Skip to main content

Φτιάξε το δικό σου παραμύθι...

Page 1

ΣΑΒΒΑΣ Κ. Η ζωή ενός 19 χρονού στις μέρες του 2024 Η ζωή ενός 19 χρονού στης μέρες του 2024 Κάποτε ζούσε ένα 19 χρονώ αγόρι που το έλεγαν Βενιαμίν, και δεν είχε και την καλύτερη ζωή όπως θα δείτε στην συνέχεια. Ήταν μία φυσιολογική μέρα, και όπως πάντοτε ο Βενιαμίν καλημέρισε τους γονείς του, και βγήκε για μια βόλτα, καθώς ήταν Σάββατο και για αυτόν είναι μέρα ευκαιρίας, καθώς μπορεί να ξεφεύγει από το πρόγραμμα του, που δεν του πολύ αρέσει, επειδή υπάρχει η σχολή και εκεί δεν έχει φίλους. Για την βόλτα του πήγε σε ένα χαλαρό και ήσυχο μέρος, που συχνάζει αρκετά εκεί. Αργότερα πήγε σπίτι του και ήταν θυμωμένος καθώς το σπίτι του, και η οικογενειακή του κατάσταση δεν είναι και τόσο καλή, για παράδειγμα: οι τοίχοι έχουν υγρασία, το πάτωμα τρίζει, οικονομικά προβλήματα και πολλά άλλα. Χαιρέτισε τους γονείς του και πήγε στο δωμάτιο του, είδε λίγο τηλεόραση κσι ύστερα κοιμήθηκε. Ήρθε το πρωί η Κυριακή, καλημερίζοντας τους γονείς του έφυγε πάλι έξω για
μια βόλτα, και συνάντησε έναν γέροντα που δεν τον γνώριζε, ο γέροντας τον χαιρέτισε και του είπε να μιλήσουν, και ο Βενιαμίν μη έχοντας να κάνει κάτι δέχτηκε, κάθησαν στο πάρκο και άρχισαν να μιλάνε: Γέροντας:Καλημέρα, νεαρέ. Βενιαμίν: Καλημέρα σας. Γέροντας: Έμαθα για το ποιος είσαι και θέλησα να σου μιλήσω. Βενιαμίν: Από που? Γέροντας: Από την σχολή σου, και από τον κόσμο που συχνάζει σε αυτό το πάρκο Βενιαμίν: Κατάλαβα, και τι θα θέλατε να συζητήσουμε? Γέροντας: Έμαθα ότι έχεις προβλήματα με την οικογένειά σου και διάφορα άλλα. Βενιαμίν: Μάλιστα. Γέροντας: Θέλω να σου πω ότι, και εγώ κάποτε ήμουν στην ηλικία σου και ξέρω, να θυμάσε ότι, μια φορά είσαι νέος, και πρέπει να χαίρεσαι, επειδή τα πράγματα που μπορείς να κάνεις τώρα, δεν θα μπορείς να τα κάνεις σε 30,40 χρόνια. Βενιαμίν: Έχετε δίκιο αλλά μου είναι δύσκολο Γέροντας: Βενιαμίν αγόρι μου γλυκό άκουμε που σου μιλώ, τους γονείς σου πρέπει να τους κάνεις χαρούμενους με ό,τι χαίρονται, επειδή είναι πιο μεγάλοι από εσένα και σε ένα μέρος της ζωής σου δεν θα τους έχεις. Βενιαμίν: Σοφά λόγια γέροντα μου λες. Γέροντας: Βενιαμίν επίσης θέλω να ξέρεις ότι, και έγω στην ηλικία σου κάπως έτσι ήμουνα και όταν έμαθα αυτά που σου λέω ήταν αργά. Οπότε μην κάνεις το λάθος μου Βενιαμίν: Αυτά που μου λέτε, πρέπει να τα μάθω και στα παιδιά μου Γέροντας: Και πολύ καλά θα κάνεις, επίσης θέλω να ξέρεις ότι παρά τα δύσκολα, υπάρχουν και τα εύκολα. Βενιαμίν: Έχετε δίκιο. Γέροντας: Και κάτι τελευταίο. Βενιαμίν: Για πείτε, είμαι όλος αυτιά. Γέροντας: Πρέπει να είσαι ευγνώμων για τα αγαθά και της δυνατότητες που έχεις, ξέρω ότι το σπίτι δεν είναι και ό,τι καλύτερο αλλά συμασία είναι να είσαι με την οικογενειά σου, και να έχεις την υγεία σου! Βενιαμίν: Σας ευχαριστώ για της συμβουλές που μου δώσατε! Γέροντας: Ελπίζω να σε δω την άλλη Κυριακή!
Αργότερα ο Βενιαμίν γύρισε σπίτι του χαρούμενος, και οι γονείς του ξαφνιάστηκαν και μιλάνε: Βενιαμίν: Γειά σου μαμά, γεια σου μπαμπά! Μητέρα: Αγόρι μου τι έγινε, και είσαι τόσο χαρούμενος?
