Page 1


Πανεπιστημιο Θεσσαλιασ Τμημα Αρχιτεκτονων Μηχανικων Ερευνητικη Εργασια Πολυαισθητηριακη Αρχιτεκτονικη Για Εργατεσ Εξορυξησ Βωξιτη ο Οικισμοσ στο Διστομο των Σ.& Δ. Αντωνακακη Επισκεψεισ Ι-VIΙ Φοιτητεσ: Κατερινα Τσακμακη Βαγγελησ Παπανδρεου Επιβλεπων Καθηγητησ: Γιωργοσ Τζιρτζιλακησ Βολοσ 2015


Περιεχομενα 14

Μεθοδολογία

16

Το Εγχείρημα των Οικισμών στη Βιομηχανική Εποχή

20

Οι Εργατικοί Οικισμοί [Siedlung]

30

Η Ιδρυση των Μεταπολεμικών Εργατικών Οικισμών πλησίον Βιομηχανικών Μονάδων στην Ελλάδα

32

Ο Οικισμός των Άσπρων Σπιτιών στην Παραλία του Διστόμου

42

Οι Πολυκατοικίες Καρέλλα στο Λιμάνι του Λαυρίου

50

Οι Οικισμοί της Λάρκο στη Λάρυμνα & στο Νέο Κόκκινο

60

Ο Οικισμός του Γεώργιου Μπάρλου στο Δίστομο

103 Επισκέψεις I-VIΙ 108 Επίσκεψη Ι: Ο Δισταγμός στο Ενδιάμεσο 113 Επίσκεψη ΙΙ: Το Φάντασμα ως Οδηγός 116 Επίσκεψη ΙΙΙ: Άτακτη Τάξη 119 Επίσκεψη ΙV: Σκηνοθετημένες Εντάσεις 122 Επίσκεψη V: Κατακόρυφο Μοντάζ 131 Επίσκεψη VΙ: Γλυπτικές Εκσκαφές 137 Επίσκεψη VΙΙ: Αποχώρηση 172 Βιβλιογραφία 176 Ευρετήριο Εικόνων 182 Παράρτημα I 191 Παράρτημα II


14

Μεθοδολογια Ο τρόπος με τον οποίο εργαστήκαμε, αφορά δύο βασικούς άξονες μελέτης, τη βιβλιογραφική αλλά και την in situ – επί τόπου έρευνα, για την αρχιτεκτονική της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη. Αναζητήσαμε δημοσιεύσεις, βιβλία, εισηγήσεις, βίντεο, συνεντεύξεις και πρόσωπα στα οποία, είτε μιλούν οι ίδιοι για το έργο τους, είτε είναι μελέτες γύρω από το έργο τους. Ο συνεχής άτυπος «διάλογος» που πραγματοποιείται μεταξύ των κειμένων, των ίδιων των αρχιτεκτόνων και των μελετητών τους, μέσα από τις αναγνώσεις μας, αποτελεί το μέσο με το οποίο προσπαθούμε να βρούμε τον δικό μας τρόπο ανάγνωσης. H ανάγνωση, η ανάλυση και η σύνδεση των πληροφοριών, εμπλουτισμένα από τη διπλή εμπειρία των συζητήσεων που κάναμε με την Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη, προσπαθούν να συνδέσουν το νήμα της έρευνας με το στοιχείο του δικού μας τρόπου ανάγνωσης. Επιπλέον ανοίγονται ζητήματα πέρα από τις βιβλιογραφικές αναφορές για το έργο τους, τα οποία αναλύονται και παράλληλα προσπαθούν να συνδεθούν με τα στοιχεία της ανάλυσης. Έτσι λοιπόν παράγεται ένα επι-τοίχιο στο οποίο αρθρώνονται πληροφορίες, οι οποίες αναδιατάσσονται μέσω της δομής και της ανάλυσης του ερευνητικού. Παράλληλα οι επισκέψεις σε κατοικίες, πολυκατοικίες, οικισμούς, δημόσια κτίρια και έργα των Σουζάνα και Δημήτρη Αντωνακάκη, προσπαθούν να μας φέρουν κοντά στην υλική υπόσταση του έργου τους, κάνοντάς μας αντιληπτά τα στοιχεία ανάγνωσης του χώρου ενώ παράλληλα οι συζητήσεις με τους εκάστοτε κατοίκους συντελούν στον εμπλουτισμό της έρευνάς μας τόσο από τη βιωματική σχέση που έχουν οι κάτοικοι με το χώρο, όσο και με τη δική μας εμπειρία από αυτήν τη σύντομη και «αδιάκριτη» παρουσία μας σε αυτόν. Η διαδικασία των επισκέψεών μας δημιούργησε ένα «ημερολόγιο» που σκοπό έχει την καταγραφή τους σε επίπεδο χρόνου επίσκεψης, περιοχής, τύπου κτίσματος και τέλος σε ποιά από αυτά υπήρξε η δυνατότητα να επισκεφτούμε το εσωτερικό τους, λόγω εγκατάλειψης του κτίσματος, ή λόγω θέλησης των κατοίκων να μας ανοίξουν τον χώρο τους, ή πάλι λόγω της περιέργειάς μας να «κλέψουμε» εικόνες από το εσωτερικό. Το γραμμικό αυτό ημερολόγιο, έχει τη δυνατότητα να μας βοηθήσει στη μη γραμμική σύνδεση των αναλύσεών μας ώστε να μπορούμε συνεχώς να ανατρέχουμε σε στοιχεία συνέχειας και ασυνέχειας στο έργο της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη. Μέσα από τα έργα του «ημερολογίου», που εμείς δημιουργήσαμε, επιλέξαμε ως έρευνα πεδίου [field research] τον Οικισμό «Μπάρλου» στην


15

περιοχή του Διστόμου, ως το όχημα μέσω του οποίου θέλουμε να μιλήσουμε για την αρχιτεκτονική της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη. Ο οικισμός αυτός μας έδωσε εκείνες τις αφορμές και τα εναύσματα έτσι ώστε να συνεχίσουμε την έρευνά μας για το οικιστικό μοντέλο των εργατικών κατοικιών της περιόδου εκείνης. Αναζητήσαμε σημαντικές υλοποιημένες περιπτώσεις εργατικών οικισμών με ιδιωτική πρωτοβουλία, μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, προσπαθώντας να κατανοήσουμε αντίστοιχες προσεγγίσεις περιπτώσεων της σχέσης του «εργάζομαι άρα κατοικώ» αλλά και του κατοικώ άρα εργάζομαι. Η έρευνα πεδίου [ο οικισμός στο Δίστομο] πραγματοποιήθηκε μέσω της πρακτικής των επισκέψεων, προσπαθώντας να κατανοήσουμε την αρχιτεκτονική προσέγγιση μέσα από τα ίχνη και τα ευρήματα που «συλλέγουμε». Τα ευρήματα αυτά προσδιορίζονται σαν ένα σύνολο στοιχείων που συγκεντρώνουν προϋπάρχουσες γνώσεις, ανοιχτές προς ερμηνεία, αφού ο πλούτος των ενδείξεων τους γίνεται άπειρος και αόριστος, όπως στην αρχαιολογική πρακτική. Μία αντίστροφη διαδικασία. Από το ίχνος στο σχέδιο, καθώς οι μετασχηματισμοί που έχουν πραγματοποιηθεί στον οικισμό αποτελούν για εμάς το μέσο για την κατανόησή του. Η απουσία του κατοίκου - εργάτη από το χώρο και η επινόηση του φαντάσματος - κατοίκου - εργάτη ορίζουν τον οδηγό εξερεύνησης του τόπου. Έτσι οι επισκέψεις μας, σε πραγματικό χρόνο, καθορίζουν τον τρόπο ανάγνωσης, κατανόησης και τελικώς τη διάρθρωση της ανάλυσής μας. Άλλωστε η ετυμολογία του όρου επίσκεψη, επί-σκέψη, δηλαδή σκοπέομαι - σκοποῦμαι, σημαίνει κοιτάζω προς, παρατηρώ, εξετάζω, προσέχω, αγρυπνώ, ερευνώ επί κάποιου θέματος σε έναν ορισμένο τόπο. Το κτίριο δεν είναι μόνο το κτίσμα ως δομική υπόσταση, αλλά είναι και ο τρόπος με τον οποίο αναπαρίσταται. Δημοσιεύσεις, φιλμ και ταινίες, συζητήσεις, ομιλίες, καταγραφές ιστοριογραφίας λειτουργούν ως τον τρόπο που το κτίριο κοινοποιείται. Πέρα από αυτό, η εύρεση και ανάλυση στοιχείων κατοίκισης μέσα από τα ίχνη, καθώς επίσης και ο τρόπος με τον οποίο το κτίριο αποσυντίθεται, είναι που το καθιστούν ζωντανό οργανισμό που εξελίσσεται και διαμορφώνεται συνεχώς. Το αρχιτεκτόνημα δεν παρουσιάζεται ως το ιδεατό μίας εξιδανικευμένης στιγμής. Η χρηστική βάση του κτιρίου, ο σκοπός του να στεγάσει εργάτες εξόρυξης βωξίτη, συνδέεται με την εργασιακή ταυτότητα του κάτοικου – χρήστη ως χειρώνακτα εργάτη, καταφέρνοντας έτσι η Σουζάνα και ο Δημήτρης Αντωνακάκης να έχουν βρει τον ιδεατό κάτοικο – χρήστη, επιστρέφοντας στην καταγωγή της αρχιτεκτονικής.


16

Το Εγχειρημα των Οικισμων στη Βιομηχανικη Εποχή Οι εξελίξεις του 18ου αιώνα σε συνδυασμό με την πτώση της θνησιμότητας που οφειλόταν στη βελτίωση των συνθηκών διατροφής και στην εφαρμογή εξελιγμένων ιατρικών μεθόδων, οδήγησαν σε μαζικές κινητοποιήσεις και τελικά σε συγκεντρώσεις πληθυσμών στα αστικά κέντρα. Η αντιμετώπιση μιας τέτοιας πραγματικότητας οδήγησε στον αναπόφευκτο μετασχηματισμό των συνοικιών που προϋπήρχαν καθώς επίσης και στη δημιουργία πολυκατοικιών με σκοπό τη στέγαση όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων κοντά στα κέντρα παραγωγής. Αποτέλεσμα αυτών ήταν η ανέγερση στοιχειωδών καταλυμάτων με το μικρότερο οικονομικό κόστος, κάτι που οδήγησε σε άσχημες συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων με ελλιπή φωτισμό και αερισμό, υπαίθριων χώρων και εγκαταστάσεων υγιεινής με αποτέλεσμα την πρόκληση πολλών ασθενειών και επιδημιών. «Το 1833, οι αρχές του Λονδίνου συγκρότησαν τη Νομοθετική Επιτροπή Απόρων με επικεφαλής τον Edwin Chadwick, η οποία ανέλαβε να ερευνήσει τα αίτια των κρουσμάτων της χολέρας στο Whitechapel. Η έρευνα αυτή οδήγησε αρχικά στην αναφορά του Chadwick με τίτλο «Έρευνα για τις συνθήκες υγιεινής του εργατικού πληθυσμού στη Μεγάλη Βρετανία [1842]», αργότερα στη Βασιλική Επιτροπή για τις συνθήκες των μεγαλουπόλεων και των πυκνοκατοικημένων περιοχών, το 1844, και τελικά στο Νόμο για τη Δημόσια Υγεία του 1848» (Frampton, 2009, σ.30). Αποτέλεσμα της νομοθεσίας αυτής στην Αγγλία ήταν να γίνει αισθητή η ανάγκη για τη βελτίωση της εργατικής κατοικίας, χωρίς να υπάρχει συμφωνία απόψεων για τον τρόπο που αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. «Παρ’ όλα αυτά, η εμπνευσμένη από τον Chadwick Εταιρεία για τη Βελτίωση των Συνθηκών Ζωής των Εργατικών Τάξεων εισηγήθηκε την ανέγερση των πρώτων εργατικών πολυκατοικιών στο Λονδίνο το 1844, που σχεδιάστηκαν από τον αρχιτέκτονα Henry Roberts» (Frampton, 2009, σ.30). Μετά από αυτή τη δραστική κίνηση ακολούθησαν οι πολυκατοικίες της Streatham Street το 1848-1850 με 48 κατοικίες, καθιστικό, δύο υπνοδωμάτια, κουζίνα και λουτρό, κοινόχρηστες τουαλέτες και πλυντήρια. Ακόμη ένα διώροφο εργατικό σπίτι, του Henry Roberts που αποτέλεσε πρότυπο με τέσσερα διαμερίσματα, ανά δύο γύρω από μία κοινόχρηστη σκάλα, επηρέασε το σχεδιασμό όλων εργατικών κατοικιών που ακολούθησαν.


17

Διώροφο εργατικό σπίτι, Henry Roberts, 1844


18

Με ένα διάταγμα του 1890 που αφορούσε στη στέγαση της εργατικής τάξης, οι τοπικές αρχές ήταν υποχρεωμένες να παρέχουν δημόσια στέγη. Περί το 1893, το Συμβούλιο του Δήμου στο Λονδίνο ξεκίνησε να χτίζει τις πρώτες εργατικές πολυκατοικίες σύμφωνα με το διάταγμα αυτό, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ξεφύγει από την επικρατούσα εικόνα μιας τέτοιας κατοικίας, υιοθετώντας το πρότυπο της κατοικίας του κινήματος Arts and Crafts με στόχο την ανέγερση εξαώροφων πολυκατοικιών. Παράδειγμα αποτελεί το συγκρότημα κατοικιών Millbank. Ανάμεσα σε αυτούς που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τους βιομηχανικούς οικισμούς είναι και ο Sir Titus Salt, οικισμός κοντά στο Bradford, που αποτελούσε μια «πατερναλιστική εργοστασιακή πόλη με παραδοσιακά αστικά κτίρια, όπως εκκλησία, νοσοκομείο, γυμνάσιο, δημόσια λουτρά, πτωχοκομείο και ένα πάρκο» (Frampton, 2009, σ.31). Σημαντικός ήτανε και ο ρόλος του Fourier με τη ριζική του κριτική που άσκησε στη βιομηχανοποιημένη παραγωγή και την κοινωνική οργάνωση καθώς οι προσπάθειες για να οργανώσει φαλανστήρια, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική απέτυχαν. Η απόπειρα του μεγαλοβιομήχανου J. P. Godin με το φαλανστήριο υπήρξε αξιοσημείωτη. Πρόκειται για οικισμό που χτίστηκε δίπλα στο εργοστάσιό του και αποτελείται από τρία συγκροτήματα κατοικιών, παιδικό σταθμό, νηπιαγωγείο, θέατρο, σχολεία, δημόσια λουτρά και ένα πλυντήριο. Κάθε συγκρότημα κατοικίας περιέκλειε μια κεντρική αυλή και με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζότανε ο φωτισμός.


19

Φαλανστήριο του J. P. Godin


20

Οι Εργατικοι Οικισμοι [Siedlung] Την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπου η Γερμανία ανθούσε σε κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο, εφαρμόστηκαν προγράμματα συγκροτημάτων κατοίκησης με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης με μεσαία και χαμηλά εισοδήματα. Έτσι δημιουργήθηκαν οι οικισμοί [Siedlung] οι οποίοι αποτελούν ένα τμήμα πόλης, γεωγραφικά προσδιορισμένο και στο οποίο έχουν εγκατασταθεί άνθρωποι και το οποίο τους δόθηκε ή τους ανήκει. Προκύπτει από ένα σύνολο μονάδων, οι οποίες βρίσκονται είτε σε αστική επέκταση στα προάστια είτε είναι νεοσυσταθείς πόλεις. Σκοπός είναι η προσωρινή κατοίκηση και εργασία σε ένα προσδιορισμένο τόπο. Η συνθήκη αυτή είναι τελείως διαφορετική από τη μόνιμη ή τη μακροχρόνια κατοίκηση σε ένα τόπο. Να επισημανθεί ότι οι οικισμοί αποτελούν ένα διαφορετικό μοντέλο διαβίωσης από τα πρόχειρα καταλύματα και τους χώρους ύπνου. Πρόδρομος των οικισμών αποτελούν οι κατοικίες των νομάδων, των κυνηγών – τροφοσυλλέκτων και των ψαράδων. Στην προκειμένη περίπτωση οι προϊστορικοί οικισμοί αυτοί, δεν είναι μίας καθορισμένης πολιτισμικής κουλτούρας. Η ταξινόμηση των οικισμών γίνεται με διαφορετικά κριτήρια, όπως αυτά του μεγέθους, της διάταξης των κτιρίων του, το είδος της ανάπτυξής του και τέλος των κοινωνικών πτυχών που αναπτύσσονται. Έτσι με βάση το μέγεθος διακρίνονται σε μικροί οικισμοί και όχι αγροτικοί - Dörfer [χωριό], μεσαίοι και μεγάλοι οικισμοί - Stadt [πόλη], και με πληθυσμό μεγαλύτερο του 1.000.000 κατοίκων - Metropolen [μητροπόλης]. Με βάση το είδος της ανάπτυξης διακρίνονται σε οχυρωματικές πόλεις [Festungsstadt], εκτεταμένες πόλεις [Gartenstadt], γεωμετρικές πόλεις μορφής L, Z, O ή ακτινωτές [Geometrische Stadt], με αυστηρό διαχωρισμό περιοχών κατοίκησης, εργασίας και αναψυχής [Gegliederte Stadt], οικισμοί με κατοικίες σε κοντινές αποστάσεις χωρίς γεωμετρικό κανόνα [Haufendorf]. Επίσης μία πολύ στενή και επιμήκη μορφή του οικισμού, συχνά με τομείς, που ακολουθούν το δρόμο [Straßendorf] ή το ξέφωτο [Waldhufendorf]. Ακόμη σε οικισμούς όπου όλα τα κτίσματα είναι διατεταγμένα γύρω από μια κεντρική πλατεία [Angerdorf] ή ένα κεντρικό κτίριο ή τεχνητό λόφο [Wurtendorf] και τα κτίρια του οικισμού που είναι κατανεμημένα τυχαία [Streusiedlung], έως και παράνομοι οικισμοί [Wilde Siedlung]. Με βάση τη διάταξη διακρίνονται σε πολυώροφα κτίρια [Hochhaussiedlung], σε βιομηχανικές περιοχές [Industriesiedlung] ή ακόμη και σε


21

Πόλη χωρίς γεωμετρικό κανόνα [Haufendorf] Oχυρωματικές πόλεις [Festungsstadt]

Κτίρια διατεταγμένα γύρω από μια κεντρική πλατεία [Angerdorf]

Οργανωτικό Σχήμα κηπούπολης [Gartenstadt]

Κτίρια κατανεμημένα τυχαία [Streusiedlung]

Διαχωρισμός περιοχών [Gegliederte Stadt]


22

ενιαία οικογενειακά σπίτια [Reihenhaussiedlung]. Τέλος με βάση τις κοινωνικές πτυχές, διακρίνονται σε οικισμούς για τους ταξιδιώτες [Feriensiedlung], σε κολεκτίβες που ζουν και εργάζονται [Kollektivsiedlung] ή ακόμη και σε συναιτερισμούς συλλογικών οικισμών [Kibbuz]. Πριν το 1945, τα φαινόμενα της αγροτικής μετανάστευσης και της αύξησης των γεννήσεων, εξ αιτίας της εκβιομηχάνισης του 19ου αιώνα, οδήγησαν στη δημιουργία πυκνοκατοικημένων περιοχών, με έλλειψη φυσικού φωτισμού και αυλών. Η προσπάθεια να επιλυθούν τα προβλήματα αυτά, όχι υπό τη μορφή οικισμών, αλλά με μεμονωμένες κατοικίες οι οποίες προκύπτουν από τη συστηματική συσσώρευση των κατοικιών αυτών, ανάμεσα σε πόλεις ή προάστια. Με το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου [1918] δημιουργήθηκαν μικροί οικισμοί σε μεγάλες ιδιωτικές εκτάσεις, που περιείχαν κατοικίες και στάβλους ως επί το πλείστον, λειτουργώντας με αυτάρκεια. Τη δεκαετία του ’20 βρισκόμαστε στην ακμή δημιουργίας των οικισμών, με σκοπό την κοινωνική στέγαση, μέσω του θεσμού των συνεταιρισμών. Την περίοδο εκείνη, της Νέας Αντικειμενικότητας του 1923 [μία πρακτική, ρεαλιστική και παραστατική προσέγγιση του κόσμου, που ερχόταν σε ρήξη με κάθε τάση ρομαντισμού που προηγήθηκε], ο Otto Haesler, ολοκλήρωσε τον πρώτο οικισμό Italienischer Garten στο Celle με επίπεδες στέγες και πολύχρωμες προσόψεις. Ο οικισμός αυτός λειτούργησε ως πρότυπο για τον Ernst May, όπου το 1925 έχτισε τα πρώτα συγκροτήματα στην Φραγκφούρτη. Ο Otto Haesler, το 1924, στον οικισμό St. Georg Garten ανέπτυξε το μοντέλο των εν σειρά κατοικιών, όπου με αυτόν τον τρόπο η διάταξή τους εξασφάλιζε ηλιασμό και αερισμό. Η χρήση του κανόνα Heiligenthal, όπου οι αποστάσεις των σειρών έπρεπε να είναι τουλάχιστον διπλάσιες από το ύψος των κτιρίων σε κάθε σειρά, έγινε ο κανόνας για την κατασκευή συγκροτημάτων κατοικιών στην περίοδο εκείνη. Στον συγκεκριμένο οικισμό όπως αναφέρει ο Kenneth Frampton, «πρόσθεσε μικρά νότια διαμερίσματα κατά τον άξονα βορρά – νότου, που δημιουργούσαν κοινόχρηστες αυλές με πράσινο, σχήματος L. Σε κάθε οικογένεια αντιστοιχούσε ένα τμήμα γης, όπου μπορούσε να καλλιεργεί την τροφή της […] Το τυπικό του διαμέρισμα οργανωνόταν σε τρία επίπεδα, που συνδέονταν ανά δύο με σκάλες, και περιλάμβανε καθιστικό/χώρο φαγητού, μικρή κουζίνα, W.C. και τρία έως έξι υπνοδωμάτια. Η αντικατάσταση της παραδοσιακής Wohnküche από την κουζίνα, που ήταν πια ανεξάρτητος χώρος, αποτέλεσε ριζική αλλαγή στη μαζική παραγωγή κατοικίας, με σημαντικές κοινωνικές συνέπειες,


23

στον βαθμό που μετέθετε την εστία του σπιτιού προς μία αυστηρή και λιτή εκδοχή του αστικού «σαλονιού»» (2009, σ.129). Επίσης ήταν εξοπλισμένο με κοινόχρηστους χώρους, όπως πλυντήρια, αίθουσες συναντήσεων, βιβλιοθήκες, γήπεδα, παιδική χαρά, καφενείο και κομμωτήριο. Ωστόσο, ο Kenneth Frampton (2009, σ.129) επισημαίνει ότι «στα μεταγενέστερα έργα του, ο Haesler άρχισε να απομακρύνεται από την έκφραση του siendlung ως ενιαίου συνόλου και να αντιμετωπίζει το συγκρότημα των κατοικιών ως ανεξάρτητη μονάδα, ελεύθερη από όλες τις πλευρές και ικανή να επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον.» Ο Ernst May, το 1925 και σε συνεργασία με τον Theodor Fischer στο Μόναχο και τον Raymond Unwin στην Αγγλία, δημιούργησαν έναν αυτοτελή αστικό χώρο, κατά το πρότυπο του παραδοσιακού πρωσικού χωριού Anger. Για παράδειγμα στην περιοχή Bruchfeldstracce του 1925, οι κατοικίες σχημάτιζαν περίγραμμα «ζικ-ζακ» που δημιουργούσαν μια μεγάλη αυλή. Ο Ernst May υλοποίησε στην περιοχή της Φρανκφούρτης 15.000 μονάδες που αποτελούν το μεγαλύτερο από το 90% των κατοικιών της περιοχής αυτής, την εποχή εκείνη. Ο ίδιος σημειώνει τα εξής αριθμητικά μεγέθη σχετικά με το «2.200 κατοικίες που χτίστηκαν το 1926 έναντι 1.200 προγραμματιστεί, 2.685 το 1927 έναντι 1.400 προγραμματιστεί, 3.259 και 300 προσωρινές κατοικίες το 1928 έναντι 4.000 προγραμματιστεί και μόνο 3.200 το 1929 έναντι 3.650» (Tafuri, 1987, σ.206-207).

