Page 1

ΕΜΠ ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ - ΔΙΑΛΕΞΗ

Β Ε Ν Ε Τ Ι Α: Τ ΟΥ Ρ Ι Σ Τ Ι ΚΟ Ε Ι Δ Ω ΛΟ Οι πολλαπλές εκφάνσεις της σύγχρονης τουριστικής πόλης

ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ ΣΟΦΙΑ - ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ ΜΑΙΡΗ ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΚΑΡΥΔΗΣ


Ε.Μ.Π. - ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ - ΔΙΑΛΕΞΗ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2011

"[Venice] is still left for our beholding in the final period of her decline: a ghost upon the sands of the seas, so weak -so quiet,- so bereft of all but her loveliness, that we might well doubt, as we watched her faint reflection in the mirage of the lagoon,

which was the City and which the Shadow.”

Β Ε Ν Ε Τ Ι Α : Τ Ο Υ Ρ Ι Σ Τ Ι ΚΟ Ε Ι Δ Ω Λ Ο Οι πολλαπλές εκφάνσεις της σύγχρονης τουριστικής πόλης

ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ ΣΟΦΙΑ - ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ ΜΑΙΡΗ ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΚΑΡΥΔΗΣ


π εριε χ ο μ ενα

7

εισαγωγη ιστορικη αναδρομη στον τουρισμο τησ βενετιασ

10

1. ο μεσαιωνασ

18

2. η βενετια του μπαροκ

26

3. δεκατοσ ενατοσ αιωνασ

50

4. η βενετια στη συγχρονη εποχη η βενετια σημερα

56

5. το τριγωνο των βερμουδων

76

6. εξερευνωντασ το λαβυρινθο

94

7. η πολη σε αριθμουσ

104

8. αναζητωντασ τη λυση η βενετια και οι αλλεσ

110

9. viva las venice

120

10. πολη και εικονα

126

βιβλιογραφια


ΛΙΣΤΑ ΕΙΚΟΝΩΝ 10 11 12-13 14-15 16-17 18-19 20-21 22-23 24-25 26-27 28-29 30-31 32-33 34

35 36 38-39 40-45 46-47 48-49 50-63 64 65 78 82 90-91 96 102

Jacopo Tintoretto, Finding of the body of St Mark, 1562 Jacopo Tintoretto, The stealing of the dead body of St. Mark, 1562-1566 Gentile Bellini, Procession on the Piazza di San Marco, 1496 Gentile Bellini, Miracle of the Cross at the Bridge of San Lorenzo, 1500 Vittore Carpaccio, The Lion of St Mark, 1516 Canaletto , Piazza San Marco: Looking South-East, 1735-1740 Giovanni Domenico Tiepolo, Minuet, 1756 Canaletto, Capriccio of the Rialto Bridge With The Lagoon Beyond, 1746 Canaletto, Piazza San Marco: Looking South-West, 1755 – 1759 Joseph Mallord William Turner, The Grand Canal, Venice, 1835 Dionisio Moretti, The Piazza San Marco in Venice, 1831 William Miller, The Rialto – Moonlight, 1834 John Ruskin, Arabian Windows In Campo Santa Maria Mater Domini,1851 Harry Morley (από E. V. Lucas, A wanderer in Venice, 1914) A Bird’s Eye View Of Venice, -The Rialto Bridge from the Palazzo dei Dieci Savii, - The Campanile and the Piazza from Cook’s corner, S. Mark’s from the Piazza. The Merceria Clock on the Left, - Traghetto of S. Zobenigo, Grand Canal John Singer Sargent, Cafe on the Riva degli Schiavoni,1880 Harry Morley (1914), The corner of the Old Library and the Doges’ Palace, - The Ponte di Paglia and the Bridge of Sighs, with a corner of the Doges’ Palace and the Prison - The Grand Canal, Showing S. Maria della Salute John Ruskin, Decoration by Disks: Palazzo dei Badoari Partecipazzi, 1851 John Ruskin, Stilted Archivolts, from a Ruin in the Rio di Ca Foscari, 1851 Αφίσες εποχής (τέλη 19ου – αρχές 20ου αιώνα) Grubacs Carlo, St Marks and the Doge’s Palace Venice, 1845 Piazza San Marco & Basilica, Venice, Italy, ca. 1895, photochrom print by Photoglob Zürich, Switzerland, between 1890 and 1900, based on original photographs likely of Italian origin. Σύγχρονες φωτογραφίες της Βενετίας, από προσωπικό αρχείο και πηγές του Διαδικτύου. San Marco: the myth of Venice in the Renaissance townscape, από Cosgrove Denis, “The myth and the stones of Venice: an historical geography of a symbolic landscape”, σελ. 150, νέα απόδοση (υπόβαθρο: Dionisio Moretti, The Piazza San Marco in Venice, 1831) Venice: symbolic nodes and pathways, στο Cosgrove Denis, “The myth and the stones of Venice: an historical geography of a symbolic landscape”, σελ. 149 Οι κύριες τουριστικές διαδρομές στο ιστορικό κέντρο της Βενετίας View along the Calle Saoneri, από Davis και Marvin (2004), Venice: the tourist maze, σελ.86 Crouzet-Pavan, Χάρτης με τους ναούς του 18ου αιώνα στη Βενετία, από Ammerman Albert J. , “Venice before the Grand Canal”, σελ. 148. Social zones of Venice, από Davis και Marvin (2004), Venice: the tourist maze, σελ. 98. Structure of the historical city center of Venice and its tourist pathways, στο Zannini Francesco, Lando Fabio, Bellio Manuel, “Effects of tourism on Venice: commercial changes over 30 years”, σελ. 6 Εσωτερικό οπισθόφυλλου: Χάρτης της Βενετίας από την εκδήλωση διαμαρτυρίας “Veniceland”.


εισαγωγη

ΒΕΝΕΤΙΑ: ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΕΙΔΩΛΟ

Ο όρος είδωλο χρησιμοποιείται για να αποδώσει τρεις κύριες έννοιες που περιλαμβάνονται στη μελέτη της Βενετίας ως τουριστικού φαινομένου. Η κύρια έννοια του ειδώλου περιγράφει ένα πρόσωπο ή αντικείμενο (στην περιπτωσή μας έναν τόπο) που γίνεται αντικείμενο υπερβολικής αγάπης και εκδηλώσεων λατρείας, γίνεται ένα

λατρευτικό αντικείμενο. Παρόμοια και η Βενετία, έχει υπάρξει εδώ και αιώνες ένας τόπος “προσκυνήματος”, ένας τόπος που εκατομμύρια άνθρωποι έχουν αγαπήσει ή τουλάχιστον γοητευτεί από την προβαλλόμενη εικόνα της και τη φήμη που υπάρχει γύρω από το όνομά της, ωθώντας τους να την επισκεφτούν και να τη θαυμάσουν από κοντά. Το γεγονός αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο ορισμό του ειδώλου ως μία άυλη μορφή, ένα πλάσμα της φαντασίας, καθώς η δημιουργία της εικόνας της Βενετίας εμπεριέχει την ερμηνεία της ως φαντασιακή κατασκευή του κάθε επισκέπτη προσωπικά, βασισμένη στα προβαλλόμενα χαρακτηριστικά στοιχεία της πόλης που τον συγκινούν.

7


8

βενετια: τουιστικο ειδωλο

Η ιδέα της Βενετίας, η εικόνα της που τόσο εξιτάρει και γοητεύει σήμερα, έχει δημιουργηθεί ανά τους αιώνες μέσω λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, αλλά και ιστορικά, λόγω του τουρισμού, που έχει ζυμωθεί στον υδάτινο ιστό της. Τα πρόσφατα χρόνια, η εικόνα αυτή έχει διαδοθεί ευρύτατα, κυρίως λόγω της φωτογραφίας (μέσο αναπαραγωγής εικόνων) και της σύγχρονης τεχνολογίας. Η εξιδανικευμένη εικόνα της Βενετίας δημιουργήθηκε παραδόξως, όχι τόσο για την κατασκευαστική της ιδιοτυπία ως μια πόλη πάνω στο νερό, αλλά περισσότερο λόγω των μοναδικών αρχιτεκτονικών μορφών και χώρων της που τόσο λείπουν από τη σύγχρονη πραγματικότητα των πόλεων, κάνοντας τον επισκέπτη να ταξιδεύει όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και χρονικά σε εποχές με άλλες κοινωνικές δομές και συμπεριφορές. Η αίσθηση αυτή ενισχύεται με το θαλάσσιο ταξίδι που προδιαθέτει τον επισκέπτη για τη μεταφορά του σε έναν αλλιώτικο τόπο,

πόσο μάλλον όταν αυτός “επιπλέει” και αντικατοπτρίζεται αδιάκοπα στο νερό, φέρνοντας τον συνεχώς αντιμέτωπο με το είδωλό του.

Στην περίπτωση της Βενετίας, όμως, οι αντικατοπτρισμοί δεν περιορίζονται στο υγρό στοιχείο των στενών καναλιών, αλλά εμφανίζονται και ως διάχυση της εικόνας της παγκοσμίως. Οι εικόνες αυτές αποτελούν αναπαραγωγές ή και ανακατασκευές τυπικών μορφών της Βενετίας, δηλωτικές του μύθου της πόλης, που χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν την χαρακτηριστική “ατμόσφαιρα”, το απόσταγμα της χωρικής εμπειρίας. Οι παγκόσμιες εικόνες της Βενετίας αποτελούν συσκευασμένες εμπειρίες της πόλης, τις οποίες μπορεί να βιώσει κανείς χωρίς καν να επισκεφθεί τον πραγματικό χώρο. Η εμπειρία είναι αυτή που έδωσε αξία και δύναμη στις εικόνες της Βενετίας, και είναι πλέον τμήμα της συλλογικής συνείδησης ολόκληρου του κόσμου. Η παγκόσμια εμβέλεια της Βενετίας, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ο μύθος της, εξακολουθεί να υφίσταται και σήμερα, με διαφορετική όμως μορφή, καθώς τώρα η πόλη εμπορεύεται μόνο την ίδια της την εικόνα. Τέτοιες αντανακλάσεις της Βενετίας, όπως μία εκ νέου κατασκευασμένη “Βενετία” στο Las Vegas, εξετάζονται στη συνέχεια, σε αντιπαράθεση με τη σημερινή κατάσταση της πόλης, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί κάτω από το βάρος και την πίεση των επισκεπτών της. Η διάλεξη επιχειρεί να διερευνήσει τις απαρχές του τουρισμού στη Βενετία και τα αίτια που οδήγησαν στο σύγχρονο τουριστικό φαινόμενο, αναδεικνύοντας, τελικά, τον 19ο αιώνα ως το σημείο στροφής που παγίωσε τον τουριστικό χαρακτήρα της πόλης. Εξετάζει τη συνεχή αύξηση του τουριστικού πλήθους, που τα τελευταία χρόνια αγγίζει ετησίως τα 19 εκατομμύρια, δημιουργώντας προβλήματα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων. Η τελευταία λύση που απομένει στους κατοίκους είναι, δυστυχώς, η φυγή. Η πόλη αδειάζει, και οι μάζες των τουριστών δεν μπορούν να ανατρέψουν την αίσθηση της εγκατάλειψης. Η Βενετία ζει πια για τους τουρίστες. Η εικόνα της πόλης έχει ειδωλοποιηθεί και η κατάκτησή της αποτελεί μοναδικό σκοπό για τον κάθε επισκέπτη.


εισαγωγη

Αποστερημένη από την πραγματική ζωή πραγματικών ανθρώπων, η πόλη πεθαίνει, όχι όμως πριν βαλσαμωθεί και εκτεθεί σαν σε βιτρίνα, για την ικανοποίηση των επισκεπτών της. Το αποστειρωμένο περιβάλλον που χαρακτηρίζει πολλές “διατηρημένες” ιστορικές πόλεις ίσως δεν είναι τόσο έντονο στην περίπτωση της Βενετίας, εξαιτίας του σχετικά μεγάλου μεγέθους της πόλης, αλλά και του υπέρογκου αριθμού των τουριστών. Στην πραγματικότητα όμως, η πόλη μετατρέπεται (αν δεν έχει ήδη μεταμορφωθεί) σε ένα απέραντο μουσείο, με τα τελευταία ψήγματα αυθεντικής ζωής να οδηγούνται αναπόδραστα στην εξαφάνιση. Το φαινόμενο της “μουσειοποίησης” της Βενετίας, αλλά και της “θεματοποίησης” (disneyfication), όπου η πόλη μετατρέπεται σε λούνα παρκ για ενηλίκους με θέμα τον εαυτό της, είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος που επισημαίνεται από κάθε πλευρά. Η παρούσα διάλεξη προβληματίζεται γύρω από την εικόνα της τουριστικής πόλης και τον τρόπο εκμετάλλευσης της από την παγκόσμια τουριστική βιομηχανία. Η Βενετία πολύ απλά “πουλάει”. Έτσι, η εικόνα της χρησιμοποιείται για την προώθηση κάθε λογής ετερόκλητων προϊόντων παγκοσμίως. Η “Βενετία” είναι πλέον global brand, εντελώς ανεξάρτητο από την κατάσταση της αληθινής, υπαρκτής πόλης. Η εικόνα της πόλης –δηλωτική του μύθου της- έχει αποσχιστεί από την πραγματική Βενετία, έχει αποκτήσει δική της ζωή. Ποιος χρειάζεται λοιπόν τα καθημερινά προβλήματα μιας παμπάλαιας πόλης που σιγά-σιγά βουλιάζει, όταν το μόνο που έχει σημασία στη σύγχρονη μεταμοντέρνα κατάσταση είναι η δύναμη της εικόνας της; Ποιος χρειάζεται το γερασμένο, παραπαίον πρωτότυπο, όταν μπορεί να κατασκευάσει, όχι ένα αλλά, δεκάδες ολοκαίνουρια και γυαλιστερά αντίγραφα; Μπορεί η πραγματική πόλη να επιβιώσει κάτω από την πλημμύρα των κλώνων που την πνίγουν; Μπορεί ένα πρωτότυπο, ένα αυθεντικό να υπερνικήσει τα αντίγραφα; Η ερώτηση θα απαντηθεί από μόνη της εν καιρώ…

“Με αυτήν την έννοια, τίποτα από όσα λέγονται για την [Βενετία]* δεν είναι αληθινό, κι όμως από αυτά δημιουργείται μια στιβαρή και ομοιογενής εικόνα της πόλης, ενώ μικρότερη βαρύτητα αποκτούν οι σκόρπιες κρίσεις που μπορεί να έχει κανείς όταν τη ζει. Το συμπέρασμα είναι το εξής: η φημολογούμενη πόλη έχει πολλά από όσα χρειάζεται για να υπάρξει, ενώ η πόλη που υπάρχει πραγματικά στη θέση της, είναι λιγότερη υπαρκτή. [..] Κάποιες ώρες, σε κάποια κομμάτια του δρόμου, βλέπεις να φανερώνεται μπροστά σου η υποψία για κάτι το μοναδικό, το σπάνιο, ίσως και εκπληκτικό. Θα ήθελες να πεις τι είναι, αλλά ό,τι έχει λεχθεί μέχρι σήμερα για τη [Βενετία] σου φυλακίζει τις λέξεις και σε αναγκάζει να ξαναπείς αντί να πεις.” Italo Calvino, Οι αόρατες πόλεις *(το όνομα της πόλης στο πρωτότυπο είναι Αγλαύρα)

9


η βενετία στο μεσαίωνα 

Ε Ν Α

ο μεσαίωνας

“Ο τουρίστας είναι κατά το ήμισυ προσκυνητής, αν ο προσκυνητής είναι κατά το ήμισυ τουρίστας”. Από το 1978, όταν οι Edith και Victor Turner έκαναν την παραπάνω παρατήρηση, πολλοί κοινωνιολόγοι ασπάζονται την ιδέα ότι ο τουρισμός ως πολιτισμικό φαινόμενο εμπεριέχει χαρακτηριστικά ενός ιερού ταξιδιού. Ο τουρίστας γίνεται έτσι προσκυνητής σε ένα ταξίδι με στόχο κάποιο ιερό αντικείμενο. “Ιερό” όχι με τη στενή θρησκευτική έννοια του όρου, αλλά ως οτιδήποτε το εξωπραγματικό, το αλλιώτικο, το ξένο. (Davis, 2004: 14). Η κατά Durkheim έννοια του ιερού, ως ένα σύνολο από “συλλογικά ιδεώδη που έχουν ενσωματωθεί σε υλικά αντικείμενα”1, μπορεί να εξηγήσει την εγγενή τάση του ανθρώπου για το ταξίδι και την περιήγηση σε τόπους με ιστορικό, πολιτιστικό και αισθητικό ενδιαφέρον και αξιοθέατα.

11


12

  Ιστορική αναδρομή στον τουρισμό της Βενετίας

Η ΒΕΝΕΤΙΑ ΩΣ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΩΝ Από τα τέλη του 14ου ως τα μέσα του 16ου αιώνα, η Βενετία αποτελούσε το σημαντικότερο ενδιάμεσο σταθμό στο ταξίδι των προσκυνητών από την Ευρώπη προς τους Αγίους Τόπους. Αφού κατάφεραν να εξουδετερώσουν τον ανταγωνισμό από άλλα λιμάνια της Μεσογείου, οι Βενετοί εδραίωσαν επιτυχώς ένα εμπορικό μονοπώλιο ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ανατολή. Για μια περίοδο περίπου δύο αιώνων οι βενετικές γαλέρες πραγματοποιούσαν τακτικά δρομολόγια προς τους Αγίους Τόπους, προσελκύοντας τουλάχιστον διακόσιους με τριακόσιους Γερμανούς, Βρετανούς, Γάλλους, Ισπανούς ή Ιταλούς προσκυνητές κάθε χρόνο2 (Davis, 2004: 15). Για αυτούς τους ταξιδιώτες, η Πλατεία του Αγίου Μάρκου ήταν το σημείο αναφοράς μέσα στην πόλη. Στην Πλατεία οι προσκυνητές μπορούσαν να εγγραφούν στους καταλόγους των επιβατών σε μία από τις γαλέρες με προορισμό τη Γιάφα3 αλλά και να ενημερωθούν για τις λεπτομέρειες του ταξιδιού. Είναι γνωστό μάλιστα ότι μπορούσε κανείς να πληροφορηθεί τον αριθμό των πλοίων με προορισμό τους Αγίους Τόπους από το πλήθος των λευκών σημαιών με κόκκινο σταυρό που ανέμιζαν μπροστά από τη Βασιλική (Davis, 2004: 21). ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΑ ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ Οι προσκυνητές του Μεσαίωνα βρίσκονταν σε ένα ιερό ταξίδι αναζήτησης του θείου. Αυτό μεταφραζόταν για τους περισσότερους σε μια προσπάθεια επίσκεψης όσων το δυνατό περισσότερων εκκλησιών, μοναστηριών, λειψάνων και άλλων ιερών αντικειμένων. Η αξία αυτών των επισκέψεων ήταν προσθετική: όσο περισσότερα τόσο καλύτερα. Για το λόγο αυτό, το ταξίδι των προσκυνητών είχε πολυάριθμους ενδιάμεσους σταθμούς. Για όσο διάστημα βρίσκονταν στη Βενετία, αυτοί οι ταξιδιώτες είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα σε εκατοντάδες ναούς με αναρίθμητα θρησκευτικά κειμήλια. Ο κατάλογος των


η βενετία στο μεσαίωνα 

λειψάνων που βρίσκονταν στην πόλη εκείνη την περίοδο είναι ατελείωτος4. Η πιο γνωστή περίπτωση είναι βέβαια αυτή του Αγίου Μάρκου. Βενετοί έμποροι έκλεψαν τη σωρό του κατά τον 9ο αιώνα από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου5. Το γεγονός απεικονίζεται σε δύο πολύ γνωστούς πίνακες του Tintoretto, αρχικά στην Scuola Grande di San Marco. Όπως και σήμερα, έτσι και στο Μεσαίωνα, οι Βενετοί ήταν ικανοί να εντοπίζουν τι ήταν αυτό που προσέλκυε τους επισκέπτες, και στη συνέχεια έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν για να τους το προσφέρουν. ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ Κατά το Μεσαίωνα, η περιοχή του Αγίου Μάρκου αποτελούσε την καρδιά της δημόσιας ζωής της Βενετίας. Συνδύαζε ένα σημαντικό θρησκευτικό κέντρο με την έδρα της πολιτικής εξουσίας της Δημοκρατίας. Η Πλατεία ήταν επίσης τόπος διεξαγωγής όλων των επίσημων τελετών της πόλης, και ιδιαίτερα των μεγάλων Λιτανειών, στις οποίες λάμβανε μέρος όλη η αριστοκρατία, οι πολιτικές και θρησκευτικές αρχές και ο λαός της Βενετίας. Αυτές οι πομπές αποτελούσαν έκφραση της αστικής συνείδησης των Βενετών και επίδειξη ισχύος της Δημοκρατίας. Ενώ αρχικά ήταν γιορτές θρησκευτικού χαρακτήρα, σταδιακά μετατράπηκαν σε αστικά θεάματα, τόσο για το λαό όσο και για τους ξένους που βρίσκονταν στη πόλη. Οι τρεις κύριες γιορτές ήταν η Ημέρα του Αγίου Μάρκου στις 25 Απριλίου, η Ανάληψη (Sensa για τους Βενετούς) περί τα μέσα Μαΐου και τέλος η εορτή του Corpus Christi στις αρχές Ιουνίου. Οι εορτασμοί συνήθως συνοδεύονταν από εμποροπανήγυρη στην Πλατεία και τους γύρω εμπορικούς δρόμους (Mercerie) που διαρκούσε ως και δύο εβδομάδες. Επίσης, περιλάμβαναν διάφορες δημόσιες τελετές περισσότερο πολιτικού, παρά θρησκευτικού, χαρακτήρα. Για παράδειγμα, ο εορτασμός της Αναλήψεως περιλάμβανε και το συμβολικό Γάμο της Βενετίας με τη Θάλασσα, όπου ο Δόγης πετούσε ένα δαχτυλίδι στα νερά της Αδριατικής “ως σύμβολο αληθινής και αιώνιας κυριαρχίας” (Davis, 2004: 22). Η τελετή αυτή επικύρωνε συμβολικά τη θέση της Βενετίας ως κυρίαρχης δύναμης στο θαλάσσιο εμπόριο και αποτελούσε ένα θέαμα που προκαλούσε την προσοχή των επισκεπτών της.

13


14

  Ιστορική αναδρομή στον τουρισμό της Βενετίας

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ Οι λιτανείες της Ημέρας του Αγίου Μάρκου και της Αναλήψεως ήταν δημόσια γεγονότα που αναφέρονταν κυρίως στους πολίτες της Βενετίας, και όχι στους ξένους. Αν και οι αρχές δεν επέτρεπαν την παρουσία οποιουδήποτε ξένου στη μεγάλη λιτανεία του Corpus Christi, επιδίωκαν τη συμμετοχή όσων προσκυνητών βρίσκονταν στην πόλη, περιμένοντας να επιβιβαστούν στις γαλέρες για τη Γιάφα (Davis, 2004: 22). Μάλιστα, οι προσκυνητές (ή τουλάχιστον οι πιο επιφανείς αυτών) είχαν τιμητική θέση στην πομπή, κατά τη διάρκεια της οποίας συνοδεύονταν απαραιτήτως από μέλη της αριστοκρατίας. Στη διάρκεια του 15ου αιώνα, η λιτανεία του Corpus Christi μετατράπηκε σε σπουδαίο δημόσιο θέαμα που περιλάμβανε το Δόγη, όλα τα μέλη του Συμβουλίου και της αριστοκρατίας, καθώς και επισκόπους, κληρικούς, χριστιανικές αδελφότητες (scuole grandi)6, το λαό και τους ξένους προσκυνητές.


η βενετία στο μεσαίωνα 

Η προθυμία των αρχών της πόλης να συμπεριλάβουν τους προσκυνητές σε μια τόσο σημαντική για την πόλη περίσταση, έρχεται σε αντίθεση με την χαρακτηριστική στάση των κατοίκων να αποκλείουν τους ξένους από την κοινωνική τους ζωή. Η θέση αυτή των αρχών θα μπορούσε να εξηγηθεί εν μέρει από τη γνωστή επιτηδειότητα των Βενετών να δράττουν κάθε ευκαιρία από την οποία θα μπορούσαν να έχουν οικονομικό όφελος, στην προκειμένη περίπτωση την παραμονή των ταξιδιωτών στην πόλη. Οι ταξιδιώτες, ήδη θαμπωμένοι από τα λαμπρά παλάτια και τον πλούτο της πόλης, εντυπωσιάζονταν ακόμη περισσότερο με τη συμμετοχή τους σε τέτοιους εορτασμούς. Η συμβολή των ξένων στην οικονομία της πόλης και η αντίστοιχη προθυμία των αρχών να μεταβάλλουν τις παραδόσεις τους για να τους συμπεριλάβουν στους εορτασμούς μπορεί να εξηγήσει και το γεγονός ότι τα πλοία για τη` Γιάφα αναχωρούσαν πάντα μετά το Corpus Christi, που σηματοδοτούσε το τέλος μιας εορταστικής περιόδου. Ο Davis αναγνωρίζει στην “επιείκεια” των αρχών απέναντι στους ξένους “ένα πρώτο σημάδι ηθικής πτώχευσης, μια προθυμία να ξεπουλήσουν τον πολιτισμό τους με αντάλλαγμα τα χρήματα των επισκεπτών” (Davis, 2004: 23). Θα πρέπει βέβαια να σημειώσει κανείς ότι εκείνη την εποχή (15ος αιώνας) ο πληθυσμός της Βενετίας ήταν αρκετά μεγάλος ώστε ο σχετικά μικρός αριθμός των ξένων που συμμετείχαν στις τελετές να μην αλλοιώνει το χαρακτήρα τους (Davis, 2004: 24). Η πόλη τότε μπορούσε να απορροφήσει τους επισκέπτες και όχι να συντριβεί από αυτούς, όπως συνέβη μετέπειτα, όταν η αναλογία αντιστράφηκε. ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΩΝ Ήδη από τις αρχές του 15ου αιώνα το ρεύμα των προσκυνητών που περνούσε από τη Βενετία άρχισε να φθίνει. Η κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους Οθωμανούς και οι συνεχείς πόλεμοι της Βενετίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία έκαναν το θαλάσσιο ταξίδι προς τους Αγίους Τόπους ιδιαίτερα επικίνδυνο. Ταυτόχρονα, ο θεσμός των προσκυνημάτων γενικά αντιμετώπισε ύφεση μετά τη διάδοση του Προτεσταντισμού στη Βόρεια Ευρώπη, καθώς η νέα θρησκεία δεν αναγνώριζε το προσκύνημα ως θρησκευτική πρακτική. Μετά από όλα αυτά, η Ρώμη αντικατέστησε την Ιερουσαλήμ στις προτιμήσεις των προσκυνητών και παγιώθηκε η θέση της ως θρησκευτικό κέντρο παγκόσμιας εμβέλειας. Ακόμα όμως και όταν η επιχείρηση των προσκυνημάτων παρήκμασε και εξαφανίστηκε από τη Βενετία, άφησε πίσω της ένα σημαντικό δίκτυο υποδομών και εμπειρίας, που αποδείχθηκε αργότερα ιδιαίτερα χρήσιμο στην προσπάθεια της πόλης να διαχειριστεί τα νέα κύματα ταξιδιωτών που έφταναν στην πόρτα της (Davis, 2004: 28).

15


η βενετία στο μεσαίωνα 

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ Ο John Ruskin στο βιβλίο του The Stones of Venice τοποθετεί την αρχή της πτώσης της Γαληνοτάτης στο 1423, έτος θανάτου του Δόγη Tomaso Mocenigo (Ruskin, 2001: 15). Αν και τα σημάδια της φθοράς δεν ήταν εμφανή για το μεγαλύτερο μέρος του 16ου αιώνα, οι περισσότεροι ιστορικοί τοποθετούν το τέλος της χρυσής περιόδου της Δημοκρατίας περίπου στα μέσα του 15ου αιώνα (Horodowich, 2009: 128). Η πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ήταν σίγουρα ένα ισχυρό πλήγμα για τα οικονομικά συμφέροντα της Βενετίας, καθώς η πόλη αυτή αποτελούσε το σημαντικότερο εμπορικό σύνδεσμο των Βενετών με την Ανατολή, και όπου απολάμβαναν σημαντικά προνόμια. Το βενετικό εμπόριο δέχτηκε ένα επιπλέον πλήγμα όταν, το 1499, ο Vasco da Gama ανακάλυψε μια άμεση θαλάσσια διαδρομή προς την Ινδία, δίνοντας στους Πορτογάλους ένα σημαντικό πλεονέκτημα στο εμπόριο των μπαχαρικών, που ως τότε διαχειρίζονταν μονοπωλιακά οι Βενετοί. Ο 16ος αιώνας αποτέλεσε μια περίοδο μεγάλων ανακαλύψεων και σημαντικής προόδου για πολλά ευρωπαϊκά κράτη (Αγγλία, Γαλλία, Ισπανία, Ολλανδία). Το κέντρο βάρους της πολιτικής και της οικονομίας δεν ήταν πια η Μεσόγειος, αλλά οι νέες κτήσεις του Ατλαντικού. Η Δημοκρατία της Βενετίας, προσκολλημένη στο αρχέγονο modus operandi, έμεινε τελικά στο περιθώριο της παγκόσμιας ιστορίας (Horodowich, 2009: 153-4). Για τους δύο αιώνες που ακολούθησαν (1600-1797) η Βενετία, απομακρυσμένη από το επίκεντρο των πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων, μετατράπηκε σε ένα είδος πολιτιστικής Μέκκας, όπου οι πλούσιοι Ευρωπαίοι ταξίδευαν για να ξοδέψουν χρήματα και να διασκεδάσουν. Η πόλη τότε ήταν “ένας κόσμος από πορφυρούς μανδύες και μάσκες, καζίνο και θέατρα, καφέ και ελαφρές συζητήσεις” (Horodowich, 2009: 154). Έτσι, οι Βενετοί πέρασαν τα τελευταία διακόσια χρόνια της Δημοκρατίας κατασπαταλώντας όσα είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν τους προηγούμενους οκτώ αιώνες. J 1. Steven Lukes. Emile Durkheim, his life and work: a historical and critical study, Stanford University Press, 1985, σελ 25. 2. Τα δρομολόγια αυτά χαρακτηρίζονται ως “organized tours from Venice to the Holy Land” (Urry, 1990: 4) 3. Γιάφα ή Jaffa: εμπορικό λιμάνι, από τα αρχαιότερα του κόσμου, σε απόσταση πενήντα χιλιομέτρων από την Ιερουσαλήμ. Σήμερα, έχει ενσωματωθεί στην πόλη του Tel Aviv. 4. Για εκτεταμένο κατάλογο, βλέπε Ackroyd, 2010: 369-372 και Martin, 2008: 43-44. 5. Η ιστορία της κλοπής του λειψάνου εικονίζεται επίσης σε μωσαϊκό πάνω από τη δεξιότερη πύλη στην κύρια όψη της Βασιλικής. 6. Scuole Grandi: Λαϊκές αδελφότητες (confraternities) με φιλανθρωπικό έργο. Στη Βενετία αποτελούσαν σημαντικό θεσμό ήδη από το 13ο αιώνα. Ήταν οι μόνες οργανώσεις με ισχυρό ρόλο στην πόλη που δεν απευθύνονταν αποκλειστικά στην αριστοκρατία. Η μοναδική από τις αδελφότητες της Βενετίας που λειτουργεί σήμερα είναι η Scuola Grande di San Rocco.

