Issuu on Google+

1


Εξώφυλλο: Νικόλας Στεφαδούρος Bio:

Γεννημένος το 1980, από γονείς Αλεξανδρινούς, με σπουδές στο Ε.Μ.Π. και αρκετή δόση τρέλας, τον κέρδισε τελικά ο αιώνιος έρωτας, το σκίτσο και δηλώνει πλέον ευθαρσώς “Σκιτσογράφος μηχανικός”. Links: stef000.blogspot.com facebook.com/kuriosmpintou

Το περιοδικό ΑΦΗ ΓΗ SEE διανέμεται ελεύθερα στο Διαδίκτυο, κάθε δεκαπέντε (15) ημέρες σε μορφή ψηφιακού εντύπου, με άδεια Creative Commons. 1 Νοεμβρίου 2013

ISSN: 2241-648X


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ # 9 6. Σκίτσα / του Δημήτρη Χαντζόπουλου • 8. Που με βία μετράει τη γη / του Βασίλη Κ. Καλαμαρά • 10. Τσιγγάνοι ή γύφτοι; / του Νίκου Ορφανού • 12. ΒΗΤΑΜΙΝΗ ΜΠΕ comic / του Νικόλα Στεφαδούρου • 14. Στο λεωφορείο - Διήγημα / της Σοφίας Αρχοντίδη • 18. Φωτογραφικό Αφιέρωμα - 13 Μαρίες και οι φλέβες τους / της Tracie Taylor • 42. Ο Καβάφης είναι μόνο η αρχή / του Νίκου Ορφανού • 44. ΥΦΑΚΙ comic / του Νικόλα Στεφαδούρου • 46. Σοφία ξανθή ακούσωμεν / της Σοφίας Μαμαλίγκα • 48. Ο κόσμος του Καβάφη / του Χρήστου Παρίδη • 52. Ένα πρωινό με το Δημήτρη Πιατά - Συνέντευξη / της Αντιγόνης Παφίλη • 54. Τα πεζά του Καβάφη / του Δημήτρη Τζιόβα • 56. Στην Ιθάκη του Καβάφη περπατήσαμε αργά - Διάλογος / των Νίκου Λυγερού και Βαγγέλη Ευαγγελίου •

60. Βία στη Via Veneto / του Εύχρηστου • 67. Ο Καβάφης δεν είναι για σκύλους / του Λαθρόβιου Απάχη • 69. Οχτώ Όχι / του Αργύρη Χιόνη • 70. Συνέντευξη στον Καβάφη / του Παντελή Λίβρου • 72. Η συνοδεία του Διονύσου / του SOTER • 80. Τελικά ποια ήταν η έκπληξη; / του Βαγγέλη Ευαγγελίου

ΑΦΗ

SEE


Αφήγηση ένατη

Ο ΚΑΒΑΦΗΣ περιέχει εντός του την ΑΦΗ και η 9n ΑΦΗ ΓΗ SEE τον ΚΑΒΑΦΗ! Αυτό που αγαπώ σ’ αυτό το περιοδικό, είναι πως κάθε 15 ημέρες, κάθε ΑΦΗ ΓΗ SEE, γεννιέται μέσα από την καθημερινότητα η οποία έρχεται σαν πουλάκι που δε φοβάται τους ανθρώπους και κάθεται πάνω στον αριστερό μου ώμο. Ως αριστερόχειρας λοιπόν, εκείνη τη στιγμή νιώθω πως αρχίζει η γραφή μίας νέας Αφήγησης..

Συμφωνώ απόλυτα και μακάρι χρόνια τώρα να το κάναμε αυτό. Κάθε 3 μήνες κι έναν διαφορετικό Ποιητή. Σύνολο 4 Ποιητές το χρόνο. Άλλωστε αυτή η χώρα έχει εκατοντάδες καλούς Ποιητές (και ζωντανούς). Διαφωνώ όμως κάθετα με τον τρόπο, που προσωπικά βρήκα ένα σωρό λάθη σημαντικά. Αυτά τα λάθη είναι ασυγχώρητα για 2 λόγους. Γιατί υποτίθεται πως είναι άνθρωποι μορφωμένοι και καλλιεργημένοι αυτοί που παίρνουν τέτοιες αποφάσεις αλλά και γιατί, πιάνουν τον Καβάφη και όχι κάποιον σκυλοτραγουδιάρη. Ευχαριστώ από καρδιάς, όσους συνεργάστηκαν σε αυτό το τεύχος, μαζί μου με γλυκύτητα! Η ΑΦΗ ΓΗ SEE δημιουργείται από μένα, ολομόναχο, με δεκάδες ώρες στον υπολογιστή, (τσάι, σοκολάτες και καραμέλες) και εκατοντάδες, σε μόνιμη σκέψη για την επιμέλεια της ύλης.

Εκτιμώ όσους κάνουν κοινο/ποίηση με Το παρόν τεύχος, είναι χαρισμέ- όποιο τρόπο γνωρίζουν, το ψηφιακό αυτό νο όπως θα δείτε στον Καβάφη, περιοδικό που μυρίζει χαρτί! αλλά με έναν τρόπο διαφορετικό. Απόψεις και Αφηγήσεις Ανθρώπων, με το θέμα που έχει προκύΒαγγέλης Ευαγγελίου ψει. Ο Ποιητής στους δρόμους. 4


5

5


του Δημήτρη Χαντζόπουλου

www.hantzopoulos.gr

6


Ενδύματα

Mέσα σ’ ένα κιβώτιο ή μέσα σ’ ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου. Tα ρούχα τα κυανά. Kαι έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Kαι κατόπιν τα κίτρινα. Kαι τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα. Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη. Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ’ ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία. Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη. Όλως διόλου τελειωμένη. Tα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο. Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Mερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ’ εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ 7


ΠΟΥΜΕΒ Α

ΜΕΤΡΑΕΙ ΤΗ ΓΗ

του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

ΤΟ ΣΟΥΣΟΥΡΟ που ξεσήκωσε η ανάρτηση στίχων του Καβάφη στα μέσα μαζικής μεταφοράς δεν το βρίσκω αδικαιολόγητο. Το βρίσκω, όμως, υπερβολικό. Πήγα να γράψω υποκριτικό, γιατί οι ποιητικές συλλογές στοιβάζονται στα βιβλιοπωλεία και μάταια αναζητούν αναγνώστες... Οχι επειδή η σύγχρονη ποίηση έχει απεκδυθεί τον κομβικό ρόλο της και το καίριο αποτέλεσμά της, αλλά γιατί έχει πάψει να είναι ανταποδοτική, έτσι όπως άλλαξαν οι καιροί, και αυτή δεν προσαρμόστηκε πέραν του δωματίου της. Και δεν εννοώ κατ’ ανάγκην ότι οι ποιητές πρέπει να στραφούν σ’ ένα είδος στρατευμένης ποίησης, καταγγελτικής και ριζοσπαστικής, που μόλις αποχωρήσει η δύστηνος συγκυρία θα τοποθετηθεί παρατημενοπεταμένη στα πιο σκονισμένα κάτω ράφια, αφού μπογιά ήταν και ξέβαψε. Για να μη σας κουράζω: συνολικά η ποίηση δεν σε βοηθάει να επιβιώσεις και δεν διαθέτει στις δεξαμενές της δημοφιλία, την οποία δύναται να εξαργυρώσει ο ποιητής. Το λαϊκόν ερώτημα -κατ’ επίφασιν και κατ’ ουσίαν ειρωνικό- «Τι εννοεί ο ποιητής;», καθ’ ότι αναπάντητο, άρα και ατελέσφορο, γρονθοκοπήθηκε με την ανία του ψευδεπίγραφου πλουτισμού, και παρέμεινε ένα άλυτο αίνιγμα για τη νεοελληνική κοινωνία, εδώ και τρεις δεκαετίες. Γι’ αυτό, όλες αυτές οι μετανοούσες Μαγδαληνές, οι οποίες οδύρονται πάνω από τον ενταφιασμό της καβαφικής ποίησης, λόγω αποσπασματικής και αυθαίρετης -προσθέτω- επιλογής της, καλόν θα ήτο να στραφούν πρωτίστως προς τους εαυτούς τους και να αναλογισθούν, πώς έφθασε το σολωμικό «που με βία μετράει την γη»,

να γίνει «έντεχνη» διαφημιστική επίκληση στην αποστροφή της βίας διά του αντι-αποικιακού στίχου του Αλεξανδρινού. Ο «διαπλεκόμενος» στίχος του Καβάφη -γι’ αυτό τον πήρε πίσω το ίδρυμα που τον υποστήριξε και τον διέδωσε- είναι όπως οι διαβεβαιώσεις της πολιτικής δυσπλασίας που μας κυβερνά: δύο πολιτικοί αρχηγοί σε δύο ιστορικές παρατάξεις έχουν εναγκαλιστεί ο ένας τον άλλο, σ’ έναν μακάβριο χορό θανάτου. Κάποια στιγμή, όλοι οι χοροί έχουν ένα τέλος, την ακινησία, και αυτό το γνωρίζουν ακόμη και οι μυστικιστές περιστρεφόμενοι δερβίσηδες. Ομως, στις μέρες μας, όλοι οι συστημικοί μετρ της διαστροφής του δημόσιου λόγου έχουν επιδοθεί στο πώς θα αντιστρέψουν το Νόημα του Κόσμου και τα νοήματα της επικοινωνίας με τσιρκολάνικους σαλτιμπαγκισμούς, που δεν προκαλούν, ωστόσο, γέλιο ηχηρό, μειδίαμα ή έστω συγκατάβαση στα ανθρώπινα πάθη, όταν περιπίπτουν σε λάθη. Είναι το ίδιο το λάθος αυτοπροσώπως, το οποίο πλασάρεται ως επιχείρημα με λογικοφανείς προτάσεις, και που περιμένει τον βαλλόμενο να αντιδράσει -έστω- με λεκτική βία στη νόθευση της είδησης και της πληροφορίας. «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή». Λέτε να λογοκριθεί και ο Εθνικός Υμνος; Πηγή: ΕΠ7Α

88


9


Τσιγγάνοι ή γύφτοι; του Νίκου Ορφανού

Κατοικώ σε μια λαϊκή συνοικία της Αθήνας. Μια «κανονική» γειτονιά, με ανθρώπους του μεροκάματου, μισθωτούς, οικογένειες, με τα μαγαζάκια της και όλα τα χρειαζούμενα. Μετανάστες δεν κατοικούν στη γειτονιά μου, στους δρόμους βλέπω μόνο κάποιους με τα καρότσια που συλλέγουν διάφορα από τους κάδους, κυρίως μέταλλα, και ανακυκλώσιμα. Στη γειτονιά μου έχουμε Τσιγγάνους. Μέχρι πέρυσι υπήρχε σε κοντινή απόσταση ένας αυτοσχέδιος καταυλισμός, σε καταπατημένο οικόπεδο. Ο μαχαλάς αυτός ήταν σαν κατοικημένος σκουπιδότοπος. Κάποια στιγμή τα συνεργεία του Δήμου Αθηναίων τον ξήλωσαν και καθάρισαν το οικόπεδο τελείως. Οι Τσιγγάνοι έφυγαν, κάποιοι έπιασαν παλιά σπίτια και παρέμειναν, μια οικογένεια από αυτούς μένει ακριβώς απέναντί μου. Κουρτίνες δεν έχουν στα παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες, και τα δωμάτιά τους φαίνονται σχεδόν συνέχεια. Κοιμούνται στο πάτωμα σε χαλιά. Δεν έχουν έπιπλα, παρά μόνο μια τηλεόραση. Για τα μωρά τους έχουν αυτοσχέδιες κούνιες, σαν αιώρες, με σπάγκους στερεωμένους στον τοίχο και ένα κιλιμάκι ανάμεσα, όπου λικνίζεται το μωρό. Πίσω από το τετράγωνο κατοικεί άλλη μια οικογένεια. Από τότε που έκανα το διαφημιστικό και υποδύθηκα τον «Κίτσο», με μάθανε και με χαιρετάνε όποτε περνάω. Τους βλέπω που κάθονται οκλαδόν στο πεζοδρόμιο, και ενίοτε πίνουνε δεκάδες μπύρες, σωριάζοντας τα κουτάκια δίπλα τους.

