Page 1

THE LAST DAYS Book one The Guardians have fallen

Π.Σ. 2013


ΟΙ ΣΕΛΕΤΣΑΙΕ΢ ΗΜΕΡΕ΢ ΠΡΟ΢ΣΑΣΕ΢ ΕΠΕ΢ΑΝ

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΣΟ: ΟΙ

Book one: The alien from outter Part 1 How this one begun…………6 The philosopher beyond words………….13 Save your soul…………………24 This must be the place……….…... 30 One wall at a time……………39 The unguarded Guardian………….49 Creatures of the night……………..61 The Irrationalists…………..…74 Close encounters of any kind……………83 Part 2 Thujone………..95 Butterflies in the chest…………..107 Under the bush………….…..119 La foule……………..133 The alien from outter earth..............150 Guarding a Guardian.................162 Diamond in the sky with lust…….174 The Guardians have fallen………191 Remember: This is my car…………198 The Lady………….205 Prologue, part 1……………216

[2]

Earth


The less you know The better the cogwheels flow

Έτος: 2147. Εναλλακτικά, 88 μ.Κ.. Πληθυσμός Γης: 35.012.562

[3]


PART ONE 00:02

[4]


Πως ξεκίνησε αυτό Αυτό εδώ ξεκίνησε με μια ενοχλητική φαγούρα στο πέλμα, που δεν έλεγε να περάσει παρά το νευρικό τρίψιμο σε διάφορες επιφάνειες: στο χαλί του σαλονιού (προφανής επιλογή), στο χαλάκι του μπάνιου, στην γωνία του τραπεζιού και στο χέρι της πολυθρόνας. Αλλά η ξεροκέφαλη φαγούρα δεν υποχωρούσε. Θα είχε κοιμηθεί αν δεν υπήρχε αυτή η φαγούρα. Η ώρα ήταν μόλις περασμένες δώδεκα, αλλά ήταν ιδιαίτερα νυσταγμένη και επιπλέον αυτό έκανε τις τελευταίες ημέρες, κοιμόταν νωρίς και ξυπνούσε αργά. Επίσης, κοιμόταν τα μεσημέρια και ενίοτε κοιμόταν τα απογεύματα. Ανάμεσα στους ύπνους της, επέλεγε να χαλαρώσει με μουσική ή με κάποια ταινία. Καμία φαγούρα ως εκείνη την ημέρα δεν είχε παρενοχλήσει ούτε τον ύπνο ούτε τον ξύπνιο της. Αναρωτήθηκε αν την φαγούρα την είχε προκαλέσει εκείνη η απόφασή της να κάνει έναν μικρό περίπατο, και αποφάσισε ότι για ασφάλεια δεν θα έκανε άλλο περίπατο για μερικές ημέρες. ΋ταν σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει ένα πιρούνι για να ξύσει το πέλμα της, για ακριβώς εκείνη την στιγμή, οι μαρτυρίες αργότερα θα αναφερθούν σε μια λάμψη από τον ουρανό, τόσο αλλόκοσμη και ξένη που δεν μπορούσαν να την ερμηνεύσουν. Ήταν όμως τόσο μικρή και διακριτική, που λίγοι την είδαν και έτσι λίγοι είχαν την απορία. Έτσι, η πρώτη εντύπωση δεν ήταν συλλογική, σε αντίθεση με την υστερία που ακολούθησε. Ήταν μάλιστα τόσο λίγες οι περιπτώσεις των μαρτύρων της περίεργης αυτής λάμψης, που οι περισσότεροι αποφάσισαν ότι δεν είδαν καλά ή ότι πρέπει να κοιτάξουν την όρασή τους. Βέβαια, ένας άνθρωπος της λογικής θα ήθελε να διαστραυρώσει τις μαρτυρίες, πριν τις αποδεχτεί. Ε, λοιπόν, θα μάθαινε από μια πηγή, ανατολικά της πόλης, ότι η λάμψη έμοιαζε με ένα πορτοκαλί επιμυκησμένο φωτεινό καρότο, έτσι μυτερή που ήταν μπροστά και με αυτές τις φωτεινές φούντες που άφηνε πίσω. Από μια άλλη πηγή θα μάθαινε όμως ότι η λάμψη είχε το σχήμα και το χρώμα ενός πατζαριού, ενώ κάποιος άλλος θα έλεγε ότι είχε τη μορφή μιας νέον πινακίδας για ντονέρ κεμπάμπ. Οπότε τίθεται εύλογα η αμφισβήτηση- πόσο αληθινό μπορεί να είναι κάτι, όταν μοιάζει ταυτόχρονα με καρότο, πατζάρι και νέον πινακίδα ντονέρ κεμπάμπ; Ο βιαστικός παρατηρητής θα γελούσε με τα ευρήματά του και θα έπεφτε για ύπνο. Ο σχολαστικός ερευνητής θα κοντοστεκόταν και θα έξυνε το κεφάλι του σκεπτόμενος: Αν

[5]


κάτι είναι ταυτόχρονα καρότο, πατζάρι και νέον πινακίδα ντονέρ κεμπάμπ, τότε δεν μπορεί παρά να είναι κάτι. Αν όλοι οι μάρτυρες είχαν δει μια μακρόστενη ακτίνα φωτός, ακόμα και αν διαφωνούσαν στις αποχρώσεις, το πιο πιθανό θα ήταν να έχουν δει κάποιο πεφταστέρι, η μάλλον, κάποιο μικρό βραχάκι από κάποιο μακρινό διαστημικό καταπέλτη που τσουρουφλίστηκε στην ατμόσφαιρα μέχρι να γίνει σκόνη και προσγειωθεί απαλά πάνω σε διάφορα παρμπρίζ. Αλλά ποτέ κάποιο τέτοιο θραύσμα μετεωρίτη δεν ήταν ταυτόχρονα καρότο, πατζάρι και νέον πινακίδα ντονέρ κεμπάμπ. Άρα ήταν κάτι άλλο. Κάτι όμως που δεν είδε σε καμία περίπτωση η Ντάιαμοντ, γιατί, όπως είπαμε, είχε μια εξαιρετικά ενοχλητική φαγούρα στο πέλμα, ενώ το πιρούνι περισσότερο την γαργαλούσε παρά κατατρόπωνε αυτό το μικρό αλλά σίγουρα ενοχλητικό μπελά. Η Ντάιαμοντ κοίταξε την μικρή πατούσα της και φαντάστηκε κάποιο μικρό έντομο να έχει εισχωρήσει μέσα από το δέρμα της, κάτι που έκανε την αίσθηση ακόμα πιο ενοχλητική και επίμονη. Μέσα σε λίγα λεπτά, τα έντομα στο πόδι της είχαν μεγαλώσει, είχαν γίνει τερατόμορφα και είχε καταλήξει να μένει καθισμένη στο πάτωμα, περιμένοντας κάποιο τέρας με κεραίες και πολλά πόδια να ξεπεταχτεί από την καμάρα της. Ολόκληρος ο κόσμος είχε καταληφθεί από τεράστιες, αηδιαστικές κατσαρίδες, που εκκολάπτονταν μέσα στα σώματα των ανθρώπων, τρεφόντουσαν από αυτά, και ύστερα τρυπούσαν την ύπαρξή τους προς τα έξω. Σίποτα ωστόσο, ανάλογα συνταρακτικό, δεν συνέβη εκείνη την στιγμή. Όστερα, απογοητευμένη, ξάπλωσε ανάσκελα και κοίταξε το ταβάνι, κουνώντας το πόδι της πέρα δώθε αργά, σαν να ήθελε να νανουρίσει την φαγούρα. Σο ταβάνι της ήταν άδειο και γκριζόλευκο, με κάποιο αμελητέο ανάγλυφο της μπογιάς και διάφορες σκιές από το φως της λάμπας. Δεν υπήρχε τίποτα το ιδιαίτερο στο ταβάνι της, αλλά επέμενε να το κοιτάει. Όστερα, αποφάσισε να γυρίσει μπρούμυτα και να κοιτάξει παράλληλα το πάτωμα, αλλά παρατήρησε ένα ανάγλυφο σκόνης κάτω από τον καναπέ που της προκάλεσε ενόχληση και ανασηκώθηκε ξανά οκλαδόν. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πως θα περνούσε εκείνη η βραδιά, πόσες μάταιες αλλαγές στάσης θα έκανε στο πάτωμα, αν εκείνη την ώρα δεν χτυπούσε το κουδούνι της. Σο κουδούνι της είχε ένα δυνατό στρίγκο ήχο, που την ξάφνιασε τόσο ώστε να ξεχαστεί για μια στιγμή η φαγούρα στο πέλμα της και σηκώθηκε απότομα. ΢ηκώθηκε

[6]


όμως τόσο απότομα που για μερικά δευτερόλεπτα σκοτοδίνης δεν έβλεπε τίποτα μπροστά της. Πλησίασε το θυροτηλέφωνο και σήκωσε αργά το ακουστικό. ‘’Ναι;’’ Η φωνή της, που είχε να την χρησιμοποιήσει αρκετή ώρα, ίσως και μέρα ολόκληρη, βγήκε βραχνή και χαμηλόφωνη, και έτσι επανέλαβε, πιο στεντόρεια. ‘’Ναι;’’ Αμέσως, μια γνώριμη, αν και παραμορφωμένη από το μικρόφωνο φωνή της απάντησε. ‘’Ντι; Εγώ είμαι’’. Η Ντάιαμοντ τίναξε το κεφάλι της πέρα δώθε. Αυτό τώρα ήταν κάτι εντελώς απρόσμενο. Σο Κάθαρμα. Πάτησε το κουμπί και έκλεισε το ακουστικό νευρικά. Κοίταξε την πόρτα και ύστερα έτρεξε προς το δωμάτιό της. Υόρεσε βιαστικά μια φόρμα και ένα φούτερ, αλλά αμέσως τα ξαναέβγαλε γιατί φορούσε ήδη πιτζάμες και θα ήταν χειρότερο να μοιάζει με κρεμμύδι. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη και αναστέναξε, και έπιασε βιαστικά τον καστανοκόκκινο θύσανο από μπούκλες πίσω από το κεφάλι της, και τύλιξε γύρω του ένα λαστιχάκι. Σο αποτέλεσμα ήταν περισσότερο αστείο, αλλά μετά χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας και αποφάσισε να κάνει την κοιμισμένη. Προχώρησε βιαστικά προς την πόρτα και πήρε μια βαθιά αναπνοή. Μετά άλλη μια. Όστερα άνοιξε την πόρτα και δεν ανέπνευσε παρά αρκετή ώρα αργότερα, ακριβώς στο σημείο που θα έσκαγε αν την κρατούσε ένα δευτερόλεπτο ακόμα. Σο Κάθαρμα. Ένα κουτί με τρύπες. Μια σακούλα με άγνωστο περιεχόμενο. Α ναι, και μια τσούλα. Σο Κάθαρμα, ένα κουτί, μια σακούλα και μια τσούλα. ‘’Γειά σου Ντι..Ήθελα να μιλήσουμε και...μα κοιμόσουνα; Δεν είχαμε πει για σήμερα; Είναι κακή στιγμή;’’ ΢το κεφάλι της έγιναν μερικές πράξεις, αλλά η τσούλα αναβόσβηνε μπροστά της και δεν την βοηθούσε να συγκεντρωθεί. Σο Κάθαρμα είχε ένα περίλυπο ύφος.

[7]


‘’Είναι κακή στιγμή;’’ Η φωνή του ερχόταν μέσα από μια μπανιέρα από ένα δωμάτιο που ήταν κάτω από μια λίμνη. ‘’Να έρθω κάποια άλλη φορά;’’ Η φωνή του τώρα αναδύθηκε σαν υποβρύχιο και η τελευταία λέξη ακούστηκε στην διαπασών. ‘’΋χι, το είχα ξεχάσει’’, είπε αυτή σχεδόν συλλαβιστά. Ποιο; ‘’Περάστε’’, συμπλήρωσε.

Σο κάθαρμα με το κουτί και τη σακούλα

προχώρησε πρώτο με ένα

αμήχανο χαμόγελο, και η τσούλα ακολούθησε με ένα πιο αμήχανο χαμόγελο ακόμα και λίγο σκυφτή. Η Ντι έκλεισε την πόρτα πίσω τους. Σο Κάθαρμα άνοιξε το κουτί με τις τρύπες, και μέσα από αυτό βγήκε ο Σίγρης, κάπως μουδιασμένος. Ο Σίγρης λεγόταν έτσι γιατί είχε τιγρέ χρώματα. ΢ε κάποια φάση της ζωής του δικαίωσε το όνομά του, καθώς ήταν αρκετά ατίθασος και αλανιάρης. Θα μπορούσε να μετονομαστεί ξανά σε Γάτος όταν έχασε τους όρχεις του, αλλά παρέμεινε Σίγρης. Βέβαια, οι γάτοι δεν ακούνε το όνομά τους, οπότε δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Όστερα, το κάθαρμα άφησε την σακούλα δίπλα στην βιβλιοθήκη και την κοίταξε χαμογελώντας. ‘’Γιατί φοράς μόνο μια κάλτσα;’’. Η ερώτησή του είχε μια παιχνιδιάρικη οικειότητα. Μέχρι και η τσούλα εστίασε στα πόδια της και χαμογέλασε. Σους φάνηκε αστείο. Ο Σίγρης δεν έδειξε ενδιαφέρον, αλλά γενικά ο Σίγρης δεν έδειχνε ενδιαφέρον σε τίποτα που δεν τρωγώταν. Σους έδειξε προς το σαλόνι χωρίς να απαντήσει.

Κάθισαν δίπλα δίπλα στον καναπέ. Αυτός φορούσε ένα καφέ απαράδεκτο πουκάμισο και ένα συνηθισμένο τζιν. Σα παπούτσια του είχαν υπολλείμματα λάσπης και τα ακουμπούσε πάνω στο χαλί της. Έπρεπε να ξέρει να βγάλει τα παπούτσια του. Σο χαλί αυτό καθάριζε πολύ δύσκολα. Είχε ένα συγκαταβατικό ύφος, και μια ενοχλητική ενασχόληση του βλέμματός του με τα πόδια της. Αυτή φορούσε ένα λεπτό πουλόβερ με μικρές τρύπες στα μανίκια και ένα μαύρο παντελόνι που γινόταν φαρδύ στους αστραγάλους. Υορούσε τακούνια, κάτι που ήταν έξυπνο από μεριάς της γιατί φάνταζε ιδιαίτερα κοντή. Σο δικό της βλέμμα ήταν υπεροπτικό καθώς κοιτούσε το σαλόνι της εξερευνητικά, σαν σπιτονοικοκυρά. Αυτός στεκόταν κυρτός στον καναπέ με τα χέρια στα γόνατά του. Αυτή είχε διπλώσει το ένα πόδι πάνω στο άλλο και είχε ξαπλώσει στον καναπέ, κρατώντας το κεφάλι της με το ένα χέρι. Ο Σίγρης κοίταζε την κουρτίνα. Σο Κάθαρμα ξερόβηξε. ‘’Ντι...είχαμε πει ότι θα μιλήσουμε, και η αλήθεια είναι ότι αργήσαμε πολύ να μιλήσουμε. Θα έλεγα ότι φταίω εγώ για αυτό.’’

[8]


΢ταμάτησε και την κοίταξε. Αυτή δεν άλλαξε έκφραση, ούτε είπε κάτι. ‘’Σο ξέρω ότι ήμουν αγενής και απόμακρος...Θέλω να ξέρεις ότι δεν είμαι έτσι, απλά ήμουν πολύ μπερδεμένος και στεναχωρημένος και εγώ, ήμουν σε σύγχυση, καταλαβαίνεις;’’ Ξανά. Σίποτα από αυτήν. ‘’Ήταν πολύ δύσκολες αυτές οι ημέρες...’’ Εβδομάδες, μαλάκα. ‘’Αλλά πήρα το χρόνο μου, κάπως τα έβαλα στο κεφάλι μου, ωρίμασα, ξέρεις από αυτή τη διαδικασία. Και θυμάσαι που σου είχα πει- για μένα το πιο σημαντικό πράγμα είναι η ειλικρίνεια. Πιστεύω πολύ στην ειλικρίνεια, στην αλήθεια. Σο ξέρεις αυτό, το θυμάσαι ε;’’ Ξανά. Η Ντι παρέμεινε ανέκφραστη. Σο Κάθαρμα γύρισε και κοίταξε την κότα που καθόταν δίπλα του, ατάραχη. ‘’Θα αναρωτιέσαι λοιπόν τι έχω να σου πω, και θα αναρωτιέσαι επίσης γιατί είναι μαζί μου και η Νικόλ. Λοιπόν, είναι πολύ αμήχανο, αλλά η ανάγκη μου να είμαι ειλικρινής μου δίνει δύναμη. Γιατί είσαι ένας φανταστικός άνθρωπος Ντι, και δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο από την αλήθεια. Η Νικόλ είναι εδώ λοιπόν, είναι εδώ μαζί μου, γιατί θέλαμε να σου το πούμε μαζί. Σο σκέφτηκα μόνος μου αρχικά και ύστερα το συζήτησα και με την Νικόλ γιατί είναι ψυχολόγος και ήθελα και την επαγγελματική της γνώμη σε αυτό. Και αυτή συμφώνησε μαζί μου ότι οι ανθρώπινες σχέσεις πρέπει να βασίζονται πάνω στην ειλικρίνια, και οτιδήποτε διαφορετικό θα ήταν αγενές προς εσένα και σε ότι σημαίνεις για μένα. Είσαι πολύ σημαντικός άνθρωπος για μένα Ντι, και το καταλαβαίνω τώρα, ο αχάριστος και ο αδαής, το καταλαβαίνω τώρα. Ήρθαμε λοιπόν να σου πούμε...’’ Σο Κάθαρμα κόμπιασε λίγο, τόσο ώστε να αντιληφθεί ότι η φαγούρα στο πέλμα της είχε επιστρέψει με αποφασιστικότητα και επιμονή, τόσο πολύ που σκέφτηκε να κόψει το πέλμα της από τον αστράγαλο και να του το πετάξει στο κεφάλι. ‘’Ήρθαμε λοιπόν να σου πούμε...ω είναι τόσο δύσκολο...’’ Η κότα άπλωσε την λεπτεπίλεπτη φτερούγα της που ήταν στολισμένη και με ένα ακριβό ασημένιο ρολόι στην πλάτη του και τον ακούμπησε απαλά. Αυτός γύρισε και την κοίταξε, ενώ μάλλον προσπαθούσε να δακρύσει εξ’επί τούτου. ‘’Αγαπιόμαστε Ντι, εγώ και η Νικόλ αγαπιόμαστε. Ορίστε, το είπα. Αγαπιόμαστε. Και θα ήμουν ανειλικρινής αν δεν στο έλεγα, και κυρίως και πρώτιστα, αν δεν το έλεγα ούτε στον εαυτό μου. Είμαι ένα κάθαρμα, ένα κωλόπαιδο, ένας απατεώνας...Πες μου

[9]


ότι θέλεις. Σο ξέρω, το υποψιαζόσουν, σου έλεγα ότι ζηλεύεις παράλογα, το ξέρω, έχεις δίκιο ότι και να πεις. Αλλά είναι πέρα από τις δυνάμεις μου, είναι η αλήθεια. Ήρθαμε λοιπόν, να σου το πούμε μαζί, γιατί αυτό είναι το σωστό. Έτσι έπρεπε να γίνει. Έψαχνα να βρω δυνάμεις...να σε αντικρίσω...για αυτό άργησα και συγχώρεσέ με. Πως να σου ανακοινώσω κάτι τέτοιο, τόσα πολλά που έχουμε περάσει μαζί; Πως το κάνει κάποιος αυτό; Ψ, Ντι, πες μου κάτι σε παρακαλώ, μη με κοιτάς έτσι παγωμένα, δεν έχεις βγάλει κουβέντα εδώ και πόση ώρα!’’ Οργή. Ένα αναφιλητό που καταπιέζετα. Υαγούρα. Η κότα ανασηκώνεται. ‘’Ντάιαμοντ, το καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο για σένα, αλλά πρέπει να δεις και πόσο δύσκολο είναι και για αυτόν.’’. Αυτή η φωνή της. Αυτή η μπάσα, ήρεμη και δασκαλίστικη φωνή της. Σον ακουμπάει ξανά στην πλάτη. Αυτός έχει βουρκώσει τώρα και έχει σκύψει το κεφάλι. Αλλά η φωνή της έρχεται σαν ξυλάκι από ντραμς, μπαίνει στο αυτί της και ανακατεύει το μυαλό της. Σο σύστημα βρίσκεται σε αδράνεια. Αυτός σηκώνει ξανά το κεφάλι του και την κοιτάει. ‘’Έφερα τον Σίγρη γιατί πιστεύω ότι πρέπει να τον κρατήσεις εσύ. Δεν θα μπορούσα να τον κρατήσω εγώ. Η Νικόλ μου είπε ότι έχω δίκιο, γιατί πρέπει και εγώ να βρω τον τρόπο να σε ξεπεράσω’’. Αυτή τον χτυπάει απαλά στην πλάτη. Η φωνή της, ξανά. ‘’Ο Γουίλιαμ είναι πολύ ευαίσθητος άνθρωπος, το ξέρεις αυτό. Έβλεπε τον Σίγρη και έβαζε τα κλάμματα. Ένιωθε ότι σου τον στερεί. Και εξ’άλλου, γυναίκα προς γυναίκα, καταλαβαίνεις ότι και εγώ δεν ένιωθα άνετα με αυτήν την εικόνα. Δεν θα μπορούσα ποτέ να αγαπήσω τον Σίγρη, όπως τον αγαπήσατε εσείς. Και αυτό θα ήταν άσχημο για αυτό το άμοιρο ζώο, δεν νομίζεις; Η δική σου αγάπη για τον Σίγρη είναι δεδομένη. Είναι κομμάτι του εαυτού σου.’’ Ο Λιρόι, το κάθαρμα, την διακόπτει. Ευτυχώς που την διακόπτει. ‘’΢την σακούλα σου έχω φέρει το μαξιλάρι του, δυο συσκευασίες γατοτροφής, τα μπολ και όσα παιχνίδια του βρήκα.’’ Η Ντι κοίταξε προς τον Σίγρη. Ο Σίγρης κοιτούσε την κουρτίνα. Η Ντι είχε πράγματι, μερικά χρόνια πριν, επιμείνει να αποκτήσουν ένα γάτο. Σο θεώρησε χαριτωμένο. Ο Λιρόι το Κάθαρμα είχε δεχτεί με χαρά. Η Ντι δεν ήξερε τότε την ελαφριά αλλεργία που είχε στις γάτες, και έπρεπε να περάσει ένα εξάμηνο με συνάχι για να

[10]


συνδέσει την παρουσία του Σίγρη με τις μύξες της. ΋ταν μετακόμισαν, το βολικά κοντινό πατρικό του Λιρόι αποτέλεσε το νέο σπίτι του Σίγρη, και μια καλή συντροφιά στην χήρα μητέρα του. Για την ακρίβεια, η Ντι είχε να δει τον Σίγρη έξι περίπου μήνες, όσο ακριβώς είχε κρατήσει το αργό και δυσβάσταχτο σπιράλ του χωρισμού τους. Ο Σίγρης κοιτούσε την κουρτίνα. Σην κοίταξε στιγμιαία και αυτή, προσπαθώντας μάταια να βρει τη λογική σε όσα άκουγε. ‘’Ντι, γιατί δεν λες κάτι; Βρίσε με, διώξε μας, αλλά πες κάτι!’’ Ξανά ο Λιρόι βρισκόταν στην μπανιέρα του κάτω από τη λίμνη. Η κότα πήρε ξανά την μπαγκέτα της. ‘’΋λα αυτά είναι απότομα. Ίσως χρειάζεσαι λίγο χρόνο να τα επεξεργαστείς’’, της είπε μελιστάλαχτα και συγκαταβατικά. ‘’Μήπως θέλεις να έρθουμε ξανά κάποια άλλη στιγμή;’’, πρόσθεσε, με την φωνή της να αναδεύει επαγγελματισμό. Σο Κάθαρμα πετάχτηκε ξανά. ‘’Ναι, φυσικά. Αν θες να έρθουμε κάποια άλλη στιγμή. Και το σπίτι, μην το σκέφτεσαι, στο σπίτι μπορείς να μείνεις όσο θέλεις μέχρι να βρεις μια νέα σειρά. Θα μείνω στην μητέρα μου, και μπορείς να κάτσεις όσο θέλεις, κάτσε και ένα μήνα δηλαδή αν χρειάζεται.’’ Η τσούλα τον κοίταξε λίγο αυστηρά. ‘’Δεν νομίζω ότι η Ντάιαμοντ χρειάζεται ένα μήνα’’, είπε, σαν να το λέει σε αυτόν ή σαν να το λέει γενικά στο χώρο. ‘’Ούτε είναι άνθρωπος εκδικητικός ή μνησίκακος. Καταλαβαίνει ότι αυτό το νήμα έχει δύο άκρες, και ότι χρειάζεσαι και εσύ να μπεις σε μια νέα σειρά, να φτιάξεις το χώρο σου και την ζωή σου ξανά. Δεν θα γυρίσεις τώρα, επαγγελματίας άνθρωπος, στην μητέρα σου να μείνεις.’’ Η Ντι θυμήθηκε μια σκηνή από τα παιδικά της χρόνια, που τρια μεγαλύτερά της ξαδέρφια που έκαναν για πρώτη φορά επίσκεψη στο σπίτι της είχαν βρει παιχνίδι να της πετάνε μια μπάλα του βόλει στο κεφάλι και να την φωνάζουν

‘’φυτό’’ και

‘’σπασικλάκι’’. Η μπάλα προσγειωνόταν στο κεφάλι της με δύναμη, έκανε γκελ, επέστρεφε σε αυτούς και την ξαναρίχνανε. Αυτή το δεχόταν αδιαμαρτύρητα μέχρι που μια μπαλιά αστόχησε και τις γκρέμισε ένα καραβάκι με το οποίο έπαιζε στην αυλή. Σότε μόνο αποφάσισε να φύγει προς το σπίτι, χωρίς ωστόσο να κλάψει μπροστά τους και χωρίς να τους μαρτυρήσει στους γονείς της. Ένιωθε τώρα για άλλη μια φορά τις μπαλιές, ξανά και ξανά, να κάνουν γκελ στο κεφάλι της. Η Νικόλ,η κότα, η τσούλα, είχε τώρα το επαγγελματικό της ξινισμένο ύφος και ετοιμαζόταν για ένα ακόμα σέρβις. ‘’Ντάιαμοντ, είσαι εδώ και πάρα πολύ ώρα σιωπηλή, και μας φέρνεις σε πολύ αμήχανη και δύσκολη θέση. Αν μου επιτρέπεις, γυναίκα προς γυναίκα πάντα, αυτή η

[11]


εσωτερίκευση που προβάλλεις, αυτό το ασφυκτικά κλειστό πλαίσιο που βάζεις γύρω σου, φέρνει τους ανθρώπους που συναναστρέφεσαι να στέκονται μπροστά από ένα τείχος, σαν σε πολιορκία. Ο Λιρόι ενδιαφέρθηκε να δει τι υπάρχει μέσα και σε πολιόρκησε, αλλά οι περισσότεροι

άνθρωποι

θα αποθαρρυνθούν.

Σώρα

γιατί

αντιμετωπίζεις έτσι τον άνθρωπο που δεν αποθαρρύνθηκε; Έχεις σκεφτεί ποτέ, και το λέω επειδή ο Λιρόι πολύ εύκολα αναλαμβάνει όλη την ευθύνη, περισσότερη ίσως από όση του αναλογεί, έχεις σκεφτεί ποτέ ότι μπορεί αυτός ο κλειστός και εσωστρεφής χαρακτήρας να είναι η αιτία που απομακρύνθηκε; Είμαστε ώριμοι και πολιτισμένοι άνθρωποι εδώ, και θέλω να πιστεύω ότι μπορούμε να μιλήσουμε ανοιχτά και ειλικρινά. Έχεις σκεφτεί ότι μπορεί η άρνησή σου να βγεις έξω, στον κόσμο, μπορεί να κράταγε έναν, όπως θα γνωρίζεις, εξαιρετικά ανοιχτό και εξωστρεφή άνθρωπο; Πρέπει να τα σκεφτείς όλα αυτά αγάπη μου. Δεν θα έπρεπε τώρα να βρίσκεσαι σε αδιέξοδο. Να ξέρεις, εγώ το καταλαβαίνω το αδιέξοδο που βρίσκεσαι. Ακολούθησες τον Λιρόι και δεν ακολούθησες τα βήματά σου, τα δικά σου βήματα. Ο Λιρόι είναι ένας πετυχημένος άνθρωπος, πολλές ώρες μακριά από το σπίτι, στον έξω κόσμο...Πως είχες στο μυαλό σου να το κρατήσεις αυτό; ΋χι αυτόν, αυτό, εσένα την ίδια..’’ Είναι αυτή μήπως μια στιγμή επιφοίτησης; Είναι αυτό μήπως ένα ξυπνητήρι από το λήθαργο των τελευταίων ημερών (εβδομάδων, ηλίθια) και μια βίαιη επιστροφή στην πραγματικότητα και τον καθαρό αέρα; Η Ντάιαμοντ πήρε μια βαθιά αναπνοή. Λένε ότι η πρώτη σου αναπνοή καθαρού αέρα είναι από τις πιο επώδυνες διαδικασίες που περνάει ένας άνθρωπος. Και για αυτό κλαίει. Βέβαια, η Ντάιαμοντ δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να κλάψει, δεν θα έκλαιγε ποτέ μπροστά σε κανέναν. Πόσο μάλλον στο Κάθαρμα και αυτήν την ξιπασμένη, ηλίθια τσούλα, αυτήν την τόσο ταιριαστή για το Κάθαρμα γυναίκα που στεκόταν μπροστά της έτοιμη να της παραδώσει ‘’μαθήματα’’ και διδάγματα. Κάπου, για κάποιο λόγο, στα αυτιά της αντήχησε μια φράση: ‘’΋τι και να συμβεί, αγαπημένη μου, θα το αντέξεις. Θα το αντέξεις γιατί θα το αντέχω και εγώ. Είναι η αντοχή μας, να ξέρεις, είναι το ότι αντέχουμε μπροστά τους το μεγαλύτερό μας όπλο’’. Η φράση αυτή ακούστηκε σαν από κάποια πολύ σημαντική ανάμνηση, από κάποια στιγμή που ο κόσμος ήταν ακίνητος για εκείνη. Αλλά δεν μπορούσε να

[12]


διακρίνει μέσα στην πηχτή και γεμάτη παράσιτα σύγχυσή της την πηγή. Ούτε το λόγο που αυτή η φράση είχε ανασυρθεί. ΢ε κάθε περίπτωση, η φράση δημιούργησε μια αλυσίδα συνάψεων, μια αλληλουχία συναισθημάτων και σκέψεων, και κατέληξε ανεκβίαστα σε ένα δάκρυ. Σο δάκρυ βγήκε από το δεξί της μάτι, κάπως αβέβαιο στην αρχή, και ύστερα πιο αποφασιστικά κύλησε προς τα κάτω, αφήνοντας μια αλμυρή αυλακιά στο μάγουλό της πριν εξαφανιστεί κάτω από το πηγούνι της. ΋λα έγιναν πάρα πολύ γρήγορα, σχεδόν φευγαλέα. Η Ντάιαμοντ ευχύθηκε να μην το είχαν δει. ‘’Ντι;’’ Η φωνή του καθάρματος ήταν τώρα εμφανώς αγχωμένη. Σην κοίταζε με ορθάνοιχτα τα γαλαζοπράσινα μάτια του και το σχεδόν άχειλο στόμα του μισάνοιχτο. ‘’Ντι, κλαίς;’’. Η Νικόλ ανασηκώθηκε και αυτή και κοίταξε προς το μέρος της ερευνητικά. Κοιτούσαν σαν χαμένοι την αυλακιά από το δάκρυ στο μάγουλό της, τώρα τίποτα περισσότερο από ένα μεταξένιο στην όψη υπόλειμμα στο μάγουλό της. ‘’Ψ, Ντι, συγνώμμη, συγνώμμη, συγνώμμη’’, είπε αυτός σχεδόν υστερικά, ταραγμένος, και έκανε να σηκωθεί, αλλά το χέρι της Νικόλ τον κράτησε από τον ώμο και τον συγκράτησε κάτω. Αυτός την κοίταξε επίμονα. Η Ντάιαμοντ δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τα βλέμματά τους, τα κρυφά λόγια που ανταλάσσανε εκείνη την στιγμή. Ίσως να ήταν η παρακάτω στιχομυθία-Άφησε με να πάω κοντά της, με χρειάζεται αυτή τη στιγμή -Μα, δεν την βλέπεις; Δακρύζει, είναι ανήμπορη να συγκρατήσει τα δάκρυά της, κοίταξέ την! -Εγώ της το έκανα αυτό. Εγώ της το προκάλεσα. -΋χι, το προκάλεσε μόνη της στον εαυτό της. Κοίτα την, είναι έτοιμη να βάλει τα κλάμματα! Που ακούστηκε; Έτοιμη να βάλει τα κλάμματα! -Άφησέ με να πάω κοντά της -΋χι, να μείνεις μακριά της. Να φύγουμε. Η Ντάιαμοντ σκούπισε με αργές κινήσεις το μάγουλό της. Ένιωθε ντροπή, οργή και σύγχυση. Για την ακρίβεια, το μυαλό της σφυροκοπούσε από συναισθήματα τόσο πολύ που ένιωθε τους κραδασμούς στα μυνήγγια της και έναν άρρυθμο μα ξέφρενο χορό στους παλμούς της. Ο Σίγρης είχε σταματήσει να κοιτάζει την κουρτίνα τώρα, και είχε καρφώσει και αυτός τα κίτρινα διαπεραστικά μάτια του πάνω της. Ήταν εκεί για να

[13]


την επικρίνει και αυτός; Η φαγούρα στο πέλμα της ήταν ανυποχώρητη. Η Νικόλ σηκώθηκε όρθια, κάπως απότομα και νευρικά. ‘’Θα έρθουμε κάποια άλλη στιγμή’’, είπε ξερά. Η Ντάιαμοντ σκέφτηκε ότι έπεσε μέσα στον υποθετικό διάλογο των ματιών τους. Σο Κάθαρμα σηκώθηκε όρθιο, πειθήνια, και τώρα η έκφραση συμπόνοιας είχε γίνει ένα στραβό και αμήχανο χαμόγελο. ‘’Ναι, Ντι. Θα έρθουμε καλύτερα κάποια άλλη στιγμή. ΢υγνώμμη για την αναστάτωση. Θα...’’. Η Νικόλ τον τράβηξε από το χέρι κοφτά και το Κάθαρμα δεν ολοκλήρωσε ποτέ την φράση του. Η Ντάιαμοντ έκλεισε τα μάτια, περισσότερο για να αποφύγει άλλα ντροπιαστικά δάκρυα. ΢το μυαλό της ήρθαν εικόνες από αυτόν να ολοκληρώνει την φράση του-Θα γυρίσω μόνος μου, χωρίς αυτήν, να συζητήσουμε. Θα βρούμε άκρη. Θα τα διορθώσω όλα. Θα είναι όλα εντάξει, όπως πριν. Θα μείνω εδώ τελικά. Θα επιστρέψω για σένα. ‘’Θα σε πάρω τηλέφωνο’’, μουρμούρισε τελικά ενώ ήταν ήδη με ανοιχτή την εξώπορτα. Όστερα δεν είπε τίποτα άλλο, γιατί η πόρτα έκλεισε πίσω τους. Η Ντάιαμοντ υποδέχτηκε ευχάριστα την μοναξιά της, αλλά ένιωσε το κίτρινο βλέμμα του Σίγρη να διαπερνάει τα κλειστά της βλέφαρα. Άνοιξε τα μάτια της κάπως τρομαγμένη. Ο Σίγρης δεν ήταν εκεί που τον άφησε. ΋λα τα υπόλοιπα ήταν στην θέση τους. ΋πως και η σκόνη κάτω από τον καναπέ. ΋πως και η φαγούρα στο πέλμα της. Η Ντάιαμοντ σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι την εξώπορτα. Κοίταξε έξω από το ματάκι. Ο λουσμένος

στο

γαλάζιο

φως

διάδρομος

ήταν

άδειος.

Άνοιξε

την

πόρτα

της

αναστενάζοντας. Ο διάδρομος ήταν άδειος από άκρη σε άκρη. Σο Κάθαρμα και η Σσούλα είχαν εξαφανιστεί. Μπορούσε να αφουγκραστεί τον υπνωτικό χαμηλότονο βόμβο από τις λάμπες στο ταβάνι του διαδρόμου, και μια απαλή μελωδία από κάποιο πιάνο, προφανώς της 424, τρεις πόρτες πιο κάτω. Κοίταξε απέναντί της το 419. Δεν μπορούσε να διακρίνει φως μέσα από το ματάκι. Περπάτησε μέχρι την λευκή πόρτα, πατώντας απαλά στο δροσερό πάτωμα, προσπαθώντας παράλληλα να ξύνει την πατούσα της πάνω στο πόδι που φορούσε ακόμα κάλτσα. Φτύπησε την πόρτα απαλά, με τους κόμπους των ακροδαχτύλων της, αλλά ύστερα έκανε το χέρι της γροθιά και χτύπησε πιο δυνατά.

[14]


Από το 419 ακούστηκαν κάποιοι συρτοί θόρυβοι, και ύστερα εμφανίστηκε φως μέσα από το ματάκι της πόρτας. Η πόρτα άνοιξε, αλλά μέχρι ένα σημείο που επέτρεπε η λεπτή αλυσίδα. Σο πρόσωπο της Μαριάν εμφανίστηκε στο μικρό άνοιγμα, εμφανώς εκνευρισμένο. ΋ταν διέκρινε την Ντάιαμοντ κάπως μαλάκωσε, αλλά δεν έκανε κάποια κίνηση να βγάλει την αλυσίδα. ‘’Φρυσό μου κορίτσι, είναι σαφώς περασμένα μεσάνυχτα’’ ‘’Μπορώ να περάσω;’’, απάντησε αυτή αναστενάζοντας. ‘’Υοβάμαι ότι έχω καλεσμένους’’, της απάντησε, κάπως κοφτά. Η Ντι την παρατήρησε. Σο πρόσωπό της ήταν εμφανώς βαμμένο, ανάλογο για βραδινή έξοδο. Μπορούσε να διακρίνει την υποψία ενός κόκκινου φορέματος από το μικρό άνοιγμα της πόρτας. Από την πόρτα ερχόταν μια έντονη μυρωδιά κωλώνιας με βάση το κίτρο. Η Μαριάν ήταν μια γυναίκα κάπου ανάμεσα στα πενήντα και τα εξήντα, με εμφανείς κάποιες ρυτίδες κυρίως στα μάγουλα και το μέτωπο, της οποίες και έκρυβε επιμελώς με αρκετή ποσότητα προιόντων ομορφιάς. Είχε μικρά, νεανικά μάτια και μια μακριά και λεπτή μύτη. Σα μαλλιά της ήταν σγουρά, όχι φυσικά τόσο σγουρά όσο της ίδιας αλλά με ωραίες παχιές μπούκλες, τα οποία και έβαφε, προτιμώντας συνήθως τις αποχρώσεις του κόκκινου βουργουνδίας. ‘’Ψ, Μαριάν...’’. Η Ντάιαμοντ ήταν έτοιμη να αφήσει ακόμα ένα δάκρυ. Είχε γίνει πλέον αβάσταχτο να τα συγκρατεί. ‘’Ψ, Μαριάν, ήρθε αυτός...και ήρθε με εκείνη, την Νικόλ...για να μου πουν ότι είναι μαζί και ευτυχισμένοι, και πως εγώ καλά θα κάνω να φύγω από την μέση..’’ Η Μαριάν ήταν η μόνη της φίλη, για όσο τουλάχιστον βρισκόταν σε εκείνο το σπίτι. Αυτή και τα τετράδιά της, τα οποία κοιτούσε τον τελευταίο καιρό χωρίς την παραμικρή έμπνευση, χωρίς τον παραμικρό στίχο. Οι σκέψεις ήταν ένα ακατάστατο δωμάτιο- ήταν όλα εκεί στην πραγματικότητα, αλλά δεν ήξερε από που να αρχίσει να συμμαζεύει. ΋σες φορές δοκίμασε να βάλει τις λέξεις την μια δίπλα στην άλλη, αυτές έβγαιναν χωρίς συνοχή και αλληλουχία, ανερμάτιστες, σχεδόν στεγνές από ψυχή. ΋χι ότι η Μαριάν δεν ήταν στεγνή- τις περισσότερες φορές είχε έναν ‘’καλεσμένο’’ στο 419 της, και της άνοιγε με το ίδιο στυλ, ντυμένη και βαμμένη σαν σε βραδινή έξοδο, με την αλυσίδα της πόρτας να τις χωρίζει. Αλλά ενίοτε, αυτός ο κανόνας έσπαγε, και η Μαριάν την υποδεχόταν με άφθονο κόκκινο κρασί, ‘’σχεδόν παράνομο’’ όπως έλεγε η ίδια. Δεν είχε πάντα τις καλύτερες συμβουλές (πάντα την παρότρυνε να βγει και να ερωτροπήσει

[15]


με τον πρώτο τυχόντα) αλλά τουλάχιστον άκουγε υπομονετικά και της προσέφερε μια στοιχειώδη οικειότητα. Παλιότερα, δεχόταν να ακούσει και κάποια από τα ποιήματά της, τα οποία ωστόσο ποτέ δεν έδειχνε να καταλαβαίνει. Η απουσία οποιασδήποτε ανάδρασης διέκοψε αυτήν τους την σχέση. Σο βλέμμα της τώρα ήταν σαφώς προβληματισμένο. Η Ντάιαμοντ μπορούσε να νιώσει τον δισταγμό της να διώξει τον καλεσμένο της ή να διώξει εκείνη. Σελικά άπλωσε το χέρι της από το άνοιγμα, και έπιασε το δικό της. Σο χέρι της ήταν κρυο, με μακριά κόκκινα νύχια και δυο επίχρυσους κρίκους. Η Ντάιαμοντ, αποδεχόμενη αυτήν την κίνηση έμπλεξε τα δάχτυλά της στα μακριά δάχτυλα της Μαριάν και τα έσφιξε. ‘’Φρυσό μου κορίτσι, δώσε μου μισή ώρα και θα έρθω εγώ από εκεί, ναι;’’ Σο είχε ξανακούσει αυτό. Άφησε το χέρι της και το τράβηξε στην τσέπη της πιτζάμας της. Φρειαζόταν κάτι διαφορετικό από αυτό, εκείνη την στιγμή. ‘’Με έχει κουράσει αυτή η θλίψη’’, της είπε. ‘’Τπήρχε και πριν, γρατζουνούσε και κλώτσαγε, αλλά τώρα, τώρα απελευθερώθηκε, είναι παντού. Με έχει εξαντλήσει αυτή η θλίψη.’’ ‘’΢ε καταλαβαίνω χρυσό μου’’, απάντησε η Μαριάν κάπως βιαστικά, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά προς τα μέσα. ‘’΢ιγά’’, της απάντησε. ‘’Ποιος είναι λοιπόν μέσα, ποιος είναι που είναι πιο σημαντικός;’’ Η Μαριάν την κοίταξε κάπως αμυντικά. ‘’Ένας..’’, είπε ντροπαλά. ‘’Γνωρίζεις έστω το όνομά του; Σην δουλειά του; Σα γενέθλιά του;’’, ρώτησε κάπως επιθετικά. ‘’Φρυσό μου κορίτσι μην γίνεσαι κουτό..Σι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με το οτιδήποτε;’’ Η Ντάιμοντ ξεφύσηξε απογοητευμένη. Έκανε δυο βήματα προς τα πίσω, με τα χέρια στις τσέπες και στάθηκε στη μέση του διαδρόμου, φέρνοντας το ένα της πέλμα στο άλλο γόνατο, τρίβοντάς το. Ανάμεσα στη σιωπή τους ακουγόντουσαν κάποιες σποραδικές νότες από ένα πιάνο. Ο ηλεκτρονικός, υπνωτικός βόμβος. Η μυρωδιά από το κίτρο. ‘’Υεύγω’’, της είπε τελικά. Η Μαριάν κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. ‘’Ναι, χρυσό μου κορίτσι. Και θα έρθω εγώ σε σένα σε μια ώρα’’. ‘’΋χι, εννοώ φεύγω. Υεύγω, φεύγω από εδώ’’.

[16]


‘’Ψ, τώρα’’, η Μαριάν κοίταξε προς τα μέσα. ‘’Μην γίνεσαι κουτή!’’. Και λέγοντας αυτό, η πόρτα έκλεισε βιαστικά, και μετά από λίγο χάθηκε και το φως από το ματάκι. Η Ντάιαμοντ ξαναβρέθηκε μόνη της, σε στάση πελαργού με φαγούρα, στην μέση του γαλάζιου, άδειου διαδρόμου, με τα χέρια στις τσέπες και την θλίψη της να βρίσκεται στην παλίρροια της, σκεπάζοντας τον ιππόκαμπο στον εγκέφαλό της. Κοίταξε την δική της μισάνοιχτη πόρτα για μια στιγμή, και σκέφτηκε τον Σίγρη, την αλλεργία, την κουρτίνα, την φαγούρα, την Νικόλ, το Κάθαρμα, τις λέξεις που δεν κολλάνε, τα γεμάτα μουτζούρες τετράδιά της, την σκόνη κάτω από τον καναπέ. Πλησίασε και έκλεισε την πόρτα, αφήνοντας όμως τον εαυτό της από έξω. Σα γεγονότα είναι: ΋ταν η Μαριάν έκλεισε την πόρτα, δεν ήξερε, και για να είμαστε ειλικρινείς, δεν θα μπορούσε να ξέρει, ότι όταν η Ντάιμοντ της είπε ‘’φεύγω’’, στην πραγματικότητα εξωτερίκευε για πρώτη φορά μια αναπόδραστη σκέψη- μια σκέψη που είχε φυτρώσει σαν παρασιτικό φυτό μέσα της, είχε τραφεί από την θλίψη της τόσο πολύ και τόσο αθόρυβα που όταν πλέον έγινε θηρίο είχε σκεπάσει τα πάντα. Μια σκέψη παράλογη όσο και λογική. Η Ντάιαμοντ πάντα φλέρταρε με την κατηγορία αυτών που θα έλεγε ο καθένας

‘’αυτοκτονικούς’’,

ανθρώπους

μόνιμα

θλιμμένους

και

αταίριαστους,

καταραμένες ψυχές που περιφέρονται σε ένα καταραμένο κόσμο. Για την ακρίβεια, το σκεπασμένο από έναν ατίθασο θύσανο καστανοκόκκινων μπουκλών κεφάλι της, είχε οργανώσει με ακρίβεια ένα λεπτομερές σχέδιο- Η Ντάιαμοντ θα αυτοκτονούσε μέχρι τις πέντε τα ξημερώματα, αφού πρώτα έκανε μια πολύωρη βόλτα στην πόλη, ελπίζοντας τουλάχιστον να ξεπεράσει την φαγούρα στο πέλμα της. ΋ταν η Μαριάν έκλεισε την πόρτα, στην ανατολική πλευρά της πόλης, στις παρυφές ενός μικρού λόφου, σε μια περιοχή γεμάτη από αποθήκες και σιλό εμποροευμάτων, σημειώθηκε μια έκρηξη. ΋χι κάποια ιδιαίτερη έκρηξη, μια μικρή έκρηξη. Μια έκρηξη από κάτι που έπεσε από τον ουρανό. ΢ε κάποιους ακούστηκε σαν γυαλί που σπάει σε κομμάτια. ΢ε κάποιους ακούστηκε σαν κρότος από αυτούς που βγάζουν οι βόμβες. ΢ε κάποιους ακούστηκε σαν τον ξερό ήχο ενός ξύλου που χτυπάει κανείς με ένα τσεκούρι. Ενός πολύ μεγάλου ξύλου βεβαίως, και ενός ανάλογα μεγάλου τσεκουριού. Η έκρηξη είχε ήχο, αν και αμφισβητούμενης συχνότητας, αλλά σίγουρα

[17]


δεν είχε λάμψη, κάτι που βέβαια είναι λίγο παράταιρο με τις εκρήξεις, και ίσως αυτό έκανε αυτήν την έκρηξη τόσο ιδιαίτερη. ΋ταν η Μαριάν έκλεισε την πόρτα, εντελώς συμπτωματικά η Νικόλ έκλεινε με δύναμη μια πόρτα αυτοκινήτου. Η πόρτα θα έκλεινε αυτόματα, αλλά η Νικόλ το έκανε αυτό για να δείξει τον εκνευρισμό της. ‘’Σαυτίζεσαι πάρα πολύ’’, είπε, σχεδόν συλλαβιστά. Όστερα γύρισε προς τα πίσω και κοίταξε τρεις άντρες στο πίσω κάθισμα. Ο ένας ήταν ηλικιωμένος, ντυμένος στα πράσινα, και κρατούσε μια επίπεδη συσκευή σαν οθόνη. ‘’Σαυτίζεται πάρα πολύ’’, επανέλαβε, με τον ίδιο τόνο. Ο ηλικιωμένος άντρας παρέμεινε ανέκφραστος και συνάντησε μέσα από τον καθρέπτη το βαρύ και κουρασμένο βλέμμα του Καθάρματος. ‘’Έκλαψε;’’, τον ρώτησε. ‘’Δάκρυσε’’, απάντησε αυτός. ‘’Άρα η συναισθηματική της εξάρτηση είναι έντονη ακόμα, παρά την αγωγή’’ ‘’Θα δοκιμάσουμε και άλλο τρόπο’’, είπε κάπως βιαστικά. Η Νικόλ κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι της. Ο ηλικιωμένος άντρας ακούμπησε τα δάχτυλά του πάνω στην μικρή οθόνη. Σο Κάθαρμα έκανε το ίδιο στο ταμπλό του αυτοκινήτου, και με ένα απαλό μουρμουρητό το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Αυτοί δεν άκουσαν καμία έκρηξη, και προφανώς δεν είχαν ιδέα ότι η Ντάιαμοντ βρισκόταν ήδη στο ασανσέρ για το ισόγειο, κρυμμένη κάτω από την τεράστια αφάνα της. Βέβαια σε λίγο θα βρισκόταν ξανά στο ασανσέρ για την ταράτσα. ΢ε κάθε περίπτωση, αυτό εδώ ξεκίνησε από μια φαγούρα στο πέλμα. Κατά τα άλλα, είναι μια φθινοπωρινή Σρίτη, 88 χρόνια και κάτι μήνες μετά την Μεγάλη Καταστροφή, ένα σημαδιακό γεγονός που δεν κράτησε ακριβώς μια μέρα, αλλά όπως όλα, ξεκίνησε μέσα σε μια μέρα. Με την προθύστερη χρονολόγηση, θα είχαμε 2147. Αν και εδώ που τα λέμε, με τα προθύστερα δεδομένα, δεν θα είχαμε μια και μοναδική Πόλη ως την τελευταία κοιτίδα ζωής στον πλανήτη. Εκτός και αν δεν είναι έτσι τα πράγματα.

[18]


Ο φιλόσοφος πέρα από τις λέξεις

Η Μαριάν άνοιξε ξανά την πόρτα της και βγήκε διστακτικά στο διάδρομο. Ο διάδρομος ήταν μακρύς και σχετικά στενός, ήθελες μόλις τρια βήματα για να πας από την μια άκρη του ως την άλλη. Ήταν επίσης μονίμως λουσμένος σε ένα χαλαρό γαλαζόλευκο φως, από τις μονίμως λειτουργικές λάμπες της οροφής του, που έμοιαζαν με μακρόστενους σωλήνες. Προχώρησε απέναντι, στο 418 και χτύπησε την πόρτα. ‘’Φρυσό μου κορίτσι; Εγώ είμαι, δεν άργησα, ε;’’ Φτύπησε ξανά, καθώς δεν υπήρξε καμία απάντηση. Και μετά άλλη μια φορά. Όστερα έγειρε με την πλάτη της στην πόρτα και ξεφύσηξε. ‘’Ψ, τώρα’’, μονολόγησε. ‘’Μην γίνεσαι κουτή’’. Γύρισε και ξαναχτύπησε την πόρτα, πιο νευρικά αυτή τη φορά. ‘’Ντάιαμοντ;’’. Η φωνή της μπορούσε να προδώσει άγχος και μια ιδέα ενοχής. Η Ντάιαμοντ σίγουρα δεν ήταν εκεί, και τα τελευταία της λόγια αντήχησαν ξανά- φεύγω, φεύγω από εδώ. ΢ε ένα ακόμα διάλειμμα αφόρητης ησυχίας, η Μαριάν έπιασε τις χαμηλές νότες που ερχόντουσαν από μερικά δωμάτια πιο δίπλα. Η Μαριάν είχε αντιμετωπίσει πολλά, πάρα πολλά προβλήματα με ένα αναπάντεχα παλιομοδίτικο μοτίβο: ‘’Θα το σκεφτώ από αύριο’’, μπορούσες να την ακούσεις να λέει, ξανά και ξανά. Απέδιδε, βέβαια. Απέδιδε γιατί η Μαριάν ήξερε ότι ένας καλός ύπνος μπορούσε να καθαρίσει όλες τις μπουκωμένες βαλβίδες και όλα τα προβλήματα να χάσουν την ένταση της στιγμής τους. Αλλά επίσης ήξερε ότι η γειτόνισσά της, το κορίτσι με τα αλλοπρόσαλλα μαλλιά και τα αλλοπρόσαλλα ποιήματα, που αγαπούσε ένα μακάβριο ποιητή ονόματι Έντγκαρ Άλαν Πόε, δεν κοιμόταν εδώ και αρκετό καιρό ή κοιμόταν υπερβολικά πάρα πολύ για να λειτουργήσει το κόλπο. Ήταν εμφανές από τις δυο βαθιές σκουρόχρωμες αυλακιές κάτω από τα μάτια της. Η Μαριάν ήταν το αναγκαίο, ενδιάμεσο γρανάζι σε μια υπέροχη περιπέτεια που ήταν έτοιμη να ξεκινήσει, αλλά φυσικά αυτό δεν το γνώριζε εκείνη την στιγμή. Αυτό που όμως γνώριζε με σιγουριά, ήταν η παρόρμησή της να χτυπήσει στο δωμάτιο με την χαμηλή μουσική και να ζητήσει βοήθεια.

[19]


Σο δωμάτιο 424 ήταν γνωστό κυρίως από την μουσική του. Σην ασταμάτητη μουσική του, όλες τις πιθανές ώρες. Λίγοι είχαν δει τον ένοικο- φυσικά η Μαριάν, που αρκετά βράδια κατασκόπευε από το ματάκι της πόρτας αν άκουγε το παραμικρό, την είχε δει. Μια διοπτροφόρος ξανθιά, λεπτεπίλεπτη σιλουέτα κρυβόταν πίσω από την πόρτα 424 και το απαλό χαλί της μουσικής, πιο ντροπαλή και από τις σκιες. Η Μαριάν χτύπησε την πόρτα της με την ευλάβεια που θα αντιστοιχούσε στην απαλή μουσική της, αν και βιαζόταν εξαιρετικά. Η μουσική σταμάτησε απότομα, με ένα βαρύ ντο που αντήχησε παρατεταμένα. Η Μαριάν, που είχε μεταξύ άλλων εξαιρετική ακοή, μπόρεσε να διακρίνει το ελαφρύ θρόισμα ενός ελαφίσιου τρεξίματος προς την πόρτα. ‘’Παρακαλώ;’’ Η φωνή της ήταν πρίμα και γλυκιά, σαν να είχε καταπιεί όλες τις νότες από τα πλήκτρα. ‘’Είμαι η Μαριάν Ομπράντ από το 419 γλυκιά μου. Ζητώ συγνώμμη για την ώρα, απλά άκουσα την μουσική σου και υπέθεσα ότι θα είσαι ξύπνια. Θα ήθελα όμως πάρα πολύ την βοήθειά σου, αν είχες την καλοσύνη να μου ανοίξεις. ‘Αλις, αν δεν κάνω λάθος, δεν είναι;’’ ‘’Ν..ναι’’, ακούστηκε μια φωνή, μετά από μερικά δευτερόλεπτα. ‘’Άλις γλυκιά μου, δεν ξέρω αν γνωρίζεις αυτό το όμορφο και παράξενο πλάσμα που μένει στο δωμάτιο 418. Σην κυρία Ντάιαμοντ. Έχει εξαφανιστεί γλυκιά μου, και δεν ξέρω τι να κάνω’’ Από την πόρτα ακούστηκαν μια σειρά από ηλεκτρονικοί και μεταλλικοί θόρυβοι. Η Άλις έπαιρνε την ασφάλειά της στα σοβαρά, όπως φαινόταν. Όστερα, η πόρτα άνοιξε, περίπου όσο είχε ανοίξει η Μαριάν στην Ντάιαμοντ, και ένα κεφάλι ξεπρόβαλλε στο άνοιγμα, κοιτάζοντας ερευνητικά και με το στόμα μισάνοιχτο. Η Μαριάν παρατήρησε την κοπέλα απέναντί της. Θα ήταν στην ηλικία της Ντάιαμοντ, ίσως λίγο μεγαλύτερη. Είχε ξανθά μαλλιά, τραβηγμένα με ακρίβεια προς τα πίσω, σε μια μακριά αλογοουρά και ένα φαρδύ λευκό μέτωπο. Σο χαρακτηριστικότερο όμως γνώρισμά της δεν ήταν αυτό- η Άλις, η μουσικός του τετάρτου ορόφου, είχε ένα ζευγάρι τεράστια γαλάζια μάτια, σαν ακριβές χάντρες από κάποιο περιδέρεαιο παλιάς πριγκίπισσας, τα οποία φαινόντουσαν ακόμα πιο μεγενθυμένα και εξωπραγματικά πίσω από τους χοντρούς φακούς των γυαλιών της. Η Μαριάν σάστισε αρκετή ώρα απέναντι στην υγρή, γαλάζια

[20]


ματιά της, και αυτό φάνηκε να προκάλεσε ντροπή στην κοπέλα απέναντί της, που χαμήλωσε το βλέμμα της. ‘’Ναι, ναι την ξέρω. Έχουμε μιλήσει. Παλιότερα. Έγραφε ποιήματα, και ήθελε να βάλει ‘’ήχο στις λέξεις της’’’’ Η Μαριάν χαμογέλασε ευγενικά. Δεν είχε ιδέα τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό. ‘’΋πως και να έχει, η Ντάιαμοντ έχει πολλά προβλήματα τώρα τελευταία- ζήτησε την βοήθειά μου, αλλά δυστυχώς είχα κάποια παρέα που δεν μπορούσα να εγκαταλείψω εκείνη την στιγμή. Είμαι απαράδεκτη, τελείως! Είναι δικό μου λάθος, αν μη τι άλλο! Και τώρα έφυγε, ποιος ξέρει που μπορεί να πήγε μέσα στη νύχτα...Ψ, είναι ένα ευαίσθητο και εύθραυστο κορίτσι, και έλεγα μήπως τη γνώριζες, μήπως ήξερες που θα μπορούσε να είναι;’’ Η Άλις ανοιγκόκλεισε μερικές φορές τα μάτια της, κάπως νευρικά. Κάπως κόμπιασε. ‘’΋χι, δεν ξέρω που θα μπορούσε να είναι. Δεν την γνώριζα τόσο καλά’’, απάντησε κάπως συνεσταλμένα. Η Μαριάν ξεφύσηξε. Κάτι τέτοιο ήταν μάλλον αναμενόμενο. Η Άλις άνοιξε τώρα πιο πολύ την πόρτα της, έχοντας ξεθαρρέψει λίγο ή ίσως και από φανερό άγχος για την γειτόνισσά της, και άφησε να φανεί ένα μακρύ ριχτό νυχτικό, που κάλυπτε ένα λευκό και αδύνατο κορμί, με λεπτά άκρα. Από το σπίτι βγήκε μια απαλή μυρωδιά κλεισούρας σε συνδυασμό με αρωματικό χώρου που έφερνε σε κέδρο. Η Άλις πρόδιδε έναν ιδιαίτερα μοναχικό άνθρωπο, κάτι με το οποίο η Μαριάν ένιωσε μια άμεση οικειότητα. ‘’Και τώρα τι θα κάνω, μου λες;’’, είπε χτυπώντας απαλά το μέτωπό της. Κοίταξε το άδειο διάδρομο, που δεν προσέφερε καμία απάντηση. Θα μπορούσε να χτυπήσει όλες τις πόρτες, μια μία και να βρει έστω έναν που... Για μια στιγμή. ‘’Νομίζω ότι ξέρω ποιος θα μας βοηθήσει!’’, είπε ξαφνικά και έπιασε κάπως απότομα την Άλις από τους ώμους, που τραβήχτηκε προς τα πίσω τρομαγμένη. ‘’Ποιος;’’, ψέλισσε. ‘’Μα φυσικά, ο 505!’’, απάντησε αινιγματικά η Μαριάν, αλλά με ενθουσιασμό. Έκανε δυο βήματα προς τις σκάλες, αλλά κοντοστάθηκε και ξανακοίταξε την ψηλόλιγνη κοπέλα με τα μεγάλα μάτια. ‘’Ψ, αγάπη μου. Θα ήμουν ευτυχής να έρθεις μαζί μου. Έχω τόσο άγχος. Αν είναι κάποιος μαζί μου θα νιώθω κάπως καλύτερα ξέρεις’’.

[21]


Η Άλις κοίταξε αμήχανα την καλοντυμένη γυναίκα και ξεροκατάπιε. Όστερα, μουρμούρισε απρόθυμα κάτι που έμοιαζε με ‘’μια στιγμή’’ και έκλεισε την πόρτα. Μετά από λίγο η πόρτα της άνοιξε πάλι, αλλά τώρα φορούσε μια κίτρινη μπλούζα και ένα μπλου τζην. Σο ιδιόρρυθμο τζιν, που έφτανε μέχρι το στέρνο της και το κρατούσαν τιράντες χιαστί στην πλάτη φάνηκε στην Μαριάν εξαιρετικά αστείο και αταίριαστο. ΋πως και το ζευγάρι λευκά αθλητικά παπούτσια που είχε φορέσει. Η Μαριάν σκέφτηκε ότι αυτή εδώ πρέπει να ήταν εντελώς τρελλή, αλλά είχε άλλες προτεραιότητες εκείνη την στιγμή- όπως να βρει τον 505 που για κάποιο λόγο το ένστικτό της κουδούνιζε ότι είναι ο μοναδικός άνθρωπος σε ολόκληρο το κτίριο που θα μπορούσε να βρει μια λύση στο πρόβλημά της. Η Άλις την πλησίασε με ένα ανάλογα ελαφίσιο περπάτημα, σαν να προσπαθούσε να σηκώσει τον εαυτό της πάνω από το έδαφος και ύστερα οι δυο γυναίκες περπάτησαν γοργά προς τις σκάλες. Σα τακούνια της Μαριάν έβγαζαν έναν ρυθμικό γλυκό ήχο στο πάτωμα, ενώ από τα αθλητικά παπούτσια της Άλις δεν ακουγόταν ούτε ο παραμικρός ψίθυρος. Ο διάδρομος του πέμπτου ορόφου ήταν ίδιος με τον διάδρομο του τέταρτου ορόφου. Σο ίδιο γαλάζιο φως, η ίδια σειρά από ομοιόμορφες υπόλευκες πόρτες, η ίδια γραμματοσειρά στους αριθμούς των διαμερισμάτων. Αν δεν υπήρχε το 5 μπροστά θα μπορούσες εύκολα να μπερδευτείς. Ανάμεσα στον τέταρτο και τον πέμπτο όροφο, όπως ακριβώς ίσχυε και ανάμεσα στον τρίτο και τον τέταρτο όροφο υπήρχε μόλις ένα μικρό παράθυρο που είχε σιδεριές και από μέσα και από έξω, ‘’για τον κίνδυνο κλεφτών’’, όπως δήλωνε η διαχείριση, από όπου μπορούσες να διακρίνεις την πηχτή νύχτα της πόλης, πασπαλισμένη με ρυτίδες μιας αύρας ηλεκτρικού κιτρινοπράσινου φωτός. Οι δυο γυναίκες βρέθηκαν γρήγορα μπροστά από την πόρτα που έγραφε 505 και την κοιτάξανε, κάπως διστακτικές. ‘’Μήπως είναι λίγο αργά;’’, ρώτησε ψιθυριστά η Άλις. ‘’Ας ελπίσουμε ότι δεν είναι πολύ αργά’’, απάντησε η Μαριάν. ‘’Γιατί αυτός θα μας βοηθήσει;’’, επέμεινε η Άλις που φαινόταν να της προκαλεί άγχος ή όλη διαδικασία. ‘’Δεν ξέρω.’’, είπε τελικά η Μαριάν, λέγοντας στην πραγματικότητα την αλήθεια. Ούτε η ίδια δεν μπορούσε να εξηγήσει στον εαυτό της αυτό το τόσο έντονο προαίσθημα. Ο 505 ωστόσο ήταν ένας από τους πιο κοινωνικούς, κινητικούς και ευδιάκριτους κάτοικους μιας πολυόρωφης κονσέρβας, που συνήθως ένας δεν ήξερε καν τον γείτονά

[22]


του. Ίσως μάλιστα να γνώριζε και την Ντάιαμοντ. Ίσως απλώς να είχε ένα σχέδιο. Η Μαριάν που πάντα έκρινε τα πιο περίεργα πράγματα για τους ανθρώπους, και σημείωνε μια ιδιαίτερη ευστοχία στις εκτιμήσεις της, πάντα θεωρούσε τον 505 ως έναν άνθρωπο με σχέδιο. Σον παρατηρούσε συχνά να κυκλοφορεί στο σαλόνι του ισογείου, φορώντας παλιομοδίτικα καπέλα και φτηνά ρούχα και να κουβαλάει μαζί του ένα κοφτερό και περιεργαστικό βλέμμα, ένα ιδιαίτερο θέμα συζήτησης και μια αίσθηση του ιδιαίτερου. Ήταν ένας παράξενος άνθρωπος ο 505, αλλά σίγουρα χρειαζόταν έναν παράξενο άνθρωπο για να ζητήσει συμβουλή για μια τόσο παράξενη κοπέλα, όπως η Ντάιαμοντ. Έτσι, αγνοώντας την γλώσσα του σώματος της Άλις που σχεδόν φώναζε να επιστρέψουν, χτύπησε την πόρτα του 505, αρκετά διακριτικά αλλά και αρκετά δυνατά ώστε να σιγουρευτεί ότι ο ένοικός της θα ακούσει. Και πράγματι, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και απότομα, σχεδόν αμέσως, σαν να περίμενε ο 505 κάποιον επισκέπτη να κάνει άνω κάτω την ρουτίνα της νύχτας του και να αλλάξει ριζικά και αμετάκλητα την αφήγηση της ως τώρα ζωής του. Η Άλις κόμπισε, ξεροκατάπιε και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Ο άντρας μπροστά τους ήταν χαμογελαστός και δεν φαινόταν καθόλου ενοχλημένος από το ακατάλληλο της ώρας, αν και η Μαριάν έκρινε κάπως ακατάλληλη την ενδυμασία του για να ανοίξει την πόρτα. Ο 505 φορούσε ένα λευκό μπλουζάκι με τιράντες και ένα περίεργο γκρί σώβρακο που έφτανε μέχρι τα γόνατα. Επίσης, φορούσε ένα αθλητικό καπελάκι, γυρισμένο προς τα πίσω, με διάφορα τσουλούφια από μαύρη σκληρή τρίχα να πετάγονται από διάφορες πλευρές. ΋πως τον θυμόταν, είχε ένα καλοπεριποιημένο κοφτερό μουσάκι και ένα λεπτό μουστάκι, με τρίχες σκληρές σαν βούρτσας. Αλλά και οι δυο γυναίκες κυρίως εστίασαν σε ένα επίμονο, κοφτερό και περιεργαστικό βλέμμα και στο διάπλατο χαμόγελό του. ‘’Κυρίες μου!’’, φώναξε κάπως θεατρικά. ‘’Σι περίεργη έκπληξη είναι να χτυπάτε την πόρτα μου αυτήν την ώρα! Και αν δεν κάνω λάθος, οι κυρίες έρχονται από τον μακρινό τέταρτο όροφο!’’ Η Μαριάν χάρηκε που την γνώριζε, και σκέφτηκε ότι αυτός ο άνθρωπος θα ήταν από αυτούς που γνωρίζουν τους πάντες. Αυτό δεν μπορούσε παρά να είναι καλό. Η Άλις πάλι θεώρησε αυτήν την παρατήρηση κάπως αναπάντεχη και πισωπάτησε πάλι. Ο 505 είχε εστιάσει το βλέμμα του σε εκείνη.

[23]


‘’΢υνγώμμη’’, είπε η Μαριάν. ‘’Απλά αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα και θεώρησα ότι...’’ Ο 505 τράβηξε το βλέμμα του από την Άλις και την κοίταξε με μια παιχνδιάρικη έκφραση. ‘’΋τι και αν είναι, ήρθατε φυσικά στον σωστό άνθρωπο. Αλίμονο, ποιος άλλος από αυτό το απρόσωπο έγκλημα ενός ανέραστου αριχτέκτονα με δυσκοιλιότητα θα μπορούσε να δώσει λύσεις στα προβλήματα των άλλων, όταν δεν μπορεί καν να δώσει λύσεις στα δικά του προβλήματα;’’ Η Μαριάν τον κοίταξε με απορία. Σώρα αυτός ξαναγύρισε το βλέμμα του στην Άλις, που πιθανώς δεν άκουγε τίποτα από το άγχος της και κοιτούσε το πάτωμα σαν να είναι πίνακας ζωγραφικής. Η Μαριάν θεώρησε το βλέμμα του κάπως λάγνο και σίγουρα επίμονο, και με ανάμικτο τρόπο θεώρησε ότι ήταν αγενής και ότι θα έπρεπε να κοιτάει αυτήν. ΢το κάτω κάτω, η Άλις ήταν ντυμένη σαν κακόγουστο αγόρι. ‘’Μια φίλη μας, από τον τέταρτο όροφο, η Ντάιαμοντ,’’ ‘’Α!’’, πετάχτηκε πάλι αυτός, αλλά αυτή τη φορά χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από την Άλις, που εν τω μεταξύ είχε φτάσει στον απέναντι τοίχο πισοπατώντας. ‘’Η αγαπημένη μας ποιήτρια! Σι κάνει αυτό το κορίτσι; Φρειάζεται κάποιο κηπουρό για τον θάμνο που μεγαλώνει στο κεφάλι της; Δεν πιστεύω ακόμα να δαγκώνει την λαμαρίνα για αυτόν τον απαράδεκτο γιατρό’’ Η Μαριάν αναστέναξε, ενώ είχε αρχίσει να εκνευρίζεται που ο άντρας δεν την κοιτούσε πλέον καθόλου. Εξ’άλλου, φαινόταν αρκετά μεγαλύτερος της Άλις και πιο κοντά στην δική της ηλικία. ‘’΋χι’’, είπε κάπως πιο ψυχρά. ‘’Αλλά εξαφανίστηκε, έφυγε. Είχε πολλά προβλήματα και ανυσηχώ ότι...’’ Ο 505 γύρισε απότομα το κεφάλι του προς το μέρος της, το χαμόγελό του μεταμορφώθηκε σε σμιχτά χείλη σοβαρότητας και έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός, έτσι που στάθηκε πρόσωπο με πρόσωπο απέναντί της. ‘’Έφυγε; Σι εννοείτε έφυγε;’’ Η Μαριάν αιφνιδιάστηκε κάπως από την αλλαγή στάσης του. Είχε αρχίσει να υποπτεύεται ότι και ο 505 ήταν ακόμα ένας παλαβός. Ίσως είχε πέσει έξω στο προαίσθημά της. Ίσως ήταν όλοι παλαβοί τελικά. ‘’Μου είπε φεύγω, και ύστερα δεν είναι πλέον σπίτι της. Αυτό μου το είπε πριν μια ώρα’’.

[24]


‘’Μπορεί να είναι στο ισόγειο και να απολαμβάνει κάποιο ρόφημα, ίσως;’’ Η Μαριάν δεν είχε σκεφτεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά από την άλλη,

η

Ντάιαμοντ δεν είχε πάει ποτέ στο ισόγειο για ρόφημα, για να το κάνει τώρα. ‘’Να πάω να κοιτάξω;’’, πετάχτηκε η Άλις. Ο 505 την κοίταξε και κάπως μαλάκωσε η έκφρασή του. Η Μαριάν αναστέναξε. ‘’Μου είπε φεύγω από εδώ. Αν είχε πάει στο ισόγειο, θα είχε γυρίσει τώρα, δεν νομίζετε;’’ Ο 505 έβαλε δυο δάχτυλα στο μουσάκι του και σκέφτηκε. Όστερα, κοίταξε και τις δυο γυναίκες, εναλλάξ. ‘’Λοιπόν, αυτό είναι πραγματικά ένα πρόβλημα, όπως φαίνεται. Αλλά το να έφυγε, όχι, αυτό θα μου εκάνε φοβερή εντύπωση’’ ‘’Μα που την ξέρετε για να σας κάνει τόση πια εντύπωση;’’, ρώτησε κάπως αγανακτισμένη η Μαριάν. Ο 505 χαμογέλασε ξανά. ‘’Θα μου έκανε εντύπωση αν οποιοσδήποτε έφευγε’’, είπε αινιγματικά. Η Μαριάν πισωπάτησε και αυτή, κάπως απογοητευμένη. ‘’Δεν καταλαβαίνω καθόλου τι λέτε. Ίσως είναι ακατάλληλη ώρα. Θα πάω στο ισόγειο και θα ρωτήσω ίσως το θυρωρό αν....’’ Ο 505 έκανε ένα μικρό άλμα και ξαναβρέθηκε μπροστά της, με γουρλωμένα τα περιεργαστικά του μάτια. ‘’΋χι, όχι όχι, κάτι τέτοιο θα ήταν ολότελα λάθος κίνηση!’’ Η Άλις, έχοντας βρει τοίχο, είχε αρχίσει τώρα να κάνει πλάγια βήματα, προς την σκάλα από την οποία είχαν ανέβει. Ο 505 το παρατήρησε και της χαμογέλασε ζεστά. ‘’Κυρίες μου’’, είπε και καθάρισε το λαιμό του. ‘’Σο ξέρω ότι τώρα σας φαίνομαι σίγουρα περίεργος. Θα ήθελα πάρα πολύ να σας πω ότι ‘όλα είναι ψέμματα’, αλλά αυτό θα ήταν αδύνατο μιας και θα αναιρούσα και τον ίδιο μου τον εαυτό, δεν είναι έτσι; Αν όλα είναι ψέμματα, τότε και αυτό που είπα είναι ψέμματα, οπότε όλα δεν είναι ψέμματα. Αλλά σίγουρα, δεν είναι όλα αληθινά, ορίστε, δείτε το έτσι. Και αν ακόμα και αυτή η παρατήρηση, που οπωσδήποτε κάποιος θα ήταν παράλογος να μην την αποδεχτεί, δεν σας ικανοποιεί, επιτρέψτε μου να σας πω ότι θεωρώ αδύνατον κάποιος να έχει φύγει, να έχει φύγει ολότελα από αυτό το κτίριο’’ Οι δυο γυναίκες τον κοίταξαν με περιέργεια, και ύστερα κοιτάχτηκαν φευγαλέα μεταξύ τους. Η Μαριάν μπόρεσε να διαβάσει το εκφραστικό βλέμμα της Άλις, που σχεδόν φώναζε ‘Πάμε να φύγουμε, τώρα’. Ένιωθε ότι συμφωνούσε με αυτήν την

[25]


προοπτική. Αλλά μαζί με αυτήν, και ο 505 μπορούσε να διαβάσει τον οπτικό τους διάλογο. ‘’Θα θέλατε να περάσετε μέσα; Να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για την αγαπητή μας φίλη;’’, ρώτησε, μαλακώνοντας την φωνή του, κάτι που όμως έκανε την προτασή του να φαίνεται κάπως τρομακτική. Μετά από πολύ καιρό η Μαριάν αισθάνθηκε σαν δεκαεξάχρονο κοριτσάκι, και αναρωτήθηκε αν ο 505 είχε κάποιο βάζο με γλυκά. ‘’Δεν νομίζω ότι χρειάζεται’’, είπε βιαστικά. ‘’Θα προτιμούσα να πάω να ξανακοιτάξω μήπως γύρισε. Άλις; Θα μπορούσες να πας μέχρι το ισόγειο να δεις;’’, ρώτησε, γυρίζοντας προς το μέρος της Άλις που είχε κόψει λίγο προς τα πέρα πλέον. Εκείνη κούνησε νευρικά το κεφάλι της καταφατικά και περπάτησε γρήγορα προς το ασανσέρ, στη μέση του διαδρόμου. ΢τιγμιαία το προσπέρασε, και η Μαριάν αναρωτήθηκε αν αυτό οφειλόταν στο άγχος της ή δεν έβλεπε καλά. Αναρωτήθηκε έπειτα αν είχε μπλέξει μόνο με παλαβούς στην βοήθεια που χρειαζόταν για να βρει την Ντάιαμοντ. Όστερα, ξαναγύρισε στον 505. ‘’Ευχαριστούμε κύριε....;’’ ‘’Α, μα φυσικά. Δεν συστηθήκαμε. Ρίτσαρντ, Ρίτσαρντ Λίθγκοου. Οι φίλοι με φωνάζουν Ρίτσαρντ. Λέγε με Ρίτσαρντ. Βγαίνει από το Ρίτσαρντ, χα χα’’. Όστερα, έπιασε το χέρι της Μαριάν και σκύβοντας το φίλησε. Αυτό της φάνηκε περίεργο και χαριτωμένο. ‘’Μαριάν Ομπράντ. 419’’, απάντησε αυτή, αν και δεν ήταν σίγουρη γιατί συμπλήρωσε και τον αριθμό του διαμερίσματός της. ‘’Φάρηκα και ζητώ συγνώμμη ξανά για την ώρα. Απλά σκέφτηκα ότι ίσως να ξέρετε....’’ ‘’Κάνατε πολύ καλά. Για την ακρίβεια, κάνατε πολύ σωστά που ήρθατε εδώ, αλλά τώρα κάνετε αρκετά λάθος που φεύγετε, ενώ και η φίλη μας η...’’ ΄΄Άλις’’ ‘’Η φίλη μας η Άλις κάνει εξαιρετικά λάθος που πηγαίνει στο ισόγειο. Αν υπάρχει κάποια περίπτωση η φίλη μας Ντάιαμοντ να έχει φύγει από το κτίριο, πιστέψτε με, αποκλείεται να έχει περάσει από το ισόγειο.’’ Η Μαριάν αναστέναξε ξανά. ‘’΢υνεχίζω να μην σας καταλαβαίνω καθόλου’’, του είπε. ‘’Σο βλέπω’’, είπε αυτός με ένα συγκαταβατικό ύφος, που ίσως και να ήταν ειρωνικό. ‘’Αλλά θα σας πω τι θα γίνει. Πηγαίνετε να κάνετε αυτά που θεωρείτε ότι πρέπει να κάνετε. Εγώ, θα αφήσω την πόρτα μου ανοιχτή. Αν διαπιστώσετε ένα νέο

[26]


αδιέξοδο, τότε μπορείτε να γυρίσετε πίσω και να κάτσουμε να δούμε μαζί τι άλλο μπορούμε να σκεφτούμε για την φίλη μας. Πως σας φαίνεται;’’ Η Μαριάν χαμογέλασε. ‘’Νομίζω ότι δεν θα χρειαστεί’’, του απάντησε. ‘’Φάρηκα πολύ για την γνωριμία. Θα πω στην Ντάιαμοντ ότι βοηθήσατε.’’ Ο 505, ή αλλιώς Ρίτσαρντ, Ρίτσαρντ Λίθγκοου ανασήκωσε τα φρύδια του και έκανε μια μικρή υπόκλιση. Η Μαριάν απομακρύνθηκε προς τις σκάλες και περίμενε να ακούσει το χαρακτηριστικό κλίκ της πόρτας που θα έκλεινε πίσω της. Αυτός ο ήχος δεν ήρθε ποτέ, και παρά το γεγονός ότι ο τύπος ήταν σίγουρα τελείως τρελλός, ένιωσε μια ασφάλεια που είχε αφήσει την πόρτα του ανοιχτή. Γιατί άλλωστε, όπως αποδείχθηκε μερικά λεπτά μετά, είχε δίκιο. μερικά λεπτά μετά, που είχε δίκιο Η Μαριάν έσπρωξε την ανοιχτή πόρτα και έκανε νόημα στην Άλις να την ακολουθήσει, κάτι που η τελευταία έκανε με εξαιρετικό δισταγμό. Ο μικρός διάδρομος της υποδοχής ήταν ένα ακατάστατο χάλι, με διάφορες στίβες μικρών πλαστικών κουτιών να παραγεμίζουν σε μικρά πυργάκια τους τοίχους. Τπήρχε μια έντονη μυρωδιά στο χώρο, κάπως αδιευκρίνιστη αρχικά αλλά αργότερα ταυτοποιημένη ως παράγωγο ενός μακρόστενου τσιμπουκιού που συνήθιζε να καπνίζει ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου. Ο ίδιος θα έλεγε ότι ο καπνός του ήταν παράνομος, και για αυτό δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν το άρωμα. ΢την Μαριάν το άρωμα δεν έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, οπότε δεν την ένοιαζε και πολύ το αν ήταν παράνομο ή όχι. ΋ταν έφτασαν στο σαλόνι, βρήκαν εκεί τον Ρίτσαρντ Λίθγκοου, να ρεμβάζει απλωμένος σε έναν μαύρο καναπέ που έμοιαζε με επιμηκυσμένη πολυθρόνα. ΋λο το σαλόνι γύρω του ήταν γεμάτο από τα ίδια πλαστικά κουτιά, ενώ διάφορα ράφια στους τοίχους ήταν είτε άδεια είτε είχαν διάφορα σκουπίδια. Η Μαριάν παρατήρησε ένα μεγάλο όγκο βιβλίων σε μια άκρη, κοντά στο παράθυρο, όπως και μια μάλλον πρόστυχη και ανάρμοστη ζωγραφιά, κρεμασμένη σε ένα τοίχο, που απεικόνιζε μια γυμνή γυναίκα να αιωρείται ξαπλωμένη, και ενώ την σημάδευε ένα μακρόστενο εξάρτημα το οποίο κυνηγούσε μια τίγρη, και την τίγρη κυνηγούσε άλλη μια τίγρη που έβγαινε μέσα από ένα ρόδι. Και αυτή και η Άλις στάθηκαν αρκετά κοιτώντας αυτήν την

[27]


ζωγραφιά. Για την ακρίβεια, καθ’όλη την διάρκεια της συζήτησής τους, η Άλις δεν σταμάτησε ποτέ να ρίχνει κλεφτές ματιές μπροστά σε αυτό το παράξενο θέαμα. Κάτω από τον πίνακα, το πρόσωπο του Ρίτσαρντ Λίθγκοου είχε σχηματισμένο ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. Η Μαριάν το αντιμετώπισε με αδιαφορία, αλλά η Άλις απέφυγε να τον κοιτάξει στα μάτια, περισσότερο από ντροπή. ‘’Κυρίες μου’’, είπε ευγενικά και ανασηκώθηκε, δείχνοντας τους προς έναν άλλο καναπέ, αρκετά πιο μικρό, απέναντί του. Αυτές υπάκουσαν και στριμώχτηκαν δίπλα δίπλα, πάνω σε ένα σκληρό ύφασμα που έβγαζε ενοχλητικούς θορύβους σε κάθε κίνηση του πισινού τους πάνω τους. Απέναντί τους, το αυτάρεσκο χαμόγελο του Ρίτσαρντ Λίθγκοου και ένας παράξενος πίνακας. ‘’Λοιπόν;’’, τις ρώτησε και έβαλε ανάμεσα στα δόντια του την πίπα. Αυτή κροτάλισε στους κυνόδοντές του. Η Μαριάν κοίταξε την Άλις, που φυσικά δεν έδειχνε διάθεση να εξιστορήσει το οτιδήποτε. ‘’Λοιπόν, δεν ξέρω αν είχατε δίκιο, σε ότι ακριβώς και αν ισχυριζόσασταν, αλλά πράγματι, η Ντάιαμοντ δεν ήταν στο ισόγειο. Ούτε είχε γυρίσει. Φτύπησα τόσες φορές που αποκλείω και το ενδεχόμενο απλώς να κοιμάται βαθιά.’’ ΢ταμάτησε και τον κοίταξε. Αυτός έσκυψε λίγο προς τα εμπρός, περιεργαστικά. ‘’’Ανεξαρτήτως όμως τι πιστεύατε, στην πραγματικότητα είστε εκεί ακριβώς που ξεκινήσατε, έτσι δεν είναι; Σότε γιατί μου φαίνεστε κάπως πιο προβληματισμένες από πριν;’’ Έστρεψε το βλέμμα του στην Άλις. ‘’Αγαπητή μου, το πιστεύεις ότι ακόμα δεν έχουμε συστηθεί;’’ ‘’Άλις’’, απάντησε αυτή, χωρίς όμως οπτική επαφή. Η Μαριάν θεώρησε φτηνή την κίνησή του, και σκέφτηκε να του υπενθυμίσει ότι του το είχε πει μερικά λεπτά πριν. ‘’Άλις! Μα τι σπάνιο και όμορφο όνομα. Εγώ είμαι ο..’’ ‘’Ρίτσαρντ Λίθγκοου’’, τον έκοψε αυτή κάπως απρόσμενα, και η Μαριάν γύρισε προς το μέρος της καθώς δεν της το είχε αναφέρει. Ακόμα και ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου ανασήκωσε έκπληκτος τα φρύδια του. ‘’΢ας ξέρω. ΢ας είδα την ημέρα που ήρθατε εδώ. ΢υστηνόσασταν σε όλο τον κόσμο στο ισόγειο, συστηθήκατε και σε μένα’’, συμπλήρωσε, πάντα κοιτώντας το στρωμένο με μια του σωρού πράσινη μοκέτα δάπεδο. ‘’Α, μάλιστα’’, έκανε αυτός και ενώ πιθανότατα προσπαθούσε να την θυμηθεί. ‘’΢ε κάθε περίπτωση, θα επιστρέψουμε σε αυτό. Άλις, θα συμφωνήσεις μαζί μου, ότι είστε πιο προβληματισμένες από ότι πριν;’’

[28]


‘’Ναι’’, είπε αυτή κάπως δειλά. ‘’Και γιατί συμβαίνει αυτό;’’ ‘’Η Άλις τρόμαξε από τον θυρωρό’’, πετάχτηκε η Μαριάν, που προσπαθούσε κάπως να διασκεδάσει την ανυσηχία τους. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου συνοφρυώθηκε και κοίταξε επίμονα την Άλις. ‘’Γιατί σε τρόμαξε ο θυρωρός;’’, τη ρώτησε. Η Άλις πήρε μια βαθιά αναπνοή, αλλά χρειάστηκε ένα σκούντημα από την Μαριάν για να αποφασίσει να μιλήσει. Όστερα, ο λόγος της βγήκε γοργός, σαν να είχε ενεργοποιηθεί κάποια λειτουργία, και για πρώτη φορά ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου έγινε μάρτυρας της μελωδίας της φωνής της, μια γλυκιά κελαρυστή φωνή, που παρά τις κοφτές αναπνοές του άγχους και την χαμηλωμένη ένταση, γέμιζε τις άδειες γωνίες του δωματίου και συγύριζε την ακαταστασία του. ‘’Κατέβηκα στο ισόγειο. ΢το ισόγειο δεν ήταν κανείς, και ακόμα και η εξυπηρέτηση ήταν κλειστή. Κοίταξα και στις τουαλέτες, κοίταξα και στο κεντρικό χωλ αλλά δεν ήταν κανείς. Οι πόρτες για την πισίνα και η πόρτα για τον κήπο ήταν κλειδωμένες. Κοίταξα από την τζαμαρία προς τον κήπο, και ήταν άδειος. ΢κέφτηκα να γυρίσω πάνω, αλλά μετά σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να σιγουρευτούμε ότι η Ντάιαμοντ έχει φύγει και αποφάσισα να πάω προς την έξοδο, να ρωτήσω το θυρωρό.’’ ‘’Μάλιστα’’, μουρμούρισε ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου. ‘’Ποιός ήταν ο θυρωρός;’’, ρώτησε. ‘’Δεν τον ξέρω. Δεν τον έχω ξαναδεί. Αλλάζουν μέσα στην ημέρα αρκετοί. Ήταν ένας μεγαλόσωμος κύριος, κάπως αυστηρός και κάπως νυσταγμένος. Σην ώρα που πλησίασα χάζευε κάτι στον υπολογιστή, αλλά από την ώρα που με είδε σηκώθηκε και με κοιτούσε επίμονα. Με κοιτούσε πολύ επίμονα. ‘’ ΢το σημείο αυτό η Μαριάν χαμογέλασε κάπως διακριτικά και κοίταξε τον Ρίτσαρντ Λίθγκοου. Αυτός συνάντησε το βλέμμα της, αλλά δεν φάνηκε να της δίνει σημασία. ‘’Και;’’, ρώτησε γυρίζοντας προς την Άλις. ‘’Πήγα και τον ρώτησα αν έχει δει την κ. Ντάιαμοντ από το διαμέρισμα 418. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να με ρωτήσει γιατί. Σου είπα ότι αναρωτιόμουν μήπως είχε φύγει, και μου απάντησε ότι δεν έχει φύγει κανένας όσο είναι αυτός στο πόστο του. Σον ρώτησα πόση ώρα είναι στο πόστο του, και μου απάντησε ότι η βάρδια του ξεκινάει από τις έντεκα. Με κοιτούσε συνεχώς και ήταν αρκετά επιθετικός στα λόγια του. Όστερα με ρώτησε αν είμαι σίγουρη ότι η κ. Ντάιαμοντ δεν είναι στο δωμάτιό της και ότι το πιθανό είναι να κοιμάται. Όστερα με ρώτησε πως με λένε.’’

[29]


‘’Μάλιστα...’’, είπε ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου, που έμοιαζε κάπως απογοητευμένος. ‘’Εγώ του είπα ότι είμαι η κυρία Κρίσταλ από τον 5ο όροφο’’, συμπλήρωσε η Άλις, και η απρόσμενη απάντησή της σχημάτισε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του. ‘’Αλλά φοβήθηκα μήπως κοιτάξει και με καταλάβει. Δεν ξέρω αν υπάρχει κυρία Κρίσταλ στον 5ο όροφο..’’ ‘’Τπάρχει από σήμερα’’, της είπε αυτός. Η Άλις χαμογέλασε. Η Μαριάν δεν την θυμόταν άλλη στιγμή να χαμογελάει και αναστέναξε στο ιδιόμορφο ειδύλλιο που γεννιόταν. Άλλωστε όλη αυτή η ιστορία της φαινόταν μια αχρείαστη υπερβολή. Η Άλις είχε πάρει θάρρος, και συνέχισε. ‘’Όστερα μου είπε να γυρίσω στο δωμάτιό μου, και ότι μόλις δει την Ντάιαμοντ θα της έλεγε να με ειδοποιήσει. Με διαβεβαίωσε ότι αν δεν είναι σπίτι της ίσως έχει κάνει κάποια μεταμεσονύκτια επίσκεψη σε κάποιο άλλο σπίτι. ΋τι θα μπορούσα κάλλιστα να την δω το πρωί, που θα ήταν σίγουρα στο σπίτι της. Όστερα....’’ ‘’Όστερα τι;’’, ρώτησε ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου που φαινόταν συνεπαρμένος από μια κατά τα άλλα αδιάφορη εξιστόρηση. Η Μαριάν τα είχε ξανακούσει και παρενέβη: ‘’Όστερα του είπε ότι θα βγει να κοιτάξει και λίγο έξω, και αυτός ο αγενής πίθηκος της είπε να μην το κάνει. Και η μικρή μας μουσικός από εδώ θεώρησε ότι κάτι περίεργο συμβαίνει και γύρισε τρέχοντας, σχεδόν με δάκρυα στα μάτια! Σην επηρεάσατε με τα περίεργα που μας λέγατε προηγουμένως κύριε Λίθγκοου και..’’ ‘’Ρίτσαρντ’’, απάντησε αυτός, αλλά χωρίς να την κοιτάει. Αμέσως απευθύνθηκε ξανά στην Άλις. ‘’Μουσικός λοιπόν; Μα δεν θα είστε αυτό το υπέροχο πιάνο από τον τέταρτο όροφο, μη μου πείτε αυτό;’’ Η Άλις χαμογέλασε ντροπαλά και για πρώτη φορά του έριξε μια κλεφτή ματιά. Η Μαριάν μπορούσε να νιώσει την άυξηση της θερμοκρασίας από το κοκκίνισμά της και ξεφύσηξε με φανερή ενόχληση. ‘’Εκπληκτική μουσική. Εκπληκτική’’. ‘’Και εσείς, Ρίτσαρντ, αν επιτρέπεται, τι επαγγέλεστε;’’, ρώτησε κοφτά η Μαριάν. Αυτός χαμογέλασε. ‘’Εγώ; Εγώ κυρίες μου, είμαι φιλόσοφος!΄΄, είπε και κορδώθηκε με υπερηφάνεια. Η Μαριάν το θεώρησε αστείο, αλλά η Άλις έδειξε να ενδιαφέρεται. ‘’Δηλαδή είστε συγγραφέας;’’, τον ρώτησε. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου πήρε μια γκριμάτσα απορίας. ‘’΢υγγραφέας; Μα όχι, δεν με άκουσες αγαπητή; Είμαι φιλόσοφος! Οι συγγραφείς γράφουν μυθιστορήματα, εκθέσεις, και επιστημονικές μελέτες. Οι συγγραφείς έχουν

[30]


μάθει να ελίσσονται και να βρίσκουν το τυρί στο λαβύρινθο της γλώσσας μας. Μπράβο σε αυτούς! Εγώ όμως δεν θα ήθελα να είμαι συγγραφέας. Δεν θα ήθελα δηλαδή τα όρια της σκέψης μου να είναι τα όρια της γλώσσας μου. Θα ήθελα η σκέψη μου να περιπλανιέται πέρα και έξω από αυτά!’’ ‘’Δηλαδή δεν γράφετε τις φιλοσοφίες σας’’, ρώτησε η Μαριάν, αρκετά ειρωνικά. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου δεν ενοχλήθηκε ιδιαίτερα. ‘’Μα, αν ταξιδεύω με το μυαλό μου πέρα από τα όρια της γλώσσας μου, σε αυτές τις αχανείς εκτάσεις έξω από τα δεσμά της, σε ποια γλώσσα θα μπορούσα να γράψω για το ταξίδι μου; Αν έγραφα τις σκέψεις μου, θα σήμαινε βέβαια ότι οι σκέψεις μου δεν διανύσανε παρά μια μιρκή απόσταση, μέσα στον ίδιο λαβύρινθο με τους συγγραφείς! Δηλαδή απλά θα είχα βάλει τις λέξεις με άλλη σειρά. Πάρτε ένα μυθιστόρημα, όποιο σας αρέσει, και μετά πάρτε μια εφημερίδα. Θα δείτε ότι είναι οι ίδιες λέξεις στο τέλος, η τέχνη είναι στο ανακάτεμα. Δεν υποτιμώ όμως την γλώσσα μας- το να την ξεπεράσεις δεν είναι εύκολη υπόθεση.’’ ‘’Υαντάζομαι’’, είπε η Μαριάν που κοίταξε δίπλα της την Άλις να κοιτάει με μισάνοιχτο το στόμα. ‘’Αλλά δεν ήρθαμε εδώ για φιλοσοφικές κουβέντες. Η Ντάιαμοντ συνεχίζει να λείπει’’. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου σοβαρεύτηκε, ξαναξάπλωσε προς τα πίσω και άναψε την πίπα που έκανε βόλτες στο στόμα του. Η μυρωδιά ξαναπλώθηκε στο χώρο, και εκεί τους είπε για τον καπνό του και την παρανομία του. Όστερα, ζήτησε από την Μαριάν λεπτομέρειες για την Ντάιαμοντ και έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τον χωρισμό της. Μουρμούρισε κάτι ασυναρτησίες για μια ‘’καταραμένη μέθοδο’’ αλλά ήταν σε γενικές γραμμές σιωπηλός και σοβαρός και άκουγε με πολύ προσοχή. ΢υμφώνησε με την Μαριάν ότι με βάση την συμπεριφορά της Ντάιαμοντ το τελευταίο διάστημα, η εξαφάνισή της δεν ήταν τόσο φυσιολογική. Κάπου εκεί πήρε ένα πονηρό χαμόγελο, σαν να σκέφτηκε κάτι. ‘’Πόσο καιρό διαρκεί αυτός ο ...χωρισμός της φίλης μας;’’, ρώτησε και κοίταξε την Μαριάν ευθεία στα μάτια, σαν να ήθελε να περάσει μέσα τους. Η Μαριάν πήγε να απαντήσει, δίστασε, ανοιγόκλεισε τα μάτια της. ‘’Υαντάζομαι ένα χρόνο;’’, είπε, αλλά δεν φάνηκε σίγουρη. ‘’Ένα χρόνο; Και αποφάσισε το κάθαρμα να το λήξει οριστικά ένα ολόκληρο χρόνο μετά;’’ ‘’Έτσι ακριβώς τον αποκαλεί’’, του απάντησε αυτή, αυτή τη φορά με σιγουριά. Όστερα, ξαναπήρε ένα προβληματισμένο ύφος, αναλογιζόμενη την προηγούμενη

[31]


ερώτηση που φαινόταν να την παραξενεύει. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου έριχνε συνεχώς ματιές προς την Άλις, που είχε μεν ξεθαρέψει αλλά ακόμα είχε την συνεσταλμένη στάση της, με τα χέρια ανάμεσα στους μηρούς της, σταυρωμένα. ‘’Δεν έχω δει πιο μεγάλα γυαλιά’’, σχολίασε με ένα ύφος που θα μπορούσε να είναι για κοπλιμέντο. Η Άλις φάνηκε όμως να ντράπηκε ξανά με αυτήν την παρατήρηση και έστρεψε όλο το κεφάλι της προς τα κάτω. ‘’Μυωπία, υπερμετροπία και σχεδόν στραβισμός στο ένα μάτι’’, μουρμούρισε, σαν να ομολογούσε κάποια ενοχή. ‘’Από πάντα ήταν κάπως ελαττωματικά μου είπαν, φοράω ειδικούς φακούς για να τα κρατάει σε εστίαση’’, συμπλήρωσε, σαν να ήθελε να δικαιολογήσει αυτήν την ενοχή της. ‘’Θα ήταν ύβρις στους θεούς αν δεν είχαν ένα ελάττωμμα’’, συμπλήρωσε αυτός και περάσαν μερικά δευτερόλεπτα για να πιάσει η Άλις το κοπλιμέντο. Η Μαριάν θα το καταλάβαινε αρκετή ώρα μετά, όταν θα το θυμόταν ξανά μόνη στο δωμάτιό της, έτοιμη να εκραγεί από τα νεύρα και το άγχος. ‘’Σι θα κάνουμε;’’, ρώτησε κάπως ανυπόμονα σε εκείνη την φάση. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου σηκώθηκε για πρώτη φορά, και η Μαριάν παρατήρησε με συγκρατημένη ενόχληση το γεγονός ότι το πέος του αχνοφαινόταν μέσα από το άνοιγμα του σωβρακού του. ‘’Λοιπόν’’, είπε αυτός χωρίς να γνωρίζει αυτήν την λεπτομέρεια, ‘’εδώ φαίνεται ότι έχουμε κάτι, έχουμε μάλλον μια σπάνια περίπτωση ενός δραπέτη’’. ‘’Δραπέτη; Δραπέτη από τι;’’, ρώτησε η Μαριάν, που δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα της από την σχισμή του λευκού εσώρουχου. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου αναστέναξε και άρχισε να προχωρά πάνω κάτω το δωμάτιο. Αυτό κάπως τέντωσε την βράκα του και το ύφασμα ξαναέκρυψε όλα τα προσωπικά και επίμαχα σημεία. ‘’Δέστο μεταφορικά, αγαπητή. Η Ντάιαμοντ δραπέτευσε από μια πολύ σκληρή καθημερινότητα, γεμάτη άγχος και στεναχώρια. Ας πούμε ότι αυτός ο χωρισμός, έτσι όπως έγινε, προκάλεσε μια περίεργη λύτρωση για αυτήν.’’ ‘’Μα ήταν συντετριμμένη όταν την είδα’’ ‘’΢υντετριμένη λες. ΢ίγουρα, η συντριβή με το θρίαμβο απέχουν τόσο πολύ που μοιάζουν αντίθετα. Αλλά δες με το μυαλό σου το πρόσωπο ενός θριαμβευτή και ενός συντετριμένου.Θα μπορούσες να τους διακρίνεις με σιγουριά;’’ ‘’Η Ντάιαμοντ ήταν σίγουρα συντετριμμένη. Δεν την έχω ξαναδεί έτσι.’’, είπε η Μαριάν, κάπως αμυντικά. ‘’Αν ο θυρωρός λέει ότι δεν βγήκε, τότε που μπορεί να είναι;’’

[32]


Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου χαμογέλασε πονηρά. ‘’Τπάρχουν και άλλοι τρόποι να βγεις από το κτίριο’΄’, είπε συνομωτικά. ‘’Πιστεύω ακράδαντα, ότι η Ντάιαμοντ δεν έφυγε από την εξώπορτα, αν πράγματι έχει φύγει από εδώ’’. Η Μαριάν έκανε μια κίνηση, παράγοντας μια σειρά από ήχους τριξίματος του φορέματός της με το σκληρό δέρμα του καναπέ. ‘’Ειλικρινά, δεν μπορώ άλλα από αυτά τα αινιγματικά, με το κτίριο, τις εξώπορτες και τους δραπέτες. Έχεις κάποιο σχέδιο Ρίτσαρντ; Ή όχι; Γιατί εγώ έχω.’’ ‘’Αλήθεια;’’, είπε αυτός. ‘’Και ποιο είναι αυτό;’’ ‘’Να βγω να την ψάξω έξω. Είναι δική μου ευθύνη αυτό που συνέβη, εντελώς δική μου. Ήρθε, μου χτύπησε και την έδιωξα για να μην διώξω τον καλεσμένο μου. Αν είχα ανοίξει, αν την είχα δεχτεί εκείνη την στιγμή, δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Θα ήταν μαζί μου τώρα και δεν θα ήμουν εδώ με την Άλις που φοβάται το θυρωρό να ακούω εσένα και τις φιλοσοφίες σου’’ Ο Ρίτσαρντ κούνησε το κεφάλι του. ‘’Δεν φταις εσύ. ΢ε καμία περίπτωση. Υαντάζομαι ότι τα προβλήματα δεν έρχονται με ραντεβού- δεν είμαστε πάντα προετοιμασμένοι για αυτά. Υταίει σίγουρα αυτός που ονομάζει η φίλη μας, και θα συμφωνήσω, Κάθαρμα. Υταίνε και άλλα πολλά πράγματα, αλλά δεν είναι της παρούσης. Σης παρούσης όμως είναι το σχέδιό σου: Αγαπητή Μαριάν, σου λέω ότι δεν είναι καλό. Από την άλλη, εγώ θα έλεγα να εξαντλήσουμε την έρευνα μας εντός του κτιρίου- έχουμε οχτώ ορόφους από τριάντα και βάλε διαμερίσματα,

είναι

ένα ολόκληρο

χωριό

εδω μέσα.

Μήπως θα έπρεπε

να

σιγουρευτούμε, πριν φύγουμε;’’ Η Μαριάν σηκώθηκε όρθια και η Άλις έκανε να την αντιγράψει, αλλά τελικά ξαναέκατσε. ‘’Σο σχέδιό σου είναι να ψάξουμε όλους τους ορόφους, μήπως η Ντάιαμοντ βρίσκεται σε κάποιο διάδρομο; Αυτό είναι το σχέδιό σου; Λείπει κοντά δυο ώρες και απλώς βρίσκεται σε κάποιο διάδρομο;’’ ‘’Ή στην ταράτσα’’, είπε αυτός. Η Μαριάν, μη έχοντας σκεφτεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, κόμπιασε για μια στιγμή. ‘’Αποκλείεται. Η Ντάιαμοντ έχει υψοφοβία’’, είπε τελικά. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου σήκωσε τους ώμους του. ‘’Εκτός και αν υπονοείς κάτι’’, συμπλήρωσε και τον κοίταξε κάπως εχθρικά. Αυτός επανέλαβε την ίδια κίνηση.

[33]


‘’Σο σκέφτηκες και εσύ όμως’’, της είπε, και η ΄Άλις τους κοίταξε εναλλάξ με απορία. ‘’Ναι. Και το απέκλεισα.’’ ‘’Γιατί;’’, τη ρώτησε και ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο δίπλα στον πίνακα. Σώρα, ήταν μια τίγρη, που έβγαινε από μια άλλη τίγρη, που έβγαινε μέσα από ένα ρόδι, που κρατούσε ο φιλόσοφος Ρίτσαρντ Λίθγκοου. Και στο τέλος αυτής της γραμμής, ένα μακρόστενο κοφτερό αντικείμενο, που έμοιαζε με κάποιο όπλο παλιάς κοπής, σημάδευε την γυμνή κοπέλα που κοιμόταν. Σώρα η χρωματική αναπαράσταση είχε μια φαλλική αίσθηση. Η Μαριάν δεν απάντησε. Σο είχε σκεφτεί, αλλά φευγαλέα. Σο είχε σκεφτεί, και επειδή δεν μπορούσε να το αποκλείσει, αποφάσισε να μην το σκέφτεται. Αλλά ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου το είχε βάλει τώρα στο τραπέζι και έπρεπε να αναμετρηθεί με αυτό. ‘’΋χι’’, είπε τελικά με πείσμα. ‘’Η Ντάιαμοντ δεν θα αυτοκτονούσε για το κάθαρμα’’. ‘’Πολύ λογικό’’, απάντησε αυτός. ‘’Πολύ λογικό να μην αυτοκτονήσει ο οποιοσδήποτε για το οποιοδήποτε κάθαρμα. Αλλά μου μίλησες για μια κοπέλα εξαιρετικα στεναχωρημένη, κλεισμένη στο σπίτι της, για ένα ολόκληρο χρόνο. Και ύστερα αυτός έρχεται, και αυτός ο χρόνος περνάει ως κάτι το εντελώς χαμένο, για το τίποτα. Σο τέλος της διαδρομής όχι απλά δεν είχε λύτρωση, αλλά είχε το χειρότερο δυνατό σενάριο. Αυτή είναι πράγματι, μια παράλογη κατάσταση! Ένας χρόνος! Και εσύ, δίνεις μια λογική απάντηση. Πως μπορεί ένας λογικός άνθρωπος να βρει απάντηση σε ένα παράλογο πρόβλημα;’’ Σις κοίταξε για μια στιγμή, σαν να περίμενε κάποια απάντηση. Καμία τους δεν είχε. Η Μαριάν κούρδιζε με εκνευρισμό και η Άλις κοιτούσε εναλλάξ αυτόν, το πράσινο πάτωμα και τον πίνακα. ‘’Δεν βρίσκει. Δεν βρίσκει είναι η απάντηση. Μόνο ένας παράλογος άνθρωπος θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια παράλογη κατάσταση. Αλλά μέσα σε όλες τις παράλογες πιθανές επιλογές ενός παράλογου ανθρώπου, βρίσκονται και ακραίες λύσεις. Θα έχετε ακούσει φαντάζομαι, για το πόσο παράλογα πολλοί άνθρωποι επιλέγουν αυτήν την ακραία λύση στις μέρες μας’’ Η Μαριάν ανέσαινε τώρα βαριά, με μια ανάμιξη θυμού και άγχους. ‘’Είσαι όλο θεωρίες. Η Ντάιαμοντ δεν είναι παράλογος άνθρωπος. Είναι φυσιολογικότατος άνθρωπος’’.

[34]


Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου, αν και φάνηκε ότι προσπάθησε να κρατηθεί, γέλασε δυνατά. Είχε ένα ηχηρό και μπάσο γέλιο. ‘’Υυσιολογικότατος..’’, επανέλαβε και ξαναγέλασε. ‘’Λοιπόν, αν ήταν μια φορά λάθος που ήρθαμε πριν, είναι διπλό λάθος που ξαναήρθαμε εδώ. Προσβάλλεις τη φίλη μου, προσβάλλεις και εμένα’’, του είπε και τον έδειξε με το δάχτυλο, σαν να ήθελε να τον επιπλήξει. ‘’Προσβάλλω την φίλη σου; Σην φίλη που εσύ είδες και αναγνώρισες ως συντετριμένη, αλλά επέλεξες να μείνεις με τον..καλεσμένο σου; Ποιος ήταν ποια αυτός ο καλεσμένος; Η αξιότιμη κυρία Πρόεδρος;’’ Η Άλις ένιωσε ιδιαίτερα άβολα στον τσακωμό και μαζεύτηκε και άλλο. Θα έλεγε κανείς ότι θα κουβαλούσε κάποιο εικονικό καβούκι, μέσα στο οποίο χωνώταν. ‘’Πως τολμάς;’’ Η φωνή της Μαριάν είχε πλέον υψηλές συχνότητες. ‘’Δεν σε αφορά η προσωπική μου ζωή, και δεν έχεις κανένα δικαίωμα να λες αυτά τα πράγματα για την Ντάιαμοντ! Ήρθα σε σένα για βοήθεια, και εσύ.. ’’ Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου πλησίασε προς την Μαριάν πριν οι συχνότητές της φωνής της πλησιάσουν την υστερία. ‘’Είμαι εδώ λοιπόν, να σε βοηθήσω, και σου λέω να πάμε στην ταράτσα’’, της είπε κοφτά. Η Μαριάν σταμάτησε να μιλάει το κεφάλι της συνέχισε να ταλαντεύεται από το κύμα εκνευρισμού. ‘’Η Ντάιαμοντ είπε θα φύγει. Δεν είπε θα πάει στην ταράτσα. Δεν είπε θα αυτοκτονήσει. Είπε θα φύγει. Και επειδή όπως φροντίζεις και εσύ, με τον χειρότερο τρόπο να μου αναφέρεις ότι φταίω, είναι ευθύνη μου να πάω να την βρω. Και πρόσεξε: Δεν θα σε ξεβολέψω. Μην χρειαστεί να βάλεις κάποιο ρούχο της προκοπής, που δεν θα φαίνονται τα αρχίδια σου (στο σημείο αυτό ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου έβαλε το χέρι του μπροστά στην σχισμή που είχε το σώβρακό του με κάποια ντροπή και η Άλις κάρφωσε αιφνιδιασμένη το βλέμμα της στο ίδιο σημείο) και αφήσεις τις θεωρίες σου για κάποια πράξη. Άλις; Θα έρθεις μαζί μου ή θα μείνεις με τον φιλόσοφο;’’’ Δεν υπήρξε καμία απάντηση. Η Άλις είχε καρφωμένο το βλέμμα της προς τα γεννητικά όργανα του εν λόγω φιλόσοφου. ‘’Αλις;’’, ξαναρώτησε γυρίζοντας προς το μέρος της. Η τελευταία φάνηκε σαν να βγήκε από κάποια αδράνεια λειτουργίας και την κοίταξε αγχωμένη.

