Page 1

Μαρία Ροδοπούλου Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

darkvirtualpoetry.blogspot.com


Η Μαρία Ροδοπούλου ασχολείται με την σουρρεαλιστική πεζοποίηση και την δραματοποιημένη θεατρική ποίηση. Είναι επίσης μία από τους 4 εκδότες του, ελεύθερης διανομής, τριμηνιαίου περιοδικού «Σοδειά». Έχει συμμετάσχει με την γραφή της σε περιοδικά και ανθολογίες. Η δουλειά της έχει εκδωθεί σε 4 βιβλία. «Dark Performances» Εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές», Μάρτιος 2007, το οποίο ήταν υποψήφιο για κρατικό βραβείο ποίησης, με τις συμμετοχές του Νίκου Περάκη και της Βάγγη Χατζησταμάτη. Σκοτεινή θεατρική ποίηση. «Προ-αιρετικά και ατημέλητα» Εκδόσεις «Αρμός», Ιούνιος 2008 με «συν-γραφιά» της τον Τάκη Τσαντήλα. Ερωτικός λόγος – αντίλογος. «Το Βιβλίο των Νεκρών – Ο Όγδοος Ορίζοντας» Εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές», Οκτώβριος 2008. Ένα κορίτσι πέφτει στην χώρα των Γκρίζων. Πρέπει οπωσδήποτε να βρει την πύλη που οδηγεί στην ζωή πριν παγιδευτεί για πάντα στον τόπο των νεκρών. Σουρρεαλιστική ιστορία πεζοποίησης. «Ισιδώρα – Το Δέντρο που περπατούσε». Μια ποιητική ιστορία για την καταστροφή του κόσμου και την λύτρωσή του από την αγάπη και την αγνότητα ενός νεαρού δέντρου που σιγά σιγά μεταμορφώνεται από την Μητέρα Φύση σε γυναίκα. Το Φθινόπωρο του 2010 έρχεται το νέο της βιβλίο, «Αχυρένια».


Μαρία Ροδοπούλου Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

Νάρκισσοι αυτόχειρες στερούμενοι υγρών επαναλήψεων απεγνωσμένα αναζητούμε σελίδες που φέρουν το αποτύπωμά μας. Και εσύ θαρρείς ακόμα πως με τον Θάνατο φλερτάρεις. Μ.Ρ.


Μαρία Ροδοπούλου

Προσγείωση Δεν ονειρεύομαι, μου είπε χαμογελαστή, γιατί σαν το πρωί ξυπνώ αιμορραγώ οδύσσειες από το δεξί στήθος και θαρρώ πως ακόμα υπάρχει ακαλλιέργητο νερό Ύστερα καταλήγω να βραδιάζω με μια πόρτα υποσχέσεις και ένα κλειδί που σιγά σιγά βυθίζεται στα δουλεμένα κύματα. Άλλοτε βέβαια τα ταίζω μάτια και ως ελάχιστη ανταμοιβή κρατώ για λίγο ένα μικρό κύμα στα φθαρμένα γόνατα. Εγώ πάλι, της αντιγύρισα, ποθώ τον θάνατο μιας απογείωσης. Όταν δεν είμαι πολύ χαμηλά στη γη έτσι ώστε να αλυσοδεθώ σε επιθυμίες -δικές μου, των άλλων δεν έχει πολλή σημασία και δεν είμαι πολύ ψηλά στον ουρανό για να μεθύσω νέφη και να πιστέψω άλλη μια φορά πως μπορώ. Ναι κι ας δίνω πάντοτε την ίδια απάντηση στην αεροσυνοδό όταν με ρωτάει τι έχω πιεί. Όλη μου την ζωή της λέω ντροπαλά και θυμάμαι την Μαρίζα που κατά λάθος αγαπήθηκε σε ένα φτηνό δωμάτιο αιμορραγώντας κι εκείνη χίμαιρες. Αλλά όχι από εκεί που όλες οι γυναίκες στάζουν ουτοπίες μα από τα ρουθούνια καθώς χυνόταν το σπέρμα της πάνω στα γαριασμένα σεντόνια της καθημερινότητας lights off position for landing Λίγο πριν την καταστροφή της είπα εμπιστευτικά «Και μην νομίζεις ... Ξέρω ότι όλο αυτό το χώμα γύρω μου από τα μάτια μου κυλά κάθε φορά που προσγειώνομαι»

4 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

Αχίλλεια Πτέρνα Αφανίζω τις λιβανισμένες φαντασιώσεις και την κληρονομημένη άφεση αμαρτιών ... Κι αν , όπως λένε, είσαι Ένας για όλη την ανθρωπότητα τότε πως μέσα σου θα χωρέσω; Τεράστια έγινα από τις προσδοκίες σου όμως Εσύ αφέθηκες στη Μοίρα , σε κομμάτιασαν σε φόρεσαν, Κύριε, αντί προβιά λύκου Πως θα αναστηθείς τώρα, παλτό φθαρμένο; Αν πιστέψω στους ισχυρισμούς σου ότι κάθε φορά που βρέχει Σε πίνουμε τότε γιατί κατάξερο είναι το στόμα και τα μάτια μου στεγνά. Κι ύστερα γελώντας μου αποδεικνύεις πόσο πολύ μοιάζουμε. Ω Θεέ μου, σκέφτομαι απελπισμένη, τώρα θα πρέπει να υποκλίνομαι στη Ανθρώπινη αισχρότητα της τελειότητας θα πρέπει να σκύψω μέσα Σου για να με βρω διπλωμένη με τις γωνίες μου καταβροχθισμένες. Πως θ’ αναστηθώ χωρίς αρχή και τέλος; Εγώ, που αρνήθηκα οτιδήποτε θεϊκό στην ύπαρξη μου από τρόμο μήπως τυχόν και με ανακαλύψω σε κάποια πέτρινη εικόνα ή από φόβο μήπως τελικά πουθενά δεν με βρω. Είναι τραγικό γιατί ανέκαθεν η μοναδική μου αναζήτηση ήταν η αχίλλεια φτέρνα Σου, να σκύψω ταπεινά να την φιλήσω

Ο Μπεν και το μπαρ των Γκέυ Ο Μπεν ήταν ο συσσωρευτής της μακρόκοσμης ενέργειας στα μπαρ όπου κάποιοι έπιναν μυθοπλασίες και άλλοι απλά ήταν στερημένοι πατρότητας. Πως να σε αγαπήσω, πατέρα, όταν στερούμαι αντρικής οδύνης και λώρου ντροπής; Έτριζε τα μάτια του όταν έβαζαν ενέχυρο την μικρή ρόδινη γλώσσα τους ανάμεσα στο ιδρωμένο μονοπάτι που έχτιζαν οι σάρκινες κορφές των λόφων του – εκείνος επέμενε ότι ήταν των λόγων του ανατάσεις - και φορούσε στα κρυφά τα λευκά βρακάκια των νόθων – μπάσταρδοι με ένα Φον στο επώνυμο γιατί ακόμα και η αισχρότητα δικαιούται να γκαστρώνεται από την αριστοκρατία - που άφηναν έξω από την δίφυλλη πόρτα έναντι μιας εξευτελιστικής αμοιβής. Μια ευτελής επιδημία επιθυμιών έναντι της αγίας κυριακής της νηστείας. – Ω Εύα πόσο θα θελα να μαραζώνω ανάμεσα στα σκέλια σου, σκεφτόταν ο μπάσταρδος γνήσιος απόγονος των παντοδύναμων αμφιβολιών. Αλλά όλη η άσκηση είχε ένα μικρό πρόβλημα που δεν μπορούσε ούτε με τα σπηρούνια να λυθεί ούτε με τις εφήμερες σάρκες που έπεφταν σαν ακρίδες πάνω στο χυμένο σπέρμα των παραμορφωμένων θαμώνων. Ο Μπεν δεν ήταν παρά ένας εποχικός μπάρμαν στο υπέργηρο κατάστημα της ζήτησης. Και το παστό κρέας στην εποχή του νερού προσφερόταν ξυρισμένο και , αλίμονο, δωρεάν. Ας όψεται η Πρόνοια που στην λύση ξηρασία μας οδηγεί, σκέφτηκε η σερβιτόρα την ώρα που κατά λάθος η στέκα χτυπούσε την ολοστρόγγυλη λευκή μπάλα στο πράσινο τραπέζι των στοιχημάτων Παρόλα αυτά ο Μπεν μονολογούσε "καμία ομοιότητα με την φαντασία η ανίχνευση των μαύρων νησιών του Ζέφυρου" 5 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

Mια ψευδής ιστορία Κάποτε σε ένα μπαρ του Δουβλίνου τρείς κουτσές μύγες και ένας μεθυσμένος μονόχειρας ιερέας - τον οποίον ένα τραγικό συμβάν τον είχε σημαδέψει από νηπιακή σχεδόν ηλικία , εγκατελελειμένος σε μια ξυλαποθήκη από τους γονείς του, τα τρωκτικά είχαν φάει σχεδόν όλα του τα γεννητικά όργανα μαζί με το δεξί του χέρι έτσι όταν μεγάλωσε αποφάσισε ότι ο προορισμός του ήταν να γίνει υπηρέτης του Θεού γνωρίζοντας την Αγάπη Του για όλα τα πλάσματα της Φύσης- Οι μύγες ήταν ακόμα ένα δράμα. Από την διαρκή συνουσία μεταξύ τους κάποια στιγμή σε έξαρση πάθους έφαγε η μία το πόδι της άλλης. Από τότε επιδόθηκαν σε ασταμάτητη αφόδευση. Όταν συνήρθαν δώσαν όρκο αγαμίας και αρκούνται εις αλλήλοις αυνανισμό συζητούσαν έντονα για τον Θεό και τον Διάβολο Δεν είχαν καθόλου πάρει είδηση την διαδήλωση που λάμβανε μέρος στον κεντρικό δρόμο. Κάποια στιγμή μια σφαίρα διαπέρασε το τζάμι και καρφώθηκε στο στήθος του μπάρμαν. Εκείνος φτύνοντας αίμα από το στόμα άρχισε να καλεί σε βοήθεια τον πάτερ. Τόσο απορροφημένος ήταν όμως από την κουβέντα ο ιερέας που δεν άκουσε τίποτα. Ο χάρος στάθηκε δίπλα του και κούνησε με απορία το κεφάλι του. Κύριε, είπε χαμηλόφωνα, αυτός εδώ ο ανόητος θνητός κουτσομπολεύει εσένα και τον τρισκατάρατο αδερφό σου με τρείς κουτσές μύγες ενώ οι άλλοι πεθαίνουν. Έτσι είναι αιώνιε φίλε μου, του απάντησε ο Θεός. Όλα τα όντα σε αυτόν τον κόσμο βρίσκουν κάπως να περάσουν την ώρα τους και στην προσπάθειά τους να αγνοήσουν την ύπαρξή σου χρησιμοποιούν το Όνομα μου μάταια. Περίεργο! Τυφλούς με τα μάτια στην σωστή θέση, τους έφτιαξα! Άφες αυτοίς ανάπηροι γεννήθηκαν αλλά και εκείνοι που δεν έχουν σωματικό ελάττωμα, αγαπημένε μου Αφανιστή, κάπως θα έβρισκαν την ευκαιρία να σου στερήσουν την ευχαρίστηση να καταβροχθίσεις Ολόκληρη την έστω αμφισβητούμενη Οντότητά τους