: Να απλά, έμαθα κάτι σημαντικό σήμερα. Πατέρας: Καλό νέο αυτό! Βενιαμίν: Το ξέρω! Μητέρα: Με κάνεις πολύ χαρούμενη να το ξέρεις! Από τότε, η ζωή του Βενιαμίν είναι πιο καλή, έκανε και καινούριους φίλους στην σχολή! Μετά από μερικούς μήνες γεννήθηκε, και η μικρή αδερφή του Βενιαμίν! ΤΈΛΟΣ
Βενιαμίν
Ο Ανίκητος Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας ανίκητος πολεμιστής στην αρχαία Ελλάδα που πολεμούσε μινώταυρους, μαλλιαρά τέρατα και γίγαντες. Όμως κάποτε μια κακή μάγισσα τον ζήλευε και του έκανε μάγια και αργότερα έγινε αδύναμος άντρας και έχασε όλες του τις δυνάμης του Έπιτα αναγκαζόταν να παλεύει και έχανε και όλοι τον κορόιδευαν Ο πλέον αδύναμος άντρας σταμάτησε να πολεμάει επειδή όλοι τον κορόιδευαν.Μετά προπονούταν μέρα νύχτα για να βρεί τον παλιό του εαυτό ,πέρασαν πολλές μέρες αλλά τίποτα δεν άλλαξε, μήνεσ και χρόνια πέρασαν αλλά αυτός δεν τα παράτησε.Μια μέρα η κακή μάγισσα τον επισκέφτηκε και παραδέχτηκε οτι τον παρακολοθούσε ολα αυτά τα χρόνια και τον λυπήθηκε. Οπότε πήγε να τον επισκεφτεί - Καλημερα κύριε ανίκητε - Καλημέρα μάγισσα, ήμουν ανίκητος - Μα γιατί τι έγινε
Ολοι μου λένε πως κάποιος με καταράστηκε - Θέλω να σου πω κάτι αλλά θέλω να μείνεις ψύχραιμος - Για πες
Εγω σε καταράστηκα αλλά …
τι πράγμα
περίμενε
τι να περιμένω - θα σε κάνω όπως ήσουν Ξαφνιασμένος και νευριασμένος ο Ανίκητος ξανα έγινε δυνατός. Η μάγισσα του ζήτησε συγνώμη και έφυγε. Ο Ανικητος απο τότε ξανα πολεμούσε και ολοι τον θάυμαζαν. Το δίδαγμα είναι οτι δεν πρέπει να τα παρατήσεις ποτέ. ΤΕΛΟΣ Έρικ Α. Πέτρος Φ
-
-
-
-
-
Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό βουνό ζούσε ένας κύκλωπας που ονομαζόταν Αργύρης. Ο Αργύρης ήταν διάσημος για την ευγενή φύση του και την αγάπη του για την φιλοσοφία . Αν και η άλλοι κύκλωπες τον κορόιδευαν επειδή δεν ήταν τόσο μαχητικός όσο αυτοί οι Αργύρης προτιμούσε να αφιερώνει τον χρόνο του στη μελέτη των αρχαίων γραφών και στη σκέψη παρά στη μάχη. Μια μέρα καθώς περπατούσε στα βουνά ο Αργύρης ανακάλυψε έναν παγιδευμένο δράκο σε ένα δύσβατο φαράγγι. Ο δράκος με το μακρύ του κορμί και τους λαμπερούς κρίκους φαινόταν ακίνητος παρόλα αυτά ο Αργύρης δεν είχε φόβο . Αντίθετα αποφάσισε να τον βοηθήσει τον δράκο να απελευθερωθεί. Με μεγάλη προσοχή και σοφία ο Αργύρης κατάφερε να απελευθερώσει τον δράκο από την παγίδα του. Ο δράκος ευγνώμων υποσχέθηκε με βοή να τον βοηθήσει ο ίδιος μια μέρα ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Β.