[35]


‘’Μήπως θα ήταν καλύτερο να χωριστούμε;’’, ρώτησε. ‘’Δεν πιστεύω ότι η Ντάιαμοντ θα αυτοκτονούσε, αλλά δεν μου φαίνεται εντελώς απίθανο να ανέβηκε στην ταράτσα για λίγο αέρα. Ειδικά όταν είναι κλειστός ο κήπος’’. Η Μαριάν χτύπησε την γλώσσα της στον ουρανίσκο, με ένα στικτό ήχο αποδοκιμασίας. ‘’Ψραία λοιπόν. Εγώ πάω να βρω την Ντάιαμοντ. Εσείς πηγαίντε να δείτε τα αστέρια. Και εσύ κορίτσι μου, να μην χρειαστεί να ξανααντιμετωπίσεις αυτό το τέρας, ΣΟΝ ΘΤΡΩΡΟ!’’. Η Άλις χαμήλωσε το βλέμμα της καθώς η Μαριάν της έριξε μια αποδοκιμαστική ματιά και προχώρησε προς την πόρτα, χτυπώντας με δύναμη τα τακούνια της στην μοκέτα. ‘’΢ε πολύ λίγο, που θα αποτύχει αυτό που πας να κάνεις, θα αρχίσεις να καταλαβαίνεις για μια στιγμή, το παράλογο της όλης υπόθεσης. Ελπίζω μόνο αυτή η επιφοίτηση να κρατήσει στο κεφάλι σου αρκετά’’. Σα λόγια του την συνόδεψαν μέχρι την πόρτα, και θα ήθελε πάρα πολύ να τα αντιμετωπίσει με παγερή αδιαφορία, αλλά ήταν τόσο παλαβά που γύρισε μια τελευταία φορά. ‘’Εσύ καταλαβαίνεις αυτές τις μαλακίες που λες; Πάρε μια επιφοίτηση λοιπόν!’’. Λέγοντας αυτό, έσπρωξε ένα από τα πλαστικά κουτιά στη στίβα δίπλα της, και αυτό προσγειώθηκε με δύναμη στο πάτωμα, με την πρόσκρουση να ανοίγει το καπάκι του. Από μέσα ξεπετάχτηκαν μια σειρά από καπέλα, μερικά από τα οποία έφεραν μερικές βόλτες μέχρι να κατακάτσουν. Η Μαριάν τα κοίταξε με μια γκριμάτσα απορίας, και ύστερα άνοιξε την πόρτα, την οποία και ξαναέκλεισε με δύναμη. Ο Ρίτσαρντ κοίταξε την Άλις, που δεν έβγαζε άχνα. Αργά, έκατσε ξανά απέναντί της. ‘’Σης μίλησα άσχημα;’’, είπε. ‘’Ναι’’ ‘’Πως και δεν έφυγες λοιπόν μαζί της;’’ ‘’Πιστεύω ότι ίσως έχεις δίκιο, για την ταράτσα. Πιστεύω πως δεν θέλει να το καταλάβει’’ ‘’Ποιό;’’ ‘’Για την αυτοκτονία’’ ‘’Εσύ το καταλαβαίνεις;’’ ‘’...’’ ‘’Σο έχεις σκεφτεί και εσύ;’’

[36]


‘’...’’ Η Άλις έδειξε με την συστολή της την πίεσή της από την συζήτηση. ‘’Καλά, δεν επιμένω. Αυτά είναι σύνθετα ζητήματα. Δώσε μου ένα λεπτό να φορέσω κάτι και...’’ ‘’Να σε ρωτήσω κάτι;’’ Η Άλις τον κοίταξε τώρα ευθεία στα μάτια. Σα μάτια της ήταν σα γαλάζια γογγύλια πίσω από τους χοντρούς φακούς. ‘’Υυσικά’’ ‘’΢την αρχή κάτι ξεκίνησες να λες για δραπέτες, και μετά το γύρισες όλο τούμπα, και άρχισες να μιλάς για αυτοκτονίες. Γιατί;’’ Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε απαλά. ‘’Αγαπητή μου Άλις, μπορεί να μην βλέπεις καλά, αλλά σίγουρα βλέπεις. Πράγματι, μίλησα για δραπέτες. Και αν με ρωτήσεις τώρα, θα σου πω ότι πιστεύω πολύ περισσότερο στους δραπέτες, με την κυριολεκτική έννοια, παρά στην αυτοκτονία, που κάποιος θα μπορούσε επίσης να την πει δραπέτευση. Αλλά πιστεύω ότι η φίλη μας η Μαριάν δεν θα μπορούσε να δει αυτό που ίσως να βλέπεις εσύ.’’ ‘’Σι βλέπω;’’ ‘’Σο παράλογο’’ ‘’Ποιο παράλογο;’’ ‘’Μα αυτό γύρω μας!’’, απάντησε αυτός και άνοιξε τα χέρια του. ‘’Είσαι ψυχοπαθής;’’, τον ρώτησε. Αυτός γέλασε ξανά δυνατά. ‘’΋χι γλυκιά μου, το κάθε άλλο. Ή ίσως είμαι όσο τρελλός όσο είσαι εσύ. Ας πούμε, και εγώ θα έδινα στον θυρωρό της πολυκατοικίας μου ψεύτικο όνομα. Γιατί άραγε να το κάνει κάποιος αυτό;’’ Η Άλις έσκυψε το κεφάλι της ξανά. ‘’Τψοφοβία, υπάρχει. Κλειστοφοβία, επίσης υπάρχει. Πολλές φοβίες μπορεί να βρει κανείς, ειδικά εδώ μέσα. Αλλά φόβο των θυρωρών; ΋χι αυτό είναι κάτι εντελώς καινούριο. Άρα, το ζουμί είναι εκείνος ο καίριος συλλογισμός που σε οδήγησε να φοβηθείς ένα θυρωρό. Αυτή η αίσθηση ότι κάτι μη λογικό συμβαίνει, που ίσως απαιτεί μη λογικές αντιδράσεις. Αλλά μην αγχώνεσαι. Πιστεύω ότι όλα θα ξεδιαλυνθούν στο κεφάλι σου πολύ σύντομα. Μέχρι να φτάσουμε στην ταράτσα.’’ ‘’Μα αφού δεν πιστεύεις ότι η Ντάιαμοντ ανέβηκε στην ταράτσα’’ ‘’’Οχι, είπα ότι δεν πιστεύω ότι η Ντάιαμοντ αυτοκτόνησε. Είπα επίσης ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να φύγει κανείς από το κτίριο’’ Η Άλις τον κοίταξε κάπως πιο χαρωπά.

[37]


‘’Θεωρείς λοιπόν ότι η Ντάιαμοντ έφυγε, αλλά έφυγε από την ταράτσα;’’ ‘’Ακριβώς, μύωπα μουσικέ μου. Πιστεύω ότι η Ντάιαμοντ βρέθηκε και αυτή σε ένα παραλογισμό, και προχώρησε με τη σειρά της σε μια σειρά από παράλογες επιλογές. Θα σου κάνει εντύπωση ακόμα μια φορά που θα το πω, αλλά εγώ θα το πω, και σύντομα θα το αποδείξω κιόλας. Δεν γίνεται να φύγει κάποιος από αυτό το κτίριο, και σε λίγα δευτερόλεπτα θα το καταλάβει αυτό και η φίλη μας η Μαριάν. Δεν γίνεται. Αν κάποιος θέλει να φύγει από το κτίριο, θα πρέπει να βρει διαφορετικές οδούς. Και τυχαίνει να γνωρίζω μια από αυτές. Και περνάει από την ταράτσα. Και τώρα αν μου επιτρέπεις, θα πρέπει να βάλω ένα ρούχο πάνω μου. ΢υγνώμμη για τυχόν..ατυχήματα, δεν είμαι κάποιος επιδειξίας!’’ Η Άλις χαμογέλασε συνεσταλμένα, σαν συντηρητική έφηβη μπροστά σε κάποιο σεξουαλικό υπονοούμενο αλλά δεν κατάφερε να μην ρίξει άλλη μια κλεφτή ματιά προς την επίμαχη περιοχή. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου σηκώθηκε και περπάτησε αργά προς τα μέσα δωμάτια, κουνώντας στα δόντια του την πίπα του. Από το σαλόνι, ακούστηκε ακόμα μια φορά η μελωδική και γλυκιά φωνή της Άλις. ‘’Να σε ρωτήσω και κάτι ακόμα;’’ ‘’Βεβαίως’’, φώναξε αυτός, προσπαθώντας να φορέσει ένα παντελόνι. ‘’Σο κτίριο έχει ταράτσα;’’ Ο Ρίτσαρντ γέλασε δυνατά. ‘’Ναι γλυκιά μου. Μόνο που είναι κλειδωμένη. Από έξω.’’ ‘’Α’’, έκανε η Άλις, και αποφάσισε να μην ρωτήσει τίποτα άλλο, μιας και τίποτα δεν έβγαζε κανένα, μα κανένα απολύτως νόημα. Σα γεγονότα είναι: Η Μαριάν έφτασε στο ισόγειο με αρκετά νεύρα και ακόμα περισσότερο άγχος. Ο 505, ο φιλόσοφος της πλάκας Ρίτσαρντ Λίθγκοου είχε αποδειχτεί μια κακή επιλογή για βοήθεια. ΢ε τελική ανάλυση, από την αρχή έπρεπε να καταλάβει ότι έπρεπε να βασιστεί στις δικές της δυνάμεις. ΋σο για την Άλις, ήταν τόσο συνεσταλμένη και φοβική που δεν θα ήταν ιδιαίτερη βοήθεια, αργά ή γρήγορα. Θα μπορούσε να μείνει με τον παλαβό που σίγουρα την λιμπιζόταν για το κρεβάτι του, έτοιμος να της καρφώσει την δική του λόγχη, όπως στην ζωγραφιά. Είδε τον θυρωρό, που την κοίταξε πίσω, βλοσυρός. Ήταν πράγματι μια έντονη φιγούρα, κάπως τετράγωνη και αυταρχική,

[38]


αλλά δεν ήταν κάτι που θα τρόμαζε την ίδια, και ας είχε τρομάξει την φοβική πιανίστρια με την μυωπία, υπερμετροπία και στραβισμό. Πέρασε από δίπλα του χωρίς να του μιλήσει, αλλά η δική του φωνή την πρόλαβε. ‘’Μπορώ να σας βοηθήσω;’’. Η Μαριάν είχε ήδη αρκετές σκοτούρες. ‘’΋χι, ευχαριστώ’’, είπε και έκανε να προχωρήσει. Ο θυρωρός έκανε ένα βήμα προς το πλάι, και πέρασε δίπλα στον γκισέ του. Η γυάλινη συρόμενη πόρτα ήταν πέντε βήματα μακριά της. ‘’Θέλετε να βγείτε;’’, ρώτησε αυτός, με μια ευγένεια που ήταν αρκετά παγερή για να είναι αληθινή. ‘’Ναι’’, απάντησε αυτή, αν και τώρα οι ιστορίες του παλαβού είχαν αρχίσει να την επηρεάζουν. ‘’Θέλετε κάτι απ’έξω; Μπορώ να σας το φέρω εγώ’’. Έκανε ένα βήμα μπροστά. ‘’΋χι, μπορώ και μόνη μου’’ ‘’Σο όνομά σας;’’ ‘’Γιατί μου το ζητάτε;’’ ‘’Είναι ευθύνη της εταιρίας να κρατάει όλα τα ονόματα εξερχομένων και εισερχομένων. Πολιτική ασφαλείας’’. Η Μαριάν σκέφτηκε από μέσα τις ότι όλα αυτά ήταν βλακείες. Ή ίσως βλακείες να ήταν αυτά που σκεφτόταν αυτή, από τα μικρόβια που έσπειρε ο φιλόσοφος και οι ανόητες φοβίες της Άλις. Κοίταξε τον θυρωρό και προσπάθησε να επιστρατεύσει το κουράγιο της. ‘’Σο όνομά μου είναι Μαριάν Ομπράντ, 419’’, είπε. ‘’Μισό λεπτό’’, της είπε αυτός, ξαναγύρισε στον γκισέ και πληκτρολόγησε κάτι σε έναν υπολογιστή που δεν φαινόταν πίσω από τον ξύλινο γκισέ. Σην κοίταξε, ξανακοίταξε μπροστά του. ‘’Μάλιστα’’, είπε. ‘’Κυρία Ομπράντ, η ώρα είναι περασμένη. Η εταιρία διαχείρισης της πολυκατοικίας περιλαμβάνει στα καθήκοντά μας να σας συμβουλεύουμε να μην βγαίνετε μόνοι, μετά από κάποια περασμένη ώρα. Ενώ η πολυκατοικία είναι ασφαλής και με την τελευταία λέξη της προστασίας, η γειτονιά που ζούμε είναι επικύνδινη, κυρίως την νύχτα. Κλέφτες, απατεώνες, φαντάζομαι ότι τα γνωρίζετε’’. Η Μαριάν τον κοίταξε, νιώθωντας αρκετά μπερδεμένη με την κατάστασή της. ‘’Σα ακούω πρώτη φορά’’, είπε με ειλικρίνια. Ο θυρωρός πλησίαζε στην κάθε λέξη, και τώρα ήταν δίπλα της. Πολύ απαλά πέρασε το χέρι του στο μπράτσο της.

[39]


‘’Αν θέλετε, περιμένετε να φωνάξω κάποιον από το προσωπικό τουλάχιστον να σας συνοδέψει’’, της είπε με μια πιο ζεστή ευγένεια. ‘’Σο λέω για εσάς, είστε μια όμορφη γυναίκα, ντυμένη καλά, με ακριβά κοσμήματα...Θα ήσασταν στόχος εκεί έξω’’. Η Μαριάν κοίταξε έξω από την τζαμένια πόρτα, όπου διέκρινε μόνο σκοτάδι και αντανακλάσεις. Άρχισε να της προκαλεί ένα φόβο το έξω, και διέκρινε μια λογική στα λόγια του θυρωρού. ‘’Βλέπετε, έχω αγχωθεί με μια φίλη μου και...’’ Φωρίς να το καταλάβει, είχε αφεθεί στο απαλό άγγιγμα του θυρωρού που την μετέφερε τώρα με αργές κινήσεις μακριά από την πόρτα, προς το κεντρικό χωλ που λειτουργούσε και ως εστιατόριο και καφετέρια. ‘’Μήπως κατα τύχη εννοείτε την κυρία Ντάιαμοντ ;’’, ρώτησε αυτός. Η Μαριάν τον κοίταξε με μια απρόσμενη ελπίδα. ‘’Ναι, ναι, την κυρία Ντάιαμοντ! Γνωρίζετε που είναι;’’ ‘’Α, μα είχε έρθει πριν και μια κυρία....Κρίσταλ νομίζω, και με ρώτησε το ίδιο αλλά έφυγε απότομα χωρίς να προλάβω να απαντήσω. Έχω στείλει τρεις συναδέλφους στην γύρω περιοχή να την βρουν, γιατί από ότι φαίνεται σε αντίθεσή με εσάς δεν έχει αίσθηση του κινδύνου. Σο πρωί θα είναι εδώ σίγουρα όταν ξυπνήσετε, άλλωστε δυστυχώς δεν έχει πολλές επιλογές για νυχτερινή διασκέδαση εδώ γύρω’’ ‘’Αχ, μα αυτό είναι πολύ ευχάριστο! Αχ, σας ευχαριστώ, γιατί είχα ανυσηχήσει πολύ! Σο ξέρω ότι θα γυρίσει, αλλά θα θέλατε να με ειδοποιήσετε όταν το κάνει; ΋τι ώρα και να είναι;’’ ‘’Βεβαίως κυρία Ομπράντ’’ ‘’Αχ, λέγε με Μαριάν. ΢ε ευχαριστώ πολύ αγόρι μου, είσαι τόσο ευγενικός! Δεν φαντάζεσαι την ανακούφισή μου’’ ‘’Μα για αυτό πληρωνόμαστε, Μαριάν. Αλήθεια, θα θέλατε να το πείτε εσείς η ίδια στην κ. Κριστάλ; Σην γνωρίζετε;’’ Η Μαριάν χαμογέλασε και τώρα προχωρούσε μόνη της προς το ασανσέρ. ‘’Αχ, η Άλις. ΋χι καλέ, απλά σας φοβήθηκε και το ανόητο έδωσε άλλο όνομα. Είναι λίγο περίεργο και συνεσταλμένο κορίτσι, μην της δίνετε σημασία!’’ Ο θυρωρός χαμογέλασε και κοντοστάθηκε απέναντί της, πριν την πόρτα του ασανσέρ. ‘’Α, κανένα πρόβλημα. Δικό μου λάθος θα ήταν, βλέπετε και εγώ δουλεύω αρκετές ώρες και οι νυχτερινές είναι δύσκολες. Άλις είπατε; Να της ζητήσω συγνώμη αύριο κιόλας’’

[40]


‘’Α, θα ντραπεί περισσότερο. Αλλά μπορείτε να δοκιμάσετε, είναι στο διαμέρισμα 424’’ Ο θυρωρός χαμογέλασε και έκανε μια περίεργη κίνηση με το κεφάλι του. ‘’Εντάξει λοιπόν. Καλή σας νύχτα. Θα σας ειδοποιήσω μόλις επιστρέψει η φίλη σας και να της εξηγήσετε αύριο ότι αυτές οι ώρες είναι κακές για μοναχικές βόλτες’’ ‘’Μα, ναι, θα την μαλώσω να είσαι σίγουρος!΄’, φώναξε η Μαριάν και ενώ πάτησε τον όροφο τέσσερα στο ασανσέρ. Ο θυρωρός την κοίταξε χαμογελώντας μέχρι που έκλεισε η πόρτα ανάμεσά τους και η Μαριάν έριξε το σώμα της προς τα πίσω νιώθωντας μια ανακούφιση. Μια μικρή αμφιβολία ντυμένη μπαλαρίνα άρχισε να χορεύει γύρω της αλλά η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε τα φουστάνια της στο ισόγειο και έτσι ο θάλαμος απομακρύνθηκε γρήγορα προς τα πάνω, αφήνοντάς την πίσω. Σο μόνο που σκέφτηκε η Μαριάν ήταν ότι θα περίμενε τους εξερευνητές της ταράτσας για να τους αποδείξει πόσο ανόητοι ήταν. Και ειδικά ο φιλόσοφος της πλάκας, με τα παράλογά του και τις επιφοιτήσεις του. Αρκετά πριν αντιμετωπίσει η Μαριάν τον θυρωρό, και ανακουφιστεί από το άγχος της, σε ένα αυτοκίνητο αρκετά μακριά, το τηλέφωνο της Νικόλ Άντερσον άρχισε να κουδουνίζει. Αυτή έπιασε ένα πολύ μικρό ακουστικό και το έσπρωξε στο αυτί της. ‘’΄Άντερσον, ακούω’’ Ο Λιρόι ΜακΜπράιαν, γνωστός και ως Κάθαρμα για κάποιους ανθρώπους, κοίταξε προς το μέρος της, νυσταγμένος. ‘’Σι πράγμα;’’ Η φωνή της ήταν τώρα έντονη και αγχωμένη. Σου γύρισε ένα βλέμμα αλλά η προσοχή της ήταν στραμμένη σε αυτά που άκουγε. Ο Λιρόι της έδειξε το κουμπί για το μεγάφωνο, αλλά αυτή του χτύπησε το χέρι και πίεσε το ακουστικό στο αυτί της. ‘’Πως έκανες εσύ ένα τέτοιο λάθος;’’ είπε. Όστερα: ‘’΢τις κάμερες; Οι κάμερες στο δωμάτιό της;’’ Αμέσως μετά. ‘’Δεν μπορεί να χάθηκε, Σόντ, με δουλεύεις;’’ Ο Λιρόι, στο άκουσμα του ονόματος Σόντ ανασηκώθηκε και έγειρε προς το μέρος της. Σην σκούντηξε για να ρωτήσει, αλλά αυτή έκανε το χέρι της σαν να τον διώχνει. ‘’Λυτούς και δεμένους. Ερχόμαστε με τον ΜακΜπράιαν’’ είπε τελικά και έβγαλε το ακουστικό από το αυτί της. ‘’Σι σκατά;’’, είπε αυτός και την κοίταξε. Η Νικόλ έριξε το σώμα της πίσω στο κάθισμα και εισέπνευσε αργά με κλειστά τα μάτια. ‘’΢κατά απλώς’’, απάντησε. ‘’Μα τι έγινε;’’

[41]


‘’Η Ντάιαμοντ έγινε, αυτό έγινε’’. Ο Λιρόι τράβηξε την Νικόλ από τον ώμο και την έφερε μπροστά στο πρόσωπό του. ‘’Σι έγινε με την Ντάιαμοντ;’’ Η Νικόλ τραβήχτηκε με ενόχληση. ‘’Απ’ότι φαίνεται, η Ντάιαμοντ το έσκασε. Ο Σοντ, ο άχρηστος Σοντ λέει ότι ήρθε μια κάποια Κριστάλ και τον ρώτησε αν είδε την Ντάιαμοντ. Όστερα κατάλαβε ότι η Ντάιαμοντ λείπει και ότι δεν υπάρχει καμία Κριστάλ στο κτίριο.’’ Ο Λιρόι την κοίταζε με το στόμα ανοιχτό. ‘’Που είναι η Ντάιαμοντ;’’, ρώτησε δυνατά. Η Νικόλ αναστέναξε. ‘’Σι δεν καταλαβαίνεις; Σην κοπάνησε! Σο έσκασε! Έφυγε! Δεν είναι πουθενά! Η Ντάιαμοντ εγκατέλειψε το κτίριο! Και έχω άλλους δεν ξέρω και εγώ πόσους που δηλώνουν ψεύτικα ονόματα στο ισόγειο και την ψάχνουν!’’ Ο Λιρόι έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια και τράβηξε τα μαλλιά του προς τα πίσω. ‘’Υαντάσου μόνο να ήταν ακόμα εδώ αυτοί’’, μουρμούρισε η Νικόλ. ‘’Ούτε δέκα λεπτά δεν τους αφήσαμε’’. Όστερα χτύπησε με την γροθιά της το πλαινό τζάμι. ‘’Θα κάνεις κάτι τώρα ή θα πιάνεις το κεφάλι σου;’’ Ο Λιρόι πάτησε ένα κουμπί στο καντράν μπροστά του, και με ένα συρτό απαλό θόρυβο το πλαστικό άνοιξε αργά σαν στόμα κροκόδειλου. Από μέσα αναδύθηκε αργά ένα τιμόνι και σταμάτησε ακριβώς μπροστά του. Πάτησε άλλα δυο κουμπιά και ύστερα έπιασε με τα χέρια του το τιμόνι. ‘’Ακύρωσε αυτόματο’’, είπε, σχεδόν συλλαβιστά. Μια παραμορφωμένη, μάλλον γυναικεία φωνή ακούστηκε από τα ηχεία του αυτοκινήτου. <<Αυτόματο, ακυρώθηκε>>

Αυτός ανακάθισε στο κάθισμά του, που κινήθηκε

ελαφρά προς τα εμπρός. Ένας μικρός χάρτης εμφανίστηκε σε μια οθόνη δίπλα από το τιμόνι. Πατώντας το γκάζι, το αυτοκίνητο τινάχτηκε ελαφρά προς τα εμπρός. Η Νικόλ τον κοίταξε κάπως ειρωνικά. ‘’Ξέρεις πως να το κάνεις ή να το πάρω εγώ;’’ Ο Λιρόι την κοίταξε για μια στιγμή, και ύστερα πάτησε με αυτοπεποίθηση το γκάζι. Σο αυτοκίνητο έβγαλε έναν πιο έντονο μηχανικό βρυχηθμό και επιτάχυνε στον φαρδύ δρόμο μπροστά τους. Λίγο αργότερα, ο Σοντ θα ξανακαλέσει την Νικόλ, για να την ενημερώσει για την Μαριάν αλλά και την πραγματική ταυτότητα της μυστηριώδους Κρίσταλ. Η Νικόλ τον απείλησε ότι αν δεν βρεθεί εντός ωρών η Ντάιαμοντ θα χάσει την δουλειά του και του έκλεισε το τηλέφωνο,

[42]


καθώς το αυτοκίνητό τους επιτάχυνε ακόμα περισσότερο, δημιουργώντας συνεχείς εκκενώσεις από τα καλώδια τροφοδότησης πάνω από τον δρόμο. ΋ση ώρα η Νικόλ και ο Λιρόι αναλογιζόντουσαν το πρόβλημα με την εξαφάνιση της Ντάιαμοντ, ήταν η ώρα για τον πρώτο μάρτυρα να τηλεφωνήσει στην αστυνομία για κάποια περίεργη έκρηξη που σημειώθηκε στην ανατολική πλευρά της πόλης, σε μια αποθήκη γνωστής εταιρίας. Μάλιστα, έκανε αναφορά σε ‘’μηχανική κατασκευή’’ που προσγειώθηκε στην οροφή της αποθήκης διαλύοντάς την. Η αστυνομία φυσικά δεν έδωσε σημασία, και χρειάστηκαν τελικά άλλα τέσσερα τηλέφωνα που ταυτοποίησαν την μαρτυρία ‘μηχανικής κατασκευής’ που είχε κάτι κοινό για όλους: Δεν ήταν κάτι που είχε ξαναδεί κανένας τους. ΢ε λίγα λεπτά, πέντε αστυνομικά οχήματα άρχισαν να πλησιάζουν περιμετρικά τον φερόμενο ως χώρο της έκρηξης, αλλά το νέο είχε ήδη κυκλοφορήσει σε πολλά παράλληλα δίκτυα και αρκετός κόσμος είχε ήδη αρχίσει να στρέφει την προσοχή του στο σημείο. Κάπου εκεί, για πρώτη φορά, σε ένα ανώνυμο και σχετικά αδιάφορο μπλογκ, γράφτηκε η λέξη ΑΣΙΑ και η λέξη εξωγήινοι. Σο πρώτο σχόλιο, από έναν ανώνυμο και σχετικά αδιάφορο σχολιαστή ήταν: ‘’ΕΠΙΣΕΛΟΤ΢ ΗΡΘΑΝ, ΕΠΙΣΕΛΟΤ΢ ΗΡΘΕ ΣΟ ΣΕΛΟ΢’’ Σο δεύτερο ήταν: ‘’Είσαι γελοίος’’

[43]


Σώστε την ψυχή σας

΢τον τοίχο υπήρχε μια ξεθωριασμένη αφίσα μωβ χρώματος, σκισμένη στις άκρες και αρκετά βρώμικη, αλλά τα καλλιγραφικά της χρυσαφί γράμματα ήταν ακόμα ευδιάκριτα: ‘’΢Ψ΢ΣΕ ΣΗΝ ΧΤΦΗ ΢Α΢’’ Και από κάτω με μικρότερα γράμματα: ‘’΢ε τιμές έκπληξη’’ Ακριβώς από κάτω της ήταν περισσότερες από δέκα μαύρες παραγεμισμένες σακούλες σκουπιδιών, από τις οποίες είχε δημιουργηθεί μια άγνωστης σύστασης ρέουσα γλίτσα, η οποία ανέδιδε και μια έντονη απωθητική μυρωδιά. Δίπλα της, η μόνη πόρτα σε ολόκληρο το, 100 μέτρων περίπου, σοκάκι φωτιζόταν από ένα θαμπό κίτρινο φως, μιας και μοναδικής ακάλυπτης λάμπας πυρακτώσεως. Σο μόνο που υπήρχε δεξιά και αριστερά ήταν μικρότεροι ή μεγαλύτεροι κάδοι σκουπιδιών ή σκάλες κινδύνου, μια σχεδόν για κάθε κτίριο. Κάποια μάτια γύαλιζαν φευγαλέα στο ακόμα νεαρό σκοτάδι της μεταμεσονύχτιας πόλης, συνήθως πάνω από κάδους, νυχτερινοί κεραμιδόγατοι σε αναζήτηση τροφής ή ζευγαρώματος. Σο σοκάκι βούλιαζε από το βάρος της αποσύνθεσης και εγκατάλειψής του. Έμοιαζε σαν να έχει αδιέξοδα και από τις δυο μεριές, η πιο κακόφημη γωνία της πιο κακόφημης γειτονιάς μιας κακόφημης πόλης. Κάποιος έβαλε όλα τα σκατά στον ίδιο βόθρο και φρόντισε να κλείσει καλά το καπάκι, αδαής στην ιδιότητά τους να πολλαπλασιάζονται με τον εαυτό τους, ανήξερος για το γεγονός ότι το καπάκι δεν θα μπορέσει καθόλου να τα συγκρατήσει όταν θα φτάσουν στο οριακό σημείο συγκέντρωσης. Ανέβηκε τα τρια μικρά σκαλάκια για να σταθεί μπροστά από την μεταλλική πόρτα, που δεν είχε πόμολο παρά ένα μικρό κλειστό παραθυράκι στο ύψος των ματιών. ΢τάθηκε για λίγες στιγμές μπροστά της, αβέβαιος και μετέωρος, και τελικά την χτύπησε απαλά με τους κόμπους των δαχτύλων του. Ένας μεταλλικός στρίγγος ήχος συνόδευσε το αργό σύρισμο του ανοίγματος στην πόρτα, και ένα ζευγάρι καχύποπτα μάτια τον κοίταξε. Αυτός έμεινε σιωπηλός και ανέκφραστος, και άφησε τα μάτια να τον

[44]


περιεργαστούν. Μετά από μερικές στιγμές άκουσε τους σύρτες να τρίβονται στην σκουριά, κλειδιά να γυρίζουν, διακόπτες να κατεβαίνουν. Τπερβολική ασφάλεια για ένα τόσο ξεχασμένο μέρος. Η πόρτα άνοιξε προς τα έξω, αναγκάζοντάς τον να πισωπατήσει ξανά τα σκαλάκια. Πάντα το ξεχνούσε αυτό. Ένας άντρας πίσω από την πόρτα τον περιεργάστηκε ξανά, το ένα του χέρι στην τσέπη του δερμάτινου μπουφάν του, μπορούσε να μυρίσει τον ιδρώτα από το ξυρισμένο του κρανίο. Αυτός παρέμεινε ατάραχος και απαθής. ‘’Σι θα θέλατε’’, ρώτησε ο άντρας με μια σπαστή και τραχιά φωνή. Η ευγένειά του ήταν μέρος του συνθήματος. ‘’Ο γκουρού είπε ότι θα γιατρέψει την ψυχή μου’’, απάντησε αυτός, σχεδόν μηχανικά. Ο άντρας δεν ξαναμίλησε- με ένα νεύμα του κεφαλιού τον κάλεσε να μπει μέσα και αυτός υπάκουσε αποστασιοποιημένα. Μπαίνοντας μέσα έπιασε την γνωστή μυρωδιά, σαν κάποιος να είχε περιλούσει το χώρο με τζιν και φτηνό γυνακείο άρωμα. Η πόρτα άνοιγε σε ένα μακρόστενο διάδρομο, φωτισμένο με αραιά φώτα δαπέδου. Κόκκινες ταλαιπωρημένες ταπετσαρίες κάλυπταν τους τοίχους, και μια παχιά μοκέτα κάλυπτε όλο το πάτωμα. Δίπλα στην πόρτα υπήρχε μια καρέκλα και απέναντί της μια παράταιρα ακριβή τηλεόραση, που έπαιζε στην σίγαση κάποια soft τσόντα της σειράς. Δίπλα στην καρέκλα υπήρχε ένα τραπεζάκι με ένα γεμάτο τασάκι τσιγάρα, ένα μισό μπουκάλι τζιν και ένα ποτήρι, και μια θήκη κομμένη και ραμμένη στο σχήμα και μέγεθος ενός Ginger-56 ή κάποιου ανάλογου πιστολιού. Ο άντρας έδειξε με το δάχτυλό του προς την ευθεία του διαδρόμου, κάπως ανυπόμονα. Αυτός σήκωσε τους ώμους και του γύρισε την πλάτη. Ούτως ή άλλως, ούτε αυτός είχε ιδιαίτερη όρεξη για κουβέντα. ΢το τέλος του διαδρόμου συνάντησε άλλη μια πόρτα, η οποία ωστόσο ήταν selfservice. Σο φως τον ζάλισε, καθώς βρέθηκε σε μια κατάφωτη αίθουσα που έμοιαζε με χώρο υποδοχής. Η πόρτα τον είχε οδηγήσει δίπλα σε μια διακοσμητική βιβλιοθήκη, ενώ όταν έκλεισε παρατήρησε ότι δεν είχε χερούλι για όσους ήταν από αυτήν την πλευρά. ΢την άλλη άκρη του δωματίου υπήρχε ένα πάσο και πίσω του δυο καλοντυμένες γυναίκες κάπου στα σαράντα, με εντελώς φιλική και καθως πρέπει εμφάνιση. Ανάμεσά τους ήταν ένας χώρος με καναπέδες και τραπεζάκια γεμάτα με

[45]


περιοδικά

κάθε

θέματος:

Σεχνολογία,

Χηφιακές

κατασκευές,

μουσική,

κινηματογράφος, και διάφορες μπροσούρες που έγραφαν με μεγάλα γράμματα την ίδια επιγραφή: ‘’΢ώστε την ψυχή σας’’. ΢ε κάθε γωνία υπήρχαν γλάστρες με ψηλά φυτά που έμοιαζαν πλαστικά. Ξαναγύρισε την προσοχή του στο σημείο που έμοιαζε με ρεσεψιόν και παρατήρησε ότι οι γυναίκες τον κοιτούσαν εξεταστικά. Πλησίασε προς το μέρος τους και έφτασε μπροστά από τον πάγκο. ‘’Πολλές αλλαγές βλέπω’’, τους είπε πρώτος. Βέβαια, κομμάτι των αλλαγών που εννοούσε ήταν και οι ίδιες, οπότε μάλλον δεν θα είχαν κάποια απάντηση στην παρατήρησή του. Η μια από τις δυο, που καθόταν μπροστά του χαμογέλασε όπως και να έχει. Είχε μπροστά της μια στοίβα από διάφορα χαρτιά ενώ είχε λεκέδες από μελάνι στα δάχτυλά της, προφανώς από συχνή χρήση σφραγίδων. Ήταν μελαχρινή και είχε μεγάλα μάγουλα, ενώ τα κοσμήματά της φαινόντουσαν αρκετά πιο ακριβά από το βάψιμο και το ντύσιμό της. Ίσως δώρα. Η άλλη, στεκόταν όρθια λίγο πιο πίσω, μπροστά από δυο σειρές επαγγελματικά συρτάρια και έναν φαινομενικά ακριβό υπολογιστή. Παρατήρησε ένα κάπως καμουφλαρισμένο μόνιτορ στην μια γωνιά του γκισέ, και κοίταξε γύρω του για να εντοπίσει δυο μικροσκοπικές κάμερες. Η πρώτη γυναίκα, αφού παρατήρησε ότι δεν είχε κάτι άλλο να προσθέσει, μίλησε πρώτη με μια μειλίχια και γλυκιά φωνή. ‘’Ο γκουρού σας περιμένει στην αίθουσα συσκέψεων’’, του είπε, και πατώντας ένα κουμπί ακούστηκε το χαρακτηριστικό κλικ μιας ακόμα πόρτας στα δεξιά τους. ‘’΢ας παρακαλεί να προσέλθετε αθόρυβα, καθώς στις μέσα αίθουσες επικρατεί αθόρυβος κανονισμός’’. Αυτός έγνεψε καταφατικά σουφρώνοντας τα χείλη του. Έκανε προς την πόρτα που είχε μόλις ανοίξει, και κοίταξε την άλλη γυναίκα που συνέχιζε να τον παρατηρεί σιωπηλή. Είχε μια ξανθιά αθλητική κοτσίδα και ήταν αρκετά πιο απλά ντυμένη από την πρώτη. Μπορούσε να διακρίνει ένα καλογυμνασμένο και αθλητικό σώμα πίσω από τα φαρδιά της ρούχα. Σο βλέμμα της ήταν παγωμένο και περιεργαστικό, και δεν το τράβηξε ούτε όταν αυτός την κοίταξε στα μάτια. ΢τάθηκε λίγο κοιτάζοντάς την, περισσότερο από περιέργεια, και μόνο όταν τράβηξε την πόρτα αυτή ξανακάθισε μπροστά στον υπολογιστή, συνεχίζοντας ωστόσο να τον κοιτάει. Ξανασήκωσε τους ώμους και προχώρησε, προσπαθώντας να καταλάβει αν όλο αυτό ήταν ένα διακριτικό φλερτ ή καχυποψία.

[46]


Ακόμα ένας διάδρομος. Λουσμένος στο ίδιο φθορίζων λευκό φως και ολόλευκος, μια αισθητική ειρήνη και με εντελώς διαφορετικό άρωμα, ένα απαλό τόνο λεβάντας και γιασεμιού. ΢το αριστερό του χέρι απλωνόταν μια τεράστια μακρόστενη τζαμαρία μέσα από την οποία μπορούσε να διακρίνει μια από τις μεγάλες αίθουσες του κτιρίου, μια από τις αίθουσες ‘’θεραπείας’’. Γνώριζε ότι από την άλλη μεριά της τζαμαρίας δεν ήταν παρά ένας μεγάλος καθρέπτης, που μεγάλωνε ακόμα περισσότερο τον ήδη μεγάλο και ψηλοτάβανο χώρο, που αντί για πάτωμα είχε ένα μαλακό γαλάζιο ταρτάν, από αυτά που χρησιμοποιούν σε αθλήματα γυμναστικής. ΢το κέντρο του χώρου αυτού ήταν περίπου 10 άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, ντυμένοι ομοιόμορφα με σομόν μπουρνούζια εκτός από έναν που φορούσε πράσινο, καθισμένοι οκλαδόν σε μια στάση που θύμιζε βουδιστική προσευχή. Γύρω τους υπήρχαν δεκάδες, ίσως εκατοντάδες ρεσό κεράκια, πιθανώς με κάποιο ειδικό άρωμα που θα βοηθούσε στην χαλάρωση και τον διαλογισμό. ‘Ηταν όλοι σχεδόν ακίνητοι, σαν υπνωτισμένοι, με κλειστά μάτια. Σο κέντρο μπορούσε να ‘’καθαρίσει την ψυχή σου’’ με διαλογιστική χλωρίνη ακόμα και τις μεταμεσονύχτιες ώρες. Φωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία συνέχισε να προχωρά, προσπερνώντας στο άλλο του χέρι κάποιες πόρτες που οδηγούσαν είτε σε τουαλέτες είτε σε διάφορες αίθουσες διαφόρων ασχολιών για τον ‘’καθαρισμό της ψυχής’’. Βέβαια, όλα αυτά δεν ήταν παρα προκαταρτικά- πράγματα που ούτως ή άλλως μπορείς να κάνεις σε διάφορα κέντρα και με διάφορα βαλάντια. Η διαφορά αυτού του κέντρου ήταν ο ίδιος ο γκουρού αλλά και τα κρυφά δωμάτια αυτού του κέντρου, τόσο λαβυρινθώδους που αν δεν σου πουν δεν πρόκειται να τα βρεις μόνος σου. Φρειάστηκε ακόμα ένας διάδρομος για να βρεθεί σε ένα ακόμα χώρο υποδοχής, και από αυτόν σε μια σχετικά επιβλητική ξύλινη μισάνοιχτη πόρτα. Δίπλα της υπήρχε ένα μεγάλο χαρτί με κάποιες οδηγίες: ‘’ΚΑΘΨ΢ ΕΙ΢ΕΡΦΕ΢ΣΕ ΓΙΑ ΣΟΝ ΓΚΟΤΡΟΤ ΚΑΝ: 1.

Βγάλτε τα παπούτσια σας

2.

Αφήστε έξω οποιαδήποτε συσκευή επικοινωνίας

..’’ ΢ταμάτησε να διαβάζει τα υπόλοιπα και προχώρησε προς τα μέσα χωρίς να βγάλει τα παπούτσια του και χωρίς να ακολουθήσει κάποια άλλη οδηγία. Αυτός άλλωστε δεν είχε έρθει για επαγγελματική επίσκεψη.

[47]


Σο κεντρικό γραφείο του γκουρού ήταν ένα πρότυπο του μινιμαλισμού και της λιτότητας. Υτιαγμένο για να απεικονίσει αισθητικά το ‘’άδειασμα’’ κάποιου από το οτιδήποτε περιττό πλην των απολύτως αναγκαίων για να είναι λειτουργικός. Ο Γκουρού έτσι ακριβώς τους ήθελε- άδειους, χωρίς τίποτα να του στέκεται εμπόδιο καθώς τρύπωνε μέσα τους, στο μυαλό τους και τις σκέψεις τους, προσπαθώντας να ξετρυπώσει ότι ο ίδιος θεωρούσε ότι έπρεπε να ξετρυπωθεί. Ήταν ένα δωμάτιο στο μέγεθος ενός στούντιο, στο κέντρο του οποίου υπήρχαν δυο πολυθρόνες και στην μέση ένα μικρό τραπέζι. Δεν υπήρχαν ούτε παράθυρα ούτε πίνακες στους τοίχους. Μόνο στη μια γωνία υπήρχε ένα ακόμα τραπέζι με κάποια γυάλινα μπουκάλια και ποτήρια- κάποια είχαν νερό, κάποια είχαν και αλκοόλ- ότι χρειαζόταν ο κάθε ασθενής για να βοηθήσει στην διαδικασία του ξεκλειδώματος. Και εκεί δίπλα στο μπαρ, ακουμπώντας στον τοίχο και κρατώντας ένα ποτήρι με κάτι που δεν έμοιαζε με νερό, ο γκουρού ο ίδιος, να τον κοιτάει πίσω με ένα ελαφρύ μειδίαμα. ‘’Άλλαξες όλο το κτίριο..Αλλά αυτό το δωμάτιο το κράτησες ίδιο’’, του είπε. Ο γκουρού είπε μια γουλιά από το ποτό του. Άργησε αρκετά να απαντήσει, κοιτώντας τον άντρα που στεκόταν στο κέντρο του δωματίου, με τα χέρια στις τσέπες της μαύρης καμπαρντίνας του. Όστερα μίλησε, ξεκινώντας με ένα βαθύ αναστεναγμό. ‘’΋λα έχουν αλλάξει, δεν είναι έτσι; Έπρεπε και εγώ να προσαρμοστώ. Αλλά όταν όλα αλλάζουν, πάντα χρειαζόμαστε ένα σημείο αναφοράς δεν είναι έτσι; Ένα σημείο να μας υπενθυμίζει την σταθερότητα’’. ΢υνέχισαν να κοιτάζονται, ακίνητοι. Ο γκουρού συνέχισε. ‘’Και πόσο γρήγορα αλλάζουν όλα- χωρίς σταθερό σημείο θα ζαλιζόταν κανείς. Πότε ήταν που ήσουν ξανά εδώ, αλλά για να με συναντήσεις ως ασθενής. Σότε που ήσουν τραυματισμένος και τσακισμένος, πως μου το είχες πει; ΢ε...’’ ‘’΢ε λήθαργο’’ ‘’Λήθαργο, ναι. Και τώρα να ‘σαι πάλι, ακμαίος, αποφασιστικός και στο στοιχείο σου. ΢αν να ξύπνησες από το λήθαργο μου φαίνεται, ναι;’’ ‘’Μπορείς να το πεις και έτσι. Αν και είχα καταλάβει από τότε την απατεωνιά σου’’ Ο γκουρού γέλασε δυνατά και τον πλησίασε. Διέκρινε τα ολόγκριζα μαλλιά του και τα πράσινα μικρά μάτια του να τον καρφώνουν με επιμονή και αυταρέσκεια. Δεν φορούσε την κλασική λευκή ρόμπα του, αλλά απλά καθημερινά ρούχα, δεν θυμόταν να τον είχε ξαναδεί έτσι. Επιπλέον, φαινόταν πιο γήινος και γερασμένος από κάθε άλλη φορά, αλλά ίσως να ήταν και πάντα έτσι.

[48]


‘’Έχω πάρει πτυχίο για το προϊόν μου αγαπημένο μου αγόρι, το πως θα διαφημίσω το προϊόν μου όμως είναι δική μου υπόθεση, δεν είναι έτσι;’’ ‘’Έχεις για την ακρίβεια χρησιμοποιήσει το ‘’προϊόν’’ σου για να κάνεις άλλες μπίζνες...Υράνσις’’ Ο γκουρού γέλασε ξανά και έκατσε στην μια πολυθρόνα, προτρέποντάς τον να κάτσει στην άλλη. Αυτός έμεινε όρθιος. ‘’Α, να το μοτίβο. Πάντα είχες το μοτίβο. Άτεγκτος, φτύνεις λέξεις, ονόματα και πληροφρίες για να κατοχυρώσεις την θέση σου. ΋τι γνωρίζεις. Και τι νόημα έχει αυτό όμως, ε; Αφού και εγώ γνωρίζω και επίσης γνωρίζω ότι γνωρίζεις. Θέλεις να νιώσεις ότι έχεις κυριαρχία επάνω μου αγαπητό μου παιδί;’’ ‘’Δεν έχω έρθει για συζήτηση’’ ‘’Φα. Δεν σπας καθόλου. ΢κληρός επαγγελματισμός. Που ήσουν εσύ κρυμμένος στον άνθρωπο που γνώρισα; Μπορώ να πω μόνο ότι η ευαίσθητη πλευρά σου είναι αρκετά πιο ενδιαφέρουσα; Πιο απρόβλεπτη; ΢ίγουρα αρκετά πιο περίπλοκη από αυτό το μονοκόμματο μοτίβο που έχω απέναντί μου. ΋ταν ακροβατούσες ελεύθερα ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, στο ηθικό και το ανήθικο, στο πραγματικά ηρωικό και την καθολική προδοσία, τι ενδιαφέρον που είχες! Σο ξέρεις ότι είναι πολύ πιθανό να έρθεις σε μένα ξανά, όταν θα σου γυρίσουν για άλλη μια φορά την πλάτη.....’’ ‘’Δεν μου γύρισε ποτέ κανένας την πλάτη.’’ ‘’Α-χα! Και εγώ λέω ότι στην έχουν γυρίσει ήδη. Από την αρχή την πλάτη τους έβλεπες, είχαν ζωγραφίσει ένα πρόσωπο και μερικές κούφιες ιδέες και κοιτούσες σαν χάνος. Οι εφεδρείες πάντα επιστρατεύονται όταν χρειάζονται για να ξελασπώσουν. Αλλά αυτό δεν είναι το παιχνίδι σου, ποτέ δεν ήταν. Και θα το καταλάβεις σύντομα. Και επέτρεψέ μου να σου πω, αν και δεσμεύομαι και εγώ σε αυτό το...απεχθές συμβόλαιο, ότι θα ήταν ο καλύτερος δρόμος για σένα να συνεχίσεις στον λήθαργό σου. Μην μπαίνεις τώρα μέσα ξανά. Αναρωτήσου γιατί σας ενεργοποιούν τώρα, ξανά’’. ‘’΢ου είπα ήδη, δεν έχω έρθει για συζήτηση’’ ‘’Μα νοιάζομαι για σένα αγαπητό μου παιδί. Και μην ξενχάς ότι ξέρω ένα δυο πραγματάκια για το πως δουλεύει αυτό εκεί μέσα’’, είπε, ακουμπώντας απαλά τον κρόταφό του με τον δείκτη του. ‘’Δεν έχεις ιδέα’’ Ο γκουρού χαμογέλασε και έκανε μια κίνηση με το χέρι του. Έσκυψε προς τα εμπρός και τον περιεργάστηκε.

[49]


‘’Δεν έχεις καθόλου πλάκα’’, είπε συλλαβιστά. ‘’Αλλά οι δουλειές είναι δουλειές πράγματι, και έχω πολλές ακόμα να κάνω. Ούτως ή άλλως, θέλω να την ξεφορτωθώχαίρομαι που ήρθες νωρίτερα’’ ‘’Που την έχεις;’’ ‘’΢ε κάποιο δωμάτιο’’ ‘’Έχει τις αισθήσεις της;’’ ‘’Μα αφού ξέρεις ότι είμαι κατά της βίας’’. Ο γκουρού χαμογέλασε μόνος του με το σχόλιό του. ‘’Είναι μια χαρά. Αν και λίγο αγρίμι, χρειάστηκε ένα ηρεμιστικό’’ ‘’΋λοι τους είναι’’ ‘’Δεν με ενδιαφέρουν καθόλου. Αρκεί να κάνουμε τις δουλειές μας’’ ‘’Είναι ώρα να φύγω λοιπόν’’ Ο γκουρού Καν σηκώθηκε όρθιος, κάπως κουρασμένα. ‘’Μα βέβαια’’, είπε και έδειξε προς την πόρτα ξανά. Όστερα περπάτησε και κοντοστάθηκε μπροστά του. Ήταν σαφώς πιο κοντός, και τον κοίταξε γέρνοντας το κεφάλι του προς τα πάνω. ‘’Σο πρόσωπό σου...’’, μουρμούρισε. ‘’Πάντα με εντυπωσίαζε το πρόσωπό σου. Λες και το έφτιαξες μόνος σου για την... δουλειά σου. Δεν θα μπορούσε κανείς να φτιάξει ένα τόσο αποτελεσματικό πρόσωπο. Σόσο...τόσο συνηθισμένο. Ένα πρόσωπο στο πλήθος, που το ξεχνάς την στιγμή που το δεις. Απορώ αν εσύ θυμάσαι το πρόσωπό σου όταν κοιτάζεσαι στον καθρέπτη. Σι χρώμα είναι τα μάτια σου; Είναι μεγάλη η μύτη σου ή μικρή; Είναι φαρδύ και ευγενικό το μέτωπό σου, ή μικρό και στενάχωρο; Πρέπει κάθε φορά να σε κοιτάω για να σε θυμάμαι- τώρα που θα φύγεις πάλι θα ξεχάσω πως είσαι και θα θυμάμαι μόνο το όνομά σου. Γουίλιαμ. Που βέβαια και αυτό, ίσως να μην είναι καν αληθινό. Αλλά το πρόσωπό σου...θα μπορούσε να είναι το οτιδήποτε και τίποτα ταυτόχρονα. Σρομαχτικό, δεν είναι;’’ Ο Γουίλιαμ παρέμεινε ανέκφραστος. Ο Γκουρού ωστόσο δεν περίμενε κάποια απάντηση. Άπλωσε το χέρι του με αργές κινήσεις και του ακούμπησε το μάγουλο- ήταν μια χειρονομία που έκανε αρκετά συχνά και έτσι τον άφησε να το κάνει. Όστερα, ο γκουρού έδειξε με το χέρι του προς μια κατεύθυνση και προχώρησε γοργά. ‘’Σην λένε Άζρα’’, φώναξε καθώς προχωρούσε. ‘’Αυτό μας το είπε η ίδια συμπληρώνοντας ότι πρέπει να το θυμόμαστε, γιατί μια μέρα θα έρθει η ώρα μας και θα φταίει αυτή. Ήταν απειλή αυτό λες;’’ Γύρισε και τον κοίταξε στην ερώτηση του. Ο Γουίλιαμ δεν απάντησε ούτε αυτή τη φορά. Περισσότερο ίσως επειδή ήξερε την

[50]


απάντηση: Ήταν απειλή, και μάλιστα από αυτές που θα έπρεπε να κάνουν τον γκουρού να ανυσηχήσει αρκετά περισσότερο. Ίσως και να το έκανε εσκεμμένα, αλλά το περπάτημα του ανάμεσα σε πόρτες και διαδρόμους, όμοιους σε πρώτη όψη μεταξύ τους, τον έκαναν γρήγορα να χάσει τον προσανατολισμό του. ΋ταν τελικά φτάσανε σε ένα πιο σκοτεινό διάδρομο, με αρκετές γκρίζες πόρτες στη σειρά, δεν θα μπορούσε να πει με στοιχειώδη ασφάλεια σε ποιο σημείο του κτιρίου βρισκόταν. Ο γκουρού ψαχούλεψε στην τσέπη του και έβγαλε μια πλαστική κάρτα και στάθηκε μπροστά από μια πόρτα. Σην χτύπησε απαλά. ‘’Δεσποινίς Άζρα; Ο συνοδός σας για το βράδυ είναι εδώ. Έχετε ετοιμαστεί;’’ Φαμογέλασε προς τον Γουίλιαμ. Όστερα έσπρωξε την κάρτα του σε μια εσοχή δίπλα στην πόρτα και ακούστηκε ένα συρτό κλικ. Όστερα έσπρωξε την πόρτα προς τα μέσα. Ο Γουίλιαμ προχώρησε προς το δωμάτιο, που ήταν στην πραγματικότητα ένας στενός διάδρομος, με δυσκολία χωρούσαν δυο άνθρωποι ο ένας δίπλα στον άλλο. Ήταν όμως αρκετά μακρύ, ίσως και πέντε μέτρα, και δυσανάλογα ψηλό. ΢το πίσω μέρος υπήρχε μια μακρόστενη βάση που είχε πάνω ένα συνθετικό πάπλωμα, και πάνω σε αυτό την γυναίκα που είχε το όνομα Άζρα. Ο Γουίλιαμ ξεφύσηξε και κοίταξε αγριεμένα προς τον Γκουρού, που στεκόταν και την κοίταζε με ένα μοχθηρό μειδίαμα. ‘’Λύστην’’, είπε κοφτά αλλά αρκετά αυστηρά. ‘’Και δώστης κάτι να φορέσει’’. Η γυναίκα τους κοίταζε, καθισμένη οκλαδόν πάνω στο στρώμα στην άκρη του δωματίου, κάτω από ένα διαυγές αλλά κάπως χλωμό φως, μια από τις περίεργες ιδέες του Γκουρού, που πάντα χρησιμοποιούσε τα φώτα και διάφορα αρώματα για να δημιουργήσει την όποια ψυχολογική κατάσταση επιθυμούσε. Ο Γουίλιαμ σκέφτηκε ότι η παραμονή στο δωμάτιο αυτό γρήγορα θα προκαλούσε κλειστοφοβία και πανικό. Σο βλέμμα της ήταν κάπως βαρύ από πιθανή χρήση ηρεμιστικών, αλλά ήταν σίγουρα επιθετικό και διαπεραστικό, ένα ζευγάρι μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια με μεγάλες βλεφαρίδες. Σο στόμα της ήταν καλλυμένο με ένα ιατρικό φίμωτρο, ενώ τα χέρια της ήταν δεμένα πίσω από την πλάτη της, τόσο σφιχτά που έκαναν τους ώμους της να πετάγονται προς τα εμπρός. Υορούσε ένα αθλητικό μαύρο σουτιέν, ενώ στα χέρια της ήταν φανερές κάποιες μελανιές. Οι άντρες του Γκουρού σπανίως χτυπούσαν στο πρόσωπο. ΢το ύψος της μέσης της υπήρχαν σκισμένα υφάσματα, από αυτό που θα

[51]


ήταν η μπλούζα της. Σουλάχιστον οι άντρες του Γκουρού δεν την είχαν γδύσει ολότελα, και φορούσε ακόμα ένα κιτρινωπό αθλητικό παντελόνι. Ο Γκουρού την πλησίασε και αυτήν τον ακολούθησε με το βλέμμα της. ΋ταν στάθηκε μπροστά της χαμογελώντας, αυτή έριξε μια κλεφτή ματιά προς τον Γουίλιαμ, την οποία αυτός δεν μπορούσε εύκολα να ερμηνεύσει. Ο Γκουρού έβγαλε το χακί πουκάμισο που φορούσε και το ακούμπησε δίπλα της. Όστερα, έσκυψε πίσω της και κάτι περιεργάστηκε στα χέρια της. Μετά ακούμπησε στον τοίχο. Η γυναίκα έφερε τα χέρια της μπροστά και τα τέντωσε, σαν να είχαν μουδιάσει. Όστερα, έπιασε το πίσω μέρος του φιμώτρου και το έλυσε, ανοιγοκλείνοντας το στόμα της. Οι κινήσεις της ήταν ήρεμες και συγκρατημένες, το βλέμμα της πάντα εναλλάξ στους δυο άντρες. Είχε καστανά λεπτά μαλλιά, φαινόντουσαν άλουστα και αχτένιστα. Πήρε το πουκάμισο κάπως διστακτικά και το φόρεσε, και ύστερα σηκώθηκε όρθια. Ήταν αρκετά ψηλότερη και αυτή από τον Γκουρού, ήταν περίπου στο ύψος του. Έριξε μια ακόμα κοφτερή ματιά προς το μέρος του βασανιστή της, και ύστερα γύρισε το βλέμμα της στον Γουίλιαμ. Αυτός, περισσότερο από πρωτόκολλο, ακούμπησε απαλά την τσέπη του, υποννοώντας ότι εκεί κρυβόταν κάποιο όπλο. Αυτή, σαν να ήξερε επίσης το πρωτόκολλο, άπλωσε τα μόλις λυμένα χέρια της και τα ένωσε προτεταμένα μπροστά της, με τις γροθιές κλειστές. Ο Γουίλιαμ ανασήκωσε τα φρύδια του και αναρωτήθηκε την ψυχολογική και σωματική βία που θα της είχε ασκήσει ο Γκουρού- σπάνια έβλεπε κανείς τέτοια πειθαρχία σε κρατούμενους. Πλησίασε και έβγαλε το πλαστικό κλιπ, με το οποίο τις ασφάλισε τα χέρια. Αυτή δεν σταμάτησε να τον κοιτάει, ανέκφραστη, και καθώς τώρα είχαν πλησιάσει πρόσωπο με πρόσωπο ο Γουίλιαμ αναγνώρισε το κουράγιο της και την αυτοπεποίθησή που κρυβόταν στην πραγματικότητα κάτω από την φαινομενική ηττοπάθεια. Κοίταξε προς τον γκουρού και ύστερα έριξε μια κλεφτή ματιά στο ρολόι του. ‘’Υύγαμε’’, του είπε κοφτά. ‘’Η Τπηρεσία θα σου στείλει κάποιους ανθρώπους για περεταίρω ερωτήσεις’’. Ο Γκουρού χαμογέλασε. ‘’Α, οι ‘’περαιτέρω’’ ερωτήσεις. Η Τπηρεσία μπορεί να βάλει τις ερωτήσεις στον κώλο της. Έκανα ότι μου είπατε, σας την παρέδωσα. Δεν απαντάω σε άλλη ερώτηση, τώρα μένει η δική σας πλευρά της συμφωνίας.’’ Ο Γουίλιαμ δεν απάντησε. Αντίθετα, πισωπάτησε και έκανε νόημα στην Άζρα να τον ακολουθήσει. ΢υμπέρανε ότι θα ήταν περίπου τριάντα χρονών, αν και δεν ήταν ποτέ σίγουρος για τους ανθρώπους από τα δικά της μέρη. Αυτή περπάτησε αργά προς

[52]


τα έξω. Ο Γκουρού μουρμούρισε κάποιες βρισιές και την ακολούθησε έξω, αφήνοντας την πόρτα του ιδιότυπου κελιού της ανοιχτή. Όστερα προχώηρησε μπροστά τους και σε πολύ λιγότερο χρόνο βρισκόντουσαν πάλι στο κεντρικό χωλ, με τις γυναίκες στην λευκή και φωτεινή αίθουσα υποδοχής. Αυτές τους κοίταξαν για μια στιγμή, αλλά παρουσία του Γκουρού ξαναγύρισαν στις δουλειές τους. Ο Γκουρού κοίταξε τον Γουίλιαμ. ‘’Σην ξέρεις σίγουρα την δουλειά σου, αλλά μην την αφήσεις να σε ξεγελάσει από την υποτονικότητά της. Για μια στιγμή αν κοιτάξεις αλλού, θα καρφώσει τα δόντια της στον λαιμό σου.’’ Ο Γουίλιαμ κοίταξε την γυναίκα, που τον κοιτούσε με την σειρά της παγερά. Κοίταξε το ρολόι του. ‘’Είναι απλά μια βόλτα με το αυτοκίνητο’’, είπε και προχώρησε κάπως πιο βιαστικά, κρατώντας την ευγενικά αλλά και αυταρχικά από το μπράτσο. ‘’Θα τα ξαναπούμε’’, του είπε ο Γκουρού σηκώνοντας το χέρι του, σε ένα περίεργο χαιρετισμό. ‘’Α, δεν νομίζω’’, απάντησε αυτός και άνοιξε την πόρτα προς τον κόκκινο διάδρομο από τον οποίο είχε μπει. Θα τα ξαναέλεγαν, αν και κανείς τους δεν το ήξερε, ούτε θα μπορούσε να μαντέψει το καθεστώς της επερχόμενης συνάντησής τους. Κλείνοντας την πόρτα πίσω του σταμάτησε και κοίταξε την Άζρα. ‘’΢ε χτυπήσανε;’’, την ρώτησε μαλακά. Αυτή χαμογέλασε. ‘’Σι σε νοιάζει εσένα;’’, τον ρώτησε με την σειρά της. Η φωνή της ήταν βραχνή, φανερά επηρεασμένη από κάποια ουσία που θα την πότισε ο Γκουρού. ‘’Ξέρεις που είναι να σε πάω;’’ ‘’Ξέρω’’ ‘’Σο καταλαβαίνεις ότι πρέπει να συνεργαστείς;’’ Η Άζρα τον κοίταξε. Σο βλέμμα της ήταν παγερό και σκιώδες. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί να διαβάσει και να καταλάβει. ‘’Υυσικά. Είσαι ένας από αυτούς¸ δεν είσαι; Είσαι ένας Προστάτης...Πρέπει να είσαι πολύ υπερήφανος που κουβαλάς μια μαστουρωμένη γυναίκα στη μαμά. Σώρα που το ξανασκέφτομαι, είσαι ο γαμημένος σωφέρ μου, αυτό είσαι’’ Ο Γουίλιαμ ένιωσε τον τόνο της σαν πικρή γεύση στάχτης. ‘’Έχω αρχίσει να θαυμάζω τον τσαμπουκά σου. Δεν τον συναντώ συχνά. Και πράγματι, είμαι ο σωφέρ σου. Αλλά αυτός ο σωφέρ θα σε πάει σπίτι τώρα, γιατί είναι αργά’’. Σην έπιασε αυστηρά και σίγουρα από το μπράτσο και την τράβηξε προς τα εμπρός. Ο άντρας στην τελευταία πόρτα καθόταν ακόμα απέναντι από την τηλεόραση,

[53]


αλλά τώρα δεν τους έδωσε καθόλου σημασία, ούτε το παραμικρό βλέμμα. Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη, και ο Γουίλιαμ την άνοιξε για να υποδεχτεί κάπως ευπρόσδεκτα τον βρώμικο αλλά χωρίς χημικές προσθήκες αέρα από το στενό σοκάκι. Σην έσπρωξε έξω και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Αυτή κοντοστάθηκε και κοίταξε γύρω της. ‘’Κοίτα, κοίτα την παρακμή. Προστάτης της παρακμής. Η πόλη σου βρωμάει Προστάτη, βρωμάει από το μεδούλι της’’ Ο Γουίλιαμ την προσπέρασε και κοίταξε πάνω και κάτω στο στενό. ‘’Ελα’’, της είπε αυστηρά. ‘’Βιάζεσαι να ξεμπερδεύεις Προστάτη; Έχεις κάποια γκόμενα να σε περιμένει ή πληρώνεις για αυτό;’’ Ο Γουίλιαμ κοίταξε προς το μέρος της κάπως αιφνιδιασμένος και ύστερα πάλι το ρολόι του. Μετά, πήρε ένα πολύ σοβαρό ύφος, και έμοιασε σαν να πέταξε μακριά την μάσκα που φορούσε για αρκετή ώρα. ‘’Θέλω να με ακούσεις πολύ προσεκτικά, Άζρα. Για την επόμενη ώρα, θέλω να ακούς πολύ προσεκτικά ότι σου λέω, και να το κάνεις χωρίς δεύτερη σκέψη. Μπορείς να λες οτιδήποτε θέλεις, αλλά θέλω οπωσδήποτε να κάνεις ότι σου λέω, όταν σου το λέω. Σην επόμενη ώρα θα μας κυνηγήσουν, θα μας κυνηγήσουν άσχημα και η κατάσταση θα είναι πολύ ζόρικη. Η παραμικρή καθυστέρηση που μπορεί να προκαλέσεις με οποιονδήποτε τρόπο, μπορεί να στοιχίσει. Για την ακρίβεια, θα στοιχίσει. Οι άνθρωποι αυτοί δεν κάνουν λάθη- το μόνο που έχουμε είναι ένα πολύ μικρό παράθυρο ευκαιράις. Ένα πολύ μικρό προβάδισμα χρόνου. Έγινα κατανοητός;’’ Η Άζρα τον κοίταξε και για πρώτη φορά στο ως τώρα παγερό βλέμμα της σχηματίστηκε γλαφυρά μια έκφραση. Μια γνήσια έκφραση απορίας. ‘’Έγινα κατανοητός;’’ Σο δικό του βλέμμα ήταν τώρα ήρεμο, σταθερό και σίγουρο. Η Άζρα δεν μπορούσε να απαντήσει κάτι. ‘’Μέχρι να γίνω, ακολούθησέ με’’, της είπε και την τράβηξε από το κλιπ στους καρπούς της, φέρνοντάς την δίπλα του. Και ύστερα, με γρήγορο περπάτημα την τράβηξε προς την ανατολική πλευρά του στενού και το αυτοκίνητό του. Σα γεγονότα είναι:

[54]


Σην ώρα που ο Γουίλιαμ τράβηξε την Άζρα προς το αυτοκίνητό του, δυο μαυροντυμένοι άντρες από αυτούς που μόνο κοιτώντας τους καταλαβαίνεις ότι έχουν πολύ σοβαρές υποθέσεις, μπήκαν από την μπροστινή είσοδο του καταστήματος του Γκουρού Καν. Περπάτησαν μέχρι την είσοδο υποδοχής, όπου ζήτησαν τον Γκουρού, λέγοντας ότι αυτός θα γνώριζε τον λόγο. Η ξανθιά γυναίκα πάτησε συνοφρυωμένη και καχύποπτη ένα κουμπί, και ο Γκουρού ήταν εκεί σε μερικά μόλις δευτερόλεπτα, φορώντας μόνο ένα κοντομάνικο μπλουζάκι. Αλλάξανε κάποιες κουβέντες, οι οποίες γρήγορα απέκτησαν ένταση και εκνευρισμό. Ο Γκουρού χτύπησε το χέρι του με δύναμη πάνω στον πάγκο. Η μελαχρινή γυναίκα σηκώθηκε και αποχώρησε σε άγνωστη κατεύθυνση. Ο ένας άντρας ακούμπησε ένα μικρό ακουστικό στο αυτί του και άρχισε να μιλάει ψιθυριστά και νευρικά σε κάποιο άγνωστο συνομιλητή. Ο άλλος άντρας έκανε να βγάλει κάτι από την τσέπη του. Η ξανθιά γυναίκα έβγαλε με αστραπιαίες κινήσεις ένα όπλο και τον σημάδεψε. Και οι δυο άντρες έβγαλαν με μεγάλη ταχύτητα τα δικά τους και την σημάδεψαν πίσω. Ο Γκουρού έβγαλε μια δυνατή κραυγή και απαίτησε από την γυναίκα να κατεβάσει το όπλο της. Ακόμα μια συνομιλία, μια προσπάθεια να γίνει με ηρεμία. Οι άντρες έφυγαν τρέχοντας από την αίθουσα. Ο Γκουρού κλώτσησε με δύναμη τον πάγκο. Άκουσε τον έναν άντρα να φωνάζει: ‘’Προς όλους τους Προστάτες. Η σφήκα δεν είναι μαζί μας. ΢τόχος, Γουίλιαμ Κόρβερ, πιθανώς με υπηρεσιακό αυτοκίνητο. Επαναλαμβάνω. Γουίλιαμ Κόρβερ. Η κατάσταση του θεωρείται πλέον Ασταθής και Τψηλής Επικυνδινότητας. Θέση: Νότιο τμήμα, οδός 45ΦΔ.’’ Όστερα η πόρτα έκλεισε πίσω του. Ο Γκουρού ξεφύσηξε και κοίταξε την γυναίκα μπροστά του, που ακόμα κρατούσε το όπλο της σε ετοιμότητα. ‘’Σο γαμημένο καθίκι. Σο γαμημένο καθίκι. Και ξέρεις τι; Δεν θυμάμαι καν το πρόσωπό του. Σο γαμημένο καθίκι.’’ Γέλασε πικρόχολα με την κατάστασή του. Ο Γουίλιαμ τον είχε ξεγελάσει. Ο Γουίλιαμ δεν είχε επιστρέψει ποτέ στο ΢ώμα. Από κάπου μακριά πια, ο Γουίλιαμ έκανε κωλοδάχτυλο και σε αυτόν και στο σώμα. ‘’Σι θέλετε να κάνω;’’, ρώτησε αυτή. Ο Γκουρού έξυσε το κεφάλι του, αναπνέοντας βαριά. ‘’Μάθε για αυτήν την πουτάνα. Μάθε τι συμβαίνει με τον Γουίλιαμ Καθίκι Κόρβερ. Μάθε τι διάολο συμβαίνει γενικά’’. Έκανε να φύγει. Όστερα ξαναγύρισε σε αυτήν. ‘’Α, και μάζεψε ότι είναι μαζευτεί. Αυτοί θα γυρίσουν πίσω σε λίγο, και θα με ανακρίνουν. Σο γαμημένο καθίκι.’’, είπε και επαναλαμβάνοντας την τελευταία φράση του

[55]


απομακρύνθηκε προς τα μέσα. Η γυναίκα άκουσε για άλλη μια φορά την βρισιά ως ηχηρή ηχώ από τους μέσα διαδρόμους. Καμία ψυχή δεν θα σωζώταν εκείνο το βράδυ. Σην ίδια ακριβώς στιγμή, ο φιλόσοφος πέρα από τις λέξεις, Ρίτσαρντ Λίθγκου εμφανίστηκε χαρωπός μπροστά στην Άλις, φορώντας ένα καστανό παλιομοδίτικο καουμπόικο καπέλο και μασώντας ανάμεσα στα δόντια του την πίπα του. Η Άλις θεώρησε κάπως αστείο το θέαμα, αλλά απλώς σηκώθηκε όρθια και ξερόβηξε, περιμένοντας αυτόν να δώσει το σήμα για την εκκίνηση της εξερεύνησής τους. Η Μαριάν την ίδια στιγμή, αναρωτιόταν αν οι δυο τους είχαν αποχωριστεί ή αν πράγματι είχαν πάει στην ταράτσα- σκέφτηκε ότι δεν θα ήθελε να ξαναδεί τον Ρίτσαρντ Λίθγκοου, ούτε αυτόν ούτε το πέος του μέσα από τις σωβρακοπιτζάμες του. Ούτως ή άλλως, είχε σιγουρευτεί ότι η Ντάιαμοντ είχε όλη την προσοχή που της χρειαζόταν. Για την ακρίβεια, ίσως να είχε και παραπάνω προσοχή από όσο της χρειαζόταν, καθώς ένα αυτοκίνητο διέσχιζε με μεγάλη ταχύτητα τους φιδωτούς δρόμους που οδηγούσαν στο μεγαλοπρεπές τους κτίριο, και οποιοσδήποτε το έβλεπε θα ορκιζόταν ότι βρισκόταν στο χειροκίνητο- τι σπάνιο θέαμα, να βλέπεις ένα αυτοκίνητο να μην κινείται σε μια απόλυτη αρμονία και τελειότητα, αλλά να έχει ανθρώπινο χειρισμό! Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου και ο Γκουρού δεν γνωρίζουν γιατί βρίσκονται σε γειτονικές παραγράφους- πιθανότατα ούτε κάποιος που τις διαβάζει. Επίσης, η Ντάιαμοντ αναρωτιέται τι θα μπορούσε να πέρασε από το κεφάλι της όταν αποφάσισε να ξεκινήσει μια τέτοια περιπέτεια χωρίς να φορέσει παπούτσια.

[56]


Αυτό πρέπει να είναι το μέρος

Σίποτα δεν βγάζει άκρη. Καινούριες και παλιές εικόνες, διάφορα παραπλανητικά déjà-vu, αποπροσαντολισμός, φαγούρα. ΢αν να περιστρέφονται όλα αλλά χωρίς άξονα περιστροφής. Πως βρέθηκα εδώ; Ένας γιατρός της είχε αναφέρει ότι η αυπνία είναι δυνατόν να προκαλέσει κενά μνήμης. Η Ντάιαμοντ όμως έπασχε από το ακριβώς ανάποδο της αυπνίας, μια παρατεταμένη περίοδο ύπνου από τον οποίο την ξύπναγε τώρα ένας κρυος, πηχτός και σαφέστατα εχθρικός αέρας. Πόσο καιρό κοιμόμουν; Νιώθει μουδιασμένη. ΋χι μόνο στο γυμνό της πόδι αλλά και στο κεφάλι της. Σα φώτα στο δρόμο είναι έντονα λευκά και την ζαλίζουν. Μια μεγάλη ταμπέλα με φωτεινά, τετραγωνισμένα γράμματα ανακοινώνει: TERMINAL Αυτοκινήτων, 66ΣΕ. Όστερα η επιγραφή σβήνει και στη θέση της εμφανίζεται: ΠΑΡΑΚΑΛΨ ΠΡΟ΢ΚΟΜΙ΢ΣΕ ΣΗΝ ΚΑΡΣΑ ΕΝΟΙΚΙΑ΢Η΢. Ο δρόμος μπροστά της ανοίγεται πλατύς και σε κάθε πλευρά του είναι παρκαρισμένα ομοιόμορφα μικρά αυτοκίνητα, ίδιου λευκού χρώματος. Μοιάζουν με μια φωλιά μηχανικών πλασμάτων που κοιμούνται- νιώθει μια παρόρμηση να περπατήσει ήσυχα μήπως και ξυπνήσουν. ΢υνειδητοποιεί ότι είναι λαχανιασμένη και αμέσως διαπιστώνει τον ιδρώτα στο μέτωπο και τους κροτάφους της. Νιώθει έντονους παλμούς στα χέρια της. Έτρεχα; Γιατί έτρεχα; Δίπλα της υπάρχει ένας προστατευμένος με γυάλινη οροφή επιμήκης μεταλλικός πάγκος, παράλληλα με τον δρόμο. Αποφασίζει να κάτσει. Ακούει έναν ηλεκτρονικό θόρυβο ακριβώς την στιγμή που κάθεται, και ένα φύλλο από την γυάλινη οροφή κατεβαίνει αργά κάθετα προς τα κάτω, έτσι που φτάνει περίπου στο ύψος του κεφαλιού της. Με πράσινα γράμματα εμφανίζεται μια ένδειξη που μετράει αντίστροφα από δώδεκα λεπτά. Εμφανίζονται διάφορες στάσεις και προορισμοί. Είναι κάποιο μέσο συγκοινωνίας. Ένας πονοκέφαλος κάνει την εμφάνισή του.

[57]


Σι στο διάολο συμβαίνει; Εικόνες έρχονται ξανά. Ο πονοκέφαλος είναι η βίαια επανεμφάνισή τους. Ντι, δεν είσαι καλά. Ίσως πρέπει να γυρίσει σπίτι. Γιατί είμαι εδώ; Ή στην γυάλινη οθόνη μπροστά της ή απλά και μόνο μέσα στο μυαλό της ανάβει μια άλλη φωτεινή επιγραφή. Σα χαράματα, όχι μετά τις πέντε, θα βάλεις τέλος. Α, ο στόχος. Η ομίχλη ξεδιαλύνεται και γρήγορα θολά κομμάτια ενώνονται και σχηματίζουν ολοκληρωμένες εικόνες. Θυμήθηκε την απαξίωση της Μαριάν για έναν ‘’καλεσμένο’’, έναν ακόμα καλεσμένο που περνάει για λίγο από την μοναχική ζωή της. Σην μίζερη ζωή της, μα την αλήθεια. Αλλά μήπως η δική της είναι καλύτερη, με κάποιο τρόπο; Κοιμόταν τόσο καιρό, βρισκόταν τόσο καιρό σε νάρκη, που όταν αποφάσισε να βγει ξανά έξω ήταν ένα χάλι- Πιτζάμες, ξυπόλητη στο ένα πόδι και με μια κάλτσα στο άλλο, τα μαλλιά της ανακατεμένα και άγρια. ΢ε ένα πεζοδρόμιο χωρίς ανθρώπους, σε μια άγνωστη μεριά της πόλης, ποιος ξέρει πόση ώρα περπατούσε ασυνείδητα, σαν να υπνοβατεί. Θυμήθηκε να κατεβαίνει προς το ισόγειο για να πάει μια βόλτα. Θυμήθηκε την ντροπή που ένιωσε κοιτάζοντας τον εαυτό της στον τεράστιο καθρέπτη του ασανσέρ, μια εικόνα θλίψης. Σο Κάθαρμα, θυμήθηκε το Κάθαρμα και την κότα του, που ήρθαν στο σπίτι της να της ανακοινώσουν ότι θα μπορούσε κάλλιστα να...πεθάνει για να φύγει τελείως από την μέση. Θυμήθηκε να πατάει το stop και ύστερα τον τελευταίο όροφο. Θυμήθηκε τις τελευταίες σκάλες, αρκετών ορόφων πάνω από την τελευταία στάση του ασανσέρ, για να βρεθεί στην κλειστή πόρτα χωρίς πόμολο ή κλειδαριά. Θυμήθηκε τον αεραγωγό-μα τι ιδέα ήταν και αυτή! Ήταν η παρόρμηση να βγει έξω, δεν είχε βγει ποτέ στην ταράτσα, δεν είχε βρει ποτέ το λόγο. ΢τριμώχτηκε, σύρθηκε, βγήκε. Ο νυχτερινός ουρανός και η μικρή υποψία των αστεριών κάτω από την θολούρα της κουβέρτας νέφους που σκεπάζεται η πόλη. Ένα μισό, θαμπό και ντροπαλό φεγγάρι. Η πόλη της. Σα κίτρινα, λευκά και μπλε της φώτα, τα θεόρατα μαύρα της κτίρια, οι μεγάλες διαφημίσεις, η ηλεκτρική ανάσα της καθώς υπνοβατεί μαζί της. Η έμπνευση. Έπρεπε να είχε πάρει μαζί της ένα τετράδιο.

[58]


Μια θάλασσα από θολά αστέρια και αστρικά αυτοκίνητα και η αστρόσκονη που αφήνουν ηλεκτρικές ψυχές, το πράσινο αλλά όχι της Γης το γαλάζιο αλλά όχι της θάλασσας το λευκό, αλλά όχι του τέλους η κίνηση κρέμεται από καλώδια που φτύνουν αστραπές κάπου θα είναι οι άνθρωποι αλλά δεν τους βλέπω κάπου θα είμαι εγώ, αλλά δεν με βλέπω κάτι είναι, αλλά δεν το βλέπω ο ατμός των υπονόμων αδειάζει στον θόλο και όλα μέσα του είναι σκιες βυθίζω τα μάτια μου στο σκοτάδι είμαι έτοιμη Η κοφτερή δροσιά την ξυπνάει και την ηλεκτρίζει. Θυμάται να στέκεται στην άκρη της άδειας ταράτσας, με τις φοσφωριζέ μπογιές σε κύκλους στο δάπεδό της. Προσπαθεί να βγάλει ήχους από την ηλεκτρική βούη και το μηχανικό μπάσο της πόλης. Αισθάνεται παράξενα. Υλερτάρει με το έδαφος, δέκα και παραπάνω ορόφους πιο κάτω. Σο κοιτάει και προσπαθεί να εξηγήσει γιατί το αισθάνεται σαν λύτρωση. Προσπαθεί να πάει με πίσω βήματα από το αδιέξοδό της, να βρει την λάθος στροφή. Είναι το Κάθαρμα; Έιναι αλήθεια, το Κάθαρμα; Σο Κάθαρμα θα την ήθελε έξω από την μέση, μια και καλή, και αυτή του προσφέρει αυτήν την επιλογή από μόνη της, πάνω στην πιο απότομη κορυφή της απελπισίας της; Κάτι στην πόλη την τραβάει και διακόπτει συνεχώς τις σκέψεις της. Η ταράτσα είναι νεκρή και σκοτεινή και άδεια. Η πόλη είναι ζωντανή και πλημμυρισμένη από φώτα κάθε λογής, που διαχέονται και ενώνονται στο ουράνιο πρίσμα. Η εικόνα της πόλης είναι μαγευτική από εκεί ψηλά. Γιατί είναι τόσο θολές οι αναμνήσεις της; Ένας ίλιγγος της θυμίζει μια επίσης ξεχασμένη υψοφοβία. Που βρισκόταν αυτή τόση ώρα; Θυμήθηκε ότι είδε την σκάλα, μια σκάλα που βυθίζεται με ζιγκ ζαγκ προς τα κάτω μέχρι που χάνεται στις σκιες. Μια σκάλα κινδύνου; Η πόλη την τραβάει. Σο κρύο μέταλλο της σκάλας ακουμπάει στο γυμνό της πόδι και διώχνει τη φαγούρα. Η δροσιά είναι ευπρόσδεκτη.

[59]


Κενό. Μια στάση λεοφωρείου δίπλα σε μια στάση ενοικίασης αυτοκινήτων. Ένας πονοκέφαλος και ένα λαχάνιασμα που υποχωρεί, αλλά αποδυκνείει τρέξιμο και ένταση. Οι αισθήσεις της φαίνεται να ξυπάνε με διαφορά ταχύτητας. Μια σιλουέτα την παρατηρεί, δεν ξέρει πόση ώρα. ‘’Είσαι καλά;’’ Η φωνή είναι νεανική και ευγενική. Η Ντάιαμοντ τον κοίταξε και προσπάθησε να διακρίνει το πρόσωπό του, καθώς βρισκόταν μερικά πόδια μακριά της και με ένα έντονο φως από πίσω του. Η σιλουέτα ήταν ογκώδης και είχε τα χέρια στις τσέπες. Έβαλε το χέρι της πάνω από τα μάτια της για να διακρίνει καλύτερα. ‘’Ναι’’, είπε με αμφιβολία. ‘’Μπορείς να μου πεις που είμαστε ακριβώς;’’ Η σιλουέτα προχώρησε μερικά βήματα. Σο πρόσωπο ήταν ακόμη πιο νεανικό. Θα ήταν ίσως λιγότερο από είκοσι χρονών. Σα μαλλιά του ήταν κόκκινα, όπως και τα μάγουλά του. ‘’Είσαι τρελλή, ή κάτι τέτοιο;’’ ‘’΋χι’’ ‘’Γιατί είσαι με τις πιτζάμες και ξυπόλητη τότε; Γιατί με ρωτάς που βρίσκεσαι; Οι τρελλοί κυκλοφορούν με πιτζάμες χωρίς να ξέρουν που βρίσκονται’’ ‘’Δεν είμαι τρελλή. Δεν είμαι στα καλύτερά μου, αλλά δεν είμαι τρελλή’’ ‘’Και τα μαλλιά σου φαίνονται αστεία’’ Η σιλουέτα τώρα στάθηκε μπροστά της και μπορούσε να διακρίνει έναν κοκκινομάλλη εύσωμο νεαρό. Σου χαμογέλασε και πέρασε το χέρι της μέσα από τις μπούκλες της, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να τους δώσει ένα σχήμα. ‘’Που πηγαίνεις;’’, την ρώτησε αυτός. ‘’Δεν ξέρω. ΋χι κάπου συγκεκριμένα’’ ‘’Έχεις έρθει από το ΢άικεντ;’’ ‘’΋χι...δηλαδή δεν ξέρω που είναι αυτό. Αλλά όχι, έχω έρθει από το σπίτι μου’’ ‘’Και γιατί δεν φόρεσες ρούχα και παπούτσια;’’

[60]


‘’Βιαζόμουν’’. Σου χαμογέλασε ξανά. Ο νεαρός την κοιτούσε περιεργαστικά, ανέκφραστος. ‘’69ΜΕ’’ ‘’Σι;’’ ‘’Με ρώτησες που βρίσκεσαι. Βρίσκεσαι στην 69ΜΕ. Λίγα τετράγωνα πιο κάτω είναι η συνοικία του Μπεγκσκουέρ. Δεν είναι καλό μέρος για να είσαι και να μην το γνωρίζεις ότι είσαι’’ Η Ντάιαμοντ επεξεργάστηκε τις πληροφορίες αλλά το μυαλό της δεν επανέφερε κάτι γνώριμο. Δεν μπορεί να βρίσκεται τόσο μακριά από το σπίτι της για να μην γνωρίζει τις γειτονιές. Προσπάθησε να σκεφτεί ποιες γειτονιές θυμάται αλλά και εκεί συνάντησε δυσκολία. Αυτό την άγχωσε αρκετά παραπάνω, αλλά συγκρατήθηκε να μην το δείξει. Ο νεαρός της έδειξε κάτι στο πάτωμα. ‘’Η πατημασιά σου έχει αίμα’’, της είπε ξερά. Η Ντάιαμοντ κοίταξε και είδε πράγματι μια μικρή κόκκινη στάμπα να προπορεύεται μιας άλλης. ΢ήκωσε το πόδι της και είδε ότι είχε μια μικρή κόκκινη χαρακιά στο πέλμα, κάτω από τα δάχτυλά της, όπου ένας μικρός λεκές από αίμα είχε ανακατευτεί με ένα στρώμα μαύρης σκόνης από το δρόμο. Αναστέναξε κάπως απογοητευμένη, αλλά διατήρησε μετά ένα χαμόγελο προς τον νεαρό. ‘’Πως σε λένε;’’, τη ρώτησε αυτός. ‘’Ντάιαμοντ. Εσένα;’’ ‘’Ντέσμοντ’’ ‘’Μοιάζουν τα ονόματά μας. ΢ύμπτωση!’’ ‘’Σο δικό μου δεν σημαίνει τίποτα όμως’’ Σου χαμογέλασε άλλη μια φορά. Σο δικό του πρόσωπο δεν είχε σπάσει. ‘’Σο σπίτι σου που είναι;’’, την ρώτησε. ‘’Αν ήξερα, δεν θα είχα χαθεί, έτσι δεν είναι;’’ ‘’Ποια είναι η οδός του;’’ Η Ντάιμοντ σχημάτισε ακόμα ένα βιαστικό χαμόγελο. Μόνο που αυτή τη φορά το χρησιμοποίησε για να κουκουλώσει μια έκδηλη αμηχανία, καθώς ο μπλοκαρισμένος εγκέφαλός της δεν θυμόταν ούτε την διεύθυνσή της. ‘’Και που ξέρω ότι δεν είσαι κλέφτης και δεν θα το κλέψεις τώρα που γνωρίζεις ότι έχω χαθεί;’’ Σο παιδί δεν απάντησε.

[61]


‘’Εγώ μένω εδώ’’, της είπε τελικά και έδειξε με το χέρι του ακριβώς από πίσω της. Η Ντάιαμοντ κοίταξε το κτίριο. Είχε ξεβαμμένα κόκκινα τούβλα και έμοιαζε παλιό και φτωχικό, ουδεμία σχέση με το γυάλινο και ατσάλινο κτίριο που έμενε αυτή. Σο Κάθαρμα είχε αρκετά λεφτά. Κούνησε το κεφάλι της χωρίς να πει κάτι. ‘’Ο πατέρας μου θα γυρίσει σε λίγο, αλλά μπορείς να έρθεις αν θες να σου δώσω παπούτσια και ένα παλιό μπουφάν που έχω και δεν το χρειάζομαι. Έχω και αντιβακτηριακά αυτοκόλλητα για το πόδι σου’’. Η Ντάιαμοντ χαμογέλασε για πρώτη φορά με όλη της την ειλικρίνια και ένιωσε μια ανακούφιση. ‘’΢ε ευχαριστώ τόσο πολύ’’, του είπε και ανασηκώθηκε νιώθωντας τώρα και το τσούξιμο από την πληγή στο πόδι της. Μαζί της ανασηκώθηκε και το διαφανές φύλλο της οροφής της στάσης, παίρνοντας μαζί του τις πληροφορίες με τα πράσινα φωτεινά γράμματα. Ο Ντέσμοντ έγνεψε θετικά και προχώρησε προς το κτίριο, και η Ντάιαμοντ τον ακολούθησε κουτσαίνοντας ελαφρά. Σο στενό διαμέρισμα μύριζε κλεισούρα και ακαταστασία. Ο Ντέσμοντ γύρισε ένα κοχλία και ρύθμισε το φως σχετικά χαμηλά και ακούμπησε την κάρτα-κλειδί του σε ένα μικρό τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα. Όστερα, χωρίς να της πει κάτι προχώρησε βιαστικά προς τον μοναδικό διάδρομο και η Ντάιαμοντ τον άκουσε να ψαχουλεύει σε κάτι ντουλάπια. Περιεργάστηκε το μικρό χωλ και το τετράγωνο σαλόνι που ανοιγόταν μπροστά της. Ο μοναδικός καναπές ήταν στρωμένος σαν κρεβάτι απέναντι σε μια αναμμένη οθόνη που έβγαζε γκρίζο φως. Ένα χοντροκομμένο τραπέζι βρισκόταν μπροστά του, που είχε πάνω του μερικούς δίσκους με υπολείμματα και συσκευασίες από τυποποιημένο φαγητό. Ο ένας τοίχος ήταν τελείως γυμνός και είχε παρατεταγμένα μια σειρά από παπούτσια εργασίας σε διάφωρα χρώματα, με μεταλλική άκρη και χοντρή σόλα. Ο Ντέσμοντ γύρισε κρατώντας δυο λευκά αυτοκόλλητα και ένα νοτισμένο πανάκι. Η Ντάιαμοντ τον ευχαρίστησε ξανά. ‘’Σο ξέρω ότι είναι απαράδεκτο το χάλι που βρίσκομαι, αλλά θα σου εξηγήσω όσα μπορώ’’, του είπε, περισσότερο για να νιώσει εκείνη καλύτερα. Ο Ντέσμοντ σήκωσε τους ώμους του και ξαναποσύρθηκε προς τα μέσα. Η Ντάιαμοντ πλησίασε προς το σαλόνι και έκατσε σε μια μεταλλική καρέκλα που υπήρχε δίπλα στο τραπέζι. Έκατσε σταυροπόδι και καθάρισε το πέλμα της με προσεκτικές κινήσεις. Όστερα, πέρασε από

[62]


πάνω το λευκό αυτοκόλλητο, που της πήγαινε λίγο μεγάλο και έτσι το τύλιξε στην πάνω μεριά του ποδιού της. ‘’΢ε ευχαριστώ’’, του επανέλαβε ξανά. Ο Ντέσμοντ ξαναγύρισε κρατώντας ένα ζευγάρι χοντρές μαύρες κάλτσες

και ένα ζευγάρι παπούτσια. Ήταν σαφώς αρκετά

μεγαλύτερα από τα πόδια της, αλλά τα δέχτηκε με ευγνομωσύνη. Ήταν καφέ και χοντρά, φτιαγμένα από συνθετικό δέρμα και αρκετά φθαρσμένα στις σόλες και στο μπροστινό τους μέρος. ‘’΢ου έφερα χοντρές κάλτσες γιατί μπορεί να είναι λίγο μεγαλύτερα’’, της είπε. Πριν προλάβει να τον ευχαριστήσει για μια ακόμα φορά, αυτός ξαναέφυγε. Η Ντάιαμοντ άφησε τα πόδια της να κολυμπήσουν μέσα στα παπούτσια και τα έδεσε όσο πιο σφιχτά μπορούσε. Η εικόνα της φάνηκε αστεία. Όστερα, ο Ντέσμοντ ξαναεμφανίστηκε κρατώντας μια αθλητική φόρμα και ένα τζιν μπουφάν με πολλά μπαλώματα. Σα ακούμπησε στο τραπέζι και έκατσε στον καναπέ, κοιτάζοντάς την. ‘’Θέλεις νερό ή κάτι να φας;’’, τη ρώτησε. ‘’΋χι. Ήδη έχεις κάνει πάρα πολλά, δεν έχω λόγια να σε ευχαριστήσω’’. Η Ντάιαμοντ είχε αρχίσει να απορεί με το ανέκφραστο πρόσωπό του. Αυτός απλά σήκωσε τους ώμους του και κοίταξε προς την κενή οθόνη. ΢το άκουσμα ενός ακαθόριστου θορύβου έξω από το σπίτι όμως, τινάχτηκε όρθιος και στάθηκε δίπλα της. Εκείνη προσπάθησε να καταλάβει γιατί ο μικρός είχε αιφνιδιαστεί αλλά ένας ήχος από την εξώπορτα της έλυσε την απορία. Ξεροκατάπιε και προσπάθησε βιαστικά να βάλει την φόρμα, περνώντας την πάνω από τα ευμεγέθη παπούτσια της. Με αρκετό κόπο και μια παρ’ολίγον προσγείωση με το πρόσωπο στο πάτωμα, πρόλαβε να το κάνει λίγο πριν ακούσει την πόρτα να κλείνει με δύναμη. Ένας

άντρας

περπάτησε

βιαστικά

μέχρι

το

σαλόνι,

όπου

κοντοστάθηκε

κοιτάζοντάς τους. Σο βλέμμα του εστίασε σε εκείνη και ύστερα στον Ντέσμοντ. Υορούσε ρούχα που θα ταίριαζαν σε κάποια βαριά εργασία, καθώς είχαν πάνω τους και αρκετά σημάδια βρωμιάς. Είχε αραιά γκριζαρισμένα μαλλιά και πεταχτά φρύδια, που τον έκαναν να φαίνεται αρκετά πιο επιθετικός από όσο μπορεί να ήταν. Δεν έμοιαζε ιδιαίτερα στον Ντέσμοντ, εκτός ίσως από τα επίσης κόκκινα μάγουλά του. Μετά το αναγνωριστικό του βλέμμα μουρμούρισε κάτι που θα μπορούσε να είναι και χαιρετισμός, και ύστερα συνέχισε το βιαστικό του περπάτημα μέχρι τον καναπέ, όπου και έκατσε, κρατώντας ένα μικρό χειριστήριο προς την οθόνη. Η Ντάιαμοντ κοίταξε προς τον Ντέσμοντ, που είχε μείνει όρθιος και κοίταζε ανέκφραστος. Μπορούσε να

[63]


αισθανθεί το άγχος του, και ας μην ήξερε κανέναν τους. Η γκρίζα οθόνη άλλαξε σε ένα ειδησεογραφικό κανάλι και από εκεί σε μια ροή ειδήσεων. Ο άντρας έσκυψε λίγο προς τα εμπρός και με το δάχτυλό του ανεβοκατέβηκε στις ειδήσεις, ψάχνοντας για κάτι. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα ξαναγύρισε προς το μέρος τους, και κοίταξε την Ντάιαμοντ από πάνω μέχρι κάτω. ΢το κάτω, έμεινε λίγο να κοιτάζει τα παπούτσια της, και ύστερα γύρισε και ξανακοίταξε τα μαλλιά της. ‘’Και ποια είσαι εσύ;’’, ρώτησε με μια βραχνή και κάπως αυστηρή φωνή. ‘’Σην λένε Ντάιαμοντ’’, πετάχτηκε ο Ντέσμοντ, και η Ντάιαμοντ θα ορκιζόταν ότι έκανε κίνηση να σταθεί μπροστά της, σαν να ήθελε να την προστατέψει. ‘’Σι θέλει εδώ μια Ντάιαμοντ από το Μπέγκσκουερ;’’ ‘’Δεν είναι από το Μπέγκσκουερ. Είχε χαθεί και ζήτησε βοήθεια’’ ‘’Αυτά τα παπούσια είναι δικά μου’’, είπε αυτός κοφτά και ξαναγύρισε προς την οθόνη. ‘’Δεν τα φοράς πια’’ ‘’Δεν

έχει

σημασία.

Μόνο

οι

Ντάιαμοντς

του

Μπέγκσκουερ

ζητιανεύουν

παπούτσια’’ ‘’Δεν είναι από το Μπέγκσκουερ’’, επανέλαβε κάπως πιο πεισματάρικα ο Ντέσμοντ. Ο άντρας είχε τώρα μπει σε άλλες ροές ειδήσεων. Σελικά φάνηκε να βρήκε κάτι και το επέλεξε, κάνοντας παράλληλα με το χέρι του μια κίνηση προς τον Ντέσμοντ να σταματήσει για λίγο. ΢την οθόνη εμφανίστηκε ένα πλάνο από άγνωστη περιοχή. Υαινόταν ερασιτεχνικό καθώς η κάμερα κουνιόταν συνεχώς, και ένα κεφάλι ενός εφήβου ξεπρόβαλλε μπροστά της και άρχισε να μιλά. ‘’Ω, φίλε, δεν πιστεύω τι είδα. Έπεσε, δεν ξέρω τι ήταν. Έπεσε και άκουσα ένα...ένα μπάνγκ και έτρεξα. Δεν ξέρω τι είναι, έπεσε μέσα σε αυτήν την αποθήκη. Αλλά δεν έμοιαζε καθόλου με αστυνομικό σκάφος, ούτε με δημοσιογραφικό σκάφος, ούτε με κανένα σκάφος. Ήταν κάτι άλλο. Θα πάμε να δούμε, έχουν μαζευτεί και άλλοι’’ Η κάμερα γύρισε και έδειξε προς ένα μικρό πλήθος ανθρώπων, που κοιτούσαν όλοι προς την ίδια κατεύθυνση. Ο άντρας χτύπησε τον μηρό του δυο φορές, κάπως ενθουσιασμένος με αυτά που έβλεπε. Πάτησε την σίγαση και ξαναγύρισε προς τον Ντέσμοντ. ‘’Είναι είτε από το Μπέγκσκουερ είτε από το ΢άικεντ. Που την βρήκες και γιατί είναι εδώ;’’

[64]


Ο Ντέσμοντ ανέπνευσε δυνατά από τα ρουθούνια του. Η Ντάιαμοντ που είχε κολλήσει στην οθόνη προς στιγμήν κοίταξε προς τον άντρα. ‘’Κύριε, δεν είμαι ούτε από το Μπέγκσκουερ ούτε από το πως-το-λέτε το ΢άικεντ. Ο Ντέσμοντ με βρήκε ακριβώς από κάτω, όπου ήμουν χαμένη και προσφέρθηκε να με βοηθήσει. Ειλικρινά, το ξέρω ότι δεν είμαι στην καλύτερη κατάσταση αλλά φοβάμαι ότι ίσως μου έχει συμβεί κάποιο ατύχημα. Έφυγα από το σπίτι μου και μετά βρέθηκα στην στάση ακριβώς από κάτω, δεν ξέρω ούτε πως....’’ ‘’΢άικεντ’’, έφτυσε ο άντρας και κοίταξε προς τον Ντέσμοντ, διακόπτωντάς την. ‘’΢άικεντ, κεφάλα!’’. Όστερα έβαλε το δάχτυλό του στον κρόταφό του και το γύρισε γύρω γύρω, σαν να ήταν τρελλή. ‘’΢άικεντ. Κενά μνήμης, παπούτσια...Πάρε τηλέφωνο και ρώτα αν τους λείπει μια αφάνα χωρίς παπούτσια.’’ Όστερα, ξαναγύρισε το πρόσωπό του προς την οθόνη και έβαλε τον ήχο. Η κάμερα τώρα πλησίαζε τον φράχτη της αποθήκης, και αυτός που την κρατούσε σιγοψυθίριζε για το πόσο φοβερό ήταν αυτό που ζούσε. Η Ντάιαμοντ σχεδόν σηκώθηκε όρθια από τον εκνευρισμό της αλλά διαπίστωσε γρήγορα τρια προβλήματα. Σο ένα, ήταν η αφοπλιστική σιγουριά του. Σο δεύτερο, ήταν ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι ήταν το ΢άικεντ. Σο τρίτο, ήταν ότι πράγματι, θα φάνταζε εντελώς τρελλή κυκλοφορώντας έτσι. Αυτά όμως δεν την εμπόδιζαν να νιώθει προσβεβλημένη. Ο Ντέσμοντ δίπλα της φαινόταν να έχει ανάλογη ενόχληση καθώς ανέπνεε βαριά. ‘’Δεν είναι από το ΢άικεντ’’, είπε συλλαβιστά. Ο άντρας ξανασήκωσε το χέρι του απαξιωτικά. ‘’Α, δεν με νοιάζει. Ούτε τα παπούτσια με νοιάζουν. Δεν βλέπεις εδώ; Γαμημένοι εξωγήινοι’’. ‘’Δεν υπάρχουν εξωγήινοι’’, του είπε με τρόπο που έδειχνε ότι του το είχε πει αρκετές φορές την ίδια φράση. Ο άντρας σαν απάντηση του έδειξε προς την οθόνη. Η κάμερα έδειχνε ένα σημείο της οροφής της αποθήκης όπου είχε ανοίξει μια μεγάλη τρύπα απροσδιορίστου σχήματος. Όστερα γύρισε στο πλάι και είδαν πάλι ένα μικρό πλήθος που κοιτούσε, κρατώντας κάμερες και διάφορες συσκευές. ‘’Είναι φυσικά κάποιο θραύσμα δορυφόρου’’, του είπε. ‘’Για μια ακόμα φορά. Ή κάποιο χόβερ. Για πολλοστή φορά’’. Η Ντάιαμοντ παραμέρισε τον εκνευρισμό της για μια στιγμή και αφοσιώθηκε στις εικόνες. ‘’Που είναι αυτό;’’, σκέφτηκε δυνατά. ‘’Ανατολικά. Μακριά από εδώ’’, ξεφύσηξε ο άντρας. Ο Ντέσμοντ αναστέναξε.

[65]


‘’Σο λεοφωρείο που περίμενες κάτω, θα σε πήγαινε εκεί σε μισή ώρα, μέσα από το Μπέγκσκουερ’’, της είπε. ‘’Αλλά γιατί;’’ Η Ντάιαμοντ σήκωσε τους ώμους. ‘’Περιέργεια’’ μουρμούρισε. ΢την οθόνη, το βίντεο ολοκληρώθηκε με μια υπόσχεση του κατόχου της ότι θα πηδούσε το φράχτη και θα έστελνε νέα ανταπόκριση. Ο άντρας έψαξε ξανά στην ροή ειδήσεων για κάτι νεότερο αλλά δεν βρήκε τίποτα. ‘’Γαμημένοι εξωγήινοι’’, μουρμούρισε και κούνησε το κεφάλι του με ικανοποίηση και ανυπομονησία. Όστερα το πρόσωπό του σκλύρηνε ξανά και τους κοίταξε. ‘’Ντέσμοντ, πεινάω. Και εσύ, από όπου και αν είσαι, δεν πιστεύω να θέλεις και το φαγητό μας;’’ Ο Ντέσμοντ έκανε κάτι να πει αλλά η Ντάιαμοντ σηκώθηκε όρθια και τον πρόλαβε. ‘’΢ας ευχαριστώ για την φιλοξενία’’,του είπε κοφτά και γύρισε προς τον Ντέσμοντ. ‘’Και εσένα, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα.’’, του είπε μαλακώνοντας την φωνή της. Ο Ντέσμοντ ανασήκωσε τους ώμους. ‘’Θα πάω τώρα, αλλά όταν βρω άκρη θα ξαναγυρίσω για να σου επιστρέψω τα παπούτσια και να σε ευχαριστήσω ξανά’’. Αυτός κούνησε το κεφάλι του με αποδοχή. Η Ντάιαμοντ έριξε ένα ακόμα αιχμηρό βλέμμα στον άντρα που την κοιτούσε αδιάφορα και προχώρησε προς την πόρτα. ‘’Μισό λεπτό’’, φώναξε ο Ντέσμοντ και ξαναέτρεξε προς τα μέσα. Μετά από λίγο ξαναγύρισε κρατώντας ένα διπλωμένο χαρτί. Σης το έδωσε. ‘’Είναι χάρτης. Παλιός, αλλά έχει τις καινούριες ονομασίες των δρόμων και αρκετές στάσεις του λεοφωρείου, του υπόγειου μετρό, των χόβερ και επίγειων ταξί. Πιάνει όλη την μεριά μας και φτάνει και μέχρι τα ανατολικά. Η Ντάιαμοντ έπιασε το χαρτί σαν να έπιανε κάτι τέτοιο για πρώτη φορά. Κάθε φορά που προσπαθούσε να σκεφτεί το οτιδήποτε σε σχέση με το που βρισκόταν, το κεφάλι της βούιζε σαν να είχε ξεχάσει κάποιος το μελίσσι του. Φαμογέλασε για άλλη μια φορά προς τον Ντέσμοντ αμήχανα, και έσκυψε για να πεταχτό φιλί στο μάγουλο. ‘’Μου έσωσες τη ζωή!’’, του είπε δυνατά και απομακρύνθηκε, πατώντας αβέβαια στα φαρδιά της παπούτσια. Κάπως έτσι, αυτό που ξεκίνησε με μια ενοχλητική φαγούρα συνεχίστηκε με ένα ζευγάρι αταίριαστα παπούσια, ένα χάρτη χωρίς ιδιαίτερη χρησιμότητα (γιατί η Ντάιαμοντ για κάποιο λόγο δεν θυμόταν κανένα σημείο αναφοράς στην πόλη), μια

[66]


σειρά εξωφρενικών ειδήσεων για εξωγήινους σε παλιές αποθήκες και ένα γενικευμένο πονοκέφαλο να σφυροκοπάει μια νοητική θολούρα. Είναι σαφές ότι η Ντάιαμοντ δεν είναι στα καλύτερά της, αλλά ακόμα δεν ξέρει γιατί- τουλάχιστον εικάζει ότι η μακρά κατάθλιψή της, ο εγκλεισμός της στο σπίτι και το κόστος του χωρισμού της την είχαν καταβάλλει πνευματικά. Αυτό όμως σαν διαπίστωση, δεν μπορούσε να εξηγήσει μια σειρά από πράγματα, όπως: Σι ήταν αυτό το μυστήριο μπλακ άουτ και γιατί συνέβη; Γιατί ο αγενής πατέρας του Ντέσμοντ θεώρησε ότι προέρχεται σίγουρα από το ΢άικεντ, και τι είναι το ΢άικεντ; Ξαναβγαίνοντας στο δρόμο η νύχτα ήταν όπως την άφησε, ο δρόμος όπως τον άφησε, η πόλη όπως την άφησε. Ανοίγει το χάρτη και βλέπει μια σειρά από γραμμές, οριζόντιες και κάθετες, ονομασίες και σύμβολα, της είναι αδύνατο να θυμηθεί. Μια άσχημη και ξένη γεύση στο στόμα της δημιουργεί νέες παράλογες σκέψεις: Μήπως έχει ήδη αυτοκτονήσει και αυτό δεν είναι παρά η χαμένη της ψυχή, σε μια αιώνια πόλη. Κάπως έτσι ίσως θα είναι άλλωστε: Δεν υπάρχει προορισμός και αφετηρία, δεν υπάρχει προσανατολισμός και δεν υπάρχουν αναμνήσεις. ΢την θέση τους, μια θολή σούπα από βιώματα περισσότερο σαν αισθήσεις παρά σαν εικόνες, μια διαλείπούσα χρονική γραμμή με περισσότερα κενά και τρύπες από ότι σειρά και συνέχεια. ΢υμβαίνει κάτι αυτή τη στιγμή στο κεφάλι της, αυτό το γνωρίζει, απλώς δεν γνωρίζει ακόμα το παραμικρό για το τι μπορεί να είναι. Η αφετηρία είναι χαμένη σε ένα μπλακ άουτ, αυτό που της χρειάζεται τώρα είναι ένας προορισμός. Ούτως ή άλλως, παραμένει αποφασισμένη και σίγουρη για την αρχική της υπόθεση. Μέχρι τα ξημερώματα, η Ντάιαμοντ θέλει να βάλει τέλος στη ζωή της, και αυτό τώρα φαντάζει και ως μια ευπρόσδεκτη λύτρωση από τα νοητικά της αδιέξοδα. ΢κέφτεται τους ‘’γαμημένους εξωγήινους’’ στην ανατολική πλευρά. Να, μια ενδιαφέρουσα ιδέα. Διπλώνει τον χάρτη στην φόρμα της και ξαναπλησιάζει την στάση που καθόταν προηγουμένως. Η γυάλινη πλάκα κατεβαίνει ξανά στο κάθισμά της, αλλά αυτή τη φορά τα γράμματα είναι κόκκινα: ‘’Προγραμματισμένη συντήρηση’’ και από κάτω μια αντίστροφη μέτρηση από τις τέσσερις περίπου ώρες και κάποια λεπτά. Κοιτάζει προς τον δρόμο μπροστά της, που γίνεται ακόμα πιο σκοτεινός αλλά στο βάθος του αναδύεται μια ζεστή λάμψη φωτός. Σα καινούρια της παπούτσια είναι έτοιμα, και αποφασίζει να περπατήσει, τουλάχιστον μέχρι να συναντήσει κάποια

[67]


επόμενη στάση, αν και οι κουβέντες του Ντέσμοντ για την περιοχή Μπεγκσκουέρ την φοβίζουν κάπως. Σα βήματά της είναι αβέβαια καθώς το πόδι της επιπλέει μέσα τους, αλλά νιώθει σίγουρη- αυτό πρέπει να είναι το μέρος, αυτός είναι λογικά ο προορισμός, και ας τον υπαγορεύει ένα εντελώς αδικαιολόγητο ένστικτο. Προφανώς φοβάται, φοβάται τον σκοτεινό δρόμο μπροστά της, φοβάται την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το μυαλό της, φοβάται το αναπόφευκτο τέλος της όποιας νυχτερινής διαδρομής της. Υαντάζεται ανθρώπους στα σκοτεινά παράθυρα να την κοιτούν, φοβάται ασώματα κεφάλια πίσω από περσίδες να της τραγουδούν ότι βρίσκεται σε ένα δρόμο για το πουθενά, φοβάται όλα αυτά που δεν καταλαβαίνει. Η νιρβάνα στην οποία βρισκόταν τόσο καιρό που είχε πια ξεχάσει είχε τελειώσει ανεπιστρεπτί και ίσως ο πονοκέφαλος να μην ήταν τίποτα άλλο από την ενεργοποίηση εκ νέου ενός κοιμισμένου και σε αδράνεια μυαλού. Θυμήθηκε την Μαριάν να την προτρέπει να αλλάξει πορεία: Να βγει έξω, να γνωρίσει να ανθρώπους, να ζήσει έντονα έστω για λίγο και να βγάλει τον εαυτό της από το παρατεταμένο του τέλμα. Ίσως αυτή τελικά να ήταν και η καλύτερη συμβουλή από την κυρία με τους πολλούς καλεσμένους και την απουσία στοιχειώδους έγνοιας να είναι μαζί της την στιγμή που την χρειαζόταν. Ίσως αυτό να χρειαζόταν. ΋πλισε τον εαυτό της με αυτοπεποίθηση και σιγουριά, αυτήν που έχει κάποιος που δεν έχει να χάσει τίποτα. Αγνόησε τα ασώματα κεφάλια στις περσίδες και τα διαπεραστικά τους βλέμματα και περπάτησε πιο σταθερά και γρήγορα. Σα γεγονότα είναι: Η Άζρα μπήκε απρόθυμα στο αυτοκίνητο του Γουίλιαμ Κόρβερ και βυθίστηκε στο πίσω κάθισμα, κοιτώντας με μια μικρή αμφιβολία γύρω της. Αυτός ασχολήθηκε αρκετή ώρα με τον προγραμματισμό του αυτοκινήτου του, πληκτρολογώντας με ταχύτητα και διαγράφοντας με τα δάχτυλά του διάφορα ασυνάρτητα σχήματα. Όστερα τον άκουσε να αναστενάζει και στο πάτημα ενός κουμπιού να εμφανίζεται ένα ασημένιο όπλο από το ταμπλό μπροστά του, το οποίο και κράτησε σφιχτά. ‘’Είσαι Προστάτης, δεν είσαι;’’, τον ρώτησε κάπως αβέβαια.