17


δ υ ο

το μ παρόκ “Μετά

τη μεγάλη ύφεση του εμπορίου της

Βενετίας,

η επίσκεψη των ταξιδιωτών έγινε ο

σημαντικότερος οικονομικός πόρος της πόλης”, έγραφε το

1785 ο Γερμανός J. W. von Δημοκρατίας ήταν μια περίοδος γενικευμένης κοινωνικής αποσύνθεσης και οικονομικής παρακμής. Η Βενετία του Μπαρόκ ήταν συνώνυμο της υπερβολής, ένα καλλιτεχνικό κέντρο και, ταυτόχρονα, μια πόλη παράνομων απολαύσεων. Η παντοδύναμη αυτοκρατορία του παρελθόντος μετατράπηκε σταδιακά σε μια πόλη των τουριστών, προορισμένη να εκπληρώνει για πάντα την οποιαδηποτε επιθυμία των επισκεπτών της. Archenholtz. Οι

δύο τελευταίοι αιώνες της


20

  Ιστορική αναδρομή στον τουρισμό της Βενετίας

ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1600-1797): ΤΟ CARNAVALE Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες της Δημοκρατίας η Βενετία χαρακτηριζόταν από σπατάλη και υπερβολή. Ολόκληρη η κοινωνική ζωή της πόλης περιστρεφόταν γύρω από το Carnavale. Ξεκίνησε, όπως και σε άλλες ιταλικές πόλεις, γύρω στον 11ο αιώνα, ως μια ολιγοήμερη θρησκευτική γιορτή, αμέσως πριν τη Σαρακοστή. Στη Βενετία του 17ου και 18ου αιώνα, όμως, το Carnavale διαρκούσε πάνω από έξι μήνες και προσέλκυε πάνω από 30,000 επισκέπτες κάθε χρόνο (Horodowich, 2009: 170, Ackroyd, 2010: 290). Ήταν μια περίοδος όπου οι κάτοικοι αλλά και οι επισκέπτες της Βενετίας απολάμβαναν πρωτοφανείς ελευθερίες. Οι μεταμφιέσεις επιτρέπονταν -ή ακόμα και επιβάλλοντανσε κάθε περίσταση. Ο ακριβής τύπος της μεταμφίεσης καθοριζόταν αυστηρά από τους νόμους και τα ήθη της πόλης (Davis, 2004: 37). Φορεσιές διαφορετικών εθνικοτήτων, κουστούμια από την comedia dell’ arte , αλλά και η τυπική μεταμφίεση των Βενετών πατρικίων με μαύρη bauta και tabarro και τη χαρακτηριστική λευκή μάσκα που κάλυπτε όλο το πρόσωπο, κυκλοφορούσαν παντού στην πόλη (Davis, 2004: 38). Πίσω από τη μεταμφίεση, οι Βενετοί αλλά και οι ξένοι επισκέπτες είχαν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, η οποία οδηγούσε τελικά και σε μια αντίστοιχη ελευθερία ηθών. Η Βενετία του Μπαρόκ ήταν ένας τόπος επίγειων απολαύσεων, μια ανατολίτικη φαντασίωση, που έδινε τη δυνατότητα στον επισκέπτη να πραγματοποιήσει κάθε επιθυμία, αρκεί να μπορούσε να καταβάλλει το αντίτιμο. Δεν είναι τυχαίο ότι η πιο χαρακτηριστική προσωπικότητα της Βενετίας αυτής της περιόδου δεν ήταν άλλος από τον “άσωτο υιό”, τον διαβόητο Casanova (Horodowich, 2009: 154). ΟΠΕΡΑ, ΚΑΖΙΝΟ ΚΑΙ ΚΑΦΕ Τα νέα “μνημεία” της Βενετίας της εποχής του Μπαρόκ ήταν οι όπερες, τα θέατρα και τα καζίνο. Στο τέλος του 17ου αιώνα η Βενετία διέθετε 20 θέατρα και 7 όπερες, συμπεριλαμβανομένης και της θρυλικής La Fenice, που επιβίωσε μέχρι τον 21ο αιώνα. Ο τζόγος ήταν επίσης σημαντικότατο στοιχείο στη ζωή της πόλης, το οποίο προσέλκυε μάλιστα χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο (κάτι ανάλογο με το Las Vegas στον 20ο αιώνα). Η πολιτεία άνοιξε την πρώτη δημόσια λέσχη το 1638, το Ridotto, κοντά στο Campo San Moise στην περιοχή του San Marco (Horodowich, 2009: 164). Υπό την προστασία της πλήρους ανωνυμίας, μεταμφιεσμένοι πλούσιοι Βενετοί και ξένοι μπορούσαν να συμμετέχουν σε μια σειρά τυχερών παιχνιδιών που εξελίσσονταν στα δωμάτια του Ridotto. Πέρα από το δημόσιο καζίνο , μια πλειάδα από ιδιωτικές λέσχες λειτουργούσαν ταυτόχρονα στην πόλη (150 ridotti το έτος 1797). Παρόλο που ο ανταγωνισμός ήταν ήδη μεγάλος, φαίνεται ότι η ζήτηση ήταν μάλλον μεγαλύτερη. Τέλος, πέρα από τα θέατρα και τα καζίνο, τα νέα κέντρα της κοινωνικής ζωής της Βενετίας ήταν τα café, δημοφιλή τόσο στους κατοίκους όσο και τους επισκέπτες. Ο καφές φαίνεται ότι έγινε γνωστός στη Βενετία μέσω της Κωνσταντινούπολης και σύντομα έλαβε στην πόλη διαστάσεις υστερίας. Το πρώτο καφέ άνοιξε το 1683 κάτω από τη στοά των Procuratie Nuove και σύντομα η Βενετία έφτασε να διαθέτει 206 συνολικά, τα 30 από τα οποία βρίσκονταν γύρω από την Piazza.


η βενετία του μπαρόκ

Η ΒΕΝΕΤΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΟΚ Κατά το 17ο και το 18ο αιώνα η Βενετία ζούσε σπαταλώντας τον πλούτο που είχε συγκεντρώσει τον καιρό της οικονομικής άνθησης της Δημοκρατίας. Το Μπαρόκ ήταν συνώνυμο της υπερβολής σε ολόκληρη την Ευρώπη, πουθενά όμως δεν έλαβε τις διαστάσεις που είχε στη Βενετία. Ο 18ος αιώνας ήταν για την πόλη μια εποχή ανακατατάξεων και αντιθέσεων, μεγάλου πλούτου αλλά και μεγάλης φτώχειας. Μια νέα τάξη εμφανίστηκε τότε, γνωστή ως barnabotti, αριστοκράτες που είχαν χάσει την περιουσία τους και ζούσαν υπό συνθήκες φτώχειας . Μια εικόνα της Βενετίας στην εποχή του Μπαρόκ μπορεί κανείς να αποκτήσει από το “Μουσείο της Βενετίας του 18ου αιώνα” που στεγάζεται στο Ca’ Rezzonico και προσφέρει “ένα αλλόκοτο στιγμιότυπο ενός εύθραυστου κόσμου τις τελευταίες στιγμές πριν την κατάρρευση” . Ο 18ος αιώνας τερματίστηκε με την κατάλυση της Δημοκρατίας της Βενετίας από το Ναπολέοντα Βοναπάρτη το 1797, γεγονός που σημάδεψε ανεπανόρθωτα τη μετέπειτα ιστορία της πόλης.

Η ΒΕΝΕΤΙΑ ΤΟΥ GRAND TOUR Ο 17ος και κυρίως ο 18ος αιώνας ήταν επίσης η εποχή του Grand Tour, όταν οι γόνοι των αριστοκρατικών οικογενειών της Βόρειας Ευρώπης (περισσότερο της Αγγλίας) ταξίδευαν στο εξωτερικό με κύριο προορισμό την Ιταλία. Το Grand Tour ήταν ένα μέσο εκπαίδευσης και γενικής μόρφωσης για τους νέους αριστοκράτες, που τους προσέδιδε κοινωνικό κύρος και ήταν απαραίτητο για να γίνουν δεκτοί στους αντίστοιχους κύκλους της τάξης τους (Horodowich, 2009: 162). Από τις αρχές του 17ου αιώνα και μετά, η Βενετία θεωρούνταν απαραίτητος σταθμός στο Grand Tour των Ευρωπαίων, όχι όμως για τους συνήθεις λόγους. Οι ταξιδιώτες-σπουδαστές του Grand Tour ενδιαφέρονταν κυρίως για το ρωμαϊκό παρελθόν και τις κλασικές αρχαιότητες των πόλεων της Ιταλίας, στοιχεία που η Βενετία δεν διέθετε. Παρότι οι εκκλησίες και τα παλάτια της στέγαζαν ένα μεγάλο αριθμό σπουδαίων έργων τέχνης, η πόλη δεν μπορούσε να συναγωνιστεί τα έργα της Αναγέννησης που είχε να επιδείξει η Φλωρεντία, ούτε την Μπαρόκ μεγαλοπρέπεια της Ρώμης, το κλίμα της Τοσκάνης ή τα πανεπιστήμια της Μπολόνια και της Πάντοβα. Παρόλο που δεν διέθετε τα τυπικά χαρακτηριστικά της ιταλικής τουριστικής πόλης, η Βενετία προσέλκυε ένα μεγάλο αριθμό επισκεπτών από τη Βόρεια Ευρώπη, καθώς παρουσίαζε μια μοναδική τοπογραφία, που θεωρούνταν “πραγματικό θαύμα της Φύσης και της Τέχνης” (Davis, 2004: 33). Για τους ταξιδιώτες που έφταναν στη Βενετία διαπλέοντας τη Λιμνοθάλασσα, η πόλη έμοιαζε “σαν να επιπλέει στο νερό”, “μια πόλη χτισμένη μέσα στη θάλασσα” (Davis, 2004: 33). Το κύριο ενδιαφέρον των επισκεπτών αυτών ήταν, περισσότερο από τα λαμπρά κτίρια ή τα έργα τέχνης, η ίδια η πόλη και η αλλόκοτη τοπογραφία της.

21


22

  Ιστορική αναδρομή στον τουρισμό της Βενετίας

Ο CANALETTO ΚΑΙ ΤΑ ΣΟΥΒΕΝΙΡ Η Βενετία του 18ου αιώνα ήταν ταυτόχρονα ένα κέντρο της τέχνης και μια πόλη των απολαύσεων (Ackroyd, 2010: 385). Οι επισκέπτες του Grand Tour γοητεύονταν από το μοναδικό θέαμα μιας πόλης χτισμένης στο νερό. Αυτές οι εικόνες της Βενετίας, ιδωμένες μέσα από την οπτική των επισκεπτών, αποτυπώθηκαν στους πίνακες των μεγαλύτερων καλλιτεχνών της Βενετίας του 18ου αιώνα, όπως ο Francesco Guardi και ο Canaletto. Στους πίνακες του Guardi η Βενετία μετατρέπεται σε ένα ρομαντικό σκηνικό, ένα χώρο σχεδόν θεατρικό (Ackroyd, 2010: 291), όπου ο επισκέπτης μπορεί να διεκδικήσει το ρόλο του πρωταγωνιστή. Από την άλλη πλευρά, ο Canaletto ζωγράφιζε κυρίως απόψεις της πόλης που περιλάμβαναν τα γνωστότερα μνημεία, ενώ δεν δίσταζε να παραμορφώνει τη γεωγραφία, το χώρο ή τα κτίρια για χάρη της ζωγραφικής σύνθεσης . Οι πίνακές του είχαν τρομερή απήχηση στους Ευρωπαίους επισκέπτες, και κυρίως τους Άγγλους, για τους οποίους ο Canaletto φιλοτεχνούσε πίνακες επί παραγγελία (Martin, 2007: 241). Οι πίνακες του Guardi και του Canaletto (καθώς και πολλών άλλων λιγότερο γνωστών καλλιτεχνών) λειτουργούσαν κατά μία έννοια ως υλοποιημένες αναμνήσεις για τους τουρίστες του Grand Tour, εικόνες της Βενετίας που μπορούσαν να μεταφέρουν πίσω στην πατρίδα τους, κάτι σαν σουβενίρ της εποχής. Στις αναμνήσεις αυτές ο ήλιος πάντα λάμπει, και κανείς δεν ενοχλείται αν τα τοπόσημα της Βενετίας φαίνεται να αλλάζουν θέση, μετακομίζοντας πότε εδώ και πότε εκεί ανάλογα με την οπτική του καλλιτέχνη. Ειδικά οι πίνακες του Canaletto αποτελούν παραδείγματα εξιδανικευμένης τοπιογραφίας, παρόλο που φαίνεται να έχουν κατασκευαστεί με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα από το πρωτότυπο (Martin, 2007: 241). Στο φανταστικό τοπίο του Canaletto, η άποψη της πόλης γίνεται ένα ανάλογο σκηνικό όπου η πραγματικότητα και η αρχιτεκτονική φαντασία συνδυάζονται με αρχαίες επιγραφές και διακοσμητικά μοτίβα συγκεντρωμένα από διαφορετικά μέρη και χρονικές περιόδους. Ανασυνθεμένες σε λυρικές και βελτιωμένες παρουσιάσεις, οι απόψεις της πόλης (veduti) του Canaletto συγχέουν την μνήμη με την φαντασία, το πραγματικό με το ανακατασκευασμένο (Boyer, 1996: 176). Η πλειοψηφία των έργων του Canaletto βρίσκεται σε αγγλικές συλλογές . Η ύπαρξη ενός τόσο μεγάλου αριθμού έργων με θέμα τη Βενετία στην Αγγλία, και γενικά στην Ευρώπη, είχε σαν αποτέλεσμα τη ευρεία διάδοση των εικόνων του βενετικού τοπίου στο εξωτερικό. Σε μια εποχή που τα μέσα πληροφόρησης ήταν περιορισμένα, αυτό συντέλεσε στην εξοικείωση των ξένων με τη Βενετία και τα μνημεία της, ακόμα και για όσους δεν είχαν ταξιδέψει ποτέ εκεί. Οι εικόνες της Βενετίας ήταν τόσο διαδεδομένες ώστε μια Αγγλίδα, που επισκεπτόταν για πρώτη φορά τη Βενετία το 1785, έγραφε ότι οι πίνακες του Canaletto απέδιδαν “τις διάφορες απόψεις της πόλης με τέτοια ακρίβεια ώστε, ως ένα βαθμό, όλοι γνωρίζουμε τους περίφημους πύργους και τα καμπαναριά της, πριν τα προσεγγίσουμε” (Time, Oct. 16, 1964).


η βενετία του μπαρόκ

Η ΠΟΛΗ ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ Η νέα τάση στη ζωγραφική της Βενετίας κατά το 18ο αιώνα, με σπουδαίους ζωγράφους που δημιουργούσαν (εξαίσιους) πίνακες ως σουβενίρ για τους τουρίστες, έρχεται σε αντίθεση με τις απεικονίσεις της Βενετίας στους προηγούμενους δύο αιώνες. Κατά το 15ο αιώνα ιδιαίτερα, η τέχνη είχε στόχο να δοξάσει το μεγαλείο της Δημοκρατίας και τη δύναμη της θαλάσσιας αυτοκρατορίας της. Ακόμα και θρησκευτικά ή μυθολογικά θέματα έχουν ως φόντο αναγνωρίσιμα κτίρια και σύμβολα της πόλης (Martin, 2007: 2389). Αυτή η τάση γίνεται πιο εμφανής σε πίνακες όπως αυτούς της σειράς για τη Scuola di San Giovanni Evangelista, του Giovanni Bellini, που παρουσιάζουν τις μεγάλες λιτανείες και δημόσιες γιορτές της πόλης. Στους πίνακες αυτούς τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι συμπληρωματικά στοιχεία, ενώ το λαμπρό αστικό περιβάλλον βρίσκεται στο προσκήνιο (Martin, 2007: 23-40). Όσο η Δημοκρατία ήταν ακόμα ισχυρή, στόχος των ζωγράφων ήταν η εξύμνηση του μεγαλείου της. Αργότερα, οι τουρίστες, ως νέοι εργοδότες των ζωγράφων, επέβαλλαν μια νέα οπτική και καλλιτεχνική θεώρηση της πόλης.

1. Θεατρικό είδος που άκμασε κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα. Περιλαμβάνει τύπους-χαρακτήρες με ιδιαίτερη ενδυμασία, όπως Αρλεκίνος, Κολομπίνα, Πιερότος, κτλ (Πηγή: Wikipedia). 2. Bauta: είδος βενετσιάνικης μάσκας, τυπικής της περιόδου. Συνήθως λευκή, με τετράγωνο σαγόνι ελαφρώς ανασηκωμένο προς τα έξω. Συνδυαζόταν με μανδύα (tabarro) και τρίκογχο καπέλο (tricorno). Άλλες συνηθισμένες μάσκες ήταν οι colombina, volto και, η πιο χαρακτηριστική, medico della peste (γιατρός της πανώλης). 3. Η λέξη καζίνο, casino προέρχεται από την ιταλική casinò. Στη βενετική διάλεκτο, casino ήταν ένα μικρό σπίτι που χρησιμοποιούνταν για ιδιωτικές κοινωνικές εκδηλώσεις (Horodowich, 2009: 164). 4. Η πρώτη αναφορά στον καφέ γίνεται το 1585, σε μια αναφορά του Βενετού bailo (πρέσβη) στην Κωνσταντινούπολη (Horodowich, 2009: 164). 5. Τα μέλη της βενετικής αριστοκρατίας δεν είχαν το δικαίωμα να εργάζονται. Κατά συνέπεια οι πτωχευμένοι αριστοκράτες δεν είχαν καμία διέξοδο από την οικονομική τους κατάσταση (Horodowich, 2009: 172). 6. (Horodowich, 2009: 179) 7. Οι Βενετοί ζωγράφοι Canaletto (1697-1768) και Marco Ricci (1676-1729) ανέπτυξαν στη Βενετία το είδος vedute, δηλαδή απόψεις της πόλης που θυμίζουν καρτ ποστάλ, και το capriccio ή φαντασία. 8. Στη Βενετία υπάρχει μόνον ένα έργο του, ένα capriccio, το οποίο φιλοτέχνησε προκειμένου να γίνει δεκτός στην Ακαδημία.

23


η βενετία του μπαρόκ

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ Μετά το 17ο αιώνα η Βενετία δεν ήταν πια η παντοδύναμη αυτοκρατορία του παρελθόντος. Η οικονομική της δύναμη και η πολιτική της επιρροή είχαν μειωθεί. Η πόλη αναγκάστηκε να στραφεί σε άλλες κατευθύνσεις προκειμένου να επιβιώσει. Οι επισκέπτες που κατέφθαναν κάθε χρόνο για να διασκεδάσουν στο Carnavale ή να θαυμάσουν τα έργα τέχνης και το μοναδικό περιβάλλον της πόλης ήταν πλέον η νέα (και μοναδική) πηγή εσόδων. Μέσω του τουρισμού, η Βενετία κατόρθωσε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και να επιβιώσει οικονομικά και πολιτιστικά. Σε αντίθεση με την Αγγλία του 20ου αιώνα, τον 18ο αιώνα η Βενετία έχασε μεν μια αυτοκρατορία, κατάφερε όμως να βρει για τον εαυτό της ένα νέο ρόλο (Ackroyd, 2010: 385). Ένα ρόλο, τον οποίο έμελλε να χάσει, μετά την τραγική κατάλυση της Δημοκρατίας από το Ναπολέοντα, για να τον ανακτήσει τουλάχιστον 50 χρόνια μετά, στα μέσα του 19ου αιώνα. J

25


τ

ρ

ια

δεκατος ένατος αιώνας

I stood in Venice, on the “Bridge of Sighs”; A Palace and a prison on each hand: I saw from out the wave her structures rise As from the stroke of the Enchanter’s wand: A thousand Years their cloudy wings expand Around me, and a dying Glory smiles O’er the far times, when many a subject land Looked to the winged Lion’s marble piles, Where Venice sate in state, throned on her hundred isles. George Gordon, Lord Byron, Childe Harold’s Pilgrimage


28

  Ιστορική αναδρομή στον τουρισμό της Βενετίας

ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Μετά από χίλια και πλέον χρόνια σταθερής διακυβέρνησης, η Δημοκρατία της Βενετίας έπεσε στις 12 Μαΐου 1797 κάτω από την πίεση των στρατευμάτων του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Με πρόσχημα (που δεν έπειθε κανέναν) την απελευθέρωση των πολιτών της Βενετίας από ένα καταπιεστικό αριστοκρατικό καθεστώς και τον εκδημοκρατισμό(!) του κράτους, ο Ναπολέων ζήτησε, και πέτυχε, από τη Σύγκλητο να του παραδώσει την πόλη1. Το “δημοκρατικό” πάθος του μεγάλου στρατηλάτη έμεινε στην ιστορία με τη φράση: “Δεν θέλω άλλη Ιερά Εξέταση. Δεν θέλω άλλη Σύγκλητο. Θα γίνω ένας Αττίλας για το κράτος της Βενετίας”2 (Martin, 2008: 87). Και πραγματικά, η δράση των γαλλικών στρατευμάτων κατοχής της Βενετίας δεν είχε σε τίποτα να ζηλέψει από το χάος που προκαλούσε ο στρατός του Ούννου κατακτητή. Στην διάρκεια της περιόδου 1797-1814 η Βενετία υπέστη τρομακτικές καταστροφές. Η λεηλασία από το Ναπολέοντα και το γαλλικό καθεστώς κατοχής ήταν ανηλεής. Τουλάχιστον 80-90 εκκλησίες και 100 παλάτια πατρικίων ισοπεδώθηκαν, ή μετατράπηκαν σε φυλακές, στρατώνες ή πανδοχεία. Δημόσια και ιδιωτικά κτίρια απογυμνώθηκαν εντελώς, ενώ πίνακες, γλυπτά, μωσαϊκά, τοιχογραφίες, έπιπλα, πορσελάνες, υφάσματα, κοσμήματα και ολόκληρες βιβλιοθήκες κατακερματίστηκαν και πουλήθηκαν σε δημοπρασίες στο Μιλάνο και το Παρίσι, ή εντάχθηκαν στον προσωπικό θησαυρό του Ναπολέοντα (Horodowich, 2009: 188). Πάνω από 25,000 πίνακες, μεταξύ των οποίων έργα ανυπολόγιστης αξίας των Τιτσιάνο, Bellini, Tintoretto και Veronese, απομακρύνθηκαν από την πόλη. Σύμφωνα με υπολογισμούς,

μόνο το 4% των έργων τέχνης που υπήρχαν στη Βενετία πριν το 1797 παρέμειναν στην πόλη. Τα τέσσερα μπρούτζινα αγάλματα που κοσμούσαν την πρόσοψη της

Βασιλικής του Αγίου Μάρκου ήταν από τα πρώτα αντικείμενα που κλάπηκαν από τους Γάλλους, οι οποίοι τα μετέφεραν στο Παρίσι και τα τοποθέτησαν πάνω στην Arc de Triomphe3 (Horodowich, 2009: 187). Όταν το 1814 οι Γάλλοι παρέδωσαν τη Βενετία

στους Αυστριακούς, η πόλη δεν ήταν πια παρά ένα κουφάρι του παλιού της εαυτού (Horodowich, 2009: 188).

ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΣΤΙΚΟ ΙΣΤΟ Η περίοδος της Γαλλικής κατοχής είναι αναμφίβολα μία από τις πιο μελανές σελίδες στην ιστορία της Βενετίας και ο Ναπολέων αποτελεί ακόμα και σήμερα persona non grata για τους κατοίκους της4. Οι λεηλασίες και οι καταστροφές δεν είναι όμως η μοναδική παρακαταθήκη των Γάλλων στην πόλη. Σημαντικότατες ήταν οι επεμβάσεις που έγιναν κατά την περίοδο


η βενετία στο δεκατο ενατο αιώνα

1797-1814 στον πολεοδομικό ιστό της Βενετίας. Ακολουθώντας τις σύγχρονες θεωρίες για το δημόσιο χώρο, ο αρχιτέκτονας και πολεοδόμος του Ναπολέοντα Giannantonio Selva πραγματοποίησε το ξεκαθάρισμα του χαώδους μεσαιωνικού ιστού στο ανατολικό τμήμα της πόλης, με τη διάνοιξη μιας νέας αρτηρίας (Via Eugenia, σήμερα Via Garibaldi) και τη δημιουργία του πρώτου αστικού πάρκου της πόλης (1812-1815). Η διάνοιξη ευθύγραμμων λεωφόρων μεγάλου πλάτους μέσα στον ακανόνιστο ιστό των πόλεων ήταν συνήθης πρακτική στην Ευρώπη του 19ου αιώνα. Οι αρτηρίες αυτές βελτίωναν τη δημόσια υγιεινή, παρείχαν το σκηνικό για την επίδειξη των κυβερνώντων και εξυπηρετούσαν τη γρήγορη μετακίνηση στρατευμάτων ανάμεσα στα διάφορα σημεία της πόλης. Πρότυπο για τις αστικές επεμβάσεις στη Βενετία αποτέλεσε το πρόγραμμα του Βαρόνου Haussmann για το Παρίσι5. Στην περίπτωση της Βενετίας, η διάνοιξη της νέας λεωφόρου απαιτούσε την κατεδάφιση πολλών κτιρίων αλλά και την επιχωμάτωση καναλιών. Αν και οι κάτοικοι αντέδρασαν στις αλλαγές, η πρακτική συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Η Strada Nova στο βορειοανατολικό τμήμα της πόλης (1867-1871), η Calle Larga XXII Marzo στα δυτικά του San Marco (1873-1906) και η Merceria Due Aprile κοντά στη γέφυρα του Rialto είναι παραδείγματα αστικών επεμβάσεων στα πρότυπα των Γάλλων, που πραγματοποιήθηκαν μετά το 1867. Οι νέοι δρόμοι βελτίωσαν σημαντικά τις πεζές

μετακινήσεις μέσα στην πόλη, διευκολύνοντας ιδιαίτερα τους επισκέπτες που βρίσκονταν αντιμέτωποι με το λαβύρινθο των σοκακιών της Βενετίας. Η κλίμακα

των νέων αρτηριών έρχεται σε αντίθεση τον υπόλοιπο ιστό της πόλης. Μπορεί μάλιστα να υποστηρίξει κανείς ότι οποιοσδήποτε δρόμος μεγάλου πλάτους ή δημόσιος

χώρος μεγάλων διαστάσεων στη Βενετία που δεν είναι campo, αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα προϊόν των αστικών επεμβάσεων του 19ου αιώνα (Horodowich, 2009: 208). Η πιο εμφανής ίσως “προσφορά” των Γάλλων στη Βενετία είναι πάντως

η σημερινή μορφή της Piazza San Marco. Επειδή οι δύο πτέρυγες των Procuratie γύρω

από την Πλατεία κρίθηκαν ακατάλληλες για να στεγάσουν τον Γάλλο αντιβασιλέα και την ακολουθία του, οι αρχιτέκτονες του καθεστώτος βάλθηκαν να κάνουν τις απαραίτητες αλλαγές και προσθήκες. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία της δυτικής πτέρυγας κτιρίων που “κλείνει” την Πλατεία, γνωστής και ως Ala Napoleonica. Οι αρχιτέκτονες κατεδάφισαν την Αναγεννησιακή εκκλησία του San Geminiano6 για να εξασφαλίσουν τον απαραίτητο χώρο για την γιγαντιαία μνημειώδη σκάλα, που θεωρούνταν απαραίτητη για το βασιλικό παλάτι (Horodowich, 2009: 208). Το γεγονός αυτό προκάλεσε αντιδράσεις στους Βενετόφιλους λάτρεις της τέχνης, που χαρακτήρισαν την κατεδάφιση του ναού “γαλλικό βανδαλισμό” και “ανεπανόρθωτη ζημιά για τις καλές τέχνες”7.

29


30

  Ιστορική αναδρομή στον τουρισμό της Βενετίας

Η ΒΕΝΕΤΙΑ ΥΠΟ ΑΥΣΤΡΙΑΚΗ ΚΑΤΟΧΗ Η περίοδος 1814-18 αποτελεί, σύμφωνα με την ιστορικό Margaret Plant, το ναδίρ στην ιστορίας της Βενετίας (Horodowich, 2009: 188). Οι Αυστριακοί ανακάλυψαν ότι στην ουσία είχαν στα χέρια τους (στην ουσία) μια πόλη-φάντασμα και έκαναν προσπάθειες να πετύχουν την οικονομική αναζωογόνησή της. Παράλληλα πραγματοποίησαν σημαντικά έργα υποδομών, μεταξύ των οποίων και η κατασκευή της σιδηροδρομικής γέφυρας που συνέδεε τη Βενετία με τη στεριά (1841-6), αλλά και η γέφυρα της Accademia (1854)8. Η Αυστριακή κατοχή συνεχίστηκε και μετά την ανεπιτυχή εξέγερση του 1848, και τελείωσε το 1866, με το Risorgimento, δηλαδή την ένωση της Βενετίας με την υπόλοιπη Ιταλία. Μετά από 70 χρόνια ξένης κατοχής, οι Βενετοί ήταν πλέον και πάλι ελεύθεροι να πάρουν μόνοι τους αποφάσεις για την τύχη της πόλης τους. Μια πόλη, όμως, με ολοφάνερες τις πληγές που είχαν προκαλέσει Γάλλοι και Αυστριακοί κατακτητές. Ο πληθυσμός είχε μειωθεί σημαντικά, ενώ μεγάλο μέρος αυτού ζούσε κάτω από συνθήκες ανέχειας. Η οικονομία της πόλης είχε καταστραφεί εντελώς, ενώ τα άλλοτε λαμπρά μνημεία της κείτονταν σε ερείπια. Η Βενετία στα μισά του 19ου αιώνα ήταν μια απέραντη νεκρόπολη, ένας

θλιβερός ερειπιώνας. Έτσι την βρήκαν οι πρώτοι νέοι επισκέπτες, οι ρομαντικοί “απόγονοι” των ταξιδιωτών του Grand Tour. ΒΕΝΕΤΙΑ: Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ δεκατου ενατου ΑΙΩΝΑ

Για τους επισκέπτες του 19ου αιώνα η Βενετία αποτελούσε την πιο χαρακτηριστικά “ρομαντική” πόλη (Horodowich, 2009: 204). Το κίνημα του Ρομαντισμού, όπως εκφράστηκε στην τέχνη, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τη μουσική, αγκάλιαζε όλη την γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων, δίνοντας έμφαση στον πόνο, τη νοσταλγία και την απελπισία (Horodowich, 2009: 205). Για τους Ρομαντικούς, ελκυστικό ήταν οτιδήποτε το ξένο, το πέρα από τα συνηθισμένα, το εξωτικό, καθώς επίσης και το μακάβριο ή πένθιμο. Η Βενετία παρουσίαζε ένα μοναδικό οικιστικό, αλλά και φυσικό περιβάλλον που αιχμαλώτιζε τους επισκέπτες. Τα γοτθικά, βυζαντινά και ανατολίτικα στοιχεία της αρχιτεκτονικής της εξέφραζαν το στοιχείο του εξωτισμού, που απασχολούσε αισθητικά το Ρομαντικό κίνημα. Περισσότερο, όμως, από όλα, οι Ρομαντικοί ταξιδιώτες γοητεύονταν από τα ερείπια, που είχαν αφήσει πίσω τους οι Γάλλοι και Αυστριακοί κατακτητές. Η

Βενετία στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν μια ζοφερή πόλη-φάντασμα, χαμένη μέσα στις ομίχλες της Λιμνοθάλασσας. Άλλωστε, η αισθητική κουλτούρα των ερειπίων

αποτελούσε σημαντικό κομμάτι της Ρομαντικής σκέψης και αναπόσπαστο μέρος της ιδεολογίας του ταξιδιού (Φατσέα, 2009). Το ερείπιο ως φυσικό αντικείμενο περιείχε

τις έννοιες της φθοράς και της εγκατάλειψης, προκαλώντας τον παρατηρητή να αναλογιστεί τις συνέπειες του χρόνου πάνω στη φύση και τα ανθρώπινα δημιουργήματα. Το ερείπιο ήταν ένα μεταφυσικό σύμβολο του θανάτου, όχι μόνο της προσωπικής θνητότητας του κάθε ανθρώπου, αλλά και της αναπόφευκτης


η βενετία στο δεκατο ενατο αιώνα

μοίρας των πολιτισμών. Ο συμβολισμός είναι ιδιαίτερα έντονος στην περίπτωση της

Βενετίας. Οι επισκέπτες του 19ου αιώνα είχαν την ευκαιρία να παρατηρήσουν από κοντά τα απομεινάρια της (μέχρι πριν τρεις αιώνες) μεγαλύτερης θαλάσσιας αυτοκρατορίας και να αναλογιστούν τη μοίρα και την πτώση της9. Τα παραπάνω ασκούσαν τρομερή έλξη στους Ρομαντικούς καλλιτέχνες και διανοούμενους, πολλοί από τους οποίους συγκαταλέγονται, τιμής ένεκεν, στους καταλόγους των “πολιτών” της Βενετίας: Goethe, Shelley, Turner, Henry James, Wagner, Nietzsche, Renoir, Manet και βέβαια ο λόρδος Byron, ο οποίος δημιούργησε τον δικό του μύθο στην πόλη…10 ΕΠΑΝΕΦΕΥΡΕΣΗ ΤΩΝ ΑΞΙΟΘΕΑΤΩΝ ΣΤΗ ΒΙΚΤΩΡΙΑΝΗ ΕΠΟΧΗ Η Βενετία του 19ου αιώνα αποτελούσε το κέντρο καλλιτεχνικού προσκυνήματος της Ευρώπης και πόλο έλξης καλλιτεχνών και διανοούμενων (Horodowich, 2009: 205). Οι Βικτωριανοί ήταν, κατά μία έννοια, οι νέοι προσκυνητές, απόγονοι αυτών που, πριν αιώνες, πραγματοποιούσαν το θρησκευτικό ταξίδι προς τους Αγίους Τόπους. Μόνο που

τώρα το προσκύνημα κατέληγε στη Βενετία, και η νέα θρησκεία ήταν η επαφή με την τέχνη και την ιστορία (Ackroyd, 2010: 291). Στα πλαίσια της τουριστικής κουλτούρας του 19ου αιώνα, η έννοια του αξιοθέατου επαναπροσδιορίζεται. Τα ίδια

μνημεία που αποτελούσαν αντικείμενο θρησκευτικού προσκυνήματος και λατρείας τους προηγούμενους αιώνες, τώρα γίνονταν αντικείμενο θαυμασμού λόγω της καλλιτεχνικής, ιστορικής ή αισθητικής τους αξίας. Η “πόλη των προσκυνητών” είχε μετατραπεί σε μια πόλη για ειδικούς της τέχνης (connoisseur), ειδήμονες της αρχιτεκτονικής και γνώστες της ιστορίας, που έρχονταν για να θαυμάσουν τα σπουδαία έργα της Βενετσιάνικης σχολής και τα λαμπρά παλάτια των πατρικίων. Οι ταξιδιώτες αναζητούσαν το υψηλό, κάτι

πέρα από την καθημερινή εμπειρία, κάτι που να ξεπερνά τον άνθρωπο, που να προσεγγίζει το ιερό. Το ιερό, άλλωστε, δεν περιορίζεται μόνο στο θρησκευτικό (Davis, 2004: 29). Έτσι, ο τουρίστας μπορεί να οριστεί ως ένα είδος σημερινού προσκυνητή, που αναζητά την αυθεντικότητα σε άλλες “εποχές” και άλλους “τόπους”, μακριά από τη δική του καθημερινότητα (Urry, 1990: 8). Για αυτούς τους επισκέπτες, η

Βενετία ήταν ένα ζωντανό παράδειγμα του ένδοξου παρελθόντος της ευρωπαϊκής πόλης που είχε χαθεί στο σύγχρονο βιομηχανοποιημένο περιβάλλον. Η εξέλιξη του “κλασσικού Grand Tour” του 18ου αιώνα ήταν το “ρομαντικό Grand Tour” του 19ου, όταν ο θεσμός του ταξιδιού επεκτείνεται από τους γόνους της αριστοκρατίας στην ανώτερη αστική τάξη. Σε αυτήν την περίοδο αναπτύχθηκε αυτό που ο Urry ονομάζει σκηνικό τουρισμό (scenic tourism), που χαρακτηρίζεται από την προσωπική εμπειρία της ομορφιάς και της έννοιας του υψηλού (Urry, 1990: 4). Η έννοια της αυθεντικότητας είναι σημαντική για την ιδεολογική κατασκευή του ταξιδιού του 19ου αιώνα. Όπως αναφέρει ο Urry, η αναζήτηση

της αυθεντικότητας είναι η σύγχρονη εκδοχή της αναζήτησης για ικανοποίηση της πανανθρώπινης ανάγκης για το ιερό (Urry, 1990: 8).