Ένα βράδυ κάποιος γηραιός πατέρας μαχαίρωσε τον γιο του, εκείνος τον κυνήγησε στα στενά και τον έσπασε στο ξύλο και γυμνόστηθο τον θυμάμαι, τον γιο, να επιστρέφει σπίτι του, με το αίμα να τρέχει από την κοιλιά του. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με όλα αυτά, εξαιρουμένου του μαχαιρώματος, το μόνο μου πρόβλημα είναι το εξής: οι Τσιγγάνοι της γειτονιάς μου αρνούνται συστηματικά να ρίχνουν τα σκουπίδια τους μέσα στους κάδους. Τα παρατάνε όπωςόπως απέξω, με ανοιχτές σακούλες, οι γάτες τις σκαλίζουν και δημιουργείται ένας σκουπιδότοπος κάθε τρεις και λίγο. Την περασμένη Κυριακή, αφήσανε ένα σωρό σαβούρες, και τα μικρά τους παιδιά παίζανε κι αυτά στα σκουπίδια, μια σκηνή βγαλμένη λες από το Slumdog millionaire. Ενίοτε αφήνουν τεράστιες σκουπιδοσακούλες με γαρύφαλλα, περισσευούμενα από κέντρα, ποιος ξέρει, και μετατρέπεται η γωνία σε πίστα με πατημένα λουλούδια. Μια φιλότιμη οδοκαθαρίστρια τα μάζευε το άλλο πρωί, της πιάνω κουβέντα: -Όπου κατοικούν Τσιγγάνοι συμβαίνει ακριβώς το ίδιο. Και δεν παίρνουν από λόγια, συνέχεια δημιουργούν αυτό το πρόβλημα. Διάβασα για την υπόθεση του μικρού κοριτσιού. Η κοινωνία μας έχει την τάση να γενικεύει. Αμέ��ως σχεδόν υπερασπιστικά κάτι «ευαισθητοποιημένα» άρθρα για την καταπίεση των Ρομά στην Ελλάδα και ότι εκεί οφείλεται η περιθωριοποίησή τους, κ.λπ., κ.λπ.

1010


Τηλεφωνώ στον αγαπητό μου Σαράντη Σαλέα, επίσης Ρομά στην καταγωγή: -Σαράντη μου, μία είναι η φυλή των Ρομά στην Ελλάδα; -Όχι, υπάρχουνε πολλές, άλλες από Ινδία, από Τουρκία, από Πακιστάν. -Γιατί κάποιοι ζουν νομαδικά και κάποιοι άλλοι όχι;

Δεν αναγκάζει κανένα σύστημα και περιθωριοποίηση κάποιον να γίνει απαγωγέας παιδιών ή μικροκλέφτης. Καμία κοινωνική αδικία δεν κάνει κάποιον να φέρεται σα βρωμιάρης, αγνοώντας τις κοινωνικές συνθήκες της ανθρώπινης συμβίωσης. Επίσης, οι Τσιγγάνοι που ψάχνουν και μαζεύουν σκουπίδια δεν το κάνουν γιατί δε βρίσκουν δουλειά, αλλά από την ιδιόρρυθμη «ανεξαρτησία» που τους δίνει μια τέτοια ασχολία. Και βεβαίως το περιθώριο, είναι και επιλογή. Και ενίοτε, και κάποιοι «εναλλακτικοί» καλλιτέχναι, το πουλάνε κανονικότατα και το παίζουν «κάποιοι» πλασάροντας αντισυμβατικότητα προκειμένου να δικαιολογούν τη δική τους αδυναμία συνεννόησης με την κοινωνία γύρω τους.

-Είναι επιλογή τους. Πολλοί από μας ζούμε όπως οι περισσότεροι Έλληνες. Εργαζόμαστε, πάμε τα παιδιά μας στα σχολεία. Κάποιοι δεν τα στέλνουν ή αρνούνται να ενταχθούν. -Αυτή η τάση για παραβατικότητα που έχουν πολλοί, ή ας πούμε για ρύπανση, ή που ζούνε σε πρόχειρους μαχαλάδες, πού οφείλεται; Σε κάποια καταπίεση ή κοινωνική περιθωριοποίηση; -Όχι, είναι επιλογή τους. Δεν τους αναγκάζει κανείς να ζουν σε παραπήγματα ή σε άθλιες συνθήκες υγιεινής. -Έχω την εντύπωση ότι ακόμη και αυτό με τη ρύπανση, είναι θέμα του χαρακτήρα μεμονωμένης μερίδας, συμφωνείς; -Απολύτως. Κλείσαμε το τηλέφωνο. Οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν.

Υπάρχουν Τσιγγάνοι και Ρομά, και υπάρχουν και γύφτοι (με την κακή έννοια) Τσιγγάνοι και Ρομά. Όπως υπάρχουν και Έλληνες γύφτοι και γύφτουλες, που κάνουν γυφτιές και είναι λίγδηδες στη συμπεριφορά. Πέρα από τη φυλή και τα «καταπιεστικά» συστήματα, υπάρχει και ο χαρακτήρας του ανθρώπου και η αγωγή του και οι επιλογές του στη ζωή. Και αυτά μετράνε περισσότερο από τις όποιες φυλές. Και ο περιθωριακός δεν είναι κανένας επαναστάτης. Ούτε και το να πετάς σκουπίδια και να είσαι σκυλοβρωμιάρης είναι αντισυμβατική συμπεριφορά. Όταν όλα είναι εναντίον σου, οφείλεις να είσαι αξιοπρεπής, περισσότερο από ποτέ. Να τελειώνουμε, λοιπόν, με τα ανόητα ελαφρυντικά. Και τις γενικεύσεις. Σαράντη μου, σε ευχαριστώ.

11


12


13


Στο

λεωφορείο διηγημα της Σοφίας Αρχοντίδη

Είναι η μοναδική μέρα που τελειώνω τόσο νωρίς το πανεπιστήμιο. Πάλι καλά δεν ήμασταν πολλοί φοιτητές και είχε αρκετές θέσεις. Μιας και τα ακουστικά μου δε λειτουργούν για να ακούσω μουσική σκέφτομαι τι έχω να κάνω. Δε θα πάω κατευθείαν σπίτι θα πάω στην αγορά πρώτα να ψάξω για πλαστική πιπέτα παστέρ με ενσωματωμένη πουάρ. Και γιατί όχι να χαζέψω λίγο τις βιτρίνες που έχω καιρό να το κάνω.

Πιθανολογώ ότι όλα αυτά τα έλεγε ο περίεργος άνδρας στον οδηγό, αλλά δε μπορώ να το πω με σιγουριά. Παράλληλα στο πίσω κάθισμα βρίσκονταν σε εξέλιξη άλλη συζήτηση.

Δύο στάσεις μετά, στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο, μπήκε πολύς κόσμος.

«Ναι σου λέω»

«Μ’ ακούς μωρή; Τι εννοείς που ήμουνα χθες; Με φίλους μου ήμουνα! Σιγά που θα σου δώσω και λογαριασμό βρώμα! Ότι θέλω θα κάνω ! Αϊ σιχτιρ ! Πού είμαι τώρα; Πού είμαι τώρα; Στο λεωφορείο είμαι γυρνάω από το ΠΑΓΝΗ ! Άντε παράτα με μωρή ! Αϊ στο διάολο !» Τόσο εγώ όσο και ο παππούλης που καθόταν δίπλα μου κοιτούσαμε προς τα πίσω. Δίπλα στον οδηγό στεκόταν ένας άνδρας με μαύρα. «Ξέρεις ότι παίρνω πιο μεγάλη σύνταξη από σένα; Ξέρεις πόση σύνταξη παίρνω ; 1160 ευρώ! Ναι , 1160 ευρώ! Ενώ ξέρεις πόση σύνταξη παίρνουν οι περισσότεροι αγρότες; Τρία κατοστάρικα; Τέσσερα με το ζόρι! Ξέρεις γιατί παίρνω τόσο μεγάλη σύνταξη; Γιατί τέσσερις γιατροί με βγάλανε τρελό! Άκου πράγματα, εγώ τρελός! Εγώ τρελός ρε φίλε!» Ο παππούλης όχι απλά κοιτούσε αλλά είχε στρέψει το σώμα του προς τον περίεργο άντρα. Εγώ προσπαθούσα να κοιτάω που και που διακριτικά χωρίς να δίνω στόχο. «Και ξέρεις ε; Τα λεφτά που παίρνω εγώ δεν τα πειράζει κανείς ! Κανείς σου λέω ! Δε με πιάνουν εμένα ούτε περικοπές ούτε μειώσεις ούτε τίποτα ! Αλλά ξέρεις τι πρέπει να κάνω; Πρέπει να πηγαίνω μια φορά το μήνα στο ΠΑΓΝΗ να με βλέπουν οι γιατροί. Αυτό πρέπει να κάνω.»

«Το εισιτήριο σου ίντα το κάμες;» «Στο οδηγό το ‘δωκα.» «Όλο μωρέ το ‘δωκες στον οδηγό; Γροικάς μωρέ; Όλο το εισιτήριο το ‘δωκες στον οδηγό;»

«Ιιιχου! Καλά ντιπ αγράμματη είσαι; Δεν κατέχεις ότι πρέπει να κρατήσει ετούτος το μισό και συ τ’ άλλο μισό; Κι άμα μπει εδά ο έλεγχος ίντα θα κάμεις; Ίντα θα του πεις;» « Εεε δεν κατέχω, θα του πω ότι έδωκα το εισιτήριο μου στον οδηγό» «Κακόμιτσα, ε κακομίτσα. Δε μου λες δα τα χαρθιά ποιος θα πα τα βγάλει;» « Ε η Άννα με τη Δέσποινα θα πάνε» « Κι δυο τονε; Ίντα να πάνε να κάμουνε και οι δυο μαζί; Να ταλαιπωρούνται όπως εμείς εδά ! Κάλλιο να πάει μόνο η μια!» «Ε καλά, θα πω τση Άννας να πάει να μην αφήκει η Δέσποινα το μικιό μοναχό ντου. Δε μου λες, που είμαστε εδά; Στο λιμάνι φτάνουμε;» «Καλά ντιπ αγράμματη είσαι; Στο λιμάνι λέει! Μέχρι να πάμε στο λιμάνι έχουμε ψωμί ! Θέμε τουλάχιστο μισή ώρα ακόμα. Πρέπει πρώτα να περάσουμε από τον Αη Μηνά, από των Χανιών την Πόρτα. Καλά πρώτη φορά παίρνεις το λεωφορείο από το ΠΑΓΝΗ;» «Οϊ αλλά ξεχνώ» «Πωπω δε σε ξαναπαίρνω μαζί μου!» Αυτή η συζήτηση μου προκαλούσε για κάποιο λόγο εκνευρισμό. Λυπόμουν την καημένη τη για-

14


γιά και νευρίαζα με τον παππού που της μιλούσε με τέτοιο τρόπο. Αλλά και οι δικοί μου παππούδες έτσι δεν κάνανε; Μέχρι να πεθάνει ο παππούς μου όλο τσακώνονταν. Όλη η γειτονιά τους άκουγε. Μετά που πέθανε, η γιαγιά μου ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Δεν είχε κάποιον να τσακώνεται μαζί του και να τον φροντίζει. Τέλος πάντων, δε πρόλαβα να σκεφτώ παραπάνω γιατί στην αντίληψη μου έπεσε μια άλλη, πιο περίεργη συζήτηση. Μερικά καθίσματα πιο μπροστά καθόταν μια φοιτήτρια και δίπλα της ένας άνδρας που είχε ανέβει στο λεωφορείο στη στάση του νοσοκομείου. Ήταν γύρω στα εξήντα, μετρίου αναστήματος, αρκετά παχύς, είχε μεγάλο μουστάκι και το πρόσωπό του είχε έντονες γραμμές. Φορούσε ένα κόκκινο καρό πουκάμισο, ένα λερωμένο τζιν και μαύρα ταλαιπωρημένα παπούτσια. Η φοιτήτρια καθόταν από την εσωτερική μεριά και δε μπορούσα να την παρατηρήσω. Φαινόταν πάντως μικροκαμωμένη, είχε μεσαίου μήκους, καστανά, σπαστά μαλλιά και γλυκό πρόσωπο.

