Skip to main content

Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης (όλες οι συμμετοχές)

Page 1

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ


4

ΦΑΙΔΡΑ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗ Ο Ακάκιος και το διαμάντι του Στρατωνίου

12

ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΟΥ Ο Ζαχαροβυθός του Μπούλη του Ιπποκαμπούλη

21

ΤΣΙΑΡΑ ΞΑΝΘΗ Ο παράδεισος των Ιππόκαμπων

27

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης και τα φυλαχτά από γιούσουρι

37

ΑΧΤΙΔΑ Η δύναμη της αγάπης σώζει τον βυθό

49

ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΙΔΟΥ ΕΡΩΦΙΛΗ Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης Μια περιπέτεια ιπποτική

57

ΕΥΘΑΛΙΑ ΜΠΟΥΡΟΥΝΗ Tο αλογάκι του Αριστοτέλη

65

ΤΖΙΑΚΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης και οι φίλοι του

72

ΤΣΑΛΚΙΤΖΗ ΔΗΜΗΤΡΑ Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης Περιπέτειες στον βυθό της θάλασσας

80

ΕΛΕΝΗ ΚΥΡΙΩΤΗ Περιπέτειες στον βυθό

92

ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΖΩΗ Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης Περιπέτεια στον βυθό

102

ΔΩΡΑ ΜΑΛΤΕΖΟΥ ΣΚΟΥΤΕΡΗ Μπούλης Ιπποκαμπούλης

106

ΑΝΝΑ ΙΣΑΑΚΙΔΟΥ Ο Μπούλης και το λουλούδι της θάλασσας

110

ΣΤΑΝΕΛΟΥΔΗ ΓΙΩΤΑ Οι ιππόκαμποι του Στρατωνίου

115

ΜΑΙΡΗ (ΜΑΡΙΑ) ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΥ Μπερδεμπομπουλέματα

117

3

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΡΗΤΙΚΟΥ O Μπούλης ιπποκαμπoυλης έξω απ τα νερά του


Ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης, έξω απ’ τα νερά του Δείτε τι όμορφη οικογένεια που έχει κάνει ο αγαπημένος μας ιππόκαμπος, ο Μπούλης ο ιπποκαμπούλης! Ούτε που το φανταζόταν ποτέ ότι θα είχε τόσα χαριτωμένα, μικρά ιπποκαμπάκια να χοροπηδάνε τριγύρω του! Τα μικρά ζούσαν ξένοιαστα στον όμορφο κόλπο του Στρατωνίου και ο Μπούλης, ο φίλος μας, καμάρωνε τα παιδάκια του που μεγάλωναν τόσο γρήγορα! Ήρθαν όμως κάποτε δύσκολοι καιροί, όπου οι άνθρωποι δεν σέβονταν πια τη φύση: ο μαγευτικός κόλπος του Στρατωνίου μολύνθηκε και όλα τα θαλάσσια πλάσματα δυσκολεύονταν να ζουν εκεί. Τα θαλασσινά σχολεία έκλεισαν γιατί ήταν πια επικίνδυνο για τα ψαράκια να κολυμπάνε σε μολυσμένα νερά. Οι παιδικές χαρές έκλεισαν κι αυτές γιατί οι θαλασσινές τσουλήθρες είχαν πλέον μολυνθεί. Τα μικρά ιπποκαμπάκια περνούσαν όλοι τους τη μέρα μέσα στην σπηλιά, και δεν μπορούσαν να παίξουν με τις ομορφιές της θάλασσας… Ο Μπούλης ιπποκαμπούλης και η μαμά ιπποκαμπίνα ήταν πολύ προβληματισμένοι: δεν ήθελαν τα παιδιά τους να μεγαλώσουν έτσι, χωρίς να χαίρονται τη ζωή! Έτσι, αποφάσισαν μια μέρα, πώς η μόνη λύση που είχε απομείνει, ήταν να μεταναστεύσουν! Και τι σημαίνει «να μεταναστεύσουμε;» ρώτησε εκείνο το βραδύ ένας μικρός ιππόκαμπος τον μπαμπά του. Σημαίνει να αφήσουμε το σπίτι μας και να πάμε να βρούμε ένα καινούργιο μέρος για να ζήσουμε με περισσότερη ασφάλεια, απάντησε ο Μπούλης ιπποκαμπούλης. Μα εγώ δεν θέλω ν’ αφήσω το σπίτι μου, κλαψούρισε ένας άλλος μικρούλης… Κανείς, ποτέ, δεν θέλει, είπε η μαμά ιπποκαμπίνα, όμως κάποιες φορές αναγκαζόμαστε! Άλλωστε πιστεύω ότι δεν θα είναι για πάντα, παιδιά! Μια μέρα θα ξαναγυρίσουμε στον κόλπο του Στρατωνίου, θα το δείτε!

Ένα μουντό πρωινό λοιπόν, έφτασε η μέρα για το μεγάλο τους ταξίδι. Έξω είχε καταιγίδα και η θάλασσα ήταν σκοτεινή και φουρτουνιασμένη. Οι μικροί ιππόκαμποι δεν ήθελαν να βγουν απ΄ τη σπηλιά τους. Ο Μπούλης ιπποκαμπούλης κολυμπούσε μπροστά κουβαλώντας τα πράγματα της οικογένειας… Στο δρόμο τους συνάντησαν πολλές θαλάσσιες οικογένειες που είχαν αποφασίσει κι αυτές να μεταναστεύουν, να βρουν άλλες θάλασσες, για το καλό των παιδιών τους… Όλα τα μικρά ιπποκαμπάκια ήταν λυπημένα και οι γονείς πολύ προβληματισμένοι… Θα βρούμε άραγε ποτέ άλλη θάλασσα τόσο φιλική, όσο αυτή; αναρωτήθηκε η μαμά. Θα βρούμε! Κι αν δεν βρούμε, θα φτιάξουμε! είπε ο Μπούλης ιπποκαμπούλης και της χάρισε ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο. Το ταξίδι τους φάνηκε ατελείωτο. Κολυμπούσαν μέρες ολόκληρες! Γνώρισαν πολλά μέρη, αλλά ο Μπούλης ιπποκαμπούλης πουθενά δεν ήθελε να μείνουν… κάθε τόπος του φαινόταν ακατάλληλος για τα μικρά του. Το ένα μέρος είχε κρύα νερά, το άλλο μέρος είχε υπόγεια ρεύματα, το τρίτο είχε άγρια ψάρια… πουθενά δεν ένιωθε ασφάλεια! Όμως τα μικρά ιπποκαμπάκια είχαν κουραστεί τόσο πολύ που δεν μπορούσαν να κολυμπήσουν άλλο! Έτσι ο ιπποκαμπούλης μας, μαζί με τη μαμά ιπποκαμπίνα, κουβαλούσαν τα μικρά στην πλάτη τους, κάτι που έκανε το ταξίδι ακόμα δυσκολότερο. Ώσπου ένα ηλιόλουστο μεσημέρι, η νέα τους πατρίδα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά τους! Ένα μέρος φωτεινό, γεμάτο πολύχρωμα φύκια και κοράλια, με ζεστά, γαλαζοπράσινα νερά. Το τοπίο έμοιαζε, στ’ αλήθεια, παραμυθένιο. Εδώ θα κάνουμε, λοιπόν, το νέο σπιτικό μας, είπε ο Μπούλης ιπποκαμπούλης ανακουφισμένος. Γρήγορα βρήκαν μια άδεια σπηλιά και τακτοποίησαν τα πράγματά τους. Τα μικρά ιπποκαμπάκια, αφού ξεκουράστηκαν λιγάκι, ξεκίνησαν την εξερεύνηση, γεμάτα ενθουσιασμό. Το ίδιο έκανε βέβαια και ο ιπποκαμπούλης μας, γιατί ανησυχούσε, μη τυχόν, το όμορφο τούτο μέρος κρύβει κάποια παγίδα για τα παιδιά του... Καθώς σεργιάνιζε εδώ κι εκεί παρατήρησε πολλά ριγωτά ψαριά. Τι όμορφα που ήταν! Όλα είχαν κίτρινο χρώμα, με μαύρες ρίγες.

4

5

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΡΗΤΙΚΟΥ


Κολυμπούσαν σε ομάδες και η εικόνα που δημιουργούσαν ήταν μαγευτική! Ούτε κατάλαβε για πόση ώρα χάζευε τα ριγέ ψαράκια ο Μπούλης ιπποκαμπούλης, ώσπου τον πλησίασε ένα μεγάλο ψάρι, με ύφος αυστηρό. - Ποιοι είστε εσείς; τον ρωτάει, φανερά ενοχλημένος. - Γειά σας, είμαι ο Μπούλης ιπποκαμπούλης και αυτά εδώ είναι τα παιδιά μου. Είμαστε όλοι ιππόκαμποι και ήρθαμε από πολύ μακριά! - Ιππόκαμποι; Και τι δουλειά έχουν στη χώρα μας ένα σωρό μουντοί, περίεργοι ιππόκαμποι; Δεν βλέπεις ότι εδώ είμαστε όλοι λαμπερά κίτρινα ψάρια με μαύρες ρίγες; - Το βλέπω πράγματι κύριε, είπε ανήσυχος ο Μπούλης ιπποκαμπούλης, όμως αναγκαστήκαμε ν’ αφήσουμε την δική μας όμορφη χώρα γιατί τα νερά μας μολύνθηκαν. Ήταν πια αδύνατο να ζήσουμε εκεί! - Ε, και; Τι μας νοιάζει εμάς αυτό νεαρέ; Εμείς εδώ, όπως βλέπεις, είμαστε μια λαμπερή, αγαπημένη ομάδα πανέμορφων ψαριών, με αρχηγό εμένα βέβαια, τον Δήμαρχο της πόλης, κύριο Ρήγα Ρηγάκη. Ως εκπρόσωπος της ψαρο-κοινωνίας μας λοιπόν, σας ζητώ να φύγετε αμέσως! - Να φύγουμε; Μα ταξιδέψαμε πάρα πολύ για να φτάσουμε ως εδώ... εξάλλου δεν έχουμε πού να πάμε! Ο Μπούλης ιπποκαμπούλης ένιωθε πως η καρδιά του θα σπάσει απ την αγωνία! Δεν άντεχε στη σκέψη πως θα πρέπει να αρχίσουν πάλι να αναζητάνε καινούριο σπιτικό. - Βεβαίως να φύγετε κύριε Μπούλη! Όπως βλέπετε χαλάτε την ομοιομορφία της ομάδας μας και αυτό δεν είναι καθόλου σωστό. Πώς να ζήσουμε μαζί, αν είμαστε τόσο διαφορετικοί; Ο ιπποκαμπούλης μας γύρισε στη σπηλιά πολύ ανήσυχος. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει, όμως αφού το συζήτησαν και με τη μαμά ιπποκαμπίνα, αποφάσισαν να μείνουν και να προσπαθήσουν να χτίσουν μια χαρούμενη ζωή για τα παιδάκια τους. Αποφάσισαν να “παλέψουν”, όχι μόνο γι’ αυτούς, αλλά για όλα τα ιπποκαμπάκια των θαλασσών... Το άλλο πρωί ο Μπούλης ιπποκαμπούλης, πήρε τα μικρά του και τα πήγε στο σχολείο. Προς μεγάλη του ανακούφιση, η δασκάλα, η κυρία Ρηγούλη, υποδέχτηκε εγκάρδια τους μικρούληδες ιππόκαμπους. Δεν έγινε όμως το ίδιο και με τους μαθητές... Τα μικρά ριγωτά

ψαράκια δεν έβλεπαν με καλό μάτι τους ιππόκαμπους, που ήταν τόσο διαφορετικοί όχι μόνο στο χρώμα, αλλά και στο σχήμα. Παρόμοια ήταν τα πράγματα και στην παιδική χαρά: τα ριγέ ψαράκια δεν άφηναν τους ιππόκαμπους να κάνουν τσουλήθρα, ούτε και τους πετούσαν την μπάλα στο παιχνίδι... Ο Μπούλης ιπποκαμπούλης παρακολουθούσε θλιμμένος, έξω απ’ τα κάγκελα. Κάτι έπρεπε να κάνει, όμως τι; Οι μήνες περνούσαν μα τίποτα δεν άλλαζε. Τα ριγέ ψαράκια είχαν απομονώσει την οικογένεια των ιππόκαμπων από κάθε δραστηριότητα και αυτό προκαλούσε μεγάλη θλίψη στον Μπούλη ιπποκαμπούλη. Ώσπου μια μέρα άκουσε να γίνεται μεγάλη φασαρία στην κεντρική πλατεία και πλησίασε να δει τι συμβαίνει. Ο Δήμαρχος, ο κύριος Ρηγάκης ανακοίνωνε κάτι στα ψαράκια και φαινόταν αναστατωμένος. Είχε βάλει μάλιστα και τη ριγέ γραβάτα του και το ύφος του φαινόταν επίσημο και σοβαρό! Ο Μπούλης ιπποκαμπούλης κοντοστάθηκε ν’ αφουγκραστεί: Αγαπημένα μου ψαράκια, σας φώναξα σήμερα εδώ για να σας ανακοινώσω κάτι πολύ σημαντικό! Πρέπει να σταθούμε δυνατοί και ενωμένοι μπροστά σ΄ αυτό το κακό: η περιοχή μας πλήττεται ξαφνικά από καράβια που συνεχώς ψαρεύουν, ανελέητα, χωρίς σταματημό και συμπόνια! Πολλοί συμπολίτες μας είναι ήδη παρελθόν ή σπαρταράνε στα δίχτυα των ανθρώπων…. Δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο εδώ, πρέπει να εγκαταλείψουμε αμέσως την όμορφη θάλασσά μας. Κάθε λεπτό που περνάει, κινδυνεύουμε όλο και περισσότερο! Τα ψαράκια πανικοβλήθηκαν. Ο Μπούλης ιπποκαμπούλης ένιωσε να χάνει τον βυθό κάτω απ τα πόδια του! Χωρίς πολύπολύ σκέψη πήγε στη μέση της πλατείας και φώναξε δυνατά: Εγώ θα σας βοηθήσω, εγώ! Ξέρω καλά από μεγάλα ταξίδια! Ελάτε! Θα φύγουμε όλοι μαζί, θα βρούμε ένα μέρος ασφαλές. Ίσως να πάμε πίσω στην πατρίδα μου, στον κόλπο του Στρατωνίου! Είμαι σίγουρος πως τα νερά θα έχουν πλέον καθαριστεί, είπε ο ιπποκαμπούλης, με μια ανάσα. Μα τι στο καλό λέτε κύριε Μπούλη; ρώτησε ενοχλημένος ο Δήμαρχος. Παραληρείτε μου φαίνεται! Και πού ακούστηκε άλλωστε, ρίγε, λαμπερά ψάρια, να διασχίζουν τους ωεκανούς, παρέα με…. Ιππόκαμπους! Μη χειρότερα! Και τι είναι αυτός ο…ο… κόλπος του Στρατωνίου, όπως τον λένε, τέλος πάντων;

6

7


Είναι η όμορφη πατρίδα μου, απάντησε εκείνος, με ένα χαμόγελο νοσταλγίας. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη αποικία ιππόκαμπων στην Μεσόγειο! Εκεί, το γαλάζιο της θάλασσας ενώνεται, θαρρείς, με το γαλάζιο του ουρανού. Εκεί που οι ακτίνες του ήλιου φτάνουν μέχρι τον βυθό, σκορπίζοντας παντού φως και γαλήνη… Τα ψαράκια κοίταζαν καχύποπτα και απορημένα. Ο Δήμαρχος πήγαινε πάνω-κάτω σφίγγοντας και ξεσφίγγοντας την ριγέ γραβάτα του, ψιθυρίζοντας κάθε λίγο και λιγάκι «πού ακούστηκε, πού ακούστηκε!». Ξαφνικά, μια διστακτική φωνή απ’ το βάθος, ψιθύρισε: Εγώ λέω να εμπιστευτούμε τον κύριο Μπούλη ιπποκαμπούλη για το ταξίδι μας. Ήταν η δασκάλα, η κυρία Ρηγούλη, η οποία του χάρισε με μιας ένα χαμόγελο συμπαράστασης. Μέσα σε λίγα λεπτά όλα σχεδόν τα ψαράκια συμφώνησαν να μεταναστεύσουν με οδηγό τον Μπούλη Ιπποκαμπούλη! Ο κύριος Ρηγάκης δε, τελείως απογοητευμένος, πέταξε την ριγέ γραβάτα του σε μια θαλάσσια χελώνα που έτυχε να περνά από μπροστά! Το ταξίδι οργανώθηκε γρήγορα, δεν υπήρχε άλλωστε χρόνος για καθυστερήσεις. Ο Μπούλης ιπποκαμπούλης κολυμπούσε πρώτος, νιώθοντας μεγάλη υπερηφάνεια γι’ αυτή την τόσο σοβαρή αποστολή. Η διαδρομή όμως ήταν μεγάλη και δύσκολη: κινδύνεψαν πολλές φορές από άγρια και επιθετικά ψάρια. Από θαλάσσια ρεύματα, από δίχτυα, από αιμοβόρους καρχαρίες! Μια φορά μάλιστα χρειάστηκε να κρυφτούν μέσα σε μια σπηλιά για ν’ αποφύγουν ένα κοπάδι με σκυλόψαρα! Ο Μπούλης ιπποκαμπούλης βρήκε το θάρρος να παραπλανήσει το σκυλόψαρο που τους κυνηγούσε, ενώ οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν με αγωνία και θαυμασμό, αυτό το μικρούλι, γενναίο πλασματάκι! Όταν ο ιπποκαμπούλης μας κατάλαβε πως πλησιάζουν στα νερά της πατρίδας, η χαρά του ήταν απερίγραπτη! Στ’ αλήθεια ένιωθε πως δεν υπήρχε άλλο μέρος στον κόσμο σαν τη Χαλκιδική, δεν υπήρχε καλύτερο σπίτι απ’ τον κόλπο του Στρατωνίου…

Και να, ευτυχώς τα νερά ήταν και πάλι καταγάλανα και λαμπερά! Ο εφιάλτης έμοιαζε να έχει πλέον τελειώσει! Στην αρχή, τα ριγέ ψαράκια αισθανόταν κάπως άβολα στη νέα τους πατρίδα, αφού σε όλη την περιοχή, δεν υπήρχαν άλλα ψάρια με τέτοιο χρωματισμό! Είχαν μάλιστα παρατηρήσει πως κάποιοι ιππόκαμποι τα κοίταζαν περίεργα, όμως ο Μπούλης ιπποκαμπούλης δεν έκατσε με σταυρωμένα χέρια…. Ήξερε πως είναι να νιώθεις ανεπιθύμητος και δεν θα το επέτρεπε αυτό να συμβεί για κανέναν, στα νερά του Στρατωνίου. Οργάνωσε λοιπόν μια γιορτή υποδοχής για τα καινούρια ψάρια, που έμεινε πραγματικά αξέχαστη: έβαλε τα ιπποκαμπάκια και τα ριγέ ψαράκια να χορέψουν μαζί τους χορούς των 7 θαλασσών, αποδεικνύοντας σε όλους πως διαφορετικά πλάσματα, μπορούν να φτιάξουν μαζί υπέροχους, πολύτιμους κύκλους… Ήταν μια υπέροχη γιορτή! Το πιο απίστευτο βέβαια είναι ότι ο κύριος Ρηγάκης ζήτησε να πάρει το λόγο, για να ευχαριστήσει δημοσίως τον Μπούλη ιπποκαμπούλη, που τους έφερε σ αυτή την ασφαλή και όμορφη χώρα και τους έσωσε τη ζωή! Πρότεινε μάλιστα σε όλους, ο κύριος Μπούλης να είναι πλέον ο αρχηγός του τόπου τους, μιας και ξέρει να οδηγεί την ομάδα του «σε ασφαλή νερά»…. Το ενθουσιώδες χειροκρότημα που ακούστηκε, έκανε τον Μπούλη ιπποκαμπούλη να κατακοκκινήσει από χαρά και υπερηφάνεια. Όλοι στη θάλασσα σχολίαζαν πόσο μεγάλωσε, πόσο ωρίμασε ο Μπούλης ιπποκαμπούλης και τι άξιος πατέρας που είχε γίνει! Η επιστροφή της οικογένειας στο Στρατώνι, είχε γίνει μεγάλο γεγονός! Η επόμενη μέρα στον κόλπο του Στρατωνίου, ήταν ακόμα πιο δημιουργική: η δασκάλα η κυρία Ρηγούλη, μαζί με τον δάσκαλο των ιπποκάμπων, τον κύριο Ιππόλυτο, αποφάσισαν να πάνε μια εκδρομή μαζί με τους μικρούς μαθητές τους, όχι μόνο για να εξερευνήσουν τον βυθό της Χαλκιδικής, αλλά και για να βοηθήσουν τους δύτες στον καθαρισμό των νερών! « Όλοι πρέπει να φροντίζουμε για την καθαριότητα του σπιτιού μας» τους είπε η κυρία Ρηγούλη και έτσι ξεκίνησαν πρωί πρωί με κέφι και τραγούδια:

8

9


Στη θάλασσα χωράμε όλοι γκρίζοι, ριγέ, πορτοκαλί αρκεί να έχουμε αγάπη και καλοσύνη στη ζωή. Στη θάλασσα χωράμε όλοι είτε μεγάλοι, είτε μικροί. Έχει ο καθένας ένα ρόλο και είμαστε σημαντικοί. Γι’ αυτό ποτέ να μην ξεχνάτε τη σημασία του “μαζί”.

Ο Μπούλης ιπποκαμπούλης απέκτησε σιγά-σιγά τη φήμη του σοφού ιππόκαμπου, με αποτέλεσμα όλοι να ζητούν τη συμβουλή ή την βοήθειά του, για κάθε τι σημαντικό! Ωστόσο δεν παραπονιόταν καθόλου, ένιωθε πως αυτός ήταν ο σκοπός του, να προσφέρει βοήθεια και χαρά, σε όποιον είχε ανάγκη. Παρά τις πολλές ευθύνες του όμως, δεν ξεχνούσε ποτέ την πιο αγαπημένη του συνήθεια: κάθε βράδυ, μαζί με την μαμά ιπποκαμπίνα, διάβαζαν στα μικρά τους όμορφα ποιήματα για όνειρα γλυκά. Και το πιο αγαπημένο τους ήταν αυτό:

Η δασκάλα τραγουδούσε αυτό τον όμορφο σκοπό και τα παιδιά επαναλάμβαναν με κέφι, κρατώντας πάντα τον ρυθμό. Ο Μπούλης ιπποκαμπούλης κολυμπούσε πρώτος με τον κύριο Ιππόλυτο για να ελέγχουν την ασφάλεια του δρόμου… Ξαφνικά, ξέρετε τι είδαν μπροστά τους; Τους δύτες, να μαζεύουν κάτι περίεργα σκουπίδια… ήταν οι μάσκες των ανθρώπων! Μάσκες που φορούσαν για να προστατεύονται, χωρίς να σκέφτονται όμως ότι, πετώντας τες μετά στην θάλασσα, κατέστρεφαν τη ζωή κάποιων άλλων, αθώων πλασμάτων… Ο Μπούλης ιπποκαμπούλης, δεν φοβήθηκε, ήταν εξοικειωμένος με τους δύτες. Πολλές φορές μάλιστα, πήγαινε και κουλουριάζονταν στα δάχτυλά τους για να παίξει και να ξεκουραστεί! Ξεκίνησαν λοιπόν ψάρια και ιππόκαμποι μαζί, να κρεμάνε τις σκόρπιες μάσκες στις ουρές τους και να τις πηγαίνουν στους δύτες, που συγκέντρωναν τα θαλάσσια απόβλητα. Τους πήρε ώρες, όμως οι μικροί μαθητές δεν παραπονέθηκαν καθόλου. Ήταν ενθουσιασμένοι που συμμετείχαν κι εκείνοι σ’ αυτή την σπουδαία αποστολή καθαρισμού! Γύρισαν το απόγευμα στο σπίτι τους, όλοι κουρασμένοι, μα και χαρούμενοι! Με τον καιρό και με την βοήθεια του Μπούλη Ιπποκαμπούλη, τα ριγέ ψαράκια προσαρμόστηκαν γρήγορα στη νέα τους πατρίδα. Ο κύριος Ρηγάκης μάλιστα, συνήθιζε να λέει πως, πιο φιλόξενα νερά από τον κόλπο του Στρατωνίου, δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του!

10

Στα γαλάζια τα νερά Στο Στρατώνι, εκεί μακριά Κρύβεται ένα μυστικό Κάτω- κάτω στο βυθό: Στα γαλάζια τα νερά Ιππόκαμποι, μες τη χαρά, στριφογυρίζουν και γελούν, κάνουν κόλπα, τραγουδούν. Πλάσματα μοναδικά, χαριτωμένα, τρυφερά Ιππότες είναι των νερών, των πιο καθάριων θαλασσών. Ίσως να είναι και “αλογάκια” της θάλασσας τα διαμαντάκια. Έχουνε θάρρος, καλοσύνη, ζουν με ηρεμία και γαλήνη. Μικρούς ιππόκαμπους θα βρεις Στο Στρατώνι αν βρεθείς. Κάνε ησυχία, δες καλά και μη μολύνεις τα νερά. Στο Στρατώνι, στον βυθό κρύβεται ένα μυστικό: ιππόκαμποι μοναδικοί, Σπάνιοι σ όλη τη γη!

11


Ο Ακάκιος και το διαμάντι του Στρατωνίου Το καλοκαίρι πλησιάζει ολοταχώς ! Ο βυθός αστράφτει από ομορφιά σε ολόκληρο τον κόλπο. Τα κοράλλια ανοίγουν τη χρωματιστή βεντάλια τους και οι αστερίες ετοιμάζονται για τις βόλτες τους στις ζεστές παραλίες του Στρατωνίου. Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης νιώθει πια ότι μεγάλωσε ! Έχει γίνει το πιο όμορφο και εντυπωσιακό ψάρι της θάλασσας. Είναι σίγουρος ότι μπορεί να τα καταφέρει και μόνος του πια. Ντύνεται γρήγορα και ετοιμάζεται να γευτεί την όμορφη μέρα πριν νυχτώσει. Ο ζεστός ήλιος χαμογελάει και αντανακλά τις ηλιαχτίδες του παντού μέσα στα βαθιά νερά. «Τι όμορφη μέρα! Ιδανική για μια ωραία βόλτα!» Βάζει το αγαπημένο του καπέλο και ξεκινάει την εξερεύνηση μέσα στο βυθό. Θέλει να τον ανακαλύψει όλο. « Έιιι Μπούλη που πας ; Μην απομακρυνθείς!» του φωνάζουν οι φίλοι του από τον πίσω βράχο του βυθού. Δεν τα ξέρεις τα μέρη ακόμα καλά. Μείνε καλύτερα στην αποικία μας! Μην φύγεις μόνος σου!» «Μην ανησυχείτε καθόλου. Έχω μάθει πια όλους τους δρόμους και ξέρω αρκετά καλά να κολυμπάω! Θα αναζητήσω τροφή μόνος μου.» Ο Μπούλης είναι έτοιμος για το ταξίδι του μέσα στη θάλασσα. Ο κύριος Χταποδης , ο πιο παλιός κάτοικος του βυθού κάθεται στο βράχο επάνω και προσπαθεί να απλώσει τα πλοκάμια του. Δυσκολεύεται πια να κάνει τις κινήσεις γρήγορα και ζωηρά όπως παλιότερα. « Μπούλη! Για που το βαλες; «Καλημέρα κύριε Χταποδη! Η μέρα είναι υπέροχη! Θέλω να πάω μια βόλτα και να ανακαλύψω νέους τόπους.» «Δεν είναι μέρα σήμερα να βγεις μόνος σου έξω.

Έχει βουίξει όλος ο βυθός πως κυκλοφορεί τελευταία στα μέρη μας ένας νέος κάτοικος που έχει έρθει από πολύ μακρινά μέρη.» «Ε, και τι με νοιάζει εμένα κύριε Χταποδη! Πού με ενοχλεί;» «Δεν κατάλαβες καλά Μπούλη! Δεν έχει έρθει με καλές διαθέσεις. Είναι ο Ακάκιος. Ο πιο πλούσιος άσπρος καρχαρίας της Ευρώπης. Ταξίδεψε καιρό για να βρει λέει το πιο εντυπωσιακό μέρος του κόσμου για να μείνει και να γίνει ο βασιλιάς του βυθού. Η τελευταία του στάση είναι εδώ στο Στρατώνι. Έχουμε λέει τον πιο όμορφο και καθαρό βυθό για να μείνει.» «Σιγά! Μην ακούς τι λένε . Φήμες θα είναι πάλι. Εδώ δεν κυκλοφορούν τέτοιοι τουρίστες που λες στα μέρη μας.» Κι εγώ σου λέω να φυλάγεσαι και να βρεις κρυψώνα καλύτερα! Είμαι ο πιο παλιός εδώ και δεν τα βγάζω από το μυαλό μου Μπούλη. Κοίτα να προσέχεις γιατί αν τον δεις μπροστά σου δύσκολα θα μπορέσεις να τον αποφύγεις. Το μεγεθος του ; Τεράστιο; Και η πονηριά του ; Ακόμα μεγαλύτερη. Ακουσα ότι ξεγελάει εύκολα τα ψάρια στο βυθό.» «Εμένα αποκλείεται ! απάντησε με σιγουριά ο Μπούλης. Μην ακούς τι λένε οι υπόλοιποι κύριε Χταποδη. Είναι φοβιτσιάρηδες. Πουθενά δε συνάντησα τέτοιο καρχαρία εγώ στο κολπάκι μας.» «Εγώ στο είπα για να έχεις το νου σου και να προσέχεις Μπούλη. Ο Βυθός μας κρύβει και παγίδες μερικές φορές. Δεν έχεις βγει παραέξω για να δεις πως είναι. Έχε τα μάτια σου ανοιχτά γιατί η ομορφιά σου θα τον μαγέψει και είμαι σίγουρος ότι με την πονηριά του εύκολα μπορεί να σε παραπλανήσει.» Ο μικρός Ιπποκαμπουλης δεν έδωσε και πολύ σημασία στα λόγια του φίλου του. Τον χαιρέτησε βιαστικά και ξεκίνησε το υπέροχο ταξίδι του στον όμορφο βυθό. Εξάλλου για πόσο καιρό πια έπρεπε να μένει κοντά στο σπίτι του; Ήθελε να τα μάθει όλα μόνος του! Με τα μικρά πτερύγια του και την ζωηρή κίνηση του ανεμίζει αριστερά δεξιά και κολυμπάει περήφανα ανάμεσα σε βράχια

12

13

ΦΑΙΔΡΑ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗ


και υφάλους. Όσο πιο μακριά προχωράει , τόσο πιο ανεξάρτητος και σίγουρος νιώθει για τον εαυτό του. «Τελικά έχει δίκιο ο κύριος Χταπόδης. Ο βυθός ο δικός μας είναι ο πιο όμορφος απ’όλους!» Ο Μπούλης δε χορταίνει τις βόλτες ανάμεσα στα φύκια και τα πεντακάθαρα νερά. Η κοιλιά του έχει αρχίσει όμως και γουργουρίζει. Πρέπει γρήγορα να ψάξει για τροφή καθώς έχει πια απομακρυνθεί αρκετά από το σπίτι του. Όσο προχωράει πιο βαθιά , τόσο παρατηρεί τα ψάρια που συναντάει στο δρόμο του. Δεν του φαίνονται καθόλου γνωστά. Βλέπει Ιππόκαμπους με γραβάτες και τσάντες να πηγαινοέρχονται βιαστικά στις δουλειές τους! Κι όμορφες Ιπποποκαμπίνες με ακριβά ρούχα να μεταφέρουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Γύρω του χαζεύει τα τεράστια μαγαζιά, τα μεγάλα σπίτια και τους ψηλούς βράχους . Ψάρια με όμορφες στολές και ακριβά κοστούμια φανερώνουν ότι αυτός ο βυθός είναι σίγουρα το διαμάντι της περιοχής του Στρατωνίου. «Ήρθα μάλλον στην πιο διάσημη και ακριβή περιοχή του κόλπου!» Ο ενθουσιασμός του Μπούλη του Ιπποκαμπουλη όλο και μεγαλώνει. « Μακάρι να καταφέρω κάποτε κι εγώ να μείνω σε αυτό το μέρος !» Το ταξίδι τον μαγεύει όλο και περισσότερο. Ανυπομονεί να εξερευνήσει την περιοχή. Ένα γυαλιστερό μπουκάλι μπροστά του καθώς διασχίζει το βυθό βρίσκεται σφηνωμένο μέσα σε ένα φύκι. Η πείνα τον έχει κυριεύσει για τα καλά. Ίσως αυτό το μπουκάλι να κρύβει κάποιο φαγητό και να γεμίσει για λίγο την κοιλιά του μέχρι να επιστρέψει πίσω. « Ποιος άραγε να έκρυψε ένα τόσο ωραίο μπουκάλι στο βυθό;» αναρωτιέται ο Ιπποκαμπούλης καθώς πλησιάζει όλο και πιο κοντά. Δεν μπορεί όμως εύκολα να το προσεγγίσει. Ένα τεράστιο κοράλλι το έχει αγκαλιάσει ολόκληρο. Είναι αδύνατον

να το σπρώξει με τα μικρά του πτερύγια. «Ίσως αν το πήγαινα λίγο πιο αριστερά με το πρόσωπο…αααχ! Δεν μπορώ!» «Θα χρησιμοποιήσω την ουρά μου να ανοίξω το κοράλλι…. ωωωχ ! Δεν αντέχω! Κουράζομαι πολύ!» Ο μικρός Ιπποκαμπούλης ιδρωμένος πολύ και κουρασμένος, είναι έτοιμος να τα παρατήσει. Το μάτι του καρφώνεται στη μικρή σχισμή από το πώμα του μπουκαλιού. «Το βρήκα! Είμαι τόσο μικρός που ίσως χωράω να μπω μέσα για να το αρπάξω! Βλέπω κάτι να αστράφτει στον πάτο του.» Η όψη ενός μωβ διαμαντιού τον αφήνει έκπληκτο. «Απίστευτο! Ένα μικρό μωβ διαμάντι!» Τα μάτια του ιπποκαμπούλη αστράφτουν από χαρά. «Πω πω ! Τι τυχερός που είμαι! Θα γίνω πλούσιος! Με αυτό το διαμάντι θα καταφέρω να μείνω κι εγώ εδώ σε αυτή την πλούσια περιοχή. Πρέπει να είμαι προσεκτικός πως θα το βγάλω! Μην σπάσει το διαμάντι και χάσω όλο το θησαυρό!» Σκέφτεται, ξανασκέφτεται και ετοιμάζεται να βάλει τη μουσούδα του μέσα στο μπουκάλι. «Όχι όχι ! Δε χωράω!. Ίσως να έβαζα πρώτα την ουρά μου για να μπω μέσα.» Ο μικρός Ιπππκαμπούλης μπαίνει σιγά σιγά όλο και πιο βαθιά μέσα στο μπουκάλι. Λίγο ακόμα θέλει για να πιάσει το διαμάντι από τον πάτο του. Γκλουπ! !! Το κορμί του γλιστράει ξαφνικά όλο μέσα στο μπουκάλι. Όσο και να προσπαθεί να ανέβει επάνω, τόσο γλιστράει και μένει κάτω. «Ωχ συμφορά μου! Πώς θα βγω τώρα από δω! Τι έπαθα! « Νιώθει μόνος και τρομαγμένος μακριά από τους φίλους του. Ποιος θα μπορούσε να τον δει και να τον σώσει μέσα στο μπουκάλι κάτω από το κοράλλι. Αρχίζει να κλαίει ασταμάτητα. Μα κανένας δε βρίσκεται εκεί κάτω για να τον βοηθήσει. Μόνο ένα τεράστιο θόρυβο ακούει απέξω στο βυθό. Μπορεί τελικά κάποιος να τον άκουσε. Να μην είναι μόνος.

14

15


Προσπαθεί να κάνει ησυχία για να ακούσει τι μπορεί να βρίσκεται κοντά στο μπουκάλι. Μέσα από γυαλί νομίζει ότι βλέπει δύο τεράστια μάτια να τον κοιτούν. Και κάτι δόντια πολύ πιο μεγάλα από αυτά που έχουν τα άλλα ψάρια. Μπα! Ιδέα του θα’ναι! Τον ξεγελάει σίγουρα το μπουκάλι! « Για που το βάλεις μικρέ μου φίλε! Χαχαχα! Δεν σου είπαν να μην κυκλοφορείς μόνος σου σε ξένα μέρη ;» Ένα τεράστιο ψάρι πλησίαζε όλο και περισσότερο την άκρη του μπουκαλιού. « Και για να συστηθούμε καιρος να μάθεις ποιος είμαι εγώ !» «Νομίζω ότι ξέρω…» απάντησε ο μπουλης φοβισμένος. «Μπα!μπα! Κυκλοφόρησε κιόλας η φήμη μου ; είπε το ψάρι φουσκώνοντας από περηφάνεια. «Είσαι ο Ακάκιος. Ο καρχαρίας από την Ευρώπη!» «Αει γεια σου ! Δεν περίμενα να μη με ξέρεις εξάλλου! Είμαι ο πασίγνωστος Ακάκιος! Κι εσύ ήσουν από τα πιο εύκολα δολώματα μου όμως! Πρέπει να το παραδεχτώ! Χαχαχα! « Ώστε είναι αλήθεια ότι ήρθες στα μέρη μας» είπε με τρεμάμενη φωνή ο μπούλης. « Μα φυσικά! Δεν θα υπήρχε καλύτερο μέρος από το Στρατώνι για να μείνω! Εδώ είναι ο παράδεισος για κάθε ψάρι! Υπέροχα νερά , πανέμορφος βυθός και γεμάτος εύκολα δολώματα ! Χαχαχα! Νόμιζες στ’ αλήθεια ότι είναι τόσο εύκολο να πλουτίσεις ; Εγώ μικρέ μου δουλεύω τόσα χρόνια για να καταφέρω να κάνω περιουσία. Κι εσύ ήθελες να γίνεις μέσα σε λίγα λεπτά πλούσιος! Άλλη φορά να προσέχεις και να μην είσαι τόσο περίεργος! Χαχαχα» Ο μικρός Μπούλης ήταν πολύ θυμωμένος με τον εαυτό του. Ο κύριος Χταποδης είχε δίκιο τελικά . Δεν έπρεπε να απομακρυνθεί από το σπίτι του. Έπρεπε να τον ακούσει. « Δεν θα καταφέρεις τίποτα! » του φώναξε μέσα από το μπουκάλι. Θα με βρουν οι φίλοι μου σύντομα! Δεν ξέρεις με ποιον τα έβαλες !

« Φυσικά και ξέρω είπε με σιγουριά ο Ακάκιος. Ξέρω ότι είσαι ο πιο εντυπωσιακός ιππόκαμπος του βυθού. Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης. Και δεν έχω σκοπό να μου κλέψεις δόξα με την ομορφιά σου μέσα από τα χέρια μου. Θα σε κρύψω στην κοιλιά μου και έτσι θα γίνω εγώ ο μοναδικός όμορφος βασιλιάς του βυθού. Ο άσπρος καρχαρίας του Στρατωνίου! Τα πτερύγια του άρχισε να τα σηκώνει ακόμα πιο ψηλά καθώς μιλούσε για τον εαυτό του. Κανείς δεν θα έμπαινε εμπόδιο στη φήμη του. Ο Ακάκιος ανοίγει αμέσως το στόμα το στόμα για να χωρέσει το μικρό μπουκάλι που κρυβόταν ο Μπούλης, όμως συνεχώς το γυαλί από το μπουκάλι γλίστραγε από τα δόντια του για να το βάλει μέσα. Το έπιανε αριστερά αλλά πήγαινε δεξιά! Το έπιανε από πάνω αλλά γρήγορα του έπεφτε κάτω! « Μμ! Ωραία λοιπόν δεν πειράζει! Θα σε κρύψω κάτω από τα πτερύγια μου μέχρι να δω τι κάνω!» σκέφτηκε ο Ακάκιος και σκέπασε γρήγορα το μπουκάλι. Ο μικρός Ιπποκαμπούλης δε βλέπει τίποτα πια. Σκοτάδι παντού. Ούτε ακούει φασαρία. Τα άσπρα πτερύγια του Ακάκιου έχουν καλύψει τα πάντα . « Πω πω πω τι συμφορά μου! Αυτή ! Αυτή φταίει! Η περιέργεια μου! Δεν θα βγω ποτέ από δω να δω τους φίλους μου. Ούτε και την οικογένειά μου θα ξανασυναντήσω» Ήταν τόσο απογοητευμένος από την κακή του τύχη. « Άραγε θα με ψάξουν τα υπόλοιπα ψάρια οι φίλοι μου; Ο κύριος Χταποδης ; Τα ξαδέρφια μου οι αχινοί;» χιλιάδες σκέψεις τριγύριζαν στο μυαλό του καθώς περνούσε η ώρα και ήταν μόνος του. Ένα τεράστιο κύμα ξαφνικά σηκώθηκε από την επιφάνεια της θάλασσας και τάραξε την ησυχία του Ακακίου. « Ποιος είναι αυτός που τολμάει και με ενοχλεί ;» Ένα όμορφο δελφίνι ξεπήδησε από τη θάλασσα και βρέθηκε δίπλα στον Ακάκιο έτοιμο να βγάλει το νερό και να το φυσήξει. « Έεει τι θέλεις εσύ εδώ ; Μου ανήκει πλέον η θάλασσα!» ο Ακάκιος κοίταζε με θυμό το μικρό δελφίνι. Κοίτα! Αν δεν φύγεις από δω θα γίνεις κι εσύ μικρό δολωματάκι για το στομάχι μου ! Όπως αυτός εδώ ο ιππόκαμπος!»

16

17


Είπε και έβαλε δυνατά γέλια καθώς ξεπρόβαλλε από τα πτερύγια του το μικρό μπουκάλι που ήταν σφηνωμένος μέσα ο Ιπποκαμπούλης. « Μα αυτός είναι ο Μπούλης! Άφησε τον! Είναι μικρός ακόμα! Τον περιμένει η οικογένεια του!» φώναξε τρομαγμένο το δελφίνι. « Φύγε μην έχεις κι εσύ την ίδια τύχη!» του φώναξε δυνατά και το δελφίνι απομακρύνθηκε γρήγορα φοβισμένο. Βάζει τρομερή ταχύτητα και τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί για να φτάσει πίσω και να μιλήσει στα υπόλοιπα ψάρια για την τύχη του φίλου του. Πρέπει οπωσδήποτε να κάνει κάτι γρήγορα για να σωθεί. Ο μικρός Μπούλης κινδυνεύει. Μέσα σε λίγα κιόλας λεπτά το δελφίνι έχει φτάσει πίσω στο βυθό, δίπλα στις κουφάλες που συγκεντρώνονται συνήθως όλα τα ψάρια του χωριού. Ψάχνει απεγνωσμένα τον κύριο Χταπόδη για να τον βοηθήσει μα μόνο ο Αχινός ο φίλος του βρίσκεται εκεί. Έχει ξαπλώσει στα βράχια έτοιμος να πάρει τον μεσημεριανό του ύπνο. « Καλό μου δελφινάκι πως από τα μέρη μας ; Δεν έφυγες ακόμα για τα ξένα;» παραξενεύεται ο Αχινός που γνωρίζει καλά το πολυταξιδεμένο δελφίνι. « Που να στα λέω κύριε Αχινε!» φωνάζει λαχανιασμένο το δελφίνι με τρεμάμενη φωνή. Ο μικρός μας Μπούλης! Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης κινδυνεύει! Τον κρατάει αιχμάλωτο σε ένα μπουκάλι ο Ακάκιος ο καρχαρίας και δεν τον αφήνει να επιστρέψει. Ζήλεψε την σπάνια ομορφιά του!» συμπληρώνει αναστατωμένο το μικρό δελφίνι . Σύντομα ο Αχινός ειδοποιεί και τον κύριο Χταπόδη για να καταστρώσουν το σχέδιο απόδρασης του μικρού ιππόκαμπου. « Λοιπόν! Η δουλειά θα γίνει με τη βοηθεια όλων μας!» λέει ο κύριος Χταπόδης που ήταν και ο πιο μεγάλος σε ηλικία. «Δελφινάκι εσύ θα μας δείξεις το δρόμο. Κι εσύ κύριε Αχινέ φώναξε γρήγορα όλα τα ξαδέρφια του μικρού μας ιππόκαμπου. Θέλω να μαζευτούν χίλιοι αχινοί για να κάνουμε την επίθεση. Κι εγώ όταν έρθει η ώρα θα κάνω αυτό που πρέπει » είπε χαμογελαστός, σίγουρος για την επιτυχία του σχεδίου του. «Ναι συμφωνούμε όλοι» είπαν και οι αστερίες.