Italienischer Garten, Οtto Haesler


25

Ο υψηλός αυτός αριθμός εγείρει ζητήματα οικονομίας στο σχεδιασμό και την κατασκευή. Οι προδιαγραφές των «ελάχιστων χώρων» που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο των CIAM του 1929 στη Φρανκφούρτη και τα προκατασκευασμένα από σκυρόδεμα τμήματα πλάκας «συστήματα Μay», μας αποκαλύπτουν τον τρόπο χειρισμού του χώρου. Μετά τη λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου [1945], λόγω των καταστροφών που υπέστει η Ευρώπη και κυρίως η Γερμανία, δημιουργήθηκαν οικισμοί βασισμένοι στις αρχές που εκφράζει η «Χάρτα των Αθηνών», που όμως δεν εφαρμόστηκαν επαρκώς. Η διακήρυξη του CIAM το 1928, υποστηρίζει ανοικτά ότι «η αρχιτεκτονική ήταν αναπόφευκτα εξαρτημένη από τα γενικότερα ζητήματα της πολιτικής και της οικονομίας και ότι χωρίς καθόλου να απομακρυνθεί από την πραγματικότητα του εκβιομηχανισμένου κόσμου, θα έπρεπε να εξαρτάται, στο επίπεδο της ποιότητάς της όχι από τους τεχνίτες, αλλά από την υιοθέτηση σε παγκόσμια κλίμακα των ορθολογικοποιημένων μεθόδων παραγωγής» (Frampton, 2009, σ.241).Το 1933 πραγματοποιήθηκε το CIAM IV με θέμα τη λειτουργική πόλη, στο ατμόπλοιο Πατρίς ΙΙ. Το αποτέλεσμα από το συνέδριο αυτό συμπυκνώθηκε στο κείμενο «η Χάρτα των Αθηνών» που εξέδωσε ο Le Corbusier, 10 χρόνια αργότερα. Εκφράζει 111 προτάσεις για τις συνθήκες των πόλεων και εν μέρει για τη βελτίωση των συνθηκών μέσα από τα πέντε κεφάλαια Κατοικία, Αναψυχή, Εργασία, Μεταφορές και Ιστορικά κτίρια. Οι λειτουργικές αρχές του “zoning” και του σχεδιασμού αντανακλούν στην υγιεινή της οπτικής. Ο Le Corbusier αναφέρει. «Εγώ υπάρχω στη ζωή μόνο εάν εγώ μπορώ να δω. Εγώ είμαι και παραμένω οπτικά αμετανόητος. Τα πάντα είναι στην οπτική. Κανείς χρειάζεται να δει καθαρά με σκοπό να κατανοήσει» και προσθέτει ο Walter Gropius. «Αυτός [ο σχεδιαστής] έχει να προσαρμόσει τις γνώσεις των επιστημονικών δεδομένων της οπτικής και ως εκ τούτου να αποκτήσει το θεωρητικό υπόβαθρο που θα οδηγήσει τα χέρια του να δώσουν και να δημιουργήσουν μια αντικειμενική βάση» (Pallasmaa, 2005, σ.27). Τι να κατανοήσει σύμφωνα με τον Le Corbusier; Ποία αντικειμενική βάση πρέπει να δημιουργήσει σύμφωνα με τον Walter Gropius;

< St. Georg Garten, Otto Haesler, 1924


27

Η αντικειμενική βάση του μοντερνισμού και οι ορθολογικοποιημένες μέθοδοι παραγωγής, δηλαδή του τελικού αρχιτεκτονικού έργου, αποτελεί συνέχεια της Αναγεννησιακής σκέψης του επιστημονικού και ορθολογικού λόγου. Ξετυλίγοντας το νήμα προς τα πίσω, θα αντικρίσουμε την αρχαία Ελληνική σκέψη. Ο Ηράκλειτος έλεγε «Τα μάτια είναι οι πιο ακριβείς μάρτυρες από τα αυτιά» και ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι η όραση είναι η πιο ευγενής των αισθήσεων «διότι προσεγγίζει το νου πιο κοντά από την σχετική θεώρηση της γνώσης» (Pallasmaa, 2005, σ.15). Η γνώση είναι η πηγή της αλήθειας, δηλαδή της ύπαρξης και τελικά η αρχιτεκτονική αντιμετωπίζει το ερώτημα της ανθρώπινης ύπαρξης στο χώρο και στο χρόνο. Ακολουθώντας την αλληλουχία, της όρασης, της γνώσης, της αλήθειας και της ανθρώπινης ύπαρξης, η μοντέρνα σκέψη προσπαθεί να συνδέσει την αρχιτεκτονική με την αντικειμενική θεώρησή της. To 1963, o Reyner Banham, σε ένα επικριτικό κείμενό του για το συνέδριο αναφέρει. «Η πειστική εκείνη γενικότητα, που δίνει στη Χάρτα των Αθηνών την εντύπωση μίας δυνάμει παγκόσμιας εφαρμογής, κρύβει πίσω της μία πολύ στενή αντίληψη, τόσο για την αρχιτεκτονική όσο και για την πολεοδομία, που ώθησε τα CIAM: α] σε σχέδια πόλεων με αυστηρά καθορισμένες λειτουργικές ζώνες και ζώνες πρασίνου ανάμεσα σε περιοχές με διαφορετικές λειτουργίες, και β] σε έναν μοναδικό τύπο αστικής κατοικίας, που εκφράστηκε στη χάρτα με τα εξής λόγια, «ψηλές, αραιοχτισμένες πολυκατοικίες, εκεί όπου υπάρχει ανάγκη στέγασης μεγάλης πυκνότητας πληθυσμού». Σήμερα, με την απόσταση των τριάντα χρόνων που μας χωρίζει από τότε, αναγνωρίζουμε στην άποψη αυτή μονάχα την έκφραση κάποιας αισθητικής προτίμησης, την εποχή όμως εκείνη είχε το βάρος Θείας Εντολής και ουσιαστικά παρέλυσε κάθε έρευνα για άλλες μορφές κατοικίας» (Frampton, 2009, σ.244). Ήδη από το 1953 στο CIAM IX στην Aix-en-Provence με τους Alison και Peter Smithson, τον Aldo Van Eyck και με τους Jacob Bakema, Γιώργο Κανδύλη, Shadrach Woods, John Voelcker και William και Jill Howell, αμφισβήτησαν τις τέσσερις φονξιοναλιστικές κατηγορίες της Χάρτας των Αθηνών και αναζήτησαν τις δομικές αρχές ανάπτυξης της πόλης και το νέο σημαντικό στοιχείο πέρα από το κύτταρο της οικογένειας, προσπαθώντας να επιλύσουν τα κύρια προβλήματα της έλλειψης της κοινωνικής και οικονομικής ανάμειξης, καθώς επίσης και το ζήτημα της ομοιομορφίας.


28

Το Σεπτέμβριο του 1959, στο μουσείο Henry van de Velde’s Kröller-Müller στο Οττέρλο, από την ομάδα του Team X έγινε η αναγγελία «θανάτου» του CIAM και η δημιουργία του «νέου CIAM». Η δομή του συνεδρίου συνέχιζε να έχει αυτή των CIAM, που όμως εμπλουτίστηκε από το δημοκρατικό πνεύμα των νέων εκπροσώπων του που υπήρχαν πλέον στην ομάδα. Έξι ημέρες συνεδρίου με παρουσίαση κατασκευαστικών και θεωρητικών εργαλείων και ακολούθως δύο ημέρες στις οποίες συνοψίζοντας και αξιολογώντας ότι είχε συμβεί κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων. O Le Corbusier γράφει στην επιστολή του που αποστέλλει στο συνέδριο του Dubrovnik. «Αυτοί που σήμερα είναι σαράντα ετών, γεννημένοι γύρω στο 1916, σε εποχές πολέμων και επαναστάσεων, και εκείνοι που τότε ήταν αγέννητοι, εικοσιπεντάρηδες τώρα, γεννημένοι γύρω στο 1930, όσο προετοιμαζόταν ένας νέος πόλεμος και μέσα σε βαθιά οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση, είναι αυτοί που βρίσκονται στην καρδιά της σημερινής εποχής, οι μόνοι ικανοί να νιώσουν τα πραγματικά προβλήματα προσωπικά και βαθιά, τους σκοπούς που θα υπηρετήσουν, τα μέσα με τα οποία θα τους φτάσουν, την παθητική πιεστικότητα της σημερινής κατάστασης. Αυτοί είναι μέσα στα πράγματα. Οι προκάτοχοί τους δεν επηρεάζονται πια άμεσα από την κατάσταση» (Frampton, 2009, σ.243). Ωστόσο τα μέλη του Team X μπορούμε να πούμε ότι διατήρησαν μία προσωπική στάση με κοινό παρανομαστή την κριτική τους απέναντι στα CIAM. Όπως η απόπειρα των Alison και Peter Smithson για τη μετάβαση από την Κατοικία, την Εργασία, την Αναψυχή και τις Μεταφορές στις φαινομενολογικές κατηγορίες του Σπιτιού, του Δρόμου, της Συνοικίας και της Πόλης, η ιεραρχημένη πολεοδομικά πρόταση του Bakema για την πόλη, η ανθρωπολογική προσέγγιση του Aldo Van Eyck μέχρι και την πολιτική στάση της αρχιτεκτονικής του Giancarlo de Carlo.


29

Ανακήρυξη θανάτου CIAM, ομάδα Team X


30

Η Ιδρυση των Μεταπολεμικων Εργατικων Οικισμων Πλησιον Βιομηχανικων Μοναδων στην Ελλαδα Ανάλογη προσέγγιση ανάπτυξης εργατικών οικισμών πραγματοποιήθηκε στον ελλαδικό χώρο, όπου έγινε προσπάθεια για την επίλυση του ζητήματος της συλλογικής κατοίκησης των εργαζομένων σε μία παραγωγική μονάδα. Πολλοί βιομήχανοι οδηγήθηκαν στη δημιουργία εργατικών οικισμών λόγω του ζητήματος των περιορισμένων έως και ανύπαρκτων μέσων μεταφοράς από την κατοικία στο χώρο εργασίας, της έλλειψης εργατικού προσωπικού στις περιοχές των βιομηχανικών εγκαταστάσεων καθώς και ότι η δωρεάν παραχώρηση κατοικίας αποτελούσε παράγοντα έλξης για τον εργαζόμενο. Ο οικισμός “Μπάρλου” στο Δίστομο, των Σουζάνα και Δημήτρη Αντωνακάκη, αποτελεί ένα παράδειγμα εργατικού οικισμού μέσα από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Ωστόσο την περίοδο εκείνη δημιουργήθηκαν και άλλοι οικισμοί, στους οποίους έγινε προσπάθεια, συνειδητά και ασυνείδητα να εφαρμοστούν σχεδιαστικές προσεγγίσεις, που είχαν εφαρμοστεί στο εξωτερικό. Σχεδόν από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, 1932, υπήρξαν τα πρώτα δείγματα ανάπτυξης εργοστασίων με εργατικούς οικισμούς. Όπως αναφέρει, ο Νίκος Μπελαβίλας (2012, σ.30), τη χρονική περίοδο από το 1875 έως το 1930 υπήρξαν τρία βασικά παραδείγματα τέτοιων οικισμών. Το 1875, η Γαλλική Εταιρία Μεταλλείων Λαυρίου και κατά τις δεκαετίες του 1910 και 1920, της Ανώνυμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων Δραπετσώνας, της Ανωνύμου Εταιρείας Τσιμέντων “Τιτάν” και της Ανώνυμου Ελληνικής Εταιρείας Οίνων και Οινοπνευμάτων “Βότρυς”. Ακολούθως το 1922, με την είσοδο μεγάλων πληθυσμών προσφύγων καθώς και μετά το πέρας του Β’ παγκοσμίου πολέμου το ζήτημα στέγασης των εργατικών τάξεων ανέλαβαν οι δημόσιοι φορείς. Η κρατικοποιημένη εταιρία ενέργειας, Δ.Ε.Η. πραγματοποίησε το πρώτο μεταπολεμικό έργο οργανωμένης δόμησης στην Κοζάνη και στην Πτολεμαΐδα καθώς επίσης και ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας με διάφορα προγράμματα στέγασης σε αστικές και βιομηχανικές περιοχές.


31

Την περίοδο του ύστερου 20ου αιώνα ελάχιστες βιομηχανίες με δική τους πρωτοβουλία δημιούργησαν οικισμούς. Σημαντικές περιπτώσεις αποτελούν τρεις μεταλλευτικές και μία κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία. Η Βιομηχανία βωξίτη και αλουμινίου Pechiney στο Δίστομο Βοιωτίας με την κατασκευή του οικισμού των Άσπρων Σπιτιών στην Παραλία Διστόμου, η μεταλλευτική Λάρκο και με τον οικισμό στη Λάρυμνα και στην περιοχή Νέου Κόκκινου, σήμερα Άγιου Ιωάννη, η μεταλλευτική Μπάρλος με τον οικισμό στο Δίστομο και τέλος η κλωστοϋφαντουργική Καρέλλα στη περιοχή του Λαυρίου.

<

<

Οικισμός της Ελληνικής Εταιρείας Μεταλλουργείων Λαυρίου Οικισμός της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλουργείων Λαυρίου


32

Ο Οικισμοσ των Ασπρων Σπιτιων στην Παραλια του Διστομου

Στις 27 Αυγούστου του 1960, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, πρωθυπουργός της χώρας υπέγραψε με την Γαλλική εταιρία Pechiney σύμβαση για την δημιουργία εργοστασίου παραγωγής αλουμινίου. Στις 7 Απριλίου του 1963 θεμελιώνει την κατασκευή του εργοστασίου στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, στον κόλπο της Αντίκυρας και στις 11 Φεβρουαρίου του 1966 αρχίζει να λειτουργεί το εργοστάσιο σταδιακά. Η εταιρία αναλαμβάνει την εξόρυξη Βωξίτη, την επεξεργασία του για τη δημιουργία της αλουμίνας και με τη σειρά του την παραγωγή του πρωτόχυτου αλουμινίου, το οποίο διοχετεύει στις εταιρίες επεξεργασίας αλουμινίου. Το 1961 ανέθεσαν στον αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Κωνσταντίνο Δοξιάδη το σχεδιασμό ενός οικισμού που θα στέγαζε τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους, όπου «τα πρώτα σπίτια παραδόθηκαν το 1964 και το 1965 είχαν ολοκληρωθεί 719 κατοικίες. Στη συνέχεια μέσα από συνεχείς επεκτάσεις και προσθήκες με τη συμμετοχή άλλων αρχιτεκτόνων [Χ.Λεμπέσης, Π. Μασουρίδης, Μ. Φωτιάδης], ο οικισμός πήρε τη σημερινή του μορφή με 1.072 κατοικίες συνολικής επιφάνειας 115.000 τ.μ. και 30 καταστήματα κοινής ωφέλειας συνολικής επιφάνειας 15.500 τ.μ.» (Καλαφάτη, 2012, σ.23). Η επέκταση του εργοστασίου προβλέπεται σε πέντε φάσεις και ο σχεδιασμός του οικισμού θα πρέπει να το λάβει υπόψιν του. Κατά την αρχική φάση ο οικισμός θα φιλοξενούσε 706 εργαζομένους [μηχανικοί και στελέχη: 25, εργοδηγοί και υπάλληλοι: 160, εργάτες: 521] που θα έφθαναν τους 1.140 στην τελική φάση ανάπτυξης του εργοστασίου [μηχανικοί και στελέχη: 23, εργοδηγοί και υπάλληλοι: 232, εργάτες: 851]. Να σημειωθεί ότι στον πληθυσμό αυτό, θα συνυπολογιζόταν ένα ορισμένο ποσοστό που θα αντιστοιχούσε σε 75 ελεύθερους επαγγελματίες και εμπόρους, 25 δημοσίους υπαλλήλους για την κανονική λειτουργία της πόλης. Συνολικά ο πληθυσμός θα ανέρχονταν σε 2.000 άτομα. Στην τελική φάση οι απασχολούμενοι στον τομέα των υπηρεσιών θα ανέρχονταν στο 31% του ενεργού πληθυσμού, δηλαδή 1.628 άτομα, περίπου 1.250 οικογένειες, μία πόλη με περισσότερους από 5.000 κατοίκους.


33

Περιοχή Παραλίας Διστόμου, Οικισμός Άσπρων Σπιτιών


34

Η περιοχή της παραλίας του Διστόμου, 1962

Η πολεοδομική αντίληψη του Δοξιάδη ήταν η δημιουργία ενός γραμμικού οικισμού που θα είχε τη δυνατότητα επέκτασης. Οι πληθυσμιακοί αριθμοί θα αυξάνονταν παράλληλα με την ανάπτυξη του οικισμού, με αποτέλεσμα «όταν η πόλη θα παίξει έναν ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη της περιοχής, θα μπορούσε να αναμένει ένα πληθυσμό 6.000-7.000 κατοίκων» (Καλαφάτη, 2012, σ.20). Να επισημάνουμε πως ο Δοξιάδης σκεφτόταν πως εκτός από τη βιομηχανική δομή του θα μπορέσει να εξελιχθεί σε τουριστικό και πολιτιστικό κέντρο. Σύμφωνα με τη δημοσίευση του γραφείου Δοξιάδη στο περιοδικό Αρχιτεκτονική του 1965, «το γενικό διάγραμμα της πόλης… θα έχει σχήμα Γ, του οποίου το μικρό σκέλος βρέχεται από τη θάλασσα, οδηγεί δυτικά προς τα Αντίκυρα, ενώ το άλλο περιβάλλεται από δύο λόφους. Αναπτύχθηκαν τέσσερις γειτονιές, που την κάθε μία περιβάλλουν περιφερειακοί αυτοκινητόδρομοι και που εισχωρούν σε επιλεκτικά μόνο σημεία αδιέξοδοι δρόμοι για να πλησιάζουν τα αυτοκίνητα στα σπίτια και στις ειδικές λειτουργίες, χωρίς να διασχίζουν την κοινότητα. Στη συμβολή των δύο σκελών του Γ δημιουργήθηκε το εμπορικό και κοινωνικό κέντρο και παρακάτω το διοικητικό κέντρο σαν έξοδος προς τη θάλασσα, όπου και διατηρήθηκε μία ζώνη κατά μήκος της ακτής για ψυχαγωγικές και τουριστικές εγκαταστάσεις» (Γραφείο Δοξιάδη, 1965, σ.57).


35

Τοπογραφικό Διάγραμμα των Άσπρων Σπίτιων


36

<

> Πανοραμική άποψη οικισμού Όψη Οικισμού Πρόπλασμα < Κάτοψη Τυπολογίας πρώτης Φάσης [G5] Κάτοψη Διαμερίσματος Συγκροτήματος “Μετέωρα“


38

Η μετακίνηση των ανθρώπων γίνεται μέσω ενός συστήματος πεζοδρόμων όπου από τους πιο μικρούς μπορείς να οδηγηθείς στους μεγαλύτερους και τελικά στους δημόσιους χώρους. Όσον αφορά τις κατοικίες της περιόδου του Δοξιάδη, δημιουργήθηκαν 12 τύποι κατοικιών, όπου κάθε τύπος μπορούσε να κατασκευαστεί σε στάδια. Συνεπώς το σύνολο των τύπων, μαζί με τους ενδιάμεσους ανέρχονται σε περισσότερους από 25. Έτσι δημιουργήθηκε μία αίσθηση ποικιλίας. Τα υλικά, εξωτερικά, είναι πέτρα, τσιμέντο και ξύλο. Μεγάλο μέρος από τα γυμνά τμήματα της πέτρας ασβεστώθηκαν, όπου σύμφωνα με την δημοσίευση του περιοδικού «Αρχιτεκτονική», με αυτό τον τρόπο «δίνει στα σπίτια μεγαλύτερη γλυπτική σαφήνεια και απλότητα, τονίζει την υφή και δημιουργεί ένα θαυμάσιο «ελληνικό» συνδυασμό με το χρώμα και το σχήμα των ελαιόδεντρων» (Γραφείο Δοξιάδη, 1965, σ. 57).


39

<

<

Φωτογραφίες κατασκευής κατοικιών δεύτερης φάσης [δεκαετία ‘70]


40

Και ολοκληρώνοντας, το άρθρο του 1965 αναφέρει. «Σήμερα που τα έργα αυτά δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί η σύνθεση των κτηριακών συγκροτημάτων μοιάζει σε πολλά σημεία αυθαίρετη και αδικαίωτη. Πιστεύουμε ότι όταν συμπληρωθούν αυτά τα τελειώματα, η πόλη θα δημιουργήσει το συναίσθημα των ελληνικών πόλεων του παρελθόντος, όπου η συνοχή δεν καταργεί την ατομικότητα και η απομόνωση στις εσωτερικές αυλές δεν έρχεται σε σύγκρουση με την κοινωνική συναναστροφή στους δρόμους ή στις πλατείες, ενώ η φυσική κλίμακα και η διαμόρφωση εκφράζουν την ιεράρχηση των αξιών της αστικής διαβίωσης» (Γραφείο Δοξιάδη, 1965, σ. 57). Οι επεκτάσεις του οικισμού μέσω της δημιουργίας νέων κατοικιών [περίπου 1971] αύξησε την ποικιλία τους, σε επίπεδο ογκοπλασίας, δημιουργώντας ταυτόχρονα μία «ρήξη» στην σχεδιαστική προσέγγιση του Γραφείου Δοξιάδη. Οι κατοικίες στην ενδιάμεση περιοχή κρατούν εν μέρει την κλίμακα, ωστόσο παρουσιάζουν τα εξής χαρακτηριστικά διαφοροποίησης από του τις πρώτες κατοικίες. Έντονη σχεδιαστική ογκοπλασία με αποτέλεσμα τη σύνθεση πάνω από μία κατοικία και τη δημιουργία οικιστικών συνόλων. Υπερύψωση των κατοικιών σε πολλά σημεία με τη δημιουργία πιλοτών και τέλος σύγχρονη κατασκευή με μεγάλα ανοίγματα και ανοιχτές κατόψεις.