Άρτεμις Σ., Στέλλα Σ., Κυριακή Σ., Μαριλένα Π. << Η ΚΛΟΠΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ >> Μία μέρα πριν την Παραμονή των Χριστουγέννων, στο χωριό του Άι Βασίλη, τα ξωτικά δούλευαν όλη την ημέρα και είχαν σχεδόν τελειώσει να ετοιμάζουν τα δώρα των παιδιών. Μόνο λίγες προετοιμασίες είχαν μείνει. Μέχρι το βράδυ τα ξωτικά είχαν ολοκληρώσει τη δουλειά τους και ο Άι Βασίλης έμεινε ικανοποιημένος Έτσι λοιπόν όλοι έπεσαν για ύπνο, γιατί τους περίμενε μια απαιτητική και δύσκολη ημέρα. Δυστυχώς όμως, το πρωί που ξύπνησαν, είχαν εξαφανιστεί όλα τα δώρα που βρίσκονταν στο εργαστήριό του. Τα ξωτικά και ο Άι Βασίλης ήταν προβληματισμένοι για το ποιος πήρε τα δώρα Μετά παρατήρησαν πατημασιές κάτω στο πάτωμα. Στην αρχή παραξενεύτηκαν γιατί δεν έμοιαζαν ούτε από ξωτικό ούτε από άνθρωπο. Ένα ξωτικό είπε ότι το βράδυ άκουσε ομιλίες, αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία, γιατί νόμιζε ότι ήταν τα ξωτικά από το διπλανό δωμάτιο. Ο Άι Βασίλης μπήκε σε σκέψεις για το ποιος θα μπορούσε να το έχει κάνει. Ύστερα συνειδητοποίησαν ότι πρέπει να στρωθούν στη δουλειά, για να ξαναφτιάξουν τα δώρα
Όσο η ώρα περνούσε, τόσο έχαναν τις ελπίδες τους στο να καταφέρουν να παραδώσουν τα δώρα στην ώρα τους. Ευτυχώς ήρθε ένα ξωτικό και είπε στον Άι Βασίλη ότι οι πατημασιές οδηγούν σε ένα σπιτάκι λίγο πιο έξω από το χωριό. Τότε ο Άι Βασίλης πήρε τρία ξωτικά και άρχισαν να ακολουθούν τις πατημασιές. Μετά από λίγα λεπτά βρήκαν το σπιτάκι, το οποίο τους περιέγραψε το ξωτικό και έτρεξαν προς το μέρος του Άνοιξαν την πόρτα και είδαν τους καλικάντζαρους να κοιμούνται δίπλα σε όλα τα δώρα. Ο Άι Βασίλης μόλις τους είδε νευρίασε και κατάλαβε ότι το έκαναν από την ζήλια τους, επειδή δεν έπαιρναν και αυτοί δώρα. Οι καλικάντζαροι από τον θόρυβο ξύπνησαν. Ο Άι Βασίλης τότε τους εξήγησε ότι αυτό που έκαναν δεν ήταν καθόλου σωστό και ότι θα μπορούσαν να είχαν στείλει κι αυτοί το δικό τους γράμμα. Οι καλικάντζαροι κατάλαβαν το λάθος τους και ζήτησαν συγγνώμη Ο Άι Βασίλης την δέχτηκε και οι καλικάντζαροι προσφέρθηκαν να γυρίσουν τα δώρα πίσω στο χωριό και να τον βοηθήσουν να τα μοιράσει στα παιδιά. Ο Άι Βασίλης ήταν πολύ χαρούμενος για τη βοήθεια τους και γι’ αυτό έδωσε στον καθένα από ένα δώρο. Το ίδιο βράδυ το μοίρασμα πήγε τέλεια και όλα τα παιδιά στον κόσμο ήταν χαρούμενα, έχοντας στα χέρια τους το δώρο που είχαν ζητήσει! Έτσι σώθηκαν τα Χριστούγεννα! Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
Καλοσύνη Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό αγοράκι που ζούσε μόνο του στους δρόμους.Κάθε μέρα ζούσε με την ελπίδα να τον δει κάποιος και να του δώσει κάτι λίγο να φάει, αλλά είχαν περάσει τρεις μέρες που το μόνο που είχε φάει ήταν μισό καρβέλι ψωμί και το αγόρι είχε αρχίσει να φοβάται. Την επόμενη μέρα ξύπνησε και βρήκε στο δρόμο ένα χαρτονόμισμα των πέντε ευρώ και αμέσως το μάζεψε. Σκεφτόταν τώρα τι να φάει αλλά στο δρόμο για τον φούρνο είδε έναν ηλικιωμένο άντρα να ξαπλώνει σε ένα παγκάκι. Το αγόρι τον λυπήθηκε και αποφάσισε να του δώσει τα χρήματα που βρήκε. Ο άντρας τον ευχαρίστησε και του είπε ότι την επόμενη φορά που σταθεί εκείνος τυχερός θα ψάξει να τον βρει και να τον βοηθήσει όπως έκανε κι ο ίδιος. Του είπε ότι το κακό που κάνεις μένει μαζί σου, ενώ σε αντίθεση, το καλό επιστρέφει και το αγόρι του χαμογέλασε και έφυγε. Μετά από λίγες μέρες ο άντρας αποφάσισε να αγοράσει ένα λαχείο και μια φέτα ψωμί κι έτσι έκανε. Έφαγε πολύ γρήγορα το ψωμί και έλεγξε το λαχείο. Πρόσεξε ότι το λαχείο είχε το ίδιο νούμερο τέσσερις φορές που σημαίνει ότι κέρδισε το ποσό των σαράντα χιλιάδων ευρώ! Ο άντρας πετούσε από την χαρά του και δάκρυσε.Έτρεξε στο ίδιο μέρος από εκεί που το πήρε και η υπάλληλος πρόσθεσε τα λεφτά στον λογαριασμό του.Πήγε λοιπόν στην τράπεζα και έβγαλε μερικά χρήματα. Άρχισε να τριγυρνάει κι αυτός στους δρόμους ψάχνοντας το μικρό αγοράκι και σε λίγα λεπτά τον βρήκε. Το αγόρι τον χαιρέτησε γλυκά και ο άντρας του έδωσε αρκετά χρήματα για να μπορέσει κι αυτό να ζήσει πιο εύκολα. Το παιδί τα δέχτηκε με χαρά και από τότε και οι δυο τους έζησαν καλά κι εμείς, καλύτερα. ΑΜΑΛΙΑ Τ.