Δεν ήρθε εδώ ένας ξένος να μας πάρει τους πιο σπάνιους ιππόκαμπους! Το Στρατώνι μας ανήκει ! Αν χρειαστεί βοηθάμε κι εμείς !» είπαν κι όλοι χειροκρότησαν. « Εμπρός ! Πάμε!» φώναξε και σήκωσε όρθια όλα τα πλοκάμια του ο κύριος Χταποδης. Όλη η ομάδα στον κόλπο του Στρατωνίου προχωρούσε ατρόμητη. Μπροστά το δελφινάκι άνοιγε με το σώμα του το δρόμο για να φτάσουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν κοντά στον μικρό Μπούλη. Μα και οι αχινοί έφτιαξαν ολόκληρο στρατό έτοιμο να πολεμήσει ενάντια στον Ακάκιο. Ο κόλπος τους ανήκει ! Η Θάλασσα είναι η πατρίδα τους! Κανείς δε θα φύγει από εκεί ! « Θάρρος και τόλμη αδέρφια!» Φώναζε ο κύριος Αχινός ο αρχηγός. Το ταξίδι δεν ήταν και τόσο μακρύ. Η θάλασσα ήρεμη και χωρίς φουρτούνες τους οδήγησε σύντομα στο σημείο που ο Ακάκιος έκανε το απογευματινό του μπάνιο. Το μπουκάλι ίσα που φαινόταν πάνω στο κεφάλι του, καθώς καθάριζε προσεκτικά τα μεγάλα άσπρα πτερύγιά του. Καθόλου δε ντρεπόταν για τη συμπεριφορά του. Ήρεμος απολάμβανε το μπάνιο του απλώνοντας τα μεγάλα του πτερύγια στο βυθό. Ο κύριος Χταπόδης δίνει εντολή αθόρυβα και ο στρατός από τους μικρούς αχινούς μαζεύεται ήσυχα πίσω ακριβώς από τον Ακάκιο. Ούτε που πήρε χαμπάρι ότι κρυβόταν πίσω του. Μόλις δίνει το σύνθημα η μάχη ξεκινά ! « Εμπρός παιδιά ! Επίθεση!» Οι αχινοί ορμούν πάνω του και με τις τσιμπιές τους κάνουν τρύπες παντού σε όλο του το σώμα. Ο κύριος Χταπόδης αν και μεγάλος σε ηλικία ήξερε πολύ καλά να χρησιμοποιεί το μελάνι του. Χρόνια πια το ρίχνει στις θάλασσες. Με μια του κίνηση πετάγεται μπροστά του για να θολώσει το νερό της θάλασσας , πιτσιλώντας τα μάτια του Ακακίου. «Αουτςς!!! Τι συμφορά μου! Τι με βρήκε! Ωχ ωχ ωχ! Πονάω παντού! Και τα μάτια μου τσούζουν!» Με μάτια κατακόκκινα και ερεθισμένα δεν μπορεί πια να δει τίποτα μπροστά του.

18

19


Αρχίζει να πηδάει ολόκληρος από τον πόνο και να σηκώνει κύμα στο βυθό. Μέσα σε ελάχιστη ώρα το μπουκάλι που στηριζόταν επάνω στο σώμα του έχει πέσει ήδη κάτω στον πάτο του βυθού. Ντονγκ! Ντονγκ! Χρααατς! Το γυαλί από το μπουκάλι σκόρπισε παντού και πλήγωσε τα πτερύγια του Ακακίου. Επιτέλους ο μικρός Ιπποκαμπούλης είχε βγει στην επιφάνεια ! « Απαίσιο μέρος ! Δεν θα ξανάρθω ποτέ εδώ!» μονολογούσε ο Ακάκιος βογκώντας από τον πόνο, καθώς απομακρυνόταν από τον κόλπο τρέχοντας. Όλοι έτρεξαν να αγκαλιάσουν και να υποδεχτούν ξανά πίσω τον μικρό τους φίλο! « Μας ανησυχήσες!» του είπε ο κύριος Αστερίας καθώς στάθηκε από κάτω για να ακουμπήσει το ταλαιπωρημένο σώμα του. «Η ευτυχία μικρούλη δεν κρύβεται στα πλούτη αλλά στην καρδιά σου μέσα!» είπε χαμογελώντας και ο κύριος Χταπόδης καθώς τον αγκάλιασε με τα πλοκάμια του. « Είναι ώρα να πάμε σπίτι μας! Πίσω στο αγαπημένο μας μέρος! Εμπρός!» Κι όλοι κίνησαν για το δρόμο της επιστροφής . Πόση αλήθεια έκρυβαν τα λόγια του κυρίου Χταπόδη! Το διαμάντι του βυθού υπήρχε δίπλα του τόσο καιρό αλλα εκείνος μάλλον δεν το είχε παρατηρήσει. Για την ακρίβεια όχι ένα, άλλα πολλά! Μικρά διαμαντάκια διάσπαρτα σε όλο τον κόλπο του Στρατωνίου! Οι φίλοι του! Για εκείνα τα διαμάντια ήξερε πια ότι θα μπορούσε να δώσει και τη ζωή του αν χρειαστεί! Κι αν αναρωτιέστε… για εκείνο το μικρό μωβ διαμαντάκι από το μπουκάλι που πετάχτηκε στο βυθό , ένα θα σας πω. Το κράτησαν στο Στρατώνι για τρόπαιο όλα τα ψάρια που βοήθησαν στη διάσωση του Μπούλη του Ιπποκαμπούλη! Είναι καλά κρυμμένο και δύσκολα θα το βρει κάποιος επισκέπτης !

20

Ο Ζαχαροβυθός του Μπούλη του Ιπποκαμπούλη ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΟΥ Σε μια πανέμορφη περιοχή της Χαλκιδικής, σε έναν τόπο γεμάτο από πεύκα και αγριελιές ,υπήρχε μια θάλασσα με καταγάλανα και πεντακάθαρα νερά που είχε ένα πρωτότυπο βυθό ,στον οποίο υπήρχαν όμορφα, ιδιαίτερα, πολύχρωμα λουλούδια, μεγάλα και μικρά θαλάσσια πλάσματα καθώς και βράχια σε διαφορετικά ξεχωριστά σχήματα και σχέδια. Λέγονταν ζαχαροβυθός. Τι γλυκό όνομα και ασυνήθιστο !! Η ονομασία του είχε προέλθει εδώ και αρκετά χρόνια από τον μικροσκοπικό ιππόκαμπο τον Μπούλη τον Ιπποκαμπούλη , όπως τον αποκαλούσαν οι κάτοικοί του .Το όνομα όμως με το οποίο τον είχαν βαφτίσει ήταν Πήγασος ,όμως σχεδόν ποτέ δεν τον αποκαλούσαν έτσι. Είχε καθιερωθεί ως Μπούλης. Αυτός ο ιππόκαμπος δεν ήταν σαν τους υπόλοιπους. Λάτρευε τα γλυκά από μικρός.Έφτιαχνε επίσης και μόνος του χειροποίητα ζαχαρωτά, κάποια φρουτένια, άλλα σοκολατένια, μεγάλη ποικιλία είχε και σε γεύσεις, αλλά και σε σχέδια, μεαποτέλεσμα να έχει κάνει τη γειτονιά του διάσημη. Το αγαπημένο του ήταν το φυκοζαχαρωτό με γεύση βατόμουρο. Έφερνε και τροπικά ζαχαροφυτά για να δημιουργεί τροπικούς ζαχαροχυμούς. Παρόλο που ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης ήταν μικρόσωμος,είχε μια μεγάλη φουσκωτή κοιλιά, αγγελικά πτερύγια, μια μουσουδίτσα μακριά, αλλά είχε ακόμα πιο μεγάλη καλοσυνάτη καρδιά . Επειδή όμως ο θαλάσσιος κόσμος έβλεπε τη κοιλιά του και δεν διέκριναν τη καρδούλα του τον αποκαλούσαν Μπούλη. Πόσο στενάχωρο αυτό ! Οι γείτονές του δεν τον είχαν ικανό πέρα από τη δημιουργία γλυκών για τίποτα άλλο. Ή μάλλον τον είχαν και για να τα δοκιμάζει. Πόσο κρίμα ! Αν και τον είχαν απομονώσει αυτός δεν κρατούσε κακία ποτέ σε κανέναν, ίσα-ίσα τους πρόσφερε τα ζαχαρωτά του αφιλοκερδώς. Κάθε φορά που περνούσε μπροστά από το μαργαριταρένιο καθρέφτη και αντίκρυζε τον εαυτό του ένιωθε τόσο μειονεκτικά,

21


με αποτέλεσμα να πιστεύει πως στο μόνο που είναι καλός είναι να παρασκευάζει και να τρώει γλυκά.Όμως νόμιζε πως και η αγάπη που ήξερε να προσφέρει απλόχερα ήταν ασήμαντη ,δεν γνώριζε πως αυτό ήταν το πιο σημαντικό και το πιο ικανό στοιχείο του εαυτού του .το μεγαλύτερο προτέρημα ! Η αγάπη είναι η αρχή και για τα πάντα. Το σπίτι του φίλου μας βρίσκοταν κοντά στη φωλιά της μοναδικής του φίλης Οκτέβια Μελιδόνα. Ηταν ένα χταπόδι με οχτώ χεράκια για αυτό την αποκαλούσε έτσι και η οποία είχε τέσσερις κόρες, την Νιόβη, την Υπατία, την Ερατώ και την Ρέα και φυσικά το σπίτι του ήταν το πιο γλυκό! ΄Ηταν ‘’γλυκά‘’ διακοσμημένο με γλειφιτζουρένιο φωτιστικό, χαλί από ζαχαρώδη άμμο, στα παράθυρα πάνω από το τζάκι είχε τοποθετημένα βάζα με καραμελωμένα θαλασσόμηλα, το κρεβατάκι του ήταν φτιαγμένο από θαλασσονούφαρα και το αρωματικό χώρου θαλάσσιας αύρας με αστεροειδή γλυκάνισο. Μα πόσο ευωδίαζε ! Η κουζίνα του που την χρησιμοποιούσε πιο συχνά από όλους τους χώρους , ήταν φτιαγμένη από όστρακα και βότσαλα και τα σκεύη από αχιβάδες . Στην αυλή του , που την χρησιμοποιούσαν πολύ με την Οκτέβια για τις συζητήσεις τους είχε ένα συντριβάνι και είχε τοποθετήσει μέσα σ΄αυτό ένα άγαλμα της Θεάς Αφροδίτης μέσα σε ένα τεράστιο κοχύλι, καθώς και πολλά φυτεμένα ζαχαροφυτά. Είχε μια κούνια καναπέ που πήγαινε και χαλάρωνε καμιά φορά ο Σπάρος. Αυτή τη παραλία της Χαλκιδικής κάθε καλοκαίρι την επισκέπτεται πολύς κόσμος όλων των ηλικιών. Τα τόσα καθαρά νερά σε προκαλούν την επιθυμία να τα δοκιμάσεις. Κυρίως όμως την απολαμβάνουν μικρά παιδιά. Στα νερά της ακτινοβολούν οι ακτίνες του ήλιου και είναι σαν θαλάσσιο λαμπερό διαμάντι, ειδικά τα δειλινά τα χρώματα που παίρνει είναι σαν φυσικός πίνακας ,ένα φυσικό έργο τέχνης , και η άμμος τόσο χρυσαφένια! Στην ακτή της συνήθως αχνοφαίνονται ομπρέλες , καστράκια, δημιουργήματα από παιδικά χέρια, πολύχρωμες μπάλες ξεπροβάλλουν μέσα και έξω από το νερό, κουβαδάκια και θαλάσσια παιχνίδια σκορπισμένα πάνω στις ψάθες και στις πετσέτες και χαρούμενα γέλια να ηχούν στα κοντινά σπίτια. Βέβαια ακούγονται και οι γονείς που φωνάζουν για τα προστατευτικά καπέλα, αντιηλιακά, μπρατσάκια και σωσίβια

γιατί εμείς δεν είμαστε θαλάσσια πλάσματα για να μη κινδυνεύουμε από τον ήλιο και τα κύματα. Ένα ζεστό Αυγουστιάτικο πρωινό ήρθε στη παραλία μια μητέρα με ένα αγόρι ξανθό με μεγάλα ,αμυγδαλωτά και καταγάλανα μάτια. Αυτό το τόσο όμορφο αγόρι , ο Αλέξανδρος ,είχε γεννηθεί με ένα μικρό πρόβλημα στα αυτάκια του. Δεν μπορούσε να ακούσει όπως τους υπόλοιπους άλλα ούτε να μιλήσει .Εξάλλου όπως έλεγε και η μαμά του , κανείς δεν είναι τέλειος !! Είχαν δικό τους τρόπο επικοινωνίας χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα του σώματός τους. Εκφραζόταν πιο πολύ με κινήσεις . Μα δεν είναι τέλειο να κάνουμε το σώμα μας να μιλάει? Η ομιλία αυτή λέγεται νοηματική. Πόσο μαγικό να εκφραζόμαστε διαφορετικά! Όμως αυτό το παιδί είχε τεράστια ικανότητα στη κολύμβηση. Πάντα τον παρομοίαζαν με δελφίνι. Αν το άκουγε αυτό ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης πολύ θα στεναχωριόνταν που ποτέ κανείς δεν τον παρομοίασε σαν αυτόν ! Κολυμπούσε τόσο τέλεια !Έμπαινε στο νερό και έσκιζε τα κύματα .Του άρεσε πολύ να κολυμπάει στα κύματα .Έκανε και πολλές βουτιές, βουτιές με κωλοτούμπες, κατακόρυφο κάτω από τη θάλασσα και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Λατρεύει το υγρό στοιχείο! Όμως και η μαμά του κάθε φορά που βλέπει το δελφίνι της να κολυμπάει , το θαυμάζει. Έτσι λοιπόν και εκείνο το πρωί αφού τον συμβούλεψε πάλι να προσέχει όπως κάνουνε και όλες οι μανούλες, τον άφησε να πάει να απολαύσει το μπάνιο του. Τον εμπιστευόταν πολύ. Πάντα κρατάει το λόγο του και δεν απομακρύνετε από την ακτή και κυρίως όταν έχει κύματα γιατί ξέρει πως είναι και επικίνδυνο. Την θάλασσα πρέπει να την αγαπάμε αλλά και να τη σεβόμαστε .Τα νερά δεν είναι κάθε μέρα τα ίδια , άλλοτε είναι ήμερα και άλλοτε άγρια. Πάντα μας το δείχνει με τη συμπεριφορά της τι διαθέσεις έχει. Πήρε φόρα λοιπόν και έκανε μια βουτιά αξιοζήλευτη για τους υπόλοιπους. Η μητέρα του πάντα καθόταν στην ακτή και πρόσεχε . Κολυμπούσε ,τσαλαβουτούσε στα νερά ,πόσο ενθουσιασμένος ήταν ! Έσκιζε τα κύματα .Είχε μαγευτεί από το βυθό, από τα βράχια, τα κοχύλια, τα ψαράκια, από τα νερά που άλλοτε ήταν γαλάζια και άλλοτε μπλε, ή πράσινα. Από τα πάντα .Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε πως είχε απομακρυνθεί και αποφάσισε να γυρίσει πιο κοντά στη στεριά, η μαμά του

22

23


όσο και να τον φώναζε δικαιολογημένα δεν μπορούσε να την ακούσει .Την ώρα της επιστροφής την προσοχή του την απέσπασε ένα παιχνίδι που έκαναν δυο μικροί γλάροι , άλλοτε τσαλαβουτώντας στα νερά και άλλοτε πετούσαν πάνω στα βράχια .Σαν παιδάκι όμως που είναι ο Αλέξανδρος θέλησε να συμμετάσχει και αυτός στο παιχνίδι με τα κύματα ή ακόμα και να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει στα βράχια .Τότε πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε ένα θαυμαστό μακροβούτι! Πιο τέλειο από ποτέ !Θα το ζήλευε και ένα δελφίνι. Προσπάθησε να τους πλησιάσει άλλα την στιγμή που προσπάθησε να ανέβει στην επιφάνεια ο Αλέξανδρος αισθάνθηκε το αντίθετο. Κάτι τον τραβούσε προς τα κάτω. Διαπίστωσε πως το ένα του πόδι είχε μπλεχτεί σε ένα μεγάλο κομμάτι από δίχτυ , που η μια άκρη του επέπλεε και η άλλη ήταν σφηνωμένη στη ρίζα του ενός βράχου. Προσπάθησε να φωνάξει βοήθεια , αλλά ήταν αδύνατο λόγω του προβλήματός του. Φοβήθηκε ,αλλά δεν πανικοβλήθηκε. Προσευχήθηκε σιωπηρά και προσπάθησε να απεγκλωβιστεί από το δίχτυ. Μάταια όμως γιατί οι δυνάμεις του και η αναπνοή του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν. Την αγωνιώδη προσπάθεια του Αλέξανδρου για επιβίωση την αντιλήφθηκαν τα πλασματάκια της θάλασσας που ως εκ θαύματος, ο βράχος αυτός ήταν στο ‘’ ζαχαροβυθό.΄΄ ΄Ετσι άρχισαν να δημιουργούν μια πρωτόγνωρη κατάσταση αναστάτωσης, σαν συναγερμό κινδύνου, ο οποίος γίνεται αντιληπτός μόνο από αυτούς τους οργανισμούς του βυθού. Μέσα στη πρωτόγνωρη αυτήν αναστάτωση που δημιουργήθηκε, αφού δεν μπορούσαν να βοηθήσουν είτε γιατί φοβόντουσαν , είτε γιατί δεν μπορούσαν , κατέφυγαν να επικαλούνται την βοήθεια του Θεού τους τον Ποσειδώνα . Μάλλον οι προσευχές και επικλήσεις στον Ποσειδώνα εισακούστηκαν , γιατί εκείνη την στιγμή ο Μπούλης μας έβγαινε από το σπίτι του , για να πάει στην λαϊκή αγορά της γειτονιάς του , για να προμηθευτεί τα απαραίτητα υλικά για τα ζαχαρωτά του . Τον προξένησε εντύπωση όλη αυτή η κατάσταση. Ρώτησε, ενημερώθηκε για το συμβάν και άσχετα με το τον μικρό σωματότυπό του, πήρε την μεγάλη και σωτήρια

απόφαση όπως αποδείχθηκε . Τότε ο ιπποκαμπούλης χωρίς να χάσει άλλο χρόνο γιατί κατάλαβε πόσο σημαντικός είναι εκείνη τη στιγμή, έτρεξε- κολύμπησε σαν σφαίρα στο σημείο του συμβάντος, χρησιμοποίησε επιδέξια τα αγγελικά πτερύγιά του σαν εξωλέμβια μηχανή, αλλά κυρίως χρησιμοποίησε τη καλοσύνη του και τη δύναμη της καρδιάς του, αφήνοντας έκπληκτους όλους για την τρομερή ταχύτητα, την αυταπάρνηση , τον ηρωϊσμό και το θάρρος του. Αυτό το μικροσκοπικό πλασματάκι ήταν το πιο σημαντικό στην διάσωση του παιδιού. Πλησιάζοντας στο δίχτυ , έκανε μία μεγάλη βουτιά και με την μουσούδα , υποβοηθούμενος και από την κοιλίτσα την ουρίτσα και τα πτερύγιά του , χαλάρωσε το δίχτυ στο κεντρικό σημείο και έτσι κατάφερε να απεγκλωβίσει το πόδι του Αλέξανδρου , ο οποίος σώθηκε την στιγμή που τον εγκατέλειπαν τελείως οι δυνάμεις του και νόμιζε αργότερα ότι όλο αυτό το περιστατικό ήταν ένα όνειρο , μία ψευδαίσθηση. Τα πιο μεγάλα παρευρισκόμενα θαλάσσια ζωάκια κατάλαβαν πως δεν είναι τέλεια σε όλα και όσο και να τον λέγανε ανίκανο, αποδείχτηκε πως ήταν ο πιο χρήσιμος και ο πιο ικανός εκείνη τη στιγμή. Τελικά κατάλαβαν πως δεν ήταν μόνο καλός στο να φτιάχνει γλυκά, αλλά κυρίως στο να φέρεται γλυκά και με αγάπη σε όλους. ’Οσο και να το κατέκριναν παλιά, σήμερα καταλάβανε πως έκαναν μεγάλο λάθος. Οι ατέλειες μας, πολλές φορές είναι η τελειότητα της ψυχής ,της καρδιάς και της αγάπης. Ο Μπούλης αποδείχτηκε τελικά παρά το σωματότυπό του ατρόμητος, μεθοδικός, έξυπνος, ικανός, ηρωϊκός. Από τότε ο ζαχαροβυθός έγινε πιο..... γλυκός , καταλάβανε και τα υπόλοιπα πλάσματα πως τα χαρίσματα μας είναι εσωτερικά είναι το μεγαλύτερο , είναι η αγάπη για τον πλησίον μας,τον διπλανό μας . Αυτά τα χαρίσματα τα είχε ο μικρούλης Μπούλης ο ιπποκαμπούλης . Τότε ζήτησαν συγγνώμη για όλο αυτό το καιρό που τον κορόιδευαν, όμως ο ιπποκαμπούλης τους είχε συγχωρήσει ήδη αφού η καλοσυνάτη καρδιά του δεν χωρούσε κακίες . Εκείνο το βράδυ όλοι μαζεύτηκαν στην αυλή του, για να τον συγχαρούν για τον ηρωισμό του .Εννοείται όλοι κεράστηκαν από τα ζαχαρογλυκά και τους ζαχαροχυμούς του .Φανταστείτε

24

25


πόσο κόσμο είχε, που αναγκάστηκαν να γίνουν σερβιτόρες η Οκτέβια με τις κόρες της, οι οποίες φόρεσαν και τις καινούργιες ποδιές τους, για να υπάρχουν περισσότερα.....χέρια΄. Μαντέψτε όμως! την επόμενη μέρα το μεγάλο δελφίνι τον βράβευσε κιόλας σαν το πιο γρήγορο κολυμβητή. Φαντάζεστε χαρά που είχε! και τα υπόλοιπα πλασματάκια τον ετοίμασαν ένα συντριβάνι από σοκολάτα με γεύση βατόμουρο ΠΑΡΑΕΓΙΝΕ ΓΛΥΚΟΣ Ο ΖΑΧΑΡΟΒΥΘΟΣ !!! Επίσης αυτός ο ηρωισμός του Μπούλη έγινε γνωστός σε παγκόσμιο επίπεδο. Για καιρό ακουγόνταν η ιστορία του σε ωκεανούς και πελάγη. Μάλιστα ήρθε και μια δημοσιογράφος , η Μουρμούρα με την βοηθό της , την φωτογράφο Γλώσσα , για αποκλειστική συνέντευξη και φωτογράφιση, για την τοπική εφημερίδα τα ‘’ΝΕΑ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ ‘’. ΄Αραγε τι απέγινε ο μικρός μας Αλέξανδρος ?? ΄Όταν τέλειωσαν οι διακοπές του και πήγε στο σχολείο, η δασκάλα του, τους έβαλε να γράψουν ή να ζωγραφίσουν κάτι σχετικό με τις διακοπές του καλοκαιριού . Αλήθεια ο φίλος μας τι ζωγράφισε ?? Ζωγράφισε μία τεράστια καρδιά που μέσα της είχε ένα μικρούλη ιππόκαμπο με μία μεγάλη κοιλίτσα. Μήπως, άραγε, την ώρα που τον εγκατέλειπαν οι δυνάμεις του, τον είδε?? τον ονειρεύτηκε?? Κανένας δεν ξέρει , σε κανέναν δεν είπε τίποτε. Κι όμως . Πολλές φορές στα όνειρά του ο Αλέξανδρος ονειρευόταν έναν τεράστιο ιππόκαμπο με αγγελικά φτερά, να σέρνει το άρμα του Θεού Ποσειδώνα, ο οποίος κράδαινε την τρίαινά του και στο διάβα τους σηκώνανε κύματα και αφρούς στην θάλασσα και όσο πλησιάζανε στον βράχο, μικραίνανε, μέχρι που εξαφανίστηκε ο Ποσειδώνας με το άρμα και έμεινε ένας μικροσκοπικούλης ιππόκαμπος, που τον πλησίασε και τριβόταν ... στο πόδι του . ΄Αραγε γιατί ?? Ίσως να μη μπορούσε να εξηγήσει ούτε κι αυτό, ούτε και πως σώθηκε, όμως αυτή τη μεγάλη καρδιά του μικρούλη Μπούλη μας, σίγουρα θα πρέπει να την κατανοήσουν, όλα τα πλάσματα της θάλασσας, άλλα κυρίως της ξηράς .

26

Ο παράδεισος των Ιππόκαμπων ΞΑΝΘΗ ΤΣΙΑΡΑ Πριν πολλά-πολλά, πάρα πολλάαααα χρόνια κάπου στη Μεσόγειο θάλασσα κατοικούσαν διαφόρων ειδών ψάρια. Ένα από αυτά ήταν οι Ιππόκαμποι. Ταξίδευαν πολλές ώρες να βρουν την τροφή τους, αφού έπρεπε να τρώνε πολλές φορές την ημέρα για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Κάπου εκεί σε ένα μέρος του βυθού, έμενε ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης με την οικογένειά του. Τον μπαμπά του και τη μαμά του. Τώρα θα μου πείτε τι όνομα είναι αυτό; Μπούλης; Εεεε τώρα ξεκινά η ιστορία. Ο μπαμπάς του, τον φώναζε χαϊδευτικά Μπούλη. Ήταν μικρούλης, είχε καφέ χρώματα και θα μπορούσες να πεις, πως έμοιαζε αρκετά με ένα καφετί πόνι της στεριάς. Ήταν λιγάκι πιο στρουμπουλός από τους άλλους Ιππόκαμπους της ηλικίας του, επειδή ο μπαμπάς του τον τάιζε συνέχεια ,του είχε μεγάλη αδυναμία. Και αυτό επειδή έμοιαζε τόοοοοσο πολύ στον πατέρα του. Δηλαδή τον παππού του Μπούλη. Σε όσες φωτογραφίες είχαν δει τα ψάρια του βυθού έλεγαν, πως παππούς και εγγονός έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό. Αααα ναι ξέχασα να σας πω. Ο παππούς του εξαφανίστηκε κάπου στο βυθό, όταν γεννήθηκε ο Μπούλης. Εκείνο τον καιρό, το μέρος που κατοικούσαν οι Ιππόκαμποι και άλλα ψάρια, είχε μολυνθεί, από τους ανθρώπους. Τα εργοστάσια που υπήρχαν στις γύρω περιοχές, έριχναν όλα τα σκουπίδια τους στη θάλασσα. Γι αυτό το λόγο, ήταν πολύ δύσκολο να βρουν τροφή. Ο παππούς του Ιπποκαμπούλη μαζί με άλλους Ιππόκαμπους ξεκίνησαν ένα μεγάλο ταξίδι για εύρεση τροφής σε ένα νέο καθαρό περιβάλλον. Όμως δεν τους είδε ποτέ ξανά κανείς. Κανείς δεν γύρισε πίσω. Όσες προσπάθειες και αν έκαναν να τους βρουν, πήγαν χαμένες. Οι υπόλοιποι για να τους τιμήσουν, τους είχαν ονομάσει: ‘’ΟΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΙ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΣΟΥΝ ΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΤΟΥΣ’’.

27


Τότε, ο μπαμπάς και η μαμά του Μπούλη είχαν στεναχωρηθεί τόοοοοοοσο πολύ. Πέρασαν πολλά για να βρουν νέο σπίτι, κάπου πιο πέρα σε καθαρά νερά της Μεσογείου. Όσο μεγάλωνε ο Ιπποκαμπούλης, τόσο πιο πολύ έμοιαζε στον παππού του. Είχε πνεύμα εξερευνητή. Όταν πήγαινε με τους φίλους του για παιχνίδι, ο μπαμπάς του τσίριζε: «Μπούληηηη μη πας μακριά. Φοβάμαι μη χαθείς!» Οι φίλοι του, έσκαγαν στα γέλια. Άλλοι τον πείραζαν και άλλοι των κορόιδευαν επιδεικτικά! «Μπούλη, Μπούλη έλα να παίξουμε!» χαχαχαχαχα. «Φιλαράκο, όλο πίσω από την ουρά του μπαμπά σου είσαι. Πότε θα μεγαλώσεις πια;» «Καλάαααα σιγά μην φύγει από την ουρά του μπαμπά του. Μπούλης ήταν και Μπούλης θα’ ναι. Τελικά ο Μπούλης-Ιπποκαμπούλης είχε γίνει περίγελος σε όλο το βυθό. Όταν γυρνούσε σπίτι δεν έμοιαζε με Ιππόκαμπο, αλλά με μπαρμπούνι. Τόσο κόκκινος ήταν από το θυμό του. «Mπαμπάαααα ΜΗΝ με ξαναφωνάξεις Μπούλη μπροστά στους φίλους μου. Είμαι μεγάλος πια.» Ο μπαμπάς του τον έπαιρνε αγκαλιά και του έλεγε, πως για εκείνον θα είναι πάντα ο Μπούλης-ο Ιπποκαμπούλης του. Εκείνος βαριανάσανε και με ένα θυμωμένο ‘’πφφφφφφ’’, έφευγε από δίπλα του και κρυβόταν πίσω από τα κοράλλια του δωματίου του. Για μέρες δεν πήγαινε να παίξει. Κρυβόταν από όοοολο το βυθό. «Μπούληηη έλα να φας, έφερα τροφή.» Φώναζε ο μπαμπάς του. Άντε πάλι τα ίδια, σκεφτόταν. Δεν αλλάζει ο μπαμπάς μου. «Τι να κάνω για να μη με λέει Μπούλη;» Καθώς πλησίαζε για να φάει, η ουρά του πιάστηκε σε ένα κοράλλι. Προσπαθούσε να την ξεμπερδέψει, αλλά δυσκολευόταν πολύ. «Έλα βγες και εσύ, με νευριάζεις.» Παραμιλούσε στην ουρά του. Έτσι προτού προλάβει να φτάσει στη κουζίνα, άκουσε τη μαμά του να λέει στον μπαμπά του αυστηρά. «Ως πότε θα λες το γιο μας Μπούλη; Δεν καταλαβαίνεις, ότι έχει γίνει ρεζίλι σε όλο το βυθό; Ο γιος μας δεν είναι

ο πατέρας σου. Έχει χαθεί χρόνια τώρα. Όσο και να μοιάζουν με τον Ιπποκαμπούλη. Και μη ξεχνάς, πως ο μπαμπάς σου ήταν γενναίος. Τον φώναζαν ‘’Ιπποκαμπογενναίο’’. Ο γιός μας του μοιάζει και σε αυτό. Γιατί δεν διαλέγεις να δεις την άλλη του πλευρά; Έχει μεγαλώσει πια. Θέλει να είναι ελεύθερος, να παίζει και να βρίσκει μόνος την τροφή του.» Όταν το άκουσε αυτό ο Μπούλης, μια ιδέα του ήρθε στο μυαλό. «ΤΟ ΒΡΗΚΑ! Θα πάω να βρω τον παππού μου, είμαι και εγώ ΓΕΝΝΑΙΟΣ, αφού του μοιάζω.» Σκέφτηκε, πως αν τον έβρισκε και τον έφερνε στο μπαμπά του, εκείνος θα σταματούσε να τον λέει Μπούλη και θα τον άφηνε στην ησυχία του. «Ναι-ναι αυτό είναι, έλεγε από μέσα του. Άσε που θα τον γνωρίσω αμέσως, αφού μου μοιάζει τόσο πολύ.» Αυτή η σκέψη ήταν για μέρες στο μυαλό του. Αλλά δεν ήξερε πώς να φύγει. Από τη μία, δεν είχε πάει ποτέ μόνος στο βυθό, από την άλλη ήταν η μόνη του ευκαιρία να μη τον ξαναπεί ο μπαμπάς του Μπούλη ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΝ ΚΟΡΟΪΔΕΨΕΙ ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΚΑΝΕΙΣ. Έτσι, ένα βράδυ που έπεσαν οι γονείς του για ύπνο, εκείνος το έσκασε. Πήρε τη φωτογραφία του παππού και μια τσάντα φύκια για να έχει στο δρόμο να τρώει. Έτσι ο Μπούλης- Ιπποκαμπούλης ξεκίνησε το ταξίδι του. Στην αρχή φαινόταν αρκετά γενναίος, αφού καθώς κολυμπούσε έλεγε στον εαυτό του: «Δεν είμαι Μπούλης. Είμαι γενναίος σαν τον παππού μου. Θα τον βρω και τότε, δεν θα με λένε πια Μπούλη. Ναιιιιιιιιι!» Όσο εξερευνούσε το βυθό άρχισε να γουρλώνει τα μάτια του από φόβο. Κοιτούσε δεξιά-αριστερά και αν έβλεπε κάποιο κίνδυνο να πλησιάζει κρυβόταν πίσω από υφάλους ή κοράλλια. Μπορούσε κάθε φορά να αλλάζει χρώμα, ανάλογα με το χρώμα που είχε κάποιο κοράλλι. Αυτό έσωσε τη ζωή του από πολλά ψάρια που τον κυνήγησαν. Οι μέρες περνούσαν και ο Μπούλης-Ιπποκαμπούλης είχε χαθεί κάπου στα νερά της Μεσογείου. Δεν ήξερε, πώς να γυρίσει πίσω και η τροφή του είχε σχεδόν τελειώσει. Δεν είχε μάθει, πώς να ψαρεύει μόνος, την τροφή του. Αφού είχε πια χαθεί, τη μία αναζητούσε το μπαμπά του, μονολογώντας :

28

29


«Αχ μπαμπούλη μου πού είσαι; Ας γύριζα πίσω και ας με έλεγες Μπούλη.» Από την άλλη όμως ήθελε να φαίνεται γενναίος. Καθώς έτρεμε η ουρά και η φωνή του έλεγε : «Είμαι γενναίοοοος σαν τον παππού μου. Θα τον βρω.» Ανάμεσα στο φόβο αλλά και τη χαρά που κυριαρχούσαν στις σκέψεις του, ζαλίστηκε και έπεσε σαν καρπούζι σε έναν ύφαλο. Ξαφνικά τον πήρε ο ύπνος, αφού η πείνα τον είχε εξαντλήσει. «Μα τους Χίλιους Ιππόκαμπους ένα θαύμα θέλω να σωθώ» Παραμιλούσε μες τη ζάλη του. Ξαφνικά, άκουσε κάποιους να μιλάνε. Αφού ξύπνησε τινάζοντας το μακρύ αλλά στρουμπουλό κεφάλι του ανέβηκε λίγο πιο πάνω, κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας. Κατάλαβε, ότι βρισκόταν σε ένα λιμάνι. Πολλές βάρκες γεμάτες με ανθρώπους και παιδιά, ξεκινούσαν ένα ταξίδι προς μια άγνωστη περιοχή. Άκουσε, που έλεγαν: «Σωθήκαμε, σωθήκαμε! Επιτέλους θα έχουμε να φάμε εκεί που πάμε». Μόλις άκουσε για φαί, γαντζώθηκε με την ουρά του από την άγκυρα της βάρκας και συνέχισε το ταξίδι Του. Καθώς η βάρκα πήγαινε αρκετά γρήγορα, του άρεσε και φώναζε: «Γιούπιιιιιιι, είναι τέλειο αυτό το ταξίδι! Και όταν φτάσουμε θα βρω και φαί.Τελικά είμαι πολύ γενναίος!» Μόλις οι βάρκες έφτασαν στον προορισμό, οι άνθρωποι άρχισαν να κατεβαίνουν. «Καλέεεε που πάτε;» Φώναζε ο Ιπποκαμπούλης. «Πώς θα έρθω εγώ στη στεριά; Για φαί δεν είπατε; Πού είναι το φαί;» Εκείνη την ώρα είδε μια πινακίδα που έγραφε με ΜΕΓΑΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ : ‘’ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΕΙΑ-ΣΤΡΑΤΩΝΙ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ’’ Ξαφνικά άκουσε κάποιον μπαμπά να λέει στο γιό του, καθώς απομακρύνονταν απ’ το λιμάνι . «Θα δουλέψουμε στα μεταλλωρυχεία της περιοχής. Και έτσι θα έχουμε κάθε μέρα φαγητό. Δεν θα σου λείψει τίποτα ξανά παιδί μου.» «Μμμμ… Δηλαδή δεν είναι όπως εκεί που ζούσαμε; Για αυτό ήρθαμε εδώ; Θα έχω φαί και πολλά παιχνίδια;» «Ναι παιδί μου.»

«Μπαμπά, τι είναι τα μεταλοχειρία;» «Μ-Ε-Τ-Α- Λ –Λ-Ω-Ρ-Υ-Χ-Ε-Ι-Α.» «Εεεεε αυτό.» «Μμμμμ…, είναι όπως όταν πας τα κουβαδάκια σου στην άμμο και σκάβεις να βρεις κοχύλια! Έτσι και εμείς θα σκάβουμε τη γη και θα βρίσκουμε πολλά πράγματα. Φαντάσου ένα θησαυρό κάτω από τη γη. Αυτό το χωριό που ήρθαμε, λένε πως έχει πολλούς θησαυρούς κάτω απ’ τη γη.» Ο Ιπποκαμπούλης εκείνη την ώρα τα έχασε και άρχισε να παραμιλά. «Εεεεε βέβαια. Οι άνθρωποι πρέπει να δουλέψουν για να φάνε. Δεν είναι σαν και εμάς τα ψάρια. Πφφφφφ την πάτησα. Τι θα κάνω εγώ εδώ; Η θάλασσα δεν έχει πολλά πράγματα και είναι σαν μια μικρή έρημος. Μόνο άμμος. Ούτε φύκια, ούτε τίποτα για φαί. Μόνο η στεριά έχει θησαυρούς σε αυτή τη περιοχή;» Απογοητευμένος και με την ουρά κουβάρι, κατάλαβε ότι έπρεπε να μείνει εκεί και να μάθει να κυνηγά μόνος την τροφή του. Καθώς περιπλανιόταν στη θάλασσα, αντίκρισε ένα μαγικό μέρος που είχε πολλά κοράλλια, φύκια και άλλες λαχταριστές νοστιμιές. Ήταν σαν να έβλεπε μπροστά του, τον Παράδεισο. «Μα τους Χίλιους Ιππόκαμπους, δεν έχω ξαναδεί τόση τροφή μαζεμένη σε ένα συγκεκριμένο σημείο.» «Θαύμα-Θαύμα» Άρχισε να φωνάζει. Το πόσο έφαγε εκείνη την ώρα δεν λέγεται! Καθώς έτρωγε μονολογούσε: «Mα πόσο ωραία γεύση έχουν όλα αυτά εδώ; Στο χωριό μου που ζούσα δεν μύριζε τόσο ωραία το φαί. Μιάμ-μιάμ… Μα τον Ποσειδώνα! Αυτό είναι λες και είναι φαί των Θεών! Τόοοοοοσο νόστιμοοοοοοοοοοο! Νιώθω δυνατός σας Ηρακλής, σαν καρχαρίας!» Όμως δεν υπήρχε κανένας Ιππόκαμπος στη γύρω περιοχή. Έψαξε, έψαξε μα δε βρήκε κανένα, τι θα έκανε; Αφού έφαγε και ηρέμησε, άρχισε να σκέφτεται την οικογένειά του. Τη μαμά και το μπαμπά του. Σκοπός ήταν να βρει τον παππού του. Μα μέχρι τώρα δεν είχε καταφέρει πέρα από το να βρίσκει μόνος του τροφή. Είχε χάσει τους γονείς του και η αποστολή του, είχε αποτύχει. Ένιωθε χαμένος στα κοράλλια. «Πωπωωωωώ, θα με ψάχνει ο μπαμπάς μου. Θα λέει ότι με έχει χάσει σαν τον παππού μου! Πρέπει να κλαίει πολύ τώρα.