Για αυτό να φύγεις όσο πιο γρήγορα μπορείς» «Όντως, θα προσπαθήσω» «Όχι! Άκουσε με να φύγεις σίγουρα!» Ο άνδρας έπιανε το χέρι της κοπέλας με το οποίο αγκάλιαζε την τσάντα της μπροστά της. Εμένα δε θα μ’ άρεσε να με ακουμπάνε άγνωστοι. «Άμα μπορώ να πάω μέσω του πανεπιστημίου, βέβαια θα πάω. Η ειδικότητα μας έχει μεγάλη ζήτηση έξω το ξέρω και το πανεπιστήμιο έχει επαφές με το εξωτερικό» «Μην περιμένεις από το πανεπιστήμιο τίποτα. Σε λίγο θα τα κλείσουνε και αυτά. Μόνη σου να πας. Πως πηγαίναμε παλιά οι εργάτες στη Γερμανία και στην Αμερική, έτσι πρέπει να το κάνετε τώρα οι επιστήμονες» «Μα δεν είναι εύκολο αυτό που λέτε. Ειδικά άμα δεν υπάρχει οικονομική άνεση.» «Κανείς δεν έχει οικονομική άνεση τώρα κοπελιά μου. Για αυτό οι γονείς πρέπει να δώσουνε και από το υστέρημα τους για να σπουδάσουνε τα παιδιά τους και να τα στείλουνε στο εξωτερικό»

«Τι σπουδάζεις κοπελιά;» «Επιστήμη και τεχνολογία υλικών» «Τι είναι ετούτο;» «Μας μαθαίνουν για τα διάφορα υλικά. Ας πούμε όταν τελειώσω τη σχολή θα μπορώ να ασχοληθώ με τα αλουμίνια, τα πλαστικά, τα κεραμικά. Με τέτοια πράγματα.» Η κοπέλα χαμογελούσε όσο μιλούσε. Είχε ομολογουμένως όμορφο χαμόγελο. Μου έκανε εντύπωση η προθυμία με την οποία μιλούσε στον ξένο άνδρα. Εγώ δεν ξέρω πως θα αντιδρούσα στη θέση της. «Μπράβο κοπελιά καλές σπουδές. Αλλά ξέρεις ε; Μετά που θα τελειώσεις τη σχολή θα φύγεις. Θα πας στο εξωτερικό»

«Δεν είναι πάντα έτσι τα πράγματα. Κάποιες φορές δε γίνεται αυτό» «Γιατί δε γίνεται; Όλα γίνονται άμα το θέλει κανείς. Θα βρει και άλλη δουλεία ο πατέρας σου να σε στηρίξει μέχρι να πατήσεις γερά στα πόδια σου και να μπορείς να βοηθάς το σπίτι σου εσύ μετά. Έτσι γίνεται τώρα» «Δε μπορεί να γίνει αυτό» «Γιατί δε μπορεί; Τον ρώτησες τον πατέρα σου και σου είπε όχι; «Όχι δεν τον ρώτησα»

«Ναι το έχω υπόψη μου»

«Γιατί δεν τον ρωτάς λοιπόν;»

«Άκουσε με προσεχτικά! Εγώ είμαι μεγάλος, έχω πείρα και ξέρω τι σου λέω! Εδώ στην Ελλάδα οι επιστήμες και τα γράμματα δεν έχουν μέλλον. Δε βλέπεις που πάμε κατά διαόλου;

«Γιατί δε μπορώ» «Γιατί δε μπορείς καλέ;»

15


«Γιατί ο πατέρας μου έχει πεθάνει. Είμαι μόνο με τη μητέρα μου»

Σηκώθηκα. Πήγα προς την πόρτα να είμαι πιο κοντά τους και να τους παρακολουθώ από πίσω πιο διακριτικά. Παρατήρησα ότι και ο τρελός και ο «Ω χίλια συγγνώμη κοπελιά. Χίλια συγγνώμη, λυ- παππούλης δίπλα μου αλλά και το ζευγάρι ηλιπάμαι πολύ» κιωμένων από πίσω μου είχαν φύγει. Είχα απορροφηθεί τόσο που δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Πρώτη φορά που είδα την κοπέλα να μη χαμο- Ο άνδρας σηκώθηκε στη στάση που σκόπευα αργελάει σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης. Ταυτό- χικά να κατέβω. Κατέβηκα και εγώ. Ένιωσα αναχρονα όμως είδα το άλλο χέρι το άνδρα που το κούφιση. είχε ακουμπήσει πίσω από την καρέκλα της κοπέλας να την αγκαλιάζει και να τη φέρνει κοντά Είχε μόλις βρέξει. Στους δρόμους όπως τα σαλιτου. Πάγωσα. Τότε συνειδητοποίησα ότι και η κο- γκάρια είχαν βγει και οι (παράνομοι συνήθως) πέλα που καθόταν ακριβώς απέναντι μου και εί- μετανάστες που πουλούν ομπρέλες. Με γρήγορο χε σκουλαρίκι στο ίδιο σημείο με εμένα είχε δει το βήμα κατευθύνθηκα προς το μαγαζί με τα ιατριπεριστατικό. κά είδη. Ο άντρας συνέχισε. «Και από που ‘σαι κοπελιά;» «Από την Ιεράπετρα» «Μέσα από την Ιεράπετρα;» «Ναι» «Και εδώ που κάθεσαι;» «Στην Αστόρια κοντά μένω»

Η Σοφία Αρχοντίδη έχει καταγωγή από την Κρήτη και τη Μακεδονία. Είναι φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Της αρέσει να εκφράζει τις σκέψεις της και τα συναισθήματά της είτε ζωγραφίζοντας είτε γράφοντας. Επίσης αγαπά τη μουσική και να βρίσκεται με φίλους

«Ωραία κοπελιά. Άντε να πας σπίτι να ξεκουραστείς αμέσως» «Δε μπορώ, έχω δουλείες. Για αυτό έφυγα νωρίτερα από τη σχολή» «Όχι! Θα πας να ξεκουραστείς.» Ο άνδρας έσφιγγε την κοπέλα προς το μέρος του πάλι. Από αυτό το σημείο και μετά άρχισα να χάνω τη συζήτηση. Απλά έβλεπα τον άνδρα να σφίγγει την κοπέλα προς το μέρος, να γέρνει και να της μιλάει στο αυτί και να γελάει. Η κοπέλα κοιτούσε ευθεία μπροστά, έσφιγγε την τσάντα, δάγκωνε που και που το χείλος της και χαμογελούσε πιο συνεσταλμένα και πιο σπάνια. Οι σφυγμοί μου και η θερμοκρασία του σώματος μου είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν. Ένα αδικαιολόγητο άγχος με είχε κυριεύσει. Τι θα γινόταν αν ήμουν εγώ στη θέση της κοπέλας; Πάνω κάτω την ίδια ηλικία είχαμε. Θα κατέβαινα Αστόρια. Δε θα την άφηνα μόνη της. Δε μπορούσα να δεχθώ ότι ένας άγνωστος εισβάλει έτσι στον προσωπικό σου χώρο. Και φυσικά δε μπορούσα να το εκλάβω ως πατρική στοργή. Ζούμε σε περίεργες εποχές.

16


17


Φωτογραφικό Αφιέρωμα

Tracie Taylor 18


13 Μαρίες και οι φλεβες τους


20


21


22


23


24


25


26


27


28


29


30


31


32


33


34


35


36


37


38


39


40


41


Αντίστοιχα παραδείγματα έχω και για άλλους συγγραφείς, ποιητές και διανοούμενους.

Ο Καβάφης είναι μόνο η αρχή Κατεβαίνω δύο επίπεδα κάτω από το έδαφος. Βγαίνω στην πλατφόρμα του μετρό. Κάθομαι σε ένα παγκάκι και ακριβώς απέναντί μου, πάνω από το αντίστοιχο της άλλης κατεύθυνσης, βλέπω μια κοκκινόμαυρη επιγραφή με στίχους του Καβάφη και ένα σκίτσο του ποιητή. Γυρίζω το κεφάλι μου. Πάνω από τη δική μου μεριά, άλλη μια επιγραφή, άλλο ένα δίστιχο του Αλεξανδρινού.

Πως θα μας φαινόταν σήμερα λοιπόν, ο Καβάφης; Ο σεξουαλικός του προσανατολισμός θα γινόταν στόχος πολλών, από χρυσαυγίτες φασίστες μέχρι ίσως τον περιφερειάρχη Μακεδονίας και ορισμένους Μητροπολίτες.

Η συντηρητική και συνεσταλμένη του συμπεριφορά, καθώς και η ομολογούμενη εσωστρέφειά του θα ήταν περιφρονητέα από τους «κοινωνικούς αγωνιστές» και διαδηλωσίες παντός είδους. Εδώ μισός του στίχος, αναφερόμενος στη βιασύνη, θεωρήθηκε ως δόλια αναφορά στη θεωρία των δύο άκρων και έγινε μέγα θέμα σε πολιτικό επίπεδο.

150 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη γένΌπως και να έχει οι μεγάλοι ποιητές είναι οι κατ’ νηση του σπουδαιότερου ίσως εξοχήν ανατρεπτικές φύσεις. Όχι διόΈλληνα ποιητή, και τιμώντας του Νίκου Ορφανού τι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο και τον, οι Αθηναϊκές συγκοινωνίες τοιούτα ουτοπικά, αλλά καθότι αλλάανάρτησαν στίχους τους στους ζουν τον τρόπο χειρισμού των αισθησταθμούς, σε λεωφορεία και τρόλεϊ. Κοίτα να μάτων στις καρδιές των ανθρώπων. Τους μειώδεις, τιμούμε έναν ποιητή που αν ζούσε μάλλον νουν τις ενοχές και τη μοναξιά. Απαλύνουν το θα τον λοιδορούσαμε. βίο και το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Και βεβαίως, υμνούν τη ζωή στο βίωμα των αισθήσεΣτη σημερινή Ελλάδα δε μετράει το έργο σου, αλων, καθώς και την απώλειά της, στην ύψιστη έκλά το τι τυχόν λες σε μια συνέντευξη, σε ένα διαφρασή της, αυτή του έρωτα. δικτυακό σχόλιο και τέλος πάντων, μετράει πρωτίστως τι λένε τα ειδησεογραφικά μέσα για σένα Η ποίηση έχει ένα μεγάλο χάρισμα. Συμπυκνώή τι σου αποδίδουν. Δεν πάει πολύς καιρός που η νει στο νόημά της πολλές σκέψεις μαζί και έχει Κική Δημουλά για μια αντίδρασή της σε συγκέπολλαπλές χρήσεις. Ένα αποσπασμένο δίστιχο, ντρωση κατοίκων στη γειτονιά της, για ένα της ως ένα είδος τίτλου, ξαφνικά αποκαλύπτεται με σχόλιο που αναπαράχθηκε κατά κόρον, εξυβρίένα καινούριο νόημα, διακηρύττει ένα διαφορεσθηκε και πάμπολλα προσβλητικά σχόλια εις βάτικό σημαίνον, από το ποίημα που το περιέχει. ρος της αναρτήθηκαν, από ανθρώπους που ποτέ τους δεν είχαν διαβάσει ούτε μισό της στίχο.

42 42


Έτσι και τα δίστιχα του Καβάφη, περιδιαβαίνουν στην πόλη, σαν μπουκάλια γυάλινα στο αστικό πέλαγος. Ξαφνικά, μια φράση, τρεις λέξεις, δυο γραμμές, κόβουν το νήμα της σκέψης σου καθώς βρίσκεσαι εγκλωβισμένος στο αυτοκίνητο, στριμώχνεσαι όρθιος σε ένα βαγόνι ή περιμένεις σε μια στάση λεωφορείου. Και πέραν της πρόσκαιρης απόσπασης στο Καβαφικό σύμπαν, ένας επιπλέον συμβολισμός, καθώς οι αναρτημένοι στίχοι στα μέσα μεταφοράς, τι άλλο υπονοούν από το περαστικό όλης της ζωής, των ημερών, που διαδέχονται η μία την άλλη, σε ένα ατέρμονα επαναλαμβανόμενο φινάλε, σε μια διαρκώς ανανεωνόμενη αφετηρία. Θα ήθελα ο Καβάφης να είναι μόνο η αρχή. Και λίαν συντόμως να δούμε και άλλα δίστιχα να ξεπετάγονται σε ανύποπτο χρόνο μπροστά μας. Περιμένω τα δίστιχα του Ελύτη, του Σεφέρη, του Καρυωτάκη, της Πολυδούρη, του Παλαμά, του Σαραντάρη, του Καρούζου, της Γώγου, αλλά και των άλλων ποιητών, της καθημερινότητας. Και εκεί που βγαίνεις για να πας στο σουπερμάρκετ, ξαφνικά να πετάγεται εμπρός σου μια αποστροφή του Μάρκου: «Δε θα μας δει άλλος κανείς, μόνο το φεγγαράκι». Ή «πόνους έχω εγώ κρυμμένους μεσ’ στα φύλλα της καρδιάς». Ή του Τσιτσάνη: «μη με κατακρίνεις, μη με παίρνεις για τρελό». Ή του Χαράλαμπου Βασιλειάδη: «ήθελα να σ’ αντάμωνα, η γρουσουζιά να σπάσει». Ή του Μάνου Ελευθερίου: «για κάποιον μες´ στον κόσμο είναι αργά». Ή του Σαββόπουλου: «ποιος στ’ αλήθεια είμαι εγώ και που πάω;», ή το «που πας παλικάρι, ωραίος σαν μύθος», και τόσα άλλα της λαϊκής και μη πένας. Είμεθα λαός ποιητικής ιδιοσυγκρασίας. Ίδιον της αλλοπαρμένης μας σκέψης. Και οι ποιητές, σαν ξωτικά, θα είναι πάντα ανάμεσά μας, να μας θυμίζουν τις μέρες τις παλιές.