41

Στη συνέχεια, το 1983, το γραφείο του Μ. Φωτιάδη αναλαμβάνει την κατασκευή πολυτελών πολυκατοικιών σε δύο συγκροτήματα. Οι πολυκατοικίες παρουσιάζουν βαθμιδωτή ανάπτυξη καθ’ ύψος, ενσωματώνοντας την υψομετρική διαφορά της περιοχής οικοδόμησής τους, ενώ ο δημόσιος χώρος βρίσκεται στο κέντρο κάθε συγκροτήματος λειτουργώντας ως τον πυρήνα που σε διοχετεύει στις πολυκατοικίες. Ο συγκεκριμένος οικισμός εφαρμόζει μία πολεοδομική προσέγγιση, βασισμένη στις σχεδιαστικές αρχές που εφάρμοζε ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης στους οικισμούς του, όπου η δημιουργία των οικοδομικών τετραγώνων, η παρεμβολή των χώρων δημόσιου χαρακτήρα σε αυτά, ο περιορισμός της εισόδου του αυτοκινήτου και η αίσθηση της γραμμικής πόλης που επεκτείνεται και υποδέχεται διαφορετικές σχεδιαστικές προσεγγίσεις δομημένων χώρων, είναι που καθιστούν τον οικισμό οργανωμένο, θέτοντας ωστόσο το ζήτημα της κλίμακας και της σχέσης της με την κοινωνική ζωή. Πώς μία κατοικία που ακολουθεί μία ορθολογική προσέγγιση σχεδιασμού της και τοποθέτησής της στο χώρο επηρεάζει και επηρεάζεται από τη λειτουργία του οικισμού; Πρόπλασμα συγκροτήματος πολυκατοικιών, Μ. Φωτιάδη, 1983

<

<


42

οι Πολυκατοικιεσ Καρελλα στο Λιμανι του Λαυριου

Περιοχή Λαυρίου, Πολυκατοικίες Καρέλλα

Ισχυρός οικονομικός κλάδος για την ελληνική βιομηχανία, υπήρξε αυτός της κλωστοϋφαντουργίας. Η πλεκτοβιομηχανία και κλωστοϋφαντουργία «Αιγαίον» , ιδρύθηκε το 1924 και ήταν η δεύτερη [χρονικά] κλωστοϋφαντουργία που δημιούργησε η οικογένεια Καρέλλα, μετά τη ΒΕΛΚΟ το 1920. Η βιομηχανία Αιγαίον, συνδέθηκε με το όνομα της οικογένειας Καρέλλα. Παραδοσιακή δύναμη του κλάδου, η «Αιγαίον» απασχολούσε περίπου 1.600 εργαζόμενους, ενώ το 1955, ο Δημήτρης Καρέλλας, ίδρυσε ένα ακόμη εργοστάσιο στο Λαύριο. Την εποχή εκείνη το Λαύριο ήταν εργατούπολη, αφού η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων του ήταν εργάτες στις βιομηχανίες της περιοχής. Μάλιστα, το Λαύριο Θεωρείται η πρώτη ιστορικά εργατούπολη της Ελλάδας, αφού από τον 19ο αιώνα, μετά τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους η πόλη συγκροτήθηκε γύρω από τη μεταλλευτική εταιρεία του Σερπιέρι.


43

Στις 21 Ιουλίου 1964 οι εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας «Αιγαίον» στο Λαύριο, κήρυξαν απεργία ζητώντας την επαναπρόσληψη πέντε απολυμένων συνδικαλιστών. Τετρακόσιοι απεργοί κατέλαβαν το εργοστάσιο. Την επόμενη μέρα επενέβη η χωροφυλακή για την εκκένωσή του, αλλά οι εργάτες πρόβαλαν αντίσταση και σύντομα οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε ολόκληρη την πόλη του Λαυρίου με τη συμμετοχή των οικογενειών των εργατών και άλλων πολιτών. Καθώς λοιπόν ολόκληρη η πόλη συμμετείχε στα επεισόδια, οι συγκρούσεις ήταν ιδιαίτερα σκληρές οι οποίες έφτασαν ακόμη και μέσα στα σπίτια (Πριν από 50 χρόνια, 2014).


44

Με το τέλος των απεργιακών κινητοποιήσεων, ξεκίνησε η κατασκευή των δύο πολυκατοικιών που θα στέγαζε τους εργαζομένους της κλωστοϋφαντουργίας. Τις αποκαλούν πολυκατοικίες του Καρέλλα, από το όνομα του ιδιοκτήτη της κλωστοϋφαντουργίας «Αιγαίον». Τα θεμέλια των πολυκατοικιών Καρέλλα μπήκαν το 1964, στην περιοχή ακριβώς δίπλα στο εργοστάσιο και οι εργάτες του Καρέλλα ήταν και εκείνοι που δούλευαν στα μπετά και στο χτίσιμο (Παπαδόπουλος, 2013). Δύο χρόνια μετά υποδέχτηκαν τους πρώτους ενοίκους. Το οικιστικό συγκρότημα των δύο πολυκατοικιών, φιλοξενούσε υφάντριες και κομποδέτες. Οι δύο πολυκατοικίες έχουν ορθογωνικό σχήμα διαστάσεων 14 επί 29 μέτρα, προσανατολισμένες με την μεγάλη πλευρά Βόρειο-Δυτικά. Οι πολυκατοικίες βρίσκονται στην περιοχή του λιμανιού επί της οδού Λεωφόρου Σουνίου σε απόσταση 20 και 35 μέτρα από το δρόμο. Κάθε πολυκατοικία αποτελείται από 5 ορόφους όπου σε κάθε όροφο υπάρχουν 9 διαμερίσματα και ένας κοινόχρηστου χώρος πλυντηρίου. Στο αριστερό άκρο της δυτικής πλευράς της κάθε πολυκατοικίας υπάρχει η είσοδος με το κλιμακοστάσιο και τον ανελκυστήρα. Κατά μήκος της μεγάλης πλευράς και στο κέντρο του κτηρίου υπάρχει ένας διάδρομος πλάτους 1,6 μέτρα που καταλήγει σε ένα παράθυρο ενώ αριστερά και δεξιά του διαδρόμου υπάρχουν οι πόρτες των κατοικιών και του χώρου πλυντηρίου. Κάθε διαμέρισμα αποτελείται από ένα δωμάτιο, ένα χώρο κουζίνας και ένα λουτρό, συνολικά 25 με 30 τμ περίπου. Τον Φεβρουάριο του 1990 η επιχείρηση πτώχευσε και «έβαλε λουκέτο», αφήνοντας 1.500 ανέργους (Οκτώ ιστορικές βιομηχανίες που δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα και «λύγισαν» στο χρόνο, 2014). Το κλείσιμο επιχειρήσεων τη δεκαετία του ’90, ακολούθησαν και άλλες παραγωγικές μονάδες, όπως η ΕΜΜΕΛ, τα κλωστήρια Λαυρίου, η ΒΕΛΠΕΞ, η ΑΒΕΛ – Μεταλλευτική, η Τεχνοκράφτ, η Best Boats. Βέβαια η αφετηρία ξεκίνησε το 1977 όταν η Γαλλική Εταιρία Μεταλλείων Λαυρίου διέκοψε τις μεταλλευτικές δραστηριότητες και ξεκίνησαν τα ζητήματα της ανεργίας. Έρευνα του δήμου Λαυρίου αναφέρει ότι το 1995 οι άνεργοι ήταν 807 και 2000 στην ευρύτερη περιοχή, ενώ περίπου το 20% εγκατέλειψε την περιοχή.

< Σκίτσο ενδεικτικής κάτοψης πολυκατοικίας > Τοπογραφικό Διάγραμμα Λαυρίου 1992


45


46


47

<

Tα όρια της πόλης. Μέρος Πρώτο: Ακτοραμμή 36 < Καθημερινές στιγμές στις Πολυκατοικίες Καρέλλα, δεκαετία 1970


48

Αφού έκλεισε η επιχείρηση, μέσα σε δύο δεκαετίες οι εργαζόμενοι εισέπραξαν κάποιο ποσό των αποζημιώσεων που οφείλονταν σε αυτούς, ενώ ακόμη μεγάλα ποσά εκκρεμούν. Με την αιτιολογία αυτή οι πρώην εργαζόμενοι συνέχισαν να κατοικούν στις πολυκατοικίες ενώ σύμφωνα με την κάτοικο Ελευθερία Παούρη, ένα μέρος από αυτούς κατοικεί πλέον σε εργατικές κατοικίες του δημοσίου, εγκαταλείποντας την κατοικία τους στις πολυκατοικίες αυτές. Αυτό δημιούργησε τη δυνατότητα σε κάποιους να προβούν σε ενοποιήσεις κατοικιών αυξάνοντας με αυτό τον τρόπο τα τετραγωνικά της κατοικίας τους. Ωστόσο σύμφωνα πάλι με την Ελευθερία Παούρη, που ο σύζυγός της είναι ο διαχειριστής της δεύτερης πολυκατοικίας, αναφέρει ότι από τα 45 διαμερίσματα κατοικούνται τα 30, ενώ δεν δίνεται η δυνατότητα να παραχωρηθούν σε κάποιους άλλους που χρειάζονται στέγαση. Οι «ιδιοκτήτες» πιστεύουν ότι θα χάσουν τυχόν μερίδιο των αποζημιώσεων στο μέλλον, εάν τις εγκαταλείψουν. Η αίσθηση που έχεις όταν κινείσαι μέσα στην πολυκατοικία είναι ότι βρίσκεσαι σε μία μεγάλη κατοικία και κάθε πόρτα κατοικίας είναι ένα δωμάτιο. Η πόρτα με χαρακτηριστικά εσωτερικής, τα λίγα τετραγωνικά των κατοικιών, αλλά και η λογική των κλειδιών πάνω στην πόρτα συντελεί σε αυτή την αίσθηση. Το κλιμακοστάσιο λειτουργεί ως το χώρο στάσης και συνάντησης, με πολλούς περιορισμούς. Η φράση της Ελευθερίας Παούρη, «είμαστε μία οικογένεια όλοι εδώ» ίσως απορρέει από τον κοινό σκοπό που έχουν οι ένοικοι σε κάθε περίοδο. Όταν ήταν εργαζόμενοι, το εργασιακό καθεστώς και τώρα ο αγώνας τους για να παραμείνουν στις κατοικίες τους. Η πολυκατοικία τοποθετείται στο ευρύτερο περιβάλλον ως τοπόσημο, που φέρει την κάθετη διάρθρωση των κατοικιών με ότι αυτό συνεπάγεται στις σχέσεις των ανθρώπων. Ωστόσο είναι ένας συμπαγής οργανισμός, μία μονάδα που εμπεριέχει την καθημερινή δραστηριότητα με ελάχιστες δυνατότητες συνεύρεσης, αφού το κλιμακοστάσιο λειτουργεί ως ένα πέρασμα από το ένα σημείο στο άλλο. Η τοποθέτηση ενός καθιστικού - καναπέ στην άκρη της σκάλας του 3ου ορόφου, δηλώνει την ανάγκη των κατοίκων να δημιουργήσουν ένα σημείο συνάντησης πέρα από τον αποκλειστικά ιδιωτικό χώρο της εκάστοτε κατοικίας.

Κλίμακοστάσιο Πολυκατοικίας Καρέλλα >


49


50

Οι Οικισμοι τησ Λαρκο στη Λαρυμνα & στο Νεο Κοκκινο

Το 1963 ο Πρόδρομος Μποδοσάκης ιδρύει την Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Ανώνυμη Εταιρεία [ΛΑΡΚΟ] που αποτελεί το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής σιδηρονικελίου. Το 1966 ιδρύεται το εργοστάσιο στην περιοχή της Λάρυμνας στο νομό Φθιώτιδας, 130 χιλιόμετρα περίπου βόρειο-ανατολικά της Αττικής. Στο μεταλλουργικό εργοστάσιο γίνεται πυρομεταλλουργική επεξεργασία των Ελληνικών σιδηρονικελιούχων μεταλλευμάτων [λατεριτών] με στόχο την παραγωγή σιδηρονικελίου [FeNi], περιεκτικότητας 18-24% σε νικέλιο που αποτελεί πρώτη ύλη για τις βιομηχανίες παραγωγής ανοξείδωτων χαλύβων στον Ευρωπαϊκό χώρο. Σύμφωνα με την μαρτυρία της κυρίας Παναγιώτας Σκυριανού, πρώην κάτοικο και εργαζόμενη στην εταιρία Λάρκο, η αρχική πρόταση για τη θέση του οικισμού, ήταν στη δυτική πλευρά του χωριού της Λάρυμνας. Ωστόσο, η επιλογή αυτή ήταν αντίθετη με τους κατοίκους του χωριού, οι οποίοι δεν πωλούσαν τις εκτάσεις τους στην εταιρία του εργοστασίου, για την κατασκευή του οικισμού. Αντιλαμβανόμαστε ότι στις προθέσεις ήταν η δημιουργία ενός οικισμού ο οποίος θα ενσωματώνονταν στον υπάρχοντα, χρησιμοποιώντας με αυτό τον τρόπο υποδομές. Έτσι η περιοχή νοτιο-ανατολικά του εργοστασίου αποτέλεσε τον τόπο δημιουργίας του οικισμού. Από το 1952 άρχισε η εκ νέου εκμετάλλευση των μεταλλείων στον Αγ. Ιωάννη [Νέο Κόκκινο], ενώ τότε ξεκίνησε και η κατασκευή του μεταλλουργικού εργοστασίου της ΛΑΡΚΟ στη Λάρυμνα. Πριν τον πόλεμο, το μετάλλευμα πήγαινε από τα μεταλλεία μέχρι την Λάρυμνα με τρένο και φορτωνόταν στα καράβια. Το 1953, υπήρχε πάνω από τα σημερινά γραφεία, ένα συγκρότημα μικρών κατοικιών, για τους πρώτους εργαζόμενους, το οποίο σήμερα δεν υπάρχει. Τότε υπήρχαν και κάποια από τα σημερινά πέτρινα κτίσματα, τεσσάρων διαμερισμάτων, δύο στο ισόγειο και δύο στον όροφο, συμμετρικά ως προς άξονα, τα οποία δεν διέθεταν τουαλέτα. Υπήρχε στη μέση της γειτονιάς ένα κτίριο που στέγαζε την τουαλέτα και το πλυσταριό για όλους τους ενοίκους, τα οποία πλέον έχουν κατεδαφιστεί. Την ίδια χρονιά δημιουργήθηκαν τα πρώτα μαγαζιά, παντοπωλείο και εστιατόριο, ενώ ξεκίνησε και η λειτουργία αντλιοστασίου και έτσι ο οικισμός τροφοδοτήθηκε με πόσιμο νερό.


51

Περιοχή Λάρυμνα, Οικισμός Λάρκο

Περιοχή Νέο Κόκκινο, Οικισμός Λάρκο


52

Το 1958, χτίστηκαν έξι ακόμη πέτρινα κτίσματα, τεσσάρων διαμερισμών, της ίδιας τυπολογίας, ενώ το 1968, ξεκίνησε η επέκταση. Χτίστηκαν τα σπίτια στο κέντρο του οικισμού, με πέτρινη βάση, χωρίς κεραμίδια και μόλις ολοκληρώθηκαν, λόγω της άμεσης ανάγκης για στέγαση, χτίστηκαν και μερικά λυόμενα. Το 1970, δημιουργήθηκε αποχετευτικό δίκτυο, σωληνώσεις, βιολογικός καθαρισμός και δρόμοι, ενώ χτίστηκε το ιδιωτικό γυμνάσιο και το δημοτικό. Επίσης, φτιάχτηκε ο δρόμος που συνδέει τη Λάρυμνα και τον Αγ. Ιωάννη, για τη μεταφορά του μεταλλεύματος με φορτηγά. Την ίδια περίοδο, 1970 με 1972, χτίστηκαν οι πολυκατοικίες στο βόρειο μέρος του οικισμού. Η μία προοριζόταν για τη στέγαση των καθηγητών [12 διαμερίσματα, 3αρια], ενώ χτίζονται επίσης, τα σπίτια των μηχανικών. Είναι πιο μεγάλα από τα άλλα, τριάρια, με μπάνιο, λουτρό και κήπο [≈90τμ]. Το 1974, χτίστηκε η λέσχη προσωπικού και ο κινηματογράφος. Το 1978, πραγματοποιήθηκε η τελευταία επέκταση. Χτίζονται οι «καινούργιες» πολυκατοικίες. Είναι έξι και κάθε μία έχει έξι διαμερίσματα 4αρια. Ένα κτίριο διαμορφώνεται κατάλληλα για νηπιαγωγείο και κτίζεται το ιατρείο στη σημερινή του θέση, ενώ το 1981-82 χτίστηκε το γήπεδο, πάνω από τον κινηματογράφο και το 1998 η εκκλησία [κάτω από το γυμνάσιο]. Στον οικισμό υπάρχει λιμεναρχείο κοντά στο λιμάνι του εργοστασίου. Ο οικισμός ωστόσο περιλαμβάνει και κτίρια εμπορικής χρήσης που βρίσκονται στα δυτικά, στην πύλη του οικισμού. Φαρμακείο, περίπτερο, παντοπωλείο, καφενείο, μανάβικο, καθαριστήριο, σούπερ μάρκετ, κατάστημα γυναικείων ρούχων, κατάστημα με είδη δώρων, ταβέρνα, σουβλατζίδικο, φροντιστήριο μέσης εκπαίδευσης, γήπεδο για ψυχαγωγία με υποδομές για μπάσκετ, βόλεϊ, τέννις και γήπεδο 5 x 5. Επίσης στην παραλία υπάρχουν υποδομές για λουόμενους και ταβέρνα που αποτελεί το θερινό παράρτημα της λέσχης. Τα Μεταλλεία του Αγίου Ιωάννη, βρίσκονται στο Νέο Κόκκινο του Νομού Βοιωτίας, 7 χιλιόμετρα από το μεταλλουργικό εργοστάσιο της Λάρυμνας. Είναι τα παλαιότερα μεταλλεία της εταιρίας [μεταλλείο Εύβοιας [1969], μεταλλείο Καστοριάς [1992], λιγνιτωρυχείο Σερβίων - Κοζάνης] και λειτουργούν με μία υπόγεια [πλέον σφραγισμένη] και τρεις επιφανειακές εκμεταλλεύσεις. Μια τέταρτη επιφανειακή εκμετάλλευση δημιουργήθηκε ως επέκταση σε υπάρχουσες. Το πρώτο υπόγειο μεταλλείο στην περιοχή άρχισε να λειτουργεί στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. >

Πολυκατοικίες του 1978 Άποψη του Εργαστασίου Λάρκο >


53


Τοπογραφικό Διάγραμμα Λάρυμνας


58 Τυπολογίες Κατοικιών Σχέδια Φωτογραφίες >


59


60

Στην περιοχή Αγίου Ιωάννη - Νέο Κόκκινο υπάρχει ο οικισμός που δημιουργήθηκε για τους εργαζόμενους για την εξόρυξη του μεταλλεύματος την ίδια περίοδο, ενώ κατασκευάστηκαν και μεταγενέστερες κατοικίες με την πολυκατοικία δύο πτερύγων την περίοδο του 1970 - 1975. Επίσης υπάρχουν χώροι δημόσιας χρήσης, όπως κινηματογράφος, παντοπωλείο και άλλα καταστήματα, καθώς επίσης και χώροι γραφείων για τους υπαλλήλους στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη. Και στους δύο οικισμούς δημιουργείται ένα όριο και ταυτόχρονα ένας άξονας όπου παράλληλα σ’ αυτόν, αναπτύσσεται ο οικισμός. Ο κύριος δρόμος που συνδέεται το ορυχείο με το εργοστάσιο. Ενώ οι αρχικοί οικισμοί αναπτύσσονται παράλληλα στον άξονα αυτόν με τη μορφή του υποδάμιου συστήματος που παρεκκλίνει λόγο των υψομετρικών αλλαγών του εδάφους, ένα μέρος από τις πολυκατοικίες του οικισμού στη Λάρυμνα και η πολυκατοικία στο Νέο Κόκκινο, ακολουθεί τον οδικό άξονα. Να σημειωθεί ότι και στους δύο οικισμούς δεν υπάρχει ορισμένος δημόσιος χώρος συγκέντρωσης [πλατεία]. Σήμερα ο οικισμός βρίσκεται σε μία απροσδιόριστη κατάσταση. Σύμφωνα με τη φράση της κυρίας Αθανασίας Γκρίτζας [προσωπάρχη εταιρίας Λάρκο] «Όλα είναι συνυφασμένα με την τιμή του νικελίου. Ανεβαίνει το νικέλιο πραγματοποιούμε κάποια έργα στον οικισμό. Πέφτει η τιμή του; Σταματάμε!» Έτσι σήμερα παρατηρούμε μία συνολική υποβάθμιση. Η συντήρηση είναι υποτυπώδης, ενώ σύμφωνα με στοιχεία οι ενεργές κατοικίες είναι 327 [90 τεσσάρια, 60 τριάρια, 140 δυάρια και 37 γκαρσονιέρες]. Και οι δύο οικισμοί της βιομηχανίας Λαρκο αντιμετωπίζουν το ζήτημα του οικισμού ως έναν οργανισμό διαρκώς εξελισσόμενο μέσα στο χρόνο. Διαφορετικές τυπολογίες και προσεγγίσεις σχεδιασμού ενσωματώνονται σε ένα μη σχεδιασμένο περιβάλλον. Δεν ορίζεται μία πολεοδομική μελέτη παρόλο που όλες οι χαράξεις των δρόμων ακολουθούν τις υψομετρικές καμπύλες του λόφου που βρίσκεται ο οικισμός. Φαίνεται οι δομημένοι χώροι απλά να γεμίζουν μερικώς τα [αρνητικά] υπολείμματα των δρόμων. Το χαρακτηριστικό της γειτνίασης με τον χώρο του εργοστασίου ουσιαστικά δεν διαχωρίζεται από το χώρο της κατοικίας. Διαρκώς, η μία δραστηριότητα εισέρχεται στην άλλη.

Άποψη οικισμού Λάρυμνας και εργοστασίου Λάρκο >


62

Ο Οικισμοσ του Γεωργιου Λ. Μπαρλου στο Διστομο

Το 1917, ο γιός του ιατρού Λουκά Μπάρλου, ο Ιωάννης Μπάρλος αποστέλλει δείγματα μεταλλεύματος από τις περιοχές του Διστόμου και Ελικώνα στο Πανεπιστήμιο του Breslau της Γερμανίας, που ως τότε θεωρούνταν φτωχά σιδηρομεταλλεύματα. Ωστόσο διαπιστώθηκε ότι η περιοχή διέθετε ένα άγνωστο ως τότε μετάλλευμα με την ονομασία βωξίτης και με σημαντική οικονομική αξία. Το δηλώνει στο Ελληνικό κράτος και αποκτά σημαντικές μεταλλευτικές παραχωρήσεις. Ακολούθως ο Ιωάννης Μπάρλος, φεύγει για τη Γερμανία, όπου θα σπουδάσει μεταλλειολόγος. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα θα συμμετάσχει στην ίδρυση 1928 της εταιρίας «Α.Μ.Ε. Μπάρλου Βωξίται Ελλάς» με την πλειοψηφία των μετοχών να ανήκει στην οικογένεια Μπάρλου και με μικρή συμμετοχή των Ιωάννη Κίνια και της οικογένειας Σκαλιστήρη. Από την ίδρυσή της η εταιρία πραγματοποίησε εξαγωγές άριστης ποιότητας βωξίτη. Οι χώρες που έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τον ελληνικό βωξίτη κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, ήταν η Γερμανία και η Ιαπωνία. Χαρακτηριστικά η παραγωγή του ελληνικού βωξίτη κατά το έτος 1927 ήταν 4.000 τόνοι, το 1929 ήταν 6.000 τόνοι και το 1939 ήταν 300.000 τόνοι. Την εποχή εκείνη η εταιρία εκτός από τις εξαγωγές τροφοδοτούσε με βωξίτη το χρωματουργείο του Πειραιά για την παραγωγή χρωμάτων. Όπως όλες οι δραστηριότητες έτσι και εξόρυξη βωξίτη ακολουθεί τη γενική ύφεση των χρόνων της περιόδου της κατοχής.