31


32

  Ιστορική αναδρομή στον τουρισμό της Βενετίας

“My Venice, like Turner’s, had been chiefly created for us by Byron.” John Ruskin, Praeterita

O JOHN RUSKIN ΚΑΙ ΟΙ ΛΙΘΟΙ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ Αν οι τουρίστες του 19ου αιώνα ήταν οι προσκυνητές της εποχής τους, τότε ο John Ruskin ήταν σίγουρα ο αρχιερέας της νέας θρησκείας. Ο πρώτος τόμος του βιβλίου του The Stones of Venice, που εκδόθηκε το 1851, επηρέασε άμεσα τον τρόπο που οι επισκέπτες αντιμετώπιζαν τη Βενετία. Η αντίληψη του Ruskin για τη Βενετία είχε άμεσες επιρροές από τον Turner11 και τον Byron, γεγονός που ομολογεί ο ίδιος σε ένα από τα τελευταία έργα του12. Κατά τις πρώτες δύο επισκέψεις του στην πόλη, ο Ruskin, επηρεασμένος από τον Byron παραδιδόταν σε “ζοφερές σκέψεις για τα στοιχειωμένα πεζοδρόμια μιας καταδικασμένης πόλης” (Quill και Windsor, 2000: 18). Την περίοδο αυτή, το καλλιτεχνικό του ταλέντο εκφραζόταν στην εικαστική απόδοση ρομαντικών απόψεων των ερειπίων της πόλης. Η στάση του άλλαξε, όμως, μετά την τρίτη επίσκεψή του στην πόλη, το 1845. Φοβούμενος ότι τίποτα δεν γινόταν για να σταματήσει η ανελέητη επίδραση του χρόνου πάνω στα μνημεία της Βενετίας, ο Ruskin ξεκίνησε να καταγράφει σε σχέδια και σημειώσεις όλες εκείνες τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες που πίστευε ότι σύντομα θα εξαφανίζονταν για πάντα (Quill και Windsor, 2000: 18). Το δύσκολο αυτό έργο συνεχίστηκε και κατά τις επόμενες δύο επισκέψεις του Ruskin στη Βενετία. Η προσπάθειά του κατέληξε στην έκδοση του πρώτου τόμου των Λίθων της Βενετίας το 1851, και των επόμενων δύο τόμων μετά από δύο χρόνια. Υπερασπιζόμενος με ένθερμο τρόπο το γοτθικό ρυθμό, που τόσα χρόνια θεωρούνταν από ειδικούς και μη ως υποδεέστερος προς τον κλασικό, ο Ruskin επιχείρησε ένα μνημειώδες έργο καταγραφής και παρουσίασης των χαρακτηριστικών στοιχείων της γοτθικής αρχιτεκτονικής της Βενετίας13. Ο τόνος του έργου είναι ταυτόχρονα διδακτικός και ηθικολογικός, αλλά ο λόγος είναι ποιητικά ρητορικός, γεγονός που βοήθησε στην εμπορική του επιτυχία (Quill και Windsor, 2000: 19). Το έργο του είχε μεγάλη απήχηση και πέτυχε να προσελκύσει ένα νέο ρεύμα επισκεπτών στην πόλη. Όταν, χρόνια μετά, όμως, ο ίδιος επισκέφθηκε και πάλι τη Βενετία, απογοητεύτηκε ιδιαίτερα από τα κύματα τουριστών που (δυστυχώς, μετά από δική του παρότρυνση, έστω και ακούσια) γέμιζαν τα σοκάκια και τις πλατείες, καταστρέφοντας την πολύτιμη ηρεμία του. Δυστυχώς, “τότε

πια ήταν και αυτός ένας από τους τουρίστες που συνέρρεαν σε κοπάδια στην πόλη. Αν και το βιβλίο του είχε συντελέσει σημαντικά στο να τους παροτρύνει, ο ίδιος αισθανόταν μεγάλη αηδία μπροστά στη νέα αυτή εικόνα” (Zucconi, 2003: 13).


η βενετία στο δεκατο ενατο αιώνα

ΓΟΤΘΙΚΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ Το θέμα των Λίθων της Βενετίας είναι ο γοτθικός ρυθμός, όπως αυτός αποτυπώνεται στα κτίρια της Βενετίας. Ο τρόπος που ο Ruskin παρουσιάζει το θέμα του, αποφεύγοντας κατασκευαστικές ή τεχνικές λεπτομέρειες και επιμένοντας σε μορφολογικά ή διακοσμητικά στοιχεία, έχει σαν αποτέλεσμα το βιβλίο να είναι εύληπτο από ένα ευρύ, μη ειδικό κοινό. Αυτό αποτελούσε στόχο του συγγραφέα, τον οποίο αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου. Συγκεκριμένα, ο Ruskin προσπαθούσε να παρουσιάσει το θέμα με τέτοιο τρόπο ώστε ο κάθε αναγνώστης να μπορεί να σχηματίσει μόνος του άποψη για την αξία του γοτθικού ρυθμού. Στην πραγματικότητα, μετά την εξαντλητική ανάγνωση όλων αυτών των λεπτομερειών, δεν μένει παρά να συμφωνήσει κανείς με το συγγραφέα όσον αφορά την ξεκάθαρη ανωτερότητα του γοτθικού πάνω από όλους τους άλλους ρυθμούς. Όλο αυτό, όμως, δημιουργεί στον αναγνώστη την ψευδαίσθηση ότι είναι πια ειδήμων σε ό,τι αφορά το γοτθικό ρυθμό, αλλά και την αρχιτεκτονική γενικότερα, και είναι σε θέση να έχει (κατά τη γνώμη του) εμπεριστατωμένη άποψη για κάθε τι σχετικό. Έτσι, κατά

το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, αλλά και σε όλη τη διάρκεια του 20ου, πλήθη “ειδικών” συρρέουν στη Βενετία, υποβοηθούμενοι από κάθε είδους τουριστικούς

οδηγούς, χάρτες και λογοτεχνικά κείμενα, προσπαθώντας να αναγνωρίσουν στην πόλη τις αξίες που της απέδωσε πρώτος από όλους ο Ruskin.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ-ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ-ΕΙΚΟΝΑ Κατά το 19ο αιώνα, η εμπειρία που προσδοκούσαν να αποκομίσουν οι επισκέπτες της Βενετίας βασιζόταν κυρίως σε λογοτεχνικά έργα σπουδαίων συγγραφέων και ποιητών, τα οποία είχαν εμπνευστεί ή είχαν σαν θέμα τους τη Βενετία, την πόλη, τα μνημεία της και τη συναρπαστική ιστορία αιώνων της Δημοκρατίας. Ήταν μάλιστα κοινή πρακτική των τουριστών της εποχής να προσπαθούν να εντοπίσουν το ακριβές σημείο μέσα στην πόλη που είχε εμπνεύσει τον Byron ή τον Shelley, ενώ παράλληλα διάβαζαν τα κατάλληλα αποσπάσματα (Davis, 2004: 3). Η πρακτική αυτή παρουσιάζει ομοιότητες με τη σύγχρονη μανία των τουριστών να κυνηγούν τη συγκεκριμένη οπτική γωνία της κάθε διάσημης φωτογραφίας του κάθε διάσημου μνημείου και να τραβήξουν με τη σειρά τους για πολλοστή φορά την ίδια φωτογραφία, σε ένα αέναο παιχνίδι μίμησης, πρωτοτύπου και αντιγράφου. Κομβικό σημείο στην πορεία από την πόλη-κείμενο στην πόλη-εικόνα, τουλάχιστον για την περίπτωση της Βενετίας, ήταν το έργο του John Ruskin. Οι τρεις τόμοι των Λίθων της Βενετίας συνοδεύονται από άλλους τρεις τόμους που περιέχουν αποκλειστικά σχέδια κτιρίων και λεπτομερειών, υπό τον εντυπωσιακό τίτλο Παραδείγματα από την Αρχιτεκτονική της Βενετίας, επιλεγμένα και σχεδιασμένα σύμφωνα με μετρήσεις από τα κτίσματα (Quill και Windsor, 2000: 19). Ο Ruskin πίστευε ότι η εικόνα (η “ματιά”) ήταν εξίσου καθοριστική για την αντίληψη της πόλης με το γραπτό λόγο (κείμενο) (Boyer, 1996: 230). Αντιπαραθέτοντας εικόνα και λόγο, ο Ruskin πέτυχε τελικά να μεταδώσει στους αναγνώστες του μια πιο ολοκληρωμένη άποψη της Βενετίας.

33


Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΛΑΖ ΕΙΚΟΝΩΝ Η αντίληψη της πόλης ως κείμενο, που επικρατούσε κατά τον 19ο αιώνα, αποτελεί μια νοητή περιήγηση στον χώρο βασιζόμενη σε λογοτεχνικές πορείες14. Η πορεία αυτή είχε ροή και λογική συνέχεια, με τον ίδιο τρόπο που το κείμενο βασίζεται σε μια λογική ακολουθία προτάσεων. Στον 20ο αιώνα, όμως, έχει επικρατήσει ολοκληρωτικά η αντίληψη της πόλης ως εικόνα. Σήμερα ζούμε σε μια εποχή εικόνων. Αναγνωρίζουμε εικόνες μέσα στην πόλη, χωρίς σύνδεση από τη μία εικόνα στην επόμενη. Η

αντίληψη της πόλης που βασίζεται στην εικόνα έχει τη λογική του κολάζ: μπορεί να υπάρχει δομή, όχι

όμως και συνέχεια. Καταλήγουμε έτσι σε μια αποσπασματική θεώρηση του χώρου, στην α-γεωγραφικότητα. Για πολλούς, η επίσκεψη στη Βενετία, αντί να αποτελεί μια ολοκληρωμένη χωρική εμπειρία, σημαδεύεται περισσότερο από μεμονωμένες

στιγμές "κατάκτησης" των διαφόρων μνημείων-τουριστικών ειδώλων (το "κλικ" της φωτογραφίας), που διακόπτουν μια αόριστη κατάσταση αναμονής μέχρι το επόμενο "κλικ".


η βενετία στο δεκατο ενατο αιώνα

ΝΕΟΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ: ΟΙ ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ ΤΟΥ RUSKIN Η συμβολή του Ruskin στη σύγχρονη θεώρηση της Βενετίας υπήρξε καθοριστική. Το έργο του εξύψωσε την υδάτινη πόλη σε αισθητική αξία (Davis και Marvin, 2004: 212) και προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον του διεθνούς κοινού για την παρηκμασμένη πια Βασίλισσα της Αδριατικής. Οι επισκέπτες που συνέρρεαν στη Βενετία για να θαυμάσουν τα ερειπωμένα palazzo και τις εκκλησίες, που είχαν γνωρίσει μέσα από το έργο του Ruskin, διαμόρφωσαν τη σύγχρονη εικόνα της πόλης. Όσο η τουριστική κίνηση με επίκεντρο τη Βενετία εντεινόταν, τόσο οι χαρακτηριστικές εικόνες της πόλης διαδίδονταν με κάθε μέσο (καρτ ποστάλ, πίνακες, λογοτεχνία, φωτογραφία) σε ένα πολύ ευρύ κοινό. Οι εικόνες αυτές σταδιακά απέκτησαν την ισχύ συμβόλου, δηλωτικές όχι της πόλης, στην πραγματικότητα, αλλά του μύθου της Βενετίας. Η οικοδόμηση του μύθου της Βενετίας και η προσθήκη αυτού του νέου ειδώλου στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη, μπορούν να θεωρηθούν έμμεσα αποτέλεσμα της παρουσίας των νέων επισκεπτών. Αυτοί οι ακόλουθοι του Ruskin είχαν όμως και άλλη, πολύ πιο άμεση επίδραση στη διαμόρφωση της σύγχρονης εικόνας της πόλης. Αυτή συνίσταται κυρίως στη συμμετοχή τους στην προσπάθεια συντήρησης (και, εν πολλοίς, κατασκευής) της ιστορικής εικόνας της Βενετίας. ΝΕΟ-ΓΟΤΘΙΚΕΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ “Η Βενετία είναι ένα θαύμα που δεν μπορεί να επαναληφθεί, ένα όνειρο που δεν θα πραγματοποιηθεί. Δεύτερη Βενετία δε θα γίνει ποτέ ξανά”15. Με τα λόγια αυτά ο Ruskin θεμελίωνε την θεώρηση ολόκληρης της Βενετίας ως ενός ανεκτίμητου θησαυρού της τέχνης, ενός μνημείου που έπρεπε πάση θυσία να προστατευτεί από τη φθορά του χρόνου και την καταστροφική δράση των ανθρώπων. Ακόμη από τη δεκαετία του 1830, όταν ο Ruskin έφτανε για πρώτη φορά στη Βενετία, ήδη ήταν εμφανή τα σημάδια των νεογοτθικού ύφους “αποκαταστάσεων” σε ορισμένα μνημεία της πόλης. Σύμφωνα με τις επικρατέστερες θεωρίες της εποχής, η αποκατάσταση ενός ιστορικού κτιρίου-μνημείου συνίστατο στην επιστροφή του στην αρχική “αυθεντική” μορφή, καταστρέφοντας στην πορεία μεταγενέστερες “ανεπιθύμητες” οικοδομικές φάσεις (Davis και Marvin, 2004: 213)16. Το επιθυμητό στυλ ήταν σχεδόν πάντοτε το γοτθικό, συχνά διανθισμένο με ανατολίζοντα στοιχεία, όπως στην περίπτωση του Fondaco dei Turchi, του οποίου το όνομα παρέπεμψε τον αρχιτέκτονα να σχεδιάσει μια νέα “ιστορική” όψη με στοιχεία παρμένα από ένα τζαμί στο Κάιρο (Horodowich, 2009: 210). Η πρακτική της “εφεύρεσης ιστορικών κτιρίων” που εφαρμόστηκε εκτεταμένα σε κτίρια όπως το Ca’ d’ Oro, το Palazzo Ducale, η βόρεια όψη της Βασιλικής κ.α. συνεχίστηκε στη Βενετία για το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα (Davis και Marvin, 2004: 213). Ταυτόχρονα όμως πολλές φωνές υποστήριζαν διαφορετικές απόψεις σχετικά με την αποκατάσταση των μνημείων της πόλης.

37


38

  Ιστορική αναδρομή στον τουρισμό της Βενετίας

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ Η περίπτωση της Βενετίας είναι χαρακτηριστική της διαμάχης στον τομέα των αποκαταστάσεων που εξελίχθηκε στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Όταν το δραστικό πρόγραμμα για τη νότια όψη της Βασιλικής αποκαλύφθηκε το 1975 κύμα αντιδράσεων εξαπλώθηκε από τη Βενετία αρχικά σε ολόκληρη την Ευρώπη και την Αμερική17. Γράμματα από ανήσυχους Βενετόφιλους εξακολούθησαν να εμφανίζονται τακτικά στις εφημερίδες του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης καθ’ όλη τη δεκαετία του 1880 (Davis και Marvin, 2004: 213-4). Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε ένας μεγάλος αριθμός μελετών από ειδικούς, καθώς και εκστρατείες συγκέντρωσης υπογραφών που αντιδρούσαν σε περαιτέρω αποκατάσταση (καταστροφή, κατά τη γνώμη τους) της Βασιλικής. Παρ’ όλο που ο ίδιος ο John Ruskin δεν ήταν σε θέση να υπερασπιστεί το μνημείο που τόσο είχε εξυμνήσει, οι οπαδοί του, στο όνομά του, άσκησαν τεράστια επίδραση στην εξέλιξη της υπόθεσης, κυρίως μέσω της βρετανικής Επιτροπής του Αγίου Μάρκου18. Τα πράγματα πήραν νέα τροπή όταν το 1886 ο Pietro Saccardo, νέος διευθυντής του προγράμματος αποκατάστασης της Βασιλικής και μέλος της Επιτροπής του Αγίου Μάρκου, αποκάλυψε στο κοινό την αποκατεστημένη δυτική (κύρια) όψη του κτιρίου. Η όψη του κτιρίου ήταν καθ’ όλα πανομοιότυπη με την μορφή που είχε το 1865, πριν αρχίσουν οι εργασίες αποκατάστασης. Κανείς δεν γνωρίζει πώς ακριβώς ο Saccardo πέτυχε αυτό το αποτέλεσμα, ούτε είναι δυνατόν να εξακριβώσει κανείς ποια είναι τα παλιά και ποια τα νέα τμήματα. Πολλοί μάλιστα υποψιάζονται ότι ο Saccardo διέλυσε και στη συνέχεια ανασύνθεσε την όψη από την αρχή, χρησιμοποιώντας κατά το μεγαλύτερο μέρος καινούρια μέλη, γεγονός

που κάνει τη σημερινή δυτική όψη της Βασιλικής εξ ολοκλήρου κατασκεύασμα της περιόδου 1865-1886 (Davis και Marvin, 2004: 214). Η στρατηγική αποκατάστασης

του Saccardo έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το δόγμα του Ruskin, που πρέσβευε ότι η αποκατάσταση πρέπει να αφήνει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του κτιρίου άθικτο, και να διαχωρίζει πλήρως τα στοιχεία που αντικαθιστά από τα αυθεντικά19. Με τον τρόπο αυτό ο θεατής θα είναι σε θέση να θαυμάσει την αυθεντική μεσαιωνική τέχνη με όλη τη γοητεία της φθοράς που ο χρόνος έχει επιφέρει. Αυτός ο διαχωρισμός μνημείουεπεμβάσεων δεν ακολουθήθηκε στην περίπτωση της Βασιλικής. Ο Saccardo όμως

πέτυχε να δημιουργήσει την εικόνα του παλιού σε ένα ουσιαστικά σύγχρονο κατασκεύασμα, ικανοποιώντας απόλυτα τον μέσο επισκέπτη της πόλης, που πάνω

απ’ όλα περίμενε να δει τη μεσαιωνική Βασιλική του Αγίου Μάρκου (Davis και Marvin, 2004: 215). Έχει λεχθεί ότι η ραγδαία αναπτυσσόμενη επιστήμη “της μίμησης και

της επιδιόρθωσης […] επέτρεψε στη Βενετία να επιβιώσει όχι κατ’ ουσία, αλλά τουλάχιστον σαν ιδέα”20. Ακολουθώντας την ίδια λογική τρία χρονια αργότερα ο


η βενετία στο δεκατο ενατο αιώνα

Domenico Rupolo εκτέλεσε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αποκατάστασης στο Palaζzo Ducale, χρησιμοποιώντας ειδικές επεξεργασίες σε όλα τα αρχιτεκτονικά μέλη που αντικατέστησε, έτσι ώστε να μην ξεχωρίζουν από τα παλιά (Davis και Marvin, 2004: 215)21. Τελικά, μερικές έντεχνα τοποθετημένες ατέλειες σε επιτήδεια “λερωμένα” ή

“φθαρμένα” μαρμαρα διέσωσαν το μύθο της Βενετίας, και εισήγαγαν επιτυχώς την πόλη στην τελευταία φάση της ιστορίας της. ΟΙ ΡΑΣΚΙΝΙΤΕΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ

Η εμπλοκή των ξένων “Βενετόφιλων”, και ειδικά των ομοιδεατών και υποστηρικτών του Ruskin22, στα του οίκου των Βενετών χαρακτηρίζεται από κάποιους ως ένα είδος πολιτιστικού επεκτατισμού23. Οι Davis και Marvin χαρακτηρίζουν την παρεμβατική στάση των Άγγλων ειδικότερα ως μια προέκταση του πατερναλιστικού πνεύματος με το οποίο αντιμετώπιζαν τους αποικιακούς υπηκόους τους (Αιγύπτιους, Ινδούς), δηλαδή ως “ανίκανους και ακατάλληλους θεματοφύλακες της ίδιας τους της πατρογονικής κληρονομιάς”24. Η περίπτωση της Βενετίας, όμως, είναι πρωτοφανής, όχι μόνο για την έκταση και ένταση που είχε πάρει η αντίδραση των απανταχού Βενετόφιλων στην “ανικανότητα των Βενετών να διαχειριστούν την πόλη τους”, αλλά στο γεγονός ότι αυτή η αντίδραση είχε ενεργό αποτέλεσμα στις αποφάσεις των τελευταίων. Οι ξένοι Βενετόφιλοι είχαν μεγάλη επιρροή (αν όχι αποκλειστική αρμοδιότητα) σε ό,τι αφορούσε την ιστορία, τα μνημεία και την εικόνα της πόλης γενικότερα. Έτσι πέτυχαν να εμποδίσουν τον εκσυγχρονισμό της πόλης και να συντηρήσουν (και, εν πολλοίς, κατασκευάσουν) την ιστορική της εικόνα. Οι Ρασκινίτες εδραίωσαν το δικαίωμά τους να ανακατεύονται στις υποθέσεις των Βενετών με το επιχείρημα ότι μια πόλη τόσο ολοκληρωτικά

εξαρτημένη από τον τουρισμό δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί τις επιθυμίες των επισκεπτών της25, περνώντας έτσι από τον πολιτιστικό επεκτατισμό στον οικονομικό εκβιασμό. Ταυτόχρονα, οι Ρασκινίτες πρόβαλλαν το επιχείρημα ότι,

εφόσον η Βενετία ήταν ένας “Παγκόσμιος Θησαυρός” (σύμφωνα πάντα με το δόγμα του πρωτοπόρου Ruskin), η πόλη λογικά ανήκε σε ολόκληρο τον κόσμο, και όχι “στους λίγους Βενετούς που έτυχε να ζουν εκεί”26. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας περνούσε έτσι στις τάξεις των καλλιεργημένων ανδρών και γυναικών από την Ευρώπη και την Αμερική (που) εκτιμούσαν την αισθητική ή ιστορική αξία της πόλης και των μνημείων της. Προκύπτει λοιπόν μια νέα έννοια της ιδιοκτησίας, όχι από κληρονομικό ή νομικό δικαίωμα πάνω στη γη, αλλά λόγω της συμμετοχής σε μια κοινή αισθητική παιδεία-κουλτούρα27.

39


40

  Ιστορική αναδρομή στον τουρισμό της Βενετίας

“Welch ein Aufenthalt in der Tat, der die Reize eines gepflegten Badelebens an südlichem Strande mit der traulich bereiten Nähe der wunderlich-wundersamen Stadt verbindet!” Thomas Mann, Der Tod in Venedig29 ΜΑΖΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ: ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ Όπως ήδη αναφέρθηκε, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα η Βενετία έγινε η αγαπημένη πόλη των καλλιτεχνών και διανοούμενων που λαχταρούσαν να βυθιστούν στη μελαγχολική ατμόσφαιρα της κατ’ εξοχήν ρομαντικής πόλης. Την περίοδο αυτή ξεκινά με δειλά βήματα μια πρώτη φάση τουριστικής “μεταμόρφωσης” της πόλης. Πολλά κτίρια μετατρέπονται σε ξενοδοχεία και πανσιόν, όπως το Palazzo Dandolo πάνω στη Riva degli Schiavoni, που μετατράπηκε στο ιστορικό Hotel Danieli (Horodowich, 2009: 206). Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όμως, η μεσαία τάξη ακολούθησε κατά μαζικό τρόπο τους διανοούμενους. Το 1845, όταν ο πληθυσμός της Βενετίας άγγιζε τις 120,000, η πόλη δεχόταν κάθε χρόνο περί τις 110,000 επισκεπτών. Ο τουρισμός παρουσίασε εκθετική αύξηση μετά το Risorgimento (1866), με τις πρώτες οργανωμένες εκδρομές στη Βενετία να οργανώνονται από το γραφείο Thomas Cook μόνο ένα χρόνο αργότερα. Η βελτίωση των υποδομών, ιδιαίτερα στον τομέα των μετακινήσεων επέδρασε καταλυτικά στον τουρισμό της πόλης. Η κατασκευή της σιδηροδρομικής γέφυρας και του σταθμού της Santa Lucia ήδη από το 1846, αλλά και η ολοκλήρωση του περάσματος του Mont Cenis, το 1871, έκανε θεαματικά ευκολότερη την πρόσβαση από τη Βόρεια Ευρώπη στη Βενετία (Davis και Marvin, 2004: 138). Το αποτέλεσμα ήταν η έλευση ενός νέου κύματος τουριστών στην πόλη, κάνοντας ιδανικές τις συνθήκες για την ανάπτυξη ενός νέου κέντρου τουρισμού στην ευρύτερη περιοχή της Βενετίας.

Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ Στη δεκαετία του 1850 τα μπάνια στην Αδριατική είχαν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλή στο ευρωπαϊκό κοινό. Αμέσως μετά το Risorgimento πολλοί ήταν εκείνοι που έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία, δημιουργώντας στις εγκαταλειμμένες αμμώδεις εκτάσεις του Lido ένα νέο τουριστικό κέντρο διεθνούς εμβέλειας και εισάγοντας στη Βενετία ένα νέο είδος τουρισμού, τον τουρισμό της παραλίας (beach tourism)30. Έτσι, όταν ο Henry James επισκέφθηκε το Lido το 1882, μετά από απουσία 13 χρόνων, παρατήρησε απογοητευμένος ότι το νησάκι είχε πέσει θύμα “άθλιας προόδου”31, σε σχέση με τη έρημη και χορταριασμένη αμμουδιά που συναντούσε κανείς πριν τη δεκαετία του ’60. Στα τέλη του 19ου αιώνα στο Lido δημιουργείται ο κόσμος που περιγράφει ο Thomas Mann στο διήγημά του Θάνατος στη Βενετία, ένας κόσμος γεμάτος από διάσημους ηθοποιούς και τραγουδιστές, “playboys”, έκπτωτους πρίγκιπες, τους “rich and famous” της εποχής


η βενετία στο δεκατο ενατο αιώνα

(Ackroyd, 2010: 352), αλλά και άτομα της μεσαίας και ανώτερης τάξης, που συμμετείχαν στην κοσμική ζωή του νέου θέρετρου. Σύγχρονα πολυτελή ξενοδοχεία ιδρύονται στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα (Grand Hotel Excelsior 1898-1908, Grand Hotel des Bains 19051909), τα οποία πρωταγωνιστούν στην τουριστική αρένα της Βενετίας κατά τη χρυσή εποχή των δεκαετιών 1910-1920, κάνοντας το Lido το πιο δημοφιλές παραθαλάσσιο θέρετρο στην Ευρώπη. Οι επιχειρηματίες των ξενοδοχείων του Lido ήδη από τη δεκαετία του 1880 είχαν οργανωθεί στη Societa dei Bagni, η οποία μετά την κατασκευή των μεγάλων ξενοδοχείων στις αρχές του 20ου αιώνα εδραιώθηκε πλέον ως CIGA (Compagnia Italiana Grandi Alberghi). Σύντομα η CIGA κατέστησε τους ιδιοκτήτες των μεγάλων ξενοδοχείων πρακτικά κυρίους της Βενετίας (Davis και Marvin, 2004: 166)32. Μέσω πρωτοβουλιών της CIGA, η Βενετία στα τέλη του 19ου αιώνα μεταμορφώθηκε σε κέντρο της σύγχρονης τέχνης και του πολιτισμού. Πολλοί από τους σημερινούς θεσμούς της πόλης οργανώθηκαν αρχικά από τη CIGA στη συγκεκριμένη περίοδο: η Πρώτη Διεθνής Έκθεση το 189533, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του 1932, το Φεστιβάλ Θεάτρου το 1934 και το Municipal Casino το 1938 (Horodowich, 2009: 207).

ΒΕΝΕΤΙΑ-LIDO: ΣΧΕΣΗ ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ Η επιτυχία του Lido ως παραθεριστικού κέντρου στην Αδριατική οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην γειτνίασή του με τη Βενετία, την οποία φρόντισε να εκμεταλλευτεί στο μέγιστο βαθμό. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφημιστικές αφίσες των ξενοδοχείων του Lido εκείνης της περιόδου, με άμεση αναφορά στην ιστορική πόλη της Βενετίας, κυρίως μέσω της προβολής χαρακτηριστικών εικόνων της. Το Lido ουσιαστικά καρπώνεται το γόητρο της Βενετίας προκειμένου να προσελκύσει παραθεριστές. Για τους επισκέπτες, ολόκληρη η πόλη αποτελούσε αξιοθέατο, το οποίο επισκέπτονταν συνήθως καθημερινά για απογευματινό περίπατο στα σοκάκια και καφέ στην Piazza San Marco . Με τον τρόπο αυτό, οι επισκέπτες της Βενετίας μπορούσαν να απολαμβάνουν τις παραλίες του Lido αλλά και τις σύγχρονες ανέσεις των πολυτελών ξενοδοχείων, χωρίς να είναι περιορισμένοι μέσα στα ασφυκτικά σοκάκια και το ανθυγιεινό κλίμα της παλιάς πόλης. Όπως αναφέρουν οι Davis και Marvin, το Lido λειτουργούσε όπως ένα σύγχρονο κρουαζιερόπλοιο, αγκυροβολημένο έξω από κάποιο εξωτικό λιμάνι (Davis και Marvin, 2004: 167), ακριβώς όπως και τα κρουαζιερόπλοια που συνωστίζονται σήμερα στο Κανάλι της Giudecca. Η ανάπτυξη του Lido ως και το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε σαν αποτέλεσμα να εκτοπιστεί το τουριστικό επίκεντρο από την ίδια την πόλη στην περιφέρεια (Davis και Marvin, 2004: 166). Ταυτόχρονα, όμως, το Lido, αλλά και γενικότερα το νέο είδος τουρισμού και ο νέος τύπος επισκεπτών που αυτό προσέλκυσε αναζωογόνησαν οικονομικά και πολιτιστικά τη Βενετία. Μετά την επιτυχία του Lido, ήταν πλέον προφανές ότι ο τουρισμός αποτελούσε μονόδρομο για τη Βενετία (Ackroyd, 2010: 397).

41


Αφίσες ξενοδοχείων της Βενετίας και του Lido από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Αποτύπωση χαρακτηριστικών εικόνων της πόλης και χρήση τους ως συμβόλων γοήτρου για τις διαφημιζόμενες επιχειρήσεις. Το Lido καρπώνεται την ήδη αναγνωρισμένη αξία του γειτονικού ιστορικού κέντρου της Βενετίας, και προωθεί έναν τουρισμό παραλίας με παράλληλο πολιτιστικό ενδιαφέρον.


Με τη συνεχή επανάληψη, οι χαρακτηριστικές εικόνες της Βενετίας παγιώνονται σε έναν οπτικό κώδικα συμβόλων, τα οποία διατηρούν και επικοινωνούν το πλήρες σημασιολογικό τους περιεχόμενο, ακόμη και αποκομμένα από το εικονογραφικό περιβάλλον της Βενετίας. Ως αποτέλεσμα, αρκεί η εικόνα μιας γόνδολας ή ακόμα λιγότερο του κλειδιού της (fero) για να ανακληθεί συνειρμικά η ιδέα της πόλης της Βενετίας, η οποία αποτελεί απαραίτητη αναφορά σε κάθε αφίσα για να αποκτήσει αξία το διαφημιζόμενο προϊόν ή υπηρεσία. Είναι ενδιαφέρον το πώς αποσπασματικές εικόνες και σύμβολα της πόλης συνθέτονται ανάλογα με το αντικείμενο προβολής στο τουριστικό κοινό, ακόμα και αν αυτό απεικονίζει λουόμενους στη Πλατεία του Αγ. Μάρκου.