30

31


Πόσο τον έχω στενοχωρήσει;» Άρχισε να παρακαλά και να φωνάζει με όλη του τη δύναμη: «Αν με ακούς Θεεεεεεέ των Ιππόκαμπων, γλύτωσε με και δεν θα ξαναπώ στο μπαμπά, να μη με λέει: ΜΠΟΥΛΗΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ.» Ξαφνικά έβαλε τα κλάματα τόσο δυνατά που τον άκουσε ο μισός βυθός! «Γιατί κλαις παιδί μου» Φώναξε κάποιος και άρχισε να πλησιάζει τον Ιπποκαμπούλη.» Εκείνη τη μαγική ώρα, εμφανίστηκε μπροστά του Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ! Μόλις άνοιξε τα μάτια του από το κλάμα, φώναξε: «Mα έχει ο Βυθός καθρέπτη;» Μετά είδε στη τσάντα του τη φωτογραφία! «Παππουυυυυυυυύ; Ζειιιιίςςςςς; Μήπως βλέπω όνειρο; Για να τσιμπήσω την ουρά μου.» Αναφώνησε διστακτικά. O παππούς του άρχισε να τον αγκαλιάζει, να τον φιλά και να του λέει: «Μπούλη-Ιπποκαμπούλη μου, EΣΥ ΕΙΣΑΙ! Ίδιος εγώ στα νιάτα μου. Είμαστε τόσο ίδιοι.» «Άντεε πάλι. Ξανά Μπούλη. Μα και ο παππούς το ίδιο ;» Μονολόγησε. «Μαααα για στάσου. Πώς βρέθηκες μικρούλης σε τόσο μακρινά μέρη; Οι γονείς σου που είναι; Πάθανε τίποτα;» Ρώτησε ο παππούς ανήσυχος. «Όχι, όχι. Μην ανησυχείς. Ξέρεις παππού, ήθελα να σε βρω, επειδή λείπεις πολύ στο μπαμπά. Δεν αντέχω να με λέει ΜΠΟΥΛΗ. Δεν με αφήνει ελεύθερο να παίξω, φωνάζει μη χαθώ, έχω γίνει ρεζίλι σε όλο το βυθό. Αν σε έβρισκα θα σταματούσε να με λέει έτσι.» Είπε ο Ιπποκαμπούλης, και χαμήλωσε το κεφάλι του όλο παράπονο. «Μα παιδί μου, εγώ του είπα να σε φωνάζει έτσι. ΜΠΟΥΛΗ. Μόλις σε γέννησε ο μπαμπάς σου, έφευγα για το ταξίδι της αναζήτησης. Εκείνη την ώρα, σε κοίταξα και είδα πόσο όμορφος, γλυκός και στρουμπουλός είσαι. Σαν και εμένα.» Είπε ο παππούς του χαριτολογώντας. «Τι να σου πω παππού. Ωραία ιδέα είχες.» Απάντησε ειρωνικά. Ο παππούς του, τον πήρε αμέσως αγκαλιά: «Αν οι άλλοι παρεξηγούν το όνομά σου, δεν έχει να κάνει

με σένα. Όπως και να σε λένε, να θυμάσαι, ότι δεν σε καθορίζει το όνομά σου, αλλά αυτά που κάνεις. Και εσύ απέδειξες, πως είσαι πολύ γενναίος για να φτάσεις μέχρι εδώ.» Ο Μπούλης εκείνη την ώρα δεν κατάλαβε και πολλά. Όμως ένιωσε να ζεσταίνεται η καρδιά του με τα λόγια του παπππού του. «Αχ παππού μου πόσο σε αγαπώ.» Και συνέχισε, ρωτώντας τον: «Εσύ παππού, γιατί δεν γύρισες πίσω;» Δεν τα κατάφερα Μπούλη. Μου πήρε πολύ καιρό να βρω αυτόν εδώ τον τόπο. Είναι σαν ένας μικρός παράδεισος για εμάς. Τόσο πλούσιος σε τροφή. Αυτή η θάλασσα έχει ό, τι θέλουν οι Ιππόκαμποι για να ζήσουν. Τη θάλασσα του Στρατωνίου θα τη ζήλευε η καλύτερη θάλασσα της Μεσογείου. Μόλις βρήκα αυτό το μέρος έκανα πολλές προσπάθειες να γυρίσω πίσω, αλλά δεν τα κατάφερα. Βλέπεις δεν υπήρχαν τότε βάρκες με βενζίνη να πηγαίνουν γρήγορα, όπως σήμερα. Τα χρόνια πέρασαν, μεγάλωσα και κουράστηκα πολύ.» «Μα παππού εγώ είδα άμμο. Και εδώ που είμαστε άμμο έχει. Λίγο πιο πέρα είναι η τροφή. Γιατί ζείτε εδώ και όχι εκεί που είναι η τροφή;» «Θα σου πω ένα μυστικό, αλλά δεν θα το πεις πουθενά! Το υπόσχεσαι;» «Μα παιδιά είμαστε παππού; Στο υπόσχομαι στον Θεό των Ιππόκαμπων.» «Άκου Μπούλη μου. Αυτό δεν το ξέρουν οι άνθρωποι και δεν πρέπει να το μάθουν ποτέ. Έχουμε σκάψει κάτω από την άμμο και έχουμε βρει μια μικρή θαλάσσια πόλη, γεμάτη θησαυρούς.» Ο παππούς του, με τους υπόλοιπους Ιπποκαμπογενναίους που είχαν κάποτε εξαφανιστεί έσκαψαν την άμμο και ανακάλυψαν μια ολάκερη πόλη. Έτσι, πήρε τον Μπούλη και τον γύρισε παντού. Είχε παλιά σπίτια, αγάλματα, καράβια, και πολλή-πολλή πεντανόστιμη τροφή. Φύκια, πλαγκτόν και κοράλλια διαφόρων ειδών. Ένας μικρός Παράδεισος ήταν κάτω από την άμμο. «Ουάουυυυυυυυ.» Αναφωνούσε συνέχεια. Ο Μπούλης-Ιπποκαμπούλης, τα είχε χάσει. Δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφο βυθό και τόση πολλή τροφή. «Μπούλη μου, αυτό είναι το μυστικό μας. Αν κάποια στιγμή

32

33


η θάλασσα μολυνθεί πάλι από τους ανθρώπους θα σκάψεις και θα μπείτε σε αυτή τη μεγάλη θαλάσσια πόλη. Θα είναι η πόλη των Ιππόκαμπων και δεν θα σας πειράξει ποτέ ξανά κανείς.» «Ωωωω παππού δεν μπορώ να το πιστέψω! Άκουσα τους ανθρώπους να λένε, ότι έχει πολλούς θησαυρούς η περιοχή. Πήγαιναν για δουλειά στα μεταλλοχειρία.» «Μ-Ε-Τ-Α-Λ-Λ-Ω-Ρ-Υ-Χ-Ε-Ι-Α Μπούλη!» «Εεεε εντάξει παππού.» Ο παππούς του, στη συνέχεια του είπε με δάκρυα στα μάτια: «Εσύ Μπούλη, θέλω να συνεχίσεις αυτό που κάνουμε εμείς εδώ. Είσαι πολύ γενναίος. Να φυλάς αυτό το θησαυρό κάτω από την άμμο. Να θυμάσαι εγγόνι μου. ΕΙΣΑΙ Ο ΜΠΟΥΛΗΣ-Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ και είσαι γενναίος σαν το παππού σου. «Εεεε παππού ξεχάσαμε κάτι. Πώς θα φέρω τους γονείς μου;» «ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΓΕΝΝΑΙΟΙ!» Φώναξε δυνατά ο παππούς. Αμέσως μαζεύτηκαν όλοι γύρω του. «Ετοιμαστείτε για νέα αποστολή. Καιρός να δούμε τις οικογένειές μας. ΧΑΡΗ ΣΤΟ ΜΠΟΥΛΗ ΤΟΝ ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗ, ΤΟΝ ΓΕΝΝΑΙΟ ΕΓΓΟΝΟ ΜΟΥ.» Η μαμά και ο μπαμπάς του Μπούλη τον αναζητούσαν καιρό και κόντευαν να πεθάνουν από την αγωνία τους. Ώσπου απογοητεύτηκαν και γύρισαν πάλι σπίτι τους. Περίμεναν να γίνει ένα θαύμα, για να ξαναδούν τον Μπούλη. Οι φίλοι του, τον έψαχναν παντού, αλλά δεν ήταν τόσο γενναίοι για να τον βρουν. Ο παππούς με τους υπόλοιπους Ιππόκαμπους πήγαν στο Λιμάνι και έδεσαν σε μια βάρκα που πήγαινε στον ύφαλο του Μπούλη μία ταμπέλα, που έλεγε πού είναι ο εγγονός του και οι υπόλοιποι που χάθηκαν κάποτε. Έτσι οι γονείς του Μπούλη και των άλλων Ιππόκαμπων μόλις διάβασαν τι είχε συμβεί γάντζωσαν αμέσως τις ουρές τους από τη βάρκα και έφτασαν στο Στρατώνι Χαλκιδικής. Οι οικογένειες των Ιππόκαμπων βρέθηκαν μαζί μετά από πολλά χρόνια. Ταξίδεψαν στη μεγάλη πόλη κάτω από την άμμο. Χάρηκαν ο ένας τον άλλο!Δε θα μπορούσε ποτέ κανείς ξανά να τους χωρίσει. Ούτε καν οι άνθρωποι. Ο Μπούλης-ο Ιπποκαμπούλης έγινε ο ΗΡΩΑΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΙΙΠΠΟΚΑΜΠΩΝ.

Τα χρόνια πέρασαν και ο Μπούλης έκανε τη δική του οικογένεια. Έμεναν όλοι στην άμμο και φύλαγαν τον θησαυρό που ήταν κάτω από αυτή. Όταν ήθελαν τροφή πήγαιναν λίγο πιο δίπλα, που ήταν ο μικρός παράδεισος. Όμως πάντα κάποιοι έμεναν πίσω στην άμμο για να φυλούν το θησαυρό. Μετά από χρόνια κάποιοι δύτες βούτηξαν στη θαλάσσια περιοχή και ανακάλυψαν τους Ιππόκαμπους! Δεν είχαν ξαναδεί στην περιοχή τους, τέτοια ψάρια. Αυτό που τους έκανε εντύπωση είναι γιατί έμεναν στην άμμωδη περιοχή και όχι δίπλα στον κοραλλιογενή ύφαλο. Ξαφνικά, οι Ιππόκαμποι είδαν πολλούς ανθρώπους να πηγαίνουν προς το μέρος τους και να τους βγάζουν φωτογραφίες. Ήταν πρωτόγνωρο για αυτούς. Όμως με τον καιρό κατάλαβαν, πως δεν θα τους έκαναν κακό. Απλά ήθελαν να μάθουν πώς και γιατί βρέθηκαν στο συγκεκριμένο μέρος. Ο Μπούλης-Ο Ιπποκαμπούλης είχε δώσει εντολή, να μην αποκαλυφθεί ποτέ το μυστικό, όσο καλές προθέσεις και αν είχαν οι άνθρωποι. Έτσι και έκαναν. Ποτέ δεν ανακάλυψε κανείς τίποτα. Ή μάλλον ΕΝΑΣ ήξερε την αλήθεια. Αλλά αγαπούσε τόσο πολύ τους Ιππόκαμπους, που δεν θα τους έκανε ποτέ κακό. Όταν η βάρκα που είχαν στείλει οι Ιπποκαμπογενναίοι με την ταμπέλα και την ιστορία του Μπούλη, γύρισε στο λιμάνι, ο οδηγός κατάλαβε, πως κάτι είχε κολλήσει κάτω από τη βάρκα του. Μόλις ξεκόλλησε την ταμπέλα και είδε τί έγραφε επάνω, το κράτησε μυστικό. Ή μάλλον το είπε στον εγγονό του, λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Ο εγγονός του, μετά από χρόνια, αφού ανακαλύφθηκαν οι Ιππόκαμποι στο Στρατώνι Χαλκιδικής, ζήτησε να φτιάξουν ένα άγαλμα Ιππόκαμπου. Έτσι και έγινε. Όταν τον ρώτησαν τι όνομα ήθελαν να γράφει πάνω είπε: «Ιπποκαμπούλης ή καλύτερα ΜΠΟΥΛΗΣ-Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ.» Έτσι το Στρατώνι Χαλκιδικής εδώ μέχρι σήμερα, ονομάζεται το χωριό των Ιππόκαμπων. Το όνομα του Μπούλη-του Ιπποκαμπούλη δεν ταξίδεψε μόνο σε όλες τις γενεές των Ιππόκαμπων αλλά και στις καρδιές των ανθρώπων.

34

35


ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Ιππόκαμπος: O Ιππόκαμπος ανήκει στο ομώνυμο γένος των ιχθύων. Βρίσκεται στα παράλια ύδατα, κυρίως στις βόρειες θάλασσες και στη Μεσόγειο. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ιππόκαμπου είναι η ιδιόρρυθμη ζωοτοκία του, δηλαδή τα αυγά του θηλυκού τα οποία παραλαμβάνει ο αρσενικός και τα οποία τοποθετεί σε ειδικό ασκό της κοιλίας του όπου και εκκολάπτονται. Μετά δε την εκκόλαψη ο ασκός σχίζεται και εξέρχονται οι μικροί ιππόκαμποι. Μεταλλωρυχείο: Ορυχείο ονομάζεται ο τόπος επιφανειακός ή εσωτερικός στη Γη από τον οποίο εξάγονται χρήσιμα ορυκτά. Με το ίδιο όνομα φέρεται γενικά κάθε τόπος απ΄ όπου εξορύσσονται υλικά χρήσιμα κυρίως στη βιομηχανία. Όταν τα εξορυσσόμενα υλικά είναι μέταλλα τότε ο τόπος αυτός λέγεται Μεταλλείο. Άρα σε ένα μεταλλωρυχείο, βρίσκουμε διάφορα είδη μετάλλων και ορυκτών. Μπούλης: Ο μπέμπης (θηλυκό μπούλα) χαϊδευτικό όνομα Μπούλης μεταφορικά: O μαμάκιας Μεσόγειος θάλασσα: Η Μεσόγειος είναι γνωστή από την αρχαιότητα, ως μεγάλη κλειστή θάλασσα, που βρίσκεται ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αφρική ενώ στα ανατολικά της βρέχει την Ασία. Στρατώνι Χαλκιδικής: Το Στρατώνι είναι παραθαλάσσιος οικισμός του νομού Χαλκιδικής. Το 2011 αριθμούσε 1.057 κατοίκους, που εργάζονται στα μεταλλωρυχεία αλλά και σε αλιευτικά επαγγέλματα. Αποτελεί επίσης ομώνυμο τοπική κοινότητα στον Δήμο Αριστοτέλη. Τον Νοέμβριο του 2007, κατά τη διάρκεια ελέγχου της επέκτασης του λιμένα των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων από καταδυτικό κλιμάκιο της Εφορείας Ενάλιων Αρχαιοτήτων, ο δύτης Βασίλης Μεντόγιαννης ανακάλυψε μια ευμεγέθη αποικία ιππόκαμπου. Το φαινόμενο της μόνιμης παρουσίας των ιππόκαμπων στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή, είναι ένα μοναδικό γεγονός στην ελληνική επικράτεια και είναι αρκετά πιθανόν να εκτείνεται και πέρα από αυτήν. Από το 2007, μια μικρή στην αρχή παρέα ανθρώπων, ξεκίνησε με αυξανομένη συχνότητα να παρακολουθεί τους ιππόκαμπους που ζουν στο Στρατώνι. Γενναίος: ανδρείος, ατρόμητος, άφοβος Δύτης: Ο δύτης είναι το άτομο που καταδύεται, που κολυμπάει υποβρυχίως, συνήθως φέροντας ειδικό εξοπλισμό καταδύσεων.

36

Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης και τα φυλαχτά από γιούσουρι ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Στα παιδιά μου, τέσσερα, όσα τα στοιχεία της φύσης. Όλα μέσα μου, βαθιά. Μια φορά κι έναν καιρό, μήνα Αύγουστο, χάραζε στον Ακάνθινο Κόλπο*. Ο ήλιος ανέτειλε αργά, νωχελικά ρίχνοντας τις πρώτες ακτίνες του στο Στρατονικό Όρος. Το Στρατώνι άρχισε να φωτίζεται, πρώτα η στέγη της ΑγιαΒαρβάρας προστάτιδας των μεταλλωρύχων, μετά τα κεραμίδια του σχολείου, ύστερα σιγά σιγά στα δεξιά οι στέγες των εγκαταστάσεων του μεταλλείου. Τα χοχλάδια* στην παραλία άρχισαν να λαμπυρίζουν, σαν σκόρπια κομμάτια χρυσού, στο φως του ήλιου. Ανοιχτά στο καραμοσάλι* ήταν δεμένο ένα σιδερένιο σκαρί κι όταν το πρωινό αεράκι τέντωσε την καδένα της άγκυράς του, ένας δυνατός συριγμός, σα γρύλισμα, από το σύρσιμο πάνω στη σκουριασμένη λαμαρίνα ακούστηκε. Λίγο βαθύτερα στον ύφαλο άρχισε να ξυπνάει κι ο θαλασσόκοσμος. Στρείδια πολύχρωμα, Πορφύρες και Αχιβάδες καφεκίτρινες, κατάμαυροι Αχινοί στα βαθουλώματα και Ακαλύφες* βαθυγάλαζες να χορεύουν τριγύρω. Χαμηλά στα ριζά του ύφαλου απλωσιές με στρώσεις χρυσόκοκκης άμμου σαν τα κλινάρια των Νηρηίδων* και σπηλιές με σπόγγους διαλεχτούς. Πιο κει φυτά, άλλα χρυσόκλαδα κι άλλα ξανθοπράσινα, χιλιόπλουμα προσφέρουν το οξυγόνο στους φίλους τους και κείνα αρχίζουν τα παιχνιδίσματα ανάμεσα στις φυλλωσιές. Μακρύτερα, γύρω από το θαλασσινό τριφύλλι ψάρια κλωθογύριζαν κοπαδιαστά. Ανοιχτά, κατά το νοτιά, λίγο πριν τη σκοτεινή άβυσσο βρίσκονταν το γιούσουρι*, το μαύρο σπάνιο κοράλλι, που λένε πως φέρνει καλοτυχία. Μα μόνο κάτι μεγάλα πολύτριχα, αρκουδοντυμένα καβούρια μπορούσαν

37


να φτάσουν μέχρι εκεί. Όλα τούτα συνέθεταν αισθαντικά τον κήπο της Αφροδίτης. Τέλος εκεί που φτάνει το μάτι, ξεκινά και ανεβαίνει στα ουράνια ο άλλος κήπος, της Παναγιάς, με τις λαγκαδιές, τα όρη και τους θησαυρούς τους αμάλαγους. Το Άγιο Όρος. Σ΄ αυτόν τον κήπο, - Εδέμ της θάλασσας όπως τον αποκαλούσαν-, ζούσε η μεγάλη οικογένεια του Μπούλη του Ιπποκαμπούλη. Φαμίλια προκομένη, πολυμελή, προστατευμένη ποιος ξέρει άραγε από ποιόν. Να τους φυλάει άραγε η αθάνατη γοργόνα, η αδελφή του Αλέξανδρου, που γυρίζει σβούρα τη θάλασσα ζωντανή και παντοδύναμη, ή μη τάχα οι Νηριήδες του δάσους της Ποσειδωνίας*. Υπάρχει και κάτι άλλο που σε τούτα τα μέρη το έχουν μόλογο*. Γενιά σε γενιά έρχονται δύτες* λέει και τους καταγράφουν, τους μετρούν, κι έτσι τους παραδίνουν από πατέρα σε παιδί, από παιδί σε αγγόνι. Έτσι οι ιππόκαμποι, μαζί και ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης ζουν και βασιλεύουν. Οι ίδιοι πάντως πιστεύουν πως τη διαφορά την κάνουν τα φυλαχτά που κρέμονται στο λαιμό τους φκιαγμένα με γιούσουρι απ’ τα ριζά του Άγιου Όρους. Στην Εδέμ της θάλασσας τα πράγματα τελευταία δεν πάνε καλά και σίγουρα αυτό δεν προμηνύει κάτι καλό και για τους ίδιους. ******************** Στον πρασινογάλαζο βυθό το φως έφτανε μέχρι τον πυθμένα και φώτιζε συστάδες φυκιών που λικνίζονταν, καθώς το κύμα πήγαινε και ερχόταν στις ρυτιδιασμένες αμμούδες. Έτσι κυλούσαν οι μέρες, άλλες φορές ασάλευτες από την άμπωτη κι άλλες φορές ταραγμένες, φουρτουνιασμένες από την πλημμυρίδα. Άλλες φορές ζεστές από την κάψα του καλοκαιριού κι άλλες παγωμένες από το ξεροβόρι του χειμώνα. Πίσω από έναν αμμόλοφο πλάσματα του νερού σάλευαν. ---Μπούλη Ιπποκαμπούλη, Μπούλη Ιπποκαμπούληηηη, έλα να δεις του φώναξε ανήσυχη η Ιπποκαμπούλα η φίλη του. Η φυκιάδα έχει περιοριστεί πολύ σε έκταση. Τα μικρά ψαράκια δεν βρίσκουν έτσι καταφύγιο προστασία αλλά και φαγητό. Ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης, εμφανίστηκε μπροστά της μεγαλόκορμος, με κείνον τον δυνατό λαιμό σαν άτι, τα τεράστια κυματιστά του φρύδια, τα περήφανα και διεισδυτικά του μάτια, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που αν

τον έβλεπες μια φορά σου έμεναν αξέχαστα για όλη σου τη ζωή. Αν δε γνώριζε πόσο καλός, τρυφερός και ρομαντικός είναι, θα έτρεμε μπροστά του. --Το ξέρω, απάντησε και στη φωνή του διακρίνονταν μια λύπη και ταραχή συνάμα. Το παρατήρησα και εγώ είπε και συνέχισε: --Τα λιβάδια της Κυμοδόκιας* έχουν μειωθεί. Οι φίλοι μας τα καβούρια, τα μαλάκια και τα γαστερόποδα ξενιτεύονται σιγά σιγά. Τα δάση της Ποσειδωνίας τραβιούνται όλο και πιο βαθιά και τα αδέλφια μας τα ψάρια φεύγουν αναζητώντας αλλού τροφή και προστασία. Έτσι ο κόλπος μας δεν έχει τον πλούτο που είχε άλλοτε. Αλλά και στον ύφαλο τα πράγματα είναι δύσκολα. Πεταλίδες, Πορφύρες, Χοχλοί δεν αντέχουν άλλο και φεύγουν. Πως μπορούμε να λέμε ότι εμείς είμαστε καλά, όταν το περιβάλλον που μας περιτριγυρίζει φτωχαίνει. Αφού πήρε μια ανάσα και κοιτώντας δεξιά και αριστερά την απεραντοσύνη της ανελέητης φωτοχυσίας που εξακόντιζε ο άσπλαχνος ουρανός κατέληξε: --Και να ταν μόνο αυτό! Μας έφερε μαντάτα ο καινούργιος μας φίλος ο Λαγοκεφαλάκης. Αυτός που ήρθε από το Σουέζ. Μου είπε ότι η θερμοκρασία στα μέρη τους ανεβαίνει με γρήγορους ρυθμούς. Η υπερθέρμανση της θάλασσας κρύβει πολλούς κινδύνους, για δαύτο αυτός και η οικογένειά του ξενιτεύτηκαν. Αυτό ήταν που ανησύχησε και περισσότερο τον Μπούλη τον Ιπποκαμπούλη γιατί όπως έλεγε και ο προπάππος του, όταν καεί το σπίτι του γείτονα, φρόντισε το δικό σου, μα μην αμελήσεις και το γείτονα! Ο Λαγοκεφαλάκης τον είχε ευχαριστήσει από καρδιάς που ενέταξαν αυτόν και την οικογένειά του στο στενό τους περιβάλλον. Η Ιπποκαμπούλα έγειρε σε μια πέτρα και με στοχαστικό ύφος του είπε: --Αλήθεια τί σκέφτεσαι να κάνεις; Το ξέρω ότι έχεις πάρει ήδη κάποιες αποφάσεις. Όπως τότε μετά την μεγάλη θεομηνία*. Θυμάσαι με πόσο θάρρος χειρίστηκες την κατάσταση; Πως κατάφερες να σώσεις τον πληθυσμό από μια πιθανή εξαφάνιση; Ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης χλιμίντρισε, μα ήταν σαν αναστεναγμός καθώς θυμήθηκε και κείνος κείνα τα θλιβερά γεγονότα. Δεν πάνε χρόνια πολλά. Πιάστηκε με την ουρά του

38

39


από μια πλουμιστή φυκιάδα και έγειρε και κείνος δίπλα στην Ιπποκαμπούλα. Την αγαπούσε πολύ, ήταν ζευγάρι χρόνια μαζί, νοιαζόταν για κείνη πιότερο από τον εαυτό του. Η Ιπποκαμπούλα ήταν όμορφη, λυγερή, με καθαρά αμυγδαλωτά μαύρα μάτια, καρφωμένα πάντα πάνω του, με σαρκώδη χείλη και στρόγγυλα μάγουλα κι όταν την έπιανε το ντροπαλό της κοκκίνιζαν. Τώρα όμως το γνοιάξιμό του ήταν για τα παιδιά τους, για το μέλλον τους. Στάθηκε δίπλα τους πάντα, σαν ένας πολύ καλός πατέρας. Χαμογέλασε καθώς είδε ένα μικρό σμάρι Ιπποκαμπάκια να περνάνε λίγο μακρύτερα, κυνηγώντας αδέξια έναν κάβουρα. Ήταν ο φίλος του ο Καβουρίνος, ένας τριχωτός άγριος, μπλέ κάβουρας που τον φώναζε και Ιταλό*. --Καβουρίνε, έ Καβουρίνε , βρε βρωμο-Ιταλέ που χάθηκες; Μόλις και θυμηθήκαμε τα κατορθώματά μας. Έλα κάθισε λίγο μαζί μας. Θυμάσαι κείνη τη καταστροφή που κόντεψε να μας θάψει όλους μέσα στη λάσπη, και την άμμο; Θυμάσαι που πήραμε την απόφαση να πάμε και να φέρουμε το βλογημένο γιούσουρι από το Όρος; Ο γερο Καβουρίνος, ένας μαλλιαρός δράκος του νερού που μόνο οι δαγκάνες του πρόδιδαν το μπλε χρώμα και την ταυτότητά του, έγνεψε καταφατικά σα να συνηγορούσε σ΄ αυτό το ταξίδι της μνήμης. --Ήταν η τελευταία μας πιθανότητα μήπως και επιβιώσουμε μετά την καταστροφή. Έπρεπε να φέρουμε κείνο το θρέμμα της θάλασσας, που οι σοφοί πρόγονοί μας θεωρούσαν φυλαχτό και γούρι σε όποιον το φορούσε. Ήταν γενναίο αυτό που έκανες είπε ο γέρο- Καβουρίνος. --Ας είναι καλά ο Χελιδονοψαρούλης που μας έδωσε το στίγμα. Πού να το βρίσκαμε αλλιώς. Χελιδονόψαρο, τί ψάρι κι αυτό!! Να μπορείς να πετάς ανάμεσα στον ουρανό και στη θάλασσα. Βγάζεις το ματογυάλι* χαζεύεις τον ορίζοντα, βγάζεις το σηπιογυάλι* κοιτάς το βυθό. Ε! και να μουν χελιδονόψαρο να γύριζα ολάκερο τον κόσμο!!! Είπε ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης. --Αυτό το φυλαχτό από γιούσουρι που φορούμε, είναι το μυστικό της επιβίωσής μας σε τούτο τα μέρος, πρόσθεσε η Ιπποκαμπούλα περήφανη για το φίλο της. Και λέγοντας αυτό, έδειξε το φυλαχτό στο στήθος της και το φύλησε.

--Ήταν μακρύ το ταξίδι ως εκεί, δύσκολο, μόνο μαζί σου μπορούσα να καταφέρω το ακατόρθωτο, είπε ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης και ξεκίνησε τη διήγηση. «Είχαμε ξεκινήσει νωρίς το πρωί για να προλάβουμε το γυρισμό. Στην αρχή μας συνόδευσαν μερικά Σαρδελόγαυρα, ύστερα συναντήσαμε τα Ορκίνια* που μας ορμήνευσαν πως να περάσουμε το νταλιάνι* και να μην παγιδευτούμε. Μετά τον ύφαλο με τη σπηλιά, περάσαμε στα γρήγορα την ξέρα με το φάρο. Στο ναυάγιο φτάσαμε μονάχοι μας. Αντικρύσαμε ένα κουφάρι που ξεχώριζαν μονάχα τα ρέλια*, σάμπως η λαίμαργη θάλασσα να το είχε καταπιεί». Η φωνή του ήταν ήρεμη, αποφασιστική, χωρίς να λείπει στον τόνο η αγωνία τους μπροστά στο άγνωστο. --Τραβώντας νοτιοδυτικά, κατά πως μας συμβούλεψε ο Χελιδονοψαρούλης, συναντήσαμε, τα κόκκινα κοράλλια*, μα εμείς θέλαμε το μαύρο, το γιούσουρι!! Ένα ήταν το μαύρο κοράλλι κι αυτό ήταν λες εκεί στα ριζά του Όρους, στοιχειό και θεριό να φυλάει τον κήπο της Παναγιάς. Ψάξαμε αρκετά για να το βρούμε, μα με τα πολλά, να το μπροστά μας. Οι ρίζες του μαυριδερές χώνονταν στις σχισμές κι αγκάλιαζαν τα αγκωνάρια με την τραγάνα. Ο κορμός του ροζιασμένος, αγριωπός και τα κλαδιά του πολυπλόκαμα σαν του Χταποδάκη. Κουνιόταν πέρα δώθε, πάνω κάτω σαν παλιάτσος, σα σκιάχτρο που τρομάζει τους απρόσκλητους επισκέπτες. Μιλούσε με λόγια λαγαρά, περιγράφοντας τη γενναιότητα και την αφοσίωση που επέδειξαν στην εκτέλεση της αποστολής, δε σας κρύβω ότι τον θαύμαζα για το ανυποχώρητο του χαρακτήρα του, που τον βοηθούσε να ανταπεξέρχεται στις δυσκολίες, σκέφτηκε η Ιπποκαμπούλα. --Μα ο ατρόμητος Καβουρίνος, συνέχισε ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης - κι έδωσε ένα πήδο σαν να ταν μπροστά του το δεντρί - ορμά με την δαγκάνες του σε ένα χαμήλωμα των κλαδιών, τις κλείνει απότομα και κόβει ένα κομμάτι συμπαγή, καθαρό, κατάμαυρο σαν κατράμι. Ένα μουγκρητό ακούστηκε, ρόγχος από την άβυσσο, ένα σύγνεφο σκοτείνιασε τον ουρανό και η σκιά του άρχισε να ταξιδεύει πάνω στη θάλασσα και να την ανακατεύει. Ο κυματισμός που σηκώθηκε μας παρέσυρε σαν άχυρο μέσα στο νερό και το βουητό σκόρπισε τρόμο στα στήθια μας. Μα εμείς κρατώντας σφιχτά το πολύτιμο φορτίο

40

41


μας, το Άγιο κλωνάρι, χτυπώντας δυνατά τις ουρές μας και με την ψυχή μας στην κούλουρη καταφέραμε να φύγουμε από κει. Στο δρόμο γεμάτοι χαρά δε λογαριάζαμε τον κόπο της επιστροφής, μα απολαμβάναμε την επιτυχία του σκοπού μας. --Η συνέχεια είναι γνωστή, μας έβαλες να πελεκάμε και να ροκανίζουμε το κλωνάρι για να το κάνουμε μικρά φυλαχτά, για να τα βάλετε στο λαιμό σας, είπε περιπαιχτικά ο Καβουρίνος, χαϊδεύοντας αυτό που κρέμονταν στο λαιμό του φίλου του, σα να μοιράζονταν κι αυτός λίγη από την καλοτυχία, την ευλογία με την οποία ήταν φορτισμένα. Ναι είναι βλογημένο δεντρί το γιούσουρι, από το βυθό του κήπου της Παναγιάς συμπλήρωσε. --Πράγματι σ’ αυτό οφείλουμε την επιβίωσή και την καλοτυχία μας είναι αλήθεια, μα τώρα μπροστά στις νέες δυσκολίες δεν πρέπει να τα περιμένουμε όλα από αυτό το φυλαχτό. Πρέπει να βάλουμε και μεις το χέρι μας. Κάτι πρέπει να κάνουμε για το οικοσύστημά μας για το περιβάλλον μας που κινδυνεύει. Και πρέπει να βοηθήσουμε όλοι είπε ο Μπούλλης Ιπποκαμπούλης και συναίνεσαν και οι άλλοι, καθώς έγνεψαν καταφατικά το κεφάλι τους. --Λοιπόν πες μας τι σκέφτηκες και αύριο οι επιθυμίες σου διαταγές είπε η καλή του φίλη η Ιπποκαμπούλα. -Λοιπόν ακούστε πιο είναι το σχέδιό μου… «Τους μιλούσε σιγανά σαν να μην ήθελε να ακούσουν άλλοι το σχέδιό του ή σα να μη ήταν και βέβαιος για την επιτυχία. Οι φίλοι του φαινόταν πως συμφωνούσαν. Με τις κινήσεις των πτερυγίων γεμάτες δυναμισμό τους περιέγραφε ακριβώς πως έπρεπε να κινηθούν. Στο τέλος έκλεισε την κουβέντα του με ένα ξεφύσημα όχι απόγνωσης, αλλά ένδειξη μιας δυνατής ψυχής που προσπαθεί να εμψυχώσει και τους υπόλοιπους». Η Ιπποκαμπούλα πέρασε τα χέρια της γύρω από τον ώμο του, επιβεβαιώνοντας την στήριξή της στο σχέδιό του, το ίδιο έκανε και ο Καβουρίνος. Η ώρα πέρασε. Άρχισε να σουρουπώνει με τις αναπολήσεις και τα σχέδια. Θαυμαστή ηρεμία βασίλευε στο βυθό. Πάνω στην ξέρα, ο φάρος που έστεκε, ρυθμικά άρχισε να στέλνει το φως του κι κάπως σα να φάνηκε ότι μισόκλεισε το φλογερό του μάτι, στέλνοντας τη συμπάθειά του στους φίλους μας.

******************** Η νύχτα αποφάσισε να αποτραβηχτεί. Στο Στρατονικό Όρος φάνηκε ο Αυγερινός που αγνάντευε την Πούλια και ο Μαντέμ Λάκκος* έχασκε, σαν ορθάνοιχτο στόμα, εκστασιασμένος με την ομορφιά. Στο ορυχείο του Ζορμπά* άρχισαν να αλλάζουν βάρδιες οι μεταλλωρύχοι. Σηκώθηκε ένα πρωινό αεράκι, Γρεγολεβάντες δροσερός, χαϊδεύοντας τις στέγες. Το Στρατώνι ξυπνούσε. Στην αποβάθρα μια ξύλινη βαρκούλα χόρευε ικετεύοντας το αεράκι να συνεχίσει τον ίδιο ρυθμό. Γλάροι χαμοπετώντας και σκούζοντας τράβηξαν προς τη θάλασσα. Ένας κόκορας τους ζήλεψε, φτερούγησε στο αεράκι προσπαθώντας να πετάξει, μα συνειδητοποιώντας την αδυναμία της φύσης του, λυπημένος, έβγαλε φωνή κι ένα δυνατό κακάρισμα ακούστηκε. Στο βυθό ο Γρεγολεβάντες έφερε αναστάτωση, μα δεν οφείλονταν μόνο σε αυτόν. Βλέπω το Μουρμούρι πολύ ανήσυχο. Γίνεται κουραστικός, είναι αλήθεια και το παρατραβάει τις περισσότερες φορές με την μουρμούρα του, μα τώρα κάτι άλλο συμβαίνει. Είναι μαζί του και ο Μπαρμπουνόπουλος. Τί να θέλουν άραγε; Ποιόν ψάχνουν; --Μπούλη Ιπποκαμπούλη, Μπούλη Ιπποκαμπούληηηη!!! Πού είσαι; Γυροφέρνουν πεισμωμένοι το λιβάδι της Κυμοδόκιας, προσπερνούν το θαλάμι του Χταποδάκη χαιρετώντας τον βιαστικά. Κείνος αρνήθηκε να πει ένα γεια. Τρύπωσε στο θαλάμι του κι οι πλόκαμοί του έφερναν πέρα δώθε ώσπου κουλουριάστηκε κι έγινε μια μπάλα, έτσι που δεν τον ξεχώριζες αν ήταν στειρολίθαρο γεμάτο τραγάνα για χταπόδι. --Μπαρμπουνόπουλε κούνα την ουρά σου, πρέπει να βιαστούμε, πρέπει να μεταφέρουμε την πληροφορία. Ο Χελιδονοψαρούλης ήταν ξεκάθαρος. Είδε τους δύτες στην ακτή να ετοιμάζονται. Πρέπει να βάλουμε σε εφαρμογή το μεγάλο σχέδιο. Δεν πρόλαβε να αποσώσει τη λέξη κι είδε να τον κοιτούν άξαφνα δυο σπινθηροβόλα μάτια. Ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης έστεκε μπροστά τους και παίζοντας τα ρουθούνια του τους έδωσε να καταλάβουν ότι μπήκε στο νόημα. Ήρθε το ευχάριστο μαντάτο από τον Χελιδονοψαρούλη.

42

43


Ήταν βέβαιος καθώς οι φίλοι του ήταν αφοσιωμένοι σε αυτόν. Βέβαια θυμάται τα πρώτα χρόνια που τον περιγελούσαν, αλλά αυτά πάνε πέρασαν!!! --Τώρα να ειδοποιηθούν όλοι να βρίσκονται στον ύφαλο, έξω από τη σπηλιά, θα σας συναντήσω εκεί όλους είπε με ανακούφιση ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης και γύρισε να πάει να βρει την Ιπποκαμπούλα. Ήθελε να μοιραστεί μαζί της τις τελευταίες σκέψεις και ανησυχίες του. Οι εντολές που είχαν ήταν ξεκάθαρες. Πρώτα θα έβρισκαν τη Μπουρού*. Αυτή θα έστελνε ηχητικά σήματα στον θαλασσόκοσμο για άμεση σύγκλιση όλων των κατοίκων. Ο Σουπίδης ενημέρωσε τις σουπιές, ο Χταποδάκης τα χταπόδια, ο Κόγχυλας είχε να πει σε όλα τα κοχύλια να κινήσουν νωρίς μόλις ακούσουν το σήμα γιατί είναι βραδυκίνητα. Ο Μπαρμπουνόπουλος με το Μουρμούρη και τον Λαγοκεφαλάκη θα μιλούσαν στα ψάρια. Ραντεβού στον ύφαλο λοιπόν. Η ώρα της δράσης έφτασε!!! Στο ιπποκαμπόσπιτο επικρατούσε ησυχία, τα μικρά έπαιζαν αμέριμνα στη φυκιάδα. Βρήκε την Ιπποκαμπούλα κι έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης και λύπης μαζί στη σκέψη ότι σε λίγο έπρεπε να φύγει και να την αποχωριστεί δίνοντας μόνος αυτή τη μάχη. Την αγκάλιασε στοργικά. --Αν νομίζεις ότι θα σε αφήσω κι αυτή τη φορά μόνο σου γελιέσαι του είπε. Είχε ακούσει το κάλεσμα της Μπουρούς, μα τον πρόδωσε και η συμπεριφορά του. Αυτή τη φορά μαζί θα αγωνιστούμε για την επιβίωσή μας. Μας αφορά όλους το περιβάλλον και το οικοσύστημα που μας περιβάλλει. Θα είμαι λοιπόν κοντά σου όταν θα σε αντικρύσουν οι δύτες, πρέπει να μας βρουν ενωμένους. --Δεν μπόρεσε να βγάλει άχνα. Την κοίταξε με κείνα τα γνοιασμένα μάτια του, όλο τρυφερότητα. Πάμε λοιπόν, θα πάρουμε και τα μικρά, θα είναι ένα μάθημα και για κείνα.

******************** Κάτω από ένα ουρανό γαλήνιο, παραδομένο στο κάμα του ήλιου, η μαγική μονοτονία της ζωής στη θάλασσα φαίνεται ότι θα διαταράσσονταν. Το επιβεβαίωσε και υπόκωφος και εκνευριστικός ήχος της εξωλέμβιας μηχανής, καθώς δύο δύτες με όλο τον εξοπλισμό τους κινούσαν κι αυτοί για το σημείο όπου καταδύονταν συνήθως και είχαν το στίγμα του στο χάρτη του κόλπου. Το επιβεβαίωσαν και δυο σύγνεφα μαύρα, γέρικα που κοντοστάθηκαν σαν να συνομιλούσαν καμπουριαστά. Η βάρκα σταμάτησε και έριξε άγκυρα. Οι δύτες ετοιμάστηκαν με όλα τους τα σύνεργα. Έρχονταν συχνά εδώ, γνώριμος ο τόπος. Μετρούσαν, κάνοντας υπολογισμούς την αφθονία των πληθυσμών, διέκριναν και ξεχώριζαν τα άτομα, τα φωτογράφιζαν. Έπαιρναν δείγματα από το βυθό, από το νερό, κάνανε επιστημονική δουλειά είναι αλήθεια και δεν ενοχλούσαν τους φίλους μας. Κάθε άλλο, είχαν βάλει σημαδούρια και προστάτευαν την περιοχή από άλλη δραστηριότητα. Πέσαν στο νερό. Η σκοτεινιά από τα σύγνεφα μα και από τους δυο δύτες με τις κατάμαυρες στολές τους, σαν δυο τεράστια καλκάνια, σκέπασαν το βυθό κι έφεραν ταραχή στο φανταχτερό σούρτα φέρτα της ζωής. Λίγο πιο μακριά, κοντά στη σπηλιά του ύφαλου είχαν συγκεντρωθεί όλοι κατά διαταγή του Μπούλη Ιπποκαμπούλη. Ο ίδιος στεκόταν μπροστά τους αρχηγός και πίσω του λες στρατός παρατεταμένος. Εδώ οι Λεπιδοντυμένοι, τα κοπάδια των ψαριών, άλλα χρυσόφτερα κι άλλα ασημοφορτωμένα, εκεί οι Αγκαθοφόροι Πολιορκητές, μαύροι, καφέ και πράσινοι αχινοί, παρακεί οι Άτρωτοι Οστρακοφόροι, στρείδια, χάβαρα, πορφύρες, μα και αστακοί και καραβίδες με ανοιχτές δαγκάνες. Πίσω οι Μελανοχίτωνες, σουπιές και χταπόδια έτοιμα να ρίξουν το μελάνι τους σε μια οπισθοχώρηση. Μα δε συναχθήκαν σαν σε μάχη, δε θα πολεμήσουν. Θέλουν να στείλουν ένα μήνυμα ενωμένοι όλοι δίπλα στο φίλο τους. Ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης ήταν έτοιμος, όχι να το βάλει στα πόδια όπως άλλοτε, μα να σταθεί μπροστά τους ατρόμητος. Να τους μιλήσει στη γλώσσα που καταλαβαίνουν, τη γλώσσα* των δυτών. Τους είχε δει πολλές φορές να κάνουν χειρονομίες,

45


να δείχνουν τα δάκτυλά τους, να κουνούν τους αγκώνες τους κι άλλες φορές το κεφάλι τους. Το ίδιο κάνουν και όλα τα ψυχωμένα στη θάλασσα, καταλαβαίνουν και επικοινωνούν μεταξύ τους ακόμα και με τα άψυχα! Κινήθηκαν προς το μέρος τους συντονισμένα. Οι δύτες είχαν απλώσει τις μεζούρες στη φυκιάδα. Ο ένας κρατούσε μια πινακίδα και σημείωνε και ο άλλος τη φωτογραφική μηχανή. Ξάφνου ο βυθός αντάριασε, βούρκωσε κι έκρυψε τις φυκοσυστάδες. Δονούνταν η αμμούδα, σιούνταν τα κοτρόνια με την τραγάνα, ένα ποδοβολητό όλο και δυνάμωνε από πολυάριθμα ποδάρια και μια χλαλοή* από παράξενους ήχους πλησίαζε. Οι δύτες τρόμαξαν μα κοντοστάθηκαν. Όταν η αντάρα κι ο βούρκος κατακάθισαν, αποκαλύφθηκε ένας κόσμος πολύχρωμος, με άγνωστα έθιμα, άγνωρους συλλογισμούς, μα με μια κοινή γλώσσα, αυτή του σώματος που ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης αποφάσισε να χρησιμοποιήσει για το σκοπό του. Στάθηκε μπροστά τους γενναία, σίγουρος φορώντας το φυλαχτό του από γιούσουρι. Δίπλα του η Ιπποκαμπούλα. Έκανε νόημα στους δύτες να τον προσέξουν. Κουνούσε τα πτερύγιά του δείχνοντας την φυκιάδα που περιορίστηκε, κουνούσε το κεφάλι υποδεικνύοντας τους το μέγεθος μιας επικίνδυνης αλλαγής. Πολλά είδη εγκατέλειπαν τον οικότοπο και άλλα αλλόχθονα* εμφανίζονται, το φως περιορίζονταν καθώς φυτοπλαγκτόν και γλίτσα* αυξάνονταν. Τους αγριοκοίταξε κάνοντας νεύμα μπροστά σε σκουπίδια από γυαλί και πλαστικό, έκλεισε τα αφτιά του με νόημα, καθώς ήχοι ενοχλητικοί από την ανθρώπινη δραστηριότητα έφθαναν μέχρι το βυθό και τέλος πιάνοντας το λαιμό του, όπως κάνουν οι δύτες, τους έδειξε να καταλάβουν ότι ο χρόνος εξαντλείται και τελειώνει!!! Ο δύτης με την φωτογραφική μηχανή αποτύπωνε την αλήθεια, ο άλλος με την πινακίδα κατέγραφε την πραγματικότητα. Φαινόταν αναστατωμένοι. Ψυχανεμίζονταν κι αυτοί όσα τους περιέγραψε με τον τρόπο του. Του απάντησαν και κείνοι με κινήσεις ότι θα προσπαθήσουν να κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να αντιστρέψουν την κατάσταση. Του έκλεισαν το μάτι συγχαίροντας τον για το θάρρος του και θέλοντας να τους δείξουν ότι είναι με το μέρος τους, οι δυο δύτες μεταξύ τους έδωσαν τα χέρια

46

και αγκαλιάστηκαν. Το ίδιο έκαναν ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης και η Ιπποκαμπούλα και καθώς ακουμπούσαν ο ένας τον άλλον, τα φυλαχτά τους άστραψαν, μια σπίθα πετάχτηκε και ένα φως τύλιξε τα σώματά τους. Με αυτό το φως τριγύρω τους πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους. Όλος ο πολύχρωμος στρατός πανηγύρισε και ξεφώνισε από χαρά. Οι δυο δύτες μάζεψαν τα εργαλεία τους και έφυγαν, τα πανηγύρια όμως στο βυθό κράτησαν μέχρι αργά. Ο περιστρεφόμενος θόλος της νύχτας αργοκύλησε απαλά ώσπου σκοτείνιασαν τελείως τα ιπποκαμπόσπιτα. Τα πλάσματα του βυθού άρχισαν να νυστάζουν, αποκαμωμένα μετά το δίκαιο αγώνα. Σφαλνούσαν τα παραθύρια τους οι καβουρότρυπες, μαντάλωναν με σκουριασμένα μάνταλα τα χταποδοθάλαμα, χώθηκαν στην άμμο τα Χάβαρα, τραβήχτηκαν στην αμμουδιά οι Τελίνες και λαμπύριζαν στο φεγγαρόφωτο. Μόνο ο γέρο Καβουρίνος, ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης και η Ιπποκαμπούλα βεγγέριζαν κι είχαν να λένε και να θυμούνται ιστορίες. Αγκαλιασμένοι είπαν και το αγαπημένο τους τραγούδι: «…Στου βυθού τα πετραδάκια, στέκονται τα καβουράκια κι από πάνω κολυμπούνε, ιππόκαμποι και τραγουδούνε…» Τ΄ άστρα άρχισαν να τρεμοπαίζουν στον ουρανό και μαζί με την γαλήνια μαρμαρυγή τους έμοιαζαν να στέλνουν στη θάλασσα, μέσα βαθιά στους κατοίκους της, μια υπόσχεση, αυτήν της αιώνιας σιγουριάς για τη συνέχεια της ζωής. Ήρθε η νύχτα κι έπεσε πάνω τους σαν ευλογία…………………………. κι έζησαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.


