__MAIN_TEXT__
feature-image

Page 1

Caught in the middle ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΥΒΛΙΝΟΥ


CAUGHT IN THE MIDDLE ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΥΒΛΙΝΟΥ


CAUGHT IN THE MIDDLE

2

Ευχαριστίες

............................................................................................ Η ερευνητική μελέτη1 συντάχθηκε από τα παρακάτω μέλη του προσωπικού του Safe Passage (SP) Ελλάδας: Αθανασία Σταθοπούλου και Ελιάννα Κονιάλη.2 Η Διευθύντρια του SP στην Ελλάδα, Σάντη Πρωτογέρου, συνέβαλε σημαντικά στην τελική μελέτη με τις παρατηρήσεις και την καθοδήγησή της. Πολλές ευχαριστίες οφείλονται στα μέλη του προσωπικού του Safe Passage Ilaria Molinari και Olga Siebert για την παροχή σχολίων και προτάσεων στη σύνταξη της μελέτης. Ιδιαίτερες ευχαριστίες, επίσης, οφείλονται στη Βρεττανή δικηγόρο Jelia Sane, εθελόντρια στο SP Greece, για τη σύνταξη του κεφαλαίου «I) 4. Επισκόπηση του Κανονισμού «Δουβλίνου III» και στην Anna Benedictsson για τη συμβολή της σε αυτό κατά τη διάρκεια της περιόδου που παρείχε εθελοντική εργασία στο SP Ελλάδας. Συνοπτική περίληψη Για τη παρούσα συνοπτική περίληψη συνέβαλαν τα παρακάτω μέλη του προσωπικού του Safe Passage: για τη σύνταξη η Ilaria Molinari, με σχόλια, παρατηρήσεις και επισημάνσεις οι Olga Siebert, Αθανασία Σταθοπούλου, Σάντη Πρωτογέρου και Beth Gardiner-Smith. Συστάσεις Τα παρακάτω μέλη του προσωπικού του SP συνέβαλαν στη διατύπωση των συστάσεων: Olga Siebert, Σάντη Πρωτογέρου, Αθανασία Σταθοπούλου και Ilaria Molinari. Η Beth Gardiner-Smith συνέβαλε με σχόλια και παρατηρήσεις. Τα ακόλουθα μέλη του προσωπικού της PRAKSIS συνέβαλαν με παρατηρήσεις, σχόλια και συνεισφορά που ενσωματώθηκαν στο τελικό κείμενο: Ανδρέας Δήμου, Αντωνία Μουστάκα και Μαριανέλλα Κλώκα. Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλονται στις Danni Landa και Rita Nash για την επιμέλεια έκδοσης της μελέτης, της συνοπτικής περίληψης και των συστάσεων.

παιδιά της PRAKSIS και την Sophie Spencer, Field Coordinator της ομάδας του Safe Passage στην Ελλάδα, για την υποστήριξη, συμμετοχή και συνεισφορά τους. Η ερευνητική μελέτη βασίστηκε σε συλλογή δεδομένων και σε συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά κύριο λόγο από την Κωνσταντίνα Λειβαδίτη, εξωτερική ερευνητική συνεργάτιδα του Safe Passage. Μεταγενέστερες συνεντεύξεις για επικαιροποίηση και η ανάλυση των φακέλων των υποθέσεων πραγματοποιήθηκαν από την Ελιάννα Κονιάλη και την Αθανασία Σταθοπούλου. Οι κατωτέρω δικηγόροι (με αλφαβητική σειρά) από τους ξενώνες για ασυνόδευτα παιδιά της PRAKSIS έδωσαν συνεντεύξεις και βοήθησαν σημαντικά με εξηγήσεις και διευκρινίσεις σχετικά με το δείγμα της έρευνας: Αλεξία Δεσύπρη, Αρχοντία Καραχασάνη, Χριστίνα Καρυώτη, Μάγδα Κουκούτση, Ευμορφία Μανταφούνη, Δημήτρης Μουρλούκος, Αντωνία Μουστάκα, Δήμητρα Μουστάκα, Ελισάβετ Νικολακοπούλου, Σοφία Παπαδοπούλου, Πατρίκιος Πατρικουνάκος και Φωτεινή Πατσιαντού. Οι κατωτέρω επαγγελματίες ψυχικής υγείας της PRAKSIS έδωσαν συνεντεύξεις για την ψυχολογική επίδραση της διαδικασίας στα παιδιά και τις ευαλωτότητες τους και συνέβαλαν με σημαντικά στοιχεία: Νίκη Βουδούρη και Φοίβος Κολοβός. * Οι παραπάνω αναφορές στο προσωπικό του Safe Passage και στο προσωπικό της PRAKSIS αφορούν τις αρμοδιότητές τους κατά τη στιγμή της συμμετοχής του κάθε ατόμου στη διάρκεια υλοποίησης του ερευνητικού έργου Θερμές ευχαριστίες στο καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Ιωάννη Παπαγεωργίου για τη βοήθεια στη μετάφραση του παρόντος από την αγγλική γλώσσα.

Επίσης ευχαριστούμε ιδιαίτερα την Σίσσυ Λεβαντή, πρώην Συντονίστρια Ξενώνων για ασυνόδευτα

1

Το εισαγωγικό μέρος «1. Σχετικά με το Safe Passage και την PRAKSIS: Ιστορικό και Συνεργασία» συντάχθηκε από κοινού από την Σάντη Πρωτογέρου, την Beth Gardiner-Smith, την Ελιάννα Κονιάλη και την Αθανασία Σταθοπούλου. Τα στατιστικά και άλλα δεδομένα για την PRAKSIS βασίζονται στα αντίστοιχα δεδομένα σχετικά με τις δράσεις της PRAKSIS έως και την 20/4/2018, που παρέσχε το προσωπικό της PRAKSIS.

2 Κεφάλαια Ι) 3 και ΙΙ) 1, 2 και 3. εκτός από το υποενότητα του κεφαλαίου II) 3. «Σιωπηρή αποδοχή: νομικές διατάξεις και παρατηρούμενη πρακτική» που συντάχθηκε από την Α. Σταθοπούλου.


ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΥΒΛΙΝΟΥ

Σχετικά με τη PRAKSIS και το Safe Passage

............................................................................................ Η PRAKSIS είναι ένας από τους μεγαλύτερους φορείς παιδικής προστασίας και διαχειριστές ξενώνων για ασυνόδευτα παιδιά στην Ελλάδα. Από το 2014 έχει διαχειρισθεί δεκατέσσερις ξενώνες για ασυνόδευτα παιδιά. Η λειτουργία των ξενώνων της PRAKSIS βασίζεται σε ένα ολιστικό μοντέλο που εξασφαλίζει την πρόσβαση σε αξιοπρεπή διαμονή, διατροφή, εκπαίδευση και ιατρική φροντίδα και περιλαμβάνει την εντός των δομών παροχή υπηρεσιών μέριμνας, την ψυχοκοινωνική, ψυχολογική και νομική συνδρομή καθώς και ψυχαγωγικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Από τον Ιανουάριο του 2014 έως τις 20 Απριλίου 2018, η οργάνωση φιλοξένησε συνολικά 2.636 ασυνόδευτα παιδιά σε ξενώνες όπου εντεταλμένοι δικηγόροι της PRAKSIS παρείχαν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση σε συνολικά περισσότερες από 400 περιπτώσεις οικογενειακής επανένωσης για ασυνόδευτα παιδιά στο πλαίσιο του Κανονισμού "Δουβλίνο ΙΙΙ". Έως και τις 20 Απριλίου 2018, πάνω από τις μισές (58%) από τις περιπτώσεις αυτές έγιναν δεκτές από τα κράτη αναδοχής, το 15% ήταν εκκρεμείς, το 6% είχαν απορριφθεί οριστικά και το 4% είχαν κλείσει λόγω του ότι τα παιδιά απέσυραν την αίτησή τους ή για άλλους λόγους. Στο 17% των περιπτώσεων οι διαδικασίες διακόπηκαν καθώς τα παιδιά διέφυγαν και κατέφυγαν σε παράτυπες διαδικασίες για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Το Safe Passage είναι μια μη κερδοσκοπική φιλανθρωπική οργάνωση που εργάζεται για να προσφέρει ασφαλείς και νόμιμες οδούς σε πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο στην Ευρώπη, μέσω ενός εξαιρετικά αποτελεσματικού συνδυασμού νομικών ενεργειών, στρατηγικού νομικού σχεδιασμού (strategic litigation) και πολιτικής συνηγορίας. Το Safe Passage ξεκίνησε το έργο του το φθινόπωρο του 2015, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλία στον άτυπο καταυλισμό της «ζούγκλας του Calais» για τον εντοπισμό ασυνόδευτων παιδιών που θα μπορούσαν να είναι επιλέξιμα για οικογενειακή επανένωση στο πλαίσιο του Κανονισμού «Δουβλίνο III». Σε συνεργασία με νομικούς συνεργάτες από τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, το Safe Passage κατήγγειλε με επιτυχία την αποτυχία των βρετανικών και γαλλικών αρχών να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους, βάσει του Δουβλίνου ΙΙΙ, και να διασφαλίσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των ασυνόδευτων παιδιών. Το έργο της οργάνωσης σε συνεργασία με νομικούς επεκτάθηκε στη συνέχεια από τη Βόρεια Γαλλία, στην Ελλάδα και την Ιταλία,

όπου η οργάνωση συνέχισε να ανοίγει και να ενισχύει διόδους οικογενειακής επανένωσης προς άλλες χώρες της Ευρώπης σε συνεργασία με δικηγόρους και τοπικές ΜΚΟ. Ενώ πολλές οργανώσεις παρέχουν βοήθεια σε πρόσφυγες κατά το ταξίδι τους ή αποκλειστικά σε χώρες προέλευσης, αναχώρησης, διέλευσης ή άφιξης, το Safe Passage λειτουργεί διακρατικά για να παράσχει νόμιμες και ασφαλείς διόδους σε άτομα που χρειάζονται προστασία, κυρίως παιδιά. Η οργάνωση αποσκοπεί να βελτιώσει τις μακροπρόθεσμες λύσεις για ευάλωτα άτομα, προσφέροντας πρόσβαση σε ασφαλείς και νόμιμες διαδρομές. Μέσα από τη δουλειά μας, επιδιώκουμε να εντοπίσουμε τάσεις, κενά και αδυναμίες της διαδικασίας ως πηγή πληροφόρησης για τομείς για στρατηγικό νομικό σχεδιασμό, ενημερωτικές καμπάνιες και συνηγορία. Το έργο του Safe Passage στη Γαλλία, την Ελλάδα και την Ιταλία στηρίζεται σε πολλές ζωτικές σχέσεις συνεργασίας, που συνδράμουν στην ανάπτυξη ενός διεθνούς δικτύου επαγγελματιών που ασχολούνται με τα μετακινούμενα παιδιά. Το Safe Passage διευκολύνει τη συνεργασία, παραδίδει επιμορφωτικά σεμινάρια και προσφέρει τις δυνατότητες για ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και τεχνογνωσίας και, με τον τρόπο αυτό, στοχεύει στην ενίσχυση της ανταπόκρισης φορέων ανά την Ευρώπη, ώστε περισσότερα παιδιά να μπορούν να φθάσουν σε ασφαλές καταφύγιο. Από τη στιγμή που το Safe Passage άρχισε να δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, το 2016, υποστήριξε ενεργά τη μεταφορά ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο στο πλαίσιο του Δουβλίνου III και άλλων νομικών διαδικασιών. Επίσης προσέφερε στην ανάπτυξη τεχνογνωσίας σε θέματα οικογενειακής επανένωσης μεταξύ νομικών, φορέων και ΜΚΟ στην Ελλάδα. Από την έναρξη λειτουργίας του στην Ελλάδα το 2016, το Safe Passage έχει οργανώσει εννέα σεμινάρια κατάρτισης σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, εκπαιδεύοντας συνολικά 321 δικηγόρους και χειριστές και συμβάλλοντας έτσι στην καλύτερη λειτουργία του Δουβλίνου ΙΙΙ και άλλων ασφαλών και νόμιμων οδών για ασυνόδευτα παιδιά.

