηλάντην. Ευθύς εστάλη ο Αναγνωσταράς και ο Αρχιμ. Φλέσας και τον εγύρισαν πίσω από το Λεοντάρι και τον εσυνώδευσαν εκείθεν εις το στρατόπεδον των Τρικόρφων, όπου ανέλαβε 151


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

την διοίκησιν της πολιορκίας αυτής και όλης της Πελοποννήσου. Έκτοτε όλα τα σώματα έπερναν το μυστικόν από αυτόν και έπαυσαν πλέον εκείνοι, οι οποίοι εγύρευαν να εξέχουν των άλλων. 179 Μετά την πυροσβεστική υπέρ των κοτζαμπασήδων παρέμβαση του Κολοκοτρώνη, οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις. Στην πρώτη πράξη για τη σύσταση του Γενικού Οργανισμού της Πελοποννήσου –οργάνου που θα αντικαθιστούσε την Πελοποννησιακή Γερουσία- βλέπουμε τα εξής: Ο Γενικός ��ργανισμός Πελοποννήσου (Ιούλιος 1821) θεσπίζει: «Οι Κριταί να κρίνουν περί των αμαρτημάτων κατά το καθήκον της ανθρωπότητος, τους νόμους, και τα έθιμα τα τοπικά, σύμφωνα με το καθήκον της ανθρωπότητος και με τους νόμους 180». Αναγνωρίζει δηλαδή την αρχή της ισοτιμίας εθίμου — νόμου από τη μια πλευρά, και από την άλλη θεσπίζει συμπληρωματική προσφυγή στις αρχές της Γαλλικής Επαναστάσεως («καθήκον της ανθρωπότητος»). 181 Στις πρώτες Εθνοσυνελεύσεις, η παραπάνω δυναμική των φιλελεύθερων ιδεών εκφράστηκε ακόμα πιο έντονα. Το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», που ψηφίστηκε στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (Δεκέμβρης 1821 – Γενάρης 1822) και επικαιροποιήθηκε στην Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823) γίνεται ξεκάθαρα λόγος για διάκριση των εξουσιών, για σύσταση ανεξάρτητων Δικαστηρίων, για την κυριαρχία του Νόμου κλπ.

Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 83-85 της έκδοσης του 1858. Στον Α΄ τόμο της έκδοσης του 1899 ο Φωτάκος παραλείπει αρκετές ουσιώδεις λεπτομέρειες του περιστατικού αυτού. 180 Το σχέδιο που είχε προτείνει ο Υψηλάντης προέβλεπε ότι «Οι κριταί κρίνουν περί των πολιτικών αμαρτημάτων κατά τους διωρισμένους νόμους». («Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος κλπ», τομ. Α΄, σελ. 12). Προφανώς η τελική διατύπωση ήταν αποτέλεσμα υποχώρησης των «θετικιστών». Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος ήταν εκ των υπαγραφόντων και αυτή τη διακήρυξη (βλ. «Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος κλπ», τομ. Α΄, σελ. 15). 181 Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ», σελ. 113. 179

152


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Μάλιστα η Β’ Εθνοσυνέλευση προχώρησε ακόμα πιο πέρα: Σε αυτήν αποφασίστηκε η θέσπιση Ποινικής Νομοθεσίας του νεοσύστατου Κράτους. Στα πλαίσια της προσπάθειας να συνταχθεί Ποινικός Κώδικας και για να καλύψει το κενό που είχε δημιουργηθεί από τη de facto κατάργηση του Οθωμανικού δημοσίου δικαίου, η Β' Εθνική Συνέλευση με το Ψήφισμα ΙΑ ' της 1ης Απριλίου 1823, συγκρότησε εννεαμελή επιτροπή για «να εκθέση τα κυριώτερα των εγκληματικών εκ του προχείρου ερανιζομένη από τους νόμους των ημετέρων αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και άλλοθεν» και να «καθυποβάλη συντόμως εις την επίκρισιν τής Συνελεύσεως την έκθεσιν ταύτην». [...] Η επιτροπή υπέβαλε μέσα σε 15 μέρες την εισήγησή της στην Εθνική Συνέλευση, αφού, όπως αναφέρει στην εισηγητική της έκθεση (17 Απριλίου 1823), «εμελέτησεν εσκεμμένως τους Νόμους των Αειμνήστων Αυτοκρατόρων Χριστιανών και άλλους Κώδηκας της ευνομούμενης Ευρώπης συνεράνισε το περί Αμαρτημάτων και Ποινών, σπουδάσασα να εφαρμόση πάντα εις την ενεστώσαν του έθνους μας περίστασιν». Η επιτροπή που είχε συγκροτηθεί από ακατάλληλα πρόσωπα, δεν ήταν δυνατό βέβαια σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να συντάξει αξιόλογο νομοθετικό έργο. Το Απάνθισμα συντάχθηκε στην κυριολεξία «εκ του προχείρου». Περιείχε συνολικά 89 άρθρα χωρίς γενικό μέρος και παρέλειπε πολλά εγκλήματα. Οι προβλεπόμενες ποινές ήταν άλλοτε αόριστες και άλλοτε άφηναν στο δικαστή μεγάλη ευχέρεια επιμετρήσεως, και γενικά διαπνέονταν από υπερβολική επιείκεια. Οι ελλείψεις αυτές που είχε παραδεχθεί και η επιτροπή διαπιστώθηκαν και από το Βουλευτικό. Με το Ψήφισμα ΜΓ' της 18ης Απριλίου 1823, η Β' Εθνική Συνέλευση «θεωρήσασα ότι ο § π' του Νόμου της Επιδαύρου αναφέρει το Απάνθισμα τούτο των εγκληματικών ως έργον της παρούσης Συνελεύσεως αποφασίζει να νομοθετηθή από την Διοίκησιν επιδιορθούμενον» ύστερα από επεξεργασία του “Βουλευτικού και να καταχωρισθή εις τον Κώδικα των Νόμων υπό τον αύξοντα αριθμόν (λγ') και να ονομάζεται «Απάνθισμα 153


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

των Εγκληματικών της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως των Ελλήνων». Με το Ψήφισμα λγ' (Νόμος υπ’ αριθμ. 34 της 1ης Ιουλίου 1824) επικυρώνεται το Απάνθισμα των Εγκληματικών από τη Β΄ Εθνική Συνέλευση και θεσπίζεται ότι «όσα των εγκλημάτων δεν εμπεριέχονται εις το παρόν Απάνθισμα να κρίνωνται κατά τα Βασιλικά ωσαύτως δε και κατά τους εκδιδομένους από την Διοίκησιν νόμους κατά τον ξπ΄». Παράλληλα πραγματοποιείται η έντυπη έκδοση του Απανθίσματος. Η διεύρυνση των πηγών του Απανθίσματος χρησιμοποιήθηκε αργότερα σε μεγάλο βαθμό από τα δικαστήρια που πολλές φορές απέφευγαν να εφαρμόσουν τις διατάξεις του Απανθίσματος, χωρίς ωστόσο οι αποφάσεις τους να είναι πάντοτε οι ενδεδειγμένες. [...] 182 Τα κενά αυτής της πρώτης ποινικής νομοθεσίας ήσαν εξωφρενικά για τους νομομαθείς της εποχής. Από τη γενική αυτή περιγραφή φαίνεται καθαρά πως οι συντάκτες του Απανθίσματος είχαν σαν πρότυπο για τη σύνταξή του τον γαλλικό Code Penal και έμειναν στενά προσκολλημένοι στο σύστημά του κατά την κατάταξη του υλικού. Αδιανόητο είναι μόνο το πώς μπόρεσαν να παραλείψουν ολόκληρο το γενικό μέρος του γαλλικού ποινικού δικαίου (C.P. άρθρ. 1 – 74) το τόσο ισχνό και ανεπαρκές από μόνο του, αφού έτσι θα πρέπει, πέρα από όλες τις ελλείψεις στις διάφορες περιπτώσεις να ανέκυψαν υποχρεωτικά τα πιο εντυπωσιακά κενά και αδικίες. Πραγματικά, σε ολόκληρο το απάνθισμα δε βρίσκεται ούτε ο παραμικρός ορισμός της υποτροπής και της συρροής των αδικημάτων, των λόγων επαύξησης και μείωσης της ποινής, της απόπειρας και της περάτωσης, του Dolus και Culpa (αμέλεια, πταίσμα), της συμμετοχής, του καταλογισμού και της παραγραφής. Τα θέματα αυτά αντιμετωπίζονται μόνο σε σχέση με οριμένα συγκεκριμένα αδικήματα. Αυτό συμβαίνει συνήθως στην περίπτωση που τα αντίστοιχα άρθρα του Code Penal περιέχουν Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ», σελ. 129-131. 182

154


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

κάποιον ορισμό (που αποκλίνει από τις γενικές αρχές) ο οποίος όμως και με τη μεγαλύτερη αυθαιρεσία δε μπορεί να θεωρηθεί γενικός κανόνας. […] Όσο όμως μεγάλη είναι η προσκόλληση των συντακτών του Απανθίσματος στο γαλλικό δίκαιο σχετικά με τις διατάξεις που αφορούν τα διάφορα αδικήματα, τόσο εντυπωσιακή είναι η απομάκρυνσή τους από το δίκαιο αυτό στο θέμα των διαφόρων ποινών. Στον ελληνικό κώδικα, αντί της διαβόητης γαλλικής αυστηρότητας, βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματικά υπερβολική και πρωτοφανή επιείκεια. Από τα διάφορα είδη ποινών του γαλλικού δικαίου (Code P. άρθρ. 7- 11) πάρθηκαν μόνο η ποινή του θανάτου, η πρόσκαιρη ποινή φυλάκισης και το πρόστιμο. Οι υπόλοιπες ποινές, δηλαδή η ισόβια κάθειρξη, ο στιγματισμός με φωτιά, η δήμευση της περιουσίας (1) καταργήθηκαν εντελώς. Αντίθετα παρόλο που είναι αδιανόητο, καθιερώνεται κατ εξαίρεση ένα νέο είδος ποινής, οι ραβδισμοί (2), για ένα τουλάχιστον αδίκημα, τη ζωοκλοπή (παράρτημα άρθρ. 1, 2). Η τόσο μεγάλη επιείκεια στον προσδιορισμό των ποινών φτάνει στα όρια του καθαρού παραλογισμού, εκτός αν δεχτούμε ότι οι νομοθέτες, έχοντας πεισθεί για τις δυσκολίες της εκτέλεσης τους, σκόπιμα προτίμησαν να πετύχουν έστω και περιορισμένα αποτελέσματα με ήπιες ποινές, παρά να αχρηστεύουν τη δουλειά τους ολόκληρη με απειλές που ηχούν αυστηρές, αλλά που κάτω από τις τότε συνθήκες το πιθανότερο ήταν να μένουν εντελώς ανεφάρμοστες. […] [Σ]ε μερικά μέρη υπάρχουν και εντελώς αόριστοι ποινικοί νόμοι (2) όπου όλα εγκαταλείπονται στη δικαστική σοφία (Avis rarissima Graeciae! Σπάνιος ο οιωνός για τους έλληνες!). Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι, αντίθετα, και μοιάζει να έρχεται σε καθαρή αντίφαση με τις υπόλοιπες διατάξεις, το ότι η θανατική ποινή εμφανίζεται, αν όχι τόσο συχνά όσο στο γαλλικό δίκαιο, πάντως πιο συχνά απ’ ό,τι θα ταίριαζε στις αρχές μιας λογικής ποινικής πολιτικής. Έτσι τιμωρούνται με θάνατο όχι μόνο μια ολόκληρη σειρά από εγκλήματα κατά του κράτους, η ανθρωποκτονία και η πατροκτονία, έστω και αν δια155


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

πράχτηκαν χωρίς προμελέτη, αλλά ακόμα και μερικά εγκλήματα κατά του νομίσματος, καθώς και όλες οι παραβάσεις των διατάξεων για τα υγειονομεία που ιδρύθηκαν τότε και μάλιστα χωρίς την ελάχιστη διάκριση και χωρίς καμιά επιφύλαξη για τις τυχόν συνέπειες, καθώς επίσης και όλα τα είδη της πειρατείας. Σαν απόκλιση από τις αρχές της γενικότερης επιείκειας θα μπορούσε να θεωρηθεί και το ότι σε ορισμένα αδικήματα π.χ. την παιδεραστία, την απαγωγή, τη ληστεία, τα αδικήματα σε κατάσταση μέθης κ.λπ., οι ποινές είναι εντελώς προσδιορισμένες και δεν αφήνεται κανένα περιθώριο στη δικαστική κρίση, με συνέπεια να μη μπορεί να αποφευχθεί, ανάλογα με την περίπτωση, άλλοτε υπερβολική αυστηρότητα και άλλοτε υπερβολική επιείκεια. (1) Η δήμευση της περιουσίας είχε ήδη απαγορευθεί από την Πρώτη Εθνική Συνέλευση (Τίτλ. V, Τμήμα IX, παράγ. 99) (2) Πχ παράγρ. 22, 41, 72, 73. 183 Το Απάνθισμα όμως ήταν παιδί της εποχής του. Παρά τις ελλείψεις του το Απάνθισμα, αν και κατά τρόπο στοιχειώδη, ανταποκρινόταν στις ανάγκες της εποχής του, που επέβαλλαν άμβλυνση των παθών που προέρχονταν από εγκληματικές ενέργειες, όπως αποδεικνύεται από τη συχνή αναφορά σ' αυτό των νομοθετημάτων ολόκληρης της Επαναστατικής περιόδου. Αυτό δείχνει πως η εφαρμογή της επιείκειας επιβαλλόταν απ’ αυτή τη φύση των πραγμάτων. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από τις πιθανές επιδράσεις του έργου του Beccaria «Περί Αμαρτημάτων και Ποινών», ή του Γαλλικού Ποινικού Κώδικα του 1810 που χρησίμευσε αργότερα ως πρότυπο για τη σύνταξη του Ποινικού Νόμου του Maurer, ή την εξάρτησή του από τις διατάξεις του έκτου βιβλίου της Εξαβίβλου, «Περί ζημίας και ποινών», συνάγεται το συμπέρασμα πως οι συντάκτες του ενσυνείδητα κατέφευγαν στην επιείκεια, γιατί πίστευαν πως θα συντελούσε στην άμβλυνση των παθών σ’ εκείνη την ταραχώδη περίοδο. […] Geib «Παρουσίαση της κατάστασης του Δικαίου στην Ελλάδα κλπ», σελ. 140-142, 145-147, 183

156


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Διαβάζοντας κανείς το Απάνθισμα αισθάνεται πως ζη στο ψυχολογικό περιβάλλον της Επαναστάσεως. Τα πρώτα του άρθρα ρυθμίζουν τα εγκλήματα εσχάτης προδοσίας (αμαρτήματα εναντίον της εξωτερικής και της εσωτερικής ασφαλείας της επικρατείας: Τμ. Α', Κεφ. Α'-Β'), ενώ το Κεφ. Γ΄ περιλαμβάνει τα «αμαρτήματα» εναντίον των δικαιωμάτων του πολίτη, τα θέματα δηλαδή εκείνα που αποτελούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία των σκοπών της Επαναστάσεως και την ανάκτηση της Ελευθερίας. Εντύπωση προκαλεί η προσπάθεια των συντακτών του να τονώσει το φρόνημα των αγωνιζομένων και να καταξιώσει την αξιοπρέπειά τους. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το Απάνθισμα αγνοεί ως ποινή τη διαπόμπευση, που ωστόσο ήταν διαδομένη ευρύτατα, δεν αναγνωρίζει την ποινή της ισόβιας καθείρξεως και δεν ανέχεται, παρά σε δύο μόνον περιπτώσεις, τα δεσμά. Η ελευθερία ως υπέρτατο αγαθό δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε μεθοδεύσεις, όποιες και να είναι, που οδηγούν στην αποστέρηση από άλλη οδό της Ελευθερίας. Γι’ αυτό, η ποινή του θανάτου επιβάλλεται όταν αυτό είναι απαραίτητο. Η φυλάκιση ως ποινή κλιμακώνεται ανάλογα με το αδίκημα από τρείς μέρες σε δεκαεννέα χρόνια, η διάκριση των στερητικών της ελευθερίας ποινών σε κράτηση, φυλάκιση και κάθειρξη αγνοείται, και καθιερώνεται η ενιαία στερητική της ελευθερίας ποινή που είναι σύμφωνη με τις σημερινές αντιλήψεις. […] Θα πρέπει λοιπόν να κρίνουμε το Απάνθισμα με τα μέτρα της εποχής του και να παραδεχθούμε πως ήταν ένα ιδιόρρυθμο νομοθέτημα που διαπνεόταν από ανθρωπιστικές αρχές, που διατυπώθηκαν, εξ αιτίας της απειρίας των συντακτών του, τόσο έντονα, ώστε να αποτελούν μειονεκτήματα. Άλλωστε η υπερβολική επιείκεια που το χαρακτηρίζει, και σε ορισμένες περιπτώσεις το αποδυναμώνει, αναγνωρίζεται αργότερα μαζί με τον ορθό λόγο ως γενική ρήτρα που συμπληρώνει τις διατάξεις του Απανθίσματος. Ο Γενατάς που το αποδοκίμασε, απέφυγε να συντάξει Ποινικό Κώδικα με τη δικαιολογία πως δεν είχαν διαμορφωθεί ακόμα στα 1829 οι 157


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

απαραίτητες για το έργο αυτό προϋποθέσεις. Χειρότερες αναμφίβολα συνθήκες επικρατούσαν την εποχή της συντάξεως του Απανθίσματος (1823), οι οποίες παραβλέπονταν από τους επικριτές του.184 Στις παραπάνω αιτίες των ελλείψεων που διέκριναν το «Απάνθισμα» πρέπει να προσθέσουμε και μια ακόμα πολύ σημαντική: Την απροθυμία των κοτζαμπασήδων τόσο να το εφαρμόσουν, όσο και να συμβάλλουν στη σύσταση των Δικαστηρίων που οραματίζονταν οι συντάκτες του. Ο κώδικας αυτός άρχισε πραγματικά να ισχύει μόνο στη διάρκεια της κυβέρνησης του Καποδίστρια και διατηρήθηκε χωρίς καμιά τροποποίηση, παρόλες τις αλλαγές που έγιναν στο μεταξύ στους υπόλοιπους κλάδους του δικαίου, μέχρι τις 19 Απρίλη (1 Μάη) 1834, οπότε με την εισαγωγή του νέου ποινικού κώδικα καταργήθηκαν όλοι οι προηγούμενοι ποινικοί νόμοι και τα σχετικά έθιμα. 185 Τι πραγματικά συνέβαινε Στις λαϊκές μάζες όμως η υπεροχή στον τομέα της Δικαιοσύνης των κοτζαμπασήδων και της Εκκλησίας ήταν αδιαμφισβήτητη και απαρασάλευτη. Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε και τη συνήθεια, που δύσκολα αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη, την άγνοια του απλού λαού για τις όποιες διακηρύξεις υπογράφονταν και εκδίδονταν από τις Εθνοσυνελεύσεις και τα Μινιστέρια, αλλά και ενδεχομένως την εκβιαστική συμπεριφορά των κοτζαμπασήδων και της Εκκλησίας για να απευθύνονται όσοι ήθελαν να βρουν το δίκιο τους σε αυτούς. Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόσθηκαν. Από άλλες πηγές πληροφορούμαστε ότι οι καπετάνιοι εξακολουθούσαν όπως και πριν από την Επανάσταση να ασκούν δικαστικές δικαιοδοσίες και να παίρνουν τζερεμέδες και άλλα δοσίματα από

184 Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ», σελ. 133-135. 185 Geib «Παρουσίαση της κατάστασης του Δικαίου στην Ελλάδα κλπ», σελ. 142.

158


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

τον λαόν, να επιβάλλουν δηλαδή, παρά τις σχετικές απαγορευτικές διατάξεις, πρόστιμα και να εισπράττουν, αυθαίρετα, διάφορα τέλη. Στη Συνέλευση των Προκρίτων, που συγκροτήθηκε τον Απρίλιο του 1824 στα Σάλωνα, αποφασίζεται ο χωρισμός της δικαστικής από την πολιτική εξουσία: «ούτε πολεμικός, ούτε πολιτικός έχει την άδειαν να κάμνη κρίσεις, αλλά να διορισθώσιν εις κάθε επαρχίαν κριτήρια κατά τους νόμους του Έθνους (άρθρο γ')». Από τη μαρτυρία αυτή προκύπτει πως οι διατάξεις του Προσωρινού Πολιτεύματος και του «Νόμου της Επιδαύρου», που αναγνώριζαν την ανεξαρτησία των δικαστηρίων, παρέμειναν ανενεργές, πως δεν μπόρεσαν να λειτουργήσουν τα δικαστήρια και πως η δικαιοσύνη απονεμόταν, όπως και στην Τουρκοκρατία, από τους προκρίτους που συγκέντρωναν στα χέρια τους όλες τις εξουσίες. […] Το λαϊκό εθιμικό δίκαιο εξακολουθεί να εφαρμόζεται είτε από τα λαϊκά δικαστήρια που λειτουργούσαν και στον καιρό της Τουρκοκρατίας στις καλύτερα οργανωμένες κοινότητες, είτε από τους διαιτητές που εφάρμοζαν τη γενική ρήτρα της διαιτησίας για την επίλυση των ιδιωτικών κυρίως διαφορών. 186 Εν μέρει σε αυτόν τον τομέα έπαιζε ρόλο και η αρχηγολαγνεία που έτρεφαν οι λαϊκές μάζες. Δεν ήσαν λίγες οι περιπτώσεις –ειδικά στην αρχή της Επανάστασης- που οι πολίτες δεν στρέφονταν ούτε στους εκπροσώπους των παλιών εξουσιών, τους κοτζαμπασήδες, ούτε στα επίσημα αλλά σχεδόν ανύπαρκτα όργανα της Προσωρινής επαναστατικής Διοίκησης. Αντίθετα, στρέφονταν στους νέους ηγέτες που είχαν αναδειχθεί από τις στρατιωτικές επιτυχίες της Επανάστασης, τους Καπεταναίους. Είναι χαρακτηριστικά αυτά που αναφέρει ο Φωτάκος –ενδεχομένως και με κάποια δόση υπερβολής- για τον Κολοκοτρώνη: Ο Κολοκοτρώνης είχεν αλληλογραφίαν με όλα τα μέρη της Πελοποννήσου, και το παραμικρόν δεν ήτο δυνατόν να μη το μάθη, όσον και αν ήτο μυστικόν. Οι κατά τόπους και παντού Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ», σελ. 115 και 118. 186

159


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

φίλοι του τον ειδοποιούσαν τα πάντα, και όλαι αι υποθέσεις της Πελοποννήσου τότε ήρχοντο εις αυτόν ως κριτήν μάλλον. Διά τούτο είχε και επιτροπάς διαφόρους εις τας υποθέσεις, πολιτικάς και εγκληματικάς, καθώς και του στρατοπέδου. 187 Δεν ήσαν όμως λίγοι και οι πολίτες που έχοντας αντιληφθεί ότι –ειδικά μετά τις πρώτες δύο Εθνοσυνελεύσεις- τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά, είχαν απαιτήσεις από το κεντρικό Κράτος, που έβλεπαν να κάνει τα πρώτα του βήματα να τους λύσει τις όποιες υποθέσεις τους. Σεβασμία Βουλή Έγκλημα βέβαια καθιερώσεως των αληθών πατριωτών είναι όταν ούτοι, βλέποντες έλλειψίν τινα εις την Διοίκησιν, κλείουσι το στόμα και σιωπώσι. Δια να μη ταχθώμεν λοιπόν και ημείς εις την τάξιν των εγκληματιών και παραδοθώμεν εις το ανάθεμα της πατρίδος, ανάγκη πάσα είναι να μη σιωπήσωμεν. Παν έθνος, ω κύριοι, είναι έθνος, τουτέστιν είναι εν τα πολλά άτομα όχι δι’ άλλο παρά δια τους νόμους. Οι δε νόμοι είναι όχι μονοειδείς, αλλά τριών ειδών, συνταγματικοί, δηλαδή, διοικητικοί και εγκληματικοί. Και τούτου ένεκα η Αρχή, είτε αι λειτουργίαι πάσα εκάστης Διοικήσεως, είναι τριών ειδών: το νομοθετείν, το διοικείν κατά τους νόμους και το διασώζειν τους νόμου απαραβάτους ως παιδεύον τους παραβάτας και πολεμίους αυτών, ή της πολιτικής κοινωνίας, τουτέστιν το πάν παντός πολιτεύματος, υφίσταται εις τα τρία ταύτα: εις το θέλειν, εις το εκτελείν και εις το κρίνειν. Δια κακήν τύχην όμως ημών, μ’ όλον ότι και η εν Επιδαύρω και η εν Άστρει Εθνικαί Συνελεύσεις εθεσπίσαντο τα τρία ταύτα είδη της αρχής, η ημετέρα Διοίκησις υπήρξε μέχρι ταύτης της στιγμής εκ των δύο μόνον ειδών, του θέλειν και του εκτελείν, και έμεινεν ελλιπής του τρίτου επίσης ουσιωδεστάτου και αναγκαιοτάτου, του κρίνειν δηλαδή. Έστωσαν άριστα τα δύο είδη των νόμων είς τινα επικράτειαν, οι διοργανικοί δηλαδή και οι διοικητικοί, και αν ελλείπωσιν εξ αυτής οι εγκληματικοί, ήτοι το δικαστι-

187

Φωτάκου «Απομνημονεύματα κλπ», σελ. 308-309.

160


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

κόν και τα δικαστήρια, τότε ποίος δεν βλέπει ότι αύτη η Διοίκησις βαίνει γιγαντιαίοις βήμασιν εις την εαυτής απώλειαν και ότι αφεύκτως καταστραφήσεται; Να δοθή Διοίκησις άνευ δικαστηρίων, τούτο είναι υπόθεσις του ότι οι εκεί πολίται είναι μη αισθητικοί και μη άνθρωποι, υπόθεσις άτοπος, καθότι εις ταύτην Διοίκησιν ποίος άλλος έχει να υπερασπισθή την ατομικήν ελευθερίαν εκάστου πολίτου παρά οι εγκληματικοί νόμοι, εις τα δικαστήρια; Και ποίον άλλο έχει να βοηθή τους διοργανικούς και διοικητικούς νόμους, απόντων των εγκληματικών νόμων και δικαστηρίων; Και πώς άλλως ήθελον αναχαιτισθήν οι κακοί εκ των κακών, όταν δεν βλέπωσιν εγκληματικούς νόμους και δικαστήρια να παιδεύωσι τους εγκληματίας; Ημείς δια τούτου, αντί ενός τυράννου, θέλομεν καταστήσειν όλους τους Έλληνας τυράννους ή τυραννουμένους, δηλαδή αναρχίαν ή θηρία της Αραβίας, ώστε αυτή η φύσις των ανθρώπων και τα παραδείγματα πάσης επικρατείας στεντορίω τη φωνή φωνάζωσι ότι ουδεμία Διοίκησις δύναται να υπάρξη επί της γης άνευ δικαστηρίων και επομένως διδάσκουσιν ότι ουδέ στιγμής αναβολή. Είναι χρεία εις πάν έθνος του να συστήση δικαστήρια, αν θέλη να υπάρξη έθνος και να μην εξοντωθή. Βλέποντες λοιπόν και ημείς οι υπογεγραμμένοι πόσον είναι αναγκαίον το δικαστικόν εις την ημετέραν Διοίκησιν και ότι είναι αδύνατον εις ημάς να υπάρξωμεν έθνος άνευ τούτου του τρίτου είδους της πολιτείας, ερχόμεθα να παρακαλέσωμεν το Σεβαστόν Βουλευτικόν Σώμα του να βάλη εις ενέργειαν τούτο το υπό των δύο Εθνικών Συνελεύσεων νομοθετηθέν τρίτον είδος της αρχής και να διορίση άνευ αναβολής χρόνου το δικαστικόν σώμα. Περιττόν δε νομίζοντες να σας ενθυμίσωμεν πόσον είναι αναγκαία η περί τούτου του σώματος εκλογή τιμίων ανδρών και εναρέτων, διότι και αι Αθήναι βέβαια δεν εδοξάσθησαν και ελαμπρύνθησαν προ πάντων παρά δια την αρίστην εκλογήν του Αρείου Πάγου, μένομεν με σέβας βαθύτατον. Από Ναύπλιον τη 28 Νοεμβρίου 1823 Υποκλινείς πατριώται Γαβριήλ Αμανίτης Κωνσταντίνος Ζώτος 161


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Παναγιώτης Δ. Δημητρακόπουλος 188 Εκεί όμως η Κυβέρνηση (το «Εκτελεστικό») παραδεχόταν την αδυναμία του. Η διάταξη περί ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας, που θέσπισε το Προσωρινό Πολίτευμα του 1822, δεν τηρήθηκε. Η Διοίκηση πιεζόταν από τις αναφορές και αγωγές περί παντοίων υποθέσεων, που σύμφωνα με τον § λε΄ υποβάλλονταν στο Βουλευτικό, που είχε το δικαίωμα να αποφασίζει. Η Διοίκηση, αδυνατώντας να συστήσει τα προβλεπόμενα δικαστήρια, αναγκάσθηκε να παραπέμπει τις αγωγές αυτές στα Μινιστέρια του Δικαίου και της Θρησκείας που, ανάλογα με τις περιπτώσεις, όταν δεν εκδίκαζαν τα ίδια σε πρώτο βαθμό την υπόθεση, την παρέπεμπαν, καταστρατηγώντας το νόμο, για εκδίκαση σε δικαστικές επιτροπές ή στους κατά τόπους εφόρους που είχαν υποκαταστήσει τους δημογέροντες. Οι αποφάσεις αυτές τροποποιούνταν ή επικυρώνονταν από τα αρμόδια Υπουργεία. Το Εκτελεστικό μάλιστα λειτουργούσε και ως Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο. 189 Η Κυβέρνηση σύστηνε κατά κόρον τέτοιες Δικαστικές Επιτροπές για να λύσουν τις υποθέσεις που έφερναν ενώπιόν της οι πολίτες. Οι διαφορές επιλύονταν κατά κανόνα με τρόπο είτε ετερόνομο, από δικαστικές επιτροπές, είτε αυτόνομο, από αιρετοκριτές, που αποφάσιζαν για την επίλυση και των εμπορικών διαφορών. Οι δικαστικές επιτροπές διορίζονταν από το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό, είτε απ’ ευθείας, είτε δια μέσου των Υπουργείων τα οποία συγκροτούσαν και με δική τους πρωτοβουλία επιτροπές. Οι δικαστικές επιτροπές αποτελούνταν από δύο ή τρία πρόσωπα και ήταν αρμόδιες για την επίλυση όλων των διαφορών. Αποφάσιζαν σε πρώτο βαθμό, ή σε δεύτερο όταν υποβάλλονταν σ’ αυτές αποφάσεις που εκδόθηκαν από άλλη δικαστική επιτροπή ή από τα υπουργεία. Για τις αποφάσεις

188 189

120.

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Θ΄, σελ. 334 – 335. Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ», σελ.

162


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

των δικαστικών επιτροπών αποφάσιζε τελεσίδικα η διοίκηση που μπορούσε να συστήσει και δικαστική επιτροπή τρίτου βαθμού. […] Οι νόμοι όμως αυτοί [«των αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων»] ήταν όχι μόνον άγνωστοι στους δικαστές και τα μέλη των κάθε είδους εκτάκτων δικαστηρίων και επιτροπών, αλλά και αντίθετοι προς τη μακροχρόνια συλλογική για το δίκαιο βούληση. Η αφηρημένη αναφορά των αποφάσεων στους «νόμους», δεν ήταν βέβαια αρκετή να πείσει τους διαδίκους πως η δικαστική απόφαση ήταν σωστή και δίκαιη. Ο Ιωάννης Θεοτόκης ως Υπουργός του Δικαίου, παρά το γεγονός ότι δεν είναι ενήμερος του Βυζαντινού Δικαίου (1), καταλαβαίνει πως η πολιτική αυτή μόνο δυσάρεστες συνέπειες μπορεί να προκαλέσει. Όταν λοιπόν διατάζει τις δικαστικές επιτροπές να αναλάβουν την επίλυση της διαφοράς που παραπέμπεται σ’ αυτές, καθορίζει παράλληλα πως πρέπει να λαμβάνονται κάθε φορά υπόψη και αι «μερικαί των συνήθειαι», δηλαδή το εθιμικό δίκαιο που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση (2). Κάτω από την πίεση των πραγματικών συνθηκών, η Διοίκηση αναγκάζεται να υποχωρήσει, αναγνωρίζοντας την παράλληλη εφαρμογή του λαϊκού δικαίου. Δεν μπορεί ωστόσο να γίνει λόγος για σταθερή πολιτική της Κυβερνήσεως, μα για ασταθή υποχώρηση στο βασικό πρόβλημα της αναγνωρίσεως της αρχής της ισοτιμίας εθίμου - νόμου, πρόβλημα που δεν μπορούσε να λυθεί με σπασμωδικά μέσα και, όπως εφαρμοζόταν χωρίς καθορισμένο πρόγραμμα, προκαλούσε σύγχυση (3). (1) Σε διαταγή του στις 9 Φεβρουάριου 1825, ζητεί από τους μοναχούς του Μεγάλου Σπηλαίου να του αποστείλουν τα «Νομικά βιβλία τα λεγόμενα Βασιλικά». Αυτά είναι απαραίτητα διότι το Ελληνικόν Έθνος απεφάσισε να αποκαταστήση τους Νόμους... και επειδή μέχρι της τελειοποιήσεώς του ενομοδότησεν οι λαοί του να δικάζωνται και να κυβερνώνται κατά τούς Νόμους των αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρα163


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

τόρων μας... και επειδή στερείται... Βιβλίων Νομικών συντελούντων εις την απάρτισίν του (βλ. έγγραφο 402, στου Βισβίζη, ό.π., σ. 397). Αν όμως δεν υπήρχαν τα Βασιλικά, κυκλοφορούσαν κατά εκατοντάδες αντίτυπα της Εξαβίβλου του Αρμενοπούλου. Ο Θεοτόκης όμως, ίσως δεν ήξερε ότι η Εξάβιβλος ήταν περίληψη των Βασιλικών. (2) Σε διαταγή του (13 Αυγούστου 1824) προς τους τρεις «αιρετοκριτές», οι οποίοι πρόκειται να αποφασίσουν σχετικά με αίτημα ψυχοπαίδας, να εισπράξει τους μισθούς της από το θετό της πατέρα, ο Θεοτόκης τους καθορίζει ποιο θα πρέπει να είναι το ουσιαστικό δίκαιο που θα εφαρμοσθεί και ποια τα πραγματικά περιστατικά (: «ο μισθός δια δούλευσιν είναι χρέος ιερόν. Αι μερικαί τοπικαί συνήθειαι ως νόμοι λογίζονται. Η παρούσα αιρετοκρισία είναι πρώτη θεώρησις») που πρέπει να λάβουν υπόψη τους, βλ. έγγραφο 300, στου Βισβίζη, ό.π., σ. 346). (3) Η σύγχυση που δημιουργούνταν από την εφαρμογή του επίσημου δικαίου που αντιστρατευόταν το λαϊκό, προκύπτει από αναφορές διαδίκων προς τη Διοίκηση, στις οποίες παρατηρείται πως «η συνήθεια του τόπου είναι πλέον οικονομικοτέρα από τον νόμον» (:έγγραφο 260, ό.π., σ. 260).190 Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα για τη λειτουργία αυτών των έκτακτων δικαστικών επιτροπών. Στην αρχή έπρεπε με κάποιο τρόπο να πληροφορηθεί η Διοίκηση την διάπραξη κάποιου τέτοιου εγκλήματος. Όπως και στην Τουρκοκρατία, ακόμα και για υποθέσεις φόνου έπρεπε να υπάρξει έγκληση από την μεριά του θύματος για να κινηθεί η δίωξη του δράστη του εγκλήματος. Δεν έλειπαν οι περιπτώσεις βέβαια αυτοδικίας, όχι πάντα στην γραμμή του «οδόντα αντί οδόντος»! Προς το εξοχοσεβάσμιον Συμβούλιον των Υπουργείων Την παρελθούσαν εφέτος Πέμπτην της Διακαινησίμου ο άνδρας μου Γιαννάκος Πιρπάρος, μεθυσμένος ών, εφόνευσεν ένα άνθρωπον. Η γυναίκα του φονευθέντος μετά του αδελφού

Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ», σελ. 137-139. 190

164


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

της, ελθόντες μετά στρατιωτών (αγνοώ αν ήτον της Διοικήσεως), επήραν όλα τα κινητά πράγματά μου, έμψυχα και άψυχα, άχρι τριχός. Προλαβόντως πάλιν ελθόντες εθέρισαν και όλα τα παρ’ ημών εσπαρμένα χωράφια, άνευ τινός προς εμέ συμπαθείας. Με άφησαν διόλου υστερημένην και από τα ίδιά μου σχεδόν τα οποία προ ολίγου καιρού έφερα από τον πατέρα μου. Τώρα, ωσάν να μην ηρκέσθησαν εις όσα έκαμον, ζητούν να με διώξουν και από το οσπίτιον οπού κάθημαι. Αν οι νόμοι καθυποβάλλουν μίαν γυναίκα αναίτιον να πληρώνη τα σφάλματα του ανδρός, υποφέρω και εγώ αυτήν την δυστυχίαν, αποδίδουσα την κακίαν του ανδρός μου εις τας αμαρτίας μου. Ειδέ και είναι το ανάπαλιν, τι πταίω εγώ ή τα εδικά μου πράγματα, από τα οποία με υστέρησαν, αδύναμον ούσαν και έγκυον; Πώς ημπορώ εγώ να ζήσω ή το εν εμοί βρέφος, αφού και των ιδίων μου με υστέρησαν; Ο άνδρας μου κυνηγάται, τα πράγματα όλα ως άνωθεν ηρπάγησαν. Εγώ πού κλίναι την κεφαλήν ούκ έχω. Τι να κάμω, παντελώς αγνοώ. Προστρέχω λοιπόν δακρυρροούσα εις την προστάτιν των πτωχών και παρακαλώ θερμώς να γένη το κατά τους νόμους προς εμέ δίκαιον, να μοι δοθή το ίδιόν μου, να μοι δοθή του παιδός, να μοι δοθή το κατά την δικαίαν κρίσιν ανήκόν μοι, δια να οικονομηθώ και εγώ η ταλαίπωρος. Και όχι άνευ τινός λόγου, με τόσην αναίδειαν και ασπλαγχνίαν να με γυμνώσουν την αθλίαν και άπορον. Ο δε των πάντων Κύριος, ο πατήρ των ορφανών και κριτής των χηρών, είη μετά της υμετέρας εξοχοσεβασμιότητος. 1823, Ιουλίου πρώτη, Τριπολ. Η δυστυχής γυνή του Γιαννάκου Πιρπάρου Επί του νώτου: Αρ. 860. Αναφορά της γυναικός του Γιαννάκου Πιρπάρου, ότι με το να εφόνευσεν ο άνδρας της ένα άνθρωπον η γυνή εκείνου του ανθρώπου εκείνου με τινας στρατιώτας επήγε και ερήμωσε το οσπίτιόν της και ότι εθέρισεν όλα τα παρ’ αυτής σπαρμένα χωράφια και τώρα ζητεί να

165


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

την αποδιώξη και του οσπιτίου της. Και παρακαλεί να θεωρηθή η κατά το δίκαιον κρίσις της.191 Άλλες φορές η αυτοδικία από πλευράς του θύματος περιοριζόταν απλά και μόνο σε αστυνομικά καθήκοντα, όταν με επιμέλειά του συλλαμβάνονταν και μετάγονταν στην έδρα της διοίκησης οι δράστες εγκλήματος εις βάρος του: Εξοχώτατε Υπουργέ των Εσωτερικών Ερχόμενος από Τζιρίγον εις Άργος δια να ψουνίσω μερικόν τυρί και βούτυρον και περιεργασθείς τις βλάχος ότι κρατώ γρόσια απάνω μου, εβουλήθη να με γδύση. Όθεν έμαθε πως ήθελα να ψωνίσω τις άνωθεν πραγματείας υποχρεώθη να με εύρη και να τάξη ότι ναι μεν έχει από αυτά τα ίδια, πλην τα έχει εις Κουτζοπόδι ο δούλος σας δε ανίδεος ών τον ηκολούθησα κατόπι και ότι εβγήκαμεν από το Άργος και επήγαμεν έως εις τον Άγιον Νικόλαον εβγήκαν άλλοι δύο συντρόφοι του και δέροντάς με πολλά και καταξεσχίσαντες τα ρούχα μου με εκατάγδυσαν και μου πήραν γρόσια 460 και μαχμουτιέδε�� 30 δια τους οποίους πάραυτα έτρεξα εις τον έπαρχον του Άργους και ειδοποιώντας τον με την σημασίαν τους άνω κλέπτας ευθύς έστειλε ανθρώπους και τους έπιασαν μέσα εις το ίδιον Άργος και αφού εμαρτυρήθη ότι αυτοί με έγδυσαν και μάλιστα προλαβόντως είχαν γδύσει και άλλους, πρώτον απεφάσισεν δια να τους υποχρεώση να με επιστρέψουν τα γρόσια οπού μου επήραν. Όθεν τους εφυλάκωσε και, μετά παρέλευσιν μερικών ημερών άρχισε ο έπαρχος να παίζη το πράγμα και στοχασθείς ότι θέλει έλθω δια να προσκλαφθώ εις την εξοχότητά σας, απεφάσισε δια να τους στείλη εδώ με εδικούς του ανθρώπους με το μαρτυρικόν γράμμα, με εξαπέστειλεν εδώ λέγοντάς με ότι πήγαινε και κατόπι τους στέλνω. Λοιπόν είναι τόσες ημέρες οπού ήλθα εδώ και ακόμη δεν εφάνηκαν και εξαιτίας τούτων εξωδεύτηκα άλλα εκατό γρόσια εις αγώγια και εις έξοδα των στρατιωτών οπού τους έπιασαν και 15 ημέρες οπού με κράτησαν εις Άργος με το σήμερον και αύριον. Διό προσπίπτω εις το έλεος της εξοχότητός σου δια να

191

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΔ΄, σελ. 23.