63

<

Περιοχή Διστόμου, Οικισμός Μπάρλου

< Απόκομμα απόφασης για τα μεταλλεία Διστόμου < Λουκάς Μπάρλος


Αεροφωτογραφία περιοχής Διστόμου πριν την κατασκευή του Οικισμού, 1952


66

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο γύρω στα 1946, η μεταλλευτική εταιρία των αδελφών Ιωάννη και Γεωργίου Μπάρλου, επαναλειτουργεί με κυριότερους πελάτες τη Νορβηγία, τη Γαλλία και την Αγγλία, ενώ στον κατάλογο των πελατών προστίθεται κατά τη δεκαετία του 1950 η Σοβιετική Ένωση, η συμφωνία με την οποία ήταν από τις σημαντικότερες της εποχής και σηματοδότησε μια σημαντική οικονομική άνοδο της περιοχής.Ο όρμος στην παραλία του Διστόμου γέμιζε με τεράστια φορτηγά πλοία για τη μεταφορά του μεταλλεύματος. Για τη φόρτωση στα πλοία με μαούνες είχε κατασκευασθεί ειδική προβλήτα. Τα κοιτάσματα στα οποία γινόταν η εξόρυξη εκείνη την εποχή ήταν στις περιοχές με τα τοπωνύμια: Καβάλα, Σπέντζος, Άνθιμος, Παλαβός και άλλες. Η εταιρεία λειτούργησε μέχρι το 1960, έτος αποβίωσης του Ιωάννη Μπάρλου, με Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο τον ικανότατο επιχειρηματία, επίσης υιό του γιατρού Λουκά Μπάρλου, Γεώργιο Μπάρλο. Ακολούθως ιδρύονται δύο νέες εταιρίες. Το 1967, η εταιρεία «Ελληνικοί Βωξίται Διστόμου» Α.Μ.Β.Ε. με βάση τις μεταλλευτικές παραχωρήσεις, ιδιοκτησίας Αθανασίου Μπάρλου και Αναστασίου και Λουκά Λιάσκου [είχε παντρευτεί την Ελένη Μπάρλου του Λουκά], η οποία αναλαμβάνει την εκπλήρωση όλου του συμβολαίου προμήθειας βωξίτη στο εργοστάσιο, ενώ το 1972 πωλείται κατά 75% στην Αλουμίνιον της Ελλάδος. Η εταιρεία «Ελληνικοί Βωξίται Διστόμου» Α.Μ.Β.Ε. αγοράζει και μεταλλεία στους Δελφούς, και μετονομάζεται το 1972 σε «Δελφοί - Δίστομον» Α.Μ.Ε. [θυγατρική εταιρία της «Αλουμίνιο της Ελλάδος» - ΑτΕ]. Στα τέλη του 1989, η Δελφοί - Δίστομον Α.Μ.Ε., απορροφά την Ελληνικοί Βωξίται Διστόμου και συνεχίζει να έχει τις εγκαταστάσεις της στο Δίστομο μέχρι το 1995, οπότε και μεταφέρει αυτές στην περιοχή της Άμφισσας. Έως το 2009 συνέχισε να υπάρχει μεταλλευτική δραστηριότητα της εταιρίας στην περιοχή του Διστόμου. Από την άλλη πλευρά, το 1964, ο Γεώργιος Μπάρλος ιδρύει την επίσης μεταλλευτική εταιρεία «Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος» Α.Β.Μ.Ε., η οποία εξάγει όλη την παραγωγή της κυρίως στη Σοβιετική Ένωση και δευτερευόντως στη Ρουμανία και τη Γαλλία. Η εταιρεία «Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος» Α.Β.Μ.Ε. συνέχισε τη λειτουργία της με μειούμενη παραγωγή, ενώ παρέμεινε στην κατοχή της τελευταίας απογόνου της οικογένειας, Πηνελόπης Μπάρλου. Η εταιρεία πωλήθηκε το 1992 στη Γαλλική LAFARGE. Μετά από διοικητικές περιπέτειες η εταιρεία αποκτήθηκε το 1994 από την «Αργυρομεταλλευμάτων και Βαρυτίνης Α.Ε.» [σημερινή S&B Βιομηχανικά Ορυκτά] χωρίς να έχει μεταλλευτική δραστηριότητα. Αρχεία της Εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος >


68

Γεύμα Εργαζομένων της εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

Τα εγκαίνια των κτιριακών εγκαταστάσεων της εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος


69

Τα εγκαίνια της Σκάλας φόρτωσης Βωξίτη στην Παραλία Διστόμου

Εργαζόμενοι στην εταιρία Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος, 1960


70


71

Εργαζόμενοι στην εταιρία Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος, 1960

Λογιστική καρτέλλα κινήσεων υλικών αποθήκης


Χάρτης γεωτρήσεων “ Όμορφη Λάκκα ”


74

Σκάλα φόρτωσης βωξίτη


75

Φόρτωση βωξίτη σε πλοίο στην παραλία Διστόμου

Φορτηγό της εταιρίας Βωξίται Διστόμου


76

Στην περιοχή του διστόμου έχουν υλοποιηθεί μία σειρά από οικισμούς των εταιριών μετά τον διαχωρισμό της εταιρίας «Α.Μ.Ε Μπάρλου Βωξίται Ελλάς». Η εταιρία «Ελληνικοί Βωξίται Διστόμου» Α.Μ.Β.Ε. και μετέπειτα «Δελφοί - Δίστομον» Α.Μ.Ε. πέρα από τις εγκαταστάσεις, τα γραφεία και τους χώρους αποθήκευσης των συνεργείων και των μηχανημάτων, έχουν υλοποιηθεί δύο σύνολα πολυκατοικιών. Το πρώτο σύνολο αποτελείται από δύο πολυκατοικίες που είναι τοποθετημένες παράλληλα με τον δρόμο με την δεύτερη πολυκατοικία τοποθετημένη ελαφρώς σε κλίση. Και οι δύο πολυκατοικίες έχουν διαστάσεις 30 επί 12 μέτρα και αποτελούνται από 3 ορόφους. Ισόγειο, πρώτος και δεύτερος όροφος. Τα κλιμακοστάσια και οι διάδρομοι [πλάτους 1,5 μέτρο] είναι εξωτερικοί. Στην πρώτη πολυκατοικία [δυτική], οι είσοδοι του ισογείου βρίσκονται από την νότια πλευρά με 7 κατοικίες περίπου 45τμ. Στον πρώτο και στο δεύτερο όροφο υπάρχουν 3 κατοικίες σε κάθε όροφο [90 τμ – 136 τμ – 90 τμ] και το κλιμακοστάσιο βρίσκεται στη δυτική άκρη της πολυκατοικίας. Στη δεύτερη πολυκατοικία [ανατολική], όλες οι είσοδοι βρίσκονται στη βόρεια πλευρά της πολυκατοικίας με το κλιμακοστάσιο στα κεντρικά και με διάδρομο πλάτους 1,5 μέτρο. Σε κάθε όροφο υπάρχουν 3 κατοικίες [90 τμ – 136 τμ – 90 τμ]. Σήμερα παρά την μεταφορά της εταιρίας στην Άμφισσα οι πολυκατοικίες κατοικούνται. Στη Νότια πλευρά της οδού βρίσκεται το δεύτερο σύνολο των δύο μεταγενέστερων πολυκατοικιών. Η πρώτη πολυκατοικία είναι διαστάσεων 45 επί 15 μέτρα, τοποθετημένη παράλληλα στο δρόμο και σε απόσταση περίπου 40 μέτρα ενώ κάθετα στην πολυκατοικία αυτή και σε απόσταση περίπου 10 μέτρα από την νοτιοδυτική πλευρά της είναι τοποθετημένη η δεύτερη πολυκατοικία διαστάσεων 17 επί 24 μέτρα. Και οι δύο πολυκατοικίες αποτελούνται από 4 ορόφους συμπεριλαμβανομένης και της πιλοτής. Υπάρχει εσωτερικό κλιμακοστάσιο το οποίο σε οδηγεί στις κατοικίες. Σήμερα οι πολυκατοικίες αυτές έχουν πωληθεί σε ιδιώτες, οπότε ακολουθούν το ιδιοκτησιακό καθεστώς μίας τυπικής πολυκατοικίας. Μία άλλη περίπτωση δημιουργίας εργατικού οικισμού με ιδιωτική πρωτοβουλία είναι ο οικισμός του Μπάρλου στο Δίστομο, της εταιρίας «Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος» Α.Β.Μ.Ε. Κατά την ανάλυση στο προηγούμενο κεφάλαιο, επιχειρήσαμε να αντιληφθούμε το πλαίσιο γύρω από το οποίο αναπτύσσονταν εργατικοί οικισμοί με ιδιωτική πρωτοβουλία τη περίοδο μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.


77

<

<

Πολυκατοικίες της εταιρίας «Δελφοί - Δίστομον» Α.Μ.Ε.» στο Δίστομο


78

Σύμφωνα με την Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη, δύο ήταν τα στοιχεία που τους είχαν απασχολήσει εκείνη την εποχή. «Πρώτων η αύξηση των όρων δόμησης και του συντελεστή κάλυψης, η οποία έδωσε μεγάλη άνθηση στην εμπορική κατεύθυνση της αρχιτεκτονικής και της οικοδόμησης και το δεύτερον, ο τουρισμός που ήταν ένα μέσο, εκείνη την εποχή, για να αποκτήσει η κυβέρνηση χρήματα και για να διορθώσει την εικόνα της καταπίεσης. Έδωσε πολλά χρήματα στο τουρισμό» επισημαίνει ο Δημήτρης Αντωνακάκης (Γκαστίν, 2004). Για τους αρχιτέκτονες ο τουρισμός αλλά και οι εγκαταστάσεις για αυτόν, αποτελούν μία πρόκληση και αντίστασή τους στο μοντέλο των «μεγαθήριων» συγκροτημάτων από την εποχή εκείνη, όπως συνηθίζουν να λένε. Το αρχαιολογικό μουσείο της Χίου το 1965 [συνεργάτρια: Ε. Γκούση - Δεσύλλα], το ξενοδοχειακό συγκρότημα «Hydra Beach» στο Πλέκι της Ερμιονίδας το 1965 [συνεργάτες: Γ. Αηδονόπουλος, Γ. Αντωνακάκης, Ε. Γκούση - Δεσύλλα], το νοσοκομείo της Σητείας στη Κρήτη το 1982 [συνεργάτρια Μ. Μπαμπάλου], το Κέντρο Παραδοσιακής Βιοτεχνίας Ιωαννίνων [Κε.Πα.Β.Ι.] το 1989 [συνεργάτες: Μ. Καλογεράκου, Ε. Κουμαριανού, Α. Κουναλάκη, Ο. Πλατανιώτη – Στεφανοπούλου] αποτελούν ορισμένα έργα τους που η σχεδιαστική ομάδα προσπαθεί να διαχειριστεί τα προγράμματα ενισχύοντας τις περιοχές ανάμεσα στις διαδοχικές ζώνες κλειστού ανοιχτού, «των διαμεσολαβούντων χώρων, που θα λειτουργούσαν συμβολικά ανάμεσα σε τόσο οικουμενικά δίδυμα φαινόμενα όπως «το μέσα και το έξω», «το σπίτι και η πόλη»» (Frampton, 2009, σ.247). Σημειώνει ο Ηλίας Κωνσταντόπουλος (2012, σ.36). «Η αμφισημία του ορίου είναι μία τέτοια εξαιρετικά σημαντική χωρική ιδιότητα, που διατυπώνει με ενάργεια μέσα στο ΤΕΑΜ Χ ο Aldo Van Eyck. Για τον Aldo Van Eyck το πέρασμα από τον ένα χώρο στον άλλο («πόρτα – είσοδος - κατώφλι»), αποτελούσε αφετηρία της αρχιτεκτονικής σκέψης. Επηρεασμένος από την έννοια του ενδιάμεσου (in - between), του φιλοσόφου Marin Buber, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την δημιουργία κοινότητας, ο Aldo Van Eyck χρησιμοποιούσε στην αρχιτεκτονική το παράδειγμα της αναπνοής του ανθρώπου, που εισπνέει και εκπνέει εναλλάξ, σε πλήρη ισορροπία. Έτσι ο ενδιάμεσος χώρος, το υβριδικό κατώφλι, γίνεται το κρίσιμο σημείο μετάβασης από μέσα – έξω, μία «στιγμή» παύσης ανάμεσα στην πόλη και την κατοικία. Το κατώφλι είναι εξίσου σημαντικό για την κοινωνική επαφή όσο οι χοντροί τοίχοι για την ιδιωτικότητα».


79

Δημοτικό Ορφανοτροφείο Αμστερνταμ, Ολλανδία, Aldo van Eyck, 1958-1960


80

Αρχαιολογικό Μουσείο της Χίου, Atelier 66, 1965


81

Συγκρότημα «Hydra Beach» στο Πλέκι της Ερμιονίδας, Atelier 66, 1965


82

Κέντρο Παραδοσιακής Βιοτεχνίας Ιωαννίνων [ΚΕ.ΠΑ.Β.Ι.], Atelier 66, 1989


83

Νοσοκομείo της Σητείας στη Κρήτη, Atelier 66, 1982


84

Στο πλαίσιο της αρχιτεκτονικής ανάπτυξης που επιτελούνταν τη δεκαετία του 1960, για την Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη περιλαμβάνεται η μελέτη και η υλοποίηση του Οικισμού Μπάρλου. Εάν θέσουμε τα ερωτήματα: Τι ζητήθηκε; Τι μελετήθηκε; Τι υλοποιήθηκε; Θα μπορέσουμε ίσως να αντιληφθούμε τις προθέσεις της σχεδιαστικής ομάδας για τον οικισμό του Διστόμου αλλά και πώς αυτό το εγχείρημα απαντά στο τότε αναπτυσσόμενο μοντέλο κατοίκησης της πολυκατοικίας. Τι ζητήθηκε; Συγκρότημα Πολυκατοικιών Το 1969, ο Γεώργιος Λ. Μπάρλος, αποφάσισε να κατασκευάσει τρείς πολυκατοικίες για να στεγάσει το προσωπικό που εργαζόταν στην περιοχή του Διστόμου. Σε κάθε πολυκατοικία, θα στεγάζονταν διαφορετική εργασιακή κατηγορία της βιομηχανίας. Στη μία οι μηχανικοί και οι διοικητικοί, στη δεύτερη οι εργοδηγοί και στην τρίτη το εργατοτεχνικό προσωπικό. Η σχεδιαστική ομάδα μελέτησε και σχεδίασε τις τρεις πολυκατοικίες, οι οποίες θα περιελάμβαναν 75 με 80 κατοικίες, που θα αποτελούνταν από ένα, δύο, τρία ή και τέσσερα δωμάτια. Τι μελετήθηκε; Συγκρότημα Πολυκατοικιών - Οικισμός Για την Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη η υλοποίηση του συγκροτήματος των πολυκατοικιών θα ήταν μία πρόταση που δε θα λάμβανε υπόψιν τους τρεις σημαντικούς παραμέτρους. Το έδαφος, τον τόπο και το πρόγραμμα. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε αυτή την έννοια της αλλαγής του προγράμματος αλλά και το τι σημαίνει πρόγραμμα για τη σχεδιαστική ομάδα. Χαρακτηριστικά η Σουζάνα Αντωνακάκη στο κείμενό της «Όριο και πέρας» (2010, σ.175) αναφέρει. «Ο Τόπος και το πρόγραμμα είναι οι γενέτειρες του σχεδιασμού ενός κτηρίου [...] μετά την ουσιαστική αναγνώριση των αναγκών, το κτιριολογικό πρόγραμμα πρέπει να αναδιοργανωθεί για να παραλάβει όλες εκείνες τις δυνατότητες προσαρμογών, οι οποίες προκύπτουν από συσχετισμούς και προτεραιότητες και από τα δεδομένα του τόπου». Συχνά αναφέρονται στον Luis Kahn και σε αυτό που έλεγε ο ίδιος στους σπουδαστές του, «ότι το οικοδόμημα δεν συνοψίζεται σε ένα άθροισμα τετραγωνικών μέτρων, - στα δεδομένα του κτηριολογικού προγράμματος, αλλά ότι πέρα από τους αριθμούς και τα μετρήσιμα στοιχεία, απαιτείται η εμβάθυνση εκείνη η οποία αναφέρεται στην ουσία του προγράμματος» (Αντωνακάκη, 2010, σ.75).


85

Η Σουζάνα και ο Δημήτρης Αντωνακάκης προχώρησαν στη μελέτη των τριών πολυκατοικιών, ενώ παράλληλα σχεδίασαν μια δεύτερη μελέτη με διαφορετικό πρόγραμμα. Τον οικισμό. «Διαφωνούσαμε με το διαχωρισμό που ήθελε τους εργάτες σε ένα κτίριο, τους εργοδηγούς σε ένα άλλο και τους επιστήμονες σε ένα άλλο. Έτσι ανακατεύουμε τους κατοίκους, ανακατεύοντας τις κατοικίες, όχι με το πρόσχημα της επαγγελματικής τους κατάστασης αλλά με το πρόσχημα του μεγέθους της κατοικίας» (Γκαστίν, 2004). Στην αρχή από την πλευρά της εταιρίας υπήρξε ένας δισταγμός για τη μελέτη του οικισμού. Ωστόσο ερχόμενοι στο γραφείο των αρχιτεκτόνων, ο επιχειρηματίας με τους συμβούλους του και βλέποντας την μακέτα είπε: Αυτό! «Βέβαια δε νομίζω να είχε καταλάβει και ο ίδιος ούτε το μέγεθος της προσπάθειας που έπρεπε να καταβληθεί γιατί το να κάνεις μία πολυκατοικία εκείνη την εποχή ήταν μία κατάσταση απλή» επισημαίνει ο Δημήτρης Αντωνακάκης (Γκαστίν, 2004).

Άποψη του οικισμού την περίοδο της κατασκευής του, αρχές της δεκαετίας 1970


88

Τι υλοποιήθηκε; Τα δεδομένα ήταν τα εξής: Το εμβαδόν του οικοπέδου είναι 30.000 τμ, η κλίση στις 15ο – 20ο, ενώ η θέα του λόφου συμπίπτει με τη μεσημβρία. Επίσης η έκταση βρίσκεται σε ενδιάμεση απόσταση από το χωριό του Διστόμου και την ιδιοκτησία της εταιρίας [500 μέτρα] ενώ παρεμβάλλονται εκτάσεις και πολυκατοικίες της μεταλλευτικής εταιρίας «Ελληνικοί Βωξίται Διστόμου» Α.Μ.Β.Ε. και μετέπειτα «Δελφοί - Δίστομον» Α.Μ.Ε.. Από τα δυτικά του οικισμού υπάρχουν οι διοικητικές υπηρεσίες και το εργοτάξιο της εταιρείας. Το πρόγραμμα του οικισμού αποτελείται από τα εξής: Κατοικίες [3.010τμ] για υπαλλήλους και ξένους με τα εξής μεγέθη. 11 ξενώνες με ένα δωμάτιο [13,5%], 17 διαμερίσματα για εργένηδες με ένα δωμάτιο [20,5%], 37 διαμερίσματα για οικογένειες 2-3 ατόμων με δύο δωμάτια [44,5%], 14 διαμερίσματα για οικογένειες 4-5 ατόμων με τρία δωμάτια [17,0%] και 4 διαμερίσματα για οικογένειες του ανώτερου προσωπικού 4-5 ατόμων με τέσσερα δωμάτια [4,5%]. Επιπλέον μελετήθηκε πλατεία, εστιατόριο – αίθουσα συγκεντρώσεων, καφενείο, καταστήματα, εκκλησία και παιδική χαρά [730τμ], που δεν υλοποιήθηκαν.

Σχέδιο Δομημένων χώρων οικισμού - Διάταξη τυπολογιών


89

Κάτοψη και Τομές Εστιατορίου Οικισμού


Όψεις και Τομές Κατοικιών


Κάτοψη Δωμάτων


94

Επίσης οι αρχιτέκτονες καθορίζουν τις αρχές σύμφωνα με τις οποίες μελετούν τον οικισμό. Οι διαφορετικοί τύποι των κατοικιών καθώς και οι χώροι δημόσιας χρήσης, οργανώνονται σε ένα γενικό σύστημα οργανώσεως του χώρου τα οποία έχουν μία κατασκευαστική ενότητα. «Ένα σύνολο από ζώνες που υποδιαιρούν το κτίσμα και το οργανώνουν από την άποψη της ιεράρχησης των χρήσεων, της ιδιωτικότητας και του μικροκλίματος» (Τζώνη & Lefaivre, 1981, σ.168). «Οι διαφορετικοί τύποι θα καλύπτουν και τις διαφορετικές ανάγκες των ανθρώπων ενώ θα τους βοηθήσει να συνειδητοποιήσουν ότι αποτελούν μέρος μίας ενότητας. Έτσι η βασική επιδίωξη είναι μία ανομοιόμορφη και εντεταμένη κατανομή σε όλο τον οικισμό» (Εργαστήριο 66, 1972, σ.206). Παράλληλα με το πρόγραμμα της κατοικίας οι δημόσιοι χώροι λειτουργούν για την ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων ανάμεσα στους κατοίκους, ενώ το περιβάλλον [κλίμα, τοπίο και κλίμακα] συντέλεσε στην ιεράρχηση υπαίθριων, ημιυπαίθριων και κλειστών χώρων. Δημόσιων και ιδιωτικών. Η κατασκευαστική ενότητα ενός πολύπλοκου συστήματος επιτυγχάνεται με την απλότητα της κατασκευής ενώ υπάρχει η δυνατότητα επέκτασης του οικισμού. Το σύστημα οργάνωσης του οικισμού αναπτύχθηκε με τη λογική ανάπτυξης ζωνών οι οποίες ακολουθούν τις υψομετρικές καμπύλες του λόφου. Οι ζώνες αναπτύσσονται με την εξής σειρά. Κατοικία – Δρόμος – Κατοικία – Ύπαιθρος – Κατοικία – κοκ. Κάθε ζώνη έχει πλάτος 3,32 μέτρα [4 x 0,83μέτρα] διάσταση που εξυπηρετεί και τους κλειστούς χώρους, μικρών και μεγάλων κατοικιών και τους ανοιχτούς, υπαίθριους και δρόμους. Επίσης οι οριζόντιες ζώνες ορίζονται από παράλληλους τοίχους 50 εκ. Κάθετα στις ζώνες σε κανονικές αποστάσεις 12,60 μέτρων [ή 2x6,3 μέτρα] διέρχονται ανάμεσα από τις πλινθοδομές τα δίκτυα ενέργειας [ύδρευση, ηλεκτρισμός, θέρμανση και αποχέτευση].

<

Δυναμικές συνθέσεις τύπων κατοικίας

Σχηματικά διαγράμματα που παρουσιάζουν τη δυνητική οργάνωση των τύπων σε οικιστική κλίμακα > <

Διάγραμμα κεντρικής θέρμανσης εστιατορίου


95


96

Οι τύποι των κατοικιών είναι οι εξής: Ο τύπος Α έχει ορθογώνια κάτοψη και εντάσσεται στο πλάτος της ζώνης κατοικίας, καθώς επίσης εφάπτεται με τη ζώνη της ενέργειας [τύπος Α1] ή διέρχεται μέσα από αυτήν [τύπος Α2 και τύπος Α3]. Ο τύπος Α2 έχει μεγαλύτερο μήκος, με το λουτρό σε προεξοχή, ενώ ο τύπος Α3 έχει το μήκος του Α2 τύπου, το λουτρό σε προεξοχή καθώς επίσης και έναν επιπλέον όροφο. Ο τύπος Β έχει κάτοψη σε σχήμα Π και εκτείνεται σε δύο ζώνες κατοικίας με μία ενδιάμεση ζώνη υπαίθριου χώρου καλύπτοντας ένα μέρος της και αφήνοντας τον υπόλοιπο χώρο για αυλή [σε ένα επίπεδο, τύπος Β1 ή σε δύο επίπεδα τύπος Β2] ή γεφυρώνουν επιτρέποντας το πέρασμα στη ζώνη του δρόμου [σε ένα επίπεδο, τύπος Β3 ή σε δύο επίπεδα, τύπος Β4]. Τέλος ο τύπος C εκτίνεται σε δύο ζώνες κατοικίας με μία ενδιάμεση ζώνη υπαίθριου χώρου ενώ περιέχει τη ζώνη της ενέργειας. Επίσης καλύπτει τη μία ζώνη κατοικίας σε ένα επίπεδο και τη δεύτερη σε δύο επίπεδα. Οι παραπάνω τύποι καλύπτουν πολλές φορές ο ένας τον άλλον, ανάλογα με τη μορφή του εδάφους, ενώ οι μετακινήσεις ανάμεσα στο δημόσιο και στον ιδιωτικό χώρο γίνεται ελεύθερα. Επίσης όλοι οι υγροί χώροι εφάπτονται των ζωνών ενέργειας. Παράλληλα και οι κοινόχρηστοι χώροι, κλειστοί και υπαίθριοι αναπτύχθηκαν σε δύο, τρείς ή και περισσότερες ζώνες. Στην περιγραφή της πρότασης στην δημοσίευσή τους στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα» του 1972 [τεύχος 6] η σχεδιαστική ομάδα αναφέρει ότι ο οικισμός θεωρήθηκε «σαν μία προέκταση της πόλεως του Διστόμου και τον αντιμετωπίσαμε σαν ένα ενδιαφέρον τέρμα, τον πόλο έλξεως ενός περίπατου που θα αρχίζει από το κέντρο της σημερινής πόλεως και θα καταλήγει στο κέντρο του οικισμού» (Εργαστήριο 66, 1972, σ.209). Ο πεζόδρομος αποτελεί τη «ραχοκοκαλιά» του οικισμού αφού έχει άμεση σχέση με την είσοδό του, την πλατεία της αγοράς και του καφενείου ενώ φτάνει μέχρι και τη δυτική πλευρά του οικισμού στην πλατεία της εκκλησίας. «Οι χώροι αυτοί από άποψη αναλογιών ποικίλουν ανάλογα με τη θέση που έχουν σε μία γενική ιεράρχηση των υπαιθρίων χώρων [...] Προσπαθήσαμε πάντως να έχουν όλοι αυτοί οι υπαίθριοι χώροι λόγο υπάρξεως, μία χρησιμότητα και να μην είναι τα αδιάφορα υπόλοιπα των κτισμένων περιοχών» (Εργαστήριο 66, 1972, σ.209-210).