Ο πραγματικά πιστός φίλος Μία φορά και έναν καιρό, σε ένα μακρινό ορεινό χωριό, όπου έμεναν μόλις 100 κάτοικοι, ζούσε ένας πλούσιος γέροντας μαζί με τον καρδιακό του φίλο σε ένα τεράστιο διαμέρισμα. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού ήθελαν να γίνουν φίλοι με τον πλούσιο γέροντα, για να εκμεταλλεύονται τον ίδιο και να σπαταλούν τα πλούτη του. Όμως ο ήρωάς μας εμπιστευόταν με όλη του την καρδιά μόνο τον έμπιστό του φίλο και πίστευε ότι δεν θα τον προδώσει ποτέ. Μία βροχερή μέρα, ο πλούσιος γέροντας ξύπνησε από την πολλή φασαρία που υπήρχε στην πλατεία του χωριού. Γρήγοραγρήγορα ετοιμάστηκε και πήγε να ελέγξει τι συμβαίνει. Το θέαμα που αντίκρισε τον τρόμαξε εντελώς. Αντίκριζε τους κατοίκους του χωριού να τρέχουν φοβισμένοι, ζητώντας βοήθεια, διότι ένα αδέσποτο και άγριο σκυλί τους κυνηγούσε και τους κατέστρεφε το χωριό τους. Ο πλούσιος γέροντας ανέλαβε δράση, βάζοντας στον άγριο σκύλο λουρί, μετά από πολλές προσπάθειες. Απομάκρυνε, λοιπόν, το ζώο από τους κατοίκους και το οδήγησε στην αυλή του σπιτιού του. Φυσικά, ο σκύλος ήταν ακόμα θυμωμένος, αλλά σιγάσιγά άρχισε να ηρεμεί, γιατί ο γέροντας του συμπεριφερόταν καλά Σταδιακά ο δεσμός μεταξύ σκύλου και γέροντα γινόταν όλο και πιο δυνατός. Ο φίλος του γέροντα άρχισε να μην συμπαθεί το νέο φίλο του γέροντα, επειδή δεν έδινε τόσο προσοχή στον ίδιο και δεν του αγόραζε καινούργια και ακριβά πράγματα Μέσα στην ζήλια του, άρχισε να διηγείται φανταστικές ιστορίες, συκοφαντώντας και κατηγορώντας συνεχώς τον σκύλο, οι οποίες στην πραγματικότητα δεν ίσχυαν Ο φίλος του γέροντα προσπαθούσε να τον πείσει ότι το σκυλί ήταν κακό και ότι έπρεπε να το ξεφορτωθούν Ο ήρωάς μας, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να πιστεύει τις ιστορίες αυτές και δεν συμπαθούσε τόσο το κατοικίδιό του πια Στην πραγματικότητα, άρχισε να συμπεριφέρεται άθλια στο καημένο το ζώο Έτσι περνούσαν οι μέρες και τα χρόνια, με το σκύλο να μην περνάει καθόλου καλά, αλλά βαθειά μέσα του αγαπούσε πολύ τον γέροντα και ανεχόταν την συμπεριφορά του
Ξαφνικά ο πλούσιος γέροντας ξύπνησε ένα βράδυ και διαπίστωσε ότι ο φίλος ήταν άφαντος Πέρασε ώρες ψάχνοντας τον αγαπημένο του φίλο στο χωριό, καθώς και στα γειτονικά μέρη, αλλά αυτός δεν βρέθηκε πουθενά Απογοητευμένος, εξαντλημένος και πληγωμένος, γύρισε στο σπίτι του με το κατοικίδιό του να τον περιμένει Φυσικά ο πλούσιος γέροντας αγνόησε τον σκύλο ακόμα και εκείνη τη βραδιά που ήταν τόσο στεναχωρημένος Μέσα στις βαθιές του σκέψεις κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο «κολλητός του φίλος» τον εκμεταλλευόταν τόσο καιρό για τα πλούτη του και φεύγοντας τα πήρε όλα μαζί του. Ό,τι απέμεινε τώρα στον γέροντα ήταν το πιστό κατοικίδιό του το οποίο δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό του Ο καιρός περνούσε και ο γέροντας άρχισε να γίνεται ευτυχισμένος εξαιτίας του σκύλου του. Παρόλο που δεν είχε πια τον κολλητό του φίλο και τα πλούτη του στο πλευρό του, ήταν χαρούμενος που είχε δίπλα του τον πιστό του σκύλο. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. ΕΙΡΗΝΗ Α ΜΑΡΙΑΝΝΑ Κ