[68]


‘’Ναι’’, απάντησε αυτός κοφτά καθώς τώρα το αυτοκίνητο απελευθερωνόταν από την θέση παρκαρίσματός του και έμπαινε αργά στο δρόμο. Η Άζρα παρατήρησε τα τζάμια της να γίνονται σταδιακά φιμέ μέχρι που και εκείνη με δυσκολία μπορούσε πλέον να δει απ’έξω. ‘’Ποιος μπορεί να φοβίζει έναν Προστάτη;’’, τον ρώτησε ‘’Άλλοι Προστάτες’’, απάντησε αυτός μηχανικά. Η Άζρα ανασηκώθηκε και έσκυψε προς τα εμπρός. ‘’Μας κυνηγούν Προστάτες;’’ ‘’Ναι’’ Κοίταξε ξανά έξω από τα παράθυρα, καθώς τώρα οι αισθήσεις της βρισκόντουσαν σε εγρήγορση. ‘’Γιατί; Από που και ως πού; Αφού και εσύ είσαι Προστάτης. Μπορείς να τους αντιμετωπίσεις;’’ Σο αυτοκίνητο έστριψε σε ένα δρόμο που ήταν σχετικά άδειος, και από μόνο του επιτάχυνε απότομα, κάτι που την έριξε ξανά προς τα πίσω. ‘’΢ε λίγο θα μπορούμε να μιλήσουμε πιο εύκολα’’, της είπε αυτός κοιτώντας μια μικρή οθόνη μπροστά του. ‘’Αλλά σε ότι αφορά την τελευταία ερώτηση, η απάντηση είναι ναι. Αρκεί να μην είναι παραπάνω από ένας την φορά’’. Η Άζρα ένιωσε μια ακόμα επιτάχυνση. Όστερα, μια βραχνή ηλεκτρική φωνή με γυναικεία χροιά ακούστηκε και την πάγωσε στην θέση της. <<Τπηρεσιακό αυτοκίνητο στα διακόσιαπενήντα μέτρα. Ακολουθεί πρωτόκολλο αλλαγής χρώματος. Ακολουθεί πρωτόκολλο πρωτοβάθμιων αμυντικών συστημάτων. Ακολουθεί πρωτόκολλο παραπομπής σήματος σε αντίθετη πορεία. Ακολουθεί πρωτόκολλο υποκολοπής συνομιλιών υπηρεσιακού αυτοκινήτου>> Ο Γουίλιαμ Κόρβερ έσκυψε το κεφάλι του προς τα εμπρός και ακούμπησε το ασημένιο μακρύκαννο όπλο στο μέτωπό του, κλείνοντας τα μάτια του. Η Άζρα βυθίστηκε στο κάθισμά της, ανήμπορη να καταλάβει γιατί ο Προστάτης που την είχε παραλάβει βρισκόταν αυτή τη στιγμή κυνηγημένος και φοβισμένος από το ίδιο του το ΢ώμα.

[69]


Σην ίδια στιγμή, αρκετά μακριά από το σημείο που βρισκόταν ο Γουίλιαμ Κόρβερ και η Άζρα και κάπως πιο κοντά στο σημείο που βρισκόταν η Ντάιαμοντ, η Φόλι ‘’Μπατερφλάι’’ Σζένιγκς απολάμβανε ένα επαγγελματικό μασάζ από την δική της θέση οδηγού, το οποίο είχε προγραμματίσει να εστιάσει στην ταλαιπωρημένη της μέση. Σο τηλέφωνο του αυτοκινήτου έβγαλε ένα διαπεραστικό σφύριγμα, αλλά επέλεξε αρχικά να το αγνοήσει και μόνο στο τέταρτο σφύριγμα πάτησε το κουμπί της ανοιχτής ακρόασης. ‘’Φόλι, σε δύσκολη δουλειά. Να είσαι σύντομος’’ ‘’Κ. Σζένιγκς; ΢άμγουελ Ντίξον. Σο αυτοκίνητό σας εκπέμπει από τον ανατολικό τομέα.’’ Η Φόλι αναρωτήθηκε για το όνομα, αλλά σπανίως συγκρατούσε ονόματα οπότε παραιτήθηκε από την σκέψη. ‘’Ναι ΢άμγουελ, είμαι στον ανατολικό τομέα. Απλή έρευνα περιπολίας για διασταύρωση κάποιων ειδήσεων. Ο κόσμος είδε πάλι εξωγήινο λέει.’’ ‘’Είναι υπόθεση της αστυνομίας αυτό’’ ‘’Ναι είναι. Αλλά μου έκανε εντύπωση η είδηση και ήμουν κοντά. Αλλά δεν συνηθίζετε εκεί στο κέντρο να με ρωτάτε που πηγαίνω ΢άμγουελ. Είσαι ΢αμ μήπως; Ή Γουέλ; ‘’ ‘’Κ. Σζένιγκς υπάρχει κάποιο πρόβλημα στο νότιο τμήμα’’ ‘’΢ημαντικότερο από εξωγήινο;’’ Παρατήρησε ότι ένα κόκκινο λαμπάκι αναβόσβηνε, που σήμαινε ότι την καλούσε κάποιος της δικής της ομάδας. Πάτησε την διακοπή του μασάζ και προσάρμοσε την θέση της σε ορθή γωνία. ‘’Ήταν προγραμματισμένη σήμερα μια παραλαβή από τον Υράνσις ‘’Γκουρού Καν’’ Μοντ. Η παραλαβή αφορούσε μια γυναίκα που συνελήφθη στην Νεκρή Ζώνη και...’’ ‘’Ξέρω πολύ καλά την παραλαβή ΢άμγουελ’’, του είπε αυστηρά και κοφτά. Σο κόκκινο λαμπάκι δεν σταμάτησε να αναβοσβήνει. ‘’Τπάρχει κάποιο πρόβλημα με την παραλαβή; Δεν συνεργάζεται ο Γκουρού;’’. Νευρική, πάτησε το ειδικό πεντάλ που φρέναρε το αυτοκίνητο και ο αυτόματος οδηγός το μετέφερε στα πλαινά του δρόμου εκτός της γραμμής κυκλοφορίας. ‘’Τπήρχε κάποιος που μας πρόλαβε σην παραλαβή’’ Η Φόλυ κοίταξε χωρίς λόγο προς την μεριά του ηχείου, εμφανώς αιφνιδιασμένη. ‘’Ποιος μπορεί να μας πρόλαβε στην παραλαβή;’’

[70]


‘’Ο Γουίλιαμ Κόρβερ’’ Η Φόλυ πλησίασε το κεφάλι της στο ηχείο. ‘’Μπορείς να επαναλάβεις; Μίλα πιο καθαρά! Νόμισα ότι άκουσα Γουίλιαμ Κόρβερ’’ ‘’Αυτό είπα. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ μας πρόλαβε στην παραλαβή. Ο Γκουρού δήλωσε ότι θεώρησε ότι ήταν αυτός που στείλαμε εμείς’’ Η Φόλυ Σζένιγκς ήταν πάντα μια ήρεμη και ψύχραιμη γυναίκα. Εκπαιδευμένη να γίνει Προστάτης από πολύ μικρή ηλικία, πολύ γρήγορα διακρίθηκε για αυτό ακριβώς της το ταλέντο: Ακόμα και στις πιο παράλογες συνθήκες, είχε την εξωπραγματική ταχύτητα να παίρνει μαθηματικά υπολογισμένες αποφάσεις, απείρως πιο ορθές και από αυτές μηχανής. Η ίδια δυνατότητα ήταν που την έφερε στην πρώτη θέση της ιεραρχίας ύστερα από την αναδιάρθρωση του ΢ώματος, και ήταν ίσως η μόνη που θα μπορούσαν να δεχτεί το σώμα των Προστατών για θεσμική του ηγεσία. ΋λα αυτά τα χαρακτηριστικά σήμαιναν κυρίως ένα πράγμα: Δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα που θα μπορούσε να την αποσπάσει από τον στόχο της, δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα που θα μπορούσε να την αγχώσει. Αλλά ο Γουίλιαμ Κόρβερ ήταν ένας από τους ανθρώπους που ζούσαν για πολλά χρόνια πάνω στα ομιχλώδη και ασαφή όρια αυτού του ‘σχεδόν’’, και εκείνη την νύχτα η Φόλι Σζένιγκς αγχώθηκε μετά από πολύ καιρό. Σόσο, που έκλεισε απευθείας την συνομιλία της με τον ΢άμγουελ Ντίξον και πάτησε το κουμπί για να απαντήσει την κλήση από το κόκκινο λαμπάκι που αναβόσβηνε. Πριν προλάβει να ακούσει το παραμικρό από την άλλη πλευρά είχε ήδη αρχίσει να φωνάζει: ‘’Διακόψτε κάθε συνομιλία από τα αυτοκίνητα αυτή τη στιγμή. Μην αναζητήσετε τίποτα ύποπτο, όσο πιο συνηθισμένο κάτι που βλέπετε, τόσο πιο ύποπτο. Γνωρίζετε με ποιον έχουμε να κάνουμε, θα είμαι σύντομα εκεί. Επικοινωνία μόνο στην συχνότητα 45Υ12 και σε αυτήν ύστερα με κρυπτογράφηση. Αν δεν είναι ξύπνιος, ξυπνήστε τον Οράτιο.’’ Φωρίς να περιμένει καμία απάντηση, έκλεισε το κουμπί και πέρασε το χέρι της από τα κοντοκουρεμένα μαλλιά της. ‘’Λειτουργία Φόβερ’’ είπε με κλειστά τα μάτια, και μια ηλεκτρονική φωνή επανέλαβε ακριβώς τα λόγια της. Από την άκρη του δρόμου που ήταν σταθμευμένο, το αυτοκίνητο της Φόλυ ‘’Μπάτερφλαι’’ Σζένιγκς ανασηκώθηκε απότομα και αιωρήθηκε αβέβαια για μερικές στιγμές, ενώ οι ρόδες του κινήθηκαν αργά προς τα μέσα, αφήνοντας την θέση τους σε

[71]


τέσσερις εστίες πορτοκαλί φωτός. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα το αυτοκίνητο σταθεροποιήθηκε στην αιώρησή του και με μικρές μηχανικές τροποποιήσεις απέκτησε ένα πιο αεροδυναμικό σχήμα. Όστερα, σαν να εκσφενδονίστηκε, τινάχτηκε προς τα πάνω και ανατολικά, αφήνοντας πίσω του μια απαλή γραμμή από πορτοκαλί φως, μέχρι που χάθηκε ανάμεσα στα ψηλά κτίρια και τα αιωρούμενα αστρικά αυτοκίνητα της Ντάιαμοντ. Σην ίδια ακριβώς στιγμή, ο μικρός Νίκολας έβγαλε το κεφάλι του από την κρυψώνα του και κοίταξε τριγύρω στο μισοσκόταδο με αγωνία. Μπορούσε τώρα να ακούσει φωνές από το εξωτερικό της αχανούς αίθουσας και ενίοτε μπορούσε να δει δεσμίδες φωτός να διαπερνούν τα τζάμια της οροφής. Σα αυτιά του είχαν σταματήσει να βουίζουν από την πρόσκρουση που είχε μόλις ζήσει, και θεωρώντας ότι είχε περάσει πια αρκετή ώρα γύρισε να κοιτάξει προς το σημείο που το άγνωστο αντικείμενο είχε συρθεί ανάμεσα σε σίδερα, λαμαρίνες και σπασμένα γυαλιά. Κοίταξε με ιδιαίτερη προσοχή, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να διακρίνει κάτι συγκεκριμένο μέσα στα χαλάσματα που είχαν σχηματίσει ένα άψυχο σώμα βγαλμένο από τεχνοφοβικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του γιατί ήταν σίγουρος ότι κάτι υπήρχε εκεί, ακριβώς στο σημείο που κοιτούσε, αλλά δεν μπορούσε να το διακρίνει. Αυτό που μπορούσε όμως να διακρίνει με σιγουριά ήταν μια σιλουέτα που παραπατούσε κοντά στα χαλάσματα και κινούταν σαν να είναι πληγωμένη. Σην είδε να σωριάζεται σε μια πεπλατυσμένη λαμαρίνα που λειτούργησε ως στρώμα και να μένει ακίνητη. Ο Νίκολας ήταν αναγκαστικά και όχι με την θέλησή του εκπαιδευμένος να κινείται στις σκιες, αλλά ήταν μια τέχνη που είχε μάθει αρκετά καλά και με ιδιαίτερη μαεστρία. Με σβέλτες κινήσεις πλησίασε, αξιοποιώντας τεμάχη χαλασμάτων σαν κρυψώνες και αποφεύγοντας να πατάει σε οποιοδήποτε σημείο είχε συσσωρευμένη σκόνη ή γυαλιά για να μην ακουστεί ο λιγότερος ούτε τριάντα κιλών βηματισμός του. ΢ταμάτησε πίσω από ένα μικρό τοιχάκι που είχαν δημιουργήσει ξύλα και λαμαρίνες, στο σημείο που πλέον μπορούσε να ακούσει την πονεμένη και βραχνή αναπνοή της σιλουέτας, που έβγαινε σαν βογγητό. Οι φωνές από έξω εντείνονταν, και αυτό του δημιουργούσε επιπρόσθετο άγχος. Δεν ήξερε ωστόσο τι ακριβώς ήθελε να κάνει, αλλά η περιέργειά του ξεπερνούσε κάθε αμφιβολία. Έκανε ένα μικρό ελιγμό και βρέθηκε ακόμα πιο κοντά, ξαπλωμένος σχεδόν πίσω από ένα μικρό σωρό χαλασμάτων. Αργά,

[72]


σύρθηκε και κοίταξε προς την σιλουέτα, από την οποία πλέον τον χώριζαν μόλις μερικά πόδια. Η σιλουέτα έμοιαζε με έναν ψηλόλιγνο άνθρωπο, που όμως ήταν επενδυμένη με ένα περίεργο ασημί ρούχο που δεν είχε ξαναδεί. ΋ταν αυτή ανασηκώθηκε κάπως στους αγκώνες της, ο Νίκολας ξεροκατάπιε βλέποντας ένα δυσανάλογα μεγάλο σφαιρικό κράνος στο σημείο που θα έπρεπε να είναι το κεφάλι. Μπορούσε ακόμα να ακούσει την δύσκολη αναπνοή και τα μικρά βογγητά. Όστερα, άκουσε μια φωνή. ‘’΢ε βλέπω να ξέρεις.’’ Η φωνή ήταν σχετικά φυσιολογική, λίγο παραμορφωμένη από την στρογγυλή κάσκα και με λίγο διαφοροποιημένη προφορά, αλλά έμοιαζε με την φωνή ενός άντρα. Κοίταξε τριγύρω του για πιθανές διαδρομές διαφυγής, χωρίς να βρίσκει κάτι ασφαλές. Μια δεσμίδα φωτός πέρασε πάνω από τον ασημί άγνωστο και τώρα τον είδε καθιστό, με την μαύρη σαν καπνισμένο γυαλί πρόσοψη του κράνους του να κοιτάει προς το μέρος του. Η φωνή ξανακούστηκε. ‘’Βγες ρε κουτό παιδί, μην με φοβάσαι’’, του είπε και πέταξε ένα πολύ μικρό χαλίκι προς το μέρος του. Ο Νίκολας κράτησε την αναπνοή του, και δειλά ανασηκώθηκε πίσω από την αποτυχημένη όπως αποδείχθηκε κρυψώνα του και στάθηκε με σκυμένο το κεφάλι. ‘’Φο χο, μα εσύ είσαι σίγουρα

Παράνομος!’’, του είπε, και ο Νίκολας

αιφνιδιάστηκε με αυτήν την παρατήρηση. Κυρίως αιφνιδιάστηκε με το γεγονός ότι ήταν τόσο προφανές. ‘’Που το ξέρεις;’’, τον ρώτησε κάπως αυθάδικα και πεισματάρικα. Ποτέ του δεν αποδέχτηκε ότι από την εμφάνισή του και μόνο μπορούσε να καταλάβει κάποιος ότι είναι Παράνομος. Υρόντιζε, τουλάχιστον όταν κυκλοφορούσε την ημέρα, να φοράει αξιοπρεπή και συνηθισμένα ρούχα και είναι καθαρός. Ο ξένος σηκώθηκε με δυσκολία όρθιος και ακούμπησε τα γόνατά του με τα χέρια του. ‘’Είμαι και εγώ παράνομος’’, του είπε. ‘’Μάλλον καταλαβαινόμαστε’’. Ο Νίκολας ένιωσε μια αυτοπεποίθηση και μια σιγουριά απέναντι στον ξένο. Σουλάχιστον ότι δεν θα προσπαθούσε να τον βλάψει ή χειρότερα, να τον συλλάβει. ‘’Πως ήρθες εδώ; Που είναι αυτό που έπεσε πριν λίγο;’’ Από το στρογγυλό κράνος ακούστηκε κάτι ενδιάμεσο σε βήχα και γέλιο. ‘’Εδώ είναι’’, είπε και έδειξε προς το σωρό με τα χαλάσματα. ‘’Είναι όμως αόρατο’’.

[73]


‘’Αόρατο;’’ Ο Νίκολας κοίταξε προς τα χαλάσματα με το στόμα ανοιχτό και με θαυμασμό. ‘’Αόρατο. Αλλά τι να το κάνεις που είναι αόρατο, αφού έπεσε;’’ Ο Νίκολας πλησίασε και προσπαθούσε να διακρίνει κάποιο σκάφος. Πράγματι, εκτός και αν τα μάτια του έπαιζαν κάποια κόλπα στο μισοσκόταδο, μπορούσε να δει κάποιες ασυνέχειες στο χώρο μπροστά του, σαν ο αέρας να έκανε νερά. Κοίταξε τον ασημένιο ξένο που τώρα τέντωνε τα άκρα του με μικρά βογγητά. ‘’Εσύ το βλέπεις;’’, τον ρώτησε. Αυτός χτύπησε με το δάχτυλό του το κράνος του. ‘’Ναι, αλλά αν το βγάλω αυτό δεν θα το βλέπω αφού είναι αόρατο’’ ‘’Γιατί είναι αόρατο;’’ ‘’Για να μην το βλέπουν’’ ‘’Ποιοι;’’ ‘’Οι άνθρωποι’’ Ο Νίκολας έκανε ακόμα ένα βήμα. Σον κοίταξε όπως θα κοίταζε έναν άνθρωπο ευθεία στα μάτια. ‘’Εσύ είσαι εξωγήινος;’’, τον ρώτησε με δεος, προκαλώντας ακόμα ένα γέλιο που κατέληξε σε βήχα. ‘’Μπορείς να το πεις και έτσι’’, του απάντησε τελικά. ‘’Αλλά όχι σαν αυτούς που φαντάζεσαι’’. ‘’΢αν ποιους δηλαδή είσαι;’’ ‘’Αν σου πω, μπορείς να με βγάλεις από εδώ χωρίς να συναντηθούμε με αυτούς τους ανθρώπους που ακούγονται έξω;’’ Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την ερώτησή του, ο Νίκολας είχε ήδη με ενθουσιασμό φωνάξει ένα σίγουρο ‘’ναι!’’. Ο ασημένιος ξένος τον πλησίασε και έσκυψε μπροστά του, ακουμπώντας το κράνος του. Ο Νίκολάς τον είδε με γουρλωμένα μάτια να το κουνάει, και άκουσε ένα μελωδικό κλικ καθώς αυτό ξεκλείδωνε. ΄΄Με ρώτησες, σαν ποιους’’, του είπε. Όστερα, το μαύρο τζάμι που κάλυπτε το πρόσωπο του άνοιξε προς τα πάνω, αποκαλύπτοντάς τον. ‘’΢αν εσάς’’, του είπε και σχημάτισε ένα χαμόγελο με μια στραβή και ανορθόδοξη οδοντοστοιχία.

[74]


Ένα τείχος την φορά

Ο Ρίτσαρντ, ΢Ρίτσαρντ Λίθγκοου, ο φιλόσοφος, προχωρούσε γρήγορα και χαρωπά, ενίοτε πηδούσε τα σκαλοπάτια δυο δυο και αυτό ανάγκαζε την Άλις να τρέχει σχεδόν να τον προλάβει. ΢κέφτηκε ότι μέχρι να φτάσουν στην ταράτσα θα έχει λαχανιάσει- δεν ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη σε έντονη άσκηση. Βέβαια, το σώμα της κάθε φορά ανταποκρινόταν. ‘’Σι υπάρχει πέρα από τι λέξεις;’’, τον ρώτησε, περισσότερο για να τον επιβραδύνει. Αυτός πράγματι σταμάτησε και περιστράφηκε σχεδόν ολόκληρος, κάπου στη μέση μιας σκάλας σε απροσδιόριστο όροφο. Σης χαμογέλασε ζωηρά. ‘’Μα είναι μια υπέροχη, ανεξερεύνητη έρημος αγαπητή μου Άλις’’, της απάντησε ενθουσιωδώς. ‘’Αν και το ‘ερημος’ ίσως φαντάσει λίγο νεκρό για την περιγραφή. Αντίθετα, ο κόσμος πέρα από τις λέξεις είναι ζωντανός, ολοζώντανος και γεμάτος εκπλήξεις και περιπέτεια. Αλλά τον ονομάζω έρημο γιατί είναι στα αλήθεια αφιλόξενος και απρόσιτος. Σον ονομάζω έρημο για να επιβεβαιώσω τα στενά όρια των λέξεων. Δεν θέλω τις σκέψεις που μπορώ να γράψω σε λέξεις- αν μπορώ, πάει να πει ότι υπήρχαν ήδη.’’ ‘’Αυτό που λέτε είναι πολύ περίεργο’’, είπε αυτή ανάμεσα σε βαθιές ανάσες. ‘’Ακόμα πιο πολύ. Θα έλεγα ότι είναι παράλογο. Αλλά αυτό μου αρέσει, αυτό με συναρπάζει. Σο παράλογο. Γιατί πιστεύω ότι το λογικό δεν είναι παρά ένα πολύ μικρό μέρος της αλήθειας- όλο το υπόλοιπο, βρίσκεται στο παράλογο. Εξ’άλλου, ο μόνος τρόπος να αποδείξεις το λογικό, είναι μέσα από το παράλογο, δεν είναι έτσι;’’ Η Άλις δεν κατάφερε να ακολουθήσει τον συλλογισμό του. Αυτός χαμογέλασε ακόμα πιο πολύ και ξαναγύρισε μπροστά του, ανεβαίνοντας τώρα πιο αργά τα σκαλιά. ‘’Έχεις την τιμή να γνωρίσεις έναν εκ των ιδρυτών της ομάδας των Παράλογων. Είναι μια εξαίρετη ομάδα ανθρώπων, θα φροντίσω να τους γνωρίσεις μόλις βρούμε την αγαπητή μας φίλη.’’ Η Άλις ανασήκωσε τους ώμους της και προσπάθησε να κρατηθεί σε κοντινή απόσταση. Σρεις ακόμα ορόφους μετά, όπου παρατήρησε και μια ελαφριά αλλαγή στην διαρρύθμιση των χώρων, το ζευγάρι βρέθηκε σε έναν άδειο διάδρομο, αρκετά πιο σκοτεινό και απεριποίητο. Μια από τις λάμπες της οροφής αναβόσβηνε αστραπιαία,

[75]


παράγοντας έναν γκρινιάρικο ηλέκτρικο ήχο. ΢την άκρη του διαδρόμου, υπήρχε το περίγραμμα μιας σχετικά μεγάλης πόρτας, χωρίς ωστόσο κάποια εκδοχή πομόλου ή κλειδαριάς. ‘’Και τώρα;’’, ρώτησε η Άλις κοιτάζοντας με ελαφριά ανησυχία το χώρο γύρω της. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου είχε σταθεί μπροστά στην πόρτα, με τα χέρια στις τσέπες του. ‘’Σώρα αγαπητή μου Άλις, είναι ο λόγος που ήσουν απαραίτητη για να βγούμε στην ταράτσα’’, της είπε. ‘’Βλέπεις, η πόρτα αυτή δεν ανοίγει επ’ ουδενί από μέσα. Δεν είναι όμως κλειδωμένη, κάθε άλλο. Απλώς, ανοίγει μόνο απ’έξω. Είναι μόνο για αυτούς που έρχονται βλέπεις’’. Η Άλις περιεργάστηκε την πόρτα που πράγματι έμοιαζε με τοιχογραφία. ‘’Ποιοί έρχονται δηλαδή;’’, ρώτησε. Αυτός κούνησε το κεφάλι του, σαν να σκεφτόταν πως να απαντήσει. ‘’Ας πούμε όσοι ένοικοι έχουν καταφτάσει σε αυτό το κτίριο με κάποιο χόβερ ή ελικόπτερο’’, είπε. ‘’Ας πούμε, ιδιαίτερα βιαστικές περιπτώσεις ή πολύ μοναχικές περιπτώσεις για να έρθουν από την κανονική πόρτα’’. ‘’Και εσύ πως το γνωρίζεις αυτό;’’, ρώτησε αυτή, αν και αρκετά υποψιασμένη για την απάντηση. ‘’Γιατί έχω την τιμή να ανήκω σε αυτήν την κατηγορία’’, είπε και η Άλις παρατήρησε ένα μελαγχολικό τόνο. ‘’Γνωρίζω αυτήν την πόρτα επειδή την έχω περάσει μια φορά. Πριν καιρό.’’ ‘’Ήσουν βιαστικός ή μοναχικός;’ Ο Ρίτσαρντ έβγαλε ένα πνιχτό γέλιο και την κοίταξε. ‘’Θα έλεγα ότι ήμουν αρκετά αντιδραστικός για να έρθω από την κανονική πόρτα.’’. Όστερα, της είπε με τον πιο φυσικό τρόπο: ‘’Αλλά όπως και στην περίπτωσή σου, αγαπητή μου Άλις, δεν ήρθα μόνος μου, αλλά με φέρανε εδώ’’. Κοιταχτήκανε για μερικά σιωπηλά δευτερόλεπτα, συντροφιά της παραπονεμένης προσπάθειας της λάμπας να ανάψει κανονικά. Σο βλέμμα του ήταν διαπεραστικό και ήρεμο, το δικό της αγχωμένο και μπερδεμένο. ‘’Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις, ειλικρινά’’, του είπε αυτή, κομπιάζοντας λίγο. Αυτός δεν άλλαξε την έκφρασή του. ‘’Πόσο καιρό είσαι εδώ Άλις;’’ ‘’Εεε...φαντάζομαι...κάποια χρόνια, δεν θυμάμαι ακριβώς’’ ‘’Γιατί δεν θυμάσαι; Πότε ήρθες εδώ; Γιατί ήρθες εδώ;’’

[76]


Η Άλις ένιωσε μια έκπληξη στην αδυναμία της να δώσει απάντηση. ‘’Που ήσουν πριν έρθεις εδώ;’’ Σα μάτια της τώρα είχαν ανοίξει διάπλατα και φάνταζαν ψεύτικα πίσω από τους χοντρούς φακούς. ‘’Σι ακριβώς κάνεις, αυτά τα χρόνια που είσαι εδώ; Δουλεύεις κάπου;’’ ‘’Παίζω μουσική!’’, διαμαρτυρήθηκε αλλά αβέβαια. ‘’Για ποιον; Για ποιον παίζεις μουσική; ΢υνθέτεις τραγούδια; Κάνεις μαθήματα; Για ποιον παίζεις την πολύ όμορφη μουσική σου;’’ Η Άλις ένιωσε ότι συρρικνώνεται. Ξαφνικά ο διάδρομος της φαινόταν τεράστιος, ο ήχος της λάμπας ακουγόταν σαν κρότος, ο Ρίτσαρντ φαινόταν σαν γίγαντας. ‘’Εγώ...ε...΄΄ η φωνή της έσβησε από το απειροελάχιστο μέγεθός της. Πισωπάτησε μέχρι που ακούμπησε με την πλάτη στον τοίχο, αναπνέοντας γρήγορα. Αυτός την πλησίασε και άπλωσε το χέρι του στο μάγουλό της, μια χειρονομία την οποία αυτή θα απέφευγε οποιαδήποτε άλλη στιγμή, καθώς δεν την ενθουσίαζε η ανθρώπινη επαφή. Εκείνη την στιγμή όμως υποδέχτηκε το ζεστό του χέρι ως εστία ασφάλειας και σιγουριάς. ‘’Αγαπητή μου Άλις, τι και αν σου έλεγα ότι μόλις περάσουμε αυτήν την πόρτα θα ανοίξει μπροστά σου ένας ολοκαίνουριος κόσμος; Μη σε τρομάζει αυτό το παράλογο που σε κατακλύζει τώρα. Άφησέ το, αποδέξου το. Θεώρησέ το ως σωστό, και πορεύσου μέχρι να συγκρουστείς με την πραγματικότητα- τότε μόνο θα την δεις καθαρά άλλωστε’’ Όστερα της έδειξε ένα μικρό τετράγωνο πλαίσιο, στο ύψος των ποδιών τους, δεξιά της πόρτας. ‘’Σον βλέπεις αυτόν τον αεραγωγό; Αν βάλεις το χέρι σου μπροστά θα νιώσεις τον δροσερό αέρα της πόλης. Δεν θα μπορούσα να χωρέσω εγώ από εκεί μέσα αλλά εσύ...εσύ και η φίλη αγνοούμενή μας, θα χωρούσατε άνετα. Να βγείτε έξω και να ανοίξετε αυτήν την ρημαδιασμένη πόρτα που μας εμποδίζει’’ Οι αναπονές της Άλις ήταν γρήγορες, σαν να είχε ανέβει όλα τα σκαλοπάτια τρέχοντας. Κοίταξε το μικρό άνοιγμα στον τοίχο και έκλεισε τα μάτια της. ΋λοι οι φόβοι της ήταν τώρα ένα, και την απειλούσαν. ‘’Δεν...δεν ξέρω...’’, ψέλισσε. ‘’Υοβάμαι’’, είπε τελικά, με μεγαλύτερη σιγουριά. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. ‘’Δεν χρειάζεται να φοβάσαι. Μπορεί να είμαι τρελλός. Εγώ να είμαι παλαβός τελείως, αυτή δεν ήταν η πρώτη σου εντύπωση; Αυτό δεν συμπέρανε και η φίλη μας, η

[77]


Μαριάν; ΋τι είμαι θεοπάλαβος και λέω περίεργες θεωρίες για λέξεις, παράλογα και θαυμαστούς νέους κόσμους. Μα αυτό ακριβώς σου ζητώ να κάνεις- έστω ότι είμαι όλα αυτά. Έστω ότι εκεί έξω δεν είναι τίποτα άλλο από μια ταράτσα. Έστω ότι η Ντάιαμοντ δεν ανέβηκε ποτέ. Σι θα γίνει; Απλώς θα δούμε την όμορφη θέα από ένα πολυόροφο κτίριο. Αυτό ακριβώς σου ζητάω- να πορευτείς με βάση αυτά που θεωρείς σωστά.’’ ‘’Γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ;’’, ρώτησε η Άλις και τώρα τα μάτια της ήταν υγρά από την σύγχυση. ‘’Είναι αργά, αγαπητή μου Άλις. Είναι αργά και όλη αυτή η παράξενη ιστορία σε βρήκε σχεδόν να κοιμάσαι. Μην περιμένεις από το μνημονικό σου να δουλεύει ρολόι.’’ Η Άλις ξεροκατάπιε γνέφοντας καταφατικά. Όστερα άνοιξε τα μάτια της διάπλατα, σαν να είχε κάποια επιφοίτηση. ‘’Σ..τα σάββατα έρχονται παιδιά και με ακούνε. Σους μαθαίνω τις νότες και το πεντάγραμμο..!’’ Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου έκανε μια χειρονομία σαν να την επιβράβευε. ‘’Είδες;’’, της είπε. ΄΄΋λα θα επανέλθουν σιγά σιγά’’. Δεν φαινόταν να το εννοεί. Η Άλις χαμογέλασε κάπως ντροπαλά και ύστερα με μια βαθιά αναπνοή προχώρησε ως το μικρό άνοιγμα του τοίχου, που έφτανε με βια μέχρι τις γάμπες της. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου έσκυψε και έπιασε την μεταλλική σχάρα η οποία βγήκε χωρίς προσπάθεια. ‘’Σην έχω ξεβιδώσει αρκετό καιρό’’, μουρμούρισε. ‘’Αλλά φοβάμαι ότι είμαι λίγο παχύς για μια τέτοια λαγότρυπα’’. Η Άλις γονάτισε μπροστά από τον αεραγωγό και κοίταξε προς το σκοτάδι του, με την κλειστοφοβία να την τυλίγει σαν μανδύας μύησης, πριν ακόμα μπει μέσα της. ΢ε πείσμα του αναδυόμενου φόβου, έσκυψε προς τα εμπρός και μπουσούλησε μέσα στο πηχτό στενό σκοτάδι. Η φωνή του Ρίτσαρντ της ακούστηκε ήδη από πολύ μακριά: ‘’Λογικά θα συναντήσεις μια στροφή σε μερικά μέτρα. Εκεί πρέπει να ξαπλώσεις, αλλά από εκεί είσαι ευθεία με τον ουρανό’’. Όστερα η φωνή του έσβησε, και η Άλις έμενε να ακούει μόνο τους ρυθμικούς χτύπους της καρδιάς της. Πράγματι, δεν θα έκανε ούτε μερικά μέτρα στα τέσσερα όταν με το χέρι της ψαχούλεψε το σκονισμένο μέταλλο που της έκλεινε το δρόμο. ΢τα αριστερά αυτού υπήρχε ένα ακόμα σκοτεινό κενό χωρίς προφανές τέλος, το οποίο ωστόσο ήταν τώρα στο μισό μέγεθος. Αναστενάζοντας προσπάθησε να ξαπλώσει με κάποια κλίση του σώματός της και άρχισε να ωθεί το σώμα της προς τα εμπρός. Ήταν όμως αδύνατο. Σα δυο της πόδια ήταν ξάπλα πριν την στροφή, η λεκάνη της ανασηκωμένη στη μέση και ο υπόλοιπος κορμός της κοιτούσε προς το πουθενά, στο απόλυτο σκοτάδι.

[78]


Πήρε μερικές βαθιές αναπνοές για να διατηρήσει την ψυχραιμία της, και ύστερα άρχισε να πιέζει το σώμα της προς τα εμπρός, πιέζοντας τα πόδια της στα τοιχώματα. Γρήγορα κατάλαβε ότι είχε βάλει με λάθος τρόπο το σώμα της, και ο μανδύας της κλειστοφοβίας άρχισε σχεδόν αμέσως, σαν να περίμενε την ευκαιρία, να βγάζει κουκούλα και να προσπαθεί να καλύψει το κεφάλι της. ‘’Ρίτσαρντ;’’, είπε σαν να φωνάζει ψιθυρίζοντας, αλλά το μόνο που άκουσε ήταν η διάχυση της φωνής της σε ένα στενό πουθενά. ‘’Ρίτσαρντ;’’, είπε ξανά, κάπως πιο δυνατά. Σην Σρίτη φορά, φώναξε χωρίς συγκράτηση. ‘’Ρίτσαρντ!’’ Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου είτε δεν μπορούσε να την ακούσει, είτε δεν ήταν εκεί. Η Άλις ένιωσε την κουκούλα να καλύπτει το κεφάλι της. Υώναξε το όνομά του άλλες δυο ή τρεις φορές, και το σώμα της άρχισε να συσπάται ώστε να μπορέσει να κινηθεί είτε μπρος είτε πίσω. Και οι δυο εκδοχές της φαινόντουσαν αδύνατες. Ηλίθια, ηλίθια Άλις. Γνώρισες τον Ρίτσαρντ Λίθγκοου λιγότερο από μια ώρα πριν, και τώρα κάνεις ακροβατικά σε στενούς αεραγωγούς. ΢ου λέει τρέλλες και ανοησίες από την πρώτη στιγμή, και εσύ μαγεύεσαι σαν να είσαι νυχτοπεταλούδα μπροστά σε φως. Κάνεις την ηρωίδα γιατί ψάχνεις μια Ντάιαμοντ που δεν έχεις δει ούτε δυο φορές στην ζωή σου. Πως σε παρέσυρε αυτός ο τσαρλατάνος; Αφού ξέρεις τι σου γίνεται. Θα σου θυμήσω εγώ: Ήρθες εδώ πριν τρια χρόνια. Ήρθες γιατί δεν άντεχες άλλο το παλιό σου σπίτι, με τα χαλασμένα υδραυλικά και την απαίσια ζέστη που έκανε τα καλοκαίρια. Ήρθες γιατί ήθελες να μείνεις κάπου βολικά και άνετα. Σο πρώτο πράγμα που ρώτησες όταν ήρθες ήταν αν υπάρχει κοντά ωδείο- σου είπαν ότι δεν υπάρχει, αλλά ότι υπάρχουν πολλά παιδιά που θέλουν να μάθουν μουσική, και ότι θα μπορούσες να τους κάνεις μαθήματα κατ’οίκον. Που είναι το παράξενο; Που μπερδεύεσαι; Που σκαλώνεις; Σι έκανε στο μυαλό σου αυτός ο απατεώνας; ‘’Ρίτσαρντ;’’, φώναξε με όση δύναμη είχε στα πνευμόνια της, και η φωνή της αντήχησε και γύρισε στα αυτιά της πιο ενισχυμένη. Σα αβίαστα δάκρυα ενός προαναγγελθόντος πανικού έπεφταν μπροστά της και ένιωθε την υγρασία τους στα χέρια της. Μόνο από τον αυξανόμενο πόνο κατάλαβε ότι τώρα χτυπιόταν στα τοιχώματα του αεραγωγού, κλωτσώντας και σπρώχνωντας το άψυχο μέταλλο που την είχε φυλακίσει. Ένιωσε τον αέρα να λιγοστεύει γύρω της, σαν να ανέπνεε μόνο σκόνη. Σο μυαλό της τώρα βρισκόταν σε πλήρη εγρήγορση αλλά και ακατάσχετη λειτουργεία.

[79]


Παράλληλα με τον συναγερμό του πανικού, έσπρωχνε πίσω από τα μάτια της διάφορες ξεχασμένες αναμνήσεις, σαν χαλασμένη μηχανή προβολής. Ήταν αυτή και διάφορα παιδιά, όλα μικρότερα των δέκα ετών. ΢τεκόταν όρθια μπροστά τους, και αυτά οκλαδόν γύρω της, με τα βλέμματά τους στραμμένα πάνω της. Σους μιλάει, πιθανώς τους μιλάει για μουσική. Σα παιδιά είναι χαρούμενα και η ίδια νιώθει χαρούμενη. Έχουν τώρα καρέκλες σε ένα κύκλο και αυτή είναι καθισμένη μπροστά σε ένα αρμόνιο. Παίζει μουσική και τα παιδιά τρέχουν γύρω γύρω από τις καρέκλες- σταματάει να παίζει μουσική και όλα τους κάθονται, με μια καρέκλα όμως λιγότερη. Σο παιδί που δεν πρόλαβε παίρνει την θέση της στο αρμόνιο και του ζητάει να παίξει έναν απλό σκοπό. Σον θυμάται- ντο ρε ντο ρε με το δεξί, φα μι φα μι με το αριστερό. Είναι μια άσκηση τεχνικής. Από τα μεγάλα παράθυρα της αίθουσας που βρίσκονται μπαίνει ζεστό λευκοκίτρινο φως. Είναι ευτυχισμένη. Σώρα όμως τα παιδιά φαίνονται κουρασμένα και νωχελικά. Ένα μελαχρινό κοριτσάκι αδυνατεί να βγάλει μια άσκηση. Σο χαιδεύει στο κεφάλι στοργικά και την ξαναδείχνει. Κάτι την ενοχλεί στο πρόσωπο. ΢αν πόνος. Για μια στιγμή μόνο, σαν ψευδαίσθηση, το κοριτσάκι την κοιτάει και είναι κατακόκκινο από οργή, κάτι κρατάει. Κάποιος λείπει. Κάποιος έρχεται. Σο ζεστό φως τώρα κόβεται σαν να έκλεισαν μαυρες παχιές κουρτίνες μπροστά του. Είναι η μυωπία της; Υοράει τα γυαλιά της; Συφλώθηκε; Κοιτάζει ξανά γύρω της, δεν υπάρχουν παιδιά, δεν ακούγεται μουσική. Είναι μια μαύρη σκληρή έρημος. Είναι μια μαύρη έρημος χωρίς φως, χωρίς οσμές, χωρίς ήχους, χωρίς τέλος. Είναι ο θάνατος; Αν είναι ο θάνατος κάτι από τον κόσμο του θανάτου την κρατάει σφιχτά από το πόδι. Σην τραβάει; Πόσο πιο βαθιά θέλει να την ρουφήξει; Σης πήρε ώρα μέχρι να καταλάβει την ήταν αυτό που τώρα κρατούσε σφιχτά τον αστράγαλό της. ‘’Άλις, αγαπητή μου Άλις, μην φοβάσαι’’. Η φωνή του Ρίτσαρντ Λίθγκοου ακούστηκε κοντινή αλλά από κάποιο άλλο χωροχρόνο. Η λαβή του χεριού του στον αστράγαλό της μετέφερε ένα κύμα ασφάλειας και ζεστασιάς. Όστερα, το ένιωσε να ωθεί τα πόδια της προς το πλάι και να τα ευθυγραμμίζει με το υπόλοιπο σώμα της. ‘’Δεν είσαι μακριά’’, πρόσθεσε και η Άλις μπόρεσε να διακρίνει την βαριά του αναπνοή καθώς είχε στριμωχτεί και αυτός στον αεραγωγό. Έσπρωξε το σώμα της προς τα εμπρός, βάζοντας δύναμη στους αγκώνες της

[80]


και πράγματι, ήταν πια απελευθερωμένη. ΢ε άλλα δυο σπρωξίματα, η μέχρι πρότινος σκονισμένη ζέστη του αεραγωγού έσπαγε με μικρές μαχαιριές δροσερού και οξυγωνομένου αέρα. ΢ίγουρα βρισκόταν κοντά. Αναρωτήθηκε αν όμως η άλλη άκρη ήταν κλειστή, σε αντίθεση με την είσοδο και ότι θα της ήταν αδύνατο να κάνει την ίδια πορεία με την όπισθεν. Ευχύθηκε να μην είναι τελείως τρελλός ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου, αλλά προσπάθησε να αποδιώξει τις σκέψεις προς αποφυγίν μιας ακόμα κρίσης πανικού. Ακόμα μια δυνατή σπρωξιά. Και ακόμη μια. ΢την επόμενη, μπορούσε να διακρίνει πλέον ότι ο διάδρομος έπαιρνε μια μικρή κλίση, και μια ντροπαλή αχτίδα φωτός ακουμπούσε τα τοιχώματα σε ένα φευγαλέο αντικατοπτρισμό. Σραβήχτηκε ανυπόμονα προς τα εμπρός, μέχρι που βρέθηκε στην ευθεία με ένα τετράγωνο ορθάνοιχτο παράθυρο προς τον νυχτερινό ουρανό. ΋ταν το κεφάλι της ξεπρόβαλλε, ρούφηξε τον δροσερό αέρα με βουλιμία, και με σβέλτες κινήσεις περιστράφηκε και βγήκε ανάσκελα, αφήνοντας το σώμα της να ηρεμήσει στο μαλακό τσιμέντο της οροφής. Ευθεία πάνω της ήταν ο μεγαλοπρεπής νυχτερινός θόλος, όπου μπορούσε να διακρίνει

φευγαλέες

ατμοσφαιρικής

αναμνήσεις

ρύπανσης.

Μικρά

αστεριών φώτα

πίσω

από

διέγραφαν

ένα

παχύ

διάφορες

καφέ

πέπλο

κατευθύνσεις,

τα

μεταφορικά μέσα του Βορείου Σομέα ή διάφορα Φόβερ περιπολίας. Ανασηκώθηκε στους αγκώνες της και κοίταξε γύρω της, παίρνοντας μερικές βαθιές αναπνοές. Αν και ο τοίχος που περίκλειε την ταράτσα ήταν αρκετά ψηλός, μπορούσε να διακρίνει πίσω του τις μυτερές άκρες ψηλών κτιρίων, πολύ ψηλότερων από το δικό της, μυτερές άκρες πάνω σε μαύρα ορθογώνια, μια αντιαισθητική κορυφογραμμή από τσιμέντο, συνθετικά υλικά και γυαλί. Όστερα τινάχτηκε όρθια και έτρεξε προς την πόρτα πίσω της. Η πόρτα από την εξωτερική της μεριά ήταν πράσινη και με κίτρινα φοσφωριζέ γράμματα έγραφε ‘’΢-Ε’’. Για κάποιο λόγο αυτό το σήμα της φάνηκε γνώριμο. Δίπλα στην πόρτα είχε μια οθόνη αφής ενώ πράγματι, σε αντίθεση με το εσωτερικό της, είχε ένα χερούλι. Αυτό ήταν σαν λαβή, με μια σκανδάλη που έπρεπε να πιέσεις προς τα μέσα. Η Άλις έσφιξε την λαβή της και η πόρτα άνοιξε με ένα μικρό τράνταγμα. Από πίσω της, ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου την κοιτούσε χαμογελαστός, καπνίζοντας από την μικρή του πίπα. Άφησε ένα μικρό σύννεφο καπνού να διαχυθεί στον νυχτερινό ουρανό και ύστερα πέρασε από δίπλα της βιαστικά. ‘’Και τώρα που την ανοίξαμε αγαπητή μου, φαντάζομαι ότι δεν έχουμε πολύ χρόνο’’, είπε και προχώρησε νευρικά προς το κέντρο της ταράτσας που είχε ένα φαρδύ,

[81]


πλάγιο παραλληλόγραμμο σχήμα. Εκεί, με την ίδια κιτρινωπή φωσφωριζέ μπογιά ήταν σχεδιασμένος ένας κύκλος, στο κέντρο του οποίου ήταν γραμμένο το ‘’΢-Ε’’ με μεγάλα και ευδιάκριτα γράμματα. Περιμετρικά του κύκλου υπήρχαν μικρές ηλεκτρικές συσκευές που έμοιαζαν με μικρούς προβολείς. ‘’Περίμενε’’, φώναξε αυτή, κάπως ζαλισμένη από την ατμόσφαιρα και την δροσιά που ξέπλενε τον κλειστοφοβικό πανικό που είχε μόλις περάσει. ‘’Που πάμε;’’. Ο Ρίτσαρντ γύρισε προς το μέρος της. ‘’Μα να βρούμε την φίλη μας την Ντάιαμον φυσικά!’’, είπε σηκώνοντας τα χέρια. ΄΄Και που το ξέρεις ότι η Ντάιαμοντ ήρθε τελικά εδώ;’’ Ο Ρίτσαρντ έδειξε με το χέρι του δίπλα της. Η Άλις παρατήρησε μια σχάρα, λίγο δίπλα από τον ανοιχτό αεραγωγό που είχε μόλις βγει. ‘’Εσύ την έσπρωξες αυτή;’’ ‘’΋χι’’ ‘’Ψ, η Ντάιαμοντ σίγουρα πέρασε από εδώ. Και είχε την λογική να κλείσει πίσω της την εσωτερική σχάρα, όπως έκανα και εγώ φυσικά αφού υπέφερα να απεγκλωβιστώ μετά την σωτηρία σου, αλλά είχε πολύ ενθουσιασμό για να κλείσει την σχάρα της εξόδου.’’ Όστερα, γύρισε πάλι την πλάτη του και προχώρησε, κοιτάζοντας τον χώρο γύρω του ψάχνοντας κάτι. ‘’Περίμενε!’’. Η φωνή της Άλις ήταν αυστηρή, ίσως για πρώτη φορά. Η φωνή της Άλις ήταν μια υπέροχη φωνή, έμοιαζε λες και οι φωνητικές της χορδές ήταν φτιαγμένες από πηχτό μέλι με περίβλημα κρούστας καραμέλας. Ακόμα και αυστηρή, έμοιαζε με κάλεσμα σειρήνας. Ο Ρίτσαρντ υπάκουσε στην φωνή και έκανε ακόμα μια μεταβολή. ‘’Σι είναι εδώ;’’, τον ρώτησε, με την φωνή της να μαλακώνει αυτόματα και να γίνεται ένα παραιτημένο κάλεσμα για βοήθεια. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου τράβηξε μια γερή ρουφηξιά και ένα μικρό σύννεφο λευκού καπνού κάλυψε για μια στιγμή το πρόσωπό του. ‘’Εδώ είναι το ΢άικεντ’’, είπε. Η Άλις θυμήθηκε το ΢-Ε στην πόρτα και το δάπεδο. ‘’Σι είναι το ΢άικεντ;’’ Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου έσπρωξε το καομπόικο καπέλο του προς τα πίσω. ‘’Σο ΢άικεντ, αγαπητή μου Άλις, είναι ένα Ίδρυμα...’Αποκατάστασης και Βελτιστοποίησης κοινωνικής συμπεριφοράς- εργαστήριο ελέγχου βιοσταθερότητας’. Νομίζω ότι κάπως έτσι είναι ο υπότιτλός του.’’ Η Άλις δεν μίλησε, προσπαθώντας να επεξεργαστεί.

[82]


‘’Κοινώς τρελλάδικο’’, συμπλήρωσε αβίαστα. Σο κεφάλι της Άλις έκανε ένα μικρό τιλτ και ύστερα προχώρησε επιθετικά προς το μέρος του. ΢τάθηκε μπροστά του και τον έπιασε από την μπλούζα. ‘’Σι εννοείς τρελλάδικο;’’, τον ρώτησε συλλαβιστά και η έκφρασή της ήταν τώρα φανερά ενοχλημένη και θυμωμένη, περισσότερο από μπερδεμένη. ‘’Εννοώ τρελλάδικο. Σο μέρος που κλείνου τους τρελλάρες. Σους παλαβούς. Αυτούς που τους έχει στρίψει. Αυτούς που είναι τόσο ζωντανοί, που όλα τα ζόμπι γύρω τους ζηλεύουν. Σους μαζεύουν, τους κλείνουν, τους ποτίζουν και τους ταίζουν.’’. Σο λευκό πρόσωπο της Άλις είχε αρχίσει να κοκκινίζει. Μπορούσε να το διακρίνει στον χλωμό φωτεινό απόηχο της πόλης. Σα μάτια της φαινόντουσαν ακόμα τεράστια πίσω από τους φακούς, αλλά από ένα ζευγάρι υγρής γαλάζιας συστολής ήταν τώρα πια μια γκριζομπλε επιθετικότητα. ‘’Νομίζω ότι θα ήξερα αν το σπίτι μου ήταν σε ένα τρελλάδικο. Πότε θα σταματήσεις επιτέλους αυτές τις διφορούμενες μαλακίες και θα μου πεις τι διάολο συμβαίνει; Έκανες τίποτα; Μου έριξες κάποιο ναρκωτικό;’’ Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου γέλασε δυνατά. ‘’Εγώ;’’ Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω για να απελευθερωθεί. ‘’Εγώ;’’, επανέλαβε και ξαναγέλασε. ‘’Αγαπητή μου Άλις, εγώ είμαι απλώς ένας φιλόσοφος. Δεν έχω πρόσβαση σε απλά ναρκωτικά, πόσο μάλλον τα πανάκριβα ναρκωτικά του ΢άικεντ. Αυτά που παίρνεις εσύ, συστηματικά, δεν ξέρω και εγώ πόσα χρόνια τώρα, τα οποία έχουν κάνει το μικρό σου μουσικό μυαλουδάκι μια μαλακή μάζα από λαπά. Δεν είναι το σπίτι σου εδώ, αγαπητή μου Άλις’’ ‘’Βούλωσέ το!’’. Η Άλις έπιασε τους κροτάφους της, σαν να προσπαθούσε να σκεφτεί πολύ δυνατά. Ένας κρύος αέρας τους τύλιξε για μερικά δευτερόλεπτα, ερχόμενος από την Δύση, και ύστερα εξαφανίστηκε στην μουντή ατμόσφαιρα. ‘’Πως είναι δυνατόν αυτό που μου λες; Πως είναι δυνατόν να το ξέρεις εσύ και να μην το ξέρω εγώ;’’ ‘’Α’’, είπε αυτός και φούσκωσε από υπερηφάνια σαν γάλος. ‘’Εγώ κλέβω’’. Η Άλις τον κοίταξε εξερευνητικά. Εκείνη την στιγμή, σε μια μυστήρια ταράτσα που είχε πόρτα μόνο προς τα μέσα, οι πιθανότητες ήταν μοιρασμένες: Ένας από τους δυο τα είχε εντελώς χαμένα. ‘’Σι;’’ ‘’Εγώ κλέβω. Βλέπεις, στο ΢άικεντ δεν θέλουν απλά να μαζέψουν όλους τους παλαβούς σε ένα μαντρί και να τους φυλάνε. ΋χι, αυτό θα ήταν πολύ πολύ απλό. Εδώ

[83]


βασίζονται στην μη γνώση του ασθενούς, ότι είναι ασθενής. Άλλωστε, τους ενδιαφέρει η αποκατάσταση. Σώρα τι ακριβώς σημαίνει αυτό, εδώ υπάρχουν πολλές ερμηνείες. Αλλά για να σε σώσω από την φλυαρία μου, να σου πω μόνο ότι όλο αυτό το οικοδόμημα, κοίταξέ το, πανύψηλο και επιβλητικό, όλο αυτό το τσίρκο, βασίζεται σε μια σειρά από ουσίες- μην περιμένεις όμως να θυμηθείς αν παίρνεις χάπια. ΋χι, αυτό θα χαλούσε την πλάνη, δεν είναι έτσι; ΋χι. ΋λα αυτά τα...πράγματα σου τα δίνουν με όποιο τρόπο μπορείς να φανταστείς. ΢το φαγητό- αλήθεια, δεν είναι πολύ ωραίο που η πολυκατοικία μας έχει κεντρική κουζίνα; ΢το νερό, στον αέρα, ούτε εγώ δεν έχω καταλάβει από που αλλού. Αλλά είναι όλα εκεί, άλλα για την μνήμη, άλλα για την συμπεριφορά σου, άλλα για την διάθεσή σου.’’ ‘’Εσύ δεν τρως;’’ ‘’Μα φυσικά’’, είπε και χάιδεψε την κοιλιά του. ‘’Υυσικά και τρώω. Αλλά έχω και τα δικά μου κόλπα. ΢ου είπα ότι κλέβω. Γνωρίζεις τον αγαπητό φίλο Φάρβει Γουέιν;’’ ‘’΋χι..’’ ‘’Ο Φάρβει Γουέιν είναι ένας εξαίρετος κύριος που κατοικεί, ή μάλλον, κατοικούσε, στον πρώτο όροφο. Από την ημέρα που ήρθα εδώ, από αυτήν εδώ την ταράτσα με δυο αστυνομικούς αγκαζέ, κατάλαβα ότι αυτό το κτίριο έχει διαβαθμίσειςκάθε όροφος αντιπροσωπεύει κάτι, δεν έχω ακόμα καταλάβει τι ακριβώς...΋πως και να έχει, ο Φάρβει Γουέιν μένει στον πρώτο όροφο. Ο πρώτος όροφος δεν έχει στάση στο ασανσέρ, από το δεύτερο πας κατευθείαν στο κεντρικό λόμπι.’’ ‘’Δεν καταλαβαίνω’’ ‘’..Μην βιάζεσαι. ΢ου έλεγα ότι ο Φάρβει Γουέιν είναι ένας εξαίρετος κύριος, με ένα όμως ελάττωμα. Έχει ένα σύνδρομο, νομίζω μου το είχε πει ο ίδιος, σύνδρομο καταδίωξης. Θεωρεί, και ποιος να του πει το αντίθετο, ότι τον παρακολουθούν. Ή μήπως τον καταδιώκουν; Πιο λογικό το τελευταίο, δεν είναι;’’ ‘Ποιοι;’’ ‘’Λάθος ερώτηση. Δεν έχει σημασία ποιοι, αν και θυμάμαι να μου αναφέρει ότι ερχόντουσαν λέει ‘πέρα από την Νεκρή Ζώνη’. Η σωστή ερώτηση είναι άλλη. Θα έπρεπε να επαναλάβεις μετά από εμένα, με έκπληκτη απορία: ΢ου είχε πει ο ίδιος;’’ Έκανε μια παύση. Σο πρόσωπο της Άλις δεν είχε τίποτα πέρα από μια εκκολαπτόμενη αγανάκτηση. ‘’Ακριβώς. Μου είπε ο ίδιος. Που πάει να πει, ότι ο κύριος Φάρβει Γουέιν είχε συναίσθη...’’

[84]


Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση του, ένα έντονο λευκό φως έλουσε το χώρο με ένα υπόκωφο κρότο, σαν κάποιος να κατέβασε ένα τεράστιο διακόπτη. Αντανακλαστικά, έβαλαν τα χέρια τους στα μάτια και έσκυψαν ελαφρά. ‘’Ψ, σου το είπα ότι πρέπει να βιαστούμε. Μια πόρτα χωρίς κλειδαριά, είναι σίγουρα μια πόρτα που κάποιος παρακολουθεί!’’ Η Άλις έτρεξε κοντά του ενστικτωδώς. Σο φως ήταν απειλητικό και επιθετικό, από άνγωστη πηγή. Αυτός την τράβηξε από τον καρπό προς απροσδιόριση κατεύθυνση. ΋ταν ξανάνοιξε δειλά τα μάτια της, ήταν στην μια άκρη της ταράτσας, και μια πολύβουη φωτεινή πόλη ανοιγόταν μπροστά τους, σε όλη της την τεχνολογική μεγαλοπρέπεια. Ένας νέος ξαφνικός άνεμος έκανε την εμφάνισή του, παρασύροντας το καπέλο του Ρίτσαρντ Λίθγκοου και αφήνοντάς το να επιπλέει, μετέωρο και αβέβαιο στο κενό. Αυτός δεν έκρυψε την απογοήτευσή του από αυτήν την εξέλιξη. Όστερα, της έδειξε ακριβώς δίπλα τους, μια μεταλλική σκάλα που οδηγούσε προς τα κάτω. ‘’Νομίζω ότι η φίλη μας η Ντάιαμοντ, είτε θα κατέβηκε από εδώ, είτε από την πολύ πιο γρήγορη οδό’’, είπε γελώντας, αλλά η Άλις δεν το θεώρησε καθόλου χαριτωμένο. Βιαστικά, τον παραμέρισε και άρχισε να κατεβαίνει την μεταλλική σκάλα που σχημάτιζε αλλεπάλληλα ζικ-ζακ παράλληλα με το κτίριο. ΋ταν τα μάτια της επανήλθαν ξανά από την προσωρινή τύφλωση που δημιούργησε ο προβολέας, σταμάτησε απότομα. Η σκάλα συνέχιζε για μερικούς ορόφους, μέχρι που γινόταν

ένας μεταλλικός

διάδρομος που οδηγούσε γύρω από την γωνία του κτιρίου. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου κατέφτασε πίσω της κάπως ατσούμπαλα και σχεδόν την αγκάλιασε. Πήγε να αναρωτηθεί για το λόγο της απότομης στάσης, αλλά ακολούθησε το βλέμμα της και αναστέναξε. Έβαλε το χέρι του στον ώμο της, και τον έσφιξε. ‘’Α ναι, αγαπητή μου. Δεν προλάβαμε να δούμε τα αξιοθέατα’’ Η πολυκατοικία που στεγαζόταν η Άλις ήταν ένα σχετικά μεγάλο οικοδόμημα, δεκα ορόφων. Η όψη του είχε τόσο πολύ γυαλί που έμοιαζε με μια τεράστια κυψέλη απορρόφησης της ηλιακής ακτινοβολίας, με το μπουντουάρ κάποιας γιγάντα ηθοποιού γαργνατούας. Έτσι τουλάχιστον την είχε δει –ή φανταστεί- η Άλις. Ήταν μοντέρνα κατασκευή, από αυτές που ανοίγονταν κυρίως σε ύψος και σε μήκος, και όχι τόσο σε πλάτος. Ολόγυρά της, είχε μια μεγάλη έκταση με περιποιημένο γκαζόν, περιφραγμένο ώστε να είναι προνόμιο μόνο των ενοίκων. Αλλά το κτίριο που έμενε η Άλις τα τελευταία χρόνια, το κτίριο που νόμιζε ότι ήξερε, ήταν πολλά παραπάνω.

[85]


΢την μια πλευρά του κτιρίου, περίπου στην μέση του, η Άλις είδε ένα μακρόστενο διάδρομο που έκανε μια μικρή καμπύλη, σαν γέφυρα. Σον ακολούθησε με τα μάτια της, σαν να περπατάει επάνω του, μέχρι που έφτασε στην άλλη άκρη του. Εκεί, ένα σχεδόν διπλάσιο σε ύψος κτίριο ορθονώνταν επιβλητικό, με μια τριγωνική κορυφή, όπως σχεδόν όλα τα μεγάλα κτίρια της πόλης. Ο επιβλητικός πύργος βρισκόταν όλη την ώρα ακριβώς πίσω από την πόρτα –και τον αεραγωγό- της εξόδου τους. Ήταν πάντα εκεί, φαινόταν να είναι μάλιστα και περισσότερο καιρό εκεί. Γύρω του, στο ίδιο ύψος, τουλάχιστον άλλες δυο γέφυρες απλωνόντουσαν προς άλλα δυο, παρόμοια κτίρια με το δικό της, σε μια ακτινωτή συμμετρία, σαν τα πέταλα ενός λουλουδιού. Σο μέγεθος της εικόνας που είχε ανοίξει μπροστά της είχε παραλύσει τα άκρα της, και στεκόταν ακίνητη κοιτάζοντας με δέος. Ο πύργος ήταν λευκός, με διάσπαρτα παράθυρα αλλά και μικρά μπαλκόνια. Από τα περισσότερα παράθυρα έβγαινε γαλάζιο φως. Ανέβηκε με τα μάτια της προς τα πάνω: ΢την κορυφή του υπήρχαν μια σειρά από κεραίες και από αντέννες, σχεδόν όλες συνοδευόμενες από κόκκινα μικρά φώτα που αναβόσβηναν, ίσως και να λειτουργούσαν σαν εναέριος φάρος.Ακριβώς μπροστά, κάπως λοξά για το σημείο που καθόταν, ήταν μια τεράστια επιγραφή, μια σειρά από γράμματα που εξέπεμπαν ένα κόκκινο επιβλητικό φως, ικανό να φαίνεται μέχρι το βόρειο τμήμα της πόλης. ΢ΑΩΚΕΝΣ Και από κάτω, με μικρότερα γράμματα και κάπως πλαγιαστά Βιοσταθερότητα, αρμονία, αποκατάσταση Η Άλις ένιωσε το στομάχι της να συσπάται και να στρίβει. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκου κατέβηκε ένα ακόμα σκαλί και στριμώχτηκε δίπλα της. ‘’Αγαπητή μου Άλις, θα σου πω κάτι πολύ προφανές τώρα, αλλά πρέπει να καταλάβεις οτι δεν θα μπορούσα να μην το πω’’ Από τα χείλη της βγήκε ένας τρεμάμενος ήχος, κάπως ασαφής. Αυτός χαμογέλασε και την τύλιξε με το χέρι του. ‘’Καλώς ήλθες στην χώρα των θαυμάτων’’, πρόσθεσε. Αμέσως μετά, το χαμόγελό του έσβησε.

[86]


Πριν προλάβει να ευχαριστηθεί το αστείο του, ένα δυνατό τράνταγμα τους ανάγκασε να πιαστούν από τα πλευρικά σίδερα για να ισορροπήσουν. ‘’Ουπς’’ Η Άλις γύρισε και τον κοίταξε με γουρλωμένα τα μάτια. ‘’Σι εννοείς Ούπς;’’ Ένας μεταλλικός θόρυβος συνόδευσε ένα ακόμα τράνταγμα, σαν να γινόταν κάποιος μικρός σεισμός. ‘’Εννοώ ότι τώρα είναι η ώρα να τρέξεις ακόμα πιο γρήγορα’’, είπε αυτός με μια αμήχανη έκφραση. ‘’Νομίζω ότι κάποιος προσπαθεί να μαζέψει την σκάλα’’ Φωρίς να ζητήσει παραπάνω λεπτομέρειες, η Άλις ξεκίνησε να κατεβαίνει με μανία τα σκαλιά, προσπαθώντας να αγνοεί το τερατώδες οικοδόμημα που ορθονώταν μπροστά της. Μπορούσε να νιώσει στα πόδια της την σκάλα να ταλαντεύεται και να συσπάται, σαν κάποιο οργανισμό που είχε ξυπνήσει μετά από πολυτετή νάρκη. Ανα στιγμές, ήταν έτοιμη να χάσει τελείως την ισορροπία της και να αιωρηθεί στο κενό- ήταν όμως πάντα το χέρι του Ρίτσαρντ Λίθγκοου που την κρατούσε, πιέζοντάς την συνεχώς προς τα κάτω. Η σκάλα οδηγούσε προς τον γεφυρωτό, μικρό διάδρομο που οδηγούσε προς το κεντρικό κτίριο, αλλά ακριβώς την στιγμή που πλησίασαν, η σκάλα έκανε μια μικρή κίνηση και απομακρύνθηκε από το σημείο επαφής της. Η Άλις σταμάτησε απότομα και ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου ξαναπροσγειώθηκε κάπως άγαρμπα πίσω της. ‘’Ψ, όχι, όχι, μην χάνεις χρόνο τώρα!’’, της φώναξε αυτός δείχνοντας προς την γέφυρα, και ενώ η σκάλα με αργό, αλλά σταθερό τρόπο απομακρυνόταν από αυτή, με κατεύθυνση προς τα επάνω. Η Άλις γύρισε και τον κοίταξε, με ζωγραφισμένο το φόβο στα εκφραστικά της μάτια. ‘’Άλις!’’, της φώναξε αυτός και την έπιασε σφιχτά από τα μπράτσα, ταρακουνώντας την βίαια. ‘’Εμπιστέψου με!’’,φώναξε, και την ώθησε δυνατά προς τα εμπρός. Η Άλις περισσότερο από ένστικτο παρά από πραγματική θέληση, πάτησε με δύναμη στο τελευταίο σκαλί και πήδηξε προς την γέφυρα. Από κάποια περίεργη εσωτερική δύναμη και ψυχραιμία, προσγειώθηκε με χάρη στο πλακόστρωτο της γέφυρας. Αμέσως μετά, την ακολούθησε ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου, μόνο που, έχοντας χάσει ακόμα μερικά πόδια σε ύψος, έβγαλε μια πνιχτή κραυγή πόνου καθώς τα πόδια του συναντούσαν το λευκό δάπεδο.

[87]


Η Άλις έκατσε στην μια άκρη του, λαχανιασμένη. Αναπνέοντας βαριά, πίεσε τα γυαλιά της προς τα πίσω και παρακολούθησε την σκάλα που συνέχιζε το αργό ταξίδι της επιστροφής της. Όστερα κοίταξε τον Ρίτσαρντ Λίθγκοου που ακουμπούσε ερευνητικά τον αστράγαλό του με ένα μορφασμό πόνου. ‘’Σι είναι αυτό; Πες μου τι είναι αυτό; Σι είναι αυτό; Σι είναι αυτό;’’, του φώναξε σχεδόν υστερικά, δείχνοντας προς το κτίριο που ορθονώταν στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Αμέσως μετά έβγαλε μια επίσης υστερική πνιχτή κραυγή και κράτησε το κεφάλι της, χτυπώντας τα πόδια της στο έδαφος. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου έκανε δυο δοκιμαστικά βήματα και ύστερα την πλησίασε, καθώς αυτή συνέχιζε να τρίβει κάπως σπαστικά τους κροτάφους της. ‘’Κοίτα αγάπη μου, το ξέρω ότι τώρα θες πραγματικά απλώς να υστεριάσεις, και ίσως αυτό χρειάζεται να γίνει, αλλά πρέπει να το κρατήσεις λίγο ακόμα. Ακόμα δεν φύγαμε από εδώ’’, της είπε συγκαταβατικά, αλλά με μια υποψία ότι προσπαθούσε να συγκρατήσει το γέλιο του από τις αντιδράσεις της. ‘’Πρέπει να βρούμε την Ντάιαμοντ’’, πρόσθεσε, και το άκουσμα του στόχου έκανε την Άλις να ξεφυσήξει για μια τελευταία φορά και να σταματήσει τις νευρικές κινήσεις της. ‘’Να βρούμε την Ντάιαμοντ’’, μουρμούρισε. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου άπλωσε το χέρι του και την σήκωσε όρθια με δύναμη, έτσι που αυτή ήρθε σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο. Σην κράτησε εκεί για λίγες στιγμές, κοιτάζοντάς την με ένα εντελώς πονηρό βλέμμα και μειδίαμα και ύστερα την τράβηξε ξανά προς το κεντρικό κτίριο. Κάπου στην μέση περίπου του διαδρόμου σταμάτησε και πλησίασε την άκρη του μικρού πλαινού τοίχου. Εκεί χτύπησε με δύναμη ένα μικρό κόκκινο διακόπτη. Από πάνω του, ένα μικρό σήμα καλούσε στο να πατηθεί μόνο σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης. Αμέσως σχεδόν ολόκληρη η αερογέφυρα ταλαντεύτηκε δυνατά, προκαλώντας ένα αυθόρμητο ουρλιαχτό στην Άλις. Πάνω από τον διακόπτη μια μεταλλική ράβδος βγήκε συρταρωτά από το μικρού ύψους τείχος . Ο Ρίτσαρντ την έδειξε στην Άλις και αυτή έτρεξε κοντά του. Οι δυο τους πιάστηκαν από εκεί και αναμεταξύ τους. Όστερα, ένιωσαν ένα γαργάλημα στα στομάχια τους, καθώς η αερογέφυρα άρχισε να κινείται προς τα κάτω, με σχετικά μεγάλη ταχύτητα. Αυτή τη φορά, η Άλις δεν συγκράτησε το ουρλιαχτό της, και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου την τράβηξε από την ράβδο και την έσπρωξε πάνω από τον αεροδιάδρομο που πλέον, ήταν ένας απλός διάδρομος πάνω στο έδαφος.

[88]


Η Άλις έπεσε με τα γόνατα στο κοντοκουρεμένο και δροσερό γκαζόν και προσπάθησε ξανά να ελέγξει την αναπνοή της. Γύρισε δειλά και κοίταξε προς τα πάνω. Η φωτενινή κόκκινη επιγραφή ήταν τώρα σαν ένα νέον σύννεφο στον ουρανό, το μέγεθος της προκαλούσε ίλιγγο και ας βρισκόταν σε εκείνο το υψόμετρο πριν μερικές μόνο στιγμές. ΋σοι θύλακες κρατούσαν ανδρεναλίνη για ώρα ανάγκης μέσα στο σώμα της είχαν σπάσει ταυτοχρόνως, και μπορούσε να νιώσει την καρδιά της να σφυροκοπάει σε έξαλλους ρυθμούς. Και πάλι ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου βρέθηκε κοντά της, και το άγγιγμά του ήταν μια ζεστή παρηγορία μπροστά σε ένα καινούριο, άγνωστο κόσμο. ‘’Μας έμεινε πολύ λίγο ακόμα αγάπη μου’’, της είπε αυτός χαμηλόφωνα. ‘’Μάζεψε όλες τις δυνάμεις σου, και ακολούθησέ με’’. Η Άλις σηκώθηκε σφίγγοντας τα δόντια της. Όστερα, τον ακολούθησε, καθώς αυτός διέσχιζε το γκαζόν προς έναν επίσης ψηλό, δυο φορές το μπόι της και κάτι ακόμα, φράχτη, γεμάτο κισσούς και διάφορα άλλα αναρριχόμενα φυτά, κάποια από αυτά αρκετά τρομακτικά στην γκριζοπράσινη φυλλωσιά τους. Σο φως ερχόταν από ψηλές κολώνες με καμπύλα σχέδια, αλλά και από χαμηλά φώτα διάσπαρτα σε διάφορα σημεία ανάμεσα στο γκαζόν και διάφορα παγκάκια και πέργκολες. Ήταν, για την ακρίβεια, ένας πολύ όμορφος αν και τρομαχτικά μεγάλος κήπος, και η Άλις μπόρεσε να διακρίνει καθώς έτρεχε και μερικά συντριβάνια και δενδρύλια, τα οποία ήταν περικυκλωμένα από κυλινδρικούς πάγκους μα καθίσματα. Μπήκε στον πειρασμό να κοντοσταθεί και να κοιτάξει αυτόν τον πολύ ενδιαφέρον κήπο, αλλά κάθε τέτοια σκέψη εξανεμίστηκε όταν σε μια μόνο στιγμή ένα νέο κύμα δυνατού φωτός τους έλουσε, καθώς τώρα όλος ο κήπος έγινε τόσο λευκός που έμοιαζε με διάφανος. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου ωστόσο δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται- αντίθετα, φτάνοντας στον φράχτη της έκλεισε το μάτι, αν και ήταν ήδη μισόκλειστο από το έντονο φως. ‘’Υτάσαμε’’, της είπε εύθυμα. Πριν αυτή προλάβει να αναρωτηθεί, αυτός σαν να βυθίστηκε μέσα στις φυλλωσιές των αναριχώμενων φυτών και εξαφανίστηκε. Αμέσως μετά, ένα χέρι την τράβηξε στην ίδια κατεύθυνση. Λίγα λεπτά μετά, καθώς το χέρι ήταν το δικό του

[89]


Η Άλις δεν μπορούσε να σταματήσει να κοιτάζει τον δρόμο γύρω της. ‘’Έχω ξανάρθει εδώ’’, του επανέλαβε αρκετές φορές, καθώς αυτός την οδηγούσε από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο και από στενό σε στενό. Προσπαθούσε να κινούνται σε δρόμους πεζών όπου δεν περνούσαν αυτοκίνητα. ‘’Υυσικά και έχεις ξανάρθει εδώ.. Είναι όλα μέρος της πλάνης’’, της είπε. ‘’Είναι η ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Αλλά έχεις έρθει εδώ μόνο συγκεκριμένες ώρες της ημέρας και, θα σε πληροφορήσω, κάθε φορά είχες μαζί σου συνοδό. Άλλο το αν μπορούσες πάντα να τον αντιληφθείς’’ ‘’Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα’’, είπε αυτή κάπως αγχωμένα, καθώς τώρα προχωρούσαν βιαστικά σε ένα δρόμο που είχε και άλλους ανθρώπους, που κινούνταν σε διάφορες κατευθύνσεις. Η Άλις τους παρατήρησε με κάποια αμηχανία. Σης έμοιαζαν ανέκφραστοι και πολύ σοβαροί. ‘’Λέγεται διαχείριση μνήμης- διαχείριση συναίσθησης. Σο κοτκτέιλ που σου δίνουν φροντίζει για αυτό’’. Η Άλις δεν πρόσεχε ιδιαίτερα καθώς κοιτούσε με περιέργεια το βιαστικό βηματισμό των άλλων ανθρώπων. Θα ορκιζόταν ότι κανείς τους δεν τους γύρισε το παραμικρό βλέμμα. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου συνέχισε. ‘’Άλλα μην ανυσηχείς. Άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο, όλοι πορεύονται με

κάποιο κοκτέιλ. Η ΢άικεντ

άλλωστε λειτουργεί και ως κατασκευστής αυτών των κοκτέιλ για μαζική χρήση. Να!’’, είπε και της έδειξε προς την ευθεία του πεζόδρομου, όπου ένα φωταγωγημένο μεγάλο κατάστημα είχε μια ανάλογη επιγραφή με αυτή του κτιρίου, αλλά αρκετά μικρότερη και πιο διακριτική. Από την διάφανη βιτρίνα η Άλις παρατήρησε αρκετό κόσμο να περιδιαβαίνει ομοιόμορφους διαδρόμους, με προιόντα που δεν μπορούσε να διακρίνει από την απόσταση που βρισκόταν. Αρκετό κομμάτι του κόσμου που κινούταν μαζί τους φαινόταν να πηγαίνει σε αυτήν την κατεύθυνση, ή να έρχεται από αυτήν. ‘’Τπάρχουν τέτοια σε κάθε μεριά της πόλης’’, συμπλήρωσε αυτός. ‘’Και έχουν κοκτέιλ για όλα τα γούστα. Μπορείς να αποκτήσεις όποια διάθεση επιθυμείς ή να δώσεις ώθηση σε οποιαδήποτε πλευρά του εαυτού σου θες. Να γίνεις πιο γρήγορη. Θα μας χρειαζόταν κάτι τέτοιο σήμερα...Να γίνεις πιο έξυπνη. Πιο δυνατή. Ή απλά να μαστουρώσεις. Σα πάντα είναι στα κοκτέιλ της ΢άικεντ, αλλά το μεγαλύτερο κόλπο από όλα είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους που βλέπεις, παίρνουν ό,τι κοκτέιλ θέλει η ΢άικεντ και η Διοίκηση οποιαδήποτε στιγμή το επιλέξουν αυτοί. Εν αγνοία των υπολοίπων.’’

[90]


‘’Άρα μπορούμε να πάρουμε κάτι για να διορθώσει την μνήμη μου;’’, ρώτησε η Άλις ντροπαλά, κοιτάζοντας προς το φωτεινό κατάστημα. Ένας άντρας πέρασε από δίπλα της, χτυπώντας την στον ώμο. Η Άλις γύρισε να τον κοιτάξει αλλά αυτός συνέχισε ανεπηρέαστος τον δρόμο του. ‘’Πολύ φοβάμαι ότι το να πάμε σε ένα από τα καταστήματα της ΢άικεντ θα ήταν λάθος από την μεριά μας, δεν νομίζεις; Μην ανυσηχείς όμως. ΋που υπάρχει ένα καλά οργανωμένο εμπόριο, υπάρχει και ένα καλά οργανωμένο παραεμπόριο. Συχαίνει να γνωρίζω αρκτούς ανθρώπους. ΢ε έναν από αυτούς πηγαίνουμε τώρα!’’ Η Άλις αναστέναξε. ‘’Πως τα ξέρεις όλα αυτά;’’, τον ρώτησε. ‘’Ποια;’’ ‘’΋λα αυτά. Σο πως να βγούμε, το που είμαστε, το που πάμε’’ Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου χαμογέλασε. ‘’΢ου είπα ότι κλέβω. Δεν πρόλαβα να σου πω για τον Φάρβει Γουέιν, τον αγαπητό μου φίλο που ένιωθε ότι τον καταδιώκουν’’ ‘’Ποιοι ένιωθε ότι τον καταδιώκουν;’’, τον διέκοψε αυτή, κοιτάζοντας παράλληλα γύρω της και περιμένοντας ακόμα και αυτός ο πεζόδρομος να λουστεί από στιγμή σε στιγμή με λευκό φως που έκανε τα πάντα διάφανα. ‘’Μα σου είπα, δεν έχει σημασία. Υαντάσματα από την Νεκρή Ζώνη, αστυνομικοί, σάιμποργκ, ρομπότ, ζόμπι, Προστάτες...ότι μπορείς να φανταστείς’’ ‘’΋λα αυτά μου φαίνονται για κάποιο λόγο γνώριμα’’, μονολόγησε αυτή και έξυσε το κεφάλι της. Ο Ρίτσαρντ την τράβηξε προς τα δεξιά, και τώρα ξαναβρέθηκαν σε ένα στενό δρόμο που είχε μόνο έναν άνθρωπο, που προπορευόταν αρκετά μέτρα μπροστά τους. Εκεί σταμάτησαν και ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο, δίπλα σε ένα μεγάλο κάδο κομποστοποίησης αποριμμάτων. ‘’Μα η μνήμη σου εκεί είναι, δεν έχει πάει πουθενά’’, της είπε, βγάζοντας από την τσέπη του την πίπα του. ‘’Απλά έχουν βάλει τείχη με συρματοπλέγματα και οπλισμένα σάιμποργκ γύρω της, για να μην μπορείς να την χρησιμοποιείς. Αυτό ακριβώς θέλανε να κάνουν και σε μένα, αγαπητή μου Άλις. Βλέπεις εγώ ήρθα από την ταράτσα, όπως σου είπα, συνοδεία αστυνομικών και με την υπογραφή του δικαστηρίου της Διοίκησης. Η τιμωρία μου, για ότι μπορεί να είχα κάνει, δεν ήταν να φυλακιστώ, όπως θα πρόβλεπε κανείς, αλλά να μεταφερθώ στο μόνο μέρος που θα φυλάκιζαν ότι προσπαθώ να κρατήσω ελεύθερο’’, της είπε και έδειξε με την πίπα προς το κεφάλι του, χτυπώντας

[91]


το ελαφρά. Όστερα, την χτύπησε στα δόντια του και πήρε μια βαθιά ρουφηξιά, αφήνοντας τον καπνό να βγει από τα ρουθούνια του. Αν δεν έκλεβα, αν δεν ήταν δηλαδή ο Φάρβει Γουέιν , θα το είχαν κάνει κιόλας. Βλέπεις, ο τρόπος τους είναι αόρατος, άγευστος και άοσμος. Η βια είναι τόσο υπόγεια και διακριτική που θα ορκιζόταν κανείς ότι δεν υπάρχει καθόλου.’’ Η Άλις συνέχισε να κοιτάει φοβισμένη προς όλες τις κατευθύνσεις. Ένα βοερό χόβερ με έντονα πρασινωπά φώτα που πέρασε πάνω από τα κτίρια γύρω τους την έκαναν να μαζευτεί και αυτή προς τον τοίχο. ‘’Σι εννοείς τιμωρία σου; Σι έκανες;’’ Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου πήρε μια βαθιά ρουφηξιά. ‘’Σι έκανα; Φα! Αυτό είναι το θέμα. Δεν έκανα τίποτα. Σίποτα το παράνομο, τίποτα το ανήθικο. Είπα κατάμουτρα στον κόσμο ότι είναι ψεύτικος και παράλογος. Είπα στον κόσμο ότι θα τελειώσει σύντομα, μέσα στον παραλογισμό του. Ομολογώ ότι δεν ήμουν ιδιαίτερα ευγενικός, αλλά πες μου εσύ, πως θα μπορούσες να είσαι ευγενική με ένα τέτοιο θέμα;’’ Η Άλις χαμογέλασε αμήχανα, χωρίς να έχει να συνεισφέρει κάτι στις ερωτήσεις του. ‘’Μίλησες για τείχη στο μυαλό μου’’, του είπε δειλά. ‘’Πως γίνεται να κλέψω και εγώ;’’ Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου έβαλε την πίπα ξανά στην τσέπη του και τραβήχτηκε από τον τοίχο. Άπλωσε το χέρι του ιπποτικά προς το μέρος της και έκανε πως έβγαζε κάποιο καπέλο. ‘’Ένα τείχος την φορά αγαπητή μου’’, της είπε. ‘’Μόλις αποδράσαμε από ένα από τα πιο ασφαλή κτίρια της Πόλης. Θα έρθουν για εμάς, και θα έρθουν για εμάς με ένταση και λύσσα. Η μνήμη σου θα μας χρειαστεί οπωσδήποτε, όπως θα μας χρειαστεί ένα μέρος να κρυφτούμε. Και φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε το στόχο μας: Να βρούμε την Ντάιαμοντ, όπου μπορεί αυτή η ψυχή να βρίσκεται τώρα. ΋λα αυτά λοιπόν, μπορούμε να τα συνδυάσουμε, εκεί που θέλω να πάμε τώρα’’ Η Άλις έπιασε το χέρι του. ‘’Που;’’ ‘’Μα σου είπα. Πρέπει να γνωρίσεις μια εξαιρετική ομάδα ανθρώπων, που θα μας βοηθήσει σε όλα μας τα προβλήματα. Σους Παράλογους.’’

[92]


Όστερα, προπορεύτηκε καμαρωτός και ταυτόχρονα σε επιφυλακή, ένας φιλόσοφος πέρα από τις λέξεις, για τον οποίο η Άλις πράγματι δεν έβρισκε εύκολα λέξεις να περιγράψει. Για τον Φάρβει Γουέιν δεν είχε μάθει ακόμα τίποτα. Σα γεγονότα είναι: Πηγαίνοντας λίγο πίσω, αφού είχε σχεδόν ολοκληρωθεί η περιπετειώδης δραπέτευση του ζευγαριού από το ΢άικεντ, ένα αυτοκίνητο κατέφτασε με μεγάλη ταχύτητα μπροστά στην είσοδο του Κτιρίου Β. Η Νικόλ έκλεισε την πόρτα με δύναμη και δεν περίμενε καθόλου τον Λιρόι, τρέχοντας προς την είσοδο. Εκεί, μια ομάδα πέντε ανθρώπων συζητούσε νευρικά. Η Νικόλ στάθηκε και τους κοίταξε αυστηρά. ‘’Σι σκατά κάνετε εδώ;’’ ‘’Κυρία Άντερσον’’, έκανε ένας να μιλήσει. Ο Λιρόι κατέφτασε βιαστικά πίσω της. ‘’΋χι κυρία Άντερσον σήμερα’’, είπε αυτή επιθετικά. ‘’Σοντ, πήγαινε στο γαμημένο πόστο σου και μην ξαναφύγεις από εκεί. Οι υπόλοιποι πηγαίνετε, με ρυθμούς ήρεμους και χαλαρούς στο δώματιο της υποδοχής, χωρίς να δώσετε το παραμικρό δικαίωμα υποψίας στον οποιονδήποτε.’’ Ο Σόντ φάνηκε να καταπιέζεται από τον τόνο και τις εντολές, και συγκρατώντας ένα μορφασμό έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός. ‘’Ο Μάρκους και ο γιατρός Φονχάιμ βρίσκονται στον προαύλιο του κεντρικού κτιρίου. Υαίνεται ότι έχουμε άλλες δυο περιπτώσεις απόδρασης.’’, της είπε στεγνά. Η Νικόλ τον κοίταξε αναπνέοντας από την μύτη. ‘’Θέλω να θυμάστε όλοι αυτήν την ημέρα’’, είπε κοιτάζοντας έναν έναν ξεχωριστά. ‘’Δυο να πάνε όπου στο διάολο βρίσκεται ο Μάρκους και ο Φονχάιμ. Οι υπόλοιποι ελάτε μαζί μου. Σόντ, στείλε μου τώρα τους φακέλους με όλα τα πρόσωπα που σχετίζονται με αυτά που συμβαίνουν’’. Όστερα κοίταξε προς τον Λιρόι, που κρατούσε το μέτωπο του σκεφτικός. Σο βλέμμα της παρέμεινε πάνω του, καθώς οι άντρες προχωρούσαν προς τα μέσα κατσουφιασμένοι, ενώ δυο από αυτούς απομακρύνθηκαν παράλληλα με το κτίριο. Ο Λιρόι τελικά την κοίταξε πίσω και έκανε ένα μορφασμό. ‘’Φέσε μας’’, της είπε και ανέβηκε τα σκαλοπάτια νευρικά. Η Νικόλ σταμάτησε να τον ακολουθεί με το επικριτικό της βλέμμα παρά μόνο όταν βρέθηκαν στο δωμάτιο της υποδοχής και όταν ο Σοντ της παρέδωσε ένα τάμπλετ με τους φακέλους.

[93]


‘’Αλις Ντόντγκσον’’, μουρμούρισε, κάπως αδιάφορα. Όστερα, διπλοκοίταξε το άλλο όνομα. ‘’Ρίτσαρντ Λίθγκοου’’, είπε, σαν να ήταν κάτι που θα έπρεπε να περιμένει. ‘’Ρίτσαρντ Λίθγκοου.’, επανέλαβε κοιτώντας τον Λιρόι. Αυτός κούνησε το κεφάλι του και γύρισε προς έναν εύσωμο βλοσυρό άντρα, που ίδρωνε και ξείδρωνε ασταμάτητα απέναντί τους. ‘’Πως;’’, τον ρώτησε. ‘’Από την ταράτσα. Από τον αεραγωγό’’. Η Νικόλ χτύπησε τα δάχτυλά της νευρικά πάνω στο τραπέζι. ‘’Και από εκεί; Μπάντζι Σζάμπινγκ ή βρήκαν αλεξίπτωτα;’’ Ο εύσωμος ιδρωμένος άντρας ρουθούνισε αλλά δεν απάντησε, κοιτώντας κάπως αμήχανα προς το τραπέζι. Η Νικόλ γύρισε το βλέμμα της στον άντρα δίπλα του, που ήταν νεαρός με μικρά μάτια και ακόμα πιο μικρά αυτιά. ‘’Οι εξωτερικές σκάλες κινδύνου’’, μουρμούρισε αυτός. ‘’Σις τραβήξαμε, αλλά προλάβανε να βγουν στον διάδρομο Γ και από εκεί τον κατέβασαν. Ο Μάρκους λέει ότι πιθανώς βρήκαν κάποιο άνοιγμα στον εξωτερικό τοίχο’’ ‘’Και η Ντάιαμοντ το ίδιο;’’, ρώτησε ο Λιρόι. ‘’Έτσι πιστεύουμε. Είδαμε στο βίντεο ότι κατέβηκε με το ασανσέρ μέχρι εδώ, αλλά ύστερα ανέβηκε ξανά, χωρίς καν να βγει. ΋ταν πήγαμε να δούμε τα πλάνα από την ταράτσα, τότε είδαμε και τους Λίθγκοου και Ντόντγκσον.’’ Η Νικόλ ξεφύσηξε βλαστημώντας ψιθυριστά. ‘’Ειδοποιήσαμε περιπολίες στην περιοχή και δώσαμε την περιγραφή τους’’, είπε μετά από λίγο ο εύσωμος άντρας. Ο Λιρόι κοίταξε την Νικόλ σκεφτικός. ‘’Ο Λίθγκοου είναι μάλλον προφανές που μπορεί να πηγαίνει’’, είπε, αλλά χωρίς ιδιαίτερη σιγουριά. ‘’Αλλά η Ντάιαμοντ...’’ Η Νικόλ έκανε διάφορους μορφασμούς με τα χείλη της. ‘’Η Ντάιαμοντ μπορεί είναι οπουδήποτε...’’, είπε, σαν να συνέχιζε την σκέψη του. Η Νικόλ έκανε άλλον ένα κάπως απαξιωτικό μορφασμό και γύρισε προς τους υπόλοιπους. ‘’Η Ντάιαμοντ είναι η πρώτη μας προτεραιότητα κύριοι. Καλέστε όλους τους υπόλοιπους στο κεντρικό κτίριο. Λίθγκοου και Ντόντγκσον κινούνται σίγουρα προς τον ανατολικό τομέα. Ακόμα και αν ο παλαβός έχει συναίσθηση, αργά ή γρήγορα θα τον ανακαλύψουμε. Αυτή η Ντόντγκσον όμως τι...’’. ΢ταμάτησε να μιλάει και κοίταξε την συσκευή μπροστά της, πατώντας κάποιες επιλογές. Διάβασε το ιστορικό της Άλις και

[94]


πήρε μια έκφραση απογοήτευσης. Όστερα έσπρωξε την συσκευή προς τον Λιρόι. Αυτός διάβασε με την σειρά του και χωρίς να πει τίποτα την απενεργοποίησε, επιστρέφοντάς της μια μαύρη οθόνη. ‘’Η Ντάιαμοντ’’, είπε κάπως εμφατικά, ‘’Δεν έχει την παραμικρή συναίσθηση. Αυτή τη στιγμή θα βιώνει αποπροσανατολισμό και πιθανώς απώλεια αντίληψης. Αυτό την καθιστά ευάλωτη, πέρα από τα υπόλοιπα και σε πραγματικό κίνδυνο. Θέλω να καλύψετε κάθε δρόμο, σε συνεργασία με την αστυνομία, από εδώ μέχρι το Μπεγκσκουερ. Εγώ με την γιατρό Άντερσον θα κινηθούμε δυτικά. Δεν χρειάζεται καμία συνάντηση στα κεντρικά’’, πρόσθεσε, κοιτώντας προς το μέρος της με νόημα. ‘’Θα τους βρούμε όλους εντός ώρας κύριοι. Για αυτό βάλτε τα δυνατά σας, να κλείσουμε αυτό το θέμα γρήγορα, απλά και αθόρυβα’’. Ο εύσωμος άντρας έγνεψε καταφατικά, έριξε μια κλεφτή φοβισμένη ματιά προς την Νικόλ, που κρατούσε το πηγούνι της κοιτάζοντας τον Λιρόι και απομακρύνθηκε βιαστικά με τους άλλους. ΋ταν έκλεισαν την πόρτα πίσω τους, ο Λιρόι έκανε νόημα στην Νικόλ να σηκωθεί. Αυτή παρέμεινε ακίνητη, να τον κοιτάει κάπως εξερευνητικά, με το χέρι στο πηγούνι. ‘’Νομίζεις ότι θα περάσει απαρατήρητο κάτι τέτοιο;’’, του είπε τελικά, όταν αυτός σηκώθηκε όρθιος. ‘’Νομίζω ότι έχουμε πολλά κενά ασφαλείας τα οποία πολύ υπεροπτικά παραβλέπουμε συστηματικά’’, απάντησε αυτός με ένα σοβαρό ύφος. Η Νικόλ ανασήκωσε τα φρύδια της και χαμογέλασε με ελαφρά ειρωνία. ‘’Πράγματι’’, είπε καθώς σηκωνόταν. ‘’Πράγματι, αυτήν την υπεροψία πρέπει να την εξετάσουμε πολύ σοβαρά’’, συμπλήρωσε και τον προσπέρασε επιδεικτικά. Ο Λίροι κούνησε το κεφάλι του και έκανε κάτι να πει, αλλά τελικά την ακολούθησε. Ο Σοντ τους κοίταξε βλοσυρός καθώς ξαναέφταναν στην έξοδο. Η Νικόλ του έριξε ακόμα ένα άγριο βλέμμα. ‘’΢ε ενημερώσανε;’’ ‘’Ναι’’ ‘’Ψραία. Σι έχεις να κάνεις;’’ ‘’Να μείνω στο πόστο μου’’. ‘’Πολύ ωραία. Ενημέρωσε σε παρακαλώ τον γιατρό Φονχάιμ, όταν σταματήσει να παίζει κρυφτό στον κήπο, ότι θα είμαστε στον δυτικό τομέα στην περιοχή ΔΒ24. Πες του ότι πηγαίνουμε στο σπίτι της Ντάιαμοντ’’.

[95]


Ο Σοντ έγνεψε καταφατικά, αλλά η Νικόλ ήταν σίγουρη για τις βρισιές που θα έφτυνε από μέσα του. Εξερχόμενη του κτιρίου, αποφάσισε ότι η επόμενη εισήγησή της προς το Διοικητικό ΢υμβούλιο θα ήταν η απόλυση του Σοντ αλλά και όλων των θυρωρών. ΄Ήταν προφανές ότι το ΢άικεντ χρειαζόταν κάτι πολύ πιο αποτελεσματικό από απλούς ανθρώπους να το περιφρουρούν. Και τα σάιμποργκ τα έφτιαχνε η ίδια εταιρία κατασκευής.

[96]


Ο απροστάτευτος Προστάτης

<<Τπηρεσιακό αυτοκίνητο σε αλλαγή κατεύθυνσης. Πρωτόκολλο παραπλανητικού σήματος αντίθετης πορείας. Επιτυχές.>> Η Άζρα ξεροκατάπιε, βυθισμένη στο κάθισμά της. Ένιωσε κάποια ανακούφιση, και προσπάθησε να δει αν ο οδηγός του αυτοκινήτου αισθανόταν το ίδιο. Σο αυτοκίνητο κάπως περιόρισε την ταχύτητά του, και τον παρατήρησε να διαγράφει με το δάχτυλό του μια πορεία σε μια μικρή οθόνη που βρισκόταν στην θέση του τιμονιού. ‘’Ποια ήταν αυτή που τους τσίριζε προηγουμένως;’’, ρώτησε δειλά. Είχαν και οι δυο προλάβει να ακούσουν τις φωνές της Φόλυ λίγο πριν διακοπεί κάθε επικοινωνία. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ γύρισε το κεφάλι του σαν να είχε ξεχάσει την παρουσία της. Όστερα ξαναγύρισε μπροστά του. ‘’Μια πολύ ικανή και επικίνδυνη γυναίκα’’, απάντησε. Η Άζρα έσκυψε πάλι προς τα εμπρός και ακούμπησε το κεφάλι της στο κάθισμά του. ‘’Η ερώτηση λοιπόν είναι: Πως είναι δυνατόν Προστάτες να κυνηγούν ένα Προστάτη;’’, του είπε, με φανερή ειρωνία. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ ξαναγύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της απότομα, και αυτή έκανε προς τα πίσω τρομαγμένη. ΄΄΋χι. ΋χι, η ερώτηση δεν είναι αυτή’’, της είπε αυστηρά. ‘’Η ερώτηση είναι, τι στο διάολο κάνεις στα χέρια του Γκουρού Καν. Σι στο διάολο κάνεις εδώ’’. Η Άζρα έριξε το σώμα της στο πίσω κάθισμα. ‘’Να μην σε νοιάζει Προστάτη’’, του είπε εχθρικά. Απέναντί της, ο Γουίλιαμ Κόρβερ δεν φαινόταν ικανοποιημένος με την απάντησή της. ‘’΋τι και αν κάνεις, είναι ηλίθιο’’, της είπε. ‘’Και φάνηκε νομίζω. Σώρα θα ήσουν σε ένα χειρότερο θάλαμο από του Γκουρού και θα ευχόσουν να είσαι στα χέρια των αντρών του Γκουρού’’. Η Άζρα απέφυγε το βλέμμα του κοιτώντας προς τα έξω. Αν και φάνηκε να ενοχλείται, στο τέλος σχημάτισε ένα χαμόγελο και χωρίς να τον κοιτάξει, είπε: ‘’Και που με πιάσατε, δεν καταφέρατε τίποτα’’. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ την κοίταξε λίγο εξερευνητικά, και ύστερα κοίταξε ξανά μπροστά του. Σο αυτοκίνητο επιβράδυνε και άλλο, και μετά από λίγο έστριψε σε έναν

[97]


ιδιαίτερα στενό μονόδρομο, τον οποίο και άρχισε να διασχίζει εξαιρετικά αργά. Η Άζρα τον κοίταξε ξανά, και παρατήρησε ότι πλέον δεν της έδινε σημασία αλλά κοιτούσε γύρω του. ‘’Σώρα τ..’’ ‘’΢σσστ!’’ Σο πρόσταγμά του να κάνει ησυχία την έκανε να σωπάσει. Κοίταξε προς τα έξω, και μέσα από τα σκοτεινά τζάμια διέκρινε τον άδειο δρόμο, με πολύ περιορισμένο φωτισμό ενώ στα κτίρια δεν είχαν παράθυρα. Παρατήρησε ότι και το αυτοκίνητο πλεον κινούταν με σβηστά φώτα. Όστερα, άκουσε τον αναστεναγμό του και κοίταξε προς τα εμπρός. Λίγο μπροστά τους, στο τέρμα του στενού δρόμου, μπορούσε να διακρίνει μια σιλουέτα, γυρισμένη προς το μέρος τους. Υορούσε ένα κράνος μηχανής και ήταν στην μέση του δρόμου, σταθερή στη θέση της. Αυθόρμητα, βυθίστηκε στο κάθισμά της και έκανε μια μάταιη προσπάθεια να απελευθερώσει τα χέρια της από το κλιπ που τα κρατούσε δεμένα. ‘’Είναι αυτό που νομίζω;’’, ρώτησε ψιθυριστά προς τον Γουίλιαμ Κόρβερ, ο οποίος ανέπνεε βαριά. ‘’Ναι’’, της απάντησε κοφτά και χωρίς να δείξει είτε αγωνία είτε σιγουριά. Σο αυτοκίνητο συνέχισε να τσουλάει ράθυμα προς το μέρος της σιλουέτας, που τώρα μπορούσε να διακρίνει καλύτερα. Υορούσε μαύρα ρούχα, και είχε τα χέρια στις τσέπες ενός δερμάτινου μπουφάν. Σα πόδια του ήταν λίγο ανοιχτά, σαν να ήθελε να έχει την μεγαλύτερη δυνατή σταθερότητα με το έδαφος. ‘’Πάτα τον’’, ψιθύρισε η Άζρα κοφτά και βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στο κάθισμά της. ‘’Μπα. Δεν θα προλάβω καν να επιταχύνω’’, απάντησε αυτός. Όστερα, τον είδε να πληκτρολογεί κάτι που έκανε το αυτοκίνητο να επιβραδύνει ακόμα περισσότερο, μέχρι που σταμάτησε σε μια μικρή απόσταση από την μαυροντυμένη φιγούρα. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ πήρε μερικές βαθιές αναπνοές και μετά από λίγη ώρα έσπρωξε την πόρτα, που άνοιξε συρταρωτά προς τα πίσω. Η Άζρα κουλουριάστηκε τόσο ώστε ίσα που μπορούσε να βλέπει, και είδε με αγωνία τον Γουίλιαμ Κόρβερ να ανασηκώνεται για να βγει από το αυτοκίνητο. Πριν βγει, γύρισε προς το μέρος της. ‘’Ακόμα και να προσπαθήσεις να το σκάσεις, δεν θα σε αφήσει το αυτοκίνητο. Κάτσε φρόνιμα’’. Η Άζρα δεν μίλησε, αλλά αν μίλαγε το πιο πιθανό θα ήταν να υπάκουγε στην προσταγή του, όσο αταίριαστο και αν της φαινόταν. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ

[98]


δεν είπε τίποτα άλλο, και βγήκε από το αυτοκίνητο. Έκανε δυο βήματα, και στάθηκε απέναντι στον άντρα, με τα χέρια στις τσέπες. ΢την πραγματικότητα, η στιγμή αυτή ήταν ξεχωριστή: Αυτοί οι δυο άντρες ποτέ δεν θα έπρεπε να σταθούν απέναντι. Ένας από τους δυο έκανε μάλλον ένα τεράστιο λάθος. Ένα περαστικό αυτόματο ελικόπτερο πέρασε από πάνω τους, χαιδεύοντάς τους με μια δέσμη φωτός. Η σιλουέτα στην απέναντι μεριά έβγαλε το αριστερό χέρι από την τσέπη, και με αυτό έβγαλε το κράνος. Η Άζρα διέκρινε έναν ξανθό άντρα, με λεπτά χαρακτηριστικά και γωνίες στο πρόσωπό του. Σα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα, ενώ φαινόταν να χαμογελάει πλατιά. ‘’Γουίλιαμ Κόρβερ!’’, είπε ο άντρας και ακούμπησε το κράνος μπροστά στα πόδια του. ‘’Πόσο καιρό, άραγε, έχω να σε δω;’’ Αυτός δεν άλλαξε έκφραση, ούτε απάντησε κάτι. Ο άλλος άντρας διατήρησε το χαμόγελό του, και ανακάτεψε κάπως τα μαλλιά του. ‘’Γουίλιαμ, Γουίλιαμ, Γουίλιαμ. Σι κάνεις εδώ Γουίλιαμ;’’. Μπορεί το πρόσωπό του να φαινόταν ευδιάθετο, αλλά στην φράση αυτή θα μπορούσες να νιώσεις μια υποβόσκουσα απειλή. Η αντίθεση αυτή τον έκανε να φαντάζει αρκετά τρομακτικός. ‘’Αυτό που πρέπει’’, του απάντησε κοφτά. Ο άντρας επανέλαβε την φράση μέσα από τα δόντια του, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του. ‘’Λοιπόν, Γουίλιαμ, εσύ δεν ήσουν που πάντα σκεφτόσουν πολύ πιο μπροστά; Ναι, ναι, αυτό ήταν το χάρισμά σου, το ταλέντο σου, ήσουν ξεχωριστός για αυτό Γουίλιαμ. Σι ακριβώς σκεφτόσουν τώρα μεγάλε σκακιστή; Γιατί είμαστε εδώ, απέναντι ο ένας από τον άλλον; Δεν είσαι πλέον Προστάτης, έτσι δεν είναι; Λήθαργος; Έτσι δεν το λένε; Έπρεπε να μείνεις κοιμισμένος, αν θεωρείς ότι μια απλή αλλαγή σήματος κατεύθυνσης θα μας απομάκρυνε’’ ‘’Κάνεις πάρα πολλές ερωτήσεις’’, του απάντησε. Ο άντρας άλλαξε έκφραση με αυτό το σχόλιο, και έβγαλε το άλλο του χέρι από την τσέπη. Η Άζρα παρατήρησε ένα μαύρο λείο γάντι, με διάφορες άσπρες και ασημένιες χαρακιές επάνω του, σαν μικρές φλέβες. Ο άντρας σήκωσε το γαντοφορεμένο χέρι του και με το δάχτυλο ακούμπησε το σαγόνι του. ‘’Λοιπόν;’’, τον ρώτησε. ‘’Πως θέλεις να γίνει αυτό τώρα;’’ ‘’Θα με αφήσεις να φύγω’’ ‘’Δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Αλλά και πάλι, αλλιώς τι Γουίλιαμ Κόρβερ; Αλλιώς τι; Δεν βλέπω να έχεις κάτι τέτοιο πλέον.’’, είπε και τέντωσε το χέρι του, με την παλάμη

[99]


ψηλά. ΢τα ακροδάχτυλά του, οι μικρές λευκές φλέβες κατέληγαν σε ένα μικρό κυκλικό σχέδιο. Η Άζρα είδε με φόβο τα μικρά αυτά κυκλάκια να αποκτούν σιγά σιγά μια γκριζογάλανη απειλητική λάμψη. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ, προς έκπληξη όλων, συνέχισε να στέκεται ατάραχος και ακίνητος. ΄΄Α, είχα ένα ολόκληρο σετ από αυτά. Δεν θα μπορούσα να συμβιβαστώ με ένα μόνο’’, είπε με ένα τόνο αρκετά δηκτικό, το νόημα της φράσης ωστόσο η Άζρα δεν θα μπορούσε να καταλάβει. Ο άντρας απέναντί του ρουθούνισε κάπως εκνευρισμένος τώρα, και έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός, με την παλάμη του να σχηματίζει ένα μικρό φωτεινό περίγραμμα, με μικρές τρεμάμενες λευκές ίνες να τινάζονται σε διάφορες κατευθύνσεις, σαν ζωντανές. ‘’Γουίλιαμ Κόρβερ, μην με αναγκάσεις να κάνω κάτι που δεν θέλουμε’’, του είπε τώρα με τόνο που στην Άζρα φάνηκε αρκετά απειλητικός για να βυθιστεί λίγο ακόμα στο κάθισμά της. ‘’Αυτό ήταν το σχέδιό σου; Να πάρεις την κοπέλα και τι; Να ξεφύγεις από εμάς; Έχεις κάποιο όπλο στην καμπαρντίνα σου; Αυτό είναι; Θεωρείς ότι θα προλάβεις να ρίξεις πιο γρήγορα;’’ ΢την θύμηση του όπλου η Άζρα ανασηκώθηκε κάπως. Η κίνησή της οδήγησε στο να διασταυρωθεί το βλέμμα της με του άντρα. Παρά τον φόβο της, δεν τράβηξε το βλέμμα της, μέχρι που το δικό του επικεντρώθηκε πάλι στον Γουίλιαμ Κόρβερ. ‘’Για την ακρίβεια έχω’’, απάντησε αυτός με ηρεμία. ‘’Αλλά όχι, δεν νομίζω ότι θα προλάβω να ρίξω’’, συμπλήρωσε. Ο άντρας έκανε άλλο ένα βήμα. Ήταν η σειρά του Γουίλιαμ να χαμογελάσει αμυδρά και φευγαλέα, τόσο ώστε όμως ο άντρας απέναντί του να το διακρίνει. ‘’Απομακρύνσου από το αυτοκίνητο’’, του φώναξε δυνατά και τώρα από την παλάμη του γεννιόταν ένας μικρός ανεστραμμένος θόλος ενός απόκοσμου ηλεκτρικού μπλε φωτός, το οποίο φαινόταν να αγκομαχά να μην απελευθερωθεί με δύναμη προς τον Γουίλιαμ. ‘’Γιατί είμαστε εδώ, δεν με ρώτησες;’’, είπε τελικά αυτός, με τον ίδιο ήρεμο τόνο, σχεδόν σαν να ψιθυρίζει. Ο άντρας έκανε ένα μορφασμό εκνευρισμού. ‘’Ναι’’ ‘’Γιατί είμαστε εδώ, ΢αμ;’’ Ηρεμία απέναντι σε μια διογκούμενη λάμψη οργής και αποφασιστικότητας. ‘’Εσύ θα μου πεις Κόρβερ’’. ‘’Γιατί είμαστε σε αυτό το στενό;’’

[100]


Ο άντρας που άκουγε στο όνομα ΢αμ σχημάτισε μια περίεργη έκφραση. Η Άζρα θα ορκιζόταν ότι η λάμψη από το χέρι του κάπως υποχώρησε διστακτικά. Οι δυο άντρες τώρα κοιταζόντουσαν επίμονα, κάτω από την απόκοσμη γαλάζια ανταύγεια ενός προτεταμένου χεριού. ‘’Ποιο είπες ότι είναι το ταλέντο μου;’’, ρώτησε ξανά, με τον ίδιο μειλίχιο τόνο και μια επιθετική ηρεμία. Ο ΢αμ απέναντί του συνέχισε να μην απαντά, αλλά τώρα θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει τις διεσταλμένες κόρες του και το ελαφρύ παίξιμο των ματιών

του

σε

διάφορες

κατευθύνσεις,

σε

αναζήτηση

κάποιου

αναπάντεχου

αιφνιδιασμού. ‘’Ποιο είναι το ταλέντο μου ΢αμ; Γιατί είμαστε εδώ, σε αυτό το στενό;’’ ‘’Μην παίζεις, Κόρβερ. Μην παίζεις μαζί μου’’. Ο ΢αμ τέντωσε ξανά το χέρι του, η γαλάζια αύρα ξαναδιογκώθηκε σαν έγινε κάποια ανάφλεξη των φωτονίων της και από την παλάμη του ακούστηκε ένας θόρυβος, σαν κάτι να φόρτιζε με γρήγορη ταχύτητα. ‘’Ποιο είναι το ταλέντο μου ΢αμ;’’ Ο ΢αμ έσφιξε τα δόντια του ρουθουνίζοντας. Η Άζρα μπορούσε να δει την αμφιβολία του και το άγχος του πλέον, χωρίς ωστόσο να μπορεί να το εξηγήσει. Ο συνοδός της στεκόταν ακίνητος, με τα χέρια στις τσέπες του, υπό την απειλή μιας γαλάζιας φωτεινής δέσμης, σαφέστατα στριμωγμένος. Μια ακόμα παρατεταμένη σιωπή διέκοψε η γυναικεία φωνή από το αυτοκίνητο. <<Τπηρεσιακό. Αυτοκίνητο. Ένα μίλι. Προσεγγίζει.>> Ο ΢αμ σχημάτισε ένα αυθάδικο και χαιρέκακο χαμόγελο. Η Άζρα προσπάθησε να βγάλει το κλιπ από τα χέρια της, προσπαθώντας να το σπρώξει με το πόδι της. Κοίταξε προς τα πίσω, προσπαθώντας να βρει ένα δρόμο διαφυγής. ‘’Σο ταλέντο σου, Κόρβερ, ήταν να σκέφτεσαι πολύ πιο μπροστά από τους υπολοίπους. Αλλά δεν είσαι Προστάτης πια Κόρβερ. Και τώρα κάποιοι άλλοι σκέφτονται πολύ πιο μπροστά από εσένα’’ Ο Γουίλιαμ Κόρβερ δεν απάντησε τίποτα. Έγνεψε απλώς καταφατικά. ‘’Καληνύχτα Κόρβερ’’, του είπε και έκανε ακόμα ένα βήμα. ‘’Θα στείλω τα χαιρετίσματά σου στην Φό..’’