97

<

< Τυπολογίες κατοικιών [κατόψεις] > Τυπολογίες κατοικιών [ογκοπλαστικά μοντέλα] Σχηματικά διαγράμματα οργάνωσης μονάδων


98


99

Σχέδιο χρήσης γής. Επεκτάσεις < >

Πρόπλασμα Τύπων Κατοικιών > Κατασκευαστικό Σχέδιο Κατόψεων


Κάτοψη Στάθμης 40040, 40320


102

Εάν σκεφτούμε τη σύνδεση μέσω του περίπατου του νέου οικισμού και του χωριού του Διστόμου, αυτό που αποτελεί έμμεσο εγχείρημα είναι η ενσωμάτωση των νέων κατοίκων στην κοινωνία του Διστόμου και αντίστροφα. Αυτό που αποτελούσε πρόθεση της σχεδιαστικής ομάδας, ήταν η ανάμειξη των κατοίκων όχι με βάση τη θέση τους στην εταιρία αλλά με βάση τον αριθμό των ατόμων της οικογένειας. Η σύνδεση με το χωριό του Διστόμου λειτουργεί ως τον τρόπο ένταξης των κατοίκων - εργαζομένων στην κοινωνία, πράγμα που δυσκόλευε πολλές φορές όχι μόνο στο Δίστομο αλλά και στις άλλες περιπτώσεις μελέτης μας. Χαρακτηριστική αποτελεί η λέξη «Μαζώματα» που προσέδιδαν οι μόνιμοι κάτοικοι στους κατοίκους - εργαζόμενους του οικισμού, με αρνητικό ύφος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Θέμη Παπαϊωάννου. Συγκροτείται ένα υποκείμενο που φέρει τα χαρακτηριστικά του κατοίκου και ταυτόχρονα του εργαζόμενου. Οι δύο αυτοί ρόλοι συγκρούονται πολλές φορές μεταξύ τους καθώς επίσης και μεταξύ αυτών και των μόνιμων κατοίκων στο χωριό του Διστόμου. Αυτό τον κάτοικο - εργαζόμενο θα συναντήσουμε στη συνέχεια επισκεπτόμενοι τον οικισμό.


103

Επιστεψεισ Ι-VIΙ


108

Επισκεψη Ι: Ο Δισταγμοσ στο Ενδιαμεσο Η αέναη «κίνηση» μεταξύ ανάγνωσης και επίσκεψης, ορίζουν το υπόβαθρο τις δικής μας ερμηνείας για το έργο της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη. Η βιβλιογραφική «τοποθέτηση» για το έργο τους τροφοδοτεί και δίνει εναύσματα για την in situ εξερεύνησή του. Και αντίστροφα. Η μονογραφική έκθεση του έργου τους στον κατάλογο του Atelier 66, εκδόσεων Futura και Rizzoli, η μονογραφία στο τεύχος 25 του περιοδικού «θέματα χώρου και τεχνών» του 1994, δημοσιεύσεις σε διάφορα τεύχη των Αρχιτεκτονικών θεμάτων, καθώς και σε άλλα περιοδικά και το διαδίκτυο, παρήγαγαν έναν κατάλογο έργων τους προς επίσκεψη και διερεύνηση. Από τη δική μας πλευρά η αναζήτηση των έργων αυτών στον ψηφιακό χάρτη του διαδικτύου ή πολλές φορές η αναζήτηση του κτιρίου στους δρόμους, όταν είναι δύσκολη η εύρεση μέσω χάρτη, δημιουργεί μία αίσθηση ανυπομονησίας για το ευρεθέν αντικείμενο της μελέτης μας κάθε φορά. Έτσι στο σύνολο αυτής της συνεχούς αναζήτησης για τα έργα των Σουζάνα και Δημήτρη Αντωνακάκη, συνεχίζει να δημιουργεί μια ανάγκη για ανάγνωση του έργου τους πέρα από την αρχιτεκτονική ανάλυσή τους. Η εύρεση ενός κτιρίου δημιουργεί μία αίσθηση έντασης στην ομάδα των ανιχνευτών, που κάθε φορά που βρίσκουν το αντικείμενο της έρευνάς τους αναφωνούν, Να το! Το κτίριο είναι μέρος ενός συνόλου σημείων, που τελικά απαρτίζουν το δικό μας χάρτη. Ένα χάρτη διαρκώς τροφοδοτούμενο, από σημεία που δεν έχουν σκοπό την απλή καταγραφή, αλλά την αλληλουχία των επισκέψεων που τελικά δημιουργούν ένα δίκτυο σημείων της βιωματικής μας καταγραφής. «Έρχομαι αντιμέτωπος με την πόλη μέσω του σώματός μου, τα πόδια μετράνε το μήκος της στοάς και το πλάτος της πλατείας, το βλέμμα μου ασυνείδητα προβάλει το σώμα μου στην πρόσοψη του καθεδρικού, όπου περιφέρεται πάνω στον διάκοσμο, στα περιγράμματα ανιχνεύοντας το μέγεθος των εσοχών και των προεξοχών, το βάρος του σώματός μου συναντά τον όγκο την πόρτας του καθεδρικού και το χέρι μου αρπάζει την πόρτα, σπρώχνοντας την καθώς εγώ μπαίνω στο σκοτεινό κενό χώρο. Εγώ κινούμαι στην πόλη και η πόλη υπάρχει δια μέσου της ενσαρκωμένης εμπειρίας. Η πόλη και το σώμα μου συμπληρώνουν και ορίζουν το ένα το άλλο. Εγώ ζω στη πόλη και η πόλη ζει σε εμένα» περιγράφει ο Juhani Pallasmaa στο βιβλίο του The eyes of the skin (2005, σ.40), μιλώντας για τη σχέση του με τον καθεδρικό ναό, όταν τον αντικρίζει.


110

Αντικρίζοντας το κάθε κτίριο από απόσταση, ενεργοποιείται η πρωταρχική αίσθηση, αυτή της οπτικής μας αντίληψης για το κτίριο, με την οποία αρχίζει να ανιχνεύεται η αρχιτεκτονική πρόθεση της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη. Το κτίριο ανήκει στο περιβάλλον του με ετερογενείς αρχιτεκτονικές προσεγγίσεις που λειτουργούν πολλές φορές ως το πλαίσιο ανάγνωσης του κτιρίου. Το πλησίασμα γίνεται διστακτικά, αντιλαμβανόμενοι την οριακή κατάσταση του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου δράσης. Το κατώφλι, ένας όρος που προσεγγίζεται αρχιτεκτονικά από την Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη, λειτουργεί για εμάς ως την οριακή κατάσταση του φυσιολογικού παλμού και της ταχυπαλμίας. Πώς μπορούμε να χτυπήσουμε το κουδούνι και να μην ενοχλήσουμε; Να μπορέσουμε τελικά να μπούμε μέσα και να δούμε τα πάντα; Ποιός θα μιλήσει πρώτος; Εγώ ή εσύ; «Είναι ο τόπος του δισταγμού και της επιθυμίας, της υποδοχής και της αναμονής», όπως επισημαίνει η Σουζάνα Αντωνακάκη (2010, σ.115) στο κείμενό της «Δρόμος και Οδός». Βρισκόμαστε σε μία ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού. Εμείς και οι κάτοικοι. Η ερευνητική ματιά και η χρήση του χώρου. Μία ενδιάμεση κατάσταση που ο χώρος ενισχύει την αναμονή αυτή, κάνοντάς την «το κύριο και αυτή η παραδοξότητα οδηγεί σε ένα πιο θεμελιώδη ανταγωνισμό ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και το κτιριολογικό πρόγραμμα», (Κοτιώνης, 2004, σ.189) ανάμεσα στο χώρο και τη δράση σε αυτόν. Μία δράση που σου αποκαλύπτει την αίσθηση του χώρου ακαριαία. Η σχέση της δική μας αίσθησης και του κατοίκου, υπό το συγκεκριμένο χωρικό πλαίσιο. Ο κόσμος των διαδοχικών κατωφλιών. Διαδοχικές καταστάσεις που προσφέρουν το υπόβαθρο για την καθημερινή εμπειρία του χώρου. Μία επίπεδη επιφάνεια με μία θύρα υποδέχεται με τελείως διαφορετικό τρόπο τον επισκέπτη από μία παλλόμενη, φορτισμένη με τα στοιχεία του χρώματος και της υφής, των σκιών και του σκότους. Είναι η αμυδρή ευκρίνεια της όρασης που κάνει το βάθος και την απόσταση ασαφή και καλεί ασυνείδητα την περιφερειακή όραση και την απτική φαντασία. Πολλές φορές δεν συνειδητοποιούσαμε πότε βρισκόμασταν στο πεζοδρόμιο, πότε στον υπαίθριο χώρο υποδοχής, πότε στην εξώπορτα και πότε στο εσωτερικό. Τα διαδοχικά κατώφλια καταφέρνουν να δημιουργήσουν όχι μόνο στον επισκέπτη, αλλά στην αμφίδρομη σχέση επισκέπτη - κατοίκου, την πολλαπλή ενδιάμεση συνθήκη υποδοχής από μία εξωτερική σε μία εσωτερική. Από μία δημόσια σε μία ιδιωτική. Από μία κοινωνική σε μία προσωπική.


111

Η σύναψη ή μη της σχέσης μας με τον κάτοικο, αποτελεί το πρώτο εγχείρημα της επαφής μαζί του και κατ’ επέκταση με το εκάστοτε κτίριο. Διαπιστώνουμε πολλές φορές ότι η οπτική επαφή που είχαμε με τον κάτοικο στις μονοκατοικίες λειτουργούσε ως το κριτήριο αποδοχής μας από την πλευρά του, σε αντίθεση με τις πολυκατοικίες που η οπτική επαφή περιοριζόταν. Ο κάτοικος θεωρεί και εμείς θεωρούμε, ότι επεμβαίνουμε σε προσωπικούς χώρους και στιγμές, που όμως αυτό αλλάζει όσο εμείς και εκείνος περπατάμε μαζί, εντός και εκτός της κατοικίας του. Η εμπιστοσύνη που δημιουργείται, όσο εκείνοι αφηγούνται τις προσωπικές καταστάσεις του χώρου τους, λειτουργεί ως το «όχημα» αφήγησης κάθε φορά των όλο και πιο ιδιωτικών ιστοριών. Από τη δική μας πλευρά, φορτισμένοι με τη θεωρητική και αρχιτεκτονική διάσταση των χωρικών στοιχείων, ενώ εκείνοι με τη καθημερινή βιωματική τους σχέση με το χώρο. «Συνέργεια ιστορίας και αισθήσεων» (Σερεμετάκη, 1997, σ.32). Κάθε αρχιτεκτονικό στοιχείο την ίδια στιγμή αποτελεί γέφυρα επικοινωνίας με διαφορετική γλώσσα. Η βιωματική σχέση με το χώρο αποτελεί για εμάς το δεδομένο που ενισχύει το θεωρητικό υπόβαθρο που τα ίδια εμπεριέχουν. Οι διαδοχικές αυτές διαδικασίες, που πολλές φορές επικαλύπτονται, ακολουθούν αυτό που η Σουζάνα Αντωνακάκη στο κείμενο της «Κατοικία και ποιότητα ζωής. Η διάσταση του χρόνου στο σχεδιασμό» αναφέρει. «Σχεδιάζω για να εγγράψω στο χώρο καταστάσεις ζωής. Άρα σχεδιάζω για να καθορίσω κάποια πεδία – τόπους δραστηριοτήτων. Όταν ξεχνάω αυτό το πρωταρχικό αξίωμα σχεδιάζω για το σχέδιο – δες για παράδειγμα άψογα «τελειωμένα» οικιστικά σύνολα που αγνοούν την κίνηση, τη στάση, το «ανθρώπινο μέτρο», όπου ανθρώπινο μέτρο δεν είναι η κλίμακα του ανθρώπου που στέκεται, αλλά ο πεπερασμένος αριθμός των στοιχείων – πληροφοριών που ο άνθρωπος βιολογικά και ψυχολογικά μπορεί να αντιληφθεί. Δομημένο περιβάλλον – που ακολουθεί το βιορυθμό των ανθρώπων» (Αντωνακάκη, 2006, σ.185). Έτσι ακολουθούμε την αντίστροφη πορεία προς αναζήτηση των πληροφοριών αυτών, οι οποίες εκφράζονται μέσω των χωρικών ποιοτήτων και τελικά πως εμείς αντιλαμβανόμαστε αυτό που η σχεδιαστική ομάδα της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη μελετά. Η αναζήτηση των πληροφοριών αυτών ωστόσο δεν αποτελεί την άμεση σχέση με το χώρο. Η έννοια της επίσκεψης που εμείς πραγματοποιούμε, δεν μας καθιστά κατοίκους, αλλά επισκέπτες. Ο κάτοικος είναι εκείνος που εμπεριέχει το χρόνο που εμείς δεν θα μπορούσαμε εκ των πραγμάτων να έχουμε. Αυτό δημιουργεί μία απόσταση από τη βιωματική σχέση με το χώρο, αλλά ταυτόχρονα μας προσφέρει την ελευθερία αντίληψης


112

και τελικά ανάγνωσης του ποιά είναι η αρχιτεκτονική προσέγγιση της σχεδιαστικής ομάδας. Η εμπειρία αυτή συνεχώς τροφοδοτείται με ποικίλα προγραμματικά έργα τους. Από δημόσιους χώρους έως ιδιωτικούς, δημόσια κτίρια, κατοικίες ή πολυκατοικίες. Η παρουσία ή η απουσία του κατοίκου είναι καθοριστική για τη δημιουργία της δικής μας αφήγησης. Στις περιπτώσεις απουσίας του, ίσως να ενεργοποιείται η διαδικασία, από την πλευρά του ερευνητή, να αποκωδικοποιήσει και τελικά να κωδικοποιήσει την αρχιτεκτονική αντίληψή του για αυτά, αποφορτισμένος από την παρουσία του κατοίκου και λειτουργώντας ως τον ανασκαφέα αρχαιολόγο που προσπαθεί να καθορίσει τις σχέσεις των επιπέδων της διαστρωμάτωσης των ιχνών και των ευρημάτων.


113

Επισκεψη ΙΙ: Το Φαντασμα ωσ Οδηγοσ Τι συμβαίνει όμως όταν απουσιάζει ο κάτοικος - οδηγός στην εξερεύνηση ενός αρχιτεκτονικού έργου; Ένα από τα έργα που επισκεφθήκαμε, σε ανυποψίαστο χρόνο, ήταν ο οικισμός Μπάρλου στο Δίστομο, των Σουζάνα και Δημήτρη Αντωνακάκη. Στην προκειμένη περίπτωση η απουσία του κατοίκου και του εργάτη ταυτόχρονα, δεν είναι η άρνησή του να μας υποδεχθεί, ούτε η απουσία του από το χώρο κατοίκησής του. Δεν υπάρχει κάτοικος, αφού το 1997 οι εγκαταστάσεις των μεταλλείων σταμάτησαν να λειτουργούν και ο οικισμός εγκαταλείφθηκε. Σκοπός της έρευνάς μας είναι μέσα από το συγκεκριμένο παράδειγμα της αρχιτεκτονικής της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη, να μιλήσουμε για τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν το έργο τους, μέσα από τη ματιά του επισκέπτη – ερευνητή. Αντιμετωπίζεις μια ερειπιώδη κατάσταση, στην οποία μόνο ίχνη ζωής μπορείς να δεις. Ωστόσο τα ίχνη, που δημιουργούνται μέσω της εγκατάλειψης, αλλοιώνουν τις προθέσεις αυτές, ενώ ταυτόχρονα μετατοπιζόμαστε από τον οδηγό του κατοίκου - εργάτη, του σώματος, στην απουσία του οδηγού, δηλαδή, του φαντάσματος. Η μετατόπιση του σώματος του κατοίκου - εργάτη σε φάντασμα, επαναπροσδιορίζει τη θέση του επισκέπτη, σε επισκέπτη και εν δυνάμει ιδιοκτήτη. «Ο φόβος των ιχνών της φθοράς και της ηλικίας σχετίζεται με το φόβο του θανάτου» σύμφωνα με τον Juhani Pallasmaa (2005, σ.32). Σε εμάς τα ίχνη λειτουργούν καθοδηγητικά στην εξερεύνηση του οικισμού και τελικά σε στοιχεία ζωής. Τι επιχειρείται όμως με την ανάλυση αυτή; Η αρχιτεκτονική ανάλυση του έργου καθώς επίσης και το ευρύτερο πλαίσιο ανάπτυξής του, σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο, αποτελούν το υπόβαθρο για την κατανόηση της αρχιτεκτονικής πράξης των Σουζάνα και Δημήτρη Αντωνακάκη. Τι είναι αυτό που εμείς αισθανόμαστε σε ταυτόχρονο ρόλο επισκέπτη / κατοίκου - εργάτη; Πως το εγχείρημα του οικισμού αυτού, λειτουργεί για την σκέψη της αρχιτεκτονικής τους πέρα από το συγκεκριμένο έργο; Όταν πραγματοποιήσαμε την πρώτη επίσκεψη, αναρωτηθήκαμε μετά από μέρες, για την καθημερινότητα στον οικισμό την περίοδο της λειτουργίας του. Οι αναφορές στον οικισμό, εστίαζαν στο αρχιτεκτονικό εγχείρημα, ενώ η καθημερινότητα δεν αποτελούσε στοιχείο παρουσίασης. Ακόμη και οι νεώτερες μελέτες [ημερίδα Εργάζομαι άρα Κατοικώ] δεν εστίασαν στο στοιχείο αυτό.


114

Η μεγαλύτερη μηχανή αναζήτησης, το διαδίκτυο, αποτέλεσε για εμάς τον τόπο στον οποίο θα αναζητούσαμε αυτά τα στοιχεία της καθημερινότητας. Με ποιές λέξεις - κλειδιά αναζήτησης; «Οικισμός Διστόμου Μπάρλου» ήταν ο τίτλος στον οποίο παρουσιάζονταν τα λιγότερα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Ωστόσο καμία εικόνα και στοιχείο από την καθημερινότητα δε βρέθηκε. Εικόνες από τη μελέτη, τον ιδιοκτήτη Γεώργιο Μπάρλο, τον πρόεδρο της ΑΕΚ τη δεκαετία του 70 Λουκά Μπάρλου, τοπικές εκδηλώσεις της περιοχής του Διστόμου, για τη σφαγή του Διστόμου, προσωπικότητες της τοπικής κοινωνίας κλπ. Έτσι το μοντέλου του επισκέπτη – ιδιοκτήτη ενεργοποιήθηκε ακόμη περισσότερο για να μπορέσουμε από το ρόλο του επισκέπτη να μεταβούμε στο ρόλο του κατοίκου, πάντα έχοντας την εποπτεία του φαντάσματος. Ο κάτοικος είναι ταυτόχρονα εργαζόμενος στην εταιρία που ανήκει ο οικισμός, ενώ ο γείτονάς του έχει ακριβώς την ίδια ιδιότητα. Κάτοικος και εργαζόμενος στην ίδια εταιρία άρα στον ίδιο ιδιοκτήτη. Μέσα από την προσωπική εμπειρία των επισκέψεων, απομακρυνόμαστε από τη σχεδιαστική περιγραφή του οικισμού και επαναπροσδιορίζουμε τη σχέση μας, με το υλοποιημένο εναπομείναντα έργο. Το εναπομείναντα, μερικό αρχιτεκτονικό έργο, εμφανίζει ένα βαθμό αφαίρεσης και απόκλισης σε σχέση με τη σχεδιαστική μελέτη. Εξάλλου η απώλεια και μάλιστα η ερειπιώδη κατάσταση μας βοηθά για να καταλάβουμε και να ερμηνεύσουμε το κόσμο. Η είσοδός μας στον οικισμό, δεν ακολούθησε την πορεία μέσω του πεζόδρομου, όπου για την Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη αποτελούσε τη «ραχοκοκκαλιά» του οικισμού. Η μερική αναστολή της υλοποίησης, λόγω της «απόστασης» των κινήτρων εργολάβου από τη μελέτη, καθώς επίσης και η ραγδαία αλλαγή του οικισμού λόγω της εγκατάλειψής του, επαναπροσδιορίζουν τις πορείες που εμείς κάθε φορά ακολουθήσαμε. «Το περπάτημα […] είναι αναζωογονητικό και φαρμακευτικό λόγω της συνεχούς αλληλεπίδρασης όλων των τυπικών αισθήσεων. Ο Bachelard μιλάει για «την πολυφωνία των αισθήσεων». Τα μάτια συνεργάζονται με το σώμα και τις άλλες αισθήσεις. Η αίσθηση της πραγματικότητας ενισχύεται και αρθρώνεται με αυτή της συνεχούς αλληλεπίδρασης. Η αρχιτεκτονική είναι μια επέκταση της φύσης στο βασίλειο του τεχνίτη, παρέχοντας το έδαφος για την αντίληψη και τον ορίζοντα για τη βίωση και την κατανόηση του κόσμου» (Pallasmaa, 2005, σ.41).