***

Ακάνθινος Κόλπος: Ο κόλπος της Ιερισσού, από την αρχαία Άκανθος Χοχλάδια: Τα βότσαλα του Ν. Καζαντζάκη Καραμοσάλι: Σιδεριένια σημαδούρα Ακαλύφες: Υδρόζωα της θάλασσας Νηρηίδες: Νύμφες της θάλασσα Γιούσουρι: Είδος μαύρου κοραλλιού

Ποσειδωνία: Είδος ανώτερου θαλάσσιου φυτού σε βαθιά νερά, σήμερα προστατευμένου Μόλογο: Το ομολογούν Δύτες: Αναφέρεται στους δύτες του Ενάλιου Ινστιτούτου, που δημιουργήθηκε προκειμένου να μελετηθεί και να προστατευθεί ο πληθυσμός των ιππόκαμπων Κυμοδόκια: Είδος ανώτερου θαλάσσιου φυτού στα ρηχά της ακτογραμμής Θεομηνία: Αναφέρεται στη θεομηνία του 2010, που έπληξε το χωριό του Στρατωνίου και είχε ως αποτέλεσμα να πλήξει σημαντικά τον πληθυσμό των ιππόκαμπων Ιταλος: Λέγονται έτσι τα μπλέ καβούρια, ένα ξενικό είδος Μονοκυάλι: Το κυάλι των πειρατών Σηπιογυάλι: Το γυαλί των ψαράδων για να βλέπουν το βυθό Ορκίνια: Πελαγικό ψάρι, συνδεδεμένο με την πόλη της Ιερισσού Νταλιάνι: Παραδοσιακός τρόπος ψαρέματος αλλιώς το «θυννείο» Ρέλια: Η κουπαστή του πλοίου, Κόκκινα κοράλια: Η Ανατολική Χαλκιδική φημίζεται για τα κόκκινα κοράλλια και την πλούσια βιοποικιλότητα Μαντέμ Λάκκος: Παλιός οικισμός με μεταλλείο Ζορμπάς: Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι ο Ζορμπάς εργάστηκε στον Μαντέμ Λάκκο. Μπουρού: Μεγάλο κοχύλι που βγάζει χαρακτηριστικό ήχο. Γλώσσα: Είναι η επικοινωνία με τα χέρια, διεθνή σήματα, που χρησιμοποιούν δύτες στην τεχνική κατάδυση Χλαλοή: Φασαρία, οχλοβοή Αλλόχθονα: Είναι είδη ζώων ή φυτών ξενικών που εισβάλουν και διαταράσσουν την ισορροπία των οικοσυστημάτων Γλίτσα: Είναι τα κολλώδη συσσωματώματα απόρροια ευτροφισμού

48

Η δύναμη της αγάπης σώζει τον βυθό ΑΧΤΙΔΑ

Κάποτε στον βυθό του Ωκεανού υπήρχε το βασίλειο των Ιπποκάμπων. Βασιλιάς τους ήταν ο καλόκαρδος Ριχάρδος, ένας καρχαρίας που δεν είχε βλάψει ούτε ένα μικρό ψαράκι στον ωκεανό και σεβόταν τους υπηκόους του. Γυναίκα του ήταν η Μαρίνα, η μαρίδα, μια λεπτοκαμωμένη μαρίδα με μεγάλη ευφυΐα που έδινε λύσεις στα προβλήματα του παλατιού και στήριζε τον βασιλιά Ριχάρδο στις αποφάσεις του. Στον ωκεανό, που ήταν μια μικρογραφία της κοινωνίας των ανθρώπων, ζούσαν πολλοί διαφορετικοί χαρακτήρες, καλοί και κακοί. Αν και δεν πρέπει να βάζουμε ταμπέλες στους ανθρώπους και στα ζώα, γιατί έτσι τους στερούμε τη δυνατότητα να αλλάξουν, τα ζωάκια του βυθού είχαν διαμορφώσει το χαρακτήρα τους ανάλογα με το περιβάλλον που ζούσαν. Ο ωκεανός είχε και ένα σχολείο στο οποίο πήγαιναν όλα τα ψαράκια του βυθού, για να προετοιμαστούν για τη ζωή. Ανάμεσα σε αυτά τα ψαράκια ήταν και ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης. Ήταν ένας ευαίσθητος ιππόκαμπος, που ήθελε να βοηθάει τους συμμαθητές του και τον πλήγωνε πολύ που κάποια ψαράκια δεν σέβονταν τους άλλους τους και τους στεναχωρούσαν. Η δασκάλα η κα Ματίνα η συναγρίδα, μάταια παιδευόταν να κρατήσει τη προσοχή τους στο μάθημα, να το κάνει ενδιαφέρον, να φέρει νέες ιδέες από άλλους ωκεανούς για τους οποίους μάθαινε από τη γνώση και τη σοφία των βιβλίων. Στην τάξη επίσης δεν έλειπαν οι φασαρίες, οι ανταγωνισμοί, και τα περιστατικά λεκτικής βίας, όταν κάποιο ψαράκι πρόσβαλε ένα άλλο. Εκείνη την ημέρα, χτύπησε το κουδούνι για να μπουν στις τάξεις. Τα ψαράκια κάθισαν στις θέσεις τους. Η δασκάλα, η κα Ματίνα η συναγρίδα τους είπε, -«το σχολείο δεν είναι συμμόρφωση, αλλά μόρφωση, γιατί όταν υπάρχει αυτή, τότε έρχεται και η συμμόρφωση. Όχι γιατί επιβάλλεται, αλλά γιατί είναι εσωτερική επιθυμία, γιατί τα ίδια τα παιδιά θέλουν να

49


κερδίσουν από αυτά που θα ακούσουν στα μαθήματα, θέλουν να δημιουργήσουν, να μάθουν, να μοιραστούν τις εμπειρίες τους. Περιέργως τα ψάρια την κοιτούσαν με μεγάλη προσοχή, αλλά όταν βγήκαν σε διάλλειμα άρχισαν οι ανούσιοι καβγάδες. Ο Νταής της τάξης, η Λένα η σμέρνα, είχε στριμώξει μια παλαμίδα που ήταν μικρότερης τάξης, της πήρε τη ζακέτα και άρχισε να την περιγελά. Όταν το είδε αυτό ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης που δεν ανεχόταν την αδικία πετάχτηκε πάνω και σαν ένας άλλος Δαβίδ που νίκησε τον Γολιάθ, όρμηξε στη σμέρνα, της άρπαξε τη ζακέτα και της φώναξε:- «Αν είσαι σωστή να τα βάζεις με όμοιούς σου! Όχι με μικρά ψαράκια για να νομίζεις ότι είσαι δυνατή». Χωρίς δεύτερη σκέψη, ανέφερε το περιστατικό στο Ροφό τον αρχηγό, που ήταν ο διευθυντής του σχολείου. Εκείνος συγκάλεσε αμέσως συνέλευση δασκάλων. -«Ακούστε με όλες και όλοι, παλαμίδες, σφυρίδες και τόνοι! Κάτι πρέπει να κάνουμε. Δεν γίνεται να δείχνουμε αδιαφορία στη βία, γιατί σημαίνει πως είναι άρρωστη η κοινωνία. Αν είχατε το παιδί σας άρρωστο δεν θα το πηγαίνατε στο γιατρό; Θα πάμε και εμείς στη κα Καραβίδα, την ατσίδα και θα της πούμε ευθύς αμέσως να μας δώσει συμβουλή, για να βγούμε από την κατάσταση αυτή την νοσηρή (άρρωστη)! Τότε, μαζεύτηκαν, όλοι μαζί, ο πρόεδρος της τάξης και εκπρόσωπος των μαθητών, ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης, η δασκάλα η κα Ματίνα η συναγρίδα και ο Ροφός ο αρχηγός που ήταν διευθυντής του σχολείου και επισκέφθηκαν την σοφή καραβίδα. Η κα Καραβίδα η ατσίδα, τους άκουσε με προσοχή και σκέφτηκε μια λύση στη στιγμή. –«Θα επιστρέψετε στις τάξεις σας. Θα βάλετε όλα τα παιδιά να δουλέψουν μαζί και να σκεφτούν λύσεις σαν να είχαν να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα. Όλες οι φωνές θα είναι σεβαστές. Όλοι όσοι συμμετέχουν στις ομάδες θα βρουν από ένα περιστατικό στο οποίο έδειξαν αγάπη. Θα θυμίζετε κάθε μέρα στα παιδιά αυτά που τους ενώνουν και όχι αυτά που τους χωρίζουν». Τότε ο Ροφός ο αρχηγός, ο διευθυντής του σχολείου είπε στη κα Καραβίδα την ατσίδα: -«άρα, δε πρέπει να ξεχωρίζουμε τα παιδιά με βάση το χρώμα τους ή την οικονομική τους άνεση

ή την κοινωνική τους τάξη. -«Και βέβαια, το σχολείο υπάρχει για να εκφράζονται τα παιδιά και να καλύπτει τις ανισότητες, να δίνει στα παιδιά εφόδια για να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και τις αφετηρίες με τις οποίες έρχονται μέσα στην τάξη. Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης, χαμογέλασε και είπε: «άρα να δίνει το σχολείο ίσες ευκαιρίες σε όλα τα παιδιά. Για να νιώθουν όλα εξίσου σημαντικά και όχι κατώτερα. Γιατί αν νιώθουν κατώτερα, τότε υποτιμούν τα άλλα ψαράκια για να νιώσουν τα ίδια ανώτερα». -«Ακριβώς, Μπούλη Ιπποκαμπούλη. Οι άνθρωποι είναι ίσοι αλλά όχι ίδιοι. Πρέπει να εκμεταλλευτείτε τις διαφορές τους και με αυτές για οδηγό να πατήσετε στα διαφορετικά ενδιαφέροντα των παιδιών, στις ανάγκες και στα ταλέντα τους», ττους συμβούλεψε η σοφή Καραβίδα η ατσίδα. Τότε η δασκάλα η κα Ματίνα η συναγρίδα είπε:-«Προχθές, ο Γαύρος ο επιπόλαιος, πρόσβαλε την αστακογαρίδα ότι της λείπει σίγουρα μια βίδα, αφού ποτέ δε δούλεψε και έτοιμα θα τα βρει όλα, σαν τελειώσει το σχολειό και δουλειά και νοικοκυριό. Ξέρετε ότι εκείνη την περίοδο οι γονείς του έλειπαν για δουλειές στη Μαύρη θάλασσα και ο Γαύρος ο επιπόλαιος ένιωθε μόνος και εγκαταλειμμένος; Τα παιδιά χρειάζονται κατανόηση και αγάπη. Πολλές φορές μια συμπεριφορά τους στη τάξη δείχνει απλά ότι κάτι δεν πάει καλά». Η κα Καραβίδα η ατσίδα, έγνεψε το κεφάλι, και είπε: «Ώρα σας καλή, κρατήστε τη δική μου συμβουλή στην τάξη σας τη καλή. Τώρα που θα επιστρέψετε σε αυτή, αγάπη δείξτε πολύ. Αν δείτε ότι δεν αλλάζουν τα προβλήματα, αυξήστε τη δόση της αγάπης, κάντε τη πιο πολλή και όλα θα λυθούν στη στιγμή. Αγάπη είναι η λέξη κλειδί, που ξεκλειδώνει κάθε σχέση προβληματική». Τότε την ευχαρίστησαν όλοι μαζί και ταξίδεψαν για την επιστροφή. Την άλλη μέρα χτύπησε το κουδούνι για να μπουν τα ψαράκια στις τάξεις. Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης που ήταν ευαίσθητος μα και έξυπνος πολύ, είχε σκαρφιστεί ένα σχέδιο φανταστικό και τολμηρό! Φώναξε κοντά του τον Κολιό τον πονηρό και του λέει. –«Άκου

50

51


φίλε μου, πρέπει να με βοηθήσεις. Έχω σχέδιο καλό και σε χρειάζομαι συνεργάτη και βοηθό». Ο Κολιός ο πονηρός, που αγαπούσε πολύ τον Μπούλη τον Ιπποκαμπούλη γιατί ήξερε πως είχε ευαίσθητη καρδιά και σπουδαίο μυαλό, τον είχε φίλο του καλό. –«Σε ακούω με μεγάλη προσοχή», του είπε. Και εκείνος του ξεδίπλωσε το σχέδιό του που ήταν αληθινό, γιατί ήθελε πράγματι να βοηθήσει τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές του να αφήσουν τις άσχημες συμπεριφορές και να μην υποβιβάζουν κανένα, να μη νιώθουν κατώτεροι από κανένα, να παίζουν και να αγαπούν περισσότερο. Κάλεσαν λοιπόν όλη τη τάξη να μετέχει σε ένα σπουδαίο θεατρικό. Ή τουλάχιστον αυτό ήταν η πρόφαση (αφορμή) για να συμμετέχουν όλοι. Εκεί, στην αίθουσα εκδηλώσεων του ωκεανού, που ήταν στολισμένη με κοράλλια και κοχύλια, οι δυο φίλοι, ο Κολιός ο πονηρός και ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης κάλεσαν όλα τα ψαράκια της τάξης να μιλήσουν. Μοίρασαν σε όλα τα ψαράκια αντίθετους ρόλους από αυτούς που ήξεραν ότι είναι οι χαρακτήρες τους στην πραγματικότητα. Η Λένα η σμέρνα που ήταν ο Νταής της τάξης έπρεπε να σηκωθεί όρθια και να μοιραστεί μια εμπειρία που την έκανε να νιώσει αδύναμη και την πλήγωσε. Μετά της ζήτησαν να αυτοσχεδιάσει μια σκηνή που ήταν ανήμπορη πολύ. Της θύμισαν πως όλοι περνάμε από όλες τις θέσεις για αυτό και δεν πρέπει να γινόμαστε περήφανοι στην επιτυχία ή να νιώθουμε λίγοι στην αποτυχία ή στη κάθε δοκιμασία. Η Λένα η σμέρνα άρχισε να διηγείται με δάκρυα στα μάτια, -«Όταν ήμουν μικρή, ο μπαμπάς μου με έκανε να νιώθω πάντα ανεπαρκή. Ό,τι και να έκανα για αυτόν δεν ήταν ποτέ αρκετό. Προσπαθούσα πολύ, αλλά δεν έβλεπα στη στάση του καμία αλλαγή. Έτσι κι εγώ από τότε έγινα σκληρή και φόρεσα μια πανοπλία για να μη νιώθω δυστυχία». Τα άλλα ψαράκια ήδη από αυτή την ειλικρινή εξομολόγηση, άρχισαν να νιώθουν κάπως διαφορετικά απέναντι στη Λένα τη σμέρνα, δεν την έβλεπαν και τόσο στραβά. Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης κάλεσε μετά τον Γαύρο τον επιπόλαιο να μοιραστεί μια δική του εμπειρία που να δείχνει ότι ένιωσε και βίωσε την αδικία. Τότε εκείνος άρχισε να λέει ότι η μητέρα του ανάγκαζε τον αδερφό του να διαβάζει για να δώσει νομική, ενώ εκείνος ήθελε να γίνει ηθοποιός.

Επίσης πάντα τους ξεχώριζε, και τους σύγκρινε. Πόσο καλός είναι ο Γαύρος της ο «εκλεκτός», και αυτός πάντα «επιπόλαιος» από μικρός. Έτσι, έχασε το ζήλο του και δεν έβρισκε κανένα λόγο να προσπαθεί για να προοδεύσει στο σχολείο, αφού δεν του επιτρεπόταν να έχει επιλογές και η μητέρα του ήταν πολύ καταπιεστική. Επίσης τους είπε ότι επειδή η μαμά του ποτέ δεν έλεγε σε αυτόν ένα λόγο καλό και αυτός σταμάτησε να πιστεύει στον εαυτό του εδώ και καιρό. Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης του είπε:-«Εσύ μπορείς να το αλλάξεις αυτό, αρκεί να το πιστέψεις. Μίλησε στη μητέρα σου. Πάνω από την επιτυχία του παιδιού της η κάθε μάνα θέλει την ευτυχία του. Κι εξήγησέ της πόσο λάθος είναι να συγκρίνει τα παιδιά της και κυρίως να τα ξεχωρίζει. Το κάθε παιδί είναι μια ανεπανάληπτη προσωπικότητα και πρέπει να το συγκρίνουμε μόνο με τον εαυτό του». Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο του Γαύρου του επιπόλαιου. Άρχισε να σκέφτεται μήπως τελικά δεν είναι και τόσο επιπόλαιος, και ίσως να υπήρχε κάτι στον οποίο θα τα κατάφερνε και αυτός καλά. Τότε έλαμψαν τα μάτια του από χαρά και ευτυχία. Δεν θα ξανάκανε bulling σε κανένα συμμαθητή του. Τώρα κατάλαβε πως έκανε μέσα στη τάξη αυτό που του έκαναν οι γονείς του μέσα στο σπίτι. Καταλάβαινε πως τα λόγια του φίλου του, του Μπούλη του Ιπποκαμπούλη ήταν σωστά. Καμία προσπάθεια δεν πάει χαμένη και σίγουρα αξίζει κανείς να προσπαθήσει για το όνειρό του. Σήμερα κιόλας θα πήγαινε στη μητέρα του και θα συζητούσε μαζί της όσα τον προβληματίζουν. Θα της εμπιστευόταν και θα μοιραζόταν μαζί της τα όνειρά του. Η συζήτηση και ο διάλογος πάντα βελτιώνουν τις σχέσεις. Θυμόταν τα λόγια της γιαγιάς του, της κας Ευτέρπης, το καμάρι των Γαύρων, πως καμία προσπάθεια δεν πάει χαμένη και έπαιρνε δύναμη. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες έχουν πάντα μια ανοιχτή αγκαλιά έτοιμη να γαληνέψει κάθε ταραγμένη καρδιά. Αφού οι δύο νταήδες της τάξης μοιράστηκαν τις εμπειρίες που δεν τους άφηναν να προχωρήσουν στη ζωή τους και να νιώθουν ασφαλείς, σειρά είχε να αρχίσει το θεατρικό. Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης πήρε το μικρόφωνο και φώναξε με μια δυνατή φωνή που ακούστηκε σε όλο το βυθό. –«Παρακαλείσθε να φέρετε στο σχολείο, κάθε ομορφιά από τα βάθη

52

53


των ωκεανών, όσες διασώθηκαν από την ρύπανση και μόλυνση των ανθρώπων. Η τάξη της κας δασκάλας, της Ματίνας της συναγρίδας αποφάσισε να ανεβάσει ένα θεατρικό με τίτλο : «Η δύναμη της αγάπης σώζει τον βυθό» και μόνο με την βοήθεια όλων σας για την ανάδειξη της μαγευτικής ομορφιάς του βυθού μπορούμε να προφυλάξουμε το περιβάλλον μας και να έχουμε κι εμείς τα ψαράκια μέλλον». Τότε συνέβη κάτι το μαγικό. Μπροστά στον κίνδυνο, όλοι έγιναν μια γροθιά και ένωσαν τις δυνάμεις τους. Ξέχασαν τις διαφορές τους. Στην τάξη τα παιδιά δούλευαν ακούραστα και συνεργάζονταν ετοιμάζοντας τα σκηνικά. Στα σπίτια των παιδιών, οι γονείς τα βοηθούσαν να ετοιμάσουν αφίσες που έδειχναν το μεγαλείο του βυθού και τα αμέτρητα και πολύχρωμα είδη που μένουν σε αυτόν. Οι δασκάλες και οι δάσκαλοι του σχολείου δούλευαν πολύ σκληρά μαζί με τα παιδιά και έδιναν κατευθύνσεις και οδηγίες. Δούλεψαν πολύ όλοι μαζί για να απολαύσουν στη σκηνή ένα θέαμα που δεν είχαν ξαναδεί. Η μεγάλη ημέρα της παρουσίασης έφτασε και ήταν όλοι χαρούμενοι πολύ. Φόρεσαν τα καλά τους και ήταν εκεί, καμάρωναν τα παιδιά τους και ανυπομονούσαν να τα δουν στη σκηνή. Ο κος Ροφός ο αρχηγός άνοιξε τη γιορτή: -«Σας καλωσορίζουμε όλες και όλους. Ευχόμαστε να περάσετε όμορφα και να απολαύσετε τη γιορτή μας, που ετοίμασαν με αγάπη και μεράκι τα παιδιά σας, αυτοί είναι και οι πρωταγωνιστές. Σας ευχαριστούμε που ήρθατε και που βοηθήσατε τα παιδιά σας να συγκεντρώσουν στολίδια για να διακοσμήσουν τόσο όμορφα αυτή την αίθουσα με κοράλλια, πέρλες, κοχύλια και στολίδια του βυθού». Έπειτα εμφανίστηκε στη σκηνή η δασκάλα, η Ματίνα η συναγρίδα και τους καλωσόρισε. Έλαμπε στο μπλε βελούδινο φουστάνι της που είχε κεντημένες πέρλες και μαργαριτάρια. -«Χαίρομαι που είστε όλοι οι κάτοικοι του βυθού εδώ, να μοιραστείτε τη χαρά μας. Αγαπητά μου χταπόδια, χελώνες μου γλυκές, ιππόκαμποί μου αγαπημένοι, γαύροι, ροφοί, συναγρίδες, σαρδέλες, σμέρνες και άλλοι εκλεκτοί, μαζευτήκαμε εδώ σήμερα στη σκηνή του σχολείου μας «Ιππόκαμπος ο Καραντινός» για να σας δείξουμε πως όταν ενώνουμε τις δυνάμεις μας μπορούμε να καταφέρουμε πολλά. Τα δικά

σας παιδιά έβαλαν στόχο με τη βοήθεια του Μπούλη του Ιπποκαμπούλη να σας παρουσιάσουν ένα θεατρικό για αυτόν τον άμοιρο βυθό. Ξέρετε η αλλαγή του κλίματος, το υπερβολικό ψάρεμα των ψαριών, η ρύπανση απειλούν το περιβάλλον θαλασσών και ωκεανών που ζούμε. Επειδή λοιπόν κινδυνεύει το μέλλον των παιδιών μας, ο βυθός που είναι το σπίτι όλων μας, τα παιδιά σας ετοίμασαν ένα υπέροχο θεατρικό για να ευαισθητοποιηθεί όλος ο κόσμος των απανταχού ωκεανών, να αγαπήσουν οι άνθρωποι λίγο παραπάνω το περιβάλλον, γιατί κατοικούν μέσα σε αυτό. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να απολαύσετε τα παιδιά σας». Τι δυνατό χειροκρότημα ακολούθησε, όλοι ο γονείς ένιωθαν συγκινημένοι και ευαισθητοποιημένοι για το αβέβαιο μέλλον του βυθού που ήταν υπόθεση όλων. Πρώτος ανέβηκε στη σκηνή ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης. Η μικρή γοργόνα του βυθού, η Ρούλα η γοργονούλα, σε ρόλο αφηγήτριας εξήγησε στους θεατές ότι βρίσκονται στην αρχαία Αθήνα, την πατρίδα της δημοκρατίας. Εκεί που η γνώμη όλων είχε αξία και σημασία, εκεί που γεννήθηκε η ρητορική τέχνη, η τέχνη του λόγου. Γιατί και η ομιλία τέχνη είναι. Ακούστηκε να λέει: -«Τις αγορεύειν βούλεσθαι», που σημαίνει «ποιος θέλει να μιλήσει, να πάρει τον λόγο;». Και τον λόγο πήρε ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης, που έδειχνε μεγαλοπρεπής. Φορούσε ένα μοβ μακρύ χιτώνα πιασμένος με μια χρυσή κόρπη (καρφίτσα) στον δεξί του ώμο. –«Αγαπητοί μου συμπολίτες, πολίτες του βυθού της Αρχαίας Αθήνας το πρόβλημα της υπερβολικής αλίευσης έχει παραγίνει. Ψάρι για ψάρι δεν θα μείνει στο βυθό, οι άνθρωποι θα μας ξεκάνουν». Τότε εμφανίστηκε στη σκηνή ο Κολιός, ο πονηρός που τώρα ήταν σοφός, και απάντησε με σοφία πολύ, εμείς θα προστατέψουμε όλα τα πλάσματα και είδη του βυθού που κινδυνεύουν να χαθούν. –«Ακούστε τι τέχνασμα σκέφτηκα για να ηρεμήσουν οι άνθρωποι και να σταματήσουν να μολύνουν τις θάλασσες και τους ωκεανούς. Κάθε φορά που θα ρίχνουν τα δίχτυα τους στη θάλασσα να πιάσουν ανυποψίαστους συμπολίτες μας, μαρίδες, σαρδέλες γαύρους, ροφούς και λοιπούς, δύο κατάσκοποι από εμάς θα παραφυλούν και θα γεμίζουν τα δίχτυα τους με πέτρες». Ο Γαύρος ο επιπόλαιος που είχε γίνει συνετός, ανέβηκε στη

54

55


σκηνή και είπε: «- πολύ σωστά σκέφτεσαι, φίλε Κολιέ, πονηρέ, μπορούμε επίσης να τους γεμίζουμε τα δίχτυα με τα ψάρια που πεθαίνουν από τα πετρέλαια που ρίχνουν και μολύνουν το βυθό, να δείτε θα τους αρέσει το θέαμα;», ξέσπασαν σε γέλια. Έπειτα η Λένα η Σμέρνα εμφανίστηκε κουνιστή και λυγιστή στη σκηνή και συμπλήρωσε με νάζι και χάρη: -«Ας δημιουργήσουν επιτέλους προστατευόμενες υδάτινες περιοχές για να διατηρηθεί η θαλάσσια ποικιλία ζώων. Σε αυτές τις περιοχές να μπορούν να κρύβονται τα αδέρφια μας τα ψάρια και να τις έχουν σαν σπίτι τους όλα τα είδη που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Χρειάζονται σχέδια, νόμοι και ευαισθητοποίηση από τους ανθρώπους». Σταμάτησε για λίγο, ακολούθησε μια μικρή παύση, κοίταξε κατάματα τους γονείς και φώναξε δυνατά θαρρείς απευθείας από την ψυχή της. –«Οι άνθρωποι πρέπει να καταλάβουν ότι το σπίτι μας, ο βυθός δεν τους ανήκει, η γη νοσεί, ο πλανήτης κινδυνεύει και είναι το σπίτι όλων μας». Τότε όλοι οι θεατές σηκώθηκαν όρθιοι και χειροκροτούσαν. Ενθουσιάστηκαν με το αποτέλεσμα της παράστασης. Βγήκαν όλοι στη σκηνή, η δασκάλα η Ματίνα η συναγρίδα, ο Ροφός ο αρχηγός, ο Γαύρος ο επιπόλαιος, η Ρούλα η γοργονούλα, η Λένα η Σμέρνα, ο Κολιός ο πονηρός και έκαναν υπόκλιση. Έπειτα τα παιδιά στράφηκαν στη δασκάλα τους και άρχισαν να τη χειροκροτούν, γιατί αυτή τους εμπνέει, τους οδηγεί στο ωραίο και υψηλό. Ο κόσμος του βυθού φαίνεται ότι έχει τους δικούς του κανόνες, τα πλάσματά του, που έχουν τη δική τους ζωή. Οι άνθρωποι πρέπει να τη σέβονται. Η ελευθερία τους τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία των άλλων. Η σκηνή «Ιππόκαμπος ο Καραντινός» έλαμψε εκείνη την ημέρα. Η παράσταση «Η δύναμη της αγάπης σώζει τον βυθό» έστειλα σε όλα τα βάθη των ωκεανών ένα απέραντο μήνυμα. Ποιο ήταν αυτό; Η αγάπη είναι το κλειδί όλων των προβλημάτων, αυτή ξεκλειδώνει και τις πιο αμπαρωμένες και κλειστές καρδιές. Αυτή μας κάνει να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι, να αγαπάμε τον διπλανό μας, να βλέπουμε στο πρόσωπό του τον εαυτό μας και να έχουμε ενσυναίσθηση για την κατάσταση που περνάει, να τον νιώθουμε, αυτή μας ευαισθητοποιεί στα θέματα του πλανήτη. Ας αγαπήσουμε λίγο παραπάνω τον κόσμο μας με όλα τα πλάσματά του. Μόνο τότε μπορεί να γίνει ομορφότερος.

56

Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης Μια περιπέτεια ιπποτική ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΙΔΟΥ ΕΡΩΦΙΛΗ Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης ήταν πιο χαρούμενος από ποτέ. Είχε πλέον τη δική του οικογένεια! Με την Μπούλα, τη γυναίκα του, κατάφεραν και έκαναν έξι ιπποκαμπάκια, την Μπέλη, τον Μπλέι, τον Μπάλα, τη Λάμπα, το Λίμπι και την Μπίμπι. Και ζούσαν όλοι μαζί χαρούμενοι εκεί που πρωτοέφτιαξαν και την ιπποκαμποοικογένειά τους, στον κόλπο του Στρατωνίου Χαλκιδικής. Ο Μπούλης, όπως πάντα ρομαντικός, περνούσε πολύ χρόνο με τα παιδιά του. Παρόλο που καθόλου καλός κολυμβητής δεν ήταν, μάθαινε στα μικρά ιπποκαμπάκια να κολυμπούν κι αυτά μέσα στο νερό ή να πιάνονται με την ουρά τους στα κοράλλια ή στα χόρτα της θάλασσας για να μένουν ασφαλή. Βρε μπαμπά, γιατί δεν κολυμπάμε σαν τα άλλα ψάρια της θάλασσας; Συνήθιζαν να ρωτάνε τα ιπποποκαμπάκια. Εμείς είμαστε ιππόκαμποι! Εμείς κολυμπάμε όρθιοι! Απαντούσε περήφανα ο Μπούλης. Όλοι μαζί συνήθιζαν να βγαίνουν βόλτες στους αμμόλοφους, να παίζουν κρυφτό στα φύκια και στα βράχια ή να εξερευνούν θαλάσσιες σπηλιές. Γνώριζαν με αυτόν τον τρόπο κι άλλα ψάρια του βυθού τους και έκαναν καινούργιους φίλους που τους συναντούσαν συχνά στις εξορμήσεις τους. Έτσι, κάπου εκεί στο βράχο του Αριστοτέλη, είχαν γνωρίσει τον κύριο Ψάρη, τη μαντάμ Σαρδέλα, την κυρία Ζαργάνα και τον τρομερό το Γαύρο. Πόσες φορές πιάστηκαν πάνω τους και ανακάλυψαν έτσι κι άλλα μέρη του βυθού! Άλλοτε βέβαια περνούσαν την ώρα τους χορεύοντας ή τραγουδώντας το αγαπημένο τραγούδι του Μπούλη: Μες στον κάμπο στο Στρατώνι Ένας ίππος όλο τρέχει Δίπλα στο νερό ζυγώνει Κάνει ΜΠΛΟΥΜ! Και μέσα πέφτει

57


Μα του αρέσει το νερό Και να κολυμπάει αρχίζει Πέφτει μέσα στο βυθό Στα κοράλλια τριγυρίζει Κι ήθελε να μείνει εκεί Το βυθό για να θαυμάσει Κι έχει έτσι ονομαστεί αλογάκι της θαλάσσης Αυτά φυσικά τα έβλεπαν και οι άλλοι ιππόκαμποι. Τα πειράγματά τους δε σταματούσαν βλέποντας το Μπούλη να περνάει τόσο χρόνο με τα παιδιά του και να μην ασχολείται με «σοβαρές» δουλειές. Έι, Μπούλη! Τι παιχνίδι θα παίξετε σήμερα; Συνήθιζε να τον ρωτάει γελώντας ο Μπίλις, ένας αρσενικός κίτρινος ιππόκαμπος. Σήμερα έχει σοβαρές δουλειές. Να μάθει στα παιδιά πώς να κάνουν μπουρμπουλήθρες! Απαντούσε ένας άλλος με κοροϊδευτικό ύφος που ξεσπούσαν όλοι στα γέλια.

ούτε τη μαντάμ Σαρδέλα ούτε τον τρομερό Γαύρο. Κάτι πρέπει να έχει συμβεί. Απάντησε σκεφτικός ο Μπούλης. Ίσως κολύμπησαν μακριά και ταξιδεύουν αλλού. Δε χρειάζεται να στεναχωριέσαι, του απάντησε καθησυχαστικά η Μπούλα. Είδα και δίχτυα, Μπούλα. Νιώθω πως δεν είμαστε ασφαλείς. Πρέπει να πάω να δω τι συμβαίνει. Εσύ να προσέχεις τα παιδιά και θα επιστρέψω όταν έχω νέα.

Ο Μπούλης τα άκουγε όλα! Ήξερε πώς σκέφτονται οι άλλοι ιππόκαμποι γι’ αυτόν και την οικογένειά του, αλλά δεν έδινε σημασία. Ήξερε ότι κάνει το καλύτερο για τα παιδιά του και τη γυναίκα του και ήταν ευτυχισμένος. Τον τελευταίο όμως καιρό κάτι τον απασχολούσε. Στις τελευταίες βόλτες που έκανε έβλεπε κάτι παράξενα δίχτυα ριγμένα κάτω στην άμμο που δεν τα είχε ξαναδεί. Άλλοτε αυτά χανόταν και μαζί εξαφανίζονταν και κάποια από τα ψάρια που είχε κάνει φίλους. Γιατί είσαι στενοχωρημένος, Μπούλη; Τι σκέφτεσαι; Τον ρώτησε ένα απόγευμα η Μπούλα. Να, πήγα πάλι στο βράχο του Αριστοτέλη αλλά δεν είδα

Έτσι κι έκανε ο Μπούλης. Μάζεψε λίγα πράγματα σε μια μικρή βαλίτσα και ξεκίνησε σιγά σιγά να πάει προς το βράχο. Μετά από λίγη ώρα ήταν εκεί. Έψαξε για λίγο τους φίλους του, αλλά δε βρήκε κανέναν. Τότε, ένας τρομερός ήχος ήχησε στα αυτιά του και πριν προλάβει να γυρίσει να δει τι συμβαίνει ένα δυνατό ρεύμα νερού αισθάνθηκε να τον παρασέρνει. Ο Μπούλης μέχρι να καταλάβει τι είχε συμβεί, ένιωσε ότι βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα σε άλλα ψάρια και κατευθύνονταν με μεγάλη ταχύτητα προς μια άγνωστη πλευρά της θάλασσας. Με έπιασαν τα δίχτυα! Σκέφτηκε τρομοκρατημένος. Πρέπει να ξεφύγω. Όντως, μια τράτα είχε απλώσει τα δίχτυα της και εκείνη την κακή στιγμή ο Μπούλης βρέθηκε εκεί. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, άρχισε σιγά σιγά να πιάνεται με την ουρά του πάνω στα άλλα ψάρια, μέχρι να καταφέρει να πιάσει τα δίχτυα. Πριν προλάβουν τα δίχτυα να βγουν στην επιφάνεια της θάλασσας, ο Μπούλης έφτασε στην άκρη, βρήκε μια μικρή τρύπα και ξεγλίστρησε έξω. Έπεσε σιγά σιγά προς το βυθό, ανακουφισμένος που είχε καταφέρει να σωθεί από αυτήν την περιπέτεια. Έφτασε στα κοράλλια κι έκανε να ξαποστάσει. Αλλά γύρω του έβλεπε κάτι άγνωστο. Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Πρέπει να είχε φτάσει πολύ μακριά, μα πώς θα έβρισκε τη δύναμη να γυρίσει πίσω; Πρέπει να βρω κάποιο μεγάλο ψάρι να με γυρίσει πίσω! Σκέφτηκε και άρχισε να ψάχνει για άλλα θαλάσσια πλάσματα που θα τον βοηθούσαν να φτάσει γρήγορα πίσω στον κόλπο του Στρατωνίου, εκεί στην οικογένειά του. Μα πόσο διαφορετικός όμως ήταν εκεί ο βυθός! Δεν ήξερε πού βρισκόταν, αλλά στα μέρη του δεν ήταν έτσι. Γύρω του έβλεπε πράγματα που δεν τα είχε ξαναδεί.

58

59

Οι θηλυκές πάλι ιπποκαμπίνες τον θαύμαζαν τον Μπούλη: Μα τι καλός πατέρας είναι αυτός! Κοίτα πώς ασχολείται με τα παιδιά του! Συνήθιζαν να λένε. Και η Μπούλα είναι πολύ τυχερή που έχει τον Μπούλη για ιππάντρα!


Τότε να μπροστά του ένα καβουράκι. Ο Μπούλης πήγε κοντά του: Ε, καβουράκι. Τι παράξενο όστρακο είναι αυτό που φοράς; Δεν ξέρω τι είναι αυτό, ιππόκαμπε, αλλά έχω μπλέξει. Νόμιζα πως ήταν όστρακο, αλλά από τότε που το φόρεσα δεν μπορώ περπατήσω καλά. Θα σε βοηθήσω εγώ να το βγάλεις, είπε ο Μπούλης. Και όρθιος όπως ήταν με την ουρά του άρχισε να σπρώχνει σιγά σιγά εκείνο το παράξενο πράγμα, εκείνο το πλαστικό, που ήταν πάνω στον κάβουρα, μέχρι που τον ελευθέρωσε. Ω! Σ’ ευχαριστώ, ιππόκαμπε. Πάω να βρω κάτι άλλο να φορέσω. Πρόσεχε όμως να είναι όστρακο! Και ο Μπούλης αποχαιρέτησε τον κάβουρα, ξέροντας πως δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Συνέχισε να περιπλανιέται στον άγνωστο βυθό, όταν είδε από μακριά μια θαλάσσια χελώνα να έρχεται προς το μέρος του. Στάσου! της φώναξε. Μα η χελώνα δεν μπορούσε να μιλήσει. Κάτι παράξενο είχε στο στόμα της, κάτι σαν… σακούλα. Περίμενε να σε βοηθήσω να τη βγάλεις… είπε ο Μπούλης και με μια κίνηση με την ουρά του, έβγαλε τη σακούλα από το στόμα της χελώνας. Σ’ ευχαριστώ, ιππόκαμπε. Είπε συγκινημένη η χελώνα. Μου έσωσες τη ζωή! Μπορείς να με βοηθήσεις να επιστρέψω πίσω στο σπίτι μου; Δεν ξέρω που βρίσκομαι. Μακάρι να μπορούσα να σε βοηθήσω όπως με βοήθησες εσύ, αλλά κοίτα. Δεν μπορώ να κολυμπήσω γρήγορα. Βλέπεις είναι πληγωμένο το πόδι μου. Σίγουρα όμως μπορεί να σε βοηθήσει άλλο θαλάσσιο ζώο. Και όντως. Το πόδι της χελώνας ήταν πληγωμένο, ίσως από δίχτυα. Ο Μπούλης αποχαιρέτησε τη χελώνα και συνέχισε για να βρει κάποιο θαλάσσιο ζώο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Λίγο παρακάτω άκουσε κάτι σαν κλάμα. Πλησίασε αργά αργά και είδε ένα δελφίνι πεσμένο κάτω. Ήταν ακίνητο. Κάποια δίχτυα είχαν καλύψει τα πτερύγιά του και δεν μπορούσε

60

να απελευθερωθεί. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με. Πρέπει να πάω στη μαμά μου. Είπε με κλάματα το δελφίνι. Αυτά τα δίχτυα δε με αφήνουν να κολυμπήσω. Ο Μπούλης δεν το σκέφτηκε πολύ. Ήξερε πως έπρεπε να βοηθήσει το δελφίνι. Αλλά όσο κι αν προσπαθούσε να τραβήξει με την ουρά του, ήταν αδύνατον να σηκώσει μόνος του τα δίχτυα. Τότε είδε από μακριά έναν ξιφία. Ο ξιφίας ερχόταν προς το μέρος τους. Άκουσα πως κάτι έγινε και ήρθα να βοηθήσω, είπε αποφασιστικά ο ξιφίας. Ναι, είπε ο ιππόκαμπος. Μπορείς να με βοηθήσεις να σηκώσουμε τα δίχτυα; Μα δε χρειάστηκε. Ο ξιφίας με την κοφτερή μύτη του έκοψε τα δίχτυα και απελευθέρωσε γρήγορα το δελφίνι. Ευχαριστώ, τους είπε όταν ήταν πλέον ελεύθερο, μα πρέπει να γυρίσω στη μαμά μου. Και έφυγε γρήγορα κολυμπώντας. Μα τι είναι όλα αυτά εδώ γύρω, Ξιφία; Ρώτησε απορημένος ο Μπούλης. Γιατί είναι τόσο ταλαιπωρημένα εδώ τα ζώα; Είναι σκουπίδια των ανθρώπων, ιππόκαμπε. Έτσι γίνεται στις θάλασσες όταν οι άνθρωποι πετάνε τα σκουπίδια τους στη θάλασσα ή όταν αφήνουν τα δίχτυα. Τα ζώα ταλαιπωρούνται. Ο Μπούλης έμεινε σκεφτικός για λίγο μέχρι που πήρε το θάρρος και ρώτησε τον ξιφία: Μπορείς να με βοηθήσεις κι εμένα; Ό,τι θες! Απάντησε. Άλλωστε είμαι ο Σούπερ Ξιφίας! Στο μεταξύ, πίσω στον κόλπο του Στρατωνίου όλοι είχαν αρχίσει να ανησυχούν. Είχαν περάσει ώρες πολλές και ο Μπούλης δεν είχε ακόμα επιστρέψει. Άρχισαν τότε οι ιππόκαμποι να κάνουν σκέψεις τρομερές: Εξαιτίας μας έφυγε, επειδή τον κοροϊδεύαμε, έλεγε ο ένας. Του φερθήκαμε πολύ άσχημα και δεν άντεξε όπως του μιλούσαμε, έλεγε ένας άλλος ιππόκαμπος. Εμείς φταίμε που εξαφανίστηκε και πρέπει να επανορθώσουμε. Ας βγάλουμε αφίσες που να λένε ότι εξαφανίστηκε ένας ιππόκαμπος. Όλο και κάποιο ψάρι θα μπορεί

61


να βοηθήσει, πρότεινε τότε ο Μπίλις, ο κίτρινος ιππόκαμπος. Έτσι κι έκαναν. Τύπωσαν αφίσες με τη φωτογραφία του Μπούλη και πάνω έγραψαν: ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ Προσοχή! Εξαφανίστηκε Ιππόκαμπος Αν τον δείτε, να τον οδηγήσετε στον κόλπο του Στρατωνίου. Παράλληλα, χωρίστηκαν οι ιππόκαμποι και άρχισαν να ψάχνουν σε όλα τα μέρη που συνήθιζε να πηγαίνει ο Μπούλης: πίσω από τους αμμόλοφους, κάτω από τα βράχια, μέσα στα φύκια και στα χόρτα, στις σπηλιές, αλλά ο Μπούλης πουθενά. Τότε, ξαφνικά, πεσμένη ανάμεσα σε κάτι πέτρες κοντά στο βράχο του Αριστοτέλη βρήκε η Μπούλα μια μικρή βαλίτσα. Ήταν η μικρή βαλίτσα του Μπούλη, που προφανώς του έπεσε από την ουρά λίγο πριν πιαστεί στα δίχτυα. Ιππόκαμποι, εδώ! Ελάτε να δείτε! Η βαλίτσα του Μπούλη. Δεν πρέπει να πήγε πολύ μακριά. Όλοι οι ιππόκαμποι τότε κίνησαν προς το βράχο του Αριστοτέλη ψάχνοντας πίσω από όλα τα φύκια, σηκώνοντας κάθε μικρή και μεγάλη πέτρα, εξερευνώντας κάθε θαλάσσια σπηλιά της περιοχής. Ο Μπούλης όμως πουθενά. Μετά από πολλές ώρες έρευνας, οι ιππόκαμποι απογοητευμένοι και κατάκοποι μαζεύτηκαν για να πάρουν όλοι μαζί το δρόμο της επιστροφής. Εκείνη όμως τη στιγμή ακριβώς ένας τρομερός θόρυβος ακούστηκε. Πρώτη φορά τον άκουγαν οι ιππόκαμποι. Δεν πρόλαβαν να κολυμπήσουν, δεν πρόλαβαν να τρέξουν ή από κάπου να πιαστούν, και μέσα σε λίγες στιγμές όλοι οι ιππόκαμποι του Κόλπου του Στρατωνίου, μαζί με την Μπούλα και τα έξι μικρά ιπποποκαμπάκια, βρισκόταν εγκλωβισμένοι μέσα στα δίχτυα, μην μπορώντας να κάνουν τίποτα.