4


CAUGHT IN THE MIDDLE

5

Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ SAFE PASSAGE ΚΑΙ PRAKSIS Μετά τη έναρξη της δραστηριοποίησής του στην Ελλάδα το 2016, το Safe Passage και η PRAKSIS συνεργάσθηκαν επανειλημμένα σε περίπλοκες περιπτώσεις ασυνόδευτων παιδιών με προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο που φιλοξενούνταν σε ξενώνες της PRAKSIS, επιτυγχάνοντας εν τέλει θετικά αποτελέσματα μέσω της συνεργασίας αυτής. Ειδικότερα, το Safe Passage έφερε σε επαφή τους δικηγόρους της PRAKSIS που ήταν υπεύθυνοι για τις υποθέσεις αυτές με τους νομικούς συνεργάτες του Safe Passage στο Ηνωμένο Βασίλειο, διευκολύνοντας τη μεταξύ τους συνεργασία, κάτι που έπραξε και με αρκετές άλλες ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στον τομέα των προσφύγων. Η εντατική συνεργασία μεταξύ των δικηγόρων της PRAKSIS και των νομικών συνεργατών του Safe Passage στο Ηνωμένο Βασίλειο (που, σε κάποιες περιπτώσεις, περιλάμβανε και προσφυγή σε δικαστική διαδικασία στο Ηνωμένο Βασίλειο), οδήγησε στην επανένωση των παιδιών με μέλη της οικογένειάς τους στη χώρα αναδοχής. Αυτή η γόνιμη συνεργασία μεταξύ του Safe Passage και της PRAKSIS σε συνδυασμό με το έντονο ενδιαφέρον, δέσμευση και δράση και των δύο οργανώσεων προς την κατεύθυνση της οικογενειακής επανένωσης ασυνόδευτων παιδιών και της προστασίας των δικαιωμάτων τους αποτέλεσε τη βάση για να προχωρήσουμε με το παρόν κοινό ερευνητικό πρόγραμμα. Δεδομένου του πρωταγωνιστικού ρόλου της PRAKSIS στην Ελλάδα σε ό, τι αφορά την παροχή στέγης σε ασυνόδευτα παιδιά, κρίθηκε ότι η οργάνωση αυτή ήταν κατάλληλη για να παράσχει στοιχεία σχετικά με τις υποθέσεις ασυνόδευτων παιδιών στο πλαίσιο του Δουβλίνου. Όλες οι περιπτώσεις επιλέχθηκαν από το προσωπικό της PRAKSIS μεταξύ των φακέλων που είχε στη διάθεσή της, βάσει κριτηρίων που καθορίστηκαν από κοινού από τις οργανώσεις PRAKSIS και το Safe Passage. Ένας εξωτερικός συνεργάτης του Safe Passage και, στη συνέχεια, το προσωπικό του Safe Passage, πήραν συνεντεύξεις από το προσωπικό της PRAKSIS βάσει ερωτηματολογίου που προετοίμασε το Safe Passage σε συμφωνία με την PRAKSIS. Το Safe Passage πήρε επίσης συνέντευξη από επαγγελματίες ψυχικής υγείας της PRAKSIS σε σχέση με την ψυχολογική επίδραση της διαδικασίας του Δουβλίνου στα παιδιά

και τη σχετική ευαλωτότητά τους. Η ανάλυση των περιπτώσεων και η σύνταξη της σχετικής μελέτης και της (παρούσας) συνοπτικής περίληψης έγινε από το προσωπικό του Safe Passage με βάση σχέδιο που είχε από κοινού συμφωνηθεί με την PRAKSIS. Το τελικό προϊόν αυτής της κοινής έρευνας έχει ενσωματώσει τα σχόλια και την συμβολή του προσωπικού της PRAKSIS και αντιπροσωπεύει και τις δύο οργανώσεις. Σε καθημερινή βάση, η PRAKSIS και το Safe Passage γίνονται μάρτυρες του πώς η μακροχρόνια αναμονή, οι ελλείψεις του συστήματος του Δουβλίνου και οι καταστροφικές συνέπειες του χωρισμού από την οικογένειά τους τροφοδοτούν την αγωνία των ασυνόδευτων παιδιών που περιμένουν να επανενωθούν με τις οικογένειες τους στην Ευρώπη. Σε πολλές περιπτώσεις και οι δύο οργανώσεις έχουν αναδείξει την ανάγκη για βελτιώσεις, σε πανευρωπαϊκή βάση, της εφαρμογής του Δουβλίνου III που αποτελεί μία από τις βασικές προκλήσεις για την προστασία και την ένταξη των παιδιών που ζητούν άσυλο. Η μελέτη αυτή χρησιμεύει ως βάση για τη διατύπωση κοινών συστάσεων σε ενωσιακό, διακρατικό και εθνικό επίπεδο και περαιτέρω κοινές δράσεις συνηγορίας για την εξασφάλιση ενισχυμένων συστημάτων προστασίας προς το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών και για τη προστασία του δικαιώματός τους σε οικογενειακή επανένωση.


ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΥΒΛΙΝΟΥ

Σκοπός και ιστορικό πλαίσιο της έρευνας

............................................................................................ Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2018, η Ελλάδα δέχθηκε σχεδόν τις μισές από το σύνολο των μεταναστευτικών αφίξεων παιδιών που έφθασαν στην Ευρώπη. Τα παιδιά αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα αντιπροσωπεύουν το 37% των συνολικών αφίξεων στη χώρα, ποσοστό κατά πολύ σημαντικότερο σε σύγκριση με άλλες μεσογειακές χώρες πρώτης άφιξης (17% για την Ιταλία και 16% για την Ισπανία).3 Επιπλέον, ένας αυξανόμενος αριθμός παιδιών ταξιδεύουν μόνα τους, χωρίς γονέα ή νόμιμο κηδεμόνα, προσπαθώντας να επανενωθούν με μέλη της οικογένειάς τους που κατοικούν ήδη σε κράτη μέλη της ΕΕ. Μεταξύ Ιανουαρίου 2016 και Νοεμβρίου 2018 καταγράφηκαν επισήμως 17.199 αφίξεις ασυνόδευτων παιδιών στην Ελλάδα. Στις 15 Δεκεμβρίου 2018, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι στη χώρα4 ανέρχονταν σε 3,881 άτομα.5 Με δεδομένο ότι σε όλη την Ελλάδα συνολικά υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό (15 Δεκεμβρίου 2018) μόνο 1.219 θέσεις σε 54 ξενώνες ασυνόδευτων παιδιών που λειτουργούν ΜΚΟ και σε 5 διαμερίσματα ημι-ανεξάρτητης διαβίωσης, λιγότερο από το ένα τρίτο των παιδιών αυτών έχουν πρόσβαση σε κατάλυμα με μακροπρόθεσμη προοπτική: τον Δεκέμβριο του 2018,6 2,0947 από τα παιδιά αυτά ζούσαν εκτός μόνιμων καταλυμάτων (ξενώνες και διαμερίσματα ημι-ανεξάρτητης διαβίωσης) αλλά και χωρίς προσωρινή στέγη (ασφαλείς ζώνες ή ξενοδοχεία έκτακτης ανάγκης). Μετά τη λήξη του προγράμματος μετεγκατάστασης της ΕΕ, στα τέλη του 2017, ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ παρέμεινε η μόνη νόμιμη οδός για να μπορέσουν οι αιτούντες άσυλο να ασκήσουν το δικαίωμά τους στην οικογενειακή ζωή. Σύμφωνα με το ECRE και το AIRE Centre, «η χρήση της διαδικασίας του

Δουβλίνου από την Ελλάδα υπήρξε μια από τις πιο επιτυχημένες, σε επίπεδο ΕΕ, ως προς τον αριθμό των εξερχόμενων αιτήσεων σε σχέση με τις πραγματοποιηθείσες μεταφορές».8 Παρόλα αυτά, η συνολική εφαρμογή χαρακτηρίζεται από μακρόχρονες διαδικασίες, μόνιμη έλλειψη πρόσβασης σε αποτελεσματική προστασία και άλλες λειτουργικές ελλείψεις,9 που, μαζί με τις ανομοιογενείς και αμφισβητήσιμες πρακτικές από μέρους διαφόρων κρατών μελών, εμποδίζουν, σε μόνιμη βάση, την αποτελεσματική υλοποίηση του δικαιώματος στην οικογενειακή επανένωση.

Η μελέτη αυτή έρχεται σε κρίσιμη χρονική στιγμή: ο συνεχιζόμενος μεγάλος αριθμός αφίξεων στις ακτές της Ευρώπης ασκεί έντονη πίεση στα εθνικά συστήματα υποδοχής ενώ το πλαίσιο του Δουβλίνου ΙΙΙ έχει αποδειχθεί αναποτελεσματικό, από μόνο του, για την ελάφρυνση αυτής της πίεσης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Ελλάδα. Οι δομές Πρώτης Υποδοχής, όπως της Λέσβου και της Σάμου, λειτουργούν πλέον στο 250% της χωρητικότητάς τους10 και οι αιτούντες άσυλο αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο να παραμένουν για παρατεταμένο διάστημα σε υπερπλήρεις δομές και κάτω από εξαιρετικά επισφαλείς συνθήκες καθώς και υπό περιορισμούς της ελευθερίας τους στα νησιά στο πλαίσιο των διαδικασιών συνόρων και των άλλων διαδικασιών που εφαρμόζονται μετά την Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας.

Εν τω μεταξύ, η είσοδος προσφύγων και μεταναστών μέσω των ελληνοτουρκικών χερσαίων συνόρων του Έβρου αυξάνεται από το 2016:

3

UNICEF, Refugee and Migrant Crisis in Europe Humanitarian Situation Report No. 28, January – June 2018, στο: https://www.unicef.org/eca/sites/unicef.org.eca/files/sitreprandm.pdf [τελευταία πρόσβαση 10 Αυγούστου 2018]

4 Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), Ενημέρωση Κατάστασης: Ασυνόδευτα παιδιά στην Ελλάδα, 15 Δεκεμβρίου 2018, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://ekkadashboard.files.wordpress.com/2018/12/EKKA-Dashboard-15-12-2018.pdf Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει 310 παιδιά χωρισμένα από την οικογένειά τους, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του ΕΚΚΑ. 5

Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει 310 παιδιά χωρισμένα από την οικογένειά τους, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του ΕΚΚΑ.

6

Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), Ενημέρωση Κατάστασης: Ασυνόδευτα παιδιά στην Ελλάδα, 15 Δεκεμβρίου 2018, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://ekkadashboard.files.wordpress.com/2018/12/EKKA-Dashboard-15-12-2018.pdf

7

Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει 310 χωρισμένα από την οικογένειά τους παιδιά σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του ΕΚΚΑ.