6 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

Τίποτα άλλο για σήμερα Τίποτα άλλο για σήμερα Ξεκινήσαμε προτετοιμάζοντας την μέρα για τη νύχτα που ούτως ή άλλως θα ρθει σαν ανεπιθύμητη ερωμένη ή σαν το αγόρι που κάποτε αγάπησα αλλά πρόλαβε πτήση ξεχωριστή πριν καν με γνωρίσει ή σαν ένας πόθος που στα μάτια ξεχάστηκε σαν αδιάβροχη μάσκαρα - Αν και μεταξύ μας , έχουν πάψει να με προσελκύουν οι συνουσίες με τα καθε λογής όνειρα που βρίσκουν φτηνές δικαιολογίες για να μείνουν στ’αζήτητα και έχει βαρύνει ο πάγκος της προσφοράς για να προσθέσω έστω και ένα σπυρί αληθινού πόθου Ξεκινήσαμε, λοιπόν, σκυφτοί από το βάρος της ευθύνης ν’αποφύγουμε την ζωή, φορέσαμε το καπέλο των επιθυμιών στο κεφάλι της αναζήτησης και βγήκαμε σεργιάνι στα μονοπάτια της ερήμωσης Εκεί ανταμώσαμε το μικρό διήγημά μας, κουτσομπολέψαμε μαζί του για την πείνα που νιώθει κανείς όταν καταπίνει πολλές επιθυμίες μονομιάς, γκρινιάξαμε για το ανέφικτο - έχουμε ένα δίκαιο , είναι δύσκολο να πιάσεις το πορτοκάλι πάνω στο δέντρο όταν το ύψος σου δεν ξεπερνάει το γρασίδι – Μετά γυρίσαμε σπίτι - είτε το θέμε είτε όχι, πάντα γυρνάμε στον τόπο του πρώτου μας φόνουΓυμνώσαμε τα πόδια από τα ανείπωτα και πλαγιάσαμε με την ελπίδα αργοπορημένης αυγής Κάποτε πρέπει να φτύσουμε κατάμουτρα την αχαλίνωτη φαντασία μας όταν , βέβαια,καταφέρουμε να βγούμε στην επιφάνεια

7 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

Ο Θεός, ένα φρέσκο κρεμμύδι και μια ομπρέλλα Kαι επειδή οι αναμνήσεις ποτέ πουθενά δεν οδήγησαν και οι νύχτες έλυσαν μεν κάποια μυστήρια αλλά αναγκαστήκαμε να θάψουμε κάτω απο το ξύλινο πάτωμα μερικά όνειρα που έκλαιγαν σαν πεινασμένα βρέφη και εμείς σκεφτήκαμε οτι ούτως ή άλλως ορφανά ήταν ας τα φονεύαμε λοιπόν, εγώ βρέθηκα στην αμμουδιά να σκάβω τρύπες προσπαθώντας να ξεγελάσω το νερό να τις πλημμυρίσει μήπως και αδειάσει επιτέλους η θάλασσα – το είχε κάνει και ένα παιδί πιο παλιά αυτό αλλά για διαφορετικούς λόγους. Εκείνο έψαχνε να βρεί τον θεό ενώ εγώ ξέρω που μένει. Έχει όμως γίνει ερημίτης και μου είπαν οτι δαγκώνει όποιον συναντήσει – μέχρι που με πλησίασε εκείνος ο άντρας μου χάρισε μια μαύρη ομπρέλα και ένα φρέσκο κρεμμύδι. «Ξέρεις;» τον ρώτησα άναυδη. «Ξέρω μα δεν θα τα καταφέρεις. Το προσπάθησαν πολλοί πριν από σένα αλλά απέτυχαν. Δεν χωρά η λύπη σου στην απελπισία μου. θα αναγκαστείς να χρησιμοποιήσεις το κρεμμύδι μα στο τέλος θα φύγεις και εσύ πάνω στην μαύρη ομπρέλα» Πολύ μετά ,αφού είχα κρύψει το πτώμα του κάτω απο ενα βράχο, συνέχισα απεγνωσμένα να κλαίω. Γιατί αν πιστέψω έστω και μια στιγμή ότι η θάλασσα δεν με χωρά τότε τι θ’απογίνω; Είναι και αυτός ο Θεός που δεν μ’αφήνει να τον χαιδέψω... υ.γ. Ακόμα αντιστέκομαι στο ξεφλούδισμα του κρεμμυδιού. Για πόσο καιρό όμως ακόμα;

8 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

Εκκρεμότητες Άφησα για μια στιγμή τις εκκρεμότητες να αιωρούνται - έτσι κι αλλιώς δεν τελειώνουν ποτέ κι εγώ διερωτώμαι αφού δεν είναι γυναίκες πως μπορούν και γεννούν συνέχεια μικρούς δυνάστες πίσω απο τον άδειο τοίχοκαι έτρεξα έξω απο το δωμάτιο θέλοντας να ξεφύγω απο τη κόκκινη πόρτα. Συνέχεια μου ψιθυρίζει για τις αμαρτίες και για τις μικρές ασήμαντες κλοπές που διαπράττουν οι μη ανειλλημένες υποχρεώσεις μου - μα εγώ σκέφτομαι εκείνον τον ποιητή που έγραφε στις μάντρες μια μόνο λέξη, οι άλλες τον είχαν παρατήσει επειδή ήταν μέθυσος , και γελούσε ο τρελλός γιατί όπως και να την έγραφε πάλι σε κάποιο σημείο της γης πέθαινε μόνοςΣτην ευχή,φώναξα, άστες να γλεντήσουν, τι θέλουν κι αυτές πέρα από μια μπουκιά ψωμί και λίγο αίμα για να μπορούν να ταίζουν την ανικανότητά τους να διπλωθούν και να τακτοποιηθούν στα συρτάρια μαζί με την ναφθαλίνη. – εκτός απο τους νεκρούς ανθρώπους, και τα νεκρά ζητήματα απαιτούν τ’αναθήματά τους Και θα περπατούσα αμέριμνη για ώρα πολλή με το βάρος να τραγουδάει στην πλάτη αν δεν συναντούσα εκείνον τον παράξενο άνδρα που καθόταν κάτω απο ένα τεράστιο μανιτάρι. Ξεγύμνωσε το μπράτσο του και μας έδειξε μια γυμνή γοργόνα που είχε φυλακίσει κάποτε. Με δάχτυλα που έτρεμαν χάιδεψε τα γεμάτα λέπια στήθια της και είπε γελώντας “Ξέρεις ψάρευα και εγώ φαντασιώσεων υποθέσεις όταν ήμουν ασυρματιστής σ’ ένα εμπορικό καράβι. Μεταφέραμε γουρούνια απο την Κυανή Ακτή στο Κονοτού γιατι οι πολιτισμένοι δεν άντεχαν την μυρωδιά τους και έτσι από τη μια τα ξεφορτωνόντουσαν και από την άλλη δείχνονταν και σπλαχνικοί. Είναι μεγάλη υπόθεση να ξεφορτώνεσαι την βρωμιά σου και να σε χρήζουν Ευεργέτη γι’ αυτό” Έβγαλε ένα μικρό ασημένιο φλασκί από την τσέπη και αφού το κούνησε με οργή είπε : "Ανάθεμά το. Ποτέ δεν αδειάζει τελείως και ποτέ όλο δεν γεμίζει. Που λες, πόρτα μου, ψάρευα και εγώ ανθρώπους αλλά ποτέ δεν είχα πιάσει μια τέτοια αβασάνιστη πλάνη σαν αυτή που σε έχει ζωστεί" ‘Ετσι ,όπως καταλαβαίνετε, κατέβασα την πόρτα απο τους ώμους, την έβαλα στη θέση της και αφέθηκα στη φλυαρία της ενώ σκότωνα μια – μια τις ακατάστατες εκκρεμότητες. 9 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

Ημέρες Αφρικής Νύχτες Αρκτικής Μέσα από την σιωπή - ω χιλιοειπωμένη έννοια και ακόμα απορώ αν κανείς πραγματικά την έχει νιώσει. Πάλι λοξοδρομώ αλλά σήμερα το πρωί μια ατελείωτη ουρά μεταλλικών σωμάτων περίμενε για μετάγγιση χημικού αίματος. Σταθμευμένα επί της ασφάλτινης ζώνης διακίνησης ανθρώπων, με υπομονή - cyborg welcome home - περίμεναν τον ανεφοδιασμό - και εγώ εξηγούσα την κοστολόγηση παραγωγής προιόντων - τι προίκα αβάσταχτη και αυτή η εποχή. Tι κόρη απόγονος κι εγώ ημερών αφρικής πλήν όμως αττικής γης μπασταρδεμένες κόρες - μου αρέσει η λέξη μπάσταρδος, καταργεί την αρχοντιά της πράξης μόνο και μόνο με ένα πολύτιμο - Μ - ω εξερευνητές των "λέξεων" όλα ορθάνοιχτα εδώ , η αλληγορία έπαθε ναυτία και αποβιβάστηκε από το ακινητοποιημένο μυθικό καράβι- άραγε πως το λένε αυτό το καταραμένο πλοίο που δεν λέει να πάει στο βυθό να μας αφήσει ήσυχους;οι γωνίες ξερνάνε σκιές - ε καλά τώρα κάτι μας είπες μα καμιά φορά φτύνουνε και φιάλες αλκοόλ ό,τι προέλευσης προτιμάτε, δεν θα τσακωθούμε τώρα για το τι δηλητήριο καταπίνει ο καθένας μας. Φαρμάκι να ναι και στο γερό δαίμονα όλα ... - και αυτές με την σειρά τους φωτίζουν τις στάχτες που ακολουθούν το έργο ενός από τους περαστικούς με τα πληγωμένα ποδαράκια που ποτέ δεν μάτωσαν αλλά έραψαν με ακρίβεια χειρούργου ή καλύτερα νυστεριού μεθύστακα απολυμένου αιτίας πληγές στερημένων πύου και , ναι, η τρέλα σκαρφαλώνει καλύτερα όταν πρώτα προσπέφτει ικέτιδα στα άψογα γόνατα ανίδεων μα τόσο εύκολα αναστημένων θεών. Παράλληλα και ισοπεδωμένα τα μονοπάτια των μηρών της αξιοθρήνητης συμφοράς μου. Και πως θα ξεπαρθενέψεις γη που δεν απαντάς; ρωτάς. Να εξιλέωσω τουλάχιστον το γάλα των πικρών μαστών μου, απαντώ. Να κουνήσω λίγο τα μεταξωτά ατσαλάκωτα σεντόνια της πανάκριβης τελευταίας κατοικίας μου. Αντιγόνη να πεθάνω, Περσεφόνη να ξαναζήσω. - Σε παρακαλώ θεούλη μου λέει το δεκάχρονο που έχει βρεί καταφύγιο εδώ και χρόνια μέσα μου, άσε με να τα διπλώσω στο άγουρο κορμί μου. Σε παρακαλώ θεούλη μου, λέω, πως θα την διώξω έστω κι αν φόνο κάνω αλλά πρόσεξε ... μην ξυπνήσω Ορέστης με φουστάνια Να πιώ λίγο βράδυ παγωμένης αρκτικής και μετά θα δεις πόσο θα μεγαλώσει η κοιλιά μου από τους οιδίποδες που θα είναι σε χειμέρια νάρκη μέσα στα ίδια τα σωθικά μου. Και αν δεν με πιστεύεις τώρα που εξομολογούμαι θάνατο με στόμα ζεστό απ' το φιλί σου , σκύψε να δεις τα μάτια μου όταν θα με βρείς ξεπαγωμένη σε μία από τις διαδρομές σου στα πρωινά που η γλώσσα χυδαία - μα τόσο ξελιγωμένη - θα ανακηρύσσει την έναρξη της ζούγκλας στον μεσογειακό βωμό της δυστυχίας σου. Ανάμεσα στα φυλλώματα της πυρωμένης ημέρας κρύβεται η δική σου παγωμένη νύχτα