Φτάνοντας όμως εκεί, κάτι παράξενο συνέβαινε. Όλη η ιπποκαμπούπολη ήταν άδεια, ενώ διάσπαρτες υπήρχαν κολλημένες αφίσες πάνω σε ξύλα και σε φύκια με το πρόσωπό του. Χα χα! Εσύ είσαι αυτός; Είπε αστειευόμενος ο Σούπερ Ξιφίας. Ναι, εγώ είμαι, αλλά είναι παλιά η φωτογραφία, από τότε που ήμουν έγκυος, Απάντησε με σοβαρό ύφος ο Μπούλης. Μα πού πήγαν όμως όλοι; Απόρησε ο ξιφίας. Λογικά με ψάχνουν! Σκέφτηκε ο Μπούλης. Πάμε να τους βρούμε. Ίσως κινδυνεύουν!

Ο Μπούλης πάνω στον ξιφία ταξίδευε πολύ γρήγορα. Ευτυχώς ο Σούπερ Ξιφίας πέρα από γρήγορος, ήταν έξυπνος και καλός γνώστης όλης της θαλάσσιας περιοχής. Έτσι, δε δυσκολεύτηκε καθόλου να καταλάβει πού ακριβώς ήταν το σπίτι του Μπούλη. Ο Μπούλης, ανεβασμένος πάνω στο Σούπερ Ξιφία, ένιωθε ασφάλεια, μα και χαρά και ανακούφιση που επιτέλους θα γύριζε πίσω στον κόλπο.

Ξεκίνησαν γρήγορα προς όλα τα κοντινά μέρη. Όταν πλησίαζαν στον βράχο του Αριστοτέλη, ένας τρομερός θόρυβος ακούστηκε. Ο Μπούλης τον ήξερε. Ήταν ο ίδιος θόρυβος που άκουσε πριν τον πιάσουν τα δίχτυα. Τότε ακριβώς μπροστά τους είδαν τα μεγάλα δίχτυα να απλώνονται και να πιάνουν ένα σωρό ψάρια και θαλάσσια ζώα. Εκεί λογικά θα είναι και οι ιππόκαμποι! Τρέξε, Σούπερ Ξιφία! Πρέπει να τους ελευθερώσουμε! Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Σούπερ Ξιφίας άρχισε να ακολουθεί την τράτα. Πήγαινε πολύ γρήγορα, αλλά ο Ξιφίας δεν το έβαζε κάτω. Λίγο μετά, και πριν προλάβουν τα δίχτυα να βγουν στην επιφάνεια της θάλασσας, ο Ξιφίας πλησίασε και με μια αποφασιστική κίνηση έκοψε τα δίχτυα με την κοφτερή μύτη του. Σιγά σιγά όλα τα εγκλωβισμένα ψάρια άρχισαν να πέφτουν στο βυθό και να κολυμπάνε τρομαγμένα προς διαφορετικές πλευρές. Τελευταίοι έπεσαν και οι ιππόκαμποι. Έμοιαζαν εξαντλημένοι. Ο Ξιφίας τους προσέγγισε. Όταν είδαν τον Μπούλη ένιωσαν τόσο ανακουφισμένοι όλοι που ξεκίνησαν χορευτικές κινήσεις, σαν ιπποτικές! Τότε ανέβηκαν οι ιππόκαμποι άλλοι στην πλάτη του Ξιφία, άλλοι στη μύτη του, και εκείνος τους οδήγησε με ασφάλεια πίσω στα σπίτια τους. Όταν κατέβηκαν, ο Μπούλης, η Μπούλα και τα έξι μικρά ιπποποκαμπάκια έκαναν μια τεράστια οικογενειακή αγκαλιά, όσο οι υπόλοιποι ιππόκαμποι χειροκροτούσαν και ευχαριστούσαν τον Ξιφία και τον Μπούλη για τη γενναιότητα και την αποφασιστικότητά τους. Ένιωσαν όμως και την ανάγκη να απολογηθούν: Συγγνώμη, Μπούλη, για τη συμπεριφορά μας που

62

63


σε αναγκάσαμε να εξαφανιστείς. Δεν έφυγα γι’ αυτό το λόγο, αλλά τουλάχιστον ξέρω ότι τώρα είμαστε ασφαλείς. Ο Μπούλης τότε διηγήθηκε στους υπόλοιπους ιππόκαμπους τις περιπέτειές του και τι του είχε συμβεί μέχρι να καταφέρει να επιστρέψει με το Σούπερ Ξιφία πίσω και κατέληξε: Τελικά, το πιο ασφαλές μέρος για να μένουμε είναι εδώ, στον κόλπο του Στρατωνίου! Λίγες μέρες μετά οι ιππόκαμποι ετοίμασαν πολλά πανό και με τη βοήθεια του Ξιφία τα στερέωσαν με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται από κάθε πλευρά της θάλασσας και από την παραλία ότι γράφουν: Εδώ μένουν ιππόκαμποι! ΠΡΟΣΟΧΗ με τα δίχτυα και τη φασαρία για να μείνουμε ασφαλείς! Οι ιππόκαμποι πλέον έβλεπαν τον Μπούλη ως ήρωα που κατάφερε να κρατήσει όλη την κοινότητά τους ασφαλή, ενώ έχρισαν τον ξιφία ιππότη τους, που τους προστάτευε σε κάθε δύσκολη συνθήκη. Οι ιππόκαμποι έστησαν γλέντι μεγάλο, έφαγαν με όρεξη πολλή, χόρεψαν χορούς ιπποτικούς και τραγούδησαν το αγαπημένο τραγούδι του Μπούλη: Μες στον κάμπο στο Στρατώνι Ένας ίππος όλο τρέχει Δίπλα στο νερό ζυγώνει Κάνει ΜΠΛΟΥΜ! Και μέσα πέφτει Μα του αρέσει το νερό Και να κολυμπάει αρχίζει Πέφτει μέσα στο βυθό Στα κοράλλια τριγυρίζει Κι ήθελε να μείνει εκεί Το βυθό για να θαυμάσει Κι έχει έτσι ονομαστεί αλογάκι της θαλάσσης

64

TO ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΕΥΘΑΛΙΑ ΜΠΟΥΡΟΥΝΗ Ο Μπούλης ο ιπποκαμπούλης παρά το μικρό του μέγεθος,διδάσκει μεγάλα μαθήματα για όλους μας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ Οι ιππόκαμποι ή αλλιώς τα αλογάκια της θάλασσας,πάντα μας εντυπωσιάζουν.Είναι τόσο ιδιαίτερα πλάσματα που ξεχωρίζουν απ’όλα τα άλλα.Η ιστορία μας ξεκινάει περίπου δεκαέξι χρόνια πριν,όταν μια μεγάλη ομάδα ιππόκαμπων,ξεκίνησε ένα τεράστιο ταξίδι στη μεσόγειο θάλασσα,με σκοπό να βρεί το μόνιμο σπίτι της.Και αφού πέρασε από τόσα μέρη,το 2007 έφτασε στη Χαλκιδική μας και διάλεξε την πεντακάθαρη θάλασσα του παραθαλλάσιου χωριού Στρατώνι για να κατοικήσει.Όλοι οι κάτοικοι του χωριού γνωρίζουν και προστατεύουν τους ιππόκαμπους της περιοχής τους και έχουν δημιουργήσει ένα υπέροχο θεματικό πάρκο για αυτούς. Μάλιστα,δεν είναι λίγος ο κόσμος που επιλέγει το χωριό του Στρατωνίου για τις καλοκαιρινές του διακοπές, ώστε να απολαύσουν τη φύση και να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν από κοντά αυτούς τους μοναδικούς θαλάσσιους κατοίκους της περιοχής.Εκεί λοιπόν τα αλογάκια της θάλασσας βρήκαν ένα μέρος δικό τους και φτιάξανε την δική τους μικρή κοινωνία.Έχουν αποφασίσει να μείνουν για πάντα εκεί και έτσι φτιάξανε τα παντοτινά σπιτάκια τους,το σχολείο τους,ένα πάρκο για να παίζουν τα μικρά ιπποκαμπάκια και ό,τι άλλο χρειάζονταν.Οι ιππόκαμποι λοιπόν ζούνε για πολλά χρόνια ευτυχισμένοι εκεί.Και μάλιστα,η κάθε τους μέρα μοιάζει με αυτή του κάθε παιδιού.Ξυπνάνε νωρίς για να πάνε στο σχολείο τους,μετά γυρνάνε σπίτι τους πεινασμένα,και καθώς είναι λιχούδικα τρώνε πολλές φορές μέσα στη μέρα τους, ενώ το βράδυ πέφτουν νωρίς για ύπνο...

65


ΜΕΡΟΣ 1Ο Ο ΜΠΟΥΛΗΣ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ Πλησιάζοντας οι μέρες που το σχολείο των ιππόκαμπων θα κλείσει για τις καλοκαιρινές διακοπές,όλα τα ιπποκαμπάκια δεν μπορούν παρά να είναι ενθουσιαμένα.Λίγο παραπάνω ίσως ο μικρούλης Μπούλης,ο οποίος νιώθει πιο άνετα στο σπίτι από ότι στο σχολείο πλέον.Οι γονείς του μικρού Μπούλη ανησυχούν,τόσο γιατί τον βλέπουν μελαγχολικό, όσο και για τις χαμηλές του επιδόσεις.Ο Μπούλης είναι ένας μικρός ιπποκαμπούλης που είναι αρκετά πιο αργός από τα άλλα θαλάσσια αλογάκια και στο κολύμπι και στην ομιλία του,τρώει πολύ περισσότερο από τα άλλα αλογάκια και δεν τα πάει ιδιαίτερα καλά ούτε στα μαθήματά του αλλά ούτε και στις εξωσχολικές δραστηριότητες,κάτι που κάνει κάποια ιπποκαμπάκια να τον κοροιδεύουν.Γιατί άραγε αυτά τα ιπποκαμπάκια να είναι τόσο αυστηρά με τον μικρούλη Μπούλη;Η συνέχεια της ιστορίας μας,θα μας αποδείξει πόσο λάθος κάνανε!Και ενώ οι γονείς του Μπούλη,ψάχνανε κάτι στο οποίο το μικρό τους αλογάκι θα ήτανε καλός και θα διέπρεπε,ώστε να τα πήγαινε καλύτερα και με τα άλλα θαλάσσια αλογάκια,ο μικρός Μπούλης απολάμβανε τις μέρες του στο σπίτι και έπαιζε μόνος του στο πάρκο των ιππόκαμπων.Η μαμά του Μπούλη,ήτανε σίγουρη ότι ο μικρός της ιπποκαμπούλης θα έβρισκε τον δρόμο του και θα αποδείκνυε πόσο ξεχωριστός ήτανε στην πραγματικότητα,απλώς δεν του είχε δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία ακόμα.Έτσι,σκέφτηκε πως αυτό που χρειαζόταν,ίσως να ήτανε λίγη έμπνευση! Ξεκίνησε λοιπόν,να του διηγείται τα βράδια πριν κοιμηθεί διάφορες γνωστές ιστορίες της θάλασσας,μεταξύ άλλων και τις ιστορίες του θεού Ποσειδώνα από την ελληνική μυθολογία. Από τις πρώτες κιόλας μέρες αποδείχθηκε ότι η μαμά του Μπούλη είχε απόλυτο δίκιο και είχε κάνει τη σωστή κίνηση. Δεν άργησε να καλλιεργηθεί έντονα στον μικρούλη Μπούλη ο θαυμασμός για τους δύο μυθικούς ιππόκαμπους που τραβούσαν το άρμα του θεού της θάλασσας...!Και αυτή ήτανε η αρχή που έκανε τα πάντα να αλλάξουν... ΜΕΡΟΣ 2Ο Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΤΟΥ

Αφήνοντας για λίγο τους ιππόκαμπους στη θάλασσα και πηγαίνοντας στη στεριά αυτού του παραθαλάσσιου χωριού,του Στρατωνίου,θα βρούμε ανθρώπους που αγαπούν τη φύση και ασχολούνται τόσο με την καλλιέργεια μετάλλων από αρχαιοτάτων χρόνων όσο και με την αλιεία.Έτσι και ο μπαμπάς του μικρού Αριστοτέλη είναι και ο ίδιος του ψαράς.Μεγάλωνε μόνος του τον μικρό του γιό και φρόντιζε να μην του λείπει τίποτα.Ο μικρός Αριστοτέλης είχε εξελιχθεί σε ένα παιδάκι μελετηρό που αγαπούσε πολύ τη θάλασσα. Έτσι,είχε ενημερωθεί από πολύ νωρίς για την ύπαρξη τόσων ιππόκαμπων στο χωριό τους και ήθελε να πηγαίνει για ψάρεμα με τον πατέρα του,ώστε να έχει την ευκαιρία να τους δει έστω και από απόσταση.Λόγω του σχολείου του, δεν μπορούσε να πηγαίνει για ψάρεμα με τον πατέρα του τόσο συχνά όσο θα ήθελε,όμως τώρα που κλείνουν τα σχολεία για το καλοκαίρι μπορεί να απολαύσει τη θάλασσα με την καρδιά του. Ο Αριστοτέλης με τον Μπούλη,ενώ θα έλεγε κανείς διαφέρουν,στην πραγματικότητα έμοιαζαν τόσο μεταξύ τους στον χαρακτήρα.Επιπλέον και ο Αριστοτέλης άκουγε πολύ συχνά από τον πατέρα του ιστορίες για τον θεό της θάλασσας και κάθε φορά που είχε μια καλή ψαριά,συνήθιζε να λέει «βοήθησε ο Ποσειδώνας και σήμερα!». Και ενόσω ο μικρός Αριστοτέλης μελετούσε και διάβαζε για τους ιππόκαμπους της περιοχής του και προετοιμαζότανε για την επικείμενη παρατήρησή τους από την βάρκα του μπαμπά του,ο Μπούλης ένιωθε ήδη τόσο εμπνευσμένος που είχε φύγει η μελαγχολία του και είχε καταφέρει να μη δίνει πια τόση σημασία στα κακόβουλα σχόλια των υπόλοιπων μικρών ιππόκαμπων από το σχολείο του.Είχε άλλωστε πολλή δουλειά να κάνει αφού προσηλώθηκε σε έναν και μοναδικό στόχο...να μοιάσει στους μυθικούς του προγόνους! ΜΕΡΟΣ 3Ο Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΗ Ο Μπούλης είχε τόσο ενθουσιαστεί με τις ιστορίες που του διάβαζε η μαμά του και η εκπαίδευσή του ώστε να μοιάσει στους μυθικούς ιππόκαμπους είχε ήδη ξεκινήσει. Είχε αρχίσει εντατικά και με πολλή επιμονή τη γυμναστική του καθημερινά,φρόντιζε να τρώει λιγότερο και πιο θρεπτικά φαγητά και η αλλαγή του πλέον στην ταχύτητα στο κολύμπι

66

67


ήτανε ήδη εμφανής.Είναι αλήθεια πως η καλή διατροφή και η άσκηση,μας τονώνει και πάντα βγάζει τον καλύτερο μας εαυτό σε όλες μας τις δραστηριότητες.Και όπως ο μικρούλης Μπούλης ξεκίνησε να τρώει παραπάνω φύκια στη διάρκεια της μέρας του,έτσι και εμείς πρέπει να τρώμε περισσότερες σαλατούλες και φρουτάκια!Στα πλαίσια της γυμναστικής του ρουτίνας ο Μπούλης,συνήθιζε να τυλίγει στην γυριστή του ουρίτσα μια πετρούλα,όλο και μεγαλύτερη κάθε φορά,και προσπαθούσε να κολυμπάει με αυτήν μαζί. Πόσο δύσκολο ήτανε άραγε αυτό που έκανε και πόση επιμονή χρειαζότανε για να το καταφέρνει;Αυτό βεβαια,δεν ελάττωσε τα σχόλια αυτών των μικρών ιππόκαμπων που περιγελούσαν τον μικρούλη Μπούλη... Επιπλέον,ξεκίνησε να διαβάζει και να μελετάει και μόνος του τις ιστορίες που τον ενδιέφεραν,έτσι ώστε από την ανάγνωση βελτιώθηκε και η ομιλία του,η οποία πλέον ήτανε πιο καθαρή και γρήγορη.Δυστυχώς όλα αυτά δεν έφταναν ώστε να τον δεχτούν τα υπόλοιπα ιπποκαμπάκια στην παρέα τους ακόμα,αλλά ούτε και να μειώσουν τα σχόλια που συνέχιζαν να κάνουν και να περιγελούν τον μικρό Μπούλη.Ίσως μάλιστα τώρα να έγιναν και πιο έντονα.Τώρα θα τους άκουγες να λένε «δείτε τον,δείτε τον!θέλει να μοιάσει στους μυθικούς ιππόκαμπους του θεού Ποσειδώνα!χα χα χα».Κάνοντάς μας να σκεφτούμε λίγο παραπάνω ότι ουσιαστικά δεν ήτανε ο Μπούλης που «έφταιγε» σε κάτι και τον περιγελούσαν,αλλά ήτανε ξεκάθαρα θέμα και επιλογή των υπόλοιπων ιππόκαμπων για δικούς τους λόγους που δεν μπορούμε να ξέρουμε αλλά και δεν θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει.Σημασία έχει οτι ο Μπούλης το μόνο που χρειαζότανε ήτανε η έμπνευση και να πιστέψει στον εαυτό του.Η προσήλωση στον στόχο είναι το επόμενο βήμα για να επιτύχουμε κάθε στόχο,ακόμα και αυτόν που αρχικά φαντάζει αδύνατος.Η μεταμόρφωση του μικρού Μπούλη δεν πέρασε απαρατήρητη στην αποικία του και είχε μεγάλη σημασία για τον ίδιο αλλά και είναι ένα σημαντικό παράδειγμα για όλους εμάς. ΜΕΡΟΣ 4Ο Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΙΓΜΗ Μια μέρα,ένα υπέροχο πρωινό,χωρίς καθόλου αέρα,ο Αριστοτέλης ήτανε να πάει με τον μπαμπά του και τη βαρκούλα

τους για ψάρεμα.Ο μικρός Αριστοτέλης είχε ήδη πάρει μαζί του τη μάσκα του για να μπορέσει να παρακολουθήσει όσο καλύτερα γινότανε τους αγαπημένους του ιππόκαμπους που ήξερε ότι ζούσαν εκεί.Ένα τηλεφώνημα που δέχτηκε ο πατέρας του,άλλαξε τα σχέδια και η βόλτα τους αναβλήθηκε γιατί ο μπαμπάς έπρεπε να φύγει από το σπίτι σε μία άλλη δουλειά.Ο Αριστοτέλης ανυπομονούσε τόσο πολύ που έκανε κάτι που απαγορευότανε.Πήρε τη βαρκούλα του μπαμπά του να πάει μόνος του να δει τους ιππόκαμπους από κοντά. Όντως τους εντόπισε σχεδόν αμέσως και έσκυψε από το πλάι της βάρκας με τη μάσκα του στο νερό.Γνωρίζατε οτι οι ιππόκαμποι έχουν την ικανότητα να αλλάζουν χρώματα;Βεβαίως και μπορούν!όπως ακριβώς και οι χαμαιλέοντες!Απορροφημένος λοιπόν ο Αριστοτέλης από την παρατήρηση και τα τόσο υπέροχα χρώματα που έβλεπε,έπεσε στο νερό.Προσπαθούσε να ανέβει ξανά πάνω στη βαρκούλα,αλλά μην ξέροντας καλό κολύμπι,δεν τα κατάφερνε και κινδύνευε.Οι ιππόκαμποι θορυβήθηκαν με όλον αυτόν τον παφλασμό του νερού και μαζεύτηκαν να παρακολουθήσουν τί γινότανε. Όλα τα ιπποκαμπάκια μικρά και μεγάλα,έβλεπαν τον μικρό Αριστοτέλη να προσπαθεί να ανέβει ξανά στη βαρκούλα, αλλά κανένα δεν σκέφτηκε να βοηθήσει.Πώς άλλωστε θα μπορούσαν να βοηθήσουν τόσο μικρά πλασματάκια ένα ολόκληρο παιδάκι;Ήτανε πραγματικά αδύνατον... Ο Μπούλης ο ιπποκαμπούλης όμως δε δίστασε στιγμή,δεν το σκέφτηκε καθόλου.Έσπευσε και έκοψε ένα μακρύ φύκι και ανέβηκε στην επιφάνεια της θάλασσας,τόσο γρήγορα, όσο κανένας άλλος ιππόκαμπος δεν μπορούσε να κολυμπήσει. Τύλιξε το φύκι στη μέση του Αριστοτέλη και κρατώντας το από την άκρη του με τη γυριστή ουρίτσα του,όπως συνήθιζε να κάνει τελευταία με τις πετρούλες στη γυμναστική του,προσπάθησε να τραβήξει το μικρό παιδάκι προς την αμμουδιά.Το εγχείρημα ήτανε αρκετά δύσκολο έως αδύνατον ακόμα και εάν μέσα στο νερό το βάρος μειώνεται.Ακόμα και έτσι όμως ο Μπούλης δυσκολευότανε... Ξαφνικά,στην ήρεμη αυτή απάνεμη μέρα,φύσηξε άνεμος δυνατός,σηκώθηκε ένα κύμα μεγάλο και στην κορυφή του πλέον μπορούσες να διακρίνεις τον Μπούλη να τραβάει τον Αριστοτέλη,όπως ακριβώς οι μυθικοί ιππόκαμποι

68

69


το άρμα του Ποσειδώνα. Μία τέλεια αναπαράσταση,η οποία εντυπωσίασε όλους τους ιππόκαμπους που παρακολουθούσαν ακόμα με αγωνία.Ο Μπούλης ένιωσε οτι κατάφερε αυτό που προσπαθούσε τόσο καιρό.Για μια στιγμή ένιωσε και ο ίδιος του να γίνεται σαν εκείνους τους μυθικούς ιππόκαμπους που ήτανε ξακουστοί για την σβελτάδα και την δύναμή τους. Οι κόποι του είχαν ανταμειφθεί,ο στόχος είχε ως δια μαγείας επιτευχθεί,και ο Αριστοτέλης είχε σωθεί. Ο Αριστοτέλης με τον Μπούλη ξεβράστηκαν από το τεράστιο κύμα σε ένα βραχάκι.Εκεί στα ρηχά όπου πατούσε πλέον ο Αριστοτέλης δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει τον μικρό Μπούλη που του είχε σώσει τη ζωή.Από την αρχή είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τους ιππόκαμπους της περιοχής του,όμως τώρα ήτανε πλέον εκστασιασμένος.Συγκεκριμένα όμως με τον Μπούλη,ήτανε η μαγική αρχή για μία σχέση ζωής μοναδική.. Πίσω στο σπίτι του Αριστοτέλη,ο μπαμπάς του ήτανε τόσο ανακουφισμένος που ο μονάκριβός του γιός είχε φτάσει στο σπίτι σώος και αβλαβής,που δεν μπορούσε καν να τον μαλώσει,όμως φυσικά και δεν παρέλειψε να του απαγορεύσει να το ξανακάνει. Όταν δε,ο Αριστοτέλης του διηγήθηκε πώς κατάφερε τελικά να βγεί από την θάλασσα,ο μπαμπάς του αναφώνησε... «το ήξερα οτι μας προστατεύει ο Ποσειδώνας!» ΜΕΡΟΣ 5Ο ΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΖΩΗΣ Στα χρόνια που ακολούθησαν,ο Αριστοτέλης και ο Μπούλης είχανε μια πορεία παράλληλη.Ο ένας στην ξηρά και ο άλλος στην θάλασσα διέπρεψαν.Ο Αριστοτέλης έγινε δάσκαλος στο τοπικό σχολείο του χωριού,φροντίζοντας να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις του και όλα τα παιδιά να μάθουν να αγαπούν και να σέβονται τη θάλασσα και όλα τα πλάσματά της.Όσα και αν πέτυχε και ακόμα και αν μεγάλωσε ο Αριστοτέλης συνέχιζε να θαυμάζει τον γενναίο μικρό ιπποκαμπούλη του,που του έσωσε τη ζωή,περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.Ο Μπούλης επίσης βρήκε τη θέση που του άξιζε στην αποικία,αποκαταστάθηκε ο σεβασμός στο πρόσωπό του απ’όλους τους ιππόκαμπους και δίδασκε πλέον και εκείνος με τη σειρά του στο σχολείο των ιππόκαμπων, τα μικρότερα ιπποκαμπάκια να έχουν θάρρος,να πιστεύουν

70

στον εαυτό τους και να μην σταματούν να προσπαθούν. Επιπλέον φρόντιζε να προπονεί τα πιο αδύναμα και δεν άφηνε κανένα να αμελεί την γυμναστική του. Κάθε απόγευμα μετά το σχολείο ο Αριστοτέλης και ο Μπούλης συναντιόντουσαν στον ίδιο εκείνον βράχο που τους είχε ξεβράσει εκείνο το κύμα. Ο Μπούλης...το αλογάκι του Αριστοτέλη...ο καλύτερός του φίλος... ΕΠΙΛΟΓΟΣ Πώς έγινε όντως και σε εκέινη την εντελώς απάνεμη μέρα, φύσηξε άνεμος ξαφνικά και δημιουργήθηκε εκείνο το μεγάλο κύμα;Ήτανε στ’αλήθεια ο θεός Ποσειδώνας που βοήθησε και με την τρίαινά του δημιούργησε το μεγάλο κύμα,όπως είπε ο μπαμπάς του Αριστοτέλη;Ήτανε η φύση που θέλησε να συνδράμει από μόνη της σε αυτήν την γενναία προσπάθεια του Μπούλη;Κανένας δεν μπορεί να ξέρει στ’αλήθεια. Αυτό που μπορούμε να πούμε όμως με βεβαιότητα,είναι οτι η πίστη στον εαυτό μας και η προσπάθεια,πάντα επιβραβεύεται και πάντοτε η φύση,ο θεός ή κάτι μαγικό θα μας βοηθήσει να βγάλουμε σε πέρας ακόμα και τις πιο αδύνατες αποστολές ή στόχους μας.Συνεχίστε την προσπάθεια και με επιμονή θα καταφέρετε τα πάντα,όπως μας απέδειξε και ο Μπούλης!(ή μήπως καλύτερα να πούμε,ο σύγχρονος μυθικός ιππόκαμπος Μπούλης!) ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ Οι ιππόκαμποι της περιοχής του Στρατωνίου έχουν σκοπό να μείνουν στην περιοχή αυτήν για πολλά πολλά χρόνια ακόμα και θα σας περιμένουν εκεί να τους επισκεφτείτε. Το πάρκο των ιππόκαμπων θα σας ενημερώσει για όλα όσα θέλετε και πρέπει να γνωρίζετε για εκείνους και ίσως εάν το πιστέψετε πραγματικά και είστε τυχεροί,μπορεί όντως να συναντήσετε και τον μικρούλη Μπούλη!


Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης και οι φίλοι του Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης κολυμπούσε στη θάλασσα της Χαλκιδικής, τα λάτρευε εκείνα τα θαλασσινά νερά στο Στρατώνι γιατί δεν ήταν πολύ αλμυρά. Έτσι δηλαδή όπως ακριβώς τα προτιμούσε! Σήμερα δεν είχε όρεξη για παρέα και γι’ αυτό αποφάσισε να κρυφτεί μέσα στα πράσινα φύκια και να μη βλέπει κανένα. Η αλήθεια είναι πως υπήρχε λόγος! Ναι, πριν λίγο είχαν περάσει από κοντά του μια παρέα σαρδέλες. Κι ενώ ήταν έτοιμος να τις καλημερίσει εκείνες είχαν άλλες διαθέσεις! Άλλη τον κορόιδεψε, άλλη γέλασε μαζί του, άλλη έκανε πως τρόμαξε και είπε: “καλέ σα τέρας είσαι!”, άλλη σχολίασε: “μα πώς κολυμπάς έτσι, τόσο αδέξια!” και άλλη είπε: “καλέ αυτός δεν είναι ψάρι! Αποκλείεται!” Κι όμως ο Μπούλης όπως όλοι οι ιππόκαμποι ήταν κι αυτός ένα ψάρι. Πολλοί τον λέγανε και αλογάκι της θάλασσας μα αυτό δεν τον πείραζε καθόλου γιατί έμοιαζε με αλογάκι και ζούσε στη θάλασσα! Αυτό που τον στεναχωρούσε ήταν γιατί τον κορόιδευαν για το κολύμπι του. Το ήξερε ότι κολυμπά περίεργα, διαφορετικά από τ’ άλλα ψάρια. Δεν κολυμπούσε γρήγορα, κουραζόταν εύκολα και κάθε τόσο έψαχνε ένα στήριγμα να το αρπάξει με την ουρά του για να νοιώσει ασφάλεια! Αυτά σκεφτόταν και τα πειράγματα έφταναν συνεχώς στο μυαλό του. Έμεινε λοιπόν κρυμμένος μέσα στα φύκια κι άλλαξε το χρώμα του για να μοιάζει σαν κι αυτά. Η ώρα περνούσε και τώρα εκτός από τη στεναχώρια του άρχισε να πεινάει! Τον τελευταίο καιρό οι ιππόκαμποι της περιοχής δυσκολεύονταν να βρουν την τροφή τους, είχαν τα προβλήματά τους με τη ρύπανση, τα σκουπίδια, τους ψαράδες και με τη μείωση της τροφής του! Έτσι πεινασμένο και λυπημένο τον βρήκε τον ιππόκαμπο ο φίλος του, ο Πόδης το χταπόδι! -Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω καλέ φίλε του είπε μόλις

τον είδε! -Γειά σου Μπούλη, Ιπποκαμπούλη! Δεν σε βλέπω όμως στα κέφια σου! Τι έχεις; Τότε ο Μπούλης του είπε για την πρωινή του συνάντηση με τις σαρδέλες και τα πειράγματά τους! -Για τις σαρδέλες θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε αργότερα όμως για την πείνα σου κάτι σου έχω εδώ και τώρα! Για κοίτα! Έτσι είπε το χταπόδι και του έδειξε τα 8 καβουράκια που κρατούσε στα πλοκάμια του. Ένα σε κάθε πλοκάμι. Ήξερε πώς ήταν η αγαπημένη λιχουδιά του και γι’ αυτό φρόντιζε να του φέρνει κάθε τόσο αυτό το δωράκι! Ο Πόδης, το χταπόδι δεν ξεχνούσε ποτέ τη βοήθεια που του είχε προσφέρει κάποτε ο Μπούλης. Τον είχε βοηθήσει να ξεμπλέξει το πλοκάμι του από ένα σύρμα που περίσσευε ανάμεσα στα κοράλλια. Αυτό το θυμόταν συνεχώς, του χρωστούσε μεγάλη χάρη κι ένοιωθε ευγνωμοσύνη. Είχε αποφασίσει ότι θα τον βοηθούσε και θα τον υποστήριζε πάντα για το καλό που του είχε κάνει! Ο Μπούλης χάρηκε με τη συντροφιά του φίλου του, ξαλάφρωσε η ψυχή του. Απόλαυσε και τα καβουράκια και τώρα είδε τα πράγματα με άλλο μάτι! Όταν αποχαιρέτησε το χταπόδι ήξερε πώς ήταν έτοιμος να πάει να βρει τη σύντροφό του τη Μπέλα, για μια σπουδαία συνάντηση! Είχε η έρθει η ώρα που με τόση αγωνία περίμενε. Η σύντροφός του θα του μετέφερε τα αβγά της στη δική του την κοιλιά και σε λίγο θα μεγάλωνε η οικογένειά τους! Ο βιότοπός τους, το μέρος δηλαδή που ζούσανε έχει αρκετούς ιππόκαμπους και σε λίγο καιρό θα έχει περισσότερους! Γιατί ο Μπούλης θα γεννούσε τα μωρά τους. Ναι καλά ακούσατε από την κοιλίτσα του θα βγουν τα μωρά και θα αυξηθεί ο πληθυσμός της αποικίας τους στο Στρατώνι! Θα πήγαινε λοιπόν να βρει τη σύντροφό του για να του δώσει τ’ αβγουλάκια. Ήταν η σειρά του να τα βάλει σ’ ένα μέρος σαν τσέπη, εκεί στην κοιλιά του. Αυτός θα τα φρόντιζε από δω και πέρα μέχρι να έρθει η ώρα να γεννηθούν μέσα στο θαλασσινό νερό τα μωρά ιπποκαμπάκια. Μα πρώτα έπρεπε να μείνουν μέσα στην κοιλιά του για 2-4 βδομάδες! Έκλεινε τα μάτια του και σκεφτόταν αυτή τη μοναδική στιγμή. Με πόση

72

73

ΤΖΙΑΚΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ


χαρά και ενθουσιασμό περίμενε να φτάσει εκείνη η ευλογημένη στιγμή που θα ελευθερωθούν τα μωρά ιπποκαμπάκια του στο νερό της θάλασσας! Όταν έφτασε στη σύντροφό του, τη μαμά ιππόκαμπο εκείνη πρώτα τον πλησίασε κι αφού ενώσαν με τρυφερότητα τις ουρές τους χορέψαν με χάρη! Ο Μπούλης γέμισε το σάκο που θα έβαζε σε λίγο τα αβγά με θαλασσινό νερό και στριφογύριζε, πιανότανε από τα κοράλλια, άλλαζε χρώματα και έκανε ότι μπορούσε για να ευχαριστήσει την Μπέλα. Ύστερα άδειασε το σάκο του από το νερό και εκείνη με φροντίδα και προσοχή τοποθέτησε στην κοιλιά του τα αβγά. -Να τα προσέχεις και να προσέχεις τον εαυτό σου! Θα περιμένω με αγωνία τη στιγμή της γέννησης! Θα έρθω ξανά σύντομα να σε δω! του είπε η Μπέλα. -Μείνε ήσυχη αγαπημένη μου! της απάντησε καθώς εκείνη απομακρύνθηκε. Είχε διάθεση να κάνει μια μεγάλη βολτά στο ναυάγιο που ήταν στο βυθό. Είχε καιρό να απολαύσει τη βόλτα της μόνη της. Παρατηρούσε με περιέργεια τους δύο δύτες που την πλησίαζαν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε αυτά τα πλάσματα στην περιοχή τους. Ήξερε να τους ξεχωρίζει από τους ψαράδες. Τους δύτες δεν τους φοβόταν καθόλου γιατί δεν κινδύνευε απ΄ αυτούς. Όσο κοντά κι αν έφταναν μόνο την κοιτούσαν χωρίς να την ενοχλούν ή να την απειλούν! Μα όπως είχε υποσχεθεί, τις επόμενες μέρες περνούσε από τον Μπούλη, λέγανε τα νέα τους και χόρευαν πάλι για λίγα λεπτά μαζί! Αυτό βοηθούσε και τους δυο να νιώσουν οικογένεια, τους έδινε δύναμη και χαρά! Ο Μπούλης τώρα ήταν πολύ προσεχτικός. Φρόντιζε να μην απομακρύνεται, προτιμούσε να μένει κοντά με άλλους ιππόκαμπους της περιοχής του. Είχε την ευκαιρία να συναντάει τους φίλους του και να κάνουν παρέα. Μια μέρα συνάντησε ένα φίλο του από τα παλιά και χάρηκε πολύ. -Γειά σου Μπούλη, καιρό έχω να σε δω, πού χαθηκες; Για πες μου τα νέα σου. -Τα νέα μου είναι ευχάριστα, περιμένω γεννητούρια! Σε λίγες μέρες θα γίνουμε περισσότεροι!είπε και κοίταξε τρυφερά τη φουσκωμένη κοιλιά του. -Αυτά είναι ευχάριστα και σημαντικά νέα του απάντησε

ο φίλος του. Να ξέρεις πώς τον τελευταίο καιρό λιγοστεύουμε, λίγο οι ψαράδες, λίγο οι καταστροφές του τόπου μας, λίγο που δε βρίσκομε φαγητό, άσε... κινδυνεύουμε ν’ αφανιστούμες σου λέω! -Ναι το ξέρω, μα μην απελπίζεσαι. Εμείς λιγοστεύουμε αλλά κάποιοι έχουν ξεκινήσει αγώνα για να μας βοηθήσουν. Δεν ξέρω γιατί μα υπάρχουν άνθρωποι που μας βρίσκουν χαριτωμένους και προσπαθούν πολύ για τη δική μας επιβίωση. -Μα βέβαια Μπούλη μου, είμαστε ξεχωριστοί, πανέμορφοι! Στολιδάκια της Μεσογείου είμαστε! -Έτσι λες εσύ αλλά οι σαρδέλες όταν με συναντάνε όλο με κοροϊδεύουν και λένε πώς μοιάζω με τέρας! -Μπορεί να μας ζηλεύουν και γι’ αυτό σου λένε αυτά τα λόγια! Εσύ ν’ αγαπάς τον εαυτό σου και να προσέχεις, σε χρειαζόμαστε! Τώρα σε χαιρετώ, με το καλό να έρθουν στη θάλασσά μας τα μωράκια σου! Αυτά είπε ο παλιός του φίλος κι άρχισε να κολυμπά πλάι πλάι και ν’ απομακρύνετε! Ο Μπούλης κάθε μέρα έκανε μια μικρή βόλτα να ξεμουδιάσει και να ψάξει την τροφή του. Αυτό τον καιρό δεν ήθελε να πηγαίνει μακριά, ένοιωθε την κοιλιά του να μεγαλώνει και να βαραίνει! Έμενε στον ύφαλο σχεδόν ακίνητος και περίμενε. Περίμενε να περάσει από κει κάποιο ζωάκι, μικρό ψαράκι ή κάποιο οστρακόδερμο και τότε άνοιγε το στόμα του και το έκανε μια χαψιά. Έτρωγε από λίγο και πολλές φορές γιατί δεν είχε αρκετό χώρο στο σώμα του για ν΄αποθηκεύει φαγητό. Η όρεξη του ήταν μεγάλη, έψαχνε συνεχώς κάτι να μασουλήσει. Κι όταν κουραζόταν γράπωνε με την ουρά του ένα κοράλλι ή ένα φύκι. Κόντευε να πάρει έναν υπνάκο έτσι όπως έστεκε ακίνητος όταν ξαφνικά άκουσε ένα δυνατό “άουτς!” Αυτό το πονεμένο άουτς ήταν από ένα αστερία στο βυθό που ήταν κρυμμένος μέσα στα φύκια! -Πρόσεχε ιππόκαμπε! -Τι έγινε αστερία, σε πάτησα, συγνώμη, συγνώμη, χίλια συγνώμη! Δεν σε είδα καθόλου, μα πόσο καλά ξέρεις και κρύβεσαι, τέλειο το καμουφλάζ σου! -1,2,3,4... 1,2,3,4 μετρούσε και ξαναμετρούσε ο Αστέρης, ο αστερίας! Βλέπεις 4 βραχίονες μου έμειναν, έπρεπε να έχω

74

75


5! -Ναι αυτό το ξέρω κι εγώ, οι περισσότεροι αστερίες έχετε 5 βραχίονες. Μα τι θες να πεις ότι σε πάτησα; σε χτύπησα; σου έκοψα τον ένα σου βραχίονα; ρώτησε όλο αγωνία ο ιππόκαμπος. -Όχι, όχι..δε μου φταις εσύ. Χτύπησα σε ένα κομμάτι σίδερο. Από τα σκουπίδια που πετάνε οι άνθρωποι στη θάλασσα ή που τα παίρνει ο άνεμος και στο τέλος καταλήγουν στο βυθό μας! Ήταν κοφτερό και σκουριασμένο και μου έκανε τη ζημιά. Και τώρα να.. 1,2,3,4 αντί για 5! -Σου εύχομαι να μη σε συναντήσει η σαρδέλλα με την παρέα της, ευκαιρία θα βρει να σε κοροϊδέψει που σου λείπει ο ένας σου βραχίονας. -Η σαρδέλα καλά θα κάνει να κοιτάει τη δουλειά της! Κι εγώ με λίγη υπομονή θα τα καταφέρω. Σε λίγο καιρό θα βγει ξανά το κομμάτι που μου λείπει! Εμείς οι αστερίες έχουμε τα κόλπα μας! Ο αστερίας συνέχισε να μετρά 1,2,3,4 ... και για καλή της του τύχη δε βρέθηκε στο δρόμο της σαρδέλας! Και για κακή τύχη του Μπούλη νάτη πάλι μπροστά του! Εκείνος επέστρεφε από τη βόλτα του και μόλις την είδε με την παρέα της σκέφτηκε “ωχ, όχι πάλι, δεν αντέχω τις κοροϊδίες τους, τα σχόλια τους για την εμφάνισή μου, για τον τρόπο που κολυμπάω! Μα πότε επιτέλους θα με αφήσουν στην ησυχία μου;” Δεν πρόλαβε να χωθεί μέσα στα φύκια, να κρυφτεί και να γλιτώσει. Η σαρδέλα ξεκίνησε να γελά, και να κοροϊδεύει τον καημένο τον Μπούλη. Τώρα είχε βρει και μια ακόμα αφορμή, τη φουσκωμένη του κοιλιά. Δεν ήταν συνηθισμένο στ’ άλλα ψάρια οι μπαμπάδες να γεννάνε τα μωρά. -Ω να το τέρας... -Καλέ πώς πας έτσι, ούτε να κολυμπάς δεν ξέρεις.... και τη μεγάλη κοιλιά που έχεις χα,χα! -Μπούλης-μπαλονούλης! Χα,χα και χου χου ακούστηκε από όλες τις σαρδέλες σα χορωδία! Ο Μπούλης κοκκίνησε, ντράπηκε, δεν ήθελε να τις ακούει άλλο πια. Δεν πείραξε ποτέ τις σαρδέλες γιατί τον τυρρανούσαν έτσι; Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Ετοιμάστηκε να χωθεί μέσα στα φύκια να μην τον βλέπουν και να μην βλέπει κανένα.