[101]


Εκεί ακριβώς, χωρίς καμία προειδοποίηση, χωρίς ήχο ή κάποια λάμψη, ένα μικρό σφαιρίδιο με μια μυτερή προεξοχή ήρθε και προσγειώθηκε με δύναμη και ακρίβεια στον λαιμό του του άντρα, στο ύψος των αμυγδαλών του. Ο ΢αμ διέκοψε την φράση του απότομα, νιώθωντας το απρόσμενο τσίμπημα. Η λάμψη στο χέρι του αναβόσβησε στιγμιαία, σαν αντανακλαστικό από το τσίμπημα. Σα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και κοίταξε προς τον άντρα απέναντί του, που διατηρούσε επίμονα το ίδιο ακριβώς ύφος και στάση. Αμέσως μετά, άλλο ένα μικρό βελάκι σφηνώθηκε κάτω από το δέρμα του, σε μικρή απόσταση. Σο πρόσωπο του ΢αμ τώρα συσπάθηκε από ένα μίγμα έκπληξης και οργής. ‘’Γαμημένε μπάσταρδε’’, φώναξε φτύνοντας. Όστερα, γύρισε το χέρι του απότομα προς το σημείο από το οποίο φαινόταν να έχουν έρθει τα μικρά απρόσμενα κεντριά. Η φωτεινή αύρα τώρα δημιούργησε έναν απότομο κυματισμό γύρω από την παλάμη του, και ο περίεργος ήχος της απότομης φόρτισης ακούστηκε ξανά αλλά αρκετά πιο δυνατά. Όστερα, μια ογκώδης δέσμη γαλαζόλευκου χρώματος εκτινάχθηκε από το χέρι του με μια οργισμένη μεγαλοπρέπεια, και προσγειώθηκε με δύναμη πάνω στο διπλανό κτίριο. ΋λα γύρω τους λούστηκαν στιγμιαία στο απόκοσμο φως και ύστερα ταλαντεύτηκαν από τον ξερό ήχο της πρόσκρουσης. Ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του κτιρίου εκτινάχθηκε στον αέρα και σκόρπισε γύρω τους πολύ μικρά χαλάσματα και σκόνη. ΋ταν ξανάνοιξε τα μάτια της, θολωμένα από το εκτυφλωτικό φως, και αφού βλεφάρισε νευρικά για να αποκαταστήσει την όρασή της, η Άζρα κοίταξε προς τους άντρες μπροστά της. Ο ΢αμ είχε ακόμα το χέρι του προτεταμένο προς το κτίριο, το οποίο τώρα είχε ένα βαθούλωμα σαν να το χτύπησε μικρός μετεωρίτης, από το οποίο έβγαινε καπνός και έπεφταν μικρά κομμάτια από χαλάσματα. Η παλάμη του σπινθήριζε το ίδιο γαλάζιο φως αλλά αδύναμα και κουρασμένα. Σο πρόσωπό του φαινόταν παραμορφωμένο, σαν σε μια περίεργη ακαμψία. Από το μισάνοιχτο στόμα του έβγαινε σάλιο και φαινόταν να κάνει προσπάθεια να κρατήσει τα βλέφαρά του ανοιχτά, κοιτάζοντας με οργή τον Γουίλιαμ Κόρβερ. Υαινόταν να προσπαθεί κάτι να πει, αλλά τα χείλη του απλά έπαιζαν και ύστερα άνοιγαν πάλι. Μετά, έπεσε στα γόνατα, και το χέρι του προσγειώθηκε στο μηρό του, σαν παράλυτο. Σο κεφάλι του πήρε μια κλίση προς τα εμπρός και έμεινε σε αυτήν την στάση για μερικές στιγμές. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ τώρα κινήθηκε για πρώτη φορά, βγάζοντας τα χέρια του από τις τσέπες, και μαζί το ασημένιο όπλο του. Προχώρησε

[102]


αργά προς τον ετοιμόρροπο άντρα, ενώ τώρα σκόνη έπεφτε πάνω τους σαν ελαφρύ χιόνι και έφτιαχνε ένα στρώμα πάχνης στα πέτα τους. Έσκυψε μπροστά του και με την κάννη του όπλου του έσπρωξε το σαγόνι του άντρα προς τα πάνω, έτσι ώστε να είναι πρόσωπο με πρόσωπο. Σον κοίταξε εξερευνητικά, παρατηρώντας την προσπάθεια του να διατηρήσει ανοιχτά τα μάτια του και να αρθρώσει κάποια λέξη. Ο άντρας έμοιαζε να χάνει πλήρως τον έλεγχο του σώματός του σταδιακά. ‘’Πες στην Φόλυ.....Πες στην Φόλυ να το παρατήσει αυτό εδώ. ΋ταν θα είμαι έτοιμος, θα έρθω από μόνος μου για τις αναγκαίες εξηγήσεις’’ Φωρίς να περιμένει κάποια απόκριση, έσπρωξε το κεφάλι του άντρα με την κάννη του όπλου προς τα πίσω, έτσι που αυτός έμεινε για λίγο μετέωρος και μετά έπεσε προς τα πίσω ανάσκελα, με τα πόδια του ακόμα λυγισμένα. Ο Γουίλιαμ έβαλε το όπλο στην τσέπη του και προχώρησε

βιαστικά προς το αυτοκίνητο. Μπαίνοντας μέσα,

μουρμούρισε κάτι σαν ‘’χειροκίνητο’’ και ένα πηδάλιο αναδύθηκε από την θέση του οδηγού. Με γρήγορες κινήσεις έβαλε μπροστά και προσπέρασε κάποιες εστίες χαλασμάτων και το ακίνητο σώμα του ΢αμ. Βγαίνοντας από το στενό, επιτάχυνε αποφασιστικά στον ανοιχτό δρόμο, ρίχοντας κλεφτές ματιές στην μικρή οθόνη δίπλα του. Η Άζρα ανασηκώθηκε αργά από το κάθισμά της, κοιτάζοντας προς τα πίσω. Σο στενό που ήταν πριν τώρα φαινόταν μόνο από ένα μικρό σύννεφο σκόνης που απλωνόταν γύρω του. Κοίταξε προς τον οδηγό της, προσπαθώντας να διαλέξει τα λόγια της. ‘’ Ο άλλος; Σο αυτοκίνητο;’’ ‘’Θα σταματήσει να τον βοηθήσει. Αν δεν τον βοηθήσει, θα πεθάνει’’ ‘’Ποιος ήταν αυτός;’’ ‘’Αυτός ήταν ο ΢αμ Υρίντμαν. Εξαιρετικό παιδί, πολύ καλό και έξυπνο’’ ‘’Σι του έκανες;’’ ‘’Σον δηλητηρίασα’’ ‘’Πως;’’ ‘’Με δηλητήριο’’ Η Άζρα ανέπνευσε βαριά, κοιτώντας προς τα πίσω. Σώρα απλώς φαινόταν μια μακρινή αιθαλομίχλη. ‘’Ποιος είσαι; Γιατί το κάνεις αυτό;’’

[103]


Ο Γουίλιαμ Κόρβερ κοίταξε την οθόνη και αφού σιγουρεύτηκε ότι δεν τον ακολουθούσε κανείς πλέον, την έσβησε, σπρώχνωντας παράλληλα το πηδάλιο ξανά προς τα μέσα. Η ηλεκτρική φωνή του αυτοκινήτου ανήγγειλε την αυτόματη λειτουργία, ξανά το πρωτόκολλο χρώματος και την διασπορά του σήματος σε διάφορα μέρη τα οποία η Άζρα δεν γνώριζε. Όστερα, γύρισε και την κοίταξε, ενώ και το κάθισμά του έκανε μια μικρή περιστροφή. ‘’Με λένε Γουίλιαμ Κόρβερ. Ήμουν Προστάτης, δεν είμαι τόσο πλέον. Μετά και από αυτό, δεν είμαι σίγουρα. Αλλά είμαι σίγουρα ο καλύτερος προστάτης που θα μπορούσες να έχεις. Έχουμε ακόμα δυο αναγκαίες στάσεις- στο μεσοδιάστημα αυτών έχεις όλο το χρόνο να αρχίσεις να μου εξηγείς: Γιατί είσαι εδώ, γιατί βρέθηκες στον Γκουρού Καν, τι γύρευες στην Νεκρή Ζώνη. Ανάλογα με τις εξηγήσεις σου, θα πορευτούμε αναλόγως. Είτε θα βρούμε ένα τρόπο να μείνεις εδώ, αν αυτό τελικά επιθυμείς, είτε θα βρούμε ένα τρόπο να σε γυρίσω πίσω με ασφάλεια.’’ Η Άζρα τον κοίταξε χωρίς να μπορεί να κρύψει την έκφραση έκπληξης από το πρόσωπό της. Όστερα, απρόσμενα και για αυτόν, κούνησε το κεφάλι της αργά δεξιά και αριστερά. ‘’Είναι πολύ αργά για σας, πρώην Προστάτη’’, του είπε. ‘’Πάρα πολύ αργά για εσάς. ΢το τέλος της ημέρας, ο κόσμος σας θα τελειώσει. ΋τι και αν κάνεις εσύ, ή εγώ βεβαίως, δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό.’’ Η φωνή της ήταν ξανά αποστασιοποιημένη και εχθρική. Έμοιαζε σαν να μεταμορφώνεται- από μια παγιδευμένη γυναίκα σε μια γυναίκα – αράχνη που σε πληροφορεί ότι έχεις ήδη πιαστεί στον ιστό της. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ δεν φάνηκε να αποθαρρύνεται από τον τόνο της- αντίθετα, φάνηκε να εστιάζει στα λεγόμενά της με μεγάλο ενδιαφέρον. Έσκυψε προς το μέρος της, προσπαθώντας να την κοιτάξει με κάθε σοβαρότητα. ‘’Ακουσέ με. ΋,τι, επαναλαμβάνω, ό,τι και αν σχεδιάζετε, δεν θα δουλέψει. Οι Προστάτες είναι πλήρως λειτουργικοί. Και σκέψου, ότι είναι η τελευταία γραμμή οποιασδήποτε άμυνας. Τπάρχουν δεκάδες γραμμές πριν από αυτούς. Ακόμα και αν τις περάσετε, δεν θα περάσετε αυτούς.’’ Η Άζρα κούνησε πάλι το κεφάλι της, απαξιωτικά. ‘’Σι έγινε πρώην Προστάτη; Είσαι μήπως σύμμαχός μας; Μας συμβουλεύεις; Μας βοηθάς; Έχουμε ένα ‘’τέλειο άνθρωπο’’ στο πλευρό μας;’’ Έσκυψε προς τα εμπρός και προς το μέρος του, και τώρα το βλέμμα της ήταν εμφανώς χαιρέκακο και ειρωνικό. ‘’Δεν είσαι τέλειος. Δεν είστε τέλοιοι. Είστε κατασκευές μιας σάπιας μηχανής που ήρθε

[104]


η ώρα να κλείσει μια και καλή. Αν δεν με πιστεύεις, μπορείς να ρωτήσεις τον Υρέντι Μπανκς…’’ Ο Γουίλιαμ Κόρβερ κοίταξε χαμηλά, σαν να ήθελε να αποφύγει το βλέμμα της. Σο άκουσμα το ονόματος αυτού τον έκανε να σφίξει τα δόντια του και τις γροθιές του. Σην ξανακοίταξε μετά από αρκετή ώρα, με το σαδιστικό της χαμόγελο και τα ορθάνοιχτα μάτια της να τον κοιτάνε. Όστερα, με μια σβέλτη κίνηση, έπιασε ένα μικρό βελονοειδές αντικείμενο από την θέση του συνοδηγού και έφερε το χέρι του στο λαιμό της, αρκετά βίαια αλλά συγκρατημένα και μελετημένα. Η Άζρα δεν πρόλαβε ούτε να αναπνεύσει. ‘’Κοιμήσου τώρα’’, ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε αυτή καθώς ξαφνικά μια μαύρη κουρτίνα έπεσε μπροστά στα μάτια της, και μετά δεν υπήρχε απολύτως τίποτα.  ΋ταν άνοιξε ξανά τα μάτια της, τα βλέφαρά της ξαναέπεσαν σχεδόν αμέσως, ενώ τα χέρια της ήταν τόσο μουδιασμένα που δεν τα αισθανόταν ως δικά της. Η καθυστέρηση στην ενεργοποίηση των μυών των άκρων της προκάλεσε μια αναστάτωση και νευρικότητα, και έτσι όταν άνοιξε εκ νέου τα μάτια της το έκανε με ένα δυνατό τίναγμα όλου του κορμιού της προς τα εμπρός, μέχρι που προσγειώθηκε με δύναμη στο κάθισμα του οδηγού. Ξαναέριξε το σώμα της πίσω, κάπως ανακουφισμένη που ήταν λειτουργικό, και κοίταξε γύρω της. Σο παράθυρο του αυτοκινήτου της ήταν ανοιχτό, ενώ μπορούσε να ακούσει μια απαλή αλλά ρυθμική μουσική να περιλούζει ένα χώρο που φαινόταν σαν στενό δωμάτιο, γύρω από το αυτοκίνητο. Απέναντι ακριβώς από το παράθυρό της ήταν ένας λευκοκίτρινος τοίχος, όπως και ευθεία μπροστά από το παρμπρίζ. Όστερα άκουσε ένα σφύριγμα στον ίδιο μουσικό σκοπό και ένα απαλό βηματισμό. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ εμφανίστηκε δίπλα από το παράθυρό της, γυμνός από τη μέση και πάνω, κρατώντας στα χέρια του ένα βρεγμένο πανί. Έσκυψε λίγο, κοιτάζοντάς την στα μάτια, με κάπως αυστηρό τρόπο. ‘’Δεν θα ξαναναφέρεις το όνομα του Υρέντι Μπανκς. Αλλιώς η επόμενη δόση θα είναι ικανή να σε κοιμήσει ολόκληρη εβδομάδα. ΢κέψου πόσο θα διψάς μετά’’. Παρά την εμφανή του προσπάθεια να είναι απειλητικός, η ζαλισμένη και μουδιασμένη Άζρα ένιωσε κυρίως εκνευρισμό και σφίγγοντας τα δόντια προσπάθησε να

[105]


τον χτυπήσει με τα δεμένα χέρια της. Η κίνησή της ήταν ωστόσο αρκετά αργή και αδύναμη, τόσο που ο άντρας δεν χρειάστηκε καν να απομακρυνθεί από την θέση του. ‘’Άλλη μια ευκαιρία’’, της είπε και έβγαλε ένα μικρό λεπίδι από την τσέπη του, πιο μικρό και λεπτό από ένα μολύβι. Αυτή προσπάθησε να μην δείξει φόβο αλλά αντανακλαστικά έκανε να απομακρυνθεί. Ο άντρας έβαλε τα χέρια του μέσα στο αυτοκίνητο, και με σίγουρες κινήσεις έπιασε τα δικά της, κόβοντας το κλιπ που τα κρατούσε ενωμένα. Η Άζρα σχεδόν ενστικτωδώς τα χρησιμοποίησε για να τον απομακρύνει, αλλά αυτός είχε ήδη κάνει ένα βήμα πίσω. Ξαναέβαλε το λεπίδι στην τσέπη του και της άνοιξε την πόρτα. ‘’Βγες έξω’’, της είπε, χωρίς πια να την κοιτάει, και απομακρύνθηκε σφυρίζοντας ξανά. Η Άζρα πήρε μερικές αναπνοές, χαιδεύοντας τους καρπούς της. Κοίταξε από το πίσω τζάμι του αυτοκινήτου. Βρισκόντουσαν σε κάποιο δωμάτιο, όχι πολύ μεγαλύτερο από το αυτοκίνητο, σαν κάποιο γκαράζ. Ο άντρας τώρα ήταν ακριβώς από πίσω, σε ένα μικρό μεταλλικό νιπτήρα που είχε παραγεμίσει με μαύρα ρούχα, ίσως αυτά που φορούσε. Η Άζρα παρατήρησε μια σειρά από σημάδια στο ένα του μπράτσο, σαν μικρές χαρακιές και οπές, τα οποία όμως είχαν μια δική τους συμμετρία για να είναι από κάποιο παλιότερο τραυματισμό. Μια σειρά από αντίστοιχα σημάδια παρατήρησε και στους καρπούς του. ΢την πλάτη του υπήρχαν μερικά τατουάζ με αφηρημένα σύμβολα. Έμοιαζαν ωστόσο κάπως ξεθωριασμένα και θαμπά. Διστακτικά, κινήθηκε προς την ανοιχτή πόρτα και έβγαλε το κεφάλι της έξω από το αυτοκίνητο, περιεργαζόμενη το χώρο. ΢την άλλη πλευρά υπήρχαν μερικές μεταλλικές ντουλάπες, η μια εκ των οποίων ήταν μισάνοιχτη. Δίπλα τους, μια σειρά από ράφια, ενώ πάνω τους ήταν κάποια αντικείμενα καλυμμένα με ένα μαύρο πανί, με τις γωνίες του να εξέχουν. Έψαξε με νευρικότητα να αναγνωρίσει κάποια έξοδο, αλλά η μόνη προφανής πόρτα ήταν αυτή μπροστά ακριβώς από το αυτοκίνητο, που έμοιαζε να κλείνει οριζόντια. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα και περιορισμένο οξυγόνο. Η Άζρα ξεπρόβαλλε από το αυτοκίνητο διστακτικά, με τα πόδια της να τρέμουν ελαφρώς από το μούδιασμα. Ο Γουίλιαμ την κοίταξε και έπιασε ένα πακέτο τακτοποιημένων σε συμμετρικό τετράγωνο ρούχων, και της τα έριξε. Η Άζρα περισσότερο αντανακλαστικά έπιασε τα ρούχα στην αγκαλιά της. ‘’Άλλαξε’’, είπε αυτός, ξανά με ένα προστακτικό τόνο. Η Άζρα άφησε τα ρούχα να πέσουν κάτω, αναπνέοντας από την μύτη. Αυτός προσπαθούσε τώρα να χωθεί σε μια

[106]


σχεδόν κολλητή ελαστική μπλούζα με μακριά μανίκια, με μια μεταλλική γκρίζα απόχρωση και δυο μαύρες ρίγες στα πλάγια. Σο ρούχο εφάρμοσε πάνω του τελικά, και πάνω από αυτό πέρασε ένα πολύ λεπτό ανθρακί πουκάμισο, με οριζόντιες πολύ λεπτές ίνες. Σην κοίταξε καθώς ένωνε το πουκάμισο μπροστά στο στήθος του. ‘’Άλλαξε’’, επανέλαβε. Η Άζρα από αντίδραση κλώτησε τα ρούχα που ήταν πεσμένα μπροστά της. Αυτός κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος, ξεφυσώντας. ‘’Είναι κανονικά ρούχα, καθημερινά ρούχα, ρούχα για κινηθούμε και να περάσουμε απαρατήρητοι’’, της είπε μαλακά. ‘’Εκτός και αν θες να γράψουμε στα μέτωπά μας ότι μας κυνηγούν Προστάτες. Να, μια καλή ιδέα’’. Η Άζρα συνέχισε να αναπνέει από την μύτη, σφίγγοντας τις γροθιές της. ΢την πραγματικότητα, δεν υπήρχαν πολλές εναλλακτικές πέρα από το να κρατάει το πεισματάρικο ταμπεραμέντο της απέναντί του. Και αυτό πάλι δεν έδειχνε να τον πτοεί ιδιαίτερα. Έσκυψε να πιάσει ξανά τα ρούχα,

ψαχουλεύοντας με τα μάτια της για

κάποιο κοντρόλ ή διακόπτη της πόρτας. Πιάνοντάς τα είδε ότι της είχε δώσει ένα μαύρο παντελόνι, ένα λευκό πουκάμισο, στο ίδιο στυλ με το δικό του αλλά με μωβ αντίστοιχες ίνες, αλλά και ένα ζευγάρι μωβ λεπτά εσώρουχα. Σον κοίταξε ξανά εκνευρισμένη. ‘’Θες να με πηδήξεις Προστάτη; Για αυτό μου δίνεις πρόστυχα εσώρουχα;’’, του είπε ειρωνικά. ‘’Θέλεις μήπως να γδυθώ μπροστά σου για να βλέπεις; Είσαι τόσο ανώμαλος;’’ Ο Γουίλιαμ κούνησε διακριτικά το κεφάλι του και προχώρησε προς το μέρος της. ΢τάθηκε μπροστά της και έπιασε το λεπτό σλιπ, φέρνοντάς το μπροστά στα μάτια της. ‘’Αυτό’’, είπε κουνώντας το, ‘’δεν είναι καθόλου πρόστυχο. Μπορώ βέβαια να σου δώσω το δικό μου, αλλά δεν θα σου ήταν άνετο. Και επίσης...’’. Πριν ολοκληρώσει, πέταξε το σλιπ στο πίσω κάθισμα. ‘’Μπες στο αυτοκίνητο’’. Όστερα την έσπρωξε απαλά και προχώρησε στην μπροστινή μεριά του αυτοκινήτου, όπου ήταν κρεμασμένο ένα επίσης λεπτό μαύρο τζάκετ με κάπως τετράγωνη γραμμή. Η Άζρα τον ακολούθησε με το βλέμμα με τον εκνευρισμό της να πολλαπλασιάζεται. Έσκυψε να πιάσει το σλιπ και το έριξε μαζί με τα υπόλοιπα πάνω στην οροφή του αυτοκινήτου. Φωρίς να μπει μέσα, άρχισε να βγάζει τα ρούχα της, δίνοντας μια ιδιαίτερη έμφαση στο χακί πουκάμισο του Γκουρού, το οποίο και πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Φωρίς να πάρει το βλέμμα της από τον Γουίλιαμ, που τώρα είχε σκύψει μπροστά σε μια σειρά από παπούτσια χωρίς να της δίνει ιδιαίτερη σημασία, έμεινε τελείως γυμνή. Προσπάθησε να επεξεργαστεί

[107]


διάφορα σχέδια, αλλά δεν μπορούσε ακόμα να βρει ένα τρόπο να ξεπεράσει γρήγορα το εμπόδιο της πόρτας. ‘’Χιτ, Προστάτη’’, του φώναξε. Αυτός γύρισε το βλέμμα του, σκυμμένος, και την κοίταξε ευθεία στα μάτια. ‘’Εγώ γιατί νομίζω ότι το παίζεις σκληρός αλλά στην πραγματικότητα θέλεις να με πηδήξεις; Δεν είναι ντροπή, ξέρεις. Αντιθέτως. Μην ξεχνάς ότι εγώ δεν είμαι από την ανέραστη πόλη σου..’’ Ο Γουίλιαμ Κόρβερ δεν έσπασε ούτε στιγμιαία το βλέμμα του από τα μάτια της, και αυτή έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός, ακουμπώντας αισθησιακά τους μηρούς της. Φωρίς να το καταλάβει, ανάμεσά τους εμφανίστηκε ένα ζευγάρι παπούτσια από το πουθενά, τα οποία είχε ρίξει αυτός προς το μέρος της. Αντανακλαστικά ξανά, τα έπιασε, μόνο και μόνο για να τα αφήσει να πέσουν κάτω έκπληκτη και λίγο παραπάνω εκνευρισμένη. ‘’Σι έγινε, Προστάτη; ΢ας ευνουχίζουν για να μπείτε στο σώμα; Ή μήπως...ω, μα ναι, αυτό θα είναι. ΢ας προγραμματίζουν από την αρχή! Είστε άφυλοι, δεν είναι έτσι; Σι έγινε, σκληρέ άντρα; Δεν έχεις γαμίσει ποτέ σου γυναίκα; Δεν έχεις καν αρχίδια; Και από που βγαίνει η τεστοστερόνη σου; Παίρνεις ειδικά φάρμακα για να μοιάζεις με άντρα;’’ Ο Γουίλιαμ χαμογέλασε κάπως αμυδρά και περπάτησε στην άλλη πλευρά του δωματίου, προς τα εκεί που ήταν τα ράφια. ‘’Για την ακρίβεια’’, της είπε κάπως απορροφημένος ανοίγοντας μια ντουλάπα, ‘’Είμαστε φυσικά γεννημένοι. ΋λοι μας. Είναι κανόνας στο σώμα να μην υπάρχουν Σεχνητοί. Αυτοί συνήθως στελεχώνουν την αστυνομία ή την προεδρική φρουρά. Και διάφορους άλλους τομείς. Επίσης..’’ ΢ταμάτησε για λίγο, ψαχουλεύοντας την ντουλάπα. Έπιασε κάτι που έμοιαζε με σακάκι σε χρώμα έντονο πορτοκαλί και το κοίταξε με περιέργεια, πριν το πετάξει ξανά μέσα. ‘’Επίσης, ευνουχισμός; Μα πως σου ήρθε; Που θυμήθηκες τον ευνουχισμό; Πλέον, γλυκιά μου, μπορεί ο καθένας να ελέξει και την γονιμότητα και την διάθεσή του κατά βούληση. Αν είναι δυνατόν. Άκου ευνουχισμός..’’. Η Άζρα τον παρατήρησε να κουνάει το κεφάλι του γελώντας. Όστερα ξαναχώθηκε στην ντουλάπα, έβγαλε άλλο ένα τζάκετ, αυτή τη φορά μαύρο με ασημί λεπτομέρειες και κάπως γυαλιστερό και το περιεργάστηκε. ‘’Επίσης’’, είπε και την κοίταξε τώρα, σκύβοντας ελαφρά πάνω από την οροφή του αυτοκινήτου που ήταν ανάμεσά τους. ‘’Περιμένεις να αποδράσεις...πηδώντας με; Περίεργος τρόπος να διεκδικήσει κανείς την ελευθερία του, δεν νομίζεις;’’. Μετά,

[108]


πέταξε το τζάκετ ξανά μέσα και πριν της γυρίσει την πλάτη χτύπησε παλαμάκια δυο φορές. ‘’Αντε τώρα’’, είπε και έκανε νόημα με το χέρι του. ‘’Ντύσου’’. Η Άζρα έσφιξε τα δόντια της και έπιασε τα μωβ εσώρουχα από την οροφή του αυτοκινήτου. ‘’Αν σε πηδήξω εγώ θα μάθαινες τι πάει να πει ελευθερία όμως’’, μουρμούρισε χαμηλόφωνα, χωρίς να είναι σίγουρη αν την άκουσε ή όχι. Υόρεσε τα εσώρουχα και τα βρήκε εξαιρετικά βολικά και ωραία στην αίθηση, νιώθωντας το συνθετικό ύφασμα να προσαρμόζεται πάνω της. Όστερα, τον είδε να γυρίζει απογοητευμένος προς το μέρος της, κρατώντας ξανά το ίδιο μαύρο τζάκετ. Σο έσπρωξε και αυτό κοντά της. ‘’Σα ρούχα είναι για όλα τα μεγέθη, αλλά τα τζάκετ φοβάμαι πως δεν είναι. Θα σου είναι λίγο μικρό, αλλά θα κάνει την δουλειά του’’, είπε και το ακούμπησε στην οροφή. ‘’Μπα; Κοντή γκόμενα;’’, του είπε αυτή κάπως χλευαστικά, αν και περισσότερο επειδή ένιωθε ηττημένη από την προηγούμενη συνομιλία τους και σκέφτηκε να τον μειώσει. ‘’Και με μικρότερο στήθος’’, συμπλήρωσε, τακτοποιώντας το δικό της στο σουτιέν. Αυτός κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, κάνοντας μια γκριμάτσα συμφωνίας. Υαινόταν να διασκεδάζει τις γρατζουνιές της, όπως θα αντιμετώπιζε τα δαγκώματα ενός κουταβιού. ‘’Κάπως έτσι’’, είπε αλλά έστρεψε αλλού την προσοχή του και έβαλε το χέρι του κάτω από το μαύρο πανί στα ράφια δίπλα στις ντουλάπες. ‘’Κάπως έτσι’’, επανέλαβε μηχανικά. Η Άζρα τον είδε να βγάζει ένα ακόμα όπλο και μια συσκευή. ΢κέφτηκε ότι στο ράφι θα υπήρχαν και άλλα, οπότε όσο ντυνόταν άρχισε να κινείται ελαφρά προς το μέρος του. Πριν προλάβει να πλησιάσει πολύ, αυτός γύρισε και της χαμογέλασε κοφτά. ‘’Ετοιμη;’’ Η Άζρα ξεφύσηξε. ‘’Σα παπούτσια μου έμειναν’’, είπε, καθώς πλέον ήταν ντυμένη στην τελευταία λέξη της μόδας. Μόνο κάποιος πολύ παρατηρητικός θα πρόσεχε ότι το αεροδυναμικό της τζάκετ ήταν κάπως πιο στενό και κοντό από όσο έπρεπε. Αυτός έπιασε ένα μαντίλι και της έδωσε, δείχνοντας προς το κεφάλι του. Η Άζρα έπιασε το μαντίλι με κάποια δυσφορία, και το τύλιξε πιάνοντας τα μαλλιά της γύρω από το κεφάλι της. Όστερα, της έδωσε ένα ζευγάρι γυαλιά. Ήταν δυο ορθογώνιοι λεπτοί φακοί, σε μια περίεργη μαβιά απόχρωση, με πολύ λεπτό σκελετό, δεν φαινόταν σχεδόν. Η Άζρα τον κοίταξε με απορία.

[109]


‘’Σι είναι αυτό;’’ ‘’Γυαλιά’’ ‘’Σι να τα κάνω; Ξημέρωσε;’’, είπε κάπως αγχωμένη σκεφτόμενη ότι μπορεί να κοιμόταν για πολύ ώρα. ‘’΋χι, όχι, δεν είναι ηλίου’’, είπε αυτός ξύνοντας το κεφάλι του. ‘’Απλά όλος ο κόσμος τα φοράει’’. ‘’Εγώ δεν τα φοράω’’, είπε αυτή. Αυτός το σκέφτηκε λίγο, και ύστερα ανασήκωσε τους ώμους του και τα ακούμπησε στο ράφι πίσω του. Όστερα την ξανακοίταξε. ‘’Λοιπόν;’’, ρώτησε, καθώς στεκόντουσαν αντικριστά. ‘’Λοιπόν τι;’’, είπε αυτή. ‘’Παπούτσια!’’, απάντησε αυτός. Η Άζρα κοίταξε μια τα γυμνά της πόδια και μια κλεφτά το ράφι πίσω του. Διστακτικά, γύρισε προς τα πίσω και έπιασε τα χαμηλά μαύρα παπούτσια που της είχε ρίξει προηγουμένως. Ήταν κάπως γυαλιστερά και τύλιγαν το πόδι της σαν κάλτσα. Η Άζρα έκανε δυο βήματα και σκέφτηκε ότι προσφέρανε μεγάλη άνεση και ελευθερία κινήσεων, ενώ η σόλα τους προσέφερε μεγάλη τριβή. ΢κέφτηκε ότι ήταν κατάλληλα παπούτσια για να τρέξει, αν αυτό χρειαζόταν. Για την ώρα όμως, ήθελε να βρει ένα τρόπο να πλησιάσει το ράφι, ή ίσως να αιφνιδιάσει τον ενοχλητικά προσεκτικό άντρα. Παράλληλα, να αποφασίσει μέσα της αν το ότι βρισκόταν υπό την αιχμαλωσία του ήταν καλό ή κακό. Αφού ήταν πλέον ολότελα έτοιμη, έριξε μια ακόμα υπολογιστική σάρωση στο χώρο. Αυτός βρέθηκε αθόρυβα ακριβώς πίσω της, αιφνιδιάζοντάς την και αναγκάζοντάς την να παραπατήσει. Σον παρατήρησε τώρα να την διαγράφει με το βλέμμα του από πάνω μέχρι κάτω, σε αντίθεση με πριν που ήταν ολόγυμνη. Περίμενε με περιέργεια την επόμενη κουβέντα του, αλλά όταν αυτή ήρθε ένα νέο κύμα εκνευρισμού την κατέκλυσε. ‘’Φέρια;’’, είπε αυτός μαλακά, με ένα τόνο που την εκνεύριζε όσο περνούσε η ώρα. Αυτό γιατί μπορεί να ήταν φαινομενικά ευγενικός, αλλά την ίδια στιγμή ήταν υπόγεια κυριαρχικός και ειρωνικός. ‘’Με έντυσες σαν γαμημένο σάιμποργκ για να μου δέσεις πάλι τα χέρια;’’. Απρόσμενα, έκανε ένα πεισματάρικο βήμα προς τα πίσω. ‘’Δεν με εμπιστεύεσαι ακόμα’’, της είπε αυτός. ‘’Άρα δεν μπορώ να σε εμπιστευτώ και εγώ.’’ Από την τσέπη του έβγαλε ένα καινούριο κλιπ και με το άλλο του χέρι της

[110]


έκανε νόημα να του δώσει τα δικά της. Η Άζρα έκανε ακόμα ένα βήμα πίσω, εκνευρισμένη, και κοίταξε προς το ράφι, που ήταν τώρα στην άλλη άκρη του δωματίου. ‘’Δεν θα σε εμπιστευτώ ποτέ Προστάτη’’, του είπε οργισμένα. ‘’Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνεις, ή νομίζεις ότι κάνεις, αλλά να ξέρεις ότι δεν έχεις καμία εξουσία πάνω μου’’. Αυτός ανασήκωσε τους ώμους και έπαιξε με το κλιπ στα δάχτυλά του. ‘’Δεν ζητώ καμία εξουσία πάνω σου’’, της είπε. ‘’Μετά χαράς να σου εξηγήσω ακριβώς τι κάνω, ή τι νομίζω ότι κάνω. Μετά χαράς μετά να εξασφαλίσω ότι είσαι ασφαλής από τους αληθινούς Προστάτες, μετά χαράς να σου δώσω το κλιπ αυτό για σουβενίρ όταν θα είσαι σίγουρα. Αλλά ακόμα δεν είμαστε ασφαλείς, και δεν μπορώ να έχω το νου μου και σε σένα όταν προσπαθώ να ξεφύγω από το μόνο ΢ώμα στην ιστορία από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς’’. Η Άζρα έκανε ένα ακόμα βήμα πίσω, προσπαθώντας να επεξεργαστεί τα λεγόμενά του. ‘’Ακόμα και αυτό το σώμα, όπως λες, θα ηττηθεί στο τέλος’’, του είπε με σιγουριά. Αυτός χαμογέλασε σκύβοντας το κεφάλι του. ‘’Μπορεί.’’, μουρμούρισε. ‘’Αλλά μέχρι τώρα, εσύ ας πούμε, δεν τα πας πολύ καλά. Και την τελευταία φορά, αφού φαίνεται να γνωρίζεις πρόσωπα και καταστάσεις αν και πολύ κακώς τα ανέφερες με τόση αυθάδεια, δεν τα πήγατε και πολύ καλά. Και πρέπει να καταλάβεις επίσης, ότι ως ΢ώμα, μαθαίνουμε. Δεν θα έχετε άλλη ευκαιρία για αιφνιδιασμό.’’ Η Άζρα σχημάτισε ένα ειρωνικό και κάπως αυθάδικο χαμόγελο. ‘’Καημένε Προστάτη...Δεν το ξέρεις, αλλά αυτή τη στιγμή που μιλάμε, έχει ήδη αρχίσει η αντίστροφή μέτρηση, και για σένα, και για όλους. Δεν έχει σημασία αν έπιασες εμένα, ή αν προσπαθείς να σώσεις εμένα. Κοίτα να σώσεις τον εαυτό σου’’. Αυτός τώρα εστίασε πάνω της εξερευνητικά και επίμονα. Κάτι στα λόγια της σηματοδοτούσε ότι το παιχνίδι είχε ήδη κρατήσει πολύ, και ήταν η ώρα να αναθεωρηθούν οι κανόνες του. ‘’΢χεδιάζετε επίθεση στην πόλη;’’, τη ρώτησε επιθετικά. Αυτή χασκογέλασε χωρίς να απαντήσει. Έπιασε το κεφάλι του, δείχνοντας για πρώτη φορά μια αίσθηση άγχους. ‘’Απάντησέ μου, σχεδιάζετε επίθεση;’’, την ξαναρώτησε. ‘’Δεν πήρατε το μάθημά σας; Δεν μπορείτε να επιτεθείτε στην πόλη. Δεν μπορείτε να ξεκινήσετε πόλεμο με αυτήν την πόλη!’’

[111]


Η Άζρα δεν είχε ποτέ της μάθει ούτε στην αιχμαλωσία ούτε στο να της εκβιάζουν απαντήσεις. ‘’Σον πόλεμο τον έχετε ξεκινήσει εσείς. Μόνοι σας. Και στην πραγματικότητα, δεν είμαστε εμείς αυτοί που θα κλείσουν τον διακόπτη. Θα χάσετε τον πόλεμο από το βάρος της αλαζονείας σας’’ Ο Γουίλιαμ Κόρβερ ήταν αρκετά συνηθισμένος να διατηρεί υπό τον έλεγχό του κρατούμενους, όπως και στο να δέχεται προσβολές. Ο συναισθηματικός αυτοέλεγχος ήταν ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα του ΢ώματος, ένα μάθημα στο οποίο αρίστευε, όπως βέβαια και σε αρεκτά άλλα. Σα λόγια της γυναίκας απέναντί του ωστόσο του δημιουργούσαν μια δυσφορία που χτυπούσε σαν συναγερμός. Αυτή τώρα δεν πισωπατούσε άλλο, αλλά είχε αποκτήσει μια περήφανη σιγουριά καθώς κάρφωνε το φλογερό της βλέμμα στα μάτια του. Είχε καιρό να θυμηθεί ένα τέτοιο βλέμμα. ‘’Και αν θυμάσαι, Προστάτη’’, συνέχισε με την ίδια περήφανη αυθάδεια, ‘’αν θυμάσαι στην πραγματικότητα την χάσατε εκείνη την μάχη. Γιατί ήσασταν για πολύ καιρό, εξόριστοι στην ίδια σας την πόλη, αποδιοπομπαίοι, εχθροί του ίδιου κόσμου που υποτίθεται ότι προστατεύετε. Δεν θα μπω καν στην διαδικασία να σε ρωτήσω από τι. Είστε γρανάζια της μηχανής και εσείς, τα οποία βάψανε με επίχρυση μπογιά για να φαίνονται όμορφα και τους δώσανε ακριβά παιχνίδια.. ΢ας πήραν όμως όλα τα παιχνίδια, σας πήραν την επίχρυση μπογιά και μετά είμασταν σχεδόν δίπλα, θυμάσαι Προστάτη; Δίπλα, στην Νεκρή σας Ζώνη, να περιφέρεστε σαν νεκροί και εσείς και να αναρωτιέστε τις σας χτύπησε. Αυτό ήταν μόνο ένας πρόλογος. Δεν ξέρω τι ακριβώς ηθικά βάρη προσπαθείς να καλύψεις σήμερα με όλα όσα κάνεις, να χτυπάς τους ίδιους τους συντρόφους σου. Αλλά από την πρώτη στιγμή που σε είδα, στα μπουντρούμια εκείνου του τέρατος που με κρατούσε, δεν είδα τίποτα παραπάνω από ένα Προστάτη με πληγωμένο εγωισμό. Δεν ξέρω αν θέλεις να εκδικηθείς κάποιον, ούτε με νοιάζει. ΋τι και αν είσαι, είσαι βγαλμένος από την ίδια διαβρωμένη και σαπισμένη μήτρα που γεννά όλη την φρίκη που έχει απομείνει στον κόσμο’’ ‘’Αυτά όλα εδώ’’, είπε δείχνοντας με το χέρι της προς το δωμάτιο ‘’αυτά τα κόλπα, δεν σε εξιλεώνουν για τίποτα. Είσαι ένα ακόμα από τα σκυλιά που βάλανε σε τιμωρία. Και τώρα ήρθε η ώρα και για εσάς και για τα αφεντικά σας’’. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ έκανε ένα επιθετικό βήμα προς το μέρος της, αλλά εκείνη δεν πισωπάτησε. Ντυμένη στην τελευταία λέξη της μόδας, αλλά ξένο σώμα για τα ρούχα

[112]


της. Αν και αυτή περίμενε μια επιθετική απάντηση και ίσως κάποια βίαιη κίνηση στις προκλήσεις της, η φωνή του βγήκε αναπάντεχα μαλακή και ήρεμη. ‘’Σα σκυλιά που αναφέρεις, είναι πάλι στον κήπο όμως. Έχουν ακόμα αρκετά παιχνίδια και συνεχίζουν την παράλογη αγάπη προς την περιοχή τους. Σην περιοχή που παραβιάζεις. Δεν χρειάστηκε ποτέ να επανεκπαιδευτούν μάλιστα- το μόνο που χρειάζεται να κάνουν, είναι αυτό που ξέρουν καλύτερα. Να προστατεύουν την περιοχή τους. Δεν μπορείτε να κερδίσετε αυτή τη μάχη, ότι και αν σχεδιάζετε. Δεν μπορείτε, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που φοβάμαι ότι έχετε στο μυαλό σας. Δεν με ενδιαφέρει να κερδίσω την εκτίμησή σου. Με ενδιαφέρει όμως, να κερδίσω την εμπιστοσύνη σου, Άζρα.’’ Σον ένιωσε να την πλησιάζει με μια προσπάθεια να διαλύσει τα όρια ανάμεσά τους, γραμμές που διαχωρίζουν όχι απλώς δυο ανθρώπους, αλλά δυο ολότελα διαφορετικούς κόσμους. Η Άζρα μπορεί μέσα της να ήταν ακόμα αμήχανη για τις προθέσεις και το ποιόν του, αλλά ήταν ολότελα σίγουρη για την ευκαιρία που της δινόταν απρόσμενα. ‘’Και τι θα κάνεις;’’, τον ρώτησε προσπαθώντας να αποκτήσει με την σειρά της έναν φιλικό τόνο. ‘’Θα μας προστατέψεις;’’ ‘’Δεν ξέρω, γιατί δεν ξέρω τι σχεδιάζετε. Μπορώ όμως να προστατέψω εσένα. Μπορώ να προστατέψω αρκετούς, αρκεί να ξέρω. Σον είδες Άζρα, τον είδες προηγουμένως. Είδες την δυναμή του, και σε πληροφορώ ότι ήταν μόνο ένα πολύ μικρό κομμάτι της. Πιστεύεις ότι μπορεί ένας στρατός ολόκληρος να τον σταματήσει, αυτόν, μόνο του. Εγώ ήμουν απλά τυχερός, είχα το πλεονέκτημα του αιφνδιασμού, έχω την ίδια εκπαίδευση. Και εγώ ακόμα όμως, σε οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες θα ήμουν κομμάτι της σκόνης.’’ Η Άζρα πήρε μια βαθιά αναπνοή, ενθυμούμενη την γαλάζια απόκοσμη λάμψη, την ωμή δύναμη που διέλυσε ένα ολόκληρο κτίριο, το απειλητικό βλέμμα. Έσκυψε το κεφάλι της, σαν να έδειχνε να το βαραίνει η λογική του λόγου του. Αυτός άπλωσε το χέρι του στον ώμο της παρηγορητικά. ‘’Είμαι εδώ’’, της είπε. ‘’Εκμεταλλεύσου με. Φρησιμοποίησέ με. Βοήθησέ με να σε βοηθήσω’’. ΋ταν αυτή ξανασήκωσε το κεφάλι της, δυο μικρές υποψίες από δάκρυα είχαν υγράνει τα μάτια της. Ήταν η πρώτη τους σωματική επαφή χωρίς τη συνοδεία φυσικής ή ψυχολογικής βίας. Σου έδειξε ότι ήταν ευπρόσδεκτη, και έκανε κάτι να πει αλλά δίστασε. Αυτός έπιασε και τον άλλο της ώμο και έσκυψε κοντά της.

[113]


‘’Πες μου’’. Σον κοίταξε ευθεία στα μάτια, προσπαθώντας να συγκρατήσει ένα δάκρυ. ΢ε εκείνο το σημείο ακριβώς, φάνηκε πιο προσιτή από ποτέ, σαν να είχε σπάσει τις πολλαπλές γραμμές άμυνά της. Όστερα, σήκωσε με δύναμη το γόνατό της στα γεννητικά του όργανα, διπλώνοντας τον στα δυο. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ έβγαλε μια πνιχτή κραυγή και γονάτισε στο ένα πόδι. Όστερα, το γόνατό της προσγειώθηκε ξανά στο πρόσωπό του, ρίχνοντας τον πάνω στην ρόδα του αυτοκινήτου. Η Άζρα σκέφτηκε κάτι να του πει, αλλά προτίμησε να φέρει με γρήγορες κινήσεις γύρω το αυτοκίνητο και έτρεξε προς το ράφι με το μαύρο πανί, σκεφτόμενη ότι πράγματι τα παπούτσια ήταν κατάλληλα για τρέξιμο και άλλες έντονες δραστηριότητες. Σράβηξε με δύναμη το πανί και είδε με ικανοποίηση μια σειρά από όπλα διαφόρων ειδών και μεγεθών, μαζί με διάφορες συσκευές, κλειδιά για την επερχόμενη απελευθέρωσή της. Η Άζρα ωστόσο δεν πρόλαβε να ακουμπήσει ούτε ένα. Σο χέρι του εμφανίστηκε από το πουθενά, μπορεί κάλλιστα να ήρθε πάνω από το αυτοκίνητο. Σην τράβηξε με ένα σίγουρο κεφαλοκλείδωμα που της έκοψε την ανάσα, και την χτύπησε με την πλάτη στην ντουλάπα. Η Άζρα ένιωσε περισσότερο έκπληξη παρά πόνο, και πρόλαβε να δει στιγμιαία το οργισμένο του πρόσωπο. Ήταν πια η ώρα να βάλει όλη την δική της εκπαίδευση σε εφαρμογή, και τίναξε με δύναμη το σώμα της προς τα κάτω για να απελευθερωθεί. Όστερα έφερε με δύναμη το χέρι της στο στομάχι του άντρα, που ωστόσο δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται, σπρώχνωντας την στο πλάι και ρίχνοντας την στο έδαφος. Η Άζρα κλώτησε με δύναμη με τα πόδια της πεσμένη ανάσκελα, αλλά αυτός έπιασε το ένα της πόδι στον αέρα και το έριξε με δύναμη προς το πλάι, χτυπώντας το στην μισάνοιχτη ντουλάπα που έκλεισε με θόρυβο. Αυτή προσπάθησε να τραβηχτεί προς τα πίσω με τους αγκώνες της για να σηκωθεί ξανά, αλλά ξανά σε χρόνο που δεν μπορούσε να αντιδράσει, τον είδε να πέφτει πάνω της και να πιάνει τα χέρια της από τους καρπούς, καρφώνοντας τα σχεδόν δεξιά και αριστερά της. Μια με το κεφάλι της και άλλη μια απέλπιδα με τα πόδια της, η ΄Αζρα προσπάθησε να τον απωθήσει χτυπώντας τον, αλλά δεν βρήκε καν στόχο. Άρχισε να χτυπάει και να συσπάται σαν παγιδευμένο ζώο, προσπαθώντας να απελευθερωθεί από την λαβή του, κάνοντας την ωστόσο ακόμα πιο σφιχτή σε κάθε της κίνηση. ‘’Νομίζω ότι ξεκινήσαμε την γνωριμία μας με τον λάθος τρόπο’’, της είπε αυτός κοφτά και τονίζοντας τις λέξεις. Σο κεφάλι του τώρα ήταν ακριβώς πάνω από το δικό

[114]


της αλλά σε αρκετή απόσταση για να αποφύγει κάποιο δάγκωμα ή ένα χτύπημα από το μέτωπό της. ‘’Παρακαλώ, επέτρεψέ μου να συστηθώ ξανά. Σο όνομά μου είναι Γουίλιαμ Κόρβερ. Ήμουν Προστάτης, από τους καλύτερους που έχουν περάσει. Ήμουν εκεί, την ημέρα που σκοτώσατε τον Υρέντι Μπανκς, ήμουν εκεί την ημέρα που σκοτώσατε και άλλους αθώους πολίτες. Ήμουν το επίχρυσο γρανάζι της μηχανής μας. Ήμουν, κανονικά, ο χειρότερος άνθρωπος να εμφανιστεί στο δρόμο σου. Ήμουν αυτός που θα σε σκοτώσει, αν χρειαστεί, χωρίς καν να ιδρώσει. Αλλά τώρα, είμαι ο μοναδικός άνθρωπος να σε βοηθήσει, ο πιο σημαντικός άνθρωπος που θα μπορούσες να έχεις. Και δεν μου αρέσει καθόλου που ακόμα δεν το έχεις πάρει χαμπάρι και συμπεριφέρεσαι σαν μαλακισμένο’’ Η ΄Αζρα εγκατέλειψε την προσπάθεια να απελευθερωθεί, αλλά η λαβή του δεν χαλάρωσε. ‘’Και είμαι εδώ, και σου λέω με σιγουριά: Είμαστε, είναι, έτοιμοι για οτιδήποτε μπορεί να τους φέρετε. Για αυτό, εγώ σου δίνω τώρα τρεις επιλογές: Η πρώτη είναι να σε δώσω σε αυτούς που ήταν να σε έχουν από την πρώτη στιγμή. Η δεύτερη, είναι να κοιμηθείς ξανά. Η τρίτη είναι να μείνεις ξύπνια, να έρθεις μαζί μου κάπου που θα είμαστε ασφαλείς, και εκεί, εκεί, να συζητήσουμε. Γιατί υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορώ να σου πω, και υπάρχουν επίσης πολλά, πάρα πολλά πράγματα που θέλω να μου πεις εσύ.’’ Έμεινε από πάνω της, κοιτώντας την και αναπνέοντας κοφτά και συγκροτημένα. Η στάση τους θα μπορούσε να είναι η αφετηρία μιας σεξουαλικής περίπτυξης, με τα πόδια της ανοιχτά και αυτόν ανάμεσά τους. Η Άζρα έκλεισε τα μάτια της, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί. Πολλές φορές, μια τακτική υποχώρηση μπορεί να είναι η μόνη διέξοδος. ‘’Μην με δώσεις’’, ακούστηκε τελικά, σαν ψίθυρος, ‘’και μην με ναρκώσεις’’. Ο Γουίλιαμ ανασηκώθηκε με μια γρήγορη κίνηση και την κοίταξε όρθιος, καθώς το δικό της σώμα είχε μείνει ακινητοποιημένο στην ίδια στάση. Όστερα της έτεινε το χέρι του. Η Άζρα κοίταξε το χέρι που πριν λίγο την κρατούσε ακίνητη, και πήρε μια βαθιά αναπνοή αβεβαιότητας αλλά και παραίτησης, ίσως λιγότερο προσποιητής από τις προηγούμενες. Σου έδωσε το χέρι της, και αυτός την ανασήκωσε τόσο ώστε να βρεθεί καθιστή, και ύστερα πέρασε το κλιπ στους καρπούς της χωρίς άλλη συζήτηση. Κατόπιν, την τράβηξε όρθια, και η Άζρα στάθηκε μπροστά του με σκυμμένο το κεφάλι και το μαντίλι στα μαλλιά της λυμένο να πέφτει στους ώμους της. Ο Γουίλιαμ έβαλε το χέρι

[115]


στην τσέπη του και από εκεί έβγαλε ένα μικρό ηλεκτρονικό πλακίδιο, το πάτημά του στο οποίο έκανε την πόρτα μπροστά τους να βγάλει έναν σφυριχτό ήχο, και να ανοίξει τα φύλλα της προς τα πάνω και προς τα κάτω. ‘’Πάμε’’, της είπε και την προσπέρασε, και η Άζρα γύρισε νωχελικά. Μπροστά από την πόρτα μπορούσε να διακρίνει μια αίθουσα σε χαμηλό φωτισμό με κάποια παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Τπέθεσε πως θα βρισκόντουσαν σε κάποιο υπόγειο γκαράζ, από τα αναρίθμητα της πόλης. Ο Γουίλιαμ προχώρησε μπροστά και της έδειξε προς ένα σπορ αυτοκίνητο, με αρκετά αεροδυναμικό σχήμα, στις αποχρώσεις του σκούρου κόκκινου και με ασημί λεπτομέρειες. Σο περίβλημά του γυάλιζε στο χαμηλό φως, ενώ η μπροστινή του όψη ήταν στολισμένη με ένα ασημένιο μικρό αγαλματάκι που απεικόνιζε μια τίγρη σε επιθετικό ρεσάλτο. Σην κοίταξε που το παρατηρούσε με περιέργεια και συγκρατημένο θαυμασμό και χαμογέλασε. ‘’Είναι ότι πιο διακριτικό θα μπορούσαμε να έχουμε. Από τα πιο συνηθισμένα αυτοκίνητα του βόρειου τομέα, φοβάμαι, όχι κάτι το φοβερά ιδιαίτερο. Έχει μάλιστα και ενεργειακή αυτονομία για μερικές ώρες αν και πάντα πίστευα ότι δεν αξιοποιεί όσο θα μπορούσε την τεχνολογία του’’ Η Άζρα άκουσε την περιγραφή κάπως αδιάφορα. Ξαναμίλησε όταν αυτός την τοποθέτησε στην θέση του συνοδηγού και την βοήθησε να ξαναδέσουν το μαντίλι με τα δεμένα της χέρια γύρω από τα μαλλιά της. ‘’Ξέρεις όμως κάτι;’’, του είπε, καθώς το αυτοκίνητο έβγαζε ένα γλυκό μουρμουρητό και κινούσε αργά προς τα εμπρός. ‘’Παρακαλώ’’, απάντησε αυτός και ενεργοποίησε την λειτουργία του χειροκίνητου, πιάνοντας στα χέρια του ένα μικρό πηδάλιο που θα αντιστοιχούσε σε αεροσκάφος παρά σε επίγειο όχημα. ‘’΢ε ένα πράγμα έχεις πέσει πολύ έξω’’ Έμεινε για λίγο σιωπηλή, κοιτώντας στην άκρη ενός διαδρόμου την χλωμή ανταύγεια από την νυχτερινή πόλη. ΢κέφτηκε αρκετές φορές πριν πει τις επόμενες λέξεις της, αλλά τελικά της είπε, περισσότερο ίσως για να πάρει κάποια αντίδραση που θα την βοηθούσε να καταπολεμήσει την δική της ανασφάλεια. ‘’Δεν είστε, δεν είναι, έτοιμοι για ότι μπορούμε να σας φέρουμε. Δεν είστε καθόλου έτοιμοι, για αυτό που θα σας φέρουμε,......απόψε.’’

[116]


Ο Γουίλιαμ Κόρβερ δεν έφερε καμία αντίδραση. Κοιτάζοντάς τον, τις μελετημένες και σίγουρες κινήσεις του, την επαγρύπνηση των αισθήσεών του, το εντελώς αινιγματικό αν και εκφραστικό πρόσωπό του, η Άζρα δεν μπορούσε να βρει μια απάντηση, ούτε για τον ρόλο ούτε για τις προθέσεις του. Δεν ήταν σίγουρα ένας άνθρωπος εμπιστοσύνης, άλλωστε ότι και αν ήταν εκείνη την στιγμή, ήταν ένας Προστάτης, και το ΢ώμα αυτό ήταν φτιαγμένο για ένα και μόνο σκοπό: Να προστατεύσει την πόλη του με κάθε κόστος, ιερείς και πολεμιστές μιας γεωγραφικής θρησκείας, εκπαιδευμένοι να είναι οι καλύτεροι στο σώμα και το πνεύμα για να επιτελέσουν αποτελεσματικά και χωρίς την παραμικρή αμφιβολία το σκοπό τους. Η Άζρα είχε πολλές φορές ακούσει για αυτούς, για την τεχνολογία τους και την ικανότητά τους, για το συμβολισμό που είχε ο καθένας τους. Δεν είχε ποτέ της συναντήσει κανέναν, εκτός από εκείνη την νύχτα που είχε βρεθεί να την κυνηγάνε αλλά και να την προστατεύουν ταυτόχρονα. Σο βλέμμα του ξανθού άντρα, με την φονική αλλόκοσμη παλάμη επανερχόταν ξανά και ξανά στην σκέψη της, όπως και η αγέρωχη και σταθερή παρουσία του δικού της Προστάτη από αυτόν, που χωρίς να κουνήθεί καν τον γκρέμισε στα γόνατα σαν σκιάχτρο στον δυνατό άνεμο. ΋χι, για μια τέτοια κατάσταση και ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ούτε είχε εκπαιδευτεί ούτε είχε δασκαλευτεί να ακολουθήσει κάποιο σχέδιο. Ήταν έτοιμη για την ανάκρισή τους, ήταν έτοιμη για την ψυχολογική και σωματική τους βια, ήταν έτοιμη να υποστεί την οργή τους, αλλά δεν ήταν ποτέ έτοιμη να βρίσκεται δίπλα σε ένα αδέσποτό τους το οποίο ρίσκαρε την ζωή του για εκείνη. Είχε μόνο να αναλογιστεί τον ΢κοπό της, και με βάση αυτόν να πάρει τις επιλογές της. Μια από αυτές, μπορεί να περιλάμβανε και μια προσωρινή συμμαχία με τον πιο αναπάντεχο άνθρωπο. Σο σπορ αυτοκίνητό τους, συνηθισμένο στον βόρειο τομέα της άυπνης πόλης που τώρα περνούσε από δίπλα τους σαν ζωντανός οργανισμός με νέον φώτα και κινούμενα ρομποτικά μέλη, διέσχισε ένα φωταγωγημένο δρόμο με ήπια ταχύτητα, δημιουργώντας κοφτές ηλεκτρικές εκκενώσεις από τα σύρματα παροχής ενέργειας που αιωρούνταν μερικά μέτρα από πάνω τους. Μια δωδεκάδα από μικρές κεραίες συλλαμβάνανε το ηλεκτρικό ρεύμα και το διοχέτευαν στην μηχανή, που συνέχιζε να βγάζει ένα γλυκό και ήπιο γουργούρισμα. Η Άζρα κοίταξε την πολύχρωμη νυχτερινή πόλη με απάθεια. ΋χι την απάθεια ενός ανθρώπου που ζει και κινείται κορεσμένα στους δρόμους της, αλλά με την απάθεια ενός ανθρώπου που τυχαίνει να ξέρει, ή τουλάχιστον να ελπίζει,

[117]


ότι μέχρι το χάραμα, όλοι αυτοί οι δρόμοι θα ήταν παραδομένοι στις φλόγες και την καταστροφή. Σα γεγονότα είναι: Καθώς μια υπέργεια επιγραφή τους σηματοδοτούσε ότι ο Βόρειος Σομέας απείχε εικοσιπέντε μίλια και ότι με την ταχύτητα που κινούταν θα έφταναν εκεί σε δώδεκα λεπτά, πολλά μίλια μακριά τους η Νικόλ Άντερσον κοιτούσε το αυτοκίνητο του Έκτορα Φόνχαιμ που έφτανε με μεγάλη ταχύτητα μπροστά στα σκαλιά που ήταν καθισμένη. Αυτός κατέβηκε και την κοίταξε με διάχυτη νευρικότητα και ανυπομονησία. ‘’Λοιπόν;’’, της είπε κοφτά και έδειξε προς την είσοδο της πολυκατοικίας πίσω της. ‘’Λοιπόν τίποτα’’, του είπε αυτή κοιτώντας τώρα μια μικρή οθόνη, σαν να περίμενε κάποιο σήμα. ‘’Εσύ πίστευες ότι θα γύριζε σπίτι η Ντάιαμοντ; Αμφιβάλλω αν έχει την παραμικρή ανάμνηση από το σπίτι...βασικά από οποιοδήποτε σπίτι της.’’ Ο νεαρός γιατρός αναστέναξε, σαν να είχε πολλές προσδοκίες καθώς ερχόταν. Η πόρτα πίσω τους άνοιξε, και από αυτήν βγήκε ο Λιρόι, με μια ξινισμένη γκριμάτσα. ‘’Α, καλώς τον Φόνχαιμ’’, είπε κάπως ειρωνικά και στάθηκε στο ύψος που ήταν καθισμένη η Νικόλ, ρίχνοντας της μια κλεφτή ματιά. ‘’΢υγνώμμη αν σου διακόψαμε τον ύπνο απόψε’’, προσέθεσε κερδίζοντας ένα αγριεμένο βλέμμα και από τους δυο τους. Ο νεαρός γιατρός, κοντοκουρεμένος με ακρίβεια και χωρίς ίχνος από τρίχες στο πρόσωπό του, άνοιξε το στρογγυλό του στόμα με έκπληξη και θυμό. ‘’Δεν μπορεί να το χρεώνεις σε μένα; Αλήθεια; Σο χρεώνεις σε μένα;’’ Η Νικόλ σηκώθηκε όρθια με αργές κινήσεις. ΄΄Αλήθεια Λιρόι; Σο χρεώνεις σε αυτόν;’’ του είπε μισοκλείνοντας τα βλέφαρά της. Αυτός σήκωσε το χέρι του σαν να έδειχνε αδιαφορία και τους προσπέρασε, κοιτώντας προς τον άδειο δρόμο. Η Νικόλ έκανε ένα κατευναστικό νόημα προς τον Φονχάιμ, ο οποίος ήταν έτοιμος να συνεχίσει να διαμαρτύρεται. ‘’Έχουμε κάποια εξέλιξη;’’, τον ρώτησε. Αυτός επέμενε για λίγο να κοιτάει προς τον Λιρόι, που τους είχε γυρισμένη την πλάτη και κοιτούσε στο πουθενά, με τα χέρια στις τσέπες. Όστερα γύρισε προς το μέρος της, και πήρε ένα επαγγελματικό ύφος. ‘’Έχουμε στείλει φωτογραφίες σε όλα τα περιπολικά και οχήματα ασφαλείας. Έχω στείλει ηλεκτρονική αίτηση για πρόσβαση στις κάμερες δρόμου, αλλά αυτή ούτως ή

[118]


άλλως εκχωρείται μετά από μια ώρα περίπου. Έστειλα να ασφαλίσουν τον αεραγωγό στην ταράτσα και παρακολουθούμε όλα τα δωμάτια για οποιαδήποτε ύποπτη συμπεριφορά των υπόλοιπων τροφίμων. Επίσης, προσπαθούν αυτή τη στιγμή στα κεντρικά να ανασυνθέσουν όλη την απόδραση και για τους τρεις, μήπως λάβουμε κάποια πληροφορία για την αφορμή..’’ ΢το άκουσμα του τελευταίου ο Λιρόι ΜακΜπράιαν γύρισε προς το μέρος τους και περπάτησε επιθετικά προς τον νεαρό γιατρό. ‘’Είπαμε, να αφήσουμε τα κεντρικά μέχρι να βρούμε μια άκρη. Σι πάει να πει αφορμή; Είσαι γιατρός πανάθεμά σε, όχι ντεντέκτιβ. Έχεις ευθύνη των ασθενών σου’’ Ο Φονχάιμ πήρε μια στάση άμυνας και ρουθούνισε πεισματικά. ‘’Είναι και ευθύνη μου επίσης να ενημερώσω την Κεντρική Διοίκηση ότι έχει τρεις τροφίμους στο δρόμο, χωρίς προστασία ή επίβλεψη’’, είπε επιθετικά. ‘’Σο Διοικητικό ΢υμβούλιο, πρέπει να ενημερωθεί.’’ Ο Λιρόι έβαλε τα δάχτυλά τους στους κροτάφους του, σαν να άκουγε την μεγαλύτερη ανοησία του κόσμου. ‘’Φονχάιμ, την τρέλλα μου μέσα, είναι πολύ περασμένα μεσάνυχτα! Πως θα σε βοηθήσουν τώρα διοικητικά στελέχη και επιχειρηματίες; Είσαι με τα καλά σου; Έχεις τρεις ασθενείς, στο πόστο σου, στο δρόμο, και σε νοιάζει να είσαι τυπικός με το Διοικητικό ΢υμβούλιο; Αν θες να σώσεις τον εαυτό σου, τότε κοίτα να ασχοληθείς να τους βρούμε πριν η αναστάτωση φτάσει στα αυτιά τους!’’ ‘’΋πως είπες’’, είπε ο Φονχάιμ μέσα από τα δόντια του. ‘’Δεν είμαστε ντεντέκτιβ. Και επειδή λες για το πόστο μου, να σου θυμίσω ότι όλα αυτά έγιναν αφού έκανες την επίσκεψή σου στην Ντάιαμοντ. Αποτυχημένη, για ακόμα μια φορά. Ποιος ξέρει τι ανοησίες θα έκανες πάλι’’. Η Νικόλ ανασήκωσε τα φρύδια της με έκπληξη. Ο Φονχάιμ ήταν ένας συντηρητικός γιατρός, πολύ χαμηλότερα στην ιεραρχία, τυπική και άτυπη, από τον Λιρόι. Δεν συνηθιζόταν ούτε υπόνοια κριτικής, πόσο μάλλον ευθεία βολή στην δουλειά μεγάλων τομεαρχών, όπως ο συνεργάτης της. Από τη μια πλευρά αισθάνθηκε μια σιωπηρή ικανοποίηση από το θράσος του νεαρού, αλλά από την άλλη αναρωτήθηκε αν οι ανοησίες του Λιρόι ήταν πια τόσο προφανείς που ούτε η αυστηρή τυπικότητα δεν μπορούσε να τον προστατέψει. ‘’Μην με προκαλείς Φονχάιμ’’, του φώναξε αυτός, περισσότερο σαν να ήθελε να επιβάλλει την κυριαρχία του παρά να την δικαιούται. ‘’Η Ντογκσον και ο Λίθγκοου είναι αποκλειστικά δική σου ευθύνη’’

[119]


‘’Η Ντόγκσον και ο Λίθγκου, έφυγαν για να ψάξουν την Ντάιαμοντ’’, είπε αυτός πεισματάρικα. ‘’Αρχίδια’’, του έφτυσε ο Λιρόι και τον έδειξε με το δάχτυλο. ‘’Μην πεις άλλη κουβέντα’’, προσέθεσε απειλητικά. ‘’Πόσο συχνά έβγαινε η Ντάιαμοντ;’’, ρώτησε τελικά η Νικόλ, περισσότερο επειδή κατάλαβαινε ότι ο διαπληκτισμός τους δεν θα έβγαζε πουθενά. ΋ση ευχαρίστηση και αν της προκαλούσε ενδόμυχα. Ο νεαρός γιατρός έστρεψε αμέσως την προσοχή του σε αυτήν, σαν να ήθελε και ο ίδιος να ξεφύγει από την αυθόρμητη αυθάδειά του. ‘’Σις τελευταίες ημέρες, καθόλου, από επιλογή δική της. Πιο πριν, σίγουρα θα έβγαινε δυο φορές την εβδομάδα, αλλά γενικά προτιμούσε τον κήπο. Μην μπαίνεις όμως καν στον κόπο- έχω ήδη στείλει ανθρώπους στα μέρη που την πηγαίναμε ή που επέλεγε μόνη της.’’ ‘’Γαμημένοι ερασιτέχνες’’, μουρμούρισε ο Λιρόι και η Νικόλ του έριξε μια αιχμηρή ματιά. Ο Φονχάιμ φάνηκε να εκνευρίζεται με την σειρά του, αλλά συγκρατήθηκε, μην θέλοντας ακόμα μια σύγκρουση με τον Σομεάρχη, κάτι που μπορεί να ρίσκαρε ακόμα περισσότερο την δουλειά του. Άλλωστε, είχε ήδη αποφασίσει με ποιον τρόπο θα τον παρέκαμπτε. ‘’Σο μόνο που μένει είναι να ενημερώσουμε το ΢υμβούλιο’’, είπε ξανά, προσπαθώντας να ακουστεί τυπικός αλλά και ταυτόχρονα δηκτικός. Ο Λιρόι χτύπησε με δύναμη την γροθιά του στο μηρό του και προχώρησε απειλητικά προς το μέρος του. ‘’Σι

ακριβώς

δεν

καταλαβαίνεις

Φονχάιμ;

Δεν θα

ενημερώσουμε

κανένα

΢υμβούλιο, μέχρι να εξαντλήσουμε το ότι δεν μπορούμε να τους βρούμε! Έχω τρεις τρόφιμους, σε πλήρη φαρμακευτική αγωγή να περπατούν στο δρόμο μόνοι τους. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν ούτε που πέφτει ο Πύργος Μπλακ, πηγαίνουν στα χαμένα, είναι πιθανό να τους πατήσει κάποιο γαμημένο αυτοκίνητο! Δεν δραπέτευσαν εγκληματίες! Δεν αποτελούν κίνδυνο, είναι σε κίνδυνο!’’ Ο νεαρός γιατρός χαμήλωσε το βλέμμα του αλλά διατήρησε την στάση του σώματός του σταθερή. ‘’Η Ντάιαμοντ είναι εγκληματίας’’ Ο Λιρόι βρέθηκε τώρα μπροστά στο πρόσωπό του, και άρχισε να του φωνάζει σαν να ήθελε να τον δαγκώσει στην μύτη. ‘’Ηλίθιε, άχρηστε άνθρωπε, η Ντάιαμοντ δεν ξέρει ούτε το όνομά της! Κόψε τις μαλακίες, συγκεντρώσου και σκέψου που μπορεί να είναι τουλάχιστον οι δικοί σου!’’

[120]


Ο Φονχάιμ σκούπισε αργά δυο σταγόνες σάλιου που πετάχτηκαν από το στόμα του Λιρόι. ‘’Θυμάται να γουστάρει εσένα όμως’’, του είπε σιγανά. ‘’Αυτό ήταν’’, φώναξε αυτός και σήκωσε τη γροθιά του. Ο νεαρός γιατρός μαζεύτηκε και σήκωσε τα χέρια του να αποκρούσει το επερχόμενο χτύπημα, αλλά ήταν ένα σπρώξιμο της Νικόλ στον Λιρόι που το αποσόβησε. ‘’Κόφτε το’’, είπε αυστηρά, κοιτώντας την οθόνη της. ‘’Έχουμε θέαση της Ντάιαμοντ’’ Ο Λιρόι ξέχασε τελείως τον αυθάδη γιατρό και γύρισε προς το μέρος της προσπαθώντας να αρπάξει την συσκευή. ‘’Που;’’, φώναξε. Η Νικόλ τραβήχτηκε μαζί με την συσκευή και την ξαναέβαλε στην τσέπη του τζάκετ της. ‘’Νάιτβάιμπ’’, είπε κοφτά και άρχισε να προχωρά προς το αυτοκίνητο. Σο παράδειγμά της ακολούθησε βιαστικά ο Φονχάιμ, πατώντας το κοντρόλ να ανοίξουν οι πόρτες του δικού του. Ο Λιρόι έμεινε για λίγο ακίνητος και έκπληκτος. ‘’΢τον Ανατολικό Σομέα;’’, αναρωτήθηκε σαν να ρωτάει τον εαυτό του. ‘’Σι σκατά κάνει στον Ανατολικό Σομέα;’’ Περίπου την ίδια στιγμή, αρκετά μακριά αλλά σαφώς πιο κοντά στο σημείο που ένα περιπολικό έστειλε ειδοποίηση ότι βλέπει την Ντάιαμοντ, ο μικρός Νίκολας ένιωσε ένα χέρι να τον κρατάει από τον ώμο και να σταματάει τις αθόρυβες κινήσεις του στο σκοτάδι. Γύρισε και κοίταξε τον μυστηριώδη ξένο

που στεκόταν πίσω του και είχε

σταματήσει την σκοτεινή τους πορεία ανάμεσα στις σκιές. ‘’Πόσο μακριά είμαστε τώρα, από το σημείο που με είδες;’’, τον ρώτησε ψιθυριστά. Ο μικρός δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ. ‘’Διακόσια μέτρα’’, του είπε. ‘’Ψραία’’,

μουρμούρισε

αυτός

και

πληκτρολόγησε

κάτι

σε

μια

συσκευή

ενσωματωμένη στο μανίκι του. ‘’Πάμε’’, του είπε και τον έσπρωξε απαλά. Ο Νίκολας ένιωσε την ανάγκη να ρωτήσει, αλλά υπάκουα συνέχισε να προχωράει προς τα εμπρός, πίσω από μια σειρά εγκαταλελειμένων κοντέινερ που ήταν παραταγμένα έξω από την αποθήκη σαν μουσειακά εκθέματα. Ούτε άκουσε, ούτε είδε τίποτα. Αν ήταν ακόμα μέσα στην αποθήκη όμως, ίσως να έβλεπε για μια μόνο στιγμή το διαστημόπλοιο του ξένου, καθώς τώρα αυτό έβγαινε από τον μυστήριο αόρατο μανδύα του. Για μια μόνο

[121]


στιγμή όμως, καθώς τώρα το περίεργου σχήματος σκάφος άρχισε να σπινθηρίζει σε ένα χορό από μικρά, κοφτά αλλά αστραφτερά τσαφ, σαν εκατοντάδες μικρές εκκενώσεις να συνεβαιναν ταυτόχρονα στο σκαρί του. Όστερα από αυτόν τον μικρό χορό των λάμψεων, αν υπήρχε κάποιος μάρτυρας θα το έβλεπε έκπληκτος μεγάλο κομμάτι του να αποσυναρμολογείται και να μετατρέπεται σε ένα σωρό από κομμάτια μέταλλου, γυαλιού και πλαστικού, σχεδόν ίδιων με το σωρό πάνω στον οποίο είχε πέσει. Αμέσως μετά όμως, ο ίδιος μάρτυρας θα καταλάβαινε γιατί ο μυστηριώδης ξένος περίμενε πρώτα για να απομακρυνθεί πριν ενεργοποιήσει αυτή την διαδικασία. Έξω από την αποθήκη, το πλήθος του κόσμου είχε αρχίσει να δυσανασχετεί με την παρουσία της αστυνομίας, που είχε καταφτάσει για να τους απομακρύνει από αυτό που ήταν ‘’ιδιωτική περιουσία’’ και να τους συμβουλέψει να πάνε σπίτια τους γιατί ‘’δεν υπάρχουν εξωγήινοι’’. Κάποιοι είχαν ήδη αρχίσει να σπρώχνουν ένα ψηλό φράχτη με συρματόπλεγμα, μια κίνηση που αντιμετωπίστηκε με αυστηρότητα από την αστυνομία, που προειδοποίησε ότι η μη απομάκρυνσή τους θα οδηγούσε σε χρήση απωθητικών μέτρων. Βέβαια, ήταν πολύ λιγότεροι. Σο πλήθος μπροστά από την αποθήκη πρέπει να είχε

ήδη

φτάσει

τους

διακόσιους

ανθρώπους,

ίσως

και

παραπάνω,

άλλους

αποφασισμένους και άλλους απλώς περίεργους να δουν αν οι φήμες για εξωγήινο ήταν αληθινές. ΋λοι αυτοί, σε κάθε περίπτωση, έγιναν μάρτυρες, εκείνο το βράδυ, μιας κατάλευκης σαν το χιόνι λάμψης που βγήκε μέσα από την αποθήκη. Αντανακλαστικά, ολοι κοιτάξανε με περιέργεια προς το παράξενο φως, σαν νυχτερινά ζουζούνια, μόνο και μόνο για να πεταχτούν ξαφνιασμένοι, όταν την λάμψη συνόδεψε ένας δυνατός κρότος, σαν από κάποια ελεγχόμενη σε έκταση αλλά ισχυρή σε ένταση έκρηξη. Μετά το σάστισμα που για κάποιους κράτησε ένα ολόκληρο λεπτό, μια ομάδα ανθρώπων έτρεξε προς το συρματόπλεγμα και το τράβηξε με δύναμη. Έπρεπε

να

μπουν μέσα. Εκείνη η νύχτα άλλωστε, για πάρα πολλούς, έμοιαζε ότι θα είναι ιστορική. Για κάποιους άλλους όμως, κρυμμένους μέσα στο πλήθος, η ιστορία είχε ήδη αρχίσει να γράφεται.

[122]


Πλάσματα της νύχτας

΢υγκεντρώσου. Όχι πάλι, δεν είναι δυνατόν. Άγνωστος δρόμος. Δυνατά φώτα. Αυτοκίνητα περνούν με μεγάλη ταχύτητα από δίπλα. Άνθρωποι με ρούχα με έντονα φωσφωριζέ χρώματα. Η ατμόσφαιρα είναι γεμάτη ατμό. ΢υγκεντρώσου. Ένας

άντρας

την

κοιτάει

από

μικρή

απόσταση.

Έχει

μια

γκριμάτσα

συγκατάβασης. Δεν φαίνεται απειλητικός, αλλά σίγουρα δεν τον ξέρει. Έχει τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του. Υοράει άσπρο παντελόνι και μαύρο σακάκι. Έχει χλωμό δέρμα στο πρόσωπο, αλλά σκούρα μαύρα μαλλιά. Έχει κατάμαυρα μάτια αλλά το λευκό γύρω τους είναι έντονο. Μοιάζει με γωνία από σκάκι. Ο ασπρόμαυρος άνθρωπος. Μα τι σκέφτεσαι τώρα; ΢υγκεντρώσου Ντάιαμοντ. Η Ντάιαμοντ στάθηκε στην μέση του πεζοδρομίου και κοίταξε γύρω της, προσπαθώντας να πιαστεί από κάτι που θα της θυμίζε το παραμικρό. ‘’Πάλι;’’ Η φωνή ήταν του άντρα που την κοίταζε, στεκόταν λίγο μπροστά της. Η Ντάιαμοντ τον κοίταξε με ένα μίγμα δισταγμού αλλά και προσδοκίας. ‘’Είσαι μαζί μου;’’,Η

φωνή της ακούγεται στα αυτιά της σαν να έρχεται από

μακριά. ‘’Πάλι τα ίδια; Σι είδους ερώτηση είναι αυτή;’’ ‘’Που είμαι;’’ Ο άντρας άνοιξε τα χέρια του σαν να αγκάλιαζε το χώρο. ‘’Νάιτβάιμπ γλυκιά μου! Νάιτβάιμπ! Σο μέρος που το πάρτυ δεν σταματά ποτέ. ΢ε αντίθεση με το κεφάλι σου, που σταματά αρκετά συχνά’’

[123]


Η Ντάιαμοντ ξεροκατάπιε και κοίταξε γύρω της. Παράλληλα με το δρόμο, παρατεταγμένα σαν σε διαγωνισμό, ήταν αρκετά νυχτερινά κέντρα με έντονα φώτα και ένα ψιθυριστό απόηχο δυνατής μουσικής να έρχεται από το εσωτερικό τους. Άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν από αυτά, ντυμένοι σε όλα τα πιθανά χρώματα. Ένας πολύχρωμος και πολύβουος κόσμος μέσα σε ένα αραιό, υγρό σύννεφο ατμού. Μπορούσε να μυρίσει διάφορα αρώματα και να αισθανθεί μια υπόγεια ένταση που ανέδιδε ο χώρος. Κοίταξε τον άγνωστο άντρα με άγχος. ‘’΢υγνώμμη δεν....δεν ξέρω γιατί είμαι εδώ ούτε ποιος είσαι εσύ.’’ ‘’Βάλανε κατα λάθος dna από χρυσόψαρο στο μίγμα σου;’’ ‘’Ε;’’ ‘’Είσαι ελαττωματική από γέννα;’’ ‘’Δεν..ξέρω’’ ‘’Αα, δεν βαριέσαι’’, είπε αυτός και έκανε μια χειρονομία. ‘’Πάμε άλλη μια, δεν χάνουμε τίποτα. Με λένε ΢άλυ, είσαι η Ντάιαμοντ, σε περίπτωση που δεν το θυμάσαι ούτε αυτό’’. Σης έτεινε το χέρι του για χειραψία. Η Ντάιαμοντ άπλωσε το δικό της δειλά. ‘’΢άλυ;’’ ‘’΢άλυ’’ ‘’Δεν είναι γυναικείο όνομα το ΢άλυ;’’ ‘’Είσαι σε λούπα έτσι; Μόνο που την τελευταία φορά που μου το είπες με κορόιδευες και γελούσες. ΋χι, δεν είναι γυναικείο όνομα το ΢άλυ, γιατί στην πραγματικότητα είναι από το ΢άλιβαν. Με λένε Γκρεγκ ΢άλιβαν. Αλλά άγνωστες γυναίκες με αστεία μαλλιά και κενά μνήμης με φωνάζουν ΢άλυ’’. ‘’΢υγνώμμη’’, είπε αυτή ντροπαλά και ανακάτεψε λίγο τα μαλλιά της. ‘’Μπα, μην δίνεις σημασία. Γιατί να με θυμάσαι άλλωστε; Μήπως είμαι κάποιος που σε πήρε από το χεράκι και σε έβγαλε από το Μπεγκσκουέρ στο οποίο βολόδερνες σαν ζόμπι;’’ ‘’Σι;’’ Η Ντάιαμοντ τον πλησίασε σε μια έκλαμψη μνήμης. Σο Μπεγκσκουερ της φαινόταν αρκετά γνώριμο σαν όνομα. ‘’Ακριβώς. ΢ου έσωσα την ζωή, ούτε μισή ώρα πριν. Ευχαριστώ πολύ, δεν θα το θυμάται κανείς και αν σε ρωτήσουν θα κοιτάς σαν χάνος. Είναι η πιο ωραία ιπποτική ιστορία που γράφτηκε ποτέ, ένας άλλος παίρνει την αμνησιακή πριγκίπισσα και εγώ παίρνω τα κέρατα του δράκου για το τζάκι μου.’’.

[124]


‘’Ψ, σε παρακαλώ, πες μου λίγο, δεν ξέρω τι μου συμβαίνει, κάτι δεν πάει καλά...στο κεφάλι μου, δεν ξέρω’’ ‘’Καλά καλά, μην κάνεις την συναισθηματική τώρα!’’, είπε αυτός και την πλησίασε κάπως στοργικά. Η Ντάιαμοντ περισσότερο αντανακλαστικά από την γενικευμένη ανυσηχία της έκανε ένα βήμα πίσω, αλλά το ζεστό του χαμόγελο την καθυσήχασε. ‘’Έλα τώρα’’, της είπε και ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι της. Η Ντάιαμοντ τον ένιωσε να ακουμπάει απαλά και προσεχτικά τα μαλλιά της με ανοιχτή την παλάμη του. ‘’Τπάρχει περίπτωση να μπλεχτεί το χέρι μου;’’, ρώτησε μετά και της έκλεψε ένα χαμόγελο. Σης έκανε νόημα με το δάχτυλο και προχώρησε δυο βήματα μέχρι την άκρη του πεζοδρομίου, όπου υπήρχε ένα μακρόστενο παγκάκι. Έκατσε και χτύπησε απαλά την θέση δίπλα του, για να κάτσει και εκείνη. Η Ντάιαμοντ το έκανε. ‘’Ψραία. Πάμε να κάνουμε μια επανάληψη γιατί έχασες το προηγούμενο επεισόδιο, τι λες;’’ Η Ντάιαμοντ έγνεψε καταφατικά. Είχε κάπως ανακτήσει την ψυχραιμία της και επιπλέον, ο άντρας που ονομαζόταν ΢άλυ της φαινόταν ασφαλής και χαριτωμένος. ‘’Ήσουν, πριν μισή ώρα περίπου, μόνη σου, και περπατούσες σαν χαμένη στο Μπεγκσκουερ. Σο Μπέγκσκουερ, όπως θα γνωρίζεις άλλωστε, δεν είναι μέρος για να περπατάς μόνη σου, σαν χαμένη. Αλλά εσύ ωστόσο το έκανες, οπότε ίσως δεν γνωρίζεις. ΋πως όμως ήταν στην πραγματικότητα λογικό, και η αλήθεια είναι ότι δεν βοηθάει και αυτό (στο σημείο αυτό έδειξε προς τα μαλλιά της) να περάσεις απαρατήρητη, αρκετοί από τους αξιαγάπητους κάτοικους του Μπεγκσκουερ σε βάλανε στο μάτι και διακριτικά στην αρχή, λιγότερο διακριτικά στην συνέχεια, σε πήραν στο κατόπι. ΋ταν εγώ σε είδα, ήσουν ήδη σε αρκετά δύσκολη θέση.’’ Η Ντάιαμοντ τον κοίταζε σαν να της εξιστορούσε ένα πραγματικό θρίλερ από τις ειδήσεις. ΢ίγουρα όχι κάτι που είχε συμβεί στην ίδια λίγο πριν. Προσπαθούσε να θυμηθεί αλλά σε κάθε προσπάθεια το κεφάλι της διαμαρτυρόταν. ‘’Δεν ξέρω αν οι κύριοι είχαν πρόθεση να σε κλέψουν ή να κόψουν τα μαλλιά σου για πουλόβερ ή κάτι χειρότερο. ΢ε κάθε περίπτωση και τα τρια μου φάνηκαν απαράδεκτα και έτσι...βουαλά. Ανέβηκες πρόθυμα στην μηχανή μου, απομακρυνθήκαμε, μου είπες ότι ζαλίζεσαι, σταματήσαμε, μου είπες ότι ήθελες να περπατήσεις, περπατήσαμε, άρχισες να μου λες διάφορα ακατάληπτα για εξωγήινους, τα άκουσα με προσοχή, με προειδοποίησες για αυτά τα ...μπλακ άουτ, όπως τα αποκάλεσες, παραξενεύτηκα, στο τέλος μου είπες ότι αυτό που θα ήθελες περισσότερο από όλα θα ήταν να πιείς ένα ποτό, σου πρότεινα το ΝάιτΒάιμπ, δέχτηκες, ανεβήκαμε πάλι στη μηχανή μου και...βουαλά ξανά. Μετά, όπως

[125]


προχωρούσαμε, σταμάτησες για λίγο και..τώρα κάθεσαι δίπλα μου και εγώ σου λέω ότι κάθεσαι δίπλα μου.’’ Η Ντάιαμοντ κούνησε το κεφάλι της με κάποιο θαυμασμό οτι όλα αυτά συνέβησαν στην ίδια. Σον ξανακοίταξε ερευνητικά, τον ασπρόαμυρο άνθρωπο που λέγανε ΢άλυ και προσπάθησε να τον θυμηθεί. ‘’Με βλέπεις πρώτη φορά στη ζώη σου, έτσι δεν είναι;’’, τη ρώτησε. Η Ντάιαμοντ τον κοίταξε με πείσμα. ‘’Περίμενε’’, του είπε και σηκώθηκε όρθια. ΢υγκεντρώσου. Δεν μπορεί να γίνεται αυτό συνέχεια. Μπέγκσκουερ. Σο ξέρεις. Μπεγκσκουερ. Η Ντάιαμοντ έκλεισε τα μάτια με δύναμη και προσπάθησε να σκεφτεί, παρά τα κεντρίσματα από το εσωτερικό του κεφαλιού της που της απαγόρευαν την είσοδο. ‘’Εμμ...παθαίνεις μήπως πάλι το ίδιο; Γιατί αν είναι να κρατήσω σημειώσεις να μην στα επαναλαμβάνω κάθε τόσο..’’ ‘’Περίμενε!’’, του απάντησε αυτή κοφτά. Μπεγκσκουερ. ΝάιτΒάιμπ. Μπεγκσκουερ. Γιατί είσαι στο Μπεγκσκουερ; Σι σκατά είναι το Μπεγκσκουερ; Εντελώς ξαφνικά, μέσα σε ένα θολό χάος από σκόρπιες μουτζουρωμένες εικόνες, η Ντάιαμοντ βρήκε ένα μισάνοιχτο παράθυρο και το κλώτσησε δυνατά. Όστερα, ένα ρολό φιλμ ξετυλίχτηκε πίσω από τα μάτια της με μεγάλη ταχύτητα. ΢πίτι. Κάθαρμα. Μαριάν. Σαράτσα. Ντέσμοντ. Εξωγήινος. Έργα. Μπεγκσκουερ. ΢άλυ. Νάιτβάιμπ. ‘’Ναι!’’, φώναξε προς το πουθενά, μόνο για να τραβήξει ένα στιγμιαίο απορημένο βλέμμα ενός περαστικού ζευγαριού, που ύστερα κοίταξαν προς το μέρος του ΢άλυ που

[126]


τους χαμογέλασε ευγενικά. Η Ντάιαμοντ γύρισε και τον κοίταξε με τον ενθουσιασμό μιας απότομης ανακάλυψης. Σον έδειξε με το δάχτυλο. ‘’΢άλυ! Γκρεγκ ΢άλιβαν, αλλά σε φωνάζουν ΢άλυ. Και είναι γυναικείο. Έχεις μια μεγάλη μηχανή, που είναι μαύρη με άσπρη σέλα. ΢ε ρώτησα και γιατί είσαι ασπρόμαυρος, και μου είπες ότι το μαύρο είναι το αγαπημένο σου χρώμα. ΢ε ρώτησα για το άσπρο, και μου είπες, και το άσπρο. Εμφανίστηκες ενώ με κυνηγούσαν δυο άντρες. ΢το Μπεγκσκουερ. Ήταν βρώμικο και σκοτεινό, και ο χάρτης που είχα δεν με βοηθούσε καθόλου. Ήρθες δίπλα μου, με ρώτησες αν χρειάζομαι βοήθεια, ενώ έβλεπες ότι με κυνηγούσαν και έτρεχα. Μετά.....περίμενε. Μετά.....ω, γαμώτο.’’ ‘’Α, μην στεναχωριέσαι, εκεί ήμουν’’ ‘’Περίμενε!’’, του είπε πάλι και ξαναέκλεισε τα μάτια της. Ο ΢άλυ πήγε κάπως να διαμαρτυρηθεί, αλλά η Ντάιαμοντ ξαναάνοιξε τα μάτια της με μια νέα ανακάλυψη. ‘’Σο βρήκα!’’ Ο ΢άλυ την κοίταξε περιμένοντας κάτι. ‘’Δεν έχω κενά μνήμης!’’, είπε αυτή με χαρά. ‘’Α, πολύ όμορφα’’, απάντησε αυτός σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος του. ‘’Γιατί, βλέπεις εγώ νόμιζα ότι, ξέρεις, έχεις κενά μνήμης’’. ‘’΋χι βλάκα, εννοώ ότι δεν έχω απώλεια μνήμης. Θυμάμαι ότι ήμουν στο Μπεγκσκουερ, θυμάμαι πριν από αυτό ότι ήμουν στο σπίτι του Ντέσμοντ, θυμάμαι ότι πήγα εκεί επειδή έφυγα από το σπίτι μου, θυμάμαι ότι έφυγα από το σπίτι μου επειδή είχα μια πολύυ άσχημη ιστορία χωρισμού’’ ‘’Ναι, ναι, μου τα ξαναείπες, κάτι για ένα Κάθαρμα, την νέα του γκόμενα, την γάτα....’’ ‘’Ο Σίγρης!’’ είπε αυτή με ενθουσιασμό. ‘’Ναι. Ο Σίγρης’’ ‘’Βλέπεις λοιπόν;’’ ‘’Σι;’’ ‘’Δεν έχω απώλεια μνήμης! Έχω διακοπές μνήμης. ‘’ ‘Ο ΢άλυ την κοίταξε απορημένος. ‘’Θες να καταλήξεις κάπου;’’ ‘’Ναι! Πρόσεξε: Υεύγω από το σπίτι, είμαι σε μεγάλη ταραχή, ωπ, κενό. Μετά βρίσκω τον Ντέσμοντ, πηγαίνω προς το Μπεγκσκουερ, με κυνηγάνε δυο άντρες, είμαι

[127]


σε μεγάλη ταραχή, ωπ, κενό. Σο βλέπεις; ΋ποτε είμαι για οποιοδήποτε λόγο σε μεγάλη ταραχή, κάτι παθαίνω και δημιουργείται ένα κενό. Λειτουργώ, δεν πέφτω σε κάποιο κώμα ή κάτι τέτοιο, αλλά απλώς δεν καταγράφω. ΢ταματάει το φιλμ να καταγράφει. Δεν είναι απώλεια, απλά δεν αποθηκεύω εκείνη την ώρα.’’ Σον κοίταξε με χαρά. ‘’Ευτυχώς που δεν είσαι χειρουργικό ρομπότ λοιπόν’’, είπε αυτός σκωπτικά. Η Ντάιαμοντ του έκανε μια γκριμάτσα. Όστερα σοβάραψε πάλι απότομα. ‘’Αλλά για περίμενε όμως.’’ είπε ξύνοντας το κεφάλι της. ‘’Αν μια ο χωρισμός και δυο το κυνηγητό στο Μπεγκσκουερ.....τώρα γιατί κόλλησα πάλι; Σι με τάραξε τώρα;’’ Ο ΢άλυ την κοίταξε κάπως ένοχα, και ύστερα κοίταξε γύρω του σαν να παρίστανε έναν αδιάφορο με την συζήτησή τους άνθρωπο. ‘’΢άλυ;’’ Η Ντάιαμοντ τον κοίταξε με περιέργεια. ‘’Παρακαλώ’’ ‘’Γιατί βρέθηκα σε ταραχή μόλις τώρα;’’ ‘’Γιατί είσαι αρκετά κουρασμένη;’’ ‘’΋χι ΢άλυ, δεν είμαι αρκετά κουρασμένη’’ ‘’΍χου....’’ Ο ΢άλυ σηκώθηκε όρθιος και περπάτησε δίπλα της. Είχε μια έκφραση ντροπής στο πρόσωπό του. ‘’Είναι το ΝάιτΒάιμπ!’’, είπε δείχνοντας ξανά γύρω του. ‘’Και τι πάει να πει αυτό;’’ Αυτός γύρισε απότομα και έδειξε προς το μέρος της, ξαφνιάζοντάς την. ‘’Α-χα! Αυτό ακριβώς με ρώτησες. Σι είναι το ΝάιτΒάιμπ. Και εγώ σου απάντησα. Αυτό ήταν όλο! Σώρα γιατί εσύ έπαθες ταραχή, αυτό είναι δικό σου θέμα τελείως, δεν νομίζεις;’’ Η

Ντάιαμοντ

κούνησε

το

κεφάλι

της

σαν

να

ήθελε

να

αποτινάξει

τα

ακαταλαβίστικα λόγια του. ‘’Και τι είναι το ΝάιτΒάιμπ;’’ Ο ΢άλυ ξεφύσηξε και σχημάτισε ένα ψεύτικο χαμόγελο. ‘’Ψραία.. Πάμε πάλι, αλλά αν πάλι κολλήσεις, είναι δικό σου θέμα. Θα σε παρατήσω και θα φύγω, θα αφήσω ένα σημείωμα που θα λέει ότι είσαι μαιμού και ότι το έσκασες από τον ζωολογικό κήπο’’ ‘’...’’ ‘’Λοιπόν. Σο ΝάιτΒάιμπ, είναι το μέρος που....το μέρος που οι άνθρωποι...έρχονται να....να γνωριστούν καλύτερα.’’ Η Ντάιαμοντ τον κοίταξε με μια γκριματσα απορίας.

[128]


‘’Να ζευγαρώσουν!’’, φώναξε αυτός. ‘’Να κάνουν σεξ! Ο ατμός, η ατμόσφαιρα, τα μαγαζιά, τα ποτά, είναι, πως να στο πω, είναι η γωνιά της πόλης που έρχεσαι για να κάνεις σεξ.’’ Αυτή πήρε μια γκριμάτσα έκπληξης. ‘’Να κάνεις σεξ; Εννοείς να βρεις άνθρωπο να κάνεις σεξ;’’ ‘’Ε, κοίτα, είναι απαραίτητο να βρεις κάποιον για να κάνεις σεξ. Καλά, όχι τόσο απαραίτητο, αλλά ας πούμε ότι θες να κάνεις αυτήν την συγκεκριμένη εκδοχή. Αλλά το ΝάιτΒάιμπ, τα μαγαζιά του ΝάιτΒάιμπ δεν σου παρέχουν μόνο την δυνατότητα να βρεις κάποιον, σου παρέχουν και το χώρο. Κάθε μπαρ έχει δυο με τρεις ορόφους με δωμάτια κάθε επιλογής και για κάθε γούστο....’’ ‘’Άρα, με ένα τρόπο, πληρώνεις για το σεξ;’’ ‘’Δεν πληρώνεις για το σεξ, δηλαδή πληρώνεις αλλά όχι για το σεξ, αυτό το κερδίζεις...α, χέστο. Ναι, πληρώνεις για το σεξ.’’ Η Ντάιαμοντ κοίταξε για άλλη μια φορά γύρω της, με νέα μάτια. Οι χαρούμενοι, εκκεντρικά ντυμένοι άνθρωποι, με τα έντονα χρώματα και τα εντυπωσιακά κουρέματα, τα δυνατά φώτα, ο ψίθυρος μιας δυνατής μουσικής, η μυρωδιά από αλκοόλ αναμεμιγμένη με λαγνεία, ο υγρός και ζεστός ατμός που έβγαινε θαρρείς από τις χαραμάδες των δωματίων. Όστερα κοίταξε τον ΢άλυ, που διατηρούσε μια αμήχανη στάση σώματος, γούρλωσε τα μάτια της και έπνιξε ένα κοφτό γέλιο. ‘’Άρα με έφερες εδώ για.....με έφερες εδώ για να κάνουμε σεξ;’’, τον ρώτησε, όχι όμως ιδιαίτερα επιθετικά. Σο ότι κάτι τέτοιο της είχε δημιουργήσει ένταση και μπλακ άουτ της φαινόταν ακόμα πιο αστείο. Ο ΢άλυ πήρε μια γκριμάτσα διαμαρτυρίας. ‘’Δεν είπα ποτέ ότι θα κάναμε σεξ, εγώ και εσύ’’, φώναξε και το χλωμό του πρόσωπο απέκτησε δυο κόκκινες αποχρώσεις, μια σε κάθε μάγουλο. Η Ντάιαμοντ το θεώρησε διασκεδαστικό. ‘’Με έφερες στο ΝάιτΒάιμπ, μια κοπέλα που θα μπορούσε να έχει αμνησία ή κάποιο άλλο σοβαρό πρόβλημα, για να με πηδήξεις; Δεν σε πιστεύω, το θράσος σου’’ Ο ΢άλυ χτύπησε τα δάχτυλά του νευρικά. Άνοιξε το στόμα του για να διαμαρτυρηθεί, αλλά η Ντάιαμοντ τον πρόλαβε. ‘’Δηλαδή πόσο χοντρά μου την έπεσες, για να με φέρεις σε τέτοια θέση;’’ ‘’Δεν σου την έπεσα!’’, φώναξε αυτός χτυπώντας το ένα του πόδι στο πεζοδρόμιο. Όστερα γύρισε απότομα την πλάτη του και κάθισε στο πεζοδρόμιο. ΢το ακριβώς απέναντι τετράγωνο, χωρίς να υποπέσι επ’ουδενί στην προσοχή τους, ο αστυνομικός

[129]


ενός περιπολικού κοίταξε τα μαλλιά της Ντάιαμοντ και ύστερα μεγένθυνε μια φωτογραφία που του είχαν στείλει από την Ασφάλεια στο ΢άικεντ. ΢κούντησε τον συνοδηγό του και την έδειξε. Δεν μπορούσαν να διακρίνουν χαρακτηριστικά προσώπου, αλλά ένας ακατάσχετος θύσανος από καστανοκόκκνα μαλλιά τους έκανε σίγουρους για το πρόσωπο που έβλεπαν. Αμέσως, έστειλαν σήμα προς τους υπεύθυνους του ΢άικεντ και το περιπολικό κινήθηκε με πολύ αργή ταχύτητα προς το μέρος τους. Κάτω από την φωτογραφία της Ντάιαμοντ, υπήρχε μια ιδιαίτερα σαφής και επεξηγηματική οδηγία, την οποία μάλιστα επανέλαβε ο συνοδηγός. ‘’Κατάσταση: Χυχική αστάθεια, στερητικό σύνδρομο ισχυρής φαρμακευτικής αγωγής. Πιθανή απώλεια μνήμης, αποπροσανατολισμός, αδυναμία συννενόησης. Εξαιρετικά εύθραστη- πιθανά ξεσπάσματα άγχους, αυτοκαταστροφική, κίνδυνος για τον εαυτό της. Οδηγία μη χρήσης βιας με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε λόγο. Ακολουθείστε εναλλακτικές οδούς περιορισμού.....’’ ‘’Μαλακίες’’, μουρμούρισε ο οδηγός, ένας μεσήλικας με αραιό μαλλί αλλά καλοδιατηρημένη κορμοστασιά και μεγάλα μπράτσα. Ο συνοδηγός του, αρκετά νεότερος και αρκετά μικρότερος σε μέγεθος σήκωσε τους ώμους του, σχεδόν αδιάφορα. ‘’Πες τους να έρθουν για εξακρίβωση στοιχείων’’, μουρμούρισε. Ακριβώς απέναντι, η Ντάιαμοντ έδειχνε με το δάχτυλο έναν εξοργισμένο ΢άλυ που διαμαρτυρόταν δυνατά. Εκείνος πρώτος είδε το περιπολικό να πλησιάζει, και μόνο το εκ νέου χλώμιασμα του προσώπου του έκανε την Ντάιαμοντ να κοιτάξει και εκείνη. Ξεροκατάπιε κάπως αγχωμένη, περισσότερο όμως επειδή ένιωσε την ταραχή που εξέπεμπε ο ασπρόμαυρος άντρας. Σο περιπολικό σταμάτησε μπροστά τους, και το τζάμι του οδηγού κατέβηκε αργά. Ο αστυνόμος Φάρβει, όπως ανέγραφε σε ένα ασημί πλακίδιο στον ώμο του, τους κοίταξε με ένα χαμόγελο. ‘’Καλησπέρα παιδά’’, είπε. Σα ‘παιδια΄’ έμειναν σιωπηλά και κάπως αμήχανα. Η Ντάιαμοντ τελικά μουρμούρισε μια καλησπέρα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον ΢άλυ, που φαινόταν ειλικρινά τρομαγμένος, ενώ μάλλον προσπαθούσε να παριστάνει το άγαλμα. Ο αστυνόμος έγειρε ελαφρώς το κεφάλι του προς τα έξω. ‘’΢υγνώμη για αυτό τώρα, αλλά μήπως θα μπορούσα να δω κάποια ταυτότητα;’’

[130]


Η Ντάιαμοντ έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω και πιο κοντά προς τον ΢άλυ, που καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα. Ακουσε την φωνή του, να βγαίνει μέσα από τα δόντια του. ‘’Δεν μου είπες ότι σε κυνηγάει η αστυνομία’’, της είπε. Η Ντάιαμοντ τον κοίταξε στιγμιαία έκπληκτη και ύστερα ξαναγύρισε προς τον αστυνομικό. ‘’Δεν με κυνηγάει η αστυνομία’’, διαμαρτυρήθηκε, με τον ίδιο τρόπο. ‘’Σότε γιατί μας ζητάνε ταυτότητες; Έχεις ταυτότητα;’’ ‘’΋χι, δεν έχω ταυτότητα. Έφυγα βιαστικά από το σπίτι, θυμάσαι; Εσύ δεν έχεις ταυτότητα να τους δώσεις; Μας κοιτάει! Γιατί κάνουμε σαν να είμαστε εγκληματίες;’’ ‘’Ούτε

εγώ

έχω

ταυτότητα’’,

της

είπε

ψιθυριστά,

προσπαθώντας

να

μην

ανοιγοκλείνει το στόμα του καθόλου. Η Ντάιαμοντ παρατήρησε ότι το χαμόγελο του αστυνόμου έσβηνε. Σου χαμογέλασε ψεύτικα και έκανε πως ψάχνει τις τσέπες της. ‘’Και τώρα τι κάνουμε; Γιατί δεν έχεις ταυτότητα;’’ ‘’Γιατί δεν έχω ταυτόητα. Γενικά. Είμαι Παράνομος’’ ‘’Σι εννοείς παράνομος;’’ ‘’Εννοώ όχι νόμιμος’’ ‘’Είναι ώρα για αστεία;’’ ‘’Σι ώρα είναι;’’ Η Ντάιαμοντ συνέχισε να χαμογελάει αμήχανα και ψεύτικα και να προσπαθεί να βρει κάτι στις τσέπες της. Ο ΢άλυ την σκούντηξε με τον αγκώνα. ‘’Ίσως πρέπει να τρέξουμε. Σι λες και εσύ;’’ Η Ντάιαμοντ γύρισε και τον κοίταξε με έκπληξη. ‘’Σι;’’ ‘’Να φύγουμε. Να τρέξουμε. Να την κοπανήσουμε’’ ‘’Που να τρέξουμε;’’ ‘’Δεν ξέρω, δεν ξέρω την περιοχή καλά. Σι λες για το στενό πίσω μας;’’ Πριν προλάβει να απαντήσει, η φωνή του αστυνομικού της έκοψε τα πόδια. ‘’Είστε με τα καλά σας;’’, τους είπε, έχοντας βγάλει όλο το κεφάλι του απ’έξω. ‘’΢ας ακούω τόση ώρα, είστε τρελλοί ή κάτι τέτοιο;’’ Η Ντάιαμοντ και ο ΢άλυ δεν το είδαν, αλλά ο συνοδηγός έγνεψε καταφατικά στην ερώτηση του συνεργάτη του. ‘’Ελάτε εδώ!’’, τους πρόσταξε και έκανε να ανοίξει την

[131]


πόρτα του σκούρου μπλε αυτοκινήτου. Ο ΢άλυ ακούμπησε τώρα την Ντάιαμοντ απαλά και ιπποτικά στην πλάτη. ‘’Κυρία μου. Πάμε;’’, την ρώτησε με την απάντηση να είναι προφανής. Η Ντάιαμοντ τους κοίταξε εναλλάξ. ‘’Πάμε’’, απάντησε, και ο ΢άλυ τινάχτηκε προς το στενό πίσω τους, παρασέρνοντας την. Η Ντάιαμοντ τον ακολούθησε ρίχνοντας κλεφτές ματιές προς τα πίσω, παρατηρώντας ότι ο αστυνομικός ήταν αποσβολωμένος από την ενέργειά τους αυτή. ‘’Κοίτα μην πάθεις πάλι επιληψία τώρα!’’, της φώναξε ο ΢άλυ, που έτρεχε κάπως ατσούμπαλα και αστεία. Η Ντάιαμοντ σκέφτηκε να του υπενθυμίσει ότι η πάθησή της δεν είχε σχέση με την επιληψία, αλλά στην πραγματικότητα δεν είχε ούτε η ίδια την παραμικρή ιδέα για την κατάστασή της και τα αίτιά της. Σον ακολούθησε στο στενό, προσπαθώντας να κρατήσει την συγκέντρωσή της και όσο γινόταν την ψυχραιμία της. Έριξε μια ματιά προς τα πίσω και το περιπολικό δεν ήταν πια εκεί. Ο ΢άλυ φρέναρε απότομα, λίγο πριν βγουν στην άλλη άκρου του στενού και σε έναν ακόμα κεντρικό δρόμο του ΝάιτΒάιμπ. Έπεσε πάνω στην πλάτη του, και οι δυο τους έκαναν μερικά βήματα μέχρι να βρουν την ισορροπία τους. Όστερα, είδε γιατί ο ασπρόμαυρος άντρας είχε σταματήσει τόσο απότομα. Σο περιπολικό ήταν ήδη εκεί, έχοντας κάνει τον μισό κύκλο του τετραγώνου. Αναμενόμενο, στην πραγματικότητα. Ο αστυνόμος τώρα άνοιξε την πόρτα του και το χέρι του ακουμπούσε ήδη σε κάτι που έμοιαζε με τέιζερ. ‘’Είστε εντελώς παλαβοί;’’, τους φώναξε. ‘’Αυτό είναι αντίσταση κατά της αρχής, εγώ σας ζήτησα να δω τις ταυτότητές σας!’’ Ο ΢άλυ πήρε πάλι ένα συνομωτικό ύφος, και έσπασε το στόμα του ώστε να μιλάει πάλι μέσα από τα δόντια. ‘’Και τώρα;’’, την ρώτησε. ‘’Πάλι πίσω;’’ Η Ντάιαμοντ είδε το πρόσωπο του αστυνόμου να κοκκινίζει από θυμό. ‘’΢Α΢ ΑΚΟΤΨ!’’ φώναξε αυτός έξαλλος. ‘’Νομίζετε ότι είναι παιχνίδι;’’ ‘’Υαντάζομαι πως ναι’’, μουρμούρισε με την σειρά της, απευθυνόμενη όμως στον ΢άλυ. Αυτός χαμογέλασε, έκανε μια βαθιά υπόκλιση στον έκπληκτο αστυνόμο και άρχισε να τρέχει πάλι προς τα πίσω. Η Ντάιαμοντ ξεκίνησε μετά από μερικές στιγμές,

[132]


αφού πρώτα έριξε ένα συγκαταβατικό βλέμμα στον αστυνόμο, σαν να ήθελε στην πραγματικότητα να του ζητήσει συγνώμη για την αναστάτωση και την ταλαιπωρία. ΋ταν είχαν πια γυρίσει και οι δυο την πλάτη τους, ο αστυνόμος Φάρβει χτύπησε το πόδι του με εκνευρισμό στο πεζοδρόμιο και κοίταξε τον συνάδελφό του, βγάζοντας το τέιζερ από την τσέπη. Εκείνος ωστόσο φαινόταν συγκεντρωμένος προς την οθόνη πλοήγησης του αυτοκινήτου, έχοντας ένα ακουστικό στο αυτί και σοβαρό βλέμμα. ‘’Μα τι κάνεις;’’, του φώναξε έξαλλος. ‘’Κατέβα!΄’ Ο άντρας σήκωσε την παλάμη του, κάνοντας του ένα σήμα να σταματήσει. Σην ίδια στιγμή, ο ΢άλυ οδήγησε την Ντάιαμοντ σε μια πόρτα, περίπου στο κέντρο του στενού, άδειου πεζόδρομου που στην πραγματικότητα λειτουργούσε ως έξοδος για το κτίριο. Ο αστυνόμος Φάρβει πλησίασε ξανά το περιπολικό, ρίχνοντας μια οργισμένη ματιά στους φυγάδες. Κοίταξε τον συνάδελφό του μέσα από το παράθυρο με περιέργεια και θυμό. ‘’Σι σκ-‘’ Ο άλλος άντρας έβγαλε το ακουστικό από το αυτί και έβγαλε από την δική του πλευρά το τιμόνι για χειροκίνητη λειτουργία. ‘’Μπες μέσα. Άστους, χέστους, στείλαμε ειδοποίηση ούτως ή άλλως στους τρελλογιατρούς του ΢άικεντ, θα έρθουν με το δικό τους προσωπικό και θα τους μαζέψουν. Μπες μέσα’’ ‘’Σι σκατά έγινε πάλι;’’ ‘’Ζητούν ενισχύσεις στην παλιά Βιοτεχνική περιοχή. Έχει μαζευτεί πλήθος έξω από μια αποθήκη που κάτι έγινε, δεν κατάλαβα ακριβώς, και θέλει λέει να δει έναν εξωγήινο’’ ‘’Σι μαλακίες’’, αναστέναξε ο Φάρβει. ‘’Πάλι εξωγήινοι; Πάλι ούφο και μαλακίες; Βαρέθηκα’’, συμπλήρωσε και μπήκε απρόθυμα στο αυτοκίνητο. Όστερα, με το πάτημα ενός κουμπιού η οροφή άρχισε να αναβοσβήνει σε κόκκινες και πορτοκαλί αποχρώσεις και το αυτοκίνητο άρχισε να εκπέμπει ένα στρίγγο τσίριγμα, που λειτουργούσε σαν ειδοποίηση για να αδειάσει η κυκλοφορία στο πέρασμά του. Σην ίδια στιγμή, η Ντάιαμοντ και ο ΢άλυ έφτασαν στην κεντρική αίθουσα ενός καταστήματος, πιστεύοντας ακόμα ότι τους κυνηγούν. Η Ντάιαμοντ έβαλε τα χέρια στα γόνατά της, και ο ΢άλυ σταμάτησε να τρέχει, κοιτώντας γύρω τους. Δεκάδες ζευγάρια μάτια τώρα τους κοιτούσαν περίεργα, αλλά

[133]


μόνο για μερικά δευτερόλεπτα, πριν επικεντρωθούν ξανά σε αυτό που έκαναν. Είχαν βρεθεί σε ένα νυχτερινό μπαρ-ρεστοραν, έναν καλοστημένο και κάπως ακριβό στην όψη χώρο, με φοσφωριζέ τραπέζια, καρέκλες σε σχήμα φτέρνας και μια σειρά από λάμπες λευκού φωτός που έπεφταν από το ταβάνι από λεπτά σίδερα σαν ασσύμετρες λεπίδες. Η Ντάιαμοντ κοίταξε γύρω της με περιέργεια. Από πίσω της ακριβώς, ευθεία μπροστά από τους θαμώνες που έπιναν διάφορα πράσινα και πορτοκαλί ποτά σε ψηλά γυάλινα ποτήρια και τρώγανε διάφορα περίεργα σνακ, ολόκληρος ο τοίχος ήταν μια γιγαντοθόνη, διαχωρισμένη σε διάφορα μικρότερα τετράγωνα που προβάλλανε διάφορες εκπομπές. ΢το κεντρικό, μεγαλύτερο παραλληλόγραμμο της οθόνης, η Ντάιαμοντ είδε ένα βίντεο που της φάνηκε γνώριμο. Ήταν ακόμα μια ερασιτεχνικού χαρακτήρα λήψη, όπου ακολουθούσε ένα κάπως εξαγριωμένο πλήθος προς ένα συρμάτινο φράχτη, μπροστά από την παλιά αποθήκη που είχε ξαναδεί, με την μεγάλη, μυστήρια τρύπα στην οροφή της. Μόνο που τώρα μπορούσε να διακρίνει ένα λεπτό αραχνούφαντο πέπλο καπνού, που αναδυόταν από αυτήν αλλά και από τα σπασμένα παράθυρα στα πλευρά της. ΋πως επίσης μπορούσε να διακρίνει και μια κάπως φοβισμένη και νευρική ανθρώπινη αλυσίδα από αστυνομικούς, μπροστά στον φράχτη της αποθήκης, να φωνάζει για ψυχραιμία, μια κατάσταση που δεν φαινόταν να χαρακτηρίζει το πλήθος. Ο ΢άλυ την πλησίασε κάπως αγχωμένος, κοιτώντας προς τον διάδρομο που τους είχε φέρει στην αίθουσα, περιμένοντας να δει τον αστυνομικό να τους κυνηγάει με το τέιζερ. Σην ακούμπησε στον ώμο για να την τραβήξει να συνεχίσουν, αλλά εκείνη έδειξε προς την οθόνη, με το βλέμμα της κολλημένο σε αυτήν. ‘’Εκεί. Εκεί θέλω να με πας’’, του είπε. ‘’Α, ωραία’’, έκανε αυτός κάπως λαχανιασμένος. ‘’Ξεχνάς ποιος είμαι, αλλά τον εξωγήινο, τον θυμάσαι. Κυκλοφορείς στο Μπεγκσκουέρ ψάχνοντας για προβλήματα, αλλά τον εξωγήινο τον θυμάσαι. Άκουσε με, παράξενο κορίτσι μου, έχω δει δέκα τέτοιες ειδήσεις, μόνο το τελευταίο εξάμηνο. ΋λος ο κόσμος ψάχνει εξωγήινους και άγγελους της αποκάλυψης, δεν είναι πρώτη φορά. Μην τσιμπάς’’ Η Ντάιαμοντ έστριψε προς το μέρος του, τον έπιασε από τον γιακά απαλά και τον κοίταξε στα μάτια. ‘’Πήγαινε με εκεί. Ξέρεις πως να με πας;’’ Ο ΢άλυ έγνεψε καταφατικά, αν και φανερά απρόθυμα.