η βενετία στο δεκατο ενατο αιώνα

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ: Η ΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ Οι απαρχές αυτού που γενικά αναφέρεται ως ο “μύθος της Βενετίας” βρίσκονται στην ίδρυση της πόλης από ρωμαίους πρόσφυγες. Ο μύθος καλλιεργείται στη διάρκεια του Μεσαίωνα και εκφράζεται στο χώρο της πόλης34 αλλά και στην απεικόνιση-απόδοσηερμηνεία του χώρου αυτού μέσω της τέχνης. Ο πυρήνας του μύθου της Βενετίας έχει πολιτικές-πολιτισμικές βάσεις. Οικοδομήθηκε πάνω στον ισχυρισμό, διαδεδομένο μέχρι τον 16ο αιώνα, ότι η Βενετία αποτελούσε την πραγματική διάδοχο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το πολίτευμα της Βενετίας αποτελούσε μια ξεχωριστή περίπτωση της πολιτικής ιστορίας, και αντικείμενο μελέτης πολλών επισκεπτών του Grand Tour. Κατά το 19ο αιώνα ξεκινά μια νέα φάση, που ο Michelson αποκαλεί “μυθοποίηση του μύθου” (Michelson 2006). Είναι η περίοδος δημιουργίας των νέων ρομαντικών-ποιητικών μύθων της πόλης, αλλά και του Αισθητικού Μύθου που προτείνει ο Ruskin. Η εκτίμηση της αισθητικής και ιστορικής αξίας της Βενετίας γίνεται σε αυτήν την περίοδο το διακριτικό γνώρισμα του καλού γούστου και της καλλιέργειας35. Αποτέλεσμα αυτής της μυθοποίησης36 ήταν η σταδιακή μετατροπή της πόλης σε ένα είδος ζωντανού

μουσείου, περισσότερο φιλόξενου για τους επισκέπτες, παρά για τους κατοίκους του (Michelson: 8). Είναι η εποχή που η εικόνα γίνεται σημαντικότερη από

την πραγματική πόλη, και η Βενετία είναι σημαντική μόνο όσο χρειάζεται για να συντηρεί την εικόνα της. J

47


48

  Ιστορική αναδρομή στον τουρισμό της Βενετίας

1. Βέβαια, το “καταπιεστικό” και απολυταρχικό κράτος της Βενετίας καμία σχέση δεν είχε με αυτά που είχαν συνηθίσει οι Γάλλοι. Όταν ο Ναπολέων άνοιξε τα κελιά της κρατικής φυλακής, ως μια άλλη Βαστίλη, για να απελευθερώσει τους “καταπιεσμένους”, ανακάλυψε 4(!) κοινούς εγκληματίες, αντί για τις δεκάδες των πολιτικών κρατουμένων που διαφήμιζε (Horodowich, 2009: 187). 2. “Io non voglio piu Inquisitori, non voglio piu Senato; saro un Attila per lo stato Veneto.” (McCarthy 1963, 4). Η φράση αυτή έχει μια γενναία δόση ιστορικής ειρωνείας, καθώς οι πρώτοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν στους βαλτότοπους της Λιμνοθάλασσας ήταν πρόσφυγες από την ενδοχώρα, που είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους ακριβώς λόγω της προέλασης του Αττίλα (5ος αι. μ.Χ.) 3. Η διαδικασία λεηλασίας της Βενετίας από τους Γάλλους αποτελεί μια ειρωνική αντιστροφή της βενετικής ιστορίας, καθώς, παραδοσιακά, οι Βενετοί ήταν αυτοί που απομάκρυναν έργα τέχνης από τις πόλεις που κατακτούσαν για να κοσμήσουν τη Βενετία. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι τα άλογα που έκλεψαν οι Γάλλοι ήταν ήδη κλεμμένα (από την Κωνσταντινούπολη, συγκεκριμένα). 4. Το 2003, η Γαλλική Επιτροπή για την Προστασία της Βενετίας επεχείρησε να δωρίσει στο Museo Correr ένα άγαλμα του Ναπολέοντα που έστεκε αρχικά μπροστά στο Palazzo Ducale και καταστράφηκε βίαια από τους Βενετούς μετά το τέλος της γαλλικής κατοχής. Η προσπάθεια συνάντησε σθεναρή αντίσταση, η οποία κατέληξε με την καταδίκη του Ναπολέοντα για εγκλήματα πολέμου από “δικαστήριο” που έστησε μια ομάδα κατοίκων. (Martin, 2008: 88, Davis και Marvin, 2004: 229) 5. Για τις επεμβάσεις του Βαρόνου Haussmann στη γαλλική πρωτεύουσα, βλέπε Καρύδης (2006) σελίδες 91-100. 6. Η εκκλησία του San Geminiano ολοκληρώθηκε το 1757 από τον Jacopo Sansovino, ως μέρος του ευρύτερου προγράμματος βελτιώσεων στην Piazza San Marco. Περιλάμβανε τον τάφο του αρχιτέκτονα, ο οποίος μεταφέρθηκε πριν την κατεδάφιση. 7. Pegrave, Francis, Handbook for Travelers in Northern Italy, 1842. 8. Μόλις η δεύτερη γέφυρα που χτιζόταν πάνω από το Canal Grande, η Ponte dell’ Accademia ήταν απαραίτητη για τη γρήγορη και αποτελεσματική μετακίνηση των Αυστριακών στρατευμάτων μέσα στην πόλη. 9. Άλλωστε, η μελέτη της ιστορίας είναι εν πολλοίς δημιούργημα του 19ου αιώνα και του ρεύματος του Ρομαντισμού. Η περίπτωση της Βενετίας ειδικά είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον για τους Άγγλους επισκέπτες, καθώς ο παραλληλισμός του βενετικού κράτους με την θαλασσοκράτειρα Αγγλία ήταν ιδιαίτερα έντονος. 10. Για τη ζωή του Λόρδου Βύρωνα στη Βενετία, βλέπε Horodowich, 2009: 205. 11. Ο πατέρας του Ruskin είχε στη συλλογή του κάποιους πίνακες του Turner, με τον οποίο μάλιστα γνωριζόταν προσωπικά (Quill και Windsor, 2000: 17). 12. Praeterita, 1885, στο Quill και Windsor, 2000: 172. 13. Μεγάλο μέρος του έργου του αφιερώνεται στον πρώιμο “βυζαντινό” ρυθμό της Βενετίας, τον οποίον ο Ruskin θεωρεί ισάξιο σχεδόν με το γοτθικό –σαφώς ανώτερο από οποιαδήποτε αρχιτεκτονική της Αναγέννησης ή του Μπαρόκ. 14. Παράδειγμα, η Παναγία των Παρισίων του Victor Hugo, που θεωρείται “βιβλίο γραμμένο στην πέτρα” (book written in stone). Από Huyssen Andreas, Present pasts: urban palimpsests and the politics of memory, Stanford University Press, 2003. 15. Αναφορά στο Davis και Marvin, 2004: 213


η βενετία στο δεκατο ενατο αιώνα

16. Η πρακτική αυτή βρίσκεται πιο κοντά στον σημερινό όρο της “αναπαλαίωσης”, με τη διαφορά ότι κατά το 19ο αιώνα η επιλογή αυτών των “αρχικών” μορφών ήταν πολύ πιο ελεύθερη από ό,τι σήμερα θεωρείται αποδεκτό. Στην περίπτωση της Βενετίας, οι αρχιτέκτονες προσπαθούσαν να επιστρέψουν τα κτίρια στην πιο “καθαρή” γοτθική τους μορφή, ακόμα και όταν αυτό δεν υποστηριζόταν από την αντίστοιχη τεκμηρίωση. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις τα κτίρια που προέκυπταν ήταν περισσότερο ιστορίζουσες απομιμήσεις των “παραδοσιακών βενετσιάνικων στυλ” (Horodowich, 2009: 210). 17. Η αποκατάσταση της νότιας όψης κατέστρεφε την ιστορική εικόνα του κτιρίου, καθώς τα αρχικά, φθαρμένα από το χρόνο, αρχιτεκτονικά μέλη αντικαταστάθηκαν με άλλα, ολοφάνερα καινούρια, γεγονός που προκάλεσε τη δίκαιη αντίδραση των ιστοριόπληκτων Βενετόφιλων. 18. Η St Mark’s Committee, παρακλάδι της British Society for the Preservation of Ancient Buildings, με έδρα τη Βενετία, επηρέαζε σε πρωτοφανή βαθμό τις αποφάσεις της ιταλικού κράτους αλλά και της τοπικής διοίκησης, σε όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τη Βασιλική (Davis και Marvin, 2004: 214). 19. Η άποψη του Ruskin συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τη σύγχρονη θεωρία των αναστυλώσεων, βλέπε Μπούρας Χ., Σημειώσεις για το Μάθημα των Αποκαταστάσεων 20. Pemble, John, Venice Rediscovered, Oxford University Press, 1995 στο Davis και Marvin, 2004: 215. 21. Όλα αυτά, 110 χρόνια πριν τις νέες Βενετίες στο Las Vegas και αλλού. 22. Κωδική ονομασία: Ρασκινίτες, εκ του Ruskinites αγγλιστί. Αναφορά στο Davis και Marvin, 2004: 216. 23. Οι Davis και Marvin μιλούν για “cultural colonialism” εκ μέρους των Άγγλων, αλλά και άλλων ξένων, Βενετόφιλων. Πολλοί από αυτούς μάλιστα ανήκαν σε μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που συμμετείχαν ή επηρέαζαν τις προσπάθειες αποκατάστασης πολλών μνημείων της Βενετίας (St Mark’s Committee και άλλες) (Davis και Marvin, 2004: 214). 24. (Davis και Marvin, 2004: 217) 25. (Davis και Marvin, 2004: 216). Στα τέλη του 1800 τουλάχιστον 5000 επισκέπτες από οργανωμένα γκρουπ επισκέπτονταν καθημερινά τη Βενετία (οι “trooping barbarians” που κατακεραυνώνει ο Henry James). 26. (Davis και Marvin, 2004: 216) 27. (Davis και Marvin, 2004: 216) 28. Βλέπε Dennis Cosgrove, The myth and the stones of Venice για τον συμβολική λειτουργία του χώρου στην περίπτωση της Piazza San Marco. 29. Τι μέρος ήταν αυτό πραγματικά, που συνδυάζει τα θέλγητρα ενός καλλιεργημένου παραθαλάσσιου θέρετρου στο νότο με την οικεία εγγύτητα αυτής της θαυμάσιας και παράξενης πόλης! 30. (Davis και Marvin, 2004: 166) 31. (Davis και Marvin, 2004: 166) 32. Οι Davis και Marvin αναφέρονται σε αυτούς ως “bathing barons”, σελ 166. 33. Οργανώθηκε για πρώτη φορά το 1895 στο χώρο των Giardini Pubblici ως Διεθνής Έκθεση Βενετίας, αλλά σύντομα μετονομάστηκε σε Biennale di Venezia, όπως συνεχίζεται μέχρι σήμερα. 34. Βλέπε Dennis Cosgrove, The myth and the stones of Venice για τον συμβολική λειτουργία του χώρου στην περίπτωση της Piazza San Marco. 35. Regis Debray, Against Venice, (London: Pushkin Press, 2002), σελ 75

36. Μυθοποίηση δευτέρου βαθμού: από τη μυθοποίηση της πόλης στη μυθοποίηση του μύθου.

49


τ

ε

σ

σ

ε

ρ α

η σ ύ γχ ρον η ε ποχ ή

Παρ’ όλο που η υπόθεση του τουρισμού στη Βενετία πηγαίνει πολύ πίσω στο χρόνο, στην περίοδο του Μεσαίωνα, όταν προσκυνητές από όλη την Ευρώπη έφταναν στη μυθική πόλη για να θαυμάσουν τις εκκλησίες και τους θησαυρούς της, κατά το 19ο αιώνα ο τουρισμός έμελλε να μεταμορφώσει για πάντα τη Βενετία (Horodowich, 2009: 204). Δύο νέες εικόνες της πόλης γεννιούνται σε αυτήν την περίοδο, εικόνες που έμελλε να σημαδέψουν τη μετέπειτα ιστορία της: η “Ρομαντική Πόλη” και η “Πόλη των Τουριστών”. Η κατασκευή του ρομαντικού μύθου της Βενετίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους ξένους καλλιτέχνες και διανοούμενους που διέμειναν στη Βενετία κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, αποτυπώνοντας στα έργα τους τις χαρακτηριστικές εικόνες της. Σύντομα αυτές οι εικόνες ήταν κοινή γνώση των καλλιεργημένων ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η δημοτικότητα της πόλης ως τουριστικού προορισμού αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο, τάση που εντείνεται από την παράλληλη επιτυχία του Lido ως παραθαλάσσιου πολυτελούς θερέτρου. Το Lido (και μαζί του η Βενετία) γνωρίζει τη χρυσή εποχή της δόξας του κατά τις δεκαετίες του 1910-1920, αλλά συνεχίζει να προσελκύει επισκέπτες ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι τελευταίες εξελίξεις στον τομέα των συγκοινωνιών (Αεροδρόμιο του Lido 1926, Ponte della Liberta), διευκολύνουν την πρόσβαση στην περιοχή, και πετυχαίνουν να προσελκύσουν ένα πολύ ευρύτερο κοινό. Ταυτόχρονα, καθίσταται σαφές ότι η βαριά βιομηχανία της Βενετίας είναι ο τουρισμός, και το βασικό προιόν που είχε να διαθέσει η πόλη ήταν η ίδια η (ιστορική) εικόνα της. Όπως παρατηρούν οι Davis και Marvin, μετά την πτώση της Δημοκρατίας το 1797, η οικονομία της Βενετίας στράφηκε σχεδόν αποκλειστικά στον τουρισμό.


η βενετία στη συχρονη εποχη

Η Βενετία, υπό μία έννοια, υπήρξε η πρώτη μεταμοντέρνα πόλη, πουλώντας την εικόνα της (εκ του φυσικού ή σε ζωγραφικά έργα) στους δεκάδες χιλιάδες των επισκεπτών που συνέρεαν σε αυτήν κάθε χρόνο (Davis και Marvin, 2004: 3). Για να προστατευθεί η ιστορικότητα της Βενετίας, η σύγχρονη ζωή κρατήθηκε επιμελώς εκτός των ορίων του ιστορικού κέντρου, όπως δείχνει το παράδειγμα της βιομηχανικής ανάπτυξης στην “άλλη” Βενετία στην terraferma (Mestre, Marghera). Το 1934 η πρώτη ιστορική συνάντηση Hitler-Mussolini, που λαμβάνει χώρα στο Lido, είναι ίσως το πρώτο σημάδι ότι η Βενετία δεν θα καταφέρνει για πάντα να κρατά τον έξω κόσμο σε απόσταση. Κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτός ο έξω κόσμος κατανικά τις αδύναμες αντιστάσεις της μυθικής πόλης, η οποία καταλαμβάνεται το 1943 από το γερμανικό στρατό, ενώ η περίοδος αυτή σημαδεύεται από το συστηματικό διωγμό του εβραϊκού πληθυσμού της Βενετίας. Μετά το τέλος του Πολέμου, από τη δεκαετία του 1950 και μετά, αρχίζει η μαζική έξοδος του πληθυσμού της Βενετίας προς την terraferma, τάση που συνεχίζεται με μικρότερο ρυθμό και σήμερα. Έτσι, ενώ το 1951 ο μόνιμος πληθυσμός του ιστορικού κέντρου ανερχόταν στους 174,808 κατοίκους, το 2011 έχει μειωθεί στους 59,629 (στοιχεία: Servizio Statistica e Ricerca - Comune di Venezia). Ταυτόχρονα, από τη

δεκαετία του 1950 και μετά, η Βενετία ζει διαρκώς υπό τους ρυθμούς του μαζικού τουρισμού. Σήμερα, υπολογίζεται ότι η πόλη δέχεται πάνω από 15,000,000 τουριστών

κάθε χρόνο (κάποιοι ανεβάζουν τον αριθμό σχεδόν σε είκοσι εκατομμύρια). Οι αριθμοί για το έτος 2000 (13 εκατομμύρια επισκέπτες σε μια πόλη 60,000 κατοίκων) κατέτασσαν τη Βενετία πρώτη στον κόσμο σε αναλογία τουριστών ανά κάτοικο, πρωτιά που δε φαίνεται να χάνει στο άμεσο μέλλον. Η Βενετία σήμερα ασφυκτιά κάτω από την πίεση της τουριστικής κίνησης και αναζητά λύσεις και τρόπους να διαχειριστεί τον απίστευτο όγκο των επισκεπτών της. Ως αποτέλεσμα, πληθαίνουν οι φωνές που διαμαρτύρονται για την καταστροφή της πόλης και την μετατροπή της είτε σε μουσείο είτε σε ένα απέραντο λούνα παρκ για τη διασκέδαση των τουριστών. Όπως αναφέρει ο Peter Ackrouyd στο βιβλίο του Venice: Pure City, το μέλλον της Βενετίας δεν έχει ακόμα αποφασιστεί, εφόσον δεν υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στις ενδιαφερόμενες πλευρές. Καθώς όμως η λήψη ουσιαστικών αποφάσεων αναβάλλεται, η ελπίδα να ξαναγίνει η Βενετία μια ζωντανή πόλη για τους κατοίκους της, όλο και ξεμακραίνει. Πολλοί είναι αυτοί που παρατηρούν ότι, μόλις πέφτει η νύχτα και οι τουρίστες αποσύρονται στα καταλύματα τους ή αναχωρούν για τον επόμενο προορισμό τους , η πόλη φαίνεται να αδειάζει. Στην

πραγματικότητα, η πόλη δεν φαίνεται απλώς να αδειάζει, η Βενετία είναι άδεια. Αν η έξοδος του πληθυσμού συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό, υπολογίζεται ότι ο τελευταίος κάτοικος θα εγκαταλείψει την πόλη το έτος 2030. Η σημερινή πολιτική διαχείρισης

του τουρισμού φαίνεται ότι φτάνει πια στα όριά της. Και το ερώτημα για το μέλλον της μυθικής πόλης μένει αναπάντητο…

53


54

  Ιστορική αναδρομή στον τουρισμό της Βενετίας

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ;

“The narrowness and superficiality of the Anglo-Saxon tourist is nothing less than a menace.”

E.M. Forster, A Room With a View

ΟΙ ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ Η Βενετία σήμερα ωφελείται αλλά και υποφέρει, από τις δεκάδες χιλιάδες τουριστών που κατακλύζουν καθημερινά την πόλη. Από αυτούς, οι περισσότεροι είναι τουρίστες που έρχονται συνήθως με πούλμαν για ημερήσια εκδρομή (day tourists, pendolari ή gintani για τους Βενετούς), οι οποίοι ενδιαφέρονται κυρίως να (ξανα)δούν ό,τι διαφημίζεται στα τουριστικά φυλλάδια, δηλαδή το Canal Grande, το Rialto, τις γόνδολες και τα περιστέρια στην πλατεία του Αγίου Μάρκου (Kunzmann, 2004: 32). Η επίσκεψή τους έχει μικρή διάρκεια και χαρακτηρίζεται από την ανάγκη καταγραφής των “γεγονότων” του ταξιδιού, κυρίως μέσω της φωτογραφίας. Οι τουρίστες αναζητούν στην πόλη τα “γεγονότα” που τους είναι ήδη γνωστά, πριν επισκεφθούν τη Βενετία, και αγνοούν ό,τι δεν συμφωνεί με την εικόνα που έχουν ήδη σχηματίσει για αυτήν. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα ταξίδι επιβεβαίωσης και προσωπικής μαρτυρίας. Η επίσκεψη στη Βενετία για τους “τουρίστες της μιας μέρας” αποτελεί συνήθως μέρος ενός προπληρωμένου “πακέτου” διακοπών, με αποτέλεσμα αυτού του είδους οι επισκέπτες να μην συμβάλλουν ιδιαίτερα στην οικονομία της πόλης, ενώ ταυτόχρονα ο μεγάλος αριθμός τους επιβαρύνει σημαντικά το ήδη φορτωμένο σύστημα υποδομών. Για το λόγο αυτό οι “τουρίστες της μιας μέρας” είναι κατά κάποιο τρόπο ανεπιθύμητοι για τις αρχές αλλά και τους κατοίκους της Βενετίας. ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΗΤΟΙ ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ Ποιος όμως είναι ο τύπος τουρίστα που επιθυμεί να έχει η πόλη της Βενετίας; Είναι οι επισκέπτες που ενδιαφέρονται για την ίδια την πόλη, την ιστορία και την κουλτούρα της, που μένουν περισσότερο και κατά συνέπεια συνεισφέρουν περισσότερο στην τοπική οικονομία: οι παραδοσιακοί “ακαδημαϊκοί” ταξιδιώτες με τους πράσινους οδηγούς Michelen ή οι ομάδες φοιτητών αρχιτεκτονικής που έρχονται στην πόλη για να μελετήσουν την ιστορική αρχιτεκτονική και πολεοδομία. Επίσης, πολλοί είναι εκείνοι που επιλέγουν να μείνουν στην πόλη σε ημι-μόνιμη, τουλάχιστον, βάση, αγοράζοντας διαμερίσματα σε παλιά palazzi και loft σε ανακαινισμένα εργαστήρια (Kunzmann, 2004: 32). Αυτοί είναι συνήθως υψηλού εισοδηματικού και μορφωτικού επιπέδου, κυρίως από την Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική, γνωστοί και ως Milanese (Davis, 2004: 100). ΟΙ ΒΕΝΕΤΟΦΙΛΟΙ Τα άτομα που συνήθως εμπίπτουν στην παραπάνω κατηγορία του επιθυμητού τουρίστα είναι συνήθως η φυλή των Βενετόφιλων. Πρόκειται συνήθως για άτομα υψηλού μορφωτικού επιπέδου με οικονομική άνεση, που θεωρούν τη Βενετία κάτι περισσότερο


η βενετία στη συγχρονη εποχη

από απλό προορισμό διακοπών. Έχουν περισσότερες γνώσεις για την ιστορία και τον πολιτισμό της πόλης από το μέσο επισκέπτη, και έχουν επισκεφθεί τη Βενετία περισσότερο από μία φορά, ενώ πολλοί από αυτούς εγκαθίστανται τελικά στην πόλη σε μόνιμη ή εποχιακή βάση. Οι Βενετόφιλοι σε καμιά περίπτωση δεν θεωρούν τους εαυτούς τους τουρίστες. Αυτή είναι η χειρότερη προσβολή που μπορεί να τους απευθύνει κανείς. Στη σημερινή εποχή, που η Βενετία βυθίζεται κάτω από εκατοντάδες χιλιάδες τουριστών, αυτοί οι “καλλιεργημένοι” επισκέπτες πασχίζουν με κάθε τρόπο να διαχωρίσουν τη θέση τους από το “κοπάδι”. Σε αυτόν τον αγώνα συμβάλλουν και πολλοί τουριστικοί οδηγοί με συμβουλές για το “Πώς να ΜΗ μοιάζετε με τουρίστες στη Βενετία”. H διαδικασία αυτή, βέβαια, είναι ιδιαίτερα υποκριτική, καθώς, από τη στιγμή που βρίσκεται κανείς ως επισκέπτης για λίγες ημέρες στην πόλη (όσο καλλιεργημένος και αν είναι) εμπίπτει στον ορισμό του “τουρίστα”. “If you will not think me rude, we residents sometimes pity you poor tourists not a little –handed about like a parcel of goods from Venice to Florence, from Florence to Rome, living herded together in pensions or hotels, quite unconscious to anything that is outside Baedecker, their one anxiety to get “done” or “through” and go on somewhere else.” E.M. Forster, A Room With a View Ο ΜΕΤΑ-ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ Μετά τη δεκαετία του 1950 ο μαζικός τουρισμός κυριαρχούσε στην πόλη. Ταυτόχρονα, και ενώ οι εικόνες της Βενετίας είχαν διαδοθεί σε τέτοιο βαθμό που ήταν εύκολα αναγνωρίσιμες ακόμα και για αυτούς που δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ την πόλη, προωθήθηκε από την τουριστική βιομηχανία η ιδέα ανακάλυψης της αληθινής, κρυμμένης Βενετίας πίσω από την τουριστική της πλευρά. Η αναζήτηση της μη-τουριστικής Βενετίας έγινε έτσι ένας διαγωνισμός ανάμεσα στους επισκέπτες, για το ποιος ήταν λιγότερο τουρίστας από όλους. Αυτή η ανάγκη του επισκέπτη να απεκδυθεί τον χαρακτηρισμό του τουρίστα φαίνεται ότι σταματά με την εμφάνιση ενός νέου τύπου ταξιδιώτη, που ο John Urry ονομάζει posttourist (μετα-τουρίστα). Ο όρος αναφέρεται στα άτομα εκείνα που αντιλαμβάνονται ότι η αναζήτηση της αληθινής ζωής, που κρύβεται πίσω από τα σκηνικά της κάθε τουριστικής πόλης, είναι μάταιη, διότι η τουριστική εμπειρία είναι από μόνη της αυθεντική. Έχοντας παραιτηθεί από την (μάταιη) αναζήτηση της κρυμμένης αυθεντικότητας, της άπιαστης “αληθινής ζωής” πίσω από το τουριστικό σκηνικό, οι μετα-τουρίστες είναι ελεύθεροι να απολαύσουν την τουριστική εμπειρία για αυτό που πραγματικά είναι, προσλαμβάνοντας τα είδωλα της τουριστικής κουλτούρας ως σύμβολα μόνο του εαυτού τους, ελεύθεροι να προσδώσουν σε αυτά τη σημασία που οι ίδιοι επιθυμούν. J

“Τίποτα πια δεν έχει μείνει για να ανακαλύψει κανείς ή να περιγράψει, και οποιαδήποτε πρωτότυπη στάση είναι εντελώς αδύνατη.” Henry James

55


π

εν

τ

ε

το τρίγωνο των βερμούδων

Από τις κατηγορίες τουριστών που περιγράφηκαν παραπάνω, οι “τουρίστες της μιας μέρας” αποτελούν την πλειοψηφία επί του συνόλου. Η συμπεριφορά των τουριστών αυτής της κατηγορίας ακολουθεί σχεδόν πάντα ένα σταθερό πρότυπο, όσον αφορά τα αξιοθέατα που επισκέπτονται, τις διαδρομές που ακολουθούν, ακόμα και τις ώρες που μετακινούνται από το ένα σημείο στο άλλο. Αυτή η ομοιότητα στις κινήσεις τόσο μεγάλου αριθμού ατόμων είναι προφανές ότι δημιουργεί συνωστισμό σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης για ορισμένες ώρες της ημέρας. Οι κάτοικοι της Βενετίας προσπαθούν να ζήσουν μέσα σε μια πόλη που καθημερινά κατακλύζεται από τουρίστες, που κάποιες φορές μοιάζουν να καταλαμβάνουν κάθε διαθέσιμο τετραγωνικό του αστικού χώρου. Η ανάλυση των “κόκκινων” περιοχών της πόλης, μπορεί να ρίξει φως στα ζητήματα συμβίωσης τουριστών και κατοίκων στο ιστορικό κέντρο της Βενετίας. Πρωταρχικός πυρήνας της τουριστικής κίνησης στη Βενετία είναι η περιοχή γύρω από την Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Όπως και στα χρόνια της Δημοκρατίας, η Piazza San Marco αποτελεί κέντρο της δημόσιας ζωής της πόλης, αν και σήμερα αυτή περιορίζεται στους τουρίστες: η Piazza dei Turisti ως πυρήνας της Τουριστικής Βενετίας. Πέρα από την περιοχή του San Marco μπορεί να διακρίνει κανείς άλλους δύο βασικούς πόλους έλξης των τουριστών: η περιοχή γύρω από την Ponte di Rialto, καθώς και γύρω από την Galleria dell’ Accademia. Οι τρεις αυτοί κόμβοι σχηματίζουν ένα τρίγωνο (“Το Τρίγωνο των

Βερμούδων”), μέσα στο οποίο περιφέρεται αδιάκοπα η πλειονότητα των τουριστών (με τις βερμούδες), και το οποίο θα μπορούσε κανείς να ονομάσει “Τουριστική Βενετία” ή “Βενετία των Τουριστών” (Davis, 2004: 79).


το τριγωνο των βερμουδων

ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ Ιστορικά, το κέντρο της Βενετίας ήταν και είναι η Piazza San Marco. Αποτελούμενη από ένα σύνθετο σύστημα δημόσιων χώρων διαφορετικών ποιοτήτων και χρήσεων, που συνδέονται με τους γύρω εμπορικούς δρόμους (Mercerie), είναι η μεγαλύτερη ελεύθερη έκταση γης σε μια πόλη χτισμένη πάνω σε νερό (από Davis, 2004: 58). Ταυτόχρονα, πρόκειται αναμφίβολα για το πιο τουριστικό μέρος σε ολόκληρη την πόλη. Καθημερινά, η Πλατεία κατακλύζεται από δεκάδες χιλιάδες επισκεπτών, που συρρέουν για να επισκεφθούν τα διάσημα μνημεία της, να φωτογραφηθούν με τα περιστέρια και να παρατηρήσουν το πιο “βενετικό” μέρος στη Βενετία. Ακόμα και επισκέπτες που μένουν στην πόλη για λίγες μόνο ώρες σίγουρα θα περάσουν έστω και για λίγο από εκεί, έστω για να “χαζέψουν” τα περιστέρια και απλά να “βρεθούν εκεί”. Αποτελεί το “χαρακτηριστικότερο” μέρος της Βενετίας τόσο για τους τουρίστες της μιας μέρας, τους επισκέπτες, αλλά και για τους ίδιους τους κατοίκους- όχι τόσο για τη χρήση, όσο για το συμβολισμό της. Η ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ PIAZZA SAN MARCO Σήμερα η Piazza San Marco χαρακτηρίζεται συχνά ως “τουριστική παγίδα”. Οι κάτοικοι την έχουν προ πολλού εγκαταλείψει. Οποιαδήποτε ημέρα ή εποχή του χρόνου και αν την επισκεφθεί κανείς θα συναντήσει μόνο περιστέρια και τουρίστες, και όχι πάντα με αυτή τη σειρά. Η “πραγματική” ζωή της πλατείας έχει εξαφανιστεί εδώ και τουλάχιστον 50 χρόνια, αν και κάποιοι θα υποστήριζαν ότι το διάστημα είναι πολύ μεγαλύτερο. Ποια είναι όμως τελικά αυτή η “πραγματική” ζωή ενός τόπου, που τόσο επίμονα αναζητούν οι ταξιδιώτες -όχι τουρίστες, παρακαλώ- να ανακαλύψουν; Εδώ και πολλά χρόνια η μόνη ζωή της πλατείας προέρχεται από τους τουρίστες που περπατούν τριγύρω ταΐζοντας τα περιστέρια, θαυμάζοντας τα σπουδαία κτίρια, περιμένοντας στις ουρές για τη Βασιλική ή το Campanile και κοιτώντας τους υπόλοιπους ξένους να κάνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα. Ο ρομαντικός ταξιδιώτης σίγουρα δεν επιθυμεί να κοιτάζει αφελείς τουρίστες, αλλά αντίθετα ψάχνει κάτι άλλο. Αναζητά κάτι φευγαλέο, μια εικόνα που έχει στο μυαλό του και θέλει επίμονα να την επιβεβαιώσει σε αυτό που αντικρίζει, ένα κομμάτι “πραγματικότητας”, αληθινής ζωής του τόπου, ένα θραύσμα αυθεντικότητας. Στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου, όμως, τι είναι αλήθεια πιο αυθεντικό από την εικόνα των χιλιάδων τουριστών που περιμένουν με τις ώρες στον ήλιο για να ανέβουν στο Campanile, όπου θα μείνουν ακριβώς 5 λεπτά -αρκετά, βέβαια, για να ασκήσουν την πιο χαρακτηριστική τουριστική δραστηριότητα: τη φωτογραφία. Η Piazza San Marco ήταν κάποτε το επίκεντρο της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της Βενετίας. Και έτσι παραμένει, αν σκεφτεί κανείς ότι σήμερα, η ζωή της πόλης είναι οι τουρίστες. Σχεδόν οτιδήποτε συμβαίνει στην πόλη αναφέρεται πλέον πολύ περισσότερο στους επισκέπτες, παρά στους ίδιους τους κατοίκους. Η Βενετία ζει από τους τουρίστες, και

ταυτόχρονα πεθαίνει εξ αιτίας τους.

59


60

η βενετια σημερα

"… οι σκέψεις σου συντρίβονται, τσακίζονται και εξαρθρώνονται μέσα στο πλήθος, με τέτοιο τρόπο που δεν μπορείς πια να σκεφτείς ή να κρίνεις τίποτα. Επειδή, όμως, αυτή είναι μια διανοητική κατάσταση που πολλοί προτιμούν, το μέρος [Piazza San Marco] είναι πάντα γεμάτο κόσμο." John Moore, 1781


το τριγωνο των βερμουδων

ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΟΙ ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ ΩΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΑΞΙΟΘΕΑΤΟ: ΑΥΤΟ-ΑΝΑΦΟΡΑ ΚΑΙ SIGHT-SEEING Τα πλήθη των τουριστών που συνωστίζονται στην Piazza San Marco αποτελούν συχνά τα ίδια αντικείμενο του τουριστικού βλέμματος. Πολλά απογεύματα από τον Απρίλη ως το Σεπτέμβρη η ουρά των επισκεπτών που περιμένουν να μπουν στην Βασιλική του Αγίου Μάρκου φτάνει τα 100 μέτρα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις καλύπτει ακόμα και ολόκληρο το μήκος της Πλατείας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ουρά των τουριστών που περιμένουν υπομονετικά (ή όχι) να θαυμάσουν τα αξιοθέατα της Πλατείας αποτελεί η ίδια τουριστικό αξιοθέατο (Davis, 2004: 70). Τα τουριστικά πλήθη είναι το τελευταίο (και άκρως μεταμοντέρνο) θέαμα της περιοχής του San Marco. Αν η ανάγκη για μοναχική ενατένιση των μνημείων της πόλης (απαραίτητα συνοδευόμενη και από τα κατάλληλα αποσπάσματα ρομαντικών ποιημάτων) ήταν ο στόχος των τουριστών (Grand Tour) του 19ου αιώνα, γεγονός που καθιστούσε τη μοναχικότητα τον πιο απαραίτητο σύντροφο του ταξιδιώτη, σήμερα η πλειοψηφία των τουριστών φαίνεται μάλλον να διασκεδάζει με το πλήθος που γεμίζει πλατείες, δρομάκια και αποβάθρες. Το συναίσθημα που περιγράφουν πολλοί θυμίζει την ευφορία που κατακλύζει το κοινό μιας συναυλίας, η αίσθηση του να αποτελεί κανείς μέρος σε κάτι Τόσο Μεγάλο (Davis, 2004: 74). Οι τουρίστες που φωτογραφίζουν άλλους τουρίστες, που φωτογραφίζουν άλλους τουρίστες, κτλ είναι συχνό φαινόμενο, μια άσκηση αυτό-αναφοράς. ΠΡΟΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ(;) Αν και στη σημερινή Βενετία τα πλήθη των επισκεπτών που συνωστίζονται μπροστά στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, στα σοκάκια και τις γέφυρες, αποτελούν από μόνα τους αξιοθέατο και αντικείμενο του τουριστικού βλέμματος, ταυτόχρονα θέτουν σε κίνδυνο αυτό το ίδιο βλέμμα, καθώς δεκάδες χιλιάδες ξένων στριμώχνονται την ίδια στιγμή στο ίδιο μέρος, προσπαθώντας ο καθένας να καταλάβει τη θέση με την πιο απρόσκοπτη θέα προς το αντικείμενο ενδιαφέροντος (Davis, 2004: 71). Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κάθε επισκέπτης που θέλει να απολαύσει τη θέα των διασημότερων μνημείων της πόλης είναι ότι, σε κάθε πιθανή χρονική στιγμή, το ίδιο ακριβώς προσπαθούν να κάνουν και εκατοντάδες άλλοι. Είναι σχεδόν αδύνατον να τραβήξει κανείς την “κατάλληλη” φωτογραφία, όταν συνεχώς συνωστίζονται γύρω του στίφη ιδρωμένων τουριστών. Όπως έγραψε και ο Henry James, “η μόνη διαφωνία που έχει ο συναισθηματικός επισκέπτης με τη δική του Βενετία είναι ότι έχει τόσους πολλούς ανταγωνιστές. Θέλει να είναι μόνος του, να κάνει κάτι πρωτότυπο, να νιώθει ότι έχει κάτι να εξερευνήσει. Αντί για αυτό, η Βενετία σήμερα είναι ένα απέραντο μουσείο,[…], μέσα στο οποίο κανείς πορεύεται ακολουθώντας το κοπάδι των συντρόφων του” (James, Italian Hours, 1959, από Davis, 2004: 72). Τα πλήθη

που συνωστίζονται στο San Marco αποδυναμώνουν τον ιστορικό και αισθητικό αντίκτυπο της Πλατείας, ακυρώνοντας έτσι την ίδια την αιτία για την οποία βρίσκονται εκεί (Davis, 2004: 75).