Ο τόπος εκεί είχε πολλά πράσινα μακριά φύκια, έμοιαζε σαν ένα μεγάλο πράσινο λιβάδι! Ό,τι ακριβώς του χρειαζόταν αυτή τη στιγμή! Μα την ώρα που προσπαθούσε να τρυπώσει μέσα στα πυκνά φύκια εμφανίστηκε μπροστά του ο Πόδης το χταπόδι! -Τι συμβαίνει πάλι εδώ; δε σε βλέπω στα κέφια σου του είπε. -Τίποτα, τίποτα... να μια βόλτα κάνω απάντησε εκείνος που ντρεπόταν να παραδεχτεί ότι είχε πάλι προβλήματα. Όμως ο Πόδης είχε ακούσει όλα αυτά που είχαν πει οι σαρδέλες και ήταν αποφασισμένος να βάλει ένα τέλος! Έφυγε βιαστικός και θυμωμένος! Μα σε λίγο επέστρεψε με παρέα. Έφερε τους φίλους του τα χταπόδια κι όλα μαζί άπλωσαν τα πλοκάμια τους και περικύκλωσαν τις σαρδέλες! -Για ακούστε καλά, ο ιππόκαμπος ο Μπούλης είναι φίλος μου! Όλοι οι ιππόκαμποι της αποικίας είναι ψάρια σαν κι εσάς και σταματήσετε να τους κοροϊδεύετε! Θα ζητήσετε συγνώμη και θα μιλήσετε και στ’ άλλα ψάρια της περιοχής, να τελειώνει αυτή η συμπεριφορά σας! Φτάνει πια! Η αλήθεια είναι πώς οι σαρδέλλες έτσι που ήταν περικυκλωμένες φοβήθηκαν γιατί τα χταπόδια δεν ήταν ντροπαλά σαν τους ιππόκαμπους. Υποσχέθηκαν πως θ’ αλλάξουν τρόπους και θα φέρονται με ευγένεια και σεβασμό στους ιππόκαμπους. Ο Μπούλης ξετρύπωσε από τα φύκια κι ευχαρίστησε τα χταπόδια για την υποστήριξη. Του φάνηκε πως πήρε θάρρος και κολύμπησε θαρετά λίγο πιο πέρα. Από μακριά όμως είδε τη χελώνα και τότε έδωσε μια, έστριψε απότομα κι άλλαξε κατεύθυνση! Η χελώνα αυτή ήταν η Καρμέλα, μια σοφή θαλάσσια χελώνα που τα είχε τα χρονάκια της! Γύρω της ήταν τρεις ακόμα μικρότερες σε ηλικία και τις συμβούλευε πώς ν’ αποφεύγουν τις πλαστικές σακούλες και να μην τις μπερδεύουν με την τροφή τους, τις μέδουσες. Τους διηγιόταν το δικό της πάθημα όταν ήταν νεότερη που είχε καταπιεί πλαστικές σακούλες νομίζοντας πως τρώγονται. Τότε τα κατάφερε να γλιτώσει τη ζωή της με τη βοήθεια κάποιων ανθρώπων που την περιέθαλψαν και μετά ευτυχώς την επέστρεψαν ξανά στη θάλασσα. Δεν μπορούσε να ξεχάσει ποτέ

76

77


την τρομάρα της και από τότε αποφάσισε να αφιερώσει χρόνο για να ενημερώνει τις υπόλοιπες χελώνες έτσι ώστε να μη βρεθούν ποτέ σ’ αυτή τη δύσκολη θέση! Όλοι ήξεραν ότι η Καρμέλα ήταν πολύ καλή, ευγενική και τρυφερή... όμως η θάλασσα έχει τους δικούς της κανόνες και οι ιππόκαμποι είναι για τη χελώνα ένας νόστιμος μεζές, ο ένας τρώει τον άλλον, οι μεγάλοι τους μικρούς και οι μικροί τους μικρότερους. Γι’ αυτό ο Μπούλης φρόντισε να φύγει μακριά της, δεν υπήρχε λόγος να βάλει τη ζωή του σε κίνδυνο! Ήξερε τους κινδύνους και τους εχθρούς του. Πόσες φορές δεν τον είχαν προσκαλέσει τα χελιδονόψαρα να πάει μαζί τους στην επιφένεια της θάλασσας να δει τον κόσμο έξω απ’ το νερό! Μα όχι δε δέχτηκε ποτέ, δεν είχε καμιά όρεξη να τον τσιμπολογήσει κάποιο θαλασσοπούλι! Με τις μικρές βόλτες και με την αναζήτηση της τροφής του πέρασαν λίγες μέρες ακόμα. Ένα πρωί ο Μπούλης δεν είχε όρεξη για βόλτα, έμεινε κοντά στη σύντροφό του και της εκμυστηρεύτηκε πώς ήρθε η ώρα! -Υπέροχα! Θαύμα! αναφώνησε εκείνη. Αυτή τη στιγμή του τοκετού ήθελε να τη μοιραστεί με τη Μπέλα μα και τον καλό του φίλο. Έστειλαν να ειδοποιήσουν τον Πόδη. Αυτός έφτασε γρήγορα κοντά τους. Κι όχι μόνο αυτός...ήρθαν κι άλλοι για να θαυμάσουν το θαύμα της ζωής.. ψαράκια, αχινοί, αστερίες, καλαμάρια! Και ναι ήρθαν και οι σαρδέλες που τώρα είχαν γίνει φίλοι κι είχαν μετανοιώσει για τη συμπεριφορά που είχαν παλιότερα. Όλοι κοιτούσαν με αγωνία την τεντωμένη κοιλιά του Μπούλη. Πράγματι έμοιαζε με φουσκωμένο μπαλόνι! Αφού έκανε ένα τελευταίο χορό με τη σύντροφό του πιάστηκε με την ουρά του γερά από ένα κοράλλι. Και τότε .. σαν κάποιος να πήρε ένα κοφτερό μαχαίρι και ν’ άνοιξε μια σχισμή άρχισαν να πετάγονται από μέσα τα μωρά! Ένα ένα, δυο δυο έσπρωχναν κι έβγαιναν στο θαλασσινό νερό! Όλοι κρατούσαν την ανάσα τους! Απελευθερώνονταν παρέες παρέες καθώς ο μπαμπάς ιππόκαμπος έσπρωχνε με δύναμη! Μα πόσα να ήταν;.... δεκάδες! εκατοντάδες! Κι όταν πια ο Μπούλης κουράστηκε από την προσπάθεια σταμάτησε. Είχε ακόμα μωρά στην κοιλιά του. Θα συνέχιζε

78

την επόμενη μέρα γιατί ο σάκος του ξεφούσκωσε μα δεν άδειασε εντελώς. Χρειάστηκαν δύο μέρες ακόμα για να ολοκληρωθεί ο τοκετός του μπαμπά Μπούλη! Όλοι ήταν χαρούμενοι και ήρθαν να ευχηθούν στα μωρά καλή τύχη γιατί το ήξεραν ότι ο αγώνας γα την επιβίωση τους ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση! Ο Μπούλης μπορεί να γεννούσε χιλιάδες ιπποκαμπάκια μέσα σε μια χρονιά μα δε θα κατάφερναν να μεγαλώσουν όλα! Ο βυθός κρύβει κινδύνους και από τα χίλια μωρά μόνο λίγα θα γίνονταν ενήλικα και θα μπορούσαν κι εκείνα με τη σειρά τους να γεννήσουν! Οι γονείς τους τα έφεραν στη ζωή, μέσα σε κατάλληλα νερά, σε μια περιοχή που έμοιαζε να γίνεται όλο και πιο φιλική για τους ιππόκαμπους και τ’ άλλα πλάσματα της θάλασσας. Ο Μπούλης και η Μπέλα ήταν πολύ χαρούμενοι και περήφανοι. Καμάρωναν τα μικρά τους που απομακρύνονταν και κολυμπούσαν με το δικό τους ιδιαίτερο τρόπο. Τους ευχήθηκαν καλή τύχη στο μεγάλο θαλάσσιο σπίτι τους, στο Στρατώνι της Χαλκιδικής.


Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης Περιπέτειες στον βυθό της θάλασσας ΤΣΑΛΚΙΤΖΗ ΔΗΜΗΤΡΑ Στον βυθό της γαλάζιας θάλασσας του όμορφου Στρατωνίου της Χαλκιδικής όπου τα νερά λαμπύριζαν με χίλιες αποχρώσεις του μπλε, ζούσε ένας θαρραλέος ιππόκαμπος εν ονόματι Μπούλης. Ένα κυριακάτικο απόγευμα ο Μπούλης έπαιζε με τους φίλους του κρυφτό. Ψάχνοντας για την καλύτερη κρυψώνα, είπε στον φίλο του τον Σαρδέλα. - Έχω μια ιδέα! Πάμε να βρούμε μια κρυψώνα που δεν θα μας βρει ποτέ κανένας! - Τέλεια ιδέα! Ξέρω κάτι βράχια μέσα στον βυθό που δεν θα μας βρούνε ποτέ! Είπε ο Σαρδέλας. Οι δυο θαλάσσιοι φίλοι ξεκίνησαν την πορεία τους για την πιο καλά κρυμμένη κρυψώνα στη θάλασσα του Στρατωνίου. Περίμενέ με! Μην τρέχεις τόσο γρήγορα! Φώναξε ο Μπούλης στον φίλο του τον Σαρδέλα, γιατί ως γνωστόν οι ιππόκαμποι δεν είμαστε και πολύ γρήγοροι κολυμβητές! Έλα, σχεδόν φτάσαμε! Είπε ο Σαρδέλας. Μα λίγο πριν φτάσουν στα βράχια κάτι απέσπασε την προσοχή του Μπούλη. Σταμάτησε το κολύμπι και κοίταξε μπροστά με ανοιχτό το στόμα. Σαρδέλα! Δες! Τι είναι αυτό; Ποιο Μπούλη; Ρώτησε ο Σαρδέλας. Αυτό το φως που φαίνεται πέρα, εκεί πάνω. Τι λάμψη είναι αυτή; Δεν έχω ιδέα Μπούλη.

80

Πάμε να δούμε, είπε ο Μπούλης. Όχι, μπορεί να είναι επικίνδυνο! Είπε απότομα ο Σαρδέλας. Ή μπορεί να είναι κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον! Έλα Σαρδέλα! Πάμε. Φφφφ….. κάτι που λέει ότι αυτό δεν θα μας βγει σε καλό… Καλά Μπούλη, πάμε αλλά μην αργήσουμε, είπε ο Σαρδέλας. Ο Μπούλης ξέχασε το κρυφτό για τα καλά. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να μάθει τι ήταν αυτό το εντυπωσιακό φως που έβλεπε από μακριά και ήταν αποφασισμένος να το ανακαλύψει. Οι δυο φίλοι, λοιπόν, ξεκίνησαν το κολύμπι μέσα στον βυθό της θάλασσας με κατεύθυνση εκείνο το λαμπερό φως. Έτσι όπως κολυμπούσαν, όμως, άκουσαν ξαφνικά από μακριά: «Βοήθεια, βοήθεια!». Μα τι γίνεται; Ποιος φωνάζει «βοήθεια»; Απόρησε ο Σαρδέλας. Δεν ξέρω. Πάμε να δούμε, απάντησε ο Μπούλης. Κατευθύνθηκαν αμέσως προς το μέρος που άκουγαν τις φωνές. Πλησιάζουν και τι να δούνε! Ένα κοπάδι γαύρων εγκλωβισμένο μέσα σε δίχτυα ψαράδων. Βοηθήστε μας, φώναζαν οι γαύροι απελπισμένοι. Τι θα κάνουμε Μπούλη; Ρώτησε ο Σαρδέλας. Μα το συζητάς; Φυσικά και θα τους βοηθήσουμε! Απάντησε ο Μπούλης. Μα πώς; Απόρησε ο Σαρδέλας. Χμμμμ…. Αυτό ακόμη δεν το ξέρω… Αχά! Το βρήκα! Κοίτα Σαρδέλα, σε εκείνο το σημείο το δίχτυ είναι φθαρμένο. Πάμε να το κόψουμε.. να το τραβήξουμε… εσύ με τα πτερύγιά σου ή με τα δόντια σου…κι εγώ, επειδή δεν έχω δόντια, με την ουρά μου… να προσπαθήσουμε κάπως τελοσπάντων να το σκίσουμε! Τέλεια ιδέα Μπούλη! Φύγαμε! Απάντησε ο Σαρδέλας. Οι δυο φίλοι γρήγορα πλησίασαν το δίχτυ και άρχισαν να προσπαθούν να το σκίσουν. Οι γαύροι παρακολουθούσαν με αγωνία τους δυο φίλους μέσα από τα δίχτυα. Τραβούσε ο Μπούλης από την μια και ο Σαρδέλας από την άλλη.

81


Λίγο με τα πτερύγια, λίγο με την ουρά, λίγο από εδώ, λίγο από εκεί, τελικά τα κατάφεραν! Έσκισαν το δίχτυ σε εκείνο το σημείο, το τράβηξαν και άνοιξαν μια τρύπα τόση ώστε να χωράνε να περάσουν οι μικροκαμωμένοι γαύροι. Ένα ορμητικό κύμα γαύρων ξετρύπωσε με σβελτάδα. Ευτυχώς πρόλαβαν και σώθηκαν όλοι οι γαύροι από τα δίχτυα του ψαρά πριν τα τραβήξει πάνω στη βάρκα του. Οι γαύροι πανηγύριζαν και ευχαρίστησαν θερμά τους δυο φίλους. Ευχαριστούμε πάρα πολύ! Αν δεν ήσασταν εσείς σε λίγες ώρες θα καταλήγαμε αλευρωμένοι σε κάνα τηγάνι γεμάτο με λάδι, είπαν κάποιοι γαύροι. Δεν κάνει τίποτα ψαρόφιλοι, είπε ο Μπούλης. Μήπως όμως κατά τύχη ξέρετε τι είναι εκείνη εκεί η λάμψη και πώς μπορούμε να πάμε ως εκεί; Ρώτησε δίχως να χάσει ευκαιρία ο Σαρδέλας. Οι γαύροι έγνεψαν αρνητικά τα κεφάλια τους. Δυστυχώς δεν ήξεραν τίποτα για αυτήν την λάμψη. Τους ευχήθηκαν καλή τύχη στην περιπέτειά τους και χάθηκαν κολυμπώντας γοργά μέσα στον βυθό. Δεν πειράζει Σαρδέλα. Εμείς δεν τα παρατάμε. Θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας μέχρι να ανακαλύψουμε τι είναι αυτή η λάμψη. Τι να είναι άραγε; Αναρωτήθηκε ο Μπούλης. Δεν έχω ιδέα Μπούλη. Λες να είναι κάποιος θησαυρός; Λες να είναι κάποιο επικίνδυνο πλάσμα της θάλασσας; Λες να είναι κάτι που κάνεις ποτέ δεν έχει δει; Οι δυο φίλοι κολυμπούσαν αμέριμνοι με κατεύθυνση το λαμπερό φως. Ταυτόχρονα συζητούσαν για το κακό που είχε βρει τους γαύρους και πως πάλι καλά βρέθηκαν αυτοί εκεί την κατάλληλη στιγμή.

των ψαράδων Σαρδέλα, αποκρίθηκε ο Μπούλης. Ξαφνικά, έτσι όπως κολυμπούσαν, είδαν κάτι μπροστά τους να κουνιέται πολύ γρήγορα πέρα δώθε. Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Σαρδέλας. Δεν ξέρω, μήπως είναι κάποιος που χορεύει; Πάμε πιο κοντά να δούμε, απάντησε ο Μπούλης. Πλησίασαν τότε αυτό το πράγμα που κουνιόταν πολύ γρήγορα δεξιά και αριστερά. Αυτό μοιάζει με…. ψάρι, είπε ο Σαρδέλας διστακτικά. Και μάλιστα μοιάζει με….. κολιό, συμπλήρωσε ο Μπούλης απορημένος. Μα… είπαν και οι δυο φίλοι ταυτόχρονα καθώς πλησίαζαν, τι είναι αυτό; Τι έχει; Οι δυο φίλοι πλησίασαν ακόμη περισσότερο αυτό το περίεργο πλάσμα φοβισμένοι, προσπαθώντας να καταλάβουν τι στο καλό είναι. Κάτι έχει στο κεφάλι του, είπε ο Σαρδέλας. Ναι, τι να είναι; Είναι διάφανο, έχει μια μεγάλη τρύπα που χωράει μέσα το κεφάλι του και ο κολιός… Ββββββ….βο… προσπαθούσε να πει ο κολιός μόλις τους είδε. Βοήθεια! Ζητάει βοήθεια! Φώναξαν οι φίλοι. Πάμε Σαρδέλα, ο κολιός φαίνεται πως είναι σε κίνδυνο! Είπε ο Μπούλης.

Δεν μπορώ καν να σκέφτομαι τι θα είχε συμβεί στους κακόμοιρους γαύρους εάν φτάναμε λίγο αργότερα, είπε ο Σαρδέλας. Ένα ολόκληρο κοπάδι γαύρων θα είχε εξαφανιστεί Σαρδέλα! Ένα ολόκληρο κοπάδι! Ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Θυμήσου να πούμε στους φίλους μας να προσέχουν τα δίχτυα

Πράγματι, ο κολιός βρισκόταν σε κίνδυνο. Δεν χόρευε όπως νόμιζαν οι δυο φίλοι στην αρχή όταν τον είδαν από μακριά. Προσπαθούσε να ξεφύγει. Να ξεφύγει από μια διάφανη σακούλα που βρέθηκε μπροστά του καθώς κολυμπούσε και χωρίς να το καταλάβει σφηνώθηκε στο κεφάλι του και δεν μπορούσε να την βγάλει. Γυρνούσε απότομα από εδώ κι από εκεί αλλά δεν μπορούσε να τα καταφέρει. Οι δυο φίλοι κοιτάχθηκαν, κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια τους και αστραπιαία όρμησαν να βοηθήσουν. Ο Μπούλης άρπαξε σφιχτά με το κάτω μέρος

82

83


του σώματός του τη σακούλα και άρχισε να την τραβάει δυνατά. Ο Σαρδέλας έπιασε με τα πτερύγιά του τον κολιό και τον τραβούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Λίγο από εδώ, λίγο από ‘κει. Ο κολιός είχε κουραστεί αλλά με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει προσπαθούσε να απελευθερωθεί. Οι δυο φίλοι αγκομαχούσαν αλλά δεν το έβαζαν κάτω. Μετά από αρκετή ώρα προσπάθειας τελικά τα κατάφεραν! Σας ευχαριστώ πολύ παιδιά! Είπε ο κολιός μόλις συνήλθε. Νόμιζα πως δεν θα έβγαινε ποτέ από πάνω μου αυτή η σακούλα! Τι είναι; Σακούλα; Τι είναι αυτό; Πώς βρέθηκε εδώ; Ρώτησε ο Σαρδέλας. Σακούλα. Την χρησιμοποιούν οι άνθρωποι. Είστε μικροί ακόμη και δεν γνωρίζετε για τους κινδύνους της θάλασσας, είπε ο κολιός. Και γιατί είναι μέσα στη θάλασσα η σακούλα αφού την χρησιμοποιούν οι άνθρωποι; Ρώτησε ο Μπούλης. Γιατί την πέταξαν οι άνθρωποι! Αποκρίθηκε ο κολιός νευριασμένος. Έτσι κάνουν! Ό, τι δεν το χρειάζονται το πετάνε στη θάλασσα! Λες και η θάλασσα είναι σκουπιδότοπος! Δεν σκέφτονται πως με αυτόν τον τρόπο την βρωμίζουν! Δεν σκέφτονται πως με τα σκουπίδια που πετάνε μας δημιουργούν άπειρα προβλήματα! Είπε ο κολιός γεμάτος ένταση. Έπειτα αναστέναξε και συνέχισε: Αχ…Πόσο εύχομαι να είχα ανθρώπινη φωνή, να μπορούσα να βγω έξω από τη θάλασσα και να πάω να πω σε όλους τους ανθρώπους τι κακό μας κάνουν τα σκουπίδια που πετάνε στη θάλασσα κάθε μέρα… ίσως έτσι καταλάβαιναν και σταματούσαν να το κάνουν…πού θα πάει… θα έρθει αυτή η στιγμή. Κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο, έτσι λέμε εμείς οι κολιοί. Οι δυο φίλοι άκουγαν με πολλή προσοχή τον κολιό. Πρώτη φορά άκουγαν για αυτά τα πράγματα.

Δεν κάνει τίποτα, είπε ο Σαρδέλας. Κολιέ, πριν φύγεις να σε ρωτήσουμε κάτι; Ξέρεις τι είναι αυτό εκεί; Είπε ο Μπούλης δείχνοντας εκείνη τη λάμψη που έβλεπε να φέγγει από μακριά. Χμμμ… δεν ξέρω παιδιά αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος πως οι άνθρωποι έχουν βάλει το χεράκι τους και γι΄ αυτό! Ό, τι και να είναι να προσέχετε, είπε ο κολιός καθώς απομακρυνόταν. Θυμήσου Σαρδέλα να πούμε σε όλους τους φίλους μας για αυτές τις… πώς τις είπε; Τις σακούλες! Είπε ο Μπούλης. Πρέπει όλοι μας να είμαστε ενημερωμένοι. Οι δυο φίλοι συνέχισαν σκεπτικοί τη διαδρομή τους προς το φως στο οποίο φαινόταν σιγά σιγά να πλησιάζουν. Καθώς κολυμπούσαν έλεγαν φανταστικές, δικές τους ιστορίες για αυτές τις σακούλες που έμαθαν. Ξαφνικά, έτσι όπως συζητούσαν, ο Μπούλης είδε κάτι πίσω από κάποια βράχια να κουνιέται. Έμοιαζε με ουρά ψαριού. Μια μικρούλα ασημένια ουρά ψαριού. Κοίτα εκεί Σαρδέλα, ένα ψάρι φαίνεται πως είναι εκεί πίσω. Φαίνεται μάλιστα μικρούλι, είπε ο Μπούλης. Ναι, και; Πού είναι το περίεργο; Πάντου ψάρια έχει μέσα στη θάλασσα Μπούλη. Απάντησε ο Σαρδέλας. Κάτι όμως δεν άρεσε στον Μπούλη σε αυτό που είδε. Πλησίασε τα βράχια και τότε άκουσε κλάματα και βογγητά. Το ψαράκι ήταν χωμένο μέσα στα βράχια και φαινόταν μόνο η ουρίτσα του που προεξείχε. Οι δυο φίλοι κοιτάχτηκαν απορημένοι. Ο Μπούλης, τότε, πήρε την απόφαση να μάθει τι συμβαίνει. -

Γεια, είπε διστακτικά στο ψαράκι, έγινε κάτι;

Το ψαράκι δεν απάντησε. Συνέχισε να κλαίει.

Λοιπόν, παιδιά, είπε ο κολιός, πρέπει να φύγω. «Παλεύω» πολλή ώρα με αυτή τη σακούλα και λείπω πολλές ώρες από το σπίτι. Η οικογένειά μου θα ανησυχεί. Σας ευχαριστώ και πάλι για τη βοήθεια!

Αν μου πεις τι έγινε μπορούμε να σε βοηθήσουμε, είπε ο Μπούλης στο ψαράκι ο οποίος επέμενε να μάθει τι είχε συμβεί. Κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει, απάντησε σιωπηλά το ψαράκι. Μπορείς να δοκιμάσεις, όμως, αποκρίθηκε ο Μπούλης.

84

85


Το ψαράκι σταμάτησε να κλαίει και άρχισε να βγαίνει σιγά σιγά έξω από τα βράχια. Μόλις αντίκρισε τον Μπούλη αναφώνησε έκπληκτο: Ουάου! Ένας ιππόκαμπος! Έχω ακούσει πολλές ιστορίες για ιππόκαμπους αλλά δεν έχω δει ποτέ κανέναν από κοντά! Τελικά είστε ακόμη πιο όμορφοι απ’ ότι φανταζόμουν! Τι ωραίο, σχήμα! Τι μοναδικά χρώματα! Δεν μου λες, είναι αλήθεια ότι σε γέννησε ο μπαμπάς σου και όχι η μαμά σου; Θέλω να πω πως ο παππούς μου μου είχε πει μια ιστορία κάποτε πως στους ιππόκαμπους δεν γεννάνε οι μαμάδες, αλλά οι μπαμπάδες τα μικρά τους, είναι αλήθεια; Χαχα ναι είναι αλήθεια. Κάπως έτσι είναι τα πράγματα! Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα κοπλιμέντα σου. Τι έγινε όμως, γιατί είσαι στεναχωρημένο μικρό λαβράκι; Λαβράκι; Είπες λαβράκι; πετάχτηκε ο Σαρδέλας. Αυτό είναι Μπούλη! Πετύχαμε λαβράκι! Σίγουρα θα ξέρει να μας βοηθήσει για αυτήν την λάμψη! Όλοι ξέρουν πως το λαβράκι είναι καλός οιωνός! Περίμενε Σαρδέλα, του ψιθύρισε ο Μπούλης. Ας το βοηθήσουμε πρώτα, ας δούμε γιατί κλαίει και μετά τον ρωτάμε και για το φως. Λοιπόν, είπε ο Μπούλης αποκρινόμενος στο μικρό λαβράκι, για πες μας… Να, δεν βλέπετε; Είπε το μικρό λαβράκι. Το αριστερό μου πτερύγιο είναι πιο μικρό από το δεξί. Ε και; Σχολίασε ο Σαρδέλας. Και; Και δεν μπορώ να κολυμπήσω καλά! Το αριστερό μου πτερύγιο με δυσκολεύει. Πάω μια από ‘δω, μια από ‘κει. Να, ας πούμε θέλω να πάω εκεί σε εκείνα τα βράχια απέναντι. Είναι τόσο κοντά αλλά είναι τόσο δύσκολο. Το μικρό λαβράκι ξεκίνησε να κολυμπάει αλλά πήγαινε πέρα δώθε. Έκανε αριστερόστροφες σβούρες γύρω από τον εαυτό του. Πήγαινε πότε γρήγορα, πότε αργά και φαινόταν να κουράζεται πολύ.

Εγώ κατάλαβα… είπε αμήχανος ο Σαρδέλας. Έτσι γεννήθηκες; ρώτησε ο Μπούλης. Όχι, απάντησε το μικρό λαβράκι. Γεννήθηκα υγιής. Αυτό το έπαθα λίγες μέρες αφού βγήκα από το αυγό μου. Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου! Πήγα με τον μπαμπά μου για μαθήματα κολύμβησης. Ξαφνικά, έτσι όπως κολυμπούσαμε είδαμε έναν άνθρωπο με ειδική στολή και με ψαροτούφεκο. Πρώτη φορά έβλεπα κάτι τέτοιο. Φοβήθηκα! Ο μπαμπάς μου τρομοκρατήθηκε. Άρχισε να τρέχει μακριά μου. Το έκανε για να με προστατέψει. Ο άνθρωπος τίναξε το ψαροτούφεκο το οποίο ήταν πάρα πολύ γρήγορο! Δεν κατάλαβα πότε πέρασε από δίπλα μου με τόσο μεγάλη ταχύτητα και με ακούμπησε στην αριστερή μου πλευρά. Δεν με πέτυχε αλλά τραυμάτισε το αριστερό μου πτερύγιο. Από εκείνη τη μέρα το πτερύγιό μου σταμάτησε να μεγαλώνει. Έτσι, το δεξί πτερύγιο αναπτύσσεται και το αριστερό παραμένει στο ίδιο μέγεθος. Και εγώ δεν μπορώ να κολυμπήσω, είπε λυπημένο το λαβράκι κι έσκυψε το κεφαλάκι του. Λυπόμαστε πολύ γι΄ αυτό που σου έτυχε, είπαν οι δυο φίλοι. Όμως, μπορείς να κολυμπήσεις, πετάχτηκε ο Μπούλης. Μπορείς! Απλά πρέπει να βρεις έναν άλλον τρόπο! Τον δικό σου τρόπο! Που θα βολεύει εσένα! Το μόνο που χρειάζεται είναι εξάσκηση! Πολύ σωστά τα λέει ο Μπούλης, αποκρίθηκε ο Σαρδέλας ενθουσιασμένος! Το μικρό λαβράκι σήκωσε γεμάτο έκπληξη το κεφαλάκι του και κοίταξε τους δυο φίλους. Φαινόντουσαν τόσο σίγουροι γι’ αυτό που έλεγαν. Μια μικρή ελπίδα άρχισε να φυτρώνει στη ψυχή του. «Μωρέ λες;» σκέφτηκε από μέσα του αλλά δεν το είπε ποτέ.

Καταλάβατε τώρα γιατί είμαι στεναχωρημένο; Είπε το μικρό λαβράκι.

Έλα μικρό λαβράκι, θα σε βοηθήσουμε εμείς! Είπε ο Μπούλης. Εγώ θα σταθώ εδώ κι ο Σαρδέλας θα σε βοηθήσει να έρθεις κοντά μου. Θα έρθετε μαζί. Ο Σαρδέλας ξέρει να κολυμπάει όπως κι εσύ! Εγώ ξέρεις κολυμπάω με διαφορετικό τρόπο. Μετά ο Σαρδέλας θα σταθεί απέναντί μου, λίγο πιο μακριά. Εσύ θα πηγαίνεις μια σε εμένα και μια στον

86

87


Σαρδέλα, αλλά μόνος σου αυτή τη φορά. Το κόλπο είναι να μπορείς να ελέγξεις μόνος σου τη δύναμη των πτερύγιών σου! Είπε ο Σαρδέλας. Λοιπόν, πάμε! Το μικρό λαβράκι άκουσε τις οδηγίες των δυο φίλων και πήγε να προσπαθήσει. Στην αρχή ήταν πολύ σκεπτικό. Άκουγε προσεκτικά τις οδηγίες του Σαρδέλα. Προσπαθούσε πολύ. Δεν ήταν εύκολο. Απογοητευόταν μα οι δυο φίλοι τον εμψύχωναν συχνά. Κάποια στιγμή ο Σαρδέλας το άφησε μόνο του να δοκιμάσει. Δυσκολευόταν αρκετά. Πήγαινε μια από ‘δω μια από ‘κει. Έφτανε στον Μπούλη και μετά στον Σαρδέλα. Έκανε αυτή τη διαδρομή πολλές φορές. Κουραζόταν. Σιγά σιγά όμως άρχισε να συνειδητοποιεί πως αν βάλει λιγότερη δύναμη στο δεξί πτερύγιο και περισσότερη στο αριστερό πηγαίνει πιο ευθεία. Αν κουνήσει την ουρά του πιο ρυθμικά και αν κρατήσει το κεφάλι του πιο σταθερό δεν κάνει στροφές γύρω από τον εαυτό του. Άρχισε να παίρνει δύναμη από αυτό. Συνέχισε. Τα μικρά ματάκια του άρχισαν να λάμπουν. Μέσα του άρχισε να πιστεύει αυτό που τόσο καιρό θεωρούσε αδιανόητο. Ένα χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στα χείλη του και να βγάζει μπουρμπουλήθρες από τη χαρά του! Αυτό είναι, τα κατάφερες! Φώναζαν με ενθουσιασμό οι δυο φίλοι και έτρεξαν να αγκαλιάσουν το μικρό λαβράκι. Τα κατάφερα!!! Φώναξε με συγκίνηση και χαρά το μικρό λαβράκι. Χάρη σε εσάς παιδιά! Χάρη στην προσπάθειά σου! Πρόσθεσε ο Μπούλης. Το μικρό λαβράκι άρχισε να κολυμπάει. Να κολυμπάει ανάμεσα στους δυο φίλους και γύρω γύρω από τα βράχια. Ήταν ευτυχισμένο. Χαιρόμαστε πάρα πολύ που σε βοηθήσαμε μικρό λαβράκι, αλλά πρέπει να φύγουμε τώρα, είπε ο Μπούλης. Πρέπει να ανακαλύψουμε τι είναι εκείνη η λάμψη εκεί! Την βλέπεις; Ρώτησε ο Σαρδέλας. Ξέρεις μήπως τι είναι; Πώς μπορούμε να πάμε ως εκεί; Χμμμ δεν έχω ιδέα, απάντησε το μικρό λαβράκι.

88

Οι δυο φίλοι απογοητεύτηκαν. Πίστευαν πως το μικρό λαβράκι θα ήξερε να τους βοηθήσει για αυτήν την λάμψη. Ξέρω όμως κάποιον που μπορεί να σας βοηθήσει! Πετάχτηκε το μικρό λαβράκι. Το γέρικο σοφό χταπόδι! Αυτό τα ξέρει όλα! Βέβαια τα λέει λίγο περίεργα… εγώ δεν καταλαβαίνω πάντα αυτά που λέει αλλά πιστεύω πως θα σας βοηθήσει! Ελάτε, θα σας πάω σε αυτό! Είδες Μπούλη, σου είπα ότι πετύχαμε λαβράκι! Φώναξε ενθουσιασμένος ο Σαρδέλας και ακολούθησαν το μικρό λαβράκι. Σε λίγα λεπτά οι φίλοι και το μικρό λαβράκι βρέθηκαν σε ένα μέρος με πολλά βράχια γεμάτα με οστρακοειδή, θαλάσσια φυτά, μαλάκια, κοχύλια και θαλάσσια ερπετά. Ένα παραδεισένιο, πλούσιο θαλάσσιο οικοσύστημα. Το λαβράκι τους οδήγησε στο γέρικο σοφό χταπόδι. Γέρικο σοφό χταπόδι αυτοί εδώ είναι οι καινούριοι μου φίλοι και θα ήθελαν να σε δουν, είπε το μικρό λαβράκι. Τι έγινε, σας ακούω, απάντησε με βαριά αργή φωνή το γέρικο σοφό χταπόδι που καθόταν αραγμένο πάνω σε κάτι μεγάλα βράχια με απλωμένα τα οχτώ του πλοκάμια. Ε να… Παίζαμε κρυφτό, είπε ο Μπούλης όταν ξαφνικά είδα ένα λαμπερό φως πέρα μακριά και είπα στον φίλο μου τον Σαρδέλα να πάμε μαζί να ανακαλύψουμε τι είναι. Ήταν τόσο λαμπερό και αναρωτιόμουν τι να είναι άραγε. Και μετά; Ρώτησε το γέρικο σοφό χταπόδι. Και μετά ξεκινήσαμε το κολύμπι της ανακάλυψης, συνέχισε ο Μπούλης. Δεν ήταν τόσο εύκολο όμως…είχαμε κάποιες περιπέτειες στη διαδρομή. Είδαμε ένα κοπάδι γαύρων εγκλωβισμένο μέσα στο δίχτυ ενός ψαρά. Τους βοηθήσαμε να βγούνε. Χάσαμε αρκετό χρόνο εκεί πέρα αλλά τους σώσαμε! Μετά είδαμε έναν κολιό μπλεγμένο σε μία πλαστική σακούλα. Δεν μπορούσαμε να τον αφήσουμε έτσι! Τον βοηθήσαμε να ξεμπλεχτεί. Ύστερα είδαμε ένα μικρό λαβράκι πίσω από κάτι βράχια να κλαίει. Ήταν στεναχωρημένο γιατί δεν μπορούσε να κολυμπήσει σωστά επειδή το αριστερό του πτερύγιο είχε τραυματιστεί από ένα ψαροτούφεκο. Το βοηθήσαμε με τον φίλο

89


μου τον Σαρδέλα να μάθει να κολυμπάει με τον δικό του τρόπο. Οπότε έχω μπροστά μου δυο θαρραλέους ήρωες της θάλασσας, τον διέκοψε το γέρικο σοφό χταπόδι. Ήρωες της θάλασσας; Απόρησαν ταυτόχρονα οι δύο φίλοι. Εσείς δεν βοηθήσατε τους γαύρους να σωθούν από τα δίχτυα το ψαρά; Εσείς δεν βοηθήσατε τον κολιό στη μάχη του με την πλαστική σακούλα; Εσείς δεν βοηθήσατε το μικρό λαβράκι που είχε τραυματιστεί από ψαροτούφεκο να μάθει να κολυμπάει; Δεν ξέρω για σας αλλά εγώ βλέπω μπροστά μου δύο ήρωες της θάλασσας! Είπε το γέρικο σοφό χταπόδι. Και, λοιπόν, γιατί ήρθατε σ’ εμένα; Το μικρό λαβράκι μας έφερε εδώ σ’ εσένα. Μας είπε ότι μπορείς να μας βοηθήσεις, να μας πεις για αυτό το λαμπερό φως, είπε ο Μπούλης και έδειξε προς το φως στρέφοντας το βλέμμα του προς αυτό. Κοιτάζοντας όμως το φως συνειδητοποίησε πως δεν ήταν τόσο λαμπερό όσο ήταν όταν το είχαν πρωτοδεί. Φαινόταν σαν να είχε χάσει τη λάμψη του. Μα τι έγινε; Έχασε τη δύναμή του; Φεύγει; Αναρωτήθηκε τρομαγμένος ο Μπούλης. Όλα γίνονται στον χρόνο τους, απάντησε το γέρικο σοφό χταπόδι. Είστε εδώ την κατάλληλη στιγμή. Πολλές φορές αρκεί να κάνεις την αρχή γι’ αυτό που θέλεις και όλα θα γίνουν στην ώρα τους. Σταματήστε πια να κυνηγάτε το φως προς τα μέσα. Σταματήστε να κολυμπάτε στον βυθό και κολυμπήστε προς τα έξω. Προς τα έξω; Ρώτησαν οι δυο φίλοι. Ναι, κολυμπήστε προς τα πάνω μέχρι να μην έχει πια νερό, πρόσθεσε το γέρικο σοφό χταπόδι. Πριν φύγετε όμως, θέλω να μου υποσχεθείτε πως θα πείτε σε όλους για αυτά που αντικρίσατε και μάθατε στην περιπέτειά σας. Γιατί μόνο όταν ξέρεις μπορείς να βοηθήσεις. Το υποσχόμαστε, αποκρίθηκαν αποφασιστικά οι δυο φίλοι. Ο Μπούλης και ο Σαρδέλας απόρησαν με τα λόγια του γέρικου σοφού χταποδιού αλλά τα ακολούθησαν. Άρχισαν να κολυμπάνε προς τα πάνω. Κολυμπούσαν, κολυμπούσαν ώσπου ξαφνικά

90

αισθάνθηκαν πως άρχισαν να βγαίνουν έξω από τη θάλασσα. «Μέχρι που να μην έχει πια νερό» επανέλαβαν τα λόγια που τους είπε το γέρικο σοφό χταπόδι. Κοιτάχτηκαν και έβγαλαν σιγά σιγά τα κεφάλια τους έξω από το νερό. Ουάου! Αναφώνησε με ενθουσιασμό ο Σαρδέλας γουρλώνοντας τα μάτια του. Είναι το πιο όμορφο πράγμα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου! Πράγματι Σαρδέλα! Είναι πανέμορφο! Είπε ο Μπούλης που κοιτούσε εκστασιασμένος με ανοιχτό το στόμα. Πρώτη φορά στη ζωή τους οι δυο φίλοι είχαν βγει έξω από τα νερά τους. Πρώτη φορά αντίκρυσαν αυτό το όμορφο θέαμα. Από τη μια μεριά ο ήλιος που είχε αρχίσει να δύει και να χάνεται στον ορίζοντα θαρρείς και βουτούσε μέσα στην ήρεμη θάλασσα και απέναντί του το γοητευτικό Στρατώνι που έλουζε ο ήλιος με τις ζεστές καλοκαιρινές ακτίνες του και έμοιαζε να λάμπει σαν χρυσάφι. Οι δυο φίλοι έμειναν αρκετή ώρα εκεί να χαζεύουν το μοναδικό αυτό θέαμα. Επιτέλους, ανακάλυψαν αυτό που τόση ώρα αναζητούσαν. Επιτέλους, αντίκριζαν για πρώτη φορά το όμορφο Στρατώνι που τόσα είχαν ακούσει γι’ αυτό όλα αυτά τα χρόνια. «Πολλές φορές αρκεί να κάνεις την αρχή γι’ αυτό που θέλεις και όλα θα γίνουν στην ώρα τους», ψιθύρισαν οι δυο φίλοι κι έμειναν εκεί μέχρι να χαθεί ο ήλιος χωρίς να ξεχάσουν ποτέ την υπόσχεση που έδωσαν στο γέρικο σοφό χταπόδι. Γιατί…. μόνο όταν ξέρεις μπορείς να βοηθήσεις.


Περιπέτειες στον βυθό ΕΛΕΝΗ ΚΥΡΙΩΤΗ “Μπούλη, Μπούλη γιατί εξαφανίστηκες πάλι; Εμφανίσου, σε παρακαλώ”, είπε ο γέρο -Φαίδων, ο σοφός ιππόκαμπος, μα δεν πήρε καμία απάντηση. “Δεν σε μαλώνω. Σου εξηγώ πως πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος στη διαδρομή και να ακολουθείς την ομάδα”, συνέχισε ο γέρο - δάσκαλος. “Δεν μπορείς να σταματάς χωρίς λόγο!”. “Μπούληηη”, φώναξαν με μια φωνή και οι μικροί ιππόκαμποι, “έλα να συνεχίσουμε την προπόνησή μας”. Μα ούτε και τώρα εμφανίστηκε. Αυτό όμως ήταν κάτι συνηθισμένο. Ο Μπούλης, ο ιπποκαμπούλης, ήταν πολύ ντροπαλός και κάθε φορά που αισθανόταν άσχημα ή τρόμαζε, άλλαζε χρώμα και δεν μπορούσε κανείς να τον διακρίνει. Αυτό βέβαια το κάνουν όλοι οι ιππόκαμποι, αλλά ο Μπούλης το έκανε με κάθε αφορμή και τόσο καλά που ούτε οι φίλοι του ούτε οι γονείς του μπορούσαν να τον βρουν. Έτσι, είχε ήδη απομακρυνθεί από το σχολείο των ιππόκαμπων και κολυμπούσε προς τα ανοιχτά. “Έχει δίκιο ο δάσκαλος, συνέχεια χάνω την συγκέντρωση μου. Δεν θα τα καταφέρω να ολοκληρώσω το ταξίδι αν συνεχίσω έτσι”, σκεφτόταν στενοχωρημένος και κουνούσε όλο και πιο γρήγορα το πτερύγιο της ράχης του, πηγαίνοντας ακόμη πιο βαθιά. Το φως άρχισε να μειώνεται, να μειώνεται, ώσπου έφτασε σε ένα σημείο όπου αμυδρά έβλεπε γύρω του. Ξαφνικά ένας πολύχρωμος ύφαλος, γεμάτος κόκκινα, πορτοκαλί και μωβ λουλούδια, πρόβαλε μπροστά του. Για μια στιγμή έμεινε να κοιτάζει εκστατικά την ομορφιά του βυθού. Όμως γρήγορα κατάλαβε πως είχε απομακρυνθεί πολύ από το σπίτι του. -Που βρίσκομαι; Πως θα βρω τον δρόμο να επιστρέψω; μονολόγησε τρομαγμένος. -Μπορώ να σε βοηθήσω, αν θέλεις, ακούστηκε μια γλυκιά, κοριτσίστικη φωνή. Ο Μπούλης ήταν τόσο έκπληκτος από αυτό που είδε που δεν πρόλαβε καν να εξαφανιστεί. Ήταν μια μικρή γοργόνα

92

που καθόταν στην άκρη του ύφαλου. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά, μεγάλα πράσινα μάτια και ασημο-γκρί ουρά που στραφτάλιζε, καθώς την κουνούσε. -Με λένε Ρέα, είπε η γοργόνα. -Εγώ είμαι ο Μπούλης, ο ιππόκαμπούλης. Δεν ήξερα πως υπάρχουν αληθινές γοργόνες, είπε και κοκκίνισαν οι βούλες του. Ο δάσκαλός μας, ο γέρο-Φαίδων μας έχει πει πως είστε φανταστικά πλάσματα. - Κανείς δεν πιστεύει πια στις γοργόνες και στα μυθικά πλάσματα της θάλασσας. Και αυτό γιατί είναι χρόνια που έχουμε αποτραβηχτεί στα βαθιά νερά και ζούμε σε μια σπηλιά μαζί με τον Ποσειδώνα και τις Νηρηίδες. -Και γιατί κρυφτήκατε εκεί; -Γιατί οι άνθρωποι έπαψαν να αγαπούν τη θάλασσα, έπαψαν να μας σέβονται. Σταμάτησαν να πιστεύουν στον βασιλιά της θάλασσας, στις θεότητές της και στη δύναμή τους. Όμως ας τα αφήσουμε αυτά. Θέλεις να σε ξεναγήσω; -Ναι, απάντησε χαρούμενος ο Μπούλης. Ανέβηκαν στον ύφαλο και κολύμπησαν παρέα. -Τι είναι αυτά τα υπέροχα φυτά; ρώτησε ο Μπούλης. -Είναι ροδοφύκη. Δηλαδή πετρωμένα φύκη. Στις εσοχές και τα εξογκώματα που σχηματίζουν καθώς αναπτύσσονται, ζουν αμέτρητα πλάσματα. Ο Μπούλης παρατηρούσε με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά τον υπέροχο κόσμο που ξεδιπλωνόταν μπροστά του. Έβλεπε πλάσματα που δεν είχε ξανασυναντήσει: θαλάσσια σκουλήκια, σπόγγους, γοργονίες, που έμοιαζαν με κοράλλια και αμέτρητα είδη ψαριών. Αφού περιπλανήθηκαν για ώρα, στάθηκαν να ξεκουραστούν. -Είναι τόσο όμορφα εδώ, αλλά νομίζω πως πρέπει να φύγω. Οι δικοί μου θα έχουν ανησυχήσει, είπε μελαγχολικά ο Μπούλης. -Εντάξει, θα σε βοηθήσω να επιστρέψεις στο σπίτι σου. Οι δυό φίλοι άρχισαν να κολυμπούν παρέα προς τους βράχους του Στρατωνίου. -Για πες μου τώρα, πως βρέθηκες εσύ τόσο μακριά από το σπίτι σου; ρώτησε η Ρέα. -Εεεμ, να, κόμπιασε ο Μπούλης, ήμουν αναστατωμένος και κολυμπούσα για να ηρεμήσω. Δεν κατάλαβα πως έφτασα ως εδώ. Είχα αγχωθεί, ξέρεις, για το επικείμενο ταξίδι μας.