43


44


Ιθάκη Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι, τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου. Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος. Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους· να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά, και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις, σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους, και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής, όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά· σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας, να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους. Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη. Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου. Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου. Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει· και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί, πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο, μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη. Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια. Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ 45


46


47


Ο κόσμος του Καβάφη

Του Χρήστου Παρίδη

Με

α φ ο ρ μ ή την επέτειο των 150 χρόνων από τη γέννηση του Κωνσταντίνου Καβάφη στις 29 Απριλίου και μια έκθεση για τον ποιητή στην γκαλερί Καλφαγιάν συνομιλούμε με τους κορυφαίους καβαφιστές Δημήτρη Δασκαλόπουλο και Μαρία Στασινοπούλου για την πρωτοφανή διάδοση του έργου του σε όλο τον κόσμο Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος ξεκίνησε το 1978, μαζί με τον Μάνο Χαριτάτο, και με τη συνδρομή του αρχείου Κ.Π. Καβάφη, μετά από παρότρυνση του Γ.Π. Σαββίδη, να συμπληρώσει την παλιότερη βιβλιογραφία του Αλεξανδρινού από τον Κατσίμπαλη. Μετά από 25 συναπτά έτη ενασχόλησης, το πρώτο του βιβλίο για τον μεγάλο ποιητή κυκλοφόρησε το 2003 από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας της Θεσσαλονίκης, για να ακολουθήσουν αρκετές μελέτες.

Τι νομίζετε ότι κάνει τον Καβάφη τόσο δημοφιλή διεθνώς, παρ ‘όλες τις αναπόφευκτες απώλειες από τη μεταφορά από τη μία γλώσσα στην άλλη; Ιδιαίτερα στην περίπτωσή του, που είναι και αυτό το ανάμεικτο ιδίωμα δημοτικής και καθαρεύουσας... Δημήτρης Δασκαλόπουλος: Μπορεί ο ξένος αναγνώστης του Καβάφη να μην πιάνει όλες τις αποχρώσεις της γλώσσας που πιάνει ένας Έλληνας, όπως όταν χρησιμοποιεί μια λέξη σε καθαρεύουσα που για μας έχει ιδιαίτερη σημασία, αλλά στις περισσότερες γλώσσες που έχει μεταφραστεί κερδίζει. Γιατί τα περισσότερα ποιήματά του έχουν ένα σενάριο. Μια ιστορία από την οποία βγαίνουν κάποια πράγματα που γίνονται αντιληπτά απ’ όλο τον κόσμο. Δεν είναι μια ερμητική ποίηση, όπως του Σεφέρη ή άλλων ποιητών. Όταν ο Καβάφης λέει «αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια», εσύ αυτό το προσαρμόζεις στη δική σου περίπτωση. Δεν είναι τυχαίο που πάρα πολύ έγκαιρα πάρα πολλοί στίχοι του έγιναν πασπαρτού σε πολιτικά, κοινωνικά, ακόμα και αθλητικά θέματα. Βέβαια, ��ίσω από αυτά υπάρχει μια ολόκληρη βιοθεωρία, όλα αυτά που λέει στα ποιήματά του με τα προσωπεία που βάζει, για την εξουσία, για όλους εκείνους που θέλουν να φαίνονται σπουδαίοι, ενώ δεν είναι…

Δεν είναι μια ερμητική ποίηση, όπως του Σεφέρη ή άλλων ποιητών. Όταν ο Καβάφης λέει «αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια», εσύ αυτό το προσαρμόζεις στη δική σου περίπτωση. Έκτοτε ταξίδεψε πολύ μαζί με τη σύζυγό του, φιλόλογο Μαρία Στασινοπούλου, σε συνέδρια σε διάφορα μέρη του κόσμου, συνάντησε κι άλλους καβαφιστές, αντάλλαξε μαζί τους πληροφορίες και απόψεις, τροφοδότησε με υλικό πανεπιστήμια από τη Νότια Αμερική μέχρι τη Ρωσία. Το 2003, την προηγούμενη επέτειο του ποιητή, εξέδωσε, με τη συμβολή της συζύγου του, ένα εξαιρετικό χρονολόγιο της ζωής και του έργου του Κ.Π. Καβάφη. Σήμερα οι δυο τους θεωρούνται από τους πλέον σημαντικούς γνώστες της μοναδικής περίπτωσης αυτού του μεγάλου οικουμενικού ποιητή.

Στα δε ιστορικά ποιήματα -εκτός από εκείνα που απαιτούν ειδικές ιστορικές γνώσεις, όπως τι συνέβη στη Μικρά Ασία με τους Σελευκίδες, σε εποχές που δεν είναι γνωστές-, όταν αναφέρεται στον Αντώνιο και στην Κλεοπάτρα, στον Πομπήιο, στην Αλεξιάδα, στις Θερμοπύλες και στην Ιθάκη ως σύμβολα, όλα αυτά είναι το υπόστρωμα της ευρωπαϊκής παιδείας. Κάθε μορφωμένος Ευρωπαίος τα γνωρίζει.

48


Φωτίζει, όμως, λεπτομέρειες συχνά άγνωστες. Όπως την περίπτωση του Καισαρίωνα, του γιου της Κλεοπάτρας. Δ.Δ.: Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, στο καταπληκτικό της κείμενο-εισαγωγή της μετάφρασής της με τον Κ.Θ. Δημαρά, γράφει ότι ο Καβάφης δεν πιάνει τη ζωή του Αντώνιου ή της Κλεοπάτρας, αλλά μια στροφή της μοίρας τους. Συμβάντα δευτερευούσης σημασίας ίσως, που η επίσημη ιστορία δεν τα ανάγει σε σημαντικά γεγονότα. Αυτός βγάζει τα συμπεράσματα που θέλει να βγάλει και τα οποία έχουν διαχρονικότητα. Έτσι, όλες οι ιστορίες που διηγείται μπορούν να εφαρμοστούν σε οποιαδήποτε περίπτωση. Δεν τα περνάει όλα μέσα από μια αυτοβιογραφική οπτική, στην οποία μεγάλο τραυματικό γεγονός υπήρξε ο ταξικός ξεπεσμός του; Δ.Δ.: Ναι, η οικονομική κατάρρευση και η κοινωνική έκπτωση της οικογένειας, αν σκεφτούμε ότι από γόνος πλουσιότατης οικογένειας κατέληξε να δουλεύει υπάλληλος σε μια δημόσια υπηρεσία. Γενικά, θίγει ή βρίσκει τις αδύναμες πλευρές της εξουσίας, αυτές που μπορούμε να περιγελάσουμε και σήμερα με τις ανάλογες εξουσίες: τους τα φαιά φορούντες και άλλα ηχηρά παρόμοια. Ο Καβάφης σιγά σιγά αποδομεί όλα εκείνα που παλιότεροι ποιητές και η παλιότερη κοινωνία αποδέχονταν ως σπουδαία. Μαρία Στασινοπούλου: Όσον αφορά την κοινωνική έκπτωση, τον ταλαιπωρεί. Όταν φεύγουν με τον βομβαρδισμό της Αλεξάνδρειας για την Κωνσταντινούπολη, περιγράφει στο ημερολόγιό του με πικρία τις συνθήκες του πλοίου. Έπαιξε καταλυτικό ρόλο η ομοφυλοφιλία στην τόσο μεγάλη διάδοσή του παγκοσμίως; Μ.Σ.: Ο Ντ. Μέντελσον, ο οποίος τον μετέφρασε πρόσφατα, είπε το εξής καταπληκτικό σε ελληνικό περιοδικό: «Εγώ είμαι ομοφυλόφιλος και βιώνω τον Καβάφη με τελείως προσωπικό τρόπο. Σε καμία περίπτωση δεν είναι μεγάλος ποιητής επειδή είναι ομοφυλόφιλος». Το θεωρώ εξαιρετικό. Πάντως, στις επίσημες ελληνικές αναφορές γίνεται προσπάθεια να «ξεχνιέται» αυτή η μάλλον

καθοριστική στην ποίησή του πλευρά... Δ.Δ.: Είμαστε ακόμα μια σεμνότυφη κοινωνία που αδυνατεί να παραδεχτεί ότι ένας μεγάλος ποιητής μιλάει με ομοφυλόφιλους όρους. Τώρα, όσον αφορά τα ερωτικά του, καταρχάς, όταν μιλάει για τη σύγχρονη Αλεξάνδρεια, ουδέποτε αναφέρει ονόματα. Λέει «ένας νέος», «ένα αγόρι». Αντιθέτως, αναφέρει φανταστικά ονόματα εραστών όταν μιλάει για άλλες εποχές: Ευρίωνας, Ιασής. Αλλά στα περισσότερα ποιήματα δεν φαίνεται το φύλο. Όταν λέει ότι στο διπλανό τραπέζι «αυτό το σώμα εγώ το απήλαυσα, και από τα ρούχα κάτω γυμνά τα αγαπημένα μέλη ξαναβλέπω», θα μπορούσε να είναι σκέψεις ενός άντρα για μια γυναίκα, ή μιας γυναίκας για έναν άντρα, ή μιας γυναίκας για μια γυναίκα, και όχι απαραίτητα ενός άντρα για έναν άντρα αποκλειστικά. Αλλά επειδή έχουμε δεχτεί την ομοφυλόφιλη ταυτότητα του Καβάφη, οποιαδήποτε ερωτική νύξη τη θεωρούμε εξ ορισμού ομοφυλόφιλη. Μπορούμε να πούμε αυτό που λέει η Γιουρσενάρ: «Καταφάσκει σε μια αισθησιακή ελευθερία χωρίς όρια». Οπότε, δεν βλέπετε στη διάδοσή του τον παράγοντα της γκέι απελευθέρωσης σε διεθνές επίπεδο; Δ.Δ.: Στο εξωτερικό υπάρχουν αυτές οι περίεργες και κάπως ανόητες διακρίσεις που κάνουν οι Αμερικανοί με τις gay lesbian studies. Η τεράστια διάδοσή του έγινε πολύ πριν αρχίσουν αυτές οι κατηγοριοποιήσεις. Αλλά και ο ίδιος άργησε να δημοσιεύσει τα αμιγώς ομοφυλόφιλα ποιήματά του. Ενώ γράφει κάποια από το 1903, μόνο όταν καταλαβαίνει ότι ελαττώνονται οι αντιστάσεις του κοινωνικού του περιβάλλοντος και η αποδοχή του από τους νεότερους, κυρίως στον ελλαδικό χώρο, είναι ευρύτερη αρχίζει να τα δημοσιεύει. Ο δοκιμιογράφος Πίτερ Μπήαν λέει ότι στο ποίημά του «Η αρχή των» υπάρχει ταύτιση της ομοφυλοφιλίας με την ποίηση και την τέχνη… Δ.Δ.: Γενικά, υπάρχει μια πονηριά στην κατασκευή του Καβάφη. Ο καθένας μπορεί να εισπράξει από τα ποιήματα αυτό που τον ενδιαφέρει και αυτό που θέλει.