166


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

με ευσπαχνισθής και να εξαποστείλης μίαν επιταγήν εις τον έπαρχον του Άργους, διά να τους στείλη εδώ και έμπροσθεν της εξοχότητός σας να λάβω το δίκαιόν μου. Και μένω με όλον το σέβας όλως ευπειθώς [Ιούνιος 1823] Δούλος σας Ανδρίκος Γεωργίου Μακρής Επί του νώτου: Αρ. 831. Αναφορά Ανδρίκου Γεωργίου να διαταχθή ο Έπαρχος Άργους να στείλη τους κλέπτας, τους οποίους είχε φυλακώσει δια τα γρόσια 460 οπού επήραν και τους οποίους υπεσχέθη να στείλη εδώ δια να θεωρηθή η διαφορά των. 192 Αφού λοιπόν ενημερωθεί η Διοίκηση για κάποιο έγκλημα, το αρμόδιο Υπουργείο αποφασίζει και συστήνει μια τριμελή επιτροπή για να δικάσει την υπόθεση. Στο παρακάτω παράδειγμα η επιτροπή συστήνεται με ιδιόγραφη σημείωση του υπουργού στην πίσω σελίδα αναφοράς επάρχου: Περίοδος Γ΄ Αρ. 159. Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος Προς το έξοχον Υπουργείον του Πολέμου Το Επαρχείον Άργους. Προ πέντε σχεδόν ημερών είχεν ακολουθήση είς φόνος ενταύθα περί του οποίου το Επαρχείον εμποδισθέν από διάφορα άλλα περιστατικά γνωστά, καθώς και από το αδύνατον του να πληροφορηθή ακριβώς την αλήθειαν του συμβάντος τούτου την ιδίαν στιγμήν εν μέσω ταραχών, δεν ανεφέρθη μέχρι τούδε κατά χρέος προς τη σ. Διοίκησιν δια του εξόχου τούτου Υπουργείου. Ήδη δε εξετάσαν επιμελώς και πληροφορηθέν επ’ ακριβεία περί αυτού αναφερόμενον δια της παρούσης ειδοποιεί το έξοχον τούτο Υπουργείον, ότι είς στρατιώτης Κυδωνιεύς, ονόματι Βασίλειος, εξ επαγγέλματος σχεδόν μέθυσος, υστερημένος την βοήθειαν της δεξιάς του χειρός

192

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΓ΄, σελ. 359-360.

167


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

εξ αιτίας αυτής ταύτης της μέθης του ως πληγωθείς περιστατικώς μόνος του και περιερχόμενος από ρακοπωλείον εις ρακοπωλείον μεθυσμένος, ενοχλών τους όσους ηπάντα εις τον δρόμον του, εύβγαλε την πιστόλαν τρις εναντίον ενός στρατιώτου του ενταύθα πολιτάρχου ονομαζομένου Λεβένδη δια να τον κτυπήση, όστις υπομείνας αρκετήν ώραν και προσπαθών διά λόγων ειρηνικών και συμβουλών να τον καθησυχάση, επειδή και δεν εδυνήθη φοβηθείς μήπως πάθη ο ίδιος, εβιάσθη, και πληγώσας, αυτόν κατά κακήν τύχην θανατηφόρως τον εθανάτωσεν. Αύτη είναι η αληθής εξιστόρησις και αιτία του φόνου τούτου, την οποίαν πληροφορούμενον το έξοχον τούτο Υπουργείον κατά χρέος ας οδηγηθή δι’ αυτής εις την εκτέλεσιν της ευθυδικίας του. Εν Άργει τη 14 Μαρτίου 1825. Ο Έπαρχος Άργους Λάζαρος Τζόρτζης Ο Γεν. Γραμματεύς Γρ. Νικητάδης Επί του νώτου: Ειδοποίησις επάρχου Άργους δια τον φονευθέντα Κυδων. Να διορισθή τριμελής επιτροπή από τον συνταγμ. Π. Γ. Ρόδιον » » Θ. Βαλιάνον » » και Δουζουρσούς να θεωρήσουν κατά τον εγκληματικόν νόμον την υπόθεσιν. Αριθ. 159 Προς το έξοχον Υπουργείον του Πολέμου Εις Ναύπλιον Επαρχ. Άργους. 193 Να και ένα παράδειγμα απόφασης μιας τέτοιας δικαστικής επιτροπής που διορίστηκε από το Υπουργείο Πολέμου: Προς το σ. Υπουργείον του Πολέμου! Οι υπογεγραμμένοι διορισθέντες παρά του Υπουργείου τούτου με διαταγήν υπ’ αριθ. 3622 δια να θεωρήσωμεν την

193

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΘ΄, σελ. 85.

168


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

οποίαν μεταξύ τους έχουσι διαφοράν ο Κωνσταντίνος Τζολακόπουλος και οι τρεις άνθρωποι του Αναγνώστου Λογοθετόπουλου Γιάννης Μερτίκας, Γεώργιος Χασιώτης και Γιάννης Χελιώτης, συνήλθομεν εις έν και ακούσαντες τους λόγους και των δύο μερών και θεωρήσαντες τα περί ταύτης της υποθέσεως έγγραφα, κρίνομεν ούτως. Ο Κωνσταντίνος Τζολακόπουλος να αποδώση προς τους τρεις γυμνωθέντας όσα μαζή με τον καπ. Γεωργάκην Χελιώτην τους επήρε κατά την εγκλειομένην εδώ σημείωσιν, και ακολούθως ας ενάξη τον Γεωργάκην Χελιώτην δια να λάβη παρ’ αυτού όσα εκείνος επήρε. Τα διακόσια πέντε γρόσια, τα οποία η σημείωσις διαλαμβάνει, επειδή και δεν έχομεν τας αναγκαίας αποδείξεις ότι τα είχον οι γυμνωθέντες, θέλει υποχρεωθή ο Τζολακόπουλος να τα αποκριθή τότε, όταν ούτοι κάμουν όρκον ή επάρουν αφορισμόν ότι τω όντι τα είχον και τους επάρθησαν. Από την εγκλειομένην σημείωσιν βλέπει το σ. Υπουργείον ότι ο είς των τριών Μερτίκας ονομαζόμενος εγυμνώθη από τον Γ. Χελιώτην. Ο ίδιος Μερτίκας προσέτι ομολογεί ότι εις λογαριασμόν των όσα του επάρθησαν έλαβεν προλαβόντως από τον γυναικαδελφόν του Γ. Χελιώτη, δυνάμει διαταγής του Υπουργείου των Εσωτερικών, γρόσια εκατόν. Τούτο μας δίδει υποψίαν μήπως ο Μερτίκας ούτος πληρωθείς τα εκατόν γρόσια έδωκεν εξοφληστικόν γράμμα προς τον Χελιώτην, και αποδειχθέντος ενός τοιούτου, ο Τζολακόπουλος δικαίω τω λόγω δεν οφείλει να δώση άλλα ειμή εξηντατέσσαρα γρόσια προς τον Γεώργιον Χασιώτην και ογδοηνταεννέα προς τον Γιάννην Χελλιώττην. Καθυποβάλλομεν την κρίσιν μας ταύτην υπ’ όψιν του σ. Υπουργείου και μένομεν με το ανήκον σέβας. Την 13 Μαρτίου 1825, Ναύπλιον. Οι πατριώται Γ. Αγαλόπουλος Κιργιακούλις [Μαυρομιχάλης;] Πέτρος Τζάμης Επί του νώτου: Απόφασις κριτηρίου. Προς το σεβαστόν Υπουργείον του Πολέμου. Εις Ναύπλιον. 169


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Απόφασις κριτηρίου περί υποθέσεως Κωνσταντίνου Τζολακόπουλου μετά των εναγομένων του. Να γένουν αντίγραφα και να δοθούν το μεν εις τον ενάγοντα το δε εις τον εναγόμενον. Δημ. Τομ. 194 Όπως όμως φαινόταν ότι συνέβαινε επί Τουρκοκρατίας, έτσι και τώρα, οι πολίτες επέλεγαν να προσφύγουν στα Δικαστήρια του νέου Κράτους (έστω και αν αυτά ήσαν άτυπες επιτροπές) όταν δεν τους ικανοποιούσαν οι αποφάσεις των «πατροπαράδοτων» δικαστηρίων, αυτών που συνέχιζαν να στήνουν –κρυφά ή έστω με την ανοχή της Κυβέρνησης- οι Μητροπολίτες και οι κοτζαμπάσηδες. Είναι χαρακτηριστική η παρακάτω υπόθεση φόνου. Η χήρα του θύματος, η οποία δεν ικανοποιήθηκε από την απόφαση μιας επιτροπή κοτζαμπασήδων, καταφεύγει στο Κράτος, η οποία συστήνει μια νέα δικαστική επιτροπή. Ο κατηγορούμενος όμως δεν αναγνωρίζει τη νέα αυτή δικαστική επιτροπή και με διάφορες προφάσεις αποφεύγει να παρουσιαστεί ενώπιόν της: Υπερτάτη Διοίκησις Επειδή και η διαφερομένη μου, χήρα του φονευθέντος Αθανασίου Κούμανη, και επίτροποι αυτής δεν ευχαριστήθησαν εις την απόφασιν και κρίσιν των τριών αρχιερέων, οπού ημείς και τα δύο μέρη προς αυτούς εκουσίως εις την σεβασμιότητά τους εδώσαμεν και εθεώρησαν, και αντ’ αυτών η Διοίκησις εδιώρισεν επιτροπήν, παρακαλούμεν θερμώς την Διοίκησιν να διορίση αυτήν την διαφοράν μας εις το δικαστήριον της Διοικήσεως οπού συστήνεται κατά τον Οργανικόν τύπον του παραγράφου πα΄. Και με βαθύτατον σέβας μένω ταπεινός δούλος σας. Τριπολιτζά, 1823, Ιουνίου 21 Σπύρος Λεοναρδόπουλος 195 * * * Εξοχώτατε Υπουργέ των Εσωτερικών Η Υπερτάτη του Εκτελεστικού Σώματος Διοίκησις εδιώρισε τριμελή επιτροπήν του να θεωρήση και εξετάση δια τον άδικον 194 195

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΗ΄, σελ. 64 Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΒ΄, σελ. 111.

170


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

φόνον του άνδρα μου Αθανασίου Μιχαλοπούλου εις την οποίαν υπερτάτην διαταγήν εγώ η ταλαίπωρος υποκλίνασα επαρρησιάσθην δίς και τρίς και πολλάκις προς την διορισθείσαν επιτροπήν. Ο δε πατήρ των φονέων Σπύρος Λεοναρδόπουλος αντιτείνων δεν θέλει παρρησιασθή, άλλα των άλλων προβάλων και αποποιούμενος. Εξοχώτατε, εγώ η τρισαθλία ενταύθα υπέρ τον μήνα διατρίβουσα λιμοκτονώ, ουδεμίαν παρηγορίαν ευρίσκουσα. Τα επτά ανήλικα παιδιά μου ορφανά αποθνήσκουν της πείνας, ο δε κυρ Σπύρος αδιαφορεί, με όλον οπού πολλάκις επροσκλήθη παρά της επιτροπής. Και δεν υπακούει ούτε εις την Διοίκησιν ούτε εις την επιτροπήν. Δια τούτο και εγώ η δυστυχής, μη δυναμένη αλλέως ποιήσαι, αναφέρομαι δια της παρούσης μου, ζητούσα το δίκαιόν μου, και πρετεστάρομαι ενώπιον Θεού και ανθρώπων και αυτής της πατρίδος, ζητούσα πάντα και δια πάντα, εγώ τε και τα ορφανά μου, οι τε συγγενείς και φίλοι του ανδρός μου, το αίμα του φονευθέντος ανδρός μου και την κυβέρνησιν της δυστυχούς φαμηλίας μου. Και απελπισθείσα αναχωρώ δια να σταχολογήσω και να ζήσω τα ορφανά μου, μένουσα ανένοχος και ανέγκλητος εις ό, τι του απευκταίου ήθελεν ακολουθήσει, ο δε αίτιος όψεται εν ημέρα κρίσεως. Παρακαλώ δε να μοι δοθή απόκρισιν της ταπεινής μου αναφοράς και πρετέστου δι’ οδηγίαν και ησυχίαν μου. 1823, Ιουνίου 26, Τριπολ. Η δυστυχής χήρα του Αθανασίου Μιχαλόπουλου εκ Δημητζάνης 196 * * * Αριθ. 73 Από το Επαρχείον Άργους Προς το έξοχον και σεβαστόν Υπουργείον των Εσωτερικώ��.

196

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΓ΄, σελ. 332.

171


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Ευρισκόμενος ασθενών επί κλίνης πληροφορούμαι ότι η Θανάσενα Κουμανίνα, γυνή του θανατωθέντος ανδρός της Αθανασίου Κούμανη, απεφάσισε να αναχωρήση εντεύθεν και τρόπον τινά καταμαρτύρηται εναντίον μου διότι δεν δέχομαι την επιτροπήν. Εγώ είμαι ευπειθής και υποκείμενος εις τους νόμους, δια τούτο και ευχαρίστως εδέχθην την επιτροπήν την συστηθείσαν παρά του εκλαμπροτάτου Θ. Κολοκοτρώνη και στρατηγού Κ. Ντεληγιάννη, ως και εις την απόφασιν αυτής υπετάγην, με όλον οπού έγινεν προς χάριν των παιδιών της. Αλλά πώς, εξοχώτατε, να δεχθώ άλλην επιτροπήν αφού αυτή καταφρονεί μίαν απόφασιν αρχιερέων, και φλυαρεί και παραλογίζεται με την αναφοράν της αυτή η χήρα και οι επίτροποί της και οικειοποιείται τα δικαιώματα της επαρχίας; Ένα ιδιώτης, ως εγώ, βλέπων μάλιστα να επιχειρίζεται επιχειρήματα να με ρίψη εις αβουκατζιόνες και κρισολογίες. Τι κατάστασιν έχω ο δυστυχής, αφού ο θάνατος με περιμένει ανυπομόνως δια την παρελθούσαν μου ηλικίαν, δια τα ανέλπιστα βάσανα οπού εξ αιτίας του ανδρός της έπαθον, δια την γυμνότητα και όσα οι γυμνητευόμενοι δοκιμάζωσι λυπηρά, ζων βίον αβίοτον; Όταν βλέπω να καταπατήται και να περιφρονήται μία απόφασις και κρίσις αρχιερέων χωρίς ανάκρισιν με πιάνει φρίκη. Το κριτήριον όμως δεν δύναμαι να αποφύγω. Και επειδή αυτή αποφεύγει την κρίσιν των αρχιερέων, υπόσχομαι, όταν συστηθή κριτήριον των εγκληματικών, να είμαι έτοιμος να κλίνω τον αυχένα εις την μάχαιραν της δίκης ή εγώ ή ένα των παιδίων μου, όταν από τους νόμους καταδικασθώμεν εις θάνατον μη έχοντες άλλην θεραπείαν ή τον θάνατον. Ότι η δυστυχία εκ του πρωταιτίου των κακών τούτων με κατήντησεν να περιφερώμεθα με ένδεκα ψυχάς ως επαίται. Ώστε προκρίνει ένας από ημάς θάνατον, αφού φανεί ένοχος, να ζήσωμεν οι λοιποί με δυστυχίαν μεν, ησύχως δε. Αλλ’ επειδή και αυτή μετά της συγγενείας της δεν παύει να μας φοβερίζη δίδοντες ούτοι αιτίας μάχης χωρίς να ησυχάζουν. Διαμαρτύρομαι δια της παρούσης μου να μένουν εις χρέος να απολογούνται ό, τι ατακτήματα ή ζημίες ήθελε μας 172


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

προξενήσουν ή ό, τι κακόν εξ αιτία των ήθελε συνέβη και παρακαλώ να σημειωθή η παρούσα μου εις το πρωτόκολλον, δίδοντες καμοί το ίσον προς ασφάλειάν μου. Και με το προσήκον σέβας μένω Τριπολιτζά, Ιουνίου 28, 1823 Ευπειθής και ταπεινός δούλος σας Σπύρος Λεοναρδόπουλος 197 Σε ορισμένες περιπτώσεις η αναθεώρηση αποφάσεων που είχαν εκδοθεί από αιρετοκρίτες σύμφωνα με το παλιό σύστημα γινόταν λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των –ήδη ασαφών- νόμων. Τη 3 Νοεμβρίου 1824 Εν τη σημερινή συνελεύσει του Βουλευτικού, προεδρεύοντος του κυρίου Πανούτζου Νοταρά […] ανεγνώσθησαν τα ακόλουθα έγγραφα: έν κομπρομέσον, μία ομολογία χρεωστική, έν μαρτυρικόν και μία απόφασις αφορώντα όλα εις την διαφοράν του κυρίου Σπύρου Μαρτζέλου μετά του Αναγνώστου Πανούση Γιαννάκου. Μετά ταύτα ανεγνώσθη και η απόφασις του Υπουργού του Δικαίου περί ταύτης της υποθέσεως. Απεφασίσθη παρά του Βουλευτικού ότι, επειδή και το συνεπαγγελματικόν σφάλλει εις δύο τρία άρθρα του Γαλλικού Εμπορικού Κώδικος, ως επαρατήρησε και ο Υπουργός του Δικαίου, η απόφασις των αιρετών κριτών ακυρούται. Και γνωμοδοτεί το Βουλευτικόν ότι να γίνη περί αυτής της υποθέσεως δυοίν θάτερον, ή αν συμφωνώσιν αμφότερα τα μέρη, να διορίσωσι νέαν αιρετοκρισίαν, υπ’ όψιν όμως του Υπουργού του Δικαίου, ή, αν εις τούτο δεν συμφωνώσι, το Υπουργείον τούτο να διορίση ανέκκλητον επιτροπήν, ήτις θεωρήσασα να αποφασίση το δίκαιον. Εγένετο η διαταγή προς το Υπουργείον του Δικαίου υπ’ αρ. 92. 198 Δεν έλειπαν όμως και οι αντίθετες περιπτώσεις: Πολίτες που είχαν δικαστεί από τις Έκτακτες Τριμελείς Δικαστικές Επιτροπές που σύστηνε η Διοίκηση και τα Υπουργεία ζητούσαν την ακύρωση αυτών των αποφάσεων και την εκδίκασή τους από το παλιό σύστημα, των διορισμένων από τις δύο πλευρές αιρετοκριτών: 197 198

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΓ΄, σελ. 412. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Ζ΄, σελ. 32-33.

173


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Προς την Υπερτάτην Διοίκησιν Ως καθώς εδιωρίσετε να κοιτάξουν την υπόθεσίν μας οπού αποφασίσατε τρεις ανθρώπους, με το να είναι συμπατριώτης του ο Γαβριήλ δεν έκαμαν την κρίσιν δίκαια, οπού το λέγουν όλοι οι άνθρωποι, και μου έκαμαν αδικοκρισίαν. Και είναι κρίμα από τον Θεόν. Και τον άφησαν και έφυγε και εγώ δεν είχα είδησιν, μάλιστα οπού έχω και μάρτυ οπού μου είπε να φέρη και τον ορτάκη του οπού τον εκατζίρτησε ο ίδιος και μου είπε εις το κριτήριον της Αίγενας οπού αν δεν φέρη τον ορτάκη του να αποκριθή αυτός, ως καθώς που είναι ορτάκης του. Λοιπόν, παρακαλώ την Υπερτάτην Διοίκησιν οπού να γράψη να έλθη να βάλουμεν δύο ανθρώπους θεοφοβούμενους να κοιτάξουν το δίκιον. Και προφασίζεται ότι δεν έχει την δύναμιν να με πληρώση, και αυτός έχει καΐκι εις την Αίγενα δικό του με σερμαγιά. Και εμείς την σήμερον δεν έχομεν τον επιούσιον άρτον και ο Θεός ξέρει το σχελέτι οπού τραβούμε οπού εχάσαμε λίγη πολλή κατάστασιν οπού είχαμε και εμείναμεν επί ξύλου κρεμάμενοι. Νικόλαος Μπεναρδάκης, Κρητικός Επί του νώτου: Αναφορά του Νικολάου Μπεναρδάκη κατά του διορισθείσαν προς θεώρησιν της διαφοράς του κ. Γαβριήλ Αμανίτου, ότι ο συμπατριώτης του τον εναγόμενον εδιαφέντευσε και έμεινεν έως ού να φέρη την απόφασιν της επιτροπής. Τη 12 Σεπτ., εν Σελ[άω], 1823 199 Η Διοίκηση από την πλευρά της φαίνεται κατά περίπτωση να δέχεται τέτοια αιτήματα, και σε πολλές περιπτώσεις να αφήνει στην διακριτική ευχέρεια των διαφερόμενων μερών το είδος του Δικαστηρίου που θα κρίνει την περίπτωσή τους: Αν φαίνονται να συμφωνούν, τους έδινε την άδεια να ορίσουν από έναν άνθρωπο η κάθε μεριά για να κρίνει την διαφορά τους. Αν δε συμφωνούσαν, τότε αναλάμβανε αυτή να διορίσει μία ακόμα τριμελή δικαστική επιτροπή.

199

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΑ΄, σελ. 196.

174


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Εδώ η συζήτηση στο Βουλευτικό πάνω σε μια σχετική αναφορά πολίτη: Τη 4 Ιουνίου Εν τη σημερινή συνελεύσει του Βουλευτικού, αντιπροεδρεύοντος του αγίου Βρεσθένης κυρίου Θεοδωρήτου, ανεγνώσθησαν τα χθεσινά πρακτικά. […] Ανεγνώσθη αναφορά του κ. Δράκου Ζάχαρη, δι’ ής ανακαλεί την απόφασιν την γεγονυΐαν παρά του Υπουργείου της Θρησκείας εις επιτροπήν, και παρακαλεί, ότι να διορισθή παρά της Διοικήσεως επιτροπή δια να θεωρήση δικαίως την μετά του γαμβρού του διαφοράν. Μετά την ανάγνωσιν ενεκρίθη να σταλή προς το Υπουργείον των Εσωτερικών, ίνα προσκαλέση και τα δύω αντιφερόμενα μέρη και να πασχίση, δι’ αιρετών κριτών, να τους καθησυχάση. Αν δε και εις τούτο δεν συγκατανεύσουν, να διορίση μίαν τριμελή επιτροπήν, δια να εξετάση την υπόθεσιν και αναφέρη μετά ταύτα προς την Διοίκησιν. Εφ’ ώ και εγένετο υπ’ αριθ. 896. 200 Και εδώ το προβούλευμα που εκδόθηκε για το συγκεκριμένο θέμα, με σύσταση προς το Εκτελεστικό να ενεργήσει: Αριθ. 896 ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΤΟ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΝ ΣΩΜΑ Προς το Σεβαστόν Εκτελεστικόν Από την εσώκλειστον αναφοράν του Δράκου Ζαχάρη κατά του Φιλίππου, γαμβρού του, πληροφορείται το Υπουργείον τούτο το αίτημά του, το οποίον κατά νόμον είναι δεκτόν. Όθεν, το Βουλευτικόν γνωμοδοτεί ίνα το Υπουργείον τούτο καλέση πρώτον τα δύο διαφερόμενα μέρη και, αν τρόπος, να τα πείση να δεχθώσιν αιρετοκρισίαν. Και αν τούτο δεν στερχθή, τότε να διορίση μίαν επιτροπήν συγκειμένην εξ υποκειμένων ευϋπολήπτων και ιδέαν εχόντων νομικής, με διορισμόν ίνα την απόφασίν των υποβάλωσιν εις την επίκρισιν της Διοικήσεως. Εν Άργει τη 4 Ιουνίου 1824

200

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Β΄, σελ. 311.

175


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Ο Αντιπρόεδρος Βρεσθένης Θεοδώρητος Ο Α΄ Γραμματεύς Ιω. Σκανδαλίδης. 201 Ο κλάδος εκείνος της Δικαιοσύνης που φαινόταν να λειτουργεί απρόσκοπτα και συστηματικά ήταν ο στρατιωτικός. Ήδη πολύ πριν καταρτιστούν κανονισμοί Δικαστηρίων κλπ, τα πρώτα επίσημα κείμενα των διαφόρων επαναστατικών πολιτικών συμβουλίων –για προφανέστατους λόγους- περιέχουν ρυθμίσεις για τις δίκες των κατηγορούμενων για προδοσία και συνεργασία με τον εχθρό. Στις διαδικασίες αυτές υποβλήθηκαν πέρα από απλούς στρατιώτες και κατώτερους αξιωματικούς, σπουδαίοι Καπετάνιοι, όπως ο Καραϊσκάκης και ο Ανδρούτσος. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις όμως υπήρξαν ενστάσεις, ακόμα και αν εκφράστηκαν αργότερα, για τις διαδικασίες και τις αρχές που ακολουθήθηκαν. Ας δούμε την περιγραφή του Νικ. Κασομούλη για τη δίκη του Καραϊσκάκη, όταν αυτός συνελήφθη να συνεργάζεται ανοιχτά με τον Ομέρ Βρυώνη, για να εκδικηθεί την Κυβέρνηση Μαυροκορδάτου που δεν του έδινε το Καπετανάτο της Ρούμελης: Ο Μαυροκορδάτος αφού δια της υπ’ αριθ. 1129 της 30 Μαρτίου δηλοποιήσεως προς τους πατριώτας εκτύλιξεν την κατηγορίαν κατά του Καραϊσκάκη προσκαλών αυτοθελήτους μάρτυρας, την 30 Μαρτ. 1824, Ανατολικόν, διώρισεν δυνάμει του υπ’ αριθ. 314 της 15 Οκτ. 1823 θεσπίσματος του Βουλευτικού, δια της υπ’ αριθ. 1125 διαταγής, τους Γ. Τζιόγκαν, Δήμον Σκαλτζάν, Αλεξ. Βλαχόπουλον στρατηγούς, Γρηγ. Λιακατάν και Ανάγν. Καραγιάννην χιλιάρχους δικαστάς να δικάσουν τους ενόχους. Έπειτα διώρισεν, την 30 Μαρτ. 1824 τον Πορφύριον Άρτης, στρατ. Ν. Στορνάρην, Πάνον Γαλάνην, Τάτζην Μαγκίναν και Σωτ. Γιώτην συνηγόρους της Κυβερνήσεως (εισηγητάς). Εις τας __ Μαρτίου (1) εδιορίσθη η δικάσιμος ημέρα, και προσεκλήθη ο Καρα��σκάκης να απολογηθή.

201

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΣΤ΄, σελ. 79.

176


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Άρχισαν οι διαφιλονικήσεις αν πρέπει να το δεχθή ή όχι. Κοινώς όλα τα στρατεύματα επιθυμούσαν να κριθή, οι μεν ευχαριστημένοι από αυτόν ελπίζοντες την αθώωσιν, οι δε ενάντιοι την καταδίκην και καταδρομήν του. Δεν εδυνήθη να αποφύγη το κριτήριον. Τέλος εσυνεδρίασαν οι ειρημένοι εις την εκκλησίαν (2). Ο Μητροπολίτης εστάθη εις τον θρόνον του. Οι άλλοι κριταί εκάθισαν εις τα στασίδια και εις το έδαφος. Τραγική σκηνή. Εμπόδισαν την είσοδον όλων, και εστέκοντο φύλακες εις τας θύρας. Ο Καραϊσκάκης, υποπτεύων δολοφονίαν τινά, έπεμψεν πρωτύτερα κάμποσους εδικούς του, και ευρίσκοντο μέσα, άλλοι δε τον συνώδευσαν έως εις την εκκλησίαν. Εμβήκεν ο Καραϊσκάκης, επροσευχήθη προς τας αγίας εικόνας, και με όλον το θάρρος εζήτησεν την ευχήν του Δεσπότου. Εν τοσούτω φορούσεν τα πιστόλια του εις το σελιάχι, και εις το σελιάχι, γιομάτο, αραδιασμένα φουσέκια. Αγκαλά είχεν δίκαιον, διότι όλοι οπλοφορούσαμεν. Και πώς ήτον δυνατόν να μην οπλοφορή κανένας; Τον αντευχήθη ο Δεσπότης. -Ειπέτε μοι, λέγει, ορθός θα σταθώ, ή θα καθίσω; -Κάθισε, του είπεν ο Δεσπότης, διότι είσαι ασθενής. Του έφεραν και έν προσκέφαλον, διότι το έδαφος ήτον πλάκαις μάρμαρα να μη βλαφθή από το ψύχος. […] Γαλάνης Μεγαπάνου: Βρε, ηξεύρομεν, Καραϊσκάκη, οπού λέγεις όλο λόγια, μα διατί να τα λέγης έτζι; Καραϊσκάκης: Το έχω χούι, κύριε Πάνο. Μεγαπάνος: Μα, γιατί να το έχης αυτό το χούι, ενώ είσαι 50 χρονών; Καραϊσκάκης: Αμ, δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, Κυρ Πάνο. Κ’ εσύ, Κυρ Πάνο, είσαι ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ’ αφήνεις, να γαμής. Και δεν με ακούς… Τούτο λέγοντας ο Καραϊσκάκης, εκτύπησαν τα γέλοια όλοι, και κριταί και ο λαός, και πήγαν πολλοί να λιποθυμήσουν, καθώς κ’ εγώ ο ίδιος. «Αφήσατέ το σήμερον», λέγει ο Στορνάρης, «Το καταντήσαμεν Τζιορτζίνα (δηλαδή μίαν σκηνήν γελοιώδη) το κριτήριον. 177


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

(1) Αφού στις 30 του Μαρτ. 1824 συστήθηκε το δικαστήριο και στις 2 του Απριλ. βγήκε η αποκήρυξη, η δίκη πρέπει να έγινε την πρώτη του Απρίλη 1824. (2) Η φυγοδικία του Καρ. θα ήταν ομολογία της ενοχής του. Το δικαστήριο συνεδρίασε στην εκκλησία της Παναγίας. Προσθήκη του συγγρ. διεγραμμένη: «Είναι αληθινόν, εις όλην αυτήν την περίστασιν, ότι περισσότερον ωδηγήθημεν από τα πάθη, παρά από την δικαιοσύνην. Ο Καραϊσκάκης εκρίθη. Πώς εσχηματίσθη το κριτήριον; Κατά τους πολεμικούς τύπους ή κατά τους πολιτικούς; Ημείς δεν ηξεύραμεν. «Κριτήριον» εφωνάζαμεν. Ποία ήσαν τα μέλη; Αρχιερεύς, Προεστοί (κοτζιαμπασήδες) και Καπιταναίοι. Ποίος ο Εισηγητής; Δεν ηξεύραμεν. Ποίος ο Επίτροπος της Επικρατείας; Μήτε. Κριτήριον μόνον αφηρημένως και όλως διόλου ανάρμοστον ως προς τους πολεμικούς τύπους και πολιτικούς. Ο Διευθυντής, φαίνεται, εισέτι δεν είχε ιδέας κριτηρίων (!) να το συνθέση τακτικά. Πού καταφύγαμεν έπειτα; Να εξετάση και αποφασίση ο δήμος. Ο δήμος ήτον όλον φωτιαίς και πάθη. Το κριτήριον τούτο ωμοίαζεν απαράλλακτον με το των Αθηναίων κατά του Αριστείδου. Στηριζόμενος ο δήμος εις μίαν απλήν εξέτασιν του Βουλπιώτου τον κατεδίκασεν. Όμως η ανάγκη δεν εμπόδιζεν να σχηματισθή κατά τους τύπους των Γάλλων ή άλλου έθνους το κριτήριον. Πλην, καθώς βλέπω, ή και ο Γ. Διευθυντής δεν ήξευρεν περισσότερον από ημάς τότες (!), ή ήθελεν να γίνη κατ’ αυτόν τον τρόπον η κρίσις. Η κατηγορία δεν εσαφηνίσθη, μ’ όλον οπού εβγήκεν η αποκήρυξις. 202

Νικολάου Κ. Κασομούλη «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833», τομ. Α΄, σελ. 380-381 και 392-393. 202

178


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Γιατί δεν κινήθηκαν δικαστικά ο Ταμπακόπουλος και ο Γιαννακόπουλος εναντίον του Χοντρογιάννη; Αυτά τα προβλήματα θα είχαν να αντιμετωπίσουν οι Ταμπακόπουλος και Γιαννακόπουλος αν επέλεγαν να κινηθούν δικαστικά κατά την διάρκεια της Επανάστασης. Χωρίς συγκροτημένα δικαστικά όργανα για να δικάσουν την υπόθεσή τους, χωρίς μια συγκεκριμένη ποινική νομοθεσία να προβλέπει τον κολασμού του αντιδίκου τους, εν μέσω διασταυρώμενων αντιλήψεων για το δίκαιο της κατοχής, και –το κυριότερο- με ένα Κράτος που την ώρα που μαίνονταν οι μάχες εναντίον των Τούρκων δεν είχε ιδιαίτερη διάθεση να απομειώσει τις δυνάμεις του στρατοπέδου του. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον το Κράτος αδυνατούσε όχι μόνο να συστήσει ένα ολοκληρωμένο και αδιάβλητο σύστημα απονομής Δικαιοσύνης, αλλά και να ικανοποιήσει τα αιτήματα των πολιτών που ήθελαν να αναψηλαφιστούν υποθέσεις που είχαν γεννηθεί επί Τουρκοκρατίας. Αφ’ ενός μεν για τις δικαστικές αποφάσεις που είχαν «εκδοθεί» είτε από τους Δικαστές του Οθωμανικού Κράτους είτε από τα δικαστήρια των ραγιάδων, η απόφαση του Βουλευτικού ήταν κατηγορηματική: Το δεδικασμένο τους δεν έπρεπε να αμφισβητηθεί, γιατί κάτι τέτοιο –τη συγκεκριμένη τουλάχιστον στιγμή- θα δημιουργούσε χάος. Εν Κορίνθω, τη 18 Μαρτίου 1822 Εν τη σημερινή συνελεύσει του Βουλευτικού, επί Αντιπροέδρου Σωτηρίου Χαραλάμπη […] εγένετο πρόβλημα και ομοφώνως ενεκρίθη, ότι όλαι αί κρίσεις και αποφάσεις, όσαι εγένοντο έν καιρώ της καταργηθείσης Τουρκικής δυναστείας κατά το παρόν να μη θεωρώνται, ούτε αναφοραί περί τούτων να είναι δεκταί, έως ότου να διορισθή το δικανικόν Δικαστήριον και να εκδοθή ο περί τούτου νόμος Υπογράφεται ο Πρώτος γραμματεύς του Βουλευτικού

179


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ΙΩ. ΣΚΑΝΔΑΛΙΔΗΣ. 203 Αφ’ ετέρου δε για τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί επί Τουρκοκρατίας –ιδιωτικά και κοινοτικά- το Κράτος δεν πήρε αμέσως μια κατηγορηματική θέση… Με τους πολίτες να προσφεύγουν συνεχώς στη Διοίκηση για να τους βοηθήσει να εισπράξουν αυτά που θεωρούσαν ότι τους χρωστάγανε, το Βουλευτικό φρόντιζε να «σπρώχνει» τις σχετικές συζητήσεις στο απροσδιόριστο μέλλον, συστήνοντας υπομονή! Τη β΄ Μαΐου […] Έτι εγένετο λόγος περί της δοσοληψίας, αν πρέπη να δοθή προσταγή εις το να πληρώνωνται τα χρέη και πότε και πώς και κατά τι μέρος, και η τοιαύτη σκέψις ανεβλήθη εις άλλην συνέλευσιν.204 Τη 9 Μαΐου [1823] Εν τη σημερινή συνελεύσει, προεδρεύοντος του κ. Ιω. Ορλάνδου, […] ανεγνώσθη αναφορά του στρατηγού Ζαφειροπούλου δια γρόσια οπού έχει να λαμβάνη, και εδόθη η γνώμη του Βουλευτικού ότι να έχη την υπομονήν ο στρατηγός, έως ού να εκδοθή ο περί ληψοδοσίας νόμος.205 Τη 11 Φεβρουαρίου 1825 Εν τη σημερινή συνελεύσει του Βουλευτικού, προεδρεύοντος του κυρίου Πανούτζου Νοταρά […] ανεγνώσθη αναφορά τινων κατοίκων της Επαρχίας Νησίου, οίτινες λέγουσιν ότι επί τυραννίας, όντες επιστάται της επαρχίας των, εδανείσθησαν χρήματα δια τας ανάγκας της επαρχίας των και ήδη οι δανεισταί των, ζητούντες τα χρήματα μετά του τόκου των. Εστάλη μετά προβουλεύματος υπ’ αρ. 375 εις το Εκτελεστικόν δια να διατάξη τον έπαρχον εκείνης της επαρχίας να υποχρεώση τους δανειστάς να έχωσιν υπομονήν έως ότου να συστηθώσι τα κριτήρια και να εκδοθή γενική περί ληψοδοσίας απόφασις.

203 Πρακτικά των Συνεδριάσεων του Βουλευτικού στα «Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» τομ. Α΄, σελ. 19. Το υπ’ αριθμ. 68 Βούλευμα που ψηφίστηκε για το θέμα αυτό βρίσκεται στη σελ. 89 του ίδιου τόμου. 204 Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Β΄, σελ. 9. 205 Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Β΄, σελ. 23.

180


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Επροβλήθη περί της πληρωμής των κοινών και ατομικών χρεών και εδιωρίσθη επιτροπή, συγκειμένη εκ των Βουλευτών κυρίων Αναγνώστου Ζαφειροπούλου, Νικολάου Μιλιάνη, Κωνσταντίνου Ζώτου, Αναγνώστου Αθανασίου, Σπυρίδωνος Τρικούπη, Εμμανουήλ Αντωνιάδη, [και] Ιω. Παγκάλου και Βασιλείου Μπουδούρη δια να δώση σχέδιον περί των ειρημένων χρεών. Διό και τοις εδόθη επίσημον έγγραφον. 206 Η απροθυμία του επαναστατικού Κράτους να ρυθμίσει εκείνη τη στιγμή το ζήτημα των χρεών που είχαν δημιουργηθεί προεπαναστατικά αποτυπώνεται και στην αλληλογραφία του Υπουργείου Δικαίου με το Επαρχικό Κριτήριο της Τριπόλεως, ένα από τα πρώτα Δικαστήρια που είχε συστήσει η Διοίκηση σε εφαρμογή του Συντάγματος της Επιδαύρου. Περίοδος Βα Αρ. 17 Προς το έξοχον Υπουργείον του Δικαίου Είμεθα επιφορτισμένοι τόσον από αναφοράν οπού το έξοχον υπουργείόν σας μας πέμπει ωσάν και οπού κατ’ ευθείαν μας δίδονται περί παλαιών ληψοδοσιών, δια τας οποίας σας αναφέραμεν. Και μας είπετε διά λόγου ότι περί τούτων να μην αποφασίζωμεν πληρωμήν, έως οπού να λάβετε απόκρισιν από την Σεβαστήν Διοίκησιν, της οποίας περί αυτών εγράψατε. Βιαζόμεθα από τους έχοντας λαμβάνεις, στοχαζόμενοι ότι αναβάλλεται η υπόθεσις από ημάς εκ μόνης της θελήσεώς μας, δι’ αμέλειάν μας, και όχι ότι εμποδιζόμεθα εξ υμών. Διά τούτο παρακαλούμεν εγγράφως να μας στείλητε την περί των παλαιών ληψοδοσιών θέλησίν σας, δια να ηξεύρωμεν και ημείς τακτικώς πώς να φερώμεθα. Και μένομεν. Τη 10 Αυγούστου 1823, Τριπολιτζά. Οι Δικασταί του Επαρχικού Κριτηρίου 207 *** Υπουργ. Δικαίου Περίοδ. Βα 206 207

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Ζ΄, σελ. 121. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΔ΄, 294.

181


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Αρ. 206

Προσωρινή Διοίκησις κ.τ.λπ. Το Υπουργείον του Δικαίου Προς το Επαρχικόν Δικαστήριον Τριπολιτζάς Απαντούν [sic] το υπουργείον τούτο το υπ’ αρ. 17 έγγραφον του δικαστηρίου συμφώνως μετά του Σ. Συμβουλίου, ως υπ’ αρ. 523, προβάλλη να περιμείνη το δικαστήριον έως να έλθη απόκρισις παρά του Εκτελεστικού, προς το οποίον το τε υπουργείον και Σ. Συμβούλιον ανεφέρθη περί παλαιών δοσοληψιών κεφάλαιον. Τη 14 Αυγούστου 1823, εν Τριπολ. Ο Υπουργός του Δικαίου Γ. Μπάρμπογλης Ο Γ. Γραμματεύς Ν. Κάλλας Δι’ ίσον απαράλλακτον. Ο Γ. Γραμματεύς τ’ Επαρ[χ]ικού Δικαστηρίου Αναστάσιος Μαυρομμάτης το έκαμε και αντίγραφον 208 Η πιο… «βαρβάτη» υπόθεση βέβαια προεπαναστατικών χρεών, που έφερε μάλιστα και σε δύσκολη θέση την Κυβέρνηση και τον τότε Υπουργό Εσωτερικών Παπαφλέσσα, ήταν αυτή που ανακίνησε ο μεγάλος αδερφός του Κανέλλου Δεληγιάννη, Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος 209, για οφειλές προς αυτόν της Μονής της Αγίας Λαύρας. Στην αναφορά του προς τη Διοίκηση δεν διστάζει να απαιτήσει να σταλεί μέχρι και στρατιωτική δύναμη για να αναγκαστούν οι Μοναχοί να τον ξεπληρώσουν! Υπερτάτη Διοίκησις Η μονή της Λαύρας μοι χρεωστεί δι’ ομολογιών περίπου των δέκα οκτώ χιλιάδων γροσίων. Είναι τώρα δύο χρόνοι οπού οι πατέρες αναβάλλουσι τον καιρόν με το σήμερον και αύριον, χωρίς να θέλουν να πληρώσουν το χρέος των. Επέρυσι δι’ επιταγής της Διοικήσεως τους έφερον εις Κόρινθον, καθ’ ά γινώσκει τούτο και ο εκλαμπρότατος κ. Α. Μαυροκορδάτος,

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΔ΄, σελ. 286. Την εποχή εκείνη χρησιμοποιούσε αυτό το επίθετο και όχι το «Δεληγιάννης». Βλ. Νικ. Σπηλιάδη «Απομνημονεύματα», τομ. Α΄, σελ. 210. 208 209

182


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

και μοι υπεσχέθησαν ότι μετ’ ολίγον να με πληρώσουν. Αλλ’ άχρι της σήμερον δεν ηθέλησαν να μου δώσουν πολλά ή ολίγα. Διά τούτο αξιώ την Σεβ. Διοικήσιν ίνα γένηται έντονος επιταγή προς αυτούς δι’ εκτελεστικής δυνάμεως να με πληρώσουν, δια να απαντήσω καγώ τας χρείας και ανάγκας μου, καθότι δεν υποφέρω πλέον εκείνοι να εντρυφώσι και να σπαταλούν με τα εδικά μου γρόσια και εγώ να πιέζωμαι διά τε τα καθημερινά άφευκτα υπέρογκά μου έξοδα και εις τους εράνους και ανάγκας της πατρίδος. Διό και με το προσήκον σέβας μένω. Τη 17 Ιουνίου 1823, εν Τριπολιτζά Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος Επί του νώτου: Αρ. 643. Αναφορά του Αναγνώστου Παπαγιαννόπουλου, ζητούντος να διορισθώσιν οι πατέρες της μονής της Λαύρας να πληρώσουν τα γρ. 18.000 χρεωστούν εις αυτόν με ομολογίαν των ή μέρος τούτων. Αρ. 784. Το υπουργείον των Εσωτερικών εκ συμφώνου μετά του υπουργείου της Λατρείας, να υποχρεώσωσι τους πατέρας, αν αδυνατώσι να πληρώσωσι το όλον, τουλάχιστον μέρος ικανόν του χρέους των να εξοφλήσωσιν επί του παρόντος. 17 Ιουνίου 1823, εν Τριπολιτζά Ο Γεν. Γραμ. Α. Μαυροκορδάτος 210 Οι μοναχοί με τη σειρά τους δικαιολογούνται επικαλούμενοι –τι άλλο;- τα χρέη που έχουν άλλοι πολίτες προς αυτούς, δημιουργημένα και αυτά προεπαναστατικά! Προς το Συμβούλιον των εξοχωτάτων Υπουργών Αναφέρομεν ημείς οι υπογεγραμμένοι πατέρες της Μονής της Αγίας Λαύρας ότι προ της επαναστάσεως, διατρίβων ο συνάδελφός μας προηγούμενος Αρσένιος εις Κωνσταντινούπολιν, επειδή έλαβε χρείαν δια τον ανακαινισμόν του μοναστηρίου του Αγίου Γεωργίου Κουδουνά, εδανείσθη από τον

210

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΑ΄, σελ. 181.