115


116

Επισκεψη ΙΙΙ: Ατακτη Ταξη Η έννοια της πορείας αποτελεί μία από τις βασικές αρχές για την αρχιτεκτονική της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη (Τσιώμης, 2014, σ.9). Ο σχεδιασμός της πορείας, δηλαδή η προκαθορισμένη αλληλουχία στιγμών, πολλαπλασιάζεται και δίνει τη δυνατότητα προς μια προσωπική σχέση με το χώρο. Αυτό επιτυγχάνεται με το εργαλείο του κανάβου, με το οποίο χειρίζονται «τα δίδυμα φαινόμενα». του κλειστού και του ανοιχτού, του δημόσιου και του ιδιωτικού, του δομημένου και του αδόμητου. Ο κάναβος, «δεν είναι η ανόητη επανάληψη της ίδιας διάστασης ή η απλοϊκή υποδιαίρεσή του» όπως συνήθιζε ο James Speyer (Αντωνακάκης, 1994) να λέει στους μαθητές του, αλλά όπως επισημαίνει ο Δημήτρης Αντωνακάκης (Αντωνακάκης, 2011), «ο κάναβος είναι η συνήθεια, είναι το πλαίσιο αρχών που καθοδηγούν και προσδιορίζουν την καθημερινότητα και περιορίζουν τη λογική των συνθετικών πρωτοβουλιών μας και ασκεί την ευρηματικότητα και την εφευρετικότητά μας, για το ξεπέρασμα της πλήξης που μπορεί να προέρχεται από αυτή την επανάληψη. Είναι μία άσκηση ευρηματικότητας και εφευρετικότητας. Το θεμέλιο προσόν του κανάβου συναντάται στην απαίτησή του για μία συνεχή προσαρμογή και αναπροσαρμογή της ευαισθησίας μας στις συνθήκες που ο ίδιος έχει προδιαγράψει. Και αυτή η υποχρέωση οδηγεί δημιουργικά το άτομο σε μία συστηματική υπονόμευση της παρουσίας του κανάβου και μια καλλιέργεια μιας σειράς παραλλαγών που ανατρέπουν σε κρίσιμα σημεία την τάξη χωρίς όμως να ακυρώνουν τη στερεή συγκρότησή του». Η τάξη του κανάβου συνεχώς ανατρέπεται και επαληθεύεται. «Αυτό που απομένει είναι η τάξη στη διευθέτηση των στοιχείων στο χώρο», επισημαίνουν οι Τζώνη και Lefaivre (1981, σ.176). Μέσα στην κίνηση που εμείς διαγράφουμε περιπλανώμενοι στον οικισμό, και πολλές φορές διαγράφοντας και μεταξύ μας διαφορετικές πορείες, τονίζεται η πολυπλοκότητα της κίνησης μέσα στο χώρο. Προσπαθούμε ασυνείδητα να βρούμε τη διέξοδο από το σύμπλεγμα των κατοικιών, αισθανόμενοι πως επιζητούμε τη λύση του μυστηρίου που συνεχώς αλλάζει. Ο λαβύρινθος αυτός, σε κάνει ολοένα και περισσότερο να περιπλανιέσαι, να χάνεσαι και τελικά να απελευθερώνεσαι από την εύρεση της μοναδικής εξόδου - λύσης του μυστηρίου. Δεν αποτελεί λοιπόν μια γεωμετρική ενότητα, αλλά το χώρο της τελετουργίας που είναι άμεσα συνδεδεμένος με το


117

χορό. Εξάλλου στην αρχαϊκή εποχή ο χορός ήταν η αρχιτεκτονική. Ο χορός αποκτά νόημα μέσω του βηματισμού ο οποίος ακολουθεί ένα ρυθμό, μέσω του περπατήματος, που εμπεριέχει την έννοια της αφηγηματικότητας. Η αφήγηση αυτή, ορίζεται από τον αυτοσχεδιασμό του περιπατητή «που φέρει την εντύπωση μιας αταξίας, μιας αβεβαιότητας, μιας συνεχούς μεταβολής» όπως επισημαίνει ο Alberto Gomez Perez (Smith, 2004, σ.41). Το περπάτημα αποκτά νόημα μέσω της στάσης. Κατά την κίνηση υπήρχαν χρονικές στιγμές, ακαθόριστες, που την διέκοπταν διάφορα συμβάντα. Πέρα από τη στάση για κάποιο εύρημα, ίχνος ζωής, υπήρχαν στάσεις εξαιτίας κάποιων σκηνοθετημένων χωρικών στιγμών. Ποιές είναι αυτές οι χωρικές στιγμές που εμείς συναντάμε και που οι αρχιτέκτονες επιλέγουν να σκηνοθετήσουν; Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Μιχελή (2001, σ.164), δεν πρόκειται για «μία τυχαία, αλλά εκείνη της «γόνιμης στιγμής», της στιγμής που συνοψίζει μία ορισμένη δράση». Οι στιγμές αυτές, η μία μετά την άλλη, αρθρώνονται δημιουργώντας την προσωπική αφήγηση του καθενός αλλά και τη συλλογική μας, καταφέρνοντας τελικά κάποιος να μπει και να βγει από το λαβύρινθο, αφού κατέχει το «μυστικό σχέδιο» (Λεκατσά, 1973, σ.25) των αρθρώσεων, δηλαδή «την αλληλουχία των μικρών θεάσεων – στιγμών – διατεταγμένων κατά μήκος της διαδρομής» (Yve – Alain Bois, 1984, σ.36). Η νοηματική σύνδεση του λαβύρινθου, του χορού, του βηματισμού, του ρυθμού, του περπατήματος, της στάσης και τελικά της άρθρωσης, είναι που επιστρέφει στις βασικές συνθετικές αρχές τους, ότι «η αρχιτεκτονική δεν πρέπει να συγκεκριμενοποιεί διάφορες σκέψεις, αλλά πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε, να μας προκαλεί να κινηθούμε, να χρησιμοποιήσουμε το σώμα μας να μας προσφέρει τις δυνατότητες μίας σωματικής σχέσης με το χώρο, μίας αναγνώρισης των διαστάσεών μας, του απαιτούμενου χώρου για κάθε δραστηριότητα» (Αντωνακάκη, 1994). Άλλωστε, «το κτίριο αντιμετωπίζεται, πλησιάζεται, αντικρίζεται, σχετίζεται με του καθενός το σώμα, κινείσαι μέσω αυτού, χρησιμοποιείται σαν μία συνθήκη για άλλα πράγματα. Το κτίριο δεν είναι το τέλος του εαυτού του. Πλαισιώνει, αρθρώνει, δομεί, δίνει σημασία, συσχετίζει, διαχωρίζει και ενώνει, διευκολύνει και απαγορεύει» (Pallasmaa, 2005, σ.63).

Λαβύρινθος του Wisby στη Γιουτλάνδη


>

118

Σκίτσο του Δ. Αντωνακάκη. Εξήγηση στον Alvin Boyarsky του τρόπου που δούλευε ο Πικιώνης στην Ακρόπολη

>

Αρμονικές Χαράξεις στην αυλή Ποταμιάνου, Δημήτρης Πικιώνης, 1954-1955


119

Επισκεψη ΙV: Σκηνοθετημενεσ Εντασεισ Τι νοούμε όμως σκηνοθετημένες χωρικές στιγμές; Για την Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη, η έννοια του προγράμματος, απαλλαγμένη από τα μετρήσιμα χαρακτηριστικά, επικεντρώνεται σε «βιωμένους τόπους συνάντησης» (Τζώνη & Lefaivre, 1981, σ.176) με όλα εκείνα τα στοιχεία, που δεν εστιάζουν στα μορφολογικά χαρακτηριστικά του χώρου, αλλά στις δυνατότητές τους ως υποδοχείς καθημερινής πρακτικής. «Η εμπειρία του σπιτιού δομείται από σαφείς δραστηριότητες – το μαγείρεμα, τη γευμάτιση, την κοινωνικοποίηση, το διάβασμα, την αποθήκευση, τον ύπνο, τις οικείες δραστηριότητες – όχι από οπτικά στοιχεία» (Pallasmaa, 2005, σ.63). Τα στοιχεία της λαϊκής παράδοσης όπως τα κατώφλια, τα περάσματα, οι αυλές, οι προεξοχές, οι γεφυρώσεις, δημιουργούν όλες εκείνες τις συνθήκες συνάντησης των ανθρώπων. Σε ένα εγκαταλειμμένο αρχιτεκτονικό τοπίο, πώς μπορεί κανείς να αντιληφθεί αυτή τη συνθήκη; Τα στοιχεία αυτά, λειτουργούν ως τον υποδοχέα μίας ενεργητικής προσδοκίας σε ανθρώπινη κλίμακα, τα οποία καταφέρνουν να αλλοιώσουν την καθαρότητα των ορίων - όψεων της κατοικίας. Οι μετατοπίσεις με τις προεξοχές και οι γέφυρες, σηματοδοτούν τη συνεχή εν αναμονή στάση, στην πορεία που κάποιος διαγράφει στο χώρο. Ως επισκέπτης, κινούμαι με όρους καταγραφής του χώρου. Εάν θυμηθούμε την


120

πρακτική της καταγραφής των Άσπρων Σπιτιών στην παραλία του Διστόμου σε σχέση με τον οικισμό Μπάρλου στο Δίστομο, θα δούμε ότι η μέθοδό μας είναι και αυτή που επισημαίνει την ύπαρξη και τελικά την αξία των σκηνοθετημένων χωρικών στιγμών. Οι καθαροί ορθογώνιοι παράλληλοι όγκοι των Άσπρων Σπιτιών, με την πορεία του επισκέπτη να διαγράφει κινήσεις «ζικ-ζακ» και να σημειώνει τις οδούς, αποτελούν τον τρόπο καταγραφής του χώρου. Στην περίπτωση του οικισμοί Μπάρλου, αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Τα στοιχεία, κατώφλια, περάσματα, αυλές, προεξοχές, γεφυρώσεις λειτουργούν ως εκείνα που δια μνήμης και αλληλουχίας τους μπορεί κανείς να καταγράψει το χώρο. Είσοδος, πέρασμα, άνοιγμα, προεξοχή, γέφυρα… Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία χειρίζονται το όριο και τελικά το ενέργημα μίας πορείας που σταματά και συνεχίζει, μετατοπίζοντας με αυτό τον τρόπο από το αντικείμενο της γέφυρας, ως αρχιτεκτονικό στοιχείο, στο ενέργημα του γεφυρώνω, όπως επισημαίνει ο Ζήσης Κοτιώνης (2007, σ.74), «να περισυλλέξει τη γη ως τοπίο γύρω από τον ποταμό», προσθέτει ο Martin Heidegger (2009, σ.45). Είναι η χρήση των γερουνδίων έναντι των ουσιαστικών, για την περιγραφή της αρχιτεκτονικής εμπειρίας από τον Fred Thompson. Η χωρικότητα “spacing” έναντι του χώρου “space”, η χρονικότητα “timing” έναντι του χρόνου “time” για να περιγράψει την ενότητα του χώρου και του χρόνου στη Γιαπωνέζικη σκέψη (Pallasmaa, 2005, σ.64). «Στα σπίτια μας έχουμε γωνιές και γωνίες στις οποίες μας αρέσει να κουλουριαζόμαστε άνετα. Το κουλούριασμα ανήκει στη φαινομενολογία του ρήματος κατοικώ και μόνο εκείνοι που έχουν μάθει να το κάνουν, μπορούν να κατοικούν με ένταση», γράφει ο Bachelard (Pallasmaa, 2005, σ.58). Η εγκατάλειψη, έχει συντελέσει στην αφαίρεση και τη μεταμόρφωση των αρχιτεκτονικών στοιχείων. Μία πόρτα στο δάπεδο, ακυρώνει τη χρήση της ως μεταβλητό στοιχείο εισόδου – εξόδου, επαναπροσδιορίζοντας αυτή τη σκληρή σχέση, του μέσα και του έξω. Ενός «δίδυμου φαινομένου». Το ίχνος αυτό, ενισχύει την κίνηση μέσα στο χώρο ως προέκταση της εξωτερικής πορείας. Αυτό, δεν αποτελούσε πρόθεση. Η συνθήκη της έλλειψης του κατοίκου - εργάτη με ό,τι τον συνοδεύει, επίπλωση, ορθή χρήση στοιχείων [πόρτες, παράθυρα…], επιτρέπει στον κάτοικο - εργάτη / φάντασμα να παραμερίζει τις φυσικές ιδιότητες του δομημένου χώρου [όρια] καταφέρνοντας με αυτό τον τρόπο να μας δεχθεί σε μία κατοικία, στην οποία ο τεράστιος βαθμός αφαίρεσης αναδεικνύει τις συνθετικές προθέσεις των Σουζάνα και Δημήτρη Αντωνακάκη.


121

«Μπορεί κανείς να ανακαλέσει την ακουστική τραχύτητα από ένα ακατοίκητο και χωρίς έπιπλα σπίτι, σε σύγκριση με την προσήνεια του κατοικήσιμου σπιτιού, στο οποίο ο ήχος διαθλάται και μαλακώνει από τις πολυάριθμες επιφάνειες των αντικειμένων της προσωπικής ζωής. Κάθε κτίριο ή χώρος έχει τον χαρακτηριστικό ήχο της οικειότητας ή της μνημειακότητας, της πρόσκλησης ή της απόρριψης, της φιλοξενίας ή της εχθρότητας. Ένας χώρος γίνεται κατανοητός και εκτιμάται μέσω της ηχώ τόσο όσο δια μέσου των οπτικών σχημάτων αλλά η ακουστική αντίληψη παραμένει σαν ένα ασυνείδητο υπόβαθρο της εμπειρίας. […] Κάθε πόλη έχει την ηχώ της, η οποία εξαρτάται από το μοτίβο και την κλίμακα των δρόμων της, το επικρατές αρχιτεκτονικό στυλ και τα υλικά» (Pallasmaa, 2005, σ.50-51). Η απογυμνωμένη κατοικία, η ερειπιώδης αυτή κατάσταση, αποκαλύπτει την πρωταρχική της δομή, απαλλαγμένη «από το χαρακτηριστικό της εξυπηρετηκότητας και της κατασκευής» (Heidegger, 2006, σ.33), στην οποία βασικό στοιχείο αποτελούν τα πολλαπλά επίπεδα, τους υποδοχείς καθημερινής πρακτικής, ως αποτέλεσμα των παραλλάξεων των τυπολογιών. «Ήταν η ανακάλυψη του παιχνιδιού της παράλλαξης που τους έκανε να καθορίζουν, τους όρους της αντίφασης (στατική οπτική θέαση / περιπατητική θέαση). […] Αποφεύγεται μία ευθεία λεωφόρος που κατευθύνεται πάνω σε μία οικία. Καλύτερα είναι μία πλάγια προσέγγιση, όπως μία κυματιστή γραμμή… Σε μία άμεση προσέγγιση η πρώτη εμφάνιση, συνεχίζεται μέχρι το τέλος… Σε μία πλάγια προσέγγιση τα αντικείμενα, που παρεμβάλλονται θέτουν το σπίτι φαινομενικά σε κίνηση, κινούνται μαζί με τον επιβάτη… Φαίνεται διαδοχικά σε διαφορετικές κατευθύνσεις και αυτό προσλαμβάνει σε κάθε βήμα μία εικόνα» (Bois, 1984, σ.43).


122

Επισκεψη V: Κατακορυφο Μονταζ Το 1928, ο Adolf Loos είχε γράψει. «Η μόνη μεγάλη επανάσταση στον τομέα της αρχιτεκτονικής, είναι η απελευθέρωση της κάτοψης του χώρου […]. Πριν από τον Immanuel Kant, η ανθρωπότητα δεν θα μπορούσε να σκεφτεί το χώρο και οι αρχιτέκτονες ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν την τουαλέτα τόσο ψηλά όσο την αίθουσα. Μόνο διαιρώντας τα πάντα σε δύο, θα μπορούσαν να επιτύχουν δωμάτια σε δύο επίπεδα. Όπως ένας άνθρωπος μία μέρα θα καταφέρει να παίξει σκάκι σε ένα τρισδιάστατο επίπεδο, έτσι και άλλοι αρχιτέκτονες θα επιλύσουν το πρόβλημα της τρισδιάστατης κάτοψης» (Risselada, 1988, σ.78). Η σχεδιαστική προσέγγιση με τη μέθοδο του Raumplan, λειτουργεί ως το μεθοδολογικό εργαλείο σύνθεσης του χώρου για τον Adolf Loos. Η επίλυση της κάτοψης, όσο και της τομής, ενδυναμώνει το σχεδιασμό σε τρεις διαστάσεις που τελικά το εσωτερικό λαμβάνεται υπόψιν ως μία ενότητα κατοίκησης. Η κατοικία είναι ένα σύνολο χώρων, διαρθρωμένων μεταξύ τους, κλεισμένοι σε ένα λευκό κυβικό σχήμα. Η μεγιστοποίηση της εσωτερικής επικοινωνίας για τον Adolf Loos λειτουργεί αντιθετικά από την ελαχιστοποίηση της εξωτερικής, λόγω αυτού του περίκλειστου κύβου. Οι χώροι μετάβασης από το εξωτερικό στο εσωτερικό, δεν εμφανίζονται στην επιδερμίδα του κύβου, αλλά υποκρύπτονται στο εσωτερικό της κατοικίας. Έτσι η κατοικία, ενισχυμένη με την χρήση των πολυτελών υλικών στο εσωτερικό της, δημιουργεί για τον Adolf Loos την αξία της κατοίκησης. Η τρισδιάστατη αντίληψη του χώρου για την Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη ακολουθεί τη σχεδιαστική μέθοδο του Raumplan και αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο η κατοικία ενσωματώνει όλα τα αρχιτεκτονικά συμβάντα, για την ύπαρξη ή μη της επικοινωνίας στο εσωτερικό της. Το εσωτερικό της κατοικίας, αποτελεί προέκταση του εξωτερικού και αντίστροφα. Ωστόσο υπάρχει μία διαφορά για την Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη σε σχέση με την προσέγγιση του Raumplan του Adolf Loos. Το εσωτερικό δε συμπυκνώνει τις σχέσεις που συνάπτονται μεταξύ των μελών της οικογένειας, περίκλειστες και απομονωμένες, αλλά ενισχύεται αυτό που θα λέγαμε ο κοινωνικός χαρακτήρας της οικογένειας. Η διάσπαση των προγραμματικών χώρων, «το σπίτι μέσα στο σπίτι» και οι συνδέσεις τους, επιλύονται μέχρι τέλους, τόσο σε επίπεδο κάτοψης όσο και σε επίπεδο τομής. Η Σουζάνα και ο Δημήτρης Αντωνακάκης θα λέγαμε ότι μέσω της τομής δείχνουν τον τρόπο


123

>

Müller House, Alodf Loos, 1930

>

Διαγράμματα Raumplan, Εσωτερικό / Εξωτερικό


124

επίλυσης και τελικά τη λειτουργία του χώρου. Οι χώροι καθώς επίσης και οι συνδέσεις τους, αρθρώνονται σε επίπεδα που είναι σε διαφορετικές στάθμες. Η τοποθέτηση αρχιτεκτονικών στοιχείων στο εσωτερικό, όπου από μνήμης συνδέονται με τον εξωτερικό χώρο, λειτουργούν ως το μέσο για τις πολλαπλές «συνδέσεις» στα «δωμάτια» της κατοικίας. Ένα άνοιγμα παραθύρου στο εσωτερικό της κατοικίας, η λογική της αυλής στο κέντρο του εσωτερικού που κατανέμει τους διάφορους χώρους περιμετρικά της, εσωτερικά μπαλκόνια... είναι τα στοιχεία που συνεργούν. Έτσι η θεατρικότητα στο χώρο είναι που κυριαρχεί μέσω της διαπερατότητας του βλέμματος, διαμέσου των χώρων αυτών. Ο Δημήτρης Αντωνακάκης (Αντωνακάκη, 2011) μιλώντας για το σπίτι της μάγισσας των Alison και Peter Smithson αναφέρει. «Ένα παράθυρο στον υπαίθριο χώρο είναι το ξαφνικό. Είμαι μέσα ή έξω; Εάν πάρεις ένα στοιχείο που είναι μέσα και το βάλεις έξω αλλάζει χαρακτήρα το στοιχείο αλλά και ο χώρος». Η μετατόπιση των στοιχείων δεν αποτελεί ένα χωρικό εφέ, αλλά σκοπό έχει να δημιουργήσει τη δυνατότητα για συνευρέσεις εντός της κατοικίας με όρους εκτός της. Η έννοια του σκαλιού και της σκάλας αποτελεί το κυρίαρχο μέσο για την εσωτερική αφήγηση χωρικών στιγμών. «Η σκάλα – σκηνή παίζει ένα θεατρικό ρόλο σα στοιχείο του χώρου, αλλά και προσφέρεται για την έλευση, τη στάση ή την απομάκρυνση των κατοίκων που θεωρούνται, αλλά και θεωρούν. Η σκάλα υποδέχεται τους θεατές που παρακολουθούν τα δρώμενα που εκτυλίσσονται στη σκηνή. Δηλαδή στο χώρο στον οποίο ανήκει η σκάλα. Οι σκάλες σαν επιμήκη δέσμη στο ύπαιθρο ή στον εσωτερικό χώρο, εκτός από τη θεατρική παρουσία τους είναι και στοιχεία που αποσαφηνίζουν σχέσεις μεταξύ επιπέδων ή μεταξύ διαφόρων κτιρίων, οικοδομημάτων» (Αντωνακάκη, 1990, σ.7). Θα λέγαμε ότι η συνθετική προσέγγιση της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη συνοψίζεται στην έννοια του «μοντάζ των αντιθέτων», με κινηματογραφικούς όρους. Ο Eisenstein Sergei, πατέρας του μοντάζ, με αφετηρία το «ιδεολογικό μοντάζ», όπου διαφορετικές έννοιες παρατιθέμενες, δημιουργούν μια τρίτη, ανεξάρτητη από τις πρώτες, χωρίς χωροχρονική και ιδεολογική ταύτιση, με σκοπό τη δημιουργία μίας μεταφοράς. Αργότερα με το «μοντάζ των αντιθέτων», οι αντιθέσεις αποκαλύπτονται σε όλα τα επίπεδα. Τους φωτισμούς, τις κινήσεις, τις γωνίες λήψης, τα μεγέθη πλάνων και τη διάρκεια. Έτσι για την Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη, η αλληλουχία των διαφορετικών στοιχείων πετυχαίνει να δώσει πολλαπλές εναλλακτικές ταυτότητες, σε προγραμματικά καθορισμένους χώρους. Ένας


>

125

Bruno Zevi, Raumplan

< Εσωτερική σκάλα, Villa Müller, Πράγα, Adolf Loos, 1930 > Τομή & Κάτοψη, Villa Mοller, Βιέννη, Adolf Loos, 1928 - 1929


126

χώρος υπνοδωματίου, μέσω του εσωτερικού ανοίγματος, του παραθύρου, επιτυγχάνει να δώσει τη δυνατότητα πολλαπλών θεάσεων, ενισχύοντας τη διπλή ταυτότητα του χώρου, ως ιδιωτικό και ταυτόχρονα ως δημόσιο. Ο Juhani Pallasmaa (2005, σ.47) αναφέρει. «Στις μέρες μας το φως έχει μετατραπεί σε ένα μόνο ποσοτικό ζήτημα και το παράθυρο έχει χάσει τη σημασία του σαν ένας μεσολαβητής μεταξύ των δύο κόσμων, μεταξύ του κλειστού και του ανοιχτού, του μέσα και του έξω, του ιδιωτικού και του δημόσιου, της σκιάς και του φωτός. Έχοντας χάσει την οντολογική του σημασία το παράθυρο έχει μετατραπεί σε μία μόνο απουσία του τοίχου». Στην περίπτωση της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη το παράθυρο, όπως και κάθε αρχιτεκτονικό μέλος, γίνεται το μέσο για την αφήγηση του χώρου. Έτσι το στοιχείο «παράθυρο», λειτουργεί ως την οριακή κατάσταση μεταξύ δύο σκηνών. Δεν αποτελεί ένα σκηνογραφικό στοιχείο του χώρου, αλλά σημασία έχει η εσωτερική ένταση του στοιχείου «παράθυρο» που θα καταφέρει να διαχωρίσει και να ενώσει τις δύο καταστάσεις. Με αυτό τον τρόπο «καταστρέφεται» η παραδοσιακή κυριαρχία του σχεδίου, το σχέδιο για το σχέδιο όπως προαναφέραμε, αλλά «η «παραγωγή» γίνεται μέσα από την κίνηση του θεατή» (Bois, 1984, σ.56). Ο θεατής, ο περιπατητής, αποτελεί το μέσο που η Σουζάνα και ο Δημήτρης Αντωνακάκης χρησιμοποιούν ως εργαλείο για τη σχεδίαση του οικισμού, σε όλες τις κλίμακες, συγχωνεύοντας με αυτό τον τρόπο τους χώρους σε ένα είδος συνεχούς χώρου. Ο περιπατητής, η έννοια της


127

περιπατητικής θέας, αποτελείται από το σύνολο των διαφορετικών κέντρων θέασης. «Το κέντρο είναι μία οδός, δηλαδή ένα αδιάφορο μέρος, χωρίς καμία ταυτότητα από εκείνη που της ανατίθεται από τους περαστικούς, ένας μη τόπος που υπάρχει μόνο μέσω της εμπειρίας του χρόνου και της κίνησης που ο περιπατητής μπορεί να κάνει μέσα σε αυτή […] είναι ένα πέρασμα και μία μετατόπιση από το κέντρο, ένας χώρος διακόπτεται από την ασυνέχεια του χρόνου της μνήμης, ένα λεπτό χώρο του οποίου οι αποκλίσεις είναι μέχρι ο θεατής να τις διερευνήσει, ενώ τελικά θα τις συνδέσει με τον ίδιο του τον εαυτό» (Bois, 1984, σ.50). Είναι αυτή η σχέση επισκέπτη – φαντάσματος σε αντιστοιχία με τη σχέση συνθέτη – περιπατητή. Η μεταφορά από το χαρτί στον τόπο, για αυτή τη σχέση, είναι μία επιμελώς κρυμμένη ιδέα που δεν αποκαλύπτεται άμεσα, όχι ως αποτέλεσμα μίας σχεδιαστικής παραδοξότητας, αλλά επειδή ο θεατής είναι αυτός που ορίζει τις χωρικές σχέσεις. «Μία αταξία νόμιμη μέσα στην ακαμψία της τάξης που βρίσκει την έκφρασή της όχι μόνο στο περίγραμμα της μορφής, αλλά στην όλη διάρθρωση και διάπλασή της. Και αυτή η νόμιμη αταξία είναι ολοφάνερη μέσα στην τάξη της φύσης, γι’ αυτό χαρακτηρίζουμε τη φύση ως γραφική ενώ στα έργα του ανθρώπου η τάξη ξεπέφτει εύκολα σε άκαμπτη τυπική τάξη και τα έργα γίνονται άψυχα και γεωμετρικά, όταν δεν είναι καλλιτεχνήματα», όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Μιχελής (2001, σ.160-161).