Ένας
Μιαφοράκιένανκαιρό,ζούσανδύοαδέρφια.ΗΓαριφαλιάκαιοΔημήτρης. Αυτάταδύοαδέρφιαφαινότανμεμιαματιάότιήτανδίδυμα.Δυστυχώς,δεν είχανκαθόλουφίλουςγιατίόλοιτουςπερνούσανγιατρελούς,λόγοτης φαντασίαςτους.Ήταν8χρονώνκαιδενξέρωάλλαπαιδιάπουναήταντόσομα τόσοπεριπετειώδη.Λοιπόν,τουςάρεσεπάραπολύτοδιάστημακαι αποφάσισανμιαμέρανακάνουνέναπαράτολμοταξίδι.Πήραντονπύραυλοτου θείουτουςπουήταναστροναύτης,καιξεκίνησαναφήνονταςέναγράμμαστους δικούςτους.Τογράμμαέλεγε: «Αγαπητοί γονείς, Μην ανησυχείτε καθόλου άμα δεν μας βρείτε. Δεν μπορούμε να σας πούμε τώρα πού ήμαστε αλλά μόλις γυρίσουμε θα σας τα περιγράψουμε όλα με λεπτομέρειες. Τα λέμε σε λίγους μήνες. Με αγάπη τα παιδιά σας, η Γαριφαλιά και ο Δημήτρης» Μόλις διάβασαν αυτό το γράμμα οι γονείς τους, στεναχωρήθηκαν πάρα πολύ και είχαν πολύ άγχος. Όμως ήξεραν ότι τα παιδιά τους θα επιβίωναν λόγο της φαντασίας τους και την αγάπη τους για περιπέτειες. Που να φαντάζονταν ότι τα ίδια τους τα παιδιά έφευγαν μακριά από την τεράστια (για αυτούς) γη. Μετά από καιρό, τα παιδιά σχεδόν έφταναν στο διάστημα. Ήταν τόσο χαρούμενα που ο θείος τους, τους έδειξε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί. Μάλιστα, ήταν περήφανα που τα εμπιστεύτηκε και τα άφησε μόνα τους να τα βάλουν με ένα διαστημόπλοιο! Μόλις έκαναν μια πολύ ομαλή προσγείωση, παραξενεύτηκαν όταν είδαν μια τεράστια κοτρόνα με μια αρκετά μεγάλη τρύπα. Προχώρησαν και έμειναν με το στόμα ανοιχτό με αυτό που αντίκρισαν. Μωβ, μικροσκοπικά και γεμάτα γλύκα πλασματάκια ξεπρόβαλλαν τα κεφαλάκια τους γεμάτα περιέργεια και λίγο φόβο. Η Γαριφαλιά και ο Δημήτρης πλησίασαν και άλλο. Τότε, προς μεγάλη τους έκπληξη τα μωβ παράξενα πλασματάκια μίλησαν! Και δεν
φίλος
είναι μόνο αυτό, μίλησαν και ελληνικά! Τη γλώσσα των δύο παιδιών! Τους είπαν λοιπόν: - Είστε πολύ καλά παιδάκια, το νιώθουμε! - Ευχαριστούμε πολύ! Απαντάνε εκείνα με ένα στόμα. Τότε, στο βάθος της κοτρόνας, βλέπουνε έναν άλλον πράσινο αυτή τη φορά εξωγήινο, μόνο του. Πάνε διακριτικά και τον πλησιάζουν. Δείτε τον διάλογο παρακάτω: - Για σου μικρέ, αστείε εξωγήινε! Τι κάνεις εδώ μόνος σου; Έλα να παίξουμε έξω όλοι μαζί! - Δεν θέλουν οι άλλοι εξωγήινοι να παίζω και να μιλάω μαζί τους. Καλύτερα να μείνω εδώ. - Μα γιατί να μη θέλουν εσένα; Είσαι πολύ καλός. - Είμαι πράσινος… - Και λοιπόν;
Είμαι διαφορετικός… - Ακόμα καλύτερα γιατί θα ξεχωρίζεις! - Εκείνοι δεν το βλέπουν έτσι. - Λυπόμαστε πολύ. Θέλεις να γίνεις φίλος μας; - Αλήθεια το λέτε; - Φυσικά, έτσι και αλλιώς δεν έχουμε ούτε εμείς κανέναν φίλο. - Τέλεια! Πώς σας λένε; - Γαριφαλιά και Δημήτρη. Εσένα; - Δεν έχω όνομα… - Δεν πειράζει. Από σήμερα, θα σε λένε Μπόμπη! - Τέλειο όνομα, ευχαριστώ! - Ωραία Μπόμπη εξωγήινε!