8

ECRE & AIRE Centre, With Greece: Recommendations for refugee protection, Ιούλιος 2016, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.ecre.org/wp-content/uploads/2016/07/With-Greece.pdf [τελευταία πρόσβαση 13 Αυγούστου 2018]

9 Βλέπε για παράδειγμα: UNHCR, Left in Limbo: UNHCR Study on the Implementation of the Dublin III Regulation, August 2017, διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.refworld.org/docid/59d5dcb64.html [τελευταία πρόσβαση 11 Αυγούστου 2018] 10

United Nations Children’s Fund (UNICEF), Refugee and Migrant Crisis in Europe Humanitarian Situation Report No. 28, January – June 2018, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.unicef.org/eca/sites/unicef.org.eca/files/sitreprandm.pdf [τελευταία πρόσβαση 10 Αυγούστου 2018]

7


CAUGHT IN THE MIDDLE

8

μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου 2018 εισήλθαν από εκεί 8.300 άτομα11 επιβαρύνοντας περαιτέρω τις δυνατότητες υποδοχής από τις Αρχές στην περιοχή. Μετά την απότομη αύξηση των αιτήσεων ασύλου που υποβλήθηκαν από το 2016 στην Ελλάδα, η χώρα έχει το μεγαλύτερο συντελεστή αιτούντων άσυλο ανά κάτοικο μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και όπως σημειώνει η Ελληνική Υπηρεσία Ασύλου «αυτή η δυσανάλογη επιβάρυνση έχει ως αποτέλεσμα, αναπόφευκτα, καθυστερήσεις που μπορούν να παρατηρηθούν σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ασύλου».12 Το 2017, η Ελλάδα κατατάχθηκε επίσης τρίτη σε ολόκληρη την ΕΕ ως προς τον συνολικό αριθμό αιτήσεων ασύλου που υπέβαλαν ασυνόδευτα παιδιά, ακολουθώντας την Ιταλία και τη Γερμανία.13 Η έρευνά μας αναλύει τις ελλείψεις που διαπιστώνονται σε σχέση με τα ασυνόδευτα παιδιά και τις διαδικασίες οικογενειακής επανένωσης. Αυτή η έρευνα στοχεύει στην ανάλυση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών οικογενειακής επανένωσης βάσει του Δουβλίνου ΙΙΙ για μια συγκεκριμένη ομάδα, τα ασυνόδευτα παιδιά που αποτελούν μερικούς από τα πιο ευάλωτους αιτούντες. Η μελέτη αναλύει ογδόντα περιπτώσεις παιδιών που φιλοξενούνταν σε δεκατρείς ξενώνες της PRAKSIS σε όλη την Ελλάδα και που έζησαν τη διαδικασία οικογενειακής επανένωσης του Δουβλίνου και περιγράφει τις διαφορετικές πορείες τους μέσα στο σύστημα, βοηθώντας την περιγραφή των ανεπαρκειών που οδηγούν σε παιδιά να περιμένουν μήνες, συχνά για περισσότερο από ένα χρόνο, για να επανενωθούν με την οικογένειά τους. Όσον αφορά το χρονικό πλαίσιο της έρευνας, αυτή καλύπτει περιπτώσεις ασυνόδευτων παιδιών που έφθασαν στην Ελλάδα μεταξύ Μαΐου 2015 και Σεπτεμβρίου 2017 και τα αιτήματα ασύλου τους καταγράφηκαν μεταξύ Δεκεμβρίου 2015 έως Νοεμβρίου 2017. Η πλειοψηφία των παιδιών έφθασαν και υπέβαλαν αιτήματα ασύλου το 2016.

πρακτικές και να εξετάσει πώς αυτές εξυπηρετούν ή επηρεάζουν το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών. Στο μέτρο του δυνατού, η μελέτη επιδιώκει επίσης να επισημάνει τυχόν συστηματικές συμπεριφορές κρατών μελών και να υπογραμμίσει τις πρακτικές εκείνες (προκύπτουσες ακόμη και από μεμονωμένες περιπτώσεις) που παρεμποδίζουν σοβαρά την, ή συμβάλλουν στην, ομαλή εφαρμογή των διαδικασιών οικογενειακής επανένωσης στο πλαίσιο του Δουβλίνου III. Ελπίζουμε ότι τα ζητήματα που επισημαίνονται στην παρούσα έκθεση θα χρησιμεύσουν για την υποστήριξη της πλήρους εφαρμογής των δικαιωμάτων των παιδιών εν όψει του μελλοντικού πλαισίου του Δουβλίνου IV. Δεδομένης της ιδιαίτερης εστίασης της έρευνας στα ασυνόδευτα παιδιά, η ανάλυση των περιπτώσεων γίνεται με βάση τις γενικές και ειδικές απαιτήσεις που προβλέπονται από το Δουβλίνο ΙΙΙ για την επανένωση ασυνόδευτων παιδιών, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το ισχύον διεθνές νομικό πλαίσιο. Έτσι, χρησιμοποιώντας τις υπό εξέταση περιπτώσεις, αξιολογείται η λειτουργικότητα του συστήματος του Δουβλίνου ΙΙΙ υπό το φως του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και του δικαιώματος στην οικογενειακή ενότητα για να συμπεράνουμε κατά πόσον αυτοί οι παράγοντες συνιστούν όντως «πρωταρχικό μέλημα» κατά την εφαρμογή στη πράξη του Κανονισμού Δουβλίνο III, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις του Κανονισμού. Επιπλέον, η έρευνα προσπαθεί να οδηγήσει στην καλύτερη κατανόηση των κυριότερων λόγων για τους οποίους κάποιες αιτήσεις γίνονται δεκτές, άλλες απορρίπτονται ή καθυστερούν, διαφοροποιούνται οι πρακτικές και τα αποδεικτικά πρότυπα (standards), εξετάζοντας τα παραπάνω σε δεκατέσσερα κράτη αναδοχής14 ενώ ταυτόχρονα εντοπίζονται προκλήσεις, πιθανά προβλήματα και βέλτιστες πρακτικές.

Μελετώντας τη λειτουργικότητα αυτών των διαδικασιών για μια συγκεκριμένη ομάδα ασυνόδευτων παιδιών στην Ελλάδα, η παρούσα έκθεση στοχεύει να επισημάνει τις σημερινές

11

UNHCR, Europe Monthly Report – June 2018, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://data2.unhcr.org/en/documents/download/65078 [τελευταία πρόσβαση 12 Αυγούστου 2018]

12

http://asylo.gov.gr/en/wp-content/uploads/2018/01/Press-Release-25.1.2018.pdf

13

Από τις 31.400 αιτήσεις ασύλου ασυνόδευτων παιδιών που καταχωρήθηκαν συνολικά σε ολόκληρη την ΕΕ το 2017, ο μεγαλύτερος αριθμός καταγράφηκε στην Ιταλία (πάνω από 10.000 αιτήσεις ασύλου ασυνόδευτων παιδιών ή 32% του συνόλου στην ΕΕ), ακολουθούμενη από τη Γερμανία (9.100 ή 29%), την Ελλάδα (2.500 ή 8%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (2.200 ή 7%). Στοιχεία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, https://ec.europa.eu/eurostat/documents/2995521/8895109/3-16052018-BP-EN.pdf / ec4cc3d7-c177-4944-964f-d85401e55ad9

14

Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Σουηδία, Ελβετία, Νορβηγία, Δανία, Κάτω Χώρες, Βέλγιο, Αυστρία, Ιταλία, Ισπανία, και Φινλανδία.


ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΥΒΛΙΝΟΥ

Κύρια ευρήματα

............................................................................................ Η πλειονότητα των ογδόντα περιπτώσεων που αναλύθηκαν στη μελέτη αυτή υποβλήθηκαν σε διαδικασία επανεξέτασης, και μάλιστα οι περισσότερες από αυτές πάνω από μια φορά, κάτι που δείχνει ότι ο δρόμος προς την οικογενειακή επανένωση δεν είναι καθόλου απλός και ευθύς, παρότι όλα τα παιδιά του δείγματος είχαν πρόσβαση σε μέριμνα και νομική εκπροσώπηση.15 Έως και τις 20 Απριλίου 2018, το 66% των περιπτώσεων είχαν γίνει δεκτές και είτε τα παιδιά είχαν ήδη μεταφερθεί στο κράτος αναδοχής είτε εκκρεμούσε η μεταφορά τους, ενώ στο 15% των περιπτώσεων το αίτημα απορρίφθηκε και έκλεισε. Σε ό, τι αφορά τις υπόλοιπες περιπτώσεις, περίπου στις μισές αναμενόταν η απάντηση του κράτους αναδοχής και στις άλλες μισές, τα παιδιά είχαν διαφύγει.16 Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι μόνο 21 περιπτώσεις (το 26%) έγιναν δεκτές αμέσως, (με τη πρώτη υποβολή αιτήματος), από τα κράτη αναδοχής.17 Εμβληματική ήταν η περίπτωση ενός παιδιού για το οποίο το αίτημα απορρίφθηκε πέντε φορές πριν εγκριθεί τελικά. ΕΥΑΛΩΤΟΤΗΤΑ Ανεξάρτητα από ηλικίες, χώρες προέλευσης και συχνά πολύ διαφορετικές εμπειρίες, υπάρχει ένας σαφής κοινός παρονομαστής: όλα τα παιδιά ήταν εξαιρετικά ευάλωτα λόγω του ότι ήταν παιδιά που βρίσκονταν μόνα τους σε μια ξένη χώρα και ήταν αιτούντες άσυλο. Επιπλέον, η έρευνα έδειξε ότι όλα τα παιδιά είχαν βιώσει τραυματικές εμπειρίες – στη χώρα καταγωγής τους, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους προς την Ελλάδα ή και τα δύο - μια πραγματικότητα που επιδείνωσε περαιτέρω την ευαλωτότητά τους και είχε εκτεταμένες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική τους υγεία. Τα παιδιά συχνά εμφάνισαν περαιτέρω ευαλωτότητα κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Ελλάδα σε ακατάλληλες συνθήκες υποδοχής. Ακολούθως, επιπλέον ευαλωτότητες παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στους ξενώνες της PRAKSIS, οι οποίες, σύμφωνα με τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας της PRAKSIS, σχετίζονταν με τις

15

Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους σε ξενώνες της PRAKSIS.

16

10% των παιδιών (οκτώ περιπτώσεις) διέφυγαν.

μακρόχρονες καθυστερήσεις, την αβεβαιότητα ως προς το αποτέλεσμα της διαδικασίας επανένωσης ή την απόρριψη του αιτήματος οικογενειακής τους επανένωσης. Όλα τα παραπάνω είχαν σημαντικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη και την ευημερία τους ενώ επηρέασαν αρνητικά την εμπιστοσύνη τους προς τις κρατικές Αρχές και το ίδιο το σύστημα οικογενειακής επανένωση του Δουβλίνου. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΟΡΩΝ (ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΣΥΛΟΥ) Η μελέτη εντόπισε επίσης συστημικά προβλήματα μέσα στην Ελλάδα που εμποδίζουν την εφαρμογή της οικογενειακής επανένωσης στο πλαίσιο του Δουβλίνου III. Το σύστημα υποδοχής, ειδικά στα νησιά, μαστίζεται από ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό. Τούτο έχει σημαντικές επιπτώσεις στις περιπτώσεις ασυνόδευτων παιδιών, που συχνά δεν βρίσκουν την κατάλληλη ανταπόκριση από το κράτος με βάση τις ειδικές ανάγκες τους, και των οποίων η καταγραφή στα κέντρα υποδοχής δεν τίθεται σε προτεραιότητα. Οι ελλείψεις σε προσωπικό και η σημαντική πίεση που αντιμετωπίζει το ελληνικό σύστημα ασύλου συμβάλλουν επίσης σε πολλά προβλήματα που παρατηρούνται σε όλη τη διαδικασία ασύλου. Η διαδικασία οικογενειακής επανένωσης δυσχεραίνεται λόγω της μόνιμης απουσίας ενός αποτελεσματικού συστήματος επιτροπείας και λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων πρόσβασης των παιδιών σε συνεπή και συστηματική νομική συνδρομή. Σε επανειλημμένες περιπτώσεις, διαπιστώθηκε συμμετοχή, διαδοχικά, πολλών νομικών εκπροσώπω,18 προκαλώντας σοβαρά ζητήματα συντονισμού και αποτελεσματικότητας των ενεργειών. Γενικά, το ελληνικό πλαίσιο δεν διευκολύνει την άμεση πρόσβαση των παιδιών σε νομική συνδρομή. Ωστόσο, τα παιδιά που τοποθετούνται σε ξενώνες έχουν γενικά στη διάθεσή τους νομική συνδρομή. Και οι ογδόντα περιπτώσεις που εξετάστηκαν στη παρούσα μελέτη είχαν πρόσβαση σε νομική συνδρομή κατά τη διάρκεια της παραμονής τους σε ξενώνες της PRAKSIS.

17

Τέσσερις άλλες έγιναν δεκτές βάσει σιωπηρής αποδοχής. Συνολικά οι αποδοχές που δεν υποβλήθηκαν στο στάδιο επανεξέτασης αφορούσαν 25 περιπτώσεις.

18 Για τους σκοπούς αυτής της μελέτης, ο όρος «νομικός εκπρόσωπος» περιγράφει την ιδιότητα του δικηγόρου που ενεργεί κατόπιν εξουσιοδότησης του Εισαγγελέα Ανηλίκων, στο πλαίσιο συγκεκριμένων δράσεων νομικής συνδρομής που περιλαμβάνονται στην εξουσιοδότηση, συμπεριλαμβανομένης και της εκπροσώπησης σε πράξεις όπως η υποβολή αίτησης για λογαριασμό του παιδιού. Ο «νομικός εκπρόσωπος» λειτουργεί ως δικηγόρος του παιδιού και, κατά κανόνα, ως εκπρόσωπός του στη διαδικασία του Δουβλίνου, σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική στην Ελλάδα.