93


-Ταξίδι; Που θα πάτε; Ποιοι; -Συγγνώμη, το θεώρησα αυτονόητο ότι γνωρίζεις. Οι ιππόκαμποι της κοινότητάς μου ζούμε τον χειμώνα στους βράχους, κοντά στο Στρατώνι. Όταν έρχεται, όμως, η άνοιξη, μεταφερόμαστε στα πιο ρηχά νερά, σε ένα λιβάδι ποσειδωνίας. Είναι η πρώτη φορά που εγώ και οι φίλοι μου θα κάνουμε αυτό το ταξίδι. -Ωωω, αναφώνησε εντυπωσιασμένη η Ρέα, δεν είχα ιδέα! -Ναι, είναι μια πολύ σημαντική στιγμή για όλους μας και δεν θέλουμε να πάει τίποτα στραβά. Μάλιστα παρακολουθούμε και μάθημα προετοιμασίας στο σχολείο των ιππόκαμπων. -Με τόση προσπάθεια και οργάνωση είμαι σίγουρη ότι θα πάνε όλα τέλεια, τον διαβεβαίωσε η Ρέα. Στο μεταξύ είχαν φτάσει κοντά στους βράχους. -Εδώ είμαστε. Θα σε αφήσω τώρα. Δεν θα ήθελα να με δουν. -Σε ευχαριστώ για την βοήθεια νέα. Χαίρομαι πολύ που σε γνώρισα! -Θα τα ξαναπούμε. Και αν με χρειαστείς, ξέρεις που θα με βρεις, του φώναξε η Ρέα, καθώς απομακρυνόταν. Όμως δεν ξαναβρέθηκαν σύντομα. Η κοινότητα των ιππόκαμπων είχε αρχίσει να ετοιμάζεται πυρετωδώς για την εαρινή της μετακίνηση. Οι μεγάλοι ιππόκαμποι ήταν απασχολημένοι με το να πακετάρουν τα απαραίτητα για το ταξίδι, αλλά και την διαμονή τους. Οι μικροί ιππόκαμποι πάλι, που θα μετακινούνταν για πρώτη φορά, προπονούνταν με ενθουσιασμό για τη μεγάλη μέρα. Καθημερινά διένυαν μεγάλες αποστάσεις για να αποκτήσουν αντοχή και έτρεχαν σε αγώνες σπριντ για να βελτιώσουν την ταχύτητα τους στην κολύμβηση. -Είστε όλοι πανέτοιμοι, είπε με σιγουριά ο γέρο - Φαίδων την παραμονή της αναχώρησης. Θα τα πάτε περίφημα. Αρκεί να θυμάστε τους κανόνες. -Είμαστε συγκεντρωμένοι, κολυμπάμε μαζί με την ομάδα και δεν σταματάμε χωρίς λόγοοοο!, είπαν με μια φωνή τα ιπποκαμπάκια και ο δάσκαλος τους χαμογέλασε με περηφάνεια. -Σύμφωνοι, Μπούλη; ρώτησε ο γέρο - Φαίδων. -Μάλιστα, ψέλισε ο Μπούλης και εξαφανίστηκε από την ντροπή του. -Όοοοχι πάλι, είπαν όλοι και ξέσπασαν σε γέλια.

Εκείνο το βράδυ ο Μπούλης έμεινε ξάγρυπνος από την αγωνία και τον ενθουσιασμό του. Επαναλάμβανε μέσα του ξανά και ξανά τους κανόνες. Δεν θα σταματήσω πουθενά και χωρίς λόγο, πουθενά … πουθενά … σκεφτόταν, μέχρι που τον πήρε ο ύπνος. Το πρωί οι ιππόκαμποι ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι τους. Μικροί και μεγάλοι, συγκεντρώθηκαν, μπήκαν στη σειρά και άρχισαν να κολυμπούν. Οι μαθητευόμενοι ιππόκαμποι, που θα ταξίδευαν για πρώτη φορά, κολυμπούσαν παρέα υπό την επίβλεψη του γέρο - Φαίδωνα και πίσω από τους γονείς τους. Όλοι κάτι κουβαλούσαν. Σακίδια, μαξιλάρια, αγαπημένα παιχνίδια… . Ο Μπούλης ήταν τόσο αποφασισμένος να τα καταφέρει που δεν απομακρύνθηκε λεπτό από την ομάδα του. Πολλά του τράβηξαν την προσοχή, αλλά συνέχισε να επαναλαμβάνει μέσα του...δεν θα σταματήσω πουθενά και χωρίς λόγο…. . Η διαδρομή ήταν μεγάλη, και μετά από δύο στάσεις για φαγητό και ξεκούραση έφτασαν στον προορισμό τους. “Έδώ είμαστε! Τα πήγαμε όλοι περίφημα”, είπε ο γέρο - Φαίδων και κατάκοπος ακούμπησε το σακίδιο του στον βυθό. Τα ιπποκαμπάκια κοιτούσαν γύρω τους έκπληκτα. Δεν είχαν ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Ένα τεράστιο λιβάδι κατάφυτο με πράσινα θαλάσσια χόρτα που έφταναν σε ύψος μέχρι και ένα μέτρο. Χόρευαν νωχελικά, κινούμενα από το ρεύμα του νερού και έμοιαζαν σαν να τους χαιρετούν καλωσορίζοντάς τους. “Γιούπιιιιιιι, είναι υπέροχα εδώωωω!” φώναζαν χαρούμενα. “Θα παίζουμε ατελείωτες ώρες κρυφτό και κυνηγητό!”. Και χοροπηδούσαν πάνω στα καταπράσινα φύλλα ποσειδωνίας. “Μπορείτε να τακτοποιηθείτε στις φωλιές σας και θα βρεθούμε όλοι αργότερα είπε ο γέρο - Φαίδων”. Όμως τα πράγματα δεν ήταν τελικά και τόσο ευχάριστα όσο φαίνονταν. Κατά το διάστημα της απουσίας των ιππόκαμπων, το λιβάδι είχε γεμίσει με σκουπίδια. Σύντομα, άρχισαν να καταφτάνουν στην φωλιά του γέρο - Φαίδωνα για να διαμαρτυρηθούν. -Είναι αδύνατον να βρω την φωλιά μου κάτω από τόσα σκουπίδια, είπε με απόγνωση μια μαμά περιτριγυρισμένη από τα μικρά της.

94

95


-Τo λιβάδι είναι πολύ βρώμικο, δεν μπορούμε να παίξουμε πουθενά, γκρίνιαξαν τα ιπποκαμπάκια της. -Η κατάσταση είναι απαράδεκτη. Αυτό το μέρος είναι ακατάλληλο πλέον για να γεννήσουμε τα μωρά μας, είπε αγχωμένα ο Άρης, ο ιππόκαμπος που ήταν έγκυος. Ήταν η πρώτη φορά που θα γεννούσε και ήθελε να είναι όλα τέλεια. Ο γέρο - Φαίδων άκουγε προβληματισμένος τα παράπονα των ιππόκαμπων, που είχαν συγκεντρωθεί γύρω του. -Μήπως να ψάξουμε νέο μέρος για να μείνουμε; ρώτησε ανυπόμονα ο Άρης. -Αυτό θα είναι πολύ δύσκολο. Το λιβάδι είναι ιδανικό για εμάς. Εδώ είμαστε προστατευμένοι και μπορούμε εύκολα να εξασφαλίσουμε την τροφή μας, απάντησε ο γέρο Φαίδων. -Ε, τότε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας, συνέχισε ο Άρης. -Ναι, ναι, να φύγουμε συμφώνησαν και δύο -τρεις άλλοι. Γρήγορα επικράτησε αναστάτωση, καθώς οι ιππόκαμποι διαφωνούσαν και λογομαχούσαν. Τότε ο Μπούλης πλησίασε τον γέρο Φαίδωνα και διστακτικά του είπε: “Μήπως …μήπως να προσπαθήσουμε να καθαρίσουμε εμείς τις φωλιές μας;”. Και εξήγησε στον δάσκαλό του το σχέδιο του. Ο γέρο - Φαίδων έμεινε σκεπτικός για μια στιγμή και μετά φώναξε: “Ησυχάστε σας παρακαλώ, ησυχάστε! Πρέπει να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα!”. Και όταν όλοι ηρέμησαν είπε: “Μπούλη, εξήγησέ μας το σχέδιο σου”. Ο Μπούλης αισθάνθηκε όλα τα μάτια στραμμένα πάνω του και να τον κοιτούν με απορία. Ήθελε απεγνωσμένα να εξαφανιστεί. Όχι αυτή την φορά θα μείνω ψύχραιμος, σκέφτηκε και συγκεντρώθηκε. -Εγώ προτείνω, προτείνωωω ναααα ……., ψέλισε τελικά . -Πιο δυνατά δεν σε ακούμε, ακούστηκαν κάποιες φωνές. -Ας μην χάνουμε τον χρόνο μας με τις απερισκεψίες ενός παιδιού, είπε ο Άρης. -Εγώ προτείνω να οργανωθούμε σε ομάδες και να καθαρίσουμε το λιβάδι, φώναξε με όλη του την δύναμη ο Μπούλης. Και πάλι ακούστηκαν φωνές διαμαρτυρίας. -Αδύνατο, δεν θα τα καταφέρουμε...

-Είναι πολύ δύσκολο αυτό που προτείνεις, μικρέ... -Είναι πολλά και ογκώδη για εμάς αυτά τα σκουπίδια! -Αν ζητούσαμε βοήθεια; επέμεινε Μπούλης; Από τους γείτονες μας, τα καβούρια, τους αχινούς , τα καλαμάρια και τις σουπιές; -Δεν πρόκειται να μας βοηθήσει κανείς, μικρέ μου, άδικος κόπος, συμφώνησε και ο Άρης. -Για σταθείτε, ίσως να μην είναι και τόσο άσχημη η ιδέα του Μπούλη, είπε ο γέρο - Φαίδων. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις ουρές μας για να μετακινήσουμε τα μικρά σκουπίδια και να ζητήσουμε την βοήθεια των γειτόνων για τα μεγαλύτερα. Επικράτησε απόλυτη σιωπή. Αν αυτή ήταν γνώμη του γέρο Φαίδωνα, ίσως θα έπρεπε να το σκεφτούν καλύτερα. -Εντάξει, δεν χάνουμε και τίποτα να δοκιμάσουμε, συμφώνησε ο Άρης και όλοι οι υπόλοιποι. -Εγώ και ο Μπούλης ξεκινάμε αμέσως για να φέρουμε βοήθεια. Άρη, εσύ αναλαμβάνεις να οργανώσεις τις εδώ ομάδες εργασίας. Όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο, είπε ο γέρο - Φαίδων. Ο σοφός δάσκαλος και ο Μπούλης επισκέφτηκαν τα καβούρια, τους αχινούς τα καλαμάρια και τις σουπιές που ζούσαν κοντά τους. Διαπίστωσαν ότι όλοι αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα και προσπαθούσαν να καθαρίσουν τις φωλιές τους. -Λυπάμαι, αλλά δεν μπορούμε να σας βοηθήσουμε αυτή την στιγμή. Πολύ ευχαρίστως, όμως, να έρθουμε όταν τελειώσουμε, απάντησε ο αρχηγός των καβουριών, κρατώντας στις δαγκάνες του πλαστικά καπάκια. -Καταλαβαίνω πως είναι μεγάλη ανάγκη, αλλά η κατάσταση μας είναι δύσκολη, είπε ο αρχηγός των αχινών, με τα αγκάθια του γεμάτα κομμάτια πλαστικής σακούλας. Από τότε που ένα ρεύμα μετέφερε αυτά τα σκουπίδια στο λιβάδι, δουλεύουμε αδιάκοπα. Ανάλογη ήταν η απάντηση και των άλλων γειτόνων τους. Ο Μπούλης και ο γέρο - Φαίδων πήραν τον δρόμο της επιστροφής σκεπτικοί. -Δεν πειράζει μικρέ μου. Άξιζε τον κόπο να προσπαθήσουμε, είπε ο γέρο - Φαίδων, προσπαθώντας να κρύψει την απογοήτευσή του. Ο Μπούλης, όμως, ήταν καταρρακωμένος και αμίλητος. Ήταν τόσο βέβαιος ότι είχε βρει λύση στο πρόβλημά τους. Στο μεταξύ οι υπόλοιποι ιππόκαμποι είχαν οργανωθεί σε ομάδες και έπιασαν δουλειά.

96

97


-Σας το είχα πει, άδικος κόπος, είπε απογοητευμένος ο Άρης, όταν άκουσε τα δυσάρεστα τα νέα. -Και τώρα, τι θα κάνουμε; Δουλεύουμε τόση ώρα και έχουμε μαζέψει ελάχιστα σκουπίδια, ακούστηκαν και άλλες απογοητευμένες φωνές. -Εγώ θα βρω την λύση, θα φέρω βοήθεια, είπε ο Μπούλης με σιγουριά. Υποσχεθείτε μου μόνο ότι θα μείνετε εδώ να με περιμένετε. Και προσπαθήστε να μαζέψετε όσα περισσότερα σκουπίδια μπορείτε, φώναξε κολυμπώντας μακρυά. -Μπούλη, που πας; φώναξε ο γέρο - Φαίδων. -Μπούληηηηη πρόσεχε, φώναξαν και οι φίλοι του. Ο Μπούλης κουνούσε με όλη του τη δύναμη τα πτερύγιά του. Πρέπει να τα καταφέρω να φτάσω, είναι η μόνη μας ελπίδα, επαναλάμβανε στον εαυτό του. Ατελείωτη του φάνηκε η διαδρομή, δεν σταμάτησε όμως ούτε λεπτό. Και να, επιτέλους, φάνηκε μπροστά του ο ύφαλος. Αφού πήρε μια ανάσα, φώναξε με όλη του τη δύναμη, “Ρέα, Ρέα που είσαι;” Μα δεν πήρε καμία απάντηση. “Δεν είναι εδώ. Τι θα κάνω τώρα,” αναρωτήθηκε και κάθισε στον ύφαλο να σκεφτεί. -Σιγά μικρέ μου! Πρόσεχε που ακουμπάς! Εδώ είναι η φωλιά μου, διαμαρτυρήθηκε μια άγνωστη φωνή. -Με συγχωρείτε, δεν το πρόσεξα, είπε ο Μπουλης και κοίταξε γύρω του. Ήταν ένα θαλάσσιο σκουλήκι. -Εντάξει, δεν έγινε και τίποτα. Δεν είσαι από τα μέρη μας εσύ. Τι γυρεύεις εδώ; Γιατί είσαι τόσο αναστατωμένος; -Έρχομαι από πολύ μακριά. Οι φίλοι μου κινδυνεύουν και χρειάζομαι την βοήθεια της Ρέας. -Χμμμ, τον κοίταξε σιωπηλός. Για να αναφέρεις το όνομά της θα πρέπει να είσαι φίλος της. Γνωρίζω που βρίσκεται η Ρέα αλλά …. δεν είμαι σίγουρος ότι είναι σωστό να σε οδηγήσω εκεί. Ξέρεις, είναι μυστικό, είπε χαμηλώνοντας την φωνή του. -Ναι, μου το έχει πει αυτό, αλλά είναι επείγον, σας παρακαλώ. -Καλά, ακολούθησέ με, είπε και βγήκε από την φωλιά του. Κολύμπησαν αρκετή ώρα, μα ήταν τόσο σκοτεινά που ο Μπούλης δεν μπορούσε να καταλάβει που πήγαιναν. -Εδώ είμαστε, είπε επιτέλους ο οδηγός του. Από δω και πέρα θα προχωρήσεις μόνος σου. Στο βάθος υπάρχει μια σπηλιά. Όταν φτάσεις, σταμάτα στην είσοδο και φώναξε την Ρέα.

-Δεν ξέρω πως να σε ευχαριστήσω. -Δεν κάνει τίποτα μικρέ μου. Καλή επιτυχία, του ευχήθηκε και απομακρύνθηκε. Ο Μπούλης έμεινε ακίνητος για μια στιγμή. Αν δεν έβρισκε την Ρέα, αν του αρνούνταν την βοήθεια που ζητούσε; Δεν υπάρχει χρόνος για αμφιβολίες σκέφτηκε και προχώρησε γρήγορα προς την σπηλιά. -Ρέα, Ρέα, είσαι εδώ; -Ποιός είναι; ακούστηκε μια φωνή από το βάθος. -Ρέα, ο Μπούλης είμαι και χρειάζομαι την βοήθειά σου. -Μπούλη, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, μα τι σου συμβαίνει; είπε εμφανιζόμενη μπροστά του. Με μια ανάσα ο Μπούλης της εξήγησε τον λόγο της επίσκεψής του. Η Ρέα τον έσπρωξε απαλά προς τη είσοδο της σπηλιάς. “Ήρθες στο σωστό μέρος. Ξέρω κάποιον που μπορεί να σε βοηθήσει”, είπε και τον οδήγησε μέσα. Στο βάθος η σπηλιά ήταν φωτισμένη σαν να έλαμπε ο ήλιος. Στο κέντρο, πάνω σε ένα πέτρινο θρόνο καθόταν ο Ποσειδώνας κρατώντας την τρίαινά του. Γύρω του στέκονταν οι Νηρηίδες. Καθώς πλησίαζε διέκρινε και άλλες γνωστές φιγούρες. Κοιτούσε σαστισμένος γυρνώντας γύρω από τον εαυτό του. Όλα τα μυθικά πλάσματα της θάλασσας βρίσκονταν μπροστά του. Ο Τρίτων, οι Νύμφες, οι Σειρήνες, η αδελφή του Μ. Αλέξανδρου και όλες οι γοργόνες! “Πατέρα, είπε η Ρέα, αυτός είναι ο φίλος μου ο Μπούλης. Νομίζω πως χρειάζεται την βοήθειά μας!”. Ο Μπούλης είχε πετρώσει από τον φόβο του. Βρισκόταν μπροστά στον θεό Ποσειδώνα. -Μην με φοβάσαι μικρέ μου, πλησίασε. Τι σε φέρνει εδώ; -Παντοδύναμε βασιλιά της θάλασσας, η οικογένεια και οι φίλοι μου κινδυνεύουν. Αν δεν καθαρίσουμε τον τόπο μας από τα σκουπίδια που τον έχουν κατακλύσει δεν θα καταφέρουμε να επιβιώσουμε, είπε ο Μπούλης. -Αδιάφοροι και ασεβείς άνθρωποι, φώναξε ο Ποσειδώνας και χτύπησε θυμωμένος την τρίαινά του στον βυθό. Έχω κουραστεί να διορθώνω τα λάθη τους. Ο Μπούλης τρόμαξε. “Δεν θα με βοηθήσει”, σκέφτηκε. “Όμως, εσύ έφτασες μόνος ως εδώ για να αναζητήσεις λύση”, συνέχισε ο Ποσειδώνας. “Για την πίστη και το θάρρος σου θα

98

99


σε ανταμείψω. Θα σε φιλοξενήσουμε εδώ απόψε. Αύριο το πρωί η Ρέα θα σε συνοδεύσει στο σπίτι σου. Μαζί σας θα έρθουν και κάποιοι έμπιστοι φίλοι μου για να σας βοηθήσουν. Θα μου υποσχεθείς, όμως, πως αυτή η συνάντηση θα μείνει μυστική”. Εκείνο ήταν το πιο όμορφο βράδυ της ζωής του. Ο Μπούλης γνώρισε όλα τα μυθικά πλάσματα που φιλοξενούνταν από τον Ποσειδώνα. Του διηγήθηκαν τις απίστευτες ιστορίες που είχαν βιώσει στο βάθος των αιώνων και του μίλησαν για όλα τα μυθικά πρόσωπα που είχαν συναντήσει. Το επόμενο πρωί στην είσοδο της σπηλιάς είχε παραταχθεί μια ομάδα από ξιφίες και δελφίνια. Μάλιστα τα δελφίνια κρατούσαν στο ρύγχος τους ένα τεράστιο δίχτυ. Η χαρά του Μπούλη ήταν τόσο μεγάλη που η διαδρομή της επιστροφής του φάνηκε παιχνιδάκι. Μιλούσε ασταμάτητα στη Ρέα για ό,τι είχε συμβεί. Όταν τελικά έφτασαν κοντά στο λιβάδι η Ρέα τον άφησε. -Όλα θα πάνε καλά, μην ανησυχείς, του είπε αποχαιρετώντας τον. -Σε ευχαριστώ για όλα Ρέα, θα έρθω σύντομα να σε βρω. -Μπορείτε σας παρακαλώ να περιμένετε για λίγο εδώ, ρώτησε ο Μπούλης στον αρχηγό της ομάδας που τον συνόδευε. Καλό θα ήταν να τους προετοιμάσω για την άφιξή σας. Ο Μπούλης κατευθύνθηκε προς το σπίτι του και μετά πήγε να βρει τον δάσκαλό του. -Μπούλη, που χάθηκες; Ανησυχήσαμε όλοι, είπε ανακουφισμένος μόλις τον είδε ο γέρο - Φαίδων. -Βρήκα βοήθεια. Μην με ρωτήσετε όμως πως… Περιμένουν έξω από το λιβάδι για να τους καλέσω να έρθουν. Ο γέρο - Φαίδων τον κοίταξε με απορία και θαυμασμό. -Μπράβο, μικρέ μου, ήμουν σίγουρος πως θα τα κατάφερνες! Οι υπόλοιποι ξεκουράζονται. Δεν σταματήσαμε να δουλεύουμε από την στιγμή που έφυγες. Δεν καταφέραμε όμως και πολλά. -Εσείς συγκεντρώστε τους και εγώ θα φέρω τις ενισχύσεις. Όταν οι υπόλοιποι ιππόκαμποι είδαν τους επισκέπτες δεν πίστευαν στα μάτια τους. -Από που ήρθαν όλοι αυτοί; -Ο Μπούλης τους έφερε; -Λέτε να μας βοηθήσουν; ψιθύριζαν μεταξύ τους. Ο Άρης πάλι, από την χαρά και την ανακούφισή του,

δεν μπόρεσε να αρθρώσει κουβέντα. -Να σας συστήσω τους νέους μου φίλους, είπε ο Μπούλης. Έμαθαν για το πρόβλημα μας και προθυμοποιήθηκαν να μας βοηθήσουν. Όλοι χειροκρότησαν με ενθουσιασμό και επευφημίες. -Ας μην καθυστερούμε. Οργανωθείτε στις ομάδες και ας πιάσουμε δουλειά, είπε αποφασιστικά ο γέρο - Φαίδων. Και ξεκίνησαν αμέσως. Οι ιππόκαμποι μάζευαν με τις ουρές τους τα μικρά σκουπίδια, ενώ οι ξιφίες και τα δελφίνια τα μεγαλύτερα και πιο ογκώδη, και τα συγκέντρωναν όλα στο δίχτυ. Μικροί και μεγάλοι εργάστηκαν ασταμάτητα για ώρες και, αφού τελείωσαν με τις φωλιές τους, πήγαν να βοηθήσουν και τους γείτονές τους. Στο τέλος της μέρας το λιβάδι ήταν πιο καθαρό από ποτέ. -Τα καταφέραμε περίφημα, είπε κατάκοπος ο γέρο -Φαίδων. -Ζήτωωωωω, φώναξαν με χαρά ιππόκαμποι, καβούρια και όλοι οι άλλοι κάτοικοι του λιβαδιού. -Αγαπητά δελφίνια και ξιφίες δεν έχουμε τίποτα να σας προσφέρουμε, εκτός από τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη μας. Αν ποτέ χρειαστείτε βοήθεια, μπορείτε να υπολογίζετε σε εμάς. -Δεν υπάρχει λόγος να μας το ανταποδώσετε, ο βυθός είναι το σπίτι όλων μας και είμαστε συνυπεύθυνοι για αυτόν. Εμείς σήμερα κερδίσαμε νέους φίλους και αυτό μας αρκεί, είπε ο αρχηγός των δελφινιών. Τώρα πρέπει να σας αφήσουμε και να απομακρύνουμε τα σκουπίδια. Θα τα ξαναπούμε σύντομα. Τα δελφίνια και οι ξιφίες έφυγαν μεταφέροντας με τα ρύγχη τους το δίχτυ με τα σκουπίδια. “Όμως, ο πραγματικός ήρωας αυτής της περιπέτειας είναι ο Μπούλης, συνέχισε ο γέρο Φαίδων. Δεν θα είχαμε καταφέρει τίποτα χωρίς την επιμονή και το θάρρος του. Προτείνω λοιπόν, να καθιερωθεί η σημερινή μέρα ως μέρα γιορτής. Για να θυμόμαστε πάντα την ηρωική πράξη του Μπούλη, αλλά και ότι όλα είναι εφικτά αρκεί να το πιστέψουμε και να αγωνιστούμε. Ας το γιορτάσουμε λοιπόν!” Και τότε όλοι περικύκλωσαν τον Μπούλη χειροκροτώντας και ζητωκραυγάζοντας. Ο Μπούλης τρισευτυχισμένος και περήφανος απολάμβανε την αγάπη και την χαρά των φίλων του. Και δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά σταμάτησε πια να εξαφανίζεται και να κρύβεται!

100

101


Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης Περιπέτεια στον βυθό Κάτω από τα σμαραγδένια νερά ενός μικρού κόλπου της Χαλκιδικής ζούσε ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης μαζί με τη μεγάλη του οικογένεια. Τη μοναδική του ιπποκαμπούλα κι ένα σωρό χαριτωμένα, μικρόσωμα ιπποκαμπάκια. Ζούσαν σε ένα πανέμορφο θαλάσσιο λιβάδι, γεμάτο χρωματιστά κοράλλια και χαμηλά φύκια. Κάθε πρωί χόρευαν και τραγουδούσαν όλοι μαζί! Κολυμπούσαν στον βυθό και έπαιζαν πάνω από τη χρυσαφένια άμμο. Μόλις τελείωναν το παιχνίδι τους, ο Μπούλης αγκάλιαζε την αγαπημένη του κι έπειτα ξεκινούσαν για την αναζήτηση τροφής. Το βράδυ, κουρασμένοι πια, επέστρεφαν στο θαλάσσιο λιβάδι τους. Έμπλεκαν τις στριφογυριστές ουρές τους ανάμεσα στα φύκια και ξεκουράζονταν. Ένα απόγευμα, ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης κολυμπούσε ανέμελος, πιασμένος από ένα μικρό κλαδάκι, ψάχνοντας για την τροφή του. Ξαφνικά, ένα θαλάσσιο ρεύμα άρχισε να τον παρασέρνει. Ο Μπούλης προσπάθησε να αντισταθεί με όλες του τις δυνάμεις, όμως το ρεύμα γινόταν όλο και πιο δυνατό και τον οδηγούσε όπου εκείνο ήθελε! Ο καημένος πάσχιζε να πάει κόντρα στο ρεύμα για πολλή ώρα.. ώσπου τελικά κουράστηκε τόσο πολύ που αφέθηκε σχεδόν αναίσθητος στο ρεύμα να τον παρασύρει.. Όταν ο Μπούλης άρχισε να συνέρχεται, άνοιξε σιγά σιγά τα μάτια του. Προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν και ποιοι ήταν όλοι αυτοί τριγύρω του, που είχαν πέσει από πάνω του και τον κοιτούσαν με τόση περιέργεια. «Κοιτάξτε πόσο μακρουλός είναι!», ψιθύρισε όλο έκπληξη η τσαχπίνα αθερίνα. «Και η ουρά του… είναι.. είναι προς τα κάτω!», συμπλήρωσε η γοητευτική ζαργάνα. «Ακούς εκεί.. ψάρι με ουρά προς τα κάτω!», μουρμούρισε ο ψηλομύτης ξιφίας. «Και στ’ αλήθεια κοιμάται; Μα πώς μπορεί να κοιμάται

όρθιος;», μουρμούρισε η πολυλογού μουρμούρα. Ο Μπούλης κοίταξε γύρω του απορημένος. Τόσα πολλά διαφορετικά ψάρια τριγύρω του, μα κανένα σαν κι εκείνον… Αναρωτιόταν πόσο μακριά να τον είχε παρασύρει το ρεύμα, όταν ξαφνικά τη σκέψη του διέκοψε μια φωνή που ακουγόταν με πολύ αυστηρό τόνο «Πηγαίνετε όλοι πίσω! Ανοίξτε χώρο! Κάντε στην άκρη, επιτέλους, να δω τον ξένο!». Όλα τα ψάρια υπάκουσαν αμέσως. Έκαναν λίγο πιο πίσω και πέρασε μπροστά η σοφή Συναγρίδα του βυθού. Κολύμπησε ανάμεσά τους αργά και περήφανα, ενώ το ασημί της δέρμα άστραφτε με κάθε της κίνηση. Η σοφή Συναγρίδα πλησίασε κοντά στον Μπούλη. Τον παρατήρησε κι έπειτα αναφώνησε γεμάτη έκπληξη «Ένας ιππόκαμπος! Μα πώς βρέθηκε ένα αλογάκι της θάλασσας στην περιοχή μας;». Ο Μπούλης, αν και ζαλισμένος ακόμα, περιέγραψε σε όλους τη μεγάλη του περιπέτεια και τον τρόπο που το θαλάσσιο ρεύμα τον είχε παρασύρει μέχρι τα μέρη τους. «Αχ, ο καημένος…», «Τι κρίμα..», ψιθύριζαν τα ψάρια μεταξύ τους, καθώς άκουγαν τον τρόπο που ο Μπούλης χάθηκε από την οικογένειά του. Όταν ο Μπούλης τελείωσε, έμεινε να κοιτάζει γύρω του απελπισμένος και σίγουρος πια πως δε θα μπορέσει να επιστρέψει ποτέ ξανά στο σπίτι του.. Τότε η σοφή Συναγρίδα πήρε το λόγο. «Λοιπόν, θα σε βοηθήσουμε εμείς να βρεις και πάλι την οικογένειά σου! Το θαλάσσιο ρεύμα που σε παρέσυρε σε έφερε πολύ μακριά από το σπίτι σου…Έχω όμως μια ιδέα!», είπε σκεπτική. Ύστερα από λίγα λεπτά, γύρισε προς τα ψάρια που κοιτούσαν απορημένα και τους φώναξε δυνατά «Ακούστε με όλοι προσεκτικά! Ο Μπούλης χρειάζεται τη βοήθειά μας για να επιστρέψει στο σπίτι του. Φωνάξτε όλους τους φίλους σας και τους γνωστούς σας και ενημερώστε τους πως αύριο το πρωί θα συγκεντρωθούμε όλοι στον μεγάλο βράχο! Μη λείψει κανείς!». Έπειτα γύρισε προς τον Μπούλη και του είπε «Απόψε θα μείνεις μαζί μας και αύριο το πρωί ξεκινάμε το ταξίδι της επιστροφής για το σπίτι σου!». Όλο το βράδυ ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης δεν έκλεισε μάτι… Σκεφτόταν συνεχώς την οικογένειά του και αναρωτιόταν ποιο

102

103

ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΖΩΗ


να ήταν άραγε το σχέδιο της σοφής Συναγρίδας. Και αφού το ρεύμα τον είχε παρασύρει τόσο μακριά, θα τα κατάφερνε να επιστρέψει στο σπίτι του; Δεν ήταν δα και κανένας δεινός κολυμβητής για να καταφέρει να κολυμπήσει πολύ μακριά… Με αυτές τις σκέψεις να στροβιλίζουν στο μυαλό του, ο Μπούλης δεν έβλεπε την ώρα να ξημερώσει.. Το επόμενο πρωί χιλιάδες ψάρια είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τον μεγάλο βράχο του βυθού. Τολμηροί γαύροι, γενναία μελανούρια, πρόσχαρες γλώσσες, παιχνιδιάρικα λυθρίνια, ευγενικά λαβράκια και τόσα ακόμα ψάρια περίμεναν με αγωνία να ακούσουν το σχέδιο της σοφής Συναγρίδας. Ξαφνικά, εκείνη φώναξε δυνατά «Πιαστείτε όλοι σφιχτά, ο ένας δίπλα από τον άλλον, με κατεύθυνση προς την Ανατολή! Η αποικία των ιππόκαμπων του βυθού, το μέρος όπου μένει ο φίλος μας ο Μπούλης, είναι αρκετά μακριά από εδώ… Όλοι μαζί, όμως, θα τα καταφέρουμε! Θα βοηθήσουμε τον Μπούλη να επιστρέψει στο σπίτι του!!». Τα ψάρια άρχισαν να ζητωκραυγάζουν όλο χαρά και αισιοδοξία. Αμέσως πιάστηκαν από τα βράγχια τους και σχημάτισαν μια γραμμή που διαρκώς μάκραινε καθώς συνέχιζαν να πιάνονται μεταξύ τους. Έτσι, σιγά σιγά άρχισε να σχηματίζεται μια τεράστια θαλάσσια αλυσίδα, τόσο μεγάλη που χανόταν στο βάθος του πελάγους… Ο Μπούλης κοιτούσε γύρω του πελαγωμένος.. «Πολύ καλό το σχέδιο της σοφής Συναγρίδας..», σκέφτηκε, «όμως δεν είμαι καλός κολυμβητής και δεν υπάρχει περίπτωση να καταφέρω να κολυμπήσω τόσο μακριά…», μονολόγησε και έσκυψε το κεφάλι του απελπισμένος.. Η σοφή Συναγρίδα κατάλαβε αμέσως τον προβληματισμό του. Τον πλησίασε και του είπε αποφασιστικά «Έλα, Μπούλη! Κρατήσου από πάνω μου! Θα ακολουθήσουμε μαζί την αλυσίδα και αυτή θα μας οδηγήσει στους δικούς σου!». Ο Μπούλης σήκωσε γεμάτος έκπληξη το κεφάλι του και δίχως δεύτερη σκέψη γαντζώθηκε με την στριφογυριστή ουρά του από τα βράγχια της σοφής Συναγρίδας. Έτσι, όλο χαρά, ξεκίνησαν να κολυμπούν μαζί κατά μήκος της θαλάσσιας αλυσίδας. «Στο καλό Μπούλη!», «Θα τα καταφέρεις!», του φώναζαν τα ψάρια καθώς περνούσαν από μπροστά τους. Και ο

104

Μπούλης όλο και έπαιρνε θάρρος. Αλλά και η σοφή Συναγρίδα όλο και έπαιρνε δύναμη από τα ψάρια που ζητωκραύγαζαν και συνέχιζε να κολυμπάει, ακολουθώντας τον δρόμο που είχαν δημιουργήσει οι φίλοι τους. Έπειτα από πολλή ώρα και αφού η θαλάσσια αλυσίδα έφτανε σχεδόν στο τέλος της, η σοφή Συναγρίδα φώναξε ξαφνικά στον Μπούλη «Μπούλη, κοίτα!». Ο Μπούλης κοίταξε μακριά και είδε στο βάθος του πελάγους ένα κοπάδι μικρόσωμων καφέ ιππόκαμπων που λαμπύριζαν από μακριά. «Αυτοί είναι!!», φώναξε. «Είναι η οικογένειά μου!!», συνέχισε να φωνάζει χαρούμενος. «Είδες Μπούλη; Τα καταφέραμε! Γύρισες στο σπίτι σου!», είπε γεμάτη περηφάνια η σοφή Συναγρίδα. «Τρέξε! Τρέξε κοντά τους!» τον παρακίνησε όλο χαρά. Ο Μπούλης έβγαλε τη στριφογυριστή ουρά του από τα βράγχια της σοφής Συναγρίδας και στάθηκε μπροστά της. «Έλα μαζί μου καλή μου Συναγρίδα! Θα χαρούν όλοι πολύ να σε γνωρίσουν!», της είπε παρακαλετά. «Θα το ήθελα πολύ, όμως, δυστυχώς δε γίνεται, Μπούλη.. Πρέπει να επιστρέψω και να οδηγήσω όλα τα ψάρια πίσω με ασφάλεια», του απάντησε εκείνη. «Εσύ τρέξε κοντά τους! Πήγαινε να τους αγκαλιάσεις! Να τους διηγηθείς την περιπέτειά σου στον βυθό και να τους μιλήσεις για τους καινούριους σου φίλους!», πρόσθεσε. «Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω… Σας χρωστάω τη ζωή μου.. Χωρίς εσάς δε θα κατάφερνα να επιστρέψω στο σπίτι μου..», της είπε ο Μπούλης. «Δε μας χρωστάς τίποτα, Μπούλη! Όταν προσφέρεις βοήθεια σε κάποιον, δε χρειάζεται να περιμένεις αντάλλαγμα. Να το θυμάσαι! Αυτό θα σε κάνει να ξεχωρίζεις και να είσαι χρήσιμος στον βυθό...», του απάντησε η Συναγρίδα. «Να προσφέρεις βοήθεια, χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα!», επανέλαβε σιγανά ο Μπούλης. «Σ’ ευχαριστώ σοφή μου Συναγρίδα!», της είπε γεμάτος ευγνωμοσύνη και χάθηκε κολυμπώντας ευτυχισμένος προς την οικογένειά του..


ΜΠΟΥΛΗΣ ΙΠΠΟΚΑΜΟΥΛΗΣ Δώρα Μαλτέζου Σκουτέρη Αγαπημένοι μου φίλοι, το όνομά μου είναι Μπούλης Ιπποκαμπούλης. Μου το έδωσε η μαμά Ματίνα, που με έκανε δώρο στην μικρή της κόρη Σοφία όταν γεννήθηκε. Τι είμαι? Ένας φωτεινός Ιππόκαμπος, που κρατάω συντροφιά στην μικρή Σοφία. Έχουν περάσει οκτώ χρόνια από τότε που με διάλεξε η μαμά και ακόμη είμαι πολύτιμος φίλος της που της φωτίζει την αγκαλιά της, διώχνει τα άσχημα όνειρα και είμαι πάντα δίπλα στο μαξιλάρι της. Ήμουν στο κουτί μου, στο πάνω ράφι στο τμήμα των παιχνιδιών στο μεγάλο τουριστικό κατάστημα, μαζί με τους άλλους, τα αδέρφια μου σε διάφορα χρώματα. Ο κατασκευαστής που μας έφτιαξε ήταν πολύ έξυπνος. Έβαλε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου για να είμαστε πολύχρωμοι! Όλο μου το σώμα έχει χρώμα λιλά από μαλακό γνουθωτό ύφασμα, η κοιλιά μου είναι πλαστική με ρίγες για να έχει μέσα τον μηχανισμό -μπαταρία, μουσική και φως- , η ουρά μου συνεχίζεται και στρίβει πίσω και η πλάτη μου έχει φτερά. Τα πουά που έχει το σώμα μου έχουν ασημί χρώμα. Τα μάτια μου είναι μεγάλα και η μουσουδίτσα μου μακριά για να τρώω. Το γαλλικό τραγουδάκι που λέω είναι νανούρισμα. «Είμαι όμορφος», μου λένε όλοι συνέχεια και εγώ το πιστεύω. Τώρα θα μου πείτε, τι σχέση έχει με μένα το παιχνίδι και η τοποθεσία Στρατώνιου του Δήμου Αριστοτέλη, στην Θεσσαλονίκη? Έλα ντε? Ακούστε με, παιδιά…. Είναι μια αληθινή ιστορία που θέλω να σας διηγηθώ….. «Εκεί στο Στρατώνιο του Δήμου Αριστοτέλη, στην Θεσσαλονίκη, βρίσκεται το ανάκτορο της μεγάλης οικογένειας του «Μαρκησίου και της Μαρκησίας Ντε Λα Μπλούμ», των αστερόψαρων. Εκεί βρίσκεται η αμμουδερή παραλία με το θαλάσσιο κόσμο της.