49


Όταν τον «ανακαλύπτει» πρώτος ο Ε.Μ. Φόρστερ, είναι το φλέγμα και η ειρωνεία που ο Καβάφης διαθέτει ως αγγλοτραφής που κερδίζουν την αγγλοσαξονική διανόηση; Δ.Δ.: Μπορεί. Αλλά ήταν χάρη στον συμφοιτητή του Φόρστερ στην Οξφόρδη Γιώργο Βαλασσόπουλο που τον μαθαίνει ο συγγραφέας, και τις δικές του μεταφράσεις συμπεριλαμβάνει στο Φάρος και Φαρίσκος και αργότερα στο περιοδικό «Criterion» του Τ.Σ. Έλιοτ. Ο πρώτος Ευρωπαίος καβαφιστής ήταν ένας Ολλανδός, ο Τζέραλντ Μπλάνκεν, που είχε σπουδάσει αρχαία ελληνικά και ήρθε στην Αθήνα όσο ζούσε ακόμα ο Καβάφης. Του έγραψε, και εκείνος του έστειλε ποιήματά του. Τα μετέφρασε στα ολλανδικά και τα δημοσίευσε στην πρώτη ευρωπαϊκή έκδοση σε πολύγραφο, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του ποιητή, το 1934. Μ.Σ.: Πριν από μερικά χρόνια γνωρίσαμε ένα γκέι ζευγάρι Ολλανδών, τους Χανς Γουόρεν και Μάριο Μόλεγκρααφ, που έκαναν ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στο περιοδικό τους «Maatstaf». Δ.Δ.: Ήταν καθοριστική η πρώτη εκείνη έκδοση του Μπλάνκεν. Όπως και στην Ιταλία του Φιλίππο Μαρία Ποντάνι. Και στη Ρωσία υπήρχε η ελληνίστρια Σόνια ΙλίνσκαγιαΑλεξανδροπούλου. Δ.Δ.: Στη Ρωσία έγραψε δοκίμια και ο Μπρόνσκι γι’ αυτόν. Η μετάφραση που έκανε πραγματικό πάταγο στην Ευρώπη, όμως, ήταν το 1947, αμέσως μετά τον πόλεμο. Ήταν του διπλωμάτη Θεόδωρου Γρίβα, στα γαλλικά. Μια επιλογή ποιημάτων που έγινε αποδεκτή με 40-50 διθυραμβικές κριτικές. Ήταν και η συγκυρία μετά τα συντρίμμια που άφησε ο πόλεμος. Δεν υπάρχει αυτήν τη στιγμή χώρα και γλώσσα παγκοσμίως στην οποία να μην έχει μεταφραστεί κι εκδοθεί ο Καβάφης. Ακόμα και αν είναι απλώς μεμονωμένα ποιήματα σε ανθολογίες. Πριν από μερικά χρόνια το Κέντρο Απόδημου Ελληνισμού εξέδωσε μια πολυτελή έκδοση με μεταφράσεις σε 36 γλώσσες του ποιήματος «Η Πόλις». Για τρεις από αυτές χρειάστηκε να ανοίξω λεξικό, ήταν γλώσσες της Αφρικής. Οι Έλληνες πότε τον αποδέχτηκαν ; Δ.Δ.: Η γενιά του ’30 δυσκολεύτηκε να τον αποδεχτεί. Υπάρχει όλο το φάσμα. Ο Κάλας τον αποδέχεται, ο Σεφέρης με επιφυλάξεις, ο Θεοτοκάς τον απορρίπτει στην αρχή. Δεν μπορούσαν να αποδεχτούν τον μοντερνισμό του. Ήταν ανεπανάληπτος, μοναδικός, γι’ αυτό άλλωστε δεν μπορούσε να έχει και διαδόχους. Τον Καβάφη είτε τον μιμείσαι με τον τρόπο του και δεν είσαι εσύ, αλλά ούτε εκείνος, είτε τον παρωδείς. Δεν μπορούσε να δημιουργήσει Σχολή. Και ενώ έχουμε κι άλλους μεγάλους ποιητές, είναι όλοι παλιοί. Ο Καβάφης είναι πάντα μοντέρνος. Δεν ανήκει στο παρελθόν. Ανήκει πάντα στο παρόν. Πηγή: Lifo

50


Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας• όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων

και

ασεβής

είναι

όστις

μένει

μακράν,

όστις

δεν

ορμά

εις

την

καλήν

εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών. Όλοι οι νόμοι της ηθικής - κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι - είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας. Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.

Το Σύνταγμα της Ηδονής Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου• αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας. Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.

51


Ένα πρωινό με το Δημήτρη Πιατά

της Αντιγόνης Παφίλη

Είναι

Σάββατο πρωί.. φθινοπωρινό και λίγο μελαγχολικό. Κατηφορίζω την Ιπποκράτους.. περπατώ και σκέφτομαι! Πλησιάζω στο θέατρο Ακάδημος! Έχουν πρόβες για τη «la nonna». Θα συναντήσω το Δημήτρη Πιατά. Σκηνοθετεί και παίζει τη Γιαγιά! Τί να πρωτορωτήσεις το Δημήτρη Πιατά; Να σου πω την αλήθεια, κουβέντα θέλω να κάνω και όχι συνέντευξη.. Γιατί δεν θέλω να διακόψω τη ροή των πραγμάτων, θέλω απλά να την ακολουθήσω και να γίνω μέρος της. Να πάρω μια γεύση από πρόβες, κουστούμια, από τη γνήσια « θεατρίλα».

ζητούν την έγκριση του για τα ρούχα., είναι σωστά τελικά, είναι όπως πρέπει;! «Θα βγεις να μιλήσεις για την παράσταση σε κάποια εκπομπή στην τηλεόραση;» «Και πού να πάω ρε Αντιγόνη; Σε ποιά εκπομπή να την παρουσιάσω; Για πες μου» Με μια γρήγορη σκέψη συμφωνώ. «Δεν υπάρχουν πια εκπομπές για εμάς!»

Είναι ένα παλιό λαϊκό θέατρο γεμάτο γέλια.. γεμάτο ιστορία.

«Πόσο καιρό ακόμη θα συντηρούμε ένα κατεστραμμένο λάιφστάιλ; Είχαμε φτάσει σε ένα σημείο, εμείς οι καλλιτέχνες να μην μπορούμε να μιλήσουμε, για να μην δυσαρεστήσουμε κάποιον που δεν έπρεπε. Καταλαβαίνεις τί εννοώ».

Το θέατρο Ακάδημος έχει ξεκινήσει τις πρόβες για μία διαφορετική παράσταση φέτος, διαφορετική, από ότι έχει παιχθεί μέχρι στιγμής σε αυτό το θέατρο. Ίδια παράσταση με πέρυσι.. Άλλοι ηθοποιοί. Άλλη προσέγγιση.

Αυτή η δουλειά είναι μια τρελά. Και στο λέω εγώ, που τώρα τελευταία αρχίζω και το ζω, σαν συνοδοιπόρος. Μια ωραία τρέλα όμως, σαν αυτή του μικρού παιδιού. Κι όταν αυτή την έχεις, ή τη συναντήσεις στο δρόμο σου αυτή σε ξανανιώνει.

Μια γιαγιά

Έχεις δει κανέναν ηθοποιό που να μην είναι νέος;

στην Αργεντινή τρώει τόσο πολύ που η οικογένεια αρχίζει να αναζητά τρόπους για να την ξεφορτωθεί. Οι συμβολισμοί πολλοί, αλλά σιγά μη σταθώ εκεί.. Όλοι ετοιμάζονται για τη φωτογράφιση που έχουν προγραμματίσει .. Τα ρούχα είναι κρεμασμένα και πάνω τους τα καρτελάκια με τα ονόματα των ηθοποιών.

Κι όχι επειδή βάφεται ή κάτι άλλο επειδή έχει συναίσθημα και το λέει η καρδιά του! Μιλάω με το Δημήτρη Πιάτα σαν να ναι συνομήλικος μου.. Και είναι!! Καμιά φορά είναι και μικρότερος! «Και πώς ισορροπείς αυτή την τρέλα; Την παίρνεις μαζί σου φεύγοντας από το θέατρο;

Ανεβαίνω στη σκηνή, χαζεύω τα αντικείμενα.. τα μισά είναι ντεκόρ και τόσο αληθοφανή. Χαίρομαι σαν παιδί που έχει πάει εκδρομή.

«Στο σπίτι μου ασχολούμαι με το τί θα φάω, πώς θα κρεμάσω αυτόν τον πίνακα, τί θα πάρω από το σούπερ μάρκετ.. Μιλάω και για τέχνη, αλλά από άλλη οπτική!»

Μπαίνω στο καμαρίνι του Πιατά και τον βλέπω να βάφεται γιαγιά.. με μια φανταστική ιεροτελεστία..

Όταν ο άνθρωπος είναι ήρεμος όταν ζει όπως θέλει, αυτό φαίνεται..

«40 χρόνια φούρναρης είμαι.. Βάφομαι μόνος μου.. φοβάμαι όσα δεν γνωρίζω, θέλω την ευθύνη των πραγμάτων». Έρχονται ένας ένας οι ηθοποιοί και ρωτούν, ανα-

Και εσύ νομίζεις ότι όλοι οι καλλιτέχνες σέρνονται από πρόβα σε μπαρ και από μπαρ σε πρόβα και ότι μόνιμα συνεχίζουν μια αέναη συζήτηση για Τέχνη.. Λάθος! Ο Πιατάς δεν ανήκει σε αυτούς!

52 52


Η κουβέντα πάει από το ένα θέμα στο άλλο και έτσι πρέπει.. «Ξέρεις τί δεν καταλαβαίνω; Στην τέχνη είναι όλα πιο απλά. Αν αποτύχεις σε πετάει ο ίδιος ο χώρος έξω.. αν δεν πάει καλά η παράσταση.. Σιγά σιγά τελειώνω. Στην πολιτική τί γίνεται; Γίνεται να αποτύχουν και μετά να μας ναι είναι πάλι εδώ για το καλό μας, για να μας σώσουν;» Στην Ελλάδα γίνεται! Φεύγοντας η φωτογράφιση έχει ξεκινήσει. Τα φώτα έχουν ανάψει και η οδηγία του Πιατά είναι μία. «Δεν θέλω να στηθείτε για να βγάλουμε μια αναμνηστική που θα μάστε όλοι ωραίοι. Πάμε τη σκηνή που είμαστε όλοι στο τραπέζι. Θέλω να είμαστε όπως την παράσταση» Ανεβαίνοντας τα σκαλιά ακούω τα γέλια τους δύο ορόφους πάνω και χαμογελώ κι εγώ..

Μετά

την επιτυχία της πρώτης χρονιάς και τις διθυραμβικές κριτικές που απέσπασε το έργο – θρύλος του Roberto Cossa , το μεγάλο φαγοπότι θα επανέλθει με ανανεωμένο καστ, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτώβρη.

www.themachine.gr

53


του Δημήτρη Τζιόβα

Τα πεζά του Καβάφη

Θ

έλοντας να τονίσει την αποκλειστική ενασχόληση του Καβάφη με την ποίηση, ένας επισκέπτης του έλεγε: «Ο κ. Καβάφης δεν κάνει τρία πράγματα: δεν κάνει διαλέξεις, δεν δίνει συνεντεύξεις, δεν γράφει πρόζα». Και όμως από το 1882 μέχρι το 1930 ο Καβάφης έγραψε διάφορα πεζά στα ελληνικά και τα αγγλικά τα οποία καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα τρόπων και θεμάτων από το διήγημα («Εις το Φως της Ημέρας») μέχρι το στιχουργικό μελέτημα και από το δημοσιογραφικό άρθρο για το Χρηματιστήριο μέχρι το κριτικό σημείωμα για το τελικό ν. Δεν λείπουν βέβαια ούτε τα ποιητικά πεζά, όπως τα «Ενδύματα», «Το σύνταγμα της Ηδονής» και «Τα Πλοία», ούτε και τα «πολιτικά» πεζά, όπως αυτά για τα Ελγίνεια Μάρμαρα ή για το κυπριακό ζήτημα. Τα πεζά του Καβάφη μάς προσφέρουν μια ιδέα όχι μόνο για το εύρος των αναγνωσμάτων του αλλά και για τη συγκριτολογική του οξυδέρκεια, καθώς επιχειρεί παραλληλισμούς, ψάχνει ελληνικά ίχνη στον Σαίξπηρ ή ανιχνεύει συνδέσεις μεταξύ συγγραφέων διαφόρων παραδόσεων: Ομηρος, Δάντης, Τέννυσον στο «Τέλος του Οδυσσέως», Φρήντριχ Σίλλερ, Λη Χαντ, Μπράουνιγκ στο «Για τον Βράουνιγκ». Ο Καβάφης εκδηλώνει επίσης την ιδιαίτερη συμπάθειά του και προς τους περιφρονημένους σοφιστές της αρχαιότητας, παρομοιάζοντάς τους με τους σύγχρονούς του αισθητιστές: «Εκείνο που μου αρέσει εις τους Σοφιστάς είναι η ανεπτυγμένη καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία των. Οι άνθρωποι αυτοί έζων μόνον και μόνον δια την Τέχνην, έζων δε δια την

Τέχνην με ορμήν και πάθος. (...) Ωμοίαζον πολύ τους καλλιτέχνας των ημερών μας ως εκ του έρωτός των δια το εξωτερικόν κάλλος των καλλιτεχνικών έργων (...) Εμεθούσαν με την γλυπτικήν των φράσεων και με την μουσικήν των λέξεων». Ως ποιο βαθμό όμως τα πεζά του αλλάζουν την εικόνα που έχουμε για τον ποιητή Καβάφη; Στην ποίησή του ο ελληνισμός προβάλλεται ως κράμα, ως συγκρητικό φαινόμενο, καθώς τον ενδιαφέρουν οι περιφερειακές του εκδηλώσεις ή οι άσημες στιγμές του. Σε ορισμένα όμως πεζά του διαβλέπουμε το ενδιαφέρον του για τα δημοτικά άσματα, όπου «θα βρει παλαιικά έθιμα, και σκιαγραφίες του χαρακτήρος της φυλής», την έμφαση στην «μεγαλοφυΐαν του γένους μας» ή στη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας με αφορμή το ότι οι ξένοι «αρνούνται ή αγνοούσι την παράδοσιν της ενότητός της». Ποιος είναι τελικά ο πιο αντιπροσωπευτικός Καβάφης; Ο ξεχωριστός ποιητής, ο λόγιος δημοσιογράφος ή ο δοκιμιογράφος με τη βικτωριανή παιδεία, δίχως όμως «αλατισμένον ύφος»; Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε δανειζόμενοι μια φράση του από ένα πεζό του για τον Σαίξπηρ: «μας άφισεν άφθονον ύλην να σκεφθώμεν και να κρίνωμεν». Παρά τον μεγάλο αριθμό μεταφράσεων των ποιημάτων του Καβάφη στα αγγλικά, τα ελληνόγλωσσα πεζά του δεν είχαν μεταφραστεί και μόνο τώρα έρχεται η πρόσφατη έκδοση σαράντα πεζών του ( Selected Ρrose Works, Μichigan University Ρress) από τον Ρeter Jeffreys να καλύψει αυτό το κενό.