183


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ευγενέστατον κυρ Αναγνώστην Δεληγιαννόπουλον γρόσια δεκατρείς χιλιάδας. Ομοίως μετά ταύτα ο διάδοχος του προηγούμενου Αρσενίου εδανείσθη άλλας δύο χιλιάδας από την ευγενίαν του. Τώρα, μετά την επανάστασιν, ενώ η κατάστασις του μοναστηρίου σχεδόν απωλέσθη, καθότι τα μετόχια μας κατηργήθησαν, αι σταφίδες μας εις Πάτραν εχάθησαν, οι στρατιώται δεν απολείπουν καθημερινώς διαβαίνοντες άνω και κάτω. Και εν γένει το μοναστήριόν μας κατήντησεν εις ανοικονομησίαν, καθώς είναι και τοις πάσι γνωστόν, ώστε δεν προφθάνομεν τα καθημερινά έξοδα. Εν τούτοις ευρισκόμενοι, βλέπομεν διαταγήν της Σεβ. Διοικήσεως διά μέσου των σεβ. Υπουργείων, του τε των Εσωτερικών και της Θρησκείας, διατάττουσαν να πληρώσωμεν ανυπερθέτως την ευγενίαν του. Ταύτην την σφοδράν διαταγήν ιδόντες εξέστημεν άπαντες, μη ειδότες το πρακτέον. Καθότι, αν ήθελε μας τα ζητήσει προ της επαναστάσεως, εγίνετο οικονομία και τα εδίδαμεν. Τώρα όμως εις το μοναστήριον μόνον τα τείχη έμεινον. Και αν έχωμεν και ημείς να λαμβάνωμεν από κανέν μέρος, ουδέ τα όμματά των στρέφουν να μας ιδούν. Εις τοιαύτην απορίαν και αδυναμίαν ευρισκόμενοι έγνωμεν καταφυγήν εις τα φιλόστοργα σπάγχνα της κοινής ημών μητρός, της Σεβ. Υπερτ. Διοικήσεως. Και να εκτραγωδήσωμεν την αθλιότητα και στενοχωρίαν μας και να ζητήσωμεν την δικαίαν και φιλάνθρωπον ανοχήν της, τουλάχιστον ώστε να εκδοθή νόμος δοσοληψίας, και δια να δυνηθώμεν και ημείς να λάβωμεν όσα μας χρεωστούν. Να πληρώνωμεν, το τοιούτο μας είναι μέγα και ανοικονόμητον βάρος και απελπισίας παραίτιον. Προσέτι, θαρρούντες και εις το φιλογενές και φιλοδίκαιον έλεος της Σεβ. Υπερτ. Διοικήσεως, νομίζομεν ότι ουδέ προς αυτήν είναι ανεκτόν. Ταύτα μεθ' ικεσίας και ταπεινή προσκλήσεως αναφέροντες προς την Υπερτ. Διοίκησιν ελπίζομεν μη αποτυχείν της αιτήσεως. αωκγ΄, Ιουλίου στ΄ Οι ταπεινοί πατέρες της Μονής της Αγίας Λαύρας Προηγούμενος Ακάκιος Ο Προηγούμενος Αρσένιος 184


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Ο Προηγούμενος Καλλίνικος 211 Η υπόθεση αυτή προκάλεσε την έκδηλη αμηχανία του Υπουργού Εσωτερικών Παπαφλέσσα, ο οποίος ζήτησε τη γνώμη του Βουλευτικού για το θέμα, επισημαίνοντας τους ασκούς του Αιόλου που κινδύνευαν να ανοίξουν αν δεν πραγματοποιούνταν προσεκτικοί χειρισμοί: Υπουργ. Εσωτερικ. Περίοδος Β΄ Αρ. 1271 Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος Το Υπουργείον των Εσωτερικών Προς το Βουλευτικόν Σώμα Οι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας πατέρες χρεωστούσι τον κύριον Αναγνώστην Δεληγιάννην αρκετήν ποσότητα χρημάτων, οίτινες προλαβόντως δι’ εντόνου διαταγής του υπουργείου τούτου διετάχθησαν δια να πληρώσωσι το χρέος των τούτο. Ούτοι, εις απάντησιν της διαταγής ταύτης, προβάλλουσι, κατά το εσώκλειστον αντίγραφον αναφοράς των, ότι το χρέος αυτό έγινε πριν της επαναστάσεως και, εάν εζητείτο τότε, εμπορούσαν να κάμωσι τον τρόπον να το εξοφλήσωσιν. Ήδη όμως, επειδή και δεν έχουσι τρόπον, παρακαλούν να τους δοθή διαταγή δια να λάβωσι και αυτοί όσα τους χρεωστούν άλλοι, και ούτως να πληρώσουν και εκεί όπου αυτοί χρεωστούν. Η υπόθεσις αύτη ανεφέρθη και εις το Συμβούλιον των Υπουργών, το οποίον ενέκρινε να ζητήση δια του υπουργείου τούτου και την γνώμην του Βουλευτικού. Έδωσεν όμως γνώμην την εφεξής: «ότι εάν αποφασισθή να γίνη αρχή να πληρώνονται τα προ της επαναστάσεως χρέη, πρέπει να γίνη γενικώς εις όλην την Ελλάδα και δια προκηρύξεως». Εν τοσούτω το πράγμα απαιτεί βαθείαν σκέψιν. Δεν πρέπει να παρατρέξωμεν και τούτο, ότι πολλοί χρεωστούν εις τους Γραικούς, ενώ έχουν να λάβουν από Τούρκους. Τι γίνεται λοιπόν

211

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΔ΄, σελ. 26-27.

185


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

περί αυτών; Περιμένομεν την περί τούτου σκέψιν και απόφασίν σας. Τριπολ. τη 9 Ιουλίου 1823. Ο Υπουργός των Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος Ο Γεν. Γραμματεύς Γεώργιος Γλαράκης Επί του νώτου: Εκ του υπουρ. των Εσωτ. υπό αριθ. 1271, ομού και αντίγραφον των π(ατέ)ρων της Αγίας Λαύρας, απολογουμένων ότι δεν δύνανται να πληρώσουν τα χρεωστούμενα γρόσια προς τον κ. Αναγ. Παπαγιαννόπουλον. 11 Ιουλίου, ανεγνώσθη.212 Το Βουλευτικό με τη σειρά του απέφυγε να πάρει ξεκάθαρη θέση, παραπέμποντας σιωπηρά στη θέση του περί υπομονής μέχρι να ξεκαθαριστεί η κατάσταση όταν θα «ηρεμούσαν» τα πράματα… Τη 11 Ιουλίου […] Είτα ανεγνώσθη έγγραφον του Υπουργείου των Εσωτερικών υπ’ αριθ. 1271, μεθ’ ενός αντιγράφου αναφοράς των προηγουμένων της μονής Αγίας Λαύρας, αναφερομένων ότι ο κ. Αναγνώστης Παππά Γιαννόπουλος δι’ επιταγής του Υπουργείου των Εσωτερικών, ζητεί τα αυτοίς δανείσαντα χρήματα. Όθεν οι ειρημένοι ηγούμενοι προβάλλουν, ότι επειδή το χρέος έγινε πριν της Επαναστάσεως, δεν έχει η μονή τρόπον δια να τα αποδώση τώρα, και δέονται ίνα τοις δοθή διαταγή, δια να λάβωσι και αυτοί αφ’ όσους τοις χρεωστούν και ούτω πληρώνουσι. Και έμεινεν εις σκέψιν. 213 Δεν ήσαν λίγοι όμως αυτοί που δεν έδωσαν βάση στις προτροπές της Διοίκησης για «υπομονή» και κατάφεραν την Διοίκηση να ασχοληθεί με τις υποθέσεις τους και να προβεί σε εκτελεστικές πράξεις για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις τους! Ακολουθούν ορισμένα τέτοια παραδείγματα: Έξοχον Υπουργείον των Εσωτερικών!

212 213

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΓ΄, σελ. 40. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Β΄, σελ. 115.

186


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Ο υποσημειωμένος κατά το 1821 έτος, Φεβρουαρίου ια΄, ων σαντίκ ιμίνης Σαλώνων, έλαβον ως δάνεια μετά του Βασιλείου Χαντζάρα, προεστώτος, προς εξοικονόμησιν των χρειών της Επαρχίας, ως φαίνεται και εις ομολογίαν παρά του Δήμου, γαμβρού του Καμερογιώργη, γρόσια χίλια πεντακόσια. Ενώ ευρισκόμην δι' υποθέσεις μου εις Κούλουρην, κατά τον Μάρτιον μήνα, υπήγεν ο ειρημένος Δήμος προς το εκεί εφορείον και με επροσκάλεσε να τω τα πληρώσω, ως να του τα εχρεώστουν εγώ. Και επειδή δεν ηδυνήθην να αποδείξω το δίκαιόν μου εκεί, εφυλακώθην ημέρας 48. Και ύστερον εστάλην προς τα Σάλωνα, δια να θεωρηθή η κρίσις μου. Και ούτω θεωρηθείσης της διαφοράς εκεί, απεδείχθη ότι αυτά τα χρήματα επάρθησαν, και εξωδεύθησαν εις του τόπου την χρείαν και ούτως οι έφοροι μοι έδωσαν το εμπερικλειόμενον ενδεικτικόν εσφραγισμένον. Τώρα δε, ενώ επερνούσα πάλιν από Κούλουρην, εζήτησεν ο διαφερόμενός μου ίνα με συλλάβη και πληρωθή απ' εμού. Και μη δυνάμενος πλέον να καταφύγω άλλοθεν, επρόστρεξα εις το έξοχον τούτο υπουργείον, ίνα θεωρήση την υπόθεσίν μου και πληροφορηθή από το εσώκλειστον μαρτυρικόν και με δώση τα α��αγκαία έγγραφα αποδεικτικά, δια να μη ενοχλούμαι εις το εξής. Και αυτός αν έχη δίκαιον, να το ζητήση από τον τόπον και όχι από εμένα. Μένω μ' όλον το ανήκον σέβας [Ιούνιος 1823] Ο ευπειθέστατος δούλος Πανάγος Κοντοδήμας 214 *** Τη 21 Οκτωβρίου 1824 Εν τη σημερινή συνελεύσει του Βουλευτικού, προεδρεύοντος του κυρίου Πανούτσου Νοταρά, […] ανεγνώσθη και άλλη [αναφορά] του Ιωάννου Κορδιανοπούλου, δια της οποίας παρακαλεί να διαταχθώσι μερικοί χρεωσταί του εις Κόρινθον να του επιστρέψωσι μέρος από τα όσα επί Τουρκίας ακόμη τους

214

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΓ΄, σελ. 360-361.

187


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

εδάνεισεν, επειδή, εν ώ αυτοί πλουτούν, αυτός καταδυστυχεί. Το Βουλευτικόν απεφάσισε να σταλή προβούλευμα εις το Εκτελεστικόν δια να διατάξη δια του Υπουργείου των Εσωτερικών τον Έπαρχον Κορίνθου να βιάση τους χρεώστας να δώσουν εις τον Κορδιανόπουλον μέρος των χρεωστουμένων. Το προβούλευμα τούτο εστάλη υπ’ αρ. 43.215 *** Τη 6 Νοεμβρίου 1824 Εν τη σημερινή συνελεύσει του Βουλευτικού, προεδρεύοντος του κυρίου Πανούτζου Νοταρά […] ανεγνώσθη αναφορά του Χρήστου Βλάση λέγοντος ότι του επαρρησιάσθη διαταγή παρά του Υπουργείου του Δικαίου υποχρεώνουσα αυτόν να πληρώση τα όσα χρεωστεί προς τον Σπύρον Γιαννακόπουλον γρόσια 1.550, είτε χίλια πεντακόσια πενήντα, προ της Επαναστάσεως και απολογουμένου ότι κατά το παρόν δεν δύναται να πληρώση τον Γιαννακόπουλον κ.τ.λ. Εστάλη εις το Υπουργείον του Δικαίου, όπου και του εναγομένου του, δια να εξετασθή παρά του Υπουργείου. 216 *** Τη 2 9βρίου 1825, Συνεδρίασις 271 Προεδρία του κυρίου Πανούτζου Νοταρά […] ΣΤ΄. Ανεγνώσθη αναφορά των κατοίκων του Μαβρίκι, χωρίου της Βοστίτζης, δια της οποίας παραπονούνται ότι ο Έπαρχος της Επαρχίας των έστειλε τον πολιτάρχην με δέκα στρατιώτας και τους ζητεί να πληρώσουν εις τους Ταξιαρχίτας τα όσα χρεωστούσιν εις αυτούς προ της Επαναστάσεως γρόσια 1.300. Εστάλη εις το Υπουργείον των Εσωτερικών δια να εξετάση αυτήν την υπόθεσιν και να διατάξη κατά το δίκαιον. 217 Δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις που οι κατά τόπους αντιπρόσωποι της Διοίκησης προσπαθούσαν να προστατέψουν τους πολίτες από παλιούς συνεργάτες των Οθωμανών, με την Διοίκηση όμως να τους αφήνει εκτεθειμένους. Ορίστε το παράδειγμα του Μπίστη από

215 216 217

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Ζ΄, σελ. 18. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Ζ΄, σελ. 37. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Ζ΄, σελ. 370.

188


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

την Άνδρο, όπως αποτυπώθηκε στα πρακτικά των συνεδριάσεων του Βουλευτικού: Τη 25 Φεβρουαρίου 1825 Εν τη σημερινή συνελεύσει του Βουλευτικού, προεδρεύοντος του κυρίου Πανούτζου Νοταρά […] ανεγνώσθη αναφορά του Επάρχου της νήσου Άνδρου κυρίου Ήβου Ρήγα, όστις λέγει ότι τινές (γραμματικοί επί Τουρκίας των προεστώτων) έχοντες μερικά ψευδοκατάστιχα καταθλίβουσι και τυραννούσι τον λαόν της Άνδρου αρπάζοντες το αίμα των πτωχών και ότι ο αδικώτερος τούτων είναι ο Σταματέλος Μπίστης και ότι θέλων να απαλλάξη τον λαόν απ’ αυτήν την αδικίαν έκραξεν εις το Επαρχείον και έλαβεν αυτά τα κατάστιχα εσφραγισμένα και ότι, αν ο ρηθείς Σταματέλος δώση αναφοράν εις την Διοίκησιν εναντίον του επάρχου περί των καταστίχων, να μη δώση ακρόασιν η Διοίκησις εις τους λόγους του. Ταύτην την αναφοράν εβεβαίωσεν και ο Παραστάτης της Άνδρου κύριος Θεόφιλος. Έμεινε ν’ αποφασισθή όταν αναγνωθή η αναφορά του Σταματέλου.218 Τη 26 Φεβρουαρίου 1825 Εν τη σημερινή συνελεύσει του Βουλευτικού, προεδρεύοντος του κυρίου Πανούτζου Νοταρά […] ανεγνώσθη αναφορά του Σταματέλου Μπίστη κατά του Επάρχου της Άνδρου Ήβου Ρήγα, όστις έστειλε στρατιώτας εις την οικίαν του και του ήρπασε τα κατάστιχά του και τα φυλάττει εις το Επαρχείον του. Επαρρησιάσθη και ο ίδιος, ο οποίος ωμίλησε τα διατρέξαντα. Έμεινεν εις σκέψιν.219 Τη 2 Μαρτίου 1825 Εν τη σημερινή συνελεύσει του Βουλευτικού, προεδρεύοντος του κυρίου Πανούτζου Νοταρά […] ανεγνώσθη αναφορά του Πέτρου Τρικκέως, δια της οποίας παρασταίνει πώς ηκολούθησεν η υπόθεσις του Μπίστη και τον ομολογεί τοιούτον, καθώς γράφει ο Έπαρχος της Άνδρου και ο παραστάτης αυτής παρέστησε, προβάλλει δε να στείλη η Διοίκησις άνθρωπόν της να εξετάση περί της διαγωγής του Μπίστη και τότε θέλει 218 219

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Ζ΄, σελ. 140. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Ζ΄, σελ. 142.

189


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

πληροφορηθή την αλήθειαν του πράγματος. Μετά ικανήν συζήτησιν απεφασίσθη να σταλή προβούλευμα εις το Εκτελεστικόν μετά των αναφορών δια να διαταχθή ο Μπίστης να επιστρέψη εις την πατρίδα του, να διαταχθή και ο έπαρχος να μην τον ενοχλήση, να μετρήση έμπροσθέν του όλα τα έγγραφά του, να τα σφραγίση με την σφραγίδα του Επαρχείου και με εκείνην του Μπίστη και να τα παραδώσωσιν εις χείρας του δημογέροντος εις του οποίου την οικίαν κατοικεί ο Μπίστης, και όταν συστηθώσι τα κριτήρια τότε να θερωρηθή η υπόθεσίς του. Εστάλη υπ’ αρ. 445.220 Αν ήθελαν, λοιπόν, ο Ταμπακόπουλος και ο γραμματικός του Γιαννακόπουλος μια επίλυση της διαφοράς τους με τον Χοντρογιάννη και τον εντολέα του Ζαΐμη με βάση το Νόμο και τις αρχές που ενέπνευσαν την Επανάσταση, θα έπρεπε να περιμένουν. Αλλιώτικα θα μπορούσαν να καταφύγουν στα παλιά πατροπαράδοτα μέσα: Να απευθυνθούν στους κοτζαμπάσηδες που «έλεγχαν» τον Χοντρογιάννη. Αυτό και έκαναν. Ο μεν Γιαννακόπουλος… Για την επιστροφή των πραγμάτων του Γιαννακόπουλου έγραψε ο Κανέλλος Δεληγιάννης στον Ανδρ. Ζαΐμη. Ο τελευταίος του απάντησε (από Λεβίδι, 17-05-1821, ΓΑΚ, Κ 48α) ότι δεν ήταν δυνατόν να συγκεντρωθούν τ’ «άρματα» και να επιστραφούν, γι’ αυτό συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε το αντίτιμό τους σε γρόσια στον Γιαννακόπουλο, ο οποίος «έμεινε ευγνώμων και ευχάριστος». Σε υστερόγραφο μάλιστα σημείωσε: «Εις την εποχήν καθ’ ήν το έθνος εκινήθη δια την ελευθερίαν του οι αληθείς ομογενείς έπρεπε να ενώνονται με τους αδελφούς και όχι με τους τυράννους. Τους τοιούτους καταδικάζει το δίκαιον». 221 Ο δε Ταμπακόπουλος… Τρία χρόνια αργότερα γράφοντας στον αδελφό του, ο οποίος βρισκόταν στην Οδησσό (Επιστολή Νικολάου Ταμπακό-

220 221

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. Ζ΄, σελ. 147. Φωτόπουλου «Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κλπ», σελ. 333.

190


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

πουλου, Τριπολιτσά, 13-2-1824, προς Γεώργιο Ταμπακόπουλο εις Οδέσσαν, ΓΑΚ Κ 48α΄) λέγει ότι του οφείλουν οι Καλαβρυτινοί περίπου 200.000 γρόσια «με ιδιαιτέρας των ομολογίας»(*). Όσο για τα πράγματα που του αφήρεσαν στην επίθεση της Χελωνοσπηλιάς αναφέρει: «Ο κυρ-Ασημάκης Ζαΐμης δεν μου έδωσε ούτε τα ρούχα μου, ότι τα διαμαντικά και γρόσα οπού μου επήρε. Τζίρκα 50 χιλιάδες γρόσια μου εκόστισεν εκείνο το γδύσιμον. Ας έχη δόξαν ο Κύριός μας οπού δεν με έβαλαν εις το χέρι, ειδέ με εσκότωναν». (*) Τα χρήματα αυτά, γράφει αυτόθι, δεν μπορούσε να εισπράξει, γιατί υπήρχε νόμος «κατά ώρας να μην ημπορή τινάς να ζητήση όθεν έχει να λαμβάνη έχως δευτέρας σκέψεως της Διοικήσεως και αυτό το ενήργησαν οι Καλαβρυτινοί με το να χρεωστούν αρκετά, και τώρα σχεδόν τρία χρόνια οπού εσηκώσαμεν τα άρματα δεν εδυνήθην να πάρω από κανένα ούτε ένα παράν.» 222 Ο «νόμος» που αναφέρει ο Ταμπακόπουλος δεν ήταν μια ρητή νομοθετική διάταξη, αλλά, όπως είδαμε προηγουμένως, μια πρακτική που ακολούθησαν όλες οι Διοικήσεις της Επαναστατημένης Ελλάδας απέναντι στα ζητήματα των χρεών. Η μεγαλοψυχία βέβαια του Ταμπακόπουλου, να «ξεχάσει» το αξίας 50 χιλιάδων γροσίων «γδύσιμο» που του έκανε ο Χοντρογιάννης δικαιολογείται και από την γενικότερη κατάσταση που επικρατούσε. Η αφαίρεση αυτών των πραγμάτων ήταν δύσκολο να αποδειχθεί ενώ μάλλον και ο ίδιος ο Ταμπακόπουλος θα προτιμούσε να ανοίξει το θέμα της επίθεσης εναντίον του, μιας και εκείνη τη στιγμή, στη Χελωνοσπηλιά ήταν στη «λάθος πλευρά» της σύγκρουσης που θα ξεσπούσε σε πολύ λίγο. Προτίμησε να διατηρήσει τις ελπίδες του στην ρητή παραδοχή χρέους που του είχε υπογράψει ο Ζαΐμης και οι άλλοι Καλαβρυτινοί κοτζαμπάσηδες. Βέβαια δεν θα ζούσε για να δει τη μέρα που ένα οργανωμένο Ελληνικό Κράτος θα δεχόταν να ερευνήσει το αίτημά του και θα αποφάσιζε για την υπόθεσή του βασισμένο σε καθολικά αποδεκτούς

222

Φωτόπουλου «Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κλπ», σελ. 331-332.

191


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

νόμους. Κάτι που ξεκίνησε να εμφανίζεται με την έλευση του Κόντε Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, τον Γενάρη του 1828.

192


ε. Ο ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟ ΕΔΩΛΙΟ

Η Δικαιοσύνη στα χρόνια του Καποδίστρια Έρχεται ο Καποδίστριας Στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση, που ολοκληρώθηκε στην Τροιζήνα το 1827 223, οι αντιμαχόμενες πλευρές φτάνουν σε έναν μεγάλο συμβιβασμό: Να αναθέσουν έστω και προσωρινά και με αρκετούς περιορισμούς –όπως τους ψήφισαν στο Σύνταγμα που καταρτίστηκε σε εκείνη τη Συνέλευση- τον Ιωάννη Καποδίστρια. Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν εκείνη τη στιγμή το Κράτος συνοψίζεται στην ενημέρωση που παρείχε ο τότε Υπουργός Εσωτερικών και Αστυνομίας Αναστάσιος Λόντος (αδερφός του Αντρέα) στον νεοφερμένο Κυβερνήτη: «Εις την Ελλάδα δεν υπάρχουσιν ούτε εμπόριον, ούτε τέχναι, ούτε βιομηχανία, ούτε γεωργία. Οι χωρικοί δεν σπείρουσι πλέον, διότι δεν έχουσι πεποίθησιν ότι θέλουσι θερίσει, και αν θερίσωσι δεν ελπίζουσι να φυλάξωσι τους καρπούς των από τον στρατιώτην. Ο έμπορος δεν είν’ ασφαλής εις τας πόλεις. Τρέμει δ’ από τον φόβον των πειρατών, οι οποίοι έχουσιν ανοικτά τα όμματα και περιμένουσι τα πλοία εις την διάβασίν των να τα προσβάλωσιν. Η δολοφονία καλύπτει την κλοπήν με την μυστικότητα. Ο τεχνίτης δεν είναι βέβαιος ότι θα πληρωθή δια την εργασίαν του. Το δικαίωμα του ισχυροτέρου είναι το μόνον, ό, που υπάρχει πραγματικώς. Οι κοινωνικοί δεσμοί παρελύθησαν. Ο πολίτης δεν απολαύει του νόμου την υπεράσπισιν. Μόνη του λαού η ακένωτος μακροθυμία

Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση συγκλήθηκε κατ’ αρχάς στην Επίδαυρο το 1826, αλλά διακόπηκε όταν έφτασε η είδηση για την πτώση του Μεσολογγίου. Συνεχίστηκε ένα χρόνο αργότερα στην Τροιζήνα. 223

193


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

εμπόδισε του να φθάσωσι τα πράγματα εις φρικωδεστέραν κατάστασιν.» 224 Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα για τον τομέα της Δικαιοσύνης, ο Καποδίστριας έλαβε την παρακάτω ενημέρωση: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ. (Αρ. 1813.) Ο επί της δικαιοσύνης και της δημοσίου εκπαιδεύσεως γραμματεύς της επικρατείας προς τον Εξοχώτατον Κυβερνήτην της Ελλάδος. Αιγίνη, 14 ιανουαρίου 1828. Από τριών μηνών επιφορτισμένος ο υποσημειούμενος την γραμματείαν της δικαιοσύνης και της δημοσίου εκπαιδεύσεως, φορτίον ανώτερον των δυνάμεών του, κατήντησεν ούτε να εξεύρη τι να πράξη κατά τους δύω τούτους της διοικήσεως κλάδους, ούτε και το ελάχιστον των χρεών του να δύναται να εκπληρώση. Μάλιστα δε περί τα της δικαιοσύνης ευρέθη επικινδύνως κείμενος, προαγόμενος δηλαδή να υπερβαίνη τα όρια του συντάγματος, ίνα συμφώνως προς τον ορθόν λόγον υπερασπίζη το δίκαιον. Υμείς γνωρίζετε, κύριε Κυβερνήτα, κάλλιον παντός άλλου ποία τινά καθήκουσιν εις την γραμματείαν της δικαιοσύνης, και ότι αυτά συμφέρονται μετά της συστάσεως των δικαστηρίων, των οποίων εκείνη προέστηκεν έφορος. Αλλ’ εν τη Ελλάδι τύχη κακή ουδέποτε υπήρξαν δικαστήρια άλλα παρά το εν Σύρω εμπορικόν, το των λειών ενταύθα, συσταθέν παρά της κυβερνήσεως της τρίτης περιόδου, και έν κακουργιοδικείον εν Ναυπλίω κατά το 1826 ιδρυθέν, έπειτα δε καταργηθέν δια ψηφίσματος της εν Τροιζήνι εθνικής συνελεύσεως. Προ ταύτης της συνελεύσεως αι διαφοραί των πολιτών εκρίνοντο ενίοτε από επιτροπάς διαιτητών ονομαζομένων παρά της κυβερνήσεως, αλλά και αυταί απηγορεύθησαν ως αντικείμεναι εις το σύνταγμα. Εκ τούτου δε το Βουλευτικόν ηναγκάσθη να διορίση επιτροπήν εκ των μελών του, ίνα επιδιορθώση μεν τον νόμον τον περί συστάσεως των δικαστηρίων, προβάλη

224

Σπηλιάδη, «Απομνημονεύματα», τομ. Γ΄, σελ. 552.

194


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

δε αυτώ το περί τούτου προβούλευμα. Και η επιτροπή μεν εποίησεν ούτως, αλλά το Βουλευτικόν δια την γενικήν ίσως των πραγμάτων σύγχυσιν δεν ευκαίρησε να εμμελετήση, και τοι της κυβερνήσεως συνεχώς διαγγελούσης και παριστώσης εις αυτό, χρειωδεστάτην την των δικαστηρίων σύστασιν, και χωρίς ταύτης αδύνατον όν να λυτρωθώσιν οι πάσχοντες υπό της βίας και της παρανομίας. Βλέπων λοιπόν μετά βαθείας θλίψεως τα ολέθρια του χρονισμού τούτου αποτελέσματα, και την συνεχήν του πάσχοντος πολίτου και μετά δακρύων επικαλουμένου την υπεράσπισιν της δικαιοσύνης, προς τον οποίον ουδεμίαν παρηγορίαν ή προσφυγήν εις δικαστήρια ηδυνάμην να δώσω, άλλον τρόπον δεν είχα ειμή πότε μεν να κάμνω τον ειρηνοδίκην, πότε δε να παρακινώ εις αιρετοκρισίας. Αλλά και τούτο έμενεν ατελεσφόρητον, διότι ο διεστραμμένος κατεφρόνει και ηρνείτο να αποδώσει το αφαιρεθέν. Και ηγωνιζόμην ανωφελώς, και το περισσότερον κατήντων να λέγω ότι η εξέτασις της αναφοράς ανεβάλλετο μέχρι της συστάσεως των δικαστηρίων. Τοιαύτα είναι τα του πολιτεύματός μου ως γραμματέως της δικαιοσύνης. […] Ο επί της δικαιοσύνης κτλ. γραμματεύς της επικρατείας Μ. ΣΟΥΤΣΟΣ 225 Ήταν επιτακτική λοιπόν ανάγκη ο νέος Κυβερνήτης να στρωθεί στη δουλειά. Και αυτό ακριβώς έκανε: [Ο] Καποδίστριας ευθύς ως εδέχθη την εντολήν και ανέλαβε την Κυβέρνησιν δια πραξικοπήματος ανέστειλε την εφαρμογήν του συντάγματος της Τριζοίνος και περιεβλήθη Δικτατορικήν εξουσίαν (Ιανουάριος 1828). Η πρώτη αυτή πράξις του αποδεικνύει την αυταρχικότητα και τον απολυταρχισμόν του ανδρός […] Φαίνεται δε ότι και απέναντι του τότε Τσάρου ο Καποδίστριας είχεν αναλάβει ωρισμένας υποχρεώσεις –όχι βεβαίως

225

«Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια», τομ. Α΄, σελ. 399-400.

195


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

διότι ήτο εν συνειδήσει προδότης του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνος- αλλά διότι ενόμιζεν και επίστευεν ότι αι φιλελεύθεραι ιδέαι είνε… αποκυήματα νοσηράς φαντασίας. […] Ευθύς ως πραξικοπηματικώς ανέστειλεν το δημοκρατικόν Σύνταγμα της Τριζοίνος εφήρμοσε πολιτειακόν σύστημα προσωπικής εξουσίας (regime personel) δηλαδή μετεβλήθη εις Δικτάτορα. Αν και υπεσχέθη δια του υπ’ αυτού δοθέντος όρκου ότι θα κυβερνήση κατά τας θεμελιώδης πολιτειακάς αρχάς των εθνικών Συνελεύσεων (Επιδαύρου, Άργους, Τροιζήνος) ουδόλως ετήρησεν την υπόσχεσίν του, τουναντίον δε επολιτεύθη σατραπικώς και απολυταρχικώς κατά τα εν Ρωσσία κρατούντα. […] 226 Από την πρώτη στιγμή ο Καποδίστριας ήρθε σε σύγκρουση με τις δυνάμεις εκείνες που είχαν πρωταγωνιστήσει στον Αγώνα, τόσο με τους αστούς όσο και με τους κοτζαμπάσηδες. Από την πρώτην ημέραν της αναλήψεως των καθηκόντων του ήλθεν εις σύγκρουσιν με τους Υδραίους. Εις επιτροπήν Υδραίων είπε με ύφος τσαρικόν: «Το μέλλον της Ελλάδος δεν έγκειται εις την Ύδραν αλλά της Ύδρας η τύχη εις χείρας μου… υπάγετε και αναμείνατε διαταγάς». Έτσι ωμίλησεν προς τους αντιπροσώπους της Ύδρας η οποία όχι μόνον είχεν προσφέρη μεγάλας υπηρεσίας εις τον αγώνα αλλά και ήτο η περισσότερον προηγμένη εις αστικήν συνείδησιν, ως αναφέραμεν εις προηγούμενον κεφάλαιον, λόγω της μεγάλης προ της επαναστάσεως οικονομικής της ακμής. Υπό το πρόσχημα να παγιώση την δημοσίαν ασφάλειαν και να εμπεδώση την πειθαρχίαν και τον απόλυτον σεβασμόν προς τους νόμους, έφερε ξένους οίτινες και ανέλαβον την διοίκησιν των σπουδαιοτέρων υπηρεσιών του Κράτους. Και αυτοί ακόμα οι κοτζαμπάσηδες εδυσαρεστήθησαν διότι ο Καποδίστριας δεν τους ελάμβανεν υπ’ όψιν και ούτε τους εχρησιμοποίει εφαρμόζων σύστημα απολύτως συγκεντρωτικόν, καταργήσας και την επί Τουρκοκρατίας ισχύσασαν αποκεντρωτικήν (κοινοτικήν) διοίκησιν. […] 227 226 227

Κορδάτου «Η Κοινωνική Σημασία κλπ», σελ. 99, 100 και 102. Κορδάτου «Η Κοινωνική Σημασία κλπ», σελ. 103.

196


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Η σθεναρή άρνηση του Καποδίστρια να δώσει εξουσίες και αρμοδιότητες στους κοτζαμπάσηδες συνοδευόταν ήδη από τις πρώτες μέρες που έφτασε στην Ελλάδα με βαριές προσωπικές προσβολές: Μετ’ ολίγας ημέρας υπήγον πάλιν προς τον Κυβερνήτην δια απλήν μόνον επίσκεψιν, αλλά τον είδον διαφορετικόν και με μούτρα κρεμασμένα και λέγων κατά των εν Αιγίνη ευρισκομένων προκρίτων και Πανελληνίων, ότι δεν αλησμόνησαν τας τουρκικάς έξεις των, ότι είναι Τουρκοκοτσιαμπάσηδες, Τουρκολάτραι και σχεδόν Τούρκοι, και ότι ηφάνισαν την Ελλάδα και άλλας πολλάς τοιαύτας αισχράς και ασεβείς εκφράσεις εξέμεσε κατά πάντων των προκρίτων και ιδίως κατά των Πελοποννησίων. 228 Συμμάχους στις διαμάχες τους με τους κοτζαμπασήδες αναζητούσε στους ξένους που υπηρετούσαν σε διάφορα πόστα στην Ελλάδα, όπως φαίνεται από την παρακάτω επιστολή του προς τον Ρώσο Νικολάι Ράικοφ: Τω Αντισυνταγματάρχη κ. Ραΐκω, Φρουράρχω Πατρών. Αιγίνη, 15 Σεπτεμβρίου 1829 [...] Και πρώτον όλως συμφρονώ με υμάς περί των τρόπων του εξαλείψαι βαθμηδόν τας έτι υφισταμένας εις τον τόπον τουρκικάς έξεις των όσοι, δια το ποτέ εύπορον και αξιωματικόν των οίκων αυτών, νομίζουσιν εαυτούς και σήμερον προύχοντας, ουδέ στέργουσι βίον κοινωνικόν υπό των νόμων θεμιστευόμενον, και θέλουσι τι; Να έχωσι την δύναμιν των πατέρων των, δύναμιν πιεστικήν των μη προσκολλημένων εις αυτούς πολιτών, δύναμιν πλουτιστικήν και απαίσιον, ενί λόγω, θέλουσιν ό, τι είναι πλέον αδύνατον, εκτός αν γείνη και πάλιν Βεζίρης κύριος της Πελοποννήσου. Αλλ’ όμως η κυβέρνησις δεν δύναται να κολάση τας αξιώσεις των τοιούτων, οφείλει δε μόνον να περιάγη αυτούς εις το να τας αρνηθώσι, το οποίον και μηχανώμαι εκ παντός τρόπου αφ’ ότου ανέλαβον την διεύθυνσιν των πραγμάτων, και τοι έχων πολλά μεν τα αντιστατούντα, μάλιστα δε τας έξεις

228

Δεληγιάννη «Απομνημονεύματα», σελ. 167.

197


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

αυτού του λαού, και έτι προς, την αμάθειαν και πτωχείαν αυτού. [...] 229 Κυρίως όμως ο Καποδίστριας έθεσε από νωρίς απέναντί του τον λαό, αυτούς που τόσα χρόνια πολεμούσαν και διψούσαν για δικαιοσύνη και για να κάνουν επιτέλους αυτοί κουμάντο στον τόπο τους: Ο Κυβερνήτης, μη δυνάμενος να θεραπεύση την δυστυχίαν των Αγωνιστών, απηύδησεν με το τρέχα – εδώ – και – τρέχα – εκεί, με το κονδύλι εις το χέρι, ζητών να προλάβη τα επακόλουθα από τα μέτρα τα οποία ο ίδιος έλαβεν φιλοδοξήσας να διοικήση δικαίως τους Έλληνας. Παλαιοί Βουλευταί, Εκτελεσταί, τίμιοι πολίται Αγωνισταί άρχισαν να περιφέρωνται εις τας αγυιάς λιμοκτονούντες, ενώ εις το μικρόν της διοικήσεώς του τούτο διάστημα δεν εγνώριζαν κανέναν από τους διωρισμένους ελθόντας έξωθεν αυτούς υπαλληλίσκους να ειπούν τον πόνον των, και εκείνοι αυτούς ώστε να τους συντρέξουν. 230 Τα μέτρα του Καποδίστρια για τη Δικαιοσύνη Από την πρώτη στιγμή λοιπόν, ο Καποδίστριας διέψευσε τις ελπίδες αρκετών από αυτούς που περίμεναν να «σουλούπωνε» το Κράτος: Ουδέν εις το πολιτικόν στάδιόν του καταδεικνύει τας ελλείψεις του ως πολιτικού ανδρός τόσον εκπάγλως όσον η έλλειψίς του εις το να εκτιμήση εδραίαν και αμερόληπτον λειτουργίαν της δικαιοσύν��ς. Το στάδιον νομοθέτου έκειτο προ αυτού. Εάν έδραττε το ξίφος της δικαιοσύνης και έβαινε τολμηρός εις τα πρόσω, τάχιστα θα εβάδιζεν επί κεφαλής του Ελληνικού έθνους. Και αυλαί, ανακτοβούλια και πρωτόκολλα θα έβρισκον δυσκολίαν τινά εις το ν’ αμφισβητήσωσι το δικαίωμά του όπως ανάσση της Ελλάδος. Αλλ’ ηγάπησε την εξουσίαν υπέρ την δικαιοσύνην. Και όμως, μη αγαπών την δικαιοσύνην, έχασε την επί της εξουσίας λαβήν.

229 230

«Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια», τομ. Γ΄, σελ. 233. Κασομούλη «Ενθυμήματα Στρατιωτικά κλπ», τομ. Γ΄, σελ.67-68.

198


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Η αδιαφορία του Καποδίστρια περί την ίδρυσιν νομικών δικαστηρίων μόνον δια της στοργής του προς την απόλυτον εξουσίαν δύναται να εξηγηθή. Ολίγον μετά την άφιξίν του έπλασεν ολίγα ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία προς εκδίκασιν μικρών υποθέσεων. Αλλά νομικά δικαστήρια δεν εσυστήθησαν, και εις τους εκτάκτους επιτρόπους του επετράπη να εξασκώσιν εξαιρετικήν και ευρείαν νομικήν δικαιοδοσίαν, την οποίαν μεγάλως επωφελήθη ο αδελφός του Βιάρος, και την εξήσκησε μετ’ αχαλινώτου ακολασίας. Τέλος, την 15/27 Αυγούστου 1830 εδημοσιεύθη διάταγμα περί οργανισμού πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, και ιδρύσεως αναθεωρητικού. Ο Καποδίστριας επροσπάθησε να δικαιολογήση την βραδύτητά του δηλώσας ότι είχεν αποφύγη να πράξη τι, το οποίον θα περιέκοπτε την εξουσίαν του μέλλοντος κυριάρχου της Ελλάδος. Μάταιος ισχυρισμός. Διότι καλώς εγνώριζεν ότι παρατείνων την αναρχίαν επηύξανε τα εμπόδια προς αποκατάστασιν της τάξεως. Εφ’ όσον ο Καποδίστριας είχε πιθανότητα τινά να κρατήση την κυβέρνησιν της Ελλάδος εις τας ιδίας τας χείρας του, επεθύμει να τηρήση πάσαν δικαστικήν εξουσίαν εις άμεσον υπαγωγήν προς την εκτελεστικήν, όπως εν Ρωσσία. Και ήτο εναντίος προς την θεσμοθέτησιν παγίων κανόνων δικονομίας και την σύστασιν ανεξαρτήτων δικαστηρίων. Ο Κερκυραίος δικηγόρος Γεννατάς, τον οποίον διώρισεν υπουργόν της Δικαιοσύνης, και τω διεπιστεύθη το έργον του να παρασκευάση την δικαστικήν οργάνωσιν, ήτο όργανον των σκοπών του μάλλον εκ πλημμελούς κρίσεως ή εκ κακοβούλων προθέσεων. Η εν Άργει Συνέλευσις απεφάνθη ότι ο Κυβερνήτης ώφειλε να καταστήση τους δικαστάς ισοβίους, αλλ’ ούτε ο Καποδίστριας ούτε ο Γεννατάς ήσαν της γνώμης ταύτης. Η καλή αύτη συμβουλή απερρίφθη υπό του Καποδίστρια, όπως και ύστερον, επί τέταρτον αιώνος και πλέον, υπό του Βασιλέως Όθωνος. Αλλ’ ο Καποδίστριας, κατά το γνήσιον πνεύμα

199


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

του δεσποτισμού, απένειμεν αυθαίρετον εξουσίαν εις τας αστυνομικάς αρχάς, κ’ έπλασεν έκτακτα δικαστήρια προς εκδίκασιν πολιτικών εγκλημάτων. 231 Αντίθετα από άλλους τομείς της διακυβέρνησης λοιπόν, ο Καποδίστριας αδιαφόρησε χαρακτηριστικά για την απονομή Δικαιοσύνης, δείχνοντας απροθυμία να εφαρμόσει έστω και τις ελάχιστες ρυθμίσεις που προέβλεπε το Σύνταγμα της Τροιζήνας, χρησιμοποιώντας τουλάχιστον αστείες δικαιολογίες, ακόμα και 8 μήνες μετά την ανάληψη από αυτόν της εξουσίας: Προ ολίγων δε μόνον ημερών έλαβον τα συναπτόμενα δύω σχέδια, το μεν του κ. Γενατά, το δε των κ. Σούτσου και Κλωνάρη, τα οποία διήλθον μεν, αλλά μη συνειδώς εμαυτόν οίον να κρίνω τα εν αυτοίς, δεν τολμώ να διαπέμψω προς το Πανελλήνιον και να ζητήσω την γνώμην του ώστε να περιβάλω την κύρωσιν της κυβερνήσεως εις έν εκ των δύω. Διότι και η ύλη εμβριθής είναι, και προς το κρίναι περί τούτων απαιτείται ειδημοσύνη περί των υποκειμένων τόπων τε και ανθρώπων και συμφερόντων, την οποίαν δεν έχω, ουδέ άλλος τις άρχων εν ούτω βραχεί χρόνω ηδύνατο να έχη εν πλήρει τη συνειδήσει. Γνωρίζοντες τα καθόλου της πολιτικής και εγκληματικής νομοθεσίας, και υπ’ όψιν λαμβάνοντες τους κώδικας και κανονισμούς των ευπολιτεύτων επικρατειών, πάντη εύκολον είναι να συνθέσωμεν διάταγμα κατασκευαστικόν της δικαστικής τάξεως.232 Είναι χαρακτηριστικό ότι προσποιείται ότι έμαθε για τους νόμους περί οργάνωσης του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης που είχαν ψηφιστεί στις Εθνοσυνελεύσεις της Επανάστασης σχεδόν ένα χρόνο μετά την ανάληψη της εξουσίας από αυτόν! Και φυσικά, τους απορρίπτει! Αρ 7.450 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ. Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Προς το Πανελλήνιον 231 232

Finlay «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Β΄, σελ. 57-58. «Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια», τομ. Β΄, σελ. 223.