10 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

Lunacy Σήμερα μάζεψα 3 ματσάκια φρέζες δίπλα από τον παλιό σκουριασμένο βόθρο. Τώρα πια η πόλη που κατοικώ λέγεται Lunacy αλλά ακόμα και αυτό το ίδιο της το όνομα δεν δίνει καμιά ανακούφιση πλέον. Πόσα χρόνια πάνε που η όσφρηση και η όραση ήταν ευλογημένες αισθήσεις. Η αφή ολοκλήρωνε την αγάπη και ό,τι γεννιόταν όσο ατελές κι αν σήμερα θα φαινόταν, ήταν ζυμωμένο με αλήθεια, μόχθο και δάκρυ. Περνώ από τα ίδια μέρη αλλά μου φαίνονται ξένης γης παιδιά. Εκεί που μόνο αμπέλια τσάκωνε η μακρινή σου όραση και ελιές μάνες στοργικές όχι μόνο των δικών της καρπών αλλά και των σάρκινων τέκνων της φύσης, τώρα μόνο τσιμέντο, καμένη άσφαλτος και ταχύτητα επιβίωσης. Και λέγανε εμάς τότε φτωχούς οι δύστυχοι χρυσοδάκτυλοι. Θάλασσες που κοσμούν οι μαύρες σακούλες με γλάρους θρεμμένους με τα σκουπίδια της κατανάλωσης ξαπλώστρες ρυπαρές από λαδωμένα κορμιά και κύματα που σκάνε σε μια ανέλπιδη στεριά. Και έχουν μετά το θράσος να με ρωτάνε γιατί τρυπιέμαι...Εαν δεν δώσεις στο δηλητήριο έξοδο συστατικό του θα γίνεις, απαντώ. Αλλά αυτοί σε πεύκο νεογέννητο λευκό σκισμένο εσώρουχο γέροντα κρεμάνε - σήμα ανακωχής ζωής. Συμμαχία σύναψαν με το πλησιέστερο γραφείο κηδειών. Στέψαμε τον εφιάλτη αυτοκράτορα. Αυτοκίνητα με πρόσωπα αλλοιωμένα από τους ρυθμούς αχόρταγης μαινάδας – όπου και να πήγα όπου και αν ψυχή ξαπόστασα την ίδια κατηφόρα αντίκρυσα σαν να ‘παψε ξαφνικά ο πλανήτης να είναι ποικιλόμορφος πολυεπίπεδος και το μόνο που αναγνωρίζεις πια είναι ό,τι ανοίγεται κάτω από τα πόδια σου. Οι ουρανοί γκρίζοι τσαλακωμένοι χάρτες λιγδιασμένοι άπληστων ματιών και οι φωνές τους ξέμακρες και λιγωμένες από την τρυφερή αηδία της εικονικής ανθρωπιάς. Πινέζες και απλά σημάδια σε επίπεδη υδρόγειο. Και κάποιοι ξεχασμένοι στην άκρη θρηνούν για ό,τι έχασαν ενώ ξέρουν ότι ποτέ δικό τους δεν ήταν. Τους βλέπεις ...σπασμένες πινακίδες σκόρπια κομμάτια δεξιά και αριστερά των επώνυμων δρόμων. Παλεύουν να σηκώσουν στόμα σε απρόσωπο σώμα. Αγωνίζονται να γίνουν επιβάτες των Όριεν Εξπρές διάσημων σεντονιών. Πληγιασμένες γάζες που πωλούνται σε τιμή ευκαιρίας ως αχρησιμοποίητες σερβιέτες συγκράτησης ονείρων. Ακράτεια τρόμου έχουν όμως τα φαρμακεία της γενιάς μας. Χαιδεύονται στους στύλους ανέγερσης νεκρών. Αυνανίζονται με ό,τι απέμεινε πρόχειρο σε μια μνήμη λανθάνουσα. Με ένα σιρόπι αποχαιρετούν τον πόνο και με ένα προφυλακτικό δέχονται την Νέα Εποχή. Με χειροκροτούν όταν βλασφημώ τα χέρια τους και όταν βιάζω τα σάπια κυήματα της άφορης μήτρας τους. Στρώνουν τραπέζια πάνω στο παχύ στρώμα καυσαερίου. Το φαγητό τους αποτεφρωμένη σάρκα από τα ακριβά εμπορικά κέντρα φτηνής εξόρυξης εργασίας. Όλοι οι μύθοι τελείωσαν ξαφνικά σαν τα κουπόνια που ποτέ δεν εξαργυρώνεις στο σούπερ μάρκετ. Κάποια στιγμή παύουν να ισχύουν. Ούτε μια κόλαση έστω και συσκευασμένη δεν μας έχει απομείνει να ελπίζουμε

11 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

Iσόβια κάθειρξη Μετά από τις απανωτές επιθέσεις και τις πολυάριθμες αποτυχίες έσκαψα μέσα μου ένα βαθύ, δαιδαλώδες τούνελ. Άλλοι ορθώνουν τοίχους ίσαμε το σβέρκο τους χωρίς να προσέξουν τις τρύπες που άφησαν ακάλυπτες. Αναποδογυρισμένοι στρουθοκάμηλοι, ζουν με την ματαιότητα της ανακάλυψης. Άλλοι ανοίγουν πηγάδια όχι για να βρουν νερό αλλά για να ξεχειλίσει το χώμα που μέσα τους κρύβουν. Μα σαν αδειάσουν, κάποιοι άλλοι τους χρησιμοποιούν για να πετούν εκεί μέσα τις ακαθαρσίες τους. Κάποιοι στρώνουν λεωφόρους επιμένοντας στην τελειότητα της ευθείας και τις μικρές, ομαλές στροφές. Με οχήματα δήθεν ελαττωματικής παραγωγής τρέχουν ανεξέλεγκτα. Αλλά είναι γνωστές οι διαδρομές και πάντα οι ίδιοι ξένοι κάνουν ωτοστόπ. Άλλοι καταργούν τις διαδικασίες και δυναμιτίζοντας το πιο μεγάλο βουνό δημιουργούν ένα τεράστιο γκρεμό. Όμως είναι τόσο εκκωφαντικός ο θόρυβος που κάποιος συνέχεια τους σώζει από την πτώση. Όλοι αυτοί μου θύμισαν εκείνον που είχα συναντήσει στην γέφυρα του Inverness. Είχε καβαλήσει το εξωτερικό κιγκλίδωμα και απειλούσε να πέσει στον παγωμένο ποταμό. Αλλά τα μάτια του, όραση ικέτευαν. Αντί γι’ αυτό τον συνόδευσα λέγοντα «ας πέσουμε μαζί και είτε θα δούμε ο ένας τον άλλον είτε θα είμαστε απασχολημένοι με τον τρόμο του τέλους. Στιγμή είναι , θα περάσει» Έφυγε, με το κεφάλι εκκρεμές άρνησης, μουρμουρίζοντας πως είμαι τρελλή. Ιδού το πλεονέκτημα της διακριτικότητας. Όταν θες να πεθάνεις φρόντισε να μην υπάρχουν θεατές. Όλο και κάποιος τρελλός θα σου θυμίσει τι σημαίνει θάνατος. Ή τι σημαίνει να είσαι καταδικασμένος σε ισόβια εαυτού κάθειρξη.

12 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

Σφραγισμένα καταφύγια Όλα τα καταφύγια σφραγισμένα Τι θ' απογίνουμε με μάτια εκτεθειμένα; Μέρα μεσημέρι συνέβη. Δεν θα το πίστευε κανείς. Μόλις που χτυπούσε 12 η ώρα το ρολόϊ της εκκλησιάς του Αϊ Φανούρη και ενώ το θαύμα μου περπατούσε με τα τέσσερα μέχρι την πόρτα – μάταιη προσπάθεια διαφυγής του αναγκαστικού – και η Μαντώ είχε γαντζωθεί κάργια στην πλάτη του – έτσι κάνουν οι αρουραίοι, ξέρετε, εγκαταλείπουν τα προς βύθιση παλαιά. Ναι , θα έλεγε κανείς πως γεγονότα πνιγμού συμβαίνουν μόνο τις νύχτες που βγαίνουν οι ίσκιοι μονάχοι τινάζοντας την σκόνη του ήλιου από τα γυμνά μπράτσα. Αλλά όχι, έπρεπε να γίνει μεσημέρι με τον ήλιο να χοροπηδάει πάνω στα αραιά σύννεφα και να κρεμάει κοροιδευτικά τις ακτίνες του πάνω στ’ άσπρα κάγκελλα μιας φυλακής – ποιας απ’ όλες αναρωτήθηκα – ή ίσως έφταιγε ο ταχυδρόμος που ζητούσε επίμονα την απόδειξη παραλαβής υπογεγραμμένη. Του είχε πει κάποιος ότι η διάγνωση ήταν λάθος και ότι θα έπρεπε ήδη να είχα πεθάνει εδώ και 7 αιώνες, είχα ήδη καθυστερήσει για το γνήσιο της υπογραφής. Φυσικό ήταν να διαμαρτυρηθώ έντονα. Όχι, όχι κάποιο μπέρδεμα έγινε. Απλά πήραν αίμα από λάθος σημείο γι αυτό όλα βγήκαν σωστά. Τους το είχα πει, μην κεντάτε την φτέρνα , ψεύτρα εκ γενετής. Όταν άνοιξε το ταβάνι και μια τεράστια αράχνη άρχισε να κατεβαίνει απειλητικά προς το μέρος μου ήταν ήδη αργά. Εγώ ήδη είχα κινήσει , κουτσαίνοντας από το δεξί μάτι. Η γωνία που μου αγόρασαν περίμενε υπομονετικά. Όταν με πρόφτασε είχε πλημμυρίσει το δωμάτιο νύχτα και όλα ήταν στην θέση τους βαλμένα. Ακόμα και η σκιά μου.

Μνημόσυνο Δημόσιες Σχέσεις συνάπτω με της γενιάς μου τα φρικιά Υπουργείο βλαχαδερών κουλτουριάρηδων με το αμερικάνικο όνειρο στα δόντια και το μουστάκι του Χίτλερ στο χείλος αναλαμβάνω Αδημονώ για την στιγμή που θα το στρίβω μπροστά σας σε βίντεο που προάγει την ρέγγα της φιλοσοφίας και σεις θα φιλάτε με δέος την γυάλινη εικόνα μου καθώς θα εκσπερματώνετε στην αντανάκλασή σας Γεννήθηκα σε μια εποχή που ο κόσμος διαβαίνει την ράχη ξαπλωμένης Γης με ξηλωμένες στα δάχτυλα αρβύλες και τις σόλες του από αίμα πηχτό λασπωμένες. Γυμνές βουνοπλαγιές ανώνυμα μνημεία λατρεύουν. Ξελογιασμένες, από φωτιά, εκτάσεις θνητούς θεούς δέχονται στα σκελετωμένα λαγόνια τους. Πάνω σε σύρμα ξεχασμένο κόκκινο μαντήλι και στους ξύλινους σταυρούς ολόκληρη η χρέωση ζωής. Μόνο και μόνο για ένα Θάνατο μεγαλοπρεπή στην Μητέρα που στ’ αχάριστα πνευμόνια μας έδωσε φωνή νεκρική ακαμψία δωρίζουμε. Και μετά για το μαύρο ρούχο που φορώ με καταδικάζεις; Ποτέ δεν επιδίωξα δημόσιες δίκες. Μόνη μου ορίζω την ποινή, μόνη μου την εκτίω. Όπως και εσύ. Κάθε ένορκος και ένας κατηγορούμενος. Κάθε δικαστής και ένας φονιάς. Κάθε άνθρωπος και ένα θηρίο. Κάθε θηρίο και ένας χορταριασμένος τάφος. Κάθε τάφος και ένα καρφί στο φέρετρο της μνήμης 13 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

Ξυπόλητο νόημα Η μικρή Σοφία κουνώντας τα μικρά της χέρια φώναξε «Κυρία , κυρία πάλι σας λύθηκε το Ηλιοβασίλεμα. Δεν το δένετε καλά και όλο έρχεται στην αυλή μου. Δεν θέλω όμως να παίξω μαζί του. Είναι ζαβολιάρικο και μνησίκακο» Και όλα θα πήγαιναν καλά αν ξάφνου δεν βρισκόμουν στην παραλία απέναντι σε κείνον τον μαύρο άντρα. Τόσο μαύρος που μου θύμισε ένα γέρικο σκυλί που είχα μικρή . Το δύστυχο όλο γάβγιζε μα δάγκωνε μόνο εμένα τις νύχτες. Τον κοίταξα με ελπίδα. Aλλά αυτός κούνησε το κεφάλι αρνητικά «Mπορούμε όμως να μιλάμε με νοήματα» μου είπε Και ακόμα εκεί θα ήμουν αν δεν χτυπούσε το ρολόι της εκκλησίας δώδεκα - τι δουλειά έχει μια Εκκλησία να επεμβαίνει την ώρα που βαφτίζομαι νόημα δεν το έχω καταλάβει – και τουλάχιστον ξέρω ότι ένα μέρος του παραμυθιού εκπληρώνεται γιατί εξαφανίστηκα από μπροστά του χωρίς καν να προλάβω να του αφήσω τα παπούτσια μου. Τώρα θα με ρωτήσετε τι στην ευχή θα έκανε ένα ζευγάρι παπούτσια ο ανάπηρος τσιγγάνος. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι από μικρός ήθελε πόδι να μασκαρευτεί. Βρέθηκα πάλι μπροστά στη μικρή Σοφία που είχε δέσει το δειλινό μου και του έκανε ολόκληρη ανάκριση «Γιατί είσαι τόσο άτακτη και περίεργη μικρή μου; Για όνομα του Θεού, έχεις πεθάνει εδώ και τρία χρόνια» Με κοίταξε με οίκτο πριν μου απαντήσει «Ναι , αλλά εσύ είσαι ζωντανή και ποτέ δεν ρωτάς. Ποτέ δεν γυρεύεις, ποτέ δεν αναρωτιέσαι. Πρέπει να το κάνει κάποιος άλλος για σένα» Την άφησα να εξοντώσει το δειλινό με τις ερωτήσεις της και πήγα να ξεκρεμάσω, ξυπόλητη, το ρολόι από την εκκλησία Το ξέρω πως είμαι αδιόρθωτη. Μόνο όταν θα χάσω τα πόδια μου θα ψάξω για παπούτσια.

