Αριθμός σελίδας 2
ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ οδήγησε προς την αποχώρηση και τη δημιουργία δικού του θιάσου ο καινούργιος τότε παράνομος έρωτάς του, η Ίλυα Λιβυκού…
ΟΤΑΝ ΞΑΝΑΡΘΑΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ… ΠΡΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Ή ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΙΣ συνέχεια από την πρώτη σελίδα Ήταν η μεγάλη επιτυχία του συγκεκριμένου έργου που ώθησε τους συγγραφείς να ξανατολμήσουν να γράψουν και τον θίασο Κοτοπούλη να ανεβάσει ξανά έργο τους. Σήμερα βέβαια το έργο Οι Γερμανοί ξανάρχονται έχει ακουμπήσει τα όρια του μύθου και μόνο με τον τίτλο του. Τα πράγματα όμως ήταν πολύ διαφορετικά την εποχή που πρωτοανέβηκε, γι’ αυτό θα έπρεπε κάπου εδώ να πούμε δυο λόγια και για την εποχή από τη μία και για τον θίασο και τον ηθοποιό από την άλλη που το ανέβασαν…
Η εποχή που γεννήθηκε και πρωτοπαίχτηκε το έργο
Οι Γερμανοί ξανάρχονται ανέβηκαν το 1946. Οι Γερμανοί έφυγαν από την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου του 1944. Τον Φεβρουάριο του 1945, δυο μήνες μετά τα φρικαλέα Δεκεμβριανά, υπογράφτηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς σκοτώθηκε ο Άρης Βελουχιώτης. Το 1946 ξεκίνησε ο Εμφύλιος που θα ταλαιπωρούσε την Ελλάδα μέχρι τον Αύγουστο του ’49. Την Απελευθέρωση στην Ελλάδα δεν την υποδέχτηκαν μόνο με ζητωκραυγές και αίσθημα ανακούφισης αλλά και με μια φοβερή έκρηξη πολιτικών παθών. Ήδη από το τέλος της Κατοχής τα πράγματα φαίνονταν πως με την Απελευθέρωση δεν θα ζούσαν οι άνθρωποι μια καινούρια καλύτερη εποχή, ήδη υπήρχε ουσιαστική διαφορά μεταξύ των κυβερνήσεων του βουνού και του Καΐρου. Ο πληθωρισμός και η πείνα θα συνέχιζαν για αρκετά χρόνια μετά την Απελευθέρωση να ταλαιπωρούν τους Έλληνες, αλλά τουλάχιστον δεν υπήρχε η μπότα του κατακτητή. Αλλά και μετά το φινάλε του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1945 και την αυτοκτονία του Χίτλερ, εξακολουθούσαν να υπάρχουν θεωρίες συνωμοσίας πως ο Χίτλερ κάπου στη Νότια Αμερική, όπου είχε φυγαδευτεί και ετοίμαζε μια μεγάλη αντεπίθεση — πάντα υπήρχαν θεωρίες συνωμοσίας… Από τη μια τα εμφύλια πάθη, από την άλλη ο φόβος ότι μπορεί κι οι Γερμανοί να ξανάρθουν. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’40 είχαν φύγει οι κατακτητές αλλά ο φόβος εξακολουθούσε να υπάρχει. Υπήρχαν οι Δεξιοί, υπήρχαν οι Αριστεροί, αλλά υπήρχαν και οι άνθρωποι που ήθελαν απλώς να ζήσουν ήσυχα την καινούρια εποχή. Δεν ήταν απολιτίκ, όπως θα τους λέγαμε σήμερα, ήταν απλώς κουρασμένοι από όλα αυτά που είχαν περάσει. Η έκρηξη του Εμφυλίου ήταν η χαριστική βολή γι’ αυτούς —κι αυτό βέβαια ήταν κυρίως προς όφελος της Δεξιάς παράταξης, στην οποία επικεφαλής ήταν το Παλάτι κι ακόμη πιο… επικεφαλής ήταν η, Πριγκίπισσα πρώτα και μετά τον θάνατο του Γεωργίου Β΄ την 1η Απριλίου 1947, Βασίλισσα Φρειδερίκη…