200


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Μετά την προς υμάς αποστολήν του υπ’ αριθ. 7.416 εγγράφου μου, έμαθον, Κύριοι, παρά του Γραμματέως της Επικρατείας, ότι υπήρχε νόμος περί του Οργανισμού της Δικαστικής τάξεως. Δεν δύναμαι να σας κρύψω, Κύριοι, το πόσον ελυπήθην και ηπόρησα, μαθών μόνον ταύτην την στιγμήν πράγμα τόσον ουσιώδες, ενώ από τον Μάρτιον μήνα γίνεται λόγος περί του Δικαστικού Οργανισμού από το Τμήμα των Εσωτερικών. Βάσιν θέσαντες την διοίκησιν του κράτους επί των αρχών, αι οποίαι απεφασίσθησαν από τας πράξεις των εθνικών συνελεύσεων, ηθέλαμεν βέβαια παραβή τούτο, αν δημοσιεύοντες διάταξιν κανονίζουσαν προσωρινώς τον δικανικόν κλάδον, δεν εποιούμεν μνείαν των νόμων, και δεν επεφέρομεν τα αίτια δι’ ά ηναγκάσθη η Κυβέρνησις να αναβάλη την πλήρη ενέργειάν του. Ότι υπάρχει τοιούτος νόμος ειδοποιούμαι κατ’ ευτυχίαν εν καιρώ, καθ’ όν δύναμαι να παραγγείλω εις το επί των Εσωτερικών Τμήμα δια να τον λάβη εις σκέψιν, και να απομακρυνθή όσον το δυνατόν ολιγώτερον από τας θεμελιώδεις διατάξεις του εις τον προκείμενον ήδη διοργανισμόν, εις τον οποίον το Τμήμα τούτο επεφορτίσθη να ενασχοληθή. Ο προκείμενος νόμος φαίνεται καταχωρισμένος εις τον κώδηκα υπ’ Αρ. 13, εξεδόθη εν Κορίνθω την 2 Μαΐου 1822. Η εν Άστρει Συνέλευσις εναπέθεσε την επιθεώρησιν του νόμου τούτου δια Ψηφίσματος της 14 Απριλίου 1823 εις το Βουλευτικόν σώμα. Η επιθεώρησις αύτη έγεινε παρά του Βουλευτικού, και εψηφίσθη η διακοίνωσίς του εις το Ναύπλιον την 21 Οκτωβρίου 1825. Εψήφισε τέλος πάντων η εν Τροιζήνι συνέλευσις να συστηθώσι τα Δικαστήρια κατά τον νόμον τούτον. Ο νόμος ούτος, όσον το κατ’ εμέ, υποθέτει κατάστασιν πραγμάτων αναντιρρήτως επιθυμητήν, και εις την οποίαν ανάγκη να αφορώσιν όλοι οι αγώνες μας, αλλ’ η οποία απέχει πολύ επί του παρόντος του να είναι σύμφωνος με τας ευχάς μας. […]. Εν Πόρω, τη 26 Οκτωβρίου 1828. Ο Κυβερνήτης Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ 201


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Ο Γραμματεύς της Επικρατείας Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ 233 Οι υποστηρικτές βέβαια του Καποδίστρια προσπαθούν να πείσουν ότι η κωλυσιεργία του όσον αφορά τη λήψη μέτρων για τον τομέα της Δικαιοσύνης δεν οφειλόταν στις απολυταρχικές αντιλήψεις του, αλλά στην έγνοια του να «σπουδάσει» τον ελληνικό λαό και να δημιουργήσει θεσμούς πιο ταιριαστούς σε αυτόν. Δεν ηθέλησεν ευθύς αμέσως να προβή εις εφαρμογήν δικαστικών συστημάτων, κατά θεωρίαν μεν ορθών αλλ’ απροσφυών δια λαόν οίος ο Ελληνικός, όστις από τετρακοσίων ετών ήτο συνειθισμένος εις τας συνοπτικάς διαδικασίας των δημογερόντων, της δημεύσεως και της σπάθης του κυριάρχου. Την τοιαύτην δ’ αυτού διάθεσιν έδειξε και προς το Πανελλήνιον δια των διαγγελμάτων αυτού της 24 και 26 Οκτωβρίου 1828. Ενόμιζε, και πολύ δικαίως, ότι αι διατυπώσεις, αι ενστάσεις, τα προδικαστικά, τα παρεμπίπτοντα ζητήματα και οι τόσοι δικαστικοί τύποι, ούς ύστερον η αντιβασιλεία, κατά τον βαυαρικόν νόμον, ενέγραψεν εν τη δικαστική νομολογία, ηδύναντο αντί ωφελείας βλάβης να γένωνται πρόξενοι και να παρέχωσιν αφορμάς διηνεκείς εις στρεψοδικίας και δόλον. Επεθύμησε λοιπόν πρώτον να μελετήση τον νηπιάζοντα ελληνικόν λαόν και να κανονίση μετέπειτα την οδόν, ή τινι έμελλε να ακολουθήση εν τη δικαστική νομολογία. Ως εκ τούτου βλέπομεν τον Κυβερνήτην διηνεκώς ενδοιάζοντα περί του πρακτέου, διορίζοντα εκτάκτους επιτρόπους και προσωρινούς διοικητάς και περιοδεύοντα την Ελλάδα βήμα προς βήμα. 234 Η άποψη αυτή στερείται σοβαρότητας, ειδικά όταν αντιπαραβάλουμε την απραξία του Καποδίστρια στον τομέα της Δικαιοσύνης με την πολυπραγμοσύνη του σε άλλους τομείς, όπως στην οικονομία: Πώς γίνεται τους ίδιους που φέρεται να θέλει να γνωρίσει σε βάθος να τους καθυβρίζει προκαταβάλλοντας αυθαίρετα τους λόγους που οι πράξεις τους δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις του; Ο Καποδίστριας […] παρεγνώριζε τελείως την εκ της επαναστάσεως και του αποκλεισμού της χώρας δημιουργηθείσαν 233 234

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αριθ. 82/1828, Αίγινα, 03/11/1828. Τρύφωνος Ευαγγελίδη «Ιστορία του Ιωάννου Καποδίστρια», σελ. 183-184.

202


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

δυσχερή οικονομικήν κατάστασιν. Την οικονομικήν κρίσιν, που επηκολούθησε, την εξελάμβανεν ως κάτι ανεξάρτητον από τας νέας κοινωνικοοικονομικάς συνθήκας που ήσαν το μοιραίον αποτέλεσμα αιματηρού και μακρού εξαντλητικού πολέμου (1821-1829). Εφαντάζετο ότι εφαρμόζων συγκεντρωτικόν απολυταρχικόν σύστημα διοικήσεως θα κατόρθωνε να επαναφέρη την διασαλεφθείσαν τάξιν εις την ύπαιθρον χώραν, καθώς και την προτέραν οικονομικήν ζωήν εις τον τόπον. Ο Καποδίστριας τοιαύτα φρονών ήτο έξω τόπου και χρόνου εντελώς δε αποπροσανατόλιστος και προς τους στοιχειώδεις ακόμη κανόνας της οικονομικής επιστήμης. Η υπερπήδησις της τότε μεγάλης εις έκτασιν οικονομικής κρίσεως, κρίσεως η οποία ήτο μοιραίον και αναπόφευκτον αποτέλεσμα των πολέμων, δεν ήτο έργον εύκολον και κατορθωτόν. Μετά το σταμάτημα της παραγωγής λόγω αφ’ ενός της επιδόσεως των μεγαλυτέρων παραγωγικών δυνάμεων του τόπου εις τα πολεμικά έργα και έπειτα από τόσας καταστροφάς που επέ��ερον αι πολεμικαί επιχειρήσεις και εχθρικαί επιδρομαί και αφ’ ετέρου λόγω της χρησιμοποιήσεως μάλιστα του εμπορικού στόλου δι’ έργα πολεμικά δεν ήτο δυνατόν παρά να επέλθη οξυτάτη οικονομική κρίσις, την οποίαν όμως ο Καποδίστριας απέδιδεν εις τα πρόσωπα, εις την κακήν θέλησιν των Υδραίων, των Κοτσαμπάσηδων, καπετανέων κλπ. Και αντί ν’ αντιμετωπίση την κρίσιν αυτήν ως φαινόμενον οικονομικόν ενόμισεν ότι αντιμετωπίζει πρόσωπα, τους «κακομαθημένους» ρωμιούς, οι οποίοι δεν ήθελαν να δουλεύσουν. Εφαντάσθη ότι με τον βούρδουλαν ηδύνατο να διορθώση μίαν οικτράν από πάσης απόψεως, αλλά και αναπόφευκτον εις παρομοίας περιστάσεις κατάστασιν. Από τας ουτοπιστικάς αυτάς, αλλά και απολυταρχικάς εις το βάθος σκέψεις και αντιλήψεις, ήλθεν εις αντίθεσιν με την μεγάλην πλειοψηφίαν του λαού […]. 235 Οι κωλυσιεργίες του Καποδίστρια δεν ήταν όμως δυνατόν να κρατήσουν περισσότερο.

235

Κορδάτου «Η Κοινωνική Σημασία κλπ», σελ. 112-113.

203


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Μετά διαφόρους προσπαθείας εδημοσιεύθη το υπ’ αριθ. 8268/15-12-1828 ΙΘ΄ Ψήφισμα, υπό τον τίτλον «Διοργανισμός των Δικαστηρίων». Εις εκτέλεσιν του Ψηφίσματος τούτου δημοσιεύονται μεταξύ των άλλων εκδοθέντα εις ιδιαίτερα φυλλάδια, το υπ’ αριθ. 9469/18-2-1829 Διάταγμα, δια του οποίου προβλέπεται η σύστασις 13 Πρωτοκλήτων Δικαστηρίων, και το υπ’ αριθ. 12518/18-5-1829 Διάταγμα, δια του οποίου συνιστάται και το Πρωτόκλητον κατά την Αχαΐαν Δικαστήριον με έδραν την Βοστίτσαν. Εις τον τομέα της ποινικής διαδικασίας εξεδόθη το Ψήφισμα (αριθ. 11924) υπ’ αριθ. Λ της 6-51829 υπό τον τίτλον «Εγκληματική Διαδικασία», ενώ αι ουσιαστικαί ποινικαί διατάξεις του «Απανθίσματος των Εγκληματικών» της εν Άστρει Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως του 1823 των Ελλήνων παρέμειναν εν ισχύι. […] Εις τον τομέα του ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρον 38 του ΙΘ΄ Ψηφίσματος της 15-12-1828, «τα δικαστήρια ακολουθούν εις μεν τα πολιτικά τους νόμους των αυτοκρατόρων, περιεχομένους εις την πρόχειρον Εξάβιβλον του Αρμενοπούλου, εις δε τα εμπορικά τον της Γαλλίας εμπορικόν κώδικα, έως ού εκδοθή ο παρασκευαζόμενος ποινικός κώδιξ, εις τα διορθωτικά και εγκληματικά κρίνουν κατά το Απάνθισμα των Εγκληματικών και κατ’ επιείκειαν». […] Τέλος το ανωτέρω μνημονευθέν από 15/27 Αυγούστου υπ’ αριθ. 152 Ψήφισμα «περί διοργανώσεως δικαστηρίων» δια του εν παραρτήματι εκδοθέντος άρθρ. 148 αυτού ώριζε: «Τα Δικαστήρια δια μεν το πολιτικόν ακολουθούν τους νόμους των Αυτοκρατόρων […], δια το εμπορικόν τα τρία πρώτα βιβλία του Γαλλοεμπορικού Κώδικος, δια το επανορθωτικόν τον παρόντα νόμον, δια το εγκληματικόν το επικρατούν Απάνθισμα, τον ορθόν λόγον και την Επιείκειαν…» 236 Τα μέτρα βέβαια που έλαβε ο Καποδίστρια για την Δικαιοσύνη πολύ λίγο βελτίωναν την κατάσταση:

Ανδρέα Δ. Μαγκλάρα «Θέματα εκ της νομολογίας του εν Αιγίω Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου (1829-1830)», στα Πρακτικά του Α΄ Τοπικού Συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών, σελ. 162-164. 236

204


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

[Σ]το Ποινικό Δίκαιο διατηρήθηκε αποκλειστικά το Απάνθισμα του 1823 με την εξωφρενική όμως διάταξη, ότι για όλα τα αδικήματα που παραλείπονται από το νόμο οι δικαστές έπρεπε, επιβάλλοντας ποινές, να κρίνουν με επιείκεια και υγιή ορθό λόγο. Μια τέτοια διάταξη όμως, ιδιαίτερα σε μια εποχή πολιτικού κομματισμού και απόλυτης εξάρτησης των δικαστηρίων, όπως ήταν αυτή που δημιουργήθηκε στο δεύτερο μισό της καποδιστριακής κυβέρνησης, αυτονόητο ήταν να οδηγήσει σε απεριόριστη αυθαιρεσία. Η ιστορία της εποχής μας παρέχει τα πιο φρικτά σχετικά τεκμήρια. Η κατάσταση αυτή όμως είχε και ένα άλλο τεράστιο μειονέκτημα. Δημιούργησε σιγά – σιγά στους δικαστές μια πλήρη περιφρόνηση για όλους τους κείμενους νόμους, με συνέπεια να σχηματίζουν την αντίληψη ότι μπορούν να συμπληρώνουν όπως αυτοί νομίζουν όχι μόνο τα υποθετικά και πραγματικά κενά, αλλά να αγνοούν ακόμα και σαφείς και ρητές διατάξεις του νόμου και σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να διορθώνουν εντελώς αυθαίρετα το δίκαιο. 237 Παρά βέβαια τα μέτρα και τις ρυθμίσεις που –έστω και με καθυστέρηση- αναγκάστηκε να εισάγει ο Καποδίστριας για να «στήσει» δικαστικό σύστημα στον τόπο, οι πολίτες επέμεναν να προσφεύγουν στους Κριτές και στην δικαιοσύνη που είχαν συνηθίσει όλα τα προηγούμενα χρόνια: Δια της ημετέρας αποδείξεως δηλοποιείται, ότι περιερχόμενος τα χωρία της επαρχίας μου κατά την εκκλησιαστικήν συνήθειαν, προς πνευματικήν επίσκεψιν των χριστιανών επαρχιωτών μου, κατήντησα και εις το χωρίον τουρκολάκα. Ένθα μοι ανηνέχθη η διαφορά του γιάννη τουρό όπου έχει μετά του μανιατογιάννη περί τινών χωραφίων. Εγώ μετά την θείαν λειτουργίαν παρόντων όλων των τουρλακιωτών αφώρησα τους όσοι ηξεύρουν περί των χωραφίων, και αφιλοπροσώπως δεν μαρτυρήσουν. Όθεν οι Γέροντες του χωρίου ωμολόγησαν εν βάρει της συνηδείας αυτών, ότι τα χωράφια είναι πατρικά του Γιάννη Ντούρου, και ότι ο πατήρ του μανιατογιάννη, και ο Geib «Παρουσίαση της κατάστασης του Δικαίου στην Ελλάδα κλπ», σελ. 164-165. 237

205


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

μανιατογιάννης ως συγγενείς του πατρός του Τούρου τα επήραν, ώστε ερχόμενος αυτών των τούρα και αποδόντων τα χρήματα, να τα επιστρέφουσιν εις τους Κυρίους, αυτά εμαρτύρησαν ενώπιόν μου, καθώς και ότι οι ίδιοι, δια του γνησίου των εγγράφων μαρτυρούσι συνπάσει αλήθεια. Όθεν δίδεται το παρόν εις ένδειξιν των διατρεξάντων. Τη 23 Μαρτίου 1830 εν Ανδρούσης Ιωσήφ (;) υποβεβαιοί Αντίγραφον. 238 Οικονομία και Δικαιοσύνη Από την κατάσταση ανομίας που επικρατούσε ακόμα και στα χρόνια του Καποδίστρια δεν απειλείτο τόσο η ζωή και η σωματική ακεραιότητα των πολιτών –ειδικά στο Μοριά: Τα διάφορα είδη φόνου και σωματικών βλαβών σε καμιά χώρα δε διαπράττονται τόσο σπάνια όσο στην Ελλάδα κι αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους. Οι σημερινοί έλληνες δηλαδή, είναι ακριβώς όπως και στην αρχαιότητα φλύαροι και πολυλογάδες και παρόλη τη ζωντάνια τους και την κινητικότητά τους, παρόλη την ορμητικότητα και το πάθος με το οποίο υπερασπίζουν σε κάθε περίπτωση τις απόψεις τους, μένουν πάντα μόνο στα λόγια και στις βρισιές (1) και είναι σα να διοχετεύουν όλη την οργή τους σ’ ένα φυσικό οχετό, χωρίς κάθε φορά να φτάνουν, όπως γίνεται άλλου, στο πιό συνηθισμένο αποδεικτικό μέσο, το σουγιά ή τις γροθιές. Βέβαια σ’ αυτό μπορεί να συντελεί και το ότι εδώ είναι σχεδόν άγνωστη η υπερβολική μέθη που σε άλλες χώρες γίνεται τόσο συχνά αιτία τραυματισμών και θανατηφόρων σωματικών βλαβών (vinum cornua addid pauperi – Το κρασί δίνει θάρρος στον φτωχό). Ένας μεθυσμένος έλληνας είναι σίγουρα σπάνιο φαινόμενο, παρόλη την υπερβολική κατανάλωση κρασιού. Πρέπει

238 Αναφορά του Επισκόπου Ανδρούσας Ιωσήφ προς την Γραμματεία Δικαιοσύνης. ΓΑΚ/Αρχείο Περιόδου Καποδίστρια/Υπ.Δικ./Φάκελος εγγράφων 16/7/1830. Δημοσιεύεται στο Δ. Σερεμέτη «Η δικαιοσύνη επί Καποδίστρια: Πρώτη περίοδος, 1828-1829» σελ. 432-433.

206


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

όμως να προσθέσει κανείς, ότι μερικά κίνητρα που σε άλλες χώρες γίνονται συχνά αιτία τέτοιου είδους εγκλημάτων, όπως π.χ. έρωτας και ζήλεια, είτε είναι σχεδόν ανύπαρκτα στους έλληνες, είτε έχουν πολύ μικρή επίδραση απάνω τους. Οι ελληνίδες δηλαδή, κακοσχηματισμένες αλλά και χωρίς καμιά μόρφωση και χάρη, δεν ήταν καθόλου κατάλληλες για να ξυπνήσουν περιπαθή αγάπη. Ζούνε ή ζούσαν τουλάχιστον μέχρι τώρα, εντελώς αποτραβηγμένες, μ’ έναν τόσο τούρκικο ή έστω τόσο κλασσικό τρόπο, ώστε δεν έρχονταν σχεδόν ποτέ σε επαφή με άντρες. Και οι γάμοι ακόμα ρυθμίζονταν, όπως αναφέρθηκε κιόλας, με τέτοιο τρόπο, ώστε οι μέλλοντες σύζυγοι ελάχιστα γνωρίζονταν προσωπικά. Δεν μπορούσε επομένως ούτε συζήτηση να γίνει για μιά πραγματική ερωτική ας πούμε σχέση, για αντιζηλία και τα παρόμοια. Από τη στιγμή μάλιστα που έκλεινε η συμφωνία του γάμου, θα πρέπει να πει κανείς, και είναι τιμητικό για τις ελληνίδες, πως σπάνια ο άντρας μπορούσε να παραπονεθεί πραγματικά για απιστία της γυναίκας του. Δε φαίνεται επομένως να υπάρχουν στην Ελλάδα οι λόγοι εκείνοι που δίνουν συνήθως αφορμή για οικογενειακούς τσακωμούς, δυστυχία και εγκλήματα. Τελικά, προσπαθώντας να δώσει κανείς μιά εξήγηση για την τόσο εντυπωσιακά σπάνια διάπραξη εγκλημάτων αυτού του είδους, θα πρέπει να μην ξεχνάει πως ένα μεγάλο μέρος ελλήνων, οι μωραΐτες, δεν έχουν σε υψηλό βαθμό το απαιτούμενο θάρρος για τη διάπραξη φόνου (2). Οι ρουμελιώτες δηλαδή, μ’ όλο που ήταν άξεστοι και αμόρφωτοι, ήταν συγχρόνως φιλοπόλεμοι και τολμηροί μέχρι να γίνονται παράτολμοι. Οι κάτοικοι της Πελοποννήσου αντίθετα, πιό μορφωμένοι σχετικά, είναι γενικά δειλοί, δουλικοί και ύπουλοι και αντίθετα απ’ τους ρουμελιώτες, που παντού αντιμετωπίζουν ανοιχτά και κατά μέτωπο τους εχθρούς τους με το όπλο στο χέρι, αυτοί ξέρουν να αμύνονται μόνο με πονηριά και δόλο. Αδικήματα λοιπόν που χρειάζονται δύναμη και αποφασιστικότητα γίνονται μόνο από ρουμελιώτες. (1) Γι ’ αυτό και είναι πολύ συχνές οι προσβολές όπως εμείς τις ονομάζουμε. Επειδή όμως, όπως ακριβώς την εποχή του Αριστοφάνη, κανείς δεν πιστεύει πως υπάρχει εδώ κάτι 207


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

το αξιόποινο, τέτοιου είδους προσβολές ξεχνιούνται τόσο γρήγορα όσο εκστομήθηκαν. (2) Η φαρμακεία, ίσως από ευτυχή άγνοια, ήταν μέχρι τώρα το πιο σπάνιο αδίκημα. 239 Αντίθετα, αυτό που απειλείτο κυρίως από την απουσία νόμων και συστήματος δικαιοσύνης ήταν η περιουσία -όσων από τους πολίτες είχαν τέτοια. Η απουσία πάσης συστηματικής απονομής της δικαιοσύνης υπήρξεν η αιτία μεγάλης ηθικής εκλύσεως κατά το διάστημα της Ελληνικής Επαναστάσεως. Οι χρηστοί άνδρες κατεστράφησαν εκπληρούντες τας υποχρεώσεις των. Οι φαύλοι ηθέτησαν και τα χρηματικά εκείνα χρέη, τα οποία ηδύναντο άνευ δυσκολίας να πληρώσωσιν. Εις τον λαόν εφάνη ότι η εντιμότης δεν ήτο η αρίστη πολιτική εις τας χρηματικάς υποθέσεις, και η γενική ροπή προς την αισχροκέρδειαν είνε, ως απεδείχθη εις τας προηγουμένας σελίδας, αθέως κεχαραγμένη εις την ιστορίαν των Ελλήνων. Όταν έφθασεν ο Καποδίστριας, το αβέβαιον της ζωής και ιδιοκτησίας μεταξύ των αγροτικών τάξεων ηπείλει την διάλυσιν της κοινωνίας, και οι Έλληνες εφαίνοντο εις κίνδυνον να καταστώσιν έθνος εμπόρων εις πόλεις και κώμας, όπως οι Εβραίοι. 240 Είδαμε ήδη από προηγούμενο κεφάλαιο ότι ένα τεράστιας σημασίας θέμα ήταν ακόμα ανοικτό: Αυτό των χρεών που είχαν δημιουργηθεί προεπαναστατικά. Δύο ήσαν οι κύριες κατηγορίες οφειλετών τέτοιων χρεών: Αφ’ ενός οι κοινότητες, των οποίων τα συμβούλια είχαν χρεωθεί υποθηκεύοντας τα χωράφια των πολιτών των καζάδων σε τοκογλύφους Αυτοί οι τοκογλύφοι είτε θα έδιναν στην κοινότητα ρευστό είτε θα αναλάμβαναν την υποχρέωση να ξεπληρώσουν τα χρέη του καζά στην Οθωμανική διοίκηση. Αφ’ ετέρου στα κιτάπια των τοκογλύφων καταγράφονταν οι κοτζαμπάσηδες, για τους παρακάτω λόγους:

Geib «Παρουσίαση της κατάστασης του Δικαίου στην Ελλάδα κλπ», σελ. 108-114. 240 Finlay «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», τομ. Β΄, σελ. 57. 239

208


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Οι ολιγαρχικοί πολλάκις εβιάζοντο, δανειζόμενοι επί Τουρκοκρατίας, να δίδουν χρεωστικάς ομολογίας διαλαμβανούσας ότι εδανείσθησαν δι’ ιδίαν ανάγκην των και όχι δι’ ανάγκην της οποίας έκαστος προΐστατο κοινότητος, διότι τούτο απήτουν οι δανεισταί προς ασφάλειάν των. Και εις πολλούς ήτο γνωστόν ότι εδανείσθησαν επ’ ονόματί των μεν αλλά δια λογαριασμόν της κοινότητος. Αλλ’ είν’ επίσης γνωστόν ότι εδανείζοντο και καθ’ ημέραν δια ιδιαίτερον λογαριασμόν των, δια ν’ αποκτήσουν χωρία και άλλα κτήματα. Ήτον άρα πιθανόν να επιφορτίσουν ήδη όλας τας τοιαύτας ομολογίας των δια λογαριασμόν των κοινοτήτων, και να υποχρεώθούν οι λαοί να τας πληρώσουν. 241 Όπως λοιπόν συνέβη και με την περίπτωση του Ταμπακόπουλου, έτσι και αλλού, με το ξέσπασμα της Επανάστασης πάγωσε το θέμα της αποπληρωμής των χρεών που είχαν δημιουργηθεί για διάφορους λόγους –κυρίως όμως φορολογικούς- προεπαναστατικά. Όταν λοιπόν φάνηκε ότι τα πράγματα καταλάγιαζαν, αλλά και ταυτόχρονα ξέσπασε η μεγάλη οικονομική κρίση, λόγω της μηδενικής παραγωγής στα χρόνια της επανάστασης και των τεράστιων καταστροφών που είχε φέρει ο πόλεμος στα χωριά και τις πόλεις του Μοριά, αυτοί που κατείχαν στα χέρια τους χρεόγραφα άρχισαν πιεστικά να ζητούν από το κράτος να τους επιτρέψει την είσπραξή τους. Με κάθε τρόπο. Ταυτόχρονα όμως το Κράτος φάνηκε απρόθυμο να καταρτίσει μια κάθετη ρύθμιση πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Η απροθυμία του αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί άσχετη και με την γενικότερη κωλυσιεργία του να δημιουργήσει ένα οργανωμένο σύστημα Δικαιοσύνης. Οι απόψεις του Καποδίστρια στο συγκεκριμένο ζήτημα φαίνεται να ταυτίζονται με τις απόψεις των μεγαλοαστών. Και το λέμε αυτό γιατί τον Οκτώβρη του 1828 δημοσιεύτηκε στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, το επίσημο όργανο της Κυβέρνησης, ένα ασυνήθιστο – για την ύλη της εφημερίδας- άρθρο: Επρόκειτο για τις προτάσεις του μεγαλεμπόρου Λουκά Ράλλη για το πώς θα ήταν πρέπον να Σπηλιάδη, «Απομνημονεύματα, τομ. Δ΄: Ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και τα μετ’ αυτόν», σελ. 136. 241

209


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

λυθούν οι διαφορές που δημιουργήθηκαν προεπαναστατικά, με βάση ποια διαδικασία και με ποιο εφαρμοστέο δίκαιο. Την πεποίθηση ότι επρόκειτο για άρθρο-λαγό του Κυβερνήτη, για να προλειάνει αντιδράσεις και όχι για μια αφορμή για δημόσιο διάλογο μέσα από τις σελίδες της Γενικής Εφημερίδας, την επιτείνει και το γεγονός ότι δεν ακολούθησε στη συγκεκριμένη εφημερίδα καμιά αντίθετη αρθρογραφία. Διατριβή περί Δικαστηρίων Πότε θέλουν συστηθή τα Δικαστήρια; Το αντικείμενον τούτο ενασχολεί από τινος καιρού πολλούς από τους Έλληνας, τους μεν δια την επιθυμίαν να ιδούν εισαγμένην εις την Ελλάδα την απ’ αρχής ποθούμενην νόμιμον δικαιοδοσίαν, τους δε δια τας διαφοράς, τας οποίας έχουν να καθυποβάλουν εις την κρίσιν των Δικαστηρίων. Αλλ’ αι υποθέσεις αύται έλαβαν την αρχήν των ως επί το πολύ προ της εθνεγερσίας, και όχι ολίγαι είναι και αι εντός αυτής γεννηθείσαι. Αυταί αι υποθέσεις είναι συμπεριπεπλεγμέναι επί το πλείστον από περιστατικά τοιαύτα, τα οποία δεν ήτον εις την θέλησιν ενός εκάστου να τ’ αποφύγη. Ήσαν άφευκτα επακολουθήματα εσχάτης ανάγκης, και ο νόμος, εκτός ότι δεν εμπορεί να έχη οπισθενεργόν δύναμιν, ούτε ημπορούσε να προνοήση δι’ όλα αυτά. Τολμώ λοιπόν να ερωτήσω. Τα Δικαστήρια αυτά, ανίσως εναγκαλισθούν τας προ της συστάσεώς των κρισολογίας, θέλουν άρα γε δυνηθή να απολαύσουν τον κύριον σκοπόν των, δηλαδή να αποδώσουν το δίκαιον εις τα μέρη, χωρίς να παρεκτραπώσιν από τας απαιτουμένας νομικάς διατυπώσεις, και με πλήρη ανάπαυσιν της συνειδήσεως των δικαστών; Εγώ το νομίζω αδύνατον, όσον και αν υποτεθώσι νομικοί, έμπειροι και ευσυνείδητοι οι μέλλοντες δικασταί. […] Αλλ’ ας υποτεθή δια μίαν στιγμήν, ότι οι μέλλοντες δικασταί θέλουν ευτυχήσει να εφαρμόσουν τον νόμον εις όλας τας υποθέσεις. Είναι τάχα δίκαιον, καθώς ο Γάλλος και Άγγλος σήμερον εις τας πατρίδας των, να καταδικασθή επίσης και ο Έλλην, οπότε άλλος έφυγε γυμνός από την Τουρκίαν δια ν’ αποφύγη την σφαγήν, άλλου εδήμευσαν εις την Τουρκίαν τα κτήματά του, άλλος, δια να διατρέξη εις τον αγώνα, εγκατέλιπε τα έγγραφα και τας αποδείξεις του, ή του επυρπολήθησαν από τον εχθρόν, 210


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

άλλος, διότι εξηγόρασε με τα λείψανα της περιουσίας του την ανδραποδισθείσαν οικογένειάν του, στερείται άλλων μέσων, και καθεξής; Δεν φρονώ να είναι κανείς με μικρά ανθρωπισμού αισθήματα, όστις αποφασίζει να δώση τόσον εύκολα την περί τοιούτων πραγμάτων ψήφον του. Αλλά, πώς έχουν να θεωρηθούν και να τελειώσουν αυταί αι υποθέσεις; Η ερώτησις αύτη είναι πολλού λόγου αξία, και δια ν’ αποκριθή τις, δεν πρέπει, νομίζω, να το κάμη παρά με ευλάβειαν και με σπουδαίαν συζήτησιν, μήπως ευρεθή ο μέσος όρος. Και επειδή παντός Έλληνος χρέος απαραίτητον είναι να παρουσιάζεται, όταν πρόκειται λόγος περί των κοινών συμφερόντων, δια τούτο προτείνω μίαν απλήν γνώμην επί σκοπώ να δώσω αιτίαν εις τους επιστημονικωτέρους και εμπειροτέρους, να λαλήσωσι διεξοδικώτερον και καταλληλότερον περί αντικειμένου τόσον σπουδαίου. Φρονώ λοιπόν ότι συμφέρει: Πρώτον. Τα Δικαστήρια, τα οποία μέλλουν να συστηθούν, να δικάζωσι, κατά τους παραδεχθησομένους νόμους, μόνας τας υποθέσεις εκείνας, όσαι γεννηθώσι μετά την σύστασιν των Δικαστηρίων, και μετά την από της συστάσεως αυτών προσδιορισθησομένην προθεσμίαν. Τοιουτοτρόπως και οι δικαζόμενοι θέλουν γνωρίζει, ποίοι νόμοι θέλουν τους δικάζει, και οι δικασταί εις ποίους νόμους θέλουν επιστηρίζεσθαι, και ποίους δικαστικούς τύπους θέλουν ακολουθεί. Ο τρόπος ούτος ασφαλίζει το δίκαιον του πολίτου και την υπόληψιν προς τον δικαστήν, και στηρίζονται και ηθικώς τα ιερώτατα αυτά καταστήματα. Δεύτερον. Δια τας διαφοράς των Ελλήνων τας προ και εντός της εθνεγερσίας μέχρι της συστάσεως των Δικαστηρίων, να διορίση η Κυβέρνησις μίαν πενταμελή επιτροπήν με τους αναγκαίους γραμματείς, εκλελεγμένους από τας διαφόρους τάξεις των Ελλήνων, άνδρας με σύνεσιν, με πείραν και, προ πάντων, με αρετήν, η οποία επιτροπή διαμένουσα όπου και η Κυβέρνησις, να κρίνη ανεκκλήτως όλας τας διαφοράς αυτάς, οδηγουμένη ευσυνειδήτως από τας περιστάσεις των διαφερομένων, και, ει δυνατόν, συμβιβάζουσα μάλλον ή δικάζουσα τας διαφοράς. Τοιουτοτρόπως τα διαφερόμενα μέρη 211


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

θέλουν βλέπει εις τα υποκείμενα των κριτών τόσους ειρηνοποιούς εξισαστάς, χωρίς να απαιτούν ακρίβειαν δικαστικήν, και οι επιτροποκριταί θέλουν έχει ελαφράν την συνείδησίν των, ότι έκριναν όχι με ασυμπαθή αυστηρότητα κατά των κριτών το χρέος, αλλά μ’ εκείνην την ευσυνειδησίαν, την οποίαν απαιτούσιν ανώμαλοι και από ανωμάλους περιστάσεις γεννώμεναι υποθέσεις. […] Εν Αιγίνη, τη 24 Οκτωβρίου 1828. Λουκάς Ράλλης.242 Η πρόταση του Ράλλη, την οποίαν εν πολλοίς φαινόταν να αποδέχεται και ο Καποδίστριας, ερχόταν σε αντίθεση με την όποια αντίληψη περί συνέχειας του κράτους, από την Οθωμανική κυριαρχία στις Επαναστατικές Κυβερνήσεις και τώρα στην δικτατορία του Κυβερνήτη. Άνοιγε παραθυράκια στην διαγραφή χρεών -κυρίως των κοινοτήτων, δηλαδή των φτωχών αγροτών- μέσω της πρότασης για την απομάκρυνση από τους αυστηρούς δικονομικούς κανόνες, τη σύσταση ειδικών δικαστηρίων και την εφαρμογή στις «κρισολογίες» αυτών αρχών όπως της επιείκειας, της διαιτησίας και του εθίμου. Μπορεί η πρόταση να αφορούσε όχι μόνο τις οικονομικές αλλά και τις άλλες διαφορές, ποινικής ή αστικής φύσεως, που είχαν ανακύψει τα χρόνια πριν την έλευση του Καποδίστρια, αλλά αυτοί που φυλάγανε χρεόγραφα υπογεγραμμένα κυρίως από επαρχιακά συμβούλια και αγρότες στα σεντούκια τους άρχισαν να δυσανασχετούν. Γι’ αυτό το λόγο και το ΙΘ΄ Ψήφισμα «Περί Διοργανισμού των Δικαστηρίων» που εκδόθηκε δυο μήνες αργότερα δεν περιείχε ρυθμίσεις για τα ζητήματα που έπιανε στο άρθρο του ο Λουκάς Ράλλης. Έπρεπε να περάσουν αρκετοί μήνες για να ληφθεί ένα τέτοιο μέτρο, και όπως διαπιστώνουμε από το κείμενο του ψηφίσματος, σίγουρα θα υπήρξε αρκετή αντιπαράθεση: Αριθ. 12.574 Ψήφισμα ΛΓ΄ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ. Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

242

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αριθ. 81/1828, Αίγινα, 31/10/1828.

212


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Θεωρούντες την εσχάτην πενίαν, εις την οποίαν υπέπεσαν οι λαοί της Ελλάδος από τας δεινάς του πολέμου περιστάσεις, Θέλοντες, καθ’ ήν στιγμήν τα Δικαστήρια οργανισθέντα εις διάφορα Τμήματα της Επικρατείας αρχίζουν τα ουσιώδη έργα των, να συμβιβάσωμεν τας αρχάς της αυστηράς δικαιοσύνης με τα άφευκτα αποτελέσματα τοσούτων δυστυχημάτων, Και δια να κανονίσωμεν την απόδοσιν των χρηματικών χρεών με τρόπον, ώστε να ευκολυνθώσιν οι οφειλέται χωρίς να θυσιάσωσι τα νόμιμα συμφέροντα των δανειστών, Ψηφίζομεν. 1. Αι αγωγαί δια πληρωμήν χρεών συμφωνηθέντων από Κοινοτήτας επαρχιών, πόλεων, κωμοπόλεων και χωρίων, ή από ανθρώπους δι’ ανάγκας και λογαριασμόν Κοινοτήτων, αν αποδειχθή, κρίνονται από τα τακτικά Δικαστήρια κατά την δικαιοδοσίαν αυτών, η δε εκτέλεσις των δικαστικών αποφάσεων, των αφορωσών τα τοιαύτης φύσεως χρέη, αναβάλλεται μέχρι της προσεχούς συγκαλέσεως του συνεδρίου των Αντιπροσώπων του έθνους, το οποίον θέλει κανονίσει τον τρόπον της πληρωμής αυτών. Ομοίως αναβάλλεται μέχρι της ιδίας εποχής η εκτέλεσις των δικαστικών αποφάσεων, των αναγομένων εις διοικητικά χρέη και στρατιωτικούς μισθούς. 2. Τα τακτικά Δικαστήρια, κατά την δικαιοδοσίαν και αρμοδιότητα αυτών, θέλουν κρίνει τας αγωγάς, και θέλουν τας εκκαθαρίζει δια χρέη, προερχόμενα από δάνεια, συμφωνηθέντα από ιδιαιτέρους ανθρώπους μέχρι του 1827 έτους, συμπεριλαμβανομένου και αυτού. Αλλ’ ο τρόπος της εκτελέσεως των δικαστικών αποφάσεων, των αναγομένων εις τοιαύτης φύσεως χρέη, θέλει κανονίζεσθαι από δικαστήρια επιεικείας. 3. Τα δικαστήρια της επιεικείας, θέλουν κανονίσει οριστικώς και ανεκκλήτως τον τρόπον της εκτελέσεως των δικαστικών αποφάσεων, κατά τους γενικούς κανόνας τους διαλαμβανομένους εις την ιδιαιτέραν περί τούτου διάταξιν. Εν Αιγίνη, την 18 Μαΐου 1829. Ο Κυβερνήτης Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. 213


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Ο Γραμματεύς της Επικρατείας Ν. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. * * * Αριθ. 12.575 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ. Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Κατά συνέπειαν του υπ’ αριθ. 12.574 ΛΓ΄ Ψηφίσματος, Διατάττει. 1. Τα αιρετά δικαστήρια της επιεικείας, κανονίζοντα οριστικώς τον τρόπον της εκτελέσεως των περί ατομικών χρηματικών δανείων δικαστικών αποφάσεων, χρεωστούν να συμβιβάζουν, όσον είναι δυνατόν, τους κανόνας της επιεικείας με τας αρχάς της δικαιοσύνης. 2. Δια την ορισθείσαν από τας δικαστικάς αποφάσεις πληρωμήν των χρεών, των προερχομένων από ατομικά δάνεια, συμφωνηθέντα μέχρι τέλους του 1827 έτους, θέλουν παραχωρεί προθεσμίας. 3. Το μέτρον των παραχωρηθησομένων προθεσμιών θέλει λαμβάνεσθαι από την ποσότητα του χρέους, και από την κατάστασιν της ακινήτου, ή κινητής, ιδιοκτησίας του οφειλέτου και του δανειστού. 4. Δια την εξόφλησιν των χρηματικών χρεών, των οποίων το όλον υπερβαίνει την αξίαν των 60 διστήλων, τα δικαστήρια της επιεικείας θέλουν δίδει προθεσμίαν, ούτε μικροτέραν των 3 μηνών, ούτε μεγαλητέραν των 10 ετών. 5. Αι προθεσμίαι, αι υπερβαίνουσαι ολιγώτερον τον κατώτατον όρον των 3 μηνών, θέλουν παραχωρείσθαι εις τους οφειλέτας, των οποίων το όλον του χρέους υπερβαίνει ολιγώτερον την αξίαν των 60 διστήλων, των οποίων η κινητή περιουσία δεν επηρεάσθη πολύ από τας δεινάς περιστάσεις του πολέμου, και των οποίων τα ακίνητα κτήματα, παθόντα την μικροτέραν ζημίαν, δύνανται να δώσουν ταχύτερον τους αναλόγους καρπούς. 6. Αι μακρύτεραι προθεσμίαι και πλησιέστεραι του ανωτάτου ορίου των 10 ετών, θέλουν δίδεσθαι εις τους οφειλέτας, των οποίων το όλον του χρέους υπερβαίνει πλειότερον την αξίαν των 60 διστήλων, των οποίων η κινητή περιουσία έπαθε 214


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

την μεγαλητέραν ελάττωσιν ή ζημίαν, και των οποίων τα ακίνητα κτήματα χερσωθέντα αρχήτερα και πλειότερον, θέλουν αποκατασταθή βραδύτερον κάρπιμα. 7. Δύνανται τα δικαστήρια της επιεικείας, κατά την χρείαν, να διορίσωσιν εντός της παραχωρηθείσης προθεσμίας διαφόρους εποχάς, εις τας οποίας θέλει γίνεσθαι η πληρωμή του χρέους, κατά την προηγουμένην παρ’ αυτών εις μέρη διαίρεσιν της ολικής ποσότητος. 8. Χρεωστούν να οδηγώνται ως προς τον διορισμόν των εποχών και την εις μέρη διαίρεσιν της πληρωμής από το όλον του χρέους, από την κατάστασιν της κινητής και ακινήτου περιουσίας του και από τας ώρας της εισοδίας. Εν Αιγίνη, την 18 Μαΐου 1829. Ο Κυβερνήτης Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. Ο Γραμματεύς της Επικρατείας Ν. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ.243 Στα παραπάνω διατάγματα βλέπουμε τα εξής: α) Δεν ιδρύονται ειδικά Δικαστήρια για να κρίνουν την βασιμότητα ή μη αγωγών που έχουν σαν αντικείμενο την αναγνώριση χρεών κοινοτήτων ή ιδιωτών που δημιουργήθηκαν μέχρι την έλευση του Καποδίστρια. Αντίθετα, αυτές οι αγωγές θα δικάζονται από τα τακτικά Δικαστήρια που εκείνη την περίοδο είχαν αρχίσει να δημιουργούνται, και οι νόμοι που θα εφαρμόζονται θα είναι αυτοί ακριβώς που ίσχυαν στο κράτος και για τις άλλες διαφορές, δηλαδή οι… «Νόμοι των Αυτοκρατόρων» κλπ, όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Ουσιαστικά σε αυτές τις δίκες θα προσέρχονται οι μεν ενάγοντες – δανειστές με τα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι κάποιος τους όφειλε κάποιο χρηματικό ποσό, ενώ οι εναγόμενοι με όποια αποδεικτικά στοιχεία μπορούσαν να προσκομίσουν με τα οποία είτε θα αρνούνταν ότι έλαβαν κάποιο δάνειο ή ότι το είχαν αποπληρώσει και δεν υφίστατο πλέον χρέος. Το Δικαστήριο δεν θα έκρινε τους λόγους για τους οποίους ανέλαβε κάποιος κάποιο χρέος και επομένως δεν θα εξέταζε την «νομιμότητά» του –όπως π.χ. τα

243

Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, φ. 40/1829.