14 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

Κόσμου ανορεξία Λαχανιασμένη στέκομαι εμπρός στην αειθαλή φωνή - μια του κλέφτη δυο του κλέφτη που θα πας που θα πας Έρχεται ώρα που πληρώνεις τον αιώνα που σου χαρίστηκε τη διαστολή της πραγματικότητας - πότε θα σπάσει η φούσκα της κοροϊδίας γιατί πραγματικά αναρωτιέμαι ποιές μέρες μπορώ να είμαι κλόουν και ποιά βράδια μου επιτρέπεται να είμαι παιδί στον εμετό της ανορεξίας του κόσμου συναντώ καθώς και οι δυο μας ξεκουραζόμαστε κάτω από τα πουρνάρια του ολέθρου καθοδόν της απαξίωσης αισθημάτων - αν μπόρεσα κάποτε να κοιτάξω κάποιον κατάματα ήταν γιατί δεν κοίταζε εμένα και ένας σκύλος με ελεούσε για τα διασκεδαστικά ψέματα που ξερνούσα στην ερημιά της α-πορείας μου Και τότε ακόμα αλήθεια έλεγα αλλά με ένοιαζε περισσότερο η μουσική που έβγαζαν τα κέρματα στο τενεκεδάκι του ασυνάρτητου βίου μου Αργότερα με ζωγράφισαν γυμνή αγία που στέλνει στο διάβολο όλους τους πιστούς της αφού έχει γλείψει πρώτα τις πληγωμένες πατούσες τους Και σκέφτομαι ότι ακόμα γερνάω χωρίς να ενοχοποιούμαι από αιωνόβιες λέξεις Εξάλλου πάντα προτιμούσα τους λιπόθυμους φίλους μου Γνωρίζουν με χάρη ν’ αυτοκτονούν στην αθωότητα των εγκλημάτων τους

15 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

Δαιμόνων Μαζώματα Θεών Σκορπίσματα Η κουκουβάγια έκλαιγε στα σύρματα της μοναξιάς και έστελνε σήματα SOS αλλά κλειδωμένο χώμα φιλούσαν και πάλι προς σε κείνη επέστρεφαν. Ο δαίμονας που στον ώμο της καθόταν έπαιρνε το ριμπάουντ και σκοράριζε στα ανοιχτά παντζούρια της αθλιότητάς μου. Ό,τι προλάβαινα να μαζέψω το σφράγιζα ανάμεσα στα πόδια μου, κανείς δεν ξέρει πότε θα σου χρειαστεί ένα ολοκαίνουριο όπλο σε αυτόν τον κόσμο που πάντα περιμένει, στα τέσσερα άκρα πεσμένος, να σκοντάψεις πάνω του. Και εγώ για να τον ξεγελώ, νεκρό φύλλο έμπαινα στις στάσιμες λίμνες του αλλά πάντα προδιδόμουν. Κόκκινο όνειρο έβγαινα στην απέναντη όχθη. Μουσκεμένες οι διαθήκες γίνονταν άμμος στα στεγνά χέρια μου και η άμμος φύτρωνε θύελλες. Έσπερνε καταιγίδες και θέριζε κεραυνούς. Απεγνωσμένα κρατιόμουν από της νύχτας τα γερασμένα μαστάρια με κερί στ’ αυτιά για να μην ακούω τις σάλπιγγες πολέμου που ερχόταν από μακριά. Εκεί στις ματωμένες αρένες που η μοίρα γυμνόστηθη περπατά με τον διάβολο στα αιμόφυρτα λαγόνια της καρφωμένο. Αλλά θα μπορούσα τα πρωινά να φορώ ενα μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι και να βγαίνω βόλτα στους δρόμους παρέα με κείνο το πουλί που ξέμεινε απο νεκρούς και κούρνιασε κάτω απο την ιδρωμένη μασχάλη μου. - σας ακούω που αναρωτιέστε πως είναι δυνατό κάποιος να χάνει τους νεκρούς του αλλά δεν είμαι η αρμόδια να σας απαντήσω , εγώ τους έφαγα σιγά – σιγά και τώρα εντός μου χορτασμένοι αναπαύονται, θα πρέπει λοιπόν να απευθυνθείτε στο πλησιέστερο δημαρχείο πεθαμένων ‘Οχι για να καλύψω τη τρέλα ,που σαφώς μου τη μετέδωσε το αναθεματισμένο πουλί και δεν δικαιολογούμαι τώρα για την ασθένεια των πτηνών παρά μόνο για τη δική μου, αλλά για να μπορώ να αγγίξω το κούτελο χωρίς να το λερώσω με τις σκέψεις που φτύνουν ασύστολα τα δάχτυλα , και καθώς θα περπατούσα στην λεωφόρο των ζωντανών θα κρυβα την ανάσα τους κάτω από το μαύρο τσεμπέρι και θ’ άφηνα την κουκουβάγια μου να τιτιβίζει σαν αηδόνι χαρούμενο για την συγκομιδή. Με τις διαθήκες μου ανέπαφες, ανέγγιχτες από το αίμα που θα κυλούσε από τον ετοιμοθάνατο διάβολο στην καμπούρα της κουκουβάγιας, ξένοιαστη θα γελούσα. Χωρίς ντροπή για την ζωντανή γυναίκα που θα κατρακυλούσε από τα μάτια μου, θα έσκιζα στα δύο την κοιλιά μου και στους μακάριους θεούς όλους τους νεκρούς θα σκόρπιζα.

16 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

Ο Βασιλιάς του Ψεύδους Θα ήθελα μια φορά να είμαι ειλικρινής απέναντι σας γι αυτό, σας παρακαλώ , οσο σας μιλώ τα χέρια μην κοιτάτε. Εκεί είναι τα ψέματα κρυμμένα. Ανάμεσα στην παλάμη και στα δάχτυλα μικρές δηλητηριώδεις έχιδνες. Τυλιγμένος γύρω απο τον καρπό ο βασιλιάς του ψεύδους προσπαθεί να χορτάσει την πείνα του με λέξεις που σέρνονται από ξεκλείδωτα χείλη. Και το μολύβι που οι ρώγες με θέρμη κρατούν νεκρές προτάσεις, με ζωή αρωματισμένες, στάζουν επίτηδες για να σας παραπλανήσουν. (σαν τ’άκοπα τσαμπιά της υποκρισίας) Γι’αυτό σας λέω, όσο σας μιλώ στα μάτια να με κοιτάτε. Εκεί θα βρεθούμε όλοι μαζί απαλλαγμένοι απο λόγια περιττά. Παρέα θα γλεντήσουμε στα συντρίμια της φρικτής αλήθειας. Ω Θεέ μου, πόσο δίκαιος φάνηκες στο ζωικό βασίλειο. Τους αφαίρεσες την ικανότητα γραφής.

Στα μποντουάρ των λωτοφάγων Μέσα στα μποντουάρ της ομοιοκαταληξίας και στις βραχνιασμένες αιτίες ειδα-ν-οικών απ-αγορεύσεων, όλοι οι δρόμοι στα μάτια του χυμένοι. Με δελεάζει η νωχελικότητα μοιραίας σύμπτωσης. Μου θυμίζει την Μυρτώ που χόρευε ντυμένη μέσα σε πλήθος γυμνό από αγώνες. Χαρτοσημασμένα μέτωπα ενάντια στην πυρακτωμένη ένσταση της λήθης της. Πόσες εξώπορτες μπορεί το πρόσωπο να φορτωθεί όταν οι κύκλωπες τον αλιθωρισμό τους ρίχνουν στην ιδρωμένη πίστα όπου οι γλάροι παραμονεύουν ν’ αρτηθούν κάποιας λανθασμένης αλλά πάντα ελεγχόμενης εγκυμοσύνης. Διάδοχοι του ανατοκισμού στα τσιφτετέλια της απόγνωσης. Αλλά είναι αυτός ο άνδρας που μυρίζει τα μαλλιά μου και αποβάλει τα καταναγκαστικά έργα φυματικής χορογραφίας. Επωάζει έρωτα καταμεσής της υπεροψίας ψεύτικων οδοντοστοιχιών. Βάζει σε πειρασμό τους απενεργοποιημένους αδένες της γυναικείας μου κοιλότητας και ολόκληρη με ανασαίνει. Χωρίς καμιά απόδειξη, αγάπη με ενοχοποιεί, με θράσος, μέσα στα μποντουάρ των λωτοφάγων ευνούχων. 17 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

Ανεπιθύμητη Πτέρνα Όσο και να σκαλίζεις τρυφερά και να φυλάς ή να φιλάς το αγκάθι που στην φτέρνα σου μ' αγάπη έχει σφηνωθεί ποτέ δεν θα απαλλαχθείς από τον πόνο εάν δεν το ξεριζώσεις με δάχτυλα στερημένα από νύχια εκτός και αν είσαι οπαδός της ελεγχόμενης οδύνης - γιατί τι στην ευχή είναι η φτέρνα αν όχι κάτι μικρό και ανούσιο στο σώμα καλά καλά μην κουνάτε το κεφάλι, σκληρό και γεμάτο σκλήθρες κομμάτι μας είναι. Σιγά μην λυπηθώ να κόψω τον ομφάλιο λώρο με δαύτο. Στα νιάτα μου ψαλίδισα πολλά και τώρα που γερνώ θα φοβηθώ; Τις δικαιολογίες τις αφήνω στους έχοντες ανάγκη για το πως θα περπατάμε χωρίς πτέρνες. Σιγά μην γίνω και Αχιλλέας, δεν μου φτάνουν τόσα προβλήματα θα έχω και κρίση ταυτότητας φύλου τώρα! Περάσανε οι καιροί που ήρωες τραγικοί σώζανε το σώμα κρατώντας αμελητέες σάρκας αιτιολογίες. Άντε τώρα μην αρχίσω να σαρκάζω και ξεστομίσω ανέμελα και ανεύθυνα - όπως στην φύση μου είναι αυτό που τρως αυτό είσαι ή το άλλο ωραίο, ό,τι ξερνάς είναι αυτό που ήθελες αλλά είχες μικρό στομάχι. Έχετε χάρη που έχω γλώσσα και δάκτυλα που καμιά φορά μπαίνουν στην ναφθαλίνη. Όχι ότι φοβάμαι τους σκώρους αυτούς καθαυτούς αλλά η οσμή τους με σκοτώνει Υποκλίνομαι στην στερητική της τόλμης και σεμνά θα την ακολουθήσω στο διαμέρισμα του Χ ορόφου όπου με περιμένει να απολαύσω άνευ άκρων των άκρων επώδυνη μα τόσο επιθυμητή συνουσία Σε σας η ανεπιθύμητη φτέρνα κληρονομιά μου