Το 1946 ο μέσος άνθρωπος στην Ελλάδα ήθελε να ζήσει ελεύθερος και να χορτάσει την πείνα του κι αυτός ήταν ο «Κυρ-Παντελής», που από τη μια είχε τη «Δεξιά» κι από την άλλη την «Αριστερά». Τα πολιτικά πάθη ήταν οξυμένα και οι επιθεωρήσεις της εποχής χωρίζονταν σε «γαλάζιες» και «κόκκινες», ανάλογα τα φρονήματα των συγγραφέων και των ηθοποιών που συμμετείχαν σε αυτές. Η δεξιά, η αριστερά και ο Κυρ-Παντελής των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου το 1945 εξέφραζε πλήρως τον μέσο πολίτη και γι’ αυτό είχε επιτυχία. Έναν χρόνο μετά, το έργο τους Οι Γερμανοί ξανάρχονται ήταν ένας θρίαμβος. Και
Ο Αλέκος Σακελλάριος θυμάται πώς γράφτηκε το έργο
τα δύο έργα στο Θέατρο Κοτοπούλη ανέβηκαν μετά φόβου Θεού, λόγω των αντιδράσεων που μπορεί να είχε η θέση που έφεραν σε αυτή την ταραγμένη εποχή, τότε που οι θεατές ήθελαν να ακούσουν μόνο αυτό που ήθελαν να ακούσουν και που οι αντιδράσεις τους μπορούσαν να είναι πολύ ακραίες, είτε θετικά, είτε αρνητικά. Πολλοί φοβόντουσαν πως είτε οι μεν, είτε οι δεν θα μπορούσαν να σπάσουν ακόμα και το θέατρο… Οι Γερμανοί ξανάρχονται βασικά είναι ένα έργο για τον Εμφύλιο, που μέσα στην πλοκή του χρησιμοποιεί και τον φόβο της θεωρίας συνωμοσίας που λέγαμε περί επιστροφής των Γερμανών για να μιλήσει για την ανάγκη αδελφοσύνης των Ελλήνων, για να μιλήσει ενάντια στην εμφύλια διαμάχη. Κι όπως απέδειξε η επιτυχία του έργου και η διαχρονικότητά του ο Κυρ-Παντελής ήταν πιο ισχυρός στην ελληνική κοινωνία και από τη Δεξιά και από την Αριστερά— αν και γενικά έγερνε πιο πολύ προς τα Δεξιά, χωρίς όμως να πάψει να στηλιτεύει τα αρνητικά και των δύο παρατάξεων…
Ο θίασος Κοτοπούλη και ο Βασίλης Λογοθετίδης
Οι Γερμανοί ξανάρχονται, όπως και το προηγούμενο έργο που λέγαμε Η δεξιά, η αριστερά και ο ΚυρΠαντελής, ανέβηκαν στο Θέατρο Ρεξ, όπου στεγαζόταν ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη, ήδη από το 1937, όταν εγκαινιάστηκε το μνημειώδες κτίριο της οδού Πανεπιστημίου και για δεκαετίες για τους Αθηναίους το Ρεξ ήταν το «Θέατρο Κοτοπούλη». Ο θίασος της Κοτοπούλη ήταν ο πρώτος επιχορηγούμενος από το κράτος θίασος, όταν εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’30, επί δικτατορίας Μεταξά, ο παντοδύναμος τότε