215


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

δάνεια που έλαβαν οι Κοινότητες για να καταβάλουν τους φόρους τους στην Οθωμανική Διοίκηση. Επομένως με τον πλάγιο αυτό τρόπο το Καποδιστριακό Κράτος αναγνώριζε την νομιμότητα της Οθωμανικής Κατοχής και την υποχρέωση των υπόδουλων να καταβάλουν φόρους σε αυτό. β) Η εκτέλεση των αποφάσεων που θα εξέδιδαν τα τακτικά δικαστήρια για τις υποθέσεις των χρεών των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων δεν θα ρυθμιζόταν από τα ίδια. Αφ’ ενός τα χρέη κοινοτήτων προς ιδιώτες δεν θα γίνονταν απαιτητά με την έκδοση της απόφασης του τακτικού Δικαστηρίου που τα αναγνώριζε, αλλά οι δανειστές θα έπρεπε να περιμένουν να ψηφιστεί από την επικείμενη Εθνοσυνέλευση ειδική ρύθμιση για το πώς θα τους καταβαλλόταν το οφειλόμενο ποσό. Στην ίδια ρύθμιση εντάσσονταν και τα χρέη που ανέλαβαν μεν ιδιώτες, αλλά τα ανέλαβαν ρητά για να χρηματοδοτηθούν ανάγκες κοινοτήτων. Τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με όσα είδαμε παραπάνω, ήταν και οι ομολογίες που υπέγραψε στα μέσα του Μάρτη του 1821 ο Ασημάκης Ζαΐμης για να αναλάβει τα χρέη του Καζά των Καλαβρύτων απέναντι στον Νικόλαο Ταμπακόπουλο. Αφ’ ετέρου, το πώς θα γινόταν η εξόφληση των χρεών που είχαν αναλάβει ιδιώτες απέναντι σε ιδιώτες, θα ρυθμιζόταν από ειδικά Δικαστήρια, τα λεγόμενα «Δικαστήρια Επιείκειας» που θα συστήνονταν για να εξετάσουν κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Στο υπ’ αριθμ. 12575 ψήφισμα που εκδόθηκε να ρυθμίσει τους κανόνες βάσει των οποίων θα λειτουργούσαν αυτά τα «Δικαστήρια Επιεικείας» δεν προβλέπει επιπλέον κανόνες δικαίου για το ζήτημα της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων που είχαν ήδη εκδοθεί. Αλλά προσθέτει την υποχρέωση οι Δικαστές να κρίνουν με βάση τους κανόνες της επιείκειας και να επιδιώκουν περισσότερο τον συμβιβασμό των δύο πλευρών παρά την πλήρη ικανοποίηση των δανειστών. Τα Δικαστήρια αυτά δεν φαίνεται να διέφεραν και πολύ από τις επιτροπές που εκδίκαζαν τις υποθέσεις το προηγούμενο διάστημα και προεπαναστατικά: Ήσαν αιρετά και δεν δεσμεύονταν από συγκεκριμένους νόμους. Η Κυβέρνηση, δηλαδή, τους άφηνε εν λευκώ να κρίνουν όπως αυτοί ήθελαν. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στα παραπάνω ψηφίσματα σχεδόν για πρώτη φορά αναφέρεται ρητά η «επιείκεια» ως αρχή που διέπει 216


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

την δικαστική επίλυση των διαφορών. Είδαμε και πρωτύτερα ότι η αρχή αυτή –για λόγους που είχαν να κάνουν κυρίως με την αδυναμία του «άλλως δύνασθαι πράττειν»- διείπε τις νομικές ρυθμίσεις τόσο προεπαναστατικά όσο και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Για πρώτη φορά όμως τώρα η Επιείκεια εμφανίζεται ως πολιτική επιλογή για να συμβιβαστούν οι αντικρουόμενες απόψεις πάνω στο ζήτημα των προεπαναστατικών κυρίως χρηματικών οφειλών. Και εκεί όμως που αυτή η επιείκεια θα μπορούσε να γίνει το εργαλείο με το οποίο θα διαγράφονταν μια και για πάντα χρέη που είχαν δημιουργηθεί αποκλειστικά και μόνο λόγω της οθωμανικής κατοχής και όχι για να «αυγατέψουν» οι έγγειες ιδιοκτησίες και η κινητή περιουσία των μεγαλοκτηματιών, ήρθε η Εθνοσυνέλευση του Άργους για να εξαλείψει κάθε τέτοιο ενδεχόμενο. Τα Κριτήρια Επιεικείας Με την άφιξή του στην Ελλάδα ο Καποδίστριας υποσχέθηκε σε αυτούς που τον κάλεσαν εδώ ότι θα προχωρούσε άμεσα στη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης, η οποία θα ψήφιζε νέο Σύνταγμα και θα καθόριζε με απαράβατο τρόπο το πώς θα κυβερνούσε ο Κυβερνήτης. Αυτή η Εθνοσυνέλευση βέβαια άργησε πάρα πολύ να συγκληθεί. Και ό��αν επιτέλους πραγματοποιήθηκε, τον Ιούλη και τον Αύγουστο του 1829 στο Άργος, μόνο Εθνοσυνέλευση δεν μπορούσε να ονομάζεται. Είναι χαρακτηριστικά τα παράπονα του Κανέλλου Δεληγιάννη: Δεν επιχειρώ να εξιστορήσω τας πράξεις αυτής της δούλης, της παραβεβιασμένης, της αθλίας εκείνης Συνελεύσεως, καθότι είναι αίσχος του Ελληνικού ενδόξου Έθνους και είναι αισχρόν εστι και λέγειν και οράν και ακούειν. Καθότι δεν έκαμε άλλο τι παρά δέκα τρία ψηφίσματα, τα οποία εγίνοντο επί τη αυθαιρέτω βουλήσει του Κυβερνήτου, εσχεδιάζοντο παρ’ αυτού, του Βιάρρου και του Γιαννετά, εδίδοντο τα σχέδια εις τας διαφόρους επιτροπάς της Συνελεύσεως. Αύται τα αντέγραφον και τα υπέγραφον και τα έστελναν εις τον Κυβερνήτην, ως έργα και πράξεις της Συνελεύσεως, και επί τέ-

217


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

λους εξέφρασεν η Συνέλευσις επισήμως την απεριόριστον εμπιστοσύνην της εις τον πατριωτισμόν και εις τας αρετάς αυτού του μοναδικού ανδρός! 244 Η «Συνέλευση» αυτή ασχολήθηκε και με το ζήτημα των προεπαναστατικών χρεών των κοινοτήτων, όπως είχε υποσχεθεί ο Κυβερνήτης ήδη με το υπ’ αριθμ. 12574 ΛΓ’ Ψήφισμά του. Όπως φαίνεται από τα Πρακτικά της Εθνοσυνέλευσης, οι αντιδράσεις των κοτζαμπάσηδων και των αστών στράφηκαν κυρίως γύρω από το ζήτημα των χρεών που είχαν αναλάβει ατομικά ιδιώτες –δηλαδή οι κοτζαμπάσηδες- για λογαριασμό κοινοτήτων. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΒ΄, ΙΟΥΛΙΟΥ 26 1. Εν τη σημερινή συνεδριάσει, προεδρεύοντος του Κυρίου Γ. Σισίνη ανεγνώσθησαν τα πρακτικά της Ι΄. συνεδριάσεως, και επεκυρώθησαν, υπογραφέντα. […] 18. Η επιτροπή της Συνελεύσεως επαρουσίασε δια της υπ’ αριθ. 31 των εισερχομένων αναφοράς της τα ακόλουθα σχέδια δύο ψηφισμάτων, αντικείμενον έχοντα, το μεν τα χρέη των κοινοτήτων, το δε τον τρόπον καθ’ όν το έθνος οφείλει να μαρτυρήση την προς τους ευεργέτας ευγνωμοσύνην του: [ακολουθεί το σχέδιο ψηφίσματος, του οποίου το κείμενο έχει ελάχιστες διαφορές με αυτό που τελικά ψηφίστηκε] Ανεγνώσθησαν τα ψηφίσματα, αντίγραφα δε τούτων εδόθησαν εις τους αντιπροσώπους κατά το άρθρον 7 της Θ΄ συνεδριάσεως, δια να κάμη έκαστος τας παρατηρήσεις του, πριν συζητηθώσιν εις την ακόλουθον συνεδρίασιν. […] ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΓ΄, ΙΟΥΛΙΟΥ 27 1. Εν τη σημερινή συνεδριάσει, προεδρεύοντος του κυρίου Γεωργίου Σισίνη, ανεγνώσθησαν τα Πρακτικά της ΙΑ΄ και υπεγράφησαν. […] 5. Προετέθη το περί χρεών ψήφισμα, κατά την ημερούσιον διάταξιν, άρθρο 22 [της προλαβούσης συνεδριάσεως]. Εθεώρησαν αι βάσεις επί των οποίων θεμελιούται το ψήφισμα τούτο, και επεκυρώθη το άρθρον 1.

244

Δεληγιάννη «Απομνημονεύματα», τομ. Γ΄, σελ. 167.

218


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

6. Ανεπτύχθη το 2 άρθρον ορίζον, ότι οι δανείσαντες εις τας κοινοτήτας θέλουν λαμβάνει παρά της Κυβερνήσεως του τόκους και βαθμηδόν τα κεφάλαια, κατά τας συμβάσεις, τας οποίας ήθελον συμφωνήσει μετ’ αυτής. Παρετηρήθη, ότι πολλοί, χρεωθέντες δι’ ανάγκας κοινοτήτων, βιαζόμενοι ως επί το πλείστον από τους κρατούντας, έδωκαν ατομικάς χρεωστικάς ομολογίας προς τους δανείσαντας. Εσυζητήθη, εάν ο δανείσας υποχρεούται εις τας συμβάσεις, τας οποίας ο χρεώστης του θέλει συμφωνήσει με την Κυβέρνησιν, ώστε, δηλονότι, να λάβη παρ’ αυτού τα δανεισθέντα κατά την αυτήν αναλογία. Το απαραβίαστον των συναλλαγματικών νόμων ελήφθη ως βάσις, ότι ο χρεώστης οφείλει να πληρώση το καθωμολογημένον χρέος του, χωρίς να υποχρεούται ο δανειστής να δεχθή άλλας συμφωνίας. Η ενάντια γνώμη επρόβαλεν, ότι είναι και άδικον και αδύνατον να εξοφλήση ο χρεώστης τον δανειστήν του, χωρίς να εξοφληθή πρώτον αυτός από την κοινότητα, δια τας ανάγκας της οποίας εδανείσθη. Μετά πολλούς εκατέρωθεν λόγους, απεφασίσθη να συζητηθή και αποφασισθή περί τούτου εις την ακόλουθον συνεδρίασιν. […] ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΔ΄, ΙΟΥΛΙΟΥ 29 1. Εν τη σημερινή συνεδριάσει, προεδρεύοντος του κυρίου Γεωργίου Σισίνη, ανεγνώσθησαν τα Πρακτικά της ΙΒ΄ και υπεγράφησαν. 2. Μετά την ανάγνωσιν των Πρακτικών της ΙΓ΄ συνεδριάσεως, προετέθησαν τα εν τη ημερουσίω διατάξει, άρθρω 9 [της προλαβούσης], και πρώτον το περί χρεών των κοινοτήτων σχέδιον ψηφίσματος. Παρετηρήθησαν αι αρχαί, επί των οποίων θεμελιούται το ψήφισμα τούτο, σύμφωνοι με το άρθρον 4 των βάσεων του Γ΄ ψηφίσματος και επεκυρώθη το άρθρον 1 και 3. Εσυζητήθη αύθις το άρθρον 2 και επανελήφθησαν οι αυτοί λόγοι, ως εις το άρθρον 6 της προλαβούσης, και ανετέθη η επικύρωσις αυτού εις την αυρινήν συνεδρίασιν. […] ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΕ΄, ΙΟΥΛΙΟΥ 30 219


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

1. Εν τη σημερινή συνεδριάσει, προεδρεύοντος του κυρίου Γεωργίου Σισίνη, ανεγνώσθησαν τα Πρακτικά της ΙΓ΄ συνεδριάσεως και επεκυρώθησαν. […] 4. Εγένοντο αύθις μακραί διαφιλονεικήσεις και συζητήσεις περί του άρθρου 2 του περί χρεών των κοινοτήτων ψηφίσματος και απεφασίσθη να μένη ως έχει, χωρίς προσθαφαιρέσεως. Ούτως, αναγνωσθέν και επιθεωρηθέν το προκείμενον ψήφισμα, επεκυρώθη και κατεχωρήθη εις τον Κώδικα των Ψηφισμάτων υπ’ αριθ. ς΄, δια να προσεπικυρωθή, κατά το άρθρον 4 της Θ’ συνεδριάσεως. ΨΗΦΙΣΜΑ ς΄ Η ΕΘΝΙΚΗ Δ΄ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ Θεωρούσα, ότι η τιμή του έθνους υπαγορεύσει το να προμηθεύση εις τας κοινότητας των διαφόρων επαρχιών του κράτους τα μέσα του να πληρώσωσι τα χρέη εις τα οποία καθυπέπεσαν επί της οθωμανικής εξουσίας, Θεωρούσα, ότι δια μόνης της κατ’ ευθείαν μεσολαβήσεως της Κυβερνήσεως είναι δυνατόν να χορηγηθώσιν εις αυτάς τα ειρημένα μέσα, Ψηφίζει: Άρθρον Α΄. Τα χρέη, όσα αι κοινότητες των διαφόρων επαρχιών της επικρατείας έλαβον προς διάφορα άτομα επί της οθωμανικής εξουσίας, απαιτείται να αποδειχθώσι προηγουμένως, η δε ολική ποσότης αυτών θέλει αποφασισθή οριστικώς ή δια των δικαστηρίων ή δι’ ειδικών και μικτών επιτροπών, τας οποίας η Κυβέρνησις και τα διαφερόμενα μέρη θέλουν ονομάσει εκ συμφώνου. Β΄. Αφού αποφασισθή το χρέος κατά τον λόγον του δικαίου, η ολική αυτού ποσότης θέλει καταχωρισθή εις τον κώδικα του εθνικού χρέους, ο δε δανειστής θέλει λαμβάνει τους τόκους και βαθμηδόν το κεφάλαιον, κατά τας συμβάσεις, τας οποίας θέλει συμφωνήσει με την Κυβέρνησιν. Γ΄. Η επικράτεια θέλει πληρωθή ωσαύτως από τας κοινότητας, των οποίων θέλει αναδεχθή τα χρέη. Επ’ αυτώ τούτω η κυβέρνησις, αφού προηγουμένως λάβη την γνώμην αυτών των ιδίων επαρχιών και την συγκατάνευσιν 220


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

της Γερουσίας, θέλει επιβάλει εις αυτάς τας κοινότητας τοιούτον ή τοιούτον δόσιμον, δια του οποίου θέλει δυνηθή ολίγον κατ’ ολίγον να αποζημιώση το Εθνικόν Ταμείον δι’ όσας πληρωμάς ήθελε καταβάλει εις εξόφλησιν των ειρημένων χρεών. Δ΄. Το παρόν ψήφισμα, καταχωρηθέν εις τον Κώδικα των Ψηφισμάτων και επικυρωθέν, να διευθυνθή προς την Κυβέρνησιν, δια να δημοσιευθή δια των τύπων και ενεργηθή. Εν Άργει τη τριακοστή Ιουλίου τω χιλιοστώ οκτακοσιοστώ εικοστώ ενάτω, 1829. Ο Πρόεδρος Γ. ΣΙΣΙΝΗΣ. Ο Αντιπρόεδρος Γ. ΜΑΥΡΟΜΑΤΗΣ. (Έπονται αι λοιπαί υπογραφαί) (Τ. Σ.) Οι Γραμματείς ΙΑΚΩΒΑΚΗΣ ΡΙΖΟΣ. Ν. ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ. Η πρόταση του Καποδίστρια ήταν η εξής: Να καταγραφούν τα χρέη των κοινοτήτων προς ιδιώτες και να αναλάβει την εξόφλησή τους προς τους δανειστές το ίδιο το Κράτος, το οποίο στη συνέχεια, μέσω της φορολογίας, θα εισέπραττε τα ποσά που κατέβαλε από τις κοινότητες, δηλαδή από το λαό. Με αυτόν τον τρόπο οι δανειστές των κοινοτήτων εξασφαλίζονταν απόλυτα και δεν ήσαν υποχρεωμένοι οι ίδιοι να αναζητούν τους προεστούς ή τους απογόνους τους που συμμετείχαν στα κοινοτικά συμβούλια όταν δημιουργείτο το χρέος και να απαιτούν την εξόφλησή τους. Πλέον το μόνο που χρειαζόταν να κάνουν ήταν να αποδείξουν ότι όντως το χρέος που αναζητούσαν υπήρχε. Μετά αναλάμβανε το Κράτος. Η επιείκεια λοιπόν, που εισήχθη με το υπ’ αριθμ. 12575 ψήφισμα στις διαδικασίες ρύθμισης των οφειλών των ιδιωτών –και που ήταν το παραθυράκι για την διαγραφή χρεών- αποκλειόταν από τις υποθέσεις των χρεών που είχαν δημιουργηθεί για να καταβληθούν οι φόροι στους Οθωμανούς! Και σαν να μην έφτανε αυτό, για μια ακόμα φορά αυτά τα ποσά καλούνταν να τα καταβάλουν στο πολλαπλάσιο οι ίδιοι που πλήρωναν τόσα χρόνια τους Οθωμανούς: οι αγρότες και οι παραγωγοί, οι κατώτερες τάξεις της ελληνικής επικράτειας. 221


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Είναι τουλάχιστον εξοργιστική και η διατύπωση στην εισαγωγή του Ψηφίσματος, που θέλει την εγγύηση της αποπληρωμής αυτών των χρεών «εις τα οποία καθυπέπεσαν επί της οθωμανικής εξουσίας» να είναι υπόθεση τιμής του Κράτους! Οι αντιδράσεις που εκφράστηκαν στη διάρκεια των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης αφορούσαν τα χρέη που είχαν αναληφθεί από τους κοτζαμπάσηδες στο όνομα των κοινοτήτων. Όπως είδαμε και πρωτύτερα, οι τοκογλύφοι προτιμούσαν να έχουν στα χέρια τους τέτοια χρεόγραφα παρά ομολογίες υπογεγραμμένες από κοινοτικά συμβούλια. Έτσι όμως -και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι κοτζαμπάσηδες ήσαν οι ίδιοι που από τη μια καθόριζαν το ύψος της φορολογίας της επαρχίας τους και από την άλλη την «δάνειζαν» για να πληρώσει αυτούς τους φόρους- ήταν αδύνατο να καθοριστούν επακριβώς τα ποσά που δανείστηκαν επαρχίες τε και κοτζαμπάσηδες για να πληρωθούν οι φόροι στους Οθωμανούς, έτσι ώστε να αναληφθεί η υποχρέωση για την εξόφλησή τους στους δανειστές από το Κράτος, σύμφωνα με το Ψήφισμα που πρότεινε ο Καποδίστριας. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του –τότε Γραμματέα της Επικρατείας, δηλαδή Πρωθυπουργού- Σπηλιάδη για τις συζητήσεις που είδαμε τόσο επιγραμματικά στα π��ακτικά της Εθνοσυνέλευσης: Εφιλονικήθη αν ήτο δίκαιον να εξοφλήση ο χρεώστης τον δανειστήν του, χωρίς να εξοφληθή πρώτον αυτός από την κοινότητα δια τας ανάγκας της οποίας εδανείσθη. Και επειδή δια τ’ αποδειχθησόμενα χρέη των κοινοτήτων εψηφίσθη να λαμβάνη ο δανειστής τους τόκους, και βαθμηδόν το κεφάλαιον από την Κυβέρνησιν, απεφασίσθη δι’ όσα χρέη οι ολιγαρχικοί έκαμαν δι’ ίδιον λογαριασμόν των να τα πληρώσουν εις τους δανειστάς των, κατά τους συναλλαγματικούς νόμους, και όχι καθ’ όν τρόπον η Κυβέρνησις έμελλε να εξοφλήση τους δανειστάς των κοινοτήτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπον εφυλάσσετο η δικαιοσύνη. Πρώτον διότι οι δανεισταί των ολιγαρχικών, όσοι δανεισμένοι δι’ ιδιαίτερον λογαριασμόν των, ελάμβανον το δικαίωμα να ενάξουν εις τα δικαστήρια τους χρεώστας των και να πληρωθούν τουλάχιστον κατά το παρά του Κυβερνήτου κατά τον Μάιον του 1829 εκδοθέν περί 222


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

πολλών χρεών Ψήφισμα (1). Και δεύτερον διότι οι Λαοί δεν εφοβούντο να καταδυναστευθούν και να επιφορτισθούν να πληρώσουν πλειότερα παρ’ όσα εχρεώστουν, ότε η Κυβέρνησις επαγρυπνούσα, ήθελε τους απαλλάξει από την αδικίαν. Οι ολιγαρχικοί επί Τουρκοκρατίας εκανόνιζον αυθαιρέτως τα χρέη των κοινοτήτων, η δ’ εξουσία εύρισκεν ομού με αυτούς το συμφέρον της εις το να τους υποστηρίζη να τους φορολογούν κατά το δοκούν και δι’ ανυπάρκτους αιτίας. (2) Ήδη χρεωστούν ν’ αποδείξουν πόθεν επήγαζον τα χρέη των κοινοτήτων, δια τα οποία είναι αυτοί υπόχρεοι εις τους δανειστάς των. Και η Κυβέρνησις θα προσέκη να υπερασπισθή τους λαούς, ώστε να μην πληρώσουν χρέη μη ανήκοντα εις τας κοινότητάς των. Το Ψήφισμα τούτο κατετάραξε τους ολιγαρχικούς, και τόσον πλέον όσον απήλλαττε τους λαούς από τας επιρροίας των, και τους αφήρει το μέσον του ν’ ανασταστώσουν το πάν δια τας ιδιοτελείας των εναντίον της Κυβερνήσεως. Ήτο λοιπόν δυνατόν να μην επικυρώση η συνέλευσις το τοιούτον Ψήφισμα; (1) Σχόλ. Κατ’ αυτό το ψήφισμα, τα τακτικά δικαστήρια αποφασίζουν περί του χρέους, προερχομένου από δάνεια συμφωνημένα μεταξύ ιδιωτών, αι δε αποφάσεις αυτών κανονίζονται από δικαστήριον Επιεικείας συντιθέμενον από δύο αιρετοκριτάς διοριζομένους από τα διαφερόμενα μέρη, και εις διχοψηφίαν από ένα τρίτον. Η δε πληρωμή των τοιούτων χρεών κανονίζεται παρ’ αυτών κατά την κατάστασιν των δανειστών και των χρεοφειλετών με προθεσμίας αναλόγους από τριών μηνών έως δέκα ετών. (2) Σχόλιον. Εσυμφώνησαν αναμεταξύ των και έκαμαν κατάστιχον να φορολογήσουν την Πελοπόννησον δια γρόσια …. επί λόγω δαπάνης δημοσίας δια αιτίας όλως δι’ όλου πλαστάς. Είς εξ αυτών τους επρόδωκεν εις τον Πασιάν δια να εκδικηθή τους εναντίου του εξ αυτών, και όχι δια να υπερασπισθή τον λαόν, και ο Πασιάς τους ετιμώρησε δια χρηματικής ποινής. 245

245

Σπηλιάδη, «Απομνημονεύματα», τομ. Δ΄, σελ. 136-137.

223


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Μετά όμως από δύο ημέρες ανούσιων αντιπαραθέσεων το ψήφισμα ψηφίστηκε ακριβώς όπως είχε εισαχθεί από τον Καποδίστρια. Μια από τις επόμενες εργασίες της Εθνοσυνέλευσης ήταν και η ενασχόληση με το ζήτημα των διαφόρων ποινικών υποθέσεων που είχαν ανακύψει ανάμεσα σε πολίτες στα χρόνια της Επανάστασης. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΣΤ, ΙΟΥΛΙΟΥ 31 1. Εν τη σημερινή συνεδριάσει, προεδρεύοντος του Κυρίου Γ. Σισίνη ανεγνώσθησαν τα πρακτικά της ΙΓ΄. συνεδριάσεως, και επεκυρώθησαν κατά το άρθρον 4 της Θ΄. συνεδριάσεως. […] 9. Επαρουσίασεν η επιτροπή της Συνελεύσεως σχέδιον ψηφίσματος περί πταισμάτων ή εγκλημάτων μεταξύ ομογενών από του 1821 έτους μέχρι της ελεύσεως του Κυβερνήτου, ως έπεται: [ακολουθεί το σχέδιο ψηφίσματος, του οποίου το κείμενο έχει ελάχιστες διαφορές με αυτό που τελικά ψηφίστηκε] Η συζήτησις και επεξεργασία του ψηφίσματος τούτου ανετέθη εις την αυρινήν συνεδρίασιν. Εδόθησαν δε αντίγραφα τούτου προς τους Πληρεξουσίους κατά το άρθρον 7 της Θ΄. συνεδριάσεως. […] ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΖ΄, ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1 1. Εν τη σημερινή συνεδριάσει, προεδρεύοντος του Κυρίου Γ. Σισίνη, μετά την ανάγνωσιν των πρακτικών της προλαβούσης ανεγνώσθη το περί Κριτηρίου Επιεικείας ψήφισμα. Παρετηρήθησαν αι βάσεις του ψηφίσματος προσωρινώς προσαρμοζόμεναι με τας περιστάσεις, και συμβιβάζουσαι όσον ένεστι την δικαιοσύνην με την επιείκειαν, σκοπόν έχουσαι την εξάλειψιν των εχθροπαθειών, όσαι εγεννήθησαν από του 1821 έτους μέχρι της ελεύσεως του Κυβερνήτου δια τα προς αλλήλους των πολιτών πταίσματα ή εγκλήματα, δια της ειρηνοποιού δικαιοδοσίας. Επεκυρώθη κατά συνέπειαν τούτων το άρθρον 1 του προκειμένου ψηφίσματος. Προετέθη το άρθρον 2 ορίζον ότι το ειρηνοποιόν τούτο κριτήριον θέλει σύγκειται από τρία μέλη, εκλεγόμενα τα μεν δύο ανά ένα παρ’ εκατέρου των διαφερομένων, ή παρά της Κυβερνήσεως, όταν ο είς τούτων δεν θέλη να ονομάση τον εκ 224


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

μέρους αιρετόν κριτήν, το δε τρίτον διοριζόμενον από την Κυβέρνησιν. Περί της εκλογής του τρίτου μέλους μεριζόμεναι αι γνώμαι, η μεν ήθελε να εκλέγεται από την Κυβέρνησιν, η δε από τους δύο αιρετούς κριτάς, η τρίτη από τους διαφερομένους, άλλη από τον διοικητήν του τόπου ή του Τμήματος, και η τελευταία από τον Πρόεδρον ή το Πρωτόκλητον του Τμήματος Κριτήριον. Επροβλήθησαν αμοιβαίως οι υπέρ και κατά λόγοι και ανετέθη η περί τούτου συζήτησις εις την αυρινήν συνεδρίασιν. […] ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΗ΄, ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2. 1. Εν τη σημερινή συνεδριάσει, προεδρεύοντος του Κ. Γ. Σισίνη, ανεγνώσθησαν τα πρακτικά της ΙΔ΄ και ΙΕ΄ συνεδριάσεως, και επεκυρώθησαν. […] 8. Επανελήφθη η συζήτησις του 2 άρθρου του περί Κριτηρίου Επιεικείας ψηφίσματος. Ενεκρίθη να προστεθή να διορίζεται απ’ ευθείας από την Κυβέρνησιν το τρίτον μέλος, ωσαύτως και το δεύτερον, όταν ο είς των διαφερομένων δεν παρουσιάση τον εκ μέρους του αιρετόν κριτήν. Ούτως επεκυρώθη το Β, Γ άρθρον και τα ακόλουθα Δ, Ε και ΣΤ. Επανελήφθη η ανάγνωσις του προταθέντος ψηφίσματος, και επικυρωθέν κατεχωρήθη εις τον Κώδηκα των Ψηφισμάτων υπ’ Αρ. ΙΒ, δια να προσεπικυρωθή κατά το άρθρον 4 της Θ΄ συνεδριάσεως. ΨΗΦΙΣΜΑ ΙΒ΄. Η Δ’ ΕΘΝΙΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ, Θεωρούσα, ότι καθ’ όλον το διάστημα των κρισίμων περιστάσεων, αι οποίαι κατέθλιψαν την πατρίδα, συνέβησαν κακή τύχη, και από μέρους των Ελλήνων πράξεις, προσβάλλουσαι τα άτομα και τας ιδιοκτησίας των Συμπολιτών, Θεωρούσα, ότι, το πλείστον μέρος των τοιούτων πράξεων τω όντι δεν προήλθεν από την διαστροφήν των πραξάντων, αλλ’ εστάθη η υλική και αναγκαία συνέπεια της συγκρούσεως των τότε συμβεβηκότων, 225


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Θεωρούσα, ότι και εάν δεν δοθή εις τα αδικηθέντα μέρη μέσον συντελεστικόν προς ικανοποίησιν, ήθελεν είσθαι ύβρις εις την δικαιοσύνην, σκάνδαλον εις το Κοινόν, και τρόπον τινά άδεια απόλυτος εις την αταξίαν, Θεωρούσα επομένως, ότι αι περί ών ο λόγος πράξεις δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθώσιν, ειμή από άνδρας έχοντας βεβαίαν και λεπτομερή γνώσιν του τόπου, του προσώπου, του χρόνου και των περιστάσεων εξ’ ών επήγασον, Θεωρούσα, ότι τα δικαστήρια, δια τον εξ ανάγκης περιωρισμένον αριθμόν των συνιστώντων αυτά μελών, δεν είναι δυνατόν να λάβωσι την καθ’ έκαστα γνώσιν των αναριθμήτων τούτων λεπτομερειών, Θεωρούσα τελευταίον ότι αι κανονικαί διατάξεις της τακτικής δικαιοσύνης ενδέχεται να ερεθίσωσιν εκ νέου πληγάς, τας οποίας ο χρόνος άρχισεν ήδη να θεραπεύη, ενώ τα συμβιβαστικά και όλως δι όλου θεραπευτικά μέσα της ειρηνικής διαδικασίας δύνανται να εξαλείψωσι και αυτά τα σημεία των πληγών, αρκεί μόνον να εφαρμοσθώσι φρονίμως όσα μέτρα ή συνήθεια καθιέρωσαν επιτοπίως, ή όσα ιδιαζόντως συντελώσι προς διαλλαγήν των αντιφερομένων οικογενειών, Η Δ΄ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει Άρθρ. Α΄. Όλαι αι μεταξύ ομογενών διαφοραί γεννηθείσαι από πράξεις εχούσας χαρακτήρα πταίσματος ή εγκλήματος, και συμβάσαι από της 23 Φεβρουαρίου του 1821 έτους μέχρι του Ιανουαρίου μηνός του 1828 έτους, καθ’ όν καιρόν εγκαθιδρύθη η ενεστώσα προσωρινή Κυβέρνησις, θέλει δικάζεσθαι ανεκκλήτως παρ’ ενός κριτηρίου συγκειμένου από τρία μέλη. Β΄. Τα διαφερόμενα μέρη θέλουν εκλέγει ένα αιρετόν κριτήν εκάτερον. Το δε τρίτον μέλος θέλει διορίζει απ’ ευθείας η Κυβέρνησις και ακολούθως αι δύο ψήφοι θέλουν υπερισχύσει. Γ΄. Εάν ο εναγόμενος ή ο ενάγων δεν παρουσιάση τον εκ μέρους του αιρετόν κριτήν, η Κυβέρνησις θέλει τον ονομάζει αντ’ εκείνου κατ’ ευθείαν. Δ΄. Το κριτήριον τούτο οφείλει να έχη εις τας εργασίας του πρώτιστον σκοπόν την εξάλειψιν των εχθροπαθειών και πρώτιστον κανόνα την επιείκειαν. 226


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Ε΄. Η τακτική διαδικασία θέλει φυλάττεσθαι εις όλας τας άνω ειρημένας διαφοράς, προστιθεμένων των τροπολογιών, τας οποίας η Κυβέρνησις δύναται να εφαρμόση εις όλας εν γένει, ή περί μίαν εκάστην, κατά τας διαφόρους αυτών κατηγορίας. ΣΤ΄. Έργον του κριτηρίου τούτου θέλει είσθαι ν’ αποφασίζη οριστικώς περί των διαφορών εις ικανοποίησιν της ζημίας ή βλάβης, όσας το αδικούμενον μέρος αποδείξη, ανατιθέμενον τα περί της ποινής εις την Κυβέρνησιν. Ζ΄. Το παρόν ψήφισμα καταχωρηθέν εις τον Κώδηκα των Ψηφισμάτων και επικυρωθέν να διευθυνθή προς την Κυβέρνησιν, δια να δημοσιευθή δια των τύπων και να ενεργηθή. Εν Άργει, την 2 Αυγούστου 1829. Ο Πρόεδρος Γ. ΣΙΣΙΝΗΣ. Ο Αντιπρόεδρος Γ. ΜΑΥΡΟΜΑΤΗΣ. (Έπονται αι λοιπαί υπογραφαί) (Τ. Σ.) Οι Γραμματείς ΙΑΚΩΒΑΚΗΣ ΡΙΖΟΣ. Ν. ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ. 246 Να σημειώσουμε εδώ πέρα ότι η ημερομηνία που τίθεται σαν αρχή της περιόδου τα εγκλήματα της οποίας θα εξετάζουν τα ειδικά αυτά δικαστήρια, η 23η Φεβρουαρίου 1821, δεν είναι άλλη από την ημέρα που ξέσπασε η Επανάσταση στην Μολδοβλαχία. Κι αυτό μάλλον επειδή ήταν αδύνατο για τον Καποδίστρια να εντοπίσει την ακριβή ημερομηνία που ξέσπασε η Επανάσταση στο Μοριά, κάτι που έλυσε πολύ εύκολα μερικά χρόνια αργότερα ο Όθωνας και με την ευλογία της Εκκλησίας. Η σημασία της ημερομηνίας αυτής είναι μεγάλη: Είναι η ημέρα που καταλύθηκε η Οθωμανική Εξουσία στον τόπο και ό, τι ποινικά ενδιαφέρον γίνεται από τότε δεν εμπίπτει στην ισχύ των νόμων της. Και επειδή νομικό κενό τυπικά δεν μπορεί να υπάρξει –και πρακτικά δεν υπήρξε, μιας και όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο η δικαιοσύνη συνεχιζόταν να απονέμεται, έστω και άτυπα- η Κυβέρνηση του Καποδίστρια με το ΙΒ΄ Ψήφισμα «Πρακτικά της εν Άργει Εθνικής Τετάρτης των Ελλήνων Συνελεύσεως», Αίγινα, 1829 246

227


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

δημιουργεί ένα ειδικό νομικό περιβάλλον για να εξεταστούν τα περιστατικά της περιόδου εκείνης. Η εισηγητική έκθεση του Ψηφίσματος αυτού, διατυπωμένη με πολλή προσοχή, δέχεται “ότι καθ’ όλον το διάστημα των κρίσιμων περιστάσεων, αι όποιοι κατέθλιψαν την Πατρίδα, συνέβησαν κακή τύχη, και από μέρους των Ελλήνων πράξεις προσβάλλουσαι τα άτομα και τας Ιδιοκτησίας των Συμπολιτών”. Οι περισσότερες όμως από τις πράξεις αυτές δεν οφείλονταν σε “διαστροφή των πραξάντων”, αλλά ήταν, κατά κάποιο τρόπο, αποτέλεσμα καταστάσεως ανάγκης, η οποία όμως δεν έπρεπε να συνεχισθεί γιατί θα αποτελούσε “ύβριν εις την Δικαιοσύνην, σκάνδαλον εις το Κοινόν, και τρόπον τινά άδειαν απόλυτον είς την αταξίαν”. Η έκτακτη αυτή κατάσταση δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπισθεί με τις κανονικές διατυπώσεις της τακτικής δικαιοσύνης, γιατί ο αριθμός των δικαστών ήταν περιορισμένος και τα εγκλήματα δεν μπορούσαν να εξακριβωθούν παρά από “άνδρας έχοντας βεβαίαν και λεπτομερή γνώσιν τού τόπου, του προσώπου, του χρόνου και των περιστάσεων εξ ών εξεπήγασαν”. Για τους λόγους αυτούς αυστηρή εφαρμογή του νόμου θα συντελούσε στο να “ερεθίση εκ νέου τας πληγάς” που άρχισε να θεραπεύει ο χρόνος. Αντίθετα, η συμβιβαστική επίλυση των διαφορών θα μπορούσε να εξαλείψει “τα σημεία των πληγών, αρκεί μόνον να εφαρμοσθώσι φρονίμως όσα μέτρα η συνήθεια καθιέρωσεν επιτοπίως, ή όσα ιδιαζόντως συντελούσι προς διαλλαγήν των διαφερομένων οικογενειών”. 247 Επρόκειτο για μια μεγάλη υποχώρηση προς τους υπέρμαχους της αυτόνομης απονομής δικαιοσύνης, δηλαδή των τοπικών συστημάτων με βάση τους κανόνες που αυτά είχαν διαμορφώσει δια μέσου των αιώνων και με την ανοχή των όποιων κυριάρχων. Το ίδιο το Κράτος έδινε την άδεια στους τοπικούς άρχοντες (μιας και αυτούς θα επέλεγαν οι πολίτες ως εκ μέρους τους Κριτές) να δικάζουν

Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ», σελ. 165-179. 247

228


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

–έστω και «μπαγιάτικες» υποθέσεις- κρατώντας όμως για τον εαυτό του αφ’ ενός την κρίσιμη ψήφο που θα έκρινε την έκβαση των δικών αυτών και αφ’ ετέρου το προνόμιο του να επιμετρήσει αυτό την ποινή που θα επιβαλλόταν σε όποιον κρινόταν ένοχος. Όπως βλέπουμε βέβαια και στα πρακτικά της Εθνοσυνέλευσης, οι κοτζαμπάσηδες προσπάθησαν με κάθε τρόπο να κρατήσουν την Κυβέρνηση μακριά από την εκδίκαση αυτών των παλιών υποθέσεων: Μην θέλοντας ο τρίτος Κριτής να επιλέγεται από την Κυβέρνηση πρότειναν να τον επιλέγουν από κοινού οι διάδικοι. Τίποτα βέβαια από αυτά δεν πέρασε και το ψήφισμα που τελικά εκδόθηκε ήταν ακριβώς αυτό που είχε προτείνει ο Καποδίστριας. Το μέτρο αυτό βέβαια δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Κατά μια άποψη, επειδή οι πολίτες έδειχναν απροθυμία να αποδεχθούν να κρίνουν τις υποθέσεις τους αυτά τα «ετερόνομα» μέτρα 248. Κατά την δικιά μας άποψη θα πρέπει να υπήρχαν πιο… πρακτικοί λόγοι: Οι πολίτες θα παρέμεναν απρόθυμοι τη στιγμή εκείνη να δεχτούν οποιαδήποτε νομικά μέτρα για αυτές τις διαφορές, είτε επρόκειτο για «ετερόνομες» είτε για «αυτόνομες» ρυθμίσεις! Αφ’ ενός η πλειοψηφία των ποινικών διαφορών που είχαν προκύψει από τον Φλεβάρη του 1821 μέχρι τότε θα είχαν ήδη διευθετηθεί με το παλιό πατροπαράδοτο σύστημα των Εκκλησιαστικών και Κοτζαμπασίδικων συμβουλίων. Οι πολίτες είχαν ανάγκη το Κράτος μόνο όταν δεν τους ικανοποιούσε η απόφαση του πρωτόγονου αυτού Δικαστηρίου και είχαν το θάρρος να αμφισβητήσουν την άτυπη –μιας και το επίσημο Κράτος δεν την αναγνώριζε- δύναμη των Κριτών που το απαρτίζανε. Αφ’ ετέρου, με δεδομένη την απροθυμία να ξεσκονιστούν παλιές υποθέσεις –ειδικά αυτές που ανέκυψαν κατά την διάρκεια των εμφυλίων, χωρίς αποκλειστικά και μόνο ποινικό περιεχόμενο, οι εναγόμενοι θα προσπαθούσαν –και με το δίκιο τους- να καθυστερήσουν όσο γίνεται την εκδίκαση της αγωγής. Από την διατύπωση του ΙΒ΄ Ψηφίσματος μπορούμε να μαντέψουμε ότι το πρώτο εμπόδιο που θα μπορούσαν να βάλουν ήταν αυτό της επιλογής του Κριτή που θα έκρινε την υπόθεση από την

248

Βλ. Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ».