10


CAUGHT IN THE MIDDLE

11

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΑΤΩΝ Επανειλημμένα παρατηρήθηκε περιορισμένη συνεργασία και παροχή πληροφοριών μεταξύ του κράτους αποστολής και του κράτους αναδοχής, σε διάφορα στάδια της διαδικασίας. Η έρευνα συχνά διαπίστωσε ανεπάρκειες στη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών, αν και παρατήρησε και ορισμένα θετικά παραδείγματα διακρατικής συνεργασίας. Η συνεργασία μεταξύ των δικηγόρων/νομικών εκπροσώπων από την PRAKSIS και της Εθνικής Μονάδας Δουβλίνου περιγράφεται γενικά ως θετική. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι, αν και δεν παρατηρήθηκε επίσημη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών προστασίας ανηλίκων στα κράτη αποστολής και αναδοχής ή επίσημη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών/υπηρεσιών/ΜΚΟ για την αξιολόγηση και την επακόλουθη διοχέτευση πληροφοριών μέσω αλληλογραφίας μεταξύ των κρατών μελών,19 διαπιστώθηκε, σε σχεδόν 20% των περιπτώσεων, μια άτυπη και ευέλικτη συνεργασία μεταξύ ΜΚΟ ή άλλων (κοινωνικών και νομικών) φορέων εμπλεκομένων στην υπόθεση στο κράτος αποστολής και αναδοχής, χωρίς συμμετοχή ή πρωτοβουλία των κρατών. Το δείγμα της έρευνας διαπίστωσε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες προβλημάτων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας οικογενειακής επανένωσης στο πλαίσιο του Δουβλίνου ΙΙΙ: • Καθυστερήσεις κυρίως λόγω περιορισμών ανθρώπινου δυναμικού ή πολύπλοκες και υπερβολικά μακρές διοικητικές πρακτικές και διαδικασίες απόδειξης. • Υπερβολικές απαιτήσεις αποδεικτικών στοιχείων. • Έλλειψη προτεραιοποίησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. • Ανομοιογενής ερμηνεία των νομικών διατάξεων. ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Ο Κανονισμός του Δουβλίνου ΙΙΙ θέτει τους 11 μήνες ως ανώτατο χρονικό πλαίσιο στα κράτη μέλη για την ολοκλήρωση όλων των σταδίων της διαδικασίας οικογενειακής επανένωσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι στην περίπτωση ευάλωτων, ασυνόδευτων παιδιών, η ταχύτητα είναι ζωτικής σημασίας για την ευημερία τους. Το δείγμα της έρευνας έδειξε ότι υπάρχει σαφής ανάγκη αντιμετώπισης των παιδιών προσφύγων πρώτα από όλα ως παιδιά, τηρώντας

όλες τις σχετικές εγγυήσεις, ωστόσο τούτο αποτελεί σήμερα την εξαίρεση μάλλον και όχι τον κανόνα. Το σχετικό ευρωπαϊκό και διεθνές νομικό πλαίσιο και η νομολογία πρέπει να γίνονται σεβαστά ανά πάσα στιγμή. Παρόλα αυτά, πολυάριθμα παραδείγματα, υποθέσεων που εξετάστηκαν στο πλαίσιο αυτής της έκθεσης δείχνουν ότι η διαδικασία οικογενειακής επανένωσης αντιμετωπίζει προσκόμματα από συνεχείς καθυστερήσεις εμφανείς σε κάθε βήμα της διαδικασίας, πιο συχνά κατά την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και στα στάδια επανεξέτασης. Η όλη διαδικασία, από την άφιξη στην Ελλάδα έως ότου πραγματοποιηθεί η μεταφορά, κρατά κατά μέσο όρο 477 ημέρες, δηλαδή περίπου 16 μήνες. Στο 82% από τις 45 περιπτώσεις στις οποίες η μεταφορά είχε ήδη πραγματοποιηθεί, η συνολική περίοδος αναμονής ξεπέρασε το ένα έτος και σε σχεδόν 30% από αυτές τα παιδιά περίμεναν πάνω από ενάμιση χρόνο. Σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, οι αιτίες καθυστέρησης σχετίζονται με την υπερβολική πίεση στο σύστημα ασύλου λόγω των αυξημένων αφίξεων, που πλήττει άμεσα τα παιδιά. Συγκεκριμένα, η έλλειψη μιας λειτουργικής πρακτικής καταγραφής κατά την πρώτη υποδοχή και η απουσία ενός μηχανισμού συστηματικής προτεραιοποίησης για τη υποβολή αιτήματος ασύλου από ασυνόδευτα παιδιά παρεμπόδισαν επανειλημμένα την άμεση και κατάλληλη πρόσβαση στην ενημέρωση και την νομική συνδρομή και οδήγησαν σε καθυστέρηση πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου και έναρξης της διαδικασίας οικογενειακής επανένωσης. Κατά το στάδιο υποβολής του αιτήματος αναδοχής (σ.σ. εξερχόμενου), η έλλειψη επαρκών ανθρώπινων πόρων στην Εθνική Μονάδα Δουβλίνου επηρέασε συχνά την ικανότητά της να αποστέλλει σύντομα σχετικά αιτήματα. Ωστόσο, καθυστερήσεις που υπερβαίνουν το τρίμηνο διαπιστώθηκαν σε μάλλον περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων και θα πρέπει να αποδίδονται κυρίως στον υπερβολικό φόρτο εργασίας της Εθνικής Μονάδας Δουβλίνου ή σε ζητήματα συντονισμού με τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου, διαδικαστικές ελλείψεις στην πρώτη υποδοχή, καθυστερημένη υποβολή των γραπτών συναινέσεων κλπ. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα ερωτώμενα κράτη (σ.σ. κράτη αναδοχής) τήρησαν το προβλεπόμενο χρονικό όριο απάντησης στα αιτήματα αναδοχής. Όταν το όριο αυτό ξεπεράσθηκε, η επίκληση της διάταξης για σιωπηρή αποδοχή του αιτήματος20 ενεργοποιήθηκε κατά κανόνα μόνο στις περιπτώσεις εξαιρετικά μεγάλων καθυστερήσεων. Στις περιπτώσεις με μικρότερη καθυστέρηση, η Εθνική Μονάδα Δουβλίνου

19 Αυτή η μορφή συνεργασίας προβλέπεται στο άρθρο 12(1) του Εφαρμοστικού Κανονισμού (ΕΚ) 1560/2003 και στο άρθρο 6(5) του Δουβλίνου III σε συνδυασμό με το άρθρο 1 (7) (4), (5) και (6) και το Παράρτημα VIII του Εφαρμοστικού Κανονισμού (ΕΕ) 118/2014. 20

Που αυτόματα συνεπάγεται την ανάληψη ευθύνης από το κράτος αναδοχής μετά τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας.


ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΥΒΛΙΝΟΥ

δεν επικαλέστηκε αυτή τη διάταξη αλλά ούτε και οι αρμόδιες Αρχές του κράτους αναδοχής την τήρησαν, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα περαιτέρω καθυστερήσεις στην τελική αναδοχή, διαδικασίες επανεξέτασης και, σε λίγες περιπτώσεις, ακόμη και τελικές απορρίψεις.21 Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι κατά το στάδιο επανεξέτασης, σε πολλές περιπτώσεις, η μακρόχρονη καθυστέρηση οφειλόταν στις ποικίλες, πολύπλοκες και δυσχερείς διοικητικές πρακτικές των κρατών αναδοχής που συνοδεύονταν συχνά από έλλειψη πρωτοβουλίας. Οι καθυστερήσεις που παρατηρήθηκαν από την πλευρά του κράτους αποστολής κατά την επανεξέταση συνδέονταν κυρίως με συγκεκριμένες διαδικασίες απόδειξης, όπως η εξέταση DNA και ο προσδιορισμός ηλικίας22 και συχνά σχετίζονταν με υπερβολικές απαιτήσεις αποδεικτικών στοιχείων από τα κράτη αναδοχής. Η έρευνα καταδεικνύει ότι η διαδικασία μεταφοράς, αν και με καθυστερήσεις, γενικά ολοκληρωνόταν εντός της εξάμηνης προθεσμίας, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που συνδέονταν με το γερμανικό «ανώτατο όριο» (ταβάνι) που επιβλήθηκε το 2017. Επιπλέον, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν παρατηρήθηκε «διαφυγή» των παιδιών κατά τη διαδικασία σε καμία περίπτωση όπου το αίτημα οικογενειακής επανένωσης έγινε αποδεκτό άμεσα και γρήγορα. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μακρές καθυστερήσεις στη διαδικασία οικογενειακής επανένωσης και οι επακόλουθες αρνητικές απαντήσεις είναι παράγοντες που ωθούν τα παιδιά σε παράτυπες διαδικασίες, όπως το να προσπαθήσουν να μεταβούν μόνα τους στις οικογένειές τους. ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ Σύμφωνα με το Δουβλίνο ΙΙΙ, οι απαιτήσεις για τα αποδεικτικά στοιχεία (που σκοπό έχουν να αποδείξουν το νομικό καθεστώς του μέλους της

οικογένειας/αδελφού/συγγενή, τον οικογενειακό δεσμό και την ταυτότητα του αιτούντος) δεν πρέπει να υπερβαίνουν «ό,τι είναι απαραίτητο για τη ορθή εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού».23 Στην πράξη, η τεράστια πλειοψηφία των περιπτώσεων που απορρίφθηκαν αρχικά για λόγους ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων24 έγιναν δεκτές εν τέλει μετά από περαιτέρω και συχνά μακρές και περίπλοκες διαδικασίες επανεξέτασης. Η πλειονότητα των περιπτώσεων πληρούσαν τις προϋποθέσεις απόδειξης σχετικά με την ταυτότητα, το νομικό καθεστώς του μέλους της οικογένειας και τον οικογενειακό δεσμό25 ήδη από την στιγμή της υποβολής του αρχικού αιτήματος αναδοχής. Στις περιπτώσεις που αναλύθηκαν παρατηρήθηκαν μεγάλες αποκλίσεις ως προς τα αποδεικτικά πρότυπα (standards) και πρακτικές: Υπήρξαν διιστάμενες πρακτικές και πρότυπα μεταξύ των διαφόρων κρατών αναδοχής καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ως προς την ακολουθούμενη πρακτική από το ίδιο κράτος. Δεν υπάρχει ενιαίο και τυποποιημένο σύστημα για την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων. Τούτο, με τη σειρά του, οδηγεί σε διαφορετικές ερμηνείες για το τι είναι «απαραίτητο» για την εφαρμογή του Kανονισμού και προκαλεί περαιτέρω παρανοήσεις και καθυστερήσεις, όπως επιβεβαιώνουν τα ευρήματα της έρευνας. Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις διαπιστώσαμε ένα ενθαρρυντικό βαθμό ευελιξίας που δείχνει ότι τα κράτη μέλη στα οποία υποβλήθηκαν τα αιτήματα αναδοχής ήταν πρόθυμα να συνεργαστούν καλόπιστα λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Ωστόσο, σε άλλες περιπτώσεις, τα κράτη απαιτούσαν υπερβολικό βαθμό αποδεικτικών στοιχείων - ένα επιπρόσθετο βάρος σε ήδη ευάλωτους αιτούντες άσυλο. Οι επανειλημμένα διαπιστωμένες αυξημένες απαιτήσεις για αποδεικτικά στοιχεία και η αποτυχία της κατάλληλης αξιολογήσης των ήδη υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων εμπόδισαν την ορθή εφαρμογή του Κανονισμού.