Κωστής Μπαστιάς, μετά από μεσολάβηση του Παλατιού, επιχορήγησε τον θίασο Κοτοπούλη, κάνοντάς τον ημικρατικό θέατρο. Δεν ήταν ένας απλός θίασος, είχε μόνιμους ηθοποιούς σαν το Εθνικό Θέατρο, ανέβαζε και έργα εκτός Ρεξ, στα οποία δεν έπαιζε απαραίτητα η Μαρίκα Κοτοπούλη, παρόλο που όποιο κι αν ήταν το έργο, σε όποιο θέατρο κι αν ανέβαινε, αναφερόταν ως «θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη». Ήταν τόσο ισχυρή η προσωπικότητα και η παρουσία της Μαρίκας Κοτοπούλη κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, που και μόνο το όνομά της προσέδιδε σεβασμό σε έναν θίασο που υπήρξε φυτώριο σπουδαίων καλλιτεχνών… Διευθυντής του ήταν ο Βασίλης Λογοθετίδης που τριάντα σχεδόν χρόνια πριν, το 1918, νεαρός ακόμα, είχε φτάσει στην Αθήνα κυνηγημένος από την Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου καταγόταν, με μια κοπέλα την οποία είχε κλέψει και πέφτοντας στην πρώτη μεγάλη απεργία των ηθοποιών το 1918, που είχε προκηρύξει το νεοσύστατο ΣΕΗ, λίγο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ζήτησε δουλειά στον θίασο Κοτοπούλη που τον προσέλαβε και εκεί εξελίχθηκε και έγινε ο μέγας Λογοθετίδης. Ο Λογοθετίδης στον θίασο Κοτοπούλη δεν έπαιξε μόνο κωμωδίες, έπαιξε και κλασικό θέατρο και άλλα πράγματα, αλλά καθιερώθηκε ως ο βασιλιάς της κωμωδίας και λατρεμένος του κοινού. Η δεξιά, η αριστερά και ο Κυρ-Παντελής το 1945, ήταν μια μεγάλη επιτυχία αλλά Οι Γερμανοί ξανάρχονται σήμαναν και την αποχώρησή του από τον θίασο της Κοτοπούλη μετά από 30 χρόνια, μετά από έναν καυγά σχετικά με τα ποσοστά του — άλλοι λένε πως τον
Πώς γράφτηκαν όμως Οι Γερμανοί ξανάρχονται; Στα μέσα της δεκαετίας του ΄80, σε ένα χρονογράφημά του ο Αλέκος Σακελλάριος θυμόταν επ’ αυτού: «Στα παλιά χρόνια στη στάση Αργυροπούλου –σχεδόν γωνία Πατησίων και Κοδριγκτώνος– ήταν το ζαχαροπλαστείο του Μαλάμου. Σ’ αυτό το ζαχαροπλαστείο που εκείνον τον καιρό έβγαζε και τραπεζάκια στην οδό Πατησίων, μαζευόμαστε τα βράδια οι ξενύχτηδες για έναν καφέ, για ένα παγωτό, για μια λεμονάδα. Εκείνο το βράδυ –ήταν το τέλος του καλοκαιριού του 1946– ο Χρήστος Γιαννακόπουλος και εγώ είχαμε κάτσει σ’ ένα απόμερο τραπεζάκι για να μιλήσουμε σχετικά με τη νέα θεατρική περίοδο που ερχότανε. Επαγγελματίες και οι δύο που ζούσαμε από το θέατρο, είχαμε απόλυτη ανάγκη να δουλέψουμε, να δώσουμε δηλαδή ένα θεατρικό έργο σε κάποιον από τους χειμερινούς θιάσους. Τότε ήμασταν ακόμη περισσότερο γνωστοί σαν επιθεωρησιογράφοι... Αλλά την προηγούμενη χρονιά είχαμε δώσει την πρώτη κωμωδία της συνεργασίας μας, το