229


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

μεριά τους. Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε αγωγές του ΙΒ΄ Ψηφίσματος να περιμένουν στα συρτάρια των Πρωτόκλητων Δικαστηρίων να συμπληρωθούν με το όνομα του δεύτερου κριτή. Έτσι λοιπόν το Κράτος αναγκάζεται να «σκληρύνει» τη στάση του και να απομακρύνει από τους νόμους του σιγά σιγά τις παραχωρήσεις που είχε κάνει με ρυθμίσεις που θύμιζαν το παλιό, αυτόνομο, νομικό σύστημα. Με μια σειρά εγκυκλίων αρχίζει να εισάγει αλλαγές στο ΙΒ΄ Ψήφισμα οι οποίες ενίσχυαν τις αρμοδιότητές του και τον ρόλο αυτού και των επίσημων Δικαστών του στις δίκες που θα διεξάγονταν: Απόσπασμα της υπ’ Αρ. 6,753 εγκυκλίου της Γραμματείας της Επικρατείας. … Επειδή ο σκοπός του IB΄ Ψηφίσματος είναι να εμποδισθούν διά του συμβιβαστικωτέρου τρόπου αι αφορμαί των εχθροπραξιών και των ολεθρίων αντεκδικήσεων, οψέποτε τα διαφερόμενα μέρη συγκατατεθώσιν αυτοπροαιρέτως εις το να εκλέξωσι τους Διαιτητάς των από τα μέλη αυτά των κατά τόπους Δικαστηρίων, οι δικασταί ούτοι θεωρούμενοι τότε ως Διαιτηταί μόνον, δύνανται ελευθέρως να κρίνωσι τας διαφοράς των πολιτών κατά τας αρχάς του αυτού ψηφίσματος και κατά τους όρους της επιεικείας. Επειδή δε, αν συμπέση διχοψηφία μεταξύ των δύο διαιτητών, ο τρίτος πρέπει να εκλέγεται από την Κυβέρνησιν ήτις, αποταμιεύουσα εις εαυτήν το δικαίωμα τούτο, σκοπόν άλλον δεν είχεν, ει μη να προλάβη τας ασυμφωνίας και τας εκ τοιούτων περιστάσεων ρήξεις μεταξύ των πολιτών, ει μεν οι διαφερόμενοι συμφωνήσωσι και κατά τούτο, δύνανται να εκλέξουν ωσαύτως και τον τρίτον διαιτητήν μεταξύ των μελών του Δικαστηρίου, ειδεμή ο Πρόεδρος του δικαστηρίου αναλαμβάνει δικαιωματικώς ως εκ μέρους της Κυβερνήσεως τον τόπον του τρίτου Δικαστού και αποφασίζει ανεκκλήτως τα περί της υποθέσεως, καθ' όν τρόπον διαλαμβάνει το IB΄ Ψήφισμα της Συνελεύσεως. Εν Αιγίνη τη 14 Σεπτεμβρίου 1829. Ο Γραμματεύς της Επικρατείας Ν. ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. * * * Αρ. 214 Εγκύκλιος. 230


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ Η ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ Προς τα κατά την Επικράτειαν Δικαστήρια. Επειδή δια τας υπαγομένας εις το ΙΒ ψήφισμα διαφοράς παρουσιάζονται περιπτώσεις καθ’ άς ο είς των διαφερομένων δεν θέλει να διορίση τον διαιτητήν του, γνωστοποιείται προς οδηγίαν σας, ότι διετάχθησαν οι κατά τόπους Έκτακτοι Επίτροποι και Προσωρινοί Διοικηταί, ως φέροντες της Κυβερνήσεως πρόσωπον, να εκλέγωσι τον Διαιτητήν του μη θέλοντος να τον εκλέγη διαφερομένου. Εν Ναυπλίω, την 29 Οκτωβρίου 1829. Ο επί της Δικαιοσύνης Γραμματεύς Ι. Γ. ΓΕΝΝΑΤΑΣ. * * * Αρ. 215 Εγκύκλιος ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ Η ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ Κατά τον 2 § του ΙΒ ψηφίσμ., ο τρίτος Διαιτητής διορίζεται παρά της Κυβερν. η Κυβέρν. εδιώρισεν άπαξ δια πάντοτε και δια πάσαν περίπτωσιν, ως τρίτον διαιτητήν τον Πρόεδρον εκάστου Πρωτοκλήτου κατά την υπ’ αρ. 6,753 εγκύκλιον της Γενικής Γραμματείας. Αλλ’ επειδή παρουσιάζονται περιπτώσεις, καθ’ άς ο είς των διαφερομένων δεν θέλει να διορίση τον διαιτητήν του, και τότε πάλιν ανήκει εις την Κυβέρνησιν να διορίζη και τούτον κατά τον 3 § του αυτού ΙΒ Ψηφίσματος προσκαλείσαι, ως φέρων πρόσωπον της Κυβερνήσεως, να εκλέγης τον διαιτητήν του μη θέλοντος να τον εκλέξη διαφερομένου, ευκολύνων ούτω την τελείωσιν των εις το ρηθέν ψήφισμα υπαγομένων διαφορών. Εν Ναυπλίω, την 29 Οκτωβρίου 1829. Ο επί της Δικαιοσύνης Γραμμ. Ι. Γ. ΓΕΝΑΤΑΣ. * * * Αρ. 770 Εγκύκλιος ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ Η ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ Προς το Ανέκκλητον, Εμπορικόν και Πρωτόκλητα του Κράτους Δικαστήρια. 231


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Επειδή δια τας υπαγομένας εις το ΙΒ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνικής Συνελεύσεως υποθέσεις, ο Γ΄ Διαιτητής είναι ο Πρόεδρος του πρωτοκλήτου Δικαστηρίου κατά την υπ’ αρ. 6,753 Εγκύκλιον της Γενικής Γραμματείας. Ο δε κατά τόπον Διοικητής ονομάζει τον Διαιτητήν του μη θέλοντος να τον εκλέξη διαφερομένου κατά την υπ’ αρ. 214 Εγκύκλιον της Γραμματείας ταύτης, και επειδή τινά των Δικαστηρίων επρόβαλον απορίαν περί του πώς γίνεται η διαδικασία των Διαιτητών, γνωστοποιείται προς οδηγίαν Σας, ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου καθό τρίτος Διαιτητής προεδρεύει τους Διαιτητάς, και εις αυτόν ανήκει η διεύθυνσις της διαδικασίας. Ναι μεν οι διαιτηταί θέλουν κρίνει, αλλ’ η διαδικασία διευθύνεται από τον Πρόεδρον. Αν εκείνοι δεν συμφωνήσωσι εις την ουσίαν της αποφάσεως, ούτος ως τρίτος δικάζει. Εν Ναυπλίω, την 16 Ιανουαρίου 1830. Ο επί της Δικαιοσύνης Γραμ. Ι.Γ. ΓΕΝΑΤΑΣ. 249 * * * Αξιολογώντας τα νομοθετήματα αυτά παρατηρούμε πως ενώ αρχικά η Κυβέρνηση υιοθέτησε τον αυτόνομο τρόπο επιλύσεως των διαφορών που βασιζόταν στη διαιτησία και την επιείκεια, στη συνέχεια, όταν διαπίστωσε πως η ρύθμιση που εφήρμοζε δεν έφερνε αποτέλεσμα, άλλαξε πολιτική. Αντικατέστησε τα διμελή λαϊκά προαιρετικά διαιτητικά δικαστήρια επιείκειας με τριμελή, αποτελούμενα από δικαστές που υποχρεωτικά συγκροτούσαν το δικαστήριο. Οι δύο δικαστές δεν ήταν σε θέση πάντοτε να έχουν “βεβαίαν και λεπτομερή γνώσιν του τόπου, τού προσώπου, του χρόνου και των περιστάσεων” κάτω από τις οποίες έγιναν οι πράξεις που πρόσβαλαν τα άτομα και τις ιδιοκτησίες των συμπολιτών “και επομένως να εφαρμόσουν φρονίμως όσα μέτρα η συνήθεια καθιέρωσεν επιτοπίως”. Αυτοί, λοιπόν, και όταν ακόμη δίκαζαν, ήταν πιθανόν να διαφωνήσουν. Στην περίπτωση αυτή, τους αντικαθιστούσε ο επιδιαιτητής.

249

«Διατάγματα αφορώντα την δικαστικήν υπηρεσίαν» σελ. 15-18.

232


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Οι τροπολογίες, λοιπόν, που με το άρθρο Ε΄ του Ψηφίσματος IB΄/1829 επιφυλάχθηκε να επιφέρει η Κυβέρνηση, οδήγησαν στη διαμόρφωση ενός ετερόνομου θεσμού. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για εφαρμογή της αιρετοκρισίας με μορφή αναγκαστική: διαιτητική επιτροπή, ή έκτακτο δικαστήριο που επιβάλλεται από το Κράτος. […] Η απροθυμία των διαδίκων να παραιτηθούν από τον αυτόνομο και να υπαχθούν στον ετερόνομο τρόπο επιλύσεως της διαφοράς, που κατευθυνόταν και ελεγχόταν από το Κράτος, ανάγκασε την Κυβέρνηση να σκληρύνει τη στάση της απέναντι τους. Διατηρώντας το ουσιαστικό δίκαιο που προέβλεπε την επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με τις γενικές ρήτρες της διαιτησίας και της επιείκειας, προχώρησε στην αλλαγή της δικονομίας σύμφωνα με την οποία θα επιλυόταν η διαφορά. Η τακτική αυτή γίνεται, όπως είδαμε, φανερή στην Εγκύκλιο 6753 της 14ης Σεπτεμβρίου 1829, με την οποία καταβάλλεται προσπάθεια να εφαρμοσθεί στην πράξη το Ψήφισμα ΙΒ΄ της Δ΄ Εθνικής Συνελεύσεως. Σ’ αυτό το νομοθέτημα εκδηλώνεται η πρόθεση της Κυβερνήσεως να επέμβει μόνον όταν από τα πράγματα αποδειχθεί πως οι διαφερόμενοι δεν έχουν την πρόθεση να προχωρήσουν αυτοπροαίρετα στη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς.250 Σύμφωνα με τους ερευνητές των νομικών πραγμάτων της εποχής, ένα από τα αγκάθια που ήθελε να ξεριζώσει ο Καποδίστριας ήταν το αυτόνομο σχεδόν καθεστώς που επικρατούσε στη Μάνη –το οποίο και τελικά ήταν αυτό που τον εκτέλεσε. Το καθεστώς αυτό πέρα από την οικονομική αυτονομία περιελάμβανε και ένα ιδιαίτερο δίκαιο, στο οποίο δέσποζε η αυτοδικία. Με το ψήφισμα αυτό, λοιπόν, η Κυβέρνηση παρενέβαινε σημαντικά στην αυτόνομη αυτή διαδικασία απονομής δικαιοσύνης, δημιουργώντας και οικονομικές ζημίες στις Γεροντείες της Μάνης: Σύμφωνα όμως με τα κρατούντα στη Μάνη έθιμα, η ποινή, σε περίπτωση παραβιάσεως της αποφάσεως του ειδικού δικαστηρίου (γεροντική) ήταν και σε χρήμα και σε αίμα (π.χ. Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ», σελ. 165-179. 250

233


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ένας ή περισσότεροι «δίκαιοι» φόνοι). Αν λοιπόν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Ψηφίσματος, η οικογένεια του φονευθέντος θα πάθαινε όχι μόνο ηθική (αντίδραση του κοινωνικού ελέγχου) αλλά και χρηματική ζημία. 251 Η παραπάνω άποψη δεν μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Αφ’ ενός αυτοί που την υποστηρίζουν επικαλούνται κυρίως μια ερμηνευτική του Ψηφίσματος εγκύκλιο που εκδόθηκε ενάμιση χρόνο μετά τη Συνέλευση: Ότι αφορμή για τη σύσταση δικαστηρίων επιείκειας, ήταν η έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε στη Μάνη προκύπτει και από την εγκύκλιο του Προσωρινού Γραμματέα της Δικαιοσύνης Αυγουστίνου Καποδίστρια, που έστειλε στις 15 Δεκεμβρίου 1830 στους Πρόεδρους των δικαστηρίων έν Σπάρτη, βλ. Μάουρερ-Καραστάθη. ό.π., σσ. 429 επ.252 Αφ’ ετέρου, την κατάσταση που επικρατούσε στην Μάνη θα την πρόσβαλε οποιοδήποτε σύστημα κεντρικής απονομής δικαιοσύνης με βάση ψηφισμένους νόμους κλπ εφαρμοζόταν και όχι μόνο οι διατάξεις του συγκεκριμένου Ψηφίσματος. Χωρίς λοιπόν να παραβλέπουμε τη σπουδαιότητα και του ζητήματος της Μάνης, θα περιμέναμε να αποτελέσουν την κυριότερη αιτία για την λήψη του συγκεκριμένου μέτρου οι διαφορές ποινικής φύσεως που είχαν προκύψει κατά τη διάρκεια των Εμφυλίων, όπου εκατοντάδες Ρουμελιώτες περιφέρονταν σχεδόν ανεξέλεγκτα και χωρίς να τους επιβλέπει κάποιος στρατιωτικός και ρήμαζαν το Μοριά. Αντίθετα, εξετάζοντας τόσο τις δημοσιευμένες από τον Δημ. Σερεμέτη υποθέσεις του ΙΒ΄ Ψηφίσματος, όσο και τις δημοσιεύσεις κλήσεων στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, βλέπουμε ότι οι πράξεις «έχουσες χαρακτήρα εγκλήματος» που δικάζονταν από τα έκτακτα Κριτήρια του ΙΒ΄ Ψηφίσματος δεν είχαν τίποτα ιδιαίτερο σε σχέση με τα εγκλήματα των υπόλοιπων περιόδων 253.

Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ», σελ. 165-179 252 Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ», σελ. 165-179. 253 Ενδεικτικά αναφέρουμε: Παρθενοφθορία (αρ. 1010/04-01-1830 Πρωτόκλητου Δικαστηρίου Δυτικών Σποράδων, Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φ. 7/22-01251

234


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Μέχρι που εμφανίζεται ένας πολίτης και κινεί τη σημαντικότερη –τόσο από νομικής όσο και πολιτικής βαρύτητας- υπόθεση αρμοδιότητας των Κριτηρίων του ΙΒ΄ Ψηφίσματος: Ο -ικανοποιημένος ήδη από τον Μάη του 1821- Νικολής Γιαννακόπουλος, ο γραμματικός του Ταμπακόπουλου, καταθέτει στα τέλη του 1829 αγωγή στο Πρωτόκλητο Δικαστήριο της Αχαΐας, που έδρευε στην πόλη της Βοστίτσας, ενάγοντας τον Γιάννη Χοντρογιάννη του Ανδρούτσου για όσα του αφαίρεσε το Μάρτη του 1821 στη Χελωνοσπηλιά.

1830), Πειρατεία (αρ. 84/26-04-1830 Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Νοτίων Κυκλάδων, Γεν. Εφ. φ. 41/28-05-1830 και έγγραφα υπ’ αριθμ. 4849 στο Δημ. Σερεμέτη «Η Δικαιοσύνη επί Καποδίστρια κλπ» σελ. 368-373), Φόνος (αρ. 1264/09-05-1830 Πρωτόκλητου Δικαστηρίου Αρκαδίας, Γεν. Εφ. φ. 42/31-05-1830) κλπ.

235


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Τα διαδικαστικά της δίκης Μελετώντας τα έγγραφα τα σχετικά με τη δίκη του Χοντρογιάννη, δηλαδή τα επίσημα και ανεπίσημα έγγραφα των τριών Δικαστών αλλά και τις κατοπινές αναφορές και ανακρίσεις του Χοντρογιάννη (όλα δημοσιεύονται στα Παραρτήματα II και ΙΙΙ της παρούσας μελέτης) μπορούμε να την παρακολουθήσουμε αχνά. Στα τέλη Νοέμβρη με αρχές Δεκέμβρη του 1829 ο Νικολής Γιαννακόπουλος από την Αλωνίσταινα, με το παρανόμι Έλατος, καταθέτει στο Πρωτόκλητο Δικαστήριο της Αχαΐας, που έδρευε στη Βοστίτσα μια αγωγή. Με αυτήν την αγωγή επικαλείτο τη διάταξη του ΙΒ Ψηφίσματος της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους και κατηγορούσε τον Γιάννη Χοντρογιάννη από το Μάζι ότι τον Μάρτη του 1821 τον «τουφέκισε» και τον «έγδυσε» στη Χελωνοσπηλιά. Στην αγωγή αυτή ο Γιαννακόπουλος συμπεριελάμβανε και ένα κατάστιχο, μια λίστα με όλα τα αντικείμενα που κατηγορούσε τον Χοντρογιάννη ότι του αφαίρεσε, η αξία των οποίων έφτανε τα 12.845 γρόσια. Με την αγωγή αυτή ο Γιαννακόπουλος ζητούσε από το Δικαστήριο να καταδικάσει τον Χοντρογιάννη για αυτήν την ληστεία 254 και να τον υποχρεώσει να τον αποζημιώσει για όλα τα αντικείμενα που του είχε αφαιρέσει. Ενδεχομένως στο ίδιο αυτό δικόγραφο ο Γιαννακόπουλος πρότεινε ως εκ μέρους του Κριτή τον Βοστιτσάνο Ιωάννη Φεϊζόπουλο. Να σημειώσουμε ότι δεν πρέπει να μας παραξενεύει αυτή η σώρευση αιτημάτων ποινικής και αστικής φύσης στο ίδιο δικόγραφο και η συνακόλουθη ταυτόχρονη εξέτασή τους από τους Δικαστές και η έκδοση απόφασης που θα ρύθμιζε τόσο τα μεν όσο και τα δε. Στο πρώτο άρθρο της «Εγκληματικής Διαδικασίας» που ίσχυε για τα Στη ποινική νομοθεσία της εποχής υπήρχε σύγχυση όσον αφορά το έγκλημα της ληστείας. Στο Απάνθισμα των Εγκληματικών (Τμήμα Τρίτο «Περί αμαρτημάτων εναντίον της ιδιοκτησίας»/Κεφάλαιον Α «Περί κλοπής» η ληστεία είναι μια υποπερίπτωση κλοπής: «ξθ. Καταδικάζονται εις φυλακήν δεκαεννέα χρόνων όσοι κλέπτουν με τας ακολούθας πέντε περιστάσεις: […] ε΄ Αν έκαμον το αμάρτημα με βίαν, ή φοβερισμούς φόνου.» 254

236


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

τακτικά τουλάχιστον Δικαστήρια από τον Ιούλη του 1829, προβλεπόταν το εξής: «Εις τα εγκληματικά είναι διπλή αγωγή, Δημοσία και Πολιτική. Η Δημοσία αγωγή κινείται δια την εφαρμογήν των ποινών από μόνους τους δημοσίους υπουργούς εις όσους την εμπιστεύεται ο Νόμος. […] Η Πολιτική Αγωγή είναι δια την επανόρθωσιν της ζημίας [...]. 255 Δηλαδή δεν απαιτείτο να κατατεθεί ξεχωριστό αίτημα για παράσταση Πολιτικής Αγωγής, όπως προβλεπόταν στον γαλλικό Code d’ Instruction Criminelle του 1808, τον οποίο αντέγραψε στο μεγαλύτερο μέρος του ο συντάκτης της Εγκληματικής Διαδικασίας. Μετά την κατάθεση της αγωγής αυτής λοιπόν από τον Γιαννακόπουλο, το Πρωτόκλητο Δικαστήριο της Αχαΐας ενημερώνει σχετικά τον Γιάννη Χοντρογιάννη και τον καλεί να ορίσει και εκείνος τον δικό του Κριτή. Ο Χοντρογιάννης επιλέγει τον Χριστόδουλο Καλιοντζή. Μόλις ορίστηκαν οι Κριτές των δύο μερών το Πρωτόκλητο Δικαστήριο της Αχαΐας εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1280 εγκύκλιο με την οποία σύστηνε ειδικό Δικαστήριο Επιείκειας σύμφωνα με το ΙΒ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης για να δικάσει την διαφορά ανάμεσα στον Γιαννακόπουλο και τον Χοντρογιάννη. Ο τρίτος Δικαστής, αυτός που θα εκπροσωπούσε την Κυβέρνηση, οριζόταν ο ίδιος ο Πρόεδρος του ��ρωτόκλητου Δικαστηρίου της Αχαΐας, ο Νικόλαος Φλογαΐτης. Δεν γνωρίζουμε πόσες φορές συνεδρίασε το Δικαστήριο αυτό. Σίγουρα πάνω από μία. Η πρώτη πράξη του Δικαστηρίου αυτού ήταν να εξετάσει τις έγγραφες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που είχε προσκομίσει ο Γιαννακόπουλος. Για την ακρίβεια, ο ίδιος προσκόμισε πέντε γραπτές μαρτυρίες, τεσσάρων κατοίκων Γρανίτσας Γορτυνίας 256 και ενός κατοίκου Σοπωτού Καλαβρύτων, οι οποίες είχαν δοθεί στις 30 Γενάρη του 1831, ενώ με επιμέλεια και έξοδά του είχαν καταθέσει στον προσωρινό Ειρηνοδίκη Καλαβρύτων άλλοι έξι πολίτες, ένας από το Σόλο Καλαβρύτων και πέντε απ’ τη Λυκούρια, των οποίων οι καταθέσεις εστάλησαν με το υπ’ αριθμ. 745

255 256

Εγκληματική Διαδικασία, Αίγινα, 1829. Η σημερινή Νυμφασία, κοντά στη Βυτίνα.

237


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

έγγραφο του Ειρηνοδίκη Καλαβρύτων στο Πρωτόκλητο Δικαστήριο της Βοστίτζας. Αυτές οι δεύτερες μαρτυρίες είχαν δοθεί την περίοδο από 2 έως 5 Μάρτη του 1830. Επίσης από την μελέτη των αποφάσεων των Κριτών δεν προκύπτει να προσκόμισε αντίστοιχες μαρτυρίες και ο Χοντρογιάννης. Κανένας από αυτούς που κατέθεσαν υπέρ του Γιαννακόπουλου βέβαια δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού της Χελωνοσπηλιάς, παρά μόνο μετέφεραν ό, τι άκουσαν και είδαν πριν και μετά το περιστατικό. Αντιπαραβάλλοντας τα ονόματα των μαρτύρων με τις σύγχρονες του περιστατικού πηγές βλέπουμε να αναφέρονται στις δεύτερες οι εξής: Σύμφωνα με τον Φωτάκο, ο Λυκουριώτης Κουτζοηλίας ήταν αυτός που είπε «ύποπτα λόγια» στον Ταμπακόπουλο στο χωριό Κράβαρι, με αποτέλεσμα αυτός να αποφασίσει να στείλει από το δημόσιο δρόμο –και την Χελωνοσπηλιά- τα φορτώματά του και αυτός να κατευθυνθεί προς τη Λυκούρια. Ο επίσης Λυκουριώτης Αναγνώστης Κολιόπουλος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησε ο Χοντρογιάννης μπαίνοντας στη Λυκούρια, στον οποίον μάλιστα είπε ότι «είναι σταλμένοι από τον Ασημάκην Ζαΐμην» και ότι είχε σκοπό να κάψει το σπίτι του Αναγνώστη Μακρή, στο οποίο είχε καταφύγει ο Ταμπακόπουλος και οι Τούρκοι. Ομαδοποιώντας λοιπόν τις καταθέσεις, οι πρώτοι πέντε κατέθεσαν ότι πληροφορήθηκαν το περιστατικό της Χελωνοσπηλιάς από άλλους, ενώ είχαν δει και τον ίδιο τον Γιαννακόπουλο στην Βυτίνα να παραπονιέται για το γδύσιμο που του είχε κάνει ο Χοντρογιάννης. Οι άλλοι έξι περιέγραψαν το τι συνέβη στη Λυκούρια αμέσως μετά το χτύπημα της Χελωνοσπηλιάς, όταν κατέφτασε εκεί ο καταδιώκων τους Ταμπακόπουλος και Σεΐντ-αγά Χοντρογιάννης, έχοντας μαζί του τον Γιαννακόπουλο. Όλοι τους συμφωνούσαν στο ότι ο Χοντρογιάννης είχε στήσει την παγίδα εκείνη στη Χελωνοσπηλιά επειδή του το είχε αναθέσει ο κοτζαμπάσης Ασημάκης Ζαΐμης. Στόχοι του ήταν ο Σεΐντ-αγάς και ο Ταμπακόπουλος, τον οποίον μάλιστα είχε διαταγή να σκοτώσει, αφού πρώτα του αφαιρούσε τις ομολογίες που είχε υπογράψει ο Ζαΐμης αναλαμβάνοντας το χρέος του καζά των Καλαβρύτων. Όταν ο Χοντρογιάννης συνέλαβε τον Γιαννακόπουλο αντί του Ταμπακόπουλου, δεν του πήρε απλά τα «φορτώματα», τα δικά του και του Ταμπακόπουλου αλλά επιπλέον τον γύμνωσε, και στη συνέχεια τον 238


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

έσυρε αιχμάλωτο, αυτόν και τον υπηρέτη του, στη Λυκούρια, εξευτελίζοντάς τον έτσι ενώπιον όλου του χωριού. Αφού απέτυχε να συλλάβει και στη Λυκούρια τον Ταμπακόπουλο, ο Χοντρογιάννης άφησε τον Γιαννακόπουλο ελεύθερο, χωρίς να του επιστρέψει τίποτα από όσα του πήρε. Ένας από τους Γρανιτσιώτες μάρτυρες κατέθεσε και κάτι ακόμα: Τον Αύγουστο του 1822, όταν οι δυνάμεις του Κολοκοτρώνη πολιορκούσαν στην Ακροκόρινθο τα υπολείμματα του στρατού του Δράμαλη μετά την «νίλα» του στο Δερβενάκι, ο Χοντρογιάννης πήγε να πουλήσει ένα ντουφέκι. Ο μάρτυρας που το είδε θυμήθηκε ότι αυτό το ντουφέκι ανήκε στον Γιαννακόπουλο. Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης των μαρτυρικών καταθέσεων ακολούθησε σίγουρα μετά τις 7 του Μάρτη του 1830 (αν δεχτούμε ότι χρειαζόταν τουλάχιστον μια μέρα για να φτάσουν οι μαρτυρίες που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλαβρύτων από τα Καλάβρυτα στη Βοστίτζα) η απολογία του κατηγορουμένου Γιάννη Χοντρογιάννη. Η υπερασπιστική του γραμμή ήταν εξής: οι προεστοί των Καλαβρύτων Ασημάκης Ζαΐμης, Ιωάννης Παπαδόπουλος, Ασημάκης Φωτήλας και ο αρχιερέας Κερνίτσης ανέθεσαν σε αυτόν και τον Λαμπρούλια να συγκεντρώσουν μια ομάδα ενόπλων και να επιτεθούν στον σπαχή Σεΐντ-αγά που θα αναχωρούσε από τα Καλάβρυτα για να επιστρέψει στην Τριπολιτσά. Ο σκοπός τους ήταν η επίθεση αυτή να αποτελέσει το «πρώτο ντουφέκι», το σύνθημα για να ξεσπάσει η από καιρό ετοιμαζόμενη Επανάσταση. Έτσι, η ομάδα του Χοντρογιάννη έστησε καρτέρι στη Χελωνοσπηλιά, σε σημείο που θα περνούσε οπωσδήποτε όποιος ήθελε από τα Καλάβρυτα να πάει στην Τριπολιτσά. Ούτε ο Χοντρογιάννης ούτε κάποιος άλλος από την ομάδα του είχε την παραμικρή γνώση για την παρουσία και Ελλήνων -πόσο μάλλον του Ταμπακόπουλου και του Γιαννακόπουλου- στη συνοδεία του Σεΐντ-αγά. Όταν μάλιστα διαπίστωσαν ότι στη Χελωνοσπηλιά δεν είχαν συλλάβει τον Σεΐντ-αγά αλλά τους υπηρέτες του –οι οποίοι του φάνηκαν όλοι Τούρκοι- ο ίδιος ξεδιάλεξε τα πιο γοργοπόδαρα παληκάρια του και έτρεξαν προς την Λυκουριά μπας και προλάβαιναν τον αγά. Αν όντως ήταν και ο Γιαννακόπουλος ένας από αυτούς που συνελήφθησαν στη Χελωνοσπηλιά, ο Χοντρογιάννης δεν μπορούσε να το γνωρίζει, ενώ δεν μπορεί επίσης να γνωρίζει αν 239


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

οι αιχμάλωτοι γυμνώθηκαν από κάποιον από τους άντρες του. Ο ίδιος δεν ήξερε τίποτα για όλα αυτά που του καταλόγιζε ο Γιαννακόπουλος, ενώ επίσης ό, τι έπεσε στα χέρια τους στη Χελωνοσπηλιά ο Χοντρογιάννης το πήγε και το παρέδωσε σε αυτόν που του είχε δώσει την εντολή για το χτύπημα, στον Ασημάκη Ζαΐμη, χωρίς να κρατήσει ο ίδιος τίποτα. Αφού ολοκληρώθηκαν αυτές οι διαδικασίες οι Κριτές που είχαν ορίσει οι δύο πλευρές εξέδωσαν την «κρίση» τους. Ο μεν Ιωάννης Φεϊζόπουλος έκρινε ότι ο Γιαννακόπουλος είχε απόλυτο δίκιο και έπρεπε να καταδικαστεί ο Χοντρογιάννης, ενώ ο Καλιοντζής έκρινε ότι τα στοιχεία δεν επαρκούσαν για να καταδικάσουν τον Χοντρογιάννη και υποστήριξε την αθωότητά του. Στη συνέχεια ο καθένας τους συνέταξε έγγραφα την απόφασή του συμπεριλαμβάνοντας σε αυτήν και το σκεπτικό που τον οδήγησε σε εκείνη την κρίση. Ο μεν Ιωάννης Φεϊζόπουλος συνέταξε την δικιά του απόφαση στις 13 Μαρτίου του 1830, ενώ ο Καλιοντζής στις 17 του ίδιου μηνός. Σύμφωνα με το ΙΒ Ψήφισμα την τελική απόφαση θα την έπαιρνε ο τρίτος Κριτής, ο Πρόεδρος του Πρωτόκλητου Δικαστηρίου της Αχαΐας Νικόλαος Φλογαΐτης. Με απόφασή του, την οποία εξέδωσε στις 29 του Μάρτη, ο Φλογαΐτης συντάσσεται με την κρίση του Φεϊζόπουλου και καταδικάζει τον Χοντρογιάννη ως ένοχο της «γύμνωσης» του Νικολή Γιαννακόπουλου στη Χελωνοσπηλιά τον Μάρτη του 1821. Θεωρεί αποδεδειγμένη την «γύμνωση» του Γιαννακόπουλου από τον ίδιο τον Χοντρογιάννη, διατηρώντας αμφιβολίες για το αν ο Χοντρογιάννης είχε πρόθεση για αυτήν, αλλά και για την εγκυρότητα του «καταστίχου», του καταλόγου των αντικειμένων για τα οποία ζητούσε αποζημίωση ο Γιαννακόπουλος. Με την απόφαση αυτή ο Φλογαΐτης καλούσε τον Γιαννακόπουλο να βεβαιώσει την εγκυρότητα του Καταστίχου με όρκο, διέτασσε τον Χοντρογιάννη να καταβάλει στον Γιαννακόπουλο το ποσό που αντιστοιχούσε στην πλήρη αποζημίωσή του, δηλαδή 12.845 γρόσια, ενώ ταυτόχρονα παρέπεμπε την υπόθεση στην Κυβέρνηση για να αποφασίσει αυτή τι ποινή θα επιβαλλόταν στον Χοντρογιάννη για την τιμωρία της παράνομης πράξης του. Από το περιεχόμενο των αποφάσεων και των αναφορών που απέστειλε ο Φλογαΐτης στο Υπουργείο του Δικαίου βλέπουμε ότι όταν ο Φεϊζόπουλος συνέτασσε την δικιά του απόφαση γνώριζε ότι η 240


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

γνώμη του Καλιοντζή ήταν αντίθετη, ενώ η τελική απόφαση του Δικαστηρίου δεν ανακοινώθηκε προφορικά από τους Δικαστές στον Χοντρογιάννη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αλλά του κοινοποιήθηκε μέσω της Αστυνομίας Καλαβρύτων στο χωριό του.

241


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Κριτική του «Κριτηρίου» Η επιλογή των «Κριτών» Όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, ενώ το ΙΒ΄ Ψήφισμα προέβλεπε οι Δικαστές να επιλέγονται ελεύθερα από τα μέρη, χωρίς περιορισμούς κλπ, η υπ’ αριθμ. 6.753/14-09-1829 εγκύκλιος της Κυβέρνησης προβλέπει ότι τα μέρη θα επιλέγουν τον Κριτή τους αποκλειστικά από τα μέλη του Δικαστηρίου της περιοχής τους. Βάση λοιπόν αυτής της εγκυκλίου θα περιμέναμε τους Γιαννακόπουλο και Χοντρογιάννη να επιλέγουν ως Κριτές τους δύο εκ των Δ. Θεοχαρόπουλου, Α. Γκριάνη και Χ. Ν. Καλαβρυτινόπουλο, οι οποίοι πλαισίωναν τον Πρόεδρο του Πρωτόκλητου Δικαστηρίου της Αχαΐας 257. Αντίθετα, οι Γιαννακόπουλος και Χοντρογιάννης κατέληξαν στους Φεϊζόπουλο και Καλιοντζή αντίστοιχα. Ερευνώντας και σε άλλες δίκες που εγέρθηκαν βάση του ΙΒ΄ Ψηφίσματος της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, διαπιστώνουμε τα εξής: Ακόμα και μετά την έκδοση της 6753/14-09-1829 εγκυκλίου της Γενικής Γραμματείας το πρόβλημα της απροθυμίας των εναγομένων να επιλέξουν τον εκ μέρους τους Δικαστή στις δίκες του ΙΒ΄ Ψηφίσματος παρέμενε: Αριθ. 627 Ελληνική Πολιτεία Το Πρωτόκλητον Δικαστήριον της Αχαΐας Προς την επί της Δικαιοσύνης Γραμματείαν της Κυβερνήσεως Ο Κύριος Γεώργιος Κουδούνης εκ Βοστίτζης ήναξεν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τον Κωνσταντίνον Δημητρίου Ρουμελιώτην κάτοικο της αυτής πόλεως περί υποθέσεως αναγομένης εις το ΙΒ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνικής Συνελεύσεως και

257 Βλ. ενδεικτικά τις υπογραφές τους στις παρακάτω πράξεις του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Αχαΐας: υπ’ αριθμ. 1352/01-02-1830 (Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φ. 17/26-02-1830), υπ’ αριθμ. 1580/18-03-1830 και υπ’ αριθμ. 1591/19-031830 (Γεν. Εφημ., φ.27/02-04-1830), υπ’ αριθμ. 1685/29-03-1830 (Γεν. Εφ., φ. 29/12-04-1830) κλπ.

242


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

κατά συνέπειαν της υπ’ αριθμ. 6753 εγκυκλίου της Γενικής Γραμματείας της Επικρατείας εξελέξατο Διαιτητήν του τον κύριον Αθανάσιον Γκριάνην συνδικαστήν του Δικαστηρίου τούτου. Το Δικαστήριον προσεκάλεσε τον εναγόμενον να εκλέξη και ούτος τον από μέρος του Διαιτητήν εντός ωρισμένης προθεσμίας, αλλ’ η προθεσμία παρήλθε και ο εναγόμενος δεν εξελέξατο τον Διαιτητήν. Διό σήμερον προσεκλήθη εκ δευτέρου να το κάμη εντός νέας προθεσμίας. Επειδή δε ενδέχεται ο εναγόμενος να παρακούση, ας ευαρεστηθή η Σεβαστή Κυβέρνησις να ονομάση κατά την έννοιαν του §. Γ΄ του ΙΒ΄ Ψηφίσματος αυτόν, ή να μας χορηγήση και περί τούτου τας οδηγίας της. Εν Βοστίτζη τη 7η Οκτωβρίου 1829 Ο Πρόεδρος Ν. Φλογαΐτης Ο Γραμματέας Μ. Κασσιέρης. 258 Πριν βγει ο μήνας, ο Νικόλαος Φλογαΐτης επανέρχεται με νέα αναφορά του προς την Γραμματεία (Υπουργείο) του Δικαίου, προσθέτοντας στην παραπάνω υπόθεση και την άρνηση ενός ακόμα εναγομένου να ορίσει τον Διαιτητή του (σε αυτήν την αναφορά όμως δεν μας πληροφορεί για το ποιόν Δικαστή επέλεξε ο ενάγων). Αριθ. 762 Ελληνική Πολιτεία Το Πρωτόκλητον Δικαστήριον Αχαΐας Προς την επί της Δικαιοσύνης Γραμματείαν Δια της υπ’ αριθμό 627 αναφοράς του, το Δικαστήριον τούτο, αποτεινομένης προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, αντίγραφον της οποίας σας διευθύνθη, ερώτων τι δει γινέσθαι, οσάκις ο εναγόμενος περί διαφοράς αναγομένης εις το ΙΒ΄ Ψήφισμα της εν Άργει εθνικής Συνελεύσεως, αντιτείνει να διορίση τον από μέρους του Διαιτητήν, υπέβαλε την περί τούτου γνώμην του εις την επίκρισιν της Σ. Κυβερνήσεως.

258

Γ.Α.Κ./Αρχείο περιόδου Καποδίστρια/Υπουργείο Δικαίου/φ. 045)

243


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Επομένως, δια της υπ’ αριθμ. 627 αναφοράς του, ανέφερε προς την Γραμματείαν ταύτην, ότι ο Κωνσταντίνος Δημητρίου εναγόμενος υπό του Γεωργίου Κουδούνη περί τοιαύτης διαφοράς, αντιτείνει την ονομάτησιν του διαιτητού αυτού, και εζήτησε να ονομασθή ούτος από της Σ. Κυβερνήσεως, κατά τον §. 3 του ΙΒ Ψηφίσματος, αλλά μέχρι τούδε ουδεμίαν είχεν απάντησιν. Ήδη αναφέρον ότι ο Κύριος Αναγνώστης Κορδής εναγόμενος περί διαφοράς αναγομένης εις το αυτό Ψήφισμα, παρά του Δημητρίου Παναγιωτοπούλου αποφεύγει την ονομάτησιν του διαιτητού του. Διά τούτο, ας ευαρεστηθή η Γραμματεία αύτη να διορίση αυτούς κατά τον §3 του ΙΒ΄ Ψηφίσματος, ή αν εγκρίνη, να δώση την άδειαν εις το δικαστήριον να ενεργή εφεξής κατά την υπ’ αριθμό 527 αναφοράν του [5 δυσανάγνωστες λέξεις] προς ζημίαν των αδικηθέντων. Εν Βοστίτζη, την 29 Οκτωβρ. 1829. Ο Πρόεδρος Ν. Φλογαΐτης Ο Γραμματέας Μ. Κασσιέρης. 259 Δεν γνωρίζουμε ποιες ακριβώς οδηγίες -και αν- έδωσε στον Φλογαΐτη ο Υπουργός Δικαίου Γεννατάς για να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα. Μπορούμε μόνο να εικάσουμε σχετικά, μελετώντας κατοπινές υποθέσεις του ΙΒ΄ Ψηφίσματος που δικάστηκαν στη Βοστίτζα. Σε αυτές λοιπόν τις υποθέσεις τα ονόματα που εμφανίζονται ως Κριτές εκ μέρους εναγόντων και εναγομένων μας είναι κατ’ αρχήν άγνωστα, αλλά κάποια από αυτά τα συναντήσαμε όταν ξεφυλλίσαμε δυο πολύ σημαντικές καταστάσεις που είχε στείλει το Πρωτόκλητο Δικαστήριο της Αχαΐας προς την Γραμματεία του Δικαίου: Επρόκειτο για τα «Βιβλιάρια Προσόδων» για τις περιόδους από 2 Σεπτεμβρίου έως 31 Οκτωβρίου 1829 και 1 Νοεμβρίου έως 4 Δεκεμβρίου 1829. Σε αυτές τις καταστάσεις οι συναλλασσόμενοι με το Πρωτόκλητο Δικαστήριο δήλωναν τα ποσά που κατέβαλαν στην

259

Γ.Α.Κ./Αρχείο περιόδου Καποδίστρια/Υπουργείο Δικαίου/φ. 046)

244


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Γραμματεία του Δικαστηρίου για παράβολα και την κατάθεση αγωγών, ή για να προμηθευτούν αντίγραφα πράξεων του Δικαστηρίου κλπ. Εκεί λοιπόν συναντάμε αρκετές φορές ονόματα γνωστά από τη συμμετοχή τους σε δίκες του ΙΒ΄ Ψηφίσματος, συνοδευόμενα μάλιστα από την φράση «ως επίτροπος του τάδε». Επρόκειτο για τους πρώτους Δικηγόρους. Παρόλο που το επάγγελμα των Δικηγόρων δεν είχε ακόμα θεσμοθετηθεί, υπήρχαν αρκετοί πολίτες που εκμεταλλευόμενοι τις όποιες νομικές γνώσεις είχαν αναλάμβαναν νομικές υποθέσεις πολιτών και παρείχαν τις σχετικές υπηρεσίες: Συνέτασσαν δικόγραφα, αιτήσεις και αναφορές, παραλάμβαναν εκ μέρους των πελατών τους αντίγραφα δικαστικών πράξεων κλπ. Αυτοί οι νομομαθείς εμφανίστηκαν μαζικά το 1828 και ασκούσαν αυτές τις υπηρεσίες περιμένοντας κάτι άλλο: Μεταξύ τόσων Ελλήνων πολιτικών, οίτινες επαιτούσαν θέσεις δημοσίας το περισσότερον δια να ζήσουν -υστερούμενοι τον επιούσιον άρτον εις εκείνας τας περιστάσεις- εφάνησαν και έν πλήθος λογίων φραγκοφορεμένων εις Αίγιναν ελθόντων από όλην την Ευρώπην και τας Επτά Νήσους με συστατικά γράμματα, ζητούντες να λάβουν θέσιν ο καθείς δημοσίαν. Εγιώμοσαν λοιπόν εν ακαρεί τα υπουργεία, τα διοικητήρια, αι αστυνομικαί αρχαί από νεανίσκους νεήλυδας κηφήνας, οι οποίοι δεν έφθανεν μόνον οπού υστερούσαν την θροφήν των αγωνισθέντων αλλά, το χειρότερον, πολλοί εξ αυτών πολλάκις από προσωπικήν άγνοιαν κακομεταχειρίσθησαν πολλούς των Αγωνιστών Ελλήνων παρουσιαζομένων δια υποθέσεις των εις τας διαφόρους αρχάς, αν και δεν έπταισαν ίσως αυτοί τόσον, όσον οι παραμελήσαντες πολλούς των ικανών δια υπηρεσίαν εκ των αυτοχθόνων πολιτών. (διεγραμμένη από το συγγραφέα παράγραφος, για το ίδιο θέμα: Με την άφιξιν του Βιέρου και Γιαννετά, αρχίσαντες να συρρέουν και να φαίνωνται εις Αίγιναν πλήθος λογίων Ελλήνων και φιλελλήνων φραγκοφορεμένων με συστατικά από διαφόρους φίλους των Καποδιστρίων εν Μασσαλία, Παρισίοις, Βιέννα, Τριέστι, Λιβόρνον, και με έν βρακί και πανταλόνι, επαγγελλόμενοι άλλος τον ιατρόν, άλλος τον νομικόν και άλ245


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

λοι άλλας διαφόρους επιστήμας, επαρουσιάζοντο καθημερινώς δια να λάβουν δημοσίας θέσεις. Υποδεχόμενοι τούτοι οι νεήλυδες ευνοϊκώς, αμέσως, χωρίς άλλας παρατηρήσεις, εγέμισαν τα δημόσια γραφεία από παντός είδους υπαλληλίσκους, οίτινες ούτε εγνώριζον κανένα ούτε τους εγνώριζεν κανείς. Τους ωνόμασαν «εκ των του Εικοσιοκτώ», εννοούντες τους ελθόντας εις την Ελλάδα κατά το 1828. Πολλάκις παρουσιασθέντες πολλοί Έλληνες στρατ. και πολιτ. δια υπηρεσίαν εις τα Υπουργεία και διοικητ. αρχάς, ερωτούντο από τούτους ωσάν ξένοι. Τούτο ερέθιζεν πολύ τους Έλληνας, και ήσαν απαρηγόρητοι.260 Όσο περισσότερους νόμους θέσπιζε και προσπαθούσε να εφαρμόσει το Κράτος, τόσο περισσότερο μεγάλωνε η ανάγκη του κοσμάκη για ανθρώπους που θα μπορούσαν να του συντάξουν ένα χαρτί για να απευθυνθεί στη Διοίκηση ή για να τον εκπροσωπήσουν σε μια νομική διαδικασία. Πέρασε ο καιρός που αρκούσε μια βαθιά υπόκλιση μπροστά στον κοτζάμπαση συνοδευμένη από ένα «πολυχρονεμένε μου αφέντη» και ένα σεβαστό πεσκέσι κάτω από την αμασχάλη. Επρόκειτο για ένα τελείως νέο, «αχαρτογράφητο» ακόμα πεδίο αυτό των νομικών υπηρεσιών, που υποσχόταν μεγάλα κέρδη σε όποιον ασχολιόταν με αυτό. Έτσι, έσπευσαν να δηλώσουν παρόντες διάφοροι, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τις όποιες (ακόμα και ελάχιστες) νομικές τους γνώσεις παρείχαν δικηγορικές υπηρεσίες χωρίς να υπάρχει κανένα νομικό πλαίσιο που να καθορίζει συγκεκριμένα τα καθήκοντα και το επιτρεπόμενο πεδίο των ενεργειών τους. Ο Κυβερνήτης ψέλλισε κάποια στιγμή κάποιες παραινέσεις για το θέμα: Προς το Πανελλήνιον. Αιγίνη, 19 δεκεμβρίου 1828. Δεν αμφιβάλλω, Κύριοι, ότι το επί των εσωτερικών τμήμα, καταγινόμενον εις το περί δικονομίας έργον, επεστράφη και εις δύω έτι μέρη πολλά αξιόλογα της όλης δικαιοδοσίας, το των δικηγόρων, λέγω, και το των συμβολαιογράφων.