61


ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ Ποιος είναι ο λόγος επίσκεψης σε ένα αξιοθέατο; Στην περίπτωση της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου, οι λόγοι φαίνεται να είναι λιγότερο πολιτιστικοί, καλλιτεχνικοί ή ιστορικοί, πόσο μάλλον θρησκευτικοί, αλλά περισσότερο επιβάλλονται από μια επίπλαστη αίσθηση αναγκαιότητας, ότι κάποια πράγματα πρέπει κανείς να τα δει. Από το φαινόμενο του μαζικού προσκυνηματικού “τουρισμού” των μεσαιωνικών χρόνων, έχουμε φτάσει σήμερα στο φαινόμενο του μαζικού τουριστικού “προσκυνήματος”. Χωρίς κάποια λογική αιτιολογία ή ουσιαστικό σκοπό, επισκέπτες συρρέουν στους νέους “ιερούς τόπους” του τουρισμού, με μοναδικό στόχο, απλά, “να βρεθούν και αυτοί εκεί” (Davis, 2004: 67). Σύμφωνα με στοιχεία από τις πωλήσεις εισιτηρίων για τα διάφορα αξιοθέατα και μουσεία στην περιοχή του Αγίου Μάρκου, προκύπτει ότι περίπου οι 4 στους 5 ανθρώπους που βρίσκονται στην Πλατεία δεν επισκέπτονται κανένα απολύτως από αυτά, αλλά αρκούνται να περιφέρονται στην Πλατεία και απλά να νιώθουν την “ατμόσφαιρα” του χώρου (Davis, 2004: 71). Σύμφωνα με την Isabella Scaramuzzi, “η ίδια η πόλη είναι το μεγαλύτερο αξιοθέατο που μπορεί να υπάρξει”.

Στην περίπτωση της Βενετίας, όμως, ο μεγάλος αριθμός των τουριστών έχει αλλάξει ταυτόχρονα το χαρακτήρα και τη δομή της τουριστικής εμπειρίας (Davis, 2004: 72).

Προσπαθώντας να διαχειριστούν τον δυσθεώρητο όγκο των επισκεπτών, οι αρχές της πόλης έχουν αναγκαστεί να λάβουν μια σειρά μέτρων, που αφορούν τους όρους επίσκεψης στα πιο δημοφιλή αξιοθέατα της πόλης. Τα μέτρα αυτά δεν κατορθώνουν βέβαια να περιορίσουν τους χρόνους αναμονής, που την καλοκαιρινή περίοδο μπορεί να ξεπερνούν τη μία ώρα για κάποια αξιοθέατα. Όλα τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα την αλλαγή στον τρόπο που ο επισκέπτης βιώνει την πόλη.


ΟΙ ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ Τα σμήνη των περιστεριών στην Piazza San Marco αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας της Πλατείας, και αγαπημένο αξιοθέατο των τουριστών, που αρέσκονται να τα ταΐζουν σπόρους αγορασμένους από μόνιμους μικροπωλητές σε δεκαπλάσια τιμή από την πραγματική τους αξία. Τα περιστέρια του San Marco αναφέρονται σε όλους τους οδηγούς της πόλης και αποτελούν τμήμα των φωτογραφικών αναμνήσεων κάθε επισκέπτη που σέβεται τον εαυτό του [για την Πλατεία, όρκο δεν παίρνουμε]. Επειδή όμως το τάισμα των περιστεριών είναι μια από τις λίγες ευκαιρίες για τον επισκέπτη να “κάνει κάτι” στην Πλατεία (εκτός από το να τριγυρίζει άσκοπα), η δραστηριότητα έχει γίνει τόσο δημοφιλής, ώστε, κάτω από τις “φροντίδες” των τουριστών, ο αριθμός των περιστεριών έχει αυξηθεί σε επίπεδα που θεωρούνται μη βιώσιμα για την πόλη. Ταυτόχρονα, λόγω του μεγάλου αριθμού, έχουν αυξηθεί και οι συνέπειες των υποπροϊόντων των, κατά τα άλλα, συμπαθέστατων πτηνών [βρωμερών και τρισάθλιων, κατά άλλους]. Οι λόγοι είναι, μεταξύ άλλων, και αισθητικοί: η υπερπληθώρα από φωλιές και η συσσώρευση guano παραμορφώνει την πόλη και τα μνημεία της (Davis, 2004: 77). Οι προσπάθειες των αρχών να ελέγξουν τον πληθυσμό των περιστεριών με σειρά μέτρων συνήθως βρίσκουν αντίσταση από τους επισκέπτες, που αρνούνται να αντιληφθούν τις συνέπειες που το ευχάριστο -για αυτούς- θέαμα δημιουργεί για την πόλη και τους κατοίκους (Davis, 2004: 77). Το (κωμικοτραγικό) ζήτημα των περιστεριών είναι άλλη μία απόδειξη του

πώς κάτι απόλυτα κοινότυπο μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική πληγή για την πόλη, όταν τα πράγματα ξεφύγουν από το μέτρο. Η επίλυση του προβλήματος καταλήγει σε πολιτική οδύσσεια, με το δήμαρχο να καταγγέλλει τη “δικτατορία των τουριστών” που αποτελούν τροχοπέδη στην επίλυση του προβλήματος (δήλωση του δημάρχου Paolo Cacciari σε τοπική εφημερίδα της Βενετίας, από Davis, 2004: 77).


64

η βενετια σημερα

terra ferma (Land)

Clock Tower

Old Procuratie aristocr acy popul ar republicanism

Basilica of San Marco

theatre of man SACRED

SACRED

LAY

Church of San Geminiano

Campanile

New Procuratie aristocr acy

Marcian Library

monarchy

Doge’s Palace Gateway

theatre of nature

stato da mar (Sea)


το τριγωνο των βερμουδων

ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ PIAZZA SAN MARCO Η περιοχή γύρω από την Piazza San Marco αποτελεί προϊόν μιας εξελικτικής πορείας αιώνων. Οι μετασχηματισμοί της Πλατείας αφορούσαν, τόσο τη θέση και τη μορφή των διαφόρων κτιρίων και ανοικτών χώρων γύρω από αυτή, όσο και τις χρήσεις που δεχόταν σε κάθε περίοδο. Στην περίοδο της Γαληνοτάτης, ο χώρος αυτός αποτελούσε ολοκληρωμένη έκφραση των θεσμών της πόλης. H κυρίως Πλατεία του Αγίου Μάρκου (Piazza) ήταν ο κατεξοχήν χώρος που πραγματοποιούνταν οι διάφορες δημόσιες τελετές της πόλης. H Piazzetta, δηλαδή ο χώρος ανάμεσα στο Παλάτι του Δόγη και τη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, είχε πρωτίστως πολιτικό χαρακτήρα. Ήταν ο χώρος που συναντιούνταν τα μέλη της αριστοκρατίας για να λάβουν μέρος στο Broglio, μια δραστηριότητα που περιλάμβανε τη συζήτηση, την άσκηση πιέσεων και την εξασφάλιση ψήφων ανάμεσα στα μέλη του Συμβουλίου και των άλλων θεσμικών οργάνων της Δημοκρατίας (από Davis, 2004: 60). Broglio ονομαζόταν επίσης το τμήμα της Piazzetta κατά μήκος του Palazzo Ducale, όπου εκτυλίσσονταν οι παραπάνω δράσεις. Σύμφωνα με τον ιστορικό γεωγράφο Denis Cosgrove, “ο χώρος ως το 16ο αιώνα εξέφραζε μια πολύπλοκη συμβολική κατασκευή, που γινόταν κατανοητή κάτω από το πνεύμα του ουμανισμού των πατρικίων της πόλης και μέσω του μύθου της Βενετίας. Το Παλάτι του Δόγη συμβόλιζε τη μοναρχία, ενώ η αριστοκρατία στεγαζόταν στις δύο πτέρυγες των Procuratie. Τα κτίρια αυτά υλοποιούσαν τα όρια της μεγάλης Πλατείας, η οποία αποτελούσε σύμβολο ελευθερίας λόγου και δημοκρατίας, ως ο χώρος όπου οι πολίτες της Βενετίας καθημερινά συζητούσαν ανοιχτά για τα ζητήματα της πόλης. Ο χώρος αυτός ανοίγεται προοπτικά προς στο κτίριο που συμβολίζει τη θεϊκή νομιμοποίηση των θεσμών της Βενετίας, τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Απέναντι από το Παλάτι του Δόγη βρισκόταν η Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, έδρα της ουμανιστικής σκέψης. Το δίπολο αυτό (ουμανιστική σκέψη-πολιτική εξουσία) υλοποιείται κάθετα στον άξονα που συνδέει τη Θάλασσα με την Πόλη. Το “θέατρο της Φύσης”, ως άμεση αναφορά στο βενετικό Stato da Mar, συνδέεται έτσι με το “θέατρο του Ανθρώπου”. Προεκτεινόμενος νοητά ο άξονας αυτός, μέσω του συμβόλου του χρόνου (Torre dell’ Orologio) διαπερνά το Rialto και καταλήγει στην terra firma. Με αυτόν τον τρόπο η ομορφιά και η τελειότητα της Φύσης συνδέονταν με τη σοφία και την ανθρώπινη τελειοποίηση” (από Davis, 2004: 60). Σε ολόκληρη την περιοχή του San Marco λάμβανε χώρα μια άλλη πολύ σημαντική κοινωνική δραστηριότητα των Βενετών, που δεν περιοριζόταν στην άρχουσα τάξη. Αυτό ήταν το περίφημο listón, γνωστό στην υπόλοιπη Ιταλία ως passeggiata, δηλαδή ο καθημερινός απογευματινός περίπατος των κατοίκων. Από τα τέλη του 17ου αιώνα και μετά οι Βενετοί άρχισαν να συνδυάζουν το listón με τη νέα “τρέλα” για καφέ. Την νέα μόδα ικανοποιούσαν καταστήματα όπως του Florian’s, το οποίο άνοιξε στη στοά της Procuratie Nuove το 1720 και λίγα χρόνια αργότερα ξεκίνησε να βγάζει τα γνωστά τραπεζάκια στην κυρίως Πλατεία.

65


το τριγωνο των βερμουδων

Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ Μετά την πτώση της Δημοκρατίας οι νέες αρχές της πόλης απομάκρυναν όλες τις υπαίθριες εμπορικές δραστηριότητες από το χώρο της Πλατείας, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να παρατηρεί ανενόχλητος το χώρο και τα κτίρια χωρίς οπτικά ή άλλα εμπόδια. Ακόμα και σήμερα, οι τοπικές αρχές, προσπαθώντας να περιορίσουν την οπτική “ακαταστασία” στην Πλατεία, εξακολουθούν να εφαρμόζουν τη νομοθεσία του 19ου αιώνα, που απαγορεύει στους μικροπωλητές την είσοδο στην Πλατεία. Καλλιτέχνες του δρόμου, πωλητές σουβενίρ ή φαγητού και κάθε είδους εμπορευμάτων, υποχρεώνονται να παραμένουν κατά μήκος της Riva degli Schiavoni μετά την Ponte degla Paglia ή μπροστά στα Giardinetti Reali (πίσω από την Procuratie Nuove). Η απουσία αυτού του πολύχρωμου πλήθους από την πλατεία, όμως, στερεί από τον χώρο τη ζωντάνια που είχε άλλοτε ως επίσημο τελετουργικό-εμπορικό κέντρο της Βενετίας, δημιουργώντας, έτσι, μια αίσθηση στείρας μνημειακότητας.

ΤΟ LISTON ΚΑΙ Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΩΝ CAFÉ Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρακτική του listón εξακολούθησε να λαμβάνει χώρα στην Πλατεία και μετά την κατάλυση της Δημοκρατίας, κάτω από την Αυστριακή κυριαρχία. Ο θεσμός ενισχύθηκε και από καθημερινές απογευματινές συναυλίες, που εξακολούθησαν και μετά την επανένωση της Βενετίας με την Ιταλία, το 1866. Την περίοδο αυτή οι απογευματινές συναυλίες και ο περίπατος στην Piazza, σε συνδυασμό με την κουλτούρα των café, αποτελούσαν το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής της Βενετίας (Davis, 2004: 63). Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και το πρώτο μισό του 20ου, οι επισκέπτες στη Βενετία είχαν σαφώς αυξηθεί σε αριθμό. Υπήρχε, όμως, ακόμα μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς και τους κατοίκους, που ζούσαν μέσα στο ιστορικό κέντρο. Στο listón λοιπόν, έπαιρναν μέρος και οι δύο ομάδες, διατηρώντας, ωστόσο, πάντα σαφή διαχωρισμό. Φαίνεται μάλιστα ότι κάθε ομάδα (οι κάτοικοι -ξεχωριστά άνδρες από γυναίκες- και οι ξένοι) κυκλοφορούσαν σε διαφορετικές περιοχές της Πλατείας, ενώ ακόμα και στα café κάθονταν ξεχωριστά (Davis, 2004: 64). Είναι και σε αυτήν την περίπτωση προφανής η γενική απροθυμία των Βενετών να δεχτούν ξένους στην κοινωνική ζωή τους, γεγονός που προκαλεί απορία, αν σκεφτεί κανείς πόσο αβίαστα “ξεπουλούσαν” την ίδια στιγμή την πόλη τους στους τουρίστες.

67


το τριγωνο των βερμουδων

Επί αιώνες η Piazza San Marco αποτελούσε τη βασική αναφορά για τον αυτό-προσδιορισμό των κατοίκων της πόλης ως Βενετών υπηκόων. Τα τελευταία 50 χρόνια όμως έχει κατακλυστεί σε τέτοιο βαθμό από τους τουρίστες, ώστε οι κάτοικοι αδυνατούν ακόμα και να τη διασχίσουν. (Davis, 2004: 58)

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΡΟΛΟΥ ΤΗΣ PIAZZA Η πρακτική του liston στην Piazza San Marco εγκαταλείφθηκε σταδιακά, γύρω στη δεκαετία του 1950, ή μεταφέρθηκε όλο και σε πιο απομακρυσμένα campi της πόλης, που δεν υπέφεραν τόσο από την τουριστική κίνηση, όπως αρχικά στο Campo San Luca και San Bartolomeo κοντά στο San Marco, και αργότερα στο Campo Santa Margherita και στη via Garibaldi στα όρια του Castello (Davis, 2004: 64) Αυτό δεν θα πρέπει όμως να ληφθεί απλά ως σημάδι των καιρών (κοινωνική αποξένωση), καθώς η παράδοση της passeggiata εξακολουθεί να τηρείται πιστά σε πολλές άλλες πόλεις της Ιταλίας (Davis, 2004: 66). Η passeggiata ή “περίπατος” δεν είναι καθόλου επουσιώδες ζήτημα. Είναι, αντίθετα, μια κοινωνική δραστηριότητα που συμβάλλει στην ανάπτυξη της συνείδησης της κοινότητας, όπου ο καθένας παρατηρεί αλλά και παρατηρείται από τους συμπολίτες του. Είναι ένας τρόπος άσκησης κριτικής και κοινωνικού ελέγχου. Η passegggiata θεωρείται ένδειξη κοινωνικής αβροφροσύνης, της civilitá, της εκπολιτιστικής δύναμης της κοινότητας (Davis, 2004: 66). Στην περίπτωση της Βενετίας, η Piazza έχει πια χάσει την κύρια κοινωνική της λειτουργία, ως βασικό εργαλείο κοινωνικής εκπαίδευσης και συγκρότησης αστικής ταυτότητας, αυτού που οι Βενετοί ονομάζουν venezianitá (τι σημαίνει το να είναι κανείς Βενετός). Η συμμετοχή στο καθημερινό liston ήταν ένας τρόπος μετατροπής των απλών κατοίκων σε cittadini, σε πολίτες της κοινότητας (Davis, 2004: 66). Η απώλεια της

λειτουργίας της πλατείας ως κοινωνικού πυκνωτή για την πόλη έχει μεγαλύτερες συνέπειες από οποιαδήποτε άλλη αλλαγή έχει συντελεστεί στην περιοχή στη διάρκεια του 20ου αιώνα. Σήμερα, με εξαίρεση τα χίλια περίπου άτομα που εργάζονται σε διάφορα δημόσια ιδρύματα και τις ογδόντα περίπου επιχειρήσεις που ασχολούνται με τον τουρισμό, είναι προφανές σε όποιον περάσει λίγη ώρα στην Πλατεία ότι, “οι κάτοικοι της Βενετίας έχουν εγκαταλείψει ολοκληρωτικά την Piazza San Marco στους ξένους” (Davis, 2004: 64, από δημοσίευμα στην τοπική εφημερίδα Il Gazzettino).

Αν η Piazza San Marco αποτελούσε τον πυρήνα και το σύμβολο της Serenissima Repubblica, τότε η “Piazza dei Turisti” είναι το σύμβολο της Βενετίας του σήμερα.

69


70

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ ΤΗΣ PIAZZA. Την εποχή της Δημοκρατίας η περιοχή του San Marco αποτελούσε τον πυρήνα της πολιτικής ζωής της Βενετίας. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις στεγάζονταν στα κτίρια γύρω από την πλατεία (Palazzo Ducale, Procuratie). Ταυτόχρονα, όμως, δραστηριότητες της πολιτικής ζωής διαχέονταν και στον ανοιχτό δημόσιο χώρο, ειδικά στην περιοχή της Piazzetta κατά μήκος του Παλατιού (Broglio). Μετά την πτώση της Δημοκρατίας τέτοιες λειτουργίες εξασθένησαν ή απαγορεύτηκαν, αν και η Piazza εξακολουθούσε να αποτελεί χώρο πολιτικών συγκεντρώσεων και συχνά συγκρούσεων. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν οι ταραχές του 1848, αλλά και οι διαμάχες μεταξύ Κομμουνιστών και Φασιστών στις αρχές της δεκαετίας του 1920 (Davis, 2004: 67). Μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η Πλατεία ανακηρύχθηκε “ουδέτερη ζώνη” από όλες τις πολιτικές παρατάξεις της Ιταλίας. Αυτή η απόφαση οδήγησε κάποιους (αισιόδοξους) να αποκαλέσουν την Πλατεία “Piazza della Pace”, δηλαδή Πλατεία Ειρήνης (Davis, 2004: 67). Για άλλους όμως, (απαισιόδοξους ή απλά ρεαλιστές;) η αφαίρεση κάθε πολιτικής δραστηριότητας από το χώρο είχε σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή απομάκρυνση των κατοίκων από

την Πλατεία και τη μεταφορά της πολιτικής και κοινωνικής ζωής σε μικρά περιφερειακά κέντρα. Έτσι, η Βενετία έμεινε ουσιαστικά χωρίς πολιτικό πυρήνα,

γεγονός πρωτοφανές για τα δεδομένα των ιταλικών πόλεων. Η προθυμία των αρχών (και σε ένα βαθμό των κατοίκων) να απονεκρώσουν το πολιτικό τοπίο της Βενετίας μόνο και μόνο για να μπορούν οι τουρίστες να απολαμβάνουν με ησυχία την Πλατεία φανερώνει ξεκάθαρα τις προτεραιότητες των Βενετών μετά τον Πόλεμο (Davis, 2004: 67). Θα πρέπει βέβαια να σημειώσουμε εδώ, ότι αυτή η τάση είχε διαφανεί από πολύ νωρίς, από το 15ο αιώνα ακόμα. Ίσως είναι υπερβολή, αλλά οι Βενετοί έμοιαζαν από τότε πρόθυμοι να “πουλήσουν την ψυχή της πόλης τους” με αντάλλαγμα οικονομικά οφέλη. PIAZZA DEI TURISTI Σήμερα, η Piazza San Marco εξακολουθεί να είναι γεμάτη ανθρώπους, τουρίστες αυτή τη φορά, που βρίσκονται εκεί, ανταποκρινόμενοι σε μια συλλογική αίσθηση που υπαγορεύει τι πρέπει κανείς να δει (Davis, 2004: 67). Είτε οι τουρίστες βρίσκονται στη Βενετία για το Καρναβάλι είτε για την Biennale είτε για οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση, είναι ευτυχείς απλά με το να βρίσκονται στην Πλατεία, έναν τόπο παγκοσμίως αναγνωρίσιμο, τόσο ως αυτόνομη τοπογραφική οντότητα, όσο και ως σύμβολο για ένα πολύ μεγαλύτερο πολιτιστικό θεσμό, τη Βενετία. Η Piazza San Marco αποτελεί σήμερα ένα τόπο τουριστικού προσκυνήματος (Davis, 2004: 67). Αν η Βενετία των

Τουριστών είναι η Βενετία του Σήμερα (“Tourist Venice is Venice”, Mary McCarthy), τότε η Piazza San Marco δικαίως αποτελεί τον πυρήνα της (ως Piazza dei Turisti) και έκφραση της πολιτισμικής κατασκευής που κρύβεται πίσω από αυτό το όνομα. Σε κάθε μια από τις πολλές ανά τους αιώνες μεταμορφώσεις της, η Piazza San Marco αποτελούσε πάντα την καρδιά της δημόσιας ζωής της Βενετίας. Όπως βλέπουμε αυτό ισχύει και σήμερα. Η Piazza dei Turisti δεν

είναι η καταστροφή της Piazza San Marco, αλλά η τελευταία μετενσάρκωση της.


72

η βενετια σημερα

Η PIAZZA SAN MARCO ΩΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΙΚΟΝΩΝ Για τους περισσότερους επισκέπτες, η Βενετία και ιδίως η Πλατεία του Αγίου Μάρκου, αποτελούν απλά (αν και εντυπωσιακά) οπτικά γεγονότα, χωρίς ιδιαίτερες ιστορικές ή πολιτιστικές προεκτάσεις. Είναι μόνο εικόνες, χωρίς συγκεκριμένο νόημα. Ο τρόπος που οι τουρίστες βιώνουν το χώρο περιορίζεται συνήθως στην οπτική εμπειρία, παρά τις προσπάθειες των ξεναγών να ρίξουν φως στις κοινωνικές διαστάσεις του χώρου. Η ιστορία της Βενετίας, σε αντίθεση με τη Ρώμη, την Φλωρεντία ή την Αθήνα, δεν ταιριάζει εύκολα σε μια γραμμική, κοινώς αποδεκτή, αφήγηση του Δυτικού Πολιτισμού. Σε κάθε μια από αυτές τις πόλεις οι επισκέπτες αναγνωρίζουν ένα κομμάτι της ιστορίας του Δυτικού Πολιτισμού, του οποίου αποτελούν μέρος, άρα ένα κομμάτι της δικής τους προσωπικής ιστορίας, μέσω της οποίας δημιουργούν προσωπικούς δεσμούς με τον τόπο. Στην περίπτωση της Βενετίας, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η ιστορία της Βενετίας, η πηγή του πλούτου της και η γενεσιουργός αιτία πίσω από την αρχιτεκτονική και την τέχνη της, βρίσκονται εκτός των μεγάλων κύκλων της δυτικής ιστορίας, έξω από τη σφαίρα αντίληψης των περισσότερων επισκεπτών. Αυτοί αρκούνται στην πρόσληψη των οπτικών ερεθισμάτων, με τα οποία είναι ελεύθεροι να συνθέσουν τις προσωπικές τους φαντασιακές αφηγήσεις (Davis, 2004: 68-9) Τελικά, φαίνεται ότι η Βενετία προκαλεί περισσότερο μια “κατάσταση ονειρικής φαντασίωσης” παρά μια ενεργητική αναζήτηση τέχνης και πολιτισμού (Davis, 2004: 70). Εξ’ άλλου, για ένα μεγάλο αριθμό επισκεπτών δεν υπάρχουν τα χρονικά περιθώρια να αναπτυχθεί οποιουδήποτε είδους δεσμός με την πόλη πέρα από το απόλυτα επιφανειακό. Τα δεδομένα από την επισκεψιμότητα των διαφόρων αξιοθέατων της περιοχής του San Marco συνηγορούν στην πεποίθηση ότι η εμπειρία της Πλατείας εξαντλείται στην οπτική της πρόσληψη. Το Campanile di San Marco είναι το δεύτερο σε επισκεψιμότητα μνημείο της Πλατείας, με πολύ μικρή διαφορά από το πρώτο, που είναι το Palazzo Ducale. Το Campanile, όμως, δεν έχει την ιστορική αξία του δεύτερου, ούτε είναι στην πραγματικότητα το πρωτότυπο κτίσμα, αφού ξαναχτίστηκε μετά από κατάρρευση στις αρχές του 20ου αιώνα. Εντούτοις, πολλοί είναι αυτοί που περιμένουν υπομονετικά στην ουρά για να ανέβουν στην κορυφή του. Η εμπειρία που προσφέρει το Campanile βασίζεται στο θέαμα και την ατμόσφαιρα. Είναι “ένα μοναδικό σημείο από το οποίο μπορεί κανείς να ατενίσει την αλλόκοτη τοπογραφία της πόλης και της λιμνοθάλασσας που την περιβάλλει” (Davis, 2004: 71). Τέλος, από την πλεονεκτική θέση στην κορυφή του Campanile μπορεί κανείς να εξασκήσει την πιο χαρακτηριστική τουριστική δραστηριότητα: τη φωτογραφία. PIAZZA SAN MARCO 'η DISNEYLAND Για την πλειοψηφία των τουριστών, η μόνη αλληλεπίδραση που έχουν με το χώρο της Πλατείας γίνεται σε οπτικό επίπεδο. Η Πλατεία λειτουργεί σαν “καμβάς” πάνω στον

οποίο ο καθένας είναι ελεύθερος να προβάλλει αυτό που φαντάζεται, να υλοποιήσει τις επιθυμίες του στον πραγματικό αρχιτεκτονικό χώρο που τον περιβάλλει.


το τριγωνο των βερμουδων

Υπό αυτή τη λογική, ολόκληρη η Βενετία μοιάζει με ένα τεράστιο θεματικό πάρκο, μια Disneyland, που υπάρχει για να “εξυπηρετεί” τους επισκέπτες της. Τα ανατολίτικα στοιχεία της Βενετσιάνικης αρχιτεκτονικής μοιάζουν να συγκεντρώνονται στα κτίρια της Πλατείας. Αυτό εντείνει την αίσθηση μιας ανατολίτικης φαντασίωσης, που μοιάζει να “κατασκευάστηκε” ακριβώς για να δημιουργεί αυτήν την αίσθηση στον επισκέπτη, με τον ίδιο τρόπο που η Disneyland κατασκευάστηκε για να οδηγεί τους επισκέπτες της σε ένα φανταστικό ταξίδι. ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ RIALTO Όπως και με την περίπτωση της Piazza San Marco, τόσο το Rialto όσο και η Accademia έχουν τα τελευταία χρόνια χάσει τη σημασία που είχαν, λειτουργική ή συμβολική, στη ζωή της Βενετίας. Το οικοδομικό συγκρότημα του Rialto ήταν επί αιώνες ο πυρήνας των οικονομικών και εμπορικών δραστηριοτήτων της Δημοκρατίας. Ο χώρος εργασίας των τραπεζιτών, κάτω από τις αψιδωτές στοές, γύρω από το Campo San Giacomo di Rialto, συμβόλιζε για τους Βενετούς τη βάση της εμπορικής και οικονομικής αυτοκρατορίας της πόλης (Davis, 2004: 79). Αν κάποτε το Rialto τότε ήταν συνώνυμο, χωρικά, με το Campo San Giacometto, και, συμβολικά, με το σημαντικότερο εμπορικό χρηματιστήριο (mercantile exchange) της Ευρώπης, τότε αυτό, στη συνείδηση του κόσμου, έχει πια ατονήσει. Σήμερα, η λέξη “Rialto” έχει υποστεί μια διπλή, γεωγραφική και σημασιολογική μεταφορά, καθώς σήμερα αναφέρεται συνηθέστερα στη γέφυρα πάνω από το Canal Grande, που βρίσκεται δίπλα στο Campo, ένα από τα γνωστότερα τουριστικά αξιοθέατα της Βενετίας. Από το άγαλμα του Gobbo (Καμπούρης), σύμβολο του Χρηματιστηρίου του Rialto, και κατ’ επέκταση, της οικονομικής δύναμης της Βενετίας, καταλήξαμε στο Ponte di Rialto, αμφίβολης αρχιτεκτονικής αξίας κατασκεύασμα (κατακρίθηκε ιδιαίτερα στην εποχή του), είδωλο της τουριστικής βιομηχανίας, και σύμβολο για τίποτε άλλο, παρά για τον εαυτό του, μια εικόνα χωρίς περιεχόμενο. Θα μπορούσε βέβαια να υποστηρίξει κανείς ότι και σήμερα το Rialto, ως Ponte di Rialto, αποτελεί σύμβολο της οικονομίας της Βενετίας, μιας οικονομίας βασισμένης αποκλειστικά στους τουρίστες και τις εμπορικές συναλλαγές που τους αφορούν άμεσα. Τα καταστήματα με υπερτιμημένα made in China τουριστικά είδη που παρατάσσονται σε όλο το μήκος της γέφυρας είναι η απόδειξη. Για την ακρίβεια, το Rialto συνδυάζει τη μνημειακότητα της αρχιτεκτονικής με τα δύο πιο ελκυστικά για τους τουρίστες στοιχεία: αξιοθέατα (εικόνα) και shopping (Davis, 2004: 81). Ποιος όμως αντιλαμβάνεται την ειρωνεία; J “The Venice of modern fiction and drama is a thing of yesterday, a mere efflorescence of decay, a stage dream which the first ray of sunlight must dissipate into dust. No prisoner, whose name is worth remembering, or whose sorrow deserved sympathy, ever crossed that ‘Bridge of Sighs’, which is the centre of the Byronic ideal of Venice; no great merchant of Venice ever saw that Rialto under which the traveller now passes with breathless interest.” John Ruskin, The Stones of Venice

73


ε

ξ

ι

εξερευνών τας το λαβύρινθο

Για να διευκολυνθούν οι επισκέπτες στις μετακινήσεις τους μέσα στην πόλη, στην πάροδο των χρόνων έχει προκύψει ένα δίκτυο κύριων διαδρομών που συνδέουν τα βασικά σημεία τουριστικού ενδιαφέροντος (San Marco, Accademia, Rialto) με τα σημεία εισόδου στην πόλη (Piazzale Roma, σιδηροδρομικός σταθμός της Santa Lucia). Οι διαδρομές αυτές προέκυψαν από τη συνένωση πολλών διαδοχικών calli, όπως αποκαλούν οι Βενετοί τα στενά δρομάκια της πόλης. Σαν αποτέλεσμα, οι δρόμοι που προκύπτουν είναι κατά κανόνα ακανόνιστοι, με απότομες στροφές και διακλαδώσεις, εντελώς ακατάλληλες για τον κυκλοφοριακό φόρτο που καλούνται να διαχειριστούν στις μέρες μας. Σε πολλά σημεία, οι “κύριες” οδικές αρτηρίες της Βενετίας δεν είναι πάνω από δύο ως τρία μέτρα σε φάρδος, ενώ συχνά στενεύουν πολύ περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά, με τη βοήθεια άκρως διαφωτιστικών πινακίδων που έχουν αναρτηθεί σε κάθε σημείο αυτών των οδών, δείχνοντας την κατεύθυνση “Per San Marco” ή “Rialto”, οι επισκέπτες φαίνεται ότι καταφέρνουν τελικά να βρουν τον προορισμό τους (αν και όχι να προσανατολιστούν) μέσα στο δαιδαλώδες οδικό σύστημα της πόλης. Τελικά, κανείς δε χάνεται στη Βενετία, αρκεί να ακολουθήσει το πλήθος (Davis, 2004: 84).