[134]


‘’Για την ώρα, έχουμε την αστυνομία από πίσω μας. Αν τους χάσουμε, ευχαρίστως να σε πάω όπου θες, αφού φαίνεται ότι η προοπτική ενός ποτού πήγε περίπατο. Και τώρα, αν είσαι έτοιμη....’’. Σης έδειξε προς την άλλη μεριά του καταστήματος. Η Ντάιαμοντ ξεκίνησε να προχωράει, κοιτώντας με περιέργεια τους θαμώνες που τώρα ήταν αδιάφοροι για την παρουσία του λαχανιασμένου ζευγαριού, αλλά και ένα ρομποτικό ομοίωμα, που κινούταν πάνω σε μια λεπτή ράγα ανάμεσα στα τραπέζια και συγκρατούσε ένα πλατύ δίσκο περίπου στην μέση του, γεμάτο ποτήρια με ένα κοκκινωπό και κάπως φωσφωριζέ υγρό, μέσα στο οποίο επέπλεαν πράσινες ελιές. Παρατήρησε για μια στιγμή τις μηχανικές κινήσεις του, και δεν μπορούσε να μην σκεφτεί πόσο έμοιαζαν με τις μηχανικές κινήσεις των ανθρώπων στα τραπέζια: γουλιά, μπουκιά, κάποια πρόταση, γουλιά, μπουκιά, κάποιο χαμόγελο. ΢ε εκείνο περίπου το σημείο, με μια νέα ενόραση που είχε προκαλέσει το βίντεο από την αποθήκη και το πλήθος που εξαγριωμένο ζητούσε επαφή με τον εξωπλανητικό επισκέπτη, στο μυαλό της Ντάιαμοντ καταλάγιασε όλη η σκόνη και η αλυσίδα γεγονότων ξαναπέρασε από μπροστά της, με έναν ακόμα κρίκο που ωστόσο ήταν και ο πιο καθοριστικός. Κάθαρμα. Σαράτσα. Αστρικά αυτοκίνητα. Ντέσμοντ. Εξωγήινος. Μπέγκσκουερ. ΢άλυ. ΝάιτΒάιμπ. Θάνατος. Η Ντάιαμοντ κοντοστάθηκε, με ένα ρίγος να την διαπερνά στην θύμιση του απώτερου σκοπού της για εκείνη την νύχτα. Η Ντάιαμοντ θυμήθηκε ότι το ξημέρωμα που ερχόταν, ήταν το σημείο που είχε αποφασίσει ότι θα βάλει τέλος στην ζωή της. Κοίταξε τον ασπρόμαυρο ΢άλυ που την προσπέρασε με το νευρικό και κάπως άχαρο περπάτημά του και αναστέναξε γλυκόπικρα. Μια βαριά μελαγχολία γύρισε στο στήθος της και έκατσε σαν υπέρβαρο κλωσσόπουλο σε ξένη φωλιά. Από το φόβο της μην πάθει κάποιο καινούριο μπλακ άουτ, χαστούκισε τον εαυτό της και τον ακολούθησε, τραβώντας ένα στιγμιαίο μα αδιάφορο βλέμμα από μια αφύσικα ψηλόλιγνη κοπέλα, που φορούσε ένα τριγωνικό μωβ καπέλο και ένα ζευγάρι μεγάλα σκουλαρίκια που απεικόνιζαν σχήματα από γαλαξίες. Σα γεγονότα είναι:

[135]


΢ε εκείνο το σημείο, ο ΢αμ Υρίντμαν άνοιξε με δυσκολία τα μάτια του, και τα κράτησε ανοιχτά παρά το έντονο φως. Με ψυχραιμία πήρε μερικές αναπνοές για να ‘’αισθανθεί’’ το σώμα του, αντιλαμβανόμενος ένα βαρύ μούδιασμα σε όλα του τα άκρα και μια έντονη αίσθηση αδυναμίας, σαν να του είχαν τραβήξει με κάποια αντλία ένα ποσοστό της ζωτικότητάς του. Άφησε την όρασή του να επανέλθει αργά και διέκρινε τις λευκές, ημιδιάφανες κουρτίνες τις οποίες θυμόταν από τα δωμάτια ανάρρωσης και αποκατάστασης του ανακαινισμένου κέντρου εκπαίδευσης και διοίκησης του σώματος των Προστατών. Είδε δίπλα του διάφορα μόνιτορ με ενδείξεις για την υγεία του και την λειτουργία των οργάνων του, όπως και ένα αθόρυβο καταγραφικό που έφτυνε μια συνεχιζόμενη λευκή κόλλα με διάφορες μετρήσεις, η οποία σχημάτιζε ένα ρολό. Όστερα, γύρισε από την άλλη πλευρά, και αμέσως αναγνώρισε τα έντονα ζυγωματικά, το κοντό μαύρο μαλλί με τις δυο ασημένιες τούφες στους κροτάφους, τα σφιχτά χείλη και φυσικά το βλέμμα: Ένα ζευγάρι παράδοξα στρογγυλά μάτια με μια ίριδα σε απαλό μελί χρώμα αλλά με τις πιο παράξενες πορτοκαλί και μωβ ρυτιδώσεις κάτω από το έντονο νοσοκομειακό φως. Σα μάτια της Φόλυ ‘’Μπάτερφλάι’’ Σζένινγκς ήταν πολλές φορές η αιτία υποψιών ότι δεν ήταν φυσικά γεννημένη, αλλά προιόν κάποιας τεχνητής γέννεσης. Ίσως βέβαια και οι παράξενοι χρωματισμοί της ίριδάς της να ήταν απλώς η αφορμή για να υποτιμηθεί η εκπληκτική της ικανότητα ως Προστάτης και προσφάτως, ως διοικητής του ΢ώματος. Βέβαια, ο ΢αμ Υρίντμαν την ήξερε αρκετό καιρό για να ξέρει ότι ήταν εκατό τις εκατό φυσική, αλλά και για να ξέρει ότι το βλέμμα της εκείνη την στιγμή δεν έδειχνε καθόλου ενδιαφέρον για την υγεία του- αντίθετα, ήταν ένα αυστηρό βλέμμα που σπινθήριζε απλή τσατίλα. ‘’Σο υπηρεσιακό αυτοκίνητο κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση, και ο ένας από τους δυο Προστάτες να βρεθεί μπροστά από τον παραπλανημένο στόχο’’, την άκουσε να λέει. Προς απάντησή της έκλεισε πάλι τα μάτια του, χωρίς να απαντήσει. Αυτή συνέχισε, και καθώς η ακοή του καθάριζε από μια σειρά βόμβων και θροισμάτων, μπορούσε να νιώσει την αυστηρότητα στον τόνο της. ‘’Πολύ έξυπνο. Πάρα πολύ έξυπνο. Και εξαιρετικά αποτελεσματικό. Σο ήξερες αυτό; Είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό. Έχει παιχτεί, την τελευταία δεκαπενταετία μόνο, συνολικά εφτά φορές, χωρίς την σημερινή. Σόσες έχει χρειαστεί δηλαδή. Πόσες έχει αποτύχει; Καμία. Πάντα πιάνει το γαμημένο το κόλπο με την παραπλάνηση του αυτοκινήτου.’’

[136]


Ο ΢αμ Υρίντμαν γύρισε το κεφάλι του από την άλλη πλευρά, αλλά αυτό την οδήγησε να του μιλήσει πιο δυνατά και να προκαλέσει δυσφορία στο μουδιασμένο κεφάλι του. ‘’Θυμησέ μου, ΢αμ, ποιος σου έμαθε αυτό το γαμημένο σχέδιο;’’ Αυτός γύρισε, την κοίταξε και έσφιξε τα χείλη του. ‘’Γαμησέ με Φόλυ’’, είπε κοφτά. Αυτή χτύπησε το χέρι της νευρικά σε ένα τραπεζάκι δίπλα του, όπου ήταν διπλωμένο το γάντι του και η κονκάρδα του σώματος. Από το χτύπημα η κονκάρδα έπεσε στο πάτωμα. ‘’Ποιός σου έμαθε το σχέδιο!’’, ξαναρώτησε φωνάζοντας. Έμεινε λίγο σιωπηλός, ακούγοντας μόνο την ανάσα της και προσπαθώντας να αποφύγει το βλέμμα της. ‘’Ο Γουίλιαμ Κόρβερ’’, μουρμούρισε ξερά, μέσα σχεδόν από τα δόντια του, και κοίταξε προς το ταβάνι. Η Φόλυ έγειρε προς τα πίσω, σαν να πήρε την απάντηση που ήθελε, και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος της. ‘’Ο Γουίλιαμ Κόρβερ’’, επανέλαβε σαν ηχώ. Έκανε μια γκριμάτσα σφίγγοντας τα χείλη της, και ύστερα ξαναέσκυψε προς το αυτί του. Ο τόνος της τώρα ήταν εμφανώς κριτικός. ‘’Και ποιον κυνηγούσες ΢αμ;’’, τον ρώτησε. Αυτός φυσικά δεν απάντησε, προσπαθώντας να συγκρατήσει ένα μίγμα από εκνευρισμό και ντροπή. Αν και γνώριζε τον νευρικό και οξύθυμο χαρακτήρα της διευθύντριάς του, αν και γνώριζε από πρώτο χέρι έναν εκκολαπτόμενο αυταρχισμό από τότε που ανακυρήχτηκε σε αυτήν την θέση, επέλεξε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και να περάσει στην αντεπίθεση απέναντί της. ‘’Κυνηγούσα τον Γουίλιαμ Κόρβερ, Φόλυ. Δεν έχω ιδέα όμως γιατί κυνηγούσα έναν Προστάτη. Ούτε γιατί πριν αυτό μου ανατέθηκε να κάνω μπέιμπι σίτινγκ και κούριερ για μια σκρώφα που μαζέψανε από την Νεκρή Ζώνη’’ Η Φόλυ βλεφάρισε γρήγορα, κάπως αιφνδιασμένη από την απάντησή του. ‘’Θα αστειεύεσαι βέβαια;’’, του είπε. ‘’΋χι δεν αστειεύομαι καθόλου Φόλυ’’, είπε αυτός κοφτά και ανασηκώθηκε κάπως, αν και του προκάλεσε σκοτοδίνη. ‘’Δεν αστειεύομαι καθόλου. Ο πούστης πήγε να με σκοτώσει και εγώ πήγαινα αμέριμνος χωρίς την παραμικρή προειδοποίηση ούτε για την αποστολή μου ούτε για το σκοπό της. Μήπως φταις και εσύ για αυτό αφεντικό; Δεν

[137]


υποτίθεται ότι μας επιβλέπεις; Ή είναι ο ρόλος σου διακοσμητικός; Μας έστειλες χωρίς να ξέρουμε τι κάνουμε, και εμφανίστηκε ο γαμημένος Γουίλιαμ Κόρβερ. Και βάζω στοίχημα, ότι ακόμα δεν ξέρουμε γιατί εμφανίστηκε.’’ Η Φόλυ σηκώθηκε όρθια, σχεδόν σοκαρισμένη. Μπορούσε τώρα να δει τα μάτια της να σπινθηρίζουν ξανά, και αναρωτήθηκε μήπως το είχε παρατραβήξει. Αυτή πήρε μερικές βαθιές αναπνοές πριν αποφασίσει να μιλήσει. Σα λόγια της βγήκαν σχεδόν συλλαβιστά. ‘’Άκου πως θα γίνει- θα διαγράψω όλα όσα είπες για εμένα και το ΢ώμα. Θα κάνω ότι δεν τα είπες. Και θα φύγω. Θα σε αφήσω να σκεφτείς πως δυο Προστάτες δεν καταφέρατε μια εξαιρετικά απλή αποστολή ‘κούριερ’ όπως την χαρακτήρισες. Θα σε αφήσω να σκεφτείς επίσης, πως διάολο ένας πρώην, πρώην εδώ και δέκα χρόνια Προστάτης, χωρίς γάντι, χωρίς όπλο, χωρίς στολή, σε έπαιξε σαν απλό αστυνόμο για να μην πω χειρότερα. Πως και γιατί τον είχες απέναντί σου και τον άφησες να σε παγιδεύσει, επειδή...επειδή χρησιμοποίησες ένα κόλπο που σου έμαθε αυτός. Να το σκεφτείς και να μου πεις, λίγο πιο μετά, αφού συνέλθεις, αφού είσαι σαφώς ζαλισμένος ακόμα. Εγώ πάντως, αυτήν την στιγμή, δεν μπορώ καν να συλλάβω την ανικανότητα και ηλιθιότητά σας, και εσένα αλλά και του Ντάνι, που τα άκουσε ήδη. ΢ου φαίνεται σαν καλή συμφωνία ΢αμ; Να σου δώσω μερικά λεπτά;’’ Ο ΢αμ ρουθούνισε, σφίγγοντας τα χείλη του. Σην είδε να του γυρίζει απαξιωτικά την πλάτη και να περπατάει αργά προς την πόρτα. Δεν μπορούσε να της το επιτρέψει όμως αυτό. ‘’Για όλα αυτά, φταίει το γεγονός ότι μας στέλνουν, με δική σου συναίνεση, σε θελήματα και αγγαρείες Φόλυ’’ Αυτή γύρισε έχοντας ξανά ένα αυστηρό και δασκαλίστικο ύφος. ‘’Πρόσεξε τι λες και σε ποιον τα λες αυτά Υρίντμαν.’’, του είπε απειλητικά. ‘’΢ε εσένα τα λέω Φόλυ. Επειδή σε διόρισαν αρχηγό δεν σημαίνει ότι είσαι κιόλας. Να πας να γαμηθείς Φόλυ. Οι Προστάτες δεν είχαν ποτέ αρχηγό. Ούτε έκαναν θελήματα’’ Η Φόλυ περπάτησε προς το μέρος του επιθετικά, και ο ΢αμ έκλεισε τα μάτια περιμένοντας μια πιο σωματική απάντηση. Αυτή όμως σταμάτησε δίπλα του και έπιασε το γάντι και την κονκάρδα του από το κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του. ‘’Αυτά’’, είπε και τα κράτησε μπροστά του, ‘’θα τα πάρεις πίσω μόνο αφού απολογηθείς και εξηγηθείς, με αυτή τη σειρά για όσα είπες τώρα μόλις.’’

[138]


‘’Δεν μπορείς να με διώξεις από το ΢ώμα’’, είπε αυτός βραχνά αλλά και και με μια μικρή αμφιβολία. ‘’Αλήθεια; Μόλις το έκανα’’, του απάντησε αυτή και παραγέμισε την τσέπη του δερμάτινου τζάκετ της. ‘’Μέχρι νεοτέρας είσαι σε διαθεσιμότητα. Θα το ανακοινώσω στο συμβούλιο που θα γίνει τώρα κιόλας. Αυτό που θα συζητήσει πως θα συμμαζέψει τα σκατά σας. Γιατί πέρα από όλα τα άλλα, ανατίναξες ένα γαμημένο κτίριο ΢αμ. Αν, σου λέω ΑΝ ήταν άνθρωπος μέσα, μπορείς να φανταστείς τι θα μπορούσε να είχε γίνει τώρα; Αλλά ακόμα και αυτό, μάλλον το οφείλουμε στον Γουίλιαμ Κόρβερ παρά σε εσένα. Προσπαθώ να ξαναφτιάξω την φήμη αυτού του ΢ώματος, και εσύ τα τινάζεις όλα στον αέρα μέσα σε ένα βράδυ. Και όλα αυτά γιατί; Επειδή είχες νεύρα που δεν σου άρεσε η αποστολή σου; Ποιος νομίζεις ότι είσαι;’’ Ο ΢αμ Υρίντμαν σταμάτησε τον εαυτό του από το να ξεστομίσει μια σειρά από βρισιές. Κοίταξε την Φόλυ νιώθωντας ιδρώτα και τους παλμούς του να χτυπάνε ρυθμικά στους κροτάφους του. ‘’Προσπαθείς Φόλυ; Προσπαθείς αλήθεια;’’ Αυτή ξαναγύρισε την πλάτη της και έκανε να απομακρυνθεί. Σην σταμάτησαν ξανά τα επόμενα λόγια του. ‘’Πήρες τους Προστάτες και τους έκανες μαντρόσκυλα Φόλυ. Αυτό, αυτό είναι η προσπάθειά σου. Η ντροπή είναι σε σένα και σε αυτό που μας έκανες. Είμαι περήφανος που ήμουν Προστάτης –αυτό το έκτρωμα που διοικείς, είναι τίποτα’’. Η Φόλυ γύρισε και του έριξε μια τελευταία, ασαφή στις προθέσεις της, ματιά. ΢χημάτισε ένα μειδίαμα, επίσης ασαφές. Όστερα άνοιξε την πόρτα, βγήκε, και κλείνοντάς την του είπε μια τελευταία κουβέντα: ‘’Έχεις ακόμα δυο ώρες. Μείνε εδώ, δυο ώρες. Μετά φύγε. Αν δεν έχεις φύγει σε δυο ώρες, θα γυρίσω πίσω και θα σε πετάξω εγώ προσωπικά έξω. Θα ανακοινώσω στο ΢υμβούλιο την οριστική απομάκρυνσή σου από το ΢ώμα’’ Όστερα, έκλεισε την πόρτα απαλά. Ο ΢αμ Υρίντμαν κοίταξε το ταβάνι και προσπάθησε να συγκρατήσει τον εκνευρισμό του, που σε συνδυασμό με την σωματική του αδυναμία είχε φέρει δάκρυα στα μάτια του. Η Φόλυ Σζένιγκς έκλεισε την πόρτα πίσω της και περίμενε να ακούσει κάποια βρισιά να αντηχεί από το δωμάτιο. Όστερα, έγειρε απαλά στον πλαϊνό τοίχο,

[139]


ξεφυσώντας. Κοίταξε το ρολόι της και ανασηκώθηκε. Σο έκτακτο συμβούλιο θα άρχιζε σε πέντε λεπτά, και η παρουσία της ως διευθύντριά του δεν της άφηνε πολλά περιθώρια για καθυστερήσεις. Η κούραση ήταν ήδη μεγάλη, αλλά ακόμα μεγαλύτερη ήταν η ένταση και η έκπληξη από τα μεταμεσονύκτια γεγονότα. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ...Ο γαμημένος Γουίλιαμ Κόρβερ....

Η αίθουσα των συνεδριάσεων ήταν ένα μακρόστενο δωμάτιο, με τα φώτα του διευθετημένα και φωλιασμένα στις γωνίες και ένα μεγάλο πλατύ τραπέζι που μπορούσε να χωρέσει περιμετρικά του έως και τριάντα καθήμενους. Οι Προστάτες φυσικά δεν είχαν ένα από τα κλασσικά δωμάτια συσκέψεων, των οποίων συνήθως η μια πλευρά καλυπτόταν από τζάμι και παρείχε κάποια θέα της πόλης από μεγάλο υψόμετρο. Αντίθετα, δεν είχε κανένα παράθυρο, ενώ ακόμα και η πόρτα εισόδου ήταν στενή και μικρή. Ο ένας τοίχος, στην κάθετη ευθεία του τραπεζιού, ήταν κατάλληλα διαμορφωμένος ώστε να γίνονται προβολές, ενώ υπήρχαν και αρκετές οθόνες, που ήταν όλες κλειστές εκείνη την ημέρα. Ο ένας πλαινός τοίχος ήταν μια περίεργη κατασκευή, καθώς μπροστά του υπήρχε ένα παχύ φύλλο από γυαλί, εντός του οποίου διάφορα υγρά σε διάφορα χρώματα έκαναν διάφορες αρμονικές κινήσεις, ανοδικές και καθοδικές. Ήταν η μόνη θέα τους στο νεόκτιστο κτίριο του ΢ώματος, καθώς πριν, κατά την μακρά περίοδο του εξορισμού τους, δεν είχαν καν διαδικασίες συμβουλίων ενώ και πιο πριν ακόμα τα ΢υμβούλια λάμβαναν χώρα σε οποιοδήποτε σημείο της πόλης. Από την άλλη πλευρά του δωματίου, ο τοίχος ήταν γυμνός σχεδόν εξ’ολοκλήρου, εκτός από μια εξαιρετικά λεπτή μικρή οθόνη στο κέντρο του, όπου αναγραφόταν μονίμως ένα μικρό κείμενο, το ιδρυτικό κείμενο συγκρότησης του ΢ώματος, αρκετές δεκάδες χρόνια πριν, από τον τότε πρωθυπουργό Κάρλτον Κρίτσνερ, τέσσερα χρόνια μόλις μετά την Μεγάλη Καταστροφή. Πάνω από την οθόνη, ήταν γραμμένο ένα μότο, ανάγλυφο στον τοίχο: ‘’Οι καλύτεροι της ανθρωπότητας – Οι Προστάτες της Ιστορίας’’ Κάθε φορά που το κοίταζε, η Φόλυ δεν μπορούσε να μην σκέφτεται την πραγματική αλήθεια του- το μότο των Προστατών, αυτό που υποτίθεται ότι θα έπρεπε

[140]


να τους εμπνέει και να τους δημιουργεί υπερηφάνεια, δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα διαφημιστικό σποτ μιας άλλης εποχής που εκείνη δεν έζησε. ΋ταν έφτασε στο δωμάτιο, με το κεφάλι και τους ώμους της να κουβαλούν ένα αόρατο βάρος από τον έντονο διάλογό της με τον ΢αμ Υρίντμαν, κάνοντας την λίγο σκυφτή, το τραπέζι ήταν ήδη γεμάτο από περίπου δέκα ανθρώπους. Έντεκα με αυτήν και ο δωδέκατος ερχόταν με τους δικούς του, αργούς ρυθμούς. Σο ΢υμβούλιο του ΢ώματος, καταστατικά, είχε αυτήν ως επικεφαλή και γενική διευθύντρια, και δέκα μέλη των Προστατών. Εκείνη την στιγμή ήταν εκείνη, εννέα προστάτες, ντυμένοι με τα χαρακτηριστικά, δερμάτινα τζάκετ τους, αλλά και ένας άντρας ακόμα, ντυμένος με κομψή, επίσημη ενδυμασία. Αυτός καθόταν κάπως απομακρυσμένα από όλους τους άλλους, που καθόντουσαν κοντά στην κεφαλή του τραπεζιού και μιλούσαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα.

Σο

γυαλιστερό

του

σκούρο

γκρι

σακάκι

τόνιζε

τους

επίσης

γκριζαρισμένους κροτάφους του, αλλά και ένα επίσης γκρίζο, πάντα αφηρημένα εχθρικό και επιθετικό βλέμμα. Ο Κάιλ Κρέιμερ την κοίταξε με το που μπήκε στο δωμάτιο και σχημάτισε ένα απαλό μειδίαμα, μια ακόμα από τις ανεπαίσθητες εκφράσεις του για τις οποίες η Φόλυ δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα περισσότερο από το ότι της δημιουργούσαν εκνευρισμό. Σράβηξε το βλέμμα της αμέσως από πάνω του και επικεντρώθηκε στην υπόλοιπη ομάδα, την δική της ομάδα, που την κοιτούσαν και αυτοί, χωρίς όμως μειδιάματα ή άλλες γκριμάτσες. Η Φόλυ μπορούσε να συναισθανθεί την ανυσηχία και την νευρικότητά τους, ένα μίγμα συναισθημάτων που άλλωστε ένιωθε και η ίδια για αρκετή ώρα. ‘’Πως είναι ο ΢αμ;’’ Η φωνή της Λίντια Υάρμερ πρόδιδε κούραση και ίσως κάποιο απότομο ξύπνημα. Η Λίντια ήταν μια ψηλή, ιδιαίτερα ψηλή γυναίκα, γεροδεμένη με φαρδιές πλάτες και πεταχτούς ώμους. Σο πρόσωπό της ήταν γωνιώδες και μεγάλο, ενώ τα μακριά χρυσά μαλλιά της έπεφταν σπαστά στην πλάτη της. Ήταν το δίχως άλλο, μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή γυναίκα, αδύνατο να περάσει απαρατήρητη παρά το κάπως αντρικό σουλούπι της. Με ύψος κοντά στα δυο μέτρα, η πιο μικροκαμωμένη Φόλυ ένιωθε συχνά κάπως μειονεκτικά δίπλα της. Εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή ωστόσο, ένιωθε μια αμηχανία κυρίως ενθυμούμενη την συνομιλία της με τον ΢αμ. ‘’Ο ΢αμ είναι κουρασμένος, εκνευρισμένος και ναρκωμένος’’, είπε αυτή με σοβαρό τόνο, απευθυνόμενη προς όλους. ‘’Δεν κατάφερα να βγάλω πολλά’’, συμπλήρωσε. ‘’Οι

[141]


Λούις και Κάρλτον ωστόσο ήδη μίλησαν με τον Ντάνι, που έχει πλήρη εικόνα των γεγονότων. Έχουμε ότι χρειαζόμαστε αυτή τη στιγμή’’. Ο Σζορτζ ‘’Μπεαρ’’ Γκίλμορ, καθισμένος δίπλα στην Λίντια, έκανε κάτι να πει κάπως νευρικά, αλλά τους διέκοψε η πόρτα που άνοιξε αργά και ένα χαρακτηριστικό αργό και διστακτικό περπάτημα. Ο Γουόλτερ ΢μίντ μπήκε στο δωμάτιο στηριγμένος στο λευκό μπαστούνι του, χαρίζοντας σε όλους ένα ευγενικό χαμόγελο. ‘’΢μίτυ...!’’, είπε η Φόλυ κάπως χαρούμενη, παρατηρώντας τον να κάθεται κάπως κουρασμένα και με κάποια δυσκολία. Αυτός της ανταπέδωσε κλείνοντας το μάτι του. Ψς ο παλαιότερος των Προστατών, ακόμα και αν ήταν μη ενεργός για αποστολές στο πεδίο, κάθισε ακριβώς δίπλα στην καρέκλα της κεφαλής, πίσω από την οποία στεκόταν όρθια η Φόλυ. Σα σγουρά μαλλιά του ήταν αραιά και γκρίζα, ενώ το δέρμα του από μαύρη σοκολάτα έμοιαζε σπασμένο από το πέρασμα του χρόνου. Μόνο στο βλέμμα του μπορούσες πλέον να διακρίνεις την ζωντάνια και την ενεργητικότητα ενός κορυφαίου εκπροσώπου του ΢ώματος. Αφού έκατσε και τοποθέτησε με προσοχή τα ταλαιπωρημένα πόδια του σε μια μικρή κλίση, κοίταξε προς την Φόλυ. ‘’Λοιπόν κυρία Σζένκινς; Γιατί μας ξυπνάτε τέτοια βάναυση ώρα; Σι είναι τόσο σημαντικό που χρειάζεται το ΢υμβούλιο για να αποφανθεί;’’ Η Φόλυ αναστέναξε και έκατσε στην καρέκλα της. Φτύπησε τα δάχτυλά της στο τραπέζι και κοίταξε μετά από αρκετή ώρα, ξανά προς τον Κάιλ Κρέιμερ. ‘’Δεν το κάλεσα εγώ’’, είπε κοφτά. Οι άλλοι γυρίσανε ακολουθώντας το βλέμμα της. Ο Κάιλ Κρέιμερ χαμογέλασε ανασηκώνοντας τα φρύδια του. ‘’Οπότε αυτός που το κάλεσε, αυτός ας μας πει τι θέλει να μας πει’’. Έγειρε απαλά και κάπως ειρωνικά το κεφάλι της, δείχνοντας προς το μέρος του. Αυτός έκανε ένα δήθεν ευγενικό γύρο με το βλέμμα του και ξερόβηξε. ‘’Πολύ ωραία’’, είπε και ανασηκώθηκε από την καρέκλα του. Η φωνή του ήταν απλώς λίγο περισσότερο παγερή από τα βλέμματα των Προστατών. Ο Κάιλ Κρέιμερ δεν είχε καμία συμπάθεια στο ΢υμβούλιο, ούτε στο ΢ώμα ολόκληρο. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά- ήταν άλλωστε ο θεσμοθετημένος τοποτηρητής τους, ο άνθρωπος της Κυβέρνησης ανάμεσά τους, το λουρί που τους κρατούσε με την Κεντρική Διοίκηση. Έβγαλε μια συσκευή από κάποια εσωτερική τσέπη και έφερε κάποιες κινήσεις με τα δάχτυλά του. ΢τον τοίχο απέναντί τους εμφανίστηκε μια θολή μικρή εικόνα, την οποία προσπαθούσε να καθαρίσει και να μεγαλώσει. Μετά από μερικές ρυθμίσεις, η εικόνα

[142]


τώρα κάλυπτε όλο τον τοίχο και ήταν καθαρή σαν να βρισκόταν ακριβώς απέναντί τους. Η Φόλυ αναστέναξε και ξαναχτύπησε τα δάχτυλά της στο σκληρό γυαλί του τραπεζιού. Ο Κάιλ Κρέιμερ στάθηκε μπροστά της και ένα μέρος της φαινόταν πάνω στο σώμα του, αφήνοντας πίσω του μια μαύρη παραμορφωμένη σκιά. Κοίταξε προς την εικόνα και την άφησε για μερικά δευτερόλεπτα, χωρίς να πει κάτι συγκεκριμένο. Η εικόνα ήταν μια νυχτερινή λήψη από ένα κτίριο με γκριζοπράσινο τοίχο. ΢τη μια πλευρά του σχηματιζόταν ένα μεγάλο άνοιγμα, γεμάτο χαλάσματα και κομμένα καλώδια να χάσκουν προς διάφορες κατευθύνσεις. Ήταν μια εικόνα καταστροφής, παρά την περιορισμένη της έκταση. Σο κτίριο είχε χτυπηθεί με προφανή βιαιότητα και δύναμη. ΋λοι τους μπορούσαν να καταλάβουν αμέσως τι ακριβώς έδειχνε εκείνη η φωτογραφία, και ας μην την είχαν δει μέχρι εκείνη την στιγμή. Σο μόνο που ακουγόταν στο δωμάτιο ήταν το μονότονο χτύπημα από τα μαύρα νύχια των δαχτύλων της Φόλυ Σζέκινς στο χοντρό γυαλί του τραπεζιού. Ο Κάιλ Κρέιμερ έβαλε τα χέρια στη μέση του και προχώρησε αργά παράλληλα στη φωτογραφία. ‘’΢ενάρια, κυρίες και κύριοι’’, είπε τελικά. ‘’Ας δούμε σενάρια. ΢ενάριο πρώτο: Σο κτίριο που βλέπουμε στην εικόνα αυτή, είναι ένα σπίτι, ένα σπίτι που κατοικείται. Μια πολυκατοικία, τυπική της περιοχής, τρια έως τέσσερα διαμερίσματα σε κάθε όροφο. Εκτίμηση λοιπόν. Εννέα με δώδεκα νεκροί, μεταξύ τους δυο με τέσσερα παιδιά, είκοσι με τριάντα τραυματίες. Ακούγεται λογικό; ΢τατιστικά, λογικό;’’ Η Φόλυ έκανε κάτι να πει, αλλά ο Κάιλ Κρέιμερ δεν ρωτούσε στην πραγματικότητα. ‘’΢ενάριο δεύτερο,’’, είπε κάπως φωναχτά για να αποφύγει διάλογο. ‘’Κάποια κρατική υπηρεσία. Ίσως κάποια ιδιωτική επιχείρηση. Ας θεωρήσουμε ότι δεν έχουμε θύματα. Εκτιμούμενο κόστος κανείς; Εκτιμούμενο κόστος στην κοινή γνώμη; Κανείς; Ψραία, ας αφήσουμε για λίγο τα σενάρια. Πραγματικότητα: Σο κτίριο αυτό, είναι ένα εγκαταλελειμένο κτίριο. Εγκαταλελειμένο εδώ και ένα χρόνο. Πριν από ένα χρόνο ακριβώς, το κτίριο ήταν γεμάτο ανθρώπους, κατοικίσιμο. Και, θα σας το πω γιατί είναι αστείο, το κτίριο αυτό έπαψε να είναι κατοικίσιμο εξ’αιτίας...κατσαρίδων. Γαμημένες κατσαρίδες, είτε το πιστεύετε είτε όχι. Μπορούμε πλέον να φτιάξουμε ένα ολόκληρο ελέφαντα σε ένα εργαστήριο, και ακόμα δεν έχουμε βρει τρόπο να σκοτώσουμε τις κατσαρίδες. Ίσως τώρα βέβαια να σκοτώσαμε αρκετές. Αλλά σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα που μου μεταφέρθηκε να σας θέσω, και έχω υποχρέωση να το κάνω, είναι πολύ διαφορετικό από τις κατσαρίδες. Σο ερώτημα μου είναι: Ήξερε, ο άνθρωπός μας,

[143]


ο ΢αμ Υρίντμαν, ότι το κτίριο αυτό ήταν άδειο πριν γυρίσει το γαμημένο χέρι του και το ανοίξει σαν βούτυρο;’’ Η Φόλυ γνώριζε ότι το ερώτημα αυτό δεν ήταν ρητορικό. Θέλοντας να προλάβει και άλλες αντιδράσεις από τον σκωπτικό και αιχμηρό τόνο του, σταμάτησε να χτυπάει τα δάχτυλά της και ακούμπησε και τα δυο της χέρια στο τραπέζι. ‘’Υυσικά και το γνώριζε κ. Κρέιμερ. Δεν υπήρχε περίπτωση να επιλέξει να αντιμετωπίσει τον Γουίλιαμ Κόρβερ, ή και οποιονδήποτε άλλο, σε κατοικημένη περιοχή ή σε περιοχή υψηλού ρίσκου. Αυτά είναι βασικά πρωτόκολλα της δράσης μας για τα οποία οποιαδήποτε αμφισβήτηση είναι περιττή. Ίσως και αποτέλεσμα άγνοιας’’ Ο ΢μίτυ έγνεψε σε συμφωνία με την απάντησή της. Σο ίδιο και άλλοι δυο Προστάτες. Ο Ίθαν Νίκολσον, γνωστός για το αρκετά οξύθυμο ταμπεραμέντο του, έδειξε να ήθελε κάτι πιο αιχμηρό ακόμα. Απέναντί τους, ο Κάιλ Κρέιμερ χαμογέλασε διφορούμενα. ‘’Υυσικά. Εννοείται, μα βέβαια. Από την άλλη, συγχωρέστε μου την ερώτηση, αλλά ήταν υποχρέωσή μου να την υποβάλλω. Αλλά ας αφήσουμε τις τεχνικές λεπτομέρειες. Είμαι σίγουρος ότι ο Υρέντ.....ε, εννοώ ο ΢αμ, ήξερε πολύ καλά τι έκανε.’’ ΢το σημείο αυτό έκανε μια μικρή παύση. Η Φόλυ ήξερε ότι το μικρό σαρδάμ του δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Σο άφησε να πέσει κάτω, για να δεχτεί κάποια βλέμματα εκνευρισμού και αγανάκτησης από τους υπόλοιπους. Ο Κάιλ Κρέιμερ έδιωξε την εικόνα και στον τοίχο τώρα ήταν μόνο μια στρογγυλή δέσμη φωτός. Ξαναέκατσε στην καρέκλα του με τα πόδια σταυρωτά. ‘’Άλλωστε, η Κυρία δεν ασχολείται με αυτές τις λεπτομέρειες. Δεν θα με έστελνε εδώ για κάτι τέτοιο, φυσικά. Δυο είναι τα θέματα τα οποία θα ήθελα να καταθέσω στην πραγματικότητα, και για τα οποία θα ήθελα την προσοχή σας. >>Σο πρώτο θέμα είναι, ότι ανεξαρτήτως του όποιου σχεδίου των ανθρώπων σας, θα χρειαστεί πολύ προσπάθεια για να καλύψουμε αυτό που συνέβη. Είναι μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή, ειδικά για το ΢ώμα σας, να υπάρχει ακόμα και σήμερα ο φόβος ότι οι άνθρωποί σας κυκλοφορούν, έτοιμοι να καταστρέψουν ολόκληρα κτίρια. Θέλω

να

πιστεύω

ότι

το

καταλαβαίνετε...θέλω

υπήρξαν...εμ...φωνές εντός της Κεντρικής

επίσης

να

γνωρίζετε,

ότι

Διοίκησης, που προτείνουν να σας

αφαιρεθούν και τα γάντια..’’ ‘’Να τα αφαιρέσουν, αν αυτό κρίνουν’’, τον διέκοψε η Φόλυ. Ο ΢μίτυ τώρα την κοίταξε με κάποια αμφιβολία για την αντίδρασή της. ‘’Να τα αφαιρέσουν και αυτά,

[144]


όπως αφαίρεσαν όλα τα υπόλοιπα’’, επανέλαβε με σιγουριά. Ο Κάιλ χαμογέλασε ξανά και έκανε μια ασαφή χειρονομία. ‘’΋πως είπα, κ. Σζένκινς..αυτές ήταν μόνο απόψεις, απόψεις μάλιστα που δεν βρίσκουν σύμφωνα τα υψηλότερα κλιμάκια. Δεν ήρθα εδώ για να απειλήσω ή κάτι τέτοιο, μεταφέρω μόνο μια πραγματικότητα. Σο πραγματικό ερώτημα που μας απασχολεί είναι πολύ πιο συκγκεριμένο. Θα θέλαμε να ξέρουμε, αν το ΢ώμα σας είναι έτοιμο, ή όχι, να ανταποκριθεί απέναντι στον Γουίλιαμ Κόρβερ. Θα θέλαμε, στο βαθμό που μου απαντήσετε θετικά, να επιμεληθείτε το θέμα του Γουίλιαμ Κόρβερ και της αρχικής αποστολής σας, το συντομότερο δυνατόν. Η σύλληψή του θα μπορούσε να του χρεώσει μάλιστα τις καταστροφές που έγιναν. Σο δεύτερο θέμα είναι κάτι ακόμα πιο απλό...’’ ΢το σημείο αυτό ξαναγύρισε προς την συσκευή του, προλαβαίνοντας ακόμα μια απάντηση από την Φόλυ. ΢τον τοίχο τώρα εμφανίστηκε ένα βίντεο, με κάμερα στο χέρι, που έδειχνε μια παλιά αποθήκη με ένα αντίστοιχο χτύπημα στην οροφή της. ΢την εικόνα φαινόταν ένα μεγάλο πλήθος κόσμου να κοιτά προς την αποθήκη, και μερικούς ανύσηχους αστυνομικους να στέκονται μπροστά από έναν περιμετρικό φράχτη. Όστερα, προς έκπληξη τόσο του πλήθους στο βίντεο, όσο και των Προστατών, από την αποθήκη εμφανίστηκε μια δυνατή λευκή λάμψη. Σο βίντεο δεν είχε ήχο, αλλά από τις αντιδράσεις των ανθρώπων μπορούσε εύκολα να βγει το συμπέρασμα ότι την λάμψη συνόδεψε κάποια έκρηξη. Η Φόλυ έσκυψε προς τα εμπρός ερευνητικά. ‘’Μερικά λεπτά πριν’’, είπε ο Κάιλ Κρέιμερ, και ενώ το βίντεο άρχισε να παίζει από την αρχή. ‘’Δεν ξέρουμε ακόμα τι είναι, αλλά ξέρουμε σίγουρα ότι έχουμε ένα θέμα εκεί, ένα θέμα διαχείρισης πλήθους. Θα θέλαμε την παρουσία σας και εκεί, για την διαφύλαξη της ομαλότητας. ΢ε λίγο θα έρθει εδώ ο κ. Νικ Γκρίνσκι, ειδικός απεσταλμένος από το Τπουργείο Σεχνολογίας. Θα θέλαμε, αφού η ηρεμία στον περιμετρικό χώρο αποκατασταθεί, να τον συνοδέψετε στην αποθήκη. Σο τελευταίο πράγμα που θα θέλαμε είναι μια ακόμα εξωγήινη παράκρουση. Σρεις φορές την εβδομάδα έχουμε σκιρτήματα- κάποιος είδε μια λάμψη, κάποιος λέει είδε ένα σκάφος...Απόψε φαίνεται ότι κάτι είδαν αρκετοί, αν και οι μαρτυρίες είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, που δείχνει το μέγεθος της φούσκας...’’ Η Φόλυ ξαναείδε το βίντεο από την αρχή και ύστερα κοίταξε προς τον ΢μίτυ, που είχε γείρει προς τα πίσω προβληματισμένος. Ο Ίθαν Νίκολσον την πρόλαβε αυτή τη φορά.

[145]


‘’Θέλεις να κάνουμε την δουλειά αστυνομικών; Θες να ασχοληθούμε με ένα ακόμα θέμα εξωγήινων;’’ Ο τόνος του ήταν φανερά εκνευρισμένος, και ένδειξη ότι θα μπορούσε να ξεκινήσει καυγά. Η Φόλυ πρόλαβε την απάντηση του Κάιλ Κρέιμερ. ΋ποια και αν θα ήταν αυτή, σίγουρα θα πυροδοτούσε ακόμα μεγαλύτερη ένταση. ‘’Οι πολλές διαφορετικές μαρτυρίες δεν είναι ένδειξη φούσκας’’, είπε κοιτώντας αυστηρά προς τον Ίθαν. ‘’Αντίθετα, οι πολλές διαφορετικές μαρτυρίες είναι ένδειξη ότι κάτι έγινε εκεί. Πριν την υπόθεση του Γουίλιαμ Κόρβερ, ήμουν καθ’οδόν για το σημείο. Δεν περίμενα ότι θα έχει αποκτήσει τέτοιο μέγεθος σε τόση λίγη ώρα’’ Ο Κάιλ Κρέιμερ χαμογέλασε κάπως ειρωνικά και σταμάτησε την αναπαραγωγή του βίντεο. ‘’Δεν πιστεύω η διευθύντρια των Προστατών να πιστεύει στους εξωγήινους;’’, είπε. ‘’Τπάρχουν ακόμα αρκετοί δορυφόροι της παλιάς εποχής εκεί έξω. Πιστεύουμε ότι πιθανώς πρόκειται για κάποιο διαστημικό σκουπίδι, αν τελικά είναι κάτι. Από την άλλη, μπορεί απλώς να είναι κάποιο χόβερ με μηχανική βλάβη. Θα το είχαμε ήδη τυλίξει για καληνύχτα αν δεν υπήρχε αυτή η υστερία. Κόσμος μαζεύεται ακόμα στο σημείο και σύντομα ίσως τα πράγματα αγριέψουν. Για αυτό ναι, κύριε Νίκολσον, ναι, θέλουμε την δική σας παρουσία εκεί για την διατήρηση της ηρεμίας. Εκτός και αν το θεωρείτε πολύ απλοικό για τα καθήκοντά σας, ή θεωρείτε ότι χρειάζεται το σύνολο του δυναμικού σας για να αντιμετωπίσει τον κ. Κόρβερ. Ίσως παραείναι δύσκολο’’ Ο Ίθαν Νίκολσον γούρλωσε τα καστανά στρογγυλά του μάτια και έσμιξε τα χείλη του. ‘’Καταραμένε γιάπη...’’, μουρμούρισε και έκανε να ανασηκωθεί, αλλά η Κέιτ Λόσον, που καθόταν δίπλα του, τον κράτησε με δύναμη από το μπράτσο. Η Φόλυ του έριξε ένα ακόμα πιο αγριεμένο βλέμμα, αλλά αυτός αρνούταν να κοιτάξει προς το μέρος της. ‘’Κύριε Κρέιμερ’’, φώναξε τελικά αυτή. ‘’Δεν μπορώ να απαντήσω στο ερώτημα για τους εξωγήινους, αλλά σίγουρα μπορώ να απαντήσω σε ερωτήματα που αφορούν ανθρώπους. Οι άνθρωποι αυτοί κάτι είδαν, αυτό είναι σίγουρο. ΢ε ότι αφορά εμάς όμως, η διαχείριση πλήθους, δεν εντάσσεται στα καθήκοντά μας. Ψστόσο είναι σαφές ότι θα έχουμε παρουσία στην περιοχή και θα συνοδέψουμε φυσικά τον κ. Γκρίνσκι στην αποθήκη. Αλλά επειδή γνωρίζω, και γνωρίζουμε όλοι, τι εννοείτε όταν λέτε ‘’διαχείριση πλήθους’’, σας δηλώνω από τώρα ότι κανένα μέλος των Προστατών δεν θα

[146]


χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο ενάντια σε ανθρώπινο πληθυσμό. Η παρουσία μας θα είναι διακριτική στο χώρο.’’ Υρόντισε ώστε η φωνή της να βγει σταθερή και σίγουρη, ώστε να μην σηκώσει αμφισβήτηση ούτε από τον Κρέιμερ ούτε από τους Προστάτες. ΄Τστερα, έσκυψε ελαφρά προς τα εμπρός και έκανε τη φωνή της λίγο πιο επιθετική. ‘’..Και σε ότι αφορά το πρώτο σας ερώτημα...Δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα με τον Γουίλιαμ Κόρβερ. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ θα συλληφθεί απόψε, και η αρχική μας αποστολή για την παράδοση της γυναίκας θα ολοκληρωθεί. Ο Κόρβερ είχε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και μην ξεχνάτε ότι έχει την εκπαίδευση ενός Προστάτη- είναι άλλωστε μεγαλύτερος και πιο έμπειρος από την ομάδα που στείλαμε. Αλλά εδώ βρίσκονται Προστάτες παλιότεροι και καλύτεροι του Γουίλιαμ Κόρβερ, ακόμα και από την εποχή που ήταν ακόμα ενεργό μέλος. ΄Ηδη υπάρχουν Προστάτες που αναζητούν τα ίχνη τους, αυτή τη στιγμή που μιλάμε. ΢αρώνουμε ολόκληρη την πόλη, δεν θα αργήσουμε να τον βρούμε΄΄ Ο Κάιλ Κρέιμερ έσμιξε τα χείλη του κουνώντας επιδοκιμαστικά το κεφάλι του. Υυσικά, η έκφρασή του άφηνε περιθώρια να αισθανθεί κάποιος ότι αμφισβητούσε αυτά που άκουγε. Άνοιξε τα χέρια του σαν να έδειχνε ότι δεν είχε κάτι άλλο να πει. ‘’Λοιπόν..’’, μουρμούρισε και σηκώθηκε όρθιος, τοποθετώντας την συκσευή στο εσωτερικό του γυαλιστερού του σακακιού. ‘’Νομίζω ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο να συζητήσουμε τότε. Είμαι σίγουρος ότι ξέρετε τι ακριβώς να κάνετε και στο θέμα του πλήθους, και στο θέμα του Γουίλιαμ Κόρβερ. Σο πακέτο που μας έχει κλέψει ο συγκεκριμένος κύριος, είναι αρκετά σημαντικό για εμάς, όπως θα καταλαβαίνετε. Σώρα όμως θα μου επιτρέψετε να αποχωρήσω...Η Κυρία ξύπνησε μόλις έμαθε τα νέα και δηλώνει ότι δεν πρόκεται να κοιμηθεί μέχρι αυτή η υπόθεση να δρομολογηθεί. Οπότε, κ. Σζένκινς, θα περιμένω από εσάς προσωπικά ενημέρωση και κατάσταση κάθε μια ώρα και για τα δυο μέτωπα. Θέλω να πιστεύω ότι θα συμβάλλουμε ώστε η Κυρία να επιστρέψει στον αναγκαίο ύπνο της αρκετά σύντομα.’’ Η Φόλυ τον κοίταξε και σχημάτισε ένα εντελώς ψεύτικο χαμόγελο. ‘’Μπορείτε να ενημερώσετε την Κυρία να επιστρέψει στον ύπνο της ήσυχη από τώρα’’, του είπε. ‘’΢ε μια ώρα όλες οι υποθέσεις θα έχουν τακτοποιηθεί’’. Ο Κάιλ Κρέιμερ προχώρησε αργά γύρω από το τραπέζι. Ο Ίθαν τον ακολούθησε με το βλέμμα του, ίσως να προσπαθούσε να προκαλέσει κάποια αντίδραση. Σο λουρί της

[147]


Κεντρικής Διοίκησης ωστόσο κοίταζε μόνο την Φόλυ. ΢τάθηκε μπροστά στην πόρτα και έπιασε το χερούλι. ‘’Υοβάμαι πως η Κυρία δεν εφυσηχάζεται. Δεν λειτουργεί έτσι. Φόλυ, κύριοι, κυρίες μου.’’ Λέγοντας αυτό έκανε μια χειρονομία σαν να έβγαζε κάποιο αόρατο καπέλο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Η πόρτα έκλεισε πίσω του και στο χαμηλά φωτισμένο δωμάτιο απλώθηκε μια βαριά ησυχία. Η Φόλυ αναστέναξε και έκανε να πει κάτι, αλλά η δυνατή φωνή του Ίθαν Νίκολσον την πρόλαβε. ‘’Ο Γουίλιαμ Κόρβερ; Ο γαμημένος Γουίλιαμ Κόρβερ; Σι σκατά κάνει ο Γουίλιαμ Κόρβερ;’’ Η Φόλυ ξεροκατάπιε. Η αγανάκτηση του Ίθαν ήταν δικαιολογημένη, τα ίδια ερωτήματα άλλωστε απασχολούσαν και εκείνη. Ένιωσε τα βλέμματα αρκετών να πέφτουν πάνω της, βλέμματα που είχαν και άλλα να ρωτήσουν πέρα από αυτά του Ίθαν. Προσπάθησε να τα αγνοήσει. ‘’Ο Κόρβερ δεν ήταν στην ψυχιατρική κλινική του Γκουρού πριν χρόνια;’’ Αυτή ήταν η Ρεμπέκα ‘’Πίτς’’ Μόρις. Σα μαλλιά της είχαν μια γήινη πορτοκαλί απόχρωση που στο χαμηλό φως έμοιαζαν με ίνες από σαγκουίνι. Αν κάθε Προστάτης είχε ένα πιο ιδιαίτερο και πιο προσωπικό ταλέντο, η Ρεμπέκα Μόρις ήταν γνωστή για την εκπληκτική της ευλυγισία και ακροβατική ικανότητα. ΋ταν συνέβησαν τα γεγονότα της Νεκρής Ζώνης, η Ρεμπέκα Μόρις ήταν μόλις είκοσι χρονών και ακόμα εκπαιδευόμενη. Ήταν το νεότερο μέλος του νεοσύστατου ΢υμβουλίου των Προστατών, αλλά αυτή την θέση δεν την είχε κερδίσει χάρη στα απίθανα ακροβατικά της- η Ρεμπέκα Μόρις ήταν μια ψυχρή και αποστασιοποιημένη επαγγελματίας, με άριστη προσαρμογή στο νέο, πιο γραφειοκρατικό καθεστώς στην λειτουργία του ΢ώματος. Για την ακρίβεια, ήταν διαβόητη για τον παγερά αποστασιοποιημένο χαρακτήρα της. ‘’Δεν μπορώ να θεωρήσω τυχαίο το γεγονός ότι η ΢φήκα ήταν στον Γκουρού, και ότι ο Κόρβερ ξαναεμφανίστηκε εκεί. Είμαστε σίγουροι ότι ο Γκουρού δεν παίζει κάποιο παιχνίδι; Είναι γνωστός επίσης για τον έλεγχο που ασκεί σε όσους ‘’θεραπεύει’’ σε αυτήν την ψευτοβουδιστική τρύπα’’. ‘’Η ΢φήκα είναι κάποια παράνομη ή κάποια από εκείνους;’’ Ο Οράτιος Γούεστ είχε μια μπάσα και ένρινη φωνή. Αν δεν ήταν Προστάτης θα ήταν σίγουρα ένας από τους καλύτερους επιστήμονες της εποχή του. ‘Η αλλιώς, βαρύτονος βάρδος. ‘’Αν είναι Άγρια τότε οπωσδήποτε κάτι συμβαίνει και τριγύριζε στην Νεκρή Ζώνη. Ανάθεμα και αν μπορούσαμε να ξέρουμε τι ακριβώς στο κεφάλι του έχει ο Γουίλιαμ

[148]


Κόρβερ. Ίσως όλο αυτό να είναι για λόγους εκδίκησης’’. Η Λίντια ξανακοίταξε προς την Φόλυ, πιο επίμονα αυτή τη φορά. ‘’Σι σκατά έκανε ο Γουίλιαμ Κόρβερ δέκα χρόνια τώρα, πέρα από το να μαστουρώνει στον Γκουρού Καν;’’, ο Ίθαν ξανά, ανυπόμονος και εκνευρισμένος. ‘’Δεν έχουμε ιδέα, δεν έχει δώσει κανένα σημείο ζωής. Σον είδα τελευταία φορά πριν από τέσσερα χρόνια, τυχαία, κοντά στο Εμπορικό Κέντρο στην περιοχή Μεμόριαλ. Σου φώναξα, αλλά δεν με άκουσε ή δεν ήθελε να με ακούσει’’. Ήταν η Μόνικα Άπλχάιμ. ‘’Δεν δούλευε ως φύλακας στο μετρό;’’, πετάχτηκε δίπλα της ο Βίκτωρ Ντενσβάγκερ. ΢ε λίγα λεπτά, όλοι τους είχαν αρχίσει να μιλάνε ο ένας πάνω στον άλλο, δηλώνοντας μέρη που μπορεί ή μπορεί και όχι να είχαν δει τον Γουίλιαμ Κόρβερ, ή να κάνουν εκτιμήσεις και θεωρίες για την ξαφνική επανεμφάνισή του. Η Ρεμπέκα Μόρις ξαναυποστήριξε την θεωρία της για συνεργεία του Κόρβερ με τον Γκουρού, εικάζοντας ότι ο Γκουρού προσπαθούσε να διαπραγματευτεί την ηρεμία του από τον ασφυκτικό κλοιό των αρχών γύρω από τις επιχειρήσεις του. Ο Ίθαν δεν ήθελε να πιστέψει μια τέτοια θεώρηση, και επέμενε ότι η επανεμφάνιση του Κόρβερ θα έπρεπε να αποτελέσει προβληματισμό για όλους. ΢την πραγματικότητα, είχε βρει ευκαιρία να φέρει από το παράθυρο τις γνωστές αντιρρήσεις του για το νέο καθεστώς λειτουργίας τους, αντιρρήσεις που συμμερίζονταν μεγάλο μέρος του ΢υμβουλίο και ακόμα μεγαλύτερο μέρος του ΢ώματος. Μετά από λίγο, κανείς δεν μπορούσε να ακούσει κανέναν. Η Φόλυ, που είχε περάσει όλο αυτό το διάλογο κοιτάζοντας στο πουθενά, αποφάσισε να μιλήσει. Επειδή στην πραγματικότητα όλοι περιμένανε να ακούσουν την Φόλυ, σταμάτησαν αυτόματα. ‘’Ο Κόρβερ έκανε πράγματι θεραπεία στον Γκουρού. Αλλά έφυγε από εκεί πριν από έξι χρόνια, χωρίς να είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένος. Σο αντίθετο ίσως. Δεν φαίνεται να είχε καμία επαφή με τον Γκουρού, εδώ και πολλά χρόνια τουλάχιστον. Επίσης πράγματι δούλεψε ως φύλακας στο μετρό, αλλά για δυο μόνο εξάμηνα. Οι ασχολίες του, τουλάχιστον την τελευταία πενταετία, είναι να ξυπνάει αργά, να βρωμίζει ένα μικρό στούντιο και να κυκλοφορεί στο γαμημένο αγαπημένο του αυτοκίνητο, το οποίο παρεπιμπτόντως, πιθανώς να έχει τροποποιήσει ώστε να κρυφακούει και εμάς...Δεν δουλεύει πουθενά, τουλάχιστον για το τελευταίο εξάμηνο. Περνάει το χρόνο του με το

[149]


να τζογάρει και....να κάνει παρέα σε πλούσιες βαριεστημένες κυρίες στο Βόρειο Σομέα....’’ Οι τελευταίες λέξεις της βγήκαν με κάποια ενόχληση, και αυτό προκάλεσε μια αμηχανία στο τραπέζι. ΋λοι έμειναν σιωπηλοί κοιτώντας την ή ρίχνοντας κλεφτές ματιές μεταξύ τους, γεμάτες νόημα. Σην άβολη σιωπή διέκοψε ο ΢μίττυ που χαμογέλασε κοιτώντας την Φόλυ. ‘’Λοιπόν, είναι καλό που τουλάχιστον έχουμε μια εικόνα. Ίσως έπρεπε να παρακολουθούμε όλοι μαζί τον Γουίλιαμ Κόρβερ, στο κάτω κάτω, ήταν ένας Προστάτης, και ένας διαολεμένα καλός Προστάτης, όπως μας αποδυκνείει ακόμα. Μήπως όμως να αφήσουμε τώρα τα σενάρια και να ασχοληθούμε με τα δεδομένα; Που θα τον βρούμε κύριοι;’’ Η Φόλυ ανακουφίστηκε με την παρέμβαση του ΢μίτυ, ανασηκώθηκε και άλλαξε την έκφρασή της. ‘’Έχω ήδη στείλει ανθρώπους να παρακολουθούν το στούντιο που έμενε, αν και αμφιβάλλω ότι θα γυρίσει εκεί. ΋τι και αν κάνει, έχει σίγουρα σχέδιο. Η παγίδα που είχε στήσει στον ΢αμ ήταν κάπως πρόχειρη, αλλά φάνηκε αποτελεσματική. Είναι σαφές ότι μας περιμένει, και γνωρίζει τις μεθόδους μας και όλα τα πρωτόκολλα λειτουργίας. Αίσθησή μου είναι ότι θα επιλέξει να κρυφτεί απόψε. Θα μείνει κρυμμένος μέχρι να οργανώσει ότι στο καλό σχεδιάζει να κάνει. Εκδίκηση Λίντια; Δεν νομίζω. Δηλαδή να την κλέψει από εμάς για ποιο λόγο; Να την σκοτώσει για τον Υρέντι; ΋χι όχι...δεν στέκει, δεν αξίζει το ρίσκο, δεν δικαιολογεί τίποτα. Αλλά με προβληματίζει και μένα αυτή η αφορμή της επανεμφάνισής του. Αποκλείεται, συμφωνώ, να είναι εντελώς τυχαία. Να σας πω την αλήθεια, κάτι δεν μου αρέσει σε ολόκληρη την εικόνα απόψε, και δεν αναφέρομαι μόνο στον Κόρβερ. Αναφέρομαι στο γιατί έστειλαν εμάς από την αρχή να παραλάβουμε και να μεταφέρουμε την ΢φήκα. Αναφέρομαι σε αυτήν την υπόθεση με τον ...εξωγήινο στις αποθήκες στον Ανατολικό Σομέα και την επιλογή τους να στείλουν εμάς πάλι εκεί να διαχειριστούμε. Είναι πολύ πιθανό όλα αυτά να είναι συνδεδεμένα, ή ίσως και όχι. ΢ε κάθε περίπτωση, χρειάζεται επαγρύπνηση και ετοιμότητα. >>Λίντια, Μπεν, πάρτε μαζί σας άλλον ένα Προστάτη και τον Γκρίνσκι και πηγαίνετε στην πρώην Βιομηχανική Περιοχή του Ανατολικού Σομέα. Μπείτε στο πλήθος, χωρίς να σας καταλάβουν. Προσπαθήστε να καταλάβετε τι έχει δει ο κόσμος και γιατί είναι αγριεμένος. ΢το βαθμό που επιχειρηθεί κάποια είσοδος του κόσμου στην αποθήκη, ειδικά αν αυτό περιλαμβάνει συγκρούσεις με την αστυνομία,

[150]


προσπαθήστε να ηρεμήσετε το πλήθος χωρίς την παραμικρή χρήση βιας. Επειδή αυτό μπορεί να μην είναι εφικτό, ο Μπεν και ο Γκρίνσκι θα πάνε κατευθείαν στην αποθήκη να δούνε τι συμβαίνει και συνεννοούμαστε για τα υπόλοιπα. >>Οι υπόλοιποι, θα μοιράσουμε Προστάτες και περιοχές για να ξετρυπώσουμε τον Κόρβερ. Ίθαν, αναλαμβάνεις Ανατολικό τομέα, Κέιτ Δυτικό, Βίκτωρ Νότιο, Σζορτζ στα Βόρεια. Πάρτε όσους χρειάζεστε και ψάξτε όπου θα ψάχνατε τους εαυτούς σας. Θέλω όλους τους Προστάτες σε όλη την πόλη, ενεργοποιημένους, οπλισμένους και έτοιμους για κάθε ενδεχόμενο. Δεν εμπλεκόμαστε παρά μόνο όταν είμαστε αρκετοί. Ο Κόρβερ είναι σίγουρα επικίνδυνος και δεν θα παραιτηθεί εύκολα από αυτό που έχει στο μυαλό του, ότι σκατά και αν είναι αυτό. >>Ρεμπέκα, πήγαινε στην κλινική του Γκουρού, σκάψε στην υπόθεσή σου. ΢τίψε το γεροκαθίκι όσο χρειάζεται. Μάθε και τι ξέρει αυτός για την ΢φήκα, την κρατούσε άλλωστε για αρκετές ώρες πριν αποφασίσει να κάνει τον μεσολαβητή. Οράτιε, μείνε εδώ με τον ΢μίττυ να διευθύνετε από το Κέντρο. Ορίστε μια συχνότητα καινούρια και αποκλειστικά για εμάς. Φρησιμοποιείστε κάμερες, επικοινωνίες οτιδήποτε χρειάζεται. Βρείτε τον. Εγώ θα ξεκινήσω από το σημείο που χτυπήθηκε ο ΢αμ και θα προσπαθήσω μήπως βρω κάτι παραπάνω. Είμαστε όλοι σύμφωνοι; ‘’ ΢το ΢υμβούλιο των Προστατών επικράτησε μια σιωπηρή συμφωνία. ΋λοι έγνεψαν απλώς καταφατικά στην απαρίθμηση των καθηκόντων τους, ασχέτως αν ήταν απόλυτα σύμφωνοι ή ήθελαν κάποια άλλη θέση. Ο ΢μίττυ κοίταξε την Φόλυ περιεργαστικά, αλλά εκείνη τώρα ήταν συγκεντρωμένη και το βλέμμα της δεν εξέπεμπε τίποτα άλλο πέρα από αποφασιστικότητα και σιγουριά. ΢ηκώθηκε πρώτη και τους κοίταξε. ‘’Καλή τύχη’’, είπε ξερά και απομακρύνθηκε με βιαστικό βήμα.

[151]


Το κίνημα των Παραλόγων

Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου την σταμάτησε λίγο πριν φτάσουν στην άκρη του τετραγώνου και βγουν σε μια πολύβουη λεωφόρο. Η Άλις ξαφνιάστηκε από το άγγιγμά του και έβγαλε μια πνιχτή κραυγή καθώς την έφερε με πλάτη στον τοίχο. ΢τάθηκε μπροστά της χαμογελώντας. ‘’Είσαι έτοιμη;’’, την ρώτησε, ενώ μπορούσε να νιώσει το χάδι της ανάσας του πάνω στο πρόσωπό της. ‘’Έτοιμη για τι;’’, ρώτησε αυτή κάπως αγχωμένη, και χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα κοίταξε προς τα χείλη του, ακολουθώντας μια περίεργη παρόρμηση. ‘’Έτοιμη να δεις το παράλογο του κόσμου μας!’’, της είπε, προκαλώντας ταυτόχρονα μια έκφραση απορίας στο πρόσωπό της. Όστερα, χωρίς να πει περισσότερα, την τράβηξε από το χέρι και την έφερε δίπλα από τον τοίχο, αποκαλύπτωντας μπροστά της την λεωφόρο. Και σε ότι υπήρχε γύρω της. ‘’Ιδού’’, φώναξε, και άπλωσε το χέρι του προς τα εμπρός. Σο μέγεθος, η μεγαλοπρέπεια και η επιβλητικότητα μιας ανατριχιαστικής θέας κόλλησε την Άλις στην θέση της για δεύτερη φορά, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Η λεωφόρος ήταν πλατιά και πολύβουη. Τπήρχαν τουλάχιστον τέσσερις γραμμές κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση, που τις διαχώριζε μια πράσινη λωρίδα με συμμετρικά τοποθετημένα δενδρύλλια, όχι μεγαλύτερα από ενάμιση μέτρο. Αυτοκίνητα διαφόρων χρωμάτων περνούσαν με υψηλή ταχύτητα, βγάζοντας μικρούς σπινθήρες από τις μικρές κεραίες της οροφής τους. Ο δρόμος ήταν κατάφωτος σε ένα έντονο λευκοκίτρινο φως, που ήταν διευθετημένο με τέτοιο τρόπο που περιόριζε τις σκιές. Αλλά η λεωφόρος, ούτε που απασχόλησε την Άλις, καθώς κοιτούσε προς την άλλη πλευρά του δρόμου. Σο κτίριο ήταν πολύ μεγαλύτερο από όσο μπορούσε να δει ή να φανταστεί. Ορθονώταν σχεδόν διπλάσιο από το επίσης επιβλητικό κτίριο που βρισκόταν δίπλα ακριβώς από το μέρος που θεωρούσε μέχρι πριν λίγες ώρες σπίτι της. Ήταν ένας μαύρος στην όψη, ψηλός πύργος, που ορθωνόταν ανάμεσα σε τετράγωνα, μακρόστενα κτίρια που βρίσκονταν ολόγυρά του. Η κορυφή του, για την οποία η Άλις έπρεπε να

[152]


ακουμπήσει σχεδόν το κεφάλι της στην πλάτη της για να την διακρίνει, δεν είχε κάποια επιγραφή ή φωτεινά γράμματα- για αυτά, η Άλις θα έπρεπε να κοιτάξει ευθεία μπροστά της, σε μια ψηλή μαρμάρινη σταχτί πλάκα, φωτισμένη με αναρίθμητους μικρούς προβολείς. ΢ε αυτήν, υπήρχε μια ανάγλυφη επιγραφή: Πύργος Κεντρικής Διοίκησης – Κτίριο Ελπίδας. Πίσω από αυτήν υπήρχε ένα ψηλό άγαλμα, επίσης φωτισμένο με προβολείς από το έδαφος που κοιτούσαν προς τα πάνω και το τύλιγαν με αργά κινούμενες δέσμες φωτός διαφόρων αποχρώσεων. Σο άγαλμα, από κάποιο στιλπνό μαύρο υλικό, παρίστανε μια αφηρημένη μορφή ενός ανθρώπου, πεσμένου στο ένα γόνατο και με την μια του γροθιά να στηρίζεται στο έδαφος, αλλά το κεφάλι του να κοιτάει προς τον ουρανό και το άλλο του χέρι να δείχνει ότι ανασηκώνεται επίσης σε γροθιά, προς τα πάνω. Ο συμβολισμός ήταν παραπάνω από σαφής- ο άνθρωπος πεσμένος, χτυπημένος, αλλά με το κεφάλι ψηλά, έτοιμος να ξανασηκωθεί και να ατενίσει τον ουρανό που του έκρυβε ο τεράστιος πύργος και τα γύρω κτίρια, επίσης ψηλά αλλά ούτε κατά διάνοια στο ίδιο ύψος με αυτόν. Πίσω από το άγαλμα υπήρχε μια ακόμα πυκνή σειρά από μοντέρνα σχεδιασμένους πυλώνες φωτός, και πίσω και από αυτούς ένας τοίχος, περίπου στα δυο μέτρα ύψους. Λίγο πιο πίσω ακόμα, ορθωνόντουσαν τα κτίρια που περικύκλωναν τον κεντρικό πύργο. Η Άλις δεν μπορούσε παρά να αισθανθεί δέος. Κοίταξε τον Ρίτσαρντ που κοιτούσε προς τα πάνω ευδιάθετος. ‘’Σι είναι αυτό;’’, τον ρώτησε χαμηλόφωνα. ‘’Αυτό, αγαπητή μου Άλις, είναι το διοικητικό κέντρο της ανθρωπότητας. Αυτός είναι ο εγκέφαλος του ανθρώπου. Η καρδιά, δηλαδή τα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας, είναι αρκετά μακριά από εδώ, αλλά τα βλέπεις, λένε, αν ανέβεις στους ψηλούς ορόφους του Πύργου. Για την ακρίβεια λένε ότι από εκεί βλέπεις όλη την πόλη, μέχρι την Νεκρή Ζώνη και το Μεγάλο Σείχος. Για αυτό θα ακούσεις να το λένε και ‘’Υάρο’’, πέρα

από ‘’Ελπίδα’’. Αν και τα δυο μου φαίνονται

απλοϊκές

τσιχλόφουσκες, αν με ρωτάς. Εγώ το γνωρίζω ως Μαύρο Πύργο. Άλλους αν ρωτήσεις θα στο πουν ως το ‘’Μεγάλο Μαύρο Μυτερό Πέος’’. ΋λα σωστά είναι. Για όλους, αυτός ο Πύργος σημαίνει κάτι. Για κάποιους σημαίνει την επιβίωση, την ελπίδα και την αναγέννηση. Για κάποιους σημαίνει όμως το παράλογο και την αλαζονεία. Και εδώ, όλα σωστά είναι. Ποιός είπε άλλωστε ότι η επιβίωση δεν είναι αλαζονεία; Η όποια ελπίδα μας δεν είναι μια μορφή παραλόγου; ΋λος ο κόσμος είναι ένα ανεξήγητο σύστημα, και το ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί παρά να ελπίζει να το εξηγήσει, αλλιώς απελπίζεται.

[153]


Και ματαιόδοξα θεωρεί ότι μπορεί να βρει σκοπό στην απέραντη ματαιότητα. Για να απαντήσω λοιπόν ξανά στο ερώτημά σου, αυτό είναι το μέρος που κοιμάται, χέζει και τρώει το παρόν και το μέλλον όλων μας. Η αγαπημένη μας Κυβερνήτης, η Μητέρα, η Κυρία, οι παρατρεχάμενοί της και οι σφουγγοκωλάριοί της, όλοι βρίσκονται εδώ και μας κοιτούν από τα ψηλά φιμέ τους παράθυρα. Και οι προηγούμενοί τους, και οι προηγούμενοι από αυτούς. Μέχρι τους πιο παλιούς, τις ημέρες μετά την Μεγάλη Καταστροφή, που αποφάσισαν να μαντρώσουν όποιον είχε την ατυχία να επιζήσει και να χτίσουν ένα ογκώδες καυλί προς τον ουρανό, σημαδεύοντας στον κώλο του πεθαμένου Θεού μας.’’ Η Άλις ήταν ακόμα απορροφημένη στο τεράστιο οικοδόμημα, ακούγοντας λίγα από όσα της έλεγε, αλλά οι τελευταίες του βωμολοχίες την έκαναν να νιώσει μια συστολή. Μπορούσε να διακρίνει κάποια πρόσωπα στα αυτοκίνητα που περνούσαν, της έριχναν μια φευγαλέα ματιά καθώς συνέχιζαν το άγνωστο σε προορισμό και σκοπιμότητα ταξίδι τους. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου ρούφηξε μια γερή δόση από την μικρή του πίπα και ξεφύσηξε τον πηχτό καπνό. Ο τεράστιος Πύργος φαινόταν να του δημιουργεί εκνευρισμό. ‘’Τπήρχαν εποχές που είχαμε τέτοιον. Θεό. Πέθανε μαζί με το σύνολο της ανθρωπότητας, από την ίδια αλαζονεία που έφτιαξε αυτόν τον Πύργο. Και ορίστε, κοίταξέ μας, μια γενιά μετά από αυτήν που θα έπρεπε να είναι η τελευταία, να γυρνάμε στα ακριβά μας αυτοκίνητα πίνωντας κοκτέιλ απάθειας, αναπαραγόμενοι σε γυάλινες κυψελίδες και τρώγωντας άγευστους κύβους με βιταμίνες και αντιβιοτικά. ΢ε καλύτερη σωματική κατάσταση, πιο χαρούμενοι, πιο παραγωγικοί, ελέγχοντας κάθε μορφή αδυναμίας μας, ελέγχοντας κάθε αρρώστια, πεθαίνοντας ξανά στην ίδια γυάλινη κυψελίδα. ΢αν γουρούνια, σε κλουβιά με αντιβίωση. Πάμε;’’ Η Άλις γύρισε να τον κοιτάξει, αλλά αυτός είχε ήδη γυρίσει την πλάτη του και άρχισε να απομακρύνεται, παράλληλα με την λεωφόρο. ΢υνειδητοποίησε ότι είχε αρκετή ώρα που απλώς τον ακολουθούσε, χωρίς να ξέρει ακριβώς τον προορισμό. Ο αρχικός τους στόχος ήταν να βρουν την Ντάιαμοντ, αλλά δεν υπήρχε κάποιος λόγος να βρίσκονται στο κατόπι της. Επιπλέον, αν και δεν το ήθελε εσκεμμένα, ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου της φαινόταν όλο και πιο τραβηχτικός, εκπέμποντας ένα μαγνητισμό το ίδιο παράξενο με τον κόσμο που έβλεπε γύρω της και προσπαθούσε να θυμηθεί. ‘’Που;’’, του φώναξε, προσπαθώντας να τον φτάσει. Ο Ρίτσαρντ έδειξε προς απροσδιόριστη κατεύθυνση.

[154]


‘’΢ου έχω πει ήδη’’, της είπε. ‘’Πάμε να γνωρίσεις τους Παραλόγους’’ ΄΄Και η Ντάιαμοντ;’’ ‘’Μα φυσικά, η Ντάιαμοντ. Η αγαπητή μας Ντάιαμοντ αυτή τη στιγμή μπορεί να είναι οπουδήποτε. Για να την βρούμε, χρειαζόμαστε ένα δίκτυο ανθρώπων σε όλη την πόλη, που θα μπορεί να έχει τα μάτια του ανοιχτά. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κάτι καλύτερο από τους Παραλόγους για μια τέτοια έρευνα’’ Η Άλις προχώρησε λίγο πιο γρήγορα και τον τράβηξε από τον ώμο. Η λεωφόρος, ο Πύργος, η νύχτα, απλωνόντουσαν γύρω τους αδιάφορα για την ύπαρξή τους. Η Άλις ένιωθε μικρή και ευάλωτη δίπλα σε μια τέτοια μεγαλόπρεπη αδιαφορία. ‘’Δεν μπορώ να σε ακολουθώ σε αυτό το..το χάος. Να μην καταλαβαίνω...’’, του είπε με ένα ειλικρινές παράπονο. ‘’Αυτά που έλεγες πριν, για τα τείχη, για τις καταστροφές, όλα αυτά για κάποιο λόγο τα γνωρίζω, τα ξέρω. ΋μως δεν μπορώ να βρω τον εαυτό μου σε όλα αυτά, υπάρχει θολούρα και...δεν ξέρω τι ακριβώς είναι..’’ Ο Ρίτσαρντ πέρασε το χέρι του στα μαλλιά της και πίσω από το αυτί της. Σο πρόσωπό του της έστελνε σημάδια ηρεμίας, που τα είχε ανάγκη και ας μην στηριζόντουσαν σε τίποτα χειροπιαστό. Όστερα, έπιασε την λεπτή του πίπα και της την πρότεινε. ‘’Δεν πρόλαβα ποτέ να σου πω πως έκλεβα’’, είπε χαμογελαστά. Η Άλις κοίταξε διστακτικά προς το λεπτό μαύρο αντικείμενο. Ο καπνός έμπαινε σε μικρές τούφες από την μια πλευρά, που ήταν κάπως πιο μεγάλη, και κατόπιν, με το πάτημα ενός κουμπιού πυρακτωνόταν απελευθερώνοντας καπνό. Δεν θυμόταν να έχει καπνίσει ποτέ της το οτιδήποτε, και επιπλέον η μυρωδιά του καπνού που κάθε τόσο απελευθέρωνε ο Ρίτσαρντ της προκαλούσε μια δυσφορία. ‘’΢ου είπα για τον Φάρβει Γουέιν; Σον αγαπητό μας πρώην γείτονα, που είχε συναίσθηση της πραγματικότητας. Αυτός λοιπόν ήταν ο πρώτος που μου γνώρισε αυτόν τον υπέροχο καπνό..Δεν είναι βέβαια ακριβώς καπνός, είναι σαφώς μια ακόμα συνθετική κατασκευή...Αλλά το υλικό που είναι φτιαγμένη...ω, εδώ βρίσκεται η μαγεία...Αυτός ο καπνός, έχει μέσα του όλα τα συστατικά της επιθυμητής διαύγειας. Είναι ο βασιλιάς των αντιδότων, απέναντι σε όσα όλα μας ποτίζουν και μας ταίζουν, για να ελέγχουν την σκέψη, τις αναμνήσεις και τα συναισθήματά μας. Είναι ο κόσμος Άλις, καθαρός και κρυστάλλινος. Είναι βαρύς ο διάολος, και ίσως κάνει τα άκρα σου να μουδιάσουν, αλλά πίστεψέ με, θα δεις πιο καθαρά από ποτέ..’’

[155]


Η Άλις έπιασε την πίπα και την κοίταξε χωρίς να μπορεί να αποβάλλει τον δισταγμό της. Σην έφερε στο στόμα της και πάτησε το κουμπί της πυράκτωσης, ρουφώντας από το μικρό στόμιο. Ο καπνός, ξερός και πικρός, εισέβαλλε βίαια στον ουρανίσκο και τον οισοφάγο της, καίγοντας τα μαλακά τοιχώματα στο πέρασμά του. Η Άλις έβηξε με δύναμη και αηδία. ‘’΋χι, όχι, πρέπει να το κατεβάσεις στα πνευμόνια σου και να το κρατήσεις εκεί για λίγο’’, της είπε αυτός, χαιδεύοντας την παράλληλα στην πλάτη για να ηρεμήσει τον σπαστικό της βήχα. Η Άλις δοκίμασε άλλη μια φορά και ο καπνός τώρα έριξε μια γερή κλωτσιά

στον λάρυγγά της και κατέβηκε μέχρι τους πνεύμονές της. Κράτησε την

αναπνοή της και σχεδόν το ένιωσε να διασπείρεται στο αίμα της και να κυκλοφορεί σε όλο της το σώμα. Όστερα, εξέπνευσε αποβάλλοντας ένα μικρό συννεφάκι γκρίζου καπνού. Πίσω από τον καπνό, ο Ρίτσαρντ χαμογελούσε. Η Άλις ένιωσε ένα γαργαλιστικό μυρμήγκιασμα στα ακροδάχτυλα των χεριών και των ποδιών της και μια ελαφριά αίσθηση αιώρησης, σαν όλα της τα όργανα να έχαναν επαφή με την βαρύτητα και να επέπλεαν στο σώμα της. Γρήγορα, όλα αυτά έγιναν μια επίσης παράξενη ζαλάδα, που την έκανε να νιώθει κάτι που θα μπορούσε να είναι ναυτία, αν δεν ήταν ταυτόχρονα ωραίο. ‘’Κοίτα τον κόσμο Άλις’’, είπε αυτός αλλά τώρα η φωνή του ακουγόταν σαν να διαπερνούσε ένα παχύ στρώμα από αφρολέξ. ‘’Δες τον με τα αληθινά του χρώματα, δες την πραγματική του όψη’’. Η Άλις ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα μάτια της για να προσπαθήσει να συγκεντρωθεί, αν και τώρα η μυωπία της έμοιαζε να αυξάνεται, δημιουργώντες θολές εστίες σε διάφορα σημεία του οπτικού της πεδίου. Ένιωθε την ισσοροπία της δύσκολη, και έτσι απομακρύνθηκε προσπαθώντας να φτάσει σε ένα τοίχο για να στηριχτεί. Ο Ρίτσαρντ την κράτησε και την οδήγησε στοργικά σε ένα μακρύ πεζούλι που πήγαινε παράλληλα στο δρόμο, όπου την βοήθησε να κάτσει. Έκατσε δίπλα της, χωρίς να την αφήσει από την αγκαλιά του. Η Άλις, αν και ποτέ δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα την πολύ οικεία ανθρώπινη επαφή, άφησε το σώμα της να γείρει πάνω του και να στηριχθεί. Ο Πύργος μπροστά της άλλαζε πλέον μορφές. Σον είδε να εκτείνεται ψηλότερα, πολύ ψηλότερα, και ένιωσε ίλλιγο μόνο που κοιτούσε προς τα πάνω. Όστερα, σαν ακορντεόν, ο Πύργος συρρικνωνόταν και έφτανε στο ύψος των ποδιών της, μπορούσε να δει σχεδόν περιστέρια στην οροφή του να την κοιτούν με περιέργεια και φόβο. Σα αυτοκίνητα περνούσαν από μπροστά της άλλοτε με υπερβολικά μεγάλες ταχύτητες, σαν

[156]


φευγαλέες λωρίδες φωτός και χρώματος, και άλλοτε υπερβολικά αργά, σαν κάποιος να είχε απλώσει στον κόσμο ένα παχύρευστο αόρατο σιρόπι. Σο μόνο σημείο σταθερότητας για όσο κράτησε αυτός ο παροξυσμός των αισθήσεών της, ήταν η αγκαλιά του Ρίτσαρντ Λίθγκοου. Η Άλις έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. ΢ύντομα, το φως την ζάλιζε, το μαύρο του πύργου φαινόταν πιο πηχτό και από την πιο βαθιά νύχτα του ερέβους και το άγαλμα έμοιαζε τώρα να απεικονίζει έναν άνθρωπο που την κοίταζε πίσω με χλευασμό και ειρωνία. Ή μήπως της έκλεινε το μάτι αισθησιακά; ‘’Σι βλέπω;’’, τον ρώτησε, προσπαθώντας να αποκωδικοποίησει μια παροξυσμική μέθη. ‘’Σο πιο πιθανό αγαπητό μου κορίτσι, με μια μόνο τζούρα που τράβηξες, είναι να βλέπεις μέσα από μια πολύ λεπτή χαραμάδα τον αληθινό μας κόσμο. ΢ε λίγη ώρα θα υποχωρήσει τελείως, ακόμα και αυτή. Υυσικά, μόνο συστηματική χρήση αυτού του καπνού θα μπορούσε να σε προστατέψει από όλα τα παραμορφωτικά φίλτρα που βάζουν μπροστά στα μάτια μας. ΋τι και να μου δίνανε, αυτός ο καπνός που μου παρείχε παράνομα ο Φάρβει Γουέιν, ακόμα και όταν έφυγε από το κτίριό μας, με κρατούσε σε διαύγεια και εγρήγορση. Με βοηθούσε να γράφω, ανάμεσα στις γραμμές όλων εκείνων των βιβλίων στο διαμέρισμά μου, να γράφω όλες μου τις αναμνήσεις και να διατηρώ άθικτη την ταυτότητά μου, κόντρα σε όσους ήθελαν να μου την ξεσκίσουν για την διασκέδασή τους. Είμαι εδώ, αλώβητος απέναντι σε αυτά τα καθάρματα και...’’ ‘’Είχες πολλά καπέλα’’, μουρμούρισε η Άλις, με την φωνή της να είναι κάπως ράθυμη και αργή. Ο Ρίτσαρντ την κοίταξε και την χάιδεψε στο κεφάλι. ‘’Πράγματι,

είχα

πολλά

καπέλα.

Μου

αρέσουν

τα

καπέλα.

Νιώθω

ότι

προστατεύουν το κεφάλι μου’’ ‘’Που είναι το καπέλο σου τώρα;’’ ‘’Μου το πήρε ο αέρας γλυκιά μου. ΢την ταράτσα του ΢άικεντ.’’ Η Άλις γέλασε κάπως βραχνά. Αυτός την χάιδεψε ξανά, αλλά αυτή τη φορά προσπαθώντας να την σηκώσει. ‘’Σώρα όμως πρέπει να συνεχίσουμε γλυκιά μου’’, της είπε στοργικά. ‘’΋χι, όχι, θέλω να κάτσουμε λίγο ακόμα..’’, απάντησε αυτή, πιέζοντας το κεφάλι της πάνω στον ώμο του. ‘’Μίλα μου λίγο ακόμα, για τα τείχη, τους Πύργους, το Θεό και τους άγευστους κύβους με αντιβιοτικά...Πες μου για το ΢άικεντ..’’ Ο Ρίτσαρντ αναστέναξε κοιτώντας γύρω του με κάποιο άγχος. Ήξερε ότι πλέον τα πρόσωπά τους θα φιγούραραν σε οθόνες περιπολικών και σε ελεγκτές κυκλοφορίας.

[157]


Ήταν ήδη μεγάλο ρίσκο να την φέρει κοντά στον Πύργο, ένα μέρος που βρισκόταν από συνεχή επιτήρηση και παρακολούθηση. ‘’Λοιπόν...’’, είπε χαιδεύοντας την σαν να ξεκινούσε κάποιο παραμύθι για να την κοιμίσει. ‘’Σο ΢άικεντ είναι στην πραγματικότητα μια μακέτα του κόσμου μας σε μικρογραφία. Σώρα δεν είμαι σίγουρος ποιος αντέγραψε ποιον πρώτος, αλλά είναι η ίδια ακριβώς φιλοσοφία. Γύρω από την μεγάλη μας πόλη αλλά και τις μικρότερες που την περιβάλλουν προς το βορρά, το Σείχος που φτιάξαμε είναι υλικό, φτιαγμένο με ατσάλι και χάλυβα, υποτίθεται για να μας προστατεύει από τα Σέρατα που φτιάξαμε, κοντά εκατό χρόνια πριν, στους καιρούς του μεγάλου Πολέμου. ΢το ΢άικεντ το τείχος είναι αόρατο και άυλο, είναι εντελώς εσωτερικό, είναι στο μυαλό μας. Ξανά, υποτίθεται ότι μας προστατεύει από την σκληρότητα του κόσμου, μια σκληρότητα που κάπως, κάποτε οδήγησε όλους τους ...ένοικους, στην παραφροσύνη.. Ή μήπως στην διαύγεια; Δεν έχει και πολύ σημασία. Αλλά η ψευδαίσθηση και η αυταπάτη λειτουργεί στην εντέλεια και στις δυο περιπτώσεις. ΢την πραγματικότητα, τα Σείχη είναι για να μας κρατάνε μέσα. Εδώ έξω, η αυταπάτη δημιουργείται από την ψευδεπίγραφη αυτάρκειαενέργεια, προιόντα, φάρμακα, η δυνατότητα να τελειοποιήσεις τον εαυτό σου, όπως το επιθυμείς. Είναι μια καλογυαλισμένη νέον επίφαση ευμάρειας και ευτυχίας, τόσο τρανταχτά ψεύτικη και παράλογη που για κάποιο λόγο γίνεται πιστευτή. ΢το ΢άικεντ, το ψέμμα είναι ακόμα πιο παράλογο..Μπορεί να μην θυμάσαι τον εαυτό σου, αλλά σίγουρα θυμάσαι την καθημερινότητά σου στο ΢άικεντ, το σπίτι σου, τις ασχολίες σου, τις ‘’βόλτες’’ που υποτίθεται ότι έκανες έξω από αυτό. ΢το ΢άικεντ, η ‘θεραπευτική μέθοδος’’ βασίζεται πάνω στην αυταπάτη ότι δεν συντελείται καμία θεραπευτική μέθοδος. ΋τι όλα είναι φυσιολογικά, και η παραφροσύνη γιατρεύεται υποδόρρια, η θεραπεία γίνεται παράλληλα με την αποκατάσταση. Δεν μπορώ να σκεφτώ τι άνθρωπος βγαίνεις από εκεί μέσα, όταν τελικά αποφασίζουν να σε βγάλουν. ΢ίγουρα θα είναι ένας άνθρωπος που συμβιβάζεται με το ψέμμα του κόσμου με την ίδια ευκολία που το αναπαράγει. ΢άικεντ....τι αμφίσημο όνομα έτσι δεν είναι; Σο τέλος της ψυχασθένειας ή μήπως το τέλος της ψυχής μας; ΋τι και αν είναι, σερβίρεται σε μικρές διακριτικές δόσεις. Η μεταμόρφωση δεν λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια μας, αλλά όταν έχει γίνει είναι αρκετά αργά. ΋πως αμφίσημο είναι και το όνομα του μικρού μας, κλεισμένου από όλες τις μεριές, κόσμου. Θυμάσαι Άλις πως λένε την πόλη μας, πως λένε το εναπομείνον λίκνο της ανθρώπινης ζωής;’’

[158]


Η Άλις ψαχούλεψε στο ζαλισμένο κεφάλι της για την απάντηση. ΢χεδόν αυθόρμητα, αλλά με την χαρά μιας ανακάλυψης, συλλάβισε την απάντηση. ‘’Έρθ’’ ‘’Ακριβώς! Έρθ! Δώσαμε το όνομα του πλανήτη μας, σε μια απειροελάχιστη γωνιά του. ΢ου φαίνεται αστείο; Εγώ θα το έλεγα τραγωδία της αλαζονείας μας. Δώσαμε το όνομα του πλανήτη που καταστρέψαμε ολοσχερώς, σαν κάποιο φόρο τιμής; ΢αν υπενθύμιση ότι είμασταν εμείς που το κάναμε; Κανείς δεν θυμάται πια, ίσως να το βρει στα ντοκουμέντα από τα πρώτα χρόνια της ανοικοδόμησης. Αλλά όποιος και αν είναι ο λόγος, δεν μπορεί παρά να είναι λάθος. Δεν έπρεπε να ονομαστεί ποτέ αυτό το μηχανικό έκτρωμα Έρθ. Δεν έχει σχέση με τον πλανήτη που το φιλοξενεί. Είμαστε ένα βακτήριο, σε λανθάνουσα κατάσταση ύπνου, περιμένοντας να ανασυγκροτήσουμε δυνάμεις για να ξαναβγούμε, να ξαναεπεκταθούμε στο χώρο και να επαναλάβουμε την Ιστορία, ξανά και ξανά, μια ατέρμονη λούπα μιας φάρσας χωρίς σταματημό. Σο μόνο που μπορεί να ελπίζει κανείς, είναι την επόμενη φορά να το κάνουμε καλύτερα. Να μην μείνει κανείς. Ας αφήσουμε τις κατσαρίδες και τα μυρμήγκια να κυριαρχήσουν. Δεν έχω αμφιβολίες για τον πλανήτη μας, θα βρει το δρόμο του. Κυρίως αν βρει τρόπο να μας καθαρίσει από μόνος του, όπως έχει κάνει με πολλά είδη, επανειλημμένως στο παρελθόν, όταν αυτά φτάσανε σε μια ακμή πιο ψηλά από το μπόι τους.’’ Η Άλις αναστέναξε και ανασηκώθηκε μόνη της, κοιτάζοντας προς τον περιμετρικό φράχτη του Πύργου. ‘’Σι υπάρχει πέρα από το Σείχος;’’, ρώτησε και τοην κοίταξε, νιώθωντας ταυτόχρονα μια ξαφνική νοσταλγία για την αγκαλιά του. ‘’Νόμιζω ότι σου είπα είδη ότι πρέπει να πάμε ένα τείχος την φορά γλυκιά μου. Ακόμα δεν έχουμε εξολοθρεύσει τα ΢άιμποργκ στο μυαλό σου. Αλλά και πάλι, στο ερώτημά σου δεν έχω απάντηση. Τποθέτω ότι ο κόσμος εκεί έξω είναι μια εκτεταμένη Νεκρή Ζώνη, σαν αυτή στα περιθώρια της Έρθ. Καταστροφή, εγκατάλειψη και αρρώστια. Είναι τέτοια η δύναμή τους, που μπορούν να μας καταπιούν- άλλωστε υπήρχαν άλλες δυο τέτοιες εστίες, σαν την δική μας, ανά τον κόσμο. Μέσα στα τελευταία χρόνια ωστόσο εξολοθρεύτηκαν από όλα όσα δεν μπορούσαν να κρατήσουν μακριά. Έχω ακούσει για δολοφονικούς ιούς, έχω ακούσει για την ανατραχιαστική ηχώ του Μεγάλου Πολέμου που κινείται ακόμα μαζί με τον άνεμο και ‘’σκουπίζει’’ ότι έχει απομείνει...Είναι ιστορίες τρόμου όλα αυτά, ιστορίες για να πείθουν ότι πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι στην κλειστή φωλιά μας. Για μένα είναι ιστορίες λύτρωσης, και

[159]


αν με ρωτάς, γαμημένες μπούρδες. Σι θα μπορούσε να κάνει ένα τείχος σε έναν ιό; Σι μπορούν να κάνουν εκατό ρομπότ απέναντι στον άνεμο; Σίποτα. Ο μεταλλαγμένος από την ραδιενέργειεα και τα τοξικά απόβληματα κόσμος βγάζει αποκρουστικούς σε εμάς κυνόδοντες και καρφώνει ότι έχει απομείνει. Θα φτάσει και εδώ. ΋ταν φτάσει, κανένα τείχος δεν θα τον εμποδίσει.’’ Η Άλις ξεροκατάπιε. Αν και ο Ρίτσαρντ μιλούσε για να απαξιώσει το τείχος, η Άλις ένιωσε μια ασφάλεια στην γνώση της ύπαρξής του. ΢ηκώθηκε όρθια και προσπάθησε να ισορροπήσει, αν ένιωθε ότι βρίσκεται σε μια σχεδία επιπλέοντας σε απαλό κυματισμό. ‘’Που είναι αυτοί οι Παράλογοι;’’, τον ρώτησε. Ο Ρίτσαρντ σηκώθηκε όρθιος και τράβηξε μια τζούρα. ‘’Είναι παντού’’, είπε βγάζοντας τον καπνό. ‘’Αλλά συχνάζουν σε συγκεκριμένα μέρη’’, πρόσθεσε. ‘’Θα ήταν επικύνδινο να πάρουμε το μετρό τέτοια ώρα, οπότε θα περπατήσουμε λίγο ακόμα. Είσαι εντάξει για λίγο περπάτημα;’’ Η Άλις έγνεψε καταφατικά και ο Ρίτσαρντ άρχισε να προχωράει ξανά προς τα στενά που ερχόντουσαν κάθετα προς την κεντρική λεωφόρο. Σο κεφάλι της ήταν μια γυάλα μετά από τον καπνό, και κάθε της βήμα κουνούσε λίγο τα νερά, παρασέρνοντας ελαφρώς το ψαράκι της ισορροπίας της, αλλά ακολούθησε τον φιλόσοφο χωρίς διαμαρτυρία. Αυτός περπατούσε καμαρωτός και ταυτόχρονα επιφυλακτικός, περνώντας από στενό σε στενό, από μονόδρομους σε πεζόδρομους, από περιοχές με λίγη κινητικότητα, στις παρυφές των οποίων μπορούσες να διακρίνεις μια πολύβουη κίνηση, ανθρώπους και αυτοκίνητα. Η Άλις που και που σταματούσε να κοιτάξει κάτι που της έκανε εντύπωση- κάποιο εκτεταμένο πάρκιγνκ με ομοιόμορφα αυτοκίνητα, κάποιο ψηλό κτίριο, κάποιες γιγάντιες υπερυψωμένες διαφημίσεις με χαμογελαστά πρόσωπα που συνήθως διαφήμιζαν κάποιο προιόν της ΢άικεντ. Η κινητικότητα στους δρόμους ήταν ελαφρώς μόνο μεγαλύτερη από αυτήν που παρατηρούσε στον αέρα, περίπου στο ύψος των κτιρίων. Διάφορα

χόβερ

κυκλοφορούσαν με χαμηλότονους βόμβους και

χρωματιστά φώτα, προς διάφορες κατευθύνσεις. Μερικά περνούσαν με μεγάλη ταχύτητα, με κατεύθυνση ανατολικά, βγάζοντας ένα σφυριχτό στρίγγο ήχο. ΢ποραδικά, στο δρόμο τους συναντούσαν κάποιους ανθρώπους, που προχωρούσαν ανέκφραστοι και σιωπηλοί, σαν να είναι και αυτοί στο αυτόματο, όπως τα αυτοκίνητά τους. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου σταμάτησε δίπλα σε ένα κάδο σκουπιδιών και ψαχούλεψε μια

[160]


σακούλα που φαινόταν να έχει ρούχα και υφάσματα. Από εκεί έβγαλε χαρούμενος ένα χακί μπερέ και το προσάρμοσε στο κεφάλι του. Γύρισε και κοίταξε την Άλις με ένα διάπλατο χαμόγελο. Αυτή έγνεψε ενθαρρυντικά, αν και στην πραγματικότητα ο μπερές ήταν κάπως μικρότερος από το κεφάλι του και η εικόνα του ήταν τουλάχιστον αστεία. ΋σο προχωρούσαν, ο φιλόσοφος ενίοτε φλυαρούσε, περισσότερο σαν να τα έλεγε στον εαυτό του. Η Άλις δεν του έδινε πάντα σημασία, περισσότερο επειδή αυτός προχωρούσε αρκετά πιο γρήγορα και αυτή προσπαθούσε να περιορίσει την ζαλάδα της καθώς έτρεχε σποραδικά να τον προλάβει. ‘’΢υνεχώς προσπαθούσαμε να πολεμήσουμε τους συλλογικούς φόβους που μας κληρονόμησαν από το παρελθόν. Κρατήσαμε συστηματικά και με κόπο το iq της τεχνητής νοημοσύνης χαμηλά, με φόβο μήπως αυτή γυρίσει κάποια στιγμή εναντίον μας. Φαρίσαμε την υψηλότερη τεχνολογία μόνο σε ανθρώπους που θεωρήσαμε ως πνευματική ελίτ, αρχίδια ελίτ αν με ρωτάς, και αντί για ρομπότ φτιάξαμε σάιμποργκ, προσπαθώντας πάντα να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο πάνω στις κατασκευές μας. Νόμιζα ότι αυτό ήταν μια λίγο υποχόνδρια, αλλά σοφή επιλογή. Μου πήρε πολύ για να καταλάβω όμως ότι στην πραγματικότητα, ακολουθήσαμε την ακριβώς ανάποδη διαδικασία- κάναμε ρομπότ τους ανθρώπους.’’ Λίγο πιο μετά, από δίπλα τους πέρασε μια παρέα νεαρών, με κοινό στοιχείο την καλοχτισμένη κορμοστασιά, ξανθά μαλλιά και έντονα μεγάλα μάτια σε μπλε και πράσινες αποχρώσεις. Για αυτούς ο φιλόσοφος κοντοστάθηκε και τους κοίταξε με απογοήτευση. ‘’Σο μεγαλύτερο έγκλημα από όλα; Περιορίσαμε τις φυσικές γέννες για να περιορίσουμε τις ασθένειες και τις κληρονομικές αδυναμίες του γεωγραφικού περιορισμού μας. Κίνδυνος αιμομιξίας λέγανε, προοπτικά θα την πατούσαμε όπως τα λιοντάρια στην Αφρική, αρκετά χρόνια πριν. Έλεγχος πληθυσμού, είπαν κάποιοι άλλοι, σε ένα κόσμο που ήταν πλέον στενός και με συγκεκριμένα αποθέματα. Και τι κάναμε; Κάναμε την αναπαραγωγή προϊόν. Κάναμε την αναπαραγωγή περατζάδα από ένα ράφι πολυκαταστήματος,

διαλέγοντας

χρώμα,

μέγεθος

και

όψη.