260

Κασομούλη «Ενθυμήματα Στρατιωτικά κλπ.», τομ. Γ΄, σελ.67-68.

246


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Εξ όσων δε εγώ πληροφορούμαι, δεν βλέπω πιθανόν το να υπάρχωσι μεταξύ των επαγγελομένων εν Ελλάδι τον δικηγόρον και τον συμβολαιογράφον πολλοί, φέροντες διπλώματα εκδεδομένα υπό πανεπιστημίων ή κυρίων αρχών. Και όμως η των δικαστηρίων υπόστασις παρυποτίθησιν αναγκαίως και την των δικηγόρων και συμβολαιογράφων. Λοιπόν και αν ήναι αδύνατον προς το παρόν κατασκευάσωμεν τα περί αυτούς κατά τον τύπον και υπογραμμόν των επικρατειών της Ευρώπης, πρέπει καν να προνοήσωμεν από τούδε τα δέοντα εις προκατάληψιν των ενδεχομένων καταχρήσεων και σκανδάλων. Ανατίθεται άρα εις το επί των εσωτερικών τμήμα να προβάλη σχέδιον διατάγματος περί τούτου, αποβλέπον κυρίως προς το να περιθέση μεν κύρος νόμιμον εις τους μετερχομένους το δικηγορικόν και συμβολαιογραφικόν επάγγελμα, να δώση δε εις τους πολίτας τους προσερχομένους προς αυτούς την εκ της νομίμου των επαγγελομένων ευθύνης ασφάλειαν. 261 Παρά το κάλεσμα για λήψη μέτρων, όμως, η χαοτική κατάσταση με τους επιτρόπους – συνηγόρους παρέμενε, δημιουργώντας αρκετές φορές προβλήματα στην απονομή της δικαιοσύνης, ειδικά από τη στιγμή που οι συνήγοροι – επίτροποι συμμετείχαν σε διαιτητικά δικαστήρια ως διαιτητές – δικαστές: Αριθ. 872. Ελληνική Πολιτεία Προς την επί της Δικαιοσύνης Γραμματείαν. Το Πρωτόκλητον Δικαστήριον του Τμήματος Αρκαδίας. Κατά την υπ’ αριθ. 645 πρόσκλησιν της Γραμματείας επί της επισυναπτομένης αναφοράς της χήρας Σμαραγδής Μήτ��ου Μάρρα, το Δικαστήριον επεξεργάσθη μετά της απαιτουμένης εξετάσεως και επ’ ακριβείας κατά το πνεύμα και ζήτησιν της Γραμματείας και αναφέρει προς πληροφορίαν της. […] Κατά το χρέος δε το Δικαστήριον παρενήρει τα περί της διαγωγής και χαρακτήρος των δύο τούτων αιρετοκριτών.

261

«Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια», τομ. β΄, σελ. 352-353

247


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Αμφότεροι είναι άνθρωποι φαυλόβιοι και διεστραμμένοι, το μοναχόν και καθ’ αυτό έργον τους είναι με το πρόσχημα συνηγόρου Γραμματισμένου και νομικού, δεν λείπουσι να προξενούν και εις το Δικαστήριον αυτό πράγματα και ενοχλήσεις με τα παράλογα και αλλόκοτα σοφίσματά των εις τας εκθέσεις των πολιτών, αναισχυντούσι προσέτι εξυβρίζοντες επί της αγοράς κατά του Δικαστηρίου, το Δικαστήριον εμεταχειρίσθη πολλάκις μέτρα επανορθωτικά, συμβουλάς και επιπλήξεις, αλλ’ ούτοι μένωσιν αδιόρθωτοι και εις τα ίδια, θυσιάζοντες το προς τυχόν, ως εκ της προκειμένης υποθέσεως συνάγει. Διό και παρακαλείται η Γραμματεία να διατάξη τα προς επανόρθωσιν τούτων μέτρα. Εν Τριπόλει τη 16 Ιανουαρίου 1830 Οι Δικασταί Ζ. Ταγκόπουλος, Αναγ. Χρηστόπουλος Ο Γραμματεύς (Τ.Σ.) Δ. Βουλ. 262 Όπως και να ‘χει, η παρουσία ενός Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου στη Βοστίτζα ήταν επόμενο να προσελκύσει πληθώρα σπουδαγμένων νέων που ήρθαν να στελεχώσουν τον Κρατικό Μηχανισμό ή έστω να προσφέρουν επί αδρά αμοιβή τις υπηρεσίες στους μέχρι πρόσφατα ραγιάδες. Ένας από αυτούς ήταν και ο γεννημένος στη Ζάκυνθο σπουδάσας το Δίκαιο στην Πάντοβα της Ιταλίας και εγκατασταθείς μόνιμα στην Ελλάδα το 1828 Γεώργιος Τερτσέτης, ο μετέπειτα Δικαστής και απομνημονευματογράφος του γερο-Κολοκοτρώνη: Διορισμόν εις το Πρωτόκλητον της Βοστίτζης επεδίωκε και ο περίφημος Γεώργιος Τερτσέτης, ο αναδειχθείς αργότερον είς εκ των λαμπροτέρων αστέρων του ελληνικού δικαστικού στερεώματος. Ούτος έγραφεν εκ Πατρών, όπου εφιλοξενείτο παρά τη οικογενεία Μπότσαρη, προς τον εθνικόν μας ποιητήν

262 Η υπ’ αριθμ. 872 αναφορά του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Αρκαδίας προς την Γραμματεία της Δικαιοσύνης. ΓΑΚ/Αρχείο Περιόδου Καποδίστρια/Υπουργείο Δικαιοσύνης/Φάκελος εγγράφων 1-20 Ιανουαρίου 1830, δημοσιευμένο στο Δ. Σερεμέτη «Η δικαιοσύνη επί Καποδίστρια: Πρώτη περίοδος, 1828-1829», σελ. 427428

248


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Διονύσιον Σολωμόν: «δεν με συμφέρει να μείνω εδώ (εις Πάτρας)… τα Δικαστήρια είναι εις Βοστίτζαν και όχι εις Πάτρας και συνεπώς δεν δύναμαι να έχω ουδεμίαν ωφέλειαν…» 263 Με την θέσπιση λοιπόν του ΙΒ΄ Ψηφίσματος και τις κατοπινές ερμηνευτικές του εγκυκλίους, αυτοί οι «Επίτροποι» - Δικηγόροι είδαν να δημιουργείται νέα ύλη για το επάγγελμά τους! Ανέλαβαν να εμφανίζονται στις σχετικές δίκες ως Κριτές εκ μέρους των πελατών τους. Αυτή η δυνατότητα να επιλέγονται και αυτοί ως Δικαστές ήταν μια πρώτη επίσημη αναγνώριση της ενασχόλησής τους με τα νομικά, μιας και ακόμα δεν είχε καταρτιστεί κάποιος ειδικός κανονισμός / οργανισμός περί Δικηγόρων. Έτσι λοιπόν βλέπουμε αυτούς τους άτυπους Δικηγόρους να πλαισιώνουν τον Φλογαΐτη ως Δικαστές είτε εκπροσωπώντας και τις δύο μεριές (όπως στην περίπτωση της διαφοράς Γιαννακόπουλου – Χοντρογιάννη) είτε μόνο την μία, με την άλλη μεριά να εκπροσωπείται από κάποιον Δικαστή του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου: Από 11 Μαρτίου 1830 (Γ.Α.Κ. Υπουργ. Δικ. 7-7-1830) απόφασις των διαιτητών, είς εκ των οποίων ήτο ο συνδικαστής Χ. Ν. Καλαβρυτινόπουλος, επί διαφοράς μεταξύ Ανδρέα Πετμεζά εκ Σοπωτού και τινός Παπαζαφειρόπουλου εκ Καλαβρύτων, ένεκα γενομένης διαρπαγής της οικίας Παπαζαφειροπούλου, τον οποίον δικαιώνουν ανεκκλήτως οι διαιτηταί, πλην του αιτήματος του τελευταίου περί διαφυγόντων κερδών. Η υπόθεσις παραπέμπεται κατά το έκτον άρθρον του ΙΒ΄ Ψηφίσματος εις την Κυβέρνησιν, δια να προσαρμόση την ποινήν και εις το Πρωτόκλητον Δικαστήριον δια να καταχωρισθή και ενεργηθή. 264 Στη συγκεκριμένη υπόθεση, της οποίας η απόφαση βρίσκεται στον Φάκελο 071 των ΓΑΚ/Αρχείο Περιόδου Καποδίστρια/Υπουργείο Δικαίου, ο έτερος Δικαστής ονομαζόταν Χρήστος Ξύδης, ενώ η απόφαση ήταν ομόφωνη, μιας και τόσο ο διαιτητής του ενάγοντος όσο και του εναγομένου συμφώνησαν για την ενοχή του Πετμεζά.

263 Μαγκλάρα «Θέματα εκ της νομολογίας του εν Αιγίω Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου κλπ», σελ. 168-169. 264 Μαγκλάρα «Θέματα εκ της νομολογίας του εν Αιγίω Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου κλπ», σελ. 175.

249


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Δυστυχώς δεν αναφέρεται στη συγκεκριμένη απόφαση από ποιο μέρος επιλέχθηκε για διαιτητής ο Δικαστής του Πρωτοκλήτου Αχαΐας Καλαβρυτινόπουλος. Αυτό που πρέπει σίγουρα να κρατήσουμε είναι ότι δεν ήταν δεδομένο ότι ο Κριτής που θα επέλεγε η κάθε μεριά θα έκρινε υπέρ της. Επιστρέφοντας στην διαφορά του Γιαννακόπουλου με τον Χοντρογιάννη και στην επιλογή του τρίτου Δικαστή, βλέπουμε ότι και εδώ εφαρμόστηκαν οι διατάξεις της υπ’ αριθμ. 6753/14-09-1829 Εγκυκλίου της Γενικής Γραμματείας της Επικρατείας: Ενώ το ΙΒ’ Ψήφισμα ήθελε τον τρίτο Κριτή να τον επιλέγει η ίδια η Κυβέρνηση, η εγκύκλιος αυτή προέβλεπε ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου… «αναλαμβάνει δικαιωματικώς, ως εκ μέρους της Κυβερνήσεως, τον τόπον του τρίτου Δικαστού και αποφασίζει ανεκκλήτως τα περί της υποθέσεως, καθ’ όν τρόπον διαλαμβάνει το ΙΒ΄ Ψήφισμα της Συνελεύσεως». Ας γνωρίσουμε λοιπόν καλύτερα του Διαιτητές μας. Οι Διαιτητές Α) Ο Διαιτητής της Κυβέρνησης. Για τον Πρόεδρο του Πρωτόκλητου Δικαστηρίου της Αχαΐας, Νικόλαο Φλογαΐτη, έχουμε αρκετές πληροφορίες, μιας και επρόκειτο για μια σημαίνουσα νομική προσωπικότητα της εποχής του. Ακολουθεί το βιογραφικό του, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Πανδώρα» το 1867: Ο Νικόλαος Φλογαΐτης, διανύσας ολόκληρον σχεδόν τον βίον αυτού, από των χρόνων του μεγάλου αγώνος μέχρι του 1866 έτους, λειτουργός της Θέμιδος εν Ελλάδι, δεν ανήκει μεν ιδίως εις την τάξιν εκείνην των λογίων, οίτινες ευεργετούσι την πατρίδα δια συγγραφής, αφοσιούμενοι κατ’ εξαίρεσιν εις την μελέτην των γραμμάτων και των επιστημών, και αναλισκόμενοι χάριν της ωφελείας των άλλων. Αλλ’ επειδή και ενώ εκράτει της Θέμιδος την πλάστιγγα εύρισκε καιρόν να καταγίνεται και εις συγγραφήν, η Πανδώρα νομίζει καθήκον να είπη ολίγα περί αυτού, διακριθέντος μάλιστα επί νομομαθεία και ευθύτητι. 250


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Γεννηθείς εν Οδησσώ το 1799 έτος υπό πατρός Λευκαδίου μετερχομένου την εμπορίαν, και μητρός Κωνσταντινουπολίτιδος, και σπουδάσας όσα τότε εδιδάσκοντο εν τη πόλει εκείνη, επεδόθη και αυτός εις το εμπορικόν στάδιον, ότε και εμυήθη εις τα της εταιρίας των φιλικών, κατηχηθείς υπό Ξένη, οικειοτάτου του αοιδοίμου Αλ. Υψηλάντου, χρησιμεύσας δε μετά ταύτα, ένεκα της ευφυΐας και της φιλοπατρίας αυτού, και εις την διάδοσιν της πανελληνίου εκείνης ιδέας. Το 1821 έτος αναχωρήσας εξ Οδησσού έδραμε προς το εν Δακία στρατόπεδον του Υψηλάντου. Αλλ’ ο αδελφός τούτου Δημήτριος, ο ενδόξως υπηρετήσας την πατρίδα και εν αυτή αποθανών, απέτρεψεν αυτόν, αποστείλας εις την ήδη αγωνιζομένην Ελλάδα, χάριν μεταβιβάσεως αναγκαιοτάτων μυστικών διαταγών. Επειδή όμως το πλοίον εφ’ ού επέβαινε παρεμποδίσθη υπό της εν Κωνσταντινουπόλει εξουσίας, μόλις κατώρθωσε να καταβή εις Πελοπόννησον περί τον Ιούνιον του αυτού έτους. Διορισθείς αξιωματικός υπό του Υψηλάντου πολιορκούντος την Τρίπολιν, ηγωνίσθη στρατιωτικώς εκεί τε και εν Κορίνθω μετά ταύτα. Ότε δε οι εν Ακροκορίνθω Αλβανοί απεφάσισαν να παραδοθώσιν, ο Ν. Φλογαΐτης εδόθη αυτοίς όμηρος υπό του Υψηλάντου. Έμεινε δε εκεί φρούραρχος μέχρι της εν Επιδαύρω συνελεύσεως, ότε, ώς τις των λογιωτέρων των χρόνων εκείνων, διωρίσθη εις πολιτικήν υπηρεσίαν. Και πρώτον μεν διωρίσθη πρώτος γραμματεύς της γενικής αστυνομίας, ήτις προς τοις διοικητικοίς και αστυνομικοίς έργοις, εξεπλήρου και τα του ειρηνοδίκου, πρωτοδίκου και του εφέτου καθήκοντα. Μετά δε ταύτα ανέθετο αυτώ η κυβέρνησις την εν Ναυπλίω σύστασιν αστυνομίας. Επειδή δε ο Κολοκοτρώνης, έχων τότε εις την ιδίαν εξουσίαν το Ναύπλιον, συνέστησεν αυτός τοιαύτην, ο Ν. Φλογαΐτης ωνομάσθη αρμοστής αυτής τον Ιανουάριον του 1823 έτους. Δυστυχώς, ενώ διεύθυνε τα της αστυνομίας ενέσκηψε δεινή η πανώλης εις την πόλιν εκείνην. Αλλά τοιαύτην δραστηριότητα ανέδειξεν ο αρμοστής και τοιαύτα μέτρα διέταξεν, ώστε το μεν κακόν κατεστάλη, ο δε Κολοκοτρώνης ευχαριστήσας αυτόν εγγράφως, επεκάλεσε σωτήρα της πόλεως. Μετά τινα χρόνον διορισθέ251


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ντος του κ. Κανάρη επάρχου Σάμου, διωρίσθη και ο Φλογαΐτης Γεν. αστυνόμος της νήσου ταύτης. Αλλ’ επειδή οι Σάμιοι απέπεμψαν αμφοτέρους, επανήλθεν εις Σαλαμίνα, όπου έδρευε τότε η κυβέρνησις, και διωρίσθη γραμματεύς της επί των δασμών επιτροπής, υπηρετήσας μετά ταύτα και ως γραμματεύς επάρχου και ως έπαρχος, το δε 1823 και ως νομικός σύμβουλος και διευθυντής της δικαστικής υπηρεσίας εν Πόρω. Από του έτους τούτου άρχονται αι υπό την τακτικήν κυβέρνησιν του Καποδιστρίου και την μετά ταύτα του βασιλέως υπηρεσίαι αυτού. Αλλά πριν ή είπωμεν και περί τούτων ολίγα, μη λησμονήσωμεν ότι η κυβέρνησις του 1824 έτους, τιμώσα τας πιστάς και συνετάς εκδουλεύσεις του ανδρός, έδωκεν αυτώ βαθμόν ταξιάρχου ή ταγματάρχου, προβιβάσας περί τα τέλη του αυτού έτους και αντισυνταγματάρχην. Τοιούτος δε και τοσούτος ο υπέρ του γενικού καλού αφιλοκερδής ζήλος αυτού, ώστε το μεν 1824 συνετέλεσεν είπερ τις και άλλος εις την εν Ναυπλίω ίδρυσιν φιλανθρωπικής εταιρίας προς περίθαλψιν των απόρων και εκπαίδευσιν των ορφανών, το δε 1826 εις την κατάρτισιν του επτανησίου στρατιωτικού σώματος, όπερ υπό την αρχηγίαν του Διον. Ευμορφοπούλου διεκρίθη ιδίως κατά την πολιορκίαν των Αθηνών. Από του 1829 μέχρι του θανάτου αυτού υπηρέτησε δικαστικώς, ήτοι πρόεδρος πρωτοδικών, αρειοπαγίτης και πρόεδρος εφετών. Κατά δε το μακρόν και επίπονον τούτο στάδιον απέδειξε και τιμιότητα και σύνεσιν και νομομάθειαν και απροσωποληψίαν, ελκύσας ούτω την αγάπην των συμπολιτών. [συνεχίζει με το συγγραφικό του έργο.] 265 Οι σχέσεις του Φλογαΐτη με την Βοστίτσα δεν περιορίστηκαν μόνο στην υπηρεσία του εκεί ως Πρόεδρος του Πρωτόκλητου Δικαστηρίου της Αχαΐας: Ούτος έγινε γαμπρός της Βοστίτσας, αφού παντρεύτηκε την Ελένη, θυγατέρα του προκρίτου Αγγελή Μελετόπουλου,

265

1868.

Φυλλάδιον 421, 1/10/1867 του περιοδικού «Πανδώρα» στον 18ο τόμο, Αθήνα,

252


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

αδελφή του στρατηγού Δημήτρη Μελετόπουλου και κουνιάδα του υπουργού Αναστάση Λόντου.266 Β) Ο Διαιτητής του Χοντρογιάννη. Αυτός ήταν ο Χριστόδουλος Καλιοντζής. Διαβάζοντας την κρίση του για την υπόθεση του Χοντρογιάννη διαπιστώνουμε ότι διέθετε νομικές γνώσεις, μιας και επικαλείται την ελαττωμένη ισχύ των εξ ακοής μαρτυριών, αλλά και την αρχή in dubio pro reo. Αυτό δεν πρέπει να ήταν τυχαίο, μιας και το όνομά του το συναντάμε σχετικά συχνά στα έγγραφα που έστελνε το Πρωτόκλητο Δικαστήριο της Αχαΐας προς την Γραμματεία του Δικαίου. Κατ’ αρχάς εμφανίζεται αρκετές φορές στα Βιβλία Προσόδων του Δικαστηρίου, να καταβάλει διάφορα ποσά για να προμηθευτεί αντίγραφα πράξεων του Δικαστηρίου, μερικές φορές δηλώνοντας ρητά ότι ενεργούσε ως επίτροπος πολιτών: 30 Οκτ. 1829 Βιβλιάριον των Δικαστικών προσόδων Εν Βοστίτζη τη 2 Σεπτεμβρίου 1829 […] 410 – 30 Σεπτεμβρίου: Επλήρωσα δια τετρακοσίας λέξεις αντιγραφής γρόσια δύο και παράδες δέκα Επίτρ. Καλιοντζής 413 – Σεπτέμβριος 30: Επλήρωσα δια την Ελένην σύζυγον του Νικολάου δια μίαν αναφοράν της ομού και διά ένα επιτροπικόν έγγραφόν της αφορών ότι διορίζει αντιπρόσωπόν της τον Χριστόδουλο Καλιοντζή, γρόσια επτά. Βασίλειος Παπανικολόπουλος. 427 – Οκτώβριος 2: Επλήρωσα δια μίαν απολογίαν μου ομού και διά ένα έγγραφόν μου εγγράφου μου και διά τρείς πράξεις του Δικαστηρίου γρόσια δεκατέσσερα. Επίτρ. Καλιοντζής. 506 – Οκτωβρ 21: Επλήρωσα δια μίαν αναφορά της πράξης του Δικαστηρίου γρόσια οκτώ.

Ανδρέα Δ. Μαγκλάρα «Ο Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου κατά την Αχαΐαν Δικαστηρίου Νικόλαος Φλογαΐτης και το έργο του», στον τόμο τιμητικό Κ.Ν. Τριανταφύλλου, Πάτρα, 1993. 266

253


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Χριστόδουλος Καλιοντζής επίτροπος της Ν[…]ενας [δυσανάγνωστο γυναικείο όνομα]. […] 549 – Οκτώβρ. 29: Επλήρωσα δια τετρακόσιας πεντήκοντα λέξεις αντιγραφής, παράδες σαρανταπέντε (1 γρόσι 5 παράδες). Δια τον Γ. Βιτάλη [υπάρχει και υπογραφή του Γ. Βιτάλη στην υπ’ αριθμ. 545 καταγραφή]. Χριστόδουλος Καλιοντζής. 550 – Οκτώβρ. 29: Επλήρωσα δια μίαν πράξιν του δικαστηρίου γρόσια τρία. Χριστόδουλος Καλιοντζής. […] Ο Οικονόμος Βοστίτζης Π:Τριανταφύλλου 267 *** Νοέμβριος 1829 563 – Νοεμβ. Αη: Επλήρωσα δια μίαν αναφοράν, τρία αντίγραφα και δύω πράξεις του δικαστηρίου γρόσια δεκαεπτά. Ιωάννης Φεϊζόπουλος. 566 – Νοεμβ. αη: Επλήρωσα δια τέσσαρα έγγραφα της αστυνομίας Καλαβρύτων αφορώντα την μεταξύ του Κοκκά διαφοράν μου Γρόσια οκτώ. Επίτρ. Καλιοντζής. 596. Νοεμβ 5: Επλήρωσα δια μίαν πράξιν γρόσια τρία Επίτρ. Καλιοντζής. 603. Νοέμβ. 6: Επλήρωσα δια χιλίας τριακόσιας λέξεις αντιγραφής γρόσια τρία και παράδες εικοσιέξ. Διά τον Γεώργιον Βιτάλην Χριστόδουλος Καλιοντζής. 604. Νοέμβ. 6: Επλήρωσα δια δύω πράξεις, εξ ών [δυσανάγνωστο] γρόσια έξ. Χριστόδουλος Καλιοντζής. 613. Νοέμβ. 9: Επλήρωσα δια χιλίας πεντακοσίους λέξεις αντιγραφής γρόσια τρία και παράδες τριάκοντα.

267

ΓΑΚ/περίοδος Καποδίστρια/Υπουργείο Δικαίου/φ. 046.

254


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Διά τον Γεώργιον Σέλινο [δυσανάγνωστο] Επίτρ. Καλιοντζής. 655. Νοέμβ. 20: Επλήρωσα δια χιλιάδας οκτακοσίας λέξεις αντιγραφής γρόσια επτά. Δια τον Γ. Σέληνον Επίτρ. Καλιοντζής. 682. Νοέμβ. 27. Επλήρωσα δια μίαν [δυσανάγνωστο], μίαν πράξιν και διακοσίας πενήντα λέξεις αντιγραφής, γρόσια οκτώ και παράδ. εικοσιπέντε. Δια την Ανδρίκεναν [δυσανάγνωστο] Επίτρ. Καλιοντζής. 683. Νοέμβ. 27. Επλήρωσα δια μίαν αναφοράν εξ αντιγράφου, δύω πράξεις και πεντακόσιας λέξεις αντιγραφής γρόσια δεκατέσσαρα και παράδ. δέκα, Ιωάννης Φεϊζόπουλος. […] Ο Γραμματεύς του κατά την Αχαΐαν Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Μ. Κασσιέρης [Τίθεται Σφραγίδα] 268 *** Βιβλίον δικαστικών δικαιωμάτων και διαφόρων άλλων δοσοληψιών του κατά την Αχαΐαν Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου 1 Μάρτης – 30 Μάιος 1830 51. Μαρτ. 17. Επλήρωσα διά μίαν αγωγήν, δύω πράξεις, τρία έγγραφα εξ 1000 λέξεις εκάστων του Χρ. [δυσανάγνωστο] φοίν. επτά και λεπ. ογδοήκοντα. Ο Επίτροπος του Θεοδωρ. Οικονομοπούλου Χριστόδουλος Καλιοντζής. 61. Μαρτ. 19. Επλήρωσα διά την ανακεφαλαίωση δύω πράξεων εξ 250 λέξεις εκάστων του Εμμ. Μιχαλοπούλου φοιν: τέσσαρες και λεπτά εξήκονταπέντε. Ο επίτροπος του Α. Λόντου. Χριστόδουλος Καλ.

268

ΓΑΚ/περίοδος Καποδίστρια/Υπουργείο Δικαίου/φ. 049.

255


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

[…]

Ο Γραμματεύς του εν Αχαΐα Πρωτοκλήτου Μ. Κασσιέρης. 269 Αξίζει να προσέξουμε ότι στις 19 Μάρτη του 1830, ελάχιστες μέρες μετά την έκδοση της από μέρους του απόφασης για την υπόθεση του Χοντρογιάννη, ο Καλιοντζής παρουσιάζεται στο Δικαστήριο της Βοστίτσας ως επίτροπος του Α. Λόντου (ενός δηλαδή εκ των αδελφών Αντρέα ή Αναστάσιου Λόντου), των οποίων οι σχέσεις με τον ξάδελφό τους Αντρέα Ζαΐμη ήσαν πάρα πολύ στενές. Κατά δεύτερον, ο Καλιοντζής συμμετείχε ως Δικαστής εκ μέρους εναγομένου σε τουλάχιστον μία ακόμα δίκη του ΙΒ΄ Ψηφίσματος, η οποία φαίνεται ότι διεξαγόταν σχεδόν παράλληλα με τη δίκη του Χοντρογιάννη! Ορίστε μια περίληψη των εγγράφων της υποθέσεως αυτής που βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους: 1. Από 10 Απριλίου 1829 γνωμοδότησις (Γ.Α.Κ. Υπουργ. Δικ. φακ. 67) εκδοθείσα εν Καλαβρύτοις υπό του κατά την Αχαΐαν Εκτάκτου Επιτρόπου Γεωργίου Μαυρομμάτη. […] Εν προκειμένω ο Νικόλαος Τζαβάρας κατήγγειλεν ως κλέπτην παρακαταθήκης του από γρόσια 2700 τον Στάθην Σταματακόπουλον ενώπιον του Εκτάκτου Επιτρόπου, όστις διατρέξας την «πολυθρύλητον διαδικασίαν» έκρινεν ότι ο κατηγηρούμενος είναι αθώος, ο δε μηνυτής συκοφάντης, αφήσας ελεύθερον το δικαίωμα των διαδίκων να προσφύγουν εις το ανήκον συστηθησόμενον δικαστήριον, όπως και έπραξαν προσφυγόντες εις το συσταθέν Πρωτόκλητον, όπερ εξέδοτο τας κατωτέρω αποφάσεις του. 2. Από 9 Απριλίου 1830 απόφασις του Προέδρου του Πρωτοκλήτου της Βοστίτζης Νικ. Φλογαΐτου (Γ.Α.Κ. Υπουργ. Δικ. Φακ. 67/7-6-1830) ως «πρώτου Διαιτητού» ή «τρίτου επικριτού» ήτοι επιδιαιτητού, επί διαφοράς αχθείσης κατά το ΙΒ΄ Ψήφισμα ενώπιον του Δικαστηρίου της Επιεικείας, διαφωνούντων των Χριστοδούλου Κολιοντζή (κατ’ επάγγελμα ως φαίνεται διαιτητού) και Χριστοδούλου Αργυριάδου, διαιτητών του Στάθη Σταματακοπούλου και Νικολή Τζαβάρα αντιστοίχως.

269

ΓΑΚ/περίοδος Καποδίστρια/Υπουργείο Δικαίου/φ. 065.

256


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Η εν λόγω απόφασις συντάσσεται με την γνώμην του διαιτητού Χρ. Κολιοντζή και «κατά τον νόμον, ότι εν αμφιβολίαν το καλόν καγαθόν δεχόμεθα». Και ούτως απηλλάγη και πάλιν ο Στάθης Σταματόπουλος. 3. Από 7 Ιουνίου 1830 υπ’ αριθ. 139 απόφασις του κατά την Αχαΐαν Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου (Γ.Α.Κ. Υπουργ. Δικ. Φακ. 67/7-6-1830). Η εν λόγω απόφασις αναφέρεται εις την αμέσως προηγούμενην υπόθεσιν μεταξύ Στάθη Σταματακοπούλου και Νικολάου Τζαβάρα, εφ’ ής η από 9 Απριλίου 1830 απόφασις του Προέδρου του Πρωτοκλήτου Αχαΐας ως επιδιαιτητού ή τρίτου επικριτού κατά την εν λόγω απόφασιν. Ο απολέσας την δίκην Νικόλαος Τζαβάρας, δια των από 5, 10 και 20 Μαΐου αναφορών του ενώπιον του Πρωτοκλήτου Βοστίτζης, εξητήσατο την αναθεώρησιν των αποφάσεων τόσο των διαιτητών, όσον και της του επιδιαιτητού. Οι προβληθέντες λόγοι της αναθεωρήσεως ήσαν: α) ότι υπό του διαιτητού Χριστοδούλου Αργυριάδου απεκρύβησαν δύο έγγραφα και μία επιστολή αφορώντα εις την υπόθεσιν. Β) ότι ο διαιτητής ούτος δεν είχε λάβει υπ’ όψιν του τας καταθέσεις δύο μαρτύρων και γ) ότι ο εν λόγω διαιτητής παρέβη την διάταξιν της παρ. Α΄ του ΙΒ΄ Ψηφίσματος, καθ’ ήν ώφειλε να φυλάττη την τακτικήν διαδικασίαν και κρισολογίαν και είναι ύποπτος έχθρας κατά του διαδίκου Νικολάου Τζαβάρα, βάσει του βιβλίου Α΄ τίτλου Δ΄ του ΙΒ΄ Ψηφίσματος, καθ’ ό ο αιρετός κριτής δύναται να εξαιρεθή προς τας άλλας αιτίας και δι’ έχθραν. Το Δικαστήριον έκαμε δεκτήν την αίτησιν και διέταξε α) την αναθεώρησιν των διατάξεων της αποφάσεως, β) την εξαίρεσιν του διαιτητού του Νικολάου Τζαβάρα Χριστοδούλου Αργυριάδου και γ) την παράδοσιν των εγγράφων και μαρτυριών. Τα έγγραφα αυτά, ως φαίνεται, παρεδόθησαν διό και απόκεινται νυν εις Γ.Α.Κ. Υπουργ. Δικ. 3-7-1830. Είναι δε τα ακόλουθα: α) από 2-2-1830 επιστολή του Χριστοδούλου Αργυριάδου εκ Μεσορρουγίου Νωνάκριδος προς τον Νικολή Τζαβάραν εις Βοστίτζαν, β) ετέρα από 12-4-1830 επιστολή του Χριστοδούλου Αργυριάδου προς τον Νικολή Τζαβάραν, 257


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

γ) ωσαύτως επιτολή από 30-3-1830 του Χριστοδούλου Αργυριάδου προς τον Νικ. Τζαβάραν και δ) επιστολή από 4-51830 του αυτού Χριστοδούλου Αργυριάδου προς τινα Μαστροβασίλην. Αι εν λόγω επιστολαί επισυνάπτονται εις το από 3 Ιουλίου έγγραφον υπ’ αριθ. 2294 προσωπικόν του Προέδρου του Πρωτοκλήτου Αχαΐα�� Νικ. Φλογαΐτου προς την επί της Δικαιοσύνης Γραμματείαν (Γ.Α.Κ. Υπουργ. Δικ. 3-71830), ένθα προβαίνει εις ευστόχους παρατηρήσεις επί της ερμηνείας του ΙΒ΄ Ψηφίσματος και αιτείται Κυβερνητικήν συμπαράστασιν. 270 Η συγκεκριμένη υπόθεση έχει ιδιαίτερη νομική σημασία: αφ’ ενός, φαίνεται ότι πριν τη θέσπιση του ΙΒ΄ Ψηφίσματος οι πολίτες μπορούσαν να προσφεύγουν για παλιές τους υποθέσεις στον κατά τόπους εκπρόσωπο της Κεντρικής Εξουσίας (εν προκειμένω ο Τζαβάρας προσέφυγε στον Επίτροπο Μαυρομμάτη). Αφ’ ετέρου, ενώ το ΙΒ΄ Ψήφισμα προέβλεπε ότι οι αποφάσεις των Δικαστηρίων Επιεικείας ήταν οριστικές και τελεσίδικες, στη συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση ακύρωσης του ηττημένου και ξαναδίκασε την υπόθεση! Ο Καλιοντζής φαίνεται να συνέχισε τις νομικές του δραστηριότητες ακολουθώντας το Δικαστήριο και όταν αυτό άλλαξε έδρα και μεταφέρθηκε στην Πάτρα, μιας και βλέπουμε το όνομά του ως κατοίκου Πατρών λίγα χρόνια μετά στη λίστα συνδρομητών ενός επιστημονικού βιβλίου 271. Στην ίδια λίστα συναντάμε και τον -ακόμα κάτοικο Βοστίτζας- Νικόλαο Φλογαΐτη. Γ) Ο Διαιτητής του Γιαννακόπουλου. 270 Μαγκλάρα «Θέματα εκ της νομολογίας του εν Αιγίω Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου κλπ», σελ. 175-177. 271 Στο βιβλίο «Εγχειρίδιον περί της σωματικής ανατροφής των Παίδων του ιατρού Ιωάννη Ολυμπίου, Τακτικού Καθηγητή της Χειρουργίας εις το Πανεπιστήμιον Όθωνος, Ιατρού Τάγματος κτλ. Εν Αθήναις, 1837». Εκείνα τα χρόνια όταν κάποιος ήθελε να εκδώσει κάποιο βιβλίο απευθυνόταν σε όποιον μπορούσε να τον χορηγήσει, δηλαδή να του δώσει χρήματα για να καλύψει τα έξοδα εκτύπωσης και βιβλιοδεσίας. Ουσιαστικά με αυτά τα χρήματα ο συνδρομητής προαγόραζε ένα ή περισσότερα αντίτυπα του βιβλίου που επρόκειτο να εκδώσει ο συγγραφέας και το όνομά του αναγραφόταν σε ειδικές λίστες στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Οι συγγραφείς –οι οποίοι ήσαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία επιστήμονες ή στρατιωτικοί- αναζητούσαν συνδρομητές στις ανώτερες τάξεις.

258


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

Ο Κριτής που ορίστηκε από την πλευρά του Νικολή Γιαννακόπουλου, όπως είδαμε, ήταν ο Ιωάννης Φεϊζόπουλος. Σύντομο βιογραφικό του μας παραθέτει ο Φωτάκος: Υπηρέτησε στρατιωτικώς παρά τω στρατηγώ Λόντω γενόμενος και υπασπιστής του, και παρακολουθών αυτόν πανταχού. Μετά δε ταύτα υπηρέτησε και παρά τω στρατηγώ Μελετοπούλω, κατόπιν και μετά του Κολοκοτρώνη, και ούτω γνωστός εγένετο. 272 Επρόκειτο για έναν εκ των αγωνιστών της Επανάστασης, ο οποίος είναι μάλλον απίθανο να σπούδασε τα νομικά. Κι όμως, συναντάμε και αυτουνού το όνομα στα Βιβλία Προσόδων του Πρωτόκλητου Δικαστηρίου της Αχαΐας. Νοέμβριος 1829 563 – Νοεμβ. Αη: Επλήρωσα δια μίαν αναφοράν, τρία αντίγραφα και δύω πράξεις του δικαστηρίου γρόσια δεκαεπτά. Ιωάννης Φεϊζόπουλος. 683. Νοέμβ. 27. Επλήρωσα δια μίαν αναφοράν εξ αντιγράφου, δύω πράξεις και πεντακόσιας λέξεις αντιγραφής γρόσια δεκατέσσαρα και παράδ. δέκα, Ιωαννης Φεϊζόπουλος. […] Ο Γραμματεύς του κατά την Αχαΐαν Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Μ. Κασσιέρης [Τίθεται Σφραγίδα] 273 *** Βιβλίον δικαστικών δικαιωμάτων και διαφόρων άλλων δοσοληψιών του κατά την Αχαΐαν Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου 1 Μάρτης – 30 Μάιος 1830 3. Μαρτίου αη. Επλήρωσα δι’ οκτακοσίας ογδοήκοντα οκτώ λέξεις διά την διαφορά μου μετά της Βασίλενας Μά[δυσανάγνωστο]: ογδοήκοντα εννέα λεπτά. Διά του Επιτρόπου της [δυσανάγνωστο όνομα] Ιωάννης Φεϊζόπουλος. 272 273

Φωτάκου «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών», σελ. 21. ΓΑΚ/περίοδος Καποδίστρια/Υπουργείο Δικαίου/φ. 049.

259


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

[…]

Ο Γραμματεύς του εν Αχαΐα Πρωτοκλήτου Μ. Κασσιέρης. 274 Ο Φεϊζόπουλος φαίνεται να απασχολείτο με νομικές υποθέσεις όχι λόγω των νομικών του σπουδών αλλά λόγω της πολιτικής του τοποθέτησης: Είδαμε στο βιογραφικό του ότι ενώ ήταν ένας από τους ανθρώπους των Λονταίων στη συνέχεια (δηλαδή στους Εμφυλίους όπως και πολλοί άλλοι Βοστιτσάνοι αγωνιστές) άλλαξε στρατόπεδο και πέρασε στην υπηρεσία των Μελετοπουλαίων οι οποίοι ήσαν όλα τα κατοπινά χρόνια οι τοπικοί κομματάρχες του κόμματος των Κολοκοτρωναίων ή Ναπαίων (Ρωσόφιλοι). Το συγκεκριμένο κόμμα ήταν το σημαντικότερο πολιτικό στήριγμα του Καποδίστρια. Δεν πρέπει να είναι άσχετο και το γεγονός ότι λίγους μήνες μετά την δίκη του Χοντρογιάννη ο Φεϊζόπουλος είναι υπάλληλος της Κυβέρνησης: Κατά τον Ιανουάριον [σ.σ.: του 1831] αναφαίνονται πάλιν εις διάφορα μέρη της Πελοποννήσου οι λησταί, και όχι μόνον γυμνώνουν αλλά και φονεύουν εις τας δημοσίας οδούς τους διαβάτας. [...] Προσβάλλουν υπάλληλον (1) της Κυβερνήσεως απερχόμενον δι’ αγοράν γεννημάτων δια τον στρατόν, τον επαίρνουν τα δημόσια χρήματα και παρ’ ολίγον ήθελαν τον φονεύσει, αν δεν ήθελεν υπερασπισθή τον εαυτόν του με τα όπλα. (1) Ούτος ήτον ο Ιω. Φεϊζόπουλος από την Επαρχίαν Βοστίτζης και επειδή ήτον εναντίος των ολιγαρχικών, ήθελον να τον φονεύσουν.275 Για το παραπάνω επεισόδιο, της ληστείας του Φεϊζόπουλου, θα μιλήσουμε αναλυτικότερα σε επόμενο κεφάλαιο. Ο Όρκος Διαβάζοντας το διατακτικό της απόφασης, μας κάνει εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο σχημάτισε δικανική πεποίθηση

274 275

ΓΑΚ/περίοδος Καποδίστρια/Υπουργείο Δικαίου/φ. 065. Σπηλιάδη «Απομνημονεύματα» τομ. Δ΄, σελ. 225.