Η δεξιά η αριστερά και ο κυρ- Παντελής στον Βασίλη Λογοθετίδη και είχε σημειώσει μεγάλη επιτυχία, κι αυτό ακριβώς λέγαμε εκείνο το βράδυ στου Μαλάμου. Τι καλά θα ήταν αν και την καινούργια σαιζόν εμφανιζόμασταν με μια κωμωδία. – Για ποιον; – Για τον Λογοθετίδη φυσικά… —Και τι κωμωδία; —Θα τη βρούμε… Ο Χρήστος αντιμετώπιζε όλα τα θέματα με μια απέραντη αισιοδοξία. Κι εδώ που τα λέμε τις πιο πολλές φορές τα πράγματα τον δικαίωναν. —Θα τη βρούμε. Βυθιστήκαμε και οι δύο στις σκέψεις μας, προσπαθώντας να βρούμε κάποιο θέμα, κάποιον στόχο, κάποια αρχή. Οι αναμνήσεις από τη φρικτή Κατοχή ήταν ακόμη νωπές. Στ’ αυτιά μας είχαμε ακόμη τη μνήμη από τα χτυπήματα της ναζιστικής μπότας στους αθηναϊκούς δρόμους. —Χρήστο... —Τι; —Σκέψου τι θα γινότανε να γράφαμε ένα έργο που θα είχε τον τίτλο Οι Γερμανοί ξανάρχονται… Ο Γιαννακόπουλος γύρισε με κοίταξε κατάπληκτος και είπε: —Αυτό είναι! Το βρήκαμε! —Ποιο βρήκαμε; —Το έργο… —Τι έργο βρήκαμε; —Τώρα δεν το είπες Οι Γερμανοί ξανάρχονται. —Αυτό δεν είναι έργο, είναι ένας τίτλος. —Θα το βρούμε και το έργο... Μην ξεχνάς ότι η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Θα το βρούμε πού θα πάει…
Το άλλο βράδυ κιόλας επισκεφτήκαμε τον Λογοθετίδη. —Σου έχουμε βρει μια ωραία σατυρική κωμωδία... —Τι κωμωδία; —Ο τίτλος είναι Οι Γερμανοί ξανάρχονται. Ο Λογοθετίδης απ’ ό,τι καταλάβαμε εντυπωσιάστηκε… —Πολύ ωραίος είναι ο τίτλος. Η κωμωδία όμως που είναι; —Θα σ’ τη φέρουμε την άλλη βδομάδα... —Πέστε μου τουλάχιστον την υπόθεσή της… Αλλά τι υπόθεση να του λέγαμε αφού κι εμείς δεν ξέραμε τίποτα παραπάνω από τον τίτλο; —Άσε να τη δεις την άλλη βδομάδα. —Περίπου τι είναι; Αλλά φυσικά ούτε το περίπου μπορούσαμε να του πούμε. Κάτσαμε όμως, κλειστήκαμε μέσα, ξενυχτήσαμε και σιγά-σιγά τα καταφέραμε και τη γράψαμε. Όταν όμως την τελειώσαμε και τη διαβάσαμε στον Λογοθετίδη και στoν θεατρικό επιχειρηματία Γιώργο Χέλμη, μας περίμενε μεγάλη απογοήτευση. Τα συμβαίνοντα στη Γ΄ πράξη συνέβαιναν σ’ ένα βουνό, όπου οι πρωταγωνιστές μας είχαν βγει αντάρτες. Αλλά ο Χέλμης μας το εξήγησε σαφώς! —Βουνό δεν υπάρχει… —Θα μας φτιάξει ο σκηνογράφος. —Μα αυτά προσπαθώ να σας εξηγήσω… Τα οικονομικά του θιάσου είναι τέτοια που δεν επιτρέπουνε την πολυτέλεια καινούργιου σκηνικού. Η αυλή υπάρχει. Το βουνό που θέλετε δεν υπάρχει. Κατεβείτε κάτω στην αποθήκη και διαλέξτε από τα υπάρχοντα σκηνικά. Έτσι κι έγινε. Κατεβήκαμε κάτω στην αποθήκη κι επειδή δεν βρήκαμε βουνό αλλά μια κλινική αλλάξαμε τη Γ’ πράξη και την κάναμε έτσι ώστε να γίνεται σε μια νευρολογική κλινική.