1

Santa Lucia Station

Piazzale Roma

Rialto 2

5

5 5

4

San Marco

3 4

Accademia


εξερευνωντασ το λαβυρινθο

κυριεσ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ 1. Μία βασική διαδρομή συνδέει το σιδηροδρομικό σταθμό της Santa Lucia με την περιοχή του Rialto μέσω του Cannaregio. Η διαδρομή αποτελεί συρραφή διαδοχικών calli (Lista di Spagna, Rio Terra di San Leonardo, Rio Terra della Maddalena, Strada Nova, Salizada di San Giovanni Crisostomo) που καταλήγει στο Campo San Bartolemeo δίπλα στη γέφυρα του Rialto, στην ανατολική πλευρά του Canal Grande. Η διαδρομή έχει μήκος 1.8km και περίπου 25’. 2. Μια δεύτερη διαδρομή συνδέει το σταθμό των λεωφορείων στο Piazzale Roma με το Rialto, μέσω San Polo. Η διαδρομή αυτή είναι σαφώς πιο μπερδεμένη από την προηγούμενη. Η εναλλαγή των calli μοιάζει να μην έχει καθόλου λογική. Ξεκινώντας από το Piazzale Roma, περνά από Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής του IUAV, και ακολουθεί διαδοχικά τα campi San Rocco, Frari (δευτερεύων κόμβος στο δίκτυο των τουριστικών διαδρομών), San Polo, Sant’ Aponal, και από εκεί, μέσω της Ruga Vecchia di San Giovanni, στο Campo San

Giacometto. Η διαδρομή έχει μήκος 1.6km και διαρκεί περίπου 20’. 3. Ένα παρακλάδι αυτής της διαδρομής, ξεκινώντας από το Campo Frari, περνώντας πίσω από το Ca’ Foscari, καταλήγει τελικά στην Accademia. Η διαδρομή έχει μήκος 1km και διαρκεί περίπου 15’. 4. Σε συνέχεια της πορείας από το Frari προς την Accademia, η κύρια διαδρομή, διασχίζοντας το Canal Grande από την Ponte dell’ Accademia, φτάνει στο Campo Santo Stefano. Από εκεί υπάρχουν δύο επιλογές: να συνεχίσει κανείς βόρεια (μέσω του Campo Sant’ Angelo) προς το Rialto, ή να φτάσει (μέσω Campo San Maurizio -Calle larga XXII Marzo -Campo San Moise) στην Piazza San Marco. 5. Το Τουριστικό Τρίγωνο ολοκληρώνεται με τις διαδρομές που συνδέουν την Piazza San

Marco με τo Rialto. Στην περιοχή αυτή η κίνηση είναι τόσο αυξημένη που ένα σύστημα (περίπου) παράλληλων οδών έχουν επιστρατευτεί για να την διαχειριστούν: Calle dei Fabri, Merceria San Zulian, Salizada San Liο.

79


εξερευνωντασ το λαβυρινθο

ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Στην πραγματικότητα, οι κύριες οδικές αρτηρίες δεν διαφέρουν καθόλου από τον υπόλοιπο ιστό της πόλης: στενά δρομάκια, συχνά αδιέξοδα, με απότομες στροφές που αποπροσανατολίζουν και τους πιο “έμπειρους” εξερευνητές της πόλης. Με μία διαφορά: οι διαδρομές αυτές αποτελούν τουριστικό έδαφος. Στις κύριες αρτηρίες επικρατεί μονίμως το αδιαχώρητο, με πλήθη τουριστών να προσπαθούν να βρουν το δρόμο προς το επόμενο αξιοθέατο, και ταυτόχρονα να θαυμάσουν τις βιτρίνες των καταστημάτων (αποκλειστικά με είδη που απευθύνονται στους τουρίστες) πότε από τη μια πλευρά του δρόμου και πότε από την άλλη. Το αποτέλεσμα; Χάος. Το κυκλοφοριακό πρόβλημα στα σοκάκια της Βενετίας είναι τόσο έντονο, που πολλές φορές οι τροχονόμοι είναι υποχρεωμένοι να μονοδρομούν (!) τμήματα των διαδρομών για να αποφύγουν τη συμφόρηση. Σε κάποιες περιπτώσεις, το να περπατήσει κανείς μερικές δεκάδες μέτρα σε τέτοια κατάσταση μπορεί να είναι τόσο εξουθενωτική εμπειρία όσο μία ώρα οδήγησης σε ώρα αιχμής στη Ρώμη. Σύμφωνα με την τοπική αστυνομία, όταν πάνω από 100,000 άτομα βρίσκονται στην πόλη την ίδια στιγμή, τότε η κυκλοφορία σε ολόκληρο το δίκτυο ακινητοποιείται. Τέτοιες περιπτώσεις, βέβαια, είναι σχετικά σπάνιες. Συνήθως περιορίζονται σε λιγότερες από δέκα κάθε χρόνο: το Πάσχα, κατά τη διάρκεια της Regatta το Σεπτέμβρη, και το Σαββατοκύριακο του Carnavale. Όταν ένα τέτοιο “τσουνάμι” τουριστών χτυπάει την πόλη, τα πάντα παραλύουν. Πέρα από την κυκλοφοριακή συμφόρηση στο Τουριστικό Τρίγωνο και σε όλες τις κύριες αρτηρίες εκτός αυτού, δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα και στις θαλάσσιες συγκοινωνίες. Τα vaporetti (μέσο δημόσιας συγκοινωνίας) αδυνατούν να ανταπεξέλθουν σε τέτοια κίνηση, γεγονός που, εκτός από τους τουρίστες, ταλαιπωρεί ιδιαίτερα και τους κατοίκους. Σε τέτοιες μέρες, οι στάσεις των vaporetti “θυμίζουν σκηνές του Far West, με κλοτσιές, σπρωξιές και βρισιές να εκτοξεύονται ανάμεσα σε τουρίστες και κατοίκους” (από την εφημερίδα Nuova Venezia, στο Davis, 2004: 112). ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ Η μάζα των τουριστών που γεμίζει κάθε εκατοστό δημόσιου χώρου κατά την περίοδο αιχμής στη Βενετία δεν είναι στατική: έχει τους δικούς της ρυθμούς παλίρροιας και άμπωτης (Davis, 2004: 110). Επειδή η πλειοψηφία των επισκεπτών αποτελείται από τουρίστες της μιας μέρας (pendolari ή gitanti για τους Βενετούς), η μεγαλύτερη πρωινή κίνηση εντοπίζεται στις διαδρομές από το σταθμό της Santa Lucia και το Piazzale Roma με κατεύθυνση προς το κέντρο. Το ρεύμα των τουριστών αποκτά τη μέγιστη ισχύ μέχρι τις 11π.μ. και κορυφώνεται το μεσημέρι, ενώ αρχίζει να υποχωρεί προς την αντίθετη κατεύθυνση μετά τις 4-5μ.μ. Για να αποφύγουν την πλήρη παράλυση του κέντρου, οι αρχές φροντίζουν τις ημέρες αναμενόμενης αιχμής να παρακολουθούν την είσοδο των επισκεπτών στο ιστορικό κέντρο (εύκολο, αφού η Βενετία είναι στην ουσία νησί, που συνδέεται με τη στεριά μόνο με μία γέφυρα). Όταν προσεγγίζεται ο αριθμός-φωτιά των 100,000, η αστυνομία κλείνει την Ponte della Liberta για όλα τα οχήματα και, έτσι, αποκλείει τη Βενετία από τη στεριά (Davis, 2004: 111). Ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση, όμως, πολλοί είναι εκείνοι που, έχοντας φτάσει μέχρι την “πηγή”, δε διστάζουν να περπατήσουν τα πέντε χιλιόμετρα της γέφυρας για να “πιουν νερό”.

81


εξερευνωντασ το λαβυρινθο

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΔΙΕΞΟΔΟ Η διαμόρφωση δικτύου τουριστικών διαδρομών μέσα στην πόλη, κατάλληλων για τη μετακίνηση των επισκεπτών από το ένα αξιοθέατο στο επόμενο, ήταν αρχικά μια πολύ λογική πρόταση: οι τουρίστες καταφέρνουν να μη χάνονται (εντελώς), ενώ το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χώρου παραμένει Βενετική επικράτεια. Όπως, όμως, συμβαίνει συχνά στη Βενετία αυτό που, σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, είναι μια “λογική πρόταση”, εκεί τα πράγματα τείνουν να βγαίνουν εκτός ελέγχου. Στην περίπτωση αυτή, το πρόβλημα είναι απλό: τα τελευταία χρόνια, ο αριθμός των επισκεπτών έχει γίνει πολύ μεγαλύτερος από όσο μπορούν να αντέξουν οι κύριες αρτηρίες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, όταν περισσότεροι από 25,000 άνθρωποι περπατούν την ίδια στιγμή στο ιστορικό κέντρο, τουλάχιστον μία από τις κύριες διαδρομές θα εμφανίσει κυκλοφοριακό πρόβλημα (Davis, 2004: 85). Αυτό έχει σαν συνέπεια την αύξηση του χρόνου μετακίνησης από το ένα σημείο στο άλλο, αλλά και τις περιστασιακές συγκρούσεις μεταξύ πεζών (!). Ταυτόχρονα, το “μποτιλιάρισμα” στις κεντρικές αρτηρίες δεν επηρεάζει μόνο τους τουρίστες. Αν και οι κάτοικοι έχουν ένα ολόκληρο δίκτυο εναλλακτικών διαδρομών στη διάθεσή τους, σε πολλές περιπτώσεις είναι αναγκασμένοι να περάσουν από ένα συγκεκριμένο δρόμο ή μια ορισμένη γέφυρα που συμβαίνει να είναι “πηγμένη” στην κίνηση. Είναι προφανές ότι αυτή η κατάσταση επιδεινώνει την καθημερινότητα των κατοίκων, που, από ένα σημείο και μετά, τείνουν να βγάζουν τα απωθημένα τους (και όχι άδικα) στους τουρίστες, αν και συνήθως οι τελευταίοι δεν φαίνεται να το αντιλαμβάνονται. Και, σε συνέχεια της μακράς βενετικής παράδοσης που θέλει τα πιο λογικά των εγχειρημάτων σε αυτήν την πόλη να πηγαίνουν εντελώς στραβά, οι προσπάθειες των αρχών να ελαφρύνουν τον κυκλοφοριακό φόρτο στο ιστορικό κέντρο έχει φέρει σε πολλές περιπτώσεις το αντίθετο αποτέλεσμα. Για να αποφύγουν την αυξημένη κίνηση των κύριων αρτηριών, που χρησιμοποιούνται από τους τουρίστες, οι κάτοικοι έχουν συνηθίσει να χρησιμοποιούν ένα δευτερεύον δίκτυο εναλλακτικών διαδρομών. Οι πορείες είναι πολλές φορές απλά παράλληλοι δρόμοι προς τις κύριες διαδρομές, χωρίς ενδιαφέρον για τους τουρίστες, πολύ απλά γιατί δεν υπάρχουν τα γνωστά καταστήματα με τουριστικά είδη ή γιατί δεν κυκλοφορούν σε αυτούς άλλοι τουρίστες. [Φαίνεται ότι αυτό που κάνουν καλύτερα οι τουρίστες στη Βενετία είναι να “ακολουθούν το κοπάδι”.] Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, λόγω της ιδιόμορφης τοπογραφίας της πόλης, τέτοιοι παράλληλοι δρόμοι είναι αδύνατον να βρεθούν, οπότε οι κάτοικοι ακολουθούν λιγότερο προφανείς πορείες, παρακάμψεις και “σκοτεινά περάσματα” (sottoportegi), καλύπτοντας συχνά μεγαλύτερες αποστάσεις, αλλά εξοικονομώντας χρόνο. Οι Βενετοί αναφέρονται σε αυτή τη διαδικασία μετακίνησης μέσα στην πόλη ως andare per le sconte ή andar sconte (δηλαδή το να πηγαίνεις από κρυφό δρόμο). Αυτές οι εναλλακτικές διαδρομές διαμορφώνουν το απαραίτητο “backstage”, έδαφος που ανήκει ακόμα σε αυτούς που ζουν στην πόλη και τους επιτρέπει να μην παραφρονήσουν (Davis, 2004: 85). Αυτό είναι και το τελευταίο χαρακτηριστικό γνώρισμα του πραγματικού κατοίκου της Βενετίας, που τον διαχωρίζει από τους “ξένους”: μια οικειότητα με την πόλη και τα μυστικά της, που είναι αδύνατον να αποκτήσει ο επισκέπτης των λίγων ημερών, ή ακόμα λιγότερο, ωρών (Davis, 2004: 85).

83


εξερευνωντασ το λαβυρινθο

ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΠΕΠΑΤΗΜΕΝΗΣ Μια δημοφιλής προσέγγιση για την επίλυση του κυκλοφοριακού προβλήματος της Βενετίας βασίζεται στην αντιστροφή της λογικής οργάνωσης του οδικού δικτύου. Αντί να κρατούν τους τουρίστες μέσα σε έναν περιορισμένο δίκτυο διαδρομών, οι αρχές προσπαθούν (και έχουν καταφέρει) να πείσουν τους επισκέπτες να τολμήσουν να κυκλοφορήσουν εκτός της πεπατημένης οδού προς το San Marco. Η προσπάθεια αυτή ενισχύεται από τους συγγραφείς τουριστικών οδηγών που, προσπαθώντας να δώσουν στους αναγνώστες τους κάτι καινούριο και πρωτότυπο, τους ωθούν να "γυρίσουν την πλάτη τους στο κοπάδι" και να αναζητήσουν το άπιαστο όνειρο, τη "Βενετία των Βενετών", στις περιοχές της πόλης χωρίς τουριστικό ενδιαφέρον, όπου μπορούν να ανακαλύψουν την αυθεντική ζωή των κατοίκων (Davis, 2004: 87). Στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης εντάσσεται και το πρόγραμμα CHORUS, το οποίο, με σύνθημα "Βενετία: από το μουσείο στην πόλη", οργανώνει ένα δίκτυο διαδρομών ανάμεσα σε 16 από τις λιγότερο γνωστές (για τους τουρίστες) εκκλησίες της πόλης, οι οποίες όμως περιλαμβάνουν αριστουργήματα των μεγαλύτερων δασκάλων της Σχολής της Βενετίας. Το πρόγραμμα προσκαλεί τους επισκέπτες "σε ένα ταξίδι μέσα από χίλια και πλέον χρόνια πίστης, τέχνης και ιστορίας". Η ιστοσελίδα του CHORUS προσφέρει στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα σε δέκα και πλέον διαδρομές, οργανωμένες θεματικά ή γεωγραφικά, συνδυάζοντας την επίσκεψη στα επιμέρους "μουσεία" με την περιήγηση σε κάποιες από τις πιο ενδιαφέρουσες (και συχνά ήσυχες) γειτονιές της Βενετίας, όπως το Dorsoduro, το Cannaregio και το Castello. ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ Ακόμα και οι λιγότερο γνωστές γειτονιές της πόλης, όμως, μπορούν να προσφέρουν στον τουρίστα-φωτογράφο τη δυνατότητα για τη δημιουργία μιας τέλειας (φωτογραφικής) ανάμνησης από τη Βενετία. Τα χαρακτηριστικά στοιχεία του βενετσιάνικου τοπίου, που πιστοποιούν ότι ο πρωταγωνιστής (ή κομπάρσος) της φωτογραφίας βρίσκεται στη μυθική Βενετία, μπορούν να βρεθούν παντού. Εξ' άλλου, "από τη στιγμή που βρίσκεσαι στη Βενετία, δεν έχει σημασία πού ακριβώς είσαι, αρκεί που βρίσκεσαι εκεί" (από τους New York Times, Davis, 2004: 88). Η πρόσκληση προς τους τουρίστες να "χαθούν στα γοητευτικά σοκάκια της πόλης", όμως, φαίνεται να δημιουργεί την εντύπωση μιας περιήγησης μέσα σε μια παραμυθένια χώρα, αποκλειστικά σε οπτικό επίπεδο, χωρίς κανένα πνευματικό ή ιστορικό βάθος, όσο και αν οι αρχές φωνάζουν ότι "η Βενετία δεν είναι Disneyland" (Davis, 2004: 89).

87


εξερευνωντασ το λαβυρινθο

Για τον μέσο επισκέπτη, η Βενετία δεν είναι καθόλου μια αληθινή πόλη, χτισμένη από -και για- αληθινούς ανθρώπους-κατοίκους, παρά μάλλον ένα φανταστικό capriccio, που ένας απροσδιόριστος “κάποιος” δημιούργησε μόνο και μόνο για τη διασκέδαση των επισκεπτών (Davis, 2004: 89). Έτσι, για πολλούς, το να χαθεί κανείς στο λαβύρινθο των σοκακιών δεν είναι ιδιαίτερα δυσάρεστη εμπειρία. Αντίθετα, ο επισκέπτης νιώθει ότι βρίσκεται “σε μια υπερμεγέθη παιδική χαρά, γεμάτη στενά δρομάκια, αδιέξοδα, τούνελ και μυστικά περάσματα” (Davis, 2004: 94), σε μια κατάσταση που τους φέρνει πίσω στα παιχνίδια της παιδικής ηλικίας, σε ένα (φαινομενικά) ασφαλές περιβάλλον. Αυτό το αίσθημα ελευθερίας και ασφάλειας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παντελή απουσία τροχοφόρων από τους δρόμους της Βενετίας. Οι επισκέπτες πάντα εκπλήσσονται από αυτό το μοναδικό χαρακτηριστικό της πόλης, το οποίο δημιουργεί μια αναχρονιστική, ονειρική ατμόσφαιρα, “χαρίζοντας σε αυτό που είναι ήδη ένας εξωπραγματικός λαβύρινθος μια επιπρόσθετη ελευθερία από το θόρυβο και την ταχύτητα που τόσο χαρακτηρίζει τον μηχανοποημένο έξω κόσμο” (Davis, 2004: 95). ΟΠΩΣ Ο MARCO POLO Τελικά, το να χαθεί κανείς στη Βενετία, σε αντίθεση με το συναίσθημα ανησυχίας ή φόβου που προκαλεί η ίδια εμπειρία σε άλλες πόλεις, αντιμετωπίζεται εδώ σαν μια συναρπαστική περιπέτεια, και ως τέτοια προωθείται και από τους ταξιδιωτικούς οδηγούς. Η, χωρίς σαφή προορισμό, περιπλάνηση στα σοκάκια γίνεται έτσι το μέσο για την ανακάλυψη μιας άλλης, “μυστικής” Βενετίας, την οποία ο επισκέπτης αναζητά επίμονα μέσα από το σκηνικό της πραγματικής πόλης. “Μόνο στη Βενετία μπορεί κανείς να δει την απόγνωση στο πρόσωπο του τουρίστα που δεν έχει καταφέρει να χάσει το δρόμο του” (Davis, 2004: 97). Η ανακάλυψη της φανταστικής Βενετίας, που ο καθένας έχει ονειρευτεί, πίσω από την πραγματική πόλη γίνεται έτσι ένα είδος διαγωνισμού ανάμεσα στους επισκέπτες. Όποιος καταφέρει να προσεγγίσει αυτήν την “άλλη” πόλη δεν είναι πια ένας απλός τουρίστας, είναι “ταξιδιώτης”, ένας εξερευνητής που καταφέρνει να διαπεράσει την επιφάνεια και να φτάσει στην καρδιά των πραγμάτων. Αυτή η αναζήτηση για μια μυστική πραγματικότητα πίσω από τα φαινόμενα, η δίψα για περιπέτεια και εξερεύνηση μοιάζει να αποτελεί (και αποτελούσε πάντα) αναπόσπαστο κομμάτι του μύθου της Βενετίας. Οι επισκέπτες εξακολουθούν να έλκονται από την άπιαστη “μυστική” πόλη, χωρίς να αποθαρρύνονται από τη στάση “κάποιων” απαισιόδοξων. Όπως έγραφε το 1959 ένας από τους “απαισιόδοξους”, “τίποτα πια δεν έχει μείνει για να ανακαλύψει κανείς ή να περιγράψει, και οποιαδήποτε πρωτότυπη στάση είναι εντελώς αδύνατη” (Henry James, από Davis, 2004: 97).

89


90

η βενετια σημερα

“Το δίκτυο των κύριων τουριστικών αρτηριών αποτελεί έναν τρίτο κάναβο, που επικάθεται πάνω στο διπλό σύστημα καναλιών και δρομίσκων (calli) που διατρέχει την πόλη.”  (Davis, 2004: 83-4) Η ΛΟΓΙΚΗ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ Για τους επισκέπτες, ο αστικός ιστός της Βενετίας παρουσιάζεται ως ένας λαβύρινθος από στενά σοκάκια, γέφυρες, αδιέξοδα, μυστικά περάσματα και προβλήτες, που μοιάζει να μην έχει καμία απολύτως λογική. Πραγματικά, για αυτόν που περιηγείται στην πόλη περπατώντας, το δίκτυο των χερσαίων διαδρομών δικαίως προκαλεί σύγχυση. Αυτός που θα προσπαθήσει να καταλάβει τη λογική οργάνωσης της πόλης μελετώντας το οδικό δίκτυο είναι καταδικασμένος να αποτύχει. Και αυτό, γιατί, η Βενετία είναι μια πόλη κυριολεκτικά χτισμένη στο νερό. Η διαδικασία που οδήγησε στην ιδιότυπη ισορροπία νερού και γης που παρουσιάζει η πόλη δεν είναι αυτή που θα περίμενε κανείς, αυτή που ακολουθήθηκε σε πολλές αντίστοιχες (με την πρώτη ματιά) υδάτινες πόλεις στις Κάτω Χώρες και αλλού. Ενώ στις περισσότερες τέτοιες περιπτώσεις, το νερό εισάγεται στο τοπίο μέσω της δημιουργίας καναλιών, που τελικά σχηματίζουν ένα δευτερεύον υδάτινο δίκτυο (μετακινήσεων, μεταφορών, κτλ) μέσα στην πόλη, στη Βενετία συνέβη ακριβώς το αντίθετο. ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Η σημερινή ασυνήθιστη τοπογραφία της Βενετίας συνδέεται με την εξέλιξη του οικισμού μέσα από τους βαλτότοπους της Λιμνοθάλασσας. Αρχικά, ιδρύθηκε ως μια ομάδα μικρών κοινοτήτων εγκατεστημένων σε γειτονικά νησάκια. Μέσα από μια πολύχρονη (και επίπονη) διαδικασία επιχωματώσεων, κάθε κοινότητα σταδιακά επεκτεινόταν, μέχρι που μόνο το δίκτυο των στενών καναλιών (rii) έμεινε ανάμεσα στις εκτάσεις γης. Μέχρι τουλάχιστον τον 12ο αιώνα, μελετητές πιστεύουν ότι οι Βενετοί έχτιζαν τα παλάτια και τις εκκλησίες τους με την κύρια πρόσοψη προς το νερό (Davis, 2004: 89). Η επικοινωνία ανάμεσα στα σπίτια και τα γειτονικά νησιά (που κατέληξαν να διαμορφώσουν τις 72 ενορίες της πόλης) γινόταν κυρίως από το νερό. Αντίθετα, η γη πίσω από τα κτίρια, αν και ήταν τυπικά το κέντρο της κοινότητας, λειτουργούσε περισσότερο σαν κενός κοινόχρηστος χώρος για διάφορες ταπεινές χρήσεις (σκουπιδότοπος, πλυσταριό, κήπος, χώρος για ζώα), δηλαδή ως χωράφι (campo), παρά σαν τυπική πλατεία (Davis, 2004: 90). Επιπλέον, οι διαδρομές (calli), που οδηγούσαν από τα campi προς το νερό δεν είχαν το ρόλο κύριου δικτύου μετακινήσεων, αλλά λειτουργούσαν ως δευτερεύουσες προσβάσεις προς το νερό -όχι φαρδύτερες από όσο ήταν απολύτως απαραίτητο (Davis, 2004: 90). Σήμερα, τα calli φαίνεται να έχουν προκύψει τυχαία, χωρίς κανένα σχεδιασμό και λογική, ακριβώς επειδή, στην αρχή, δεν ήταν συχνά τίποτα περισσότερο από τις πίσω πόρτες σε palazzi που είχαν την κύρια είσοδο στο γειτονικό κανάλι (Davis, 2004: 90).


εξερευνωντασ το λαβυρινθο

ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ Η δυσκολία των επισκεπτών να προσανατολιστούν μέσα στο χαοτικό δίκτυο των σοκακιών της Βενετίας δεν είναι καθόλου αδικαιολόγητη. Αυτό δε σημαίνει ότι το πολεοδομικό σύστημα της πόλης δεν έχει λογική. Κάθε άλλο. Η πόλη αποτελείται στην πραγματικότητα από μια σειρά νησιών, που συνδέονται μεταξύ τους με γέφυρες. Η πορεία από τη μια γέφυρα στη επόμενη (και άρα το πέρασμα στο επόμενο νησί) πολλές φορές δεν είναι καθόλου προφανής. Επιπλέον, επειδή ο αριθμός των γεφυρών είναι περιορισμένος, υπάρχουν συγκεκριμένες διαδρομές που οδηγούν από τη μία στην άλλη, και άρα από το ένα σημείο της πόλης στο άλλο. Η σύγχυση των τουριστών δικαιολογείται από το γεγονός ότι η Βενετία δεν φτιάχτηκε για να μετακινείται κανείς με τα πόδια, αλλά με... βάρκα. Παρ’ όλα αυτά, οι επισκέπτες έχουν στη διάθεσή τους μια πληθώρα ταξιδιωτικών οδηγών και χαρτών, που τους βοηθούν να βρουν το δρόμο τους μέσα στο λαβύρινθο της Βενετίας. Ο πρώτος οδηγός της πόλης εκδόθηκε το 1870 από τη γνωστή σειρά Baedecker. Ο οδηγός συνοδευόταν από λεπτομερή χάρτη, ο οποίος όμως δεν περιλάμβανε τα ονόματα των calli, επειδή, κατά πάσα πιθανότητα, οι συντάκτες περίμεναν ότι οι αναγνώστες θα μετακινούνταν κυρίως με γόνδολα, όπως συνηθιζόταν τότε. Στην έκδοση του 1913, όμως, ο χάρτης περιλάμβανε τα ονόματα όλων των δρόμων, καθώς και των καναλιών. Η περιήγηση μέσα στην πόλη έγινε έτσι ευκολότερη για τους τουρίστες, με το συνδυασμό φθηνών χαρτών και των εκατοντάδων nizioletti, δηλαδή των ασπρόμαυρων πινακίδων που καταγράφουν το όνομα και του τελευταίου δρόμου, γέφυρας, ή sottoportego της πόλης (Davis, 2004: 88, 92). Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ. Συχνά η Βενετία, με τα στενά δρομάκια, τα σκοτεινά κανάλια, τα αδιέξοδα και τα υπόγεια περάσματα, μοιάζει με έναν μυστηριώδη λαβύρινθο, που περιμένει τον επισκέπτη να την εξερευνήσει. Αυτή η αντίληψη της πόλης, όμως, παρουσιάζει μόνο την πλευρά του επισκέπτη, με άλλα λόγια του ξένου, και όχι των κατοίκων. Αυτή η ερμηνεία του χώρου εμπεριέχει τον υπαινιγμό ότι πρόκειται “για μια κατασκευή φτιαγμένη επίτηδες πολύπλοκη και μπερδεμένη, σχεδιασμένη για να δυσκολεύει τις μετακινήσεις, προορισμένη για να καταπλήσσει και να διασκεδάζει” (Davis, 2004: 104). Τέτοιες παρερμηνείες οδήγησαν σε σχόλια, όπως αυτό που δημοσιεύτηκε στους New York Times το 1969: η Βενετία είναι “ένα σκηνικό θεάτρου, όπου οι άνθρωποι είναι ηθοποιοί που περιπλανιόνται τριγύρω στα διαλείμματα ανάμεσα στις πράξεις” (από Davis, 2004: 104) Για τους Βενετούς, όμως, η πόλη τους δεν είναι λαβύρινθος, αλλά ένας τόπος όπου ζουν και εργάζονται. J “Η Βενετία δημιουργήθηκε στη διάρκεια αιώνων ως κοινωνικός, παραγωγικός και εμπορικός χώρος για τους κατοίκους της, και όχι σαν ένας τόπος διασκέδασης σχεδιασμένος για τους επισκέπτες.”  (Davis, 2004: 104)

91


Παρόλο που σήμερα η Βενετία συντηρείται οικονομικά από το συνεχές ρεύμα των τουριστών που περνούν μέσα από τα σοκάκια και τα κανάλια της, ταυτόχρονα ασφυκτιά κάτω από αυτό το βάρος. Πεθαίνει, τουλάχιστον ως πραγματικός "Βενετσιάνικος" δημόσιος χώρος, εξαιτίας της συνεχούς συμφόρησης των αρτηριών της (Davis, 2004: 6). Η πραγματική Βενετία πεθαίνει και αφήνει πίσω της κάτι άλλο, κάτι που δεν είναι μια αληθινή πόλη, παρά ένα άδειο κέλυφος που σιγά-σιγά "γεμίζει" με νέες χρήσεις, νέες εμπειρίες, νέες μνήμες, με τις ζωές και τις ματιές άλλων ανθρώπων, που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, ανανεώνονται διαρκώς, αλλά δε λείπουν ποτέ. Αυτοί είναι οι νέοι κάτοικοι της πόλης.


ε

π

τ α

η πόλ η σ ε αρι θ μούς

Μελετώντας τις επιπτώσεις του τουρισμού στη Βενετία, είναι επιτακτική ανάγκη να διαπεράσει κανείς την επιφάνεια των πραγμάτων, την εικόνα ενός αδιαφοροποίητου κουβαριού από κανάλια και σοκάκια, και να δει την πόλη μέσα από ένα κοινωνικόοικονομικό πρίσμα. Τα στοιχεία που προκύπτουν από δημογραφικές έρευνες και οικονομικές μελέτες φανερώνουν τις επιπτώσεις του τουρισμού στην οικονομία της πόλης και, γενικότερα, στη ζωή των μόνιμων κατοίκων της. Πριν τη δεκαετία του 1950 και την επέλαση του μαζικού τουρισμού, μπορούσε κανείς να διακρίνει μια ισόρροπη συνύπαρξη επισκεπτών και κατοίκων σε όλη την έκταση του ιστορικού κέντρου. Αντίθετα, μετά το 1950, οπότε ο αριθμός των επισκεπτών αρχίζει να αυξάνεται κατακόρυφα, η πίεση από την παρουσία των τουριστών στο κέντρο της πόλης γίνεται ασφυκτική, εξωθώντας τους κατοίκους προς την περιφέρεια ή ακόμα και προς την terra ferma. Η τάση αυτή αποδεικνύεται από τα στοιχεία των δημογραφικών ερευνών του Δήμου της Βενετίας, αλλά και από μελέτες του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Ca’ Foscari, καθώς και άλλων φορέων.


96

η βενετια σημερα

Σύμφωνα με τους Davis και Marvin, ένα χρήσιμο εργαλείο μελέτης είναι η παραγωγή ενός χάρτη της πόλης, όπου διαχωρίζονται περιοχές ανάλογα με την ισορροπία τουριστών και κατοίκων, ποιοτικά και όχι ποσοτικά. Κριτήρια χαρακτηρισμού κάθε περιοχής είναι η αναλογία τουριστών και κατοίκων, αλλά και το είδος και η πυκνότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών, η αξία της γης και το γενικότερο κόστος ζωής. Σύμφωνα με την Isabella Scaramuzzi, διευθύντρια του οργανισμού που μελετά την τουριστική οικονομία της Βενετίας (COSES), ένας τέτοιος χάρτης θα αποτελούνταν από τρεις κύριες ζώνες, σε διάταξη περίπου ομόκεντρων κύκλων, με κέντρο το Τρίγωνο San MarcoAccademia-Rialto (Davis, 2004: 98).