΢τον

κίνδυνο

της

ομοιομορφίας, απαντήσαμε με ένα μικρό ποσοστό τυχαιότητας, όλα τα υπόλοιπα μπορείς να τα παραγγείλεις σαν να κάθεσαι σε εστιατόριο. Θα έρθει η μέρα, αν δεν έχει έρθει ήδη και απλώς δεν το έχουμε καταλάβει, που θα αποκωδικοποιήσουμε ακόμα και την τελευταία λεπτομέρεια του εγκεφάλου μας, και θα φτάσουμε στο σημείο που οι άνθρωποι θα γεννιούνται για αυτό που θα είναι στο υπόλοιπο της ζωής τους. Θα

[161]


περιορίσουμε την επιλογή και την τυχαιότητα, σε ένα κόσμο που κινείται μόνο σε αυτούς τους πυλώνες- τυχαιότητα, πιθανότητα, επιλογή. Αυτά ακριβώς τα τρια στοιχεία είναι που οδήγησαν απόψε την Ντάιαμοντ έξω από την ακριβή και γυαλιστερή φυλακή της. Αυτά τα τρια στοιχεία είναι που οδήγησαν και εμάς έξω, αν και με λίγο διαφορετική σειρά. Σο κανονικό θριαμβεύει μέσα από την αδυναμία μας να το αντιληφθούμε. Αλλά θριαμβεύει έναντι του παραλόγου και αφύσικου, που φαίνεται να καταλαβαίνουμε και να ελέγχουμε απόλυτα’’. Κυρίως όμως εκτόξευε οχετό βρισιών προς πάσα κατεύθυνση. Η Άλις συνέχιζε να νιώθει μια αμηχανία μπροστά στην αθυροστομία του αλλά και μπροστά στον μαγνητισμό του, που την έφερνε συνεχώς κοντά του. ‘’Κοίτα’’, φώναζε δείχνοντας προς κάποιο κατάστημα ηλεκτρονικών αντικειμένων. ‘’Κοίτα εκεί! Δαχτυλίδι που δονεί το δάχτυλό σου όταν η θερμοκρασία του σώματός σου ξεπεράσει τα φυσιολογικά όρια. Τποτίθεται ότι έιναι φαρμακευτικό προϊόν, αρχίδια αν με ρωτάς. Εγώ θα έβαζα το δάχτυλο μου σε κάποιον κώλο από την Κεντρική Διοίκηση και θα τυλιγόμουν σε θερμαντικές κουβέρτες.’’ Ή αργότερα, όταν από δίπλα τους πέρασε μια νεαρή κοπέλα με ένα ασύμμετρο γυαλιστερό φωσφωριζέ φόρεμα. ‘’Κοίτα την αισθητική παρακμή! Πηγαίνει στο ΝάιτΒάιμπ λογικά, να ανοίξει τα πόδια της σε κάποιον άλλο γυαλιστερό ρομποτικό πίθηκο, να κάνουν αποστειρωμένο και άγονο σεξ σε δωμάτια ποτισμένα στην αντιβίωση και τις τεχνητές διεγερτικές ουσίες.’’ Η Άλις παρακολούθησε με το βλέμμα της την κοπέλα που απομακρυνόταν χωρίς να ακούει τις προσβολές του Ρίτσαρντ. Κάθε αναφορά στο σεξ, όσο ακατέργαστη και αν ήταν από το στόμα του αθυρόστομου φιλόσοφου, της δημιουργούσε μια ανεπιθύμητη νευρικότητα, την οποία γρήγορα απέδωσε στον καπνό που την είχε μαστουρώσει. Παρά τα αρκετά συμπτώματα όμως, ο καπνός δεν είχε καταφέρει να καθαρίσει την πάχνη στις αναμνήσεις της. Η πνευματική και σωματική της τρικυμία συνεχίστηκε για απροσδιόριστη ώρα, όταν ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου κοντοστάθηκε σε ένα σχετικά πιο σκοτεινό στενό, στην άκρη του οποίου υπήρχε μια κιτρινωπή φωτεινή ταμπέλα με ένα σήμα που υποδύκνειε υπόγεια διάβαση. Ευθεία μπροστά τους, η Άλις διέκρινε τα φώτα κάποιας άλλης λεωφόρου, ή ίσως και συνέχειας της προηγούμενης, δεν είχε ιδέα που μπορεί να βρισκόντουσαν στον τεχνολογικό λαβύρινθο που κυκλοφορούσαν. Ήταν φτιαγμένα όλα θαρρείς για να χάνεις τον προσανατολισμό σου. Ο Ρίτσαρντ

[162]


περιεργάστηκε την είσοδο της διάβασης για λίγες στιγμές, μέχρι που γύρισε προς το μέρος της με σιγουριά. ‘’Εδώ είμαστε’’, της είπε χαρωπά. Η Άλις ανασήκωσε τους ώμους. Όστερα τον ακολούθησε σε μια πλατιά κυλιόμενη ράμπα, που προχωρούσε ράθυμα προς τα κάτω. Ο Ρίτσαρντ προχώρησε μόνος του με ενθουσιασμό και ανυπομονησία. Η διάβαση ήταν ένας κατάφωτος πλατύς διάδρομος, στολισμένος με μεγάλους πολύπλοκους χάρτες της πόλης και αφηρημένες εικόνες μοντέρνας τέχνης. ΢τη μέση του η ράμπα συνέχιζε το αργό της ταξίδι προς την άλλη άκρη, που θα οδηγούσε ξανά ανηφορικά στην άλλη πλευρά της λεωφόρου. Η Άλις παρέμεινε πάνω της, καθώς η ξεκούραση και ο αργός σταθερός ρυθμός ήταν ευπρόσδεκτα στο κουρασμένο κεφάλι της. Ο Ρίτσαρντ προχωρούσε παράλληλα και λίγο μπροστά της, μέχρι που έστριψε απότομα και άνοιξε μια πόρτα που είχε την χαρακτηριστική επιγραφή της τουαλέτας. Η συρόμενη πόρτα έκλεισε πίσω του βγάζοντας ένα παραπονεμένο ήχο και η Άλις κοίταξε απορημένη για την ξαφνική του ανάγκη, καθώς περνούσε αργά μπροστά από την πόρτα. Καθώς η ράμπα προχωρούσε σταθερά, γυρνούσε κάθε τόσο προς τα πίσω, περιμένοντάς τον να βγει. ΢ε λιγότερο από ένα λεπτό η πόρτα άνοιξε ξανά και ο Ρίτσαρντ κοίταξε προς τα έξω με απορία. ΋ταν τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, έκανε μια χειρονομία απορίας. Η Άλις ανασήκωσε τους ώμους, επίσης απορημένη. ‘’Άλις, γλυκιά μου, θα έρθεις;’’, την ρώτησε κάπως γελαστά. Η Άλις το σκέφτηκε για μια στιγμή, και ύστερα κατέβηκε από την ράμπα κάπως ντροπαλά, και πλησίασε προς το μέρος του. Η πόρτα ξαναέκλεισε και με τους δυο τους μέσα αυτή τη φορά. Η Άλις κοιτάχτηκε στον μεγάλο καθρέπτη. Σο πρόσωπό της φαινόταν άσχημο και ξένο για κάποιο λόγο, αλλά και αυτό ίσως ήταν επήρεια του καπνού. Ο φιλόσοφος πλησίασε μπροστά στην τελευταία ιδιωτική πόρτα και την έσπρωξε απαλά, σφυρίζοντάς της να τον ακολουθήσει. Η Άλις πλησίασε διστακτικά, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον καθρέπτη όπως προχωρούσε. Όστερα στριμώχτηκε μαζί του στον στενό καμπινέ. Ο Ρίτσαρντ χαμογελούσε δείχνοντας της μια ψηφιακή αναγραφή δίπλα στο καζανάκι, που έγραφε ‘’Εκτός Λειτουργίας’’. ‘’Αρα δεν μπορεί να γίνει κάτι εδώ’’, μουρμούρισε η Άλις, κοιτάζοντας τον περιεργαστικά. Ο φιλόσοφος γέλασε δυνατά. ‘’Ακριβώς’’, είπε. ‘’Θες να έχεις την τιμή;’’, ρώτησε μετά, δείχνοντας προς το μικρό κόκκινο κουμπί που θα ενεργοποιούσε το καζανάκι. Η Άλις ανασήκωσε τους ώμους, έχοντας βέβαια από την αρχή αποφασίσει να πηγαίνει με τα νερά του Ρίτσαρντ

[163]


Λίθγκοου. Δεν είχε άλλωστε και πολλές επιλογές. Πάτησε το κόκκινο κουμπί χωρίς να περιμένει κάτι ιδιαίτερο, και πράγματι, τίποτα δεν έγινε. Ξανακοίταξε προς τον Ρίτσαρντ, που έμοιαζε παράταιρα ενθουσιασμένος. Όστερα, με ένα μικρό φευγαλέο κραδασμό, ένα μπλε παχύρευστο υγρό άρχισε να τρέχει στη λεκάνη με ψηλή πίεση. Η Άλις το κοίταξε απορημένη, αλλά πριν προλάβει να ρωτήσει το οτιδήποτε, ολόκληρη η λεκάνη άρχισε να ανασηκώνεται προς την οροφή, αφήνοντας στην θέση της ένα ανοιχτό σκοτεινό πέρασμα, όχι μεγαλύτερο από ένα μέτρο σε ύψος, και αρκετά στενό. Η λεκάνη ανυψώθηκε και άλλο μέχρι που σταμάτησε σχεδόν στο ύψος των κεφαλιών τους, αναγκάζοντας την Άλις να πισωπατήσει και να βρεθεί ξανά στην αγκαλιά του Ρίτσαρντ, που σχεδόν χειροκροτούσε από τον ενθουσιασμό του. ‘’΋χι άλλοι αεραγωγοί’’, μουρμούρισε η Άλις, κοιτώντας τον με παράπονο. Ο Ρίτσαρντ την έσφιξε στην αγκαλιά του ενθαρρυντικά. ΄΋χι γλυκιά μου’’, γέλασε. ‘’Είναι στενό για να αποθαρρύνει ακόμα και κάποιον τυχαίο επισκέπτη που αγνόησε το γεγονός ότι το καζανάκι είναι εκτός λειτουργίας...΢το υπόγειο κρυσφήγετό μας υπάρχει αρκετή άνεση χώρου...αν και είναι υπόγειο, όπως και να το κάνουμε’’. Όστερα, την έπιασε από το χέρι και προχώρησε πρώτος προς το στενό πέρασμα, σκύβοντας σχεδόν στα τέσσερα πόδια του. Η Άλις τον ακολούθησε απρόθυμα στο πηχτό σκοτάδι, μόνο και μόνο για επιβεβαιώσει ότι μετά από λίγα μόλις μέτρα μπουσούλημα αυτό που έμοιαζε με τούνελ γινόταν αρκετά ευρύχωρο. Όστερα, ένιωσε στα γόνατα και τις παλάμες της μια λεία και ψυχρή επιφάνεια, σαν να είχε περάσει από το άμορφο σκληρό τσιμέντο σε κάποιο πλακάκι. Σο κεφάλι της προσγειώθηκε στον πισινό του Ρίτσαρντ που είχε σταματήσει και ψαχούλευε κάτι στα πλαινά. Ακούστηκε ένα μικρό τσαφ, και η Άλις άκουσε την λεκάνη να ξανακατεβαίνει αργά πίσω της, με ένα κομμάτι του τοίχου της τουαλέτας. Όστερα, απο πάνω της αναβόσβησε μια επιμήκης λωρίδα από λάμπες και τελικά το τούνελ τους καλύφθηκε με φως. Η Άλις πράγματι πατούσε πλέον σε ένα λευκό πλακάκι, όμοιο με αυτό που χρησιμοποιούσαν στις τουαλέτες. ΢υνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε λόγος να είναι στα τέσσερα, καθώς ο διάδρομος είχε περίπου τρια μέτρα ύψος. Ήταν άδειος από πόρτες ή παράθυρα, ενώ ευθεία μπροστά τους υπήρχε μια δίφυλλη κλειστή πόρτα. Ο Ρίτσαρντ είχε ήδη σηκωθεί όρθιος και κοιτούσε με ευχαρίστηση το χώρο.

[164]


‘’Που είμαστε;’’, ρώτησε η Άλις ακόμα στεκόμενη στα γόνατα. ‘’Μια παλιά στάση του Μετρό. Σου παλιού Μετρό της παλιάς πόλης που βρισκόταν εδώ, πριν την ανοικοδόμηση. Σην...ανακαινίσαμε λιγάκι’’. Όσερα, προχώρησε σχεδόν τρέχοντας προς την δίφυλλη πόρτα. Η Άλις κοίταξε άλλη μια φορά γύρω της και σηκώθηκε όρθια, κάτι που της προκάλσε μια ξαφνική σκοτοδίνη. Είδε τον Ρίτσαρντ να πλησιάζει ένα μικρό ηχείο δίπλα στην πόρτα και να πατάει ένα κουμπί. Από το ηχείο ακούστηκε απλώς ένα χαμηλότονο κλικ. Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε πλατιά. ‘’Ναι!’’, φώναξε δυνατά. ‘’Ένα κοράκι, είναι ίδιο με ένα τραπέζι’’. Μετά από πολύ λίγες στιγμές, η πόρτα ταλαντεύτηκε και άνοιξε απαλά, αφήνοντας ένα μικρό άνοιγμα. Ο Ρίτσαρντ σχεδόν έτρεξε μέσα, χτυπώντας τους ώμους του στο μικρό άνοιγμα. Η Άλις τον ακολούθησε, χωρίς να συμμερίζεται ιδιαίτερα τον ενθουσιασμό του, μόνο και μόνο για να δει ένα χώρο που έμοιαζε πράγματι με παλιά αποβάθρα του υπόγειου μετρό. Ο χώρος που θα περνούσαν ωστόσο οι συρμοί ήταν γεμάτος από μια άμορφη μάζα από συντρίμμια και μαύρο χώμα, τα οποία στηρίζοταν με ένα παλιωμένο συρματόπλεγμα και κάποια κομμάτια από χοντρό σελοφάν. Σο φως εκεί ήταν κιτρινωπό και χλωμό, ενώ μπορούσες να ακούσεις μικρές σταλαγματιές νερού σε διάφορα σημεία ολόγυρα. ΢ε μια από αυτές τις μικρές λιμνούλες με νερό ο Ρίτσαρντ παραλίγο να γλιστρήσει από το χαρωπό του περπάτημα προς την άλλη άκρη. ΢ε αντίθεση με αυτόν, η Άλις περπατούσε αργά και σταθερά, παρατηρώντας το χώρο γύρω της. ΢τον πλαινό τοίχο, που είχε διάφορα χρώματα κυρίως από αποτυπώματα του νερού πάνω του, υπήρχαν κάποιες σειρές από μισολιωμένες πλαστικές καρέκλες, ενώ στο κέντρο περίπου της εξέδρας υπήρχε ένας σχεδόν σβησμένος από το χρόνο και φθαρμένος χάρτης. Η Άλις τον πλησίασε με περιέργεια και προσπάθησε να διακρίνει τους δρόμους και τις ονομασίες από τις παλαιότερες εποχές. Σο χέρι του Ρίτσαρντ όμως την έπιασε από τον καρπό και την τράβηξε κάπως απότομα. ‘’Γλυκιά μου, όλα αυτά μπορείς να τα δεις πολύ καλύτερα στα μουσεία. Τπάρχουν πολλά θεματικά μουσεία, με κάθε λογής εκθέματα. Υυσικά, μην περιμένεις να δεις την πραγματική Ιστορία σε αυτά. Ακόμα και η Ιστορία χρησιμοποιείται κατ’επίφαση, ως ακόμα ένα θέαμα για τα άδεια μας απογεύματα που θέλουμε να ξεχάσουμε ότι στην πραγματικότητα το γαμημένο τσάι είναι νεροζούμι και ο καφές πικρός σαν πλαστικοποιημένη στάχτη’’

[165]


Η Άλις σκέφτηκε ότι ήταν φλύαρος, ο φιλόσοφός της, αλλά ωστόσο αρκετά γοητευτικός και χαριτωμένος στην φλυαρία του. Σον άφησε να την τραβήξει, κρατώντας στέρεα τα γυαλιά της στο πρόσωπό της. Παραπατώντας και σκοντάφτωντας, τον ακολούθησε μέχρι το τέλος της παλιάς πλατφόρμας, όπου τους περίμενε μια κυλιόμενη σκάλα γεμάτη σκόνη, την οποία και ανεβήκανε τρέχοντας. ΢την κορυφή της, η Άλις κοντοστάθηκε και παραλίγο να πέσει από το τράβηγμα του Ρίτσαρντ. Αυτός άφησε το χέρι της τελευταία στιγμή και γύρισε προς το μέρος της χαμογελώντας. ‘’Καλως ήλθες στο μόνο λογικό μέρος του παράλογου κόσμου μας’’, της είπε. ‘’Σο καταφύγιο των Παραλόγων!’’. Η Άλις δεν μπορούσε παρά να χαμογελάσει, βλέποντας τον μεγάλο χώρο γύρω της αλλά και τη μεταμόρφωση του προσώπου του σε ένα στρουμπουλό θαυμαστικό. ‘’Για κάποιο λόγο περίμενα κάτι διαφορετικό’’, είπε τελικά. ‘’Μα δεν γίνεται πιο διαφορετικό από αυτό’’, απάντησε ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου και παραμέρισε ένα ριχτό κόκκινο ύφασμα από μπροστά τους. Σα γεγονότα είναι: Σην ώρα που η Άλις κοιτούσε με συγκρατημένο θαυμασμό και έκπληξη το υπόγειο κρυσφήγετο των αποκαλούμενων ως Παραλόγων, ο μικρός Νίκολας κοίταξε διστακτικά ένα πλατύ και ανοιχτό χώρο που ανοιγόταν μπροστά τους, φωτισμένο μόνο με το θαμπό φως του φεγγαριού και μακρινών αντανακλάσεων από τα φώτα της πόλης. Ο ασημένιος άντρας κοντοστάθηκε πίσω του, αγκομαχώντας ακόμα, και έβαλε τα χέρια του στα γόνατά του. ‘’Και τώρα τι, μικρέ παράνομε;’’, του είπε. Ο Νίκολας έδειξε προς τον ανοιχτό χώρο. ‘’Θα φαινόμαστε εκεί’’, του είπε. Όστερα κοίταξε προς τα πάνω, βλέποντας σποραδικά χόβερ να κινούνται σε όχι μακρινή απόσταση, προσεγγίζοντας την αποθήκη από όπου είχαν ξεκινήσει. ‘’Καλά, δεν χρειάζεται να απομακρυνθούμε και πολύ’’, είπε αυτός κάπως αινιγματικά. Ο μικρός γύρισε και τον κοίταξε. Υορούσε ακόμα την ευμεγέθη κάσκα του με το μαύρο φιμέ τζάμι.

[166]


‘’Δεν είσαι στα αλήθεια εξωγήινος, έτσι δεν είναι;’’, τον ρώτησε, παίρνοντας ένα βραχνό γέλιο σαν απάντηση. ‘’Λοιπόν...δεν κατάγομαι από την Έρθ, αν αυτό με ρωτάς. Αλλά δεν ήρθα και από τον Άρη’’. Ο Νίκολας δεν χαμογέλασε και συνέχισε να κοιτάει εξερευνητικά την κάσκα. ‘’Γιατί είσαι εδώ;’’, τον ρώτησε. Ο ασημένιος άντρας άφησε το σώμα του να πέσει προς τα πίσω και έκατσε κάπως άγαρμπα, με τα χέρια του ακόμα στα γόνατά του. Βρισκόντουσαν σε κάποιο υπόστεγο, καλυμμένο από όλες τις μεριές με μεγάλα κιβώτια που φαινόντουσαν εγκαταλελειμένα καιρό. Υάνηκε να σκέφτεται λίγη ώρα, πίσω από το στρογγυλό του κράνος για την απάντησή του. ‘’Ας πούμε ότι είμαι εδώ...για να σας φέρω ένα μήνυμα.’’ ‘’Σι μήνυμα είναι αυτό;’’ ‘’΋τι ο κόσμος σας θα τελειώσει’’, είπε κάπως αιφνιδιαστικά. Ο μικρός ξεροκατάπιε κάπως προβληματισμένος. ‘’Γιατί;’’ ‘’Επειδή γέρασε και πάλιωσε. Και κάνει πλέον μόνο κακό στους ανθρώπους. ΢ε εσάς. Είναι μια ιστορία γεμάτη πολέμους, δυστυχία και καταστροφή, η ιστορία του κόσμου σας’’. ‘’Τπάρχουν και άλλοι σαν και σένα;’’, τον ρώτησε τελικά, σαν να μην ήταν σίγουρος ότι ήθελε να συνεχίσει στο ίδιο θέμα. ‘’Πάρα πολλοί. Αναρίθμητοι. Πιο πολλοί από όσο μπορείς να φανταστείς μικρέ μου φίλε’’. ‘’Θα έρθουν και άλλοι εδώ;’’ ‘’Κάποιοι’’ ‘’Εσείς θα τελειώσετε τον κόσμο;’’ ‘’Κάπως έτσι’’ ‘’Άρα και εσείς θα φέρετε πόλεμο’’, του είπε, ανέκφραστος. Ο ασημένιος άντρας πάτησε πάλι στα περιθώρια της κάσκας του. και το μαύρο γυαλί άνοιξε προς τα πάνω, αποκαλύπτωτας το ιδρωμένο του πρόσωπο. Φαμογέλασε πάλι, εμφανίζοντας τα στραβά του δόντια και προκαλώντας μια κύρτωση στη μύτη του, σαν παπαγάλου. ‘’Είσαι ένας περίεργος μπαγασάκος, δεν είσαι;’’, του είπε παιχνιδιάρικα. Ο Νίκολας συνέχισε να τον κοιτάει με τον ίδιο τρόπο, ακόμα και χωρίς την κάσκα.

[167]


Όστερα σοβάρεψε και αυτός. ‘’΋χι, μικρέ μου Παράνομε. ΋χι, δεν θα φέρουμε πόλεμο. Θα έρθουμε για να σταματήσουμε τον πόλεμο, και κάθε μελλοντικό πόλεμο’’. ‘’Ο τελευταίος πόλεμος ήταν ογδόνταοχτώ χρόνια πριν’’, μουρμούρισε αυτός, σαν να το είχε μάθει παπαγαλία. ‘’Νομίζεις. Αυτό ήταν μια μεγάλη μάχη. Ο πόλεμος είναι μια κατάσταση όχι ένα γεγονός’’. ‘’Δεν καταλαβαίνω’’ ‘’Δεν χρειάζεται’’. Ο ασημένιος άντρας έκανε να σηκωθεί αργά. Υαινόταν να πονάει λίγο, πιθανώς από την άτσαλη πρόσκρουσή του. Ο Νίκολας επέμενε να τον κοιτάει. ‘’Που κατάλαβες ότι είμαι Παράνομος;’’, τον ρώτησε, ενώ αυτός περπατούσε χωλαίνοντας δίπλα του, κοιτάζοντας με την σειρά του έξω από το μισοσκοτεινό τους υπόστεγο. ‘’Σι γυρεύεις σε μια αποθήκη μέσα στην άγρια νύχτα μικρέ; Επιπλέον, είσαι πολύ άσχημος’’. Ο Νίκολας έσμιξε τα χείλη του. ‘’Εσύ είσαι ακόμα πιο άσχημος’’, του είπε, αλλά ο άντρας δεν του έδωσε σημασία. Αντίθετα, έμοιαζε να κοιτά με ενδιαφέρον την ταράτσα του κτιρίου δίπλα της, μιας ακόμα γειτονικής αποθήκης. ‘’Να σου πω μικρέ’’, είπε τελικά δείχνοντας προς τα εκεί. ‘’Εκεί, μπορούμε να ανέβουμε;’’. Ο Νίκολας κοίταξε με την σειρά του και έγνεψε καταφατικά. ‘’Ναι’’, είπε ξερά. ‘’Και από εκεί, θα φαίνονται οι άνθρωποι που είναι μαζεμένοι στο σημείο που συναντηθήκαμε;’’ ‘’Ναι’’, αποκρίθηκε ξανά ο μικρός, κάπως πεισμωμένος που τον είχαν αποκαλέσει άσχημο. ‘’Σέλεια’’, του είπε και τον χάιδεψε στο κεφάλι, αλλά ο μικρός το τράβηξε απότομα. Ο άντρας τον κοίταξε απορημένος. ΄΄Και γιατί να σε πάω;’’, τον ρώτησε με πείσμα. ‘’Εσύ θες να καταστρέψεις τον κόσμο μου’’. Ο άντρας τον κοίταξε για λίγο, και ύστερα πάτησε την κάσκα του να κλείσει. Η φωνή του ξανακούστηκε παραμορφωμένη πίσω από το σκούρο γυαλί. ‘’Πες μου λοιπόν, μικρέ παράνομε. Πόσο, αλήθεια, πόσο αγαπάς τον κόσμο σου; Και πόσο πολύ σε αγαπάει εκείνος;’’

[168]


Ο Νίκολας έμεινε λίγο σκεπτικός, αμήχανος μπροστά σε μια τέτοια ερώτηση. Η αβίαστη απάντησή του θα ήταν ένα ξερό ‘’καθόλου’’ αλλά το συγκράτησε. Ο άντρας του χάιδεψε ξανά το κεφάλι, και αυτή τη φορά τον άφησε. ‘’Εσένα πάντως, αφού θα είσαι μαζί μου, δεν θα σε πειράξει κανένας. Ούτως ή άλλως δεν θα σε πειράξει κανείς, γιατί είσαι ένα φοβερό παιδί. Αν και άσχημο’’. Ο Νίκολας αναστέναξε και ξίνισε κάπως τα βρώμικα μούτρα του, αλλά τελικά έσπρωξε τον ασημένιο άντρα για να τον προσπεράσει και να κατευθυνθεί με γρήγορες δρασκελιές προς το διπλανό κτίριο. Μετά από μερικές στιγμές, ένας ασημένιος εξωγήινος με πρόθεση να καταστρέψει τον κόσμο, τον ακολούθησε κουτσαίνοντας ελαφρά στο μισοσκόταδο. Ακριβώς εκείνη την στιγμή, ο Λιρόι χτύπησε για πέμπτη φορά εκνευρισμένος την οροφή του αυτοκινήτου. Η Νικόλ Άντερσον τον κοίταξε κάπως επικριτικά, αλλά προτίμησε να μην του μιλήσει. Άλλωστε, αυτός μιλούσε αρκετή ώρα μόνος του, προσπαθώντας να οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα ανάμεσα στους αραιής κίνησης δρόμους. ‘’Σην άφησαν να φύγει! Οι άχρηστοι, μαλάκες, ανεύθυνοι κόπανοι. Σην άφησαν απλώς, να φύγει.’’ Όστερα παραμόρφωσε την φωνή του σε μια μπάσα καρικατούρα: ‘’Ψ, κύριε ΜακΜπράιαν, λυπούμαστε πάρα πολύ, αλλά λόγω έκτακτης ανάγκης των οχημάτων δεν μπορούμε να προχωρήσουμε στην σύλληψη ...Μαλακίες! Μαλακίες!’’ Ξεφυσούσε με πραγματική οργή, κάτι που έκανε και τις κινήσεις του στο τιμόνι αρκετά σπασμωδικές. ‘’Πεντακόσιες σαρανταπέντε ημέρες’’, μουρμούρισε η Νικόλ, κοιτάζοντας με συγκρατημένη αγωνία την επιθετική του οδήγηση. ‘’Σι;’’, ρώτησε αυτός με σφιγμένα τα δόντια. ‘’Πεντακόσιες σαρανταπέντε ημέρες, από το τελευταίο ατύχημα στους δρόμους.’’, συμπλήρωσε με τον ίδιο τόνο. Ο Λιρόι δεν απάντησε, αλλά πάτησε επιθετικά ακόμα περισσότερο το γκάζι, ρίχνοντας της μια πεισματάρικη και παιδιάστικη γκριμάτσα. ‘’Ο ηλίθιος ο Φονχάιμ βρήκε τους άλλους;’’, ρώτησε τελικά. ‘’Δεν έχω λάβει ενημέρωση’’. ‘’Γιατί δεν πάει στα παλιά στέκια του Ρίτσαρντ Λίθγκοου; Δεν έχει το φάκελο του;’’ ‘’Σον έχει’’ ‘’Και τότε;’’

[169]


‘’Ο Φόνχαιμ είναι επαγγελματίας. Ξέρει τι κάνει Λιρόι. Επίσης, είμαστε γιατροί, δεν είμαστε αστυνομικοί’’ ‘’΢κατά’’, φώναξε αυτός. Όστερα αναστέναξε κάπως απογοητευμένος. ‘’Αλλά έχεις δίκιο’’. Η Νικόλ γύρισε και τον κοίταξε απορημένη. Όστερα αυτός πληκτρολόγησε έναν αριθμό

στο

τηλέφωνο

του

αυτοκινήτου.

Μετά

από

μερικούς

βόμβους,

μια

βραχνιασμένη φωνή ακούστηκε από το ηχείο. ‘’Ελπίζω να έχεις ένα καλό γαμημένο λόγο’’. Η φωνή ήταν βραχνή, προφανώς από ύπνο και έμοιαζε να ανήκει σε κάποιον μεσήλικα. Η Νικόλ έσκυψε προς το ταμπλό με απορία να διακρίνει το όνομα. ‘’Δουλειά’’, φώναξε ο Λιρόι, κοιτάζοντας επίμονα προς την Νικόλ. ‘’Μια ώρα, λεφτά για δουλειά εβδομάδας’’. ‘’Ακούω’’, αποκρίθηκε απρόθυμα η φωνή. ‘’Ένα μικρό κλωσσόπουλο μου έφυγε από την φωλιά. Κυκλοφορεί στο Νάιτβάιμπ, συνοδεία κάποιου τυχαίου τύπου, και τρέχει να ξεφύγει από άχρηστους μπάτσους’’. ΢τα λόγια του Λιρόι η Νικόλ γούρλωσε τα μάτια της και έκανε να μιλήσει, αλλά αυτός της έκανε νόημα να σιωπήσει. ‘’Είμαι καθ’οδόν εκεί, δέκα λεπτά μακριά’’, συμπλήρωσε. Από τα ηχεία ακούστηκε μόνο μια βραχνή βαριά, προβληματισμένη ανάσα. ‘’Ανάθεμά σε ΜακΜπράιαντ. Έχω μεγαλώσει πολύ για κυνηγάω παιδάκια που σου το σκάνε’’ ‘’Έχεις μεγαλώσει ούτως ή άλλως Σέρι’’, του απάντησε, και η Νικόλ εξαγριωμένη επανέλαβε αθόρυβα αλλά με αποστροφή και σοκ το όνομα που μόλις είχε ακούσει. Άπλωσε το χέρι της προς το τηλέφωνο αλλά ο Λιρόι της το έπιασε με δύναμη. ‘’Θα είσαι εκεί σε δέκα λεπτά;’’ Ο άντρας με το όνομα Σέρι ακούστηκε να ξεφυσάει. Όστερα, απάντησε ξερά. ‘’΢ε λιγότερο’’. Φωρίς κάτι παραπάνω, από το ηχείο ακούστηκε μόνο ένας παρατεταμένος χαμηλότονος βόμβος. Η Νικόλ κοίταξε αγριεμένη τον Λιρόι, που καθόταν τώρα κάπως πιο ανακουφισμένος στο κάθισμά του. ‘’Σέρι;’’, του φώναξε δυνατά, σκύβοντας προς το μέρος του. ‘’Σέρι όπως λέμε Σέρι Κρος; Μόλις μίλησες με τον Σέρι Κρος;’’ Ο Λιρόι δεν μίλησε. Αντι αυτού, έβαλε και τα δυο χέρια στο τιμόνι και το έσφιξε. ‘’Ο Σέρι Κρος είναι ένα βίαιο κάθαρμα Λιρόι. Σι δουλειά έχεις με τον Σέρι Κρος και για ποιο λόγο έχεις κρατήσει επαφές ακόμα μαζί του;’’

[170]


‘’΋πως είπες, δεν είμαστε παρά γιατροί Νικόλ. Δεν είμαστε παρά γιατροί. Φρειαζόμαστε και κάποιον έμπειρο άνθρωπο στο ανθρωποκυνηγητό.’’ ‘’Έμπειρο άνθρωπο; Ο Σέρι Κρος απολύθηκε από τους Υύλακες του ΢άικεντ λόγω ανικανότητας και βιαίης μεταχείρισης σε ασθενείς Λιρόι. Έίσαι με τα καλά σου;’’ ‘’Ο Σέρι Κρος είναι ιδιωτικός ντεντέκτιβ. Και οι κατηγορίες για βίαιη μεταχείριση αποδείχθηκαν ψευδείς.’’ ‘’Ψ, μαλακίες Λιρόι. Σο έχεις χάσει τελείως με αυτήν την υπόθεση. Ο Σέρι Κρος είναι ένα σκουπίδι των υπονόμων και εσύ το μαζεύεις για να βοηθήσει να πιάσεις ποιον; Μια αδύναμη γυναίκα που ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΟΤΣΕ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ!’’ Η φωνή της έβγαινε πλέον υστερική, αλλά συγκρουόταν πάνω στο απαθές πρόσωπο του Λιρόι. Έπεσε στο κάθισμά της και έπιασε το πρόσωπό της. ‘’Σα έχεις κάνει σκατά Λιρόι, τα έχεις κάνει τελείως σκατά με αυτήν την γυναίκα. Εδώ και πολύ καιρό. Ο Σέρι Κρος είναι η κορυφή στο παγόβουνο’’. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, μια πόλη που δεν κοιμόταν, γεμάτη φώτα και ψηλά κτίρια που έκρυβαν τον ουρανό. ‘’Ξέρεις κάτι Νικόλ;’’, τη ρώτησε αυτός, επιβραδύνοντας απότομα το αυτοκίνητο. ‘’Έχω βαρεθεί τις συνεχιζόμενες μαλακίες σου, το ύφος σου και τα υστερικά σχόλιά σου. Δεν χρειάζεται να σου δώσω εσένα αναφορά για κάτι. ΋τι έχει συμβεί στην Ντάιαμοντ είναι και δική σου επιλογή, μην φέρεσαι λες και είμαι μόνος μου σε αυτό’’ Η Νικόλ ξαναγύρισε το βλέμμα της πάνω του. Προσπάθησε να συγκρατήσει ένα νέο κύμα υστερίας, σφίγγοντας την γροθιά της στην χειρολαβή της πόρτας. ‘’Λίροι....’’. Σο ‘είσαι μεγάλος μαλάκας’ ήταν έτοιμο να βγει σαν πώμα σαμπάνιας με στόχο το δόξα πατρί του. ‘’΋χι άλλο Λιρόι!’’, την διέκοψε αυτός. ‘’Έχω ήδη πάρα πολλά στο κεφάλι μου για να ανέχομαι τις επικρίσεις και τις αποψάρες σου. Δεν βοηθάς και καθόλου, πέρα από το να μουρμουράς. Και μουρμουράς, Νικόλ, μουρμουράς εδώ και ένα χρόνο. Και ξέρεις τι συνέβη μόλις τώρα; Βαρέθηκα τα μουρμουρητά σου. Θα πάρω τηλέφωνο τον Φόνχαιμ να στείλει να σε παραλάβουν, και να πας να μουρμουράς σε αυτόν, μήπως και καταφέρετε να βρείτε τους άλλους δυο. Άσε την Ντάιαμοντ να την αναλάβω εγώ, με τον τρόπο που ξέρω, και να την φέρω πίσω με ασφάλεια. Κοίτα να κάνεις και εσύ την δουλειά σου.’’ Σο αυτοκίνητο σταμάτησε σε ένα πλάτωμα, δίπλα από μια μικρή στρογγυλή πλατεία, με ένα οβελίσκο στο κέντρο της. Η Νικόλ πήρε μερικές βαθιές αναπνοές,

[171]


προσπαθώντας να ηρεμήσει. Ο Λιρόι πάτησε ένα κουμπί που άνοιξε την πόρτα της, και ένιωσε ένα ψυχρό αεράκι από την νύχτα που κρύωνε καθώς προχωρούσανε βαθύτερά της. Η Νικόλ του έριξε ένα ακόμα βλέμμα. Για μια μόνο στιγμή προβληματίστηκε για το αν θα έπρεπε να αντεπιτεθεί, αλλά αμέσως σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να συνεχίσει να παίζει το παιχνίδι του Λιρόι. Φωρίς να πει το παραμικρό, βγήκε περήφανα από το αυτοκίνητο, και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Αυτόματα σχεδόν, το αυτοκίνητο στρίγγλησε μπροστά της και απομακρύνθηκε με μεγάλη ταχύτητα, αποφεύγοντας την σύγκρουση με ένα άλλο για μερικά χιλιοστά. Φωρίς να περιμένει, η Νικόλ έβγαλε το τηλέφωνό της και πληκτρολόγησε το τηλέφωνο του Φονχάιμ. Η φωνή του ακούστηκε αγχωμένη και νευρική. Κάτι ξεκίνησε να της λέει, σχετικά με την αδυναμία του να εντοπίσει τους Ντόγκσον και Λίθγκοου, αλλά η Νικόλ Άντερσον τον διέκοψε. ‘’Άκουσέ με Φονχάιμ. ΋που να ‘ναι, θα σε πάρει τηλέφωνο ο Λιρόι. Θα σου ζητήσει να με παραλάβεις. Θα του πεις ότι θα το κάνεις, και δεν θα δώσεις καμία συνέχεια. Όστερα από κανά μισάωρο, θα του στείλεις μήνυμα ότι είμαι μαζί σου. Δεν ξέρω αν έγινα κατανοητή’’. Επικράτησε για λίγη ώρα σιωπή στην άλλη άκρη. ‘’Δεν θέλω να ανακατεύομαι στις ιστορίες σας’’, είπε τελικά. ‘’Σότε μην ανακατεύεσαι, και κάνε ότι σου ζητάω. Άκουσέ με Φονχάιμ, ξέρω τι σκέφτεσαι και ξέρω όλα όσα σε προβληματίζουν. ΢ου υπόσχομαι ότι στο τέλος αυτής της βραδιάς, η Διοίκηση θα είναι ενήμερη για τις προθέσεις σου να τους ενημερώσεις εγκαίρως. Και το ότι σε εμπόδισε ο Λιρόι ΜακΜπράιαν, να το κάνεις’’. Η Νικόλ αισθάνθηκε ένα χαμόγελο από την άλλη άκρη. ‘’Ο Λιρόι θα ξέρει ότι θα είστε σύντομα μαζί μου κυρία Άντερσον’’. ‘’Πολύ ωραία’’, απάντησε αυτή και έβαλε γρήγορα το κινητό στην τσέπη της, στην θέα ενός αυτόματου ταξί που κινούταν σε πολύ χαμηλή ταχύτητα περιμετρικά της στρογγυλής πλατείας.

[172]


Στενές Επαφές κάθε τύπου

Η Ρεμπέκα έλυσε τα πορτοκαλί της μαλλιά και πέρασε το κόκκινο κοκαλάκι στον καρπό του γυμνού της χεριού. Κάποτε, ανίδεος για την πραγματική της ιδιότητα, ένας κατά τ΄ άλλα φυσιολογικός και καλοκάγαθος άνθρωπος υποκλίθηκε στην πορτοκαλί με αποχρώσεις σαγκουνίνι γοητεία της και γονάτισε μπροστά της, ζητώντας να την παντρευτεί μόνο και μόνο για την κοιτάει. Σην ήξερε μόνο μερικές ημέρες. Η Ρεμπέκα του έδωσε μια άγνωστη και ανεπιβεβαίωτη απάντηση, η οποία για πολλούς θεωρείται η κρίσιμη αιτία που μερικές ημέρες μετά οδήγησε στην αυτοκτονία του ανδρός. Η Ρεμπέκα συναγωνιζόταν μόνο την Φόλυ στην σκληρότητα που μπορούσε να έχει στα κελεύσματα των αντρών- για αρκετούς Προστάτες ήταν κοινό κουτσομπολιό ότι στην πραγματικότητα η Ρεμπέκα ήταν άφυλη, και με τον ίδιο τρόπο θα αντιμετώπιζε και πιθανές προσκλήσεις της Μόνικα Άπλχαιμ, γνωστής για την αδυναμία της σε μοιραίες γυναίκες. Παρατήρησε την είσοδο της κλινικής αποκατάστασης του Γκουρού Καν, όπως και την φωτεινή επιγραφή που καλούσε στην διάσωση της ψυχής σε εξαιρετικά προνομιακές τιμές. Η Ρεμπέκα γνώριζε ότι μια σειρά από αντίστοιχες κλινικές ξεφύτρωναν σε διάφορα σημεία της πόλης, αναζητώντας πελατεία που δεν ήταν ικανοποιημένη από τα πολυάριθμα προϊόντα της ΢άικεντ. ΢ε μια ούτως ή άλλως κακοπροαίρετη αγορά, το μαγαζί του Γκουρού Καν αποτελούσε την χειρότερη εκδοχή της. Ο Γκουρού ήταν χρόνια γνωστός για μια σειρά από επιχειρήσεις που λίγο αφορούσαν την ψυχή- περισσότερο εστίαζαν στο παράνομο χρήμα και όποια ψυχή μπορεί αυτό να κουβαλούσε. Νομιμοποίηση Παρανόμων, έκδοση πλαστών αδειών για φυσική γέννα, διακίνηση παράνομων ουσιών κάθε λογής. Ο Γκουρού ήταν μια μιρκή τοπική μαφία, κατάλοιπο παλαιότερων εποχών της ανθρωπότητας, κάτι που για την Ρεμπέκα αποτελούσε παραφωνία σε ένα κόσμο που θα έπρεπε να εξελίσσεται σε πλήρη απόσχιση με το παρελθόν του. Η Ρεμπέκα υποστήριζε ότι η Έρθ δεν ήταν παρά μια καινούρια κιβωτός, με την διαφορά ότι είχε και μπόλικες άγκυρες σε σχέση με την πρώτη- αν κάτι θα άφηναν στην Ιστορία οι Προστάτες, αυτό θα ήταν να κόψουν μεθοδικά και αποτελεσματικά όλα τα καραβόσκοινα που κρατούσαν το πλοίο από την πορεία του.

[173]


Κοίταξε προς το υπηρεσιακό της αυτοκίνητο και έριξε την ματιά της πάνω στην Μαρία Μπράουν, ένα εικοσάχρονο κορίτσι, έτοιμο να γίνει και επίσημα Προστάτης και να αποκτήσει ένα από τα γάντια σαν αυτό που φορούσε στο δεξί της χέρι. Η Ρεμπέκα ήταν η νεότερη του ΢ώματος που θυμόταν ότι το γάντι δεν ήταν παρά ένα μικρό κομμάτι από όλα αντιπροσώπευαν οι Προστάτες πριν από χρόνια. Ήταν κοντά στην ηλικία της Μαρία Μπράουν όταν φορούσε με περηφάνια την ολόμαυρη στολή των Προστατών. Σης έκανε νόημα να βγει από το αυτοκίνητο, και αυτή την υπάκουσε πρόθυμα, τρέχοντας δίπλα της. Οι δυο τους μαζί, πέρασαν την είσοδο της κλινικής, και προχώρησαν σε ένα φωτεινό χωλ, όπου πίσω από ένα γκισέ τους περίμεναν δυο γυναίκες. Η μια από αυτές τουλάχιστον, δεν είχε ξαναδεί τόσους Προστάτες μαζεμένους αθροιστικά σε όλη την υπόλοιπη ζωή της. Και αυτή η υπερδοσολογία την είχε κάνει πολύ ανήσυχη. Η Ρεμπέκα κοίταξε την γυναίκα που στεκόταν μπροστα από το ψηλό πάσο, και ύστερα έστρεψε το βλέμμα της στην ξανθιά γυναίκα που στεκόταν όρθια πίσω της. Παρατήρησε τις συσπάσεις των μυών στο πρόσωπό της και το επιθετικά ευγενικό της βλέμμα. Οι δυο γυναίκες κοιταχτήκαν για αρκετή ώρα, μέχρι που η Ρεμπέκα έστρεψε το βλέμμα της ξανά στην πρώτη. ‘’Είναι εδώ ο Γκουρού;’’, ρώτησε ήρεμα. Η Μαρία έμεινε δυο βήματα πίσω της, με τα χέρια στις τσέπες του τζάκετ της. ‘’Για ποια υπόθεση τον ζητάτε τέτοια ώρα’’, ρώτησε η πρώτη γυναίκα στην υποδοχή, αν και η νευρική φωνή της και το επίμονο βλέμμα της στο γάντι της Ρεμπέκα έδειχνε ότι μπορούσε να φανταστεί τον λόγο της επίσκεψης. Η Ρεμπέκα άργησε να απαντήσει, επιθεωρώντας με ακρίβεια το χώρο. Δυο μικρές κάμερες παρακολούθησης. Η γυναίκα μπροστά, νευρική, αγχωμένη, απλή υπάλληλος. Η ξανθιά γυναίκα πίσω της, σε ετοιμότητα, μυώδης, εκπαιδευμένη και σίγουρα καχύποπτη. Η Ρεμπέκα διέκρινε το χέρι της, σε κοντινή απόσταση από την τσέπη της. ‘’΢ε συνέχεια της αποτυχίας του να παραδώσει την ΢φήκα σε εμάς’’, απάντησε αυστηρά. Πριν προλάβει να απαντήσει, η ξανθιά γυναίκα φάνηκε να πατάει ένα κουμπί στα πίσω έδρανα της υποδοχής. ‘’Ε, βλέπετε, είναι αργά, αλλά θα τηλεφωνήσω. Ο γκουρού συνήθως κοιμάται αυτήν την ώρα’’ ‘’Δεν νομίζω ότι χρειάζεται’’, της απάντησε και κοίταξε ξανά την συνάδελφό της.

[174]


Πράγματι, μετά από μερικές μόνο στιγμές σιωπής, η ξανθιά γυναίκα περπάτησε κοφτά μέχρι μια πλαινή πόρτα και την άνοιξε. ‘’Πρώτη πόρτα μετά το διάδρομο’’, μουρμούρισε ξερά. Η Ρεμπέκα της χάρισε ένα τυπικό χαμόγελο και προχώρησε, αφήνοντας τα χαμηλά της τακούνια να χτυπήσουν το δάπεδο με δύναμη. Η Μαρία ακολούθησε νευρικά, μέχρι που η πόρτα έκλεισε πίσω τους. Οι δυο Προστάτριες έφτασαν μέχρι το τέρμα του διαδρόμου και η Ρεμπέκα άνοιξε την πρώτη πόρτα που βρήκε. Μπήκαν σε ένα δωμάτιο που έμοιαζε με αίθουσα συνεδριάσων, με ένα στρογγυλό τραπέζι σαν ντόνατ, στη μέση του οποίου υπήρχε μια κατασκευή σαν σιντριβάνι, από το οποίο ακουγόταν ο γλυκός, κελαριστός ήχος του νερού. Μπορούσες επίσης να ακούσεις μια εξαιρετικά απαλή μουσική που διαχεόταν στο δωμάτιο από άγνωστη πηγή, και το γέμιζε μέχρι το ταβάνι με μια μελωδική κρέμα. Σα φώτα της οροφής είχαν την ίδια διάταξη με το τραπέζι, ενώ όλοι οι τοίχοι ήταν επενδεδυμένοι με συνθετικό ξύλο. ΢τον έναν, ήταν ένας πολύ μεγάλος πίνακας, πιστή ρέπλικα ενός ηλιοβασιλέματος του Μονέ. ΢την άλλη άκρη, καθόταν ο Γκουρού Καν, μπροστά σε μια σειρά από μικρές οθόνες, με το ένα χέρι στο μέτωπό του, εμφανώς κουρασμένος

και

εκνευρισμένος.

Η

Ρεμπέκα

έκανε

μια

αναλυτική

γρήγορη

επισκόπηση: Σο δωμάτιο μύριζε έντονα ακριβό καπνό, ενώ το τασάκι δίπλα του είχε πάνω από δέκα γόπες. Ο Γκουρού ήταν εκεί αρκετή ώρα, και η Ρεμπέκα θα ήθελε πάρα πολύ να έχει οπτική επαφή με τις οθόνες του, ή τουλάχιστον να σκάψει στο ιστορικό της όποιας περιήγησής του σε αυτές. Αυτός άργησε να γυρίσει το βλέμμα του προς το μέρος τους αλλά όταν το έκανε έδειξε την έντονη απροθυμία του για την επίσκεψή τους. ‘’΋,τι τι;’’, είπε τελικά, με επιθετικό τόνο, και χωρίς να τους προτείνει να κάτσουν. Η Ρεμπέκα χαμογέλασε ειρωνικά. Δεν απάντησε κάτι. Ο Γκουρού έκατσε πίσω στην καρέκλα του και της κοίταξε εναλλάξ, χτυπώντας τώρα τα δάχτυλά του στην άκρη του τραπεζιού. Έκανε μια γκριμάτσα σαν να ήθελε να φτύσει. ‘’Έστειλα αναλυτική αναφορά στα Γραφεία σας’’, είπε τελικά, μετά από αρκετή ώρα. ‘’Έχω μιλήσει δέκα φορές στο τηλέφωνο με ανθρώπους από κάθε πιθανή υπηρεσία. Επιτρέψτε μου να κάνω μια περιεκτική σούμα: ΢τ’αρχίδια μου. Είναι δικό σας θέμα, όχι δικό μου.’’ Η Ρεμπέκα έκανε μια γκριμάτσα, σαν να συμφωνούσε σε υπερθετικό βαθμό με αυτά που άκουγε. Επέλεξε πάλι να μην μιλήσει. Ο Γκουρού συνέχισε να τις κοιτάει, αμίλητες, και ο εκνευρισμός του μεγάλωνε. Η Ρεμπέκα τον άκουσε να ξεφυσάει.

[175]


‘’Σι σκατά θα γίνει τώρα;’’, τις ρώτησε δυνατά. ‘’Θα με κοιτάτε; Αν θέλετε να βγούμε, παρακαλώ περιμένετε στην υποδοχή λίγο ακόμα. Αρχίστε να φασώνεστε και έρχομαι’’ Ήταν φανερό πλέον ότι η αρχική εχθρική και δήθεν υπεράνω στάση του Γκουρού έδινε την θέση της σε μια διάχυτη αγανάκτηση. Η Ρεμπέκα ήξερε ότι ο Γκουρού ήταν σε πίεση, και προτιμούσε να την αφήσει να φουσκώνει σαν μπαλόνι. Αφήνοντας ακόμα λίγο χρόνο σιωπής να περάσει, κοιτώντας πάντα τον Γκουρού ευθεία στα μάτια και παρατηρώντας ότι αυτός δεν κράταγε το βλέμμα του για παραπάνω από μερικά δευτερόλεπτα,

έκατσε

σε

μια

από

τις

καρέκλες

σταυροπόδι,

απέναντί

του,

ακουμπώντας τα χέρια της, παλάμες κάτω, στο τραπέζι. Σο βλέμμα του Γκουρού επικεντρώθηκε στο μαύρο της γάντι για λίγη ώρα, και ύστερα πάλι σε εκείνη. Σώρα έμοιαζε με κάποιο εγκλωβισμένο αγρίμι. Η Ρεμπέκα ήξερε ότι σε αυτό το σημείο ή θα δάγκωνε, ή θα έκανε κάποιο λάθος. Ήταν προετοιμασμένη και για τις δυο περιπτώσεις. ‘’Ποιος άλλος ήξερε για την σημερινή παραλαβή;’’, είπε τελικά, ανοίγοντας ταυτόχρονα μπροστά της μια ηλεκτρονική συσκευή που δίπλωνε σαν βιβλίο, αλλά αποτελούταν από δυο κολλημένες οθόνες. Η Μαρία στεκόταν πίσω της, χωρίς να κάθεται, με τα χέρια σταυρωμένα στο ύψος της μέσης. Η Ρεμπέκα θεώρησε την επιλογή της σωστή, καθώς το ότι παρέμενε όρθια σίγουρα θα δημιουργούσε μεγαλύτερη νευρικότητα στον Γκουρού. Αυτός ήταν από την πρώτη ερώτηση έτοιμος να εκραγεί, και αυτό φαινόταν από το πρόσωπό του που κοκκίνιζε όσο περνούσε η ώρα. ‘’Απάντησα δέκα φορές σε αυτήν την ερώτηση, αλλά εσείς δεν ακούτε. Κανένας. Κανένας δεν ήξερε για την παραλαβή, πέρα από εμένα και τον Λάρυ Σζάκσον. Αυτός μου εγγυήθηκε ότι θα μιλούσε απευθείας με την Σζένκινς και ότι θα το κανόνιζε. Θέλεις να το γράψω κάπου;’’ Η Ρεμπέκα χαμογέλασε. Έκανε άλλη μια μεγάλη παύση, και ο Γκουρού χτύπησε την γροθιά του στο τραπέζι ανυπόμονα. ‘’Ο Λάρυ Σζάκσον...’’, του είπε παγερά, ‘’Γιατί ο Λάρυ; Η υπόθεση έμοιαζε με θέμα της αστυνομίας, αλλά εσείς επιλέξατε άνθρωπο του Τπουργείου και τους Προστάτες;’’ Ο Γκουρού έκανε μια γκριμάτσα σαν να έδειχνε τα δόντια του. ‘’Σο να έρθετε εσείς, ήταν επιλογή του Λάρυ Σζάκσον. ΋χι δική μου. ΋πως σας είπα, στα αρχίδια μου.’’ ‘’Γιατί όμως, γιατί τον Λάρυ Σζάκσον;’’ Αυτή τη φορά η ερώτησή της έγινε αυτόματα. ΢ε όλες μέχρι τώρα γνώριζε την απάντηση, και γνώριζε επίσης ότι σε αυτήν

[176]


την ερώτηση ο Γκουρού θα δυσκολευόταν. Αυτός ωστόσο την αιφνιδίασε για πρώτη φορά. ‘’Ας κόψουμε τις τυπικότητες και τις μαλακίες λέω εγώ. Σι λες και εσύ; Δεν μου αρέσουν τα προκαταρκτικά’’ Η Ρεμπέκα χαμογέλασε, αλλά αυτή τη φορά αυθεντικά. ‘’Μέσα’’, του είπε ευδιάθετα. Αλλά μετά επανέλαβε. ‘’Γιατί τον Λάρυ Σζάκσον;’’ Ο Γκουρού έσφιξε την γροθιά του. ‘’Ξέρεις πολύ καλά’’, της είπε. ‘’Ξέρεις πολύ καλά γιατί τον Λάρυ Σζάκσον, και μην παίζεις παιχνίδια μαζί μου’’ Η Ρεμπέκα επανέλαβε την μέθοδο της σιωπής και του παγερού βλέμματος. Ο Γκουρού ξεφύσηξε, ρουθούνισε, ξαναχτύπησε τη γροθιά του εκνευρισμένος, και ύστερα κατέβασε το κεφάλι του, φανερά ηττημένος. ‘’Λαρέζαπρομ. ΋λος ο κόσμος στην περιοχή Ελίζ θέλει να το δοκιμάσει. Είναι άλλωστε, το ναρκωτικό των πλουσίων. ΄Ολος ο Βόρειος Σομέας θα μαστουρώνει στο τέλος με Λαρέζαπρομ. Η κοπέλα ήταν μέρος της συμφωνίας’’. Η Ρεμπέκα έκανε ειρωνικά την έκπληκτη. Ο Λάρυ Σζάκσον ήταν μέτοχος της ΢άικεντ, που πουλούσε αρκετό καιρό ένα ελαφρύ υποκατάστατο του Λαρέζαπρομ, αλλά ήταν επίσης ο μόνος που θα μπορούσε να καλύψει την διακίνηση του υγρού αυτού ναρκωτικού στο Βόρειο Σομέα. Ο Γκουρού είχε προφανώς μπροστά του μια ευκαιρία με την κοπέλα, με την οποία διαπραγματεύτηκε μερικούς μήνες ασφάλειας. Ή μπορεί να είχε και πιο μεγάλα σχέδια. Αφού τον έγδυσε, η Ρεμπέκα αποφάσισε να ρίξει και τον προβολέα επάνω του, αλλάζοντας αιφνιδιαστικά θέμα. ‘’Ο Λάρυ Σζάκσον δεν έχει επαφές με τον Γουίλιαμ Κόρβερ’’. Ο Γκουρού συνοφρυώθηκε και ανακάθισε σε μια πιο αμυντική στάση. ‘’Ούτε εγώ’’, είπε σχεδόν συλλαβιστά και επίμονα, γνωρίζοντας το υπονοούμενο της ερώτησης. ‘’Ούτε κάποιος Προστάτης.’’, προσέθεσε αυτή. ‘’Ούτε εγώ’’, επανέλαβε αυτός με τον ίδιο τρόπο. ‘’Και τότε πως;’’ ‘’΢τα αρχίδια μου, στο έχω πει ΗΔΗ’’, της έφτυσε με συγκρατημένη μανία. Η Ρεμπέκα χαμογέλασε, όπως σε κάθε αναφορά του για αυτήν την περιοχή του σώματός του.

[177]


‘’Ο Γουίλιαμ Κόρβερ ήταν πελάτης σου, για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα’’, του είπε δήθεν ενημερωτικά. ‘’Πριν. Έξι. Φρόνια’’, είπε αυτός συλλαβιστά μέσα από τα δόντια του. ‘’Έπαιρνε Λαρέζαπρομ;’’ ‘’Δεν υπήρχε Λαρέζαπρομ τότε’’ ‘’Κάτι αντίστοιχο;’’ ‘’Σι σκατά με ρωτάς;’’ ‘’Φρειαζόμαστε ένα ιστορικό της σχέσης σας. Η επανεμφάνισή του, και μάλιστα σε υπόθεση που αφορά εσένα, δεν μας φαίνεται τυχαία. Εγώ προσωπικά ας πούμε, δεν πιστεύω στις συμπτώσεις, μου θυμίζουν βασκανίες’’. Ο Γκουρού Καν κοκκίνησε λίγο παραπάνω και έσφιξε τα δόντια του. Σο εγκλωβισμένο ζώο βρισκόταν ακριβώς στο σημείο που το ήθελε η Ρεμπέκα, και καρτερικά περίμενε την επίθεση ή το λάθος του. Έκανε να πει κάτι, σταμάτησε, πήγε να πει κάτι άλλο σταμάτησε. Σελικά, ανακάθισε στην καρέκλα του και έσκυψε προς τα εμπρός, το κεφάλι του τώρα ήταν στην ίδια ευθεία με τις οθόνες μπροστά του. ‘’Ξέρεις κάτι; Ξέρεις ποιος άλλος είχε σχέση με τον Γουίλιαμ Κόρβερ;’’ Η Ρεμπέκα ανασήκωσε τα φρύδια της με δασκαλίστικη προσμονή για την απάντησή του, αλλά αμέσως αισθάνθηκε που το πάει. ‘’Ο Γουίλιαμ Κόρβερ, το πρώην αγαπημένο σας παιδί, ο γαμημένος Γουίλιαμ Κόρβερ, όταν ήταν εδώ και μαστούρωνε με τα δικά μου φάρμακα, μου μίλαγε μόνο για ένα πρόσωπο: Ξέρεις ποιο είναι αυτό; Σο γαμημένο κοντοπούτανο η αρχηγός σας. Η αρχηγός σας γαμιέται με τον Γουίλιαμ Κόρβερ. Γιατί δεν ρωτάτε αυτήν καλύτερα, πως έμαθε ο Γουίλιαμ Κόρβερ για την γαμημένη παραλαβή σας; Ίσως του το είπε, γυρισμένη μπρούμυτα’’ Επίθεση και λάθος ταυτόχρονα. Σο εγκλωβισμένο ζώο ήταν κατακκόνινο από την οργή. Η Μαρία Μπράουν ανέπνεε πιο γρήγορα τώρα, μπορούσε να την ακούσει στην πλάτη της. Αν είχε πάει μόνη της, θα τον είχε σίγουρα διαμελίσει. Η Ρεμπέκα ήξερε καλύτερα. Ο Γκουρού τώρα ήταν γυμνός, λαβωμένος και είχε ρίξει ότι καλύτερο είχε στην διάθεσή του. Η Ρεμπέκα έσπρωξε πίσω την καρέκλα της αργά, και σηκώθηκε όρθια. Αρχικά ο Γκουρού συνέχισε να την κοιτάει με την ίδια οργισμένη ματιά, αλλά ύστερα το

[178]


πρόσωπό του άλλαξε από ένα ξαφνικό κύμα αμηχανίας και δισταγμού που σάρωσε τις εκφράσεις του σε ένα αφρώδη πολτό. Η Ρεμπέκα, κοιτώντας χαμηλά, άρχισε να περπατά κυκλικά γύρω από το τραπέζι, με βήμα αργό και σταθερό. Ο Γκουρού έκανε κάποιες σπασμωδικές κινήσεις και ανακάθισε. ΢ε μερικές μόνο στιγμές, η πόρτα του δωματίου άνοιξε και η ξανθιά γυναίκα από την αίθουσα υποδοχής μπήκε μέσα, με το αυστηρό της πρόσωπο και όλους τους μυς σφιγμένους. Η Μαρία Μπράουν γύρισε αυτόματα και στάθηκε μπροστά της. Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για αρκετή ώρα, ενώ πρέπει να τις χώριζαν τουλάχιστον 20 χρόνια και αρκετές εμπειρίες σε ανάλογες καταστάσεις. Η ξανθιά γυναίκα είχε το χέρι της στην τσέπη του λεπτού τζάκετ της. Η Μαρία Μπράουν το ίδιο. Μπορεί να μην είχε ακόμα γάντι, αλλά κουβαλούσε όπλο. Η Ρεμπέκα έριξε μια ματιά και κοντοστάθηκε, και μετά γύρισε στον Γκουρού που τώρα ίδρωνε. Κούνησε το δάχτυλό της, σαν να τον μάλωνε. ‘’Η σωματοφύλακάς σου είναι ετοιμοπόλεμη και φαίνεται ικανή. Μην την χαραμίσεις’’, του είπε, ρίχνοντας μια ακόμα κλεφτή ματιά προς την ξανθιά, που ανέπνεε από την μύτη, κοιτάζοντας τις δυο Προστάτριες εναλλάξ, αλλά εστιάζοντας ενίοτε και στον Γκουρού. ‘’Κοίτα πως έχουν τα πράγματα τώρα’’, πρόσθεσε, και έκανε ακόμα ένα βήμα προς το μέρος του. Ο Γκουρού έκανε μια γκριμάτσα και ένα διακριτικό νόημα στην ξανθιά γυναίκα να μείνει ήρεμη. Η Ρεμπέκα έφτασε στην ίδια ευθεία με εκείνον, και στάθηκε απέναντί του. ‘’΋λες οι δουλειές, όλες οι συμφωνίες, όλες οι διευκολύνσεις, ακυρώνονται. Κάποιες αναδρομικά μάλιστα. ΋σο πιο βαθιά έχεις τις ρίζες σου στην Διοίκηση, τόσους θα πάρεις μαζί σου πέφτοντας. Νομίζεις ότι θα σε στηρίξουν, ή θα σε χώσουν πιο βαθιά στα σκατά;’’ Έκανε μια μικρή παύση, και συνέχισε, σκύβοντας ελαφρά. ‘’Και αυτό για τα προκαταρκτικά. Αν υπάρχει, η παραμικρή σχέση ανάμεσα σε σένα και τον Γουίλιαμ Κόρβερ, και την μάθουμε πριν την πεις, οι επιπτώσεις θα είναι πολύ άσχημες Υράνσις. Φέσε τις δουλειές σου- θα περάσεις τις τελευταίες σου ημέρες σε ένα θάλαμο, ή ότι άλλο χειρότερο μπορεί να σκεφτούμε. Ξέρεις πολύ καλά με ποιούς έχεις να κάνεις, ‘Γκουρού’. Και η επόμενη προσβολή σου απέναντι σε οποιοδήποτε μέλος του ΢ώματος, πόσο μάλλον την αρχηγό της, θα σου κοστίσει ένα μέλος του σώματός σου. Σης επιλογής μου. Ίσως αυτό που αναφέρεις τόσο συχνά (στο

[179]


συμείο αυτό η Ρεμπέκα κοίταξε προς την βουβωνική περιοχή του, ένα βλέμμα που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι αιτία πρόωρης εκτόνωσης. ΢την συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν έναυσμα απότομης συρρίκνωσης). Θα σε ρωτήσω για άλλη μια φορά λοιπόν: Γιατί ήρθε ο Γουίλιαμ Κόρβερ, και γιατί του παρέδωσες την ΢φήκα’’. Ο Γκουρού ξεροκατάπιε. Η Μαρία Μπράουν έσφιξε την λαβή από το όπλο της, έτοιμη να επιτεθεί στην ξανθιά γυναίκα στην παραμικρή κίνηση. Η τεταμένες σιωπές τους έσπαγαν το κλίμα χαλάρωσης του δωματίου σε χίλια κομμάτια. ‘’Θεώρησα, ότι είναι αυτός που στείλατε’’, είπε αργά, κοιτώντας την στα μάτια, σαν να την παρακαλούσε να τον πιστέψει. Η Ρεμπέκα ένιωσε ότι λέει αλήθεια, αλλά η Ρεμπέκα είχε γνωρίσει την τέχνη της εξαπάτησης πολύ καλά για να συμβιβαστεί με μια αίσθηση και μόνο. Έσκυψε λίγο ακόμα, και τα πορτοκαλί μαλλιά της έπεσαν προς τα εμπρός. Ο Γκουρού μπορούσε να μυρίσει πλέον το απαλό άρωμα ροδάκινου από τις σπαστές τις μπούκλες. ‘’Ένα εικοσιτετράωρο’’, του είπε. ‘’Ένα εικοσιτετράωρο, τι;’’, απάντησε αυτός, με κάπως τρεμάμενη φωνή. ‘’Να βρούμε την ΢φήκα και τον Γουίλιαμ Κόρβερ και να επαληθευτεί η ιστορία σου. Αν χαθούν, θα υπάρξει σίγουρα κάποια επίπτωση για το μαγαζί σου. Άρχισε από τώρα να μαζεύεις τα ίχνη σου, και στείλε αυτούς τους περιβόητους ‘’ανθρώπους’’ σου, να βρουν αυτό που θα έπρεπε να παραλάβουμε.’’, του είπε τελικά. Όστερα σηκώθηκε όρθια, χαμογέλασε και κοίταξε προς την Μαρία Μπράουν. ‘’Σελείωσαμε εδώ’’, της είπε, και η νεαρή υποψήφια προστάτης έκανε ένα επιθετικό βήμα προς τα εμπρός, αναγκάζοντας την ξανθιά γυναίκα να πισωπατήσει, κάτι που έκανε απρόθυμα. Η Ρεμπέκα μάζεψε τα πράγματά της με αργές κινήσεις, αφήνοντας τα λόγια της να βυθιστούν αργά στο μυαλό του Γκουρού που κοίταζε το πάτωμα με τρεμάμενα δάχτυλα. Όστερα, απομακρύνθηκε χτυπώντας πάλι τα χαμηλά της τακούνια, που τώρα απλώς έβγαζαν έναν πνιχτό ήχο πάνω στην παχιά κοκκινωπή μοκέτα του πατώματος. Πέρασε δίπλα από την σωματοφύλακα του Γκουρού και της έκλεισε φευγαλέα το μάτι. Εκείνη αντέδρασε με την ανέκφραστη σιωπή της, και αφού τις είδε να απομακρύνονται, έτρεξε προς το μέρος του γκουρού. Η Μαρία Μπράουν περίμενε

την

Ρεμπέκα

και

έσκυψε

προς

το

προσπαθώντας κάτι να πει. Η Ρεμπέκα την πρόλαβε.

[180]

μέρος

της

προβληματισμένη,


‘’Πολύ

καλές

επιλογές’’,

της

είπε

ακουμπώντας

την

στον

αγκώνα.

‘’Επαγγελματικές’’. Η νεαρή κοπέλα χαμογέλασε ευχαριστημένη. Αμέσως μετά το πρόσωπό της ξανασυνέφιασε. ‘’Οι εικοσιτέσσερις ώρες;’’, την ρώτησε. ‘’Πίεση, γλυκιά μου. Πίεση. Ο Γκουρού έχει διασυνδέσεις σε κάθε βρώμικη γωνιά αυτής της πόλης, σε κάθε σημείο που δεν φτάνει φως. Άστον να νομίζει ότι θα έρθουμε για αυτόν, για να τις βάλει σε κίνηση. Ούτως ή άλλως, θα τον καθαρίσουμε από τους δρόμους αυτόν τον μπάσταρδο μετά το σημερινό. Καιρός του ήταν’’ Η Μαρία Μπράουν ξεροκατάπιε και την ακολούθησε. Η Ρεμπέκα προκαλούσε ήδη τέτοιο σεβασμό, που οι μαθητευόμενοι φοβόντουσαν να της μιλήσουν. Για την ακρίβεια, το αυστηρό και αποστασιοποιημένο της ύφος ήταν το ‘’πρόσωπο’’ του νέου καθεστώτος ιεραρχίας στο σώμα. Ούτε ο πλακατζής και οξύθυμος Ίθαν, ούτε ο σοφός παραμυθάς Γουόλτερ, ούτε καν η υπερκινητική και νευρική αρχηγός τους δεν έφεραν μαζί τους μια τόσο ισχυρή αίσθηση ιεραρχίας, όσο εκείνη. Βγήκανε στην σκοτεινή νύχτα και η Ρεμπέκα ξαναέπιασε τα μαλλιά της σε μια χαλαρή κοτσίδα. ‘’Σον πιστεύεις;’’, την ξαναρώτησε τελικά. ‘’΢ε τι από όλα;’’, απάντησε η Ρεμπέκα ανοίγοντας την πόρτα του συνοδηγού. ‘’΢το ότι δεν έχει σχέση με τον Γουίλιαμ Κόρβερ’’ Η Ρεμπέκα φάνηκε να το σκέφτεται για μια στιγμή, κοιτώντας στο πουθενά. ‘’Δυστυχώς ναι’’, μουρμούρισε. ‘’Γιατί δυστυχώς;’’ ‘’Δυστυχώς επειδή ήλπιζα ο Γουίλιαμ Κόρβερ να παριστάνει τον μισθοφόρο για κάποιο χαρτζιλίκι. Αν ο Γουίλιαμ Κόρβερ λειτουργεί αυτόνομα, τότε ίσως τα πράγματα να είναι αρκετά πιο σοβαρά. Πάρε μου την Σζένκινς σε παρακαλώ, θέλω να μάθω πως προχωράει η έρευνα’’. Η Μαριά Μπράουν έγνεψε καταφατικά και μπήκε στο αυτοκίνητο, ακριβώς την ίδια ώρα που ένας σιωπηλός για όλο αυτό το διάστημα Γκουρού ξέσπασε, χτυπώντας με δύναμη την γροθιά του στο τραπέζι, τόσο δυνατά και τόσες πολλές φορές που οι μικρές οθόνες έπεσαν ξαπλωτές. Όστερα το χτύπησε άλλη μια και το ακούμπησε τρεμάμενο στο τραπέζι. Κοίταξε προς την γυναίκα, και τα μάτια του τώρα ήταν πιο κόκκινα από το πρόσωπό του, έτοιμα να δακρύσουν από την ένταση.

[181]


‘’΢ούζαν αγάπη μου, φέρε μου τον Γουλίαμ Κόρβερ και την μικρή πουτανίτσα που έκλεψε. Υέρτους μου. Δεν με νοιάζει τι θα κάνεις, όλα επιτρέπονται απόψε. Βρες τους, και φέρτους σε μένα. Υέρτους εδώ, σε παρακαλώ’’ Προσπαθούσε να φωνάξει, αλλά η φωνή του έβγαινε βραχνή με μικρές στριγγλιές. Η ΢ούζαν χωρίς να μιλήσει, έκανε μεταβολή και περπάτησε γρήγορα. Πριν βγει από το δωμάτιο, άκουσε για άλλη μια φορά το χέρι του Γκουρού να χτυπάει με δύναμη το τραπέζι. Όστερα μια πνιχτή κραυγή που έδειχνε ότι ίσως είχε σπάσει κάποιο μικρό κόκκαλο. ΋χι πολύ μακριά, η Φόλυ Σζένκινς στάθηκε στην μέση του στενού με τον ακόμα πηχτό από σωματίδια σκόνης αέρα από την οργισμένη ριπή του ΢αμ Υρίντμαν. Σρια περιπολικά έκλειναν τον δρόμο, αλλά οι αστυνομικοί ήταν ανύσηχοι και προσηλωμένοι στους ασυρμάτους τους. Σο κτίριο είχε μια προειδοποιητική κορδέλα γύρω του, σε απόσταση μερικών μέτρων, προειδοποιώντας για πτώση χαλασμάτων. Από την ανοιχτή πληγή του τσιμέντου στο ύψος του δευτέρου ορόφου μπορούσες να διακρίνεις δυο βλοσυρούς τεχνικούς να επιθεωρούν και πιθανώς να εκτιμούν μια διαδικασία γρήγορης επισκευής. Η τρύπα στον τοίχο δεν ήταν επιφανειακή, καθώς φαινόταν να έχει αρκετό βάθος, κάτι που αποδείκνυε την συναισθηματική ένταση και νοητική αστάθεια του ΢αμ, όταν εκτόξευσε την ριπή. Έκανε ένα μορφασμό και πλησίασε προς το κτίριο, προσπαθώντας να διακρίνει κάτι παραπάνω. ΋τι παγίδα και αν είχε στήσει στο σημείο ο Γουίλιαμ Κόρβερ είχε σίγουρα πολτοποιηθεί και καταστραφεί σε μικροσκοπικά σωματίδια. Ένας τεχνικός ύψωσε το χέρι του προειδοποιητικά καθώς σήκωνε την κίτρινη κορδέλα πλησιάζοντας, αλλά η Φόλυ του ανταπέδωσε μια χειρονομία να την αφήσει ήσυχη. ΢τάθηκε με πλάτη, σχεδόν κόλλητα στο κτίριο, και κοίταξε προς την απέναντι κατεύθυνση. Από την άλλη πλευρά υπήρχε ένας ομοιόμορφος γυμνός τοίχος που είχε ένα μεγάλο γκράφιτι. Αυτό, αν και ήταν ξεθωριασμένο από την πάροδο του χρόνου, προειδοποιούσε ότι ‘’Σο παράλογο έρχεται’’. Η Φόλυ το αγνόησε και ξαναγύρισε στην πλευρά του κατεστραμμένου σπιτιού. Πέρα από το γεγονός ότι ήταν πολύ πιο κατάλληλος για κάποια παγίδα, καθώς ήταν γεμάτος σκοτεινά παράθυρα και μικρά μπαλκόνια, δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να προδίδει το οποιοδήποτε πέρασμα του Κόρβερ.

[182]


Σον σκέφτηκε να έρχεται στο σημείο, αρκετά πριν το συμβάν, και να προετοιμάζει την παγίδα του. ΢κέφτηκε τις μεθοδικές του κινήσεις, τα αυστηρά υπολογισμένα του σχέδια. Η παρουσία της κοπέλας τους έγινε γνωστή μόλις δυο ώρες πριν ο ΢αμ φτάσει στην κλινική του Γκουρού Καν. Αν υποθετικά το έμαθε ο Κόρβερ ταυτόχρονα, είχε μόλις δυο ώρες για να προετοιμάσει ένα σχέδιο διαφυγής από μια στρατιά Προστατών. Ακόμα και για έναν περιβόητο σκακιστή, που αρεσκόταν να κοροιδεύει τους αντιπάλους του σκεφτόμενος πολλές κινήσεις μπροστά, αυτό ήταν υπερβολή. Πόσο μακριά θα μπορούσε να πάει; Σον ξανασκέφτηκε, να μαθαίνει για την κοπέλα, να αποφασίζει για τους δικούς του, ακατανόητους λόγους να επανεμφανιστεί, και να στήνει την πρώτη του παγίδα για τους Προστάτες που σίγουρα θα τον ακολουθούσαν άμεσα. ‘’Βλέποντας και κάνοντας από εδώ και πέρα Γουίλι;’’, μουρμούρισε, αν και δεν της ταίριαζε στον Γουίλιαμ Κόρβερ που γνώριζε. Και τον γνώριζε αρκετά καλά. Σι σκέψεις της διέκοψε μια ελαφριά δόνηση στον καρπό της. Πίεσε ένα ακουστικό στο αυτί της, για να ακούσει την γνώριμη φωνή του Γουόλτερ ΢μιτ. ‘’Σίποτα’’, του είπε. ‘’Αλλά δεν μου κολλάει και πολύ ΢μίτυ. Είτε είχε μόνο δυο ώρες να προετοιμάσει το πιο απίθανο ανθρωποκυνηγητό με εμάς, είτε το ήξερε πολύ νωρίτερα. Αν ισχύει το δεύτερο, η Ρεμπέκα έχει δίκιο’’ ‘’Η Ρεμπέκα μου είπε πριν από λίγο ότι ο Γκουρού είναι το ίδιο έκπληκτος για τον Κόρβερ όσο εμείς’’, της απάντησε αυτός, ‘’αλλά δεν σε θέλω για αυτό’’, πρόσθεσε. Η Φόλυ έκανε να συνεχίσει τον συλλογισμό της με βάση αυτό το δεδομένο, αλλά περίμενε να τον ακούσει. ‘’Φόλυ’’, είπε αυτός με ένα τόνο στοργικότητας. ‘’Είσαι εντάξει με όλα αυτά;’’ Η Φόλυ κατάλαβε την ερώτησή του, αλλά επέλεξε να την αγνοήσει. ‘’Γιατί άλλαξε τόσο ξαφνικά η Ρεμπέκα; Υαγώθηκε προηγουμένως να βγάλει τον Γουίλιαμ συνεργό μαφιόζου’’, είπε επιθετικά. ‘’Η Ρεμπέκα σε έχει σαν πρότυπο Φόλυ. Προφανώς όλα θα περιστρέφονται γύρω από τον Γουίλιαμ Κόρβερ, κατ’επέκταση’’. Ο ελιγμός του στον ελιγμό της ήταν καίριος. Παλιά αγαπημένα παιχνίδια. ‘’΋χι τώρα ΢μίτυ’’, του είπε. ‘’Θα ήταν αφύσικο και παράλογο να μην σε νοιάζει΄’’, της απάντησε αυτός. ‘’Φόλυ, είσαι φορτισμένη και φαίνεται. Έχω υπόψιν μου και τον διάλογό σου με τον ΢αμ...Και

[183]


στο συμβούλιο ήσουν...πως να στο πω...ήσουν ανυπόμονη, νομίζω ότι αυτή είναι μια καλή λέξη’’ Η Φόλυ δεν μίλησε και φούσκωσε τα μάγουλά της, σαν να την είχε στριμώξει κάποιος για κάποια σκανταλιά. Δεν είχε ούτε διάθεση ούτε ενδιαφέρον να κάνει μια τέτοια συζήτηση. Κυρίως επειδή θα δρομολογούσε ένα συναισθηματικό σκάψιμο, το οποίο δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να ξεκινήσει. Αν η καρδιά είναι ένα πέτρωμα, κάθε πέτρωμα έχει πάνω του ένα εδαφικό ορίζοντα. Ο εδαφικός ορίζοντας, από υλικά που φτιάχνει ο χρόνος, ο καιρός και η ζωή που προχωρά, μπορεί να είναι παχύς και αδιαπέρατος, αλλά μπορεί να είναι λεπτός και εύθραυστος. ΢ε αυτό, παίζει ένα ρόλο και το μητρικό υλικό, το πέτρωμα. Σο πέτρωμα αποσαρθώνεται, διαβρώνεται, παράγει υλικό για το έδαφος που το προστατεύει, αλλά τελικά είναι η μόνη, αν και καλά κρυμμένη σταθερά. Πολλές φορές, για να το δεις αρκεί μια πυρκαγιά, μια πλημμύρα, ένας δυνατός άνεμος να σαρώσει την άμμο και να ξεσεκεπάσει την αλήθεια σε όλη της την μεγαλοπρέπεια. Μια αλήθεια γεμάτη ρωγμές και αλλοιώσεις, άμορφη ή καλοσχηματισμένη, γεμάτη όμορφους κρυστάλλους από τα πιο γήινα υλικά, τα ίδια υλικά που φτιάχνουν την ζωή και τον κόσμο. Η Φόλυ Σζένκινς είχε αφήσει τον καιρό και τον χρόνο να καλύψουν επιμελώς τα πετρώματα του πυρήνα της καρδιάς της. Δεν είχε καμία όρεξη για ανασκαφέςυπάρχουν κάποιες ιστορίες που δεν χρειάζονται να έρχονται στο φως του σήμερα. Σα φτυάρια άλλωστε ήταν καιρό τώρα και σκουριάζανε στην αποθήκη, ενώ πάνω από το σημείο είχε φυτέψει λωτούς. ‘’΢μίτυ, είμαι μια χαρά’’, είπε αποφασιστικά, προσπαθώντας να το σιγουρέψει ενόσω το έλεγε. Ήξερε βέβαια ότι ο ΢μίτυ δεν είχε καλέσει για διαβεβαιώσεις. ‘’Φόλυ, είσαι αρχηγός του πιο επίλεκτου ΢ώματος της πόλης. Άσε τους να το αναλάβουν. Είναι αργά, και γνωρίζω ότι δεν κοιμάσαι καλά. Η συμβουλή μου είναι σαφής, και κάντην ότι θέλεις: Ξεκουράσου. Πήγαινε να κοιμηθείς. Θα αναλάβω εγώ τον Κόρβερ και τον Κρέιμερ και τους εξωγήινους.’’ Η Φόλυ ένιωσε άλλη μια δόνηση στον καρπό της, καθώς κάποιος ακόμα την καλούσε. ΢κέφτηκε ότι μπορεί να είχαν βρει τον Γουίλιαμ και αντανακλαστικά παραλίγο να κλείσει τον Γουόλτερ χωρίς κουβέντα. ‘’Αργότερα ίσως. Ευχαριστώ γλυκέ μου ΢μίτυ’’, του είπε κάπως βιαστικά, και έκλεισε γρήγορα την σύνδεσή της μαζί του, νιώθωντας παράλληλα μια ανακούφιση και έναν τεράστιο προβολέα που την κοίταζε να κλείνει.

[184]


Αρκετά μακριά, ο Μπεν Ντέρντεν έριξε μια γρήγορη ματιά πίσω από ένα στενό, και έκανε ένα σιωπηρό νόημα στον Νικ Γκρίνσκι να τον ακολουθήσει. Ο εκπρόσωπος του Τπουργείου Σεχνολογίας

ήταν ένας αδύνατος άντρας, μετρίου αναστήματος, με

κοντοκουρεμένο θαμπό καστανό μαλλί και ένα ζευγάρι υπολογιστικά μάτια. Σο στόμα του ήταν μικρό και μονίμως κλειστό, εκτός από τις περιπτώσεις που ήταν υποχρεωμένος να μιλήσει, κυρίως για να απαντήσει στην όποια κουβεντούλα προσπαθούσε μάταια να ανοίξει ο Μπεν. Οι δυο άντρες προχωρήσαν στο μισοσκόταδο, μέχρι που έφτασαν μπροστά σε μια μεγάλη μεταλλική πόρτα, που φαινόταν κλειδωμένη με ένα λουκέτο παλιού τύπου. Ο Μπεν Ντέρντεν έβαλε τον καρπό κοντά στο στόμα του και πίεσε ένα μικρό ακουστικό στο αυτί του. ‘’Είμαστε στο σημείο’’, ψιθύρισε. ‘’Σουλάχιστον δεκαπέντε άτομα πλησιάζουν από αυτήν την πλευρά της αποθήκης. Πρόσβαση δύσκολη, αλλά κατορθωτή για οποιονδήποτε γνωρίζει την περιοχή. Μπαίνουμε μέσα, αλλά να υπολογίζετε ότι σε λιγότερο από μισή ώρα εδώ θα μαζευτεί κόσμος’’. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, η φωνή της Φόλυ Σζένκινς αντήχησε στο αυτί του. ‘’Μπεν, μην καθυστερείς άλλο τότε, και μπείτε μέσα. Λίντια;’’ Ο Μπέν Ντέρντεν έγνεψε καταφατικά και ας μην τον έβλεπε η Φόλυ, και μια απαλή δέσμη από το γάντι που φορούσε χτύπησε το λουκέτο, αναβοσβήνοντας τόσο γρήγορα που θα μπορούσε να είναι φλας φωτογραφίας. Σο λουκέτο προσγειώθηκε στο έδαφος, ενώ στην θέση του υπήρχε τώρα μια μαύρη στάμπα. Ο Μπεν Ντέρντεν άνοιξε την πόρτα με ήρεμες κινήσεις, ενώ η φωνή της Λίντια έφτασε στο αυτί του. Αυτή, και ο απόηχος αρκετών φωνών, από τον κόσμο που θα ήταν γύρω της. ‘’Φόλυ, εδώ η κατάσταση δεν είναι καλή’’, είπε αυτή, ψιθυρίζοντας τόσο που η φωνή της χανόταν σε σημεία από την βοή του πλήθους. ‘’Τπάρχει εκνευρισμός, η αστυνομία είναι νευρική και το γεγονός ότι συνέχεια καταφτάνουν περιπολικά δεν βοηθάει. Μια ομάδα αποπειράθηκε να σκαρφαλώσει το συρματόπλεγμα και παραλίγο να γίνει συμπλοκή. Τπάρχει....υπάρχει κόσμος εδώ που φαίνεται να θέλει την συμπλοκή Φόλυ, έχω πολύ καιρό να δω τέτοια ένταση.’’ ‘’Γαμημένοι εξωγήινοι’’, ακούστηκε κάπως χαμηλά η φωνή του Ίθαν που παρεμβλήθηκε στην συνομιλία με ένα γρύλισμα. Κάποιος άλλος γέλασε πνιχτά, αλλά ο

[185]


Μπεν δεν μπόρεσε να καταλάβει ποιος είναι. Η αποθήκη μπροστά του ήταν σκοτεινή, αλλά από την τρύπα στην οροφή έμπαινε δυνατό φως, από περαστικά, κυρίως δημοσιογραφικά χόβερ. Έδειξε προς το μέρος της φωτεινής εστίας στον Νικ Γκρίσκιν, που προχώρησε γρήγορα, κουβαλώντας την ευμεγέθη βαλίτσα του. Η Λίντια συνέχισε: ‘’Τπάρχει αγριεμένος κόσμος. Με παραξενεύει να σου πω την αλήθεια, αυτή η κατάσταση. Είναι ο Πόλ μαζί μου, και είναι ανύσηχος. Φόλυ δεν ξέρω αν είναι διαχειρίσιμο αυτό το πλήθος. Και αυξάνεται συνεχώς. Αυτό δεν είναι απλή περιέργεια εδώ’’ Η Φόλυ συνέχισε να μην μιλάει, ενώ ακούστηκε ακόμα ένα αχνό μουγκρητό του Ίθαν. Ο Μπεν Ντέρντεν χαμήλωσε την ένταση της συνομιλίας, καθώς έφτανε κοντά στο σημείο όπου από την σπασμένη οροφή εισχωρούσε ένας καταρράκτης φωτός. Η αποθήκη ήταν γεμάτη παρατημένα μηχανήματα και κιβώτια, αλλά όσο πλησίαζε παρατηρούσε χαλάσματα και σωρούς από μέταλλα και άλλα υλικά. Ο Γκρίσκιν περπατούσε πίσω του σιωπηλός, και οι δυο τους μπορούσαν να ακούσουν την βοή του πλήθους έξω από τον περιμετρικό φράχτη της αποθήκης. ΋χι πολύ μακριά, ο Νίκολας κοίταξε τον ασημένιο άντρα που αγκομαχώντας ανέβηκε και το τελευταίο σκαλί και ξάπλωσε σχεδόν στην ταράτσα, με μια μηχανική αναπνοή να ακούγεται από την κάσκα. Μπροστά τους, δέσμες φωτός έφερναν περιμετρικές βόλτες γύρω από την αποθήκη, ενώ αντηχούσαν φωνές και κάποιες κοφτές σειρήνες. Αυτός σηκώθηκε αργά, και προχώρησε μέχρι την άκρη σκυφτός, κοιτώντας από την άκρη. Ο Νίκολας τον πλησίασε και κοίταξε μαζί του προς την αποθήκη. Πίσω της, μπορούσε να διακρίνει ένα μεγάλο πλήθος συγκεντρωμένο, και αρκετά χόβερ να περνούν από πάνω του. ΢τους δρόμους πίσω του μπορούσε επίσης να διακρίνει τα γνωστά και άκρως αντιπαθητικά αστυνομικά φώτα που αναβόσβηναν σε μεγάλους αριθμούς, πλησιάζοντας το σημείο. ‘’Κοίτα να δεις’’, άκουσε τον άντρα να λέει, και τον είδε έκπληκτος να σκαρφαλώνει στο περβάζι της ταράτσας και να στέκεται όρθιος. Ο Νίκολας, το πλήθος, οι Προστάτες, κανείς δεν περίμενε ότι ακολούθησε εκείνη ακριβώς την στιγμή. Πήγε κάτι να του πει, κάτι του τύπου να προσέχει καθώς το περβάζι ήταν στενό και το ύψος του κτιρίου αρκετό για να χτυπήσει πολύ χειρότερα από ότι με την αρχική

[186]


του πρόσκρουση. Έκανε ένα βήμα πίσω από ένα περίεργο αντανακλαστικό υψοφοβίας, παρά το γεγονός ότι δεν στεκόταν ο ίδιος στο περβάζι. Κοίταξε με απορία τον ασημένιο άντρα να ανοίγει τα χέρια του, σαν να ήθελε να αγκαλιάσει τον ουρανό. Όστερα, εντελώς απρόσμενα, ο μικρός Νίκολας κάλυψε ενστικτωδώς τα μάτια του καθώς από τη στολή του ασημένιου άντρα ξεπρόβαλλε ένα εκτυφλωτικό λευκό φως, σαν να είχε μόλις ανοίξει μια δέσμη για μια άλλη διάσταση, σαν να μεταμορφώθηκε σε ένα ανθρωπόμορφο νυχτερινό προβολέα. Γύρισε να κοιτάξει ξανά, μέσα από τα δάχτυλά του, για να δει τον ασημένιο άντρα να βρίσκεται τώρα μέσα σε ένα λευκό παλλόμενο σεντόνι λάμψης, με αυτήν να εκπορεύεται σε μικρές παράλληλες δέσμες από την στολή του. Όστερα, ένιωσε την απότομη σιωπή της βοής από το πλήθος λίγες δεκάδες μέτρα μπροστά τους, που θα είχαν μόλις παρατηρήσει και αυτοί αυτό το σπάνιο θέαμα. Ο Μπεν Ντέρντεν, σκουντουφλώντας σε διάφορα συντρίμμια, δεν άκουσε την ταραγμένη φωνή της Λίντια, που μόλις είχε ακολουθήσει τα βλέμματα ενός αποσβολωμένου πλήθους.

Δυο χόβερ παρατήρησαν πρώτα το θέαμα, και έστρεψαν

προβολείς και κατεύθυνση προς το μέρος της παράξενης δυνατής λάμψης. Σο ένα χόβερ άνηκε σε ένα ειδησεογραφικό πρακτορείο, το άλλο ήταν περίπολο της αστυνομίας. Σα δυο οχήματα πλησίασαν με μεγάλη ταχύτητα. Ο λαμπερός ασημένιος άντρας γύρισε αργά το κεφάλι του προς τον Νίκολας. Μέσα στο έντονο φως, έμοιαζαν οι κινήσεις του σε αργή κίνηση. ‘’Πες μου μικρέ’’, του φώναξε. ‘’Πες μου αλήθεια. Ποιο από τα δυο αυτά οχήματα, σου έχει προκαλέσει μεγαλύτερο πόνο;’’ Ο Νίκολας ξαφνιάστηκε με την ερώτηση, αλλά μια ενστικτώδης παρόρμηση τον οδήγησε να κάνει κάτι τελείως αναπάντεχο. Αναπάντεχο, αλλά βγαλμένο με ωμή ειλικρίνια από την καρδιά του. ‘’Σο αστυνομικό’’, είπε. Δεν τον είδε, αλλά ο άντρας χαμογέλασε μέσα από την κάσκα του. Δεν μπορούσε να τον διακρίνει καθαρά, λόγω του φωτός, αλλά ο άντρας σήκωσε το αριστερό του χέρι, και το έτεινε προς το αστυνομικό χόβερ, που τώρα είχε ρίξει τον προβολέα πάνω τους αλλά η σύνθεση των δυο φωτεινών εστιών δεν άλλαζε καθόλου το οπτικό αποτέλεσμα στο έκπληκτο και σαστισμένο πλήθος. Μετά, χωρίς τον παραμικρό ήχο, το αστυνομικό χόβερ σταμάτησε στον αέρα, σαν να νεκρώθηκε ξαφνικά. Ίσως να αιωρήθηκε αβέβαιο για κάποιες στιγμές, μικρότερες

[187]


από κλάσματα δευτερολέπτων, αλλά ύστερα έκανε ελεύθερη πτώση προς το έδαφος. ΄Ενας κρότος και άλλη μια λάμψη ακολούθησαν, αλλά η καινούρια λάμψη δεν είχε τίποτα το απόκοσμο- ήταν πύρινη, και συνοδεύτηκε από γλωσσίδια φωτιάς και καπνού και θερμότητας. Σο δημοσιογραφικό όχημα έκανε μια ακαριαία μανούβρα και απομακρύνθηκε πλευρικά σαν κάποιος να τράβηξε εναέριο χειρόφρενο. ‘’Φόλυ;’’, ήταν η φωνή της Λίντια, που κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια από έκπληξη. ‘’Σο βλέπω’’, ακούστηκε η φωνή της. Η Φόλυ, ακόμα στο σημείο της εκρηκτικής συνάντησης του Κόρβερ με τον ΢αμ Υρίντμαν, καθόταν στην θέση του οδηγού και κοιτούσε έκπληκτη από μια μικρή ενσωματωμένη οθόνη στο όχημά της. Ο Μπεν άκουσε τον κρότο του χόβερ, ένιωσε μια χαμηλόφωνη φλυαρία στο ακουστικό του, αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία, καθώς τώρα ο Νίκ Γκρίσκιν είχε σκύψει στο πάτωμα, με ένα μικρό φακό, κοιτώντας με αφοσίωση ένα κομμάτι μισολιωμένο μέταλλο. Ο Μπεν άνοιξε πάλι την ένταση στο ακουστικό του για να ρωτήσει ‘’Σι σκατά’’, όταν άκουσε σε πρωτοφανή ένταση ουρλιαχτά και δυνατές φωνές από τον κόσμο έξω από την αποθήκη. Εκείνη την στιγμή και για μερικά δευτερόλεπτα όμως, σχεδόν όλοι οι Προστάτες μιλούσαν ταυτοχρόνως στο εσωτερικό τους δίκτυο. Η Φόλυ Σζένκινς απενεργοποίησε την συλλογική συνομιλία, ακριβώς την στιγμή που ο Ίθαν Νίκολσον φώναξε κάτι σχετικό με το ‘’γαμίστε τον γαμημένο εξωγήινο’’. ‘’΢μίτυ μίλα μου’’, είπε, πατώντας το γκάζι του αυτοκίνητου της, χωρίς να έχει ακόμα επιλέξει ακριβή κατεύθυνση. ‘’Φάος’’, απάντησε αυτός, πρόδηλα έκπληκτος. ‘’Φόλυ τους έχω όλους να γυρίζουν προς τα εκεί. Η Λίντια εκπέμπει για βοήθεια’’. Η Φόλυ έσφιξε το τιμόνι. Ακόμα δεν είχε επιλέξει το δρόμο της κατεύθυνσής της. Αν ενεργοποιούσε το χόβερ, θα μπορούσε να βρεθεί εκεί σε μερικά μόνο λεπτά. ΢κέφτηκε ξανά τον Γουίλιαμ. Ανέσυρε μετά στο κεφάλι της την μνήμη της κατάφωτης εστίας, στη μέση της οποίας διαγραφόταν σαν ψεύτικη μια ψηλόλιγνη σιλουέτα. Σο αστυνομικό χόβερ που έπεσε χωρίς καμία προφανή αιτία στο έδαφος. Σο πλήθος έξω από την αποθήκη. Σον Γουίλιαμ. Ση σιλουέτα. Σο φως. Σο χόβερ. Σο πλήθος. Η Φόλυ ήταν η καλύτερη στην δουλειά της. Να προστατεύει, να φρουρεί, να συμβολίζει.

[188]


Η Φόλυ ήταν η καλύτερη στην δουλειά της. Να παίρνει όλες τις κρίσιμες αποφάσεις, σε κάθε κρίσιμη στιγμή. Η Φόλυ ήταν η καλύτερη στην δουλειά της. Να διακρίνει την τάξη μέσα στο χάος. Να βρίσκει τα ιδιαίτερα μαθηματικά του, και να λύνει την συνάρτηση. Η Φόλυ ήταν η καλύτερη στην δουλειά της. Να πυροβολεί με μένος τον Γουίλιαμ Κόρβερ στην φαντασία της, μόνο και μόνο για να σταματήσει να εμφανίζεται ενοχλητικά κατά την διάρκεια του νοητικού της προτσές και να το αποσυντονίζει. Άνοιξε την συλλογική επικοινωνία και απελευθέρωσε ένα διάχυτο μουρμουρητό και επιφωνήματα των υπολοίπων. ‘’Θα μιλήσει μόνο η Λίντια’’, φώναξε. ‘’Κανένας άλλος’’. ΢ιγούρεψε την κατεύθυνσή της, και άφησε για μια στιγμή την ησυχία στο ακουστικό της. ‘’Κανένας, δεν αλλάζει πορεία. ΢ε όσους έχει ανατεθεί ο Γουίλιαμ Κόρβερ, παραμένουν συγκεντρωμένοι στο να βρουν τον Γουίλιαμ Κόρβερ. Κανένας, δεν πλησιάζει την αποθήκη.’’, είπε και πρόσθεσε αμέσως για να αποφύγει τα μουρμουρητά και τις αντιδράσεις. ‘’Λίντια, κατάσταση πλήθους’’. Η Λίντια ακούστηκε λαχανιασμένη στην άλλη άκρη. ‘’Τστερία, πανικός αρχικά. Αυτή τη στιγμή, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Θέλουν να μπουν στην αποθήκη. Ετοιμαζόμαστε να εμπλακούμε, οι αστυνομικές δυνάμεις είναι σαφώς λιγότερες’’. ‘’΋ΦΙ’’, φώναξε η Φόλυ, σχεδόν υστερικά. ‘’΋χι, καμία εμπλοκή Λίντια. Δεν ανακατευόμαστε με το πλήθος. Μπορείς να πλησιάσεις το...σημείο;’’ Η ησυχία από τους υπόλοιπους είχε ήδη κρατήσει πολύ. ΋λοι οι Προστάτες άρχισαν να μιλούν όλοι μαζί, άλλοι εκνευρισμένοι, άλλοι προβληματισμένοι, άλλοι σχεδόν υστερικοί στις διαμαρτυρίες τους. Κανείς δεν μπορούσε να διακρίνει καμία κουβέντα, πέρα από ένα εκνευρισμένο γκάρισμα του Ίθαν που τελείωσε αναμενόμενα στο ‘’...γαμημένος εξωγήινος’’. Η Φόλυ τους σταμάτησε ξανά. ‘’Δεν υπάρχουν εξωγήινοι Ίθαν. Δεν ξέρω τι είναι αυτό, και γιατί είναι εκεί, αλλά δεν υπάρχουν εξωγήινοι. ΋πως επίσης, δεν υπάρχει κανένας λόγος που να μπορώ να καταλάβω, που να εξηγεί την επιλογή της αστυνομίας να συγκρουστεί με το πλήθος. Για ποιο λόγο δεν απομακρύνονται Λίντια; Σι νόημα έχει; Απεμπλέξου, απεμπλέξου

[189]


αμέσως από εκείνο το σημείο. Βρείτε αυτό το ...πράγμα, και εξηγήστε το. Μπεν, τελειώσατε εκεί;’’ Ο Μπεν ακούστηκε αμέσως, σαν να περίμενε αρκετή ώρα να το κάνει. ‘’Υεύγουμε Φόλυ. Υεύγουμε με τον Γκρίσκιν τώρα. Έχεις δίκιο-δεν έχει μείνει τίποτα εδώ μέσα για να προφυλάξουν. Μόνο υπολείμματα και κομμάτια’’. ‘’Από τι;’’, πετάχτηκε κάποιος. ‘’Φμ, αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον, αλήθεια. Αυτό που κυνηγάμε, αυτό που έπεσε εδώ, λύπαμαι που θα απογοητεύσω την συλλογική μας φαντασίωση, δεν είναι σίγουρα εξωγήινο. Για την ακρίβεια, είναι δική μας τεχνολογία.’’ Η Φόλυ μειδίασε στο άκουσμα της πληροφορίας. Ένα ατύχημα. ΢πάνιο, αλλά πάντα πιθανό. Αρκετά χόβερ είχαν προσγειωθεί λόγω βλάβης. Βέβαια, τα δυο σε ένα βράδυ ήταν στατιστικά αξιοσημείωτο, αλλά αυτό που δεν μπορούσε να εξηγηθεί ήταν ο άνθρωπος-προβολέας, που όλα έδειχναν ότι έριξε μόνος του το δεύτερο απλά επειδή τον πλησίασε. ‘’΍στε θα συγκρουστούμε με ένα αγριεμένο πλήθος, για ένα χόβερ’’, είπε σαρκαστικά. ‘’΋χι Φόλυ, όχι ακριβώς.’’, την έκοψε ο Μπεν με σοβαρό τόνο. Όστερα συνέχισε τις κουβέντες του ψιθυριστά. ‘’Ο σπασικλάκιας από εδώ λέει ότι αυτό το...όχημα, είναι δική μας τεχνολογία, δικό μας σχέδιο, αλλά ένα σχέδιο από κάτι που δεν...εμ...δεν έχει φτιαχτεί ακόμα. Είναι ένα σχέδιο στα πλαίσια της Αόρατης Περιπολίας, εκείνες οι μαλακίες που φτιάχνανε με τους καθρέπτες και τους φωτοανακλαστήρες. Σα πέταξε όλα η Κυρία στα σκουπίδια εδώ και τρια-τέσσερα χρόνια.’’ ‘’Αλλά κάποιος το έφτιαξε’’, μουρμούρισε η Φόλυ, προλαβαίνοντας ένα νέο κύμα προβληματισμού. ‘’Βάζω στοίχημα ότι κάποιος ψαχουλεύει στα σκουπίδια της Κυρίας. Βάζω στοίχημα επίσης ότι ο φωτεινός μας φίλος εφοδιάστηκε και με διάφορα άλλα γκάτζετ, και μας κάνει επίδειξη. Μπεν, άσε τον κ. Γκρίσκιν σε ασφαλές μέρος και επέστρεψε στην Λίντια και τον Πολ. Απεμπλακείτε αμέσως από την ηλιθιότητα της αστυνομίας. Θα στείλω στον Κρέιμερ να τους καλέσει να αποχωρήσουν, και θα στείλω όσους Προστάτες δεν ασχολούνται με την ανεύρευση του βασικού μας στόχου να σας υποστηρίξουν. Αν και δεν νομίζω ότι θα έχετε πρόβλημα να χειριστείτε ένα τρελλάρα.’’ Η Φόλυ έδωσε τις οδηγίες με σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Η κατάφαση του Μπεν ήταν άμεση, όπως και ένα γρύλισμα απογοήτευσης του Ίθαν. Όστερα, η Λιντία επιβεβαίωσε τους φόβους της.

[190]


‘’Φόλυ;’’ Η φωνή της ήταν φανερά αγχωμένη. ‘’Είναι πολύ αργά.’’, είπε απλά. Η Φόλυ έπιασε το μέτωπό της. Γύρισε αργά το βλέμμα της στην οθόνη, και πράγματι είδε με απογοήτευση ένα μεγάλο πλήθος κόσμου να πέφτει πάνω στην ανθρώπινη αλυσίδα των αστυνομικών με μια εντελώς απρόσμενη μανία. Όστερα, είδε τις πρώτες τούφες από ένα πηχτό λευκό καπνό. Σην ίδια στιγμή, αρκετά μακριά από τα γεγονότα, η Άζρα ένιωσε για πρώτη φορά μετά από αρκετή ώρα έντασης ένα χάδι νύστας. Ίσως ήταν ο ύπνος που είχε στερηθεί για περίπου ένα εικοσιτετράωρο, ίσως ήταν η εξάντληση που της προκάλεσε η παραμονή της στα μπουντρούμια του Γκουρού, ίσως ήταν οι αψιμαχίες της με τον αναπάντεχο σωματοφύλακά της. Ίσως όμως και να ήταν η ζεστή ατμόσφαιρα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε αυτός, η χαλαρή υπνωτική ταχύτητα και το απαλό, σχεδόν μελωδικό γουργούρισμα της μηχανής ως μόνη ηχητική υπόκρουση. Έκρυψε κάπως το πρόσωπό της, κολλώντας το στο τζάμι, και χασμουρήθηκε. Ο βλοσυρός άντρας δίπλα της, στην θέση του οδηγού, δεν είχε μιλήσει για αρκετή ώρα. Μπορούσε να δει το ανύσηχο βλέμμα του σε κάθε διασταύρωση, την εύθραυστη ηρεμία του καθώς περίμενε κάτι να συμβεί. Ήταν ένα αναπάντεχο ερωτηματικό, ο Γουίλιαμ Κόρβερ. Μια σειρά απρόσμενων ενεργειών, ένας άνθρωπος από το πουθενά χωρίς προφανείς σκοπούς και επιδιώξεις. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό της φαινόταν πολύ χειρότερο. ΢ε ένα κόσμο με επιφανειακά λαμπερή και εσωτερικά βρώμικη ταυτότητα, ο Γουίλιαμ Κόρβερ φαινόταν να μην έχει την παραμικρή ταυτότητα. ΢ε μια πόλη με ξεκάθαρο, φωτισμένο με δυνατόν νέον φως πρόσωπο, ο Γουίλιαμ Κόρβερ φαινόταν να μην έχει καν πρόσωπο. Μια σκιά σε ένα δρόμο με δυνατά φώτα, θα μπορούσε να είναι απλώς ένα παιχνίδι του φωτός. ΋πως αυτός είχε από πολύ μικρή ηλικία εκπαιδευτεί στο να είναι κάτι παραπάνω από ένας απλός άνθρωπος, αλλά να αποτελεί ένα σύμβολο για κάθε ανήθικη και ποταπή αξία που ύφαινε τον κεντρικό ιστό εκείνης της πόλης, έτσι και εκείνη είχε από νωρίς μάθει να μην νιώθει τίποτα λιγότερο από βαθύ μίσος για αυτόν και ότι θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει. Ένα μίσος που θα έπρεπε να είναι αυθόρμητο και αβίαστο, μια οργή που θα έπρεπε να είναι απλώς αντανακλαστικό. Η Άζρα όμως προσπαθούσε, προσπαθούσε επίμονα να έχει συνεχώς μπροστά της αυτό το λογικό

[191]


αντανακλαστικό, αλλά υπήρχε κάτι στα λόγια αλλά και τις παρατεταμένες σιωπές εκείνου του άντρα που την δυσκόλευαν. ΢την απόχρωση της φωνής του και στο βλέμμα του, που την τρυπούσε αυστηρά και δεσποτικά όποτε το συναντούσε, μπορούσε να διακρίνει ένα βαθύ πέπλο μιας εντελώς γνήσιας και παράταιρης μελαγχολίας. ΋χι, ήταν σίγουρα ένας άνθρωπος απέναντί της, ο οποίος της ζητούσε με κάθε τρόπο την εμπιστοσύνη της, το τελευταίο πράγμα δηλαδή που θα έδινε ποτέ η Άζρα σε έναν πρώην Προστάτη. Έξω από το γυαλιστερό τους αυτοκίνητο, η Πόλη φαινόταν να αλλάζει. Σα κτίρια είχαν μικρότερο ύψος και οι αποστάσεις μεταξύ τους ήταν μεγαλύτερες. Ο ουρανός έδινε μια σκούρα ψευδαίσθηση ότι είναι πιο καθαρός, ίσως όμως επειδή και τα φώτα ήταν λιγότερα. Σα πεζοδρόμια ήταν πιο πλατιά, και ενίοτε φύτρωνε κάποιο μοναχικό δενδρύλλιο, σαν τραγική φιγούρα ζωής ανάμεσα στο άψυχο τσιμέντο. Η κίνηση ήταν πολύ πιο αραιή, ενώ ήταν μετά από λίγη ώρα σπάνιο να συναντήσει με το βλέμμα της κάποιον πεζό- βρισκόντουσαν σίγουρα σε κάποιο σημείο της Πόλης που αυτή πραγματικά κοιμόταν. ΋λα αυτά ήταν ξεκάθαρες ενδείξεις ότι είχαν φτάσει στον Βόρειο Σομέα. Ήταν σίγουρα μακριά από το γεωγραφικό και διοικητικό κέντρο της Πόλης, σίγουρα πολύ μακριά από τις φρικτές ώρες της απομονωσής της στο κελί του Γκουρού. Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να αφήσει τον εαυτό της να κοιμηθεί για μερικές στιγμές, και ξαφνιάστηκε που ο Γουίλιαμ Κόρβερ της δημιουργούσε αυτήν την παράλογη αίσθηση ασφάλειας. ΢το μυαλό της έτρεξε ξανά η στιγμή που αντιμετώπισε ατάραχος, με τα χέρια στις τσέπες και χωρίς την παραμικρή ένδειξη άγχους, έναν από τους μεγαλύτερους εφιάλτες της και έναν από τους πιο ικανούς θηρευτές – έναν Προστάτη. Η ανοιχτή παλάμη με το απειλητικό ζωντανό φως, η εκτυφλωτική ριπή, το μέγεθος της καταστροφής ακριβώς μπροστά της..και ο Γουίλιαμ Κόρβερ ανέκφραστος και ήρεμος, σαν όλα αυτά να τα περίμενε από πολύ πριν. Σα βλέφαρά της αφέθηκαν να κλείσουν για μια στιγμή, και ίσως τα άφηνε έτσι κλειστά αν δεν την ταρακουνούσε μια κάπως πιο απότομη στροφή. Σα άνοιξε για να δει το αυτοκίνητο να γυρίζει τώρα κάθετα στο δρόμο, και μπροστά τους να ανοίγει αργά μια πόρτα γκαράζ, δίπλα σε ένα μεγάλο διόρωφο σπίτι. Σο σπίτι φαινόταν λευκό και μεγαλοπρεπές στο χλωμό νυχτερινό φως, και από τα φώτα του αυτοκινήτου διέκρινε μπροστά του ένα κήπο με κοντοκουρεμένο γκαζόν, φιδωτά πέτρινα δρομάκια, τραπέζια και καρέκλες. Από ένα μικρό τζάμι στον δεύτερο όροφο, φαινόταν φως, ενώ μπροστά από την μεταλλική εξώπορτα του σπιτιού υπήρχε ένα μοτοποδήλατο και δυο

[192]


παραγεμισμένες σακούλες σκουπιδιών. Η Άζρα υπέθεσε ότι κάποια οικογένεια θα έμενε εκεί, και αναρωτήθηκε για τις προθέσεις του Γουίλιαμ. Αυτός, διατηρώντας το ίδιο ανέκφραστο και σιωπηρό προφίλ, πάρκαρε το αυτοκίνητο με προσεχτικές κινήσεις και ύστερα πάτησε το τηλεκοντρόλο για να αρχίσει η πόρτα του γκαράζ την καθοδική της πορεία, κλείνοντας τα φώτα του αυτοκινήτου του. Πριν βυθιστούν στο σκοτάδι, ένα φως άναψε αργά μέσα στο γκαράζ, που ήταν εντελώς άδειο. ‘’Ποιος μένει εδώ;’’, τον ρώτησε, κάπως στεναχωρημένη που το ταξίδι τους είχε φτάσει στο τέρμα του, χωρίς να προλάβει να κοιμηθεί ούτε λίγο. ‘’Κανένας’’, απάντησε αυτός και βγήκε από το αυτοκίνητο. ‘’Εγώ και εσύ’’, προσέθεσε. Η Άζρα τον ακολούθησε από την πόρτα του γκαράζ σε ένα εσωτερικό διάδρομο, που φωτιζόταν καθώς προχωρούσαν. Οι τοίχοι του ήταν λευκοί και καθαροί, και ήταν επίσης άδειος, όπως το γκαράζ. Όστερα, από μια ακόμα είσοδο την οποία ξεκλείδωσε με την χρήση κάποιου κωδικού, βρέθηκαν σε αυτό που έμοιαζε με το κεντρικό σαλόνι του πρώτου ορόφου του κτιρίου. Η Άζρα κοίταξε γύρω της με έκπληξη το χώρο. Ήταν και αυτός, εντελώς άδειος. ΋πως και όλο το υπόλοιπο σπίτι, γυμνός από κάθε έπιπλο, ή πίνακα, ή σημάδια μιας ανθρώπινης παρουσίας. Σο φως στο κεντρικό αυτό χωλ δεν άναψε ποτέ, και ο Γουίλιαμ προχώρησε προς μια εσωτερική, φιδωτή σκάλα, που οδηγούσε στον δεύτερο όροφο της πολυτελούς εξωτερικά αλλά άδειας εσωτερικά μεζονέτας. Εκεί, υπήρχε ένα ακόμα, μικρότερο χωλ, και ένας διάδρομος που οδηγούσε στα μέσα δωμάτια, που ήταν δεξιά και αριστερά του. ΢το κέντρο αυτού του χωλ υπήρχε ένα γυάλινο χαμηλό τραπεζάκι, με μια υφασμάτινη μάζα δίπλα του, που πρέπει να λειτουργούσε ως κάθισμα. Από πίσω ήταν ένα μεγάλο πλατύ παράθυρο, που οδηγούσε σε ένα μικρό μπαλκόνι, το οποίο ωστόσο ήταν κρυμμένο από μια παχιά μεταξωτή κουρτίνα. Ο Γουίλιαμ συνέχισε να περπατάει προς τα μέσα δωμάτια, οδηγώντας την στο τελευταίο στην σειρά, που έμοιαζε να λειτουργεί ως κρεβατοκάμαρα. Η συγκεκριμένη βέβαια είχε απλώς ένα μικρό τραπέζι και τρεις καρέκλες, ενώ οι ντουλάπες του έχασκαν μισάνοιχτες και άδειες. Αντιδιαμετρικά τους, το άλλο δωμάτιο ήταν τελείως άδειο, ενώ το φεγγαροφώς έβρισκε τρόπο να διεισδύσει από ένα άλλο μπαλκόνι, που φαινόταν να οδηγεί σε κάποια πίσω αυλή. Ο Γουίλιαμ της έδειξε προς μια καρέκλα και ρύθμισε ένα χαμηλό φως, που έδινε μια αίσθηση φωτισμού για ερωτικές περιπτύξεις. Κάθισε απέναντί της και πήρε μερικές βαθιές ανάσες

[193]


‘’Μου αρέσει τι έχεις κάνει με το μέρος’’, του είπε αυτή, κοιτάζοντας την γύμνια των τοίχων και έκατσε απρόθυμα. Σο πρόβλημά της ήταν ότι στην καρέκλα δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί. Αυτός έκανε μια γκριμάτσα που θα μπορούσε να είναι και χαμόγελο, και με μια γρήγορη κίνηση αφαίρεσε το κλιπ από τους καρπούς της. Σο αίμα κινήθηκε στα χέρια της, προκαλώντας έναν απαλό στιγμιαίο πόνο. ‘’Και τώρα;’’, τον ρώτησε, ενώ αυτός πλησίασε ένα μικρό παράθυρο δίπλα από το τραπέζι και έριξε μια ματιά προς τα έξω. Γύρισε προς το μέρος της και το βλέμμα του ήταν σίγουρα ανυπόμονο. ‘’Σώρα θα μιλήσουμε’’, της είπε, και γυρίζοντας την καρέκλα ανάποδα, έκτασε απέναντί της. Αρκετά μακριά τους, η Ντάιαμοντ γέλασε δυνατά με έναν θεατρινισμό του ΢άλυ, που αναπαριστούσε τον εκνευρισμένο αστυνομικό από τα καμώματά τους. Σην οδηγούσε τώρα από τους λιγότερο πολύβοους δρόμους, αλλά ο μπάσος ρυθμός του ΝάιτΒάιμπ τους ακολουθούσε, προκαλώντας ανεπαίσθητους τριγμούς σε τζαμένιες προσόψεις, σαν να ερχόταν από τους υπονόμους. Όστερα αυτός έκανε μια καινούρια παντομίμα- έκατσε σε ένα πλατύσκαλο, σήκωσε το ένα του πόδι και άρχισε να ξύνει το κάτω μέρος του παπουτσιού του σαν χιμπαντζής. Η Ντάιαμοντ γέλασε δυνατά από τις κινήσεις του, αλλά μετά κράτησε ένα στραβό χαμόγελο και τον κοίταξε ντροπαλά. ‘’΢ου τα είπα όλα, ε;’’ ‘’Αρκετές λεπτομέρειες’’, απάντησε αυτός ευγενικά. ‘’Πρέπει να φαντάζω γελοία’’. Αυτός χαμογέλασε, σηκώθηκε με ένα ύφος χορευτή και στάθηκε μπροστά της, απλώνοντας το χέρι του. ‘’Μπα..δεν θα το έλεγα. Καμιά φορά οι μεγάλες επιλογές, οι μεγάλες περιπέτειες, οι μεγάλες σκέψεις και ενίοτε οι μεγάλες πράξεις, ξεκινούν κάπως αστεία’’, της είπε. Η Ντάιαμοντ τον κοίταξε για λίγο, χαιδεύοντας τις μπούκλες της. ‘’Αυτό είναι...βλακεία που μόλις είπες’’, του είπε και τον έσπρωξε στον ώμο. Ο ΢άλυ έκανε μια μικρή υπόκλιση και της έδειξε προς τα εμπρός, όπου ο δρόμος άνοιγε πάλι και μια συστάδα από χλωμά γκρίζα κτίρια ήταν παρατεταγμένα στη σειρά, με σποραδικά αναμμένα φώτα από μικρά παράθυρα.