Μια ανάμνηση του Σακελλάριου για τον Βασίλη Λογοθετίδη
Στην κωμωδία αυτή ο Λογοθετίδης έκανε μια πραγματική δημιουργία. Θα ήθελα μάλιστα να σας διηγηθώ κάτι πολύ χαρακτηριστικό για τον τρόπο που έπαιζε ο Λογοθετίδης: Υπήρχε μια σκηνή στη Β΄ πράξη, που τον πληροφορούσανε ότι απ’ έξω από την αυλή περιφερότανε ύποπτα ένας Γκεσταπίτης. Ο Λογοθετίδης που δεν τολμούσε ν’ ανοίξει την πόρτα, πήγαινε στη μάντρα και έκανε έναν πήδο για να δει αν είναι δυνατόν τι γινόταν απ’ έξω. Αυτός ο πήδος όμως ήταν ένας πήδος τεράστιος. Παρακολουθούσαμε με τον Γιαννακόπουλο το πήδημά του, από την κουίντα και μέναμε κάθε βράδυ κατάπληκτοι. —Βρε πόσο πηδάει, ανάθεμά τονε! —Το μετράμε; —Το μετράμε. Έτσι ένα βράδυ βάλαμε σημάδι ως που έφτανε κι ύστερα πήραμε μια μεζούρα και το μετρήσαμε. —Ένα και δέκα. Του το είπαμε. —Ξέρεις ότι πηδάς κάθε βράδυ άλμα εις ύψος ένα και δέκα;
ΣΗΜΕΡΟΝ ΕΞΑΓΓΕΛΛΟΝΤΑΙ ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΝ ΤΗΣ ΔΡΑΧΜΗΣ ΜΟΝΟΝ Η ΧΑΡΤΙΝΗ ΛΙΡΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΕΣΟΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΧΡΥΣΗ
Ερωτηθείς ο κ. υπουργός των Οικονομικών επί της συνεχιζομένης ανατιμήσεως της χρυσής λίρας εις την ελευθέραν αγοράν, απήντησεν ότι σήμερον την εσπέραν θα προβή εις δηλώσεις επί του νομισματικού. Ο κ. υπουργός είπεν ότι νόμισμα ελληνικόν δεν είναι, η χρυσή λίρα, αλλά η χάρτινη αγγλική, επί της οποίας έχει σταθεροποιηθή η δραχμή μας. Αι συναλλαγαί –είπε– διεξάγονται κακώς με χρυσήν λίρα και δεν αποκλείεται να ληφθούν μέτρα κατά της κερδοσκοπίας. Πληροφορούμεθα σχετικώς, ότι δια των σημερινών ανακοινώσεων θα εξαγγελθή σειρά κυβερνητικών μέτρων, η εφαρμογή των οποίων θα παραλύση τελείως τας προσπαθείας των κερδοσκόπων υποτιμητών της δραχμής. […] Ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών δι’ ανακοινώσεως προς τα μέλη του συνιστά όπως του λοιπού ενεργούν, εις δραχμάς μόνον τας συναλλαγάς των, ουδενός λόγου υφισταμένου όπως χρησιμοποιούν το σύστημα της εις λίρας πληρωμής, όπερ καθιερώθη κατά την κατοχήν. [εφ. Ελευθερία, 29 Μαρτίου 1945]
Κυριακή 18 ΜΑΡΤΙΟΥ 2012
Δεν του έκανε όμως ούτε κρύο ούτε ζέστη. Ύστερα από καμιά δεκαριά μέρες είχαμε κάνει όλοι μια εκδρομή… Όπως πηγαίναμε συναντήσαμε έναν μικρό φράχτη καμιά σαρανταριά πόντους. Όλοι τον πηδήσαμε και προχωρήσαμε. Όλοι εκτός από τον Λογοθετίδη, που πήγε βόλτα για να τον παρακάμψει. Όλοι απορήσαμε. —Γιατί δεν τον πηδάς Βασίλη; —Πού να πηδήσω τόσο πράμα; —Μα στο θέατρο πηδάς κάθε βράδυ ένα και δέκα! —Στο θέατρο! Αυτός ήταν ο Λογοθετίδης…».