21

Η διαδικασία για σιωπηρή αποδοχή ακολουθήθηκε σε τέσσερις περιπτώσεις μεγαλύτερων καθυστερήσεων (σε μία από αυτές το αίτημα για σιωπηρή αποδοχή απεστάλη από την Εθνική Μονάδα Δουβλίνου εντός δύο εβδομάδων από τη λήξη της προθεσμίας αλλά το κράτος αναδοχής δεν απάντησε ποτέ). Σχεδόν και στις δέκα περιπτώσεις μικρότερων καθυστερήσεων, κατά τις οποίες τα κράτη μέλη δεν απάντησαν εντός της προθεσμίας των δύο μηνών στο αίτημα αναδοχής, δεν υπήρξε αίτημα για σιωπηρή αποδοχή (άρθρο 22 παράγραφος 7). Μόνο σε μία από αυτές τις περιπτώσεις, η Εθνική Μονάδα Δουβλίνου επικαλέστηκε το άρθρο 22(7) σχεδόν αμέσως. Οι άλλες εννέα περιπτώσεις οδήγησαν σε καθυστέρηση στις διαδικασίες αναδοχής/μεταφοράς, μακρόχρονες διαδικασίες επανεξέτασης ή τελικές απορρίψεις.

22 Στις περιγραφείσες περιπτώσεις καθυστέρησης, το κράτος αποστολής ζήτησε «αναστολή προθεσμίας» (δηλαδή περισσότερο χρόνο) προκειμένου να προχωρήσει με το αίτημα για συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και με συγκεκριμένες διαδικασίες απόδειξης. 23

Άρθρο 22(4) Κανονισμού Δουβλίνου III.

24

Αποκλειστικά ή επιπρόσθετα με άλλους λόγους.

25

Εν όλω ή τουλάχιστον εν μέρει, απαιτώντας στην τελευταία αυτή περίπτωση το κράτος αναδοχής να πραγματοποιήσει και αυτό ορισμένους ελέγχους για να επιβεβαιώσει πλήρως τον οικογενειακό δεσμό.

12


CAUGHT IN THE MIDDLE

13

Μεταξύ των υπερβολικών απαιτήσεων (απόδειξης) που διαπιστώνονται ήταν και η απαίτηση για μετάφραση ή επικύρωση των ήδη υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων από το κράτος αποστολής, τα οποία αποδείκνυαν τους οικογενειακούς δεσμούς. Σε πολλές περιπτώσεις οι υπερβολικές απαιτήσεις παρέτειναν περιττά τη διαδικασία, δημιουργώντας πρόσθετη επιβάρυνση στο κράτος αποστολής και καθυστερώντας τη διαδικασία επανένωσης με την οικογένεια, με μεγάλες επιπτώσεις στην ψυχική και σωματική υγεία των παιδιών ενώ επηρέασαν και την απόφασή παιδιών να «διαφύγουν» (διακόπτοντας τη διαδικασία).26 Σε κάποιες περιπτώσεις, το ερωτώμενο κράτος μέλος χρησιμοποίησε την λεγόμενη πρακτική της «αναστολής των προθεσμιών», δηλαδή της υποβολής αιτήματος για περισσότερο χρόνο προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση ακόμη και όταν όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία ήταν διαθέσιμα και είχαν αποσταλεί εγκαίρως στις αρμόδιες Αρχές του ερωτώμενου κράτους μέλους. Η άμεση εμπλοκή ενός νομικού στο ερωτώμενο κράτος μέλος, σε συνεργασία με δικηγόρο της PRAKSIS στην Ελλάδα, σε ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις, συνέβαλαν στη λήψη θετικού αποτελέσματος, ακόμη και αν τούτο επιτεύχθηκε μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω της επίκλησης της «αναστολής των προθεσμιών». Ταυτόχρονα, τα παιδιά υπεβλήθησαν επανειλημμένα σε μακρές διαδικασίες αποδεικτικών στοιχείων όπως ελέγχους DNA και επεμβατικές ιατρικές εξετάσεις για το προσδιορισμό της ηλικίας. Η προσφυγή σε τέτοια αποδεικτικά μέσα παρατηρήθηκε ακόμη και σε περιπτώσεις όπου αυτό δεν είναι απολύτως απαραίτητο, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι οι διατάξεις του Κανονισμού σχετικά με τις υπερβολικές αποδείξεις συχνά δεν τηρούνται και αντ’ αυτού τα κράτη καταφεύγουν σε μακρές, συχνά επεμβατικές διαδικασίες χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ευημερία του παιδιού. Τέλος, οι έμμεσες αποδείξεις, που υποβλήθηκαν κυρίως κατά το στάδιο της επανεξέτασης, όπως γραπτές δηλώσεις, οικογενειακές φωτογραφίες, άλλα αποδεικτικά στοιχεία επικοινωνίας ή στοιχεία όπως οι φόρμες αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού που περιείχαν πληροφορίες για οικογενειακούς δεσμούς κλπ. δεν αντιμετωπίστηκαν με ομοιόμορφο τρόπο από τα κράτη αναδοχής: παρόμοια αποδεικτικά στοιχεία σε ορισμένες περιπτώσεις έγιναν δεκτά, αλλά σε άλλες απορρίφθηκαν.

ΤΟ ΒΕΛΤΙΣΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ Ούτε ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ ούτε ο Εφαρμοστικός Κανονισμός προβλέπουν κάποια τυποποιημένη διαδικασία αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Το Δουβλίνο ΙΙΙ περιλαμβάνει μόνο συγκεκριμένους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως οι δυνατότητες επανένωσης της οικογένειας, η ευζωία και η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, η ασφάλεια και η προστασία του καθώς και οι απόψεις του ανηλίκου, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του. Και οι δύο Κανονισμοί υπογραμμίζουν επίσης τον καθοριστικό ρόλο που έχει ο εκπρόσωπος του παιδιού, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού λαμβάνεται υπόψη σε όλη τη διαδικασία του «Δουβλίνου». Στο ελληνικό πλαίσιο και στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, ο δικηγόρος/νομικός εκπρόσωπος της PRAKSIS λειτουργούσε στην πράξη ως εκπρόσωπος του παιδιού και οι φόρμες αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού είχαν συμπληρωθεί σχεδόν στο σύνολο των περιπτώσεων από το προσωπικό των ξενώνων της PRAKSIS, λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες, όπως περιλαμβάνονται στο άρθρο 6 του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ». Επιπλέον αξίζει να υπογραμμιστεί, παρότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί συνεπής και συστηματική πρακτική, ότι μερικές φορές το έντυπο αιτήματος αναδοχής, εκτός από τις διαθέσιμες πληροφορίες, περιλαμβάνει και ζωτικά στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη σε σχέση με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και, σε ορισμένες περιπτώσεις, το τελικό συμπέρασμα ότι η επανένωση φαίνεται να είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Φόρμες αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, κοινωνικές εκθέσεις ή υπομνήματα από το νομικό εκπρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών και συστάσεων όσον αφορά το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, υποβλήθηκαν στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, κατά κύριο λόγο κατά το στάδιο επανεξέτασης. Ωστόσο, παρότι οι εκπρόσωποι βρίσκονται στον πυρήνα των διαδικαστικών εγγυήσεων και ορίζονται από τις εθνικές Αρχές, τα κράτη αναδοχής επανειλημμένα αγνόησαν τις απόψεις τους. Η μελέτη περιλαμβάνει περιπτώσεις στις οποίες η επαγγελματική γνώμη του προσώπου που αξιολογούσε το βέλτιστο

26 Αξίζει να σημειωθεί ότι όλα τα παιδιά που διέφυγαν είχαν επενδύσει σημαντικά στο παρελθόν στη διαδικασία οικογενειακής επανένωσης του Δουβλίνου και είχαν υποβάλει άφθονα αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης, η συντριπτική πλειοψηφία τους διέφυγαν κατά στο στάδιο της επανεξέτασης αφού είχαν ήδη λάβει μία ή περισσότερες αρνητικές απαντήσεις.


ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΥΒΛΙΝΟΥ

συμφέρον του παιδιού ή του δικηγόρου/νομικού εκπροσώπου της PRAKSIS αγνοήθηκε κατάφωρα και επικράτησαν διαφορετικές απόψεις του κράτους αναδοχής. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα παραπάνω ευρήματα ως προς την εκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος και οι σχετικές πληροφορίες δεν φαίνεται να είχαν ληφθεί επαρκώς υπόψη από τα ερωτώμενα κράτη. Επίσης, ένας αρκετά περιορισμένος αριθμός απαντήσεων των κρατών μελών περιείχε αίτημα για εκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού ή αναφορά σε διαδικασία αξιολόγησής του βέλτιστου συμφέροντος, ενώ διαπιστώθηκαν διαφορετικές πρακτικές αντιμετώπισης σε αυτές τις υποθέσεις. Οι διαφορετικές πρακτικές υποδηλώνουν επίσης, όπως παρατηρήθηκε μερικές φορές, την έλλειψη σαφήνειας ως προς το ποιο κράτος μέλος είναι εν τέλει αρμόδιο να κρίνει το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Μεταξύ κάποιων ιδιαίτερα ανησυχητικών πρακτικών ορισμένων από τα ερωτώμενα κράτη ήταν η πρακτική να επικαλούνται, ως λόγο απόρριψης ενός αιτήματος οικογενειακής επανένωσης, άσχετους παράγοντες που δεν περιλαμβάνονται στο Δουβλίνο ΙΙΙ και αντιβαίνουν προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως τη χρονική διάρκεια του χωρισμού μεταξύ μελών οικογένειας, αδελφών κλπ., κάτι που συνιστά καθαρή παραβίαση του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή. Επιπλέον, σε πολύ μικρό αριθμό περιπτώσεων όπου, κατά τη στιγμή της καταγραφής του αιτήματος ασύλου, δεν υπήρχαν διαθέσιμες πληροφορίες ή στοιχεία για τον οικογενειακό δεσμό (από τους αιτούντες), οι αρμόδιες ελληνικές Αρχές δεν ανέλαβαν κάποια πρωτοβουλία για την εφαρμογή διαδικασίας εντοπισμού μελών της οικογένειας του παιδιού, κάτι που οδήγησε σε περαιτέρω καθυστερήσεις. Σε πιο περίπλοκες περιπτώσεις, όπως περιπτώσεις που αφορούσαν επανένωση με συγγενείς (θείους,/θείες και παππούδες/γιαγιάδες), με μέλη της ευρύτερης οικογένειας ή όταν τα μέλη της οικογένειας ή οι συγγενείς διέμεναν σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, διαπιστώσαμε ότι δεν υπήρχε ομοιόμορφη προσέγγιση, η οποία να εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη αναδοχής για την αξιολόγηση της ικανότητας του συγγενούς να αναλάβει τη μέριμνα του παιδιού.

27

Επιπλέον, αν και αυτό προβλέπεται από το κανονιστικό πλαίσιο του Δουβλίνου, ιδίως για τις περιπτώσεις συνένωσης με συγγενείς ή για τις περιπτώσεις που μέλη της οικογένειας ή συγγενείς διαμένουν σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, δεν υπάρχουν ευρήματα για θεσμοθετημένη συνεργασία μεταξύ των αρχών και υπηρεσιών παιδικής προστασίας στα διάφορα κράτη μέλη.27 Σε ορισμένες περιπτώσεις, το προσωπικό της PRAKSIS επεδίωξε μια άτυπη επαφή και συνεργασία με φορείς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών στο εξωτερικό. Σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων ορισμένα κράτη μέλη αναδοχής, προχώρησαν σε ατομική αξιολόγηση της ικανότητας του συγγενή να φροντίζει το παιδί, συχνά όχι με συνεπή και συστηματικό τρόπο, ενώ και στο πλαίσιο αυτό παρατηρήθηκαν διαφορετικές πρακτικές. Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ερωτώμενα κράτη στην αξιολόγησή τους δέχθηκαν ότι η συναισθηματική ικανότητα (του συγγενούς) να φροντίζει το παιδί αντιστάθμιζε την έλλειψη αποδεδειγμένης υλικής δυνατότητας, διαπιστώθηκαν και απορρίψεις με μόνη αιτιολογία την έλλειψης υλικής δυνατότητας – αν και τελική απόρριψη με βάση μόνο αυτό το γεγονός ήταν η εξαίρεση. Στις περιπτώσεις που εμπλέκονταν περισσότερα από δύο κράτη, ο συντονισμός και η επικοινωνία μεταξύ των κρατών όπου βρίσκονταν τα διάφορα μέλη της οικογένειας ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι. Η διακρατική αλληλογραφία πραγματοποιούταν μόνο μεταξύ του κράτους αποστολής και του κράτους προς το οποίο απευθύνθηκε το αίτημα αναδοχής (σ.σ. εξερχόμενο αίτημα). Στην πράξη, η προϋπόθεση για αξιολόγηση σε περιπτώσεις που πάνω από ένα μέλος της οικογένειας/συγγενής βρίσκονταν σε διάφορα κράτη υλοποιήθηκε μέσω των φορμών αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος που υποβλήθηκαν από το κράτος αποστολής (του αιτήματος), και που μερικές φορές συμπληρώνονταν από σημαντικές πληροφορίες που περιλαμβάνονταν στα έντυπα αιτήματος αναδοχής. Σε γενικές γραμμές, ένας υψηλότερος βαθμός διακρατικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών είναι απαραίτητος για να εξασφαλίσουν την προστασία των συμφερόντων των παιδιών.