18 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

Ημερολόγιο δωματίου ημέρα 409η Το δωμάτιο ξεχειλώνει την ώρα που σκαλίζεις στο ξύλο του κρεβατιού «ημέρα 409η». Τότε μετράς 30 ευτυχισμένα βήματα από το προσκέφαλο μέχρι την μπαλκονόπορτα. Τίποτα δεν πετάς. Ακόμα και το μαξιλάρι είναι μια απόσταση. Ανοίγεις με φόβο τις κουρτίνες, μη τυχόν αντικρύσεις,πάλι, γυμνό δεσμοφύλακα. Χαμογελάς στην ανατολή και τραβάς μια γερή τζούρα ξημερώματος στα πνευμόνια σου. Στο βάθος μια γάτα κρύβεται στο πυκνό χορτάρι. Παίζει για λίγο με τα έντομα της χαραυγής κάνοντας την ανήξερη αλλά στην πραγματικότητα παραφυλά. Ανύποπτη καρακάξα λίγο πιο πέρα τσιμπολογάει ξένοιαστα. Η ουρά της μακριά, βαμμένη μαύρη για το πένθος των ανθρώπων αλλά με το πέρασμα των αιώνων ανθολόγησε οδύνη θάλασσας και δάσους, κουρασμένος πλοηγός. Ανήμπορη παρακολουθείς την θανάσιμη επίθεση της ακούραστης κυνηγού. Το λάθος είναι ότι αρνείσαι την εμπειρία στην όραση και σκύβεις το βλέμμα στον καρπό σου. Σε πονάει το βραχιόλι στο αριστερό σου χέρι. Απορημένη το κοιτάς φέρνοντάς το πιο κοντά για να διαβάσεις την λέξη που έχει στο ασημένιο σώμα του χαραγμένη. Ripetizione. Μέχρι τότε έχεις χάσει πολύτιμο χρόνο. Λαμπαδηφόροι κλητήρες εμφανίζονται από το πουθενά και χτίζουν το μοναδικό σου άνοιγμα Εσύ, δακρυσμένη, φοράς την πορφυρή σου εσθήτα και περιμένεις. Τι φορτίο κι αυτό για ένα δωμάτιο μικρό. Κάθε φορά που εσύ πλένεις τα μάτια του πόντιου πιλάτου να γίνεται ο ένστολος τιμωρός σου. Το πάτωμα γίνεται σαθρό καθώς 409 ρωγμές, συντονισμένη χορωδία, εμφανίζονται στους τοίχους. Από μέσα τους, πράσινο έλος χύνεται ακαταπαύστα . Κινούμενη άμμος καλύπτει σιγά σιγά τον χώρο και εσύ όλο βυθίζεσαι μέσα της. Απεγνωσμένη κουνάς χέρια και πόδια αλλά ξεχνάς πως μόνο η ακινησία βοηθά να επιπλέεις στης χολής τον βούρκο. Μέχρι που καλύπτει το στόμα σου και καταπίνεις ό,τι νεκρό σου προσφέρεται άφθονα. Γεμίζουν λάσπη τα ρουθούνια. Τι θρήνος κι αυτός. Να σε θάβουν ζωντανή σε ένα χαιρέκακο δωμάτιο. Τα μάτια, παραιτημένοι διαιτητές, μένουν ορθάνοιχτα στον πνιγμό. Ξυπνάς ιδρωμένη. Τα μαλλιά σου κολλάνε στο μέτωπο και μια ύποπτη μυρωδιά βγαίνει από το κορμί σου. Το στόμα σου στεγνό από τα πεθαμένα που το τάιζαν τα όνειρα. Ανασηκώνεσαι και κοιτάς το ξύλο του κρεβατιού. 408 ημέρες, λες δυνατά. Μετά σκύβεις, παίρνεις το σουγιαδάκι που έχει όλη την κατανόηση στην μικρή λάμα του γραμμένη και χαράζεις φωναχτά «Ημέρα 409η» Ποτέ δεν κοιτάς τον καρπό σου...

19 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

Αλιγάτορας Πόλη Κάποια στιγμή πρέπει να βγείς από εκείνο το δωμάτιο που μακραίνει τις ώρες και λιγοστεύει τις πιθανότητες. Κι ας είναι βροχερή η νύχτα. Φοράς το αδιάβροχό σου, ανοίγεις την πόρτα και λίγο πριν την κλείσεις ακούς το τρίξιμο του σπιτιού, υπόκωφη διαμαρτυρία για την διαφυγή σου. Βάζεις την κουκούλα, αγνοείς το κροκοδείλιο κλάμα και αρχίζεις να περπατάς στην μουσκεμένη λεωφόρο. Είναι Μάρτιος και εσύ αναρωτιέσαι γιατί. Όμως γνωρίζεις πως οι απορίες σου είναι που σε οδηγούν στην φυγή. Οι απαντήσεις θ’ αλλάζουν σχήμα καθώς τα πόδια σου θα γευματίζουν χιλιόμετρα Τα καταστήματα είναι κλειστά και οι κούκλες στην βιτρίνα θυμίζουν τους ανθρώπους που συναντάς στο μετρό τα πρωινά όταν πας στην δουλειά σου. Ανέκφραστοι ζωγραφίζουν ασπρόμαυρες διαδρομές με τα χέρια στις τσέπες κρυμμένα. Μόνο αυτά ιδρώνουν. Και καθώς οι πόρτες ανοιγοκλείνουν κάποιοι ξεχνούν να κατεβούν απορροφημένοι από την μοναδική δροσιά των χεριών τους. Τι κι αν βρέχει λοιπόν στην πόλη που αποξηραίνει τις ψυχές... Σηκώνεις το βλέμμα ψηλά αλλά σήμερα ο ουρανός μάζεψε μακριά από τα μάτια σου τ’ αστέρια. Ανασηκώνεις τους ώμους, εξάλλου γνωρίζεις ότι τίποτα δεν μένει για πολύ καιρό κρυφό από αυτόν που θέλει να δει. Φτάνεις στην στάση του λεωφορείου. Ένας μελαμψός μετανάστης κάθεται στο παγκάκι γεμίζοντας τα πνευμόνια του με την νικοτίνη φτηνού τσιγάρου. Ό,τι εκπνέει mayday μοναξιάς θυμίζει. Δεν σε κοιτά παρόλο που το σώμα του σφίγγεται όταν ακούει τα βήματά μου. Ο φόβος σε αυτήν την πόλη είναι ο μόνος τελικά που ποτέ δεν νιώθει την ερημιά. Τον προσπερνάς και θέλεις απεγνωσμένα να τον ρωτήσεις αλλά εσύ τον φόβο τον φοράς στον λάρυγγα Έμαθες να μην τον αφήνεις να φτάνει τα μάτια γιατί πάντα υπάρχουν γωνίες σκοτεινές. Και ξέρεις καλά τι παραμονεύει εκεί Οι ενοχές σου ... Προσπαθείς να να μετρήσεις τις βρώμικες, γκρίζες πλάκες αλλά την ζυγαριά την πέταξες στην τελευταία απόπειρά σου να ζυγίσεις την αγάπη. Ποτέ δεν είχε το βάρος που ήθελες. Λειψή έβγαινε και ήξερες ότι πάλι σε είχαν κλέψει. Ανεβαίνεις την Πανεπιστήμιου ανάποδα έτσι για να πεις και συ ότι έκανες την κόντρα σου. Να αισθανθείς παράνομη ανάμεσα στους νόμιμα πολιορκημένους. Κοντοστέκεσαι στην πλατεία Συντάγματος. Λίγο πιο κάτω ένας κλοσάρ με μακρύ μαύρο παλτό κρατά ένα κουδούνι στο χέρι του και κάθε λίγο το χτυπάει φωνάζοντας «Ένα διάλλειμα θέλω. Μια μικρή ανάπαυλα στην πλατεία σας. Τι ζητώ; Λίγες μέρες αργίας από την παρουσία σας» Λίγο πιο πέρα μια γριά μαζεύει άδεια μπουκάλια και κουτάκια από μπύρες. Πότε πότε βρίσκει κάποιο μισογεμάτο, το φέρνει στο στόμα της και πίνει άπληστα αφήνοντας το ποτό να κατρακυλήσει στο πηγούνι της. Σε βλέπει που την κοιτάς και σου χαμογελάει φανερώνοντας το φαφούτικο στόμα της. «Μην με βλέπεις έτσι. Κάποτε είχα δόντια. Αλλά βλέπεις εγώ δεν είχα καν την τόλμη να ζητήσω ένα διάλλειμα όπως εκείνος ο ξεμωραμένος γέρος. Λες και έχει αργίες η ζωή...χα! θα σου πω εγώ τι έχει η ζωή. Σκουπίδια, σκουπίδια και αλκοόλ για να ξεχνάς την γεύση των απορριμάτων. Το ρολόι χτυπά πάντα μεσάνυχτα και εσύ δεν πρόλαβες ποτέ να παίξεις άλλον ρόλο από αυτόν της σταχτοπούτας. Κι εσύ κλαίς , κλαίς και λες με παράπονο. Μαμά γερνάω. Γερνάω και δεν σε βλέπω. Γέμισαν τα μάτια στάχτες κι εσύ είσαι χρόνια ξενιτεμένη. Μου έλειψε το χειροκρότημά σου και δεν μπορώ σε άδεια πλατεία να υποκλίνομαι» 20 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

Ξαφνικά νιώθεις την απουσία του παρόλο που έχεις ορκιστεί να μην τον σκέφτεσαι. Τι γίνεται όταν τις νύχτες δεν μπορείς να σταματήσεις ; τον είχες ρωτήσει σκουπίζοντας ματωμένες παλάμες στο ξεβαμμένο τζήν. Κανείς δεν πρόκειται αύριο να το βρεί. Θα είναι το τιμητικό δείπνο της φωτιάς που αναμμένη μέρα βράδυ στο ταβάνι σου ζει. Όπως ο θάνατος, σου είχε πει αφηρημένος,...όταν δεν σταματάς εσύ, βρίσκει την στάση που κατεβαίνεις. Θανατηφόρο G.P.S, κάγχασε. «Είναι αυτή η πόλη που αλλάζει πρόσωπο, σαν εξελισσόμενο είδος. Άλλo ένα κομμάτι στην αλυσίδα μεταλλαγμένου D.N.A ανθρώπων. Και τα βράδια είναι που μεταμφιέζονται οι γωνίες και οι δρόμοι. Ο φόβος που ποτέ εσένα δεν απασχολούσε ξάφνου καλύτερος φίλος σου διαφημίζεται. Κλείνεις το τηλέφωνο όμως εκείνο συνεχίζει να χτυπά. Μπορείς τα πάντα να αρνηθείς, αλλά τι θα κάνεις με τις αναπάντητες κλήσεις; Και ξαφνικά δεν είσαι εσύ, όχι δεν είσαι. Είσαι αυτός που έχεις το σώμα, τις ανάσες, τις μνήμες αλλά δεν είσαι ... Ονειρεύεσαι την πόλη που δεν χρειάζεται τα βράδια για να κρύβεται. Εκείνη την πόλη που δεν έχει ανάγκη να ξεχειλώνει τις απαιτήσεις των άλλων για να χωράει το μικρό, τρυφερό Εγώ της.» Όμως εκείνος συνέχισε να στρώνει τις σανίδες στο μυστικό, ασήμαντο έγκλημά σας χωρίς να απαντά. «Τελικά τι γίνεται όταν δεν μπορείς να αναβάλεις το σκοτάδι;» απόσωσες κοιτώντας τις γάμπες της νεκρής πουτάνας που ξεπρόβαλλαν από την πόρτα του σκοτεινού μπάνιου. Η φωνή του αντήχησε απόμακρη ανάμεσα στα γυμνά της μπούτια , έφταιγε η βαθιά τζούρα ηδονής νεκρού στα πνευμόνια του «well, baby, eventually you get used to it ...» Τότε σε πλησιάζει ο αστυφύλακας που βαριεστημένος παρακολουθεί την μυστική σου συνομιλία. «Κυρία μου η ώρα είναι περασμένη γιατί δεν πάτε σπίτι σας; Είμαι σίγουρος πως θα ανησυχούν για εσάς. Εδώ δεν θα βρείτε κανέναν φίλο ούτε στο μπαράκι εκεί απέναντι που κοιτάτε. Εκεί συχνάζουν ύποπτα άτομα. Ξέρετε από εκείνα που δεν έχουν αποφασίσει ποιοί είναι» σου λέει εμπιστευτικά βρωμάει η ανάσα του από την ανία της εξουσίας. Θες τόσο πολύ τώρα πια να μπείς σ’ εκείνο τον ύποπτο χώρο να ανταμώσεις αυτούς που παραδέχονται. Αλλά αυτός σε πιάνει από το μπράτσο και σε καθοδηγεί στην πιάτσα των ταξί. «Εδώ κυρία μου μόνο γιαπιά ανθρώπους θα συναντήσετε που ακόμα πιστεύουν πως έχουν δικαίωμα. Πιστέψτε με κυρία είναι για το καλό σας ...» Στο πίσω κάθισμα του κίτρινου ταξί στάζεις διαμαρτυρία αλλά έχεις μάθει να υπακούς. Αφήνεις τον ταξιτζή να αδειάζει λέξεις για να γεμίζει η σιωπή. Τόση ώρα η βροχή είχε σταματήσει τα δάκρυά σου αλλά τώρα κυλούνε αναρχικά και άφοβα. Ίσως είναι το μόνο που σου έχει απομείνει ελεύθερο. Κάπου κοντά στο Χίλτον σταμάτατε στα φανάρια. Τότε έρχεται δίπλα σου, σε κοιτά και σου χαμογελάει. Δεν προλαβαίνεις να πεις κάτι αλλά βλέπεις τα φώτα του από το καθρεφτάκι. Γυρνάς το κεφάλι για να τον δεις καλά. Είναι 4 το πρωί και εσύ θυμάσαι ότι σήμερα γιορτάζει. Κατεβαίνεις από το ταξί και όταν τα βρεγμένα μάτια του ανταμώνουν τα δικά σου λες «χρόνια πολλά» και απομακρύνεσαι έστω και για λίγο από τα θανάσιμα σαγόνια του αλιγάτορα κρατώντας σφιχτά το χέρι του. 21 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