Le Corbusier, Ένα μικρό σπίτι, 1923-24


129

Ruffer House, Alodf Loos, 1922


131

Επισκεψη VI: Γλυπτικεσ Εντασεισ Ο Yve – Alain Bois, στο κείμενό του «A Picturesque Stroll Around Clara – Clara», μιλώντας για τη γλυπτική του Richard Serra πολλές φορές συνδέει τη γλυπτική τέχνη με την αρχιτεκτονική στο επίπεδο της γραφικότητας. Σε ένα σημείο του κειμένου του αναφέρει. «[…] η τοποθέτηση όλων των δομικών στοιχείων στο ανοιχτό πεδίο εφιστά την προσοχή του θεατή στην τοπογραφία του τοπίου καθώς περπατιέται. Ήδη από το έργο «Shift» και έπειτα σε σύνδεση με όλα τα γλυπτά του τοπίου του, ο Serra επέμενε στην ανακάλυψη από το θεατή, ενώ περπατά μέσα στο γλυπτό, της άμορφης φύσης του ανάγλυφου. Τα γλυπτά δείχνουν την απροσδιοριστία του τοπίου. Ή πάλι, η διαλεκτική του περπατήματος και του κοιτάγματος του τοπίου καθορίζει τη γλυπτική εμπειρία». Και συνεχίζει παρακάτω, «ένα πάρκο δεν μπορεί να υπάρξει σαν «ένα πράγμα κάθε αυτό», αλλά σαν μία εν εξελίξει διαδικασία σχέσεων που υπάρχουν στη φυσική περιοχή – το πάρκο γίνεται ένα «πράγμα για εμάς»» (Bois, 1984, σ.34&36). Αυτή η εν εξελίξει σχέση γλυπτικής και τοπίου, γλυπτικής και αρχιτεκτονικής, είναι που δημιουργεί μία άρρηκτη σχέση αρχιτεκτονικής και τοπίου στο επίπεδο του συνθετικού χειρισμού. Ο τόπος, ο ορεινός τόπος και η κατανόησή του γίνεται μέσω των πολυεπίπεδων χειρισμών της μονάδας κατοίκησης, η οποία μεταλλάσεται συνεχώς, δημιουργώντας κοινούς τόπους κατοίκησης σε οριζόντιο επίπεδο - γραφικότητα και κατακόρυφο - raumplan. Ο χειρισμός αυτός δείχνει την κατανόηση του φυσικού ορεινού τοπίου που δε λειτουργεί ως «φόντο ενός ζωγραφικού πίνακα» (Norberg-Schulz, 2009, σ. 15), μία ρομαντική εκδοχή, αλλά ως τον έναν πόλο [δομημένο περιβάλλον] της δίδυμης σχέσης με τον άλλον [τοπίο]. Ο καθαρός προσδιορισμός του μέσα και του έξω, για την Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη δεν αποτελεί θέση, διότι με τον ταυτόχρονο χειρισμό του οικισμού ως εξωτερικού χώρου [παράθυρα, αυλές, κατώφλια] και του φυσικού τοπίου ως εσωτερικού [μέρος της κατοικίας], επιτυγχάνεται τελικώς η κατανόηση του τόπου. Παρατηρώντας το σχέδιο των εκσκαφών του οικισμού, μπορούμε να κατανοήσουμε αυτό το γλυπτικό χειρισμό του προσθέτω και αφαιρώ ύλη, πάντα σε συνάρτηση με αυτό που με οδηγεί το τοπίο. Η συνεχής αυτή διαδικασία της πρόσθεσης και της αφαίρεσης της ύλης δημιουργεί αυτή τη συμπλεγματική δομή, το γλυπτό. < Shift, Richard Serra, 1972


132


133

Γενική Κάτοψη Εκσκαφών


134

Κατά το περπάτημα, συναντήσαμε μια αιρετική χρήση των αρχιτεκτονικών στοιχείων όπως της πόρτας, των παραθύρων, των φύλλων από τις ντουλάπες, στο πάτωμα πεσμένα. Για να συνεχίσουμε την πορεία μας, έπρεπε να πατήσουμε πάνω τους, να ισορροπήσουμε και τελικά να συνεχίσουμε. Φάνηκε με αυτό τον τρόπο μια ασυνέχεια στο βηματισμό και στο ρυθμό της πορεία μας μέσα από τα χώματα, τις πέτρες και το τσιμέντο. Το φαινόμενο αυτό, επαναλαμβανόταν με ποικίλους τρόπους, αφού τα οικοδομικά υλικά σε φάση κατεδάφισης, δημιούργησαν το ερώτημα για την αξία της υλικότητας ως στοιχείο εμπειρίας του χώρου. Τα υλικά φέρουν κάποιες χαρακτηριστικές ιδιότητες που αυτές δεν τα καθιστούν πολυτελή ή μη. Ανεβαίνοντας την τσιμεντένια σκάλα, διασχίζοντας το τσιμεντένιο εσωτερικό μπαλκόνι, μπαίνοντας στο χώρο του καθημερινού με το ξύλινο δάπεδο και βγαίνοντας στο τσιμεντένιο εξωτερικό μπαλκόνι, δημιουργείται μια δυναμική του βαδίσματος ως συνέπεια της μετάβασης από τον ένα χώρο στον άλλον, μέσω των διαφορετικών υλικών έτσι που οι ιδιότητές τους, όπως η τριβή, δημιουργούν έναν άμεσο έλεγχο για την ψηλάφηση του χώρου και τελικά της βιωμένης εμπειρίας του. Ως επισκέπτες και βιώνοντας τις στιγμές μιας «κατεδάφισης» που συντελείται τα τελευταία 18 χρόνια παρατηρήσαμε την οριακή συνθήκη μεταξύ κατεδάφισης και ανέγερσης του οικοδομήματος. Η φωτογραφία της δημοσίευσης του 1972 μας παρουσιάζει μια εν δυνάμει ομοιότητα της κατάστασης του οικισμού με αυτή της επίσκεψής μας του 2015. Υπό ανέγερση και υπό κατεδάφιση. Οι διαδικασίες των ενεργειών αυτών, είναι που ενσωματώνουν τη χρονικότητα και κατ’ επέκταση τον ανθρώπινο κόπο. Ωστόσο υπάρχει μία ουσιαστική διαφορά. Στη διαδικασία οικοδόμησης, η έλλειψη φινιρίσματος είναι αποτέλεσμα μίας κατασκευαστικής στιγμής, ενώ στη διαδικασία της κατεδάφισης είναι αποτέλεσμα της φθοράς. Ωστόσο η φθορά, το σάπισμα και η ατέλεια παρά την αντιθετική τους χρονική στιγμή, με απόσταση 45 χρόνων, είναι που καθιστούν τη σχέση μας με την υλική διάσταση άμεσα συνδεδεμένους. Ενεργοποιούν τις αισθήσεις πέρα από το οπτικό, ως διαδικασία αυτοψίας και ψηλάφησης που επιβεβαιώνει την οπτική παρατήρηση μέσα από αυτήν την ακραία κατάσταση που βρίσκεται η ύλη. Το υποκείμενο στη σφαίρα της πραγματικότητας ενισχύεται με τη συνεχή αλληλεπίδραση. Μία αλληλεπίδραση με την υλική διάσταση που έχει σκοπό τη βίωση του κόσμου, δηλαδή την κοινωνική διάσταση της καθημερινής ζωής της αρχιτεκτονικής, όπου «η υλική κουλτούρα λειτουργεί ως μηχανισμός για την παραγωγή κοινωνικού και ιστορικού στοχασμού», όπως επισημαίνει η


135

Νάντια Σερεμετάκη (1997, σ.42). Αυτό επιτυγχάνεται «στον περιοδικό κύκλο του χρόνου, στην τροχιά του ήλιου και στο πέρασμα των ωρών της ημέρας» (Pallasmaa, 2005, σ.41). Μία περιοδική και συνάμα εξελίξιμη διαδικασία, υπό το πλαίσιο της πολύ - αισθητηριακής εμπειρίας της υλικότητας.

1970 περίοδος κατασκευής

> >

2015 περίοδος εγκατάληψης


137

Επισκεψη VΙΙ: Αποχωρηση Κάθε επίσκεψη έχει τη χρονική της διάρκεια. Υπάρχει μία χρονική στιγμή που σηματοδοτεί το πέρας της. Τι είναι αυτό που μας κάνει να οδηγηθούμε στην αποχώρησή μας από έναν τόπο επίσκεψης; Η ίδια η επίσκεψη ακολουθεί ένα ρυθμό στιγμών. Σε υποδέχεται ο ιδιοκτήτης, του προσφέρεις ένα «δώρο», σου προσφέρει σταδιακά αγαθά με κορύφωση «το γεύμα» και τελικά σηματοδοτείται το πέρας της επίσκεψης με διαδικασίες εξόδου. Ας αναλογιστούμε πόσες επισκέψεις σημαίνουν το τέλος τους με την προσφορά ενός δώρου στον επισκέπτη. Το δώρο προέρχεται από το αρχαίο δῶρον<δω-<δί-δω-μι< δίδω< δίνω που σημαίνει μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον, προσφέρω, παραχωρώ ένα αγαθό που «κουβαλάω» μαζί μου και μετά την επίσκεψη, λειτουργώντας ως τον συνδετικό κρίκο της επίσκεψης και αυτού που μένει. Το δώρο που προσφέρεις στην αρχή είναι αυτό που «κουβαλάς» από τον τόπο που προέρχεσαι. Η επίσκεψη που αποτελεί τη διαδικασία αναγνώρισης των σχέσεών μας, μέσα σε ένα συγκεκριμένο χωρικό πλαίσιο με υλικά που προσφέρεις και σου προσφέρονται ως το μέσο σύνδεσης του χώρου με το ευρύτερο πλαίσιο. Το μέσα με το έξω. Το πριν με το μετά. «[...] στη συνέχεια της σκέψης και σε ριζικές αναθεωρήσεις» (Τζιρτζιλάκης, 2015, σ.47). Εάν επιστρέψουμε στην αφετηρία της επίσκεψής μας στον οικισμό, το πριν, θα θυμηθούμε πως αντικρίσαμε μία πανοραμική εικόνα του, στην οποία τα κατώφλια δεν ήταν άμεσα ανιχνεύσιμα. Προχωρώντας όμως στο εσωτερικό του, αντιμετωπίσαμε μία άλλη σχεδιαστική κλίμακα του χώρου. «Η κλίμακα είναι το εργαλείο που μετράει και χαρακτηρίζει τελικά το χώρο. Είναι το κλειδί κάθε αρχιτεκτονικής. Η κλίμακα είναι που μετράει τις σχέσεις, σχέδιο – πραγματικότητα. Η κλίμακα που μετράει τις σχέσεις των χώρων μεταξύ τους και τους χώρους με τα στοιχεία του ίδιου του κτηρίου. Η κλίμακα που μετράει τη σχέση του κτηρίου με τον άνθρωπο» (Αντωνακάκη, 1994). Κάθε φορά, σε όποια σχέση με το χώρο και εάν βρισκόμασταν, η «μέτρηση» του χώρου γινόταν μέσω του σώματός μας. Ο ίδιος ο χώρος σε ωθούσε να τον μετρήσεις, όχι με απώτερο σκοπό την αποτύπωσή του, αλλά τον ποιοτικό προσδιορισμό του, μέσα από εμάς. Όπως επισημαίνει ο Juhani Pallasmaa (2005, σ.60) «ο πρωτόγονος άνθρωπος χρησιμοποιούσε το σώμα του για τη διαστασιολόγηση και την αναλογία των κατασκευών του. Οι βασικές δεξιότητες για τα προς το


138

ζην στις παραδοσιακές κουλτούρες βασίζονται στη σοφία του σώματος να αποθηκεύει μέσω της απτικής μνήμης. Οι βασικές γνώσεις και δεξιότητες του αρχαίου κυνηγού, ψαρά και αγρότη καθώς επίσης και του χτίστη και πελεκητή πέτρας, ήταν μια απομίμηση της παραδοσιακής τέχνης που ενσωματώθηκε και αποθηκεύτηκε στους μύες και τις αισθήσεις της αφής. Οι δεξιότητες που διδάχθηκαν δια μέσου της ενσωμάτωσης από την αλληλουχία των κινήσεων, τελειοποιήθηκαν από την παράδοση και όχι δια μέσου των λέξεων ή της θεωρίας». Ο εργάτης και κάτοικος στην εταιρία εξόρυξης Βωξίτη, έχει το χαρακτηριστικό να σκάβει, να λαξεύει τη γη, να γίνεται ένα με αυτήν. Ο ίδιος βρίσκεται σε μια διαρκή έξαρση σωματικότητας, καθώς οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις του σκαψίματος τον οδηγούν στην αντίληψη της ύλης μέσω της πολυαισθητηριακής επαφής με το ιζηματογενές πέτρωμα, που έχει δημιουργηθεί μέσω των αποσαθρώσεων των αργιλοπυριτικών πετρωμάτων. Μετέχει σε μία διαρκή διαδικασία μετασχηματισμού της ύλης, όπου το παραγόμενο ορυκτό με τη σειρά του θα παράξει το μέταλλο του αλουμινίου και ούτω κάθε εξής. Αυτή η σχέση με την ύλη και «ο μετασχηματισμός / μεταμόρφωση προκαλέι υλική συνείδηση» σύμφωνα με τον Richard Sennett (2011, σ.113) σε αυτόν που μετέχει. Αυτή τη χειρονακτική διαδικασία ακολουθούν στην αρχιτεκτονική τους, η Σουζάνα και ο Δημήτρης Αντωνακάκης. Ο χειρισμός του χώρου ως ύλη και μάλιστα σαν σε λατομείο, που πλάθεται και διαρκώς μετασχηματίζεται είναι που επιστρέφει στην καταγωγή της αρχιτεκτονικής, διατηρώντας το κληρονομούμενο παρελθόν της, με ότι τη συνοδεύει, δίνοντας στον αρχιτέκτονα την ιδιότητα του χειρόνακτα εργάτη, με σκοπό να υπηρετήσει το σχέδιο για τον άνθρωπο και όχι το «σχέδιο για το σχέδιο». Τον άνθρωπο, τον ιδεατό κάτοικο – χρήστη, χειρώνακτα εργάτη στην εταιρία Μπάρλου στον οικισμό στο Δίστομο. Αποχωρώντας από τον οικισμό, το μετά, και επιστρέφοντας το βλέμμα μας σε αυτόν, δεν είναι ίδια η «σχέση» μας με αυτόν. Βλέποντας τον από μακρυά και αφού έχουμε περπατήσει, τώρα η οπτική μας σύνδεση έχει εμποτισθεί από την πολύαισθητηριακή εμπειρία της επίσκεψής μας που «[…] στην πραγματικότητα μπορεί μόνο να αποκωδικοποιηθεί με όρους της ίδιας της εμπειρίας. Δεν μπορεί να μειωθεί σε απλή πληροφορία, σε αναπαράσταση ή σε απλή επίκληση ενός ομοιώματος αντικαθιστώντας την απουσία της ανθρώπινης παρουσίας» (Frampton, 1983, σ.28). Έτσι το δώρο που κουβαλάς αποχωρώντας από την επίσκεψη στον οικισμό είναι αυτό το ιζηματογενές πέτρωμα που διαρκώς μετασχηματίζεται αφού θα αποτελέσει το δώρο για τον επισκέπτη στην επόμενη επίσκεψη.


139


“Ανεξάρτητα από την ιεράρχιση του οφθαλμού, η οπτική παρατήρηση επιβαιβεώνεται με την αφή μας.”


172

Βιβλιογραφια Αντωνακάκη, Σ., 2010, Κατώφλια. 100 + 7 χωρογραφήματα, Μ. Παπαρούνης (επιμ.), Αθήνα: futura. Αντωνακάκη, Σ., 2006, «Κατοικία και ποιότητα ζωής. Η διάσταση του χρόνου στο σχεδιασμό», στο Δ. Φιλιππίδης (επιμ.), Ανθολογία κειμένων ελληνικής αρχιτεκτονικής 1925-2002, Αθήνα: Μέλισσα. Αντωνακάκης, Δ., 1994, Η Αρχιτεκτονική της Σουζάνας και Δημήτρη Αντωνακάκη, 4 Απριλίου 1994, Αθήνα: Γαλλικό Ινστιτούτο. Αντωνακάκης, Δ., 2011, Το Σπίτι της Μάγισσας: Μια Περιπλάνηση στα χρόνια του ‘60, Βόλος: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Αντωνακάκης, Δ., 2013, Δημήτρης Πικιώνης. Δύο διαλέξεις, Αθήνα: Δομές. Αντωνακάκης, Δ., 2014, «Προβλήματα Κατοίκησης. Πολυκατοικία: Τυπολογική Πολυπλοκότητα ή Συνθετη Τυπολογία;», στο Γ. Σολδάτου (επιμ.), Έξι διαλέξεις για την κατοίκηση. Κατοικία, Αστική Πολυκατοικία, Συλλογική Κατοικία, Αθήνα: ΕΜΠ. Αντωνακάκη Δ. & Αντωνακάκη Σ., 1985, «Η μεταπολεμική πολυκατοικία ως γενέτειρα του δημόσιου χώρου - Μία πρώτη προσέγγιση», Η Αθήνα όπως (δεν) φαίνεται 1940-1985, Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού, Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Δ.Α.Σ. Βαμβακάς Β. & Παναγιωτόπουλος, Π., 2010, Η Ελλάδα στη Δεκαετία του ‘80. Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό, Αθήνα: Το πέρασμα. Γκαστιν, Μ. (σκηνοθέτης), 2004, Ιστορία των χρόνων μου. Δημήτρης και Σουζάνα Αντωνακάκη. 1969, Αθήνα: Περίπλους για την ΕΡΤ. Γραφείο Δοξιάδη, 1965, «Άσπρα Σπίτια», Αρχιτεκτονική, τεύχος 53. Εργαστήριο 66, 1972, «Οικισμός στο Δίστομο», Αρχιτεκτονικά Θέματα, τεύχος 6. Καλαφάτη, Ε., 2012, «Άσπρα σπίτια Βοιωτίας: ζητήματα σχεδιασμού μιας νέας πόλης», στο Β. Πετρίδου, Π. Πάγκαλος, Ν. Κυρκίτσου (επιμ.), Εργάζομαι άρα κατοικώ. Η περίπτωση του συγκροτήματος κατοικιών των μεταλλείων Μπάρλου στο Δίστομο Βοιωτίας, των Δ. & Σ. Αντωνακάκη, Πάτρα: Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Πατρών.


173

Κοτιώνης, Ζ., 2004, Η τρέλα του τόπου. Αρχιτεκτονική στο ελληνικό τοπίο, Αθήνα: Εκκρεμές. Κωνσταντόπουλος, Η., 2012, «Πέραν του μοντέρνου: Ο οικισμός στο Δίστομο και το TEAM X», στο Β. Πετρίδου, Π. Πάγκαλος, Ν. Κυρκίτσου (επιμ.), Εργάζομαι άρα κατοικώ. Η περίπτωση του συγκροτήματος κατοικιών των μεταλλείων Μπάρλου στο Δίστομο Βοιωτίας, των Δ. & Σ. Αντωνακάκη, Πάτρα: Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Πατρών. Λεκατσά, Π., 1973, Ο λαβυρινθικός χορός. Ο λαβύρινθος. Καταγωγή και εξέλιξη ενός τύπου ποιητικής μυθοπλασίας, Αθήνα. Μιχελής, Π., 2001, Αισθητικά Θεωρήματα. Τόμος Α’, Αθήνα: Ίδρυμα Π. & Ε. Μιχελή. Μπάτση, Δ., 2014, Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα, Αθήνα: κέδρος. Μπελαβίλας, Ν., 2012, «Οι Πρώτοι Οικισμοί Εργατών στην Ελλάδα. Λαύριο, Δραπετσώνα, Ελευσίνα», στο Β. Πετρίδου, Π. Πάγκαλος, Ν. Κυρκίτσου (επιμ.), Εργάζομαι άρα κατοικώ. Η περίπτωση του συγκροτήματος κατοικιών των μεταλλείων Μπάρλου στο Δίστομο Βοιωτίας, των Δ. & Σ. Αντωνακάκη, Πάτρα: Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Πατρών. Μπούμης, Ε. κ.α, 1979, Ο Ελληνικός Ορυκτός Πλούτος, Αθήνα: ΣΜΕ. Σερεμετάκη, Ν., 1997, Παλιννόστηση αισθήσεων. Αντίληψη και μνήμη ως Υλική Κουλτούρα στη Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα: Νέα Σύνορα - Α. Α. Λιβάνη. Τζιρτζιλάκης, Γ., 2014, Υπο-νεωτερικότητα και εργασία του πένθους. Η επήρεια της κρίσης στην σύγχρονη ελληνική κουλτούρα, Αθήνα: Καστανιώτη. Αναχρονισμοί. Τζιρτζιλάκης, Γ., 2015, «Φέρουμε κάτι από την ήττα μέσα μας», στο Ε. Τζιρτζιλάκη (επιμ.), Αντάρτισσα Νίτσα-Ελένη Παπαγιαννάκη (Ηλέκτρα), Αθήνα: Ελένη Τζιρτζιλάκη. Τζώνη, Α. & Lefaivre, L., 1981, «Ο κάναβος και η πορεία. Μία εισαγωγή στο έργο του Δημήτρη και της Σουζάνας Αντωνακάκη, και μερικές προκαταρκτικές σκέψεις γύρω από την ιστορία της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής κουλτούρας», Αρχιτεκτονικά Θέματα, τεύχος 15. Τουρνικιώτης, Π. (επιμ.), 2007, Atelier 66. Η αρχιτεκτονική του Δημήτρη και της Σουζάνας Αντωνάκη, Αθήνα: Futura.