260


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

για το ύψους της χρηματικής αποζημίωσης που έπρεπε να καταβάλει ο Χοντρογιάννης στον Γιαννακόπουλο. Είδαμε ότι ο Γιαννακόπουλος στην δίκη προσήγαγε ένα «Κατάστιχο», έναν κατάλογο με τα αντικείμενα που ισχυριζόταν ότι του αφαίρεσε ο Χοντρογιάννης. Μάλιστα από σκόρπιες λέξεις στο σκεπτικό της απόφασης του Φεϊζόπουλου [βλ. παρακάτω στο Παράρτημα ΙΙ] βλέπουμε ότι τον κατάλογο αυτό τον συνόδευε και μια βεβαίωση από τον πνευματικό του Γιαννακόπουλου, μοναχό Άνθιμο της Μονής Ταξιαρχών (που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από τη Βοστίτζα) ότι ο Γιαννακόπουλος εξομολογήθηκε και –με ποινή τον αφορισμό- ορκίστηκε ότι ο κατάλογος αυτός ήταν αληθινός. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν μπορούσε να αποδειχτεί ακριβώς η εγκυρότητα αυτού του καταλόγου, αλλά του αρκούσε ο όρκος του Γιαννακόπουλου, η ένορκη βεβαίωσή ότι είναι αληθινός, για να τον επικυρώσει και με βάση αυτόν να ορίσει την αποζημίωση που έπρεπε να καταβάλει ο Χοντρογιάννης! Ο όρκος κατείχε από πολύ παλιά δεσπόζουσα θέση στις αποδεικτικές διαδικασίες: [Ο] τρόπος με τον οποίο εξασφαλιζόταν η τήρηση του κανόνα ήταν η δύναμη της συλλογικής βούλησης της κοινότητας. Η δύναμη αυτή συνίσταται κυρίως σε ψυχολογική πίεση και μόνο σε ακραίες περιπτώσεις σε άσκηση φυσικής βίας. Η πρωτόγονη κοινότητα «δεν είχε άλλο μέσο καταναγκασμού, εκτός από την κοινή γνώμη». […] Στον Όμηρο βρίσκουμε το παράδειγμα της διαμάχης του Μενέλαου με τον Αρχίλοχο. Ο Μενέλαος, που είχε αδικηθεί σε κάποιο ιππικό αγώνα από τον Αρχίλοχο, τον καλεί μπροστά στην κοινότητα να πάρει όρκο ότι αγωνίστηκε τίμια. Διακρίνουμε εδώ καθαρά το συνδυασμό της πίεσης της κοινής γνώμης με την επίκληση στο θρησκευτικό παράγοντα, όπως και την επίκληση των εθιμικών κανόνων του αγώνα. 276 Αυτή η πρωτόγονη αρχή, της αυξημένης βαρύτητας του όρκου, απετέλεσε σημαντικό στοιχείο των νομικών διαδικασιών της Τουρκοκρατίας (και παραμένει μέχρι και σήμερα), αλλά με μια σημα-

276

Καλτσώνη «Το Δικαστήριο κλπ», σελ. 146.

261


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ντική οπισθοχώρηση: Τον φόβο της κοινωνικής απαξίας τον αντικατέστησε η αντιδραστική μεταφυσική αντίληψη για την τιμωρία του παραβάτη του όρκου από ένα ανύπαρκτο ον, το Θεό. Ήδη από τις πρώτες στιγμές της ύπαρξής της, η Ελληνική Πολιτεία διά των επίσημων οργάνων της χρησιμοποίησε μια ιδιαίτερη μορφή όρκου, τον θρησκευτικό αφορισμό για να καταλήξει σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης: Αρ. 404 Μινιστέριον των Εσωτερικών Προς την Σεβαστήν Πελοποννησιακήν Γερουσίαν Τη 22 Απριλίου 1822, Κόρινθος Ικανοί Τριπολιτζιώται παρέστησαν εις το μινιστέριον των Εσωτερικών ομολογίας και κατάστιχα δοσοληψίας μετά του καϊμακάμη. Εις τας εξετάσεις, όσας το μινιστέριον έκαμε, δεν ημπορεί να βεβαιωθή, αν αυτός τα χρεωστή ή όχι, με άλλον τρόπον παρά υποχρεώνων τους όσους λέγουσιν ότι έχουν να λάβουν να δεχθώσιν αρχιερατικόν αφορισμόν, ότι αληθώς έχουν να λάβουν τον αριθμόν των γροσίων σημειωμένων εις τα κατάστιχα οπού επαρρησίασαν εις το μινιστέριον τούτο. Διό διορίζεται η Σεβαστή Γερουσία να διατάξη να αφορισθώσιν όλοι όσοι λέγουσιν ότι έχουν να λάβωσι και, αφού αφορισθώσι, να γνωστοποιηθή εις το μινιστέριον τούτο, δια να φροντίση δια την αποπλήρωσίν των. Επί του νώτου: Αρ. 404. Μινιστέριον των Εσωτερικών. Προς την Σεβαστήν Πελοποννησιακήν Γερουσίαν. Εν Κορίνθω τη 22 Απριλίου 1822. 277 Κι έτσι και αυτή η πρακτική ριζώθηκε στις νομικές ρυθμίσεις του νεοσύστατου Κράτους, καλύπτοντας ελλείψεις του δικανικού του συστήματος. Η διαδικασία, σύμφωνα με το διαιτητικό χαρακτήρα όλης της νομοθεσίας, ήταν απλούστατη και χωρίς αυστηρούς κανόνες. […] Λόγω της αδυναμίας απόκτησης πραγματικών αποδεικτικών στοιχείων, το πιο συνηθισμένο είδος απόδειξης ήταν –και έπρεπε να είναι- ο όρκος. Και ήταν τόσο γενική η

277

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. ΙΓ΄, σελ. 6.

262


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

αντίληψη για την ιερότητά του, ώστε σπάνια θα πρέπει να εμφανίζονταν περιπτώσεις ψευδορκίας. Στις λίγες φορές που κρινόταν απαραίτητη μίαν ιδιαίτερη αποδεικτική διαδικασία και δεν θεωρούνταν ��παρκή τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομίσει τα μέρη, μπορούσε κανείς κυρίως για να πετύχει μαρτυρικές καταθέσεις να εξυπηρετηθεί με ένα πολύ συνηθισμένο μέσο. Πρόκειται για την απόδειξη με αφορισμό (απόδειξις δι’ αφορισμού): Ένα μέσο για συγκέντρωση πληροφοριών που φαίνεται ότι εφαρμοζόταν σε τέτοιο μεγάλο βαθμό σε όλη τη χώρα, ώστε έγινε ρητά αποδεκτό ακόμα και στην Καποδιστριακή δικονομία του 1830. Σε κάθε περίπτωση δηλαδή που για οποιοδήποτε λόγο υπήρχε πιθανότητα κάποιος, άγνωστος στους αντιδίκους, να μπορεί να δώσει πληροφορίες για το αντικείμενο της διαμάχης, ο επίσκοπος ανακοίνωνε συνήθως δημόσια το θέμα στο εκκλησίασμα και απειλώντας με αιώνια τιμωρία και αφορισμό, καλούσε τον καθένα να εμφανιστεί σε συγκεκριμένη μέρα και να καταθέσει σ’ αυτόν τη μαρτυρία του. Πρόκειται για μια διαδικασία που θα πρέπει να μην έχασε ποτέ την επιρροή της. Το αποδεικτικό μέσο του αφορισμού, πάντως, ήταν ακόμα πιο σημαντικό και εφαρμοζόταν σε μεγαλύτερη έκταση στο χώρο του ποινικού δικαίου. 278 Αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων Με το ΙΒ΄ Ψήφισμα ο Καποδίστριας φαίνεται να επιζητά να «κρύψει κάτω από το χαλί» τα κατάλοιπα όσο περισσότερων αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους πολίτες μπορούσε. Αυτό φαίνεται τόσο από την προσεκτική διατύπωση της εισηγητικής έκθεσης του Ψηφίσματος, όσο και από τις ίδιες τις ρυθμίσεις του Ψηφίσματος. Προτεραιότητα δεν είναι η απονομή δικαιοσύνης αλλά η κατάπαυση των ερίδων για γεγονότα που έγιναν σε «θερμές» περιόδους και ο συμβιβασμός των εμπλεκομένων σε αυτά. Το κυριότερο εργαλείο

278

68.

Geib «Παρουσίαση της κατάστασης του Δικαίου στην Ελλάδα κλπ», σελ. 67-

263


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

για την διευθέτηση αυτών των όμως δεν θα είναι, όπως είδαμε και σε προηγούμενο κεφάλαιο, το γράμμα του Νόμου: «[Α]ι κανονικαί διατάξεις της τακτικής δικαιοσύνης ενδέχεται να ερεθίσωσιν εκ νέου πληγάς, τας οποίας ο χρόνος ήρχισεν ήδη να θεραπεύη, ενώ τα συμβιβαστικά και όλως δι όλου θεραπευτικά μέσα της ειρηνικής διαδικασίας δύνανται να εξαλείψωσι και αυτά τα σημεία των πληγών, αρκεί μόνον να εφαρμοσθώσι φρονίμως όσα μέτρα ή συνήθεια καθιέρωσαν επιτοπίως ή όσα ιδιαζόντως συντελώσι προς διαλλαγήν των αντιφερομένων οικογενειών».279 Η Κυβέρνηση κάνει ένα βήμα πίσω και αφήνει ελεύθερα τα έκτακτα αυτά Δικαστήρια να εφαρμόσουν όποιο δίκαιο επιθυμούν. Ακόμα και δίκαιο που δεν υπάρχει αλλά βασίζεται στις αντιλήψεις των Κριτών που το απαρτίζουν περί δικαιοσύνης. Αλλά όποιο δίκαιο και να επέλεγαν, μία βασική αρχή έπρεπε να διέπει την κρίση τους: Η επιείκεια. «Δ΄. Το κριτήριον τούτο οφείλει να έχη εις τας εργασίας του πρώτιστον σκοπόν την εξάλειψιν των εχθροπαθειών και πρώτιστον κανόνα την επιείκειαν» 280 Και αυτή τη φορά η αρχή της επιείκειας δε στηρίζεται σε κάποια φιλοσοφική αντίληψη -γιατί το Κράτος δεν την δέχεται στις άλλες διαδικασίες επίλυσης διαφορών- ούτε επιβάλλεται από αντικειμενικές δυσκολίες –οι οποίες αν και παρέμεναν ισχυρές είχαν αρχίσει να ξεπερνιούνται όσο προχωρούσε το «σουλούπωμα» της κρατικής μηχανής. Η επιείκεια στη συγκεκριμένη περίπτωση φαινόταν να είναι μια υποχώρηση του Κράτους προς το ενοχλητικό παρελθόν, στην προσπάθειά του να χτίσει το μέλλον του. Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι η κατάσταση στη Δικαιοσύνη ακόμα απείχε αρκετά από τα να χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία των Νόμων. Μπορεί μεν να υπήρχε μια κρατική μηχανή που προσπαθούσε να οργανωθεί, μπορεί να υπήρχε μια στοιχειώδης παραγωγή νόμων και ψηφισμάτων (μακριά βέβαια από δημοκρατικές διαδικασίες), μπορεί το Κράτος να προσπαθούσε να παρέμβει δυναμικά στη ρύθμιση των υποθέσεων των πολιτών, αλλά οι διαφορές 279 280

ΙΒ΄/02-08-1828 Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης. ΙΒ΄/02-08-1828 Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης.

264


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

με το παρελθόν έμοιαζαν ελάχιστες. Ειδικά στον τομέα της Δικαιοσύνης η αυθαιρεσία κυριαρχούσε ακόμα. Τη θέση βέβαια των κοτζαμπασήδων και των παπάδων την είχαν πάρει οι διορισμένοι από τον Κυβερνήτη φραγκοφορεμένοι και ξενόφερτοι υπάλληλοι. Μπορεί να υπήρχαν Δικαστήρια και Δικαστές, αλλά οι Νόμοι έμοιαζαν να μην τους δεσμεύουν –και όχι μόνο στις περιπτώσεις που τους έδινε το ελεύθερο η Κυβέρνηση, όπως π.χ. στις δίκες του ΙΒ΄ Ψηφίσματος. Από την άλλη πλευρά, υποθέσεις που δεν υπάγονταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων επιείκειας, επιλύονταν από διαιτητικά δικαστήρια, σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθούσαν αυτά τα τελευταία (*), ύστερα από τα Ψηφίσματα 12.574 και 12.575 της 18ης Μαΐου 1829 και ΙΒ΄ της 2ας Αυγούστου 1829. Η διαδικασία του άρθρου 38 του Ψηφίσματος ΙΘ΄/1828 εφαρμόζεται στην απόφαση ΨΖ' της 11ης Φεβρουάριου 1830 του Πρωτόκλητου Δικαστηρίου Κεντρικών Κυκλάδων, που δίκασε σαν επανορθωτικό. Σ’ αυτή, ενώ γίνεται παραπομπή στο Κεφ. Ζ' § ς' του Απανθίσματος, το οποίο προβλέπει ότι «όποιος υβρίση ή ατιμάση τινά με καταφρονητικούς λόγους εις τόπον Δημόσιον... να πληρόνη από δέκα έως πεντακόσια γρόσια», ωστόσο το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη και την επιείκεια, καταδικάζει τον κατηγορούμενο «εις μονοήμερον φυλακήν, μετά τας ευφρόσυνός ημέρας της Απόκρεω». (*) Βλ. έγγρ. αριθμ. 49 της 15.2.1830: Σερεμέτη, ό.π., σ. 371/3. Από το έγγραφο αυτό προκύπτει πως οι δύο διαιτητές, μετά από διαφωνία τους, προσκάλεσαν, σύμφωνα με την εγκύκλιο Αρ. 6753 της 14ης Σεπτεμβρίου 1829, τον Πρόεδρο του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Βορείων Σποράδων, ως επιδιαιτητή. 281 Με δεδομένη λοιπόν αυτήν την κατάσταση αυθαιρεσίας και σχεδόν ανομίας, αλλά και τον χαρακτήρα του ίδιου του Κριτηρίου που

Πανταζόπουλου «Η δικαιοδοτική πολιτική κατά την Επανάσταση κλπ», σελ. 165-179. 281

265


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

θα δίκαζε την υπόθεσή του, ο Χοντρογιάννης περίμενε από το Δικαστήριο να δείξει επιείκεια εξετάζοντας την εις βάρος του κατηγορία. Συνέβη όμως το αντίθετο: «ο πρόεδρος επηκηρόνει την καταδικαζουσάμε [απόφαση] χωρίς να θελήση ουδέ ποσός να γνωρήση το δίκεον ή και να φυλάξη την κατά το ψήφισμα επυοίκιαν αλ’ απλός με καταδηκάζει να πληρόσω όσα ο κατηγωρών προβάλη χωρίς την μπαραμικράν επόδειξιν εις την μποσότητα.» 282 Πού οφείλεται αυτή η έλλειψη επιείκειας εκ μέρους των Δικαστών που έκριναν τον Χοντρογιάννη, και ειδικότερα του Προέδρου Φλογαΐτη; Δικαιολογείται νομικά η στάση του; Έχει κενά και παρατυπίες η απόφασή του; Κατ’ αρχάς θα πρέπει να εντοπίσουμε σε ποιο κομμάτι της όλης διαδικασίας θα μπορούσε να εφαρμοστεί η επιείκεια. Στις άλλες δίκες που διεξάγονταν τα χρόνια του Καποδίστρια από το υποτυπώδες εκείνο δικαστικό σύστημα η επιείκεια εφαρμοζόταν συνήθως στην επιμέτρηση της ποινής: Τα Δικαστήρια κατά την επιμέτρησιν των ποινών ελάμβανον ιδιαιτέρως υπ’ όψιν τας συνθήκας υφ’ άς διεπράχθη το αδίκημα, τα επενεχθέντα αποτελέσματα συνεπεία της εγκληματικής δράσεως του υπαιτίου, την επιδειχθήσαν εκ μέρους τούτου ιδίαν σκληρότητα κατά την διάπραξιν, κυρίως δε την ποιότητα και το περιεχόμενον των ελατηρίων, άτινα ώθησαν αυτόν εις το έγκλημα. Πάντα ταύτα τα επί μέρους στοιχεία, διαπιστούμενα κατά την ανάκρισιν ή την επ’ ακροατηρίω συζήτησιν, παρείχον πρόσφορον έδαφος εφαρμογής της «επιεικείας», ήτοι της επιβολής ποινής μειωμένης εν σχέσει προς την αυστηρότητα του νόμου ή προς επιβληθείσαν ποινήν επί παρομοίου αδικήματος. Ως εκ του ακαθορίστου και ασαφούς περιεχομένου της η επιείκεια εκαλείτο να επιτελέση τον ρόλον της και μετά την έκδοσιν της αποφάσεως και την επιβολήν της ποινής, οπότε ο καταδικασθείς υπέβαλλεν αίτησιν χάριτος («επιείκεια») προς την Κυβέρνησιν, εξαιτούμενος την πλήρη

Αναφορά χωρίς ημερομηνία του Γιάννη Χοντρογιάννη προς τον Κυβερνήτη. ΓΑΚ/Περίοδος Καποδίστρια/Υπουργείο Δικαίου/φ. 061) 282

266


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

απαλλαγήν του από της επιβληθείσης ποινής ή την μείωσιν ταύτης. 283 Στην εφαρμογή της επιείκειας στην επιμέτρηση της ποινής συνέβαλε και το ότι οι νόμοι του Κράτους δεν προέβλεπαν το πώς ακριβώς θα γινόταν αυτή, αφήνοντας έτσι μεγάλο περιθώριο κινήσεων στους Δικαστές –οι οποίοι βέβαια ακόμα κι έτσι προτιμούσαν να εξαντλούν την αυστηρότητά τους: Αι επιβαλλόμεναι υπό των Δικαστηρίων ποιναί ήσαν αυστηραί ιδία προκειμένου περί εγκλημάτων βίας. Εις τοιαύτας περιπτώσεις τα Δικαστήρια δεν εδίσταζον να επιβάλλουν και την εσχάτην των ποινών, εφ’ όσον βεβαίως προεβλέπετο. Δοθέντος ότι υπό του νόμου ουδεμία εγίνετο υπόδειξις προς τον Δικαστήν αφορώσα την επιμέτρησιν της ποινής, ούτο ήτο εντελώς ελεύθερος πάσης δεσμεύσως. Η ανηλικότης, νοσηραί καταστάσεις, απόπειρα, συρροή κ.λ. ήσαν στοιχεία τα οποία μόνον συμπτωματικώς ελαμβάνοντο υπ’ όψιν, εφ’ όσον ελειτούργει η επιείκεια. Θέμα δε συγχωνεύσεως ή συνεκτίσεως ποινών δεν υφίστατο, των Δικαστηρίων επιβαλλόντων αυτοτελείς δι’ έκαστον αδίκημα ποινάς, εκτιομένας αλληλοδιαδόχως και εν συνεχεία (1) (1) Χαρακτηριστικόν το διατακτικόν της από 5 Ιουνίου 1830 αποφάσεως του Εγκληματικού Δυτ. Σποράδων, καταδικάζοντος τρεις επί ιεροσυλία (Γ.Α.Κ. – Φακ. Υπ. Δικ. 1-11 Ιουνίου 1830): «... Διό αποφασίζει 1) Την φυλάκωσιν εις μίαν των εν αυτή τη νήσω φυλακών του Ιωάν. Κουκολίτη, και Βασιλείου Ανδρέου Καραγιάννη υδραίων ενός έτους, αφ’ ής ημέρας εκρατήθησαν παρά της αστυνομίας της Πατρίδος των, εκπιπτομένων των ημερών καθ’ άς ήτον έξω της φυλακής δια της δραπετεύσεώς των. 2) Την φυλάκισιν άλλων 4 μηνών αφ’ ής παρέλθη ο ενιαυτός δια την δραπέτευσίν των.

Δημ. Σερεμέτη, «Η δικαιοσύνη επί Καποδίστρια: Πρώτη περίοδος, 18281829», σελ. 213. 283

267


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

3) Καταδικάζεται ο πλοίαρχος Δημήτριος Μαστρονικόλας Σώσσαντος εις ένα χρόνον φυλακήν, αφ’ ής ημέρας συλληφθή και βληθή. 4) Καταδικάζεται ωσαύτως εις έξ μηνών φυλακήν, αφ’ ού παρέλθη η ποινή του ενιαυτού δια την δραπέτευσίν του...» 284 Όπως και να ‘χει, από το γράμμα του ΙΒ’ Ψηφίσματος όμως προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής θα γινόταν από την ίδια την Κυβέρνηση, με το Δικαστήριο της Επιεικείας να έχει λόγο μόνο για την κατάγνωση ή μη της ενοχής του κατηγορουμένου και στην επικύρωση του συνόλου ή μέρους των αιτημάτων του ενάγοντος. Επομένως θα περιμέναμε την επιείκεια να εμφανιστεί είτε με την απαλλαγή του κατηγορουμένου για διάφορους λόγους παρά το ότι αποδείχθηκε η ενοχή του, είτε με το «κουτσούρεμα» του καταστίχου του Γιαννακόπουλου, ειδικά από τη στιγμή που το Δικαστήριο παραδεχόταν ότι δεν αποδείχθηκε αρκούντως η εγκυρότητά του. Ο Φλογαΐτης όμως δεν φαίνεται να διατυπώνει την παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του Χοντρογιάννη και δηλώνει ρητά ότι είχε σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για αυτήν. Αυτήν την πεποίθηση τη στήριζε σε δύο παράγοντες: Παρεκτός της νομίμου αποδείξεως είχον και την ηθικήν βεβαιότητα περί της ενοχής του αυτού Χοντρογιάννη ως και της διαγωγής του. 285 Οι «νόμιμες αποδείξεις», δηλαδή τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονταν από τον νόμο, στη συγκεκριμένη περίπτωση ήσαν οι έγγραφες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που προσκόμισε ο Γιαννακόπουλος. Οι πέντε από αυτές έλεγαν τα εξής: ήκουσαν υπό άλλων πως κατ’ εκείνην την εποχήν εγύμνωσεν ο Χονδρογιάννης τον Γιαννακόπουλον εις την Χελωνοσπηλιάν και ότι τινές εξ αυτών είδον τον Γιαννακόπουλον

Σερεμέτη «Η δικαιοσύνη επί Καποδίστρια κλπ», σελ. 215. Η από 21/04/1830 Αναφορά Νικ. Φλογαΐτη προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης (ΓΑΚ/Αρχείο περιόδου Καποδίστρια/Υπουργείο του Δικαίου/φ. 061). Δημοσιεύεται στο Κωνσταντινόπουλου «Άγνωστα στοιχεία κλπ», σελ. 34 – 60. 284

285

268


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

μετά ταύτα εις την Βυτίναν, χωρίον της επαρχίας Καρυταίνης, γυμνόν και παραπονούμενον ότι εγυμνώθη παρά του Χονδρογιάννην. 286 Ένας από αυτούς του πέντε συμπλήρωσε και το ότι… κατά την μαρτυρίαν του Αθανασίου Γεωργοπούλου, ο Χονδρογιάννης, πολιορκουμένου του Δράμαλη εις Ακροκόρινθον, εξέθετο εις δημοπρασίαν έν ντουφέκιον, το οποίον ο Γεωργόπουλος εγνώρισεν του Γιαννακοπούλου 287 Πιο ουσιαστικές πληροφορίες φαίνεται να έδωσαν οι υπόλοιποι έξι μάρτυρες, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο πρώτος Λυκουριώτης που αντάμωσαν οι ένοπλοι και ο αιχμάλωτός τους Γιαννακόπουλος μπαίνοντας στο χωριό, ο Αναγνώστης Κολιόπουλος –τον οποίον αναφέρει και ο Φωτάκος όταν εξιστορεί το περιστατικό. Αυτοί λοιπόν οι μάρτυρες κατέθεσαν τα παρακάτω: [Τ[ην αυτήν ημέραν έφερεν μαζί του ο Χονδρογιάννης τον ρηθέντα Γιαννακόπουλον εις το χωρίον Λυκούρια γυμνόν, ξυπόλητον, ξεσκούφωτον και ματωμένον κατά την χείρα και ότι εμβαίνοντες εις το χωρίον τον εκτυπούσαν οι άνθρωποι του Χονδρογιάννη λέγοντάς του να φωνάξη τον Ταμπακόπουλον να επιστρέψη και πως ο Ταμπακόπουλος του απεκρίθη «έλα κοντά» και πώς τον υπήγε ο Χονδρογιάννης εις το οσπίτιον του Αναγν. Κολιοπούλου και ο Κωνσταντής Μακρόπουλος του έδωσεν μανδήλιον και έδεσε το κεφάλι του και ούτω ανεχώρησεν δια Παγκράτι. Επιπρόσθετα, αντιπαραβάλλοντας τα ονόματα των μαρτύρων (βλ. αναλυτικά τις αποφάσεις στο Παράρτημα ΙΙ) με την περιγραφή του Φωτάκου, μπορούμε να μαντέψουμε ότι ο μάρτυρας Κουτζοηλίας από τη Λυκούρια θα κατέθεσε το πώς οδήγησε από το Κράβαρι στη Λυκούρια τον Ταμπακόπουλο και τους Τούρκους της συνοδείας του, ενώ ο μάρτυρας Κωνσταντίνος Κοτζόπουλος από το Κάνι θα περιέγραψε το πώς πέρασε από το χωριό του ο Χοντρογιάννης και

286 Η από 13/3/1830 απόφαση του Ιωάννη Φεϊζόπουλου, δημοσιευμένη στο Κωνσταντινόπουλου «Άγνωστα στοιχεία κλπ», σελ. 34 – 60. 287 Η από 29/3/1830 απόφαση του Νικολάου Φλογαΐτη, δημοσιευμένη στο Κωνσταντινόπουλου «Άγνωστα στοιχεία κλπ», σελ. 34 – 60.

269


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

η συντροφιά του για να «στρατολογήσει» τους αδερφούς Ασημάκη και Γιάννη Ντόλκα. Όπως όμως σημείωσε στην δικιά του απόφαση ο διαιτητής της μεριάς του Χοντρογιάννη, οι μαρτυρίες που είχε προσκομίσει ο Γιαννακόπουλος «χώλαιναν»: Παρατηρών α΄ ότι αι δοθείσαι μαρτυρίαι τας οποίας ο Γιαννακόπουλος ηδυνήθη να επισυνάξη, αφ’ ενός μεν μέρους δεικνύουν εκ συμφώνου ότι ο Χονδρογιάννης με τους συντρόφους του είχεν έργον του το να κτυπήση τον Σεϊδή και όχι τον κ. Ν. Γιαννακόπουλον, αφ’ ετέρου δε ότι αι μαρτυρίαι αύται παρατηρούμεναι μετά προσοχής ευρίσκονται κατά πολλά ασύμφωνοι προς αλλήλας και πλείσται τούτων θέτουσιν παντάπασιν εις την αμφιβολίαν την διάγνωσιν του πράγματος όπως έχει και ουδεμία εξ αυτών ομολογεί πως είδεν απ’ ευθείας τον Γιαννακόπουλον γυμνούμενον παρά του Χονδρογιάννη. Παρατηρών και τα εις το βιβλ. α΄, τιτλ. β΄ φιλ. 58 περιεχόμενα εις την Εξάβιβλον ότι δηλ.: “τας μαρτυρίας οπού γίνονται απλώς και ως έτυχε κατά πάρεργον, τούτ’ έστι οπόταν τινές τύχουν και απερνούν από ένα τόπον οπού να γίνεται καμμία υπόθεσις, χωρίς να ερωτήσουν ή να ερευνήσουν, να λέγουν ότι ήκουσαν του δείνος, πώς έλεγεν, ότι έλαβα από τον δείνα τοιούτον χρυσίον, ή πώς χρεωστεί του δείνος τα (…), τας τοιαύτας μαρτυρίας θέλομεν να μην λογιάζωνται καθόλου και τίποτες δεν αξίζουν”. 288 Να σημειώσουμε ότι η διάταξη της Εξαβίβλου του Αρμενόπουλου που επικαλείται ο Καλιοντζής δεν βρίσκεται στο Βιβλίο Α΄/Τίτλος β΄ «Περί Ανάγοντος και Εναγομένου, και περί δικαιωμάτων, και περί εγκλημάτων, γυναικών και δημοσίων», αλλά στο Βιβλίο Α΄/Τίτλος στ’ «Περί μαρτύρων» (σελ. 70 της έκδοσης του 1793). Τη συγκεκριμένη ένσταση όμως του Καλιοντζή ο Φλογαΐτης την απορρίπτει ως εξής: [Ο] κύριος Καλιοντζής απατείται αποδοκιμάζων τας περί της υποθέσεως ταύτης δοθείσας μαρτυρίας διαφόρων πολιτών ως απλά και ως έτυχεν κατά πάρεργον γινομένας, καθότι ο Η από 17/3/1830 απόφαση του Χριστόδουλου Καλιοντζή, δημοσιευμένη στο Κωνσταντινόπουλου «Άγνωστα στοιχεία κλπ», σελ. 34 – 60. 288

270


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

περί τούτου Νόμος διερμηνεύεται ούτως πως εις πολιτικάς και εμπορικάς διαφοράς, ουχί δ’ επίσης και εις τας εγκληματικάς, τουναντίον ουδέποτε ήθελεν αποδεικνύεσθαι έγκλημα δια μαρτυρικών αποδείξεων, διότι ποίος ποτέ έχων σκοπόν ν’ αμαρτήση ζητεί μάρτυρας της πράξεώς του; ή ποίος των (…..) ή των κακοποιουμένων δύναται να προΐδη το συμβησόμενον δια να προσκαλέση μάρτυρας; 289 Όντως, η διάταξη που επικαλείται ο Καλιοντζής βρίσκεται σε σημείο όπου προβλέπονται τα σχετικά με μάρτυρες σε αστικές υποθέσεις. Αλλά και αυτό να μην ίσχυε, οι νομικές αντιλήψεις της εποχής, προσανατολισμένες στην εύρεση της αλήθειας και την απονομή δικαιοσύνης, είχαν κάνει βήματα προόδου από τα συστήματα του Μεσαίωνα. Ας δούμε το παράδειγμα των κωλυμάτων των μαρτύρων. Η Βυζαντινή νομοθεσία προέβλεπε τα εξής: Περί κεκωλυμένων Μαρτύρων. Οι μίμοι, ήγουν εκείνοι οπού παίζουν και αναγελούν τους ανθρώπους εις τας σκηνάς, και κωμωδίας, και όσοι σύρνουν Αρκούδας, Μαϊμούδας, Φίδια, και άλλα τοιαύτα, οι χορευταί, Τζεγκίδες δηλαδή και εκείνοι οπού είναι εις πορνοστάσια, οι Συκοφάνται, Μοιχοί, Κλέπται, ή οπού έκαμαν άλλο τίποτες πταίσιμον, και όσοι είναι πολλά πτωχοί, και αι γυναίκες, και ανήλικοι, ετούτοι όλοι δεν δέχονται εις μαρτυρίαν. [...] Αιρετικός, ή Εβραίος κατ' Ορθοδόξου δεν μαρτυρεί, ένας δε δια τον άλλον μαρτυρεί. 290 Οι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού όμως πρόβαλαν πολλές ενστάσεις στους παραπάνω περιορισμούς (που εμφανίζονταν αντίστοιχα και στις νομοθεσίες της φεουδαρχικής Ευρώπης). Πάς άνθρωπος λογικός, ήγουν πάς άνθρωπος, του οποίου οι λογισμοί έχουσι κάν ποιον ειρμόν και συνάφειαν, και αι αισθήσεις είναι όμοιαι με τας αισθήσεις των άλλων ανθρώπων,

289 Η από 29/03/1830 απόφαση του Νικολάου Φλογαΐτη, δημοσιευμένη στο Κωνσταντινόπουλου «Άγνωστα στοιχεία κλπ», σελ. 34 – 60. 290 «Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου κριτού Θεσσαλονίκης Πρόχειρον, το λεγόμενον η Εξάβιβλος», σελ. 68-69.

271


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

δύναται να παρασταθή εις το δικαστήριον ως μάρτυς. Το μόνον μέτρον της αξιοπιστίας του πρέπει να ήναι η ωφέλεια, την οποίαν κερδαίνει από το να είπη, ή να σιωπήση την αλήθειαν. Εκ τούτου φαίνεται πόσον παιδαριώδεις και μάταιαι αι αφορμαί, δια τας οποίας οι νόμοι δεν δέχονται την μαρτυρίαν μήτε των γυναικών, ως ασθενών, μήτε των καταδικασθέντων και των ατίμων, ως πολιτικώς αποθανόντων. Η μαρτυρία των τοιούτων δεν είναι ολιγώτερον αξιόπιστος παρά των άλλων, οσάκις το να ψευσθώσι δεν προξενεί εις αυτούς καμμίαν ωφέλειαν. Εκ τούτου φαίνεται πόσον είναι παιδαριώδεις και μάταιαι αι αφορμαί, δια τας οποίας οι νόμοι δεν δέχονται την μαρτυρίαν μήτε των γυναικών, ως ασθενών, μήτε των καταδικασθέντων και των ατίμων, ως πολιτικώς θανόντων.291 Στην πορεία των χρόνων αρκετοί περιορισμοί για το ποιους θα δέχονταν τα Δικαστήρια για μάρτυρες άρθηκαν, δίνοντας την δυνατότητα να καταθέτουν π.χ. και οι φτωχοί και οι γυναίκες. Αυτό όμως δε σήμαινε ότι ο Δικαστής είχε ακόμα την δυνατότητα να εκτιμά τα αποδεικτικά μέσα που παρουσιάζονταν μπροστά του ελεύθερα και να επιλέγει ο ίδιος ποια θα δεχόταν και ποια όχι, σε ποια θα έδινε περισσότερη βαρύτητα από τα άλλα κλπ. Στην έννομη τάξη των ευρωπαϊκών Κρατών την ��ερίοδο κοντά στην Γαλλική Επανάσταση ίσχυε το σύστημα των νομικών αποδείξεων. [Ο]ι Ιταλοί νομικοί του μεσαίωνα [θεσμοθέτησαν] το σύστημα των λεγομένων «νομικών κανόνων αποδείξεως». Σύμφωνα με αυτούς η καταδίκη ήταν δυνατή, αλλά και επιβεβλημένη, μόνον εφόσον συνέτρεχαν οι αποδεικτικές προϋποθέσεις που έτασσε για τον σκοπό αυτόν ο νόμος –τα λεγόμενα indicia indubitata (αδιαμφισβήτητες ενδείξεις). Τέτοιου είδους «νόμιμες» αποδείξεις που επέτρεπαν και επέβαλλαν την καταδίκη ήσαν λ.χ. η ομολογία του κατηγορουμένου (η «βασίλισσα» των αποδείξεων!), η κατάθεση δύο «ανεπιλήπτων» («κλασικών», «εναρέτων») μαρτύρων, η προσπάθεια «δωροδοκίας»

291

Cesare Beccaria, «Περί Αμαρτημάτων και Ποινών», σελ. 31.

272


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

(εξαγοράς της σιωπής) του παθόντος από τον κατηγορούμενο κλπ. Όμως το σύστημα αυτό, παρόλο ότι υπήρξε προϊόν, με κάποιαν έννοια, αγαθής νομοθετικής προαιρέσεως, εκφυλίσθηκε γρήγορα μέσα στο πλαίσιο της τότε ισχύουσας εξεταστικής δίκης σε όργανο αφόρητης καταπίεσης όσων εμπλέκονταν στις άρπαγες της ποινικής δικαιοσύνης. Και ναι μεν τα ανεπαρκή indicia (λ.χ. ένας και μόνος μάρτυρας – unus testis nullus testis! – δύο όχι «ανεπίληπτοι» μάρτυρες) απεκλείετο να οδηγήσουν καθεαυτά στην καταδίκη του κατηγορουμένου, πλην όμως μπορούσαν ή και όφειλαν να οδηγήσουν στον βασανισμό του προκειμένου να αποσπασθεί με τον τρόπο αυτόν η ομολογία του (= probation plena). 292 Η Γαλλική Επανάσταση ανέτρεψε και αυτήν την κατάσταση. Είναι χαρακτηριστική η πολεμική σε αυτό το σύστημα που διατυπώθηκε από έναν δημοσιογράφο με ιατρικές και όχι νομικές βέβαια σπουδές, τον μεγάλο Επαναστάτη Jean-Paul Marat, ο οποίος εξέφραζε ό, τι προοδευτικότερο συζητιόταν εκείνη την περίοδο: Οι νόμοι δεν έγιναν μόνο για να προστατεύσουν την αθωότητα, αλλά και για να τιμωρούν το έγκλημα. Επιτρέπεται η συγκέντρωση των αποδείξεων του εγκλήματος κατά του κατηγορουμένου. Παράλληλα όμως πρέπει να του παρέχεται κάθε δυνατότητα για την υπεράσπισή του. Είναι λοιπόν παράλογο ν’ αποσπάσει κανείς από έναν ένοχο την ομολογία του εγκλήματός του και μ’ αυτήν να φτιάξει μια απόδειξη εναντίον του. Ας αποφύγουμε λοιπόν αυτά τα βάρβαρα μέσα. Τα χρησιμοποιούν για ν’ αποσπάσουν μιαν ομολογία, που δεν έχουν καν δικαίωμα ν’ αξιώσουν. Κι αν ακόμα η Question δεν αποτελούσε ένα φρικτό είδος απόδειξης, πάντως είναι ένα μέσο αντίθετο στη φύση, γιατί θίγει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Θα μας πουν ότι ο δικαστής διατάζει αποδείξεις όχι για να στραφεί κατά του κατηγορουμένου, αλλά για να εξαλείψει τις αμφιβολίες του και να καθησυχάσει τη συνείδησή του. Πώς είπατε; Δηλαδή δεν είστε βέβαιοι για την ενοχή του

292

Νικ. Ανδρουλάκη «Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης», σελ. 166-167.

273


ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

κατηγορουμένου; Κι όμως τον βασανίζετε μ’ ένα μαρτύριο ακόμα πιο φρικτό από εκείνο που θα του επιβάλλατε σε περίπτωση ενοχής του. Και για να μάθετε αν πρέπει να πεθάνει, τον σκοτώνετε χίλιες φορές σιγά σιγά. Με ποιο δικαίωμα κοροϊδεύετε την ανθρωπότητα μ’ αυτό τον τρόπο; […] Ισχυρίζεστε ότι ξεκαθαρίζετε τις αμφιβολίες σας με βασανιστήρια, λες κι είναι ο πόνος το κατάλληλο μέσο για ν’ αποσπαστεί η αλήθεια από το δυστυχισμένο που υποφέρει.[…] Πραγματικά επαναστατεί η λογική ενάντια σ’ αυτή τη μισητή πρακτική. […] Κανείς δεν έχει το δικαίωμα ν’ αξιώσει από τον ένοχο την ομολογία του εγκλήματός του. Κι ούτε έχει το δικαίωμα να τον υποχρεώσει ν’ απαντήσει σ’ επιβαρυντικές γι’ αυτόν ερωτήσεις. 293 Έτσι, το σύστημα των νομικών αποδείξεων αντικαταστάθηκε από το σύστημα της «ηθικής απόδειξης». Με τον όρο αυτό εννοούμε κατ’ ακρίβεια δύο πράγματα, δύο επιμέρους αρχές που διέπουν την ποινική απόδειξη: αα) Το απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων. Στον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστή μπορεί καταρχήν να χρησιμέψει ο,τιδήποτε (μεταξύ άλλων και ένας μόνο, ακόμα και «μη ενάρετος», μάρτυρας). ββ) Την ελεύθερη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από τον δικαστή («ηθική απόδειξη» stricto sensu). Οι αποδείξεις εκτιμώνται από τον δικαστή ελεύθερα. Όχι σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις κάποιου νομικού κανόνα, αλλά σύμφωνα με τις επιταγές της συνειδήσεώς του και μόνο. Ακόμα λοιπόν κι αν έχει λ.χ. ομολογήσει ο κατηγορούμενος, είναι καθόλα δυνατό να αθωωθεί. 294 Το παραπάνω σύστημα δεν πρέπει να το βλέπουμε ξεκομμένο από τις υπόλοιπες νομικές ρυθμίσεις της Γαλλικής Επανάστασης, οι οποίες ήθελαν το λαό να εμπλέκεται ακόμα πιο ενεργά και ουσιαστικά στις πολιτικές και δικαστικές διαδικασίες του κράτους. Η 293 294

Jean-Paul Marat «Σχέδιο Ποινικής Νομοθεσίας», σελ. 151-152. Ανδρουλάκη «Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης», σελ. 169.

274


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΟΝΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

συμμετοχή αυτή σύμφωνα με τους ηγέτες της Επανάστασης, ήταν όρος για την εξάλειψη των φεουδαρχικών στοιχείων και της εξουσίας τους. [Ο τρόπος επιλογής των δικαστών από το λαό] έλκει την καταγωγή του από τη Γαλλική Επανάσταση, είναι συνδεδεμένος με τις πιο προοδευτικές στιγμές της αστικής τάξης και προβλέπει κάποιας μορφής λαϊκή εκλογή. Η αρχική σύλληψη της ριζοσπαστικής πτέρυγας της Γαλλικής Επανάστασης υπό τον Ροβεσπιέρο θεωρούσε απαραίτητη την εκλογή των δικαστών από το λαό αλλά και τη δυνατότητα ανάκλησής τους. 295 Σε συνδυασμό και με την μεταβίβαση ουσιαστικότερων αρμοδιοτήτων στο θεσμό των ενόρκων, καταλαβαίνουμε πόσο σημαντικό ήταν εκείνη την περίοδο το σύστημα της «ηθικής απόδειξης» για την ορθή απονομή δικαιοσύνης. Στην πατρίδα της «ηθικής αποδείξεως», την Γαλλία, η ελεύθερη εκτίμηση του δικαστή θεωρήθηκε αρχικά ότι συμπίπτει προς την αρχή της «ενδόμυχης πεποιθήσεώς» του (intime conviction). Αυτό σημαίνει ότι ο σχηματισμός της δικανικής πεποίθησης όχι μόνο είναι ελεύθερος από νομικές δεσμεύσεις, αλλά αποτελεί κατά κάποιον τρόπο και εσωτερικό ζήτημα της συνειδήσεώς του. Ο δικαστής σχηματίζει ενδόμυχα την πεποίθησή του και δεν χρωστάει να δώσει εξηγήσεις σε κανένα για τον τρόπο που αυτό συνέβη. Επομένως αναφορικά με την

Καλτσώνη «Το Δικαστήριο κλπ», σελ. 71. Για την ιστορία, το σύστημα της επιλογής Δικαστών από τον λαό συζητήθηκε και στην επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά απορρίφθηκε. «Τη 3 Μαρτίου 1825. Εν τη σημερινή συνελεύσει του Βουλευτικού, προεδρεύοντος του κυρίου Πανούτζου Νοταρά […] ανεγνώσθη και τρίτην σήμερον φοράν το περί κριτηρίων σχέδιον και αντί να εκλέγη η Διοίκησις τους κριτάς του επαρχιακού κριτηρίου επροβλήθη να εκλέγωνται από τον λαόν των επαρχιών. Μετά ικανήν συζήτησιν απεφασίσθη να εκλέγωνται εις κάθε επαρχίαν εννέα υποκείμενα άξια είτε εντός είτε εκτός της επαρχίας, απαραλλάκτως καθώς εκλέγεται και ο παραστάτης, δηλαδή δια πληρεξουσίων. Έπειτα να προβάλλωνται τα ονόματά των εις την Διοίκησιν και αύτη εκ των εννέα να εκλέγη τρεις, τους αξιωτέρους, τον δε Γενικόν Γραμματέα να εκλέγη αμέσως η Διοίκησις. Μετά ταύτα ανεγνώσθησάν τινα άλλα κεφάλαια του σχεδίου, τα οποία επιδιορθωθέντα ενεκρίθησαν, τα δε λοιπά του σχεδίου κεφάλαια έμειναν να θεωρηθώσιν αύ