-
Έτσι με αυτά τα λόγια, εξερεύνησαν τον πλανήτη, έβγαλαν φωτογραφίες και ξεκίνησαν για το σπίτι τους στη Γη. Έπειτα από μήνες, τα παιδιά είχαν πάει στους γονείς τους, τους είχαν γνωρίσει τον Μπόμπη και τους τα είχαν περιγράψει όλα με κάθε λεπτομέρεια, όπως τους είχαν υποσχεθεί στο γράμμα. Κάποια μέρα όμως, μόλις ξύπνησαν δεν βρήκαν τον Μπόμπη στο καλοφτιαγμένο, πράσινο κρεβατάκι του. Ανησύχησαν. Μετά είδαν ένα γράμμα. Ήταν από τον Μπόμπη και έλεγε τα εξής: Αγαπημένοι μου φίλοι, Συγνώμη που δεν σας αποχαιρέτησα. Μην φοβάστε, θα γυρίσω σε λίγες μέρες. Έχω πάει στο διάστημα για να δω αν έχουν επιζήσει οι υπόλοιποι εξωγήινοι. Αν θέλετε να με συναντήσετε έχω ένα μηχάνημα στο διαστημόπλοιο του θείου σας. Πρέπει να πατήσετε το πράσινο κουμπί για να εμφανιστείτε μπροστά μου και το κόκκινο για να ξαναπάτε πίσω στο σπίτι σας. Έχω και εγώ ένα ίδιο. Ο μόνος σας φίλος, Μπόμπης Μόλις το διάβασαν, ανακουφίστηκαν. Αφού το είπαν στους γονείς τους, πήγανε και τον βρήκανε. Τελικά, οι υπόλοιποι εξωγήινοι είχαν εξαφανιστεί και ο Μπόμπης ήταν πολύ τυχερός που οι φίλοι του τον είχαν πάρει από εκεί. Γύρισαν στην γη και έζησαν για πάντα μονιασμένοι. Αφήστε που έγιναν διάσημοι επιστήμονες.
Τα κακά γουρουνάκια Συγγραφείς Εικονογράφος Βασίλης Π. Κωνσταντίνος Μ. Χαρά Β. Άγγελος Μ.
Μία φορά και έναν καιρό σε ένα απομακρυσμένο χωριό ζούσαν τρία κακά γουρουνάκια. Ήταν τόσο κακά που έκανες περισσότερες ζημιές στο χωριό. Έσπαγαν τζάμια, κατέστρεφαν σπίτια και εκβίαζαν τους κατοίκους. Ένα βράδυ τα τρία κακά γουρουνάκια έκαναν μία συζήτηση και πήραν την απόφαση να μπουν στο σπίτι σκελετού. Αποφάσισαν να μπουν από την καμινάδα όταν ο σκελετός κοιμόταν. Του έκλεψαν τα πολύτιμα αντικείμενα του και το έσκασαν από το παράθυρο. Ο σκελετός άκουσε έναν ήχο και ξύπνησε. Είδε το παράθυρο του ανοιχτό και κατευθείαν κοιτάξτε να δει ποιος είναι. Πέρασε έτσι μία μέρα. Το επόμενο βράδυ τα γουρουνάκια εισέβαλαν στο σπίτι της μαϊμούς από την πόρτα. Την ξεκλείδωσαν με ένα δικό τους κλειδί, μπήκαν μέσα στην αποθήκη της μαϊμούς και της έκλεψαν τις μπανάνες όμως η μαϊμού ξύπνησε και τα είδε. Τα γουρουνάκια έτρεξαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και κάπως έτσι η μαϊμού δεν τους πρόλαβε και ξέφυγαν.
Το πρωί ήρθε ένας νέος κάτοικος, ο λύκος, ο οποίος είχε μάθει για τα γουρουνάκια και φοβόταν ότι θα είναι ο επόμενος στόχος τους Και όμως είχε δίκιο. Τα γουρουνάκια το βράδυ πήγαν σπίτι του. Ο λύκος όμως ήταν προετοιμασμένος με κάμερες και περίμενε πίσω από την πόρτα Τα γουρουνάκια μπήκαν στο σπίτι του από την πόρτα. Μόλις μπήκαν, αντίκρισαν τον λύκο και προσπάθησαν να ξεφύγουν αλλά δεν μπόρεσαν. Μόλις τα έπιασε, τα ρώτησε για ποιο λόγο το κάνουν αυτό. Τα γουρουνάκια δεν του απάντησαν. Τότε ο λύκος τα άρπαξε και τα πήγε στο αυτοκίνητό του. Πρώτα, ο λύκος τα οδήγησε στο σπίτι της μαϊμούς η οποία έκλαιγε γιατί δεν είχε τις μπανάνες της. Τα γουρουνάκια της έδωσαν πίσω όλες τις μπανάνες με εντολή του λύκου. Η μαϊμού χάρηκε πάρα πολύ. Ο λύκος τους είπε να επιστρέψουν τα πάντα που έκλεψαν από τους κατοίκους. Τα γουρουνάκια αρνήθηκαν στην αρχή, αλλά μετά από λίγο αποφάσισαν να το κάνουν.