[194]


‘’Εκεί πάμε’’, της είπε. ‘’Εκεί είναι κάποιος που πιστεύω ότι θα μας βοηθήσει με τα ..κενά σου, αλλά και γενικότερα. Ας ελπίσουμε μόνο να είναι ξύπνιος. Αν δεν είναι βέβαια, απλώς θα τον ξυπνήσουμε’’. Όστερα, άλλαξε την φωνή του και έκανε ξανά την μίμηση του αγριεμένου αστυνομικού φωνάζοντας κάποιες απειλές. Η Ντάιαμοντ ακολούθησε γελώντας τον ασπρόμαυρο άνθρωπο, νιώθωντας μια περίεργη προσδοκία και ελπίδα για την διαδρομή τους. Λίγο πριν περάσουν ξανά σε ένα κεντρικό δρόμο, έριξε μια ανύσηχη ματιά προς τα πίσω, αντανακλαστικό ενός ξαφνικού αισθήματος φόβου. Δεν τους ακολουθούσε κανείς. ΢το άδειο δρομάκι δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος, μόνο κάδοι σκουπιδιών, κιγκλιδώματα με μικρά πράσινα λεντ λαμπάκια, μια νότα εγκατάλειψης και ένας πηχτός αέρας που χαρακτήριζε ολόκληρη την περιοχή του ΝάιτΒάιμπ. Δεν είχε ακούσει κάτι, ούτε είχε προκαλέσει την υποψία της κάποια ένδειξη των αισθήσεών της. Ο φόβος που ένιωσε όμως στιγμιαία ήταν πέρα για πέρα αληθινός, όσο και απροσδιόριστος. Ξεφυσώντας, επιτάχυνε το βήμα της να προλάβει τον ΢άλυ. ΋χι πάρα πολύ μακριά, αλλά με απόσταση όχι μόνο κατα μήκος, αλλά και ελαφρώς κατά βάθος, δυο άνθρωποι που βρέθηκαν μαζί μόνο και μόνο για να βρουν την εξαφανισμένη Ντάιαμοντ, παρατηρούσαν το υπόγειο καταφύγιο του κινήματος των Παραλόγων- ο Ρίτσαρντ προσπαθούσε να βρει αλλαγές και τροποποιήσεις στο χώρο, ενώ η Άλις προσπαθούσε κυρίως να καταλάβει, όχι μόνο την λογική της αισθητικής του χώρου αλλά και συνολικά την λογική του περίεργου αυτού ‘’κινήματος’’. Πολύ γρήγορα, είδαν μπροστά τους έναν άντρα, που σε λίγο η Άλις θα μάθαινε ότι ονομαζόταν Σσέστερ Μπάρναμπι και πως ήταν ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος για να ξεναγήσει κάποιον στην ουσία του παραλόγου και του ιδιόρρυθμου κινήματος της υπεράσπισής του. Ο Σσέστερ ήταν ένας άντρας γύρω στα εξήντα, μετρίου αναστήματος αλλά με δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι σε σχέση με το σώμα του αλλά και δυσανάλογα μεγάλο στόμα σε σχέση με το πρόσωπό του. Σο σώμα του φαινόταν κουρασμένο και γέρικο, καθώς στεκόταν καμπουριαστός και με τα χέρια του να μοιάζουν να κρέμονται, ενώ στο περπάτημά του νόμιζες ότι απλώς σβαρνάει τα χοντρά παπούτσια του χωρίς να τα σηκώνει από το έδαφος. Αλλά το κεφάλι του έμοιαζε με δέκα και παραπάνω χρόνια νεότερο, γεμάτο εκφραστική ενέργεια και ένα διαπεραστικό αεικίνητο βλέμμα. Ήταν τόσο αντιφατικός στην φυσιογνωμία του, που η Άλις σκεφτόταν ότι κάποιος έχει κόψει διάφορα κομμάτια και τα έχει ενώσει σε ένα πειραματικό κράμα- γρήγορα θα μάθαινε

[195]


ότι κάπως ήταν και η σκέψη του. Ο Σσέστερ εμφανίστηκε μπροστά τους με ένα πλατύ χαμόγελο, που έφτανε μέχρι τους λοβούς των αυτιών του, και με ανοιχτά τα χέρια υποδέχτηκε τον Ρίτσαρντ Λίθγκοου. ‘’Λίθγκοου! Ανθεκτικό κάθαρμα! Σο παρασύνθημα που είπες το έχουμε αλλάξει καιρό, αλλά και πάλι- είχαμε την εντύπωση ότι πλέον δεν θα θυμόσουν ούτε το όνομά σου εκεί μέσα! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω, και πόσα πράγματα έχεις σίγουρα να μου πεις! Σι σκάρωσες πάλι;’’ Ο Ρίτσαρντ πλησίασε τον περίεργο άνθρωπο και τον αγκάλιασε σφιχτά. Όστερα, στάθηκε απέναντι του, με τα χέρια του στους κυρτούς του ώμους. ‘’Λοιπόν παλιόφιλε, θέλω ένα γεμάτο ποτήρι από το καλύτερο αψέντι σου για αρχή, και ένα για την εκθαμβωτική δεσποινίδα από εδώ. Που είναι οι υπόλοιποι; Έχω πράγματι να σας πω πράγματα και θαύματα από τις περιπέτειές μου στο ΢άικεντ!’’ Ο Σσέστερ έγνεψε καταφατικά. ‘’΢ε μένα θα τα πεις, είναι όλοι έξω. ΋σοι έχουμε μείνει δηλαδή..’’ ‘’Μπα; Σι έχει έξω; Κάποιο πάρτυ; Σότε να πάω εκεί Μπάρναμπι, δεν χρειάζεται να κάτσω με μια γέρικη ψείρα σαν εσένα!’’ ‘’Κυνήγι εξωγηίνων’’, του είπε αυτός συλλαβιστά. Ο Ρίτσαρντ τον κοίταξε με απορία. ‘’Αρκετά παράλογο....αρέσει στον Ρίτσαρντ αυτό!’’, είπε. Κοίταξε προς την Άλις που τους κοιτούσε αμήχανα, περιμένοντας την σειρά της να συστηθεί ή να την συστήσουν. ‘’Αλλά εξωγήινοι χωρίς αψέντι είναι σαν την αγαπημένη μας Κυρία χωρίς αγγούρι στον κώλο. Άλις έχεις πιεί από το αψέντι μας; Είναι το καλύτερο αψέντι που θα βρεις, αν όχι το μόνο αυθεντικό αψέντι που θα βρεις. Είναι βγαλμένο κατευθείαν από το κελάρι της ιστορίας, από την παροξυσμική έμπνευση στις πινελιές του Πικάσο και την δύναμη που κουνούσε το χέρι του Έρνεστ Φέμινγουει... ‘’ Η Άλις χαμογέλασε. ΢την πραγματικότητα δεν είχε δοκιμάσει ποτέ αψέντι, ούτε ήξερε ότι υπήρχε αψέντι πέρα από κάποιες ιστορικές αναφορές σε ελαφριές ναρκωτικές ουσίες του παρελθόντος. Έγνεψε καταφατικά και πλησίασε με το χέρι της απλωμένο προς τον Σσέστερ Μπάρναμπι, θεωρώντας το μια καλή ευκαιρία να κάνει την εμφάνισή της. Πριν φτάσει όμως, ο μικρόσωμος παράταιρος άνθρωπος με το τρομακτικό χαμόγελο είχε γυρίσει την πλάτη του, πηγαίνοντας να τους φέρει τρια ποτήρια, τρεις κύβους ζάχαρη και ένα γύαλινο μπουκάλι με ένα πράσινο υγρό.

[196]


Η νύχτα άπλωνε την σκοτεινή της γοητεία πάνω από όλη την πόλη, στο αποκορύφωμά της. ΢την πραγματικότητα, ο ουράνιος θόλος είχε αρχίσει να μετράει αντίστροφα για την αυγή που θα ερχόταν ανυπόμονα να φωτίσει και να αποκαλύψει τα όσα τερτίπια επέτρεψαν οι σκιες της νύχτας, που πάντα άφηνε και κάτι παραπάνω να περάσει απαρατήρητο. Είχε όμως κάτι η συγκεκριμένη νύχτα, κάτι που τα πλάσματά της δεν μπορούσαν ακόμα να προσδιορίσουν, και ας μπορούσαν να διαισθανθούν, μερικά τουλάχιστον από αυτά. Ήταν μια αίσθηση πιο κοσμική, λιγότερο καθημερινή, κάτι φυσικά στο οποίο είχε επιδράσει με τον τρόπο της η περιρέουσα φήμη για τον εξωγήινο, που ύστερα από τα φωτεινά του καμώματα είχε εξαπλωθεί από άκρη σε άκρη της πόλης. Για την ακρίβεια, αν στεκόσουν, για δικούς σου λόγους, λίγο ψηλότερα, και έβλεπες την πόλη με το όνομα Ερθ σε όλη την εξάπλωση, θα μπορούσες να παρατηρήσεις μικρά μικρά φωτάκια να ανοίγουν σχεδόν ταυτόχρονα, στην μέση ακριβώς της νύχτας, όχι όμως από κάποιο σεισμό ή κάποιο άλλο φυσικό φαινόμενο. Η ίδια αυτή νύχτα επιφύλλασε και άλλες εκπλήξεις όμως, πριν παραχωρήσει την θέση της στην αυγή. Μερικές από αυτές θα ξυπνούσαν ταυτοχρόνως κάθε πιθανό συλλογικό φόβο, κάθε λογική και παράλογη ανυσηχία και αγωνία των ανθρώπων. ΢το κάτω κάτω, και ας μην το ξέρει ακόμα, από την σκοπιά ενός απλού, καθημερινού πολίτη της Έρθ, είχε ήδη ξεκινήσει η αλυσίδα γεγονότων που στο τέλος της, θα οδηγούσε σε ένα προαναγγελθέν και ίσως λίγο τεχνητά καθυστερημένο γεγονός. Σο γεγονός αυτό...ω, ας μην είμαστε πολύ πομπώδεις σε αυτή τη φάση. Άλλωστε μιλάμε για κάτι πολύ απλό. Σόσο απλό, όσο το τέλος του κόσμου. Ή για την ακρίβεια, των ανθρώπων πάνω σε αυτό, αλλά ο ιστορικά συσσωρευμένος ανθρώπινος εγωισμός έχει παράλογα ταυτίσει αυτά τα δυο τέλη, που απέχουν χρονικά, χωρικά και νομηατικά, όσο απέχει ας πούμε ο κουρασμένος πλανήτης μας από το άπειρο ή έστω κάποιον πλανήτη πραγματικών εξωγήινων. Είμαστε στην πόλη Έρθ, το έτος 2147 ή εναλλακτικά 88. Πληθυσμός, 35012562, συν δυο τουλάχιστον αν και ο ένας εφόσον αποδειχτεί εξωγήινος, δεν θα πρέπει να μπει στο μέτρημα.

[197]


PART TWO 04:01

[198]


Θουγιόνη

Σσαντίρι. Δεν μπορούσε να βρει άλλη έκφραση, αν και προσπάθησε αρκετά. Ένα μεγάλο, ακατάσχετο και ακατάταστατο, τσαντίρι. Αυτός ήταν ο πλέον κατάλληλος χαρακτηρισμός για να περιγράψει η Άλις το μυστικό, υπόγειο κέντρο του κινήματος των Παραλόγων. Ένα τσαντίρι. Ίσως είχε να κάνει με τις προσδοκίες της- υπόγεια κρυσφήγετα παράνομης οργάνωσης, από τα οποία μπαίνεις αν πατήσεις το καζανάκι σε φαινομενικά χαλασμένη τουαλέτα σε υπόγεια διάβαση. Η Άλις περίμενε να δει κάποια τεχνολογική εστία παρακολούθησης του κόσμου, μαυροντυμένους υποψιασμένους άντρες να τρέχουν βιαστικοί με ακουστικά στα αυτιά, ραντάρ κάθε είδους να εκπέμπουν βόμβους, γιγαντοθόνες να παρακολουθούν αστυνομικούς, πολιτικά πρόσωπα και ρομπότ περιπολίας. Ίσως ράφια με εξειδικευμένα και επικύνδινα όπλα, ίσως ειδικές στολές για επικύνδινες εξορμήσεις. Αν βέβαια έκρινε από τον Ρίτσαρντ Λίθγκοου, που φαινόταν (ή φερόταν) να είναι σημαντικό μέλος αυτής της ‘οργάνωσης’, θα μπορούσε να περιμένει κάτι σαν αυτό που αντίκριζε. Γιατί σίγουρα είχε και αυτός αυτήν την ζεστή ακαταστασία, αυτή την παράφωνη γραφικότητα που σε ελκύει με τον ίδιο ρυθμό που σε απωθεί οτιδήποτε γραμμικό και υπολογισμένα τακτικό. Η φύση άλλωστε, ποτέ δεν προέβλεψε για τον εαυτό της να είναι γραμμική. Η ακαταστασία είναι σύμφυτη της φύσης, από την αραιή σε ζωή τούνδρα μέχρι την πυκνότητα ενός τροπικού δάσους, όπου η ζωή εκφράζεται με το να πατάει ο ένας το πόδι του άλλου. Για κάθε αναλογία και αρμονία της φύσης υπάρχει αλληλένδετη και αναγκαία συνοδευτική η ατέλεια, η παραφωνία, η μυστική συνταγή της ομορφιάς. Μέσα στην ολική του παραφωνία και το αλλοπρόσαλο της φλυαρίας του ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου ήταν όμορφος, πραγματικά όμορφος, και κατάφερνε να βγάζει κάθε σκέψη της Άλις εκτός θέματος. Μια σειρά από παχιά, χοντροκομμένα νάϋλον που έπεφταν σαν διαχωριστικά, μια σειρά από υφάσματα σε διάφορα χρώματα (κάποια από αυτά ήταν απλώς, σεντόνια) να καλύπτουν τους τοίχους ολόγυρα της μεγάλης αίθουσας, πιθανώς για να κρύβουν τους ραγισμένους και παλαιωμένους τοίχους. Σραπέζια και καρέκλες σε διάφορες θέσεις, γεμάτα κάθε λογής σκουπίδια, αποτσίγαρα και ποτήρια. Κάποιες παράφωνες μοντέρνες

[199]


οθόνες και ένας χώρος, περιτρυγιρισμένος από σχεδόν αδιάφανο νάυλον, που πιθανών λειτουργούσε σαν υπολογιστικό, με διάφορα μηχανήματα. ΢υρταριέρες, αναρίθμητες συρταριέρες παρατεταγμένες σε πλαινούς τοίχους, με μισάνοιχτα ράφια και χαρτιά σκορπισμένα ολόγυρά τους. Κάποια ράντζα με λεπτά στρώματα και αυτοσχέδια κομοδίνα από βιομηχανικά φίλτρα εργοστασίου- για ποιο λόγο κάποιος να μένει και να κοιμάται εδώ; ΋πως θα της έδειχνε μετά ο Ρίτσαρντ, διάφορες λειτουργικές αίθουσες του πρώην σταθμού του μετρό είχαν μετατραπεί σε πιο φινετσάτα δωματιάκα με κρεβάτι και τουαλέτα, ενώ πράγματι υπήρχε ένα κρυμμένο οπλοστάσιο. Μόνο που τα πολεμοεφόδιά του περιορίζονταν σε σπρέι, ειδικές συνθετικές μπογιές και διάφορα εργαλεία που θα ταίριαζαν περισσότερο σε κάποιον υδραυλικό. Ο Ρίτσαρντ και ο Σσέστερ Μπάρναμπι ήταν ωστόσο πολύ περήφανοι για το οπλοστάσιό τους αλλά και συνολικά το χώρο τους. Αυτός έκατσε σε ένα πλατύ μεταλλικό τραπέζι και το χάιδεψε σαν να ήταν κάποιο αντικείμενο αξίας. Η Άλις έκατσε δίπλα του συνεσταλμένα, με το χώρο να της δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας, παρά την γενικευμένη παραφωνία του. Ο περίεργος ανθρωπάκος Σσέστερ Μπάρναμπι επέστρεψε στην παρέα τους με ένα δίσκο με διάφορα σύνεργα τα οποία ακούμπησε μπροστά στον Ρίτσαρντ Λίθγκοου. Αυτός έπιασε το μπουκάλι με το πράσινο υγρό και το κούνησε παρατηρώντας τους μικρούς κυματισμούς. ‘’Πόσα χρόνια; Δυο χρόνια; Δυο ολόκληρα χρόνια’’, μουρμούρισε. ‘’Και τρεις μήνες’’, συμπλήρωσε ο Σσέστερ και έκατσε απέναντί τους. ΋ταν δεν χαμογελούσε το στόμα του ήταν περιέργως μικρό. Μοίρασε τα ποτήρια και μαζί τους τρια κουταλάκια με τρύπες και τρεις κύβους ζάχαρη. Ο Ρίτσαρντ άνοιξε το μπουκάλι και με ευλάβεια έβαλε σε όλα, παρά την αρχική χειρονομία της Άλις ότι θα προτιμούσε να μην πιεί. ‘’Δεν θέλεις; Είσαι με τα καλά σου;Ξέρεις τι είναι αυτό;’’, της φώναξε. Η Άλις έγνεψε καταφατικά, αλλά ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου είχε πάρει ξανά το ύφος που ξεκινούσε συνήθως κάποια φλυαρία. ‘’Αυτό, αγαπητή μου μύωπα μουσικέ, αυτό είναι το απόσταγμα του Αψίνθιου της Αρτεμισίας. Η Άρτεμις ήταν πέρα από θεά του κυνηγιού, μια αλήθεια, πολύ μοιραία γυναίκα αλλά σίγουρα κάπως σπαστικιά να την έχεις γκόμενα. Φα! Για αυτό λοιπόν έδωσε το όνομά της σε αυτό το πικρό φυτό, το οποίο χρησιμοποιούσαν για εντομοαπωθητικό και χρησιμοποιούσαν την πικράδα του ως μεταφορική προβολή της

[200]


αμαρτίας. Αλλά από την άλλη, όσο και αν άργησαν, βρήκαν το θεϊκό ζουμί του, βρήκαν το υγρό από τον κορυφαίο οργασμό της θεάς, αυτό το αιθέριο, μα την αλήθεια έλαιο, το αψίνθι. Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να γίνει η πράσινη ζαχαρένια πόρτα που οδηγούσε στην έκσταση, την φαντασία, την δημιουργία, την απόλυτη νοητική εγρήγορση! Εβδομήντα, τουλάχιστον, τις εκατό αλκοόλ και ένας μύθος γύρω από την επήρρειά του...Για την ακρίβεια, δεν έχει σημασία η επήρρειά του, στα αλήθεια. Σου αποδώσανε φόνους, παραισθήσεις, βιασμούς, λαγνεία, αμαρτία, του αποδώσανε έργα τέχνης από ένα ανώτερο επίπεδο νόησης και αισθητικής, το δέσανε σφιχτά με την σκοτεινή μας πλευρά- αυτή που μπορεί να παράξει αριστουργήματα αλλά και να φέρει στην επιφάνεια την πιο ποταπή μας φύση. Αλλά μήπως η πιο ποταπή μας φύση δεν είναι αυτή που γεννά τα αριστουργήματα της ούτως ή άλλως ποταπής μας ύπαρξης; Ψ, να μια ενδιαφέρουσα συζήτηση Σσέστερ, αμφιβάλλω αν ακόμα κάνετε τέτοιες συζητήσεις... Σι λέγαμε όμως αγαπητή μου; Α, ναι. Σου χρεώσανε λοιπόν τόσα πολλά, αλλά εγώ, με την μόνη αξιόπιστη μέθοδο που δέχομαι, αυτήν δηλαδή της συστηματικής δοκιμής, έχω να σου δηλώσω ότι τα περισσότερα είναι μπούρδες- αυτό που μπορώ να σου βεβαιώσω όμως, όπως και παλιοί βοήμιοι καλλιτέχνες και αυτοκτονικοί ζωγράφοι όπως ο Βαν Γκοκ, είναι ότι το αψέντι σου ανοίγει το κεφάλι διάπλατα, και μπορείς εύκολα να βάλεις αλλά και να βγάλεις ότι λαχταράει η καρδιά σου. Για αυτό πιες αγαπητή μου, πιες- στην χειρότερη περίπτωση να νιώσεις μια ζαλάδα, στην καλύτερη περίπτωση να απολαύσεις την μάχη του αψινθιού με όλα αυτά τα κατασταλτικά λιπάσματα που θα έχουν ποτίσει το κεφάλι σου, προσπαθώντας να κρατήσουν τις ρίζες του μυαλού σου από το να βλαστήσουν και να αναπτυχθούν. Πιες, να πιούμε στην υγεία αυτού του παράλογου μάταιου κόσμου, στην επιστροφή μου σε αυτό το λατρεμένο υπόγειο αλλά και στην υγεία αυτού του ζαρωμένου ανθρωπάκου απέναντί μας, του Σσέστερ Μπάρναμπι!’’ Έβρεξε την ζάχαρη στο κουταλάκι του μέχρι που διαλύθηκε τελείως στο πρασινωπό υγρό και σήκωσε το ποτήρι του. Ο Σσέστερ πρώτος και με μια καθυστέρηση η Άλις έκαναν το ίδιο, και τα ποτήρια τους χτύπησαν απαλά. Η Άλις τράβηξε μια πρώτη, διστακτική γουλιά. Ήταν πικρό, παρά την ζάχαρη, και καυτερό στον ουρανίσκο. Ο Ρίτσαρντ με την πρώτη γουλιά είχε αδειάσει σχεδόν το μισό ποτήρι. Ο Σσέστερ ήταν πιο συγκρατημένος, περίπου όσο αυτή.

[201]


‘’Για πες λοιπόν, Άλις’’, της είπε τελικά ενώ ο Ρίτσαρντ ξανακοίταζε το ταβάνι και τα πέριξ του χώρου σαν να βρίσκεται σε μουσείο. ‘’Σι γυρεύεις εσύ με έναν μισότρελλο φαφλατά σαν τον Λίθγκοου;’’ Η σωστή απάντηση θα ήταν κάτι του στυλ ‘δεν έχω ιδέα’, ή κάτι του τύπου ‘αν αυτός είναι μισότρελλος, εγώ είμαι ολότελα τρελλή’. Δεν είχαν περάσει παρά δευτερόλεπτα από την γουλιά της, και ένιωθε ήδη το αίμα της να ζεσταίνεται και να ζεσταίνει μαζί τα μάγουλά της στο πέρασμά του. Σο λευκό δέρμα στα μάγουλα της Άλις δεν κοκκίνιζε- αντίθετα, έπαιρνε μια ροζ απόχρωση, σαν παιδική τσιχλόφουσκα. ‘’Χάχνουμε μια φίλη μου..’’, είπε ντροπαλά. Ο Ρίτσαρντ έγνεψε καταφατικά. ‘’Μμμμ...φυσικά, η Ντάιαμοντ!΄’, είπε κοιτώντας προς τον Σσέστερ. ‘’Αγαπημένε μου γεροξεκούτη, σαφώς χρειαζόμαστε την βοήθειά σου. ΢τείλε λυτούς και δεμένους σε όλη την πόλη! Πες τους ότι απόψε έχουμε μια ειδική αποστολή! Πρέπει οπωσδήποτε να εντοπίσουμε μια αξιαγάπητη κυρία που ακούσει στο όνομα Ντάιαμοντ. Δεν χρειαζόμαστε φωτογραφία και λοιπά στοιχεία- μόλις δείτε ένα αποπροσανατολισμένο κορίτσι με ένα φουντωτό, σγουρό κοκοφοίνικα στο κεφάλι του, πάει να πει ότι την βρήκατε. Παρακαλώ να της φερθείτε με ευγένεια. Είναι ευαίσθητη από το σκαλπ και κάτω.’’ Ο Σσέστερ ήπιε άλλη μια γουλιά, ενώ φαινόταν ότι δεν πολυκαταλαβαίνει. ‘’΢ου είπα ότι είναι όλοι στον εξωγήινο απόψε...’’, του είπε. ΢αν απάντηση ο Ρίτσαρντ χτύπησε το ποτήρι του με δύναμη στο τραπέζι, που τώρα ήταν άδειο. Η Άλις ήπιε άλλη μια γουλιά από το δικό της. Η ζεστασιά της άρεσε. ‘’Μα τι είναι αυτός ο εξωγήινος που μου λες συνέχεια Σσέστερ; Αποτρελαθήκαμε και εμείς και κυνηγάμε εξωγήινους; Αυτά είναι τα παράλογα που κυνηγάμε, δεν κυνηγάμε τα παράλογα που....’’ Κόμπιασε λίγο, παρατηρώντας την αδυναμία τους να παρακολουθήσουν το συλλογισμό του. ‘’Καλά χέστο. Σι είναι αυτός ο εξωγήινος που μου λες συνέχεια, Σσέστερ;’’ Ο άντρας με το πλατύ χαμόγελο και το μεγάλο κεφάλι πάτησε ένα τηλεκοντρόλ και έδειξε προς μια οθόνη πίσω τους. Ενώ όμως περίμενε και ο ίδιος να δει ακόμα ένα πλάνο από αυτά που έβλεπε τόση ώρα, δηλαδή την αποθήκη, τον κόσμο, την αστυνομία, τις δηλώσεις έξαλλων μαρτύρων, αυτό που εμφανίστηκε μπροστά τους ξάφνιασε ακόμα και τον ίδιο, που σηκώθηκε από την καρέκλα του για να δει καλύτερα. ‘’΋ου’’, έκανε ο Ρίτσαρντ. Η Άλις ήπιε ακόμα μια γουλιά. Ένιωθε τα αυτιά της ζεστά σαν τηγανίτες.

[202]


Η οθόνη έδειχνε μια εικόνα χάους. Ένας πυκνός λευκός καπνός σκέπαζε σχεδόν όλο το δρόμο μπροστά στον περιμετρικό φράχτη, και από μέσα του έβγαινε –ή έμπαινε- κόσμος με το χέρι στο στόμα, βήχοντας και έχοντας τα μάτια του κλειστά. ΢ε ένα σημείο της εικόνας, δυο νεαροί σπρώχνανε έναν εξαγριωμένο αστυνομικό, που ετοιμαζόταν να τους ρίξει με το ηλεκτροφόρο του γκλομπ. Όστερα, το πλάνο έγινε πανοραμικό, ένα μικρό παραθυράκι με έναν παρουσιαστή εμφανίστηκε στο κάτω μέρος, και μπόρεσαν να δουν τον αέρα να έχει γεμίσει με διάφορα χόβερ, δημοσιογραφικά και αστυνομικά μαζί. ‘’Βάλε ήχο!’’, πρόσταξε συνεπαρμένος ο Λίθγκοου, που μπορεί να μην είχε καταλάβει τι και γιατί γινόταν, αλλά η εικόνα μιας σύγκρουσης πολιτών με την αστυνομία ήταν κάτι που δεν είχε ξαναδεί. Ο Σσέστερ έψαξε να βρει το κατάλληλο κουμπί, και ακούστηκε αμέσως η φωνή του παρουσιαστή. <<..ότι δεν ήταν επανδρωμένο. Από το αρχηγείο κάνουν λόγω για διακοπή της τηλετροφοδότησης σε ηλεκτρκή ενέργεια, κάτι που θα μπορούσε να οφείλεται και σε βλάβη. Προς το παρόν, δεν έχουμε την παραμικρή πληροφορία για την πηγή του φωτός, ενώ πολλοί κάνουν λόγο ότι προερχόταν από κάποια σιλουέτα, ‘που έμοιαζε με άνθρωπο αλλά δεν ήταν’. Αυτή τη στιγμή, επικρατεί χάος στο..>> Ο Σσέστερ γύρισε προς τον Ρίτσαρντ. Αυτός ήταν αγχωμένος, ο Ρίτσαρντ για κάποιο δικό του λόγο, έκπληκτος και ενθουσιασμένος. ‘’Πρέπει να φύγω’’, του είπε κοφτά. ‘’Που; Εκεί;’’, ρώτησε αυτός δείχνοντας προς την οθόνη. ‘’Είναι όλοι εκεί Λίθγκοου. ΋λοι όσοι είχαμε μαζευτεί απόψε εδώ. Είκοσι περίπου’’. Περπάτησε γρήγορα προς ένα πάγκο που είχε πάνω μια σακούλα, την οποία επιθεώρησε βγάζοντας κάτι που έμοιαζε με χειρουργική μάσκα. Η Άλις ήπιε ακόμα μια γουλιά και τώρα το ποτήρι της είχε αδειάσει. ‘’Άκου. Μείνε εδώ, ξεκουράσου, απόλαυσε το ποτό σου...Πάω να δω τι γίνεται και να δω αν χρειάζονται βοήθεια. Θα είμαι πίσω σε πολύ λίγο.’’ Κοίταξε προς την Άλις. ‘’Περιμέντε εδώ. Θα είστε ασφαλής από τα λαγωνικά του ΢άικεντ, κανείς δεν ξέρει αυτό το μέρος. Έχετε να μου πείτε και πως ακριβώς το σκάσατε! Θα γυρίσουμε λοιπόν και θα τα συζητήσουμε όλα, μαζί και για την φίλη σας την Ντάιαμοντ!’’

[203]


Ο Ρίτσαρντ είχε κολλημένο το βλέμμα του στην οθόνη, πλησιάζοντάς την αργά. Σώρα είχε μια βιντεο-επικοινωνία με έναν Κάιλ Κρέιμερ, που διαβεβαίωνε ότι οι Προστάτες βρισκόντουσαν στο σημείο για τον εντοπισμό ενός αγνώστου που φαίνεται να είναι υπεύθυνος για το χάος που επικρατούσε. Η λέξη Προστάτες του προκάλεσε μια δυσφορία που ανέβηκε από τα σωθικά του και παραλίγο να καταλήξει σε μια φτυσιά. Άκουσε και από την τηλεόραση την λέξη εξωγήινος δυο φορές, κάτι που προκάλεσε και τις δυο μια κάπως επιθετική αντίδραση από τον Κάιλ Κρέιμερ, που δήλωνε ότι ‘’δεν υπάρχει λόγος να λέγεται κάτι τέτοιο’΄. ‘’Περίμενε..’’, είπε στον Σσέστερ, που είχε ήδη πάρει την σακούλα και έψαχνε κάποια κλειδιά σε ένα καλάθι που είχε ένα σωρό από τέτοια. ‘’Σι σκατά συμβαίνει;’’ Ο Σσέστερ σήκωσε τους κυρτούς του ώμους. ‘’Μη φανταστείς ότι έχω καταλάβει. Λένε ότι έπεσε ένα ούφο στις αποθήκες στην περιοχή Μπλιτζ. Λένε ότι είναι εξωγήινος. Μέχρι πριν έρθεις, ήταν η κλασσική εικόνακόσμος να θέλει να δει τον εξωγήινο, αστυνομία να λέει ότι δεν θα δει κανένας τον εξωγήινο γιατί δεν υπάρχουν εξωγήινοι. Και τώρα ...αυτό.’’ Ο Ρίσαρντ συνέχισε να κοιτά σαν μαγεμένος τις εικόνες. Ένα μαγνητοσκοπημένο πλάνο έδειξε μια σκηνή που τον έκανε να πισοπατήσει ελαφρώς από την έκπληξη, και να γυρίσει μετά να ξαναγεμίσει το ποτήρι του, κάνοντας το ίδιο για το ποτήρι της Άλις. Ήταν ένα πανοραμικό πλάνο, που έδειχνε ένα συγκεντρωμένο πλήθος έξω από την ίδια αποθήκη, όταν ξαφνικά σε ένα γειτονικό κτίριο μια κηλίδα ζωηρού φωτός έσκισε την νύχτα. Η φωτεινή εστία ήταν παλλόμενη και φαινομενικά ανεξήγητη- το φως έμοιαζε να εκπέμπεται από κάποια σημειακή πηγή, ενώ δεν διαχεόταν ευθύγραμμα, όπως θα έκανε από ένα προβολέα. Αντίθετα, σχημάτιζε ένα ωοειδές σχήμα που ακτινβολούσε με χάρη. Όστερα, είδε το αστυνομικό χόβερ να πλησιάζει και να πέφτει απότομα, σαν κάποιος να του έκοψε το αόρατο νήμα που το κρατούσε ψηλά από το έδαφος. Γύρισε προς την Άλις που ήπιε μια γουλιά από το ανανεωμένο της ποτήρι. ‘’Σι νύχτα και αυτή, ε;’’, της είπε και έκατσε ξανά δίπλα της. Η Άλις ήδη έβλεπε τον κόσμο αρκετά πιο όμορφο και ζεστό από πριν. Οι εικόνες στις ειδήσεις της είχαν προκαλέσει ένα άγχος, και για αυτό είχε σταματήσει να τις κοιτάει, εστιάζοντας σε ένα τοίχο γεμάτο σεντόνια και υφάσματα με διάφορα σχήματα και μοτίβα. ‘’Θα μας τα πουν όμως αργότερα’’, πρόσθεσε και ξαναέβαλε την τηλεόραση στο αθόρυβο. Ο Σσέστερ είχε ήδη εξαφανιστεί, σαν να γινόταν αόρατος κατά βούληση.

[204]


υ‘’Πως νιώθεις εσύ;’’, την ρώτησε ξανά, ακουμπώντας το χέρι του πάνω στον ώμο της. Σο άγγιγμά του την ξάφνιασε προς την στιγμή και γύρισε να τον κοιτάξε σαν να την είχαν ξυπνήσει. ‘’Εε...ωραία, υποθέτω’’, απάντησε. ‘’Ψραίο αυτό το..αψέντι.’’ Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε και την χάιδεψε στον ώμο με ένα φαινομενικά φιλικό τρόπο, που όμως προκαλούσε περίεργη αναταραχή στην Άλις. Ήταν πράγματι ωραίο το ποτό που έπινε, όχι τόσο στη γεύση, όσο στην επίδρασή του. Ίσως να έφταιγε και ο καπνός που είχε εισπνεύσει λίγο νωρίτερα, ίσως να έφταιγε και η αδρεναλίνη που έρεε στο αίμα της από το ασταμάτητο τρέξιμο εκείνης της νύχτας. Ή ίσως όλα αυτά μαζί να είχαν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ. ΋τι και αν ήταν, η επίδρασή του είχε φέρει όλες τις αισθήσεις της σε εγρήγορση. Μπορούσε να δει καλύτερα, να ακούσει καλύτερα, να αισθανθεί το παραμικρό σε μεγάλη ένταση, ενώ και το μυαλό τις έφερνε γρήγορες στροφές, πηδώντας ακατάληπτα από το ΢άικεντ, στον εξωγήινο και από εκεί στον Ρίτσαρντ, και από εκεί στα σεντόνια του αρχηγείου των Παραλόγων. ΋λα αυτά μαζί και με μια περίεργη αίσθηση χαμηλά στην κοιλιά της, και με ροζ αιματώσεις στα μάγουλά της. Σα άκρα της είχαν αρχίσει να μουδιάζουν χωρίς να το καταλάβει, αλλά με ένα ωραίο, ευπρόσδεκτο μούδιασμα. Σο κεφάλι της φαινόταν πιο ελαφρύ από όσο το είχε συνηθίσει. ‘’Σι ακριβώς είστε εσείς εδώ;’’, τον ρώτησε γυρίζοντας το κεφάλι της. Η φωνή της πρόδιδε μια ελαφριά μέθη, την οποία ο Ρίτσαρντ κατάλαβε αμέσως. ‘’Οι παράλογοι’’, της είπε, κάνοντας μια κίνηση να τσουγκρίσουν τα ποτήρια τους, την οποία η Άλις δεν είδε. ‘’Είμαστε αυτοί που καταλαβαίνουν το παράλογο του κόσμου, και προσπαθούν να το δείξουν και στους υπόλοιπους’’. Κατέβασε το υπερυψωμένο ποτήρι κάπως αμήχανα και είπε μια γουλιά. ‘’Και με τι στόχο;’’, τον ρώτησε, γυρίζοντας ολόκληρη προς το μέρος του. ‘’Σι εννοείς με τι στόχο; Με στόχο να αποκαλύψουμε το ψέμμα σε όσους το έχουν πιστέψει!’’ ‘’Και τι θα κάνουμε μετά δηλαδή;’’ Ο Ρίτσαρντ γέλασε δυνατά. ‘’Γλυκιά μου, βλέπω ότι το αψέντι σου έλυσε την γλώσσα! Πολύ ωραία λοιπόν. Μετά, θα ρίξουμε κάτω όσους μας λένε ψέμματα, και θα τους κλωτσάμε στον πισινό!’’ Η Άλις συγκράτησε ένα γέλιο, βάζοντας το χέρι της μπροστά στο στόμα της. ‘’Εσύ είσαι δηλαδή....ένας τρομοκράτης;’’, ρώτησε με ένα ενθουσιασμό.

[205]


‘’Α, για αυτούς είμαι σίγουρα τρομοκράτης! Και μάλιστα αρκετά επικίνδυνος, για να με κλείσουν στο ΢άικεντ και να προσπαθήσουν να πολτοποιήσουν την γκρίζα ύλη του εγκεφάλου μου, που την αγαπάω πάρα πολύ. Αν με ρωτάς όμως, όχι ότι φημίζομαι για κάποια μετριοπάθεια, δεν έχω μπόλικη από αυτή, δεν θα θεωρούσα τον εαυτό μου τρομοκράτη. Ο τρομοκράτης, όπως λέει η λέξη, αυτή η παλιά και χυδαία λέξη που όρισε την ιστορία μας αρκετά χρόνια πριν φτάσουμε εδώ, βασίζεται στον φόβο. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να τρομάξω κάποιον, ίσως μόνο κάποιο παιδί. Ούτε θα ήθελα να τρομάξω κάποιον. Εγώ θα ήθελα το ακριβώς ανάποδο- κανένας άνθρωπος να μην φοβάται. Να απαλλαγούμε από αυτό το φτηνό συναίσθημα του φόβου...Γιατί φοβόμαστε, αγαπητή μου Άλις; Σι είναι αυτό που μας φοβίζει;’’ Η Άλις ήταν λίγο αφηρημένη κοιτάζοντας το στόμα και τα χείλη του, αλλά έπιασε την τελευταία ερώτηση και η απάντηση της ήρθε πηγαία. ‘’Σο θάνατο;’’ ‘’Αχα! Σο θάνατο. Μα βέβαια, ένας από τους πιο παλιούς φόβους, ίσως πιο παλιός από το φόβο. Είναι βέβαιο, ο θάνατος υπήρχε πριν αρχίσουμε να τον φοβόμαστε. Κυρίως τον φοβόμαστε επειδή δεν τον γνωρίζουμε. Κανείς άλλωστε δεν έχει εμπειρία θανάτου- να μην ακούσω τις μπούρδες για τα τούνελ και το λευκό φως και το μακρύ χέρι που έρχεται να σε σηκώσει. Υαντάζεσαι ένα κόσμο ψυχών και μεταθανάτιου απείρου να αποτελείται από.....βοηθητικά χέρια και τούνελ; Αστείο. Βαρετό. Αλλά να μην χάνω το θέμα. Έλεγα ότι κανείς δεν έχει εμπειρία θανάτου. Σην έχει δηλαδή, αλλά κρατάει για μια στιγμή. Και όλοι οι υπόλοιποι που περιμένουμε με αγωνία να μάθουμε, με τα μικρόφωνα παρατεταγμένα, δεν μαθαίνουμε ποτέ και περιμένουμε την σειρά μας. Επιπλέον, απ’ότι φαίνεται είναι δομικά αδύνατον να χωρέσει η στρογγυλή κεφάλα μας ότι ο θάνατος είναι τόσο φυσιολογικός όσο είναι και η ζωή. Δεν θα υπήρχε αυτή αν δεν υπήρχε το αντίθετό της. Δεν περνάμε από την ζωή και το θάνατο, αυτά τα δυο συνυπάρχουν σε αρμονία, δεν βρίσκονται σε διαδοχή. Αλλά ενώ η ζωή για τους περισσότερους είναι μια αδιάφορη συναισθηματικά κατάσταση, ο θάνατος έχει δυσανάλογο συναισθηματικό φορτίο. Είναι μια διπλή μας, μάταιη αδυναμία: Η αδυναμία να μας να πάψουμε να θέλουμε να καταλάβουμε ένα κόσμο που δεν εξηγείται, και η φριχτή αδυναμία μας να πεθάνουμε. Θα περίμενε κανείς ότι ο θάνατος του θεού θα μας βοηθούσε λίγο, αλλά αντίθετα μεγένθυνε το φόβο σε εκατό διαφορετικές μορφές- ξεπεράσαμε, αγαπητή μου Άλις, μια εποχή που πιστεύαμε σε ένα μονό, ή τριπλό ή εξαπλό κοσμικό υπέρτατο όν που είτε παίζει ζάρια είτε κρατάει

[206]


νήματα και προδιαγράφει την μοίρα μας, και περάσαμε σε μια εποχή που πιστεύουμε σε εξωηγήινους, καλή ώρα, σε μετεωρίτες που έρχονται, σε ρομπότ που λειτουργούν αυτόνομα, σε ιούς εξολοθρευτές έξω από την Νεκρή Ζώνη και το Σείχος και σε ανθρωπόμορφα ζόμπι από μεταλλάξεις ραδιενέργειας. Η απελευθέρωσή μας από το ψέμμα ενός χεριού που θα μας οδηγήσει στη μεταθανάτια μη πεπερασμένη ζωή, μας οδήγησε σχεδόν ταυτόχρνα στην υποδούλωση κάθε άλλης φοβίας για την μαζική μας εξολόθρευση. Περιμένουμε μια αποκάλυψη, Άλις, την περιμένουμε τόσο καιρό και με τόσους πιθανούς τρόπους, που πραγματικά έχω αρχίσει να πιστεύω μήπως όλα αυτά δεν είναι παρά αντανάκλαση μιας συλλογικής ενοχής. Η ενοχή του εξολοθρευτή μπροστά στο νεκρό πεδίο του περάσματός του. Είμαστε ο μετεωρίτης, είμαστε τα ρομπότ, είμαστε ο ιός, είμαστε ο θεός, είμαστε η μπουλντόζα που γκρέμισε τον παράδεισο και τύλιξε την γούβα με πορτοκαλί κορδέλα που γράφει ‘γίνονται έργα’. Και δεν φοβόμαστε παρά αντανακλάσεις του εαυτού μας, γιατί εμείς είμαστε ο θάνατος.’’ Ο Ρίτσαρντ ήπιε μια γερή γουλιά και άδειασε το ποτήρι του. Η Άλις έκλεισε το στόμα της στην παύση του, και τον συνόδευσε στην γουλιά, προσπαθώντας να πιεί μια μεγαλύτερη, αλλά καταλήγοντας σε βήχα. Είχε αρχίσει να μην ελέγχει καλά τα άκρα της, αλλά και να μην ελέγχει καθόλου καλά την ανάδυση διαφόρων αναπάντεχων παρορμήσεων. Μια εκ των οποίων ήταν να αφήσει τα χείλη της πάνω σε αυτά του Ρίτσαρντ Λίθγκοου. Κούνησε το κεφάλι της κάπως νευρικά, σαν να ήθελε να διώξει την σκέψη, αλλά αυτή παρέμεινε εκεί, επίμονη. Σο χέρι του ξαναήρθε στον ώμο της, επιταχύνοντας τους παλμούς της. ‘’΢ε κούρασα όμως, σαφώς. Πως είσαι αγαπητό μου κορίτσι; Πολλές συγκινήσεις μαζεμένες σε πολύ λίγες ώρες. Η καθημερινότητά μας στο παλιό μας σπίτι περιλάμβανε μια συγκίνηση το μήνα αν δεν κάνω λάθος, και αυτή με ραντεβού και συνταγή γιατρού. Είναι κάποια αλλαγή αυτή. Έχει γίνει τίποτα με την μνήμη σου; Ίσως το μαγικό αυτό πράσινο απόσταγμα να ξεκλείδωσε τίποτα αμπάρια που κλείδωσαν τα φάρμακα του ΢άικεντ; Ελπίζω τα ψάρια που μάζευες για χρόνια να μην έχουν σαπίσει ολότελα’’ Η Άλις έκλεισε τα μάτια της, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί. Πράγματι, στο κεφάλι της συνέβαιναν διάφορα γεγονότα, αρκετά γειτονικά διαμερίσματα κάνανε δυνατά πάρτυ, αλλά από την αρχική ομίχλη τώρα είχε απλά ένα ταχύρυθμο κολλάζ από αφηρημένες εικόνες, σκέψεις, χρώματα και ήχους.

[207]


‘’Δεν είμαι σίγουρη..’’, είπε δειλά. ‘’Θέλω να βρω, αλλά δεν βρίσκω ακόμα κάτι...δεν ξέρω αν μπορώ να στο περιγράψω..είναι σαν..εκρήξεις φωτός, ένταση, δεν ξέρω..’’ ‘’Δεν πειράζει’’, απάντησε και έφερε το χέρι του στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, χαιδεύοντάς την. Η Άλις γύρισε το κεφάλι της προς τα πίσω καλοσωρίζοντας την επαφή και ενώ προσπάθησε αρκετά, δεν συγκράτησε έναν αναστεναγμό. ‘’Νιώθω περίεργα’’, του είπε. ‘’Λογικό είναι’’ ‘’Ψραία περίεργα’’ Όστερα, σήκωσε και αυτή το χέρι της και έπιασε το δικό του, σφίγγοντάς το. Ένα απαλό χαμόγελο. Μια ανταπόδοση. Μια μικρή σιωπή, γεμάτη πηχτή αμηχανία και εκκολαπτόμενη επιθυμία. Η Άλις, χωρίς να είναι σίγουρη σε ποια παρόρμηση υπακούει, ανασηκώθηκε και πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του. Έκλεισε τα μάτια της με το στόμα ελαφρώς ανοιχτό. Όστερα ένιωσε το χέρι του να την ακουμπάει στο μάγουλο, ύστερα κοντά στο αυτί –αυτό ήταν σε θέση να την εκτοξεύσει- και ύστερα να της αφαιρεί αργά και προσεχτικά τα γυαλιά. Νιώθωντας κάπως αγχωμένη, άνοιξε τα μάτια της, και τώρα η θολούρα στο κεφάλι της ήταν ο κόσμος ολόκληρος. Ακόμα και ο Ρίτσαρντ μπροστά της ήταν μια θολή εικόνα με φευγαλέες λεπτομέρειες. ‘’Δεν...δεν βλέπω καλά έτσι’’, του είπε με συστολή. Αυτός ίσως να χαμογέλασε. ‘’Δεν χρειάζεται. Βλέπω εγώ αυτά τα υπέροχα μάτια σου’’, ψιθύρισε. Όστερα έσκυψε και έβαλε την γλώσσα και τα χείλη του στο λαιμό της. Ζεστό αίμα απλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα σε όλο της το σώμα με μικρές συνεχείς στάσεις στα ακροδάχτυλα και σποραδικές γαργαλιστικές αισθήσεις σε διάφορα σημεία ξεχασμένων και για πολύ καιρό αδρανών περιοχών. ΢ηκώθηκαν αγκαλιασμένοι, παραδομένοι και οι δυο- αυτός στον μαλακό λαιμό της, αυτή στην αίσθηση του παθιασμένου φιλιού του. Άγαρμπες χορευτικές φιγούρες τους συνόδευσαν μέχρι που προσγειώθηκαν σε ένα από τα γειτονικά ράτζα, η Άλις πλέον μπορούσε να ακούσει τους αναστεναγμούς της σαν να βρισκόταν πάνω από το σώμα της και νιώσει τα χέρια του να ξεκουμπώνουν το μπλου τζιν. Μπορεί η μνήμη της να κοιμόταν, αλλά κάτι επίσης λησμονημένο είχε σίγουρα ξυπνήσει για τα καλά, μέσα από το συνδυασμό ανδρεναλίνης, απόδρασης και αψεντιού. Ένιωσε τον εαυτό της να αγριεύει, να ποθεί, να επιθυμεί. Σον κράτησε δυνατά από τους ώμους και τον έσπρωξε προς τα πίσω, γυρίζοντας τον ανάσκελα.

[208]


Άνοιξε τα μάτια της. Ο κόσμος ήταν όσο θολός και αφηρημένος τον ήθελε η επιθυμία της. Προσπάθησε να βρει το κουμπί για το παντελόνι του. ‘’Γλυκιά μου’’, είπε αυτός με ένα τόνο που παρέμενε αισθησιακός και ας έπνιγε φανερά ένα γέλιο. ‘’Γλυκιά μου εκεί είναι το γόνατό μου’’, προσέθεσε, και ύστερα έπιασε το χέρι της και το οδήγησε στο σωστό σημείο. Η Άλις δεν πρόλαβε να γελάσει αμήχανα, νιώθωντας την εφάμιλλη με την δική της ένταση του Ρίτσαρντ Λίθγκοου και το βογγητό που έφερε το άγγιγμά της. Καθώς κατέβαζε με συγκρατημένη βία το παντελόνι του, η Άλις αναρωτήθηκε αν αυτό το αγριεμένο πλάσμα του ενστίκτου ήταν πράγματι ο εαυτός της. Αυτός από την άλλη πλευρά, αποδεχόταν την επιθετικότητά της και την ακουμπούσε με πάθος αλλά ταυτόχρονα τρυφερότητα και αυτοσυγκράτηση. Δεν τον έβλεπε, αλλά θα ορκιζόταν ότι όλο το διάστημα αυτό της χαμογελούσε. Σην βοήθησε να γδυθεί αφαιρώντας το άβολο μπλου τζιν. ΋σο φλύαρος ήταν ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου όταν μιλούσε, άλλο τόσο απέρριτος ήταν στις κινήσεις και τα βέλη της ερωτικής του φαρέτρας. Παρά την δική της, σε σημεία άγαρμπη, επιθετικότητα, την έφερε με σίγουρες και σταθερές κινήσεις ανάσκελα στο μαλακό στρώμα. Η Άλις έκλεισε τα μάτια της, ανταλάσσοντας την θολούρα του πάθους της με το σκοτάδι των αφηρημένων φαντασιώσεών της. Ο Ρίτσαρντ ήταν ένας άνθρωπος που φαινόταν να κατέχει πλήθος απαντήσεων για πάρα πολλά θέματα- ένα από αυτά ήταν σίγουρα και η σαρκική επιθυμία. Η επαφή τους, απότοκο μιας περιπετειώδους αφύπνισης από ένα παρατεταμένο λήθαργο του μυαλού, κράτησε όσο χρειαζόταν η κοιμισμένη τους για πολύ καιρό επιθυμία. Πρώτη ήταν η Άλις, αδύναμη να συγκρατήσει τους σπασμούς της και την κοφτή της αναπνοή, ανήμπορη να ελέγξει την δύναμη που έσφιξε τους ώμους του φιλόσοφου. Ο δικός του παροξυσμός αντήχησε σαν δυνατό γέλιο, σαν να χλεύαζε κάποιος τον κόσμο ολόκληρο, στεκόμενος στην κορυφή του και κραδαίνοντας τα γεννητικά του όργανα. Μετά, απαγκιστρώθηκαν αργά ο ένας από τον άλλο, και ξαπλώσανε ανάσκελα γυμνοί, αναπνέοντας βαριά και απολαμβάνοντας την υγρασία του ιδρώτα πάνω στα σώματά τους. Δεν αλλάξανε κουβέντα για αρκετή ώρα, μέχρι που η Άλις συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε κάλλιστα να κοιμηθεί εκεί ακριβώς, αλλά ενθυμούμενη το χώρο και κυρίως το λόγο που βρισκόταν εκεί, σηκώθηκε απότομα αναζητώντας τα ρούχα της. Ση συνόδευσε ένα γέλιο του Ρίτσαρντ καθώς έμεινε μετέωρη, μέσα στο πυκνό τίποτα της μυωπίας της.

[209]


‘’Εδώ γλυκιά μου’’, της είπε, και η Άλις χρησιμοποίησε τον ήχο της φωνής του σαν φάρο. Χαχουλεύοντας έπιασε τα γυαλιά της και αποκατέστησε το χώρο γύρω της. Μαζί και το ιδρωμένο σώμα του Ρίτσαρντ Λίθγκοου, που κάπνιζε ήδη από την ηλεκτρονική του πίπα. Σον κοίταξε λίγο, και ύστερα περιμάζεψε τα ρούχα της, προσπαθώντας να ντυθεί βιαστικά. Με τα γυαλιά της, το φως του χώρου ήταν τώρα επικριτικό και προκαλούσε ντροπή στην γύμνια της. Ο φιλόσοφος δεν φαινόταν να βιάζεται να ντυθεί. Ανασηκώθηκε στους αγκώνες και την κοίταξε καθώς ντυνόταν βιαστικά. ‘’Σο σεξ δεν λέει ποτέ ψέμματα για τους ανθρώπους’’, είπε βραχνά μέσα από ένα σύννεφο καπνού. ‘’Δεν ξέρεις ακόμα ποια είσαι, αλλά εγώ μπορώ να σου δώσω μερικές ενδείξεις....Πρώτον, είσαι πολύ ευλίγιστη και....χμ...ανέλπιστα δυνατή, γλυκιά μου. Ίσως ήσουν αθλήτρια; Μα ναι, μπορώ να διακρίνω τις γραμμές από προπονημένους μυώνες.’’ Η Άλις που φορούσε τώρα μόνο το κίτρινο μπλουζάκι της και ετοιμαζόταν να χωθεί στο μπλουτζιν της, έχοντας πάψει να ψάχνει για το εσώρουχό της, ακούμπησε κολακευμένη αλλά και με περιέργεια την κοιλιά της, προσπαθώντας να ψηλαφήσει τις γραμμές που της έλεγε. Αυτός γέλασε. ‘’Επίσης, αγαπητή μου, ενώ είσαι φανερά ξανθιά, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για αυτό, έχω να σου πω ότι μπορεί και να...ήσουν κοκκινομάλα! Ή κάτι στο πιο καστανοκόκκινο’’ Η Άλις κοίταξε δειλά προς το εφηβαίο της. Ήξερε τι εννοούσε, το είχε δει άλλωστε και αυτή στο παρελθόν. Βιαστικά, έκρυψε το σώμα της μέσα στο μπλουτζιν, υπό την συνοδεία του βλέμματός του που πιέζε τα ρούχα της στο να παραμείνουν μακριά. Όστερα αυτός ξαναξάπλωσε και αφοσιώθηκε στο κάπνισμά του, με τα πόδια ανοιχτά και την πρώην του ένταση σε ανασυγκρότηση δυνάμεων. Σην ηρεμία του διέκοψε η Άλις, που στάθηκε ακριβώς από πάνω του. ‘’Και τώρα;’’, τον ρώτησε. Ο φιλόσοφος φύσηξε ένα γκρίζο συννεφάκι προσπαθώντας να δημιουργήσει σχήματα. ‘’Σώρα περιμένουμε’’, της είπε. ‘’Περιμένουμε να γυρίσουν οι φίλοι μας, να μας πουν για το κυνήγι εξωγήινων. Έχουμε και την αναμαλλιασμένη φίλη μας να βρούμε. Δεν θα με πείραζε βέβαια, να επαναλάβουμε ότι κάναμε. Η επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως αγαπητή. Για αυτό, ξαναβγάλε αυτά τα συντηρητικά ρούχα που φοράς, και έλα ξάπλωσε δίπλα μου. ΢ε δικαιολογώ μιας και τα φάρμακα έχουν εξασθενήσει την

[210]


μνήμη σου, αλλά η σωστή κοινωνική συμπεριφορά είναι να χαρίζεις λίγο παραπάνω χρόνο στον παρτενέρ σου. Προσωπικά, έχω πεθυμήσει την τρυφερότητα.'' Η Άλις ένιωσε λίγο άσχημα, και κάθισε δίπλα του, με τα χέρια σταυρωμένα ανάμεσα στους μηρούς της. Σο χέρι του ακούμπησε την πλάτη της. ''Ας πούμε ότι αυτό είναι κάτι. Μια καλή αρχή'', χαμογέλασε.

Σα γεγονότα είναι: Περίπου την ίδια στιγμή που η Άλις και ο Ρίτσαρντ άφηναν τον εαυτό τους στον απρόσμενο ερωτικό τους χορό, η Λίντια Υάρμερ, Προστάτης για δεκατέσσερα (αν και με ενδιάμεσο μεγάλο διάλειμμα) χρόνια, έβηξε δυνατά από το πυκνό και κοκκώδες ασφυξιογόνο αέριο και χαμήλωσε την ένταση στο ακουστικό στο αυτί της για να μην ακούει την τσιριχτή φωνή της Φόλυ Σζένκινς που της ούρλιαζε να σταθεί ουδέτερη στα τεκταινόμενα μπροστά της. Κάτι τέτοιο όμως φαινόταν αδύνατο- αυτό που συνέβαινε άλλωστε δεν ήταν ουδέτερο προς αυτήν. Μπορεί να περίμενε κάποια συμπλοκή, αλλά σίγουρα δεν περίμενε την έντασή της, και σαφέστατα δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την βιαστική και αγχωμένη κίνηση της αστυνομίας να ρίξει το λευκό πηχτό της δηλητήριο στο πλήθος- να και κάτι που είχε πραγματικά πάρα πολύ καιρό να συμβεί. Ακόμα και έτσι, το σύνηθες για ένα Προστάτη, όπως τουλάχιστον είχαν διδαχθεί και εφαρμόσει μερικές φορές στο παρελθόν, ήταν να διαχειριστούν το όποιο πλήθος, κάτι που πολλές φορές αρκούσε η παρουσία τους και μόνο για να γίνει. Η Λίντια, κάτι περισσότερο από δέκα χρόνια πριν, είχε σταθεί, άγουρη τότε, μπροστά σε ένα πλήθος, αρκετά μεγαλύτερο από αυτό. Θυμόταν την χοντροκομμένη αλλά εντελώς ειλικρινή αποφασιστικότητά στα μάτια τους, θυμόταν ότι θέλανε να προχωρήσουνε, χωρίς ωστόσο να θυμάται γιατί. Μαζί της ήταν ένας παλιότερος Προστάτης, ονόματι Άλεξ ΋σβαλντ, ο οποίος εκείνη την περίοδο είχε αναλάβει την καθοδήγησή της. Σον θυμήθηκε να στέκεται μπροστά από το πλήθος και να τους καλεί να οπισθοχωρήσουν, θυμήθηκε την αμηχανία των μπροστινών προσώπων στην θέα του. Πάνω του, αυτός κατείχε τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της τεχνολογίας, ήταν ένας άνθρωπος εκπαιδευμένος για να έχει το ρόλο ενός ημίθεου- η προσταγή του δεν μπορούσε παρά να είναι τελεσίγραφο. Η Λίντια θυμήθηκε το πλήθος να αποσύρεται με αργά πίσω βήματα, αλλά να συνεχίζει να

[211]


φωνάζει συνθήματα και να εκτοξεύει απειλές. Αναρωτήθηκε αν η ίδια ήταν αρκετή πλέον για να κάνει κάτι αντίστοιχο, αν και μέσα στο γενικότερο χάος που επικρατούσε εκείνη την στιγμή, ακόμα και αν φανέρωνε το ρόλο της πολύ λίγοι θα ήταν σε θέση να την διακρίνουν. Επιπλέον, η Φόλυ είχε δίκιο. Μπορεί να είχε δίκιο για δικούς της, όχι απαραίτητα ορθούς λόγους, αλλά είχε δίκιο. Αυτό δεν ήταν πολιτική διαδήλωση, δεν ήταν μπροστά σε κάποιο κυβερνητικό κτίριο και στο πλήθος δεν υπήρχαν οπλισμένοι εξτρεμιστές. Απλοί άνθρωποι, που ήθελαν να κυνηγήσουν την φαντασίωσή τους, η οποία για πρώτη φορά μάλιστα έφτανε τόσο χειροπιαστά μπροστά τους. Σο μυστηριώδες φως από το γειτονικό κτίριο είχε πια χαθεί στην νύχτα, αλλά έμεινε αναμμένο αρκετή ώρα, όση ώρα χρειαζόταν για να αποτελέσει απόδειξη ότι κάτι ήταν εκεί, και κάποιο μήνυμα ήθελε να στείλει μέσα από τους φωτεινούς θεατρινισμούς και την αναμφίβολα όχι τυχαία κατάρρευση του αυτόματου αστυνομικού χόβερ. Απέναντι σε αυτό, η αστυνομία είχε δείξει δυσανάλογο άγχος να περιφρουρήσει μια παρατημένη και σκοτεινή αποθήκη, και ακόμα περισσότερο δυσανάλογο πανικό να συγκρουστεί με το πλήθος που με το πέρασμα της ώρας, περνούσε τους αστυνομικούς σε αναλογία δεκαπέντε προς ένα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να συμβαίνει αυτό που τώρα συνέβαινε μπροστά στα μάτια της, όσο τουλάχιστον τα κρατούσε ανοιχτά. Οι Προστάτες είχαν εξοπλισμό για τέτοιες καταστάσεις, αλλά και κάποια στοιχειώδη εκπαίδευση- εκείνη την στιγμή η Λίντια δεν είχε ούτε εξοπλισμό ούτε μπορούσε να θυμηθεί τις αντοχές της στο αέριο από την εποχή που το εισέπνεε για εξάσκηση. Θυμόταν όμως την ουσία του- το ασφυξιογόνο αέριο ήταν ένα αέριο παραπλάνησης και όχι ευθείας επίθεσης. Η πυκνότητά του σε σωματίδια έδινε την αίσθηση του μπουκώματος στο φάρυγγα και την αδυναμία αναπνοής, κάτι που ωστόσο ήταν εντελώς ψέμμα. Αν ξεπερνούσες το ελαφρύ τσούξιμο στα μάτια, την πικρή γεύση και την αντανακλαστική τάση για βήχα, θα μπορούσες να καταλάβεις ότι η αναπνοή σου δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα. Η Λίντια σκεφτόμενη αυτό πήρε μερικές βαθιές αναπνοές και το σώμα της παρά την δυσκολία ηρέμησε.

΢κέφτηκε ότι τουλάχιστον θα μπορούσε να φυγαδεύσει όσους

κινδύνευαν με λιποθυμία, και ίσως να απομακρύνει ένα κομμάτι κόσμου, ως πολίτης και χωρίς να αποκαλυφθεί. Θα μπορούσε τουλάχιστον να βοηθήσει στην εκτόνωση της κατάστασης, η οποία ωστόσο δίπλα της φαινόταν να κορυφώνεται, καθώς άκουσε άλλες δυο κροτίδες απελευθέρωσης του αερίου. Σο πλήθος ήταν επίμονο, και ας αντιμετώπιζε ένα

αρκετά

αποτελεσματικό

αέριο.

Σης

φάνηκε

[212]

περισσότερο

περίεργο

παρά


εντυπωσιακό, ειδικά με το δεδομένο ότι η επιμονή αυτή οφειλόταν στην αναζήτηση ενός εξωγήινου. Από την άλλη όμως, όπως πολλες φορές έλεγε ο ΢μίτυ σε διάφορα θέματα, ''η καταπίεση του κόσμου είναι τέτοια που χρειάζεται μόλις μια φευγαλέα σπίθα για να ανάψουν πολλές μικρές φωτιές.''. Προχώρησε ψάχνοντας μέσα στον καπνό και τον κόσμο που έτρεχε σε διάφορες κατευθύνσεις να βρει τον Πολ. Αναρωτήθηκε τι θα έκανε αν στην θέση του Πολ την είχε συνοδεύσει κάποιος άπειρος Προστάτης από την νέα φουρνιά. Σο νέο καθεστώς ήθελε την εκπαίδευση και καθοδήγηση ξανά αρμοδιότητα του Τπουργείου και όχι του ίδιου του ΢ώματος. Ήταν πιθανό κάποιος άπειρος να μην είχε την παραμικρή ιδέα για αυτά που συνέβαιναν. Σουλάχιστον ο Πολ θα μπορούσε να κρατήσει την ψυχραιμία του. ΢κέφτηκε να τον αναζητήσει με την ενδοεπικοινωνία τους, αλλά ήξερε καλύτερα να μην δυναμώσει το μικρόφωνο, τουλάχιστον όσο η Φόλυ βρισκόταν σε mode υστερίας. Ένα νεαρό ζευγάρι πέρασε από δίπλα της τρέχοντας κάπως πανικόβλητο, χτυπώντας την εναλλάξ σε κάθε ώμο, έτσι που έφερε μια σβούρα γύρω από τον εαυτό της και λίγο έλειψε να πέσει. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και πνιγμένη στο αέριο, που μεγάλο μέρος του είχε ήδη καθιζάνει και σχημάτιζε μια γκριζόλευκη πάχνη στα πόδια τους σαν κάποιος να είχε φυσήξει ένα τεράστιο κουραμπιέ. Ο ήχος από κραυγές, φωνές και βήχα ήταν απροσδιόριστος και ασαφής, ίσα που μπορούσε να διακρίνει κάποιες ιαχές ανθρώπων που βρίζανε την αστυνομία αλλά και κάποιες φωνές για απομάκρυνση του πλήθους. ΢κέφτηκε ότι ήταν ώρα να ξανανοίξει την ενδοεπικοινωνία, μέχρι που ξαφνικά, το είδε, αν και αρχικά το θεώρησε παιχνίδι της περιορισμένης της όρασης, της έντασης και του πανικού. Μάσκες. ΋χι απλές μάσκες. Αυτές ίσως και να μπορούσε να τις περιμένει. Πολύς κόσμος άλλωστε κυκλοφορούσε πάντα με μια απλή χειρουργική μάσκα στην τσάντα του- η φοβία των μικροβίων ήταν περίπου τόσο έντονη όσο η λαχτάρα για τους εξωγήινους. Οι μάσκες που φορούσαν όμως οι δυο άντρες που είδε, δεν ήταν χειρουργικές, ήταν μάσκες ειδικές για αέρια. Αυτό όχι, δεν το κουβαλάει κανείς μαζί του, εκτός και αν είναι προετοιμασμένος. Αλλά ποιος και γιατί θα μπορούσε να περιμένει ότι ένα πλήθος που ήρθε να δει ένα ΟΤΥΟ θα δεχόταν ασφυξιογόνο αέριο; ΋λες οι αισθήσεις της τέθηκαν σε εγρήγορση, το ένστικτο του Προστάτη άφησε πίσω την ουδετερότητα και η Λίντια κινήθηκε στο χώρο με αυτοπεποίθηση και προσήλωση. Πλησίασε προς τον φράχτη, κόντρα στη μεγαλύτερη μάζα των ανθρώπων

[213]


που ερχόντουσαν αντίστροφα, αλλά τώρα αν την συναντούσαν, ώμο με ώμο, αυτοί ήταν που έχαναν την ισορροπία τους. Η Λίντια προσπάθησε να ακολουθήσει την κίνηση των αντρών με τις μάσκες. Έφερε τον καρπό κοντά στο στόμα της. ''Πολ;'' Η απάντηση άργησε λίγο, και συνοδεύτηκε με δυνατό βήχα. ''Μα που είσαι;'', φώναξε ο Πολ από την άλλη άκρη, εμφανώς αγχωμένος. ''΢ε ψάχνω τόση ώρα, η Φόλυ τσιρίζει, δεν…’’ ''Κάπου στη μέση αυτή τη στιγμή, αδύνατο να σου πω ακριβώς. Εσύ που είσαι;'' ''Περιμετρικά προς τα ανατολικά. Έχω δυο ημιλιπόθυμους εδώ και..'' ''Άστους, θα είναι εντάξει'', του είπε κοφτά. ''Κάτι δεν πάει καλά Πολ, είδα αντισφυξιογόνες μάσκες στο χώρο'' Ο Πολ έμεινε λίγο σιωπηλός, επεξεργαζόμενος την πληροφορία. ''Φειρουργικές μάσκες, θες να πεις'', της είπε τελικά. ''Ναι, τις είδα και εγώ, είναι αυτοί οι παλαβοί εδώ μαζί με τους άλλους, οι Παράλογοι, και κουβαλούν μαζί τους μάσκες και άλλα σύνεργα. Αναγνώρισα κανα δυο στο πλήθος''. Η Λίντια προχώρησε λίγο ακόμα και παρατήρησε ότι πλέον το σώμα του πλήθους ήταν χωρισμένο στα δυο- ένα κομμάτι έτρεχε να προστατευτεί από το αέριο, και ένα άλλο κομμάτι επέμενε στην συμπλοκή. Σο αέριο είχε ήδη αρχίσει να αραιώνει και σκέφτηκε ότι σε λίγο λογικά θα έπεφτε και άλλο. Πράγματι. Ένα γνωστό σφύριγμα. Νέες κραυγές, νέες οπισθοχωρήσεις. ''΋χι Πολ, αντιασφυξιογόνες. Ποιος χέστηκε για τους Παράλογους;'' Η Λίντια συγκεντρώθηκε παρά το αντανακλαστικό των βλεφάρων της να κλείσουν. Ήταν τώρα ανάμεσα σε

ανθρώπους, οι κινήσεις της δεν ήταν ελεύθερες, και

πισωπατούσε μαζί τους με την όπισθεν. Προσπάθησε να βρει κάτι μέσα στην άναρχη γενική κίνηση, κάποια συντονισμένη και συμμετρική κίνηση ανθρώπων, αλλά δεν μπορούσε. Η επόμενη έκπληξη που την περίμενε, ήταν ακόμα πιο απρόσμενη. Ένας αστυνομικός, πιθανώς από την πιο δυτική πλευρά του φράχτη, επέλεξε να απομακρύνει το πλήθος με μια καλύτερη συνταγή- η οβίδα κρότου διέλυσε την οχλοβοή σαν πραγματική βόμβα, και πολλοί γύρω της αντανακλαστικά κάλυψαν τα κεφάλια τους από φόβο. Ακόμα ένα όπλο ψευδαίσθησης, αλλά το συγκεκριμένο αποτελείωσε όποιον πανικό ήθελε να δημιουργήσει το αέριο. Αναγκαστικά, η Λιντία

[214]


προχώρησε στην ίδια κατεύθυνση με το πλήθος για να μην πέσει. Όστερα, χωρίς ήχο ή άλλη προειδοποίηση, όλα έσβησαν. ΋λη η περιοχή, από τους μακρινούς κεντρικούς δρόμους μέχρι την περιοχή των αποθηκών, έπεσε στο απόλυτο σκοτάδι. Ο πανικός του πλήθους γύρω της αυξήθηκε απότομα με την απώλεια του φωτός και επιτάχυνε την πορεία του, με πραγματικό κίνδυνο να ποδοπατηθεί οποιοσδήποτε είχε την ατυχία να πέσει. ''Σι στο διάολο;'', ακούστηκε ο Πολ. Η Λίντια πάτησε γερά στα πόδια της για να σταματήσει να παρασύρεται, και ένιωσε ένα κύμα ανθρώπων να φτάνει μέχρι την πλάτη της σκουντουφλώντας για να απομακρυνθεί. Με δυσκολία έμεινε όρθια, αλλά ένα νέο κύμα την απώθησε με δύναμη, έτσι που την έκανε να παραπατήσει για αρκετή ώρα. Όστερα ένας ακόμα ώμος την χτύπησε δυνατά στο στήθος, και ένας ακόμα άντρας έπεσε σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο πάνω της. Η Λίντια ένιωσε να χάνει την ψυχραιμία της. ''Αρκετά!'', φώναξε δυνατά και ύψωσε το γαντοφορεμένο χέρι της στον αέρα, με ανοιχτή την παλάμη. Από εκεί, μια μελαγχολική γαλάζια ακτινοβολία αναδύθηκε δειλά, σαν φως από κάποιο νυχτερινό ημιπαράνομο κατάστημα μιας άλλης εποχής. Μετά από δυο σπρωξίματα το φως έγινε λιγότερο διακριτικό, και πλέον έμοιαζε με ένα δυνατό προβολέα. ''Προστάτης'', ακούστηκε πολλές φορές από διάφορα στόματα. Μαζί, διάφορες άλλες φωνές, ανάμικτες σε αντιμετώπιση. Κάποιοι φώναξαν βοήθεια, κάποιοι κάλεσαν τους υπόλοιπους να τρέξουν ακόμα πιο γρήγορα. Σουλάχιστον όμως, όλοι κάπως περιόρισαν το ατσούμπαλο τους τρέξιμο μακριά από το φράχτη. ''΢ε βλέπω'', μουρμούρισε ο Πολ, που πράγματι μπορούσε να διακρίνει λίγο πιο πέρα του την γαλάζια φωτεινή εστία. ''Είσαι πενήντα μόλις πόδια στα δεξιά μου.'' ''Πάρε την Φόλυ'', του είπε αυτή, προσπαθώνας να αναπνεύσει ύστερα από τα αλλεπάληλα χτυπήματα. Γύρω της μπορούσε να διακρίνει χλωμά στο φως του χεριού της βλέμματα να της ρίχνουν κλεφτές ματιές καθώς περνούσαν από δίπλα της. ''Πες της ότι έγινε διακοπή ρεύματος στην περιοχή. Και πες της να μου δώσει ένα γαμημένο λόγο που συνέβη αυτό.'' Ένας μεσήλικας άντρας, με μισόκλειστα από το αέριο μάτια και μια λευκή πάχνη στο φαρδύ του μέτωπο στάθηκε μπροστά της, κάπως ανήμπορος. ''Δεν μπορώ να αναπνεύσω'', της είπε ξέπνοα. Η Λίντια έσφιξε τα χείλη της και κοίταξε προς την πλευρά του φράχτη. Σο αέριο και το σκοτάδι δεν της επέτρεπαν να διακρίνει το παραμικρό. Κάποιες στιγμιαίες λάμψεις από φακούς της αστυνομίας, κάποια φώτα χόβερ. Μπροστά της ένα πλήθος από μαυρες σιλουέτες που αποκτούσαν

[215]


μια βαθιά μπλε απόχρωση καθώς την πλησίαζαν. Με μια γκριμάτσα απογοήτευσης, τράβηξε τον άντρα από το μπράτσο και τον οδήγησε προς τα πίσω και προς την κατεύθυνση του κεντρικού δρόμου. ''Βοήθα όσους το χρειάζονται'', είπε στον Πολ, απρόθυμα. Λίγα μόλις μέτρα μπροστά από την Λίντια Υάρμερ, αρκτά πιο κοντά στον φράχτη, ένας αστυνομικός παρατήρησε την σιλουέτα που ερχόταν προς το μέρος του, και σήκωσε το ηλεκτροφόρο του γκλομπ για να αμυνθεί. Ένα πέρασμα από ένα προβολέα ενός

χόβερ

φανέρωσε

μπροστά

του

έναν

άντρα

που

φορούσε

μια

μαύρη

αντιασφυξιογόνα μάσκα. Δεν μπόρεσε να δει το πρόσωπό του πίσω από το σκούρο τζάμι της. Δεν μπόρεσε να δει αν κρατούσε κάτι στα χέρια του, ούτε μπορούσε να κρίνει τις προθέσεις του. Σον πρόσταξε να οπισθοχωρήσει. Αυτός κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Άλλο ένα πέρασμα προβολέα από πάνω τους. Όστερα, ένιωσε ένα χέρι να του κάνει κεφαλοκλείδωμα, πιάνοντάς τον με τον αγκώνα σχεδόν από το λαιμό, και λυγίζοντάς τον προς τα πίσω. Ο αστυνομικός φώναξε πνιχτά και κούνησε το γκλομπ του στον αέρα, σε μια μάταιη κίνηση άμυνας. Μια κοφτερή βελόνα εισχώρησε βίαια και άγαρμπα στο λαιμό του, και ο αστυνόμος έβγαλε άλλη μια πνιχτή κραυγή. Όστερα σωριάστηκε στο έδαφος, αναίσθητος. Αρκετά μακριά, σε ένα αυτοκίνητο που έφερνε άσκοπες βόλτες περιμένοντας να αποφασίσει ο οδηγός του μια ξεκάθαρη κατεύθυνση, η Φόλυ χτύπησε πολλές φορές το χέρι της δυνατά πάνω στην πόρτα του οδηγού. Είχε ανοιχτή συνομιλία μόνο με τον ΢μίτυ, και ενίοτε επικοινωνούσε με την Λίντια, καθώς οι περισσότεροι των υπολοίπων απλώς διαμαρτύρονταν έντονα που αντί να βρίσκονται στο σημείο της συμπλοκής, έψαχναν στα χαμένα τον Γουίλιαμ Κόρβερ. Ο εκνευρισμός της μεγάλωνε παράλληλα με αυτό που σίγουρα θα σκεφτόντουσαν όλοι- ότι είναι υποκειμενική επειδή είναι αυτός, ότι δεν σκέφτεται καθαρά, ότι κολλάει το μυαλό της και γίνεται αυταρχική, πράγματα που έχει ξανακούσει για διάφορους λόγους. Μόνο που για πρώτη φορά η Φόλυ αναρωτιόταν μήπως όλα αυτά είχαν κάποια βάση- δεν συνήθιζε να έχει αμφιβολίες για τον εαυτό της, ακόμα και αν οι αποφάσεις της πολλές φορές προκαλούσαν αμφιβολία στους άλλους. Αυτό ήταν ένα από τα πολλά μαθήματα του ΢μίτυ- άπαξ και παρθεί μια απόφαση, τότε αυτή πρέπει να υλοποιηθεί αταλάντευτα. Είναι καλύτερα μια λάθος απόφαση, από το δισταγμό ή την απώλεια της ενότητας του

[216]


΢ώματος. Αυτό το μάθημα, όλοι τους, το είχαν ήδη λάβει με τον πλέον σκληρό τρόπο δέκα χρόνια πριν, και οι αμφιβολίες εκείνης της ημέρας επέστραφαν τώρα στο μυαλό της σαν ξεχασμένα φαντάσματα. ΋πως ακριβώς και ο Γουίλιαμ Κόρβερ. Ήταν φυσικά, ανάγκη τόσο να αφήσει πίσω οποιαδήποτε αμφιβολία, όσο και να συνεχίσει να σκέφτεται. Αυτό ήταν άλλωστε, το μεγαλύτερο ταλέντο της, αν και η ίδια ποτέ δεν το υιοθέτησε για τον εαυτό της. Άκουγε πάντα αποστασιοποιημένα οποιαδήποτε κουβέντα για ‘’καθαρή σκέψη’’, για ‘’ψυχραιμία στα κρίσιμα σημεία’’ και για την ‘’εξαίρετη δυνατότητα λήψης αποφάσεων ακριβείας υπό εξαιρετικά δύσκολες και αντίξοες συνθήκες’’. Σο τελευταίο συνόδευε και την έκθεση της ένταξής της στο ΢ώμα, και έμελλε να την συνοδεύει και την περίοδο που δοκίμαζε τον εαυτό της απέναντι σε ρομπότ για τα μάτια του κόσμου, σαν έκθεμα σε κάποιο τηλεοπτικό σόου. Η Φόλυ όμως όσο αποστασιοποιημένα άκουγε τους χαρακτηρισμούς, άλλο τόσο αδιαμαρτύρητα τους φορούσε όποτε χρειαζόταν- άλλωστε ήξερε ότι δεν ήταν απλώς μια εκπαιδευμένη πολεμίστρια που της είχε χαριστεί το δώρο της τεχνολογίας. Ήταν και ένα σύμβολο, το οποίο έπρεπε να βρίσκεται εκεί και να εμπνέει όποτε ο κόσμος χρειαζόταν έμπνευση. Ακόμα και αν αυτή η πτυχή των Προστατών είχε πάψει από καιρό να ισχύει, η αίσθηση του καθήκοντος είχε παραμείνει στην Φόλυ, ίσως και περισσότερο από τους υπόλοιπους που άφησαν την πικρία και τον πόνο να τους μετατρέψει σε υπερεκπαιδευμένους στρατιώτες. Ή, όπως στην περίπτωση του Γουίλιαμ Κόρβερ, σε πέταμα ταλέντου, ικανότητας και εκπαίδευσης, για να γίνει φτηνός ζιγκολό και περιθωριακή, περιπλανώμενη δήθεν μελαγχολική απεικόνιση ενός σώματος που απέτυχε κάποτε, ακριβώς την στιγμή που δοκιμάστηκε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Αν υπήρχαν πολλοί τρόποι για να γίνει κάποιος εντελώς μαλάκας, ο Γουίλιαμ είχε διαλέξει σίγουρα τον καλύτερο. Δεν είχε πει σε κανέναν από τους υπόλοιπους ότι τον παρακολουθούσε. Διακριτικά, και όσο περνούσαν τα χρόνια, όλο και πιο αραιά, αλλά η Φόλυ πάντα είχε ένα μέρος της προσοχής της στραμμένο πάνω του, με τον ίδιο τρόπο που πάντα είχε ένα κομμάτι του παρελθόντος που επανερχόταν συνέχεια ως ανοιχτό ερώτημα, χωρίς να έχει επιλυθεί. ΋ποιο και αν ήταν η αρχική της διάθεση, όταν είδε τον Γουίλιαμ να επισκέπτεται ακριβά σπίτια στον Βόρειο Σομέα για να προσφέρει ‘’παρέα’’, ένιωσε περισσότερο εκνευρισμό παρά απογοήτευση ή έστω ζήλια. Κυρίως επειδή δεν μπορούσε να καταλάβει το κίνητρό του. Ήταν λεφτά; Δεν χρειαζόταν, και από την άλλη δεν το έκανε και ως επάγγελμα, τουλάχιστον όχι όσο τον είχε δει. Ήταν δική του

[217]


επιθυμία για παρέα; ΋χι, ο Γουίλιαμ θα μπορούσε εύκολα να επισκεφτεί το ΝάιτΒάιμπ και να αρχίσει να μιλάει για το αγαπημένο του αυτοκίνητο για να καταλήξει σε μια βόλτα στην πόλη με κάποια αλαφροίσκιωτη παιδούλα. Ήταν κάποια τόσο σπέσιαλ κυρία που τον έφερε εκεί; Η Φόλυ είχε την ίδια απορία και τότε, και έκανε ένα ψάξιμο για το σπίτι, κυρίως ψάχνοντας για φωτογραφίες των ιδιοκτητών. Σο αρχείο στέγασης που είχε δημιουργηθεί από το χτίσιμο της Πόλης και κρατούσε κοντά έναν αιώνα παρείχε τέτοιες λεπτομέρειες, αλλά για το συγκεκριμένο οίκισμα είχε φωτογραφίες εικοσαετίας. Σο μόνο που μπορούσε να πει για την ιδιοκτήτρια ήταν ότι ήταν ψηλή, αλλά κατά τα άλλα, ούτε ιδιαίτερα πλούσια (ούτε ο άντρας της) και θα την έλεγε εύκολα άσχημη. Και, φυσικά, πολύ μεγάλη σε ηλικία για τον Γουίλιαμ. Θα μπορούσε βέβαια, ως εντελώς μαλάκας, να έχει σαν βασικό κριτήριο το ύψος. Αν εξαιρέσει κανείς την ίδια, ο Γουίλιαμ είχε μια προσκόλληση σε ψηλές γυναίκες, από την εποχή της Σζέσικα ακόμα.Η Φόλυ είχε μετρήσει ούτε λίγο ούτε πολύ τέσσερις επισκέψεις του μέσα σε ένα χρόνο, τόσο που να θεωρήσει ότι είτε επρόκειτο για κάποιο σοβαρό ειδύλλιο, είτε για μια τελείως ξετσίπωτη γυναίκα. Πέρα από αυτό όμως, στην πραγματικότητα η Φόλυ βρισκόταν σε αδιέξοδο. Δεν υπήρχε κανένας ιστός που να συνδέει τον Γουίλιαμ Κόρβερ με κάποιο σημείο της πόλης, πέρα φυσικά από το σπίτι του, που επίσης φυσικά, δεν υπήρχε περίπτωση να πάει. Από την άλλη, υπήρχε μια ανοιχτή κρίση, μετά από αρκετό καιρό, με συμπλοκές πολιτών με την αστυνομία. Η Λίντια μετέφερε σποραδικά την κατάσταση, ως αναπάντεχα βίαιη και γεμάτη παραλογισμό. Και όλα αυτά, για έναν υποτιθέμενο εξωγηίνο που εκπέμπει δυνατό φως σαν προβολέας και έχει την δυνατότητα να ρίχνει αστυνομικά χόβερ. Σα νέα που έφερε ο Μπεν ωστόσο μπορούσαν να συνθέσουν μια πιο πραγματική εικόνα- κάποιο κομμάτι κλεμμένης τεχνολογίας για το σκάφος, ένα απλό τρικ για το φως, ένα ακόμα τρικ για να βραχυκυκλώσει το χόβερ. ΋λα αυτά έδειχναν προς κάποιο παράφρονα, ή έστω μια ομάδα από τέτοιους, στα πλαίσια πάντα του παραλογισμού και του πανικού για τους εξωγήινους. Ίσως να ήταν και κάποιο ακριβό και επικίνδυνο παιχνίδι των Παράλογων, που ούτως ή άλλως έπρεπε να τα ακούσουν ένα χεράκι μετά τα γεγονότα και ίσως να συλληφθούν και ένας – δυο εναπομείναντες για παραδειγματισμό. Αλλά σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν έπαυε να είναι δουλειά της αστυνομίας και όχι δικιά τους: Η δική τους δουλειά ξεκίνησε περίπου τα μεσάνυχτα, όπου είχαν να μεταφέρουν μια γυναίκα στον Κεντρικό Πύργο. Ακόμα παρέμενε η βασική τους δουλειά, χάρη στα καραγκιοζιλίκια και κασκαντεριλίκια του Γουίλιαμ

[218]


Κόρβερ. Κάπως παραιτημένη και μπερδεμένη, ξαναμίλησε με τον ΢μίτυ που παρακολουθούσε όλα τα μέτωπα από τα κεντρικά τους γραφεία. ‘’Έληξε;’’, τον ρώτησε για δέκατη περίπου φορά, εννοώντας τις συμπλοκές. Ο ΢μίτυ άργησε λίγο να απαντήσει, αλλά όπως πάντα, ήταν εκεί. ‘’Λήγει’’, μουρμούρισε. ‘’Η διακοπή ρεύματος έφερε τον μεγαλύτερο πανικό και διαλύθηκε ο κύριος όγκος. Βοήθησε και τους δικούς μας να διώξουν τον κόσμο με ασφάλεια, αν και χρειάστηκε να…κάνουμε κάπως την εμφάνισή μας. Ο Μπεν επέστρεψε σε ασφάλεια τον πραγματογνώμονα και σκέφτεται να επιστρέψει για τον ‘εξωγήινο’. Σα χόβερ, ειδικά τα επανδρωμένα, πλησιάζουν διστακτικά στο σημείο. Τπάρχει φόβος. Παρεπιμπτόντως, η περιοχή είναι γεμάτη εγκαταλελειμένα κτίρια και αποθήκες, θα είναι δύσκολο να βρούμε τον ζημιάρη φίλο μας. Άσε που μπορεί να τηλεμεταφέρθηκε πίσω στον Άρη’’ ‘’Η κατάσταση μου θυμίζει την Νεκρή ζώνη’’, μουρμούρισε η Φόλυ άξαφνα, σαν να σκέφτηκε δυνατά. ‘’Θέλεις να πεις κάτι;’’ ‘’Η γυναίκα που έκλεψε ο Κόρβερ, ο εξωγήινος, το σκάφος. Δεν ξέρω ΢μίτυ, κάτι δεν μου αρέσει. Αυτό που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζουν να συνδέονται’’ ‘’Και ο Κόρβερ συνδέεται;’’ ‘’Να πάει να γαμηθεί ο μαλάκας’’ ‘’΢ύμφωνοι’’. ‘’Ψ, έλα τώρα ΢μίτυ, μην γίνεσαι συγκαταβατικός. Πες μου ότι και εσύ πιστεύεις ότι δεν σκέφτομαι καθαρά. Πες το μου, αλήθεια’’. Ο ΢μίτυ πήρε μια βαθιά αναπνοή. ‘’Φόλυ, το ξέρεις ότι δεν πιστεύω κάτι τέτοιο. Αλλά οι άλλοι το πιστεύουν, και ίσως κάνουν καλά που το πιστεύουν. Η πρωτοβουλία ήταν πάντα για εμάς πολύ σημαντικός παράγοντας, ειδικά όταν η ηγεσία μας μπορεί να ήταν σε δύσκολη θέση…’’ ‘’Παράτα μας ΢μίτυ’’, τον έκοψε αυστηρά. ‘’Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Δεν είμαι σε δύσκολη θέση. Και αν πιστεύουν ότι είμαι, καλύτερα να το πουν πριν πάρουν καμία πρωτοβουλία. Ο ΢αμ πήρε πρωτοβουλία, και πήρε μια πρωτοβουλία με οδηγό την αλαζονεία και την υπεροψία. Έπρεπε να κυνηγήσει τον Κόρβερ με μεγαλύτερη σοβαρότητα, και όχι με παλιά τρικ που θα τον έκαναν να δείχνει έξυπνος. Και επίσης, τώρα έχουμε θεσμική ηγεσία. Είναι έτσι, τι να κάνουμε; Θα είμαι υπόλογη μόνο για τις αποφάσεις μου, όχι για τις αποφάσεις των άλλων’’.

[219]


‘’Η ηγεσία είναι υπόλογη για τις πράξεις όλων όσων ηγείται Φόλυ. Αν κάποιος παραβλέψει τις αποφάσεις σου, πάει να πει ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με την ηγεσία’’ ‘’Άσε τα μαθήματα τέτοια ώρα. Σι θες να πεις; ΋τι φταίω; ΢ε ποιο πράγμα; Γίνεται ο κακός χαμός και…’’ ‘’΋χι, Φόλυ.’’. Ήταν η σειρά του ΢μίτυ να την διακόψει. ‘’΋χι, δεν γίνεται ο κακός χαμός. Σο ότι το αντιλαμβάνεσαι εσύ ως κακό χαμό, με ανησυχεί. ΋πως με ανησυχεί το ότι ξέρω ότι είσαι σχεδόν άυπνη για δυο ημέρες τώρα. Ίσως αυτό να θολώνει την κρίση σου, και όχι ο Γουίλιαμ. Δεν γίνεται καθόλου ο κακός χαμός. Αιφνιδιαστήκαμε από αυτόν τον ξεχασμένο κατεργάρη και πράγματι, ο ΢αμ ήταν απερίσκεπτος. Αλλά σε τελική ανάλυση δεν έχουμε να κάνουμε παρά με ένα εξαφανισμένο ζευγάρι, και έχεις στείλει τους πιο ικανούς ντεντέκτιβ εκεί έξω να το βρουν. Πιστεύεις ότι δεν θα τους βρουν τελικά; Πιστεύεις ότι ο Κόρβερ μπορεί να μας αντέξει, σε πλήρη ανάπτυξη; Και επιπλέον, έχουμε μια ακόμα συνηθισμένη παράκρουση για εξωγήινο που απλώς πήγε πολύ στραβά. Ίσως, έχεις δίκιο, να έχουμε να κάνουμε με κάποια τρομοκρατικής φύσης κίνηση, αν και ακόμα δεν βιάζομαι για τα συμπεράσματα που υπονόησες με την αναφορά σου στην Νεκρή Ζώνη. Και για αυτό, έχουμε ικανότατους ανθρώπους- και ο Μπεν και η Λίντια εκτέλεσαν τα καθήκοντά τους άψογα. Η Λίντια μάλιστα, αν είχε εμπλακεί και νωρίτερα, ίσως να βοηθούσε και πιο νωρίς, και μην νομίζεις ότι κρίνω την απόφασή σου, σωστή ήταν. Σο λέω όμως εκ των υστέρων, για να σου πω ότι κανένας κακός χαμός δεν γίνεται. Θέλει υπομονή και καθαρό μυαλό Φόλυ, αν έχουμε μυαλό που βρίσκεται σε κακό χαμό, όλα θα μοιάζουν έτσι.’’ Η Φόλυ ανέπνευσε βαριά σουφρώνοντας τα χείλη της. Πήρε ακόμα μια άσκοπη στροφή, κάνοντας για αρκετή ώρα ένα ιδιότυπο κύκλο κοντά στην περιοχή που ο Γουίλιαμ έστησε την ενέδρα του στον ΢αμ. Δεν θα ήθελε να παραδεχτεί το δίκιο του ΢μίτυ, αλλά δεν είχε επιχειρήματα για να υποστηρίξει κάτι διαφορετικό. ‘’Μήπως να πάω στο σημείο;’’, τον ρώτησε τελικά. ‘’Δεν χρειάζεται, πιστεύω. Σώρα αν πάμε, θα πάμε για να καθαρίσουμε. Μπορείς να δώσεις περισσότερο κόσμο για αυτό που μας ενδιαφέρει από το σημείο, να βρούμε δηλαδή τον τύπο, εξωγήινο ή μη. ΢υμφωνώ ότι πρέπει να κρατήσεις κόσμο στο κατόπι του Κόρβερ, αλλά κυρίως αυτό που μετράει είναι να σκεφτούμε που είναι ο Κόρβερ.’’ ‘’Δεν έχω τίποτα’’, είπε αυτή με ένα διακριτικό αναστεναγμό.

[220]


‘’Αποκλείεται’’, ήταν η απάντησή του. ‘’Αποκλείεται Φόλυ. Σον παρακολουθούσες τόσο καιρό. Θα υπάρχει κάτι. Κάτι, Φόλυ, σκέψου. Αν δεν υπάρχει τίποτα, τότε πάει να πει ότι όλα αυτά, ότι έκανε, είναι μόνο μια παρόρμηση, ένα σχέδιο στο πόδι. Δεν είναι αυτό το στυλ του, Φόλυ. Ο Κόρβερ σκέφτεται, σχεδιάζει, αυτό κάνει, σχεδιάζει πολύ καιρό πριν κάνει κάτι. Σο θέμα είναι τι σχεδίαζε. Σο γιατί το βρίσκουμε στην πορεία’’ Η Φόλυ έπιασε το κεφάλι της και σταμάτησε το αυτοκίνητο. Κοίταξε προς τον σκοτεινό δρόμο προβληματισμένη. ‘’Δεν μπορεί να είναι παρόρμηση’’, είπε τελικά. ‘’Πάμε τότε. Θα υπάρχει σίγουρα κάτι. Θυμήσου. Πέρα από όσα είπαμε ήδη, κάτι άλλο, κάποια λεπτομέρεια. Ας πούμε, φίλοι; Κοντινά πρόσωπα;’’ ‘’Σίποτα ιδιαίτερο από όσο είδα. Ειδικά μετά το πέρασμά του από τον Γκουρού, τίποτα.’’ ‘’Άλλες σχέσεις;’’ Η ερώτηση του ΢μίτυ ήταν απόλυτα φυσιολογική, όπως ακριβώς ρώτησε για τους φίλους, αλλά η Φόλυ αισθάνθηκε ότι ρωτούσε διαφορετικά, σαν να ήθελε να είναι διακριτικός. ‘’Πέρα από την ‘κυρία’ στον βόρειο τομέα;’’, τον ρώτησε με φανερό σαρκασμό. ‘’Σίποτα’’, απάντησε μόνη της. ‘’΢υνεχίζω να πιστεύω ότι είναι η κούραση αυτό που σε εμποδίζει. Θα σου πρότεινα ίσως να έρθεις από εδώ, να ηρεμήσεις και να σκεφτείς καθαρά. Από ότι βλέπω το αυτοκίνητό σου περιφέρεται εδώ και λίγη ώρα στο ίδιο μέρος’’. ‘’Δεν χρειάζομαι ξεκούραση’’, είπε κοφτά. ‘’Και μην παρακολουθείς το αυτοκίνητό μου’’. ‘’Να στείλω κάποιους στο σημείο για τον εξωγήινο;’’ ‘’Δεν

είναι

εξωγήινος’’,

του

φώναξε.

‘’Και

ναι,

στείλε’’,

συμπλήρωσε

πιο

χαμηλόφωνα. ‘’Σι θα κάνεις εσύ;’’ ‘’Θα βρω κάτι’’ Από την αναπνοή του στην άλλη άκρη κατάλαβε ότι κάτι ήθελε να πει αλλά κόμπιαζε. Ίσως κάποια ακόμα καλοπροαίρετη αλλά ενοχλητική συμβουλή για να ξεκουραστεί ή να σκεφτεί καθαρά. Ο ΢μίτυ μπορούσε να γίνει πολύ πατρικός αν δεν αυτοπεριοριζόταν, ειδικά με εκείνη. Σου το είχε δώσει βέβαια αυτό το δικαίωμα, καθώς ήταν ένας από τους λίγους ανθρώπους που θα μπορούσε να εμπιστευτεί.

[221]


Κοίταξε προς τον δρόμο και είδε ένα νεαρό άντρα, που περπατούσε κάπως νευρικά και αγχωμένα, ίσως επειδή ο δρόμος ήταν αρκετά σκοτεινός, ίσως επειδή βιαζόταν να καταλήξει σε κάποιο σπίτι εκεί κοντά. Σο ύψος και η σωματοδομή του της προκάλεσαν κάποιους συνειρμούς. ‘’Έχεις πάντα μια εκτίμηση ΢μίτυ’’, του είπε. ‘’Γιατί το κάνει;’’ Ακούστηκε ένα βραχνό γέλιο. ‘’Δεν έχω για όλα εκτίμηση, Φόλυ. Σον Κόρβερ τον είχα μάλιστα ξεχάσει εντελώς, πάνε και πολλά χρόνια. Δεν περίμενα ότι θα ξανακούσω για αυτόν, πόσο μάλλον να ασχολούμαι με αυτόν τόσο πολύ, όπως τώρα. Αλλά πάντα από ότι θυμάμαι, να σου μπει στο μάτι προσπαθούσε. Δεν αποκλείεται και τώρα να κάνει το ίδιο’’ ‘’Μπα…’’, απάντησε αυτή. ‘’Πήγες πολύ πίσω τώρα’’ ‘’Παρεμπιπτόντως, μήπως σε είχε καταλάβει ότι τον παρακολουθείς; Θα μπορούσε να κρύβει τα ίχνη του, ή και να σου μπαίνει στο μάτι αν το είχε…’’ ‘’Αποκλείεται’’, είπε κοφτά. ‘’Δεν είχε ιδ…’’ Ξαφνικά, η Φόλυ σταμάτησε να μιλάει. Ο άντρας απέναντί της είχε προχωρήσει μερικά μέτρα πιο κάτω, και είχε σταθεί μπροστά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας που φαινόταν να είναι ο προορισμός του. Σον είδε να πατάει κάποιο κουδούνι, και να περιμένει το άνοιγμα της πόρτας. Με ένα σπρώξιμο η πόρτα άνοιξε, και μπήκε μέσα. Ήταν πολύ αργά για κάποια επίσκεψη, οπότε εύλογα αυτή ήταν μια επίσκεψη συγκεκριμένου χαρακτήρα. Με ή χωρίς ναρκωτικά της ΢άικεντ, ειδικά για τέτοιες περιπτώσεις, σε λίγο μια σεξουαλική τελετουργία θα λάμβανε χώρα, λίγο μακριά της. ‘’Μέρα μεσημέρι’’, μουρμούρισε. ‘’Σι;’’, ακούστηκε η φωνή του ΢μίτυ, που δεν είχε καταλάβει ούτε την διακοπή της προηγούμενης φράσης, ούτε αυτήν που ήταν ολόκληρη. ‘’Μέρα μεσημέρι,’’ επανέλαβε μηχανικά η Φόλυ, κοιτάζοντας τώρα την άδεια είσοδο της πολυκατοικίας. ‘’Φόλυ;’’ Πρέπει να την φώναξε στην άλλη άκρη του ακουστικού άλλες τρεις φορές. Η Φόλυ τον άκουγε, αλλά τώρα το μυαλό της δούλευε με τόσο μεγάλη ταχύτητα και ένταση που εκλάμβανε το όνομά της ως λευκό θόρυβο, τον οποίο και απέρριπτε αυτόματα. Θυμήθηκε μια μια, τις εικόνες από τις φωτογραφίες, από αυτές που λάμβανε κάθε

[222]


τόσο όταν έστελνε να παρακολουθούν τον Γουίλιαμ. Θυμήθηκε τις εικόνες στο σπίτι στο βόρειο τομέα. Η πρώτη, ο Γουίλιαμ Κόρβερ παρκάρει έξω από το σπίτι. Η δεύτερη, περνάει την μικρή εξωτερική αυλή και προχωράει προς την είσοδο. Η τρίτη, στέκεται στην εξώπορτα. Η τέταρτη, μια γυναίκα, προφίλ, εμφανίζεται και του προκαλεί ένα χαμόγελο. Και ξανά, μερικές ακόμα ημέρες. Σο ίδιο μοτίβο. ΋λες οι φωτογραφίες όμως, είναι φωτογραφίες τραβηγμένες το μεσημέρι. Ποιος παριστάνει τον ζιγκολό το μεσημέρι; ‘’Φόλυ, με ακούς;’’, η φωνή του ΢μίτυ ήταν τώρα κάπως αγχωμένη και εκνευρισμένη μαζί. ‘’Ίσως τότε να έλειπε ο άντρας της,’’ σκέφτηκε αυτή φωναχτά. ‘’Ποιανής ο άντρας; Μα τι είναι αυτά που λες;’’ Η Φόλυ άναψε την μηχανή του αυτοκινήτου. Σαυτόχρονα, απενεργοποίησε το ανοιχτό σύστημα εντοπισμού θέσης. ‘’΢μίτυ, έχεις δίκιο, δεν είναι παρόρμηση αυτό που κάνει.Είναι σχεδιασμένο, πολύ καιρό τώρα μάλιστα. Ο Γουίλιαμ έχει στήσει την σκακιέρα του’’ ‘’Θυμήθηκες κάτι;’’, φώναξε αυτός, που εν τω μεταξύ διέκρινε από μια μικρή οθόνη ότι το σήμα του αυτοκινήτου της έσβησε από το χάρτη της πόλης. ‘’΋χι. Μια διαίσθηση’’, απάντησε αυτή. ‘’Φόλυ, περίμενε. Πες μου που σκέφτεσαι να πας, να στείλω ενισχύσεις. Γιατί απενεργοποίησες τον εντοπισμό θέσης; Φόλυ, μην κάνεις βλακείες!’’ ‘’Α, μπορεί να είναι και εντελώς λάθος η διαίσθησή μου. Δεν χρειάζεται να ξεσηκωθούν όλοι. Επιπλέον, σε παρακαλώ ΢μίτυ, ο Γουίλιαμ Κόρβερ είναι. Νομίζω ότι μπορώ να τον χειριστώ και μόνη μου’’ ‘’Φόλυ….’’. Η φωνή του ΢μίτυ πρόδιδε αμφιβολία. ‘’Άκουσέ με, μην κάνεις ανοησίες, μην πας μόνη σου, σε παρακαλώ. Αν θυμήθηκες κάτι, πες το μου, να στείλω τουλάχιστον αυτούς που είναι στον τομέα που πηγαίνεις. Για κάλυψη, Φόλυ, μόνο για κάλυψη.’’ Σο αυτοκίνητο της Φόλυ επιτάχυνε και προσπέρασε μια σειρά από ράθυμα αυτόματα λεωφορεία που ήταν άδεια στο εσωτερικό τους αλλά εκτελούσαν το

[223]


δρομολόγιό τους όπως και να έχει. Η Φόλυ σκέφτηκε να ενεργοποιήσει το Φόβερ, αλλά η λειτουργία του θα έδινε την θέση της εύκολα. Οι δρόμοι της πόλης ήταν φτιαγμένοι με τέτοιο τρόπο που να εκμεταλλεύονται την υψηλή ταχύτητα και να μικραίνουν όλες τις αποστάσεις. Μπορούσες, οδηγώντας χειροκίνητα, να διασχίσεις όλη την πόλη σε λιγότερο από δυομιση ώρες. Με το υπόγειο μετρό δε, σε λιγότερο από μια. ‘’Πρέπει να το κάνω αυτό ΢μίτυ, αν και σου ξαναλέω, είναι μόνο μια διαίσθηση. Οτιδήποτε πάει στραβά, θα είμαστε σε επικοινωνία’’ ‘’’΋χι αν κάτι πάει στραβά, Φόλυ. Αν τον βρεις, θα με πάρεις αμέσως να στείλω ενισχύσεις. ΢ε παρακαλώ, ενεργοποίησε τον εντοπισμό θέσης..’’. Μάταιο. Σο ήξερε ότι ήταν μάταιο. Θα μπορούσε κάλλιστα να συνομιλήσει με το πάτωμα. ‘’Σα λέμε σε λίγο αγαπημένε μου ΢μίτυ. Ανέλαβε για λίγη ώρα το άλλο μέτωπο. ΢τείλε όσους θέλεις και βρείτε αυτό το καθίκι. Μόλις το βρείτε κυκλοφορήστε φωτογραφίες που δείχνουν ότι δεν υπάρχει εξωγήινος, να ηρεμήσουν τα πνεύματα’’ Ο ΢μίτυ κάτι πήγε να πει, αλλά στην άλλη άκρη το ακουστικό νέκρωσε. Έβγαλε το ακουστικό και το χτύπησε με δύναμη στο τραπέζι, αλλά η κίνηση και μόνο προκάλεσε πόνο στα πόδια του και έσφιξε τα προσθετικά τους βοηθήματα. Ο Οράτιος Γουέστ τον κοίταξε από το απέναντι γραφείο. ‘’Η Φόλυ;’’, ρώτησε. Ο ΢μίτυ γύρισε και τον κοίταξε, σαν να είχε ξεχάσει την παρουσία του εκεί. Έσφιξε τα δόντια του και περιέστρεψε την καρέκλα του προς το μέρος του. ‘’Σι γίνεται στις αποθήκες;’’, ρώτησε, κάνοντας φανερό ότι δεν είχε πρόθεση να συζητήσει την αιτία του εκνευρισμού του. ‘’Πρέπει να τελείωσε. Η Λίντια μου είπε ότι έχουν μείνει μόνο αστυνομικοί στο χώρο.’’ ‘’Να πάνε να βρουν τον εξωγήινο. Και ο Μπεν μαζί, και όσοι είναι κοντά. Ακόμα και όσοι ψάχνουν τον Κόρβερ και είναι κοντά στην περιοχή.’’ Ο Οράτιος τον κοίταξε κάπως περιεργαστικά και με αμφιβολία. ‘’Εντολή της Σζένκινς’’, έφτυσε ο ΢μίτυ και σηκώθηκε όρθιος με ένα μικρό βογγητό.

[224]


Πεταλούδες στο στήθος

Η ατμόσφαιρα ήταν ξηρή και βαριά, αποτέλεσμα παρατεταμένης κλεισούρας. Σο φως ήταν όσο χαμηλό χρειαζόταν για να κοιμηθεί, μόνο που η καρέκλα ήταν εξαιρετικά άβολη για κάτι τέτοιο, όπως και το επίμονο βλέμμα του. Υαινόταν να περίμενε από αυτήν κάτι, ήταν σαφές πια ότι εδώ υπήρχε κίνητρο στις πράξεις του. Δεν είχε ιδέα, δεν θα μπορούσε να έχει ιδέα, αλλά όλα αυτά που έκανε για αυτό το κάτι που ήθελε να μάθει από εκείνη της προκαλούσαν μια ανησυχία. Σο στόμα της ήταν επίσης ξηρό και μια ξεχασμένη δίψα είχε ενεργοποιηθεί- η κράτηση του Γκουρού Καν ήταν απάνθρωπη ακόμα και για τα δεδομένα μιας πόλης που έχει στα θεμέλιά της την απανθρωπιά. Σου ζήτησε κάτι να πιεί και αυτός επέστρεψε από κάποιο δωμάτιο, πιθανώς το μπάνιο, κρατώντας ένα πλαστικό ποτήρι. Σο νερό ήταν ζεστό και στυφό αλλά υποδέχτηκε ευχάριστα την υγρασία στο στόμα της. Η ικανοποίηση όμως της δίψας επανέφερε ακόμα πιο έντονα την κόπωση και το στομάχι της είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται για το γεγονός ότι παρέμενε άδειο. Η Άζρα ήταν χωρίς ουσιαστικό ύπνο και χωρίς κανονική διατροφή για κάτι περισσότερο από ένα εικοσιτετράωρο. Υυσικά, αυτή η ταλαιπωρία δεν ήταν τίποτα μπροστά στην σημασία της αποστολής της, και ήξερε ότι η τελευταία μπορούσε να απαιτεί και ακόμα μεγαλύτερη αυταπάρνηση και αντοχές. Βέβαια, το δικό της κομμάτι είχε αποτύχει αρκετή ώρα τώρα. Πλησιάζανε στο σημείο μηδέν, την κορύφωση μιας καλοκουρδισμένης συμφωνίας από τους υπονόμους και τις σκιες που θα ερχόταν τώρα στο φως, αλλά εκείνη είχε περάσει τις τελευταίες ώρες είτε κρατούμενη του Γκουρού είτε κρατούμενη του πρώην Προστάτη και απρόσμενου σωματοφύλακά της- στην πραγματικότητα όμως, ενώ την είχε πράγματι απελευθερώσει από τα νύχια των φρουρών της πόλης, δεν την είχε απελευθερώσει ουσιαστικά. Ήταν σίγουρα κρατούμενή του, και ας είχε το μικρό τους ταξίδι μια ιδέα περιπετειώδους απόδρασης από κάποια ρομαντική ταινία της νουβέλ βαγκ. Η Άζρα δεν μπορούσε να φύγει- όχι απλώς δεν μπορούσε να ξεφύγει από αυτόν, αλλά δεν είχε και κανένα προορισμό ή ιδέα για το τι θα μπορούσε να κάνει. Ο σκοπός τους θα προχωρούσε αναμφίβολα και χωρίς αυτήνθα

μπορούσε

κάλλιστα

να

περιμένει

να

ολοκληρωθεί,

επαναδιαπραγματευτεί τη θέση της με τον Γουίλιαμ Κόρβερ.