5454


Ο Jeffreys έκανε μια αντιπροσωπευτική ανθολόγηση των πεζών του Καβάφη και ορθά συμπεριέλαβε και τα 27 «Σημειώματα Ποιητικής και Ηθικής» που έχουν κυκλοφορήσει αυτοτελώς στα ελληνικά και δεν συμπεριλαμβάνονται στη συγκεντρωτική έκδοση των Πεζών (Ικαρος, 2003).

«Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια σ’ ένα σπίτι της οδού Σερίφ· μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα.

Ο Jeffreys, καθηγητής Αγγλικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Suffolk της Βοστώνης, είναι ένας από τους πιο αξιόλογους νέους καβαφιστές. Πρόσφατα έχει εκδώσει την αλληλογραφία Ε. Μ. ΦόστερΚαβάφη (2009) ενώ παλαιότερα είχε δημοσιεύσει ένα βιβλίο σχετικά με τον Ελληνισμό και τον Οριενταλισμό στα γραπτά του Φόστερ και του Καβάφη (2005). Το εξώφυλλο της έκδοσης κοσμείται από το πορτρέτο του Καβάφη φιλοτεχνημένο από τον διάσημο σκιτσογράφο David Levine (1926-2009), τον πιο γνωστό εικαστικό, μετά τον David Ηockney, που ασχολήθηκε με την αναπαράσταση της μορφής του ποιητή.

Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά».

Τα τελευταία χρόνια κυκλοφόρησαν πάρα πολλές μεταφράσεις των ποιημάτων του Καβάφη στα αγγλικά αλλά και σε άλλες γλώσσες, όπως τα αραβικά. Μπορεί για άλλους ποιητές, και μάλιστα νομπελίστες, όπως ο Σεφέρης και ο Ελύτης, να μην έχουμε νέες μεταφράσεις ενώ ορισμένες αγγλικές μεταφράσεις του Καζαντζάκη να είναι ακόμη από τρίτο χέρι, αντίθετα ο Καβάφης εξακολουθεί να τραβά το ενδιαφέρον νέων μεταφραστών. Οπως έλεγε παλαιότερα σε συνέντευξή του στο «Βήμα» ο σερβικής καταγωγής αμερικανός ποιητής Τσαρλς Σίμικ, «οι μεταφραστές [του Καβάφη] προσπαθούν να αναδείξουν τον μεγάλο ποιητή που στις προγενέστερες μεταφράσεις δεν φαινόταν». Η πρόσφατη έκδοση θα δώσει νέα ώθηση στη διεθνή ��πήχηση του Καβάφη, καθώς για πρώτη φορά οι μη ελληνομαθείς αναγνώστες θα έχουν πρόσβαση σε μια άλλη πτυχή του έργου του. Η αγγλική μετάφραση των πεζών έρχεται να επιβεβαιώσει από έναν άλλο δρόμο το γαλλικό αυτοεγκώμιο του ιδίου: «Ο Καβάφης, κατά τη γνώμη μου, είναι ένας ποιητής υπερ-μοντέρνος, ένας ποιητής του μέλλοντος. (...) Οι σπάνιοι ποιητές σαν τον Καβάφη θα αποκτήσουν λοιπόν εξέχουσα θέση σε έναν κόσμο που θα σκέφτεται πολύ περισσότερο παρά σήμερα». Πηγή: Το Βήμα

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ 55


Στην Ιθάκη του Καβάφη περπατήσαμε ίκος Λυγερός ΝΒαγγέλης Ευαγγελίου αργά

Δύο

φίλοι περιμένουν το ΜΕΤΡΟ στη στάση ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ καθισμένοι στις καρέκλες. Από πάνω τους υπάρχει ο στίχος του ΚΑΒΑΦΗ «Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι» από το ποίημα «Το πρώτο σκαλί». Που φτάσαμε βρε φίλε; Να σκοτώνουν οι άνθρωποι ο ένας τον άλλον για 2 ευρώ. Λίγο δεν είναι, να έχει γίνει τόσο φθηνή η ανθρώπινη ζωή; Δεν είναι φτηνή, ούτε ακριβή, δεν έχει τιμή! Γι’ αυτό δεν υπάρχουν προσφορές, ούτε ευκαιρίες. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι φτάσαμε μαζί. Φτάσαμε ΜΑΖΙ! Το είπες τόσο ποιητικά φίλε μου αγαπημένε.. Και με τα μεγάλα και υψηλά τείχη που έχουν χτίσει γύρω μας, τι θα κάνουμε; Νομίζω πως στόχος τους είναι να χτίζουν, να χτίζουν, για να γκρεμίσουν το ΜΑΖΙ! (εκείνη τη στιγμή φτάνει μετρό, όπου βγαίνουν πλήθη ανθρώπων και ατόμων) Δεν είναι ποίηση, είναι ανθρωπιά. Διότι είμαστε οι παράνθρωποι, οι αλλάνθρωποι, οι άλλοι άλλοι που αγαπούν τους συνανθρώπους. Είμαστε κι εμείς χτίστες, αλλά δεν φτιάχνουμε τοίχους σαν τα άτομα, αλλά γέφυρες για τους ανθρώπους. Τα μόνα τείχη που έχουμε είναι τα βιβλία μας. (μπαίνουν στο μετρό) Μες στο βαγόνι υπάρχει ο στίχος του Ποιητή «Πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον»

Και μείς γιατί μπήκαμε μέσα; (με απορία στο φίλο του) Μόνο όταν είμαστε μέσα, μπορούμε να ασχοληθούμε με το έξω. Είμαστε στην όαση για να βοηθήσουμε την έρημο. Είμαστε μαζί, γιατί ξέρουμε ότι το κοντά δεν φτάνει. Φτάνουν Σύνταγμα. Δε θέλω να κατέβουμε εδώ φίλε. Δεν εμπιστεύομαι με τίποτα το ΣΥΝΤΑΓΜΑ αυτής της χώρας. Συνεχίζουμε για Ακρόπολη να βρούμε τους αρχαίους φίλους μας; - Τότε πρέπει να κατεβούμε για να αλλάξουμε μετρό! Άντε, έλα μαζί μου! Αλλάζουμε χώρο για να βρούμε τον χρόνο... - Σου έχω τυφλή εμπιστοσύνη! (κλείνει τα μάτια και δίνει το αριστερό του χέρι στον φίλο του) Αν βρούμε χρόνο, θα βρούμε και χρήμα και έτσι θα βοηθήσουμε ανθρώπους. - Σε κρατάω, μη φοβάσαι! Ακολουθώ το χρώμα του αοράτου. Από εδώ. Από εκεί. Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Μόνο μπροστά για να πάμε πίσω στο χρόνο. (μπαίνουν στην κόκκινη γραμμή) - Κόκκινη γραμμή είναι αυτό, ή φλέβα; Η πιο παράξενη μηχανή του χρόνου. Λες να μας μεταφέρει στην Ιθάκη; - Είναι χρονική αιμοδοσία. Μπορείς ν’ ανοίξεις τα μάτια σου τώρα. Έχει φως εδώ... Ας βρούμε πρώτα την αγορά του Σωκράτη.

56


Υπάρχει σ’ έναν τοίχο ο στίχος του ΚΑΒΑΦΗ «Ίσως το φως θα ‘ναι μια νέα τυραννία» και νιώθει φοβισμένος. Δεν μου είπες να μην φοβάμαι; Να μη φοβάσαι, εδώ έχει πολλές σκιές. Υπάρχει το φως του μαύρου. Περπάτα σιγά σιγά, για να μην πληγώσουμε το φως του μαρμάρου. Θα περπατήσω τόσο σιγά, που κάθε μου βήμα θα φέρνει πίσω κάθε γενιά που εξαφάνισαν κάποτε. Ναι, ναι, αυτός είναι ο σωστός ρυθμός, διότι η βραδύτητα πάει με την μνήμη, ενώ η ταχύτητα με τη λήθη. Εκείνη τη στιγμή, βλέπουν έναν πιτσιρικά να σβήνει με μαρκαδόρο κόκκινο, ένα έψιλον από την λέξη ταξείδι του Ποιητή. Όταν σβήνεις ένα γράμμα, εμφανίζεται το πνεύμα, αν είναι ιστορική η πράξη, αλλιώς είναι κίνηση λήθης. Εμείς τώρα είμαστε μάρτυρες μίας ηρωικής πράξης η όχι; Μόνο μίας άλλης λήθης. Έλα φτάσαμε στην Αγορά του Σωκράτη. (κάθονται σε ένα παγκάκι) Αν ο Καβάφης φίλε ήταν μνημείο, ποιο λες να ήταν;

Ναι θυμάμαι, με έχεις ξαναφέρει εδώ, τότε που με πήγες πρώτη φορά σπίτι σου και καθίσαμε ξυπόλυτοι στο ξύλινό σου πάτωμα, να κάνουμε θέατρο με μπογιές πανάκριβες.. Μην ξεχνάς όμως ότι ήπιαμε και μαζί ακόμα πιο κοντά από το ναό, διαβάζοντας για τους 33 μήνες του Μαΐου. Και τώρα φτάσαμε εδώ στο σταυροδρόμι του γαλάζιου κάτω από τη λευκή πέτρα για να δούμε τα μαύρα γράμματα του Ποιητή. Ναι ήπιαμε μαζί. Δε το ξεχνώ ούτε αυτό. Ήρθε ο σερβιτόρος και εγώ παρήγγειλα κάτι παράξενο. Σε κοιτάζει για να παραγγείλεις εσύ και του λες «το ίδιο». Έτσι είναι οι καλοί φίλοι πιστεύω και είμαι σίγουρος για αυτό. Λένε συχνά «το ίδιο» και τρώνε και ίδιες καραμέλες. Βγάζει από την τσέπη 4 στυλό. Μοβ, μαύρο, κόκκινο, ροζ. Διάλεξε και γράψε έναν αγαπημένο σου στίχο του Ποιητή, εδώ σε αυτή την μαύρη πέτρα που δεν έριξε ποτέ ο ΚΑΒΑΦΗΣ στην Ελλάδα.

Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Τείχη

Ο ναός του Ήφαιστου. Συμφωνώ απόλυτα αλλά με μία σημείωση μόνο. Πως ο ναός του Ηφαίστου είναι προσβάσιμος για το κοινό. Ενώ το έργο του ΚΑΒΑΦΗ, είναι καινό για το κοινό και προσβάσιμο στους βασικούς. Υπάρχει η ίδια προσβασιμότητα. Ο καθένας μπορεί να τον δει, αλλά σπάνιοι είναι αυτοί που πηγαίνουν να τον δουν. Είναι ένα ανοιχτό βιβλίο. Και λίγο πιο πέρα υπάρχει ο χώρος μας, εκεί που βρεθήκαμε ήδη! Είδες πόσο αργά περπατήσαμε...

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ. Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον. A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω. Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ 57


58


59


του Εύχρηστου

στη Via Veneto Βία «Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία» Το διάβασα πάνω σε ένα λεωφορείο. Δεν έδωσα σημασία, λέω κάνας Κύπριος θα το ‘γραψε. Διαβάζω από κάτω Κ.Π. Καβάφης. Το Καβάφης με μπέρδεψε. Ο Καβάφης ως γνωστόν, έλεγε τα σύκα σύκα, από πού και ως που τέτοια ηπιότητα απέναντι στη Βία; Απλά επικίνδυνο πράγμα; Αν ζούσε ακόμα, θα το καταλάβαινα να είναι προσεχτικός στις εκφράσεις, αλλιώς θα τον μαζεύανε για αντιεξουσιαστή. Έψαξα λοιπόν το ποίημα, από όπου τσιμπήσανε το στίχο και όπως απεδείχθη, ο Ποιητής δεν αναφερότανε στη Βία που λατρέψαμε μέσα από τις ταινίες του Χόλυγουντ, άλλα στη βία εκ του βιασύνη. Δηλαδή «όποιος βιάζεται σκοντάφτει». Γνωστό και παλιό, άλλα κάπως ντετερμινιστικό. Και έχει και απάντηση το «γοργόν και χάρη έχει», που είναι λίγο τυχοδιωκτικό, οπότε «είναι επικίνδυνον πράγμα η βία» ορθότατο και ουδέτερο. Το βάζεις πάνω σε ένα λεωφορείο και κάνει εντύπωση. Δε βάζεις «σπεύδε βραδέως» σε λεωφορείο γιατί δε θα κόψεις ούτε ένα εισιτήριο.