Κάθε δικαστήριο ή αρχή αρμόδια για την προστασία των ανηλίκων ή δημόσια αρχή, υπηρεσία εκπροσώπησης, ΜΚΟ, διακυβερνητικός οργανισμός υπεύθυνοι για την αξιολόγηση της ικανότητας του συγγενή περί φροντίδας.

14


CAUGHT IN THE MIDDLE

15

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ Κάποια από τα παιδιά των οποίων οι περιπτώσεις αναλύθηκαν αντιμετώπισαν προβλήματα από την ανομοιογενή ερμηνεία των νομικών διατάξεων σχετικά με την οικογενειακή επανένωση. Ένα καλό παράδειγμα τέτοιων αντιφατικών πρακτικών ερμηνείας κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων παρατηρήθηκε σε σχέση με το άρθρο 17(2) του Κανονισμού Δουβλίνου III (Ρήτρα διακριτικής ευχέρειας για ανθρωπιστικούς λόγους) που προβλέπει ότι: «Το κράτος μέλος στο οποίο γίνεται αίτηση διεθνούς προστασίας […] ή το υπεύθυνο κράτος μέλος μπορεί, οποτεδήποτε πριν από τη λήψη πρώτης απόφασης επί της ουσίας, να υποβάλει σε άλλο κράτος μέλος αίτημα αναδοχής αιτούντος για να επανενώσει οποιαδήποτε πρόσωπα με τα οποία έχει σχέση, για ανθρωπιστικούς λόγους, βάσει ιδίως οικογενειακών ή πολιτισμικών κριτηρίων, ακόμα και όταν το άλλο κράτος μέλος δεν είναι υπεύθυνο κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων [...]». Σε 10 από τις 14 περιπτώσεις για τις οποίες το αίτημα υποβλήθηκε βάσει της «ανθρωπιστικής ρήτρας» του άρθρου 17(2)28 η νομική αυτή βάση χρησιμοποιήθηκε29 λόγω της εκπνοής της τρίμηνης προθεσμίας για την αποστολή του αιτήματος αναδοχής. Οι περιπτώσεις που είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο αυτού του άρθρου εν γένει αντιμετώπισαν παρόμοια προβλήματα ως προς τις απαιτήσεις απόδειξης και την αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος όπως και οι περιπτώσεις που είχαν υποβληθεί βάσει του άρθρου 8.30 Ωστόσο, οι ανθρωπιστικοί λόγοι στις περιπτώσεις που υποβλήθηκαν βάσει του άρθρου 17(2) συχνά ερμηνεύονταν με συσταλτικό τρόπο, ενώ αγνοούνταν ιδιαίτερα ευάλωτοι αιτούντες και η σαφής διάσταση οικογενειακών κριτηρίων των περιπτώσεων αυτών. Επανειλημμένα, τα ερωτώμενα κράτη αγνόησαν σαφώς τις ανθρωπιστικές παραμέτρους του άρθρου 17(2), κάτι που με τη σειρά του οδήγησε στην απόρριψη περίπου των μισών από τις περιπτώσεις.

μέλη της ευρύτερης οικογένειας, διαπιστώθηκαν διαφορετικές αξιολογήσεις μεταξύ των δύο εμπλεκόμενων ερωτώμενων κρατών: το ένα κράτος έλαβε δεόντως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και αποδέχθηκε το αίτημα, ενώ το δεύτερο το απέρριψε με βάση μια εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 17(2). Ένα άλλο παράδειγμα (αντιφατικών ερμηνειών που πηγάζει) από την έρευνα αφορά στον ορισμό της έννοιας της «νόμιμης παρουσίας» του μέλους της οικογένειας του παιδιού στο κράτος μέλος αναδοχής, ως προϋπόθεση για την οικογενειακή επανένωση. Η έρευνα έδειξε ότι ο όρος «νόμιμα παρών» επανειλημμένα παρερμηνεύθηκε ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ευαλωτότητα του παιδιού, με αποτέλεσμα τον άσκοπα παρατεταμένο χωρισμό του από μέλη της οικογένειάς του. Η πρακτική σχετίζονταν με την εσφαλμένη εντύπωση ότι ορισμένα καθεστώτα νόμιμης παρουσίας των μελών της οικογένειας σε ένα κράτος (καθεστώς κατοίκου ή πολίτη) δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Δουβλίνου ΙΙΙ, παρερμηνεία που σημειώθηκε επανειλημμένα αλλά κυρίως παρατηρείται σε πρακτικές μεμονωμένων κρατών αναδοχής και δεν εφαρμόζεται με συνέπεια. Το άλλο ζήτημα που προέκυψε ως προς την έννοια του όρου «νόμιμη παρουσία» μέλους οικογένειας του παιδιού, το οποίο διαπιστώθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις του δείγματος υποθέσεων που εξετάσθηκαν, σχετίζεται με την κρίση ότι η παρουσία του μέλους της οικογένειας του παιδιού στο ερωτώμενο κράτος μέλος δεν πληροί τις απαιτήσεις νομιμότητας. Δεδομένου ότι όλες τις περιπτώσεις στην τελευταία κατηγορία αφορούσαν το άρθρο 8(1), ιδιαίτερα δε γονέα του παιδιού, μια τέτοια εφαρμογή θα μπορούσε να δημιουργήσει έντονες ανησυχίες σε σχέση με την προστασία της οικογενειακής ενότητας.32

Σε κάποιες περιπτώσεις η απόρριψη βασίστηκε στην εσφαλμένη ερμηνεία ότι το άρθρο 17(2) δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί γιατί η τρίμηνη προθεσμία για την εφαρμογή του άρθρου 8 είχε παρέλθει, ενώ σε άλλες η απόρριψη βασίστηκε σε μια πολύ συσταλτική ερμηνεία του όρου «ανθρωπιστικός λόγος»31 κλπ. Σε δύο περιπτώσεις που αφορούσαν (επανένωση με)

28

Σε μία από τις υποθέσεις αυτές, το αίτημα αναδοχής είχε υποβληθεί αρχικά βάσει το άρθρου 8 και με την ανακάλυψη των περιστάσεων που δικαιολογούσαν την εφαρμογή του άρθρου 17(2), απεστάλη, στο στάδιο επανεξέτασης, νέο αίτημα αναδοχής βάσει του άρθρου 17(2).

29

Αποκλειστικά ή εναλλακτικά με το άρθρο 8.

30

Μια συγκριτική εξέταση περιλαμβάνεται στο αντίστοιχο υποκεφάλαιο ΙΙ) 5B) της μελέτης με παραδείγματα από ομοιογενείς προσεγγίσεις καθώς και λίγες διαφοροποιημένες προσεγγίσεις που παρατηρήθηκαν.

31

Ή ένα συνδυασμό αυτών των δύο λόγων.

32

Η σχετική ανάλυση περιλαμβάνεται στο αντίστοιχο υποκεφάλαιο ΙΙ) 4B) της μελέτης.


ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΥΒΛΙΝΟΥ

Συμπεράσματα

............................................................................................ Οι αρχές του σεβασμού της οικογενειακής ενότητας και των δικαιωμάτων του παιδιού βρίσκονται στην καρδιά του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ. Η οικογενειακή ενότητα αποτελεί μία από τις πιο θεμελιώδεις και σημαντικές αρχές του,33 ενώ το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού έχει καθιερωθεί ως πρωταρχικής σημασίας στο πλαίσιο του Κανονισμού. Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ κάνει ρητή αναφορά στην ανάγκη να δίδεται προτεραιότητα στις περιπτώσεις ασυνόδευτων παιδιών. Η δημιουργία μιας ταχείας διαδικασίας προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους με ένα σαφές σύνολο κανόνων για όλα τα στάδια της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών, της επιτροπείας και ενιαίων προτύπων υποδοχής θα έπρεπε να είναι ο στόχος του Κανονισμού του Δουβλίνου. Ωστόσο, από την έρευνα προκύπτει ότι η εφαρμογή της διαδικασίας οικογενειακής επανένωσης χαρακτηρίζεται από σοβαρά συστημικά προβλήματα, εγγενή λόγω των πολύπλοκων προσεγγίσεων των κρατών αποστολής και αναδοχής σε εθνικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του δικηγόρου, όπως μπορεί να συναχθεί από το δείγμα των υποθέσεων, εμφανίζεται ως ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη της διαδικασίας οικογενειακής επανένωσης των παιδιών. Παρά τις κάποιες καλές πρακτικές που εντοπίστηκαν από την εξέταση των υποθέσεων στο πλαίσιο της έρευνας, τα προβλήματα συντονισμού μεταξύ των κρατών, καθώς και οι παρατεταμένες καθυστερήσεις, οι απορρίψεις αιτημάτων λόγω ιδιαίτερα αυξημένων απαιτήσεων απόδειξης και μια διαρκής αδυναμία να ληφθεί δεόντως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, έχουν επηρεάσει χωρίς λόγο τη ζωή πολλών ασυνόδευτων παιδιών, καθώς και τη σωματική και ψυχική τους υγεία και ευζωία. Επί πλέον, οι παραπάνω πρακτικές δεν φαίνεται να εξυπηρετούν κανέναν από τους βασικούς στόχους του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν εξασφαλίστηκαν ούτε η ταχεία διαδικασία καθορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους και η επακόλουθη γρήγορη πρόσβαση σε διαδικασίες διεθνούς προστασίας ούτε ο σεβασμός

της οικογενειακής ενότητας. Ομοίως, στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν φαίνεται να εξυπηρετείται ούτε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού: τούτο οφείλεται τόσο στον προαναφερθέντα τρόπο εφαρμογής στην πράξη του Δουβλίνου ΙΙΙ, που συχνά συνεπάγεται μεγάλες και/ή περιττές καθυστερήσεις, όσο και στη τελική απόρριψη ή παράλειψη απάντησης από πλευράς των ερωτώμενων κρατών σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμη και όταν υπήρχαν πλήρη στοιχεία για να αποδειχθεί ότι η επανένωση ήταν προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Μεταξύ των προβληματικών πρακτικών που επανειλημμένα διαπιστώσαμε, σε διαδικαστικό επίπεδο, ιδιαίτερα σημαντική ήταν η έλλειψη λεπτομερούς αιτιολογίας στις επιστολές απόρριψης, οι ασαφείς λόγοι απόρριψης και οι απορρίψεις χωρίς αξιολόγηση και μνεία των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν υποβληθεί σε προηγούμενο στάδιο ή χωρίς να ζητά το κράτος που λαμβάνει το αίτημα αναδοχής τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία. Οι μεγάλες διαφοροποιήσεις στην ερμηνεία των διατάξεων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και η έλλειψη συνέπειας και συνοχής εμποδίζουν τη λειτουργικότητα της διαδικασίας του Δουβλίνου ΙΙΙ. Σαφώς εσφαλμένες ερμηνείες ή εσφαλμένες εφαρμογές του Κανονισμού που παρατηρήθηκαν από την έρευνα34 υπονομεύουν τόσο την ορθή εφαρμογή του Κανονισμού όσο και το δικαίωμα των παιδιών στην οικογενειακή επανένωση. Επιπλέον, είναι προφανές ότι η απουσία ανεξάρτητου μηχανισμού παρακολούθησης του τρόπου με τον οποίο τα κράτη μέλη ερμηνεύουν και εφαρμόζουν τον Κανονισμό οδήγησε στη διατήρηση της ανομοιογένειας στις πρακτικές και την ερμηνεία μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών. Ομοίως, στις περιπτώσεις διαφωνίας μεταξύ του κράτους αποστολής και του κράτους αναδοχής ως προς την εφαρμογή ή την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων σε επί μέρους περιπτώσεις, η απουσία ενός τέτοιου μηχανισμού

33 Βλέπε για παράδειγμα την αιτιολογική σκέψη 14 («τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να λαμβάνουν πρωτίστως υπόψη τον σεβασμό της προσωπικής και οικογενειακής ζωής»), την αιτιολογική σκέψη 15 (η κοινή εξέταση των αιτήσεων... επιτρέπει να εξασφαλίζεται ότι... θα αποφευχθεί ο χωρισμός των μελών μιας οικογένειας») και την αιτιολογική σκέψη 16 («η πλήρης τήρηση της αρχής της οικογενειακής ενότητας») του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ». 34

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι η θέση ορισμένων ερωτώμενων κρατών ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 8 και, συνεπώς, και εφαρμογή της διαδικασίας του Δουβλίνου ΙΙΙ λόγω του ιδιαίτερου νομικού καθεστώτος του μέλους της οικογένειας του παιδιού.