Ο Μπλάυθ και το άφτερο ασανσέρ Πόσο Πάχυνες Κόσμε με όλα αυτά τ' άφτερα στην κοιλιά σου ασανσέρ, όμορφα χωνεμένα... Ο Μπλάυθ δούλευε υπάλληλος στο λογιστήριο απέναντι στο δρόμο όπου καμιά φορά – περισσότερο τα βράδια – γευμάτιζαν οι πόρνες φθόνο με τους συμβολαιογράφους που κατέγραφαν πιο πολύ τις αιτήσεις παρά τα συμπεράσματα. Εκείνα έρχονταν αργότερα, με τον Ερμή που ενώ μεν είχε κομμένα τα φτερά του είχε καταφέρει μετά από αιματηρές διαπραγματεύσεις σάρκας, να έχει, τουλάχιστον ένα ασανσέρ που μπορούσε σερφάρει πάνω κάτω από τον 1ο στον 7ο - τα υπόγεια ανήκουν στον ακατανόμαστο - χωρίς να σπαταλήσει ούτε μια ικεσία. Μετρημένες οι μέρες των έκπτωτων θεών. Τσιγκουνιά ακόμα και στην χώρα των θαυμάτων , μονολογούσε γκρινιάζοντας ο κοκκινομάλλης Μπλάυθ. Αποκαμωμένος στο τέλος της νύχτας, πηδούσε μέσα από την τζαμαρία φορώντας τα μαύρα χέρια του έως τις άκριες των ματιών του και σκόρπιζε τις πόρνες που έτρεχαν τρομαγμένες να κρυφτούν στα κατουρημένα σώβρακα των καθυστερημένων εντελοδόχων μιας μοίρας που ποτέ δεν σταματά. Ανάθεμά σε, καταραμένη φώναζε στεκούμενος στην μέση μιας άδειας από παρακάμψεις λεωφόρου. Μετά σκαρφάλωνε με χάρη στον σβησμένο φανοστάστη, άναβε τα μαλλιά του φλόγα φαρμακερή και την γροθιά ύψωνε μέχρι τον 7ο ουρανό. Κάποια μέρα, φώναζε, αχ κάποια μέρα θα φτάσω στο συμπέρασμα χωρίς να χρειαστώ άδεια θαυμάτων ούτε καν τα άκρα ενός πόρνου θεού δεν θα χρειαστεί να φιλήσω. Ω ναι κάποια στιγμή θα φτύσω το αποτέλεσμα των άφτερων ανελκυστήρων και θα ρίξω τον ύψιστο όροφό τους στην άβυσσο που – το ξέρετε όπως και εγώ – είναι τυφλή. Και ποτέ δεν σου αντιγυρίζει την ματιά. Απλά στην αιωνιότητά της σε καταβροχθίζει.... Και, τότε θα δείτε, πως τίποτα δεν είχε σημασία παρά μόνο το ένα δευτερόλεπτο που η υδρόγειος της θλίψης μου είχε σταματήσει να στριφογυρίζει ίσα ίσα για να απολαύσει το δάκρυ της πεσμένο στο εξωλογιστικό στραβό μου στόμα .

22 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

Αστικές Ακρίδες Κι έτσι ένα μεσημεράκι καθώς περνάς την Καλιρρόης στέκεσαι στο φανάρι και κοιτάς ευθεία μπροστά. Σε φοβίζει να αλλάζεις πορεία στο βλέμμα. Εξάντλησες όλη την όραση κοιτώντας προς τα πάνω. Μόνο η σκέψη σου περιπλανιέται χωρίς να την τιθασσεύεις. Πηγαίνεις ή επιστρέφεις από τον εραστή που σβήνει τις ώρες αλλά έτσι και αλλιώς εσένα σου απομένουν οι μέρες. Όταν πηγαίνεις, το μυαλό σου ένα λευκό δωμάτιο. Όταν γυρίζεις γεμίζει πάλι με την μόλυνση των δρόμων. Σου αρέσει ο αυτισμός που ζείτε μαζί. Σε διάλλειμα οι σκιές του, σε παύση οι συμβιβασμοί σου. Η γυναίκα, που είναι στον ώμο σου καθισμένη, πετροβολά με μανία κάθε προσπάθεια ανέγερσης του ναού. Της αρέσει να κατεδαφίζει όλα τα τέμπλα ανάμεσα στα σκοινιά που κρέμονται ελκυστικά από το ταβάνι. Τότε είναι που ξεχνάει το όνομα του θηρίου. Γίνεται η άλλη Ελένη. Όμως εσύ είσαι που την εμποδίζεις πολλές φορές. Λίγο η υγρασία, λίγο η τεμπελιά να σηκωθείς από την νυσταγμένη ζωή , σε κάνει να αργοπορείς στα ραντεβού με τις άσπρες στιγμές. Είναι δύσκολη υπόθεση να ξεντύνεσαι τα πέτρινα πρωινά ,άσε που οι γύρω σου σε χλευάζουν αν ανάποδα τα φορέσεις πάλι. Και είναι και αυτή η μοναξιά που σε κρατά σφιχτά από την μέση και σου ψιθυρίζει τρυφερά «Μείνε μαζί μου στην οδό μελαγχολίας. Δεν χρειαζόμαστε αριθμό στο οικοδομικό τετράγωνο της μονοτονίας.» Αλλά εκείνος ευθύνεται που βάζει στην άκρη το φρενάρισμα. Πάντα βρίσκει τρόπο ν’ αφήνει ένα μήνυμα διαρκείας και να σε οδηγεί στην ανταρσία της ισημερίας. Πιάνεις το τιμόνι σφιχτά και του μιλάς σαν να κάθεται δίπλα σου. Του λες «Είναι η ανάληψη πενιχρών καταθέσεων που οδηγεί την βύθιση διαδρομών και η λαχτάρα να ξοδέψεις παραπάνω. Πάντα να δίνεις περισσότερα γκάζια απ’ αυτά που αντέχει η κακοστρωμένη άσφαλτος και ανάθεμα τις συνέπειες που αφήνουν μια γεύση σβησμένων ευχολογίων στον ουρανίσκο. Οι ακρίδες που ήρθαν μετανάστες και πήραν πράσινη κάρτα για τα τσιμεντένια φαγοπότια, All you can eat μαγειρείο η πόλη. Αυτές είναι το πρόβλημα. Δεν καταλαβαίνουν πως δεν έμεινε τίποτα για να φαγωθεί και όμως επιμένουν να τρώνε ακόμα και το ανύπαρκτο ...» Και εκείνος σου απαντά «υπάρχουν εκατομμύρια λόγοι για να πεθάνεις ή για ζήσεις» Ξέρεις ότι δεν το εννοεί. Τουλάχιστον όχι το δεύτερο μέρος. Γιατί γνωρίζεις πως ένας είναι ο λόγος για να ζήσεις έστω και στην ασφυκτική, γεμάτη αδηφάγα έντομα, απαλλοτριωμένη ψυχή της πόλης.

23 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

O Δαυίδ με την ροζ κορδέλλα Προσπαθείς τόσο σκληρά να κρατήσεις τις ισορροπίες. Μου θυμίζεις την πέμπτη εποχή που ενωμένες κρατά τις υπόλοιπες 4. Μπορεί να δακρύζεις, μπορεί να ματώνεις. Να μένεις απένταρη από συναλλαγές και αισθήματα. Είσαι του Τειρεσία η αγαπημένη. Των Atm η καταζητούμενη. Ξεμένεις από χορηγούς και υποστηρικτές. Ο Ζορό της χρεωκοπίας με κόκκινο στα χείλη κραγιόν, και ας σε παραμονεύουν οι ρωμαίοι φρουροί του Ιησού στο επόμενο σταυροδρόμοι. Αλλά εσύ αμετανόητη θαυμάστρια της Ιοκάστης.Ο Ρομπέν σου στέλνει την αγάπη του αλλά μόλις νομιμοποιήθηκε και με θλίψη σου αναγγέλει πως η Μοργκάνα αυτοκτόνησε στ’ απόκρυφα χείλη σου. Όλοι οι χρησμοί θαμμένοι κάτω από τα ερείπια αρχαίου μαντείου. Μπορεί να έμεινες ορφανή από προφητείες και πιθανότητα ξεγελάστηκες από υποσχόμενους γυρισμούς. Αλλά δεν έχεις επιλογή. Είσαι ο γόρδιος δεσμός των καιρών. Γεννήθηκες με το σύνδρομο του Δαυίδ. Μόνο που εσύ φοράς ροζ κορδέλα στα μαλλιά . Οι πέτρες σου παρασύρθηκαν με τον πρώτο κατακλυσμό και τελικά έμαθες να παίζεις ανταρτοπόλεμο για να σε παίρνουν στα σοβαρά. Τα απογεύματα είναι που σε πιάνει πυρετός. Τώρα που έχουν αρχίσει τα βράδια να μικραίνουν και η ηχώ ζητάει επίμονα ακρόαση. Η ώρα σκοτώνει τον χρόνο ασυναίσθητα αλλά είναι αθώα γιατί ποτέ δεν φονεύει. Βαδίζεις γρήγορα με το σκοτάδι στο κατόπι σου. Τα πρωινά σου είναι μισθωμένα από την ανάγκη, οι νύχτες δανείζονται στον ύπνο και έτσι μόνο τα απογεύματα έχεις την ελευθερία να νιώθεις άρρωστη. Από τις 5 μέχρι τις 8 κατασκευάζεις ασθένειες, ελπίζοντας ότι κάποια από αυτές θα σε σκοτώσει μέχρι το επόμενο απόγευμα. Αν πάλι όχι, συνεχίζεις μέχρι ο επόμενος χειμώνας να σε ξυπνήσει από την ανοιξιάτικη νάρκη, να δακρύζεις πάλι νιφάδες παραίτησης. Και να τεντώνεις την σφενδόνα σου, ανήμπορη, ενάντια στον χρόνο Γολιάθ. Κάποιες φορές είσαι εκείνη η γυναίκα που σηκώνεται μόνη στις 6 το πρωί . Μόνη πήγες στο κρεβάτι ακόμα πιο ελάχιστη ξύπνησες. Το στόμα σου είναι στιφό από το φτηνό κρασί και τα τσιγάρα. «το γλέντησες πάλι χθες ε;». Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη. Καρτερικότητα στα βραδιασμένα μάτια σου. Αυτό έχει απομείνει. Αυτό και ,10 κιλά παραπάνω για να επιβεβαιώνουν την χαμηλή τιμή στο παζάρι. Α ναι! Και οι άσπρες τρίχες που βιάζεσαι να καλύψεις. Πότε στο κομμωτήριο όταν περισσεύει από τα 800 ευρώ κανένα τσαλακωμένο 50ρικο ή στο σπίτι με τα γάντια χειρούργου να μεταγγίζεις χημικό χρώμα στο αναπόφευκτο γκρίζο. Σε κάθε τσέπη και ένας λογαριασμός , σε κάθε επείγον περιστατικό και μια απόδειξη πληρωμής. Και βλέπεις όλους τους πολυάσχολους ανθρώπους με το Bluetooth στο αυτί και αισθάνεσαι ντροπή. Ανεπίδεκτη στα οικονομικά αλλά πάντα ήσουν αστέρι στο ξόδεμα. Σπάταλη ακόμα και εκεί που δεν άντεχες. Εχθές είχε βρεθεί με τις φίλες σου. Στην ίδια ταχύτητα με σένα ζούνε κι αυτές. Καμία σχέση με το sex and the city. Έχετε όλες καβαντζάρει τα δεύτερα – άντα, (έτσι το λένε για να μην προσβάλλονται τα νεανικά αυτιά της κοινωνίας που ζεις) οι μισές από σας είστε χωρισμένες και οι υπόλοιπες απλά μακιγιάρετε νεκρούς με τα κραγιόνια ζωντανών. Η μία είναι μεταφράστρια η άλλη είναι δημόσιος υπάλληλος η άλλη δικηγόρος η τέταρτη χαριτολογώντας 24 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