Και είναι λίγοι αυτοί που βιάζονται γιατί οι περισσότεροι ως άνεργοι δεν βιάζονται, άρα για άλλη μια φορά μια πρωτοβουλία απευθύνεται στην ελίτ. Το παρήγορο είναι ότι στην χώρα μας η διάσημη σεξοαρθρογράφος δε θα δει πάνω στο λεωφορείο που μόλις την κατέβρεξε την αφίσα με την ίδια σε ηδονική πόζα. Θα δει τον μεγάλο Αλεξανδρινό να της χειρονομεί ανάρμοστα. Ένας φόρος τιμής στον Καβάφη που κάποιος γνήσιος πλακατζής τον φαντασιώθηκε να στριμώχνεται με αγνώστους στα τρένα και στη συνέχεια έπεισε και το ίδρυμα Ωνάση να το εντάξει στο δελτίο τύπου του. Αποφύγανε λέει την εύκολη λύση της Ιθάκης. Κακώς. Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι μην πέσεις σε τριήμερο. Αδιάφορο αν είναι μακρύς ο δρόμος. Τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες μην τους φοβάσαι καθόλου, τη Σκύλλα με το smart μόνο να προσέχεις, και οι Λαιστρυγόνες με τους Κύκλωπες αυτή φοβούνται. Να εύχεσαι να δουλεύουν τα φανάρια.

Στην Ελλάδα της κρίσης λίγοι βιάζονται, οι περισσότεροι βι-άζονται σε μια αδιάλειπτη από καθέδρας ασέλγεια, κυρίως από το κράτος. Και σίγουρα το να βιάζεσαι τοιουτοτρόπως είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα, γιατί εκτός του ότι μπορεί να κολλήσεις τίποτα, μπορεί να σου γίνει και συνήθεια και να καταλήξεις να ψηφίζεις τους ίδιους και τους ίδιους.

60


61


62


63


65


66


Ο Καβάφης δεν είναι για σκύλους του Λαθρόβιου Απάχη

Τ

ην ξέρετε τη φιλοσοφία του σκύλου; «Αν δεν μπορείς να το φας ή να το γαμήσεις, κατούρα το».

Αυτό μου ήρθε στο μυαλό όταν διάβασα όλους αυτούς τους πικρόχολους σχολιασμούς για την απόφαση να αναγράψουν στα Μέσα Μεταφοράς στίχους του μεγαλύτερου κατά τη γνώμη μου - έλληνα ποιητή, του Κωνσταντίνου Καβάφη. Δεν μιλώ φυσικά για το viral, των ευφάνταστων ή μη, σατιρικών εικόνων που ακολούθησαν στο διαδίκτυο.

Γιατί αυτή η προσπάθεια είναι ένα κερί πολιτισμού σε αυτούς τους δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς που ζούμε. Άρχισαν να κριτικάρουν, να κατηγορούν και να παραπονιούνται χωρίς λόγο αρνούμενοι να θαυμάσουν ακόμα και να εγκρίνουν. Βλέποντας τη δυσάρεστη και την αδύνατη πλευρά σε οτιδήποτε, είναι ευχαριστημένοι με την αδράνεια, τη μιζέρια και την κακομοιριά μέσα στην οποία είχαν συνηθίσει να ζουν. Άρχισαν να περιγελούν και να χλευάζουν γιατί δεν έχουν τη δύναμη να περιγελάσουν τον εαυτό τους, να τον υπερβούν και να τον κάνουν καλύτερο. Σε όλα τα δήθεν επιχειρήματά τους που διάβασα στο διαδίκτυο ένα μόνο μπορώ να απαντήσω: Μου θυμίζουν τους συναδέλφους στον στρατό που διαμαρτύρονταν ότι το φαγητό είναι σκατά, αλλά την ίδια στιγμή φώναζαν ότι δεν είναι αρκετό και ήθελαν κι άλλο.

Μιλώ για όλους εκείνους που έσπευσαν με κακολογίες να ξαλαφρώσουν την κακοβουλία τους. Μπορώ να συζητήσω αν οι επιλογές κάποιων στίχων ήταν οι καλύτερες δυνατές ή όχι. Αν μπορούσαν να μπουν κάποιες άλλες στη θέση τους. Αλλά μου είναι αδύνατον να καταπιώ μια συλλήβδην απόρριψή τους ως ιδέα. Ξαφν��κά, χτυπώντας τα πόδια τους σαν μικρά παιδιά, σήκωσαν τόση πολλή σκόνη και μετά άρχιζαν να παραπονιούνται ότι δεν βλέπουν ούτε τη χρησιμότητα ούτε την ποιότητα του εγχειρήματος. Σαν να προτιμούσαν τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ να κυκλοφορούν με διαφημίσεις ή γυμνά. Μου θυμίζουν εκείνους που ζούσαν στο σκοτάδι και ξαφνικά άρχισαν να διαμαρτύρονται και να επαναστατούν γιατί άναψε μόνο ένα κερί. Πηγή: Protagon

Λες και θα ήταν ποτέ δυνατόν να γράφει πάνω στα λεωφορεία ολόκληρη την Ιθάκη ή το Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον. Ακόμα όμως και αν γινόταν είναι οι ίδιοι που θα έσπευδαν να βρουν μια αφορμή για να το κακολογήσουν. Ένας από τους δασκάλους μου, μου έλεγε. «Τα βιβλία και η τέχνη είναι ένας καθρέφτης. Βλέπεις αυτά που ήδη έχεις μέσα σου. Αν τα κοιτάξει ένας πίθηκος μην περιμένετε να φανεί άγγελος».

Εγώ είδα πάνω στα λεωφορεία ένα ακόμη παράθυρο. Εσείς; 67


ΟΧΙ

του Βαγγέλη Ευαγγελίου Μην τολμήσει κανένα παιδί από αυτά που γράφουν Greeklish, να κάνει παρέλαση! Και αμάν πια με τις άρρωστες, κοινότυπες, μολυσμένες, σχολικές εορτές. Ανεβαίνουν να πούνε ποίημα και το λένε στα Greeklish. Που ακούστηκε; Να μετατρέπεις το Ελληνικό αίμα που χύθηκε τότε, σε αλλοδαπή προφορά! Φυσικά και αγαπώ τα παιδιά. Τα μικρά όμως. Αυτά που είναι ακόμα αθώα. Διότι αυτά που πάνε σχολείο, δεν είναι αθώα. Μα να κάνεις παρέλαση με τσίχλα στο στόμα και το κινητό στην κωλότσεπη; Να μην μπορείς να το παίξεις πως νοιάζεσαι για ό,τι συμβαίνει, έστω για λίγα λεπτά; Λέμε ότι τα παιδιά είναι το μέλλον αυτής της χώρας. Ποια παιδιά; Ποια χώρα; Μήπως αυτά που αυτοκαλλιεργούνται, που σέβονται τον εαυτό τους, την ιστορία τους και τελικά φεύγουν από τη χώρα μας; Τότε δεν είναι το μέλλον αυτής της χώρας, αλλά εκείνης που πάνε να ζήσουν. Η Ελπίδα είναι, πως ευτυχώς πάντα θα υπάρχουν παιδιά, που δε θα γίνονται μάζα με τίποτα και δε θα τρώνε για πρωινό, κουτόχορτο! Δε θα ακούν σαχλοτράγουδα, σκυλάδικα της παρακμής, δε θα φοράνε από τα 15, εικοσάποντο τακούνι με κατακόκκινο κραγιόν στη μούρη, σαν κλόουν σε μεταθανάτιο πάρτυ, δε θα κάνουν κοπάνα από την αξιοπρέπεια, σκασιαρχείο από τις αξίες, δε θα γίνουν μαριονέτες των ηλιθίων, των γελοίων, των ατσαλάκωτων γραβατιζούμενων.. Θα μάθουν να μιλάνε Ελληνικά και μ’ αυτά θα τσακίζουν, όποιον πάει να τους το παίξει κουτοπόνηρος. Και άσε τ’ άλλα παιδάκια, να παρελαύνουν με τσιχλόφουσκες στο στόμα και γλειφιτζούρια στα μαλλιά.. Φυσικά και είναι εύκολο να γλείφει ο ένας τον άλλον σ’ αυτήν τη ζωή και όλα να κυλούν όμορφα. ΟΧΙ! Το όμικρον κοιλιά, φουσκωμένη με γεννητούρια προσεχώς. Το χι, διαγραφή από αυτά που σου μικραίνουν την Ψυχή και σου την κομματιάζουν, λες κι είναι κρέας σε κρεοπωλείο, που στο τυλίγει η ίδια η καθημερινότητα! Και το γιώτα, μαγκούρα από κλαδί ελιάς. Για να φτάσεις στα γηρατειά, με Ειρήνη στην καρδιά και χωρίς να έχεις ανάγκη να λαδώσεις το θάνατο, για μερικά δευτερόλεπτα ζωής.

6868

Κάποια παιδιά, ευτυχώς, θα λένε ΟΧΙ στις μόδες των καιρών, στα προβλήματα πυθαγόρειων στιγμών, στις λίστες κάθε λογής, στα έρποντας και καταγής, στα σάλια και στα χάλια, στα σκουπίδια και στα πουλημένα τα ταξίδια, στη φυλή τους την ίδια, που έχει γίνει αποκαΐδια, βολεμένη στα κοψίδια, και χωρίς καθόλου αρχίδια..


8 ΟΧΙ του Αργύρη Χιόνη ΟΧΙ στη δαγκωτή ψήφο. ΟΧΙ στο μέσο και στο κωλογλείψιμο! ΟΧΙ στην παιδεία που δημιουργεί εξειδικευμένα ανδρείκελα, αναίσθητους τεχνοκράτες, αυταρχικούς χαρτογιακάδες, γελοίους γιάπηδες και αρπακτικά golden boys. ΟΧΙ στην πατριδοκαπηλία και τον στείρο εθνικισμό. ΟΧΙ στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι ο κόσμος αυτός δεν πλάστηκε για μας, και μας ανήκει όσο ανήκει και στο πιο ελάχιστο μυρμήγκι. Δεν είναι παιχνίδι που μας χάρισε ο μπαμπάς μας και μπορούμε να το σπάσουμε για να δούμε τι έχει μέσα. ΟΧΙ στην εκδρομική ή τουριστική φυσιολατρία ΟΧΙ στην τηλεόραση, όπου στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων μαθαίνουμε ποια lifestyle ανύπαρκτη παντρεύτηκε με τον αντίστοιχό της lifestyle ανύπαρκτο. ΟΧΙ στον αθέμιτο ανταγωνισμό, στον διαγωνισμό και στον ψευτοπαλικαρισμό, στην τζάμπα μαγκιά!

69


Συνέντευξη στον Καβάφη Του Παντελή Λίβρου

Ε

ίμαι καθισμένος σε μια ξύλινη κι άβολη καρέκλα, αρκετά φθαρμένη στα μπράτσα. Είναι εμφανές ότι χρειαζόταν μία καλή στρώση βερνίκι από καιρό. Απέναντί μου, σε ελαφρώς λοξή γωνία, κάθεται προστατευμένος ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Φορά μικροσκοπικά γυαλιά μυωπίας και σφιχτοδεμένο ντύσιμο, ρούχα καθαρά, γιλέκο, γραβάτα, σακάκι. Αναρωτιόμουν αμήχανα αν αυτός ο άνθρωπος ήταν όντως ποιητής. Θωρούσε την κοψιά μου προσεχτικά διατηρώντας ένα λαμπύρισμα λαγνείας στον πυρήνα των ματιών του. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να σπάσει την άβολη σιωπή λες και δοκίμαζε τις αντοχές μου. Τελικά είπα: Π.Λ. – Καλώς σας βρήκα. Κ.Κ. – Καλώς ορίσατε, κύριε Λίβρο. Να με συγχωρείτε για την λιτότητα του χώρου και των μέσων, αλλά είναι συμβατά στο έπακρο με την αισθητική μου. Παρακαλώ, βρέξτε τα χείλη σας στο κόκκινο κρασί που έχω δίπλα σας και μην διστάσετε να ρωτήσετε αυτά που είχατε σκοπό. Το φως των κεριών, το μοναδικό άλλωστε μέσα σε τούτη την κάμαρη, δίνει ώθηση γλυκιά σ’ εκμυστηρεύσεις και βγάζει την ειλικρίνεια απ’ τη λήθη. Π.Λ. – Ευχαριστώ για το κρασί, είναι πραγματικά υπέροχο. Το γεύεσαι και ταξιδεύεις σ’ ιστορίες παλιές και μύθους. Απ’ εδώ θ’ αντλήσω και την πρώτη ερώτησή μου. Πόσο συνέβαλε ο οίνος στην επίκληση της Μούσας σας; Κ.Κ. – Αγαπητέ κε Λίβρο, ο Αριστοτέλης λέγει πως το κρασί είναι η στρόφιγγα που ανοίγει τις ψυχές των ανθρώπων, περιορίζει το εγώ φέρνοντας τον άνθρωπο κοντά στο πραγματικό του είναι. Για μένα, όλα αυτά τα χρόνια, η οινοποσία στάθηκε σταθερός δημιουργός έμπνευσης και κατάργησης της σχηματικής λογικής σκέψης. Μούσα πάντα εύκαιρη και παρούσα. Δεν διστάζω να πω πως πριν αρχινήσω την συγγραφή ενός στίχου πάντα έχω δοκιμάσει ένα ποτηράκι καλό κρασί.