Τα γουρουνάκια κατάλαβαν το λάθος τους και αποφάσισαν να μην ξαναεπαναληφθεί αυτό. Όσο για τον λύκο, έγινε φίλος με τα γουρουνάκια και έγινε αγαπητός σε όλο το χωριό. Και έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα! ΤΕΛΟΣ
Η ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΗ ΑΛΕΠΟΥ Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε μια αλεπού με τα παιδιά της. Μια μέρα που καθόταν, σκεφτόταν όλα όσα είχε κάνει στην ζωή της και ένιωσε άσχημα. Κάλεσε όλες τις αλεπούδες γύρω της και άρχισε να λέει χαμηλόφωνα: -Γιοί μου, ίσως ήρθε η τελευταία ώρα για μένα. Νιώθω ότι με κυριεύει η συνείδησή μου που έχω φάει τόσα αθώα πλάσματα: κότες, πάπιες, χήνες, γαλοπούλες… Πόσα έρημα θύματα απο την πονηριά μου και μόνο! Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το τραγούδι μιας κότας. Η αλεπού βούρκωσε και έκλεισε τα μάτια της. Οι αλεπούδες φοβήθηκαν ότι
η μητέρα τους ήταν στα πρόθυρα του θανάτου και στριμώχνονταν γύρω της. Το τραγούδι της κότας ακούστηκε ξανά, ακόμα πιο κοντά. Η αλεπού είχε άλλο ένα σφύριγμα, αλλά αυτή τη φορά ακολούθησε ένα άνοιγμα των ματιών. Τα μάτια της έμοιαζαν ζωντανά και αστραφτερά, σε αντίθεση με τα μάτια μιας αλεπούς σε αγωνία. Μάλιστα, η αλεπού πετάχτηκε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. -Να τι χρειάζομαι για να απαλλαγώ από όλους τους εφιάλτες, είπε η αλεπού. Και χάρηκε πολύ όταν είδε τις αλεπούδες να βγαίνουν από το άντρο και να επιστρέφουν ένα λεπτό αργότερα με
το κοτόπουλο ως… φάρμακο για την μητέρα τους. Καλό είναι να μην πιστεύουμε πολύ στην μετάνοια των κακών. ΛΟΥΚΑΣ Δ.
Τα Γουρουνάκια και η Κακιά Γάτα Από τον Άγγελο Κ., τον Γκιόργκι Χ., τον Κωσταντίνο Π. και τον Κωσταντίνο Μ.. Μια φορά και έναν καιρό ήταν τρία γουρουνάκια Η μητέρα τους είχε πεθάνει και μια αρκούδα χορεύτρια τους είχε υιοθετήσει. Όταν μεγάλωσαν πήραν την απόφαση να φύγουν, να πάρουν τον δικό τους δρόμο.
Όταν έφυγαν από το σπίτι τους είπαν να φτιάξουν τα δικά τους σπίτια δίπλα δίπλα για προστασία. Το ένα γουρούνι έφτιαξε σπίτι από άχυρο. Το άλλο το έφτιαξε από ξύλο και το τελευταίο από τούβλο. Όταν τελείωσαν άρχισαν να φωνάζουν χαρούμενα και μια μαγική γάτα τους άκουσε και αποφάσισε να τους φάει. Πήγε λοιπόν στο πρώτο γουρουνάκι και χτύπησε τη πόρτα. Το γουρουνάκι δεν του άνοιξε και η μαγική γάτα εξαφάνισε το σπίτι του. Το γουρουνάκι έτρεξε στο σπίτι του αδερφού του και έκλεισαν τη πόρτα. Η γάτα χτύπησε τη πόρτα από το άλλο γουρουνάκι όμως το γουρουνάκι δεν άνοιξε την πόρτα Η γάτα έκαψε το σπίτι. Μετά τα δύο γουρουνάκια πήγαν στο τούβλινο σπίτι και κρύφτηκαν μέσα. Ήρθε η γάτα, έσπασε το σπίτι και έτρεξαν πίσω από δέντρα. Άρχισαν να χορεύουν μέχρι που τους βρήκε. Τα γουρουνάκια είχαν κάνει μια παγίδα στα χόρτα Η γάτα έπεσε μέσα στη μεγάλη λακκούβα και τις έριξαν βραστό νερό. Μετά όταν κάηκε, την έβγαλαν από τη λακκούβα και έφαγαν καλά για βραδινό. ΤΕΛΟΣ
ΑστέριοςΠ Αλέξανδρος Π
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας μάγος ο οποίος ήταν πολύ κακός.Για να φανταστείτε κάθε νύχτα όταν καθόταν στο σπίτι του έκανε ξόρκια για να μην τον ενοχλούν οι εξερευνητές, που εξερευνούσαν το βουνό όπου ζούσε. Είχε βάλει και απαγορευτικές ταμπέλες όπου έλεγαν: «Φύγετε!, Μην ενοχλείτε!Κίνδυνος!κ.λ.π».Για να λέμε την αλήθεια, δεν τον πείραζαν οι εξερευνητές, αλλά γιατί ήταν μόνος και δεν είχε παρέα.