λέει πως είναι ο συνδετήρας μιας εταιρείας. (Βλέπε office assistance). Και εσύ; Άσε εσύ είσαι από άλλο ανέκδοτο αλλά με την ίδια κατάληξη και από ότι έχεις καταλάβει τον ίδιο χρεωκοπημένο σπόνσορα είχατε όλες. Κακοπληρωμένες, παχουλές, μεσήλικες γυναίκες που επιβιώνουν στην πόλη που έχει περισσότερους πλαστικούς χειρούργους απ΄ότι της αναλογούν. Αλλά κάποιες φορές αφήνεστε στο glamorous του σήριαλ. Κι ας μην έχετε τσάντα berberis. Και οι fake καλές είναι. Συναντιέστε κρυφά απ΄ολους στον πεζόδρομο της πλατείας Κοραή. Σ ένα από αυτά τα σικ καφέ ρέστοραν με το μακιγιάζ ανανεωμένο και το ντύσιμο αν και όχι ακριβό τουλάχιστον δεν φαίνεται φτηνό. Έχεις κάνει μάλιστα και μια αταξία. Κάτι που θα σου κοστίσει όχι απλώς στέρηση κομμωτηρίου αλλά ίσως και παραπάνω οικονομία στην καθημερινή σου ζωή (να δω πόσες περισσότερες ελλείψεις χωράει η υπαρξή σου) Ναι ...αλλά έχεις πάρει ένα απίθανο ζευγάρι παπούτσια. 180 ευρώ παρακαλώ. Δεν αντέχεις, τα δοκιμάζεις κάτω από το τραπέζι και λες χασκογελώντας «Συγνώμη αλλά τα πόδια μου μόλις είχαν το καταπληκτικότερο σεξ και χωρίς να κινδυνεύουν μετάδοση νόσου αργού θανάτου » Κοιτάς τα πρόσωπά τους και σου θυμίζουν κλειστές πόρτες. Είσαι σ’ ένα δωμάτιο που δεν έχει τοίχους παρά μόνο πόρτες. Στις κλειδαρότρυπες τα δάκτυλα των φίλων σου σηκωμένα στο σήμα της νίκης αλλά το υπόλοιπο σώμα τους στο κρεβάτι του μύθου τους ξαπλωμένο. Τελικά δεν γίνεσαι το παραμύθι που γεννήθηκες αλλά εκείνο που επέλεξες να γίνεις. Γιατί όλα – μα όλα είναι επιλογή μας. Έτσι δεν είναι; Μην ξεχάσεις να ντυθείς στρατηγική νυκτός. Στην εταζέρα τα μπουκαλάκια με τις πολύχρωμες χημικές πεταλούδες στην σειρά. Κατασκευασμένοι στρατιώτες μου, στοιχηθείτε κατ’ ύψος, μέγεθος καταστροφής και πλάτος λύτρωσης. Δεν σου αρέσουν τα ατυχήματα εκ περιστροφής και εθελοντικού σχεδιασμού τρίτων. Μοιάζει λίγο με την πισίνα του δήμου σου. Δέκα ευρώ το μήνα και κολυμπάς ελεύθερα μαζί με όλες τις επικυρώσεις θηλυκών γεννήσεων. Παρακάμπτεις αυτές που εκτελούν μακροβούτια όταν εσύ νωχελικά κάνεις ύπτιο στο χλιαρό νερό της ομοιότητας. Βέβαια κάποιες φορές δεν αντιστέκεσαι. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και κάθεσαι στον πάτο της κρατώντας αγκαλιά μια αρμαθιά κλειδιά. Εξισορροπείς την βύθιση. Στέκεσαι σε μια από τις 4 γωνίες – είσαι η έξτρα που απέρριψε η αρχιτέκτων κοινωνία λόγω ανεπαρκούς διάγνωσης της αντοχής των υλικών σου και ελεύθερα ανασαίνεις το χλώριο που τόσο φτηνά νοικιάζεις τον μήνα. Έτσι είναι…Ο αργός θάνατος είναι πάντα επί πιστώσει

25 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

Οδύσσεια Απόπειρα Αυτοκτονίας Λένε πως μπορεί να πάρει μια ολόκληρη ζωή για να βρεις τις απαντήσεις. Το κακό είναι πως ποτέ δεν τις θέλησες γιατί είτε δεν ήταν αυτές που ποθούσες είτε ήταν τόσες πολλές που παραμόρφωσαν την αλήθεια. Υποψιάζεσαι ότι το πιο απλό συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις παρά μόνο μία η οποία αλλάζει τοποθεσία καθώς και εσύ μετακινείς τις ελπίδες σου από πλευρά σε πλευρά. Μέχρι που στο τέλος ξεμένεις από δικαιολογίες και από μεταναστεύσεις. Για σένα ο Οδυσσέας πέθανε νέος σε κάποιο αιγαιοπελαγίτικο νησί, αποχαυνωμένος από τους αποχαιρετισμούς. Μπουχτισμένος από τα υπεράνω πάσης υποψίας ταξίδια, αφέθηκε στον γερασμένο βραχότοπο. Άνοιξε ένα καφενείο και υποδεχόταν τους ναυτικούς με μια λευκή ποδιά περασμένη γύρω από την χοντρή κοιλιά του. Αυτοί του έλεγαν τις περιπέτειές τους στην άπονη ξενητειά και εκείνος τους τρατάριζε ψεύτικους αναστεναγμούς νοσταλγίας. Μετά φώναζε την Σάχρα, την ανατολίτισσα ερωμένη του.Αυτή ανέβαινε ξυπόλητη πάνω στο τραπέζι και αμίλητη τους δίδασκε χίλιες και μία νύκτες. Όταν όμως πέθανε άφησε ρητή εντολή να μην θάψουν ούτε να κάψουν το σώμα του. Παρά μόνο να το σύρουν μέχρι την πιο απόμακρη ακτή και να αφήσουν τα γλαροπούλια να τραφούν από την χαλαρή σιτεμένη σάρκα του. Ενώ ένας ξεπεσμένος σαμάνος κρατούσε τα πνεύματα της στεριάς μακριά από τα απομεινάρια του. Στο τέλος ακόμα και ο χοντρός Οδυσσέας βρήκε τον τρόπο να ταξιδεύσει αμέριμνος. Τον είχες συναντήσει κάποια στιγμή στο θεωρείο της λυρικής σκηνής. Τότε ήταν νέος και έκλαιγε ακόμα και με έναν επι σκηνής θάνατο. Εσύ τον κοιτούσες έκπληκτη. Η ντελικάτη φύση σου, είχε δημιουργήσει ένα σκληρό κέλυφος γύρω σου και τα δάκρυα σου τα κρατούσες στην εσωτερική περίμετρο. Δεν είχες χρόνο για παράπλευρες περιουσίες ή απώλειες. Τόσα πολλά τα χρέη σου απέναντι στους διοργανωτές πορείας που έτρεχες χωρίς να φτάνεις. Ζευγάρωνες με σπηλιές και κυοφορούσες πηγάδια. Tους έλεγες τα ίδια παραμύθια που σου έλεγε και σένα η μητέρα σου. Βασικά έχεις συνειδητοποιήσει πως δεν γεννάς, απλά ένα copy – paste δοκιμασμένου προτύπου κάνεις. Δεν ήθελες αλλά ας καλά κρατεί ο κληρονομικός φόβος της αναχώρησης από τα έλη. Και κάπου βαθιά μέσα σου το ευχαριστιόσουν. Ε! Δεν θα έσπαγες εσύ τις αυταπάτες αιώνων. Ας βρεθούν άλλες που θα βγάλουν την σαλιάρα από το λαιμό τους. Εσύ την είχες όμορφα δεμένη και ταίριαζε με την αστραφτερή τιάρα σου. Σε τσιγγούνικα χρόνια εσύ ήσουν το λαμπερό παράδειγμα της οικονομίας. Γιατί ένα από τα χρέη σου ήταν και αυτό του υψηλότερου σημείου στο βάθρο. Αλήθεια τι έγινε όταν κοίταξες προς τα κάτω; Και τώρα ξεβάφεσαι στον καθρέφτη αποφεύγοντας να σε κοιτάξεις. Κατά έναν περίεργο τρόπο σου έχει καρφωθεί στο μυαλό εκείνος ο νεκρός οδυσσέας και η λύση που βρήκε. Το προσπάθησες και εσύ. Ήπιες μαζί όλους τους προδότες μνηστήρες μαζί με ένα ξεγυρισμένο ποτήρι ουίσκι. Εσωτερική μπουγάδα αλλά σε πρόδωσε το άτιμο στομάχι σου. Δεν αποτελείωσε την πλύση και εσύ έτρεχες στην τουαλέτα να ξεβράσεις την γενναία σου πράξη. Και σαν να μην έφτανε αυτό μετά είχες και μια απίστευτη πείνα. Άνοιξες το ψυγείο και έφα26 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

γες όλη σου την επιθυμία χωρίς καν να μασάς. Ξέρεις καλά πως είναι να φαγώνεσαι από τα θέλω σου χωρίς καμιά αντίσταση από μέρους σου Και έτσι όπως ήσουν στον νεροχύτη και όρθια προσπαθούσες να χορτάσεις, αισθάνθηκες την χθεσινή σάλτσα να κυλά στο σαγόνι σου. Τόσην ώρα κήδευες μέσα σου μπαγιάτικους πόθους. Αηδιασμένη πέταξες το πιάτο στον τοίχο δημιουργώντας γκράφιτι απελπισίας. Αργότερα απεγνωσμένα έψαχνες τον τρόπο να κρύψεις το αποτύπωμα ενοχής. Για φαντάσου να έρχονταν οι άλλοι και να έβλεπαν την ερασιτεχνική σου ζωγραφική. Την ώρα που έσβηνες και την παραμικρή παρουσία του σήματος κινδύνου, χτύπησε το κινητό σου. Βόγγηξες ελαφρά όταν είδες το όνομα. Όχι ότι δεν αγαπάς την Αναστασία αλλά εκείνη την στιγμή δεν ήθελες να μιλήσεις σε κανέναν. Αλλά είναι τόσο επίμονη η φίλη σου που σίγουρα δεν θα σταματούσε στην μία κλήση. Απάντησες ελαφρά λαχανιασμένη και όταν σε ρώτησε τι κάνεις είπες λίγο ειρωνικά «Δοκίμασα να κάνω γκράφιτι με κόκκινη σάλτσα στον τοίχο αλλά δεν βγήκε καλά η υπογραφή μου στο τέλος» Μικρή παύση στην άλλη γραμμή και μετά η απάντηση της φίλης σου σε έκανε να αρχίζεις να γελάς και να κλαίς μαζί. «Δεν βαριέσαι, Ελένη μου, και εγώ που την τελειοποίησα κανείς δεν την πρόσεξε. Αφού ξέρεις ότι κανείς στην ουσία δεν ενδιαφέρεται για τις δημιουργίες της Πηνελόπης όσο αυτή παραμένει στην φυματική ιθάκη» Βουρτσίζεις τα δόντια σου και στο τέλος φτάνεις στην αναπόφευκτη οδύνη της νύχτας. Σε κοιτάς. Από το μισάνοιχτο παράθυρο φτάνει η μονότονη πρόσκληση ενός μυστήριου πουλιού. Και από την κλειστή πόρτα ακούγεται το ροχαλητό του πεθαμένου ταξιδιώτη. Το κακό είναι πως όταν πέθανε, σε ακούμπησαν δίπλα του στολισμένη και ξανά παρθένα λόγω θανάτου πρώην συμπορευτή σου. Δεν σε έντυσαν όμως με το λευκό νυφικό σου. Αυτό δεν σου κάνει χρόνια τώρα. Αυτό είναι, σκέφτεσαι και ανεβαίνεις στην ζυγαριά. Δυστυχώς, κι αυτή εφήμερη σχέση έχει μαζί σου. «Νομίζω, μονολογείς, ότι αυτό που μου χρειάζεται είναι μια δίαιτα. Έτσι όλα θα γίνουν καλύτερα. Και που ξέρεις... Μπορεί να μην έχουμε στ’ αλήθεια πεθάνει. Ίσως φταίει εκείνο το μήλο με την γεύση παστής ζωής που κατάπιαμε και οι δυο μας νέοι. Αν το φτύσουμε ίσως καταφέρουμε και εμείς να γίνουμε τροφή των γλάρων μια μέρα» Αλλά την ώρα που τα λες σε πιάνει πάλι εκείνη η γνωστή πείνα. Πως θα ήθελα μουρμουρίζεις, να έτρωγα τηγανιτές πατάτες σερβιρισμένες στην λαδόκολα με ρίγανη και αλάτι. Όπως εκείνο το Σαββατιάκιο πρωινό στο Θησείο που γευμάτιζες φρέσκια την αγάπη. Ναι...γιατί κατάβάθος η πείνα σου δεν έχει καμία σχέση με το στόμα σου. Απλά κάνεις download τροφή για να ξεγελάς τις άθλιες επιθυμίες σου. 27 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Μαρία Ροδοπούλου