Π.Λ. – Κύριε Καβάφη, όλα αυτά τα χρόνια της ποιητικής σας δραστηριότητας έχουν καταγραφεί μερικές δεκάδες ποιήματα σας μόνο. Θα μπορούσε αυτό να οφείλεται στην έλλειψη θεμάτων προς αξιοποίηση, σε σπανίζων οίστρο; Κ.Κ. – Έχετε απόλυτο δίκιο λέγοντας πως τα δημιουργήματά μου είναι ελάχιστα συγκριτικά με πολυγραφότατους συγγραφείς ή ποιητές, αλλά ουδέποτε υπήρξα ποιητής κατ’ επάγγελμα. Τα γραπτά μου λειτουργούσαν πάντα συμπληρωματικά στη συναισθηματική μου φύση και ως εκ τούτου ήταν απόρροια της ψυχικής μου ανάγκης να δώσω καλλίγραμμη μορφή σε περιστατικά που με συγκινούσαν. Για μένα η ποίηση σήμαινε το κύρτωμα της ψυχής πάνω από την καθημερινή απλότητα, τις μικρές ανθρώπινες απολαύσεις και το άνοιγμα παλιών μπαούλων που έκλειναν μέσα τους τα προικιά της ιστορίας. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε, θεωρώ πως τα ποιήματά μου είναι ήδη πάρα πολλά και μια καλύτερη σταχυολόγηση από μέρους μου θα μπορούσε να τα περιορίσει περίπου στα μισά. Π.Λ. – Τελικά νομίζω ότι έχετε δίκιο. Φαίνεστε άνθρωπος που πράττετε την ζωή σας με ποίηση, οπότε θα ήταν εντελώς αδύνατο να την επαγγέλλεστε. Ο διάλογος δείχνει να τον έχει συνεπάρει, καθώς την αρχική του άκαμπτη τυπικότητα έχει πλέον διαδεχθεί η αποχαυνωτική χαλαρότητα που διατρέχει ολόκληρο το κορμί του. Πίνει μαζί μου αργά και σταθερά καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα. Η μάχη των φύλων προβάλλεται στα λαμπερά του μάτια. Το μικρό του κορμί αποτελεί ένα σύμπλεγμα αρρενωπότητας και θηλυπρέπειας σε αδιάκοπη σύγκρουση. Κατά την διάρκεια της συνέντευξης μου δίνει διαρκώς την εντύπωση πως η σκέψη του σέρνεται σε λαγούμια μυστικά για να φτάσει σε ημιφωτισμένα δωμάτια όπου αγκαλιάζονται αντρικά κορμιά με σαρκώδη χείλη.

70


Π.Λ. – Σε ένα πολύ γνωστό σας ποίημα γράφετε πως το ταξίδι για τον προορισμό είναι αυτό που μας προσφέρει την πραγματική ουσία της ζωής και όχι αυτός καθαυτός ο προορισμός. Πως η πορεία για τον σκοπό είναι τελικά ο μόνος σκοπός. Η δική σας Ιθάκη πού ακριβώς βρίσκεται; Κ.Κ. – Το δικό μου νησί, η Ιθάκη, όπως την αποκαλείτε, κε Λίβρο, είναι η αναζήτηση του απέριττου κάλλους σε όλες τις μορφές που μπορεί αυτό να απαντηθεί. Η ομορφιά της λιτότητας όπως αποτυπώνεται στις καθαρές γραμμές ενός αγάλματος του Φειδία. Το ξαλάφρωμα της ψυχής και των αισθήσεων από τα βαρίδια των κοινωνικών προσχημάτων, η απαλλαγή της σκέψης και του νου από την παρασιτογενή δράση του ακαδημαϊσμού. Η αισθητική αντίληψη της ζωής καθοδηγεί τα όργανά μου δίχως την παραμικρή ενοχή. Π.Λ. – Πιστεύετε ότι σε ένα βαθμό, σχετικά με την διαμόρφωση των πεποιθήσεών σας, έχει συμβάλει και η πόλη που κατοικείτε; Κ.Κ. – Μα ασφαλώς! Η Αλεξάνδρεια είναι ένας κοσμοπολίτικος πυρήνας που βράζει σε μια χύτρα πολυεθνικότητας. Εδώ ερωτοτροπούν διαρκώς κουλτούρες διαφορετικές και τα εξώγαμά τους φέρουν μια ομορφιά απροσδόκητη. Ένας δημιουργικός παφλασμός ηχεί σε κάθε συνοικία, ελληνική, εβραϊκή, αιγυπτιακή. Η ομίχλη του παρελθόντος έρχεται συχνά από την θάλασσα κι αγκαλιάζει την πόλη. Μια καμένη βιβλιοθήκη και ένας φάρος-επίτευγμα την προσδιορίζουν. Π.Λ. – Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τον χρόνο που μου διαθέσατε και την πολύτιμη συντροφιά σας. Παρακαλώ να μου επιτρέψετε κάποια στιγμή ν’ ανταποδώσω την φιλοξενία σας. Κ.Κ. – Η καλύτερη ανταπόδοση κύριε Λίβρο θα ήταν αν με συνοδεύατε σε μια καλή ταβέρνα που συχνάζω, λίγα βήματα παρακάτω, για να συνεχίσουμε την συζήτησή μας, πίνοντας το εξαιρετικό κρασί που παρασκευάζει ο Έλληνας ιδιοκτήτης της. Ακολουθείστε με, παρακαλώ, είπε δείχνοντας με το χέρι του την έξοδο. Πηγή: nikoskarageorgos.wordpress.com

71

καβαφησ διχωσ εισιτηριο του Βαγγέλη Ευαγγελίου

Σκόρπιοι στίχοι του Καβάφη μες στην πόλη πάνε στράφι και η σιωπή του ποιητή στο μυαλό μου είναι χρυσάφι. Τα ποιήματα μπριζόλες τα πετσοκόψαμε τελείως, πιο καλά να ‘ταν στις σόλες με το νόημα υπογείως. Λίγοι στίχοι του Καβάφη στου θορύβου το καλάθι, σταματάει το λεωφορείο σε μία στάση που ‘χει λάθη. Τα στιχάκια είναι πατάτες σα γλυκανάλατα αστέρια, αντί να είναι οι αντάρτες που σκοτώνουν τη μιζέρια. Αρκετά με τον Καβάφη τον σκοτώσαμε παιδιά, τρεις μήνες μες στη μέση του πετούσαμε κλαδιά. Από τα δικά του δέντρα που μας φύτεψε μονάχος με σκοπό να βγουν καρποί ως αντίδοτο στο άγχος. Παρακαλώ ο επόμενος ποιητής να περάσει, η κοινωνία των ανόητων αηδία θα τον κεράσει. Καλώς ήρθες Οδυσσέα πέρνα μέσα είν’ ωραία. Το μονόγραμμά σου ήδη το ‘χουμε χάμω σα σκουπίδι.


72


το ποίημα του Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ «Η συνοδεία του Διονύσου» από τον SOTER


74


75


76


77


78


79


Ό

χι, ο Καβάφης δεν ανήκει στους αγαπημένους μου Ποιητές. Και τί μ’ αυτό! Το ότι κάτι δεν ανήκει στις αγάπες σου, δε σημαίνει πως δεν το σέβεσαι κιόλας. Αλλά για να σέβεσαι ακόμη περισσότερο κάτι, εκτός του ενστίκτου, πρέπει πρώτα να το γνωρίσεις. Έτσι λοιπόν κι εγώ τώρα που γνώρισα τον Καβάφη πιότερο, με αφορμή το ιδιαίτερο αφιέρωμα στο περιοδικό μου ΑΦΗ ΓΗ SEE, μπορώ να πω πως και τον σέβομαι περισσότερο από πριν αλλά και πως τον αγάπησα αφού βρήκα τον εαυτό μου μέσα σε αρκετά ποιήματά του. Μόνο τότε αγαπάμε κάτι. Δεν το έχεις καταλάβει ακόμα; Όταν βρίσκουμε κάπου μέσα του, εμάς. Γυμνούς ή ντυμένους δεν έχει σημασία.

Πότε γνωρίστηκα πρώτη φορά με τον Καβάφη, θυμάμαι. Ήταν μία γρήγορη χειραψία, αλλά όχι χλιαρή από αυτές που κάνουν οι νεοέλληνες. Μέσα δεκαετίας ‘90, εκεί γύρω στα 14 τα είχα φτιάξει - διότι δε μου αρέσουν τα έτοιμα - με τη Μαριάννα που κατοικούσε στο Γαλάτσι. Ξανθιά η Μαριάννα με μπάσα φωνή, χοντρά δάκτυλα και χάλια αστράγαλο (οι αιτίες να μη συνεχίσει πολύ το θέμα μας) όμως δεν είναι αυτό το θέμα τώρα, αλλά ο Ποιητής. Κάποιο όμορφο λοιπόν χειμωνιάτικο απόγευμα, με κάλεσε σπίτι της να παίξουμε το γιατρό κι επειδή από μικρός το θεωρώ λειτούργημα το επάγγελμα των γιατρών, είπα ναι. Πήρα δύο λεωφορεία για να φτάσω εκεί

8080


και κανένα από αυτά φυσικά, δεν είχε πάνω του Καβάφη! Ήταν ένα κλασσικό διαμέρισμα στον 3 όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Είχε ανάψει κεριά - Όχι του Καβάφη και υπήρχε ατμόσφαιρα! Το σπίτι ήταν τίγκα στα έπιπλα παλιάς εποχής. Με ρώτησε αν ήθελα κάτι να πιω και της είπα Βυσσινάδα. Ήξερε πως μου άρεσε και έτσι ήδη είχε στην κουζίνα. Μου είπε πως θέλει να μου κάνει μία έκπληξη και να περιμένω. Περιμένοντας τη βυσσινάδα και την έκπληξη, πέφτει το μάτι μου σε μία τεράστια βιβλιοθήκη. Μου έκανε εντύπωση αρκετά, άλλωστε εμείς δεν είχαμε σπίτι μας βιβλιοθήκη. Πλησίασα το ωραίο αυτό ξύλο που είχε αγκαλιάσει όμορφα τόσο χαρτί και άρχισα να κοιτάζω με στραβό το κεφάλι, τις ράχες των βιβλίων.

Με κάποιους τίτλους χαμογέλασα, σε άλλους είπα «τι μαλακία είναι αυτό;» ενώ κάποιοι άλλοι τίτλοι με προκάλεσαν να βγάλω ολόκληρο το βιβλίο έξω. Υπήρχε ένα βιβλίο που ήταν συλλογή ποιημάτων από διαφόρους ποιητές Έλληνες. Το πήρα μαζί μου και κάθισα σε έναν λαχανί αναπαυτικό καναπέ. Άρχισα να το ξεφυλλίζω. Ώσπου έπεσα στο «Ιθάκη». Ήταν η πρώτη φορά που διάβαζα ποίηση και δεν ήμουν σε τάξη σχολείου. Από τότε έως τώρα, το ποίημα αυτό, είναι η δική μου ζωή. Οδύσσεια κανονική. Με μόνη διαφορά πως εγώ δεν έχω πιστό σκύλο, αλλά πιστό γάτο!

του Βαγγέλη Ευαγγελίου

Τελικά ποια ήταν η έκπληξη;

81


Δεν θέλω

να γυρίσω

να μη διω

και φρίξω Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

ISSN: 2241-648X


ΑΦΗ ΓΗ SEE ● ΤΕΥΧΟΣ #9