η πολη σε αριθμουσ

Ο ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ Ο πρώτος κύκλος, που η Scaramuzzi ονομάζει “Τουριστικό Πυρήνα” (Tourist Core), είναι η περιοχή που κυριαρχείται απόλυτα από τον τουρισμό. Είναι η περιοχή με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση επιχειρήσεων που απευθύνονται αποκλειστικά στους τουρίστες: ξενοδοχεία, εστιατόρια, ταχυφαγεία, καταστήματα με είδη δώρων, σουβενίρ και “παραδοσιακά” προϊόντα της Βενετίας (μάσκες, μπιμπελό από χρωματιστό γυαλί, συνήθως made in China/Taiwan. Ο Τουριστικός Πυρήνας αποτελεί σίγουρα το κέντρο της εμπορικής ζωής της Βενετίας, αν και όχι πια των Βενετών. Όλα εκείνα τα καταστήματα ή υπηρεσίες που εξυπηρετούσαν τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων έχουν, σε μεγάλο βαθμό, “εξοριστεί” από τον Τουριστικό Πυρήνα, μαζί με τους τελευταίους μόνιμους κατοίκους. Σήμερα, μπορεί κανείς να βρει στην περιοχή εκατοντάδες μαγαζιά που πουλούν “Βενετσιάνικες” μάσκες, αλλά ελάχιστα κρεοπωλεία ή σούπερ μάρκετ. Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΖΩΝΗ Ο επόμενος κύκλος του σχήματος, έξω από τον Τουριστικό Πυρήνα αποκαλείται “Διεθνής Ζώνη” (International Zone), όχι γιατί εδώ συναντά κανείς περισσότερους ξένους (αυτό είναι δεδομένο σε ολόκληρη την πόλη, άλλωστε), αλλά γιατί στην περιοχή αυτή έχουν εγκατασταθεί πολλοί μη-Βενετοί (μόνιμα ή ως δεύτερη κατοικία). Κέντρα ανάπτυξης στη “Διεθνή Ζώνη” είναι η σειρά των palazzi εκατέρωθεν του Canal Grande και οι περιοχές ακριβώς πίσω από αυτά. Σε αντίθεση με τον Τουριστικό Πυρήνα, εδώ μπορεί να βρει κανείς κατά κανόνα πιο ευρύχωρα κτίρια, πολλά από τα οποία διαθέτουν και κήπους. Εξαιτίας της εγκατάστασης των ξένων, πολλοί από τους οποίους εργάζονται στον τουριστικό τομέα, η Διεθνής Ζώνη είναι η μόνη περιοχή του ιστορικού κέντρου της Βενετίας όπου ο πληθυσμός αυξάνεται, ή τουλάχιστον μένει σταθερός. Υπολογίζεται μάλιστα ότι το έτος 2000 τρεις ξένοι (forestieri για τους Ιταλούς, foresti στη βενετική διάλεκτο) εγκαταστάθηκαν για κάθε δύο Βενετούς που μετακόμισαν εκτός του ιστορικού κέντρου (Davis, 2004: 100). Εκτός από τους εργαζόμενους στις τουριστικές επιχειρήσεις της Βενετίας, οι περισσότεροι από τους ξένους σε αυτήν την περιοχή αγοράζουν και ανακαινίζουν σπίτια, τα οποία χρησιμοποιούν ως σπίτια διακοπών. Αυτή η διαδικασία έχει σαν αποτέλεσμα την τρομακτική άνοδο των τιμών στέγης στη Βενετία -αυτή τη στιγμή οι υψηλότερες στην Ιταλία. Οι Βενετοί αναφέρονται συχνά σε αυτόν τον τύπο νέου “κατοίκου” της πόλης ως “Milanese” (μέχρι πριν μερικές δεκαετίες πολλοί νεόπλουτοι Ιταλοί, από τη Λομβαρδία κυρίως, αγόραζαν σπίτια στη Βενετία), αν και σήμερα, τέτοια σπίτια καταλήγουν τις περισσότερες φορές σε αγοραστές εκτός Ιταλίας (και πολύ συχνά, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης) (Davis, 2004: 100). Η μεγάλη ζήτηση για την αγορά δεύτερης κατοικίας έχει φέρει άνοδο στις τιμές των ενοικίων, αλλά και του κόστους ζωής, γεγονός που έχει οδηγήσει πολλούς κατοίκους να μετακομίσουν προς την περιφέρεια του ιστορικού κέντρου, ή συχνότερα στην terra firma.

97


η πολη σε αριθμους

Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΖΩΝΗ Το φαινόμενο του gentrification, όμως, δεν περιορίζεται στη "Διεθνή Ζώνη", αλλά έχει πια φτάσει και στα τελευταία οχυρά της αυθεντικής ζωής της Βενετίας. Οι περιοχές στην περιφέρεια του ιστορικού κέντρου, εκεί που η πόλη συναντά τα νερά της Λιμνοθάλασσας, αποτελούνται κατά κανόνα από γειτονιές που μοιάζουν με το "φτωχό συγγενή" του κέντρου, με σπίτια είτε πολύ απεριποίητα είτε πολύ καινούρια για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των ξένων. Έτσι, η "Περιφερειακή Ζώνη" ήταν για πολλά χρόνια η μοναδική περιοχή στο ιστορικό κέντρο όπου η καθημερινότητα των κατοίκων δεν εμποδιζόταν από εκατοντάδες αδιάκριτους ξένους. Αποτελούσε το τελευταίο μέρος στην πόλη όπου μπορούσε κανείς να βρει την "αληθινή Βενετία των αληθινών Βενετών" (Davis, 2004: 101). Από την άλλη πλευρά, η Περιφερειακή Ζώνη ήταν παραδοσιακά εστία των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, όπου κατά κανόνα ο πληθυσμός είναι ο φτωχότερος, γηραιότερος και λιγότερο μορφωμένος της Βενετίας (κυρίως σε περιοχές όπως η Giudecca, Sacca Fisola, Sant' Elena). Αυτό, όμως, φαίνεται ότι έχει αλλάξει μέσα στην τελευταία εικοσαετία. Αιτία της αλλαγής ήταν η σημαντική επέκταση του Πανεπιστημίου της Βενετίας, που οδήγησε στην εγκατάσταση μεγάλου αριθμού φοιτητών στις περιοχές της περιφέρειας (περισσότεροι από 7,750 το 1995). Εκεί τα ενοίκια δεν ήταν τόσο απαγορευτικά όσο σε άλλες, πιο κεντρικές, περιοχές. Η παρουσία των φοιτητών έφερε νέα ζωή σε τμήματα της πόλης που θεωρούνταν ετοιμοθάνατα, ταυτόχρονα όμως επιτάχυνε την "έξοδο" των πιο φτωχών κατοίκων και από αυτήν την περιοχή της πόλης (Davis, 2004: 102). Ακόμα, όσο οι τιμές για την αγορά κατοικίας στους δύο εσωτερικούς κύκλους της πόλης βρίσκονται σε αστρονομικά επίπεδα, όλο και περισσότεροι ξένοι αναζητούν ευκαιρίες για απόκτηση δεύτερης κατοικίας στην Περιφερειακή Ζώνη, επιτείνοντας την κρίση στέγης και το φαινόμενο του gentrification. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Hotel Cipriani στη Giudecca, ενδιαφέρον για την περιφέρεια δείχνουν ξενοδοχεία και τουριστικές επιχειρήσεις της υψηλότερης στάθμης, όπως το Palazzo dei Dogi, που άνοιξε το 1998 στις εξωτερικές παρυφές του Cannaregio (Davis, 2004: 102). "Από τη στιγμή που τα τελευταία βενετικά προπύργια άνοιξαν προς

τους τουρίστες, είναι πια ορατός ο κίνδυνος ολόκληρη η πόλη να μεταμορφωθεί σε μια τουριστική επιχείρηση" (Davis, 2004: 104).

Τη “Θεωρία των Ομόκεντρων Κύκλων” της Isabella Scaramuzzi επιβεβαιώνουν τα στοιχεία από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2008 από το Πανεπιστήμιο Ca’ Foscari της Βενετίας (υπεύθυνοι: Francesco Zanini, Fabio Lando, Manuel Bellio) με τίτλο “Επιπτώσεις του τουρισμού στη Βενετία: εμπορικές μεταβολές των τελευταίων τριάντα ετών” (Effects of Tourism on Venice: Commercial Changes over 30 Years). Η έρευνα καταγράφει τα εμπορικά καταστήματα του ιστορικού κέντρου ανά είδος και περιοχή και στη συνέχεια εξάγει συμπεράσματα για τις αλλαγές που έχει επιφέρει ο τουρισμός στην οικονομία της Βενετίας την περίοδο 1976-2007.

99


100 η βενετια σημερα

Καταστήματα ανά είδος στο σύνολο του ιστορικού κέντρου (περίοδος 1976-2007): Τα καταστήματα τουριστικών ειδών παρουσιάζουν μία τρομακτική αύξηση (υπερτριπλασιάστηκαν μέσα σε 30 χρόνια), ενώ ανοδική τάση παρουσιάζουν καταστήματα ρούχων καθώς και καφέ-εστιατόρια κτλ. Αντίθετα, τα καταστήματα που καλύπτουν τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων παρουσιάζουν σημαντική μείωση (παράλληλη ίσως με τη μείωση του πληθυσμού στην αντίστοιχη περίοδο).

Σύνολο καταστημάτων ανά sestiere: Σημαντική αύξηση στον συνολικό αριθμό των καταστημάτων παρατηρείται στις περιοχές του ευρύτερου ιστορικού πυρήνα, που βρίσκονται ανάμεσα στο San Marco και τις εισόδους της πόλης προς τα δυτικά (Piazzale Roma, Santa Lucia), δηλαδή San Polo, Dorsoduro, Santα Croce. Ο αριθμός των καταστημάτων στην περιοχή του San Marco παρουσιάζει μικρή ποσοστιαία αύξηση, αλλά σημαντική σε απόλυτους αριθμούς, συγκριτικά με τις άλλες περιοχές. Η περιοχή όπου παρουσιάζεται η μεγαλύτερη υποχώρηση της εμπορικής δραστηριότητας είναι η Giudecca.


η πολη σε αριθμουσ

Φθηνά τουριστικά καταστήματα ανά περιοχή: Εξωπραγματική αύξηση των καταστημάτων που απευθύνονται αποκλειστικά σε τουρίστες, με προϊόντα συνήθως χαμηλού επιπέδου, σε όλες τις περιοχές του ιστορικού κέντρου πλην της Giudecca. Η ποσοστιαία αύξηση στην περιοχή του San Marco είναι συγκριτικά πολύ χαμηλότερη από τις άλλες περιοχές, μεγαλύτερη όμως σε απόλυτους αριθμούς. Πρέπει να τονιστεί ότι στην περιοχή του San Marco υπήρχε ήδη ένας μεγάλος αριθμός καταστημάτων με τουριστικά είδη -πολλαπλάσιος από τις άλλες περιοχές.

Αγορές τροφίμων ανά περιοχή: Μείωση των αγορών τροφίμων (οπωροπωλεία, κρεοπωλεία, σούπερ μάρκετ, μπακάλικα, κτλ) σε όλες τις περιοχές της Βενετίας σε λιγότερο από το 1/3 σε διάστημα 30 ετών. Οι περιοχές με τη μεγαλύτερη μείωση είναι το San Marco και το Dorsoduro. Τα καταστήματα απευθύνονται κατά κύριο λόγο στους κατοίκους, όχι μόνο στους μόνιμους αλλά και τους εποχιακούς. Είναι όμως ένας δείκτης για το πόσο τουριστική (δεν) είναι μία περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πλέον τουριστική περιοχή (San Marco) σε απόλυτους αριθμούς, οι αγορές τροφίμων είναι πολύ λίγες (αποτελούν μόλις το 1,2% επί του συνόλου των καταστημάτων της περιοχής).

101


102 η βενετια σημερα

Καταστήματα κατά μήκος των κύριων τουριστικών διαδρομών ανά είδος: Κατακόρυφη αύξηση των καταστημάτων με τουριστικά είδη κατά μήκος των κύριων διαδρομών σε απόλυτους αριθμούς, αν και το ποσοστό τους επί του συνόλου των καταστημάτων του ιστορικού κέντρου παρουσιάζει μικρή πτώση. Αυτό δείχνει μια γενική τάση αύξησης των τουριστικών καταστημάτων στο σύνολο της πόλης, αν και εμφανίζονται αποκλίσεις ανά περιοχή. Ηπιότερη αύξηση παρατηρείται στον αριθμό των καταστημάτων εστίασης και ειδών ρουχισμού. Τέλος σημαντικότατη μείωση παρατηρείται στον αριθμό των αγορών τροφίμων κατά μήκος των κύριων διαδρομών -περίπου στο 1/3. Η μείωση αυτή όμως παρακολουθεί τη γενικότερη μείωση του αριθμού των αγορών εστίασης σε ολόκληρη την πόλη (αμελητέα η ποσοστιαία μεταβολή).


η πολη σε αριθμουσ

Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερες φωνές ακούγονται, που διαμαρτύρονται για τη δραματική ζμείωση του πληθυσμού στο ιστορικό κέντρο της Βενετίας. Όπως προκύπτει από τα απογραφικά στοιχεία του Δήμου της Βενετίας, ο πληθυσμός μειώνεται με περίπου σταθερό ρυθμό συνεχώς από τη δεκαετία του 1950 ως σήμερα. Το έτος 2010 ήταν σημαντικό διότι για πρώτη φορά ο πληθυσμός έπεσε κάτω από το όριο των 60,000 κατοίκων. Ο αριθμός αυτός αποτελεί το 34,1% του πληθυσμού της πόλης κατά το έτος 1951 (Πηγή: http://www.comune.venezia.it/flex/cm/pages/ServeBLOB.php/L/IT/IDPagina/27082). Παράλληλα, τα στοιχεία καταδεικνύουν έντονα την τάση μετεγκατάστασης των κατοίκων προς τα αστικά κέντρα της Τerraferma (ηπειρωτικό τμήμα). Το φαινόμενο της εσωτερικής μετανάστευσης μέσα στα όρια του Δήμου της Βενετίας είναι αποκλειστικά μίας κατεύθυνσης –από το ιστορικό κέντρο προς την Τerraferma και τους άλλους οικισμούς της Λιμνοθάλασσας, όπως φαίνεται και από τον παρακάτω πίνακα.

Γίνεται προφανές από όλα τα παραπάνω στοιχεία ότι η αποκλειστική στροφή της οικονομίας της Βενετίας στον τουρισμό και η δραματική άνοδος της αξίας της γης και του κόστους ζωής, εξαναγκάζουν τους κατοίκους της Βενετίας να εγκαταλείπουν το ιστορικό κέντρο. Ωστόσο, η εγκατάσταση πολλών ξένων σε περιοχές του ιστορικού κέντρου συγκρατεί αριθμητικά τη μείωση του πληθυσμού των κατοίκων. Δεν θα ήταν άστοχο να παρατηρήσει κανείς ότι, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ο πληθυσμός του ιστορικού

κέντρου της Βενετίας διαρκώς ανανεώνεται.

103


104 η βενετια σημερα

Ενώ, όπως είδαμε, ο πληθυσμός των μόνιμων κατοίκων στο ιστορικό κέντρο της Βενετίας μειώνεται σταθερά, ο αριθμός των επισκεπτών αυξάνεται, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες με έντονο ρυθμό. Ο ακριβής αριθμός των τουριστών που δέχεται η πόλη κάθε χρόνο είναι δύσκολο να υπολογιστεί, και κυμαίνεται από 15 ως 20 εκατομμύρια ανά έτος για τα τελευταία χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, από τα επίσημα στοιχεία του Δήμου της Βενετίας (επισκέπτες που διαμένουν σε καταλύματα μέσα στα όρια του Δήμου) προκύπτει ότι από το 2003 μέχρι σήμερα (με εξαίρεση το 2007-2008) ο αριθμός των τουριστών του ιστορικού κέντρου παρουσιάζει αυξητική τάση της τάξεως του 5% κατά μέσο όρο.

terraferma

centro storico

estuario

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1880-2010

ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΜΟΝΙΜΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1880-2010

terraferma

centro storico

estuario


αναζητωντασ τη λυση

ΟΚΤΩ

α ναζ ητών τας τ η λύσ η Βενετία περίπου 13 εκατομμύρια τουριστεσ, για ένα 65,000 κατοίκων. Η αναλογία 13 εκατ. τουρίστες/65,000 κάτοικοι/έτος είναι υψηλότερη από κάθε άλλη πόλη του κόσμου. Το

έτος

2000,

επισκέφθηκαν τη

πληθυσμό μόλις

Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ Παρ' όλο που οι Βενετοί είχαν πάντα τη φήμη ότι αντιμετώπιζαν με ευγένεια τους τουρίστες (αν και με κάποια αδιαφορία), τα τελευταία χρόνια η πίεση από την τουριστική κίνηση έχει αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό που όλο και περισσότεροι κάτοικοι δείχνουν να αγανακτούν με την κατάσταση. Αυτό γίνεται προφανές από τα γράμματα που στέλνουν καθημερινά απελπισμένοι αναγνώστες, και δημοσιεύονται στις τοπικές εφημερίδες της Βενετίας, La Nuova Venezia και Il Gazzettino. Αυτές οι επιστολές έχουν καταλήξει να αποτελούν ένα διαγωνισμό για το ποιος θα επικρίνει με πιο δριμύ τρόπο τους τουρίστες. Ένα τέτοιο παράδειγμα από τη Nuova Venezia είναι χαρακτηριστικό της κατάστασης που καλούνται να αντιμετωπίσουν καθημερινά οι κάτοικοι της Βενετίας (τουλάχιστον για 8 μήνες το χρόνο): "Πόσες φορές, προσπαθώντας απελπισμένα να ανοίξουμε δρόμο ανάμεσα στο αδιαπέραστο τοίχος των ιδρωμένων τουριστών, δεν έχουμε ονειρευτεί να υπήρχε ένας γρήγορος και αποτελεσματικός τρόπος για να τους κάνουμε να εξαφανιστούν; Πόσες φορές, ενώ μας σπρώχνουν απότομα στις στάσεις του vaporetto ορδές από εξώπλατα και σορτσάκια και μαγιό με παραγεμισμένους σάκους στους ώμους, δεν έχουμε ονειρευτεί να μπορούσαμε απλά να τους πετάξουμε όλους μέσα στο κανάλι;

105


106 η βενετια σημερα

DEATH IN VENICE Ένα από τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα στη σύγχρονη Βενετία είναι η δραματική μείωση του αριθμού των μόνιμων κατοίκων. Ο κόμπος έφτασε στο χτένι το 2009 όταν, για πρώτη φορά στην ιστορία της πόλης, ο πληθυσμός έπεσε κάτω από τις 60,000. Το γεγονός αυτό ενεργοποίησε τις τοπικές οργανώσεις, οι οποίες απάντησαν με εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και ενημερωτικές καμπάνιες. Η πρώτη εκδήλωση, με τίτλο Funerale di Venezia (Νοέμβριος 2009), μιμούνταν μια χαρακτηριστική βενετσιάνικη κηδεία, με περιφορά του φέρετρου με γόνδολες στο Canal Grande και επικήδεια λειτουργία. Απορημένοι τουρίστες παρατηρούσαν από τις όχθες, ενώ οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν συμβολικά για τον αργό “θάνατο” της πόλης τους. Η Βενετία απειλείται καθημερινά (άνοδος στάθμης νερού, ποιότητα οικοσυστήματος, πλημμύρες) και η πόλη “πεθαίνει”, παρόλο που νέοι κάτοικοι εγκαθίστανται συνεχώς στην πόλη. Η ιδέα της πόλης, ως συλλογική μνήμη των κατοίκων της, αλλοιώνεται και ξεθωριάζει, καθώς οι παλιοί κάτοικοι φεύγουν. Οι κοινωνικοί δεσμοί χαλαρώνουν και τελικά ο κοινωνικός ιστός που συγκροτεί την πόλη διαλύεται. WELCOME TO VENICELAND Η Βενετία αργά αλλά σταθερά σε περίοδο δύο περίπου αιώνων μετατρέπεται σε ένα τεράστιο θεματικό πάρκο για ενηλίκους. Τελευταία όλο και περισσότερες φωνές διαμαρτυρίας ακούγονται, που μιλούν για ‘disneyfication’ της Βενετίας. Oι πολίτες διαμαρτύρονται για τις επιπτώσεις που έχει η υπερβολική τουριστική έκθεση στην πόλη και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της. Μία από τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας ήταν ένα “περίπατος” κατά μήκος του Canal Grande, όπου πολίτες και μέλη της ομάδας Venessia.com ντυμένοι με κουστούμια ηρώων της Disney και, κρατώντας αφίσες και πανό, πουλούσαν στους έκπληκτους τουρίστες εισιτήρια εισόδου στη “Veniceland” (πάντοτε με το λογότυπο της Disney). Βασικά αιτήματα των πολιτών: χαμηλότερο κόστος στέγασης για τους μόνιμους κατοίκους και ανάπτυξη της οικονομίας σε κατευθύνσεις που δεν σχετίζονται με τον τουρισμό. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στο κέντρο της Βενετίας υπάρχουν υπεράριθμα μαγαζιά που πωλούν κάθε είδους σουβενίρ, αλλά οι κάτοικοι δυσκολεύονται ιδιαίτερα να βρουν καταστήματα που εξυπηρετούν καθημερινές ανάγκες κοντά στον τόπο κατοικίας τους. Το πρόβλημα στην περίπτωση της Βενετίας είναι ότι η έκταση της “τουριστικής” περιοχής είναι ιδιαίτερα μεγάλη, συγκριτικά με το περιορισμένο συνολικό μέγεθος της πόλης. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν μένει αρκετός “χώρος” για τους κατοίκους στην ίδια τους την πόλη. Για το Χάρτη της Veniceland βλέπε οπισθόφυλλο.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ “VENICELAND” Πρόσφατα, ο δήμαρχος της Βενετίας δήλωσε ότι από τα 19 εκατομμύρια τουριστών που δέχεται η πόλη κάθε χρόνο, μόνο τα 4 είναι τα επιθυμητά, οι “καλοί” τουρίστες (“intelligent” ή “cultured” είναι οι πιο δημοφιλείς όροι). Πώς, όμως, μπορεί η Βενετία να πετύχει την απομάκρυνση των ανεπιθύμητων επισκεπτών, αυτών που θεωρούνται χαμηλού επιπέδου, που δεν ενδιαφέρονται για την πόλη και τα προβλήματά της;


αναζητωντασ τη λυση

Το 2008 ο Βρετανός οικονομολόγος John Kay με άρθρο του στους Financial Times πρότεινε η πόλη της Βενετίας να μετατραπεί σε θεματικό πάρκο με εισιτήριο εισόδου, εταιρία διαχείρισης και trademark (ακριβώς δηλαδή αυτό που ειρωνικά πρότειναν οι κάτοικοι και η ομάδα Venessia.com με την εκδήλωση “Welcome to Veniceland”). Ο Kay επιχειρηματολόγησε υπέρ αυτής της πρότασης λέγοντας ότι με την πλειοψηφία των ανθρώπων που βρίσκονται σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή στη Βενετία να είναι τουρίστες και όχι μόνιμοι κάτοικοι, η οικονομία της Βενετίας είναι αυτή ενός τουριστικού θέρετρου και όχι μιας τυπικής πόλης, η οποία σταμάτησε να είναι εμπορικό και οικονομικό κέντρο 200 χρόνια πριν. Επιπλέον, το εισιτήριο εισόδου (προτείνει μάλιστα 50 ευρώ για μια μέρα, το ίδιο όπως και στο Disneyworld), δεν είναι τόσο δυσάρεστο αν σκεφτεί κανείς το μέγεθος της οικονομικής εκμετάλλευσης που υφίστανται αυτή τη στιγμή οι τουρίστες στη Βενετία. Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι τα έσοδα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη συντήρηση των κτιρίων και τη βελτίωση των τουριστικών υποδομών. Επίσης, υπογραμμίζει ότι η Disney™, και οποιαδήποτε άλλη εταιρία, ενδιαφέρεται για το κεφάλαιό της, και άρα το προστατεύει, κάτι που, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, δεν ισχύει για τις τοπικές αρχές της Βενετίας. Όσο εξωφρενική και αν φαίνεται η μετατροπή της Βενετίας σε θεματικό πάρκο της Disney, η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία, καθώς ο οικονομολόγος John Kay τιμήθηκε την ίδια χρονιά για αυτήν του την πρόταση από το Instituto Veneto με ειδική μνεία και χρηματικό βραβείο 5,000 ευρώ. Το συμπέρασμα; “Mickey Mouse is the only man who can save Venice”. ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ; ΠΕΡΙΤΤΟ. Αντίθετα, ο Γερμανός καθηγητής Wolfgang Sheppe, υπεύθυνος για το ερευνητικό πρόγραμμα Migropolis, πιστεύει ότι το να μιλά κανείς για "σωτηρία" της Βενετίας είναι, εκτός από ανέφικτο, τελικά εκτός θέματος. Το εμπόριο κυβερνούσε πάντοτε τη Βενετία. Αυτό δεν έχει αλλάξει. Εκείνο που άλλαξε είναι ο χαρακτήρας και το είδος των εμπορικών συναλλαγών. Από την απόλυτη κυριαρχία του θαλάσσιου εμπορίου της Γαληνοτάτης ως και τις αγοραπωλησίες ατέλειωτης σαβούρας made in China στις μέρες μας, η Βενετία ήταν πάντοτε μια πόλη που οριζόταν από το εμπόριο. Μόνο που τώρα πια οι έμποροι δεν είναι “Βενετσιάνοι” από καταγωγή, αλλά λόγω απασχόλησης. Η πόλη χάνει τους κατοίκους της, η οικονομική δραστηριότητα περιορίζεται αποκλειστικά σε δραστηριότητες σχετικές με τον τουρισμό, αλλά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η Βενετία παράγει χρήμα, όπως άλλωστε έκανε πάντα. Αν θέλει λοιπόν κανείς να προσεγγίσει τον πραγματικό ιστορικό χαρακτήρα της πόλης, να δει με τα μάτια του την 'πραγματική' Βενετία όπως ήταν πέντε αιώνες πριν, δεν έχει παρά να παρατηρήσει τις δεκάδες των μικροπωλητών που πουλούν την πραμάτεια τους μπροστά στο Canal Grande φορώντας το χαρακτηριστικό καπέλο των γονδολιέρηδων και προσελκύοντας τους τουρίστες με γοητευτικές ιταλικές φράσεις (τις οποίες, πολλές φορές ούτε οι ίδιοι καταλαβαίνουν).

Οι απόψεις του Sheppe είναι όμως εξαιρέσεις στον κανόνα. Η αναζήτηση λύσης στο τουριστικό πρόβλημα της Βενετίας συνεχίζεται… J

107


“Μερικές φορές διαφορετικές πόλεις διαδέχονται η μία την άλλη στον ίδιο χώρο και με το ίδιο όνομα, γεννιούνται και πεθαίνουν χωρίς να γνωρίσει η μία την άλλη, χωρίς να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.” Italo Calvino, Οι αόρατες πόλεις


εννεα

η β ε ν ε τ ί α ... και οι άλλες V i v a L a s Ve n i c e


112 η βενετια και οι αλλεσ

ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ ΣΤΟ LAS VEGAS Την ίδια στιγμή που οι πιέσεις από την διόγκωση της τουριστικής παρουσίας στη Βενετία γίνονται όλο και περισσότερο ανυπόφορες για την πόλη και τους κατοίκους της, οι στατιστικές προμηνύουν διατήρηση των αυξητικών τάσεων και στο μέλλον. Οι αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία και η ανάδυση νέων υπερδυνάμεων (Κίνα, Ινδία) έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση του κοινού που έχει την επιθυμία και τη δυνατότητα να ταξιδέψει στη Βενετία. Η κατασκευή μιας “δεύτερης Βενετίας” ίσως να εξυπηρετούσε τις ταξιδιωτικές ανάγκες αυτών των τουριστών και ταυτόχρονα θα ανακούφιζε τη Βενετία από το μεγάλο βάρος της τουριστικής κίνησης. Δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία. Το πρώτο και εντυπωσιακότερο αντίγραφο της Βενετίας μέχρι σήμερα είναι το Resort Hotel Casino “The Venetian” στο Las Vegas και το “αδερφάκι” του, The Venetian Macao Resort Hotel, στην ακτή Cotai της ΝΑ Ασίας. Το πρώτο από τα δύο ξενοδοχειακά συγκροτήματα βρίσκεται σε μια πόλη όπου η υπερβολή είναι ο κανόνας. Τα καζίνο με “θέμα” είναι συνηθισμένα στο Las Vegas, όπως το Luxor Las Vegas, εμπνευσμένο από την αρχαία Αίγυπτο, ή το Ceasar’s Palace με θέμα την αρχαία Ρώμη. Όμως το Venetian, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1999, μέσα σε δύο μόνο χρόνια, είναι ειδική περίπτωση καθώς αποτελεί τμήμα του μεγαλύτερου (μέχρι τότε) ξενοδοχειακού συγκροτήματος στον κόσμο.

ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΤΟΥ SAN MARCO ΚΑΙ Ο ΑΦΡΟΣ ΠΟΛΥΟΥΡΑΙΘΑΝΗΣ Η κατασκευή αυτού του τεράστιου, ειδικών απαιτήσεων, κτιρίου σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα ήταν μια πρόκληση για την ομάδα επίβλεψης, ακόμα περισσότερο όμως εξ αιτίας της απαίτησης του κατασκευαστή να σχεδιαστεί ολόκληρο το κτίριο σαν ένα βενετσιάνικο palazzo. Και όχι μόνον αυτό. Το συγκρότημα περιλαμβάνει εσωτερικό εμπορικό κέντρο με πολυτελή καταστήματα, εστιατόρια και καφέ, το οποίο ζητήθηκε να σχεδιαστεί σαν μικρογραφία του Canal Grande σε κάθε λεπτομέρεια, από το Rialto μέχρι τις γόνδολες και τους γονδολιέρηδες. Μια μικρή ομάδα με επικεφαλής τον υπεύθυνο σχεδιασμού του ξενοδοχείου έμεινε στη Βενετία για ΜΙΑ βδομάδα και με τη βοήθεια της ιστορικού Dorit Raines αποφάσισαν ποια χαρακτηριστικά μνημεία της Βενετίας θα έπρεπε να αναπαράγουν στο Las Vegas. Κατέληξαν στο Ca d Oro, το Παλάτι του Δόγη, τη γέφυρα του Rialto, τη Γέφυρα των Στεναγμών, τη Βιβλιοθήκη του Αγίου Μάρκου, το Campanile της πλατείας San Marco καθώς και αναρίθμητες άλλες αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες. Το προϊόν αυτού του ταξιδιού ήταν 3,000 (ΤΡΕΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ!) φωτογραφίες, από τις οποίες, σε συνδυασμό με βιβλία όπως το “Palaces of Venice”, θα προέκυπτε τελικά το κτίριο. Το υλικό από τις φωτογραφίες χρησιμοποιήθηκε για να παραχθούν 80,000 αρχιτεκτονικά μέλη στο στυλ της Βενετίας (ό,τι και αν σημαίνει αυτό),ή όπως κολώνες, διακοσμητικά πλαίσια και αγάλματα.


viva las venice

Ανάμεσα σε αυτά ήταν και το διασημότερο άγαλμα της Βενετίας, το Λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, το οποίο αναπαράχθηκε από φωτογραφίες σε styrofoam (εξηλασμένη πολυστερίνη) και στη συνέχεια καλύφθηκε με ένα ειδικό πλαστικό στρώμα και βάφτηκε έτσι ώστε “να μοιάζει με την διαβρωμένη επιφάνεια του πρωτότυπου”. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ειρωνικά σχόλια στον ιταλικό τύπο, με χαρακτηριστικότερο το εξής: “Ήθελαν να αντιγράψουν τις πέτρες της Βενετίας. Αυτές όμως έχουν πάνω από 600 χρόνια ιστορίας, οπότε φυσικά ήταν αδύνατο. Τελικά αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν με αφρό πολυουραιθάνης.” (La Stampa) Είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ η ομάδα σχεδιασμού αντέγραψε με ακρίβεια τις μορφές των επιμέρους αρχιτεκτονικών μελών, δεν επέδειξε την ίδια προσοχή στην επιλογή των υλικών και την απόδοση της συνολικής αίσθησης του (ιστορικού) περιβάλλοντος της Βενετίας. Αποτέλεσμα αυτής της αντιμετώπισης ήταν και το “Πρόβλημα με τις Κολώνες”. Μόλις δέκα μήνες πριν τα εγκαίνια του καζίνο, ο υπεύθυνος σχεδιασμού ανακάλυψε ότι οι κίονες στο παλάτι των Δόγηδων είναι από μάρμαρο και, όπως είναι φυσικό, έχουν ένα χρώμα που φανερώνει την ηλικία τους. Αντίθετα, οι κολώνες για την πρόσοψη του αντιγράφου του Παλατιού στο Las Vegas που κατασκευάζονταν από τσιμέντο και γύψο ήταν απόλυτα λευκές και λείες. Οι υπεύθυνοι του Las Vegas θεωρούσαν ότι η απλή αντιγραφή μορφών και η ανασύνθεσή τους σε ένα νέο σύνολο ήταν αρκετή για να αναδημιουργήσουν την ατμόσφαιρα της Βενετίας. Αδυνατούσαν όμως να αντιληφθούν ότι αυτή η ατμόσφαιρα δημιουργείται επιπλέον από τα ίχνη του χρόνου και της ζωής των ανθρώπων πάνω σε αυτές τις μορφές. Το αποτέλεσμα είναι ότι η νέα σύνθεση του Venetian παραπέμπει περισσότερο σε αρχιτεκτονική μακέτα της Βενετίας, παρά στην ίδια τη ζωντανή πόλη.

ΟΙ ΓΟΝΔΟΛΕΣ ΤΟΥ LAS VEGAS Σίγουρα, το πιο εντυπωσιακό μέρος του συγκροτήματος είναι το περίφημο “Grand Canal Shoppes”. Σε μια έκταση 46,000 τετραγωνικών μέτρων μπορεί κανείς να βρει πάνω από 70 καταστήματα, καθώς και εστιατόρια, καφετέριες και μπαρ, τα οποία αναπτύσσονται εκατέρωθεν της σπουδαιότερης ατραξιόν του συγκροτήματος: μια εσωτερικού χώρου εκδοχή του Canal Grande, μαζί με τις γόνδολες και τους γονδολιέρηδες. Αυτό καταλήγει στην “Piazza San Marco”, από την οποία βέβαια λείπουν (δυστυχώς, αλλά πόσο βολικά) τα περιστέρια. Πάνω από τα καταστήματα “κρέμεται” ένας πεντακάθαρος βενετσιάνικος ουρανός. Το χρώμα του, που θυμίζει πίνακα του Tiepolo, αλλάζει κατά τη διάρκεια της μέρας, ελεγχόμενο από ένα σύστημα ηλεκτρονικών αισθητήρων (Kunzmann, 2004: 35). Το πρόγραμμα ελέγχου των συνθηκών μέσα στο εμπορικό κέντρο δεν αντικατοπτρίζει βέβαια τον καιρό στην πραγματική Βενετία. Αλλά γιατί να το κάνει; Ο στόχος είναι να προσφέρεται στους επισκέπτες μια τέλεια εμπειρία περιπλάνησης στην πόλη -σε εσωτερικό χώρο (Kunzmann, 2004: 35).