Και το ούζο μελωμένο κατέβαινε στον διψασμένο λάρυγγα. Κι ας μην έκρυβε την θλίψη της η φίλη που καθόταν απέναντι. Κάπου σου άρεσε αυτή η λύπη. Φορούσε μεν πένθος στα μαλλιά αλλά εκείνη η ατίθαση μωβ τουφίτσα είχε σηκώσει μια μικρή σημαία διαδήλωσης. Και αυτό ήταν που σε έκανε και χαμογέλασες. Γιατί γνωρίζεις πως η παραδοχή τελικά οδηγεί στην απόρριψη και όχι στην αποδοχή όπως σε είχαν μάθει. Και βαθιά μέσα σου γνωρίζεις πως η αγάπη δεν είναι φύλο ανδρός μηδέ γυναικός. Είναι φύλο ανθρώπου. Ακούς το ρολόϊ. Μεσάνυχτα πια και το γοβάκι ακόμα καρφωμένο στην αριστερή παλάμη. Κοιτάς την άγνωστη, έχετε τα γενέθλια σας σήμερα. «Να ζήσεις καλά, της λες. Και εγώ καλύτερα...» και σβήνεις το φως.

Πολιορκητές και Πολιορκημένοι Μένω σε ένα μεγάλο κτήμα λίγο πιο έξω από την Αθήνα, σχεδόν μόνη μου. Όχι, η απόλυτη μοναξιά δεν ταιριάζει στα μανίκια μου. Φτάνει ίσαμε τους αγκώνες. Αλλά καμιά φορά σκέφτομαι ότι το σχεδόν είναι χειρότερο από το ολότελα. Και κατά ένα περίεργο τρόπο όταν φτάνει η άνοιξη όλα γίνονται ακόμα πιο δύσβατα. Εκείνο που χωρίς να το προσέξεις το προσπερνούσες έχει θεριέψει πια από το χάδι των αγέρηδων και των βροχών. Δεν μπορείς να το ποδοπατήσεις. Οι αμυγδαλιές που τις λάτρευα περισσότερο για την αδυναμία τους να ξεμπροστιάζουν τον χειμώνα, τώρα με ντροπιάζουν ολάνθιστες. Καταπράσινες. Και αισθάνομαι άσχημα που αυτές ακόμα ανθίζουν... Βλέπω από μακριά μια ελληνική σημαία να ανεμίζει ενάντια των δυσοίωνων δυτικών θεών. Και φαντάζομαι ένα πλοίο. Ω ξέρω πως όλοι μας κάτι τέτοιο ονειρεύομαστε. Αλλά το δικό μου καράβι δεν πλέει στις θάλασσες γιατί όλες εχουν φαγωθεί από την στεριά. Κύριε το ήξερες άραγε πως τόσοι πολλοί θα γενούμε και δεν θα χωράμε κάτω από την στέγη του σπιτιού μας; Και έτσι απλά κάθομαι πίσω από τις σίτες που προστατεύουν τα σωθικά του αγέρωχου και ανθεκτικού καβουκιού μου και συνομιλώ με μια σχεδόν κατάλευκη γάτα. Και αυτή έχει την καταραμένη ευλογία του παραλίγο. Δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου την λέξη εξημέρωση. Αλλά στην συγκεκριμένη ιστορία δεν υπάρχει μικρός πρίγκηπας ούτε φαρμακερά φίδια. Παρά μόνο δύο παραλίγο λευκές ενότητες συνηθισμένων περιπτώσεων αστών ισοβιτών. Κάποτε πεθαίνεις μεταξύ των εμποδίων αλλά υπάρχουν εποχές ανιστόρητες που μαχαιρώνεις τις σίτες και τις παραλίγο ζωές. Γίνεσαι πολιορκητής και πολιορκημένος...

Pina Colada στα αναψυκτήρια σκωτσέζικων θλίψεων Αυτοσχέδιες ανασύρονται οι στιγμές. Ξαφνικά όλα αλλάζουν προοπτική όταν βλέπεις κάποιον ηλικιωμένο στο θαλασσοδερμένο παγκάκι της νοτισμένης αποβάθρας να κάνει κοι28 darkvirtualpoetry.blogspot.com


Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα

λιακούς. Εσύ πίνεις μια παγωμένη pina colada και συνειδητοποιείς ότι γεννήθηκες με πέτρινους αστραγάλους. Και σιγά σιγά όσο μεγάλωνες προχωρούσε όλο πιο πάνω ο ιός της αφοσίωσης σε λανθάνουσες στέγες. Ούτε καν το χρώμα που είχαν περάσει τα κεραμίδια τους δεν σου άρεσε. Πως το δέχτηκες, ακόμα αναρωτιέμαι. Πέρασε στις γάμπες, στα γόνατα, στους μηρούς, στο κέντρο του ερωτισμού σου. Εκεί αιμορράγησες για πολύ καιρό αλλά τελικά μύθος πως οι πληγές μένουν ανοιχτές. Και αν θες να είσαι σχεδόν αντικειμενική θα πρέπει να γελάς με τις τυχαίες δυστυχίες σου. Τελευταία στιγμή σώθηκες. Σαν έφτασε τον αφαλό σου, ένα φορτηγό γεμάτο τρύπες σου έστειλε φίλτατος κύριος, με τις παρτιτούρες σε ταξιδεμένα μάτια, αποτυπωμένες, μαζί με ένα ποτήρι Lagavulin κερασμένο – χωρίς πάγο. Το καπνισμένο αντίδοτο πίνεται σκέτο. - With compliments είπε με την γνώση να αιωρείται γεμάτη καχυποψίες μες στην εκκωφαντικά άδεια αίθουσα. Τα θυμάσαι αυτά την ώρα που πίνεις το ανούσιο ποτό. Mια κλεφτή ματιά στην ανελέητη γυμναστική είναι αρκετή. Αδειάζεις με διακριτικότητα το ποτήρι σου στο διπλανό παρτέρι. Ξέρεις βέβαια πως επειδή από την μέση και πάνω γλύτωσες δεν σε απαλλάσει από το βάρος των κάτω μελών σου. Δηλαδή, συγνώμη τι περίμενες; Δεν είναι όλα σε αυτόν τον κόσμο ένα απλό χτύπημα καφέ στην φραπεδιέρα που σου χάρισε ο άτυχος που πήγε να μαζέψει τις αβάσταχτες τρύπες που έπεσαν από το φορτηγό λόγω άθλιας εθνικής συγκυρίας απόψεων! Eξάλλου, τίποτα δεν σε προστατεύει από την σκωτσέζικη θλίψη των αδιάκριτων αναψυκτηρίων. Κι ας έχεις στήθια οδόφραγμα στην τσιγγούνικη λύπη ... Και πάνω που σου ‘ρχεται να παραγγείλεις δεύτερο ποτήρι από το κατασκεύασμα που σου καταργεί την χειροποίητη δημιουργία, ακάλεστος στο τραπέζι σου. Ο κ . Γκρι Περιστέρης προσγειώνεται δίπλα από το μπωλ με τα κριτσανιστά πατατάκια. Σε κοιτάει. Ε, λες από μέσα σου, δεν θα φοβηθώ τώρα και ένα πετούμενο περαστικό. Εδώ δεν φοβήθηκα διαβάτες και διαβάτες. Από μόνος του αρχίζει το φαγοπότι και κάπως έτσι καταλήγει η ιστορία. Εσύ με τον κ. Αυθάδη να τρώτε μαζί. Ευτυχώς που δεν πίνει, σκέφτεσαι ελαφρώς μεθυσμένη παραγγέλνοντας αυτό που τόση ώρα γουστάρεις. Μια ακριβή δόση Lagavulin σε κρυστάλινο ποτήρι. Ακόμα και η μοναξιά διδάσκεται σε υψηλά, γεύσης, γούστα. Υγ. Στον ποιητή Βασίλη Πολύζο, που μου χάρισε την ιστορία με το άμοιρο γεμάτο τρύπες φορτηγό και με κέρασε το πιο εύγευστο malt ουίσκι

The End Με χαροποιεί το τέλος γιατί έτσι απομένω εφήμερη της μοναξιάς που καταργεί υφέσεις και υψώνει διέσεις σε μια διαρκή συνουσία με τα ροβινσώνεια μάτια μου. Ανασαίνω χωρίς την κυκλώπεια υποστήριξη μονόφτερων πυγολαμπίδων. Της νεκρής ορχήστρας το θριαμβικό ταμπούρλο στις σπηλιές στεριανών θεών Μόνη μικρή άθλια τυμπανίστρια μεταλαβαίνω déjà vu βήματα ... Να συνεχίσω μαέστρο; 29 darkvirtualpoetry.blogspot.com


περιεχόμενα Προσγείωση Αχίλλεια Πτέρνα ο Μπεν και το μπαρ των Γκέυ Μια ψευδής ιστορία Τίποτα άλλο για σήμερα ο Θεός, ένα φρέσκο κρεμμύδι και μια ομπρέλα Εκκρεμότητες Ημέρες Αφρικής Νύχτες Αρκτικής Lunacy Ισόβια κάθειρξη Σφραγισμένα καταφύγια Μνημόσυνο Ξυπόλυτο νόημα Κόσμου ανορεξία Δαιμόνων μαζώματα Θεών σκορπίσματα ο βασιλιάς του Ψεύδους Στα μποντουάρ των λωτοφάγων Ανεπιθύμητη Πτέρνα Ημερολόγιο δωματίου ημέρα 409η Αλιγάτορας Πόλη ο Μπλάυθ και το άφτερο ασανσέρ Αστικές ακρίδες ο Δαυίδ με τη ροζ κορδέλα Οδύσσεια Απόπειρα Αυτοκτονίας Πολιορκητές και Πολιορκημένοι Pina Colada στα αναψυκτήρια σκοτζέζικων θλίψεων The End

04 05 06 07 08 09 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 22 23 24 26 28 29


Εκτύπωση - Βιβλιοδεσία ΕΣΚΑΛΙΝΑ ΜΟΝ Ε.Π.Ε. 3ο χλμ. Κορωπίου - Βάρης, Κορωπί. τ.κ. 19400 τηλ. 210 60 222 42

Δ ΩΡ Ε Α Ν

ΕΛΑΒΑ Δ ΩΡ Ε Α Ν ΔΙΝΩ

ημέρες Αφρικής

νύχτες Αρκτικής

Μαρία Ροδοπούλου

H ακλόνητη θέση της είναι η αποστασιοποίηση από την κονσερβοποιημένη κουλτούρα των σαρδελοποιημένων «δήθεν» λογοτεχνικών νεοελληνικών κύκλων. Οι οποίοι, κύκλοι σε μορφή πολύεδρου, αποτελούνται από ποιητές κρεβατιών που στάζουν άγονο σπέρμα και πεζογράφους με παστεριωμένη στείρα πένα. «Φοβού τους υποκριτές και λόγο φέροντες»

Δαιμόνων Μαζώματα Θεών Σκορπίσματα  

Πεζοποίηση

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you