106

Εκεί υποδέχονται οι Μαρκήσιοι, όλες τις οικογένειες των ιππόκαμπων της Μεσογείου με τιμές και πολλές γιορτές. Οι ιππόκαμποι φτάνουν την Άνοιξη από πολλές χώρες, γίνονται οι γνωριμίες, οι περίπατοι στους θαλάσσιους κήπους και αφού περάσουν υπέροχες διακοπές, και είναι έτοιμοι για την αναπαραγωγή, επισκέπτονται το Μαιευτήριο για να γεννήσουν. Ο Μαρκήσιος Ντε Λα Μπλούμ, έχει κτίσει ένα θαλάσσιο Μαιευτήριο που πηγαίνουν τα νεαρά ζευγάρια και ανταλλάσσουν τα αυγά τους, δηλ. η θηλυκή τα μεταφέρει στον αρσενικό όπου στην συνέχεια εκείνος τα γεννάει. Είναι μια επιστημονική εξήγηση που πρέπει να μάθουν, τα παιδιά και να την μεταφέρουν σε όλους. Ο αρσενικός ιππόκαμπος είναι πολύ τρυφερός πατέρας. Ήμουν και εγώ ένας νεαρός και όμορφος Ιππόκαμπος. Εκεί στους κήπους γνώρισα την αγαπημένη μου Ιπποκαμπούλα, παντρευτήκαμε και κάναμε πολλά παιδιά. Μα τόσο μεγάλη ήταν η αγάπη μου για κείνην και τα παιδιά μου που τραγουδούσα συνέχεια μελωδίες ενώ έπαιζα υπέροχη μουσική μέρα και νύχτα, και με άκουγαν σε όλο το ανάκτορο του Μαρκησίου. Μια νύκτα που είχε πανσέληνο, η Σελήνη με άκουσε, κατέβηκε στην θάλασσα και φώτισε το δωμάτιο μας. Με άγγιξε, με γέμισε ασημόσκονη και μου είπε: «Εσύ, είσαι ένας ξεχωριστός Ιππόκαμπος, γεμάτος αγάπη, ξέρεις και να τραγουδάς. Θέλω να σε πάρω για λίγο μαζί μου. Θέλω να σε πάω σε έναν φίλο μου που αγαπάει την θάλασσα και τα παιδιά. Ψάχνει να βρει, να σχεδιάσει ένα θαλάσσιο ον γεμάτο αγάπη και τρυφερότητα.. Εσύ είσαι το φωτεινό ον, που δίνεις αγάπη στην αγαπημένη σου και στα παιδιά σου. Πάμε, μου είπε και αφού με τύλιξε με ασημόσκονη, με μετέφερε στο γραφείο του σχεδιαστή Δημήτρη, που εκείνο το βράδυ ξενυχτούσε για να βρει έναν ήρωα στην νέα συλλογή παιχνιδιών. Μπήκαμε από το ανοικτό παράθυρο η Σελήνη και εγώ. Με έριξε στην λευκή σελίδα μπροστά του, και ασημόσκονη γέμισε το γραφείο και όλα έλαμψαν……. «Ααα….. τι είναι αυτό? Από που ήρθες εσύ?» ρώτησε ξαφνιασμένος ο Δημήτρης. « Να η ιδέα που ήθελα… εσύ ποιος είσαι?» «εεεε, εγώ?» είπα ζαλισμένος « Εγώ είμαι ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης από το Στρατώνιο, φίλος της κας Σελήνης, εκείνη με έφερε εδώ για να γνωριστούμε. Αγαπημένος

107


της ιπποκαμπούλας μου και πατέρας πολλών παιδιών. Τραγουδούσα από χαρά και αγάπη απόψε το βράδυ, με άκουσε η κα Σελήνη και νάσου ήρθα. Με ψάχνεις, εεε?» σηκώθηκα και τον κοίταξα στα μάτια. «Εσύ ποιος είσαι? Γιατί με ψάχνεις?» είπα. «Ψάχνω να βρω έναν ήρωα που να ζει στο νερό, να είναι πολύχρωμος, να δίνει αγάπη, να τραγουδάει» είπε ο Δημήτρης «να σαν και σένα». «Ήρθα να σου δώσω τον εαυτό μου» είπε ο Ιππόκαμπος, «να με γνωρίσεις, να μάθουν τα παιδιά για τους Ιππόκαμπους που είναι γεμάτοι αγάπη, ότι η φύση τους κάνει κάτι πολύ σημαντικό στην αναπαραγωγή και επιπλέον να τους κρατούν συντροφιά τις νύχτες…. Μου αρέσει να τραγουδώ τις νύχτες και ζω στην θάλασσα». «Αυτό ήθελες?» «Σε ευχαριστώ Μπούλη Ιπποκαμπούλη, σε ευχαριστώ Σελήνη. Θα σχεδιάσω τον πιο όμορφο Ιππόκαμπο και θα τον κατασκευάσω σε παιχνίδι αγκαλιάς». Είπε ο Δημήτρης ενθουσιασμένος. Και άρχισε να τον σχεδιάζει με τα μολύβια του, σε διάφορα χρώματα….. ήταν πολύ χαρούμενος! Μόλις τέλειωσε ο σχεδιαστής, η Σελήνη με πήρε πάλι και με επέστρεψε στην οικογένειά μου. Από εκείνη την νύχτα όλα άλλαξαν! Ο σχεδιαστής Δημήτρης έγινε πολύ διάσημος, τον έδωσε στους συνεργάτες του στο εργοστάσιο των παιχνιδιών και παρήγαγαν τον Μπούλη Ιπποκαμπούλη, δηλ. εμένα, σε όλα τα χρώματα και τα μεγέθη. Ο Μπούλης Ιπποκαμπούλης έγινε ένα αγαπημένο παιχνίδι αγκαλιάς και βρίσκεται παντού σε όλον τον κόσμο. Εκεί λοιπόν στο Στρατώνιο, του Δήμου Αριστοτέλη, όλα τα τουριστικά μαγαζιά πουλάνε αυτούς τους πολύ όμορφους ιππόκαμπους σε όλα τα χρώματα, που σχεδίασε εκείνο το βράδυ ο σχεδιαστής Δημήτρης. Εκεί στο Στρατώνιο, αγόρασε και η μαμά Ματίνα, τον λιλά ιππόκαμπο για την μικρή Σοφία σε ένα Συνέδριο στην Θεσσαλονίκη που είχε με την Εταιρεία της, και πήγαν για φαγητό με τους συναδέρφους της. Τι έγινε, λοιπόν με τον λιλά ιππόκαμπο, τον αχώριστο φίλο της Σοφίας ?…… για να δούμε? Μια ημέρα που ο λιλά ιππόκαμπος ήθελε να μείνει λίγο μόνος,

σκέφτηκε να παίξει ένα παιχνίδι στην μικρή Σοφία. Κατρακύλησε πίσω από το μεγάλο κρεβάτι, που εκείνη την ημέρα είχε κοιμηθεί μαζί με τον αδερφό της για να μην φοβάται και κρύφτηκε μέσα στην χαραμάδα. «Εδώ δεν πρόκειται κανείς να με δει» είπε και χαμογέλασε. Το βράδυ που η Σοφία τον έψαχνε, εκείνος χαμογελούσε και περίμενε να δει πόσο της λείπει. Έκλαιγε και έψαχνε συνέχεια παντού……. Εκείνος χαμογελούσε…. «με αγαπάει», είπε, «και εγώ την αγαπώ, αλλά θέλω να μείνω μόνος για λίγο». Το πρωί που ξύπνησε τον έψαχνε πάλι, να του πει καλημέρα, να ντυθεί, να πάει σχολείο…. Αναποδογύριζε όλες τις κουβέρτες, τα παπλώματα, τίποτα, ο ιππόκαμπος άφαντος ….. Το μεσημέρι χαρούμενη γύρισε από το σχολείο….. η ημέρα ήταν πολύ καλή, είχε πάρει άριστα. Πήγε στο δωμάτιο της, άφησε την τσάντα της και κάτι της ψιθύρισε να ψάξει άλλη μια φορά. Και ναι, ο ιππόκαμπος φάνηκε στην άκρη του κρεβατιού…… Η Σοφία έβαλε τις φωνές. «Μαμά, μαμά εδώ είναι ο ιππόκαμπος, νάτος τον βρήκα! Δεν τον είδαμε χθες, έλα να δεις.» Τον παίρνει αγκαλιά και άρχισε να του μιλάει, «Πόσο πολύ σε αγαπώ, πόσο μου έλειψες…. Που ήσουν»? «Εδώ θα είμαι, κοντά σου, πάντα κοντά σου» είπε ο ιππόκαμπος. Το σαββατοκύριακο πήγε στην γιαγιά της, τον πήρε μαζί της…. Πάντα μαζί της σε όλα τα ταξίδια της, σε όλα τα όνειρά της. Ο Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης ήξερε όλα τα όνειρά της, όλους τους φόβους της, τις χαρές, τα παιχνίδια της…. «Σου υπόσχομαι θα είμαι μαζί σου» είπε και η Σοφία τον έσφιξε στην αγκαλιά της χαμογελώντας. Όσο για τα τουριστικά μαγαζιά του Στρατώνιου, εξακολουθούν να πουλούν τους πολύχρωμους ιππόκαμπους. Είναι το σήμα κατατεθέν στην περιοχή και ένα ξεχωριστό αναμνηστικό της περιοχής! Δεν ξεχνάμε ποτέ ότι σε αυτό το μοναδικό σημείο γίνεται κάθε Άνοιξη, η αναπαραγωγή των ιππόκαμπων σε όλη την Μεσόγειο, γιατί υπάρχει το πιο όμορφο θαλάσσιο και ασφαλές «Μαιευτήριο του Μαρκησίου και της Μαρκησίας Ντε λα Μπλούμ»!!!!

108

109


Ο Μπούλης και το λουλούδι της θάλασσας. Ο Μπούλης ο ιπποκαμπούλης , αγαπούσε πολυ το υποθαλάσσιο κήπο του, με τις πωσειδώνιες. Τις φρόντιζε και τις θαύμαζε. Το πράσινο τους , σμαραγδένιο χρώμα , του προκαλούσε χαρά και ηρεμία. Μια φορά όμως, ο Μπουλης απομακρύνθηκε πολύ απο το σπίτι του. Μακριά απο το βυθό. Έφτασε στην επιφάνεια της θάλασσας. Δεν ηταν όμως, η πρώτη φόρα. Όταν ήταν μίκρος, είχε πάντα μεγάλη περιέργεια για το κόσμο και ήταν πόλυ θαραλλέο παιδί. Είχε φτάσει στην επιφάνεια της θάλασσας, όταν ήταν παιδάκι. Πότε δεν θα ξεχνούσε, το θέαμα που αντίκρησε. Ο απέραντος ουράνος έμοιαζε ,με το μικρό αδερφό της θάλασσας. Κοιτούσε με τις ώρες τα λεύκα σύννεφα, που κολυμπούσαν αργά και του θύμησαν τις σοφές φάλαινες. Ο χρύσος ήλιος, με τις φωτείνες ηλιαχτίδες. Του θύμησε πελώριο αχίνο με πληθώρα αγκάθια. Η επιφάνεια της θάλασσας , έμοιζε λες και βρίσκεται σε συνεχή χορό. Κάτω απο την επιφάνεια, ο κόσμος μοιάζει ποιό ήρεμος και σταθερός. Μα ο μίκρος Μπούλης δεν ήταν μόνος μες στα κύματα. Τότε γνώρισε έναν μοναχικό γλάρο,με το παρατσούκλι Καπετάνιος . Αυτή τη φορά, ο Μπούλης είχε φτάσει στην επιφανειά της θάλασσας. Για να τον συναντήσει. Ο Καπετανιος γλάρος,τον περίμενε υπομονετικά, Ήταν λιγο νυσταγμένος και τα ρύθμικα κύματα της θάλασσας, τον κουνούσαν πέρα δώθε.Όπως κουναέι η μάνα στη κούνια το μωρό της. Τα μάτια του αρχίσαν ,σίγα σίγα να κλείνουν. Όμως ,μόλις είδε τον Μπούλη, να βγαζει το μίκρο προσωπάκι του, απο τη θάλασσα. Αμέσως πείρε καμαρώτη και επιβλητική πόζα με ορθάνοιχτα μάτια. -Γειά σου, Καπετάνιε γλάρε! Είπε φωναχτά ο Μπούλης ιπποκαμπούλης.

- Καλώς τον ! Καιρό είχα να σε δω και έχω να σου πω πολλά! Ο καπέτανιος γλάρος αγαπούσε να λεεί , διάφορες ιστόριες απο τον κόσμο της ξήρας, στα πλάσματα της θάλασσας. -Άκου μίκρε κάλα! Δεν μπόρεις να φανταστέις πόσο όμορφος και συναρπαστικός, είναι ο κόσμος της στέριας. Έλεγε ο γλάρος με μεγάλη ζωντάνια ,στο Μπούλη. -Κοίταξε εδώ! Είπε ο γλάρος δύνατα και έβγαλε απο την μασχάλη του, ένα περίεργο αντικείμενο ή κατασκεύασμα ή ισώς να ήταν κατί ζώντανο, όπως το κόραλλι. Ο Μπούλης το έβλεπε πρώτη φόρα και δεν ήξερε τι να σκεφτεί.Αύτο που τον ξάφνιασε, ήταν ένα μικρό λουλούδι, μια μαργαρίτα. Αυτό είναι μία ποσειδώνια της στέριας! Βέβαια απέχει πόλυ, απο τα δίκα σας θαλάσσια χόρτα, όμως σου κάνω τέτοια σύγκριση, για να καταλάβεις τι είναι. -Είναι τόσο όμορφη! Του απάντησε με δέος, ο Μπούλης. -Και πολύ σημαντική! Συνέχισε να μίλαει ο Καπετάνιος. -Δίνει γύρη και νέκταρ στις μέλισσες, Οί μέλισσες είναι τα αμφίποδα της ξήρας. Μαζεύβουν το χρυσάφι αύτο και φτιάχνουν το μέλι, ένα ύγρο, παχύρευστο κόσμημα. Εκτώς από αυτη την μαργαρίτα, ο κοσμος της ξήρας είναι γεμάτος με πολύχρωμα λουλούδια. Σε ότι χρώμα και σε ότι σχήμα θέλεις! Κόκκινα τριαντάφυλλα, κίτρινες πρίμουλες, γαλάζιοι κρόκοι ,νάρκησοι , γαρύφαλλα , κυκλάμινα ,μενεξέδες, βιολέτες, ανεμώνες, και άλλα πόλλα. Δεν θα μου φτάσει μια μέρα, για να σου τα πω όλα! Ο Μπούλης κοίτουσε την μαργαρίτα, με γουρλωμένα μάτια, απο το θαύμασμο και πάραλληλα άκουγε το Καπετάνιο γλάρο. Τέλειώνοντας, ο γλάρος του είπε ψιθυριστά. -Το ξέρεις, ότι όλο το οξυγόνο της γης, το παράγουν τα πανέμορφα φύτα της στέριας. Τόσο σημάντικα είναι, όχι σαν τα βάρετα σας θαλλασινά χόρτα , που μοιάζουν με πράσινα σχοίνια, αχαχα! Ο Καπέτανιο γλάρος, άρχισε να γέλαει δυνατά, και να λεεί στον Μπούλη. -Μην θύμωνεις, Μπούλη, αφού έτσι είναι, τα φυτά της στέριας

110

111

ΑΝΝΑ ΙΣΑΑΚΙΔΟΥ


είναι ποιό σημαντικά και ποιο όμορφα απο τα δίκα σας. Έπειτα ο γλάρος, σήκωσε καμαρώτα την μαργαρίτα και είπε φωναχτά. -Τα φυτά της στέριας, έχουν λουλούδια! Ο Καπέτανιος κοίταζε μιά το λουλούδι ,και την άλλη τον ιπποκαμπούλη. Έπειτα κοίταξε στον ούρανο και η φώνη του άλλαξε χροία, είπε με τρομαγμένη φωνή. -Ωχ , βλέπω πόλλα γκρίζα σύννεφα , έρχεται βρόχη. Πρέπει να φύγω αμέσως! Τα λέμε μικρέ! Ο γλάρος πέταξε βιαστηκά, αφηνοντας πίσω του , τη μίκρη μαργαρίτα. Ο Μπούλης την κοίταζε μέρικα λεπτά. Έμοιζε με τα περίεργα, λαμπέρα μαργαριτάρια, που είχε δει στον νυχτερινό ουρανό... Μια μικρή σταγόνα απο τον ουρανό, έπεσε πάνω στο κεφαλάκι της μαργαρίτας. Η μαργαρίτα βυθήστικε και για λίγα δευτερόλεπτα, βρέθηκε κάτω απο την επιφάνεια της θάλασσας. Ύστερα αναδύθηκε ξάνα , έμοιαζε με μια μικρή γοργόνα. Ο Μπούλης την κοίταξε για τελευταία φορά και έφυγε. Έφτασε στο σπίτι και πήγε στο κήπο του, Κοίταζε πλέον με αδιάφορο βλέμμα τις ποσειδώνιες του. Τα μικρά παιδάκια του, έπαιζαν χαρούμενα , ανάμεσα στα πράσινα, θαλάσσια φύτα. -Μπούλη, τι έγινε γιατί είσαι λυπημένος? Άκοστηκε η τρυφερή φώνη της γυναίκασ του, ήταν η Βούλα ,η ιπποκαμπούλα. Ο Μπούλης διηγήθηκε, όλα όσα του είχε πει, ο καπετάνιος γλάρος. Η Βούλα τότε του είπε, πως πρέπει να μιλήσει με τη σοφή φάλαινα, για να είναι σίγουρος. -Πρέπει να ακουσεις και άλλη γνώμη.Όχι μόνο την γνώμη του γλάρου. Του είπε η Βούλα η ιπποκαμπούλα. Το επόμενο πρωί, Το αγαπημένο ζευγαράκι ιπποκαμπούληδων, πήγαν να μιλήσουν με τη σοφή φάλαινα . Η σοφή φάλαινα , έμοιαζε με πέλώριο, ζωντανό νησί. Στέκονταν, σχέδον ακίνητη, στο βάθυ μλπέ της θάλασσας. Ο Μπούλης πλησίασε τη φάλαινα και της είπε όλα όσα, είχε μάθει απο το καπετάνιο γλάρο. Η φάλαινα άκουσε προσεκτικά τον Μπούλη. Και του απάντησε με ήρεμο τόνο φώνης.

-Πότε μην βγάζεις απο νωρίς συμπεράσματα. Οι ποσειδώνιες κρύβουν ένα μύστικο, που το δείχνουν μόνο σε εκείνους, που έχουν υπομονή. Και να ξέρεις πως το μεγαλύτερο ποσοστό οξυγονου, δείνουν τα φυτά και το φυτοπλαγκτόν της θάλασσας και των ωκεανών. Αύτο όμως δεν σημαίνει , ότι τα δικά μας φυτά, είναι τα σημαντικότερα και τα καλύτερα. Όλα τα φύτα είναι σημαντικά, όπως και όλα τα πλάσματα της γης και της στέριας. Να το θυμάσαι αυτό πάντα! Η σοφή φάλαινα συνέχισε να μιλά, με ένα τόνο φώνης, που έδειχνε, άγαπη και σεβασμό προς το μικρό ιππόκαμπο. -Οι πωσειδώνιες σου, μέσω των ρίζων και των φυλλών, αποτρέπουν τη διάβρωση των ακτών. Αν θα εξαφανιστούν οι ποσειδώνιες ,κάποιες παραλίες θα συρρίκνωθουν, ένω αλλες παραλίες θα χαθούν. Και επίσης, μικρέ μου ιππόκαμπε. Μην ξέχνας πότε, ότι οι ποσειδώνιες σου ,μας δινουν το οξυγόνο. Άρα τα μίκρα, ταπείνα φύτα, του υποθαλλάσιου κήπου σου, παράγουν αόρατο, αιθέριο κόσμημα, το οξυγόνο. Χάρη στο οποιό υπάρχει ζωή, στο μίκρο και ταπεινό πλανήτη μας. Ο Μπούλης ένιωσε άμεσως, ζωντάνια και χάρα. Η σοφή φάλαινα, οπως πάντα είχε δίκιο. Όλα τα πλάσματα ειναι σήμαντικα. Και έκεινα που απο τη πρώτη ματιά, φαίνονται μικρά και αδιάφορα.Επίσης, όπως του είπε η σοφή φάλαινα, πρέπει πάντα να κάνεις αυτό που αγαπάς και να έχεις υπομονή. Η Βούλα και ο Μπούλης ήρθαν χαρούμενοι στο σπίτι, και αρχισάν να ζουν την οικογενειάκη ρουτίνα τους. Ο Μπούλης συνέχισε να φροντίζει το κήπο του, καθε μέρα, με μεγάλο μεράκι.Και παράλληλα πρόσεχε και φρόντιζε τα παιδάκια του, που έπαιζαν χαρούμενα μες στον κήπο. Πέρασαν πολλές εβδομάδες. Ο Μπούλης είχε ξεχάστει εντέλως. Δεν σκέφτονταν πλέον ,τα λόγια του Καπετάνιου γλάρου και της σοφής φάλαινας. Στα ξαφνίκα ακούστηκε δύνατη φώνη, απο ένα παίδακι. Ήταν ο μικρούλης γιός του Μπούλη. -Μπαμπά, μπαμπά κοίτα έδω! Αχ τι είναι αυτό? Φώναζε με περιέργεια, το μίκρο παιδάκι. Ο Μπούλης έφτασε γρήρορα στο κήπο και τι να δει! Ακριβώς στη μέση του κήπου, όπου μεγάλωνε η αγαπημένη του ποσειδώνια, βγήκε ένα αληθινό λουλούδι! Έμοιαζε με μικρό αστεράκι.

112

113


-Λουλόυδι κάτω από το νέρο! Ωστε αύτο ήταν το μυστικό των θαλασσινών χόρτων μας, για το οποίο, έλεγε η σοφή φάλαινα! Είπε ο Μπούλης φώναχτα, αγκαλιάζοντας την Βόυλα και το μικρόυλη γιό του. -Κοιτάξε εδώ, Μπούλη! Είπε ξαφνιασμένη , η Βούλα, δείχνωντας το όμορφο, θαλασσινό, λουλουδάκι. Πανω στο κέντρο της κεφαλής του ,και πάνω στα πέταλα του. Έτρεχαν πέρα δώθε, μικρά διάφανα, λες και ήταν φτιαγμένα απο κρύσταλλο, πλασματάκια, που ονομάζονται αμφίποδα. Τα αμφίποδα μαζεύουν και μεταφέρουν τη γύρη από το λουλούδι σε λουλούδι, όπως ακριβώς οι μέλισσες στη στεριά. Ο Μπούλης δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του! Θαλασσινό λουλούδι, λες και βγάλμενο από το μαγικό κόσμο των ονείρων, όμως άκρως αληθινό, πραγματικό, βρίσκετε ακριβώς μπρόστα του! Απο εκείνη τη μέρα, έμαθε, πως πότε δεν πρέπει να ακους, μόνο τη μία γνώμη. Πότε δεν πρέπει να απελπίζεσαι. Χρειάζεται υπομονή, οπώς πόλυ σωστά του είπε η σοφή φαλαίνα. Και εσείς παιδάικια και μεγάλοι, πότε μην τα βάζετε κάτω. Ακολουθήστε τα ονειρά σας, τους στόχους σας. Και κάποτε θα δείτε και εσείς, όπως ο Μπούλης ιπποκαμπούλης, ένα ομορφό λουλούδι, εκεί που δεν το περιμένετε. Εμείς οι άνθρωποι ονομάζουμε αυτό το λουλούδι ευτυχία.

Οι ιππόκαμποι του Στρατωνίου ΣΤΑΝΕΛΟΥΔΗ ΓΙΩΤΑ Πριν χρόνια ο προπροπαππούς μου και η προπρογιαγιά μου ζούσαν σε καθαρά και ήρεμα νερά πολύ μακριά από δω, όταν μια μέρα ξαφνικά το νερό άρχισε να αλλάζει χρώμα «Τι μπορεί να συμβαίνει;» ρώτησε η προπρογιαγιά μου. «Σύμφωνα με την Ιππόκαμπους Larousse, πρόκειται για διαρροή πετρελαίου! Ωχ συμφορά! Πρέπει να φύγουμε!» της απάντησε προβληματισμένος ο προπροπαππούς μου κι έκλεισε βιαστικά την εγκυκλοπαίδεια. Ταξίδεψαν μακριά πολύ μακριά, μέρες, μήνες ολάκερους, ώστε να είναι σίγουροι πως έχουν αποφύγει τα μολυσμένα νερά. Κι έτσι έφτασαν εδώ, στα νερά του Στρατωνίου. Αρχικά ήταν μόνοι, όμως έκαναν πολλά παιδιά, τα παιδιά τους πολλά παιδιά, τα παιδιά των παιδιών τους παιδιά και τα παιδιά...» «Πάλι την ίδια ιστορία τους αφηγήσε!» τον διέκοψε η μαμά Ιπποκαμπούλα. «Ώρα για σχολείο! Σήμερα έχετε ξενάγηση στον βυθό! Άιντε μην καθυστερείτε! Η κυρία Ιπποκαμπία θα σας περιμένει!» είπε η μαμά Ιπποκαμπούλα και τα ιπποκαμπάκια ξεκίνησαν για το σχολείο. «Λοιπόν, ιπποκαμπάκια μου! Διασχίζοντας τα καταγάλανα και καθαρά νερά του Στρατωνίου παρατηρούμε πως η βλάστηση δεν είναι πυκνή, όμως όπως ήδη πολύ καλά γνωρίζετε τα θρεπτικά για εμάς πλαγκτόν και οι θαλάσσιες ψείρες που βρίσκονται σε αφθονία, μας επιτρέπουν να τρεφόμαστε σωστά. Γύρω μας αρκετά χταπόδια...» και πριν προλάβει να ολοκληρώσει η κυρία Ιπποκαμπία ένας δυνατός θόρυβος τη διέκοψε. Βρουμ, βρουμ «Τι θόρυβος είναι αυτός;» ρώτησε τρομαγμένη η Ιπποκαντόλ. «Και από πού ακούγεται;» συμπλήρωσε ο Ιπποκαμπίλ. «Κοιτάξτε! Τι είναι αυτό που κινείται;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή ο Ιπποκαρόλ. «Είναι δύτες! Κολυμπήστε γρήγορα! Κρυφτείτε!» φώναξε

115


η κυρία Ιπποκαμπία. Όμως τα ιπποκαμπάκια ούτε να κολυμπήσουν γρήγορα μπορούσαν, ούτε να βρουν κάποιο φυτό για να κρυφτούν. Έμειναν φοβισμένα εκεί, να παρακολουθούν τους δύτες να τα φωτογραφίζουν. Κλικ, κλικ Έως ότου ακούστηκε η καθησυχαστική φωνή της κυρίας Ιπποκαμπίας «Μη φοβάστε! Ήρθαν για να καθαρίσουν τον βυθό! Κοιτάξτε, μας αφήνουν και κοράλλια!» «Τελικά, εδώ στα νερά του Στρατωνίου είμαστε ασφαλείς!» αναφώναξαν ανακουφισμένα τα ιπποκαμπάκια.

ΜΠΕΡΔΕΜΠΟΜΠΟΥΛΕΜΑΤΑ ΜΑΙΡΗ (ΜΑΡΙΑ) ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΥ Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟΥ ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΠΠΟΚΑΜΠΑΚΙΑ ΤΟΥ, ΕΝΑ ΟΜΟΡΦΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ, ΒΓΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΚΟΛΠΟΥ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΟΥΝ.ΜΑΛΙΣΤΑ ΕΙΠΑΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΚΙ ΕΝΑ SEA-PICNIC!!! ΜΟΛΙΣ ΕΦΤΑΣΑΝ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ ΤΗΝ «WATER WORLD STRATONIOU», ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΙΠΠΟΚΑΜΠΑΚΙΑ ΚΟΛΥΜΠΗΣΑΝ ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΜΟΝΑ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΚΟΥΝΙΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΣΟΥΛΗΘΡΕΣ, ΕΝΩ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΠΛΩΣΑΝ ΤΙΣ ΨΑΘΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΦΑΓΗΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΦΥΚΙΑ. Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ!!! ΕΙΧΕ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΣΥΝΤΡΟΦΟ, ΠΟΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΠΟΛΛΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ. ΚΑΙ ΚΑΘΩΣ ΕΙΧΕ ΞΑΠΛΩΣΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕ ΤΟ ΦΡΟΥΤΟΠΛΑΓΚΤΟΝ ΤΟΥ, ΕΙΔΕ ΔΥΟ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΜΙΛΑΝΕ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΒΡΑΧΟ! ΑΜΕΣΩΣ ΚΟΛΥΜΠΗΣΕ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΦΩΝΑΞΕ: ΠΑΙΔΙΑ, ΜΗΝ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΣΤΕ, ΕΛΑΤΕ ΕΔΩ. ΟΜΩΣ ΤΑ ΔΥΟ ΑΔΕΡΦΑΚΙΑ, ΔΕΝ ΕΔΩΣΑΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ ΘΟΡΥΒΗΘΗΚΕ. ΚΟΛΥΜΠΗΣΕ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΞΕ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΡΑΧΟ. ΤΙ ΝΑ ΔΕΙ! ΕΝΑ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΟ ΠΟΥ ΕΚΛΑΙΓΕ! ΤΟ ΚΑΗΜΕΝΟ ΤΟ ΨΑΡΑΚΙ ΕΚΛΑΙΓΕ ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΚΡΥΦΤΕΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΡΑΧΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΝ ΔΕΙ ΚΑΝΕΙΣ. Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ, ΜΟΛΙΣ ΤΟΝ ΕΙΔΕ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΝΑ ΚΡΥΒΕΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΛΑΙΕΙ ΜΟΝΟ ΤΟΥ, ΤΟΝ ΛΥΠΗΘΗΚΕ… ΘΥΜΗΘΗΚΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ , ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΟΥΣ, ΠΟΣΟ ΑΣΧΗΜΑ ΕΝΙΩΘΕ… ΓΙ ΑΥΤΟ ΠΗΓΕ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΙΠΕ: «ΓΕΙΑ ΣΟΥ. ΕΙΜΑΙ Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ. ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ; ΤΟ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑΚΙ ΤΟΝ ΚΟΙΤΑΞΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ ΑΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΟΥ ΜΙΛΗΣΕΙ Ή ΟΧΙ…ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕ ΝΑ ΤΟΝ ΚΟΡΟΙΔΕΨΕΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΠΛΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΟΛΠΟΥ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ…

117


ΕΤΣΙ, ΑΦΟΥ ΡΟΥΦΗΞΕ ΤΗΝ ΜΥΤΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΟΥΠΙΣΕ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥ, ΤΟΥ ΕΙΠΕ: «ΕΙΜΑΙ Ή ΜΑΛΛΟΝ ΗΜΟΥΝ Ο ΑΚΗΣ Ο ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑΚΗΣ, ΓΙΑΤΙ ΤΩΡΑ ΔΕΝ ΞΕΡΩΩΩΩΩ ΤΙ ΕΙΜΑΙ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ…… ΦΩΝΑΞΕ ΜΕ ΛΥΓΜΟΥΣ. Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ ΤΑ ΕΧΑΣΕ! ΤΙ ΝΑ ΕΝΝΟΟΥΣΕ ΤΟ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΟ;ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΙΠΕ: -ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑ ΚΑΛΑ, ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΕΡΘΕΙΣ ΜΑΖΙ ΜΟΥ, ΝΑ ΕΚΕΙ ΣΤΗΝ ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΑ ΜΟΥ, ΝΑ ΠΙΕΙΣ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΝΑ ΗΡΕΜΗΣΕΙΣ; ΜΕΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΣΟΥ, ΕΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΜΟΥ ΛΕΣ ΤΙ ΣΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ. Ο ΑΚΗΣ Ο ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑΚΗΣ ΤΟΝ ΚΟΙΤΑΞΕ. ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΝΑ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ. ΠΗΡΕ ΑΠΟ ΔΙΠΛΑ ΤΟΥ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΦΥΚΙ ΓΙΑ ΝΑ ΣΚΕΠΑΣΤΕΙ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΝ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΑ ΑΛΛΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ. Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΕ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ; ΣΕ ΤΙ ΣΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕΙ; ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΟ ΤΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΕ: ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΦΥΚΙ ΠΟΥ ΣΚΕΠΑΖΟΜΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΜΕ ΒΛΕΠΟΥΝ ΟΙ ΓΥΡΩ ΜΟΥ. ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ ΝΑ ΣΚΕΠΑΣΤΩ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΜΕ ΚΟΡΟΙΔΕΥΟΥΝ… Ο ΜΠΟΥΛΗΣ ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΕ. ΑΦΟΥ ΤΟ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΟ ΕΝΙΩΘΕ ΑΣΦΑΛΗΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΚΙ, ΑΣ ΣΚΕΠΑΖΟΤΑΝ. ΗΛΠΙΖΕ ΜΟΝΟ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΟ ΒΟΗΘΗΣΕΙ. Η ΙΠΠΟΚΑΜΠΙΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΑ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙ Ο ΜΠΟΥΛΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΞΕΝΟ. ΠΑΡΑΞΕΝΕΥΤΗΚΕ ΠΟΥ ΕΙΔΕ ΤΟ ΨΑΡΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΦΥΚΙ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΡΩΤΗΣΕ ΤΙΠΟΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΦΕΡΕΙ ΣΕ ΔΥΣΚΟΛΗ ΘΕΣΗ. ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΤΟ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΕΝΑ ΦΡΟΥΤΟΠΛΑΓΚΤΟΝ ΝΑ ΠΙΕΙ. ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΙΠΠΟΚΑΜΠΑΚΙΑ ΠΛΗΣΙΑΣΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΝ ΤΟΝ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ ΤΟΥΣ. ΚΟΛΥΜΠΗΣΑΝ ΓΥΡΩ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΙΤΟΥΣΑΝ. ΤΟ ΚΑΗΜΕΝΟ ΤΟ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΟ ΚΡΥΦΤΗΚΕ ΑΚΟΜΑ ΠΙΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΥΚΙ. ΤΟΤΕ Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ, ΠΗΡΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΟΔΗΓΗΣΕ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΚΟΥΝΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΙΠΕ: ΠΑΙΔΙΑ Ο ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΑΣ ΝΤΡΕΠΕΤΕ ΛΙΓΟ. ΑΣ ΜΗΝ ΤΟΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΑΒΟΛΑ.ΜΟΛΙΣ ΝΙΩΣΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ, ΘΑ ΣΑΣ ΦΩΝΑΞΩ ΝΑ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΣΕΤΕ. ΤΩΡΑ ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΤΕ, ΟΜΩΣ ΜΗΝ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΘΕΙΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΤΕ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΣΑΣ. ΜΕΤΑ Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΣΤΟΝ ΝΕΟ ΤΟΥ ΦΙΛΟ. Ο ΑΚΗΣ Ο ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑΚΗΣ ΕΠΙΝΕ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ΤΟΥ ΤΟ ΦΡΟΥΤΟΠΛΑΓΚΤΟΝ

ΤΟΥ. ΑΦΟΥ ΗΡΕΜΗΣΕ ΑΡΚΕΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΚΛΑΙΕΙ, Ο ΜΠΟΥΛΗΣ ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΕ: ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΤΙ ΣΟΥ ΣΥΜΒΑΝΕΙ; ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑΚΙ ΑΡΧΙΣΕ: ΕΜΕΝΑ ΜΕ ΛΕΝΕ ΑΚΗ. ΗΜΟΥΝ ΕΝΑ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΨΑΡΑΚΙ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑ ΣΤΗΝ ΑΝΕΜΩΝΗ ΜΟΥ. ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΝΕΜΩΝΗ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΛΕΣ, ΟΠΟΥ ΖΟΥΝ ΚΙ ΑΛΛΑ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑ. ΟΜΩΣ ΓΙΑ ΚΑΚΗ ΜΑΣ ΤΥΧΗ , Η ΜΑΜΑ ΜΑΣ ΧΑΘΗΚΕ ΑΠΟ ΜΙΑ ΝΕΡΟΘΥΕΛΛΑ ΚΑΙ Η ΑΝΕΜΩΝΗ ΜΑΣ ΕΜΕΙΝΕ ΧΩΡΙΣ ΜΑΜΑ. ΤΟΤΕ ΕΠΕΙΔΗ ΗΜΟΥΝ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟ ΨΑΡΙ, ΜΟΥ ΕΙΠΑΝ ΟΤΙ ΘΑ ΠΑΡΩ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ!!!! ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΑΡΧΙΣΑΝ ΤΟΤΕ ΝΑ ΜΕ ΚΟΡΟΙΔΕΥΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΓΕΛΑΝΕ…. ΔΗΛΑΔΗ ΤΩΡΑ ΤΙ ΘΑ ΕΙΜΑΙ;;;; ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΑ ΜΕ ΛΕΝΕ;;;;ΑΑΑΑΑΑΑΑ….ΦΩΝΑΞΕ ΠΑΛΙ ΤΟ ΨΑΡΑΚΙ ΚΑΙ ΞΑΝΑΡΧΙΣΕ ΤΟ ΚΛΑΜΑ. Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ ΚΟΙΤΑΞΕ ΣΚΕΦΤΗΚΟΣ ΤΟ ΨΑΡΙ. ΜΕΓΑΛΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ. ΜΠΕΡΔΕΜΟΜΠΟΥΛΕΜΑ ΠΟΥ ΛΕΕΙ ΚΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ!!! ΟΜΩΣ ΗΞΕΡΕ ΟΤΙ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΟ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΤΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ. ΘΥΜΗΘΗΚΕ ΠΩΣ ΕΙΧΕ ΝΙΩΣΕΙ ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΕΓΚΥΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΗΞΕΡΕ. ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΗΝ ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΙΠΕ: ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΟΥΜΕ ΚΑΠΟΙΟΝ. ΜΠΟΡΕΙΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΝΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙΣ ΕΔΩ ΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ; -ΦΥΣΙΚΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΕΚΕΙΝΗ. ΓΡΗΓΟΡΑ, ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟ ΜΑΣ ΦΙΛΟ. ΝΑ ΛΥΘΕΙ ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΟΜΠΟΥΛΕΜΑ ΑΥΤΟ! ΕΤΣΙ Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΚΗΣ Ο ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑΚΗΣ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΝΑ ΠΑΝΕ ΣΤΗ ΡΟΖΑ ΤΗΝ ΣΟΦΗ ΧΕΛΩΝΑ ΠΟΥ ΖΟΥΣΕ ΣΤΗΝ ΜΥΣΤΙΚΗ ΣΠΗΛΙΑ. Η ΡΟΖΑ Η ΣΟΦΗ ΧΕΛΩΝΑ , ΕΙΧΕ ΗΛΙΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 100 ΧΡΟΝΙΑ. ΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ ΟΠΟΥ ΖΟΥΣΕ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΑΝ ΕΤΣΙ ΓΙΑΤΙ Η ΡΟΖΑ ΗΞΕΡΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ ΤΗΣ ΕΙΧΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΕ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΓΙ ΑΥΤΟ ΚΑΙ Ο ΜΠΟΥΛΗΣ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΠΩΣ ΜΟΝΟ ΑΥΤΗ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΤΟΥΣ ΒΟΗΘΗΣΕΙ. ΣΕ ΛΙΓΟ ΦΤΑΣΑΝΕ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΗΤΑΝ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΑ ΓΥΡΩ ΤΗΣ. Η ΡΟΖΑ ΕΙΧΕ ΤΟ ΣΥΝΗΘΕΙΟ ΝΑ ΜΑΖΕΥΕΙ ΟΤΙ ΕΠΕΦΤΕ ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΜΕΛΕΤΑΕΙ. ΑΛΛΩΣΤΕ ΓΙ ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΣΟΦΗ. ΠΛΗΣΙΑΣΑΝ ΚΑΙ ΕΙΔΑΝ ΜΙΑ

118

119


ΚΑΜΠΑΝΟΥΛΑ ΝΑ ΚΡΕΜΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΙΝΑΚΙΔΑ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ : ΧΤΥΠΗΣΤΕ ΤΗΝ ΚΑΜΠΑΝΟΥΛΑ! ΑΦΟΥ ΤΗΝ ΧΤΥΠΗΣΑΝ ,ΠΕΡΙΜΕΝΑΝ. ΑΚΟΥΣΑΝ ΒΗΜΑΤΑ ΝΑ ΣΕΡΝΟΝΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ ΟΤΙ Η ΡΟΖΑ ΕΡΧΟΤΑΝ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΥΣ. Η ΡΟΖΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΧΕΛΩΝΑ. ΗΤΑΝ ΠΕΛΩΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΥΣΕ ΓΥΑΛΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΗΣ ΕΙΧΕ ΕΝΑΝ ΣΚΟΥΦΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΡΥΩΝΕΙ. ΕΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΑΒΟΥΚΙ ΤΗΣ ΕΠΕΤΡΕΨΕ ΜΕΡΙΚΟΥΣ ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΥΣ ΓΥΜΝΟΣΑΛΙΑΓΚΕΣ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΚΑΙ ΝΑ ΖΟΥΝ ΕΚΕΙ. ΕΤΣΙ ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΕ ΕΙΧΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΓΙΑ ΠΑΡΕΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΤΗΝ ΒΟΗΘΟΥΝ ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ ΓΙΑΤΙ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΓΡΙΑ. -ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΤΟΥΣ ΕΙΠΕ.ΠΟΙΟΙ ΕΙΣΑΣΤΕ; Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ, ΑΦΟΥ ΣΥΣΤΗΣΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ, ΤΗΣ ΕΞΗΓΗΣΕ ΤΙ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ ΣΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΤΟΝ ΒΟΗΘΗΣΕΙ. Η ΡΟΖΑ, ΔΙΧΩΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ, ΜΠΗΚΕ ΣΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΘΟΡΥΒΟΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΜΕΣΑ. ΣΕ ΛΙΓΟ ΒΓΗΚΕ ΜΕ ΕΝΑ ΠΟΛΥΧΡΩΜΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΤΟ ΚΟΥΒΑΛΟΥΣΕ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΤΟΥ ΕΝΑΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΗΣ ΓΥΜΝΟΣΑΛΙΑΓΚΑΣ. ΤΟ ΑΦΗΣΕ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΝΑ ΒΡΑΧΑΚΙ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕ ΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑΚΙ ΚΑΙ ΑΝΕΒΗΚΕ ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΚΑΒΟΥΚΙ ΤΗΣ ΡΟΖΑΣ. Η ΡΟΖΑ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΞΕΦΥΛΛΙΖΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΣΕ ΛΙΓΟ ΕΙΠΕ: Α ΝΑΤΟ! ΕΛΑΤΕ!! Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΚΗΣ Ο ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑΚΗΣ ΠΛΗΣΙΑΣΑΝ. ΚΟΙΤΑΞΑΝ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΑΙ ΕΙΔΑΝ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΟ. Η ΡΟΖΑ Η ΣΟΦΗ ΧΕΛΩΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕ ΚΑΙ ΕΙΠΕ: ΕΣΕΙΣ ΤΑ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑΚΙΑ ΟΤΑΝ ΓΕΝΝΙΕΣΤΕ ΕΙΣΤΕ ΟΛΑ ΑΡΣΕΝΙΚΑ, ΔΗΛΑΔΗ ΑΓΟΡΙΑ. ΜΕΡΙΚΑ ΕΙΣΤΕ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΑ ΕΝΩ ΑΛΛΑ ΟΧΙ. ΘΗΛΥΚΑ ΨΑΡΑΚΙΑ ΔΗΛΑΔΗ ΚΟΡΙΤΣΙΑ, ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ. ΕΤΣΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΦΥΣΗ ΦΡΟΝΤΙΣΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΣΑΣ, ΑΛΛΙΩΣ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΗΡΧΑΤΕ. ΚΑΙ ΤΙ ΕΚΑΝΕ; ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΣΕΝΙΚΑ, ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΑ, ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΘΗΛΥΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΝΝΗΣΟΥΝ ΑΥΓΑ! ΕΤΣΙ ΔΕΝ ΘΑ ΧΑΘΕΙ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΣΑΣ. ΚΙ ΕΣΥ ΜΙΚΡΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ ΜΗΝ ΚΡΥΒΕΣΑΙ ΑΛΛΟ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΦΥΚΙ ΣΟΥ. Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΤΙΜΗ

120

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΘΟΥΝ ΤΑ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ. ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΠΛΕΟΝ Η ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΙΩΝ. Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΟΝ ΝΕΟ ΤΟΥ ΦΙΛΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΕ: ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ΠΟΣΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΕΙΣΑΙ; ΣΑΝ ΚΙ ΕΜΕΝΑ! -ΣΑΝ ΚΙ ΕΣΕΝΑ; ΠΩΣ; ΡΩΤΗΣΕ ΤΟ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑΚΙ. ΚΑΙ Ο ΜΠΟΥΛΗΣ ΤΟΥ ΕΙΠΕ: ΕΓΩ ,ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΑΓΟΡΙ, ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΚΥΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΓΕΝΝΗΣΩ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ. ΟΛΑ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΙΠΠΟΚΑΜΠΑΚΙΑ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ, ΕΓΩ ΤΑ ΓΕΝΝΗΣΑ. ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΙΠΕ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ ΝΤΡΕΠΟΤΑΝ ΚΑΙ ΚΡΥΒΟΤΑΝ. Ο ΑΚΗΣ Ο ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑΚΗΣ ΤΟΝ ΚΟΙΤΑΞΕ ΚΑΙ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕ. ΠΕΤΑΞΕ ΤΟ ΦΥΚΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΤΟΥ, ΚΑΙ ΑΦΟΥ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΡΟΖΑ ΤΗΝ ΣΟΦΗ ΧΕΛΩΝΑ, ΕΙΠΕ ΣΤΟΝ ΜΠΟΥΛΗ: ΕΙΜΑΙ ΕΤΟΙΜΟΣ Ή ΜΑΛΛΟΝ ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΓΥΡΙΣΩ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ. ΕΤΣΙ ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ ΜΑΖΙ ΟΙ ΔΥΟ ΝΕΟΙ ΦΙΛΟΙ ΣΤΗΝ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΚΟΡΑΛΙΩΝ. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΑΝ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΠΩΣ ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΟ ΔΕΝ ΘΑ ΛΕΓΟΤΑΝ ΑΚΗΣ ΑΛΛΑ ΜΠΟΥΛΑΟΠΩΣ ΛΕΝΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΗΣ- Η ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΟΥΛΑ. ΚΑΙ ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ ΑΥΤΗ ΘΑ ΗΤΑΝ Η ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΟΥΣ! Ο ΜΠΟΥΛΗΣ Ο ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥΛΗΣ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΠΟΥ ΒΟΗΘΗΣΕ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΠΛΑΣΜΑ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ, ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ, ΟΠΟΥ ΤΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ. ΤΟΥΣ ΔΙΗΓΗΘΗΚΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥ ΤΟΥ ΑΚΗ ΤΟΥ ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΑΚΗ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΜΠΟΥΛΑ Η ΚΛΟΟΥΝΟΨΑΡΟΥΛΑ! ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΜΠΕΡΔΕΜΟΜΠΟΥΛΕΜΑ ΛΥΘΗΚΕ! ΚΑΙ ΕΔΩΣΕ ΜΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΣΤΑ ΙΠΠΟΚΑΜΠΑΚΙΑ ΤΟΥ: ΟΛΑ ΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ, ΟΣΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΚΙ ΑΝ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ, ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ ΙΔΙΑ, ΑΙΣΘΑΝΟΝΤΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ. ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΟΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥΣ. ΜΕΤΑ ΤΟΥΣ ΑΓΚΑΛΙΑΣΕ ΚΑΙ ΠΗΡΑΝΕ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ.


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Μπούλης ο Ιπποκαμπούλης (όλες οι συμμετοχές) by United Societies of Balkans (USB) - Issuu