174

Τσιώμης, Γ., 2014, Η μεσογειακότητα της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη. Domus mare nostrum. Habiter le mythe méditerranéen, Paris: Conseil Général du Var. Φεσσά - Εμμανουήλ, Ε., 2001, Δοκίμια για την νέα Ελληνική Αρχιτεκτονική, Αθήνα: Ιδιωτική Έκδοση. Χατζηιωσήφ, Χ., 1999, «Η Πολιτική Οικονομία της Μεταπολεμικής Ελλάδας, 1944-1996», στο Χρ. Σταυρόπουλος (επιμ.), Eισαγωγή στη νεοελληνική οικονομική ιστορία (18ος-20ος αιώνας), Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός. Χατζηιωσήφ, Χ. (επιμ.), 2002-3, Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τ. Α΄, Β΄, Αθήνα: Βιβλιόραμα. Αγριαντώνη, Χ., 1999, «Οικονομία και Εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα του 19ου Αιώνα», στο Χρ. Σταυρόπουλος (επιμ.), Eισαγωγή στη νεοελληνική οικονομική ιστορία (18ος-20ος αιώνας), Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός. Bois, Y. A., 1984, A pisturesque Stroll around Clara – Clara, USA: The MIT Press. Frampton, K., 1983, «Towards a Critical Regionalism: Six Points for an Architecture of Resistance», H. Foster (edited by), The Anti-Aesthetic. Essays on Postmodern Culture, Washington: Bay Press. Frampton, K. (edited by), 1985, Atelier 66. The Architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis, New York: Rizzoli. Frampton, K., 2009, Μοντέρνα Αρχιτεκτονική. Ιστορία και κριτική, στο Α. Κούρκουλας (επιμ.), Αθήνα: Θεμέλιο. Heidegger, M., 2006, «Η προέλευση του έργου τέχνης», στο Ν. Δασκαλοθανάσης (επιμ.), Τα παπουτσια του Van Gogh. Heidegger, Schapiro, Derrida. 3+1 κείμενα, Αθήνα: Άγρα. Heidegger, Μ., 2009, Κτίζειν Κατοικείν Σκέπτεσθαι, Γιώργος Ξηροπαϊδης (μτφ.), Αθήνα: Πλέθρον. Fessas - Emmanouil, E., New Public Buildings. Antonakakis, Tombazis, Valsamakis, Biennale Di Venezia, 1991. Norberg-Schulz, C., 2009, Genius Loci. Το πνεύμα του Τόπου. Για μία φαινομενολογία της Αρχιτεκτονικής, Μ. Φραγκόπουλος (μτφ.), Αθήνα: Πανεπιστημιακές εκδόσεις ΕΜΠ.


175

Pallasmaa, Juhani., 2005, The Eyes of the Skin. Architecture and the Senses, New York: John Wiley & Sons Ltd. Porcello, T. κ.ά., 2010, The Reorganization of the Sensory World. The Annual Review of Anthropology. Risselada, Μ., 1988, Raumplan versus Plan Libre. Documentation of 16 houses, Delft: University Press. Sennett. R., 2011, Ο Τεχνίτης, Β. Τομανάς (μτφ.), Αθήνα: Νησίδες. Smith, Α., 2004, Architectural Model as a Machine, London: Routledge. Tafuri, M., 1987,The Sphere and the Labyrinth. Avant-Gardes and Architecture from Piranesi to the 1970, Pellegrino d’ Acierno and Robert Connolly (μτφ.), England: The MIT Press Cambridge. Vidler, A., 1986, «Η τρίτη τυπολογία», Β. Χαστάογλου (μτφ.), στο Κ.Χατζημιχάλης (επιμ.), Επι πόλεως, Θεσσαλονίκη: Σύγχρονα Θέματα. Zevi, B., 1986, Η μοντέρνα γλώσσα της Αρχιτεκτονικής, Λ. Κοτάνωφ (μτφ.), Αθήνα: Νεφέλη. «Οκτώ ιστορικές βιομηχανίες που δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα και «λύγισαν»» στο χρόνο, 2014, 16 Απριλίου. Ανακτήθηκε από http://www. tsemperlidou.gr/alexandros-drivas/work-entrepreneurship-success/8-istorikesviomichanies-pou-drastiriopiithikan-stin-ellada-ke-ligisan-sto-chrono Παπαδόπουλος, Γ., «Πολυκατοικίες Καρέλλα στο Λαύριο: Εδώ η κρίση στοίχειωσε 22 χρόνια πριν», εφημ. Τα Νέα, 20/1/2013. «Πριν από 50 χρόνια, 2014, 25 Ιουλίου.» Ανακτήθηκε από https://sarantakos. wordpress.com/2014/07/25/mpost50-11/


176

Ευρετήριο Εικονων [Το ερευτήριο των εικόνων, στις σελίδες όπου υπάρχουν περισσότερες από μία εικόνες, είναι με την σειρά διαβάσματος. Από πάνω προς τα κάτω και από αριστερά προς τα δεξιά.]

1

Εργάτες Εξύρυξης Βωξίτη

http://distomo.blogspot.gr/2008/04/blog-post_6083.html

2,3

Άποψη οικισμού Μπάρλου την περίοδο της κατασκευής του, 1970

Atelier 66. Η αρχιτεκτονική του Δημήτρη και της Σουζάνας Αντωνακάκη, 2007, Αθήνα: Futura, σ.169.

4,5

Άποψη οικισμού Μπάρλου σήμερα, 2015

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

6-9

Φωτογραφίες από τα γραφεία της Εταιρίας «Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος» Α.Β.Μ.Ε., οικισμός, εργοτάξιο, κλειδιά γραφείων, βιβλιοθήκη

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

10-11 Διάγραμμα προόδου εργασιών οικισμού Μπάρλου Αρχείο της εταιρίας «Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος» Α.Β.Μ.Ε.

17

Διώροφο εργατικό σπίτι του Henry Roberts

http://www.branchcollective.org/?ps_articles=barbara-leckie-prince-alberts-exhibition-model-dwellings

19

Φαλανστήριο του J. P. Godin

http://laboratoireurbanismeinsurrectionnel.blogspot.gr/2015/01/godin-architecture-unitaire.html

21

Oχυρωματικές πόλεις [Festungsstadt]

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Plan_citadelle_Neuf_Brisach.jpg

21

Πόλη χωρίς γεωμετρικό κανόνα [Haufendorf]

http://community.fansshare.net/pic14/w/haufendorf/369/14729_haufendorf.jpg

21

Κτίρια διατεταγμένα γύρω από μια κεντρική πλατεία [Angerdorf]

http://mephisto976.de/news/leipzig-blickt-auf-seine-vergangenheit-47627

21

Οργανωτικό Σχήμα κηπούπολης [Gartenstadt]

https://www.klett.de/alias/1004553

21

Κτίρια κατανεμημένα τυχαία [Streusiedlung]

http://www.boehmisches-erzgebirge.cz/pictures/Neuhammer/index.html

21

Διαχωρισμός περιοχών [Gegliederte Stadt]

http://www.museum-joanneum.at/presse/aktuelle-projekte/events/event/26.03.-07.06.2015/hubert-hoffmann-2

23

Italienischer Garten, Otto Haesler

http://www.landluft-celle.de/otto-haesler-bauhaus-in-celle-7/

24

St. Georg Garten, Otto Haesler, 1924

http://otto-haesler-initiative.de/bauten/1923-25/siedlung-italienischer-garten

26

Le congrès à bord de patris II

http://onboardcharter2013.blogspot.gr/

29

Ανακήρυξη θανάτου CIAM από την ομάδα Team X

http://anguloarquitectos.blogspot.gr/2013_10_27_archive.html

31

Ελληνική Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου 19ος αιώνας, Γαλλική Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου 19ος αιώνας

Εργάζομαι άρα κατοικώ. Η περίπτωση του συγκροτήματος κατοικιών των μεταλλείων Μπάρλου στο Δίστομο Βοιωτίας, των Δ. & Σ. Αντωνακάκη. Πάτρα: Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Πατρών, σ. 73.

33

Αεροφωτογραφία Οικισμού Άσπρων Σπιτιών - Εργαστάσιο Αλουμίνιον

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου


177

34

Η περιοχή της παραλίας του Διστόμου, 1962

http://local.e-history.gr/pages/viewpage.action?pageId=17204083

35

Χρήσεις Γης Άσπρων Σπιτιών

Περιοδικό “Αρχιτεκτονική” 1965, σελ. 55

36

Κατόψεις τυπολογιών Ασπρων σπιτιών

Αρχείο της εταιρίας Αλουμίνιο της Ελλάδος

37

Γενική Άποψη του Νότιου τμήματος του οικισμού και της παραλιακής Ζώνης

Περιοδικό “Αρχιτεκτονική” 1965, σελ. 54

37

Σχέδιο Όψης κατοικιών

Περιοδικό “Αρχιτεκτονική” 1965, σελ. 55

37

Πρόπλασμα τύπων κατοικιών

Περιοδικό “Αρχιτεκτονική” 1965, σελ. 56

38-39 Φωτογραφίες κατασκευής κατοικιών δεύτερης φάσης [δεκαετία ‘70] http://local.e-history.gr/pages/viewpage.action?pageId=17204083

40-41 Πρόπλασμα πολυκατοικιών Μ. Φωτιάδη, 1983 http://www.photiadis.gr/aspra-spitia-housing-groups-beotia-aluminium-of-greece-company-town/

42

Αεροφωτογραφία Πολυκατοικιών Καρέλλα

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

43

Απόκομμα, γελοιογραφία και φωτογραφία εργατών της κλωστοϋφαντουργίας

https://sarantakos.wordpress.com/2014/07/25/mpost50-11/

44

Σκίτσο ενδεικτικής κάτοψης πολυκατοικίας Καρέλλα

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

45

Τοπογραφικό Διάγραμμα Λαυρίου 1992

Τεχνική υπηρεσία δήμου Λαυρίου

46

Φωρογραφίες δεκαετίας 1970

https://www.facebook.com/520082441342741/photos/a.520222847995367.121992.520082441342741/5804 26481975003/?type=1&theater

47

Tα όρια της πόλης. Μέρος πρώτο: Ακτογραμμή 36

Γιάννης Καρπούζης και Ηλίας Λιατσόπουλος

49

Φωρογραφία κλιμακοστασία πολυκατοικίας

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

51

Αεροφωτογραφία Οικισμών Λάρυμνας & Νέο κόκκινο και Εργοστασίου Λάρκο

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

53

Πολυκατοικίες του 1978

Μαριαδώρα Σκυριανού

53

Άποψη του Εργαστασίου Λάρκο

http://larkikanea.blogspot.gr/2011/03/blog-post_30.html

54-55 Ρυμοτομικό σχέδιο οικισμού Λάρυμνας Αρχείο εργοστασίου Λάρκο

56-57 Σχέδια Εκκλησίας οικισμού Λάρκο Αρχείο εργοστασίου Λάρκο

58

Τυπολογίες Οικισμού Λάρυμνας [σχέδια]

Αρχείο εργοστασίου Λάρκο

59

Τυπολογίες Οικισμού Λάρυμνας [φωτογραφίες]

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου


178

61

Φωτογραφία Οικισμού - Εργοστασίου

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

62

Απόκομμα απόφασης για τα μεταλλεία Διστόμου

http://rakopolio.blogspot.gr/2012/11/blog-post_10.html#more

62

Φωτογραφία Λουκά Μπάρλου

http://distomoarchives.blogspot.gr/2011/03/blog-post_2439.html

63

Αεροφωτογραφία Οικισμών Διστόμου

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

64-65 Αεροφωτογραφία περιοχής Διστόμου πριν την κατασκευή του Οικισμού, 1952 Αρχείο Οργανισμού Κτιματολογίου & Χαρτογράφήσεων Ελλάδος

67

Αρχεία της εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

68

Γεύμα Εργαζομένων της εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

68 Τα εγκαίνια των κτιριακών εγκαταστάσεων της εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

69

Τα εγκαίνια της Σκάλας φόρτωσης Βωξίτη στην Παραλία Διστόμου

http://distomoarchives.blogspot.gr/2013_10_01_archive.html

69

Εργαζόμενοι στην εταιρία Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος, 1960

http://distomo.blogspot.gr/2010_08_01_archive.html

70

Πρόγραμμα έτους 1987

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

71

Εργαζόμενοι στην εταιρία Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος, 1960

http://distomo.blogspot.gr/2010_08_01_archive.html

71

Λογιστική καρτέλλα κινήσεων υλικών αποθήκης

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

72-73 Χάρτης γεωτρήσεων “ Όμορφη Λάκκα ” Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

74

Σκάλα φόρτωσης βωξίτη

http://distomoarchives.blogspot.gr/2012/07/blog-post.html

75

Φόρτωση βωξίτη σε πλοίο. Παραλία Διστόμου

http://distomoarchives.blogspot.gr/2012/07/blog-post.html

75

Φορτηγό της εταιρίας Βωξίται Διστόμου

https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10204714825093632&set=gm.10153524968622432&type=1&t heater

77

Πολυκατοκίες της εταιρίας «Δελφοί - Δίστομον» Α.Μ.Ε.» στο Δίστομο

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

79

Δημοτικό Ορφανοτροφείο Αμστερνταμ, Ολλανδία, Aldo van Eyck, 1958-1960

http://archiveofaffinities.tumblr.com/post/8774410999/aldo-van-eyck-amsterdam-municipal-orphanage

80

Αρχαιολογικό Μουσείο της Χίου, 1965

Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.92. Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.89.

81

Ξενοδοχειακό Συγκρότημα «Hydra Beach» στο Πλέκι της Ερμιονίδας, 1965

Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.77.


179 Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.79.

82

Κέντρο Παραδοσιακής Βιοτεχνίας Ιωαννίνων (ΚΕ.ΠΑ.Β.Ι.), 1989

Atelier 66. Η αρχιτεκτονική του Δημήτρη και της Σουζάνας Αντωνακάκη, 2007, Αθήνα: Futura, σ.191 New Public Buildings. Antonakakis, Tombazis, Valsamakis, Biennale Di Venezia, 1991,σ. 50 New Public Buildings. Antonakakis, Tombazis, Valsamakis, Biennale Di Venezia, 1991,σ. 50

83

Νοσοκομείo της Σητείας στη Κρήτη, 1982

New Public Buildings. Antonakakis, Tombazis, Valsamakis, Biennale Di Venezia, 1991,σ. 46 New Public Buildings. Antonakakis, Tombazis, Valsamakis, Biennale Di Venezia, 1991,σ. 46

85

Άποψη του οικισμού την περίοδο της κατασκευής του, αρχές ΄70

Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.106

86-87

Φωτογραφία Προπλάσματος

Αρχείο Γιώργου Τριανταφύλλου

88

Σχέδιο Δομημένων χώρων οικισμού - Διάταξη τυπολογιών

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

89

Κάτοψη και Τομές Εστιατορίου Οικισμού

90-91

Όψεις και Τομές Κατοικιών

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

92-93

Κάτοψη Δωμάτων

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

95

Δυναμικές συνθέσεις τύπων κατοικίας

Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.117

95

Σχηματικά διαγράμματα που παρουσιάζουν τη δυνητική οργάνωση των τύπων των κατοικιών σε οικιστική κλίμακα

Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.117

95

Διάγραμμα κεντρικής θέρμανσης εστιατορίου

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

97

Τυπολογίες κατοικιών [κατόψεις]

Frampton, K., 1985. Atelier 66. Η αρχιτεκτονική του Δημήτρη και της Σουζάνας Αντωνακάκη. Αθήνα: Futura, σ.171.

97

Τυπολογίες κατοικιών [ογκοπλαστικά μοντέλα]

Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.120.

97

Σχηματικά διαγράμματα οργάνωσης μονάδων

Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.116.

98

Σχέδιο χρήσης γής, Επεκτάσεις

Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.108

99

Πρόπλασμα Τύπων Κατοικιών

Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.116

98-99

Κατασκευαστικό Σχέδιο Κατόψεων

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος


180

100-101 Κάτοψη Στάθμης 40040, 40320 Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

103-107 Επισκέψεις

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

109

Φωτογραφία ιδιοκτήτη

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

112

Πλησίασμα

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

115

Μηχανή αναζήτησης - καθημερινής ζωής

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

117

Λαβύρινθος του Wisby στη Γιουτλάνδη

Λεκατσά, Π., 1973. Ο λαβυρινθικός χορός. Ο λαβύρινθος. Καταγωγή και εξέλιξη ενός τύπου ποιητικής μυθοπλασίας Αθήνα. σ. 24

118 Σκίτσο του Δ. Αντωνακάκη. Εξήγηση στον Alvin Boyarsky του τρόπου που δούλευε ο Πικιώνης στην Ακρόπολη Αντωνακάκης, Δ., 2013, Δημήτρης Πικιώνης. Δύο διαλέξεις, Αθήνα: Δομές. σ.45

118

Αρμονικές Χαράξεις στην αυλή Ποταμιάνου, Δημήτρης Πικιώνης, 1954-1955

Τσιαμπάος, Κ., 2007, Κατασκευές της όρασης.Από τη θεωρία του Δοξιάδη στο έργο του Πικιώνη, Αθήνα, σ.298

119

Σκηνοθετημένες Εντάσεις

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

123

Müller House, Πράγα, Alodf Loos, 1930

http://rdrotmalaval.wix.com/drot-malaval#!logements-confluences/c14pt

123

Raumplan, Εσωτερικό / Εξωτερικό

Risselada, Μ., 1988. Documentation of 16 houses, Στο M. Risselada, επιμ. Delft: University Press Raumplan versus Plan Libre. σ.30. Risselada, Μ., 1988. Documentation of 16 houses, Στο M. Risselada, επιμ. Delft: University Press Raumplan versus Plan Libre. σ.28.

125

Bruno Zevi, Raumplan

Zevi, B., 1986, Η μοντέρνα γλώσσα της Αρχιτεκτονικής, Λ. Κοτάνωφ (μτφ.), Αθήνα: Νεφέλη.

125

Εσωτερική σκάλα, Villa Müller, Πράγα, Adolf Loos, 1930

http://thecharnelhouse.org/2014/03/17/someone-is-buried-here-adolf-loos-on-architecture-and-death/adolflooss-villa-muller-prague/

125

Τομή & Κάτοψη, Villa Mοller, Βιέννη, Adolf Loos, 1928 - 1929

Risselada, Μ., 1988. Documentation of 16 houses, Στο M. Risselada, επιμ. Delft: University Press Raumplan versus Plan Libre. σ.37.

126

Κάθετο Μοντάζ

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

127

Le Corbusier, Ένα μικρό σπίτι, 1923-24

Corbusier, C., 1998. Ένα μικρό σπίτι, Στο Καρδαμίτση - Αδάμη Μάρω επιμ., μτρ. Αντωνακάκης Δημήτρης, Αθήνα: Libro. σ.50

128

Όψη ΚτιριακούΣυγκροτήματος Μπάρλου

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

129

Ruffer House, Alodf Loos, 1922

http://themanjournal.tumblr.com/post/62215986904/rationalistarchitecture-adolf-loos-rufer

130

Richard Serra, Shift, 1972

https://www.pinterest.com/pin/406238828858085426/

132-133 Γενική Κάτοψη Εκσκαφών

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος


181

135

1970 περίοδος κατασκευής

Frampton, K., 1985. Atelier 66. The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis. USA: Rizzoli InternationalPublication, INC, σ.114.

135

2015 περίοδος εγκατάληψης

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

136

Πέρασμα

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

139

Αποχώρηση

Απόσπασμα από το ντοκυμαντερ Γκαστιν, Μ. (σκηνοθέτης), 2004, Ιστορία των χρόνων μου. Δημήτρης και Σουζάνα Αντωνακάκη. 1969. Αθήνα: Περίπλους για την ΕΡΤ.

140

Ψηλάφιση Τομής

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

141

The Incredulity of Saint Thomas

http://www.wallpapername.com/Painters/Caravaggio/paintings_caravaggio_8550x6325_wallpaper_44132/ download_

142-147 Ψηλαφίσεις

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

148-149 Στιγμές Εργασίες

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

150-155 Ψηλαφίσεις

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

156-157 Στιγμές Εργασίες

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

158-163 Ψηλαφίσεις

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

164-165 Στιγμές Εργασίες

Αρχείο εταιρίας Ελληνικοί Βωξίται Ελίκωνος Γ.Λ. Μπάρλος

166-169 Ψηλαφίσεις

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου

170-171 Αποχώρηση

Αρχείο Κατερίνας Τσακμάκη & Βαγγέλη Παπανδρέου


Παραρτημα Ι


Παραρτημα ΙΙ


200

ΕΥΧΑΡΙΣΤΊΕΣ

Ευχαριστούμε τον επιβλέποντα καθηγητή μας Γιώργο Τζιρτζιλάκη [Αναπληρωτή Καθηγητή ΠΘ] που μας ενθάρρυνε να αναζητήσουμε τον δικό μας τρόπο ανάγνωσης στο έργο της Σουζάνας και του Δημήτρη Αντωνακάκη. Ιδιαίτερες ευχαριστίες στη Σουζάνα και τον Δημήτρη Αντωνακάκη για την διαθεσιμότητα τους στην πραγματοποίηση του ερευνητικού μας. Οι συζητήσεις μας γύρω από την αρχιτεκτονική, μας ενθάρρυναν να συνεχίσουμε σε αυτά τα μονοπάτια της έρευνας. Θα θέλαμε επίσης να ευχαριστήσουμε για την πολύτιμη βοήθειά τους στην διεξαγωγή της ερευνητικής μας εργασίας, όλους εκείνους που συνέβαλλαν ποικιλότροπος. Τον Λόη Παπαδόπουλο [καθηγητή ΠΘ], την Σοφία Τσιράκη [επίκουρη καθηγήτρια ΕΜΠ] και το Ίδρυμα Παναγιώτη και Έφη Μιχελή, για την βοήθειά τους στην αναζήτηση βιβλιογραφικού υλικού. Τον Ηλία Κωνσταντόπουλο [καθηγητή ΠΠ], τον Στέλιο Γιαμαρέλο [υποψήφιο διδάκτορα στην Bartlett School of Architecture, UCL], την Φοίβη Γιαννίση [Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΠΘ], τον Ζήση Κοτιώνη [Καθηγητή ΠΘ], τον Πέτρος Περάκης [φωτογράφο και συνεργάτη του Δημήτρη και της Σουζάνα Αντωνακάκη], την Ίρις Λυκουργιώτη [Επίκουρη Καθηγήτρια] και τον Νίκο Πατσαβό [Διδάσκων] για τις συζητήσεις τους γύρω από το Atelier 66. Ακόμη θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλους εκείνους τους κατοίκους που μας άνοιξαν τα σπίτια τους και μας μίλησαν για τις εμπειρίες της κατοίκησής τους, την Ελπίδα Σκούφαλου, την Καίτη Πίππα, την Λίζα – Ζώη και Ευάγγελο Ασημακόπουλο και τον Άρη Κική. Επίσης θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τoν Θέμη Παπαϊωάννου για την βοήθειά του στην αναζήτηση πληροφοριών, την εταιρία Λάρκο και τον εργαζόμενό της Δημήτρη Φουρλεμάνη [πολιτικός μηχανικός], τον Γιάννη Καραβά [Υπεύθυνος Δημοσίων Σχέσεων] της εταιρίας «Αλουμίνιον της Ελλάδος». Τέλος την Μαριαδώρα Σκυριανού, πρώην κάτοικο στον οικισμό της Λάρκο και την Ελευθερία Παούρη, κάτοικο των πολυκατοικιών Καρέλλα.


Multisensory architecture  

Βαγγέλης Παπανδρέου & Κατερίνα Τσακμάκη. Πολυαισθητηριακή Αρχιτεκτονική για Εργάτες Εξόρυξης Βωξίτη. Ο Οικισμός στο Δίστομο των Σ.& Δ. Αντω...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you