[225]

και

ύστερα

να


Από την άλλη, αν και ουσιαστικά, δεσμώτης, ο άντρας απέναντί της ενίοτε έδινε την εικόνα ενός παγιδευμένου ανθρώπου. Μια βαριά μελαγχολία συνόδευε τις υπολογισμένες και αυστηρές του κινήσεις, ενώ το βλέμμα του μπορεί να ήταν βλοσυρό και επαγγελματικό, αλλά έκρυβε μια καταπιεσμένη ανησυχία. Η αντιφατικότητά του αυτή τον έβαζε σε μια ιδιότυπη γκρίζα ζώνη: Δεν μπορούσε να καταλάβει, και σε καμία περίπτωση να ρισκάρει να εκτιμήσει, αν ο Γουίλιαμ Κόρβερ ήταν φίλος ή εχθρός, παρά το γεγονός ότι βρισκόντουσαν σε μια στιγμή της ιστορίας του κόσμου που τα πάντα είχαν μια καθαρή διπολική υπόσταση. Ήταν ένας απρόσμενος και αστάθμητος παράγοντας, πιθανότατα αναπάντεχος και για την αντίπαλη πλευρά, κάτι που φάνηκε από το μοχθηρό και αποφασισμένο για αίμα βλέμμα του Προστάτη, που ανατίναξε ένα ολόκληρο κτίριο πριν κάποια ώρα. Η αντανακλαστική διαίσθηση της είχε να προσφέρει κάποιες απαντήσεις: Ο εχθρός του εχθρού σου, σε στιγμές σαν και αυτές, δεν μπορεί παρά να είναι φίλος σου. Η Άζρα ένιωθε την παρόρμηση να ασπαστεί μια τέτοια προσέγγιση, αλλά την συγκρατούσε συνεχώς. Ο εχθρός του εχθρού σου, μπορεί να είναι εχθρός του για όλους τους λάθος λόγους του κόσμου- στην διαπάλη μεταξύ δυο κακών, το σωστό δεν είναι να ασπαστείς το λιγότερο κακό, αλλά να γυρίσεις το τραπέζι ανάποδα και να θέσεις ως λάθος την ίδια την διαπάλη. Ίσως ο Γουίλιαμ Κόρβερ να ήταν ένας αποστάτης του ΢ώματός του, ίσως να βγήκε σκάρτος ή ίσως να βγήκε αδύναμος. Πόσες ιστορίες πληγωμένου εγωισμού γνώριζε για ένα κόσμο που δούλευε με κέντρο την ατομικότητα; Ίσως να είχε εγκαταλείψει την πίστη του για το ΢ώμα που τον έχτισε να γίνει αυτό που είναι, αλλά να διατηρούσε στο ακέραιο την πίστη του στα βαθύτερα ιδανικά της Πόλης του, στις θεμελιώδεις αξίες του κόσμου του- η Άζρα όμως δεν νοιαζόταν τόσο για τους Προστάτες, όσο για το να ξεριζώσει αυτές ακριβώς τις αξίες και να τους βάλει φωτιά. Ο αστάθμητος αυτός παράγοντας ήθελε σίγουρα να μάθει τα σχέδιά τους, αλλά φαινόταν να θέλει και κάτι παραπάνω από αυτό. Είναι σαφές ότι δεν θα γνώριζε ούτε αυτός, όπως και κανένας άλλωστε, για κανένα σχέδιο όταν την παραλάμβανε πρώτη φορά και ξεκινούσε μαζί της την αγωνιώδη τους κούρσσα. ΋χι, αυτή η αγωνία να μάθει ήρθε μεταγενέστερα, και προέκυψε από το αυθάδικο και μεγάλο στόμα της, την μόνη ίσως ψυχολογική της άμυνα απέναντι στο γεγονός ότι βρισκόταν στο στόμα του λύκου και έκανε παρέα με τους κυνόδοντές του. Δεν θα μπορούσε να είναι αυτή η αρχική του πρόθεση- ο Γουίλιαμ Κόρβερ την απήγαγε από τους απαγωγείς της για κάποιο άλλο λόγο.

[226]


‘’Αυτό που κάνατε δέκα χρόνια πριν’’, είπε αυτός σταματώντας μια σιωπή που κούρδιζε αρκετή ώρα για να διαλυθεί, ‘’για όποιο λόγο και να το κάνετε, που δεν με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή, απέτυχε. Μπορεί εμάς να μας φέρατε στα γόνατα, αλλά στην πραγματικότητα σκληρύνατε τα τείχη αυτής της Πόλης. ΋χι μόνο τα τείχη της, αλλά και τα θεμέλιά της, τη Διοίκησή της, εσείς το κάνατε όλο αυτό. Και ξέρεις πως περάσατε στην Ιστορία; Θα σου πω. Δεν περάσατε. Κανείς δεν ξέρει τι έγινε στην Νεκρή Ζώνη, και κανείς δεν θα μάθει ποτέ. ΋τι και αν σχεδιάζετε απόψε, θα περάσει στη λήθη μέχρι να ξημερώσει.’’ Ο τόνος του ήταν πικρός αλλά σίγουρος. Η Άζρα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα ανασφαλές πείσμα, παρά την σιγουριά της για την Αποστολή της και την επιτυχία της. ‘’Γιατί μου τα λές όλα αυτά; Προσπαθείς να με συνετίσεις; ΋τι είναι να γίνει, έχει ήδη ξεκινήσει πρώην-Προστάτη. ΋τι σχεδιάζουμε, ήδη γίνεται. Απόψε τελειώνει, αυτό που νομίζεις ότι ξεκίνησε πριν από δέκα χρόνια, ανόητε, αλλά στην πραγματικότητα κρατάει πολύ περισσότερο από όσο μπορείς εσύ ή εγώ να θυμηθούμε.’’ ‘’Πρέπει να το έχετε ξαναπεί αυτό το απόψε. Και τότε, πρέπει να το είχατε ξαναπεί. Δεν ήρθε ποτέ’’. ‘’Μαθαίνουμε από τα λάθη μας’’ ‘’Αηδίες!’’, φώναξε δυνατά, χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι. Θα μπορούσε να είναι

μια

κίνηση

αυταρχισμού,

να

δείξει

την

ανωτερότητά

του,

αλλά

στην

πραγματικότητα ήταν μια επιμελώς κρυμμένη αμφιβολία. Η Άζρα χαμογέλασε ειρωνικά. ‘’Αυτή η πόλη, δεν είναι η Νεκρή Ζώνη’’, συνέχισε φωνάζοντας. ‘’Παρακολουθείται εικοσιπέντε ώρες το εικοσιτετράωρο. Και πρόσεξέ με- οι Προστάτες είναι αυτοί που πλέον δεν κάνουν λάθη. ΋πως έπιασαν εσένα, θα σας πιάσουν όλους’’ ‘’Είμαι εδώ, δεν είμαι;’’, απάντησε αυτή, διατηρώντας ένα μειδίαμα που σιγά σιγά τον εξόργιζε. Αυτός ξεφύσηξε δυνατά. ‘’Φάρη σε μένα’’ ‘’Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει επιτέλους να συζητήσουμε’’ Κοιτάχτηκαν για λίγη ώρα. ‘’Σο πραγματικό ερώτημα’’, του είπε προσπαθώντας να γυρίσει την ιεραρχία της συζήτησης, ‘’είναι για ποιο λόγο εσύ παριστάνεις τον από μηχανής θεό σε αυτήν την τραγωδία. Πάντα ήθελα να ξέρω- τι είναι αυτό που κάνει ένα προδότη; Ποια είναι η ικανοποίηση, ποια είναι η διαδικασία σκέψης; Ξέρεις, εκτιμώ αυτό που κάνεις για

[227]


μένα, με κάποιο τρόπο, αλλά από την άλλη, δεν μπορώ να πιστέψω ότι ένας Προστάτης, έστω και πρώην, θα μπορούσε ποτέ να γυρίσει ενάντια στους ομοίους του. Δεν έχετε κάτι..ειδικούς κανόνες για κάτι τέτοια;’’ Αυτός σταύρωσε τα χέρια του πίσω από την πλάτη του και περπάτησε αργά προς το μικρό παράθυρο. ‘’Ο καθένας φτιάχνει τους δικούς του κανόνες.’’ ‘’Κλισέ..’’ Γύρισε προς το μέρος της. ‘’΋χι, καθόλου. Εδώ μπροστά σου, γίνεται αυτή τη στιγμή. Αυτοί είναι οι δικοί μου κανόνες. Δεν θα βρεις βαθύτερη αιτία από αυτήν. Ούτε και κάτι πιο αληθινό. Υτιάχνω τους δικούς μου γιατί κουράστηκα να βλέπω τους ψευδεπίγραφους που υπήρχαν έτοιμοι σε συσκευασία. Κουράστηκα να βλέπω ανθρώπους με την ψευδαίσθηση των κανόνων που τους χαρίζουν- ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο φάσμα επιλογών, που όλες όμως στροβιλίζονται γύρω από τον ίδιο πυρήνα χωρίς να παρεκλίνουν ούτε χιλιοστό. Σίποτα δεν αντιστέκεται στον πυρήνα, στην Πόλη. Βαρέθηκα να βλέπω ακόμα και γνήσιες και αληθινές τάσεις φυγής να αποκτούν μια ροπή προς τα έξω, προς την κατεύθυνση να αποκτήσουν πραγματικά τους δικούς τους κανόνες, και να σκάνε πάνω στα τείχη της πόλης σαν κύματα. Ακόμα και τα τείχη δεν διαβρώνονται έστω από τα χτυπήματα- αντίθετα, διαβρώνουν τα κύματα και αυτά γυρίζουν πίσω, και ύστερα δεν είναι παρά δίνες από κάποιο βότσαλο σε ήρεμη λίμνη. Μην με ξαναπείς προδότη. Δεν είμαι προδότης για κανέναν. Δεν έφτιαξα εγώ αυτό που είμαι, καταδικάστηκα για να είμαι αυτό που είμαι, αλλά έχω την απόλυτη ευθύνη για αυτό που θα κάνω και για αυτό που θα είμαι. Και να αισθάνεσαι τυχερή που βρέθηκα στο δρόμο σου- αν δεν ήμουν εγώ, θα σε είχαν τώρα στα χέρια τους, και ότι και αν ετοιμάζετε θα ήταν ήδη εν γνώσει τους…’’ Η Άζρα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. ‘’Πέρα από τις ασυνάρτητες φιλοσοφίες σου, πρέπει να καταλάβεις κάτι ακόμα’’, του είπε. ‘’Δεν ήρθα εδώ για να λυγίσω από έναν εκφοβισμό. Δεν θα είχε αλλάξει τίποτα αν δεν εμφανιζόσουν εσύ, μπορεί να γλίτωνα τα βασανιστήριά σας αλλά και πάλι θα…’’ ‘’Βασανιστήρια;’’,

την

έκοψε

αυστηρά.

‘’Βασανιστήρια;

Αυτό

πιστεύεις;

Βασανιστήρια;’’ Γέλασε κάπως ειρωνικά και την πλησίασε και άλλο. ‘’Υτωχό μου κορίτσι, δεν υπάρχουν πια βασανιστήρια εδώ. Μην μπερδεύεσαι με τον Γκουρού, ο Γκουρού είναι ένα απομεινάρι μιας παλιάς εποχής που προσπαθεί να

[228]


μπει στο ρεύμα. Σο ρεύμα στην πραγματικότητα τον έχει προσπεράσει ανεπιστρεπτί και δεν το ξέρει ακόμα. Είδες τους δρόμους, όπως ερχόμασταν, τα κτίρια, τους ανθρώπους; Είδες το μεγαλείο της εξέλιξης, μιας στενά περιορισμένης εξέλιξης σε αυτά τα ..τείχη, αλλά πραγματικής. Η σκέψη, η καινοτομία, η εξέλιξη, δεν σταμάτησε ποτέ- θα έλεγε κάποιος ότι βρήκε και ώθηση στην Μεγάλη Καταστροφή. Δεν υπάρχουν πια βασανιστήρια, Άζρα. Θα σε ταίσουν με το ζόρι με ένα χάπι, μισό γραμμάριο μιας σκόνης καλυμένης με λεπτό άγευστο υμένιο, και θα τους πεις όλα όσα χρειάζονται και ύστερα θα χορεύεις στο ρυθμό που θα σου επιβάλλουν.’’ Η Άζρα χαμογελούσε από ένα σημείο και μετά. ‘’΢ου φαίνεται αστείο;’’, τη ρώτησε. Αυτή κούνησε το κεφάλι της. ‘’Αυτό που λες; ΋χι. Είναι τρομακτικό πράγματι. Απλά χαμογελάω γιατί είχα καιρό να ακούσω για την ’μεγάλη καταστροφή’. ’’ Ο Γουίλιαμ κοντοστάθηκε, την κοίταξε ερευνητικά και ύστερα πισωπάτησε. Οι κόρες των ματιών του ήταν σε διαστολή και έπαιζαν ελαφρά. Όστερα, το ύφος του άλλαξε και κάπως μαλάκωσε, έγινε πιο ανθρώπινο και αρκετά λιγότερο κυριαρχικό. ‘’Σι εννοείς;’’, την ρώτησε. ‘’Φτύπησα

κάποιο

νεύρο

αμφιβολίας

πρώην

Προστάτη;’’,

απάντησε

αυτή

σαρκαστικά. ‘’Τπάρχει μήπως κάποιος μικρός σπόρος αμφισβήτησης εκεί μέσα;’’ Αυτός δεν μίλησε καθόλου, και συνέχισε να την κοιτάει με προσμονή. ΢κέφτηκε ότι θα μπορούσε να του πει πάρα πολλά, δεν είχε άλλωστε να χάσει κάτι. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί, ούτε αυτή ούτε και κανένας τους, ότι θα μπορούσε ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος της Έρθ, πόσο μάλλον ένας Προστάτης, να αμφιβάλει για το τι συνέβαινε έξω από τα Σείχη της, ή έστω να προβληματίζεται για αυτό. Αυτός όμως φαινόταν να έχει γνήσια και ειλικρινή απορία. Αυτός, φαινόταν διαφορετικός. Έκανε να πει κάτι, αλλά ένας μικρός διακριτικός βόμβος που ακούστηκε από κάποια τσέπη του, την διέκοψε. Ήταν ένα λεπτό, διακριτικό σήμα, τριών μικρών επαναλήψεων. Ο Γουίλιαμ Κόρβερ έμοιασε σαν να βγήκε από κάποιο λήθαργο, και πετάχτηκε όρθιος, κρατώντας σφιχτά την τσέπη του τζάκετ του απ’έξω. Η Άζρα τον κοίταξε κάπως αγχωμένη, και κάτι πήγε να ρωτήσει, αλλά το χέρι του προσγειώθηκε με ταχύτητα μπροστά από το στόμα της και με το άλλο σχημάτισε μια χειρονομία που της επέβαλε ησυχία. Αφού σιγουρεύτηκε ότι αυτή δεν θα μιλούσε, έτρεξε προς τον διακόπτη του φωτός και το χαμήλωσε λίγο ακόμα, έτσι που τώρα ήταν σχεδόν σκοτάδι. Η Άζρα έκανε να σηκωθεί από την καρέκλα της, αλλά ξανά με το χέρι του την πρόσταξε σιωπηλά να

[229]


μείνει στην θέση της. Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο και έμεινε ακίνητος, περιμένοντας. Για αρκετές στιγμές, δεν έγινε απολύτως τίποτα, δεν ακουγόταν ούτε η αναπνοή τους. Όστερα, ο μικρός βόμβος, πιο κοφτός και διαπεραστικός αυτή τη φορά, αλλά και πολύ πιο σύντομος, έκοψε την σιωπή και τον έκανε να λυγίσει το κεφάλι του προς τα κάτω, σαν να έπεσε ξαφνικά όλο το βάρος του κόσμου στους ώμους του. ‘’Σι στο διάολο;’’, ψιθύρισε τελικά αυτή, αλλά έντονα. Αυτός αναστέναξε. Ο Γουίλιαμ άργησε να απαντήσει, είχε τώρα μια έκφραση απογοήτευσης, κοιτώντας πάντα χαμηλά. Μετά από λίγο, ανασκουμπώθηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα, κοιτάζοντας προς το διάδρομο. Έκανε δυο βήματα έξω από το δωμάτιο, και πριν βγει γύρισε και την κοίταξε. Σο βλέμμα του τώρα ήταν σπαρακτικό, μέσα στο μισοσκόταδο. Η Άζρα δεν μπόρεσε παρά να νιώσει λύπη για αυτόν. Αλλά και φόβο για την ίδια. ‘’Μείνε εδώ, σε παρακαλώ’’, της είπε με χαμηλή φωνή. ‘’΋λα είναι υπό έλεγχο.’’ Σο είπε, αλλά δεν φαινόταν να το πίστευε. Δεν τον πίστεψε. Αλλά από την άλλη, δεν είχε πολλές διαφορετικές εναλλακτικές από το να μείνει στην θέση της, καθώς η μελαγχολική του σιλουέτα γλίστρησε αθόρυβα προς τον διάδρομο και εξαφανίστηκε περπατώντας προς το χωλ. Ένας υπόκωφος θόρυβος από τον πρώτο όροφο επιβεβαίωσε τους φόβους της- κάποιος ήταν εκεί, κάποιος τους είχε βρει. Ο Γουίλιαμ προχώρησε αργά μέχρι το τέλος του διαδρόμου και στάθηκε πριν μπει στο σκοτεινό χωλ. Από το ένα παράθυρο έμπαινε το φως του ήλιου, καθώς χτυπούσε πάνω στο φεγγάρι και ερχόταν ως ασημένια αντανάκλαση στην Γη. Σο φεγγάρι ήταν ένας παραμορφωτικός καθρέπτης- το ζωογόνο, ζεστό φως του ήλιου ήταν τώρα ένα γαλαζωπό, νεκρικό φως, συνοδός σκοτεινών πλασμάτων της νύχτας και ένοχων μυστικών. Ακούμπησε τον ώμο του στο κάσωμα της πόρτας και αφουγκράστηκε την σιωπή. Μπορούσε να ακούσει τα πάντα- η βουή της πόλης ήταν το ρυθμικό υπόστρωμα μιας μελωδικής ησυχίας, γεμάτης νότες. Η αναπνοή του, αργή και σταθερή. Ο χτύπος της καρδιάς του, ρυθμικό μα πένθιμο ταμπούρλο που αναγγέλει θυσία προς κάποιον αρχαίο δεσποτικό θεό. Ένα ελαφρύ τρίξιμο στην καρέκλα από το μέσα δωμάτιο, η Άζρα είναι νευρική, και δικαιολογημένα. Ένας όχι πολύ μακρινός γρύλλος στο ερωτικό του

[230]


κάλεσμα. Και φυσικά, ένα σίγουρο και διακριτικό βήμα, που τώρα ακουμπούσε το πρώτο σκαλί της εσωτερικής σκάλας. Σο τρίτο σκαλί έκανε ένα ελαφρύ τρίξιμο, και τα βήματα σταμάτησαν για να αφουγκραστεί και ο εισβολέας με την σειρά του. Πέρασαν κάποιες στιγμές, άκουγε μόνο τον επίμονο χτύπο της καρδιάς του. Έριξε ένα βλέμμα ολόγυρά του, προσπαθώντας να δει έξω από τα παράθυρα. ΢ε περίπτωση που πράγματι τον είχαν βρει, το πιο πιθανό ήταν να έχουν περικυκλώσει το σπίτι και να ετοίμαζαν μια καλά μελετημένη ταυτόχρονη εισβολή. Σο πιο πιθανό θα ήταν να μην μπορεί να τους αντιμετωπίσει, ειδικά αν ήταν Προστάτες. Ίσως θα έπρεπε να είχε σχεδιάσει και κάποια διαφυγή- η Άζρα ήταν πολύτιμη για αυτόν, ίσως να μην είχε ποτέ άλλη ευκαιρία, αλλά αν τον πιάνανε θα ήταν όλα εντελώς χαμένα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί κανέναν λογικό τρόπο για να τον βρουν εκεί- το σπίτι άλλωστε το είχε διαλέξει και ετοιμάσει πολύ καιρό πριν. Ένα ακόμα απαλό βήμα, σαν χάδι πάνω στην σκάλα. Δεν είχε χρόνο για να καταστρώσει ένα καινούριο σχέδιο, έπρεπε να αντιμετωπίσει αυτό που ερχόταν. Παρέμεινε στη θέση του. Ακόμα ένα βήμα. Σο κεφάλι της ξεπρόβαλλε στο μισοσκόταδο, τυλιγμένο στο χλωμό φως που τρύπωνε από τα στόρια και τις κουρτίνες. ΋ταν σιγουρεύτηκε ότι ήταν εκείνη, και όταν εκείνη τον είδε με την σειρά της, να στέκεται στον διάδρομο του χωλ, έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή μόνο και πήρε μια βαθιά, παρατεταμένη ανάσα. Ο ρυθμός της καρδιάς του τώρα ξεπερνούσε τα όρια που την είχε μάθει, ή καλύτερα εκπαιδεύσει, να χτυπάει. Ακούστηκε και από την μεριά της ένας αναστεναγμός, και στάθηκε απέναντί του, με τα χέρια στη μέση της. ‘’Γουίλιαμ’’, του είπε, σαν να έβρισκε το παιδί που είχε ξεχαστεί στο διάλλειμα και είχε αργήσει να μπει στο μάθημα. ‘’Φόλυ’’, της απάντησε, σαν καταραμένος εραστής. Κοιταχτήκανε. Σα βλέμματά τους ήταν φορτισμένα, σπινθήριζαν στο σκοτεινό δωμάτιο. Ο Γουίλιαμ είχε αρκετές φορές φαντασιωθεί μια τέτοια συνάντηση- υπό πολύ διαφορετικές προϋποθέσεις βέβαια. Εκείνη, αν και διέκρινε κυρίως την σιλουέτα και το υγρό της βλέμμα, ήταν όμορφη. Σα μαλλιά της ήταν κοντά, με κάποιες ασημένιες λωρίδες στο ύψος των κροτάφων και μικρές ατημέλητες αφέλειες έπεφταν άτακτα στο

[231]


μέτωπό της. Σα κάπως πεταχτά αυτιά της ξετρύπωναν στο ύψος των ασημένιων βαφών. Η μύτη της διατηρούσε την γαλλική φινέτσα της- την θυμόταν να γελάει και την άκρη της μύτης να κοιτάει σχεδόν προς τα πάνω. Πάντα του άρεσε αυτό. Παρατήρησε το εβένινο λείο γάντι στο δεξί της χέρι. ΢κέφτηκε ότι θα ήθελε να της πει ότι δεν την θυμάται πιο όμορφη. ‘’Πάχυνες, Γουίλιαμ’’, είπε αυτή τελικά πρώτη, διακόπτωντας την παρατεταμένη ησυχία τους. Φαμογελούσε; Ένιωσε λίγο πιο άσχημα από όσο θα ήθελε με αυτό το σχόλιο. ‘’Ευχαριστώ γλυκιά μου.’’, απάντησε. ‘’Σι κάνει ο Λάνς;’’, συμπλήρωσε κάπως δηκτικά. ΢ίγουρα χαμογελούσε. ‘’Ο Λάνς; Μια χαρά. Πολύ καλά. Είναι πολύ καλός στο σεξ, ξέρεις’’, απάντησε αυτή. Ο Γουίλιαμ έσφιξε την γροθιά του. ‘’Δεν αμφιβάλω. Αν και ένας σκύλος ίσως ήταν καλύτερη επιλογή. ΢τους ανθρώπους και τις γάτες μπορεί να είναι λίγο ενοχλητικό, το να κάνεις το αφεντικό. Πως εκπαίδευσες τον Λάρυ, αλήθεια;’’ Σην είδε που ανασήκωσε τα φρύδια της κάπως ειρωνικά. ‘’Μπα, δεν χρειάστηκε εκπαίδευση. ΄Ηθελα κάτι έτοιμο αυτή τη φορά, για αλλαγή. Είναι λίγο κουραστικό ξέρεις, να χρειάζεται να μαθαίνεις σε κάποιον ότι θα πρέπει να χέζει στην βόλτα και όχι στην κρεβατοκάμαρα. Αλλά ας αφήσουμε τον Λάρυ τώρα. Εσύ, ας μιλήσουμε για σένα. Σι κάνεις Γουίλιαμ; Πως είναι το αυτοκίνητο;’’ Ο Γουίλιαμ ένιωσε τον επιθετικό σαρκασμό της. Κάθε της λέξη ήταν επιλεγμένη προσοχή. Ίσως η τελευταία κουβέντα που θυμόταν από αυτήν ήταν ‘’να προσέχεις το αυτοκίνητο’’. ΋ταν ήθελε, η ειρωνία της μπορούσε κυριολεκτικά να σε γδάρει. ‘’Παραμένει πιο ενδιαφέρον’’, είπε. Όστερα, αποφάσισε να μην συνεχίσει άλλο. ‘’Πως με βρήκες;’’, τη ρώτησε. Αυτή έκανε μερικά βήματα προς το παράθυρο και κούνησε τις κουρτίνες ώστε να μπει λίγο περισσότερο φως. ‘’Έχει σημασία;’’, τον ρώτησε κοιτώντας προς τον πίσω κήπο του κτίσματος. Σο χλωμό φως του φεγγαριού χάιδευε το πρόσωπό της και τα ψηλά ζυγωματικά της. Αυτή η χαλαρή συζήτηση δεν θα κρατούσε πολύ ακόμα. ‘’΢ημασία έχει ότι σε βρήκα. Η έφεσή σου στην μαλακία βλέπω δεν έχει υποχωρήσει Γουίλιαμ. Έκανες πολλές ζημιές

[232]


σήμερα, περισσότερες ίσως και από όσες περίμενα από σένα. Ο ΢αμ είναι ιδιαίτερα εκνευρισμένος μαζί σου. ΋λοι είμαστε ιδιαίτερα εκνευρισμένοι μαζί σου’’. ‘’Ο ΢αμ φέρθηκε σαν παιδί’’, είπε αυτός ξερά. Η Φόλυ πισωπάτησε και ύστερα γύρισε προς το μέρος του. Σώρα ήταν σε τέσσερα βήματα απόσταση, μπορούσε να μυρίσει το απαλό της άρωμα. Σου φαινόταν ξένο από όσα είχε συνηθίσει να μυρίζει πάνω της. ‘’Πράγματι’’, του απάντησε αναστενάζοντας με επαγγελματική απάθεια. ‘’Σου το ανέφερα κιόλας. Αλλά τώρα τα παιδιά είναι σπίτι για ύπνο Γουίλιαμ. Είναι εδώ η μαμά, και είναι πολύ κουρασμένη για να παίξει άλλο. Ελπίζω να το καταλαβαίνεις αυτό’’ Αυτός έσφιξε κάπως τα χείλη του. Σο καταλάβαινε στην πραγματικότητα. Η Φόλυ Σζένκινς έλεγε πάντα πολλά, αλλά ποτέ δεν απειλούσε χωρίς να το εννοεί. Σο παιχνίδι ήταν σχεδόν χαμένο, από την ώρα που εμφανίστηκε αυτή στο χωλ του δευτέρου ορόφου. ‘’Δεν καταλαβαίνεις Φόλυ’’, της είπε τελικά, με κάποια ηττοπάθεια και καμουφλαρισμένη παράκληση. ‘’Δεν έχεις βαρεθεί να μου το λες αυτό;’’, του απάντησε αυτή κάπως πιο αυστηρά. Ο τόνος της τώρα γινόταν πιο επιθετικός. ‘’Δοκίμασέ με. Εξήγησέ μου. Δώσε μου ένα γαμημένο επιχείρημα. Μια σειρά σκέψης. ΋χι Γουίλιαμ. Εσύ δεν καταλαβαίνεις. Σίποτα. Πέρασες δέκα χρόνια στην αφασία, και συνεχίζεις να μην καταλαβαίνεις τίποτα. Αλλά τώρα τα έκανες τελείως σκατά. Σώρα δεν συγχωρούνται λάθη.’’ ‘’Δεν κάνω κανένα λάθος’’, της απάντησε με σιγουριά. Αυτή απλά κούνησε το κεφάλι της, κάπως αποδοκιμαστικά. Αυτή η κίνηση, χαρακτηριστική και γνωστή σε αυτόν, τον χτύπησε στο νευρικό σύστημα σαν βελόνα. Ανέπνευσε κοφτά από τη μύτη. Η Φόλυ θα έκανε την κίνησή της, από στιγμή σε στιγμή. ‘’Σελείωσε Γουίλιαμ. Σελείωσε’’. ΢ε αυτές τις λέξεις όλοι του οι μυς βρέθηκαν σε ετοιμότητα. Πάτησε γερά και άφησε τον ώμο του από το κάσωμα της πόρτας. Η Φόλυ έκανε ένα μικρό βήμα και την παρατήρησε να σφίγγει και να ξεσφίγγει την γροθιά της. Πριν προλάβουν να αλλάξουν άλλη κουβέντα, ένας δυνατός ήχος ακούστηκε από τα μέσα δωμάτια, σαν καρέκλα που σέρνεται στο πάτωμα. Ο Γουίλιαμ κράτησε την αναπνοή του. Η Φόλυ χαμογέλασε μοχθηρά. ‘’Νομίζω ότι η κοπέλα πρέπει να έρθει μαζί μου’’, είπε και έκανε άλλο ένα βήμα. Πριν φτάσει μπροστά του, κοντοστάθηκε. ‘’Ξέρεις τι; Δεν έχω πράγματι καταλάβει ακόμα. Σι σου είναι αυτή η κοπέλα; Είναι μήπως γκόμενά σου;’’

[233]


Ο Γουίλιαμ δεν απάντησε. Σην κοιτούσε αναπνέοντας από την μύτη και έσφιγγε τους μυς του, έτοιμος να αμυνθεί. Δεν θα την άφηνε χωρίς μάχη. ‘’Βασικά δεν με νοιάζει’’, είπε τελικά αυτή και προχώρησε μπροστά, σαν να ήθελε να τον προσπεράσει. Σο σώμα του της έκλεισε τον δρόμο, το χέρι της πήγε να τον σπρώξει, αυτός το σταμάτησε, ύστερα άλλο ένα σπρώξιμο, μια απόπειρα να τον ρίξει με το πόδι της. ΢χεδόν χορογραφημένες, κοφτές κινήσεις με μεγάλη δύναμη, απότοκα σκληρής εκπαίδευσης, που εξουδετέρωνε η μια την άλλη. Με αυτόν τον τρόπο πάλεψαν για λίγο ακόμα, μέχρι που βρέθηκαν σχεδόν αγκαλιασμένοι. Η Φόλυ είχε το πρόσωπό της στο ύψος του ώμου του, και σταμάτησε προς στιγμήν να προσπαθεί να τον προσπεράσει. Γύρισε αργά το κεφάλι της και ανέπνευσε στο αυτί του. Ο Γουίλιαμ ανατρίχασε στην αίσθηση και ξεροκατάπιε. ‘’Σι σκατά νομίζεις ότι κάνεις τώρα;’’, του είπε ψιθυριστά, σαν να τον χάιδευε με τη φωνή της αλλά ταυτόχρονα απειλώντας τον θανάσιμα. Αυτός πίεσε το σώμα του πάνω της. Ήταν πράγματι τώρα σαν να χορεύουν κάποιον αισθησιακό χορό. Υόβος, πείσμα αλλά και πόθος είχαν κατακλύσει τα κύτταρά του. Ένιωσε να ζαλίζεται από την παρουσία της. Προσπάθησε να κάνει ξεκάθαρο με το σώμα του ότι δεν θα την άφηνε να περάσει- τουλάχιστον όχι χωρίς μάχη. ΢αν απάντηση, οι φόβοι του επαληθεύτηκαν. Ένας μικρός μπάσος ήχος, χαμηλής συχνότητας, συνόδευσε μια μικρή λάμψη από χαμηλά, στο ύψος της παλάμης της. ΢αν απάντηση, έσφιξε ακόμα περισσότερο το σώμα του πάνω της, αφήνοντας την αυταπάρνησή του να της δείξει ότι ήταν αποφασισμένος. Η Φόλυ ένιωσε κάτι σκληρό στο ύψος της λεκάνης της. ‘’Λοιπόν’’, είπε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. ‘’Δεν περίμενα ότι θα το πω ποτέ αυτό, αλλά αυτό είναι όπλο ή απλά χάρηκες πολύ που με είδ…’’ ‘’Είναι τέιζερ Φόλυ’’, την διέκοψε αυτός, με τη φωνή του να έχει μια νότα απολογίας. Αυτή τον κοίταξε με έκπληξη. Σα μεγάλα της μάτια καρφώθηκαν ορθάνοιχτα πάνω στα δικά του. Δεν πρόλαβε να πει την παραμικρή λέξη, ή να έχει την παραμικρή αντίδραση. Ένα ισχυρό ηλεκτρικό σοκ, στο ύψος της μέσης της την τίναξε σαν ψάρι που τραβιέται στα βράχια με πετονιά και την απώθησε προς τα πίσω, χωρίς ισορροπία, προκαλώντας μια ακαριαία πικρή γεύση στο στόμα της. Με σβέλτες κινήσεις, το χέρι του Γουίλιαμ τη χτύπησε με δύναμη στο στέρνο, ανοιχτή παλάμη, και την έσπρωξε προς τα πίσω. Η Φόλυ προσγειώθηκε με δύναμη στο μικρό γυάλινο τραπεζάκι,

[234]


σπάζοντας το στο πέσιμό της, ενώ μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις φώτισαν τα ακροδάχτυλά της. Ακόμα και η κραυγή της ήταν πνιχτή και υπόκωφη από τον αναπάντεχο αιφνιδιασμό, καθώς έπεφτε με δύναμη στο έδαφος. ‘’Άζρα!’’, ούρλιαξε αυτός. ‘’Σρέχα εδώ ΣΨΡΑ’’. Ακούστηκε ένας γρήγορος βηματισμός. Η Άζρα όμως πέρασε κάθετα το διάδρομο, και βρέθηκε στο διπλανό δωμάτιο. Άκουσε το παραθυρόφυλλο να ανοίγει με δύναμη. ΢κατά. ‘’Άζρα!’’, φώναξε πάλι.

Έριξε μια γρήγορη ματιά στην Φόλυ, που ήταν ακόμα

ανάσκελα στο έδαφος, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Όστερα, έτρεξε προς τα μέσα και μπήκε στο δίπλα δωμάτιο. Σο παράθυρο για το μικρό μπαλκονάκι που έβλεπε στην πίσω αυλή, ήταν ορθάνοιχτο. Πανικόβλητος, έτρεξε γρήγορα και κοίταξε από το μπαλκόνι. ‘Άζρα!’’, φώναξε για άλλη μια φορά. Η πίσω αυλή αποτελούταν από δυο μέρη. Ακριβώς μπροστά του ήταν ένας ημιυπαίθριος χώρος, με μια ξύλινη πέργκολα και λεπτό ημιδιάφανο τζάμι να τον σκεπάζει, όπου υπήρχε μια πισίνα. Ακριβώς μπροστά ήταν ένα σχεδόν τετράγωνο μικρό οικόπεδο, με μικρά φιδωτά διαδρομάκια από μάρμαρο ανάμεσα στο γκαζόν και μια σειρά από δενδρύλλια λίγο πριν τον ξύλινο φράχτη ενός περίπου μέτρου που διαχώριζε το σπίτι από το γειτονικό. Μετά από λίγο, πρόλαβε να την δει, στο ύψος του φράχτη, να τραβιέται για να τον υπερπηδήσει. Καθώς στάθηκε πάνω του, γύρισε και κοίταξε προς τα πίσω. Θα ορκιζόταν ότι πριν χαθεί, του έκλεισε το μάτι. Κοίταξε προς τα κάτω να βρει ένα καλό σημείο για να πηδήξει και να την κυνηγήσει, αλλά μια κάπως βραχνή φωνή τον πάγωσε στην θέση του. ‘’Υοράει τα ρούχα μου;’’, ρώτησε η φωνή αυστηρά. Ο Γουίλιαμ γύρισε απότομα για να δει την Φόλυ ακριβώς μπροστά του. ‘’Μπάσταρδε’’, του είπε αυτή, κάπως αναμαλλιασμένη. Πριν προλάβει να σηκώσει το χέρι του απέναντί της, ένα γερό χτύπημα ακριβώς στο διάφραγμα του έκοψε την ανάσα. Όστερα, ένα κοφτό άπερκατ τον βρήκε ακριβώς στο σαγόνι και τίναξε το κεφάλι του προς τα πάνω, σαν να ήθελε να διπλωθεί ανάποδα. Πριν επανέλθει, η Φόλυ έκανε μια περιστροφή και τον βρήκε ξανά στο στήθος με την φτέρνα της, σπρώχνοντάς τον με δύναμη. Ο Γουίλιαμ έμεινε λίγο μετέωρος, αλλά αμέσως μετά το βάρος του τον οδήγησε προς τα κάτω. Η πτώση του κράτησε μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου, και

[235]


ύστερα διαπέρασε το λεπτό τζάμι που έσπασε σε εκατοντάδες μικρά θραύσματα. Αμέσως μετά, προσγειώθηκε σχεδόν με το πρόσωπο δίπλα ακριβώς από την πισίνα. ‘’Ουπς! Αστόχησα’’, φώναξε η Φόλυ από το μπαλκόνι, αλλά δεν άκουσε τίποτα πέρα από ένα έντονο βουητό στα αυτιά του. Σο πρώτο πράγμα που ένιωσε ήταν πολυάριθμοι μικροί κοφτεροί πόνοι στα χέρια και τους ώμους του, και ύστερα ένας πιο έντονος πόνος σκέπασε όλους τους υπόλοιπους, ερχόμενος από το κεφάλι του. Αναπνέοντας με δύσκολία, προσπάθησε να συρθεί με μικρά βογγητά. Είχε πολλά μικρά κοψίματα από το γυαλί στα χέρια του, και κάποιο χτύπημα στο κεφάλι. ΢ύρθηκε μόνο για μερικά εκατοστά, όταν η Φόλυ προσγειώθηκε αέρινα δίπλα του. Άνοιξε τα μάτια του και είδε τις μπότες της να περπατούν κοντά του. ΢υγκέντρωσε τις δυνάμεις του και προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά μια δυνατή κλωτσιά στα πλευρά του τον κράτησε κάτω. Αυτή τη φορά έβγαλε μια κραυγή πόνου και άφησε το σώμα του να κάνει μια πλήρη περιστροφή στο έδαφος για να απομακρυνθεί. Η Φόλυ φάνηκε να του άφησε λίγο χρόνο, και έτσι βρέθηκε στο ένα γόνατο, προσπαθώντας να σηκωθεί. Σην κοίταξε προσπαθώντας να βρει την αναπνοή του. Σο βλέμμα της το ήξερε- πεισμωμένο, αποφασισμένο, αδύνατον να συγχωρέσει. Έσκυψε προς το μέρος του. ‘’Με πόνεσες Γουίλιαμ’’, του είπε. Αυτός σχεδόν σηκώθηκε όρθιος, και έπιασε τα γόνατά του. ‘’Φόλυ…εγώ..’’, προσπάθησε να πει κάτι, αλλά η Φόλυ δεν θα του άφηνε κανένα περιθώριο να μιλήσει ακόμα. Με μια κίνηση του χεριού της και ένα απαλό τέντωμα των δαχτύλων της, ένας παλμός τον χτύπησε στην κοιλιά, σαν ένα τεράστιο σφυρί από πεπιεσμένο αέρα. Έβγαλε ένα πνιχτό ήχο και εκτοξεύτηκε αρκετά πόδια πιο πίσω, σχίζοντας το τεντωμένο πάνινο παραβάν του ημιυπαίθριου χώρου. Σο σώμα του προσγειώθηκε ατσούμπαλα στο υγρό γκαζόν και έμεινε εκεί ακίνητος. ΋ταν άνοιξε τα μάτια του, είδε πάλι τις μπότες της Φόλυ να πλησιάζουν, και προσπάθησε ξανά να συνέλθει, κάπως πιο πανικόβλητος πλέον. Ο σταθερός αλλά σαδιστικά αργός της βηματισμός σταμάτησε λίγα εκατοστά μπροστά στο πρόσωπό του. Η Φόλυ σήκωσε το γαντοφορεμένο χέρι της και το έτεινε προς το μέρος του, οδηγώντας τον να σφίξει τα μάτια του περιμένοντας το επόμενο χτύπημα. Με το άλλο της χέρι ακούμπησε το λοβό του αυτιού της. ‘’Φόλυ Σζένκινς εδώ’’, την άκουσε να λέει, μέσα σε ένα βουητό από κόρνες και σκληρά μπάσα στα αυτιά του. ‘’Έχω τον Γουίλιαμ Κόρβερ, οδός Πετιφλάουερ 156,

[236]


Βόρειος Σομέας. Ενεργοποιώ τον εντοπισμό θέσης. Η ΢φήκα βρίσκεται πεζή, δυο λεπτά απόσταση,

επαναλαμβάνω,

πεζή

και

προς

οποιαδήποτε

κατεύθυνση.

Κλείνετε

περιμετρικά, ακτίνα κύκλου πέντε τετραγώνων, και κλείνετε προς τα μέσα’’ ΋σο μιλούσε, ο Γουίλιαμ έβαλε τα χέρια του, παλάμες κάτω, στο υγρό γρασίδι, και προσπάθησε να ανασηκωθεί αγκομαχώντας. Η Φόλυ σήκωσε το προτεταμένο της χέρι σαν να κρατούσε ένα αυγό, με την παλάμη κυρτή προς τα πάνω. Καθώς ο Γουίλιαμ ανασηκώθηκε περίπου δυο εκατοστά, το κατέβασε με δύναμη σαν να έριχνε το αυγό για ομελέτα. Ξανά, ο Γουίλιαμ ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στην πλάτη, που τον τίναξε με δύναμη ξανά πάνω στο γκαζόν, με το πρόσωπό του να βυθίζεται μέσα στην μαλακή λάσπη. Πεισματάρικα, ο Γουίλιαμ ξαναέκανε την ίδια κίνηση να ανασηκωθεί. Ίσως επειδή τον λυπήθηκε, ή ίσως επειδή όλα είχαν τελειώσει πια, η Φόλυ δεν τον ξαναχτύπησε για να μείνει κάτω. Αντίθετα, του έδωσε μερικά δευτερόλπετα που του ήταν αρκετά για να σταθεί περίπου στα τέσσερα. Ο ήχος της αναπνοής του ήταν στρίγγος και φανέρωνε υπερπροσπάθεια για κάθε ανάσα. Μπορούσε να νιώσει αίμα στην περιοχή των ώμων του, αλλά και ένα δονούμενο αμόνι στα πνευμόνια του. Παρ’όλα αυτά, ανασηκώθηκε και γύρισε σχεδόν καθιστός, στηριζόμενος στους αγκώνες του. Απέναντί του, το χέρι της προτεταμένο, το βλέμμα της αποφασισμένο αλλά και ταυτόχρονα στοργικό. Υυσικά, αν ήθελε, θα μπορούσε να τον σκοτώσει στην στιγμή. Άρχισε να σέρνει το κορμί του προς τα πίσω, για να απομακρυνθεί. Αυτή έμενε ακίνητη, και τον κοίταζε με το ίδιο αντιφατικό βλέμμα. ‘’΋λα τελείωσαν Γουίλιαμ’’, του είπε και με ένα μικρό τίναγμα των δαχτύλων της τον ξάπλωσε σχεδόν ανάσκελα. Αυτή τη φορά το χτύπημα ήταν ελαφρύ και ο πόνος ανεκτός. Ο Γουίλιαμ αξιοποίησε την ώθηση και πίεσε τον εαυτό του ακόμα πιο πίσω. ‘’Ήρθε η ώρα να πάμε σπίτι τώρα’’, συμπλήρωσε αυτή, με άλλο ένα μικρό τίναγμα. Ο συνδυασμός του πόνου και των συνεχών χτυπημάτων τον οδήγησαν να βγάλει μια κραυγή. ΢ε μια έκρηξη εναπομείνουσας δύναμης, ο Γουίλιαμ μπουσούλησε με δύναμη προς τα πίσω, μέχρι που στάθηκε ανάμεσα σε δυο δενδρύλλια. Η Φόλυ τώρα κούνησε ελαφρώς το κεφάλι της προς τα δεξιά, σαν να του έδειχνε ότι τον λυπάται. ‘’Δεν έχω- γκουχ-, δεν έχω σπίτι’’, της είπε βραχνά και αδύναμα. Αυτή ανασήκωσε τους ώμους, φαινομενικά αδιάφορα. ‘’Θα σου βρούμε ένα’’, του είπε.

[237]


‘’Που; Γκουχ- ΢το ΢άικεντ μήπως; Ή σε κάποιο μπουντρούμι;’’, Προσπάθησε να κάτσει και να στηριχτεί στο μικρό δεντράκι που ίσως κάποτε μεγάλωνε αρκετά για να γίνει ένα μεγάλο πεύκο. ‘’Είμαι σίγουρη ότι θα βρούμε κάτι κατάλληλο’’, απάντησε ψυχρά εκείνη και έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, ξαναπροετοιμάζοντας ένα ακόμα μικρό χτύπημα. Αυτός άπλωσε το χέρι του, σαν να της έλεγε να σταματήσει. ‘’΢υγνώμμη’’, είπε βήχοντας. ‘’Είναι λίγο αργά για απολογίες, δεν νομίζεις; Και επιπλέον, συγνώμμη σε μένα; Αλήθεια;’’ ‘’΋χι, όχι’’, ψιθύρισε αυτός. Όστερα, της έριξε ένα βλέμμα πολύ διαφορετικό από όλα τα υπόλοιπα. Παρά τον πόνο και την αδυναμία, επιστράτευσε όλη του την δύναμη για να πει τις επόμενες λέξεις με σιγουριά και αποφασιστικότητα. ‘’΋λη η πίσω αυλή είναι παγιδευμένη Φόλυ.’’ Η Φόλυ άλλαξε έκφραση και έγινε πιο σοβαρή. Σην είδε, αδάμαστο, άγριο και υπέροχα όμορφο ζώο, να ενεργοποιεί ξανά όλες τις πολεμικές τις αισθήσεις και μόνο στην απειλή του. ‘’Είναι αργά για να μπλοφάρεις’’, του είπε, περισσότερο για να διασκεδάσει την ανησυχία της. Έριξε μια κλεφτή ματιά ολόγυρά της- δεν θα ήταν καθόλου ωραίο να της ερχόταν άλλο ένα βελάκι με δηλητήριο, όπως στον ΢αμ. ‘’Δεν μπλοφάρω Φόλυ. ΢υγνώμμη. Αλλά δεν μπορώ να έρθω μαζί σου. Γκουχ. ΋χι τώρα, όχι έτσι’’. Η Φόλυ είδε το χέρι του να πηγαίνει πίσω από τον κορμό του μικρού δέντρου. Ο άντρας μπροστά της με το ζόρι μπορούσε να μιλήσει αλλά απέπνεε μια σίγουρη απειλή. ‘’Γουίλιαμ κάτσε φρόνιμα’’, τον πρόσταξε και έκανε δυο βήματα προς το μέρος του, έτοιμη να τον χτυπήσει με μια ακόμα ριπή από το γάντι της. ‘’Μου λείπεις Φόλυ’’, είπε αυτός κάπως μελαγχολικά. ΢το άκουσμα αυτών των λέξεων, η παλάμη της Φόλυ άρχισε να ακτινοβολεί μια πορτοκαλοκίτρινη αύρα. ‘’Υτάνει’’, φώναξε και άρχισε να προχωράει προς το μέρος του με το χέρι προτεταμένο, έτοιμο για ένα αρκετά πιο δυνατό και επώδυνο χτύπημα στον γονατισμένο άντρα. Για μια μόνο στιγμή, πρόλαβε να τα δει όλα. Ένα μέτρο μπροστά του, μια σειρά από μικρά στρογγυλά προβολάκια αναδύθηκαν μέσα από το γκαζόν, σαν λιλιπούτεια

[238]


περισκόπια υποβρυχίων της λάσπης. Μαζί τους, μια ομοβοντρία από μικρές σκάστρες, ερχόντουσαν από κάθε κατεύθυνση, μια από αυτές μάλιστα ακριβώς μπροστά στα πόδια της, απελευθερώνοντας γκρίζο παχύ καπνό. Οι μικροί προβολείς άναψαν αυτόματα όλοι μαζί, και η πίσω αυλή φωτίστηκε στα λευκά σαν σε κάποια θεατρική παράσταση σε ένα κόσμο ονείρων. Σο εκτυφλωτικό φως τα έκανε όλα διάφανα γύρω της, και την οδήγησε να κλείσει σχεδόν με πόνο τα μάτια της. Η Φόλυ γύρισε την πλάτη της στην μικρή στρατιά των προβολέων και προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της. Ο καπνός από τις πολυάριθμες σκάστρες είχε τώρα φτάσει μέχρι τη μύτη της, μπορούσε να καταλάβει ότι δεν είναι κάποιο δηλητήριο αλλά ένα παραπέτασμα αποπροσανατολισμού. Σρικ. Έπρεπε να σκεφτεί και να κινηθεί γρήγορακαι μόνο η ιδέα ότι ο Γουίλιαμ Κόρβερ θα είχε πιάσει εκείνη στον ύπνο με τα φτηνά του κόλπα και θα το έσκαγε, την τύφλωνε ακόμα περισσότερο. Έτεινε, χωρίς να κοιτάει απ’ευθείας, το χέρι της προς την σειρά από τα φώτα, έτοιμη να ρίξει τουλάχιστον μια ριπή για να σπάσει μερικά από αυτά. Κάθε δευτερόλεπτο ήταν κρίσιμο. Είχε χάσει όμως ήδη όσα χρειαζόταν εκείνος. Η Φόλυ δεν το είχε ξεχάσει στην πραγματικότητα- ο Γουίλιαμ Κόρβερ ήταν από τους καλύτερους Προστάτες όλων τους. Σο πρώτο χτύπημα την βρήκε περίπου στο στομάχι, διπλώνοντας την και υποχρεώνοντας την να γονατίσει. Δεν κατάλαβε τι ακριβώς ήταν, είχε την αίσθηση κάποιου σωληνοειδούς μεταλλικού αντικειμένου. Η Φόλυ έβγαλε μια οξεία κραυγή αγανάκτησης και πόνου. Ο Γουίλιαμ δεν της έδωσε ούτε ένα δευτερόλεπτο- ήταν αρκετά έξυπνος για να μην το κάνει. Σο επόμενο χτύπημα την βρήκε πάνω από τον αυχένα, και ο πόνος ήταν σαν εσωτερικός και ζεστός- τύλιξε ολόκληρο το κεφάλι της με μια λυτρωτική κουβέρτα σκοταδιού, εκεί, ανάμεσα στα εκτυφλωτικά φώτα, και προκάλεσε μια ευπρόσδεκτη ζαλάδα από αυτές που σε οδηγούν στην αγκαλιά του Μορφέα μετά από μια πολύ κουραστική μέρα. Η Φόλυ προσγειώθηκε μπρούμυτα στο γκαζόν, με μια εκπνοή μεγάλης διάρκειας. Σο γάντι στο χέρι της ήταν ολότελα σβηστό τώρα, το άλλο χέρι της έσφιγγε κάπως αντανακλαστικά μια τούφα από το γκαζόν. Αυτός έσκυψε από πάνω της, αλλά δεν τον κατάλαβε. Ένιωσε μόνο κάτι απροσδιόριστο στα μαλλιά της, που ήταν στην πραγματικότητα το χέρι του. Σην χάιδεψε με ένα τρόπο στοργικό και απολογητικό. Η Φόλυ αφέθηκε στο σκοτάδι. Ίσως να της έδωσε και ένα φιλί.

[239]


Ο Γουίλιαμ γονάτισε δίπλα της, σχεδόν βουρκωμένος. Μουρμούρισε ‘συγνώμη’ ακόμα μια φορά και περισσότερο από άγχος έλεγξε τους παλμούς της. Ήξερε ότι το χτύπημα του δεν ήταν φονικό, αλλά και πάλι δεν θα ήθελε να κάνει το παραμικρό λάθος απέναντι σε εκείνη. Ακόμα και το γεγονός ότι την χτύπησε τόσο πολύ, αν και βρισκόταν σε αυτοάμυνα, του προκαλούσε δυσφορία. Από την άλλη όμως, οι πόνοι από τα δικά της χτυπήματα υπερνικούσαν τον όποιο συναισθηματισμό του και το γεγονός ότι από στιγμή σε στιγμή θα κατέφτανε το ιππικό τον σήκωσε από το έδαφος με δυσκολία. Η νύχτα τώρα έφτανε στη μέση της ζωής της και δεν θα αργούσε το γερασμένο χάραμα- αυτός από την άλλη, βρέθηκε σε μερικές μόνο στιγμές σε αρκετά χειρότερη θέση από αυτήν που βρισκόταν όταν ξεκινούσε το παράλογο και παράτολμο εγχείρημά του. Έπρεπε τώρα και να ξαναβρεί την Άζρα αλλά και να καλύψει τα ίχνη του από τους Προστάτες. Σο δεύτερο, φάνταζε μάλιστα πολύ πιο δύσκολο. Αν η παγίδα που έστησε στον ΢αμ τους είχε μια φορά εξοργίσει, αυτό που έκανε τώρα στην Φόλυ ήταν ικανό να τους μετατρέψει σε μανιασμένα αιμοβόρα σκυλιά που περιμένουν γρυλίζοντας μια μόνο νότα από την μυρωδιά του για να ορμήξουν γυμώνοντας

τους

κυνόδοντές

τους.

Πλέον,

δεν

υπήρχε

το

περιθώριο

της

διαπραγμάτευσης, αυτό είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Πλέον και μόνο η θέασή του θα ήταν ικανή για να δεχτεί ομοβροντία ριπών και οργής- αν στην αρχή διακύβευσε την ελευθερία του, τώρα πια το διακύβευμα ήταν η ίδια του η ζωή. Θα τον σκοτώνανε χωρίς δεύτερη σκέψη, η αγέλη θα προστάτευε τον εαυτό της, ιδίως όταν ο ξεχασμένος μοναχικός λύκος απείλησε και χτύπησε το Πρώτο Θυληκό. Έπρεπε να τρέξει με την γνώση ότι ήταν ήδη τσακισμένος και αδύναμος για να το κάνει, αλλά και με την γνώση ότι αν δεν το έκανε, δεν θα προλάβαινε να δει καν το μουντό χάραμα. Επιπλέον, έπρεπε να τρέξει αλλά όχι για να κρυφτεί- όλα αυτά θα ήταν εντελώς μάταια, για ένα φευγαλέο τίποτα, αν δεν έβρισκε ξανά το μόνο παράθυρο ελπίδας του, που δεν ήταν άλλο από την Άζρα. Είχε περιμένει πάρα πολύ για εκείνη την στιγμή, είχε σχεδιάσει πολύ καιρό για εκείνη την στιγμή, δεν ήταν δυνατό να την άφηνε να του ξεφύγει έτσι. Δεν υπήρχε κανένας άλλος δρόμος από το να ανεβάσει το ρίσκο- να ξεφύγει και ταυτόχρονα να την αναζητήσει. Αυτή τη φορά δεν θα είχε συζητήσεις και φιλοσοφίεςθα έπαιρνε μόνο αυτό που ήθελε, αυτό που καρδιά του λαχταρούσε χρόνια. Ας ετοιμάζαν ότι θέλανε για την Πόλη, ας την χτυπούσαν όπως διάολο τους έκανε κέφι. Ας ασχολιόντουσαν οι Προστάτες με αυτό. Αυτός, είχε εντελώς διαφορετικές ιεραρχήσεις.

[240]


Κοίταξε το αναίσθητο σώμα της Φόλυ και έσφιξε τα δόντια απέναντι στον παρατεταμένο πόνο του. Αν έπεφτε εκείνο το βράδυ, θα έπεφτε έχοντας εξαντλήσει ακόμα και την τελευταία ικμάδα της δύναμης του και της ζωτικής του ενέργειας. Δεν θα άφηνε τίποτα από αυτά πίσω του. Θα τα έπαιρνε όλα μαζί του. Παρά τα ηθικά τείχη που είχαν σφυρηλατήσει τον άνθρωπο που ήταν και θα έπρεπε να είναι, γνώριζε ότι στην επόμενη συνάντησή του με Προστάτη,όποτε και αν αυτή ερχόταν, θα κατέληγε σίγουρα σε θάνατο. Και αυτός είχε τουλάχιστον ακόμα ένα πράγμα να κάνει πριν πεθάνει. Πήδηξε τον φράχτη με δυσκολία, προσγειώθηκε στο αραιά φωταγωγημένο πεζοδρόμιο και περπάτησε σκυφτός πίσω από μια σειρά από αυτοκίνητα κινούμενος προς ένα γειτονικό κήπο, σκεπασμένο από πυκνόφυλλα δενδρύλλια. Κοίταξε τους δρόμους γύρω του- η Άζρα δεν είχε ιδέα που βρίσκεται, οπότε θα ακολουθούσε σίγουρα το ένστικτό της. Για ένα παγιδευμένο ζώο σε ξένο περιβάλλον, αυτό δεν μπορούσε παρά να σημαίνει σκοτεινούς δρόμους και απόμερες διαδρομές. Ίσως από στενά, ίσως ακόμα και μέσα από αυλές σπιτιών. Αυτό όμως, όπως εύκολα μπορούσε να το συμπεράνει αυτός και να ακολουθεί αυτή τη λογική στην αναζήτησή του, τόσο εύκολα θα το είχαν σκεφτεί ήδη και οι υπόλοιποι. Είχε τουλάχιστον μερικά λεπτά ακόμα, πριν καταλάβουν ότι η Φόλυ βρίσκεται αναίσθητη και γυρίσουν και στο δικό του κατόπι. Αυτό το μικρό περιθώριο χρόνου έπρεπε να το αξιοποιήσει. ΋χι πολύ μακριά του, με βασικό αντίπαλο για την ώρα μόνο την εξάντληση και με μικρή συναίσθηση της επικείμενης απειλής, η Άζρα προσπαθούσε κάθε στιγμή να διαλέγει το πλέον ασφαλές και σκοτεινό μονοπάτι. Βασικό της μέλημα ήταν να συνεχίσει να κινείται, τουλάχιστον μέχρι να σιγουρέψει κάποια κρυψώνα και να ελπίζει ότι θα ήταν τόσο καλή που θα μπορούσε να τρυπώσει και ίσως να κοιμηθεί μέχρι να περάσουν όλα. Η βασική της άλλωστε ελπίδα ήταν ότι σε πολύ λίγη ώρα, θα μπορούσε ίσως να δει και να ακούσει το ευτυχισμένο και λυτρωτικό τέλος της αποστολής τους. Σότε, θα μπορούσε άνετα να βγει από οποιαδήποτε κρυψώνα και να αντικρίσει περήφανα οποιονδήποτε διώκτη της. Γιατί τότε το τραπέζι θα είχε σίγουρα γυρίσει και ο παντοδύναμος διώκτης θα γύριζε μαζί του ανάποδα, σε ένα αδύναμο σκιάχτρο μιας παλιάς απειλής που θα μπορούσε να περάσει στην Ιστορία, σε ένα σκοτεινό κεφάλαιο αρωματισμένο με την μπόχα της σήψης.

[241]


Κινούμενη στα τυφλά και αποπροσανατολισμένη, μπορεί να μην είχε σταματήσει να τρέχει αλλά δεν είχε απομακρυνθεί σε μεγάλη ακτίνα από το σπίτι που είχε δραπετεύσει. Αντιθέτως, οι διαδρομές της δημιουργούσαν μικρές ελλειπτικές τροχιές που την έφερναν στην περίμετρο ενός μικρού κύκλου, χωρίς να το ξέρει. Σο όνομα ‘’Φόλυ’’ που άκουσε από το μέσα δωμάτιο και την πάγωσε για αρκετή ώρα στην θέση της το είχε ξανακούσει- γνώριζε ότι η αρχηγός, η μητέρα των Προστατών άκουγε σε αυτό το όνομα, όπως και το συνοδευτικό Μπάτερφλάι, που παρά την χάρη του φάνταζε διπλά απειλητικό. Δεν θα μπορούσε να ξέρει πως εξελίχθηκε η αναμέτρηση ανάμεσα στον αναπάντεχο απαγωγέα της και τον νόμιμο αρχηγό των απαγωγέων της, αλλά δεν θα τολμούσε να ποντάρει ενάντιά της. ΢την πραγματικότητα, όσο και αν θα ήθελε ο Γουίλιαμ να είχε γυρίσει νικητής, δεν είχε άλλη επιλογή από το να το σκάσει- και από εκείνη και από εκείνον. Ήταν ένα μικρό παράθυρο ευκαιρίας και δεν μπορούσε να το χάσει για μια διαίσθηση και ελπίδα για τις προθέσεις του. Ούτως ή άλλως, μέσα στην Πόλη, ήταν αυτή ενάντια στον κόσμο ολόκληρο και ήταν προετοιμασμένη για αυτό. Κοντοστάθηκε ανάμεσα σε δυο μεγάλους κάδους κομποστοποίησης, διπλάσιους σε ύψος από εκείνη, και στριμώχτηκε ανάμεσά τους σαν αδέσποτη γάτα. Έβαλε την πλάτη της στον υγρό τοίχο και σύρθηκε προς τα κάτω. Ήταν ακόμα εκτεθειμένη, αλλά μόνο από μια λεπτή λωρίδα, και επιπλέον είχε ανάγκη να πάρει μερικές ανάσες. Σα πόδια της ήταν αδύναμα και τα μάτια της είχαν αρχίσει να τσούζουν από την αυπνία. Επιπλέον, ένας ενοχλητικός πονοκέφαλος είχε αρχίσει να την σφυροκοπάει γύρω από τα φρύδια. Αναρωτήθηκε στιγμιαία για την τύχη του Γουίλιαμ, και τον φαντάστηκε με χειροπέδες και αίματα κάτω από την μπότα της Φόλυ Μπάτερφλάι. Μια πραγματική αδέσποτη γάτα που πήδηξε από την οροφή του ενός κάδου στην άλλη την έκανε να τιναχτεί και κατάλαβε ότι έπρεπε να συνεχίσει. Έπρεπε να συνεχίσει για όσο αντέχει. Ήταν προτιμότερο να αντιμετωπίσει τον φόβο παρά να τον περιμένει με αγωνία στριμωγμένη σε μια εσοχή. Ξαναβγήκε έξω και έβαλε σημάδι μια μακρινή σκεπαστή αυλή, και άρχισε να περπατάει γρήγορα. Ενίοτε, έριχνε μια κλεφτή ματιά όπου έχασκε μια χαραμάδα ορίζοντα ανάμεσα στα κτίρια, περιμένοντας να δει κάποια λυτρωτική λάμψη από πυρωπό γρανάτη και πυρόξενο. Σα γεγονότα είναι:

[242]


Αρκετά πιο μακριά, ο Νίκολας έκατσε απρόθυμα δίπλα στον ασημένιο άντρα, ύστερα από επίμονες παρακλήσεις του τελευταίου. Είχανε μόλις βρει μια καινούρια κρυψώνα, στην οποία τα ουρλιαχτά και ο πανικός του πλήθους δεν ήταν παρά μια μακρινή ηχώ. Καθόντουσαν ανάμεσα σε παλιές μηχανές που μύριζαν γράσσο και μουχλιασμένα πανιά. Ο ασημένιος άντρας είχε βγάλει τελείως την κάσκα του, και τούφες από κάπως αραιά μαλλιά έπεφταν στο μέτωπό του. Είχε παχιά καμπυλωτά φρύδια και μεγάλα, αρκετά μεγάλα, μάλλον τρομακτικά μεγάλα, αμυγδαλωτά μάτια, ενώ η μύτη του έγερνε ελαφρώς προς τα κάτω, κάτι που στον Νίκολας έφερνε την εικόνα ενός παπαγάλου μακάο, από ένα βιβλίο με εικονογραφημένα πουλιά που είχε πέσει στα χέρια του. Μπορεί να μην ήταν εξωγήινος αλλά σίγουρα ήταν ένας περίεργος άνθρωπος. Αυτός και το χαμόγελο με την φύρδιν μήγδιν οδοντοστοιχία, με τα δόντια πίσω από τους κυνόδοντες να αποκτούν μια καμπύλη προς τα πάνω και τον ένα του κοπτήρα να είναι σχεδόν κάθετα στα υπόλοιπα δόντια, σαν κυλιόμενη πόρτα που έχει κολλήσει στην μέση. Περισσότερο από το παρουσιαστικό του όμως, το πιο παράξενο στον ασημένιο άντρα ήταν οι πράξεις του- η εντυπωσιακή του είσοδος με το αόρατο σκάφος, η ανάγκη του να βρίσκεται στις σκιες και φυσικά, η τελευταία του παράσταση στην ταράτσα, όπου άρχισε να λάμπει σαν μπάλα φωτός και κατέστρεψε με μια κίνηση του χεριού του ένα αστυνομικό χόβερ- κάτι για το οποίο ο μικρός Νίκολας ένιωθε μια ενοχική ευθύνη. Εξ’άλλου, αυτός του το υπέδειξε. Για όλους αυτούς τους λόγους, μπορεί να δέχτηκε να τον οδηγήσει εκ νέου σε κάποιο ήσυχο κρυσφήγετο, αλλά από την άλλη ήταν ιδιαίτερα διστακτικός για το αν ήθελε να συνεχίσει να περιπλανιέται μαζί του. Είχε αρχίσει αρκετή ώρα να επεξεργάζεται οδούς διαφυγής, αλλά ο ασημένιος άντρας τον προσκαλούσε εγκάρδια στην παρέα του, με ένα τόνο καθυσηχαστικό, σαν να ήθελε να γίνουν φίλοι. ‘’Μην σε τρομάζει τίποτα από όλα αυτά που είδες, είναι όλα μέρος της παράστασης. Είναι όλα κόλπα, μαγικά κόλπα’’, του είπε αρκετές φορές, λες και ο Νίκολας ήταν κάποιο μικρό παιδί που μπορούσες να ξεγελάσεις με ανοησίες. ΋μως, πίσω από την αλλόκοσμη κάσκα, ο ασημένιος άντρας του φαινόταν αρκετά πειστικός. Τπέκυψε τελικά, και έκατσε απέναντί του, κρατώντας μια μικρή απόσταση ασφαλείας. ‘’Να υποθέσω δεν καπνίζεις;’’, τον ρώτησε με μια γκριμάτσα. ‘’΋χι’’. ‘’Ούτε κάποια ναρκωτικά, έτσι;’’

[243]


‘’Ούτε’’ ‘’Σο φαντάστηκα. Είσαι μικρός ακόμα’’ ‘’Δεν είμαι μικρός’’, του είπε κοφτά και πεισματάρικα. ‘’Μπόμπιρας είσαι’’ ‘’Σι σημαίνει μπόμπιρας;’’ ‘’΢ημαίνει μικρός, αλλά ίσως λίγο μικρότερος. Αλλά είναι πιο χαριτωμένο’’ ‘’Δεν είμαι μικρός’’, επανέλαβε ο μικρός. ‘’Οκ, μεγάλε, μην θυμώνεις!’’, του είπε αυτός γελώντας. ΋σο γελούσε η μύτη του κύρτωνε και άλλο προς τα κάτω και τα πεταχτά του μήλα έφταναν μέχρι τα μάτια του. Ήταν λίγο αστείος. ‘’Γιατί έριξες εκείνο το χόβερ;’’, τον ρώτησε τελικά, κάπως φοβισμένα. Ο ασημένιος άντρας σήκωσε τους ώμους του. ‘’Δεν μου αρέσουν οι αστυνόμοι’’, είπε με τον ίδιο τόνο, σαν να τον κορόιδευε λίγο. ‘’Προτιμώ τους κλέφτες και τους παρανόμους. Αλλά και πάλι, μην νομίζεις ότι το έριξα εγώ. ΢ου είπα, όλα αυτά είναι μαγικά κόλπα. Είναι αντιπερισπασμός’’ ‘’Σι σημαίνει αντιπερισπασμός;’’ ‘’΢ημαίνει.....’’ Πριν τελειώσει την φράση του, πλησίασε με το ένα του χέρι σαν να ήθελε να πιάσει κάτι από το δεξί του αυτί. Ο Νίκολας το ακολούθησε πιστεύοντας ότι θα έχει σκόνη ή κάτι άλλο. Ξαφνικά, με το άλλο του χέρι τον χτύπησε με το δάχτυλο στο άλλο αυτί, τινάζοντάς τον. ‘’Άου!’’, του φώναξε και τραβήχτηκε προς τα πίσω. Ο ασημένιος άντρας γέλασε και η μύτη του έμοιαζε να θέλει να μπει στο στόμα του. ‘’Αυτό είναι αντιπερισπασμός. Πίστεψες ότι θα κάνω κάτι, αλλά έκανα κάτι άλλο. ΢ε ξεγέλασα δηλαδή, έστρεψα την προσοχή σου σε λάθος σημείο’’. Ο Νίκολας χάιδεψε το αυτί του κάπως ενοχλημένος. ‘’Δηλαδή θέλεις να στρέψεις την προσοχή σε σένα;’’ ‘’Ναι’’ ‘’Και τι θα γίνει;’’ ‘’Α, αυτό είναι έκπληξη. Θα είχε ήδη γίνει, αλλά το βλαμμένο το σκάφος μου χάλασε ενώ πετούσα και προσγειώθηκε εδώ, πριν φτάσω στον κανονικό προορισμό μου όπου θα έκανα τον αντιπερισπασμό. Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα γινόταν ούτε ο

[244]


αντιπερισπασμός ούτε η έκπληξη. Θα με είχαν πιάσει απλώς. ΢ε ευχαριστώ μικρέ μπόμπιρα’’ Ο Νίκολας ένιωσε όμορφα αλλά συνέχισε να ενοχλείται. ‘’Δεν είμαι ούτε μικρός ούτε μπόμπιρας’’. Ο ασημένιος άντρας έκανε να τον πειράξει πάλι χαμογελώντας, αλλά και οι δυο τους ακούσανε κάτι ένα δυνατό μεταλλικό ήχο και σταματήσαν να μιλάνε. Ο Νίκολας σηκώθηκε αργά και κοίταξε γύρω του. ΢ε παλιές εργοστασιακές περιοχές διάφοροι μεταλλικοί ήχοι από το πουθενά δεν ήταν κάτι εντελώς παράξενο, αλλά έπρεπε να έχει πάντα το νου του. Ο ασημένιος άντρας κοίταξε προς την κάσκα του και την έφερε κοντά του, σαν να ήταν κάποιου είδους όπλο. Ο Νίκολας σκαρφάλωσε στο μηχάνημα για να φτάσει ένα σημείο από το οποίο μπορούσε να κοιτάξει ανέμεσα από κάποια χοντρά καλώδια. Αμέσως μετά άκουσαν μια φιθυριστή αντρική φωνή. ‘’Έι!’’ Ο Νίκολας κατέβηκε από το μηχάνημα και κοίταξε τον άντρα. Αυτός σηκώθηκε αργά όρθιος, κρατώντας την κάσκα στο ύψος της λεκάνης του. Κοιταχτήκανε με περιέργεια και σε ετοιμότητα να αρχίσουν να τρέχουν. Αν και κανένας αστυνομικός, ποτέ, δεν ανήγγειλε την παρουσία του φωνάζοντας ‘ει’. Η φωνή συνέχισε. ‘’Με ακούει κανείς;’’ Ο Νίκολας έκανε ένα αθόρυβο νόημα στον άντρα να τον ακολουθήσει, και περπάτησε αέρινα προς τα εμπρός, προσπαθώντας να μην πατήσει γυαλιά ή χοντρόκκοκη σκόνη και γαρμπίλι. Μετά από δυο βήματα του έδειξε προς ένα διάδρομο, που κάποτε θα οδηγούσε προς τα γραφεία των μηχανικών του εργοστασίου. Η φωνή τους σταμάτησε. ‘’Αν ακούγομαι, σου λέω ότι δεν έχεις πολύ χρόνο. Θα έρθουν εδώ όπου να ‘ναι. Και επίσης, δεν ξέρω αν σου λέει κάτι, αλλά έχει και Προστάτες εκεί έξω.’’ ΢το άκουσμα της λέξης ‘’Προστάτες’’και ο Νίκολας αλλά και ο ασημένιος άντρας σταμάτησαν και έμειναν ακίνητοι. Η φωνή συνέχισε: ‘’Εμείς είμαστε οι Παράλογοι, και μπορούμε να σου προσφέρουμε καταφύγιο. Ερχόμαστε ειρηνικά και αν ακούς, δώσε ένα σήμα’’ Ο ασημένιος άντρας κοίταξε τον Νίκολας. Αυτός σκέφτηκε λίγο και του έκανε νόημα να περιμένει. Όστερα, πλησίασε προς το μέρος της φωνής. Πήγε να τον κρατήσει αλλά ο μικρός ξεγλιστρούσε σαν χέλι. ‘’Περίμενε’’, του ψιθύρισε.

[245]


Ο Νίκολας γύρισε προς το μέρος του,πριν χαθεί στις σκιες. ‘’Είναι καλοί αυτοί’’, του είπε αχνά. ‘’Πάω να δω όμως αν είναι αντιπερισπασμός’’ Ο ασημένιος άντρας χαμογέλασε με την χρήση της λέξης. ‘’Είσαι βλάκας μπόμπιρα’’, του είπε και κοίταξε τριγύρω του για κάποια γωνιά να χωθεί. Νιώθωντας αρκετά εκτεθειμένος χωρίς τον μικρό, χώθηκε πίσω από ένα άλλο μηχάνημα που έμοιαζε με τμήμα τόρνου και έκατσε περιμένοντας. ΋χι πολύ μετά, ο μπόμπιρας εμφανίστηκε από το πουθενά, αιφνιδιάζοντάς τον. ‘’Ε, μικρέ, μην τα κάνεις αυτά τα απότομα’’, του ψιθύρισε αυστηρά. Ο Νίκολας ξίνισε τα μούτρα του στο άκουσμα της λέξης μικρός αλλά του έκανε νόημα. ‘’Έλα’’, του είπε. ‘’Θα πάμε στο παλιό τρένο’’. ‘’Σι είναι το παλιό τρένο;’’ ‘’Εκεί που είναι οι Παράλογοι.’’ Ο ασημένιος άντρας θέλησε να ρωτήσει και για αυτούς, αλλά ένας άντρας ξεπρόβαλλε διστακτικά πίσω τους, κοιτώντας τον με ενθουσιασμό και περιέργεια. Ο ασημένιος άντρας σηκώθηκε όρθιος σε ετοιμότητα για κάθε ενδεχόμενο, αλλά αμέσως ο άλλος άντρας πισωπάτησε κάνοντας μια φιλική χειρονομία. ‘’΋χι, μην αγχώνεσαι. Απλά ήθελα να δω...Ακούς για εξωγήινο όλο το βράδυ, πείθεσαι στο τέλος..’’, του είπε. ‘’Πείστηκες;’’, ρώτησε αυτός κάπως ψυχρά. Ο άντρας πλησίασε λίγο ακόμα και έτεινε το χέρι του. ‘’Μπέρναρντ Λούις, λέγε με Μπέρνι.’’ Ο ασημένιος άντρας έτεινε με την σειρά του το χέρι και οι δυο άντρες αντάλαξαν χειραψία. ‘’Έχουμε τόσες πολλές ερωτήσεις’’, συμπλήρωσε. Ο ασημένιος άντρας χαμογέλασε κάπως προσποιητά. ‘’Θα είμαι ασφαλής;’’, ρώτησε τελικά. ‘’Εννοείται. Μαζί μας, εννοείται’’, του απάντησε ο Μπέρνι. ‘’Σότε πάμε’’, είπε και κράτησε τον Νίκολας από τον ώμο, σαν να ήθελε να έρθει μαζί του. Ο άντρας χαμογέλασε. ‘’Ακολουθήστε με’’, είπε και άρχισε να προχωρά στα σκοτάδια, με την ίδια περίπου χάρη και ικανότητα που το έκανε και ο μπόμπιρας. Ο Νίκολας τον ακολούθησε με βιαστικό βήμα, ενώ φαινόταν λίγο χαρούμενος που πλέον μπορούσε να

[246]


μοιραστεί την παράξενη συντροφιά του και με κάποιον άλλο, χωρίς να χρειάζεται επιπλέον να τρέχει να βρει κρυψώνες. Μετά από μερικές στροφές στα σκοτεινά, ο άντρας που λεγόταν Μπέρνι γύρισε προς τον ασημένιο άντρα. ‘’Και πως σε λένε’’, τον ρώτησε κάπως διστακτικά. ‘’Με λένε Βίκτωρ’’, απάντησε αυτός. Ο Μπέρνι κούνησε το κεφάλι του χαμογελαστός. ‘’Βίκτωρ’’, επανέλαβε. ‘’Πολύ ωραία’’. Όστερα περπάτησε λίγο ακόμα, σαν να ήθελε να ρωτήσει και άλλα. Σελικά δεν άντεξε. ‘’Και από που μας έρχεσαι Βίκτωρ;’’, ρώτησε κάπως πιο συνεσταλμένα και σιγανά. Ο ασημένιος άντρας που τελικά λέγανε Βίκτωρ χαμογέλασε και η μύτη του κύρτωσε στο μισοσκόταδο. Ο Νίκολας κοίταξε και αυτός με περιέργεια για την απάντησή του. ‘’Έρχομαι από ένα πολύ ωραίο μέρος δίπλα στην ωραία μας θάλασσα. Σο άφησα με βαριά καρδιά πρέπει να ομολογήσω- ξέρετε η μυρωδιά της θάλασσας είναι για μένα κάτι το μαγικό σχεδόν, και η μυρωδιά της πόλης σας μου καταστρέφει τα ρουθούνια. Κατά κάποιο τρόπο όπως, και για να προλάβω Μπέρνι την επόμενη σου ερώτηση, έπρεπε να έρθω. Έχει φτάσει σε οριακό σημείο η δυσωδία της πόλης σας, ξεχειλίζει από τα ψηλά σας τείχη. Είστε με την πλάτη στη φωτιά τόσο καιρό, που θεωρείτε πια τις σκιες ως την αλήθεια σας, ενώ ο κόσμος γύρω σας είναι τόσο φωτεινός που μπορεί να διαλύσει τις σκιές. Μπορείς να πειστείς Μπέρνι για το ότι είμαι εξωγήινος. Δεν είμαι από αυτόν τον κόσμο. Αλλά δεν είμαι παρά ένας αγγελιοφόρος τελικά- αυτός ο κόσμος, θα τελειώσει σήμερα. Απόψε. ΢ε λίγο. Και το φως θα βγει. Ελπίζω τα μάτια σας μόνο να μην το έχουν ξεχάσει’’. Ο Νίκολας ξεροκατάπιε κοιτάζοντας εναλλάξ τον Βίκτωρ και τον Μπέρνι. Ο τελευταίος τώρα κοντοστεκόταν και τον κοίταζε με ένα συγκρατημένο ενθουσιασμό που κονταροχτυπιόταν με ένα πιο αμήχανο φόβο. Σελικά τον πλησίασε και ακούμπησε απαλά την ασημένια στολή του, ακολουθώντας με το δάχτυλό του τις λεπτές φόδρες που ήταν πακτωμένες με μικρά λαμπιόνια, τόσο μικρές που φαινόντουσαν σαν ραφές. ‘’Ξέρεις τι Βίκτωρ’’, του είπε, σχεδόν χωρίς να τον κοιτάζει. ‘’Πάντα περίμενα έναν άνθρωπο, εσένα, να έρθει μια μέρα και να με κοιτάξει στα μάτια και να μου πει, ξέρεις, αυτός ο κόσμος που ζεις και αναπνέεις είναι ψεύτικος, είναι ένα πρόσχημα, μια άθλια δικαιολογία. ΋τι υπάρχει κάτι άλλο, κάπου αλλού. Ή και τίποτα, δεν με νοιάζει. Αλλά

[247]


ότι αυτό εδώ, αυτό γύρω μας, είναι μια απάτη, τόσο παράλογη που έγινε κατα λάθος πιστευτή....’’. Ο Νίκολας θα ορκιζόταν ότι ο άντρας ήταν λίγο βουρκωμένος τώρα. ‘’΢ε ευχαριστώ Βίκτωρ’’, του είπε τελικά και κάπως απότομα συνέχισε την πορεία του ανάμεσα στις σκιες. ‘’Τπάρχουν και κάποιοι ακόμα που θα θέλουν πολύ να σε ευχαριστήσουν, απλά για να τους πεις αυτά που μου είπες’’. Ο Νίκολας ακολούθησε μπερδεμένος, κοιτώντας επίμονα τον ασημένιο άντρα που ακτινοβολούσε φως και ερχόταν από την θάλασσα. Και αυτός, όπως και ο Μπέρνι, είχαν ακούσει φυσικά για την θάλασσα, είχαν δει τις εικόνες, τις ταινίες, τα ντοκιμαντερ, τις ιστορίες. Ήξεραν ότι άλλη μια πόλη, άλλη μια επιζήσαντα πόλη σαν την δική τους, βρισκόταν πριν πολλά χρόνια δίπλα στην θάλασσα, είχε οχυρώσει την επιβίωσή της δίπλα στην ακτή της. ΋ταν εκείνη η πόλη έπεσε από την ασθένεια και τον μαρασμό, όλος ο κόσμος έπρεπε να αρχίσει να συνηθίζει την ιδέα ότι η θάλασσα θα άνηκε ξανά σε κάποια από τις επόμενες γενιές και σίγουρα όχι ακόμα την δική τους. Αλλά ξαφνικά, ένας άντρας δήλωνε ευθαρσώς ότι ερχόταν από εκεί. Και ξαφνικά όλα τα μυστήρια του σύμπαντος βρισκόντουσαν γύρω από το κεφάλι με την κυρτή μύτη και τα παράξενα δόντια, όλες οι ερωτήσεις και απαντήσεις μαζί, από έναν εξωγήινο που ερχόταν από την Γη αλλά όχι από την Έρθ. Σο μεγαλύτερο παράδοξο, σκέφτηκε ο Νίκολας, ήταν ότι η Γη ήταν η Έρθ, και η Έρθ ήταν ότι είχε απομείνει από την Γη. Η μικρή συντροφιά βγήκε από το παλιό εργοστάσιο, όπου συνάντησε άλλες δυο σκοτεινές φιγούρες που περπάτησαν γοργά μέχρι ένα γκρίζο αυτοκίνητο. Η νύχτα κυοφορούσε την αυγή, και η εγκυμοσύνη της ήταν προχωρημένη. Αρκετά μακριά τους, έχοντας ακούσει για τον εξωγήινο μόνο αποσπασματικά και χωρίς να δίνει σημασία για ένα ούτως ή άλλως, σχετικά συνηθισμένο θέμα, η Νικόλ Άντερσον κοίταξε το φορητό της υπολογιστή χειρός. Σο αυτοκίνητο του Λιρόι είχε σύστημα εντοπισμού, όπως όλα τα εταιρικά αυτοκίνητα της ΢άικεντ, και η Νικόλ Άντερσον είχε σχετική εξουσιοδότηση. Με αυτόν τον τρόπο ήξερε τουλάχιστον προς τα που να κινείται για να διατηρεί την επαφή της με τον Λιρόι. Μαζί με τον Σέρι Κρος είχαν πολύ περισσότερες πιθανότητες να βρουν την Ντάιαμοντ από αυτήν, αλλά από

[248]


την άλλη η παρουσία του Σέρι Κρος δεν ήταν εγγύηση για τίποτα λιγότερο από περισσότερους μπελάδες. Ακόμα καλύτερα, η παρουσία του ήταν η περίτρανη απόδειξη ότι ο Λιρόι τα είχε εντελώς χαμένα, βουτηγμένος στα ίδια τα σκατά των επιλογών του. Η Ντάιαμοντ ήταν στο δικό του λαιμό, όχι μόνο για την απόδρασή της, αλλά πολύ περισσότερο για την κατάστασή της. Η Νικόλ Άντερσον ήξερε από πρώτο χέρι την κατάσταση της Ντάιαμοντ, ήταν κατά κάποιο τρόπο μια σιωπηρή συνένοχος για αυτήν. ΋σο και αν μπορούσε όμως να δικαιολογήσει τον εαυτό της, ως ουσιαστικά υφιστάμενη του Λιρόι, δεν μπορούσε παρά να ανυσηχεί πραγματικά για την τύχη της κοπέλας, που στην κατάσταση που βρισκόταν ήταν κυρίως επικύνδινη για τον εαυτό της. Από την άλλη, αυτό θα μπορούσε εύκολα να αλλάξει σε μια στιγμή και να γίνει επικύνδινη για όλους τους υπόλοιπους. Η μόνη σταθερά σε αυτήν την εξίωση όμως ήταν ότι ο Λιρόι ΜακΜπράιαντ και ο Σέρι Κρος ήταν επικίνδυνοι για την Ντάιαμοντ- το καθήκον της Νικόλ να την προστατέψει ήταν και ιατρικό, πέρα από ανθρωπιστικό. ΢χημάτισε τον εσωτερικό αριθμό του Φονχάιμ στο κινητό της. ‘’Πες μου ότι εσύ τα πας κάπως καλύτερα’’, τον ρώτησε κατευθείαν. ΢την άλλη άκρη, η φωνή του Φονχάιμ ακούστηκε αγχωμένη. ‘’Είμαι περιμετρικά της περιοχής των Παραλόγων. Γνωρίζω ότι όλοι όμως βρίσκονται προς τον Ανατολικό Σομέα, όπου υπάρχει μια ιστορία με έναν εξωγήινο, κάτι γίνεται, έχει και Προστάτες εκεί’’. ‘’Βαρετό’’, απάντησε η Νικόλ. ‘’Οι Ντόγκσον και Λίθγκοου, Φονχάιμ’’. ‘’Δεν τους έχω βρει. Δεν ξέρω αν είναι σε εκείνα τα υπόγεια που πηγαίνουν οι Παράλογοι, αλλά και πάλι, δεν θα έψαχνα μόνος εκεί κάτω, Άντερσον. Είναι τρελλό. Θα έπρεπε να είναι ήδη ενημερωμένη η εταιρία και να υπάρχουν ειδικές ομάδες για αυτή τη δουλειά’’, είπε τελικά με παράπονο. ‘’΢ταμάτα επιτέλους να γκρινιάζεις Φονχάιμ’’, του είπε αυτή κάπως αυστηρά. ‘’΢ου είπα ήδη ότι θα ενημερωθεί η εταιρία, πολύ σύντομα κιόλας. Αλλά πρέπει να αξιοποιήσουμε το χρόνο μας παραγωγικά. Ο Λιρόι αυτή τη στιγμή κυνηγάει την Ντάιαμοντ περιμετρικά του ΝάιτΒάιμπ, και έχει στην υπηρεσία του και έναν ναρκομανή βίαιο γέρο, τον Σέρι Κρος. Έχω αρκετές σκοτούρες να επιλύσω πριν πάρουμε την εταιρία. Με καταλαβαίνεις Φονχάιμ; Ο τρόπος που θα παιχτεί αυτό, τις επόμενες λίγες ώρες, θα καθορίσει τις δουλειές μας. Θέλεις να την βγάλει καθαρή ο Λιρόι και να την πληρώσουμε εμείς;’’

[249]


‘’΋χι’’, απάντησε ο Φονχάιμ, σαν να ήθελε όμως να διαμαρτυρηθεί. ‘’Αυτό θα γίνει όμως. Ο Λιρόι είναι το αφεντικό στην δική μας πτέρυγα. Σι νομίζεις ότι θα γίνει; Για αυτό κάνε ότι χρειάζεται. Βρες τους.’’ ‘’Κάνω ότι μπορώ’’ μουρμούρισε από την άλλη άκρη. ‘’΢ε θέλω και κάτι άλλο όμως’’,πρόσθεσε αυτή. ‘’Αυτή η Ντόγκσον, ποια στο διάολο είναι;’’ ‘’Νόμιζα ότι ξέρετε εσείς’’, απάντησε κάπως έκπληκτος ο Φόνχαιμ. ‘’Εγώ δεν έχω πρόσβαση στο φάκελό της, είναι για μεγαλύτερο επίπεδο, όπως η Ντάιαμοντ’’. Η Νικόλ αναστέναξε προβληματισμένη. ‘’Για την Ντάιαμοντ γνωρίζουμε, φυσικά. Αλλά και εμείς δεν έχουμε πρόσβαση στον φάκελο της Ντόγκσον’’, είπε. Από την άλλη άκρη, ο Φονχάιμ έμεινε σιωπηλός. ‘’Νόμιζα ότι δεν υπάρχει επίπεδο εξουσιοδότησης πάνω από τον Λιρόι σε αυτήν την πτέρυγα’’ , είπε μετά από λίγο. ‘’Μα, δεν υπάρχει.Είναι η μόνη ασθενής με απόρρητο φάκελο’’, του απάντησε. ‘’΋πως και να έχει, βρες τους’’, συμπλήρωσε κάπως βιαστικά. Δεν ήθελε να ανυσηχήσει ή να τρομάξει τον Φονχάιμ, αλλά ασθενής με απόρρητο φάκελο δεν ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένο φαινόμενο. Η Ντάιαμοντ είχε έναν από τους πιο ‘’ιδιαίτερους’’ φακέλους, αλλά για τον Λιρόι και εκείνη δεν υπήρχε θέμα εξουσιοδότησης. Ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου είχε την μισή ζωή του σε ένα φάκελο. Κάθε ασθενής του ΢άικεντ, το ίδιο. Σι θα μπορούσε να υπάρχει, που να είναι απόρρητο για αυτούς, και για ποιο λόγο; Η Νικόλ έκλεισε το τηλέφωνο και κοντοστάθηκε δίπλα σε ένα παγκάκι, νιώθωντας και κάπως κουρασμένη από το περπάτημα, ενώ τα χαμηλά τακούνια την χτυπούσαν στη φτέρνα. Σελικά έκατσε και τα έβγαλε όσο χρειαζόταν για να απελευθερωθούν οι φτέρνες της. Δύσκολα θα μπορούσε να συλλάβει μια υπόθεση πιο σκατένια από εκείνης της νύχτας. Αν το ένα πρόβλημα ήταν η Ντάιαμοντ, ο Λιρόι και ο Σέρι Κρος, το μυστήριο της Άλις Ντόγκσον ερχόταν να προστεθεί κάπως εμφατικά και επίμονα. Τπήρχαν ακόμα και κυβερνητικά στελέχη που είπαν κάποτε γιού-χου και κατέληξαν στο ΢άικεντ- το όνομά τους άλλαζε αλλά οι γιατροί είχαν πάντα γνώση της ταυτότητας του ασθενούς. Δεν μπορούσε να υποθέσει κάποια ιδιότητα που σήκωνε την κατηγορία του απορρήτου- ίσως μόνο κάποια ανάλογη ιδιότητα με αυτήν της Ντάιαμοντ, αλλά και πάλι, μέχρι και για αυτήν γνωρίζανε. ΋ποιο και αν ήταν βέβαια το παρελθόν της Άλις Ντόγκσον, ο φάκελος της έγραφε με πηχαίους τίτλους: ‘’Αμνησία’’. Σο θέμα όμως ήταν και το απρόσμενο ταίριασμα με

[250]


τον γνωστό εφ’όλης της ύλης Ρίτσαρντ Λίθγκοου, που το ιστορικό του έγραφε επαναλαμβανόμενα μπελάδες κάθε είδους. ΢την πραγματικότητα, και αυτό η Νικόλ το γνώριζε, ο Ρίτσαρντ Λίθγκοου είχε μια τρέλλα που ήταν περισσότερο φυσική παρά ιατρική πάθηση, και η παραμονή του στο ΢άικεντ ήταν ένα είδος τιμωρίας. Ή ίσως ευνοικής τιμωρίας, αν υπολογίσει κανείς ότι ο Λίθγκοου θα μπορούσε να βρίσκεται στην φυλακή. Δεν μπορούσε να θεωρήσει τυχαίο το ότι ο εξαρτημένος από ίντριγκα και μπερδέματα Λίθγκοου είχε ταιριάξει μόνο συμπτωματικά με την απόρρητη Άλις Ντόγκσον. Ίσως ο κερατάς να ήξερε για το μυστηριώδες της παρελθόν και να έψαχνε ένα τρόπο να σκαλίσει σε ξένα χωράφια και να ξετρυπώσει λαβράκια για τις σούπες των θεωριών συνομωσίας του. Αλλά και πάλι, ακόμα και όλα τυχαία να ήταν, το Διοικητικό ΢ύμβουλιο του ΢άικεντ δεν θα ένιωθε καθόλου καλά να γνωρίζει ότι η ασθενής που επέλεξε να κρατήσει ως απόρρητη από το προσωπικό του, κυκλοφορούσε ελεύθερη μαζί με ένα σεσημασμένο ψευτοτρομοκράτη της κακιάς ώρας. Ίσως και αυτός να ήταν ένας λόγος που παράτεινε το αναπόφευκτο και από την μεριά της- ο Φονχάιμ είχε δίκιο. Είχε περάσει προ πολλού η στιγμή που θα έπρεπε να αναλάβει το Διοικητικό ΢υμβούλιο την κατάσταση. Ας έτρωγε και ο Λιρόι όσα σκατά του αναλογούσαν για τους χειρισμούς του και την απερισκεψία του. ΢το κάτω κάτω, το θέμα ήταν κυρίαρχα θέμα ασφάλειας του κτιρίου και δευτερευόντως μεθόδων θεραπείας και αποκατάστασης. ΢ιχαινόταν το γεγονός ότι έπρεπε όμως να τον προστατεύει- τον είχε ακολουθήσει αρκετό καιρό, τυφλωμένη από την θέλησή της να είναι εντάξει απέναντι στον αρχηγό. Σον είχε ακολουθήσει σιωπηλά τόσο, όσο χρειαζόταν για να θεωρήθεί χωρίς πολύ συζήτηση συνένοχος σε όσες ατασθαλίες είχε κάνει αυτός απέναντι στο λειτούργημα γενικά, αλλά και στην Ντάιαμοντ ειδικότερα. Ίσως αν ήταν πιο ώριμη και υποψιασμένη νωρίτερα να είχε αποφύγει αρκετά λάθη και να είχε προλάβει αρκετές καταστάσεις. Από την άλλη όμως, όλη η ωρίμανση και υποψία της είχε προκύψει μόλις τις τελευταίες ώρες- όταν η νύχτα ξεκινούσε, το μόνο που είχε να δηλώσει για τον Λιρόι, μπροστά σε δυο μέλη του Διοικητικού ΢υμβουλίου, ήταν ότι ‘’εμπλεκόταν πολύ’’ και ότι το ‘’έκανε προσωπικό’’. Αηδίες για γρήγορη κατανάλωση, τυπικούρες για να φαίνεται μια κάποια σχολαστικότητα και υπευθυνότητα. Εχθρός του καλού είναι το καλύτερο, και λοιπές φανφάρες επαγγελματικής ηθικής. Από την ώρα που η Ντάιαμοντ εγκατέλειψε το κτίριο, πήρε μαζί της και αρμούς από τα θεμέλια του και στην Νικόλ το οικοδόμημα τώρα έμοιαζε τόσο εύθραυστο που έμοιαζε με γυάλινο.

[251]


Έσπρωξε ξανά τις πονεμένες και ερεθισμένες φτέρνες της στα τακούνια και σηκώθηκε ξεφυσώντας. Ξαναδιασταύρωσε την θέση του Λιρόι. Βρισκόταν ακόμα περιμετρικά του ΝάιτΒάιμπ, σε χαμηλή ταχύτητα. Προφανώς το ‘’κυνηγητό’’ το είχε ξεκινήσει ήδη ο Σέρι Κρος, του οποίου το μεταφορικό όχημα δεν είχε κανένα εντοπισμό θέσης ούτε προσδιορισμό νηφαλιότητας και επαγγελματικής συμπεριφοράς. ΢κέφτηκε να τον ξανακαλέσει και να δηλώσει μια προσχηματική μεταμέλεια, αλλά ο Λιρόι θα την ξεσκέπαζε εύκολα σε οποιοδήποτε τέχνασμα. Μπορεί να ήταν κάθαρμα και καθίκι, αλλά παρέμενε καλός στην δουλειά του.Μπορούσε αναμφίβολα να ψυχολογήσει και ένα κομοδίνο, αλλά ήταν επίσης σίγουρο ότι δεν μπορούσε, αρκετό καιρό τώρα, να ελέγξει και να διαχειριστεί τις δικές του παρορμήσεις. ΍ρες ώρες η Νικόλ Άντερσον απορούσε με τον εαυτό της που υπήρξε τόσο κολλημένη με τον Λιρόι ΜακΜπράιαντ, που παρέμεινε κολλημένη ανεχόμενη όλα όσα μαγείρευε με την Ντάιαμοντ και όλους τους τρόπους που της είχε δείξει ότι για αυτόν, εκείνη τουλάχιστον, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα ‘συναδελφικό πήδημα’. Απορούσε, καθώς μπορούσε να αποφανθεί με βεβαιότητα ότι δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτα χειρότερο από τον όρο ‘συναδελφικό πήδημα’. Είχε κάτι η νύχτα εκείνη που έμοιαζε με τιμωρία. Σιμωρία δικαίων και αδίκων. Με τα τακούνια να χτυπούν τις φτέρνες της, η Νικόλ έπρεπε να περπατήσει μέσα της, ελπίζοντας ότι το τέλος της και τα πρώτα χάδια του ήλιου καλοκάγαθου να έχουν επιστρέψει πίσω την χαμένη αθωώτητα και ομαλότητα. ΢ε ότι αφορούσε στην γενικότερη όμως εικόνα, αυτές οι ώρες ήταν οι τελευταίες ώρες αθωώτητας, λίγο πριν κάνουν ωτοστόπ σε ένα φορτηγό με εμπορεύματα για το παρελθόν. Σο χάος καραδοκούσε στις σκοτεινές γωνιές, και όταν θα έβγαινε θα απορούσαν όλοι πως διάολο δεν το έβλεπαν τόσο καιρό να γιγαντώνεται.

[252]


Κάτω από το θάμνο

I saw a boy, up on a tree I looked up at him He looked down on me I said ‘hey, what ya doin’ up there?’ And he said ‘all this horror I can’t stop but stareLook all this madness, And hate And destruction Look at these men The peril, the flames The weapons, the drugs, the madness I can’t stop but wondering How such horror can be’ I offered a smile, a gesture, a friend He asked me to help him for his troubles to mend so I promised never to bend And then he climbed down and I smashed his fucking, stupid, empty head. D. Songs for engineered kids no.6: The natural born kid on the tree

‘’Περίμενε’’, του είπε καθώς αυτός διέσχιζε με βιαστικό βήμα μια στρογγυλή πλατεία που τους άφηνε εκτεθειμένους. Από την άλλη μεριά υπήρχε μια μικρή όαση πράσινου, από τις λιγοστές στην πόλη. ‘’Θέλεις να πεις ότι στην πραγματικότητα, δεν υπάρχεις για αυτήν την πόλη;’’. Ο ΢άλυ δεν γύρισε να την κοιτάξει παρά μόνο όταν κατάλαβε ότι είχε σταθεί ακίνητη στη μέση της πλατείας.

[253]


‘’Προχώρα κορίτσι μου!’’, της φώναξε αγχωμένος, κοιτώντας γύρω του. ‘’Σώρα βρήκες να αναρωτηθείς; ΢το είπα ώρα πριν!’’ Η Ντάιαμοντ τον ακολούθησε απρόθυμα. ‘’Σώρα το συνειδητοποιώ’’, είπε σκεφτική. ‘’Θέλεις να πεις ότι παρά το γεγονός ότι γεννήθηκες, οι Αρχές αποφάσισαν ότι δεν θα έπρεπε να έχεις γεννηθεί; Ποια είναι η λογική σε αυτό;’’ Ο ΢άλυ την τράβηξε από το χέρι με δύναμη και προχώρησε μέχρι το μικρό άλσος. Αφού περάσανε δυο γερασμένα πεύκα την άφησε πάλι. ‘’Τπάρχει ένα μέρος που πάνε τα άτακτα φυσικά γεννημένα παιδάκια’’ Η Ντάιαμοντ πήρε μια έκφραση φρίκης. Ο ΢άλυ γέλασε κοιτάζοντας την. ‘’΋χι όχι, μην σκέφτεσαι κάτι αιματηρό. Ή σκέψου κιόλας, που να ξέρω. Ξέρω ότι όμως αν γεννηθεί παιδί χωρίς την σχετική άδεια, πάει να πει ότι σε κάποια μαμά δεν έγινε έκτρωση όταν έπρεπε ή κάποιο φάρμακο δεν πάρθηκε όταν έπρεπε, που σημαίνει ότι η μαμά και ο μπαμπάς είναι παράνομοι και το παιδί, φυσικά, αφού οι γονείς του είναι παράνομοι, είναι ευθύνη της Διοίκησης. Σώρα η Διοίκηση μαζεύει αυτά τα παιδάκια και δεν νομίζω να τους κάνει κακό, θα ήταν αρκετά απάνθρωπο, αλλά σίγουρα τα μαζεύει για να δείξει κιόλας ότι οικογένεια χωρίς την σχετική άδεια είναι μια οικογένεια πρέπει να τιμωρηθεί. Δεν έχει δικαίωμα να υπάρχει σαν οικογένεια. Εγώ τώρα είμαι μια από τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις, που το τίμημα για να μην χωριστεί η οικογένεια είναι να μετακυλιθεί η παρανομία όπως τα γονίδια, με τη γέννα. Από τον μπαμπά μου πήρα τα μαύρα μαλλιά, από την μαμά μου πήρα τα ωραία μου μάτια, και από τους δυο μαζί πήρα την παράβαση του νόμου. Θεώρησαν, και είχαν δίκιο βέβαια, ότι τα όποια πρόστιμα δεν ήταν το πρόβλημα- το πρόβλημα ήταν ότι δεν θα με ξαναβλέπανε ποτέ. Ή και αν με ξαναβλέπανε φυσικά δεν θα με γνωρίζανε, εκτός πια και αν ήμουν φτυστός ένας από τους δυο. Αλλά και πάλι, καταλαβαίνεις. ΋ταν λοιπόν η καλή μου μαμά έμεινε έγκυος, το χαρτί της σχετικής άδειας δεν είχε έρθει ακόμα. Εν τω μεταξύ ήταν σίγουροι ότι θα παίρνανε το χαρτί- ο καλός μου ο μπαμπάς είχε καλή δουλειά, η καλή μου η μαμά επίσης, μένανε στον Βόρειο Σομέα και καταλαβαίνεις, ο Βόρειος Σομέας είναι το καλύτερο μέρος να μείνεις αν θέλεις παιδιά, φυσικά ή τεχνητά.’’ ‘’Περίμενε’’, τον διέκοψε η Ντάιαμοντ καθώς εκείνος ξαναξεκινούσε να περπατάει ανάμεσα στα πεύκα. ‘’Γιατί να θέλεις ειδική άδεια για φυσική γέννα και όχι για τεχνητή γονιμοποίηση;’’

[254]


΄΄Πότε το είπα αυτό;’’, την ρώτησε. ‘’Η άδεια είναι για να έχεις παιδί, γενικότερα. Η άδεια αυτή δεν είναι κάποιο τεστ, ούτε είναι απαραίτητο να πληροίς κριτήρια. Είναι για τον έλεγχο του πληθυσμού. Βλέπεις, είμαστε σε μια πεπερασμένη πόλη-κράτος. Δεν μπορούμε γενικώς να απλωνόμαστε σαν τα κουνέλια χωρίς μέτρο. Θα γεμίσει. Αν γενικά έχεις δουλειά και σύζυγο, κάποια στιγμή θα την πάρεις την άδεια. Εκτός και αν είσαι άτυχος, γιατί προφανώς κάποιοι θέλουν και δεύτερο παιδί, εκεί αρχίζουν τα κριτήρια προτεραιότητας και ούτω καθεξής. Σο αν θα κάνεις εξωσωματική ή θα φυσική γέννα, είναι σε γενικές γραμμές, επιλογή. Η τεχνητή γονιμοποίηση έχει πολλά οφέλη, παρά το γεγονός ότι, εντάξει, κοστίζει λίγο παραπάνω από την απλή μέθοδο, καθώς γλιτώνεις όλα τα κουσούρια που μπορεί να έχεις στα γονίδια σου ή ενώνεις τα άσχημα γονίδιά σου με κάτι που σου φαντάζει πιο όμορφο, και έτσι γλιτώνεις το παιδί σου από, ας πούμε, ευμεγέθη αυτιά ή ημιαυτόνομες τρίχες στο κεφάλι με απροθυμία απέναντι στην βαρύτητα και την λογική, καλή ώρα.’’. Σης χαμογέλασε. Η Ντάιαμοντ πήρε μια έκφραση αποδοκιμασίας για τα σχόλιά του και προσπάθησε να περάσει τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά της, αλλά πολύ γρήγορα φράκαραν και τράβηξε το χέρι της πάλι έξω, τραβώντας μαζί και μερικές τρίχες. ‘’Θα σταματήσεις να σχολιάζεις τα μαλλιά μου;’’ ‘’Προσπαθώ. Είτε είσαι από φυσική γέννα και ηλεκτροπληξία σε μικρή ηλικία, είτε οι γονείς σου είπαν να σου κάνουν ένα αστείο ζωγραφίζοντας μια μουτζούρα και παραγγέλνοντάς την από ένα εργαστήριο.’’. Ο ΢άλυ γέλασε μόνος του με το αστείο του, σε αντίθεση με την Ντάιαμοντ. ‘’Έχεις πολλά τέτοια ακόμα;’’, τον ρώτησε ξινισμένη. ‘’΋χι. Έχω όμως νομίζω ένα πουλόβερ που πρέπει να έχει φτιαχτεί από το κεφάλι σου’’. Γέλασε ξανά δυνατά, σαν του έλεγε κάποιος άλλος το αστείο. Η Ντάιαμοντ τον προσπέρασε και μετά από μερικά βήματα σταμάτησε και ξαναγύρισε προς το μέρος του. ‘’Που πάμε;’’. Ο ΢άλυ συνέχισε να γελάει δυνατά, κάτι που την οδήγησε να του πετάξει ένα κουκουνάρι. ‘’Είπαμε. Πάμε στον Γιατρό. Αυτός θα σε βοηθήσει με το πρόβλημα που έχεις στο κεφάλι σου’’. Η Ντάιαμοντ τον αγριοκοίταξε θεωρώντας ότι την κοροιδεύει ακόμα για τα μαλλιά της. Ο ΢άλυ το κατάλαβε και πέρασε από δίπλα της χαμογελώντας.

[255]


‘’Γιατρό, είπα’’, συλλάβισε. ‘’΋χι κουρέα. ΋χι αυτό το πρόβλημα, το άλλο, από μέσα. Ποιος ξέρει βέβαια, μπορεί και συνδέονται. Υαντάζεσαι να συνδέονται;’’ Η Ντάιαμοντ τον έσπρωξε να προχωρήσει. ‘’΋χι, δεν φαντάζομαι να συνδέονται. ΢υνέχισε τώρα’’ ‘’Εννοείς την ιστορία της παράνομης ζωής μου; Α, μετά τη γέννα μου, που ήταν περιπετειώδης γιατί έγινε σε μια μπανιέρα σε χαμηλό φωτισμό, εξ’ ου και η ρομαντική μου φύση, τα υπόλοιπα είναι μάλλον βαρετά. Οι γονείς μου μετακομίσανε στο κέντρο και η καλή μου μαμά παραιτήθηκε γιατί προφανώς δεν θα μπορούσαν να έχουν νταντά ούτε θα μπορούσε να πάρει άδεια μητρότητος. Με κράτησαν όσο κράτησε ο θηλασμός μου, ίσως και λίγο λιγότερο γιατί έχω αναπτύξει μια σχέση εξάρτησης με τα γυναικεία στήθη, που ίσως να οφείλεται σε καταπιεσμένη νοσταλγία του θηλασμού.’’ ‘’Νομίζω ότι αν ισχύει αυτό θα σου άρεσαν πράγματα στο στόμα σου, και όχι γυναικεία στήθη’’, τον διέκοψε η Ντάιαμοντ. Ο ΢άλυ της έριξε ένα βλέμμα περιέργειας. ‘’Μου αρέσουν γυναικεία στήθη στο στόμα μου’’, της είπε κάπως αμήχανα. ‘’Είσαι χυδαίος και αηδιαστικός’’, του απάντησε. ‘’΢υνέχισε’’. Ο ΢άλυ ανασήκωσε τους ώμους του. ‘’Έλεγα λοιπόν ότι μετά τις μέρες του θηλασμού μου, όπου απορώ πως κρύβανε το κλάμα μου, άρχισε η νομαδική ζωή μου. Σο μεγάλο τους σχέδιο ήταν να πάρουν άδεια, και να εμφανίσουν μετά από καιρό εμένα, ελπίζοντας ότι η γραφειοκρατία δεν θα είναι παρατηρητική για να διαπιστώσει την σειρά των γεγονότων, τις ημερομηνίες και τις ηλικίες. Η άδεια όμως αργούσε, είχε παραιτηθεί και η καλή μου η μαμά, και εγώ φυσικά δεν μπορούσα να μείνω σπίτι. Έτσι, πληρώσανε για ένα σπίτι που προφανώς κάνει τέτοιες δουλειές, στο Μπεγκσκουέρ μάλιστα, εκεί που γνωριστήκαμε αν και εσύ με ‘γνώρισες’ αρκετά μετά.’’ ΄΄Ναι, στο ΝάιτΒάιμπ’’, απάντησε η Ντάιαμοντ στον ειρωνικό του τόνο για τις διαλείψεις της. ‘’Εκεί που ήθελες να διαπιστώσεις αν το στήθος μου μοιάζει με της μαμάς σου’’.Ο ΢άλυ έκανε ένα μορφασμό αλλά μετά γύρισε και κάρφωσε το βλέμμα του στο στήθος της Ντάιαμοντ. Αυτή είδε το βλέμμα του και έκπληκτη πέρασε το χέρι της μπροστά από το στέρνο της. ‘’Είσαι