Οι Γερμανοί ξανάρχονται ... στο σινεμά
Ο Αλέκος Σακελλάριος είχε τον τρόπο να αποδραματοποιεί τα πράγματα και να τα κάνει να φαίνονται τόσο πολύ χαριτωμένα. Όπως και νά ’χει Οι Γερμανοί ξανάρχονται, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν από τους συγγραφείς του «σατυρικός εφιάλτης» κι αποτελούνταν από «τρεις πράξεις κι επίλογο» με επικεφαλής τον Βασίλη Λογοθετίδη και ηθοποιούς από τον θίασο της Κοτοπούλη, κάποιοι από τους οποίους τα επόμενα χρόνια θα έκαναν μεγάλη καριέρα, σαν τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Μαργαρίτα Λαμπρινού, τη Βίλμα Κύρου, την Κάκια Παναγιώτου, ενώ στο καστ συμμετείχε ως ηθοποιός, ο κατόπιν διαπρεπής σκηνοθέτης του σινεμά και του θεάτρου Ντίνος Δημόπουλος, είχαν τόσο μεγάλη επιτυχία ανεβαίνοντας στο Ρεξ, που γρήγορα πήραν την άγουσα προς το στούντιο της Φίνος Φιλμ, τότε που δεν γυρίζονταν ούτε εύκολα, ούτε πολλές ελληνικές ταινίες, και έγινε μία ταινία που έσπασε τα ταμεία και έγραψε ιστορία. Στο αρκετά αλλαγμένο καστ, η Ίλυα Λιβυκού πήρε τη θέση της Βίλμας Κύρου, στον ρόλο της επιμελήτριας της κλινικής, ενώ ανάμεσα στους ηθοποι-
ούς αναγνωρίζουμε τον Μίμη Φωτόπουλο και τη Γεωργία Βασιλειάδου πριν γίνουν οι πασίγνωστοι και αγαπημένοι ηθοποιοί που όλοι ξέρουμε. Αλλά αυτός που έκλεψε την παράσταση ήταν ο Χρήστος Τσαγανέας, που πήρε τη θέση του Γεράσιμου Λειβαδά που πρώτος είχε παίξει στο θέατρο τον ρόλο του τρελού στην κλινική. «Άνθρωποι, άνθρωποι, αιμοσταγείς, αιμοδιψείς και αιμοβόροι, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός…;» ήταν η φράση που έκανε πάταγο και ήταν τέτοια η επιτυχία του ρόλου αυτού που το καλοκαίρι του 1948, στο καινούργιο τότε θέατρο Μετροπόλιταν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας στην Αθήνα, ο Σακελλάριος με τον Γιαννακόπουλο ανέβασαν σε δική τους επιχείρηση μια επιθεώρηση που έκανε πάταγο κι είχε τον τίτλο Άνθρωποι, άνθρωποι ξεκινούσε με τον Χρήστο Τσαγανέα να απαγγείλει τον μονόλογο από το Οι Γερμανοί ξανάρχονται. «Άνθρωποι, άνθρωποι, αιμοσταγείς, αιμοδιψείς και αιμοβόροι…»
Οι Γερμανοί ξανάρχονται Αναμνήσεις του Αλέκου Σακελλάριου
Αξίζει κάπου εδώ να κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα και να παραθέσουμε δύο κομμάτια αναμνήσεων του Αλέκου Σακελλάριου, από το βιβλίο του Λες και ήταν χθες (εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, 1990) με θέμα, το πρώτο μια ιστορία που τους ενέπνευσε, αυτόν και τον Γιαννακόπουλο, για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια του έργου, μια ιστορία από την Κατοχή και το δεύτερο κάποιες αναμνήσεις από το γύρισμα της ταινίας…