113


114 η βενετια και οι αλλεσ

Σ Α Ν ΣΚ ΗΝΙΚΟ ΤΟΥ H O LLY WO O D Τα κτίρια εκατέρωθεν του καναλιού στο "Grand Canal Shoppes" είναι τριώροφα. Τα καταστήματα όμως καταλαμβάνουν μόνο το ισόγειο. Οι πάνω όροφοι είναι απλές προσόψεις, που όμως φωτίζονται ώστε να δίνουν την αίσθηση ότι χρησιμοποιούνται. "Σαν σκηνικό του Χόλυγουντ, το εμπορικό κέντρο κατασκευάστηκε για να μοιάζει με εξωτερικό χώρο αν και στην πραγματικότητα βρίσκεται στο εσωτερικό του κτιρίου." Η ραχοκοκαλιά του εμπορικού κέντρου είναι σίγουρα το Canal Grande με τις γόνδολες και τους γονδολιέρηδες. Η προσοχή στη λεπτομέρεια φάνηκε ακόμα και στο σχεδιασμό της κάθε γόνδολας, αφού ο υπεύθυνος σχεδιασμού απαιτούσε


viva las venice

να "φαίνονται όσο το δυνατόν πιο αυθεντικές". Βέβαια, λόγω του μεγέθους του "Καναλιού", οι γόνδολες του Venetian κατασκευάστηκαν τελικά μικρότερες κατά 1/3 από την τυπική βενετσιάνικη γόνδολα. Τέτοιες διαφορές μεγέθους ανάμεσα στο πρωτότυπο και το αντίγραφο δεν είναι σπάνιες στο Venetian. Το ίδιο έγινε και με τον πύργο του Campanile, που βρίσκεται στην είσοδο του ξενοδοχείου δίπλα στη Γέφυρα του Ριάλτο και το οποίο τελικά κατασκευάστηκε κατά 10% μικρότερο από το πρωτότυπο. Η διαδικασία παραγωγής του Venetian, η οποία βασίζεται στη φωτογραφία και το κολάζ, επιτρέπει τέτοιες προσαρμογές, που τελικά δεν φαίνεται να παραβιάζουν την αληθοφάνεια της νέας κατασκευής.

115


116 η βενετια και οι αλλεσ

Εδώ και πολλά χρόνια, το μοντέλο του experiential retail κερδίζει έδαφος έναντι των πιο παραδοσιακών προσεγγίσεων στον τομέα των αγορών. Η εισαγωγή ενός “θέματος”, δηλαδή η προσομοίωση μιας ειδικής εκδοχής της ιστορικής ή σύγχρονης πραγματικότητας που περιβάλλει την καταναλωτική λειτουργία, επιδρά στην ψυχολογία του καταναλωτή/χρήστη, προσδίδοντας αξία στην πράξη των αγορών. Μια καθημερινήτυπική δραστηριότητα, μετατρέπεται έτσι σε εμπειρία, ακολουθώντας ένα σενάριο που ορίζεται αρχικά από την προσομοίωση και τροποποιείται/διευρύνεται από τη φαντασία του ίδιου του καταναλωτή. Η προσομοίωση αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης ταυτότητας, που διαφοροποιεί την κάθε επιχείρηση από τις όμοιές της και την καθιστά μοναδική, άρα σημαντική. Τα μεγάλα ξενοδοχεία και καζίνο του Las Vegas έχουν εδώ και αρκετά χρόνια υιοθετήσει την τακτική της θεματοποίησης, δημιουργώντας τους σύγχρονους ναούς του καταναλωτισμού. Έτσι, οι επαγγελματίες αντιγραφείς των μεγάλων developers αναζητούν αυθεντικές εικόνες που να είναι εύκολο να αναπαραχθούν. Η Βενετία αποτελεί προφανώς ένα ιδιαίτερα αγαπητό και αναγνωρίσιμο μοντέλο για την

παραγωγή ενός ψεύτικου αστικού τοπίου στη σύγχρονη μετα-μοντέρνα εποχή, στην οποία οι παγκόσμιες εικόνες μοιάζουν να βαραίνουν περισσότερο από τις λέξεις (Kunzmann, 2004: 37) Η κεντρική λεωφόρος (the Strip) στο Las Vegas είναι ο εικονογραφημένος κατάλογος ενός καταστήματος όπου εκθέτονται αντίγραφα αυτών των “παγκόσμιων” εικόνων, από τη Βενετία, την Κίνα, το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, τη Ρώμη, το Κάιρο και τόσες άλλες. Το Las Vegas δεν αποτελεί πλέον τόπο, αλλά μία “σειρά από παράδοξα” (Raento and Flusty, 2006: 97).

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ Είναι άξιο περιέργειας το γεγονός ότι οι κατασκευαστές του Venetian έδειχναν να προβληματίζονται ιδιαίτερα για την "αυθεντικότητα" του νέου κτιρίου. Τόσο μάλιστα που, μετά την ολοκλήρωση του συγκροτήματος κάλεσαν από τη Βενετία την ιστορικό Dorit Raines να γνωμοδοτήσει για "την αυθεντικότητα της Νέας Βενετίας του Las Vegas", την οποία τελικά και επικύρωσε. Αν μπορεί κανείς να βγάλει ένα συμπέρασμα από την παράνοια που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του Las Vegas είναι ότι τελικά η έννοια της αυθεντικότητας είναι σχετική. Για να αποφασίσει κανείς για την αυθεντικότητα ενός κτιρίου, ενός αρχιτεκτονικού στοιχείου ή ενός ολόκληρου οικισμού, θα πρέπει πρώτα να ορίσει την έννοια αυτή μέσα σε ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο. Στην περίπτωση του Venetian ο ορισμός της αυθεντικότητας είναι πιο χαλαρός, πιο "αμερικάνικος". "Κάποιοι αναγνωρίζουν την αυθεντικότητα στις όψεις των κτιρίων. Άλλοι στις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες. Άλλοι βλέπουν την αυθεντικότητα τις Βενετίας στο Las Vegas με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Ένας από αυτούς είναι και ο υπεύθυνος διαχείρισης του ξενοδοχείου: "I stood on the railing through the day watching the boats go by. Every single couple were holding hands, they had their arms around each other… It's clearly a manifestation of the objective that was achieved. We wanted to create a feeling of Venice. And that's what happened". Τελικά, κατά πόσο πρέπει η αυθεντικότητα της “Νέας Βενετίας” του Las Vegas να προκύπτει από τη σύγκρισή της με την πρωτότυπη Βενετία; Μήπως το Venetian αποτελεί από μόνο του μια νέα αυθεντική κατασκευή, ένα εμπορικό κέντρο με θέμα τη Βενετία, και όχι ένα αντίγραφο ή μια αναπαράσταση ή προσομοίωση της πραγματικής πόλης;


viva las venice

VENICE SIMULATION Η ιδέα της προσομοίωσης, δηλαδή της αντιγραφής ή απομίμησης ενός αντικειμένου, θεωρείται κεντρική στη μεταμοντέρνα προσέγγιση των κοινωνική θεωρίων (Ritzer και Stillman, 2001: 89). Η μεταμοντέρνα κατάσταση χαρακτηρίζεται από την εξαφάνιση των πρωτοτύπων και την αυξανόμενη υπεροχή των απομιμήσεων. Στην πραγματικότητα, καθώς οι άνθρωποι εξοικειώνονται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό με τα αντίγραφα, χάνουν την αίσθηση της διαφοράς ανάμεσα στο πρωτότυπο και την προσομοίωση, ανάμεσα στο αυθεντικό και το κίβδηλο. Κάθε τι το αυθεντικό κατακλύζεται και τελικά χάνεται κάτω από μια χιονοστιβάδα απομιμήσεων (Ritzer και Stillman, 2001: 89). Πώς μπορούν όμως τα αντίγραφα να συναγωνιστούν το βάρος της αυθεντικότητας του πρωτότυπου; Πολύ απλά, γιατί, σε αντίθεση με το πρωτότυπο, στη Βενετία του Las Vegas ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί στη Βενετία της φαντασίας του, σε συνθήκες εσωτερικού χώρου, με άνεση και ασφάλεια, καθώς οι χώροι ελέγχονται 24 ώρες το 24ωρο από κλειστό σύστημα τηλεόρασης, ενώ το προσωπικό ασφαλείας κρατά έξω τους άστεγους, τους πορτοφολάδες και οποιαδήποτε άλλη persona non grata (Kunzmann, 2004: 36). Αυτοί που επιθυμούν να αναβιώσουν τις αναμνήσεις τους από το μήνα του μέλιτος στη Βενετία και να ξανακατασκευάσουν τις εικόνες της πόλης στο μυαλό τους μπορούν να το πραγματοποιήσουν φθηνά και άνετα, χωρίς να χρειαστεί να διασχίσουν έναν ωκεανό (Kunzmann, 2004: 36). Για τους Αμερικανούς τουρίστες, η επίσκεψη στη Βενετία του Las Vegas έχει πολλά πλεονεκτήματα, που για τους ευρωπαίους εταίρους τους μοιάζουν ίσως… κακόγουστα. Τελικά, η αξία της αυθεντικότητας είναι μάλλον υποκειμενική…

Μια

VENICE™. . .

σύντομα κοντά σας!

Ποια είναι τελικά η σχέση ανάμεσα στην πραγματική Βενετία και τα αντίγραφά της; Με το ζήτημα αυτό ασχολείται η ομάδα αρχιτεκτόνων Diller, Scofidio & Renfro σε εγκατάσταση που παρουσιάστηκε στην 11η Biennale di Architettura της Βενετίας, το 2008, με τίτλο Chain City. Οι αρχιτέκτονες της ομάδας Diller, Scofidio & Renfro αντιμετωπίζουν τα αντίγραφα της Βενετίας σαν τα "υποκαταστήματα" μιας αλυσίδας ξενοδοχείων (chain city όπως chain hotel), υποστηρίζοντας ότι η Βενετία αναπαράγεται σε διάφορα σημεία του κόσμου με τον ίδιο τρόπο που οι αλυσίδες ξενοδοχείων αναπαράγουν ένα πανομοιότυπο περιβάλλον οπουδήποτε στην υφήλιο, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη καθόλου τις τοπικές συνθήκες. Ταυτόχρονα, η ίδια η Βενετία απειλείται: μια μικρή πόλη που κινείται με αργούς ρυθμούς, που χάνει τον πληθυσμό και την κοινωνική δομή που τη συντηρούσε, μια πόλη που βυθίζεται σιγά-σιγά κάτω από τα νερά της Λιμνοθάλασσας. Η ιδέα της Βενετίας, ωστόσο, παραμένει ισχυρή όσο πάντοτε. Έτσι, η σύγχρονη εποχή από τη μια

πλευρά απειλεί τη φυσική υπόσταση της πόλης και από την άλλη της προσφέρει διεξόδους ώστε αυτή η φυσική πραγματικότητα να αναπαράγεται ανεξαρτήτως τόπου. Η Βενετία είναι πια μια πόλη εκτός τόπου, αλλά αγκυρωμένη στο χρόνο. Παραρτήματα της πόλης έχουν ανοίξει τα τελευταία χρόνια σε Las Vegas, Tokyo, Nagoya, Macau, Doha.

Η "Βενετία" πλέον δεν είναι γεωγραφικός προσδιορισμός, αλλά "global brand".

J

117


πολη και εικονα

δ

ε

κ

α

Πόλ η κα ι Ει κόνα “Φαίνεται ότι στη Βενετία σήμερα συνυπάρχουν δύο παράλληλοι κόσμοι, ένας για τους επισκέπτες και ένας για τους κατοίκους: μια τέλεια κατασκευή της φαντασίας από τη μια πλευρά, και από την άλλη μια πόλη παγιδευμένη στην πραγματικότητα της φθοράς, της παρακμής και της καθημερινής ταλαιπωρίας.” (Davis, 2004: 5) Η Βενετία που ανακαλύπτουν όσοι επισκέπτονται το Venetian στο Las Vegas ή τις “άλλες Βενετίες” ανά τον κόσμο δεν είναι βέβαια η πραγματική πόλη. Είναι μια Βενετία ονειρική, όπου μπορεί κανείς να δραπετεύσει από την καθημερινότητά του. Η Βενετία της φαντασίας υπερτερεί σε όλα της πραγματικής πόλης, η οποία καλείται να διαχειριστεί τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής, αν και το παραμυθένιο περιβάλλον κάνει πολλούς να ξεχνούν ότι, ακόμα και αυτή, είναι αναγκασμένη να ζει στον 21ο αιώνα. Η Βενετία είναι ταυτόχρονα μια πόλη που ζει σε δύο διαφορετικούς χρόνους. Η πραγματική πόλη είναι προφανές ότι δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα της, αναγκασμένη, όπως κάθε τι στον κόσμο, να υπομένει τη φθορά του χρόνου και να ζει στο σήμερα. Ένα σήμερα που φαντάζει πιο απειλητικό από ποτέ, τη στιγμή που τα νερά της Αδριατικής ανεβαίνουν και τα κύματα των τουριστών πνίγουν τα στενά σοκάκια. Αντίθετα, η εικόνα της Βενετίας υφίσταται εδώ και μερικές εκατοντάδες χρόνια παγωμένη σε μια άλλη εποχή, διατηρημένη για την αιωνιότητα μέσα στους πίνακες των μεγάλων Δασκάλων και τις σελίδες των διάσημων μυθιστορημάτων. Οι περιπέτειες του Καζανόβα και η δόξα της Γαληνοτάτης είναι, από ό,τι φαίνεται, πολύ πιο ελκυστικά για τους επισκέπτες από τις αγωνιώδεις προσπάθειες μιας μικρής πόλης να επιβιώσει στο σύγχρονο κόσμο. Η Βενετία της τέχνης και των βιβλίων αποτελεί αντικείμενο ρομαντικών φαντασιώσεων, ενώ η πραγματική πόλη πολλές φορές απογοητεύει αυτούς που τελικά την επισκέπτονται.

Οι ψεύτικες ή στημένες εικόνες της Βενετίας αποδεικνύονται τελικά πολύ πιο ισχυρές από την ίδια την πραγματική πόλη (Kunzmann: 2004: 31).

121


122 η βενετια και οι αλλεσ

Η ΒΕΝΕΤΙΑ ΩΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟΣ ΧΩΡΟΣ Η Βενετία σήμερα γίνεται αντιληπτή περισσότερο ως φαντασιακός χώρος. Είναι ένα μέρος α-χρονικό (και α-τοπικό), μια αφετηρία για "ταξίδι στο όνειρο", παρά ένας πραγματικός τόπος, ένας αστικός χώρος με παρελθόν, παρόν και μέλλον, ιστορία και σημασία για τους ανθρώπους που τον κατοικούν. Ως φαντασιακός χώρος, ακόμα και η Piazza San Marco δεν δεσμεύεται πια από τον εξωτερικό "πραγματικό" χρόνο του κόσμου. Υπάρχει κάθε φορά σε ένα δικό της φανταστικό χρόνο. Ταυτόχρονα, αποκόπτεται όλο και περισσότερο από τον πραγματικό αστικό χώρο γύρω της. Είναι ένας "τόπος" χωρίς γεωγραφική ταυτότητα. Θα μπορούσε να είναι παντού και πουθενά. Η Piazza San Marco ζει, και θα εξακολουθήσει να ζει, περισσότερο ως ιδέα παρά ως πραγματικός (γεωγραφικός) χώρος. Αυτό ίσως μπορεί να εξηγήσει την έλξη που ασκούν οι διάφορες απομιμήσεις της Βενετίας ανά τον κόσμο, παρ' όλο που προφανώς κανείς δεν πιστεύει ότι βρίσκεται στην αυθεντική πόλη. Ο λόγος είναι ότι αυτές οι κατασκευασμένες

"Βενετίες" δίνουν στον επισκέπτη τη δυνατότητα να επισκεφθεί, όχι τη Βενετία, αλλά την ιδέα της Βενετίας, τον φαντασιακό και όχι τον πραγματικό χώρο, που για τους περισσότερους ανθρώπους είναι πολύ πιο ελκυστικός. Γιατί; Μα

γιατί, στη φαντασία μας όλα είναι τέλεια, ενώ στην πραγματικότητα, πολύ συχνά το αντικείμενο του ονείρου καταλήγει να μας απογοητεύει. Οι "ψεύτικες" Βενετίες εισάγουν τον επισκέπτη κατευθείαν σε ένα φανταστικό κόσμο, ανέγγιχτο από τα καθημερινά προβλήματα μιας πόλης που προσπαθεί να επιβιώσει στη σύγχρονη πραγματικότητα -προβλήματα που αποσπούν την προσοχή του επισκέπτη και τον αποτρέπουν από το να βυθιστεί πλήρως στη φαντασίωση. Αυτές οι "Βενετίες" αποτελούν απλά το ερέθισμα που επιτρέπει στον επισκέπτη να ξεφύγει από την πραγματικότητα και να "ταξιδέψει" στο όνειρο. Πρόκειται για μια κατάσταση που υπερβαίνει το συμβατικό χώρο και χρόνο.

Η ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ Στην κατασκευή των αντιγράφων της Βενετίας, η έννοια του αυθεντικού μοιάζει να ακυρώνεται από την διαδικασία της "κατασκευής" αυτού του νέου οργανισμού. Αν με το "αυθεντικό" εννοεί κανείς αυτό που προϋπήρχε, που προέρχεται από μια φυσική διαδικασία παραγωγής και τοποθετείται συνήθως χρονικά σε μια παλιότερη εποχή, αποτελεί δηλαδή προϊόν της εποχής του, τότε βέβαια ο όρος αυτός δεν μπορεί να αναφέρεται σε κτίρια ή σύνολα που κατασκευάστηκαν από την αρχή με σκοπό να φαίνονται ότι ανήκουν σε μια συγκεκριμένη εποχή/στυλ. Τελικά όμως αυτό που έχει σημασία δεν είναι η αυθεντικότητα με την έννοια που θα τη χρησιμοποιούσε ένας ιστορικός ή αρχαιολόγος, δηλαδή ως κάτι που προέρχεται πραγματικά από μια συγκεκριμένη εποχή ή αναφέρεται σε κάποια στιγμή και περιοχή της ιστορίας, αλλά ως το μέσο που δημιουργεί στον

επισκέπτη την αίσθηση ότι προσεγγίζει την εποχή στην οποία το κατασκεύασμα αναφέρεται. Τα ανά τον κόσμο αντίγραφα της Βενετίας συγκρίνονται συχνά με τα


πολη και εικονα

θεματικά πάρκα της Disney. Η μόνη διαφορά τέτοιων "ιστορικών" τόπων από την

Disneyland είναι ότι στην πρώτη περίπτωση, ο "προορισμός" για τον επισκέπτη είναι μια ιστορική περιοχή ή εποχή που όντως πράγματι κάποτε υπήρξε, ενώ στη δεύτερη ο επισκέπτης καλείται να ταξιδέψει σε κόσμους που υπήρξαν μόνο στη φαντασία κάποιου. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται ο επισκέπτης και στις δύο περιπτώσεις έχει κατασκευαστεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια με σκοπό να αποτελέσει το ερέθισμα για το ταξίδι.

ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ Αν και η οικονομική και πολιτική δύναμη της Βενετίας έχει εδώ και πολύ καιρό χαθεί, η δύναμη των εικόνων της είναι τεράστια. Όλοι οι επισκέπτες στη Βενετία έλκονται από τις εικόνες της πόλης που κυκλοφορούν σε ολόκληρο τον κόσμο από την εποχή του Μάρκο Πόλο. Αυτές οι εικόνες από τις πλατείες, τα στενά σοκάκια και τα αδιέξοδα, τα κανάλια και τις γέφυρες, τα παλάτια και τις εκκλησίες, εντυπώνονται στη μνήμη, είναι εύκολα αναγνωρίσιμες και το κυριότερο, διευκολύνουν την προώθηση της πόλης στη διεθνή αγορά. Ο Canaletto και ο Belloto, δύο διάσημοι Βενετοί καλλιτέχνες, που ζωγράφισαν μεγάλους καμβάδες με την αρμονική ομορφιά της πόλης, πούλησαν τις τέλεια κατασκευασμένες veduti στις αυλές όλης της Ευρώπης, και έτσι συνέβαλλαν σε μεγάλο βαθμό στη φήμη της πόλης σε μια εποχή που η φωτογραφία, οι καρτ ποστάλ και ο κινηματογράφος δεν είχαν ακόμα εφευρεθεί. Η ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ Το σημαντικό είναι ότι, μέσα στους αιώνες και παρά τις οικονομικές ανακατατάξεις, η εικόνα της πόλης, τα κτίρια και οι αστικές δομές, το “cityscape” εν ολίγοις, δεν έχουν αλλοιωθεί. Πώς εξηγείται αυτό; Σύμφωνα με τον Kunzmann, αυτή η δύναμη της πόλης

να αντισταθεί στο χρόνο οφείλεται εν μέρει στην παντοδυναμία των εικόνων της, τις αναμνήσεις όλων των δοξασμένων ημερών του παρελθόντος της, που, μέσα από τη λογοτεχνία, την τέχνη και τον κινηματογράφο, έχουν περάσει πια στη συλλογική μνήμη ολόκληρου του κόσμου.

Τελικά, οι εικόνες της Βενετίας είναι τόσο ισχυρές που, ακόμα και αποκομμένες από το περιβάλλον τους, στη μέση του μεταμοντέρνου τσίρκου που ονομάζεται Las Vegas, είναι ικανές να συντηρήσουν την ψευδαίσθηση των επισκεπτών για ένα ταξίδι στη Βενετία των ονείρων τους. Μια Βενετία που δεν βουλιάζει από τους τουρίστες, ούτε κινδυνεύει να καλυφθεί από τα νερά της Αδριατικής που ανεβαίνουν. Μ ι α Β ε ν ε τ ί α γ ι α τ η ν α ι ω ν ι ό τ η τ α .

J

123


126 βενετια: τουιστικο ειδωλο

ΒΙΒΛΙΑ 1. Ackroyd, Peter. Venice: pure city, London: Vintage, 2010. 2. Boyer, M. Christine. The city of collective memory: its historical imagery and architectural entertainments. Cambridge: MIT Press, 1996. 3. Broadbent, Geoffrey. Emerging concepts in urban space and design. London: Spon, 1996. 4. Calvino, Italo. Οι αόρατες πόλεις. Αθήνα: Καστανιώτης, 2004. 5. Davis, Robert C., και Garry R. Marvin. Venice, the tourist maze: a cultural critique of the world’s most touristed city. Berkeley; London: University of California Press, 2004. 6. Diller, Scofidio, και Renfro. “Chain City”. Στο Out there: architecture beyond building. La Biennale di Venezia, 11. Mostra Internazionale di architettura, του Betsky, Aaron, 55-59. New York: Rizzoli, 2008. 7. Hanley, Keith, και John K. Walton. Constructing cultural tourism: John Ruskin and the tourist gaze. Briston; Tonawanda: Channel View Publications, 2010. 8. Horodowich, Elizabeth. A brief history of Venice : a new history of the city and its people. London; Philadelphia: Robinson; Running Press, 2009. 9. Judd, Dennis R., και Susan F. Fainstein. The tourist city. New Haven, CT: Yale University Press, 1999. 10. Kunzmann, Klaus R. “Venice, Venice and Venice: three realities of the European city”. Στο The real and virtual worlds of spatial planning, των Marco Keiner, Martina Koll-Schretzenmayr και Gustav Nussbaumer, 31-41. Berlin; New York: Springer, 2004. 11. Lasansky, D Medina, και Brian McLaren. Architecture and tourism: perception, performance and place. Oxford, New York: Berg, 2004. 12. Mancuso, Franco, και Luciana Miotto. Πλατείες και πόλεις στην περιοχή της Βενετίας. Επιμ. Μαρία Ανανιάδου-Τζημοπούλου και Αλεξάνδρα Καραδήμου-Γερολύμπου. Μετάφραση: Βασίλης Κατεμίδης. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2001. 13. Mann, Thomas. Death in Venice and Other Stories. Μετάφραση: David Luke. New York: Bantam, 1988 (1912). 14. Martin, Judith. No vulgar hotel : the desire and pursuit of Venice. New York; London: W.W.Norton, 2008. 15. McCannell, Dean. The tourist: a new theory of the leisure class. Berkeley: University of California Press, 1999. 16. McCarthy, Mary. Venice observed. New York: Harcourt Brace Jovanovich, 1963. 17. Quill, Sarah, και Windsor, Alan . Ruskin’s Venice : the stones revisited. Aldershot: Ashgate, 2000 18. Raento, Pauliina, και Steven Flusty. “Three Trips to Italy: Reconstructing the New Las Vegas”. Στο Travels in Paradox: remapping tourism, των Claudio Minca και Tim Oakes, 97-124, Lanham: Rowman&Littlefield, 2006. 19. Ruskin, John. The Stones of Venice. London; New York: Penguin Books, 2001 (1851, 1853).


βιβλιογραφια

20. Urry, John. The tourist gaze: leisure and travel in contemporary societies. London; Newbury Park: Sage Publications, 1990. 21. Zucconi, Guido. Μετασχηματίζοντας τη Βενετία τον εικοστό αιώνα. Συγκρούσεις και συμβιβασμοί. Επιμ: Βάσω Τροβά. Μετάφραση: Ειρήνη Δ. Φατσέα. Αθήνα: Futura, 2003. 22. Καρύδης, Δημήτρης Ν. Τα επτά βιβλία της Πολεοδομίας. Αθήνα: Παπασωτηρίου, 2006. 23. Φατσέα, Ρένα. Ο 19ος αιώνας και η Ελλάδα: η περίπτωση της Αθήνας-ΠρωτεύουσαςΠόλης. Σημειώσεις Μαθήματος (Ιστορία και Θεωρία 8) Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, 2009.

αρθρα 24. Ammerman Albert J. , “Venice before the Grand Canal”, Memoirs of the American Academy in Rome, Vol. 48 (2003), σελ. 141-158 25. Attoe, Wayne. “Σκηνογραφικές πόλεις και ζωντανά θεάματα. Μια θεώρηση της αρχιτεκτονικής και του τουρισμού”, Αρχιτεκτονικά θέματα, 1975: 47-54. 26. Carrera Fabio, “The urban design politics of Venice, Italy”, December 10, 1996, από http:// www.wpi.edu/Academics/Depts/IGSD/Projects/Venice/Center/Large_Files/MIT_Papers/ The%20Design%20Politics%20of%20Venice%20v3.pdf 27. Chandonnet Greg, Christo Andrew, Pope Patricia, Singh Karen, “The Evolution of Stores and Decline of Residential Comfort: The Availability of Necessary Goods in the Historical Center of Venice”, August 2004, Venice Project Center at Worcester Polytechnic Institute. 28. Cosgrove Denis, “The myth and the stones of Venice: an historical geography of a symbolic landscape”, Journal of Historical Geography, 8, 2 (1982), σελ 145-169. 29. Gillespie Alex, “Tourist photography and the reverse gaze”, Ethos, Vol. 34, iss. 3, σελ 343-366. 30. Kim Seeun, Sullivan Pauline, “Experiential Retail: Shopping in Recreation Tourism at the Venetian Resort”, e-Review of Tourism Research (eRTR), Vol. 3, No. 6, 2005 31. MacCannell Dean, “Staged Authenticity: Arrangements of Social Space in Tourist Settings”, The American Journal of Sociology, Vol. 79, No. 3 (Nov., 1973), σελ. 589-603 32. Michelson Paul E., “Mythical Venice(s)”, Draft of July 2006, Huntington University 33. Neeson Rachel, “Designing Limits, Tourism + Public Space”, November 2005, NSW Architects Registration Board, Byera Hadley Travel Scholarship for 2002. 34. Ritzer George, Stillman Todd, “The modern Las Vegas casino-hotel: the paradigmatic new means of consumption”, M@n@gement, 2001/3 Vol. 4, σελ 83-99 35. Westre Aaron, “A Brief Tour of Replicant Architecture”, May 2008 36. Zannini Francesco, Lando Fabio, Bellio Manuel, “Effects of tourism on Venice: commercial changes over 30 years”, June 2008, Research Paper Series No. 33/WP/2007, Department of Economics, University of Ca’ Foscari, Venice

127


128 βενετια: τουιστικο ειδωλο

ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΥΠΟ 1. “Mock Funeral for Venice’s ‘death’”, BBC News, 14/11/2009, http://news.bbc.co.uk/2/hi/ europe/8360253.stm 2. “Welcome to Venice Disney”, Τhe Daily Telegraph, 01/10/2008, http://www.dailytelegraph.com.au/travel/news/welcome-to-venice-disney/story-e6frezi0-1111117636258 3. “Venice joins union battle”, Las Vegas Sun, 20/04/1999, http://www.lasvegassun.com/ news/1999/apr/20/venice-joins-union-battle/ 4. Cadwalladr Carole, “Las Vegas: the Capital of Kitsch”, The Telegraph, 30/10/1999 5. Donadio Rachel, “Mock Funeral for Venice Dramatizes Flight of Residents from City’s Heart”, The New York Times, 14/11/2009, http://www.nytimes.com/2009/11/15/world/ europe/15venice.html?_r=2 6. Eggleton Pat, “Venice “funeral” takes place”, Italy Magazine, 16/11/2009, http://www.italymag.co.uk/italy/venice/venice-funeral-takes-place 7. Ehlers Fiona, “Death in Venice, an Italian idyll fights for its very survival”, Spiegel International, 25/02/2011, http://www.spiegel.de/international/zeitgeist/0,1518,747429,00.html 8. Grabmeier Jeff, “Life in the “Bermuda Shorts Triangle”: Book Explores How Tourism is Killing Venice”, Research News, Ohio State University, 7/23/04, από http://researchnews. osu.edu/archive/venice.htm 9. Hooper John, “Population decline set to turn Venice into Italy’s Disneyland, The Guardian, 26/08/2006, http://www.guardian.co.uk/world/2006/aug/26/italy.travelnews/print 10. Kay John, “The Magic Kingdom could save Venice from destruction”, The Financial Times, 13/06/2006, http://www.johnkay.com/2006/06/13/the-magic-kingdom-could-savevenice-from-destruction 11. Kay John, “Welcome to Venice, the theme park”, Times Online, 01/03/2008, από http:// www.timesonline.co.uk/tol/travel/article3454108.ece 12. Kington Tom, “Venice residents claim victory in battle to preserve the city’s heritage”, The Observer, 13/03/2011, http://www.guardian.co.uk/world/2011/mar/13/venice-rialtomarket-tourism 13. Knowles Bija, “Funeral for Venice: Will ‘Museum City’ Win Back Inhabitants?”, 11/09/2009, http://heritage-key.com/blogs/bija-knowles/funeral-venice-will-museum-city-win-backinhabitants 14. Macy Robert, “A Touch of Venice: Historian works to build Italian feel into resort”, Associated Press, 10/07/1998, http://www.reviewjournal.com/lvrj_home/1998/Jul-10-Fri-1998/ business/7825240.html 15. Papuzzi Alberto, “Venezia e unica? No, ce ne sono 97”, La Stampa, 04/01/2008, http://


βιβλιογραφια

www.lastampa.it/redazione/cmsSezioni/cultura/200801articoli/28951girata.asp 16. Popham Peter, “’Theme park Venice’ to charge for entry”, The Independent, 18/08/2006, http://www.spiegel.de/international/zeitgeist/0,1518,747429,00.html 17. Seindal Rene, Theme Park Venice, καταχώρηση σε προσωπικό ιστολόγιο, http://rene. seindal.dk/2009/03/12/theme-park-venice/ 18. Specter Michael, “Letter from Italy: A Sinking Feeling”, The New Yorker, 12/07/1999 19. Squires Nick, “Protesters invite Venetians to ‘Veniceland’ theme park in bid to save the city”, The Telegraph, 23/03/11, http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/europe/ italy/8119924/Protesters-invite-Venetians-to-the-Veniceland-theme-park-in-bid-to-savethe-city.html 20. Squires Nick, “Venice stages its own ‘funeral’ to mourn its population decline - 60,000 and falling”, The Telegraph, 14/11/2009, http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/ europe/italy/6568754/Venice-stages-its-own-funeral-to-mourn-its-population-decline60000-and-falling.html 21. Strow, David, “Italian politician, labor leader crusade against the Venetian”, Las Vegas Sun, 23/10/1999 ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ 1. http://www.veniceinfosite.com/2010/11/welcome-to-veniceland-the-disney-style-theme-city/ 2. http://www.veniceinfosite.com/2011/02/save-your-airfare-with-virtual-venice/ 3. http://www.venessia.com/ 4. http://www.comune.venezia.it/flex/cm/pages/ServeBLOB.php/L/EN/IDPagina/1 5. http://www.comune.venezia.it/flex/cm/pages/ServeBLOB.php/L/IT/IDPagina/26622 6. http://www.venetian.com/ 7. http://www.coses.it/fondaci/f_venezia.html#indice 8. http://www.flickr.com 9. http://portal.unesco.org/culture/en/ev.php-URL_ID=3499&URL_DO=DO_TOPIC&URL_ SECTION=201.html (UNESCO Report: Transformation of Venice into a museum city) ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ 1. Ultimate Vegas Casino, από τη σειρά ντοκιμαντέρ “Megastructures”, Discovery Channel, από προσωπικό αρχείο. 2. World’s Biggest Casino, building the Venetian Macau, από το National Geographic Channel, από προσωπικό αρχείο.

129


Βενετια: τουριστικο ειδωλο  

Διάλεξη στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ: Οκτώβριος 2011

Βενετια: τουριστικο ειδωλο  

Διάλεξη στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ: Οκτώβριος 2011

Advertisement