Tο σπίτι όπου έμενε ήταν πολύ σκοτεινό και απόμακρο από τα άλλα σπίτια. Μέσα είχε σε κάθε γωνία ένα μαγικό φίλτρο που τα γέμιζε με δηλητήριο στο τέλος του μήνα,στην πανσέληνο.Άπο έξω υπήρχε ένα ποτάμι που οδηγούσε σε γκρεμό. Βέβαια ήταν ένα φτωχικό,δυόροφο σπίτι όπου στον δεύτερο όροφο υπήρχε ένα δωμάτιο με πολλά μαγίκα βιβλία που σε μετέφεραν σε ένα άλλο μέρος του πλανήτη.Και κάτω το υπόγειο ήταν φυλακή.
Καθώς ο μάγος πειραματιζόταν με τα μαγικά του,άκουσε φωνές ανθρώπων κοντά στο σπίτι του. Τότε θυμωμένος βγήκε έξω από το σπίτι του κρατώντας το σκήπτρο του. Την ίδια στιγμή είδε μια ομάδα εξερευνητών. Τότε τους είπε«Μα καλά δεν ξέρετε να διαβάζετε δεν είδατε τι έγραφαν οι ταμπέλες;».Τότε χτυπώντας το σκήπτρο του στο γρασίδι πήρε όλους τους εξερευνητές εκτός από δυο άτομα τα οποία πρόλαβαν και ξέφυγαν. Όσο για τους υπόλοιπους εξερευνητές τους
κλείδωσε σε κλουβιά. Ύστερα οι δύο εξερευνητές παρακολούθησαν το μάγο και τον ακολούθησαν τότε όταν μπήκαν στο σπίτι του είδαν ότι για να πας στο δωμάτιο που κρατούσε ο μάγος τους υπόλοιπους εξερευνητές είχε κάποιες δοκιμασίες. Τότε αποφασισμένοι οι δύο εξερευνητές πήγαν να ξεπεράσουν κάθε εμπόδιο που βρισκόταν μπροστά τους. Η πρώτη παγίδα που υπήρχε ήταν να περάσεις πολλά εμπόδια με καρφιά.
Και αυτό έκαναν. Η δεύτερη δοκιμασία ήταν να βρουν ένα κλειδί σε έναν ακατάστατο χώρο για να ξεκλειδώσουν την πόρτα και να μπουν στην άλλη δοκιμασία. Ήταν πολύ δύσκολο να βρουν το κλειδί, διότι τους πήρε δύο ώρες. Αφού άνοιξαν την πόρτα έπρεπε να κρυφτούν από τον μάγο, ευτυχώς είχε πολλές κρυψόνες. Παρ’ όλα αυτά ο μάγος κατάλαβε ότι ήταν εκεί. Τότε ο μάγος τους πήρε και τους έβαλε στο κλουβί με τους άλλους. Ο δεύτερος,
εξερευνητής είχε κλέψει το κλειδί από την τσέπη του μάγου και όταν τους έβαλε μέσα περίμεναν μέχρι ο μάγος να φύγει. Όταν έφυγε ο μάγος, ο εξερευνητής ξεκλείδωσε το κλουβί και δραπέτευσαν. Την άλλη μέρα οι εξερευνητές ξαναπήγαν στον μάγο και τον είδαν λυπημένο. Τον ρώτησα γιατί είναι και τους απάντησε πως δεν είχε φίλους και ένιωθε μοναξία. Έπισης δεν ήθελε να τους κάνει κάτι κακό αλλά να γίνουν φίλοι.
τότε οι εξερευνητές του είπαν ότι για να γίνει κάποιος φίλος με κάποιον άλλον δεν τον πιέζει και να ακούει την γνώμη του. Αφού ο μάγος το σκέφτηκε, τους απάντησε πως θα το κάνει. Τότε χαρούμενοι οι εξερευνητές τον πήραν μαζί τους και έγιναν όλοι φίλοι. Από τότε αντί για κακός μάγος έγινε καλός μάγος και έγιναν παντοτινοί φίλοι.Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Φτιάξε το δικό σου παραμύθι... by ΑΘΗΝΑ ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ - Issuu