17


CAUGHT IN THE MIDDLE

18

είχε ως συνέπεια το «αδιέξοδο» σχετικά με την επίλυση της διαφοράς35 με αποτέλεσμα, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ευθύνη να παραμένει εν τέλει στο κράτος αποστολής του αιτήματος. Εν κατακλείδι, η έλλειψη συνέπειας και συνοχής στις πρακτικές των κρατών μελών, οι καθυστερήσεις και οι υπερβολικές απαιτήσεις για αποδεικτικά στοιχεία επιδεινώνουν την προϋπάρχουσα ευαλωτότητα των παιδιών και ωθούν μερικά από αυτά να ακολουθήσουν παράτυπους τρόπους για να περάσουν τα σύνορα, εκθέτοντάς τα κατά τον τρόπο αυτό εκ νέου σε κινδύνους όπως η λαθροδιακίνηση και η εκμετάλλευση. Όσο δεν αντιμετωπίζουν τα παιδιά αυτά καταρχήν ως παιδιά, τα συστήματα ασύλου και τα Κράτη Μέλη δεν εκπληρώνουν τον θεμελιώδη ρόλο τους - την προστασία όσων ανήκουν στην πλέον ευάλωτη ομάδα.

35

Αξίζει να σημειωθεί ότι η διαδικασία συνδιαλλαγής που προβλέπεται στο άρθρο 37 του Δουβλίνου ΙΙΙ δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στην πράξη και, ούτως ή άλλως, δεν αποτελεί ανεξάρτητο εξωτερικό μηχανισμό ή όργανο παρακολούθησης.


ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΥΒΛΙΝΟΥ

Συστάσεις

............................................................................................ Α. ΣΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ (ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΟ) 36 ΕΠΙΠΕΔΟ 1. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ασύλου οφείλουν να προστατεύουν τα παιδιά σε κίνηση. Τα παιδιά που ζητούν άσυλο είναι πρώτα και κύρια παιδιά. Δεν πρέπει να κρατούνται, να τιμωρούνται για δευτερογενείς μετακινήσεις ή να εμποδίζεται η πρόσβασή τους στο άσυλο και τη νομική συνδρομή. • Η πίεση στις χώρες πρώτης άφιξης, όπως η Ελλάδα, μπορεί να ανακουφισθεί σημαντικά μέσω της διαδικασίας οικογενειακής επανένωσης. Έτσι, τα κράτη πρέπει να εξετάζουν τα αιτήματα επανένωσης των ασυνόδευτων παιδιών με γρήγορο και δίκαιο τρόπο σε όλα τα στάδια, χωρίς να καθυστερούν τη διαδικασία περισσότερο από ό, τι είναι απολύτως απαραίτητο για να προσδιορίσουν με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο το υπεύθυνο κράτος μέλος. • Τα δικαιώματα του παιδιού πρέπει να ενσωματώνονται σε κάθε συζήτηση σχετικά με το μελλοντικό μηχανισμό Δουβλίνο ΙV. Τα κράτη θα πρέπει να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν όλες τις νομικές διατάξεις του συστήματος του Δουβλίνου, τόσο του σημερινού όσο και του μελλοντικού, τηρώντας το γράμμα και το πνεύμα του Κανονισμού, και θέτοντας πάντα την υπεροχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και της οικογενειακής ενότητας στο κέντρο της εφαρμογής και της ερμηνείας των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού του Δουβλίνου. - Μετά από διαβουλεύσεις με τη κοινωνία των πολιτών και εμπειρογνώμονες που εργάζονται στον τομέα αυτό, πρέπει να εκδοθούν σαφείς και διαφανείς κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις απαιτήσεις απόδειξης που είναι «απαραίτητες για την καλή εφαρμογή» του Δουβλίνου ΙΙΙ, τις διαδικασίες για την αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος, τα αποδεικτικά στοιχεία και την έννοια διαφόρων νομικών όρων (όπως η «νόμιμη παρουσία» ή οι «ανθρωπιστικοί λόγοι»). - Το άρθρο 17(2) πρέπει να εφαρμόζεται και να ερμηνεύεται με ευελιξία σε περιπτώσεις ασυνόδευτων παιδιών, ειδικά σε περιπτώσεις επανένωσης με μέλη της ευρύτερης οικογένειας, εξασφαλίζοντας ότι θα

υπηρετείται το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών, και σε περιπτώσεις που δεν πληρούνται οι προϋπόθεσεις για την εφαρμογή του άρθρου 8. - Κατά την εφαρμογή του άρθρου 17(2), ο πρωταρχικός στόχος πρέπει να είναι η οικογενειακή ενότητα ανεξαρτήτως των συνθηκών χωρισμού. 2. Τα κράτη μέλη πρέπει να επιδείξουν περισσότερη ευελιξία και να συμμετάσχουν σε δημιουργική και αποτελεσματική συνεργασία για να μπορέσουν τα παιδιά να φθάσουν στα μέλη της οικογένειάς τους στα κράτη μέλη της ΕΕ με ασφαλή και σύννομο τρόπο μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. • Η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και των αντιστοίχων Μονάδων Δουβλίνου πρέπει να παρακολουθείται από ανεξάρτητο μηχανισμό/φορέα, ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για την παρακολούθηση της ανταλλαγής πληροφοριών που σχετίζονται ειδικά με την οικογενειακή επανένωση και τις ατομικές περιπτώσεις ασυνόδευτων παιδιών, καθώς και για τη διασφάλιση της σωστής και ομοιόμορφης εφαρμογής του Κανονισμού Δουβλίνου από τα κράτη μέλη, βάσει των κατευθυντήριων γραμμών που θα διαμορφωθούν. • Θα πρέπει να εξασφαλίζεται η παρουσία αξιωματικών συνδέσμων σε όλες τις Μονάδες Δουβλίνου, με στόχο συγκεκριμένα να συμβάλλουν στην ομαλότερη διακρατική συνεργασία σε ατομικές περιπτώσεις που απαιτούν ειδικές ενέργειες και συνδρομή λόγω πολυπλοκότητας ή ευαλωτότητας και να ελαχιστοποιήσουν τον χρόνο που απαιτείται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους. • Θα πρέπει να διατεθούν επαρκείς πόροι για την κατάλληλη ενίσχυση των Μονάδων Δουβλίνου, που δέχονται σημαντική πίεση τόσο στα κράτη αποστολής όσο και αναδοχής, για να στηρίξουν της εξέταση των αιτήσεων επανένωσης των ασυνόδευτων παιδιών με τρόπο έγκαιρο και αποτελεσματικό. Η διάθεση των πόρων θα πρέπει να γίνει κατά τρόπο ώστε να αποφεύγονται δυσκίνητες γραφειοκρατικές διαδικασίες και καθυστερήσεις και να διασφαλίζεται η έγκαιρη σύνδεση των πόρων με τις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες.

36 Με τον όρο «διακρατικό» εννοούμε τη συνεργασία μεταξύ του κράτους αποστολής και αναδοχής καθ 'όλη τη διάρκεια της εφαρμογής του Κανονισμού του Δουβλίνου.

20


CAUGHT IN THE MIDDLE

21

• Τα κράτη προς τα οποία απευθύνεται το αίτημα αναδοχής θα πρέπει να παρέχουν επαρκή και λεπτομερή αιτιολόγηση των απορριπτικών απαντήσεων, συμπεριλαμβάνοντας και αξιολόγηση των υποβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων. Οι απορριπτικές απαντήσεις θα πρέπει πάντοτε να παρέχουν επαρκείς πληροφορίες ώστε να επιτρέπουν στο κράτος αποστολής να υποβάλει εκ νέου πληροφορίες, αποδεικτικά στοιχεία ή επιχειρήματα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε (τελική) αποδοχή του αιτήματος οικογενειακής επανένωσης του παιδιού, προστατεύοντας έτσι το βέλτιστο συμφέρον του. • Τα κράτη θα πρέπει να απέχουν από τη χρήση πρακτικών όπως η απαίτηση για επικύρωση γνησιότητας ή για μετάφραση των υποβληθέντων εγγράφων, πρακτικές που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής και τις απαιτήσεις του Κανονισμού και της διαδικασίας του Δουβλίνου. Όλες οι Μονάδες Δουβλίνου των κρατών μελών θα πρέπει να εξασφαλίσουν τη συνδρομή υπηρεσιών μετάφρασης ή διερμηνείας για να έχουν πρόσβαση στο περιεχόμενο των υποβληθέντων εγγράφων. • Ελλείψει επίσημων αποδείξεων, αποδεικτικά στοιχεία όπως γραπτές δηλώσεις, οικογενειακές φωτογραφίες, επικοινωνίες μεταξύ των μελών της οικογένειας, ταξιδιωτικά εισιτήρια, αποδείξεις εμβασμάτων, οικογενειακό δέντρο κλπ. θα πρέπει να θεωρούνται αποδεκτά και επαρκή για την αποδοχή του αιτήματος εάν είναι επαληθεύσιμα, συνεκτικά και επαρκώς λεπτομερή σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Κανονισμού. Οι έμμεσες αποδείξεις που συγκεντρώνονται πρέπει να εξετάζονται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και να λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. •Οι φόρμες αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος πρέπει να αποτελούν ισχυρό αποδεικτικό εργαλείο σε περιπτώσεις οικογενειακής επανένωσης. Οι συστάσεις και οι παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται στις φόρμες αυτές θα πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της υπόθεσης. Κάθε απόφαση των κρατών μελών που αποκλίνει και παραβιάζει το βέλτιστο συμφέρον του αιτούντος-παιδιού, όπως καθορίζεται από τα συμπεράσματα της αξιολόγησης, πρέπει να είναι ρητά και επαρκώς αιτιολογημένη.

• Οι πληροφορίες και οι απόψεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού του προσώπου που αξιολόγησε τα στοιχεία όπως περιλαμβάνονται στη φόρμα αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος ή όπως προκύπτουν από τις κοινωνικές εκθέσεις

αξιολόγησης ή από το υπόμνημα του εκπροσώπου του παιδιού θα πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη από τα κράτη αναδοχής κατά τη λήψη των αποφάσεών τους επί του αιτήματος αναδοχής, σε συμμόρφωσή με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και τον κομβικό ρόλο του εκπροσώπου στον Κανονισμό του Δουβλίνου.

• Οι επεμβατικές εξετάσεις DNA και προσδιορισμού ηλικίας θα πρέπει να αποφεύγονται πάση θυσία. Η προσφυγή σε τέτοια αποδεικτικά μέσα πρέπει να γίνεται μόνο σε περιπτώσεις όπου τούτο είναι αντικειμενικά και απολύτως αναγκαίο λόγω έλλειψης άλλων αποδεικτικών στοιχείων ή σε περίπτωση αντιφατικών αποδείξεων. Όσον αφορά τον προσδιορισμό της ηλικίας, θα πρέπει να πραγματοποιείται όταν υπάρχει αιτιολογημένη αμφιβολία ως προς την ηλικία του παιδιού, στη βάση συγκεκριμένων ενδείξεων. Τυχόν τεχνικοί και ιατρικοί περιορισμοί, όπως διαθέσιμοι όροι αναφοράς που αφορούν μόνο τους Καυκάσιους στο προσδιορισμό ηλικίας ή η απαίτηση δείγματος τρίτου ατόμου για τον προσδιορισμό της σχέσης του παιδιού με ένα μέλος της ευρύτερης οικογένειας, πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Σε περίπτωση αμφιβολίας, τα αποτελέσματα του προσδιορισμού της ηλικίας πρέπει να εφαρμόζονται υπέρ της ανηλικότητας του παιδιού, όπως ορίζεται στο σχετικό νομικό πλαίσιο. • Η έλλειψη υλικής δυνατότητας (δηλαδή οικονομικών πόρων) των συγγενών να φροντίζουν το παιδί δεν πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης επανένωσης όταν μπορεί να αποδειχθεί η συναισθηματική δυνατότητα του συγγενή και όταν η επανένωση θεωρείται ότι είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. • Η διαδικασία του Δουβλίνου πρέπει να πραγματοποιείται γρήγορα, χωρίς πρόσθετες διοικητικές επιβαρύνσεις και καθυστερήσεις οι οποίες έχουν αντίκτυπο στην οικογενειακή ευημερία. Έτσι: - Τα κράτη πρέπει να απέχουν από διοικητικές πρακτικές όπως οι επιστολές «αναστολής της προθεσμίας», εκτός εάν τούτο εξυπηρετεί συγκεκριμένα το αίτημα επανένωσης του παιδιού και εφόσον παρέχεται επαρκής αιτιολογία σχετικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η περίοδος «αναστολής της προθεσμίας» δεν πρέπει να υπερβαίνει το απολύτως απαραίτητο χρονικό διάστημα. - Το κράτος αποστολής θα πρέπει να ξεκινά άμεσα την διαδικασία «σιωπηρής αποδοχής» και τα κράτη


ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΥΒΛΙΝΟΥ

αναδοχής πρέπει να συμμορφώνονται με αυτή τη δεσμευτική διάταξη του Δουβλίνου III, ανεξαρτήτως του εάν το κράτος αποστολής έκανε χρήση ή όχι της ευχέρειας του να ζητήσει επιβεβαίωση από το κράτος αναδοχής της αναγνώρισης της σχετικής ευθύνης του. - Δεν πρέπει να εφαρμόζονται διοικητικές πρακτικές/πολιτικές που παρεμποδίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή του Κανονισμού και την απαιτούμενη ταχύτητα της διαδικασίας μεταφοράς. Ο περιορισμός του αριθμού των αφίξεων, όπως η επιβολή ανωτάτου ορίου οικογενειακών επανενώσεων από το γερμανικό κράτος απλώς παρατείνει τον χωρισμό των οικογενειών και έχει καταστροφικές συνέπειες για τα ασυνόδευτα παιδιά και τα χωρισμένα από τις οικογένειές τους παιδιά. - Το κράτος αποστολής (του αιτήματος αναδοχής) πρέπει να ξεκινήσει τη διαδικασία διαβούλευσης με τα κράτη προς τα οποία απευθύνεται το αίτημα μέσω του τυποποιημένου εντύπου, το οποίο που περιλαμβάνεται στον Εφαρμοστικό Κανονισμό (παράρτημα VIII) για την ανταλλαγή πληροφοριών και τα ερωτώμενα κράτη θα πρέπει να διερευνήσουν και να παράσχουν όλες τις απαραίτητες και ζητούμενες πληροφορίες μέσω της φόρμας. Αυτή η ενισχυμένη συνεργασία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε τομείς όπως ο εντοπισμός των μελών της οικογένειας, η στοιχειοθέτηση των οικογενειακών δεσμών, η αξιολόγηση της ικανότητας του συγγενή περί φροντίδας κλπ. σύμφωνα με τον βασικό και τον Εφαρμοστικό Κανονισμό του Δουβλίνου. • Τα εμπλεκόμενα κράτη πρέπει να εξασφαλίζουν την έγκαιρη ενημέρωση του νομικού εκπροσώπου του παιδιού σχετικά με την πορεία της υπόθεσης «Δουβλίνου» του παιδιού, σε κάθε στάδιο και γραπτώς εάν ζητηθεί. • Όλες οι πληροφορίες που παρέχονται από το κράτος αναδοχής πρέπει να τίθενται στη διάθεση του νομικού εκπροσώπου μέσω των αρμόδιων αρχών του κράτους αποστολής (του αιτήματος) μετά από σχετική διακρατική αλληλογραφία. • Οι αρμόδιες Αρχές πρέπει να παρέχουν στα παιδιά κατάλληλες συνθήκες υποδοχής, όπως στέγαση, ιατρική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη, πρόσβαση σε επιτροπεία, νομική συνδρομή κ.α. Το βέλτιστο συμφέρον τους πρέπει να αξιολογείται από διεπιστημονική ομάδα, συμπεριλαμβάνοντας και ψυχοκοινωνική εκτίμηση.

22


CAUGHT IN THE MIDDLE

23

B. ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΣΕ ΕΘΝΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ Προκειμένου να διασφαλιστεί η ταχεία πρόσβαση στον μηχανισμό οικογενειακής επανένωσης του Δουβλίνου, να επιταχυνθούν οι χρονικές προθεσμίες και να λαμβάνονται υπόψη το βέλτιστο συμφέρον και οι ειδικές ανάγκες των παιδιών, να αποφεύγονται περαιτέρω τραυματικές εμπειρίες και να διασφαλισθεί το δικαίωμα των παιδιών στην οικογενειακή ζωή, οι ελληνικές αρμόδιες Αρχές καλούνται να: • Εξασφαλίσουν την έγκαιρη καταγραφή όλων των ασυνόδευτων παιδιών κατά το στάδιο της πρώτης υποδοχής συμπεριλαμβάνοντας και κατάλληλη διαδικασία «screening» από κατάλληλο και εξειδικευμένο ιατρικό και ψυχοκοινωνικό προσωπικό, με σκοπό τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση θεμάτων ιατρικής και ψυχικής υγείας καθώς και τη παροχή κατάλληλης υποστήριξης και διαδικασιών παραπομπής για περαιτέρω υποστήριξη, όποτε τούτο είναι απαραίτητο. Οι διαδικασίες «screening» θα πρέπει να περιλαμβάνουν πάντοτε έλεγχο επιλεξιμότητας για τη διαδικασία Δουβλίνου (εντοπισμού υποθέσεων οικογενειακής επανένωσης) από κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό της πρώτης υποδοχής. • Εξασφαλίσουν στα ασυνόδευτα παιδιά κατάλληλη προσωρινή παραμονή σε κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης που πληρούν τις ειδικές ανάγκες προστασίας των παιδιών και να ελαχιστοποιούν τη διάρκεια της παραμονής τους στα κέντρα αυτά (υποδοχής και ταυτοποίησης) για τον απολύτως απαραίτητο χρόνο μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών (διαδικασίας πρώτης υποδοχής). • Αυξήσουν τον αριθμό των ξενώνων και να εξασφαλίσουν ταχεία πρόσβαση των ασυνόδευτων παιδιών σε κατάλληλες εγκαταστάσεις μακρόχρονης διαμονής, όπως οι ξενώνες, και να παρέχουν σταθερή νομική προστασία και ψυχοκοινωνική υποστήριξη. (Να) προσπαθήσουν ενεργά να αποφύγουν την θέση υπό κράτηση των παιδιών και την μακροχρόνια τοποθέτησή τους σε «ασφαλείς ζώνες» (εντός κέντρων ενηλίκων) ή τη διαδοχική μεταφορά παιδιών σε διαφορετικούς ξενώνες, εκτός εάν το τελευταίο είναι προς το βέλτιστο συμφέρον τους. • Διασφαλίσουν την παροχή κατάλληλων πληροφοριών σε παιδιά σχετικά με την διαδικασία οικογενειακής επανένωσης κατά τα στάδια πρώτης υποδοχής και διαδικασίας ασύλου, συμπεριλαμβανομένης, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, της διανομής του σχετικού φυλλαδίου που προβλέπεται στον Εφαρμοστικό Κανονισμό του Δουβλίνου III. • Εφαρμόσουν διαδικασίες προσδιορισμού της ηλικίας μόνο ως έσχατη λύση και μόνο σε περιπτώσεις όπου

υπάρχει αιτιολογημένη αμφιβολία σχετικά με την ηλικία του αιτούντος. (Να) εφαρμόσουν τη σταδιακή και διεπιστημονική προσέγγιση εκτίμησης της ηλικίας, όπως προβλέπουν οι διαδικασίες που περιγράφονται στις σχετικές υπουργικές αποφάσεις. • Εξασφαλίσουν επαρκές προσωπικό σε όλα τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου και στην Εθνική Μονάδα Δουβλίνου προκειμένου να ανταποκριθούν επαρκώς στον αυξημένο αριθμό αιτημάτων οικογενειακής επανένωσης βάσει του Δουβλίνου και να παρέχουν συνεχή κατάρτιση στο προσωπικό σε σχέση με την διαδικασία οικογενειακής επανένωσης του Δουβλίνου και τις ειδικές ανάγκες των παιδιών. • Εφαρμόσουν άμεσα τον νόμο 4554/2018 περί επιτροπείας, προκειμένου να διασφαλιστεί καλύτερα ότι το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών λαμβάνεται υπόψη στην πράξη. • Εξασφαλίσουν τον ορισμό εκπροσώπου με κατάλληλα προσόντα από το στάδιο της πρώτης υποδοχής, ο οποίος θα παρέχει στο παιδί όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και θα εγγυάται ότι το βέλτιστο συμφέρον του/της θα αντιμετωπίζεται κατά προτεραιότητα σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και του προσδιορισμού ηλικίας. Ομοίως, να εξασφαλίσουν τον ορισμό εκπροσώπου με κατάλληλα προσόντα σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου για όλα τα ασυνόδευτα παιδιά που αποτελούν περιπτώσεις «Δουβλίνου», και σύμφωνα με τις διατάξεις του Δουβλίνου III, για να διασφαλιστεί ότι το βέλτιστο συμφέρον τους λαμβάνεται υπόψη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. • Εξασφαλίσουν άμεσα δωρεάν νομική συνδρομή στα ασυνόδευτα παιδιά στη διαδικασία του Δουβλίνου για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής και ερμηνείας των νομικών διατάξεων του Δουβλίνου III. • Θέσουν σε εφαρμογή μια συστηματική και λειτουργική διαδικασία προτεραιοποίησης για τα ασυνόδευτα παιδιά τόσο σε σχέση με την αρχική τους ευαλωτότητα ως ασυνόδευτα παιδιά όσο και με τις επιπλέον ευαλωτότητές τους, η οποία θα ισχύει για όλα τα στάδια της διαδικασίας (κατάθεση της αίτησης ασύλου, αποστολή της αίτησης αναδοχής και μεταφορά). • Διασφαλίσουν ότι τα ερωτώμενα κράτη ενημερώνονται συγκεκριμένα από την Εθνική Μονάδα Δουβλίνου σχετικά με το ρόλο και την ιδιότητα του νομικού εκπροσώπου μέσω διακρατικής αλληλογραφίας. • Διασφαλίσουν ότι θα υπάρχει ένα συνεχές, λειτουργικό σύστημα για τη γρήγορη και ομαλή μεταφορά όλων των ασυνόδευτων παιδιών, σύμφωνα με την υποχρέωση του κράτους αποστολής να καλύπτει το κόστος μεταφοράς όπως προκύπτει από τον Κανονισμό.


Οδός Στουρνάρη 57, 10432 Αθήνα (κεντρικά γραφεία) info@praksis.gr | www.praksis.gr

136 Cavell Street, London E1 2JA info@safepassage.org.uk www.safepassage.org.uk UK Charity Registration Number: 1179608 Company Number: 11136659 Πρωτότυπο (αγγλικό) κείμενο Δεκέμβριος 2018 © Safe Passage

Profile for Praksis

Caught In The Middle GR  

Caught In The Middle GR  

Profile for praksis2
Advertisement

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded